text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
ΑΡΙΘΜΟΣ 553/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Νάκη, περί αναιρέσεως της με αριθμό Α7598/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Δ. Π. του Α. και 2) Θ. Μ. του Ν..
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1140/2011.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ "Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α του ιδίου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος, που περιέχει τη θέληση παράβασης καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο τον δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον. Το έννομο αγαθό που προστατεύει η διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ και προσβάλλεται από την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από αυτήν είναι, η λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας που έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα. Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνον αν συνιστά (θετική ή αποθετική) έκφραση πολιτειακής βούλησης και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κλπ. Ως υπάλληλος, κατά το άρθρο 13α του ΠΚ, νοείται κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση της υπηρεσίας δημοσίου δικαίου. Ο δόλος του δράστη συνίσταται είτε στη θέληση είτε στη γνώση και αποδοχή της παράβασης των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή την βλάβη και συγχρόνως όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή την βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέσθηκε από το δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρθρου 259 του ΠΚ δεν απαιτείται να πραγματοποιηθεί η επιδιωκόμενη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη.
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΕΛ του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αρ. 7598/2011 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών δέχθηκε, κατά την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα, Θ. Ν. (πρώτο κατηγορούμενο κατά την άνω απόφαση), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι δύο πρώτοι μάρτυρες υπέβαλαν στην διεύθυνση Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής στη 30-3-2004 μία καταγγελία - αίτηση στην οποία ανέφεραν ότι η εδρεύουσα στη Ν... τεχνική εταιρία με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΟ ΑΕ" της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο πέμπτος κατηγορούμενος ανήγειρε σε οικόπεδο της συγκυριότητας των δευτέρου και τρίτης των κατηγορουμένων συζύγων που βρίσκεται επί της οδού ... στο Ο.Τ ... του Δήμου Ν. Μάκρης τις σ' αυτή αναφερόμενες έξι διώροφες οικοδομές και υπέπεσε στις παραβάσεις που αναλυτικά στην καταγγελία ανέφερε. Η ανωτέρω υπηρεσία ήτοι η Διεύθυνση Πολεοδομίας Χωροταξίας Νοτίου Τομέα και δη το τμήμα κατασκευών ανέθεσε στον πρώτο κατηγορούμενο υπάλληλό της να προβεί σε έλεγχο της εν λόγω οικοδομής προκειμένου να διαπιστώσει το αληθές ή μη των καταγγελλομένων περιστατικών. Ο εν λόγω πρώτος κατηγορούμενος καίτοι μετά την άνω καταγγελία έπρεπε να προβεί σε αυτοψία της καταγγελλόμενης άνω οικοδομής και να καταγράψει σ'αυτήν τις τυχούσες παραβάσεις της πολεοδομικής νομοθεσίας ουδέν έπραξε, αλλά αρκέσθηκε όπως ο ίδιος ισχυρίζεται και ουδόλως αποδείχθηκε στο να στείλει ένα έγγραφο προς το αστυνομικό τμήμα Ν .Μάκρης, με το οποίο καλούσε τους ιδιοκτήτες της εν λόγω οικοδομής να του προσκομίσουν τα σχέδιά τους για να τα ελέγξει, θέτοντας προθεσμία δέκα ημερών προς τούτο, μετά την εκπνοή της οποίας, εθεωρείτο ότι η οικοδομή βρισκόταν σε παύση εργασιών αν δεν προσκομίζονταν τα σχέδια στην πολεοδομία. Μετά απ' αυτό το έγγραφο καμία άλλη ενέργεια προς έλεγχο της οικοδομής δεν έπραξε ούτε ισχυρίζεται άλλωστε κάτι τέτοιο και προς απάντηση της καταγγελίας των μηνυτών. Εν τω μεταξύ οι εργασίες της οικοδομής συνεχίζονταν και μετά την 1-4-2004 (ήτοι δύο ημέρες μετά την πρωτοκόλληση της καταγγελίας 30-3-2004) υπεύθυνη δήλωση του Ν1599/1986 που υπέβαλλε η τετάρτη κατηγορουμένη, μηχανικός της οικοδομής που είχε επιμεληθεί και για την έκδοση της οικοδομικής αδείας μέσα στην οποία δήλωνε ότι "οι κατοικίες ιδιοκτησίας Π. και Α. Ρ. έχουν κατασκευασθεί σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια αρχιτεκτονικών, στατικών, ύδρευσης, αποχέτευσης της υπ' αριθμ. .../2002 οικοδομικής άδειας με τίτλο "έξι νέες διώροφες κατοικίες με υπόγειο και γκαράζ ηλεκτροδοτήθηκε η εν λόγω οικοδομή τον Μάιο του 2004." Εφόσον οι μηνυτές είδαν ότι τίποτε δεν έγινε με την καταγγελία τους προς την πολεοδομία και ότι παρά την καταγγελία ηλεκτροδοτήθηκε η εν λόγω οικοδομή, χωρίς να αρθούν "οι παρανομίες" που αυτοί κατάγγειλαν, κατέθεσαν νέα καταγγελία στις 29-11-2005 προς την ίδια άνω υπηρεσία (πολεοδομία), καθώς και κοινοποίησαν την καταγγελία τους προς τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ, τον Νομάρχη Ανατολικής Αττικής και προς τον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών. Μετά τη νέα αυτή καταγγελία διενεργήθηκε στις 6-12-2005 αυτοψία στην εν λόγω οικοδομή από τον ίδιο άνω πρώτο κατηγορούμενο στην οποία ανέφερε ότι υπήρχαν κάποιες πολεοδομικές παραβάσεις στην οικοδομή, όπως αναλυτικά σ' αυτήν αναφέρονται απ' αυτόν και δη 1) αλλαγή χρήσεων υπόγειου από αποθήκες σε ισόγειες κατοικίες (από βοηθητική χρήση σε κύρια χρήση) 2) επέκταση στον Α' όροφο 3) κλείσιμο υμιυπαίθριων στον Β' όροφο καθ' υπέρβαση της υπ' αριθμ. .../2002 αδείας κατά παράβαση του Ν. 1337/1983 και τον ισχύοντα ΓΟΚ και ότι η εν λόγω οικοδομή έχει αποπερατωθεί. Όμως το χρονικό διάστημα που χάθηκε μεταξύ της πρώτης καταγγελίας (30-3-2004) μέχρι 6-12-2005 που τελικά για πρώτη φορά προέβη σε αυτοψία και καταγραφή των παραβάσεων της οικοδομής ο εν λόγω πρώτος κατηγορούμενος ήταν καταλυτικό για την πορεία των εργασιών της εν λόγω οικοδομής και συνετέλεσε στην διατήρηση των σπουδαιότερων παραβάσεών της εις βάρος της ιδιοκτησίας του μηνυτού. Ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος αποδείχθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι παρέβη από πρόθεση τα καθήκοντα της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας και αντί αμέσως με την πρώτη καταγγελία των μηνυτών (30-3-2004) να κάνει καταγραφή των παραβάσεων της εν λόγω οικοδομής, ολιγώρησε και ουδέν έπραξε με σκοπό να προσπορίσει στους άνω κατηγορουμένους παράνομο όφελος, αφού αυτοί την επαύριον της πρώτης καταγγελίας έσπευσαν να κινήσουν την διαδικασία ηλεκτροδότησης της οικοδομής, την οποία και επέτυχαν τον Μάιο του 2004. Έτσι δεν σταμάτησαν οι εργασίες της από ολιγωρία του άνω πρώτου κατηγορουμένου ο οποίος παραλείποντας εκ προθέσεως να πράξει το καθήκον του, ευνόησε την ηλεκτροδότηση του κτιρίου αφού η οικοδομή δεν είχε γραφεί σαν αυθαίρετη στα οικεία βιβλία της υπηρεσίας. Αν είχε προβεί εγκαίρως στην καταγραφή των παραβάσεων που καθυστερημένα και μετά την νέα καταγγελία και μηνυτήρια εναντίον του αναφορά των μηνυτών, έκανε, δεν θα είχε ηλεκτροδοτηθεί το κτίριο και δεν θα είχαν ενδεχομένως πωληθεί διαμερίσματα, θα διορθώνονταν οι παραβάσεις, πολλές από τις οποίες παραμένουν μέχρι σήμερα και ενδεχομένως δεν διορθώνονται ούτε με αναθεώρηση της αδείας. Τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα απ' αυτόν ότι, έκανε ότι προέβλεπε ο νόμος, και ότι την πρώτη φορά, ήτοι τον Ιούνιο του 2004 κάλεσε την αστυνομία να διακόψει τις εργασίες της οικοδομής, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, καθόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν αποδείχθηκε κάτι άλλο δεδομένου ότι κανένα τέτοιο έγγραφο από την αστυνομία δεν προσκομίζεται, ούτε άλλωστε υπάρχει στη δικογραφία κάποιο σχετικό με την ημερομηνία αυτή, κατηγορουμένου". Στη συνέχεια κήρυξε τον άνω κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στη Ν... στις 6-12-2005 όντας υπάλληλος παρέβη με πρόθεση τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον και να βλάψει κάποιον άλλο και συγκεκριμένα: Την 30-3-2004 οι μηνυτές Ν. Σ. και η σύζυγός του υπέβαλαν στην Πολεοδομία Ανατολικής Αττικής, Διεύθυνση Χωροταξίας Πολεοδομίας Περιβάλλοντος την με αριθμ .Πρωτ. 5431/30-3-2004 καταγγελία τους αίτησή τους με την οποία κατήγγειλαν ότι η εδρεύουσα στη Ν... και επί της ... εταιρεία με την επωνυμία ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΟ Α.Ε της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο Δ. Π., ανήγειρε σε οικόπεδο συγκυριότητας του Π. Ρ. και της συζύγου του, που βρίσκεται επί της οδού ... στο ΟΤ ... του Δήμου Ν. Μάκρης, βάσει της υπ' αριθμ .../2002 οικοδομικής άδειας της Πολεοδομίας Παλλήνης, συγκρότημα έξι (6) διώροφων οικοδομών και υπέπεσε στις παρακάτω πολεοδομικές παραβάσεις: 1) Η οικοδομική γραμμή επί της οδού ... σύμφωνα με το από 17-4-2002 εγκεκριμένο Ρυμοτομικό σχέδιο της 1ης Πολεοδομικής ενότητας του Δήμου Ν. Μάκρης (ΦΕΚ 43Δ/30.1.1987) έχει καταστρατηγηθεί από το ανωτέρω οικοδομικό συγκρότημα το οποίο την έχει παραβιάσει 2) επί του πεζοδρομίου της οδού ... αρ. 14 έχει κατασκευασθεί τσιμεντένιο τοιχίο άνω του ενός μέτρου, 3) ο περιβάλλων χώρος του συγκροτήματος μπαζώθηκε κατά 0,5 μέτρα, παρά το γεγονός ότι το οικόπεδο είναι οριζόντιο και δεν παρουσιάζει κλίση, 4) οι ανεγερθείσες διώροφες κατοικίες του συγκροτήματος έχουν παραβεί τον ΓΟΚ και την οικοδομική άδεια ως προς το ύψος τους που είναι μεγαλύτερο από το επιτρεπόμενο, 5) τα υπόγεια των άνω διώροφων οικοδομών κατασκευάσθηκαν κατά 1,5 μέτρα υψηλότερα σε σχέση με τις εγκεκριμένες τομές των κτιρίων ώστε η οροφή τους να ευρίσκεται 1,5 μέτρα υψηλότερα από τη στάθμη του εδάφους, 6) υπάρχει αλλαγή χρήσης των υπογείων, τα οποία έχουν μετατραπεί σε χώρους κατοικίας και 7) τα σταλάγματα του συγκροτήματος βαρύνουν και πέφτουν στην ιδιοκτησία των μηνυτών. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος Θ. Ν., υπάλληλος του τμήματος ελέγχου κατασκευών της Δ/νσης Πολεοδομίας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής, την 6-12-2005 διενήργησε στην επίδικη οικοδομή αυτοψία και συνέταξε την από 6-12-2005 έκθεση αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής κατά το περιεχόμενο της οποίας διαπίστωσε 1) αλλαγή της χρήσεως υπογείων από αποθήκες σε ισόγειες κατοικίες ( από βοηθητική σε κύρια χρήση ) 2) επέκταση στον Α' όροφο, 3) κλείσιμο υμιυπαίθριου στον Β όροφο καθ' υπέρβαση της .../02 άδειας και κατά παράβαση του ΓΟΚ. Επί πλέον χάραξε σκαρίφημα στο οποίο αποτύπωσε σε σχέδιο τις παραπάνω παραβάσεις. Όμως, ο παραπάνω υπάλληλος, στα καθήκοντα του οποίου περιλαμβάνεται ο έλεγχος των όσων κατήγγειλαν οι ως άνω μηνυτές και η πιστοποίηση των τυχόν πολεοδομικών παραβάσεων παρέλειψε να ερευνήσει και να αναφέρει στην ως άνω από 6-12-2005 έκθεση αυτοψίας τα όσα περιλαμβάνονται στην καταγγελία του Σ. και της συζύγου του. Ειδικότερα δεν αναφέρθηκε 1) στην παραβίαση της οικοδομικής γραμμής επί της οδού ... σύμφωνα με το από 17-4-2002 εγκεκριμένο Ρυμοτομικό σχέδιο της 1ης Πολεοδομικής ενότητας του Δήμου Ν. Μάκρης (ΦΕΚ 43Δ/30.1.1987), 2) ότι επί του πεζοδρομίου της οδού ... αρ. 14 έχει κατασκευασθεί τσιμεντένιο τοιχίο άνω του ενός μέτρου 3) ότι ο περιβάλλων χώρος του συγκροτήματος μπαζώθηκε κατά 0,5 μέτρα, παρά το γεγονός ότι το οικόπεδο είναι οριζόντιο και δεν παρουσιάζει κλίση, 4) ότι οι ανεγερθείσες διώροφες κατοικίες του συγκροτήματος έχουν παραβεί τον ΓΟΚ και την οικοδομική άδεια ως προς το ύψος τους που είναι μεγαλύτερο από το επιτρεπόμενο καθόσον ουδεμία αναφορά έγινε στη συγκεκριμένη καταγγελία, 5) ότι τα υπόγεια των άνω διώροφων οικοδομών κατασκευάσθηκαν κατά 1,5 μέτρα υψηλότερα σε σχέση με τις εγκεκριμένες τομές των κτιρίων ώστε η οροφή τους να ευρίσκεται 1,5 μέτρα υψηλότερα από τη στάθμη του εδάφους και 6) ότι τα σταλάγματα του συγκροτήματος βαρύνουν και πέφτουν στην ιδιοκτησία των μηνυτών. Την πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος τέλεσε με σκοπό να προσπορίσει παράνομο όφελος στους συνιδιοκτήτες της εν λόγω οικοδομής Π. Ρ. και τη σύζυγό του και στην κατασκευάστρια εταιρεία με την επωνυμία ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΟ Α.Ε της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο Δ. Π., αφού με τις εν λόγω πολεοδομικές παραβάσεις αυξήθηκε η αξία των διώροφων κατοικιών και να βλάψει τους μηνυτές, το ακίνητο των οποίων υπέστη μείωση της αξίας του από τις πολεοδομικές παραβάσεις, την ύπαρξη των οποίων παρέβλεψε ο κατηγορούμενος στο γειτονικό ακίνητο του ζεύγους Ρ..
Με τις παραδοχές όμως αυτές το Δικαστήριο της ουσίας παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση διότι υπάρχουν αντιφάσεις του σκεπτικού σε σχέση με το διατακτικό που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της άνω διατάξεως. Συγκεκριμένα οι αντιφάσεις συνίσταται στο ότι: ενώ στο σκεπτικό δέχεται ότι "ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, διότι δεν ενήργησε αμέσως μετά την πρώτη καταγγελία (30-4-2004) και δεν κατέγραψε τις παραβάσεις της οικοδομής, αλλά ολιγώρησε και ουδέν έπραξε με σκοπό να προσπορίσει παράνομο όφελος στους κατηγορούμενους αφού αυτοί την επαύριον της πρώτης καταγγελίας έσπευσαν να κινήσουν την διαδικασία ηλεκτροδότησης της οικοδομής, την οποία και επέτυχαν τον Μάιο του 2004 ... . Αν είχε προβεί εγκαίρως στην καταγραφή των παραβάσεων που καθυστερημένα και μετά την νέα καταγγελία και μηνυτήρια εναντίον του αναφορά των μηνυτών, έκανε, δεν θα είχε ηλεκτροδοτηθεί το κτίριο και δεν θα είχαν ενδεχομένως πωληθεί διαμερίσματα ..." αντίθετα στο διατακτικό της κήρυξε ένοχο τον εν λόγω κατηγορούμενο διότι "ως υπάλληλος του τμήματος ελέγχου κατασκευών της Δ/νσης Πολεοδομίας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής, την 6-12-2005 διενήργησε στην επίδικη οικοδομή αυτοψία και συνέταξε την από 6-12-2005 έκθεση αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής κατά το περιεχόμενο της οποίας διαπίστωσε 1) αλλαγή της χρήσεως υπογείων από αποθήκες σε ισόγειες κατοικίες (από βοηθητική σε κύρια χρήση) 2) επέκταση στον Α' όροφο, 3) κλείσιμο υμιυπαίθριου στον Β όροφο καθ' υπέρβαση της .../02 άδειας και κατά παράβαση του ΓΟΚ. Επί πλέον χάραξε σκαρίφημα στο οποίο αποτύπωσε σε σχέδιο τις παραπάνω παραβάσεις. Όμως ... παρέλειψε να ερευνήσει και να αναφέρει στην ως άνω από 6-12-2005 έκθεση αυτοψίας τα όσα περιλαμβάνονται στην καταγγελία του Σ. και της συζύγου του και ότι την πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος τέλεσε με σκοπό να προσπορίσει παράνομο όφελος στους συνιδιοκτήτες της εν λόγω οικοδομής Π. Ρ. και τη σύζυγό του και στην κατασκευάστρια εταιρεία με την επωνυμία ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΟ Α.Ε της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο Δ. Π., αφού με τις εν λόγω πολεοδομικές παραβάσεις αυξήθηκε η αξία των διώροφων κατοικιών και να βλάψει τους μηνυτές, το ακίνητο των οποίων υπέστη μείωση της αξίας του από τις πολεοδομικές παραβάσεις, την ύπαρξη των οποίων παρέβλεψε ο κατηγορούμενος στο γειτονικό ακίνητο του ζεύγους Ρ.." Δηλαδή η αντίφαση έγκειται στο ότι ενώ στο σκεπτικό την παράβαση καθήκοντος εστιάζει στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ολιγώρησε να επιληφθεί της πρώτης καταγγελίας και να καθυστερήσει τη διενέργεια αυτοψίας με αποτέλεσμα να δοθεί χρόνος στους συγκατηγορουμένους να ηλεκτροδοτήσουν την παράνομη οικοδομή και να ωφεληθούν από την ενδεχόμενη πώληση των κατοικιών, στο διατακτικό την παράβαση καθήκοντος εστιάζει στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέγραψε στην από 6-12-2005 έκθεση αυτοψίας όλες τις αυθαίρετες κατασκευές που κατάγγειλε ο Σ. και η σύζυγός του με σκοπό να προσπορίσει παράνομο όφελος στους συνιδιοκτήτες της εν λόγω οικοδομής Π. Ρ. και τη σύζυγό του και στην κατασκευάστρια εταιρεία με την επωνυμία ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΟ Α.Ε ..., αφού με τις εν λόγω πολεοδομικές παραβάσεις αυξήθηκε η αξία των διώροφων κατοικιών και να βλάψει τους μηνυτές, το ακίνητο των οποίων υπέστη μείωση της αξίας του από τις πολεοδομικές παραβάσεις, την ύπαρξη των οποίων παρέβλεψε ο κατηγορούμενος στο γειτονικό ακίνητο του ζεύγους Ρ..
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης είναι βάσιμοι και πρέπει, παρελκούσης της έρευνας του τρίτου λόγου ως αλυσιτελούς, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7598/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση καθήκοντος. Αντιφατικές αιτιολογίες. Δεκτή αίτηση αναίρεσης.
|
Παράβαση καθήκοντος
|
Παράβαση καθήκοντος.
| 0
|
Αριθμός 551/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ. - Μ. Π. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπανδρουλάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 27675, 31317/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1) Α. Β., που δεν παρέστη και 2) Μ. Ζ. του Π., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Κοψαχείλη.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Νοεμβρίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1231/2012.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 222 του ΠΚ, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, που είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, με προστατευόμενο αντικείμενο το έγγραφο, ως μέσο αποδεικτικό, απαιτούνται: α) έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' του ΠΚ, προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο, να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού, αλλά να έχει υποχρέωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον και δ) να ενήργησε ο δράστης προς τον σκοπό της βλάβης τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοσή του, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός, αφού το έγκλημα αυτό είναι απλώς διακινδύνευσης, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη βλάβης, η οποία μπορεί να είναι είτε περιουσιακή είτε ηθική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο. Απαιτείται δε υπερχειλής, άμεσος δόλος, που ενέχει τη γνώση του δράστη ότι δεν είναι κύριος ή αποκλειστικά κύριος του εγγράφου και τη θέληση απόκτησης κ.λπ. τούτου. Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, απόκρυψη λογίζεται κάθε πράξη ή παράλειψη από την οποία ο δικαιούχος στερείται διαρκώς ή πρόσκαιρα της δυνατότητας αποδεικτικής χρήσης του εγγράφου, ενώ ως καταστροφή νοείται η εξαφάνισή του, ώστε το έγγραφο να μην δύναται να παράσχει ούτε άμεση, ούτε έμμεση απόδειξη. Ως προς την παρεμπόδιση της χρήσης ως αποδεικτικού μέσου, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Ενεργητικό υποκείμενο είναι κάθε τρίτο πρόσωπο, που δεν είναι κύριος του εγγράφου, ιδιώτης ή και υπάλληλος.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη, και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται ατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η επιβαλλόμενη κατά τα παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρ.170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής και όχι οι ισχυρισμοί περί μη στοιχειοθέτησης της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως του διωκόμενου εγκλήματος, διότι οι τελευταίοι συνιστούν άρνηση της κατηγορίας, και δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί ειδικά και πανηγυρικά επί των αρνητικών αυτών ισχυρισμών, αφού απαντά σε αυτούς με το γενικό περί ενοχής αιτιολογικό του.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 31317/2012 αποφάσεώς του σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του με αριθμό .../24.9.2003 εγγράφου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Ζαφείροπούλου ο Σ. Β. κατέλιπε δημόσια διαθήκη, με την οποία κληροδότησε στην Α. Β., κόρη του, ένα διαμέρισμα, επιφανείας 75 μ2, το οποίο βρίσκεται επί της οδού ..., στην ... . Μετά το θάνατο του ανωτέρω διαθέτη, που έλαβε χώρα στις 6 Οκτωβρίου του 2004, η προαναφερθείσα δημόσια διαθήκη δημοσιεύτηκε με τη καταχώρηση της στα με αριθμό 6214/10.12.2004 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Λίγες ημέρες μετά, στις 15 Δεκεμβρίου του 2004, η αιτούσα υπέβαλε αίτηση στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με την οποία, επικαλούμενη έννομο συμφέρον, ζήτησε να της δοθεί παραγγελία για να λάβει από τη συμβολαιογράφο, ενώπιον της οποίας δηλώθηκε η βούληση του διαθέτη, αντίγραφο της προαναφερθείσας διαθήκης. Η αίτηση της πρώτης κατηγορουμένης έγινε δεκτή και την επομένη ημέρα, δηλαδή στις 16 Δεκεμβρίου του 2004, μετέβη στο γραφείο της συμβολαιογράφου για να ζητήσει αντίγραφο της διαθήκης. Κατά την ολιγόλεπτη παραμονή της μέσα στο προσωπικό γραφείο της συμβολαιογράφου η πρώτη κατηγορουμένη αφαίρεσε το πρωτότυπο της με αριθμό .../24.9.2003 δημόσιας διαθήκης του Σ. Β., την οποία τηρούσε στο αρχείο της η συμβολαιογράφος Μαρία Ζαφειροπούλου, ενώπιον της οποίας συντάχθηκε (άρθρο 1724 Α.Κ.). Το γεγονός αυτό δεν έγινε αντιληπτό ούτε από τη συμβολαιογράφου, ούτε από τη γραμματέα της, οι οποίες δεν είχαν οπτική επαφή με την πρώτη κατηγορούμενη, όταν η πρώτη κατηγορούμενη βρέθηκε για λίγα λεπτά μόνη της στο προσωπικό γραφείο της συμβολαιογράφου, το χρονικό διάστημα που η συμβολαιογράφος βγήκε έξω από αυτό για να υπογράψει το αντίγραφο της διαθήκης, που είχε ήδη χαρτοσημάνει και σφραγίσει η βοηθός της Θ. Α., ευρισκόμενη στο χώρο υποδοχής, και για να χαιρετήσει τον πελάτη της Α. Τ., ο οποίος είχε στο μεταξύ εισέλθει στον ως άνω χώρο. Η πράξη της όμως αυτή έγινε αντιληπτή από τον τελευταίο, ο οποίος, λόγω της θέσης του στο δωμάτιο υποδοχής, έβλεπε προς το προσωπικό γραφείο της συμβολαιογράφο. Ωστόσο ο ανωτέρω δεν ανέφερε το γεγονός αυτό ούτε στη συμβολαιογράφο, ούτε στη βοηθό της, διότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο του εγγράφου και αν η πρώτη κατηγορούμενη δικαιούταν να το πάρει. Όταν, όμως, μετά από μήνες, σε επίσκεψη του στο γραφείο της συμβολαιογράφου του αναφέρθηκε το γεγονός της απώλειας της διαθήκης, είπε στη συμβολαιογράφο τι ακριβώς είχε πέσει στην αντίληψη του την ημέρα εκείνη. Τα ανωτέρω κατατεθέντα περιλαμβάνονται στην ένορκη κατάθεση του Ι. Τ. ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση. Η εξέταση του μάρτυρα αυτού δεν ήταν δυνατή στο δικαστήριο τούτο, διότι στο μεταξύ αυτός αποβίωσε στις 6 Μαρτίου του 2012, δηλαδή πριν από τη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης. Ακόμη και η ίδια η συμβολαιογράφος δεν αντιλήφθηκε την απώλεια αυθημερόν, αλλά μόνο την επόμενη ημέρα, δηλαδή στις 17.12.2004, όταν πήγε στο γραφείο της, οπότε κατά την τακτοποίηση, μεταξύ άλλων, και του φακέλου της διαθήκης, διαπίστωσε, παρά την επισταμένο έλεγχο του περιεχομένου των φακέλων του γραφείου της, ότι αυτή δεν υπήρχε μέσα σ' αυτόν. Μία ή δύο ημέρες μετά η πρώτη κατηγορούμενη, προκειμένου να διασκεδάσει οποιαδήποτε υποψία για το πρόσωπο της, επικοινώνησε με τη συμβολαιογράφο τηλεφωνικά, ισχυριζόμενη ότι το αντίγραφο της διαθήκης που της χορηγήθηκε ήταν ελλιπές, διότι της έλειπε ένα φύλλο, και ότι θα περνούσε από το γραφείο της εκ νέου για να της χορηγήσει πλήρες αντίγραφο, αφού προηγουμένως θα φρόντιζε να λάβει νέα εισαγγελική παραγγελία. Η συμβολαιογράφος συμπέρανε ότι η απώλεια του πρωτοτύπου της διαθήκης οφείλεται στην αφαίρεση του από την πρώτη κατηγορούμενη και όχι σε δική της αμελή φύλαξη της, αφού στο μεταξύ είχε ψάξει τους φακέλους του γραφείου της, τόσο από την όλη συμπεριφορά της πρώτης κατηγορουμένης (ήταν εριστική μαζί της και έφυγε βιαστικά, αφού πήρε το αντίγραφο της διαθήκης) όσο και από τον εκφοβισμό που λίγες ημέρες νωρίτερα δέχθηκε τηλεφωνικά από άνδρα, που της συστήθηκε ως γιος του διαθέτη Σ. Β., ο οποίος της είπε ότι με αυτό που έκανε θα τρέχει για χρόνια στα δικαστήρια. Για το λόγο αυτό στις 21 Δεκεμβρίου του 2004, υπέβαλε έγγραφη αναφορά για το γεγονός αυτό στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου εισερχομένων εγγράφων 72.940/21.12.2004. Σκοπός της πρώτης κατηγορουμένης, η οποία είχε ήδη αγοράσει το διαμέρισμα επί της οδού ... από το δεύτερο κατηγορούμενο Ι. Β. με το με αριθμό .../2004 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Θεώνης Καφίρη, ήταν να βλάψει τη συμβολαιογράφο, που έχει κατά νόμο την ευθύνη φύλαξής της, αφού ανήκει στο αρχείο της, και την Α. Β., στην οποία το κληροδότησε ο διαθέτης με την πιο πάνω δημόσια διαθήκη. Η πρώτη κατηγορούμενη με την παραπάνω πράξη της, δηλαδή την απόκρυψη της δημόσιας διαθήκης του Σ. Β. ήθελε κατ' αρχάς να αποτρέψει την περιέλευση, με κληρονομική διαδοχή που στηρίζεται στη διαθήκη αυτή, του διαμερίσματος, επί της οδού ..., στην Α. Β., προκαλώντας έτσι στην τελευταία περιουσιακή βλάβη ίση με την αξία του διαμερίσματος. Ο δε σκοπός της αυτός ήταν αντικειμενικά δυνατός αφού θα εξέλιπε το μοναδικό δημόσιο έγγραφο, στο οποίο η Α. Β. θα μπορούσε να θεμελιώσει το κληρονομικό της δικαίωμα στο διαμέρισμα και έτσι αυτό θα καθίστατο μέρος της περιουσίας της πρώτης κατηγορουμένης, με δικαιοπάροχο αυτής το δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος επικαλέστηκε κτήση αυτού με κληρονομική διαδοχή, στηριζόμενη στην από 2.8.2003 ιδιόχειρη διαθήκη του Σ. Β., προγενέστερη χρονικά της δημόσιας διαθήκης του ιδίου. Όμως η τελευταία δημόσια διαθήκη είχε ήδη δημοσιευτεί λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 10 Δεκεμβρίου του 2004, με τη καταχώρηση αντιγράφου της στα με αριθμό 6214/10.12.2004 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γεγονός που δεν γνώριζε τότε η πρώτη κατηγορούμενη. Η άγνοια της αυτή προκύπτει από το περιεχόμενο της από 15.12.2004 αίτησης που υπέβαλε η πρώτη κατηγορούμενη στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής "... Επειδή ήδη η αδελφή του ανωτέρω δικαιοπαρόχου μου Α. Β. - Π. διατείνεται ότι υπάρχει έτερη δημόσια διαθήκη, η οποία φυλάσσεται στο γραφείο της συμβολαιογράφου Μ. Ζ. του ως άνω θανόντος Σ. Β. και ότι από το περιεχόμενο της διαθήκης αυτής προκύπτει ότι ο δικαιοπάροχος μου δεν είναι ο αποκλειστικός κύριος του ως άνω διαμερίσματος ....". Επιπλέον η πρώτη κατηγορούμενη ήθελε να βλάψει ηθικά τη συμβολαιογράφο Μαρία Ζαφειροπούλου, σε βάρος της οποίας υπέβαλε στις 30 Δεκεμβρίου του 2004 έγγραφη καταγγελία, απευθυνόμενη στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με βάση την οποία ασκήθηκε σε βάρος της τελευταίας ποινική δίωξη για ψευδή βεβαίωση, πράξη που φέρεται ότι έλαβε χώρα στις 24 Σεπτεμβρίου του 2003, ημερομηνία σύνταξης της με αριθμό .../24.9.2003 δημόσιας διαθήκης του Σ. Β., καταλογίζοντας της ότι δέχθηκε να συνταχθεί ενώπιον της, αν και γνώριζε ότι ο διαθέτης δεν είχε δικαιοπρακτική ικανότητα. Όσον αφορά την κατηγορία αυτή, ύστερα από τη διενέργεια προανάκρισης, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το με αριθμό 3736/2007 Βούλευμα του αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία σε βάρος της συμβολαιογράφου Μ. Ζ., Βούλευμα που κατέστη τελεσίδικο ύστερα από την έκδοση του με αριθμό 1357/2008 απορριπτικού Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έκρινε επί εφέσεως που άσκησε η πρώτη κατηγορούμενη. Από τα ανωτέρω κρίνεται ότι η πρώτη κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξης για την οποία κατηγορείται". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλημάτος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1α, 27 και 222 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως της αναιρεσείουσας: α) αναφέρονται στο αιτιολογικό με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της υπεξαγωγής της δημόσιας διαθήκης από το γραφείο της αρμόδιας κατά το νόμο για την κατοχή και φύλαξή της συμβολαιογράφου, β) από το σύνολο των παραδοχών του αιτιολογικού, σε συνδυασμό με το διατακτικό, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και συνιστούν ενιαίο σύνολο, προκύπτει ότι επαρκώς αιτιολογείται ο δόλος της κατηγορουμένης και δη ότι με την υπεξαγωγή αποσκοπούσε στην αχρήστευση του εγγράφου της δημόσιας διαθήκης ως αποδεικτικού μέσου, αφού αναφέρεται ότι η κατηγορουμένη με την αφαίρεση και απόκρυψη του πρωτοτύπου της δημόσιας διαθήκης από το γραφείο της συμβολαιογράφου, που είχε κατά νόμο την ευθύνη φύλαξής της στο αρχείο της, είχε σκοπό να βλάψει την ανωτέρω συμβολαιογράφο, την οποία και καταμήνυσε αργότερα στην εισαγγελία Αθηνών, την ίδια ημερομηνία σύνταξης ενώπιόν της την 16-12-2004, της δημόσιας διαθήκης, για ψευδή βεβαίωση στην ίδια διαθήκη, ότι ο διαθέτης είχε δικαιοπρακτική ικανότητα, ενώ γνώριζε ότι δεν είχε, αυτή δε (η κατηγορουμένη) ήταν αγοράστρια του διαμερίσματος, που με τη διαθήκη αυτή ο διαθέτης κληροδοτούσε στη θυγατέρα του Α. Β., από τον πωλητή Ι. Β., υιό του διαθέτη, ο οποίος και στήριζε το δικαίωμά του στο ίδιο αυτό διαμέρισμα σε άλλη προηγούμενη από 2-8-2003 ιδιόγραφη διαθήκη του ιδίου διαθέτη πατέρα του Σ. Β.. Το γεγονός ότι η εν λόγω δημόσια διαθήκη, με αντίγραφο αυτής, δημοσιεύθηκε νομίμως την 10-12-2004, προ της υπεξαγωγής της, στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, πράγμα που αγνοούσε η κατηγορουμένη, με έννομα αποτελέσματα και ακολούθησε αποδοχή της κληρονομίας και μεταγραφή της κληρονόμου πολιτικώς ενάγουσας, δεν αναιρεί την ύπαρξη βλάβης και δε σημαίνει μη στοιχειοθέτηση της υπεξαγωγής της δημόσιας αυτής διαθήκης, αφού η με τη δημόσια διαθήκη κληρονόμος πολιτικώς ενάγουσα Α. Β., έχουσα το δικαίωμα επίδειξης και παροχής αντιγράφου από τη συμβολαιογράφο του πρωτοτύπου της υπεξαχθείσας διαθήκης, δε μπορούσε να ικανοποιήσει το δικαίωμά της αυτό, στερήθηκε του δικαιώματός της για χρήση του πρωτοτύπου ως αποδεικτικού μέσου και ασφαλώς θα είχε δικαστική εμπλοκή και δικαστικά έξοδα, σε ενδεχόμενη αμφισβήτηση της γνησιότητας και εγκυρότητας της διαθήκης αυτής, ήδη αμφισβητηθείσας, ως καταμηνυθείσας της συμβολαιογράφου από την ίδια την κατηγορουμένη για ψευδή βεβαίωση στη διαθήκη αυτή, της οποίας το πρωτότυπο ήταν εξαφανισμένο από την ίδια την κατηγορουμένη, ενώ η ήδη καταμηνυθείσα συμβολαιογράφος υφίστατο σαφώς και άμεσα και ηθική βλάβη ως συμβολαιογράφος από την υπεξαγωγή της διαθήκης, της οποίας είχε την ευθύνη φύλαξης στο αρχείο της. Ήτοι ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, "ότι δεν στοιχειοθετείται το παρόν έγκλημα του άρθρου 222 του ΠΚ, διότι η φερόμενη ως δικαιούχος επίδειξης και λήψης αντιγράφου του υπεξαχθέντος εγγράφου διαθέτης, παρά την τυχόν υποτιθέμενη υπαρκτή γενόμενη απόκρυψη της δημοσίας αυτής διαθήκης, δε στερήθηκε της δυνατότητας χρησιμοποίησης της διαθήκης αυτής ως αποδεικτικού εγγράφου, λόγω της δημοσιεύσεως αντιγράφου της διαθήκης αυτής", δεν είναι αυτοτελής ισχυρισμός, κατά τα προεκτεθέντα, αλλά αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός και παρά ταύτα, με τις παραπάνω παραδοχές απαντήθηκε από το δικαστήριο, το οποίο με την προπαρατεθείσα εμπεριστατωμένη και επαρκή αιτιολογία δέχθηκε ότι στοιχειοθετείται τόσον η αντικειμενική, όσον και η υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και έτσι δεν υφίσταται έλλειψη ακρόασης της κατηγορουμένης. Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Β, Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω έλλειψης ακροάσεως και μη απάντησης στον προαναφερθέντα αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, υπό την επίφαση της ελλείψεως πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ), ως και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με χρονολογία 6-11-2012 αίτηση - δήλωση της Χ. - Μ. Π. του Θ., για αναίρεση της με αρ. 31317/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας Μ. Ζ. εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαγωγή εγγράφου δημόσιας διαθήκης (άρθρο 222 ΠΚ). Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
|
Υπεξαγωγή εγγράφων
|
Υπεξαγωγή εγγράφων.
| 0
|
Αριθμός 549/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Γ. Μ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Χρήστο Σαββίδη και Βασιλική - Λιάνα Μουμουτζή, 2) Ζ. Μ. του Ε. και 3) Ν. Γ. του Χ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική - Λιάνα Μουμουτζή, για αναίρεση της υπ' αριθ. 110/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Αυγούστου 2012 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 998/2012.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, " από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει, να αναφέρεται και να αιτιολογείται στη δικαστική απόφαση η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 110/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, οι τρεις αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν σε δεύτερο βαθμό, ένοχοι ανθρωποκτονίας από συγκλίνουσα αμέλεια αυτών, ενός εργάτη σε εργατικό ατύχημα που συνέβη σε ατμοηλεκτρικό σταθμό της ΔΕΗ και καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα, δώδεκα και δέκα μηνών αντίστοιχα, η οποία ποινή και ανεστάλη για όλους επί τριετία. Στο αιτιολογικό περί ενοχής το άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά: "Από την εξέταση των μαρτύρων που εξετάστηκαν δημόσια στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, τις απολογίες των κατ/νων στο ακροατήριο, καθώς και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι την 8-9-2004, ημέρα Τετάρτη, στον ΑΗΣ Μελίτης είχε προγραμματισθεί να γίνει η αποσυναρμολόγηση (εξάρμοση) του στροφείου του μύλου Νο 12, προκειμένου να γίνει η αντικατάσταση του και η αποκατάσταση της αναθωράκισης του σώματος του μύλου. Οι αποσυναρμολογήσεις των στροφείων των μύλων του ΑΗΣ Μελίτης εκτελούνταν συνήθως από συνεργεία που συγκροτούνταν με ευθύνη του τμήματος Μηχανολογικής Συντήρησης του ΑΗΣ Μελίτης και περιελάμβαναν δύο τεχνίτες και έναν χειριστή, ο οποίος και χειριζόταν αποκλειστικά τον ειδικό βενζινοκίνητο αυτοκινούμενο εξολκέα (ΒΑΕ). Ο Γ. Α., ο οποίος ήταν παλιός υπάλληλος της ΔΕΗ (ημερομηνία πρόσληψης 1-1-1987) κατά τον προαναφερόμενο χρόνο ήταν ο ένας εκ των δύο χειριστών που διέθετε ο ΑΗΣ Α-Φ, μετέβαινε δε όταν χρειαζόταν να γίνει εξάρμοση στροφείου στον ΑΗΣ Μελίτης, κατ' εντολή των προϊσταμένων του. Ο ανωτέρω ήταν ένα μέλος από το συνεργείο, που είχε συγκροτήσει ο Ν. Γ., τρίτος κατηγορούμενος, για τις 8-9-2004 προκειμένου να γίνει η αναθωράκιση του σώματος του 2ου μύλου του ΑΗΣ Μελίτης. Πλην του Γ. Α., ως μέλη του ανωτέρω συνεργείου είχαν ορισθεί Γ. Γ. και Κ. Τ., ενώ είχε εκδοθεί και η σχετική άδεια εργασίας. Ο Γ. Α. είχε προσέλθει στην εργασία του τη συγκεκριμένη ημέρα περί τις 12:30' κι ενώ είχε γίνει από τα υπόλοιπα μέλη του συνεργείου όλη η απαιτούμενη για την εξάρμοση των στροφείων του μύλου εργασία. Έτσι, αφού τοποθέτησε το μηχάνημα (ΒΑΕ) στην κατάλληλη θέση, ξεκίνησε τη διαδικασία εξάρμοσης του στροφείου, χρησιμοποιώντας τη χειραντλία του μηχανήματος. Παρά τις συνεχείς και επίμονες προσπάθειες του δεν μπόρεσε να επιτύχει την εξάρμοση του στροφείου, τούτο δε οφειλόταν στο ότι η χειραντλία που χρησιμοποιούσε δεν ανέβαζε την απαιτούμενη πίεση. Για το γεγονός αυτό ενημερώθηκαν τόσο ο τρίτος κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν εργοδηγός μηχανολογικής συντήρησης και προσέτι επιβλέπων του Γ. Α., όσο και οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, εκ των οποίων ο πρώτος τομεάρχης και ο δεύτερος υποτομεάρχης μηχανολογικής συντήρησης του ατμοηλεκτρικού σταθμού (ΑΗΣ) της ΔΕΗ στη Μελίτη Φλώρινας, οι οποίοι και έδωσαν τη σχετική εντολή στον Γ. Α. να συνεχίσει την εργασία του το πρωί της επόμενης ημέρας, αφού προηγουμένως αντικαθιστούσε τη χειραντλία του μηχανήματος με κάποια άλλη την οποία θα προμηθευόταν από τον ΑΗΣ Α-Φ. Την επόμενη ημέρα ο Γ. Α., αφού πήρε από τον ΑΗΣ ΑΦ μια Άλλη χειραντλία, η οποία όμως ήταν 1600 bar, διέθετε δε μανόμετρο 2500 bar και όχι όμοια με αυτή που υπήρχε από πριν τοποθετημένη στο μηχάνημα (ΒΑΕ), καθόσον δεν υπήρχε στην αποθήκη τέτοια χειραντλία, προσήλθε στον ΑΗΣ Μελίτης πριν από τις 8:30' π.μ. για να συνεχίσει την εργασία του. Στο χώρο εργασίας του, ήτοι στον μύλο Νο 12, όπου και θα γινόταν η εξάρμοση στροφείων του μύλου αυτού, δεν υπήρχαν τα υπόλοιπα μέλη του συνεργείου που είχε ορισθεί την προηγούμενη ημέρα, ούτε είχαν ορισθεί κάποια άλλα άτομα σε αντικατάσταση τους, ενώ δεν ήταν παρών ούτε ο τρίτος κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν, όπως προαναφέρθηκε, εργοδηγός μηχανολογικής συντήρησης και επιβλέπων του Γ. Α. του Ιωάννη. Παρόντες ήταν οι Β. Α. και Χ. Π., οι οποίοι δεν συνδέονταν με τη ΔΕΗ με κάποια σχέση εργασίας, αλλά αποτελούσαν προσωπικό της εταιρίας που είχε αναλάβει την εκτέλεση των εργασιών αναθωράκισης, οι οποίες πραγματοποιούνταν σε ιδιαίτερο χώρο και μετά την εξάρμοση των στροφείων του μύλου από συνεργείο του ΑΗΣ Μελίτης. Μη έχοντας στη διάθεση του άλλο προσωπικό, ξεκίνησε μόνος του τη διαδικασία εξάρμοσης. Έτσι συνέδεσε μόνος του τη νέα χειραντλία με το μανόμετρο χρησιμοποιώντας τον παλαιό σωλήνα σύνδεσης της χειραντλίας με τον εξολκέα, ο οποίος σημειωτέον δεν διέρχονταν από το σημείο που προβλέπονταν εκ κατασκευής, αλλά εξωτερικά και επεχείρησε να ανυψώσει την πίεση του λαδιού στο κύκλωμα. Μάλιστα κάποια στιγμή προσέτρεξε να τον βοηθήσει και ο Χ. Π., πρεσσάροντας και ο ίδιος ενώ ο Γ. Α. με το πόδι του κρατούσε τη χειραντλια, η οποία δεν ήταν προσδεδεμένη σταθερώς στη θέση που προβλέπονταν από την κατασκευάστρια εταιρία. Στη συνέχεια, ο Γ. Α., διαπιστώνοντας ότι ούτε και με τον τρόπο αυτό γινόταν η εξάρμοση των στροφείων μετακινήθηκε προς το εμπρόσθιο τμήμα του εξολκέα προκειμένου να ελέγξει αν τυχόν υπήρχε κάποιο άλλο πρόβλημα. Μόλις όμως έφθασε στο σημείο όπου γινόταν η σύνδεση του εύκαμπτου ελαστικού σωλήνα υψηλής πίεσης με τον εξολκέα διερράγη ο μαστός σύνδεσης που υπήρχε στο παραπάνω σημείο, ο οποίος ήταν παντελώς εκτός προδιαγραφών ελαττωματικός και κατ' απομίμηση του αυθεντικού της κατασκευάστριας εταιρίας, το ελεύθερο δε άκρο αυτού, χτύπησε τον Γ. Α. με εξαιρετικά μεγάλη πίεση στο στήθος του, με συνακόλουθη συνέπεια να του προκαλέσει διαμπερές τραύμα αριστερής θωρακικής και ωμοπλατιαίας χώρας, διατομή αγγείων, ακατάσχετο αιμορραγία, μεθαιμορραγικό σοκ που αιτιακά οδήγησαν στο θάνατο του. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι οι κατηγορούμενοι, υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητες τους, δεν κατέβαλαν αν και μπορούσαν την απαιτούμενη προσοχή, που κάτω από τις αυτές πραγματικές περιστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες και την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική, οφείλει να καταβάλει κάθε μέτρια συνετός και συνειδητός άνθρωπος κι έτσι δεν προέβλεψαν και δεν φρόντισαν να αποτρέψουν, το προκληθέν παραπάνω αποτέλεσμα του θανάτου του προαναφερόμενου εργαζομένου της ΔΕΗ, για την παρεμπόδιση επέλευσης του θανάτου του οποίου είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, πηγάζουσα τόσο από ρητές και επιτακτικές νομικές διατάξεις των άρθρων 1,2,7 παρ. 5 και 6, 7θ και 12 του Π.Δ. 17 της 18-1-1996 (περί μέτρων για τη βελτίωση της σφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391 ΕΟΚ και 91/383 ΕΟΚ) και των άρθρων 2, 3, 4, 4α, 5, 6, 9 παράρτημα Ι στοιχ. 2, 12, 24, 25 του Π.Δ. 395 της 17/19-12-1994 (περί τηρήσεως ελάχιστων προδιαγραφών ασφαλείας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/655 ΕΟΚ), όσο και από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που απορρέουν από τη φύση των πιο πάνω ιδιοτήτων τους ενόψει και της επικινδυνότητας της εργασίας που εκτελούσε ο παθών. Ειδικότερα, υπό τις προπαρατεθεισες ιδιότητες τους α) όχι μόνο δεν μερίμνησαν για τη συγκρότηση στις 9-9-2004 κατάλληλου συνεργείου απαρτιζόμενου αποκλειστικά από ειδικευμένο και κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό της ΔΕΗ, στην αρμοδιότητα του οποίου και μόνο υπήγετο η εργασία εξάρμοσης των στροφείων, την οποία εν τέλει διενήργησε ως μόνος ειδικευμένος τεχνίτης της ΔΕΗ ο θανών, αλλά αντιθέτως ανέχθηκαν προς συνδρομή του ανωτέρω στην επικίνδυνη εργασία που θα εκτελούσε ένα μη ειδικευμένο και παντελώς άπειρο εργατοτεχνίτη που ανήκε στο προσωπικό της εργολαβικώς συμβληθείσας με τη ΔΕΗ -για τη εκτέλεση εργασιών αναθωράκισης των μύλων- εταιρίας "ΠΟΛΥΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", ο οποίος στερούμενος εμπειρίας και ειδικής εκπαίδευσης, ουδεμία ουσιαστική συνδρομή είχε τη δυνατότητα να παράσχει στον θανόντα, β) δεν παρείχαν τις κατάλληλες οδηγίες για την ασφαλή, τη σύμφωνη με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης και την πιστή τήρηση των οδηγιών που είχε ειδικώς καθορίσει η κατασκευάστρια εταιρία του τροχήλατου μηχανήματος εξάρμοσης των στροφείων, καθώς ειδικότερα δεν του γνώρισαν πως στην περίπτωση που η εξάρμοση δεν επιτυγχάνετο και η πίεση των υδραυλικών λαδιών που αναπτύσσετο ξεπερνούσε τα 800 bar, θα έπρεπε να απόσχει κάθε περαιτέρω προσπάθειας χειροκίνητης εξάρμοσης των στροφείων και ότι θα έπρεπε στην περίπτωση αυτή να ακολουθηθεί η μέθοδος της χρήσεως φλόγας, σύμφωνα με τις προς τούτο σαφείς και αυστηρές υποδείξεις της κατασκευάστριας εταιρίας, γ) ανέχθηκαν ανεπίτρεπτες παρεμβάσεις στο υδραυλικό σύστημα εξάρμοσης των στροφείων του μύλου και ειδικότερα ανέχθηκαν η χειραντλία και τα υδραυλικά της εν γένει εξαρτήματα να έχουν αντικατασταθεί όχι από αντίστοιχα κατάλληλα και δη ανέχθηκαν την αντικατάσταση της χειραντλίας των 1000 bar όχι με όμοια της, η οποία θα λειτουργούσε υπό την αυτή πίεση, αλλά από άλλη των 1600 bar, επιπροσθέτως ως προς το αρχικώς συνδεδεμένο μ' αυτήν μανόμετρο των 1000 bar (που μετρά με ακρίβεια 25 bar) ανέχθηκαν την αντικατάσταση του από μη βαθμονομημένο ως προς την αξιοπιστία του μανόμετρο των 2500 bar, η ακρίβεια μέτρησης του οποίου κινούμενη στα 50 bar αδυνατούσε να καταγράψει με πληρότητα και επακριβώς την αναπτυχθείσα κατά τη διάρκεια της εργασίας του θανόντος πίεση της χειραντλίας η οποία ήταν πολύ μεγαλύτερη των 1000 bar, προσέτι δε ανέχθηκαν αφενός τις εκτός προδιαγραφών επεμβάσεις στο σύστημα τροφοδοσίας του boiler με υδραυλικό λάδι και αφετέρου την τοποθέτηση ελαττωματικών -μη αυθεντικών-υλικών και συγκεκριμένα αντί του αρχικού μαστού σύνδεσης, που το ένα άκρο του προσαρμόζεται στο σωλήνα υψηλής πίεσης και το άλλο κοχλιώνεται στο boiler τροχήλατου μηχανήματος εξάρμοσης, ανέχθηκαν την τοποθέτηση ενός μη αυθεντικού και παντελώς εκτός προδιαγραφών μαστού σύνδεσης για τον οποίο ούτε παραστατικά αγοράς υπήρχαν, ούτε πιστοποιητικό ασφαλείας του, ο οποίος μάλιστα δεν έφερε σήμανση της κατασκευάστριας εταιρίας, ούτε ένδειξη της χώρας προέλευσης του, ούτε είχε αποτυπωμένη στο εσωτερικό του την πίεση υπό την οποία μπορεί με ασφάλεια να λειτουργήσει, ενώ επιπροσθέτως η εσωτερική διάμετρος του ήταν 7 mm αντί του αρχικού που ήταν 4 mm, με συνακόλουθη συνέπεια να μην έχει το αυτό πάχος τοιχώματος (η εσωτερική του διάμετρος δηλαδή ήταν διαφορετική της απαιτούμενης) με τον εύκαμπτο ελαστικό σωλήνα που συνδεόταν στο ένα του άκρο με την υδραυλική πρέσα λαδιού υψηλής πίεσης και στο άλλο με τον προπεριγραφέντα μαστό σύνδεσης. Προσέτι δε ο τρίτος κατηγορούμενος, δεν παρίστατο κατά την εκτέλεση της ανατειθέμενης στον παθόντα εργασίας εξάρμοσης των στροφείων, ούτε συνακόλουθα επέβλεπε την εκτέλεση της, αλλά ούτε και μερίμνησε για την περίπτωση εκείνη που ο ίδιος απασχολούμενος με την επίβλεψη εκτελούμενων εργασιών σε κάποιο άλλο τμήμα του ΑΗΣ, θα όριζε αντικαταστάτη του, ο οποίος θα επέβλεπε στην περίπτωση αυτή και θα κατηύθυνε τον παθόντα με ασφάλεια, δίδοντας τις κατάλληλες οδηγίες, τουναντίον τον άφησε εντελώς ανεπιτήρητο και ανεπίβλεπτο, μολονότι εκ της επικινδυνότητας της εργασίας του παθόντος εκ της φύσεως, του είδους του κινδύνου, του βαθμού σοβαρότητας αυτού και της διάρκειας έκθεσης στον κίνδυνο του ανωτέρω, επιβάλλονταν η αποτελεσματική και πάντως ουσιαστική και συνεχής επίβλεψη του εκτελούμενου έργου.
Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται τόσο υποκειμενικά όσο και αντικειμενικά η αποδιδόμενη στους κατηγορούμενους πράξη, τυχόν δε συντρέχουσα αμέλεια τόσοι του ίδιου του θανόντος αναφορικά με την κίνηση του εντός της επικίνδυνης ζώνης ή και τρίτων προσώπων αναφορικά με την προμήθεια μη αυθεντικού και παντελώς εκτός προδιαγραφών μαστού σύνδεσης, ουδεμία έννομη επιρροή ασκούν επί της ενοχής ή μη των κατηγορουμένων, εφόσον αποδείχθηκε ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά τους (παράλειψη οφειλομένων ενεργειών) συνδέονταν αιτιωδώς με τον θάνατο του Γ. Α., ο οποίος θα αποφευγόταν αν οι ίδιοι δεν παρέλειπαν τις προαναφερόμενες ενέργειες τους. Πρέπει επομένως, οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της αποδιδόμενης σ' αυτούς πράξης" Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη με αρ. 110/2012 απόφασή του την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων που καταδικάστηκαν οι τρεις κατηγορούμενοι, τις αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26, 28 και 302 του ΠΚ, 1, 2, 7 και 12 του ΠΔ 17/18-1-1996, 2, 3, 4, 4 α, 5, 6, 9 12, 24, 25 του ΠΔ 395/17/19-12-1994, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσης. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, στο προπαρατεθέν αιτιολογικό, αναφέρονται εμπεριστατωμένα και επαρκώς, με σαφήνεια και χωρίς ενδοιασμούς ή αντιφάσεις ή λογικά κενά: α) οι περιστάσεις που συνέβη το εν λόγω εργατικό ατύχημα. β) τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και στα οποία στηρίχθηκε το δικαστήριο για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που υπέπεσαν οι κατηγορούμενοι, με συγκλίνουσα αμέλεια και των τριών, που αναλυτικά και επαρκώς προσδιορίζεται για καθένα χωριστά, καταλογίζοντάς τους αμέλεια για τη μη τήρηση των ελάχιστων προδιαγραφών ασφαλείας και συντήρησης μηχανήματος, για μη χρησιμοποίηση κατάλληλου εξοπλισμού εργασίας και ειδικευμένου και εκπαιδευμένου συνεργείου της ΔΕΗ για τη διενέργεια της συγκεκριμένης επικίνδυνης εργασίας εξάρμοσης των στροφείων μηχανήματος, για την οποία εργασία χρησιμοποίησαν τον μη ειδικευμένο και παντελώς άπειρο παθόντα εργατοτεχνίτη, για τη μη παροχή στον παθόντα των κατάλληλων οδηγιών για την ασφαλή τήρηση των προδιαγραφών και οδηγιών της κατασκευάστριας του μηχανήματος εταιρείας και κυρίως για τη μέθοδο που θάπρεπε να ακολουθήσει για να αντιμετωπίσει τη βλάβη που εμφανίστηκε στο μηχάνημα, και για τη μη επίβλεψη των εκτελούμενων εργασιών από τον υπόχρεο τρίτο κατηγορούμενο Ν. Γ., γ) αναφέρονται οι συγκεκριμένες επιτακτικές νομικές διατάξεις, από τις οποίες προκύπτουν οι αναφερόμενες αναλυτικά ιδιαίτερες νομικές υποχρεώσεις και των τριών κατηγορουμένων, τομεάρχη, υποτομεάρχη και επιβλέποντος εργοδηγού μηχανολογικής συντήρησης αντίστοιχα, για λήψη μέτρων πρόληψης ατυχήματος και για οδηγίες και μέτρα ασφαλείας που παρέλειψαν να λάβουν για την ασφαλή εκτέλεση ανατεθέντος στον παθόντα εργατοτεχνίτη επικίνδυνου έργου εξάρμοσης στροφείων μηχανήματος αλέσεως λιγνίτη ατμοηλεκτρικού σταθμού της ΔΕΗ. Σημειώνεται δε πρόσθετα και ότι από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση των υπόχρεων κατηγορουμένων και απορρέουν από τη φύση των πιο πάνω ιδιοτήτων τους, δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. δ) αναφέρεται σαφώς και αιτιολογείται το είδος της αμέλειας των αναιρεσειόντων, την οποία προσδιορίζει σε μη συνειδητή αμέλεια, ε) αιτιολογείται επαρκώς ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συγκλίνουσας αμελούς συμπεριφοράς καθενός από τους αναιρεσείοντες και του θανάτου του εργαζόμενου στον ατμοηλεκτρικό σταθμό, από διαμπερές τραύμα στο στήθος του διαρραγέντος από τη μεγάλη και μη ελεγχόμενη πίεση μαστού σύνδεσης του εμβόλου με τον ελαστικό ελαττωματικό σωλήνα εκτός προδιαγραφών και κατ' απομίμηση του αυθεντικού της κατασκευάστριας εταιρείας, που σαφώς δέχεται το δικαστήριο ότι η διάρρηξη του μηχανήματος και ο θανάσιμος τραυματισμός του εργατοτεχνίτη δεν οφείλεται σε κατασκευαστική αστοχία υλικού της μούφας και ότι μπορούσε να αποφευχθεί αν οι κατηγορούμενοι δεν παρέλειπαν τα παραπάνω καθήκοντά τους και στ) από το σύνολο των παραδοχών συνάγεται ότι το δικαστήριο απάντησε σαφώς και απέρριψε με την προπαρατεθείσα αιτιολογία περί συνδρομής συγκεκριμένης αμέλειας των τριών κατηγορουμένων, τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς αυτών, ότι ελλείπει εξωτερικός όρος του αξιοποίνου και δε συντρέχει αμέλεια αυτών, ότι το ατύχημα οφείλεται σε αστοχία υλικού του περιφερειακού βοηθητικού εξοπλισμού εργασίας και ότι η θραύση οφείλεται σε αστοχία του υλικού της μούφας και ότι η μονάδα όπου εργάζονταν οι κατηγορούμενοι δεν είχε παραληφθεί ακόμα ούτε προσωρινά από τη ΔΕΗ και θάπρεπε η συντήρηση του μηχανήματος να γίνει αποκλειστικά από τον ανάδοχο του έργου μέχρι την οριστική παραλαβή που έγινε στις 19-4-2006 μετά το ατύχημα αυτό που έγινε στις 9-9-2004. Τούτο δε διότι κατά τις παραδοχές, α) οι κατηγορούμενοι δεν παρείχαν στον παθόντα και τις κατάλληλες οδηγίες για την πιστή τήρηση των οδηγιών και αυστηρών υποδείξεων που είχε ειδικώς καθορίσει η κατασκευάστρια του μηχανήματος εταιρεία για την περίπτωση μη επιτυχούς εξάρμοσης των στροφείων και ανόδου της πίεσης των υδραυλικών λαδιών πάνω από 800 bar, οι οποίες και δεν ακολουθήθηκαν, β) οι κατηγορούμενοι ανέχθηκαν την αντικατάσταση της χειραντλίας, του μανόμετρου και των υδραυλικών του μηχανήματος εξάρμοσης των στροφείων, με άλλα μη αυθεντικά ανταλλακτικά και υλικά εκτός των προδιαγραφών της κατασκευάστριας εταιρείας, οπότε και είναι χωρίς έννομη επιρροή ο ισχυρισμός μη τυπικής παραλαβής του μηχανήματος, αφού το μηχάνημα τέθηκε σε λειτουργία και χρησιμοποιήθηκε για παραγωγή έργου και γ) η κατά τα παραπάνω ευθύνη των κατηγορουμένων υπάρχει, ανεξάρτητα από την τυχόν συνυπαιτιότητα του θανόντος και την συνευθύνη της αναδόχου του έργου εταιρείας για αστοχία υλικών. Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών του Εφετείου, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασµό µε εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηµατισµό της κρίσης του, σε σχέση µε την ενοχή του κατηγορουµένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούµενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές µε το αποδεικτικό αυτό µέσο. Το περιεχόµενο του εγγράφου δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται µε επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να µην καταλείπεται αµφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισµός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος µόνο για τη δηµιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριµένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούµενο να εκθέσει, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση µε το περιεχόµενο του εγγράφου. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται µε επάρκεια, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Υπάρχει όµως, και έλλειψη ειδικής και εµπεριστατωµένης αιτιολογίας, αν από τη συγκεκριµένη µη ορισµένη αναφορά του τίτλου και της ταυτότητάς του δηµιουργείται αµφιβολία ποίο έγγραφο ακριβώς αναγνώσθηκε και έτσι δε µπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά αν το έγγραφο αυτό συνεκτιµήθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αρ. 110/2012 απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς, με α/α 12 η με αρ. πρωτ. 801/10-9-2004 έκθεση αυτοψίας εργατικού ατυχήματος και με α/α 18 το πόρισμα της επιτροπής διερεύνησης του θανατηφόρου ατυχήματος του μισθωτού της ΔΕΗ Γ. Α., ενώ δεν προκύπτει ανάγνωση του εγγράφου "Πρωτόκολλο προσωρινής και οριστικής παράδοσης του έργου, που διατείνονται στην κρινόμενη αίτησή τους οι αναιρεσείοντες.
Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, ούτε αναφορά του περιεχομένου τους, αφού με την ανάγνωση του κειμένου τους στο ακροατήριο δημόσια, κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους, οπότε αυτοί και οι συνήγοροί τους είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού των εγγράφων στα πρακτικά της δίκης. Επίσης από την αναφορά στο προοίμιο του αιτιολογικού ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, συνάγεται ότι το δικαστήριο συνεκτίμησε και το περιεχόμενο των ανωτέρω δύο αναγνωσθέντων εγγράφων, όσον και των εγγράφων 6541/5-7-2005 και 4783/3-5-2006 της ΔΕΗ. Δεν ήταν δε αναγκαία η ειδικότερη αναφορά τους και μνεία στο αιτιολογικό του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά ή άλλα αναγνωστέα έγγραφα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα παραπάνω συγκεκριμένα έγγραφα που ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες. Η τυχόν δε εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των εγγράφων αυτών και ορισμένων μαρτυρικών καταθέσεων και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεώς τους με άλλα έγγραφα και με άλλες μαρτυρικές καταθέσεις, δε δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, ισχυρισμού εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' ΚΠΔ, με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-8-2012 αίτηση - δήλωση των: 1) Γ. Μ. του Β., 2) Ζ. Μ. του Ε. και 3) Ν. Γ. του Χ., περί αναιρέσεως της με αρ. 110/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας. Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια (άρθρο 302 παρ.1 ΠΚ). Εργατικό ατύχημα. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' ΚΠΔ, με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω πλημμελούς αναφοράς ορισμένων αναγνωσθέντων εγγράφων και λόγω εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων.
|
Εργατικό ατύχημα
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Εργατικό ατύχημα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 548/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Λ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Γιολδασέα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 32432/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Σ. του Α., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Αυγερινού-Φαλίδα.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουλίου 2012 αίτησή του, καθώς και στο από 14 Φεβρουαρίου 2013 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 933/2012.
Αφού άκουσε
Τους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 23-7-2012 (υπ' αριθμό πρωτ. 5353/ 25-7-2012) αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στρεφομένη κατά της υπ' αριθμό 32432/2012 αποφάσεως του Θ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ.2, 474 παρ.2) και γι' αυτό η αίτηση αυτή, καθώς και οι, επ' αυτής με χρονολογία 14-2-2013, πρόσθετοι λόγοι, που επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 509 παρ.2), πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 Π.Κ. κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά την δεύτερη "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη ενώπιον τρίτου γεγονότος για κάποιον άλλον, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να είχε δόλο, ο οποίος περιλαμβάνει, αφ' ενός μεν τη γνώση του δράστη, με την έννοια της βεβαιότητος ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και αφ' ετέρου τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια προσάπτεται δε σε ορισμένο πρόσωπο με συνέπεια να επέρχεται εμφανής υποτίμηση της τιμής και της υπόληψης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως που προβλέπεται από το ως άνω άρθρο 363 σε συνδυασμό με 362 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 32432/2012 απόφασή του, το Θ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δικάζοντας σε πρώτο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, της πράξης, της συκοφαντικής δυσφήμησης, και τον καταδίκασε, σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, ήτοι, των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως των εγγράφων που αναγνώστηκαν, και της απολογίας του κατηγορουμένου δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος ως εργολάβος και ιδιοκτήτης ακινήτων μετ' οικοδομής, στη ..., στην οδό ... αρ. 48, είχε διαφορές πολεοδομικής φύσεως με τον εγκαλούντα, ιδιοκτήτη όμορου ακινήτου και με την οικογένειά του (μητέρα και αδέρφια), στα πλαίσια των οποίων εκτός από τις διαφορές τους που ανέκυψαν μετά την αποβολή δικογράφων και καταγγελιών στα διοικητικά δικαστήριο και την Πολεοδομία αντίστοιχα, από την πλευρά της οικογένειας των εγκαλούντων έχουν υποβάλλει εκατέρωθεν εγκλήσεις και έχουν επισκεφθεί προς διευθέτηση των διαφορών τους και το Β' Αστυνομικό Τμήμα Γλυφάδας (ΑΤ). Συγκεκριμένα, μετά από τις 1-8-05 και 3-8-05 εισαγγελικές παραγγελίες, στις 4-8-05 και περί ώρα 13.00, προσήλθαν αμφότεροι στο ως άνω ΑΤ όπου ανέπτυξαν τα μεταξύ τους παράπονα και τους έγιναν οι σχετικές συστάσεις. Κατά την επίσκεψή τους αυτή, όμως, ο κατηγορούμενος ανέφερε στους εκεί αστυνομικούς ότι ο εγκαλών με τον αδελφό του Ν. τον απείλησαν ότι θα του σπάσουν το αυτοκίνητο και το μαγαζί το Βίντεο-κλαμπ στην οδό ... και ότι είναι Κρητικός και θα δει τι πάθει από αυτόν ότι θα του κάνει συνέχεια μηνύσεις χωρίς λόγο για να τον παίρνουν στο αυτόφωρο και ότι είναι δικομανής. Το ότι ο κατηγορούμενος ανέφερε τα παραπάνω εις βάρος του εγκαλούντος, προκύπτει τόσο από την χωρίς όρκο κατάθεση του τελευταίου στο ακροατήριο, ο οποίος είπε ότι, στις 4-8-2005, ο κατηγορούμενος στο ΑΤ Γλυφάδας είπε ότι του είπαν ότι είναι Κρητικός και θα δει τι θα πάθει και ότι είπε στο Διοικητή ότι είναι εγκληματίας και δικομανής και ότι προκαλεί ζημιές, όσο και από τις ένορκες καταθέσεις του αδελφού και της μητέρας του εγκαλούντος στο ακροατήριο, οι οποίοι κατέθεσαν, ο μεν 1ος ότι ο κατηγορούμενος είπε θα του σπάσουν το αυτοκίνητο και ότι είναι Κρητικός, η δε 2η, η οποία ήταν παρούσα στο ΑΤ, ότι ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι του είπαν ότι θα του σπάσουν το μαγαζί, θα του κάψουν το αυτοκίνητο και ότι ο γιός της είναι δικομανής και ότι είναι Κρητικοί. Εξάλλου και ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του στο ακροατήριο, δεν αρνήθηκε ότι προέβη στους ως άνω ισχυρισμούς στο ΑΤ, καθώς ανέφερε ότι οι απειλές αναφέρονταν και στο βίντεο-κλαμπ, ότι έλεγαν ότι θα του σπάσουν το αμάξι, θα του σπάσουν το μαγαζί, θα τον μηνύουν συνέχεια, καθώς και ότι είπε στο Διοικητή για τις απειλές. Σχετικά δε με τον ισχυρισμό του ότι, ο εγκαλών είναι δικομανής, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν συνίσταται συκοφαντική δυσφήμηση, καθώς δεν πρόκειται για ισχυρισμό γεγονότος, ήτοι για συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης (ΑΠ 1713/08, ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ) αλλά για προσωπική κρίση του κατηγορουμένου και επομένως η κατηγορία ως προς τον ισχυρισμό αυτό πρέπει να μεταβληθεί σε εξύβριση καθώς με τους ως άνω ισχυρισμούς προσέβαλε την τιμή του και μετά ταύτα να παύσει οριστική η ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, κατ' άρθ. 4 του ν. 4043/12, σύμφωνα με το οποίο παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η ποινική δίωξη των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί φυλάκιση μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή, καθώς για την πράξη απειλείται στο άρθρο 361 ΠΚ ποινή φυλάκισης μέχρι 1 έτος ή χρηματική ποινή. Πλην όμως, τα ως άνω λοιπά αναφερόμενα από τον κατηγορούμενο γεγονότα ήταν ψευδή, γεγονός που το γνώριζε, καθώς ο εγκαλών και ο αδελφός του ουδέποτε τον απείλησαν με τις ως άνω φράσεις, αντίθετα τον απειλούσαν ότι θα σταματήσουν τις εργασίες του στην ως άνω οικοδομή και περαιτέρω τα ως άνω γεγονότα ήταν ικανά να βλάψουν τη τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, καθώς με τα ως άνω διαλαμβανόμενα, ο κατηγορούμενος απέδιδε σ' αυτόν, ενώπιον των αστυνομικών, ότι τον απειλεί με εγκληματικές ενέργειες, θα υποβάλλει συνεχώς μηνύσεις εναντίον του με μοναδικό σκοπό να τον παίρνουν στο αυτόφωρο ο δε κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθεια αυτών και ότι ήταν ικανά να θίξουν την τιμή και την υπόληψή του και παρά ταύτα, τα ισχυρίστηκε. Τούτο προκύπτει και από τις από 22-07-08 εξηγήσεις του προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, τις οποίες υπέβαλε, στα πλαίσια της υπ' αρ. ΑΒΜ 808/12 άλλης εγκλήσεως του εγκαλούντος σε βάρος του, τις οποίες αναφέρει ότι οι απειλητικές φράσεις που απεύθυνε ο εγκαλών, ήταν: "θα δεις τι θα πάθεις τσογλάνι, δεν πρόκειται να σ' αφήσουμε να χτίσεις, θα στου το γκρεμίσουμε, θα σε καταστρέψουμε αν δεν φύγεις από δω αι δεν θα τελειώσει ποτέ το κτίριο, δεν θα κατοικήσει άνθρωπος σ' αυτό", ήτοι επρόκειτο για απειλές που κυρίως αναφέρονταν στην εργασία του στην οικοδομή και δεν αφορούσαν το αυτοκίνητό του, όπως έφερε στις 4-8-05 στο ΑΤ, αλλά και στο ακροατήριο, ενώ για το βίντεο-κλαμπ αόριστα, ανέφερε ότι οι απειλές αφορούσαν και αυτό, χωρίς να τις προσδιορίζει ειδικά. Ο ίδιος, άλλωστε ο κατηγορούμενος, στην από 30-1-07 έκθεση εξέτασης του μάρτυρα, ενώπιον του αρχιφύλακα Ι. Φ. στις 10.25, είπε ότι έχει μεν απειληθεί πολλάκις από την οικογένεια Σ., όχι όμως σε προσωπικό επίπεδο, αλλά σε σχέση με τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, ενώ για το βίντεο-κλαμπ κατέθεσε ότι τον έχουν απειλήσει ότι θα το καταστρέψουν, χωρίς όμως να αναφέρει και για απειλές για το αυτοκίνητο του και στην από 30-1-07 κατάθεσή του, ενώπιον του ίδιου αστυφύλακα, στις 11.40, είπε ότι για το συγκεκριμένο μαγαζί είχε δεχθεί απειλές τέλος του 2005 αρχές του 2006 από τον Σ., γεγονός για το οποίο είχε απευθυνθεί στο ΑΤ Τερψιθέας ενώ στη συνέχεια, στην από 25-10-09 εξέταση του ως μάρτυρα στο 13ο Τακτικό Ανακριτή εξεταζόμενος για υπόθεση για την οποία είχε ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του εγκαλούντα και του αδερφού του για εμπρησμό με πρόθεση κατά συναυτουργία και κατά συρροή, για διακεκριμένη περίπτωση φθοράς κατά συναυτουργία και κατά συρροή και για οπλοκατοχή που φέρεται ότι τέλεσαν στις 23-1-07 και 16-7-07, στη ..., για την οποία εκδόθηκε το υπ' αρ. 1090/10 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία εις βάρος τους, αρνήθηκε ότι ο εγκαλών τον είχε απειλήσει ότι θα σπάσει το βίντεο-κλαμπ καταθέτοντας ότι σχετικά με τις απειλές από κάποιον Σ. αναφερόταν σε καταγγελίες στην Πολεοδομία από τυχόν πολεοδομικές παραβάσεις στο μαγαζί ..... και ότι οι απειλές δεν θα μπορούσαν να αφορούν εμπρησμό στο βίντεο-κλαμπ. Η ως άνω δε κατάθεση του έρχεται σε αντίθεση με τα όσα υποστήριξε ο ίδιος απολογούμενος στο ακροατήριο, ότι οι απειλές αναφέρονται στο βίντεο-κλαμπ. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης που του αποδίδεται, κατά τα προαναφερόμενα".
Ακολούθως, η προσβαλλομένη απόφαση, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι: Στην Αθήνα στις 04/08/2005 ενώπιον τρίτου ισχυρίσθηκε και διέδωσε για κάποιον άλλο γεγονότα ψευδή που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, εν γνώσει της αναλήθειας αυτού τελών και ειδικότερα στον άνω τόπο και χρόνο στο ΑΤ Γλυφάδας, κατά τη διάρκεια διευθέτησης διαφορών με τον εγκαλούντα, ισχυρίσθηκε ψευδώς ενώπιον των αστυνομικών και της Ρ. Σ. ότι "δήθεν ο εγκαλών Σ. Κ. ομού με τον αδελφό του Ν. τον απείλησαν ότι θα του σπάσουν το αυτοκίνητο και το μαγαζί το βίντεο-κλαμπ στην οδό ... και ότι είναι Κρητικός και θα δει τι θα πει από αυτόν, ότι θα του κάνει συνέχεια μηνύσεις χωρίς λόγο για να τον "παίρνουν" στο αυτόφωρο, γεγονός όμως που ήταν ψευδές, καθότι ο εγκαλών ουδέποτε προέβη σε τέτοιες ενέργειες και απειλές και έτσι μείωσε την τιμή και την υπόληψή του. Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση το δυσφημιστικό για τον εγκαλούντα γεγονός, που ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος στους Αστυνομικούς του Αστυνομικού Τμήματος Γλυφάδας και μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, το οποίο ήταν ψευδές, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση της αναληθείας του εν λόγω γεγονότος. Περαιτέρω, είναι αβάσιμες και πρέπει ν' απορριφθούν, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και ειδικότερα: α) ότι δεν αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος του, ήτοι η ακριβής γνώση του περί της αναλήθειας των όσων ισχυρίσθηκε, αφού, ο σχετικός με το ψευδές ως άνω γεγονός ισχυρισμός του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση αντίληψη και γνώση του ίδιου, οπότε είναι αυτονόητη η γνώση του για την αναλήθεια των όσων ισχυρίσθηκε, σύμφωνα και με όσα στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρθηκαν β) ότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ των παραδοχών του σκεπτικού , επειδή το δικαστήριο αντιφατικά δέχεται στην αρχή του σκεπτικού του, ότι ήταν ψευδή όσα ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων ενώπιον του Διοικητού του ΑΤ Γλυφάδας, ότι δηλαδή ο εγκαλών τον απείλησε με παράνομες πράξεις και δη με τις απειλές που εκθέτει στην αρχή του σκεπτικού, ενώ στη συνέχεια δέχεται ότι ο εγκαλών τον απείλησε ότι θα τον εξανάγκαζε να σταματήσει τις οικοδομικές εργασίες που έκανε στην γειτονική οικοδομή, γιατί είναι διαφορετική η φύση των απειλών που παρατίθενται στο σκεπτικό και η μία δεν αναιρεί την άλλη γ) ότι ελλείπει στην προκειμένη περίπτωση, η απαιτούμενη αιτιολογία και υπάρχει αντίφαση, γιατί το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, προσφεύγει σε μεταγενέστερα, του κρίσιμου χρόνου, γεγονότα, και δη, στην από 30-1-2007, κατάθεσή του, για να αιτιολογήσει την κρίση του, περί του ψευδούς των γεγονότων που διέδωσε αυτός ( αναιρεσείων), ενώπιον του Αστυνόμου Γλυφάδας, καθόσον η προσφυγή αυτή σε κρίσιμα μεταγενέστερα γεγονότα, δεν απαγορεύεται από καμία διάταξη, ούτε συνιστά έλλειψη αιτιολογίας και δε δημιουργεί αντίφαση. Οι λοιποί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, που περιέχονται στον ίδιο λόγο αναιρέσεως, ότι είναι αληθή όσα κατέθεσε, ότι δηλαδή ο εγκαλών τον απειλούσε, είναι αβάσιμοι, καθόσον, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως, η περί τα πράγματα, ανέλεγκτη κρίση, του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που υποστηρίζει αντίθετα, από τα παραπάνω.
Έλλειψη ακροάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. Β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αναιρετικό λόγο, υπάρχει, σύμφωνα με το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί αιτήματος του κατηγορουμένου να ασκήσει δικαίωμα, που του παρέχεται από τον νόμο. Στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 4 ΠΚ ορίζεται ότι "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή υπονοεί τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με τα οποία, "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη: α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεσθεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπ' όψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν αποτελεί δικαίωμα του κατηγορουμένου, που του παρέχει ο νόμος. Επομένως, δεν παρέχεται το δικαίωμα στον κατηγορούμενο να υποβάλει, πριν από την έκδοση της αποφάσεως για την ποινή, αίτημα για την επιβολή εφέσιμης ποινής, ούτε, άλλωστε, είναι λογικά εφικτό, το Δικαστήριο, πριν αποφασίσει για το ύψος της ποινής, να κρίνει αν αυτή θα είναι εφέσιμη ή όχι. Για ένα τέτοιο αίτημα (που αποτελεί "ευχή") το Δικαστήριο αποφασίζει ταυτόχρονα με την περί της ποινής απόφασή του, η σχετική δε αιτιολογία αυτής αποτελεί και την αιτιολογία για την απόρριψη ή την αποδοχή του πιο πάνω αιτήματος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, της πράξης, που προαναφέρθηκε και τον καταδίκασε, στην επίσης προαναφερθείσα ποινή. Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλει την αιτίαση ότι, ενώ οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του υπέβαλαν αίτημα "επιβολής εφεσίμου ποινής", το δικαστήριο του επέβαλε, ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, ενώ επί της ουσίας δεν αποφάνθηκε επί του ως άνω αιτήματός του, πολύ δε περισσότερο, δεν υπήρξε και η απαιτούμενη αιτιολογία για την απόρριψη αυτού. Ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, γιατί τέτοιο αίτημα δεν έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά, τα πρακτικά δε, μέχρι την προσβολή τους για πλαστότητα αποδεικνύουν όσα σε αυτά αναγράφονται (άρθρο 141 παρ.3 Κ.Π.Δ.). Ανεξάρτητα όμως από τα παραπάνω, και αν ακόμα είχε υποβληθεί και καταχωρηθεί στα πρακτικά τέτοιο αίτημα, ο προβαλλόμενος κατά τα άνω λόγος θα ήταν αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η επιμέτρηση της ποινής ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου το οποίο αποφασίζει ταυτόχρονα με την περί της ποινής απόφασή του, η σχετική δε αιτιολογία αυτής αποτελεί και την αιτιολογία για την απόρριψη ή αποδοχή του πιο πάνω αιτήματος και δεν παρέχεται από το νόμο δικαίωμα στον κατηγορούμενο να υποβάλει, πριν από την έκδοση της αποφάσεως για την ποινή, αίτημα για την επιβολή εφέσιμης ποινής.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Β' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, κατά τον οποίο παραβιάσθηκε το δικαίωμα ακροάσεως του αναιρεσείοντος, καθόσον το Δικαστήριο αναιτιολόγητα δεν απάντησε στο αίτημά του για την επιβολή εφέσιμης ποινής, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.1 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώστηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, παραβιάζει την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το έγγραφο, που δεν αναγνώστηκε στο ακροατήριο, αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης, ενώ αποτρέπεται αν το περιεχόμενο των εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κ.λ.π).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, αποδίδεται στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο η πλημμέλεια ότι κατέληξε στην περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, αφού έλαβε υπόψη, μη αναγνωσθέν στο ακροατήριο έγγραφο και ειδικότερα, την από 25-10-2009 ένορκη εξέταση του κατηγορουμένου, ως μάρτυρα ενώπιον του 13ου Ανακριτή Αθηνών, την οποία μάλιστα μνημονεύει στο αιτιολογικό. Ο λόγος αυτός του προσθέτου δικογράφου, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον ναι μεν δεν αναγνώστηκε η κατάθεση αυτή στο ακροατήριο, όπως από την επισκόπηση των οικείων πρακτικών, προκύπτει όμως το περιεχόμενό της προέκυψε από άλλα αποδεικτικά μέσα και δη από το αναγνωσθέν στο ακροατήριο, υπό τον αύξοντα αριθμό (1) του σχετικού καταλόγου των αναγνωστέων εγγράφων, υπ' αριθ. 1090/2010, βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, από την παραδεκτή επισκόπηση του οποίου, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, προκύπτει, ότι περιλαμβάνεται σε αυτό, το περιεχόμενο της ως άνω, από 25-10-2009, ένορκης εξέτασης του κατηγορουμένου, ως μάρτυρα ενώπιον του 13ου Ανακριτή Αθηνών (βλ. δεύτερη σελίδα 6ου φύλλου και πρώτη σελίδα 7ου φύλλου αυτού). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 Α' ΚΠΔ μοναδικός λόγος του προσθέτου δικογράφου αναιρέσεως, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας γιατί το δικαστήριο έλαβε υπόψη του μη αναγνωσθέν έγγραφο είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος Πολιτικώς Ενάγοντος (άρθρο 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 23-7-2012, υπ' αριθμό πρωτ. 5353/25-7-2012, αίτηση, του Λ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., και τον από 14-2-2013, Πρόσθετο λόγο, για αναίρεση της υπ' αριθμό 32432/2012 αποφάσεως του Θ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος Πολιτικώς Ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμηση. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης Πραγματικά περιστατικά. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων, περιστατικά που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή του εγκαλούντα. Ποινική Δικονομία. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απαιτείται να αιτιολογείται ο ειδικός δόλος ήτοι ότι ο δράστης να τελεί εν γνώσει ου ψεύδους. Είναι αυτονόητη η γνώση, όταν ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός θεμελιώνεται σε προσωπική αντίληψη του δράστη. Η επιμέτρηση της ποινής ανήκει στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου και δεν παρέχεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα να υποβάλει αίτημα για εφέσιμη ποινή. Αν υποβληθεί τέτοιο αίτημα, το δικαστήριο αποφασίζει με την επί της ποινής απόφασή του, η αιτιολογία της οποίας αποτελεί και την αιτιολογία για την παραδοχή ή απόρριψη του αιτήματος αυτού. Απόλυτη ακυρότητα Αναφορά στο αιτιολογικό περιεχομένου εγγράφου που δεν αναγνώστηκε. Το περιεχόμενο του προέκυψε από την ανάγνωση άλλου εγγράφου. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Δυσφήμηση συκοφαντική
|
Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 1
|
Αριθμός 546/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Η. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Παπαδάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 669/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1314/2012.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 551 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, ορίζεται ότι "αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ιδίου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ποινικού νόμου για τη συρροή", δηλαδή τα άρθρα 94 επ. αυτού και κατά την παρ. 5 εδαφ. β. του ιδίου άρθρου 551 του ιδίου Κώδικα, κατά της απόφασης, με την οποία καθορίζεται συνολική ποινή, επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης στον καταδικασμένο και τον εισαγγελέα. Η αναίρεση είναι επιτρεπτή, για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και επομένως για το λόγο της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και για εκείνον της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρ. 510 παρ. 1 περ. Δ', Ε' του ΚΠΔ). Συνιστά δε ουσιαστική ποινική διάταξη και το προπαρατεθέν άρθρο 551, κατά το µέρος που αναφέρεται στον καθορισµό συνολικής ποινής. Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΠΚ, ο καταδικασμένος σε ποινή στερητική της ελευθερίας, απολύεται υπό προϋποθέσεις και υπό τον όρο της ανακλήσεως, εφόσον έχει καταδικασθεί σε πρόσκαιρη κάθειρξη, αν έχει συμπληρώσει τα τρία πέμπτα της ποινής του, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 108, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 109 του ΠΚ, αν μέσα στο χρονικό διάστημα, από της απολύσεως μέχρι της εκτίσεως της ποινής που υπολειπόταν, όταν αυτό είναι μεγαλύτερο από τρία έτη ή μέσα σε χρονικό διάστημα τριών ετών, όταν αυτό είναι μικρότερο, εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα από δόλο, για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλακίσεως ανώτερη από έξι μήνες, εκτίει αθροιστικώς και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απολύσεως. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι:α) η αυτοδίκαιη άρση της υφόρο απόλυσης και η εκτέλεση της ποινής και κατά το υπόλοιπο τμήμα της, για το οποίο χορηγήθηκε, δεν εμποδίζεται από το γεγονός ότι μεσολάβησε προηγουμένως ανάκληση αυτής, κατά το άρθρο 107 ΠΚ, για το λόγο ότι ο καταδικασμένος παραβίασε τις υποχρεώσεις που του τέθηκαν με την απόλυση, ούτε από το γεγονός ότι δεν επήλθε το αμετάκλητο της νέας καταδίκης για το έγκλημα που τέλεσε ο καταδικασμένος με δόλο, μέσα στο χρόνο της δοκιμαστικής ελευθερίας και για το οποίο του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πάνω από έξι μήνες και τούτο, διότι ο καθορισμός της συνολικής ποινής συγχωρείται και πριν επέλθει το αμετάκλητο των καταδικαστικών αποφάσεων, που πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 551 ΚΠΔ και β) αν κατά το στάδιο της δοκιμασίας εκείνου που απολύθηκε υπό όρο, συμπέσει ποινή ανώτερη των έξι μηνών για άλλη, μία ή περισσότερες, από δόλο τελεσθείσα πράξη, παρόλο ότι η ποινή που είχε ανασταλεί και η νέα συναντώνται κατά την εκτέλεση, δεν επιτρέπεται να καταγνωσθεί μία συνολική ποινή, αποτελούμενη από τη βαρύτερη τούτων, επαυξανόμενη ανάλογα για κάθε μία από τις λοιπές που συντρέχουν, αλλά η νέα ή οι νέες ποινές αν είναι περισσότερες, θα αποτιθούν χωριστά και αθροιστικά, μετά την έκτιση ολόκληρου του υπόλοιπου της προηγούμενης ποινής που είχε ανασταλεί και έπρεπε ο κατάδικος να εκτίσει, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 108 ΠΚ, αποκλείοντας τη συγχώνευση με τη νέα ποινή, διότι επέρχεται άρση της αναστολής. Τέλος, η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 94 έως 97 ΠΚ, περί συρροής εγκλημάτων και καθορισμού συνολικής γι' αυτά ποινής, γίνεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ως αναγόμενων στην επιμέτρηση της ποινής και όταν τα συρρέοντα εγκλήματα εκδικάστηκαν διαδοχικώς και εκδόθηκαν περισσότερες αποφάσεις, είτε από το ίδιο, είτε από διαφορετικά δικαστήρια, ήτοι χωρεί καθορισμός συνολικής ποινής και πριν όλες οι καταδικαστικές αποφάσεις γίνουν αμετάκλητες, τούτου συναγομένου και από το άρθρο 491 εδ. β' ΚΠΔ, κατά το οποίο επιτρέπεται επίσης έφεση και κατά αποφάσεως που καθόρισε συνολική ποινή, αν τα συρρέοντα εγκλήματα εκδικάστηκαν χωριστά, με έκδοση περισσοτέρων αποφάσεων και αν η συνολική ποινή καθορίστηκε πριν όλες οι αποφάσεις αυτές γίνουν αμετάκλητες(ΟλΑΠ 4/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση από το δικαστήριο αυτό όλων των εγγράφων της δικογραφίας και των δικαστικών αποφάσεων, με την προσβαλλόμενη με αριθμ. 669/2012 συγχωνευτική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε η με αρ. 22901/12-4-2012 αίτηση του αναιρεσείοντος καταδίκου Η. Μ., για συγχώνευση και καθορισμό συνολικής ποινής, ως μη νόμιμη και το αίτημα αυτού για αναβολή της δίκης ως αβάσιμο, με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται ο καθορισμός συνολικής εκτιτέας ποινής με τις αναφερόμενες σε αυτήν αποφάσεις, οι οποίες είναι: α) η υπ' αρ. 2635/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ΚΑΚ Αθηνών (ποινή βάσεως: κάθειρξη 16 ετών και 6 μηνών, εκτιομένη), β) η υπ' αρ. 1552/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, (συνολ. κάθειρξη 13 ετών και 9 μηνών και χπ 59 ευρώ, ήτοι κάθειρξη 7 ετών και κάθειρξη 7 ετών και κάθειρξη 7 ετών και κάθειρξη 7 ετών και φυλάκιση 5 μηνών και φυλάκιση 5 μηνών και φυλάκιση 5 μηνών και φυλάκιση 5 μηνών και φυλάκιση 2 μηνών και χπ. 59 ευρώ) και γ) η υπ' αρ. 2557/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ΚΑΚ Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως 8 ετών, εκτιομένη κατ' άρθρο 107 Π.Κ. Ο αιτών - κατάδικος έτυχε του ευεργετήματος της υπό όρο απολύσεων, δυνάμει του υπ' αρ.107/3-2-2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/των Πειραιώς, ως προς την ποινή της υπ' αρ. 1552/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει συμπεριληφθεί στην υπ' αρ. 2223/2004 συγχωνευτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το υπόλοιπο της ως άνω ποινής είναι εκτιτέο αθροιστικά κατ' άρθρο 108 ΠΚ, καθόσον μέσα στο χρόνο δοκιμασίας του, υπέπεσε σε νέα αδικήματα (διεκεκριμένες περιπτώσεις κλοπών), τελεσθέντα από την 9-2-2005 έως και 6-5-2005 και καταδικάστηκε με την υπ' αρ. 2557/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ΚΑΚ Αθηνών. Ακολούθως, για την ποινή της υπ' αρ. 2557/2006 ως άνω απόφασης, ο αιτών - κατάδικος έχει λάβει το ευεργέτημα της υπό όρο απόδοσης με το υπ' αρ. 590/23-12-2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Τρικάλων. Το υπόλοιπο της ποινής αυτής είναι εκτιτέο αθροιστικά κατ' άρθρο 108 ΠΚ, καθόσον μέσα στο χρόνο δοκιμασίας του, υπέπεσε σε νέα σοβαρά εγκλήματα από δόλο και συγκεκριμένα ληστεία κατά συρροή, επικίνδυνη σωματική βλάβη κ.λπ, τελεσθέντα την 23-4-2009 και 28-4-2009 και καταδικάστηκε με την υπ'αρ.2635/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ΚΑΚ Αθηνών σε συνολική ποινή κάθειρξης 16 ετών και 6 μηνών. Κατόπιν αυτών και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν επιτρέπεται η συγχώνευση των ως άνω αποφάσεων που ο αιτών - κατάδικος ζητάει και το σχετικό αίτημα αυτού, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι για τον καθορισμό συνολικής ποινής πρέπει ν' απορριφθεί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 108 ΠΚ. Περαιτέρω πρέπει να σημειωθεί ότι η με β' απόφαση (1552/04) αφορά συγχώνευση ποινών, οι δε μεταγενέστερες αποφάσεις επί της συγχωνεύσεις που ζητείται, δεν προκύπτει ότι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα εφέσεις και ως εκ τούτου κατ' αρ. 546 παρ.2, αυτές είναι αμετάκλητες και δεν συντρέχει λόγος αναβολής της εκδικάσεως της υποθέσεως σε άλλη δικάσιμο για να προσκομιστούν τα επίδικα αμετάκλητα εφετήρια επί των αποφάσεων αυτών, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος του αιτούντος (δια της εκπροσωπούσης αυτόν πληρεξουσίου δικηγόρου) ως κατ' ουσίαν αβάσιμου". Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα και από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, ενώ εξέτιε συνολική ποινή καθείρξεως δεκατριών ετών, δεκαπέντε μηνών και είκοσι ημερών, που είχε καθορισθεί με τη με αρ. 2223/21-12-2004 συγχωνευτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, στην οποία είχε συγχωνευθεί και η με αρ. 1552/2004 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποίαν ο αιτών είχε καταδικασθεί σε ποινή καθείρξεως δεκατριών ετών και εννέα μηνών, έτυχε υφόρον απολύσεως, με το με αρ. 107/3-2-2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, ενώ υπολειπόταν προς έκτιση ποινή πέντε ετών, επτά μηνών και 1 ημέρας. Όμως, σε διάφορες ημεροχρονολογίες, μέσα στο χρονικό διάστημα από 9-2-2005 έως 6-5-2005, ήτοι μέσα στο χρονικό διάστημα της δοκιμασίας του, τέλεσε αυτός από δόλο και νέα σοβαρά εγκλήματα και δη διακεκριμένες κλοπές, για τα οποία καταδικάστηκε με τη με αρ. 2557/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, σε συνολική ποινή καθείρξεως οκτώ ετών, για την οποία έτυχε ομοίως νέας υφόρον απολύσεως, με το με αρ. 590/3-11-2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Τρικάλων, ενώ υπολειπόταν προς έκτιση ποινή φυλακίσεως τριών ετών και δύο μηνών. Όμως και πάλι, σε διάφορες ημεροχρονολογίες, μέσα στο χρονικό διάστημα από 23-4-2009 έως 28-4-2009, δηλαδή μέσα στο χρονικό διάστημα τόσο της πρώτης, όσον και της δεύτερης δοκιμασίας του, ο αιτών τέλεσε από δόλο και νέα σοβαρά εγκλήματα και δη ληστείες κατά συρροή, επικίνδυνη σωματική βλάβη κ.λπ., για τα οποία καταδικάστηκε, με τη με αρ. 2635/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, σε συνολική ποινή καθείρξεως δεκαέξι ετών και έξι μηνών. Επακολούθησε η υποβολή της με αρ. 22901/12-4-2012 αιτήσεως του καταδίκου, νυν αναιρεσείοντος, για συγχώνευση των ποινών των παραπάνω με αρ. 2557/2006 και 2635/2010 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, η οποία και απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη με αρ. 669/26-10-2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την προπαρατεθείσα αιτιολογία.
Με βάση τα προαναφερθέντα και τις παραπάνω παραδοχές, το Μονομελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών, στην προσβαλλόμενη με αρ. 669/26-10-2012 απόφαση του, α) διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 105, 108 και 109 του ΠΚ και 551 του ΚΠΔ, αφού δεν επιτρέπεται να προσμετρηθούν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον αιτούντα κατάδικο με τις αποφάσεις 2557/2006 και 2635/2010 του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών με την ποινή που του επιβλήθηκε με τη με αρ. 1552/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που είχε συμπεριληφθεί στη με αρ. 2223/21-12-2004 συγχωνευτική απόφαση του ιδίου Εφετείου και για την οποία είχε τύχει υφόρον απολύσεως, καθώς και ούτε μεταξύ τους, διότι και οι δύο αυτές ποινές αφορούν εγκλήματα που τελέσθηκαν από δόλο μέσα στο χρόνο της δοκιμασίας του. Επίσης, η δεύτερη ποινή που επιβλήθηκε στον αιτούντα με τη με αρ. 2635/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, επιβλήθηκε για εγκλήματα τελεσθέντα από δόλο και μέσα στον χρόνο της δοκιμασίας του. Ήτοι τα προαναφερθέντα υπόλοιπα των ποινών που επιβλήθηκαν στον αιτούντα με τη με αρ. 2223/21-12-2004 συγχωνευτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και με τις με αρ. 2557/2006 και 2635/2010 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, τα οποία υπόλοιπα έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απόλυσης και είχαν ανασταλεί υφόρον, εκτίονται ολόκληρα αθροιστικά, κατά το άρθρο 108 ΠΚ, όπως ορθά δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση. Επιπλέον, με την προσβαλλόμενη με αρ. 669/ 2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ορθά κρίθηκε ότι ο καθορισμός συνολικής ποινής στην προκειμένη περίπτωση, δεν ήταν δυνατός, αδιάφορα αν οι αποφάσεις με τις οποίες επιβλήθηκαν οι νέες καταδίκες είχαν καταστεί ή μη αμετάκλητες, γι' αυτό και ορθά απορρίφθηκε ως αβάσιμο και το υποβληθέν αίτημα αναβολής της δίκης για να προσκομίσει η συνήγορος του αιτούντος σχετικά έγγραφα αμετακλήτου των αποφάσεων αυτών, έστω και με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι δεν προέκυπτε ότι ασκήθηκαν εμπρόθεσμες εφέσεις, αφού, κατά τα παραπάνω εκτεθέντα χωρεί καθορισμός συνολικής ποινής και πριν όλες οι καταδικαστικές αποφάσεις γίνουν αμετάκλητες, ήτοι είναι αδιάφορο το εάν είχαν ή όχι ασκηθεί εμπρόθεσμες ή εκπρόθεσμες εφέσεις κατά των αποφάσεων αυτών.
Συνεπώς, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 486/26-11-2012 αίτηση του Η. Μ. του Α. για αναίρεση της με αρ. 669/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καθορισμός συνολικής ποινής (άρθρο 551 ΚΠΔ). Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως. Συνιστά ουσιαστική ποινική διάταξη το άρθρο 551 ΚΠΔ, κατά το μέρος που αναφέρεται στον καθορισμό συνολικής ποινής. Ο καθορισμός της συνολικής ποινής συγχωρείται και πριν επέλθει το αμετάκλητο των καταδικαστικών αποφάσεων, που πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου. Τα υπόλοιπα των ποινών που επιβλήθηκαν στον αιτούντα με τη συγχωνευτική απόφαση και με τις λοιπές αποφάσεις, τα οποία υπόλοιπα έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απόλυσης και είχαν ανασταλεί υφ' όρον, λόγω παραβίασης όρου κατά το χρόνο της δοκιμασίας του, εκτίονται ολόκληρα αθροιστικά, κατά το άρθρο 108 ΠΚ, μετά την έκτιση ολόκληρου του υπόλοιπου της προηγούμενης ποινής που είχε ανασταλεί και έπρεπε ο κατάδικος να εκτίσει.
|
Ποινής αθροιστική έκτιση
|
Ποινή συνολική, Ποινής αθροιστική έκτιση.
| 0
|
Αριθμός 545/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της αποφάσεως 817Α και 1403/2012 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Ι. Λ. του Α., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κλειδαρά και πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Βασίλειο Κορκίζογλου.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 24 και ημερομηνία 13 Ιουλίου 2012 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 882/2012.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ "στην έκθεση (ασκήσεως του ενδίκου μέσου), πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 462 ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι, προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά της αποφάσεως, είναι να περιέχεται σε αυτή, ισχυρός λόγος αναιρέσεως εκ των διαλαμβανομένων περιοριστικά στο άρθρο 510 ίδιου Κώδικα. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός πρέπει να είναι διατυπωμένος κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διότι διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Απλή παράθεση του κείμενου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως για "έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα", πρέπει στην έκθεση αναιρέσεως να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες ή οι αντιφατικές αιτιολογίες κλπ. (ΟλΑΠ 19/2001). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής αποφάσεως, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της ελλείψεως της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που προαναφέρθηκε. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν.δ. 53/1974), και δεδομένου ότι στην ποινική δίκη αντικείμενο αποδείξεως αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, πλήττεται η υπ' αριθ. 817Α και 1403/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την οποία, κατά πλειοψηφία, κηρύχθηκε αθώος, ο κατηγορούμενος -αναιρεσίβλητος, της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξεως, του ότι, με την ιδιότητα του Δημάρχου Νέας Μάκρης Αττικής, εκ προθέσεως, κατ' εξακολούθηση, υποβάθμισε και ρύπανε το περιβάλλον συνεπεία παρανόμου απορρίψεως στερεών αποβλήτων σε σημείο της περιοχής του άνω Δήμου, ήτοι για παράβαση των διατάξεων των άρθρων, 28,29, 30 του Ν. 1650/1986 σε συνδ. με το άρθρο 98 Π.Κ. Με τον, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, μοναδικό λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, πλήττεται το σκεπτικό της πλειοψηφίας της παραπάνω απόφασης, με το οποίο κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος, κατά λέξη, γιατί στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και συγκεκριμένα από το άρθρο 93 παρ.3 αυτού σε συνδυασμό με το άρθρο 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως τούτο προκύπτει από το ελλιπές σκεπτικό της πλειοψηφίας που κατά λέξη έχει ως εξής: " Περαιτέρω, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ....καθώς και από όλη την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 16-6-2004 μέχρι και 31-8-2006 πλην της επί μέρους πράξεως της 22-2-2005, εναποτέθηκαν απορρίμματα φυτικής προελεύσεως και δη κλάδοι, χόρτα αλλά και άχρηστα υλικά οικοδομών κατεστραμμένα έπιπλα στους χώρους της πρώην Αμερικανικής βάσεως της Νέας Μάκρης. Όμως, τα παραπάνω δεν αποδείχθηκαν ότι ερρίφθησαν με εντολή του κατηγορουμένου Δημάρχου τότε Νέας Μάκρης Αττικής, αλλά από εργολάβους και κατοίκους της περιοχής. Οι επιθεωρητές περιβάλλοντος όπως προκύπτει από τις καταθέσεις τους ουδέν σχετικό με την παρουσία των αποβλήτων του Δημάρχου διαπίστωσαν, η δε μάρτυς Κ. Σ. κατέθεσε ότι έβλεπε φορτηγά να αδειάζουν απόβλητα (οικιακά απορρίμματα), όμως χωρίς να φέρουν πινακίδες, ώστε να βεβαιωθεί η κυριότης των φορτηγών αυτών από το Δήμο Νέας Μάκρης. Εκείνο που αποδείχθηκε είναι ότι παρόλο που ο χώρος της Αμερικανικής βάσης ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο και στη διαχείριση της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου ο Δήμαρχος εναπόθετε χώματα πάνω στα ριφθέντα κλαδιά προκειμένου να αποφευχθούν οι πυρκαγιές. Κατόπιν των ανωτέρω δεν αποδείχθηκε ότι τέλεσε τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις και πρέπει να κηρυχθεί αθώος".
Περαιτέρω καθίσταται έτι περισσότερο εμφανής η διαφορά μεταξύ του ελλιπούς σκεπτικού της πλειοψηφίας που τον αθώωσε συγκρινόμενο με το σκεπτικό της μειοψηφίας που ετάχθη υπέρ της ενοχής του αθωωθέντος κατηγορουμένου, το οποίο ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένο σκεπτικό μειοψηφίας έχει ως ακολούθως "Κατά τη γνώμη όμως της μειοψηφίας και συγκεκριμένα κατά τη γνώμη της Προέδρου Π. Ζ., ο κατηγορούμενος έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος κατ' εξακολούθηση για την πράξη για την οποία κατηγορείται και για το χρονικό διάστημα από 16-6-2004 μέχρι και 31-8-2006 (πλην της 22-2-2005). Ειδικότερα, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, τα εξής: Κατά το χρονικό διάστημα από 16-6-2004 μέχρι και 31-8-2006 (πλην της 22-2-2005) ο κατηγορούμενος, ενώ ήταν Δήμαρχος Νέας Μάκρης Αττικής, από πρόθεση, προέβη σε ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος στην περιοχή του Δήμου Νέας Μάκρης Αττικής με το να δημιουργήσει και να λειτουργήσει στην περιοχή Μπρέξιζα και εντός του χώρου της πρώην Αμερικανικής Βάσης, χώρο ανεξέλεγκτης διάθεσης αποβλήτων αλλά και με το να ανέχεται τη ρήψη από τρίτους τέτοιων αποβλήτων, χωρίς ωστόσο να έχει μεριμνήσει για την εκπόνηση προηγουμένως Μελέτης Περιβαλλοντικής Αποκατάστασης του χώρου. Ο χώρος αυτός βρίσκεται εντός της Β' ζώνης προστασίας του Αρχαιολογικού χώρου Μπρέξιζας και γειτονεύει με την Α' ζώνη προστασίας του αρχαιολογικού χώρου, με την πυροσβεστική υπηρεσία και με το χώρο που έχει παραχωρηθεί από την ΚΕΔ στο Δήμο Νέας Μάκρης για τη δημιουργία αθλητικού κέντρου, απέχει δε 200 μ. περίπου από τα σπίτια και 200 μ. περίπου από τη θάλασσα. Πιο συγκεκριμένα, στο χώρο αυτό, που κάλυπτε έκταση περίπου 20 στρεμμάτων, κατ' εντολή του κατηγορουμένου εισέρχονταν αρχικά από την είσοδο της πυροσβεστικής υπηρεσίας και αργότερα από άλλη είσοδο, ευρισκόμενη στις αθλητικές εγκαταστάσεις, φορτηγά του Δήμου και εναπόθεταν στερεά απόβλητα, όπως κλαδιά, που οι αρμόδιοι υπάλληλοι του Δήμου συνέλεγαν από τα δένδρα της περιοχής του Δήμου, έπιπλα, στρώματα, λάστιχα, πλαστικές καρέκλες, οικιακές συσκευές, υλικά οικοδομών και κατεδαφίσεων κλπ., όπως και άλλα άχρηστα αντικείμενα. Επίσης, με την ανοχή του κατηγορουμένου εισέρχονταν και φορτηγά τρίτων, όπως της εταιρείας Χωματουργικών Εργασιών με την επωνυμία "Αδελφοί Μ. Ο.Ε." και εναπόθεταν ίδια με τα παραπάνω απορρίμματα. Επειδή δε ο όγκος των άχρηστων αυτών υλικών ήταν μεγάλος, το ύψος του μπαζώματος είχε φθάσει σε ορισμένα σημεία μέχρι και τα τρία μέτρα, γι' αυτό και με εντολή του κατηγορουμένου τα υλικά αυτά καλύπτονταν με χώμα, που μετέφεραν επίσης φορτηγά του Δήμου, ή καίγονταν. Οι ίδιες αυθαίρετες παρεμβάσεις γίνονταν και στο παρακείμενο ρέμα Ροκφέλερ, αλλά και στην παραρεμάτιο περιοχή. Αποτέλεσμα των παράνομων αυτών ενεργειών ήταν : α) να προκαλούνται συχνά πυρκαγιές, θέτοντας σε κίνδυνο την ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά του τόπου, δεδομένου ότι ο Αρχαιολογικός χώρος βρισκόταν σε κοντινή απόσταση, β) να ρυπαίνεται και να υποβαθμίζεται το περιβάλλον και η ποιότητα διαβίωσης των κατοίκων και να δημιουργούνται κίνδυνοι για την υγεία αυτών, διότι λόγω του μεγάλου όγκου των μπαζών ο χώρος δεν μπορούσε να διατηρηθεί καθαρός (εμφανίσθηκαν ποντίκια), ενώ λόγω της μικράς απόστασης του χώρου από τη θάλασσα, υπήρχε κίνδυνος, σε περίπτωση έντονων βροχοπτώσεων, να υπάρξει διαρροή των στραγγισμάτων στο θαλάσσιο οικοσύστημα με άμεσο κίνδυνο για την υγεία όσων διέμεναν πλησίον του χώρου. Επίσης, η μη απρόσκοπτη ροή των υδάτων στο ρέμα, λόγω της ρίψης μπαζών, μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα στην απορροή των υδάτων με εντεύθεν αυξημένο τον κίνδυνο πρόκλησης πλημμύρων. Επί πλέον υπήρχε και κίνδυνος ρύπανσης του υδροφόρου ορίζοντα. Πέραν αυτών, από τις παραπάνω παράνομες ενέργειες, μειώθηκε η αισθητική εικόνα της περιοχής λόγω της ύπαρξης των όγκων των μπαζών και της προκληθείσης εξ αιτίας αυτών αλλοίωσης της φυσικής βλάστησης της περιοχής.
Οι επανειλημμένες διαμαρτυρίες και καταγγελίες κατοίκων της περιοχής αλλά και άλλων αρμόδιων υπηρεσιών δεν είχαν αποτέλεσμα, διότι ο κατηγορούμενος δεν σταμάτησε τις παράνομες αυτές ενέργειες, αν και γνώριζε ότι αυτές προκαλούσαν ρύπανση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος όπως και κίνδυνο για την υγεία των κατοίκων της περιοχής. Ενόψει όλων αυτών ο κατηγορούμενος έπρεπε, κατά τα προεκτεθέντα, να κηρυχθεί ένοχος και να απορριφθεί ο ισχυρισμός αυτού περί εφαρμογής της παρ. 6 του άρθρου 28 του Ν. 1650/1986, διότι από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, δεν προέκυψε ότι αυτός περιόρισε ουσιωδώς τη ρύπανση ή την υποβάθμιση του περιβάλλοντος ή ότι με έγκαιρη αναγγελία του προς την αρχή συνετέλεσε αποτελεσματικά σε ουσιώδη μείωση των συνεπειών αυτών". Ως εκ τούτου συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση να αναιρεθεί η υπ' αριθ. 817Α και 1403/2012 απόφαση του Α' πενταμελούς Εφετείου Αθηνών για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρα 510 παρ.1 Δ' Κ.Π.Δ).
Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του αθωωτικού σκεπτικού της πλειοψηφίας, έτσι όπως διατυπώνεται, με απλή αντιπαράθεση αιτιολογικού πλειοψηφίας και αιτιολογικού μειοψηφίας, χωρίς δηλαδή να αναφέρεται, σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας της πλειοψηφίας, είναι αόριστος και εκ τούτου απαράδεκτος, σύμφωνα και με όσα στην εν αρχή νομική σκέψη αναφέρθηκαν. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Ιουλίου 2012 (υπ' αριθμό εκθέσεως 24/2012) αίτηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 817Α' και 1403/2012, αποφάσεως του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το σκέλος της που έκρινε αθώο, κατά πλειοψηφία, τον κατηγορούμενο - αναιρεσίβλητο Ι. Λ. του Α..
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση του Εισαγγελέα του Α.Π. για έλλειψη αιτιολογίας του σκεπτικού αθωωτικής, κατά πλειοψηφία, απόφασης. Ο λόγος αναίρεσης, έτσι όπως διατυπώνεται, με απλή αντιπαράθεση αιτιολογικού πλειοψηφίας και αιτιολογικού μειοψηφίας, χωρίς δηλαδή να αναφέρεται, σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας είναι απαράδεκτος. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αίτηση αναίρεσης Εισαγγελέα Α.Π.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Απόφαση αθωωτική, Αίτηση αναίρεσης Εισαγγελέα Α.Π..
| 0
|
Αριθμός 540/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Μ. Ε. Σ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζηνικολάου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 831/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Μ. Ν. του Λ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 37/2013.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας) απαιτείται α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, και τέτοιος είναι και ο μουφτής (άρθρο 4 της από 24 Δεκεμβρίου 1990 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Περί Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών", που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 1920/1991), αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' ΠΚ και δη δημόσιο και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή μιας έννομης σχέσεως ή καταστάσεως. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται σε διάταξη του Ποινικού Κώδικα, γι` αυτό έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων, όχι δε και εκείνο το οποίο αφορά στην εσωτερική υπηρεσία των δημοσίων Αρχών. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 30§1 εδ. α του ΠΚ ορίζει ότι "η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν αυτός κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης αγνοεί τα περιστατικά που την συνιστούν". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πραγματική πλάνη, που είναι άγνοια (πλάνη σε ευρεία έννοια), με την οποία ταυτίζεται και η εσφαλμένη αντίληψη (πλάνη σε στενή έννοια) του πράττοντος για κάποιον ουσιαστικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, αποκλείει τον καταλογισμό. Επί πραγματικής πλάνης ο δράστης αγνοεί ή εσφαλμένα αντιλαμβάνεται τι πράττει, αναφέρεται δε αυτή σε περιστατικά της εγκληματικής πράξεως και δη όχι μόνο σε γεγονότα ή πραγματικές καταστάσεις, αλλά και σε νομικές ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της πλάνης.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται εκ τούτου ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. H ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και αυτός περί πραγματικής πλάνης από τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του ΠΚ, αφού η αποδοχή του άγει στον μη καταλογισμό της πράξεως στο δράστη και, κατά συνέπειαν, στην αθώωση αυτού. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Τα έγγραφα, των οποίων γίνεται χρήση στη διαδικασία, πρέπει να είναι συντεταγμένα σε γλώσσα που κατανοεί ο κατηγορούμενος. Διαφορετικά, διερμηνεύονται σ` αυτόν από τον διοριζόμενο από το δικαστήριο διερμηνέα (άρθρο 6 παρ. 3 ε της ΕΣΔΑ). Αν, λοιπόν, το δικαστήριο, για να καταλήξει στην κρίση του, έλαβε υπόψη ξενόγλωσσο έγγραφο, που δεν διερμηνεύθηκε στον κατηγορούμενο από νομίμως διορισμένο διερμηνέα, δημιουργείται η αυτή ως άνω ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 831/2012 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ψευδούς βεβαιώσεως και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, κατά την απολογία του, πρότεινε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης, συνιστάμενο στο ότι πίστευε αυτός ότι είχε δικαίωμα να προβεί στην έκδοση της επίμαχης βεβαιώσεως, γιατί, κατά τη διάρκεια 2 1/2 ετών από το 2003 είχε καλέσει πολλές φορές την εγκαλούσα και αυτή δεν προσήλθε, ενώ, αν κληθεί αυτή τρεις φορές και δεν προσέλθει, λύεται ο γάμος, η δε μετάφραση του σχετικού βιβλίου, που περιέχει την εν λόγω απόφαση, δεν είναι ακριβής. Στο μέσον της απολογίας του κατηγορουμένου και ενώ αυτός είχε προβάλει τον ως άνω ισχυρισμό, η Προεδρεύουσα κάλεσε τον μάρτυρα υπερασπίσεως Α. Ι., Γραμματέα της Μουφτείας, ο οποίος μετέφρασε από τα αραβικά στα ελληνικά το φωτοαντίγραφο του βιβλίου, που αναφέρει την υπ` αριθ. 42/18.5.2005 απόφαση με θέμα το διαζύγιο, και είπε ότι "αναφέρει ότι παρουσιάστηκε η Ν., το αναφέρει αυτό, μετά αναφέρει, ο σύζυγος, η σύζυγος και ο Μ., ο Χ., αλλά δεν υπάρχει υπογραφή". Με τον τρόπο αυτό, κατέστησε και το απόσπασμα του εν λόγω βιβλίου αποδεικτικό μέσο.
Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο δεύτερος κατηγορούμενος και η πολιτικώς ενάγουσα, οι οποίοι είναι Έλληνες πολίτες, μουσουλμάνοι το θρήσκευμα, τέλεσαν γάμο στις 12-11-2001, κατά τους Ιερούς Μουσουλμανικούς Κανόνες. Η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάστηκε περί τα τέλη Ιουλίου του έτους 2002 όταν η πολιτικώς ενάγουσα εκδιώχθηκε από την οικία των γονέων του συζύγου της, ο οποίος απουσίαζε στη Γερμανία για λόγους βιοποριστικούς, έκτοτε δε εγκαταστάθηκε στην οικία των γονέων της. Από το γάμο τους απέκτησαν ένα τέκνο, που γεννήθηκε το Φεβρουάριο του έτους 2003. Με την υπ' αριθμ. 220/2003 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης, ..., η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους ανατέθηκε στην μητέρα πολιτικώς ενάγουσα και υποχρεώθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος να καταβάλει διατροφή ... . Επειδή ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τη διατροφή, που είχε επιδικασθεί υπέρ της πολιτικώς ενάγουσας και του τέκνου τους, η τελευταία του κοινοποίησε επιταγές προς πληρωμή, με τις οποίες αξίωνε την καταβολή διατροφών ... . Τον Απρίλιο του 2006 σε τηλεφωνική επικοινωνία της πολιτικώς ενάγουσας με τον δεύτερο κατηγορούμενο, επειδή ο τελευταίος δεν κατέβαλε την επιδικασθείσα διατροφή, ο τελευταίος της δήλωσε ότι δεν θα κατέβαλε στο εξής διατροφή, διότι ο γάμος τους είχε λυθεί. Η πολιτικώς ενάγουσα ζήτησε τότε και έλαβε το υπ' αριθμ. 3360/26-4-2006 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δημάρχου ..., το οποίο επιβεβαίωνε τους ισχυρισμούς του συζύγου της, περί της λύσης του γάμου τους. Κατόπιν σχετικής έρευνας διαπίστωσε τότε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (αναιρεσείων) είχε εκδώσει την υπ' αρ. 42/18-5-2005 απόφαση, με την οποία κήρυξε λυμένο το γάμο του δευτέρου κατηγορουμένου και της ιδίας εν αγνοία της. Ειδικότερα, στην Ξάνθη στις 18-5-2005, ο πρώτος κατηγορούμενος, ενώ ήταν υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση και σύνταξη δημοσίων εγγράφων, βεβαίωσε σε αυτό με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Πλέον συγκεκριμένα υπό την ιδιότητα του Μουφτή Ξάνθης, που είναι υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 περ. α' ΠΚ, εξέδωσε την υπ' αρ. 42/1 8-5-2005 απόφαση με την οποία κήρυξε λυμένο τον από 12-11-2001 τελεσθέντα στην Ξάνθη γάμο μεταξύ του δευτέρου κατηγορουμένου και της πολιτικώς ενάγουσας, διαλαμβάνοντας σ' αυτήν (απόφαση) ότι προέβη στη λύση του γάμου, αφού εμφανίσθηκαν και οι δύο σύζυγοι ενώπιον του και του δήλωσαν ότι επιθυμούν τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους, περιστατικό αναληθές, αφού η πολιτικώς ενάγουσα την ανωτέρω ημεροχρονολογία 18-5-2005 δεν εμφανίσθηκε ενώπιον αυτού και πολύ περισσότερο, δε συναίνεσε στη λύση του προαναφερομένου γάμου. Η εν λόγω απόφαση κηρύχθηκε εκτελεστή ... . Τα περιστατικά αυτά αποδείχθηκαν από ..., χωρίς να αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα και υπερασπίσεως, ..., καθώς και την απολογία του 1ου κατηγορουμένου, ο οποίος ισχυρίζεται αορίστως ότι η πολιτικώς ενάγουσα εκλήθη εγγράφως να προσέλθει στη Μουφτεία Ξάνθης για την συζήτηση της υπόθεσης του διαζυγίου και ότι στις 18-5-2005 προσήλθε αυτοπροσώπως στη Μουφτεία Ξάνθης και αποχώρησε όταν αντελήφθη ότι θα επακολουθήσει απόφαση λύσης του γάμου, πλην όμως, ο ισχυρισμός του αυτός δεν είναι αληθής, καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώνεται νομότυπη κλήτευσή της για να παραστεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, η παρουσία της κατά τη συζήτηση, καθώς και συναίνεση της στη λύση του γάμου, όπως στην άνω υπ'αρ.42/18-5-2005 απόφαση του Μουφτή Ξάνθης διαλαμβάνεται.
Συνεπώς, ο πρώτος κατηγορούμενος που την εξέδωσε ψευδώς βεβαίωσε σ' αυτήν (απόφαση) ότι εμφανίσθηκαν και οι δύο σύζυγοι ενώπιόν του και του δήλωσαν ότι επιθυμούν τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους, οπότε και προέβη στη λύση του γάμου τους. Η ψευδής αυτή βεβαίωση..., η οποία έλαβε χώρα εν γνώσει του, αφού η πολιτικώς ενάγουσα ουδέποτε εκλήθη να παραστεί ενώπιόν του για την εκδίκαση υπόθεσης λύσης του γάμου της, ούτε εμφανίστηκε αυτοπροσώπως ή εκπροσωπούμενη από δικηγόρο ενώπιόν του στις 18-5-2005, ούτε δήλωσε ότι επιθυμεί τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής της με το σύζυγό της, είχε έννομες συνέπειες, καθόσον με την άνω απόφαση, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 239/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, απαγγέλθηκε η λύση του γάμου της με τον δεύτερο κατηγορούμενο, με φερομένη τη συναίνεσή της στη λύση του γάμου της, παράγοντας έτσι δημόσια πίστη κατά τούτο. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο. ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ. Συγκεκριμένα, δεν αιτιολογεί επαρκώς την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου περί πραγματικής πλάνης, ο οποίος είχε υποβληθεί νομίμως και ήταν ορισμένος, αφού δεν εκθέτει α) κατά ποιον τρόπο έπρεπε να κληθεί η εγκαλούσα, για να θεωρηθεί η κλήτευσή της, κατά τους Ιερούς Μουσουλμανικούς Κανόνες που εφαρμόστηκαν, νομότυπη, β) αν είχε κληθεί αυτή, κατά τη διάρκεια των 2 1/2 ετών, και μάλιστα επανειλημμένως, και δεν προσήλθε, γ) σε καταφατική περίπτωση, αν απαιτείτο ή όχι και νέα κλήτευση αυτής για να εκδοθεί το διαζύγιο και δ) αν, ενόψει της δηλώσεως του ως άνω μάρτυρα, κατά τη μετάφραση του αποσπάσματος του βιβλίου, είχε εμφανιστεί ενώπιον του κατηγορουμένου κάποια στιγμή η εγκαλούσα και αν αυτή αποχώρησε αργότερα. Περαιτέρω, το Τριμελές Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεως, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, έλαβε υπόψη και το ως άνω απόσπασμα του βιβλίου που αναφέρει την επίμαχη απόφαση, χωρίς να αναγνώσει αυτό, αφού δεν είχε προσκομιστεί αυτό σε νόμιμη μετάφραση, ούτε ο ανωτέρω μάρτυρας είχε διοριστεί διερμηνέας κατά τις σχετικές διατάξεις του ΚΠοινΔ, και, έτσι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, προκάλεσε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχήν τους, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), παρέλκει δε η έρευνα του δευτέρου λόγου αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 831/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή βεβαίωση. Αυτοτελής ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης. Αιτιολογίας ανεπάρκεια ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού. Απόλυτη ακυρότητα λόγω λήψεως υπόψη ξενόγλωσσου εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε και δεν μεταφράστηκε από νομίμως διορισμένο διερμηνέα, αλλά το δικαστήριο αρκέστηκε στη μετάφραση αυτού στο ακροατήριο από μάρτυρα που δεν είχε την ιδιότητα του διερμηνέα. Αναίρεση και παραπομπή.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Πλάνη πραγματική, Ψευδής βεβαίωση.
| 0
|
Αριθμός 538/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου, Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 11-20/2012 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1171/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Δασούλας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα, με αριθμό 33/11.2.2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, κατ' άρθρο 513§1α και 476§1 του Κ.Π.Δ., την υπ' αριθμ. 109/11-10-2012 αίτηση-δήλωση αναίρεσης του Ι. Κ. του Α. και της Ε., κρατουμένου στο κατάστημα Κράτησης Τρικάλων, κατά της υπ' αριθμ. 11-20/2012 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας και εκθέτω τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 474§1 του Κ.Π.Δ. "Με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον Προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρ. 465§1) και από εκείνον που τη δέχεται". Εξάλλου, κατά το άρ. 148 του ΚΠΔ, έκθεση ονομάζεται το έγγραφο που συντάσσει, κατά τις διατυπώσεις και με το περιεχόμενο που ορίζουν τα άρ. 149 επ. του κώδικα αυτού, δημόσιος υπάλληλος ο οποίος εκπληρώνει καθήκοντα στην ποινική διαδικασία, για να βεβαιώσει πράξεις που έκανε ο ίδιος ή άλλος αρμόδιος δημόσιος υπάλληλος με τον οποίο συμπράττει ή δηλώσεις τρίτων προσώπων προς αυτόν. Οι πιο πάνω διατυπώσεις ασκήσεως ενδίκου μέσου που προβλέπονται από την ανωτέρω διάταξη του άρ. 474§1 του Κ.Π.Δ., συνιστούν συστατικό τύπο, η παραβίαση του οποίου συνεπάγεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρ. 476§1 του ίδιου κώδικα το απαράδεκτο του ενδίκου μέσου, που κηρύσσεται από το αρμόδιο (ως συμβούλιο) αλλά και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1789/10 Π.Χ. ΞΑ 690, ΑΠ 879/06 Π.Χ ΝΖ 244, ΑΠ 1196/01 Π.Χ. ΝΒ 501, ΑΠ 1331/87 Π.Χ. ΛΗ 97, ΑΠ 1005/01 ΠΧ ΝΒ 345). Δεν δύναται να ασκηθεί αναίρεση δια δικογράφου κατατιθεμένου στο Δ/ντή των φυλακών στην οποία κρατείται ο αναιρεσείων ή θεωρημένου απλώς υπό του οργάνου αυτού (ΑΠ 169/81 Π.Χ. ΛΑ 551). Επίσης δεν μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο με δικόγραφο που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και διαβιβάζεται σ' αυτόν από το Δ/ντή των φυλακών που δεν συμμετέσχε στη σύνταξη εκθέσεως (ΑΠ 1331/87 Π.Χ. ΛΗ 97).
Στην προκειμένη περίπτωση ο Ι. Κ. του Α. καταδικάστηκε από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λάρισας (αρ. 11-20/2012 απόφαση) σε συνολική ποινή κάθειρξης 9 ετών και 6 μηνών για απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή σε βρασμό ψυχικής ορμής και οπλοχρησία. Κατά της ως άνω απόφασης ο πιο πάνω κατηγορούμενος άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης με δικόγραφο που κατέθεσε στο Κατάστημα Κράτησης Τρικάλων, που έλαβε τον αριθμό ενδίκου μέσου 109/11-10-2012 και απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, χωρίς ωστόσο να συνταχθεί η σχετική έκθεση με τη υπογραφή του Δ/ντή των Φυλακών και χωρίς έστω να επιδοθεί στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (κατ' αρ. 473§2 Κ.Π.Δ.). Ο τρόπος αυτός όμως ασκήσεως του ενδίκου μέσου, δεν είναι νόμιμος αφού ασκήθηκε χωρίς τις διατυπώσεις του άρθρου 474§1 Κ.Π.Δ., ή έστω, και άρθρο 473§2 Κ.Π.Δ., δηλαδή με δήλωση στο Δ/ντή της Φυλακής Τρικάλων που κρατείται και με σύνταξη της σχετικής έκθεσης με υπογραφή του Δ/ντή της φυλακής ή με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα στις νόμιμες προθεσμίες. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 109/2012 αίτηση-δήλωση αναίρεσης του Ι. Κ. του Α. και της Ελένης, κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Τρικάλων, κατά της υπ' αριθμ. 11-20/2012 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 18-1-2013 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Π.Παντιώρας".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 474 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι, με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σε εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρ. 465 παρ. 1) και από εκείνον που τη δέχεται.... Αν η έκθεση γίνει σε άλλο γραμματέα ή στο διευθυντή των φυλακών, αποστέλλεται αμέσως στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρηθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Τέλος, αν η αίτηση αναιρέσεως δεν ασκήθηκε κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, απορρίπτεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476§1 του ΚΠΔ, ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 11-20/2012 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος σε συνολική ποινή κάθειρξης, εννέα (9) ετών και έξι (6) μηνών, για τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή, σε βρασμό ψυχικής ορμής και οπλοχρησία. Η παραπάνω απόφαση εκδόθηκε παρόντος του κατηγορουμένου και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη, στο ειδικό βιβλίο, στις 21-9-2012. Στις 11-10-2012, ο αναιρεσείων, κρατούμενος στο κατάστημα κράτησης Τρικάλων, άσκησε την κρινόμενη δήλωση αναίρεσης, με δικόγραφο που εγχείρησε στο Κατάστημα Κράτησης Τρικάλων, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, το οποίο έλαβε τον αριθμό ενδίκου μέσου 109/11-10-2012, χωρίς όμως να συνταχθεί η σχετική έκθεση με την υπογραφή του Διευθυντή των φυλακών. Αυθημερόν, ήτοι στις 11-10-2012 ο Π. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ του παραπάνω καταστήματος κράτησης Τρικάλων, με το υπ` αριθμό πρωτ. 17314/11-10-2012, έγγραφό του, διαβίβασε την παραπάνω έκθεση αναίρεσης στον γραμματέα ενδίκων μέσων του Εφετείου Λάρισας, (βλ. το σχετικό έγγραφο του Π. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ του παραπάνω καταστήματος, Καλαμπάκα Ιωάννη) και παραλήφθηκε από τον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Λάρισας, στις 25-10-2012, όπως από τη σχετική επισημείωση στο σώμα του παραπάνω εγγράφου προκύπτει. Η παραπάνω δήλωση αναίρεσης, δεν πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 474 παρ.1 Κ.Π.Δ, και η άσκησή της δεν είναι νομότυπη, διότι δεν έγινε με νόμιμη δήλωση στο διευθυντή των φυλακών, ώστε να συνταχθεί νόμιμη έκθεση, ούτε φέρει την υπογραφή του διευθυντή των φυλακών όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 474 παρ.1 Κ.Π.Δ. Εξάλλου, η παραπάνω έκθεση αναιρέσεως, φέρεται συνταχθείσα στις 11-10-2012, ήτοι εκπρόθεσμα, αφού από της καταχώρησης καθαρογραμμένης της προσβαλλομένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο (21-9-2012) μέχρι της υποβολής της και της διαβίβασης της, με το ως άνω έγγραφο, του Π. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ, (11-10-2012), παρήλθε η δεκαήμερη προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 473 παρ.1 του Κ.Π.Δ. για την άσκησή της. Εξάλλου, επίδοσή της στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν έλαβε χώρα, ώστε να μπορεί να υποστηριχθεί, ότι έχει εν προκειμένω ισχύ, η διάταξη του άρθρου 473 παρ.2 του Κ.Π.Δ. που προβλέπει εικοσαήμερη προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης. Επομένως, για όλους τους παραπάνω λόγους η έκθεση αυτή τυγχάνει απαράδεκτη. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως απαράδεκτη, και τούτο ανεξάρτητα από την ερημοδικία του αναιρεσείοντα, αφού προηγείται το νομότυπο άσκησης αυτής, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 476 παρ.1 και 513 παρ.1 Κ.Π.Δ.(Α.Π. 89/2010), και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-10-2012 αίτηση του Ι. Κ. του Α., κρατούμενου στο Κ.Κ. Τρικάλων, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 11-20/2012 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2013.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ποινική Δικονομία. Αναίρεση: Παραδεκτό - απαράδεκτο αυτής. Έκθεση αναιρέσεως κρατουμένου, με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, εγχειρισθείσα στο Διευθυντή της φυλακής. Μη νομότυπη η άσκηση της, διότι δεν έγινε με νόμιμη δήλωση στο Διευθυντή των φυλακών, ώστε να συνταχθεί νόμιμη έκθεση, ούτε φέρει τις υπογραφές και των δύο. Άσκησή της μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας. Μη επίδοση αυτής στον Εισαγγελέα του Α.Π. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 547/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Μαρία Βασιλάκη-Εισηγήτρια και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Β. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάρι Αναστασάκο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2762/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1163/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 του ΚΠΔ, όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεως του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του. Διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΔΧ του ΚΠΔ. Όμως, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή τη ρητή απόρριψή του, όταν η προβολή από τον κατηγορούμενο ενός τέτοιου αιτήματος δεν διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα περιστατικά που δικαιολογούν την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος "ζήτησε την αναβολή της δίκης, έως το αποτέλεσμα της αυτοψίας". Το αίτημα όμως αυτό όπως διατυπώθηκε ήταν αόριστο και ως εκ τούτου απαράδεκτο γιατί ο αναιρεσείων δεν ανέφερε για ποιους συγκεκριμένους λόγους ήταν αναγκαία η αναβολή, ούτε διαλαμβάνει ποια ουσιώδη επιρροή θα ασκούσε στην κρίση του δικαστηρίου η αποδοχή του αιτήματός του, αοριστία που επιτείνεται αφού η επικαλούμενη αυτοψία δεν είχε διαταχθεί ως μέσο αποδείξεως είτε από το δικαστήριο, είτε από αρμόδιο ανακριτικό υπάλληλο. Επομένως, δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να απαντήσει στο αίτημα αυτό του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την περί αυτού παρεμπίπτουσα απορριπτική απόφασή του. Παρά ταύτα, το δίκασαν ως Εφετείο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, αιτιολόγησε επαρκώς, την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος, διαλαμβάνοντας στην υπ' αριθ. 2762/2012 απόφασή του τα εξής: "Στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων ή οι συνήγοροι του ζητούν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο, το δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί για τη σχετική αίτησή τους, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠΔ. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτού του κατηγορουμένου, ο οποίος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 ΚΠΔ υποβάλλει αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις. Η παραδοχή ή μη τέτοιου αιτήματος του κατηγορουμένου απόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως σε περίπτωση απορρίψεως του αιτήματος αυτού, οφείλει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 139 εδ. Β' του ΚΠΔ να διαλάβει στη σχετική απόφαση του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (βλ. ΑΠ 50/2011 δημ. στην νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση το παραπάνω αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της παρούσας δίκης είναι μεν νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 352 του ΚΠΔ σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για περισσότερες αποδείξεις που προβάλλεται από τον Εισαγγελέα ή από κάποιον από τους διαδίκους ή αυτεπαγγέλτως, πρέπει όμως να απορριφθεί ως αβάσιμο από ουσιαστική άποψη, διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού οι προβαλλόμενοι από τον κατηγορούμενο λόγοι είναι αβάσιμοι, δεδομένου ότι χρειάζεται το χρονικό διάστημα δύο (2) ετών για το αποτέλεσμα της αυτοψίας, όπως κατέθεσε ενόρκως στο Δικαστήριο η πρώτη μάρτυρας της κατηγορίας. Περαιτέρω κατά την κρίση του Δικαστηρίου το παραπάνω αίτημα υποβάλλεται εκ μέρους του κατηγορουμένου για παρέλκυση και μόνο της δίκης ...". Σε κάθε δε περίπτωση η απορριπτική του αιτήματος απόφαση δεν ελέγχεται για έλλειψη αιτιολογίας με αποτέλεσμα να μη ιδρύεται από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 369/2010). Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αιτήματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331 παρ. 2, 333, 364 και 369 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ιδίου Κώδικα, ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσεως του, ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων, που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας ιδρύουσα τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος από τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, σύμφωνα με το άρθρο 358 εδ. β' του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 364 παρ. 1 ΚΠΔ, η μη ανάγνωση των αναφερομένων σ' αυτήν εγγράφων, δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της διαδικασίας εκτός αν ζητήθηκε η ανάγνωση ορισμένου εγγράφου, από τον Εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί, οπότε υπάρχει έλλειψη ακροάσεως, ιδρύουσα του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα της σελ. 7 αυτών προκύπτει ότι προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο και αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο διάφορα έγγραφα, αναφερόμενα υπό τους αριθμ.6 έως 11. Μεταξύ των εγγράφων αυτών δεν περιλαμβάνεται το υπ' αριθμ πρωτ 3684/16-10-2006 έγγραφο του Δασαρχείου Χαλκίδας το οποίο απευθύνεται προς την εισαγγελία πρωτοδικών Χαλκίδας, ούτε επίσης προκύπτει από τα ίδια ως άνω πρακτικά, τα οποία ας σημειωθεί ότι δεν προσβλήθηκαν από τον αναιρεσείοντα ως πλαστά, ότι προσκομίσθηκε και ζητήθηκε η ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου που αόριστα και αναπόδεικτα ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο παρέλειψε να αναγνώσει. Κατά συνέπεια, ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως ο οποίος εκτιμάται από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Β πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-10-2012 δήλωση του Β. Μ. του Γ., κατοίκου ... για αναίρεση της 2762/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτημα αναβολής αόριστο. Δεν χρήζει ειδικής αιτιολογίας και δεν στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως. Έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν, αλλά δεν ζητήθηκε η ανάγνωσή τους. Δεν ιδρύονται οι λόγοι αναίρεσης εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' και Β' ΚΠΔ.
|
Αναβολής αίτημα
|
Αναβολής αίτημα.
| 2
|
Αριθμός 522/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Μαρία Βασιλάκη-Εισηγήτρια και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, F. L. του R., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 17/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με συγκατηγορούμενο τον Ελευθέριο Δούπη του Ευθυμίου.
Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1141/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Πλιώτας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 35/13.2.2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ' αριθμ. 7/8-2-2012 αίτηση του F. L. του R.,, κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή Τρικάλων, για αναίρεση της 17/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και εκθέτω τα ακόλουθα: Από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 2 και 509 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Απλή επανάληψη του κειμένου των σχετικών διατάξεων που προβλέπουν τους λόγους αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας δεν αρκεί, όταν μάλιστα η απόφαση περιλαμβάνει περισσότερα κεφάλαια, για ορισμένα από τα οποία είναι ενδεχόμενο ο αναιρεσείων να μην έχει παράπονο (Ολ.ΑΠ 19/2001, Ολ.ΑΠ 2/2002, ΑΠ 875/2012). Από αυτήν την αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως, δεν εξαιρούνται οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' ΚΠΔ λόγοι. Ειδικότερα για το ορισμένο του πρώτου από τους λόγους, της έλλειψης δηλαδή της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ για το ορισμένο του λόγου για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε, πρέπει να γίνεται αναφορά της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης, σε σχέση προς τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της εφαρμοσθείσης από την προσβαλλομένη απόφαση διατάξεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, στην έκθεση αναιρέσεως που συντάχθηκε ενώπιον του Διευθυντού της Κλειστής Φυλακής Τρικάλων, ο αιτών, κρατούμενος στο κατάστημα αυτό, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, αιτιώμενος στη σχετική δήλωση, επί λέξει: "1. Διότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν έχει την προσήκουσα κατά το Σύνταγμα αιτιολογία, άρθρο 510 παρ. Δ ΚΠΔ και 2) Για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής διατάξεως των προβλεπομένων ποινικών παραβάσεων του Νόμου περί των οποίων καταδικάστηκε (άρθρο 510 παρ. Ε ΚΠΔ)". Όμως, με αυτό περιεχόμενο η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως μη περιέχουσα σαφώς και ορισμένως κανένα από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 7/8-2-2012 αίτηση του F. L. του R., κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή Τρικάλων, για αναίρεση της 17/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και Β) Να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Αθήνα 13-2-2013 Ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Η. Πλιώτας".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 παρ. 1 στοιχ Δ και Ε ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δ προβλεπόμενου λόγου αναιρέσεως για "έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα", πρέπει στην έκθεση αναιρέσεως να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες ή οι αντιφατικές αιτιολογίες κ.λπ. (Ολ.ΑΠ 19/2001), για δε το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε, πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της εφαρμοσθείσας από την απόφαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης, τέλος, επί εσφαλμένης ερμηνείας ποία η αληθής έννοια της διάταξης αυτής. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η υπ' αριθ. 17/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης 15 ετών και χρηματική ποινή 150.000 ευρώ. Στην εν λόγω αίτηση διαλαμβάνονται ως λόγοι αναιρέσεως κατά της πιο πάνω αποφάσεως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "1.-Διότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν έχει την προσήκουσα κατά το Σύνταγμα αιτιολογία, άρθρο 510 παρ. Δ' Κ.Π.Δ. και 2.-Για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής διατάξεως των προβλεπομένων ποινικών παραβάσεων του Νόμου περί των οποίων καταδικάσθηκε (άρθρο 510 παρ.Ε' Κ.Π.Δ.). Όμως, με αυτό το περιεχόμενο οι άνω λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι περιορίζονται αποκλειστικά και μόνο στην απλή παράθεση του κειμένου των διατάξεων που τους προβλέπουν, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την πλημμέλεια, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά τον πρώτο λόγο, και χωρίς να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της εφαρμοσθείσας από την απόφαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης, και ποία είναι η αληθής έννοια της διάταξης αυτής όσον αφορά το δεύτερο λόγο είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά ταύτα εφόσον δεν περιέχεται κανένας ορισμένος λόγος στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει η τελευταία να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ. Σημειώνεται ότι για την απόρριψή της, ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του, στο συμβούλιο τούτο, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 7/8-2-2012 αίτηση του F. L. του R., για αναίρεση της υπ' αριθ. 17/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2013.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για το ορισμένο του από το άρθρο 510 § 1 περ. Δ' λόγου πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες κ.λπ. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ορισμένο του λόγου αυτού, αλλιώς η αίτηση αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη (αόριστη). Απορρίπτει αίτηση.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 520/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Ν. Ν. του Ι. και 2) Π. Ν. συζ. Ν., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Καλαϊτζίδη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 2782/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Τ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Οκτωβρίου 2012 αίτησή τους η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1159/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω (υπερχειλής δόλος), σκοπός του υπαίτιου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα, είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικώς μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές, είναι αυτοτελής και περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς τέλεση τους αποφάσεως και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα από απόψεως μόνο ποινικής μεταχείρισης για το οποίο επιβάλλεται μόνο μία ποινή. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή, ο κάθε αυτουργός θέλει και αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποτάσεως του διαπρατουμένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση, με εκείνη του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη, και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται, περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτήν. Αντίθετα τέτοια αιτιολογία απαιτείται στις περιπτώσεις που για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, ο νόμος απαιτεί να έχει τελεσθεί η πράξη, εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή με σκοπό επελεύσεως ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος). Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ` έφεση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ` είδος αναφέρει και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως, την χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντα, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι : "Κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιανουάριο 2005 μέχρι και το μήνα Δεκέμβριο 2006, οι κατηγορούμενοι (σύζυγοι) οι οποίοι διατηρούσαν βιοτεχνία πλαστικών ειδών, με τη μορφή ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Ν. και Σια ΟΕ", ενεργώντας από κοινού, ζήτησαν από τον εγκαλούντα Ν. Τ., με τον οποίο διατηρούσαν φιλικές σχέσεις, να τους δώσει επιταγές, εκδόσεώς του, εις διαταγήν της άνω εταιρείας προκειμένου να τις χρησιμοποιήσουν ως πλαφόν στις Τράπεζες για τη χρηματοδότησή τους. Προς τούτο παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα ότι η εταιρεία τους ήταν κερδοφόρα και αυτοί είχαν μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ότι γι αυτό, κατά τη λήξη των επιταγών θα κατέβαλαν οι ίδιοι τα αντίστοιχα ποσά στο λογαριασμό του εγκαλούντα ή ότι θα τα κατέθεταν στην Τράπεζα όπου θα τις είχαν δώσει ως ενέχυρο και θα του επέστρεφαν τα σώματα των επιταγών. Έτσι έπεισαν τον εγκαλούντα να εκδώσει και να τους παραδώσει την υπ' αρ. ... επιταγή της Τράπεζας ALPHA BANK, ποσού 5500 Ευρώ, την υπ' αρ. ... επιταγή της ίδιας Τράπεζας, ποσού 8500 Ευρώ, και την υπ' αρ. ... επιταγή της ίδιας Τράπεζας ποσού 7.500 Ευρώ οι οποίες όμως δεν πληρώθηκαν και δεν καλύφθηκαν από τους κατηγορουμένους, αφού αυτοί και η άνω εταιρεία τους δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα προς τούτο όπως ψευδώς είχαν παραστήσει στον εγκαλούντα, πράγμα, βεβαίως που εγνώριζαν όταν προέβησαν στις άνω ψευδείς παραστάσεις. Εάν δε ο εγκαλών γνώριζε την αφερεγγυότητα των κατηγορουμένων και της άνω εταιρείας τους, δεν θα δεχόταν να εκδώσει και να τους παραδώσει τις άνω επιταγές, αφού θα αντιλαμβανόταν ότι δεν μπορούσαν να τις καλύψουν. Τούτο έπραξαν οι κατηγορούμενοι, με σκοπό να αποκομίσουν όφελος αντίστοιχο με τα ποσά των επιταγών (συνολικού ποσού 21.500 Ευρώ), με την προεξόφλησή τους, ενώ έβλαψαν αντίστοιχα την περιουσία του εγκαλούντος ο οποίος αναγκάσθηκε να τις πληρώσει, υποστάς ζημία, ιδιαίτερα μεγάλη. Οι παραπάνω δε επί μέρους πράξεις των κατηγορουμένων συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος της απάτης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τους μήνες Μάιο και Αύγουστο 2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, νόθευσε έγγραφα και συγκεκριμένα στην υπ' αρ. ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, με ημερομηνία εκδόσεως 20-11-2006, ποσού 9230 Ευρώ, εκδοθείσα από την εταιρεία "PUBLIKOMM ΑΕ" έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή και τα στοιχεία του εγκαλούντος επί της οπισθίας όψεως της επιταγής, εμφανιζομένου ως οπισθογράφου και στην υπ' αρ. ... επιταγή, με ημερομηνία εκδόσεως 21-2-2007 ποσού 5448,36 Ευρώ εκδοθείσα από την εταιρεία ΤΟΥΙΤΙ ΓΚΕΙΜΣ ΕΠΕ, έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντος, χωρίς αυτός να το γνωρίζει. Σκοπός των κατηγορουμένων ήταν να παραπλανήσουν, με τη χρήση των άνω επιταγών τις Τράπεζες ότι ο εγκαλών ήταν ο οπισθογράφος αυτών και να δημιουργήσουν ευθύνη του ... . Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των παραπάνω πράξεων". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση , κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους του ότι: "Στον ανωτέρω τόπο και κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιανουάριο 2005 μέχρι και το μήνα Δεκέμβριο 2006, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, από κοινού ενεργώντας και με κοινό δόλο τελώντας, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών η δε ζημία που προξενήθηκε ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Συγκεκριμένα, έπεισαν τον εγκαλούντα Ν. Τ. του Δ., να εκδώσει δικές του επιταγές σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία "Ν. Ν. και Σια Ο.Ε. " και κατατίθενται σε λογαριασμό της εταιρείας και παριστώντας εν γνώσει τους ψευδώς ότι αυτές στη λήξη τους είτε θα καταβάλλετο το ανωτέρω ποσό στο λογαριασμό του εγκαλούντος ούτως ώστε να καλύπτονται, είτε θα καταβάλλεται το αντίκρισμα τους στη Τράπεζα όπου θα τις κατέθεταν λόγω ενεχύρου και θα τις επέστρεφαν εις χείρας του εγκαλούντος, καθ' όσον τον διαβεβαίωσαν ότι οι επιταγές αυτές θα χρησιμοποιηθούν για να εμφανίσει η εταιρεία τους μεγάλο πλαφόν στις Τράπεζες και ότι εν τέλει θα εξοφλούντο από εκείνους που ήταν φερέγγυοι και η εταιρεία τους ήταν κερδοφόρα. Έτσι ο εγκαλών τους παρέδωσε την υπ' αρ.... επιταγή της ALPHA BANK ποσού 5500 €, την υπ' αρ. ... επιταγή της ΑLPHA BANK, ποσού 8500 € και την υπ' αρ. ... επιταγή της ως άνω Τράπεζας ποσού 7500 €, πλην όμως οι επιταγές αυτές δεν πληρώθηκαν, οι δε κατηγορούμενοι εγνώριζαν ότι δεν μπορούσαν να καλύψουν τα ποσά κατά τη λήξη τους καίτοι τις είχαν προεξοφλήσει. Όλα τα ανωτέρω, τα οποία ήσαν εξ αρχής γνωστά στους κατηγορουμένους, ενώ αν τα εγνώριζε ο εγκαλών, δεν θα προέβαινε στην συμφωνία αυτή, με αποτέλεσμα να ωφεληθούν οι κατηγορούμενοι το συνολικό ποσό των 21.500 € με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος, ζημία που ήταν ιδιαίτερα μεγάλη κατά τα κρατούντα στις συναλλαγές". 2) Στον ανωτέρω τόπο και κατά το επακριβώς προσδιορισθέν χρονικό διάστημα που ανάγεται πάντως κατά μήνα Μάιο 2006 και Αύγουστο 2006 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, νόθευσε έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα, επί του υπ' αρ. ... με ημερομηνία έκδοσης 30-11-2006 ποσού 9230 € επιταγής της Τράπεζας Πειραιώς εκδοθείσας από την εταιρεία "PUBLICOMM Α.Ε.", έθεσαν κατ' απομίμηση την υπογραφή και τα στοιχεία του εγκαλούντος επί της οπισθίας όψεως αυτής εμφανίζοντας την ως οπισθογράφηση. Επίσης, επί της υπ' αρ. ... εκδοθείσας από την εταιρεία "ΤΟΥΙΤΙ ΓΚΕΙΜΣ Ε.Π.Ε" με ημερομηνία εκδόσεως 21/2/2007 συμπλήρωσαν κατ' απομίμηση στην οπισθογράφηση την υπογραφή του εγκαλούντος, προκειμένου να δημιουργηθεί δική του ευθύνη ως οπισθογράφου. Εν συνεχεία δε έκαναν χρήση των παραπάνω επιταγών θέτοντάς τες σε κυκλοφορία με σκοπό να παραπλανήσουν τις Τράπεζες σχετικά με το έχον έννομες συνέπειες γεγονός της νόμιμης έκδοσης και οπισθογράφησης αυτών." Δηλαδή τους κήρυξε ενόχους για τις αξιόποινες πράξεις α) της απάτης από κοινού κατ εξακολούθηση ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας και β) πλαστογραφίας με χρήση από κοινού κατ' εξακολούθηση. Ακολούθως επέβαλλε στον καθένα για κάθε μία πράξη, ποινή φυλακίσεως 18 μηνών και συνολική 26 μηνών εις έκαστο, την οποία ανέστειλε επί τριετία.
Με τις παραδοχές αυτές το δικάσαν κατ' έφεση Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε γι αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94, 98 παρ. 1, 216 παρ. 1, 386 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε, και ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αιτιολογείται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, α) σε σχέση με την παράσταση από κοινού ψευδών γεγονότων ως αληθινών, από τους αναιρεσείοντες -κατηγορουμένους στον εγκαλούντα, με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, "ότι παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα από το μήνα Ιανουάριο 2005 μέχρι και το μήνα Δεκέμβριο του 2006 ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο, ότι η εταιρεία τους με την επωνυμία "Ν. Ν. και Σια Ο.Ε.", της οποίας σκοπός ήταν η εμπορία πλαστικών ειδών, ήταν κερδοφόρα και ότι οι ίδιοι, που ήταν ομόρρυθμοι εταίροι αυτής, είχαν μεγάλη οικονομική επιφάνεια λόγω δε της τελευταίας, θα κατέβαλαν κατά τη λήξη των επιταγών που του ζήτησαν να εκδώσει εις διαταγή της εταιρείας τους, προκειμένου να τις ενεχυριάσουν στις Τράπεζες για να χρηματοδοτηθούν, τα αντίστοιχα ποσά στο Τραπεζικό λογαριασμό του ή θα τα κατέθεταν στη Τράπεζα και θα του παρέδιδαν τα σώματα των επιταγών, ενώ γνώριζαν κατά το χρόνο των ψευδών παραστάσεων, ότι δεν είχαν τόσο οι ίδιοι ατομικά όσο και η εταιρεία τους την οικονομική δυνατότητα να καταθέσουν κατά το χρόνο λήξης των επιταγών αυτών, το αντίστοιχο ποσό κάθε μίας στο λογαριασμό του εγκαλούντα ή να καταθέσουν τα χρηματικά ποσά για τα οποία τις ενεχυρίασαν στις Τράπεζες και να του παραδώσουν τα σώματα των επιταγών. β) σε σχέση με την παραπλάνηση του εγκαλούντος να προβεί σε επιζήμια για την περιουσία του βλάβη, με την παραδοχή ότι συνεπεία των ανωτέρω ψευδών παραστάσεων, αυτός πείσθηκε και εξέδωσε εις διαταγή της εταιρείας των αναιρεσειόντων τις ανωτέρω επιταγές, συνολικού ποσού 21500 €, τις οποίες δε θα δεχόταν να εκδώσει, ούτε να τις παραδώσει, αν δεν είχε πεισθεί για τη φερεγγυότητα των ιδίων και την κερδοφορία της εταιρείας τους, συνεπεία των ψευδών παραστάσεων τους. γ) σε σχέση με τον σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος με βλάβη ξένης περιουσίας, με την παραδοχή ότι, σκοπός της παραπάνω παράνομης εξακολουθητικής συμπεριφοράς τους ήταν να αποκομίσουν όφελος με την προεξόφληση των ανωτέρω τριών επιταγών στις Τράπεζες, ποσού 21.500 €, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος ο οποίος αναγκάσθηκε κατά τη λήξη τους, να τις εξοφλήσει και να υποστεί η περιουσία του ζημία, συνολικού ποσού 21.500 €, η οποία κατά τα κρατούντα στις συναλλαγές είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Επίσης, αιτιολογείται η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας από κοινού κατ' εξακολούθηση, με τις παραδοχές ότι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ενεργούντες με κοινό δόλο, έθεσαν στις διαλαμβανόμενες δύο επιταγές και μάλιστα στη θέση του οπισθογράφου κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντος, χωρίς αυτός να το γνωρίζει με το σκοπό να παραπλανήσουν με την χρήση τους τις Τράπεζες, στις οποίες τις έθεσαν σε κυκλοφορία, ότι ο εγκαλών ήταν οπισθογράφος αυτών και να δημιουργήσουν ευθύνη του προς πληρωμή τους. Περαιτέρω, οι ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, πρέπει να απορριφθούν για τους παρακάτω λόγους. Η υπό στοιχ. α' και γ', με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν παρατίθενται σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι ήταν ψευδή τα γεγονότα ότι η εταιρεία τους ήταν κερδοφόρα, ότι οι ίδιοι ήταν φερέγγυοι, και είχαν οικονομική επιφάνεια, αφού η εταιρεία τους διαθέτει εξοπλισμό 200000 € και οι ίδιοι είναι κύριοι ακίνητης περιουσίας, γιατί οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, αφού υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σε σχέση με τα ψευδή γεγονότα, που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, ότι παρέστησαν στον εγκαλούντα, πλήττεται η αναιρετική περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση αυτού. Η υπό στοιχ, β' αιτίαση με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι για την καταδικαστική του κρίση, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν συνεκτίμησε τα υπ' αρ. 16 και 20 αναγνωστέα έγγραφα, από τα οποία προέκυπτε ότι από τις 3 ενεχυριασθείσες επιταγές, ο εγκαλών παρέλαβε τα σώματα των δύο εξ αυτών, μετά από την πληρωμή των ποσών για τα οποία είχαν δοθεί στην Τράπεζα ως ενέχυρο, από τους αναιρεσείοντες- κατηγορουμένους και το ποσό που αντιστοιχούσε στην τρίτη ενεχυριασθείσα επιταγή το κατέθεσαν στο Τραπεζικό λογαριασμό του εγκαλούντος, πρέπει να απορριφθεί, πρωτίστως ως απαράδεκτη, διότι υπό την επίφαση της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, πλήττεται και πάλι η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επιπροσθέτως όμως, πρέπει να απορριφθεί και ως αβάσιμη, διότι το Δικαστήριο της ουσίας, συνεκτίμησε τα έγγραφα αυτά σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, καθόσον από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, εκτίθεται ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και τα από α) 11-1-2007 και 22-1-2007 δελτία κατάθεσης της EUROBANK, από τα οποία προκύπτει, ότι ο εγκαλών εξόφλησε τις υπ' αρ. ... και ... επιταγές ποσού 7500 € και 8500 € και β) η από 17-1-2007 κατάθεση μετρητών της Τράπεζας ASPIS BANK, από την οποία προκύπτει ότι ο εγκαλών κατέθεσε για την υπ' αρ. ... επιταγή το ποσό των 5.276 €. Η αιτίαση αυτή των αναιρεσειόντων, περαιτέρω, εφόσον δεν προβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας με την επίκληση του άρθρου 406 Α' ΠΚ, μόνο για τη δικαστική επιμέτρηση της ποινής, συνεκτιμήθηκε. Η υπό στοιχείο Δ' αιτίαση των αναιρεσειόντων, με την οποία προσάπτεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας, οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού κατ' εξακολούθηση, χωρίς αναφορά των συνθηκών, του χρόνου, του τόπου τελέσεώς της, των αποδεικτικών μέσων και τον σύνδεσμο των αποδεικτικών μέσων με το αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε, στηρίζεται επί αναληθών προϋποθέσεων. Τούτο διότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, εκτίθεται ο χρόνος και ο τόπος της εξακολουθητικής πράξεως, της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, (Αθήνα, χρονικό διάστημα από Μάιο 2006 έως Αύγουστο 2006), υπό την μορφή της νόθευσης εγγράφου (απομίμηση υπογραφής του εγκαλούντος στη θέση του οπισθογράφου των δύο επίμαχων επιταγών) και αναφέρονται λεπτομερώς, όλα τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση και για το αδίκημα αυτό, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ειδικότερα αποδεικτικό μέσο, οδηγήθηκε για κάθε μία παραδοχή του. Τέλος, η με στοιχ. Ε' αιτίαση, με την οποία προσάπτεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι αποτελεί σχεδόν πλήρη αντιγραφή της πρωτόδικης απόφασης τόσο κατά το σκεπτικό όσο και κατά το διατακτικό της, σε σημείο που να στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμη. Τούτο διότι, ως προαναφέρθηκε, είναι επαρκώς αιτιολογημένη και από την επισκόπηση της αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η απόφαση του δευτεροβαθμίου παραθέτει δικές της σκέψεις και παραδοχές. Επομένως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει, να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ο καθένας χωριστά στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αρ. πρωτ.6784 από 15-10-2012 αίτηση, των Ν. Ν. του Ι., κατοίκου ... και της Π. συζ. Ν. Ν., κατοίκου ομοίως, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 2782/2012 αποφάσεως του Γ' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται για τον καθένα αναιρεσείοντα στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως. Αδικήματα: 1. Απάτη από κοινού ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας κατ' εξακολούθηση. 2. Πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού κατ' εξακολούθηση. Λόγος αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επαρκής η αιτιολογία. Ο εκδότης της επιταγής που καταθέτει ο κομιστής αυτής στην Τράπεζα ως ενέχυρο για τη χρηματοδότηση του ευθύνεται απέναντι στην Τράπεζα αν δεν πληρωθεί από τον κομιστή. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Πλαστογραφία και χρήση (πλαστού εγγράφου)
|
Απάτη, Πλαστογραφία και χρήση (πλαστού εγγράφου).
| 1
|
Αριθμός 519/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Αγγελόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2485/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1019/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημέρες, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς εκείνον γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α προσώπων, προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η ως άνω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 273 παρ.1 του ΚΠΔ, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά την προανάκριση, που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ'αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος, που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Επίσης, κατά το άρθρο 154 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, η μη τήρηση της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα συνεπάγεται ακυρότητα της επιδόσεως. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 476 παρ. 1 και 473 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι προϋπόθεση της εκπρόθεσμης ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατά της αποφάσεως πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που έχει εκδοθεί με απόντα τον εκκαλούντα, είναι η έγκυρη επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί διαφορετικά, αν η επίδοση είναι άκυρη, δεν αρχίζει η νόμιμη προθεσμία προς άσκηση και το ένδικο μέσο της εφέσεως ασκείται εμπρόθεσμα. Η προϋπόθεση δε αυτή, ως διαδικαστική, εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως για να κριθεί το εμπρόθεσμο ή μη της εφέσεως. Εάν δε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει εκπρόθεσμη την άσκηση της εφέσεως και κηρύξει αυτή απαράδεκτη, αντί να την δεχθεί τυπικά ως εμπρόθεσμη εξαιτίας της ακυρότητας της επιδόσεως της αποφάσεως προς τον εκκαλούντα, τότε τούτο υπερβαίνει την εξουσία του και δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως.
Τέλος, κατά τις διατάξεις, του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το αρμόδιο δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση (παρ. 2). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για το απαράδεκτο, η δε απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως της προσβαλλομένης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, το χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση συγκεκριμένος λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία της εφέσεως (του άρθρου 473 παρ.1 του ΚΠΔ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ.ΑΠ 6/1994, 7/1994 και 4/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προς διερεύνηση της βασιμότητας ή μη σχετικού λόγου αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου, που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμη, λόγω μη ενάρξεως της προθεσμίας της εφέσεως, συνεπεία ακύρου επιδόσεως στον εκκαλούντα της πρωτόδικης ερήμην του εκδοθείσας καταδικαστικής αποφάσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Από τη σχετική με αρ. 126/18-11-2011 έκθεση εφέσεως του Πρωτοδικείου Πατρών, προκύπτει ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος, φερόμενος στην έφεση, ως κάτοικος ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, προέβαλε με αυτή, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "Η έφεση μου ασκείται εκπρόθεσμα διότι η εκκαλουμένη απόφαση μου επιδόθηκε την 9-2-2010, ως αγνώστου διαμονής, παρά το γεγονός ότι εγώ είχα γνωστή διαμονή στην ... επί της οδού ..., την οποία μάλιστα είχα γνωστοποιήσει στο Δικαστήριο. Ειδικότερα, με την από 27/7/2007 εξουσιοδότηση, παρείχα στον τότε πληρεξούσιο Δικηγόρο μου την εντολή να με εκπροσωπήσει ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών κατά τη δικάσιμο της 29/7/2007, δηλώνοντας, ως διεύθυνση κατοικίας μου στην ... την οδό ....
Η εκδίκαση της υποθέσεως αναβλήθηκε την 27-7-2007 ορίστηκε νέα δικάσιμος για την 7-5-2008. Την 7-5-2008 αναβλήθηκε εκ νέου για την 25-2-2009, πλην όμως ούτε την ανωτέρω ημερομηνία εκδικάστηκε η υπόθεση λόγω απεργίας των δικαστικών υπαλλήλων. Το δικαστήριο προσδιορίστηκε εκ νέου για τη δικάσιμο της 30-6-2009. Ωστόσο, ο αρμόδιος κλητήρας των δικαστηρίων πήγε να μου κοινοποιήσει την κλήση για το δικαστήριο της 30-6-2009 στην οδό ..., όπου δεν διέμενα και αφού δεν με βρήκε επέδωσε την κλήση ως αγνώστου διαμονή με τοιχοκόλληση στο Δήμο ..., και παρά το γεγονός ότι είχα γνωστή διεύθυνση στην οδό ... την οποία επαναλαμβάνω είχα ήδη γνωστοποιήσει στο δικαστήριο με την από 27/7/2007 εξουσιοδότηση. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να μην λάβω γνώση ούτε της κλητεύσεως του Δικαστηρίου για τη δικάσιμο της 30-6-2009 οπότε και δημοσιεύτηκε η εκκαλουμένη απόφαση." Από τα παραπάνω εκτιθέμενα στην έκθεση εφέσεως του αναιρεσείοντος σαφώς συνάγεται, ότι ο αναιρεσείων επικαλείται ότι δεν έλαβε γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως για συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, για τη δικάσιμο της 30-6-2009, που εκδόθηκε ερήμην του η προσβαλλόμενη με την έφεση με αρ. 7786/30-6-2009 καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, η δε προς αυτόν επίδοση της εκκαλουμένης αυτής αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής στο Δήμο ... είναι άκυρη, γιατί είχε γνωστή διαμονή στην οδό ... των ..., διεύθυνση που ο δικηγόρος του είχε δηλώσει στο παραπάνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην οποία θάπρεπε να κλητευθεί ως γνωστής διαμονής, ενώ επικαλέστηκε και προσκόμισε σχετικά αποδεικτικά έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και εξέτασε και μάρτυρα.
Με την προσβαλλόμενη 2485/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, όπως απ' αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η ανωτέρω με αριθμό εκθέσεως 1261/18-11-2011 έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, κατά της με αρ. 7786/30-6-2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, με την οποία είχε καταδικασθεί αυτός, ερήμην, κληθείς ως άγνωστης διαμονής, σε ποινή φυλακίσεως πέντε ετών, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο (παρ. αρ. 25 παρ.1, 2, 3 του ν. 1882/1990, όπως αντικ. και ισχύει με το άρθρο 34 του ν. 3220/2004), με την παρακάτω, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: Στην προκείμενη περίπτωση από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ν. Α. και από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία και αναγνώσθηκαν, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Με την με αριθμό 7786/30-6-2009 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, που εκδόθηκε ερήμην του κατηγορουμένου - εκκαλούντος Γ. Μ., καταδικάσθηκε αυτός σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών, για μη καταβολή χρεών προς το δημόσιο (άρθρου 25 παρ. 1, 2, 3 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 23 ν. 2523/1997, 19 παρ. 2ν. 2948/2001 και 34 παρ. 1 α του ν. 3220/2004). Από το με ημερομηνία 28-5-2009 αποδεικτικό επιδόσεως αποφάσεως, στο οποίο επισυνάπτεται η από 28.5.2009 βεβαίωση αγνώστου διαμονής, αποδεικνύεται ότι η επίδοση του αρ. Ζ07-319 κλητηρίου θεσπίσματος με κλήση για τη δικάσιμο της 30.6.2009, κατά την οποία συζητήθηκε ερήμην η εναντίον κατηγορία και εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, έγινε κατά την ανωτέρω ημερομηνία από το δικαστικό επιμελητή της Εισαγγελίας Πατρών ..., ο οποίος συνέταξε και την προαναφερόμενη βεβαίωση, προς την υπάλληλο του Δήμου ... Γ. Χ., η οποία ήταν εξουσιοδοτημένη να παραλαμβάνει αποφάσεις και το οποίο (κλητήριο θέσπισμα) την ίδια ημέρα τοιχοκολλήθηκε από τον υπάλληλο του άνω Δήμου Α. Π. στο πιο δημόσιο μέρος του Δήμου ..., όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση που υπάρχει στο άνω αποδεικτικό. Ακόμη από το με ημερομηνία 9-2-2010 αποδεικτικό επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της ίδιας Εισαγγελίας ... αποδεικνύεται ότι αντίγραφο της αρ. 7786/2009 αποφάσεως επιδόθηκε επίσης ως αγνώστου διαμονής με βάση την αρ. πρωτ. 436/29.1.2010 εισαγγελική παραγγελία στην αρμόδια υπάλληλο του Δήμου ... Γ. Ρ., η οποία ήταν εξουσιοδοτημένη να παραλαμβάνει δικαστικές αποφάσεις, ενώ την ίδια ημέρα ο υπάλληλος του παραπάνω Δήμου Γ. Α. τοιχοκόλλησε αυτήν στο πιο δημόσιο μέρος του Δήμου, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση που υπάρχει στο παραπάνω αποδεικτικό. Οι επιδόσεις έτσι του άνω κλητηρίου θεσπίσματος αλλά και της εκκαλούμενης απόφασης έγιναν από τα άνω όργανα προς τον κατηγορούμενο ως άγνωστης διαμονής διότι αυτός, αφού αναζητήθηκε στην οδό ... του Δήμου ..., όπου κατά το χρόνο τέλεσης της αποδιδόμενης σε βάρος του αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ως άνω είχε την κατοικία κατά τα αναφερόμενα στην αρ. πρωτ. 6444/27.2.2009 (Αρ. Ειδ. Βιβλίου 17/2007) αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της Α' ΔΟ.Υ. Πατρών, δεν ανευρέθη (ο κατηγορούμενος) στην εν λόγω διεύθυνση ούτε κάποιο άλλο πρόσωπο από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 156 παρ. 1 του ΚΠΔ. Μόνη δε γνωστή αυτού κατοικία ήταν αυτή, που προέκυπτε από την παραπάνω αίτηση δίωξης, με βάση την οποία ασκήθηκε κατά του εκκαλούντος ποινική δίωξη για την άνω πράξη, επί της οποίας και εκδόθηκε η παραπάνω απόφαση. Την ίδια ακριβώς διεύθυνση ανέφερε και στο με ημερομηνία 21 Ιανουαρίου 2008 υπόμνημα του ενόψει της από 19.9.2002 προσφυγής του στο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Πατρών, αντίγραφο του οποίου προσκόμισε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τις δικάσιμους της 29.6.2007 και 7.5.2008, κατά τις οποίες η συζήτηση της εναντίον του κατηγορίας αναβλήθηκε για ισχυρότερες αποδείξεις κατ' άρθρο 352 ΚΠΔ με τις αρ. 7725/ 29.6.2007 και 5463/7.5.2008 αποφάσεις προκειμένου να προσκομιστεί η απόφαση επί της παραπάνω προσφυγής λόγω της αναγκαιότητας της για το σχηματισμό πλήρους δικαστικής κρίσης. Εναντίον της αρ. 7786/30.6.2009 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος άσκησε στις 18.11.2011 τη με αριθμό 1261/18.11.2011 έφεση, στην οποία αναφέρει ότι αυτή ασκείται εκπροθέσμως διότι κατά το χρόνο επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως δεν ήταν άγνωστης διαμονής αλλά γνωστής δηλώνοντας ως τόπο διαμονής την ..., την οποία γνωστοποίησε στο δικαστήριο με την από 27.6.2007 εξουσιοδότηση προς τον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Χρονόπουλο για να τον εκπροσωπήσει στην πρωτόδικη δίκη κατά την δικάσιμο της 29.6.2007 ή σε οποιαδήποτε μετ' αναβολή. Προβάλλει δηλαδή ο εκκαλών με την έφεση του ακυρότητα της γενομένης προς αυτόν επιδόσεως της εκκαλούμενης. Όμως, όπως ήδη προεκτέθηκε, μόνη γνωστή κατοικία του εκκαλούντος, κατά τον άνω χρόνο επιδόσεως της άνω αποφάσεως και του κλητηρίου θεσπίσματος, ήταν η οδός ... αριθ. 3 του Δήμου ..., τα δε ενεργούντα τις επιδόσεις ως άνω όργανα δεν είχαν τη δυνατότητα να πληροφορηθούν κατά τον άνω χρόνο της επίδοσης ότι ο εκκαλών δεν κατοικούσε εκεί και ότι διέμενε πλέον σε άλλη διεύθυνση και συγκεκριμένα σε αυτήν που πρώτη φορά νομότυπα δηλώνει με το δικόγραφο της εφέσεως, αφού δεν είχε επιμεληθεί την αναγγελία στην εισαγγελική αρχή Πατρών, που ήταν αρμόδια και είχε παραγγείλει τις άνω επιδόσεις, την ως άνω αλλαγή της διεύθυνσης του, ώστε να κληθεί και επιδοθεί η απόφαση που ήδη εκκαλεί, ως γνωστής διαμονής. Είναι δε αδιάφορο το γεγονός ότι η ως άνω διεύθυνση που επικαλείται ο εκκαλών, ήταν γνωστή στη Διεύθυνση Μεταφορών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας, η οποία εξέδωσε επ' ονόματι του την από 14.4.2008 άδεια κυκλοφορίας για ένα αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του, στην οποία αναφέρεται ως διεύθυνση κατοικίας η ..., αφού κατά το χρόνο της επίδοσης αυτή είναι τρίτο πρόσωπο και μη αρμόδια υπηρεσία για να παραγγείλει συναφείς με τις ως άνω επιδόσεις, σύμφωνα και με τα παραπάνω νομικά δεδομένα. Σημειωτέον ότι ούτε η κατά τα ανωτέρω μνεία της ... στη εξουσιοδότηση προς τον παραπάνω δικηγόρο συνιστά νόμιμο τρόπο γνωστοποίησης της διεύθυνσης κατοικίας του εκκαλούντος αφού δεν έγινε στην κατ1 άρθρο 156 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ αρμόδια εισαγγελική αρχή, ενώ αντίθετο συμπέρασμα δεν συνάγεται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ν. Α. αφού ούτε αυτός βεβαιώνει ότι ο εκκαλών προέβη σε νομότυπη δήλωση αλλαγής του τόπου κατοικίας του. Σύμφωνα με τα παραπάνω η επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως νόμιμα και εμπρόθεσμα έγινε στον εκκαλούντα ως αγνώστου διαμονής παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών στην έφεση, τα οποία αβάσιμα και απορριπτέα. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως στις 18-11-2011, δηλαδή μετά την πάροδο της προβλεπομένης από την άνω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 473 ΚΠΔ, προθεσμίας των 30 ημερών, ήτοι μετά από ένα έτος και δέκα μήνες περίπου, αφού η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε νομίμως στον εκκαλούντα στις 9-2-2010, όπως προαποδεικνύεται. Με τα δεδομένα αυτά, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, όπως ορίζεται στο διατακτικό." Από την επισκόπηση του με χρονολογία 9-2-2010 αποδεικτικού επιδόσεως του ..., επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πατρών, προκύπτει ότι επιδόθηκε στις 9-2-2010 στον κατηγορούμενο Ν. Μ., αντίγραφο της ερήμην του εκδοθείσας με αρ. 7786/30-6-2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, ως αγνώστου διαμονής, στο Δήμαρχο ..., γιατί όπως βεβαιώνεται στο αποδεικτικό αυτό του εντεταλμένου οργάνου επιδόσεως, το όργανο αυτό μετέβη στην οδό "άνευ διευθύνσεως", χωρίς να αναφέρει δηλαδή σε ποία οδό μετέβη και πού αναζήτησε τον κατηγορούμενο Ν. Μ. και βεβαιώνονται προσθέτως τα λοιπά τυπικά στοιχεία του εντύπου αποδεικτικού, ότι ο Ν. Μ. αναζητήθηκε στην διεύθυνση της τελευταίας γνωστής κατοικίας του και δε βρέθηκε εκεί αυτός ή άλλο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ.2 του ΚΠΔ πρόσωπα, αυτός δε, μετά από έρευνα του ανωτέρω οργάνου, προέκυψε ότι τυγχάνει άγνωστος και μετώκησε σε άγνωστη διεύθυνση, γι' αυτό και επέδωσε την απόφαση στο Δήμο .... Από το παραπάνω περιεχόμενο του αποδεικτικού επιδόσεως προκύπτει ότι το εντεταλμένο όργανο επιδόσεως της ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως δε μετέβη σε ορισμένο τόπο κατοικίας του κατηγορουμένου, δεν προσδιορίζει σε ποία οδό μετέβη και αναζήτησε αυτόν και δεν τον βρήκε, αλλά θεωρώντας ανεπίτρεπτα αυτόν ως μη έχοντα ποτέ και κάπου γνωστή κατοικία, επέδωσε την απόφαση στο Δήμο ... ως άγνωστης διαμονής. Με τον τρόπο αυτό δε μπορεί να ελεγχθεί πού αναζητήθηκε ο κατηγορούμενος και αν αναζητήθηκε στην τελευταία από αυτόν γνωστοποιηθείσα στο πρωτόδικο δικαστήριο διεύθυνση της κατοικίας του, στην οδό ... ή στην αρχική διεύθυνση της οδού ... των ..., που διέμενε κατά τη μηνυτήρια αναφορά της αρμόδιας φορολογικής αρχής ή σε άλλη οδό, ώστε να δικαιολογείται η επίδοση ως αγνώστου διαμονής και να ελεγχθεί η εγκυρότητα της επιδόσεως.
Συνεπώς, η επίδοση αυτή είναι άκυρη και η προθεσμία εφέσεως κατά της ερήμην πρωτόδικης αποφάσεως δεν άρχισε να τρέχει, η δε ασκηθείσα στις 18-11-2011 έφεση του κατηγορουμένου, μη προκύπτουσας άλλης επιδόσεως της παραπάνω ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως, είναι εμπρόθεσμη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η εν λόγω επίδοση της ερήμην αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής ήταν έγκυρη και ακολούθως η κριθείσα έφεση, ως ασκηθείσα μετά την προθεσμία των 30 ημερών του άρθρου 473 ΚΠΔ, εκπρόθεσμη, απορρίψαν στη συνέχεια την ασκηθείσα έφεση ως απαράδεκτη, έσφαλε και έτσι υπερέβη την εξουσία του. Επομένως είναι βάσιμος ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αρ. 2485/4-7-2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση, της με αρ. 1261/2011 εφέσεως του κατηγορουμένου Ν. Μ. του Γ., κατά της υπ' αριθμ. 7786/2009 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορριπτική απόφαση εφέσεως ως εκπρόθεσμης, κληθέντος του κατηγορουμένου εγκύρως ως άγνωστης διαμονής. Στην Έκθεση Εφέσεως και την αναίρεση επικαλείται ο αναιρεσείων ακυρότητα επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής της ερήμην του πρωτόδικης αποφάσεως. Βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως, για υπέρβαση εξουσίας, γιατί εσφαλμένα απορρίφθηκε η έφεση ως εκπρόθεσμη, διότι η επίδοση προς τον κατηγορούμενο ήταν άκυρη, καθόσον το εντεταλμένο όργανο επιδόσεως της ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως δε μετέβη σε ορισμένο τόπο κατοικίας του κατηγορουμένου, δεν προσδιορίζει σε ποία οδό μετέβη και πού αναζήτησε αυτόν και δεν τον βρήκε, αλλά θεωρώντας ανεπίτρεπτα αυτόν ως μη έχοντα ποτέ και κάπου γνωστή κατοικία, επέδωσε την απόφαση στο Δήμο Πατρέων ως άγνωστης διαμονής.
|
Ακυρότητα επιδόσεως
|
Επιδόσεως αποδεικτικό, Εφέσεως απαράδεκτο, Ακυρότητα επιδόσεως.
| 0
|
Αριθμός 519/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ιερού Ναού Μεταμορφώσεως του Σωτήρος του …του Δήμου …, νόμιμα εκπροσωπούμενου από το εκκλησιαστικό συμβούλιο, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Φουσέκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ε. Ι. συζ. Ε., το γένος Δ. Δ., κατοίκου ... και 2)Κ. Ι. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ζαχαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/11/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 220/2005 μη οριστική, 166/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 48/2009 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/7/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 11/1/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, εξαιτίας της παραβάσεως των ορισμών του νόμου, αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι'αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο απέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη στο αναφερόμενο σ'αυτά τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο συντάχθηκε κατά παραγγελία των εναγομένων και αποτελεί ιδιωτικό έγγραφο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, ο από τον αριθ.12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παράβαση των ορισμών του νόμου για τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται μόνο προκειμένου περί αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχουν ορισμένη από το νόμο αποδεικτική δύναμη, και όχι ως προς τα ελευθέρως, κατά τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, εκτιμώμενα από το δικαστήριο αποδεικτικά μέσα. Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 παραγρ.2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία "ναοί αφιερωμένοι ή κτήρια ιδιαίτερης σημασίας αποτελούν σημείο αναφοράς και γίνονται τοπωνύμια, τα δε τοπωνύμια διακρίνονται για το ευσύνοπτό τους και την ικανότητά τους να χαρακτηρίζουν περιοχές για τον προσδιορισμό ακινήτων. Είναι πολυετής διαδικασία και γίνεται αποδεκτή ύστερα από πολλαπλή χρήση από πολλούς ιδιοκτήτες. Τοπωνύμιο ατομικής και μίας ιδιοκτησίας δεν είναι δυνατόν να καθιερωθεί εκτός και αν αυτό αναφέρεται σε μεγάλη ιδιοκτησία που θα χαρακτηρίζει και τις μικρότερες όμορες αυτής. Ακόμα από τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι οι ναοί οι αφιερωμένοι σε λατρεία Αγίου ουδέποτε ερημωνόντουσαν ή αγρίευαν ως προς τον άμεσο και γύρω από αυτούς χώρο αφού η ετήσια συνάθροιση κατά την μνήμη τους δεν επέτρεπε την ανάπτυξη άγριας βλάστησης, ο δε συγκεκριμένος χώρος δεν αναφερόταν με άλλο προσδιορισμό παρά με το όνομα του Αγίου που ήταν αφιερωμένος ο ναός. Αντίθετα τα πλησίον ή συνέχεια του χώρου του ναού και του προαυλίου του ακίνητα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και να ονοματοδοτηθούν από το όνομα του Αγίου και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους π.χ.βράχος ή λόγγος ή αγρίωμα ή δάσος. Αντίθετα από τα ίδια διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι τοπωνύμια δύσκολα ή σύνθετα δημιουργούνται πολύ σπάνια, το δε συγκεκριμένο τοπωνύμιο που εδέχθη η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση … μέσον και άκρον" δεν απεδείχθη ότι υφίσταται από κανένα αποδεικτικό μέσο, και έτσι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθ.1 περ.β και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ". Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ούτε τα αναφερόμενα κατά τα προεκτιθέμενα ως διδάγματα κοινής πείρας έχουν τον χαρακτήρα αυτόν, ούτε χρησιμοποιήθηκαν κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σ'αυτόν πραγματικών περιστατικών, αλλά πλήττει ευθέως την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Επειδή, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ.13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του "παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου για το βάρος απόδειξης αφού αυτό όφειλε να εξετάσει και οι εναγόμενοι όφειλαν να αποδείξουν την ένσταση ιδίας κυριότητας που πρόβαλαν". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού σύμφωνα με τη διάταξη του αριθ.13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου για το βάρος της αποδείξεως, που θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας αποφάσεως περί αποδείξεως. Τέτοια, όμως, απόφαση δεν εκδίδεται κατά τη διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατ' άρθρο 270 ΚΠολΔ, όπου οι διάδικοι έως το τέλος της συζητήσεως στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά μέσα.
Επειδή κατά μεν την παρ.1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ: "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται, για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου: "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης". Η χρησιμοποίηση στο μεταγλωττισμένο στη δημοτική κείμενο της τελευταίας διάταξης της λέξης "ειδικές" αντί της λέξης "ιδιάζουσες", οφείλεται σε εσφαλμένη μεταγλώττιση από το κείμενο της καθαρεύουσας, στο οποίο χρησιμοποιείται η λέξη "ιδιάζουσα". Έτσι ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ.3 εδαφ.τελευταίο του ν.1406/1983, λόγω της νοηματικής διαφοράς που προκύπτει, το αρχικό κείμενο της διάταξης που είναι διατυπωμένο στην καθαρεύουσα. Από τις αμέσως πιο πάνω παρατιθέμενες διατάξεις του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες. Επομένως αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1960/2006). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 355 ΚΠολΔ το δικαστήριο διατάζει αυτοψία αν θεωρεί αναγκαία την αντίληψη του αντικειμένου της απόδειξης με τις δικές του αισθήσεις. Επομένως αυτοψία διατάσσεται αν κατά την κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι αναγκαία. Η δε κρίση του δικαστηρίου να δεχθεί ή να απορρίψει σχετικό αίτημα δεν χρειάζεται αιτιολογία και δεν ελέγχεται αναιρετικά. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο "απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για διενέργεια αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση της ταυτότητας του επιδίκου ακινήτου με την αιτιολογία ότι σχημάτισε δικανική πεποίθηση από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, η δε αιτιολογία αυτή είναι ατελής ασαφής και ανεπαρκής". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού η κρίση του δικαστηρίου να δεχθεί ή να απορρίψει σχετικό αίτημα διενέργειας αυτοψίας δεν χρειάζεται αιτιολογία και δεν ελέγχεται αναιρετικά, ενώ αφού δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης η απόρριψη του σχετικού αιτήματος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως (κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ).
Επειδή, ο έκτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ.19 του άρθρου 559 με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι στερείται πάσης αιτιολογίας σχετικά με το ποιο είναι εν τέλει το επίδικο ακίνητο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σ'αυτήν, γίνεται λεπτομερής περιγραφή του επιδίκου ακινήτου κατ'εκταση όρια και θέση. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ηττωμένου αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-7-2009 αίτηση του Ιερού Ναού Μεταμορφώσεως του Σωτήρος του … του Δήμου …για αναίρεση της 48/2009 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διεκδικητική αγωγή. Λόγοι αναίρεσης από 12, 1β, 13, 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ.
|
Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου
|
Αγωγή διεκδικητική, Έλλειψη νόμιμης βάσης, Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, Αποδεικτικών μέσων δύναμη.
| 0
|
Αριθμός 521/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Σούλη, για αναίρεση της υπ'αριθ.8526/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον L. B., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1294/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 314 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από τις ανωτέρω διατάξεις εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται αφενός μεν πρόκληση σε άλλον σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας, αφετέρου δε α) μη καταβολή από τον δράστη της επιβαλλομένης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό της ίδιες πραγματικές καταστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές, της κοινής πείρας και λογικής και της συνήθους πορείας των πραγμάτων, β) δυνατότητα αυτού βάσει των προσωπικών του περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια), και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμελείας, εφόσον το ένα σκέλος της ποινικής ευθύνης θεμελιούται στην μη καταβολή της προσήκουσας, κατά την προδιαληφθείσα νομική έννοια, προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) από την οποία επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά συνιστά σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε αυτού, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος δια παραλείψεως τελουμένου, απαιτείται και η συνδρομή των ουσιαστικών όρων του άρθρου 15 ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία διάταξη συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος που τελέστηκε με παράλειψη δεν αρκεί η ύπαρξη κάποιας γενικής νομικής υποχρεώσεως προς παροχή συνδρομής για την πρόληψη του εγκληματικού αποτελέσματος, ούτε και απλής ηθικής προς τούτο υποχρεώσεως, αλλ' απαιτείται να υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, της οποίας το περιεχόμενο συνίσταται ειδικώς στην αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος δι' ιδίων ενεργειών του δράστη αμέσως επενεργουσών, ως υπέχοντος, έναντι της εννόμου τάξεως, θέση εγγυητή της διαφυλάξεως του δια του άνω αποτελέσματος προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επελεύσεως του βλαπτικού για ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, δύναται να πηγάζει κυρίως α) από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη του νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνδεομένων με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου προς ενέργεια, γ) από ειδική σχέση, δυναμένη να θεμελιωθεί είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε και σε προηγουμένη ενέργεια του υπαιτίου της παραλείψεως, δια της οποίας αυτός αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του βλαπτικού αποτελέσματος.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος αναφορά τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα. Ωστόσο, πρέπει να προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση τους. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 8526/2012 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά " Ο κατηγορούμενος, τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται δηλαδή αυτή της σωματικής βλάβης από αμέλειας από υπόχρεο. Ειδικότερα στη Ν. Πεντέλη Αττικής, στις 11-1-2005, ο εν λόγω κατηγορούμενος ως υπεργολάβος σκυροδέματος (μπετόν) κατά την εκτέλεση του έργου της ανέγερσης οικοδομής ιδιοκτησίας του Χ. Γ. του Β. και της Ε. Γ. του Κ., παρότι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για την τήρηση των διατάξεων που αφορούν την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, και δη να λαμβάνει τα ενδεικνυόμενα μέτρα ασφαλείας προς πρόληψη ατυχημάτων και προς εξασφάλιση της υγείας και την ασφάλεια των εργαζομένων στο εργοτάξιο της ως άνω οικοδομής, από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παρακάτω πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι, δεν θα επερχόταν, και συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ως υπεργολάβος σκυροδέματος (μπετόν), που εκτελούσε το πιο πάνω έργο, δεν μερίμνησε για την ύπαρξη και διάθεση στους εργαζομένους σε εργασίες, που η προστασία τους δεν δύναται να εξασφαλιστεί απόλυτα, είτε δια εξάλειψης του κινδύνου, είτε δια των ομαδικών μέτρων προστασίας και δη σε εργασίες, οι οποίες είναι δυνατόν να προκαλέσουν βλάβες οφθαλμών, των κατάλληλων ατομικών μέσων προστασίας όπως ομματοϋάλια, προσωπίδες, ασπίδα κλπ, με αποτέλεσμα, που από έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις προσοχής δεν προέβλεψε, ο εργαζόμενος B. (Μ.) L. (Λ.), ως οικοδόμος (είχε προσληφθεί από τον κατηγορούμενο, που ασκούσε τότε το επάγγελμα του τεχνίτη ξυλοτύπων και ήταν εφοδιασμένος με την απαιτούμενη άδεια εργασίας, ως αλλοδαπός-υπήκοος Αλβανίας- όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../12-1-2004 άδεια εργασίας αλλοδαπού, που του χορηγήθηκε λόγω λήξης της ισχύος της προηγούμενης και ίσχυε μέχρι τις 20-11-2006 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί για λογαριασμό του, με την ως άνω αναφερόμενη ειδικότητα, όπου πράγματι απασχολήθηκε από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2004), πραγματοποιώντας στην ως άνω οικοδομή εργασίες που ήταν δυνατόν να προκαλέσουν βλάβες οφθαλμών και δη κατασκευή ξυλοτύπων (καλουπιών) σε στάθμη δαπέδου ισογείου, επιχείρησε, χωρίς να έχει εφοδιασθεί και να φέρει ειδικά ομματοϋάλια προστασίας, να στερεώσει έναν ειδικό μεταλλικό σύνδεσμο σύσφιξης "πεταλούδα" ήτοι ξυλότυπο τοιχίου του ανελκυστήρα κτυπώντας την με ένα σκεπάρνι, με αποτέλεσμα αυτή θα θραυσθεί και δύο θραύσματά της (γρέζια) να εισχωρήσουν στον δεξιό οφθαλμό του, και να τραυματισθεί, καθώς υπέστη "υαλοειδεκτομή" και συγκεκριμένα στο εσωτερικό του δεξιού οφθαλμού του είχε εισέλθει ξένο σώμα που τραυμάτισε τον κερατοειδή φακό του αμφιβληστροειδή και του χοριοειδή. Συνεπεία του παραπάνω τραυματισμού του ο παθών νοσηλεύτηκε από τις 11-1-2005 έως τις 19-1-2005 για υαλοειδεκτομή, εν συνεχεία από τις 22-2 μέχρι τις 23-2-2005 καθώς και στις 26-4-2005 αυθημερόν, για διάνοιξη περιφακίου. Παράλληλα, υποβλήθηκε σε χειρουργικές επεμβάσεις, η πρώτη από τις οποίες πραγματοποιήθηκε στις 12-1-2005 και κατ' αυτή αφαιρέθηκε το αιμορραγικό υαλοειδές που είχε γεμίσει την υαλοειδική κοιλότητα με εγχείριση υαλοειδεκτομή. Στις 14-1-2005 με νέα εγχείριση αφαιρέθηκε το ενδοβόλβιο αλλότριο, ενώ στη συνέχεια, στις 22-2-2005 λόγω εμφάνισης τραυματικής αιτιολογίας βαρείας μορφής αποκόλλησης χειρουργήθηκε εκ νέου, αφαιρέθηκαν δε οι προαμφιβλητικές και υποαμφιβλητικές μεμβράνες και ματώματα και έγινε έγχυση σιλικόνης στην υαλοειδική κοιλότητα. Έκτοτε ο παθών βρισκόταν υπό συνεχή έλεγχο από τους ιατρούς του Β' Οφθαλμολογικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών Κοργιαλένειου - Μπενάκειου, με τον αμφιβληστροειδή επικολλημένο αλλά και με εκτεταμένες αλλοιώσεις αυτού συνεπεία του τραύματος που έφερε. Ενώ η όρασή του τότε βρισκόταν σε επίπεδο 1/20 στον δεξιό οφθαλμό του, ενώ ο άλλος οφθαλμός είχε καλή όραση και μέχρι σήμερα ο εν λόγω οφθαλμός του (δεξιός) εξακολουθεί να υστερεί, ευρισκόμενος σε επίπεδο κάπου του 1/20, ως αποτέλεσμα του παραπάνω τραυματισμού του και του συστήθηκε η αποφυγή βαρειών εργασιών και τέλος με την υπ' αριθ. 722/4-5-2006 γνωμάτευση της 6ης Α'/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής του υποκαταστήματος του ΙΚΑ, κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 67% για την περίοδο από τις 10-10-2005 έως 31-10-2007, ενώ με την υπ' αριθμ. 2245 γνωμάτευση της Α/θμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Υποκαταστήματος του ΙΚΑ, κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 35% για το χρονικό διάστημα από 1-11-2007 μέχρι τις 31-10-2008 (βλέπε και την υπ' αριθμ. 1576/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Περί των ανωτέρω πρέπει να σημειωθεί σαφή κρίνοντας όσα κατέθεσε ο εξεταζόμενος ως μάρτυρας κατηγορίας, ο παθών, B. (Μ.) L. (Λ.) ο οποίος αναφέρθηκε πειστικά στις ανωτέρω περιστάσεις που οδήγησαν στον τραυματισμό του, ενώ στο ίδιο συμπέρασμα κατατείνει προεχόντως η αναγνωσθείσα στο ακροατήριο από 26-9-2006 έκθεση του Τεχνικού Επιθεωρητή Β. Οικονόμου, η οποία συντάχθηκε αναφορικά με το ατύχημα. Σύμφωνα δε με την έκθεση αυτή, πιο αναλυτικά, που επιβεβαιώνεται και από όλα τα λοιπά στοιχεία, την ημέρα του ατυχήματος (11-1-2005) στην οικοδομή εκτελούνταν εργασίες κατασκευής ξυλοτύπων (καλούπια), σε στάθμη δαπέδου ισογείου. Την χρονική στιγμή του ατυχήματος (περί ώρα 11.30' π.μ. περίπου) ο παθών στην προσπάθειά του να στερεώσει μια "πεταλούδα" ήτοι έναν από τους ειδικούς μεταλλικούς συνδέσμους περίφραξης που εφαρμόζονται σε διάφορα σημεία ενός καλουπιού κατά ζεύγη και κατά την αντιδιαμετρική έννοια στις δύο παράλληλες πλευρές του καλουπιού, στον ξυλότυπο τοιχείου του ανελκυστήρα κτυπώντας την με ένα σκεπάρνι, αυτή έσπασε και δύο θραύσματά της (γρέζια) εισχώρησαν και τραυμάτισαν τον δεξιό του οφθαλμό. Το ατύχημα δε αυτό θα είχε αποφευχθεί, αν ο παθών έφερε ειδικά γυαλιά, δεδομένου ότι για τη συγκεκριμένη εργασία δεν υπάρχει άλλου είδους τεχνική λύση για την προστασία έναντι κινδύνου εκτόξευσης θραυσμάτων και μικροαντικειμένων. Εξαιτίας, μάλιστα, της ψαθυρότητας του υλικού των "πεταλούδων" που χρησιμοποιείται για λειτουργικούς λόγους (χυτοσίδηρος), το φαινόμενο της απότομης θραύσης τους είναι συχνό φαινόμενο, προς τούτο δε και οι κατασκευαστές των ειδικών αυτών μεταλλικών συνδέσμων περίφραξης προτείνουν για την εργασία της εφαρμογής και στερέωσής τους στα καλούπια τη χρήση "ελαφράς" σφύρας αντί του σκεπαρνιού, που εν προκειμένω χρησιμοποιήθηκε. Ο εν λόγω δε κατηγορούμενος, ήταν εξάλλου το πρόσωπο που είχε προσλάβει και απασχολούσε στην συγκεκριμένη εργασία τον παθόντα και συνακόλουθα, ο ίδιος είχε την ιδιότητα του εργοδότου του τελευταίου. Ο παθών δε κατά την ανάληψη και διενέργεια της συγκεκριμένης εργασίας, που οδήγησε στον τραυματισμό του, ενεργούσε υπό τις εντολές του κατηγορουμένου, καθώς ο τελευταίος ήταν που του είχε αναθέσει να ενεργήσει και τούτο ανεξαρτήτως του ότι κατά τον χρόνο του οχήματος απουσίαζε προσωρινά από το χώρο της οικοδομής.
Συνεπώς, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο κατηγορούμενος, αρνούμενος την κατηγορία και ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι δεν ανέθεσε στον παθόντα την συγκεκριμένη ενέργεια και ότι ο τελευταίος με δική του πρωτοβουλία προέβη σ' αυτήν, κρίνοντας ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα. Εξάλλου ούτε ο μάρτυρας υπερασπίσεως είχε σαφή γνώση του ατυχήματος γιατί την ημέρα αυτή δεν ήταν παρών. Ο δε κατηγορούμενος αναγνώρισε την ευθύνη του και ζήτησε την επιείκεια του Δικαστηρίου. Επομένως κατά τ' ανωτέρω ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης η οποία του αποδίδεται. Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υποχρέου σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση εξειδικεύεται η, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος, που πηγάζει από την ιδιότητά του ως εργοδότη του παθόντος και, επομένως, έχοντος, προς αυτόν, το καθήκον πρόνοιας, και η διαπιστωθείσα παράλειψη της υποχρεώσεως τηρήσεως αυτής, αναφορικά με το επελθόν αποτέλεσμα. Επίσης, προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας του κατηγορουμένου και παρατίθενται όλα τα επί μέρους περιστατικά που συγκροτούν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτού και του επελθόντος αποτελέσματος της σωματικής βλάβης του παθόντος. Η ειδικότερη αντίθετη αιτίαση ότι η προσβαλλομένη στερείται αιτιολογίας διότι το σκεπτικό και το διατακτικό αυτής ταυτίζεται με αυτό της πρωτοδίκου αποφάσεως είναι αβάσιμη και τούτο διότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης το Τριμελές Εφετείο διεξήγαγε κανονικά την αποδεικτική διαδικασία και ύστερα από διάσκεψη αποφάσισε για την ενοχή του αναιρεσείοντος και απάγγειλε προφορικά την απόφασή του, όπως ορίζει το άρθρο 371 παρ.1 ΚΠΔ, ενώ η γραπτή σύνταξη και υπογραφή της αποφάσεως οπότε και έλαβε χώρα η αντιγραφή έγινε μεταγενέστερα σύμφωνα με το άρθρο 142 παρ 2 και 144 παρ 1 του ίδιου Κώδικα. Επομένως, με βάση όλα τα παραπάνω πρέπει, ο από το άρθρο 510 παρ 1ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγω του ότι το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης αποτελεί αντιγραφή του σκεπτικού και του Διατακτικού του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 364 παρ. 2 περ. β' του ΚΠοινΔ, "διαβάζονται στο ακροατήριο τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να αναγνωσθεί έγγραφο από άλλη πολιτική ή ποινική δίκη θα πρέπει να συντρέξουν δύο προϋποθέσεις, ήτοι α) να έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, που να αφορά άλλη ποινική ή πολιτική δίκη και β) το δικαστήριο να κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Αν δεν συντρέχουν οι δύο ως άνω προϋποθέσεις, για να αναγνωσθεί έγγραφο από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, θα πρέπει να μην εναντιωθεί κάποιος από τους διαδίκους. Και ναι μεν η διάταξη αυτή δεν απαγγέλλει ρητώς την ακυρότητα για την παραβίασή της, ούτε επέρχεται από την παραβίαση αυτής απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Πλην, το Δικαστήριο, αν απορρίψει σχετικό αίτημα, πρέπει, σύμφωνα με τα ανωτέρω, να αιτιολογήσει την απόφασή του (ΑΠ 129/2012). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 140 εδ.γ και 141 παρ 3 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ' αυτά. Επομένως, η αναφορά στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ότι αναγνώσθηκε έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη, αν τα πρακτικά δεν προσβληθούν ως πλαστά.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλει την αιτίαση ότι το εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων υπερέβη την εξουσία του κατ' άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Η, καθόσον προέβη στην ανάγνωση της υπ' αριθμ. 1576/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής του παθόντος L. B., κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 364 παρ 2 εδαφ β ΚΠΔ, αφού αυτή δεν ήταν αμετάκλητη, η αιτίαση όμως αυτή, η οποία, κατ' ορθή εκτίμηση, συνιστά λόγο από το όρθρο 510 παρ 1 στοιχ Α περί απολύτου ακυρότητας και όχι από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Η, είναι απαράδεκτη, καθ' όσον η ανάγνωση της άνω οριστικής αποφάσεως, δε δημιουργεί σύμφωνα με τις πιο πάνω σκέψεις απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ 1 ΚΠΔ. Περαιτέρω ο αναιρεσείων προβάλει την αιτίαση περί απολύτου ακυρότητας κατά τη διαδικασία για τον λόγο ότι ενώ, η προαναφερόμενη απόφαση συμπεριλαμβάνεται στα αναγνωστέα, εν τούτοις δεν ανεγνώσθη, και εξ αυτού του λόγου δεν προτάθηκε η όποια αντίρρηση εκ μέρους του. Και η αιτίαση όμως αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον, ανεξάρτητα του ότι και ο ίδιος ο αναιρεσείων με την αμέσως προηγούμενη αιτίασή του δέχεται ότι αναγνώσθηκε η υπ' αριθμ. 1576/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών συνεδριάσεως της προσβαλλομένης , η εν λόγω απόφαση αναφέρεται, ως αναγνωσθείσα με αριθμ. 23 στη σελίδα 3 στα προαναφερόμενα πρακτικά συνεδριάσεως και εφόσον, σύμφωνα με τις πιο πάνω σκέψεις, δεν έχουν προσβληθεί τα τελευταία ως πλαστά αποτελούν πλήρη απόδειξη. Μετά ταύτα και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΠΑΡ 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-11/2012 αίτηση του Κ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 8526/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη εξ αμελείας από υπόχρεο. Έγκλημα παραλείψεως. Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση. Εργατικό ατύχημα. Σωματική βλάβη, Αναίρεση. Λόγοι: Έλλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εγγράφων ανάγνωση. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια, Εργατικό ατύχημα.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 523/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντος Δ. Κ. του Δ., κατοίκου Αθηνών, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2386/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1) Ανδρέα Β. του Β. και 2) Ν. Σ. του Δ..
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - πολιτικώς ενάγων ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1363/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Πλιώτας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, με αριθμό 38/15.2.13, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: " -Εισάγοντας ενώπιόν Σας, κατά τα άρθρα 476 και 513§1α ΚΠΔ, την - ενώπιον του Διευθυντού του Καταστήματος Κράτησης Χαλκίδας, υπ' αριθ. 101/5-11-2012 - εμπροθέσμως ασκηθείσα -, αίτηση αναίρεσης, του κρατουμένου Δ. Κ. του Δ. κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθ. 2386/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, (όπως αυτό διορθώθηκε με το 2493/12 βούλευμα του ιδίου Συμβουλίου Εφετών Αθηνών) το οποίο κήρυξε απαράδεκτη την 59/12 έφεση του Δ. Κ. του Δ., κατά του 1029/12 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών (βλ. ως άνω βουλεύματα), εκθέτουμε τα ακόλουθα:
- Από τη διάταξη του άρθρου 463 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ένδικο μέσο, όπως είναι κατ' άρθρο 462β του ΚΠΔ, και η αίτηση αναιρέσεως, μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος, που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. - Ήδη όμως, η διάταξη του άρθρου 482 § 1 ΚΠΔ - σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά των αναφερόμενων σ' αυτή βουλευμάτων, καταργήθηκε με το άρθρο 34 στοιχ γ' του Ν. 3104/23-12-2011, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται πλέον να ασκήσει αναίρεση, κατά οποιουδήποτε βουλεύματος. - Ως εκ τούτου, θα πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, να επιβληθούν δε τα - εκ διακοσίων πενήντα (250) € - δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθ. 583 §1 ΚΠΔ, σε συνδ. με το αρθρ. 3§3 του Ν. 773/1977 και την 123827/23-12-2010 Απόφαση Υπουργών Οικονομικών & Δικαιοσύνης)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: ( 1) Να απορριφθεί -ως απαράδεκτη- η υπ' αριθ. 101/5-11-2012 αίτηση αναίρεσης, του κατηγορουμένου Δ. Κ. του Δ., κατά του υπ' αριθ. 2386/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (όπως αυτό διορθώθηκε με το 2493/12 βούλευμα του ιδίου Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (2) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων πενήντα (250) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης."
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 482 παρ.1 ΚΠΔ, πριν από την τροποποίηση του α' εδαφίου της παραγράφου 1 αυτού με το άρθρο 41 παρ.1 του Ν. 3160/30-6-2003, μεταξύ των προσώπων που είχαν το δικαίωμα να ασκήσουν αναίρεση κατά βουλευμάτων περιλάμβανε και τον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος δικαιούταν να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο, κατά τους όρους του άρθρου 480 παρ.2 ΚΠΔ, κατά των βουλευμάτων: α) που έπαυαν προσωρινά ή οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου β) αποφαίνονται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον του ή κήρυσσαν την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Μετά την αντικατάσταση του α' εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού με το άρθρο 41 παρ.1 του Ν. 3160/2003 μόνον ο κατηγορούμενος εδικαιούτο από της ενάρξεως της ισχύος του (30-6-2003) να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων υπό τις διακρίσεις που έτασσε η νέα διατύπωση της εν λόγω διατάξεως και ήδη μετά την κατάργηση του άρθρου 482 με το άρθρο 34 ν. 3904/2010 προκύπτει ότι κανένας από τους διαδίκους δεν έχει το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 463 εδ.α' ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, ενώ κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, όταν μεταξύ άλλων περιπτώσεων, το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανισθούν (μετά από προηγούμενη ειδοποίηση, προ 24ώρου, από το Γραμματέα της Εισαγγελίας) κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκείμενη περίπτωση υπόκειται αναίρεση του πολιτικώς ενάγοντος κατά του 2386/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών όπως τούτο διορθώθηκε με το υπ' αριθμ. 2493 βούλευμα του ίδιου συμβουλίου Εφετών το οποίο κήρυξε απαράδεκτη την υπ' αριθμ. 59/2012 έφεση του πολιτικώς ενάγοντος Δ. Κ. κατά του υπ' αριθμό 1029/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Εφόσον όμως σύμφωνα με τα προαναφερόμενα το άρθρο 482 ΚΠΔ καταργήθηκε, η υπό κρίση αναίρεση ασκείται υπό προσώπου μη δικαιουμένου προς τούτο, και συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 476 Κ.Π.δ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). Σημειώνεται ότι, για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο παρόν Δικαστήριο, που συνεδριάζει σε Συμβούλιο, ο αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ.1 εδαφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου Γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 101/5-11-2012 αίτηση του Δ. Κ. του Δ. για αναίρεση του 2386/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών όπως τούτο διορθώθηκε με το υπ' αριθμ. 2493/2012 βούλευμα του ίδιου συμβουλίου Εφετών Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2013. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2013.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος που απέρριψε έφεση από τον πολιτικώς ενάγοντα. Δεν υπόκειται σε αναίρεση μετά την κατάργηση του άρθρου 482 § 2 ΚΠΔ με άρθρο 34 του Ν. 3904/2010. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη.
|
Βούλευμα
|
Βούλευμα.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 534/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Eισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Ρ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Νικολάου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1118/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Λ. του Γ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μητρόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1325/2012.
Αφού άκουσε
Τους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 386§1 του ΠΚ, προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης τελείται με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει, με πράξη, παράλειψη ή ανοχή, σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, με σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται πραγματοποίηση του σκοπού αυτού. Παραπλανώμενος μπορεί να είναι και ο συμβολαιογράφος, όταν από τις ψευδείς παραστάσεις του δράστη, ότι είναι κύριος ακινήτου που δεν ανήκει πραγματικά σ` αυτόν, πείθεται και προβαίνει σε σύνταξη συμβολαίου, από την οποία ζημιώνεται ο αληθινός κύριος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 1118/2012 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα απάτης (ψευδών παραστάσεων στο συμβολαιογράφο Ιθάκης Σ.. Μπούα με ζημία των Δ. και Σ. Λ.) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πατέρας του κατηγορουμένου Ι. Ρ., που απεβίωσε στο ... το έτος 1962, με την υπ' αριθμ…/3-10-1955 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ιθάκης Χαράλαμπου Παΐζη, που δημοσιεύτηκε ..., εγκατέστησε κληρονόμους στην ακίνητη περιουσία του και κατά ψιλή κυριότητα, τον κατηγορούμενο, το γιο του Ν. Ρ. και τους εγγονούς του Κ. Ρ. και Γ. Ρ., τέκνα του αποβιώσαντος γιου του Κ. Ρ., ενώ την επικαρπία της περιουσίας αυτής κατέλιπε στη σύζυγο του Ε. Ρ., η οποία απεβίωσε του έτος 1983. Με την υπ' αριθμ…/8-7-1988 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ιθάκης Ευσταθίου Συρμή, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ο κατηγορούμενος και οι λοιποί κληρονόμοι του Ι. Ρ., αποδέχτηκαν την επαχθείσα σ` αυτούς κληρονομιά και συγκεκριμένα αποδέχτηκαν ο κατηγορούμενος και ο Ν. Ρ. το 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους και ο Κ. Ρ. και η Γ. Ρ. το 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, επί ιδανικού μεριδίου που είχε ο Ι. Ρ., ανερχόμενο σε 1/4 εξ αδιαιρέτου, σε 15 ακίνητα, μεταξύ των οποίων: 1) το 1/4 εξ αδιαιρέτου πεπαλαιωμένης ισογείου οικοδομής αποτελούμενης από ... και 2) το 1/4 εξ αδιαιρέτου αγροτεμαχίου 130 τ.μ. περίπου στη θέση .... Το έτος 2005 ο κατηγορούμενος και οι λοιποί κληρονόμοι του Ι. Ρ., με την υπ' αριθμ…/14-1-2005 διορθωτική και συμπληρωματική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ιθάκης Σ. Μπούα, που έχει μεταγραφεί νόμιμα: α) διόρθωσαν την υπ' αριθμ…/8-7-1988 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ως προς το ποσοστό κυριότητας που είχε ο Ι. Ρ. επί των ανωτέρω ακινήτων, δηλώνοντας ότι εσφαλμένα αναγράφηκε ότι αυτός είχε ιδανικό μερίδιο ανερχόμενο σε 1/4 εξ αδιαιρέτου, ενώ το ορθό ήταν ότι τα κατείχε κατά 100% και ως προς την έκταση, τα σύνορα και γενικά την περιγραφή των κληρονομιαίων ακινήτων και περιέγραψαν αυτά εκ νέου, στα οποία συμπεριλαμβανόταν και αγροτεμάχιο έκτασης 1.000 τ.μ., με την εντός αυτού υπάρχουσα υδατοδεξαμενή επιφάνειας 15 τ.μ., επί της οποίας ο Ι. Ρ. είχε ιδανικό μερίδιο ανερχόμενο σε 1/3 εξ αδιαιρέτου και με τα εντός αυτού φυόμενα 8 ελαιόδενδρα, που βρίσκεται στη θέση ... της αγροτικής περιφέρειας της τέως Κοινότητας …, νυν Δ.Δ…του Δήμου …, που συνορεύει γύρω - γύρω με κοινοτική δεξαμενή, με αντιγό Β. Κ., με ακίνητο ιδιοκτησίας Σ. Λ. και με ακίνητο ιδιοκτησίας Γ. Ρ. και β) συμπλήρωσαν την υπ' αριθμ. .../8-7-1988 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς αποδεχόμενοι κατά τα ίδια ποσοστά ο καθένας τους την κληρονομιά του Ι. Ρ. σε 31 ακόμα ακίνητα. Τέλος με το υπ' αριθμ. .../14-1-2005 συμβόλαιο διανομής ακινήτων ενώπιον του ίδιου ως Συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ο κατηγορούμενος και οι λοιποί κληρονόμοι του Ι. Ρ., διένειμαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά και έλαβε ο κατηγορούμενος κατ' αποκλειστική κυριότητα, μεταξύ άλλων ακινήτων, το προαναφερόμενο ακίνητο στη θέση .... Κατά τη σύνταξη όμως των παραπάνω συμβολαίων ο κατηγορούμενος, με σκοπό ν' αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε ψευδώς στο Συμβολαιογράφο Ιθάκης Σ. Μπούα ότι ο πατέρας του Ι. Ρ. είχε στην αποκλειστική του κυριότητα και το αγροτεμάχιο των 1.000 τ.μ., όπως περιγράφηκε παραπάνω. Έτσι ο κατηγορούμενος παραπλάνησε και έπεισε τον παραπάνω Συμβολαιογράφο αφενός μεν να συντάξει την υπ' αριθμ. .../14-1-2005 διορθωτική και συμπληρωματική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς και το υπ' αριθμ. .../14-1-2005 συμβόλαιο διανομής ακινήτων. Η αλήθεια όμως, την οποία γνώριζε και απέκρυψε ο κατηγορούμενος ήταν ότι ο Ι. Ρ. δεν είχε στην κυριότητα του ολόκληρο το ως άνω ακίνητο, τμήμα του οποίου, επιφάνειας 467 τ.μ., εμφαινόμενο με στοιχεία ... στο από Νοεμβρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Γ. Κ., αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 1.500 τ.μ. περίπου, η οποία ανήκε κατά συγκυριότητα στον πολιτικώς ενάγοντα και στον αδελφό του Σ. Λ. και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους. Ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψεύδος των ως άνω ισχυρισμών του, καθόσον καίτοι κατοικεί από το έτος 1979 στο … και γνώριζε την ιδιοκτησία των αδελφών Λ., οι οποίοι είχαν οριοθετήσει προ δεκαπενταετίας το δικό τους ακίνητο θέτοντας το "Λ", αρχικό γράμμα του επωνύμου τους, πάνω σε φυσικά όρια, ήτοι στις λιθιές και στους βράχους, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τα όρια. Αντίθετα ο κατηγορούμενος εξεταζόμενος ως μάρτυρας κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση επί έγκλησης του Σ. Λ. κατά του Α. Κ. για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, η οποία είχε λάβει χώρα κατά τη συζήτηση αγωγής του πολιτικώς ενάγοντος και του Σ. Λ. εναντίον του Α. Κ. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιθάκης, με την οποία αυτοί ζητούσαν ν' αναγνωριστούν συγκύριοι ακινήτου έκτασης 150,80 τ.μ., το οποίο αποτελεί τμήμα του ως άνω ακινήτου των 467 τ.μ., επιβεβαίωσε ως αληθινά όσα ανέγραφε ο Σ. Λ. στην έγκλησή του. Η αγωγή αυτή έγινε μάλιστα δεκτή με την υπ' αριθμ. 3/1998 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιθάκης, η οποία έγινε τελεσίδικη, μετά την απόρριψη της κατ' αυτής έφεσης με την υπ' αριθμ. 117/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Ακόμα η γνώση και ο δόλος του κατηγορουμένου αποδεικνύεται από το ότι αυτός, καίτοι γνώριζε τα όρια της ιδιοκτησίας του και ότι το ακίνητο των 467 τ.μ. προς τη βορειοανατολική πλευρά του διαχωρίζεται από την όμορη ιδιοκτησία του Α. Κ. με μανδρότοιχο μήκους 50 μ. και ύψους 4 - 6 μ., τον οποίο κατασκεύασε ο προπάππους του πολιτικώς ενάγοντος, διόρθωσε την υπ' αριθμ. .../8-7-1988 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς δεκαεπτά έτη μετά, συμπεριλαμβάνοντας μάλιστα στην υπ' αριθμ. .../14-1-2005 διορθωτική και συμπληρωματική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς και 31 νέα ακίνητα. Στην ως άνω δε πράξη προέβη ο κατηγορούμενος, με σκοπό ν' αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην επιδίωξη επαύξησης της περιουσίας του με την προκληθείσα με την ως άνω απατηλή συμπεριφορά του προσπάθειά του να επιτύχει ν' αναγνωριστεί κύριος του επίδικου ακινήτου, θέτοντας σε αμφισβήτηση το δικαίωμα συγκυριότητας του πολιτικώς ενάγοντος και του αδελφού του Σ. Λ. επί του ακινήτου αυτού, με αντίστοιχη ζημία τους, συνιστάμενη στη μείωση της περιουσίας τους από την αμφισβήτηση του δικαιώματος της κυριότητας τους και στον κίνδυνο της περιουσίας τους λόγω των δαπανών στις οποίες θα υποβληθούν από την εμπλοκή τους σε δικαστικούς αγώνες για την αποκατάσταση της κυριότητάς τους και για την άρση της αβεβαιότητας. Ο μάρτυρας δε Δ. Ρ., γιος του κατηγορουμένου, καμία πειστική εξήγηση δεν έδωσε για την ανάγκη σύνταξης της υπ' αριθμ. .../14-1-2005 διορθωτικής και συμπληρωματικής δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς. Κατόπιν αυτών πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της απάτης".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της απάτης, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση α)ο σκοπός του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει αυτού παράσταση στον ως άνω συμβολαιογράφο ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ότι, δηλαδή, ο πατέρας του είχε στην κυριότητά του και το αγροτεμάχιο των 1.000 τ.μ. με την υδατοδεξαμενή (επί της οποίας ο θανών είχε ιδανικό μερίδιο 1/3 εξ αδιαρέτου) και τα 8 ελαιόδεντρα και γ) βλάβη ξένης, ήτοι του παθόντος μηνυτή και του αδελφού του Σ.. Λ., περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την ως άνω παραπλανητική ενέργεια του αναιρεσείοντος και συνίσταται στη μείωση της περιουσίας τους από την αμφισβήτηση του δικαιώματος της κυριότητάς τους στο εν λόγω ακίνητο και στις δαπάνες που θα υποβάλλονταν από την εμπλοκή τους σε δικαστικούς αγώνες. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Η ως άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι εντελώς τυπική ούτε εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού, το οποίο, πάντως, περιέχει με πληρότητα τα περιστατικά που συνιστούν την πράξη, για την οποία καταδικάστηκε αυτός. β) Με επαρκή αιτιολογία έγινε δεκτό ότι το ακίνητο, ως προς το οποίο συντάχθηκε η διορθωτική πράξη αποδοχής κληρονομίας και η πράξη διανομής, ταυτίζεται με την ιδιοκτησία των παθόντων. γ) Το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε συγκριτική στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και σε μνεία του τι προκύπτει από το καθένα από αυτά ούτε βεβαίως να απαντήσει σε αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, οι οποίοι, μάλιστα, δεν προκύπτει ότι είχαν προταθεί, αλλά προτείνονται με έγγραφα που αναγνώσθηκαν (από 15.1.2008 αγωγή του, όπου αναφέρεται ότι το επίδικο βρίσκεται σε τοποθεσία άσχετη με αυτή που βρίσκεται το ακίνητο του εγκαλούντος, κατάθεση εγκαλούντος κατά την πρωτοβάθμια δίκη ότι τη διορθωτική πράξη την έκαναν και άλλοι και ότι οι φερόμενοι ως παθόντες δεν έχουν ασκήσει αγωγή κατ` αυτού ή των συγγενών του). Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ` αριθ. 39/3 Δεκεμβρίου 2012 αίτηση του Γ. Ρ. του Ι., για αναίρεση της υπ` αριθ. 1118/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Δ. Λ. του Γ. από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για απάτη εκείνου που παρέστησε ψευδώς σε συμβολαιογράφο ότι είναι κύριος ακινήτου και, έτσι, ο τελευταίος προέβη σε σύνταξη συμβολαίου με ζημία του αληθινού κυρίου. Απόρριψη αιτήσεως.
|
Απάτη
|
Απάτη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 514/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Μαρία Βασιλάκη-Εισηγήτρια και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευγένιο Βαγενά, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 190/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1η Αυγούστου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1151/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό 6/15.1.2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγοντας ενώπιόν Σας, κατά τα άρθρα 476 και 513§1α ΚΠΔ, την υπ' αριθ. 277/1-8-2012 αίτηση αναίρεσης του Χ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθ. 190/2012 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καθορίσθηκε κατόπιν αιτήσεως του συνολική ποινή διαφόρων εκκρεμουσών σε βάρος του καταδικαστικών αποφάσεων, εκθέτουμε τ' ακόλουθα: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει, ότι για το κύρος και, κατ' ακολουθία, το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 § 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ο αναιρεσείων δηλώνει τα εξής: "... αιτούμαι την αναίρεση της συγχωνευτικής αποφάσεως 190/20-6-2012 για τους λόγους ότι, όταν έχουν διαπραχθεί οι παρακάτω αποφάσεις ήμουν υπό την επήρεια των ναρκωτικών ουσιών. ... για τους παραπάνω λόγους ζητώ την αναίρεση της συγχωνευτικής αποφάσεως και την παραγραφή των αποφάσεων και ζητώ την υποστήριξη του κοινοτικού δικαίου ...". Έτσι όμως -όπως διατυπώνεται η αίτηση αυτή- είναι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω αόριστος και -ως εκ τούτου- απαράδεκτος. Κατά συνέπεια θα πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, να επιβληθούν δε, τα εκ διακοσίων πενήντα (250) € δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθ. 583 §1 ΚΠΔ, σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 123827/23-12-2010 Απόφαση Υπουργών Οικονομικών & Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: 1) Να απορριφθεί η υπ' αριθ. 277/1-8-2012 αίτηση αναίρεσης του Χ. Κ. του Κωνσταντίνου, κρατουμένου Φυλακών Κ.Κ. Λάρισας, κατά της υπ' αριθ. 190/2012 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και 2) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (250) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος. Αθήνα 14-1-2013 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπωμένος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ προβλεπομένου λόγου αναιρέσεως για "εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης", πρέπει στην έκθεση αναιρέσεως να διαλαμβάνεται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και να προσδιορίζεται ειδικότερα η νομική πλημμέλεια περί την εφαρμογή ή την ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του περιεχομένου της έκθεσης αναίρεσης, δεν προκύπτει σαφής και συγκεκριμένος λόγος τον οποίο να εκθέτει και να επικαλείται ο κατηγορούμενος, άλλως ο τελευταίος κατά τρόπο συγκεχυμένο και ασαφή δηλώνει επί λέξει τα εξής: "αιτούμαι την αναίρεση της συγχωνευτικής αποφάσεως 190/20-6-2012 για τους λόγους ότι, όταν έχουν διαπραχθεί οι παρακάτω αποφάσεις ήμουν υπό την επήρεια των ναρκωτικών ουσιών ... για τους παραπάνω λόγους ζητώ την αναίρεση της συγχωνευτικής αποφάσεως και την παραγραφή των αποφάσεων και ζητώ την υποστήριξη του κοινοτικού δικαίου..". Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, δεδομένου ότι δεν περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση ούτε ένας ορισμένος και παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
Σημειώνεται ότι, για την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης, κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠοινΔ) όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-8-2012 αίτηση του Χ. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 190/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσόν των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2013.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αόριστος λόχος αναιρέσεως. Απορρίπτεται η αίτηση ως απαράδεκτη. Ειδοποιήθηκε ο αντίκλητος αναιρεσείοντος.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 500/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Μ. Σ. Κ. του Α. και 2)Ε. Κ. του Α. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Φουφόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και έδρα την …, νόμιμα εκπροσωπούμενης, 2)Ε. Μ. του Ι. , κατοίκου ... , 3)Ε. Μ. του Ι. , κατοίκου ... , και 4)Ν.-Μ. Μ., χήρας Ι. , κατοίκου ... , ως καθολικών διαδόχων του θανόντος Ι. Μ. . Η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Βασιλική Κουρούσια και οι 2η, 3ος και 4ης εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Μπαρδάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/4/2005 αγωγή της 1ης ήδη αναιρεσίβλητης και την από 24/5/2005 αγωγή του αρχικού διαδίκου-αποβιώσαντος Ι. Μ. , που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4158/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 418/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/11/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 18/12/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε (ΑΠ 657/2012). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της νόμιμα μεταγεγραμμένης …/1996 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη περιήλθε στην ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Τράπεζα το 1/2 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας του ακόλουθου οικοπέδου, τμήμα του οποίου, επιφάνειας 214 τ.μ., αποτελεί το διαφιλονικούμενο ακίνητο, κατόπιν διενέργειας αναγκαστικού πλειστηριασμού σε βάρος των (αληθών) συγκυρίων του Ε. Μ. , Π. Μ. και Ι. Μ. . Το εν λόγω, με κτηματολογικό αριθμό (ΚΑΕΚ) 05 0680408005,οικόπεδο, προερχόμενο από συνένωση δυο (συνεχόμενων) οικοπέδων, βρίσκεται στη θέση …, ήδη … ή … της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου …, πρώην Δήμου …, εντός του σχεδίου της πόλης …, στην οδό … αριθ…, έχει επιφάνεια κατά τον τίτλο κτήσης 557,58 τμ και κατά νεότερη καταμέτρηση 511,30 τμ, εμφαίνεται στο προσαρτημένο στο παρακάτω υπ' αριθ…/1954 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Ιωάννη Βαρίνου από Μαΐου 1954 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Γ. Μ. , ως και υπό τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΑ στο ενσωματωμένο στα αγωγικά δικόγραφα από Ιανουαρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Χ. Π. , έχει δε όρια ανατολικώς επί πλευράς ΑΒ μήκους 31,22 μ. με την οδό …, δυτικώς επί τεθλασμένης πλευράς ΖΕΔΓ μήκους 32,66 μ. με πρώην κτήματα Α. Μ. και ήδη ιδιοκτησίες Π. Κ., Χ. Σ. -Γ. Φ. -Δ. Μ., Ι. Γ. - Α. Χ., Ε. Σ. και αγνώστου, αρκτικώς επί πλευράς ΖΑ μήκους 15,80 μ. με πρώην κτήμα Α. Τ. , ήδη ιδιοκτησία Α. Μ. και μεσημβρινώς (νοτίως) επί πλευράς ΓΒ μήκους 17,29 μ. με πρώην κτήμα Ι. Κ. , ήδη οικοδομή των εναγομένων. Στην πρόσοψη του οικοπέδου αυτού υπάρχει μανδρότοιχος εν μέρει πέτρινος και εν μέρει με τσιμεντόλιθους, εντός του δε υπάρχουν δυο ερειπωμένα παλαιά ισόγεια κτίσματα (το ένα εφαπτόμενο στο βόρειο όριό του), ως και δυο κατεστραμμένες εγκαταστάσεις θερμοκηπίου, από τις οποίες απομένουν τα περιγράμματα των βάσεών τους. Στους αμέσους ως άνω δικαιοπαρόχους της πρώτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας το ιδανικό εξ αδιαιρέτου μερίδιό τους επί του οικοπέδου αυτού είχε κατ' ισομοιρία περιέλθει από κληρονομιά του κατά το έτος 1993 αποβιώσαντος πατέρα τους Κ. Μ. (υπ' αριθ…, … και …1993 δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς επ' ωφελεία απογραφής στο γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί). Στον τελευταίο αυτόν (Κ. Μ. ), ως και στον αδελφό του, έτερο ενάγοντα και αρχικό δεύτερο των εφεσίβλητων, Ι. Μ. , μετά τον θάνατο του οποίου υπεισήλθαν στη δικονομική του θέση οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτη των ήδη αναιρεσιβλήτων, είχε περιέλθει το όλο οικόπεδο (προερχόμενο από συνένωση δυο συνεχόμενων οικοπέδων), κατά συγκυριότητα και κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, από αγορά από τον Ι. Π. το έτος 1954, δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου υπ' αριθ…/1954 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Ιωάννη Βαρίνου. Εξάλλου, στον Ι. Π. τα δυο αυτά συνενωθέντα οικόπεδα είχαν περιέλθει κατά τα έτη 1930 και 1931, δυνάμει των νόμιμα μεταγραμμένων συμβολαίων …/1930 και …/1931 του συμβολαιογράφου Πειραιώς Ευσταθίου Γρίσπου, από αγορά από τον Α. Μ. , σ' αυτόν δε είχαν περιέλθει από τον Α. Μ. , δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου υπ' αριθ…/1929 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Αγγέλου Στάμου. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων Ι. Μ. , ομού μετά του αδελφού του (και απώτερου δικαιοπάροχου της πρώτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας) Κ. Μ. , από το έτος 1954, όταν απέκτησαν παραγώγως από τον Ι. Π. τη συγκατοχή και συννομή ολόκληρου του ως άνω ενιαίου ακινήτου των 511,30 τμ, και εφεξής συννεμήθηκαν τούτο, συνεχώς και αδιαλείπτως (ο Κ. Μ. μέχρις το θάνατο του το έτος 1993), καλοπίστως, με διάνοια συγκυρίων, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στον εκάστοτε χαρακτήρα και προορισμό του εμφανείς πράξεις νομής και διακατοχής και έχοντας τη δυνατότητα άσκησης φυσικής επ' αυτού εξουσίας διαρκώς. Ειδικότερα, πέραν της συνεχούς εποπτείας και επιτηρήσεως του, μετέτρεψαν σταδιακώς τη χρήση των επ' αυτού υφιστάμενων πλινθόκτιστων χώρων διαμετακομίσεως ζώων σε δωμάτια και προέβησαν στην εκμίσθωσή τους σε τρίτους (Μ. Κ. θυγ. Α. Ψ., Π. Τ., Α. χήρα Α. Ψ., Δ. Κ. και Χ. Α. Ψ. ), συνταχθέντων των από 1.5.1961, 1.9.1961, 23.1.1963 και 15.10.1969 ιδιωτικών μισθωτηρίων εγγράφων. Εξάλλου, συμπεριέλαβαν το εν λόγω ακίνητο στις αναλυτικές καταστάσεις ακίνητης περιουσίας των ετών 1976-1980, και στη συνέχεια κατά το χρονικό διάστημα 1982-1986 στις δηλώσεις ΦΑΠ, κατά δε το έτος 1988 τοποθέτησαν με δαπάνες τους αποχετευτικό αγωγό. Τη συνιδιοκτησία τους αυτή διαφύλαξαν και προστάτευσαν από τις από μέρους τρίτων προσώπων αμφισβητήσεις και προσβολές, ανοίγοντας και δικαστικούς αγώνες, μεταξύ των οποίων και εκείνο επί της από 4.4.1989 διεκδικητικής αγωγής τους κατά των Ε. χήρας Χ. Ψ. και Σ. Ψ. του Χ. , επί της οποίας εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. 1517/1996 και 787/1997 οριστικές αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και Εφετείου Πειραιώς, αντιστοίχως, που τη δέχθηκαν ως ουσιαστικώς βάσιμη. Περαιτέρω μετά τον κατά το έτος 1993 θάνατο του Κ. Μ. οι ως άνω καθολικοί διάδοχοι του και άμεσοι δικαιοπάροχοι της πρώτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας (Ι. Μ. του Κ. , Ε. Μ. του Κ. και Π. Μ. του Κ. ) επιλήφθηκαν της συννομής του όλου αυτού οικοπέδου και συνέχισαν έκτοτε και μέχρι το έτος 1996, μαζί με τον ενάγοντα συννομέα θείο τους Ι. Μ. του Ε. , την τακτική διοίκηση και διαχείριση του, ασκώντας όλες τις υλικές πράξεις νομής, που προσιδιάζουν σε αστικό (ακάλυπτο) ακίνητο, όπως εποπτεία και καθαρισμό του, πληρωμή των φόρων και λοιπών βαρών του, συντήρηση της υφιστάμενης περίφραξής του (μανδρότοιχου), ώστε και να είναι σταθερώς πρόσφορο προς αξιοποίηση και εκμετάλλευση. Ωσαύτως από της κατά το έτος 1996 περιελεύσεως της συννομής του υπόψη ενιαίου οικοπέδου στην ενάγουσα-πρώτη αναιρεσίβλητη Τράπεζα, αυτή το συννεμήθηκε, ομού με τον έτερο ενάγοντα συννομέα Ι. Μ. , με τα ίδια των δικαιοπαρόχων της προσόντα. Ειδικότερα, οι συννομείς αυτοί άσκησαν, αδιακόπως και αδιαταράκτως, με διάνοια συγκυρίων, και τουλάχιστον μέχρι το έτος 2000, τις αυτές αμέσως ως άνω διακατοχικές πράξεις, ειδικώς δε η Τράπεζα προέβη και σε διακήρυξη πλειοδοτικών διαγωνισμών για την πώληση του ιδανικού μεριδίου της, χωρίς ποτέ μέχρι το έτος 2000 να απωλέσουν, με οποιοδήποτε τρόπο, τη με διάνοια συγκυρίων συννομή του ενιαίου αυτού οικοπέδου των 511,30 τμ. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου υπ' αριθ…/1992 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ελένης Λιώνη-Κουρτίδου ο Ι. Κ. πώλησε κατά κυριότητα στους αμέσους δικαιοπαρόχους και γονείς των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων Α. Κ. και Ε. Κ. , κατ' ισομοιρία εξ αδιαιρέτου, το οικόπεδό του με την επ' αυτού υπό κατεδάφιση παλαιά ισόγεια οικία επί της οδού …στο …, όμορο προς τη βορεινή πλευρά του, και κατά τα κατωτέρω αποδειχθέντα, με το ως άνω ενιαίο οικόπεδο των αναιρεσειόντων. Κατά τον εν λόγω τίτλο το μεταβιβασθέν αυτό οικόπεδο έχει συνολική επιφάνεια 194,52 τμ και εμφαίνεται στο σ' αυτόν (τίτλο) συνημμένο από Ιουνίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα-μηχανικού Α. Σ. με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΑ, με όρια βορείως επί πλευράς ΒΓ (17,50 μ.) με ιδιοκτησία αγνώστου, νότια επί πλευράς ΑΕ ( 17,05 μ.) με διώροφη οικοδομή Γ. Β. , ανατολικά επί προσώπου ΑΒ 11,20 μ. με την οδό …και δυτικά επί πλευράς ΓΔΕ 11,25μ. με ιδιοκτησία πρώην Ι. Τ. και ήδη αγνώστου. Περαιτέρω, τούτο (οικόπεδο) φέρεται στον ίδιο τίτλο ως άρτιο και οικοδομήσιμο, περιγράφεται δε ως αυτοτελής και μόνη ιδιοκτησία του ως άνω πωλητή (Ι. Κ. ) στη συγκεκριμένη εδαφική περιοχή (04/08 οικοδομικό τετράγωνο), και τούτο αφού καμιά άμεση ή έμμεση αναφορά δεν γίνεται στον τίτλο αυτό, ότι ο ως άνω πωλητής ήταν κύριος στον παραπάνω χρόνο (1992) μεγαλύτερης (διαθέσιμης) οικοπεδικής έκτασης, τμήμα της οποίας αποτελούσε το μεταβιβασθέν οικόπεδο των 194,52 τμ. Εξάλλου σύμφωνη με το περιγραφόμενο (στον ίδιο τίτλο) πραγματικό αυτό καθεστώς του μεταβιβασθέντος οικοπέδου, ότι δηλαδή επρόκειτο για τη μία και μόνη ιδιοκτησία του πωλητή εκτάσεως 194,52 τμ, είναι και η προαναφερθείσα οριοθέτησή του στο ως άνω επισυναπτόμενο στον τίτλο διάγραμμα, κατά την οποία τούτο, (μεταβιβασθέν στους αμέσους δικαιοπαρόχους των εναγόντων οικόπεδο), όχι μόνο δεν φέρεται να έχει σύνορα προς οποιαδήποτε πλευρά με (τυχόν) υπόλοιπη ιδιοκτησία του πωλητή, αλλά αντιθέτως η προς βορράν πλευρά του, που αποτελεί και το κρίσιμο εν προκειμένω όριο, φέρεται ότι εφάπτεται με ιδιοκτησία αγνώστου. Κατά το έτος 1993 οι ως άνω δικαιοδόχοι του Ι. Κ. και τότε συνιδιοκτήτες Α. Κ. και Ε. Κ. , υπήγαγαν το εν λόγω οικόπεδό τους των 194,52 τμ., αφού προηγουμένως κατεδάφισαν την εντός αυτού παλαιά οικία, ως και την επ' αυτού μέλλουσα τότε να ανεγερθεί πολυώροφη οικοδομή, στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, με τη νόμιμα μεταγραμμένη υπ' αριθ…/1993 συστατική πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, με τα δε υπ' αριθ…/1993 και …/1993 νόμιμα μεταγραμμένα συμβόλαια της ίδιας επίσης συμβολαιογράφου μεταβίβασαν, λόγω γονικής παροχής, το σύνολο των συσταθεισών (υπό ανέγερση) οριζοντίων αυτών ιδιοκτησιών στα ήδη αναιρεσείοντα τέκνα τους Ε. Κ. και Μ.-Σ. Κ. . Σημειώνεται ότι και σ' όλους αυτούς τους επί μέρους τίτλους το οικόπεδο τούτο περιγράφεται και οριοθετείται ακριβώς όπως και στον ως άνω κτητικό υπ' αριθ…/1992 τίτλο. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι στο οικόπεδο αυτό των 194,52 τμ ανεγέρθηκε, μετά την ως άνω μεταβίβασή του στους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες, πολυώροφη, με δαπάνες τους, οικοδομή, η οποία και αποπερατώθηκε κατά το έτος 1998. Η πενταόροφη αυτή οικοδομή εφάπτεται κατά το βόρειο όριό της με την ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων, στο ίδιο δε όριο είχε κατασκευασθεί μετά το 1992 από τους αμέσους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων και εφαπτόμενη της ρυμοτομικής γραμμής διαχωριστική μάνδρα. Κατά το έτος αυτό (1998) διαπιστώθηκε ότι το εν λόγω οικόπεδο, με τη συγκεκριμένη επιφάνεια των 194,52 τμ, ήταν, ως προερχόμενο από παράνομη κατάτμηση, μη άρτιο κατά την πολεοδομική νομοθεσία, προς θεραπεία δε της κατάστασης αυτής και προς νόμιμη -πολεοδομική εγκυροποίηση του όλου μετά της ανεγερθείσας οικοδομής ακινήτου, οι συμβληθέντες στον υπ' αριθ. 13.716/1992 κτητικό τίτλο, ήτοι αφενός ο Ι. Κ. και αφετέρου οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων Α. Κ. και Ε. Κ. , επέλεξαν να προχωρήσουν σε "διόρθωσή" του, με το νόμιμα μεταγραμμένο υπ' αριθ…/1998 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Παναγιώτη Γκέγκιου. Με το διορθωτικό αυτό συμβόλαιο ο πωλητής Ι. Κ. , αφού φέρεται να είναι κύριος παλαιόθεν και μέχρι το έτος 1992 συνολικής οικοπεδικής έκτασης 405,30 τμ, από την οποία και αρχικώς μεταβίβασε στους ως άνω αγοραστές, με το αρχικό υπ' αριθ. 13.716/1992 "διορθούμενο" συμβόλαιο, τμήμα μόνο αυτής 194,52 τμ, τους μεταβιβάζει το λοιπό (φερόμενο ως υπάρχον) τάχα ιδιόκτητο τμήμα του των 210,78 τμ, ώστε αυτοί (αγοραστές) να καταστούν συγκύριοι δήθεν του όλου (άρτιου πλέον) οικοπέδου του των 405,30 τμ. Εξάλλου, μετά τούτο και οι τελευταίοι αυτοί αγοραστές προχώρησαν σε ανάλογη διόρθωση, το μεν της συστατικής πράξης, το δε των συμβολαίων γονικών προς τους αναιρεσείοντες παροχών (υπ' αριθ…/1998, …/1999 και …/1999 νόμιμα μεταγραμμένα διορθωτικά-επαναληπτικά συμβόλαια του συμβολαιογράφου Πειραιώς Παναγιώτη Γκέγκιου). Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσο, πλην των όσων αορίστως κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η μάρτυρας των αναιρεσειόντων μητέρα τους Ε. Κ., δεν αποδείχθηκε ότι ο Ι. Κ. είχε αποκτήσει νομίμως και διέθετε ως κύριος κατά το έτος 1992 στο ως άνω Ο.Τ. συνολική οικοπεδική έκταση 405,30 τμ και ότι συνακόλουθα με το ως άνω …1992 συμβόλαιο μεταβίβασε στους αμέσους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων μέρος του 194,52 τμ, παρακρατώντας το κείμενο προς βορρά (δήθεν) υπόλοιπο τμήμα του έκτασης 210,78 τμ. Ενισχυτικό της κρίσης αυτής είναι το γεγονός ότι, όπως προελέχθη, ως προς βορράν όριο του πωληθέντος οικοπέδου των 194,52 τμ αναφέρεται στον οικείο τίτλο (…/1992 συμβόλαιο) όχι λοιπή ιδιοκτησία του πωλητή (Ι. Κ. ),αλλά ιδιοκτησία αγνώστου, δεν ανατρέπεται δε το πόρισμα τούτο του Δικαστηρίου από μόνο το στοιχείο ότι ο Ι. Κ. είχε αποκτήσει με το υπ' αριθ…/1950 νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Αθανασίου Φούφα στην ίδια θέση γήπεδο έκτασης 409,50 τμ με αγορά από τον Γ. Μ. , καθόσον προεχόντως εξ αυτού δεν συνεπάγεται άνευ άλλου τινός ότι το πωληθέν είχε πράγματι την δηλωμένη αυτή επιφάνεια, η οποία επίσης και αναγράφεται και στον υπ' αριθ…/1944 συμβολαιογραφικό τίτλο κτήσης του Γ. Μ. , σε συνδυασμό με την υπ' αριθ…./1950 πράξη αναγνώρισης κατοχικής αγοραπωλησίας, ως και στον υπ' αριθ…./1929 κτητικό συμβολαιογραφικό τίτλο του δικαιοπαρόχου του (Γ. Μ. ) Α. Μ. . Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι κατά τη σύναψη του υπ' αριθμό… /1992 συμβολαίου ο Ι. Κ. ήταν κύριος οικοπεδικής έκτασης επιφάνειας 194,52 τμ και μόνο, η οποία και προσδιορίστηκε κατόπιν και της εφαρμογής των τίτλων των όμορων ιδιοκτητών προς ανέγερση των οικείων οικοδομών τους, με την πώληση δε της έκτασής του αυτής στους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων εξαντλήθηκε στο σύνολό της η υπάρχουσα ιδιοκτησία του και δεν απέμεινε υπόλοιπο προς διάθεση. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την φωτοερμηνεία των από 24.9.1965 αεροφωτογραφιών του αρχείου του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, σύμφωνα με την από Μαρτίου 2006 τεχνική έκθεση του τοπογράφου-μηχανικού Ε. Β. , προσκομιζόμενη από τον αρχικό ενάγοντα Ι. Μ. , στο τότε ακίνητο Ι. Κ. απεικονίζεται η μετέπειτα κατεδαφισθείσα οικία του, καθώς και η μάνδρα που βρισκόταν σε ολόκληρο το βόρειο όριο, εφαπτόμενη μάλιστα της οικίας, και εν μέρει στο ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας του, εμφαίνεται δε νότια της οικίας αυλή-κήπος μέχρι το νότιο υλοποιημένο όριο. Αντιθέτως το προς βορρά ακαλλιέργητο και αδιαμόρφωτο έδαφος (κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων ήταν το μη πωληθέν αρχικώς στους γονείς τους τμήμα του οικοπέδου …), εμφανίζεται να αποτελεί τη φυσική συνέχεια της ιδιοκτησίας …, χωρίς να υπάρχουν σ' αυτό το εδαφικό τμήμα υλοποιημένα όρια. Τα περί του αντιθέτου κατατεθέντα από την ως άνω μάρτυρα των αναιρεσειόντων, ήτοι ότι στο βόρειο όριο της όλης (μείζονος) ιδιοκτησίας …, δηλαδή συμπεριλαμβανόμενου, κατά τις απόψεις της, και του μη αρχικώς πωληθέντος προς βορράν τμήματός της των 210,78 τμ, υπήρχε διαχωριστική (με την ιδιοκτησία …) μάντρα από πέτρες και κόκκινη λάσπη (θέση-πλευρά με στοιχεία α-δ του συνημμένου στις αγωγές σχεδιαγράμματος), δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, λαμβανομένου υπόψη ότι και τα υπολείμματα τσιμεντόλιθων, που εμφανίζονται στις εκατέρωθεν επικαλούμενες και προσκομιζόμενες φωτογραφίες εντός της ιδιοκτησίας των εναγόντων, προέρχονται από τις βάσεις των κατεστραμμένων θερμοκηπίων, τα οποία ήταν από το έτος 1985 εγκατεστημένα εκεί, εκτεινόμενα εν μέρει και στο ήδη διαφιλονικούμενο τμήμα, από την ως άνω Ε. χήρα Χ. Ψ. και το γιό της Σ. Ψ. , που εξακολούθησαν, κατ' ανοχή του αρχικού ενάγοντα Ι. Μ. και του επίσης τότε συνιδιοκτήτη Κ. Μ. , να διαμένουν στα υφιστάμενα κτίσματα και μετά τον επισυμβάντα το έτος 1978 θάνατο του μισθωτή Χ. Ψ. , συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι, είτε ο Ι. Κ. , είτε και αυτοί οι διάδοχοί του και άμεσοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων (Α. Κ. και Ε. Κ. ), επιλήφθηκαν ποτέ της νομής και νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου οικοπεδική έκταση κείμενη βόρεια του οικοπέδου τους των 194,52 τμ. Ειδικώς ως προς τους τελευταίους αυτούς (Α. Κ. και Ε. Κ. ) η ανεγερθείσα, κατά τα προαναφερθέντα μετά το έτος 1992, διαχωριστική μάντρα παρακώλυε την πρόσβαση στο προς βορρά όμορο οικόπεδο των εναγόντων, γεγονός που καταδεικνύει εναργώς ότι ουδέποτε αυτοί άσκησαν φυσική εξουσία επί του διαφιλονικούμενου τμήματος του, δηλαδή δεν είχε τεθεί τούτο στη διάθεσή τους κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορούν να ενεργούν ακωλύτως και κατά βούληση και μάλιστα με τη συναίνεση του αμέσου δικαιοπαρόχου τους Ι. Κ. , όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, προβάλοντας ειδικότερα ότι ο Ι. Κ. είχε υποσχεθεί στους δικαιοπαρόχους γονείς τους την μεταβίβαση και αυτού του τμήματος. Το πρώτον οι αναιρεσείοντες εκδήλωσαν βούληση καταπάτησης τμήματος του όμορου οικοπέδου των αναιρεσιβλήτων, επιφάνειας 214 τμ (εμφαινόμενου με τα στοιχεία αΒΓδα στο συνημμένο στις αγωγές τοπογραφικό διάγραμμα), και ενσωμάτωσης αυτού στο οικόπεδό τους των 194,52 τμ κατά τον Νοέμβριο 2000, όταν προέβησαν αυθαίρετα στην κατάληψή του, γκρεμίζοντας ο πρώτος των αναιρεσειόντων, με τη συναίνεση της δεύτερης τούτων, μέρος της εξωτερικής μάντρας του οικοπέδου και εκτελώντας χωματουργικές εργασίες ομαλοποίησης της κατηφορικής κλίσης του. Και ενώ σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 152/2001 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Πειραιά ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων αποβλήθηκε βιαίως από τη νομή του καταληφθέντος τμήματος, αναγνωρισθείσας προσωρινώς της επ' αυτού συννομής των αναιρεσιβλήτων, οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες προέβησαν σε νέα κατάληψή του". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι η ενάγουσα Τράπεζα και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων καθώς και ο αρχικός ενάγων Ι. Μ. , μετά τον θάνατο του οποίου υπεισήλθαν στη δικονομική του θέση ως μοναδικοί κληρονόμοι οι ήδη δεύτερη, τρίτος και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, έχουν καταστεί συγκύριοι του επίδικου τμήματος ακινήτου τόσο με παράγωγο τρόπο, αφού απέκτησαν από αληθείς κυρίους, στηρίζοντας το δικαίωμά τους σε αδιάκοπη σειρά νόμιμων τίτλων, οι οποίοι τίτλοι εξικνούντο μέχρι των απώτατων δικαιοπαρόχων τους ιδιοκτητών Ι. Π. και Α. Μ. , όσο και με πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της τακτικής, αλλά και της έκτακτης χρησικτησίας, με τη νόμιμη προσμέτρηση και του χρόνου χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων τους, και ότι αντίθετα οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες ούτε παραγώγως κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου, αφού ο απώτερος δικαιοπάροχός τους Ι. Κ. , μη όντας αληθής κύριος δεν μπορούσε να προσπορίσει κυριότητα στους διαδόχους του και αμέσους δικαιοπαρόχους τους, ούτε και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική ή και έκτακτη χρησικτησία). Ακολούθως, το Εφετείο, αφού απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμες τις ένδικες αναγνωριστικές περί κυριότητας ακινήτου αγωγές των αναιρεσιβλήτων, επικυρώνοντας, έτσι, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1033 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους, αφού δέχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι του επίδικου οικοπεδικού τμήματος και με παράγωγο τρόπο, αφού απέκτησαν από αληθείς κυρίους, στηρίζοντας το δικαίωμά τους σε αδιάκοπη σειρά νόμιμων τίτλων, και ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, αφού ο απώτερος δικαιοπάροχός τους Ι. Κ. , μη όντας αληθής κύριος δεν μπορούσε να προσπορίσει κυριότητα στους διαδόχους του και αμέσους δικαιοπαρόχους τους, που ήταν γονείς τους. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει στο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει, έστω και εσφαλμένα αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, διότι πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Σε κάθε περίπτωση για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει απλά συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείονες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ' αριθ…/4-8-1992, …/19-10-1993, …/19-10-1993 και …/19-10-1993 συμβόλαια αγοράς ακινήτου, πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και γονικών παροχών, αντίστοιχα, της συμβολαιογράφου Πειραιά Ελένης Λιωνή-Κουρτίδου, διότι ενώ από τα συμβόλαια αυτά "προκύπτει ότι ο απώτερος δικαιοπάροχός τους και προηγούμενος ιδιοκτήτης του οικοπέδου τους Ι. Κ. είχε αποκτήσει το ως άνω ακίνητό τους κατά μεν το οικόπεδο σε μεγαλύτερη έκταση από αγορά από τον Γ. Ι. Μ., με το υπ' αριθ…/26-11-1950 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Αθανασίου Φούφα....", το Εφετείο δέχτηκε ότι "το οικόπεδο τούτο φέρεται στον ίδιο τίτλο (…/1992) ως άρτιο και οικοδομήσιμο, περιγράφεται δε ως αυτοτελής και μόνη ιδιοκτησία του πωλητή Ι. Κ. στη συγκεκριμένη εδαφική περιοχή (04/08 οικοδομικό τετράγωνο) και τούτο, αφού καμία άμεση ή έμμεση αναφορά δεν γίνεται στον τίτλο αυτό, ότι ο ως άνω πωλητής ήταν κύριος το 1992 μεγαλύτερης διαθέσιμης οικοπεδικής έκτασης, τμήμα της οποίας αποτελούσε το μεταβιβασθέν οικόπεδο των 194,52 τ.μ......". Ο ως άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι με αυτό δεν αποδίδεται στην πραγματικότητα διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου, αλλά σφάλμα ως προς την αποδεικτική αξιολόγηση και δη την εκτίμηση του περιεχομένου του σε συσχετισμό με άλλα αποδεικτικά μέσα, και την συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού εκείνου που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, η αιτίαση δηλαδή αυτή αναφέρεται στην μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση πραγμάτων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από αυτά (ΑΠ 1152/2008, ΑΠ 30/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση. Κατά δε το άρθρο 440 ΚΠολΔ τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, όπως τέτοιος είναι και ο συμβολαιογράφος, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσον ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, όσον και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές (ΑΠ 1152/2008, ΑΠ 259/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν απέδωσε την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων στα …/1950, …/1944, …/1950 και …/1929 συμβόλαια, που νόμιμα είχαν προσκομίσει προς απόδειξη της ένστασής του περί ιδίας κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, για το λόγο ότι δυνάμει των συμβολαίων αυτών μεταβιβάστηκε το οικόπεδο του δικαιοπαρόχου τους εμβαδού 405,30 τ.μ. από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του προς αυτόν, αλλά αντίθετα δέχτηκε ότι "δεν αποδείχθηκε ότι ο Ι. Κ. είχε αποκτήσει νομίμως και διέθετε ως κύριος κατά το έτος 1992 συνολική οικοπεδική έκταση 405,30 τ.μ. και ότι συνακόλουθα με το …/1992 συμβόλαιο μεταβίβασε στους άμεσους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων μέρος του 194,52 τ.μ.. παρακρατώντας το κείμενο προς βορρά υπόλοιπο τμήμα του έκτασης 210,78 τ.μ.". Ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον τα ανωτέρω συμβόλαια αποτελούν μεν δημόσια έγγραφα γενικώς, συνιστούν όμως πλήρη απόδειξη μόνον ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά ότι έγιναν από την συντάξαντα αυτά συμβολαιογράφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, καθώς και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει η συμβολαιογράφος, όχι δε όταν εκτιμώνται ελεύθερα ως δικαστικά τεκμήρια ως προς την έκταση, το εμβαδόν και τα όρια του ακινήτου που αναγράφονται σ' αυτά, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-11-2010 αίτηση των Μ. Σ. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της 418/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιά.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράγωγος τρόπος κυριότητας ακινήτου: πρέπει ο μεταβιβάσας να είναι κύριος. Απορρίπτει λόγο από 559 αρ. 1. Απορρίπτονται λόγοι αναίρεσης από 559 αρ. 20 και 12.
|
Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου
|
Αγωγή αναγνωριστική, Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, Αποδεικτικών μέσων δύναμη.
| 0
|
Αριθμός 501/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία του Κωνσταντίνα Χριστοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Οικοδομικού Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με επωνυμία: "Οικοδομικός Συνεταιρισμός Η Αναγέννησις ΣΥΝΠΕ", και έδρα την ..., νόμιμα εκπροσωπούμενου. Παραστάθηκε ο Πρόεδρός του Π. Γ., ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Απόστολο Αντωνίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/9/1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3657/1999 μη οριστική, 7801/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5088/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/3/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 20/12/2012 έκθεση της, με την οποία πρότεινε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτελέσεως. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαραδέκτου λόγω αοριστίας είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ενστάσεως, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε και με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε με αναφορά απλή στη σχετική διάταξη του νόμου ή απλή μνεία αυτής. Προκειμένου ειδικότερα περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής επί ακινήτου, απαιτείται για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και μάλιστα τόσο λεπτομερής ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά του. Η ακριβής περιγραφή του ακινήτου η οποία μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, είναι αναγκαία γιατί μόνον έτσι θα μπορέσει ο εναγόμενος να αμυνθεί και το δικαστήριο να τάξει τις δέουσες αποδείξεις. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκοπούμενο δικόγραφο της αγωγής του αναιρεσιβλήτου οικοδομικού Συνεταιρισμού, το επίδικο ακίνητο, την αναγνώριση της κυριότητας του οποίου αιτείται ο τελευταίος, περιγράφεται σε αυτό επαρκώς κατά τη θέση, τα όρια, ιδιότητα και το εμβαδόν του, ώστε να μη γεννώνται αμφιβολίες περί της πραγματικής του ταυτότητας χωρίς να απαιτείται να εντοπισθεί κατ' άλλο τρόπο η θέση του επιδίκου ακινήτου σε σχέση με την ευρύτερη έκταση όπου αυτό ανήκει και ειδικότερα περιγράφεται ως ακολούθως: ένα δασόκτημα, εκτάσεως 463.338 τετρ. μέτρων ή 463,338 στρεμμάτων, κείμενο στην περιοχή Σταμάτα Αττικής και ειδικότερα στη θέση "ΚΛΕΙΟΡΙΖΑ" μεταξύ των οικισμών Εκάλης και Ρέας Αττικής. Το δασόκτημα αυτό εμφαίνεται στο από Οκτωβρίου 1971 σχεδιάγραμμα των Μηχανικών Γ.Γ. και Τ.Β. υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Θ-Α-Η-Ζ-Λ-Ω-Ψ-Χ-Φ-Τ-Η-Π' -Π-Ο-Ε-Ζ-Ξ-Ξ5-Ξ6-Ξ7-Ξ8-Ξ9-Ξ10-Θ το οποίο προσαρτάται στο υπ' αριθμ. .../1972 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μαραθώνος Σταύρου Γεωργίου Παπαδογεώργη και σύμφωνα με τα .../1972 και .../1972 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Μαραθώνος Γ.Παπαδογεώργη και το ρηθέν σχεδιάγραμμα των μηχανικών Γ.Γ. και Τ.Β. έχει επιφάνεια 465.000 τετ. μέτρα ή 465 στρέμματα και συνορεύει βορειανατολικώς με την μεσημβρινοδυτική παρυφή της άλλοτε σιδηροδρομικής γραμμής (Ντεκοβίλ) ιδιοκτησίας των κληρονόμων Θ. και Α. Η., επί τεθλασμένης γραμμής Ξ1-Ξ5-Ξ6-Ξ7-Ξ8-Ξ9-Ξ10-Θ συνολικού μήκους από το σημείο Ξ έως Θ 681,49 μέτρων, εν συνεχεία με κατεύθυνση αντίθετη των δεικτών του ωρολογίου, συνορεύει με περιφερειακή οδό Κοινότητας Εκάλης επί πλευράς Θ-Α μέτρων 424,39, εν συνεχεία, επί πλευράς Α-Η μέτρων 308, συνορεύει με ιδιοκτησία του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Περιοριμένης Ευθύνης υπό την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΣ ΣΥΝ.ΠΕ" (ενάγοντος), επί δε των υπολοίπων πλευρών του, ήτοι επί των πλευρών του Η-Ζ μέτρων 383, Ζ-Λ μέτρων 80, Λ-Ω μέτρων 239, Ω-Ψ μέτρων 136, Ψ-Χ μέτρων 101, Χ-Φ μέτρων 86, Φ-Τ μέτρων 80, Τ-Η μέτρων 118, Η-Π μέτρων 33, Π' -Π μέτρων 657, Π-Ο μέτρων 185 και Ο-Ε μέτρων 199 του ρηθέντος σχεδιαγράμματος συνορεύει με ιδιοκτησία των δικαιοπαρόχων της πωλήτριας Μ. Κ. ήτοι με ιδιοκτησία των κληρονόμων των Α. και Θ. Η., εν συνεχεία επί πλευράς Ε-Ζ' μέτρων 43, συνορεύει με ιδιοκτησία Τ.Β. και τέλος επί πλευράς Ζ-Ξ μέτρων 88 συνορεύει με υπόλοιπη ιδιοκτησία των κληρονόμων Α. και Θ. Η.. Από τα 465.000 τετραγωνικά μέτρα αυτού, εξαιρέθησαν της πωλήσεως προς τον ενάγοντα τα εις το σχεδιάγραμμα Γ.-Β. εμφανόμενα έξι τμήματα νησίδες συνολικής επιφάνειας 1662 τετ.μέτρων τα οποία είχαν απαλλοτριωθεί υπέρ της Δ.Ε.Η. και έτσι η πωληθείσα σ' αυτόν έκταση ανέρχεται σε 463,338 στρέμματα. Επομένως η περί του αντιθέτου προβαλλομένη αιτίαση με τον πρώτο εκ του άρθρου 559 αρ.14 λόγο αναίρεσης διότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της ως προς την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος εκ των άρθρων 559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου Οικοδομικού Συνεταιρισμού ως αόριστη κατά τη στηριζομένη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας βάση αυτής ως προς την άσκηση πράξεων νομής από τους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου επί του όλου κτήματος "Επάνω και κάτω Σταμάτα" και "Επάνω και Κάτω Διονύσου" χωρίς αναφορά συγκεκριμένων πράξεων νομής επί της επιδίκου μερικότερης εκτάσεως, εφόσον για την πληρότητα και το ορισμένο της αγωγής δεν ήταν απαραίτητη η εξειδίκευση των επί μέρους πράξεων νομής σε κάθε μέρος της μείζονος εκτάσεως και ειδικότερα σε ποιο τμήμα αυτής ασκούνται διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν σε καλλιεργήσιμη έκταση και σε ποιο τμήμα εκείνες που προσιδιάζουν σε δασική έκταση, αφού στην αγωγή ιστορείται ότι πρόκειται περί ενιαίας εκτάσεως και ότι ο φυσικός εξουσιασμός των δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου και το πνευματικό στοιχείο της νομής εκτεινόταν επί της μείζονος εκτάσεως εντός της οποίας εμπίπτουν και τα επίδικα εδαφικά τμήματα. Για την κτήση κυριότητας επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται κατά μεν τις διατάξεις των ν. 8 παρ.1, κωδ.(7.39), 9 παρ.1 (βασ.50.14) αδιάλειπτος νομή του πράγματος με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία την οποία (καλή πίστη), όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ.12 πανδ.(5.8), 27 πανδ.(18.1), 10, 17 και 48 πανδ.(41.3), 3 πανδ. (41.10) και 109 πανδ.(50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση ότι δια της κτήσεως της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητας άλλου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ ο χρόνος της αδιαλείπτου νομής του πράγματος περιορίσθηκε στην εικοσαετία, συνυπολογιζομένου, κατ' αμφότερα τα δίκαια και του χρόνου νομής χρησικτησίας του προκατόχου του νομέως. Προκειμένου δε περί εκτάκτου χρησικτησίας που άρχισε υπό το κράτος του προϊσχύσαντος δικαίου και συμπληρώθηκε υπό τον κώδικα που δεν απαιτεί το στοιχείο της καλής πίστεως του νομέως, είναι απαραίτητη η ύπαρξη της καλής πίστεως για τον μέχρι της ενάρξεως ισχύος του ΑΚ χρόνο (13-2-1946). Την συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστης συνάγει ο δικαστής εκ του πράγματος και η κρίση αυτού ότι η νομή ασκήθηκε με καλή πίστη, είναι πλήρης και ορισμένη εμπεριέχουσα καθεαυτή και χωρίς άλλη επεξήγηση την κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις, κοινώς δε κρατούσα, έννοιά της. Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 64 και 65 ΕισΝΑΚ, οι περί χρησικτησίας διατάξεις του ΑΚ εφαρμόζονται από της εισαγωγής του και επί προαρξαμένης χρησικτησίας μη συμπληρωθείσης μέχρι τότε. Στην περίπτωση αυτή η απαιτουμένη εικοσαετία προς συμπλήρωση του χρόνου της έκτακτης χρησικτησίας αρχίζει από της εισαγωγής του ιδίου Κώδικος εκτός εάν ο μακρότερος του προϊσχύσαντος δικαίου χρόνος συμπληρώνεται ενωρίτερα οπότε η χρησικτησία συμπληρώνεται με την παρέλευση του χρόνου αυτού του προϊσχύσαντος δικαίου. Εξάλλου, προκειμένου περί ακινήτων του Δημοσίου, όπως είναι και τα δάση τα οποία είναι εθνικά εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17.11/1/12/1836 β.δ/τος τα οποία υπό προϋποθέσεις θεωρούνται ιδιωτικά, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 18, 24 παρ.1 πανδ. (41.3), 9 εις. (2.9), 2 κωδ.(7.30) και 2 βασ. (50.10) που εφαρμόζονται διαχρονικώς κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ και μη τροποποιηθείσες από τα άρθρα 18 και 21 του από 21 Ιουνίου 1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" εξαιρούνταν της τακτικής, όχι όμως και της έκτακτης χρησικτησίας και επομένως μπορούσε κάποιος να χρησιδεσπόσει και επί δημοσίου κτήματος και να αποκτήσει επ' αυτού την κυριότητα πρωτοτύπως ήτοι με έκτακτη χρησικτησία με την επί συνεχή τριακονταετία άσκηση επ' αυτού νομής με καλή πίστη. Η τριακονταετής όμως νομή έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11 Σεπτεμβρίου 1915 καθόσον μεταγενέστερα τα δημόσια κτήματα εξαιρέθησαν και της εκτάκτου χρησικτησίας όπως προκύπτει από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των βάσει αυτού εκδοθέντων διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που ίσχυσαν έκτοτε μέχρι και πέραν του έτους 1926 δια των οποίων ανεστάλη κάθε παραγραφή και κάθε νόμιμη και δικαστική προθεσμία επί αστικών διαφορών και του άρθρου 21 του από 2.4/16-5-1926 ν. δ. "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" διατηρηθέντος σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ. Από δε τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. από 16 Νοεμβρίου 1836 "περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ιδίου διατάγματος, προκύπτει ότι αναγνωρίζεται η κυριότητα του Δημοσίου σε κάθε έκταση η οποία πριν από την έναρξη της ισχύος του, αποτελούσε δάσος, με εξαίρεση εκείνων για τις οποίες υπήρχε έγγραφη απόδειξη Τουρκικής Αρχής ότι προ του αγώνος ανήκαν σε ιδιώτες και υπό την προϋπόθεση ότι υπεβλήθησαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία οι σχετικοί της ιδιοκτησίας τίτλοι εντός της υπό του άρθρου 3 παρ.1 του ιδίου β.δ/τος οριζομένης ανατρεπτικής προθεσμίας. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάση της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο, εμβαδού κατά την αγωγή 463.338 τμ ή 463,338 στρεμμάτων και ακριβούς έκτασης κατά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης 463.239,76 τμ, είναι δασόκτημα βρίσκεται στην περιοχή "ΣΤΑΜΑΤΑ" Εκάλης και ειδικότερα στην περιοχή "Κλειόριζα" μεταξύ των οικισμών Εκάλης και Ρέας. Απεικονίζεται με τα στοιχεία 1,2,3,4 ως 31,1 στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης και περιγράφεται σε αυτήν (έκθεση πραγματογνωμοσύνης) και συνορεύει, σύμφωνα με αυτήν και κατά τα αναφερόμενα όρια και πλευρικές διαστάσεις, βορειοανατολικά με χωματόδρομο (παλαιά σιδηροδρομική γραμμή ντεκοβίλ), και με ιδιοκτησία κληρονόμων Η., ανατολικά με ιδιοκτησία Τ. Β., και ιδιοκτησία κληρονόμων Η., νότια με ιδιοκτησία Οικοδομικού Συνεταιρισμού Μακεδόνων (πρώην ιδιοκτησία κληρον. Η.), δυτικά με ιδιοκτησία Οικοδομικού Συνεταιρισμού Νέων Μακεδόνων (πρώην ιδιοκτησία κληρ. Η.), με ιδιοκτησία κληρονόμων Η., και με ιδιοκτησία ενάγοντος Οικοδομικού Συνεταιρισμού "Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΣ Συν.Π.Ε" (πρώην Οικοδομικός Συνεταιρισμός Νέων Εφέδρων Αξιωματικών Συν.ΙΧΕ), βόρεια με δρόμο, με ιδιοκτησία ενάγοντος και μικρό ρέμα, νοτιοδυτικά με μικρό ρέμα και ιδιοκτησία ενάγοντος και βορειοδυτικά με περιφερειακή οδό Εκάλης (...). Τούτο (επίδικο), αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου με την ονομασία "Πάνω και Κάτω Σταμάτα-Διόνυσος". Το μεγαλύτερο αυτό ακίνητο αποτελούνταν από δύο δασοκτήματα που συνόρευαν μεταξύ τους, και ειδικότερα το δασόκτημα της Σταμάτας και εκείνο του Διονύσου. Πριν από την απελευθέρωση και τη συγκρότηση του Ελληνικού Κράτους τα δύο αυτά δασοκτήματα ανήκαν κατά κυριότητα σε Οθωμανούς και αποτελούσαν τσιφλίκια "χωριά". Μετά την απελευθέρωση το πρώτο δασόκτημα (τσιφλίκι) Σταμάτας, αγόρασε ο Κ. Ζ., Γραμματέας των Εξωτερικών τότε (Υπουργός), για λογαριασμό του Α. Λ., κατ' εντολήν και με χρήματα του τελευταίου, από τους ιδιοκτήτες του Οθωμανούς Μ. Α. υιού του Δ. Μ., Τ. Α. υιού του Μ. Ε., Μ. υιού του Η. Μ., και Μ. Α. και Ο., υιών του Μουφτή Χ. Ε. σύμφωνα με την 528/25/28-6-1834 δήλωση του (Κ. Ζ.), που είναι κατατεθειμένη στην .../1858 πράξη του Συμ/φου Αθηνών Α. Βελισσάριου, και για την πώληση εκδόθηκε η 593/13-2-1842 απόφαση "της επί των πωλήσεων των Οθωμανικών Κτημάτων Επιτροπής" με την οποία αναγνωρίσθηκε κύριος και κάτοχος του τσιφλικιού Σταμάτας ο Κ. Ζ., κατά τα αναγραφόμενα στο Χοτζέτι σύνορα και διατάχθηκε η εκτέλεσή της. Μετά την αγορά του δασοκτήματος αυτού ο Κ. Ζ. παρέδωσε τη νομή και την κατοχή στον Α. Λ., στο όνομα, και για λογαριασμό του οποίου, κατά τα προαναφερόμενα, το αγόρασε. Ο πραγματικός αυτός αγοραστής Α. Λ., νεμήθηκε έκτοτε το κτήμα αυτό της Σταμάτας με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι το θάνατο του που συνέβη το έτος 1850, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό αυτού πράξεις νομής. Ειδικότερα, παραχωρούσε έναντι μισθώματος τούτο σε τρίτους για θερινή και χειμερινή βοσκή των ποιμνίων τους, καλλιεργούσε τις δεκτικές καλλιέργειας εκτάσεις ο ίδιος ή εκμισθώνοντας σε τρίτους για τον ίδιο σκοπό, προέβαινε σε ξύλευση και στην παραχώρηση δικαιώματος ρητινοσυλλογής σε τρίτους, επέβλεπε ο ίδιος αυτό αυτοπροσώπως και με ιδιωτικούς φύλακες, υποθήκευε το όλο κτήμα. Μετά το θάνατο του (Α. Λ.), η σύζυγος του Λ. Λ. νεμήθηκε το κτήμα αυτό με τον ίδιο τρόπο αφού αναμείχθηκε στη κληρονομιά του συζύγου της που απεβίωσε ως άνω χωρίς διαθήκη και ως επίτροπος του ανήλικου υιού της Θ.. Μετά το θάνατο και του τέκνου αυτού το έτος 1855 χωρίς διαθήκη και όντας άγαμος, η παραπάνω Λ. νεμήθηκε το όλο κτήμα αυτό μόνη της αφού υπεισήλθε στην κληρονομιά του πρώτου (υιού της) κατά το αναλογούν σε αυτόν μερίδιο συνεχίζοντας τις ίδιες πράξεις νομής με διάνοια κυρίας και καλή πίστη. Ειδικότερα, μεταξύ των άλλων, προέβαινε σε παραχώρηση δικαιώματος εγγραφής υποθήκης στο δασόκτημα αυτό σε τρίτους, στη διεξαγωγή δικών με το όμορο ιδιοκτήτη του γειτονικού κτήματος Μπογιατίου Λ. Κ., με τον οποίο τελικά συμβιβάσθηκε και επέβλεπε και προστάτευε αυτό από αυθαίρετες επεμβάσεις τρίτων μέχρι και το έτος 1872, οπότε πώλησε το κτήμα αυτό στον Κ. Β. δυνάμει του υπ' αρ. .../1872 συμβολαίου του Συμ/φου Αθηνών Στ. Ταβανάκη που μεταγράφηκε νόμιμα. Εξάλλου, το άλλο δασόκτημα (τσιφλίκι) του Διονύσου, αγόρασε το 1836 από τον Οθωμανό Σ. Α. υιό του Δ. Α. στον οποίο ανήκε, ο Ι. Π., πρόξενος τότε της Ελλάδας στη Ρωσία, με χοτζέτι. Για την πώληση αυτή εκδόθηκε η 341/1836 απόφαση της άνω "επί των Οθωμανικών Κτημάτων Επιτροπής" με την οποία αναγνωρίσθηκε ο παραπάνω αγοραστής κύριος και κάτοχος του δασοκτήματος αυτού κατά τα αναφερόμενα στο χοτζέτι σύνορα και διατάχθηκε η εκτέλεση της. Έκτοτε ο Ι. Π. και από την περιέλευση στην κατοχή του νεμήθηκε το δασόκτημα αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι το έτος 1872, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση αυτού πράξεις νομής και ειδικότερα παραχωρώντας τη χρήση αυτού σε τρίτους έναντι μισθώματος με συμβολαιογραφικά έγγραφα είτε για κοπή καυσόξυλων και βοσκή ποιμνίων, είτε για ρητινοσυλλογή και παραγωγή ανθράκων, είτε για καλλιέργεια των καλλιεργήσιμων εκτάσεων, παρέχοντας δικαίωμα σε τρίτους προς εγγραφή υποθήκης σε αυτό, και επιβλέποντας ο ίδιος αυτό αυτοπροσώπως ή με φύλακες. Το έτος 1872 ο Ι. Π. δυνάμει του .../1872 συμβολαίου του Συμ/φου Αθηνών Στ. Ταβανάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε το παραπάνω δασόκτημα Διόνυσος στο Κ. Β., στον οποίο, όπως προαναφέρθηκε είχε πωλήσει και η Λ. Λ. το Δασόκτημα Σταμάτας δυνάμει του .../1872 συμβολαίου. Έτσι τα δύο αυτά δασοκτήματα "Επάνω και Κάτω Σταμάτα" και "Επάνω και Κάτω Διόνυσος" που συνόρευαν μεταξύ τους, αποτέλεσαν ένα ενιαίο δασόκτημα. Το ενιαίο αυτό δασόκτημα ο παραπάνω αγοραστής Κ. Β. συνέχισε να κατέχει και να νέμεται με τα ίδια προσόντα όπως και οι δικαιοπάροχοι του με διάνοια κυρίου και καλή πίστη ασκώντας τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων του, ενώ μάλιστα το έτος 1877 παραχώρησε δικαίωμα εγγραφής υποθήκης υπέρ της Γενικής Πιστωτικής Τράπεζας στο όλο ενιαίο κτήμα. Στη συνέχεια αυτός πώλησε το όλο ενιαίο κτήμα (δασοκτήματα Σταματάς και Διονύσου) δυνάμει του .../1877 συμβολαίου του Συμ/φου Αθηνών Γεωργίου Γρυπάρη, που μεταγράφηκε νόμιμα, στην Ε. Μ. συζ. Δ. Σ.. Η τελευταία νεμήθηκε το όλο ενιαίο κτήμα με τα ίδια προσόντα όπως και οι δικαιοπάροχοι της, μέχρι το θάνατο της που επήλθε στις 28-6-1877 χωρίς να αφήσει διαθήκη και τέκνα. Στην κληρονομιά αυτής υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν με πρόθεση κληρονόμων οι αδελφοί της Α., Δ., Μ. και Σ. Ι.Β Μ., οι αδελφές της Λ. συζ. Ρ., Κ. συζ. Ρ. και Α. συζ. Β. το γένος Μ. και η μητέρα της Α. χήρα Ι.Β Μ.. Οι ανωτέρω συνέχισαν να νέμονται το ενιαίο κτήμα με διάνοια κυρίου και καλή πίστη ασκώντας τις ίδιες πράξεις νομής όπως και οι δικαιοπάροχοι τους αυτοπροσώπως ή δια αντιπροσώπων τους, μεταξύ των άλλων, με την εκμίσθωση σε τρίτους για παραγωγή άσβεστου και βοσκή. Στη συνέχεια δυνάμει του .../1883 συμβολαίου του Συμ/φου Αθηνών Γ. Γρυπάρη, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι της Ευφροσύνης συζ. Δ. Σ. πώλησαν το ενιαίο ως άνω δασόκτημα όπως περιγράφεται στο .../1877 συμβόλαιο του άνω Συμ/φου, στον Α. Η.. Ο νέος αυτός αγοραστής του όλου δασοκτήματος Α. Η., έκτοτε συνέχισε να νέμεται το όλο δασόκτημα με τα ίδια προσόντα όπως και οι δικαιοπάροχοί του, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, δηλαδή (ως προς την τελευταία) με την ειλικρινή πεποίθηση ότι νεμόμενος το ακίνητο που είχε αγοράσει και είχε περιέλθει στους δικαιοπαρόχους του δυνάμει των παραπάνω ειδικών και καθολικών διαδοχών δεν έβλαπτε το δικαίωμα κυριότητας άλλου επί αυτού και ιδία του Ελληνικού, Δημοσίου, όπως ως άνω η καλή πίστη και με την παραπάνω έννοια συνέτρεχε και στα πρόσωπα ως άνω των δικαιοπαρόχων του. Ειδικότερα, ο Α. Η. εκμίσθωνε το όλο δασόκτημα η συγκεκριμένα τμήματα του σε τρίτους για βοσκή, εξαγωγή ρητίνης, εξόρυξη μαρμάρων, χορηγούσε δικαίωμα προς εγγραφή υποθήκης σε τρίτους δανειστές του (Εθνική Τράπεζα και ιδιώτες), παραχωρούσε το δικαίωμα λατόμησης τμημάτων αυτού, παραχωρούσε τμήματα αυτού χάριν συμβιβασμού επίσης σε τρίτους, επέβλεπε το όλο κτήμα αυτοπροσώπως είτε με αντιπροσώπους του είτε με ιδιωτικούς φύλακες, καλλιεργούσε τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις και εμπόδιζε κάθε αυθαίρετη επέμβαση τρίτου. Το έτος 1903 ο Α. Η. δυνάμει του .../1903 συμβολαίου του Συμ/φου Αθηνών Τάσσου Οικονόμου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε, λόγω νέμησης, το κτήμα αυτό στα τέκνα του Θ. και Η. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδαιρέτου στο καθένα. Τα τέκνα αυτά συνέχισαν τις ίδιες πράξεις νομής επί του ενιαίου δασοκτήματος και κατά το αναλογούν σε καθένα ποσοστό με τα ίδια προσόντα όπως και οι δικαιοπάροχοι τους, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι και το θάνατο τους, που επήλθε τα έτη 1935 και 1964 αντίστοιχα. Ειδικότερα, αυτοί, μεταξύ άλλων, παραχώρησαν ως κύριοι δικαίωμα εγγραφής υποθήκης υπέρ της Τράπεζας Αθηνών και υπέρ της Εθνικής Τράπεζας επί ολοκλήρου του κτήματος, άσκησαν αιτήσεις λήψης ασφαλιστικών μέτρων περί νομής κατά τρίτων καταπατητών, εκμίσθωναν αυτό σε τρίτους για συλλογή ρητίνης, ξύλευση, δημιουργία ασβεστοκάμινων, βοσκή ποιμνίων, καλλιέργεια καλλιεργήσιμων εκτάσεων, ανόρυξη μαρμάρων, οι ίδιοι αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι αποζημίωσης για απαλλοτρίωση αγροτικών εκτάσεων, που περιλαμβάνονται μέσα στα όρια του όλου δασοκτήματος, προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και προσφύγων το έτος 1925, επίσης ζήτησαν και έλαβαν άδειες κατάτμησης για την εκποίηση τμημάτων σε τρίτους και άδειες υλοτομίας και γενικά ασκούσαν όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις νομής. Μετά το θάνατο του Θ. Α. Η. το έτος 1935, όπως προαναφέρθηκε, χωρίς διαθήκη, υπεισήλθαν στην κληρονομιά και αναμείχθηκαν σε αυτήν τα τέκνα του Χ., Α. και Κ. Θ. Η., Σ. συζ. Π. το γένος Θ. Η. και Φ. συζ. Γ. Χ. το γένος Θ. Η., αφού η σύζυγος του Ι. παραιτήθηκε από την κληρονομιά με την 302/1935 πράξη ενώπιον του Γραμματέα Πρωτοδικών Αθηνών. Οι παραπάνω κληρονόμοι συνέχισαν να ασκούν τις ίδιες διακατοχικές πράξεις νομής όπως και οι δικαιοπάροχοι τους με τα αυτά προσόντα, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι την έναρξη ισχύος του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), και ανεξάρτητα από την καλή πίστη έκτοτε και κατά το αναλογούν σε καθένα ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί του όλου κτήματος. Εξάλλου, ο άλλος συνιδιοκτήτης Η. Α. Η., που όπως αναφέρθηκε απεβίωσε το έτος 1964, κληρονομήθηκε από τους Δ. χα Η. Η., Ε. Η. Η., Δ. θυγ. Η. Η. συζ. Π. Α., Χριστίνα θυγ. Χ. Η. και Χ. θυγ. Χ. Η. δυνάμει των από 7-6-1948 και 15-10-1959 ιδιόγραφων διαθηκών που δημοσιεύθηκαν νόμιμα και κηρύχθηκαν κυρίες. Οι κληρονόμοι αυτοί αποδέχθηκαν την ανωτέρω κληρονομιά με την .../1965 πράξη αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Συμ/φου Αθηνών Ι. Παπαγιάννη που μεταγράφηκε νόμιμα, και συνέχισαν να ασκούν κατά το αναλογούν σε καθέναν ποσοστό εξ αδιαιρέτου, με διάνοια κυρίου τις αυτές πράξεις νομής όπως και οι δικαιοπάροχοι τους. Στη συνέχεια το έτος 1972, οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι των αδελφών Η. Α. Η. και Θ. Λ. Η. δυνάμει των .../1972 και .../1972 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων του Συμ/φου Μαραθώνα Σταύρου Γ. Παπαδογεώργη, που μεταγράφηκαν νόμιμα, μεταβίβασαν λόγω πώλησης στη Μ. συζ. Γ. Κ. σε εκτέλεση του .../1963 προσυμφώνου συμβολαίου του Συμ/φου Αθηνών Κων/νου Κανακάρη,, όπως τροποποιήθηκε με την .../1965 πράξη του ιδίου Συμ/φου, το 1/2 εξ αδιαιρέτου (αντίστοιχα οι κάθε κληρονόμοι) τμήμα του πιο πάνω δασοκτήματος "Σταμάτα-Διόνυσος", στη θέση "Κλειόριζα" μεταξύ των οικισμών Εκάλης και Ρέας, εμβαδού 465 περίπου στρεμμάτων κατά τους τίτλους, στους οποίους γίνεται σαφής και ακριβής αναφορά των ορίων και του εμβαδού σε τμ με εξαίρεση έκταση που περιλαμβάνεται σε αυτό 1662 τμ. περίπου που είχε απαλλοτριωθεί υπέρ της ΔΕΗ, και ακριβούς έτσι πωληθείσας έκτασης 463.239,76 τμ, για την οποία (πώληση) είχε χορηγηθεί προηγουμένους άδεια κατάτμησης από το Υπουργείο Γεωργίας (υπ' αρ. 79306/798/1967 έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας - Δ/νση Δασών). Η τελευταία (Μ. Κ.) συνέχισε να ασκεί από την περιέλευση σε αυτή του εν λόγω τμήματος του ενιαίου δασοκτήματος των 463.239,76 τμ τις ίδιες πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων της με διάνοια κυρίου. Ακολούθως, η Μ. Κ. δυνάμει των .../1972 και .../1972 συμβολαίων του ίδιου ως άνω Συμ/φου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, μεταβίβασε λόγω πώλησης στον ενάγοντα Συνεταιρισμό με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΣ ΣΥΝ. Π.Ε" πρώην "Ν. Εφέδρων Αξιωματικών" το πιο πάνω αγορασθέν τμήμα του δασοκτήματος, όπως τούτο περιγράφεται στα παραπάνω συμβόλαια και εμφαίνεται και στο προσαρτημένο σε αυτά από 9-10-1971 σχεδιάγραμμα των μηχανικών Γ. Γ. και Τ. Β. και περιγράφεται ως άνω στη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος ως πραγματογνώμονα Δ. Α. και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει με ελάχιστες αποκλίσεις ως προς τις πλευρικές διαστάσεις κατά τον πραγματογνώμονα ως άνω, που είναι το επίδικο με όρια τα αναγραφόμενα στην αρχή της παρούσας. Ο ενάγων Οικοδομικός Συνεταιρισμός, από την περιέλευση σε αυτόν του εν λόγω επίδικου τμήματος, που αποτελεί κατά τα ως άνω τμήμα του μεγαλύτερου ενιαίου δασοκτήματος, όπως προαναφέρθηκε, κατείχε και νεμόταν τούτο συνεχίζοντας τις ίδιες πράξεις νομής των δικαιοπαρόχου του με διάνοια κυρίου μέχρι την άσκηση της αγωγής. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, δια των εκπροσώπων του επέβλεπε το αγορασθέν τμήμα, προέβαινε σε καταμετρήσεις και τοπογραφήσεις, στην οριοθέτηση και αποκατάσταση των ορίων του, στην παρεμπόδιση τρίτων επιχειρούντων οποιαδήποτε προσβολή, στη λήψη μέτρων δια την πρόληψη πυρκαϊάς και σειρά ενεργειών για την ένταξη του κτήματος στο ρυμοτομικό σχέδιο και για υδροδότηση. Κατά την άσκηση των προαναφερόμενων πράξεων νομής από τον ενάγοντα, αυτός ουδόλως ενοχλήθηκε από κάποιον και ιδία από το εναγόμενο-εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο και τα δασικά όργανα του τελευταίου, ενώ ουδείς από τους προαναφερόμενους άμεσους, απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος κατά τη σειρά που προεκτέθηκαν παρακωλύθηκε στην άσκηση των προαναφερόμενων πράξεων από το Ελληνικό Δημόσιο, ή αμφισβητήθηκε από το τελευταίο ο ιδιωτικός χαρακτήρας του παραπάνω μεγαλύτερου δασοκτήματος (τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο), που το τελευταίο (Ελληνικό Δημόσιο) αναγνώριζε ως ιδιωτική δασική έκταση τουλάχιστον μέχρι το έτος 1979. Έτσι, με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ο εναγών κατέστη κύριος του επίδικου κτήματος σε κάθε περίπτωση κατά την ερευνόμενη στον παρόντα βαθμό βάση της έκτακτης χρησικτησίας (που έγινε δεκτή από το Α/βάθμιο Δικαστήριο), τα στοιχεία της οποίας συνέτρεχαν στο πρόσωπο του ιδίου και των δικαιοπαρόχων του αναδρομικά επί τόσο μακρύ χρονικό διάστημα πριν από το έτος 1915 και δη από το έτος 1836 και σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον από το έτος 1883 μέχρι την 11-9-1915 (ήτοι 30 χρόνια πριν), οι οποίοι (δικαιοπάροχοι του) νέμονταν το μεγαλύτερο δασόκτημα, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, το οποίο περιλαμβανόταν στους τίτλους τους, με βάση τις παραπάνω διαδοχικές ειδικές και καθολικές διαδοχές, διαδοχικά κατά τις διακρίσεις που αναφέρθηκαν, συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, και στη συνέχεια ο ενάγων στον τίτλο του οποίου περιλαμβάνεται το επίδικο με τα ίδια προσόντα και ανεξάρτητα από την καλή πίστη μετά την ισχύ του Αστικού Κώδικα. Το γεγονός δε ότι για το μεγαλύτερο δασόκτημα "Σταμάτας -Διονύσου", τμήμα του οποίου κατά τα προαναφερόμενα αποτελεί το επίδικο, και για τα δασικά αυτού τμήματα κατά τα προαναφερόμενα, δεν τηρήθηκε η διαδικασία του από 17/29-11-1836 ΒΔ (νόμου) "περί ιδιωτικών δασών", δηλαδή δεν προσήχθηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας στην επί των Οικονομικών Γραμματεία εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευση του άνω Β.Δ/τος, είχε μεν ως συνέπεια να θεωρούνται αυτά εθνικά (δημόσια), όμως και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας χωρεί έκτακτη χρησικτησία και κτήση κυριότητας και επί δημοσίων δασών με τις προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν (30ής νομής συμπληρούμενη μέχρι και την 11-9-1915 με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με συνυπολογισμό ίδιας νομής δικαιοπαρόχων εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος), όπως στην προκείμενη περίπτωση όπου η 30ής νομή με τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 στα πρόσωπα των απώτατων και απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος και σε κάθε περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, στα πρόσωπα των αδελφών Θ. και Η. Α. Η., που είχαν έτσι καταστεί κύριοι με συνυπολογισμό τουλάχιστον από το έτος 1883 της ίδιας νομής του πατέρα τους Α. Η.". Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως κατ' ουσίαν βάσιμη, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε με πληρότητα χωρίς αντιφάσεις και με σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα και ειδικότερα δέχθηκε ότι η άμεση δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου Συνεταιρισμού Μ. συζ. Γ. Κ. ως και οι δικαιοπάροχοι της νεμήθηκαν το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1836 άλλως τουλάχιστον από το έτος 1883 και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, ενεργώντας επάνω σ' αυτό, δυνάμει των αναφερομένων εκεί τίτλων, τις μνημονευόμενες εμφανείς υλικές πράξεις δηλωτικές διάνοιας κυρίου αλλά και με καλή πίστη, έχοντα δηλαδή την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του επιδίκου ακινήτου, δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού άλλου προσώπου και ειδικότερα του Ελληνικού Δημοσίου μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) και ανεξαρτήτως καλής πίστεως μετά την εισαγωγή του ΑΚ στη συνέχεια το Εφετείο, έκρινε ότι αφού συμπληρώθηκε μέχρι 11 Σεπτεμβρίου 1915 τριακονταετής καλόπιστη νομή με διάνοια κυρίου επί του επιδίκου ακινήτου στο πρόσωπο της δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου Συνεταιρισμού Μ. Κ. και των δικαιοπαρόχων της, η τελευταία απέκτησε κυριότητα επί του επίδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ακόμη και αν το επίδικο ακίνητο έχει ή είχε το χαρακτήρα δάσους ή χορτολιβαδικής έκτασης ή ανήκε πριν, προ δηλαδή της ενάρξεως της χρησικτησίας, στο Ελληνικό Δημόσιο. Δεν ήταν δε απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας η περαιτέρω εξειδίκευση α)των επί μέρους πράξεων νομής σε κάθε μέρος της μείζονος εκτάσεως και ειδικότερα σε ποιο τμήμα αυτής ασκούνταν διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν σε καλλιεργήσιμη έκταση και ποιο τμήμα εκείνες που προσιδιάζουν σε δασική έκταση αφού, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πρόκειται περί ενιαίας εκτάσεως και ο φυσικός εξουσιασμός των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος Συνεταιρισμού και το πνευματικό στοιχείο της νομής επεκτεινόταν σε όλη την έκταση των 80.000 στρεμμάτων εντός της οποίας εμπίπτουν και τα επίδικα εδαφικά τμήματα και β)η περαιτέρω εξειδίκευση των περιστατικών από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε τη δικανική κρίση περί της συνδρομής του στοιχείου της καλής πίστης. Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ που προβάλλονται με τους τρίτο και τέταρτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγους αναίρεσης είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Ο τέταρτος λόγος κατά τα λοιπά προσβάλλει τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου ως εσφαλμένες κατ' ουσίαν και είναι απορριπτέος, ως πλήττων την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθία των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ.1 και 3 ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ.12 ν. 1738/1987 και 2 της Υ.Α. 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-3-2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΣ ΣΥΝ.ΠΕ" περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 5088/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 και 19 ΚΠολΔ. Κτήση κυριότητας επί ακινήτου του Δημοσίου με έκτακτη χρησικτησίας κατά το ΒΡΔ.
|
Χρησικτησία
|
Έλλειψη νόμιμης βάσης, Χρησικτησία.
| 0
|
Αριθμός 502/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Ρ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ζακίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Α. του Κ., 2) Γ. Α. συζ. Μ., το γένος Δ. Κ., 3) Κ. Α. του Μ., 4) Π. Α. του Μ., και 5) Κ. Κ. του Λ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Φωτεινή Καραπάνου.
Κατά την εκφώνηση των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων, η οποία δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και δια του Προεδεύοντος αυτού απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/8/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5609/2007 του ιδίου Δικαστηρίου, 3361/2008 μη οριστική και 4621/2010 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/12/2010 αίτηση και τους από 31/12/2011 προσθέτους λόγους του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 30/1/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 1045 και 1051 του ΑΚ, προκύπτει, ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα, με διάνοια κυρίου, επί συνεχή εικοσαετία, με δικαίωμα εκείνου, που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο χρησικτησίας και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπάροχου του. Η ειδική διαδοχή στη νομή επέρχεται με άτυπη αναιτιώδη σύμβαση, η οποία έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια η νομή που είχε εκείνος, ο οποίος μεταβιβάζει και παραδίδει το ακίνητο. Αποτελούν δε πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η τοποθέτηση ξύλινης περίφραξης, η κατασκευή αποθήκης, η κατασκευή περίφραξης με συρματόπλεγμα και η κατασκευή τοιχίου. Εξάλλου, η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ' αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. Αλλά η νομή, που άπαξ έχει κτηθεί, εξακολουθεί να διατηρείται από το νομέα και χωρίς τη διαρκή ενεργό παρουσία των κτητικών όρων αυτής, χωρίς δηλαδή να είναι ανάγκη ο νομέας να διατελεί διαρκώς σε σωματική επαφή προς το πράγμα, ούτε να είναι σε συνεχή εγρήγορση και να έχει αδιάκοπα κατευθυνόμενη τη διάνοια κυρίου προς αυτό. Εξάλλου, η απώλεια της νομής επέρχεται όταν παύσει η φυσική εξουσία επί του πράγματος ή εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια του νομέα (άρθρο 981 ΑΚ). Απώλεια της νομής λόγω του πνευματικού στοιχείου (animus) υπάρχει, όταν ο νομέας εκδηλώσει την απόφαση του να μην κατέχει στο εξής ως δικό του το πράγμα δηλαδή παραίτηση από τη νομή. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή του άρθρου 1033 ΑΚ προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ. 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα εδαφικό τμήμα, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας του Δήμου Νέου Ηρακλείου Αττικής και, σύμφωνα με την ένδικη αγωγή, έχει έκταση 63,75 τ.μ. και συνορεύει βόρεια, επί προσώπου μήκους 5 μέτρων, με την παράπλευρη οδό της Λεωφ. Σταυρού-Ελευσίνας (Αττικής οδού), νότια, επί πλευράς μήκους 5 μ., με υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, δυτικά, επί πλευράς μήκους 12,75 μ., με υπόλοιπη ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος και ανατολικά, επί πλευράς μήκους 12,75 μ., με ιδιοκτησία των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Το εν λόγω ακίνητο αποτελούσε (προ του έτους 1966) τμήμα ενός μεγαλύτερης εκτάσεως ακινήτου, το οποίο ανήκε, μέχρι του θανάτου της το έτος 1947, στην κυριότητα της Ε. συζύγου Δ. Μ., η οποία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα πέντε τέκνα της, μεταξύ των οποίων και η Ε. χήρα Α. Ρ. (μητέρα του αναιρεσείοντος) και ο Γ. Μ.. Όλοι οι άνω (πέντε) κληρονόμοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά της μητέρας τους, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1949 πράξεως δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Αθηνών Μιχαήλ Χριστακόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στην εν λόγω πράξη περιλαμβάνεται (ως κληρονομιαίο) και το άνω μείζονος εκτάσεως ακίνητο (τότε επτά στρεμμάτων). Ακολούθησαν διανομές των κληρονομιαίων ακινήτων μεταξύ των άνω συγκληρονόμων, που έγιναν συμβολαιογραφικώς κατά τα έτη 1955, 1958 και 1975. Ειδικότερα, για την τελευταία διανομή, που έγινε μεταξύ των συγκληρονόμων Ε. χήρας Α. Ρ., Γ. Μ. και των κληρονόμων της (συγκληρονόμου) Κ. συζ. E. Δ. (οι λοιποί δύο συγκληρονόμοι είχαν αποχωρήσει με τις προηγούμενες διανομές), συντάχθηκε το υπ' αριθμ. .../1975 (διανεμητήριο) συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρας Υφαντή, που μεταγράφηκε νόμιμα, σύμφωνα με το οποίο οι συγκληρονόμοι Ε. Ρ. και Γ. Μ. έλαβαν στην συγκυριότητά τους, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, το άνω (κληρονομιαίο) ακίνητο, το οποίο περιγράφεται στο διανεμητήριο συμβόλαιο ως αγρός με οικίσκο εντός αυτού, αρχικώς εκτάσεως επτά περίπου στρεμμάτων και, μετά από γενόμενες κατά καιρούς πωλήσεις και τις άνω διανομές, ήδη εκτάσεως τριών περίπου στρεμμάτων ή όσης εκτάσεως και αν είναι πλέον ή έλαττον, που συνορεύει αρκτικώς με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Β., μεσημβρινώς με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Β., ανατολικώς με ιδιοκτησία Α. Δ. και δυτικώς με την οδό .... Το έτος 1980 απεβίωσε η ως άνω Ε. Ρ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον αναιρεσείοντα (μοναδικό τέκνο της), ο οποίος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομιά, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../26-9-1991 πράξης της Συμβολαιογράφου Ν. Ιωνίας Αττικής Δέσποινας Χατζηγεωργίου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στην εν λόγω πράξη, μεταξύ των κληρονομιαίων ακινήτων από αποδέχθηκε ο αναιρεσείων, περιλαμβάνεται και το 1/2 εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου, το οποίο περιγράφεται στην πράξη αποδοχής ως οικόπεδο, εμβαδού, μετά νεότερη καταμέτρηση, 2.933,35 τ.μ., το οποίο ρυμοτομήθηκε για τη διάνοιξη της Εθνικής οδού Σταυρού-Ελευσίνας και απέμειναν δύο τμήματα, το ένα στο βόρειο μέρος αυτού, εκτάσεως 188,61 τ.μ. και το άλλο στο νότιο μέρος αυτού, εκτάσεως ...,72 τ.μ., το οποίο και ενδιαφέρει εν προκειμένω, όπως αυτά τα τμήματα αποτυπώνονται στο από μηνός Μαΐου 1991 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Ι.. Εν τω μεταξύ, στις 9-11-1991 απεβίωσε και ο ως άνω συγκληρονόμος Γ. Μ., ο οποίος κληρονομήθηκε, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1991 δημόσιας διαθήκης του, που συντάχθηκε από τη Συμβολαιογράφο Αθηνών Καλλιόπη Μετοχιάτη και δημοσιεύτηκε στις 20-12-1991, από το γιο του Δ. Μ., ο οποίος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομιά, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../3-2-1992 πράξης της Συμβολαιογράφου Ν. Ιωνίας Δέσποινας Χατζηγεωργίου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ειδικότερα, με την πράξη αυτή αποδέχθηκε το 1/2 εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου, όπως αυτό περιγράφεται παραπάνω και κατά τα ως άνω εναπομείναντα δύο τμήματα μετά την άνω ρυμοτόμηση του. Στη συνέχεια, καταρτίσθηκε το υπ' αριθμ. .../1993 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, σύμφωνα με το οποίο ο ως άνω Δ. Μ. μεταβίβασε κατά κυριότητα στον αναιρεσείοντα, λόγω πωλήσεως, το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ενός (στο νότιο μέρος) από τα παραπάνω εναπομείναντα μετά τη ρυμοτόμηση τμήματα, το οποίο, στο εν λόγω συμβόλαιο, περιγράφεται ως οικόπεδο, εκτάσεως 636,15 τ.μ. που συνορεύει Βόρεια, επί πλευράς μήκους 5,90 μ., με τη νέα λεωφόρο Σταυρού-Ελευσίνας, νοτιοδυτικά, επί πλευράς μήκους 32,80 μ., με την οδό ..., ανατολικά, επί πλευράς μήκους 31,70 μ. με ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων και βορειοδυτικά, επί πλευράς μήκους 8,20 μ. με προσκυρωτέα έκταση ιδιοκτησίας αγνώστου. Επίσης, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. .../1993 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Δ. Μ. μεταβίβασε κατά κυριότητα στον ενάγοντα, λόγω πωλήσεως, και το 1/2 εξ αδιαιρέτου του άλλου ως άνω εναπομείναντος (μετά τη ρυμοτόμηση) εδαφικού τμήματος (προς βορράν), το οποίο, στο εν λόγω συμβόλαιο, περιγράφεται ως αγροτεμάχιο, εκτάσεως 211,20 τ.μ. Το έτος 1996 πραγματοποιήθηκε και δεύτερη απαλλοτρίωση και ρυμοτομήθηκαν και άλλα τμήματα των παραπάνω τμημάτων του αναιρεσείοντος για τη διαπλάτυνση της λεωφόρου Σταυρού-Ελευσίνας. Όπως προαναφέρθηκε, και κατά τη γενόμενη στην ένδικη αγωγή περιγραφή του, το επίδικο εδαφικό τμήμα (εκτάσεως 63,75 τ.μ.) συνορεύει ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων. Το εν λόγω όμορο ακίνητο περιήλθε αρχικά στην κυριότητα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και των Κ. Σ. και Κ. συζ. Κ. Σ., κατά το1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, λόγω αγοράς από την Κ. χήρα Ι. Π., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1966 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Ν. Ιωνίας Λυκούργου Γκόγκορη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό, το αγορασθέν ακίνητο είχε έκταση 248,00 τ.μ. και συνόρευε βορείως με ιδιοκτησία Δ. Μ. (παππού του αναρεσείοντος), ανατολικώς με ιδιοκτησία της άνω πωλήτριας, νοτίως με ιδιωτική οδό (αφεθείσα από την πωλήτρια) και δυτικώς με ιδιοκτησία πρώην Δ. Μ. και ήδη αγνώστου. Με το υπ' αριθμ. .../1987 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Πολυζωίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι απέκτησαν κατά κυριότητα και ποσοστό 5% εξ αδιαιρέτου ο καθένας του άνω ακινήτου, λόγω αγοράς από τους ως άνω δύο λοιπούς συγκυρίους. Στη συνέχεια, με το υπ' αριθμ. .../1987 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι άνω συγκύριοι του ακινήτου (οικοπέδου), συνέστησαν επ' αυτού (εκτάσεως μετά νεότερη καταμέτρηση 251,44 τ.μ.) οριζόντιες και ανεξάρτητες ιδιοκτησίες, ανεγείροντας τριώροφη, με υπόγειο, οικοδομή (επί πιλοτής). Με το υπ' αριθμ. .../1995 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστομένους Δέδε, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων μεταβίβασε, κατά ψιλή κυριότητα, στην τέταρτη αυτών (θυγατέρα του) το περιελθόν σ' αυτόν με το ως άνω συμβόλαιο (σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας) διαμέρισμα (Α1), ενώ με το υπ' αριθμ. .../1995 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ν. Ιωνίας Κωνσταντίνου Μπάμπαλη, που μεταγράφηκε νόμιμα, η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα στην τρίτη τούτων (θυγατέρα της) το περιελθόν, κατά τα ανωτέρω, σ' αυτήν (Β1) διαμέρισμα. Με το υπ' αριθμ. .../2003 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Ν. Ιωνίας Αττικής Γιαννούλας Κάιλα, περιήλθαν στην κυριότητα της τρίτης και πέμπτου των εναγομένων, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, το υπό στοιχεία Γ1 διαμέρισμα με τον (Π2) χώρο στάθμευσης, ο υπ' αριθμ. 2 χώρος του λεβητοστασίου, το 1/ 2 εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος υψούν, η υπ' αριθμ. (1) αποθήκη και ο υπό στοιχεία Ρ1 χώρος του ισογείου-πιλοτής της άνω ανεγερθείσας οικοδομής, λόγω αγοράς από τους Ι. Ψ. και Ι. Ψ., στους οποίους είχαν περιέλθει οι εν λόγω οριζόντιες ιδιοκτησίες, λόγω αγοράς από τους ως άνω συγκυρίους Κ. Σ. και Κ. Σ., με αγοραπωλητήρια συμβόλαια κατά τα έτη 1991 και 1999, που μεταγράφησαν νόμιμα. Έτσι, όλοι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι ολόκληρης της άνω ανεγερθείσας οικοδομής, όμορης του επιδίκου τμήματος. Ο αναιρεσείων, στην ένδικη αγωγή του, ισχυρίζεται ότι είναι κύριος του επιδίκου εδαφικού τμήματος με παράγωγο τρόπο, αφού τούτο περιλαμβάνεται στους προαναφερόμενους τίτλους ιδιοκτησίας του. Οι αναιρεσίβλητοι, με τις έγγραφες προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αρνούνται την κυριότητα του αναιρεσείοντος επί του επίδικου ακινήτου και υποστηρίζουν ότι αυτοί έχουν καταστεί συγκύριοι τούτου με έκτακτη χρησικτησία, αφού το νεμήθηκαν από το έτος 1966 μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής. Επί του ισχυρισμού αυτού των αναιρεσιβλήτων αποδείχθηκαν τα εξής: Το έτος 1966, όταν, κατά τα ανωτέρω, οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι και οι λοιποί δύο συγκύριοι αγόρασαν, με το προαναφερόμενο συμβόλαιο, το άνω όμορο του επιδίκου ακίνητο, επί του οποίου ανήγειραν την οικοδομή, η δικαιοπάροχος αυτών (πωλήτρια) Κ. Π. τους μεταβίβασε άτυπα επί πλέον και τη νομή και κατοχή που είχε επί του επίδικου εδαφικού τμήματος. Το τμήμα αυτό δεν περιλήφθηκε ως πωληθέν στο ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο (1966), καθόσον η πωλήτρια, έχοντας μόνο τη νομή αυτού, δεν είχε καταστεί ακόμη κυρία τούτου, ώστε να μπορεί να το μεταβιβάσει, κατά κυριότητα, στους άνω αγοραστές, μαζί με το όμορο πωληθέν οικόπεδο. Τα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσιβλήτους περί προηγηθείσας (του έτους 1966) άτυπης ανταλλαγής μεταξύ της άνω δικαιοπαρόχου αυτών και του απώτερου δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος Δ. Μ., δυνάμει της οποίας ανταλλαγής περιήλθε στη νομή της δικαιοπαρόχου τους το επίδικο εδαφικό τμήμα, μαζί με άλλο συνεχόμενο αυτού τμήμα, δεν αποδείχθηκαν βάσιμα ούτε από την κατάθεση του μάρτυρος των εναγομένων ούτε από κάποιο άλλο προσκομιζόμενο αποδεικτικό μέσο. Από το έτος 1966 οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι και οι λοιποί ως άνω συγκύριοι και στη συνέχεια από τους προαναφερόμενους χρόνους οι διάδοχοι αυτών και τελικά όλοι οι αναιρεσίβλητοι ασκούσαν είτε αυτοπροσώπως είτε δι' αντιπροσώπου επί του επίδικου τμήματος τις αρμόζουσες σ' αυτό διακατοχικές πράξεις με διάνοια συγκυρίων (έχοντας τη θέληση να το εξουσιάζουν). Ειδικότερα, περί το έτος 1967 τοποθέτησαν ξύλινη περίφραξη στο ακίνητό τους, προς την πλευρά του επιδίκου τμήματος που συνόρευε με το ακίνητο των δικαιοπαρόχων του αναιρεσείοντος. Στη συνέχεια, ο πρώτος αναιρεσίβλητος (με τη συναίνεση των λοιπών συγκυρίων) κατασκεύασε εντός του επιδίκου μία ξύλινη αποθήκη, στην οποία τοποθετούσε προς φύλαξη τους ξυλότυπους και τα εργαλεία του που χρησιμοποιούσε για την εργασία του (ως εργολάβος οικοδομών). Περί το έτος 1972 αντικατέστησε τον άνω ξύλινο φράχτη με περίφραξη από συρματόπλεγμα στηριζόμενο σε τσιμεντένιο σενάζι, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Περί το έτος 1975, φύτευσε στο επίπεδο κληματαριά, η οποία υφίσταται ακόμη πλήρως αναπτυγμένη και στηριζόμενη σε πέργκολα που είναι κατασκευασμένη πάνω από το επίδικο. Επίσης, κατά τον ίδιο περίπου χρόνο, κατασκεύασε τοιχείο από πέτρες στη νότια πλευρά του επιδίκου που υπάρχει ακόμη, για να εμποδίσει την κατολίσθηση των χωμάτων του εδάφους από τα νερά των βροχών. Εξάλλου, το επίδικο ακίνητο, πέραν της άνω περιφράξεως, διακρίνεται ως ξεχωριστή ιδιοκτησία από την όμορη ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος και λόγω της υπάρχουσας μεταξύ τους υψομετρικής διαφοράς, αφού το οικόπεδο του αυτού βρίσκεται σε υψηλότερο επίπεδο (κατά 2 έως 4 μέτρα), γεγονός που οφείλεται στη συγκέντρωση εντός αυτού, από πολλών ετών, χωμάτων και λίθων, είτε λόγω της διάνοιξης της άνω λεωφόρου από το έτος 1991, είτε λόγω της μεταφοράς και ρίψεώς τους εκεί από τον ενάγοντα με το φορτηγό του. Τα παραπάνω αποδεικνύονται τόσον από την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρος των αναιρεσιβλήτων (γείτονας από 39 χρόνια σύμφωνα με την κατάθεση του) και τις προσκομιζόμενες απ' αυτούς ένορκες βεβαιώσεις τρίτων (γειτόνων και γνωστών του πρώτου εναγομένου, από πολλά χρόνια, με ιδία αντίληψη), καθώς και την περιλαμβανόμενη στα προαναφερόμενα πρακτικά συνεδρίασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ένορκη κατάθεση του μάρτυρος των αναιρεσιβλήτων, όσον και από τις προσκομιζόμενες από αυτούς (16) φωτογραφίες, ημερομηνίας λήψεως 20-7-2004 και 7-9-2004, στις οποίες, μεταξύ άλλων, απεικονίζονται, εντός του επιδίκου εδαφικού τμήματος, η φθαρμένη πλέον και σκουριασμένη, λόγω παλαιότητας, ως άνω περίφραξη (συρματόπλεγμα) που διαχωρίζει το επίδικο από το οικόπεδο του αναιρεσείοντος, η ξύλινη αποθήκη με εμφανή την παλαιότητά της, η κληματαριά, μεγάλης ηλικίας και ανεπτυγμένη επί ξύλινης πέργκολας, η ως άνω υπάρχουσα υψομετρική διαφορά, καθώς και το πέτρινο τοιχίο. Επί πλέον, οι αναιρεσίβλητοι προσκομίζουν και επικαλούνται την από μηνός Σεπτεμβρίου 2006 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του Ε. Κ. (Αγρονόμου και Τοπογράφου Μηχανικού), την οποία αυτός συνέταξε, κατ' εντολήν τους, αφού ενήργησε εξέταση και ανάλυση των διατεθέντων σ' αυτόν πέντε τοπογραφικών διαγραμμάτων ετών 1991, 1993, 1995 (κτηματολογικού του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.), 2003 και 2004 και τεσσάρων ζευγών αεροφωτογραφιών του ΟΚΧΕ, χρονολογίας λήψεως 1962, 1983, 1990 και 1994. Σύμφωνα με το διατυπούμενο στην άνω έκθεση συμπέρασμα του συντάξαντος αυτήν, το επίδικο εδαφικό τμήμα αποτελούσε εμφανές λειτουργικό μέρος της ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων (αεροφωτογραφίες 1990 και 1994) και ειδικότερα τούτο λειτουργούσε σαφέστατα ως οπίσθιος (προς δυσμάς) βοηθητικός χώρος (αυλή) της οικοδομής αυτών. Όπως δε αναγράφεται στην ως άνω έκθεση, η οριογωνική περιοχή που παρέχει εικόνα οπίσθιας αυλής της πολυκατοικίας των εναγομένων διακρίνεται με κάθε σαφήνεια δυτικά αυτής (πολυκατοικίας), παρά τη σκιά του υψηλού κτιρίου της πολυκατοικίας (αεροφωτογραφία 1994). Επίσης, η ύπαρξη στο επίδικο της ως άνω παλαιάς (σκουριασμένης και φθαρμένης) περίφραξης με συρματόπλεγμα, της μικρής ξύλινης αποθήκης, του πέτρινου τοίχου (μήκους περίπου 4,00 μ. και ύψους 1,50 μ.), της κληματαριάς και της κατασκευής στην οποία αυτή στηρίζεται, καθώς και της ως άνω υψομετρικής διαφοράς μεταξύ επιδίκου και ομόρου οικοπέδου του αναιρεσείοντος, αναφέρεται και στην προσκομιζόμενη από τους αναιρεσίβλητους από μηνός Δεκεμβρίου 2004 τεχνική έκθεση, που συνέταξε ο πολιτικός μηχανικός Γ. Β., κατ' εντολήν αυτών. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, οι αναιρεσίβλητοι και οι ως άνω δικαιοπάροχοι των τριών τελευταίων απ' αυτούς ενέμοντο συνεχώς το επίδικο εδαφικό τμήμα, από το έτος 1966 μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής και δεν αποδείχθηκε ότι κατέλαβαν τούτο το Μάρτιο 2004, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων-αναιρεσείων στην αγωγή του. Αντίθετα, από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε, κατ' αρχήν, ότι οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσείοντος Γ. Μ. και Δ. Μ., αλλά και οι απώτεροι αυτών δικαιοπάροχοι ενέμοντο το επίδικο (κατά το ως άνω μεταβιβασθέν το έτος 1993 στον ενάγοντα 1/2 εξ αδιαιρέτου) επί είκοσι ή δέκα τουλάχιστον χρόνια (μέχρι το έτος 1991 ο πρώτος και από τότε μέχρι το έτος 1993 ο δεύτερος) μέχρι την άνω μεταβίβασή του, ώστε ο άμεσος δικαιοπάροχος (Δ. Μ.) να είχε καταστεί κατά το χρόνο της μεταβίβασης στον ενάγοντα κύριος του μεταβιβασθέντος 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, με πρωτότυπο τρόπο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία), όπως απαιτείται μετά τη σχετική αμφισβήτηση εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι ισχυρίσθηκαν ότι έχουν καταστεί κύριοι του επιδίκου από το έτος 1986, και σύμφωνα με τα σχετικώς εκτιθέμεντα στην ένδικη αγωγή και στις προτάσεις του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα ήταν περιφραγμένο από τους δικαιοπαρόχους του αναιρεσείοντος, μαζί με το δικό τους ακίνητο. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι οι άνω δικαιοπάροχοι αυτού χρησιμοποιούσαν το επίδικο ως αποθηκευτικό χώρο ούτε ότι προέβαιναν σε καλλιέργεια του επιδίκου τμήματος με οπωροφόρα δένδρα ή σε οποιαδήποτε άλλη καλλιέργεια αυτού, μέχρι το έτος 1991 (χρόνος πρώτης απαλλοτρίωσης και ρυμοτόμησης του ομόρου ακινήτου τους), όπως ο ενάγων ισχυρίζεται στην αγωγή του. Τα όσα σχετικά με το ζήτημα αυτό κατέθεσε ο άνω μάρτυρας του αναιρεσείοντος (γιος του), ότι δηλαδή ο Γ. Μ. "φύτευε" στο όλο ακίνητο (3 στρεμμάτων), δεν είναι ικανά από μόνα τους να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε αντίθετη προς την παραπάνω κρίση, ενόψει και της αοριστίας αυτών, αφού, όπως ο ίδιος ο μάρτυρας κατέθεσε, δεν θυμάται το είδος της γενόμενης καλλιέργειας, λόγω και της μικρής ηλικίας αυτού, όταν ο ως άνω Γ. Μ. σταμάτησε να φυτεύει το ακίνητο, με τη διάνοιξη της Αττικής οδού. Επομένως, ο αναιρεσείων δεν κατέστη κύριος του 1/ 2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου που αγόρασε, κατά τα ανωτέρω, το έτος 1993 από τον Δ. Μ., αφού ο τελευταίος δεν ήταν κύριος αυτού με πρωτότυπο τρόπο, κατά το χρόνο της μεταβίβασης . Επίσης, όσον αφορά στο υπόλοιπο 1/ 2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, το οποίο περιήλθε, κατά τα ανωτέρω, στον ενάγοντα δυνάμει κληρονομικής διαδοχής της αποβιώσασας το έτος 1980 μητέρας του, αποδείχθηκε, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ότι τούτο νεμήθηκαν οι εναγόμενοι και οι δικαιοπάροχοι τους κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, τουλάχιστον από το έτος 1980 (θάνατος δικαιοπαρόχου ενάγοντος) μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (2006), ενώ δεν αποδείχθηκε ότι, κατά το εν λόγω διάστημα, ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο ο αναιρεσείων είτε καλλιεργώντας το είτε χρησιμοποιώντας το ως αποθήκη ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο. Η δικαστική αναγνώριση του αναιρεσείοντος ως δικαιούχου των αποζημιώσεων για τις δύο απαλλοτριώσεις κατά τα έτη 1991 και 1996, καθώς και του δικαιοπαρόχου του Δ. Μ. για την πρώτη απαλλοτρίωση, αφορά τα απαλλοτριωθέντα και ρυμοτομηθέντα τμήματα του, μείζονος εκτάσεως, ακινήτου τους (ομόρου) και όχι το επίδικο και μη απαλλοτριωθέν εδαφικό τμήμα. Επομένως, οι αναιρεσίβλητοι έχουν καταστεί από το έτος 2000 κύριοι του ως άνω υπολοίπου 1/ 2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, με έκτακτη χρησικτησία (οι τρεις τελευταίοι προσμετρώντας στη νομή τους και τη νομή των δικαιοπαρόχων τους), καταλύοντας με τον τρόπο αυτό την άνω κυριότητα του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή, ως βάσιμης και κατ' ουσίαν, της σχετικής περί ιδίας κυριότητας ένστασης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, καθώς και οι αναφερόμενοι ως άνω δικαιοπάροχοί τους νέμονταν συνεχώς το επίδικο εδαφικό τμήμα από το έτος 1966 μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής το έτος 2006, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και έτσι κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ακολούθως δε δέχτηκε την ένσταση αυτών περί ιδίας κυριότητας και απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος, που επανήλθε με κλήση προς χωριστή εκδίκαση ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, μετά το χωρισμό των σωρευόμενων στο ίδιο δικόγραφο δύο αγωγών, ήτοι της ήδη ένδικης διεκδικητικής και της αρνητικής της κυριότητας τοιαύτης, που διατάχθηκε με την 3361/2008 μη οριστική απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 981, 1045, 1051 και 1033 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους αναιρεσιβλήτους με έκτακτη χρησικτησία και της μη απόδειξης, ότι ο αναιρεσείων και οι δικαιοπάροχοί του κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με παράγωγο τρόπο ή με έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα, το Εφετείο σαφώς δέχτηκε, ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, καθώς και οι αναφερόμενοι ως άνω δικαιοπάροχοί τους, νέμονταν συνεχώς το επίδικο εδαφικό τμήμα από το έτος 1966 μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής το έτος 2006, ασκώντας τις αρμόζουσες διακατοχικές πράξεις, όπως την τοποθέτηση ξύλινης περίφραξης, την κατασκευή ξύλινης αποθήκης, στη συνέχεια την τοποθέτηση περίφραξη από συρματόπλεγμα στηριζόμενο σε τσιμεντένιο σενάζι, την φύτευση κληματαριάς και την κατασκευή τοιχίου, και ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν κατέστη κύριος του επιδίκου, διότι όσον αφορά το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, όταν το αγόρασε από τον δικαιοπάροχό του Δ. Μ., ο τελευταίος δεν ήταν κύριος αυτού με πρωτότυπο τρόπο κατά το χρόνο της μεταβίβασης, όσον δε αφορά στο υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, που περιήλθε σ' αυτόν δυνάμει κληρονομικής διαδοχής της αποβιώσασας το έτος 1980 μητέρας του αποδείχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι και οι δικαιοπάροχοί τους νεμήθηκαν τούτο τουλάχιστον από το έτος 1980 μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής το έτος 2006 και ότι δεν αποδείχθηκε, ότι κατά το εν λόγω διάστημα ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο ο αναιρεσείων, και ότι η δικαστική αναγνώριση του αναιρεσείοντος ως δικαιούχου των αποζημιώσεων για τις δύο απαλλοτριώσεις κατά τα έτη 1991 και 1996, καθώς και του δικαιοπαρόχου του Δ. Μ. για την πρώτη απαλλοτρίωση, αφορά τα απαλλοτριωθέντα και ρυμοτομηθέντα τμήματα του μείζονος εκτάσεως ακινήτου τους και όχι το επίδικο και μη απαλλοτριωθέν εδαφικό τμήμα. Επομένως, οι συναφείς πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚπολΔ, καθώς και δεύτερος, κατά το τρίτο μέρος του, πρόσθετος λόγος από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή, ο λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενοι τούτο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, και ότι δεν αποδείχτηκε ότι κατά το εν λόγω διάστημα ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο ο αναιρεσείων και ακολούθως να απορρίψει την ένδικη αγωγή, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι κατέστη κύριος του επιδίκου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, ήτοι α) το από του έτους 1987 τοπογραφικό του πολιτικού μηχανικού Α. Θ., β) την με αριθμό .../1987 οικοδομική άδεια των αναιρεσιβλήτων και γ) το από έτους 1986 τοπογραφικό του πολιτικού μηχανικού Α. Θ., το οποίο προσαρτήθηκε στην με αριθμό .../1987 πράξη σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Πολυζωϊδου. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύσει χωριστά το καθένα από αυτά. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας αποφάσεως περί αποδείξεως. Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 ΚΠολΔ με το άρθρο 5 ν. 2195/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους αποδείξεως των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (Α.Π. 485/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως και συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο δέχτηκε, ότι δεν αποδείχθηκε, ότι αυτός και οι δικαιοπάροχοί του κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με παράγωγο τρόπο ή με έκτακτη χρησικτησία, ενώ οι αναιρεσίβλητοι έφεραν το βάρος απόδειξης "όσον αφορά στην ίδρυση δικού τους δικαιώματος κυριότητας και τη θεμελίωση της ενστάσεώς τους ιδίας κυριότητας". Ο λόγος αυτός πέραν του ότι είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν, υπό την επίκληση της ως άνω διάταξης, πλήττεται η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο δέχτηκε, ότι αποδείχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, κατά παραδοχή της σχετικής περί ιδίας κυριότητας ένστασής τους. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1038/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους αναιρεσιβλήτους με έκτακτη χρησικτησία και της μη απόδειξης, ότι ο αναιρεσείων και οι δικαιοπάροχοί του κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με παράγωγο τρόπο ή με έκτακτη χρησικτησία, εκτιμώντας τα προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων, καθώς και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν στο Εφετείο και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, είτε για άμεση, είτε για έμμεση απόδειξη. Επομένως, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετος λόγος, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από αυτά (ΑΠ 1152/2008, ΑΠ 30/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 352 ΚΠολΔ, η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ως άνω δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται μόνον κατά τον διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη. Ως δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση νοείται το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση κατά το χρόνο που έγινε η ομολογία. Εξάλλου η ύπαρξη της ομολογίας κρίνεται αντικειμενικά και δεν αποτελεί προϋπόθεσή της η πρόθεση προς ομολογία (ΑΠ 1946/2008, ΑΠ 2225/2007). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση. Κατά δε το άρθρο 440 ΚΠολΔ τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη, ενώ περαιτέρω κατά το άρθρο 441 ίδιου Κώδικα τα έγγραφα που συντάσσονται σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 439 για τη σύσταση ή τη βεβαίωση δικαιοπραξίας αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, όπως τέτοιος είναι και ο συμβολαιογράφος, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσον ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, όσον και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές (ΑΠ 1152/2008, ΑΠ 259/2007) και περαιτέρω ότι η δικαιοπραξία που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο μπορεί να προσβληθεί για ελαττώματα της βουλήσεως ως άκυρη ή ακυρώσιμη (εικονικότητα, πλάνη απάτη κ.λ.π.), χωρίς να χρειάζεται να προσβληθεί το δημόσιο έγγραφο, στο οποίο περιέχεται ως πλαστό (ΑΠ 407/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβιάσεως του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και, ειδικότερα, ότι με το να δεχτεί, ότι η δικαιοπάροχός τους Κ. Π. ήταν νομέας της επίδικης έκτασης και παρέδωσε το έτος 1966 τη νομή αυτή στους αναιρεσιβλήτους, καίτοι απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό των τελευταίων περί ανταλλαγής και παράδοσης της νομής πριν το 1966 στην ως άνω Π. από τον παππού και απώτερο δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος Δ. Μ., δεν έλαβε υπόψη την γενομένη με τις από 7-10-2009, σελ. 4, 5, 6, 7 προτάσεις των αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του δικάσαντος την υπόθεση Εφετείου Αθηνών, ομολογία αυτών, ότι ο άνω παππούς του αναιρεσείοντος ήταν νομέας της επίδικης έκτασης και παρέμεινε νομέας αυτής, αφού το όποιο δικαίωμα νομής είχε η ως άνω Κ. Π. επί του επιδίκου το αντλούσε από την υποτιθέμενη ανταλλαγή, η οποία όμως δεν έγινε ποτέ. Όπως, όμως, προκύπτει από το επικαλούμενο απόσπασμα των ως άνω προτάσεων των αναιρεσιβλήτων, οι τελευταίοι ουδέποτε προέβησαν σε ομολογία του επιβλαβούς γι' αυτούς γεγονότος, ότι ο άνω δικαιοπάροχος παππούς του αναιρεσείοντος είχε τη νομή του επιδίκου και μετά το έτος 1966. Επομένως, ο λόγος αυτός από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα ως άνω αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν απέδωσε την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων α) στη με αριθμό 18752/1987 σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Πολυζωϊδου, β) στο με αριθμό .../1991 συμβόλαιο αγοραπωλησίας οριζοντίων ιδιοκτησιών της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Όκου και γ) στο με αριθμό .../2003 συμβόλαιο αγοραπωλησίας οριζοντίων ιδιοκτησιών της ιδίας συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Όκου, που είχε προσκομίσει προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του, ότι είχε καταστεί κύριος του επίδικου ακινήτου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), αφού στα συμβόλαια αυτά η ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων οριοθετείται με βάση τη δική του ιδιοκτησία, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον τα ανωτέρω συμβόλαια αποτελούν μεν δημόσια έγγραφα γενικώς, συνιστούν όμως πλήρη απόδειξη μόνον ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, ότι έγιναν από τους συντάξαντες αυτά συμβολαιογράφους ή ότι έγιναν ενώπιον τους, καθώς και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο αντίστοιχος συμβολαιογράφος, όχι δε, όταν εκτιμώνται ελεύθερα ως δικαστικά τεκμήρια, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-12-2010 αίτηση και το από 30-12-2011 δικόγραφο προσθετων λόγων του Δ. Ρ. για αναίρεση της 4621/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ειδική διαδοχή στη νομή. Προϋποθέσεις κτήσεις κυριότητας με έκτακτη χρησικτησίας. Απορρίπτονται λόγοι από 1 και 19. Απορρίπτεται λόγος από 11 γ' - υπάρχει βεβαίωση ότι ελήφθησαν όλα τα έγγραφα. Απορρίπτονται λόγοι από 13, 10, 12.
|
Αγωγή διεκδικητική
|
Αγωγή διεκδικητική.
| 0
|
Αριθμός 503/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Χ. Μ. συζ. Δ., το γένος Α. Σ., κατοίκου ..., 2) Μ. Χ., συζ. Ν., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ..., και 3) Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Βασιλόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. Σ., συζ. Ρ., το γένος Α. Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γεωργάτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/11/1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7244/1997 μη οριστική, 6020/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 8695/2002 μη οριστική και 5123/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1130/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 5123/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση που αναιρέθηκε. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 2286/2011 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 7/9/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 20/12/2012 έκθεσή της, με την οποία πρότεινε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αυτής.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτέα μέσα τα οποία επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ'αυτά. Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι. H παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.11γ'ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι ο πραγματικός ισχυρισμός τον οποίο επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αφού μόνον ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 2/2008). Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει, για το παραδεκτό του λόγου αυτού να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκομιδής τους (ΑΠ 1851/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα εξής έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και νόμιμα προσκόμισαν οι αναιρεσείουσες: 1ον) υπ' αριθμ. 2114/6-3-1992 πιστοποιητικό νοσηλείας του Ασκληπιείου Βούλας, 2ον) το από 18-2-1992 πιστοποιητικό του Ασκληπιείου Βούλας, 3ον) από 23-2-1002 ιατρική εξέταση, 4ον) από 31-1-1996 έγγραφο της Δ.Ο.Υ. Λαυρίου και 5ον) το απόσπασμα από το υπ' αριθμ. 5/1989 πρακτικό της Γενικής Συνεδριάσεως του Κοινοτικού Συμβουλίου Παλαιάς Φώκαιας, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αποβιώσας Σ. Μ. κατά το χρόνο συνάψεως της επίμαχης αγοραπωλησίας τελούσε σε κατάσταση κουφότητας και απειρίας κατά το χρόνο συνάψεως της επίμαχης αγοραπωλησίας. Στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν υπάρχει βεβαίωση κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν από όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα τα έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι, από το όλο δε περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο αλλά αντίθετα κατελείπονται αμφιβολίες για το αν το πιο πάνω δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος και τα ως άνω έγγραφα που επικαλέσθηκαν και νόμιμα προσκόμισαν οι αναιρεσείουσες. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παραδοχή του λόγου αυτού. Δεδομένου όμως ότι πρόκειται για παραδοχή δεύτερης αναίρεσης και προκειμένου οι διάδικοι, οι οποίοι επανέρχονται στην προ της αναιρουμένης αποφάσεως κατάσταση ( άρθρο 579 παρ.1 ΚΠολΔ), να μη στερηθούν τα νόμιμα δικαιώματά τους, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο οριζόμενο από το άρθρο 3 παρ.4 του ΠΔ 376/1997 "Κανονισμός Λειτουργίας του Αρείου Πάγου", όπως τροποποιήθηκε με τα ΠΔ 91/2000 και 95/2012, αρμόδιο Δ' Τμήμα αυτού (άρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 12 παρ.4 του Ν. 4055/2012). Η αναιρεσίβλητη, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 2286/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο Δ' Τμήμα του Αρείου Πάγου.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, την οποία καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δεκτός ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ.
|
Αποδείξεων εκτίμηση
|
Αποδείξεων εκτίμηση.
| 1
|
Αριθμός 504/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κυπριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Ε. Ξ. συζ. Ε., το γένος Ν. Γ., κατοίκου ..., και 3) Ε. Β. συζ. Ι., το γένος Ν. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Καλλίγερο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/6/2006 αγωγή του αρχικού διαδίκου Ν. Γ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2064/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 365/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/6/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 5/12/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 και 20. Η παραδοχή του Εφετείου ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε αγωγικός ισχυρισμός τον οποίο δέχεται το δικαστήριο, δεν συνιστά από μόνη της παραβίαση του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου, όπως επίσης δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19, αλλά και 10 και 12, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ όταν το δικαστήριο δεν εξειδικεύει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύεται ο πραγματικός ισχυρισμός, δεν αναφέρει δηλαδή από ποίο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικνύεται κατά την κρίση του ο πραγματικός αυτός ισχυρισμός.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων - ενάγων Ν. Γ. είχε στην διάνοια κυρίου κατοχή του (νομή) το επίδικο ακίνητο, ήτοι ένα οικόπεδο - αγρό, εμβαδού 13749,87 τ.μ., που βρίσκεται στον οικισμό … του Δήμου …, κατόπιν παραχωρήσεώς του με άτυπη δωρεά, από τον πατέρα του, από το έτος 1924 μέχρι την άσκηση της αγωγής (Ιούνιος 2006), ασκώντας στο ακίνητο τις αναφερόμενες εμφανείς πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση του (εκμετάλλευση του υπάρχοντος ανεμομύλου μέχρι το έτος 1980, βόσκηση των οικόσιτων ζώων της οικογενείας του, κατασκευή και λειτουργία ορνιθώνα, επίβλεψη, επιτήρηση και συντήρηση του επιδίκου), και με καλή πίστη μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ότι με το υπ' αριθμ…/1998 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Κρωπίας Κόνωνα Λεβαντή που μεταγράφηκε νόμιμα ο πατέρας του αναιρεσείοντος Ι. Γ. μεταβίβασε στον τελευταίο το περιγραφόμενο τμήμα, εμβαδού 6025,50 τ.μ., από το ανωτέρω ακίνητο, του οποίου δεν ήταν κύριος, αφού ουδέποτε και με κανέναν νόμιμο τρόπο (παράγωγο ή πρωτότυπο) ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος δεν είχε αποκτήσει κυριότητα επί του μεταβιβασθέντος τμήματος, επί του οποίου και ουδέποτε είχε ασκήσει πράξεις νομής. Και βάσει των παραδοχών αυτών και της περαιτέρω νομικής παραδοχής ότι ο ενάγων έγινε και ήταν κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ο δε εναγόμενος-αναιρεσείων, δεν απέκτησε κυριότητα επί του μεταβιβασθέντος σ' αυτόν ως άνω τμήματος του ακινήτου, αφού ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος του δεν ήταν κύριος του τμήματος αυτού, κατά τα προεκτεθέντα, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια, δέχθηκε την ένδικη αναγνωριστική αγωγή του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε τον τελευταίο κύριο του επίδικου ακινήτου, απορρίπτοντας τις ενστάσεις ιδίας κυριότητος, αλλά και ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος στην άσκηση της αγωγής λόγω της επικαλούμενης 20ετούς παραγραφής της υποκειμένης αξιώσεως (διεκδίκηση ακινήτου) τις οποίες (ενστάσεις) είχε προτείνει ο αναιρεσείων - εναγόμενος. Με τους τέσσερις λόγους του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση των αριθμών 1, 12, 10 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο α) με το να δεχθεί την κατά τα ανωτέρω νομή και εντεύθεν χρησικτησία του ενάγοντος επί του επιδίκου, όχι δε την κυριότητα του αναιρεσείοντος, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 247, 249, 974 και 1045 του ΑΚ, αφού "εν προκειμένω ουδεμία πράξη φυσικής εξουσίασης του επιδίκου προέκυψε από τις αποδείξεις, δεδομένου ότι ουδείς μάρτυς των αναιρεσιβλήτων κατέθεσε περί αυτού, ούτε σε έγγραφο που προσκομίστηκε με επίκληση στη δίκη αυτή αναφέρονται πράξεις νομής, όπως επίβλεψη ορίων κ.λ.π.", β) δέχθηκε τους ισχυρισμούς του ενάγοντος παραβιάζοντας τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, και χωρίς αποδείξεις, αφού δεν αναφέρει (το Εφετείο) "από ποια αποδεικτικά στοιχεία ή μέσα από αυτά που επιτρέπει ο νόμος έχει αντλήσει την απόδειξη για τα πράγματα που δέχθηκε ως αληθή" και για τα οποία "δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη ούτε διετάχθη ειδικό θέμα απόδειξης γι' αυτά", και τέλος, γ) διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ως ανωτέρω πράγματα που δέχθηκε ως αληθή, αφού δεν αναφέρει από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε πράξη νομής που δέχθηκε το Εφετείο ότι ενεργούσε ο ενάγων επί του επιδίκου ακινήτου. Υπό το περιεχόμενο αυτό των προβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως είναι προφανές ότι πλήττεται με αυτούς η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και μόνο, η οποία όμως και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, σημειουμένου ακόμη ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του στα προσκομισθέντα, με επίκληση, αποδεικτικά μέσα, όπως άλλωστε έχει προαναφερθεί, ενώ δεν είχε υποχρέωση να διατάξει ειδικότερες αποδείξεις για τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων. Επομένως οι προτεινόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, όπως απορριπτέα είναι μετά ταύτα, ως αβάσιμη, η αίτηση αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-6-2010 αίτηση του Π. Ι. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 365/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανέλεγκτη η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου επί πραγματικών γεγονότων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1). Παραδοχή Εφετείου ότι αποδείχθηκε αγωγικός ισχυρισμός, τον οποίο δέχθηκε. Δεν συνιστά από μόνη της παραβίαση του εφαρμοσθέντος κανόνας δικαίου. Δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους αριθμ. 10, 12 ή 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ όταν το δικαστήριο δεν εξειδικεύει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδεικνύεται ο ισχυρισμός. Επικυρώνει Εφ.Πειρ. 365/2010.
|
Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου
|
Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, Ανέλεγκτη η ουσιαστική εκτίμηση.
| 1
|
Αριθμός 505/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Κασιμάτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Α. Φ. συζ. Θ., το γένος Ν. Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Σδούκο, και 3) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία του Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2. του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/8/2002 αγωγή του Θ. Τ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας, και την από 28/1/2010 κύρια παρέμβαση των Α. Τ. και Α. συζ. Θ. Φ., που κατατέθηκε στο Εφετείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας και 341/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία διορθώθηκε με την 74/2011 απόφαση του ιδίου Εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/6/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 30/9/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχήν του τρίτου, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά το άρθρο 577 του ΚΠολΔ " Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Αν ο Άρειος Πάγος κρίνει νόμιμη και παραδεκτή την αναίρεση, εξετάζει το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της". Εξάλλου από τα άρθρα 68, 73 και 556 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να υπάρχει έννομο συμφέρον στον αναιρεσείοντα, αλλιώς η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, τέτοιο δε έννομο συμφέρον μπορεί να έχει και ο διάδικος που νίκησε, όπως συμβαίνει όταν στην απόφαση περιέχονται αιτιολογίες βλαπτικές για τον νικήσαντα διάδικο που δημιουργούν δεδικασμένο. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 558 του ίδιου ΚΠολΔ η αναίρεση (απευθύνεται κατά κανόνα εναντίον εκείνων που ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, εάν δε υπάρχει αναγκαστική ομοδικία πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Εν προκειμένω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 61/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας και κατά παραδοχήν της ένδικης αγωγής τού εκ των διαδίκων Θ. Ν. Τ., ήδη αναιρεσείοντος, κατά του ελληνικού δημοσίου, ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου, αναγνωρίστηκε ότι ο αναιρεσείων-ενάγων είναι κύριος του επίδικου ακινήτου, ήτοι ενός αγροτεμαχίου εμβαδού 927 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "Μύλοι" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Αρταίων, με τα αναφερόμενα όρια, και το οποίο, ως τμήμα της παλαιάς κοίτης του μη πλευσίμου ποταμού Αράχθου που εγκαταλείφθηκε οριστικά και μόνιμα το έτος 1948 από φυσικά φαινόμενα (πλημμύρες), περιήλθε αρχικά, κατά το άρθρο 1072 του ΑΚ, στην κυριότητα του Κ. Μ., ως κυρίου παραποτάμιου κτήματος, εφαπτομένου στο σημείο εκείνο του ποταμού, εν συνεχεία δε και λόγω άτυπης μεταβίβασης του επιδίκου από τον Κ.Μ. στον πατέρα του ενάγοντος Ν. Τ. και από τον τελευταίο στον ενάγοντα, εν έτει 1978, και της νομής έκτοτε του επιδίκου από τον ενάγοντα μέχρι την άσκηση της αγωγής (2002) και προηγουμένως από τους δικαιοπαρόχους του, την οποία (νομή των δικαιοπαρόχων του) προσμετρά (αν και εκ περισσού) ο ενάγων, περιήλθε (το επίδικο) στην κυριότητα του ενάγοντος με έκτακτη χρησικτησία ( άρθρ. 974, 1045, 1051 του ΑΚ). Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο ελληνικό δημόσιο άσκησε την από 3-11-2004 έφεσή του ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων, ενώπιον δε του ίδιου Εφετείου παρενέβησαν κυρίως, με το από 28-1-2010 δικόγραφο κύριας παρέμβασης κατά των αρχικών διαδίκων Θ. Τ. και Ελληνικού δημοσίου, οι Α. Τ. και Α. συζ. Θ. Φ., αδελφοί του ενάγοντος, ήδη πρώτος και δεύτερη αναιρεσίβλητοι, και ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι, μετά του αρχικού ενάγοντος, του επιδίκου και δη ο μεν πρώτος κατά τα 2/4 , η δε δεύτερη κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, για την αναφερόμενη στην παρέμβαση ιστορική και νομική αιτία. Το Εφετείο Ιωαννίνων συνεκδίκασε την έφεση του Ελληνικού δημοσίου και την ειρημένη κυρία παρέμβαση και εξέδωσε σχετικώς την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 341/2010 απόφασή του, με την οποία και όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 74/2011 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, το Εφετείο α) έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι το επίδικο είχε περιέλθει ως ανωτέρω στην κυριότητα του Κ.Μ., το έτος 1948 και ότι ο τελευταίος είχε μεταβιβάσει ατύπως, το έτος 1956, το επίδικο στον πατέρα των διαδίκων Ν.Τ., ο οποίος και το νεμόταν με τις αναφερόμενες πράξεις νομής, περαιτέρω όμως (έκρινε το Εφετείο) ότι ουδέποτε ο πατέρας των διαδίκων μέχρι τον θάνατό του εν έτει 1985 είχε παραχωρήσει τη νομή τού επιδίκου (άτυπη μεταβίβαση) στον ενάγοντα γιό του Θ. Τ., ο οποίος ουδέποτε νεμήθηκε (ολόκληρο) το επίδικο για λογαριασμό του, και ότι, τέλος, το επίδικο, που είχε περιέλθει με έκτακτη χρησικτησία στην κυριότητα του πατέρα των διαδίκων, περιήλθε μετά τον θάνατό του, αφού ο τελευταίος δεν είχε συντάξει διαθήκη, στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και δη κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου στην σύζυγό του και μητέρα των διαδίκων Παναγιώτα και στον καθένα από τους διαδίκους - τρία τέκνα του, οι οποίοι και νέμονταν έκτοτε από κοινού, κατά το ανωτέρω ποσοστό της κληρονομίας έκαστος, το επίδικο, από τα ποσοστά δε αυτά εκείνο της μητέρας των διαδίκων καταλείφθηκε στον πρώτο παρεμβαίνοντα Α. Τ. με την αναφερόμενη δημόσια διαθήκη τής τελευταίας (μητέρας των διαδίκων), ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομία αυτή της μητέρας του, όπως αποδέχθηκε για λογαριασμό της τελευταίας και εκείνην (κληρονομία) του πατέρα των διαδίκων και συζύγου της Ν. Τ.. Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο 1) απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του Ελληνικού δημοσίου κατά της πρωτόδικης ως άνω απόφασης, απορρίπτοντας, ειδικότερα, και τους πρωτοδίκως απορριφθέντες ισχυρισμούς και ήδη λόγους εφέσεως του ελληνικού δημοσίου με τους οποίους το τελευταίο υποστήριζε ότι το επίδικο είχε περιέλθει στη δική του κυριότητα βάσει του ν.550/1915 λόγω αποκαλύψεώς του σε παλαιότερους χρόνους συνεπεία τεχνικών- αντιπλημμυρικών έργων, άλλως βάσει του άρθρου 1 του ν. 116/1975 λόγω εγκαταλείψεώς του εξαιτίας της εκτελέσεως κατά το έτος 1974 των τεχνικών έργων του Φράγματος Πουρναρίου Άρτης, και ότι επομένως το επίδικο, ως δημόσιο κτήμα, ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας τρίτου (από 11-9-1915, κατά τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837, του ν. ΔΞΗ του 1912 και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926), 2) απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως προς τον πρώτο παρεμβαίνοντα Α. Τ., επειδή ο τελευταίος δεν είχε μεταγράψει τις προρρηθείσες δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας και δεν είχε καταστεί κύριος του επιδίκου κατά τα 2/4 εξ αδιαιρέτου ως κληρονόμος των γονέων του, όπως ισχυριζόταν με την κύρια παρέμβασή του, 3) δέχθηκε την κύρια παρέμβαση ως προς τη δεύτερη παρεμβαίνουσα Α. συζ. Θ. Φ., την οποία και αναγνώρισε συγκυρία του επιδίκου τίτλω κληρονομίας (συμβολαιογραφική αποδοχή της κληρονομίας του πατέρα της και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης) κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, ενώ, τέλος, 4) απέρριψε και την ένδικη αγωγή του Θ. Τ., στηριζόμενη στην αποκλειστική νομή του ιδίου επί του ακινήτου και στην εντεύθεν έκτακτη χρησικτησία του επί του ακινήτου αυτού (επιδίκου), η οποία και δεν αποδείχθηκε, κατά τις προρρηθείσες παραδοχές του Εφετείου. Ενόψει των ανωτέρω και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη α) η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως παραδεκτώς στρέφεται και κατά του πρώτου από τους κυρίως παρεμβάντες ενώπιον του Εφετείου Α. Τ., αφού οι προαναφερθείσες παραδοχές του δικαστηρίου ότι ο πατέρας των διαδίκων ουδέποτε είχε μεταβιβάσει τη νομή του επιδίκου στον αναιρεσείοντα, ενάγοντα-καθ' ού η παρέμβαση, ο οποίος και δεν έγινε (αποκλειστικός) κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, όπως ισχυριζόταν στην αγωγή του, αλλ' ότι αυτός (πατέρας των διαδίκων) ενέμετο το επίδικο μέχρι τον θάνατό του (1985), με συνέπεια τούτο να περιέλθει κατά τα αναφερόμενα ποσοστά στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, μεταξύ των οποίων και ο παρεμβάς-αναιρεσίβλητος Α. Τ., όπως ο τελευταίος ισχυριζόταν στην παρέμβασή του, είναι (οι ανωτέρω παραδοχές-αιτιολογία του Εφετείου) βλαπτικές για τον αναιρεσείοντα, υπό την προεκτεθείσα έννοια, και δημιουργούν έννομο συμφέρον στον τελευταίο για την απεύθυνση της αιτήσεως και κατά του ειρημένου διαδίκου, παρότι ως προς αυτόν η κυρία παρέμβαση απορρίφθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, για έλλειψη μεταγραφής των επικαλουμένων τίτλων (αποδοχή κληρονομίας). Περαιτέρω όμως β) η ίδια αίτηση αναιρέσεως απαραδέκτως στρέφεται και κατά του Ελληνικού δημοσίου, ως καθ'ού, μετά του αναιρεσείοντος, η κυρία παρέμβαση των λοιπών αναιρεσιβλήτων, αφού το ελληνικό δημόσιο υπό την τελευταία αυτή ιδιότητα, μη βρισκόμενο άλλωστε σε αναγκαστική ομοδικία με τον αναιρεσείοντα, δεν ήταν αντίδικο, αλλά ομόδικο του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, ώστε να μην επιτρέπεται η απεύθυνση της αιτήσεως αναιρέσεως εναντίον του, για την οποία εξάλλου και δεν έχει έννομο συμφέρον. Επομένως η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς το αναιρεσίβλητο Ελληνικό δημόσιο ( ως προς το οποίο και δεν τίθεται ζήτημα δικαστικής δαπάνης, ελλείψει σχετικού αιτήματος), να εξετασθεί δε ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.
ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, ως τέτοιες δε αποδείξεις λογίζονται και εκείνες που προσκομίστηκαν μη νομίμως στο δικαστήριο και αφορούσαν αποδεικτέον ουσιώδη ισχυρισμό.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, το Εφετείο κατέληξε στην ειρημένη κρίση του ότι ο πατέρας των διαδίκων Ν.Τ. ουδέποτε είχε μεταβιβάσει ατύπως το επίδικο στον αναιρεσείοντα, ενάγοντα- καθ'ού η κυρία παρέμβαση των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος και δεν έγινε (αποκλειστικός) κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αλλ'ότι αυτός (πατέρας των διαδίκων) ενέμετο το επίδικο μέχρι τον θάνατό του (1985), με συνέπεια να περιέλθει τούτο εξ αδιαιρέτου στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσίβλητοι-κυρίως παρεμβάντες, αφού έλαβε υπόψη (το Εφετείο) και την υπ'αριθμ. 6879/2009 βεβαίωση του ΟΑΕΕ, "σύμφωνα με την οποία ο πατέρας του καθ'ου η παρέμβαση ασκούσε μέχρι τον θάνατό του εργασίες μωσαϊκών στο επίδικο, κάτι το οποίο δεν θα συνέβαινε αν είχε παραχωρήσει το ακίνητο αυτό στον καθ'ου η παρέμβαση", καθώς και την υπ' αριθμ. 184/21-4-2005 βεβαίωση διακοπής εργασιών της Δ.Ο.Υ. Άρτας, για το ίδιο θέμα. Όπως όμως προκύπτει από τις κοινές προτάσεις των αναιρεσιβλήτων-παρεμβάντων ενώπιον του Εφετείου και την προσηρτημένη σ'αυτές "ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΗ" των ιδίων, οι παρεμβάντες προσκόμισαν και επικαλέστηκαν τα ανωτέρω έγγραφα προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους για την κατά τα ανωτέρω νομή του επιδίκου από τον πατέρα των διαδίκων μέχρι τον θάνατο του τελευταίου και την περιέλευσή του (επιδίκου) στους διαδίκους- εξ αδιαθέτου κληρονόμους του πατέρα τους όχι με τις νομίμως, μέχρι την έναρξη της συζήτησης, κατατεθείσες προτάσεις τους, αλλά το πρώτον με την προαναφερθείσα προσθήκη-αντίκρουση, την οποία κατέθεσαν στο Εφετείο, όπως προκύπτει από την οικεία επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα, την 27-9-2010, ήτοι κατά πολύ μετά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο (22-9-2010), τούτο δε κατά παράβαση των ορισμών των άρθρων 237 παρ.2 εδ. β', 524 παρ.1 εδ. α'-β' και 529 του ΚΠολΔ, που καθιστά απαράδεκτη την προσκόμιση και επίκληση των αποδεικτικών αυτών εγγράφων και μη επιτρεπτή τη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο. Επομένως το Εφετείο, που έλαβε υπόψη, όπως προαναφέρθηκε, τα ανωτέρω έγγραφα, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων Θ. Τ. με τον τρίτο, από τη διάταξη αυτή, λόγο του αναιρετηρίου. Και πρέπει, κατά παραδοχήν αυτού του λόγου, μετά την οποία παρέλκει η έρευνα των λοιπών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθ' όσον μέρος της αφορά την κύρια παρέμβαση των αναιρεσιβλήτων ως προς τον αναιρεσείοντα, να παραπεμφθεί κατά τούτο, προς περαιτέρω εκδίκαση, η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-6-2011 αίτηση αναιρέσεως του Θ. Τ. ως προς το τρίτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.
Δέχεται την αίτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους Α. Τ. και Α. συζ. Θ. Φ..
Αναιρεί την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 341/2010 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 74/2011 απόφαση του ίδιου Εφετείου, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έννομο συμφέρον για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως. Μπορεί να έχει και ο διάδικος που νίκησε, όπως όταν στην απόφαση περιέχονται αιτιολογίες βλαπτικέ3ς για τον νικήσαντα που δημιουργούν δεδικασμένο. Η αναίρεση απευθύνεται κατά κανόνα εναντίον εκείνων που ήταν αντίθετοι του αναιρεσείοντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρ. 559 αρ. 11 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν μη νομίμως απαραδέκτως) στο δικαστήριο. Αναιρεί εν μέρει Εφ.Ιω. 341/2010.
|
Αποδεικτικά μέσα
|
Αποδεικτικά μέσα.
| 0
|
Αριθμός 506/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία του Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Φ. συζ. Θ., το γένος Ν. Τ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Σδούκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/8/2002 αγωγή του Θ. Τ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2004 του ιδίου Δικαστηρίου και 341/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία διορθώθηκε με την 74/2011 απόφαση του ίδιου Εφετείου, στο οποίο η αναιρεσίβλητη και ο Α. Τ. είχαν ασκήσει την από 28-1-2010 κύρια παρέμβασή τους. Την αναίρεση της απόφασης του Εφετείου ζητεί το αναιρεσείον με την από 2/6/2011 αίτησή του και τους από 31/10/2012 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε: α) την από 30/9/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε 1) να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, 2) άλλως, αν δηλαδή η αίτηση αυτή κριθεί παραδεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχήν του πρώτου, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγου της αιτήσεως αυτής. Και β) την από 8/11/2012 συμπληρωματική έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι από 31/10/2012 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, κατά της ίδιας αποφάσεως.
Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική της δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 68, 73, 556 § 2 και 566 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως αποτελεί η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, το έννομο δε αυτό συμφέρον λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο και η έλλειψή του οδηγεί στην απόρριψη της αιτήσεως ως απαράδεκτης. Το έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναιρέσεως προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υφίσταται ο διάδικος που επιδιώκει τον έλεγχο της αποφάσεως εν σχέσει με τον αντίδικό του, η ύπαρξη δε τέτοιας βλάβης κρίνεται από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ως άμεση συνέπεια της αποφάσεως λόγω δυσμενών αιτιολογιών.
Εν προκειμένω από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 61/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας και κατά παραδοχήν της από 26-8-2002 αγωγής του Θ. Ν. Τ. κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, αναγνωρίστηκε ότι ο ενάγων είναι κύριος του επίδικου ακινήτου, ήτοι ενός αγροτεμαχίου εμβαδού 927 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "Μύλοι" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Αρταίων, με τα αναφερόμενα όρια, και το οποίο ως τμήμα της παλαιάς κοίτης του μη πλευσίμου ποταμού Αράχθου που εγκαταλείφθηκε οριστικά και μόνιμα το έτος 1948 από φυσικά φαινόμενα (πλημμύρες) περιήλθε αρχικά, κατά το άρθρο 1072 του ΑΚ, στην κυριότητα του Κ. Μ., ως κυρίου παραποτάμιου κτήματος, εφαπτομένου στο σημείο εκείνο του ποταμού, εν συνεχεία δε και λόγω άτυπης μεταβίβασης του επιδίκου από τον Κ. Μ. στον πατέρα του ενάγοντος Ν. Τ. και από τον τελευταίο στον ενάγοντα, εν έτει 1978, και της νομής έκτοτε του επιδίκου από τον ενάγοντα μέχρι την άσκηση της αγωγής (2002) και προηγουμένως από τους δικαιοπαρόχους του, την οποία (νομή των δικαιοπαρόχων του) προσμετρά (αν και εκ περισσού) ο ενάγων στη δική του νομή, περιήλθε (το επίδικο) στην κυριότητα του ενάγοντος με έκτακτη χρησικτησία (άρθρ. 974, 1045, 1051 του ΑΚ). Κατά της αποφάσεως αυτής το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 3-11-2004 έφεσή του ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων, ενώπιον δε του ίδιου Εφετείου παρενέβησαν κυρίως, με το από 28-1-2010 δικόγραφο κύριας παρέμβασης κατά των αρχικών διαδίκων Θ. Τ. και Ελληνικού Δημοσίου, οι Α. συζ. Θ. Φ., αναιρεσίβλητη και Α. Τ.,, αδελφοί του ενάγοντος, και ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι, μετά του αρχικού ενάγοντος, του επιδίκου και δη ο μεν πρώτος κατά τα 2/4, η δε δεύτερη κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, για την αναφερόμενη στην παρέμβαση ιστορική και νομική αιτία. Το Εφετείο Ιωαννίνων συνεκδίκασε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και την ειρημένη κυρία παρέμβαση και εξέδωσε σχετικώς την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 341/2010 απόφασή του, με την οποία και όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 74/2011 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, το Εφετείο α) έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι το επίδικο είχε περιέλθει ως ανωτέρω στην κυριότητα του Κ. Μ. το έτος 1948 και ότι ο τελευταίος είχε μεταβιβάσει ατύπως, το έτος 1956, το επίδικο στον πατέρα των διαδίκων Ν. Τ., ο οποίος και το νεμόταν με τις αναφερόμενες πράξεις νομής, περαιτέρω όμως (έκρινε το Εφετείο) ότι ουδέποτε ο πατέρας των διαδίκων μέχρι τον θάνατό του εν έτει 1985 είχε παραχωρήσει τη νομή του επιδίκου (άτυπη μεταβίβαση) στον ενάγοντα γιό του Θ. Τ., ο οποίος ουδέποτε νεμήθηκε (ολόκληρο) το επίδικο για λογαριασμό του, και ότι, τέλος, το επίδικο, που είχε περιέλθει με έκτακτη χρησικτησία στην κυριότητα του πατέρα των διαδίκων, περιήλθε μετά τον θάνατό του, αφού ο τελευταίος δεν είχε συντάξει διαθήκη, στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και δη κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου στη σύζυγό του και μητέρα των διαδίκων Παναγιώτα και στον καθένα από τους διαδίκους τρία τέκνα του, οι οποίοι και νέμονταν έκτοτε από κοινού, κατά το ανωτέρω ποσοστό της κληρονομίας έκαστος, το επίδικο, από τα ποσοστά δε αυτά εκείνο της μητέρας των διαδίκων καταλείφθηκε στον πρώτο παρεμβαίνοντα Α. Τ. με την αναφερόμενη δημόσια διαθήκη της τελευταίας (μητέρας των διαδίκων), ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομία αυτή της μητέρας του, όπως αποδέχθηκε για λογαριασμό της τελευταίας και εκείνην (κληρονομία) του πατέρα των διαδίκων και συζύγου της Ν. Τ.. Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο 1) απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης ως άνω απόφασης, απορρίπτοντας, ειδικότερα, και τους πρωτοδίκως απορριφθέντες ισχυρισμούς και ήδη λόγους εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου με τους οποίους το τελευταίο υποστήριζε ότι το επίδικο είχε περιέλθει στη δική του κυριότητα βάσει του ν. 550/1915 λόγω αποκαλύψεώς του σε παλαιότερους χρόνους συνεπεία τεχνικών αντιπλημμυρικών έργων, άλλως βάσει του άρθρου 1 του ν. 116/1975 λόγω εγκαταλείψεώς του εξαιτίας της εκτελέσεως κατά το έτος 1974 των τεχνικών έργων του φράγματος Πουρναρίου Άρτης, και ότι επομένως το επίδικο, ως δημόσιο κτήμα, ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας τρίτου (από 11-9-1915, κατά τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837, του ν. ΔΞΗ του 1912 και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926), 2) απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως προς τον πρώτο παρεμβαίνοντα Α. Τ., επειδή ο τελευταίος δεν είχε μεταγράψει τις προρρηθείσες δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας και δεν είχε καταστεί κύριος του επιδίκου κατά τα 2/4 εξ αδιαιρέτου ως κληρονόμος των γονέων του, όπως ισχυριζόταν με την κύρια παρέμβασή του, 3) δέχθηκε την κύρια παρέμβαση ως προς τη δεύτερη παρεμβαίνουσα Α. συζ. Θ. Φ., την οποία και αναγνώρισε συγκυρία του επιδίκου τίτλω κληρονομίας (συμβολαιογραφική αποδοχή της κληρονομίας του πατέρα της και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης) κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, ενώ τέλος, 4) απέρριψε και την ένδικη αγωγή του Θ. Τ., στηριζόμενη στην αποκλειστική νομή του ίδιου επί του ακινήτου και στην εντεύθεν έκτακτη χρησικτησία του επί του ακινήτου αυτού (επιδίκου), η οποία και δεν αποδείχθηκε, κατά τις προρρηθείσες παραδοχές του Εφετείου. Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε τελεσιδίκως η ανυπαρξία έννομης σχέσης και δη του επικαλούμενου από το Ελληνικό Δημόσιο εμπράγματου δικαιώματος του τελευταίου επί του επιδίκου, το οποίο είχε προβληθεί από το δημόσιο πρωτοδίκως και στο Εφετείο, με την απορριφθείσα ως άνω έφεσή του, προς απόκρουση της αγωγής του αντιδίκου του Θ. Τ. (μεταγενεστέρως και με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του προς απόκρουση και της κύριας παρέμβασης). Κατά της ως άνω παραδοχής του Εφετείου για ανυπαρξία δικαιώματος κυριότητας του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου επί του επιδίκου και της αντίθετης παραδοχής ότι το επίδικο είχε περιέλθει κατά κυριότητα αρχικά στον παρόχθιο ιδιοκτήτη Κ. Μ. και εν συνεχεία στον πατέρα (τουλάχιστον) των διαδίκων Ν. Τ. (περαιτέρω δε κατά νομήν, τουλάχιστον, στους διαδίκους κληρονόμους του τελευταίου), ζητήματα που κρίθηκαν κατά την εξέταση της αγωγής και της εφέσεως του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, το Ελληνικό Δημόσιο δεν άσκησε αναίρεση, αφού με την κρινόμενη αίτησή του, την οποία άλλωστε στρέφει μόνο κατά της δεύτερης από τους κυρίως παρεμβάντες Α. Φ., όχι δε και κατά του ενάγοντος εφεσιβλήτου Θ. Τ., δεν προσβάλλει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για τις ανωτέρω παραδοχές της και το στηριζόμενο σ' αυτές διατακτικό (απόρριψη της έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου). Η τελική επομένως παραδοχή του Εφετείου, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες παραδοχές του, ότι η παρεμβαίνουσα είναι συγκυρία του επιδίκου κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου και η κατ' ακολουθίαν τούτου παραδοχή της κύριας παρέμβασης της τελευταίας, περιορίζουσα την αντιδικία μεταξύ των διαδίκων αδελφών ως προς τα ποσοστά του καθενός επί του επιδίκου, δεν προκαλεί βλάβη στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως αντίδικο της αναιρεσίβλητης-παρεμβαίνουσας, αφού το σχετικό με την παραδοχή της παρέμβασης διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται σε διαφορετικές από εκείνες ως προς την απορριφθείσα έφεση του αναιρεσείοντος δυσμενείς (για το αναιρεσείον) αιτιολογίες, οι οποίες αιτιολογίες, όπως και η διάταξη της προσβαλλομένης περί απορρίψεως της εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, δεν θίγονται ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως του τελευταίου κατά της παρεμβάσης Α. Φ.. Επομένως το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει έννομο συμφέρον, υπό την προεκτεθείσα έννοια, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεώς του κατά της παρεμβάσης Α. Φ., και η αίτηση αυτή, όπως διαμορφώθηκε με τους από 31-10-2012 πρόσθετους λόγους (που άλλωστε μη νομίμως ασκήθηκαν μετά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 24-10-2012), είναι, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 191 § 2 του ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-6-2011 αίτηση και τους από 31-10-2012 πρόσθετους λόγους του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 341/2010 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έννομο συμφέρον, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως. Προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υφίσταται ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της αποφάσεως εν σχέσει με τον αντίδικό του, η ύπαρξη δε τέτοιας βλάβης κρίνεται από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ως άμεση συνέπεια της αποφάσεως λόγω δυσμενών αιτιολογιών. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη ελλείψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος].
|
Απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης
|
Απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης.
| 1
|
Αριθμός 507/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Ζ. συζ. Χ., το γένος Β. Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Φανή Ζάχου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Μελπομένη Κουτσοδόντη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/3/1987 αγωγή της αρχικής διαδίκου Έλλης Δημητρίου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαρίσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1056/1987, 296/2007, 291/2008 μη οριστικές, 116/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 511/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/11/2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 22/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1000, 1113, 1033, 369, 785, 787, 793, 798 και 799 ΑΚ συνάγεται ότι δεν είναι δυνατή η υπό του συγκυρίου διάθεση της ιδανικής του μερίδας σε συγκεκριμένο μέρος του κοινού πράγματος προς άλλον, αφού έτσι δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί μέρους αυτού, χωρίς προηγούμενη συμφωνία μεταξύ όλων των συγκυρίων, η οποία επί ακινήτων για να είναι έγκυρη απαιτείται να υποβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να υποβληθεί σε μεταγραφή. Σαφώς τυγχάνει ότι η τέτοια διάθεση ιδανικής μερίδας είναι άκυρη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθ… /09.11.1953 παραχωρητηρίου της Διεύθυνσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λάρισας στον τόμο … και με αριθμό …, περιήλθε στην κυριότητα των κληρονόμων του Χ. Χ. του Α. ) Δ. Χ., ) Ε. Χ. Χ., γ) Α. χήρας Κ. Δ. το γένος Χ., δ) Β. συζύγου Ε. Π., το γένος Χ., ε) Φ. χήρας Β. Μ., το γένος Χ., στ) Γ. Χ. Χ. και ζ) Α. Χ., κατά το 1/7 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ένας γεωργικός κλήρος συνολικής έκτασης 165.562 τ.μ. κείμενος στην εποικισθείσα περιοχή του αγροκτήματος …, το οποίο αποτελείται από επτά (7) αγροτεμάχια. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και ο υπ' αριθ. 34 ΣΤ' κατηγορίας αγρός, έκτασης 32 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση … και συνορεύει με ιδιοκτησίες Α. Κ., Β. Θ., με χάνδακα και δύο δρόμους. Οι ανωτέρω κληρονόμοι του Χρήστου Χ., ήδη από το θάνατο του τελευταίου, το 1940, διένειμαν μεταξύ τους ατύπως τον γεωργικό κλήρο. Βάσει της διανομής αυτής έλαβαν: Ο Δ. και Γ. Χ. εξ αδιαιρέτου τη νομή του υπ' αριθ. 34 αγρού έκτασης 32.000 τ.μ., αναλαμβάνοντας ο καθένας τη χρήση και εκμετάλλευση διαιρετών τμημάτων του εν λόγω αγρού. Συγκεκριμένα ο πρώτος έλαβε τη χρήση ενός τμήματος έκτασης 27.500 τ.μ., που βρίσκεται στο βόρειο τμήμα και συνορεύει βόρεια και δυτικά με αγροτικό δρόμο, ανατολικά με χάνδακα, και νότια με το υπόλοιπο τμήμα έκτασης 4.500 τ.μ., που έλαβε η αδερφή του Γ. Χ.. Το τμήμα αυτής ήταν στη νότια πλευρά και συνορεύει ανατολικώς με αγρό κληρονόμων Β. Θ., δυτικώς με αγροτικό δρόμο, βορείως με το ως άνω τμήμα του εν λόγω αγρού που βρίσκεται υπό τη χρήση και εκμετάλλευση του συγκληρονόμου της Δ. Χ. και νοτίως με αγρό κληρονόμων Α. Κ.. Ακολούθως, οι έξι πρώτοι από τους ανωτέρω κληρονόμους με τις υπ' αριθ… /03.09.1976 και …/17.07.1979 συμβολαιογραφικές πράξεις των συμβολαιογράφων Λάρισας Στ. Έξαρχου και Στυλ. Μακρυγιάννη, αντίστοιχα, επιβεβαίωσαν και συμβολαιογραφικά την διανομή, που είχαν κάνει προφορικά. Μάλιστα, όρισαν πλέον (κατά τροποποίηση των αρχικά συμφωνηθέντων) να λάβει ο Δ. Χ. και η αδερφή του Γ. θυγατέρα Χ. Χ., μεταξύ άλλων, διαιρετά τμήματα του υπ' αριθ… αγρού των 32 στρεμμάτων και συγκεκριμένα ο πρώτος τμήμα έκτασης 27.500 τ.μ. και η δεύτερη τμήμα 4.500 τ.μ. Ωστόσο, στα προαναφερθέντα διανεμητικά συμβόλαια δεν συμμετείχαν όλοι οι συγκύριοι των διανεμηθέντων. Ειδικότερα, δεν συνέπραξε σ' αυτά ο Α. Χ. του Χρήστου, δηλαδή ο έβδομος κληρονόμος του Χ. Χ.. Εφόσον αντικείμενο της διανομής είναι η αμοιβαία μεταβίβαση των μερίδων των κοινωνών, έτσι ώστε κάθε ένας από αυτούς να αποκτήσει πλήρες δικαίωμα στο συγκεκριμένο τμήμα του κοινού πράγματος που περιέρχεται σε αυτόν, η συμμετοχή όλων των κοινωνών είναι απαραίτητη, προκειμένου να επέλθει η λύση της κοινωνίας. Επομένως στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον δεν συμμετείχε ένας από τους συγκληρονόμους, η ανωτέρω συμβολαιογραφική διανομή απολύτως άκυρη ως προς όλους τους κοινωνούς. Σε κάθε περίπτωση, η κατάτμηση -ειδικότερα - του υπ' αριθ… αγρού σε δύο αυτοτελή τμήματα έκτασης 27.400 τ. μ. και 4.500 τ.μ. απαγορεύονταν κατά τις διατάξεις του α.ν. 431/1968 που ορίζει ότι δεν είναι δυνατή η κατάτμηση των τεμαχίων της οριστικής διανομής, αποβλέποντας στη διατήρηση ακεραίων των κληροτεμαχίων προς το σκοπό της επωφελέστερης εκμεταλλεύσεώς τους. Επομένως βάσει της ρυθμίσεως αυτής - δεν επιτρέπεται η κτήση κυριότητας με σύμβαση ή χρησικτησία επί διαιρετού τμήματος του κληροτεμαχίου, επιτρέπεται όμως επί ποσοστού εξ αδιαιρέτου, δεδομένου ότι αυτή δεν άγει αναγκαίως στην κατάτμηση του κλήρου. Κατά συνέπεια, ο Δ. Χ. δεν μπορούσε να αποκτήσει και δεν απέκτησε είτε από τη σύμβαση διανομής είτε λόγω χρησικτησίας διαιρετό τμήμα έκτασης 27.400 τ.μ. του υπ' αριθ…αγρού. Παρέμεινε συγκύριος του όλου αγρού κατά τα 27.500/32.000 και ως εκ τούτου - μη όντας κύριος διαιρετού- δεν είχε την εξουσία να μεταβιβάσει διαιρετό τμήμα του κοινού ακίνητου, πράξη άλλωστε που σε κάθε περίπτωση θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη διανομή αυτού. Παρά ταύτα ο ανωτέρω Δ. Χ. υποσχέθηκε με το υπ' αριθ…/09.02.1984 προσύμφωνο πώλησης του συμβολαιογράφου Λάρισας Δημητρίου Ζάγουρα την πώληση και μεταβίβαση του ανωτέρω διαιρετού τμήματος των 27.400 τ. μ. στην εναγομένη αντί τιμήματος 3.500.000 δρχ. Η τελευταία, κάνοντας χρήση του σχετικού δικαιώματος που της παρείχε το προσύμφωνο, προέβη με αυτοσύμβαση στη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου με αριθμό …/28.05.1985 του ίδιου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λάρισας στον τόμο …και αριθμό …. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, ο δικαιοπάροχός της Χ. Χ. ουδέποτε είχε αποκτήσει κυριότητα επί αυτοτελούς και διαιρετού τμήματος έκτασης 27.500 τ. μ. που αποτέλεσε το αντικείμενο της πωλήσεως. Άρα δεν είχε την εξουσία να μεταβιβάσει την κυριότητά του. Και ναι μεν η σύμβαση πωλήσεως προς την εναγομένη δεν έπασχε ακυρότητα εκ του λόγου αυτού, πλην όμως η εν λόγω σύμβαση δεν επέφερε την (σκοπούμενη από τα συμβαλλόμενα μέρη) μεταβίβαση της κυριότητας του διαιρετού τμήματος. Ειδικότερα: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1142 και 1198 ΑΚ συνάγεται ότι η κυριότητα ενός ακινήτου μεταβιβάζεται με σύμβαση που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφεται. Βέβαια για να γίνει η κατά τα προαναφερόμενα μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου πρέπει, πριν από κάθε άλλο, ο μεταβιβάζων να είναι κύριος αυτού διότι, σύμφωνα με τον κανόνα του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που διατήρησε και ο Αστικός Κώδικας, "ουδείς μετάγει πλέον ου έχει δικαιώματος". Εάν ο μεταβιβάζων (πωλητής, δωρητής, γονέας δότης γονικής παροχής κ.λπ.) δεν είναι κύριος του ακινήτου που φέρεται ότι μεταβιβάζει, η κυριότητα δεν μεταβιβάζεται στον αντισυμβαλλόμενο (αγοραστή, δωρεοδόχο, λήπτη της γονικής παροχής κ.λπ.). Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι είναι άκυρη τόσο η υποσχετική, όσο και η εκποιητική δικαιοπραξία (πωλήσεως, δωρεάς, γονικής παροχής κ.λπ.) διότι από καμία διάταξη της κείμενης νομοθεσίας δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Είναι δε εντελώς διαφορετικό πράγμα το ότι η εν λόγω σύμβαση δεν επιφέρει την (σκοπούμενη από τα συμβαλλόμενα μέρη) μεταβίβαση της κυριότητας. Κατά συνέπεια, εφόσον η σύμβαση αυτή δεν ήταν άκυρη, δεν μπορεί να γίνει λόγος για μετατροπή της κατά το άρθρο 182 ΑΚ σε άλλη έγκυρη και δη σε πώληση εξ αδιαιρέτου ποσοστού 27.500/32.000 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου αυτού, όπως αβάσιμα υποστήριξε η εναγομένη για την περίπτωση που ήθελε κριθεί άκυρη η πώληση του διαιρετού τμήματος του αγροτεμαχίου. Εν τέλει ο Δ. Χ. απεβίωσε την 07.08.1986. Κατέλιπε την υπ' αριθ…25.07.1986 δημόσια διαθήκη, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Λάρισας Γεώργιος Φυτίλης, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ' αριθ. 237/02.09.1986 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Με τη διαθήκη αυτή εγκατέστησε ως κληρονόμο του επί των ιδανικών μεριδίων του υπ' αριθ. …αγρού που ήταν κύριος την αρχική ενάγουσα, Έ. Δ. του Κ., η οποία αποδέχτηκε την κληρονομία του με την υπ' αριθ…/1987 πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Λάρισας στον τόμο … και αριθμό …. Συγκεκριμένα, με την παραπάνω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, η ενάγουσα αποδέχτηκε τον ανωτέρω αγρό, όχι ως διαιρετό τμήμα του μεγαλύτερου αγρού έκτασης 32 στρεμμάτων, αλλά ως ποσοστό 6/7 εξ αδιαιρέτου του αγρού αυτού, τον οποίο ο δικαιοπάροχός της είχε αποκτήσει κατά την ως άνω προαναφερθείσα διανομή, στην οποία προέβη με τους λοιπούς έξι συγκληρονόμους του, πέντε από τους οποίους του μεταβίβασαν τα δικά τους μερίδια, ενώ η έκτη εξ αυτών, και δη η Γ. Κ. διατήρησε το ποσοστό της, ήτοι 1/7 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω αγρού. Η τελευταία, η οποία απεβίωσε την 09.11.1996, μετά την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, εγκατέστησε με τη με αριθμό …/06.11.1996 δημόσια διαθήκη της, την οποία συνέταξε ο ίδιος ως άνω συμβολαιογράφος και δημοσιεύτηκε με τα με αριθμό 529/18.11.1997 πρακτικά δημοσίευσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, κληρονόμους της στην ψιλή κυριότητα του ανωτέρω αγρού τον εφεσίβλητο Ι. Μ. (που ως κληρονόμος της ενάγουσας συνεχίζει τη δίκη) και στην επικαρπία τη θεία της Ε. Χ. του Χ.. Επομένως η αρχική ενάγουσα, Ε. Δ., απέκτησε παραγώγως την κυριότητα ποσοστού 27.000/32.000 εξ αδιαιρέτου επί του μεγαλύτερου αγρού των 32 στρεμμάτων. Ωστόσο, τη νομή του ακινήτου αυτού έχει η εναγομένη ήδη από το 1985, οπότε καταρτίστηκε το επίδικο προσύμφωνο πώλησης. Εφόσον δεν απέκτησε κυριότητα κατά τα προαναφερόμενα, παρακρατεί τη νομή χωρίς δικαίωμα προσβάλλοντας την κυριότητα της ενάγουσας. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι κατέστη κυρία του διαιρετού τμήματος των 27.500 τ.μ. με παράγωγο τρόπο λόγω της πωλήσεως του τμήματος αυτού από το δικαιοπάροχο της ενάγουσας και επικουρικά κατά μετατροπή, αν η μεταβίβαση του διαιρετού μέρους ήθελε κριθεί άκυρη, των αντίστοιχων ιδανικών μεριδίων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα, ο δικαιοπάροχός της - πωλητής δεν είχε κυριότητα επί του διαιρετού τμήματος που της μεταβίβασε λόγω πωλήσεως, δεδομένου ότι ήταν κύριος ιδανικού μέρους του όλου αγρού, εμπράγματο δικαίωμα ουσιωδώς διαφορετικό από την κυριότητα διαιρετού τμήματος. Για τους προαναφερόμενους λόγους δεν είναι βάσιμος και ο επικουρικά προβαλλόμενος ισχυρισμός της, αφού δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση αυτή το άρθρο 182 ΑΚ που προϋποθέτει άκυρη σύμβαση.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή κατά το μέρος που φέρεται προς κρίση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (δηλαδή ως προς τη διεκδίκηση των ιδανικών μεριδίων της ενάγουσας) ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, να αναγνωριστεί ότι η αρχική ενάγουσα Έ. Δ. του Κ. ήταν κυρία του επίδικου ακινήτου κατά τα προαναφερόμενα ιδανικά μερίδια και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδώσει τη νομή αυτών στον κληρονόμο της ενάγουσας. Τα ίδια δέχτηκε και η εκκαλούμενη. Επομένως, κρίνοντας ότι η εναγομένη με την ανωτέρω σύμβαση πωλήσεως δεν απέκτησε την κυριότητα διαιρετού μέρους του αγρού και επικουρικά των αντίστοιχων ιδανικών μεριδίων, ορθά εφάρμοσε το νόμο. Γι' αυτό τα αντίθετα παράπονα που προβάλλει η εναγομένη με την υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Ειδικότερα, ο πρώτος λόγος της εφέσεως ότι η εκκαλούμενη παρά το νόμο έλαβε υπόψη της το γεγονός ότι ο κοινός δικαιοπάροχος αυτής και της ενάγουσας δεν είχε την κυριότητα του διαιρετού μέρους που της πώλησε, διότι η ενάγουσα δεν πρόβαλε τέτοιο ισχυρισμό, είναι απορριπτέος γιατί η ενάγουσα - για τη θεμελίωση της διεκδικητικής αγωγής της - δεν είχε το βάρος της προβολής και αποδείξεως ενός τέτοιου ισχυρισμού. Αντίθετα, η ίδια η εναγομένη όφειλε να επικαλεστεί και να αποδείξει την ύπαρξη κυριότητας του δικαιοπαρόχου της επί του πωληθέντος διαιρετού τμήματος διότι αποτελούσε προϋπόθεση ευδοκιμήσεως της ενστάσεως ιδίας κυριότητας που αυτή πρόβαλε κατά της αγωγικής βάσεως. Επίσης, και ο δεύτερος λόγος της εφέσεως ότι σε κάθε περίπτωση έγινε κυρία των αντίστοιχων (προς το διαιρετό μέρος) ιδανικών μεριδίων είναι απορριπτέος, αφού κατά τα προαναφερόμενα η σύμβαση πωλήσεως δεν αφορούσε τη μεταβίβαση ιδανικών μεριδίων, ενώ δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση αυτή το άρθρο 182 ΑΚ που προϋποθέτει άκυρη σύμβαση". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη του πρώτου λόγου έφεσης και επομένως οι δύο λόγοι αναίρεσης από τους αριθμ. 1 και 8α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Αφού απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης πρέπει η ηττηθείσα αναιρεσείουσα να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-11-2011 αίτηση της Ε. Ζ. για αναίρεση της 511/2011 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μεταβίβαση διαιρετέου τμήματος από συγκύριο ακινήτου. Ακυρότητα τέτοιας μεταβίβασης. Λόγοι αναίρεσης: από 1 και δε του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
|
Ακυρότητα μεταβίβασης
|
Ακυρότητα μεταβίβασης.
| 0
|
Αριθμός 508/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Π. του Γ. και 2) Β. Π. συζ. Χ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μπούγα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. του Η. και 2) Ε. Μ. συζ. Σ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Δελμούζο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/7/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2002 του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άμφισσας λόγω αρμοδιότητας, 66/ΤΠ/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας και 305/2005 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/9/2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 8/2/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 70 του ΚΠολΔ "όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή". Από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής, που είναι ουσιαστικού δικαίου, προκύπτει, ότι είναι δυνατή η αναγνώριση με αγωγή της υπάρξεως ή ανυπαρξίας έννομης σχέσεως ιδιωτικού δικαίου, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και τελεί σε κατάσταση αβεβαιότητος, εφόσον συντρέχει έννομο συμφέρον. Ως έννομη σχέση νοείται η βιοτική σχέση του προσώπου, που αναφέρεται σε άλλο πρόσωπο ή υλικό αγαθό και ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο και όχι η επίλυση αφηρημένων νομικών ζητημάτων με τη μορφή της γνωμοδοτήσεως ως προς την ερμηνεία του περιεχομένου των κανόνων δικαίου ή συμβάσεων ή η διαπίστωση πραγματικών ή νομικών καταστάσεων χωρίς καθορισμό των προσαπτομένων από το δίκαιο συνεπειών, έστω και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή, στα οποία υπάγονται τα περιστατικά αυτά. Έννομο δε συμφέρον υπάρχει όταν η αιτουμένη διάγνωση είναι κατάλληλο μέσο άρσεως της υφισταμένης αβεβαιότητος στις σχέσεις των διαδίκων και αποτροπής του προκαλουμένου στο συμφέρον του ενάγοντος κινδύνου από αυτή. Δεν είναι δε απαραίτητο να συμπίπτουν οι διάδικοι της αναγνωριστικής δίκης προς τα υποκείμενα της αναγνωριστέας έννομης σχέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 35/27-8-2001 αγωγή τους ισχυρίσθηκαν ότι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος ενός ακινήτου εκτάσεως 422,30 τμ., όπως αναλυτικά περιγράφεται κατά θέση και όρια, το οποίο από τη βόρεια πλευρά του συνορεύει με δημοτική κοινόχρηστη λωρίδα, εμβαδού 128,13 τμ., όπως αυτή αποτυπώνεται και στο προσαρτώμενο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα - μηχανικού Α. Σ. με τα αριθμητικά στοιχεία … έως και ... Ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα έχει καταστεί κοινόχρηστη με το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, καθόσον προ του έτους 1865 χρησιμοποιούνταν ελεύθερα και ανεμπόδιστα, τόσο από τους άμεσους και απώτερους κυρίους και νομείς των όμορων προς αυτή ιδιοκτησιών για την εξυπηρέτηση των ακινήτων τους, όσο και από οποιοδήποτε τρίτο, άλλως ότι διαμορφώθηκε και παραδόθηκε σε κοινή χρήση με τη βούληση των όμορων προς αυτή ιδιοκτητών, οι οποίοι παραχώρησαν οικειοθελώς τμήματα του ακινήτου τους προ της ισχύος του ν.δ. της 17ης-7-1923 "περί σχεδίου πόλεων και κωμών", άλλως και λόγω του γεγονότος ότι περιλαμβάνεται στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλεως της … του έτους 1953 και στην αποτύπωση αυτού του έτους 1986. Ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι περί το τέλος Ιουνίου 1999 άρχισαν ν' αμφισβητούν το απορρέον από την προσωπικότητά τους δικαίωμα να χρησιμοποιούν την επίδικη κοινόχρηστη εδαφική λωρίδα. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν οι ενάγοντες εν όψει της κατά τα άνω προσβολής της προσωπικότητάς τους να αναγνωρισθεί ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα είναι κοινόχρηστη, δημοτική οδός. Η αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα είναι νόμιμη, στηριζόμενη στα άρθρα 967 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι επικαλούνται προσβολή του απορρέοντος από την προσωπικότητά τους δικαιώματος να χρησιμοποιούν την επίδικη κοινόχρηστη δημοτική έκταση, δεν δικαιούνται να ζητήσουν την αναγνώρισή της ως κοινόχρηστης, αλλά μόνο τα δικαιώματα που παρέχονται στην περίπτωση αυτή από το άρθρο 57 του ΑΚ, ήτοι την άρση της γενομένης προσβολής καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον. Τούτο δε διότι, το δικαίωμα προς χρήση των κοινοχρήστων πραγμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 967 του ΑΚ, δεν αποτελεί άσκηση άμεσου εξουσίας επ' αυτών με την έννοια της νομής ή οιονεί νομής ή κατοχής, αλλά ιδιόρρυθμο δικαίωμα που απορρέει από την προσωπικότητα. Έτσι, που έκρινε το εφετείο, παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε και επομένως ο σχετικός μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους, δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, κατά τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 305/2005 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγωγή αναγνώρισης οδού η κοινόχρηστης. Έννομο Συμφέρον. Λόγος από 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ γίνεται δεκτός και ως βάσιμος.
|
Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου
|
Αγωγή αναγνωριστική, Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 512/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο,- Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Μ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Τσιρώνη. περί αναιρέσεως της 5742Α, 6201/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο: Ε. Σ. του Π.. Με πολιτικώς ενάγοντες: 1. Γ. Α., που δεν παρέστη και 2. Σ. Α., που παρέστη ο ίδιος ως δικηγόρος.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 73/13.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, κατά την πρώτη των οποίων, "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη, "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για κάποιο άλλο πρόσωπο, καθ' οιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αναγκαία, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το ισχυρισθέν ή διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές και ότι η τέτοια διάδοση μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Περαιτέρω ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά που ανάγονται στο παρόν ή το παρελθόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΚΠΔ "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Έτσι για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Δεν είναι αναγκαία όμως η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών, αν ο αναιρεσείων γνώριζε αναγκαίως την πραγματική κατάσταση από προσωπική του αντίληψη.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.1, 2 του ΠΚ, που ορίζει ότι "όποιος ως διάδικος σε πολιτική δίκη δίνει εν γνώση του ψευδή όρκο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέμματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, το οποίο είναι διαζευκτικώς (ή υπαλλακτικώς) μικτό πραγματώνεται με πλείονες τρόπους στην ίδια κατάθεση (θετική ψευδής κατάθεση, απόκρυψη, άρνηση), μπορεί δηλαδή να συντελεσθεί είτε με καθένα ξεχωριστά από τους στην άνω διάταξη οριζόμενους τρόπους, είτε και με όλους μαζί οι οποίοι μπορεί να συντρέχουν, γιατί αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής δράσεως, απαιτείται αφενός ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρμοδίας αρχής ψευδή γεγονότα και όχι κρίσεις και αφετέρου ο μάρτυρας να γνωρίζει την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, είναι δε αδιάφορος ο σκοπός που επεδίωκε ή αν θα μπορούσε να επέλθει βλάβη ή όφελος από την ψευδορκία αυτή. Για τη θεμελίωση των εγκλημάτων της ψευδορκίας μάρτυρα και της κατ' άρθρο 46 ΠΚ ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία, απαιτείται εκτός άλλων στοιχείων και άμεσος δόλος. Ειδικώς, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος ο νόμος απαιτεί να έχει τελεστεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή με σκοπό επελεύσεως ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς με παράθεση περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή ή το σκοπό επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλιώς υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την ύπαρξη του στοιχείου αυτού και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Έτσι, για το αξιόποινο των πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρος και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, όπου απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική τους υπόσταση, και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, ή ο σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο την γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση, περιστατικών.
Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 5742Α, 6201/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για ψευδή καταμήνυση κατά συρροή, για ψευδορκία μάρτυρα, για συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή και για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα του συγκαταδικασθέντος και μη αναιρεσείοντος Ε. Σ., το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Ι. Μ. στις 28-4-2005 με την από 28-4-2005 έγκλησή του, την οποία ενεχείρησε ο ίδιος στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, σε βάρος των εγκαλούντων Α. Γ. και Α. Σ., εν γνώσει της αναληθείας τους ανέφερε ψευδώς, όσα γεγονότα αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσης απόφασης. Ο πρώτος κατηγορούμενος κατηγορείται το Νοέμβριο του 2000 για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, για εκρήξεις, παράνομη κατοχή όπλων και πυρομαχικών και για παραβίαση απόρρητων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και με διάταξη του Ανακριτή του απαγορεύθηκε η κίνηση των λογαριασμών του σε Τράπεζα και την εκποίηση των μετοχών, που είχε αγοράσει από χρηματιστηριακή εταιρεία, με άλλη, δε, διάταξη του ιδίου Ανακριτή του επεβλήθηκαν περιοριστικοί όροι: Εγγυοδοσίας, εμφάνισης στο Α/Τ της κατοικίας του και της απαγόρευσης εξόδου του από τη χώρα. Το γεγονός ότι τα ως άνω ήσαν ψευδή αποδεικνύεται από τα ακόλουθα. Ο πρώτος κατηγορούμενος πριν αποτανθεί στο δικηγορικό γραφείο των εγκαλούντων είχε έλθει σε επαφή και με άλλους δικηγόρους και γνώριζε3 ότι οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κατηγορείτο ήσαν μερικές εξ αυτών κακουργηματικού χαρακτήρα και προβλέπονταν ποινές κάθειρξης. Όταν ο πρώτος κατηγορούμενος μετέβη στο δικηγορικό γραφείο των εγκαλούντων και τους εξέθεσε την υπόθεσή του εκείνοι του ανέφεραν ότι για να την αναλάβουν θα έπρεπε να τους εξοφλήσει για δικηγορικές αμοιβές, που τους όφειλες για προηγούμενες υποθέσεις, που είχε μαζί τους, γι' αυτό αυτός τους κατέβαλε το συνολικό ποσό των 11.044.500 δρχ. ή 32.412,32 ευρώ τμηματικά, κατά το χρονικό διάστημα από τέλη Μαρτίου 2001 έως 29-1-2002. Δεν αποδείχθηκε ότι οι οφειλές αυτές αφορούσαν την παρούσα υπόθεση. Στη συνέχεια, ο πρώτος κατηγορούμενος υπέγραψε τα από 25-6-2001 και 14-9-2001 συμφωνητικά εργολαβίας δίκης με τους εγκαλούντες, στα οποία αναφέρονταν ότι οι εγκαλούντες θα χειρίζονταν την υπόθεσή τους χωρίς πληρωμή δαπανών και εξόδων ούτε αμοιβής, αν έχαναν την υπόθεση, αλλά σε περίπτωσης έκδοσης απαλλακτικού βουλεύματος από το Συμβούλιο Εφετών και αποδέσμευσης των περιουσιακών του στοιχείων θα δικαιούνταν το 15% από το συνολικό ποσό των αποδεσμευθέντων χρημάτων και της συνολικής τρέχουσας αξίας των αποδεσμευθέντων μετοχών του. Ο πρώτος κατ/νος γνώριζε την ποινική βαρύτητα της κατάστασής του, επειδή κατηγορείτο για κακουργηματικές πράξεις, που τιμωρούνται με ποινές κάθειρξης και υπήρχε κίνδυνος απώλειας των χρηματικών ποσών που είχε σε Τράπεζα και των μετοχών του. Αυτός ανέθεσε την υπόθεσή του στο δικηγορικό γραφείο των εγκαλούντων, αφού είχε επισκεφθεί και άλλα δικηγορικά γραφεία, τα οποία τον είχαν ενημερώσει για τη σοβαρότητα της ποινικής του υπόθεσης, που αντιμετώπιζε και αποφάσισε τελικά, να εμπιστευθεί ως δικηγόρους του τους εγκαλούντες, οι οποίοι του ενέπνεαν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, υπέγραψε, δε, τα ως άνω δύο εργολαβικά, έχοντας λάβει γνώση των ειδικοτέρων όρων, που περιείχαν και τους οποίους αποδέχθηκε, μεταξύ των οποίων και των χρηματικών ποσών, που οι εγκαλούντες ζητούσαν, ως δικηγορική αμοιβή τους, τα οποία, αν έκρινε, ως υπέρογκα, δεν θα τα αποδεχόταν ή θα τα διαπραγματευόταν.
Οι εγκαλούντες δικηγόροι χειρίστηκαν την υπόθεσή του και εκδόθηκε βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος δεν παρεπέμπετο στο Δικαστήριο για την κακουργηματική πράξη της έκρηξης αλλά μόνο για πλημμεληματικό που χαρακτήρα πράξεις. Το πιο πάνω βούλευμα κατέστη αμετάκλητο. Δεν αποδείχθηκε ότι τα ως άνω εργολαβικά ο πρώτος κατηγορούμενος υποχρεώθηκε να τα υπογράψει, επειδή εξαπατήθηκε από τους εγκαλούντες και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν τελούσε σε γνώση του τι υπέγραφε. Να σημειωθεί εδώ ότι αργότερο το έτος 2005 άσκησε αγωγή σε βάρος των νυν εγκαλούντων και ζητούσε την ακύρωση των προαναφερομένων εργολαβικών δίκης. Όμως, αυτή, απορρίφθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, από το Εφετείο Αθηνών και απορρίφθηκε η αναίρεσή του από τον Άρειο Πάγο (βλ. την υπ' αριθμ. 80/2010 απόφαση αυτού), με το σκεπτικό ότι δεν προέκυψε ότι κατά το χρόνο κατάρτισης των εν λόγω εργολαβικών δίκης βρισκόταν σε άμεση επιτακτική και ανεπίδεκτη αναβολής ανάγκη για διορισμό συνηγόρου υπεράσπισης, που του επέβαλε την ανάθεση συγκεκριμένων ποινικών υποθέσεων στους εγκαλούντες και ότι οι εν λόγω συμβάσεις δεν είχαν ανήθικο χαρακτήρα, δεν ήταν καταπλεοναστικές ούτε αντίθετες στα χρηστά ήθη, ούτε καθιστούν τη συμπεριφορά των εγκαλούντων αντίθετη στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματός τους.
Αν ο πρώτος κατηγ/νος έκρινε ότι η αμοιβή, που ζητούσαν οι εγκαλούντες ήταν δυσανάλογη σε σχέση με τις υπηρεσίες, που θα του προσέφεραν μπορούσε να βρει άλλους δικηγόρους. Όμως, αυτός γνώριζε τη σοβαρότητα και την πολυπλοκότητα των ποινικών του υποθέσεων και υπέγραψε τα εν λόγω εργολαβικά δίκης με ελεύθερη βούληση, χωρίς την ύπαρξη κάποιας επιτακτικής ανάγκης, την οποία εκμεταλλεύθηκαν οι εγκαλούντες, αποδέχθηκε, δε, την υψηλή αμοιβή προκειμένου να έχει την καλύτερη όσο είναι δυνατόν υπεράσπιση, την απαλλαγή του από τις κατηγορίες και την αποδέσμευση των περιουσιακών του στοιχείων, τα οποία ανέρχονταν σε 800.000.000 δρχ. Εξάλλου, όταν ο πρώτος κατηγ/νος υπέγραφε τα ως άνω εργολαβικά δίκης του είχαν τεθεί από τον Ανακριτή περιοριστικοί όροι, οι οποίοι είχαν διατηρηθεί από το παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών και δεν υπήρχε άμεσος κίνδυνος για προσωρινή του κράτηση.
Ο πρώτος κατηγορούμενος είναι πτυχιούχος πολιτικός μηχανικός του Α.Μ.Π. και επιχειρηματίας ασχολούμενος με τον τομέα της ναυτιλίας και την εμπορία και διάθεση ηλεκτρονικών παιγνίων και είχε εμπειρία στις συναλλαγές και γνώριζε τις υποχρεώσεις, που αναλάμβανε με τις υπογραφές των ως άνω εργολαβικών δίκης, ακόμη, δε, πριν αναλάβουν την υπεράσπισή του οι εγκαλούντες είχε διορίσει και άλλους δικηγόρους ποινικολόγους, για υποθέσεις του, τους οποίους και συμβουλευόταν.
Οι εγκαλούντες προέβησαν στις δέουσες δικαστικές ενέργειες για τη διεκδίκηση των δικηγορικών αμοιβών τους από τα πιο πάνω εργολαβικά, επειδή ο πρώτος κατ/νος δεν τους κατέβαλε την αμοιβή τους. Ο πρώτος κατ/νος δεν προέβη σε καμία δικαστική ενέργεια αρχικά σε βάρος τους για να ακυρώσει τα ως άνω εργολαβικά ή να προσβάλλει τη διαταγή πληρωμής, που εκδόθηκε σε βάρος του απ' αυτούς για την πληρωμή της αμοιβής τους υπέβαλε δε αίτηση αναστολής εκτέλεσής της, την οποία τελικά αυτός δεν συζήτησε στο Δικαστήριο αλλά συμβιβάστηκε μ' αυτούς και τους κατέβαλε για τη δικηγορική αμοιβή του το ποσό των 293.470,28 ευρώ, το οποίο ήταν μικρότερο από το ποσό της διαταγής πληρωμής, που οι εγκαλούντες είχαν εκδώσει και τους μεταβίβασε ένα επιβατηγό αυτοκίνητο μάρκας "PORSCHE 911" μεταχειρισμένο οικειοθελώς, χωρίς οι εγκαλούντες να υπερβούν τα όρια τω νομικών διαπραγματεύσεων με τον πρώτο κατηγ/νο και να προβούν σε πράξεις, που να στοιχειοθετούν την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής εκβίασης, δεδομένου ότι προέβησαν σε νόμιμες ενέργειες εξωδικαστικές και δικαστικώς, εξέδωσαν διαταγή πληρωμής για τη δικηγορική αμοιβή τους, δεν έγινε ανακοπή κατ' αυτής από τον πρώτο κατ/νο, δεν συζήτηση την αίτηση αναστολής της διαταγής πληρωμής, που είχε καταθέσει στο Δικαστήριο και θα προέβαιναν νόμιμα σε αναγκαστική εκτέλεση, με εκτελεστό τίτλο τη διαταγή πληρωμής. Το γεγονός, που αναφέρει ο πρώτος κατ/νος ότι του είπαν οι εγκαλούντες, αν απορριφθεί η αίτηση προσωρινής διαταγής ή η αίτηση αναστολής της διαταγής πληρωμής από το Δικαστήριο θα προέβαιναν σε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του με εκτελεστό τίτλο αυτή, δεν στοιχειοθετεί την αξιόποινη πράξη της εκβίασης, δεδομένου ότι πρόκειται για νόμιμη δικαστική ενέργεια και όχι παράνομη προς προστασία των δικαιωμάτων τους για τη δικηγορική αμοιβή τους, αν πίστευε, δε, ότι θα γινόταν δεκτή θα τη συζητούσε την αίτηση αναστολής. Οι εγκαλούντες απέστειλαν την από 27-9-2014 εξώδικη όχλησή τους προς την εταιρεία με την επωνυμία "SECRET S.A." και την "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ", ασκώντας νόμιμο δικαίωμά τους για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους, με την οποία δεν παραβιάζεται το καθήκον της επαγγελματικής τους εχεμύθειας αφού υπήρχε οικονομική διαφορά αυτών με τον πρώτο κατ/νο και είχαν προβεί σε εξωδικαστικές και δικαστικές ενέργειες σε βάρος του, στις οποίες εμπλέκονται η πιο πάνω εταιρεία και η Τράπεζα και ο σκοπός τους δεν ήταν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή του, αλλά να προστατεύσουν τα δικαιώματά τους. Δεν αποδείχθηκε ότι οι εγκαλούντες εξαπάτησαν το Δικαστήριο, που εξέδωσε την πιο πάνω διαταγή πληρωμής. Ο πρώτος κατ/νος ισχυρίζεται ότι τα πιο πάνω εργολαβικά ήταν ακυρώσιμα, όμως, το Δικαστήριο εφόσον αυτά δεν έχουν ακυρωθεί μπορεί να τα λάβει υπόψη του, αυτός, δε, αν ήθελε μπορούσε να προβεί σε δικαστικές ενέργειες ακύρωσής τους, όμως, δεν το έπραξε τότε, αλλά πολύ αργότερα και δεν δικαιώθηκε, όπως προαναφέρθηκε.
Ο πρώτος κατηγ/νος γνώριζε ότι η πιο πάνω καταμήνυση ήταν ψευδής έχοντας άμεσο δόλο και ο σκοπός του ήταν να μη καταβάλει τις δικηγορικές αμοιβής που είχε συμφωνήσει και να προκαλέσει την καταδίωξη των εγκαλούντων για τις αξιόποινες πράξεις της απάτης και εκβίασης από κοινού, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της παραβίασης της επαγγελματικής εχεμύθειας, σκοπό τον οποίο δεν πέτυχε, λόγω, του ότι εκδόθηκε η υπ' αριθμ. Α3/07 απορριπτική της ως άνω έγκλησης Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και επί ασκηθείσης εκ μέρους του προσφυγής η υπ' αριθμ. 173/200.. διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, που απέρριψε επί της ουσίας την ασκηθείσα προσφυγή και δεν υπήρξε διαφορετική ερμηνεία των νομικών διατάξεων από μέρους του πρώτου κατηγορουμένου αλλά την έκθεση στην έγκλησή του ψευδών γεγονότων. Ακόμη, ο πρώτος κατ/νος στις 28-4-2005, κατά την κατάθεση της από 28-4-2005 έγκλησής του σε βάρος των εγκαλούντων ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών επιβεβαίωσε ως αληθές το περιεχόμενο της μήνυσής του, εν γνώσει της αναληθείας του, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ανωτέρω.
Επίσης, ο πρώτος κατ/νος με την από 28-4-2005 έγκλησή του, την οποία ενεχείρησε αυτοπροσώπως στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, στον πταισματοδίκη, που διενήργησε τη διαταχθείσα προανάκριση, και των δικαστικών Γραμματέων σε βάρος των εγκαλούντων ανέφερε ψευδή γεγονότα, τελώντας σε γνώση της αναληθείας τους και ότι μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή τους, λαμβανομένης υπόψη με τον τρόπο αυτό την κοινωνική τους αξία, που οι τρίτοι εκδηλώνουν στο πρόσωπό τους και την εκτίμηση που απολαμβάνουν στην κοινωνία, με βάση την ηθική τους αξία. Δεν αποδείχθηκε ότι αυτός ενήργησε από δεδικαιολογημένο ενδιαφέρον, προς υπεράσπιση των συμφερόντων του, δεδομένου ότι θα μπορούσε να ικανοποιήσει αυτά χωρίς να αναφερθεί σε ψευδή γεγονότων ήτοι ουσιαστικά στοιχεία του άρθρου 363 Π.Κ., στην περίπτωση, δε, αυτή, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 367ΠΚ. Τέλος, στις 30-6-2005, στην Αθήνα, με πρόθεση προκάλεσε στο δεύτερο κατηγ/νο την απόφαση να εκτελέσει την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και ειδικότερα, με πειθώ και φορτικότητα, συνεχείς προτροπής και παραινέσεις έπεισε αυτόν να τελέσει την πράξη, όπως αναφέρεται παρακάτω, παρότι ο εν λόγω κατ/νος τελούσε σε γνώση της αναληθείας αυτών, που κατέθεσε ενόρκως. Ο δεύτερος κατηγ/νος ήταν οδηγός του πρώτου κατ/νου και τον μετέφερε στο δικηγορικό γραφείο των εγκαλούντων και ο πρώτος κατ/νος είχε έννομο συμφέρον να τον χρησιμοποιήσει ως μάρτυρά του στις υποθέσεις του σε βάρος των εγκαλούντων καταθέτοντας υπέρ του γεγονότα ψευδή. Ο δεύτερος κατ/νος Σ. Ε., στην Αθήνα, στις 30-6-2005, τέλεσε την παρακάτω αξιόποινη πράξη. Ειδικότερα: Κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα, ενώ εξεταζόταν ενόρκως, ως μάρτυρας, ενώπιον Αρχής Αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον της 8ης Πταισματοδίκη Αθηνών, η οποία διενεργούσε προανακριτική εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του τα εξής ψεύδη: "Εργαζόμουν στις επιχειρήσεις του μηνυτή, κατά το χρονικό διάστημα 1999-2002. Εκείνο το χρονικό διάστημα, ο μηνυτής επισκεπτόταν πολύ συχνά το δικηγορικό γραφείο των μηνυομένων και, επειδή δεν ήταν σε καλή ψυχολογική κατάσταση, τον πήγαινα εγώ. Έτσι, παρεβρέθηκα σε πολλές συναντήσεις του μηνυτή με τους μηνυομένους, όπου, ενώ αρχικά τον είχαν φοβίσει, ότι ήταν σε πολύ δυσμενή θέση και ότι αντιμετώπιζε μεγάλες ποινές φυλάκισης, στη συνέχεια, του υπόσχονταν, ότι αυτοί και ιδιαίτερα ο πρώτος μηνυόμενος θα τον βοηθήσουν να καθαρίσει και θυμάμαι χαρακτηριστικά τον πρώτο μηνυόμενο να του λέει "Ι. ήρθες στο Θεό, μόνο εγώ μπορώ να σε καθαρίσω". Το ίδιο χρονικό διάστημα, με εντολή του μηνυτή, έκανα αναλήψεις διαφόρων χρηματικών ποσών, τα οποία πηγαίναμε στους μηνυομένους και απ' ότι θυμάμαι το χρονικό διάστημα από Ιούνιο 2001 έως τον Απρίλιο του 2002, πρέπει να είχαμε καταβάλει στους μηνυομένους γύρω στα 11.000.000 με 12.000.000 δρχ. Επίσης, περί το Μάρτιο του 2002, με εντολή του μηνυτή, παρέδωσα στο σπίτι των μηνυομένων για λογαριασμό τους ένα αυτ/το PORSCHE 911, με αριθμό κυκλοφορίας ..., χρώματος καφέ. Δεν γνωρίζω, όμως, τι απέγινε μ' αυτό το αυτ/το. Τέλος, θυμάμαι, ότι κάποια στιγμή, περί τον Ιούνιο του 2001, ο μηνυτής μου είπε, ότι οι μηνυόμενοι του ζήτησαν να υπογράψει κάποιο εργολαβικό δίκης. Στην πορεία, όμως, δεν έχω παρακολουθήσει την υπόθεση και δεν γνωρίζω τι απέγινε. Εκείνο, που μπορώ να καταθέσω, είναι, ότι την περίοδο, που προανέφερα, ο μηνυτής ήταν σε τόσο άσχημη ψυχολογική κατάσταση, που θα, υπέγραφε, για οποιοδήποτε ποσό του ζητούσαν, οι μηνυτές". Να σημειωθεί εδώ ότι το τελευταίο ψευδές, που κατέθεσε, αν ήθελε θεωρηθεί κρίση του δεύτερου κατ/νου συνδέεται, όμως, με τα ψευδή γεγονότα που κατέθεσε.
Τα αληθή γεγονότα ήταν τα ακόλουθα: Ο δεύτερος κατηγ/νος Σ. Ε. μετέφερε τον πρώτο κατ/νο στο δικηγορικό γραφείο των εγκαλούντων, αλλά δεν είχε παρευρεθεί σε καμία συνάντηση των ως άνω δικηγόρων με τον πρώτο κατ/νο, αλλά βρισκόταν στον προθάλαμο του εν λόγω δικηγορικού γραφείου και ανέμενε το πρώτο κατ/νο να τελειώσει στις συζητήσεις του με τους εγκαλούντες και να τον μεταφέρει πάλι στην οικία του, δεν γνώριζε τι είχε ειπωθεί μεταξύ τους, δεν είχαν φοβίσει οι εγκαλούντες τον πρώτο κατ/νο ότι ήταν δε δεινή θέση και κινδύνευε να φυλακισθεί και μόνο αυτοί μπορούσαν να τον σώσουν, αλλά οι εγκαλούντες προέβησαν στις νόμιμες δικαστικές ενέργειες και τελικά απηλλάγη με βούλευμα, ότι οι αναλήψεις διαφόρων χρηματικών ποσών, που ο πρώτος κατ/νος έδινε στους εγκαλούντες δεν αφορούσαν την επίδικη υπόθεση, αλλά άλλες υποθέσεις, που είχε αυτός παλαιότερες και τους όφειλε τις δικηγορικές αμοιβές τους και ότι η άσχημη ψυχολογική κατάσταση του πρώτου κατηγ/νου δεν οφειλόταν σε ψυχολογικές πιέσεις των εγκαλούντων.
Να σημειωθεί εδώ ότι ο δεύτερος κατ/νος ανέφερε στην απολογία του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου ότι δεν ήταν μπροστά στις συζητήσεις των εγκαλούντων με τον πρώτο κατηγ/νο, καθόταν στον προθάλαμο και περίμενε να τελειώσουν και ότι γνώριζε ήταν από τον ίδιο τον πρώτο κατ/νο. Κατόπιν τούτων, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών των κατηγ/νων πρέπει αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι, για τις αξιόποινες πράξεις , για τις οποίες κατηγορούνται.
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την κατά την ανωτέρω έννοια απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως παραπάνω αξιόποινων πράξεων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27, 46 παρ.1α, 94, 224 ,229 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και η απόφαση δε στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, α) εξειδικεύονται οι καταμηνυθείσες πράξεις, αναφέρεται ο από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο (δια της ψευδορκίας και της ψευδούς καταμηνύσεως) επιδιωκόμενος σκοπός για την ποινική καταδίωξη των εγκαλούντων δικηγόρων, τον οποίο δεν πέτυχε για το λόγο ότι η έγκλησή του καθώς και η προσφυγή που άσκησε απορρίφθηκαν με τις μνημονευόμενες αντίστοιχες Εισαγγελικές διατάξεις και επί πλέον παρατίθενται με πληρότητα περιστατικά που αιτιολογούν τον άμεσο δόλο του αναιρεσείοντος ως προς τη διάπραξη των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως, όσο και της ψευδορκίας μάρτυρα, τη γνώση δηλαδή του αναιρεσείοντος ότι η από 28-4-2005 έγκλησή του εναντίον των εγκαλούντων δικηγόρων, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε ενόρκως εξεταζόμενος ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ήταν ψευδής και υποβλήθηκε με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη των εγκαλούντων, για τις αξιόποινες πράξεις της απάτης, της εκβίασης, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της παραβίασης της επαγγελματικής εχεμύθειας και όχι για την προστασία των νομίμων δικαιωμάτων του, β) αιτιολογείται επαρκώς ότι ο αναιρεσείων με πρόθεση προκάλεσε την απόφαση στον καταδικασθέντα για ψευδορκία μάρτυρα Ε. Σ., να καταθέσει ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών τα ως άνω αναφερόμενα ψευδή περιστατικά, πείθοντάς τον προς τούτο, με πειθώ και φορτικότητα, με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις, αιτιολογείται ότι ο αναιρεσείων τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των κατατεθέντων και ότι είχε έννομο συμφέρον να χρησιμοποιήσει τον άνω συγκατηγορούμενό του, που ήταν οδηγός του και τον μετέφερε στο δικηγορικό γραφείο των εγκαλούντων, ως μάρτυρά του στις υποθέσεις του σε βάρος των εγκαλούντων καταθέτοντας υπέρ αυτού ψευδή γεγονότα, γ) η αναφορά στο αιτιολογικό των καταγγελθέντων και με όρκο επιβεβαιωθέντων ψευδών περιστατικών γίνεται με παραδεκτή αναφορά στο διατακτικό της αποφάσεως, ενώ με την αναλυτική παράθεση των αληθών γεγονότων στο αιτιολογικό, το δικαστήριο προσδιορίζει πλήρως και χωρίς ασάφειες ή αντιφάσεις τα ψευδή γεγονότα, τα οποία διέλαβε στην έγκλησή του και βεβαίωσε ενόρκως ο αναιρεσείων, καθώς και τα ψευδή γεγονότα που κατέθεσε, μετά από δικές του προτροπές και παραινέσεις ο Ε. Σ., αιτιολογείται δε επαρκώς και η γνώση του αναιρεσείοντος περί της αναλήθειας των καταγγελθέντων και με όρκο επιβεβαιωθέντων και δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων γνώριζε αναγκαίως την πραγματική κατάσταση από προσωπική αντίληψη, ως πελάτης των εγκαλούντων δικηγόρων, με τους οποίους συνηλλάγη και είχεν υπογράψει και σχετικά συμβόλαια εργολαβικών αμοιβών για τις υποθέσεις του που τους ανέθεσε και αυτοί χειρίστηκαν.
Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' του ΚΠΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως που υποστηρίζουν τα αντίθετα, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν. Επειδή, κατά το άρθρ. 368 παρ. Ι του ΠΚ, στην περίπτωση της συκοφαντικής δυσφημήσεως (363 ΠΚ), η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Κατά δε την ουσιαστικού αλλά και δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 του ΠΚ, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υπέβαλε την έγκληση μέσα σε τρεις (3) μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για ένα από τους συμμέτοχους της. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση επί εγκλήματος κατ` έγκληση διωκομένου, εφόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεσή του, πρέπει να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς το χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για ένα από τους συμμέτοχους της. Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, αν δηλαδή στην απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του ΠΚ, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, σε ποινή φυλάκισης δεκατριών μηνών για καθεμία πράξη και σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών ετών και πέντε μηνών, για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδορκίας μάρτυρα, της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι η πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως των δύο παθόντων έλαβε χώρα την 28-4-2005. Περαιτέρω, η σχετική έγκληση των δύο παθόντων, όπως προκύπτει από αυτήν, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου, υποβλήθηκε την 1-8-2005, δηλαδή μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεση της πράξεως. Για το ζήτημα όμως του χρόνου γνώσεως της τελέσεως της πράξεως, από τους δικαιούμενους σε υποβολή εγκλήσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση στο επί της ενοχής προεκτεθέν αιτιολογικό της, καθώς και στο διατακτικό της, δε διαλαμβάνει πουθενά το χρόνο που έλαβαν οι παθόντες γνώση της κατ' αυτών εγκλήσεως. Με το περιεχόμενο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έχει, ως προς το ζήτημα του εμπροθέσμου της εγκλήσεως, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού δεν παρατίθεται στο σκεπτικό της κανένα περιστατικό που προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία, το οποίο να θεμελιώνει την κρίση του δικαστηρίου, για τον χρόνο γνώσης της ανωτέρω κατ' έγκληση διωκόμενης πράξεως από τους δικαιούχους της εγκλήσεως και ούτε καν αναφέρεται ο χρόνος αυτός. Επομένως, είναι βάσιμος ο συναφής λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με το ζήτημα της εμπρόθεσμης υποβολής της εγκλήσεως και πρέπει, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς τις διατάξεις της, της καταδίκης του αναιρεσείοντα για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης των δύο παθόντων και ως προς τη διάταξη περί επιβολής ποινής για τις πράξεις αυτές και περί επιβολής συνολικής ποινής και κατά το άρθρο 519 του ΚΠΔ, να παραπεμφθεί κατά ταύτα η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Περαιτέρω, η κατά τα παραπάνω επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρ.170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο, για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, (υπό εδ. γ') " το ότι ο δράστης στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη", και (υπό εδ. ε') "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Για να στοιχειοθετηθεί δε το ελαφρυντικό 84 παρ. 2 εδ. γ' ΠΚ, απαιτείται η επίκληση περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ότι προηγήθηκε της αξιόποινης πράξης ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή ότι ο δράστης παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη και προσβλητική εναντίον του πράξη από τον ίδιο τον παθόντα και όχι από τρίτο πρόσωπο. Για να συντρέξει δε η δεύτερη από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις του εδ. ε' , κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στην γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία ως προς την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται, εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Η καλή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή, ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του.
Συνεπώς, για το ορισμένο του άνω ισχυρισμού του δράστη διαβιούντος υπό καθεστώς ελευθερίας, μη κρατούμενου σε φυλακή, δεν αρκεί η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς, και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής και μόνον, αλλά πρέπει να επικαλεσθεί ο κατηγορούμενος πραγματικά περιστατικά, θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, πρόβαλε εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, παραδεκτά μετά την έκδοση της αποφάσεως για την ενοχή, τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των ελαφρυντικών περιστάσεων, του ότι ωθήθηκε στις πράξεις από ανάρμοστη συμπεριφορά των παθόντων και της καλής συμπεριφοράς μετά τις πράξεις του (άρθρο 84 παρ. 1 εδ. γ' και ε' ΠΚ, αντίστοιχα), επικαλούμενος για τη θεμελίωσή τους, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να μη αναγνωρισθεί, από το δικαστήριο σας, 1) η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε' ΠΚ και αυτό διότι ουδέποτε απασχόλησα, καθ' οιονδήποτε τρόπο, τις Αρχές ή τα Δικαστήρια από το έτος 2005 και μετά (έως και σήμερα) και τούτο αποδεικνύει περίτρανα ότι ζούσα και συνέχισα να ζω, έντιμη οικογενειακή, επαγγελματική και, γενικά, κοινωνική ζωή και συμπεριφέρθηκα καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη μου. Το χρονικό διάστημα των επτά (7) ετών, είναι σίγουρα μεγάλο χρονικό διάστημα και καταδεικνύει την ποιότητα του χαρακτήρα ενός ατόμου και το κατά πόσον αυτός ρέπει προς την εγκληματικότητα. Αποδεικνύεται δε τούτο, από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων, αλλά και από το δελτίο του ποινικού μου μητρώου.- Και εις ότι αφορά το ποινικό μου μητρώο, μπορεί μεν να μην είναι λευκό, πλην όμως οι καταδίκες μου αφορούν αδικήματα ήσσονος ηθικής απαξίας και, δη, παραβάσεις του Αγορανομικού Κώδικα και Υγειονομικών Διατάξεων (που σχετίζονται με την λειτουργία της οικογενειακής καφετέριας "P..." στο Πασαλιμάνι, επί των οδών ... και ..., την οποία διατηρώ μέχρι και σήμερα υπό την εταιρεία "Ι. Μ. & ΣΙΑ Ο.Ε."), παραβάσεις του Κ.Ο.Κ. (τότε ν. 614/77) και μία παράβαση του ν. 5960/33 (έκδοση ακάλυπτης επιταγής), στην πλειοψηφία των οποίων καταδικάστηκα απλά σε χρηματικές ποινές ή φυλάκιση το πολύ 30 ημερών. Όπως δε θα δείτε κατά τη διάσκεψη Σας, η τελευταία καταδικαστική απόφαση στο ποινικό μου μητρώο, είναι η υπ' αριθμ. 8/04 απόφαση του Εφετείου Πλημ/των Αθηνών, όπερ σημαίνει ότι από το έτος 2004 και μέχρι σήμερα (οκτώ ολόκληρα χρόνια'), δεν έχω υποπέσει σε άλλο ποινικό αδίκημα.- Συμπερασματικά και εκ παραλλήλου με όλα τα ανωτέρω αναφερθέντα, επισημαίνεται ότι δεν είμαι επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, ούτε επιρρεπής σε εγκληματικές συμπεριφορές και ούτε επικίνδυνος για την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Πέραν, δε, των ποινικών μου υποθέσεων με τον μηνυτή Σ. Α., με κανέναν άλλον δεν έχω αντιδικία και με κανέναν δεν αντιδικώ. Ακόμα και στην παρούσα υπόθεση, με δήλωση μου ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (βλ. τα πρακτικά της εκκαλουμένης αποφάσεως), θέλησα να αποκαταστήσω τις σχέσεις μου με τους μηνυτές , ζητώντας συγνώμη από αυτούς, πράγμα που καταδεικνύει ότι θέλησα να σταματήσω την αντιδικία μας, πλην όμως ο εγκαλών αρνήθηκε, επιθυμώντας τη διαιώνιση των μεταξύ μας δικαστηρίων. Πρέπει, λοιπόν, το δικαστήριο Σας να μου αναγνωρίσει το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2ε' Π.Κ., για τους ως άνω αναλυτικά αναφερόμενους λόγους και πραγματικά περιστατικά.
Πρέπει να μου αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρ. 84 παρ.2γ ΠΚ, λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς των παθόντων διότι: Στην συγκεκριμένη υπόθεση, πριν την κατάθεση της από 28.04.2005 και με Α.Β.Μ Α05/2220 εγκλήσεώς μου κατά των μηνυτών Γ. και Σ. Α., είχαν προηγηθεί, εκ μέρους των παθόντων/μηνυτών: α) η από 12.2.2002 και με αριθμό κατάθεσης 1319/2002 Αγωγή του Γ. Α. εναντίον μου, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, β) η από 14.4.2005 και υε αριθμό κατάθεσης δικογράφου 185/2005 Αγωγή αμφοτέρων εναντίον μου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία αμοιβών), όπου εκεί ανέφεραν περί των "τρόπων και μέσων δια των οποίων εξασφάλισε την μη προφυλάκιση του ενώπιον του ανακριτή κατά την απολογία του" και, γ) η από 31.1.2005 (ημερομηνία καταθέσεως 25.2.2005) και με Α.Β.Μ. Γ05/916 μήνυση αμφοτέρων των μηνυτών εναντίον μου, για τα εγκλήματα της απάτης επί δικαστηρίω και απόπειρας εκβίασης, σε βαθμό κακουργήματος, επί της οποίας εκδόθηκε το απαλλακτικό υπ' αριθμ. 2523/09 βούλευμα του ΣυμβΠλημΑΘ και το, ήδη αμετάκλητο, υπ' αριθμ. 1921/11 βούλευμα του ΣυμβΕφετΑΘ, με το οποίο απορρίφθηκαν στην ουσία τους οι εφέσεις των Γ. και Σ. Α. και επικυρώθηκε το πρωτόδικο, απαλλακτικό, βούλευμα.- H, εναντίον μου, επίθεση των παθόντων με σωρεία αγωγών και μηνύσεων (πριν την κατάθεση της από 28.4.2005 δικής μου μηνύσεως), η δε από 31.1.2005 μήνυση τους για βαρύτατα κακουργήματα (για τα οποία, εντέλει, αθωώθηκα αμετακλήτως), από ανθρώπους τους οποίους εμπιστευόμουν και ήσαν, επί σειρά ετών, οι συνήγοροι μου και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι μου (''), μου δημιούργησε ευλόγως, ένεκα και της ιδιοσυγκρασίας μου, την πεποίθηση ότι όφειλα να καταγγείλω τις (κατ' εμέ) συμπεριφορές τους ενώπιον των Δικαστικών Αρχών, ώστε αυτές να διερευνηθούν από τις αρμόδιες Εισαγγελικές Αρχές".
Από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι οι αυτοτελείς αυτοί ισχυρισμοί περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου των άνω δύο ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδ. γ' και ε' του ΠΚ, απορρίφθηκαν, με την παρακάτω αιτιολογία: "Όσον αφορά τον πρώτο κατ/νο Γ.Μ. δεν αποδείχθηκε ότι αυτός ωθήθηκε στις αξιόποινες πράξεις μετά από ανάρμοστη συμπεριφορά των εγκαλούντων και ότι παρασύρθηκε από οργή και θλίψη , που του προκάλεσαν άδικες σε βάρος του πράξεις αυτών, δεδομένου ότι υπήρξε μία συμφωνία μεταξύ αυτού και των εγκαλούντων για δικηγορικές υπηρεσίες σε υποθέσεις του και δεν ήθελε να καταβάλει την αμοιβή που όφειλε σ' αυτούς και δεν υπήρξαν άδικες πράξεις από μέρους των εγκαλούντων. Ακόμη, δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος μετά την τέλεση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων μεταστράφηκε και αντιλήφθηκε τις συνέπειες των ως άνω πράξεών του, αφού αρνείται την τέλεσή τους, ούτε απείχε από ταύτα για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα από επιλήψιμες ενέργειες και συμπεριφορές, λαμβανομένου υπόψη και του ποινικού του μητρώου, όπου αναφέρονται καταδίκες του".
Η αιτιολογία αυτή απόρριψης των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, είναι η κατά τα παραπάνω εκτεθέντα απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το δικαστήριο δέχθηκε επαρκώς εμπεριστατωμένα ότι δεν προηγήθηκε καμία ανάρμοστη ή άδικη συμπεριφορά των παθόντων έναντι του δράστη, ούτε ότι παρασύρθηκε από οργή και θλίψη, συνεπεία άδικων σε βάρος του πράξεων των παθόντων, ούτε ότι ο αναιρεσείων επέδειξε καλή συμπεριφορά για σχετικά μεγάλο μετά τις ανωτέρω πράξεις του χρονικό διάστημα.
Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών αναγνώρισης των άνω ελαφρυντικών περιστάσεων των εδαφ. γ' και ε' του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364, 365 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η ανάγνωση προανακριτικών ή ανακριτικών καταθέσεων μαρτύρων που απολείπονται, χωρίς να βεβαιώνεται η αδυναμία εμφάνισης στο ακροατήριο των μαρτύρων αυτών και η λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν επιφέρει, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, για ακυρότητα της διαδικασίας, αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του δεν είχαν αντιλέξει στην ανάγνωση των καταθέσεων αυτών, δεδομένου ότι έτσι δεν παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της ΕΣΔΑ, να θέτει ερωτήματα στους μάρτυρες, αφού διατηρείται πάντως το από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαίωμα του κατηγορουμένου να κάνει παρατηρήσεις επί των εν λόγω καταθέσεων που αναγνώσθηκαν. Αντίθετα, η διάταξη αυτή του άρθρου 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ παραβιάζεται, επερχόμενης εντεύθεν απόλυτης ακυρότητας κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ' του ΚΠΔ, αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του είχαν αντιλέξει στην ανάγνωση των κατά την προδικασία ληφθεισών καταθέσεων των απολειπομένων μαρτύρων και το δικαστήριο, παρά ταύτα, απορρίπτοντας το αίτημα, για τη μη ανάγνωση των εν λόγω καταθέσεων, προέβη στην ανάγνωση αυτών, οπότε ιδρύεται ο από το άνω άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως (σελ. 25-26), που παραδεκτά επισκοπούνται για την διερεύνηση σχετικού λόγου αναιρέσεως, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, μεταξύ άλλων εγγράφων, η από 30-6-2005 κατάθεση του Ε. Σ., η με αρ. 4270/24-10-2005 ένορκη κατάθεση Ε.Λ., η με αρ. 4271/24-10-2005 ένορκη κατάθεση Ε. Σ., η από 15-7-2005 ένορκη εξέταση της μάρτυρος Σ. Μ. και η από 30-6-2005 ένορκη εξέταση του μάρτυρα Ε. Σ., χωρίς όμως να προβληθεί καμία αντίρρηση από τον παριστάμενο συνήγορο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, όπως ρητά σημειώνεται στα άνω πρακτικά στη σελ. 25. Επομένως, από την ανάγνωση των καταθέσεων των απόντων ως άνω μαρτύρων, χωρίς ειδική αιτιολόγηση του ανεφίκτου εμφανίσεως των μαρτύρων αυτών στο ακροατήριο, δεν παραβιάστηκε η αρχή της προφορικότητας και της κατ' αντιδικίας διεξαγωγής της ποινικής διαδικασίας και δε δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού δεν υπήρξε σχετική εναντίωση του κατηγορουμένου, ούτε αίτημα αυτού για αναβολή ή διακοπή της δίκης, προκειμένου να κλητευθούν και να διαταχθεί η βιαία προσαγωγή των απολειπομένων αυτών μαρτύρων, και κατά συνέπεια ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι, παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου, να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά, τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ, πιο πάνω δικαιώματα του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Εξάλλου δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία, ως προς την ταυτότητα των εγγράφων, όταν από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πρακτικά. Από τα πρακτικά της δίκης (σελίδες 25 και 26), προκύπτει ότι, μεταξύ άλλων εγγράφων, στο ακροατήριο αναγνώσθηκαν χωρίς α/α και τα παρακάτω έγγραφα, "φωτοαντίγραφα αποδεικτικών καταθέσεων και φωτ/φα επιταγών (σχετ. 3), η από 6-12-10 βεβαίωση". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους. Με την γενόμενη δε ανάγνωση του κειμένου τους στο ακροατήριο, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά ότι προβλήθηκε αντίρρηση από τον παριστάμενο συνήγορο του αναιρεσείοντος, έγινε γνωστό και σε όλους τους παράγοντες της δίκης το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, επομένως και στον συνήγορο του αναιρεσείοντος, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Άλλωστε από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό.
Συνεπώς το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, ορθώς έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω αναγνωσθέντα έγγραφα και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα ότι παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, διότι το δικαστήριο της ουσίας, προς στήριξη της περί ενοχής κρίσης του, έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω έγγραφα, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμες. Κατ' ακολουθία, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Γ' ΚΠΔ, συναφής λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 δ' ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και για παραβίαση της δημοσιότητας και προφορικότητας της διαδικασίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω και ο τελευταίος γενικός προβαλλόμενος ως αυτοτελής λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος και παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας από σχετική επί του θέματος νομολογία του Αρείου Πάγου, για παραβίαση των αρχών δημοσιότητας και της δίκαιης δίκης και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και 14 του ΔΣ/ΑΠΔ, λόγω των προαναφερθεισών ακυροτήτων και πλημμελειών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αφού όλοι κρίθηκαν ως παραπάνω απορριπτέοι ως αβάσιμοι, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Δεν επέρχεται δε ακυρότητα της διαδικασίας, για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας σε σχέση µε άλλες προεκδοθείσες αναιρετικές αποφάσεις Ποινικών Τμημάτων του Αρείου Πάγου, που έκριναν παρόμοιες κατά τον αναιρεσείοντα περιπτώσεις "ασαφούς ταυτότητας αναγνωσθέντων εγγράφων", ενόψει του ότι κάθε περίπτωση είναι µοναδική και κρίνεται καθεαυτή, ενώ από καµία διάταξη νόµου ή αρχή του δικαίου δεν επιβάλλεται στα δικαστήρια να ερµηνεύουν το νόµο σύµφωνα µε την ερµηνεία στην οποία προέβησαν µε προηγούµενες αποφάσεις τους (ΑΠ 52/2011).
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, όσον αφορά τις λοιπές αξιόποινες πράξεις που καταδικάστηκε ο αναιρεσείων (πλην της συκοφαντικής δυσφημήσεως για την οποία αναιρείται κατά τα παραπάνω), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει τη με αρ. 5742 Α, 6201/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ως προς τις διατάξεις της, περί ενοχής του αναιρεσείοντος Ι. Μ. του Θ., μόνο για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή και περί επιβολής ποινής για την αναιρούμενη πράξη και περί επιβολής συνολικής ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση, όσον αφορά μόνο την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατά συρροή, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 28 - 12 - 2012 αίτηση του Ι. Μ. του Θ., για αναίρεση της με αριθμό 5742 Α, 6201/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αδικήματα: Ψευδής Καταμήνυση κατά συρροή - Ψευδορκία Μάρτυρα - Συκοφαντική Δυσφήμηση κατά συρροή - Ηθική Αυτουργία σε Ψευδορκία Μάρτυρα (άρθρα 46, 224, 229, 362, 363 ΠΚ. 1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ και Ε ΚΠΔ και 6 της ΕΣΔΑ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για σφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όσον αφορά την ενοχή. 2. Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, για χωρίς ειδική αιτιολογία, παραδεκτά προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού της ελαφρυντικής περιστάσεως άρ. 84 παρ. 2 εδ. γ' και ε' ΠΚ. 3. Βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ για την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως μόνον, που διώκεται κατ' έγκληση, εφόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεσή της, διότι η καταδικαστική απόφαση δεν διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς το χρόνο κατά τον οποίο οι δικαιούμενοι σε έγκληση παθόντες έλαβαν γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για ένα από τους συμμέτοχους της, για να διαπιστωθεί αν τηρήθηκε η διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 ΠΚ. 4. Η ανάγνωση προανακριτικών ή ανακριτικών καταθέσεων μαρτύρων που απολείπονται, χωρίς να βεβαιώνεται η αδυναμία εμφάνισης στο ακροατήριο των μαρτύρων αυτών και η λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν επιφέρει, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, για ακυρότητα της διαδικασίας, αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του δεν είχαν αντιλέξει στην ανάγνωση των καταθέσεων αυτών, δεδομένου ότι έτσι δεν παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της ΕΣΔΑ, να θέτει ερωτήματα στους μάρτυρες, αφού διατηρείται πάντως το από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαίωμα του κατηγορουμένου να κάνει παρατηρήσεις επί των εν λόγω καταθέσεων που αναγνώσθηκαν.
|
Ψευδορκία μάρτυρα
|
Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Ψευδορκία μάρτυρα, Έγκληση.
| 2
|
Αριθμός 516/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Ι. Μ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 4860/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Αυγούστου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1001/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα με αριθμό 238/14.11.2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2, 527 παρ. 1-3 και 528 Κ.Π.Δ., την από 28-8-2012 αίτηση του Ι. Μ. του Θ., κατοίκου ..., με την οποία ζητά την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της αριθμ. 4860/10-7-2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών για απάτη κατ' εξακολούθηση άνω των 73.00 ευρώ και εκθέτω τα εξής: Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ αναγκαία προϋπόθεση της επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας με αμετάκλητη καταδικαστική, για κακούργημα ή πλημμέλημα, απόφαση. Αμετάκλητη είναι η απόφαση, κατά το άρθρο 546 § 2 του ίδιου κώδικα, όταν δεν επιτρέπεται κατ' αυτής κανένα ένδικο μέσο ή το επιτρεπόμενο δεν ασκήθηκε μέσα στη νόμιμη προθεσμία ή ασκήθηκε εκπρόθεσμα και απορρίφθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των στοιχείων της δικογραφίας, ο αιτών καταδικάσθηκε με την ως άνω απόφαση σε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών, για την παραπάνω, σε βαθμό κακουργήματος, τιμωρούμενη αξιόποινη πράξη και άσκησε κατ' αυτής νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς (άρθρο 489 παρ. 1 στοιχ. στ Κ.Π.Δ.) την υπ' αρ. 1217/19-7-2012 έφεσή του.
Συνεπώς η παραπάνω απόφαση δεν είναι αμετάκλητη, κατ 'άρθρο 546 παρ.2 Κ.Π.Δ. Με την υπό κρίση αίτησή του ο αιτών ζητά την επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της ως άνω αριθμ. 4860/10-7-2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, γιατί όπως διατείνεται, είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε. Η αίτηση αυτή είναι απαράδεκτη διότι, όπως αναφέρθηκε, η παραπάνω απόφαση δεν είχε καταστεί κατά την, κατά τα ανωτέρω, κατάθεση της αιτήσεως αμετάκλητη, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις. Πρέπει επομένως να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για τον ανωτέρω λόγο και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω το Δικαστήριό Σας - σε Συμβούλιο να απορρίψει την από 28-8-2012 αίτηση του Ι. Μ. του Θ., κατοίκου ..., με την οποία ζητά την επανάληψη, προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της αριθμ. 4860/10-7-2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και να καταδικάσει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Αθήνα 13-11-2012 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Κων. Δασούλας".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον αυτοπροσώπως παραστάντα αιτούντα,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις ... (απαριθμούνται στη συνέχεια περιοριστικά). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια, ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, η οποία δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία, αποτελεί το αμετάκλητο της απόφασης με την οποία ο αιτών καταδικάσθηκε για πλημμέλημα η κακούργημα. Κατά δε το άρθρο 546 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, αμετάκλητη είναι η απόφαση κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο ή δεν ασκήθηκε μέσα στη νόμιμη προθεσμία το επιτρεπόμενο ένδικο μέσο ή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και απορρίφθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 28-8-2012 αίτησή του ο αιτών ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την 4860/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών, διότι είναι αθώος. Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των στοιχείων της δικογραφίας ο αιτών καταδικάσθηκε με την ως άνω απόφαση για την άδικη πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος και του επιβλήθηκε η ποινή της καθείρξεως των επτά (7) ετών. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών άσκησε νομοτύπως εμπροθέσμως και παραδεκτώς (άρθρο 489 παρ.1 στοιχ στ' ΚΠΔ) την υπ' αριθμ. 1217/19-7-2012 έφεσή του, όπως τούτο προκύπτει από την, από 17-9-2012, υπηρεσιακή βεβαίωση της γραμματέας του Τμήματος Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών, Αθηνάς Κοσμαδάκη και δεν προκύπτει νόμιμη παραίτηση του τελευταίου από την άνω ασκηθείσα έφεση κατ' άρθρο 475 ΚΠΔ. Επομένως, η απόφαση με την οποία καταδικάσθηκε ο αιτών δεν είχε καταστεί κατά την άσκηση της αιτήσεως αμετάκλητη και ως εκ τούτου η αίτηση είναι απαράδεκτη. Ενώ πρέπει να λεχθεί ότι δεν αποτελεί, κατ' άρθρο 475 παρ 1, νόμιμη παραίτηση από το ως άνω ασκηθέν ένδικο μέσο της εφέσεως η δήλωσή του στο κατατεθέν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σημείωμα με το ακόλουθο επί λέξει περιεχόμενο "Κατά τη συζήτηση έθεσα στη διάθεσή σας την παραίτησή μου από το ένδικο μέσο της Εφέσεώς μου, γεγονός που καθιστά οιονεί αμετάκλητη την καταδικαστική 4869/10.7.2012 απόφαση του Εφετείου". Συνακόλουθα, πρέπει, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας και να καταδικασθεί η αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Αυγούστου 2012 αίτηση του Ι. Μ. του Θ. κατοίκου ... για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την 4860/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας. Προϋπόθεση για το παραδεκτό της αίτησης είναι το αμετάκλητο της απόφασης της οποίας ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 516/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μικρό, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Α. του Σ. και 2) Ζ. Μ., συζ. Κ. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Καϊμάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5214/2005 του ιδίου Δικαστηρίου και 6785/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/11/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 20/12/2012 έκθεση της, με την οποία πρότεινε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία που σύμφωνα με αυτήν απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, κατ' άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της απόφασης από τις οποίες προκύπτει ο ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς να έχει προταθεί ή ο ισχυρισμός ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Και στις δύο περιπτώσεις (της παρά το νόμο λήψης ή μη λήψης υπόψη) πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιά επίδραση άσκησε ή θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός.
Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι επί λέξει " η απόφαση αυτή ουχί νομίμως έλαβε υπόψη της και εξέτασε μη προταθέντα ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και με τακτική αλλιώς έκτακτη χρησικτησία ενώ στην αγωγή τους ουδεμία αναφορά γίνεται σε συγκεκριμένες πράξεις νομής τόσον αυτών όσον και των δικαιοπαρόχων τους έως το έτος 2002 οπότε η δικαιοπάροχος αυτών φέρεται το πρώτον να τοποθέτησε πινακίδα πωλήσεως του επιδίκου αγροτεμαχίου σε ένα πεύκο". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο α) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης από τις οποίες προκύπτει η λήψη υπόψη χωρίς να έχει προβληθεί ο ως άνω ισχυρισμός και β) ποια επίδραση άσκησε στην έκβαση της δίκης η λήψης υπόψη του πράγματος αυτού που δεν προτάθηκε. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, κατά το νόμιμο αίτημα των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη αυτών (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-11-2010 αίτηση του Π. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6785/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αόριστος ο εκ του αριθμού 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
|
Αποδείξεων εκτίμηση
|
Αποδείξεων εκτίμηση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 518 /2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Μαρία Βασιλάκη-Εισηγήτρια και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κυρτάτα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 177/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "Α. & Χ. Υ. ΑΒΕΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγνή Αλιφέρη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κω, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαρτίου 2012 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 462/2012.
Αφού άκουσε
Τους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" εκείνος, που εκδίδει επιταγή, η οποία δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, ελλείψει διαθέσιμων κεφαλαίων από τον εκδότη κατά τον χρόνο της έκδοσής της ή κατά τον χρόνο της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με τις στην διάταξη αυτή προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την πραγμάτωση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, απαιτείται, α) έκδοση ακάλυπτης επιταγής, η οποία δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα κατά την εμπρόθεσμη, ήτοι, κατ' άρθρο 29 παρ. 1 και 4 Ν. 5960/1933, εντός οκτώ (8) ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της εμφάνιση αυτής προς πληρωμή, β) έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής και γ) δόλος, για την ύπαρξη του οποίου αρκεί η γνώση του εκδότη για την έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του. Ειδικότερα, ως προς το δόλο, μετά την απάλειψη του "εν γνώσει" της προϊσχύσασας ρύθμισης, αρκεί απλός ή ενδεχόμενος δόλος και δεν απαιτείται να είναι άμεσος με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξης (ΑΠ 2013/2007, 1434/2006). Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης 177/2012 απόφασης το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κω, δέχθηκε μετ' εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων ανέλεγκτος τα εξής: "ότι η κατηγορουμένη τέλεσε την πράξη για την οποία κατηγορείται και ειδικότερα, στην Κω, τις κατωτέρω αναλυτικά αναφερόμενες ημερομηνίες, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος εξέδωσε επιταγές που δεν πληρώθηκαν στον τελευταίο κομιστή γιατί δεν είχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, γεγονός που γνώριζε η κατηγορουμένη και κατά την έκδοση και κατά την πληρωμή αυτών και συγκεκριμένα (ακολουθούν αναλυτικά οι επιταγές) ... και οι επιταγές αυτές, αφού προσκομίσθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στις πληρώτριες Τράπεζες δεν πληρώθηκαν γιατί δεν υπήρχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, γεγονός που γνώριζε η κατηγορουμένη και κατά την έκδοση και κατά την πληρωμή αυτών".
Ακολούθως το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κω με την απόφασή του κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη της πράξεως της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση και της επέβαλε φυλάκιση δεκαέξι (16) μηνών με τριετή αναστολή.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 ΠΚ και 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα δε σε σχέση με το υποκειμενικό στοιχείο της πιο πάνω πράξεως, δηλαδή το δόλο, δεν υπήρχε ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση και εξυπακούεται η ύπαρξή του από την πραγμάτωση αυτών.
Ως εκ τούτου η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλομένη δεν προσδιορίζει ούτε στο αιτιολογικό, ούτε στο διατακτικό αν η ίδια γνώριζε την έλλειψη των αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων κατά το χρόνο έκδοσης ή πληρωμής των επιταγών με αποτέλεσμα να δημιουργείται αναμφίβολα αοριστία (και ασάφεια), αφού ο χρόνος έκδοσης δεν συμπίπτει με το χρόνο εμφάνισης προς πληρωμή των επίδικων επιταγών, είναι αβάσιμη, καθόσον, όπως αναφέρθηκε, σε σχέση με το δόλο δεν υπήρχε ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, ενόψει του ότι αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση και εξυπακούεται η ύπαρξή του από την πραγμάτωση αυτών. Αλλά ανεξάρτητα αυτού στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητά αναφέρεται τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό, ότι η κατηγορουμένη γνώριζε ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια και κατά την έκδοση και κατά την πληρωμή των επιταγών.
Επίσης, η αναιρεσείουσα προβάλει την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη, με τη διαζευκτική παραδοχή "κατά το χρόνο έκδοσης ή τον χρόνο της πληρωμής", δημιουργεί ανεπίτρεπτη ασάφεια σε ουσιώδες στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ακάλυπτης επιταγής, η οποία συνιστά έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, άλλως η απόφαση είναι αναιρετέα για έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι δεν διευκρινίζει αν η έλλειψη αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων αφορούσε τον χρόνο έκδοσης ή τον χρόνο πληρωμής των επιταγών ή τέλος και τους δύο χρόνους. Η άνω, όμως, επίμαχη διαζευκτική φράση υπάρχει διατυπωμένη στην εισαγωγή τόσο του σκεπτικού, όσο και του διατακτικού της προσβαλλομένης και αναφέρεται στην περιγραφή της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος και όχι στις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπου όπως προαναφέρθηκε ρητώς αναφέρεται ότι οι επιταγές δεν πληρώθηκαν γιατί δεν υπήρχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά την έκδοση και κατά την πληρωμή, ενώ το ίδιο διατυπώνεται και στο διατακτικό. Κατά συνέπεια ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Δ πρώτος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 502 παρ. 1, 3 και 4 του ΚΠΔ, μετά την παραδοχή τυπικά της έφεσης, με την οποία προσβλήθηκε στο σύνολό της η πρωτόδικη απόφαση, η υπόθεση επανέρχεται στο Εφετείο για κατ' ουσίαν συζήτηση στην πριν από την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης στάση, με την έννοια ότι το Εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως κάθε ακυρότητα της πρωτόδικης απόφασης καλύπτεται με την έκδοση της επί της ουσίας απόφασης του Εφετείου, αφού, μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης, η πρωτόδικη απόφαση ατονεί και το Εφετείο επανεξετάζει την υπόθεση τόσο ως προς τη νομική όσο και ως προς την ουσιαστική της βάση.
Έτσι, το Εφετείο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει, σε σχετικό ισχυρισμό περί ακυρότητας στην πρωτοβάθμια δίκη και συνακόλουθα δεν υποπίπτει σχετικώς στην πλημμέλεια της έλλειψης ακρόασης, ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αιτιάται την προσβαλλομένη, διότι το Δικαστήριο αυτό δεν εξέτασε αυτεπαγγέλτως την ακυρότητα που είχε εμφιλοχωρήσει στην πρωτοβάθμια δίκη συνισταμένη στο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση του συνηγόρου της για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, χωρίς να του δώσει το λόγο μετά τον εισαγγελέα και τον συνήγορο πολιτικής αγωγής. Ο λόγος όμως αυτός, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα σκέψη είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, με την παραδοχή από το, ως Εφετείο δίκασαν, Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κω, ως τυπικά παραδεκτής της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, η τελευταία εξαφανίσθηκε και η υπόθεση εξετάσθηκε εκ νέου από το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στο σύνολό της και ως εκ τούτου το τελευταίο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στο ως άνω αίτημα αφού δεν υποβλήθηκε εκ νέου προς αυτό.
Μετά ταύτα και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας ως πολιτικώς ενάγουσας (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ, 176, 183 ΚΠολΔικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-3-2012 αίτηση της κατηγορουμένης Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 177/3-2-2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κω. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας ως πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Δόλος: Αρκεί ο απλός δόλος για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος. Μη θεμελίωση υποχρέωσης του εφετείου να απαντήσει σε σχετικό ισχυρισμό περί ακυρότητας στην πρωτοβάθμια δίκη, εφόσον δεν υποβλήθηκε εκ νέου αίτημα προς τούτο.
|
Τραπεζική επιταγή ακάλυπτη
|
Τραπεζική επιταγή ακάλυπτη.
| 0
|
Αριθμός 518/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ρ. Ρ. χήρας Ι., 2) Α. Ρ. χήρας Ι., 3) Θ. Ρ. του Ι., 4) Β. Ρ. του Ι., 5) Σ. Ρ. του Ι., 6) Θ. Ρ. του Ι. και 7) Β. Ρ. του Ι., κατοίκων .... Οι 1η, 2ος και 5ος ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Ιωάννη Ρίμπα του Αστερίου και οι 3ος και 4ος ατομικά και ως κληρονόμοι του ιδίου ως άνω αποβιώσαντος, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Γαβριηλίδη, χωρίς να καταθέσουν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Β. Ρ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μήτσιου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/2/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αρναίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2007 μη οριστική, 7/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 14/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής δικάζοντος ως Εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/3/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 22/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη ενάσκησή του, από την οποία αντιθέτως προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων, τα οποία τίθενται με την ως άνω διάταξη για την άσκηση του δικαιώματος. Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου δεν αρκεί, κατ' αρχήν, μόνον αυτή η επί μακρόν χρόνο μη άσκηση του δικαιώματος, αλλά υπάρχει τέτοια κατάχρηση μόνον εφόσον συντρέχουν προσθέτως και άλλα περιστατικά που ανάγονται στο ίδιο διάστημα και στην όλη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου, όσο και του υποχρέου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία δημιουργείται στον τελευταίο η εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, σε τρόπο που η με την μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος επιδίωξη ανατροπής μιας καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί επί μακρόν χρόνο, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (Ολ.ΑΠ 8/2011). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο δέχτηκε τα εξής σχετικά με την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος: "Οι εναγόμενοι-εκκαλούντες με τον τρόπο που πιο πάνω περιγράφηκε αντιποιούνται - αμφισβητούν την κυριότητα της ενάγουσας στο επίδικο εδαφικό τμήμα, το δε δικαίωμα της τελευταίας να ζητήσει να αναγνωριστεί η κυριότητά της επ' αυτού ουδόλως ασκείται καταχρηστικά, δεδομένου του ότι η ενάγουσα ποτέ δεν αποδέχθηκε την κατάσταση που περιγράφεται, αντιθέτως μάλιστα, αμέσως μόλις πληροφορήθηκε την ενέργεια του πρώτου αρχικού εναγομένου και θείου της να συμπεριλάβει τμήμα της ιδιοκτησίας της στο τοπογραφικό που προσκόμισε στην Πολεοδομία Αρναίας για την έκδοση οικοδομικής άδειας αντέδρασε, ενώ ήδη από το 1997 άρχισαν οι έριδες μεταξύ των διαδίκων και των οικογενειών τους όσον αφορά την επέκταση των εξωστών στο ακίνητο της ενάγουσας, η κάθε δε προσπάθεια εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως αποδοχή της, ενώ σε καμία περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι ο σκοπός για τον οποίο η ενάγουσα προέβη στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής ήταν άλλος από την αναγνώριση της κυριότητάς της και δη το να στερηθεί η ιδιοκτησία των εναγομένων - εκκαλούντων τον αναγκαίο συντελεστή δόμησης και να κηρυχθεί η οικοδομή τους αυθαίρετη, ο δε περί του αντιθέτου ισχυρισμός των εκκαλούντων κρίνεται αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος". Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως ο σχετικός πρώτος λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για ευθεία παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 800 ΑΚ, το οποίο αναφέρεται στη δικαστική διανομή με αυτούσια διανομή, πλην όμως οι λόγοι αυτοί αναφέρονται σε εκούσια άτυπη διανομή και επομένως είναι απορριπτέοι ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενοι. Δικαστικά έξοδα υπέρ της αναιρεσίβλητης, που νίκησε, δεν επιδικάζονται, ελλείψει σχετικού αιτήματός της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-3-2011 αίτηση των Ρ. χας Ι. Ρ. κ.λπ., για αναίρεση της 14/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που δίκασε ως Εφετείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναγνωριστική αγωγή κυριότητας καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.
|
Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος
|
Αγωγή αναγνωριστική, Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 517/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Η. Π. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ασημακόπουλο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 65167/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Χ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραμαγκιώλη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 369/2012.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ.1 Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεως του με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972) "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 1325/1972 και ορίσθηκε ότι, "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγουμένης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1)έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο 2) υπογραφή του εκδότου, στη θέση υπογραφής του, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού, ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της εκδόσεως δηλαδή επιταγής, που είναι ακάλυπτη. Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως. Με βάση τις παραπάνω προϋποθέσεις, και του σκοπού της διάταξης του άνω άρθρου, προκύπτει κατά τρόπο σαφή ότι δράστης (αυτουργός) του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής μπορεί να είναι μόνο ο "εκδίδων" επιταγή, χωρίς αντίκρισμα, δηλαδή αυτός που πραγματοποιεί την επί του τίτλου δήλωση βουλήσεως (υπογράφει το έγγραφο της επιταγής) και θέτει αυτό σε κυκλοφορία, ανεξάρτητα από το πρόσωπο για το οποίο επέρχονται οι έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή. Το αξιόποινο του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, γιατί το έγκλημα αυτό, ενόψει της φύσης της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής, δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία έκδοσης (ΑΠ 286/2012, 966/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 του ιδίου νόμου, η επιταγή είναι πληρωτέα εν όψει, κάθε δε αντίθετη μνεία θεωρείται ως μη γεγραμμένη. Τέλος κατά το άρθρο 20 εδ. α' και δ' του ιδίου νόμου, η επιταγή εμφανίζεται προς πληρωμή εντός προθεσμίας οκτώ ημερών, αφετηρία δε της προθεσμίας αυτής είναι η επί της επιταγής, ως χρονολογία εκδόσεως, αναγραφόμενη ημέρα. Κατά την αληθή έννοια των τελευταίων διατάξεων, η επιταγή που φέρει μεταχρονολογημένη ημερομηνία εκδόσεως, μπορεί να εμφανισθεί οποτεδήποτε, μέσα στο χρονικό διάστημα που αρχίζει από την επομένη ημέρα κατά την οποία πράγματι εκδόθηκε και λήγει την τελευταία ημέρα που σημειώνεται σ' αυτήν ως χρονολογία εκδόσεως της. Εξάλλου, η απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία, το δικαστήριο που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή ή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Περαιτέρω η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο, πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τοιαύτα στοιχεία, δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής. Βέβαια, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς αξιολογήσεως και συγκρίσεως εκάστου αποδεικτικού μέσου ως και η παράλειψη συσχετίσεως όλων των αποδεικτικών στοιχείων, διότι εις τις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, του κατ' έφεση δικάσαντος Η' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το Δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι: "Από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε - κατά πιστή μεταφορά- ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων (άρθρ. 84 παρ. 2β ΠΚ )που του είχε άλλωστε αναγνωρισθεί καθόσον, σύμφωνα με το από 21-11-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε μεταξύ αυτού και του εις διαταγή δικαιούχου της επιταγής Γ. Χ. ( εγκαλούντος ), η επίδικη επιταγή θα παρέμενε στα χέρια του αγοραστή (Χ.), ως εγγύηση και προς εξασφάλιση του για την πληρωμή του ποσού των 126.000 Ευρώ (από το συμφωνηθέν συνολικά τίμημα των 256. 000) Ευρώ για την αγορά ακινήτου) μέχρι την 30-7-2006, ημέρα που συμφωνήθηκε να υπογραφεί το οριστικό συμβόλαιο της πώλησης των οριζοντίων ιδιοκτησιών που αναφέρονται στο ως άνω συμφωνητικό. Ωστόσο η ολοκλήρωση της κατασκευής και της πώλησης αυτών των οριζοντίων ιδιοκτησιών δεν έγινε από υπαιτιότητα του κατηγορουμένου, στον οποίο δεν δόθηκε η απαιτούμενη χρηματοδότηση από την Τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS και έτσι περιήλθε σε κατάσταση οικονομικής αδυναμίας και έλλειψη ρευστότητας. Καθόσον λοιπόν ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επίμαχη επιταγή με αρ. ... της ανωτέρω Τράπεζας, ποσού 126.000 Ευρώ, σε διαταγή του εγκαλούντος Γ. Χ. εν γνώσει του ότι κατά τον πραγματικό χρόνο έκδοσης της επιταγής δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια στον αντίστοιχο τραπεζικό λογαριασμό και ότι κατά τον φερόμενο χρόνο έκδοσης αυτής (30-12-2006) επίσης υπήρχε τουλάχιστον το ενδεχόμενο να μην τα έχει( όπως και συνέβη τελικά), η οποία, όταν εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα την 8-1-2007 προς πληρωμή, δεν πληρώθηκε ελλείψει αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων πρέπει να κηρυχθεί ένοχος με το προαναφερθέν ελαφρυντικό, συνεκτιμουμένης της οικονομικής αδυναμίας στην οποία περιήλθε από τη μη χορήγηση σε αυτόν του τραπεζικού δανείου που ανέμενε. Νόμιμος λόγος αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, για τη διεξαγωγή περισσοτέρων αποδείξεων και δη για να προσκομισθεί το σώμα της επιταγής (δηλ. να εξοφληθεί αυτή ) ή να περατωθεί η πολιτική δίκη μεταξύ των διαδίκων, δεν υφίσταται απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος που υποβλήθηκε από τον πληρεξούσιο συνήγορο του κατηγορουμένου, γενομένης μνείας ότι η εξόφληση της επιταγής παρίσταται απίθανη, λόγω της οικονομικής κατάστασης του κατηγορουμένου και της αμφισβήτησης από αυτόν της οφειλής του και του ότι ο εγκαλών έχει ήδη δικαιωθεί σε πρώτο βαθμό για το αστικό σκέλος της συγκεκριμένης διαφοράς, εκδοθείσας σχετικά της με αρ. 5338/ 21-7-2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία καταλήγει στην ίδια κρίση με το παρόν Δικαστήριο, ενώ έχει δώσει και παρατάσεις επανειλημμένα στον κατηγορούμενο της προθεσμίας μέχρι την οποία θα έπρεπε είτε να υπογραφεί το οριστικό συμβόλαιο πώλησης είτε να εξοφληθεί η επίδικη επιταγή". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, με το προαναφερθέν ελαφρυντικό, του ότι: στην Αθήνα την 30-12-2006 εξέδωσε με πρόθεση επιταγή που δεν πληρώθηκε στον κομιστή γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο έκδοσης και της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα την υπ' αρ.... επιταγή για να πληρωθεί από την EUROBANK για 126.000 Ευρώ σε διαταγή Γ. Χ.. Και αφού παρουσιάσθηκε την 8-1-2007στην πληρώτρια Τράπεζα δεν πληρώθηκε γιατί δεν είχε αντίκρισμα. Του επέβαλλε δε την ποινή των 18 μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής, για το οποίο και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, καθώς και τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 27 παρ. 1, 79 του Ν. 5960/1933 όπως ισχύει, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα αναφέρει, α) την έκδοση από τον αναιρεσείοντα, της επίδικης και τυπικά έγκυρης επιταγής, β) ότι υπογράφηκε από αυτόν στη θέση της υπογραφής του εκδότη γ) το γεγονός ότι ήταν μεταχρονολογημένη με χρόνο έκδοσης της την 30-7-2006 γ) ότι εμφανίσθηκε προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα με την επωνυμία "EFG EUROBANK ERGASIAS", την 8η ημέρα από τη λήξη του χρόνου της έκδοσης της δ)την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό του εκδότη της, (αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου), κατά την ημέρα της εμφανίσεως της. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες προσβάλλει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας α) διότι, αίρεται ο δόλος του, με την παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η επίδικη επιταγή ποσού 126.000 Ευρώ, είχε εκδοθεί ως εγγύηση στον εγκαλούντα για την πληρωμή του ποσού αυτού, που κατέβαλε ο τελευταίος στον αναιρεσείοντα, για τον οριστική μεταβίβαση σ' αυτόν οριζοντίου αυτοτελούς ιδιοκτησίας μέχρι την 30-12-2006, την οποία δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει και να του μεταβιβάσει, γιατί δεν του χορηγήθηκε η χρηματοδότηση που ζήτησε από την ανωτέρω Τράπεζα, πράγμα που συνιστούσε αιφνίδιο και απρόβλεπτο γεγονός, β) διότι δεν αιτιολογείται η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι κατά τον πραγματικό χρόνο έκδοσης της, (21-11-2005), δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό του εκδότη της, αφού είχε εκδοθεί η επιταγή ως εγγύηση και από τον πραγματικό χρόνο έκδοσης της, μέχρι την ημέρα εμφανίσεως της, διακόπηκε ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της γενεσιουργού αιτίας και του αποτελέσματος, λόγω της ματαιώσεως της χρηματοδότησης του από την Τράπεζα για την ολοκλήρωση της οικοδομής και γ) διότι, δεν αιτιολόγησε την παραδοχή της, ότι αυτός(αναιρεσείων), πρόβλεψε και αποδέχθηκε, ότι κατά το χρόνο της εμφάνισης της δεν θα υπήρχαν τα διαθέσιμα κεφάλαια, πρέπει να απορριφθούν. Όσο αφορά την υπό στοιχ. α' αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι πέραν του γεγονότος ότι η μη χρηματοδότηση του οικοδομικού του έργου από την Τράπεζα, δεν εμπίπτει στη έννοια του αιφνίδιου και απρόβλεπτου γεγονότος, η αιτίαση στο σύνολο της, συνιστά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, σε σχέση με το υποκειμενικό στοιχείο της αξιόποινης πράξεως του, που ανάγεται στην ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς επιπροσθέτως να απαιτείται και ειδική αιτιολόγηση αυτού (δόλου), διότι ενυπάρχει στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης του. Όσο αφορά την υπό στοιχ. β' αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Τούτο, διότι η έκδοση της ακάλυπτης επιταγής, είναι πράξη αναιτιώδης και το αξιόποινο της, δεν επηρεάζεται από την εσωτερική σχέση του εκδότη και του λήπτη, δηλαδή αν εκδόθηκε χάριν εγγυήσεως, το δε Δικαστήριο της ουσίας για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την παραδοχή του, για τη μη ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων κατά τον πραγματικό χρόνο της εκδόσεως της, δεδομένου ότι η επιταγή είναι πληρωτέα με την εμφάνιση της στην πληρώτρια Τράπεζα οπότε τότε πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχουν και τα διαθέσιμα κεφάλαια. Όσο αφορά την υπό στοιχ. γ' αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη επίσης. Τούτο διότι, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την παραδοχή του, ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, πρόβλεψε και αποδέχθηκε ότι κατά το χρόνο εμφανίσεως της επίμαχης επιταγής δεν θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, διότι ως προαναφέρθηκε δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία του δόλου του, που αρκεί να είναι και ενδεχόμενος.
Συνεπώς ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' του Κ.Π.Δ. 1ος λόγος της αιτήσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Περαιτέρω, στα πρακτικά της δίκης, δεν είναι απαραίτητο να καταχωρείται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει όμως να αναφέρονται τα στοιχεία που το εξατομικεύουν, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το συγκεκριμένο έγγραφο πράγματι αναγνώσθηκε. Διαφορετικά, παραβιάζονται οι ως άνω διατάξεις που επιβάλλουν την ανάγνωση των εγγράφων στο δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά, ότι έγινε ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να προβεί στις κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ δηλώσεις και εξηγήσεις, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο διότι το Δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της καταδικαστικής σε βάρος του κρίσης, έλαβε υπόψη του, αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, χωρίς από τα αναφερόμενα στα πρακτικά στοιχεία, να προκύπτει η ταυτότητα τους και χωρίς το περιεχόμενο τους να προκύπτει από άλλα, νομίμως ληφθέντα αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του : α) τη με αρ.6 από 8-12-2008 βεβαίωση β) τη με αρ. 7 από 8-12-2007 βεβαίωση γ) τη με αρ. 8 από 8-12-2008 βεβαίωση δ) τη με αρ. 9 από 8-10-2008 βεβαίωση, με αποτέλεσμα να μη προκύπτει με σαφήνεια η ταυτότητά τους, και να στερηθεί του εκ του άρθρου 358 του ΚΠΔ δικαιώματος του, να προβεί ο συνήγορος που τον εκπροσώπησε στη δίκη σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικές με το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών. Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, διότι, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Μεταξύ αυτών ήταν, όπως αναφέρεται στα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, που δεν προσβλήθηκαν για πλαστότητα και α) η με αρ. 6, από 8-12-2008 βεβαίωση , β) η με αρ. 7 ,από 8-12-2007 βεβαίωση γ)η με αρ. 8, από 8-12-2008 βεβαίωση και δ) η με αρ. 9 από 8-10-2008 βεβαίωση. Από την επισκόπηση δε των εγγράφων αυτών, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει με βεβαιότητα, ότι πρόκειται για τέσσερεις βεβαιώσεις της συμ/φου Αθηνών Όλγας Φωτοπούλου, των οποίων η ταυτότητα επαρκώς προσδιορίζεται, από την αρίθμησή τους και το είδος του εγγράφου χωρίς να είναι αναγκαίο στοιχείο για τον προσδιορισμό της ταυτότητάς τους και η αναφορά του συντάκτη του εγγράφου καθώς και το περιεχόμενό του. Περαιτέρω επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα τους, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν στη δικογραφία, άλλες βεβαιώσεις με τις ίδιες ημερομηνίες. Με την ανάγνωση δε του κειμένου τους, κατέστησαν γνωστές κατά το περιεχόμενό τους, στον εκπροσωπούντα τον κατηγορούμενο πληρεξούσιο συνήγορό του, στο Δικαστήριο της ουσίας, ο οποίος είχε την δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, για τα αποδεικτικά αυτά μέσα, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 358 ΚΠΔ. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που έλαβε χώρα στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την υπ' αρ. πρωτ. 1633/24-2-2012 αίτηση του Η. Π. του Κ., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 65167/11-11-2011 αποφάσεως του Η' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως. Αδίκημα: Ακάλυπτη επιταγή. Λόγοι αναίρεσης: Α) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας Β) Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από τη μη ανάγνωση εγγράφου. Επαρκής αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης. Δεν είναι αναγκαίο για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής να αιτιολογείται ο δόλος. Επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα του εγγράφου που αναγνώσθηκε από την αρίθμηση του και το είδος του, χωρίς να απαιτείται για τον προσδιορισμό του, ειδικότερη αναφορά του συντάκτη του και του περιεχομένου του. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης. Επιβάλλει έξοδα.
|
Τραπεζική επιταγή ακάλυπτη
|
Τραπεζική επιταγή ακάλυπτη.
| 0
|
Αριθμός 517/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθής η κλήση: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", και έδρα την Αθήνα, που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ξερνό.
Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Ε. - Ι. Α. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ελισσάβετ Αντωνιάδου.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Σ. Α. χας Κ., το γένος Ι. Κ., 2) Ι. Α. του Κ. και 3) Χ. Α. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/5/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου - καλούντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πολυγύρου Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 47/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 7/7/2008 αίτησή της και τους από 1/2/2011 πρόσθετους λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 510/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 3/11/2011 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 25/2/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν η αίτηση αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, η πληρεξουσία του παραστάντος αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις 4808Β, 48010Β, 48012Β, 48014Β/14-2-2012 και 4853Β, 4851Β/21-3-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης πρώτος αναιρεσίβλητος Ε.-Ι. Α., με την από 3-11-2011 κλήση του, μετά την κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης της με την 510/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης και της από 3-11-2011 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας (6.2.2013) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους 2η, 3η και 4ο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι όμως δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την οποία αυτή εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει παρά την απουσία τους. 1.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 556 και 558 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι νομιμοποιείται παθητικά ως αναιρεσίβλητος ο αντίδικος του αναιρεσείοντος, εκείνος δηλαδή έναντι του οποίου ο αναιρεσείων νικήθηκε, όχι δε και ο ομόδικος του, ο οποίος νικήθηκε επίσης και ο οποίος ως εκ τούτου, έχοντας το ίδιο έννομο συμφέρον να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως ομόδικος του αναιρεσείοντος (με την άσκηση αναίρεσης από κοινού ή αυτοτελώς) δύναται να μετάσχει στην κατ' αναίρεση δίκη, εκτός αν λόγω της φύσης της δίκης ήταν δυνατή η δημιουργία αντιδικίας και μεταξύ των ομοδίκων, όπως στη δίκη διανομής (ΟλΑΠ 63/1981).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, την οποία ασκεί η εναγόμενη στην αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου, κατά των συνεναγομένων της (στην ίδια αγωγή) Σ. χήρας Κ. Α., Ι. Κ. Α. και Χ. Κ. Α. είναι κατά το μέρος που στρέφεται κατ' αυτών απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ.2 ΚΠολΔ.
2.-. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1020 ΚΠολΔ η αγωγή διεκδίκησης του πράγματος που πλειστηριάστηκε πρέπει να ασκηθεί μέσα σε αποκλειστική προθεσμία για τα κινητά ενός έτους από τότε που παραδόθηκαν στον υπερθεματιστή, και για τα ακίνητα πέντε ετών από τότε που μεταγράφηκε η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης. Με τη διάταξη αυτή ορίζεται ειδική βραχυπρόθεσμη αποκλειστική προθεσμία άσκησης της διεκδικητικής αγωγής του πράγματος που πλειστηριάστηκε από τρίτους. Είναι προφανές ότι η ως άνω διάταξη έχει εφαρμογή στην περίπτωση που ο τρίτος διεκδικεί το πράγμα που εκπλειστηριάστηκε επί του οποίου αξιώνει δικαίωμα κυριότητας που είχε αποκτηθεί πριν από την εκπλειστηρίασή του και δεν αφορά την διεκδικητική αγωγή του τρίτου, ο οποίος απέκτησε την κυριότητα αυτού με νόμιμο τρόπο μετά την εγκατάσταση του υπερθεματιστή και τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση το, δίκασαν ως Εφετείο, Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι με την από 24-5-2004 (με αριθ. εκθ. κατ.46/2004) ένδικη αγωγή του ο ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος εξέθετε, ότι είναι κύριος του περιγραφομένου αγροτεμαχίου-ελαιώνα, που βρίσκεται στη θέση "Σαρρή-Τούμπα" της κτηματικής περιοχής του δημοτικού διαμερίσματος Πολυγύρου του Δήμου Πολυγύρου Χαλκιδικής, εμβαδού 10.912 τ.μ., που αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, έκτασης 40 περίπου στρεμμάτων. Ότι αρχικώς, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../9-10-1974 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Πολυγύρου Χρήστου Κοσμέτη, που μεταγράφηκε νόμιμα, περιήλθε σ' αυτόν ποσοστό συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου των 40 στρεμμάτων, από κληρονομιά του πατέρα του Κ. Α., που απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη στις 5-8-1970, εν συνεχεία, όμως, κατέστη αποκλειστικός κύριος του ως άνω τμήματος, (των 10.912 τ.μ.), με πρωτότυπο τρόπο, και ειδικότερα, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας πράξεις νομής επ' αυτού για χρόνο μείζονα της εικοσαετίας. Ειδικότερα, αναφέρει ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. .../8-5-1982 προσυμφώνου διανομής ακινήτων της συμβολαιογράφου Πολυγύρου Στέλλας Κερδεμελίδου- Αθανασιάδου, οι συγκληρονόμοι του ως άνω ακινήτου κατήρτισαν σύμβαση διανομής του όλου ακινήτου, στα πλαίσια της οποίας αυτός (ενάγων) έλαβε το ανωτέρω διαιρετό τμήμα των 10.912 τ.μ., ότι έκτοτε (8-5-1982) εγκαταστάθηκε στη νομή του, ασκώντας επ' αυτού τις αναφερόμενες, λεπτομερώς, στην αγωγή πράξεις νομής, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν, και ότι η εναγομένη τράπεζα, η οποία απέκτησε δικαίωμα συγκυριότητας και επί του επιδίκου τμήματος, κατά ποσοστό % εξ αδιαιρέτου, δυνάμει περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 2 Απριλίου 1984 και εγκαταστάθηκε στο ακίνητο, στις 31-7-1984, αν και γνώριζε ότι αυτός (ενάγων) ασκούσε επί του ανωτέρω διαιρετού τμήματος πράξεις νομής ουδέποτε εναντιώθηκε, αποδεχόμενη με τη συμπεριφορά της τις πράξεις αποκλειστικής νομής, διάνοια κυρίου, στο επίδικο για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, μέχρι την άσκηση της αγωγής. Με βάση αυτά τα περιστατικά, και, εκθέτοντας, ότι η εναγόμενη τράπεζα ήδη αμφισβητεί το δικαίωμα της κυριότητας του, επί του τμήματος των 10 στρεμμάτων, το οποίο αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία, ζήτησε να αναγνωριστεί κύριος του επίδικου αυτού ακινήτου. Περαιτέρω το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, επί λέξει, "ότι η ως άνω αγωγή δεν υπόκειται στην αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 1020 ΚΠολΔ, διότι ο ενάγων ζητεί την αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητας του επί του ανωτέρω διαιρετού τμήματος των 10.912 τ.μ., επικαλούμενος πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας από την 31-7-1984 και όχι για προγενέστερο χρόνοι. Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, (το οποίο στη συνέχεια δέχθηκε την αγωγή ως νόμω και ουσία βάσιμη), δεν παραβίασε, με την (εσφαλμένη) μη εφαρμογή της την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1020 ΚΠολΔ και, συνακόλουθα, δεν υπέπεσε, με το να μη απορρίψει την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη για τον ανωτέρω λόγο, στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ίδιου Κώδικα. Τούτο γιατί η άσκηση της ένδικης αγωγής δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, στην ειδική βραχυπρόθεσμη αποκλειστική προθεσμία του εν λόγω άρθρου 1020 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι υπό τα ως άνω εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής περιστατικά, (τα οποία δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση), ο ενάγων απέκτησε δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας που συμπληρώθηκε (και) μετά την εγκατάσταση της εναγομένης- αναιρεσείουσας στο ακίνητο που εκπλειστηριάστηκε.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώνεται με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τ' αντίθετα. 3.- Επειδή, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα(κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ'αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 785-787, 974, 980, 981, 982, 994 και 1113 ΑΚ, συνάγεται ότι ο συγκοινωνός, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών κοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική (έκτακτη χρησικτησία) παραγραφή, προτού καταστήσει γνωστό σ1 αυτούς ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα αποκλειστικώς στο όνομα του ως κύριος και από τη γνωστοποίηση αυτήν παρέλθει η απαιτούμενη για την χρησικτησία εικοσαετία. Όμως, η παραπάνω γνωστοποίηση δεν απαιτείται όταν οι λοιποί συγκύριοι-συγκοινωνοί έχουν λάβει γνώση, με οποιοδήποτε τρόπο, της απόφασης που εκδήλωσε ο κοινωνός ότι κατέχει ολόκληρο το κοινό και ότι εφεξής νέμεται αυτό ως αποκλειστικός κύριος και περάσει από τη γνώση αυτή η προθεσμία της αποσβεστικής ή κτητικής παραγραφής (ΑΠ 398/2009), Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 εδ.α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινα δεκτά τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος είναι κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγροτεμαχίου- ελαιώνα, που βρίσκεται στη θέση "Σαρρή- Τούμπα" της κτηματικής περιοχής του δημοτικού διαμερίσματος Πολυγύρου του Δήμου Πολυγύρου Χαλκιδικής, εμβαδού 10.912 τ.μ., που αποτελεί τμήμα μείζονος ελαιώνα έκτασης 40, περίπου, στρεμμάτων. Το ακίνητο αυτό (των 10.912 τ.μ.) συνορεύει βόρεια και σε πλευρά 64,50 μ., με ιδιοκτησία Π. και σε πλευρά 36,10 μ., με ιδιοκτησία Μ. Χ., ανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά 238,1 μ. με αγροτικό δρόμο, νότια σε πλευρά 55,40 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Α. και δυτικά σε τεθλασμένη πλευρά 71,7 μ., με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Α. και σε πλευρά 67,70 μ., με ιδιοκτησία Α. Ζ.. Αρχικώς, και δυνάμει της υπ' αριθμ. .../9-10-1974 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Πολυγύρου Χρήστου Κοσμέτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πολυγύρου, στον τόμο ΚΘ και με α. α. 449, περιήλθε στον ενάγοντα ποσοστό συγκυριότητας 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου των 40 στρεμμάτων, συνορευόμενο γύρωθεν με κτήματα ανατολικώς Μ. χήρας Ν. Μ. και λάκκο, δυτικώς Γ. Α. και Ν. Ζ., βορείως με δρόμο αγροτικό και νοτίως με λάκκο, από κληρονομιά του πατέρα του Κ. Α., που απεβίωσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη στις 5-8-1970. Εν συνεχεία, και δυνάμει του υπ' αριθμ. .../8-5-1982 προσυμφώνου διανομής ακινήτων της συμβολαιογράφου Πολυγύρου Στέλλας Κερδεμελίδου-Αθανασιάδου, ο ενάγων και οι Σ. χήρα Κ. Α., Ι. Α. του Κ., και Χ. Α., ως συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, και ο Μ. Α. του Χ., ως συγκύριος, κατά ποσοστό 4/8 εξ αδιαιρέτου, κατήρτισαν προσύμφωνο διανομής και του άνω ακινήτου των 40 στρεμμάτων, στα πλαίσια της οποίας προσυμφωνήθηκε ότι ο ενάγων θα ελάμβανε, κατά αποκλειστική κυριότητα το ανωτέρω διαιρετό τμήμα, ενώ το λοιπό τμήμα των 30 στρεμμάτων, περίπου, θα λάμβανε ο Χ. Α.. Αμέσως, με την κατάρτιση του ανωτέρω προσυμφώνου, ο ενάγων εγκαταστάθηκε στη νομή του ως άνω τμήματος. Έκτοτε, και δη από το χρόνο κατάρτισης του ανωτέρω προσυμφώνου, ήτοι από το έτος 1982, ο ενάγων εγκαταστάθηκε στη νομή του προαναφερόμενου ακινήτου (του διαιρετού τμήματος δηλ των 10.912 τ.μ. ως ανωτέρω περιγράφεται) επί του οποίου ασκούσε συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την 31-7-1984 και από την 31-7-1984 μέχρι σήμερα, διακατοχικές πράξεις διάνοια κυρίου. Ειδικότερα, με τη με αριθμ. .../30-6-1983 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής ..., με επίσπευση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, και για την ικανοποίηση απαίτησης της, κατασχέθηκαν αναγκαστικά τα 2/4 εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω ακινήτου των 40 στρεμμάτων των οφειλετών της, Σ. χήρας Κ. Α. και Χ. Α.. Με την υπ' αριθμ. .../30-3-1984 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της υπαλλήλου του πλειστηριασμού συμβολαιογράφου Πολυγύρου Στέλλας Κερδεμελίδου-Αθανασιάδου κατακυρώθηκε αυτό στην εναγόμενη τραπεζική εταιρία, και με την υπ' αριθμ. .../30-3-1984 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πολυγύρου στον τόμο ... και με α.α. 340, η εναγόμενη τραπεζική εταιρία κατέστη συγκυρία, κατά ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου του όλου αγρού των 40 στρεμμάτων. Ακολούθησε, επιταγή, κάτωθι της ως άνω περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, προς την Σ. χήρα Κ. Α. και Χ. Α., προς αποβολή από τη νομή κατά 1/4 εξ αδιαιρέτου καθενός από τους καθ' ων ο πλειστηριασμός, ήτοι 2/4 εξ αδιαιρέτου ενός ελαιώνα, έκτασης 20.000 τ.μ. και του όλου ελαιώνα 40.000 τ.μ., αποβολή των ως άνω καθ' ων η εκτέλεση, από τα 2/4 εξ αδιαιρέτου ( 1/4 + 1/4 έκαστον των οφειλετών) έκτασης 20.000 τ.μ., συνολικής έκτασης του ελαιώνα 40.000 τ.μ. όπως, επακριβώς, περιγράφεται στη με αριθμ. .../31-7-1984 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής ..., και εγκατάσταση της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας στο ως άνω ακίνητο. Πλην όμως, η εναγομένη από την ως άνω εγκατάσταση της επί της σύννομης του επιδίκου, ουδέποτε άσκησε πράξεις σύννομης σ7 αυτό. Ο ενάγων, την 31-7-1984, ανακατέλαβε τη νομή του επίδικου τμήματος. Τις αποκλειστικές πράξεις νομής ασκούσε ο ενάγων χωρίς να αναγνωρίζει άλλον συνδικαιούχο της νομής του επιδίκου, για το λόγο ότι οι δικαιοπάροχοι της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας είχαν παραδώσει σ'αυτόν την αποκλειστική νομή του επιδίκου. Ο ενάγων, ανακαταλαμβάνοντας, ευθύς αμέσως, ήτοι από την 31-7-1984, και μέχρι σήμερα, καλλιεργεί τα εντός επιδίκου υπάρχοντα ελαιόδεντρα, τα κλαδεύει, οργώνει, καθαρίζει το ακίνητο από τα χόρτα και συλλέγει τον καρπό, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από την εναγομένη τραπεζική εταιρία, η οποία και γνώριζε ότι αυτός ασκούσε επί του ανωτέρω διαιρετού τμήματος πράξεις νομής. Κατά τη διάρκεια των ετών αυτών, ουδέποτε η εναγόμενη εναντιώθηκε αν και τελούσε, δια των προστηθέντων οργάνων της, σε γνώση του γεγονότος ότι ο ενάγων ασκούσε επί του ανωτέρω διαιρετού τμήματος τις προαναφερόμενες αποκλειστικές πράξεις νομής. Τις παραπάνω πράξεις αποκλειστικής νομής του γνώριζαν όχι μόνο οι λοιποί συγκύριοι του ακινήτου αλλά και ολόκληρη η τοπική κοινωνία. Ήταν, άλλωστε, κοινώς γνωστό και στην εναγόμενη ότι μεταξύ όλων των συγκυρίων αγροτεμαχίων της επίδικης περιοχής, μετά την πρώτη γενεά, γίνονταν άτυπες διανομές, με άσκηση αποκλειστικής νομής διάνοια κυρίου σε συγκεκριμένα τμήματα, όπως και στην προκείμενη περίπτωση. Ενισχυτικό της γνώσης της αποτελεί το γεγονός ότι εκπλειστηριάστηκαν τα 2/4 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου των 40.000 τ. μ. και κατά την περιγραφή της ως άνω έκθεσης βίαιης αποβολής αποβλήθηκαν οι καθ' ων η εκτέλεση και εγκαταστάθηκε η εναγόμενη στα 2/4 εξ αδιαιρέτου ενός ελαιώνα έκτασης 20.000 τ.μ. και του όλου ελαιώνα 40.000 τ.μ. Η εναγόμενη τραπεζική εταιρία ουδέποτε ζήτησε απόδοση λογαριασμού για τους καρπούς που λάμβανε από το επίδικο, αν και γνώριζε, κατά το χρόνο εγκατάστασης της, ότι τον καρπό λαμβάνει, διάνοια αποκλειστικού κυρίου, ο ενάγων. Με τον τρόπο αυτό., ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του ως άνω επίδικου ακινήτου, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθότι ασκούσε πράξεις νομής, αποκλειστικά για τον εαυτό του, για χρόνο μείζονα της εικοσαετίας, και, συγκεκριμένα, αμέσως, μετά τη σύνταξη της έκθεσης εγκατάστασης, στη νομή του επίδικου ακινήτου, 31-7-1984, οπότε είχε γνώση η εναγομένη, μέχρι την 26-1-2005, χρόνο συζήτησης της υπό κρίση αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Η εναγόμενη τραπεζική εταιρία ισχυρίζεται ότι ο ίδιος ο ενάγων, με το περιεχόμενο της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής αγωγής του (αριθμ. έκθ. καταθ. 187Π/1999), η οποία απευθυνόταν και κατά της αυτής εναγομένης και με την οποία ζητούσε την καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως του Χ. Α. και της συγκυρίας εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας, προκειμένου οι τελευταίοι να υπογράψουν το οριστικό συμβόλαιο διανομής, σε εκτέλεση του ανωτέρω προσυμφώνου διανομής, συνομολογούσε, τότε, το ανωτέρω δικαίωμα συγκυριότητας της, σε ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου επί του αρχικού ακινήτου των 40 στρεμμάτων και, επομένως, και του επιδίκου, που αποτελεί τμήμα αυτού και ως εκ του λόγου αυτού οιεσδήποτε διακατοχικές πράξεις και αν ασκούνταν επί του επίδικου αυτού ακινήτου δεν ασκούνταν από αυτόν (ενάγοντα) διάνοια κυρίου. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός της εναγόμενης τράπεζας κρίνεται ως αβάσιμος. Καταρχήν, στην αγωγή γίνεται επίκληση ότι συγκύριος του ακινήτου των 40 στρεμμάτων, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ήταν και ο Μ. Α. του Χ., αδελφός του Κ. Α.. Ο ενάγων, όμως, μέχρι, την άσκηση της αγωγής εκείνης, δεν είχε συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο κτήσης της κυριότητας, με έκτακτη χρησικτησία, αν και ασκούσε, από την 31-7-1984, συνεχώς, και αδιαλείπτως τις ανωτέρω περιγραφόμενες πράξεις νομής επί της επίδικης αυτής έκτασης. Με την προαναφερόμενη αγωγή του, ο ενάγων, ιστορώντας το προαναφερθέν προσύμφωνο διανομής, επεδίωξε την απόκτηση, και μόνον, τίτλου κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, εκλαμβάνοντας ότι υπόχρεη προς εκτέλεση του προσυμφώνου διανομής ήταν η ειδική διάδοχος των συμβαλλομένων στο προσύμφωνο, εναγόμενη τραπεζική εταιρία. Η αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής ότι η τελευταία είχε καταστεί συγκυρία, κατά ποσοστό 2/4 εξ αδιαιρέτου, με τη μεταγραφή της ως άνω κατακυρωτικής έκθεσης, δεν ενέχει αναγνώριση της συγκυριότητας της εναγομένης, αλλά ούτε της διενέργειας πράξεων σύννομης από την τελευταία, επί του επιδίκου τμήματος, αλλά έγινε αποκλειστικά, επειδή πίστευε ότι με τον τρόπο αυτό καθίστατο αυτή υπόχρεη προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων των Α. χήρας Κ. Α. και Χ. Ε. προς αυτόν, από το ως άνω προσύμφωνο διανομής. Άλλωστε, η σχετική αναφορά, στο δικόγραφο της ανωτέρω αγωγής, ανάγεται μόνο στο χρόνο κτήσης του σχετικού δικαιώματος συγκυριότητας, και, συγκεκριμένα, στο χρόνο μεταγραφής, 2-4-1984, και δεν υποδηλώνει ομολογία περί ύπαρξης του δικαιώματος αυτού στο πρόσωπο της εναγομένης, μετά την 31-7-1984, αλλά ούτε και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής αυτής (1999), ούτε βέβαια και διαλαμβάνεται τέτοιου είδους μνεία στο σχετικό δικόγραφο, ενώ η αναφορά, στην ως άνω αγωγή καταδίκης βούλησης ότι είναι συγκύριος κατά ποσοστό1/4 εξ αδιαιρέτου, αναφέρεται μόνο στην εξ αδιαιρέτου κληρονομική διαδοχή του ενάγοντος στην κληρονομιά του αποβιώσαντος, την 5-8-1970, κληρονομούμενου Κ. Α. του Χ.. Εξάλλου, η εναγομένη, ουδέποτε μέχρι το χρόνο αυτό, 1999, αλλά ούτε και μετά, είχε προβάλλει την οιαδήποτε αντίρρηση, αν και, εξαρχής, τελούσε σε γνώση του γεγονότος ότι ο ενάγων ασκούσε επί του επιδίκου τις ανωτέρω πράξεις νομής, αποδεχόμενη, σιωπηρώς, την κατάσταση αυτή, ως έχει ήδη εκτεθεί. Με βάση τις παραδοχές αυτές το, δίκασαν ως Εφετείο, Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής δέχθηκε και ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του αναιρεσιβλήτου, η οποία στηριζόταν σε πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) κτήσης κυριότητας. Έτσι, όπως ανωτέρω, έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 980, 981, 982, 994, 1113 και 1045 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω (ανελέγκτως) γενόμενα δεκτά ο αναιρεσίβλητος έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι το κατείχε με διάνοια κυρίου, αποκλειστικά για λογαριασμό του, εν γνώσει της αναιρεσείουσας, επί τον απαιτούμενο χρόνο της εικοσαετίας.
Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος, λόγοι του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, όπως εκτιμώνται, από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, που δίκασε ως Εφετείο, την αιτίαση, ότι παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις είναι αβάσιμοι. Ως προς το δεύτερο μέρος του, ο ως άνω δεύτερος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις, που με αυτόν αποδίδονται στην πληττόμενη απόφαση, αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξήγαγε το δικαστήριο της ουσίας από αυτές, αναφορικώς με το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα της γνώσης της αναιρεσείουσας, ότι ο αναιρεσίβλητος νεμόταν αποκλειστικά για λογαριασμό του το επίδικο ακίνητο επί τον απαιτούμενο χρόνο χρησικτησίας.
Αφού απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης πρέπει η ηττηθείσα αναιρεσείουσα να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του παρισταμένου πρώτου αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-7-2008 αίτηση και τους από 1-2-2011 προσθέτους λόγους αυτής της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, για αναίρεση της 47/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναγνωριστική αγωγή κυριότητας, τρόπος κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Λόγοι αναίρεσης από αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
|
Χρησικτησία
|
Αγωγή αναγνωριστική, Χρησικτησία.
| 0
|
Αριθμός 498/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Κ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 54/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουνίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 858/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 235 και 236 του ΠΚ, όπως αντικ. το δεύτερο με το άρθρο 2 του ν. 2802/2000 και το άρθρο 2 παρ.1 του ν. 3666/10-6-2008, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της ενεργητικής δωροδοκίας, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από τη δεύτερη από αυτές, απαιτείται υπόσχεση ή παροχή από οποιοδήποτε πολίτη, σε υπάλληλο, κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α' και 263 Α' του ΠΚ, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, οποιασδήποτε φύσης ωφελημάτων, για τον εαυτό του ή τρίτο και η υπόσχεση ή η παροχή τους να γίνεται για μελλοντική ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου,(και όχι τελειωμένη), που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά, όπως διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο, ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς, τις διατάξεις και τις οδηγίες των προϊσταμένων του, την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του. Κάθε τρόπος τελέσεως είναι αυτοτελής και αρκεί για την ολοκλήρωση της εγκληματικής πράξεως. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση του δράστη ότι ο υπάλληλος που του απαιτεί ή δέχεται τα παρεχόμενα ωφελήματα ή την υπόσχεση αυτών, αφορούν για ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου αναγόμενη ή αντικείμενη στα καθήκοντά του, μέσα στον κύκλο ενάσκησης της λειτουργικής του αρμοδιότητας και θέληση αυτού να πράξει ο υπάλληλος τούτο, χωρίς να ενδιαφέρει αν πραγματοποιήθηκε ή όχι η σκοπούμενη μέλλουσα ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου ή αν ο υπάλληλος σκοπούσε σπουδαίως να εκτελέσει ή να μην εκτελέσει την εν λόγω αιτηθείσα ενέργεια.
Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Στην απόφαση που καταδικάζει κάποιον υπάλληλο για ενεργητική δωροδοκία πρέπει να διαλαμβάνεται, για να υπάρχει ειδική αιτιολογία, ότι η ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου ανάγεται στις υπηρεσιακές υποχρεώσεις του και περιλαμβάνεται μέσα στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς, τις διατάξεις και τις οδηγίες των προϊσταμένων του, την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του, και πόθεν τούτο προκύπτει, μη αρκούντος ότι ανάγεται στην υπηρεσία ή τα καθήκοντά του, άνευ άλλου τινός. Επομένως, δεν καταλαμβάνονται από τις παραπάνω διατάξεις πράξεις που βρίσκονται έξω από τα υπηρεσιακά καθήκοντα του υπαλλήλου, όπως εκείνες που γίνονται με χρησιμοποίηση της υπηρεσιακής επιρροής του ή με ανεπίτρεπτη δραστηριότητα αυτού, σε άλλο υπάλληλο, ο οποίος έχει την αρμοδιότητα να ενεργήσει για την πραγματοποίησή τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, για την πράξη της ενεργητικής δωροδοκίας και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως εννέα μηνών, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 54/2011 αποφάσεώς του, δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή αντιγραφή, πραγματικά περιστατικά: "Από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, απ' όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, τις καταθέσεις των νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα και τις μαρτυρικές καταθέσεις, που νόμιμα αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, καθώς και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος, Κελευστής (Λ.Σ.), υπηρετούσε από το Μάρτιο του 2000, στο Κ. Λ. Λαυρίου, όπου κατά το χρονικό διάστημα 2001-2004 υπηρέτησε και ο τότε Κελευστής (Λ.Σ.) Κ. Ν.. Την 18-10-2008 και περί ώρα 23:30' ο κατηγορούμενος (ο οποίος τότε υπηρετούσε στο Τμήμα Ασφαλείας του Κ.Λ. Λαυρίου) τηλεφώνησε από κινητό τηλέφωνο με αριθμό κλήσεως ..., στα κινητό τηλέφωνο του Κ. (ο οποίος τότε υπηρετούσε με το βαθμό του Αρχικελευστή, ως Κυβερνήτης στο ΠΛΣ 123 στη Λέρο) και, αφού μίλησαν για γενικά θέματα, του είπε ότι τον θέλει για μια "δουλειά". Ο Κ., αστειευόμενος τον ρώτησε "Θα βγάλουμε φράγκα;", οπότε ο κατηγορούμενος απαντώντας του θετικά, του ζήτησε σταθερό τηλέφωνο για να μιλήσουν. Ο Κ. δεν του έδωσε τέτοιον αριθμό, οπότε η συνομιλία τους διεκόπη. Την επομένη μέρα (19-10-2008, ημέρα Κυριακή) και περί ώρα 12.30', ο κατηγορούμενος ξανατηλεφώνησε στον Κ., οπότε ο τελευταίος τον ρώτησε για ποια δουλειά τον ήθελε. Τότε ο κατηγορούμενος του εξήγησε ότι, εφόσον επέτρεπε στους λαθρομετανάστες να περνάνε από τα Τουρκικά παράλια στο Φαρμακονήσι, κάνοντας τα "στραβά μάτια", θα του έδινε χίλια (1.000) ευρώ. Ο Κ. αμέσως τον έβρισε και έκλεισε το τηλέφωνο, ζητώντας του να μην τον ξανακαλέσει, ενώ παράλληλα ενημέρωσε τους προϊσταμένους του (βλ την με στοιχεία 191250/10-08 ατομική αναφορά του προς Λ/Χ Λέρου). Του συμβάντος έλαβε γνώση άμεσα το Γραφείο Εσωτερικών Υποθέσεων ΥΕΝΑΝΠ, ο Προϊστάμενος του οποίου έδωσε αμέσως εντολή στον Κ. να επικοινωνήσει εκ νέου με τον κατηγορούμενο και να προσποιηθεί ότι δέχεται την "πρόταση". Πράγματι, ο Κ. επικοινώνησε περί ώρα 13.15' της ίδιας μέρας (19-10-2008) με τον κατηγορούμενο, οπότε ο τελευταίος του έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες για το σχέδιο". Αρχικά του είπε ότι πρέπει να προμηθευτεί μία σύνδεση "What's Uρ", την οποία θα αλλάζει κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Στη συνέχεια, του εξήγησε ότι θα πρέπει να τον ενημερώνει μία μέρα πριν, για το πότε έχει περιπολία με το σκάφος και ο ίδιος (Κ.) θα τον ειδοποιεί το πότε θα ξεκινούν οι λαθρομετανάστες, στους οποίους θα πρέπει να επιτρέπει να αποβιβάζονται ανενόχλητα στο Φαρμακονήσι. Του υποσχέθηκε δε ότι για κάθε διακίνηση θα του στέλνει ταχυδρομικώς χίλια (1.000) ευρώ, ενώ του έδωσε έναν άλλο αριθμό κλήσης κινητού τηλεφώνου (τον ...) για να τον καλεί (βλ. την με στοιχεία 191400/10-08 ατομική αναφορά του προς Λ/Χ Λέρου). Τις επόμενες δύο μέρες (Δευτέρα 20/10 και Τρίτη 21/10/2008) συνεχίστηκαν τα εκατέρωθεν τηλεφωνήματα, στα οποία ο κατηγορούμενος ζήτησε από το Κ. να βιαστεί γιατί "...αυτοί (υπονοώντας τους λαθρομετανάστες) είναι έτοιμοι για Πέμπτη - Παρασκευή" και του είπε επίσης πως "... είναι κρίμα να χαθεί η δουλειά" (βλ. την από 21-10-2008 ατομική αναφορά Κ. προς Λ/Χ Λέρου). Έτσι, περί ώρα 08.50' της 24-10-2008 (και κατόπιν προσυνεννόησης με το Γραφείο Εσωτερικών Υποθέσεων ΥΕΝΑΝΠ) οι δύο άντρες συναντήθηκαν στην Ακτή Βασιλειάδη, στον Πειραιά, όπου ο μεν Κ. παρέδωσε στον κατηγορούμενο αντίγραφο ψευδούς σήματος με το πρόγραμμα περιπολιών του Λ/Χ Λέρου, ο δε κατηγορούμενος, αφού του έδειξε το κινητό του τηλέφωνο με τη θαλάσσια περιοχή και τις πορείες των λαθρομεταναστών, που συνήθως αυτοί ακολουθούν, του έδωσε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ έναντι του υπεσχημένου ποσού των χιλίων (1.000) ευρώ, που θα ελάμβανε με την ολοκλήρωση της διακίνησης. Αμέσως μόλις ολοκληρώθηκε η συναλλαγή, επενέβησαν όργανα του Γραφείου Εσωτερικών υποθέσεων και συνέλαβαν τον Κ., ο οποίος δεν έφερε καμία αντίσταση κατά τη σύλληψη του, ενώ κατασχέθηκαν α) δύο κινητά τηλέφωνα του κατηγορουμένου (SHARP GX25 και SONY ERICSON με αριθμούς κλήσης ... και ..., αντίστοιχα), με τα οποία επικοινωνούσε ο κατηγορούμενος όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα με τον Κ. και β) φ/φο σήματος Λ/Χ Λέρου με ΩΠ220855/10-08, παραδόθηκαν δε από τον Κ. και α) επτά (7) χαρτονομίσματα των πενήντα (50) ευρώ (με αριθμούς 521583147264, 521583147273, 521583147282, 521583147291, 521583147309, 521583147318 και 522187358952) τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε δώσει ο κατηγορούμενος στον Κ. και β) η κάρτα SΙΜ "CΟSΜΟΤΕ What's Uρ", με αριθμό κλήσης ..., την οποία είχε αγοράσει, καθ' υπόδειξη του κατηγορουμένου ο Κ. . Επισημαίνεται, τέλος, ότι για όλες τις παραπάνω ενέργειες είχε ενημερωθεί ο Εισαγγελέας του Ναυτοδικείου Πειραιώς (βλ. κατάθεση στο ακροατήριο Κ. Ν., τις από 24-10-2008 προανακριτικές, μαρτυρικές: καταθέσεις των Λ. Μ. και Π. Γ., την από 24-10-2008 έκθεση κατάσχεσης και παράδοσης, την από 24-0-2008 έκθεση παράδοσης (σε προανάκριση), την από 24-10-2008 έκθεση εγχειρίσεως (σε προανάκριση) με τις συνημμένες σε αυτή τρεις (3) Ατομικές αναφορές του Αρχικελευστή ΛΣ Κ. Ν. προς το Λιμενάρχη Λέρου, την από 24-10-2008 έκθεση σύλληψης επ' αυτοφώρω εγκλήματος, δύο (2) φωτογραφίες της οθόνης κινητού τηλεφώνου (στις οποίες απεικονίζεται τμήμα του χάρτη της Ελλάδος), το Αντίγραφο Φύλλο Μητρώου του κατηγορουμένου και το αριθμ. πρωτ. 673/31908/23-10-2008 έγγραφο του Γραφ. Εσωτ. Υποθέσεων/ΥΕΝΑΝΠ). Απολογούμενος ενώπιον του ακροατηρίου ο κατηγορούμενος ουσιαστικά αποδέχτηκε τις ως άνω κατηγορίες σε βάρος του και ισχυρίστηκε ότι αναζήτησε τηλεφωνικά τον Κ., κατόπιν παροτρύνσεως ως κάποιου γνωστού του (με το όνομα Β. Ε.) να βρει κάποιο συνάδελφο του στη Λέρο, ο οποίος θα τους διευκολύνει στη διακίνηση λαθρομεταναστών έναντι χρηματικής αμοιβής. Επικαλέστηκε δε σοβαρά οικογενειακά και οικονομικά προβλήματα, υποστήριξε όμως ότι τηλεφωνώντας στον Κ., ήθελε απλώς να επιβεβαιώσει αν, όσα του είχε πει ο Β., περί χρηματισμού λιμενικών προκειμένου να διευκολύνουν λαθρεμπόρους, ήταν αληθινά. Ομοίως και ο μάρτυρας υπεράσπισης - πατέρας του κατηγορουμένου, Κ. Θ., υποστήριξε ότι ο γιος του μετά το γάμο του αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα και γι' αυτό πήρε τηλέφωνο τον Κ., απλώς για να διερευνήσει αν ίσχυε το γεγονός ότι κάποιοι συνάδελφοι του βγάζουν χρήματα από τη διακίνηση λαθρομεταναστών. Οι ως άνω όμως ισχυρισμοί του κατηγορουμένου και του πάτερα του δεν βρίσκουν έρεισμα σε κανένα στοιχείο της δικογραφίας και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Συγκεκριμένα, ο τρόπος με τον οποίο προσέγγισε από την αρχή ο κατηγορούμενος τον Κ. καθώς και ή εν γένει συμπεριφορά του δεν δείχνουν άνθρωπο, ο οποίος έχει απλώς περιέργεια για το πώς γίνεται η διακίνηση των λαθρομεταναστών και προσπαθεί να διερευνήσει αν μπορεί και ο ίδιος να αποκομίσει κάποιο οικονομικό όφελος από τέτοιου είδους δραστηριότητες. Αντίθετα δείχνουν άτομο, το οποίο γνώριζε πάρα πολύ καλά τι έκανε, δίνοντας σαφείς οδηγίες δράσης στον Κ. (αγορά σύνδεσης "What's Uρ", την οποία θα άλλαζε κατά τακτά χρονικά διαστήματα), ζητώντας συγκεκριμένα πράγματα, (πρόγραμμα περιπολιών πλωτού), υποσχόμενος την καταβολή χιλίων ευρώ για κάθε ολοκληρωμένη διακίνηση, δίνοντας προκαταβολή 350 ευρώ (παρόλο που επικαλείται οικονομικά προβλήματα), έχοντας σαφή γνώση της θαλάσσιας περιοχής και της" εντός αυτής πορείας που ακολουθούν οι λαθρομετανάστες (τα οποία στοιχεία μάλιστα έχει αποτυπωμένα και στο κινητό του τηλέφωνο και τα δείχνει στον Κ.) και γενικότερα εμφανίζεται ότι έχει διαμορφώσει ήδη υποδομή για την τέλεση παρανόμων πράξεων, η απόφαση για την τέλεση των οποίων είναι ήδη ειλημμένη. Επομένως, ο κατηγορούμενος, υποσχόμενος, την 19-10-2008, στον Αρχικελευστή ΛΣ Κ. Ν. (ο οποίος τότε υπηρετούσε, ως Κυβερνήτης, στο ΠΛΣ 123 στη Λέρο και είχε σαφώς την ιδιότητα του υπαλλήλου του άρ. 13 περ. α' ΠΚ, όπως προεκτέθηκε) το οικονομικό ωφέλημα των χιλίων (1.000) ευρώ, προκειμένου ο τελευταίος να του γνωστοποιεί τις ημέρες που θα είχε περιπολία με το σκάφος του (πράγμα, δηλαδή, απόρρητο, που γνώριζε μόνο λόγω της υπηρεσίας του) και, εφόσον ειδοποιείτο προς τούτο, να αφήνει σκάφη με λαθρομετανάστες, που θα έρχονταν από τα τουρκικά παράλια, να προσεγγίζουν ανενόχλητα το Φαρμακονήσι, διευκολύνοντας έτσι την παράνομη είσοδο στη χώρα υπηκόων τρίτων χωρών, κατά παράβαση του υπηρεσιακού του καθήκοντος, είχε ήδη ολοκληρώσει τον ένα τρόπο τελέσεως της εγκληματικής πράξης της ενεργητικής δωροδοκίας (δηλαδή την υπόσχεση της αθέμιτης ωφέλειας), οι δε ανωτέρω ενέργειες του σαφώς δεν συνιστούν προπαρασκευαστικές πράξεις του εγκλήματος που του αποδίδεται, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση της παρούσης. Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη που του αποδίδεται, καθόσον τέλεσε αύτη τόσο κατά τα αντικειμενικά όσο και κατά τα υποκειμενικά της στοιχεία".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το δικάσαν σε δεύτερο βαθμό Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 54/2011 απόφασή του, την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ενεργητικής δωροδοκίας, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ 1 και 236 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις και τον πρώτο λόγο αναιρέσεως του αναιρεσείοντος, στο εν λόγω αιτιολογικό: α) αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ενεργητικής δωροδοκίας, β) αναφέρεται στο αιτιολογικό, συμπληρούμενο παραδεκτά και από το διατακτικό, ότι η εκ μέρους του κατηγορουμένου Κελευστή του Λ.Σ. υπόσχεση ωφελήματος 1.000 ευρώ και προκαταβολή 350 ευρώ προς το συνάδελφό του Αρχικελευστή του Λ.Σ. Ν. Κ., Κυβερνήτη περιπολικού λιμενικού σκάφους στη Λέρο, για μελλοντική ενέργεια, ήτοι για να του γνωστοποιήσει, κατά παράβαση του υπηρεσιακού του καθήκοντος, τις ημέρες που θα είχε περιπολία με το σκάφος του, πράγμα απόρρητο, και για να αφήνει σκάφη με λαθρομετανάστες, που θα έρχονταν από τα Τουρκικά παράλια, να προσεγγίσουν ανενόχλητα το Φαρμακονήσι και το Αγαθονήσι, διευκολύνοντας έτσι την παράνομη είσοδο στη χώρα υπηκόων τρίτων χωρών που ήταν αντίθετη στα καθήκοντά του, ήτοι αναφέρεται σαφώς ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε από το συνάδελφό του να προβεί σε παράλειψη των καθηκόντων της υπηρεσίας του ως Λιμενικού υπαλλήλου και δη ως κυβερνήτη περιπολικού σκάφους του Λιμενικού Σώματος στη Λέρο, που μέσα στον κύκλο ενάσκησης της λειτουργικής του αρμοδιότητας και τη φύση της υπηρεσίας του αυτής αναγόταν το καθήκον του για την πρόληψη και την καταστολή των εγκλημάτων και την τήρηση εχεμύθειας για απόρρητα γεγονότα κινήσεως της υπηρεσίας του, όπως της περιπολίας του σκάφους και ειδικότερα ζήτησε εκ μέρους του Ν. Κ. παράλειψη του γενικού του υπηρεσιακού καθήκοντος, που ήταν, με την περιπολία του λιμενικού σκάφους που κυβερνούσε, να εμποδίζει την προσέγγιση στα Ελληνικά νησιά σκαφών με λαθρομετανάστες και την παράνομη είσοδο στη χώρα υπηκόων τρίτων χωρών.
Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των παρ. 1, 3, 4 και 5 του άρθρου 253 Α του ΚΠΔ, όπως τροπ. με το άρθρο 6 του Ν. 2928/2001 και 42 του Ν. 3251/2004 ορίζονται τα ακόλουθα: "Ειδικά για τις αξιόποινες πράξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 187 και για τις αξιόποινες πράξεις του άρθρου 287 Α του ΠΚ η έρευνα μπορεί να συμπεριλάβει και τη διενέργεια α) ανακριτικής διείσδυσης, με την τήρηση των εγγυήσεων και τις διαδικασίες των επόμενων παραγράφων και όπως κατά τα λοιπά η διείσδυση προβλέπεται στην παρ.1 του άρθρου 25 Β του Ν. 1729/1987 και στην παρ.1 του άρθρου 5 του Ν. 2713/1999, εφόσον η ανακριτική διείσδυση περιορίζεται στις πράξεις που είναι απολύτως αναγκαίες για τη διακρίβωση εγκλημάτων, την τέλεση των οποίων τα μέλη της οργάνωσης είχαν προαποφασίσει, β) ελεγχόμενων μεταφορών κλπ, γ) άρσης απορρήτου κλπ, δ) καταγραφής δραστηριότητας ή άλλων γεγονότων εκτός κατοικίας με συσκευές ήχου και εικόνας ή με άλλα ειδικά μέσα κλπ, ε) συσχέτισης ή συνδυασμού δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κλπ (παρ.1). Για τη διενέργεια των αναφερομένων στην παρ. 1 ανακριτικών πράξεων, καθώς και για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα που απαιτείται για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, αποφαίνεται με ειδικά αιτιολογημένο βούλευμά του, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο μετά από πρόταση του εισαγγελέα κλπ (παρ.3). Κάθε στοιχείο ή γνώση που αποκτήθηκε κατά τη διενέργεια των αναφερόμενων στην παρ.1 ανακριτικών πράξεων μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για τους λόγους που όρισε το δικαστικό συμβούλιο κλπ (παρ.4). Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και κατά τη διενέργεια των αντίστοιχων ερευνών που προβλέπονται σε ειδικούς ποινικούς νόμους των οποίων οι ρυθμίσεις εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παρόντος(παρ.5). Επίσης, με το άρθρο 49 παρ.1 και 2 του Ν. 2935/2001 "Προσωπικό Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" συστάθηκε στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας αυτοτελές ειδικό γραφείο, ονομαζόμενο "Γραφείο Εσωτερικών Υποθέσεων ΥΕΝ", το οποίο έχει ως αποστολή τη διερεύνηση, εξιχνίαση και δίωξη συγκεκριμένων εγκλημάτων, στα οποία περιλαμβάνεται και αυτό του άρθρου 235 και 236 του ΠΚ και τα οποία διαπράττουν ή συμμετέχουν σε αυτά προσωπικό του Λιμενικού Σώματος όλων των βαθμών ή πολιτικοί υπάλληλοι του ΥΕΝ και των εποπτευόμενων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ στην παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η προανάκριση και η προκαταρκτική εξέταση που ενεργείται από το ανωτέρω Γραφείο εποπτεύεται είτε από τον αρμόδιο Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών είτε από τον αρμόδιο Εισαγγελέα του Ναυτοδικείου είτε από τους υφισταμένους τους Εισαγγελείς και Αντεισαγγελείς. Ακολούθως στο άρθρο 51 παρ.1 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι δεν είναι άδικη η πράξη προσωπικού του Γραφείου Εσωτερικών Υποθέσεων ΥΕΝ που, με εντολή του προϊσταμένου του και με σκοπό την ανακάλυψη ή τη σύλληψη προσώπου εμπλεκόμενου σε αξιόποινη πράξη, από αυτές που αναφέρονται στο νόμο αυτό, εμφανίζεται ως συμμέτοχος της πράξης, για την περίπτωση δε αυτή απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του κατά το άρθρο 49 εισαγγελικού λειτουργού (εισαγγελέα Πρωτοδικών ή Ναυτοδικείου), ενώ στο άρθρο 52 του ίδιου νόμου προβλέπεται η άρση του απορρήτου της ανταπόκρισης, η άρση του απορρήτου των τραπεζικών λογαριασμών, η απαγόρευση κινήσεως λογαριασμών ή του ανοίγματος των θυρίδων και η καταγραφή των σχετικών πράξεων με συσκευές ήχου ή εικόνας ή άλλα ειδικά τεχνικά μέσα και η χρησιμοποίηση του υλικού ως αποδεικτικού στοιχείου ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου, ανακριτικής ή άλλης δημόσιας αρχής, σε όλες όμως τις ανωτέρω περιπτώσεις του άρθρου 52 απαιτείται έκδοση βουλεύματος του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά και το προπαρατεθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά και από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τη βασιμότητα προβαλλόμενου σχετικού για ακυρότητα διενεργηθείσας κατά τον αναιρεσείοντα ανακριτικής διείσδυσης λόγου αναιρέσεως, δεν προκύπτει ότι στα πλαίσια διενεργούμενης από το Γραφείο Εσωτερικών Υποθέσεων του ΥΕΝ προανάκρισης ή προκαταρκτικής εξετάσεως, διατάχθηκε και διενεργήθηκε ανακριτική διείσδυση του καταθέσαντος ως μάρτυρος Αρχικελευστή του Λ.Σ. Ν. Κ., ο οποίος και δεν ανήκε στο προσωπικό του ανωτέρω ειδικού Γραφείου Εσωτερικών Υποθέσεων του ΥΕΝ, ώστε να απαιτείται κατά το νόμο η σύμφωνη γνώμη εισαγγελικού λειτουργού (εισαγγελέα Πρωτοδικών ή Ναυτοδικείου) και η έκδοση βουλεύματος του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου. Αντίθετα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος Λιμενικός υπάλληλος, υπηρετών στο Λιμεναρχείο Λαυρίου, με δική του πρωτοβουλία ζήτησε την 19-10-2008 από τον ανωτέρω γνωστό σε αυτόν συνάδελφό του Κυβερνήτη περιπολικού σκάφους του Λιμενικού Σώματος στη νήσο Λέρο, να παραλείψει τα καθήκοντά του αντί αμοιβής 1.000 ευρώ και δη να του αναφέρει το χρόνο που αυτός περιπολούσε στην περιοχή του και να αφήνει σκάφη με λαθρομετανάστες, που θα έρχονταν από τα Τουρκικά παράλια, να προσεγγίζουν ανενόχλητα το Φαρμακονήσι και το Αγαθονήσι, διευκολύνοντας έτσι την παράνομη είσοδο στη χώρα υπηκόων τρίτων χωρών, γεγονός που ο Ν. Κ. κατήγγειλε με έγγραφη αναφορά του στην υπηρεσία του, τελεσθέντος ήδη και ολοκληρωθέντος του εγκλήματος της ενεργητικής δωροδοκίας στις 19-10-2008, για το οποίο και καταδικάστηκε, στηριχθέν το δικαστήριο κυρίως στη μαρτυρική κατάθεση του ανωτέρω καταγγείλαντος τη δωροδοκία υπαλλήλου. Η αναφορά στο αιτιολογικό, ότι κατά την 20-10-2008 και την 21-10-2008, ο κατηγορούμενος επανέλαβε τα τηλεφωνήματα και την υπόσχεση αμοιβής για τις ανωτέρω διευκολύνσεις και μάλιστα ότι, ο καταγγείλας λιμενικός υπάλληλος Λέρου, κατόπιν προσυνεννοήσεως με το Γραφείο Εσωτερικών Υποθέσεων του ΥΕΝ, και αφού ενημερώθηκε σχετικά ο εισαγγελέας του Ναυτοδικείου Πειραιώς, συνάντησε τον κατηγορούμενο στις 24-10-2008 στον Πειραιά, ο οποίος και του έδωσε προκαταβολή 350 ευρώ, έναντι του υπεσχημένου ποσού 1.000 ευρώ που θα του έδινε με την ολοκλήρωση της διακίνησης των λαθρομεταναστών, δε σημαίνει ότι πρόκειται για ανακριτική διείσδυση υπαλλήλου για ανακάλυψη του ανωτέρω ήδη τελειωμένου εγκλήματος και το δικαστήριο για να καταλήξει στην ενοχή του κατηγορουμένου υπαλλήλου για ενεργητική δωροδοκία που διεπράχθη στις 19-10-2008, νόμιμα στηρίχθηκε και στη μαρτυρική κατάθεση του ανωτέρω λιμενικού υπαλλήλου, που δεν ανήκε στο προσωπικό του ειδικού Γραφείου Εσωτερικών Υποθέσεων του ΥΕΝ και δεν ενήργησε κατ' εντολή του ανωτέρου Γραφείου και κεκαλυμμένα ως agent provocateur, αλλά κατά τις παραδοχές μόνος ο κατηγορούμενος με δική του πρωτοβουλία τον ανεύρε και του υποσχέθηκε αμοιβή για να παραλείψει τα καθήκοντά του, γι' αυτό και δε χρειαζόταν σύμφωνη γνώμη εισαγγελέα και έκδοση σχετικού βουλεύματος για την παραπάνω ενέργεια και στάση του απλού μάρτυρα λιμενικού υπαλλήλου Ν. Κ., που κατέθεσε και βεβαίωσε την τέλεση της ενεργητικής προς αυτόν δωροδοκίας και το δικαστήριο δε χρησιμοποίησε παράνομα αποδεικτικά μέσα. Έτσι, δεν προκλήθηκε η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από τη χρησιμοποίηση των ανωτέρω στοιχείων που κατέθεσε ο μάρτυρας λιμενικός υπάλληλος και από τη συνεκτίμηση αυτών από το δικαστήριο της ουσίας και γι' αυτό ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, από τα άρθρα 171 παρ.1 α, 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-6-2012 αίτηση - δήλωση του Α. Κ. του Θ., περί αναιρέσεως της με αρ. 54/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ενεργητική Δωροδοκία (άρθρο 236 Π Κ.) 1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. 2. Ανακριτική Διείσδυση. Το δικαστήριο για να καταλήξει στην ενοχή του κατηγορουμένου λιμενικού υπαλλήλου για ενεργητική δωροδοκία, νόμιμα στηρίχθηκε στη μαρτυρική κατάθεση του ανωτέρω λιμενικού υπαλλήλου, που δεν ανήκε στο προσωπικό του ειδικού Γραφείου Εσωτερικών Υποθέσεων του YEN, δεν ενήργησε κατ' εντολήν του ανωτέρου Γραφείου και κεκαλυμμένα ως agent provocateur, αλλά κατά τις παραδοχές μόνος ο κατηγορούμενος με δική του πρωτοβουλία τον ανεύρε και του υποσχέθηκε αμοιβή για να παραλείψει τα καθήκοντά του, γι' αυτό και δε χρειαζόταν σύμφωνη γνώμη εισαγγελέα και έκδοση σχετικού βουλεύματος για την παραπάνω ενέργεια και στάση του απλού μάρτυρα λιμενικού υπαλλήλου, δεν πρόκειται για ανακριτική διείσδυση υπαλλήλου για ανακάλυψη του ανωτέρω ήδη τελειωμένου εγκλήματος [που δεν συνιστά ανακριτική διείσδυση] και το δικαστήριο δε χρησιμοποίησε παράνομα αποδεικτικά μέσα. Έτσι δεν προκλήθηκε η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από τη χρησιμοποίηση των ανωτέρω στοιχείων που κατέθεσε ο μάρτυρας λιμενικός υπάλληλος και γι' αυτό ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, από τα άρθρα 171 παρ.1 α, 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
|
Δωροδοκία
|
Δωροδοκία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 497/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Εισηγήτρια, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Π. Λ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τζούμα, περί αναιρέσεως της 86/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με πολιτικώς ενάγον ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρινέττα Γούναρη.
Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Απριλίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 566/12.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 258 του ΠΚ, όπως η περ. γ' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14§5 β του ν. 2721/1999, "υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: (α) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ ή (β) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ". Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, το οποίο περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ υπεξαιρέσεως με επαύξηση της ποινής, απαιτείται: α) Παράνομη ιδιοποίηση ξένων (ολικά ή εν μέρει) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε θεωρούνται εκείνα τα οποία βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται στο αστικό δίκαιο. Κατοχή δε, κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούλησή του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούλησή του. Αν πρόκειται για χρήματα, η απόκτηση της κατοχής τους, υπό την παραπάνω έννοια, δεν πραγματοποιείται μόνο με την παράδοσή τους στο δράστη, αλλά και με τη λογιστική τους μεταφορά στον προσωπικό λογαριασμό του δράστη ή καθ' υπόδειξη του τελευταίου σε λογαριασμό τρίτου σε τράπεζα, οπότε γίνεται δικαιούχος αυτός (δράστης ή τρίτος) και αποκτά δικαίωμα αναλήψεώς τους κατά τις διατάξεις που διέπουν το τραπεζικό σύστημα. β) Ιδιότητα του δράστη, ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' του ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263α του ίδιου Κώδικα. Και γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, αδιάφορα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι' αυτό. Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος. Υποκειμενικώς απαιτείται η ύπαρξη δόλου του δράστη, ο οποίος ενέχει τη γνώση αυτού ότι το πράγμα ή τα χρήματα είναι ξένα (ολικά ή εν μέρει) ως προς αυτόν και ότι τα έλαβε ή τα κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη βούληση να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, δηλαδή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Τέλος, με την υπαλληλική ιδιότητα λαμβάνει κανείς χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, όταν μεταξύ της λήψεως και της υπαλληλικής ιδιότητας του λήπτη υπάρχει μια άμεση σχέση αιτιότητας. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που υπάλληλος λαμβάνει ένα πράγμα στο πλαίσιο της υπαλληλικής του αρμοδιότητας, αλλά υπάρχει και εκεί, που μπορεί κανείς να μην έχει "in concreto" αρμοδιότητα, το πράγμα όμως δίνεται σ' αυτόν ως υπάλληλο. Για τη στοιχειοθέτηση δε του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται ή ο υπαίτιος να μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ, ή το αντικείμενο της πράξεως να έχει αξία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ. Κατά τη διάταξη του άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ. "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Οι πιο πάνω πράξεις της πλαστογραφίας λαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ.3 του αυτού άρθρου του ΠΚ, μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 14 παρ. 2α, β του ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου), σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, οπότε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ). Με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε o υπαίτιος, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάθεται στον νόμο, ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΑΠ Ολ 3/2008).
Κατά τη διάταξη του άρθρο 98 παρ. 2 Π.Κ. που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 11 του ν. 2721/1999 και άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επί προσβολής περιουσιακών αγαθών, ο χαρακτηρισμός της αξίας του αντικειμένου της πράξεως, της περιουσιακής βλάβης και οφέλους γίνεται με βάση το αποτέλεσμα στο οποίο απέβλεπε συνολικά ο δράστης. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στις περιπτώσεις της πλαστογραφίας και υπεξαίρεσης, εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη της παρ.2 του άρθρου 98 του Π.Κ, για το άθροισμα του ποσού. Τα παραπάνω εγκλήματα της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και της πλαστογραφίας, είναι αυτοτελή και διαφέρουν μεταξύ τους, λόγω της διαφορετικότητας του πληττόμενου με καθένα από αυτά εννόμου αγαθού, που είναι επί μεν της πλαστογραφίας η δημόσια πίστη περί τα υπομνήματα, δηλαδή η ασφάλεια και η ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών επί δε υπεξαίρεσης η ξένη ιδιοκτησία. Ενόψει τούτου, αλλά και γιατί το καθένα από αυτά δεν αποτελεί μέσο τελέσεως ή αναγκαία συνέπεια του άλλου, τελούν μεταξύ τους σε σχέση αληθούς πραγματικής συρροής και όταν ακόμη η πλαστογραφία διαπράττεται προς συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως (Α.Π. 670/2009, Α.Π. 680/1995).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α' του ν. 1608/1950 "για τους καταχραστές του Δημοσίου κ.λπ.", "στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται και στα άρθρα 216 και 258 ΠΚ, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (όπως εν προκειμένω, το ΙΚΑ) ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του ΠΚ, και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδία δε όταν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρύ χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο αυτού είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης". Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, που το όφελος ή η ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 150.000 ευρώ, αρκεί επιδίωξη οφέλους ή απειλή ζημίας, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξή τους, και ο υπαίτιος τιμωρείται με (πρόσκαιρη) κάθειρξη, το ανώτατο όριο της οποίας είναι είκοσι έτη, με τη συνδρομή δε επιβαρυντικής περιστάσεως, όπως όταν το αντικείμενο του εγκλήματος είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με ισόβια κάθειρξη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 86/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη για τις αξιόποινες πράξεις α) της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση, το αντικείμενο της οποίας ήταν ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, ήτοι συνολικού ύψους, 187.526 ευρώ, και β) της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, από την οποία το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία ανέρχεται σε 151.108,60 ευρώ, σε βάρος του ΙΚΑ, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις (για αμφότερες τις πράξεις), του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, περί καταχραστών δημοσίου, το δε όφελος που επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε, αλλά και η ζημία που απειλήθηκε και προξενήθηκε, στο ως άνω, νομικό πρόσωπο, υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ, και το αντικείμενό του ως άνω εγκλήματος ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (για την τέλεση των πράξεων με την ως άνω, επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 1608/1950, καταδικάσθηκε, κατά πλειοψηφία). Τις ως άνω πράξεις, το δικαστήριο δέχθηκε ότι τις τέλεσε με τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2 α' και ε' του Π.Κ. (το τελευταίο ελαφρυντικό, του άρθρου 84 παρ.2 ε' του Π.Κ, δόθηκε κατά πλειοψηφία) και την καταδίκασε, σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών. Στο σκεπτικό πλειοψηφίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης τα έγγραφα και την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης δέχθηκε, μετά την παράθεση σχετικής νομικής σκέψεως, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: Κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1998-2004, η κατηγορουμένη ήταν υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 263 Α του Π.Κ., υπηρετούσα στο περιφερειακό υποκατάστημα του Ι.Κ.Α. Ιωαννίνων και ειδικότερα στο τμήμα απονομής συντάξεων, παρείχε δε, επιπρόσθετα και με προφορική εντολή του Προϊσταμένου της ως άνω υπηρεσίας, τη συνδρομή της στο Κέντρο Πληρωμής Συντάξεων. Αντικείμενο εργασίας του συγκεκριμένου τμήματος ήταν η πληρωμή στους δικαιούχους των επιδομάτων και λοιπών παροχών, όπως επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης, αναπηρίας, θέρμανσης, Γερμανικού φορέα κλπ αλλά και της προκαταβολής της συντάξεως, καθώς η καταβολή της βασικής σύνταξης γινόταν, μόνον, μέσω τραπέζης, σύμφωνα με το σύστημα 'ΔΙΑΣ'. Συγκεκριμένα, η διαδικασία καταβολής των ανωτέρω παροχών από το ως άνω τμήμα είχε ως ακολούθως: οι συνταξιοδοτικές αποφάσεις διαβιβάζονταν από το Τμήμα Απονομής Συντάξεων μαζί με την πινακίδα πληρωμής, συμπληρωμένη με τα στοιχεία του αναφερομένου στη συνταξιοδοτική απόφαση συνταξιούχου, την έναρξη της συνταξιοδότησης και το ποσό της σύνταξης, μαζί με το δελτίο αναγγελίας συνταξιούχου. Συνήθως, όλα τα παραπάνω έγγραφα συνοδεύονταν και με το συνταξιοδοτικό φάκελο. Οι υπάλληλοι του τμήματος πληρωμών καταχωρούσαν τις (συνταξιοδοτικές) αποφάσεις σε ευρετήριο. Στη συνέχεια, υπολόγιζαν το ποσό της προκαταβολής των ως άνω παροχών, σύμφωνα με το ποσό της σύνταξης, που είχε οριστεί στη συνταξιοδοτική απόφαση, το οποίο αναγραφόταν στο πίσω μέρος της πινακίδας. Ο εκάστοτε υπάλληλος του ως άνω τμήματος συνέτασσε την απόδειξη πληρωμής του (δικαιούχου) για κάθε παροχή, που έπρεπε να του καταβληθεί, στην οποία, εκτός των άλλων, ανέγραφε τα στοιχεία του, το αριθμό μητρώου και το καταβαλλόμενο ποσό. Η απόδειξη αυτή καταχωρείτο επίσης στο πίσω μέρος της πινακίδας του ασφαλισμένου, ενώ όλες οι αποδείξεις φυλάσσονταν σε ξεχωριστό ντοσιέ. Εξάλλου, η απόδειξη πληρωμής καταχωρείτο και στην κατάσταση πληρωμών, που συντασσόταν σχετικά και στην οποία αναγράφονταν όλα τα σχετικά με την οικεία πληρωμή στοιχεία. Σύμφωνα με επανειλημμένες ρητές έγγραφες οδηγίες των εκάστοτε Διοικητών του Ι.Κ.Α, αλλά και των Διευθυντών Οικονομικών Υπηρεσιών, στις οποίες επισημαίνονταν τα φαινόμενα ατασθαλιών εκ μέρους υπαλλήλων, η εκ μέρους των ταμιών καταβολή των παραπάνω ποσών στους δικαιούχους έπρεπε να γίνεται στους ίδιους, αυτοπροσώπως, με την επίδειξη της αστυνομικής τους ταυτότητας. Η καταβολή χρημάτων σε τρίτο, μη δικαιούχο, μπορούσε να γίνει μόνον, εφόσον ο τελευταίος είχε ειδικά εξουσιοδοτηθεί απ' αυτόν (δικαιούχο), με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ή απλή εξουσιοδότηση, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής. Σε περίπτωση, μάλιστα, που η εξουσιοδότηση δεν ήταν θεωρημένη από το αστυνομικό τμήμα, ο τρίτος έπρεπε να προσκομίζει, εκτός από τη δική του και την αστυνομική ταυτότητα του δικαιούχου. Με το πέρας των πληρωμών της ημέρας, η κατάσταση πληρωμών διαβιβαζόταν στο ταμείο, για τον έλεγχο των πληρωμών και επιβεβαίωση του συνολικού ποσού που είχε πληρωθεί. Ο δικαιούχος ή ο εξουσιοδοτηθείς απ' αυτόν τρίτος, προκειμένου να εισπράξει από το ταμείο το αναγραφόμενο στην απόδειξη πληρωμής ποσό, έπρεπε να προσκομίσει και να επιδείξει προς έλεγχο στον ταμία τα παραπάνω έγγραφα, ήτοι αστυνομική ταυτότητα, εξουσιοδότηση κ.λ.π., αλλά και τη σχετική απόδειξη πληρωμής και να υπογράψει κάτω από την ένδειξη "ο λαβών", ενώ, παραπλεύρως της υπογραφής, ο ταμίας όφειλε να καταχωρήσει τα στοιχεία της ταυτότητας τούτου (λαβόντος). Παρά τις παραπάνω ρητές εντολές και τις σχετικές επισημάνσεις για το αντίθετο, ήταν σύνηθες, υπάλληλοι του εν λόγω υποκαταστήματος να εισπράττουν χρηματικά ποσά για λογαριασμό δικαιούχων, συγγενών ή φίλων τους, χωρίς, όμως, να είναι εφοδιασμένοι με την έγγραφη εξουσιοδότηση, που απαιτείτο, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι τούτο ρητά απαγόρευες Επιπρόσθετα, οι ταμίες του ως άνω υποκαταστήματος, επικαλούμενοι φόρτο εργασίας, κατά πάγια πρακτική, δεν έλεγχαν, κατά την πληρωμή, τις αστυνομικές ταυτότητες των συνταξιούχων, που προσέρχονταν προς είσπραξη ούτε καταχωρούσαν οι ίδιοι τα σχετικά στοιχεία στις αποδείξεις πληρωμής, αλλά οι υπάλληλοι του Κέντρου Πληρωμής, με αποτέλεσμα, όπως προαναφέρθηκε, οι σχετικές αποδείξεις να καταλήγουν συμπληρωμένες και υπογεγραμμένες στο Ταμείο. Πολύ δε περισσότερο οι ταμίες δεν έλεγχαν αν οι συνάδελφοι τους, που εισέπρατταν για λογαριασμό συνταξιούχων, διέθεταν τη σχετική εξουσιοδότηση. Το καθεστώς αυτό της συστηματικής παρατυπίας εκ μέρους των υπαλλήλων του εν λόγω υποκαταστήματος, το οποίο μπορούσε να ευνοήσει κάθε μορφής παράνομη συμπεριφορά, γινόταν σιωπηρά ανεκτό από τον υπεύθυνο διευθυντή και τους προϊσταμένους των οικείων τμημάτων, παρά τις επανειλημμένες, ρητές εντολές των αρμοδίων οργάνων του Ι.Κ.Α., με την πρόφαση της διευκόλυνσης των συνταξιούχων και του φόρτου εργασίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι υπάλληλοι του ανωτέρω τμήματος όφειλαν να ενημερώνουν τους ασφαλισμένους σχετικά με τα επιδόματα, που δικαιούντο, λαμβανομένου υπόψη ότι οι περισσότεροι απ' αυτούς ήσαν ηλικιωμένοι ή ασθενείς, ενώ, μετά πάροδο ενός έτους η σχετική αξίωση παραγράφονταν. Πλην όμως, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα και, παρά τις αντίθετες εντολές του διευθυντή του υποκαταστήματος, οι υπάλληλοι συχνά παρέλειπαν να ενημερώνουν τους ασφαλισμένους, επικαλούμενοι φόρτο εργασίας. Έτσι, κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, η κατηγορουμένη, υπό την προδιαληφθείσα ιδιότητα της, εκμεταλλευόμενη την έλλειψη ελέγχου, την πλημμελή λειτουργία και αταξία του συγκεκριμένου υποκαταστήματος, το ότι μέχρι τότε απολάμβανε, αναμφίβολα, της εμπιστοσύνης των συναδέλφων της, καθώς και το γεγονός ότι οι ασφαλισμένοι-δικαιούχοι των παραπάνω παροχών δεν είχαν σαφή γνώση - τις περισσότερες φορές δε δεν είχαν καν γνώση αυτών (παροχών) - καθώς επίσης ότι η ίδια, ως εκ του αντικειμένου της εργασίας της, γνώριζε τους ασφαλισμένους, ανέπτυξε την εγκληματική της δραστηριότητα. Ειδικότερα, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, τουλάχιστον, αυτή (κατηγορουμένη), με την πρόφαση της δήθεν διευκόλυνσης γνωστών της συνταξιούχων, οι οποίοι αδυνατούσαν να προσέλθουν στο υποκατάστημα για την είσπραξη των ανωτέρω παροχών, ή ατόμων, οι οποίοι αδυνατούσαν να αναμείνουν στο ταμείο ή συγγενών των συνταξιούχων, οι οποίοι προσήρχοντο για είσπραξη, χωρίς να έχουν εφοδιαστεί με εξουσιοδότηση, χωρίς, όμως, να συντρέχει οποιαδήποτε των ανωτέρω περιπτώσεων, συνέτασσε αντίστοιχες αποδείξεις πληρωμής, που αναφέρονται κατωτέρω, στις οποίες (αποδείξεις) ανέγραφε τα ποσά, τα οποία οι συνταξιούχοι δικαιούνταν ή εφέροντο ότι δικαιούνται. Εξάλλου, έχοντας τον έλεγχο των δελτίων αναγγελίας των συνταξιούχων, έδινε εντολή κυρίως στους νέους και άπειρους συναδέλφους της και δη αυτούς, που είχαν προσληφθεί με πρόγραμμα stage, να εκδίδουν αυτοί τις αποδείξεις πληρωμής, που, στη συνέχεια, έλεγχε και διόρθωνε η ίδια, χωρίς να λαμβάνουν γνώση οι λοιποί συνάδελφοι της. Στη συνέχεια, η κατηγορουμένη, αφού καταχωρούσε τις αποδείξεις πληρωμής -που αναφέρονται κατωτέρω- στην οικεία κατάσταση πληρωμών και υπέγραφε κάτω από την ένδειξη "ο λαβών", θέτοντας κατ' απομίμηση υπογραφές, δήθεν προερχόμενες από τους δικαιούχους των παροχών ή από "γνωστό" τούτων, χωρίς αυτός να κατονομάζεται, χωρίς την έγκριση ή τη συγκατάθεση των προσώπων αυτών. Στη συνέχεια, προσκόμιζε τα παραστατικά αυτά (αποδείξεις πληρωμής), συμπληρωμένα και υπογεγραμμένα στο ταμείο, όπου και εισέπραττε, ανενόχλητα και ανέλεγκτα, κάθε φορά, το αντίστοιχο χρηματικό ποσό, που αντιστοιχούσε σε κάθε πλαστό έγγραφο, όπως αναλυτικά εκτίθεται κατωτέρω. Η κατηγορουμένη, ενεργώντας με δόλια προαίρεση, προέβαινε, εξακολουθητικά, στις πλαστογραφίες των παραστατικών, που αναφέρονται κατωτέρω, σκοπεύοντας με τη χρήση τους να παραπλανήσει -και εν τέλει παραπλανούσε- τους αρμοδίους υπαλλήλους (ταμίες) του πολιτικώς ενάγοντος σχετικά με το ότι οι εν λόγω αποδείξεις πληρωμής έφεραν πράγματι την υπογραφή των σ' αυτές αναφερομένων προσώπων (δικαιούχων), ώστε, με τον τρόπο αυτό να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος, που αντιστοιχούσε στα στις επίδικες αποδείξεις πληρωμής χρηματικά ποσά, με αντίστοιχη βλάβη του πολιτικώς ενάγοντος. Στη συνέχεια, η ίδια, κάνοντας χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων, δηλαδή προσκομίζοντας τα στο ταμείο, εισέπραττε τα σ' αυτά χρηματικά ποσά, που, με τον τρόπο αυτό, περιήρχοντο στην κατοχή της, λόγω της προαναφερθείσας ιδιότητας της, προκειμένου δήθεν να τα αποδώσει στους δικαιούχους, πλην όμως τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως, ενσωματώνοντας τα στην περιουσία της και εξουσιάζοντας τα σαν να ήταν κυρία τούτων. Η ενέργεια της ήταν παράνομη, για το λόγο ότι τα χρήματα αυτά ανήκαν στο πολιτικώς ενάγον, το οποίο και δεν συναινούσε στην ιδιοποίηση αυτή, γεγονός, το οποίο γνώριζε η κατηγορουμένη. Η αφορμή για την αποκάλυψη της επί μακρόν εγκληματικής δραστηριότητας της κατηγορουμένης δόθηκε στις 14-10-2004, όταν προσήλθε, μετά από τηλεφωνική ειδοποίηση, στην ως άνω υπηρεσία ο υιός της ασφαλισμένης Ε. Γ., προκειμένου να εισπράξει ανεξόφλητες αποδείξεις πληρωμής. Τότε διαπιστώθηκε ότι η σχετική απόδειξη είχε ήδη εξοφληθεί και μάλιστα την ίδια ως άνω ημερομηνία και είχε καταχωρηθεί στην κατάσταση πληρωμής από την κατηγορουμένη. Ευθύς ως η υπάλληλος Π. Λ. εντόπισε την καταχώρηση, η κατηγορουμένη επέστρεψε το ποσό των 1.445,34 ευρώ στο ταμείο, που η ίδια είχε εισπράξει προηγουμένως απ' αυτό, παρέλαβε τη σχετική απόδειξη πληρωμής και έσβησε με διορθωτικό τις εγγραφές που είχε κάνει η ίδια. Σε διευκρινίσεις που της ζητήθηκαν, η τελευταία προσπάθησε, ανεπιτυχώς να παραπλανήσει τους συναδέλφους της, ισχυρισθείσα αρχικά ότι κατέβαλε το χρηματικό ποσό στη θυγατέρα της ως ασφαλισμένης, Ε. Γ. -η οποία, όμως, δεν έχει θυγατέρα, αλλά δύο υιούς- και, στη συνέχεια, ότι εκ παραδρομής, εισέπραξε τα χρήματα της Ε. Γ., αντί άλλης, ονόματι Β., η οποία, όμως, είναι ανύπαρκτη ασφαλισμένη. Μετά το περιστατικό αυτό αποκαλύφθηκε ότι, στις 19-8-2004, η κατηγορουμένη είχε εκδώσει και καταχωρήσει στη σχετική κατάσταση την 005313 απόδειξη πληρωμής με δικαιούχο την ασφαλισμένη Ά. Κ. και εισέπραξε το σ' αυτήν (απόδειξη) ποσό, προκειμένου δήθεν να το αποδώσει στην ως άνω ασφαλισμένη, η οποία διέμενε στο νησί (...), γεγονός, όμως, το οποίο δεν ήταν αληθές, όπως αποδείχθηκε καταθέσεις των μαρτύρων. Μετά ταύτα και, ενόψει του ότι η κατηγορουμένη αρνήθηκε να δώσει, περαιτέρω, οποιαδήποτε εξήγηση, διενεργήθηκε εσωτερικός έλεγχος με εντολή του διευθυντή του υποκαταστήματος και, στη συνέχεια, έκτακτος έλεγχος από τις Επιθεωρήτριες της Διεύθυνσης Επιθεώρησης Υπηρεσιών Ασφάλισης Ι.Κ.Α., Κ. Κ.-Λ., Α. Γ. και Μ. Μ., οι οποίες συνέταξαν την από 9-6-2005 έκθεση ελέγχου αλλά και ένορκη διοικητική εξέταση (ΕΔΕ). Από τους-παραπάνω ελέγχους προέκυψε ότι, τουλάχιστον κατά το χρονικό διάστημα 1998-2004, που ερευνήθηκε, η κατηγορουμένη τέλεσε τα παραπάνω εγκλήματα. Η μόνη διαφορά μεταξύ των πορισμάτων του έκτακτου ελέγχου και της Ε.Δ.Ε., αφορούσε μόνον στο ύψος του υπό της κατηγορουμένης υπεξαιρεθέντος ποσού. Εξάλλου, η κατηγορουμένη προέβη στις παραπάνω ενέργειες με δόλια προαίρεση. Και τούτο διότι, αυτή πλαστογραφούσε εν γνώσει της και με τον τρόπο, που προεκτέθηκε, τις κατωτέρω αναφερόμενες αποδείξεις πληρωμής, ώστε να επιτύχει τη διάπραξη της υπεξαιρέσεως υπό την ιδιότητα της ως υπαλλήλου του πολιτικώς ενάγοντος. Με τον τρόπο αυτό, παρέπειθε, εξακολουθητικά, τον αρμόδιο υπάλληλο (ταμία) να της καταβάλει τα χρηματικά ποσά που αναγράφονταν στις επίδικες αποδείξεις πληρωμής, προκειμένου αυτή, στη συνέχεια, να τα αποδώσει δήθεν στους δικαιούχους. Πλην όμως, η κατηγορουμένη, ενεργώντας με δόλια προαίρεση, αφού παραλάμβανε με τον τρόπο αυτό τα χρηματικά αυτά ποσά, τα οποία γνώριζε ότι δεν ήταν δικά της και τα κατείχε και, στη συνέχεια, τα ιδιοποιείτο παράνομα, για το λόγο ότι δεν είχε το προς τούτο δικαίωμα, αφού τα χρήματα αυτά ανήκαν στο πολιτικώς ενάγον, γεγονός το οποίο αυτή γνώριζε. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε, κατά την πλειοψηφούσα άποψη του Δικαστηρίου τούτου, ότι η κατηγορουμένη, ενεργώντας με δόλια προαίρεση: Α) εισέπραξε από το ταμείο, για λογαριασμό των παρακάτω συνταξιούχων του πολιτικώς ενάγοντος, τα στις αντίστοιχες αποδείξεις πληρωμής αναγραφόμενα χρηματικά ποσά, πλαστογραφώντας την υπογραφή των δικαιούχων επί των εν λόγω παραστατικών, ποσά τα οποία δεν απέδωσε σ' αυτούς, αλλά τα υπεξήρεσε παρανόμως, ήτοι: 1) στις 9-7-1998, 180.000 δρχ. (528,25 ευρώ) για λογαριασμό του Σ. Α., με την 94612/9-7-1998 απόδειξη πληρωμής, 2) στις 18-12-2002, 650 ευρώ για λογαριασμό του Ι. Α., με την 35481/12-7-2002 απόδειξη πληρωμής, 3) στις 5-6-2003, 2.600 ευρώ για λογαριασμό του Β. Β., με την 4279/19-2-2002 απόδειξη πληρωμής, 4) στις 20-9-2001, 134.000 δρχ. (393,25 ευρώ) και 67.000 δρχ. (196,63 ευρώ), για λογαριασμό του Δ. Β., με τις 034266/18-12-2000 και 424184/27-11-2000 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 5) στις 6-11-2003, 730 ευρώ για λογαριασμό του Ε. Β., με την 35068/11-9-2002 απόδειξη πληρωμής, 6) στις 12-8-2004, 488,88 ευρώ για λογαριασμό του Χ. Β., με την 0587474/17-9-2003 απόδειξη πληρωμής, 7)στις 24-11-2003, 1029,71 ευρώ, για λογαριασμό του Ε. Β., με την 107870/12-5-2003 απόδειξη πληρωμής, 8) στις 21-6-2002, 131.550 δρχ. (386,06 ευρώ), για λογαριασμό του Ι. Γ., με την 0299/10-7-2001 απόδειξη πληρωμής, 9) στις 16-1-2003, 93.000 δρχ. (272,93 λογαριασμό της Α. Γ., με την 3405/20-12-2001 απόδειξη πληρωμής, 10) στις 20-2-2004, 1.238,81 ευρώ για λογαριασμό της Π. Γ., με την 767731/2-6-2003 απόδειξη πληρωμής, 11) στις 22-3-2002, 342.390 δρχ. (1.004,81 ευρώ), για λογαριασμό της Β. Γ., με την 315942/30-8-2000 απόδειξη πληρωμής, 12) την 1-11-2001, 150.000 δρχ. (440,21 ευρώ) για λογαριασμό του Γ. Γ., με την 315942/30-8-2000 απόδειξη πληρωμής, 13) στις 15-1-2004, 387 ευρώ για λογαριασμό του Δ. Γ., με την 21589/16-4-2003 απόδειξη πληρωμής, 14) στις 22-2-2002, 248.408 δρχ. (729 ευρώ), για λογαριασμό της Λ. Γ., με την 405693/11-6-2001 απόδειξη πληρωμής, 15) στις 22-9-2004, 1.556,52 ευρώ για λογαριασμό της Α. Γ., με την 057008/2-12-2003 απόδειξη πληρωμής, 16) στις 2-10-2003, 525 ευρώ για λογαριασμό του Κ. Γ., με την 21633/25-2-2003 απόδειξη πληρωμής, 17) στις 30-8-2001, 165.000 δρχ. (484,23 ευρώ), για λογαριασμό της Κ. Γ., με την 034180/27-11-2000 απόδειξη πληρωμής, 18) στις 22-9-2002, 300.620 δρχ. (882,23 ευρώ) για λογαριασμό του Χ. Γ., με την 462055/11-6-2001 απόδειξη πληρωμής, 19) στις 6-4-2000, 203.883 δρχ. (598,34 ευρώ) για λογαριασμό της Α. Δ., με την 1406672/1-7-1999 απόδειξη πληρωμής, 20) στις 20-5-2004, 675 ευρώ για λογαριασμό του Κ. Δ., με την 107807/14-5-2003 απόδειξη πληρωμής, 21) στις 8-5-2003, 420 ευρώ για λογαριασμό του Β. Έ., με την 73782/14-11-2002 απόδειξη πληρωμής, 22) στις 15-3-2001, 372.296 δρχ. (1.092,58 ευρώ), για λογαριασμό του Ι. Ζ., με την 144987/16-3-2000 απόδειξη πληρωμής, 23) στις 25-5-1998, 105.793 δρχ. (310,47 ευρώ), για λογαριασμό του Κ. Ζ., με την 1037660/25-7-1997 απόδειξη πληρωμής, 24)την 1-6-2000, 100.000 δρχ. (293,47 ευρώ) για λογαριασμό του Π. Ζ., με την 115205/17-4-2000 απόδειξη πληρωμής, 25) στις 10-5-2001, 324.572 δρχ. (952,52 ευρώ) για λογαριασμό του Γ. Ζ., με την 004473/8-6-2000 απόδειξη πληρωμής, 26) στις 15-1-2001, 30.000 δρχ. (88,04 ευρώ), για λογαριασμό του Ι. Ζ., με την 424406/25-1-2001 απόδειξη πληρωμής, 27) στις 25-10-2001, 244.922 δρχ. (718,77 ευρώ), για λογαριασμό του Χ. Ζ., με την 405525/7-6-2001 απόδειξη πληρωμής, 28) στις 22-5-2002, 200.000 δρχ. (586,94 ευρώ) για λογαριασμό της Φ. Ζ., με την 1544/22-8-2001 απόδειξη πληρωμής, 29) στις 27-3-1998, 27-3-1998 και 30-3-1998, 92.227 δρχ. (270,66 ευρώ), 20.660 δρχ. (60,63 ευρώ) και 42.640 δρχ. (125,14 ευρώ), αντίστοιχα, για λογαριασμό του Β. Ζ., με τις 558389/5-2-1998, 558390/25-2-1998 και 558391/25-2-1998 αποδείξεις πληρωμής αντίστοιχα, 30) στις 8-7-2004,1.600,06 και 373,44 ευρώ, για λογαριασμό του Ν. Ζ., με τις 767799/25-6-2003 και 107838/25-6-2003 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 31) στις 4-3-1998, 68.708 δρχ. (201,64 ευρώ), για λογαριασμό του Δ. Ζ., με την 500606/26-2-1998 απόδειξη πληρωμής, 32) στις 28-1-2003, 169,68 ευρώ για λογαριασμό της Β. Ζ., με την 30118/23-5-2002 απόδειξη πληρωμής, 33) στις 30-1-2003, 1.228,55 ευρώ για λογαριασμό του Β. Ζ., με την 84358/30-8-2002 απόδειξη πληρωμής, 34) στις 25-4-2002, 12-4-2002 και 4-4-2002, 217.076 δρχ. (637,05 ευρώ), 140.000 δρχ. (410,86 ευρώ) και 400.000 δρχ. (1.173,88 ευρώ), για λογαριασμό του Μ. Ζ. ή Κ., με τις 405348/1-6-2001, 1410/28-8-2001 και 1486/28-8-2001 αποδείξεις πληρωμής αντίστοιχα, 35) στις 15-5-2003, 1.269,30 ευρώ για λογαριασμό της Δ. Ζ., με την 84263/20-9-2002 απόδειξη πληρωμής, 36) στις 13-2-2003, 1.000 ευρώ για λογαριασμό του Α. Θ., με την 84616/20-9-2002 απόδειξη πληρωμής, 37) στις 22-8-2001, 170.000 δρχ. (498,90 ευρώ), για λογαριασμό του Λ. Θ., με την 034250/15-12-2000 απόδειξη, πληρωμής, 38) στις 12-3-1998, 82.905 δρχ. (243,30 ευρώ) για λογαριασμό του Α. Κ., με την 1044418/4-6-1997 απόδειξη πληρωμής, 39) στις 10-4-2003, 1.560 ευρώ για λογαριασμό της Ι. Κ., με την 4280/19-2-2002 απόδειξη πληρωμής, 40) στις 30-5-2002, 500.000 δρχ. (1.467,35 ευρώ), για λογαριασμό του Κ. Κ., με την 115498/25-5-2001 απόδειξη πληρωμής, 41) στις 13-3-2003, 968,45 ευρώ για λογαριασμό της Α. Κ., με την 3416/16-1-2002 απόδειξη πληρωμής, 42) στις 9-4-2001 και 27-2-2001, 373.407 δρχ. (1.095,84 ευρώ) και 108.182 δρχ. (317,48 ευρώ), αντίστοιχα, για λογαριασμό του Κ. Κ., με τις 460446/6-9-1999 και 144977/6-3-2000 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 43) στις 8-6-2000, 141.440 δρχ. (415,08 ευρώ) και 21.760 δρχ. (63,86 ευρώ), για λογαριασμό της Σ. Κ., με τις 169658/6-4-1999 και 169660/25-5-1999 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 44) 8-5-2003, 383,25 ευρώ για λογαριασμό της Α. Κ., με την 4412/13-2-2002 απόδειξη πληρωμής, 45) στις 5-8-1998, 140.000 δρχ. (410,86 ευρώ) για λογαριασμό του 1, με την 558824/26-3-1998 απόδειξη πληρωμής, 46) στις 25-1-2001, 25-1-2001, 6-5-2004 και 29-7-2004, 328.000 δρχ. (962,58 ευρώ), 82.000 δρχ. (240,65 ευρώ), 1.820 ευρώ και 650 ευρώ, αντίστοιχα, για λογαριασμό του Α. Κ., με τις 024660/17-1-2001, 024661/25-1-2001, 21435/6-2-2003 και 21328/6-2-2003 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 47) στις 19-8-2004, 394,10 ευρώ, για λογαριασμό της Ά. Κ., με την 005313/7-7-2003 απόδειξη πληρωμής, 48) στις 23-4-1998, 279.393 δρχ. (819,94 ευρώ), για λογαριασμό του Κ. Κ., με την 527983/8-4-1998 απόδειξη πληρωμής, 49) στις 9-5-2002, 375.000 δρχ. (1.100,51 ευρώ), για λογαριασμό του Ά. Κ., με την 0579/14-9-2001 απόδειξη πληρωμής, 50) στις 14-8-2002, 244.922 δρχ. (718,77 ευρώ) για λογαριασμό του Κ. Κ., με την 405524/7-6-2001 απόδειξη πληρωμής, 51) στις 4-9-2003, 1.145,62 ευρώ για λογαριασμό του Μ. Κ., με την 84288/6-9-2002 απόδειξη πληρωμής, 52) στις 26-4-2004, 450 και 260 ευρώ, για λογαριασμό του Α. Κ., με τις 005886/27-3-2003 και 0571651/14-11-2004 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 53) στις 18-3-2004, 1.392,32 ευρώ για λογαριασμό της Β. Κ., με την 291441/14-5-2003 απόδειξη πληρωμής, 54) στις 26-8-2004, 342,08 ευρώ για λογαριασμό της Α. Κ., με την 0570006/2-12-2003 απόδειξη πληρωμής, 55) την 1-4-2004, 1.304,82 ευρώ για λογαριασμό του Δ. Κ., με την 0587473/15-9-2003 απόδειξη πληρωμής, 56) στις 9-4-1998, 455.505 δρχ. (1.336,77 ευρώ), για λογαριασμό του Α. Κ., με την 993844/2-4-1998 απόδειξη πληρωμής, 57) στις 27-4-1998, 139.842 δρχ. (410,39 ευρώ), για λογαριασμό Φ. Κ., με την 700561/11-9-1997 απόδειξη πληρωμής, 58) στις 22-3-2004, 668,46 ευρώ για λογαριασμό της Μ. Κ., με την 005341/29-7-2003 απόδειξη πληρωμής, 59) στις 22-5-2001, 298.986 δρχ. (877,44 ευρώ), για λογαριασμό του Χ. Λ. (AM ...), με την 1115497/18-5-2000 απόδειξη πληρωμής, 60) στις 14-8-2002, 191.130 δρχ. (560,91 ευρώ), για λογαριασμό του Α. Λ., με την 2499/19-12-2001 απόδειξη πληρωμής, 61) στις 28-11-2002, 88.000 δρχ. (258,25 ευρώ) για λογαριασμό της Σ. Λ., με την 3815/25-10-2001 απόδειξη πληρωμής, 62) στις 13-11-2003, 820 ευρώ για λογαριασμό της Ε. Μ., με την 73231/14-1-2003 απόδειξη πληρωμής, 63) στις 4-3-2004, 720 και 260 ευρώ για λογαριασμό του Λ. Μ., με τις 005207/20-6-2003 και 617441/24-6-2003 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 64) στις 15-6-2000, 25.000 δρχ. (73,37 ευρώ) και 115.000 δρχ. (337,49 ευρώ) για λογαριασμό του Β. Μ., με τις 169540/25-5-1999 και 004396/9-6-2000 αποδείξεις πληρωμής αντίστοιχα, 65) στις 19-6-2003, 337,82 ευρώ για λογαριασμό του Α. Μ., με την 73435/4-11-2002 απόδειξη πληρωμής, 66) στις 27-2-2001, 249.900 δρχ. (733,38 ευρώ) για λογαριασμό της Λ. Μ., με την 904777/2-12-1999 απόδειξη πληρωμής, 67) στις 19-2-2004, 380 και 520 ευρώ, για λογαριασμό της Π. Μ., με τις 21958/21-3-2003 και 21947/21-5-2003 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 68) στις 5-2-2004, 900,76 ευρώ για λογαριασμό του Θ. Μ., με την 291445/14-5-2003 απόδειξη πληρωμής, 69) στις 29-10-1998, 95.000 δρχ. (278,80 ευρώ) για λογαριασμό του Π. Μ., με την 1025985/26-10-1998 απόδειξη πληρωμής, 70) στις 22-6-2004, 945,03 ευρώ για λογαριασμό της Ε. Μ., με την 0587959/30-9-2003 απόδειξη πληρωμής, 71) στις 17-12-2002, 763,84 ευρώ για λογαριασμό της Α. Μ., με την 35608/2-7-2002 απόδειξη πληρωμής, 72) στις 30-9-2004, 741,04 ευρώ για λογαριασμό του Θ. Μ., με την 73266/14-3-2003 απόδειξη πληρωμής, 73) στις 12-7-2001, 110.000 δρχ. (322,82 ευρώ) για λογαριασμό της Μ. Μ., με την 1113099/25-7-2000 απόδειξη πληρωμής, 74) στις 6-4-2004, 1.123,38 ευρώ για λογαριασμό της Α. Μ., με την 767970/6-5-2003 απόδειξη πληρωμής, 75) στις 3-7-2003, 780 ευρώ για λογαριασμό του Φ. Μ., με τη 240983/23-5-2002 απόδειξη πληρωμής, 76) στις 2-6-1998, 75.000 δρχ. (220,10 ευρώ) για λογαριασμό της Α. Μ., με την 704990/25-5-1998 απόδειξη πληρωμής, 77) στις 4-10-2001, 296.505 δρχ. (870,15 ευρώ), για λογαριασμό του Β. Μ., με την 334140/6-2-2001 απόδειξη πληρωμής, 78) στις 27-4-1998, 83.740 δρχ. (245,75 ευρώ) για λογαριασμό της Β. Μ., με την 704049/27-4-1998 απόδειξη πληρωμής, 79) στις 26-6-2003, 260 ευρώ για λογαριασμό του Κ. Μ., με την 84902/23-9-2002 απόδειξη πληρωμής, 80) στις 26-6-2003, 660 ευρώ για λογαριασμό του Χ. Μ., με την 84950/22-11-2002 απόδειξη πληρωμής, 81) στις 12-2-2004, 820,34 ευρώ για λογαριασμό του Α. Ν., με την 147001/5-2-2003 απόδειξη πληρωμής, 82) στις 24-5-2004, 2.89,14 ευρώ για λογαριασμό του Ν. Ν., με τη 84337/6-9-2002 απόδειξη πληρωμής, 83) στις 22-5-2003, 719,72 ευρώ για λογαριασμό του Ε. Ν., με 35823/2-7-2002 απόδειξη πληρωμής, 84) στις 16-9-1999, 85.000 δρχ. (249,45 ευρώ) και 24.000 δρχ. (70,43 ευρώ), για λογαριασμό της Α. Ν., με τις 460513/25-8-1999 και 460606/25-8-1999 αποδείξεις πληρωμής αντίστοιχα, 85) στις 11-7-2002, 400.000 δρχ. (1.173,88 ευρώ) για λογαριασμό της Γ. Ο., με την 3771/25-10-2001 απόδειξη πληρωμής, 86) στις 4-7-2002, 230.000 δρχ. (674,98 ευρώ) για λογαριασμό της Β. Κ., με την 1714/4-9-2001 απόδειξη πληρωμής, 87) στις 11-12-2003, 2.226,41 ευρώ για λογαριασμό του Ι. Π., με την 147403/19-3-2003 απόδειξη πληρωμής, 88) στις 22-4-2004, 570 ευρώ για λογαριασμό της Φ. Π., με την 147173/25-6-2003 απόδειξη πληρωμής, 89) στις 29-8-2002, 50.000 δρχ. (146,74 ευρώ) για λογαριασμό της Α. Π., με την 334175/26-3-2001 απόδειξη πληρωμής, 90) στις 29-8-2002, 45.000 δρχ. (132,06 ευρώ) για λογαριασμό της Β. Π., με την 424350/25-1-2001 απόδειξη πληρωμής, 91) την 1-7-2004, 754,75 ευρώ για λογαριασμό της Ε. Π., με την 291433/9-5-2003 απόδειξη πληρωμής, 92) στις 19-7-2001, 187.530 δρχ. (550,34 ευρώ) για λογαριασμό της Π. Π., με την 1113256/29-6-2000 απόδειξη πληρωμής, 93) στις 31-7-2003, 736,56 ευρώ για λογαριασμό του Π. Π., με την 240951/14-5-2002 απόδειξη πληρωμής, 94) στις 2-4-2004, 780 ευρώ για λογαριασμό του Π. Π., με την 0587753/19-9-2003 απόδειξη πληρωμής, 95) στις 31-7-2003 και 21-8-2003, 640 και 2.530 ευρώ για λογαριασμό του Γ. Π., με τις 35588/29-8-2002 και 35543/18-9-2002 αποδείξεις πληρωμής, 96) στις 11-6-1998, 90.000 δρχ. (264,12 ευρώ) για λογαριασμό της Μ. Π., με την 595630/26-1-1998 απόδειξη πληρωμής, 97) στις 23-9-2004, 700 ευρώ για λογαριασμό της Χ. Π., με την 0565402/25-2-2004 απόδειξη πληρωμής, 98) στις 14-4-1998, 630.000 δρχ. (1.848,86 ευρώ) για λογαριασμό της Α. Π., με την 704965/14-4-1998 απόδειξη πληρωμής, 99) 520 στις 10-8-2004, 520 ευρώ για λογαριασμό του Δ. Ρ., με την 0587757/22-9-2003 απόδειξη πληρωμής, 100) στις 14-12-2000, 240.000 δρχ. (704,33 ευρώ) και 35.000 δρχ. (102,71 ευρώ) για λογαριασμό της Λ. Σ., με τις 144826/17-3-2000 και 049257/17-4-2000 αποδείξεις πληρωμής αντίστοιχα, 101) στις 10-6-2004, 1.190 ευρώ για λογαριασμό του Ε. Σ., με την 147164/17-6-2003 απόδειξη πληρωμής, 102) στις 3-2-2000, 70.000 δρχ. (205,43 ευρώ) για λογαριασμό του Χ. Σ., με την 646918/7-1-1999 απόδειξη πληρωμής, 103) στις 21-9-2001, 180.000 δρχ. (528,25 ευρώ) για λογαριασμό του Φ. Σ., με την 803099/15-12-1999 απόδειξη πληρωμής, 104) στις 15-4-1998, 385.000 δρχ. (1.129,86 ευρώ) για λογαριασμό του Σ. Σ., με την 704958/8-4-1998 απόδειξη πληρωμής, 105) στις 11-10-2001, 292.390 δρχ. (858,08 ευρώ) για λογαριασμό του Γ. Σ., με την 462422/13-3-2001 απόδειξη πληρωμής, 106) στις 31-1-2002, 190.000 δρχ. (557,59 ευρώ) και 130.000 δρχ. (381,51 ευρώ), για λογαριασμό του Ι. Τ., με τις 320399/20-7-2001 και 320398/22-4-2001 αποδείξεις πληρωμής αντίστοιχα, 107) στις 14-11-2002, 497,81 ευρώ για λογαριασμό του Δ. Τ., με την 240399/22-4-2002 απόδειξη πληρωμής, 108) στις 23-4-22003, 274,39 και 274,39 για λογαριασμό του Π. Τ., με τις 240399/22-4-2001 3195/15-2-2002 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 109) στις 13-9-2001, 167.076 δρχ. (490,32 ευρώ) για λογαριασμό του Ι. Τ., με την 424779/3-11-2000 απόδειξη πληρωμής, 110) στις 30-3-3004, 627,32 ευρώ για λογαριασμό του Β. Τ.-Μ., με την 147002/5-2-2003 απόδειξη πληρωμής, 111) στις 14-4-2002, 279.375 δρχ. (819,88 ευρώ) για λογαριασμό του Χ. Τ., με την 462061/13-6-2001 απόδειξη πληρωμής, 112) 95.000 δρχ. (278,80 ευρώ) για λογαριασμό του Κ. Τ., με την 144492/17-4-2000 απόδειξη πληρωμής, 113) στις 2-9-2004, 1.00,62 ευρώ για λογαριασμό της Ε. Τ., με την 0587877/25-9-2003 απόδειξη πληρωμής, 114) στις 11-9-2003, 840 και 450 ευρώ για λογαριασμό του Φ. Τ., με τις 4534/12-4-2002 και 4886/26-6-2002 αποδείξεις πληρωμής αντίστοιχα, 115) στις 20-6-2004, 270.000 δρχ. (792,37 ευρώ) για λογαριασμό του Θ. Τ., με την 21443/7-2-2003 απόδειξη πληρωμής, 116) στις 12-8-2004, 480 και 120 ευρώ για λογαριασμό του Σ. Φ., με τις 21443/7-2-2003 και 21331/7-2-2003 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 117) στις 25-7-2002, 90.000 δρχ. (264,12 ευρώ), 65.000 δρχ. (190,76 ευρώ), 45.000 δρχ. (132,06 ευρώ) και 45.000 δρχ. (132,06 ευρώ) για λογαριασμό του Γ. Φ., με τις 190883/5-7-2000, 190884/25-7-2000, 190885/25-8-2000 και 1093187/25-9-2000 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 118) στις 6-3-2003, 490 ευρώ για λογαριασμό του Α. Χ., με την 35008/29-7-2002 απόδειξη πληρωμής, 119) στις 12-12-2002, 777,39 ευρώ για λογαριασμό του Κ. Π., με την 30173/31-5-2002 απόδειξη πληρωμής, 120) στις 24-4-2000, 33.000 δρχ. (96,85 ευρώ) και 22.000 δρχ. (64,56 ευρώ) για λογαριασμό της Γ. Π., με τις 1406490/26-5-1999 και 1406491/25-8-1999 αποδείξεις πληρωμής αντίστοιχα, 121) στις 10-10-2002, 385.653 δρχ. (1.131,78 ευρώ) για λογαριασμό της Φ. Π., με την 004871/25-5-2000 απόδειξη πληρωμής, 122) στις 8-2-2001, 166.600 δρχ. (488,92 ευρώ) για λογαριασμό του Λ. Μ., με την 190506/31-5-2000 απόδειξη πληρωμής, 123) στις 23-9-2002, 57.000 δρχ. (167,28 ευρώ) για λογαριασμό του Ι. Α., με την 410260/20-7-2002 απόδειξη πληρωμής, 124) στις 22-1-2004, 400 και 260 ευρώ για λογαριασμό του Π. Β., με τις 214557/17-12-2002 και 21551/18-2-2003 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 125) στις 21-3-2002, 48.000 δρχ. (140,87 ευρώ) για λογαριασμό του Κ. Β., με την 410261/20-7-2001 απόδειξη πληρωμής, 126) στις 24-10-2002, 49.000 δρχ. (143,80 ευρώ), 35.020 δρχ. (102,77 ευρώ), 33.000 δρχ. (96,85 ευρώ), και 99.000 δρχ. (290,54 ευρώ), για λογαριασμό του Ν. Β., με τις 265/20-7-2001, 2461/8-10-2001, 266/22-8-2001 και 264/22-6-2001 αποδείξεις πληρωμής αντίστοιχα, 127) στις 20-8-2004, 320 ευρώ για λογαριασμό της Σ. Γ., με την 570013/3-12-2003 απόδειξη πληρωμής, 128) στις 30-8-2001, 100.000 δρχ. (293,47 ευρώ) για λογαριασμό της Μ. Γ., με την 462221/22-5-2001 απόδειξη πληρωμής, 129) στις 16-5-2002, 125.000 δρχ. (366,84 ευρώ) για λογαριασμό του Β. Γ., με την 1406/27-8-2001 απόδειξη πληρωμής, 130) στις 22-1-2002, 7.882 δρχ. (23,13 ευρώ), 62.139 δρχ. (182,36 ευρώ) και 7.882 δρχ. (23,13 ευρώ), για λογαριασμό του Β. Δ., με τις 410727/22-5-2001, 410726/15-5-2001 και 410728/22-6-2001 αποδείξεις πληρωμής αντίστοιχα, 131) στις 22-7-2003, 300 ευρώ, για λογαριασμό του Γ. Δ., με την 35093/20-11-2002 απόδειξη πληρωμής, 132) στις 5-12-2002, 437,60 ευρώ για λογαριασμό της Α. Δ.-Γ., με την 4320/15-2-2002 απόδειξη πληρωμής,133) στις 9-11-2000, 84.000 δρχ. (246,52 ευρώ) για λογαριασμό της Θ. Ε., με την 49128/25-4-2000 απόδειξη πληρωμής, 134) στις 18-4-2002, 357,44 ευρώ για λογαριασμό του Χ. Ζ., με την 24650/25-2-2001 απόδειξη πληρωμής, 135) στις 22-5-2003, 385 ευρώ, για λογαριασμό του Μ. Η., με την 30077/25-6-2002-απόδειξη πληρωμής, 136) στις 13-12-2001, 195.000 δρχ. (572,27 ευρώ) για λογαριασμό της Μ. Κ., με την 334353/26-3-2001 απόδειξη πληρωμής, 137) στις 29-1-2004, 210 ευρώ για λογαριασμό της Π. Κ., με την 21544/18-2-2003 απόδειξη πληρωμής, 138) στις 13-7-2000, 101.820 δρχ. (298,81 ευρώ) για λογαριασμό των κληρονόμων Ν. Κ., με την 1113284/7-7-2000 απόδειξη πληρωμής, 139) την 1-3-2001, 460.000 δρχ. (1.394,96 ευρώ) για λογαριασμό του Χ. Κ., με την 462302/28-2-2001 απόδειξη πληρωμής, 140) την 1-3-2001, 193,20 ευρώ για λογαριασμό της Π. Κ., με την 21369/27-1-2003 απόδειξη πληρωμής, 141) στις 29-5-2003, 206,24 και 179,22 ευρώ, για λογαριασμό του Π. Κ., με τις 35990/27-6-2002 και 240265/5-4-2002 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 142) στις 8-7-1999, 41.000 δρχ. (120,32 ευρώ) και 60.000 δρχ. (176,08 ευρώ), για λογαριασμό της Π. Λ., με τις 94859/25-6-1998 και 94860/27-7-1998 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 143) στις 18-9-2003, 390 ευρώ για λογαριασμό του Η. Μ., με την 214353/17-12-2002 απόδειξη πληρωμής, 144) στις 13-3-2003, 155,62 ευρώ για λογαριασμό της Μ. Μ., με την 4075/5-2-2002 απόδειξη πληρωμής, 145) στις 14-11-2002, 124.290 δρχ. (364,75 ευρώ) για λογαριασμό του Κ. Μ., με την 1405/27-8-2001 απόδειξη πληρωμής, 146) στις 13-12-2002, 36.990 δρχ. (108,55 ευρώ) και 55485 δρχ. (162,83 ευρώ), για λογαριασμό του Σ. Μ., με τις 410280/22-6-2001 και 410281/20-7-2001 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 147) στις 30-12-2002, 350 ευρώ, για λογαριασμό του Ε. Ν., με την 35813/17-6-2002 απόδειξη πληρωμής, 148) στις 10-1-2002, 120.000 δρχ. (352,16 ευρώ) για λογαριασμό του Π. Π. , με την 760/22-8-2001 απόδειξη πληρωμής, 149) στις 6-12-2001, 29-10-1998, 6-9-2001, 8-6-2000 και 25-4-2002, 163.256 δρχ. (479,11 ευρώ), 20.400 δρχ. (59,87 ευρώ), 165.727 δρχ. (486,36 ευρώ), 22.050 δρχ. (64,71 ευρώ) και 331,67 ευρώ, αντίστοιχα, για λογαριασμό του Π. Π., με τις 2638/6-12-2001, 025575/26-10-1999, 462420/13-3-2001, 004829/25-5-2000 και 4502/26-2-2002 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 150) στις 2-6-1998, 177.603 δρχ. (521,21 ευρώ) για λογαριασμό της Ε. Σ., με την 704364/1-6-1998 απόδειξη πληρωμής, 151) στις 17-6-2004, 240 ευρώ, για λογαριασμό του Ν. Σ., με την 5780/23-9-2003 απόδειξη πληρωμής, 152) στις 17-7-2003, 640 και 150 ευρώ, για λογαριασμό της Α. Σ., με τις 84859/25-9-2002 και 84960/25-9-2002 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 153) την 1-8-2002, 1.139.277 δρχ. (3.343,44 ευρώ), για λογαριασμό του Ι. Τ., με την 817/6-7-2001 απόδειξη πληρωμής, 154) στις 7-4-2004, 514,88 ευρώ, για λογαριασμό του Θ. Τ., με την 73438/12-11-2002 απόδειξη πληρωμής, 155) στις 23-6-2004, 560.32 ευρώ για λογαριασμό του Σ. Χ., με την 005346/30-7-2003 απόδειξη πληρωμής, 156) στις 7-11-2002, 203,37 ευρώ για λογαριασμό του Κ. Δ., με την 3994/31-1-2002 απόδειξη πληρωμής, 157) στις 7-3-2002, 342.735 δρχ. (1.005,90 ευρώ) για λογαριασμό του Δ. Τ., με την 462059/13-6-2001 απόδειξη πληρωμής, 158) στις 30-12-2002, 350 ευρώ για λογαριασμό του .Ε. Ν., με την 35813/27-6-2002 απόδειξη πληρωμής, 159)-στις 22-10-2002, 1.546,03 ευρώ για λογαριασμό του Π. Μ., με την 73951/22-10-2002 απόδειξη πληρωμής και 160) στις 16-10-2003, 3.900 ευρώ για λογαριασμό του Χ.-Α. Α., με την 240919/20-5-2002 απόδειξη πληρωμής. Β) στις κατωτέρω περιπτώσεις, η κατηγορουμένη, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα της, εισέπραξε, για λογαριασμό και των παρακάτω συνταξιούχων του πολιτικώς ενάγοντος, τα στις αντίστοιχες αποδείξεις πληρωμής αναγραφόμενα χρηματικά ποσά, πλαστογραφώντας την υπογραφή των δικαιούχων επί των εν λόγω παραστατικών, αναγράφοντας, επιπλέον, εσφαλμένο αριθμό αστυνομικής ταυτότητας και στη συνέχεια, ιδιοποιήθηκε τα ποσά αυτά, τα οποία ενσωμάτωσε στην περιουσία της, ήτοι: 1) στις 17-6-2004, 839,16 ευρώ για λογαριασμό της Α. Γ., με την 21129/7-3-2003 απόδειξη πληρωμής, 28.470 δρχ. (83,55 ευρώ) για λογαριασμό του Β. Γ., με την 700726/25-11-1997 απόδειξη πληρωμής, 2) στις 18-12-2000, 64.000 δρχ. (187,82 ευρώ) και 64.000 δρχ. (187,82 ευρώ) για λογαριασμό του Ε. Γ., με τις 375398/25-5-1999 και 375399/25-6-1999 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 3) στις 10-7-2003, 550,53 ευρώ για λογαριασμό του Σ. Γ., με την 214128/17-12-2002 απόδειξη πληρωμής, 4) στις 5-9-2002, 280.000 δρχ. (821,72 ευρώ) για λογαριασμό του Δ. Γ., με την 1779/20-9-2001 απόδειξη πληρωμής, 5) στις 3-6-2004, 589,84 ευρώ για λογαριασμό της Β. Δ., με την 0570035/12-12-2003 απόδειξη πληρωμής, 6) στις 15-4-2004, 520 ευρώ για λογαριασμό της Α. Δ., με την 005882/25-7-2003 απόδειξη πληρωμής, 7) στις 19-3-1998, 30.770 δρχ. (90,30 ευρώ) για λογαριασμό της Μ. Δ., με την 498548/15-12-1997 απόδειξη πληρωμής, 8) στις 20-4-2001, 33.915 δρχ. (99,53 ευρώ), 22.610 δρχ. (66,35 ευρώ), 22.610 δρχ. (66,35 ευρώ), 22.610 δρχ. (66,35 ευρώ) και 33.915 δρχ. (99,53 ευρώ) για λογαριασμό Δ. Δ., με τις 049708/17-4-2000, 049731/26-6-2000, 049730/25-5-2000, 1113987/25-8-2000, 405890/25-9-2000 και 1113922/25-7-2000 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 8) στις 21-5-2004, 340 ευρώ για λογαριασμό του Θ. Ζ., με την 214579/22-1-2003 απόδειξη πληρωμής, 9) στις 25-1-2001, 250.000 δρχ. (733,68 ευρώ) και 125.000 δρχ. (366,84 ευρώ) για λογαριασμό τη Σ. Ζ., με τις 904696/15-12-2003 και 904697/25-1-2000 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 10) στις 6-3-2003, 270 ευρώ για λογαριασμό της Α. Κ., με την 35818/27-6-2002 απόδειξη πληρωμής, 11) στις 21-11-2003, 180 και 280 ευρώ για λογαριασμό της Κ. Κ., με τις 21959/21-3-2003 και 214969/16-12-2002 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 12) στις 17-2001 και 22-7-2002, 142.300 δρχ. (417,61 ευρώ) και 200.000 δρχ. (586,94 ευρώ), αντίστοιχα, για λογαριασμό του Γ. Κ., με τις 46265/14-6-2001 και 462955/22-3-2001 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 13) στις 8-3-2001, 46.000 δρχ. (135 ευρώ) για λογαριασμό του Κ. Λ., με την 410038/25-10-1999 απόδειξη πληρωμής, 14) στις 29-5-2003, 164,82 και 188,36 ευρώ για λογαριασμό του Π. Μ., με τις 35006/25-7-2002 και 84391/21-10-2002 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 15) στις 10-1-2002, 271,20 και 222,36 ευρώ για λογαριασμό της Α. Μ., με τις 0571422/29-10-2003 και 0570295/24-12-2003 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 16) στις 28-6-2003, 360 ευρώ για λογαριασμό της Β. Μ., με την 73173/25-11-2002 απόδειξη πληρωμής, 17) στις 6-12-2001, 763,84 ευρώ για λογαριασμό του Σ. Μ., με την 84330/4-9-2002 απόδειξη πληρωμής, 18) στις 23-11-2000, 178.500 δρχ. (523,84 ευρώ) για λογαριασμό της Λ. Ν., με την 805938/16-11-1998 απόδειξη πληρωμής, 19) στις 4-12-2003, 733,46 ευρώ για λογαριασμό του Π. Π., με την 666535/9-6-2033 απόδειξη πληρωμής, 20) στις 21-5-1998, 38.637 δρχ. (113,39 ευρώ) και 28.287 δρχ. (83,01 ευρώ), για λογαριασμό, του Η. Π., με τις 518391/27-11-1997 και 595551/25-11-1997 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 21) στις 3-5-2001, 30.000 δρχ. (88,04 ευρώ) και 30.000 δρχ. (88,04 ευρώ), για λογαριασμό του Γ. Π., με τις 348271/25-1-2000 και 348270/29-12-1999 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 22) στις 30-3/1998, 48.880 δρχ. (143,45 ευρώ), για λογαριασμό του Δ. Σ., με την 704814/30-3-1998 απόδειξη πληρωμής, 23) στις 29-1-2004, 553,85 ευρώ για λογαριασμό της Α. Τ., με την 005964/30-7-2003 απόδειξη πληρωμής, 24) στις 22-8-2003, 667,35 ευρώ για λογαριασμό της Α. Τ., με την 84086/22-8-2002 απόδειξη πληρωμής, 25) στις 22-4-2004, 360 ευρώ για λογαριασμό της Μ. Τ., με την 05966/30-6-2003 απόδειξη πληρωμής και 26) στις 9-9-2004, 888,89 ευρώ για λογαριασμό της Ε. Ο., με την 0570076/9-12-2003 απόδειξη πληρωμής. Γ) στις κατωτέρω περιπτώσεις συνταξιούχων, η κατηγορουμένη εισέπραξε τα στις αντίστοιχες αποδείξεις πληρωμής αναγραφόμενα ποσά, ενώ αυτοί είχαν ήδη εισπράξει τις σχετικές παροχές για τις ίδιες χρονικές περιόδους. Μάλιστα, στις περιπτώσεις αυτές, η κατηγορουμένη ανέγραψε επιπλέον στις κατωτέρω αναφερόμενες αποδείξεις πληρωμής την ένδειξη "γνωστός", παραπλανώντας με τον τρόπο αυτό την υπηρεσία της σχετικά με το ότι τα χρηματικά ποσά εισπράχθηκαν δήθεν από γνωστούς των δικαιούχων (τα στοιχεία των οποίων, βεβαίως, δεν ανεγράφοντο), ενώ, επιπλέον πλαστογράφησε την αντίστοιχη υπογραφή κάτω από την ένδειξη "Ο λαβών" επί των εν λόγω παραστατικών και στη συνέχεια υπεξήρεσε τα ποσά αυτά, ήτοι: 1) στις 18-6-2004, 29-11-2001 και 6-6-2002, 342.390 δρχ. (1.004,81 ευρώ) και 342.390 δρχ. (1.004,81 ευρώ), αντίστοιχα, για λογαριασμό του Β. Β., με τις 462056/11-6-2001 και 2912/2-12-2001 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα, 2) στις 16-42-2003, 2.200 ευρώ για λογαριασμό του Ε. Λ., με την 0571575/16-12-2003 απόδειξη πληρωμής, 3) στις 27-6-2002, 355.800 δρχ. (1.044,17 ευρώ) για λογαριασμό της Ξ. Μ., με την 418549/5-4-2001 απόδειξη πληρωμής, 4) στις 24-2-2003, 1.145,62 ευρώ γι λογαριασμό του Κ. Μ., με την 240952/14-5-2002 απόδειξη πληρωμής, 5) στις 22-9-2003, 1.351,14 ευρώ για λογαριασμό της Κ. Ν., με την 0587375/22-9-2003 απόδειξη πληρωμής, 6) στις 22-7-2003, 763,84 ευρώ για λογαριασμό του Δ. Σ., με την 73764/7-11-2002 απόδειξη πληρωμής, 7) στις 17-12-2002 και 26-7-2001, 1.145,68 ευρώ, 2.236,64 ευρώ και 133.540 δρχ. (391,90 ευρώ), αντίστοιχα, για λογαριασμό του Γ. Χ., με τις 3611/15-1-2002, 0579663/16-1-2004 και 2447/16-10-2001 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα. Δ) στις κατωτέρω περιπτώσεις, η κατηγορουμένη χρησιμοποίησε ονόματα συνταξιούχων, είτε ανύπαρκτων, είτε αποβιωσάντων, είτε ανηκόντων σε άλλα υποκαταστήματα και εισέπραξε, για λογαριασμό τους, τα στις αντίστοιχες αποδείξεις πληρωμής αναγραφόμενα χρηματικά ποσά, πλαστογραφώντας την υπογραφή των δήθεν δικαιούχων επί των εν λόγω παραστατικών και στη συνέχεια, υπεξήρεσε τα ποσά αυτά, ήτοι: 1) στις 10-4-2003, 2.200 ευρώ για λογαριασμό του Γ. Δ., με την 147553/10-4-2003 απόδειξη πληρωμής. Ο εν λόγω συνταξιούχος υπήγετο στο υποκατάστημα του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ Λευκάδας, το οποίο του κατέβαλε τις αντίστοιχες παροχές για την ίδια χρονική περίοδο. Εξάλλου, όπως, ο ίδιος κατέθεσε στην υπεύθυνη δήλωση του (η οποία αναγνώστηκε), ουδέποτε εισέπραξε το παραπάνω ποσό των 2.200 ευρώ ... (από το ΙΚΑ Ιωαννίνων, ... ενώ τόσο η υπογραφή όσο και τα στοιχεία ταυτότητας, που αναγράφονται στην ανωτέρω 147553/10-4-2003 απόδειξη πληρωμής δεν είναι δικά του. 2) στις 16-12-1998, 21-1-1999, 25-1-1999, 25-2-1999, 16-3-1999, 13-5-1999, 25-5-1999, 19-7-1999, 26-7-1999, 25-8-1999, 24-9-1999, 25-10-1999 και 25-11-1999, 250.000 δρχ. (733,68 ευρώ), 500.000 δρχ. (1.467,35 ευρώ), 200.000 δρχ. (586,94 ευρώ), 200.000 δρχ. (586,94 ευρώ), 250.000 δρχ. (733,68 ευρώ), 200.000 δρχ. (586,94 ευρώ), 200.000 δρχ. (586,94 ευρώ), 200.000 δρχ. (586,94 ευρώ), 300.000 δρχ. (880,41 ευρώ), 200.000 δρχ. (586,94 ευρώ), 200.000 δρχ. (586,94 ευρώ), 200.000 δρχ. (586,94 ευρώ) και 200.000 δρχ. (586,94 ευρώ), αντίστοιχα, για λογαριασμό του Δ. Ζ., με τις 074901/16-12-1998, 074303/20-1-1999, 074304/25-1-1999, 074305/25-2-1999, 375137/26-3-1999, 375373/26-4- 1999, 375374/25-5-1999, 405468/25-6-1999, 405469/26-7-1999, 460421/25-8-1999, 371914/24-9-1999, 803306/25-10-1999 και 803307/25-11-1999 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα. Ο εν λόγω ασφαλισμένος, ο οποίος απεβίωσε το Δεκέμβριο 1999, πληρωνόταν από το υποκατάστημα της Πρέβεζας μέχρι το Μάρτιο 1999. Εξάλλου, στις παραπάνω αποδείξεις πληρωμής αναφέρεται ως συνταξιούχος γήρατος, ενώ αυτός ελάμβανε εν ζωή σύνταξη αναπηρίας, τα δε στοιχεία της αστυνομικής του ταυτότητας που αναγράφονται σ' αυτές είναι εσφαλμένα. 3) στις 27-3-2003, 2.000 ευρώ για λογαριασμό του Δ. Κ., με την 147551/27-3-2003 απόδειξη πληρωμής. Ο Δ. Κ. είναι συνταξιούχος του υποκαταστήματος Πρέβεζας, ενώ, σύμφωνα με την από 9-2-2005 υπεύθυνη δήλωση του (που αναγνώστηκε) δεν έχει έλθει ποτέ στο υποκατάστημα των Ιωαννίνων ούτε έχει εισπράξει απ' αυτό οποιοδήποτε ποσό και η υπογραφή καθώς και τα στοιχεία ταυτότητας δεν είναι τα δικά του. 4) στις 8-3-2001, 37.000 δρχ. (108,58 ευρώ) με την 190056/25-3-2000 απόδειξη πληρωμής, για λογαριασμό Χ. Κ., ο οποίος, όμως, είχε αποβιώσει το Μάρτιο του 2000, ήτοι ένα (1) έτος προ της ως άνω ημερομηνίας, κατά την οποία φέρεται να εισπράττει το παραπάνω ποσό, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορουμένη. 5) στις 9-1-2003, 1.305 ευρώ για λογαριασμό του Β. Κ., με την 73228/15-1-2002 απόδειξη πληρωμής. Ο εν λόγω ασφαλισμένος έχει πράγματι εισπράξει μόνον τον Απρίλιο του 2002 την προκαταβολή της σύνταξης του και ουδέν άλλο ποσό, σύμφωνα με την από 28-3-2005 υπεύθυνη δήλωση του. 6) στις 26-3-4999, 26-4-1999, 25-5-1999, 25-6-1999 και 10-2-2000, 150.000 δρχ. (440,21 ευρώ), 100.000 δρχ. (293,47 ευρώ), 100.000 δρχ. (293,47 ευρώ), 100.000 δρχ. (293,47 ευρώ) και 100.000 δρχ. (293,47 ευρώ), αντίστοιχα, για λογαριασμό της Ε. χήρας Θ. Λ., με τις 562590/26-3-1999, 562749/26-4-1999, 562750/25-5-1999, 1406299/25-6-1999 και 1406601/25-8-1999 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναγραφείς στις ως άνω αποδείξεις πληρωμής αριθμός μητρώου "..." ανήκει σε άλλον ασφαλισμένο, ήτοι στον Ε. Σ. του Κ., ενώ, επιπρόσθετα, δεν υπάρχει ασφαλισμένος με το όνομα Θ. Λ. ούτε και Ε. χήρα Θ. Λ.. Εξάλλου, σε καθεμία των ανωτέρω αποδείξεων πληρωμής αναγράφεται διαφορετικός αριθμός ταυτότητας. 7) στις 9-3-2000 και 16-3-2000, 130.000 δρχ. (381,51 ευρώ) και 90.000 δρχ. (264,12 ευρώ), αντίστοιχα, με τις 562707/26-3-1999 και 562708/26-4-1999 αποδείξεις πληρωμής, για λογαριασμό της Α. Μ., η οποία, όμως, δεν εισέπραξε τα παραπάνω ποσά, σύμφωνα με την από 12-3-2005 υπεύθυνη δήλωση της. 8) στις 22-11-2001, 300.000 δρχ. (880,41 ευρώ), με την 1348/22-11-2001 απόδειξη πληρωμής, για λογαριασμό της Α. Ξ.. Η τελευταία ήταν συνταξιούχος γήρατος υπαγόμενη στο υποκατάστημα του ΙΚΑ Ηγουμενίτσας, από το οποίο, στις 28-11-2000, εισέπραξε το ποσό των 300.000 δρχ. (880,41 ευρώ), που αφορούσε στην ίδια ως άνω χρονική περίοδο, ενώ, σύμφωνα με την υπεύθυνη δήλωση της, ουδέποτε πληρώθηκε από το υποκατάστημα των Ιωαννίνων. 9) στις 28-12-2000, 40.000 δρχ. (117,39. ευρώ), 40.000 δρχ. (117,39 ευρώ) και 60.000 δρχ. (176,08 ευρώ) για λογαριασμό του Σ. Π., με τις 144091/27-3-2000, 144090/25-2-2000 και 144092/17-4-2000 αποδείξεις πληρωμής, αντίστοιχα. Ο εν λόγω ασφαλισμένος απεβίωσε τον Απρίλιο του 2000, οκτώ μήνες πριν από την ως άνω ημερομηνία πληρωμής, ενώ, επιπλέον, ο αναγραφείς στις αποδείξεις πληρωμής αριθμός αστυνομικής ταυτότητας είναι ανύπαρκτος. 10) στις 6-7-2000, 30.000 δρχ. (88,04 ευρώ), 30.000 δρχ. (88,04 ευρώ) και 45.000 δρχ. (132,06 ευρώ) για λογαριασμό της Ε. Χ., με τις 074502/25-2-1999, 074501/25-1-1999 και 074503/26-3-1999 αποδείξεις πληρωμής αντίστοιχα. Η ανωτέρω είναι ανύπαρκτη συνταξιούχος, όπως διαπιστώθηκε από τον έλεγχο, που διενεργήθηκε στο μητρώο συνταξιούχων του πολιτικώς ενάγοντος. Εξάλλου, ο αναγραφείς στις ανωτέρω αποδείξεις πληρωμής αριθμός μητρώου (...) ανήκει στο Χ. Α., συνταξιούχο Ιωαννίνων, ο οποίος απεβίωσε στις 25-7-1998. 11) 4-1-2000, 400.000 δρχ. (1.173,88 ευρώ) για λογαριασμό του Γ. Μ., με την 558184/14-1-1998 απόδειξη πληρωμής. Ε) Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη, υπό την προδιαληφθείσα ιδιότητα της και, με τον τρόπο και τις μεθοδεύσεις που προαναφέρθηκαν, εισέπραξε από τον ταμία του υποκαταστήματος ΙΚΑ Ιωαννίνων, για λογαριασμό των παρακάτω ασφαλισμένων, τα παρακάτω χρηματικά ποσά: 1) στις 22-11-2002, 1.063,85 ευρώ για λογαριασμό του Δ. Α.. 2) στις 25-8-2000, 14.130 δρχ. (41,47 ευρώ), 21.195 δρχ. (62,20 ευρώ), 14.700 δρχ. (43,14 ευρώ), 14.700 δρχ. (43,14 ευρώ) και 22.050 δρχ. (64,71 ευρώ) και συνολικά 254,66 ευρώ, για λογαριασμό της Α. Γ.. 3) την 1-8-2002, 2000 και 460 ευρώ, στις 2S-10-1999, 7.000 δρχ. (20,54 ευρώ) και 30.000 δρχ. (88,04 ευρώ) και συνολικά 2.568,58 ευρώ, για λογαριασμό του Χ. Ζ.. 4) στις 10-4-2003, 1.560 ευρώ για λογαριασμό της Ι. Κ.. 5) στις 30-9-2003, 1.186,04 ευρώ για λογαριασμό της Ε. Κ.. 6) στις 10-4-2003, 1.560 και 360 ευρώ, συνολικά δε 1.920 ευρώ, για λογαριασμό του Δ. Κ.. 7) στις 6-4-1998, 34.421 δρχ. (101,02 ευρώ) για λογαριασμό Ε. Μ.. 8) στις 23-11-2001, 57.079 δρχ. (167,51 ευρώ) για λογαριασμό του Δ. Μ.. 9) στις 25-1-2001, τα χρηματικά ποσά των 24.000 δρχ. (70,43 ευρώ), 48.000 δρχ. (140,87 ευρώ), 90.000 δρχ. (264,12 ευρώ), 24.000 δρχ.(70,43 ευρώ), 24.000 δρχ. (70,43 ευρώ), 24.000 δρχ. (70,43 ευρώ), 36.000 δρχ. (105,65 ευρώ)., 470.000 δρχ. (1.379,31 ευρώ) και 94.000 δρχ. (275,86 ευρώ) και στις 16-9-2001, τα χρηματικά ποσά των 85.000 δρχ. (249,45 ευρώ) και 24.000 δρχ. (70,43 ευρώ), συνολικά δε 2.767,41 ευρώ για λογαριασμό της Α. Ν.. 10) στις 11-6-1998, 90.000 δρχ. (264,12 ευρώ) για λογαριασμό της Μ. Π.. 11) στις 29-6-2000, 339.797 δρχ. (997,20 ευρώ) για λογαριασμό του Π. Π.. 12) στις 3-6-1999 και 9-3-2000, 178.500 δρχ.(523,84 ευρώ) και 249.900 δρχ. (733,38 ευρώ) και συνολικά 1.272,22 ευρώ, για λογαριασμό της Σ. Ρ., 13) στις 4-3-1999, 118.000 δρχ. (346,29 ευρώ), για λογαριασμό του Κ. Σ.. 14) στις 24-9-1999, 50.000 δρχ. (146,74 ευρώ), για λογαριασμό της Φ. Σ.-Κ.. 15) στις 11-5-2000, 177.456 δρχ. (520,78 ευρώ), για λογαριασμό της Χ. Σ.. 16) στις 2-3-2000, 300.000 δρχ. (880,41 ευρώ), για λογαριασμό της Π. Τ.. 17) στις 2-4-1998, 940.474 δρχ. (2.760,01 ευρώ), για λογαριασμό του Δ. Τ.. 18) στις 9-7-1998, 117.865 δρχ. (359,90 ευρώ) και 465.000 δρχ. (1.364,64 ευρώ) και συνολικά 1.724,54 ευρώ, για λογαριασμό του Π. Χ.. 19) στις 6-6-2002, 342.390 δρχ. (1.004 ευρώ) για λογαριασμό του Β. Β.. 20) στις 28-3-2002 και 15-12-2002, 1.476,30 και 3.201,13 ευρώ και συνολικά 4.677,43 ευρώ, για λογαριασμό της Ε. Γ.. 21) στις 11-12-2003, 2.160 ευρώ για λογαριασμό του Ε. Λ., 22) στις 12-9-2002, 1.486,67 ευρώ για λογαριασμό της Ξ. Μ., 23) στις 15-1-2004, 1.534,96 ευρώ για λογαριασμό του Κ. Μ., 24) στις 15-12-2002, 4.157 ευρώ για λογαριασμό της Α. Τ., 25) στις 26-7-2001, 291.670 δρχ. (855,96 ευρώ) για λογαριασμό των Ε. και Ζ. Τ.. Η κρίση ως προς τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά στηρίζεται σε όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, πρέπει να επισημανθούν οι ένορκες καταθέσεις των τεσσάρων πρώτων μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίες εξετάσθηκαν τόσον πρωτοδίκως όσον και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και εξέθεσαν, μετά λόγου γνώσεως, κατά τρόπο πειστικό και εμπεριστατωμένο, τις παράνομες δραστηριότητες της κατηγορουμένης, οι ένορκες καταθέσεις των ασφαλισμένων, Φωτεινής Αντωνίου και Ε. Ν. καθώς και οι 220 υπεύθυνες δηλώσεις των ασφαλισμένων που αναγνώστηκαν, στις οποίες αυτοί βεβαιώνουν ότι δεν εισέπραξαν τις στις ανωτέρω αποδείξεις πληρωμής ποσά. Αντίθετα, οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως ουδέν εισέφεραν, καθόσον αρκέστηκαν σε γενικές και αόριστες υποθέσεις σχετικά με τη μη τέλεση των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων εκ μέρους της κατηγορουμένης καθώς και σε προσωπικές εκτιμήσεις σχετικά με το ήθος και το χαρακτήρα της. Η παραπάνω κρίση δεν αναιρείται από τη γενική και αόριστη άρνηση της κατηγορουμένης, όπως εκφράστηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων της. Η τελευταία, μάλιστα, δεν μπόρεσε να κλονίσει τις αξιόπιστες καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων, αλλά και τη σωρεία των υπευθύνων δηλώσεων των ασφαλισμένων. Επιπλέον, δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση σχετικά με τις περιπτώσεις "Γ." και "Κ.", αλλά και αυτές των ανύπαρκτων, αποβιωσάντων ή ασφαλισμένων, που υπάγονταν και πληρώνονταν από άλλα υποκαταστήματα καθώς και αυτών που είχαν ήδη πληρωθεί νομίμως για τις ίδιες παροχές, κατά τα ανωτέρω εκτενώς εκτιθέμενα. Αρκέστηκε, απλώς, στην επίκληση ότι ενεργούσε όπως και οι λοιποί συνάδελφοι της, δηλαδή ότι εισέπραττε για λογαριασμό ασφαλισμένων, προκειμένου να τους διευκολύνει και ότι εν τέλει απέδιδε τα ποσά, τα οποία εισέπραττε. Και ναι μεν, όπως σαφώς επισημάνθηκε, οι υπάλληλοι του εν λόγω υποκαταστήματος ενεργούσαν κατά τρόπο παράτυπο, με την ανοχή των προϊσταμένων τους, πλην όμως, από τους ελέγχους που διενεργήθηκαν αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη εκμεταλλεύθηκε αυτή την αταξία και την έλλειψη ελέγχου, προκειμένου να αναπτύξει την εγκληματική της δραστηριότητα. Περαιτέρω και, προκειμένου να αποσείσει τις σε βάρος της κατηγορίες, βάλλει, όλως αορίστως, κατά της αξιοπιστίας των 220 υπευθύνων δηλώσεων των ασφαλισμένων, με την εικασία ότι ήθελαν να εκμεταλλευθούν προς όφελος τους τη σύγχυση που επικράτησε στο Ι.Κ.Α., μετά τη δημοσιοποίηση της παράνομης δραστηριότητας της. Τα παραπάνω, όμως, δεν επιβεβαιώνονται από το αποδεικτικό υλικό. Εξάλλου, τα παραπάνω δεν κλονίζονται από το γεγονός ότι, κατά τις ημερομηνίες είσπραξης ορισμένων από τα παραπάνω ποσά, η κατηγορουμένη απουσίαζε από την εργασία της, λόγω άδειας. Και τούτο διότι, όπως αποδείχθηκε, αυτή είχε τη δυνατότητα να προσέρχεται στην υπηρεσία της κατά τη διάρκεια της άδειας της για να πραγματοποιήσει τις παραπάνω εισπράξεις. Επίσης, το ότι οι ασφαλισμένοι δεν είχαν διαμαρτυρηθεί για τη μη καταβολή των παραπάνω παροχών μέχρι τη δημοσιοποίηση της εγκληματικής δραστηριότητας της κατηγορουμένης δικαιολογείται, όπως προαναφέρεται, από το ότι αυτοί αγνοούσαν όχι μόνον το ποσό που εδικαιούντο και το χρόνο καταβολής του, αλλά ακόμη και κατά πόσο δικαιούνται κάποια παροχή, δεδομένου ότι πολλοί εξ αυτών ήταν ηλικιωμένοι, ασθενείς, ανάπηροι ή αγράμματοι ή κατοικούσαν σε απομακρυσμένες και δυσπρόσιτες περιοχές. Σύμφωνα με όσα εξετέθησαν, κατά την πλειοψηφούσα άποψη, η παράνομη συμπεριφορά της κατηγορουμένης συνιστά την αντικειμενική υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων α) της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας και ορθό νομικό χαρακτηρισμό, κατ' εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, ήτοι συνολικού ποσού 187.526 ευρώ (στο οποίο συμποσούνται όλα τα ποσά των ανωτέρω αναφερομένων αποδείξεων πληρωμής) και β) της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, με όφελος ύψους 151.108,60 ευρώ (στο ποσό αυτό συμποσούνται όλες οι ανωτέρω αναφερόμενες ως πλαστές αποδείξεις πληρωμής), τα οποία στρέφονται σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, αμφότερα σε συνδ. με το άρθρο 1 του ν. 1508/1950, όπως ισχύει. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η συνταξιούχος Σ. Β. εισέπραξε το ποσό των 1.280 ευρώ, στις 22-7-2004, με βάση την 571964/22-11-2003 απόδειξη πληρωμής και επομένως, η κατηγορουμένη πρέπει, ομόφωνα, να κηρυχθεί αθώα για τη μερικότερη αυτή πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και την αντίστοιχη της πλαστογραφίας. Περαιτέρω, κατά την ομόφωνη κρίση του Δικαστηρίου, υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με το ότι η κατηγορουμένη πλαστογράφησε τις εξής αποδείξεις πληρωμής: 1) 144670/27-3-2000, 2) 144671/17-4-2000, 3) 004821/25-5-2000, 4) 004822/26-6-2000, 5) 1113682/25-7-2000, 5) 35288/31-7-2002, 6) 35016/31-7-2002, 7) 803275/25-10-1999, 8) 803037/25-10-1999, 9) 4280/19-2-2002, 10) 84822/30-9-2002, 11) 84150/18-9-2002, 12) 73632/22-11-2002, 13) 704825/2-4-1998, 14) 190483/8-3-2000, 15) 904321/23-11-1999, 16) 904322/15-12-1999, 17)348846/18-1-2000, 18)904323/25-1-2000, 19) 144545/25-2-2000, 20) 144526/27-3-2000, 21) 144547/17-4-2000, 22) 024528/15-1-2001, 23) 024529/25-1-2001, 24) 595630/26-1-1998, 25) 004970/28-6-2000, 26) 805939/16-11-1998, 27) 144745/9-3-2000, 28) 805904/15-11-1998, 29) 169428/26-4-1999, 30) 115815/8-5-2000, 31) 144712/2-3-2000, 32) 704822/30-3-1998, 33) 94541/9-7-1998, 34) 94051/9-7-1998, 35) 30173/31-5-2002, 36) 0572977/11-6-2004, 37) 240181/28-3-2002, 38) 73343/15-12-2002, 39) 0587236/10-12-2003, 40) 84492/11-9-2002, 41) 0570535/15-1-2004, 42) 214333/13-12-2002, 43) 144112/25-2-2000, σύμφωνα και με την αναγνωσθείσα έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί, ομόφωνα, αθώα των ως άνω μερικότερων πράξεων. Τα παραπάνω δεν αναιρούν την, κατά την πλειοψηφούσα άποψη του Δικαστηρίου, κρίση ότι η κατηγορουμένη υπεξήρεσε, όπως, άλλωστε, προαναφέρθηκε, και τα χρηματικά ποσά που αναγράφονται στις ανωτέρω (μη πλαστές) αποδείξεις πληρωμής. Τούτο εξηγείται από το ότι αυτή εκμεταλλευόταν την απειρία νέων συναδέλφων της, οι οποίοι, ακολουθώντας την όλως παράτυπη πρακτική, που προεκτέθηκε, συμπλήρωναν πλήρως αποδείξεις πληρωμής (όπως οι προαναφερθείσες) και τις παρέδιδαν σ' αυτήν (κατηγορουμένη), αγνοώντας βέβαια τους δόλιους σκοπούς της. Η τελευταία δε, με τις μεθοδεύσεις που προαναφέρθηκαν, εισέπραττε στη συνέχεια τα ποσά των ανωτέρω αποδείξεων και τα ενσωμάτωνε στην περιουσία της, όπως τούτο σαφώς αποδείχθηκε από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τις αναγνωσθείσες υπεύθυνες δηλώσεις των ασφαλισμένων, σε συνδυασμό και με το πόρισμα του εκτάκτου ελέγχου, το οποίο επιβεβαίωσαν οι εξετασθείσες ως μάρτυρες επιθεωρήτριες του πολιτικώς ενάγοντος, οι οποίες το συνέταξαν ... . Τέλος, πρέπει, κατ' ομόφωνη κρίση, να αναγνωριστεί ότι συντρέχει στο πρόσωπο της κατηγορουμένης η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α' του Π.Κ., όπως και πρωτοδίκως και, κατά πλειοψηφία, αυτή του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του ίδιου κώδικα, καθόσον από την τέλεση των παραπάνω πράξεων μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως στον παρόντα βαθμό παρήλθε ικανό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η κατηγορουμένη συμπεριφέρθηκε καλά, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της. Συγκεκριμένα, όπως αποδείχθηκε, η κατηγορουμένη για έξι και πλέον έτη, ήτοι από την τέλεση των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων και μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης από το Δικαστήριο τούτο, αφοσιώθηκε στην οικογένεια της και απασχολήθηκε ως υπάλληλος στο λογιστήριο και στο ταμείο ιδιωτικής εταιρείας, χωρίς κατά το διάστημα αυτό να δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα στην εργασία της, ενώ και η εν γένει ατομική και κοινωνική της συμπεριφορά όλο αυτό το διάστημα υπήρξε άψογη......
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω, απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση και της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του ν. 1608/1950, με αντικείμενο του εγκλήματος σε βάρος του Ι.Κ.Α, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, και για τα οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ.α' και γ', 26 παρ.1α, 27, 94παρ.1, 98, 263 Α, 258 στοιχ. γ' περ.β' και 216 παρ.1 και 3 εδ.α' του ΠΚ σε συνδυασμό με άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 1608/1950, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση, καθόσον αφορά την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία α. ότι η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ήταν υπάλληλος του περιφερειακού υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Ιωαννίνων και ποια ακριβώς ιδιότητα είχε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, β. ότι το Ι.Κ.Α. περιλαμβάνεται στα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α ΠΚ, γ. ότι η κατηγορούμενη, ενεργώντας με δόλο, ιδιοποιήθηκε παράνομα τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, τα οποία ανήκαν στο ως άνω νομικό πρόσωπο, είχαν δε περιέλθει στην κατοχή της λόγω της παραπάνω υπαλληλικής της ιδιότητας, αφού μεταξύ της λήψεως των χρημάτων και της υπαλληλικής ιδιότητάς της υπήρχε μια άμεση σχέση αιτιότητας, υπό την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια και δ. ότι το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως, η οποία τελέστηκε κατ' εξακολούθηση, υπερέβαινε το ποσό των 73.000 ευρώ, (άρθρο 258 περ.γ β, Π.Κ.) ενώ το όφελος που επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε, αλλά και η ζημία που απειλήθηκε και προξενήθηκε στο πολιτικώς ενάγον υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ, ήτοι το αντικείμενο του εγκλήματος ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αφού ιδιοποιήθηκε συνολικά 187.526 Ευρώ, (στο οποίο συμποσούνται όλα τα ποσά των αναφερομένων αποδείξεων πληρωμής), οπότε τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 1§1 του ν. 1608/1950. Επίσης, παρατίθεται στην απόφαση, καθόσον αφορά την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας α) η κατ' εξακολούθηση πλαστογράφηση των αποδείξεων πληρωμής του Ι.Κ.Α. για τους αναφερόμενους συνταξιούχους του, με τη θέση, κατ' απομίμηση, της υπογραφής τους από την αναιρεσείουσα στη θέση "ο λαβών", και συνακόλουθα ο δόλος της και β) ο σκοπός πλαστογράφησης των αποδείξεων αυτών, που ήταν η είσπραξη των σχετικών ποσών που αναφέρονται στις αποδείξεις, σε βάρος του Ι.Κ.Α. με επιδιωκόμενο όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, (άρθρο 216 παρ.3 εδ. α' Π.Κ.) και ειδικότερα ποσό 151.148,60 Ευρώ, ενώ το όφελος που επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε, αλλά και η ζημία που απειλήθηκε και προξενήθηκε στο πολιτικώς ενάγον υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ, ήτοι το αντικείμενο του εγκλήματος ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αφού το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας ανήλθε συνολικά σε 151.108,60 Ευρώ, οπότε και εν προκειμένω, δέχθηκε ότι τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 1§1 του ν. 1608/1950. Η ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας, με την οποία προβάλλεται η αιτίαση ότι, χωρίς αιτιολογία, το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό της, ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο της, η διακεκριμένη περίσταση του άρθρου 1§1 ν. 1608/1950, περί καταχραστών δημοσίου χρήματος, αλλά η τοιαύτη της διακεκριμένης περίπτωσης υπεξαίρεσης του άρθρου 258 περ.γ β Π.Κ, καθόσον το συνολικό ύψος του υλικού αντικειμένου της υπεξαίρεσης δεν υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ, αλλά ήταν μικρότερο, είναι αβάσιμη, καθόσον ο εν λόγω ισχυρισμός είναι αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός, και όχι αυτοτελής, και η αιτιολογία του, ως αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού, εμπεριέχεται από τα πράγματα, στην κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή.
Συνεπώς το δικαστήριο που απέρριψε αυτόν, δεχθέν και την ως άνω επιβαρυντική περίσταση, δεν είχε υποχρέωση προς ειδική αιτιολόγησή του. Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, από το σύνολο των παραδοχών της παραπάνω απόφασης, χωρίς αμφιβολία προκύπτει, ότι τον εν λόγω ισχυρισμό, απέρριψε το δικαστήριο, αιτιολογημένα, με την κύρια αιτιολογία της αποφάσεως για την ενοχή, αφού δέχθηκε ότι το μέγεθος της ζημίας από την υπεξαίρεση, που προσδιορίζεται αναλυτικά για κάθε απόδειξη, συμποσούμενο, ανέρχεται σε ποσό άνω των 150.000 Ευρώ και ειδικότερα σε 187.526 Ευρώ. Εξάλλου, η κρίση του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, περί του ότι το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως, έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία, που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, και τυγχάνει εφαρμογής, η διακεκριμένη περίσταση του άρθρου 1§1 ν. 1608/1950, περί καταχραστών δημοσίου χρήματος, εφόσον το μέγεθος της ζημίας από την υπεξαίρεση προσδιορίζεται, δεν ελέγχεται αναιρετικά, γιατί ανάγεται στην περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Καθ' όσον αφορά την αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε αληθή πραγματική συρροή, μεταξύ των ως άνω εγκλημάτων, της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία και της κακουργηματικής πλαστογραφίας, λόγω της διπλής αξιολογήσεως της αυτής συμπεριφοράς, είναι αβάσιμη, σύμφωνα με όσα, στην εν αρχή νομική σκέψη διαλαμβάνονται, αφού οι παραπάνω αξιόποινες πράξεις συρρέουν αληθώς, λόγω της αυτοτέλειας των ως άνω εγκλημάτων, και της διαφορετικότητας του πληττομένου με αυτά εννόμου αγαθού, που είναι επί μεν πλαστογραφίας η δημόσια πίστη περί τα υπομνήματα, δηλαδή η ασφάλεια και η ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών επί δε υπεξαίρεσης η ξένη περιουσία.
Συνεπώς, με την παραδοχή από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι υφίσταται πραγματική συρροή μεταξύ των ως άνω εγκλημάτων, ορθά εφαρμόστηκε και ερμηνεύτηκε ο νόμος. Η περαιτέρω αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, περί του ύψους του συνολικά υπεξαιρεθέντος ποσού, δεν εκτίμησε ορθά και τα παρακάτω έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι το συνολικώς υπεξαιρεθέν ποσό, δεν υπερέβαινε το ποσό των 150.000 Ευρώ και συνεπώς, δεν συνέτρεχε η ως άνω επιβαρυντική περίσταση, περί καταχραστών δημοσίου και ειδικότερα, α) τη με αριθμό πρωτ. 47453/2007 απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου β) το πόρισμα Ε.Δ.Ε. του Ι.Κ.Α. γ) το πόρισμα Ε.Δ.Ε. του Ι.Κ.Α της υπαλλήλου Β. Σ. και δ) τη με αριθμό πρωτ. Γ17/ΥΣ/37/14-11-2007 απόφασης του 1ου Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Ι.Κ.Α, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, γιατί δεν αποτελεί αναιρετική πλημμέλεια η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, 3ος, 5ος και 6ος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ΚΠΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου, περί αναβολής της δίκης, για κρείσσονες αποδείξεις, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη δια του συνηγόρου της, υπέβαλε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εγγράφως, ανέπτυξε δε και προφορικώς αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και συγκεκριμένα, προκειμένου: α) Να κληθούν όλοι εκείνοι, τα χρήματα των οποίων φέρεται ότι η κατηγορούμενη υπεξαίρεσε δια πλαστογραφίας, προκειμένου να προκύψει αν αυτοί, οι ασφαλισμένοι - συνταξιούχοι, δεν εισέπραξαν πράγματι τα δικαιούμενα ποσά, όπως δια της εκκαλουμένης απόφασης αποδίδεται στην κατηγορουμένη. β) Να κληθεί και προσέλθει στο ακροατήριο ο συντάξας τη γραφολογική έκθεση γραφολόγος, δικηγόρος Γ. Γ., προκειμένου να εξετασθεί και να διευκρινίσει το περιεχόμενο της, ιδίως δε τις περιπτώσεις που εκφράζει, όπως στην έκθεση του αναφέρεται, "ισχυρή πιθανότητα" και "απλή πιθανότητα".-γ)Να διαταχθεί συμπληρωματική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, η οποία να άρει τις αμφιβολίες και τα κενά της ήδη γενομένης δ) Να διαταχθεί λογιστική πραγματογνωμοσύνη, για τον ίδιο σκοπό και με το ίδιο αντικείμενο και, συγκεκριμένως, για να διαπιστωθεί, αν το συνολικό ύψος του υλικού αντικειμένου των φερομένων πράξεων της κατηγορουμένης υπερβαίνει το ποσό των 150.000,00 Ευρώ. Το δικαστήριο, απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης με την ακόλουθη αιτιολογία: Το αίτημα της κατηγορουμένης για αναβολή της δίκης πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο, καθόσον υπάρχουν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, επαρκή αποδεικτικά μέσα, τα ανωτέρω αναφερόμενα, για τη μόρφωση πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Ειδικότερα: α) όλοι οι ασφαλισμένοι έχουν ήδη δηλώσει με υπεύθυνες δηλώσεις ότι η κατηγορουμένη δεν τους κατέβαλε τα χρηματικά ποσά, σύμφωνα με τις επίδικες αποδείξεις πληρωμής, ότι δεν την γνωρίζουν ούτε αναγνωρίζουν την υπογραφή τους επί των ως άνω παραστατικών,β)η έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του γραφολόγου Γ. Γ. είναι εκτενής και εμπεριστατωμένη και επομένως δεν απαιτείται η εμφάνιση του ιδίου στο ακροατήριο για περαιτέρω διευκρινίσεις και γ) για τον υπολογισμό του υλικού αντικειμένου της υπεξαιρέσεως και πλαστογραφίας (εγκλήματα, για τα οποία κατηγορείται η κατηγορουμένη) απαιτούνται απλές μαθηματικές πράξεις και όχι ειδικές γνώσεις λογιστικής. Περαιτέρω, με την 2657/2010 απόφαση του το Ελεγκτικό Συνέδριο ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και, εκτός των άλλων, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο τούτο. Ενόψει των ανωτέρω, το περί αναβολής αίτημα της κατηγορουμένης υποβάλλεται παρελκυστικά μετά πάροδο δεκατριών (13) ετών από το φερόμενο ως χρόνο έναρξης της εγκληματικής δραστηριότητας που της αποδίδεται, ενώ η υπόθεση στον παρόντα βαθμό έχει ήδη αναβληθεί πέντε φορές με την επίκληση σημαντικών αιτίων στο πρόσωπο της ιδίας ή των συνηγόρων της.
Η αιτιολογία αυτή είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, καθόσον το δικαστήριο, με σαφήνεια παραθέτει τους λόγους για τους οποίους δεν έκρινε αναγκαία την αναβολή της δίκης. Ειδικότερα, καθόσον αφορά το αίτημα να προσέλθει στο δικαστήριο ο συντάξας την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, γραφολόγος Γ. Γ., με τις παραδοχές της απόφασης ότι η έκθεση αυτή είναι σαφής και εμπεριστατωμένη και επομένως δεν απαιτείται η εμφάνισή του στο ακροατήριο για περαιτέρω διευκρινίσεις, και ότι για τον υπολογισμό του υλικού αντικειμένου της υπεξαίρεσης και πλαστογραφίας απαιτούνται απλές μαθηματικές πράξεις και όχι ειδικές γνώσεις λογιστικής σαφώς απαντά επί των σχετικών αιτημάτων και αιτιολογεί και τους λόγους, για τους οποίους δεν κρίνει αναγκαία την εμφάνιση του πραγματογνώμονα στο ακροατήριο καθώς και τη διενέργεια συμπληρωματικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και λογιστικής πραγματογνωμοσύνης. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' και Δ' 4ος λόγος της αιτήσεως της αναιρεσείουσας, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψης ακρόασης, ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Σε περίπτωση μη τηρήσεως της διατάξεως του άρθρου 368 Κ.Π.Δ, που αποτελεί ειδικότερη ανάπτυξη των διαλαμβανομένων στο άρθρο 333 του ίδιου κώδικα, δηλαδή στην περίπτωση που πριν κηρυχθεί η λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο διευθύνων την συζήτηση, δεν ρώτησε τον κατηγορούμενο αν έχει ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 Κ.Π.Δ. ιδρύουσα τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1Α του ίδιου κώδικα, λόγο αναιρέσεως, γιατί δεν απαγγέλλεται από τη διάταξη τέτοια ακυρότητα, ούτε και από την παράλειψη της παρακωλύεται η άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, αφού αυτός αν θέλει κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση μπορεί να το ζητήσει, οπότε, αν το δικαστήριο αρνηθεί, επέρχεται ακυρότητα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 170 παρ. 2 ΚΠΔ. Επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη η περί του αντιθέτου αναιρετική αιτίαση για απόλυτη ακυρότητα, εκ του ότι προ της κηρύξεως του πέρατος της αποδεικτικής διαδικασίας, δεν ρωτήθηκαν οι εκπροσωπούντες την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη πληρεξούσιοί της δικηγόροι, για την άσκηση του πιο πάνω δικαιώματος, ενόψει και του ότι δεν προβάλλεται, ότι αυτοί ζήτησαν την άσκηση του δικαιώματός τους αυτού και το δικαστήριο τους αρνήθηκε τούτο.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, προβαλλόμενος 2ος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, για τον ως άνω λόγο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 358 του ΚΠΔ, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα, ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του, οτιδήποτε δύναται να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας, μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 333 παρ.3, 366 και 368 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι από τον διευθύνοντα τη συζήτηση δίδεται, μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα προς τον οποίο υποβλήθηκαν ερωτήσεις, ο λόγος και στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, προκειμένου να υποβάλουν και αυτοί ερωτήσεις, μόνον όμως, εφόσον το ζητήσουν. Και αν μεν ζητήσουν τον λόγο και δεν τους δοθεί (μετά από προσφυγή τους στο δικαστήριο), δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα εκ του άρθρου 171 παρ.1 περ. δ' του ΚΠΔ, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα. Αν όμως, δεν ζητήσουν αυτοί τον λόγο, ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται. Επομένως, ο 1ος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί μετά την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου δεν έδωσε τον λόγο στους πληρεξούσιους δικηγόρους της αναιρεσείουσας, που την εκπροσωπούσαν, προκειμένου να ασκήσουν τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματα τους, χωρίς αναφορά ότι είχε ζητηθεί σχετικά ο λόγος, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, πέραν του γεγονότος, ότι όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. 52η σελ. αυτών), ο Πρόεδρος, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα, έδινε το λόγο, μεταξύ των άλλων παραγόντων της δίκης και στους συνηγόρους της κατηγορουμένης για να απευθύνουν ερωτήσεις προς αυτούς Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ συναφής 1ος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας διότι δεν δόθηκε ο λόγος στους συνηγόρους της αναιρεσείουσας, για να προβούν σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικές με τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένη όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957 (βλ. σχ. ΑΠ 318/2007).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 12-4-2012, υπ' αριθμό πρωτ. 6/2012, αίτηση, της Π. Λ. του Θ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 86/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ τριακοσίων (300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση. Κακουργηματική υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του αρ. 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950 περί Καταχραστών Δημοσίου και για τις δύο πράξεις Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των ως άνω εγκλημάτων. Αληθής πραγματική συρροή μεταξύ των εγκλημάτων αυτών, ακόμη και όταν η πλαστογραφία διαπράττεται προς συγκάλυψη της υπεξαιρέσεως λόγω της διαφορετικότητας του πληττόμενου έννομου αγαθού. Πραγματικά περιστατικά. Υπάλληλος του ΙΚΑ, υπεύθυνη στο τμήμα απονομής συντάξεων και παράλληλα υπεύθυνη για την πληρωμή επιδομάτων και λοιπών παροχών, εξέδωσε παραστατικά ταμείου, θέτοντας σ' αυτά κατ' απομίμηση υπογραφές δήθεν προερχόμενες από δικαιούχους των ως άνω επιδομάτων και εν συνεχεία εισέπραξε τα αναγραφόμενα σε αυτά ποσά Ποινική Δικονομία. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απόλυτη ακυρότητα, εκ του ότι προ της κηρύξεως του πέρατος της αποδεικτικής διαδικασίας, δεν ρωτήθηκαν οι εκπροσωπούντες την κατηγορουμένη πληρεξούσιοι της δικηγόροι. Απόλυτη ακυρότητα εκ του λόγου ότι δεν δόθηκε ο λόγος στους παραπάνω συνηγόρους για να προβούν σε δηλώσεις σχετικά με την κατάθεση κάθε μάρτυρα κατ' άρθρο 358 Κ.Π.Δ. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Υπεξαίρεση στην υπηρεσία
|
Πλαστογραφία και χρήση (πλαστού εγγράφου), Υπεξαίρεση στην υπηρεσία.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 496/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Π. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Στεφόπουλο, περί αναιρέσεως της 860-861/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγοντες 1. Ι. Τ. του Α. και 2. Κ. Τ. συζ. Ι., ..., που παραστάθηκαν με την πληρεξουσία δικηγόρο τους Αντωνία Τσίκα.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1069/12.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέταση του, β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή, και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Από την ίδια διάταξη προκύπτει επίσης, ότι η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίδεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας, θεωρείται δε και ως αρμόδια αρχή εκείνη ενώπιον της οποίας είναι δυνατόν, κατά διάταξη νόμου, να γίνει ένορκη κατάθεση κάποιου, η οποία να μπορεί στη συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από Αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια προς διάγνωση κάποιας διαφοράς. Εξάλλου, οι συμβολαιογράφοι είναι αρμόδιοι για τη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων, κατά τον Κώδικα συμβολαιογράφων (άρθρο 1 παρ. 1 εδ. δ' του Ν. 670/1977, ήδη άρθρο 1 παρ. 1 εδ. ε' του Ν. 2830/2000), εφόσον αυτές πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως σε δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε, αν τα βεβαιούμενα σε αυτές είναι ψευδή, πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος. Πρέπει, όμως, για να μπορούν να ληφθούν υπόψη ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, να έχει προηγηθεί, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που είχε την επιμέλεια της καταθέσεως, διότι διαφορετικά δεν αποτελούν νόμιμο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα για όσα περιστατικά περιέχονται σ' αυτές. Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για ψευδορκία μάρτυρα αποφάσεως, αν πρόκειται για ένορκη βεβαίωση του δράστη, πρέπει να αναφέρεται σ' αυτήν, εκτός άλλων, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας, ότι η ένορκη βεβαίωση έχει ληφθεί μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου, με επιμέλεια του οποίου έχει ληφθεί η ένορκη βεβαίωση. Διαφορετικά, η απόφαση στερείται της απαιτούμενης κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δημιουργείται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ αναιρετικός λόγος. Τα ανωτέρω, δεν ισχύουν όμως, όταν η ένορκη βεβαίωση λήφθηκε για να χρησιμοποιηθεί σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων στην οποία δεν προβλέπεται, όπως στην τακτική διαδικασία (άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ) ή στις ειδικές διαδικασίες (άρθρα 650 παρ. 1, 671 παρ. 1, 681 Α και 681 Β' ΚΠολΔ), το αποδεικτικό μέσο των ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, αλλά ισχύουν ιδιαίτεροι κανόνες ως προς την απόδειξη, την συγκέντρωση των αποδεικτικών μέσων και την εν γένει διαδικασία συζητήσεως της αιτήσεως (ΚΠολΔ 690 και 691).
Συνεπώς, στη δίκη ασφαλιστικών μέτρων, στην οποία λαμβάνονται υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που είχε την επιμέλεια της καταθέσεως, συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, με αποτέλεσμα να μη απαιτείται η απόφαση που δέχεται τέλεση του αδικήματος της ψευδορκίας με ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου που χρησιμοποιήθηκε σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, να εκθέτει, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αν η ένορκη βεβαίωση του αυτουργού της ψευδορκίας είχε ληφθεί μετά προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου, που είχε την επιμέλεια της λήψεως αυτής (ΑΠ 120/2010). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτόν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής, για ψευδορκία μάρτυρα, αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την γνώση, διαφορετικά η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 860-861/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, για ψευδορκία μάρτυρα, σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, ήτοι, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την απολογία του 1ου κατηγορουμένου, δέχθηκε, μετά την ανάλυση του νομικού μέρους της υπόθεσης, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: Οι πολιτικώς ενάγοντες Ι. Τ. και Κ. σύζυγος Ι. Τ. μαζί με τον Ι. Δ. ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας "Απολλώνιος Ανώνυμη Τεχνική Εταιρία". Στις 19-3-1997 η παραπάνω εταιρία συνέστησε με τους νομίμους εκπροσώπους της εταιρίας "Αφοί Ι. Π. ΑΕ" ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Π. Ηλεία ΑΕ.", της οποίας μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου έγινε ο Ι. Δ.. Παράλληλα με τις παραπάνω εταιρίες λειτουργούσε και η ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Ι.Τ.- Ι. Δ. Ε.Ε.", με ομόρρυθμα μέλη τον πρώτο πολιτικό ενάγοντα και τον Ι. Δ. και ετερόρρυθμο μέλος την δεύτερη πολιτικώς ενάγουσα, οι οποίοι με διαδοχικές συμβάσεις παρέτειναν τον χρόνο διάρκειας της μέχρι την 31-12-2002. Η παραπάνω εταιρία είχε στην κυριότητα της τρείς οριζόντιες ιδιοκτησίες με τα στοιχεία ΓΙΩΤΑ 5-ΥΨΙΛΟΝ 3 ΚΑΙ 18 της κειμένης στον Πύργο, στη θέση "Αλώνια" και επί της οδού ... αριθ. 28 οικοδομής. ... Όλα αυτά τα έτη ο κατηγορούμενος που είναι λογιστής ήταν επιφορτισμένος με την λογιστική παρακολούθηση και τακτοποίηση των φορολογικών υποχρεώσεων και των τριών προαναφερόμενων εταιριών. Επιπλέον μετά το έτος 2000 ήταν μέλος της διοίκησης και της "Π. Πύργου ABE".
Στα πλαίσια της αντιδικίας μεταξύ των πολιτικώς εναγόντων και του Ι. Δ., που είχε αντικείμενο την δήθεν κατάρτιση εκ μέρους του τελευταίου πλαστών ιδιωτικών συμφωνητικών τροποποιητικών του καταστατικού της εταιρείας με ημερομηνία 1-1-2003 και 1-1-2004, στα οποία φέρεται να έθεσε ο Ι. Δ. την υπογραφή των εγκαλούντων χωρίς την συναίνεση τους, με τα οποία αφενός παρατάθηκε η διάρκεια της εταιρείας μέχρι 31-12-2005 και αφετέρου ορίστηκε ο ίδιος ως μόνος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρείας, και την πώληση και μεταβίβαση στον εαυτό του, με αυτοσύμβαση, των ακινήτων της εταιρείας δυνάμει του .../2004 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πύργου Μαρίας Μπαμπίλη, αντί τιμήματος κατωτέρου του αναφερομένου στο σχετικό προσύμφωνο που είχε καταρτιστεί μεταξύ τους στις 22-10-2002, το οποίο τίμημα δεν καταβλήθηκε στην εταιρεία, οι πολιτικώς ενάγοντες άσκησαν κατά του Ι. Δ. την 730/2004 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων (συντηρητικής κατάσχεσης) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πύργου. Εν όψει της συζήτησης της αίτησης στην δικάσιμο της 29-9-2004, ο κατηγορούμενος εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας στις 11-9-2004 ενώπιον της συμβολαιογράφου Πύργου Μαρίας Χριστοπούλου, και συντάχθηκε η .../11-9-2004 ένορκη βεβαίωση που χρησιμοποιήθηκε ως αποδεικτικό μέσο του Ι. Δ. που την προσκόμισε στην παραπάνω δίκη των ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πύργου και, συνεπώς, η ένορκη αυτή βεβαίωση μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ακόμη και αν δεν είχαν κλητευθεί οι αντίδικοι του καθού η ως άνω αίτηση (πολιτικώς ενάγοντες). Στην ένορκη αυτή βεβαίωση ο κατηγορούμενος κατέθεσε, εκτός των αληθών περιστατικών, για τα οποία κηρύχθηκε αθώος του αδικήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, και τα ακόλουθα ψευδή: "Ο ίδιος ο Ι. Τ. υπέβαλε τις εταιρικές δηλώσεις τις οποίες και περιελάμβανε στις ατομικές φορολογικές του δηλώσεις των ετών 2002 και 2003 (οικονομικών ετών 2003 και 2004)". Ο κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθεια των όσων παραπάνω κατέθεσε, αφού, όπως προκύπτει από τις καταστάσεις δηλώσεως συμμετεχόντων σε εταιρείες που υπέβαλε ο ίδιος (κατηγορούμενος) στην Δ.Ο.Υ. Πύργου με αριθμ. πρωτ. 9929/20-5-2004 και 9389/20-5-2005 σε συνδυασμό με τα από 21-3-2002, 30-7-2003, 29-9-2003 και 31-12-2003 παραστατικά-αποδείξεις καταβολής αμοιβών 142, 100, 120 και 125 ευρώ στον ... λογαριασμό που διατηρεί ο τελευταίος στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, αυτός υπέβαλε στην Δ.Ο.Υ. Πύργου τις ατομικές και φορολογικές δηλώσεις του πολιτικώς ενάγοντος Ιωάννη Τσίκα των ετών 2003 και 2004 και εισέπραξε για τον λόγο αυτό από τον τελευταίο τις σχετικές αμοιβές. Με τα δεδομένα αυτά για το ανωτέρω ψευδές τμήμα της κατάθεσης του κατηγορουμένου στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της ψευδορκίας μάρτυρα και πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος. Το Δικαστήριο ωστόσο δέχεται ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2α Π.Κ., όπως ορίζεται στο διατακτικό. Ακολούθως, η προσβαλλομένη απόφαση, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι: στον Πύργο Ηλείας στις 11 Σεπτεμβρίου 2004, ενώ εξετάζετο ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή περιστατικά. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ενώ έδωσε στη συμβολαιογράφο Πύργου Μαρία Χριστοπούλου, την υπ' αρ. .../2004 ένορκη βεβαίωση, που χρησιμοποιήθηκε ως αποδεικτικό μέσο σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Πρωτοδικείου Πύργου μεταξύ των πολιτικώς εναγόντων και του Ι. Δ. που την προσκόμισε, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και δη ότι: "Ο ίδιος ο πρώτος εγκαλών υπέβαλε τις εταιρικές δηλώσεις, τις οποίες και περιελάμβανε στις ατομικές φορολογικές του δηλώσεις των ετών 2002 και 2003 (οικονομικών ετών 2003 και 2004)." ΔΕΧΕΤΑΙ το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος, έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 224 παρ. 2 και 1 του ΠΚ. Ειδικότερα προσδιορίζονται τα ψευδή γεγονότα που ο αναιρεσείων κατέθεσε, αιτιολογείται δε ότι τα κατατεθέντα ήσαν ψευδή. Περαιτέρω η γνώση του αναιρεσείοντος ως προς το ψευδές των υπ' αυτού κατατεθέντων αιτιολογείται πλήρως. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510§1 στοιχ.Δ', 1ος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιέχονται στον αυτό ως άνω, περί ελλείψεως αιτιολογίας, λόγο, ότι δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση αν τα κατατεθέντα και ως ψευδή βεβαιωθέντα είχαν σχέση με το αποδεικτέο θέμα της συγκεκριμένης πολιτικής δίκης (αίτησης ασφαλιστικών μέτρων για συντηρητική κατάσχεση) στην οποία η παραπάνω ένορκη κατάθεση χρησιμοποιήθηκε και ποιο ήταν το αποτέλεσμα της δίκης αυτής, πρέπει να απορριφθούν, αφού τα στοιχεία αυτά δεν απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της ψευδορκίας, αλλά αρκούν για τη στοιχειοθέτησή του, τα στοιχεία που αναφέρονται στην εν αρχή, νομική σκέψη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Η παράσταση αυτή είναι παράνομη, όταν στο πρόσωπο εκείνου που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεως του για την άσκηση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ανωτέρω Κώδικα ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 68 του αυτού ως άνω Κώδικα, ως προς τον τρόπο και τον χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και 914 και 932 του Αστικού Κώδικα, προκύπτει, ότι δικαιούνται να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες, μόνο εκείνοι που ζημιώνονται άμεσα από το έγκλημα ή υφίστανται ηθική βλάβη απ' αυτό. Στην περίπτωση ψευδορκίας μάρτυρα σε πολιτική δίκη, νομιμοποιείται σε παράσταση πολιτικής αγωγής ο διάδικος κατά του μάρτυρα που εξετάστηκε σ' αυτήν, ο οποίος υφίσταται άμεση ηθική βλάβη, γιατί η ψευδής μαρτυρία άμεσα επηρεάζει μόνο τις σχέσεις των διαδίκων και όχι τρίτων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 860-861/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, εμφανίστηκαν, μετά την έναρξη της διαδικασίας, οι μηνυτές Ι. Τ. και Κ. συζ. Ι. Τ. και δήλωσαν προφορικώς, ότι παρίστανται, ως πολιτικώς ενάγοντες κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και ζήτησαν, να υποχρεωθεί αυτός, να τους καταβάλει, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την και πρωτοδίκως επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση, δήλωσαν μάλιστα ότι διορίζουν και πληρεξούσια δικηγόρο. Κατά της παράστασης της πολιτικής αγωγής προβλήθηκε αντίρρηση, από το συνήγορο του κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των οικείων πρακτικών, με την αιτίαση της έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των μηνυτών, για το λόγο ότι, δικαιούχος της όποιας απαίτησης για αποζημίωση, είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Τ. - Ι. Δ. και ΣΙΑ Ε.Ε.", το οποίο και νομιμοποιείται σε παράσταση πολιτικής αγωγής, και όχι οι παραπάνω. Το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, με την υπ' αριθμό 860/2012 παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε την ως άνω ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής, με την παρακάτω αιτιολογία, μετά την ανάλυση του νομικού μέρους της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, οι μηνυτές Ι. Τ. του Α. και Κ. συζ. Ι. Τ. νομιμοποιούνται να παρασταθούν ως πολιτικώς ενάγοντες κατά του κατηγορουμένου, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα του κατηγορουμένου για το ψευδές τμήμα της κατάθεσης του, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος με την προσβαλλόμενη 454/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηλείας, καθόσον από το ανωτέρω ψευδές τμήμα της ένορκης κατάθεσης του κατηγορουμένου ενώπιον της συμβολαιογράφου Πύργου Μαρίας Χριστοπούλου, περί της οποίας συντάχθηκε η επίμαχη .../11-9-2004 ένορκη βεβαίωση, η οποία δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο του Ι. Δ. του Α., προς ανταπόδειξη της 730/2004 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων (συντηρητικής κατάσχεσης) των πολιτικών εναγόντων κατά του ανωτέρω καθού η αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πύργου προσβλήθηκε το ατομικό έννομο συμφέρον των πολιτικώς εναγόντων και ως εκ τούτου οι τελευταίοι υπέστησαν άμεση ηθική βλάβη ως διάδικοι στην ως άνω πολιτική δίκη. Επομένως, η ένσταση που προβλήθηκε από τον συνήγορο του κατηγορουμένου περί αποβολής της πολιτικής αγωγής λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των μηνυτών είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Επομένως, με επαρκή και ειδική αιτιολογία, που αναφέρεται στο παραπάνω εκτεθέν αιτιολογικό της συμπροσβαλλομένης παρεμπίπτουσας απόφασης, απορρίφθηκε η προβληθείσα ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης.
Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, 2ος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω ένσταση, είναι απορριπτέος, κατά το πρώτο σκέλος του, ως αβάσιμος.
Εξάλλου, η παραπάνω δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, είναι νόμιμη, σύμφωνα και με όσα στην προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρθηκαν, αφού οι παραπάνω μηνυτές Ι. Τ. και Κ. συζ. Ι. Τ., νομιμοποιούνται να παρασταθούν, ως πολιτικώς ενάγοντες, αφού αυτοί υπέστησαν άμεση ηθική βλάβη από την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, που διέπραξε ο κατηγορούμενος και αυτοί ήταν οι διάδικοι (αιτούντες) στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων στην οποία χρησιμοποιήθηκε η ως άνω ένορκη βεβαίωση από μέρους του αντιδίκου τους, καθ 'ου η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Επομένως, ορθώς παρέστησαν οι παραπάνω, επ' ακροατηρίου του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, δια σχετικής δηλώσεώς τους, ως πολιτικώς ενάγοντες, για την ως άνω απαίτηση, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου συναφής 2ος λόγος αναιρέσεως, περί απόλυτης ακυρότητας, πρέπει να απορριφθεί και κατά το δεύτερο σκέλος του, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα από την παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, στην επ' ακροατηρίου διαδικασία, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος, ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 ΚΠΔ, ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής, όπως ήδη προαναφέρθηκε κατά την έρευνα του προηγούμενου λόγου αναίρεσης. Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 56 του Κώδικα των Δικηγόρων (ν.δ.3026/1954) όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.2 άρθρου 8 του Ν. 3919/2011, "σε ποινικές υποθέσεις και ενώπιον κάθε ποινικού δικαστηρίου, πλην του Αρείου Πάγου δικάζοντος ως ακυρωτικού, δύναται να παρίσταται και να διενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις κάθε δικηγόρος ...".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, κατά την ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου διαδικασία και προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, εμφανίστηκαν, οι μηνυτές Ι. Τ. και Κ. συζ. Ι. Τ. και δήλωσαν προφορικώς, ότι παρίστανται, ως πολιτικώς ενάγοντες κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και ζήτησαν να υποχρεωθεί αυτός να τους καταβάλει, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την και πρωτοδίκως επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση, δήλωσαν μάλιστα ότι διορίζουν και πληρεξούσια δικηγόρο τους, την δικηγόρο Αθηνών, Αντωνία Τσίκα.
Συνεπώς, η αιτίαση του αναιρεσείοντα, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα, λόγω του ότι η πληρεξούσια δικηγόρος των πολιτικώς εναγόντων, είναι δικηγόρος διορισμένη στο Πρωτοδικείο Αθηνών και δεν έχει δικαίωμα παράστασης, στο εκτός της έδρας της, δικαστήριο των Πατρών, προεχόντως είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, σύμφωνα με το άρθρο 56 του Ν.Δ. 3026/1954 "του Κώδικος περί Δικηγόρων", άλλωστε, η εν λόγω παράσταση, δεν ανάγεται, ούτε στην ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση των πολιτικώς εναγόντων ή στην τήρηση της διαδικασίας ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως της πολιτικής αγωγής. Η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος, περί παράνομης παράστασης της Πολιτικής Αγωγής στο ακροατήριο, γιατί δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 84 του ΚΠΔ, και ειδικότερα γιατί οι πολιτικώς ενάγοντες, δεν διόρισαν αντίκλητο στην έδρα του δικαστηρίου, καίτοι αυτοί διέμεναν εκτός της έδρας αυτού, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον την υποχρέωση διορισμού αντικλήτου στην έδρα του δικαστηρίου, έχει ο αδικηθείς που δεν διαμένει μόνιμα εκεί, μόνο όταν προβαίνει στη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής στην προδικασία και όχι όταν την υποβάλλει προφορικά, με το συνήγορό του στο ακροατήριο του ποινικού δικαστηρίου, αφού στην τελευταία περίπτωση ο διοριζόμενος στο ακροατήριο δικηγόρος, όπως εν προκειμένω, είναι εκ του νόμου και αντίκλητος. Τα παραπάνω δε, ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει, ότι κατά της παραστάσεως της πολιτικής αγωγής, δεν προβλήθηκε από μέρους του συνηγόρου του κατηγορουμένου αντίρρηση, ως προς το ανωτέρω θέμα, ότι δηλαδή η πληρεξούσια δικηγόρος των πολιτικώς εναγόντων, δεν είχε δικαίωμα παράστασης στο δικαστήριο των Πατρών, ως Δικηγόρος Αθηνών και του παρανόμου της παράστασής της λόγω του μη διορισμού αντικλήτου, κατά την προδικασία.
Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.ΠΔ, 3ος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, λόγω του ότι η πληρεξούσια δικηγόρος των πολιτικώς εναγόντων, δεν είχε δικαίωμα παράστασης στο δικαστήριο των Πατρών και γιατί οι πολιτικώς ενάγοντες δεν είχαν διορίσει αντίκλητο στην προδικασία, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δε μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει, να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Ο επικαλούμενος, όμως, την ύπαρξη δεδικασμένου, οφείλει να το αποδείξει εγγράφως, ήτοι με την προσκομιδή πλήρους αντιγράφου της απόφασης από την οποία απορρέει και επιπροσθέτως βεβαιώσεως του αρμοδίου γραμματέως περί του αμετακλήτου αυτής (ΑΠ 1798/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 4ο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβίασης δεδικασμένου, διότι δεν έλαβε υπόψη της το αναγνωσθέν στο ακροατήριο, υπ' αριθμό 310/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, το οποίο κατέστη αμετάκλητο, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμό 2/2009 πιστοποιητικό περί μη ασκήσεως ενδίκου μέσου κατ' αυτού, με το οποίο (βούλευμα) κρίθηκε ως αληθές το περιεχόμενο του κρίσιμου τμήματος της κατάθεσης του κατηγορουμένου, για το οποίο και καταδικάσθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση. Από την επιτρεπτή, όμως, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι δεν έγινε επίκληση της ένστασης δεδικασμένου, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, ούτε αναγνώστηκε το επικαλούμενο με την αίτηση αναίρεσης, υπ' αριθμό 2/2009 πιστοποιητικό, περί μη ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά του ως άνω βουλεύματος, από το οποίο προέκυπτε το αμετάκλητο αυτού και επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ, 4ος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος. Πέραν των ανωτέρω, η περί δεδικασμένου ένσταση, είναι, απορριπτέα, και ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, αφού δεν προσδιορίζεται το μεν, ότι υφίσταται ταυτότητα προσώπου, ήτοι, του κατηγορουμένου και του προσώπου, για το οποίο το ως άνω βούλευμα, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία, το δε, ότι υφίσταται ταυτότητα πράξεως, ως ιστορικού γεγονότος, ήτοι ότι η καταδίκη του κατηγορουμένου για την παραπάνω, αξιόποινη πράξη, ταυτίζεται με την αξιόποινη πράξη για την οποία το ως άνω βούλευμα αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία. Επομένως, και εξ' αυτού του λόγου, ο εκ του προαναφερθέντος άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ, αυτός ως άνω, 4ος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος.
Μετά ταύτα, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στην δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων, οι οποίοι παρέστησαν (176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-9-2012 (υπ' αριθ. πρωτ. 23/2012) ενώπιον της Γραμματέως του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση, ασκηθείσα αίτηση του Ι. Π. του Κ., για αναίρεση της με αριθμό 860-861/2012, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων από πεντακόσια (500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδορκία μάρτυρα. Ψευδής κατάθεση σε αρμόδια αρχή. Τέτοια είναι και η ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου, υπό την προϋπόθεση ότι χρησιμοποιείται ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Η ψευδής ένορκη βεβαίωση, που χρησιμοποιήθηκε σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, στην οποία λαμβάνονται υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αποτελεί κατάθεση σε αρμόδια αρχή. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Πολιτική αγωγή. Στο αδίκημα ψευδορκίας μάρτυρα σε πολιτική δίκη, νομιμοποιείται σε παράσταση πολιτικής αγωγής, ο διάδικος, κατά του μάρτυρα που εξετάστηκε σ' αυτήν, ο οποίος υφίσταται άμεση ηθική βλάβη, γιατί η ψευδής μαρτυρία άμεσα επηρεάζει μόνο τις σχέσεις των διαδίκων και όχι τρίτων. Την υποχρέωση διορισμού αντικλήτου στην έδρα του δικαστηρίου, έχει ο αδικηθείς, μόνο όταν προβαίνει στη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής στην προδικασία και όχι όταν την υποβάλλει προφορικά με το συνήγορο του επ' ακροατηρίου στο ποινικό δικαστήριο, αφού στην τελευταία περίπτωση ο διοριζόμενος στο ακροατήριο δικηγόρος, είναι εκ του νόμου και αντίκλητος. Ένσταση δεδικασμένου. Δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι έγινε επίκληση της ένστασης αυτής στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Ψευδορκία
|
Ψευδορκία, Ένορκη βεβαίωση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 495/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου A. M. του N., κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Β' Τύπου Μαλανδρίνου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Ποταμιάνο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 130-134/2012 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον K. L. του M..
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 11 Απριλίου 2012 και 5 Ιουνίου 2012 αιτήσεις του οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 874/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α. Οι το πρώτον κρινόμενες με αρ. εκθ. 31/11-4-2012 και 2/5-6-2012 δύο αιτήσεις αναιρέσεως του ιδίου αναιρεσείοντος, κατά της ιδίας με αρ. 130, 131, 132, 133, 134/2012 καταδικαστικής αποφάσεως του ΜΟΕ Θεσσαλονίκης, είναι εμπρόθεσμες, θεωρείται ότι συνιστούν ενιαίο κείμενο και πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω συναφείας και να ερευνηθούν περαιτέρω.
Β. Επί της πρώτης με αρ. εκθ. 31/11-4-2012 αιτήσεως.
Η πρώτη με αρ. εκθ. 31/11-4-2012 ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως, με περιεχόμενο "αιτώ την αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το νόμο και για τους επιπρόσθετους λόγους που αναφέρω στη συνημμένη αίτησή μου", χωρίς να επισυνάπτεται οιαδήποτε αίτηση ή άλλο έγγραφο στην έκθεση αυτή, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας του μοναδικού από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, διότι δεν προσδιορίζεται με την αναίρεση αυτή σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποίες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 19/2001). Ο αιτών πρέπει, απορριπτομένης της αιτήσεώς του αυτής, να καταδικασθεί και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ).
Γ. Επί της δεύτερης με αρ. εκθ. 2/5-6-2012 αιτήσεως.
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ΚΠΔ, ορίζεται ότι "όπου ο νόµος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, το ένδικο µέσο της αίτησης αναίρεσης επιτρέπεται µόνο κατά της απόφασης η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται µε έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθµίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης".
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, ορίζεται ότι "σε κάθε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι εάν η υπόθεση που αναφέρεται σε ορισµένο έγκλημα πέρασε και από τους δύο βαθµούς ουσιαστικής κρίσης, µε το ένδικο µέσο της αίτησης αναίρεσης προσβάλλεται µόνο η απόφαση του δευτεροβαθµίου δικαστηρίου, στην οποία έχει ενσωµατωθεί εκείνη που εκδόθηκε στον πρώτο βαθµό, µετά την τυπική παραδοχή της έφεσης που ασκήθηκε κατ' αυτής και κάθε λόγος αναίρεσης που πλήττει την πρωτοβάθµια απόφαση είναι απαράδεκτος. Αν δε η έφεση του καταδικασθέντος κατηγορουμένου είναι γενική, τότε το αποτέλεσμα της ασκηθείσας εφέσεως είναι καθολικό και το εφετείο έχει την εξουσία, αλλά και την υποχρέωση να ερευνήσει την υπόθεση σε όλες τις πλευρές της στις οποίες αναφέρονται οι λόγοι εφέσεως και να πράξει ότι θα έπραττε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, υπό την προϋπόθεση μόνο της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος κατηγορουμένου, που απαγορεύει η διάταξη του άρθρου 470 του ΚΠΔ. Σε περίπτωση δε που ο κατηγορούμενος είχε προβάλει παραδεκτά στον πρώτο βαθμό αυτοτελείς ισχυρισμούς, αυτοί επανεξετάζονται στο εφετείο, μόνον αν επαναφερθούν σε αυτό με ειδικό λόγο εφέσεως ή και αν επανυποβληθούν στο εφετείο παραδεκτά κατά τρόπο ορισμένο και νόμιμο.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει τον, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' και Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως του ΜΟΕ Θεσσαλονίκης, για το λόγο ότι το εφετείο αντιπαρήλθε σιγή και δεν αιτιολόγησε ειδικώς την απόρριψη των προβληθέντων από αυτόν στον πρώτο βαθμό αυτοτελών ισχυρισμών του "για μειωμένο καταλογισμό, λόγω ανυπαίτιας μέθης που ασκεί επιρροή επί του καταλογισμού της κατηγορίας και για αναγνώριση σε αυτόν των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδ. δ' του ΚΠΔ". Όπως δε προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, με τη με αρ. 21, 22/2007 απόφαση του ΜΟΔ Έδεσσας, απορρίφθηκαν όλοι οι προβληθέντες ως παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που καταδικάσθηκε για την ανωτέρω πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, ληστείας και επικίνδυνης σωματικής βλάβης. Κατά της πιο πάνω αποφάσεως άσκησε ο αναιρεσείων έφεση, με τη με αρ. 6/16-4-2007 ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα έκθεση, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης ως άνω αποφάσεως, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη κήρυξή του ως ενόχου, ενώ ο εκκαλών δεν αναφέρθηκε καθόλου σε αναιτιολόγητη ή εσφαλμένη απόρριψη των παραπάνω αυτοτελών ισχυρισμών του. Κατά τη δίκη ενώπιον του ΜΟΕ Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο εκκαλών κατηγορούμενος, δεν επανέφερε και δεν πρόβαλε τους παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του και συνεπώς, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είχε υποχρέωση να εξετάσει τους ισχυρισμούς αυτούς ούτε να απαντήσει ή να διαλάβει στην απόφασή του οιαδήποτε αιτιολογία απόρριψης. Επομένως, ο συναφής ως παραπάνω πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 349 παρ.1,2 και 501 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι παρέχεται στον εκκαλούντα κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης και για σοβαρούς λόγους υγείας που αφορούν αυτόν ή και το συνήγορό του, λόγοι που πρέπει να αποδεικνύονται με έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύματος ή για λόγους ανώτερης βίας. Η παραδοχή του αιτήματος αυτού απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, όταν απορρίπτει το αίτημα αναβολής, πρέπει, να αιτιολογεί ειδικά και εμπεριστατωμένα την παρεμπίπτουσα απορριπτική απόφασή του. Διαφορετικά ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, η δε στη συνέχεια εκδίκαση της υποθέσεως και καταδίκη του κατηγορουμένου, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως με τη μορφή της υπέρβασης εξουσίας. Έλλειψη αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας αποφάσεως, που απορρίπτει το περί αναβολής αίτημα, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους κατέληξε στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση 130-134/2012 του κατ' έφεση δικάσαντος ΜΟΕ Θεσσαλονίκης και από τα πρακτικά αυτής προκύπτουν τα εξής. Κατά τη συζήτηση της εφέσεως του αναιρεσείοντος, στην αρχή της διαδικασίας, με πρόταση του εισαγγελέα της έδρας αναγνώσθηκε δήλωση - αίτημα αναβολής του απουσιάζοντος συνηγόρου του κατηγορουμένου, του δικηγόρου Γεράσιμου Ποταμιάνου, που εστάλη στην εισαγγελία εφετών Θεσσαλονίκης με τηλεομοιοτυπία και έχει το εξής περιεχόμενο: " ..." " Ως πληρεξούσιος δικηγόρος του A. M. του N. και της S., κάτοχος του υπ' αριθ. ... αλβανικού διαβατηρίου, που εξεδόθη στις 14.12.2004 από τις Αλβανικές Αρχές, δυνάμει της από 18.07.2011 σχετικής προς εμέ χορηγηθείσης εξουσιοδοτήσεως, με το γνήσιο της υπογραφής του ανωτέρω, ως κρατουμένου εις την κλειστή φυλακή Μαλανδρίνου, αδυνατώ να τον εκπροσωπήσω, κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του, ενώπιον Υμών, κατά τη δικάσιμο της 02.04.2012 και υπ' αύξ. αριθ. πιν. 4, και υποστηρίξω τούτον και την έφεσή του, κατά της υπ' αριθ. 21-22/15.04.2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Έδεσσας, δι' ης κατεδικάσθη δύο φορές σε ποινή ισόβιας κάθειρξης, για την πράξη της ληστείας κατά συναυτουργία, και με ιδιαίτερη σκληρότητα, καθώς και της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, και συνολική ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης επτά (7) ετών και τριών (3) μηνών, για την πράξη της δεύτερης ληστείας, κατά συναυτουργία, που επαυξήθηκε κατά τρεις (3) μήνες, από την ποινή φυλάκισης των οκτώ (8) μηνών, για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, κατά συναυτουργία, αντίστοιχα (δις ισόβια + 7 έτη + 3 μήνες), καθόσον συντρέχεις εις το πρόσωπό μου ανωτέρα βία, συνισταμένη εις την απρόβλεπτη ασθένειά μου, από αρτηριακή υπέρταση, που υπέστη στις 01.04.2012, δι'ο και ζητώ υφ' Υμών την αναβολή της ανωτέρω δίκης το συντομότερο δυνατόν". Μετά την ανάγνωση του αιτήματος αναβολής ο αυτοπροσώπως χωρίς συνήγορο παριστάμενος στο ακροατήριο κατηγορούμενος, δήλωσε στο δικαστήριο "θέλω να γίνει σήμερα η δίκη, άσχετα από το αίτημα που προβάλλει ο συνήγορός μου, δεν θέλω να αναβληθεί η δίκη, θέλω να μου διορίσει το δικαστήριο συνήγορο να με υπερασπισθεί". Το παραπάνω αίτημα αναβολής, λόγω μη συγκροτήσεως εισέτι του μικτού ορκωτού δικαστηρίου, απορρίφθηκε από το, εκ τακτικών δικαστών, δικαστήριο με την ακόλουθη αιτιολογία: "Σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 349 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ. "1. Το δικαστήριο μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει μόνο μία φορά την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μία μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. 2. Η αναβολή που χορηγείται με αίτημα διαδίκου για λόγο που αφορά αυτόν ή το συνήγορό του, δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες και διατάσσεται μόνο για σοβαρούς λόγους υγείας, οι οποίοι αποδεικνύονται με έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύματος ή λόγους ανώτερης βίας. Οι λόγοι αυτοί προσδιορίζονται στην απόφαση η οποία πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη".
Στην προκειμένη περίπτωση, με δήλωση-αίτημα αναβολής που υπεβλήθη με τηλεμοιοτυπία που εστάλη από 1-4-12 από το δικηγόρο Αθηνών Γ. Ποταμιάνο, η οποία και αναγνώστηκε, ο τελευταίος αιτείται, φερόμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος δυνάμει εξουσιοδοτήσεως από 18-7-11 του 1ου κατηγορουμένου A. M., όπως αναφέρει, την αναβολή της παρούσας δίκης, επικαλούμενος αδυναμία του να τον εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση της έφεσής του κατά τη δικάσιμο της 2-4-12, καθόσον συντρέχει στο πρόσωπό του ανωτέρα βία, συνισταμένη σε απρόβλεπτη ασθένειά του από αρτηριακή πίεση που υπέστη στις 1-4-12, χωρίς όμως ν' αποδεικνύει τη βασιμότητα, από σχετικό έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύματος ή με άλλο τρόπο, του επικαλούμενου λόγου ανωτέρας βίας, ώστε να μπορεί να δικαιολογηθεί αναβολή κατ' αρθρ. 349 Κ.Π.Δ., ερειδόμενη σε ανωτέρα βία ή σοβαρό λόγο υγείας του φερομένου ως άνω συνηγόρου υπεράσπισης του 1ου κατηγορουμένου, κατά την έννοια του προαναφερόμενου αρθρ. 349 Κ.Π.Δ., όπως προεκτέθηκε. Αντίθετα, ο 1ος κατηγορούμενος A. M., του οποίου ο ως άνω δικηγόρος φέρεται ως πληρεξούσιος, ερωτηθείς σχετικά με το εν λόγω αίτημα αναβολής της δίκης, δήλωσε ότι δεν θέλει ν' αναβληθεί η σημερινή δίκη, θέλει να γίνει σήμερα η δίκη ... θέλει να του διορίσει το δικαστήριο συνήγορο να τον υπερασπισθεί και ότι ο δικηγόρος Ποταμιάνος του είπε ότι σήμερα θα είναι παρών στο ακροατήριο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το περί αναβολής αίτημα του ως άνω φερομένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του 1ου κατηγορουμένου Γερ. Ποταμιάνου πρέπει ν' απορριφθεί". Με τις παραπάνω παραδοχές, το δικαστήριο αιτιολογεί ειδικά και εμπεριστατωμένα την απόρριψη του αιτήματος αναβολής για κώλυμα σοβαρού λόγου υγείας στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και δη ότι δεν αποδεικνύεται ο απαιτούμενος κατ' άρθρο 349 του ΚΠΔ για την αναβολή της δίκης και επικαλούμενος, σοβαρός λόγος υγείας του συνηγόρου από σχετικό έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύματος ή με άλλο τρόπο και περαιτέρω το δικαστήριο προχώρησε στη δίκη, μη προκύπτοντος από τα πρακτικά ότι είχε αποσταλεί στο δικαστήριο η επικαλούμενη με την αναίρεση σχετική από 30-3-2012 ιατρική βεβαίωση για να αναγνωσθεί και να συνεκτιμηθεί, η ιατρική βεβαίωση, η οποία δεν μνημονεύεται ούτε στο αποσταλέν στο δικαστήριο ως παραπάνω με τηλεομοιοτυπία γραπτό αίτημα αναβολής του ασθενήσαντος δικηγόρου. Περαιτέρω σύννομα στη συνέχεια η πρόεδρος του δικαστηρίου διόρισε αυτεπάγγελτα, κατ' άρθρο 340 του ΚΠΔ, συνήγορο στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και στο συγκατηγορούμενό του ως συναυτουργό των ιδίων πράξεων, K. L., τον ίδιο δικηγόρο Θεσσαλονίκης, τον Κωνσταντίνο Αμπατζά, αφού μάλιστα και οι δύο κατηγορούμενοι, ερωτηθέντες, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δήλωσαν ότι δεν υπάρχουν μεταξύ τους αντιτιθέμενα συμφέροντα και αποδέχονται το διορισμό του ίδιου συνηγόρου και για τους δύο. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' του ΚΠΔ λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται, ότι η πιο πάνω παρεμπίπτουσα απορριπτική απόφαση, στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 349 ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο λόγος αναιρέσεως, περί ακυρότητας της διαδικασίας, γιατί διορίστηκε δικηγόρος του αναιρεσείοντος αυτεπάγγελτα από τον οικείο πίνακα ο ίδιος συνήγορος Κωνσταντίνος Αμπατζάς, που είχε διορισθεί προηγουμένως και για τον συγκατηγορούµενό του K. L., που δεν είχε διορίσει ο ίδιος συνήγορο, αφού αυτό δεν είναι δικονομικά ανεπίτρεπτο, εάν κατά την κρίση του διευθύνοντος πρόκειται για την ίδια ή συναφή κατηγορία και δεν έχουν αντικρουόµενα συµφέροντα οι κατηγορούμενοι, ο δε αναιρεσείων δεν επικαλείται κάτι τέτοιο, αντίθετα κατά το διορισμό συνηγόρου δήλωσε ρητά τόσον αυτός, όσον και ο συγκατηγορούμενός του, ότι αποδέχονται το διορισμό του ίδιου συνηγόρου και δεν υπάρχουν μεταξύ τους αντιτιθέμενα συμφέροντα.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ.1 του ΠΚ, ορίζεται ότι, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, "αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικά μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Ο δόλος γενικά διαγιγνώσκεται από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου και αρκεί για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της άνω ανθρωποκτονίας και ενδεχόμενος δόλος. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση κατά τη έννοια της διατάξεως, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ.2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή, για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το ΜΟΕ Θεσσαλονίκης, που καταδίκασε σε δεύτερο βαθμό τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, για την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, ληστείας κατά συρροή και επικίνδυνης σωματικής βλάβης και του επέβαλε ποινή δίς ισόβιας κάθειρξης για μία ανθρωποκτονία με πρόθεση και για μία ληστεία με ιδιαίτερη σκληρότητα και επί πλέον κάθειρξης επτά ετών για άλλη ληστεία και φυλακίσεως οκτώ μηνών για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 130, 131, 132, 133, 134/2012 αποφάσεώς του, δέχθηκε, ότι μετά από συνεκτίμηση των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή αντιγραφή, πραγματικά περιστατικά, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα και το συγκατηγορούμενό του:
"Οι κατηγορούμενοι Αλβανοί υπήκοοι εισέρχονταν στην Ελλάδα, παρέμεναν σ' αυτή, εργάζονταν σε διάφορα μέρη και είχαν αναπτύξει μεταξύ τους φιλικές σχέσεις. Ο 1ος κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα είχε αναπτύξει έντονη εγκληματική δραστηριότητα, ιδίως διαπράττοντας κλοπές, είχε επανειλημμένα δακτυλοσκοπηθεί στο παρελθόν από τις αρμόδιες αρχές, δηλώνοντας σ' αυτές διάφορα στοιχεία ταυτότητας. Ο 2ος κατηγορούμενος K. L. είχε εισέλθει παράνομα στη χώρα, για το οποίο είχε συλληφθεί και δακτυλοσκοπηθεί από τις αρμόδιες αρχές κατ' επανάληψη στο παρελθόν και είχε και αυτός δηλώσει διάφορα στοιχεία ταυτότητας. Κατά τις νυκτερινές ώρες της 23/24-6-05, οι ανωτέρω ευρισκόμενοι στη Θεσσαλονίκη αποφάσισαν από κοινού να διαρρήξουν και εισέλθουν παράνομα σε κατοικίες, επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό παράνομο περιουσιακό όφελος με την αφαίρεση και ιδιοποίηση πραγμάτων που θα εύρισκαν σ' αυτές. Για το σκοπό αυτό άρχισαν να περιφέρονται στην περιοχή του Νοσοκομείου Λοιμωδών Θεσσαλονίκης, όπου στην οδό ... αρ. 47 βρισκόταν η μονοκατοικία, ιδιοκτησίας ..., ηλικίας 79 ετών, όπου και διέμενε μόνος. Αφού εντόπισαν την ως άνω οικία, αναρριχήθηκαν από την εξωτερική της πόρτα, εισήλθαν στον προαύλιο χώρο αυτής, όπου ο 2ος κατηγορούμενος βρήκε ένα σιδηροσωλήνα μήκους 86 εκ. και διαμέτρου 5,8 εκ., τον οποίο στη συνέχεια χρησιμοποίησαν ως μοχλό, ξήλωσαν μ' αυτόν τη σιδεριά που ήταν ενσωματωμένη στο πάνω μέρος της πόρτας της εισόδου της οικίας, διέρρηξαν το τζάμι της πόρτας και εισήλθαν εντός της οικίας, της οποίας έψαξαν το χώρο για ανεύρεση και αφαίρεση αντικειμένων (χρημάτων ή κοσμημάτων). Στη συνέχεια, ο 1ος κατηγορούμενος έχοντας στα χέρια του τον σιδηροσωλήνα έσπρωξε την πόρτα του κλειστού δωματίου στο οποίο κοιμόταν ένα ηλικιωμένο άτομο, ο ... και αφού εισήλθαν σ' αυτό, άρχισαν να ψάχνουν το δωμάτιο, τα συρτάρια για την ανεύρεση χρημάτων. Ο εν λόγω ..., αντελήφθη την παρουσία τους και προσπάθησε να σηκωθεί από το κρεβάτι του, όταν ο 1ος κατηγορούμενος A. M. που κρατούσε στα χέρια του το σιδηροσωλήνα, του κατάφερε με σφοδρότητα επανειλημμένα χτυπήματα στο κεφάλι του και στη συνέχεια πέταξε στο δάπεδο το σιδηροσωλήνα, ενώ ο άνω ηλικιωμένος έπεσε από το κρεβάτι στο πάτωμα αναίσθητος με κηλίδες αίματος γύρω του εξαιτίας των χτυπημάτων. Στη θέα αυτή, ο 1ος κατηγορούμενος με την κουβέρτα που υπήρχε στο κρεβάτι, σκέπασε το σώμα του θύματος και προσπάθησε να το κρύψει κάτω από αυτό, χωρίς όμως απόλυτη επιτυχία λόγω του βάρους τούτου. Στο μεταξύ ο 2ος κατηγορούμενος K. L. συνέχιζε να ψάχνει στο δωμάτιο για χρήματα, βρήκε ένα πορτοφόλι-τσαντάκι του θύματος και αφού αφαίρεσε από αυτό το ποσό των 190 €, εξήλθε πρώτος από την μονοκατοικία, πηδώντας από το παράθυρο του δωματίου που είχε πρόσοψη προς την οδό ..., ανοίγοντας προς τούτο από μέσα τα παντζούρια. Ο 1ος κατηγορούμενος τον ακολούθησε και έφυγαν γρήγορα από τον τόπο του εγκλήματος. Μετέβησαν στην οικία του 2ου κατηγορουμένου και μοίρασαν μεταξύ τους το ποσό το χρημάτων που αφαίρεσαν από το ως άνω θύμα. Το τελευταίο βρέθηκε νεκρό από το γείτονά του Σ. Λ. την επομένη ημέρα δηλ. στις 25-6-05, ο οποίος (γείτονας) γνωρίζοντας ότι ο ηλικιωμένος άνδρας που ήταν μοναχικός άνθρωπος βρισκόταν συνήθως τις πρωινές ώρες στον αυλόγυρο της οικίας του και ότι τα παράθυρα και τα παντζούρια της οικίας του είχε πάντα κλειστά, πλησίασε προς το ανοιχτό παράθυρο από το οποίο διέφυγαν οι κατηγορούμενοι και διαπίστωσε έντονη δυσοσμία να έρχεται από το εσωτερικό της μονοκατοικίας και ενημέρωσε αμέσως την αστυνομία. Διενεργήθηκε μετά ταύτα αστυνομική προανάκριση από την Υποδιεύθυνση Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής και Ιδιοκτησίας για την ανακάλυψη των δραστών και τη διακρίβωση των συνθηκών τέλεσης των εγκλημάτων κατά του προαναφερομένου θύματος. Προς τούτο έγινε αυτοψία στο εσωτερικό της οικίας της οδού ... 47, καταγράφηκαν οι συνθήκες διάρρηξης αυτής, τα ίχνη παραβίασης που εντοπίσθηκαν και τα πειστήρια που βρέθηκαν στον τόπο του εγκλήματος και ιδία τη θέση που βρέθηκαν το πτώμα του θύματος στο υπνοδωμάτιο της οικίας του (ύπτια θέση σκεπασμένο με κουβέρτα κάτω από το κρεβάτι), ύπαρξη κάτω από το κρεβάτι ενός μεταλλικού σωλήνα μήκους 86 εκ. και διαμέτρου 5,8 εκ. με ίχνη αίματος σ' αυτόν (βλ. και από 25-6-05 έκθεση αυτοψίας, έρευνας και κατάσχεσης). Σύμφωνα με την υπ' αρ. 1601/27-6-05 ιατροδικαστική εξέταση του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Α.Π.Θ., το πτώμα του θύματος Γ. Π. φέρει πολλαπλές κακώσεις κατά την κεφαλή, τα οστά του κρανίου φέρουν συντριπτικά κατάγματα του συνόλου των οστών, όπως μετωπιαίου, ρινικών, ζυγωματικών, κροταφικών, κάτω γνάθου, βάσεως κρανίου κ.λ.π. και ο θάνατος τούτου οφείλεται σε βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις συνεπεία εγκληματικής πράξης που επήλθε περί τις νυκτερινές ώρες της 23-6-05 (βλ. υπ' αρ. 1601/27-6-05 ιατροδικαστική εξέταση). Τα δακτυλικά αποτυπώματα που λήφθηκαν από το παράθυρο του δωματίου της κρεβατοκάμαρας του θύματος ταυτίζονται με το δεξιό ... και τη δεξιά παλάμη του 1ου κατηγορούμενου A. M. που είχε ήδη συλληφθεί από το Τμήμα Ασφαλείας Κοζάνης για άλλες αξιόποινες πράξεις και είχε μεταχθεί στη Διεύθυνση Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, όπου εξεταζόμενος από τους αρμόδιους προανακριτικούς υπαλλήλους ομολόγησε τη συμμετοχή του στις πράξεις της ληστείας και της ανθρωποκτονίας σε βάρος του θύματος Γ. Π. και κατονόμασε ως συνεργό του σ' αυτές τον 2° κατηγορούμενο K. L., ο οποίος είχε εισέλθει από την Αλβανία και παρέμενε παράνομα στην Ελλάδα, στερούμενος των απαιτούμενων ταξιδιωτικών εγγράφων και συλληφθείς στη συνέχεια, παραδέχθηκε την παρουσία του στο χώρο του εγκλήματος, τη συμμετοχή του στη διάρρηξη της οικίας του θύματος Γ. Π. και την αφαίρεση από τον ίδιο χρηματικού ποσού που βρέθηκε εντός αυτής. Οι κατηγορούμενοι υπέδειξαν τον τόπο τέλεσης του εγκλήματος, εκθέτοντας χαρακτηριστικές λεπτομέρειες γι' αυτό και του μέσου τέλεσης της ανθρωποκτονίας. Επίσης, οι ίδιοι ομολόγησαν ότι σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα κατά τις νυχτερινές ώρες της 4-10-05 με σιδερένια βέργα που προμηθεύτηκαν, διέρρηξαν το παράθυρο ισογείου διαμερίσματος οικοδομής της οδού ... αρ. 4Α, περιοχή ..., όπου διέμενε ο Αμερικανός υπήκοος S. R.-L., φοιτητής Θεολογίας στο Α.Π.Θ., εισήλθαν σ' αυτό προκειμένου ν' αφαιρέσουν κινητά πράγματα. Στο διαμέρισμα βρισκόταν και κοιμόταν ο ανωτέρω φοιτητής, τον οποίο, ενώ κοιμόταν, αλλά και όταν ξύπνησε, ο 1ος κατηγορούμενος με σιδερένια βέργα τον έπληξε με αλλεπάλληλα χτυπήματα στο κεφάλι και στην αυχενική του χώρα, αμφότεροι δε οι κατηγορούμενοι στη συνέχεια επιτέθηκαν εκ νέου εναντίον του και του επέφεραν αλλεπάλληλα πλήγματα με τη σιδερένια βέργα που κρατούσε ο 1ος κατηγορούμενος A. M., με τα χέρια τους και με μία καρέκλα, όταν ο παθών καταφέρνοντας να σηκωθεί από το κρεβάτι του, μετέβη στο σαλόνι του διαμερίσματός του, προσπαθώντας να προβάλλει αντίσταση, αλλά και όταν ο εν λόγω παθών, κατέφυγε στην κουζίνα του διαμερίσματός του, οι κατηγορούμενοι επιτέθηκαν ξανά στον παθόντα χτυπώντας τον με το ως άνω μεταλλικό αντικείμενο, με τα χέρια τους, αλλά και με καρέκλες που άρπαξαν και κατάφεραν εναντίον του (βλ. σχετ. και απολογίες των κατηγορουμένων στο ακροατήριο). Ο εν λόγω παθών κατόρθωσε τελικά να ξεφύγει, εξήλθε του διαμερίσματος και άρχισε να τρέχει, ενώ οι κατηγορούμενοι αποχώρησαν από το διαμέρισμα, αφού αφαίρεσαν απ' αυτό δύο (2) τσάντες που περιείχαν βιβλία που χρησιμοποιούσε ο παθών στο Πανεπιστήμιο και προσωπικές του σημειώσεις, εγκαταλείποντας τον τόπο του εγκλήματος. Ο εν λόγω παθών, αφού κάλεσε την αστυνομία, μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ", όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος από 4-10-05 έως 7-10-05 με διάγνωση "κάκωση κεφαλής και αυχένα, μικρό αποσπαστικό κάταγμα ακανθώδους απόφυσης Α7, κακώσεις ράχης και αριστερού αγκώνα" (βλ. σχετ. ενημερωτικό σημείωμα του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ"). Από τα παραπάνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού, συναποφάσισαν να προβούν σε παράνομη αφαίρεση κινητών πραγμάτων, χρησιμοποιώντας προς τούτο παράνομη βία για να εξουδετερώσουν την αντίσταση των θυμάτων τους διό λόγο και φρόντιζαν να έχουν εφοδιαστεί με σιδερένια αντικείμενα, πριν εισέλθουν στις άνω οικίες, τα οποία χρησιμοποίησαν, ο 1ος κατηγορούμενος A. M. και στις δύο περιπτώσεις εναντίον των προαναφερόμενων θυμάτων τους. Έτσι στην περίπτωση του θύματος ... με αλλεπάλληλα πλήγματα που του επέφερε στο κεφάλι ο 1ος κατηγορούμενος επήλθε ως μόνη ενεργή αιτία ο θάνατος τούτου. Ο 1ος κατηγορούμενος A. M. ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση αποφάσισε και εκτέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, ο τρόπος δε που ενήργησε για να κάμψει την αντίσταση του θύματος, το μέσο που χρησιμοποίησε εναντίον του (σιδερένιος σωλήνας), η ένταση και η σφοδρότητα των χτυπημάτων που επέφερε σε βάρος του ηλικιωμένου και ανήμπορου να αντιδράσει θύματος, το ευαίσθητο σημείο της κεφαλής που επέλεξε να πλήξει από κοντινή απόσταση, το είδος των τραυμάτων που προκάλεσε (βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις-συντριπτικά κατάγματα του συνόλου των οστών της κεφαλής που είχαν ως συνέπεια να μην αναγνωρίζεται το πρόσωπό του), συνηγορούν στον ανθρωποκτόνο δόλο του δράστη-1ου κατηγορουμένου A. M.. Η πράξη αυτή τελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον του θύματος, αφού ο τρόπος που ενήργησε σε βάρος τούτου (Γ. Π.) με την πρόκληση σ' αυτόν σίγουρα ισχυρών σωματικών πόνων από τα χτυπήματα που επέφερε κατά τα άνω, καταδεικνύει άνθρωπο επικίνδυνο, με έλλειψη ηθικών αναστολών και με απουσία συναισθημάτων. Περαιτέρω, από τη σειρά των γεγονότων, όπως έλαβαν χώρα και αναφέρθηκαν παραπάνω, τον τρόπο συμπεριφοράς των κατηγορουμένων κατά τη διάπραξη των προαναφερομένων αξιοποίνων πράξεων, τις οποίες ομολόγησαν και περιέγραψαν με λεπτομέρειες και ήδη απολογούμενοι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ομολογούν, επίσης, αναφέροντας συνάμα ιδία ο 1ος κατηγορούμενος ότι και τις δύο φορές είχαν πιει και ήταν εκτός ελέγχου τότε, από την ως άνω εξιστόρηση των γεγονότων και τον τρόπο συμπεριφοράς των κατηγορουμένων, σε όλα τα στάδια ανάπτυξης της επίμαχης εγκληματικής τους δραστηριότητας, την οποία ομολόγησαν και περιέγραψαν εκ των υστέρων με πολλές λεπτομέρειες, όσον αφορά τις πράξεις που τέλεσαν στις 23/24-6-05 (είσοδο στη μονοκατοικία με αναρρίχηση, διάρρηξη αυτής, πλήγματα στον ηλικιωμένο παθόντα μόλις αντιλήφθηκαν την παρουσία του, εξερεύνηση των χώρων για την ανεύρεση χρημάτων, απόκρυψη του πτώματος του θανόντος κάτω από το κρεβάτι, έξοδό τους από το παράθυρο της μονοκατοικίας κ.λ.π.), αλλά και εκείνες που τέλεσαν στις 4-10-05 (διάρρηξη του παραθύρου του παθόντος, είσοδο σ' αυτό, προσπάθεια εξουδετέρωσης τούτου με αλλεπάλληλα πλήγματα στο κεφάλι και στην αυχενική χώρα, αφαίρεση δύο τσαντών, απομάκρυνση από τον τόπο του συμβάντος), προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεών τους είχαν πλήρη συνείδηση των ενεργειών τους χωρίς να βρίσκονται ούτε σε πλήρη, αλλ' ούτε και σε μερική υπαίτια μέθη, η τελευταία άλλωστε και αν συνέτρεχε ως τέτοια δεν έχει κάποια έννομη επιρροή, αφού κατ' αρθρ. 36 παρ. 2 Π.Κ. η πράξη στην περίπτωση αυτή καταλογίζεται πλήρως στο δράστη (Ολ.ΑΠ 1198/90 Π.Χρ. 1990-1211, ΑΠ 5/97 Π.Χρ. ΜΖ-1030). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι στις 4-10-05 από κοινού προκάλεσαν με πρόθεση σε βάρος του παθόντος S. R.-L. σωματικές κακώσεις που φέρουν το χαρακτήρα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά συναυτουργία, καθόσον, λόγω των μέσων που χρησιμοποίησαν για την τέλεσή τους (γροθιές, καρέκλες, μεταλλική βέργα) και της επικέντρωσης των χτυπημάτων τους προς την περιοχή της κεφαλής και του αυχένα ήταν δυνατόν να προκαλέσουν στον άνω παθόντα βαριά σωματική βλάβη συνεπεία της οποίας αυτός θα εμποδίζονταν σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο 1ος κατηγορούμενος A. M. τέλεσε τις πράξεις: α) της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, β) της ληστείας κατά συναυτουργία, σε βάρος του ..., η οποία τελέσθηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα σε βάρος του θύματος, γ) της ληστείας κατά συναυτουργία σε βάρος του Αμερικανού φοιτητή S. R.-L. και δ) της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού σε βάρος του ιδίου Αμερικανού φοιτητή, ο δε 2ος κατηγορούμενος K. L. τέλεσε τις πράξεις: α) της απλής ληστείας κατά συναυτουργία σε βάρος του ..., β) της ληστείας κατά συναυτουργία σε βάρος του ανωτέρω Αμερικανού φοιτητή και γ) της από κοινού επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος του ιδίου παθόντος, όπως οι πράξεις αυτές ειδικότερα εκτίθενται στο διατακτικό της παρούσας, για τις οποίες και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το δικάσαν σε δεύτερο βαθμό ΜΟΕ Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 130, 131, 132, 133, 134/2012 απόφασή του, την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, της ληστείας κατά συρροή και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ 1 και 299 παρ.1, 308 παρ.1 α, 309, 380 παρ. 1, 2β του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις και το σχετικό δεύτερο λόγο αναιρέσεως του αναιρεσείοντος, στο εν λόγω αιτιολογικό: α) αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, τελεσθείσα σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, β) από το σύνολο των παραδοχών του αιτιολογικού σαφώς συνάγεται ότι ο αναιρεσείων είχε προμελετημένο δόλο, που κατέτεινε στη θανάτωση του θύματος και ενήργησε με πλήρη συνείδηση της πράξεως, αιτιολογώντας το δικαστήριο επαρκώς ότι κατά το χρόνο τέλεσης ο κατηγορούμενος δεν βρισκόταν σε πλήρη ή μερική υπαίτια μέθη. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αφορούν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας και είναι επομένως απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 299 του ΠΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, και η κρινόμενη δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αρ. εκθ. 31/11-4-2012 αίτηση του A. M. του N., περί αναιρέσεως της με αρ. 130, 131, 132, 133, 134/2012 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και.
Απορρίπτει την με αρ. εκθ. 2/5-6-2012 αίτηση του A. M. του N., περί αναιρέσεως της με αρ. 130, 131, 132, 133, 134/2012 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία με πρόθεση, ληστεία και επικίνδυνη σωματική βλάβη. 1. Η πρώτη έκθεση αναιρέσεως, η οποία δεν περιέχει ορισμένο λόγο αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι είναι παντελώς αόριστος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, διότι δεν προσδιορίζεται με την αναίρεση αυτή σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποίες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως. 2. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
|
Σωματική βλάβη επικίνδυνη
|
Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Ληστεία, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 493/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικολάου Κλησιάρη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 224/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γρεβενών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γρεβενών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαΐου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 734/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο Ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις" τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) ..., β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18) και γ) ...". Κατά την παρ.1 του άρθρου 18 του ν. 2523/1997, ως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 16 παρ.1 του ν. 3888/2010 και εν συνεχεία με το άρθρο 2 του ν. 3943/2011, αδίκημα μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών διαπράττει ο φορολογούμενος ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τους άνω φόρους, τέλη ή εισφορές ή συμψήφισε ή εξαπατώντας τη φορολογική αρχή, έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α., τιμωρούμενος: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή επιστράφηκε ή δεν αποδόθηκε, υπερβαίνει σε ετήσια βάση το ποσό του ενός εκατομμυρίου δραχμών (ήδη 3.000 ευρώ), β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση από το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ μέχρι το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ. Περαιτέρω, η, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Όσον αφορά το δόλο που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ.1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει από αυτή, όταν μάλιστα ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, είτε αμέσου είτε ως ενδεχομένου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 17 παρ.1 και 18 του Ν. 2523/1997, για τα οποία η περί τούτου (δόλου) κρίση περιέχεται στην παραδοχή της υποβολής ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος ή ΦΠΑ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι, προκειμένου περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω Ν. 2523/1997), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης. Η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή, σε περίπτωση άσκησής της, απαράδεκτη. Η δε παραγραφή των αδικημάτων αυτών αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της (Ολ.ΑΠ 2/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης, υπ' αριθμ. 224/2011 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γρεβενών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα: "αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη της παράβασης του άρθρου 18 Ν. 2523/1997 η οποία του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Ειδικότερα αποδείχθηκε "ότι ο κατηγορούμενος με πρόθεση στα ... κατά το 1ο, 2ο και 4ο δίμηνο του έτους 2001, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου αδικήματος δεν απέδωσε στο δημόσιο ΦΠΑ ανερχόμενο σε ετήσια βάση στο ποσό των άνω 3.000 ευρώ και δη υπό την ιδιότητα του επιχειρηματία - εμπόρου ξυλείας, με έδρα την οδό Μ... άρθ. 94 στην πόλη των ... προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του ΦΠΑ δεν απέδωσε αυτόν ανερχόμενο σε ετήσια βάση στο ποσό των 6.162 ευρώ, ο δε προσδιορισμός του έγινε δυνάμει των υπ' αριθμ. 14, 15, 16/2006 πράξεων προσδιορισμού ΦΠΑ και η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής εγένετο την 30-3-2007. Όσο δε αφορά τον προβληθέντα από τον κατηγορούμενο αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής του άνω αδικήματος η προσβαλλόμενη τον απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία: Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ 10 του ν. 2523/1997 η παραγραφή των αδικημάτων του νόμου αυτού αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση της, στην προκειμένη δε περίπτωση η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής έγινε στις 30-3-2007 και συνεπώς η πράξη της μη απόδοσης ΦΠΑ, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος και η οποία τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός (1) έτους ήτοι σε βαθμό πλημμελήματος, δεν έχει εισέτι υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 111 παρ 3 του ΠΚ και απορριπτέος κρίνεται ο περί παραγραφής αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου (ΑΠ 610/2010 τμ. Ζ'). Ακολούθως, το ως άνω Δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιοποίνου πράξεως της ανακριβούς απόδοσης στο δημόσιο ΦΠΑ και του επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους την οποία μετέτρεψε προς 10 ευρώ ημερησίως.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18, 26, 27 ΠΚ και 18, 20 και 21 του Ν 2523/1997 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση.
Επίσης ως προς τον αυτοτελή ισχυρισμό της παραγραφής ορθώς εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις και αιτιολογημένα τον απέρριψε αφού η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής έγινε στις 30-3-2007 η δε επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έγινε στις 15-1-2009, δηλαδή πριν την παρέλευση πενταετίας από της 30-3-2007 για το διωκόμενο πλημμέλημα του άρθρου 18 του Ν. 2523/1997.
Συνεπώς ο προβαλλόμενος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, όπως εκτιμάται από το δικαστήριο, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Μαΐου 2011 αίτηση του Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 224/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γρεβενών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα ,που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση του άρθρου 18 ν. 2523/1997. Αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση: α) με τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία, β) με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί παραγραφής του αδικήματος. Η παραγραφή του αδικήματος του άρθρου 18 Ν. 2523/1997 προβλέπεται στο άρθρο 21 παρ 10 Ν. 2523/1997. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 492/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κλησιάρη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 225/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γρεβενών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γρεβενών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαΐου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 735/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο Ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις" τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) ..., β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18) και γ) ...". Κατά την παρ.1 του άρθρου 18 του ν. 2523/1997, ως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 16 παρ.1 του ν. 3888/2010 και εν συνεχεία με το άρθρο 2 του ν. 3943/2011, αδίκημα μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών διαπράττει ο φορολογούμενος ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τους άνω φόρους, τέλη ή εισφορές ή συμψήφισε ή εξαπατώντας τη φορολογική αρχή, έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α., τιμωρούμενος: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή επιστράφηκε ή δεν αποδόθηκε, υπερβαίνει σε ετήσια βάση το ποσό του ενός εκατομμυρίου δραχμών (ήδη 3.000 ευρώ), β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση από το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ μέχρι το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ. Περαιτέρω, η, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Όσον αφορά το δόλο που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ.1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει από αυτή, όταν μάλιστα ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, είτε αμέσου είτε ως ενδεχομένου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 17 παρ.1 και 18 του Ν. 2523/1997, για τα οποία η περί τούτου (δόλου) κρίση περιέχεται στην παραδοχή της υποβολής ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος ή ΦΠΑ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι, προκειμένου περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω Ν. 2523/1997), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης. Η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή, σε περίπτωση άσκησής της, απαράδεκτη. Η δε παραγραφή των αδικημάτων αυτών αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της (Ολ.ΑΠ 2/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης, υπ' αριθμ. 225/2011 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γρεβενών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα: "αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη της παράβασης του άρθρου 18 Ν. 2523/1997 η οποία του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στα ... το δεύτερο δίμηνο του έτους 2000, με πρόθεση προέβη σε ανακριβή απόδοση ΦΠΑ προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή και υπό την ιδιότητα του επιχειρηματία - εμπόρου ξυλείας, με έδρα την οδό ... άρθ. 94, εμφάνισε στους αρμόδιους υπαλλήλους της ΔΟΥ Γρεβενών πιστωτικό, υπόλοιπο 596.356 δρχ., ενώ προέκυψε χρεωστικό ποσό για καταβολή 1.849,631 δρχ. καθόσον από μη νόμιμη ενέργειά του (πλαστά Δ.Α) δεν συμπεριέλαβε στις εκροές ποσό 13.588.820 δρχ. πλέον ΦΠΑ με συντελεστή 18% ήτοι 2.445.987 δρχ., και με την ανακριβή αυτή δήλωση, δεν αποδόθηκε ΦΠΑ ποσού 5.428,11 ευρώ σε οριστικοποιημένη φορολογική εγγραφή που έγινε στις 30-4-2007. Όσο δε αφορά τον προβληθέντα από τον κατηγορούμενο αυτοτελή ισχυρισμό περί παραγραφής του άνω αδικήματος η προσβαλλόμενη τον απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία: Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ 10 του ν. 2523/1997 η παραγραφή των αδικημάτων του νόμου αυτού αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση της και στην προκειμένη δε περίπτωση η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής έγινε στις 30-3-2007 και συνεπώς η πράξη της μη απόδοσης ΦΠΑ, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος και η οποία τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός (1) έτους, ήτοι σε βαθμό πλημμελήματος, δεν έχει εισέτι υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 111 παρ 3 του ΠΚ και απορριπτέος κρίνεται ο περί παραγραφής αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου (ΑΠ 610/2010 τμ.Ζ). Ακολούθως, το ως άνω Δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιοποίνου πράξεως της ανακριβούς απόδοσης στο δημόσιο ΦΠΑ και του επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους την οποία μετέτρεψε προς 10 ευρώ ημερησίως.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18, 26, 27 ΠΚ και 18, 20 και 21 του Ν 2523/1997 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση.
Επίσης ως προς τον αυτοτελή ισχυρισμό της παραγραφής ορθώς εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις και αιτιολογημένα τον απέρριψε αφού η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής έγινε στις 30-3-2007 η δε επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έγινε στις 15-12009, δηλαδή πριν την παρέλευση πενταετίας από της 30-3-2007 για το διωκόμενο πλημμέλημα του άρθρου 18 του Ν. 2523/1997.
Συνεπώς ο προβαλλόμενος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, όπως εκτιμάται από το δικαστήριο, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Μαΐου 2011 αίτηση του Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 225/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γρεβενών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση του άρθρου 18 ν. 2523/1997. Αναίρεση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση α) με τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία β) με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί παραγραφής του αδικήματος. Η παραγραφή του αδικήματος του άρθρου 18 Ν. 2523/1997 προβλέπεται στο άρθρο 21 παρ 10 Ν. 2523/1997. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο.
| 0
|
Αριθμός 492/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Π. συζ. Κ., το γένος Π. Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ελπίδα-Μαρία Μπουρανάκου.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Δ. συζ. Θ., το γένος Β. Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Μπαμπά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/2/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 293/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 6272/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/7/2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 22/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, με την οποία ορίζεται, ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία με διάνοια κυρίου, συνάγεται, ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό και το πνευματικό, περί της συνδρομής των οποίων κρίνει το δικαστήριο με βάση τις εμφανείς υλικές πράξεις επί του πράγματος, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση εξουσίας αυτού με διάνοια κυρίου. Ως πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίσκεψη, η επίβλεψη και εποπτεία τούτου και των ορίων του από τυχόν καταπατήσεις, ο καθαρισμός αυτού, ως και οι καταμετρήσεις και η σύνταξη διαγραμμάτων. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 984 εδ.α' ΑΚ, η νομή προσβάλλεται είτε με διάταξη, είτε με αποβολή του νομέα, εφόσον αυτές γίνονται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 987 ΑΚ, ο νομέας που αποβλήθηκε παράνομα από τη νομή του έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοσή της απ' αυτόν που νέμεται επιζήμια απέναντί του. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αποβολή από τη νομή αποτελεί προσβολή της νομής από την οποία ο νομέας μπορεί να προστατευθεί με την προβλεπόμενη από το ανωτέρω άρθρο 987 ΑΚ αγωγή, όταν είναι παράνομη και γίνεται χωρίς τη θέληση του νομέα (ΑΠ 1801/2009 ΕλλΔνη 52.14 ). Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθμ…/1942 προικοσυμβολαίου..., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πατέρας της ενάγουσας Π. Κ. Γ., έλαβε ως προίκα από τη Δ. χήρα Δ. Κ., ενόψει του γάμου του με τη θυγατέρα της Κ. Κ., κατά τα αναφερόμενα στο εν λόγω συμβόλαιο, για χαμώγειο οικία εκ δύο κουφωμάτων, εντός της οποίας υπήρχε εγκατάσταση βυρσοδεψείου, όσης εκτάσεως και εάν είναι αυτή, μετά του οικοπέδου της, που βρίσκεται στη …, στη θέση … ή .... Επίσης, με το υπ' αριθμ…/1952 συμβόλαιο....., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ίδιος αγόρασε από τον Α. Κ. Τ., το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου που βρίσκεται προς βορράν του ως άνω ακινήτου του, εκτάσεως 250 τ.μ. περίπου .... Περί το έτος 1956, κατόπιν άτυπης πώλησης, έλαβε στη νομή του και το υπόλοιπο 1/2 του ως άνω ακινήτου. Με τις υπ' αριθμ. 305/1977, 220/1979, 107/1980, 122/1982 και 281/1987 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών διατάχθηκε η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί των ως άνω ακινήτων, για την εξασφάλιση απαιτήσεων της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" κατά του Π. Γ.. Στις εν λόγω αποφάσεις αναφέρεται ότι διατάσσεται η εγγραφή προσημείωσης: 1) επί ενός ακινήτου που βρίσκεται στη θέση … ή …της περιφέρειας …, εντός του οποίου υπάρχουν εγκαταστάσεις βυρσοδεψείου συγκεκριμένου: Ι) εξ ενός οικοπέδου εκτάσεως 1.000 περίπου τ.μ. και
ΙΙ) εκ των επί του ανωτέρω οικοπέδου υφισταμένων κτισμάτων, που είναι τα εξής: α) δύο διώροφες αποθήκες και β) μία ισόγεια αποθήκη, που χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση δερμάτων και 2) επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου κειμένου στην ίδια θέση, εκτάσεως 250 τμ. Η έκταση του ως άνω προικώου ακινήτου αναφέρεται το πρώτον στις ως άνω αποφάσεις, ενώ μέχρι τότε δεν προσδιορίζονταν σε κανένα έγγραφο. Στις 3-9-1990 ο Π. Γ. απεβίωσε. Με την υπ' αριθμ…/1990 δημόσια διαθήκη του .... άφησε στην ενάγουσα, μεταξύ των άλλων και "ένα οικόπεδο στη θέση … του Δήμου … εκτάσεως περίπου επτακοσίων (700) τετραγωνικών μέτρων, που μέσα υπάρχουν παλιά κτίσματα που χρησιμοποιούνται σαν αποθήκες, γνωστών σ' αυτήν ορίων". Με την …/1996 πράξη αποδοχής κληρονομίας της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, η ενάγουσα αποδέχθηκε την κληρονομία του πατέρα της και το ως άνω ακίνητο, στην εν λόγω πράξη αναφέρεται ότι έχει έκταση 1.120,50 τ.μ., δηλαδή 420,50 τ.μ. περισσότερα από αυτά που αναφέρονται στη διαθήκη .......... Η ιδιοκτησία του κληρονομουμένου Π. Γ. δεν αποτυπώθηκε σε τοπογραφικό διάγραμμα μέχρι του θανάτου του. Η ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει το από 27-8-1993 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα - μηχανικού Ι. Σ., το οποίο κατά τους ισχυρισμούς της συντάχθηκε ενόψει της αποδοχής της κληρονομίας. Στο εν λόγω τοπογραφικό απεικονίζεται οικόπεδο έκτασης 1126,40 τμ, δηλαδή 5,90 τμ μεγαλύτερης από αυτή που αναφέρεται στην αποδοχή κληρονομιάς... Περαιτέρω, όσον αφορά τους τίτλους της εναγομένης, δυνάμει του υπ' αριθμ…/1880 παραχωρητηρίου του Ελληνικού Δημοσίου, παραχωρήθηκαν στον παππού της Π. Δ. δύο συνεχόμενα αγροτεμάχια που βρίσκονται στο Δήμο …, στη θέση …, εκτάσεως, κατά τα αναφερόμενα στο εν λόγω παραχωρητήριο, 500 τ.μ. του πρώτου και 1500 τ.μ. του δευτέρου και συνολικής δύο βασιλικών στρεμμάτων. Ο Π. Δ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1926, με την υπ' αριθμ. …/1926 δημόσια διαθήκη του, .........άφησε όλη την ακίνητη περιουσία του, άρα και το ανωτέρω ενιαίο ακίνητο, στο γιο του Β. Δ., πατέρα της εναγομένης. Ο τελευταίος προέβη στην κατάτμηση του ενιαίου ακινήτου του, με το από 8-1-1976 τοπογραφικό διάγραμμα ...... σε οκτώ οικόπεδα και με το …/1976 συμβόλαιο ...... πώλησε στους Ε. και Π. Β. το υπ' αριθμ. 1 οικόπεδο, εκτάσεως 322,55 τ.μ. Στο ως άνω τοπογραφικό, που προσαρτήθηκε στο συμβόλαιο αυτό, το υπ' αριθμ. 8 οικόπεδο, επιφάνειας 127,50 τ.μ., που βρίσκεται στο νότιο άκρο του μείζονος ακινήτου, απεικονίζεται να εισέρχεται εντός της ιδιοκτησίας … και να συνορεύει βόρεια με το υπ' αριθμ. 7 οικόπεδο του ιδίου διαγράμματος, νότια και δυτικά με ιδιοκτησία Γ. και ανατολικά με ιδιοκτησία Χ. Κ.. Επίσης, τμήμα της ιδιοκτησίας του που απέμεινε μετά την πώληση, επιφάνειας 183,70 τ.μ. είναι ρυμοτομούμενο. Ο Β. Δ. απεβίωσε στις 24-4-1978 και το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στην εναγομένη, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο του. Η τελευταία με την …/1982 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θηβών Ευαγγελίας Καραμαγκιώλη, αποδέχθηκε την κληρονομία του πατέρα της και το εν λόγω οικόπεδο αναφέρει ότι έχει έκταση 2.400,50 τ.μ., δηλαδή 400,50 τ.μ. περισσότερα από αυτά που περιήλθαν στον πατέρα της ...... Επίδικα είναι τα κατωτέρω δύο συνεχόμενα εδαφικά τμήματα, τα οποία, είναι επικλινή και, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας αποτελούν τμήματα του ως άνω μείζονος ακινήτου της των 1.120,50 τ.μ, ήτοι: α) τμήμα από το εντός σχεδίου τεμάχιο του, επιφάνειας 44,85 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια επί πλευράς 6,51 μ. με ιδιοκτησία της εναγομένης, νότια, επί πλευράς 6,32 μ. με υπόλοιπη ιδιοκτησία της, ανατολικά, επί πλευράς 6,79 μ. με τμήμα του ακινήτου της που επίσης κατέλαβε η εναγομένη και δυτικά με το εντός σχεδίου υπόλοιπο ακίνητο της και β) τμήμα από το εκτός σχεδίου τεμάχιο του, επιφάνειας 118,61 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια επί πλευράς 20,10 μ. με ιδιοκτησία της εναγομένης, νότια, επί πλευράς 17,40 μ. με υπόλοιπη εκτός σχεδίου ιδιοκτησία της, ανατολικά, επί τεθλασμένης πλευράς 2,80 +3,60 μ. με ρέμα …και δυτικά, επί πλευράς 6,79 μ. με το υπό στοιχ. α ως άνω τμήμα της ιδιοκτησίας της, αξίας, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, του πρώτου 31.395 ευρώ και του δευτέρου 59.305 ευρώ και συνολικής 90.700 ευρώ, ενώ κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης τμήμα αυτών αποτελεί τμήμα του μείζονος ακινήτου της και το υπόλοιπο δεν το κατέχει. Ανεξαρτήτως της μεγαλύτερης έκτασης που εμφανίζονται να έχουν τα ακίνητα των διαδίκων από αυτήν που αναφέρεται στον τίτλο της ενάγουσας και στους τίτλους της εναγομένης και των δικαιοπαρόχων της, κρίσιμο ζήτημα στην προκείμενη περίπτωση είναι ποιος ασκούσε νομή επί των επιδίκων τμημάτων και εάν η εναγομένη απέβαλε από αυτά την ενάγουσα. Κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας νομή επ' αυτών, ως τμημάτων του μείζονος ακινήτου του, ασκούσε ο πατέρας της και συγκεκριμένα μέχρι το έτος 1965 λειτουργούσε εντός αυτού βυρσοδεψείο, μέχρι το έτος 1975 το χρησιμοποιούσε ως στεγνωτήριο δερμάτων και μέχρι του θανάτου του το χρησιμοποιούσε για την αποθήκευση δερμάτων, έκτοτε δε ασκούσε η ίδια, η οποία το επισκέπτονταν και το επέβλεπε, προέβαινε στον καθαρισμό του, στην αποκομιδή των απορριμμάτων, το χρησιμοποιούσε για την αποθήκευση εργαλείων, λιπασμάτων και δενδροκομικών μηχανημάτων, προέβη στη σύνταξη τοπογραφικών και πλήρωνε τους φόρους, τα δημοτικά τέλη και τους λογαριασμούς ύδρευσης και ηλεκτροδότησης του. Αντίθετα, κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης, νομή επί του τμήματος των επιδίκων που κατέχει, ως τμήματος του μείζονος ακινήτου της, ασκούσε ο πατέρας της μέχρι το έτος 1978 που απεβίωσε, έκτοτε δε η ίδια, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του. Η ιδιοκτησία της ενάγουσας αποτυπώνεται στο από Απριλίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα -μηχανικού Λ. Λ. ως αποτελούμενη από τρία τμήματα, ένα εντός σχεδίου πόλης, επιφάνειας 508,70 τ.μ. ένα εκτός σχεδίου πόλης, επιφάνειας 555,52 τ.μ. και ένα ρυμοτομούμενο, επιφάνειας 69,98 τμ, αναφέρεται δε σ' αυτό ότι τα όρια του τα υπέδειξε η ενάγουσα. Τα επίδικα τμήματα αποτυπώνονται στο από Ιουνίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Μ. Μ., που συντάχθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας, κείνται στο βορειοανατολικό τμήμα της υπόλοιπης μη αμφισβητούμενης ιδιοκτησίας της, είναι συνεχόμενα και το πρώτο, επιφάνειας 44,85 τ.μ. βρίσκεται εντός σχεδίου πόλης, ενώ το υπόλοιπο των 118,61 τ.μ. βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης. Επίσης αυτά αποτυπώνονται και στο από Απριλίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Λ. Ζ., αλλά σε τρία τμήματα, ήτοι στο Ε-1, επιφάνειας 50,60 τ.μ., που βρίσκεται εντός σχεδίου πόλης, στο Ε-2, επιφάνειας 60,70 τ.μ., που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης, τα οποία απεικονίζονται εντός της περίφραξης του ακινήτου της εναγομένης και το Ε-4, επιφάνειας 53,10 τ.μ., το οποίο βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης και απεικονίζεται εκτός της ως άνω περίφραξης. Περί τα τέλη Οκτωβρίου 2005 η εναγομένη εναπέθεσε κλαδιά εντός της μη αμφισβητούμενης ιδιοκτησίας της ενάγουσας και συγκεκριμένα πίσω από την οικοδομή από μπετόν και ανάμεσα σ' αυτή και σε ένα γκρεμισμένο μικρό κτίσμα. Κατόπιν διαμαρτυριών της ενάγουσας τα ανέλαβε και τα εναπέθεσε σε τμήμα του επιδίκου. Τα ακίνητα των διαδίκων μέχρι το Μάϊο του έτους 2006 δεν ήταν περιφραγμένα και δεν υπήρχαν εμφανή όρια στο κοινό όριό τους. Μάλιστα ο σύζυγος της ενάγουσας, επειδή αυτή προτίθετο να το πωλήσει, ήλθε κατ' επανάληψη σε επαφή με την εναγομένη και με το σύζυγό της, προκειμένου να καθοριστεί επακριβώς το όριο των ακινήτων τους. Κατά τις επαφές τους αυτές έλαβε μέρος και ο πρώτος εξάδελφος της ενάγουσας Κ. Γ., ο οποίος σημειωτέον δεν εξετάστηκε ως μάρτυρας κατά τις δίκες που επακολούθησαν. Τοποθέτησαν πασσάλους και ο σύζυγος της ενάγουσας ανέθεσε στο μηχανικό Σ. τη σύνταξη τοπογραφικού. Το εν λόγω τοπογραφικό, που συντάχθηκε με την παρουσία και του συζύγου της εναγομένης, ο μάρτυρας της ενάγουσας και σύζυγος της καταθέτει ότι το έσκισε, διότι δεν το υπέγραψε ο σύζυγος της εναγομένης. Το Μάϊο του έτους 2006 η εναγομένη προέβη στην ισοπέδωση του ακινήτου της και των επιδίκων τμημάτων, πλην ενός τμήματος 53,10 τ.μ. που βρίσκεται προς ανατολάς και απεικονίζεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Λ. Ζ. με τα στοιχ. Ε-4. Η ενάγουσα άσκησε εναντίον της εναγομένης την από 15-6-2006 αίτηση της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θηβών, το οποίο, με την η υπ' αριθμ. 137/2006 απόφαση την απέρριψε, με την αιτιολογία ότι δεν πιθανολογήθηκε επείγουσα περίπτωση. Κατόπιν εφέσεως της ενάγουσας, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών με την υπ' αριθμ. 4/2007 απόφαση του εξαφάνισε την ως άνω απόφαση, δέχθηκε την αίτηση και αναγνώρισε την ενάγουσα προσωρινά νομέα των επιδίκων τμημάτων. Η εναγομένη, μετά την ως άνω ισοπέδωση, προέβη στην περίφραξη του οικοπέδου της με τσιμεντένιο τοιχίο, επί του οποίου τοποθέτησε συρματόπλεγμα και περιέλαβε εντός της περίφραξης τα επίδικα τμήματα, πλην του ανωτέρω υπό στοιχ. Ε-4 τμήματος των 53,10 τ.μ...... Περαιτέρω, αναφορικά με την υπόλοιπη επίδικη έκταση, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα και ο δικαιοπάροχός της άσκησαν και επ' αυτής τις ως άνω πράξεις νομής, και ότι η εναγομένη την απέβαλε παράνομα περί το τέλος Μαΐου του έτους 2006..... Οι περί τούτου αόριστες και αντιφατικές ένορκες καταθέσεις του μάρτυρά της και συζύγου της Κ. Π. ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και του Ειρηνοδικείου Θηβών, καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της, από τους οποίους οι Γ. Β. και ο Α. Γ. δεν κατοικούν στην περιοχή και δεν έχουν άμεση αντίληψη των γεγονότων η πρώτη από το έτος 1962 και μετά και ο δεύτερος μετά το έτος 1969, δεν κρίνονται πειστικές. Ο ίδιος ο μάρτυράς της και σύζυγός της εξεταζόμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου καταθέτει ότι το νέμονταν ο πατέρας της ενάγουσας, ότι έπεφταν τα λύματα του βυρσοδεψείου σ' αυτό, ότι μετά το θάνατο του πατέρα της το νέμονταν η ενάγουσα και ότι δεν το καλλιεργούσε ο πατέρας της εναγομένης, ενώ εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θηβών καταθέτει ότι το καλλιεργούσε ο πατέρας της εναγομένης κατόπιν συμφωνίας με τον πατέρα της ενάγουσας, αλλά και ότι στο διεκδικούμενο δεν ασκούσαν πράξεις νομής, αλλά περνούσε από αυτό και έδειχνε το προς πώληση ακίνητο στους υποψήφιους αγοραστές. Σχετικά δε με το τμήμα, στο οποίο έπεφταν τα λύματα του βυρσοδεψείου, ο ίδιος μάρτυρας καταθέτει ότι μεταξύ του κτίσματος όπου λειτουργούσε το βυρσοδεψείο και μέχρι το επίδικο μεσολαβεί ενδιάμεσος χώρος που παραμένει στην ιδιοκτησία της ενάγουσας, άρα το επίδικο δεν εφάπτονταν του κτίσματος, ώστε αναγκαστικά τα λύματα να πέφτουν εντός αυτού. Ο ίδιος, για το γεγονός ότι στη διαθήκη του ο πατέρας της ενάγουσας προσδιορίζει την έκταση του ακινήτου που της αφήνει σε 700 τ.μ. καταθέτει ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι ο διαθέτης τους είχε πει ότι θα της άφηνε μόνο το τμήμα που βρίσκονταν εντός σχεδίου και ότι το υπόλοιπο η σύζυγός του το κατέλαβε γιατί έμεινε αδέσποτο. Η δικαιολογία αυτή δεν κρίνεται πειστική .....Αλλά και η δικαιολογία του ότι έσκισε το τοπογραφικό που συνέταξε ο μηχανικός Σ. διότι δεν το υπέγραψε ο σύζυγος της εναγομένης δεν κρίνεται πειστική, ενόψει του λόγου για τον οποίον είχε συνταχθεί αυτό, θα μπορούσε δε, εάν πράγματι το όριο είχε προσδιοριστεί στο σημείο που το τοποθετεί η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της, να αποτελέσει σημαντικό αποδεικτικό μέσο των ισχυρισμών της. Επίσης, ενώ η ενάγουσα ισχυρίζεται με την αγωγή της ότι η εναγομένη κατά την ισοπέδωση του επιδίκου γκρέμισε και μία αποθήκη που υπήρχε εντός αυτού, ο ίδιος ως άνω μάρτυράς της καταθέτει ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι το δωματιάκι που κατεδάφισε η εναγομένη δεν ήταν εντός του επιδίκου. Αντίθετα, οι μάρτυρες της εναγομένης καταθέτουν ο σύζυγός της Θ. Δ. ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και του Ειρηνοδικείου και οι λοιποί βεβαιώνουν ενόρκως ..... ότι το επίδικο, μαζί με το υπόλοιπο ακίνητό του, το καλλιεργούσε ο πατέρας της εναγομένης με κηπευτικά, ότι στη συνέχεια η εναγομένη ειδικώς στην επίδικη έκταση που βρίσκεται εντός της περίφραξής της είχε τοποθετήσει τροχόσπιτο, το σπίτι του σκύλου της και λάστιχα ποτίσματος και ότι τα κλαδιά που αρχικά η εναγομένη είχε τοποθετήσει το έτος 2005 στο ακίνητο της ενάγουσας, μετά τη διαμαρτυρία της τα μετέφερε εντός του ανωτέρω τμήματος του επιδίκου, που στη συνέχεια το περιέλαβε εντός της περίφραξης. Οι εν λόγω καταθέσεις τους και ένορκες βεβαιώσεις τους κρίνονται πειστικές, διότι είναι σαφείς για τις συγκεκριμένες πράξεις που η εναγομένη και ο πατέρας της ασκούσαν επί του επιδίκου, κατοικούν στην περιοχή και έχουν άμεση αντίληψη όσων καταθέτουν, συμπορεύονται με το από 8-1-1976 τοπογραφικό του Δ. Κ., που συντάχθηκε σε ανύποπτο χρόνο και εμφανίζει τμήμα της ιδιοκτησίας του πατέρα της εναγομένης να εισχωρεί εντός της ιδιοκτησίας του πατέρα της ενάγουσας και να συνορεύει δυτικά με αυτό, όπως και το επίδικο που κατέχει η εναγομένη, από αυτούς δε ο Γ. Σ. είχε κλαδέψει τις μουριές της εναγομένης και είχε τοποθετήσει τα κλαδιά αρχικά εντός της ιδιοκτησίας της ενάγουσας και μετά τη διαμαρτυρία της τα μετέφερε εντός του επιδίκου που κατέχει η εναγομένη. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από τις φωτογραφίες που προσκομίζει η ενάγουσα, στις οποίες το επίδικο απεικονίζεται να έχει την ίδια βλάστηση (άγρια φυτά) με την υπόλοιπη μη αμφισβητούμενη ιδιοκτησία της, η οποία δικαιολογείται αφού αυτό δεν καλλιεργούνταν από την εναγομένη, ούτε από το επικλινές του εδάφους του επιδίκου, που δεν αποκλείει να είναι συνεχόμενο της ιδιοκτησίας της εναγομένης, ούτε από το γεγονός ότι ο σύζυγος της εναγομένης ζήτησε από το σύζυγο της ενάγουσας να αγοράσει τμήμα της ιδιοκτησίας της, επιφάνειας 100 τ.μ. από το εντός σχεδίου πόλης, όπως ο τελευταίος καταθέτει, χωρίς να προσδιορίζει την ακριβή θέση του και τα όρια του, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της επίδικης έκτασης που κατέχει η εναγομένη βρίσκεται εκτός σχεδίου, ούτε από την υποβολή της από 10-3-2010 μήνυσης κατά του μάρτυρα και συζύγου της εναγομένης Θ. Δ. για ψευδορκία, για όσα κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 19-3-2009 για την ένδικη αγωγή, που υποβλήθηκε ένα έτος μετά την κατάθεσή του, η οποία (κατάθεσή του) συμπορεύεται με τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της εναγομένης, κατά των οποίων η ενάγουσα δεν υπέβαλε μήνυση, ούτε και από την αναφορά έκτασης του ακινήτου της στην πράξη αποδοχής κληρονομίας 1.120,50 τμ και στις ανωτέρω αποφάσεις 1.250 τμ, αφού ο ίδιος ο πατέρας της ενάγουσας στη διαθήκη του αναφέρει έκταση 700 τμ ενώ το ακίνητό του δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι είχε καταμετρηθεί προ του θανάτου του.
Συνεπώς, αφού αποδείχθηκε ότι το ανατολικό τμήμα της επίδικης έκτασης, επιφάνειας 53,10 τμ δεν το κατέχει η εναγομένη και αφού δεν αποδείχθηκε ότι στην υπόλοιπη επίδικη έκταση ασκούσαν πράξεις νομής η ενάγουσα και ο δικαιοπάροχός της, πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη ....". Το Εφετείο κατέληξε στην κρίση αυτή, αφού προηγουμένως είχε δεχθεί την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ενάγουσας κατά της εκκληθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την αγωγή, λόγω πλασματικής ερημοδικίας της εξαιτίας της μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου με τις νομικές προσαυξήσεις - το οποία καταβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου -, ακολούθως δε εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν και απέρριψε, ως άνω την αγωγή κατ' ουσίαν. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τη μη απόκτηση φυσικής εξουσίας πάνω στο προεκτεθέν επίδικο τμήμα των 53,10 τμ (κατοχής) και τη μη άσκηση νομής στην υπόλοιπη επίδικη έκταση από μέρους της αναιρεσείουσας και του δικαιοπαρόχου της και τη μη απόκτηση, έτσι, από αυτήν νομή στα επίδικα εδαφικά τμήματα, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΑΚ που προαναφέρθηκαν και συνεπώς ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζεται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχτηκε, υπό τα οποία και συντελέστ6ηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και το αποδιδόμενος το δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ. ΑΠ 32/1996). Ο ίδιος λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση από το Εφετείο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι το Εφετείο παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1548/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση - με την οποία, κατά τα άνω, απορρίφτηκε κατ' ουσίαν η αγωγή αποβολής από τη νομή της αναιρεσείουσας - η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο "ερμήνευσ(ε) εσφαλμένα το - προεκτεθέν - αποδεικτικό υλικό, αφού δέχτηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ασκούσα(ν) τόσο (η αναιρεσείουσα) όσο και ο δικαιοπάροχος πατέρας (της) και επί της υπολοίπου επιδίκου εκτάσεως την οποία περιέλαβε εντός της περίφραξής της η αντίδικος (της) τις στην άνω απόφαση λεπτομερώς αναφερόμενες πράξεις νομής (τους) καθώς και ότι αυτή (την) απέβαλε παράνομα από αυτή (τη νομή της) περί το τέλος Μαΐου 2006" και, έτσι, "παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου" τον οποίο δεν θα τον είχε παραβιάσει "εάν είχε ερμηνεύσει ορθά το ως άνω αποδεικτικό υλικό", και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή. Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, τόσο λόγω της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται συγκεκριμένα ο ουσιαστικός κανόνας δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και διότι, υπό την επίκληση της παραβίασης "κανόνος ουσιαστικού δικαίου", πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση). Έτσι, πράγματα δεν αποτελούν τα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικού μέσου, ιδρύει το λόγο αναίρεσης του αριθμού 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή του, δηλαδή με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Τζανουδάκη-Περήφανου με αριθμό .../14.4.2008 "του μάρτυρά (της) Γ. Π. και με αριθμό …/19.1.2009 "τη μάρτυρός (της) Γ. συζύγου Σ. Β., το γένος Α. και Δ. Κ.", τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε "ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως ρητά αναφέρεται στις κατατεθείσες ενώπιον του άνω Δικαστηρίου (πρωτοβαθμίου) προτάσεις (της)". Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι προμνημονευθείσες "ένορκες βεβαιώσεις" δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος, αν ήθελε εκτιμηθεί από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, επίσης, ως απαράδεκτος, γιατί, όπως, κατά τα άνω, η αναιρεσείουσα με το αναιρετήριο ισχυρίζεται, επικαλέστηκα και προσκόμισε "τις ένορκες βεβαιώσεις" με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και όχι νόμιμα με τις προτάσεις της, της συζήτησης στο Εφετείο, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΙV. Από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, έστω και αν έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη, είναι απαράδεκτος, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνους των αριθμό 1 και 19, αντίστοιχα, του εν λόγω άρθρου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε συνολικά έξι (6) ένορκες βεβαιώσεις, ήτοι "καθ' υπέρβαση των διατάξεων (του άρθρου 270 παρ.2 εδ.3 ΚΠολΔ) περί του κατ' ανώτατο όριο αριθμού των εξεταζόμενων μαρτύρων δι' ενόρκων βεβαιώσεων" και συγκεκριμένα τόσο την ένορκη βεβαίωση …/15.4.2008 ενώπιον της συμβολαιογράφου Θηβών Ευαγγελίας Ιωάννου Καραμαγκιώλη των Γ. Κ., Ι. Γ. και Γ. Σ., όσο και την ένορκη βεβαίωση …/15.4.2008 ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου των Γ. Κ., Ν. Δ. και Χ. Τ., που προσκομίστηκαν στο πιο πάνω Δικαστήριο από την αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο εάν ο εν λόγω ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται και δεν εμπίπτει σε καμία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είχε προταθεί νόμιμα στο Εφετείο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα η οποία ηττάται, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.7.2011 αίτηση της Σ. συζ. Κ. Π., το γένος Π. και Κ. Γ., για αναίρεση της 6272/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγωγή αποβολής από τη νομή παρέχεται στο νομέα που αποβλήθηκε παράνομα από τη νομή του και αξιώνει την απόδοσή της απ΄ αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντι του. Περιστατικά. Πότε ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι ορισμένος. Ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, όταν στην πραγματικότητα πλήττεται με αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. «Πράγματα» κατά την έννοια της διάταξης αυτής δεν αποτελούν τα αποδεικτικά μέσα . Αοριστία λόγου αναίρεσης κατ΄ άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
|
Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου
|
Νομή, Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, Αποδείξεων εκτίμηση.
| 0
|
Αριθμός 486/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Σ. συζ. Μ., το γένος Σ. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Α. του Γ., 2) Μ. Α. του Γ. και 3) Α. Α. του Γ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Σκαρίμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/7/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 1/8/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 212/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 105/2011 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/10/2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 28/12/2012 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου εισήχθη σ' αυτή, με το άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. α' του Ν. 510/1947, από 30.12.1947 ο Αστικός Κώδικας, ο Εισαγωγικός Νόμος του ΑΚ και το ν.δ. 7/10.5.1945 "περί αποκαταστάσεως του Αστικού Κώδικα και του Εισαγωγικού Νόμου", κατά δε το άρθρο 8 του παραπάνω ν. 510/1947, διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο και το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που είχε κυρωθεί με το υπ' αριθμ. 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου, που προέβλεπε την έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) επί ελευθέρας ιδιοκτησίας (μουλκ), με παραπομπή έκτοτε, σύμφωνα με τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 3 ΕισΝΑΚ, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης στις σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Επομένως, μετά την κατά τα άνω εισαγωγή της Ελληνικής Νομοθεσίας στη Δωδεκάνησο, αρκεί κατά τα άρθρα 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου και 974, 976-979 και 1045 ΑΚ προς κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, η επί πλήρη δεκαπενταετία άσκηση νομής με διάνοια κυρίου (ΑΠ 887/2002), ενώ για την τακτική χρησικτησία εφαρμόζονται οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα και μόνο, ήτοι οι διατάξεις των άρθρων 1041-1044 ΑΚ. Περαιτέρω από το συνδυασμό των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ προκύπτει ότι για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος που να υποβληθεί σε μεταγραφή (άρθρ. 1192 περ.α και 1198 ΑΚ), πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας (ΑΠ 1183/2011). Ειδικότερα ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει, όταν ο νομέας, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει κατά την κτήση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαρειά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα, βαρυνόμενος με το σχετικό βάρος αποδείξεως (ΑΠ 1170/2011, ΑΠ 1179/2011). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΑΠ 11/2012, ΑΠ 17/2012). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως, καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε, παρά το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 24/1992, 1738/2012, 1740/2012), κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του ιδίου άρθρου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 369/2012). Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1740/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ.), προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση του συνόλου των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων, από τους διαδίκους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανέλεγκτα ως προς την ουσία της υπόθεσης, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθμ. .../1967 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ρόδου Σ. Μαΐλη, που καταχωρήθηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του κτηματολογίου Ρόδου, περιήλθε στη συγκυριότητα των εναγομένων - εναγόντων, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον κάθε ένα από αυτούς, ένας αγρός έκτασης 16.280 τ.μ., κείμενος στη θέση "Ζιμπουλί" Ρόδου, με κτηματολογικά στοιχεία, τόμος 1 γαιών Ρόδου, φύλλο 7, φάκελλος 10 και μερίδα 294. Επί τμήματος του ακινήτου αυτού, που αποτέλεσε τη μερίδα 2940, επιφανείας 1278,27 τμ, οι εναγόμενοι - ενάγοντες ανήγειραν πολυόροφη οικοδομή αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο όροφο και μελλοντικό δεύτερο όροφο, η οποία υπήχθη στις διατάξεις για την οριζόντια ιδιοκτησία με την υπ' αριθμ. .../1983, νόμιμα καταχωρηθείσα, πράξη του συμβολαιογράφου Ρόδου Γ. Ροδίτη, μεταξύ δε των οριζοντίων ιδιοκτησιών της οικοδομής αυτής περιλαμβάνεται και το επίδικο διαμέρισμα Α2 του πρώτου ορόφου, επιφανείας 117,36 τμ (βλ. το με αριθμό 9300/2007 πιστοποιητικό ιδιοκτησίας του Κτηματολογίου Ρόδου). Οι εναγόμενοι - ενάγοντες, μόνιμα εγκατεστημένοι στο ..., απέστειλαν στον Ε. Χ., το από 21.12.1988 πληρεξούσιο, με το οποίο του έδωσαν ρητές ειδικές και περιορισμένες εντολές που αφορούσαν διάφορες υποθέσεις με ακίνητά τους στη Ρόδο πλην όμως του επιδίκου. Πλην όμως, ο εν λόγω Ε. Χ. νόθευσε το ανωτέρω πληρεξούσιο, προσδίδοντας στον εαυτό του εξουσίες προς πώληση, παραχώρηση και παράδοση του επιδίκου οικοπέδου των εναγόντων και των επ' αυτού οριζοντίων ή κάθετων ιδιοκτησιών. Στις 26-4-1995 ο ανωτέρω φερόμενος ως αντιπρόσωπος των εναγόντων πώλησε στην ενάγουσα - εναγομένη το επίδικο διαμέρισμα, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1995 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίας Ζωΐδου - Πέρου. Ωστόσο, πριν από την πώληση, ήδη από τον Ιανουάριο του 1995, οι εναγόμενοι - ενάγοντες μέσω του πραγματικού αντιπροσώπου τους Λ. Β. του Ι. είχαν προβεί, αφενός σε ανάρτηση σχετικής πινακίδας προ του επιδίκου, με την οποία πληροφορούσαν κάθε ενδιαφερόμενο αγοραστή για τον πραγματικό αντιπρόσωπό τους, γνωστοποιώντας και τον τηλεφωνικό αριθμό του, μέσω του οποίου θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν μαζί του, και αφετέρου σε σχετικά δημοσιεύματα στον τοπικό τύπο της Ρόδου, με το οποίο ευθέως χαρακτήριζαν τον Ε. Χ. ως ψευδοαντιπρόσωπό τους και παρέπεμπαν κάθε ενδιαφερόμενο για την εκποίηση των ακινήτων τους, στον Λ.Β., γνωστοποιώντας ότι ο τελευταίος είναι ο αποκλειστικός πληρεξούσιος και αντιπρόσωπός τους. Παρά ταύτα, η ενάγουσα - εναγομένη και μολονότι θα έπρεπε να της είχε δημιουργηθεί βάσιμη αμφιβολία για τη νομιμότητα της εξουσίας αντιπροσώπευσης του Ε. Χ., προέβη στην αγορά του επιδίκου, ενώ δε της επιδόθηκε στη συνέχεια σχετική εξώδικη δήλωση από τους εναγομένους - ενάγοντες (βλ. την από 24-7-1995 εξώδικη πρόσκληση - διαμαρτυρία και την με ίδια ημερομηνία έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου ...) κατέλαβε επιλήψιμα τη νομή του και αφού το αποπεράτωσε διαμένει σ' αυτό, αρνούμενη έκτοτε να το αποδώσει στους εναγόμενους - ενάγοντες. Εν τέλει, επί της από 2.8.95 σχετικής αγωγής των (νυν) εναγομένων - εναγόντων κατά της (νυν) ενάγουσας - εναγομένης και του προαναφερθέντος Ε. Χ. εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 91/2005 (τελεσίδικη) απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναγνωρίστηκε η ακυρότητα, τόσο του από 21.12.1988 πληρεξουσίου ως νοθευμένου, όσο και του υπ' αριθμ. .../26.4.1995 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίας Ζωΐδου - Πέρου, ελλείψει πληρεξουσιότητας του πωλητή. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης, και δη το ότι, παρά την ύπαρξη των πινακίδων και των σχετικών δημοσιεύσεων, παρέλειψε να ελέγξει την πληρεξουσιότητα του Ε. Χ., επιδιώκοντας συνάντηση με τον Λ.Β. ή τηλεφωνική επικοινωνία με τους ενάγοντες, συνιστά βαριά αμέλεια και κατά συνέπεια, κατά το χρόνο απόκτησης της νομής, δεν βρισκόταν σε καλή πίστη, σε συνάφεια με τον επικαλούμενο τίτλο της. 'Αρα, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από αυτήν, δεν απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου με τακτική χρησικτησία και ως εκ τούτου η αγωγή της πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Συνεπώς, κύριοι του επιδίκου διαμερίσματος παρέμειναν οι εναγόμενοι - ενάγοντες, απορριπτομένης για τον ίδιο ως άνω λόγο και της έναντι της διεκδικητικής αγωγής των τελευταίων προβληθείσας ένστασης ιδίας κυριότητας της εναγομένης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αναγνωριστική αγωγή της αναιρεσείουσας περί κτήσεως με τακτική χρησικτησία της κυριότητας του ενδίκου ακινήτου, είναι ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή ως βασίμου της ασκηθείσας από αυτήν έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει την αγωγή ως νομικά αβάσιμη και στη συνέχεια δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη τη διεκδικητική, για το ίδιο ακίνητο, αγωγή των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την κατ' αυτής υποβληθείσα ένσταση ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας κατά τούτο την ομοίως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία, μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού. Ειδικότερα υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κτήση της κυριότητας του επιδίκου με τακτική χρησικτησία, καθόσον αυτή, όπως ανέλεγκτα κρίθηκε, κατά το χρόνο καταρτίσεως του προαναφερθέντος αγοραπωλητηρίου συμβολαίου δεν βρισκόταν σε καλή πίστη ως προς την απόκτηση της νομής του επιδίκου, αφού προέβη στην κατάρτιση της μεταβιβαστικής σύμβασης βαρυνόμενη με βαριά αμέλεια, καθόσον παρά την ύπαρξη πινακίδων και ανακοινώσεων στον τοπικό τύπο ως προς το ότι αντιπρόσωπος των αναιρεσιβλήτων είναι ο Λ. Β. και ότι ο αντισυμβληθείς μαζί της Ε. Χ. είναι ψευδοαντιπρόσωπος, παρέλειψε να ελέγξει την πληρεξουσιότητα του τελευταίου. Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, ενώ οι αιτιάσεις ως προς το ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε λάβει γνώση των ανακοινώσεων και των δημοσιευμάτων των αναιρεσιβλήτων οικοπεδούχων πλήττουν την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και ως εκ τούτου, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔικ, είναι απαράδεκτες. Περαιτέρω με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη αποκτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από την αναιρεσείουσα με τον επικαλούμενο πρωτότυπο τρόπο της τακτικής χρησικτησίας, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1041 και 1042 ΑΚ. Το αποδεικτικό πόρισμα περί του ότι η αναιρεσείουσα κατά τον χρόνο καταρτίσεως της μεταβιβαστικής συμβάσεως τελούσε σε βαριά αμέλεια ως προς την ύπαρξη αντιπροσωπευτικής εξουσίας του αντισυμβληθέντος μαζί της, για λογαριασμό των αναιρεσιβλήτων, ψευδοαντιπροσώπου τους, διατυπώνεται πλήρως και σαφώς, οι δε επικαλούμενες ελλείψεις ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες επιδεχόμενες τη μομφή της ερευνώμενης διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559, καθόσον, όπως αναφέρεται και στη νομική σκέψη μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ενόψει τούτων και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης καλής πίστεως στο πρόσωπό της, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον υπόχρεο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο διάστημα, να καθιστά την άσκηση του δικαιώματος μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ήτοι κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 1740/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα είχε υποβάλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και είχε επαναφέρει νομίμως στο δευτεροβάθμιο (ΟλΑΠ 14-15-16/2005, ΑΠ 1740/2012) την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων περί διεκδικήσεως του επιδίκου, στην οποία ισχυρίστηκε ότι οι τελευταίοι άσκησαν το 1995 μόνο αγωγή ακυρώσεως της μεταβιβαστικής συμβάσεως που είχε καταρτισθεί στις 26-4-1995, χωρίς να σωρεύουν και διεκδικητική αγωγή και ότι αυτή πέραν του τιμήματος των 29.202,33 Ευρώ, που κατέβαλε στον αντισυμβληθέντα ως πληρεξούσιό τους Ε. Χ., δαπάνησε και το ποσό των 51.360 Ευρώ για την αποπεράτωσή του, η δε άσκηση της ένδικης αγωγής μετά από δέκα περίπου χρόνια είναι καταχρηστική, καθόσον η μη διεκδίκηση του ακινήτου σε όλο αυτό το διάστημα της δημιούργησε την πεποίθηση ότι το δικαίωμα αυτό των εναγόντων αναιρεσιβλήτων δεν θα ασκηθεί και ότι αυτοί θα περιορισθούν στην αναζήτηση αποζημιώσεως από τον ψευδαντιπρόσωπό τους Ε. Χ.. Η ένσταση αυτή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ.), απορρίφθηκε με την ακόλουθη, επί λέξει, αιτιολογία "Περαιτέρω απορριπτέα ως μη νόμιμη κρίνεται και η ένσταση της τελευταίας (εναγομένης - αναιρεσείουσας) περί καταχρηστικής άσκησης της εν λόγω αγωγής, αφού τα επικαλούμενα προς επιστήριξή της περιστατικά (μη άσκηση διεκδικητικής αγωγής, αλλά μόνο αγωγής αναγνώρισης της ακυρότητας της πώλησης και καταβολή σημαντικών ποσών για την αποπεράτωση του διαμερίσματος) και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος, κατά την έννοια της ΑΚ 281". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ορθά απέρριψε ως μη νόμιμη την οικεία ένσταση, καθόσον τα επικληθέντα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθόσον δεν πληρούσαν το πραγματικό της διατάξεως αυτής, όπως τούτο (πραγματικό) αναλύθηκε στη νομική σκέψη. Ενόψει τούτων ο περί του αντιθέτου και εκ της διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. τρίτος λόγος, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν. Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 183 και 176 Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2011 αίτηση της Μ. συζ. Μ. Σ., το γένος Σ. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 105/2011 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκτακτη και τακτική χρησικτησία στη Δωδεκάνησο μετά την προσάρτηση της στην Ελλάδα. Αναγνωριστική αγωγή με τακτική χρησικτησία. Διεκδικητική αγωγή. Ένσταση ιδίας κυριότητας 281. Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Μη νόμιμη γιατί δεν αρκούν τα επικαλούμενα περιστατικά.. Λόγοι αναιρετικοί από τους αριθμούς 1 και 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Προϋποθέσεις βασιμότητας των λόγων αυτών.
|
Χρησικτησία
|
Αγωγή αναγνωριστική, Αγωγή διεκδικητική, Χρησικτησία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 482/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη,- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Α. Μ. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 6766/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1025/12.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 250 και ημερομηνία 4 Δεκεμβρίου 2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 485 παρ. 1 στοιχ. α', 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1α του ΚΠΔ, την από 3.9.2012 αίτηση του Α. Μ. του Χ., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της 6766/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ.2 εδ. α1 και 474 παρ.1 εδ. α' Κ.Π.Δ, που ορίζουν, η πρώτη ότι "η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1" και η δεύτερη ότι "με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του αρθρ. 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον Προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος", προκύπτει ότι, η αίτηση αναιρέσεως με δήλωση επιδιδόμενη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών από την καταχώρηση της τελεσιδίκου αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο, μόνο κατά καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί παραδεκτά. Τέτοια απόφαση είναι εκείνη που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ή χρηματική ποινή, όχι όμως και η απορρίπτουσα, για οποιονδήποτε λόγο, ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη την έφεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ.1 του ΚΠΔ, μπορεί να αναιρεσιβληθεί μόνο με δήλωση κατά τον τρόπο που ορίζεται από την δεύτερη από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν (474 παρ. 1 εδ. α'), εντός προθεσμίας δέκα ημερών από την καταχώρηση της στο ειδικό βιβλίο κατ' άρθρο 473 παρ.1 και 3 του ίδιου Κώδικα, και όχι με δήλωση επιδιδόμενη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε κατά βουλεύματος ή αποφάσεως, χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες για την άσκηση αυτού διατυπώσεις, το αρμόδιο να κρίνει επ1 αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλουμένους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη του ασκήσαντος αυτό στα δικαστικά έξοδα (ΑΠ 1366/2011, 89/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (Πλημ/των) με την 6766/2012 απόφαση του, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, την 2448/25.6.2012 έφεση του εκκαλούντος και νυν αναιρεσείοντος, κατά της 33702/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και έξι (6) μηνών. Η παραπάνω απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου καθαρογράφηκε και καταχωρήθηκε στο ειδικό για τούτο βιβλίο του Εφετείου με αριθμό 8090 στις 3.8.2012. Ο αναιρεσείων, άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής, την από 3.9.2012 αίτηση αναιρέσεως με δήλωση, επιδοθείσα υπό του αρμοδίου δικαστικού επιμελητού την 19.9.22011 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, αφού γίνει η ειδοποίηση του αναιρεσείοντος να προσέλθει στο Συμβούλιο, προκειμένου να εκθέσει τις απόψεις του, πρέπει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ), γιατί η πληττόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί η από 3.9.2012 αίτηση του Α. Μ. του Χ., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της 6766/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Αθήνα, 30 Νοεμβρίου 2012 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.2 εδ. α Κ.Π.Δ "η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 474 και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1 του άνω άρθρου 473. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 1 εδ.α του άρθρου 474 Κ.Π.Δ "με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ.2 του αρθρ. 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον Προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος". Από το συνδυασμό των διατάξεων των προαναφερόμενων άρθρων προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως με δήλωση επιδιδόμενη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών από την καταχώρηση της τελεσιδίκου αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο, μόνο κατά καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί παραδεκτώς. Τέτοια απόφαση είναι εκείνη που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ή χρηματική ποινή, όχι όμως και η απορρίπτουσα, για οποιονδήποτε λόγο, ως απαράδεκτη την έφεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ.1 ΚΠΔ, μπορεί να αναιρεσιβληθεί μόνο με δήλωση κατά τον τρόπο που ορίζεται από τη διάταξη της παρ.1εδ.α του άρθρου 474 Κ.Π.Δ, εντός προθεσμίας δέκα ημερών από την καταχώρηση της στο ειδικό βιβλίο κατ' άρθρο 473 παρ.1 και 3 του ίδιου Κωδικός, και όχι με δήλωση επιδιδόμενη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την 6766/2012 απόφαση του, απέρριψε ως απαράδεκτη την ασκηθείσα υπό του νυν αναιρεσείοντος έφεση κατά της 33702/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δια της οποίας αυτός κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και έξι (6) μηνών. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο με αριθμό 8090 στις 3-8-2012. Κατ' αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε την ένδικη αίτηση αναιρέσεως με την από 3-9-2012 δήλωση του, που επιδόθηκε από τον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή ... την 19-9-2011 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η προσβαλλόμενη όμως απόφαση σύμφωνα με τα προαναφερόμενα δεν ήταν καταδικαστική και, ως εκ τούτου, η κατ' αυτής αναίρεση έπρεπε να ασκηθεί εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την καταχώρηση της στο ειδικό βιβλίο κατ' άρθρο 473 παρ.1 με δήλωση του αναιρεσείοντος κατά τον τρόπο που ορίζεται από την ως άνω διάταξη της παρ.1 εδ.α' του άρθρου 474 Κ.Π.Δ.
Συνεπώς η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, μετά και την γενομένη ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος να προσέλθει στο Συμβούλιο, προκειμένου να εκθέσει τις απόψεις του, όπως τούτο προκύπτει από την επί του φακέλου σχετική σημείωση του οικείου γραμματέως, πρέπει, εν όψει των αναφερθεισών διατάξεων, να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρ. 476 παρ.1 ΚΠοινΔ), και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου επιδοθείσα την 19-9-2011, από 3-9-2012 αίτηση του Α. Μ. του Χ., κατοίκου ... περί αναιρέσεως της 6766/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ποινική Δικονομία. Απόρριψη εφέσεως ως απαράδεκτης. Αναίρεση. Παραδεκτό - απαράδεκτο αυτής. Αναίρεση κατά της ως άνω εφετειακής αποφάσεως επιτρέπεται μόνο εφ' όσον γίνει εντός 10 ημερών από την καταχώριση στο ειδικό βιβλίο και όχι με δήλωση επιδιδόμενη στον Εισαγγελέα του Α. Π. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 482/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Αστικού Συνεταιρισμού Φορτοεκφορτωτών και Σημειωτών Λιμένος Θεσσαλονίκης με την επωνυμία "Ο Άγιος Κωνσταντίνος" και έδρα τη Θεσσαλονίκη, νόμιμα εκπροσωπούμενου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Σοφιαλίδη.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Ωραιοκάστρου, ως καθολικού διαδόχου του Δήμου Μυγδονίας, με έδρα το Ωραιόκαστρο, νόμιμα εκπροσωπούμενου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μακρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4681/2003 του ιδίου Δικαστηρίου, 16729/2005, 21435/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 1015/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων συνεταιρισμός με την από 12/5/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 25/10/2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Αθανασίου, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του μοναδικού αναιρετικού λόγου και την αναίρεση της 1015/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή το Σύνταγμα ορίζει στο μεν άρθρο 17§2 εδ. α' ότι "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία έχει το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης", στο δε άρθρο 24§3 ότι "για να αναγνωριστεί μία περιοχή ως οικιστική και για να ενεργοποιηθεί πολεοδομικά, οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε αυτή συμμετέχουν υποχρεωτικά, χωρίς αποζημίωση από τον οικείο φορέα, στη διάθεση των εκτάσεων που είναι απαραίτητες για να δημιουργηθούν δρόμοι, πλατείες και χώροι για κοινωφελείς γενικά χρήσεις και σκοπούς, καθώς και στις δαπάνες για την εκτέλεση των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων, όπως ο νόμος ορίζει". Περαιτέρω, ο ν. 1337/1983 ορίζει στο άρθρο 42§1 τα εξής: "Με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται μέσα σε 4 μήνες μία και μόνη φορά με πρόταση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος μπορεί να καθορίζονται οι όροι και περιορισμοί και οι διαδικασίες με τις οποίες θα εγκρίνεται η πολεοδόμηση εκτάσεων που ανήκουν σε οικοδομικούς συνεταιρισμούς και οικοδομικούς οργανισμούς που λειτουργούν ως Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, με ανάλογη εφαρμογή των διαδικασιών που προβλέπονται στο κεφάλαιο Α' του νόμου αυτού. Η πολεοδόμηση αυτή γίνεται με τις προϋποθέσεις ότι ο συνεταιρισμός ή ο οργανισμός α) θα παραχωρήσει στον οικείο Ο.Τ.Α. χωρίς αντάλλαγμα μέρος της ιδιοκτησίας του, όπως και τους κοινόχρηστους ή κοινωφελείς και ειδικού προορισμού χώρους μέσα στο πολεοδομούμενο τμήμα και β) θα κατασκευάσει και θα συντηρεί τα έργα υποδομής και γενικά τα κοινόχρηστα έργα ...". Με βάση τις ανωτέρω εξουσιοδοτικές διατάξεις εκδόθηκε το π.δ. 93/1987, το οποίο στο άρθρο 18§2 ορίζει τα ακόλουθα: "Οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί και οικοδομικοί οργανισμοί υποχρεούνται πριν από την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης να παραχωρούν με συμβολαιογραφική πράξη η οποία αναφέρεται στο προοίμιο του π. δ/τος έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης και χωρίς απαίτηση αποζημίωσης στον οικείο Ο.Τ.Α. α) τους κοινόχρηστους, κοινωφελείς και ειδικών χρήσεων χώρους που προβλέπονται από την πολεοδομική μελέτη και αποτελούν το 30-40% τουλάχιστον του πολεοδομικού τμήματος ... και β) οικοδομήσιμη επιφάνεια σε ποσοστό 5% επί της συνολικής οικοδομήσιμης επιφάνειας της εκτάσεώς τους, μετά την αφαίρεση των κοινοχρήστων και κοινωφελών χώρων που παραχωρούνται στον οικείο Ο.Τ.Α. κατά την προηγούμενη παράγραφο. Η επιφάνεια αυτή προορίζεται για κοινωφελείς σκοπούς ή για την εκτέλεση στεγαστικών προγραμμάτων και η θέση της καθορίζεται με το π. δ/μα έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης". Η ρύθμιση αυτή της περιπτώσεως β', ως προς μεν τους "κοινωφελείς σκοπούς", επαναλαμβάνει τη διάταξη του άρθρου 24§3 του Συντάγματος και, εφόσον για τους σκοπούς διατίθενται εκτάσεις από τις προβλεπόμενες στην περίπτωση α', καλύπτεται από την εν λόγω περίπτωση α', με συνέπεια να μην υπάρχει κανένα περιθώριο εφαρμογής της. Κατά το μέρος όμως που επιβάλλει στους οικοδομικούς συνεταιρισμούς την υποχρέωση να παραχωρούν στους οικείους Ο.Τ.Α., χωρίς αποζημίωση, εκτάσεις "για την εκτέλεση στεγαστικών προγραμμάτων", οι οποίες (εκτάσεις) δεν περιλαμβάνονται στους χώρους "για κοινωφελείς γενικά χρήσεις και σκοπούς", η ίδια ρύθμιση της περιπτώσεως β' του άρθρου 18§2 του π.δ. 93/1987 παραβιάζει το άρθρο 17§2 του Συντάγματος και κείται εκτός του πλαισίου του άρθρου 24§3 αυτού, με συνέπεια να μη μπορεί να βρει έρεισμα ούτε στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 42§1 του ν. 1337/1983, αφού η τελευταία αυτή διάταξη, με την εκδοχή ότι προβλέπει την χωρίς αντάλλαγμα παραχώρηση και άλλων εκτάσεων επιπλέον των αναγκαίων για τους κοινόχρηστους και λοιπούς κοινωφελείς σκοπούς και χρήσεις, αντιβαίνει στις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων οικοδομικός συνεταιρισμός με την από 20.7.2002 ένδικη αγωγή του εξέθετε ότι προκειμένου να εγκριθεί μελέτη πολεοδομήσεως της αναφερομένης εδαφικής του εκτάσεως εμβαδού 128.966 μ2, μεταβίβασε κατά κυριότητα, δυνάμει νομίμως μεταγραφείσας συμβολαιογραφικής πράξεως, στον αναιρεσίβλητο Δήμο (εναγόμενο), χωρίς αντάλλαγμα, επιπλέον των προβλεπόμενων στην πολεοδομική μελέτη κοινοχρήστων, κοινωφελών και ειδικής χρήσεως χώρων, και ποσοστό 5% της συνολικής οικοδομήσιμης επιφάνειας, με βάση τη διάταξη του άρθρου 18§2 περίπτ. β' του π.δ. 93/1987, η οποία, όπως κρίθηκε και με τη 2029/1992 απόφαση του ΣτΕ, είναι αντισυνταγματική και εντεύθεν ανεφάρμοστη, με συνέπεια η ανωτέρω συμβολαιογραφικώς καταρτισθείσα σύμβαση να είναι άκυρη, ως προς τη μεταβίβαση του 5% της συνολικής οικοδομήσιμης επιφάνειας, διότι δεν υπήρχε η "νόμιμη αιτία" της μεταβιβάσεως, ζητούσε, μεταξύ άλλων, την αναγνώριση της ακυρότητας του αντίστοιχου μέρους της εν λόγω συμβάσεως. Με το εκτεθέν περιεχόμενο, η αγωγή αυτή είναι νόμω βάσιμη, ερειδόμενη στις προμνημονευόμενες διατάξεις.
Ωστόσο, το Εφετείο, έκρινε, σε αντίθεση προς την απόφαση του Πρωτοδικείου, ότι η διάταξη του άρθρου 18§2 περίπτ. β' του π.δ. 93/1987 είναι σύμφωνη με το άρθρο 17 του Συντάγματος και κείται εντός του πλαισίου του άρθρου 24§3 αυτού και ότι, ως εκ τούτου, η επίμαχη μεταβιβαστική σύμβαση είναι, κατά το ανωτέρω κρίσιμο μέρος της, έγκυρη, απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις αναφερόμενες πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, όπως βασίμως υποστηρίζεται με τον μοναδικό, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. απορρέοντα, λόγο αναίρεσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ηττωμένου αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα κατά το άρθρο 281 του Ν. 3463/2006 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ.1 και 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. και την εκδοθείσα κατά εξουσιοδότηση παρασχεθείσα με το άρθρο 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987, ΚΥΑ 134423/8-12-92 Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΑΠ 1733/2012), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1015/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Δήμο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άκυρη η μεταβίβαση από τον ενάγοντα οικοδομικό συνεταιρισμό προς τον εναγόμενο Δήμο ποσοστό 5% της οικοδομικής επιφάνειας που επιβάλλεται από το άρθρο 18 § 2 ΠΑ 93/1987. Αντισυνταγματική η διάταξη αυτή ως αντικειμένη στα άρθρα 17 § 2 και 24 §3 του Συντάγματος. Λόγοι αναίρεσης της τον άριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Βάσιμος. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση (1015/2009 Εφετείου Θεσσαλονίκης).
|
Σύνταγμα
|
Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, Σύνταγμα.
| 0
|
Αριθμός 483/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Τ. του Γ., 2) Α. Τ. συζ. Σ., 3) Β. Ν. συζ. Δ., 4) Π. Σ. συζ. Ν. και 5) Δ. Θ. συζ. Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Τσάση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Πεύκης Αττικής, που εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ζωή Τσορόβα, η οποία δήλωσε ότι ο δήμος Λυκόβρυσης - Πεύκης, ως καθολικός διάδοχος του Δήμου Πεύκης, συνεχίζει τη δίκη και εκπροσωπείται από την ίδια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/2/1993 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3577/2000, 6766/2003 μη οριστικές, 2310/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 311/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/9/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 28/12/2012 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, και οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 6/2012, ΑΠ 249/2012, ΑΠ 254/2012). Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 24/2012, ΑΠ 249/2012). Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 6/2012, ΑΠ 214/2012, ΑΠ 249/2012) ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά, από τα έγγραφα, αποδεικτικά μέσα, πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση ή το πρακτικό της αυτοψίας (Κ.Πολ.Δικ. 359), η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων (Κ.Πολ.Δικ. 383), η έκθεση των τεχνικών συμβούλων (Κ.Πολ.Δικ. 392 παρ.3), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (410) και οι ένορκες βεβαιώσεις (Κ.Πολ.Δικ. 270 παρ.2, 339) - ΑΠ 7/2007 -. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξάλλου οι γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις (Κ.Πολ.Δικ.390) δεν είναι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο με ειδική ρύθμιση από το νόμο, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, (ως δικαστικό τεκμήριο), χωρίς να απαιτείται η αντιδιαστολή του από τα άλλα έγγραφα και η ειδική μνεία του (ΑΠ 107/2010, ΑΠ 769/2008). Επομένως η μνεία της απόφασης ότι "λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα" καλύπτει και αυτές και συνεπώς η παράλειψη μνείας τους στην απόφαση δεν ιδρύει τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αρ.11 (ΟλΑΠ 8/2005, 12/2005, ΑΠ 1964/2009). Τέτοιες γνωμοδοτήσεις είναι και οι γνωμοδοτήσεις και τα σχεδιαγράμματα των ιδιωτών μηχανικών (ΑΠ 406/2006), οι εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων (αρθ. 391, 392) και τα τοπ/κά διαγράμματα που συντάσσονται μετά από αίτηση του διαδίκου, ενώ δεν εντάσσονται εδώ οι εξώδικες γνωμοδοτήσεις, που δεν αφορούν στην ένδικη υπόθεση.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια και ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη 1) την από 21 Νοεμβρίου 2005 έκθεση πραγ/νης του διορισθέντος ως πραγ/νος, τοπογράφου - μηχανικού Δ. Ε., 2) την από μηνός Δεκεμβρίου 1998 (εννοεί 1999) έκθεση πραγ/νης του διορισθέντος ως πραγ/νος τοπογράφου - μηχανικού Δ. Α., 3) την από 15.12.1992 έκθεση ιδιωτικής πραγ/νης του πραγ/νος Α. Σ., 4) το από μηνός Ιουνίου 1986 διάγραμμα του μηχανικού Ν., 5) την υπ' αριθμ. 47/1978 πράξη ρυμοτομίας της Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής, 6) το από 29.12.1972 Διάγραμμα Εφαρμογής Ρυμοτομικού Σχεδίου Νομαρχίας Αττικής, 7) Φωτοδιάγραμμα Α/Φ λήψεως 1959 του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ, 8) το υπ' αριθμ. .../1954 συμβόλαιο του συμ/φου Αθηνών Ελευθερίου Κωνστανταράκη, 9) την από το έτος 1930 πράξη διανομής του Υπουργείου Γεωργίας επί του τμήματος Λυκόβρυση προς τους γεωργικούς συνεταιρισμούς "Κερένκιοι - Αλληλεγγύη - Λυκόβρυσις" 10) το από μηνός Φεβρουαρίου 1980 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β. Χ., 11) το διάγραμμα σχεδίου πόλεως κλίμακος 1:10.000 ΓΥΣ, αεροφωτογραφίες του έτους 1983 υπ' αριθμ. 151686 και 151687/24-4-1983 του ΠΕΧΩΔΕ 12) την υπ' αριθμ. 47/1978 πράξη προσκυρώσεως αναλογισμού της Διευθύνσεως Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο βεβαιώνει, πως στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων "όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζονται από τους διαδίκους με επίκληση", καθώς και "τις εκθέσεις πραγ/νης, με αριθμούς 3/1999 και 37/2005, των διορισθέντων από το δικαστήριο πραγ/νων Δ. Α. και Δ. Ε.", από δε τη βεβαίωση του Εφετείου, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα της πραγ/νης και των εγγράφων, ενώ δεν απαιτείτο να γίνεται ιδιαίτερη μνεία της από 15.12.92 εκθέσεως ιδιωτικής πραγ/νης του Α. Σ., καθώς και των υπό στοιχ. 4 και 10 διαγραμμάτων, καθόσον αυτά, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη είναι έγγραφα με ειδική ρύθμιση από το νόμο και δεν απαιτείται η ξεχωριστή μνεία τους στην απόφαση. Εξάλλου η άποψη των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔικ (ΑΠ 1740/2012). Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. 'Ελλειψη νόμιμης βάσης κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1750/2012). Τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε αυτή να επιδέχεται στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 ΚΠολΔικ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 11/2012, ΑΠ 17/2012). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον στην απόφαση μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1740/2012). Περαιτέρω ο παραπάνω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 αναιρετικός λόγος ιδρύεται επί παραβάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού. Οι παραβιάσεις δικονομικού χαρακτήρα κανόνων, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, μπορεί να θεμελιώσουν κάποιο από τους λόγους των αριθμών 2-18 και 20 του άρθρου 559. Ως διατάξεις δικονομικού δικαίου έχουν κριθεί, μεταξύ άλλων και οι διατάξεις των άρθρων 368, 391 παρ.1, 387 και 391 ΚΠολΔικ (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 682/2011). Εξάλλου η έκθεση πραγ/νης, κατά το άρθρο 387 ΚΠολΔικ, που επαναλαμβάνει τον ορισμό του άρθρου 340 του ίδιου κώδικα, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατά αρθρ. 386 και δεν έχει αυξημένη δύναμη σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτή και συνεπώς η συνεκτίμησή της με τα άλλα αποδεικτικά μέσα μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, και να είναι αντίθετη με το πόρισμα της πραγ/νης, η δε σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγ/νης κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και μάλιστα ούτε με τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559, αφού δεν έχει ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και με τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, αφού ο κανόνας του άρθρου 387 είναι, όπως προαναφέρθηκε, είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 682/2011). Τα ίδια ισχύουν και ως προς την εκτίμηση των κατά το άρθρο 390 γνωμοδοτήσεων προσώπων με ειδικές γνώσεις, όπως είναι οι τεχνικοί σύμβουλοι και οι ενεργούντες κατ' εντολή των διαδίκων ιδιώτες, με ιδιάζουσες γνώσεις και σχετικά πάντοτε με την ένδικη υπόθεση (ΑΠ 87/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως, με την οποία αγωγή είχε ζητηθεί η ακύρωση του υπ' αριθμ. .../1996 συμβολαίου ανταλλαγής ακινήτων επιφανείας 166,27 τ.μ. του συμβ/φου Αθηνών Γεράσιμου Ζαχαράτου, γιατί οι ενάγοντες από πλάνη αγνοούσαν ότι το τμήμα που σε ανταλλαγή τους δόθηκε από τον εναγόμενο αναιρεσίβλητο Δήμο ήταν δικό τους, ως περιλαμβανόμενο στους τίτλους ιδιοκτησίας τους. Οι αιτιάσεις αυτές συνίστανται ειδικότερα στο ότι η προσβαλλομένη απόφαση α) "δεν προσδιορίζει επί τη βάσει ποίων αποδεικτικών μέσων πείσθηκε ότι η αληθής οριογραμμή του βορείου ορίου του ακινήτου είναι η βόρεια οριογραμμή των κληροτεμαχίων 3β και 29 της διατομής του Υπουργείου Γεωργίας και όχι το αρκτικό όριο του βορειότερου από τα τρία κτίσματα, όπου εστεγάζετο το κέντρο του Δ. Κ., β και γ) περιέχει ασάφειες ως προς την οριοθέτηση του βορείου ορίου του ακινήτου των εναγόντων - αναιρεσειόντων δ) από την παραδοχή της απόφασης ότι "όπως προκύπτει από τη δεύτερη κατά σειρά από τις διεξαχθείσες πραγ/νες, ήτοι την από Νοεμβρίου 2005 έκθεση πραγ/νης του πραγ/να Δ. Ε., το κοινό όριο των κατά τα προαναφερθέντα ιδιοκτησιών των διαδίκων (εναγόντων - εναγομένων) ... βρίσκεται πέρα και προς βορρά της οριογραμμής διανομής 1930 του Υπουργείου Γεωργίας" δεν προκύπτει νοηματικός συλλογισμός, αλλά αντίθετα υπάρχει μία ασύνδετη πρόταση χωρίς συμπέρασμα και ε) δεν συνάπτεται με το κρινόμενο ζήτημα, δηλαδή με το αν το διεκδικούμενο τμήμα ακινήτου περιλαμβάνεται στους τίτλους των εναγόντων η παραδοχή της απόφασης κατά την οποία "η ύπαρξη κτισμάτων (ταβέρνας κλπ) ή τουλάχιστον ίχνη επί του εδάφους αυτών και τις υφιστάμενες αμφισβητήσεις εκ μέρους των δικαιοπαρόχων του εναγομένου, έλαβε υπόψη του αφενός μεν ο ως άνω πολιτικός υπομηχανικός, ο οποίος είχε ορισθεί και αμειφθεί από τους ενάγοντες και αφετέρου οι τελευταίοι που σκοπεύουν στην εξασφάλιση προσώπου του οικοπέδου επί της οδού ... και της άμεσης εκμετάλλευσης (ανοικοδόμησης) αυτού". Στη συνέχεια με τις τρεις επόμενες αιτιάσεις του ίδιου αναιρετικού λόγου, ήτοι των στ έως και η, και με την επίκληση της ίδιας διατάξεως του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ήτοι του αριθμού 19 αποδίδεται στην προσβαλλομένη ότι κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων, που ορίζουν την αποδεικτική δύναμη των εκθέσεων των πραγ/νων και των τεχνικών συμβούλων δεν αιτιολογεί α) γιατί δεν δέχθηκε την από Νοεμβρίου 2005 έκθεση πραγ/νης του διορισθέντα από το δικαστήριο πραγ/να Δ. Ε. και την από 15.12.1992 έκθεση ιδιωτικής πραγ/νης του πραγ/να Α. Σ. που διεξήχθη κατ' εντολή των εναγόντων και β) γιατί δέχθηκε την έκθεση της τεχνικής συμβούλου του εναγομένου. Ο λόγος αυτός κατά τις υπό στοιχεία α έως και ε αιτιάσεις του είναι απαράδεκτος και μάλιστα όσον αφορά την α αιτίαση, γιατί αφορά σε ελλείψεις που ανάγονται στη στάθμιση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, οι οποίες δεν στοιχειοθετούν τον ερευνώμενο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο αφού μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και ως εκ τούτου η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολόγησης ως προς το γιατί η προσβαλλομένη απόφαση δεν αναφέρει γιατί δέχθηκε ποια είναι "η αληθινή οριογραμμή του βορείου ορίου του ακινήτου", δεν επιδέχεται μομφή από την παραπάνω διάταξη (ΑΠ 1740/2012). Οι υπό στοιχεία β έως και ε αιτιάσεις αφορούν σε παραδοχές, οι οποίες δεν περιέχουν ισχυρισμούς με αυτοτελή ύπαρξη, που να τείνουν σε κατάλυση του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος, αλλά περιέχουν πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αποτελούν, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη αιτιολογία της απόφασης, επιδεχόμενη μομφή, από την επικαλούμενη διάταξη του αρ. 19 του άρθρου 559 (ΑΠ 1750/2012). Οι λοιπές αιτιάσεις του κρινόμενου λόγου της αναίρεσης, που αφορούν στην έλλειψη αιτιολογίας ως προς την παραδοχή ή μη των εκθέσεων δικαστικής και ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης και της εκθέσεως του τεχνικού συμβούλου, είναι προεχόντως απαράδεκτες γιατί αφορούν σε παραβίαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 387 και 390 ΚΠολΔικ και ως εκ τούτου δεν επιδέχονται μομφή από την προλαβούσα διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου κώδικα που, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, αφορά σε παραβιάσεις κανόνων ουσιαστικού και μόνο δικαίου, ενώ, σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο, κατά τις εν λόγω διατάξεις (387 και 390), που αποτελούν επανάληψη της διατάξεως του άρθρου 340, εκτιμά ελεύθερα τις εκθέσεις αυτές (γνωματεύσεις) και η σχετική κρίση του, που δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με το άρθρο 561 ΚΠολΔικ, ως αναγομένη στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013). Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός ως προς όλες τις αιτιάσεις του είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί και συνακόλουθα η αναίρεση στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου βαρύνουν τους ηττηθέντες αναιρεσείοντες (αρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔικ) και θα επιβληθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 του Ν. 3463/2006 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ.1 και 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 του ΕισΝΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ'αριθμ. 134423/8.12.92 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 (ΑΠ 1733/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-9-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 311/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε εξακόσια (600) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
559 αρ. 11 οι γνωμοδοτήσεις προσωπικού με ειδικές γνώσεις. (390 Κ.Πολ.Δ. ) είναι έγγραφα με ειδική ρύθμιση 559 αριθ. 19. Έλλειψη νομικής βάσης. Αφορά σε αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τα επιχειρήματα δεν συνιστούν αιτιολογίες. Η στάθμιση των αποδείξεων και η αξιολόγησή τους δεν συνιστά αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή τι δεν αποδείχθηκε πρέπει να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε. Οι διατάξεις των άρθρων 387 και 390 Κ.Πολ.Δ., ως δικονομικές δεν επιδέχονται μομφή από τη διάταξη του αρ. 19 του άρθρου 559 που αφορά σε διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Πραγματογνωμοσύνη και γνωμοδότηση εκτιμώνται ελεύθερα, δεν χρειάζεται να αιτιολογείται , η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.
|
Πραγματογνωμοσύνη
|
Έγγραφα, Έλλειψη νόμιμης βάσης, Πραγματογνωμοσύνη, Ανέλεγκτη η ουσιαστική εκτίμηση.
| 1
|
Αριθμός 484/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Σ. Π. του Κ., κατοίκου ..., και 2)Π. Π. του Π., κατοίκου ..., ως μοναδικού κληρονόμου του Π. Π. του Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη - Βλάσιο Διαμαντόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. Μ. συζ. Κ., το γένος Κ. Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζήση Σαμαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/7/1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2330/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 882/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/8/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 2/11/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 435 ΚΠολΔικ που ορίζει ότι αν ένα έγγραφο χαθεί ή γίνει δυσανάγνωστο ή άχρηστο, εκείνος που διεξάγει την απόδειξη μπορεί να αποδείξει ή ότι το έγγραφο υπάρχει νόμιμα συνταγμένο ή το περιεχόμενο του ή και τα δύο, με κάθε αποδεικτικό μέσο και αν ακόμη πρόκειται για σχέση που για να συσταθεί επιβάλλεται από το νόμο ή από τα μέρη να συνταχθεί έγγραφο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1721 και 1718 ΑΚ που ορίζουν αντίστοιχα τον τρόπο σύνταξης της ιδιόγραφης διαθήκης και ως συνέπεια την ακυρότητα αυτής, αν δεν συνταχθεί αυτή με νόμιμο τρόπο, σαφώς συνάγεται, μεταξύ άλλων, και ότι σε περίπτωση απώλειας της ιδιόγραφης διαθήκης επιτρέπεται και η με μάρτυρες απόδειξη της ύπαρξης αυτής νόμιμα συνταγμένης καθώς και του περιεχομένου της (Ολ. ΑΠ 1234/1982). Εξάλλου, η τυχαία ή από παράνομη πράξη τρίτου προερχομένη καταστροφή ή απώλεια του εγγράφου της διαθήκης κατ' ουδένα τρόπο επιδρά στο κύρος αυτής. Αυτός όμως που επιθυμεί να στηρίξει κληρονομικά δικαιώματα επί της διαθήκης αυτής οφείλει να αποδείξει ότι: α)η διαθήκη που καταστράφηκε ή απωλέσθηκε συντάχθηκε νομότυπα, β)η καταστροφή ή απώλεια του εγγράφου αυτού δεν μπορούσε να έχει την έννοια της ανάκλησης και γ)η διαθήκη αυτή είχε ορισμένο περιεχόμενο με βάση το οποίο διεκδικούνται τα κληρονομικά δικαιώματα. Ακόμη από τη διάταξη του άρθρου 1744 ΑΚ προκύπτει ότι για να γίνει δημοσίευση ιδιόγραφης διαθήκης η οποία για να είναι έγκυρη κατ' άρθρο 1721 και 1718 ΑΚ πρέπει να έχει γραφεί ολόκληρη από το χέρι του διαθέτη είναι δε αναγκαίο, να προσκομίζεται το πρωτότυπο της διαθήκης. Αν αυτό έχει χαθεί και έτσι είναι ακατόρθωτη η εμφάνιση της διαθήκης δεν μπορεί να γίνει λόγος για δημοσίευσή της. Ο ενδιαφερόμενος δε, μπορεί κατά τα άρθρα 70 και 71 ΚΠολΔικ να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή και να ζητήσει δικαστική βεβαίωση ότι υπάρχει διαθήκη που καταρτίστηκε νομότυπα, χάθηκε και έχει ορισμένο περιεχόμενο. Τέλος, κατ' άρθρο 1765 παρ.1, 2 ΑΚ ιδιόγραφη διαθήκη μπορεί να ανακληθεί και αν ο διαθέτης με πρόθεση ανάκλησης καταστρέψει το έγγραφο της, εάν δε, κατέστρεψε το έγγραφο της διαθήκης τεκμαίρεται, ότι είχε σκοπό να ανακαλέσει την διαθήκη. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της. περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Δ. Π. του Κ. και της Ό., δικηγόρος, κάτοικος όσο ζούσε …, απεβίωσε στις 25-12-1995 σε ηλικία 64 ετών, στη …, εντός της κλινικής …, όπου νοσηλευόταν από δεκαπενθημέρου λόγω καρκίνου στο παχύ έντερο και στο ήπαρ. Κατά το χρόνο του θανάτου οι εν ζωή πλησιέστεροι συγγενείς του ήταν: α)η σύζυγος του Φ. Κ., με την οποία βρισκόταν σε διάσταση ήδη από το Μάϊο του 1992 και μάλιστα είχε καταθέσει εναντίον της την με αριθμ. καταθ. …/11-12-1995 αγωγή διαζυγίου λόγω ισχυρού κλονισμού, β)η μητέρα του …, ηλικίας 85 ετών και γ)τα τρία αδέλφια του, Σ., Π. (εκκαλούντες) και Χ. (εφεσίβλητη). Ο Δ. Π., διατηρούσε άριστες σχέσεις με την αδελφή του, της είχε δε ιδιαίτερη αδυναμία, ενώ με τους αδελφούς του, οι σχέσεις τους γνώρισαν αρκετές διακυμάνσεις, ήτοι στο παρελθόν είχε συγκρουσθεί συχνά μαζί τους, υπήρξε δε και περιστατικό χειροδικίας με τον αδελφό του Π.. Το διάστημα, όμως, μετά την εμφάνιση της ασθένειας του, περί το Μάϊο του 1995, αυτές εξομαλύνθηκαν, ιδιαίτερα ο αδελφός του Σ., λόγω και της επαγγελματικής του ιδιότητας ως ιατρός, του συμπαραστάθηκε αμέριστα καθόλη τη διάρκεια της επτάμηνης ασθένειας του μέχρι το θάνατο του. Στις 5-6-1995 ο Δ. Π., ενόψει της εισαγωγής του την επομένη ημέρα στην κλινική … για να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στο παχύ έντερο, υπό το κράτος φόβου και ανασφάλειας για την υγεία του, συνέταξε στο δικηγορικό του γραφείο σε μία σελίδα λευκού χαρτιού με διαγράμμιση, μεγέθους Α4, την ιδιόγραφη διαθήκη του με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Η Διαθήκη μου, - Εν … σήμερα στις 5 Ιουνίου 1995 υπογράφων Δ. Π. του Κ. Δικηγόρος κάτοικος …, δηλώνω και επιθυμώ όπως μετά τον θάνατον μου, όλη η ακίνητη και κινητή περιουσία μου περιέλθει αποκλειστικά και μόνο στην αδελφή μου Χ. συζ. Κων. Μ. το γένος Κ. Π.. Τα άλλα αδέλφια μου Σ. και Π. Π. τα αγαπώ βεβαίως αλλά με πίκραναν βαθειά και δεν επιθυμώ να λάβουν απολύτως τίποτε από την κινητή και ακίνητη περιουσία μου, δηλαδή με άλλα λόγια δεν θα πάρουν τίποτε απολύτως από την κινητή και ακίνητη περιουσία μου. Ώρα 13.00 Δευτέρα 5 Ιουνίου 1995. Ο Διαθέτης (Ακολουθεί η υπογραφή και η επαγγελματική του σφραγίδα)". Το γεγονός της σύνταξης της ως άνω διαθήκης ουδέποτε, αμφισβητήθηκε από τα αδέλφια του Σ. και Π. Π., οι οποίοι με τις από 6-12-1996 κατατεθείσες προτάσεις τους, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δέχονται ότι συντάχθηκε κάποια "πρόχειρη ιδιόχειρη διαθήκη" τον Ιούνιο του 1995, πριν την επέμβαση, η οποία όμως καταστράφηκε μετέπειτα λόγω της βελτίωσης της υγείας του "όπως ο ίδιος το ομολόγησε σε διάφορους κοινούς μας φίλους και πελάτη του στο δικηγορικό του γραφείο". Και στις προανακριτικές τους απολογίες, την 10-9-1996, οι ανωτέρω δεν αμφισβήτησαν τη σύνταξη αυτής, αλλά μόνο τη φύλαξη αυτής από την εφεσίβλητη αδελφή του και ισχυρίσθηκαν ότι ο διαθέτης την κατέστρεψε ο ίδιος. Το γεγονός της σύνταξης της εν λόγω διαθήκης, αλλά και του περιεχομένου της, ότι δηλ. εγκαθιστούσε μοναδική του κληρονόμο την αδελφή του Χ., ανέφερε επανειλημμένα και ρητά η Μ. Σ., φίλη και συνεργάτης δικηγόρος από το 1985 του θανόντος, τόσο στην από 25-9-1996 κατάθεση της ενώπιον του Η' Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, όσο και στο ακροατήριο του Μονομελούς και Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, η οποία, επίσης, κατέθεσε ότι παλαιότερα ο θανών της έλεγε επανειλημμένα ότι θα τιμήσει με τη διαθήκη του μόνο την αδελφή του Χ., λόγω της αδυναμίας που της είχε. Περί της σύνταξης διαθήκης κατέθεσαν επίσης, ενώπιον του Η' Πταισματοδίκη η Α. Χ. Κ. και ο Ε. Β., φίλοι του θανόντος, πλην όμως συμπλήρωσαν ότι ο διαθέτης τους είπε ότι την κατέστρεψε. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το χαρτί, που περιείχε την ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη, ο Δ. Π. το δίπλωσε στα τέσσερα και το τοποθέτησε κάτω από ένα χάρτινο κουτί στο δεξιό συρτάρι του γραφείου του, το οποίο και κλείδωσε. Στις 25-6-1995, ο Δ. Π. μετά την έξοδο του από την κλινική …, όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, και την επιστροφή του στην οικία του στην …, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης της αδελφής του Χ.ς στην οικία του, αυτός έδωσε κάποια κλειδιά και της είπε να πάει στο γραφείο του να πάρει ένα φύλλο διπλωμένο-γραμμάτια εκείνη, κάτω από ένα χάρτινο κουτί και να το φυλάξει. Χωρίς να της συγκεκριμενοποιήσει ότι πρόκειται για τη διαθήκη του. Πράγματι η αδελφή του Χ.-εφεσίβλητη μετέβη το απόγευμα της ίδιας ημέρας στο γραφείο και πήρε το διπλωμένο φύλλο χαρτιού και το πήγε στην οικία της. Η εφεσίβλητη δεν αποκάλυψε σε κανέναν το περιεχόμενο αυτού του εγγράφου - ιδιόγραφης διαθήκης, γιατί θα προκαλούσε ιδιαίτερες έριδες και προστριβές μεταξύ των αδελφών, όσο ακόμη ζούσε ο Δ. Π., ο οποίος μέχρι την ημέρα του θανάτου του (25-12-1995) ουδέποτε ζήτησε από την αδελφή του να του επιστρέφει το ως άνω φύλλο "διπλωμένο - γράμμα" που ήταν η ιδιόγραφη διαθήκη του, ούτε συνέταξε άλλη διαθήκη με την οποία να ρυθμίζει διαφορετικά την τύχη της περιουσίας του, εκτός από την με αριθμό …/19-12-1995 δημόσια διαθήκη του ενώπιον της συμβολαιογράφου Αικατερίνης Καλλιγκάτση, με την οποία αποκληρώνει την σύζυγο του Φ., το γένος Β. Κ., για τους λόγους που αναγράφονται ο' αυτήν. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη στις 27-12-1995, δύο ημέρες μετά το θάνατο του αδελφού της, αποφάσισε να γνωστοποιήσει την ύπαρξη της ιδιόγραφης διαθήκης σε τρίτους, αρχής γενόμενης με το σύζυγο της Κωνσταντίνο Μ., στον οποίο και αφηγήθηκε όλα τα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο περιήλθε στην κατοχή της. Επίσης η ίδια έδωσε την ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη στο σύζυγο της για να βγάλει φωτοτυπίες αυτής, όπως και έγινε. Ακολούθως ενημέρωσε τηλεφωνικά περί της ύπαρξης της και του περιεχομένου της την δικηγόρο Μ. Σ.. Στις 29-12-1995 στο γραφείο του θανόντος συναντήθηκαν και τα τρία αδέλφια με παρούσα τη δικηγόρο Μ. Σ., στην οποία προηγουμένως είχε δώσει η εφεσίβλητη έναν κλειστό φάκελο, εντός του οποίου υπήρχε το πρωτότυπο της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης. Κατά την συνάντηση τους η Μ. Σ. ενημέρωσε τα αδέλφια της εφεσίβλητης, Σ. και Π. Π., ότι εντός του φακέλου, πρέπει να είναι η διαθήκη του αδελφού τους και μπορούν να το ανοίξουν να δούνε τι περιέχει. Για άγνωστο λόγο δεν θέλησαν να ανοίξουν εκείνη την ημέρα τη διαθήκη, αλλά προτίμησαν να γίνει τούτο με τη δημοσίευση της διαθήκης από το δικαστήριο, οπότε σφράγισαν τον φάκελο με την επαγγελματική σφραγίδα του θανόντος, έθεσαν επ' αυτού τη μονογραφή τους και τοποθέτησαν αυτόν σε συρτάρι του γραφείου του θανόντος, κλείδωσαν τούτο και έδωσαν το κλειδί στην Μ. Σ., παρά τις αρχικές αντιρρήσεις της. Μετά 2-3 ημέρες, επειδή επίκειτο επίσκεψη της συζύγου του θανόντος, Φ. Κ. για να καταγράφει τα κινητά περιουσιακά του στοιχεία, η Μ. Σ. ενημέρωσε τηλεφωνικά τα αδέλφια του για να έρθουν να πάρουν τον φάκελο, μη τυχόν και τον βρει η σύζυγος του. Πράγματι ήρθαν τα τρία αδέλφια και τον φάκελο τον πήρε ο πρώτος εκκαλών Σ. Π.ς για να τον φυλάξει στο ιατρείο του επί της οδού … στη …. Στη συνέχεια πήγαν στο ιατρείο ο πρώτος εκκαλών και εφεσίβλητη, τοποθέτησαν τον φάκελο σε ένα κουτί που κλείδωνε, το κλείδωσαν και το κλειδί αυτού το έδωσε ο πρώτος εκκαλών, στην εφεσίβλητη αδελφή του. Ακολούθως συμφώνησαν να συναντηθούν τα τρία αδέλφια μαζί με την Μ. Σ. στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την 12-1-1996 - πρώτη εργάσιμη Παρασκευή μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων, οπότε υπήρχε δικάσιμος δημοσίευσης διαθηκών ώστε να δημοσιευθούν οι δύο ως άνω διαθήκες του θανόντος και μάλιστα πρώτα η δημόσια και μετά η ιδιόγραφη. Επειδή άργησε να έρθει στο πρωτοδικείο ο υπάλληλος της Συμβολαιογράφου Αικατερίνης Καλλιγκάτση, ενώπιον της οποίας συντάχθηκε η δημόσια διαθήκη του θανόντος, αποφάσισαν να μην δημοσιεύσουν ούτε την ιδιόγραφη διαθήκη και συμφώνησαν οι δύο διαθήκες να δημοσιευθούν στην επόμενη δικάσιμο της 19-1-1996 και γι' αυτό το λόγο επέστρεφαν το φάκελο με την ιδιόγραφη διαθήκη στο ιατρείο του πρώτου εκκαλούντος, τον τοποθέτησαν στο ίδιο κουτί, το οποίο κλείδωσαν ξανά και το κλειδί το πήρε και πάλι η εφεσίβλητη. Στις 17-1-1996 ο πρώτος εκκαλών συναντήθηκε με την εφεσίβλητη στην οικία της, η οποία, ενώ αρχικά είχε αρνηθεί ότι γνώριζε το περιεχόμενο της διαθήκης, στη συνέχεια αναγκάστηκε να ομολογήσει την αλήθεια, ότι δηλαδή σε αυτήν την είχε παραδώσει ο θανών, και ότι περιείχε κάποιες δυσμενείς φράσεις για τους αδελφούς της. Η συζήτηση συνεχίστηκε σε έντονο ύφος και ο πρώτος εκκαλών έφυγε, απειλώντας την εφεσίβλητη ότι στις 19-1-1996 δεν θα κατατεθεί ο φάκελος για να δημοσιευθεί. Στις 18-1-1996 συναντήθηκαν εκ νέου τα τρία αδέλφια στο ιατρείο του πρώτου εκκαλούντος. Στη συνάντηση αυτή ο πρώτος εκκαλών έσκισε το φάκελο και διάβασε την ιδιόγραφη διαθήκη παρουσία όλων των αδελφών. Είπε δε στην εφεσίβλητη ότι δεν ήταν ηθικό να λάβει αυτή όλη την περιουσία του θανόντος. Στην συνέχεια έδωσε το πρωτότυπο της διαθήκης στον αδελφό του Π., ως προς τον οποίο, μετά το θάνατο του, τη δίκη συνεχίζει νόμιμα ο γιος του - δεύτερος εκκαλών, για να πάει να βγάλει φωτοτυπίες αυτής, μια για τον καθένα. Όταν επέστρεφε ο αδελφός τους Π. με τα φωτοαντίγραφα, η εφεσίβλητη ζήτησε να λάβει, το πρωτότυπο, ο πρώτος εκκαλών, όμως, αρνήθηκε και της είπε ότι αν επιμείνει θα τη σκίσει. Εν τούτοις, κατόπιν των παρακλήσεων της εφεσίβλητης, της επιδείχθηκε το πρωτότυπο, οπότε διαπίστωσε ότι ουδεμία αλλοίωση έχει επέλθει. Ακολούθως συμφώνησαν να τοποθετηθεί εκ νέου το πρωτότυπο μαζί με τις φωτοτυπίες στο κουτί, το κλείδωσαν και το κλειδί το έδωσαν στην εφεσίβλητη. Την επομένη ημέρα 19-1-1996 ο πρώτος εκκαλών και ο αδελφός του Π., δεν πήγαν στο δικαστήριο, όπως είχαν συμφωνήσει, με συνέπεια να μην δημοσιευθεί η προαναφερόμενη ιδιόγραφη διαθήκη, παρά μόνο η δημόσια διαθήκη με τα υπ' αριθμ. 85/19-1-1996 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Το επόμενο διάστημα τα τρία αδέλφια συναντήθηκαν δύο-τρείς φορές και οι δύο από αυτούς πρότειναν στην εφεσίβλητη να μοιράσουν την κληρονομιαία περιουσία του θανόντος αδελφού τους σαν να μην υπήρχε η ιδιόγραφη διαθήκη και όταν εκείνη αρνήθηκε, αμφισβήτησαν την ύπαρξη της ιδιόγραφης διαθήκης. Η εφεσίβλητη, βλέποντας ότι από την πλευρά των αδελφών της, δεν υπήρχε διάθεση να προσέλθουν στο δικαστήριο για να δημοσιεύσουν την ιδιόγραφη διαθήκη, αναγκάστηκε να τους κοινοποιήσει εξώδικη δήλωση - πρόσκληση την 29-4-1996, με την οποία τους κάλεσε να προσέλθουν στο δικαστήριο μέχρι 3-5-1996 για να δημοσιεύσουν την ιδιόγραφη διαθήκη. Αυτοί απάντησαν με την από 3-5-1996 εξώδικη δήλωση τους, στην οποία αρνήθηκαν την ύπαρξη οιασδήποτε ιδιογράφου διαθήκης και ισχυρίσθηκαν ότι εντός του φακέλου υπήρχαν κάποια έγγραφα του θανόντος συντεταγμένα σε ξένη γλώσσα (σύμβαση δανείου, κατάθεση σε συνάλλαγμα, εξουσιοδοτήσεις), τα οποία πρέπει να σημειωθεί, αν και κράτησε κατά τους ισχυρισμούς του ο πρώτος εκκαλών στην κατοχή του, ουδέποτε τα εμφάνισε ενώπιον του δικαστηρίου, τουλάχιστον προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του. Κατόπιν όλων των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η από 5-6-1995 ιδιόγραφη διαθήκη του Δ. Π. υπήρχε και μετά το θάνατο του και δεν την είχε καταστρέψει ο ίδιος, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ούτε την ανακάλεσε μέχρι την ημέρα του θανάτου του με άλλη μεταγενέστερη, η δε μη δημοσίευση της οφείλεται στο ότι ο πρώτος εκκαλών και ο αδελφός του Π., μαθαίνοντας το περιεχόμενο της την 18-1-1996, το οποίο δεν τους συνέφερε, αποφάσισαν να την εξαφανίσουν. Για το λόγο αυτό μάλιστα ο πρώτος εκκαλών (ο αδελφός του Π., είχε στο μεταξύ αποβιώσει) καταδικάστηκε σε φυλάκιση 12 μηνών από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης για υπεξαγωγή εγγράφου με την 29959/2001 απόφασή του. Το γεγονός ότι αυτός αθωώθηκε με την 13377/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου δικάζοντος κατ' έφεση, με το σκεπτικό ότι τη διαθήκη η εφεσίβλητη την επέστρεφε στον θανόντα το δεύτερο δεκαήμερο του Οκτωβρίου του 1995, ο οποίος και την κατέστρεψε, ενώ στον φάκελο -που τα αδέλφια μόνο μονοέγραφαν και σφράγισαν μετά το θάνατο του εντός του γραφείου του και φύλαξαν η εφεσίβλητη τοποθέτησε φωτοαντίγραφο της διαθήκης, που είχε τυπώσει δολίως πριν τη δώσει στον διαθέτη, γεννά διάφορες απορίες, διότι τέτοιοι ισχυρισμοί από κανέναν δεν προτάθηκαν, πολύ δε περισσότερο δεν αποδείχθηκαν. Για το λόγο αυτό και διενεργήθηκε ποινική προκαταρκτική εξέταση, κατόπιν καταγγελίας της εφεσίβλητης, σε βάρος της συντάξασας το σκεπτικό Προέδρου του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, η οποία αναφορικά ναι μεν αρχειοθετήθηκε ελλείψει δόλου με την υπ' αριθμόν 4/2005 πράξη του Εισαγγελέα Εφετών, ωστόσο έδωσε την αφορμή να αξιολογηθούν παρεμπιπτόντως τα ουσιαστικά ζητήματα της υπόθεσης για άλλη μία φορά, ούτε, εξάλλου, η ως άνω 13377/2003 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, δεσμεύει το πολιτικό Δικαστήριο". Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση η οποία δέχτηκε την ένδικη αναγνωριστική αγωγή της αναιρεσίβλητης με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η ύπαρξη της ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης του Δ. Π. με το προαναφερθέν περιεχόμενο. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμης βάσης, αφού περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης της επίμαχης διαθήκης και του περιεχομένου και της εξαφάνισή της από τους εναγομένους αναιρεσείοντες και επομένως οι περί του εναντίον περιεχόμενες στον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμες, αλλά κυρίως απαράδεκτες, γιατί με αυτές πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561§1 ΚΠολΔ).
Επειδή, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη, που δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχτηκε την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ε. Β. και την εκτίμησε ως τεκμήριο, επειδή ήταν ημιτελείς, πλην όμως έπρεπε να δεχτεί την κατάθεση αυτή προς άμεση απόδειξη αφού είχε περαιωθεί και έτσι προσέδωσε στην κατάθεση αυτή μικρότερη αποδεικτική δύναμη απ' αυτήν που είχε από το νόμο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την …/1998 εισηγητική έκθεση εξέτασης μαρτύρων ο ανωτέρω μάρτυρας Ε. Β. προσήλθε για να εξετασθεί ενώπιον της Εισηγήτριας στις 13-12-2001 και η εξέταση άρχισε την ημερομηνία αυτή, πλήν όμως διακόπηκε λόγω παρέλευσης της ώρας για τις 4-4-2002, οπότε συνεχίστηκε για να διακοπεί και πάλι λόγω παρέλευσης της ώρας για τις 7-11-2002, οπότε ο μάρτυρας δεν εμφανίσθηκε λόγω προσωπικού του προβλήματος και η Εισηγήτρια με τη συμφωνία των πληρεξουσίων δικηγόρων περαίωσε τις διεξαγωγές και έτσι η ένορκη αυτή κατάθεση παρέμεινε ημιτελής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Όμως δεν γεννάται ο λόγος αυτός, αν και από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Η παραβίαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.11 γ' του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αίτησης προβάλλεται η από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλό μενης απόφασης, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την 13377/2003 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία ο πρώτος αναιρεσείων απαλλάχθηκε της κατηγορίας της υπεξαγωγής της επίμαχης διαθήκης την οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της έφεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς αυταπόδειξη της αγωγής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του την ως άνω απόφαση την οποία ρητά μνημονεύει και απ' όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του και το προαναφερόμενο έγγραφο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, εφ' όσον επετράπη η δια μαρτύρων απόδειξη δικαστικά τεκμήρια μπορεί να συναχθούν οθενδήποτε και μάλιστα από ανεπικύρωτο φωτοαντίγραφο ιδιόγραφης διαθήκης που λήφθηκε πριν τη δημοσίευσή της, η πιστότητα του οποίου δεν αμφισβητείται σε σχέση με το πρωτότυπο.
Συνεπώς ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσης του και φωτοτυπία της επίμαχης διαθήκης που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα, αν και το αποδεικτικό αυτό μέσο δεν το επέτρεπε ο νόμος δοθέντος ότι η φωτοτυπία αυτή είναι άκυρη ως ιδιόγραφη διαθήκη και δεν μπορεί να γίνει λόγος για ύπαρξη ιδιόγραφης διαθήκης και μετέπειτα για δημοσίευσή της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται στην αναιρεσίβλητη, ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτής (βλ.άρθρο 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-8-2010 αίτηση των Σ. Π. κ.λπ. για αναίρεση της 882/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ιδιόγραφη διαθήκη. Απώλεια αυτής. Απόδειξη του περιεχομένου της και της ύπαρξης της και με μάρτυρες. Λόγοι αναίρεσης: από 1 και 19, 12, 11γ και 11α απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
|
Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου
|
Αποδεικτικά μέσα, Διαθήκη, Έλλειψη νόμιμης βάσης, Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, Αποδεικτικών μέσων δύναμη.
| 0
|
Αριθμός 485/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ι. Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Β. Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Β. Τ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Πέτρο Μαχά και Ι. - Πρόδρομο Αναστασιάδη και 2)Κ. Π. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσώλη για αναίρεση της υπ'αριθ.4013, 4330/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Α. Φ. του Ν., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσούτσουρα και 2)Ε. Φ. του Σ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 Ιουνίου 2012 και 11 Ιουνίου 2012 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 746/2012.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και να παύσει οριστικά η κατά των αναιρεσειόντων ποινική δίωξη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι, 1) η από 12.6.2012 (με αριθ. πρωτ. 4419/2012) του Β. Τ. του Ι. και 2) η από 11.6.2012 (με αριθ. πρωτ. 4466/2012) του Κ. Π. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθ. 4013 και 4330/2012 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 266 παρ. 1 του ΠΚ, σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 264 του ΠΚ, όποιος, από αμέλεια, προξενεί πυρκαγιά, από την οποία μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή για άνθρωπο ή, ακόμη, και αν, από την πυρκαγιά, επέλθει ο θάνατος ανθρώπου, τιμωρείται με φυλάκιση. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, με τις ποινές που προβλέπονται σ` αυτήν τιμωρείται όποιος από αμέλεια προξενεί πυρκαγιά σε δάσος ή δασική έκταση κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979 ή σε έκταση που έχει κηρυχθεί δασωτέα ή αναδασωτέα κατά την έννοια της παρ. 5 του ίδιου άρθρου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ.1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων του εμπρησμού από αμέλεια, του εμπρησμού σε δάση από αμέλεια και της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Περαιτέρω, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 28 ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Ενόψει της διακρίσεως αυτής, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα ανωτέρω δύο είδη της αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 4013 & 4330/2012 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες (και τους συγκατηγορουμένους τους F. Z. και D. I.) εμπρησμού από αμέλεια, ανθρωποκτονίας από αμέλεια του Ν. Φ. και εμπρησμού από αμέλεια σε δασική έκταση, πράξεις που τέλεσαν με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τους καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι ενός (21) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Ο πρώτος κατηγορούμενος Β. Τ. είναι ιδιοκτήτης ενός οικοπέδου εκτάσεως 1038 τ.μ. στη θέση …στους …επί της οδού … αρ... Στο οικόπεδο αυτό ανεγειρόταν (και ήταν σε εξέλιξη στις 7.7.2004) οικοδομή, με επιμέλεια και επίβλεψη του τρίτου κατηγορουμένου Αρχιτέκτονα - Μηχανικού Κ. Π., ο δεύτερος κατ/νος ... ήταν ο εργολάβος ... και ο τέταρτος ... ήταν εργάτης εκεί ... Στις 7.7.2004 η θερμοκρασία ήταν 39-40ο C και ο αέρας πολύ δυνατός, τουλάχιστον 7 μποφόρ με γενική διεύθυνση βόρεια αλλά στροβιλιζόταν προς όλες τις κατευθύνσεις. Οι ως άνω κατηγορούμενοι δεν είχαν φροντίσει να καθαρίσουν το οικόπεδο της οικοδομής αυτής από τα ξερά χόρτα και τα σκουπίδια (ειδικότερα από τα ξερά φύλλα δένδρων που έφερνε ο άνεμος). Στις 12.30 μμ έκαναν χρήση ηλεκτρικού τροχού στην νεοανεγειρόμενη οικοδομή για αποκοπή των σίδερων εξωτερικά της οικοδομής στο πίσω μέρος του οικοπέδου. Ο D. I. με σύμφωνη γνώμη του ως άνω εργολάβου, του επιβλέποντα μηχανικού και του ιδιοκτήτη του οικοπέδου (και της οικοδομής) χρησιμοποίησε τον ηλεκτρικό τροχό, ο οποίος δημιούργησε σπινθήρες που λόγω του ανέμου μεταφέρονται, οι οποίοι προκάλεσαν ανάφλεξη των ξερών χόρτων και των ξερών φύλλων στον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής, δημιουργήθηκε φωτιά, που αμέσως εξαπλώθηκε σε όμορο ακαθάριστο από χόρτα οικόπεδο στο πίσω μέρος της οικοδομής (...). Έτσι προκλήθηκε η πυρκαϊά που εξαπλώθηκε αμέσως από τον δυνατό άνεμο (...) και κατέστρεψε 200 στρέμματα δημόσιας δασικής έκτασης, που είχε κατά ένα μέρος κηρυχθεί αναδασωτέα και 200 στρέμματα δενδροφυτευμένης οικοπεδικής έκτασης, προκλήθηκαν δε σοβαρές ζημίες από την πυρκαϊά στα κτίρια των ιδιοκτητών, που αναφέρονται στο διατακτικό και απεβίωσε, λόγω απανθράκωσης, ο Ν. Φ. Η πυρκαϊά, η καταστροφή της δασικής βλάστησης καθώς και των ιδιοκτησιών, που αναφέρονται στο διατακτικό, όπως και ο επελθών θάνατος του Ν. Φ. οφείλεται στην αμέλεια όλων των κατηγορουμένων, που με τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους δεν φρόντισαν, όπως όφειλαν και μπορούσαν (όφειλαν, λόγω των υψηλών θερμοκρασιών και των δυνατών ανέμων, ενόψει και της προειδοποιήσεως από τα μετεωρολογικά δελτία ότι ο καιρός είναι επικίνδυνος να προκληθούν πυρκαϊές, να έχουν πρόσφατα καθαρίσει το οικόπεδο από κάθε ίχνος από ξερά χόρτα και συγκεντρωμένα ξερά φύλλα, ενόψει του ότι θα έκαναν χρήση ηλεκτρικού τροχού, που εκτοξεύει σπινθήρες, τους οποίους ο δυνατός άνεμος εκτοξεύει μακριά, ώστε να μη υπάρχει δυνατότητα ανάφλεξης από την πτώση του σπινθήρα στη γη). Επιπλέον όλοι, με την αναφερθείσα ιδιότητά τους δεν έπρεπε να χρησιμοποιήσουν τον ηλεκτρικό τροχό την ημέρα εκείνη με τα επικίνδυνα για την πυρκαϊά καιρικά φαινόμενα, για τα οποία είχαν ενημερωθεί, αλλά και την επικινδυνότητα της κατάστασης αντιλαμβανόταν ο καθένας και επίσης οι ίδιοι. Η φωτιά δεν οφείλεται σε βραχυκύκλωμα της ΔΕΗ, που ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι, καθόσον ελέγχθηκε από την Πυροσβεστική μακροσκοπικά το εναέριο δίκτυο της ΔΕΗ, μήπως η πυρκαϊά οφείλετο σε βραχυκύκλωμα ηλεκτρικών καλωδίων, αλλά δεν παρατηρήθηκε αποκοπή ή τήξη κάποιου εναέριου αγωγού (...). Έτσι αποκλείεται να οφείλεται η πυρκαϊά σε βραχυκύκλωμα, επίσης αποκλείεται να οφείλεται σε εμπρηστικό μηχανισμό, καθόσον έγινε σχετικός έλεγχος από την Πυροσβεστική, χωρίς θετικά αποτελέσματα. Η Πυροσβεστική διενήργησε αυτοψία και στο οικόπεδο ιδιοκτησίας του κατ/νου Β. Τ., ... και παρετήρησε ότι στο πίσω μέρος της νεοανεγειρόμενης οικοδομής είχαν καεί κομμάτια φελιζόλ μόνωσης, στηριγμένα στον τοίχο, ότι τα σίδερα, που εξείχαν από τον τοίχο της οικοδομής εμπόδιζαν την τοποθέτηση της μόνωσης επ` αυτού, είχαν δε κοπεί πρόσφατα με ηλεκτρικό τροχό, που βρέθηκε στην αποθήκη της οικοδομής και ότι για την τοποθέτηση της μόνωσης είχε ανεγερθεί εξωτερικά της οικοδομής τριώροφη σκαλωσιά και είχαν κοπεί σίδερα πάνω από το τρίτο πάτωμα της σκαλωσιάς. Τέλος, αποφαίνεται ότι σπινθήρες από τη χρήση του τροχού θα μπορούσαν να προκαλέσουν ανάφλεξη των ξερών χόρτων στο οικόπεδο, το οποίο απέχει δύο με τρία μέτρα από την οικοδομή. ...ότι η φωτιά ξεκίνησε από το εν λόγω οικόπεδο κατέθεσε στο ακροατήριο η αυτόπτης μάρτυρας Α. Σ. Αυτή κατέθεσε ότι ... είδε φωτιά μόνο στο χώρο της οικοδομής αυτής να καταλαμβάνει επιφάνεια περίπου μισού στρέμματος και πουθενά αλλού. ... Από το συνδυασμό ... το Δικαστήριο κρίνει ότι αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα των πράξεων, που αποδίδονται στους κατηγορουμένους και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι ...". Στο δε διατακτικό αναγράφεται ότι: "... Ο πρώτος των κατηγορουμένων ... με επιμέλεια και επίβλεψη του τρίτου ... ο δε δεύτερος ... και ο τέταρτος ...από αμέλειά τους προκάλεσαν πυρκαγιά ... Συγκεκριμένα, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι από αμέλειά τους δεν είχαν φροντίσει ... 2) Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο οι κατηγορούμενοι από αμέλειά τους επέφεραν το θάνατο άλλου. Ειδικότερα για το ότι ο πρώτος ... από αμέλειά τους δεν είχαν φροντίσει ...3) ... από αμέλειά τους προξένησαν πυρκαγιά σε δημόσια δασική έκταση ...".
Με τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό, δεν προσδιορίζει ως προς τα επελθόντα αποτελέσματα από την αμελή συμπεριφορά των αναιρεσειόντων ποιο από τα δύο είδη αμέλειας συνέτρεξε, αφού αρκείται στην αναφορά ότι η πυρκαγιά, η καταστροφή της δασικής βλαστήσεως και ο θάνατος του Ν. Φ. οφειλόταν στην "αμέλεια" των κατηγορουμένων, χωρίς περαιτέρω μνεία αν αυτοί δεν προέβλεψαν καθόλου το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσαν οι πράξεις τους ή προέβλεψαν αυτό ως δυνατό, αλλά πίστευαν ότι δεν θα επερχόταν. Το είδος της αμέλειας δεν μπορεί να συναχθεί, ούτε εμμέσως, από την παραδοχή ότι οι κατηγορούμενοι είχαν ενημερωθεί για τα επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα (υψηλές θερμοκρασίες, δυνατός άνεμος) και, παρά ταύτα, προέβησαν στη χρησιμοποίηση του ηλεκτρικού τροχού. Από την ασάφεια δε αυτή καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 28, 266 παρ. 1και 2 και 302 παρ.1 του ΠΚ και ιδρύεται, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος της πρώτης και δεύτερος λόγος της δεύτερης αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχήν τους, να αναιρεθεί, ως προς τους αναιρεσείοντες, η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδ. β' και 511 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ (Ολ. ΑΠ 7/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, οι πράξεις του εμπρησμού από αμέλεια, του εμπρησμού δασικής εκτάσεως από αμέλεια και της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος (με φυλάκιση η πρώτη - άρθρο 266 παρ. 1 ΠΚ, φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή η δεύτερη - άρθρο 266 παρ. 2 ΠΚ και φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών η τρίτη - άρθρο 302 παρ. 1 ΠΚ) από το χρόνο δε που φέρονται ότι τελέσθηκαν (7.7.2004) μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (13.2.2013) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο των πράξεων αυτών. Επομένως, αφού οι ένδικες αιτήσεις περιέχουν ένα τουλάχιστον παραδεκτό λόγο αναιρέσεως (της ελλείψεως νόμιμης βάσεως), ο οποίος κρίθηκε και βάσιμος, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων για τις άνω πράξεις, λόγω παραγραφής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 4013 και 4330/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, ως προς τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους Β. Τ. του Ι. και Κ. Π. του Α..
ΠΑΥΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΩΞΗ, λόγω παραγραφής, για το ότι: Οι κατηγορούμενοι Β. Τ. και Ι. Π. στους … στις 7.7.2004 από αμέλειά τους τέλεσαν τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις: Α) Ο κατηγορούμενος Β. Τ., ως ιδιοκτήτης ενός οικοπέδου εκτάσεως 1038 τετραγωνικών μέτρων που ευρίσκεται στη θέση …στους …και επί της οδού … αρ… εντός του οποίου ανεγείρονταν οικοδομή του με επιμέλεια και επίβλεψη του κατηγορουμένου αρχιτέκτονος - μηχανικού Κ. Π. από αμέλειά τους προκάλεσαν πυρκαγιά από την οποία προξένησαν κοινό κίνδυνο σε ξένα πράγματα και ανθρώπους και επέφεραν το θάνατο σε ένα άτομο που βρισκόταν στην περιοχή. Συγκεκριμένα οι ανωτέρω κατηγορούμενοι από αμέλειά τους δεν είχαν φροντίσει για τον καθαρισμό του οικοπέδου της οικοδομής αυτής από χόρτα και ξερά φύλλα, ενώ συγχρόνως έκαναν χρήση ηλεκτρικού τροχού για την αποκοπή σίδερων που εξείχαν από τον τοίχο της οικοδομής και εμπόδιζαν την τοποθέτηση της μόνωσης επ' αυτού και έτσι κατά τη στιγμή που ο συγκατηγορούμενός τους D. Ι. έκοβε με τον ηλεκτρικό τροχό σίδερα επάνω σε ανεγειρόμενη εξωτερικά της οικοδομής τριώροφη σκαλωσιά σπινθήρες που προέρχονταν από τη χρήση του τροχού προκάλεσαν ανάφλεξη των χόρτων του οικοπέδου και πυρκαγιά που εξαπλώθηκε κατά τη φορά του ανέμου και κατέστρεψε περί τα 200 στρέμματα δασικής και οικοπεδικής έκτασης προξενώντας σοβαρές ζημίες σε ιδιοκτησίες διαφόρων ιδιοκτητών, ως επίσης και το θάνατο του ηλικιωμένου Ν. Φ. ο οποίος, όπως προκύπτει από την υπ` αριθ. 2068/5.8.2004 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του Ιατροδικαστή Ν. Κ., απεβίωσε λόγω "απανθράκωσης". Ειδικότερα από την ως άνω συγκλίνουσα αμελή εγκληματική συμπεριφορά των κατηγορουμένων από την πυρκαγιά προκλήθηκαν ζημίες στις ιδιοκτησίες που λεπτομερώς αναφέρονται στην απόφαση που αναιρείται. Β) Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο οι άνω κατηγορούμενοι από αμέλειά τους επέφεραν το θάνατο σε άλλον. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος Β. Τ., ως ιδιοκτήτης ενός οικοπέδου εκτάσεως 1038 τετραγωνικών μέτρων που ευρίσκεται στη θέση …στους …και επί της οδού … αρ… εντός του οποίου ανεγειρόταν οικοδομή του με επιμέλεια και επίβλεψη του κατηγορουμένου αρχιτέκτονα - μηχανικού Κ. Π., από αμέλειά τους δεν είχαν φροντίσει για τον καθαρισμό του οικοπέδου της οικοδομής αυτής από χόρτα και ξερά φύλλα, ενώ συγχρόνως έκαναν χρήση ηλεκτρικού τροχού για την αποκοπή σίδερων που εξείχαν από τον τοίχο της οικοδομής και εμπόδιζαν την τοποθέτηση της μόνωσης επ' αυτού και έτσι κατά τη στιγμή που ο συγκατηγορούμενός τους D. Ι. έκοβε με τον ηλεκτρικό τροχό σίδερα επάνω σε ανεγειρόμενη εξωτερικά της οικοδομής τριώροφη σκαλωσιά σπινθήρες που προέρχονταν από τη χρήση του τροχού προκάλεσαν ανάφλεξη των χόρτων του οικοπέδου και πυρκαγιά που εξαπλώθηκε κατά τη φορά του ανέμου και κατέστρεψε περί τα 200 στρέμματα δενδροφυτευμένης οικοπεδικής έκτασης προξενώντας σοβαρές ζημίες σε ιδιοκτησίες διαφόρων ιδιοκτητών και συγχρόνως προκάλεσαν το θάνατο του ηλικιωμένων Ν. Φ., ο οποίος, όπως προκύπτει από την υπ` αριθ. 2068/5.8.2004 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του Ιατροδικαστή Ν. Κ., απεβίωσε λόγω "απανθράκωσης". Γ) Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο οι άνω κατηγορούμενοι από αμέλειά τους προξένησαν πυρκαγιά σε δημόσια δασική έκταση κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 5 του άρθρου 3 του Ν. 998/79 και ειδικότερα, αφού επέδειξαν την αμελή συμπεριφορά που προαναπτύχθηκε στις υπό στοιχ. Α και Β πράξεις, προξένησαν πυρκαγιά από την οποία κάηκε έκταση 200 στρεμμάτων δημόσιας δασικής εκτάσεως, η οποία κατά ένα μέρος είχε κηρυχθεί αναδασωτέα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση ιδιοκτήτη οικοπέδου και επιβλέποντος μηχανικού για εμπρησμό από αμέλεια, εμπρησμό δασικής εκτάσεως από αμέλεια και ανθρωποκτονία από αμέλεια. Στοιχεία εγκλημάτων. Αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως από το ότι δεν προσδιορίζεται το είδος της αμέλειας που δέχεται το δικαστήριο. Οριστική παύση της ποινικής διώξεως λόγω παραγραφής, γιατί από την τέλεση των πράξεων μέχρι τη συζήτηση των αιτήσεων αναιρέσεως παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας.
|
Παραγραφή
|
Παραγραφή, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Εμπρησμός, Νομίμου βάσεως έλλειψη.
| 0
|
Αριθμός 485/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ιεράς Μονής Λαζαριστών του Αγίου Βικεντίου του Παύλου της εν Ελλάδι Καθολικής Εκκλησίας, με έδρα την Καβάλα, νόμιμα εκπροσωπούμενης, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, και 2) Δήμου Καβάλας, Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου νόμιμα εκπροσωπούμενου με έδρα την Καβάλα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Αγελαράκη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/3/1981 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου και την από 5/10/1998 παρέμβαση του ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 120/1983 μη οριστική, 197/1999 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 596/2005 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6/8/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 3/11/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε η από 6/8/2008 αίτηση αναίρεσης κατά της 596/2005 απόφασης του Εφετείου Θράκης να θεωρηθεί ότι δεν ασκήθηκε, άλλως την απόρριψη της.
Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 575, 226 παρ.4 εδάφ. α' και γ', 568 παρ.4 και 576 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική δικάσιμο ή είχε κλητευθεί σ' αυτή νόμιμα και εμπρόθεσμα ή είχε παραστεί κατ' αυτή νόμιμα, αν δε συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα μετ' αναβολή, διαδίκου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την έκθεση επίδοσης 4721/18.4.2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καβάλας ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το παρόν αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 6.8.2008 αίτησης αναίρεσης της 596/2005 απόφασης του Εφετείου Θράκης, με πράξη ορισμού δικασίμου για τις 16.11.2011, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην πρώτη αναιρεσίβλητη Ιερά Μονή με κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναίρεσης κατά την ορισθείσα πιο πάνω αρχική δικάσιμο. Κατ' αυτήν, η συζήτηση της αναίρεσης, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, η πιο πάνω αναιρεσίβλητη Ιερά Μονή δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Εφόσον, όμως, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν χρειαζόταν νέα κλήση, πρέπει, παρά την απουσία της, να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 576 παρ.2 εδ.α' και γ' ΚΠολΔ).
ΙΙ. Παραδεκτά φέρεται για συζήτηση η ένδικη - από 6.8.2008 - αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 596/2005 απόφασης του Εφετείου Θράκης μετά την έκδοση και κατάθεση στη γραμματεία του τελευταίου αντιγράφου της 1521/2008 θετικής γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ. , κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 12 παρ.1 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 και ίσχυε μέχρι την κατάργησή της με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 3790/2009. Έχει δε παραδεκτά απευθυνθεί - η αίτηση αναίρεσης - και κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου Δήμου Καβάλας, στον οποίο (όπως δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση) κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας με το .../2.9.1988 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Καβάλας Όλγας Χαΐτογλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβιβάστηκε λόγω πωλήσεως τμήμα των επιδίκων ακινήτων, συνολικού εμβαδού 2.974,89 τ.μ., ως έχοντας ασκήσει την από 5.10.1988 πρόσθετη αυτοτελή παρέμβασή του υπέρ της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ενάγουσας και κατά του ήδη αναιρεσείοντος εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου.
ΙΙΙ. Με το άρθρο 455 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει, ότι: "τα δημόσια έγγραφα θεωρούνται γνήσια και επιτρέπεται μόνο να προσβληθούν ως πλαστά", καθιερώνεται τεκμήριο γνησιότητας των δημόσιων εγγράφων, το οποίο κάμπτεται με την προσβολή τους ως πλαστών". Όπως, όμως προκύπτει από το επόμενο άρθρο - 456 - του ΚΠολΔ, τα αλλοδαπά δημόσια έγγραφα δεν έχουν εκ του νόμου τεκμήριο γνησιότητας, αλλά το δικαστήριο μπορεί με βάση τις συντρέχουσες περιστάσεις να θεωρήσει αυτά ως γνήσια και χωρίς απόδειξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμησή του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια (όχι από τον αριθμό 8, αλλά) από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, παρόλο που με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ρητά και κατά τρόπο σαφή αμφισβήτησε τη γνησιότητα και το κύρος των τίτλων ιδιοκτησίας (του Οθωμανικού Κτηματολογίου) τους οποίους η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ενάγουσα είχε προσκομίσει με επίκληση, απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσής του κατά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο με την 197/1999 οριστική απόφασή του παρά το νόμο είχε ανακαλέσει την 120/1983 προδικαστική απόφασή του, καθό μέρος είχε κριθεί νόμιμη η εκ μέρους του άρνηση της γνησιότητας των εγγράφων αυτών και είχε ταχθεί το οικείο θέμα απόδειξης, κηρύττοντας, έτσι, έκπτωση από το δικαίωμά του αμφισβήτησης της γνησιότητας των εν λόγω εγγράφων. Όμως, όπως δέχτηκε το Εφετείο και προκύπτει και από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος της πρώτης συζήτησης στον πρώτο βαθμό, διαλαμβάνοντας σ' αυτές και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο για τους παραπάνω τίτλους ιδιοκτησίας, ότι "στερούνται πάσης σημασίας, κύρους ή νομικής αξίας και ουδέν απολύτως δήθεν δικαίωμα αυτής - της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ενάγουσας - προσεπιμαρτυρούν ουδέν προσεπόρισαν ποτε εις την αντίδικον, εγώ δε (το αναιρεσείον) αρνούμαι οιοδήποτε κύρος ή νομικήν αξίαν εις ταύτα ... μη αποτελούντα πραγματικούς τίτλους (ταπία) ...", δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους ως εγγράφων, αλλά η αποδεικτική αυτών αξία, η οποία αναιρετικά είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Γι' αυτό και ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, τόσο κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από το ν. 2915/2001, γιατί το Εφετείο δέχτηκε ότι οι παραπάνω τίτλοι ιδιοκτησίας είναι γνήσιοι χωρίς να ταχθεί απόδειξη ως προς το ζήτημα αυτό, όσο και κατά το τρίτο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί χωρίς απόδειξη ότι οι παραπάνω τίτλοι ιδιοκτησίας είναι γνήσιοι με την ανεπαρκή αιτιολογία, ότι "υπάρχουν ακόμη καταγεγραμμένοι στο αντίγραφο του βιβλίου πρακτικών του Τουρκικού Κτηματολογίου Καβάλας", χωρίς δηλαδή να αναφέρεται κατά πόσον υπάρχουν αντίστοιχες εγγραφές στα παλαιά κτηματολογικά βιβλία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως απαιτείται, είναι για την ταυτότητα του νομικού λόγου αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
IV. Επί Τουρκοκρατίας, οπότε το Οθωμανικό δίκαιο δεν αναγνώριζε την έννοια του νομικού προσώπου, τα θρησκευτικά καθιδρύματα δεν αναγνωρίζονταν ως υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, αναγνωρίζονταν όμως de facto περιουσιακές ολότητες προορισμένες για την εξυπηρέτηση του θρησκευτικού και του φιλανθρωπικού σκοπού τους. Λόγω της ιδιόρρυθμης αυτής νομικής κατάστασης τα θρησκευτικά ή ευαγή καθιδρύματα δεν μπορούσαν να αποκτήσουν περιουσία στο όνομά τους και η απόκτηση περιουσίας γινόταν με εικονικές δικαιοπραξίες στο όνομα φυσικών προσώπων, τα οποία αποκτούσαν προσωπικά αυτή την περιουσία. Η αφιερωμένη περιουσία σε εκκλησιαστικά καθιδρύματα μη Μουσουλμανικών θρησκειών, ανήκε στην κατηγορία των εξαιρετικών βακουφιών (μουστεστά) και η διοίκησή της ρυθμιζόταν από την αφιερωτήρια πράξη ή από τη συνήθεια που από παλιά κρατούσε και δεν την είχε εκείνος στο όνομα του οποίου είχε γίνει (εικονικά) η σχετική δικαιοπραξία. Την πραγματική αυτή κατάσταση που υπήρχε στις Νέες Χώρες κατά το χρόνο της απελευθέρωσής τους από την Ελλάδα αναγνώρισε και ο Έλληνας Νομοθέτης προνοώντας για την εξασφάλιση των περιουσιών αυτών των νομικών προσώπων. Έτσι με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 147/1914 "περί της εν ταις προσαρτωμέναις χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας" ορίστηκε ότι: " Εν ταις χώραις ταίς διατελούσαις τέως υπό την άμεσον Οθωμανικήν κυριαρχίαν εισί δεκτικά μεταγραφής, τα καθ' οιονδήποτε τύπον συντεταγμένα αντέγγραφα, δι'ων αποδεικνύεται ότι ακίνητα κτήματα εικονικώς παρίστανται ως ανήκοντα εις ωρισμένον ιδιώτην, ενώ πράγματι ανήκουσιν εις κοινότητας, ευαγή ή φιλανθρωπικά ιδρύματα ή εις το Ελληνικόν Δημόσιον. Μεταγράφονται δε ταύτα άνευ χρονικού τινός περιορισμού, προσαγόμενα εν πρωτοτύπω ή όπου ταύτα είνε κατακεχωρημένα εις βιβλία Μητροπόλεων, εν αντιγράφω κεκυρωμένω υπό του αρμοδίου Μητροπολίτου. Προς βεβαίωσιν της ταυτότητος του κτήματος, εφ' όσον τούτο δεν καθορίζεται επαρκώς εν τω αντεγγράφω, δέον μετ' αυτού να μεταγραφή και ο σχετικός τίτλος του εικονικώς φαινομένου κτήτορος εν κεκυρωμένη μεταφράσει. Η τε πράξις της μεταγραφής ταύτης και τα προσαγόμενα ως άνω έγγραφα απαλλάσσονται παντός τέλους και δαπάνης. Δια της τοιαύτης δε μεταγραφής και απ' αυτής αποκλείεται η ένστασις παντός τυχόν παρά του εικονικού κυρίου κτησαμένου περί καλής αυτού πίστεως". Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι είναι δεκτικά μεταγραφής χωρίς χρονικό περιορισμό, αντίγραφα σε όποιον τύπο και αν έχουν συνταγεί, από τα οποία αποδεικνύεται ότι ακίνητα κτήματα φαίνονται εικονικά ότι ανήκουν σε ιδιώτη ενώ στην πραγματικότητα ανήκουν σε κοινότητα, ευαγή ή φιλανθρωπικά ιδρύματα ή στο Ελληνικό δημόσιο και ότι από τότε που θα γίνει αυτή η μεταγραφή αποκλείεται να προβάλλει κάθε ένας που τυχόν απέκτησε (μετά τη μεταγραφή) από τον εικονικό κύριο, ότι είναι καλής πίστεως. Εξάλλου κατά την αληθινή έννοια αυτής της παραγράφου τα αντίγραφα μπορούν μεταγραφούν οποτεδήποτε και αν έχουν συνταγεί, δηλαδή ακόμη και αν η σύνταξή τους έγινε μετά από την ισχύ αυτού του νόμου, αφού δεν γίνεται σχετική διάκριση ως προς τη χρονολογία συντάξεως και άλλωστε ο σκοπός ο οποίος επιδιώχτηκε, της διαφυλάξεως δηλαδή της περιουσίας των νομικών προσώπων στα οποία αναφέρεται ο νόμος, επιτυγχάνεται χωρίς κίνδυνο για τους τρίτους, ανεξάρτητα αν τα αντίγραφα είναι προγενέστερα ή μεταγενέστερα της ισχύος του. Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο παραβίασε ευθέως την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 147/1914, με το να απορρίψει το συναφή λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά τον οποίο - λόγο έφεσης - η υπ' αρ. .../1922 δήλωση των μοναχών Ε. Ζ. και Ε. Ζ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Καβάλας Π.Λυμπερόπουλου, ότι τα επίδικα ακίνητα των οποίων φαίνονται αυτοί κύριοι ανήκουν πράγματι στην - ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη - ενάγουσα Μονή, είναι ανίσχυρη και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα, γιατί δεν συνετάγη κατά το χρόνο σύνταξης του εικονικού τίτλου προς απόδειξη της εικονικότητας, αλλά μετά την ισχύ του εν λόγω άρθρου 8 παρ.3 του ν. 147/1914, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 3, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 32/1996). Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου της αναίρεσης σε περίπτωση παραβίασης περισσότερων της μιας διατάξεων πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά απ' αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου (ΑΠ 448/1996 ΝοΒ 45.987).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί την ένδικη αρνητική αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης Μονής κατά του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου, απορρίπτοντας την ένστασή του ιδίας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο και, εν τέλει, και την έφεσή του κατά της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ότι καίτοι με την έφεσή του πρόβαλε, ότι "Το ακίνητο 900 νέων τετρ. πήχεων που περιγράφεται στο 7 Σαμπάν 131/1895 έγγραφο, το οποίο μάλιστα είναι προγενέστερο της χρονολογίας που φέρεται ότι συστάθηκε η πρώτη αντίδικος ήτοι την 20-6-1896, σαφώς χαρακτηρίζεται σ' αυτό ως "δημόσια γη" επί της οποίας κανένα δικαίωμα δεν ήταν δυνατό ν' αποκτηθεί αφού αυτή ως δημόσια γη ανήκε στο σουλτάνο στου οποίου το πρόσωπο εκπροσωπούνταν το τουρκικό κράτος. Αυτό διαδέχθηκα εγώ (Δημόσιο) με πολεμική κατάκτηση και προσάρτηση των Νέων Χωρών από το 1913, λόγω των νικηφόρων βαλκανικών πολέμων 1912-1913 και των διατάξεων της συνθήκης του Λονδίνου", ότι "Με το υπ' αριθμ. 7 Σαμπάν έτους 1311 (1895) σουλτανικό φιρμάνι με το οποίο παραχωρήθηκε κατά χρήση και μόνο και μάλιστα επί καταβολή φόρου, οικοπεδική έκταση δημόσιας γης έκτασης 900 νέων πήχεων προς ανέγερση ναού, όπου ρητά προσδιορίζεται ως "δημόσια γη" (εραζηί εμιριγιέ) μη παραχωρηθείσα κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας αλλά απλώς προς ανέγερση Ναού, του οποίου το κτίσμα υποβλήθηκε σε ετήσιο φόρο. Ως "δημόσια γη" περιήλθε σε μένα (Δημόσιο) ως διαδόχου του τέως Τουρκικού Δημοσίου" και ότι "... οι εκκαλούμενες αποφάσεις όχι ορθά αλλά εσφαλμένα και κατά πλημμελή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων, των προσαχθέντων και επικληθέντων εγγράφων, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή του νόμου απέρριψαν την ένστασή μου (Δημοσίου) περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου", το Εφετείο δέχθηκε ότι με το Σουλτανικό φιρμάνι της 7ης Σαμπάν 1311 παραχωρήθηκε οικόπεδο για την ανέγερση ναού "για τη μειονότητα των καθολικών Καβάλας", της κατηγορίας "δημόσιας γαίας", εκτάσεως 900 νέων τετραγωνικών πήχεων, δηλαδή 906,15 τ.μ., στη θέση "Τσαϊλάρ Μπασί", ότι με τον τρόπο αυτό αποσπάσθηκε από τις δημόσιες γαίες και καθιερώθηκε για ευαγές ίδρυμα και ότι εξομοιώνεται με μη γνήσιο βακουφικό επί του οποίου ισχύουν όλες οι σχετικές διατάξεις του Οθωμανικού νόμου περί γαιών, παραβιάζοντας ευθέως "τις εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις του Οθωμανικού αστικού κώδικα και της συνθήκης του Λονδίνου". Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, διότι δεν καθορίζονται οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν, ούτε εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή αν η παραβίαση των διατάξεων οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένης εφαρμογής τους. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη από το Δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ηττάται, στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του προσθέτως παρεμβάντος Δήμου Καβάλας (άρθρα 176, 182 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 ν. 3693/1957. Έξοδα δεν επιδικάζονται στην πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία δεν παραστάθηκε, προεχόντως ελλείψει αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.8.2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 596/2005 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσίβλητου Δήμου Καβάλας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αφιερωμένη περιουσία σε εκκλησιαστικά καθιδρύματα μη Μουσουλμανικών θρησκειών. Η διοίκησή της ρυθμιζόταν από την αφιερωτήρια πράξη ή από τη συνήθεια που από παλιά κρατούσε και δεν την είχε εκείνος στο όνομα του οποίου είχε γίνει (εικονικά) η σχετική διακαιοπραξία. Η πραγματική αυτή κατάσταση στις Νέες Χώρες αντιμετωπίσθηκε με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 147/1914 «περί της εν τους προσαρτωμέναις χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας». Περιεχόμενο και έννοια της ρύθμισης αυτής. Πότε ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αόριστος. Περιστατικά.
|
Βακούφια
|
Βακούφια.
| 2
|
Αριθμός 487/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Γ. Π. του Μ., κατοίκου ..., 2) Π. Π. του Μ., κατοίκου ..., 3) Ε. Π. χας Κ. το γένος Κ. Σ., 4) Μ. Π. του Κ., 5) Μ. Π. του Κ. και 6) Ρ. Π. του Κ., κατοίκων ..., (οι 3η, 4ος, 5η και 6η ως κληρονόμοι του Κ. Π. του Μ..). Ο 2ος δεν παραστάθηκε, οι λοιποί (1ος, 3η, 4ος, 5η και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Αναστασόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση: 1) Σ. Α. χας Κ., το γένος Μ. Μ., 2) Γ. Α. του Κ., 3) Α. Α. του Κ., κατοίκων ..., 4) Μ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 5) Α. Α. ή Α. του Κ., κατοίκου ... και 6) Π. Α. του Κ., κατοίκου ..., ως μοναδικών εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος Κ. Α. του Γ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/4/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και με την από 28/11/2000 πρόσθετη παρέμβαση του Δήμου Βάμμου Χανίων, ο οποίος δεν είναι διάδικος στην προκειμένη δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2002 μη οριστική, 180/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 524/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 4/6/2008 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1188/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 3/1/2012 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκαν μόνο 1ος, 3η, 4ος, 5η και 6η των αναιρεσειόντων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 1/2/2010 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 4/6/2008 αίτηση αναιρέσεως της 524/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις 9339Δ/4-7-2012, 9311Δ/29-6-2012, 9338Δ/4-7-2012, 9410Δ/11-7-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χανίων ... και τις 10237Β/19-10-2012, 10230Β/11-10-2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας στο Πρωτοδικείο Αθηνών σε συνδυασμό με τις 10829Γ/2-7-2009, 10828Γ/2-8-2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χανίων ..., τις 275Δ/19-11-2009 και 280Δ/19-11-2009, 3397Β/30-6-2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και 8715/2-7-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., που προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την από 3-1-2012 κλήση τους μετά την κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης της με την από 1188/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης και της από 3-1-2012 κλήσης για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι αφού δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242§2 ΚΠολΔ κατά την αναφερομένη στην αρχή δικάσιμο της 23-1-2013, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους. Κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Ο άνθρωπος επομένως έχει τέτοια ικανότητα από τότε που θα γεννηθεί ζων μέχρι το θάνατό του (άρθρα 34 και 35 ΑΚ). Εξ' άλλου κατά μεν το άρθρο 73 ΚΠολΔ το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως αν συντρέχει η κατά το άρθρο 62 διαδικαστική προϋπόθεση, κατά δε το άρθρο 56 παρ.1 ΚΠολΔ δικαίωμα αναίρεσης έχουν εφ' όσον νικήθηκαν στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, οι καθολικοί και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, διότι η έλλειψη του να έχει κάποιος την ικανότητα διαδίκου αποτελεί απαραίτητη διαδικαστική προϋπόθεση της δικής.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο φερόμενος στην αίτηση αναίρεσης δεύτερος αναιρεσείων Π. Π. του Μ. δεν ήταν υπαρκτό φυσικό πρόσωπο κατά το χρόνο ασκήσεως της (4-6-2008) γιατί αυτός είχε αποβιώσει στις 7-4-2007 όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη οικεία ληξιαρχική πράξη 129/Β/2007 του Ληξιαρχείου Βύρωνα Αθηνών. Επομένως ως προς τη διαδικασία αυτήν πρέπει η αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της απόφασης που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κι' έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Εξ άλλου, μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) το χαρακτήρα του κοινόχρηστου σε ακίνητο μπορούσε να προσδώσει και η παραγραφή του αμνημόνευτου χρόνου κατά το Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (Ν.3 Πανδ. 43.7, ν. 2 παρ.8 Πανδ. 39.3 ν.28 Πανδ.22,3). Η αμνημονεύτου δε χρόνου αρχαιότητα υπάρχει, όταν δύο σε συνέχεια γενιές, κάθε μία από τις οποίες νοείται ότι εκτείνεται σε σαράντα χρόνια, έτσι γνώρισαν την παρούσα κατάσταση, με την προϋπόθεση πάντως, ότι η αμνημόνευτη αυτή αρχαιότητα ήταν συμπληρωμένη μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ, μετά την οποία αποκλείεται η συμπλήρωση αυτή, γιατί την αμνημόνευτη με την πιο πάνω έννοια αρχαιότητα, δεν προβλέπει ο ΑΚ. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 967 και 968 και αυτές των άρθρων 51 και 55 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται, εκτός των άλλων, και οι προορισθείσες για την κοινή χρήση οδοί αδιακρίτως και οι πλατείες, που, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα, ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο δημόσιο. Πράγματα δε κοινής χρήσεως είναι εκείνα, τα οποία έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί ευρύτερος, αόριστος, αλλά όχι κατ' ανάγκην απεριόριστος, αριθμός προσώπων.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο εναγόμενος-εφεσίβλητος Κ. Α., ο οποίος στις 4-4-2006 ήτοι μετά την άσκηση της εφέσεως, πέθανε χωρίς διαθήκη και τη δίκη συνεχίζουν η σύζυγος του Σ. και τα πέντε τέκνα του (Γ., Α., Μ., Α. και Π.) ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήταν, δυνάμει του με αριθμό .../16-10-1945 συμβολαίου δωρεάς του Συμβολαιογράφου Βάμου-Αποκορώνου Αρτεμίου Κουκλάκη, νομίμως μεταγεγραμμένου στο Υποθηκοφυλακείο Βάμου στον τόμο ... με αριθμό μεταγραφής 38.676, αποκλειστικός κύριος μιας ημιερειπωμένης ισογείου οικίας, εμβαδού 101,45 τ.μ. και της στήλης αέρος αυτής απεριόριστα καθ' ύψος, κτισμένης επί οικοπέδου εκτάσεως 140,61 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "...", εντός του οικισμού του χωριού ..., δημοτικού διαμερίσματος Ξηροστερνίου Δήμου Βάμου-Αποκορώνου-Χανίων. Οι ενάγοντες απέκτησαν κατά συγκυριότητα μια παλαιά οικία, όμορη με το ακίνητο του εναγομένου, επιφανείας εβδομήντα (70) περίπου τετραγωνικών μέτρων, κτισμένη επί οικοπέδου εκτάσεως πεντακοσίων (500) περίπου τετραγωνικών μέτρων σύμφωνα με τους τίτλους κτήσεως, κατά δε νεώτερη καταμέτρηση εκτάσεως 163,34 τ.μ. και κτισμένη επί οικοπέδου εκτάσεως 447,30 τ.μ. (εξ αυτών μία λωρίδα δυτικά εκτάσεως 50,37 τ.μ. αποτελεί το επίδικο), το οποίο συνορεύει γύρωθεν βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Α., νότια με ιδιοκτησία Α. Α., με ιδιοκτησία εναγομένου και με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Μ. και δυτικά με δημόσια πλατεία και δημόσιο δρόμο. Συγκεκριμένα, το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στον πρώτο των εναγόντων, κατά συνολικό ποσοστό 69,06%, δυνάμει των νομίμως μεταγεγραμμένων (με ΑΜ ...) υπ' αριθμ. .../9-7-1999 και (με ΑΜ ...) .../14.7.1999 συμβολαιογραφικών πράξεων αποδοχής κληρονομιάς και δωρεάς αντίστοιχα του συμβολαιογράφου Χανίων Γρηγορίου Κονταδάκη, στους λοιπούς δε ενάγοντες, κατά ποσοστό 15,48% τόσο στον δεύτερο, όσο και συνολικά στους λοιπούς εξ αυτών, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού ασκούσαν επί του περίκλειστου και μη αμφισβητούμενου από τον εναγόμενο τμήματος, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής επί είκοσι και πλέον έτη. Ο εναγόμενος όμως αμφισβητεί το δικαίωμα συγκυριότητας των εναγόντων επί μιας λωρίδας γης "εμπάσματος", σχήματος περίπου τραπεζίου, με μήκη των μεγάλων πλευρών 15,70 μ. και 14,10 μ. και των μικρών 1,75 μ. και 5 μ., εμβαδού 50,37 τ.μ. (βλ. το από 3.4.2000 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονας μηχανικού Ν. Γ. με στοιχεία ΑΒΥΦΧΑ), η οποία εξικνούμενη έξωθι και δυτικά της εισόδου του περιτοιχισμένου τμήματος της μη αμφισβητούμενης ιδιοκτησίας των εναγόντων, εκτείνεται περαιτέρω σε επαφή με την ιδιοκτησία του εναγομένου και τη συνεχόμενη αυτής οικία κληρονόμων Ν. Μ., περιλαμβάνουσα και μία παλαιά δρυ και καταλήγει με πρόσοψη πέντε (5) μέτρων στον δημοτικό δρόμο. Ειδικότερα, περί τα τέλη του έτους 1998, ο εναγόμενος γκρέμισε τμήμα του βορειοδυτικού τοίχου της ημιερειπωμένης οικίας του, ο οποίος έχει πρόσοψη στην επίδικη εδαφική λωρίδα. Η επίδικη εδαφική λωρίδα, εκτάσεως 50,37 τ.μ., αποτυπώνεται όπως προαναφέρθηκε στο από 3-4-2000 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονας μηχανικού Ν. Γ., ενώ στο από Ιούλιο 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονας μηχανικού Ε. Μ., που κατέθεσαν οι ενάγοντες στην Πολεοδομία της Νομαρχίας Χανίων για έκδοση άδειας ανακαίνισης της οικίας τους, εμφανίζεται με μικρότερη έκταση (μήκη των μεγάλων πλευρών 10,07 μ. και 8,36 μ. και των μικρών 1,75 μ. και 4,20 μ.), ενώ το εδαφικό τμήμα δυτικά της δρυός χαρακτηρίζεται ως πλατεία, με συνεχόμενο αυτής δημοτικό δρόμο πλάτους 4 μέτρων. Από τα αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα ανήκει στη συγκυριότητα των εναγόντων. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί ενιαίο τμήμα του κοινόχρηστου δημοτικού χώρου του δρόμου και της συνεχόμενης μ' αυτόν πλατείας, έκτασης 250 τ.μ. περίπου, ευρισκομένης στη θέση "..." του χωρίου ... Δήμου Βάμου-Αποκορώνου-Χανίων. Έχει δε καταστεί κοινόχρηστος χώρος από αμνημονεύτων ετών, με παράλληλη κατάλυση τυχόν επ' αυτού ιδιωτικών δικαιωμάτων, τα οποία έχουν υποκύψει προ αιώνων στην από αμνημονεύτου χρόνου παραγραφή, καθώς κατά τη διάρκεια χρονικού διαστήματος που υπερβαίνει τα διακόσια έτη μέχρι την άσκηση της αγωγής, έχει τεθεί στην άμεση, ακώλυτη και ελεύθερη διάθεση του κοινού. Ειδικότερα το επίδικο, με τη συνεχόμενη πλατεία "...", χρησιμοποιείται τόσο από τις εφαπτόμενες στην πλατεία ιδιοκτησίες των κληρονόμων Σ. Μ., Κ. Μ., των εναγόντων, των κληρονόμων Ν. Μ., Μ. Μ., Μ. Α., Σ. Μ. και την ιδιοκτησία του εναγομένου και των δικαιοπαρόχων αυτών, το σύνολο των οποίων (ιδιοκτησιών) έχει πρόσβαση με ανοίγματα (παράθυρα και εξώθυρες) στην εν λόγω πλατεία, όσο και από τους λοιπούς κατοίκους του χωριού ..., καθώς και από τους επισκέπτες του χωριού, ως χώρος περιπάτου, συγκέντρωσης, ψυχαγωγίας, διέλευσης των κατοίκων και χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων, με κοινόχρηστο φωτισμό, χωρίς ουδέποτε μέχρι τα τέλη του 1998 να αμφισβητηθεί ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους ουδέποτε προέβησαν σε διακατοχικές πράξεις επί του επιδίκου, δηλωτικές της πρόθεσής τους να το εξουσιάσουν διανοία κυρίου και εκφεύγουσες από τη χρήση του ως κοινόχρηστου. Συγκεκριμένα, δεν περιέλαβαν την επίδικη εδαφική λωρίδα στην από παλαιότατων χρόνων υλοποίηση των ορίων της οικίας τους, κατά την περιτοίχιση τόσο της ίδιας όσο και του προαυλίου χώρου της (εσωτερική αυλή) και δεν επιχείρησαν ποτέ να τη διαχωρίσουν με σταθερά μέσα (π.χ. πλίνθους) από την υπόλοιπη πλατεία και να την προσαρτήσουν, κατά εμφανή στους τρίτους τρόπο, στην ιδιοκτησία τους. Το "δέσιμο του μπεγιριού" στην δρυ, το κλάδεμα αυτής μία φορά και η στάθμευση αυτοκινήτου, πράξεις που επιβεβαίωσε ο μάρτυς των εναγόντων ότι έλαβαν χώρα εκ μέρους των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους στο επίδικο πριν από σαράντα και πλέον έτη, αφού την τελευταία τεσσαρακονταετία η οικία των εναγόντων είναι ακατοίκητη, ταιριάζουν με το χαρακτήρα αυτού ως κοινής χρήσεως και σε κάθε περίπτωση δεν διαφέρουν από τις πράξεις που τελεί στο επίδικο το σύνολο των περιοίκων της πλατείας από αμνημονεύτων ετών. Εξάλλου, η επαναδιαμόρφωση, περί τις αρχές του 2000 με τσιμέντο από τους ενάγοντες του αύλακα περισυλλογής των ομβρίων υδάτων, που προϋπήρχε έξωθεν της οικίας των και διερχόταν την επίδικη εδαφική λωρίδα, καταλήγοντας στην πλατεία "...", δεν συνιστά πράξη εκφεύγουσα της κοινής χρήσης της επίδικης λωρίδας, καθώς παρόμοιες κατασκευές απορροής των ομβρίων υδάτων διαθέτουν όλες οι όμορες της πλατείας αυτής ιδιοκτησίες. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η προ τεσσαρακονταετίας περίπου τσιμεντόστρωση της πλατείας "...", με έξοδα των ομόρων ιδιοκτητών, δεν κατέλαβε και το επίδικο, οφείλεται στην άρνηση των εναγόντων να συμμετάσχουν στις οικείες δαπάνες, δεν συνιστά δε η μη τσιμεντόστρωση του επιδίκου ένδειξη υπάρξεως διαφορετικού ιδιοκτησιακού καθεστώτος, που διέπει το επίδικο σε σχέση με τη συνεχόμενη με αυτό τσιμεντοστρωμένη πλατεία". Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία, κατά παραδοχή της ενστάσεως των αναιρεσιβλήτων περί του κοινοχρήστου χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου, την ένδικη αρνητική αγωγή των αναιρεσειόντων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφή, πλήρη και μη αντιφατική αιτιολογία ως προς την προαναφερθείσα ένσταση των αναιρεσιβλήτων, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τους αριθμούς 17 και 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που από παραδρομή αναγράφονται) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δ., εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος, όπως είναι εκείνες που ορίζονται με τις διατάξεις των άρθρων 352§1, 438 και 439 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει κατά συνείδηση αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί.
Συνεπώς, επί πλειόνων ελευθέρως εκτιμωμένων αποδεικτικών μέσων, όπως οι καταθέσεις των μαρτύρων, δεν ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί της αξιοπιστίας ενός μάρτυρος σε σχέση με την κατάθεση ετέρου, ώστε δεν ιδρύεται στην περίπτωση αυτή ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος για παράβαση των ορισμών του νόμου σε σχέση με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 12 (και όχι από τον αριθ. 13 που από παραδρομή αναγράφεται) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι "αποδίδεται άνευ επαρκούς αιτιολογίας μείζων αξιοπιστία στις καταθέσεις των μαρτύρων των καθών και αμφισβητείται αναιτιολογήτως η αλήθεια και η ειλικρίνεια των καταθέσεων των μαρτύρων μας, καίτοι οι μάρτυρες μας έχουν άμεση και ιδία αντίληψη των αποδεικτέων θεμάτων", πρέπει, σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' του Κ.Πολ.Δ. που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Με τους τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, και τέταρτο λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή ως αληθινού του προαναφερθέντος ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων περί του κοινόχρηστου χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα του πιο πάνω ισχυρισμού κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων καθώς και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει οι προαναφερόμενοι από το άρθρο 559 αριθ. 10 (και όχι από τον αριθ. 11 που από παραδρομή αναγράφεται στον τρίτο λόγο) του Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναιρέσεως να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Από τη διάταξη του άρθρου 355 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι το δικαστήριο διατάζει αυτοψία αν θεωρεί αναγκαία την αντίληψη του αντικειμένου της απόδειξης με τις δικές του αισθήσεις, προκύπτει ότι αυτοψία διατάσσεται αν κατά την κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι αναγκαία, η δε κρίση του να δεχθεί ή να απορρίψει σχετικό αίτημα δεν χρειάζεται αιτιολογία και δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Συνεπώς, ο πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος αυτού λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι "αβασάνιστα και χωρίς απόδειξη το δικαστήριο απέρριψε το αίτημά μας για διενέργεια αυτοψίας" πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου είναι ανέλεγκτη. Ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η από τον αριθ.8 περ.β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια που συνίσταται στο ότι "ουδεμία απάντηση δίδει επί των ενστάσεών μας των άρθρων 281 και 1108 του ΑΚ", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν διαλαμβάνονται 1) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στοιχειοθετούν τις επικαλούμενες ενστάσεις 2) ότι οι ενστάσεις αυτές προτάθηκαν παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και 3) ποια επίδραση ασκούσαν στην έκβαση της δίκης. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-6-2008 αίτηση των Γ. Π. κλπ για αναίρεση της 524/2007 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα ως προς κοινόχρηστο. Απαράδεκτη η αναίρεση που ασκήθηκε από διάδικο που είχε αποβιώσει κατά το χρόνο της άσκησης της. Λόγοι αναίρεσης: από 19, 12, 10 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
|
Αρχαιότητες
|
Απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης, Αρχαιότητες.
| 2
|
Αριθμός 488/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Σ. του Α., 2) Χ. Σ. του Α. και 3) Δ. Σ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Αναγνωστόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμου εταιρείας με την επωνυμία "Αφοί Δ. Θ. Ο.Ε." και έδρα το ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, και 2) Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/7/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 24/9/2004 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση της πρώτης αναιρεσίβλητης, οι οποίες κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν με την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 354/2005 του ιδίου Δικαστηρίου και 68/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/8/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 28/2/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226 παρ. 4 εδάφ.β' και γ' ΚΠολΔ, που έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 575 εδάφ.β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατ' αυτήν είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του, χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 1436/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους αναιρεσείοντες 1912 Β'/6-6-2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πατρών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 7-3-2012, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο της 23-1-2013, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων προς την πρώτη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Αφοί Δ. Θ. Ο.Ε.". Επομένως, εφόσον η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη σημερινή, νόμιμη μετ` αναβολή δικάσιμο της 23-1-2013, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, κατά τα προαναφερθέντα.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1072 ΑΚ, η οποία αποδίδει προϊσχύον Βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο (ν. 7 παρ. 5, ν. 30 παρ. 1, ν. 56 παρ. 1 Π (411), ν. 6 παρ. 4, Βασ. 50 παρ. 1, ν. 1 παρ. 1-4, 7Π (43.12) και 23 Εισ. (2, 1), "Η κοίτη ποταμού μη πλεύσιμου που εγκαταλείφθηκε ανήκει στους κυρίους των παραποτάμιων κτημάτων. Η διάταξη του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζεται αναλόγως. Οι κύριοι του εδάφους της νέας κοίτης έχουν δικαίωμα μέσα σε ένα έτος να αποκαταστήσουν το ρεύμα στην προηγούμενη κοίτη". Η διάταξη του αμέσως προηγούμενου άρθρου (1071 ΑΚ) ρυθμίζει πώς γίνεται η κατανομή νησιού που πρόβαλε σε ποταμό μη πλεύσιμο στους κυρίους των παραποτάμιων κτημάτων, ορίζοντας ότι "το νησί που πρόβαλε σε ποταμό μη πλεύσιμο ανήκει στους κυρίους των παραποτάμιων κτημάτων. Σε καθένα από αυτούς ανήκει το τμήμα, που περιλαμβάνεται μεταξύ νοητής γραμμής κατά μήκος και στη μέση του ποταμού και γραμμών που σύρονται κάθετα προς αυτήν από την άλλη πλευρά του κάθε κτήματος". Από τη διάταξη, ειδικότερα, της παρ.1 του άρθρου 1072 ΑΚ που προπαρατέθηκε, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 966, 967 και 968 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι ο ποταμός που ρέει με ελεύθερη και αέναη ροή, δεν είναι όμως πλεύσιμος, τότε το έδαφος, που καταλαμβάνεται από την κοίτη του, είναι κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής πράγμα και ως τέτοιο ανήκει στο Δημόσιο, εφόσον δεν ανήκει σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά (άρθρο 968 ΑΚ) και, περαιτέρω, ότι προϋπόθεση της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1072 Α.Κ., είναι η ύπαρξη παραποτάμιου κτήματος ή κτημάτων, τα οποία βρίσκονται σε επαφή με τον ποταμό, του οποίου η κοίτη εγκαταλείφθηκε. Ως "εγκατάλειψη" της παλαιάς κοίτης του ποταμού νοείται η πλήρης και ολοκληρωτική εγκατάλειψή της, με το σχηματισμό νέας κοίτης, η οποία αποτελεί φυσικό φαινόμενο με προοπτική σταθερότητας και διάρκειας και όχι η μερική εγκατάλειψη ή ορθότερα ο περιορισμός της κοίτης του ποταμού που συχνά δεν έχει διάρκεια.
Συνεπώς, αν η κοίτη μη πλεύσιμου ποταμού, η οποία ανήκει στο Δημόσιο, περιορίστηκε κατά τρόπο, ώστε μεταξύ της ιδιοκτησίας τρίτου και της κοίτης του ποταμού, που περιορίστηκε, να παρεμβάλλεται έκταση, αυτή εξακολουθεί να ανήκει στο Δημόσιο και δεν έχει, συνακόλουθα, εφαρμογή η προμνημονευόμενη διάταξη του άρθρου 1072 παρ.1 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 24/2001). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Στην προκείμενη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο εκτάσεως 4637,18 τ.μ. κατά προσέγγιση, κείται στη θέση "Φλογεραίικα" ή "Μπέικι" του Τ.Δ. Θεριανού του Δήμου Βραχνέϊκων του Ν. Αχαΐας και φέρεται μεν από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες να συνορεύει γύρωθεν βόρεια με διανοιγείσα αγροτική οδό, ανατολικά με διανοιγείσα αγροτική οδό, νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας των αυτών εναγόντων-αναιρεσειόντων και δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας της εναγόμενης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρείας, αλλά κατά την κρίση του Δικαστηρίου (του δικάσαντος ως Εφετείου) συνορεύει στην πραγματικότητα βόρεια με αγροτική οδό και πρώην τμήμα κοίτης του ποταμού Πείρου, ανατολικά με αγροτική οδό, νότια με ακίνητο συγκυριότητας των αναιρεσειόντων και δυτικά με πρώην τμήμα κοίτης του ποταμού Πείρου. Αποτελεί δε το ακίνητο τούτο τμήμα της κοίτης του ποταμού Πείρου. Το γεγονός αυτό προκύπτει ανενδοίαστα από τις προσκομιζόμενες αεροφωτογραφίες των ετών 1945, 1960, 1971 και 1987 χάρτες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, αλλά και από αυτή τη σύσταση του εδάφους που είναι κροκαλοειδής, παρουσιάζει συγκεντρώσεις φερτών υλικών (αμμοχάλικου), είναι παντελώς ακατάλληλη για καλλιέργεια και σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης έχει κατακλυσθεί από τον ποταμό Πείρο τουλάχιστον μια φορά στο παρελθόν. Το ακίνητο αυτό ως δημόσια γαία περιήλθε κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο διά της υπογραφής των πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 21.1/3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και της 19.6/1.7.1830) και της από 9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως περί οριστικού διακανονισμού των ορίων του πρώτου Ελληνικού Κράτους σύμφωνα με το οποίο στο Ελληνικό Δημόσιο περιήλθαν, αιτία πολέμου, κατά κυριότητα οι γαίες, οι οποίες έως εκείνο το χρονικό σημείο ανήκαν στο Οθωμανικό κράτος ή σε υπηκόους αυτού και κατέστη το Ελληνικό Δημόσιο πλασματικός νομέας αυτού. Ως τμήμα κοίτης μη πλεύσιμου ποταμού, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου παρέμεινε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και το αυτό ίσχυσε και μετά τη θέση σε ισχύ του Αστικού Κώδικα με την ταυτόσημη ρύθμιση των άρθρων 967, 968 και 1072 ΑΚ έως τη μεταβίβασή του κατά κυριότητα λόγω πωλήσεως και μετά τη διενέργεια πλειοδοτικού διαγωνισμού μέσω της Κ.Ε.Δ. στην πρώτη αναιρεσίβλητη με το .../13-11-2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πατρών Θεοδώρας Μεταξά, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών. Από τις προσκομιζόμενες αεροφωτογραφίες αποδεικνύεται, ότι έως το έτος 1971 ουδεμία πράξη νομής ασκήθηκε στο επίδικο από τους αναιρεσείοντες ή τους δικαιοπαρόχους αυτών, αλλά μεταξύ των ετών 1971 και 1987 έλαβε χώρα το πρώτον επέμβαση στο επίκοινο και μεταβολή της μορφολογίας αυτού προφανώς με τη χρήση μηχανημάτων και επιγενόμενη του 1971 εκμετάλλευση αυτού, πράξεις, ωστόσο, οι οποίες, ως ασκηθείσες επί ακινήτου ανήκοντος κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο όση διάρκεια και εάν έχουν μετά τις 11-9-1915 δεν δύνανται να προσπορίσουν διά κτητικής παραγραφής (χρησικτησίας) την κυριότητα του επιδίκου στον χρησιδεσπόζοντα. Εξάλλου, ουδέποτε το επίκοινο περιήλθε στους αναιρεσείοντες ή τους δικαιοπαρόχους τους κατά συγκυριότητα ως κυρίους παροχθίου κτήματος εγκαταληφθείσας κοίτης μη πλεύσιμου ποταμού, καθόσον τόσο από τις αεροφωτογραφίες του έτους 1987 αλλά κυρίως από την με αριθμό 1031286/2291/0010/7.4.2005 Κοινή Υπουργική Απόφαση Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, με αντικείμενο την κατασκευή του φράγματος Αστερίου και αγωγού προσαγωγής υδάτων από τον ποταμό Πείρο στον παραπόταμο Παραπείρο, αποδεικνύεται ότι ουδέποτε εγκαταλείφθηκε ολικώς η κοίτη του ποταμού Πείρου, αλλά παρέμεινε ενεργός κοίτη πλάτους 4 - 5 μέτρων με αποτέλεσμα το λοιπό ανενεργό τμήμα αυτής, στο οποίο εντάσσεται το επίδικο, να παραμείνει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.
Συνεπώς, οι αναιρεσείοντες δεν κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου λόγω γονικής παροχής από την Ι. Σ. διά του υπ' αριθ. .../29-2-1985 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πατρών Νικολάου Παφύλα, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, για το λόγο ότι ουδέποτε η δικαιοπάροχος αυτών είχε καταστεί κυρία του επιδίκου ως αναμειχθείσα στην κληρονομία του πατέρα της Θ. Κ., ο οποίος αποβίωσε το έτος 1917 και σε κάθε περίπτωση ουδέποτε οι απώτατοι δικαιοπάροχοι αυτής άσκησαν πράξεις νομής επί του επικοίνου επί μία τριακοντετία προ της 11-9-1915, ώστε να έχουν καταστεί κύριοι αυτής και να δύνανται να της προσπορίσουν κυριότητα". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα της κοίτης του ποταμού Πείρου, ότι η σύσταση του εδάφους του είναι παντελώς ακατάλληλη για καλλιέργεια, ότι το ακίνητο αυτό ως δημόσια γαία περιήλθε κατά κυριότητα στο προσθέτως παρεμβαίνον και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και παρέμεινε ως τμήμα κοίτης μη πλεύσιμου ποταμού έως τη μεταβίβασή του κατά κυριότητα λόγω πωλήσεως, μετά τη διενέργεια πλειοδοτικού διαγωνισμού το έτος 2001, στην εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "Αφοί Δ. Θ. Ο.Ε.", υπέρ της οποίας το δεύτερο αναιρεσίβλητο είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση, ότι έως το 1971 ουδεμία πράξη νομής ασκήθηκε στο επίδικο από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ή τους δικαιοπαρόχους τους, ότι ουδέποτε το επίδικο περιήλθε στους αναιρεσείοντες ή τους δικαιοπαρόχους τους κατά συγκυριότητα ως κυρίους παροχθίου κτήματος εγκαταληφθείσας κοίτης μη πλεύσιμου ποταμού, διότι ουδέποτε εγκαταλείφθηκε ολικώς η κοίτη του ποταμού Πείρου, αλλά παρέμεινε ενεργός κοίτη πλάτους 4 - 5 μέτρων, ότι η άμεση δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Ι. Σ. ουδέποτε είχε καταστεί κυρία του επιδίκου κατά παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο και ότι σε κάθε περίπτωση ουδέποτε οι απώτατοι δικαιοπάροχοι αυτής άσκησαν πράξεις νομής επί του επιδίκου επί μια τριακονταετία προ της 11-9-1915, ώστε να έχουν καταστεί κύριοι αυτού και να δύνανται να της προσπορίσουν κυριότητα κατά παράγωγο τρόπο. Ακολούθως, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχτηκε την έφεση του δεύτερου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχτηκε την πρόσθετη παρέμβαση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και απέρριψε την αγωγή. Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις προπαρατιθέμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 967, 968 και 1072, ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ. Επομένως, ο μοναδικός, από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των διατάξεων αυτών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 του ν. 3693/1957, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-8-2010 αίτηση των Θ. Σ. κ.λ.π. για αναίρεση της 68/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναβολή συζήτησης και η αναγραφή στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Άσκηση αναίρεσης κατά αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο. Λόγοι αναίρεσης από 560 αριθμ. 1 - Απορρίπτει.
|
Κλήτευση
|
Αγωγή αναγνωριστική, Κλήτευση .
| 0
|
Αριθ.μός 489/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Φ. Μ. συζ. Δ., κατοίκου ... και 2) Μ. Κ. συζ. Γ., το γένος Ι. Ξ., κατοίκου ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Χ. του Ι., κατοίκου ... και 2) Μ. Π. συζ. Ε., το γένος Ι. Χ., κατοίκου ..., ως καθολικών διαδόχων του Ι. Χ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Βεκρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/1/2001 αγωγή του αρχικού διαδίκου Ι. Χ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6926/2001 μη οριστική, 7709/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 1368/2009 μη οριστική και 1916/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 2/9/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 22/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τα ακριβή αντίγραφα της ένδικης - από 2.9.2011 - αίτησης αναίρεσης, τα οποία περιέχουν την από 3.11.2011 πράξη ορισμού δικασίμου για εκδίκασή της την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο - της 6.2.2013 - και παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειουσών Κωνσταντίνου Τάντση του Αναστασίου, δυνάμει του .../4.2.2013 ειδικού πληρεξούσιου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αιμίλιου Οικονόμου, προς επίδοσή της στους αναιρεσιβλήτους και κλήση τους προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή - της 6.2.2013 - και επί των οποίων υπάρχει βεβαίωση επίδοσής της στους αναιρεσιβλήτους της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., προκύπτει, ότι επισπεύδουν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες. Οι τελευταίες, όμως, δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτησή της, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192 αρ.1, 1194 και 1198 ΑΚ προκύπτει, ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, ύστερα από συμφωνία, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση, με τον τρόπο αυτό, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1046 και 1051 ΑΚ προκύπτει, ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 1337/1983 για επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων και οικιστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 49 παρ.2 και 3 του ν. 947/1979 περί οικιστικών περιοχών, συνάγεται ότι με την κύρωση της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης οριστικοποιούνται οι αναφερόμενες σ' αυτήν εδαφικές μεταβολές σε συσχετισμό με τους φερόμενους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι από της μεταγραφής της αποκτούν πρωτοτύπως κυριότητα επί των αναγραφόμενων ιδιοκτησιών, υπό την προϋπόθεση ότι είναι οι πραγματικοί κύριοι των ακινήτων που αποτέλεσαν τη βάση της διαμόρφωσής τους. Αν δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, ο αληθινός κύριος του ως άνω βασικού ακινήτου δύναται να διεκδικήσει το αντίστοιχο που διαμορφώθηκε, ασκώντας τη σχετική αγωγή κατά του φερόμενου στο κτηματολογικό πίνακα ως δικαιούχου ή των διαδόχων του (ΑΠ 261/2003 Ελλ.Δνη 45.801). Τέλος, για μεν την ίδρυση του από το άρθρο 559 αρ. 1α' ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει το δικαστήριο να απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή να αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, ή να προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, ενώ για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, για στέρηση της απόφασης από τη νόμιμη βάση της και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, να μην προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Ο αρχικός ενάγων Ι. Χ. αγόρασε διαδοχικά τα κάτωθι κληροτεμάχια: α) με το υπ' αριθ. .../1964 συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Κρωπίας Λυκούργου Παπαγιαννάκου που μεταγράφηκε νόμιμα αγόρασε από τον Α. Π. το υπ' αριθ. ... κληροτεμάχιο εμβαδού 1000 τμ. Στο δικαιοπάροχό του το κληροτεμάχιο αυτό είχε περιέλθει με παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει του υπ' αριθ. .../1953 τίτλου παραχωρήσεως του Υπουργείου Γεωργίας που μεταγράφηκε νόμιμα, β) με το υπ' αριθ. .../1961 συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Κρωπίας Παναγιώτη Μ. που μεταγράφηκε νόμιμα αγόρασε από τον Χ. Σ. το υπ' αριθ. ... κληροτεμάχιο εμβαδού 1150 τμ. Στο δικαιοπάροχό του το κληροτεμάχιο αυτό είχε περιέλθει με παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει του υπ' αριθ. .../1952 τίτλου παραχώρησης του Υπουργείου Γεωργίας που έχει μεταγραφεί νόμιμα, γ) με το υπ' αριθ. .../1955 συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Κρωπίας Ευάγγελου Καλαχάνη που μεταγράφηκε νόμιμα αγόρασε από τον Π. Χ. το υπ' αριθ. ... κληροτεμάχιο εμβαδού 1160 τμ. Στο δικαιοπάροχό του το κληροτεμάχιο αυτό είχε περιέλθει με παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει του υπ' αριθ. .../1952 τίτλου παραχώρησης του Υπουργείου Γεωργίας που μεταγράφηκε νόμιμα. Τα ανωτέρω κληροτεμάχια ευρίσκονται στη θέση "..." ή ... του Δήμου Γέρακα Αττικής και εμφαίνονται με τους ανωτέρω αριθ.μούς στο από 15-6-1951 διάγραμμα της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Γέρακα. Η μεταβίβαση των ως άνω κληροτεμαχίων στον ενάγοντα από τους δικαιοπαρόχους του είχε επιτραπεί με σχετικές αποφάσεις του Νομάρχη Αττικής (βλ. τις υπ' αριθ. 89336/1-12-1964, 44697/12-6-1961 και 49068/20-10-1955 αποφάσεις του Νομάρχη Αττικής, αντίστοιχα). Τα κληροτεμάχια αυτά αποτελούσαν ενιαία έκταση η οποία συνόρευε βόρεια επί τεθλασμένης πλευράς συνολικού μήκους 154,45 μ. με το υπ' αριθ. ... κληροτεμάχιο, νότια επί τεθλασμένης πλευράς συνολικού μήκους 152,90μ. με το υπ' αριθ. ... κληροτεμάχιο, ανατολικά επί πλευράς 23,40 μ, με το υπ' αριθ. ... κληροτεμάχιο και δυτικά επί πλευράς 22,52 μ με αγροτικό δρόμο. Ο ενάγων από τότε που αγόρασε τα κληροτεμάχια αυτά τα νεμόταν με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, ήτοι καλλιεργούσε με άμπελο τα υπ' αριθ. ... και ... κληροτεμάχια, ενώ το υπ' αριθ. ... το καλλιεργούσε με βρώμη και βίκο. Μετά την αποξήρανση της αμπέλου έπαυσε να τα καλλιεργεί, πλην, όμως, τα επέβλεπε, τα όργωνε και τα καθάριζε. Ο μάρτυρας του ενάγοντος Σ. Δ. με πειστικότητα και σαφήνεια κατέθεσε ότι αυτός καλλιεργούσε τα κτήματα του ενάγοντος και όταν σταμάτησε να τα καλλιεργεί τα επισκεπτόταν περίπου σαράντα φορές το χρόνο για να εκτελεί αγροτικές εργασίες σε αυτά κατ' εντολή του ενάγοντος. Χαρακτηριστικά δε κατέθεσε ότι μέχρι το έτος 1997, καθόσον μετά έπαυσε να τα επισκέπτεται για λόγους υγείας, δεν είχε ιδεί ποτέ τις εναγόμενες ή άλλο πρόσωπο στην ιδιοκτησία του ενάγοντος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το έτος 1993 η περιοχή στην οποία ευρίσκονται τα εν λόγω αγροτεμάχια εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως του Δήμου Γέρακα και έγινε εφαρμογή του σχεδίου πόλεως στην περιοχή ... ΙΙ, όπως χαρακτηρίζεται αυτή η πολεοδομική ενότητα. Η πράξη εφαρμογής του σχεδίου πόλεως έχει κυρωθεί με την υπ' αριθ. ΠΕ 12227/ 3182/19-9-1997 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, η οποία έχει μεταγραφεί νόμιμα. Στο διάγραμμα εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου στην περιοχή ... II και στους σχετικούς πίνακες της πράξης εφαρμογής η ανωτέρω ενιαία οικοπεδική έκταση περιλαμβάνεται στο υπ' αριθ. 835 οικοδομικό τετράγωνο της περιοχής αυτής και αποτελείται από δύο τμήματα, εκ των οποίων το ένα χαρακτηρίζεται με τα κτηματικά στοιχεία ... εμβαδού 1198,79 τμ. και το άλλο με τα κτηματικά στοιχεία ... εμβαδού 2088,80 τμ. Από τις ιδιοκτησίες αυτές σύμφωνα με την προαναφερόμενη πράξη εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής ... II προέκυψαν και αποδίδονται α) το υπ' αριθ. 10 οικόπεδο του 835 οικοδομικού τετραγώνου, εμβαδού 2250 τμ, όσον αφορά την ιδιοκτησία με κτηματικά στοιχεία ... και β) το υπ' αριθ. 20 οικόπεδο του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου, εμβαδού 846,70 τμ, όσον αφορά την ιδιοκτησία με κτηματικά στοιχεία .... Το εν λόγω υπ' αριθ. 20 οικόπεδο συνορεύει βόρεια, εν μέρει επί πλευράς 15,41 μ με το υπ' αριθ. 01 οικόπεδο του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου ιδιοκτησίας αγνώστου και εν μέρει επί πλευράς 12,82μ με το υπ' αριθ. 03 οικόπεδο του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου, ιδιοκτησίας αγνώστου, νότια, επί πλευράς 27,03μ με το υπ' αριθ. 19 οικόπεδο του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου ιδιοκτησίας Φ. Ζ., εν μέρει επί πλευράς 11,23μ με το υπ' αριθ. 18 Ν οικόπεδο του ιδίου οικοδομικού τετραγώνου ιδιοκτησίας αγνώστου και εν μέρει επί πλευράς 5,5 μ με το υπ' αριθ. 17 οικόπεδο του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου ιδιοκτησίας Γ. Π. και Θ. Λ.. Η δε ιδιοκτησία με κτηματικά στοιχεία ..., από την οποία προέκυψε, όπως προελέχθη, το ως άνω υπ' αριθ. 20 οικόπεδο, συνορεύει βόρεια εν μέρει επί πλευράς 14,55μ, με την υπ' αριθ. ... ιδιοκτησία του σχεδίου πόλεως, αγνώστου ιδιοκτήτη, εν μέρει επί πλευράς 14,75μ, με την υπ' αριθ. ... ιδιοκτησία του σχεδίου πόλεως, αγνώστου ιδιοκτήτη, εν μέρει επί πλευράς 31,90μ, με την υπ' αριθ. ... ιδιοκτησία του σχεδίου πόλεως, αγνώστου ιδιοκτήτη, εν μέρει επί πλευράς 14,70μ, με την υπ' αριθ. ... ιδιοκτησία του σχεδίου πόλεως αγνώστου ιδιοκτήτη, εν μέρει επί πλευράς 16,15 μ, με την υπ' αριθ. ... ιδιοκτησία του σχεδίου πόλεως αγνώστου ιδιοκτήτη, εν μέρει επί πλευράς 15,55μ. με την υπ' αριθ. ... ιδιοκτησία του σχεδίου πόλεως αγνώστου ιδιοκτήτη, εν μέρει επί πλευράς 15,60 μ, με την υπ' αριθ. ... ιδιοκτησία του σχεδίου πόλεως αγνώστου ιδιοκτήτη, εν μέρει επί πλευράς 15,35μ, με την υπ' αριθ. ... ιδιοκτησία του σχεδίου πόλεως αγνώστου ιδιοκτήτη και εν μέρει επί πλευράς 15,90 μ, με την υπ' αριθ. ... ιδιοκτησία του σχεδίου πόλεως αγνώστου ιδιοκτήτη, νότια επί πλευράς 154,05 μ. με την υπ' αριθ. ... ιδιοκτησία του ενάγοντος, ανατολικά επί πλευράς 8,20μ, με μη διανοιχθείσα οδό ... και δυτικά επί πλευράς 8,22 μ, με οδό .... Το ως άνω υπ' αριθ. 20 οικόπεδο αποδόθηκε στις εναγόμενες οι οποίες στη φάση της εγκρίσεως της πολεοδομικής μελέτης είχαν υποβάλει σχετική δήλωση ιδιοκτησίας του ανωτέρω ακινήτου με κτηματικά στοιχεία .... Οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι το ως άνω υπ' αριθ. ... βασικό ακίνητο, που αποτέλεσε τη βάση διαμόρφωσης του υπ' αριθ. 20 επίδικου οικοπέδου, το απέκτησαν δυνάμει του υπ' αριθ. .../1990 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κρωπίας Όλγας Παπατσούνη που μεταγράφηκε νόμιμα εξ αγοράς από τους Γ. Π. και Ε. σύζυγο Γ. Π., οι οποίοι ενεργούσαν ως ασκούντες τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου τους Μ., στο οποίο το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει με το .../1981 συμβόλαιο της ίδιας παραπάνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω δωρεάς από τον παππού του Δ. Π., ο οποίος το απέκτησε, κατά τα αναγραφόμενα στο εν λόγω συμβόλαιο, με κληρονομική διαδοχή από τον πατέρα του Γ. Π. που απεβίωσε το έτος 1938 χωρίς να αφήσει διαθήκη και, έτσι, έχουν καταστεί συγκύριες αυτού τόσο με τακτική όσο και με έκτακτη χρησικτησία νεμόμενες αυτό από τότε που το αγόρασαν προσμετρώντας το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους. Ο πραγματογνώμονας Α. Γ. στην από 5-1-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αναφέρει ότι δεν εφάρμοσε τα από 15-6-1951 διαγράμματα οριστικής διανομής του αγροκτήματος Γέρακα του Υπουργείου Γεωργίας η οποία διανομή κυρώθηκε με την 152565/ΠΕ/1951 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, λόγω καταστροφής των τριγωνομετρικών σημείων της ως άνω διανομής από την οικιστική ανάπτυξη της περιοχής, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατός ο προσδιορισμός της θέσης των υπ' αριθ. ..., ... και ... κληροτεμαχίων, τα οποία αναφέρονται στους τίτλους του ενάγοντος και, έτσι, να μην μπορεί να δοθεί απάντηση στο ερώτημα εάν το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους του ενάγοντος. Εφάρμοσε στο έδαφος μόνο τους τίτλους των εναγομένων και αποφαίνεται ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους αυτών. Το συμπέρασμα όμως αυτό είναι επισφαλές, καθόσον μόνον εάν ο πραγματογνώμονας εφαρμόσει στο έδαφος τους τίτλους και των δύο διάδικων μερών θα οδηγηθεί σε ασφαλές επιστημονικό και τεχνικό συμπέρασμα σχετικά με το ερώτημα στους τίτλους ποιου από τα διάδικα μέρη περιλαμβάνεται το επίδικο και τούτο διότι μόνο με την εφαρμογή στο έδαφος των τίτλων και των δύο διάδικων μερών θα μπορέσει να έχει σαφή εικόνα των ιδιοκτησιών διαπιστώνοντας τόσο τα θετικά όσο και τα αδύνατα σημεία της εφαρμογής και στη συνέχεια κάνοντας συσχετισμό των στοιχείων που προέκυψαν να αποφανθεί με επιστημονική και τεχνική εγκυρότητα σε ποιούς από τους τίτλους των διαδίκων μερών περιλαμβάνεται το επίδικο. Ο πραγματογνώμονας Χ. Ε. Αγρονόμος Τοπογράφος Μηχανικός με την από Οκτωβρίου 2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, αφού εφάρμοσε στο έδαφος τους τίτλους των διαδίκων μερών, αποφαίνεται ότι το επίδικο ακίνητο με κτηματικά στοιχεία ... περιλαμβάνεται στους τίτλους του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του. Ο εν λόγω πραγματογνώμονας εφάρμοσε τα δύο διαφορετικά συστήματα προβολικών συντεταγμένων, ήτοι προβολή συντεταγμένων Υπουργείου Γεωργίας και ΤΜ3° Κ (ήτοι κεντρικής ζώνης 3° ΥΠΕΧΩΔΕ εγκάρσια μερκατορική προβολή) με την οποίαν έγινε η κτηματογράφηση και προκειμένου να κάνει τη μετατροπή του προβολικού συστήματος του Υπουργείου Γεωργίας στο προβολικό σύστημα της κτηματογράφησης χρησιμοποίησε τρία επίσημα τριγωνομετρικά σημεία της γεωγραφικής υπηρεσίας Στρατού που έχουν τιμές καρτεσιανών συντεταγμένων και στα δύο προβολικά συστήματα και μετά από σχετικό μαθηματικό μετασχηματισμό χαρτογραφικών συντεταγμένων κατέληξε στο προαναφερόμενο συμπέρασμα.
Συνεπώς ο ισχυρισμός των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους των ιδίων και των δικαιοπαρόχων τους ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι τόσο αυτές όσο και οι δικαιοπάροχοί τους ενεργούσαν πράξεις νομής επί του επιδίκου". Δηλαδή, με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι ο αρχικός ενάγων, Ι. Χ. του Γ., του οποίου καθολικοί διάδοχοι είναι οι αναιρεσίβλητοι (τέκνα του), απέκτησε την κυριότητα με τον προμνημονευθέντα και επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο (με τα προαναφερθέντα συμβόλαια αγοράς που έχουν νόμιμα μεταγραφεί) και πάντως με τον επικαλούμενο επίσης στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο της τακτικής και πιο επικουρικά της έκτακτης χρησικτησίας, ως νεμηθείς το επίδικο ακίνητο με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας. Ακολούθως, δέχτηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων - καθολικών διαδόχων του αρχικού ενάγοντος πατέρα τους - κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε την υπόθεση και τη δίκασε κατ' ουσίαν, δέχτηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένδικη - από 10.1.2001 - διεκδικητική του επίδικου ακινήτου αγωγή του αρχικού ενάγοντος. 'Ετσι, που έκρινε το Εφετείο, σωστά τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε, περιέλαβε δε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία τόσο καθ' όσον αφορά την παραδοχή της αγωγής όσο και καθ' όσον αφορά την απόρριψη της άνω ένστασης ιδίας κυριότητας των ήδη αναιρεσειουσών εναγομένων, και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατ' ορθήν εκτίμησή του, από τους αριθμούς 1 και 19 (και όχι και από τον αριθμό 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ και τρίτος, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 390 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν. Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη απ' αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΟλΑΠ 8/2005, 848/1981, 111/1981). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και τρίτο, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγους της αναίρεσης, από τους οποίους ο τελευταίος όπως ορθά εκτιμάται, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης διεκδικητικής του επίδικου ακινήτου αγωγής του αρχικού ενάγοντος - πατέρα των αναιρεσιβλήτων - , δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις την από Δεκεμβρίου 2010 τεχνική έκθεση του τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειουσών αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ι. Π. με τα συνημμένα σ' αυτήν είκοσι δύο (22) έγγραφα, ο οποίος ύστερα από σχολαστική μελέτη όλων των στοιχείων που αυτές του προσκόμισαν και εκείνων τα οποία ο ίδιος αναζήτησε κατέληξε, ότι το τελικό συμπέρασμα που αναφέρεται στην από Οκτωβρίου 2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο διορισθείς με τη 1368/2009 απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου είναι εσφαλμένο. Περαιτέρω, ότι δεν έλαβε υπόψη τη 17/2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης με τα συνημμένα σ' αυτήν έγγραφα του διορισθέντα με την 6926/2001 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τοπογράφου μηχανικού Α. Γ.. Και, επίσης, ότι δεν έλαβε υπόψη και τα πιο κάτω έγγραφα, ήτοι: 1) το .../20.7.1990 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας 'Ολγας Παπατσούνη, με το πιστοποιητικό μεταγραφής του, από το οποίο προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες αγόρασαν από το Μ. Γ. Π. τρία αγροτεμάχια έκτασης 940 τ.μ., 1236,50 τ.μ. και 790 τ.μ. στην περιοχή "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Γέρακα. 2) Τα από Απριλίου 1990 δύο τοπογραφικά διαγράμματα των μηχανικών Π. Χ. και Κ. Χ. τα οποία προσαρτήθηκαν στο παραπάνω αρ. .../1990 συμβόλαιο, από τα οποία προκύπτει ότι ο δικαιοπάροχός τους προέβαινε σε καταμετρήσεις αυτού. 3.- Το αρ. .../10-07-1981 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της συμ/φου Όλγας Παπατσούνη, με το πιστοποιητικό μεταγραφής του, με το οποίο ο δικαιοπάροχός τους απέκτησε το επίδικο από τον πάππο του Δ. Π.. Και στο συμβόλαιο αυτό αναφέρονται σαφή και συγκεκριμένα όρια, με ονόματα γειτόνων και μάλιστα ότι στο Νότιο όριο το επίδικο συνορεύει με την ιδιοκτησία Ι. Μ. {Ι. Χ. - αρχικού διαδίκου}. 4.- Την από Μαΐου 1989 Πολεοδομική Μελέτη επέκτασης της Ε.Π.Α. 82-84 με μελετητή τον Α. Μ., στην οποία απεικονίζεται το οικόπεδό τους στο Γ 835 αρ. 31 και αναφέρεται ως χέρσο από φωτοληψία του 1980, μετά την οποία {μελέτη του ρυμοτομικού σχεδίου} έγινε η ένταξη στο σχέδιο Πόλεως της περιοχής. 5.- Απόσπασμα του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ΓΕΡΑΚΑ ΓΑΡΥΤΤΟΣ II του τοπογράφου μηχανικού Δ. Π., στο οποίο το επίδικο αναφέρεται "χέρσο", καθώς και αποσπάσματα κτηματογραφικού διαγράμματος Π.Ε. και Διαγράμματος πράξης εφαρμογής του ίδιου μηχανικού. 6.- Την Πράξη Εφαρμογής "ΓΑΡΗΤΤΟΣ II - ΓΕΡΑΚΑ" στην οποία εμφαίνεται το αποδιδόμενο σ' αυτές οικόπεδο στο Ο.Τ. 835 με αριθ.μό οικοπέδου 20, ως και το αρ. 16459/1328 έγγραφο της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής το οποίο επιβεβαιώνει την ιδιοκτησία τους. Η Πράξη Εφαρμογής παρά τις υποβληθείσες από τον αρχικό ενάγοντα Ι. Χ. δύο ενστάσεις κατέληξε να δοθεί σε αυτές το επίδικο οικόπεδο και όχι σ' εκείνον, γιατί δεν έκανε εφαρμογή ενός και μόνο τίτλου μεμονωμένα αλλά εφαρμογή, ρυμοτόμηση, εισφορές για όλους τους τίτλους ταυτόχρονα 7.- Φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών της ΓΥΣ των ετών λήψεως 1945, 1960, 1969, 1979 και του ΟΚΧΕ των ετών λήψεως 1979, 1983, 1998, 2001, από τις οποίες διαπιστώνεται ότι το επίδικο ήταν ακαλλιέργητος "χέρσος" αγρός από το 1945 έως το 1969 και από το 1979 έως και το 2001 επίσης ακαλλιέργητος "χέρσος" αγρός δηλαδή ποτέ και σε καμία χρονική περίοδο δεν εμφαίνεται να αποτελούσε αμπέλι ή αμπελώνα. 8.- Το τοπογραφικό διάγραμμα της μηχανικού Μ. Π. στο οποίο φαίνεται το οικόπεδό τους αναλυτικά μετά την πράξη εφαρμογής. 9.- Το αρ. 236262 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Παλλήνης, από το οποίο προκύπτει ότι κατέβαλαν το ποσό των δρχ. 4.152.000 για την εξόφληση της εισφοράς σε χρήμα του επιδίκου στο Δήμο Γέρακα. Και 10.- Τα με Α.Π. 18395/03-08-1999 και 18020/21-7-1999 κτηματογραφικά αποσπάσματα του Εθνικού Κτηματολογίου από τα οποία προκύπτει ότι δήλωσαν το ακίνητό τους στο Εθνικό Κτηματολόγιο, που οι αναιρεσείουσες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του, με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη της ένστασής τους ιδίας κυριότητας. Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και από "την από 5.1.2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Α. Γ. αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού...και από όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία μάλιστα και σχολιάζει, και τα πιο πάνω έγγραφα, από τα οποία τα με αριθμούς .../20.7.1990 και .../10.7.1981 συμβόλαια ειδικά μνημονεύει, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση των λοιπών.
IV. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.. 8 ΚΠολΔ, η λήψη ή μη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον οικείο αναιρετικό λόγο, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης παράστασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), ο δε λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου των αναιρεσειουσών και, έτσι, δέχτηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή των αντιδίκων τους. Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή των αναιρεσειουσών και την απέρριψε ρητά ως ουσιαστικά αβάσιμη. V. Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε πλήττονται μεν όλες ή μία απ' αυτές, η προσβολή όμως μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΟλΑΠ 25/2003). Εξάλλου, από τα άρθρα 339 και 352 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, όχι κάθε ομολογία αποτελεί δικαστική τοιαύτη, αλλά εκείνη που γίνεται από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος προς το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση με σκοπό αποδοχής του και είναι σαφής και ορισμένη (ΑΠ 1775/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, κατ' ορθήν εκτίμησή του, από τον αριθμό 11 περ. γ' (και όχι από τον αριθμό 12) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία του αντιδίκου τους αρχικού ενάγοντος - του οποίου, όπως προεκτέθηκε, καθολικοί διάδοχοι είναι οι αναιρεσίβλητοι -, που αποτελεί πλήρη απόδειξη αναφορικά με τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό του περί της εκ μέρους του άσκησης διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίου αφότου -ως άνω- το επίδικο ακίνητο περιήλθε σ' αυτόν από αγορά και έκτοτε και της εκ τούτου εκ μέρους του κτήσης κυριότητας με τα προσόντα της τακτικής και πάντως της έκτακτης χρησικτησίας, ως έχοντας συγκεκριμένα προβάλει με την αγωγή αλλά και οι αναιρεσίβλητοι με την έφεση και τις προτάσεις τους, ότι η μόνη καλλιέργεια του επιδίκου ήταν εκείνη της αμπέλου και όχι βρώμης και βίκου - και μάλιστα από αυτούς - όπως αυθαίρετα δέχτηκε το Εφετείο. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος, παρεκτός του ότι είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αρχικώς ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, πρώτιστα, με τον προμνημονευθέντα νόμιμο παράγωγο τρόπο, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι τα ανωτέρω περιστατικά δεν συνιστούν δικαστική ομολογία του αρχικού ενάγοντος και των καθολικών διαδόχων των αναιρεσιβλήτων, εφόσον αφορούν σε ουσιώδη ισχυρισμό των ιδίων και όχι των αναιρεσειουσών. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, οι οποίες ηττώνται, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2.9.2011 αίτηση των: 1) Φ. συζ. Δ. Μ., το γένος Ι. και Α. Ξ. κ.α. για αναίρεση της 1916/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προϋποθέσεις απόκτησης κυριότητας ακινήτου παραγώγως και πρωτοτύπως (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία). Πότε αποκτάται η κυριότητα ακινήτου πρωτοτύπως, κατ΄ άρθρο 12 του ν. 1337/1983 για επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων και οικιστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 49 παρ. 2 και 3 του ν. 947/1979 περί οικιστικών περιοχών. Οι γνωμοδοτήσεις του άρθρου 390 Κ.Πολ.Δ., εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο. Δικαστική ομολογία. Είναι εκείνη που γίνεται από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος προς το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση με σκοπούς αποδοχής του και είναι σαφής και ορισμένη.
|
Κυριότητα
|
Κυριότητα.
| 0
|
Αριθμός 490/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. Β. χήρας Ε., το γένος Θ. Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Κούδρογλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Κ. του Λ., κατοίκου ..., ως οριστικού κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας της Ζ. Β., 2) Ε. Κ. του Λ., κατοίκου ..., 3) Ε. Δ., το γένος Ν. Λ., κατοίκου ..., 4) Δ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 5) Ν. Δ. του Ι., κατοίκου ..., και 6) Ε. Δ. του Ι., κατοίκου ..., οι 3η, 4ος, 5ος και 6ος ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Ι. Δ., ο οποίος ήταν μαζί με τους 1ο και 2ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος του Ζ. Β.. Ο 1ος παραστάθηκε με την ιδιότητά του ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. για τον εαυτό του και για τον 2ο, οι 3η, 4ος, 5ος και 6ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Παναγιώτα Αδάση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/1/1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6254/1999 μη οριστική, 33990/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 607/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/7/2011 αίτησή της και τους δια των προτάσεων προσθέτους λόγους της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 25/1/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.
Η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 495 παρ.1 και 2 ΑΚ το ένδικο μέσο της αναίρεσης ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτόκολλο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση (παρ.1) για δε την κατάθεση συντάσσεται έκθεση στο βιβλίο που τηρείται, σύμφωνα με το άρθρο 496, την οποία υπογράφει και αυτός που καταθέτει. Στο δικόγραφο που κατατίθεται σημειώνεται ο αριθμός της έκθεσης και η χρονολογία της και βεβαιώνεται με την υπογραφή εκείνου που συντάσσει την έκθεση (παρ.2). Περαιτέρω κατά το άρθρο 564 παρ.1 του ίδιου Κώδικα "αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης". Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔικ, το δικαστήριο πρώτο συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης, αν δε η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1733/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζομένη από τους αναιρεσιβλήτους, υπ' αριθμ. 4199/6.5.2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ..., προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. 607/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα και διαμένουσα στη ... Ν. χα Ε. Β., το γένος Θ. Β. στις 6-5-2011, αυτή δε άσκησε, κατά της εν λόγω αποφάσεως, αναίρεση, στις 29-7-2011, όπως τούτο προκύπτει από την οικεία πράξη καταθέσεως στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ήτοι η αναίρεση ασκήθηκε μετά την πάροδο της οριζομένης στο άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔικ τριακονταήμερης γνήσιας προθεσμίας και συνακόλουθα η (διαμένουσα στην Ελλάδα) αναιρεσείουσα εξέπεσε του οικείου δικαιώματός της (άρθρ. 151 ΚΠολΔικ) και ως εκ τούτου, κατά τα οριζόμενα στη νομική σκέψη, η αναίρεση πρέπει, κατά το άρθρο 577 παρ.2 του ίδιου κώδικα, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ' αποδοχή του οικείου ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων, αλλά και αυτεπαγγέλτως. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων βαρύνουν την ηττηθείσα αναιρεσίβλητη (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.7.2011 αίτηση της Ν. χας Ε. Β., το γένος Θ. Β., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 607/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και τους ασκηθέντες (με τις προτάσεις της) προσθέτους λόγους.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η αναίρεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την οριζόμενη στο άρθρο 564 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. 30 ημέρες, από της επιδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, προθεσμία, για τη διαμένουσα στην Ελλάδα αναιρεσείουσα και ως εκ τούτου, λόγω εκπτώσεως από του οικείου δικαιώματος (Κ.Πολ.Δ. 151) η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, κατ΄ αποδοχή οικείου ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων, αλλά και αυτεπαγγέλτως, κατ΄ άρθρο 577 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ.
|
Εκπρόθεσμη άσκηση ενδίκου μέσου
|
Απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης, Εκπρόθεσμη άσκηση ενδίκου μέσου.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 491/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Χ. Π. του Α., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Μπαρμπαγιάννη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 684/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας. Με πολιτικός ενάγοντα το "Τ.Ο.Ε.Β. ΠΡΑΣΙΝΑΔΑΣ ΗΜΑΘΙΑΣ", που εδρεύει στην Πρασινάδα Ημαθίας και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παρέστη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουνίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 758/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.1 εδάφιο τελευταίο του ΚΠΔ το κεφάλαιο της απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα, εξετάζεται από το Εφετείο και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της ουσιαστικής έρευνας της υποθέσεως εξετάζει και το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της αποφάσεως, που αφορά τις απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος, στις οποίες περιλαμβάνεται η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που επιδικάσθηκε πρωτοδίκως, όχι μόνο όταν απουσιάζει ο πολιτικώς ενάγων, αλλά και όταν εμφανίζεται αυτός ενώπιον του Εφετείου με την ιδιότητα του μάρτυρα, χωρίς να παραιτείται με σχετική δήλωσή του από την πολιτική αγωγή και δίχως να επαναλαμβάνει την περί παραστάσεώς του ως πολιτικώς ενάγοντος δήλωση, που έκανε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Το εφετείο, στην περίπτωση αυτή, ερευνώντας το παραπάνω κεφάλαιο, αποφαίνεται για τη βασιμότητά του, χωρίς να δικαιούται να αυξήσει μόνο το ποσό που επιδικάσθηκε πρωτοδίκως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκείνος που δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνο ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Έτσι, δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής, έχουν και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αφορά την πίστη και το κύρος του νομικού προσώπου έναντι τρίτων. Η δήλωση παραστάσεως, πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠΔ να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Η δήλωση δε αυτή όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο (αρθρ. 171). Η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, για να δημιουργήσει, κατ' άρθρο 171 παρ.2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και εντεύθεν να ιδρυθεί ο από το άρθρο 510 παρ.1Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει ν' αναφέρεται περιορισμένα στην έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης αυτού ή στην μη τήρηση της από το άρθρο 68 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα επιβαλλόμενης προδικασίας και συνεπώς κάθε άλλη έλλειψη ή πλημμέλεια περί την παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν επιφέρει την απόλυτη αυτή ακυρότητα (ΑΠ 609/2009).
Στη προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, κατά παραδεκτή επισκόπηση τούτων, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας παρουσιάσθηκε ο Α. Ν. του Θ., ως νόμιμος εκπρόσωπος του ΤΟΕΒ Πρασινάδας και δήλωσε ότι είναι πολιτικώς ενάγων στη δίκη αυτή κατά του παραπάνω κατηγορουμένου, για ηθική βλάβη που έπαθε από το αδίκημα και ότι ζητεί να του καταβάλει ο κατηγορούμενος το ποσό των σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ για χρηματική του ικανοποίηση με τη ρητή επιφύλαξη να ασκήσει πλήρως τα δικαιώματά του στα πολιτικά δικαστήρια, διόρισε δε πληρεξούσιο του τον παρόντα δικηγόρο Στέφανο Κυριαζόπουλο και κατέβαλε το υπ' αριθμ. 6434 παράβολο χαρτοσήμου. Κατά της παραστάσεως αυτής δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση. Προσκόμισε δε στο δικαστήριο το με αριθμό 3/2010 απόσπασμα της συνεδρίασης του Δ/κού Συμβουλίου του ΤΟΕΒ Πρασινάδας. Το δικαστήριο αυτό με την 8/2011 απόφασή του χωρίς αντίρρηση για την άνω παράσταση πολιτικής αγωγής προχώρησε στη διαδικασία και στην καταδίκη του αναιρεσείοντος για το έγκλημα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση και τον υποχρέωσε να καταβάλει στον πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ.
Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου όπου είχε αχθεί, κατόπιν εφέσεως του καταδικασθέντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, πριν αρχίσει ακόμη η αποδεικτική διαδικασία, παρουσιάσθηκε και πάλι ο ανωτέρω Ν. Α. του Θ., ο οποίος ανέφερε ότι εκπροσωπεί νομίμως τον Τ.Ο.Ε.Β. Πρασινάδας, δυνάμει της υπ' αριθ. 3/12-2-2010 πράξης του Διοικητικού Συμβουλίου του, απόσπασμα της οποίας αναγνώσθηκε δημόσια στο ακροατήριο και έχει κατά το ενδιαφέρον σημείο το ακόλουθο περιεχόμενο "... γι' αυτό το λόγο εξουσιοδοτούμε τον πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου να προβεί σε κάθε σχετική ενέργεια, να υπογράψει και να υποβάλλει την έγκληση ενώπιον του κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βέροιας, καθώς και να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής για λογαριασμό και υπέρ του Τοπικού Οργανισμού Εγγείων Βελτιώσεων για το ποσό των 44 ευρώ, με την επιφύλαξη διεκδίκησης του υπολοίπου ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων και να διορίσει πληρεξούσιο δικηγόρο πολιτικής αγωγής." Με την ιδιότητά του αυτή, "δήλωσε ότι συνεχίζει την παράσταση πολιτικής αγωγής για λογαριασμό του εντολέως του, για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που αυτός υπέστη από τη σε βάρος του τέλεση της άδικης πράξης του κατηγορουμένου, αιτούμενος, όπως και πρωτοδίκως να υποχρεωθεί ο κατηγορούμενος, να καταβάλλει το ποσό των 44 ευρώ, με τη ρητή επιφύλαξη της επιδιώξεως υπέρτερου εκ της τοιαύτης αιτίας ποσού στα πολιτικά δικαστήρια, διόρισε δε πληρεξούσιό του τον παρόντα δικηγόρο Στέφανο Κυριαζόπουλο του ΔΣ Βέροιας". Στο σημείο αυτό ο συνήγορος του κατηγορουμένου πήρε το λόγο και προέβαλε ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής, καθόσον δεν προσκομίσθηκε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου για την παρούσα δίκη. Το Εφετείο, απέρριψε την ένσταση του κατηγορουμένου περί αποβολής της πολιτικής αγωγής, με την ακόλουθη αιτιολογία: ότι στην προκειμένη περίπτωση, η συνέχιση της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής, για λογαριασμό του ΤΟΕΒ Πρασινάδας Ημαθίας, από τον εμφανισθέντα ενώπιον του ακροατηρίου, Ν. Α., ως νομίμου εκπροσώπου του ανωτέρω οργανισμού, δυνάμει της υπ' αριθ. 3/12-2-2010 πράξης του Διοικητικού Συμβουλίου του και με την ως άνω ιδιότητα του, για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστη ο προαναφερόμενος οργανισμός, από τη σε βάρος του τέλεση της άδικης πράξης του κατηγορουμένου, αιτούμενος, όπως και πρωτοδίκως, να υποχρεωθεί ο κατηγορούμενος να καταβάλει, το ποσό των 44 ευρώ, με τη ρητή επιφύλαξη της επιδιώξεως υπέρτερου ποσού, για την αυτή αιτία, στα πολιτικά Δικαστήρια, είναι καθόλα νόμιμη, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω στη νομική σκέψη, χωρίς να παρίσταται ανάγκη προσκομίσεως νέων νομιμοποιητικών εγγράφων, όπως αβάσιμα διατείνεται ο κατηγορούμενος και πρέπει ο ισχυρισμός του περί αποβολής της πολιτικής αγωγής να απορριφθεί. Δέχθηκε δε το άνω δικαστήριο, ως βάσιμη την συνέχιση της πολιτικής αγωγής, κατά τα άνω, σαφώς κατά τη συνολική της εκτίμηση, και επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί ο ΤΟΕΒ από το ως άνω εις βάρος του έγκλημα του κατηγορουμένου, το ποσό που είχε ζητηθεί. Ενόψει των παραπάνω ο πολιτικώς ενάγων δεν παρέστη παράνομα στη διαδικασία του δευτεροβαθμίου, αφού αυτός με την προαναφερόμενη δήλωσή του επανέλαβε νομίμως την πρωτοδίκως νομίμως υπ' αυτού υποβληθείσα δήλωση πολιτικής αγωγής για την οποία είχε την νόμιμη προς τούτο εξουσιοδότηση αλλά και εξουσία αντιπροσώπευσης σύμφωνα με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 3/2010 πράξη του Δ.Σ και κατά συνέπεια, ορθώς και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε στον πολιτικώς ενάγοντα το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των 44 ευρώ και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί απολύτου και σχετικής ακυρότητας (άρθρ. 510 παρ.1 περ. Α και Β) πρώτος λόγος αναιρέσεως του κατηγορουμένου, συνιστάμενος στην έλλειψη εξουσίας εκπροσώπησης του πολιτικώς ενάγοντος, που εμφανίσθηκε στο ακροατήριο και επανέλαβε τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, όπως την είχε υποβάλει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. (ΑΠ 1196/2011).
Κατά το άρθρο 502 παρ.1 ΚΠΔ, "αν ο εκκαλών εμφανιστεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στις περιπτώσεις των άρθρων 340 παρ. 1 και 501 παρ.3 η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση. .... Σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν.... Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η ανάγνωση στην κατ' έφεση δίκη των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των περιεχόμενων σ' αυτά καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν είναι υποχρεωτική, πλην όμως η μη ανάγνωση αυτών επάγεται ακυρότητα, μόνον αν ζητηθεί η ανάγνωσή τους και το δικαστήριο παρά το νόμο δεν επέτρεψε αυτή (ΑΠ 736/2011). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι δεν αναγνώσθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο η υπ' αριθμ. 8/2010 εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξάνδρειας. Όπως όμως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως (σελίδα 4 και 12) η εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 8/2010 απόφαση αναγνώσθηκε και ως εκ τούτου η αιτίαση στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Σε κάθε όμως περίπτωση η ανάγνωση της εκκαλουμένης αλλά και των πρακτικών αυτής, σύμφωνα με τα πιο πάνω αναφερόμενα, είναι αυτονόητη και δεδομένη και συνεκτιμήθηκαν όσα διαλαμβάνονται σ' αυτά. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα (510 παρ.1 περΑ) πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αβάσιμος.
Μετά από όλα αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει η κρινόμενη αίτηση (δήλωση) να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-6-2012 αίτηση-δήλωση του Χ. Π., κατοίκου ... για αναίρεση της 684/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πολιτική αγωγή. Επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο. Δεν παραιτήθηκε ο πολιτικώς ενάγων με σχετική δήλωση του στο δευτεροβάθμιο, αλλά επαναλήφθηκε η πρωτόδικη δήλωση και, ως εκ τούτου, ορθώς επιδικάστηκε η χρηματική ικανοποίηση. Υποχρεωτική η ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης. Ως εκ τούτου δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας, ούτε παραβιάστηκαν οι διατάξεις για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
|
Ακυρότητα
|
Πολιτική αγωγή, Ακυρότητα.
| 1
|
Αριθμός 491/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φ. Α. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Κουτράκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Σ. Κ. του Ι., κατοίκου … και 3) Σ. Κ. χήρας Ι., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 459/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/10/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 22/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς τον πρώτο λόγο αναίρεσης και την απόρριψη της ως προς τους λοιπούς.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες συμπληρώνουν η μία την άλλη και η ΑΚ του εφαρμόζεται και σε μονομερείς δικαιοπραξίες, όταν από αυτές δημιουργούνται ή θίγονται συμφέροντα τρίτων (Μπαλή: Γεν. Αρχ. Παρ. 88, σελ. 242). Ειδικότερα, οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας σε μονομερή δικαιοπραξία, όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βούλησης, που τελείται η δικαιοπραξία αυτή. Η διαπίστωση αυτή του Δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει απ' αυτήν έμμεσα, όταν, παρά τη ρητή αναφορά της διαπίστωσής της, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας, ερμηνεία η οποία αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βούλησης, που τελέστηκε η δικαιοπραξία τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της. Εάν, παρά την άμεση ή έμμεση αυτή διαπίστωση της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας, το δικαστήριο της ουσίας δεν προσφύγει, για να ανεύρει την αληθινή βούληση του δηλώσαντος, στους ερμηνευτικούς κανόνες που περιέχονται στις πιο πάνω διατάξεις, παραβιάζει, με τη μη εφαρμογή τους, τους κανόνες αυτούς (ΑΠ 311/1993 ΕλλΔνη 35.1529). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 682 παρ.1, 706 ΚΠολΔ και 1274 του ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 56 παρ.1 του ΕισΝ ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1265 και 1266 του ΑΚ, τα οποία προβλέπουν την παραχώρηση δικαιώματος για εγγραφή υποθήκης από τον -κύριο του ακινήτου - οφειλέτη ή τρίτο και εφαρμόζονται συμπληρωματικά και για την προσημείωση - η οποία αποτελεί υποθήκη υπό την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της ασφαλιζόμενης απαίτησης και της εμπρόθεσμης τροπής της σε υποθήκη (βλ. άρθρα 1272, 1277 και 1323 αρ. 2 ΑΚ) - προκύπτει, ότι μπορεί με δικαστική απόφαση να διαταχθεί ως ασφαλιστικό μέτρο η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και όταν ο οφειλέτης ή ο τρίτος συναινέσουν οι ίδιοι ή ο αντιπρόσωπός τους στην εγγραφή της προσημείωσης. Εάν πρόκειται για αντιπρόσωπο, η γενική "σε ακίνητα" παροχή εξουσιοδότησης από τον κύριο παρέχει σ' αυτόν - αντιπρόσωπο - την εξουσία να συναινέσει στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε οποιοδήποτε των ακινήτων του, προσδιορίζοντας αυτό συγκεκριμένα (Μπαλή: ΕμπΔ έκδ. 1961, παρ. 242 αρ. 3, σελ. 516). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Οι ενάγουσες (και ήδη αναιρεσίβλητες) τυγχάνουν συγκυρίες η μεν πρώτη κατά ποσοστό 28/64 εξ αδιαιρέτου και εκάστη των λοιπών κατά 12/64, ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 18.000 τ.μ. περίπου, κατά τον τίτλο κτήσεως και 22.168 τ.μ. κατά πρόσφατη καταμέτρηση, που κείται εντός της Κτηματικής περιφέρειας του Δήμου …, εκτός σχεδίου πόλεως, στη θέση …, δεξιά της παλαιάς αμαξιτής οδού …, τέως …, που συνορεύει Ανατολικώς με δημόσια οδό, Νοτίως με αγροτική οδό, Δυτικώς με ιδιοκτησία Δ. Δ. και Βορείως με ποταμό-χείμαρρο ..... συγκύριοι επίσης του ως άνω ακινήτου κατά ποσοστό 3/64 και 9/64 εξ αδιαιρέτου τυγχάνουν ο Ν. Τ. και ο Β. Τ. αντίστοιχα, που περιήλθαν σ' αυτούς από κληρονομιά της αποβιώσασας συζύγου και μητέρας τους Π. Τ., το γένος Ι. Κ., αδελφής των εναγουσών. Την κληρονομία της Π. Τ. αποδέχθηκαν νομότυπα ο άνω σύζυγός της Ν. και ο γιος της Β., συνετάγη δε η υπ' αριθ…/1986 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς από τη συμβολαιογράφο Νέας Ιωνίας Αττικής, που μεταγράφηκε νόμιμα. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι στις 22-9-1995 συνήφθη μεταξύ του άνω Β. Τ. και του εναγομένου (και ήδη αναιρεσείοντος) σύμβαση ατόκου δανείου, σε εκτέλεση του οποίου ο τελευταίος μεταβίβασε στον άνω Β. Τ. κατά κυριότητα το ποσό των 200.000 μάρκων Γερμανίας. Προς εξασφάλιση της χρηματικής αυτής απαίτησης του ο εναγόμενος ενέγραψε ισόποση προσημείωση υποθήκης επί ολόκληρου του προπεριγραφόμενου ακινήτου, δυνάμει της υπ' αριθ. 25.398/1995 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως παραστάθηκε στο ακροατήριο του άνω Δικαστηρίου ο Β. Τ., ο οποίος συναίνεσε στην εγγραφή της προσημειώσεως υποθήκης επί του άνω ακινήτου τόσο για τον εαυτό του όσο και για λογαριασμό των εναγουσών, τις οποίες εκπροσώπησε δυνάμει του υπ' αριθ…/30-4-1993 πληρεξουσίου, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αθηνών Λεμονή Καλαματιανού-Μπιστικέα. Η προσημείωση αυτή ενεγράφη στα οικεία βιβλία υποθηκών του Υποθ/κίου Βόλου, μετά την έκδοση δε της υπ' αριθ. 223/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε τελεσίδικα ο Β. Τ. να καταβάλει στον εναγόμενο το ισόποσο σε Ευρώ των 200.000 μάρκων Γερμανίας, η άνω προσημείωση ετράπη σε υποθήκη (…/10-4-2002 πιστοποιητικό Υπο/κα Βόλου). Κατά τη συζήτηση της άνω αιτήσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως προαναφέρεται, οι ενάγουσες εκπροσωπήθηκαν από τον Β. Τ., ο οποίος και συναίνεσε στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης και στο ανήκον στην κυριότητα των εναγουσών εξ αδιαιρέτου ποσοστό, ήτοι σε αλλότριο ακίνητο, κάνοντας χρήση του άνω πληρεξουσίου. Με το πληρεξούσιο αυτό οι ενάγουσες παρέχουν στον Β. Τ., εκτός των άλλων, την πληρεξουσιότητα "Να δίνει εμπράγματες ασφάλειες σε κινητά, ακίνητα για χάρη τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου και ειδικότερα ενέχυρα σε κινητά πράγματα και τίτλους των εντολέων και υποθήκες σε ακίνητά τους. Να δίνει τη συναίνεσή του για την παροχή άδειας εγγραφής προσημειώσεως και να κάνει κάθε ενέργεια για την εξάλειψη υποθήκης ή προσημειώσεως". Με τον άνω όμως γενικό όρο του πληρεξουσίου και την προαναφερόμενη διατύπωσή του είναι πρόδηλο, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 200 και 173 ΑΚ, ότι δεν παραχωρείται από τις ενάγουσες στο Β. Τ. η πληρεξουσιότητα να προβεί στην εγγραφή υποθήκης επί του ιδανικού τους μεριδίου στο επίδικο ακίνητο προς εξασφάλιση της άνω χρηματικής απαίτησης του εναγομένου. Και τούτο γιατί ουδόλως περιέχεται στο πληρεξούσιο αυτό, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 1266 ΑΚ, δήλωση των εναγουσών περί παραχωρήσεως δικαιώματος εγγραφής υποθήκης στο συγκεκριμένο ακίνητο, το οποίο αντίθετα εν προκειμένω ουδόλως προσδιορίζεται, όπως επίσης δεν προσδιορίζεται ο δανειστής και η απαίτηση για την οποία παραχωρείται το δικαίωμα εγγραφής υποθήκης. Άλλωστε από την απλή ανάγνωση του άνω εγγράφου προκύπτει ότι οι ενάγουσες παρείχαν στον ανεψιό τους Β. Τ. την εντολή και πληρεξουσιότητα να τις αντιπροσωπεύει σε συναλλαγές ενώπιον τραπεζικών ιδρυμάτων της ημεδαπής, να προβαίνει σε αναλήψεις, να εξοφλεί αξιόγραφα, να υπογράφει δανειακές συμβάσεις και να προβαίνει γενικότερα σε διάφορες εμπορικές πράξεις για λογαριασμό τους. Από τη διατύπωση των όρων του πληρεξουσίου σαφώς συνάγεται ότι όλες οι πράξεις, που αναφέρονται σε αυτό, αφορούν στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων των εναγουσών και όχι στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του Β Τ., ουδεμία δε αναφορά γίνεται για εκποίηση ακινήτων ή παραχώρηση δικαιώματος εγγραφής υποθήκης ή προσημειώσεως προς εξασφάλιση απαίτησης τρίτου μη δανειστού τους. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο Β. Τ. δεν είχε εξουσία απορρέουσα από το ως άνω υπ' αριθ…/30-4-1993 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο να προβεί στην εγγραφή υποθήκης ή να συναινεί στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί οποιουδήποτε ακινήτου των εναγουσών προς εξασφάλιση απαιτήσεων των δανειστών του και είναι συνεπώς άκυρη η γενόμενη εγγραφή υποθήκης επί του άνω ακινήτου κατά το μέρος που υπερβαίνει το ποσοστό συγκυριότητος του Β. Τ. επ' αυτού, αφού ενεγράφη επί αλλότριου ακινήτου χωρίς τη συναίνεση των κυρίων αυτού. Κατ' ακολουθία, η εγγραφή της τραπείσας ήδη σε υποθήκη προσημειώσεως υποθήκης στο παραπάνω ιδανικό μερίδιο των εναγουσών επί του άνω ακινήτου προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του εναγομένου κατά του άνω Β. Τ. είναι άκυρη, αφού ο τελευταίος παραχώρησε το εν λόγω εμπράγματο δικαίωμα στον εναγόμενο χωρίς να είναι κατά το χρόνο εγγραφής κύριος και του ως άνω εξ' αδιαιρέτου ποσοστού". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένδικη - από 10.5.2005 - αγωγή των αναιρεσιβλήτων - με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της κατά τα άνω εγγραφείσας υποθήκης στην εκ 52/64 ιδανική τους μερίδα επί του εν λόγω ακινήτου και να διαταχθεί η εξάλειψή της από τα οικεία βιβλία υποθηκών - και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. Απ' αυτά, όμως, που δέχτηκε το Εφετείο προκύπτει, εμμέσως αλλά σαφώς, ότι η δήλωση των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγουσών για παροχή πληρεξουσιότητας στο Β. Τ., στο "να δίνει τη συναίνεσή του για την παροχή άδειας εγγραφής προσημείωσης" δεν ήταν σαφής και ότι, για το λόγο αυτό, δημιουργείται αμφιβολία για την πραγματική έννοιά της. Η διαπίστωση αυτή του Εφετείου προκύπτει από την εκτίμησή του αναφορικά, με την αναζήτηση της αληθινής βούλησης των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγουσών, ότι δεν περιέχεται στο πληρεξούσιο δήλωσή τους "περί παραχωρήσεως δικαιώματος εγγραφής υποθήκης στο συγκεκριμένο ακίνητο" και ότι "δεν προσδιορίζεται ο δανειστής και η απαίτηση για την οποία παραχωρείται το δικαίωμα εγγραφής υποθήκης" και επίσης ότι "από τη σαφή διατύπωση των όρων του πληρεξουσίου σαφώς συνάγεται ότι όλες οι πράξεις, που αναφέρονται σε αυτό, αφορούν στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων των εναγουσών και όχι στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του Β. Τ., ουδεμία δε αναφορά γίνεται για εκποίηση ακινήτων ή παραχώρηση δικαιώματος εγγραφής υποθήκης ή προσημειώσεως προς εξασφάλιση απαίτησης τρίτου μη δανειστού τους", κατέληξε δε, εν τέλει, σε κρίση αντίθετη των - στη μείζονα εκτεθέντων - ορισμών του άρθρου 1266 ΑΚ. Μετά τη διαπίστωσή του αυτή, το Εφετείο ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Παρόλα αυτά το Εφετείο, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των εναγουσών για παροχή πληρεξουσιότητας στον Β. Τ., ρητά στην προσβαλλόμενη απόφασή του αναφέρει, ότι δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες και ότι δεν έκανε χρήση αυτών. Με τον τρόπο αυτό, υπέπεσε στην πλημμέλεια η οποία αναφέρεται στην αρχή και πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ και το βάσιμο πρώτο λόγο αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, οι αναιρεσίβλητες, οι οποίες ηττώνται, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 459/2010 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Πότε είναι βάσιμος ο αναιρετικός λόγος. Περιστατικά.
|
Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου
|
Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
| 0
|
Αριθμός 495/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Α) Του αναιρεσείοντος: Α. Φ. του Σ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Σ. συζ. Γ., το γένος Π. Π., κατοίκου ..., 2) Α. Σ. του Π., 3) Π. Σ. του Π., κατοίκου ..., και 4) Δ. Μ. του Β., κατοίκου .... Η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Φυλακτόγλου, οι 2ος και 3ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο και ο 4ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Θεοτοκάτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Β) Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Θεοτοκάτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Φ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Μ. Σ. συζ. Γ., το γένος Π. Π., κατοίκου ..., 3) Α. Σ. του Π. και 4) Π. Σ. του Α., κατοίκων .... Η 2η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Φυλακτόγλου και οι 1ος, 3ος και 4ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/5/2004 αγωγή του Α. Φ. του Σ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 421/2005 του ιδίου Δικαστηρίου, 342/2008 μη οριστική και 139/2010 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 20/6/2010 και 17/6/2010 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 26/10/2012 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε α) τη συνεκδίκαση των αναιρέσεων, β) την απόρριψη τους ως απαραδέκτων κατά το μέρος που κάθε μια από αυτές στρέφεται κατά του αναιρεσείοντα της άλλης αναιρέσεως, γ) την αποδοχή: του πρώτου και δεύτερου λόγου της πρώτης εφέσεως και του πρώτου λόγου της δεύτερης και δ) την απόρριψη των λοιπών λόγων.
Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη των αιτήσεων και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, οι ένδικες από 17-6-2010 και 20-6-2010 και με αριθμ. πράξ. καταθέσεως 95/22-6-2010 και 102/24-6-2010, αντίστοιχα, αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμό 139/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔικ, το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 612/2009), καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας αποφάσεως και αφορούν τους ίδιους διαδίκους με τη δε συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση εξόδων.
Επειδή, διάδικος είναι το πρόσωπο επ' ονόματι του οποίου ζητείται παροχή έννομης προστασίας. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1 και 118 παρ.3 του ΚΠολΔικ στο δικόγραφο της αγωγής πρέπει να αναφέρονται, εκτός από άλλα στοιχεία, το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο και η κατοικία όλων των διαδίκων και των νομίμων αντιπροσώπων τους και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα η επωνυμία και η έδρα τους. Τα απαιτούμενα ως άνω στοιχεία αποβλέπουν στον προσδιορισμό της ταυτότητας του διαδίκου και συνεπώς, εφόσον από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου προκύπτει η ταυτότητά του, χωρίς να δημιουργείται ως προς αυτόν οποιαδήποτε αμφιβολία, ή εσφαλμένη αναγραφή κάποιου από τα προαναφερόμενα στοιχεία δεν ασκεί επιρροή (ΑΠ 1126/2010) και δεν επάγεται ακυρότητα του δικογράφου.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου των αναιρέσεων από προφανή παραδρομή το πατρώνυμο του αναιρεσίβλητου-εκκαλούντος Δ. Μ. στη δεύτερη αναίρεση έχει γραφεί εσφαλμένα ως "Σ." αντί του ορθού "Β." και το πατρώνυμο του εφεσιβλήτου Π. Σ. στην πρώτη αναίρεση έχει γραφεί ως "Π." αντί του ορθού "Α.". Πλην όμως από την εσφαλμένη αυτή αναγραφή δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα των εν λόγω διαδίκων των οποίων τα προαναφερθέντα στοιχεία κατ' αποδοχή οικείου με τις προτάσεις αιτήματος του πρώτου και αυτεπαγγέλτως ως προς το δεύτερο, πρέπει να διορθωθούν.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. α) 878Γ/15.9.2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., με τη συνημμένη σ' αυτήν βεβαίωση παραλαβής δικογράφου και αποστολής συστημένης επιστολής, β) 9333Β/29-7-2011 και 9331/29-7-2011 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικού επιμελήτριας Κεφαλληνίας ..., γ) 877Γ/15-9-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., με τη συνημμένη σ' αυτή βεβαίωση παραλαβής δικογράφου και αποστολής συστημένης επιστολής, δ) 9334Β/29-7-2011 και 9332Β/29-7-2011 εκθέσεως επιδώσεως της δικαστικού επιμελήτριας Κεφαλληνίας ..., ακριβές αντίγραφο της από 17-6-2010 πρώτης αναιρέσεως μαζί με κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο της 7-11-2012, κατά την οποία νόμιμα αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση τέταρτο αναιρεσίβλητο της αναιρέσεως αυτής (Δ. Μ. του Β.) προς τον εκκαλούνται (Α. Φ. του Σ..) και τους δεύτερο και τρίτο των εφεσιβλήτων (Α. Σ. και Π. Σ.), καθώς επίσης ακριβές αντίγραφο της από 20-6-2010 δεύτερης αναιρέσεως μαζί με κλήση για συζήτηση για την ίδια δικάσιμο της 7-11-2012 κατά την οποία νόμιμα επίσης αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον αναιρεσείοντα της αναιρέσεως αυτής (Δ. Μ.) προς τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων (Α. Φ. του Σ.., Α. Σ. και Π. Σ.). Νέα κλήτευση των προαναφερθέντων διαδίκων για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας (μετ' αναβολή) δικάσιμο δεν χρειαζόταν, καθόσον η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρα 575 και 226 παρ.4 ΚΠολΔικ).
Συνεπώς, εφόσον οι διάδικοι αυτοί δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφή της σε αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔικ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία αυτών (άρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔικ - ΑΠ 1750/2012 -).
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 76, 79, 556 και 558 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι με την άσκηση της κύριας παρέμβασης, με την οποία ο παρεμβαίνων αντιποιείται ολόκληρο ή κατά ένα μέρος το αντικείμενο της μεταξύ άλλων εκκρεμούς δίκης καθίσταται μεν αυτός κύριος διάδικος και αντίδικος των αρχικών διαδίκων, δεν δημιουργείται όμως και σχέση απλής ή αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ αυτού και των αρχικών διαδίκων. Κατά συνέπεια ο κυρίως παρεμβαίνων, του οποίου η κυρία παρέμβαση απορρίφθηκε δεν μπορεί να είναι αναιρεσίβλητος στην αναίρεση του κυρίως διαδίκου που ηττήθηκε, αφού ως προς αυτόν δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση, έστω και αν ευδοκιμήσει κάποιος από τους λόγους της και κατά τούτο αυτή (αναίρεση) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (ΑΠ 1417/2010, ΑΠ 975/2008). Αντίστοιχα ο κυρίως παρεμβάς νομιμοποιείται σε άσκηση αναίρεσης κατά των αντιδίκων του, έναντι των οποίων ηττήθηκε και όχι κατά του κυρίως διαδίκου, η κατά του οποίου αναίρεση είναι για την ίδια με τον προαναφερθέντα λόγο, απαράδεκτη (ΑΠ 847/07).
Στην προκειμένη περίπτωση οι κρινόμενες αναιρέσεις που έχουν ασκηθεί από τον κύριο διάδικο Α. Φ. του Σ.. και τον κυρίως παρεμβάντα Δ. Μ. του Β.., κατά το μέρος που στρέφονται κατά του κυρίως παρεμβάντα και του κυρίου διαδίκου αντίστοιχα είναι κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη απαράδεκτες, ως παθητικά ανομιμοποίητες (άρθρ. 558 και 68 ΚΠολΔικ).
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, και Ολ.ΑΠ 4/2005). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο περιλαμβάνονται, όπως προεκτέθηκε, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, καθώς επίσης ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί, η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως. Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. Ο ίδιος λόγος επίσης ιδρύεται και όταν με τη δοθείσα ερμηνεία παραβιάζονται οι αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (βλ. ΑΠ 355/2011, ΑΠ 604/2011), όταν δηλαδή το ερμηνευτικό πόρισμα δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα των μερών, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες, τοπικές και χρονικές και τις άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πως η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος. Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει κατά τα άνω, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές και δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 211/2011). Η παραβίαση αυτή ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσεώς του για τη μορφή και το περιεχόμενο της σύμβασης καταφεύγει και σε άλλα έγγραφα, μάρτυρες και αποδεικτικά μέσα, εκτός του συμβολαίου ή του εγγράφου με το οποίο η σύμβαση καταρτίστηκε ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα ή ενδοιαστικές εκφράσεις (ΑΠ 1798/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔικ), ως προς το πραγματικό περιεχόμενο του υπ' αριθμ. .../1962 διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Κεφαλληνίας Ανδρέα Τραυλού Τζαννετάτου, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Οι τελευταίοι (δηλαδή οι αναιρεσείοντες - ενάγων και κυρίως παρεμβάς αντίστοιχα), ισχυρίζονται ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του ομόρου ακινήτου τους, επικαλούνται δε και προσκομίζουν προς απόδειξη του ισχυρισμούς του το με αρ. .../1962 διανεμετήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Κεφαλληνίας Ανδρέα Τραυλού Τζανετάτου, νομίμως μεταγραφέν στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κάτω Λειβαθούς. Με το ως άνω διανεμετήριο συμβόλαιο οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος άνευ διαθήκης Α. Φ. Τ., αδελφοί Σ., Π., Γ. και Σ. Κ., το γένος Α. Φ. Τ. διένειμαν την πατρική κληρονομιά. Με το ίδιο συμβόλαιο περιήλθε, μεταξύ των άλλων, στους συγκληρονόμους Π. Φ. Τ. και Σ. Κ., κατά ποσοστό ενός δευτέρου (1/2) εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ένα αγρόκτημα στην θέση "ΡΕΝΤΑ" εκτάσεως τριών (3) περίπου στρεμμάτων, συνορευόμενο γύρωθεν με αγροτική οδό (δημόσιο προς βορρά δρόμο) και ιδιοκτησίες Γ.Τ. και Κ.Χ.. Από το συμβόλαιο αυτό προκύπτει ότι το περιελθόν με αυτό, στους απώτερους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος και του κυρίως παρεμβαίνοντος Σ. Κ. και Π. Α. Φ. - Τ., αντίστοιχα, αγροτεμάχιο ταυτίζεται με το ευρισκόμενο ανατολικά του επιδίκου ακίνητο, το οποίο κατά την νεώτερη καταμέτρηση, όπως προκύπτει από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ως άνω πραγματογνώμονα, έχει εμβαδά 2970 τ.μ. δηλαδή περίπου το εμβαδόν το οποίο αναφέρεται στον ως άνω τίτλο ιδιοκτησίας των απωτέρων δικαιοπαρόχων. Αν το επίδικο συμπεριλαμβανόταν σ' αυτό, το εμβαδόν της άνω ιδιοκτησίας τους θα ανερχόταν στα 4.160 [2.970+1.190] τ.μ., ήτοι πλέον του ενός στρέμματος διαφορά, η οποία δεν είναι συνηθισμένη κατά διδάγματα της κοινής πείρας, ανάμεσα στην αναγραφόμενη στα παλαιά συμβόλαια, που αφορούσαν εμπράγματες δικαιοπραξίες σε ακίνητα, τα οποία δεν συνοδεύονταν υποχρεωτικά από τοπογραφικά διαγράμματα, επιφάνεια αυτών και την πραγματική. Ισχυρίζονται, επίσης, ο ενάγων και ο κυρίως παρεμβαίνων ότι με βάση τα όρια, όπως αυτά αναγράφονται στο ως άνω διανεμητήριο συμβόλαιο, το ακίνητό τους συμπεριλαμβάνει και το επίδικο και ότι εφόσον πρόκειται διαφορά μεταξύ του αναγραφόμενου στο άνω συμβόλαιο εμβαδού του ακινήτου τους και του προκύπτοντος με βάση τα όρια αυτού, θα ληφθεί υπόψη ο προσδιορισμός με βάση αυτά, δεδομένου ότι σε περίπτωση δικαιοπραξίας επί ακινήτου, το οποίο προσδιορίζονται κατά μέτρα και όρια επικρατέστερος είναι ο καθ' όρια προσδιορισμός. Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι δεσμευτικός για το Δικαστήριο, καθόσον στον ΑΚ δεν υφίσταται ερμηνευτικός κανόνας, όμοιος με εκείνον του Ρ.Δ [ν. 45 Πανδ. 22-1, ν.45 Βασιλ. 19-11. Αρμ. Γ. 74] και συνεπώς υπό τον ΑΚ σε περίπτωση συμβολαίου πωλήσεως κλπ. ακινήτου , το οποίο προσδιορίζεται κατά. μέτρα και όρια και μεταξύ των δύο ως άνω προσδιορισμών υφίσταται διαφορά ως προς την έκταση, η οποία προκύπτει από καθένα από αυτά; ώστε η κατά τα όρια περιγραφή του ακινήτου να περιλαμβάνει έκταση μεγαλύτερη εκείνης, που προσδιορίζεται σε μέτρα, εξεύρεση της πραγματικής έκτασης του ακινήτου, με το ασαφές κατά τούτο συμβόλαιο θα γίνει με ερμηνεία της βουλήσεως αυτών, που συμβάλλονται, κατά τους ερμηνευτικούς περί δικαιοπραξιών κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ [ΑΠ 1351/1987].
Στην προκειμένη δε περίπτωση προέκυψε από το αποδεικτικό υλικό ότι τόσον οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος και του κυρίως παρεμβαίνοντος, από την σύνταξη του προαναφερόμενου διανεμητηρίου συμβολαίου [έτος 1962], όσον και οι ίδιοι μετά την σ' αυτούς περιέλευσης της κυριότητας τούτου και συγκεκριμένα στον μεν ενάγοντα κατά 3/12 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά των αποβιωσάντων τα έτη 1972 και 1975 θείων του Σ. Κ. και Γ. Φ. Τ., καθώς και από άτυπη προς αυτόν δωρεά, κατά το έτος 1975, της αδελφής του Μ. Φ., τις οποίες [κληρονομιές] αποδέχθηκε νομίμως, καθώς και με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας δια της συνεχούς και αδιάλειπτης άσκησης πράξεων νομής σ' αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου και κατά 9/12 εξ αδιαιρέτου στον κυρίως παρεμβαίνοντα, δυνάμει του με αρ. .../27.9.2005 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ληξουρίου Αθαναν. Καρακούση, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου, ουδέποτε προέβησαν σε εκμετάλλευση του επιδίκου κτήματος, καλλιεργώντας το, είτε οι ίδιοι, είτε τρίτοι για λογαριασμό τους και γενικά ουδέποτε νεμήθηκαν τούτο πριν από την εισαγωγή του ΑΚ σύμφωνα με τα προσόντα του Ιόνιου Πολιτικού Κώδικα δημοσίως ειρηνικώς, αναμφιβόλως, συνεχώς και αδιαλείπτως, λόγω κυριότητας μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ [1946] και στην συνέχεια με διάνοια κυρίου, με καλή πίστη, συνεχώς και αδιαλείπτως και σε συνδυασμό με το άνω διανεμητήριο συμβόλαιο, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στην φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής μέχρι την άσκηση της αγωγής. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί και το γεγονός ότι το έτος 1980 το επίδικο ακίνητο (μαζί με άλλα ακίνητα), είχε καταληφθεί από τους Σ. Τ., Γ. χας Δ. Τ., Σ. θυγ. Δ. Τ., Α. θυγ. Δ. Τ. και Γ. θυγ. Δ. Τ., ισχυρισθέντες ότι ανήκει στην κυριότητά τους, κατά των οποίων άσκησαν η πρώτη εναγομένη και οι Σ. και Α. Τ., ήδη αποβιώσαντες, την από 9.1.1989 διεκδικητική αγωγή, η οποία έγινε δεκτή εν μέρει με αρ. 919/2002 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, και σε εκτέλεση της οποίας αποβλήθηκαν από την νομή του επιδίκου οι ως άνω εναγόμενοι και εγκατεστάθηκε η πρώτη εναγομένη, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος των αρχικών εναγόντων Σ. και Α. Χ. Τ., όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με αρ. 428/15-4-2003 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας .... Αν ο ενάγων και η δικαιοπάροχος του κυρίως παρεμβαίνοντος Ι. χα Π. Φ.-Τ. πίστευαν πράγματι ότι είναι συγκύριοι του επιδίκου, έπρεπε να κινηθούν κατά των ως άνω καταπατητών δικαστικώς και εξωδίκως, προκειμένου να προστατεύουν το ως άνω δικαίωμά τους, πλην, όμως, ουδέν έπραξαν, μολονότι δεν επικαλούνται, ούτε αποδεικνύεται ότι αγνοούσαν το γεγονός αυτό [της καταπάτησης].
Συνεπώς, με βάση τις αρχές της συναλλακτικής καλής πίστεως προκύπτει ότι η αληθινή βούληση των συμβληθέντων στο προδιαληφθέν διανεμετήριο συμβόλαιο ήταν να περιέλθει στους απώτερους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος και του κυρίου παρεμβαίνοντος, Π. Φ. Τ. και Σ. Κ., το γένος Α. Φ. Τ., αποκλειστικά, η συγκυριότητα του 1/2 εξ αδιαιρέτου, αγροκτήματος εμβαδού 3.000 τ.μ. και κατά νεώτερη καταμέτρηση 2.970 τ.μ." Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το περιεχόμενο της εν λόγω συμβάσεως δεν παραβίασε τις ερμηνευτικές των δικαιοπραξιών διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον κατ' ανέλεγκτο κρίση (ΑΠ 604/2011) δέχθηκε ότι η πραγματική βούληση των συμβληθέντων στο ένδικο διανεμητήριο συμβόλαιο (στο οποίο δεν αποδίδει καμμία ασάφεια) προκύπτει από το περιεχόμενό του, κατά το οποίο, το περιελθόν σ' αυτούς αγροτεμάχιο ταυτίζεται με το ευρισκόμενο ανατολικά του επιδίκου και έχει, κατά το συμβόλαιο αυτό επιφάνεια τριών περίπου στρεμμάτων και κατά νεώτερη καταμέτρηση 2970 τ.μ., προς ενίσχυση δε του πορίσματος αυτού και χωρίς να κάνει οποιοδήποτε λόγο για ασάφεια του συμβολαίου, αναφέρει ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας στα παλαιά συμβόλαια η διαφορά της αναγραφομένης, από την πραγματική έκταση, δεν ήταν συνηθισμένο να υπερβαίνει το ένα στρέμμα. Τα λοιπά διηγηματικά αναφερόμενα επιστηρίζουν την κρίση αυτή και δεν περιέχουν κρίση περί ασαφούς περιεχομένου του συμβολαίου, αλλά επαλλήλως γίνεται δεκτό ότι και αν το περιεχόμενο του συμβολαίου ήταν, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ασαφές και πάλι από τις αποδείξεις προκύπτει αυτό που και από το περιεχόμενο του συμβολαίου διαπίστωσε το δικαστήριο, χωρίς να χρειαστεί να καταφύγει σε ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ενόψει τούτων δεν συντρέχει περίπτωση παραβιάσεως των διατάξεων αυτών από το ότι το δικαστήριο την ανέλεγκτη κρίση του περί σαφούς περιεχομένου του συμβολαίου στήριξε και σε επάλληλες σκέψεις, για πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών. Ενόψει τούτων ο επικαλούμενος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ταυτόσημος πρώτος λόγος των αναιρέσεων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 25/2011). Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού, δηλ. φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής. Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ, εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 640/2011). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του. Για να ιδρυθεί ο παρών λόγος, πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου, ως προς το οποίο η αιτίαση, στην κατ' έφεση δίκη (άρθ. 562 παρ.2 ΚΠολΔικ), πράγμα που ο Άρειος Πάγος ελέγχει από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (ΑΠ 1184/2011, ΑΠ 1209/2011), ενώ ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο που φέρεται ότι έχει παραμορφωθεί προς διαπίστωση της βασιμότητας του λόγου αναίρεσης, αλλιώς ο λόγος είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1414/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, με τον ταυτόσημο δεύτερο λόγο των αναιρέσεων, η πλημμέλεια του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και ειδικότερα του ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 146/26-3-1902 περίληψης εγγραφής υποθήκης, κατά του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης-εναγομένης-καθής η παρέμβαση Μ. συζ. Γ. Σ., ήτοι του Χ. Τ.. Ο λόγος αυτός όσον αφορά την αναίρεση του κυρίως παρεμβάντος είναι απαράδεκτος (άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔικ), γιατί όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔικ), των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου, δεν επικαλέστηκε, κατά την ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου δίκη, το έγγραφο αυτό (ΑΠ 1184, 1209/2011), ενώ όσον αφορά την αναίρεση του ενάγοντος-εκκαλούντος, ο οποίος τόσο στο Εφετείο, όσο και στο παρόν δικαστήριο προσκομίζει το εν λόγω έγγραφο είναι απαράδεκτος, καθόσον μολονότι η προσβαλλομένη εκθέτει το περιεχόμενό του, δεν στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το αποδεικτικό της πόρισμα στο έγγραφο αυτό, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, η δε επικαλουμένη αιτίαση αφορά στην ανέλεγκτη αναιρετικά αποδεικτική αξιολόγησή του (ΑΠ 1740/2012) και ως εκ τούτου και κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ' του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζομένη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 1841/2011, ΑΠ 1209/2011). Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά, από τα έγγραφα, αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση ή το πρακτικό της αυτοψίας (359) η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων (383), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (410) και οι ένορκες βεβαιώσεις (270 παρ.2, 339) - ΑΠ 87/2013 -. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1740/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους ταυτόσημους τρίτο και τέταρτο λόγο της πρώτης αναιρέσεως, καθώς και τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της δεύτερης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τη διάταξη του αριθμού 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια (από προφανή παραδρομή στη δεύτερη αναίρεση γίνεται επίκληση του αριθμού 1) της μη λήψεως υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι αναιρεσείοντες νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους, για την απόδειξη των ισχυρισμών τους ως προς το ότι το επίδικο τους ανήκει και συγκεκριμένα την από 1-9-1956 περίληψη εγγραφής υποθήκης στον τόμο Θ με α.α. 196Β των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου και την από Μαρτίου 2009 έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Β. Π. από τα οποία (αποδεικτικά μέσα) προέκυπτε το ουσία βάσιμο των ισχυρισμών τους περί δυτικού ορίου της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων με ιδιοκτησία Χ. (το πρώτο έγγραφο) και περί του ότι το επίδικο, που είναι ενιαίο με την προς ανατολάς ιδιοκτησία τους, περιλαμβάνεται στους τίτλους τους και ότι μεταξύ των ιδιοκτησιών αυτών υφίσταται τμήμα ακαλλιέργητου εδάφους και όχι "λιθιά" που δέχεται η προσβαλλομένη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα την ιδιαίτερη αναφορά της στα προσκομισθέντα έγγραφα και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης καθώς και τις διαπιστώσεις της (φύλλο, 4α και 7) δεν γεννιέται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι τα αποδεικτικά αυτά μέσα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος. Εξάλλου η αξιολόγηση του περιεχομένου των αποδεικτικών αυτών μέσων, ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Η άποψη ότι διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο της ουσίας, σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔικ (ΑΠ 1740/2012).
Επειδή, ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση και ιδρύει τον από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο αναιρέσεως, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992). Τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔικ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1750/2012).
Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της πρώτης αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔικ πλημμέλεια ότι διαλαμβάνει ανεπαρκή, αλλά και αντιφατική αιτιολογία για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα κατά το λόγο αυτό οι επίμαχες παραδοχές της αποφάσεως είναι ότι δέχεται πως αφενός τα δύο περιγραφόμενα στην απόφαση εδαφικά τμήματα, ήτοι το επίδικο και η προς ανατολάς μη αμφισβητουμένη ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων είναι διαφορετικά ακίνητα, που χωρίζονται με λιθοδομή και αφετέρου ότι αυτά επί σειρά ετών παρουσιάζουν την ίδια μορφή καλλιέργειας, καθώς και ότι η λιθοδομή έχει άνοιγμα μήκους 10 μέτρων, ώστε τα ακίνητα αυτά να επικοινωνούν μεταξύ τους. Οι παραδοχές όμως αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν περιέχουν ισχυρισμούς με αυτοτελή ύπαρξη, που να τείνουν στην κατάλυση του καταχθέντος από τον αναιρεσείοντα σε δίκη δικαιώματος συγκυριότητάς του επί του επιδίκου, αλλά περιέχουν πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης επιδεχόμενη μομφή της επικαλούμενης διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ύστερα από τα παραπάνω οι αναιρέσεις πρέπει, στο σύνολό τους, να απορριφθούν, οι δε αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι πρέπει κατά το νόμιμο αίτημα της παραστάσας αναιρεσίβλητης (Μ. Σ. συζ. Γ.) να καταδικασθούν στη δικαστική της δαπάνη (άρθρα 183 και 179 ΚΠολΔικ). Επίσης ο αναιρεσείων της πρώτης αναίρεσης (Α. Φ.) θα καταδικασθεί λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη του έχοντος ξεχωριστή δικαστική συμπαράσταση αναιρεσίβλητου Δ. Μ..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 17-6-2010 και 20-6-2010 αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμό 139/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών του Α. Φ. του Σ. και του Δ. Μ..
Διορθώνει το πατρώνυμο του Δ. Μ. από το αναφερόμενο εσφαλμένα στη δεύτερη αναίρεση "Σ." στο ορθό "Β. ", καθώς και το πατρώνυμο του τρίτου αναιρεσίβλητου στην πρώτη έφεση από το εσφαλμένο "Π. " στο ορθό "Α. ".
Απορρίπτει τις αναιρέσεις.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας αναιρεσίβλητης (Μ. Σ. συζ. Γ.), την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα της πρώτης αναίρεσης (Α. Φ. του Σ.) στη δικαστική δαπάνη του τέταρτου αναιρεσίβλητου (Δ. Μ. του Β.), την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ερμηνεία δικαιοπραξιών κατά 173 και 200 ΑΚ. Ανέλεγκτη η κρίση περί ασαφούς περιεχομένου της δικαιοπραξίας. Επάλληλες αιτιολογίες προς στήριξη αποδεικτικού πορίσματος. Παραμόρφωση εγγράφου. Όταν αφορά σε διαγνωστικό λάθος και όχι όταν αφορά στην εκτίμηση του εγγράφου. Πρέπει να έχει γίνει επίκληση στο Εφετείο και να προσκομίζεται στον Άρειο Πάγο 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ. Δεν απαιτείται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί γενική μνεία την κατ΄ είδος αποδεικτικών μέσων 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. ως ζητήματα που πρέπει να αιτιολογούνται θεωρούνται ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη. Όχι τα επιχειρήματα..
|
Συνεκδίκαση
|
Αποδεικτικά μέσα, Δικαιοπραξία , Συνεκδίκαση.
| 2
|
Αριθμός 496/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών και εν προκειμένω και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Λιβαδειάς, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ν. χήρας Χ., το γένος Δ. Κ., που δεν παραστάθηκε, 2) Π. Ν. του Χ. και 3) Δ. Ν. του Χ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αχιλλέα Κοτσωνά, ο οποίος δήλωσε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 29/7/1998 και κληρονομήθηκε από τους 2ο και 3ο αναιρεσιβλήτους, που συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2004 του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο λόγω αρμοδιότητας, 56/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς και 15/2008 του Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25/1/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 12/11/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της ανωτέρω αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας/Μεταβατική Έδρα Λιβαδειάς.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 1847 παρ.1α', 1850 εδ. β', 1857 παρ.2α',3 και 4, 140 και 141 του ΑΚ προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομίας που συνάγεται από την παραμέληση της τετράμηνης προθεσμίας για την αποποίησή της μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης όταν η συναγόμενη με τον τρόπο αυτό κατά πλάσμα του νόμου αποδοχή δεν συμφωνεί με τη βούληση του κληρονόμου από ουσιώδη πλάνη, από άγνοια δηλαδή ή εσφαλμένη γνώση της καταστάσεως που διαμόρφωσε τη βούλησή του, όταν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομίας ώστε αν ο κληρονόμος γνώριζε την αληθινή κατάσταση ως προς το σημείο αυτό δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποιήσεως. Η εσφαλμένη δε γνώση ή άγνοια που δημιουργεί τη διάσταση μεταξύ βουλήσεως και δηλώσεως, η οποία όταν είναι ουσιώδης θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δηλώσεως λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των ανωτέρω νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομίας (Ολομ.ΑΠ 3/1989, ΑΠ 1087/2011, 1570/2010). Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών ή (και) αντιφατικών αιτιολογιών δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε τα ακόλουθα: "Την 28-7-1998 απεβίωσε στην Αθήνα ο Χ. Ν. του Π., σύζυγος της πρώτης και πατέρας των δεύτερου και τρίτου των εναγόντων, κάτοικος εν ζωή ... . Ο αποβιώσας και η πρώτη ενάγουσα βρίσκονταν σε διάσταση περίπου από το έτος 1985, οπότε η ενάγουσα έφυγε από τη ... και εγκαταστάθηκε στη ... όπου κατοικεί έως σήμερα. Από το έτος 1985 έως και τον θάνατο του Χ. Ν., το έτος 1998, οι ενάγοντες δεν είχαν καμία επικοινωνία μ' αυτόν. Ο αποβιώσας δεν άφησε διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους ενάγοντες, οι οποίοι θεωρήθηκαν ότι αποδέχθηκαν την κληρονομία γιατί δεν αποποιήθηκαν αυτήν εντός της νόμιμης προθεσμίας των τεσσάρων μηνών. Ο αποβιώσας, με την .../10-10-91 πράξη αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Λιβαδειάς Κωνσταντίνου Π. Κοτσώνα, το έτος 1991 είχε αποδεχθεί νόμιμα την κληρονομία της θείας του Ε. χήρας Δ. Τ., είχε υποβάλει δήλωση φόρου κληρονομίας και είχε λάβει το .../20-4-1991 πιστοποιητικό της Εφορείας Λιβαδειάς σύμφωνα με το οποίο δεν προέκυψε φόρος λόγω ποσού και βαθμού συγγενείας με την επιφύλαξη για τυχόν φόρο που θα προκύψει κατά τον έλεγχο της υπόθεσης και θα βαρύνει κάθε δικαιούχο. Η αποδοχή κληρονομίας του αποβιώσαντος αφορούσε ένα διαμέρισμα, εκτάσεως 95,90 τ.μ., κείμενο στη ... και επί της οδού ..., αριθμ. 16, το οποίο μεταβίβασε λόγω πώλησης στους Η. και Σ. Δ. με το με αριθμό .../30-3-1992 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Λιβαδειάς Κωνσταντίνου Π Κοτσώνα. Το έτος 2002 η εφορεία Λιβαδειάς κοινοποίησε στους εναγομένους τις 17157, 17158 και 17156/10-10-2002 ατομικές ειδοποιήσεις ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο και τους ζήτησε να καταβάλουν η πρώτη το ποσό των 2.085,12 ευρώ και ο καθένας από τους λοιπούς το ποσό των 2.967,21 ευρώ, ως φόρο κληρονομίας του ως άνω αποβιώσαντος, που αφορούσε στην αποδοχή κληρονομίας του διαμερίσματος από αυτόν. Οι ενάγοντες που δεν είχαν καμία νομική κατάρτιση δεν γνώριζαν ότι υπήρχε προθεσμία για την αποποίηση της κληρονομίας, μετά την πάροδο της οποίας θα θεωρούνταν ότι αποδέχθηκαν αυτήν. Έτσι δεν αποποιήθηκαν έγκαιρα και αδάπανα την κληρονομία με δήλωση στο γραμματέα του αρμόδιου Πρωτοδικείου. Δηλαδή οι ενάγοντες αγνοούσαν καθόλο το χρόνο, που έπρεπε να αποποιηθούν την κληρονομία, την ύπαρξη προθεσμίας αποποιήσεως και κατ' ακολουθίαν τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από την άπρακτη παρέλευσή της. Ενόψει αυτών οι ενάγοντες βρίσκονταν σε νομική πλάνη, δηλαδή σε άγνοια των πιο πάνω κανόνων δικαίου αναφορικά με την αποδοχή της κληρονομίας, η πλάνη δε αυτή, η οποία δεν σχετίζεται με το κατάχρεο της κληρονομίας, ήταν ουσιώδης, γιατί αναφερόταν σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή, λόγω των εννόμων συνεπειών που συνεπαγόταν αυτή, δηλαδή να βαρύνονται με τα χρέη της κληρονομίας, ώστε αν γνώριζαν την αληθινή κατάσταση, όπως προσδιορίζεται από το νόμο, θα αποποιούντο εμπρόθεσμα την κληρονομία. Κατ' ακολουθίαν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και ακύρωσε τις πλασματικές αποδοχές των εναγόντων, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα που υποστηρίζονται με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου και τελευταίου λόγου της έφεσης πρέπει να απορριφθούν, όπως και η έφεση στο σύνολο της, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των αναφερομένων στη μείζονα πρόταση της παρούσης ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1847 παρ.1α', 1850, 1857 παρ.2α', 3 και 4, και 140, 141 του ΑΚ, τις οποίες και ορθώς εφήρμοσε το Εφετείο, είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα που το αναιρεσείον υποστηρίζει με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς του.
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ.2 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, όπως η έννοιά της οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 33 ΑΚ, 323 αριθ.5 και 897 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ και αναφέρεται στην αποτροπή επελεύσεως έννομης συνέπειας μη ανεκτής από την κρατούσα στη Χώρα ηθική, κοινωνική, πολιτειακή ή οικονομική τάξη. Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν ο ισχυρισμός συνδέεται με νομοθετική ρύθμιση ουσιαστικού ή δικονομικού χαρακτήρα κανόνα δικαίου, η οποία προβάλλεται ως αντικείμενη στο Σύνταγμα και παράλληλα τα θεμελιωτικά του ισχυρισμού αυτού περιστατικά τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας ή προκύπτουν από την ίδια την απόφαση (Ολομ.ΑΠ 4/2012, 20/2011).
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1857 παρ.2 εδ. β' του ΑΚ που ορίζει ότι η αγωγή για την ακύρωση της αποδοχής που οφείλεται σε πλάνη παραγράφεται μετά ένα εξάμηνο, αφού, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, "η ένδικη αγωγή κατατέθηκε την 23-12-2003 και επιδόθηκε στον Υπουργό των Οικονομικών την 16-2-2004, ήτοι μετά την παρέλευση εξαμήνου από τον χρόνο που έπαψε να υφίσταται η επικαλούμενη από τους αντιδίκους πλάνη, και δη μετά από την 20-11-2002, χρονολογία συντάξεως της προηγούμενης όμοιας αγωγής των αντιδίκων". Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτος κατά το ανωτέρω άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, αφού, όπως και το αναιρεσείον αναφέρει, το ίδιο δεν είχε προβάλει στο δικαστήριο της ουσίας ένσταση παραγραφής της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, ενώ δεν πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη υπό την προεκτεθείσα έννοια και του οποίου το πραγματικό υλικό να είχε τεθεί υπόψη του Εφετείου ή να προκύπτει από την ίδια την αναιρεσιβαλλομένη, ώστε με την επίκληση του άρθρου 562 παρ.2 εξαίρεση γ' του ΚΠολΔ να μπορεί το αναιρεσείον να προτείνει την ένσταση αυτή, ως αναιρετικό λόγο, το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ και 22 του ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-1-2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 15/2008 απόφασης του Εφετείου Λαμίας, Μεταβατική Έδρα Λιβαδειάς. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποδοχή κληρονομίας που, συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποιήσεως. Μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω ουσιώδους πλάνης. Τέτοια πλάνη μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των σχετικών με την αποδοχή νομικών διατάξεων. Αναίρεση. Πότε δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. Απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 562 § 2 γ΄ του Κ.Πολ.Δ.(Επικυρώνει Εφ. Λαμ. 15/2008)
|
Κληρονομία
|
Ένδικο μέσο, Κληρονομία .
| 2
|
Αριθμός 497/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Α)Του αναιρεσείοντος: Δήμου Σπετσών, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Δήμαρχό του, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Φραντζή.
Β) Της αναιρεσείουσας: Μ. Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πρωτόπαππα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Μ., χήρας Δ., κατοίκου ..., 2) Μ. Δ., συζ. Σ., κατοίκου ..., 3) Δ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 4) Φ. Π. συζ. Μ., το γένος Α. Χ., κατοίκου ..., και 5) Χ. Χ. του Α., κατοίκου ... . Οι 1η, 2η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Καρδάση και οι 4η και 5ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Ζαγγανά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/11/1979 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3249/1980 μη οριστική, 1442/1993 μη οριστική, 1913/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 814/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν ο αναιρεσείων Δήμος Σπετσών με την από 13/4/2010 αίτησή του και η αναιρεσείουσα Μ. Φ. με την από 29/6/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 20/12/2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Αθανασίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 814/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς είναι συναφείς κα πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με τα άρθρα 246 και 573 του ΚΠολΔ. Με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος-εναγομένου Δήμου Σπετσών και η πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εναγομένου αυτού που άσκησε στο Εφετείο η επίσης αναιρεσείουσα Μ. Φ. κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 1913/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία και κατά παραδοχήν της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων αναγνωρίστηκαν οι τελευταίοι συγκύριοι του επίδικου ακινήτου (οικοπέδου), εμβαδού 1630 τ.μ., που βρίσκεται στις Σπέτσες, και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων Δήμος να αποδώσει το επίδικο στους αναιρεσιβλήτους.
ΙΙ.- Με το μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου του ο αναιρεσείων Δήμος, αναφέροντας τον προβληθέντα από αυτόν λόγο εφέσεως περί του ότι το Πρωτοδικείο με εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον ισχυρισμό του για περιέλευση στον ίδιο της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, ως κοινοχρήστου, και επικαλούμενος το άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 9 ΚΠολΔ, διατείνεται ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού πρώτα αναπτύσσει το ιστορικό της ενδίκου διαφοράς, απλώς αντιγράφει την πρωτόδικη απόφαση και την διαταχθείσα πραγματογνωμοσύνη, ολίγον εκτενέστερα, χωρίς ωστόσο να εκτελεί τον αιτηθέντα και νόμω προβλεπόμενο έλεγχο των προταθέντων εκατέρωθεν ισχυρισμών, αλλά και των προσκομισθέντων, τόσο σε πρώτο όσο και σε δεύτερο βαθμό, εγγράφων, στα οποία η προσβαλλομένη παρά τον νόμο παραλείπει να απαντήσει", και ότι ως εκ τούτου α) δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και β)άφησε, κατά το κεφάλαιο αυτό, το αίτημά του (δηλ. του αναιρεσείοντος) αδίκαστο. Ο λόγος αυτός, υπαγόμενος, κατ' εκτίμηση, στη ρύθμιση του αριθμού 8 (όχι και των αριθμών 1 και 9) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζονται τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη ουσιώδη "πράγματα". Με την εκδοχή ότι πρόκειται για τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί κτήσεως από αυτόν της κυριότητας του επιδίκου, ως κοινοχρήστου, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον κατ' ένσταση προταθέντα πρωτοδίκως και με λόγο εφέσεως επαναφερθέντα στην έκκλητη δίκη ως άνω ισχυρισμό, τον οποίο και απέρριψε ρητώς ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Αν θεωρηθεί ότι εμπεριέχεται και η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ απορρέουσα αιτίαση περί μη λήψεως υπόψη αποδεικτικών εγγράφων, τότε ο προκείμενος λόγος ενέχει και κατά τούτο παντελή αοριστία και είναι απαράδεκτος, αφού δεν γίνεται καμία εξειδίκευση των εγγράφων που φέρεται ότι δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, και του περιεχομένου τους.
ΙΙΙ.- Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου, άρα και φωτογραφικής αναπαραστάσεως (άρθρο 444αρ, 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με τον ν. 3994/2011, και ήδη 444 παρ.1γ'και 2), όπως είναι και η αεροφωτογραφία, όταν δηλαδή, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη αναγνώσεως κρίσιμου μέρους του, προσέδωσε σ'αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που προκύπτει από το έγγραφο, ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία ενός πραγματικού γεγονότος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για να θεμελιωθεί ο προκείμενος αναιρετικός λόγος θα πρέπει το ουσιαστικό δικαστήριο να σχημάτισε, συναφώς, επιζήμια για τον αναιρεσείοντα αποδεικτική κρίση αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωμένο έγγραφο. Δεν ιδρύεται έτσι ο λόγος αυτός όταν το έγγραφο συνεκτιμήθηκε απλώς με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να εξαίρεται ειδικώς το ίδιο ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Εν προκειμένω, με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ απορρέοντα πρώτο λόγο του αναιρετηρίου της αναιρεσείουσας Μ.Φ. προσάπτεται στο Εφετείο ότι τον ισχυρισμό τού εναγομένου Δήμου και της προσθέτως παρεμβάσης ως άνω αναιρεσείουσας περί του ότι η επίδικη εδαφική έκταση είχε καταστεί κοινόχρηστη πλατεία με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, στηρίζοντας την απορριπτική αυτή κρίση του κατά κύριο λόγο στην εκ μέρους της τελευταίας προσκομισθείσα, ενσωματωμένη στην από Μαρτίου 2008 τεχνική έκθεση του τοπογράφου Σ. Μ., αεροφωτογραφία του έτους 1961, το περιεχόμενο της οποίας παραμόρφωσε το Εφετείο δεχθέν ότι σ' αυτή φαίνεται στη θέση που υπήρχε το κτίσμα να διέρχεται ένα μονοπάτι που ενώνει τον παραλιακό δρόμο με δρόμο που περνά δυτικά της ιδιοκτησίας Φ. και εξυπηρετούσε την εύκολη πρόσβαση των δικαιοπαρόχων των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) εντός του γεωτεμαχίου, ενώ στην εν λόγω αεροφωτογραφία υπάρχει η απεικόνιση όχι μόνο του ως άνω μονοπατιού αλλά επιπλέον τριών τουλάχιστον χωμάτινων δημοτικών οδών, υφισταμένων προ του έτους 1923, σε θέση πέραν της προϋφιστάμενης και κατεδαφισθείσας παλαιάς οικίας, οι οποίες, διασχίζουσες το επίδικο ακίνητο και οδηγούσες στις εξώθυρες των πέριξ ιδιοκτησιών, επιβεβαιώνουν τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του επιδίκου, όπως και ο ανωτέρω τεχνικός σύμβουλος των αναιρεσειόντων Σ. Μ. διαπιστώνει κατηγορηματικά στην από Μαρτίου 2003 τεχνική του έκθεση, κατόπιν σχετικής φωτοερμηνείας της προαναφερθείσας αεροφωτογραφίας. Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, η επίμαχη αεροφωτογραφία δεν υπήρξε το μοναδικό ή το κύριο αποδεικτικό στήριγμα της ως άνω απορριπτικής κρίσεως του Εφετείου, αλλά, χωρίς να εξαίρεται ιδιαιτέρως, απλώς συνεκτιμήθηκε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία το Εφετείο, κατά κύριο λόγο, άντλησε τις διαπιστώσεις του α)ότι οι αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι του επιδίκου, παραγώγως, με βάση τους αναφερόμενους κτητικούς τίτλους, αλλά και πρωτοτύπως, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, β)ότι στους μέχρι το 1948 τίτλους των αναιρεσιβλήτων το επίδικο γεωτεμάχιο αναφέρεται ως οικία μετά του οικοπέδου της, ενώ έκτοτε αναφέρεται ως οικόπεδο, λόγω κατεδαφίσεως της οικίας, γ)ότι από τη στερεοσκοπική παρατήρηση των αεροφωτογραφιών του έτους 1940, στην οποία προέβη η πρωτοδίκως διορισθείσα πραγματογνώμων, το επίδικο εμφαίνεται ως μία ενιαία ιδιοκτησία, εντός της οποίας υπάρχει κτίσμα, έχει δε τη μορφή αγροτεμαχίου και όχι δρόμου ή πλατείας, δ)ότι στο αντίγραφο του αποσπάσματος του ρυμοτομικού διαγράμματος των Σπετσών του έτους 1867, όπου το επίδικο εμφανίζεται να αποτελεί μέρος οικοδομικού τετραγώνου, δεν αποτυπώνεται κάποια πλατεία, ε)ότι οι απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων) και εν συνεχεία οι ίδιοι οι ενάγοντες ενέμοντο το επίδικο με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας τουλάχιστον από το έτος 1880 έως τον Οκτώβριο του έτους 1995, στ)ότι δεν αποδείχθηκε πως το επίδικο έχει καταστεί κοινόχρηστος χώρος με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα και ζ)ότι ούτε από το ισχύον ρυμοτομικό σχέδιο της πόλεως των Σπετσών έχει χαρακτηρισθεί η επίδικη εδαφική έκταση ως πλατεία. Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.20 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος αυτός λόγος, ως αναφερόμενος στην εσφαλμένη, κατά την αναιρεσείουσα, αξιολόγηση της σχετικής από Μαρτίου 2008 εκθέσεως του τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων, είναι απαράδεκτος κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
IV.- Με τον δεύτερο λόγο της ίδιας αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο ότι απέρριψε τον περί κοινοχρησίας του επιδίκου ισχυρισμό των αναιρεσειόντων χωρίς να λάβει υπόψη του α) την από Μαρτίου 2008 τεχνική έκθεση του ως άνω τεχνικού συμβούλου, όπου ως γενικό συμπέρασμα αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η διορισθείσα ως άνω πραγματογνώμων δεν εκτίμησε με επιστημονική επάρκεια το μέγεθος του επιδίκου, το οποίο από το 1956 εμφαίνεται σταθερά σε όλους τους τίτλους των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων) με εμβαδόν 490 μ2 , ενώ επιπλέον δεν εκτίμησε σωστά τις τεχνικές πληροφορίες που προκύπτουν από τη φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών, στις οποίες απεικονίζεται ο κατά το έτος 1940 ελεύθερος-κοινόχρηστος χώρος πέριξ και γύρω τόσο από την παλαιά οικία των εναγόντων όσο και από τις οικίες των γειτονικών ακινήτων και β) το ενσωματωμένο στην ειρημένη τεχνική έκθεση του Σ. Μ. από 10-11-1975 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Σ. Κ., στο οποίο απεικονίζονται 1) η επίδικη εδαφική έκταση, 2) το εξ εμβαδού 251 μ2 οικόπεδο των αναιρεσιβλήτων, που αποτελεί τμήμα της επίδικης εκτάσεως, και 3) οι γύρωθεν του επιδίκου γειτονικές ιδιοκτησίες στις ακριβείς θέσεις τους με όλες τις προσβάσεις τους (δρόμους και πόρτες)από και προς το επίδικο. Όμως, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού συλλογισμού του έλαβε υπόψη και "όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για να χρησιμεύσουν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", καθώς και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του και ιδίως τις εκτεθείσες κατά τη διερεύνηση του πρώτου λόγου διαπιστώσεις του, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι αυτό (Εφετείο), κατά τον σχηματισμό της απορριπτικής του κρίσεως ως προς τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί του κοινόχρηστου χαρακτήρα του επιδίκου, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ως άνω δύο αποδεικτικά έγγραφα. Επομένως και ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος. V.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, 281 του ν.3463/2006), κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρο 191 παρ.2 ΚΠολΔ), και όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 13-4-2010 και 29-6-2010 αιτήσεις των Δήμου Σπετσών και Μ. Φ., αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 814/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων και των δύο χιλιάδων επτακοσίων (600 και 2.700) ευρώ, αντίστοιχα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση. Πότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ. Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ΄ του ιδίου άρθρου όταν από την αναιρεσιβαλλόμενη προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι. Αοριστία λόγου από το άρθρο 559 αρ. 8 και 11γ΄ του Κ.Πολ.Δ. (Επικυρώνει Εφ. Πειρ. 814/2009)
|
Ένδικο μέσο
|
Ένδικο μέσο, Αποδείξεων εκτίμηση.
| 0
|
Αριθμός 499/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντων: 1)Ε. Α. συζ. Θ. το γένος Π. Ψ. , 2)Α. Α. του Θ. , και 3)Ά. Α. του Θ. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Λύτρα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Δ. του Α. , 2)Γ. Δ. συζ. Α. και 3)Α. Δ. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αργύριο - Ιωάννη Δεμερτζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/4/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σαμοθράκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 29/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/6/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 18/12/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 1012 του ΑΚ, αν ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς το δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριός του να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες έναντι ανάλογης αποζημιώσεως, κατά δε το άρθρο 1013 του ίδιου Κώδικα, η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται, πλην άλλων, τα εξής: α) ως ακίνητο στερούμενο την αναγκαία δίοδο προς την οδό θεωρείται εκείνο που στερείται κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίησή του, σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για ακίνητο αστικό ή αγροτικό, οικοδομημένο εν μέρει ή ασκεπή χώρο, εντός ή εκτός σχεδίου. β) η έκταση του δικαιώματος προς χρήση διόδου, η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητα του, καθώς και η επάρκεια της διόδου, κρίνονται αντικειμενικά, σύμφωνα με τις κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής συγκεκριμένες συνθήκες, ενόψει και των αναγκών του ακινήτου, του προορισμού του και της θέσης ή της περιοχής αυτού και γ) στο δικαστήριο της ουσίας παρέχεται η εξουσία, κατά την έρευνα της σχετικής αγωγής, να καθορίζει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, τις διαστάσεις της διόδου και την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθεί αυτή, με την επιλογή της προσφορότερης διελεύσεως, η οποία θα έχει ως κριτήριο την όσο το δυνατό μικρότερη ζημία των γειτονικών ακινήτων. Εξάλλου, με το άρθρο 25 παρ. 1 εδάφια α' και β' του ν. 1577/1985 περί του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού ορίζεται στο μεν εδάφ. α' ότι απαγορεύεται η σύσταση δουλειών, οι οποίες συνεπάγονται περιορισμό της δυνατότητας ανέγερσης η επέκτασης των κτιρίων ή εγκαταστάσεων, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, στο δε εδάφ. β' ότι από την απαγόρευση αυτή εξαιρείται η δουλεία διόδου, εφόσον αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς κοινόχρηστο χώρο οικοπέδου ή κτιρίου ή αυτοτελούς από πλευράς δόμησης ορόφου. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει σαφώς ότι από τη ρύθμιση του πρώτου εδαφίου της πρώτης παραγράφου εξαιρείται η δουλεία διόδου, εφόσον αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς κοινόχρηστο χώρο οικοπέδου ή κτιρίου ή αυτοτελούς από πλευράς δόμησης ορόφου (ΑΠ 28/2003). Περαιτέρω, στο άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται, ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 298/2011). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, σε σχέση με την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί παροχής σ' αυτούς διόδου μέσω του ακινήτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του με αριθμό …/27-9-1999 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Θ. Δημητρόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης στον τόμο … με αριθμούς … και …, η πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη είναι ψιλή κυρία και οι δεύτερη και τρίτος των εναγόντων και ήδη δεύτερη και τρίτος των αναιρεσιβλήτων επικαρπωτές σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εφ' όρου ζωής τους ενός οικοπέδου εκτάσεως 76,102 τ.μ., που βρίσκεται στην …, με την επ' αυτού οικοδομή, αποτελούμενη από δύο ισόγεια καταστήματα εμβαδού 32,10 τ.μ. και 34,25 τ.μ. και από ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, εμβαδού 66,35 τ.μ., καθένα των οποίων συνιστά ανεξάρτητη και αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία, αφού το προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο εμπεριέχει και πράξη σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών, έχει δε, μεταγραφεί νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Αλεξανδρούπολης, πέραν από πωλητήριο συμβόλαιο και ως σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών, καταχωρούμενη στον τόμο … με αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών αυτού, ενώ η τυχόν μη καταβολή του αναλογούντος στην πράξη αυτή φόρου δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της συμβολαιογραφικής πράξης, παρά τα περί του αντιθέτου ισχυριζόμενα από τους αναιρεσείοντες. Το παραπάνω οικόπεδο έχει πρόσοψη την παραλιακή οδό, από την οποία εξυπηρετούνται τα ισόγεια καταστήματα, γεγονός που προκύπτει από την περιγραφή του ακινήτου στον προαναφερόμενο τίτλο κτήσεως των αναιρεσιβλήτων, που περιλαμβάνεται και στο αγωγικό δικόγραφο, αλλά και τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες του επιδίκου. Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το από Αύγουστο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ε. Ρ. , που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσίβλητοι, αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχει τρόπος πρόσβασης από την οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, προς την παραλιακή οδό, καθώς αυτή συνορεύει κατά τον τίτλο κτήσεως βόρεια με ιδιοκτησία Ν. Β. , νότια με ιδιοκτησία Κ. Α. , ανατολικά με ακάλυπτο χώρο οικοδομής (προβολή επίδικης εδαφικής λωρίδας) και δυτικά με παραλιακή οδό. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι δυνάμει του με αριθμό …/2000 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Α. Αστρίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης στον τόμο …με αριθμό …, η πρώτη αναιρεσείουσα είναι επικαρπώτρια και οι δεύτερος και τρίτη των αναιρεσειόντων ψιλοί κύριοι του όμορου με το παραπάνω οικόπεδο ακινήτου, εκτάσεως 106,30 τ.μ., το οποίο συνορεύει γύρωθεν βόρεια με ιδιοκτησία Β. , νότια με κοινοτική οδό πεζόδρομο, ανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Σ. και δυτικά με ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων. Περαιτέρω, κατά το χρόνο κατασκευής της οικοδομής στο ακίνητο των αναιρεσιβλήτων, περί το έτος 1927, δεν υπήρχε διαμορφωμένη παραλιακή οδός και η θάλασσα εκτινόταν μέχρι την πρόσοψη αυτής. Για το λόγο αυτό άλλωστε, στα πλαίσια της καλής γειτονίας, ο απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων είχε παραχωρήσει στους αναιρεσιβλήτους μικρή εδαφική λωρίδα του οικοπέδου του, στην ανατολική πλευρά της οικοδομής των τελευταίων, ώστε να έχουν από ξηρά πρόσβαση στο ακίνητό τους, γεγονός που δέχτηκε και η με αριθμό 732/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης επικυρώνοντας την με αριθμό 35/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που απέρριψε αγωγή των αναιρεσιβλήτων για αναγνώριση δικαιώματος δουλείας διόδου επί της εδαφικής αυτής λωρίδας, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, λόγω έλλειψης διάνοιας δικαιούχου. Επί της εδαφικής αυτής λωρίδας κατασκευάστηκε εξωτερική σκάλα που οδηγεί στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου και καταλάμβανε έκταση του ακινήτου των αναιρεσειόντων διαστάσεων 4,5 μ. μήκους και 1 μ. πλάτους, ενώ επιτράπηκε στους αναιρεσίβλητους να διέρχονται πεζοί από έτερη εδαφική λωρίδα, σε συνέχεια της προηγούμενης, διαστάσεων 4μ. μήκους και 1,2 μ. πλάτους, που οδηγούσε στην τότε παραλία και ήδη παραλιακή οδό. Η ύπαρξη της εξωτερικής σκάλας επιβεβαιώνεται από, το με αριθμό πρωτ. I-3726/00/13-1-2001 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος του Ν. Έβρου, που αναφέρει ότι κρίνεται αναγκαία η επισκευή της λόγω επικινδυνότητας, αλλά ομολογείται και από τους αναιρεσείοντες με τις νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις τους, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, στις οποίες αναφέρεται ότι αυτή κατασκευάστηκε και χρησιμοποιούνταν έως το έτος 1979 περίπου, ανακατασκευάστηκε δε, από τους αναιρεσίβλητους το έτος 2001. Μετά την κατασκευή της παραλιακής οδού, το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, ως αυτοτελής και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία σε σχέση με τα καταστήματα του ισογείου ορόφου, παρέμεινε περίκλειστο, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες περί αντιμετώπισης του συνόλου της οικοδομής ως μία ενιαία ιδιοκτησία με πρόσοψη στην παραλιακή οδό. Ακολούθως, υφίσταται ανάγκη σύστασης δουλείας διόδου προς απόκτησης πρόσβασης του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου στην παραλιακή οδό. Από τα προαναφερόμενα τοπογραφικά διαγράμματα που προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις φωτογραφίες της διεκδικούμενης εδαφικής λωρίδας, αποδεικνύεται, ότι ο προσφορότερος και λιγότερο επαχθής τρόπος πρόσβασης στην ιδιοκτησία των αναιρεσίβλητων είναι μέσω της όμορης ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων και ειδικότερα μέσω εδαφικής λωρίδας που να διέρχεται από τη δυτική πλευρά του όμορου οικοπέδου αυτών, να έχει μήκος 4 μέτρα και πλάτος 1,20 μέτρα, συνολικού εμβαδού 4,80 τ.μ., να αρχίζει από τη βόρεια πλευρά του οικοπέδου των τελευταίων με κατεύθυνση από βορά προς νότο και να συνορεύει ανατολικά με το λοιπό οικόπεδο των αναιρεσειόντων, δυτικά με οικία Κ. Α. , βόρεια με την προαναφερόμενη εξωτερική σκάλα που οδηγεί στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου και νότια με την παραλιακή οδό. Η λύση αυτή προκρίνεται από το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων και λόγω της ήδη υπάρχουσας εξωτερικής σκάλας, η οποία, ανεξάρτητα από το νόμιμο ή μη της ανακατασκευής της (το οποίο δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, ούτε η εξέτασή του υπάγεται στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αυτού), που μπορεί να εξυπηρετήσει άμεσα τις ανάγκες του ακινήτου των αναιρεσίβλητων με ελάχιστο οικονομικό κόστος, τόσο για το δεσπόζον, όσο και για το δουλεύον ακίνητο, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι θα παρεμποδίσει με οποιονδήποτε τρόπο την εκμετάλλευση του δουλεύοντος ακινήτου από τους αναιρεσείοντες, αφού αυτοί, στις νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις τους αναφέρονται στο άρθρο 25 παρ. 1 εδάφ. α' του ΓΟΚ όπως ισχύει, το οποίο ορίζει ότι απαγορεύεται η σύσταση δουλειών που συνεπάγονται περιορισμό στη δυνατότητα ανέγερσης ή επέκτασης κτιρίων, πλην όμως δεν αποδεικνύουν τέτοιο περιορισμό, επικαλούμενοι λ.χ. αδυναμία έκδοσης οικοδομικής άδειας για το ακίνητό τους, σε κάθε περίπτωση δε, κατά την παρ. 1 εδάφ. β' του ίδιου άρθρου, από τη ρύθμιση του εδαφ. α' της πρώτης παραγράφου εξαιρείται η δουλεία διόδου, εφόσον αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς κοινόχρηστο χώρο αυτοτελούς από πλευράς δόμησης ορόφου. Αναφορικά με την προτεινόμενη από τους εκκαλούντες ως προσφορότερη δίοδο, ήτοι τη διέλευση μέσω των καταστημάτων του ισογείου ιδιοκτησίας των αναιρεσίβλητων, με την ανακατασκευή της εσωτερικής σκάλας, που υπήρχε παλαιότερα και έπαψε να υπάρχει με αυτόβουλη ενέργεια των αναιρεσίβλητων, λεκτέα είναι τα εξής: Δυνάμει της ανωτέρω αναφερόμενης νόμιμης (καταρτισθείσας με συμβολαιογραφική πράξη που μεταγράφηκε) σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών, τα καταστήματα του ισογείου ορόφου, παρότι ανήκουν κατά κυριότητα τους αναιρεσίβλητους, αποτελούν αυτοτελείς και ανεξάρτητες ιδιοκτησίες σε σχέση με το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, συνεπώς πρόκειται για τρίτα ακίνητα σε σχέση με το δεσπόζον. Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι υπήρχε εσωτερική σκάλα, από την οποία το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου επικοινωνούσε μέσω του ισογείου με την παραλιακή οδό, την οποία κατεδάφισαν οι αναιρεσίβλητοι, πλην όμως από την κατάθεση του μάρτυρα Β. Σ. , μισθωτή των ισόγειων καταστημάτων από το έτος 1981, ο οποίος εξετάστηκε ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σαμοθράκης κατά τη συζήτηση της από 12-7-2004 και με αριθμό κατάθεσης 1/2005 αγωγής των αναιρεσίβλητων με το ίδιο περιεχόμενο, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη με τη με αριθμό 1/2007 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, αποδεικνύεται ότι δεν υπήρχε εσωτερική σκάλα, τουλάχιστον από το έτος 1981, η δε κατάθεσή του κρίνεται πειστική, καθώς δεν αντικρούεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο. Αντιθέτως δεν κρίνεται πειστική η κατάθεση του μάρτυρα Α. Ψ. , που δόθηκε στα πλαίσια της ίδιας δίκης, σύμφωνα με την οποία υπήρχε παλαιότερα εσωτερικό άνοιγμα στο μεσοπάτωμα μεταξύ διαμερίσματος και καταστημάτων (κλαβανή) και ξύλινη φορητή εσωτερική σκάλα, πλην όμως το έτος 2004 ήταν ήδη καλυμμένη με τσιμέντο, καθώς δεν ήταν σε θέση να καταθέσει στο Δικαστήριο για ποιο χρονικό διάστημα υπήρχε αυτή η εσωτερική σκάλα, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι το έτος 1970 έπαψε να κατοικεί στην περιοχή, ενώ ανέφερε αορίστως ότι γνώριζε τη διαμόρφωση της οικοδομής των αναιρεσίβλητων γιατί είχε μπει μέσα. Επίσης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η ύπαρξη εσωτερικής σκάλας αποδεικνύεται από το άνω με αριθμό πρωτ…/13-1-2001 έγγραφο του Πολεοδομικού Γραφείου, πλην όμως, στο έγγραφο αυτό αναφέρεται μόνον η ύπαρξη σκάλας ανόδου, χωρίς να διευκρινίζεται εάν πρόκειται για εσωτερική ή εξωτερική, ενώ στο σκαρίφημα της με αριθμό …/15-1-2001 έκθεσης αυτοψίας της ίδιας υπηρεσίας αποτυπώνεται μόνον η εξωτερική σκάλα ανόδου αντί της εσωτερικής, η οποία θα έπρεπε να περιγράφεται στην έκθεση, εάν η διαπίστωση κατασκευαστικών αυθαιρεσιών αναφερόταν σε αυτή, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες. Ακόμη, αντίκειται στη λογική η ύπαρξη εσωτερικής σκάλας, όταν, καθ' ομολογία και των αναιρεσειόντων, από το έτος 1927 υπήρχε και χρησιμοποιούνταν η εξωτερική σκάλα για την πρόσβαση στον πρώτο όροφο της οικοδομής και συνεπώς δεν ήταν αναγκαία η κατασκευή της. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι υπήρχε σε προηγούμενο χρόνο εσωτερική σκάλα, η οποία κατεδαφίστηκε με αυτόβουλη ενέργεια των αναιρεσίβλητων, ώστε να καταστεί το διαμέρισμά τους περίκλειστο, παρά τα περί του αντιθέτου ισχυριζόμενα από τους ιδίους, η δε εξ αρχής κατασκευή της απαιτεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, έκδοση πολεοδομικής άδειας για αλλαγή της εσωτερικής διαρρύθμισης των ισογείων καταστημάτων και στατική μελέτη για να κριθεί εάν ο φέρων οργανισμός του κτιρίου μπορεί να υποστηρίξει τέτοιου είδος διαμόρφωση. Σε περίπτωση που τηρηθεί η προαναφερόμενη διαδικασία, θα πρέπει να γίνει μεγάλης έκτασης παρέμβαση στη χρήση και τη λειτουργία των καταστημάτων, η οποία δεν μπορεί να κριθεί από το Δικαστήριο ως προσφορότερη λύση για την εξασφάλιση διόδου από το διαμέρισμα των αναιρεσίβλητων στην παραλιακή οδό, καθώς οδηγεί σε υπέρμετρη επιβάρυνση των προτεινόμενων ως δουλευόντων ακινήτων - οριζόντιων ιδιοκτησιών, σε σχέση με την ανωτέρω αναφερόμενη λύση της χρήσης της ήδη υπάρχουσας εξωτερικής σκάλας. Αναφορικά με τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, διότι το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου αποτελεί αυθαίρετη κατασκευή, αυτός κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, διότι από την ως άνω με αριθμό …/15-5-2001 έκθεση αυτοψίας προκύπτει ότι αυθαίρετες χαρακτηρίστηκαν οι εργασίες ανακατασκευής του πρώτου ορόφου και όχι ο όροφος καθεαυτός, ο οποίος κατασκευάστηκε το έτος 1927". Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Με το να αποφανθεί έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1012, 1013 ΑΚ, 25 παρ. 1 εδάφ. α' και β' του ΓΟΚ (ν. 1577/1985), καθώς και 281 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ειδικότερα, ορθώς το Πολυμελές Πρωτοδικείο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εν λόγω διατάξεις του ΑΚ και του ν. 1577/1985, αφού (ανελέγκτως) δέχθηκε, ότι το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων είναι περίκλειστο, ότι υφίσταται ανάγκη σύστασης δουλείας διόδου για την απόκτηση πρόσβασης του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου στην παραλιακή οδό, ότι ο προσφορότερος και λιγότερο επαχθής τρόπος πρόσβασης είναι μέσω της όμορης ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων και ειδικότερα μέσω της περιγραφόμενης εδαφικής λωρίδας συνολικού εμβαδού 4,80 τ.μ., ότι η σύσταση της δουλείας αυτής εξαιρείται της απαγόρευσης σύστασης δουλειών που συνεπάγεται περιορισμό στη δυνατότητα ανέγερσης ή επέκτασης κτιρίων, αφού αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς κοινόχρηστο χώρο του πρώτου ορόφου και ότι η άσκηση του ένδικου δικαιώματος των εναγόντων- αναιρεσιβλήτων (για παροχή διόδου δια μέσου του ακινήτου των εναγομένων- αναιρεσειόντων) δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος αυτού. Επομένως, οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτούς προβάλλονται αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Επειδή, από το άρθρο 1014 ΑΚ που ορίζει, ότι δεν υπάρχει υποχρέωση των γειτόνων να παράσχουν δίοδο, αν η συγκοινωνία του ακινήτου προς το δημόσιο δρόμο έπαψε με αυτόβουλη πράξη ή παράλειψη του κυρίου του ακινήτου, σαφώς συνάγεται, ότι, για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποτίθεται ότι ο ιδιοκτήτης του περίκλειστου ακινήτου παραιτήθηκε από υπάρχουσα υπέρ αυτού δουλεία διόδου ή από ενοχικό δικαίωμα που είχε, προς σύσταση τέτοιας δουλείας. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1014 ΑΚ, επειδή ο προκάτοχος αυτών είχε παράσχει διευκόλυνση στον φίλο του δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων από το έτος 1927, ώστε να έχει πρόσβαση στην οικία του πρώτου ορόφου από την ξηρά, όταν δε οι αναιρεσίβλητοι αγόρασαν το έτος 1999 την οικοδομή τους δεν υπήρχε ανάγκη να χρησιμοποιήσουν την παλαιά δίοδο και κατά την επισκευή του ακινήτου τους κατασκεύασαν από μπετόν αρμέ την οροφή του ισογείου και εν γνώσει τους στερήθηκαν τη δίοδο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως το περιεχόμενό της ανωτέρω αναλυτικά εκτέθηκε, το Εφετείο με το να δεχτεί ότι το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων είναι περίκλειστο και υφίσταται ανάγκη σύστασης δουλείας διόδου προς απόκτηση πρόσβασης στην παραλιακή οδό, δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 1014 ΑΚ, που προϋποθέτει παύση της συγκοινωνίας του περίκλειστου ακινήτου με δημόσιο δρόμο, με αυτόβουλη πράξη ή παράλειψη του κυρίου τούτου, και την οποία διάταξη ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-6-2011 αίτηση των Ε. συζ. Θ. Α. κ.λ.π. για αναίρεση της 29/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δουλεία διόδου. Λόγοι αναίρεσης κατ΄ αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο σε απόφαση Ειρηνοδικείου. Λόγοι από 560 αρ.1. Απορρίπτονται
|
Δίοδος
|
Δίοδος.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 480/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Μ. Ι. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Γκάνια, περί αναιρέσεως της 1177/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Ξάνθης.
Το Μονομελές Πλημ/κείο Ξάνθης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1144/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 463 εδ α' ΚΠοινΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, ενώ κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Ο Εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητο του για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας με οποιοδήποτε μέσο (και προφορικώς και τηλεφωνικώς) στην αναγραφόμενη στο ένδικο μέσο διεύθυνση και σημειώνει τούτο στο φάκελο της δικογραφίας. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 εδ α ΚΠοινΔ, "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης, που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των αποφάσεων που αναφέρονται σ' αυτή δεν διαλαμβάνεται και η απόφαση του δικαστηρίου με την οποία ανακαλείται η χορηγηθείσα στον κατηγορούμενο αναστολή εκτέλεσης της ποινής που του έχει επιβληθεί και στη συνέχεια γίνεται κατά το άρθρο 82 ΠΚ μετατροπή της ποινής αυτής (ΟλΑΠ 466/1979, 882/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με την κρινόμενη από 22 Οκτωβρίου 2012 αίτηση του πλήττει την υπ' αριθ. 1.177/2012 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης με την οποία το δικαστήριο μετά από την παραδοχή αίτησης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ξάνθης ανακάλεσε την αναστολή για εκτέλεση της ποινής που έχει επιβληθεί με την 1027/2009απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης και η εκτέλεση της οποίας είχε ανασταλεί επί τριετία, λόγω του ότι κατά τη διάρκεια της αναστολής καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης (5 ) μηνών με τριετή αναστολή . Η αναίρεση, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται παραπάνω, στρέφεται κατά απόφασης που δεν υπόκειται σε αναίρεση και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθίαν, η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη καινά καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Οκτωβρίου 2012 αίτηση του Χ. Μ. Ι. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1177/2012 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης που ανακάλεσε την χορηγηθείσα αναστολή εκτέλεσης της ποινής κατ' άρθρο 102 παρ.1 ΠΚ. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη.
|
Ανάκληση αναστολής ποινής
|
Ανάκληση αναστολής ποινής.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 479/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Κ. Π. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τσονάκα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4298/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του, καθώς και στο από 16 Ιανουαρίου 2013 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 808/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 20-1-2012 (με αριθ. πρωτ. 1/2012) αναίρεση του Κ. Π. και οι από 16-1-2013 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της υπ' αριθ. 4298/2011 καταδικαστικής αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
Από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής και ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ιδίου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ.1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, όπως συμβαίνει στις ανωτέρω περιπτώσεις, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δε σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δικάζοντας κατ' έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη στις 17-11-2005 εν γνώσει του καταμήνυσε τον αστυνομικό Μ. Ε., ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης εκ προθέσεως σε βάρος του με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν. Συγκεκριμένα υπέβαλε στο ΑΤ Θεσσαλονίκης την από 17-11-2005 έγκλησή του κατά του εγκαλούντος Ε. Μ. Υπαστυνόμου Β' και Διευθυντού του ΑΤ ... με την οποία κατήγγειλε αυτόν, ότι όταν ο κατηγορούμενος στις 16-11-2005 πήγε στο γραφείο του στο ΑΤ ..., για να παραπονεθεί και να απαιτήσει τη διαγραφή μιας κλήσης για τροχονομική παράβαση σε βάρος του γιου του Σ. Π., ο αστυνομικός-εγκαλών του είπε "φύγε, δε σε θέλω πια" και αμέσως τον έσπρωξε με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του να πέσει στον τοίχο και να χτυπήσει το κεφάλι του, προκαλώντας του απλή σωματική βλάβη. Όμως το καταγγελλόμενο αυτό δια της παραπάνω έγκλησής του γεγονός ήταν ψευδές, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών του απεύθυνε την ως άνω φράση, αλλ' ούτε και αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών έσπρωξε τον κατηγορούμενο με αποτέλεσμα να πέσει αυτός στον τοίχο του ΑΤ και να χτυπήσει το κεφάλι του, ως ψευδώς αναφέρει στη μαρτυρία του, δεδομένου ότι και η Ιατροδικαστής Ε. Ζ. που εξέτασε τον κατηγορούμενο μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο όπου νοσηλεύθηκε από 16-11-2005 έως 18-11-2005 αιτιούμενος ζάλη, κεφαλαλγία, και συγκεκριμένα την 22-11-2005, διαπίστωσε ότι αυτός δε φέρει κακώσεις σώματος. Ο κατηγορούμενος με την εν γνώση του ψευδή εναντίον του ως άνω αστυνομικού εγκαλούντος ψευδή και μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα καταμήνυση, που έγινε υπ' αυτού για λόγους εκδίκησης, επειδή ο αστυνόμος δεν του ακύρωσε την τροχονομική παράβαση του γιου του, είχε σκοπό να κινηθεί σε βάρος του ήδη εγκαλούντος πειθαρχική, αλλά και ποινική δίωξη πλην όμως η έγκλησή του απορρίφθηκε αμετάκλητα με τις υπ' αριθμ. 82/2006 και 288/2006 Διατάξεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών και Εισαγγελέα Εφετών αντίστοιχα, η δε διενεργηθείσα σε βάρος του εγκαλούντα προφορική διοικητική εξέταση (ΠΔΕ) κατέληξε στη μη πειθαρχική του δίωξη και έκρινε ότι έπρεπε η υπόθεση να τεθεί στο αρχείο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος με δύο επιστολές του με ημερομηνία 28-11-2005 που απέστειλε στο ΑΤ ..., του περιεχομένου των οποίων έλαβαν γνώση πολλοί αστυνομικοί συνάδελφοι του εγκαλούντα αποκαλούσε αυτόν (εγκαλούντα) μεταξύ των άλλων και "Διοικητή Μαϊμού" προσβάλλοντας έτσι την τιμή και την υπόληψή του, ενώ (προέβαινε και σε διάφορες ψευδείς και ακατάληπτες σε βάρος του καταγγελίες.
Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις ψευδούς καταμήνυσης και της εξύβρισης και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών και δεκαπέντε (15) ημερών, την οποία μετέτρεψε προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 229 παρ.1 και 361 του ΠΚ, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, χωρίς να είναι αναγκαίο για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης να αναφέρεται ειδικότερα και ποιο ήταν το αληθές, αλλά και σε κάθε περίπτωση εν προκειμένω τούτο (το αληθές) προκύπτει σαφώς από την ίδια τη διατύπωση του ψευδούς. Επομένως, η αιτίαση την οποία ο αναιρεσείων προβάλλει με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη στερείται αιτιολογίας επειδή στο σκεπτικό αναφέρεται το ψευδές, αλλά δεν αναφέρεται το αληθές είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη. Περαιτέρω η αιτίαση την οποία προβάλλει με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως ότι δεν προκύπτει η ανάγνωση της Ιατροδικαστικής έκθεσης της Ζ. Ε., καθώς και ότι στο σκεπτικό της προσβαλλομένης δε γίνεται μνεία της με αριθμ. 2445/2005 βεβαίωσης ΑΧΕΠΑ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς γενομένη επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης, ρητώς αναφέρεται στους αριθμούς 7 και 8 αντίστοιχα, η ανάγνωση των εν λόγω εγγράφων, ενώ η διατυπωμένη από τον αναιρεσείοντα αμφιβολία περί της υπάρξεως μιας και μόνης Ιατροδικαστικής εκθέσεως ή και άλλης είναι αβάσιμη εφόσον αυτή ανεγνώσθη και είχε ως εκ τούτου τη δυνατότητα να προβεί κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ σε παρατηρήσεις και δηλώσεις. Ενώ, όσον αφορά το έγγραφο ΑΧΕΠΑ, το οποίο, κατά τα άνω, αναγνώσθηκε, δεν ήταν αναγκαία η ιδιαίτερη αναφορά στο σκεπτικό και του συγκεκριμένου εγγράφου, αφού στο προοίμιο αυτού (σκεπτικού), γίνεται μνεία ότι ελήφθησαν υπόψη τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης. Τέλος η αιτίαση που προβάλλεται με τους δύο πρόσθετους λόγους της αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη για έλλειψη αιτιολογίας γιατί το Δικαστήριο δεν αιτιολογεί ορθά τις αποδείξεις, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το περιεχόμενο της εγκλήσεώς του ήταν ψευδές είναι απαράδεκτη γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι παραδεκτώς ασκηθέντες, με το από 16-1-2013 δικόγραφο, πρόσθετοι λόγοι αυτής, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20 Ιανουαρίου 2012 (υπ' αριθ. πρωτ. 1/2012) αίτηση του Κ. Π., μετά των από 16-1-2013 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 4298/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Ψευδής καταμήνυση
|
Ψευδής καταμήνυση.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 475/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Ε. Π. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της 2884/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Χαλκίδας.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Χαλκίδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1168/12.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τ ο ν Α ν τ ε ι σ α γ γ ε λ έ α
Που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση, που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Η παραίτηση, όταν ο δηλών αυτή, κρατείται στη φυλακή μπορεί να γίνει με δήλωση σε εκείνον που τη διευθύνει, ο οποίος συντάσσει έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του και από τον διευθυντή της φυλακής που την αποστέλλει αμέσως στο γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
Στην προκείμενη υπόθεση, ο αναιρεσείων, με την από 8-2-2013 δήλωση του, που έγινε ενώπιον του Δ/ντή του Καταστήματος Κράτησης των Φυλακών Χαλκίδας, Σ. Α., για την οποία συντάχθηκε η με αρ. πρωτ.14 / 8-2-2013 σχετική έκθεση, που υπογράφεται από τον αναιρεσείοντα και τον ανωτέρω Διευθυντή της φυλακής αυτής, παραιτήθηκε από την υπ' αρ. πρωτ. 90/18-10-2012 αίτηση αναιρέσεως του, που ασκήθηκε με δήλωση του ενώπιον του ανωτέρω Διευθυντή της φυλακής αυτής, για αναίρεση της 2884/2012 αποφάσεως του Αυτόφωρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, που απέρριψε αντιρρήσεις του κατά της εκτελεστότητας της υπ' αρ. 1512/29-6-2012 αποφάσεως του Γ! Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το ένδικο αυτό μέσο, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 4 του ν. 2943/2001).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την υπ' αρ. πρωτ. 90 από 18-10-2012 αίτηση του Ε. Π. του Χ., κατοίκου ..., και ήδη κρατουμένου του Καταστήματος Κράτησης των Φυλακών Χαλκίδας, για αναίρεση της υπ' αρ. 2884/29-6-2012 απόφασης του Αυτόφωρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του 21 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραίτηση από το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 467/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της αποφάσεως 68963/2011 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον K. L. του Q., κάτοικο ..., που δεν παρέστη και πολιτικώς ενάγουσα την Χ. Γ. του Δ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πιττερό.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 16/2012 και με ημερομηνία 29 Φεβρουαρίου 2012 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 301/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της πολιτικώς ενάγουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής αποφάσεως, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της ελλείψεως της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν.δ. 53/1974), και δεδομένου ότι στην ποινική δίκη αντικείμενο αποδείξεως αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει είτε όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά. Περαιτέρω περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει λόγον αναίρεσης κατά της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ, υπάρχει όχι μόνο όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στην διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, περιλαμβάνει στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 68963/2011, απόφασή του, το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, κήρυξε αθώο, κατά πλειοψηφία, τον κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσίβλητο της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι το παραπάνω Δικαστήριο δέχθηκε, αφού εκτίμησε τα αναφερόμενα σ' αυτή, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο δικαστήριο, των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά και την απολογία του κατηγορουμένου, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: Την 27-4-2009 και περί ώρα 12.00' ο κατηγορούμενος οδηγούσε την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα του επί της Λεωφ. Μεσογείων, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Σταυρό Αγ. Παρασκευής και συγκεκριμένα οδηγούσε αυτή επί της αριστερής λωρίδας. Όταν αυτός πλησίασε επί του οικοδομ. αριθμού 362 συνέχισε κανονικά την πορεία του, δεδομένου ότι οι φωτεινοί σηματοδότες που υπήρχαν στην πορεία του είχαν πράσινη φωτεινή ένδειξη. Την ίδια ώρα ο Δ. Γ., ετών 77, βάδιζε πεζός επί της ιδίας λεωφόρου και η πρόθεσή του ήταν να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα αυτής, ώστε να μεταβεί στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Συγκεκριμένα δε αυτός βάδιζε δεξιά σε σχέση με την πορεία της μοτοσυκλέτας. Ο τελευταίος κατήλθε από το πεζοδρόμιο, σε σημείο της λεωφόρου όπου δεν υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες, ούτε διάβαση πεζών και άρχισε να διασχίζει το οδόστρωμα. Φθάνοντας δε στην αριστερή λωρίδα της λεωφόρου η προαναφερόμενη μοτοσυκλέτα επέπεσε επ' αυτού, με συνέπεια τον τραυματισμό του πεζού, εξαιτίας του οποίου στη συνέχεια επήλθε ο θάνατός του. Από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα αποδεικνύεται ότι λίγα μέτρα προ του σημείου του ατυχήματος επί του δρόμου υπάρχει τόσο διάβαση πεζών, όσο και φωτεινοί σηματοδότες. Ωστόσο ο πεζός δεν θέλησε να διασχίσει το οδόστρωμα συμμορφούμενος στις παραπάνω ενδείξεις. Από τις χαραγές δε της μοτοσυκλέτας η οποία μετά το ατύχημα επέπεσε επί του οδοστρώματος και σύρθηκε επ' αυτού καθώς και από το σημείο, όπου ευρέθησαν ίχνη αίματος αποδεικνύεται ότι η μοτοσυκλέτα δεν είχε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα. Ο κατηγορούμενος δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τον πεζό και θέλησε να κάνει αποφευκτικό ελιγμό, δίχως όμως να κατορθώσει να αποφύγει την πτώση του επί του πεζού. Η διακοπή δε της πορείας της μοτοσυκλέτας εκ μέρους του κατηγορουμένου ήταν ανέφικτη, διότι ο τελευταίος δεν είχε εκκινήσει την πορεία του μετά την προσωρινή ακινητοποίηση της μοτοσυκλέτας του προ κόκκινης ένδειξης φωτεινού σηματοδότη αλλά συνέχιζε αυτή κανονικά, δεδομένου ότι ο σηματοδότης ο οποίος βρισκόταν λίγα μέτρα προ του ατυχήματος είχε ένδειξη πράσινη. Ενόψει τούτων καμία αμέλεια δεν βαρύνει τον κατηγορούμενο, αντίθετα ο πεζός αιφνίδια, κατήλθε από το πεζοδρόμιο και διέσχισε την εν λόγω οδό, δίχως να χρησιμοποιήσει την διάβαση πεζών, η οποία βρισκόταν μόλις τριάντα μέτρα από τον τόπο του ατυχήματος (βλ. σχετική έκθεση αυτοψίας και παρά το γεγονός, ότι λόγω της ηλικίας του (77 ετών) η κίνησή του χαρακτηριζόταν από βραδυπορία. Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έχει την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και την διάταξη του άρθρου 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεδομένου ότι έχει ασάφειες και κενά αφού εκτίθενται ελλιπώς και κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία. Ειδικότερα, κατά την εξιστόρηση των πραγματικών περιστατικών που έλαβαν χώρα, κατά το επισυμβάν, θανατηφόρο ατύχημα, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος, οδηγώντας τη με αριθμό ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, εκινείτο, επί της Λεωφόρου Μεσογείων, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, πλησίον της διαχωριστικής νησίδας, ενώ το θύμα (πεζός) επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την ως άνω Λεωφόρο, κινούμενος από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την πορεία του κατηγορουμένου, και ότι ενώ ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε εγκαίρως τον πεζό δεν κατόρθωσε να τον αποφύγει. Η ως άνω όμως εξιστόρηση των συνθηκών του ατυχήματος, είναι ελλιπής, αφού δεν αναφέρονται κρίσιμα στοιχεία για τη διακρίβωση των συνθηκών του, καίτοι τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξε ο αρμόδιος αστυνομικός, στα πλαίσια της διενεργηθείσας για το ατύχημα προανάκρισης. Ειδικότερα, δεν αναφέρεται ότι η παραπάνω λεωφόρος, στην οποία συνέβη το ένδικο ατύχημα, είχε τρία ρεύματα κυκλοφορίας και το συνολικό πλάτος της ήταν περί τα 10,50 μέτρα. Δεν προσδιορίζεται στο ως άνω σκεπτικό, ποια απόσταση είχε διασχίσει ο πεζός, επί της λεωφόρου, παρότι από το παραπάνω σχεδιάγραμμα προκύπτει, ότι αυτή ήταν περί τα 8 μέτρα, ώστε να διακριβωθεί αν είχε τη δυνατότητα αντίδρασης και αποφυγής του ατυχήματος ο κατηγορούμενος. Στη συνέχεια αναφέρεται, ότι από τις χαραγές της μοτοσικλέτας, η οποία μετά το ατύχημα, επέπεσε επί του οδοστρώματος και σύρθηκε επ' αυτού καθώς και από το σημείο που βρέθηκαν ίχνη αίματος αποδεικνύεται ότι η μοτοσικλέτα δεν είχε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα. Όμως τα παραπάνω είναι ασαφή καθόσον δεν προσδιορίζεται α) το μήκος των χαραγών επί του οδοστρώματος, το οποίο από το ως άνω σχεδιάγραμμα προκύπτει ότι είναι 15 μ. και β) το μήκος της απόστασης εκτίναξης του πεζού που ήταν περί τα 7 μέτρα, ούτε βέβαια προσδιορίζεται η ταχύτητα της μοτοσικλέτας, την οποία θεωρεί ότι δεν ήταν μεγάλη, και η οποία αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τη διακρίβωση των συνθηκών του ενδίκου ατυχήματος. Στη συνέχεια αποφαίνεται ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα για την επέλευση του ατυχήματος ενώ αποκλειστικά υπαίτιος για αυτό είναι ο παθών, ο οποίος διέσχισε κάθετα το οδόστρωμα, από σημείο μάλιστα που δεν υπήρχε διάβαση πεζών. Οι παραπάνω παραδοχές είναι σε κάθε περίπτωση ασαφείς, αφού δεν προσδιορίζονται όλα τα παραπάνω κρίσιμα στοιχεία. Ενόψει των ανωτέρω ασαφειών, η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι ο παθών διέσχισε κάθετα το οδόστρωμα, από σημείο μάλιστα που δεν υπήρχε διάβαση πεζών δεν αίρει αυτή και μόνη την υπαιτιότητα του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος και την εντεύθεν ενοχή του.
Συνεπώς, με τις ως άνω ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την αθωωτική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να στερείται και νόμιμης βάσεως. Κατόπιν αυτών οι λόγοι της αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1Δ' και Ε' είναι βάσιμοι στην ουσία και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να γίνει δε δεκτή η αίτηση της αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο δικαστήριο που τη εξέδωσε, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρθ.519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 68963/2011 απόφαση του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ο κατηγορούμενος L. K. του G., αθώος του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία εξ αμελείας. Πραγματικά περιστατικά. Αυτοκινητικό ατύχημα Αθώωση του κατηγορουμένου, ο οποίος οδηγώντας δίκυκλη μοτοσικλέτα παρέσυρε πεζό, πού προσπαθούσε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση Εισαγγελέως κατά της αθωωτικής απόφασης Λόγοι. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης, αφού δεν αναφέρεται η ταχύτητα με την οποία έβαινε η μοτοσικλέτα, το πλάτος του οδοστρώματος, η απόσταση που είχε διανύσει ο πεζός στο οδόστρωμα και η απόσταση στην οποία εκτινάχθηκε μετά τη σύγκρουση ο πεζός. Αναιρεί την απόφαση για τους ως άνω λόγους.
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 466/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Σαββίδου, περί αναιρέσεως της με αριθμό 1466/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κοζάνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή της η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 58/2012.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ.1 του ν. 2523/1997 και, στη συνέχεια, με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/1-1-2004, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) ... β) ... και γ) ... . Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.2 εδ.α και β του ν. 1882/1990, "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων, πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου: α) για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ, στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω. β) για εταιρίες ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες, στους ομόρρυθμους εταίρους και στους διαχειριστές τους. Τέλος, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997, "για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ.2 του παρόντος άρθρου η ποινική δίωξη ασκείται για χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή ..." Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την πληρότητα της ως άνω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απαιτείται, όσον αφορά την έκθεση των αποδείξεων η γενική κατ' είδος αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και ιδιαίτερη μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα και του τι προέκυψε από καθένα από αυτά. Πρέπει όμως, να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του. Επομένως, η γενική αναφορά στο σκεπτικό της απόφασης περί λήψης υπόψη και συνεκτίμησης των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, δεν διαβεβαιώνει αναμφίβολα και τη λήψη υπόψη και συνεκτίμηση από το δικαστήριο των καταθέσεων των μαρτύρων υπερασπίσεως, εκτός αν με τρόπο αναμφισβήτητο συνάγεται από τη στάθμιση του όλου περιεχόμενου του σκεπτικού της απόφασης ότι οι συγκεκριμένες καταθέσεις λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Στην προκείμενη περίπτωση, στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης, υπ' αριθμό 1466/2011, αποφάσεως, του A' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, αναφέρεται, ότι το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, οδηγήθηκε στην καταδικαστική κρίση του για την κατηγορούμενη, "από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και από την κατάθεση του μάρτυρα της κατηγορίας που εξετάστηκε ένορκα στο ακροατήριο". Όμως, ούτε από την περικοπή αυτή του σκεπτικού, ούτε από το λοιπό περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει αδιστάκτως, ότι το παραπάνω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα και τις, κατά τα πρακτικά, ένορκες καταθέσεις των δύο "μαρτύρων υπερασπίσεως" της κατηγορουμένης, Τ. Π. και Μ. Χ., ενόψει μάλιστα και της γενομένης στα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά της δίκης σαφούς διακρίσεως των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο σε μάρτυρες "κατηγορίας" και "υπερασπίσεως". Επομένως, αφού δεν προκύπτει από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ Α με στοιχεία α', β' και γ' και Γ' λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη κατά τα άνω απόφαση, το παραπάνω δικαστήριο, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κατά τα εκτεθέντα, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα, της πράξης, μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ. και την καταδίκασε, σε ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία.
Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: Η κατηγορουμένη στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-07 έως 1-6-08, καθυστέρησε να καταβάλλει, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, βεβαιωμένα σε δημόσια οικονομική υπηρεσία χρέη του προς το Δημόσιο, υπό την ιδιότητα του ομόρρυθμου μέλους της εδρευούσης στην ... ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Γ.Μ. Ο.Ε." και ως μετόχου και εντεταλμένου προς καταβολή των ανωτέρω της εν συνεχεία, κατά μετατροπή της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας, συσταθείσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΛΑΤΟΜΕΙΑ Π. Α.Ε." το συνολικό ύψος των οποίων, συμπεριλαμβανομένων των μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων, υπερβαίνει το ποσό των 120.000,00 ευρώ. Συγκεκριμένα καθυστέρησε, για διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από την ημέρα πληρωμής, να καταβάλλει στη Δ.Ο.Υ. Κοζάνης, όπου είναι βεβαιωμένα, χρέη προς το Δημόσιο, προερχόμενα από φορολογία εισοδήματος και μη απόδοση Φ.Π.Α., καταβλητέα σε δόσεις, συνολικού ύψους, μαζί με τις προσαυξήσεις, 5.172.705,66 ευρώ, όπως ειδικότερα τα χρέη αυτά περιγράφονται στον πίνακα που ακολουθεί: ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΕΩΝ Α/Α Α. Φ. Μ. Στοιχεία βεβαίωσης Αρχική βεβαίωση Ληξιπρ. κεφάλαιο ΣΥΝΟΛΟ ΑΠΑΙΤΗΤΟ Τρόπος πληρωμής Αριθ. Ημερ. Διαγραφέν Αριθ. ληξιπροθ. δόσεων Ιδιότητα Οικονομικό έτος Εισπραχθέν Συνεισπραττόμενα Ημ/νία λήξης Α' δόσης Είδος φόρου Υπόλ. οφειλής Ημ/νία λήξης τελ. δόσης 1 ... 4271 31/07/2006 497.402,82 0,00 0,00 497.402,82 497.402,82 141.759,81 639.162,63 18 Μηνιαίες Δόσεις 18 31/08/2006 31/01/2008 1994 ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΠΟΛ Ο.Μ. 1037/2005 2 ... Ο.Μ 4271 31/07/2006 1.144.802,33 0,00 0,00 1.144.802,33 1.144.802,33 326.268,67 1.471.071,00 18 Μηνιαίες Δόσεις 18 31/08/2006 31/01/2008 1995 ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΠΟΛ 1037/2005 3 ... Ο.Μ 4271 31/07/2006 664.295,12 0,00 0,00 664.295,12 664.295,12 189.324,10 853.619,22 18 Μηνιαίες Δόσεις 18 31/08/2006 31/01/2008 1996 ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΠΟΛ 1037/2005 4 ... Ο.Μ. 4271 31/07/2006 496.086,90 0,00 0,00 496.086,90 496.086,90 141.384,77 637.471,67 18 Μηνιαίες Δόσεις 18 31/08/2006 31/01/2008 1997 ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΠΟΛ 1037/2005 5 ... Ο.Μ 4716 24/08/2006 46.970,84 0,00 0,00 46.970,84 46.970,84 16.674,65 63.645,49 2 Μηνιαίες Δόσεις 2 29/09/2006 31/10/2006 1993 Φ. Π. Α. ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ 6 ... Ο.Μ 4716 24/08/2006 274.631,16 0,00 0,00 274.631,16 274.631,16 97.494,06 372.125,22 2 Μηνιαίες Δόσεις 2 29/09/2006 31/10/2006 1994 Φ. Π. Α. ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ 7 ... Ο.Μ 4716 24/08/2006 83.601,25 0,00 0,00 83.601,25 83.601,25 29.678,45 113.279,70 2 Μηνιαίες Δόσεις 2 29/09/2006 31/10/2006 1995 Φ. Π. Α. ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ 8 ... Ο.Μ 4716 24/08/2006 96.130, 11 0,00 0,00 96.130,11 96.130,11 34.126,19 130.256,30 2 Μηνιαίες Δόσεις 2 29/09/2006 31/10/2006 1996 Φ. Π. Α. ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ 9 ... Ο. Μ 4717 24/08/2006 17.002,67 0,00 0,00 17.002,67 17.002,67 6.035,95 23.038,62 2 Μηνιαίες Δόσεις 2 29/09/2006 31/10/2006 1993 ΠΡΟΣΤΙΜΟ Φ.Π.Α. 10 ... Ο.Μ 4717 24/08/2006 144.978,86 0,00 0,00 144.978,86 144.978,86 51.467,49 196.446,35 2 Μηνιαίες Δόσεις 2 29/09/2006 31/10/2006 1994 ΠΡΟΣΤΙΜΟ Φ.Π.Α. 11 ... ΟΜ 4717 24/08/2006 146,74 0,00 0,00 146,74 146,74 52,09 198,83 2 Μηνιαίες Δόσεις 2 29/09/2006 31/10/2006 1993 ΠΡΟΣΤΙΜΟ Φ.Π.Α. 12 ... ΟΜ 4717 24/08/2006 146,74 0,00 0,00 146,74 146,74 52,09 198,83 2 Μηνιαίες Δόσεις 2 29/09/2006 31/10/2006 1994 ΠΡΟΣΤΙΜΟ Φ.Π.Α 13 ... Ο.Μ 2031 27/03/2007 69.301,50 0,00 0,00 69.301,50 69.301,50 21.414,17 90.715,67 2 Μηνιαίες Δόσεις 2 30/04/2007 31/05/2007 . 2007 ΠΡΟΣΤΙΜΟ Κ.Β.Σ. ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ 14 ... Ο.Μ 2031 27/03/2007 444.214,00 0,00 0,00 444.214,00 444.214,00 137.262,13 581.476,13 2 Μηνιαίες Δόσεις 2 30/04/2007 31/05/2007 2007 ΠΡΟΣΤΙΜΟ Κ.Β.Σ. ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΛΑ 3.979.711,04 0,00 0,00 3.979.711,04 3.979.711,04 1.192.994,62 5.172.705,66 ΣΥΝΟΛΟ: ΠΕΝΤΕ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΕΚΑΤΟΝ ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΔΥΟ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΠΤΑΚΟΣΙΑ ΠΕΝΤΕ ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΕΞΗΝΤΑ ΕΞΙ ΛΕΠΤΑ.
Ακολούθως, η προσβαλλομένη απόφαση, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα του ότι: Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχη του ότι στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-07 έως 1-6-08 καθυστέρησε να καταβάλλει, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, βεβαιωμένα σε δημόσια οικονομική υπηρεσία χρέη του προς το Δημόσιο, υπό την ιδιότητα του ομόρρυθμου μέλους της εδρευούσης στην ... ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Γ Μ Ο.Ε." το συνολικό ύψος των οποίων, συμπεριλαμβανομένων των μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων, υπερβαίνει το ποσό των 120.000,00 ευρώ. Συγκεκριμένα καθυστέρησε, για διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από την ημέρα πληρωμής, να καταβάλλει στη Δ.Ο.Υ. Κοζάνης, όπου είναι βεβαιωμένα, διάφορα χρέη προς το Δημόσιο, συνολικού ύψους, μαζί με τις προσαυξήσεις, 5.172.705,66 ευρώ, όπως ειδικότερα τα χρέη αυτά περιγράφονται στον πίνακα που ακολουθεί: [ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΠΙΝΑΚΑΣ]".
Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο στο σκεπτικό, όπως αυτό αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, δε διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που επιβάλουν οι προαναφερθείσες διατάξεις. Ειδικότερα, μολονότι από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, στο διατακτικό, γίνεται δεκτό, ότι η ευθύνη της κατηγορουμένης για την ως άνω αξιόποινη πράξη, της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, θεμελιώνεται, λόγω της ιδιότητάς της, ως ομορρύθμου μέλους της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Γ. Μ. Ο.Ε", (προφανώς, κατά το χρόνο γέννησης των παραπάνω χρεών, όπως αυτά αναλύονται στον οικείο πίνακα), εν τούτοις, παραλλήλως, υπάρχει στο σκεπτικό, η παραδοχή ότι η ευθύνη της κατηγορουμένης για την ως άνω αξιόποινη πράξη θεμελιώνεται, πέραν της ως άνω ιδιότητάς της, ως ομορρύθμου μέλους και με την ιδιότητα της, "ως μετόχου και εντεταλμένου προς καταβολή των ανωτέρω της εν συνεχεία, κατά μετατροπή της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, συσταθείσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΛΑΤΟΜΕΙΑ Π. Α.Ε.", δημιουργουμένης έτσι αντίφασης μεταξύ των παραδοχών σκεπτικού - διατακτικού, αλλά και μεταξύ των παραδοχών του σκεπτικού, ως προς την ιδιότητα με την οποία θεμελιώνεται η ευθύνη της κατηγορουμένης για το παραπάνω αδίκημα. Σε κάθε περίπτωση, η ιδιότητα της αναιρεσείουσας "ως μετόχου και εντεταλμένου" της συσταθείσας ανώνυμης εταιρείας δεν αρκεί, κατ' άρθρο 25 παρ. 2 περ. α' Ν. 1882/1990, για να θεωρηθεί ως φυσικός αυτουργός της ως άνω αξιόποινης πράξης, σύμφωνα με όσα στην οικεία διάταξη της εν αρχή νομικής σκέψης αναφέρθηκαν. Τέλος για τα με α/α 13 και 14 του πίνακα χρεών χρέη, που φέρονται να έχουν βεβαιωθεί στις 27-3-2007, και αφορούν χρέη για τα οποία ασκήθηκε προσφυγή και εκδόθηκαν δικαστικές αποφάσεις το έτος 2007, δεν εξειδικεύεται ο χρόνος που γεννήθηκαν τα χρέη αυτά (Κ.Β.Σ.). Έτσι, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την έννοια που προαναφέρθηκε, και έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή η όχι εφαρμογή του νόμου (άρθρο 25 παρ. 2 α' και β' 3 Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 23 παρ. 1 Ν. 2523/1997), οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Επομένως πρέπει, κατά παραδοχή των εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, Α' με στοιχείο δ' και Δ' λόγων, της ένδικης αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης μετά ταύτα, της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. (Ο Β' λόγος αυτής, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την πλημμέλεια, ότι το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, δεν απάντησε στον περί πραγματικής πλάνης, αυτοτελή ισχυρισμό της, είναι αβάσιμος, καθόσον ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός, προβλήθηκε αορίστως και συνεπώς το δικαστήριο, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε αόριστο ισχυρισμό). Μετά την κατά τα άνω, αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 1466/2011 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η έλλειψη αιτιολογίας ως λόγος αναίρεσης της απόφασης. Πότε είναι αιτιολογημένη η απόφαση όσον αφορά την έκθεση των αποδεικτικών στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο. Ασάφειες και αντιφάσεις μεταξύ σκεπτικού διατακτικού. Δεκτή η αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα.
| 0
|
Αριθμός 464/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αθανίτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Δ., 2) Α. Δ., 3) Ν. Δ., 4) Κ. Δ., 5) Δ. Δ., 6) Ν. Δ., 7) Π. Δ., 8) Κ. Δ., 9) Π. Δ., 10) Κ. Δ., 11) Ν. Δ., 12) Σ. Δ., 13) Ε. Δ., 14) Α. Δ., 15) Κ. Δ., 16) Χ. Δ., 17) Ν. Δ., 18) Χ. Δ. και 19) Ι. Δ., κατοίκων όλων ... . Οι 2ος, 12ος, 16ος και 17ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Τσάντη, ενώ οι 1ος, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος, 8ος, 9ος, 10ος, 11ος, 13ος, 14ος, 15ος, 18ος και 19ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Σ. Δ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 987/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 764/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-7-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 2-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αναίρεσης, αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση της ορίστηκε εκείνη της 15-2-2011, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε, διαδοχικώς, για 6/12/2011, 6/11/2012, και τέλος, για την αναφερόμενη στην αρχή (19-2-2013). Όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, κατά την τελευταία μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της, από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι, Κ. Δ., Ν. Δ., Κ. Δ., Δ. Δ., Ν. Δ., Π. Δ., Κ. Δ., Π. Δ., Κ. Δ., Ν. Δ., Ε. Δ., Α. Δ., Κ. Δ., Χ. Δ. και Ι. Δ. δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Από τις επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες, από τους παραστάντες λοιπούς αναιρεσίβλητους, εκθέσεις επίδοσης: ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και .../10-12-2010, ..., ..., ..., ..., ... και .../5-9-2012, των δικαστικών επιμελητριών στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ... και ..., αντίστοιχα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις κάτω από αυτήν πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και της κλήσης προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 15-2-2011, ως προς τους απολειπόμενους αναιρεσίβλητους Κ. Δ., Ν. Δ., Κ. Δ., Ν. Δ., Ν. Δ., Ε. Δ., Α. Δ. και Κ. Δ., και για τη δικάσιμο της 6/11/2012, ως προς τους λοιπούς, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε κάθε ένα από αυτούς, με την επιμέλεια των παραστάντων αναιρεσίβλητων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση. Επομένως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ίδιου Κώδικα), αφού οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι είχαν νομίμως κλητευθεί για να παραστούν κατά τις πιο πάνω, προηγούμενες της 19-2-2013, δικασίμους δεν χρειάζονταν νέα κλήση τους, δοθέντος ότι η καθιερούμενη από το πιο πάνω άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει, όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν, έστω παρά την απαγόρευση του νόμου, διαδοχικές αναβολές και επομένως πρέπει, παρά την απουσία των, να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 του Π.Δ. 410/88 "Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", "οι διατάξεις που ισχύουν για τη διάρκεια του χρόνου εργασίας των δημοσίων πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων εφαρμόζονται και για το παραπάνω προσωπικό. Τυχόν ευνοϊκότερες ρυθμίσεις δεν θίγονται". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 παρ. 9 του Ν. 2307/1995 "Προσαρμογή νομοθεσίας αρμοδιότητας υπουργείου Εσωτερικών στις διατάξεις για τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση και άλλες διατάξεις", προστέθηκε στην παρ. 4 του άρθρου 89 του Ν. 1188/81, που ορίζει ότι "αι καθ' εβδομάδα ώραι εργασίας ορίζονται εις τριάκοντα επτά και ημισείαν (37 1/2)" εδάφιο, που έχει ως εξής: "Ειδικά για τους εργαζόμενους αποκλειστικά: α) στις χωματερές (υγειονομικής ταφής απορριμμάτων - σταθμός μεταφόρτωσης απορριμμάτων κ.λπ.), β) στην αποκομιδή απορριμμάτων και γ) στην ταφή και εκταφή των νεκρών, οι εβδομαδιαίες ώρες απασχόλησης ορίζονται σε τριάντα δύο (32)". Με τις από 9-2-1995 (άρθρο 5 παρ. 3 σε συνδυασμό με τις παρ. 1 και 2 αυτού) και 18-7-2002 Σ.Σ.Ε. (άρθρο 6 παρ. 4) "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης", που καταρτίστηκαν μεταξύ των εκπροσώπων του Δημοσίου του Υπουργείου Εσωτερικών και της ΠΟΠ - ΟΤΑ, που κατατέθηκαν στο Υπουργείο Εργασίας και κατέστησαν υποχρεωτικές, το εβδομαδιαίο ωράριο των εργαζομένων αποκλειστικά στις χωματερές, στην αποκομιδή των απορριμμάτων και στην ταφή και εκταφή των νεκρών, καθορίστηκε στις 32 ώρες. Εξάλλου, η παράγραφος 1 του άρθρου 1 Ν. 435/1976 ορίζει ότι "μισθωτοί, απασχολούμενοι νομίμως, πέραν των δι' εκάστην κατηγορίαν επιτρεπομένων ανωτάτων χρονικών ορίων διαρκείας της ημερησίας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής δι' εκάστην ώραν τοιαύτης απασχολήσεως, ίσης προς το καταβαλλόμενον ωρομίσθιον, ηυξημένον ..." κατά τα ποσοστά, που η ίδια διάταξη αναφέρει. Σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "εις πάσαν περίπτωσιν μη νομίμου υπερωριακής απασχολήσεως, ο μισθωτός δικαιούται, από της πρώτης ώρας, πέραν των εκ των αρχών του αδικαιολογήτου πλουτισμού απαιτήσεών του, και ίσην προς 100% του καταβαλλομένου, ωρομισθίου πρόσθετον αποζημίωσιν". Ως καταβαλλόμενο ωρομίσθιο νοείται το τμήμα του μισθού ή του ημερομισθίου του εργαζομένου με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το οποίο αναλογεί σε κάθε ώρα απασχόλησης κατά τις ημέρες απασχόλησης σε υπερωριακή εργασία ή σε υπερεργασία με βάση τις συμφωνίες ή τις διατάξεις, που κατά το χρόνο αυτό ισχύουν. Για την εξεύρεση του ωρομισθίου, με βάση το οποίο υπολογίζονται οι αξιώσεις του μισθωτού, για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες, αλλά (και) για την υπερωριακή εργασία, διαιρούνται τα 6/25 του μηνιαίου, συμφωνημένου ή νόμιμου, μισθού του με τον αριθμό 40, όπως συνάγεται από το άρθρο 6 της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. από 14.2.1984, που καθόρισε στον αριθμό αυτό τις ώρες εργασίας εβδομαδιαίως, και όταν το με την ατομική σύμβαση συμφωνηθέν εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας ανέρχεται σε μεγαλύτερο αριθμό ωρών. Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς συνάγεται και ότι, όταν το συμφωνηθέν ή το νόμιμο ωράριο, είναι μικρότερο των 40 ωρών, τότε για τον υπολογισμό του ωρομισθίου λαμβάνεται υπόψη το μικρότερο ωράριο. Τα ίδιο ισχύει και όταν το νόμιμο ωράριο συγκεκριμένης κατηγορίας μισθωτών είναι μικρότερο του νομίμου ωραρίου ευρύτερης κατηγορίας μισθωτών στην ίδια επιχείρηση, αφού πάντοτε κατισχύει, ως προς τον τρόπο του υπολογισμού αυτού, η ευνοϊκότερη για το μισθωτό ρύθμιση (βλ. άρθρα 680 Α.Κ., 3 παρ. 1 Ν. 3239/1955 και 7 παρ. 2 Ν. 1876/ 1990), η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, προβλέπει ως διαιρέτη, κατά τα ανωτέρω, τον αριθμό 32 ωρών.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, δέχθηκε, και τα εξής: Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου, αρχικά, οι οποίες στη συνέχεια μετατράπηκαν σε αορίστου χρόνου και προσφέρουν σ' αυτόν τις υπηρεσίες τους στη Διεύθυνση Καθαριότητας, ως εργάτες καθαριότητας και με αντικείμενο εργασίας την αποκομιδή απορριμμάτων (περισυλλογή, φόρτωση, μεταφόρτωση κ.λπ.). Το νόμιμο ωράριο εργασίας τους καθορίστηκε από το έτος 1995, με το άρθρο 8 παρ. 9 του Ν. 2307/1995, σε 32 ώρες, όπως έγινε και με τις από 9-2-1995 (άρθρο 5 παρ. 3 σε συνδυασμό με τις παρ. 1 και 2 αυτού) και 18-7-2002 Σ.Σ.Ε. (άρθρο 6 παρ. 4). Η συμφωνηθείσα μέσω των συλλογικών οργάνων των εναγόντων αλλά και βάσει του νόμου ορισθείσα 32ωρη εργασία ανάγεται σε ημερήσια εργασία 6 ωρών και 24 λεπτών επί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας (32 : 5 = 6,40) ή σε ημερήσια εργασία 5 ωρών και 20 λεπτών επί εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (32 : 6 = 5,33). Ο συντελεστής με τον οποίο πρέπει να πολλαπλασιαστεί το ημερομίσθιο για να εξευρεθεί το ωρομίσθιο, είναι το πηλίκο της διαιρέσεως του αριθμού των ημερών της εβδομάδος που είναι 6 (και στο 5νθήμερο) δια του αριθμού των ωρών εργασίας απασχόλησης, όπως αυτές προβλέπονται από τις οικείες Σ.Σ.Ε., ήτοι 6 : 32 = 0,1875. Ο εναγόμενος όμως, υπολόγισε κατά τα έτη 2001 και 2002 εσφαλμένα το ωρομίσθιο των εναγόντων, βάσει του οποίου υπολογίστηκαν στη συνέχεια οι έκτακτες αποδοχές τους, ήτοι οι προσαυξήσεις για υπερωριακή εργασία, αμοιβή για νυχτερινή εργασία και νυχτερινή υπερωριακή εργασία, εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες και νυχτερινή εργασία που πραγματοποιήθηκε τις Κυριακές και αργίες. Συγκεκριμένα, υπολόγισε το ωρομίσθιο μικρότερο, λόγω του ότι για τον υπολογισμό του έλαβε υπόψη του συντελεστή μικρότερο κατά 0,0275, αφού διαίρεσε τις ημέρες εβδομαδιαίας εργασίας των εναγόντων με τις ώρες, που προκύπτουν από το ισχύον στο Δημόσιο εβδομαδιαίο ωράριο των 37,5 ωρών (6 : 37,5 = 0,16) και όχι με το ωράριο των 32 ωρών. Για την απασχόληση κατά τις Κυριακές και αργίες οφείλεται προσαύξηση 75% επί του νομίμου ωρομισθίου για κάθε ώρα απασχόλησης και στους απασχολούμενους κατά τη νύχτα οφείλεται για κάθε ώρα προσαύξηση 25% επί του νομίμου ωρομισθίου. Για την υπερωριακή δε εργασία κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες εορτές καταβάλλεται το ωρομίσθιο και για την κατά τις εργάσιμες ημέρες παρεχόμενη εργασία, υπολογιζόμενο όμως με την προσαύξηση του 75%. Σε περίπτωση παροχής υπερωρίας κατά τις Κυριακές και αργίες αλλά και τις νύχτες καταβάλλονται όλες οι κατά νόμο οφειλόμενες προσαυξήσεις, ο υπολογισμός όμως της κάθε μιας από αυτές γίνεται ξεχωριστά. Επομένως, για τις ώρες της νυχτερινής εργασίας, της υπερωριακής εργασίας, της νυχτερινής υπερωριακής εργασίας, της εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες και της νυχτερινής εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες που πραγματοποιήθηκαν από τους ενάγοντες κατά τα έτη 2001 και 2002 προέκυψαν σε βάρος εκάστου εξ αυτών διαφορές, που ανέρχονται στα ποσά που αναφέρονται αναλυτικά για τον καθένα τους στην αγωγή τους, όπως αυτό κρίθηκε από την εκκαλουμένη και ως προς τους λογιστικούς υπολογισμούς των οποίων δεν εκφράζει ιδιαίτερο παράπονο ο εκκαλών. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 987/2004 οριστικής απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή. Έτσι κρίνοντας το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. πλημμέλεια, κατά τον καθορισμό του ωρομισθίου, η οποία προβάλλεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης του αναιρετηρίου, αφού, σύμφωνα με τις σκέψεις που προεκτέθηκαν, με βάση τις παραδοχές του δικαστηρίου, όσον αφορά την κατηγορία των εναγόντων - αναιρεσίβλητων και τις από αυτούς εκτελούμενες εργασίες, το ωρομίσθιο τους έπρεπε να προσδιορισθεί με βάση το ισχύον γι' αυτούς ευνοϊκότερο ωράριο των 32 ωρών. Περαιτέρω δεν παραβίασε και την απορρέουσα από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 β' του Συντάγματος αρχή της ισότητας της αμοιβής αυτών και των λοιπών εργαζομένων στις υπηρεσίες του, ως προς τους οποίους, όπως προαναφέρθηκε, το ωρομίσθιο προσδιορίζεται με βάση το ωράριο των 37 1/2 ωρών, διότι η αρχή αυτή δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού πρόκειται για διαφορετική κατηγορία εργαζομένων και συνεπώς είναι άλλος ο ρυθμιστικός παράγοντας που καθορίζει την μισθολογική κατάσταση των αναιρεσίβλητων από εκείνο της κατηγορίας των λοιπών εργαζομένων.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος στο σύνολο του.
Κατά τη διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 56 ν.δ. 496/1974, 3 ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το ΠΔ 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεσή της, ενώ κατά την διάταξη του άρθ. 91 εδ. α' του ίδιου νόμου με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθ. 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κ.λπ. από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθ. 91 εδ. α' , και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν.2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του (Δημοσίου και) των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ' άρθ. 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθ. 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (Ολ.ΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών (ΟΤΑ) επιβαρύνσεων (πρβλ. Ολ.ΑΠ 38/2005) και συνεπώς η διάταξη αυτή δεν αντίκειται 1) στην κατά το άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε στην αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής και καθιερούμενη με το άρθ. 22 § 1 εδ. β' αυτού αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχομένη εργασία ίσης αξίας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθ. 48 § 3 ν.δ. 496/1974 που θεσπίζει επίσης διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. κατ' αυτών), 2) στη διάταξη του άρθ. 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, έχοντας υπερνοµοθετική ισχύ (άρθ. 28 § 1 του Συντάγματος), και ορίζει ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως..." και στο άρθ. 20 § 1 του Συντάγματος που παρέχει ανάλογη προστασία και ορίζει ότι καθένας έχει το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί ν' αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, αφού αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύουν την θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων, 3) στις διατάξεις του άρθ. 14 της ως άνω ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο "η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", διότι η παραγραφή αυτή καθιερώθηκε για τους προαναφερθέντες λόγους γενικότερου συμφέροντος που αφορούν και καταλαμβάνουν όλους τους έχοντες σχετικές αξιώσεις και όχι με βάση τα ως άνω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης, με τα οποία ουδεμία έχει σχέση, 4) στις διατάξεις του άρθ. 1 του (επίσης κυρωθέντος με το ν.δ. 53/1974 και την αυτή υπερνοµοθετική ισχύ έχοντος) Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθ. 17 του Συντ. προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά, (Ολ.ΑΠ 40/1998), αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους, ενώ εξάλλου και από την διάταξη του άρθ. 1 § 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει, ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας (του Δημοσίου και των ΟΤΑ, ούτε τέλος στο άρθ. 119 (ήδη 141) Συνθ. ΕΟΚ, για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, την προστασία δηλ. της περιουσίας (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ με την ταχεία εκκαθάριση των αντιστοίχων αξιώσεων και υποχρεώσεων τους, που εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος, που δικαιολογεί την εξαιρετική αυτή ρύθμιση, δεν αντίκειται ούτε, ειδικά, η ρητά θεσπιζόμενη με την διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 έναρξη της (διετούς) παραγραφής από τη γένεση των σχετικών αξιώσεων και όχι από το τέλος του αντίστοιχου έτους, ή από άλλο χρονικό σημείο. Τέλος, η ανωτέρω διετής παραγραφή δεν αντίκειται ούτε στη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την οποία αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης, που περατώνει τη δίκη. Σκοπός της θέσπισης της τριετούς αυτής προθεσμίας άσκησης έφεσης κατά των αποφάσεων, που δεν έχουν επιδοθεί, µε αφετήριο σηµείο τη δημοσίευσή τους υπήρξε ο περιορισµός της άσκησης της έφεσης και γενικώς των ενδίκων μέσων εντός της άνω προθεσμίας και όχι η θέσπιση κανόνων, που καθορίζουν διαφορετικό χρόνο παραγραφής των αξιώσεων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 94 του ίδιου νόμου (2362/ 1995) η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια. Η αυτεπάγγελτη αυτή έρευνα της παραγραφής, που ισχύει υπέρ του Δημοσίου και των ΟΤΑ, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου κοινωνικού δημόσιου συμφέροντος και έτσι ο σχετικός ισχυρισμός ανάγεται στη δημόσια τάξη υπό την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 στοιχ. γ' του ΚΠολΔ και ως εκ τούτου δεν είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται σε ισχυρισμό για παραγραφή των ως άνω απαιτήσεων κατά του Δήμου, έστω και αν αυτός δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας.
Συνεπώς, το Εφετείο που δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η διετής παραγραφή των αξιώσεων των αναιρεσίβλητων αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο αυτές γεννήθηκαν και ότι οι αξιούμενες, με την ένδικη, από 12-12-2003, αγωγή, διαφορές αποδοχών των αναιρεσιβλήτων, που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 30-12-2001, δεν είχαν παραγραφεί, κατά το χρόνο άσκησης της ανωτέρω αγωγής, λόγω μη συμπλήρωσης διετίας από το τέλος του οικονομικού έτους που γεννήθηκαν, μέχρι την επίδοση (30-12-2003) της αγωγής, παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, αν και ήταν εφαρμοστέες, τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 και ο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος, λόγος αναίρεσης είναι βάσιµος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της με το οποίο επιδικάστηκαν οι παραπάνω διαφορές αποδοχών των αναιρεσιβλήτων, που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 30-12-2001,να παραπεμφθεί δε η υπόθεση (κατά την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 4 Ν. 4055/2012) προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την ως άνω απόφαση και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, μειωμένα, σύμφωνα με τα άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ και 281 του ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 764/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η καθιερούμενη από το άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει, και για τις διαδοχικές αναβολές. Όταν ο συμφωνηθέν ή το νόμιμο ωράριο, είναι μικρότερο των 40 ωρών, για τον υπολογισμό του ωρομισθίου λαμβάνεται υπόψη το μικρότερο ωράριο. Με βάση τις παραδοχές του δικαστηρίου όσον αφορά την κατηγορία των εναγόντων (εργατών καθαριότητας), το ωρομίσθιο τους έπρεπε να προσδιορισθεί με βάση το ισχύον γι' αυτούς ευνοϊκότερο ωράριο των 32 ωρών. Η διετής παραγραφή των αξιώσεων των αναιρεσίβλητων αρχίζει από τότε που γεννήθηκαν και όχι από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν.
|
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας
|
Παραγραφή αξιώσεων, Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 478/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1) Ε. Σ. του Γ., κατοίκου Αθηνών και 2) Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 6467/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. - Χ. Π. του Γ., κάτοικο ... .
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Νοεμβρίου 2012 και 3 Δεκεμβρίου 2012 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1302/2012.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη με αριθμό 23/7.2.13 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 476.1 και 513.1 εδ. α' ΚΠΔ, τις από 26.11.2012 και 3.12.2012 αιτήσεις αναίρεσης των Ε. Γ. Σ. και Μ. Α. Μ. κατά της υπ' αριθ. 6467/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθήνας, με την οποία κηρύχθηκαν ένοχες για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου και επιβλήθηκε στην κάθε μία ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία τριετία και εκθέτω τα εξής: Από τις διατάξεις των άρθρων 462, 473 παρ. 1 έως 3, 474 παρ. 1 και 507 παρ. 1 του ΚΠΔ συνάγεται ότι, εφόσον με ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζεται διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε, αν είναι ημεδαπός και παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, είναι δέκα ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης στην περίπτωση που το ένδικο αυτό μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή σ' εκείνον που διευθύνει τη φυλακή, αν ο αναιρεσείων κρατείται, και είκοσι ημερών όταν ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, χωρίς όμως να αρχίζει η προθεσμία, σε κάθε περίπτωση, πριν από την καταχώριση της τελεσίδικης απόφασης στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άνω άρθρου 473 ΚΠΔ. Επίδοση της απόφασης, για να τρέξουν οι παραπάνω προθεσμίες, απαιτείται μόνον όταν ο κατηγορούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, και δεν εκπροσωπήθηκε στη δίκη δια πληρεξούσιου δικηγόρου σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 3 του ΚΠΔ. Με την παρ. 1 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994 καταργήθηκαν οι ουσιαστικές και δικονομικές ποινικές διατάξεις του Ν. 5060/1931 "περί τύπου, προσβολών της τιμής εν γένει και άλλων σχετικών αδικημάτων" και του ΑΝ 1092/1938 "περί τύπου" καθώς και κάθε άλλη ουσιαστική ή δικονομική ποινική διάταξη ειδικού νόμου σχετικά με τον τύπο, εκτός από τα άρθρα 29 και 30 του Ν. 5060/1931, όπως αυτά ισχύουν, το άρθρο 47 του ΑΝ 1092/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 1738/1987 και την παράγραφο 3 του άρθρου μόνον του Ν. 1178/1981.
Συνεπώς καταργήθηκαν και οι διατάξεις του άρθρου 65 παρ. 1 και 2 του Ν. 5060/1931, που όριζαν ορισμένη βραχεία προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως από τον καταδικασμένο για τα δια του τύπου τελούμενα εγκλήματα. Αντ' αυτών, σύμφωνα με τα εδ. α' και β' της παρ. 3 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994 οι παραπάνω προβλεπόμενες, δεκαήμερη και εικοσαήμερη, προθεσμίες για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης συντέμνονται στο ήμισυ. Έτσι, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, που επιδιώκει την λόγω της ιδιομορφίας και της ιδιαιτερότητας των αδικημάτων του τύπου ταχεία περαίωση των εκκρεμών δικών, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον καταδικασθέντα κατηγορούμενο, είναι πέντε ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης με παρόντα τον κατηγορούμενο και δέκα ημέρες από την καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο όταν γίνεται με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της απόφασης που έχει προσβληθεί και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα έξοδα. Εκπρόθεσμη άσκηση του άνω ένδικου μέσου τότε μόνο συγχωρείται όταν στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠΔ έκθεση γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά (ΑΠ 1018/2012, ΑΠ 808/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 6467/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθήνας, που δημοσιεύθηκε με την παρουσία των κατηγορουμένων, στις 5.7.2012, οι αναιρεσείουσες καταδικάσθηκαν για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου, η απόφαση δε αυτή καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 13.11.2012 με αριθμό 10734, όπως προκύπτει από την σχετική βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως του Εφετείου Αθήνας. Οι αναιρεσείουσες άσκησαν τις υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης η μεν πρώτη Ε. Σ. με δήλωσή της που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 28.11.2012, όπως προκύπτει από σχετική σημείωση επ' αυτής του δικαστικού επιμελητή ..., εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά την πάροδο των δέκα ημερών από την καταχώρηση στο ειδικό βιβλίο της προσβαλλόμενης απόφασης, η δε δεύτερη Μ. Μ., με δήλωση της, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 3.12.2012, όπως προκύπτει από σχετική επ' αυτής σημείωση της δικαστικής επιμελήτριας ..., ομοίως εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά την πάροδο των δέκα ημερών από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο, χωρίς να γίνεται στις υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης επίκληση περιστατικών που συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, και να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή τους. Θα πρέπει, κατά συνέπεια, οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης να απορριφθούν ως απαράδεκτες, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: α) Να απορριφθούν οι από 26.11.2012 και 3.12.2012 αιτήσεις αναίρεσης των Ε. Γ. Σ. και Μ. Α. Μ. κατά της υπ' αριθ. 6467/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθήνας ως απαράδεκτες και β) Να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 7/2/2013 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης."
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 462, 473 παρ. 1 έως 3, 474 παρ. 1 και 507 παρ. 1 του ΚΠΔ συνάγεται ότι, εφόσον με ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζεται διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε, αν είναι ημεδαπός και παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, είναι δέκα ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, στην περίπτωση που το ένδικο αυτό μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή σ' εκείνον που διευθύνει τη φυλακή, αν ο αναιρεσείων κρατείται, και είκοσι ημερών όταν ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, χωρίς όμως να αρχίζει η προθεσμία, πριν από την καταχώριση της τελεσίδικης απόφασης στο βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων της παρ. 3 του άνω άρθρου 473 ΚΠΔ. Επίδοση της απόφασης, για να τρέξουν οι παραπάνω προθεσμίες, απαιτείται μόνον όταν ο κατηγορούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, και δεν εκπροσωπήθηκε στη δίκη δια πληρεξουσίου δικηγόρου σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 3 του ΚΠΔ.
Με την παρ. 1 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994, καταργήθηκαν οι ουσιαστικές και δικονομικές ποινικές διατάξεις, του Ν. 5060/1931, "περί Τύπου, προσβολών της τιμής εν γένει και άλλων σχετικών αδικημάτων" και του ΑΝ 1092/1938 "περί Τύπου" καθώς και κάθε άλλη ουσιαστική ή δικονομική ποινική διάταξη ειδικού νόμου σχετικά με τον τύπο, εκτός από τα άρθρα 29 και 30 του Ν. 5060/1931, όπως αυτά ισχύουν, το άρθρο 47 του ΑΝ 1092/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 1738/1987 και την παράγραφο 3 του άρθρου μόνου του Ν. 1178/1981.
Συνεπώς καταργήθηκαν και οι διατάξεις του άρθρου 65 παρ. 1 και 2 του Ν. 5060/1931, που όριζαν ορισμένη βραχεία προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως από τον καταδικασμένο για τα δια του Τύπου τελούμενα εγκλήματα. Αντ' αυτών, σύμφωνα με τα εδ. α' και β' της παρ. 3 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994 οι παραπάνω προβλεπόμενες, δεκαήμερη και εικοσαήμερη, προθεσμίες για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης συντέμνονται στο ήμισυ. Έτσι, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, που επιδιώκει την λόγω της ιδιομορφίας και της ιδιαιτερότητας των αδικημάτων του Τύπου ταχεία περαίωση των εκκρεμών δικών, προκύπτει ότι, επί αναιρέσεως ασκούμενης από τον καταδικασμένο, η προς τούτο χορηγούμενη από το άρθρο 473§§1, 2 ΚΠΔ προθεσμία των 10 ημερών ή των 20 ημερών (αν η αίτηση ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) συντέμνεται στο ήμισυ και αρχίζει στην τελευταία περίπτωση, από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη, στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 § 3 ΚΠΔ. Εάν, όμως, ο κατηγορούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η προθεσμία δεν αρχίζει εάν προηγουμένως δεν επιδοθεί σ' αυτόν η απόφαση (ΑΠ 1018/2012 σε Συμβούλιο). Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπροθέσμως, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της απόφασης που έχει προσβληθεί και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα έξοδα. Εκπρόθεσμη άσκηση του άνω ενδίκου μέσου τότε μόνο συγχωρείται όταν στην κατά το άρθρο 474 του ΚΠΔ έκθεση γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκηση, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 6467/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου(Πλημμελημάτων) Αθηνών, δημοσιευθείσα, με παρούσες τις αναιρεσείουσες-κατηγορούμενες οι τελευταίες καταδικάστηκαν για την αξιόποινη πράξη, της συκοφαντικής δυσφήμησης τελεσθείσας δια του Τύπου, σε ποινή φυλάκισης 3 μηνών εκάστη, ανασταλείσα επί τριετία. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του Εφετείου Αθηνών στις 13-11-2012, με αύξοντα αριθμό 10734, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως του Εφετείου Αθηνών Βασιλικής Κονδύλη. Οι αναιρεσείουσες- κατηγορούμενες, άσκησαν τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, με επίδοση δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η πρώτη Ε. Σ., στις 28-11-2012, ως προκύπτει από τη σχετική σημείωση επ' αυτής του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... και η δεύτερη Μ. Μ., στις 3-12-2012, ως προκύπτει επίσης από την σχετική σημείωση επ' αυτής της δικαστικής επιμελήτριας .... Άρα τις άσκησαν εκπρόθεσμα, μετά δηλαδή την πάροδο της δεκαήμερης κατά τα άνω προθεσμίας από της καταχώρησης της προσβαλλόμενης απόφασης, που συντελέστηκε, ως προαναφέρθηκε στις 13-11-2012. Επομένως, οι παραπάνω αιτήσεις αναιρέσεως των αναιρεσειουσών -κατηγορουμένων, αφού σε αυτές δε γίνεται επίκληση περιστατικών, τα οποία να συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή τους, πρέπει να απορριφθούν κατ' άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠΔ ως απαράδεκτες, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής τους, μετά και την ειδοποίηση των αντικλήτων δικηγόρων, που όρισε κάθε μία από αυτές στην αίτηση αναίρεσής της, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ, όπως προκύπτει από την επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα στο φάκελο της δικογραφίας, για να παραστούν στο παρόν Συμβούλιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, προκειμένου να εκθέσουν τις απόψεις τους. Οι αναιρεσείουσες θα καταδικασθούν, κάθε μία στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις α) με αριθ. πρωτ. 7882/28-11-2012 αίτηση αναίρεσης της Ε. Σ. του Γ., κατοίκου ..., β)με αρ. πρωτ. 8002/3-12-2012 αίτηση αναίρεσης της Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που ασκήθηκαν με επίδοση δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμό 6467/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τις ανωτέρω αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα, που τα ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, για κάθε μία.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2013.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως Αδίκημα: Συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου. Προθεσμία. Παραδεκτό- Απαράδεκτο. Σύντμηση της προθεσμίας κατά το ήμισυ στα τελεσθέντα δια του τύπου αδικήματα. Εκπρόθεσμη αίτηση αναίρεσης. Απορρίπτει αυτή ως απαράδεκτη.
|
Δυσφήμηση συκοφαντική
|
Αναιρέσεως προθεσμία άσκησης, Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 0
|
Αριθμός 480/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Β. του Α. και 2) Γ. Β. του Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σιντόρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Β. συζύγου Σ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γαβριήλ Ντούγια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/5/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 206/2010 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/11/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 13/2/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 941 Α.Κ. προκύπτει ότι για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας πρέπει να συντρέχουν οι εξής όροι: α) απαλλοτριωτική πράξη του οφειλέτη, β) η πράξη αυτή να έγινε με σκοπό βλάβης των δανειστών και αυτός υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (τρίτος) να γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, και γ) η υπολειπόμενη μετά την απαλλοτρίωση περιουσία του οφειλέτη να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών. Σκοπός βλάβης υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου η υπόλοιπη περιουσία του δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του, οι οποίοι, έτσι, θα υποστούν βλάβη από την απαλλοτρίωση (Α.Π. 1798/2007 Ελλ.Δνη 49.177). Μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να περιέχει για το ορισμένο της η περί διαρρήξεως αγωγή περιλαμβάνεται και το ποσό της απαίτησης και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διότι η διάρρηξη επέρχεται κατά τόσο μόνον, καθόσον ζημιώνεται ο δανειστής, η εξεύρεση δε του μέρους αυτού εξαρτάται από τη σχέση των προαναφερόμενων ποσών (Α.Π. 1677/2008 Ελλ.Δνη 50.1058). Αν ο τρίτος, προς τον οποίο η απαλλοτρίωση, είναι, μεταξύ άλλων, συγγενής του οφειλέτη σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό, τεκμαίρεται ότι γνώριζε, ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς αυτόν προς βλάβη των δανειστών του (Α.Π. 207/2007 Ελλ.Δνη 49.177). Το τεκμήριο όμως αυτό είναι μαχητό, μπορεί δηλαδή να ανατραπεί αν ο ως άνω συγγενής ισχυριστεί και αποδείξει ότι δεν γνώριζε ότι ο απαλλοτριώσας προέβη στην απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών του, και δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής (Γεωργιάδη-Σταθόπουλου: Αστικός Κώδιξ κατ' άρθρο Ερμηνεία, άρθρα 941-942, σελ. 863, αριθ. 4 και 5, Καυκά: Ενοχ. Δικ., έκδοση έβδομη, άρθρα 939-942 παρ. 4, σελ. 961). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 325, 326 και 1106 Α.Κ. προκύπτει, ότι ο νομέας, εφόσον ενάγεται προς απόδοση του πράγματος, δεν έχει το δικαίωμα επίσχεσής του, αν το απέκτησε με παράνομη πράξη που έγινε με πρόθεση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνεια του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε από τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο και να θέτει, έτσι, σε κίνδυνο την οικονομική υπόστασή του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.Α.Π. 33/2005, Ολ.Α.Π. 7/2002, Ολ.Α.Π. 8/2001). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) και ο πρώτος των εναγομένων (και ήδη αναιρεσειόντων) είχαν τελέσει γάμο κατά τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στην πόλη Λάουφ της Γερμανίας, στις 13.2.1979. Με την υπ' αριθμ. 15/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που κατέστη αμετάκλητη, λύθηκε ο εν λόγω γάμος. Η ενάγουσα ήγειρε την από 24-3-2003 αγωγή για αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα και με την υπ' αριθμ. 49/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που κατέστη αμετάκλητη (βλ. το υπ' αριθμ. 110/10-10-2005 πιστοποιητικό περί μη ασκήσεως ενδίκων μέσων του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας), έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή αυτή, αναγνωρίσθηκε, ότι ο πρώτος των εναγομένων οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 127.076 ευρώ και 89 λεπτά, υποχρεώθηκε να καταβάλει 110.051 ευρώ και 35 λεπτά και κηρύχθηκε η εν λόγω απόφαση προσωρινώς εκτελεστή για το ποσό των 40.000 ευρώ. Κατά το χρόνο εκδόσεως της ως άνω 49/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας ο πρώτος των εναγομένων ήταν συγκύριος εξ αδιαιρέτου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 3.000 τ.μ, κειμένου στη θέση Δρίζα της κοινότητας Καστριού, το οποίο είχε ήδη κατασχεθεί συντηρητικά, ύστερα από την από 25-4-2003 αίτηση της ενάγουσας, μέχρι του ποσού των 290.000 ευρώ, δυνάμει της υπ' αρ. 206/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Μετέπειτα το εν λόγω ακίνητο κατασχέθηκε αναγκαστικά με την υπ' αρ. .../19-4-2006 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας ..., με επίσπευση της ενάγουσας προς ικανοποίηση της ανωτέρω απαίτησης της σε βάρος του πρώτου εναγομένου, ποσού 40.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, ήτοι του ποσού κατά το οποίο η υπ' αρ. 49/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας κατέστη προσωρινά εκτελεστή, και ορίσθηκε αναγκαστικός πλειστηριασμός αυτού στην Ηγουμενίτσα, για την 14-6-2006 με τιμή για το ιδανικό μερίδιο του 1/2 εξ αδιαιρέτου του πρώτου εναγομένου το ποσό των 45.000 ευρώ και τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 30.000 ευρώ. Ο πλειστηριασμός αυτός ύστερα από αίτηση του πρώτου εναγομένου κατ' εφαρμογή του άρθρου 1000 Κ.Πολ.Δ., ανεστάλη και εν τέλει πραγματοποιήθηκε στις 21-3-2007, όπου το ανωτέρω ακίνητο κατακυρώθηκε, αντί πλειστηριάσματος, ποσού 80.150 ευρώ, στη θυγατέρα της ενάγουσας και του πρώτου εναγόμενου. Με βάση τον .../24-4-2007 Πίνακα Κατάταξης της συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Ανάληψης Ταγκατίδου, στο πλειστηρίασμα, μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως, κατατάχθηκε η ενάγουσα για το ποσό των 76.606,80 ευρώ. Επίσης ο πρώτος των εναγόντων ήταν συγκύριος κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου εμβαδού 163,10 τ.μ κειμένου στη ... Ηγουμενίτσας, στο Ο.Τ ..., μετά της επ' αυτού οικίας εμβαδού 40 τ.μ. Του ακινήτου αυτού ο πρώτος εναγόμενος κατέστη συγκύριος, δυνάμει της υπ' αρ. .../11-11-2004 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Γρηγορίου Βασίλειου, νόμιμα μεταγραμμένης στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηγουμενίτσας στον τ. ... και με αρ. 83, κατόπιν εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής κατά ποσοστό 25/100 εξ αδιαιρέτου του πατέρα του Α. Β. και κατά ποσοστό 8,33% της μητέρας του Ε.. Το ακίνητο αυτό ο πρώτος εναγόμενος, την 1-11-2005, πώλησε και μεταβίβασε στο δεύτερο εναγόμενο, αδελφό του, δυνάμει του υπ' αρ. .../1-11-2005 συμβολαίου αγοροπωλησίας του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Γρηγορίου Βασιλείου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηγουμενίτσας στον τ. ... και με αρ. 615, αντί συμφωνηθέντος και καταβληθέντος τιμήματος ποσού 12.795,39. Εκ του τιμήματος αυτού ο πρώτος εναγόμενος κατέβαλε ποσό 10.000 ευρώ (βλ. την από 19-7-2006 απόδειξη της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας ...), προκειμένου να επιτύχει την προαναφερθείσα αναστολή πλειστηριασμού επί του ως άνω ακινήτου, που έλαβε χώρα με βάση την υπ' αρ. .../19-4-2006 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας .... Το μεταβιβασθέν ως άνω οικόπεδο αποτελούσε, και κατά το χρόνο της μεταβίβασης (1-11-2005) και κατά την έγερση της αγωγής (22-11-2000), το μοναδικό εμφανές περιουσιακό στοιχείο του πρώτου εναγομένου. Κατά την προεκτίμηση της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., η αξία του επιδίκου ανερχόταν κατά τον χρόνο μεταβίβασής του σε 12.795,39 ευρώ, κατά δε τον κρίσιμο χρόνο της ασκήσεως της ένδικης αγωγής, η συνολική πραγματική αξία του ήταν κατώτερη της απαιτήσεως της ενάγουσας (127.076,89 -76.606,80 - 10.000 =) 41.470,09 ευρώ. Η επιδότηση, ύψους 16.660,18 ευρώ, που έλαβε η ενάγουσα από την απόσυρση του σκάφους "ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ 135". ιδιοκτησίας της, από τη Διεύθυνση Αλιείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσπρωτίας, δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στις ανωτέρω καταβολές του πρώτου εναγομένου, προς εξόφληση της οφειλής του, όπως αυτός αβάσιμα ισχυρίζεται, διότι σύμφωνα με την υπ' αρ. 49/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, το ήμισυ της επιδότησης, ήτοι 8.330 ευρώ, αποτελεί μέρος του ποσού των 127.076,8 ευρώ που αναγνωρίσθηκε, ότι ο πρώτος εναγόμενος της οφείλει. Του ότι ο πρώτος των εναγομένων μεταβίβασε προς τον δεύτερο το ως άνω μοναδικό του περιουσιακό στοιχείο με σκοπό ματαίωσης της απαίτησης της ενάγουσας 41.470,09 ευρώ και εν γνώσει του δεύτερου εναγομένου, προκύπτει από το ως άνω αποδεικτικό υλικό και ιδία: α) Από τη ρητή κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας Χ. Β., υιού της ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου, που καταθέτει, ότι ο δεύτερος των εναγομένων γνώριζε τη δικαστική διαμάχη των γονιών του για τα αποκτήματα και ο πρώτος των εναγομένων πώλησε το εν λόγω ακίνητο, για να ματαιώσει την απαίτηση της ενάγουσας, ενώ ο δεύτερος για να τον βοηθήσει σ' αυτό, ενώ η μάρτυρας των εναγομένων Ε. Β., θυγατέρα της ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου δεν λαμβάνει σαφή θέση επ' αυτών των θεμάτων και καταθέτει σε σχετική ερώτηση εάν ο θείος της (δεύτερος των εναγομένων) γνώριζε τις οφειλές του πατέρα της καταθέτει με ασάφεια, "δεν γνώριζε, ξέρω ότι ήξερε τα προβλήματα που είχαν για τα διαζύγια... ήξερε ότι ήταν στα δικαστήρια και συνέχεια έκανε μηνύσεις η μαμά στον μπαμπά ... . Δεν νομίζω ότι γνώριζε μέχρι τότε τι ακριβώς συνέβαινε", β) Εκ του ότι με την από 6-3-2003 αγωγή του ο δεύτερος των εναγομένων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας είχε επιδιώξει να αναγνωρισθεί κύριος του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την 58/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας με το αιτιολογικό, ότι "η άσκηση της ένδικης αγωγής υποδηλώνει μεθόδευση εικονικής δίκης μεταξύ των διαδίκων της κύριας ένδικης αγωγής (νυν εναγομένων), ενόψει της ασκήσεως της περί αποκτημάτων αγωγής της παρεμβαίνουσας (ενάγουσας) κατά του εναγομένου (πρώτου εναγομένου) με σκοπό την περιγραφή - καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της τελευταίας" και γ) Από τη στενή συγγενική σχέση μεταξύ των εναγομένων και τη μεταξύ τούτων κοινή αντιμετώπιση περιουσιακών στοιχείων (αποδοχή κληρονομιάς κλπ), γεγονότα που δεν δικαιολογεί άγνοια του δεύτερου εναγομένου σχετικά με την περιουσιακή και προσωπική κατάσταση του πρώτου τούτων. Επίσης από το ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε, ότι όντως ο δεύτερος των εναγομένων επί του επίδικου ακινήτου άρχισε την ανέγερση τριώροφης οικοδομής δυνάμει της υπ' αριθμ. .../2006 άδειας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Χωροταξίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσπρωτίας και δαπάνησε το ποσό των 89.000 ευρώ. Ενόψει όμως του ότι ήταν κακής πίστεως νομέας κατά το χρόνο κατά τον οποίο περιήλθε σ' αυτόν το 1/3 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εφόσον εν γνώσει του συμμετείχε στις ως άνω καταδολιευτικές ενέργειες του πρώτου εναγομένου, δεν δικαιούται να αξιώσει τις εν λόγω δαπάνες, σύμφωνα με τα άρθρα 326 και 1106 εδ. β του Α.Κ σε συνδυασμό με το άρθρο 397 ΠΚ και, συνεπώς, η προτεινόμενη από αυτόν ένσταση επίσχεσης του επίδικου ακινήτου είναι απορριπτέα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης περί διαρρήξεως της δικαιοπραξίας αγοραπωλησίας, που καταρτίσθηκε με το .../1-11-2005 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Γρηγορίου Βασιλείου, ακολούθως δε απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της εκκληθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939, 941, 325, 326 και 1106 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να απαιτήσει περισσότερα στοιχεία ή να αρκεσθεί σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν οι διατάξεις αυτές, και, συνεπώς, οι λόγοι της αναίρεσης, πρώτος και δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, η ένσταση από την Α.Κ. 281, που οι αναιρεσείοντες (εναγόμενοι) πρόβαλαν με τις προτάσεις τους στον πρώτο βαθμό και νόμιμα επανέφεραν στο Εφετείο με λόγο έφεσης (με αριθμό 5) και συγκεκριμένα, ότι η άσκηση του ένδικου δικαιώματος της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) είναι καταχρηστική αφού αυτή επιδιώκει να εξαντλήσει την είσπραξη ακόμη και του τελευταίου ευρώ της απαίτησής της, την ώρα που γνώριζε αφενός ότι ο πρώτος εξ αυτών είναι οικονομικά εξασθενημένος στο έπακρο, ζώντας με επίδομα απορίας από τη ΝΑ Θεσπρωτίας χωρίς περιουσία και εισοδήματα, ασθενής και ανήμπορος να εργαστεί για να δημιουργήσει, ανίκανος για εργασία λόγω αναπηρίας σε ποσοστό 67%, όταν η ίδια έχει εισπράξει από την απαίτησή της ποσό που πλησιάζει τα 115.000 ευρώ και η απομένουσα απαίτησή της ανέρχεται στο ποσό των 30.000 ευρώ περίπου και η αξία του 1/3 του ακινήτου με τις επωφελείς δαπάνες στις οποίες έχει (ο δεύτερος) προβεί ανέρχεται σε 25.000-30.000 ευρώ περίπου, και ότι, αν και μπορούσε να προβεί στη διάρρηξη της απαλλοτρίωσης νωρίτερα, δολίως δεν το έπραξε, καθώς επιθυμούσε προφανώς να προβεί πρώτα ο δεύτερος εξ αυτών στην ανέγερση της οικοδομής και μετά να ασκήσει την αγωγή της για να έχει μεγαλύτερο μέσο πίεσης, αφού από την διενέργεια της εν λόγω αγοραπωλησίας έχει παρέλθει χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα δύο έτη και, συνεπώς, εύλογα δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν πρόκειται να προβεί στη διάρρηξη του εν λόγω συμβολαίου, με αποτέλεσμα ο δεύτερος εξ αυτών να έχει προβεί ήδη στην ανέγερση οικοδομής καλόπιστα από ειλικρινή πρόθεση επίλυσης του στεγαστικού του προβλήματος, ορθά κρίθηκε ως μη νόμιμη και απορρίφθηκε από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού πράγματι η άσκηση του ένδικου δικαιώματος από μέρους της αναιρεσίβλητης υπό τα ανωτέρω περιστατικά δεν είναι καταχρηστική, αντίθετη δηλαδή στην Α.Κ. 281, ως μη υπερβαίνουσα και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του, και, συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης - από 31.5.2007- αγωγής προκύπτει, ότι διαλαμβάνονται σ' αυτήν και τα αναγκαία για το ορισμένο αυτής στοιχεία του ποσού της απαίτησης (56.000 ευρώ) και της αξίας (6.392,5 ευρώ) του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε (οικοπέδου μετά οικίας - επίδικου μεριδίου) και συνεπώς το Εφετείο, με το να κρίνει την αγωγή ορισμένη και να απορρίψει την ένσταση αοριστίας της αγωγής των αναιρεσειόντων, γιατί, τάχα, δεν αναφέρονται σ' αυτή τα πιο πάνω στοιχεία, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει την αγωγή απαράδεκτη λόγω αοριστίας και συνεπώς ο περί του αντιθέτου έβδομος λόγος της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμησή του (όχι από τον αριθμό 1, αλλά) από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την οποία οι αναιρεσείοντες αιτιώνται το Εφετείο, ότι, κατά παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα του άρθρου 943 Α.Κ., "επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση (η οποία) δεν απάγγειλε την ακυρότητα για συγκεκριμένη απαίτηση (της αναιρεσίβλητης), αλλ' απάγγειλε παρά το νόμο την ακυρότητα της ολότητας της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας", κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, εφόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, ο πιο πάνω ισχυρισμός που στηρίζει την εν λόγω αιτίαση δεν προτάθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης από τους ηττηθέντες στον πρώτο βαθμό αναιρεσείοντες.
ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1376/1996 Ελλ.Δνη 38.1787, Α.Π. 31/1999 Ελλ.Δνη 40.572).Για το ορισμένο του εξεταζόμενου λόγου αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, και ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτά από την προσβαλλόμενη, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτήν ο νόμος (Κωνσταντίνου Α. Παπαδόπουλου: Η Αναιρετική Διαδικασία, 1997, σελ. 420, αριθ. 2). Επομένως, ο έκτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να "αποδεχθεί την ύπαρξη του τεκμηρίου του άρθρου 941 εδ. 2 του Α.Κ. και να οδηγηθεί στην κρίση του περί απόρριψης της έφεσης (των αναιρεσειόντων), αγνόησε το αποδεικτικό υλικό - τα προταθέντα αποδεικτικά μέσα και στους δύο βαθμούς", είναι, προεχόντως αόριστος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. Ο από τον αριθμό 11 περιπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ισχυρισμού που νόμιμα προτάθηκε και που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να είναι όμως ορισμένος ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και να μνημονεύονται, επίσης, στο ίδιο, ότι έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών αυτών μέσων από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο ίδιος λόγος ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Ο πέμπτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα πιο κάτω έγγραφα, ήτοι: α) "την υπ' αριθμό τεχνική έκθεση, που μαρτυράει την ανυπαρξία και υποψίας ακόμη δόλου και κακοπιστίας ...", β) "συμβόλαιο, (με το οποίο) την ίδια χρονική περίοδο ο δεύτερος - των αναιρεσειόντων - αγόρασε το υπόλοιπο 1/3 του επιδίκου από την αδελφή (τους)", γ) "αναλυτική κατάσταση με τις δαπάνες ανέγερσης της οικοδομής επί του επιδίκου", δ) "την εκτίμηση της αντικειμενικής αξίας της Εφορίας" και ε) "την υπ' αριθμό 58/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας" που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει, ως προς το πιο πάνω με στοιχεία (α) έως και (δ) να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, εφόσον δεν μνημονεύονται σ' αυτόν συγκεκριμένα τα έγγραφα αυτά. Σε κάθε πάντως περίπτωση ο ερευνώμενος αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει, ως προς όλα τα παραπάνω έγγραφα, να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι λήφθηκαν υπόψη "και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", καθώς και από το σύνολο των σκέψεων αυτού, γίνεται φανερό και αναμφισβήτητο ότι τούτο έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά. Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση, επίσης, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο εσφαλμένα εκτίμησε την 58/2005 ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η εκτίμησή της δεν υπόκειται, κατ' εφαρμογή του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1707/8-7-2009). Τέλος, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση επίσχεσης του δεύτερου αναιρεσείοντος για απόδοση "επωφελών δαπανών εντελώς επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού", κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, εφόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, οι ηττηθέντες στον πρώτο βαθμό αναιρεσείοντες δεν πρότειναν με λόγο έφεσης την ένσταση αυτή - επίσχεσης - για την επικουρική πιο πάνω βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι ηττώνται, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-11-2010 αίτηση των αναιρεσειόντων 1) Σ. Β. του Α. κ.ά. για αναίρεση της 206/2010 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να περιέχει για το ορισμένο της τι περί διαρρήξεως αγωγή περιλαμβάνεται και το ποσό των απαίτησης και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ΄ άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και να μνημονεύονται, επίσης, στο ίδιο ότι έγινε σαφές και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών αυτών μέσων από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
|
Καταδολίευση δανειστών
|
Καταδολίευση δανειστών.
| 0
|
Αριθμός 481/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Σ. του Γ., συζ. Σ. Ν., 2) Γ. Σ. του Ε., 3) Α. Σ. συζ. Γ., το γένος Χ. Κ., και 4) Ι. Τ. του Ν., συζ. Κ. Κ., ως καθολικής διαδόχου της Ε. Τ. χήρας Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Λαζαράτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/12/2006 αγωγή των ήδη 1ης, 2ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων και της αρχικής διαδίκου Ε. Τ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 347/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 20/2011 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/4/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 11/1/2013 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔικ. προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΑΠ 11/2012, ΑΠ 17/2012). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1738/2012, ΑΠ 1740/2012). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης και σε ποιες από αυτές βρίσκεται η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να αναφέρεται ενάριθμα, καθώς και η έννομη συνέπεια που βάσει των παραδοχών αυτών καταγνώσθηκε και η επίδραση του σφάλματος στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1326/2011). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου κώδικα αναίρεσης επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 369/2012, ΑΠ 17/2012). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 285/2011, ΑΠ 232/2011). Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1740/2012). Περαιτέρω τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1750/2012). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 292/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι με ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση του νόμου, δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και τους αναγνώρισε κυρίους των επιδίκων ακινήτων κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες σ' αυτήν διακρίσεις, απορρίπτοντας την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ισχυρίστηκε ότι είναι κύριός τους (των επιδίκων), καθόσον αυτά είναι κοινόχρηστα, γιατί περιλαμβάνονται στον αιγιαλό, άλλως γιατί έχουν δημιουργηθεί από πρόσχωση, άλλως λόγω της μορφής τους ως ελωδών ή βαλτωδών εκτάσεων, άλλως δυνάμει κυριαρχικού του δικαιώματος ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου, άλλως λόγω τακτικής, άλλως έκτακτης χρησικτησίας. Ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης γιατί περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς την εφαρμογή των τίτλων που επικαλέστηκαν οι αναιρεσίβλητοι και την άσκηση διακατοχικών πράξεων από τους δικαιοπαρόχους τους από το 1884. Οι αιτιάσεις αυτές ειδικότερα συνίστανται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση: α) παρά τις επικαλούμενες επισημάνσεις που είχαν γίνει με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο όπου επαναφέρθηκαν, ως προς το περιεχόμενο της από Μαρτίου - Απριλίου 2008 τεχνικής έκθεσης του τοπογράφου μηχανικού Θ. Γ., δέχθηκε χωρίς αιτιολογία το πόρισμα της έκθεσης αυτής, ως προς την εφαρμογή των τίτλων των αναιρεσιβλήτων, χωρίς να απαντήσει σε κανένα από τα ζητήματα που έθεσε το αναιρεσείον ως προς τα όρια των τίτλων αυτών και ότι μολονότι για το θέμα της εφαρμογής τους απαιτούντο ειδικές γνώσεις δεν διέταξε πραγματογνωμοσύνη. Ότι ειδικότερα η προσβαλλομένη δέχθηκε: "Η σειρά των τίτλων που προαναφέρθηκε και το γεγονός ότι σ' αυτούς περιέχονται και τα ακίνητα των τριών πρώτων εφεσιβλήτων και της αρχικής τέταρτης ενάγουσας, επιβεβαιώνεται και από την εμπεριστατωμένη και από μηνών Μαρτίου - Απριλίου 2008 τεχνική έκθεση του Αγρονόμου - Τοπογράφου - Μηχανικού Θ. Γ. και το τοπογραφικό διάγραμμα που τη συνοδεύει, ο οποίος με εργοδότη τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας προέβη στην εφαρμογή όλων των υπαρχόντων τίτλων ιδιοκτησίας στην περιοχή, με σκοπό τον επανακαθορισμό του αιγιαλού, ο οποίος είχε καθοριστεί το 1994", β) εξετίμησε εσφαλμένα τις αποδείξεις ως προς το αίτημα της ασκήσεως διακατοχικών πράξεων επί των επιδίκων ακινήτων, κατά το χρονικό διάστημα 1884-1915 και ιδιαίτερα την αεροφωτογραφία της περιοχής του έτους 1945, την οποία ερμήνευσε κατά παράβαση των κανόνων της λογικής και της κοινής πείρας, αφού κατ' αντίθεση προς τα προκύπτοντα από την αεροφωτογραφία αυτή, δέχεται ότι οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων καλλιεργούσαν τα επίδικα, ενώ περαιτέρω δέχθηκε τα συμπεράσματα της από 2-12-2009 έκθεσης καλλιεργησιμότητας του εδάφους των επιδίκων του γεωπόνου Π. Κ. και της από μηνός Απριλίου 2010 έκθεσης περιγραφής του εδάφους τους του γεωπόνου Ε. Ε. και κατέληξε στο εσφαλμένο πόρισμα, ότι τα επίδικα δεν αποτελούσαν ποτέ αιγιαλό και ότι αυτά περιλαμβάνονται στους τίτλους των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι τα καλλιεργούσαν και βοσκούσαν σ' αυτά τα ζώα τους, μολονότι επί δημοσίων κτημάτων η ύπαρξη οιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται καθ' εαυτήν ως διακατοχική πράξη, ούτε η βοσκή θεωρείται πράξη νομής και γ) παρά το ότι η ύπαρξη κροκαλών και μεγάλων ποσοτήτων αμμώδους εδάφους στα επίδικα ακίνητα, συνηγορεί στο ότι αυτά βρίσκονται εντός του παλαιού αιγιαλού δέχεται ότι "η ύπαρξη κροκαλών και μεγάλων ποσοτήτων αμμώδους εδάφους από το βάθος των 0,50 μέτρων και κάτω, δεν αποδεικνύει από μόνη της την ύπαρξη παλαιού αιγιαλού, ενώ σε κάθε περίπτωση και αν ακόμη μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτό φανερώνει την επέκταση της ξηράς σε βάρος της θάλασσας και τη δημιουργία επομένως παλαιού αιγιαλού, ασφαλώς η διαδικασία αυτή έγινε εκατοντάδες χρόνια πριν από το 1884, μέχρι το οποίο μπορεί να αναχθεί το εκκαλούν για να χαρακτηρίσει τα ακίνητα ως παλαιό αιγιαλό, αφού κατά τη χρονολογία αυτή αναμφισβήτητα, όπως προαναφέρθηκε, υπήρχαν κατοχές ιδιωτών στην περιοχή". Οι αιτιάσεις αυτές δεν επιστηρίζουν τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο της διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. καθόσον δεν προσδιορίζεται γιατί τα αναφερόμενα και ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά και η βάσει αυτών καταγνωσθείσα έννομη συνέπεια, συνιστά παραβίαση των επικαλουμένων νομικών διατάξεων που δεν εφαρμόστηκαν, καθώς και γιατί ενόψει των περιστατικών αυτών θα έπρεπε να εφαρμοσθούν οι εν λόγω διατάξεις. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός κατά το προαναφερθέν μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος. Όσον αφορά τον εκ της διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου λόγο: Η πρώτη αιτίαση αφορά σε αξιολόγηση του περιεχομένου εγγράφου, καθώς και σε πραγματικά επιχειρήματα που συνάγονται από την αξιολόγηση αυτή, καθώς και σε μομφή για την μη απάντηση στα τεθέντα ζητήματα ως προς την εφαρμογή των τίτλων. Η αιτίαση αυτή ως αφορώσα στην ανάλυση και στάθμιση αποδεικτικού μέσου, πλήττει την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, η οποία, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ενώ δεν δημιουργείται ο κρινόμενος λόγος από το ότι το δικαστήριο δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως τα μη συνιστώντα αυτοτελή ισχυρισμό επιχειρήματα του αναιρεσείοντος ως προς την εφαρμογή των προσκομισθέντων τίτλων (ΑΠ 292/2011). Η επίδικη τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Θ. Γ., που συντάχθηκε με εντολή της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αργολίδας για την εφαρμογή όλων των υπαρχόντων τίτλων ιδιοκτησίας στην περιοχή (σελ. 15 της προσβαλλομένης) ως αποδεικτικό μέσο δεν υπάγεται στο άρθρο 390 Κ.Πολ.Δικ. αφού δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του 391, ήτοι δεν συντάχθηκε κατ' εντολή κάποιου από τους διαδίκους για την ένδικη υπόθεση και ως εκ τούτου οι κατ' αυτού αιτιάσεις, δεν αφορούν σε παραβίαση της δικονομικής διατάξεως του 390 ώστε να μην επιδέχονται μομφή από την ερευνώμενη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. που αφορά σε παραβίαση κανόνων ουσιαστικού και μόνο δικαίου (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 682/2011). Η δεύτερη αιτίαση, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που αναφέρεται στην κατά παράβαση των κανόνων της κοινής πείρας και λογικής (ΑΠ 208/2011) ερμηνεία της αεροφωτογραφίας του 1945, αφορά στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και στη στάθμιση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 97/2013), καθώς και σε ελλείψεις αναγόμενες στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, οι οποίες όμως δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού το πόρισμα αυτό, όπως δεν αμφισβητείται διατυπώνεται πλήρως και σαφώς, καθόσον μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1740/2012, ΑΠ 232/2011, ΑΠ 285/2011). Εξάλλου η επίκληση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για έμμεση απόδειξη και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων δεν ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 55 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ., αφού δεν αφορά σε ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 92/2013). Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός κατά τις αιτιάσεις του αυτές πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Περαιτέρω και κατά την τρίτη του αιτίαση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί αφορά σε επιχειρήματα της προσβαλλομένης αποφάσεως, που σχετίζονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 292/2011). Ακόμη η αιτίαση ότι δεν διατάχθηκε ως προς το ζήτημα της εφαρμογής των τίτλων των αναιρεσιβλήτων πραγ/νη, μολονότι για το ζήτημα απαιτούνταν ειδικές γνώσεις, ανεξάρτητα από το ότι αφορά σε παραβίαση κανόνων δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και δεν ιδρύει τους επικαλούμενους από τις ερευνώμενες διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. λόγους (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 682/2011) είναι απαράδεκτη, γιατί η κρίση του δικαστηρίου περί διεξαγωγής ή μη πραγ/νης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός από την περίπτωση της διατάξεως του άρθρου 368 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ. κατά την οποία, έχει υποβληθεί από τον διάδικο σχετικό αίτημα και το δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι για το επίμαχο ζήτημα απαιτούνται "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 754/2011, ΑΠ 1103/2011) πράγμα το οποίο στην προκειμένη περίπτωση δεν συμβαίνει. Αντίθετα από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας (αρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ. - προτάσεις, πρωτόδικη απόφαση, εφετήριο, προσβαλλόμενη απόφαση) προκύπτει ότι επί οικείου αιτήματος του αναιρεσείοντος κατά την πρωτοβάθμια δίκη, το δικαστήριο με μη εκκληθέν κεφάλαιό του (φύλλο 12β), απεφάνθη ότι δεν χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τόσο για την εφαρμογή των τίτλων όσο και για άλλα ζητήματα της ένδικης διαφοράς. Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 6/2012, ΑΠ 249/2012, ΑΠ 254/2012). Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 214/2012, ΑΠ 249/2012). Ο λόγος ανακύπτει και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που έχει προσκομίσει και ο αντίδικος του αναιρεσείοντος (κοινό αποδεικτικό μέσο κατ' άρθρο 346), εφόσον ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί νομίμως το προσκομισθέν και αναφέρθηκε στο περιεχόμενό του προς απόδειξη δικού του λυσιτελούς ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 1967/2009, ΑΠ 1212/2009, ΑΠ 70/2008). Αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο που το πρώτον προσάγεται στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 527 Κ.Πολ.Δικ.) η επίκληση γίνεται με τις προτάσεις της συζήτησης της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 1621/2009, ΑΠ 1622/2009). Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, (ΑΠ 6/2012, ΑΠ 214/2012, ΑΠ 249/2012) ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση και το πρακτικό αυτοψίας (359 Κ.Πολ.Δικ.), η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων (383), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (410) και οι ένορκες βεβαιώσεις (270 παρ.2, 339). Οι κατά το άρθρο 390 Κ.Πολ.Δικ. γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο που ρυθμίζεται "ειδικά" και που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη αναφορά τους στην απόφαση, η δε μνεία ότι "λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα" καλύπτει και αυτές (ΟλΑΠ 8/2005, 12/2005, ΑΠ 1964/2009, ΑΠ 1660/2009). Περαιτέρω μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμα αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) η κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14-15-16/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 240/2011, ΑΠ 228/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη: α) την από μηνός Απριλίου 2010 έκθεση περιγραφής εδάφους των επιδίκων ακινήτων του γεωπόνου - εδαφολόγου Ε. Ε. και β) την μελέτη του Β. Δ. "ΤΗΜΕΝΙΟΝ, το λιμάνι του Αρχαίου 'Αργους" που επισυνάπτεται στην από Μαΐου 2010 έκθεση των ιστορικών και αρχαιολογικών στοιχείων της παραλιακής ζώνης Ναυπλίου - Λέρνας της ιστορικού - αρχαιολόγου Ε. Σ.. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί τα έγγραφα αυτά, τα έχουν επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα οι αναιρεσίβλητοι και όχι το αναιρεσείον, το οποίο, θα μπορούσε, όπως αναφέρεται στη νομική σκέψη να τα επικαλεσθεί στη δευτεροβάθμια δίκη, αφού αυτά με την προσκομιδή τους από τους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες στην πρωτοβάθμια δίκη κατέστησαν κοινά αποδεικτικά μέσα (αρθρ. 346 Κ.Πολ.Δικ.), πράγμα το οποίο όμως δεν έκανε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεών του και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται για την υποβολή του κρινόμενου λόγου. Τούτο ανεξάρτητα από το ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση (αρθρ. 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), που ρητά και ως εκ περισσού, αφού, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη αρκούσε μόνη η αναφορά στα έγγραφα, βεβαιώνει ειδικά ότι τα συγκεκριμένα αυτά έγγραφα του άρθρου 390 Κ.Πολ.Δικ. λήφθηκαν υπόψη (σελ. 9-10) αλλά και από το περιεχόμενο της απόφασης, που αποφαίνεται για τη μορφή του εδάφους των επιδίκων (σελ. 20) δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία ότι τα αποδεικτικά αυτά μέσα, που αναφέρονται στον σχηματισμό της μορφής του εδάφους της περιοχής όπου βρίσκονται τα επίδικα και της ευρύτερης περιοχής, λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου η άποψη του αναιρεσείοντος ότι η διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 1740/2012). Πρέπει λοιπόν και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της να απορριφθούν. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 Κ.Πολ.Δικ.) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 και Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δικ. και όπως τούτο ισχύει, μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987 (ΑΠ 1738/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-4-2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 20/2011 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναγνωριστική κυριότητας. Αόριστος ο λόγος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Απαράδεκτες οι αιτιάσεις από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου γιατί αφορούν σε αξιολόγηση αποδεικτικού μέσου σε εκτίμηση αποδείξεων και σε επιχειρήματα του δικαστηρίου. Ανέλεγκτη η κρίση περί διεξαγωγής πραγ/νης εκτός της περιπτώσεως του άρθρου 368 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. 559 αρ. 11γ. Έγγραφα του αντιδίκου, εφόσον έχουν γίνει κοινά αποδεικτικά μέσα νόμιμα τα επικαλείται ο αναιρεσείων, εφόσον αναφέρθηκε στο περιεχόμενό τους για απόδειξη δικού του ισχυρισμού. Οι κατά το άρθρ. 390 γνωμοδοτήσεις είναι έγγραφα ρυθμιζόμενα ειδικά από το νόμο. Όχι χωριστή αναφορά τους γιατί περιλαμβάνονται στα έγγραφα.
|
Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου
|
Αγωγή αναγνωριστική, Παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 463/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραμπογιά, περί αναιρέσεως της με αριθμό 54690/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1466/11.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε, λόγω παραγραφής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 α Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 1 Ν. 2523/1997 και του άρθρου 34 παρ. 1 Ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι: "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 2 εδ. α' του άρθρου 25 του ως άνω ν. 1882/1990, "Στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ, στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ...".
Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Το έγκλημα της παραβάσεως του άρθρου 25 Ν. 1882/1990 που είναι πλημμέλημα, αφού τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως (άρθρο 18 Π.Κ.), προϋποθέτει δόλο (πρόθεση), αφού δεν καθορίζεται υπό του άνω άρθρου το είδος της υπαιτιότητας. Εντεύθεν και δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία του δόλου αφού ο δόλος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει, στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης αυτής πράξεως.
Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιο αυτοτελή ισχυρισμό, αποτελεί και η προβολή της ένστασης δεδικασμένου (άρθρο 57 Κ.Π.Δ.).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 54690/2011 απόφασή του, το Ζ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, της πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατ` εξακολούθηση, πράξη που τέλεσε, την 31-5-2004 και τον καταδίκασε, σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 Ευρώ ημερησίως. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, ήτοι, της κατάθεσης του μάρτυρα υπερασπίσεως και των εγγράφων που αναγνώστηκαν, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2β'ΠΚ, διότι ως Διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας "ΡΟΤΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ" δεν κατέβαλε στο Δημόσιο (Δ.Ο.Υ. ΦΑΒΕ ΑΘΗΝΩΝ) διάφορα χρέη της εταιρείας, προερχόμενα από παλιότερα ληξιπρόθεσμα βιοτεχνικά δάνεια, συνολικού ποσού 183.614,51 Ευρώ. Όμως στην πράξη του αυτή δεν οδηγήθηκε επειδή ήθελε να αποφύγει τις έναντι του Δημοσίου υποχρεώσεις του, αλλά διότι η οφ. εταιρεία της οποίας ήταν Διευθύνων Σύμβουλος πτώχευσε με συνέπεια να υπάρχει οικονομική αδυναμία. Εξάλλου το εργοστάσιο της εταιρείας πλειστηριάσθηκε και για την διανομή του πλειστηριάσματος συντάχθηκε ο 5266/2007 πίνακας σύμφωνα με τον οποίο η Δ.Ο.Υ. ΦΑΒΕ Αθηνών κατατάχθηκε για την συνολική απαίτησή της, χωρίς ωστόσο να προκύπτει ότι έλαβε χώρα και η διανομή του πλειστηριάσματος και η απόδοση στο Δημόσιο του εν λόγω ποσού. Ακολούθως, η προσβαλλομένη απόφαση, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι:
Κηρύσσει αυτόν ένοχο με το ελαφρυντικό του αρ.84 παρ.2β' ΠΚ του ότι: Στην Αθήνα, στις 31/5/2004 όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του ως Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας "ΡΟΤΑ ΕΛΛΑΣ ΑΕ" στην Δ.Ο.Υ. ΦΑΒΕ ΑΘΗΝΩΝ διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ (αρ. ειδ. βιβλίου 102104) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 14/12/04 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ # 284.131,39 #, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο. ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΕΩΝ Α/Α Α.Φ.Μ.
Στοιχεία βεβαίωσης Αρχική βεβαίωση Ληξιπρ . κεφάλαιο Τρόπος πληρωμής Αριθ. Ημερ. Διαγραφέν ΣΥΝΟΛΟ ΑΠΑΙΤΗΤΟ Αριθ. ληξιπροθ. δόσεων Ιδιότητα Οικονομικό έτος Εισπραχθέν Συνεισπραττόμενα Ημ/νία λήξης Α' δόσης Είδος φόρου Υπόλ οφειλής Ημ/νία λήξης τελ.δόσης ... 9316 15/12/2003 60.012,72 60.012,72 65.413,86 Εφάπαξ 1 1991 0,00 5.401,14 1 Δ/ΝΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΔΑΝΕΙΑ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΑ 0,00 60.012,72 30/01/2004 30/01/2004 ... 9317 15/12/2003 34.867,01 34.867,01 38.005,04 Εφάπαξ 2 1992 0,00 3.138,03 1 Δ/ΝΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΔΑΝΕΙΑ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΑ 0,00 34.867,01 30/01/2004 30/01/2004 ... 9318 15/12/2003 14.936,57 14.936,57 16.280,86 Εφάπαξ 3 1991 0,00 1.344,29 1 Δ/ΝΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΔΑΝΕΙΑ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΑ 0,00 14.936,57 30/01/2004 30/01/2004 ... 9319 15/12/2003 150.854,71 150.854,71 164.431,63 Εφάπαξ 4 1991 0,00 13.576,92 1 Δ/ΝΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΔΑΝΕΙΑ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΑ 0,00 150.854,71 30/01/2004 30/03/2004 ΣΥΝΟΛΑ 260.671,01 260.671,01 284.131,39 0,00 0,00 23.460,38 260.671,01 Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο στο σκεπτικό, όπως αυτό αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, δεν διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που επιβάλουν οι προαναφερθείσες διατάξεις, αφού δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, ούτε του νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έγινε η υπαγωγή στους, στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, δεν αναφέρει το χρόνο τέλεσης της πράξης, τον τρόπο καταβολής των χρεών, για πόσο διάστημα καθυστέρησε την καταβολή τους κ.λ π. Περαιτέρω, πέραν του ως άνω, ελλιπούς, κατά περιεχόμενο σκεπτικού υπάρχουν και αντιφάσεις. Ειδικότερα, ενώ, όπως αναφέρθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο απαιτεί δόλο, στο σκεπτικό της ως άνω απόφασης, διαλαμβάνεται η έλλειψη δόλου στο πρόσωπο του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα, στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, αναφέρεται επί λέξει: "Όμως, στην πράξη του αυτή δεν οδηγήθηκε επειδή ήθελε να αποφύγει τις έναντι του Δημοσίου υποχρεώσεις του, αλλά διότι η εταιρεία της οποίας ήταν Διευθύνων Σύμβουλος πτώχευσε με συνέπεια να υπάρχει οικονομική αδυναμία. Εξάλλου, το εργοστάσιο της εταιρείας πλειστηριάσθηκε και για τη διανομή του πλειστηριάσματος συντάχθηκε ο 5266/2007 πίνακας, σύμφωνα με τον οποίο η Δ.Ο.Υ. ΦΑΒΕ Αθηνών κατατάχθηκε για τη συνολική απαίτησή της, χωρίς ωστόσο να προκύπτει ότι έλαβε χώρα και η διανομή του πλειστηριάσματος και η απόδοση στο Δημόσιο του εν λόγω ποσού". Καίτοι στο σκεπτικό διαλαμβάνονται τα παραπάνω, από τα οποία με σαφήνεια συνάγεται, έλλειψη δόλου στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, στο διατακτικό διαλαμβάνεται ότι ο κατηγορούμενος με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των χρεών, με αποτέλεσμα, να δημιουργείται αντίφαση, μεταξύ των παραδοχών σκεπτικού-διατακτικού, ως προς το δόλο του κατηγορουμένου. Εξάλλου, ενώ στο σκεπτικό αναβιβάζεται το ύψος των χρεών σε ποσό 183.614,51 ευρώ, στο διατακτικό αναβιβάζεται σε ποσό 284.131,39 ευρώ, δημιουργουμένης αντίφασης, ως προς το ύψος των μη καταβληθέντων στο Δημόσιο χρεών, και εξ αυτού του λόγου. Έτσι, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και πρέπει, κατά παραδοχή του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, δεύτερου λόγου, της ένδικης αιτήσεως, με στοιχείο Β1, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3 και 113 παρ. 2 και 3 του ΠΚ, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία χρόνια για τα πλημμελήματα. Εξάλλου, από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδ. β' και 511 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και προτείνεται σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο. Ο τελευταίος, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, οφείλει να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 370 εδ. β' του ΚΠΔ.
Στην κρινόμενη υπόθεση, η πράξη που αποδίδεται στην αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη, (μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο), φέρεται ότι τελέσθηκε στις 31-5-2004. Από τότε, μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αναίρεσης (12-2-2013), πολύ μάλλον μέχρι της ημερομηνία διάσκεψης 19.2.2013, παρήλθε πλήρης οκταετία, όπως προκύπτει από το εν χρήσει ημερολόγιο. Έτσι, το αξιόποινο της αναφερόμενης πράξης, της μη καταβολής χρεών στο δημόσιο, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, που φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος, και για την παραγραφή της ισχύουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις, των άρθρων 111, 112 και 113 του Π.Κ. (Ολ.Α.Π. 2/2011), εξαλείφθηκε με παραγραφή. Κατόπιν αυτών, εφόσον η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή, και περιέχει βάσιμο, κατά τα παραπάνω, λόγο αναίρεσης, κατά παραδοχή του οποίου αναιρείται η απόφαση, πρέπει να παύσει οριστικώς, λόγω παραγραφής, η ασκηθείσα κατά του κατηγορουμένου, για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη ποινική δίωξη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθμό 54690/2011 απόφαση του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παύει οριστικά, την ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του αναιρεσείοντα - κατηγορούμενου, για το ότι, στην Αθήνα στις 31-5-2004, όντας οφειλέτης του Δημοσίου, και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του ν. 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή αυτών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του, ως Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας, " ΡΟΤΑ ΕΛΛΑΣ Α.Ε." διάφορα χρέη του Δημοσίου, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 284.131,39 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών στο δημόσιο. Έλλειψη αιτιολογίας, καθόσον είναι ελλιπές το σκεπτικό, επί πλέον, υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού - διατακτικού ως προς το δόλο του κατηγορουμένου, αφού στο σκεπτικό διαλαμβάνεται ότι ενήργησε χωρίς δόλο, ενώ στο διατακτικό διαλαμβάνεται ότι με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των χρεών. Επί πλέον διαφορετικό ποσό χρέους αναφέρεται ότι δεν κατέβαλε στο σκεπτικό και διαφορετικό στο διατακτικό. Αναιρεί. Παύει οριστικά λόγω παραγραφής.
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο.
| 2
|
Αριθμός 463/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Μανίκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Γ., 2) Ε. Δ., 3) Π. Δ., 4) Δ. Δ., 5) Κ. Δ. του Α., 6) Κ. Δ. του Π., 7) Ε. Ε., 8) Κ. Ε., 9) Κ. Ε., 10) Α. Ε., 11) Ν. Ζ., 12) Δ. Δ., 13) Ι. Ζ., 14) Κ. Η., 15) Σ. Ι., 16) Π. Ι., 17) Δ. Κ., 18) Ν. Κ., 19) Μ. Κ. και 20) Σ. Κ., κατοίκων όλων ... . Οι 8ος, 12ος, 15ος, 18ος και 19ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Τσάντη, ενώ οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος, 9ος, 10ος, 11ος, 13ος, 14ος, 16ος, 17ος και 20ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6983/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-7-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 2-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αναίρεσης, αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση της ορίστηκε εκείνη της 15-2-2011, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε, διαδοχικώς, για 6/12/2011, 6/11/2012, και τέλος για την αναφερόμενη στην αρχή (19-2-2013). Όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, κατά την τελευταία μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της, από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι, Γ. Γ., Ε. Δ., Π. Δ., Δ. Δ., Κ. Δ. του Α., Κ. Δ. του Π., Ε. Ε., Κ. Έ., Α. Ε., Ν. Ζ., Ι. Ζ., Κ. Η., Π. Ι., Δ. Κ. και Σ. Κ. δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Από τις επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες, από τους παραστάντες λοιπούς αναιρεσίβλητους, εκθέσεις επίδοσης: ..., ... και .../10-12-2010, ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και .../5-9-2012, των δικαστικών επιμελητριών στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ... και ..., αντίστοιχα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις κάτω από αυτήν πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και της κλήσης προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 15-2-2011, ως προς τους απολειπόμενους αναιρεσίβλητους Δ. Δ., Ε. Ε. και Ι. Ζ., και για τη δικάσιμο της 6/11/2012, ως προς τους λοιπούς, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε κάθε ένα από αυτούς, με την επιμέλεια των παραστάντων αναιρεσίβλητων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση. Επομένως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ίδιου Κώδικα), αφού οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι είχαν νομίμως κλητευθεί για να παραστούν κατά τις πιο πάνω, προηγούμενες της 19-2-2013, δικασίμους δεν χρειάζονταν νέα κλήση τους, δοθέντος ότι η καθιερούμενη από το πιο πάνω άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει, όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν, έστω παρά την απαγόρευση του νόμου, διαδοχικές αναβολές και επομένως πρέπει, παρά την απουσία των, να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 του Π.Δ. 410/88 "Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", "οι διατάξεις που ισχύουν για τη διάρκεια του χρόνου εργασίας των δημοσίων πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων εφαρμόζονται και για το παραπάνω προσωπικό. Τυχόν ευνοϊκότερες ρυθμίσεις δεν θίγονται". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 παρ. 9 του Ν. 2307/1995 "Προσαρμογή νομοθεσίας αρμοδιότητας υπουργείου Εσωτερικών στις διατάξεις για τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση και άλλες διατάξεις", προστέθηκε στην παρ. 4 του άρθρου 89 του Ν. 1188/81, που ορίζει ότι "αι καθ' εβδομάδα ώραι εργασίας ορίζονται εις τριάκοντα επτά και ημισείαν (37 1/2)" εδάφιο, που έχει ως εξής: "Ειδικά για τους εργαζόμενους αποκλειστικά: α) στις χωματερές (υγειονομικής ταφής απορριμμάτων - σταθμός μεταφόρτωσης απορριμμάτων κ.λπ.), β) στην αποκομιδή απορριμμάτων και γ) στην ταφή και εκταφή των νεκρών, οι εβδομαδιαίες ώρες απασχόλησης ορίζονται σε τριάντα δύο (32)". Με τις από 9-2-1995 (άρθρο 5 παρ. 3 σε συνδυασμό με τις παρ. 1 και 2 αυτού) και 18-7-2002 Σ.Σ.Ε. (άρθρο 6 παρ. 4) "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης", που καταρτίστηκαν μεταξύ των εκπροσώπων του Δημοσίου του Υπουργείου Εσωτερικών και της ΠΟΠ - ΟΤΑ, που κατατέθηκαν στο Υπουργείο Εργασίας και κατέστησαν υποχρεωτικές, το εβδομαδιαίο ωράριο των εργαζομένων αποκλειστικά στις χωματερές, στην αποκομιδή των απορριμμάτων και στην ταφή και εκταφή των νεκρών, καθορίστηκε στις 32 ώρες. Εξάλλου, η παράγραφος 1 του άρθρου 1 Ν. 435/1976 ορίζει ότι "μισθωτοί, απασχολούμενοι, νομίμως, πέραν των δι' εκάστην κατηγορίαν επιτρεπομένων ανωτάτων χρονικών ορίων διαρκείας της ημερησίας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής δι' εκάστην ώραν τοιαύτης απασχολήσεως, ίσης προς το καταβαλλόμενον ωρομίσθιον, ηυξημένον ..." κατά τα ποσοστά, που η ίδια διάταξη αναφέρει. Σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "εις πάσαν περίπτωσιν μη νομίμου υπερωριακής απασχολήσεως, ο μισθωτός δικαιούται, από της πρώτης ώρας, πέραν των εκ των αρχών του αδικαιολογήτου πλουτισμού απαιτήσεών του, και ίσην προς 100% του καταβαλλομένου, ωρομισθίου πρόσθετον αποζημίωσιν". Ως καταβαλλόμενο ωρομίσθιο νοείται το τμήμα του μισθού ή του ημερομισθίου του εργαζομένου με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το οποίο αναλογεί σε κάθε ώρα απασχόλησης κατά τις ημέρες απασχόλησης σε υπερωριακή εργασία ή σε υπερεργασία με βάση τις συμφωνίες ή τις διατάξεις, που κατά το χρόνο αυτό ισχύουν. Για την εξεύρεση του ωρομισθίου, με βάση το οποίο υπολογίζονται οι αξιώσεις του μισθωτού, για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες, αλλά (και) για την υπερωριακή εργασία, διαιρούνται τα 6/25 του μηνιαίου, συμφωνημένου ή νόμιμου, μισθού του με τον αριθμό 40, όπως συνάγεται από το άρθρο 6 της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. από 14.2.1984, που καθόρισε στον αριθμό αυτό τις ώρες εργασίας εβδομαδιαίως, και όταν το με την ατομική σύμβαση συμφωνηθέν εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας ανέρχεται σε μεγαλύτερο αριθμό ωρών. Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς συνάγεται και ότι, όταν το συμφωνηθέν ή το νόμιμο ωράριο, είναι μικρότερο των 40 ωρών, τότε για τον υπολογισμό του ωρομισθίου λαμβάνεται υπόψη το μικρότερο ωράριο. Τα ίδιο ισχύει και όταν το νόμιμο ωράριο συγκεκριμένης κατηγορίας μισθωτών είναι μικρότερο του νομίμου ωραρίου ευρύτερης κατηγορίας μισθωτών στην ίδια επιχείρηση, αφού πάντοτε κατισχύει, ως προς τον τρόπο του υπολογισμού αυτού, η ευνοϊκότερη για το μισθωτό ρύθμιση (βλ. άρθρα 680 Α.Κ., 3 παρ. 1 Ν. 3239/1955 και 7 παρ. 2 Ν. 1876/ 1990), η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, προβλέπει ως διαιρέτη, κατά τα ανωτέρω, τον αριθμό 32 ωρών.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, δέχθηκε, και τα εξής: Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου, αρχικά, οι οποίες στη συνέχεια μετατράπηκαν σε αορίστου χρόνου και προσφέρουν σ' αυτόν τις υπηρεσίες τους στη Διεύθυνση Καθαριότητας, ως εργάτες καθαριότητας και με αντικείμενο εργασίας την αποκομιδή απορριμμάτων (περισυλλογή, φόρτωση, μεταφόρτωση κ.λπ.). Το νόμιμο ωράριο εργασίας τους καθορίστηκε από το έτος 1995, με το άρθρο 8 παρ. 9 του Ν. 2307/1995, σε 32 ώρες, όπως έγινε και με τις από 9-2-1995 (άρθρο 5 παρ. 3 σε συνδυασμό με τις παρ. 1 και 2 αυτού) και 18-7-2002 Σ.Σ.Ε. (άρθρο 6 παρ. 4). Η συμφωνηθείσα μέσω των συλλογικών οργάνων των εναγόντων αλλά και βάσει του νόμου ορισθείσα 32ωρη εργασία ανάγεται σε ημερήσια εργασία 6 ωρών και 24 λεπτών επί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας (32 : 5 = 6,40) ή σε ημερήσια εργασία 5 ωρών και 20 λεπτών επί εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (32 : 6 = 5,33). Ο συντελεστής με τον οποίο πρέπει να πολλαπλασιαστεί το ημερομίσθιο για να εξευρεθεί το ωρομίσθιο, είναι το πηλίκο της διαιρέσεως του αριθμού των ημερών της εβδομάδος που είναι 6 (και στο 5νθήμερο) δια του αριθμού των ωρών εργασίας απασχόλησης, όπως αυτές προβλέπονται από τις οικείες Σ.Σ.Ε., ήτοι 6 : 32 = 0,1875. Ο εναγόμενος όμως, υπολόγισε κατά τα έτη 2001 και 2002 εσφαλμένα το ωρομίσθιο των εναγόντων, βάσει του οποίου υπολογίστηκαν στη συνέχεια οι έκτακτες αποδοχές τους, ήτοι οι προσαυξήσεις για υπερωριακή εργασία, αμοιβή για νυχτερινή εργασία και νυχτερινή υπερωριακή εργασία, εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες και νυχτερινή εργασία που πραγματοποιήθηκε τις Κυριακές και αργίες. Συγκεκριμένα, υπολόγισε το ωρομίσθιο μικρότερο, λόγω του ότι για τον υπολογισμό του έλαβε υπόψη του συντελεστή μικρότερο κατά 0,0275, αφού διαίρεσε τις ημέρες εβδομαδιαίας εργασίας των εναγόντων με τις ώρες, που προκύπτουν από το ισχύον στο Δημόσιο εβδομαδιαίο ωράριο των 37,5 ωρών (6 : 37,5 = 0,16) και όχι με το ωράριο των 32 ωρών. Για την απασχόληση κατά τις Κυριακές και αργίες οφείλεται προσαύξηση 75% επί του νομίμου ωρομισθίου για κάθε ώρα απασχόλησης και στους απασχολούμενους κατά τη νύχτα οφείλεται για κάθε ώρα προσαύξηση 25% επί του νομίμου ωρομισθίου. Για την υπερωριακή δε εργασία κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες εορτές καταβάλλεται το ωρομίσθιο, για την κατά τις εργάσιμες ημέρες παρεχόμενη εργασία, υπολογιζόμενο όμως με την προσαύξηση του 75%. Σε περίπτωση παροχής υπερωρίας κατά τις Κυριακές και αργίες αλλά και τις νύχτες καταβάλλονται όλες οι κατά νόμο οφειλόμενες προσαυξήσεις, ο υπολογισμός όμως της κάθε μιας από αυτές γίνεται ξεχωριστά. Επομένως, για τις ώρες της νυχτερινής εργασίας, της υπερωριακής εργασίας, της νυχτερινής υπερωριακής εργασίας, της εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες και της νυχτερινής εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες που πραγματοποιήθηκαν από τους ενάγοντες κατά τα έτη 2001 και 2002 προέκυψαν σε βάρος εκάστου εξ αυτών διαφορές, που ανέρχονται στα ποσά που αναφέρονται αναλυτικά για τον καθένα τους στην αγωγή τους, όπως αυτό κρίθηκε από την εκκαλουμένη και ως προς τους λογιστικούς υπολογισμούς των οποίων δεν εκφράζει ιδιαίτερο παράπονο ο εκκαλών. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 35/2005 οριστικής απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή. Έτσι κρίνοντας το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. πλημμέλεια, κατά τον καθορισμό του ωρομισθίου, η οποία προβάλλεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης του αναιρετηρίου, αφού, σύμφωνα με τις σκέψεις που προεκτέθηκαν, με βάση τις παραδοχές του δικαστηρίου όσον αφορά την κατηγορία των εναγόντων - αναιρεσίβλητων και τις από αυτούς εκτελούμενες εργασίες, το ωρομίσθιό τους έπρεπε να προσδιορισθεί με βάση το ισχύον γι' αυτούς ευνοϊκότερο ωράριο των 32 ωρών. Περαιτέρω δεν παραβίασε και την απορρέουσα από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 β' του Συντάγματος αρχή της ισότητας της αμοιβής αυτών και των λοιπών εργαζομένων στις υπηρεσίες του, ως προς τους οποίους, όπως προαναφέρθηκε, το ωρομίσθιο προσδιορίζεται με βάση το ωράριο των 37 1/2 ωρών, διότι η αρχή αυτή δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού πρόκειται για διαφορετική κατηγορία εργαζομένων και συνεπώς είναι άλλος ο ρυθμιστικός παράγοντας που καθορίζει την μισθολογική κατάσταση των αναιρεσίβλητων από εκείνο της κατηγορίας των λοιπών εργαζομένων.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος στο σύνολο του.
Κατά τη διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 56 ν.δ. 496/1974, 3 ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το ΠΔ 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεσή της, ενώ κατά την διάταξη του άρθ. 91 εδ. α' του ίδιου νόμου με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθ. 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κ.λπ. από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθ. 91 εδ. α', και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006). Η προβλεπομένη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του (Δημοσίου και) των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ' άρθ. 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθ. 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων, (Ολ.ΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών (ΟΤΑ) επιβαρύνσεων (πρβλ. Ολ.ΑΠ 38/2005) και συνεπώς η διάταξη αυτή δεν αντίκειται 1) στην κατά το άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε στην αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής και καθιερούμενη με το άρθ. 22 § 1 εδ. β' αυτού αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχομένη εργασία ίσης αξίας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθ. 48 § 3 ν.δ. 496/1974 που θεσπίζει επίσης διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. κατ' αυτών), 2) στη διάταξη του άρθ. 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, έχοντας υπερνοµοθετική ισχύ (άρθ. 28 § 1 του Συντάγματος), και ορίζει ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως..." και στο άρθ. 20 § 1 του Συντάγματος που παρέχει ανάλογη προστασία και ορίζει ότι καθένας έχει το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί ν' αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, αφού αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύουν την θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων, 3) στις διατάξεις του άρθ. 14 της ως άνω ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο "η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", διότι η παραγραφή αυτή καθιερώθηκε για τους προαναφερθέντες λόγους γενικότερου συμφέροντος που αφορούν και καταλαμβάνουν όλους τους έχοντες σχετικές αξιώσεις και όχι με βάση τα ως άνω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης, με τα οποία ουδεμία έχει σχέση, 4) στις διατάξεις του άρθ. 1 του (επίσης κυρωθέντος με το ν.δ. 53/1974 και την αυτή υπερνοµοθετική ισχύ έχοντος) Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθ. 17 του Συντ. προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά, (Ολ.ΑΠ 40/1998), αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους, ενώ εξάλλου και από την διάταξη του άρθ. 1 § 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει, ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας (του Δημοσίου και των ΟΤΑ, ούτε τέλος στο άρθ. 119 (ήδη 141) Συνθ. ΕΟΚ, για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, την προστασία δηλ. της περιουσίας (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ με την ταχεία εκκαθάριση των αντιστοίχων αξιώσεων και υποχρεώσεών τους, που εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος, που δικαιολογεί την εξαιρετική αυτή ρύθμιση, δεν αντίκειται ούτε, ειδικά, η ρητά θεσπιζόμενη με την διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 έναρξη της (διετούς) παραγραφής από τη γένεση των σχετικών αξιώσεων και όχι από το τέλος του αντίστοιχου έτους, ή από άλλο χρονικό σημείο. Τέλος, η ανωτέρω διετής παραγραφή δεν αντίκειται ούτε στη διάταξη του άρθρου 518 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά την οποία αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης, που περατώνει τη δίκη. Σκοπός θεσπίσεως της τριετούς αυτής προθεσμίας άσκησης έφεσης κατά των αποφάσεων, που δεν έχουν επιδοθεί, µε αφετήριο σηµείο τη δημοσίευσή τους υπήρξε ο περιορισµός της άσκησης της έφεσης και γενικώς των ενδίκων μέσων εντός της άνω προθεσμίας και όχι η θέσπιση κανόνων, που καθορίζουν διαφορετικό χρόνο παραγραφής των αξιώσεων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 94 του ίδιου νόμου (2362/ 1995) η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια. Η αυτεπάγγελτη αυτή έρευνα της παραγραφής, που ισχύει υπέρ του Δημοσίου και των ΟΤΑ, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου κοινωνικού δημόσιου συμφέροντος και έτσι ο σχετικός ισχυρισμός ανάγεται στη δημόσια τάξη υπό την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 στοιχ. γ' του ΚΠολΔ και ως εκ τούτου δεν είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται σε ισχυρισμό για παραγραφή των ως άνω απαιτήσεων κατά του Δήμου, έστω και αν αυτός δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας.
Συνεπώς, το Εφετείο που δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η διετής παραγραφή των αξιώσεων των αναιρεσίβλητων αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο αυτές γεννήθηκαν και ότι οι αξιούμενες, με την ένδικη από 19-12-2003 αγωγή, διαφορές αποδοχών των αναιρεσιβλήτων, που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 30-12-2001, δεν είχαν παραγραφεί, κατά το χρόνο άσκησης της ανωτέρω αγωγής, λόγω μη συμπλήρωσης διετίας από το τέλος του οικονομικού έτους που γεννήθηκαν, μέχρι την επίδοση (30-12-2003) της αγωγής, παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, αν και ήταν εφαρμοστέες, τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 και ο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος, λόγος αναίρεσης είναι βάσιµος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της με το οποίο επιδικάστηκαν οι παραπάνω διαφορές αποδοχών των αναιρεσιβλήτων, που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 30-12-2001, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση (κατά την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 4 Ν. 4055/2012) προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την ως άνω απόφαση και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, μειωμένα, σύμφωνα με τα άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ και 281 του ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6983/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η καθιερούμενη από το άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει, και για τις διαδοχικές αναβολές. Όταν ο συμφωνηθέν ή το νόμιμο ωράριο, είναι μικρότερο των 40 ωρών, για τον υπολογισμό του ωρομισθίου λαμβάνεται υπόψη το μικρότερο ωράριο. Με βάση τις παραδοχές του δικαστηρίου όσον αφορά την κατηγορία των εναγόντων (εργατών καθαριότητας), το ωρομίσθιο τους έπρεπε να προσδιορισθεί με βάση το ισχύον γι’ αυτούς ευνοϊκότερο ωράριο των 32 ωρών. Η διετής παραγραφή των αξιώσεων των αναιρεσίβλητων αρχίζει από τότε που γεννήθηκαν και όχι από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν.
|
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας
|
Παραγραφή αξιώσεων, Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
| 1
|
Αριθμός 460/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ά. - Α. Τ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή - Νικόλαο Μανιατόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.32081/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Τράπεζα Κύπρου, Νομ.Εκπρ/νη που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1049/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ 1325/1972, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α` του ν. 2408/1996, "εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ` αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι δικαίωμα υποβολής της εγκλήσεως μπορεί να έχει τόσο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής, όσο και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος την πλήρωσε και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής εξ αιτίας της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη, καθώς και ο κομιστής της επιταγής, στον οποίο μεταβιβάσθηκε, λόγω ενεχύρου, ο οποίος έχει δικαίωμα να εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή, ασκώντας ίδιο εκ του τίτλου, σύμφωνα με το άρθρο 1255 του ΑΚ, δικαίωμα (Ολ. ΑΠ 23, 24/2007). Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως επί της επιταγής ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠοινΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του άρθρου 42, η έγκληση γίνεται απευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα, είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της εγκλήσεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ 174/1963 και ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της ένδικης πράξεως (15.2.2006), ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρείαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν` αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στην δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν, 2339/1995, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρίας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα Δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ. 1) το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ. 1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσωπήσεως της ΑΕ. Επιτρέπει στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχειρίσεως όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας. Αντίθετα, όμως, προς το άρθρο 18 παρ. 2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη, με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασισθεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3 μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του ΔΣ ή διευθυντές της εταιρίας. Προϋποθέτει, όμως, σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας (ΟλΑΠ 1096/1976). Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο, προς το οποίο το διοικητικό συμβούλιο ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως και βεβαιώσεως του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή εγκλήσεως ή για τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση, όμως, που το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρίας, για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεώς του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του Ν.2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξεως που τελέστηκε σε βάρος της εταιρίας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ (ΟλΑΠ 4/2006). Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η` του ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν, όμως, οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι` αυτό κατά νόμο όροι. Περίπτωση υπερβάσεως εξουσίας υπάρχει και όταν το Δικαστήριο, επί εγκλήματος που διώκεται κατ` έγκληση, προχώρησε στην καταδίκη του κατηγορουμένου, παρά το ότι η έγκληση υποβλήθηκε απαραδέκτως (περ. δ).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 32081/2011 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών, ανασταλείσα, και χρηματική δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι η ασκηθείσα σε βάρος του κατηγορουμένου ποινική δίωξη έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη ελλείψει νόμιμης υποβολής εγκλήσεως από μέρους της Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", για το λόγο ότι, κατά την κατάθεση της εγκλήσεως, δεν συνυποβλήθηκε επικυρωμένο αντίγραφο του καταστατικού, από το οποίο να προκύπτει η βούληση της ως άνω εταιρίας για την υποβολή της εγκλήσεως και ότι ο υπογράψας το υπ` αριθ.../26.4.2006 πληρεξούσιο Γιάγκος Σιβιτανίδης είναι καταστατικό υποκατάστατό της, οπωσδήποτε δε ο τελευταίος ανέθεσε σε τρίτο πρόσωπο να υποβάλει την έγκληση και έπρεπε να έχει θεωρηθεί το γνήσιο των υπογραφών των συμμετασχόντων στη λήψη της αποφάσεως μελών του Δ. Σ. της εταιρίας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό με την εξής αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση η εγκαλούσα εταιρεία είναι αλλοδαπή Κυπριακή εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στη ... και λειτουργεί υποκατάστημα στην Ελλάδα με την ίδια επωνυμία ως άνω. Όπως προκύπτει από το 744/4-2-2005 φύλλο της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως (τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.) δυνάμει της με αριθμό 377/9-12-2004 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εγκαλούσας εταιρείας αποκαθιστάθηκε και διορίσθηκε ο Έλληνας υπήκοος, δικηγόρος Αθηνών, Γιάγκος Σιβιτανίδης του Πανίκου, ως νόμιμος εκπρόσωπος της Τράπεζας ενώπιον όλων γενικώς των Ελληνικών, πολιτικών, διοικητικών και ποινικών δικαστηρίων κάθε βαθμού και δικαιοδοσίας, με τις ειδικότερες εντολές που αναφέρονται σ` αυτή την απόφαση, μεταξύ των οποίων να υποβάλλει ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέα εγκλήσεις ή μηνύσεις για αξιόποινες πράξεις κατά παντός υπευθύνου με όποιο περιεχόμενο και να ανακαλεί εγκλήσεις, να υποστηρίζει τις άνω μηνύσεις ενώπιον παντός αρμοδίου Δικαστηρίου οιουδήποτε βαθμού και δικαιοδοσίας ... να διορίζει δε και άλλους πληρεξούσιους δικηγόρους ή όχι με τις ίδιες και λιγότερες εντολές Επιπλέον με την αρ. 11/2006/34 από 16-2-2006 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εγκαλούσας εταιρείας που έχει προσαρτηθεί στο δικόγραφο της υπό κρίση εγκλήσεως κατά του κατηγορουμένου, αποφασίσθηκε να υποβάλει έγκληση κατ` αυτού για το αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και προς το σκοπό αυτό εξουσιοδοτήθηκε ο προαναφερόμενος Γιάγκος Σιβιτανίδης να διορίσει με συμβολαιογραφικό έγγραφο ειδικό πληρεξούσιο και νομικό αντίκλητο της εταιρείας το δικηγόρο Αθηνών Σαξώνη Στυλιανό και να του δίνει την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα προς υποβολή της εν λόγω εγκλήσεως κατά του κατηγορουμένου. Το απόσπασμα του άνω πρακτικού του Δ. Σ. της εγκαλούσας φέρει βεβαίωση των υπογραφών από τον αρμόδιο προς τούτο υπάλληλο των Κυπριακών Αρχών. Σε εκτέλεση των άνω εντολών ο Γιάγκος Σιβιτανίδης, ως νόμιμος εκπρόσωπος και ειδικός πληρεξούσιος της εγκαλούσας ανέθεσε στον δικηγόρο Αθηνών Στυλιανό Σαξώνη, την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να υποβάλει κατά του κατηγορουμένου την σχετική έγκληση για το αδίκημα του κατηγορητηρίου, με βάση το …/26-4-2006 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Σ. Καμπανέλλου. Τη μεταβίβαση διαφόρων εξουσιών προς τρίτα πρόσωπα από το Δ. Σ. με πληρεξούσιο έγγραφο προβλέπει το άρθρο 85 του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού της εγκαλούσας εταιρείας. Επομένως, οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι". Δέχθηκε, δηλαδή, το Δικαστήριο της ουσίας ότι υποκατάστατος του Διοικητικού Συμβουλίου της εγκαλούσας ήταν ο δικηγόρος Αθηνών Γιάγκος Σιβιτανίδης και συγκεκριμένα ότι το Διοικητικό Συμβούλιο, με βάση τα οριζόμενα στο καταστατικό, μεταβίβασε το δικαίωμα εκπροσωπήσεως αυτής στον ανωτέρω, ο οποίος, στα πλαίσια της εκπροσωπευτικής του εξουσίας, έδωσε εντολή στον δικηγόρο Αθηνών Στυλιανό Σαξώνη να καταθέσει την έγκληση κατά του κατηγορουμένου και ότι, επομένως, δεν ήταν αναγκαία η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής όλων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Όπως δε προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση του συνημμένου στην έγκληση αποσπάσματος πρακτικού συνεδρίας του Δ.Σ. της εγκαλούσας τραπεζικής εταιρίας με αριθ. 11/2006/34/14.4.2006, του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού της εγκαλούσας και του ΦΕΚ 744/2005 (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), το ΔΣ της εγκαλούσας εταιρίας, το οποίο συνεδρίασε με την παρουσία 14 μελών και είχε απαρτία, όρισε, όπως είχε δικαίωμα από το άρθρο 85 του καταστατικού, τον δικηγόρο Αθηνών Γιάγκο Σιβιτανίδη να εξουσιοδοτήσει (ως υποκατάστατος αυτού) τον δικηγόρο Αθηνών Στυλιανό Σαξώνη να διενεργήσει συγκεκριμένη πράξη και δη να καταθέσει την ένδικη από 12.5.2006 έγκληση. Κατά συνέπειαν, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως (τον οποίο ο αναιρεσείων στηρίζει στο στοιχ. Ε), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο λανθασμένα εξέλαβε τον ως άνω δικηγόρο ως υποκατάστατο όργανο του ΔΣ της εγκαλούσας εταιρίας και έκρινε ότι δεν απαιτείτο η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής όλων των μελών του ΔΣ, στη συνέχεια δε απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για μη νόμιμη υποβολή της εγκλήσεως και προχώρησε στην καταδίκη του για την αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
H ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι, επί των κατ` έγκληση διωκομένων εγκλημάτων, και αυτός για μη νομιμοποίηση του εγκαλούντος προς υποβολή της εγκλήσεως, αφού η αποδοχή του άγει στην κήρυξη της ποινικής διώξεως απαράδεκτης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, ο αναιρεσείων, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, πρότεινε τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η ποινική δίωξη ασκήθηκε απαραδέκτως, γιατί η εγκαλούσα εταιρία δεν ήταν κυρία της ένδικης επιταγής, αλλά ήταν κάτοχος αυτής, ως ενεχυρούχος δανείστρια και, επομένως, δεν είχε νόμιμο δικαίωμα υποβολής της εγκλήσεως. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δικαίωμα να υποβάλει έγκληση έχει και ο κομιστής της επιταγής, στον οποίο μεταβιβάσθηκε αυτή, λόγω ενεχύρου, και ο οποίος έχει δικαίωμα να την εμφανίσει προς πληρωμή, ασκώντας ίδιο εκ του τίτλου δικαίωμα. Επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρά ταύτα, αυτό τον απέρριψε ως μη νόμιμο με την (ορθή και σύμφωνη με τα ανωτέρω) αιτιολογία ότι "δικαιούχος της εγκλήσεως για το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι και ο κομιστής της επιταγής, στον οποίο μεταβιβάσθηκε, λόγω ενεχύρου, ο οποίος έχει δικαίωμα να εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή, ασκώντας ίδιο εκ του τίτλου, σύμφωνα με το άρθρο 1255 ΑΚ δικαίωμα". Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό του χωρίς να παραθέσει καμιά αιτιολογία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος υπέβαλε, δια του συνηγόρου του, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, για να "σταλεί ιατροδικαστής να εξετάσει τον κατηγορούμενο και να προσκομιστεί το αντίγραφο της έγκλησης που βρίσκεται στον Ανακριτή". Το αίτημα αυτό, όπως υποβλήθηκε, ήταν εντελώς αόριστο, αφού δεν εκτίθεται για ποιο λόγο έπρεπε να εξεταστεί ο κατηγορούμενος από ιατροδικαστή και αντίγραφο ποιας εγκλήσεως έπρεπε να προσκομιστεί, καθώς και τι σχέση είχαν αυτά με την ένδικη υπόθεση. Επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Παρά ταύτα, απέρριψε το αίτημα αυτό με πλήρη αιτιολογία, η οποία συνίσταται στο ότι: "Το αίτημα αναβολής της δίκης προκειμένου να εξετασθεί ο κατηγορούμενος από ιατροδικαστή για να διαπιστωθεί η κατάσταση της ψυχικής του υγείας και για να προσκομιστεί αντίγραφο της εγκλήσεως που έχει υποβάλει, κατά τους ισχυρισμούς του, πρέπει να απορριφθεί, διότι η κατάσταση της υγείας του προέκυψε από τα ιατρικά πιστοποιητικά που ο ίδιος προσκόμισε και αναγνώσθηκαν, ενώ αντίγραφο της επικαλούμενης αορίστως από τον ίδιο εγκλήσεώς του μπορούσε να προσκομιστεί από αυτόν κατά τη σημερινή δίκη, ώστε να συνάγεται ότι το αίτημά του αυτό έχει υποβληθεί προς παρέλκυση της δίκης και μόνο και γι` αυτό πρέπει να απορριφθεί". Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, τρίτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του παραπάνω αιτήματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8 Μαρτίου 2012 (με αριθ. πρωτ. 1948/2012) αίτηση (δήλωση) του Ά. - Α. Τ. του Ε., για αναίρεση της υπ` αριθ. 32081/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, της οποίας νόμιμη κομίστρια ήταν η εγκαλούσα τραπεζική εταιρία, στην οποία η επιταγή είχε μεταβιβαστεί λόγω ενεχύρου. Είχε δικαίωμα να υποβάλει την έγκληση. Ορισμός δικηγόρου ως υποκατάστατου του ΔΣ στην εκπροσώπηση της τελευταίας και διορισμός από αυτόν, στα πλαίσια της εκπροσωπήσεως της εταιρίας, δικηγόρου για την υποβολή της εγκλήσεως. Δεν απαιτείτο βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής όλων των μελών του ΔΣ. Νόμιμη υποβολή της εγκλήσεως. Όχι υπέρβαση εξουσίας από την απόρριψη ισχυρισμού περί απαραδέκτου υποβολής της εγκλήσεως. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής για κρείσσονες, το οποίο, πάντως, είχε υποβληθεί αορίστως. Απόρριψη αιτήσεως.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Έγκλησης δικαιούχος, Αναβολής αίτημα, Τραπεζική επιταγή.
| 0
|
Αριθμός 458/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ασημάκη Κουρσόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μακρυνιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη υπέρ αυτού παρέμβαση του Συλλόγου Προσωπικού ALPHA BANK. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2090/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5129/2007 και 4725/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-7-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 7-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 669, 672 και 673 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή οργανισμό λειτουργίας του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση ή απόλυση του μισθωτού, λόγω συμπλήρωσης ορισμένου ορίου ηλικίας, χωρίς να αναγνωρίζεται στον εργοδότη το δικαίωμα της ελευθερίας καταγγελίας της σύμβασης οποτεδήποτε, οπότε η σύμβαση μπορεί να λυθεί προ του χρόνου αυτού, μόνο για σπουδαίο λόγο. Η καταγγελία για σπουδαίο λόγο της ορισμένου χρόνου σύμβασης, πριν τη λήξη του χρόνου για τον οποίο συνομολογήθηκε, δεν την καθιστά ούτε τη μετατρέπει σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Εξάλλου, με το άρθρο 32 του Οργανισμού Προσωπικού της "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΕ" ορίζονται τα εξής: Η σύμβαση εργασίας του προσωπικού λύεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας των ανδρών και του 57ου των γυναικών. Η σύμβαση του προσωπικού λύεται και πριν τη συμπλήρωση των ανωτέρω ορίων ηλικίας μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) δια του θανάτου του μισθωτού, 2) στην περίπτωση αδικαιολόγητης ή αυθαίρετης συνεχούς απουσίας του υπαλλήλου πέραν του μηνός, επιφέρουσα αυτοδικαίως τη λύση της σχέσης εργασίας, 3) για σπουδαίο λόγο, σύμφωνα με το άρθρο 672 του Αστικού Κώδικος, 4) στην περίπτωση ποινικής δίωξης του υπαλλήλου, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των νόμων. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της ως άνω τράπεζας είναι ορισμένου χρόνου και η καταγγελία αυτών με την επίκληση σπουδαίου λόγου δεν τις καθιστά, ούτε τις μετατρέπει, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατ' αντικειμενική κρίση, καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας. Επομένως, σπουδαίο λόγο μπορεί να θεμελιώσει, όχι μόνον η ποινική καταδίκη, αλλά ακόμη και η υποψία τέλεσης ποινικού αδικήματος, ιδίως όταν ο εργαζόμενος κατείχε θέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, όπως και ο κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης του εργοδότη προς τον εργαζόμενο, αλλά και η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού. Αρκεί δε ακόμα και ένα περιστατικό, το οποίο αντικειμενικά θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της συμβατικής σχέσης για εκείνον που δικαιούται να την καταγγείλει. Εξάλλου, κατά το εδάφιο β' του άρθρου 672 ΑΚ, θεσπίζεται αναγκαστικού δικαίου διάταξη, κατά την οποία το δικαίωμα της καταγγελίας για σπουδαίο λόγο δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία των μερών. Επομένως, η πρόβλεψη στον κανονισμό του εργοδότη, που έχει συμβατική ισχύ, πειθαρχικών παραπτωμάτων και αντίστοιχων ποινών, δεν αφαιρεί από αυτόν το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας, χωρίς προηγούμενη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, διότι επιδιώκονται διαφορετικοί σκοποί με την πειθαρχική διαδικασία και την καταγγελία για σπουδαίο λόγο της εργασιακής σχέσης, αφού με την πρώτη και όταν προβλέπεται από τον κανονισμό η ποινή της οριστικής παύσης επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, ενώ με τη δεύτερη απομακρύνεται ο εργαζόμενος του οποίου η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχισθεί, ως επαχθής για τον εργοδότη. Η καταγγελία αυτή, κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας, ελέγχεται από τα δικαστήρια κατά τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ. Το δικαστήριο ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση από τον εργοδότη του δικαιώματος απόλυσης, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκομένου σκοπού, η οποία αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και της αρχής της μη κατάχρησης των δικαιωμάτων και απορρέει από τη Συνταγματική αρχή του Κράτους δικαίου, έχει δε ήδη καθιερωθεί, κατά την πρόσφατη αναθεώρηση, στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα, εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: Στις 2-1-1991 ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγοµένη Τράπεζα, ως υπάλληλος αυτής. Σύµφωνα µε το άρθρο 32 του Οργανισµού Προσωπικού της τελευταίας, που εκδόθηκε σε εκτέλεση των διατάξεων του ΝΔ 3789/1957, κυρώθηκε µε την 28381/6371/18-8-1977 απόφαση του Υπουργού Εµπορίου και έχει συµβατική ισχύ, αποτελεί δε όρο της ατοµικής σύµβασης του ενάγοντος, η σύµβαση εργασίας αυτού λύεται αυτοδικαίως µε τη συµπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του. Εποµένως η µεταξύ των διαδίκων συναφθείσα εργασιακή σχέση έχει τη µορφή της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου, αφού από τον ως άνω οργανισµό του προσωπικού της εναγοµένης προβλέπεται η λήξη της µε τη συµπλήρωση ορισµένου ορίου ηλικίας, ήτοι του 62ου έτους της ηλικίας του ενάγοντος και δεν προκύπτει ότι συμφωνήθηκε συνάμα δικαίωμα να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση αυτού χωρίς σπουδαίο λόγο. Ο ενάγων υπηρέτησε στο Κεντρικό Κατάστημα της εναγομένης από 1-1-1994 έως 30-6-1997 με την ειδικότητα του χειριστή στο Τμήμα SWIFT και από 1-7-1997 έως 1-5-1998 ως ταμίας (TELLER) στο Τμήμα Κατάθεσης και Κίνησης Κεφαλαίων του ίδιου Καταστήματος. Στη συνέχεια, με αίτησή του μετατέθηκε στο Κατάστημα Τρικάλων, όπου υπηρέτησε από 2-5-1998 ως Κεντρικός Ταμίας (TELLER) και παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι τις 7-1-2002, οπότε η εναγομένη του κοινοποίησε την, από 27-11-2001, εξώδικη έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, για σπουδαίο λόγο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 672 ΑΚ και 32 αρ. 3 του Οργανισμού Προσωπικού της και τον απέλυσε. Ο σπουδαίος λόγος, που επικαλέστηκε η εναγομένη στην ως άνω καταγγελία της, συνίστατο στην παράβαση εκ μέρους του των καθηκόντων του και ιδιαίτερα της υποχρέωσης πίστης που είχε έναντι της Τράπεζας, διότι εκμεταλλευόμενος τη θέση του ως κεντρικού ταμία (TELLER) στο ως άνω Κατάστημα Τρικάλων όπου υπηρετούσε και την εμπιστοσύνη των Προϊσταμένων του, προέβη, κατ' επανάληψη, σε ασυμβίβαστες με την υπαλληλική του ιδιότητα πράξεις και συγκεκριμένα, πλην άλλων, εξ αποκλειστικής του υπαιτιότητας αφαιρέθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 20 έως 23-4-2001 από το Ταμείο του το ποσό των 10.000.000 δραχμών, γεγονός που διαπιστώθηκε στις 23-4-2001. Ειδικότερα, στις 23-4-2001 ημέρα Δευτέρα, κατά τη λογιστική και ταμειακή συμφωνία των δοσοληψιών του ταμείου του ενάγοντος των ημερών 23-4 και 20-4-2001, διαπιστώθηκε έλλειμμα ύψους 10.000.000 δραχμών. Κατά την ημέρα εκείνη και κατά τη συνήθη τακτική του καταστήματος έγιναν μεταφορές χρημάτων από το κεντρικό ταμείο που βρίσκεται στο ισόγειο, του οποίου υπεύθυνος ήταν ο ενάγων, προς το υπόγειο, για λόγους ασφαλείας και για μηχανική δεματοποίηση των χρημάτων και ετοιμασία τους για χρηματαποστολή. Συγκεκριμένα, έγιναν τρεις μεταφορές από τον κλητήρα Γ. Π. που ασχολείτο και ως βοηθός του, στον οποίο ο ενάγων παρέδιδε τα χρήµατα σε δεσµίδες, χωρίς ενυπόγραφη παράδοση και παραλαβή των χρηµάτων, παρά µόνο µε απλή σημείωση των ποσών σε πρόχειρο χαρτί. Περί ώρα 3.15' µ.µ., που ο Γ. Π. µέτρησε τις σωρευμένες δεσµίδες των χρηµάτων πάνω στο τραπέζι του υπογείου για να τις βάλει στη θυρίδα, διαπίστωσε ότι αυτές ήταν 26 των 1000 χαρτονομισμάτων των 10.000 δρχ., αντί των 27 που του είχε δηλώσει ο ενάγων κατά τις µεταφορές, ήτοι έλλειπε µια δεσµίδα περιέχουσα 10.000.000 δρχ. Αµέσως κάλεσε τον ενάγοντα και οι δυο τους µαζί έκαναν νέα καταμέτρηση κατά την οποία και πάλι έλειπαν 10.000.000 δρχ. από το συνολικό ποσό που δήλωσε ο ενάγων ότι µετέφερε και στη συνέχεια ο ενάγων ανέµειξε τα χρήµατα της ηµέρας αυτής µε εκείνα της προηγούμενης εργάσιμης ηµέρας ήτοι της Παρασκευής 20-4-2001. Κατά την ηµέρα αυτή (Παρασκευή) ο ενάγων είχε αποχωρήσει από την εργασία του νωρίτερα ήτοι περί την 1.15' µ.µ. ισχυριζόμενος αδιαθεσία προερχόμενη από υψηλή πίεση και στο ταµείο τον αντικατέστησε ο κλητήρας Γ. Π., χωρίς όµως να γίνει παράδοση - παραλαβή και συµφωνία ταµείου. Λόγω δε της απουσίας του αυτής δεν έγινε καταμέτρηση των χρηµάτων της ηµέρας στο τέλος, αλλά στο σύνολό τους και εν αγνοία του συνολικού ύψους αυτών, κλειδώθηκαν στη θυρίδα του καταστήµατος στο υπόγειο. Έτσι, εξαιτίας της ανάµειξης αυτής των χρηµάτων των δύο ηµερών (Παρασκευής και Δευτέρας) και της µη επίσηµης καταµέτρησής τους, ηµερησίως, κατέστη τελικά αδύνατο να βρεθεί σε ποια από τις δύο αυτές ηµέρες υπήρξε το έλλειµµα, ενόψει και του γεγονότος ότι ο ενάγων απεκαλύφθη ψευδόμενος. Συγκεκριµένα κατά την πρώτη µεταφορά χρηµάτων τη Δευτέρα που έγινε περί ώρα 11.30' - 12.00' δήλωσε ότι µετέφερε 130.000.000 δρχ., ενώ το Ταµείο του είχε απόθεµα 119.500.000 δρχ. Οι ισχυρισµοί του στη συνέχεια, προς δικαιολόγηση της διαφοράς αυτής, ότι κατ' απαίτηση των πελατών πέρασε στο τερµατικό δύο συναλλαγές αξίας 5.000.000 δρχ. περίπου εκάστη, σε µεταγενέστερο της συναλλαγής χρόνο δεν αποδείχτηκαν. Τα περιστατικά αυτά προέκυψαν και κατά τον ειδικό έλεγχο που διενήργησε από 25 έως 30-4-2001 ο Διευθυντής Επιθεώρησης της εναγομένης Α. Ν., ο οποίος συνέταξε την, από 18-6-2001, έκθεση ειδικού ελέγχου. Κατά την έκθεση αυτή, με την οποία συμφωνεί και το Δικαστήριο, πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, το έλλειμμα να δημιουργήθηκε τη Δευτέρα 23-4 μετά τη μεταφορά των χρημάτων στο χώρο του υπογείου, αφού αποδείχτηκε ότι, κατά την πρώτη μεταφορά χρημάτων της ημέρας αυτής, ο αριθμός των χαρτονομισμάτων που υπήρχε στο ταμείο του ενάγοντος δεν επαρκούσε για το ποσό που ο ίδιος ανέφερε ότι παρέδωσε προς μεταφορά. Με δεδομένη την αναλυτική καταμέτρηση και συμφωνία όλων των χρημάτων του ταμείου του ενάγοντος (χρηματοκιβωτίου και θυρίδων) την Πέμπτη 19-4 (δεν αμφισβητείται), το έλλειμμα πρέπει, να δημιουργήθηκε την Παρασκευή 20-4-2001. Τούτο δε πρέπει να αποδοθεί σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος, ενόψει και των άνω ύποπτων ενεργειών του, ήτοι της ψευδούς αναφοράς ότι παρέδωσε το πρωί της Δευτέρας προς μεταφορά 130.000.000 δρχ. και της ανάμειξης των χρημάτων της Δευτέρας με αυτά της Παρασκευής, ώστε να μην υπάρχει δυνατότητα να προσδιοριστεί η ημέρα του ελλείμματος και έτσι να στοχοποιηθούν πλείονες. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι τα χρήματα κλάπηκαν από άγνωστο στο χώρο του υπογείου. Ενόψει όμως και των παραπάνω, ο ισχυρισμός του αυτός ουδόλως αποδεικνύεται. Επομένως, συνεχίζει το Εφετείο, ορθά η εναγομένη καταλόγισε το έλλειμμα αυτό στον ενάγοντα, ο οποίος και σε κάθε περίπτωση ευθύνεται ως Κεντρικός Ταμίας, γιατί δεν επέδειξε τη δέουσα προσοχή στην άσκηση των καθηκόντων του, παραβιάζοντας την αρχή της ατομικής ευθύνης για τα χρήματα του Ταμείου του, τα οποία δεν φρόντισε να διασφαλίσει κατά τη μεταφορά τους προς δεματοποίηση και κατά τη δεματοποίηση, τα εμπιστεύτηκε δε σε άλλο υπάλληλο συνάδελφό του, χωρίς να έχει γίνει προηγουμένως η προβλεπόμενη "συμφωνία" των χρημάτων του ταμείου και ενυπόγραφη παραλαβή τους, όπως επιβαλλόταν από τον οικείο κανονισμό εργασιών του ταμείου (κεφ. 1 και 5). Εξάλλου ο ενάγων και κατά το παρελθόν, δηλαδή κατά το από 20-8-1988 μέχρι 7-4-1999 χρονικό διάστημα, ως Κεντρικός Ταμίας του Καταστήματος Τρικάλων κατέστη υπαίτιος σειράς ελλειμμάτων στο ταμείο του. Συγκεκριμένα παρουσίασε στις 7-4-1999 έλλειμμα 1.980.000 δρχ., το οποίο του καταλογίστηκε, όπως αποδεικνύεται από το νόμιμα επικαλούμενο και προσαγόμενο από την εναγομένη από 2-6-1999 έγγραφο της Διεύθυνσης Επιθεώρησης προς το Κατάστημά της Τρικάλων, στις 12-10-1988 έλλειμμα 100.000 δρχ., το οποίο επίσης του καταλογίστηκε, στις 30-9-1988 έλλειμμα 500.000 δρχ., το οποίο, ωστόσο, τακτοποιήθηκε την επόμενη ημέρα με την εκούσια επιστροφή του ποσού από τον πελάτη "Αφοι Σ. ΟΕ", μόλις ο τελευταίος διαπίστωσε το λάθος του ταμία και στις 20-8-1998 πλεόνασμα 200.000 δρχ., το οποίο τελικά μετατράπηκε σε έλλειμμα 9.663 δρχ., το οποίο αυτός (ενάγων) πλήρωσε αμέσως. Για τη δημιουργία του προαναφερθέντος ελλείμματος των 1.980.000 δρχ. της 7-4-1999, επιβλήθηκε στον ενάγοντα λόγω αμελείας του και πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του, σύμφωνα με το άρθρο 27 του οργανισμού προσωπικού της εναγομένης, η πειθαρχική ποινή της έγγραφης παρατήρησης. Με βάση τα προεκτεθέντα περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο ενάγων, κατά ευθεία παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, του κανονισμού εργασιών του Ταμείου του και της στοιχειώδους υποχρέωσής του πίστης και επιμέλειας, που όφειλε απέναντι στην υπηρεσία του, εκτελούσε πλημμελώς τα καθήκοντα του ως διαχειριστής του Κεντρικού Ταμείου του Καταστήματος Τρικάλων της εναγομένης. Έτσι η συμπεριφορά του αυτή κλόνισε ανεπανόρθωτα τη σχέση εμπιστοσύνης της εναγομένης προς το πρόσωπό του και κατέστησε πλέον μη ανεκτή, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τη συνέχιση της σχέσης εργασίας του. Επομένως δικαιολογημένα η τελευταία (εναγομένη), μετά το πέρας του ελέγχου που διενήργησε και στα πλαίσια του διευθυντικού της δικαιώματος, προέβη στις 7-1-2002 στην έγγραφη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος για τον προεκτεθέντα σπουδαίο λόγο της ουσιώδους παράβασης των συμβατικών του υποχρεώσεων, κατ' επανάληψη και εντεύθεν της ακαταλληλότητάς του. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η καταγγελία αυτή της σύμβασης εργασίας του από την εναγομένη είναι άκυρη και καταχρηστική, γιατί έγινε μετά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη γέννηση του σπουδαίου λόγου, δεν τηρήθηκε, προηγουμένως, η πειθαρχική διαδικασία, έγινε δε από λόγους εμπάθειας, εκδίκησης και εκφοβισμού των λοιπών υπαλλήλων της, όταν προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, αξιώνοντας την καταβολή από την εναγομένη 1430 ωρών υπερεργασίας και υπερωριών. Όπως προκύπτει από τα άρθρα 26 επ. και 32 του Οργανισμού της εναγομένης, δεν αποκλείεται το δικαίωμα αυτής (Τράπεζας) να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας των μισθωτών της για σπουδαίο λόγο, χωρίς να προσφύγει στην πειθαρχική διαδικασία, αφού ο λόγος αυτός της καταγγελίας είναι αυτοτελής και ανεξάρτητος από το λόγο λύσης της σύμβασης, συνεπεία πειθαρχικού παραπτώματος. Επομένως η καταγγελία εκ του λόγου αυτού δεν είναι άκυρη. Η άσκηση δε του δικαιώματος αυτής από την εναγομένη, ενόψει των άνω περιστατικών που αποδείχτηκαν, ουδόλως υπερβαίνει τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ. Εξάλλου η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας από την εναγομένη ουδεμία υπαίτια βραδύτητα υπέχει, ώστε να επιφέρει αποδυνάμωση αυτού, αφού ο ενάγων μετά τη διενέργεια του ειδικού ελέγχου παύτηκε της υπηρεσίας του στις 30-4-2001 και αμέσως κινήθηκε η διαδικασία απόλυσής του η οποία, ως χρονοβόρα, περατώθηκε κατά την ημέρα κοινοποίησης της καταγγελίας. Το ότι ο ενάγων την ημέρα αυτή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του (7-1-2002) προσέφυγε στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας Τρικάλων, αξιώνοντας από την εναγομένη (αόριστα) να του καταβληθούν 1430 ώρες υπερεργασίας και υπερωριών, αποτελεί δική του μεθόδευση προς απόκρουση της καταγγελίας την οποία ήδη γνώριζε και δεν δύναται να προσάψει σ' αυτή ότι έγινε εξ αιτίας του γεγονότος τούτου από λόγους εμπάθειας, εκδίκησης και εκφοβισμού των λοιπών υπαλλήλων. Τέλος και ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ενεργούσε ως άνω παράτυπα, κατά προφορική εντολή του Διευθυντή του, αποδεσμεύοντάς τον έτσι από κάθε ευθύνη του ακόμα και από πταίσμα, ουδεμία νόμιμη βάση έχει, αφού αυτός είναι σε κάθε περίπτωση, ως κεντρικός Teller, ο αποκλειστικός υπεύθυνος κατά τον Κανονισμό Εργασιών Ταμείου της εναγομένης (κεφ. 1), για την ταμιακή διαχείριση, άρα και για την ασφάλεια των χρημάτων του ταμείου του, εφόσον δε με βάση τις διδόμενες από το διευθυντή του εντολές, δεν ήταν σε θέση να εξασφαλίσει την ασφάλεια αυτή, που του επιβαλλόταν από τον Κανονισμό, δηλ. με όρο της ατομικής του σύμβασης, όφειλε να μην εκτελεί αυτές ή να το αναφέρει στους ανωτέρους του, ο ίδιος όμως ούτε διαμαρτυρήθηκε. Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή, διότι έκρινε ότι η προαναφερόμενη υπαίτια παράβαση από τον αναιρεσείοντα των σημαντικών κανόνων της εσωτερικής λειτουργίας της αναιρεσίβλητης τράπεζας και μάλιστα στον ευαίσθητο τομέα της διαχείρισης σημαντικών χρηματικών ποσών, αποτελούν σοβαρές παραβάσεις των υποχρεώσεων αυτού από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που τον συνέδεε με την αναιρεσίβλητη και ότι από την αντισυμβατική αυτή συμπεριφορά του δικαιολογημένα κλονίσθηκε η εμπιστοσύνη της αναιρεσίβλητης στο πρόσωπό του, διαταράχθηκε η ομαλή συνεργασία των διαδίκων και κατέστη μη επιθυμητή από την αναιρεσίβλητη η συνέχιση της εργασιακής σύμβασης και τέλος, παρίστατο αναγκαία η καταγγελία αυτής, αντί της οποίας δεν ήταν αρκετή η λήψη ηπιότερων μέτρων και μάλιστα κάποιας αυστηρής πειθαρχικής ποινής. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, ούτε και στα πλαίσια της αναλογικότητας, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 672, 174, 180, 281, 288, 361 και 653 ΑΚ, 5 του ν. 2112/1920, 7 του ν. 3198/1955 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Τούτο διότι ο αναιρεσείων παρέβη τον κανονισμό της αναιρεσίβλητης, στον οποίο είχε προσχωρήσει με την πρόσληψή του, καθώς και την υπ' αριθ. 144/10-7-1997 εγκύκλιο αυτής, που αφορούσε τα μέσα ασφάλειας λειτουργίας των υποκαταστημάτων της. Τα, ως άνω, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, ανελέγκτως, δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, συνιστούν, κατ' αντικειμενική κρίση, σπουδαίο λόγο για την αναιρεσίβλητη, προς καταγγελία της συνδέουσας αυτή με τον αναιρεσείοντα εργασιακής σύμβασης, η οποία δεν υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια και στην οποία (καταγγελία) είχε κατά τις άνω διατάξεις δικαίωμα να προβεί, παρά και την προβλεπόμενη, από τον, κατά το αναιρετήριο, έχοντα συμβατική ισχύ κανονισμό της, πειθαρχική διαδικασία, το δε ληφθέν από αυτή μέτρο, δεν τελεί σε δυσαναλογία σε σχέση με την περιγραφείσα και ανελέγκτως δεκτή γενόμενη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, κατά την εκπλήρωση των από την εργασιακή σύμβαση απορρεουσών υποχρεώσεών του. Επομένως, οι, περί του αντιθέτου, πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναίρεσης, αντίστοιχα, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 KΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, ο δεύτερος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο, ειδικότερα, προβάλλεται η αιτίαση της κακής εκτίμησης των αναφερόμενων σ' αυτόν εγγράφων, είναι απαράδεκτος διότι, με την επίκληση της, από τον αρ. 19, πλημμέλειας, πλήττεται η επί της ουσίας, ανέλεγκτη, κρίση του δικαστηρίου. Ο λόγος αναίρεσης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή ισχυρισμοί θεμελιωτικοί, κατά νόμο, αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, που είναι παραδεκτοί και νόμιμοι. Εξάλλου, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, καταλογίζει στο Εφετείο την προβλεπόμενη, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη του τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του, που παραδεκτά προέβαλε ενώπιόν του, ότι 1) με το άνοιγμα των θυρίδων και την καταμέτρηση των χρημάτων δεν επιδίωκε να δημιουργήσει σύγχυση, ως προς το χρόνο εμφάνισης του ελλείμματος και την εμπλοκή περισσότερων προσώπων στη διαχείριση των χρημάτων 2) το διαθέσιμο υπόλοιπο στο ταμείο του επαρκούσε για το ποσό που παρέδωσε προς μεταφορά και 3) για τη θεμελίωση του σπουδαίου λόγου καταγγελίας της σύμβασης, δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη το έλλειμμα, που εμφάνισε το ταμείο του, κατά το παρελθόν, αφού είχε τακτοποιηθεί. Με τα επικαλούμενα, όμως, πραγματικά περιστατικά δεν θεμελιώνονται αυτοτελείς ισχυρισμοί, αλλά αρνητικοί της αγωγής και συνεπώς ο παραπάνω λόγος είναι απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικαστική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση της ως άνω υποχρέωσής του ιδρύει τον, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο παραπάνω πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα από αυτόν, ενώπιόν του, με αρ. 9, 10, 11, 11Α, 13 και 14, έγγραφα, όπως, ειδικότερα, στην αίτηση αναίρεσης προσδιορίζει αυτά. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο βεβαιώνει ότι, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων, και "όλα τα έγγραφα, που µε επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι είτε προς άµεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκµηρίων". Από τη σαφή αυτή διατύπωση και από το όλο περιεχόμενο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα παραπάνω.
Συνεπώς ο, περί του αντιθέτου, παραπάνω, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 16-7-2012, αίτηση του αναιρεσείοντος, για την αναίρεση της 4725/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΕ» είναι ορισμένου χρόνου. Σπουδαίο λόγο, μπορεί να θεμελιώσει, ακόμη και η υποψία τέλεσης ποινικού αδικήματος, ιδίως όταν ο εργαζόμενος κατείχε θέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, όπως και ο κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης του εργοδότη προς τον εργαζόμενο, αλλά και η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού. Η πρόβλεψη στον κανονισμό του εργοδότη πειθαρχικών παραπτωμάτων και αντίστοιχων ποινών, δεν αφαιρεί από αυτόν το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας, χωρίς προηγούμενη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας. Το δικαστήριο ερευνά αν με την άσκηση του δικαιώματος απόλυσης, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας.
|
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας
|
Καταγγελία σχέσης εργασίας, Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 455/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ν. Τ. του Σ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 42137/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 526/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναίρεσης και να παύση οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει, σε κάθε περίπτωση, από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα, αν το πρόσωπο, στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και είναι άγνωστη η διαμονή του, η επίδοση γίνεται, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη αυτή προσώπων, στο δήμαρχο της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του ή στο δημοτικό υπάλληλο που ορίζει ο δήμαρχος γι' αυτό το σκοπό. Η μη τήρηση των διατυπώσεων αυτών συνεπάγεται κατά το άρθρο 154 παρ. 2 του ΚΠοινΔ την ακυρότητα της επιδόσεως και δεν αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3904/2010, απόλυτη ακυρότητα προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν "την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα". Σύμφωνα με την πάγια νομολογία των Εθνικών Δικαστηρίων, ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων 154 και 156, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος, τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Επί του ως άνω ζητήματος, του αν, δηλαδή, ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν έχει δηλώσει στην Εισαγγελική Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο την νέα του διεύθυνση, θεωρείται, σε κάθε περίπτωση, ήτοι και αν ακόμη δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση, ως άγνωστης διαμονής, ή αν πρέπει η Εισαγγελία να τον αναζητήσει και σε άλλες διευθύνσεις, που ενδεχομένως προκύπτουν από δηλώσεις του σε άλλες Αρχές (όπως στην Δ.Ο.Υ., όπου, κατά νόμον - άρθρο 76 παρ. 1 ν. 2238/1994 "Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος", είναι υποχρεωτική η δήλωση κάθε μεταβολής στην κατοικία του φορολογουμένου), καθώς και αν το Δικαστήριο, στο οποίο φέρεται η υπόθεση, έχει υποχρέωση να μη βασιστεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως, αλλά να συνεκτιμήσει και άλλα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα) που προσκομίζει ο ενδιαφερόμενος, έχει αποφανθεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σύμφωνα με τη νομολογία του οποίου [βλ. υπόθεση Popovitsi κατά Ελλάδας (αριθ. προσφυγής 53451/2007 - απόφαση από 14.1.2010), υπόθεση Elyasin κατά Ελλάδας (αριθ. προσφυγής 46929/2006 - απόφαση από 28.5.2009)], αν η αρμόδια Εισαγγελική Αρχή δεν εξάντλησε τις προσπάθειές της να τον εντοπίσει ή αν το Εφετείο, το οποίο απέρριψε έφεσή του ως εκπρόθεσμη, βασίστηκε μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συνεκτιμήσει τα προσκομιζόμενα ενώπιόν του στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνσή του, παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, τοσούτω μάλλον, καθόσον, όταν οι πολίτες δεν έχουν καμιά γνώση των σε βάρος τους κατηγοριών, δεν συντρέχει λόγος, για τον οποίο πρέπει να ενημερώνουν από μόνοι τους την εισαγγελία για κάθε αλλαγή διευθύνσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 42137/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως από αυτή προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση με αριθμό εκθέσεως …/6.6.2008 του ήδη αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, εκπροσωπηθέντος στη δίκη από το συνήγορό του, κατά της υπ' αριθ. 51959/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί αυτός, ερήμην, για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ, σε συνολική ποινή φυλακίσεως σαράντα οκτώ (48) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική, και χρηματική ενός εκατομμυρίου διακοσίων πενήντα χιλιάδων (1.250.000) δραχμών. Από την ανωτέρω έφεση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της, είχε προβάλει ότι "ουδέποτε έλαβε γνώση αυτής ως τις 28.5.08 οπότε και συνελήφθη, καθώς αναζητήθηκε στην οδό …, από όπου είχε μετοικήσει, με αποτέλεσμα η απόφαση που προσβάλλεται να του έχει επιδοθεί ως αγνώστου διαμονής, μολονότι αυτός είχε μόνιμη διαμονή στην οδό … στην …, η οποία ήταν γνωστή στην Εισ. Πλημ. Αθηνών, καθώς προκύπτει κι από άλλα κλητήρια θεσπίσματα που του επιδόθηκαν το ίδιο διάστημα", δηλαδή είχε προβάλει, με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως "άγνωστης διαμονής". Κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση, ο εκκαλών - κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, είχε προτείνει, δια του συνηγόρου του, τον ισχυρισμό ότι η επίδοση σ` αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής ήταν άκυρη, γιατί, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως, είχε γνωστή διαμονή (επί της οδού … αριθ. … στην …), προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του αυτού είχε προσκομίσει αντίγραφα φορολογικών δηλώσεων των οικονομικών ετών 2001, 2003 και 2007, αντίγραφο αποδείξεως βεβαιώσεως φόρου οικονομικού έτους 2002, κ.λπ., καθώς και την από 30.11.2001 προανακριτική του κατάθεση (επί άλλης υποθέσεως) ενώπιον της Πταισματοδίκου Πειραιώς, όπου είχε δηλώσει την ως άνω διεύθυνσή του, η οποία αναγράφεται και στην έκθεση εφέσεως και στην οποία του επιδόθηκε το υπ' αριθ…/23.11.2002 κλητήριο θέσπισμα της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Πειραιώς για να παραστεί στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς στις 4.3.2003. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό του και, στη συνέχεια, έκρινε την έφεση εκπρόθεσμη, με την αιτιολογία ότι: "... προκύπτει ότι η υπ' αριθμ. 51959/2001 ερήμην απόφαση ... επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής την 24-6-2004 στην αρμόδια δημοτική υπάλληλο Ε. Λ., που είχε ορίσει ο Δήμαρχος … (ως τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου), την οποία τοιχοκόλλησε αυθημερόν στο δημοσιότερο μέρος του Δήμου …, διότι ο κατηγορούμενος απουσίαζε από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για την Εισαγγελία Αθηνών, που είχε παραγγείλει την επίδοση της, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερόμενων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α προσώπων. Κατά της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Δημητρίου Βαλάση, άσκησε την από 6-6-2008 έφεση του, η οποία ενεγράφη στα βιβλία εφέσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό έκθεσης εφέσεως …/2008, στην οποία ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος διέλαβε, μεταξύ άλλων, τα εξής : " ... ". Ομοίως, η ίδια δήλωση επαναλήφθηκε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου. Προβάλλει συνεπώς ο κατηγορούμενος με την έφεσή του σε συνδυασμό με τους δια πληρεξουσίου ισχυρισμούς του στο ακροατήριο, ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής ενόψει του ότι κατά τον χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης ήταν γνωστής τοιαύτης [...]. Ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος καθότι ... ανεξαρτήτως του ότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως δεν διατηρούσε πλέον κατοικία επί της οδού …στην …, δεν προέκυψε ότι αυτό ήταν γνωστό στην Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών. Τούτο διότι ο κατηγορούμενος ουδόλως είχε καταστήσει γνωστή στην ανωτέρω Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού … στην …, ούτε αποδείχθηκε ότι η διεύθυνση αυτή είχε περιέλθει, κατά κάποιο άλλο τρόπο σε γνώση της εισαγγελικής αρχής, που παράγγειλε την επίδοση. Βέβαια ο κατηγορούμενος προκειμένου να αποδείξει ούτε ήταν γνωστής διαμονής επικαλείται και προσκομίζει κατ' αρχήν έγγραφα συναλλαγών του με διάφορες δημόσιες αρχές [Δ.Ο.Υ. κ.λπ.], πλην όμως, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος πού απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για την δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για την επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους. Ομοίως, η από τον εκκαλούντα προσκομιδή του με αρ../23-11-2002 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά καθώς και της από 30-11-2001 αίτησής του προς την Πταισματοδίκη Πειραιά δεν αναιρεί το γεγονός ότι αυτός θεωρείται ως άγνωστης διαμονής, εφόσον, σύμφωνα με όσα επίσης εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν αρκεί, προκειμένου να θεωρηθεί γνωστής διαμονής, η κατοικία του να είναι γνωστή σε άλλη Εισαγγελική Αρχή, όπως εν προκειμένω είναι η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιά, ή σε άλλη Αστυνομική Αρχή. Γνωστής διαμονής θα ήταν ο κατηγορούμενος και η επίδοση θα έπασχε ακυρότητα, μόνον εάν η κατοικία του ήταν γνωστή στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της
απόφασης, ήτοι στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών. Κατά τον τρόπο αυτό η επίδοση της εκκαλουμένης στον κατηγορούμενο ως αγνώστου διαμονής ήταν έγκυρη, ορθά δε αυτός αναζητήθηκε στην διεύθυνση που αναγραφόταν στη μήνυση, και επομένως από τότε άρχιζε η πιο πάνω προθεσμία άσκησης της έφεσης. Σημειωτέον ότι ενόψει του ότι η επίδοση της εκκαλουμένης έγινε πριν από μια επταετία, δεν μπορεί να υιοθετηθεί η άποψη ότι η Εισαγγελία Αθηνών όφειλε να γνωρίζει τη νέα διεύθυνση κατοικίας του εκκαλούντος από άλλες εισαγγελικές ή δημόσιες αρχές της χώρας, αφού δεν υπήρχε τέτοια εξέλιξη της μηχανογράφησης ούτε on line σύνδεση υπηρεσιών. Κατά συνέπεια η κρινόμενη έφεση είναι εκπρόθεσμη, καθόσον ασκήθηκε μετά την τριακονθήμερη προθεσμία από την επίδοση της εκκαλουμένης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 εδ. β' ΚΠΔ. ...". Με τους, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η, Δ και Α, πρώτο, δεύτερο, κατά το ένα σκέλος του, και τρίτο λόγους αναιρέσεως, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για υπέρβαση εξουσίας, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απόλυτη ακυρότητα από την παραβίαση του υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος) άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και συγκεκριμένα γιατί το Δικαστήριο, με το να δεχθεί ως έγκυρη την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής, ενώ αυτός είχε γνωστή διαμονή, χωρίς να συνεκτιμήσει και τα αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει, αλλά να βασιστεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως και στο ότι αυτός δεν είχε δηλώσει τη διεύθυνσή του στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση, και, στη συνέχεια, να απορρίψει την έφεσή του ως εκπρόθεσμη, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, παραβιάζοντας συγχρόνως και τις αρχές της δίκαιης δίκης, όπως αυτές προδιαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού μεταφέρεται στους ώμους του πολίτη το βάρος να ενημερώνει την (ορισμένη) Εισαγγελία για όποια μεταβολή της κατοικίας του. Το ως άνω, λοιπόν, ζήτημα, κατά την ομόφωνη γνώμη του Τμήματος, είναι εξαιρετικής σημασίας και παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον, γι' αυτό πρέπει οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως να παραπεμφθούν στην Πλήρη Ολομέλεια, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 2β του ν.1756/1988, όπως ισχύει, και το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν.3810/1957, το οποίο έχει διατηρηθεί σε ισχύ ως προς τις ποινικές υποθέσεις (άρθρο 111 παρ. 1 περ. θ' του Ν.1756/1988), ενόψει της μέχρι τώρα κρατούσας νομολογίας των Ελληνικών Δικαστηρίων και της αντίθετης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων είχε ισχυριστεί, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, ότι στο αποδεικτικό επιδόσεως αναγράφεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση παραδόθηκε στον Δήμαρχο …χωρίς να αναφέρεται το όνομά του, ο οποίος και δεν υπογράφει ούτε βεβαιώνει ότι προέβη στην τοιχοκόλλησή της. Ότι, αντιθέτως, την παραλαβή της αποφάσεως υπογράφει η υπάλληλος του Δήμου Ε. Λ., χωρίς να διευκρινίζεται αν αυτή ήταν η αρμόδια για την παραλαβή των εγγράφων υπάλληλος. Και ότι, έτσι, καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος αν έχουν τηρηθεί οι διατάξεις του άρθρου 161 παρ. 1 του ΚΠοινΔ. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος, γιατί από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση του από 24.6.2004 αποδεικτικού επιδόσεως της εκκαλουμένης υπ' αριθ. 51359/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και από τις επ` αυτού σφραγίδες του Δήμου …, τόσο σ` αυτό (αποδεικτικό επιδόσεως), όσο και στη, στη συνέχεια τούτου, καταχωρημένη βεβαίωση περί τοιχοκολλήσεως, στην οποία αναφέρεται η βεβαίωση της υπαλλήλου Ε. Λ., η οποία παρέλαβε με το αποδεικτικό αυτό την απόφαση και είχε ορισθεί προς τούτο, ότι "τοιχοκόλλησε την απόφαση στο δημοσιότερο μέρος της έδρας του πιο πάνω Δήμου …, προκύπτει ότι η ως άνω υπάλληλος είχε εξουσιοδοτηθεί από το Δήμαρχο … να παραλαμβάνει έγγραφα, δεν απαιτείτο δε να αναφέρεται και ποιος ήταν ο Δήμαρχος, κατ' εντολήν του οποίου παρέλαβε το έγγραφο η ανωτέρω υπάλληλος, ενώ η μη διαγραφή του ενός ζεύγματος από το έντυπο μέρος του επιδοτηρίου "παρέδωσα στο Δήμαρχο … ή στον ορισμένο από αυτόν υπάλληλο" οφείλεται σε παραδρομή και δεν δημιουργεί ακυρότητα της επιδόσεως, αφού είναι γνωστό το πρόσωπο του Δημάρχου, ενώ το πρόσωπο της εξουσιοδοτημένης υπαλλήλου να παραλαμβάνει έγγραφα κατονομάζεται. Το Δικαστήριο, επομένως, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση του. Παρά ταύτα, τον απέρριψε με πλήρη αιτιολογία, η οποία, έχει ως εξής: "Περαιτέρω, από το προαναφερθέν αποδεικτικό επίδοσης προκύπτει ότι η εκκαλουμένη παραδόθηκε στην ορισμένη από τον Δήμαρχο … υπάλληλο του Δήμου Ε. Λ., αφού η τελευταία υπογράφει κάτω από την ένδειξη "παρέλαβα" ότι της παραδόθηκε η εκκαλουμένη από την αστυφύλακα Ε. Ν. του Α.Τ … και μάλιστα εκτός από την υπογραφή της έχει θέσει και το ονοματεπώνυμό της με ευδιάκριτη σφραγίδα, ενώ επιπρόσθετα έχει θέσει και τη σχετική σφραγίδα του Δήμου …, χωρίς καμία αμφιβολία περί τούτου να δημιουργείται εκ του γεγονότος ότι το όργανο επίδοσης δεν έχει διαγράψει τη φράση "στο Δήμαρχο …, αφού είναι γνωστό σε όλους ποιος ήταν δήμαρχος …κατά τον χρόνο της επίμαχης επίδοσης, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία περί του προσώπου που παρέλαβε την εκκαλουμένη προκειμένου να την τοιχοκολλήσει. Μάλιστα, στο δεύτερο πεδίο του αποδεικτικού της επίδοσης "ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟΙΧΟΚΟΛΛΗΣΗ αναγράφεται κατά λέξη: "ο υπογραφόμενος που παρέλαβε την πιο πάνω απόφαση, βεβαιώνω ότι την τοιχοκόλλησα στο δημοσιότερο μέρος του Δήμου … για να αποσταλεί η βεβαίωση αυτή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών που παρήγγειλε την επίδοση της απόφασης. Αθήνα, 24-6-2004". Ακολουθεί η σφραγίδα του Δήμου και η υπογραφή της υπαλλήλου Ε. Λ. μαζί με σφραγίδα που αποτυπώνει το ονοματεπώνυμό της. Άρα και εκ της περικοπής αυτής είναι σαφές ότι το πρόσωπο που παρέλαβε αντίγραφο της εκκαλουμένης ήταν αρμόδιος δημοτικός υπάλληλος ορισθείς από το Δήμαρχο …. Συνακόλουθα, ...". Επομένως, ο δεύτερος, κατά το άλλο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη, και ως προς αυτό το σημείο, ειδικής και συγκεκριμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου την υπ' αριθ. 43/2 Απριλίου 2012 αίτηση του Ν. Τ. του Σ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 42137/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και μόνον ως προς τους λόγους της περί αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (κατά το ένα σκέλος του, όπως εκτίθεται στο σκεπτικό) και απόλυτης ακυρότητας λόγω παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, προς επίλυση του νομικού ζητήματος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση, κατά τα λοιπά.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη. Ποιος θεωρείται άγνωστης διαμονής. Ποιος θεωρείται τόπος κατοικίας του κατηγορουμένου. Άρθρο 6§1 της ΕΣΔΑ. Στο αποδεικτικό επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής δεν απαιτείται να αναφέρεται το όνομα του Δημάρχου, εφόσον κατονομάζεται και υπογράφει ο εξουσιοδοτημένος για την παραλαβή εγγράφων υπάλληλος, ενώ η μη διαγραφή του ενός ζεύγματος από το έντυπο μέρος του επιδοτηρίου «παρέδωσα στο Δήμαρχο Αχαρνών ή στον ορισμένο από αυτόν υπάλληλο» δεν δημιουργεί ακυρότητα. Παραπέμπει στην Πλήρη Ολομέλεια το ζήτημα, αν ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν έχει δηλώσει στην Εισαγγελική Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο την νέα του διεύθυνση, θεωρείται, σε κάθε περίπτωση, ως άγνωστης διαμονής, ή αν πρέπει η Εισαγγελία να τον αναζητήσει και σε άλλες διευθύνσεις, που ενδεχομένως προκύπτουν από δηλώσεις του σε άλλες Αρχές, καθώς και αν το Δικαστήριο, στο οποίο φέρεται η υπόθεση, έχει υποχρέωση να μη βασιστεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως, αλλά να συνεκτιμήσει και άλλα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζει αυτός. Απορρίπτει την αίτηση κατά τα λοιπά.
|
Ακυρότητα επιδόσεως
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Ε.Σ.Δ.Α., Εφέσεως απαράδεκτο, Ακυρότητα επιδόσεως, Παραπομπή στην Ολομέλεια.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 454/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο ,- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. συζ. Ι. Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ελεονώρα Φρατζεσκάκη περί αναιρέσεως της 13/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα: Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία " Τράπεζα Εurobank Ergasias Α.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσουκαλά
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2011 αίτησή της αναιρέσεως και τους από 30 Μαρτίου 2012 και 17 Οκτωβρίου 2012 πρόσθετους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1423/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 2, 474 παρ. 1, 2, και 509 παρ. 1 εδ. α' και 2 του ΚΠοινΔ, οι περιεχόμενοι στην έκθεση περί ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεων λόγοι, πρέπει, για να είναι τούτο παραδεκτό, να περιλαμβάνονται στους αναφερομένους στο άρθρο 510 του ιδίου Κώδικα λόγους και να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, να περιέχονται δε στο σώμα της συντασσομένης σχετικής εκθέσεως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 148 του αυτού Κώδικα από το δικαστικό γραμματέα ή, επί κρατουμένου αναιρεσείοντος, τον διευθυντή των φυλακών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α' της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση, είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας". Η διάταξη αυτή εγγυάται "το δικαίωμα στο δικαστήριο", έκφανση του οποίου αποτελεί το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το δικαίωμα τούτο δεν είναι απόλυτο, αλλά μπορεί να υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού ενός ενδίκου μέσου, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να μην περιορίζουν ουσιωδώς το δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο, ώστε να προσβάλλεται η ιδία η ουσία του δικαιώματος αυτού. Αντιθέτως, οι περιορισμοί αυτοί είναι σύμφωνοι προς την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, εφόσον δικαιολογούνται από την εύλογη σχέση αναλογικότητας, που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και των επιδιωκομένων σκοπών. Εντεύθεν παρέπεται ότι το Κράτος, όταν θεσπίζει το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, έχει την υποχρέωση να διαμορφώνει τις σχετικές διαδικασίες, που αφορούν τους τύπους και τις προθεσμίες του ενδίκου τούτου μέσου, κατά τρόπο σύμφωνο προς τις απορρέουσες από το εν λόγω άρθρο 6 εγγυήσεις. Έτσι, αν το εθνικό δίκαιο προβλέπει ότι πρέπει να συνταχθεί έκθεση, που περιλαμβάνει τους λόγους αυτής, η ευθύνη και οι κυρώσεις για τη μη τήρηση του τύπου τούτου αφορούν τον υπάλληλο και όχι τον αναιρεσείοντα, ο οποίος, άλλως, υφίσταται δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματός του να προσφύγει στο αναιρετικό δικαστήριο. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον η ΕΣΔΑ κατισχύει των εθνικών διατάξεων βάσει της ως άνω συνταγματικής επιταγής, πρέπει οι προαναφερθείσες διατάξεις του ΚΠοινΔ να ερμηνευθούν σύμφωνα με τη Σύμβαση αυτή και έτσι να γίνει δεκτό ότι, εάν οι λόγοι αναιρέσεως δεν περιλαμβάνονται στο κύριο σώμα της αιτήσεως αναιρέσεως που ασκήθηκε με έκθεση ενώπιον του διευθυντού των φυλακών, όπου ο αναιρεσείων κρατείται, αλλά σε επισυναπτόμενο σε αυτήν έγγραφο του αναιρεσείοντος που περιέχει τους αναιρετικούς λόγους, το οποίο έχει επισυναφθεί και μνημονεύεται ρητώς στην έκθεση και για το οποίο έχει συνταγεί εν τέλει έκθεση καταθέσεως, οι λόγοι αναιρέσεως παραδεκτώς προβάλλονται με αυτόν τον τρόπο, διότι, άλλως, ο αναιρεσείων υποβάλλεται σε ένα δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα της προσβάσεως στον Άρειο Πάγο και υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Στην προκειμένη περίπτωση η υπ' αριθ. 40/23.11.2011 αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 13/7.1.2011 αποφάσεως του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε με έκθεση ενώπιον του διευθυντή του Καταστήματος Κρατήσεως Γυναικών Ελεώνα Θηβών, όπου κρατείται η αναιρεσείουσα, οι δε λόγοι αναιρέσεως δεν περιλαμβάνονται στο κύριο σώμα της αιτήσεως αναιρέσεως αλλά σε επισυναπτόμενο σε αυτήν έγγραφο, το οποίο μνημονεύεται ρητώς στην έκθεση, διότι γίνεται μνεία σε αυτήν ως συνημμένο, περιέχει τους αναιρετικούς λόγους, έχει εσωτερική συνέχεια με αυτήν και έχει επισυναφθεί στην έκθεση. Κατά τα διαλαμβανόμενα δε στην έκθεση αυτή, η αναίρεση ζητείται "για όσα αναφέρει στο συνημμένο", στο οποίο έχει συνταγεί εν τέλει έκθεση εγχειρίσεως, η οποία φέρει τις υπογραφές του διευθυντού των φυλακών, της αναιρεσείουσας και της γραμματέως των φυλακών. Το έγγραφο αυτό, επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, να θεωρηθεί ότι αποτελεί μέρος της ένδικης εκθέσεως αναιρέσεως, η οποία, παρά την υφισταμένη ως άνω ατέλεια, έχει συνταγεί νομίμως, διότι άλλως η αναιρεσείουσα θα υφίστατο αδικαιολόγητο και μη οφειλόμενο σε πταίσμα της δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα της προσβάσεως στον Άρειο Πάγο και θα υπήρχε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θεωρείται παραδεκτή. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 του ν.δ.1160/1972 εκτός από τους αναφερομένους στην έκθεση αναιρέσεως λόγους (άρθρα 473 παρ. 2 και 474 παρ. 2) μπορούν να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως με έγγραφο που κατατίθεται, με κύρωση απαραδέκτου, δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη προς συζήτηση ημέρα στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Επί προσθέτων λόγων αναιρέσεως ασκουμένων από αναιρεσείοντα κρατούμενο, εάν αυτοί ασκηθούν με δήλωση προς τον διευθυντή των φυλακών και όχι στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι κάμπτεται το εκ του άρθρου 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ απαράδεκτο αυτών, ούτε ότι ο αναιρεσείων υποβάλλεται σε ένα δυσανάλογο εμπόδιο στο να ασκήσει το δικαίωμα της προσβάσεως στον Άρειο Πάγο κατά παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, επειδή, ως κρατούμενος, αδυνατεί να εμφανισθεί ενώπιον του γραμματέως της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, καθ' όσον αυτός, εάν είναι χαμηλού εισοδήματος και δεν έχει δυνατότητα διορισμού συνηγόρου, δύναται να ζητήσει από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου διορισμό συνηγόρου, κατ' άρθρ. 6 του Ν 3226/2004, ο οποίος και δύναται να ασκήσει κατά την άνω διατύπωση τους προσθέτους λόγους και να τηρήσει, με κύρωση απαραδέκτου, τη διάταξη του άρθρου 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα υπέβαλε τους από 30.3.2012 και 17.10.12 προσθέτους λόγους αναιρέσεως με έγγραφα τα οποία κατέθεσε τις αντίστοιχες ημερομηνίες στον διευθυντή του άνω Καταστήματος Κρατήσεως Γυναικών Ελεώνα Θηβών, όπου κρατείται, στα οποία έχει συνταγεί εν τέλει έκθεση εγχειρίσεως, η οποία φέρει τις υπογραφές του διευθυντού των φυλακών, της αναιρεσείουσας και της γραμματέως των φυλακών.
Συνεπώς και οι πρώτοι (από 30.3.2012) και οι δεύτεροι (από 17.10.12), δεν ασκήθηκαν παραδεκτώς και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, ακόμη περισσότερο αφού η αναιρεσείουσα ζήτησε και απέκτησε διορισμένη συνήγορο, την δικηγόρο Αθηνών Ελεονώρα Φρατζεσκάκη, η οποία διορίσθηκε με την υπ' αριθ. 133/20.9.2012 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, η δε διατύπωση του άρθρου 509 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ως περιορισμός, είναι συμβατή με την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι σκοπεί στην διευκόλυνση του Εισαγγελέα και του πολιτικώς ενάγοντος να ασκήσουν τα εκ του ΚΠοινΔ δικαιώματά τους.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών", κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ιδίου ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (που αντιστοιχούν σε 15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (που αντιστοιχούν σε 73.000 ευρώ). Η άνω παρ. 3 του άρθρου 386 ΠΚ όριζε, προ του 1996, ότι "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν ο περιστάσεις υπό τις οποίες η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος". Επίσης, η παρ. 2 του άρθρου 98 του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.11 του ν. 2721/1999, ορίζει, ότι "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Από τη διατύπωση όλων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι για το χαρακτηρισμό, ως κακουργήματος, του εγκλήματος της απάτης, μετά την τροποποίηση δια του ανωτέρω ν. 2721/1999, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του υπό του δράση σκοπουμένου οφέλους ή της επελθούσας ζημίας τρίτου, στην οποία απέβλεπε αυτός, εφόσον υπερβαίνει το υπό του νόμου καθοριζόμενο χρηματικό ως άνω όριο, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικοτέρων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεώς τους. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1, 2 του ν. 4055/12.3.2012, του οποίου η ισχύς άρχισε, κατ' άρθρο 110 αυτού, από 2.4.2012, το προβλεπόμενο στις διατάξεις της περ. α' και β' της παρ.3 του άρθρου 386 του ΠΚ ποσό των 15.000 και 73.000 ευρώ αντίστοιχα, αναπροσαρμόζεται στο ποσό των 30.000 και 120.000 ευρώ αντίστοιχα. Ήτοι η απάτη διώκεται πλέον σε βαθμό κακουργήματος, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ αντί 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 αντί των 73.000 ευρώ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την ψευδή κατάσταση που εμφανίζει ο δράστης, που έχει ήδη λάβει την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης.
Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' του ΠΚ: α) κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος και β) κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτού προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς αυτό ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού και σ' αυτήν την περίπτωση πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, έτσι ώστε δεν απαιτείται να υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες του δράστη. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι για την κακουργηματική μορφή της απάτης απαιτείται, επιπλέον, κατά την παρ. 3 του άρθρου 386 του ΠΚ, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Μετά δε την αντικατάστασή της παρ. 3 του άρθρου 386 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε αυτός, ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. και ήδη των 30.000 ευρώ Η διάταξη, δηλαδή, του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 2721/ 1999, κατά το μέρος αυτής, με το οποίο θεσπίζεται πρόσθετη προϋπόθεση για την κακουργηματική μορφή της απάτης, δηλαδή, εκτός από την κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να είναι μεγαλύτερη των 5.000.000 δρχ. (ήδη 30.000 ευρώ), είναι ευνοϊκότερη των προηγουμένων ρυθμίσεων και εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής της και δεν έχουν εκδικασθεί αμετακλήτως. Τούτο δε, διότι ο νέος νόμος είναι επιεικέστερος στο σύνολό του για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλέπονταν ποσοτικά όρια.
Συνεπώς, πράξεις απάτης που τελέστηκαν εξακολουθητικώς προ της ισχύος του ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό όφελος άνω των 5.000.000 δρχ. (ήδη 30.000 ευρώ), διατηρούν και υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεώς τους. Η άποψη ότι, για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της κατ' εξακολούθηση απάτης, που τελέστηκε πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 2721/1999, απαιτείται η κάθε μερικότερη πράξη να υπερβαίνει τα 5.000.000 δραχμές, θα οδηγούσε στην κατασκευή ενός τρίτου, ανυπάρκτου, νόμου, αφού ο μεν παλαιός νόμος δεν προέβλεπε ποσοτικά όρια, ο δε νέος νόμος προβλέπει όρια αλλά με το αθροιστικό σύστημα. (ΟλΑΠ 5/2008). Η παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση), που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιωπήσεως δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια της παραλείψεως, ανακοινώσεως αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοινώσεως, από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου. Το πρόσωπο του παραπλανήσαντος δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζεται με εκείνο του ωφεληθέντος, ούτε το πρόσωπο του παραπλανηθέντος με εκείνο του ζημιωθέντος. Από υποκειμενική άποψη έχει υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, τελείται δηλαδή με την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, που είναι η αποκόμιση παρανόμου περιουσιακού οφέλους του ιδίου ή άλλου, με βλάβη τρίτου. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 ΠΚ και 511 εδ. τελ. του ΚΠοινΔ, ορίζεται ότι αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει και μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως είναι και οι προαναφερθείσες του άρθρου 13 στοιχ. στ' του ΠΚ και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους. Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης υπ' αριθ. 13/2011 αποφάσεως του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Με την 5429/7-5-1992 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, που καταρτίσθηκε στην Αθήνα μεταξύ της κατηγορουμένης, που ενεργούσε ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ASKOT Ε.Π.Ε." με έδρα την Αθήνα, και της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε.", η τελευταία χορήγησε στην πρώτη πίστωση με ανοικτό λογαριασμό, η οποία με τις υπ' αριθμ…/1/18-12-1992, …/2/2-11-1993, …/3/13-12-1993, …/4/21-7-1994, …/5/31-1-1995, …/6/12-12-1995 και …/7/23-4-1996 πρόσθετες πράξεις για αύξηση του ποσού της πιστώσεως αυξήθηκε σταδιακά μέχρι του ποσού των 35.000.000 δρχ. Η κατηγορουμένη εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης την εκπλήρωση κάθε υποχρεώσεως της πιστούχου εταιρείας από την εν λόγω σύμβαση και τις πρόσθετες πράξεις της, παραιτούμενη συγχρόνως της ενστάσεως της διζήσεως και κάθε άλλης ενστάσεως ως εγγυήτρια. Στα πλαίσια της συμβάσεως αυτής λειτούργησε στην "Τράπεζα Εργασίας Α.Ε." ο υπ' αριθμ. ... αλληλόχρεος λογαριασμός, ο οποίος κινήθηκε καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα, πλην όμως στις 28-6-1996 εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου εταιρείας ποσού 28.038.322 δρχ., το οποίο και αναγνώρισε η κατηγορουμένη με την από 28-6-1996 έγγραφη δήλωση της. Για την εξασφάλιση της πιστώσεως αυτής η κατηγορουμένη, ενεργώντας ως νόμιμη εκπρόσωπος της πιστούχου εταιρείας, αλλά και για τον εαυτό της ατομικά ως εγγυήτρια, εκχώρησε στην Τράπεζα 69 συναλλαγματικές πελατείας της, που αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας και ανέρχονταν στο συνολικό ποσόν των 25.250.000 δρχ. Κατά την παράδοση των συναλλαγματικών αυτών στους αρμόδιους υπαλλήλους του Τμήματος Χορηγήσεων της Τράπεζας, η κατηγορουμένη τους διαβεβαίωσε ότι οι εν λόγω πιστωτικοί τίτλοι είναι αποδοχής πελατών της, που όλοι τους είναι φερέγγυοι και με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ότι οι συναλλαγματικές είναι υπαρκτές και θα πληρωθούν κανονικά κατά της λήξη τους, προς ενίσχυση δε των διαβεβαιώσεων της προσκόμισε στην Τράπεζα και δελτία λιανικής πωλήσεως, καθώς και έντυπα παραγγελίας της εταιρείας, που φέρονταν ότι εκδόθηκαν από τους αποδέκτες των συναλλαγματικών, ώστε να πεισθούν οι υπάλληλοι της Τράπεζας ότι οι πιστωτικοί τίτλοι που τους είχε παραδώσει ως ενέχυρα αντιπροσώπευαν υπαρκτές συναλλαγές με τους πελάτες της και ότι η εταιρεία της είχε μεγάλο κύκλο εργασιών. Πράγματι οι υπάλληλοι του Τμήματος Χορηγήσεων της Τράπεζας Εργασίας πείσθηκαν στις διαβεβαιώσεις αυτές και αφού παρέλαβαν τα προαναφερόμενα έγγραφα (δελτία αποστολής, έντυπα παραγγελιών) και τα αντίστοιχα αξιόγραφα, ενέκριναν τη χορήγηση στην πιστούχο εταιρεία και νέας πιστώσεως ποσού 25.250.000 δρχ., δηλαδή ίσης με το συνολικό ποσόν που αντιπροσώπευαν οι συναλλαγματικές αυτές, οι οποίες ωστόσο δεν πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους. Για το λόγο αυτό η ενεχυρούχος Τράπεζα εξέδωσε σε βάρος της πιστούχου εταιρείας "ASCOT Ε.Π.Ε." και των αποδεκτών των συναλλαγματικών τις υπ' αριθμ…/1997, …/1997, …/1997, …/1997, …/1997, …/1997, …/1997, …/1997, …/1997, …/1997 και …/1997 διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Ωστόσο, όταν η εγκαλούσα Τράπεζα επιχείρησε να εκτελέσει τις πιο πάνω διαταγές πληρωμής, διαπίστωσε ότι οι αποδέκτες των σχετικών συναλλαγματικών ήσαν ανύπαρκτα πρόσωπα, την ίδια διαπίστωση έκανε δε και για άλλες συναλλαγματικές που είχε στα χέρια της και δεν είχε επιδιώξει ακόμη να τις εξοπλίσει με εκτελεστό τίτλο. Τις συναλλαγματικές αυτές είχε καταρτίσει από την αρχή η κατηγορουμένη με ανύπαρκτα πρόσωπα στη θέση του αποδέκτη, όπως πλαστά ήσαν και όλα τα δελτία αποστολής και παραγγελιών που είχε καταθέσει η ίδια στην Τράπεζα για να ενισχύσει τις ψευδείς παραστάσεις της αναφορικά με τη φερεγγυότητα των προσώπων που φέρονταν να έχουν αποδεχθεί τις συναλλαγματικές αυτές. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι υπάρχουν όλα τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία (μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα) για να σχηματίσει το δικαστήριο δικανική πεποίθηση για την πράξη για την οποία κατηγορείται η κατηγορουμένη, και δεν είναι αναγκαία η αναβολή της υποθέσεως για κρείσσονες αποδείξεις, όπως ζητεί η ίδια, αίτημα το οποίο είχε γίνει κατ' αρχάς δεκτό στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 553/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Αθηνών, η οποία ως προπαρασκευαστική ανακλήθηκε στη συνέχεια κατ' άρθρο 548 ΚΠΔ με την 397/2009 εκκαλουμένη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και επαναφέρεται πάλι ως αίτημα στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου, το οποίο και είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη από την επανειλημμένη τέλεση των πιο πάνω πράξεων με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος έχει αποκτήσει τη ροπή για τη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας της, ενώ και το περιουσιακό όφελος που απέβλεπε να επιτύχει υπερβαίνει το ποσόν των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, αφού είχε εισπράξει ήδη από την εγκαλούσα Τράπεζα το ποσόν των 28.038.322 δρχ. και με την παράδοση των πιο πάνω συναλλαγματικών είχε επιτύχει την αύξηση του χορηγούμενου ποσού πιστώσεως κατά το ισόποσο τούτων, δηλαδή κατά 25.250.000 δρχ., έτσι ώστε το συνολικό ποσόν της ζημίας της Τράπεζας ανήλθε στο ποσόν των 53.288.322 δρχ. ή 156.385,39 ευρώ. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι για το χαρακτηρισμό του εγκλήματος της απάτης ως κακουργήματος λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επιμέρους κονδυλίων, ακόμη και για το χρονικό διάστημα πριν την 3-6-1999 και κατόπιν τούτου πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος ο σχετικός ισχυρισμός της κατηγορουμένης για χαρακτηρισμό του εγκλήματος που κατηγορείται με βάση τα κατ' ιδία κονδύλια και όχι το σύνολο του ποσού, και συνακόλουθα για πράξεις σε βαθμό πλημμελήματος, εφόσον καμιά από τις 69 συναλλαγματικές δεν υπερβαίνει το ποσόν των 5.000.000 δρχ., με περαιτέρω συνέπεια την παραγραφή των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, αφού από το χρόνο τελέσεως τούτων μέχρι την επίδοση της κλήσεως στο ακροατήριο έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν της 5ετίας, και σε κάθε περίπτωση μέχρι σήμερα έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν των οκτώ ετών. Ειδικότερα, προς αντίκρουση του ισχυρισμού τούτου πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Για να στοιχειοθετηθεί η απάτη της παρ. 3 εδ α' του άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε αυτός, ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ). Η νέα διάταξη είναι ευνοϊκότερη της προηγούμενης και εφαρμόζεται και επί πράξεων που τελέσθηκαν εξακολουθητικώς πριν την έναρξη ισχύος του ν. 2721/1999, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικότερων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, διότι ο νέος νόμος είναι επιεικέστερος στο σύνολο του για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι η προηγούμενη ρύθμιση δεν προέβλεπε ποσοτικά όρια. Η επιμεριστική όμως μέθοδος υπολογισμού του ποσοτικού ορίου είναι εσφαλμένη, καθώς δημιουργεί ένα τρίτο κανόνα δικαίου, αφού ο παλαιός νόμος δεν προέβλεπε ποσοτικά όρια, ο δε νέος νόμος προβλέπει την αθροιστική μέθοδο υπολογισμού. Επομένως, καλώς απαγγέλθηκε κατηγορία σε βαθμό κακουργήματος και εφόσον από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων το δικαστήριο σχημάτισε δικανική πεποίθηση ότι η κατηγορουμένη κατά το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στο διατακτικό με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και με σκοπό να προσπορίσει στην ίδια και στην από αυτήν εκπροσωπούμενη εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, τέλεσε δε τις πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ενώ και το όφελος που επιδίωξε και η αντίστοιχη ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει το ποσόν των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ), δικαιολογημένα κηρύσσεται ένοχη για την πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι η ποινική δίωξη για το έγκλημα της απάτης είτε σε βαθμό κακουργήματος είτε σε βαθμό πλημμελήματος ασκείται αυτεπαγγέλτως, και για το λόγο αυτό ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης για μη νομότυπη υποβολή της εγκλήσεως εκ μέρους της εγκαλούσας Τράπεζας είναι απορριπτέος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι δεν έχει υποβληθεί νομότυπη έγκληση, επειδή δεν βεβαιώνεται στο πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας, που προσαρτήθηκε σ' αυτή, η γνησιότητα της υπογραφής των εντολέων, δεδομένου ότι το έγκλημα της απάτης για το οποίο κατηγορείται, δεν είναι από εκείνα για τα οποία και μόνο κατ' εξαίρεση ρητά ορίζεται στον ποινικό κώδικα ή σ' άλλους νόμους ότι η ποινική δίωξη γίνεται κατ' έγκληση του παθόντος, σύμφωνα με το άρθρο 50 ΚΠΔ. Εξάλλου, πρέπει να λεχθεί ότι οι αναφερόμενοι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης, που περιλήφθηκαν κατ' αίτηση της στα πρακτικά της παρούσας, για μη εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση του α.ν. 1608/1950 και για απορρόφηση του εγκλήματος της απόπειρας απάτης από την πλαστογραφία, προβάλλονται χωρίς έννομη επιρροή, εφόσον η κατηγορουμένη κατηγορείται μεν για την πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, χωρίς ωστόσο τη συνδρομή των διατάξεων του α.ν. 1608/1950, ενώ δεν βαρύνεται πλέον λόγω παραγραφής με κατηγορία για την πράξη της πλαστογραφίας. Τέλος, η κατηγορουμένη ζητεί να της αναγνωρισθούν σε κάθε περίπτωση τα ελαφρυντικά του πρότερου έντιμου βίου και της καλής διαγωγής μετά την πράξη της (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α' και ε' ΠΚ ). Ο ισχυρισμός αυτός, πέραν της αοριστίας του, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος και ως προς τα δύο σκέλη του. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ πρωτ…/3-1-2011 πιστοποιητικό του Καταστήματος Κράτησης Γυναικών στον Ελεώνα Θηβών, η κατηγορουμένη κρατείται στις εν λόγω φυλακές εις εκτέλεση διαφόρων αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, πλην αυτής για την οποία αφορά η προκειμένη υπόθεση, για τις πράξεις της απάτης και της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, καθώς και για συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή και δυσφήμηση ανώνυμης εταιρείας, και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος για συνδρομή στο πρόσωπο της των προϋποθέσεων του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ Εξάλλου, η επίδειξη καλής συμπεριφοράς και η χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωση του κατηγορουμένου εντός των φυλακών κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του σε αυτές δεν συνιστά καθεαυτή την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου, διότι τέτοια συμπεριφορά, την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής, δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας. Ενόψει όλων αυτών το αίτημα της κατηγορουμένης να της αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του πρότερου έντιμου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α' και ε' ΠΚ) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, όπως ορίζεται στο διατακτικό". Ακολούθως κήρυξε το Εφετείο την αναιρεσείουσα ένοχη απάτης κατ' εξακολούθηση, με ιδιαιτέρως μεγάλη ζημία, από την οποία το συνολικό όφελος που επιτεύχθηκε και η αντίστοιχη συνολική ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, διότι ανέρχεται στο ποσόν 28.038.322 δρχ, (ποσό που αντιστοιχεί σε 82.284 ευρώ) την οποία και τέλεσε η αναιρεσείουσα κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια "διότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με την πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης προκύπτει σκοπός της για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή της προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητάς της" και την κατεδίκασε σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος της κατ' εξακολούθηση απάτης, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς βάσει των οποίων υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α', 27 παρ. 1 και 2, 13 στοιχ. στ, 98, 386 παρ. 1 και 3 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 2408/1996 και με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2721/1999 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα εκτίθενται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τα γεγονότα, σε παράσταση των οποίων προήλθε η κατηγορουμένη προς τους υπαλλήλους της Τραπέζης και ότι αυτά δεν ήταν αληθινά, διότι οι 69 συναλλαγματικές πελατείας ήταν πλαστές και ότι αυτές τις κατήρτισε η ιδία η κατηγορουμένη, πλαστογραφώντας τις υπογραφές των αποδεκτών και ότι από τα περιστατικά αυτά που, από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προέκυπταν, προσδιοριζόταν και ο δόλος της, ως προς την, εν γνώσει του ψευδούς αυτών, παράσταση των γεγονότων αυτών και την επιδίωξη προσπορισμού μέσω αυτών παρανόμου περιουσιακού οφέλους εκ μέρους της κατηγορουμένης για τον εαυτό της και την άνω εταιρεία. Εκτίθενται, ακόμη, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τα περιστατικά από τα οποία, κατά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, προέκυπτε η πράξη στην οποία προήλθε η εγκαλούσα, δηλαδή η καταβολή από αυτήν τμηματικά εντός του άνω διαστήματος των, συμποσουμένων στα άνω ποσά, επιμέρους χρηματικών ποσών προς την κατηγορουμένη και αιτιολογείται ότι η περιουσιακή αυτή διάθεση ήταν άμεση συνέπεια της απατηλής ενεργείας της κατηγορουμένης, δηλαδή της παραστάσεως των άνω ψευδών γεγονότων ως αληθινών, από την οποία οδηγήθηκαν οι υπάλληλοι της εγκαλούσης που παραπείσθηκαν στην καταβολή συνολικά 28.038.322 δραχμών στην κατηγορουμένη, υπό την άνω ιδιότητά της, ποσόν που παριστά την ζημία που επήλθε στην περιουσία της παθούσης. Οι επιβαρυντικές περιστάσεις, ειδικότερα, της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως αιτιολογούνται επαρκώς από το συνδυασμό των στοιχείων του ως άνω άρθρου 13 στοιχ. στ' του ΠΚ που αναφέρονται στο διατακτικό της αποφάσεως, με τις παραδοχές του σκεπτικού της που στηρίζουν την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου, όπου εξειδικεύονται τα επί μέρους στοιχεία της, με οργανωμένη ετοιμότητα, υποδομής, δηλαδή η οργανωμένη ευχέρεια επανειλημμένης και σε βάθος χρόνου προσκομίσεως από την κατηγορουμένη στην Τράπεζα των υποστηρικτικών κάθε μερικότερης πράξεως απάτης αναληθών δελτίων λιανικής πωλήσεως και εντύπων παραγγελιών που φέρονταν ότι εκδόθηκαν από τους αποδέκτες των πλαστών συναλλαγματικών και των αντιστοίχων πλαστών αξιογράφων, μεταξύ των οποίων (παραδοχών) το ότι η κατηγορουμένη τέλεσε την πράξη κατ' εξακολούθηση, παραδοχή η οποία εμπεριέχει αφενός το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως, αφετέρου το στοιχείο του πορισμού εισοδήματος, η διαπίστωση των οποίων αιτιολογεί την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση, αφού δέχεται το Εφετείο ότι αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη από την επανειλημμένη τέλεση των ανωτέρω πράξεων με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος έχει αποκτήσει ροπή για τη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητάς της, καθώς και η παραδοχή ότι η κατηγορουμένη κρατείται στις Φυλακές σε εκτέλεση διαφόρων αποφάσεων για πράξεις απάτης (και πλαστογραφίας). Από τη μνεία στην αρχή του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων ενόρκως μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και την απολογία της κατηγορουμένης, προκύπτει αναμφιβόλως ότι το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε καθολική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και όχι σε επιλεκτική ορισμένων από αυτά. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, κατ' εκτίμηση, λόγοι της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, ενώ οι λοιποί λόγοι, με τους οποίους προβάλλεται η αντίθεση των επισημαινομένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με τον ισχυρισμό ότι, στην πραγματικότητα, παρά την περί του αντιθέτου αναφορά στην απόφαση, δεν ελήφθησαν υπόψη τα ανωτέρω (επισημαινόμενα) αποδεικτικά μέσα, διότι, διαφορετικά, δεν δικαιολογείται το πόρισμα της αποφάσεως, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και είναι απαράδεκτοι. Η εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, την οποία πλήττουν ως εσφαλμένη οι αυτοί λόγοι αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς, όπως προεκτέθηκε.
Περαιτέρω είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν α) ο, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή άλλως ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 216 του ΠΚ, διότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν κατεδίκασε την αναιρεσείουσα για πλαστογραφία , β) ο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, έτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται εσφαλμένη εφαρμογή άλλως ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, 2, 386 παρ. 1-3, 98 παρ. 2 και 111 παρ. 3 του ΠΚ, με τον ειδικότερο ισχυρισμό, ότι και μετά το ν. 2721/1999 ο χαρακτηρισμός του εγκλήματος της απάτης γίνεται με βάση τα κατ' ιδίαν κονδύλια και όχι το σύνολο του ποσού, με περαιτέρω συνέπεια, εφόσον καμιά από τις 69 συναλλαγματικές δεν υπερβαίνει το ποσόν των 5.000.000 δρχ., την παραγραφή των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε, αφού από το χρόνο τελέσεως τούτων μέχρι την επίδοση της κλήσεως προς εμφάνιση στο ακροατήριο έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν της πενταετίας και σε κάθε περίπτωση μέχρι της καταδίκης της έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν της οκταετίας. Αβάσιμος είναι και ο έτερος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως, για εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 386 ΠΚ, με τον οποίον πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη διότι, αν και δέχθηκε ότι η απάτη διαπράχθηκε με παρασιώπηση του αληθούς γεγονότος ότι οι συναλλαγματικές ήσαν πλαστές, δεν εκτίθεται αν είχε ιδιαίτερη υποχρέωση να ενημερώσει τον υπάλληλο της Τραπέζης περί της πλαστότητας των συναλλαγματικών, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 386 ΠΚ, καθ' όσον στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ανελέγκτως ότι η απάτη δεν έγινε δια παρασιωπήσεως, αλλά δια της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθών, αφού δέχθηκε ότι η ιδία η αναιρεσείουσα πλαστογράφησε τις άνω συναλλαγματικές ως προς τις υπογραφές των αποδεκτών και "κατά την παράδοση των συναλλαγματικών αυτών στους αρμόδιους υπαλλήλους του Τμήματος Χορηγήσεων της Τράπεζας, η κατηγορουμένη τους διαβεβαίωσε ότι οι εν λόγω πιστωτικοί τίτλοι είναι αποδοχής πελατών της, που όλοι τους είναι φερέγγυοι και με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ότι οι συναλλαγματικές είναι υπαρκτές και θα πληρωθούν κανονικά κατά της λήξη τους".
Η, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το δικαστήριο απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου, για κρείσσονες αποδείξεις, απαιτείται να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Στην προκειμένη περίπτωση με λόγο αναιρέσεως πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη διότι χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας για κρείσσονες αποδείξεις, δηλαδή για προσκομιδή των πρωτοτύπων των ενδίκων συναλλαγματικών. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί διότι με την προπαρατεθείσα παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι "από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι υπάρχουν όλα τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία (μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα) για να σχηματίσει το δικαστήριο δικανική πεποίθηση για την πράξη για την οποία κατηγορείται η κατηγορουμένη, και δεν είναι αναγκαία η αναβολή της υποθέσεως για κρείσσονες αποδείξεις, όπως ζητεί η ίδια, αίτημα το .... οποίο και είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο" ότι, δηλαδή από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα σχημάτισε δικανική πεποίθηση, διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του άνω αιτήματος.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και τη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που παραστάθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 40/23.11.2011 αίτηση αναιρέσεως της Ε. Π. και τους από 30.3.2012 και από 17.10.2012 προσθέτους λόγους, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 13/7.1.2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούμενοι από αναιρεσείοντα κρατούμενο. Εάν αυτοί ασκηθούν με δήλωση προς τον Διευθυντή των φυλακών και όχι στον γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι κάμπτεται το εκ του άρθρου 509 παρ. 2 ΚΠΔ απαράδεκτο αυτών, και ο αναιρεσείων δεν υποβάλλεται σε ένα δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα της προσβάσεως στον Άρειο Πάγο κατά παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, επειδή, ως κρατούμενος, αδυνατεί να εμφανισθεί ενώπιον του γραμματέως της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, διότι αυτός σε κάθε περίπτωση αν είναι χαμηλού εισοδήματος έχει δυνατότητα διορισμού συνηγόρου από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Πράξεις απάτης που τελέστηκαν εξακολουθητικώς προ της ισχύος του ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό όφελος άνω των 5.000.000 δρχ. (ήδη 30.000 ευρώ), διατηρούν και υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, έστω και αν τα αντικείμενα των μερικοτέρων πράξεων υπολείπονται του ανωτέρω ορίου, με την προϋπόθεση ότι στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεώς τους.
|
Πρόσθετοι λόγοι
|
Απάτη, Ε.Σ.Δ.Α., Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
Αριθμός 454/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ.-Π. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ανθόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ.-Ε. Β. του Σ., συζ. Β. Μ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΙΓΑΙΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "AIGAION Ασφαλιστική ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαγιαννάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 600/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-5-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 24-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Μετά την κατάργηση του νόµου 308/1976 "περί µεσιτών αστικών συµβάσεων", µε το ΠΔ 248/1993, η σύµβαση µεσιτείας ρυθµίζεται πλέον από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 703 έως 707 του ΑΚ και 1 εποµ. του άνω Π.Δ/τος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 703 § 1 ΑΚ, εκείνος που υποσχέθηκε αµοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη µεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη µιας σύµβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει µόνο αν η σύµβαση καταρτιστεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή υπόδειξης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αξίωσης µεσιτικής αµοιβής είναι: α) σύµβαση µεσιτείας, δηλαδή υπόσχεση αµοιβής για την ανατιθέμενη στο µεσίτη εντολή για µεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας, για τη σύναψη συγκεκριμένης κύριας σύµβασης, β) µεσιτική δραστηριότητα µε τη µορφή µεσολάβησης ή υπόδειξης ευκαιρίας, για τη σύναψη συγκεκριμένης κύριας σύµβασης, γ) σύναψη της σκοπούµενης αυτής (κύριας) σύµβασης και δ) αιτιώδης συνάφεια µεταξύ της µεσιτικής δραστηριότητας και της σύναψης της κύριας σύµβασης. Πότε υπάρχει µεσολάβηση και πότε υπόδειξη δεν ορίζεται στο νόµο και εφόσον το περιεχόµενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύµβαση, η µεσολάβηση περιλαμβάνει συνήθως κάθε πρόσφορη ενέργεια του µεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα µέρη µε σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της σύμβασης και είναι δυνατόν, αλλά δεν απαιτείται, να περιλαμβάνει επιπλέον και την παρακολούθηση από το µεσίτη των συνεννοήσεων των µερών, τη µεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινόμενων από το ένα µέρος στο άλλο όρων ή και τη διαπραγμάτευση των όρων αυτών, ενώ η υπόδειξη ευκαιρίας είναι κάτι λιγότερο από τη µεσολάβηση, διότι µε αυτήν ο μεσίτης ενημερώνει απλώς τον εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σ' αυτόν δυνατότητας σύναψης της σύμβασης που τον ενδιαφέρει. Η εντολή προς τον μεσίτη μπορεί να αφορά μόνο στη μεσολάβηση ή μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας ή και στα δύο. Αν η εντολή και η υπόσχεση αμοιβής δόθηκαν για την υπόδειξη ευκαιρίας και η κύρια σύμβαση καταρτίσθηκε με μεσολάβηση του μεσίτη, πληρούται ο σκοπός του νόμου και οφείλεται η αμοιβή, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σύμβαση μεσιτείας. Στην αντίστροφη περίπτωση, δηλαδή όταν η υπόσχεση αμοιβής δόθηκε αποκλειστικά και μόνο για τη μεσολάβηση του μεσίτη, η κατάρτιση της σύμβασης με απλή υπόδειξη του τελευταίου δεν αρκεί για το εναγώγιμο της αμοιβής του. Ειδικότερα, καθόσον αφορά τη συνδρομή της υπό στοιχ. γ' προϋπόθεσης, για το απαιτητό της αμοιβής πρέπει να καταρτιστεί η σύμβαση την οποία ήθελε ο υποσχεθείς την αμοιβή. Αν με τις ενέργειες του μεσίτη οι συμβαλλόμενοι προβούν σε κατάρτιση άλλης σύμβασης δεν οφείλεται η αμοιβή, εκτός εάν, εκ των συγκεκριμένων δεδομένων, κατά τους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, προκύπτει ότι ο εντολέας εννοούσε να επιτύχει την κατάρτιση σύμβασης με ορισμένο αποτέλεσμα, ισοδύναμο, ανεξάρτητα από τη μορφή αυτής. Επίσης, για να δικαιούται ο μεσίτης αμοιβή πρέπει, εκτός των ανωτέρω, να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας και της κατάρτισης της πράξης, για την οποία δόθηκε η εντολή. Στην εντολή προς υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη αστικής σύμβασης δεν απαιτούνται περαιτέρω προσωπικές ενέργειες του μεσίτη, αφού αρκεί ότι έλαβε χώρα υπόδειξη ευκαιρίας και ότι η σύμβαση καταρτίστηκε λόγω της υπόδειξης αυτής, μάλιστα δε η σύναψη της σύμβασης δεν απαιτείται να είναι αποκλειστικώς και κυρίως το προϊόν των ενεργειών του μεσίτη, διότι δεν αποκλείεται και παρεπόμενη ενέργεια αυτού ή άλλη δευτερεύουσα προσπάθεια του να είναι υπό ορισμένες συνθήκες επαρκής ή και η μόνη απαιτούμενη, όπως το γεγονός ότι ο μεσίτης έδωσε στον εντολέα του τη διεύθυνση και το όνομα του ενδιαφερομένου για τη σύναψη της σύμβασης, ώστε να καθιστά δυνατή την απευθείας διαπραγμάτευση. Απαιτείται, δηλαδή, για τη δημιουργία υποχρέωσης προς καταβολή της μεσιτικής αμοιβής, αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσολάβησης ή της υπόδειξης ευκαιρίας και της κατάρτισης της σύμβασης, όχι όμως και συμφωνία των οικονομικών όρων αυτής, που απόκειται στην ελευθερία συναλλακτικής δράσης των συμβαλλομένων, εκτός αν η καταβολή της αµοιβής εξαρτήθηκε από την κατάρτιση της σύμβασης µε τους όρους που καθορίστηκαν, όπως µε την επιτυχία ορισµένου τιμήματος. Να σημειωθεί ότι η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 3 του Ν. 308/1976 "περί µεσιτών αστικών συµβάσεων" που καταργήθηκε µε το άρθρο 3 του ΠΔ 248/1993, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε µε το άρθρο 70 του Ν. 2065/1992 και συμπληρώθηκε µε το άρθρο 21 του Ν. 2081/1992, όριζε ότι "εις περίπτωσιν καταρτίσεως της συµβάσεως µετά τρίτου µη συμβληθέντος µετά του µεσίτου, υπόχρεος προς καταβολή μεσιτικών δικαιωμάτων τυγχάνει ο εντολεύς, εφόσον ο µεσίτης ήθελε αποδείξει ότι η σύµβαση αυτή υπήρξε αποτέλεσµα της υποδείξεως του αυτής" και καθιέρωνε έτσι το ήδη καταργηθέν νόµιµο τεκµήριο για την εκπλήρωση της δοθείσας στο µεσίτη εντολής, µε µόνη την υπόδειξη του αντικειµένου της σύμβασης που καταρτίσθηκε, συνεπεία της υπόδειξης. Μετά τις 28-6-1993 το ζήτημα αν η υπόσχεση αμοιβής δόθηκε για μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας προς αγορά ή πώληση ακινήτου, καθορίζεται αποκλειστικά και μόνον από τη σύμβαση μεσιτείας, η οποία αν είναι σαφής προσδιορίζει απευθείας αν η εντολή και η υπόσχεση αμοιβής δόθηκε για τη μεσολάβηση ή για την υπόδειξη ευκαιρίας, ενώ αν είναι ασαφής ή υπάρχει κενό υπόκειται σε ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να επιλυθεί το ζήτημα αυτό. Εξάλλου, η σκοπούμενη σύμβαση, η κατάρτιση της οποίας πληροί την αίρεση δικαίου, υπό την οποία τελεί η σύμβαση μεσιτείας και θεμελιώνει το δικαίωμα για τη μεσιτική αμοιβή, προσδιορίζεται τόσον από άποψης υποκειμένου, όσον και από άποψης αντικειμένου, με τη σύμβαση μεσιτείας. Έτσι η τελευταία προσδιορίζει αν ο μεσίτης δικαιούται αμοιβής σε περίπτωση κατά την οποία η σκοπούμενη κυρία σύμβαση καταρτίσθηκε μεταξύ τρίτου και του υποδειχθέντος τρίτου. Και είναι μεν αληθές ότι η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 3 του Ν. 308/1976, η οποία ορίζει ότι στην περίπτωση κατάρτισης της σύμβασης με τρίτο πρόσωπο, που δεν έχει συμβληθεί με το μεσίτη, ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει μεσιτικά δικαιώματα, εφόσον ο μεσίτης αποδείξει ότι η σύµβαση αυτή υπήρξε αποτέλεσµα της υπόδειξης του, καταργήθηκε, όπως προεκτέθηκε, από 28-6-1993, πλην, όµως, ενόψει της, από το άρθρο 361 ΑΚ, καθιερούμενης ελευθερίας των συµβάσεων, η κατάργηση της ως άνω νοµοθετικής ρύθμισης, δεν εμποδίζει να αποτελέσει η ρύθµιση αυτή ή παρόµοια, περιεχόµενο της σύµβασης µεσιτείας. Αν, τέλος, η τελευταία δεν περιέχει παρόµοια ρύθµιση, τότε για τη θεμελίωση του δικαιώµατος για τη µεσιτική αµοιβή, απαιτείται όπως η σκοπούμενη κυρία σύµβαση καταρτισθεί µεταξύ του υποδειχθέντος από το µεσίτη και του εντολέως και όχι τρίτου. Κατ' εξαίρεση, η κατάρτιση σύµβασης µεταξύ του υποδειχθέντος και τρίτου θεμελιώνει δικαίωµα για τη µεσιτική αµοιβή, όταν ο τρίτος συνδέεται στενά µε τον εντολέα ή ο εντολέας συµµετέχει οικονοµικά στην κατάρτιση της σκοπούμενης σύμβασης, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις συγγένειας, οικονομικής συνεργασίας, απόκτησης του αντικειμένου, από κοινού κ.λπ. Στις περιπτώσεις αυτές, κατά τις οποίες θεμελιώνεται δικαίωµα για µεσιτική αµοιβή, αν η σκοπούμενη κυρία σύµβαση καταρτισθεί μεταξύ του υποδειχθέντος από το μεσίτη και του τρίτου μη εντολέα, τότε η υποχρέωση προς καταβολή αυτής βαρύνει αποκλειστικά και μόνον τον εντολέα, ο οποίος και συμβλήθηκε στη σύμβαση μεσιτείας. Περαιτέρω με τον Ν. 1665/1986 "Συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης" καθιερώθηκε και στην Ελλάδα η σύμβαση της χρηματοδοτικής μίσθωσης, ένας σύγχρονος οικονομικός - νομικός θεσμός, γνωστός διεθνώς με τον όρο "Leasing". Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1-3 του νόμου αυτού, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 11 παρ. 1-6 του Ν. 2367/1995, συνάγεται ότι σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης μπορεί να συνάψει μόνο ανώνυμη εταιρία, που έχει συσταθεί με αποκλειστικό σκοπό τη διενέργεια τέτοιων εργασιών. Η εταιρία αυτή υποχρεώνεται να παραχωρεί έναντι μισθώματος τη χρήση κινητού ή ακινήτου πράγματος, που προορίζεται για την επιχείρηση ή το επάγγελμα του αντισυμβαλλομένου της, παρέχοντας συγχρόνως σ' αυτόν το δικαίωμα ή να αγοράσει το πράγμα ή να ανανεώσει τη σύμβαση. Η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης αποτελεί χρηματοδοτικό μηχανισμό, που αποσκοπεί στην απόκτηση εκ μέρους του μισθωτή κεφαλαιουχικών αγαθών μεγάλης αξίας, με ολική χρηματοδότηση της αξίας των από την εκμισθώτρια ανώνυμη εταιρία, η οποία αγοράζει το πράγμα, όπως το έχει επιλέξει ο αντισυμβαλλόμενος της μισθωτής, και το παραχωρεί κατά χρήση σ' αυτόν, ενδιαφερόμενη μόνο για την επιστροφή του δαπανηθέντος κεφαλαίου, πλέον του κέρδους της, που επιτυγχάνεται με την είσπραξη του μισθώματος που συμφωνήθηκε. Στο βασικό τύπο της χρηματοδοτικής μίσθωσης ο υποψήφιος επαγγελματίας, που χρειάζεται για την επιχείρηση ή το επάγγελμα του ορισμένο κεφαλαιουχικό αγαθό, απευθύνεται στον αντίστοιχο επιχειρηματία, που εμπορεύεται το αγαθό αυτό, και διαπραγματεύεται μαζί του την τιμή, τις τεχνικές προδιαγραφές και γενικότερα οτιδήποτε έχει σχέση με το εν λόγω αγαθό. Ακολούθως, προσφεύγει σε μία ανώνυμη εταιρία leasing, η οποία αγοράζει το αγαθό, που της υπέδειξε ο επιχειρηματίας, καταβάλλοντας το τίμημα. Η εταιρία leasing δίνει εντολή στον προμηθευτή να παραδώσει κατευθείαν το πράγμα στον ενδιαφερόμενο, με τον οποίο έχει συνάψει χρηματοδοτική μίσθωση. Η παραχώρηση της χρήσης του πράγματος γίνεται έναντι μισθώματος. Έτσι, η χρηματοδοτική μίσθωση δεν είναι απλή σύμβαση μίσθωσης πράγματος, αλλά σύνθετη σύμβαση, η οποία έχει στοιχεία: 1) σύμβασης μίσθωσης, παραλλαγμένης όμως σε πολλά σημεία από τον τύπο που καθιερώνουν οι διατάξεις των άρθρων 574 επ. ΑΚ, 2) σύμβασης εντολής, με την οποία ο εκμισθωτής εντέλλεται το μισθωτή να διαπραγματευθεί με τον προμηθευτή το αντικείμενο και τους όρους της σύμβασης πώλησης, την οποία θα καταρτίσει ο εκμισθωτής με τον προμηθευτή, 3) σύμβασης εκχώρησης της απαίτησης από την εταιρία leasing - εκμισθώτρια προς το μισθωτή, την οποία έχει αυτή κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση της πώλησης, ώστε να μπορεί εκείνος, ασκώντας τις σχετικές αξιώσεις, ως δικαιούχος, να εξαναγκάζει τον προμηθευτή - πωλητή σε τήρηση των υποχρεώσεών του. Πρόκειται για εκχώρηση συγκεκριμένων απαιτήσεων (λόγω ύπαρξης ελαττωμάτων ή έλλειψης συμφωνημένων ιδιοτήτων κ.λπ.) και όχι για τη μεταβίβαση ολόκληρου του συμβατικού δεσμού και 4) συμφώνου προαίρεσης, συμφωνίας δηλαδή μεταξύ εκμισθωτή και μισθωτή με την οποία παρέχεται στο μισθωτή το δικαίωμα, με μονομερή δήλωσή του, είτε να αγοράσει το πράγμα (καταβάλλοντας και το συμφωνηθέν τίμημα) είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο. Η σύμβαση leasing και η πώληση αποτελούν δύο ξεχωριστές συμβάσεις με διαφορετικά πρόσωπα (ανά δύο) η καθεμία, δηλαδή υπάρχει τριγωνική απλή σχηματική σχέση και όχι τριμερής. Η εταιρία leasing και ο προμηθευτής συνδέονται μεταξύ τους με τη σύμβαση πώλησης, την οποία η πρώτη καταρτίζει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω του μισθωτή, που ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος της, ενώ ο μισθωτής (λήπτης) με τον προμηθευτή (πωλητή) δεν συνδέεται κατά κανόνα με κάποια συμβατική σχέση, παρά μόνο στα πλαίσια της, εκ μέρους της εκμισθώτριας εταιρίας, γενομένης εκχώρησης των δικαιωμάτων της από την πώληση. Ο μισθωτής, ως εκδοχέας των δικαιωμάτων της εκμισθώτριας εταιρίας leasing έναντι του προμηθευτή από την πώληση, θα τα ασκήσει στο όνομα του και για λογαριασμό του, ζητώντας π.χ. την αποκατάσταση της δικής του ζημίας, αφού η σύμβαση εκχώρησης, ως εκποιητική δικαιοπραξία, έχει ως άμεσο αποτέλεσμα όχι την ανάληψη κάποιας ενοχικής υποχρέωσης από τον εκχωρητή, αλλά την απώλεια της απαίτησης γι' αυτόν υπέρ του εκδοχέα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Τέλος, η κρίση αν τα διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί, η μη, ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της παραπάνω ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 703 ΑΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα του λόγου αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα είναι νόµιµα διορισμένη µεσίτης αστικών συµβάσεων, µε έδρα τον ..., µέλος του Συλλόγου Μεσιτών Αττικής και γραµµένη στα µητρώα του επαγγελματικού επιμελητηρίου Αθηνών, κατέχουσα την ... νόµιµη άδεια µεσίτη. Την 8-11-2007, συνήψε στην Αθήνα µε την πρώτη εναγοµένη Μ. -Ε. Β. (έγγραφη) σύµβαση εντολής, µε την οποία η τελευταία της έδωσε την ειδική και µη ανακαλούμενη εντολή και η ίδια ανέλαβε την υποχρέωση να διενεργήσει έρευνα αγοράς και να της υποδείξει ακίνητα προσφερόμενα προς αγορά, αντιπαροχή ή ανταλλαγή. Στην ίδια έγγραφη εντολή δηλώθηκε ότι η ενάγουσα υπέδειξε ήδη στην πρώτη εναγοµένη ένα κτίριο (συγκρότηµα) γραφείων 2.200 τ.µ. περίπου µε υπόγειο πάρκινγκ 1.090 τ.µ., που βρισκόταν επί της ... αρ. 90 και ... στη ..., αντί τιμήματος. 7.500.000 ευρώ, το οποίο ήταν προς πώληση είτε ολόκληρο το κτίριο, αντί τιμήματος 16.500.000 ευρώ, είτε µεµονωµένα. Η µεσιτική αµοιβή συµφωνήθηκε σε ποσοστό 1 1/2% επί του πραγματικού τιμήματος αγοράς του ακινήτου και θα καταβαλλόταν με την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης αγοραπωλησίας. Η πρώτη εναγομένη επισκέφθηκε αυθημερόν με την ενάγουσα το άνω ακίνητο, το οποίο και της υπέδειξε, παρουσία του Μ. Λ., ενός εκ των συνιδιοκτητών του όλου ακινήτου και εκπροσώπου των λοιπών υποψηφίων πωλητών και εκδήλωσε το ενδιαφέρον και την επιθυμία της προς αγορά του. Μάλιστα στη ρηθείσα εντολή, που υπεγράφη την ίδια ημέρα της υπόδειξης του ακινήτου, δηλώθηκε ρητά ότι η μεσιτική αμοιβή θα καταβληθεί και σε περίπτωση αγοράς ή αντιπαροχής ή ανταλλαγής κάποιων από τα αναγραφόμενα σε αυτήν ακίνητα σε όποια χρονική στιγμή, στο όνομα των συγγενών ή συνεταίρων της πρώτης εναγομένης, για λογαριασμό των οποίων δήλωσε ότι ενεργεί ύστερα από δική τους εντολή, για την καταβολή της οποίας (αμοιβής) είναι υποχρεωμένη τόσο η ίδια, όσο και αυτοί, αλληλέγγυα, παραιτούμενοι από το δικαίωμα της δίζησης ή διαίρεσης. Οι διαπραγματεύσεις για την αγορά του υποδειχθέντος ακινήτου διήρκεσαν κατά το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο έως και Δεκέμβριο 2007, στις οποίες συμμετείχε και η ενάγουσα, με τηλεφωνικές κυρίως επαφές με την πρώτη εναγομένη και τους πωλητές - ιδιοκτήτες αυτού. Έκτοτε η πρώτη εναγομένη σταμάτησε να έρχεται σε επαφή με την ενάγουσα και η τελευταία πληροφορήθηκε, αρχές Μαρτίου 2008, από ένα εκ των συνιδιοκτητών - πωλητών του ακινήτου, ότι το ακίνητο είχε πωληθεί. Ύστερα από έρευνα διαπίστωσε ότι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "EFG Eurobank Ergasias Χρηματοδοτικές Μισθώσεις Ανώνυμη Εταιρεία", αγόρασε με το .../26-2-2008 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστίνας Κέζιου - Μαλλιού, τις αναφερόμενες στο εν λόγω συμβόλαιο οριζόντιες ιδιοκτησίες του όλου ακινήτου, που είχε υποδείξει η ενάγουσα στην πρώτη εναγομένη, αντί συνολικού τιμήματος 13.100.000 ευρώ. Στο ίδιο συμβόλαιο συμβλήθηκε, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη, η δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, όπου δηλώνεται ότι οι αγοραπωλησίες των εν λόγω ακινήτων (οριζόντιων ιδιοκτησιών) έγιναν καθ' υπόδειξή της, προκειμένου να μισθώσει χρηματοδοτικά, σύμφωνα με το ν. 1665/1986, όλες τις αγορασθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες, όπως πράγματι και έγινε με το .../26-2-2008 συμβόλαιο σύναψης χρηματοδοτικής μίσθωσης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου. Με το .../26-2-2008 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Διπλούδη - Δολγέρα, η δεύτερη εναγομένη εταιρεία αγόρασε την αναφερόμενη σε αυτό οριζόντια ιδιοκτησία του όλου κτιρίου, ήτοι το με στοιχείο ΚΒ-1 γραφείο του δευτέρου ορόφου, επιφάνειας 460,85 τ.μ. αντί τιμήματος 2.000.000 ευρώ. Της εταιρείας αυτής αντιπρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος είναι η πρώτη εναγομένη, ενώ η ίδια είναι και αδελφή του ετέρου των νομίμων εκπροσώπων της αγοράστριας εταιρείας (β' εναγομένης) Ν. Β.. Η τελευταία αγοραπωλησία ήταν απότοκος της γενομένης προς την πρώτη εναγομένη υπόδειξης εκ μέρους της ενάγουσας του ακινήτου, η οποία και την έφερε σε επαφή με τους πωλητές και η οποία συμμετείχε ενεργά στις διαπραγματεύσεις επί δίμηνο για την εν λόγω πώληση, ιδιαίτερα ως προς το ύψος του τιμήματος της πώλησης, οι ενέργειές της δε αυτές τελούσαν σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος με την κατάρτιση της ρηθείσας αγοραπωλησίας. Ενόψει δε του γεγονότος ότι η πρώτη εναγομένη ανέλαβε, με την από 8-11-2007 εντολή, την υποχρέωση ότι σε περίπτωση που καταρτισθεί τελικά η κύρια σύμβαση για το υποδειχθέν ακίνητο, είτε στο δικό της όνομα, είτε στο όνομα συγγενών της ή συνεταίρων της, είναι υποχρεωμένη και ευθύνεται και η ίδια προσωπικά εις ολόκληρον με τον αγοραστή και δοθέντος ότι η ίδια ενήργησε στην εν λόγω σύµβαση εντολής τόσο ατοµικά επ' ονόµατί της, όσο και για λογαριασµό της δεύτερης εναγοµένης εταιρείας, για την οφειλόµενη προς την ενάγουσα µεσιτική αµοιβή της παραπάνω αγοραπωλησίας ευθύνονται τόσο η πρώτη εναγοµένη, όσο και η δεύτερη εναγοµένη, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον. Ως εκ τούτου η µεσιτική αµοιβή της ενάγουσας, ανερχόμενη σε ποσοστό 1 1/2% επί του συμφωνηθέντος τιμήματος (2.000.000 ευρώ) µετά του Φ.Π.Α. 19%, ο οποίος κατά τη σύμβαση εντολής τους θα υπολογιζόταν επί πλέον της αμοιβής, ανέρχεται στο ποσό των 35.700 ευρώ. Οι εναγόμενες κατέβαλαν σταδιακά για την αιτία αυτή στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 70.000 ευρώ, που υπερκάλυπτε την οφειλή τους. Συνεχίζοντας το Εφετείο δέχεται ότι, σχετικά με την αξιούµενη εκ μέρους της ενάγουσας μεσιτική αμοιβή, που αφορά την αγοραπωλησία των λοιπών οριζόντιων ιδιοκτησιών του όλου ακινήτου (κτιριακού συγκροτήματος) από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "EFG Eurobank Ergasias Χρηματοδοτικές μισθώσεις Ανώνυμη Εταιρεία" και τις οποίες εν συνεχεία μίσθωσε με χρηματοδοτική μίσθωση η δεύτερη εναγομένη εταιρεία, η αγωγή είναι αβάσιμη. Και τούτο διότι αμοιβή από σύμβαση μεσιτείας αξιώνεται μόνο όταν η επακολουθήσασα κύρια σύμβαση ήταν αυτή στην οποία απέβλεπε ο εντολέας, ενώ στην προκειµένη περίπτωση τα εν λόγω ακίνητα δεν αποκτήθηκαν από τις εναγόµενες και µάλιστα μετά από την επικαλούµενη υπόδειξη και µεσολάβηση της ενάγουσας, αλλά από άλλο µη αναφερόμενο στη σύµβαση εντολής και µεσιτείας πρόσωπο (νοµικό) ήτοι τρίτη, µη εναγόµενη ανώνυµη εταιρεία, η οποία ουδόλως συνέπραξε στην κατάρτιση της σύµβασης µεσιτείας, για λογαριασµό της οποίας δεν ενεργούσαν οι εναγόµενες, ούτε περιλαµβανόταν στα πρόσωπα εκείνα στα οποία, µε την από 8-11-2007 έγγραφη εντολή, απέβλεψε η πρώτη εναγομένη να αγοράσουν το ακίνητο µε την υπόδειξη ή µεσολάβηση της ενάγουσας, δεδοµένου ότι δεν υφίσταται µεταξύ της άνω εντολέως και της αγοράστριας συγγένεια ή άλλη οικονοµική συνεργασία. Επιπλέον δεν καταρτίστηκε κάποια από τις συµβάσεις για τις οποίες ρητά δόθηκε η εντολή µεσιτείας, δηλαδή πώληση, ανταλλαγή ή αντιπαροχή, σχετικά µε αυτά τα ακίνητα και µάλιστα µεταξύ των πωλητών και της δεύτερης εναγοµένης εταιρείας, αλλά χρηματοδοτική µίσθωση µεταξύ της τελευταίας και της αγοράστριας ακινήτων, η οποία ήταν εκτός των ορίων της άνω εντολής. Το γεγονός δε ότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του νόµου 1665/1986 και το συμβόλαιο χρηματοδοτικής μίσθωσης, η δεύτερη εναγοµένη έχει δικαίωµα εξαγοράς του ακινήτου κατά τη λήξη της διάρκειας της χρηματοδοτικής μίσθωσης, δηλαδή µετά την πάροδο 15 ετών, ήτοι στις 25-2-2023, έναντι τιμήματος εξαγοράς 3.900.000 ευρώ, δεν µπορεί να θεωρηθεί ότι οδηγεί σε ισοδύναμο αποτέλεσµα µε αυτό της αγοράς εκ µέρους της δεύτερης εναγοµένης, αφού δεν µπορεί να θεωρηθεί αυτή (αγορά) βέβαιη, παρά µόνο προσδοκώμενη, εφόσον τηρηθούν όλοι οι όροι της σύµβασης, όπως η καταβολή του µισθώµατος κ.λπ. και εφόσον επιθυµεί τούτο η µισθώτρια, η οποία δικαίωµα και µόνο έχει για αγορά. Ούτε, άλλωστε, µπορεί να θεωρηθεί, ότι καταρτίστηκε πώληση µε αναβλητική αίρεση, ώστε να τυγχάνει εφαρµογής το άρθρο 704 Α.Κ. και να δικαιούται η ενάγουσα την ένδικη µεσιτική αµοιβή. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 703 ΑΚ και εκείνες που προαναφέρθηκαν, διότι, από τις παραπάνω παραδοχές, σαφώς προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται, πράγματι, την αιτουμένη μεσιτική αμοιβή, αφού τα παραπάνω ακίνητα δεν αποκτήθηκαν από τις εναγόµενες, αλλά από τρίτη µη εναγόµενη ανώνυµη εταιρεία, η οποία ουδόλως συνέπραξε στην κατάρτιση της σύµβασης µεσιτείας και για λογαριασµό της οποίας δεν ενεργούσαν οι εναγόµενες, ούτε περιλαµβανόταν στα πρόσωπα εκείνα στα οποία η πρώτη εναγομένη απέβλεψε να αγοράσουν το ακίνητο µε την υπόδειξη ή µεσολάβηση της ενάγουσας. Επιπλέον δεν καταρτίστηκε κάποια από τις συµβάσεις για τις οποίες ρητά δόθηκε η εντολή µεσιτείας, δηλαδή πώληση, ανταλλαγή ή αντιπαροχή, αλλά χρηματοδοτική µίσθωση. Εξάλλου, το γεγονός ότι η δεύτερη εναγοµένη έχει δικαίωµα εξαγοράς του ακινήτου κατά τη λήξη της διάρκειας της χρηματοδοτικής μίσθωσης, δεν µπορεί να θεωρηθεί ότι οδηγεί σε ισοδύναμο αποτέλεσµα µε αυτό της αγοράς εκ µέρους της. Ούτε µπορεί να θεωρηθεί ότι καταρτίστηκε πώληση µε αναβλητική αίρεση, ώστε να έχει εφαρµογή το άρθρο 704 Α.Κ. και να δικαιούται η ενάγουσα την ένδικη µεσιτική αµοιβή. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως, ειδικότερα, στο διατακτικό προσδιορίζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 17-5-2012, αίτηση της αναιρεσείουσας, για αναίρεση της 600/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 703 ΑΚ. Από τις παραδοχές της απόφασης, προκύπτει ότι τα επίδικα ακίνητα αποκτήθηκαν από τρίτη μη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, για λογαριασμό της οποίας δεν ενεργούσαν οι εναγόμενες, ούτε περιλαμβανόταν στα πρόσωπα εκείνα στα οποία η πρώτη εναγομένη απέβλεψε να αγοράσουν το ακίνητο. Επιπλέον δεν καταρτίστηκε κάποια από τις συμβάσεις για τις οποίες ρητά δόθηκε η εντολή μεσιτείας, αλλά χρηματοδοτική μίσθωση. Το γεγονός ότι η δεύτερη εναγομένη έχει δικαίωμα εξαγοράς του ακινήτου κατά τη λήξη της διάρκειας της χρηματοδοτικής μίσθωσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οδηγεί σε ισοδύναμο αποτέλεσμα με αυτό της αγοράς εκ μέρους της. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι καταρτίστηκε πώληση με αναβλητική αίρεση, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 704 Α.Κ..
|
Μεσιτεία
|
Μεσιτεία.
| 0
|
Αριθμός 456/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ ΑΕ" (ΟΠΑΠ ΑΕ), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βαρβάρα Καλαματιανού - Πανούση.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κρυσταλλίδη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2342/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2310/2010 του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση των οποίων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-9-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 24-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 553§1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη. Αν ασκηθεί έφεση για την εξαφάνιση πρωτόδικης απόφασης και η έφεση απορριφθεί για λόγους τυπικούς, τότε σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απορριπτική απόφαση για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση, ως προς την ουσία της υπόθεσης. Η αναίρεση ασκείται, όπως όλα τα ένδικα μέσα, με την κατάθεση του δικογράφου σε πρωτότυπο στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (άρθρο 495§1 ΚΠολΔ). Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η κατάθεση γίνεται, κατ' άρθρο 566§2 ΚΠολΔ, στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, 553§1, 554, 564, 565 και 652§1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για το διάδικο που έχει ασκήσει εκπρόθεσμη έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως εκπρόθεσμη, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, αρχίζει όχι από την επίδοση της απορριπτικής απόφασης του Εφετείου, αλλά από την πάροδο της προθεσμίας άσκησης έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, αφότου και έγινε τελεσίδικη. Διαφορετικά θα μπορούσε ο διάδικος με εκπρόθεσμη έφεση, οποτεδήποτε ασκούμενη, να καταστρατηγεί τις διατάξεις που καθιερώνουν προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται η 2342/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 ΚΠολΔ και η 2310/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ίδια διαδικασία σε δεύτερο βαθμό μετά από έφεση της εναγομένης (αναιρεσείουσας) κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης. Με την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας, ως απαράδεκτη, επειδή ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Όμως, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 2310/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, αλλά και από την, επί της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με χρονολογία 2-12-2008, επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., η πρωτόδικη οριστική απόφαση επιδόθηκε νομίμως στην αναιρεσείουσα (εναγομένη) στις 2-12-2008, το δε δικόγραφο της αναίρεσης, με το οποίο προσβάλλονται οι αποφάσεις του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατατέθηκε, τόσο στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και του Εφετείου Αθηνών, στις 7-9-2010. Επομένως, η κρινόμενη αναίρεση, κατά το μέρος μεν που στρέφεται κατά της απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή, κατά το μέρος δε που στρέφεται κατά της 2342/2008 πρωτόδικης απόφασης είναι απαράδεκτη, αφού ασκήθηκε μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από το άρθρο 564§1 του ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα ημερών, με συνέπεια να είναι απαράδεκτοι και οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, οι οποίοι αναφέρονται σε πλημμέλειες της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά, αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, ιδίως δε αν η έφεση ασκήθηκε εµπρόθεσµα και κατά της νόµιµες διατυπώσεις (532 ΚΠολΔ.). Αντικείµενο της έρευνας κατά το στάδιο αυτό αποτελεί το εκκλητό ή µη της εκκαλούμενης απόφασης, η νοµιµοποίηση του εκκαλούντος και του εφεσίβλητου, η κατάθεση του δικογράφου στον αρµόδιο γραµµατέα, η νοµότυπη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης και η ενέργεια όλων των άνω διατυπώσεων εντός της προθεσµίας του άρθρου 518 ΚΠολΔ. Αν λείπει µία από τις άνω προϋποθέσεις και ιδίως αν η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσµα, δηλαδή µετά την συµπλήρωση της οριζόμενης από το άρθρο 518 ΚΠολΔ, προθεσµίας των τριάντα ηµερών από την επίδοση της απόφασης, αν ο εκκαλών διαµένει στην Ελλάδα, η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο διάδικος που άσκησε εκπρόθεσμη έφεση μπορεί να προβάλλει ότι δεν την άσκησε εμπρόθεσμα, για λόγους ανώτερης βίας ή εξ αιτίας δόλου του αντιδίκου του και να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (άρθρ. 152 επ. ΚΠολΔ). Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορεί να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης. Αποτελεί δηλαδή η δικονομική ανώτερη βία έννοια ταυτιζόμενη κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, διαφοροποιούμενη έναντι της τελευταίας μόνο κατά τις συνέπειες, ως συνεπαγόμενη τη δυνατότητα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, με ανατροπή της κύρωσης από την παράβαση του δικονομικού βάρους, ενώ, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη, εμφανιζόμενη ως στενότερη έννοια έναντι του τυχηρού, όπου τούτο δημιουργεί ευθύνη του οφειλέτη. Κατά το περιεχόμενο της, επομένως, η δικονομική ανώτερη βία είναι η κατάσταση της, παρά την καταβολή εξιδιασμένης προσοχής και επιμέλειας εκ μέρους του διαδίκου και του πληρεξουσίου του, αδυναμίας αυτού να ανταποκριθεί σε δικονομικό βάρος του, συνεπεία της οποίας η διαδικαστική πράξη πάσχει ακυρότητα ή απαράδεκτο. Τέτοιο γεγονός δικονομικής ανώτερης βίας αποτελεί και η αιφνίδια βαρειά ασθένεια του διαδίκου ή στενού συγγενικού του προσώπου και η εξ αιτίας αυτής αδυναμία παράστασης και νομιμοποίησης του πληρεξουσίου δικηγόρου του, καθώς και η αιφνίδια και απρόβλεπτη νόσος του µόνου πληρεξουσίου δικηγόρου, λόγω της οποίας κατέστη αδύνατη τόσο η άσκηση της έφεσης από αυτόν, όσο και η έγκαιρη ειδοποίηση του εντολέα του για την αντικατάστασή του. Όμως, δεν συνιστά ανωτέρα βία η ελαφρά ασθένεια του δικηγόρου, η οποία δεν εµπόδιζε αυτόν να επικοινωνήσει µε άλλον δικηγόρο έστω και µη συνεργάτη του και να αναθέσει σ' αυτόν την εντολή άσκησης του ενδίκου µέσου. Η επαναφορά πρέπει να ζητηθεί εντός προθεσμίας τριάντα ηµερών από την ηµέρα της άρσης του κωλύµατος που συνιστά την ανώτερη βία ή από τη γνώση του δόλου. Η αίτηση επαναφοράς γίνεται µε το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων ή µε τις προτάσεις ή µε ιδιαίτερο δικόγραφο και απευθύνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο είναι αρµόδιο για την έφεση. Πρέπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους η έφεση δεν ασκήθηκε εµπρόθεσµα, καθώς και τα αποδεικτικά µέσα για την εξακρίβωση της αλήθειάς τους. Αν η ανωτέρα βία συνίσταται σε ασθένεια του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, πρέπει να προσδιορίζεται το είδος και η διάρκεια της, ώστε να δύναται το δικαστήριο να κρίνει αν αποτέλεσε ανυπέρβλητο κώλυμα για την εμπρόθεσμη άσκηση έφεσης και αν τον εμπόδισε να ενεργήσει με άλλο δικηγόρο έστω και μη συνεργάτη του. Η συζήτησή της γίνεται μαζί με την συζήτηση περί του παραδεκτού της έφεσης. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, κρίνεται παραδεκτή η έφεση, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την απορριπτική της έφεσης προσβαλλόμενη 2310/2010 απόφασή του, αναφορικά με το λόγο για συνδρομή ανώτερης βίας, που στήριζε την εμπρόθεσμη άσκηση έφεσης, που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η εκκαλούσα εταιρεία άσκησε την 41/2009 έφεσή της κατά της 2342/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε την, από 31/3/2006, αγωγή του ενάγοντα - εφεσιβλήτου, με την οποία αυτός ζητούσε να του επιδικαστεί ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 257.202,8 ευρώ, νοµιµότοκα από την εποµένη της επίδοσης της καταγγελίας, επικουρικά δε ν' αναγνωριστεί ότι είναι παράνοµη και καταχρηστική η καταγγελία της εναγοµένης και να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό ως µισθούς υπερηµερίας, νοµιµότοκα επίσης από της άνω καταγγελίας της. Επί πλέον ζητούσε χρηµατική ικανοποίηση 50.000 ευρώ, λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του, νοµιµότοκα από την επίδοση της αγωγής. Το Πρωτοβάθµιο Δικαστήριο, µε την άνω απόφασή του (εκκαλουµένη) έκανε εν µέρει δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγοµένη - εκκαλούσα οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα για αποζηµίωση απόλυσης 202.239,94, νοµιµότοκα από την επίδοση της αγωγής. Η άνω έφεση της εκκαλούσας εταιρείας, η οποία εδρεύει στην Ελλάδα, είναι εκπρόθεσμη, γιατί ασκήθηκε στις 5/1/2009, ημέρα Δευτέρα, με κατάθεσή της στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως αυτό βεβαιώνεται από την πράξη της αρµόδιας υπαλλήλου, που υπάρχει στο τέλος του δικογράφου αυτής, ενώ η εκκαλουµένη της επιδόθηκε εκ µέρους του ενάγοντα - εφεσιβλήτου την 2/12/2008, όπως αυτό προκύπτει από την επικαλούµενη και προσκοµιζόµενη 9543β'/2-12-2008 έκθεση επίδοσης του δικ. Επιµελητή Αθηνών ..., ήτοι αυτή ασκήθηκε µετά την πάροδο της 30ήµερης προθεσµίας που τάσσεται από το άρθρο 518 ΚΠολΔ, που έληξε στις 2/1/2009, ηµέρα Παρασκευή (άρθρο 144§1 ΚΠολΔ), όπως άλλωστε οµολογείται εκ µέρους της εκκαλούσας. Προς άρση του απαραδέκτου αυτού η εκκαλούσα, άσκησε ενώπιον του (εφετείου) την 35/2009 αίτηση επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση, επικαλούμενη ότι δεν ηδυνήθη να ασκήσει εμπρόθεσμα την άνω έφεσή της από λόγους ανωτέρας βίας και δη ένεκα ασθένειας της πληρεξουσίας δικηγόρου της, στις 2/1/2009, τελευταία ηµέρα της προθεσµίας εµπρόθεσµης κατάθεσης της έφεσής της, συνισταµένης σε "επίµονο αυχενοβραχιονικό σύνδροµο µε αιµωδίες, υπαισθησία, καυσαλγία και έκπτωση της µυϊκής ισχύος της του άνω άκρου, χρήζουσα διερεύνησης". Ότι τα άνω συµπτώµατα είχαν συνέπεια την έλλειψη κινητικής λειτουργίας και αδυναμία ειδοποίησης άλλου πληρεξουσίου δικηγόρου, προκειμένου αυτός να καταθέσει την έφεση εντός της νόμιμης προθεσμίας. Ότι, τελικώς, ηδυνήθη να ειδοποιήσει άλλο δικηγόρο την ίδια ηµέρα, αλλά ότι, λόγω των διακοπών των Χριστουγέννων, δεν ευρίσκοντο στα γραφεία τους οι αρµόδιοι δικαστικοί υπάλληλοι και δικαστές προς παραλαβή του σχετικού δικογράφου και µάλιστα, 10' πριν την λήξη του ωραρίου λειτουργίας του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Όµως, συνεχίζει το Εφετείο, η αίτησή της αυτή είναι απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιµη. Ιδιαίτερα όσον αφορά την επικαλούµενη πάθηση της πληρεξουσίας δικηγόρου της, που προκύπτει από την Ιατρική γνωμάτευση του ιδιώτη γιατρού Β. Μ., που επικαλείται και προσκοµίζει, αυτή ήταν εντελώς ελαφρά, της επέτρεψε, όπως η ίδια οµολογεί στην αίτησή της, να ειδοποιήσει άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο, προς κατάθεση της έφεσής της εντός της άνω νόµιµης προθεσµίας και δη την 2/1/2009. Δεν αποδεικνύεται δε βάσιµος ο ισχυρισµός της εκκαλούσας, ότι έφθασε ο άνω αντικαταστάτης της πληρεξουσίας δικηγόρου της 10' πριν την λήξη του ωραρίου της Γραµµατείας του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δεν βρήκε Δικαστή ή υπάλληλο προς κατάθεση εµπρόθεσμα της έφεσης, αφού δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό µέσο. Πρέπει να σηµειωθεί ότι η, κατά το άρθρο 144§1 KΠολΔ λήξη της προθεσµίας την 7η µ.µ. της τελευταίας εργάσιμης ηµέρας, δεν εφαρµόζεται όταν η διαδικαστική πράξη που πρέπει να ασκηθεί εντός της προθεσµίας απευθύνεται προς Δηµόσια Αρχή (όπως το Δικαστήριο), δοθέντος ότι στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία δεν λήγει την 7η µ.µ. της τελευταίας ηµέρας, αλλά την ώρα που κλείνουν τα γραφεία των δημοσίων υπηρεσιών την ημέρα αυτή. Με βάση τα παραπάνω, αφού συνεκδίκασε την έφεση και την αίτηση επαναφοράς, απέρριψε αυτές. Έτσι που έκρινε το Εφετείο 1) δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 152§1 ΚΠολΔ, κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής εννοίας της "ανωτέρας βίας" και 2) διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, σαφείς, πλήρεις και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της απόφασής του, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της παραπάνω διάταξης, την οποία σωστά δεν εφάρμοσε, αφού, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης, δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο. Αβάσιμος είναι επίσης ο ίδιος λόγος, από το άρθρο αριθμ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση ως απαράδεκτη, επειδή είχε ασκηθεί εκπρόθεσμα και θεωρώντας ότι η ασθένεια της πληρεξουσίας δικηγόρου της αναιρεσείουσας δεν ήταν τόσο σοβαρή ώστε να εμποδίσει αυτήν να ασκήσει εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο, παραβίασε τη γενική αρχή της αναλογικότητας και το δικαίωμα της ακρόασης. Τούτο δε, διότι η μεν σοβαρότητα ή μη του νοσήματος της δικηγόρου της αναιρεσείουσας και η ύπαρξη ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτού και της εκπρόθεσμης κατάθεσης της έφεσης είναι ουσιαστικό ζήτημα, που δεν ελέγχεται αναιρετικώς η δε έκπτωση από το δικαίωμα άσκησης έφεσης μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, από την επίδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης, δεν αντίκειται στην παραπάνω αρχή και δεν παραβιάζει το δικαίωμα της ακρόασης. Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αβάσιμα αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, η, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση, ότι το Εφετείο "παρά το νόμο κήρυξε την έκπτωση" της αναιρεσείουσας από το δικαίωμα προς άσκηση έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης. Τέλος, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του, αληθώς από τον αρ. 8 (και όχι 10, όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα), του άρθρου 559, είναι απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζονται στην αίτηση συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία να θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, που δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 7-9-2010, αίτηση της αναιρεσείουσας, για την αναίρεση της 2342/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της 2310/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η κατάθεση γίνεται στο καθένα από αυτά. Για το διάδικο που έχει ασκήσει εκπρόθεσμη έφεση, η οποία απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκπρόθεσμη, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, αρχίζει από την πάροδο της προθεσμίας άσκησης έφεσης. Δεν συνιστά ανωτέρα βία η ελαφρά ασθένεια του δικηγόρου, η οποία δεν εμπόδιζε αυτόν να επικοινωνήσει με άλλον δικηγόρο έστω και μη συνεργάτη του και να αναθέσει σ’ αυτόν την εντολή άσκησης του ενδίκου μέσου.
|
Έφεση
|
Έφεση, Ανώτερη βία.
| 2
|
Αριθμός 457/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΪΛΑΝΤ ΒΑΚΕΪΣΟΝΣ Ν. 959/1979", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΑΪΚΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Ν. 959/1979", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κουλοχέρη.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθανασία Αμπατζόγλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2772/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 366/2011 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 29-11-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 25-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 341, 591 παρ. 1 και 663 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, μεταξύ των οποίων είναι και αυτοί, που θεμελιώνουν την αγωγή, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, νόμιμα, οι διάδικοι. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιωδών ισχυρισμών.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί παροχής από τον αναιρεσίβλητο εργασίας κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες, δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε και τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία αυτές είχαν νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις τους, προς ανταπόδειξη των αντίστοιχων αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσίβλητου, τα οποία, σύμφωνα με το αναφερόμενο αποδεικτικό περιεχόμενό τους, ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ήταν κρίσιμα για την απόρριψη των αιτημάτων της αγωγής, για επιδίκαση αμοιβής για παρασχεθείσα εργασία κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες, καθώς και αποζημίωσης λόγω μη παροχής άδειας αναψυχής, κατά τα έτη 2006 και 2007 και ειδικότερα α) τα αντίγραφα ημερολογίου του πλοίου των ετών 2005 έως και 2007, από τα οποία προκύπτει, ότι το πλοίο δεν εκτέλεσε δρομολόγια, κατά τις συγκεκριμένες ημερομηνίες που αναφέρονται σ' αυτά και ανάγονται στο επίδικο χρονικό διάστημα και 2) τις αποδείξεις πληρωμής, για τα έξοδα μετακίνησης του αναιρεσίβλητου, με ημερομηνία 17/7/2006, 19/7/2006, 17/9/2006 και 26/9/2006, από τις οποίες προκύπτει ο πραγματικός χρόνος παροχής της εργασίας του αναιρεσίβλητου. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, στο οποίο περιλαμβάνεται και η ειδικότερη παραδοχή της, ότι "ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του κατά τις δύο ένδικες περιόδους αδιακόπως, εργασθείς αναγκαστικώς και κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις νόμιμες αργίες (επί πλήρες 8ωρο) και τούτο καθόσον το ως άνω πλοίο των εναγομένων εταιρειών πραγματοποιούσε και κατά τις ημέρες αυτές τις προγραμματισμένες ημερήσιες κρουαζιέρες του", δεν καθίσταται, αδιστάκτως, βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και τα πιο πάνω έγγραφα, για τα οποία, να σημειωθεί, ουδεμία μνεία γίνεται στην προσβαλλομένη απόφαση, αν και ήταν κρίσιμα, για την ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών. Επομένως, ο παραπάνω, από τον αρ. 11 του άρθρου 559 KΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, αφού, από την κατ' άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων των αναιρεσειουσών, που κατέθεσαν στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και τη μη αμφισβήτηση της προσκομιδής των από τον παραστάντα αναιρεσίβλητο, προκύπτει ότι επικαλέσθηκαν αυτά ειδικά και τα προσκόμισαν, νομίμως. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση (κατά την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 4 Ν. 4055/2012) προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την ως άνω απόφαση και τέλος, να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, την 366/3011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Από τη ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται, αδιστάκτως, βέβαιο, ότι έλαβε υπόψη του και τα συγκεκριμένα έγγραφα, για τα οποία, ουδεμία μνεία γίνεται στην προσβαλλομένη απόφαση, αν και ήταν κρίσιμα.
|
Έγγραφα
|
Έγγραφα.
| 2
|
Αριθμός 459/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Ζ. του Χ., υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών, υπηρετούντος στην Πρεσβεία της Ελλάδος στη ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1527/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3623/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-5-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 7-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων αναίρεσης πρώτου (κατά το μέρος του, που αναφέρεται στο αιτούμενο κονδύλιο της προσαύξησης του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη) και δεύτερου και την απόρριψη αυτών, κατά τα λοιπά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις του ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου των Εξωτερικών", που ίσχυε μέχρι τις 23-3-1998, το προσωπικό του Υπουργείου Εξωτερικών διακρίνεται σε μόνιμο και σε προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (άρθρο 61). Στο τελευταίο υπάγεται και το Βοηθητικό Προσωπικό της Εξωτερικής Υπηρεσίας, ήτοι Αρχιταξινόμος, Ταξινόμος Α', Ταξινόμος Β', Αρχικλητήρας, Κλητήρας Α' και Κλητήρας Β' (άρθρο 59 παρ. 1 εδ. β' και 2). Κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του νόμου αυτού οι θέσεις Βοηθητικού Προσωπικού της Εξωτερικής Υπηρεσίας πληρούνται από πρόσωπα ελληνικής ή αλλοδαπής ιθαγένειας με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αντί μηνιαίας αμοιβής, που ορίζεται με τη σύμβαση στο ύψος των αποδοχών του βαθμού του κλητήρα Α' της Κεντρικής Υπηρεσίας, μετά του προβλεπομένου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής. Ειδικότερα, με την παρ. 1 του άρθρου 131 του ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" που ίσχυε μέχρι τις 23-3-1998, ορίζεται ότι "ως αποδοχαί απάντων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού μεθ' όλων των, κατά τας κειμένας διατάξεις, χορηγουμένων επιδομάτων και προσαυξήσεων". Με την παρ. 10 του ίδιου άρθρου, παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, το βαθμό, τα οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος. Σύμφωνα με την παρ. 11 του αυτού άρθρου το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν πρότασης των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίστηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Το εν λόγω επίδομα δικαιούται, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του άνω ν. 419/1976, και το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας, που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου, στο άρθρο 132 του ν. 419/76, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οίκησης σε βάρος του Δημοσίου και ότι σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ένεκα ειδικών οικιστικών συνθηκών, είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα για τη στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, στην περίπτωση αυτή, όμως, θα εκπίπτεται το ένα τρίτο του καταβαλλόμενου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής. Περαιτέρω, με την Φ 083-58/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών, που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 1256/1982 και 3 παρ. 8 του ν. 1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1884/1990, καθορίστηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και προξενικών αρχών και για τους λοιπούς υπαλλήλους όλων των κλάδων και ορίστηκε επί πλέον στο κεφάλαιο Γ' αυτής ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος που καθορίστηκε γι' αυτούς αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις. Με τις παράγ. Ε' και ΣΤ' της παραπάνω ΚΥΑ, ορίζεται ότι σε όλους τους μόνιμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη, για κάθε παιδί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 1504/1984. Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του επί συμβάσει εν γένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικοί γι' αυτό λόγοι. Ακολούθως, με την ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ 2900/1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας και Εξωτερικών, χορηγήθηκε επίδομα στέγασης που ανέρχεται σε προσαύξηση 10% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής στους μόνιμους υπαλλήλους του Διοικητικού Κλάδου Γεν. Καθηκόντων, του Κλάδου Τεχνικών Επικοινωνιών, του Κλάδου Διοικητικών Γραμματέων και του Κλάδου βοηθητικού προσωπικού, που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 132 παρ. 2 του ν. 419/1976. Με τη 2001800/185/0022/17-3-1993 ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, τροποποιήθηκε η παραπάνω παράγραφος Γ' της Φ 083-58/1988 και ορίστηκε ότι σε όλους τους μόνιμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1-1-1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρις 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών. Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8, 12 και 16%, αντίστοιχα, από 1.1.2001, με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22.1.2001 ΚΥΑ. Με την τελευταία αυτή ΚΥΑ καθορίστηκε στην παρ. Γ' ότι: "Στους υπαλλήλους του Διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 20% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβεως, εκτός του αρχαιοτέρου εκ των Συμβούλων Πρεσβείας ή του μοναδικού που υπηρετεί σε Πρεσβεία ή Μόνιμη Αντιπροσωπεία, του οποίου το ποσοστό αυξάνεται κατά 30%, αποκλειομένων από τη ρύθμιση αυτή των τυχόν λαμβανόντων επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής ανωτέρας βαθμίδας. Στους μόνιμους υπαλλήλους των λοιπών κλάδων, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 10% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβεως". Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 135 §§ 4 και 5 του ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24-3-1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπ. Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. Το επίδομα αυτό καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπ. Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ σε ποσοστό επί αυτού το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Με το άρθρο 129 §§ 2 και 5 του παραπάνω νόμου στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με ΠΔ θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται, επιτοπίως, μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή. Με την ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψή τους καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων. Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της αρχής. Οι, κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Ειδικά, για όσους από αυτούς ελάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, στην οποία υπηρετούν. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, καταρχήν, ότι τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω Κ.Υ.Α. ποσοστά αύξησης για δαπάνες στέγασης δεν αποτελούν ξεχωριστό επίδομα, αλλά αύξηση του καταβαλλομένου επιδόματος Υπηρεσίας Αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν για την καταβολή του. Οι εκδιδόμενες, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 § 11 του ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 § 5 του ν. 2594/1998, κοινές υπουργικές αποφάσεις, που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα πλαίσια, δεν είναι δυνατό να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση αυτών σε μόνιμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου και να αυξήσει το επίδομα μόνο στους πρώτους αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους. Οι αποφάσεις, συνεπώς, που στηρίζονται αποκλειστικά στην ανωτέρω διάκριση για να αυξήσουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μόνιμων υπαλλήλων, βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερόμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρ. 43 § 2 του Συντάγματος) και κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση αυτή τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρες. Όμως, η προαναφερόμενη ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ.2900/1993 κοινή υπουργική απόφαση, που αφορά τις δαπάνες στέγασης, δεν αυξάνει το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής όλων των μονίμων υπαλλήλων που υπηρετούν στο εξωτερικό και για τους οποίους δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο των μόνιμων υπαλλήλων, που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και συνεπώς, ανεξάρτητα από το αν η εν λόγω ρύθμιση καλύπτεται από τις διατάξεις για την απόσπαση ή είναι στο σύνολό της εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 131 § 1 του Ν. 419/1976, που δεν παρέχει τη δυνατότητα τροποποίησης της αντίθετης διάταξης του άρθρου 132 § 2 του νόμου, θέμα ανισχύρου της εν λόγω ρύθμισης δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου, που δεν αποσπάσθηκαν σε Αρχή του εξωτερικού, αλλά προσλήφθηκαν, επιτοπίως, από τον προϊστάμενο της Αρχής αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 68 του άνω Νόμου. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι με τις προδιαληφθείσες εξουσιοδοτικές διατάξεις των παραγράφων 10 και 11 του άρθρ. 131 του ν. 419/1976, δόθηκε η εξουσία αρχικά στο Υπουργικό Συμβούλιο και μετέπειτα στους Υπουργούς Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εξωτερικών και Οικονομικών (άρθρ. 25 § 1 ν. 1884/1990, Α' 81 και άρθρ. 12 § 1 ν. 1256/ 1982, Α' 65), όπως με κοινή υπουργική απόφασή τους καθορίζουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής και προβαίνουν σε αύξηση του επιδόματος αυτού κατά ποσοστό για δαπάνες στέγασης (η οποία αύξηση για την αιτία αυτή συνιστά στην ουσία αύξηση του εν λόγω επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής), σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγ. 10 του ιδίου άρθρου 131 ν. 419/1976 κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα από τον ως άνω νόμο πλαίσια. Με βάση δε την παρεχόμενη από τις ως είρηται διατάξεις εξουσιοδότηση, μπορεί η εκδιδόμενη κοινή υπουργική απόφαση να καθορίζει σε διαφορετικό ύψος ή να αυξάνει σε διαφορετικό ποσοστό το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής για ορισμένους υπαλλήλους που έχουν ανάγκη στέγασης στο εξωτερικό. Επομένως, σύμφωνα με την έννοια της εξουσιοδότησης, ευρίσκεται εντός των ορίων αυτής η κατά ποσοστό 10% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβεως αύξηση, λόγω στέγασης, του επιδόματος αυτού μόνο για τους μόνιμους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα, ρύθμιση στην οποία προέβη η μνημονευθείσα ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ.2900/ 5.4.1993 κοινή υπουργική απόφαση. Τούτο, γιατί η απόσπαση του υπαλλήλου στο εξωτερικό γίνεται για την εξυπηρέτηση ειδικής υπηρεσιακής ανάγκης και για βραχύ χρονικό διάστημα τριών έως έξι (3-6) το πολύ μηνών (άρθρ. 107 ν. 419/1979), με αποτέλεσμα ο υπάλληλος αυτός να αντιμετωπίζει αναγκαίως άμεσες και αυξημένες δαπάνες στέγασης σε σχέση με τον υπηρετούντα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην αλλοδαπή κατόπιν πρόσληψης ή μετάθεσης ή με οποιοδήποτε άλλο - πλην απόσπασης - νόμιμο τρόπο, ο οποίος έχει εξαρχής ρυθμίσει τις δαπάνες του για στέγαση στα πλαίσια του χορηγουμένου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής. Οι αυξημένες δε αυτές δαπάνες για στέγαση του αποσπώμενου υπαλλήλου δικαιολογούν την, κατά 10%, επαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του υπαλλήλου αυτού και τη διαφοροποίησή του από τους, κατ' άλλο τρόπο, υπηρετούντες στο εξωτερικό συναδέλφους του, οι οποίοι δεν δικαιούνται της επαύξησης αυτής, την οποία η ρηθείσα κοινή υπουργική απόφαση ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ/2900/93 χορήγησε μόνο στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, που αποσπώνται σε Αρχές του εξωτερικού και όχι στους εκεί υπηρετούντες κατόπιν πρόσληψης ή μετάθεσης ή άλλο παρόμοιο νόμιμο τρόπο. Διότι, κατά τα προδιαληφθέντα, η ρύθμιση αυτή βρίσκεται εντός των ορίων της εξουσιοδότησης του άρθρ. 131 §§ 10 και 11 του ν. 419/1976 και δεν αντιβαίνει προς την αρχή της ισότητας, εφόσον δικαιολογείται λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι σε σχέση με άλλους υπαλλήλους, οι οποίοι μετατέθηκαν ή προσλήφθηκαν και υπηρετούν στο εξωτερικό σε άλλου είδους (πλην απόσπασης) υπηρεσιακή σχέση (Α.Ε.Δ. 14/2005, ΑΠ 251/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης, από 1-12-2005, αγωγής του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι την 2-10-1992 προσλήφθηκε ως κλητήρας από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και υπηρέτησε στην Πρεσβεία της Ελλάδος στη Βόννη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που υπογράφηκε μεταξύ αυτού και του διευθύνοντος την Πρεσβεία, κατά τη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 4 του ν. 419/1976. Με βάση δε τα παραπάνω ζήτησε να υποχρεωθεί το τελευταίο να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 34.188 ευρώ, για προσαυξήσεις επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, λόγω οικογενειακών βαρών (τέκνων) και στέγασης, που δεν του κατέβαλε, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 21-1-2003, ενώ κατέβαλε τούτο στους μονίμους υπαλλήλους του και ειδικότερα ποσό 25.608 ευρώ, λόγω τέκνων και ποσό 8.580 ευρώ, λόγω στέγασης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε νόμιμη την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 33.286 ευρώ και ειδικότερα το ποσό των 24.903 ευρώ λόγω τέκνων και 8.383 ευρώ λόγω στέγασης. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη κατά το κεφάλαιο αυτής, που αφορά στην προσαύξηση επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, λόγω στέγασης, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 21-1-2003, ύψους 8.580 ευρώ, διότι ο εφεσίβλητος δεν είχε την ιδιότητα του "αποσπασμένου" μονίμου δημοσίου υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών σε αρχή του εξωτερικού, αλλά του επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλου προσληφθέντος, επιτοπίως, στην αλλοδαπή και ως εκ τούτου δεν έχει δικαίωμα να λάβει μέχρι την 22-1-2001, την προβλεπόμενη, από την πιο πάνω ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ2900/5-4-1993 κοινή υπουργική απόφαση, προσαύξηση επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, λόγω στέγασης. Αλλά και µετά ταύτα, µε την έκδοση της προαναφερόμενης 083/ΕΥΑ/ΑΣ11254/22-1-2001 κοινής υπουργικής απόφασης, ο εφεσίβλητος δεν δικαιούται την αξιούµενη προσαύξηση επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, λόγω στέγασης, δεδομένου, ότι η εν λόγω απόφαση αναφέρεται σε χρόνο, μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2594/1998, δηλαδή µετά την 24-3-1998. Έτσι, η χορηγηθείσα µε αυτήν προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, λόγω στέγασης, δεν περιλαμβάνει τους επί συµβάσει ιδιωτικού δικαίου προσλαμβανόμενους, επιτοπίως, στην αλλοδαπή υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, καθόσον για τους τελευταίους, µετά την 24-3-1998, ισχύει η ειδική διάταξη του άρθρου 129 παρ. 5 εδ. β' του ν. 2594/1998, η οποία προβλέπει διαφορετικό τρόπο και διαδικασία αναπροσαρμογής (προσαύξησης) του πιο πάνω επιδόματος στο προσωπικό αυτό. Επίσης, η αγωγή δεν είναι νόµιµη και κατά το κεφάλαιο αυτής, που αφορά στην αιτούμενη προσαύξηση επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, λόγω τέκνων, κατά ποσοστό 2% για καθένα απ' αυτά και ειδικότερα για το τέκνο του Μ., που γεννήθηκε την 27-9-1986, είναι µη νόµιµη για το χρονικό διάστηµα από 1-1-2002 έως 21-1-2003 κατά ποσοστό 2% επιπλέον του δικαιουμένου ποσοστού των 14%, ενώ για το δεύτερο τέκνο του Α., που γεννήθηκε την 1-8-1990, είναι µη νόµιµη για το χρονικό διάστηµα από 1-8-2002 έως 21-1-2003 κατά ποσοστό 2%, επιπλέον του δικαιουμένου ποσοστού των 14%, διότι ο εφεσίβλητος δικαιούται για µεν το πρώτο τέκνο του, που είχε ήδη συµπληρώσει την 1-1-2002 το 12ο έτος της ηλικίας του, καθώς και για το δεύτερο τέκνο του, που συµπλήρωσε το 12ο έτος της ηλικίας του την 1-8-2002, την προσαύξηση επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω τέκνου, που χορηγήθηκε µε την υπ' αριθ. 2001800/185/0022/ 17-3-1993 κοινή υπουργική απόφαση σε ποσοστό 14% λόγω της ηλικίας του τέκνου του (για το δεύτερο τέκνο του δικαιούται µέχρι την 1-8-2002 ποσοστό 12% και µετά ταύτα ποσοστό 14%) και όχι την προσαύξηση που χορηγήθηκε με τη νεότερη υπ' αριθ. 0831 ΑΣ11254/22-1-2001 κοινή υπουργική απόφαση σε ποσοστό 16% για κάθε τέκνο που είχε συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας του (διαφορά 2% για κάθε τέκνο), ενόψει του ότι η τελευταία απόφαση εκδόθηκε μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2594/1998 και ως εκ τούτου δεν εφαρμόζεται για τον εφεσίβλητο. Με βάση τα παραπάνω, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά τις αντίστοιχες διατάξεις και απέρριψε την αγωγή, ως προς τα προαναφερόμενα κεφάλαια αυτής, ως μη νόμιμη. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη, ως προς το αιτούμενο κονδύλιο της προσαύξησης του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη, στο σύνολό της, ενώ αντίθετα δεν είναι νόμιμη, ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης για την αντιμετώπιση δαπανών στέγασης, αφού ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι ανήκει στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων, στους οποίους χορηγήθηκε η προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, για την αιτία αυτή, με τις προαναφερθείσες ΚΥΑ. Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η αγωγή, ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης του Ε.Υ.Α. για οικογενειακά βάρη, είναι νόμιμη μόνο κατά το ποσοστό που χορηγήθηκε µε την 2001800/185/0022/17-3-1993 ΚΥΑ, και είναι μικρότερο εκείνου που χορηγήθηκε με την παραπάνω νεώτερη 083/ΑΣ 11254/22-1-2001 ΚΥΑ, η οποία αύξησε τα ποσοστά, που είχε χορηγήσει η ως άνω παλαιότερη ΚΥΑ, από 6%, 8% και 14%, ανάλογα με την ηλικία του τέκνου, σε 8%, 12% και 16%, αντίστοιχα, καταλαμβάνει δε και τον αναιρεσείοντα, αφού, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 129 του Ν. 2594/1998, οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, όπως και ο αναιρεσείων, διατηρούν το εργασιακό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε τρόπο λήξη του και εξακολουθούν να αμείβονται, όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του άνω νόμου, ειδικά δε για όσους από αυτούς ελάμβαναν το Ε.Υ.Α. (όπως και ο αναιρεσείων), το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται με υπουργική απόφαση, παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο, περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. Αντίθετα, ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης του επιδόματος για δαπάνη στέγασης, εφόσον, αν και με, εν μέρει, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, απέρριψε, ως μη νόμιμη, την αγωγή, δηλαδή κατέληξε σε ορθό διατακτικό, δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις των ν. 419/1976 και 2594/1998, ούτε αυτές των άρθρων 4 § 1 και 22 § 1 εδ. β' και 43 του Συντάγματος, 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, 99/70/ΕΚ οδηγίας, που θεσπίζουν τις αρχές της ισότητας της αμοιβής, για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, υπό τις αυτές συνθήκες, καθόσον η παροχή διαφορετικής αμοιβής και εν γένει η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση των υπαλλήλων του εναγομένου, που έλαβαν προσαύξηση για αντιμετώπιση δαπανών στέγασης, έναντι του ενάγοντος δικαιολογείται, λόγω παροχής διαφορετικής κατά περιεχόμενο και προϋποθέσεις εργασίας και γενικά λόγω διαφορετικών συνθηκών (από άποψη πρόσληψης, υπηρεσιακής εξέλιξης κ.λπ.), υπό τις οποίες τελούν καθεμία από τις κατηγορίες των προαναφερόμενων υπαλλήλων, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), από την οποία πηγάζει η υποχρέωση σεβασμού της περιουσίας του νομικού ή φυσικού προσώπου και 2 §§ 3 και 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το ν. 2462/1997, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας, αφού ενόψει των εκτεθέντων η επίδικη απαίτηση δεν καθίσταται απαιτητή και δεν υπάρχει νόμιμη προσδοκία βάσει του ισχύοντος έως την προσφυγή στο δικαστήριο δικαίου ότι θα ικανοποιηθεί δικαστικά. Όπως ήδη αναφέρθηκε, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 129 του ν. 2594/1998, οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου εξωτερικών, όπως ο αναιρεσείων, διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του.
Συνεπώς, ο αναιρεσείων θα δικαιούταν την επίμαχη προσαύξηση και μετά την έναρξη της ισχύος του νεότερου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 2594/1998), μόνο αν, κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, τη δικαιούταν. Αυτό όμως δεν συνέβη, αφού, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ο αναιρεσείων, που δεν ανήκει στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων, δεν δικαιούταν, κατά την έναρξη της ισχύος του νεότερου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 2594/1998), την προσαύξηση για την αντιμετώπιση των δαπανών στέγασης, που χορηγήθηκε με την ισχύουσα, κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του νόμου αυτού, ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ.2900/1993 ΚΥΑ. Επομένως, ο αντίθετος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ανωτέρω, πρώτος, λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του, που αφορά το προαναφερθέν κονδύλιο των δαπανών στέγασης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του, είναι απαράδεκτος, διότι ο, από τον αριθμό 19, λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη σε ορισμένες διατάξεις, η μη νόμιμη.
Μετά από αυτά παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 KΠολΔ, αφού με αυτόν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το παραπάνω κεφάλαιό της, που αναφέρεται στην προσαύξηση επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, λόγω τέκνων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της αυτό, που αφορά την αξίωση του αναιρεσείοντος για την προσαύξηση του επιδόματος τέκνων του χρονικού διαστήματος από 1-1-2002 έως 21-1-2003, σε ποσοστό μεγαλύτερο εκείνου που χορηγήθηκε με την 2001800/185/0022/17-3-1993 ΚΥΑ για κάθε παιδί, δηλαδή αυτό που χορηγήθηκε με τη νεότερη 083//ΑΣ 11254/22-1-2001 ΚΥΑ, που αύξησε τα ποσοστά που είχε χορηγήσει η παλαιότερη ΚΥΑ από 6%, 8% και 14%, ανάλογα με την ηλικία του τέκνου, σε 8%, 12% και 16%, αντίστοιχα, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση (κατά την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 4 Ν. 4055/2012), κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν ολικά μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας καθενός από αυτούς και ενόψει του ότι το αναιρεσίβλητο είναι το Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 22 Ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3623/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Το αίτημα για την προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη, είναι νόμιμο. Δεν είναι νόμιμο το αίτημα για την προσαύξηση του ίδιου επιδόματος, λόγω δαπανών στέγασης, αφού ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι ανήκει στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων, στους οποίους χορηγήθηκε η προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, για την αιτία αυτή, με τις σχετικές ΚΥΑ.
|
Σύμβαση εργολαβίας
|
Σύμβαση εργολαβίας, Επίδομα αλλοδαπής.
| 1
|
Αριθμός 461/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειο Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Β. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 2)Δ. Λ. του Β., κατοίκου ... και 3)Κ. Β. του Ν., κατοίκου ..., που άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δ. Δήμου, για αναίρεση της υπ'αριθ.123/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 2 Νοεμβρίου 2012 τρείς (3) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1304/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να: Ι. Να αναιρεθεί εν μέρει η 123/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και συγκεκριμένα, α) κατά το μέρος που δεν αποφάνθηκε αυτό για τη συνδρομή ή όχι των όρων αναστολής εκτελέσεως των ποινών φυλακίσεως των τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών, που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο Δ. Λ. και β) κατά το μέρος που αναφέρεται στην καταδίκη των κατηγορουμένων Β. Τ. και 2) Κ. Β. για μερικότερη πράξη πλαστογραφίας που φέρονται ότι τέλεσαν αυτοί στα ... κατά το χρονικό διάστημα από 29-7-2003 έως 10-12-2004.
II. Να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, σε βάρος των δύο τελευταίων αναιρεσείοντων (Β. Τ. και Κ. Β.) λόγω παραγραφής, για την αμέσως προηγουμένως μερικότερη πράξη της πλαστογραφίας.
III.Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου είναι δυνατή από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ), α) κατά το κεφάλαιο της περί της ποινής του αναιρεσείοντα Δ. Λ., προκειμένου να κρίνει αν συντρέχουν οι όροι της αναστολής της ποινής φυλακίσεως των τριών ετών και έξι μηνών που έχει επιβληθεί σ' αυτόν και, αναλόγως προς τη σχετική κρίση του, είτε να προχωρήσει στην αναστολή εκτελέσεως της ποινής υπό όρους είτε να αποφανθεί ότι δεν συντρέχουν οι όροι αναστολής, β) κατά τις διατάξεις της περί επιβολής ποινής στους Β. Τ. και Κ. Β., για την πράξη της πλαστογραφίας και για τον καθορισμό, ακολούθως, συνολικής ποινής σε βάρος αυτών.
IV. Να απορριφθούν, κατά τα λοιπά, οι κρινόμενες αναιρέσεις.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 2 Νοεμβρίου 2012 τρεις αιτήσεις (με αριθ. πρωτ. 7314/2012, 7315/2012 και 7316/2012) των Β. Τ. του Γ., Κ. Β. του Ν. και Δ. Λ. του Β., αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ' αριθ. 123/2012 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, η οποία αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216, στοιχειοθετείται αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον τρίτο και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση του εγγράφου ή και να παραπλανηθεί από αυτό ο τρίτος, ή όταν χρησιμοποιηθεί το πλαστό έγγραφο κατά οποιονδήποτε τρόπο άμεσα ή έμμεσα με άλλο πρόσωπο που διατελεί σε καλή πίστη ως προς την πλαστότητα του εγγράφου. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρ. 13 εδ. γ του ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία, τέτοιο δε είναι και ο αριθμός πλαισίου αυτοκινήτου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 και 4 του ν. 2331/1995, όπως η παρ. 4 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 2655/1998, "με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία, ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα". Η έννοια της "εγκληματικής δραστηριότητας", που προβλέπεται και τιμωρείται κατά την πιο πάνω διάταξη, προσδιορίζεται στην τέλεση συγκεκριμένων εγκλημάτων που απαριθμούνται περιοριστικά στο στοιχείο α' του αρ. 1 του ν. 2331/1995, μεταξύ των οποίων ρητώς αναφέρεται ως υποπερίπτωση αιγ και το έγκλημα της λαθρεμπορίας, όταν εμπίπτει στις περιπτώσεις του άρθρου 102 παράγραφος 1 Β του Τελωνειακού Κώδικα (ν. 1165/1918, όπως ισχύει). Με την τροποποίηση του ν. 2331/1995 δια του ν. 3424/13.12.2005, του οποίου η ισχύς άρχισε την 13.12.2005, ήτοι μετά την τέλεση των αξιόποινων πράξεων που αποδίδονται στους αναιρεσείοντες, απαλείφθηκε, από τα πιο πάνω περιοριστικά αριθμούμενα "βασικά" αδικήματα του άρθρου 1 στοιχ. α, η υποπερίπτωση αιγ που αφορά την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας. Προστέθηκε, όμως, με την παρ.1 του άρθρου 1 του ν. 3424/2005, η υποπερίπτωση ιι, σύμφωνα με την οποία εντάσσεται στα βασικά εγκλήματα "κάθε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από την τέλεσή της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ", επομένως και η πράξη της λαθρεμπορίας, αφού το ελάχιστο όριο της επιβλητέας ποινής γι' αυτήν είναι φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, που είναι υπαλλακτικώς μικτό και ιδιώνυμο έγκλημα, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής δραστηριότητας και μπορούν να εναλλαχθούν, ενώ, στην περίπτωση συνδρομής περισσοτέρων τρόπων τελέσεως, τελείται ένα μόνο έγκλημα, του οποίου, μάλιστα, χρόνος τελέσεως είναι ο χρόνος που εκδηλώθηκε ο πρώτος τρόπος τελέσεως, αντικειμενικώς μεν απαιτείται αγορά, απόκρυψη, λήψη με τη μορφή της εμπράγματης ασφάλειας, αποδοχή στην κατοχή, μετατροπή ή μεταβίβαση οποιασδήποτε περιουσίας, που προέρχεται από την τέλεση των εμπεριεχόμενων στο άρθρο 1 του ως άνω νόμου αξιόποινων πράξεων, υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, έστω και ενδεχόμενος, για τη συνδρομή των ανωτέρω στοιχείων και, επί πλέον, ο δράστης να ενεργεί με σκοπό την κερδοσκοπία ή τη συγκάλυψη της αληθινής προελεύσεως της από το άρθρο 1 στοιχ. γ' του ίδιου νόμου καθοριζόμενης "περιουσίας", η οποία περιλαμβάνει τα "περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άυλα, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων". Από τη γραμματική δε διατύπωση της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2331/1995 (και πριν από την ισχύ του ν. 3424/2005), συνάγεται, ότι αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος, από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με τον δράστη της νομιμοποιήσεως μόνο στην περίπτωση της νομιμοποιήσεως προς το σκοπό παροχής συνδρομής σε πρόσωπο, που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα. Διότι, κάνοντας μνεία ο νομοθέτης για παροχή συνδρομής σε ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα πρόσωπο, αναφέρεται προφανώς σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο είναι και το ενεργητικό υποκείμενο μιας εκ των πράξεων του άρθρου 1 του ν. 2331/1995 και, στην περίπτωση αυτή, αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος, από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με τον υπαίτιο του εγκλήματος της νομιμοποίησης. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει και δεδομένου ότι χρησιμοποιεί την έκφραση "όποιος", ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2331/1995 μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ακόμη και ο υπαίτιος ενός από τα βασικά εγκλήματα και γι' αυτό δεν πρέπει να γίνεται συσταλτική ερμηνεία του, αφού έχει θεσπισθεί για την αντιμετώπισή του. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 155 παρ. 1 του ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2002 (άρθρο 185), λαθρεμπορία, η οποία τιμωρείται με τις ποινές που ορίζονται στο άρθρο 157, είναι α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλο παρά τον ορισμένο απ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο, από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ' αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο και τόπο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Κατά δε την περ. η της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ως λαθρεμπορία θεωρείται και "η με οποιονδήποτε τρόπο αφαίρεση του αριθμού πλαισίου από αυτοκίνητο ή παραποίηση αυτού και η με οποιονδήποτε τρόπο τοποθέτησή του, ενσωμάτωσή του σε άλλο αυτοκίνητο, για το οποίο δεν έχουν καταβληθεί οι οφειλόμενοι δασμοί και λοιποί φόροι. Ως αυτουργοί του αδικήματος διώκονται τόσο οι τεχνικοί και οι άλλοι εκτελούντες τις σχετικές εργασίες, όσο και ο ιδιοκτήτης ή εκμεταλλευόμενος το αυτοκίνητο στο οποίο μεταφέρεται ο ως άνω αριθμός". Υποκειμενικώς, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που κατέχει και εισάγει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την παραπάνω έννοια, καθώς και στη θέληση να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο εισαγωγικό δασμό, φόρο, τέλος ή δικαίωμα.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 207 και 208 σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 183 - 203 του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι ο νομικός χαρακτήρας του τεχνικού συμβούλου δεν ταυτίζεται με εκείνον του πραγματογνώμονος, αλλά προσομοιάζει με τον χαρακτήρα του συνηγόρου των διαδίκων, λόγους για τον οποίο οι γνωμοδοτήσεις ή οι παρατηρήσεις των τεχνικών συμβούλων, εφόσον συνταχθούν και παραδοθούν γραπτές στον αρμόδιο Εισαγγελέα ή στον ανακριτή (άρθρο 208 ΚΠοινΔ), ισοδυναμούν με γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οι οποίες προβλέπονται από το άρθρο 390 του ΚΠοινΔ, και δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα, τα οποία συνεκτιμώνται μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να αιτιολογήσει την τυχόν αντίθετη, προς τις γνωμοδοτήσεις αυτών, κρίση του. Τέλος, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 123/2012 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες α) τους Β. Τ. και Κ. Β. πλαστογραφίας με χρήση κατ` εξακολούθηση από κοινού και νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και β) τον Δ. Λ. πλαστογραφίας με χρήση (καταρτίσεως πλαστού και νοθεύσεως) κατ` εξακολούθηση από κοινού και κατά μόνας και λαθρεμπορίας, πράξεις που τέλεσαν με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τους καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών τους δύο πρώτους και τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών τον τρίτο, μετατραπείσα σε χρηματική. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, όσον αφορά τους αναιρεσείοντες και σε σχέση με τις πράξεις, για τις οποίες τους κήρυξε ενόχους, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ... ο Λ. (αναιρεσείων) ... ήταν ιδιοκτήτης του με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγού αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής SUZUKI τύπου GRAND VITARA, Τζιπ, χρώματος ασημί. Ο ανωτέρω Χ. Λ. το Δεκέμβριο του 2004 ενεπλάκη σε σοβαρό τροχαίο ατύχημα και το πιο πάνω αυτοκίνητο έπαθε σοβαρότατες ζημιές, που καθιστούσαν τούτο ως ολοκληρωτικά καταστραφέν, αφού δεν συνέφερε οικονομικά η επισκευή του. Για το λόγο αυτό και παρέμενε επί αρκετό χρονικό διάστημα ακινητοποιημένο, αφού δεν μπορούσε να κυκλοφορήσει, σε χώρο της αντιπροσωπείας αυτοκινήτων .. Το αυτοκίνητο τούτο με την άδεια κυκλοφορίας του, ο ως άνω ιδιοκτήτης του το παρέδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο (Κ. Γ., που επίσης καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), ο οποίος στις 26- 4-2005 το μετέφερε στο συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων των 4ου και 5ου συγκατηγορουμένων του Δ. Λ. και Ν. Σ. (που, επίσης, δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη). Ήδη στο συνεργείο αυτό είχε μεταφέρει στις 24 - 4 - 2005 το υπ' αριθ. κυκλοφορίας (ιταλικές πινακίδες) ..., ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής SUZUKI τύπου GRAND VITARA, Τζιπ, χρώματος κόκκινου, αξίας 15.000 ευρώ. Για το τελευταίο αυτοκίνητο αναγράφηκε στο βιβλίο εισερχομένων-εξερχομένων αυτοκινήτων του συνεργείου ότι τούτο το εισήγαγε άτομο με στοιχεία A. H., όμως αποδείχθηκε ότι άτομο με τέτοια στοιχεία είναι ανύπαρκτο, ενώ η πραγματικότητα είναι ότι το εν λόγω αυτοκίνητο πήγε στο συνεργείο ο πρώτος κατηγορούμενος. Ακολούθως ο 1ος κατηγορούμενος από κοινού με τους ανωτέρω συγκατηγορουμένους του συναποφάσισαν, γνωρίζοντας καθένας τούτων και αποδεχόμενος την σύμπραξη του άλλου και έχοντας τον ίδιο δόλο με εκείνον για την ολοκλήρωση του εγκλήματος, και κατά το χρονικό διάστημα από 26-4-2005 έως 13-6-2005, αφού απέκοψαν με μηχανικό τρόπο το μεταλλικό τμήμα του με αριθ. κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, στο οποίο υπήρχε χαραγμένος ο αριθμός πλαισίου του αυτοκινήτου αυτού, που ήταν ..., συγκόλλησαν τούτο στο σημείο του ... αυτοκινήτου, στο οποίο υπήρχε χαραγμένος ο αριθμός πλαισίου του αυτοκινήτου αυτού, που ήταν ..., τον οποίο προηγουμένως είχαν αποκόψει. Με τον τρόπο τούτο της συγκολλήσεως του αριθμού πλαισίου του αυτοκινήτου SUZUKI τύπου GRAND VITARA, παραποίησαν το ανωτέρω ... αυτοκίνητο, ως προς το κρίσιμο τούτο στοιχείο της ταυτότητάς του. Ενόψει δε του ότι αφαίρεσαν από αυτό και τις ως άνω ιταλικές πινακίδες κυκλοφορίας του αυτοκινήτου (...) και τοποθέτησαν σ' αυτό τις υπ' αριθμ. ... πινακίδες κυκλοφορίας, κατέστησαν αδύνατη και πάντως δυσχερή τουλάχιστον χωρίς ενδελεχή έλεγχο την διαπίστωση της πραγματικής ταυτότητας του οχήματος αυτού, το οποίο εμφανιζόταν ότι δήθεν ήταν το αυτοκίνητο εκείνο που εργοστασιακά έχει κατασκευαστεί και έχει τον ανωτέρω αριθμό πλαισίου, ενώ αυτό ήταν διαφορετικό εκείνου που αναφέρεται στην άδεια κυκλοφορίας του. Στην αλλοίωση αυτή προέβησαν με σκοπό να παραπλανήσουν με την χρήση του τους τρίτους για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα για το ότι το αυτοκίνητο αυτό ήταν γνήσιο, όπως κατασκευάστηκε από το εργοστάσιο και κυκλοφορεί νόμιμα έχοντας την σχετική άδεια κυκλοφορίας με τον ανωτέρω αριθμό.... Περαιτέρω, ..., αποδείχθηκε ότι ο έκτος κατηγορούμενος Χ. Ν. (που, επίσης, δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) είχε αγοράσει από τον Κ. Μ. το έτος 1998, αντί ποσού 500.000 δρχ., ένα επιβατηγό αυτοκίνητο το οποίο είχε καταστραφεί ολοσχερώς σε αυτοκινητικό ατύχημα και συγκεκριμένα ένα επιβατηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής BMW τύπου 518, κυβισμού 1800 cc, χρώματος λευκού, με αριθμό πλαισίου ... και αριθμό κινητήρα ..., στο οποίο είχε χορηγηθεί άδεια κυκλοφορίας με αριθμό .... Το αυτοκίνητο τούτο κατά το χρονικό διάστημα από 29-7-2003 έως 10-12-2004, μεταφέρθηκε στο συνεργείο επισκευής των δευτέρου και τρίτου κατηγορουμένων (αναιρεσειόντων Τ. και Β.). Οι τελευταίοι γνωστοποίησαν στον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου - 6° κατηγορούμενο, ότι είχαν στην κατοχή τους άλλο αυτοκίνητο όμοιας μάρκας με το όχημα του, το οποίο βρισκόταν σε καλύτερη κατάσταση από αυτό που αγόρασε και συμφώνησαν με αυτόν να παραποιήσουν τα στοιχεία του αυτοκίνητου αυτού, με τα στοιχεία του αυτοκινήτου που είχε στην κυριότητά του και ήταν κατεστραμμένο, ώστε να έχει αυτοκίνητο που να μπορεί να χρησιμοποιεί. Ο έκτος κατηγορούμενος συμφώνησε στην παραποίηση και οι 2ος και 3ος κατηγορούμενοι, με βάση την κοινή απόφασή τους και δόλο, αφού απέκοψαν το μεταλλικό τμήμα του αριθμού πλαισίου του κατεστραμμένου υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... αυτοκινήτου και το συγκόλλησαν στην αντίστοιχη θέση του άλλου αυτοκινήτου, που ήταν όμοιας μάρκας, τύπου 518ι, χρώματος μολυβί, κινητήρα τύπου ... και κυλινδρισμού 2000 cc. Η επέμβαση αυτή στον αριθμό πλαισίου διαπιστώθηκε και από σχετική έρευνα της Δ/νσεως Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛ.ΑΣ (...), καθώς και από τον ιδιώτη πραγματογνώμονα Γ. Κ. (...). Για το αυτοκίνητο τούτο, μετά την κατά τα ανωτέρω επέμβαση στον αριθμό πλαισίου του, εκδόθηκε νέα άδεια κυκλοφορίας με αριθμό … Με τον τρόπο τούτο της ενσωματώσεως του αριθμού πλαισίου από το ένα αυτοκίνητο στο άλλο, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι παραποίησαν το ανωτέρω αυτοκίνητο, ως προς το κρίσιμο τούτο στοιχείο της ταυτότητας του, έτσι που κατέστη αδύνατη η διαπίστωση της πραγματικής ταυτότητας του οχήματος αυτού και εμφανιζόταν πλέον ότι το αυτοκίνητο, στο οποίο ενσωμάτωσαν τον αριθμό πλαισίου του κατεστραμμένου αυτοκινήτου, ήταν δήθεν το αυτοκίνητο εκείνο που εργοστασιακά έχει κατασκευαστεί και έχει τον ανωτέρω (αποκοπέντα από το κατεστραμμένο και ενσωματωθέντα στην συνέχεια στο άλλο αυτοκίνητο) αριθμό πλαισίου, ενώ αυτό ήταν πράγματι διαφορετικό, από εκείνο που αναφερόταν στην άδεια κυκλοφορίας του κατεστραμμένου αυτοκινήτου. ... Οι ανωτέρω κατηγορούμενοι (αναιρεσείοντες Τ. και Β.) διατηρούσαν συνεργείο επισκευής επιβατηγών αυτοκινήτων στην οδό Δημοκρατίας αρ. 5 στην ..., με την επωνυμία. ... από κοινού συναποφάσισαν, γνωρίζοντας καθένας τούτων και αποδεχόμενος την σύμπραξη του άλλου και έχοντας τον ίδιο δόλο με εκείνον για την ολοκλήρωση του εγκλήματος και αφού απέκοπταν το μεταλλικό τμήμα στο οποίο υπήρχε χαραγμένος ο αριθμός πλαισίου επιβατηγού αυτοκινήτου, το επικολλούσαν στο σημείο στο οποίο υπήρχε χαραγμένος ο αριθμός πλαισίου άλλου αυτοκινήτου, έτσι ώστε να εμφανίζεται το επιβατηγό αυτοκίνητο, στο οποίο γινόταν η επικόλληση του αριθμού, σαν να ήταν το άλλο αυτοκίνητο το οποίο κυκλοφορούσε νόμιμα με τις χορηγηθείσες σ' αυτό με βάση την άδεια κυκλοφορίας του πινακίδες. Ειδικότερα, ... (1) Ο 8ος κατηγορούμενος Α. Μ. (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), είχε στην ιδιοκτησία του το υπ' αριθ. Κυκλοφορίας … επιβατηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής BMW τύπου 316, παραγωγής 1986, με κινητήρα τύπου Μ10, 1.800 κ.ε., και κίνηση στον ένα άξονα, με αριθμό πλαισίου... Το αυτοκίνητο αυτό είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά το έτος 1990, ήταν δηλαδή το έτος 2005 ήδη 15 ετών και η εκτιμώμενη αξία του ανερχόταν στο ποσό το πολύ των 8.000 ευρώ. ... Όταν πήγε το αυτοκίνητο αυτό στο συνεργείο τους αρχές Ιανουαρίου του 2005 για επισκευή, οι 3ος και 4ος κατηγορούμενοι του πρότειναν να παραποιήσουν τον αριθμό πλαισίου ενός επιβατηγού αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής BMW τύπου 325, κινητήρα τύπου Μ20, κυλινδρισμού 2500 cc, χρώματος κόκκινου, παραγωγής 1998 με τετρακίνηση, και κλιματισμό, το οποίο είχαν στην συγκατοχή τους, δηλαδή να αποκόψουν τον αριθμό πλαισίου του αυτοκινήτου αυτού και να επικολλήσουν στη θέση του τον αριθμό πλαισίου του δικού του αυτοκινήτου (υπ' αριθμ. κυκλοφ…). Ο 8ος κατηγορούμενος συμφώνησε και πράγματι οι 3ος και 4ος κατηγορούμενοι, αφού απόκοψαν το τμήμα κάθε αυτοκινήτου στο οποίο ήταν χαραγμένος ο αριθμός πλαισίου αυτών, συγκόλλησαν το μεταλλικό τμήμα που είχε γραμμένο τον αριθμό πλαισίου του υπ' αριθμ. κυκλοφ…αυτοκινήτου ... στο σημείο που ήταν προηγουμένως ο αριθμός πλαισίου του δεύτερου αυτοκινήτου ..., καθώς επίσης τοποθέτησαν στο δεύτερο αυτοκίνητο και τις πινακίδες κυκλοφορίας με τον ανωτέρω αριθμό ... Με τον τρόπο αυτό, παραποίησαν το ανωτέρω (δεύτερο) αυτοκίνητο, ως προς το κρίσιμο τούτο στοιχείο της ταυτότητάς του, που είναι ο αριθμός πλαισίου, έτσι που κατέστη αδύνατη, πάντως δε δυσχερής, η διαπίστωση της πραγματικής ταυτότητας του οχήματος αυτού, το οποίο εμφανιζόταν ότι δήθεν είναι εκείνο που εργοστασιακά έχει κατασκευαστεί και έχει τον ανωτέρω αριθμό πλαισίου ... και την άδεια κυκλοφορίας, ενώ στην πραγματικότητα αυτό ήταν διαφορετικό εκείνου που αναφέρεται στην άδεια κυκλοφορίας του. Στην αλλοίωση αυτή προέβησαν με σκοπό να παραπλανήσουν με την χρήση του τους τρίτους για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα για το ότι το αυτοκίνητο αυτό είναι γνήσιο, όπως κατασκευάστηκε από το εργοστάσιο και κυκλοφορεί νόμιμα έχοντας την σχετική άδεια κυκλοφορίας με τον ανωτέρω αριθμό πλαισίου και κυκλοφορίας και ειδικότερα τις αρμόδιες αρχές για την νομιμότητα του αυτοκινήτου. Απώτερος σκοπός των 3ου και 4ου κατηγορουμένων ήταν (α) αφενός μεν να προσπορίσουν παράνομο όφελος στον ιδιοκτήτη του - 8° κατηγορούμενο, ο οποίος απέκτησε έτσι αυτοκίνητο νεότερης ηλικίας από αυτό που κατείχε νομίμως, αλλά και μεγαλύτερης αξίας (μεγαλύτερου κυβισμού, με κλιματισμό κ.τ.λ.), χωρίς να υποβληθεί στη δαπάνη αγοράς τέτοιου αυτοκινήτου, δηλαδή με τα χαρακτηριστικά του δευτέρου αυτοκινήτου, το οποίο (όφελος) ανέρχεται σε 17.061 ευρώ, αφετέρου δε (β) να προσπορίσουν παράνομο όφελος στον εαυτό τους, αφού για την εργασία που έκαμαν προκειμένου να παραποιήσουν το δεύτερο αυτοκίνητο, αλλά και ως αντίτιμο για την παραχώρηση του στον 8° κατηγορούμενο έλαβαν από αυτόν το ποσό των 2.200 ευρώ, ενώ κράτησαν και το παλαιό αυτοκίνητο του 8ου κατηγορουμένου. Τα ανωτέρω, εκτός του ότι αποδεικνύονται από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, ομολογούνται κατά την προανακριτική απολογία του Α. Μ., η δε αναίρεση όσων κατ' αυτήν έχει καταθέσει με την απολογία του στην κύρια ανάκριση και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεν κρίνεται αληθής, η δε δικαιολογία που εκθέτει, ότι δηλαδή κατέθεσε με το περιεχόμενο αυτό επειδή ήταν ζαλισμένος λόγω της ασθένειάς του, καθόσον πάσχει χρόνια νεφρική ανεπάρκεια επειδή πιέστηκε ψυχολογικά από τους αστυνομικούς, οι οποίοι του υποσχέθηκαν ότι αν καταθέσει με το περιεχόμενο αυτό θα του επέστρεφαν το αυτοκίνητό του, δεν είναι πειστικές. (2) Οι 2ος και 3ος κατηγορούμενοι τέλεσαν την πλαστογραφία του αριθμού πλαισίου του επιβατηγού αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής BMW τύπου 518, κυβισμού 1800 cc, χρώματος λευκού, με αριθμό πλαισίου ... και αριθμό κινητήρα ..., στο οποίο είχε χορηγηθεί άδεια κυκλοφορίας με αριθμό ..., ιδιοκτησίας του 6ου κατηγορουμένου Χ. Ν. κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω υπό στοιχ. (I) (Δ). (2). Με τον τρόπο τούτο, της συγκολλήσεως δηλαδή του αριθμού πλαισίου του αυτοκινήτου που κατείχε νομίμως ο Χ. Ν. (...) στο άλλο αυτοκίνητο της ιδίας μάρκας που έφερε αριθμό κινητήρα.., οι ανωτέρω κατηγορούμενοι παραποίησαν το ανωτέρω (δεύτερο) αυτοκίνητο, ως προς το κρίσιμο τούτο στοιχείο της ταυτότητάς του, που είναι ο αριθμός πλαισίου, έτσι που κατέστη αδύνατη, πάντως δε δυσχερής, η διαπίστωση της πραγματικής ταυτότητας του οχήματος αυτού, το οποίο εμφανιζόταν ότι δήθεν είναι εκείνο που εργοστασιακά έχει κατασκευαστεί και έχει τον ανωτέρω αριθμό πλαισίου (...) και την άδεια κυκλοφορίας, ενώ στην πραγματικότητα αυτό ήταν διαφορετικό εκείνου που αναφέρεται στην άδεια κυκλοφορίας του. Στην αλλοίωση αυτή προέβησαν με σκοπό να παραπλανήσουν με την χρήση του τους τρίτους για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα για το ότι το αυτοκίνητο αυτό είναι γνήσιο, όπως κατασκευάστηκε από το εργοστάσιο και κυκλοφορεί νόμιμα έχοντας την σχετική άδεια κυκλοφορίας με τον ανωτέρω αριθμό και ειδικότερα τις αρμόδιες αρχές για την νομιμότητα του αυτοκινήτου, αλλά και τους τρίτους στους οποίους τυχόν θα πωλούνταν. Απώτερος σκοπός των 2ου και 3ου κατηγορουμένων ήταν να προσπορίσουν (α) παράνομο όφελος στον ιδιοκτήτη του πρώτου (νομίμου) αυτοκινήτου Χ. Ν., ισόποσο προς την αξία του αυτοκινήτου, προσδιοριζόμενη σε 11.000 ευρώ, ενόψει του ότι απέκτησε το παραποιημένο αυτοκίνητο χωρίς να υποβληθεί στη δαπάνη αγοράς του, αφού αντί του κατεστραμμένου αποκτούσε αυτοκίνητο με δυνατότητα χρησιμοποιήσεως, αλλά και δυνατότητα πωλήσεως σε τρίτους και αποκτήσεως του τιμήματος, που δεν θα μπορούσε να αποκτήσει πωλώντας το κατεστραμμένο αυτοκίνητο, αλλά και (β) παράνομο όφελος στον εαυτό τους, αφού έλαβαν αμοιβή, η οποία δεν κατέστη γνωστή κατά την διαδικασία για την εκτέλεση της ως άνω παραποιήσεως, πάντως κατωτέρα των 30.000 ευρώ. (3) Ο αρχικά 16ος κατηγορούμενος Ι. Μ., ο οποίος κηρύχθηκε αθώος με την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για την πράξη της λαθρεμπορίας, για την οποία είχε ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη, κατείχε νομίμως ένα επιβατηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής LANCIA, με αριθμό κυκλοφορίας …, τύπου 831ΑΒΟ/5, έτους κατασκευής 1982, με αριθμό πλαισίου ..., τύπο κινητήρα …, κυβισμού 1301 cc, σύμφωνα και με τα χαρακτηριστικά που αναγράφονται στην άδεια κυκλοφορίας που είχε χορηγηθεί σ` αυτόν. Το αυτοκίνητο είχε το αγοράσει από τον Χ. Ν., αντί ποσού 200.000 δραχμών, λόγω της παλαιότητάς του. Ο Ι. Μ., λίγες ημέρες μετά την αγορά του αυτοκινήτου αυτού, το πήγε στο συνεργείο των 2ου και 3ου κατηγορουμένων, ..., προκειμένου να εκτελέσουν εργασίες μετατροπών και βελτιώσεων τούτου, επειδή ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του το είχε σε ακινησία, μεταξύ των οποίων θα ήταν και η αλλαγή κινητήρα, ώστε να έχει κινητήρα με μεγαλύτερο κυβισμό. Η αμοιβή για τις εργασίες αυτές συμφωνήθηκε σε 400.000 δραχμές (1.173,88 ευρώ). Οι 2ος και 3ος κατηγορούμενοι, με κοινή απόφασή τους, έχοντας στην κατοχή τους άλλο αυτοκίνητο όμοιας μάρκας LANCIA, άλλου τύπου και συγκεκριμένα DELTA INTEGRALLE, κυβισμού 2000cc, κινητήρα 16V, με κίνηση στους τέσσερις τροχούς, έτους κατασκευής 1989, που είχε περιέλθει στην κατοχή τους με μη διακριβωθέντα τρόπο, παραποίησαν στο τελευταίο αυτοκίνητο τον αριθμό πλαισίου αυτού, με αλλοίωση των στοιχείων του και σφυρηλάτηση και χάραξη στοιχείων, ώστε να είναι πλέον χαραγμένος σ' αυτό ο αριθμός κυκλοφορίας του αυτοκινήτου που είχε ο Ι. Μ. και αναφέρονταν στην άδεια κυκλοφορίας του (..). Ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου, όταν πήγε να το παραλάβει αντιλήφθηκε ότι πρόκειται για διαφορετικό στην ουσία αυτοκίνητο, πλην όμως ελέγχοντας τον αριθμό πλαισίου διαπίστωσε ότι ήταν ο αναγραφόμενος στην άδεια κυκλοφορίας του και ενόψει και των υποσχέσεων του δευτέρου κατηγορουμένου ότι δεν υπήρχε κάτι το παράνομο και ούτε λόγος να ανησυχεί και της προτροπής του να το περάσει από τον έλεγχο ΚΤΕΟ, και μάλιστα στην Ηγουμενίτσα όπου πραγματικά ελέγχθηκε το αυτοκίνητο χωρίς να παρατηρηθεί οποιοδήποτε πρόβλημα για την ταυτότητά του, και μη γνωρίζοντας την παραποίηση, συνέχισε να κυκλοφορεί το αυτοκίνητο μέχρι την 9-2-2006 που βρέθηκε από τους αστυνομικούς και μετά την διαπίστωση της παραποιήσεως κατασχέθηκε. Με τον τρόπο τούτο της αλλοιώσεως με έντεχνο τρόπο του αριθμού πλαισίου του δευτέρου αυτοκινήτου, ήτοι αποσβέσεως των παλαιών στοιχείων του αριθμού πλαισίου και σφυρηλατήσεως νέων στοιχείων του αριθμού πλαισίου, ήτοι αυτών του αυτοκινήτου που νομίμως κατείχε ο Ι. Μ., παραποίησαν το ανωτέρω αυτοκίνητο, ως προς το κρίσιμο τούτο στοιχείο της ταυτότητάς του, που είναι ο αριθμός πλαισίου, έτσι που κατέστη αδύνατη, πάντως δυσχερής, η διαπίστωση της πραγματικής ταυτότητας του οχήματος αυτού, το οποίο εμφανιζόταν ότι δήθεν είναι το αυτοκίνητο εκείνο που εργοστασιακά έχει κατασκευαστεί και έχει τον ανωτέρω αριθμό πλαισίου (...), ενώ ήταν διαφορετικό εκείνου που αναφέρεται στην άδεια κυκλοφορίας του. Στην αλλοίωση αυτή προέβησαν με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση του τους τρίτους για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα για το ότι το αυτοκίνητο αυτό είναι γνήσιο, όπως κατασκευάστηκε από το εργοστάσιο και κυκλοφορεί νόμιμα έχοντας την σχετική άδεια κυκλοφορίας με τον ανωτέρω αριθμό και ειδικότερα τις αρμόδιες αρχές για τη νομιμότητα του αυτοκινήτου, με όφελος του ανωτέρω κατηγορουμένου ιδιοκτήτη του, ο οποίος απέκτησε έτσι αυτοκίνητο, χωρίς να υποβληθεί στην επιπλέον δαπάνη, διαφορετικών χαρακτηριστικών από εκείνο που αρχικά είχε, νεότερης κατασκευής, αλλά και μεγαλύτερου κυβισμού και δυνατοτήτων, χωρίς να καταβάλει οποιοδήποτε επιπλέον ποσό, το οποίο διαφορετικά θα κατέβαλε για την απόκτηση τέτοιου αυτοκινήτου. Για την αλλοίωση αυτή των στοιχείων του αυτοκινήτου και την παραχώρησή του στον Ι. Μ., οι ανωτέρω κατηγορούμενοι ωφελήθηκαν επίσης, καθόσον εκείνος τους κατέβαλε το ποσό των 400.000 δραχμών. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από ... και από την από 6-4-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Κ. κατά την οποία στο πινακιδάκι που βρίσκεται δίπλα στη βάση του "αμορτισέρ" αναγραφόταν άλλος αριθμός πλαισίου από τον ανωτέρω. (Β) Οι 2ος και 3ος κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι τα ως άνω αυτοκίνητα (...), στα οποία συγκόλλησαν τους αριθμούς πλαισίου των άλλων αυτοκινήτων που νόμιμα κατείχαν οι προαναφερθέντες ιδιοκτήτες τους, τα οποία κατείχαν οι ίδιοι (κατηγορούμενοι) και για τα οποία δεν απέδειξαν ούτε την νόμιμη κατοχή τους, ούτε την νόμιμη εισαγωγή τους στην Ελλάδα, αποτελούσαν προϊόντα παράνομης πράξεως, ήτοι λαθρεμπορίας (...), οι δε δασμοί και φόροι που στερήθηκε το Δημόσιο ανέρχονται σε ποσό ανώτερο των 15.000 ευρώ για τα ανωτέρω αυτοκίνητα, το οποίο είναι σημαντικό (...), που τελέσθηκε σε μη διαπιστωθέντα κατά την διαδικασία τόπο και χρόνο και από μη αποκαλυφθέντες κατά την διαδικασία δράστη/ες, πάντως όχι από τους ίδιους τους ως άνω κατηγορουμένους, αφού αυτοί αρνούνται ότι τα εισήγαγαν λαθραία στην Ελλάδα, τα απέκτησαν δε αποδεχόμενοι αυτά στην κατοχή τους, αφού μπορούσαν να ασκήσουν φυσική εξουσία σ' αυτά και να τα εξουσιάζουν και να τα διαθέτουν πραγματικά, σύμφωνα με την βούλησή τους, από κερδοσκοπία, ήτοι προκειμένου να τα παραποιήσουν κατά το αριθμό πλαισίου τους και εν συνεχεία να τα διαθέσουν σε πελάτες τους και να καρπωθούν την προαναφερθείσα αξία τους ή μέρος αυτής, χωρίς να έχουν καταβάλει ισόποσο τίμημα για την αγορά τους, αφού ήταν προϊόντα λαθρεμπορίας, και προκειμένου να συγκαλύψουν την αληθινή τους προέλευση, προέβησαν στην παραποίηση του αριθμού πλαισίου τους κατά τα προεκτεθέντα, δίδοντας έτσι νομιμοφανή υπόσταση στα αυτοκίνητα αυτά, ώστε να τα εμφανίσουν ως νομίμως κτηθέντα. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, διέπραξαν την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας των ανωτέρω αυτοκινήτων και έκαναν χρήση τούτων και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτής, χωρίς όμως την επιβαρυντική ... Επίσης πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της πράξεως της νομιμοποιήσεως εσόδων ... Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι 4ος και 5ος κατηγορούμενοι Δ. Λ. και Ν. Σ. (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), αντίστοιχα, διατηρούσαν συνεργείο επισκευής επιβατηγών αυτοκινήτων στην ..., στο 4° χλμ. της Ε.Ο. Ιωαννίνων - Αθηνών. ... αποδείχθηκε ότι : (Α) Ο 4ος κατηγορούμενος Δ. Λ. ήταν, νομίμως, ιδιοκτήτης του υπ' αριθ. Κυκλοφορίας … ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγού αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής BMW τύπου Μ-3, με αριθμό πλαισίου ... Στην κατοχή αυτού είχε περιέλθει, με άγνωστο τρόπο και σε άγνωστο χρόνο, το με ισπανικό αριθμό κυκλοφορίας …, εργοστασίου κατασκευής BMW τύπου Μ-3 επιβατηγό αυτοκίνητο, με αριθμό πλαισίου ..., χρώματος χρυσαφί. Το τελευταίο αυτοκίνητο είχε κλαπεί στις 25-4-2005 στο … Ισπανίας από την κατοχή του D. A. E. και είχε δηλωθεί η κλοπή από αυτόν στην αρμόδια αστυνομική υπηρεσία, ήταν δε καταχωρημένο ως κλαπέν με ταυτότητα... Ο ανωτέρω 5ος κατηγορούμενος, αν και γνώριζε ότι το αυτοκίνητο τούτο αποτελεί προϊόν κλοπής, ... κατά το χρονικό διάστημα από 25-7-2005 έως 23-8-2005, στο ως άνω συνεργείο του απέκοψε το τμήμα κάθε αυτοκινήτου στο οποίο ήταν χαραγμένος ο αριθμός πλαισίου και τον αριθμό πλαισίου του …αυτοκινήτου τον συγκόλλησε στο άλλο αυτοκίνητο, στο οποίο επίσης τοποθέτησε τις πιο πάνω πινακίδες κυκλοφορίας. Με τον τρόπο τούτο του ενσωματώσεως του αριθμού πλαισίου στο δεύτερο αυτοκίνητο, ο 4ος κατηγορούμενος παραποίησε το ανωτέρω αυτοκίνητο, ως προς το κρίσιμο τούτο στοιχείο της ταυτότητάς του, του αριθμού πλαισίου, έτσι που κατέστη αδύνατη, πάντως δε δυσχερής, η διαπίστωση της πραγματικής ταυτότητας του οχήματος αυτού, το οποίο εμφανιζόταν ότι δήθεν είναι εκείνο που εργοστασιακά έχει κατασκευαστεί και έχει τον ανωτέρω αριθμό πλαισίου, ενώ στην πραγματικότητα αυτό ήταν διαφορετικό εκείνου που αναφέρεται στην άδεια κυκλοφορίας του. Επίσης, ο 4ος κατηγορούμενος, νόθευσε την υπ' αριθ … άδεια κυκλοφορίας, που είχε χορηγηθεί στο πρώτο αυτοκίνητο, ώστε τα αναγραφόμενα σ' αυτή στοιχεία να συμπίπτουν με τα στοιχεία του δεύτερου αυτοκινήτου και συγκεκριμένα στα σημεία όπου αναγράφεται ο κυλινδρισμός και η ημερομηνία εκδόσεως 1ης άδειας και στη θέση του κυλινδρισμού ανέγραψε 2895 κ.ε., αντί του αρχικά αναγραφόμενου 1895 κ.ε., απαλείφοντας τον ψηφίο "1" στην αρχή του αριθμού και γράφοντας αντ` αυτού το ψηφίο "2" και στη θέση της ημερομηνίας 1ης άδειας, - αντί της αρχικά αναγραφόμενης 17-1-2000, ανέγραψε 17-2-2000, απαλείφοντας στο μήνα το ψηφίο "1" και γράφοντας αντ` αυτού το ψηφίο "2". Στην πλαστογραφία και αλλοίωση αυτή του αριθμού πλαισίου και της αδείας κυκλοφορίας του δευτέρου αυτοκινήτου προέβη με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους τούς τρίτους για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα για το ότι το αυτοκίνητο αυτό είναι γνήσιο, όπως κατασκευάστηκε από το εργοστάσιο και κυκλοφορεί νόμιμα έχοντας την ανωτέρω σχετική άδεια κυκλοφορίας με τον ανωτέρω αριθμό και ειδικότερα τις αρμόδιες αρχές για την νομιμότητα του αυτοκινήτου, με όφελος του ιδίου του 4ου κατηγορουμένου, ισόποσου προς την αξία του αυτοκινήτου, προσδιοριζόμενη σε 11.000 ευρώ, ενόψει του ότι απέκτησε τούτο χωρίς να υποβληθεί στη δαπάνη αγοράς αφού δεν απέδειξε ότι είχε αυτό με νόμιμο τρόπο στην κατοχή του και με τον ως άνω τρόπο της αλλοιώσεως των στοιχείων καθιστούσε αδύνατη την αποκάλυψη του πραγματικού ιδιοκτήτη. Ο κατηγορούμενος Δ. Λ. στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ομολόγησε την πλαστογραφία του ανωτέρω αυτοκινήτου και της άδειας κυκλοφορίας αυτού και καταθέτει ότι αγόρασε τούτο από άγνωστο Αλβανό αντί του ποσού των 15.000 ευρώ σε αντίθεση με όσα προανακριτικά κατέθεσε ότι το είχε φέρει τούτο ο έβδομος κατηγορούμενος Κ. Ν.. Επομένως πρέπει ο 4ος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της ως άνω πράξεως. ...(Β) Περαιτέρω από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ..., ότι: Ο 4ος κατηγορούμενος: (1) Είχε στην κατοχή του το με αριθ. κυκλοφορίας …επιβατηγό αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής PEUGEOT 206 τύπου ROLLAND GAROSSE με αριθμό πλαισίου .... Επίσης στην κατοχή του περιήλθε άλλο αυτοκίνητο ίδιας μάρκας και τύπου, με άγνωστο τρόπο και αγνώστου αριθμού πλαισίου. Επειδή το πρώτο αυτοκίνητο, προφανώς είχε υποστεί αναποκατάστατες υλικές ζημίες ή οπωσδήποτε ζημίες που δεν συνέφερε οικονομικά η αποκατάσταση τους, ο 4ος κατηγορούμενος απέκοψε το τμήμα του αμαξώματος που ήταν αποτυπωμένος ο αριθμός πλαισίου του δεύτερου αυτοκινήτου, το οποίο ήταν σε καλή κατάσταση και στη θέση αυτή συγκόλλησε το μεταλλικό τμήμα του αμαξώματος, στο οποίο ήταν χαραγμένος ο αριθμός πλαισίου του … αυτοκινήτου, επίσης δε τοποθέτησε στο δεύτερο αυτό αυτοκίνητο, στο οποίο επικόλλησε τον αριθμό πλαισίου του …αυτοκινήτου και τις πινακίδες κυκλοφορίας του τελευταίου. Στη συνέχεια ο 4ος κατηγορούμενος πώλησε το δεύτερο αυτό αυτοκίνητο στην Μ. Σ., αντί ποσού 8.500 ευρώ. Με τον τρόπο αυτό της συγκολλήσεως του αριθμού πλαισίου του με αριθμό κυκλοφορίας …αυτοκινήτου στο άλλο αυτοκίνητο, με τα άγνωστα στοιχεία, ο 4ος κατηγορούμενος παραποίησε το τελευταίο αυτό αυτοκίνητο, ως προς το κρίσιμο τούτο στοιχείο της ταυτότητας του, έτσι που καθίστατο αδύνατη, πάντως δε δυσχερής η διαπίστωση της πραγματικής ταυτότητας του οχήματος αυτού, αφού εμφανιζόταν ότι δήθεν το αυτοκίνητο αυτό είναι εκείνο που εργοστασιακά είχε κατασκευαστεί και είχε τον ανωτέρω αριθμό πλαισίου (...), ενώ στην πραγματικότητα ήταν διαφορετικό εκείνου που αναφέρεται στην άδεια κυκλοφορίας του. Στην πλαστογραφία αυτή προέβη ο 4ος κατηγορούμενος με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του παραποιημένου αριθμού πλαισίου του δευτέρου αυτοκινήτου τους τρίτους για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος αυτός σκόπευε να παραπλανήσει τους τρίτους και ειδικότερα την ως άνω αγοράστρια αυτού και τις αρμόδιες αρχές για το ότι το αυτοκίνητο αυτό ήταν γνήσιο, όπως κατασκευάστηκε από το εργοστάσιο και ότι κυκλοφορούσε νόμιμα έχοντας την ανωτέρω σχετική άδεια κυκλοφορίας, με τον ανωτέρω αριθμό (…). Απώτερος σκοπός του κατηγορουμένου ήταν να αποκομίσει παράνομο όφελος από την πράξη του αυτή, αφού (ι) τελικά πώλησε αυτοκίνητο διαφορετικό από το αναφερόμενο στην άδεια κυκλοφορίας του, πράγμα που απαγορεύεται και (ιι) το πωληθέν αυτό αυτοκίνητο δεν αποδείχθηκε ότι περιήλθε νομίμως στην κυριότητα του 4ου κατηγορουμένου, το οποίο (όφελος) πράγματι και αποκόμισε από την πώληση του στη Μ. Σ., ισόποσο προς το τίμημα της πωλήσεως του αυτοκινήτου, ανερχόμενο σε 8.500 ευρώ. (2) Κατά το χρονικό διάστημα από 26- 4-2005 έως 13-6-2005, με τον ίδιο προαναφερθέντα τρόπο πλαστογράφησε τον αριθμό πλαισίου και άλλου αυτοκινήτου. Συγκεκριμένα από υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας SUZUKI τύπου GRAND VITARA, χρώματος ασημί, ιδιοκτησίας του 4ου κατηγορουμένου, με αριθμό πλαισίου ... και αριθμό κυκλοφορίας ..., εκτιμώμενης αξίας 15.000 ευρώ, απέκοψε το τμήμα του αμαξώματος που έφερε τον ως άνω αριθμό πλαισίου και το συγκόλλησε σε άλλο αυτοκίνητο μάρκας SUZUKI τύπου GRAND VITARA, χρώματος κόκκινου, το οποίο είχε αριθμό πλαισίου ..., τοποθέτησε δε σ' αυτό και τις πινακίδες κυκλοφορίας του πρώτου αυτοκινήτου (...), όπως εκτέθηκε και ανωτέρω υπό (1). (3) Κατά το χρονικό διάστημα από 6-6-2005 έως 14-7-2005 με τον ίδιο προαναφερθέντα τρόπο πλαστογράφησε τον αριθμό πλαισίου άλλου αυτοκινήτου. Συγκεκριμένα απέκοψε από αυτοκίνητο μάρκας BMW, τύπου 318ι, το οποίο είχε αριθμό πλαισίου ... και αριθμό κυκλοφορίας …, το τμήμα του αμαξώματος που ήταν αποτυπωμένος ο αριθμός πλαισίου και το τμήμα αυτό με τον ως άνω αριθμό πλαισίου το συγκόλλησε σε άλλο αυτοκίνητο της ιδίας μάρκας, με αριθμό πλαισίου ..., εκτιμώμενης αξίας 15.000 ευρώ, τοποθέτησε δε σ' αυτό και τις πινακίδες κυκλοφορίας του πρώτου αυτοκινήτου …, όπως εκτέθηκε κατά τον ανωτέρω υπό (1) τρόπο. Η επέμβαση αυτή στον αριθμό πλαισίου διαπιστώθηκε και από σχετική έρευνα της Δ/νσεως Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛ.ΑΣ (...). Στις περιπτώσεις των ως άνω αυτοκινήτων υπό στοιχ. (Α) και (Β) (1), (2) και (3), που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ο 4ος κατηγορούμενος σκόπευε να παραπλανήσει με την χρήση των πλαστογραφημένων αριθμών πλαισίων των ως άνω αυτοκινήτων τους τρίτους για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος σκόπευε να παραπλανήσει τους τρίτους και τις αρμόδιες αρχές για το ότι τα αυτοκίνητα αυτά ήταν γνήσια, όπως κατασκευάστηκαν από το εργοστάσιο και ότι κυκλοφορούσαν νόμιμα έχοντας τις ανωτέρω σχετικές άδειες κυκλοφορίας. Απώτερος σκοπός του κατηγορουμένου ήταν να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο όφελος, αφού αυτός θα εφέρετο ως ιδιοκτήτης αυτοκινήτων, των οποίων τα στοιχεία συμφωνούσαν με τα αναγραφόμενα στις άδειες κυκλοφορίας τους, ενώ τα αυτοκίνητα που κατείχε πλέον είχαν παραποιημένο τον αριθμό πλαισίου, ήτοι ήταν διαφορετικά από αυτά που αφορούσαν οι άδειες κυκλοφορίας τους, πράγμα που απαγορεύεται, ισόποσου (του οφέλους) προς την αξία των "νέων" αυτοκινήτων [11.000 + 8.500 + 15.000] 34.500 ευρώ. (4) Τέλος κατά το χρονικό διάστημα από 21-11-2005 έως 4-1-2006 ο 4ος κατηγορούμενος από κοινού με τον 5° κατηγορούμενο Ν. Σ. συναποφάσισαν, γνωρίζοντας καθένας τούτων και αποδεχόμενος την σύμπραξη του άλλου και έχοντας τον ίδιο δόλο με εκείνον για την ολοκλήρωση του εγκλήματος, να πλαστογραφήσουν τον αριθμό πλαισίου και άλλου αυτοκινήτου κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα. Ο Α. Ρ., ήταν κύριος του με αριθμό κυκλοφορίας …αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής RENAULT τύπου CLIO, έτους κατασκευής 1993, κυβισμού 1800 κ.ε., χρώματος μπλε, το οποίο είχε αριθμό πλαισίου .... Ο ανωτέρω το Σεπτέμβριο του έτους 2005 είχε εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα και το αυτοκίνητό του είχε υποστεί σοβαρότατες υλικές ζημίες, που το κατέστησαν κατεστραμμένο από τεχνικής και οικονομικής απόψεως. Ο Α. Ρ. ήταν γνωστός με τον 5° κατηγορούμενο Ν. Σ., μετέφερε δε το κατεστραμμένο αυτοκίνητο του στο συνεργείο του ως άνω κατηγορουμένου και του συνεταίρου του 4ου κατηγορουμένου. Ο 5ος κατηγορούμενος του υπέδειξε ότι μπορεί να βρει όμοιο αυτοκίνητο με το δικό του στο συνεργείο των αδελφών Μ.. Ο Α. Ρ., πήγε στο συνεργείο αυτό και πραγματικά διαπίστωσε ότι εκεί υπήρχε ένα όμοιας μάρκας και τύπου αυτοκίνητο, με γερμανικές πινακίδες κυκλοφορίας, το οποίο συμφώνησε με ένα εκ των αδελφών Μ. και το αγόρασε αντί τιμήματος 2.500 ευρώ. Το αυτοκίνητο τούτο ήταν σε καλή κατάσταση και οδηγώντας το, ο Α. Ρ. το μετέφερε στο συνεργείο των 4ου και 5ου κατηγορουμένων. Οι τελευταίοι ενημέρωσαν τον Α. Ρ. ότι θα γίνει αντικατάσταση του αριθμού πλαισίου των δύο αυτοκινήτων, αφού το αυτοκίνητο που αυτός κατείχε δεν μπορούσε να επισκευαστεί, ότι δηλαδή ο αριθμός πλαισίου του παλαιού αυτοκινήτου του θα τοποθετηθεί στο νέο αυτοκίνητο. Πράγματι έγινε η αποκοπή του τμήματος του αμαξώματος, που ήταν αποτυπωμένος ο αριθμός πλαισίου του κατεστραμμένου αυτοκινήτου και ο Α. Ρ. μετέφερε το αυτοκίνητο αυτό εκτός συνεργείου, σε ιδιωτική αποθήκη. Οι 4ος και 5ος κατηγορούμενοι, ενεργούντες από κοινού, συγκόλλησαν το τμήμα του αμαξώματος, που ήταν αποτυπωμένος ο αριθμός πλαισίου του υπ' αριθμ. κυκλοφ…αυτοκινήτου στη θέση του αριθμού πλαισίου του άλλου οχήματος, το οποίο είχε ο Α. Ρ. από τους αδελφούς Μ.. Επίσης ο Α. Ρ. μετά την ολοκλήρωση της εργασίας αυτής εφοδιάσθηκε, για το παραποιημένο κατά τον αριθμό πλαισίου αυτοκίνητο, με νέα άδεια κυκλοφορίας, με αριθμό …. Όταν αποκαλύφθηκε από την Αστυνομία η ως άνω πλαστογραφία του αριθμού πλαισίου του αγορασθέντος αυτοκινήτου ο Α. Ρ. παρέδωσε τούτο στους αστυνομικούς, οι οποίοι το κατέσχεσαν. Η ως άνω παραποίηση του αριθμού πλαισίου του νέου οχήματος που παρέλαβε ο Α. Ρ. εκ μέρους των ως άνω κατηγορουμένων αποδεικνύεται και από το ότι, όταν άρχισε η έρευνα των διωκτικών αρχών για την παρούσα υπόθεση, ο 5ος κατηγορούμενος Ν. Σ. τηλεφώνησε στον Α. Ρ., τον ενημέρωσε ότι υπάρχει πρόβλημα με το αυτοκίνητο λόγω της αποκαλύψεως της πλαστογραφίας του αριθμού πλαισίου και του ζήτησε να "εξαφανίσει" το αυτοκίνητο, ώστε να μην βρεθεί αυτό και να αποτελεί στοιχείο αποδεικτικό της τελέσεως της αξιόποινης συμπεριφοράς τους. Την ως άνω πλαστογραφία τέλεσαν οι κατηγορούμενοι προκειμένου να λάβουν από τον Α. Ρ. το ποσό των 500 ευρώ ως αμοιβή. Με τον προαναφερθέντα τρόπο της συγκολλήσεως του αριθμού πλαισίου του υπ' αριθμ. κυκλοφ… αυτοκινήτου στο αυτοκίνητο που αγόρασε ο Α. Ρ. από τους αδελφούς Μ., οι ανωτέρω κατηγορούμενοι παραποίησαν το τελευταίο αυτό αυτοκίνητο, ως προς το κρίσιμο τούτο στοιχείο της ταυτότητας του, έτσι που κατέστη αδύνατη, πάντως δε δυσχερής, η διαπίστωση της πραγματικής ταυτότητας του οχήματος αυτού, αφού εμφανιζόταν ότι δήθεν το αυτοκίνητο αυτό είναι εκείνο που εργοστασιακά είχε κατασκευαστεί και είχε τον ανωτέρω αριθμό πλαισίου (...), ενώ στην πραγματικότητα ήταν διαφορετικό εκείνου που αναφερόταν στην άδεια κυκλοφορίας του (… αρχικά και μετά την έκδοση της νέας αδείας κυκλοφορίας …). Στην πλαστογραφία αυτή του αριθμού πλαισίου του νέου αυτοκινήτου του Α. Ρ. οι ως άνω κατηγορούμενοι προέβησαν με σκοπό να παραπλανήσουν με την χρήση του τους τρίτους για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι σκόπευαν να παραπλανήσουν τους τρίτους και τις αρμόδιες αρχές για το ότι το αυτοκίνητο αυτό ήταν γνήσιο, όπως κατασκευάστηκε από το εργοστάσιο και ότι κυκλοφορούσε νόμιμα έχοντας την ανωτέρω σχετική άδεια κυκλοφορίας, με τον ανωτέρω αριθμό (… αρχικά και μετά την έκδοση της νέας αδείας κυκλοφορίας …). Απώτερος σκοπός των κατηγορουμένων ήταν αφ' ενός μεν να προσπορίσουν παράνομο όφελος στον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου αυτού Α. Ρ., αφού αυτός θα εφέρετο ως ιδιοκτήτης αυτοκινήτου του οποίου τα στοιχεία συμφωνούσαν με τα αναγραφόμενα στην άδεια κυκλοφορίας του, ενώ το αυτοκίνητο που κατείχε πλέον είχε παραποιημένο τον αριθμό πλαισίου, ήτοι ήταν διαφορετικό από αυτό που αφορούσε η άδεια κυκλοφορίας του, πράγμα που απαγορεύεται, ισόποσου (του οφέλους) προς την αξία του νέου αυτοκινήτου (μείον το τίμημα της αγοράς του από τους αδελφούς Μ.), ήτοι το ποσό των (5.000 ευρώ που εκτιμάται η αξία του - 2.500 ευρώ που κατέβαλε για την αγορά του) 2.500 ευρώ, αφετέρου δε να αποκομίσουν και οι ίδιοι όφελος από την πράξη τους αυτή, το οποίο πράγματι και αποκόμισαν, αφού έλαβαν ως αμοιβή από τον Α. Ρ. για την παραποίηση του αριθμού πλαισίου του νέου αυτοκινήτου το ποσό των 500 ευρώ. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο τέταρτος κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση, ... διέπραξαν την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας των ανωτέρω αυτοκινήτων και έκαναν χρήση τούτων, από κοινού ως προς την υπό στοιχ. (3) πράξη. Επομένως, ..., πρέπει ο 4ος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος όλων των ως άνω πράξεων ..., χωρίς όμως την επιβαρυντική περίπτωση ... (Γ) Περαιτέρω, ..., το αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής BMW Μ-3 με ισπανικό αριθμό κυκλοφορίας (…) και αριθμό πλαισίου (...), που αναφέρθηκε ανωτέρω υπό στοιχ. III. Α, εισήχθη μετά την κλοπή του από άγνωστο άτομο, με άγνωστο τρόπο στην Ελλάδα και από άγνωστο τόπο προελεύσεως, κατά το χρονικό διάστημα από την δηλωθείσα κλοπή του μέχρι την κατά τα προαναφερθέντα εισαγωγή του στο συνεργείο του 4ου (και 5ου) κατηγορουμένου, χωρίς την άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί, φόροι, τέλη και λοιπά δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου, που εισπράττονται επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή εμπορευμάτων, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί το Ελληνικό Δημόσιο το ποσό των 15.276,66 ευρώ. Ο 4ος κατηγορούμενος γνώριζε ότι το αυτοκίνητο αυτό είχε εισαχθεί στην Χώρα χωρίς να καταβληθούν οι προβλεπόμενοι φόροι και δασμοί είχε δε την θέληση να στερήσει από το Δημόσιο το ως άνω αντιστοιχούν στους φόρους και δασμούς αυτούς χρηματικό ποσό. Επομένως, ο 4ος κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της λαθρεμπορίας και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, διότι προέβη, όπως προαναφέρθηκε, στην αφαίρεση και αποκόλληση του αριθμού πλαισίου από το ανωτέρω αυτοκίνητο (υπ' αριθμ. κυκλοφ…), το οποίο κατείχε νόμιμα και για το οποίο είχαν καταβληθεί οι προβλεπόμενοι δασμοί και φόροι κατά την εισαγωγή του στη Χώρα και τον συγκόλλησε στο άλλο αυτοκίνητο, με αριθμό πλαισίου ..., το οποίο εισήχθη στη Χώρα από άγνωστο τόπο, κατά τρόπο λαθρεμπορικό ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, όσον αφορά 1) τις πράξεις α) της πλαστογραφίας με χρήση, που φέρονται ότι τέλεσαν οι αναιρεσείοντες Β. Τ. και Κ. Β. κατά το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα της 10.1.2005 και β) της πλαστογραφίας με χρήση κατ` εξακολούθηση που φέρεται ότι τέλεσε ο αναιρεσείων Δ. Λ. κατά τα χρονικά διαστήματα από 25.7.2005 μέχρι 23.8.2005, από 26.4.2005 μέχρι 13.6.2005, από 6.6.2005 μέχρι 14.7.2005 και από 21.11.2005 μέχρι 4.1.2006 και 2) τα περιστατικά που συνιστούν την πλαστογραφία με χρήση του αριθμού πλαισίου του αυτοκινήτου LANCIA που φέρονται ότι τέλεσαν οι αναιρεσείοντες Β. Τ. και Κ. Β. (χωρίς προσδιορισμό χρόνου τελέσεως) και την πλαστογραφία με χρήση του αριθμού πλαισίου του αυτοκινήτου PEUGEOT που φέρεται ότι τέλεσε ο αναιρεσείων Δ. Λ. (χωρίς προσδιορισμό χρόνου τελέσεως), διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες, αφού: α) Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν αναγκαίο το Δικαστήριο να αντικρούσει τα τυχόν αντίθετα πορίσματα των γνωμοδοτήσεων του τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων Γ. Α. Κ., ερευνητή - πραγματογνώμονος, ο οποίος διενήργησε και αυτός, μαζί με τους πραγματογνώμονες που είχαν νομίμως διορισθεί, πραγματογνωμοσύνη στα ως άνω οχήματα, γιατί αυτές, οι οποίες, πάντως, μνημονεύονται στο σκεπτικό, δεν θεωρούνται ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά εκτιμώνται ως απλά έγγραφα. β) Το Δικαστήριο, για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση για την πλαστογραφία που φέρεται ότι έλαβε χώραν κατά το αμέσως προηγούμενο διάστημα της 10.1.2005 και για την πλαστογραφία του αριθμού πλαισίου του αυτοκινήτου LANCIA δεν στηρίχθηκε μόνο στις καταθέσεις των συγκατηγορουμένων των αναιρεσειόντων Α. Μ. και Ι. Μ. , αντιστοίχως, αλλά, όπως ευθέως από τις παραδοχές του προκύπτει, και στα λοιπά αποδεικτικά μέσα, οπότε δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 211 Α του ΚΠοινΔ. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως των αιτήσεων των Β. Τ. και Κ. Β. και δεύτερος λόγος της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Δ. Λ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι περιεχόμενες στο πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου των αιτήσεων αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικών καταθέσεων, κ.λπ.) και για μη λήψη υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι απαράδεκτες, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την, αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που επικυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/19/20-9-1974, κατά την οποία "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου καθ' όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί της διώξεως που ασκήθηκε. Κατ` αυτό, η Πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου, όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο, η οποία επιβάλλει το δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo). Παραβίαση του τεκμηρίου αυτού επάγεται, πέραν της αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ. Α και 171 παρ.1 δ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όσον αφορά τις πράξεις της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομη δραστηριότητα, που αποδίδεται στους αναιρεσείοντες Β. Τ. και Κ. Β., και της λαθρεμπορίας, που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα Δ. Λ., το Πενταμελές Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 του ν. 2331/1995, όπως η παρ. 4 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 2655/1998, και 155 παρ. 1και 2 περ. η του ν. 2960/2001. Συγκεκριμένα, στήριξε την καταδικαστική του, για τις ως άνω πράξεις, κρίση, όπως αναφέρθηκε, στο ότι: α) "Οι 2ος και 3ος κατηγορούμενοι (αναιρεσείοντες Τ. και Β.) γνώριζαν ότι τα ως άνω αυτοκίνητα (...), στα οποία συγκόλλησαν τους αριθμούς πλαισίου των άλλων αυτοκινήτων που νόμιμα κατείχαν οι προαναφερθέντες ιδιοκτήτες τους, τα οποία κατείχαν οι ίδιοι (κατηγορούμενοι) και για τα οποία δεν απέδειξαν ούτε την νόμιμη κατοχή τους, ούτε την νόμιμη εισαγωγή τους στην Ελλάδα, αποτελούσαν προϊόντα παράνομης πράξεως, ήτοι λαθρεμπορίας (...), ... και προκειμένου να συγκαλύψουν την αληθινή τους προέλευση, προέβησαν στην παραποίηση του αριθμού πλαισίου τους κατά τα προεκτεθέντα, δίδοντας έτσι νομιμοφανή υπόσταση στα αυτοκίνητα αυτά". Και β) "το αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής BMW Μ-3 ... εισήχθη μετά την κλοπή του από άγνωστο άτομο, με άγνωστο τρόπο στην Ελλάδα και από άγνωστο τόπο προελεύσεως, ... και χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί, φόροι, τέλη και λοιπά δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου, ... Ο 4ος κατηγορούμενος (αναιρεσείων Λ.) γνώριζε ότι το αυτοκίνητο αυτό είχε εισαχθεί στην Χώρα χωρίς να καταβληθούν οι προβλεπόμενοι φόροι και δασμοί, είχε δε την θέληση να στερήσει από το Δημόσιο το ως άνω αντιστοιχούν στους φόρους και δασμούς αυτούς χρηματικό ποσό". Όμως, αφενός δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται ότι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι τα ως άνω αυτοκίνητα ήταν προϊόντα λαθρεμπορίας και αφετέρου, όσον αφορά τους Τ. και Β., κατά παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, η καταδικαστική κρίση στηρίχθηκε στο ότι αυτοί δεν απέδειξαν τη νόμιμη κατοχή των αυτοκινήτων, ενώ δεν είχαν υποχρέωση αυτοί να αποδείξουν την αθωότητά τους, ήτοι ότι κατείχαν τα αυτοκίνητα νομίμως, καθόσον το βάρος αποδείξεως της ενοχής τους ανήκει στα πολιτειακά όργανα. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Α του ΚΠοινΔ, τέταρτος λόγος των αιτήσεων των αναιρεσειόντων Τ. και Β. και τρίτος λόγος της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Λ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ.4 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της καταθέσεώς του που έγινε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή χωρίς όρκο καταθέσεως που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 του ΚΠοινΔ, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ', η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 του ΚΠοινΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Το αυτό δε αποτέλεσμα με τον εξαναγκασμό του κατηγορουμένου να καταθέσει εναντίον του επάγεται και η μετά την κτήση της ιδιότητας του κατηγορουμένου λήψη υπόψη, χωρίς τη συναίνεσή του, όσων επιβαρυντικών για τον ίδιο είχε αυτός καταθέσει σε χρόνο προγενέστερο της κτήσεως της ιδιότητας αυτής. Παραβίαση, όμως, της πιο πάνω αρχής της μη αυτοενοχοποιήσεως του κατηγορουμένου επέρχεται μόνο με την κατά τον προαναφερόμενο τρόπο αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του Δικαστηρίου των πιο πάνω μαρτυρικών αυτού καταθέσεων και όχι με την αξιοποίηση όσων ο ίδιος, μη εξεταζόμενος κατά την προδικασία, αποκάλυψε εκουσίως, σε τρίτους, οι οποίοι και δεν κωλύονται να καταθέσουν, εξεταζόμενοι ως μάρτυρες, ό,τι γνωρίζουν σχετικώς. Παραβίαση της πιο πάνω αρχής δύναται να επέλθει και όταν εξετάζονται ως μάρτυρες πρόσωπα, τα οποία μεταφέρουν στο Δικαστήριο το περιεχόμενο της προανακριτικής καταθέσεως του κατηγορουμένου, όχι όμως και όταν τα πρόσωπα αυτά απλώς έλαβαν γνώση της εν λόγω καταθέσεως και καταθέτουν περιστατικά, τα οποία δεν έχουν την κατάθεση αυτή ως αποκλειστική πηγή γνώσεως. Στην προκειμένη υπόθεση, ο αναιρεσείων Δ. Λ.ς, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση ότι, δια της επ' ακροατηρίου εξετάσεως ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων των μαρτύρων αστυνομικών, έγινε αποδεικτική αξιοποίηση παρανόμου αποδεικτικού μέσου και ειδικότερα όσων είχε "ομολογήσει" αυτός (και άλλοι συγκατηγορούμενοί του) στους αστυνομικούς, συζητώντας με αυτούς κατά τη μεταφορά του στο Αστυνομικό Τμήμα, πριν, δηλαδή, αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, και, επομένως, εχώρησε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί οι μάρτυρες αστυνομικοί δεν κωλύονταν να καταθέσουν όσα ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος τους αποκάλυψε εκουσίως πριν αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, αλλά και πριν αρχίσει η προδικασία.
Περαιτέρω, κατά την αρχή που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 463 του ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο, άρα και αυτό της αναιρέσεως (άρθρο 462 ΚΠοινΔ), μπορεί να το ασκήσει μόνον εκείνος, στον οποίο ρητώς ο νόμος παρέχει αυτό το δικαίωμα και έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ενδίκου μέσου (Ολ. ΑΠ 1244/1986). Στην προκειμένη περίπτωση, τα αυτά ως άνω προτείνουν, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου των αιτήσεών τους, και οι αναιρεσείοντες Β. Τ. και Κ. Β., με τη μνεία, όμως, ότι αυτοί, κατά τη μεταφορά τους στο Αστυνομικό Τμήμα, δεν συμπεριλαμβάνονταν μεταξύ εκείνων που είχαν ομολογήσει στους Αστυνομικούς τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονταν. Ο λόγος αυτός είναι, κατά τα ανωτέρω, απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, γιατί μόνοι δικαιούμενοι να τον προτείνουν ήταν μόνο εκείνοι που φέρονταν να έχουν ομολογήσει στις συζητήσεις τους με τους Αστυνομικούς, όπως και ο ανωτέρω Δ. Λ..
Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1β, 370 εδ. β`, 511 και 514 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως υπό του δικαστηρίου, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ο δε Άρειος Πάγος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδ. β` του ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 του ΠΚ ως χρόνος τελέσεως της πράξεως θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Η αναφορά του ακριβούς χρόνους τελέσεως της πράξεως στην απόφαση είναι αναγκαία για την έναρξη και τον υπολογισμό του χρόνου της παραγραφής. Αν δεν υπάρχει αναφορά, η αιτιολογία της αποφάσεως είναι ελλιπής και ιδρύεται τόσο ο λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσο και αυτός του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ περί εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, περίπτωση της οποίας υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση. Τέλος, θεμελιώδες αξίωμα του ποινικού συστήματος αποτελεί η αρχή in dubio pro reo, η οποία αντανακλά και στους λόγους εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξεως, όπως είναι η παραγραφή. Έτσι, εφόσον ο χρόνος τελέσεως της πράξεως εμπίπτει σε χρονικό διάστημα που δεν εξειδικεύεται, οι αμφιβολίες ως προς τον ακριβή χρόνο τελέσεως αυτής που επιδρά στην παραγραφή ερμηνεύονται υπέρ του κατηγορουμένου σύμφωνα με την ανωτέρω αρχή και, συνεπώς, θεωρείται ως χρόνος τελέσεως το χρονικό διάστημα κατά το οποίο έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής. Εξάλλου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικαιούται να καθορίσει ακριβέστερα το χρόνο τελέσεως της πράξεως, όπως αυτός προέκυψε από τις αποδείξεις, αρκεί να μην επηρεάζεται η ταυτότητα της πράξεως ή η τυχόν υπάρχουσα παραγραφή, αλλιώς ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες Β. Τ. και Κ. Β., μεταξύ άλλων, και του ότι: "Στο συνεργείο αυτοκινήτων που διατηρούσαν, από κοινού, ενεργώντας με κοινό δόλο και μετά από κοινή απόφαση, παραποίησαν τον αριθμό πλαισίου του ΙΧΕ αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής LANCIA τύπου INTEGRALE, ..., αλλοιώνοντας ..., έτσι ώστε να δίνεται η εντύπωση σε τρίτους, ότι ο νέος αυτός αριθμός αποτελούσε τον πραγματικό αριθμό πλαισίου... Στη συνέχεια πώλησαν το παραποιημένο αυτοκίνητο στον Ι. Μ., αντί αγνώστου τιμήματος". Στο δε σκεπτικό, το Πενταμελές Εφετείο, ως προς την πλαστογραφία αυτή, δέχθηκε τα αναφερόμενα σε προηγούμενη σκέψη της παρούσας. Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο δεν διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν καθορίζει ακριβώς το χρόνο τελέσεως της εν λόγω πράξεως, η αναφορά του οποίου ήταν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αναγκαία, γιατί αυτός, στην κρινόμενη περίπτωση, ασκεί επιρροή στο ζήτημα της παραγραφής και συγκεκριμένα γιατί δεν μπορεί να καθορισθεί αν η πράξη, που φέρει τον χαρακτήρα πλημμελήματος, αφού, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απαλείφθηκαν οι επιβαρυντικές περιστάσεις που της προσέδιδαν τη μορφή κακουργήματος, είχε τελεσθεί πριν από τις 6.6.2004, οπότε στις 6.6.2012 που εκδικάστηκε θα είχε ήδη παραγραφεί λόγω παρελεύσεως οκταετίας, ή μετά. Η ασάφεια αυτή επιτείνεται από την παραδοχή ότι ο Ι. Μ. είχε αγοράσει το αυτοκίνητο αντί τιμήματος που είχε συμφωνηθεί σε δραχμές (δηλ. πριν από την επικράτηση του ευρώ στις συναλλαγές, που έλαβε χώραν κατ` έτος 2002), λίγες δε ημέρες μετά την αγορά του το μετέφερε στο συνεργείο των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, η δε αμοιβή συμφωνήθηκε και πάλι σε δραχμές. Έτσι, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις για την παραγραφή, με αποτέλεσμα να μη μπορεί ο Άρειος Πάγος να κρίνει αν η πράξη έχει παραγραφεί ή όχι και να στερείται η απόφαση νομίμου βάσεως. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως των αιτήσεων των ανωτέρω, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί, ως προς το σημείο αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 511 εδ. α και β του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50§5 του ν.3160/2003, "αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε (άρθρο 515), ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στα στοιχεία Α`, Γ', Δ`, Ε`, ΣΤ` και Η` της παραγράφου 1 του άρθρου 510. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Δ. Λ. καταδικάστηκε, κατά πλειοψηφία, και γιατί: "Στα … στο φανοποιείο αυτοκινήτων (που διατηρεί από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Ν. Σ.), αφαίρεσε - απέκοψε τον άγνωστο αριθμό πλαισίου από ΙΧΕ αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής PEUGEOT, ..., και στη συνέχεια αντικατέστησε αυτόν με τον αριθμό πλαισίου ... που αντιστοιχεί στο με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, έτσι ώστε να δίνεται η εντύπωση σε τρίτους, ότι ο νέος αυτός αριθμός αποτελούσε τον πραγματικό αριθμό πλαισίου του παραπάνω αυτοκινήτου. Στη συνέχεια πούλησε το παραποιημένο αυτοκίνητο στην Μ. Σ., κάτοικο …, αντί τιμήματος 8.500 ευρώ". Στο δε σκεπτικό, το Πενταμελές Εφετείο, ως προς την πλαστογραφία αυτή, δέχθηκε τα αναφερόμενα σε προηγούμενη σκέψη της παρούσας. Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο δεν διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν καθορίζει ακριβώς το χρόνο τελέσεως της εν λόγω πράξεως, η αναφορά του οποίου ήταν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αναγκαία, γιατί αυτός, στην κρινόμενη περίπτωση, ασκεί επιρροή στο ζήτημα της παραγραφής και συγκεκριμένα γιατί δεν μπορεί να καθορισθεί αν η πράξη, που φέρει τον χαρακτήρα πλημμελήματος, αφού, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απαλείφθηκαν οι επιβαρυντικές περιστάσεις που της προσέδιδαν τη μορφή κακουργήματος, είχε τελεσθεί πριν από τις 6.6.2004, οπότε στις 6.6.2012 που εκδικάστηκε θα είχε ήδη παραγραφεί λόγω παρελεύσεως οκταετίας, ή μετά. Η ασάφεια αυτή επιτείνεται από το ότι ο συγκατηγορούμενος του ανωτέρω Ν. Σ. φέρεται να έχει τελέσει την ίδια ακριβώς πράξη (χωρίς να αναφέρεται ο όρος "από κοινού") κατά το αμέσως προηγούμενο της 10.3.2004 χρονικό διάστημα, ως προς την οποία έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Έτσι, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις για την παραγραφή, με αποτέλεσμα να μη μπορεί ο Άρειος Πάγος να κρίνει αν η πράξη έχει παραγραφεί ή όχι και να στερείται η απόφαση νομίμου βάσεως. Επομένως, εφόσον η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντος Δ. Λ. ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχει παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α, Δ και Ε του ΚΠοινΔ, ο δε αναιρεσείων εμφανίστηκε στο ακροατήριο (εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο), πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το σημείο αυτό.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσείοντες Β. Τ. και Κ. Β. κηρύχθηκαν ένοχοι και του ότι: "Στο συνεργείο αυτοκινήτων που διατηρούν από κοινού, κατά το χρονικό διάστημα από 29.7.2003 μέχρι 10.12.2004, ενεργώντας με κοινό δόλο και μετά από κοινή απόφαση, αφαίρεσαν - απέκοψαν τον άγνωστο αριθμό πλαισίου του ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής BMW, τύπου ... και στη θέση του τοποθέτησαν τον αριθμό πλαισίου ... που αντιστοιχούν στο με αριθμό κυκλοφορίας … (...) αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας ...". Ο ακριβής χρόνος τελέσεως της ένδικης πλαστογραφίας δεν προσδιορίζεται ούτε στο σκεπτικό. Ο μη προσδιορισμός, όμως, του ακριβούς χρόνου τελέσεως της πλαστογραφίας καθιστά αβέβαιο το αν το αξιόποινο της πράξεως των ως άνω αναιρεσειόντων είχε ή όχι εξαλειφθεί με παραγραφή. Επομένως, πρέπει, εφόσον οι κρινόμενες αιτήσεις των αναιρεσειόντων Β. Τ. και Κ. Β. ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχουν παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α, Δ και Ε του ΚΠοινΔ, οι δε αναιρεσείοντες εμφανίστηκαν στο ακροατήριο (εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο), μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το σημείο αυτό. Σύμφωνα δε με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ενόψει και του ως άνω αξιώματος in dubio pro reo, κατά το οποίο, όταν δεν προσδιορίζεται στο κατηγορητήριο ο ακριβής χρόνος τελέσεως της πράξεως, το δικαστήριο δεν μπορεί να τον προσδιορίσει κατά τρόπο που να επηρεάζεται η παραγραφή, θεωρείται ως χρόνος τελέσεως της επίδικης πράξεως πλαστογραφίας, η οποία είναι στιγμιαίο έγκλημα, το χρονικό διάστημα από 29.7.2003 μέχρι 5.6.2004 το αργότερο, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 6.6.2012, και, έτσι, η πράξη αυτή θεωρείται ότι, κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είχε υποκύψει στην παραγραφή.
Κατά το άρθρο 100 παρ.1 του ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 67 παρ. 3 του ν. 3994/2011, "αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη από τρία έτη και μέχρι πέντε έτη και συντρέχει στο πρόσωπό του η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ.1, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί επιβολής ποινής φυλακίσεως μεγαλύτερης των τριών και μέχρι πέντε ετών, το δικαστήριο, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ.1 του ΠΚ (μη καταδίκη σε στερητική της ελευθερίας ποινή υπερβαίνουσα το έτος), είναι υποχρεωμένο, και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος, να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής υπό όρους και μόνο αν δεν δεχθεί την αναστολή αυτή, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψή της ειδικά και εμπεριστατωμένα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, διαφορετικά ιδρύεται, από την έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πέραν του ότι υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του, από την οποία ιδρύεται και ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι καταδικάσθηκαν, όπως αναφέρθηκε, σε ποινές φυλακίσεως 4 ετών οι Β. Τ. και Κ. Β. και 3 ετών και 6 μηνών ο Δ. Λ., οι οποίες μετατράπηκαν σε χρηματικές, χωρίς, όμως, το Δικαστήριο να ερευνήσει, προηγουμένως, αν συνέτρεχαν οι όροι της, κατά τα ανωτέρω, αναστολής των ποινών, οι οποίες ήταν μεγαλύτερες από τρία και μικρότερες από πέντε έτη, ούτε να αιτιολογήσει την κρίση του περί της μη αναστολής αυτών υπό όρους, παρά το ότι υποβλήθηκε από τους εκπροσωπούντες αυτούς πληρεξουσίους δικηγόρους τους σχετικό αίτημα (έστω και χωρίς ρητή επίκληση του άρθρου 100 ΠΚ). Έτσι, όμως, με το να μην ελέγξει, δηλαδή, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής των ποινών και να μην αποφανθεί περί αυτής, να απορρίψει δε τα αιτήματα περί αναστολής χωρίς αιτιολογία, ίδρυσε τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπερέβη δε και την εξουσία του. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, τελευταίος λόγος των αιτήσεων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος. Κατ` ακολουθίαν, πρέπει Α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη α) ως προς τις καταδικαστικές της διατάξεις 1) για την πλαστογραφία με χρήση του αριθμού πλαισίου του αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής LANCIA, τύπου INTEGRALE, που αποδίδεται στους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους Β. Τ. και Κ. Β., 2) για την πλαστογραφία μετά χρήσεως, που αποδίδεται στους ίδιους και φέρεται ότι τελέστηκε κατά το χρονικό διάστημα από 29.7.2003 μέχρι 10.12.2004, 3) για την πλαστογραφία με χρήση του αριθμού πλαισίου του αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής PEUGEOT, τύπου 206 (ROLLAND GAROSSE), που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Δ. Λ., 4) για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα που αποδίδεται στους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους Β. Τ. και Κ. Β. και 5) για τη λαθρεμπορία που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Δ. Λ., β) αναγκαίως δε και ως προς τις διατάξεις περί επιμετρήσεως ποινής για τις πράξεις της πλαστογραφίας κατ` εξακολούθηση, της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομη δραστηριότητα και της λαθρεμπορίας και περί καθορισμού συνολικής ποινής ως προς όλους τους αναιρεσείοντες και γ) ως προς τις διατάξεις περί μετατροπής των ποινών που επιβλήθηκαν στους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους, Β) να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την πράξη της πλαστογραφίας που φέρεται ότι τελέστηκε από κοινού από τους αναιρεσείοντες Τ. και Β. κατά το χρονικό διάστημα από 29.7.2003 μέχρι 10.12.2004, Γ) να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου 1) να κρίνει ποιος είναι ο χρόνος τελέσεως της πλαστογραφίας του αριθμού πλαισίου του αυτοκινήτου LANCIA, που αποδίδεται στους αναιρεσείοντες Τ. και Β., και της πλαστογραφίας του αριθμού πλαισίου του αυτοκινήτου PEUGEOT που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα Λ. και, αναλόγως προς την κρίση του, είτε να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής γι` αυτές είτε να καταδικάσει και πάλι τους κατηγορουμένους (αφού, ως προς τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τις πράξεις, η απόφαση δεν αναιρείται), 2) να προβεί σε νέα έρευνα της ουσίας των πράξεων της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομη δραστηριότητα, που αποδίδεται στους αναιρεσείοντες Β. Τ. και Κ. Β., και της λαθρεμπορίας, που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα Δ. Λ., 3) να προβεί σε νέα επιμέτρηση των ποινών και στον καθορισμό νέας συνολικής ποινής και 4) να κρίνει αν συντρέχουν οι όροι της αναστολής των ως άνω ποινών φυλακίσεως, που έχουν επιβληθεί στους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους, όπως, με την απόφασή του, θα τις διαμορφώσει, και, αναλόγως προς τη σχετική κρίση του, είτε να προχωρήσει στην αναστολή εκτελέσεως των ποινών είτε να αποφανθεί ότι δεν συντρέχουν οι όροι αναστολής και Δ) να απορριφθεί η αίτηση κατά τα λοιπά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ` αριθ. 123/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και δη α) ως προς τις καταδικαστικές της διατάξεις 1) για τις πλαστογραφίες με χρήση του αριθμού πλαισίου του αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής LANCIA, τύπου INTEGRALE και αυτής που φέρεται ότι τελέστηκε κατά το χρονικό διάστημα από 29.7.2003 μέχρι 10.12.2004, που αποδίδονται στους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους Β. Τ. και Κ. Β., 2) για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα, που αποδίδεται στους ίδιους, 3) για την πλαστογραφία με χρήση του αριθμού πλαισίου του αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής PEUGEOT, τύπου 206 (ROLLAND GAROSSE), που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα Δ. Λ. και 4) για τη λαθρεμπορία, που αποδίδεται στον ίδιο, β) ως προς τις διατάξεις περί επιμετρήσεως ποινών και περί καθορισμού συνολικής ποινής ως προς όλους τους αναιρεσείοντες και γ) ως προς τις διατάξεις περί μετατροπής των ποινών που επιβλήθηκαν στους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους.
ΠΑΥΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΩΣ την ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων Β. Τ. και Κ. Β. για το ότι αυτοί: "Στα Ιωάννινα και στο συνεργείο αυτοκινήτων που διατηρούν από κοινού, κατά το χρονικό διάστημα από 29.7.2003 έως 10.12.2004, ενεργώντας με κοινό δόλο και μετά από κοινή απόφαση, αφαίρεσαν - απέκοψαν τον άγνωστο αριθμό πλαισίου του ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής BMW, τύπου 518i, χρώματος μολυβί, κινητήρα τύπου ..., κυλινδρισμού 2.000 κ.ε., που έφερε άγνωστο αριθμό πλαισίου και στη θέση του τοποθέτησαν τον αριθμό πλαισίου ... και τον αριθμό αμαξώματος ..., που αντιστοιχούν στο με αριθμό κυκλοφορίας … (προηγούμενος αριθμός κυκλοφορίας …) ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Χ. Ν., έτσι ώστε να δίνεται η εντύπωση σε τρίτους, ότι ο νέος αυτός αριθμός αποτελούσε τον πραγματικό αριθμό πλαισίου του παραπάνω αυτοκινήτου. Με τις ανωτέρω αναφερόμενες πράξεις τους επεδίωκαν να παραπλανήσουν με την χρήση του ως άνω αυτοκινήτου τους τρίτους και να προσπορίσουν στον εαυτό τους και σε τρίτους παράνομο όφελος". ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στο σκεπτικό, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, τις από 2 Νοεμβρίου 2012 αιτήσεις (με αριθ. πρωτ. 7314/2012, 7315/2012 και 7316/2012) των Β. Τ. του Γ., Κ. Β. του Ν. και Δ. Λ. του Β., αντιστοίχως, για αναίρεση της ως άνω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση αναιρέσεων. Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση (αριθμοί πλαισίου αυτοκινήτων), νομιμοποίηση εσόδων και λαθρεμπορία. Στοιχεία εγκλημάτων. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς νομιμοποίηση εσόδων και λαθρεμπορία. Απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβιάσεως τεκμηρίου αθωότητας που προβλέπεται από την ΕΣΔΑ. Όχι απόλυτη ακυρότητα από την κατάθεση από τους μάρτυρες αστυνομικούς όσων πληροφορήθηκαν από τον κατηγορούμενο κατά τη μεταφορά του στο Αστ. Τμήμα πριν αρχίσει η προδικασία. Αναγκαίος ο ακριβής καθορισμός του χρόνου τελέσεως όταν αυτός επιδρά στην παραγραφή της πράξεως. Αναίρεση για όσες πράξεις δεν προσδιορίζεται ο χρόνος λόγω ελλείψεως νόμιμης βάσεως. Αρχή in dubio pro reo. Αν ο χρόνος τελέσεως της πράξεως εμπίπτει σε χρονικό διάστημα που δεν εξειδικεύεται, οι αμφιβολίες ως προς τον ακριβή χρόνο τελέσεως αυτής, που επιδρά στην παραγραφή, ερμηνεύονται υπέρ του κατηγορουμένου και, συνεπώς, θεωρείται ως χρόνος τελέσεως το χρονικό διάστημα κατά το οποίο έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής. Αυτεπάγγελτη έρευνα λόγων αναιρέσεως. Μετατροπή ποινής. Αναιρεί εν μέρει. Παύει οριστικά λόγω παραγραφής για μια πλαστογραφία που εμπίπτει σε χρονικό διάστημα που δεν εξειδικεύεται. Παραπέμπει για πλαστογραφίες, ο χρόνος τελέσεως των οποίων δεν προσδιορίζεται, για νομιμοποίηση εσόδων και για λαθρεμπορία, για νέα επιμέτρηση ποινών και καθορισμό συνολικής ποινής και για έρευνα συνδρομής προϋποθέσεων αναστολής. Απορρίπτει αιτήσεις κατά τα λοιπά.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Χρόνος τέλεσης πράξης, Παραγραφή, Λαθρεμπορία, Ε.Σ.Δ.Α., Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Πλαστογραφία και χρήση (πλαστού εγγράφου), Νομιμοποίηση εσόδων, Νομίμου βάσεως έλλειψη, Τεκμήριο αθωότητας, Αρχή in dubio pro reo, Αυτεπάγγελτη έρευνα λόγων αναίρεσης.
| 0
|
Αριθμός 461/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αθανίτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Α., 2) Α. Α. - Π., 3) Μ. Α., 4) Γ. Α., 5) Π. Α., 6) Ν. Α., 7) Η. Α. 8) Κ. Α., 9) Α. Β., 10) Α. Β., 11) Π. Β., 12) Α. Γ., 13) Μ. Γ., 14) Ι. Γ., 15) Φ. Γ., 16) Μ. Γ., 17) Γ. Γ., 18) Α. Γ., 19) Ν. Γ. και 20) Κ. Γ., κατοίκων όλων ... . Οι 3ος, 6ος, 8ος, 10ος, 11ος, 12ος, 13ος και 14ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Τσάντη, ο οποίος δήλωσε ότι εκ παραδρομής στο αναιρετήριο γράφτηκε το επώνυμο του 8ου αναιρεσιβλήτου "Α." αντί του ορθού "Α.". Οι 1ος, 2ος, 4ος, 5ος, 7ος, 9ος, 15ος, 16ος, 17ος, 18ος, 19ος και 20ος των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6977/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-7-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 2-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αναίρεσης, αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση της ορίστηκε εκείνη της 15-2-2011, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε, διαδοχικώς, για 6/12/2011, 6/11/2012, και τέλος για την αναφερόμενη στην αρχή (19-2-2013). Όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, κατά την τελευταία μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της, από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι Γ. Α., Α. Α. -Π., Γ. Α., Π. Α., Η. Α., Α. Β., Φ. Γ., Μ. Γ., Γ. Γ., Α. Γ., Ν. Γ. και Κ. Γ., δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Από τις επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες, από τους παραστάντες λοιπούς αναιρεσίβλητους, εκθέσεις επίδοσης: ... και .../10-12-2010, ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και .../5-9-2012, των δικαστικών επιμελητριών στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και ..., αντίστοιχα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τις κάτω από αυτήν πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και της κλήσης προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 15-2-2011, ως προς τους απολειπόμενους αναιρεσίβλητους Α. Γ. και Φ. Γ. και για τη δικάσιμο της 6/11/2012, ως προς τους λοιπούς, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε κάθε ένα από αυτούς, με την επιμέλεια των παραστάντων αναιρεσίβλητων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση. Επομένως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ίδιου Κώδικα), αφού οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι είχαν νομίμως κλητευθεί για να παραστούν κατά τις πιο πάνω, προηγούμενες της 19-2-2013, δικασίμους δεν χρειάζονταν νέα κλήση τους, δοθέντος ότι η καθιερούμενη από το πιο πάνω άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει, όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν, έστω παρά την απαγόρευση του νόμου, διαδοχικές αναβολές και επομένως πρέπει, παρά την απουσία των, να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 του Π.Δ. 410/88 "Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", "οι διατάξεις που ισχύουν για τη διάρκεια του χρόνου εργασίας των δημοσίων πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων εφαρμόζονται και για το παραπάνω προσωπικό. Τυχόν ευνοϊκότερες ρυθμίσεις δεν θίγονται". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 παρ. 9 του Ν. 2307/1995 "Προσαρμογή νομοθεσίας αρμοδιότητας υπουργείου Εσωτερικών στις διατάξεις για τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση και άλλες διατάξεις", προστέθηκε στην παρ. 4 του άρθρου 89 του Ν. 1188/81, που ορίζει ότι "αι καθ' εβδομάδα ώραι εργασίας ορίζονται εις τριάκοντα επτά και ημισείαν (37 1/2)" εδάφιο, που έχει ως εξής: "Ειδικά για τους εργαζόμενους αποκλειστικά: α) στις χωματερές (υγειονομικής ταφής απορριμμάτων - σταθμός μεταφόρτωσης απορριμμάτων κ.λπ.), β) στην αποκομιδή απορριμμάτων και γ) στην ταφή και εκταφή των νεκρών, οι εβδομαδιαίες ώρες απασχόλησης ορίζονται σε τριάντα δύο (32)". Με τις από 9-2-1995 (άρθρο 5 παρ. 3 σε συνδυασμό με τις παρ. 1 και 2 αυτού) και 18-7-2002 Σ.Σ.Ε. (άρθρο 6 παρ. 4) "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης", που καταρτίστηκαν μεταξύ των εκπροσώπων του Δημοσίου του Υπουργείου Εσωτερικών και της ΠΟΠ - ΟΤΑ, που κατατέθηκαν στο Υπουργείο Εργασίας και κατέστησαν υποχρεωτικές, το εβδομαδιαίο ωράριο των εργαζομένων αποκλειστικά στις χωματερές, στην αποκομιδή των απορριμμάτων και στην ταφή και εκταφή των νεκρών, καθορίστηκε στις 32 ώρες. Εξάλλου, η παράγραφος 1 του άρθρου 1 Ν. 435/1976 ορίζει ότι "μισθωτοί, απασχολούμενοι νομίμως, πέραν των δι' εκάστην κατηγορίαν επιτρεπομένων ανωτάτων χρονικών ορίων διαρκείας της ημερησίας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής δι' εκάστην ώραν τοιαύτης απασχολήσεως, ίσης προς το καταβαλλόμενον ωρομίσθιον, ηυξημένον ..." κατά τα ποσοστά, που η ίδια διάταξη αναφέρει. Σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "εις πάσαν περίπτωσιν μη νομίμου υπερωριακής απασχολήσεως, ο μισθωτός δικαιούται, από της πρώτης ώρας, πέραν των εκ των αρχών του αδικαιολογήτου πλουτισμού απαιτήσεών του, και ίσην προς 100% του καταβαλλομένου, ωρομισθίου πρόσθετον αποζημίωσιν". Ως καταβαλλόμενο ωρομίσθιο νοείται το τμήμα του μισθού ή του ημερομισθίου του εργαζομένου με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το οποίο αναλογεί σε κάθε ώρα απασχόλησης κατά τις ημέρες απασχόλησης σε υπερωριακή εργασία ή σε υπερεργασία με βάση τις συμφωνίες ή τις διατάξεις, που, κατά το χρόνο αυτό, ισχύουν. Για την εξεύρεση του ωρομισθίου, με βάση το οποίο υπολογίζονται οι αξιώσεις του μισθωτού, για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες, αλλά (και) για την υπερωριακή εργασία, διαιρούνται τα 6/25 του μηνιαίου, συμφωνημένου ή νόμιμου, μισθού του με τον αριθμό 40, όπως συνάγεται από το άρθρο 6 της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. από 14.2.1984, που καθόρισε στον αριθμό αυτό τις ώρες εργασίας εβδομαδιαίως, και όταν το με την ατομική σύμβαση συμφωνηθέν εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας ανέρχεται σε μεγαλύτερο αριθμό ωρών. Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς συνάγεται και ότι, όταν το συμφωνηθέν ή το νόμιμο ωράριο, είναι μικρότερο των 40 ωρών, τότε για τον υπολογισμό του ωρομισθίου λαμβάνεται υπόψη το μικρότερο ωράριο. Τα ίδιο ισχύει και όταν το νόμιμο ωράριο συγκεκριμένης κατηγορίας μισθωτών είναι μικρότερο του νομίμου ωραρίου ευρύτερης κατηγορίας μισθωτών στην ίδια επιχείρηση, αφού πάντοτε κατισχύει, ως προς τον τρόπο του υπολογισμού αυτού, η ευνοϊκότερη για το μισθωτό ρύθμιση (βλ. άρθρα 680 Α.Κ., 3 παρ. 1 Ν. 3239/1955 και 7 παρ. 2 Ν. 1876/ 1990), η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, προβλέπει ως διαιρέτη, κατά τα ανωτέρω, τον αριθμό 32 ωρών.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, δέχθηκε, και τα εξής: Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου, αρχικά, οι οποίες στη συνέχεια μετατράπηκαν σε αορίστου χρόνου και προσφέρουν σ' αυτόν τις υπηρεσίες τους στη Διεύθυνση Καθαριότητας, ως εργάτες καθαριότητας και με αντικείμενο εργασίας την αποκομιδή απορριμμάτων (περισυλλογή, φόρτωση, μεταφόρτωση κ.λπ.). Το νόμιμο ωράριο εργασίας τους καθορίστηκε από το έτος 1995, με το άρθρο 8 παρ. 9 του Ν. 2307/1995, σε 32 ώρες, όπως έγινε και με τις από 9-2-1995 (άρθρο 5 παρ. 3 σε συνδυασμό με τις παρ. 1 και 2 αυτού) και 18-7-2002 Σ.Σ.Ε. (άρθρο 6 παρ. 4). Η συμφωνηθείσα μέσω των συλλογικών οργάνων των εναγόντων αλλά και βάσει του νόμου ορισθείσα 32ωρη εργασία ανάγεται σε ημερήσια εργασία 6 ωρών και 24 λεπτών επί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας (32 : 5 = 6,40) ή σε ημερήσια εργασία 5 ωρών και 20 λεπτών επί εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (32 : 6 = 5,33). Ο συντελεστής με τον οποίο πρέπει να πολλαπλασιαστεί το ημερομίσθιο για να εξευρεθεί το ωρομίσθιο, είναι το πηλίκο της διαίρεσης του αριθμού των ημερών της εβδομάδος που είναι 6 (και στο 5νθήμερο) δια του αριθμού των ωρών εργασίας απασχόλησης, όπως αυτές προβλέπονται από τις οικείες Σ.Σ.Ε., ήτοι 6 : 32 = 0,1875. Ο εναγόμενος όμως, υπολόγισε κατά τα έτη 2001 και 2002 εσφαλμένα το ωρομίσθιο των εναγόντων, βάσει του οποίου υπολογίστηκαν στη συνέχεια οι έκτακτες αποδοχές τους, ήτοι οι προσαυξήσεις για υπερωριακή εργασία, αμοιβή για νυχτερινή εργασία και νυχτερινή υπερωριακή εργασία, εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες και νυχτερινή εργασία που πραγματοποιήθηκε τις Κυριακές και αργίες. Συγκεκριμένα, υπολόγισε το ωρομίσθιο μικρότερο, λόγω του ότι για τον υπολογισμό του έλαβε υπόψη του συντελεστή μικρότερο κατά 0,0275, αφού διαίρεσε τις ημέρες εβδομαδιαίας εργασίας των εναγόντων με τις ώρες, που προκύπτουν από το ισχύον στο Δημόσιο εβδομαδιαίο ωράριο των 37,5 ωρών (6 : 37,5 = 0,16) και όχι με το ωράριο των 32 ωρών. Για την απασχόληση κατά τις Κυριακές και αργίες οφείλεται προσαύξηση 75% επί του νομίμου ωρομισθίου για κάθε ώρα απασχόλησης και στους απασχολούμενους κατά τη νύχτα οφείλεται για κάθε ώρα προσαύξηση 25% επί του νομίμου ωρομισθίου. Για την υπερωριακή δε εργασία κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες εορτές καταβάλλεται το ωρομίσθιο και για την κατά τις εργάσιμες ημέρες παρεχόμενη εργασία, υπολογιζόμενο όμως με την προσαύξηση του 75%. Σε περίπτωση παροχής υπερωρίας κατά τις Κυριακές και αργίες αλλά και τις νύχτες καταβάλλονται όλες οι κατά νόμο οφειλόμενες προσαυξήσεις, ο υπολογισμός όμως της κάθε μιας από αυτές γίνεται ξεχωριστά. Επομένως, για τις ώρες της νυχτερινής εργασίας, της υπερωριακής εργασίας, της νυχτερινής υπερωριακής εργασίας, της εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες και της νυχτερινής εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες που πραγματοποιήθηκαν από τους ενάγοντες κατά τα έτη 2001 και 2002 προέκυψαν σε βάρος εκάστου εξ αυτών διαφορές, που ανέρχονται στα ποσά που αναφέρονται αναλυτικά για τον καθένα τους στην αγωγή τους, όπως αυτό κρίθηκε από την εκκαλουμένη και ως προς τους λογιστικούς υπολογισμούς των οποίων δεν εκφράζει ιδιαίτερο παράπονο ο εκκαλών. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 33/2005 οριστικής απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή. Έτσι κρίνοντας το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά τον καθορισμό του ωρομισθίου, η οποία προβάλλεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης του αναιρετηρίου, αφού, σύμφωνα με τις σκέψεις που προεκτέθηκαν, με βάση τις παραδοχές του δικαστηρίου όσον αφορά την κατηγορία των εναγόντων - αναιρεσίβλητων και τις από αυτούς εκτελούμενες εργασίες, το ωρομίσθιό τους έπρεπε να προσδιορισθεί με βάση το ισχύον γι' αυτούς ευνοϊκότερο ωράριο των 32 ωρών. Περαιτέρω δεν παραβίασε και την απορρέουσα από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 β' του Συντάγματος αρχή της ισότητας της αμοιβής αυτών και των λοιπών εργαζομένων στις υπηρεσίες του, ως προς τους οποίους, όπως προαναφέρθηκε, το ωρομίσθιο προσδιορίζεται με βάση το ωράριο των 37 1/2 ωρών, διότι η αρχή αυτή δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού πρόκειται για διαφορετική κατηγορία εργαζομένων και συνεπώς είναι άλλος ο ρυθμιστικός παράγοντας που καθορίζει τη μισθολογική κατάσταση των αναιρεσίβλητων από εκείνο της κατηγορίας των λοιπών εργαζομένων.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος στο σύνολό του.
Κατά τη διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 56 ν.δ. 496/1974, 3 ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το ΠΔ 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεση της, ενώ κατά την διάταξη του άρθ. 91 εδ. α' του ίδιου νόμου με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθ. 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κ.λπ. από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθ. 91 εδ. α' , και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006). Η προβλεπομένη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του (Δημοσίου και) των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ' άρθ. 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθ. 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων, (Ολ.ΑΠ 3/2006) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών (ΟΤΑ) επιβαρύνσεων (πρβλ. Ολ.ΑΠ 38/ 2005) και συνεπώς η διάταξη αυτή δεν αντίκειται 1) στην κατά το άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε στην αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής και καθιερούμενη με το άρθ. 22 § 1 εδ. β' αυτού αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχομένη εργασία ίσης αξίας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθ. 48 § 3 ν.δ. 496/1974 που θεσπίζει επίσης διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. κατ' αυτών), 2) στη διάταξη του άρθ. 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, έχοντας υπερνοµοθετική ισχύ (άρθ. 28 § 1 του Συντάγματος), και ορίζει ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως..." και στο άρθ. 20 § 1 του Συντάγματος που παρέχει ανάλογη προστασία και ορίζει ότι καθένας έχει το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί ν' αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, αφού αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύουν την θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων, 3) στις διατάξεις του άρθ. 14 της ως άνω ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο "η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", διότι η παραγραφή αυτή καθιερώθηκε για τους προαναφερθέντες λόγους γενικότερου συμφέροντος που αφορούν και καταλαμβάνουν όλους τους έχοντες σχετικές αξιώσεις και όχι με βάση τα ως άνω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης, με τα οποία ουδεμία έχει σχέση, 4) στις διατάξεις του άρθ. 1 του (επίσης κυρωθέντος με το ν.δ. 53/ 1974 και την αυτή υπερνοµοθετική ισχύ έχοντος) Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθ. 17 του Συντ. προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά, (Ολ.ΑΠ 40/1998), αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους, ενώ εξάλλου και από την διάταξη του άρθ. 1 § 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει, ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας (του Δημοσίου και των ΟΤΑ), ούτε τέλος στο άρθ. 119 (ήδη 141) Συνθ. ΕΟΚ, για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, την προστασία δηλ. της περιουσίας (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ με την ταχεία εκκαθάριση των αντιστοίχων αξιώσεων και υποχρεώσεών τους, που εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος, που δικαιολογεί την εξαιρετική αυτή ρύθμιση, δεν αντίκειται ούτε, ειδικά, η ρητά θεσπιζόμενη με την διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 έναρξη της (διετούς) παραγραφής από τη γένεση των σχετικών αξιώσεων και όχι από το τέλος του αντίστοιχου έτους, ή από άλλο χρονικό σημείο. Τέλος, η ανωτέρω διετής παραγραφή δεν αντίκειται ούτε στη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την οποία αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης, που περατώνει τη δίκη. Σκοπός θέσπισης της τριετούς αυτής προθεσμίας άσκησης έφεσης κατά των αποφάσεων, που δεν έχουν επιδοθεί, µε αφετήριο σηµείο τη δημοσίευσή τους υπήρξε ο περιορισµός της άσκησης της έφεσης και γενικώς των ενδίκων μέσων εντός της άνω προθεσμίας και όχι η θέσπιση κανόνων, που καθορίζουν διαφορετικό χρόνο παραγραφής των αξιώσεων.
Συνεπώς, το Εφετείο που δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η διετής παραγραφή των αξιώσεων των αναιρεσίβλητων αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο αυτές γεννήθηκαν και ότι οι αξιούμενες, με την ένδικη από 19-12-2003 αγωγή, διαφορές αποδοχών των αναιρεσιβλήτων, που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 30-12-2001, δεν είχαν παραγραφεί, κατά το χρόνο άσκησης της ανωτέρω αγωγής, λόγω μη συμπλήρωσης διετίας από το τέλος του οικονομικού έτους που γεννήθηκαν, μέχρι την επίδοση (30-12-2003) της αγωγής, παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, αν και ήταν εφαρμοστέες, τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 και ο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος, λόγος αναίρεσης είναι βάσιµος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της με το οποίο επιδικάστηκαν οι παραπάνω διαφορές αποδοχών των αναιρεσιβλήτων, που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 30-12-2001, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση (κατά την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 4 Ν. 4055/2012) προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την ως άνω απόφαση και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, μειωμένα, σύμφωνα με τα άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ και 281 του ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6977/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η καθιερούμενη από το άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει, και για τις διαδοχικές αναβολές. Όταν ο συμφωνηθέν ή το νόμιμο ωράριο, είναι μικρότερο των 40 ωρών, για τον υπολογισμό του ωρομισθίου λαμβάνεται υπόψη το μικρότερο ωράριο. Με βάση τις παραδοχές του δικαστηρίου όσον αφορά την κατηγορία των εναγόντων (εργατών καθαριότητας), το ωρομίσθιο τους έπρεπε να προσδιορισθεί με βάση το ισχύον γι’ αυτούς ευνοϊκότερο ωράριο των 32 ωρών. Η διετής παραγραφή των αξιώσεων των αναιρεσίβλητων αρχίζει από τότε που γεννήθηκαν και όχι από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν.
|
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας
|
Παραγραφή αξιώσεων, Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
| 0
|
Αριθμός 462/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Μανίκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Σ., 2) Ν. Σ., 3) Π. Σ., 4) Γ. Σ. - Τ., 5) Α. Σ., 6) Χ. Σ., 7) Σ. Σ., 8) Γ. Σ., 9) Β. Σ., 10) Α. Σ., 11) Γ. Σ., 12) Α. Σ., 13) Κ. Τ., 14) Δ. Τ., 15) Ι. Τ., 16) Κ. Τ., 17) Δ. Τ., 18) Ν. Τ., 19) Ν. Τ. και 20) Α. Τ., κατοίκων όλων ... . Οι 2ος, 5ος, 12ος, 14ος, 16ος, 19ος και 20ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Τσάντη, ενώ οι 1ος, 3ος, 4ος, 6ος, 7ος, 8ος, 9ος, 10ος, 11ος, 13ος, 15ος, 17ος και 18ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 382/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6970/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-7-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 2-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αναίρεσης, αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση της ορίστηκε εκείνη της 15-2-2011, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε, διαδοχικώς, για 6/12/2011, 6/11/2012, και τέλος για την αναφερόμενη στην αρχή (19-2-2013). Όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, κατά την τελευταία μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της, από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι, Δ. Σ., Π. Σ., Γ. Σ. - Τ., Χ. Σ., Σ. Σ., Γ. Σ., Β. Σ., Α. Σ., Γ. Σ., Κ. Τ., Ι. Τ., Δ. Τ. και Ν. Τ. δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Από τις επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες, από τους παραστάντες λοιπούς αναιρεσίβλητους, εκθέσεις επίδοσης: ..., ..., ..., ..., ... και .../10-12-2010, ..., ..., ..., ..., ..., ... και .../5-9-2012, των δικαστικών επιμελητριών στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ... και ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τις κάτω από αυτήν πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και της κλήσης προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 15-2-2011, ως προς τους απολειπόμενους αναιρεσίβλητους Δ. Σ., Γ. Σ. -Τ., Γ. Σ., Β. Σ., Κ. Τ. και Δ. Τ., και για τη δικάσιμο της 6/11/2012, ως προς τους λοιπούς, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε κάθε ένα από αυτούς, με την επιμέλεια των παραστάντων αναιρεσίβλητων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση. Επομένως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ίδιου Κώδικα), αφού οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι είχαν νομίμως κλητευθεί για να παραστούν κατά τις πιο πάνω, προηγούμενες της 19-2-2013, δικασίμους δεν χρειάζονταν νέα κλήση τους, δοθέντος ότι η καθιερούμενη από το πιο πάνω άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει, όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν, έστω παρά την απαγόρευση του νόμου, διαδοχικές αναβολές και επομένως πρέπει, παρά την απουσία των, να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 του Π.Δ. 410/88 "Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", "οι διατάξεις που ισχύουν για τη διάρκεια του χρόνου εργασίας των δημοσίων πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων εφαρμόζονται και για το παραπάνω προσωπικό. Τυχόν ευνοϊκότερες ρυθμίσεις δεν θίγονται". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 παρ. 9 του Ν. 2307/1995 "Προσαρμογή νομοθεσίας αρμοδιότητας υπουργείου Εσωτερικών στις διατάξεις για τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση και άλλες διατάξεις", προστέθηκε στην παρ. 4 του άρθρου 89 του Ν. 1188/81, που ορίζει ότι "αι καθ' εβδομάδα ώραι εργασίας ορίζονται εις τριάκοντα επτά και ημισείαν (37 1/2)" εδάφιο, που έχει ως εξής: "Ειδικά για τους εργαζόμενους αποκλειστικά: α) στις χωματερές (υγειονομικής ταφής απορριμμάτων - σταθμός μεταφόρτωσης απορριμμάτων κ.λπ.), β) στην αποκομιδή απορριμμάτων και γ) στην ταφή και εκταφή των νεκρών, οι εβδομαδιαίες ώρες απασχόλησης ορίζονται σε τριάντα δύο (32)". Με τις από 9-2-1995 (άρθρο 5 παρ. 3 σε συνδυασμό με τις παρ. 1 και 2 αυτού) και 18-7-2002 Σ.Σ.Ε. (άρθρο 6 παρ. 4) "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης", που καταρτίστηκαν μεταξύ των εκπροσώπων του Δημοσίου του Υπουργείου Εσωτερικών και της ΠΟΠ - ΟΤΑ, που κατατέθηκαν στο Υπουργείο Εργασίας και κατέστησαν υποχρεωτικές, το εβδομαδιαίο ωράριο των εργαζομένων αποκλειστικά στις χωματερές, στην αποκομιδή των απορριμμάτων και στην ταφή και εκταφή των νεκρών, καθορίστηκε στις 32 ώρες. Εξάλλου, η παράγραφος 1 του άρθρου 1 Ν. 435/1976 ορίζει ότι "μισθωτοί, απασχολούμενοι νομίμως, πέραν των δι' εκάστην κατηγορίαν επιτρεπομένων ανωτάτων χρονικών ορίων διαρκείας της ημερησίας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής δι' εκάστην ώραν τοιαύτης απασχολήσεως, ίσης προς το καταβαλλόμενον ωρομίσθιον, ηυξημένον ..." κατά τα ποσοστά, που η ίδια διάταξη αναφέρει. Σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "εις πάσαν περίπτωσιν μη νομίμου υπερωριακής απασχολήσεως, ο μισθωτός δικαιούται, από της πρώτης ώρας, πέραν των εκ των αρχών του αδικαιολογήτου πλουτισμού απαιτήσεών του, και ίσην προς 100% του καταβαλλομένου, ωρομισθίου πρόσθετον αποζημίωσιν". Ως καταβαλλόμενο ωρομίσθιο νοείται το τμήμα του μισθού ή του ημερομισθίου του εργαζομένου με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το οποίο αναλογεί σε κάθε ώρα απασχολήσεως κατά τις ημέρες απασχόλησης σε υπερωριακή εργασία ή σε υπερεργασία με βάση τις συμφωνίες ή τις διατάξεις, που κατά το χρόνο αυτό ισχύουν. Για την εξεύρεση του ωρομισθίου, με βάση το οποίο υπολογίζονται οι αξιώσεις του μισθωτού, για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες, αλλά (και) για την υπερωριακή εργασία, διαιρούνται τα 6/25 του μηνιαίου, συμφωνημένου ή νόμιμου, μισθού του με τον αριθμό 40, όπως συνάγεται από το άρθρο 6 της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. από 14.2.1984, που καθόρισε στον αριθμό αυτό τις ώρες εργασίας εβδομαδιαίως, και όταν το με την ατομική σύμβαση συμφωνηθέν εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας ανέρχεται σε μεγαλύτερο αριθμό ωρών. Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς συνάγεται και ότι, όταν το συμφωνηθέν ή το νόμιμο ωράριο, είναι μικρότερο των 40 ωρών, τότε για τον υπολογισμό του ωρομισθίου λαμβάνεται υπόψη το μικρότερο ωράριο. Τα ίδιο ισχύει και όταν το νόμιμο ωράριο συγκεκριμένης κατηγορίας μισθωτών είναι μικρότερο του νομίμου ωραρίου ευρύτερης κατηγορίας μισθωτών στην ίδια επιχείρηση, αφού πάντοτε κατισχύει, ως προς τον τρόπο του υπολογισμού αυτού, η ευνοϊκότερη για το μισθωτό ρύθμιση (βλ. άρθρα 680 Α.Κ., 3 παρ. 1 Ν. 3239/1955 και 7 παρ. 2 Ν. 1876/ 1990), η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, προβλέπει ως διαιρέτη, κατά τα ανωτέρω, τον αριθμό 32 ωρών.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, δέχθηκε, και τα εξής: Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου, αρχικά, οι οποίες στη συνέχεια μετατράπηκαν σε αορίστου χρόνου και προσφέρουν σ' αυτόν τις υπηρεσίες τους στη Διεύθυνση Καθαριότητας, ως εργάτες καθαριότητας και με αντικείμενο εργασίας την αποκομιδή απορριμμάτων (περισυλλογή, φόρτωση, μεταφόρτωση κ.λπ.). Το νόμιμο ωράριο εργασίας τους καθορίστηκε από το έτος 1995, με το άρθρο 8 παρ. 9 του Ν. 2307/1995, σε 32 ώρες, όπως έγινε και με τις από 9-2-1995 (άρθρο 5 παρ. 3 σε συνδυασμό με τις παρ. 1 και 2 αυτού) και 18-7-2002 Σ.Σ.Ε. (άρθρο 6 παρ. 4). Η συμφωνηθείσα μέσω των συλλογικών οργάνων των εναγόντων αλλά και βάσει του νόμου ορισθείσα 32ωρη εργασία ανάγεται σε ημερήσια εργασία 6 ωρών και 24 λεπτών επί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας (32 : 5 = 6,40) ή σε ημερήσια εργασία 5 ωρών και 20 λεπτών επί εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (32 : 6 = 5,33). Ο συντελεστής με τον οποίο πρέπει να πολλαπλασιαστεί το ημερομίσθιο για να εξευρεθεί το ωρομίσθιο, είναι το πηλίκο της διαιρέσεως του αριθμού των ημερών της εβδομάδος που είναι 6 (και στο 5νθήμερο) δια του αριθμού των ωρών εργασίας απασχόλησης, όπως αυτές προβλέπονται από τις οικείες Σ.Σ.Ε., ήτοι 6 : 32 = 0,1875. Ο εναγόμενος όμως, υπολόγισε κατά τα έτη 2001 και 2002 εσφαλμένα το ωρομίσθιο των εναγόντων, βάσει του οποίου υπολογίστηκαν στη συνέχεια οι έκτακτες αποδοχές τους, ήτοι οι προσαυξήσεις για υπερωριακή εργασία, αμοιβή για νυχτερινή εργασία και νυχτερινή υπερωριακή εργασία, εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες και νυχτερινή εργασία που πραγματοποιήθηκε τις Κυριακές και αργίες. Συγκεκριμένα, υπολόγισε το ωρομίσθιο μικρότερο, λόγω του ότι για τον υπολογισμό του έλαβε υπόψη του συντελεστή μικρότερο κατά 0,0275, αφού διαίρεσε τις ημέρες εβδομαδιαίας εργασίας των εναγόντων με τις ώρες, που προκύπτουν από το ισχύον στο Δημόσιο εβδομαδιαίο ωράριο των 37,5 ωρών (6 : 37,5 = 0,16) και όχι με το ωράριο των 32 ωρών. Για την απασχόληση κατά τις Κυριακές και αργίες οφείλεται προσαύξηση 75% επί του νομίμου ωρομισθίου για κάθε ώρα απασχολήσεως και στους απασχολούμενους κατά τη νύχτα οφείλεται για κάθε ώρα προσαύξηση 25% επί του νομίμου ωρομισθίου. Για την υπερωριακή δε εργασία κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες εορτές καταβάλλεται το και για την κατά τις εργάσιμες ημέρες παρεχόμενη εργασία, υπολογιζόμενο όμως με την προσαύξηση του 75%. Σε περίπτωση παροχής υπερωρίας κατά τις Κυριακές και αργίες αλλά και τις νύχτες καταβάλλονται όλες οι κατά νόμο οφειλόμενες προσαυξήσεις, ο υπολογισμός όμως της κάθε μιας από αυτές γίνεται ξεχωριστά. Για τις ώρες της νυχτερινής εργασίας, της υπερωριακής εργασίας, της νυχτερινής υπερωριακής εργασίας, της εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες και της νυχτερινής εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες που πραγματοποιήθηκαν από τους ενάγοντες κατά τα έτη 2001 και 2002 προέκυψαν σε βάρος εκάστου εξ αυτών διαφορές, που ανέρχονται στα ποσά που αναφέρονται αναλυτικά για τον καθένα τους στην αγωγή τους, όπως αυτό κρίθηκε από την εκκαλουμένη και ως προς τους λογιστικούς υπολογισμούς των οποίων δεν εκφράζει ιδιαίτερο παράπονο ο εκκαλών. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 382/2005 οριστικής απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή. Έτσι κρίνοντας το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά τον καθορισμό του ωρομισθίου, η οποία προβάλλεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης του αναιρετηρίου, αφού, σύμφωνα με τις σκέψεις που προεκτέθηκαν, με βάση τις παραδοχές του δικαστηρίου, όσον αφορά την κατηγορία των εναγόντων - αναιρεσίβλητων και τις από αυτούς εκτελούμενες εργασίες, το ωρομίσθιό τους έπρεπε να προσδιορισθεί με βάση το ισχύον γι' αυτούς ευνοϊκότερο ωράριο των 32 ωρών. Περαιτέρω δεν παραβίασε και την απορρέουσα από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 β' του Συντάγματος αρχή της ισότητας της αμοιβής αυτών και των λοιπών εργαζομένων στις υπηρεσίες του, ως προς τους οποίους, όπως προαναφέρθηκε, το ωρομίσθιο προσδιορίζεται με βάση το ωράριο των 37 1/2 ωρών, διότι η αρχή αυτή δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού πρόκειται για διαφορετική κατηγορία εργαζομένων και συνεπώς είναι άλλος ο ρυθμιστικός παράγοντας που καθορίζει την μισθολογική κατάσταση των αναιρεσίβλητων από εκείνο της κατηγορίας των λοιπών εργαζομένων.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος στο σύνολό του.
Κατά τη διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 56 ν.δ. 496/1974, 3 ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το ΠΔ 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεσή της, ενώ κατά την διάταξη του άρθ. 91 εδ. α' του ίδιου νόμου με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθ. 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κ.λπ. από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθ. 91 εδ. α', και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006). Η προβλεπομένη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του (Δημοσίου και) των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ' άρθ. 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθ. 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων, (Ολ.ΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών (ΟΤΑ) επιβαρύνσεων (πρβλ. Ολ.ΑΠ 38/2005) και συνεπώς η διάταξη αυτή δεν αντίκειται 1) στην κατά το άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε στην αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής και καθιερούμενη με το άρθ. 22 § 1 εδ. β' αυτού αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχομένη εργασία ίσης αξίας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθ. 48 § 3 ν.δ. 496/1974 που θεσπίζει επίσης διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. κατ' αυτών), 2) στη διάταξη του άρθ. 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, έχοντας υπερνοµοθετική ισχύ (άρθ. 28 § 1 του Συντάγματος), και ορίζει ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως..." και στο άρθ. 20 § 1 του Συντάγματος που παρέχει ανάλογη προστασία και ορίζει ότι καθένας έχει το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί ν' αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως νόμος ορίζει, αφού αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύουν την θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων, 3) στις διατάξεις του άρθ. 14 της ως άνω ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο "η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", διότι η παραγραφή αυτή καθιερώθηκε για τους προαναφερθέντες λόγους γενικότερου συμφέροντος που αφορούν και καταλαμβάνουν όλους τους έχοντες σχετικές αξιώσεις και όχι με βάση τα ως άνω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης, με τα οποία ουδεμία έχει σχέση, 4) στις διατάξεις του άρθ. 1 του (επίσης κυρωθέντος με το ν.δ. 53/1974 και την αυτή υπερνοµοθετική ισχύ έχοντος) Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθ. 17 του Συντ. προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά, (Ολ.ΑΠ 40/1998), αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους, ενώ εξάλλου και από την διάταξη του άρθ. 1 § 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει, ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας (του Δημοσίου και των ΟΤΑ), ούτε τέλος στο άρθ. 119 (ήδη 141) Συνθ. ΕΟΚ, για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, την προστασία δηλ. της περιουσίας (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ με την ταχεία εκκαθάριση των αντιστοίχων αξιώσεων και υποχρεώσεων τους, που εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος, που δικαιολογεί την εξαιρετική αυτή ρύθμιση, δεν αντίκειται ούτε, ειδικά, η ρητά θεσπιζόμενη με την διάταξη του άρθ. 90 § 3 ν. 2362/1995 έναρξη της (διετούς) παραγραφής από τη γένεση των σχετικών αξιώσεων και όχι από το τέλος του αντίστοιχου έτους, ή από άλλο χρονικό σημείο. Τέλος, η ανωτέρω διετής παραγραφή δεν αντίκειται ούτε στη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την οποία αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης, που περατώνει τη δίκη. Σκοπός θέσπισης της τριετούς αυτής προθεσμίας άσκησης έφεσης κατά των αποφάσεων, που δεν έχουν επιδοθεί, µε αφετήριο σηµείο τη δημοσίευσή τους υπήρξε ο περιορισµός της άσκησης της έφεσης και γενικώς των ενδίκων μέσων εντός της άνω προθεσμίας και όχι η θέσπιση κανόνων, που καθορίζουν διαφορετικό χρόνο παραγραφής των αξιώσεων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 94 του ίδιου νόμου (2362/ 1995) η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια. Η αυτεπάγγελτη αυτή έρευνα της παραγραφής, που ισχύει υπέρ του Δημοσίου και των ΟΤΑ, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου κοινωνικού δημόσιου συμφέροντος και έτσι ο σχετικός ισχυρισμός ανάγεται στη δημόσια τάξη υπό την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 στοιχ. γ' του ΚΠολΔ και ως εκ τούτου δεν είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται σε ισχυρισμό για παραγραφή των ως άνω απαιτήσεων κατά του Δήμου, έστω και αν αυτός δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας.
Συνεπώς, το Εφετείο που δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η διετής παραγραφή των αξιώσεων των αναιρεσίβλητων αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο αυτές γεννήθηκαν και ότι οι αξιούμενες, με την ένδικη, από 17-12-2003 αγωγή, διαφορές αποδοχών των αναιρεσιβλήτων, που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 30-12-2001, δεν είχαν παραγραφεί, κατά το χρόνο άσκησης της ανωτέρω αγωγής, λόγω μη συμπλήρωσης διετίας από το τέλος του οικονομικού έτους που γεννήθηκαν, μέχρι την επίδοση (30-12-2003) της αγωγής, παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, αν και ήταν εφαρμοστέες, τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 και ο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος, λόγος αναίρεσης είναι βάσιµος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της με το οποίο επιδικάστηκαν οι παραπάνω διαφορές αποδοχών των αναιρεσιβλήτων, που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 30-12-2001, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση (κατά την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 4 Ν. 4055/2012) προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την ως άνω απόφαση και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, μειωμένα, σύμφωνα με τα άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ και 281 του ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6970/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η καθιερούμενη από το 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει, και για τις διαδοχικές αναβολές. Όταν το συμφωνηθέν ή το νόμιμο ωράριο, είναι μικρότερο των 40 ωρών, για τον υπολογισμό του ωρομισθίου λαμβάνεται υπόψη το μικρότερο ωράριο. Με βάση τις παραδοχές του δικαστηρίου όσον αφορά την κατηγορία των εναγόντων (εργατών καθαριότητας), το ωρομίσθιο τους έπρεπε να προσδιορισθεί με βάση το ισχύον γι’ αυτούς ευνοϊκότερο ωράριο των 32 ωρών. Η διετής παραγραφή των αξιώσεων των αναιρεσίβλητων αρχίζει από τότε που γεννήθηκαν και όχι από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν.
|
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας
|
Παραγραφή αξιώσεων, Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 443/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Δαλακούρα, περί αναιρέσεως της 875/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αλεξ/πολης.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αλεξ/πολης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1262/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτούνται α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται κατά το αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, είτε κατόπιν συμβατικής σχέσεως είτε εξ αιτίας άλλων τυχαίων περιστατικών και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παρανόμως, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο και δ) δόλια προαίρεση του δράστη, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεώς του στον ιδιοκτήτη. Το έγκλημα αυτό θεωρείται τετελεσμένο αφότου ο δράστης επεχείρησε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη οφειλομένης ενεργείας, με την οποία εξωτερίκευσε τη θέλησή του να ιδιοποιηθεί το ξένο πράγμα παρανόμως.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται εκ τούτου ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 875/2012 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αλεξανδρουπόλεως, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα υπεξαιρέσεως σε βάρος του …, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 15η-11-2011 και περί ώρα 09:30' στην πόλη της … και ειδικότερα έμπροσθεν της Τράπεζας PRO BANK συνελήφθησαν από αστυνομικούς υπαλλήλους της ομάδας ΔΙ.ΑΣ. της Αστυνομικής Διεύθυνσης ... που βρίσκονταν σε διατεταγμένη υπηρεσία ο Ν. (επ) J. (ον) του A. (ο εγκαλών), και ο K. (επ) A. (ον) του A., Ιρανοί υπήκοοι, διότι κατά τον γενόμενο αστυνομικό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι είχαν εισέλθει παράνομα στην Ελληνική επικράτεια προ τριών ημερών περίπου, στερούμενοι άδειας εισόδου και ταξιδιωτικών εγγράφων. Όπως κατέθεσε, κατά την προανάκριση, ένας εκ των αστυνομικών υπαλλήλων της ομάδας ΔΙ.ΑΣ. που διενήργησε τον έλεγχο και συνέλαβε τους ανωτέρω και συγκεκριμένα ο Δ. Μ. του Σ., ο πρώτος από τους δύο Ιρανούς (Ν. J.) κατείχε ένα σακίδιο ώμου, εντός του οποίου υπήρχε ένας φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής αφής (TABLET), μάρκας SAMSUNG. Στη συνέχεια οι δύο συλληφθέντες οδηγήθηκαν στο Α.Τ. ... και ακολούθως παραδόθηκαν στους αστυνομικούς του Τ.Σ.Φ. Φερών, οι οποίοι τους οδήγησαν περί ώρα 20:15 της ίδιας ημέρας (15-11-2011) για φύλαξη στο κέντρο υποδοχής λαθρομεταναστών στον Πόρο Φερών Έβρου. Στο κέντρο αυτό (υποδοχής λαθρομεταναστών) από την ώρα 14:00' μέχρι την 22:00' της ίδιας ημέρας (15-11-2011) είχε διατεταγμένη υπηρεσία φύλαξης ο κατηγορούμενος. Κατά την παραμονή τους και επειδή είχε δημιουργηθεί οχλαγωγία στο χώρο φύλαξης, όπου βρίσκονταν ήδη άλλα τριάντα πέντε (35) άτομα - αλλοδαποί, ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον Ν. J., επειδή ο ίδιος μιλούσε αγγλικά και μπορούσε να συνεννοηθεί με τους λοιπούς συγκροτούμενους του, να περισυλλέξει τα κινητά τηλέφωνα από τους υπόλοιπους κρατούμενους και να του τα παραδώσει στο γραφείο υπηρεσίας χωρίς να συντάξει όπως όφειλε πράξη κατασχέσεως των κινητών ή έστω κάποιο έγγραφο ότι τα αφαιρεί για φύλαξη. Ο Ν. J., παρέδωσε και τον παραπάνω η/υ αφής (ΤΑΒLΕΤ) που κατείχε ο ίδιος, τον οποίο ο κατηγορούμενος παρακράτησε με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. Συγκεκριμένα τοποθέτησε αυτόν εντός κυτίου και επιμελώς έκρυψε πλησίον των χημικών τουαλετών του χώρου φύλαξης. Η εν λόγω αφαίρεση με τοπική απομάκρυνση του η/υ αυτού από το χώρο που αυτό φυλάσσονταν (γραφείο υπηρεσίας ) έγινε με τρόπο που να ήταν ιδιαίτερα δύσκολο στην υπηρεσία του να το βρει. Η υπηρεσία του κατηγορουμένου σ/φ, στο κέντρο υποδοχής του Πόρου έληξε την 22:00" (της 15ης-11-2011), οπότε αποχώρησε. Την επόμενη ημέρα (16-11-2011) ο N. J. ζήτησε από τους αστυνομικούς υπηρεσίας, μεταξύ τον οποίων και τον Ι. Ν., που είχε υπηρεσία κατά τις ώρες 07:30-15:00 της πιο πάνω ημερομηνίας (16-11-2011), να του παραδώσουν τον η/υ που είχε κρατήσει ο κατηγορούμενος, πλην όμως οι αστυνομικοί δήλωσαν άγνοια του γεγονότος και κατόπιν έρευνας στα γραφεία βρήκαν τη σακούλα με τα τέσσερα κινητά τηλέφωνα που είχαν κρατήσει οι αστυνομικοί της προηγούμενης βάρδιας (μεταξύ των οποίων και ο κατηγορούμενος - όλα μικρής οικονομικής αξίας) από τους αλλοδαπούς, στην οποία όμως δεν βρισκόταν και ο η/υ του N. J.. Κατόπιν αυτών ο τελευταίος κατήγγειλε το γεγονός στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας ..., ότι ο κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε παράνομα το κινητό του παρακρατώντας αυτό. Ακολούθησε έρευνα από αστυνομικούς που ανέλαβαν υπηρεσία στο κέντρο υποδοχής Πόρου από την 14:00' της 16ης-11-2011, μεταξύ των οποίων και από τον Γ. Γ., χωρίς αποτέλεσμα. Εν τω μεταξύ ο αστυφύλακας Φ. Γ. που υπηρετεί στο Τ.Σ. Φερών, προσερχόμενος στο κέντρο υποδοχής Πόρου για ανάληψη υπηρεσίας από ώρα 22:00' έως την 06:00' ώρα της 17ης-11-2011, δέχθηκε στο κινητό του τηλέφωνο κλήση από τον κατηγορούμενο, ο οποίος τον παρότρυνε να κάνει έρευνα στον ευρύτερο χώρο υποδοχής για την ανεύρεση του αντικειμένου. Πράγματι μετά από έρευνα που διενήργησαν οι αστυνομικοί της πιο πάνω βάρδιας εντοπίστηκε εντός κυτίου πλησίον των χημικών τουαλετών του χώρου ο φορητός η/υ του N. J., μέσα σε μία σακούλα μαζί με δύο (2) κινητά τηλέφωνα μάρκας "ΝΟΚΙΑ" και "SONY ERIKSON" και μία (1) ξυριστική μηχανή, οπότε ο παραπάνω η/υ αποδόθηκε στον ιδιοκτήτη του - εγκαλούντα. Ο κατηγορούμενος επέμεινε μέχρι και το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου ... ότι ουδέποτε είδε το συγκεκριμένο φορητό υπολογιστή. Υπηρεσιακά πραγματοποιήθηκε δακτυλοσκοπική έρευνα στον φορητό υπολογιστή αυτό, της οποίας το αποτέλεσμα δεν έγινε εγκαίρως γνωστό στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά την οποία βρέθηκε δακτυλικό αποτύπωμα του κατηγορουμένου Σ. Θ. του Σ.. Ο κατηγορούμενος μεθύστερα προσπαθεί ανεπιτυχώς να διασκευάσει τα κρίσιμα περιστατικά ως προς την ύπαρξη του δακτυλικού αποτυπώματος: ... Συνακόλουθα με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε πλήρως, τόσο αντικειμενικά, όσο και υποκειμενικά, η τέλεση της πράξεως της υπεξαίρεσης, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και επομένως πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος της πράξης αυτής, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 του ΠΚ, την οποία παραβίασε εκ πλαγίου, στερώντας την απόφασή του και νόμιμης βάσεως και καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή όχι εφαρμογή της. Ειδικότερα, α) δεν αιτιολογεί από πού προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε σκοπό να ιδιοποιηθεί παρανόμως τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του εγκαλούντος, όταν δέχεται ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων παρότρυνε, τηλεφωνικώς, τον συνάδελφό του Φ. Γ. να ερευνήσει τον ευρύτερο χώρο υποδοχής, όπου τελικά και βρέθηκε ο υπολογιστής, β) δεν εξηγεί πώς ο υπολογιστής περιήλθε στην κατοχή του αναιρεσείοντος, όταν αυτός είχε παραδοθεί προς φύλαξη και δεν είχε εξέλθει απομακρυνθεί από την Υπηρεσία, γ) δεν εξηγεί γιατί η τοποθέτηση του υπολογιστή σε κυτίο και το κρύψιμό του πλησίον των χημικών τουαλετών υποδηλώνει πρόθεση ιδιοποιήσεως και όχι προσπάθεια φυλάξεως αυτού σε ασφαλέστερο μέρος, ενόψει και της ως άνω τηλεφωνικής ειδοποιήσεως για την ανεύρεσή του, δ) δεν εξηγεί γιατί η εύρεση δακτυλικού αποτυπώματος του αναιρεσείοντος στον υπολογιστή σημαίνει, άνευ ετέρου, ότι αυτός τον ιδιοποιήθηκε παρανόμως, όταν, κατά το στάδιο της παραδόσεως των κινητών πραγμάτων στα Αστυνομικά Όργανα προς φύλαξη, είναι βέβαιο ότι κάποιο από αυτά άγγιζε και τον υπολογιστή. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχήν τους, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 875/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρουπόλεως. Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για υπεξαίρεση ηλεκτρονικού υπολογιστή, ο οποίος είχε παραδοθεί για φύλαξη. Ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς σκοπό παράνομης ιδιοποιήσεως και ως προς τον τρόπο, με τον οποίο περιήλθε αυτός στην κατοχή του αναιρεσείοντος, ενόψει του ότι δεν απομακρύνθηκε από τον τόπο, όπου είχε παραδοθεί προς φύλαξη, και βρέθηκε κατόπιν υποδείξεως του τελευταίου. Αναίρεση και παραπομπή.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπεξαίρεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 441/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευαγγέλου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την από 14 Μαρτίου 2013 δήλωση αποχής της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Θεοδώρας Γκοϊνη, που αφορά τη μη συμμετοχή της στη σύνθεση του Ζ' Ποινικού Τμήματος, στο οποίο εισήχθη για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 20ης Μαρτίου 2013 η υπόθεση με αριθμό πινακίου 317/2013.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Παντιώρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου με αριθμό 74 και ημερομηνία 15.3.2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Κατόπιν της από 14-3-2013 δηλώσεως της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Θεοδώρας Γκοΐνη προς την Πρόεδρο του εν λόγω Ανωτάτου Δικαστηρίου, περί αποχής από την άσκηση των καθηκόντων της ως Προέδρου της συνθέσεως του Ζ' Ποινικού Τμήματος, που πρόκειται να συνεδριάσει στις 20 Μαρτίου 2013 και συγκεκριμένα όσον αφορά τη συζήτηση της από 21-1-2013 δήλωσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 7968, 8767, 9940/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος Δ. Ρ., λόγω του ότι αυτός υπήρξε ο ιατρός, που τη χειρούργησε στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης στο Γενικό Νοσοκομείο "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" των Αθηνών. Η εν λόγω δήλωση αποχής διαβιβάστηκε από την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 23 Κ.Π.Δ. για τις δικές του ενέργειες, με το υπ' αρ. πρωτ. 139/15-3-2013 έγγραφο. Επειδή συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις του άρθρου 23 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ., πρέπει να γίνει δεκτή η εν λόγω δήλωση αποχής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Να γίνει δεκτή η από 14-3-2013 δήλωση αποχής της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Θεοδώρας Γκοΐνη από την άσκηση των καθηκόντων της ως Προέδρου της συνθέσεως του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που θα συνεδριάσει στις 20-3-2013, σχετικά με τη συζήτηση της από 21-1-2013 δήλωσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 7968, 8767, 9940/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος Δ. Ρ.. Αθήνα 15/3/2013 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου- Βασιλοπούλου"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 14-3-2013 δήλωση, η οποία απευθύνεται στην Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, η Αντιπρόεδρος του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Θεοδώρα Γκοΐνη, δηλώνει ότι σοβαροί λόγοι ευπρέπειας της επιβάλλουν να απόσχει από την άσκηση των καθηκόντων της, κατά την εκδίκαση της από 21-1-2013 αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά της υπ'αριθ. 7968, 8767, 9940/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που έχει προσδιοριστεί να δικαστεί στο εν λόγω Ζ' Ποινικό τμήμα που προεδρεύει, κατά τη δικάσιμο της 20-3-2013, καθόσον ο κατηγορούμενος ιατρός Δ. Ρ. την είχε, κατά το παρελθόν, εγχειρίσει στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης . Η δήλωση αυτή παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που συνεδριάζει ως συμβούλιο, κατά το άρθρο 23 παρ.4 του ΚΠοινΔ και πρέπει να εξετασθεί κατ'ουσία.
Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ.3 του ΚΠοινΔ, εκτός των στο άρθρο 14 του ιδίου Κώδικα αναγραφομένων λόγων αποκλεισμού, με τη συνδρομή κάποιου των οποίων, τα δικαστικά πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτό δεν δύνανται να ασκήσουν τα καθήκοντα τους ως και του στο επόμενο άρθρο 15 εδ.1 λόγου εξαιρέσεως, που επιβάλλει επίσης την αποχή αυτών από την ενάσκηση των καθηκόντων τους σε ορισμένη υπόθεση, περίπτωση τέτοιας αποχής εμφανίζεται επίσης και όταν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας επιβάλλουν αυτή. Ο όρος "ευπρέπεια" περιέχει κρίση αντικειμενική, ενώ η "ευθιξία" είναι ιδιότητα του ατόμου. Η εξαντλητική απαρίθμηση των σοβαρών λόγων ευπρεπείας είναι αδύνατη γιατί, εάν και πότε υπάρχουν τέτοιοι λόγοι, είναι ζήτημα πραγματικό, για το οποίο θα κρίνει κάθε φορά το αρμόδιο Δικαστήριο ή Συμβούλιο, που επιλαμβάνεται του θέματος, κατά τις κρατούσες δεοντολογικές αντιλήψεις. Γενικά τέτοιοι λόγοι ευπρεπείας συντρέχουν, όταν η συμμετοχή του δικαστικού λειτουργού στην εκδίκαση συγκεκριμένης υποθέσεως μπορεί να δώσει αφορμή σε δυσμενές για αυτόν σχόλιο για την αντικειμενική και ανεπηρέαστη, από ο,τιδήποτε και οποιονδήποτε, διερεύνηση της, σε τρόπο ώστε να τίθεται σε αμφιβολία η ελεύθερη και μη προκατειλημμένη κρίση του. Η άποψη αυτή συμπορεύεται και με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με την οποία καθιερώνεται "το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη", όχι με την έννοια της ορθότητας της απόφασης, αλλά της έγκαιρης, ουσιαστικής και αδιάβλητης υπό διαδικαστικές (δικονομικές) εγγυήσεις, διεξαγωγής της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου. Μία από τις εγγυήσεις αυτές είναι η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τον εθνικό νόμο και αποφαίνεται επί της βασιμότητας της ποινικής κατηγορίας αν πρόκειται για ποινική υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, ενώπιον του παρόντος Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που προεδρεύει η δηλούσα δικαστικός λειτουργός, εκκρεμεί και έχει προσδιοριστεί προς εκδίκαση, κατά την δικάσιμο της 20-3-2013 η από 21-1-2013 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ'αριθ. 7968, 8767, 9940/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Ενόψει δε του ότι κατά την δήλωση αποχής, η δηλούσα την αποχή από τα καθήκοντα της ανωτέρω Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου είχε εγχειρισθεί, κατά το παρελθόν, από τον κατηγορούμενο ιατρό Δ. Ρ. στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης, είναι σαφές ότι μπορεί να τεθεί σε αμφιβολία η ελεύθερη κρίση ή το απροκατάληπτο της ανωτέρω δικαστικού λειτουργού.
Συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση, ναι μεν δεν υπάρχει λόγος που να επιβάλλει ευθέως τον αποκλεισμό κατ'άρθρο 14 παρ. 3 του ΚΠοινΔ της εν λόγω δικαστικού λειτουργού από την εκτέλεση των καθηκόντων της στην ανωτέρω υπόθεση, υφίστανται όμως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη, σοβαροί λόγοι ευπρέπειας, κατά την διάταξη του άρθρου 23 παρ.3 του ΚΠοινΔ, που επιβάλλουν, να απόσχει από την άσκηση των καθηκόντων της, ως προεδρεύουσας κατά την εκδίκαση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως. Άρα, η κρινόμενη δήλωση αποχής πρέπει να γίνει δεκτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 14-3-2013 δήλωση αποχής της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Θεοδώρας Γκοΐνη. Αποφαίνεται ότι η ανωτέρω δικαστικός λειτουργός δεν θα συμμετάσχει ως προεδρεύουσα στην σύνθεση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που θα εκδικάσει κατά τη δικάσιμο της 20-3-2013, την από 21-1-2013αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ'αριθ. 7968, 8767, 9940/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2013. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2013.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δεκτή δήλωση αποχής Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου από καθήκοντά της σε υπόθεση ενώπιον ποινικού τμήματος ΑΠ που προεδρεύει, για λόγους ευπρέπειας.
|
Αποχής δήλωση
|
Αποχής δήλωση.
| 0
|
Αριθμός 440/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Γ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αβραάμ Ιορδανίδη και 2) Ι. Λ. του A., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρος του, Χρήστο Μυλωνόπουλο και Νικόλαο Δημητράτο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 4302/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγον το Ν.Π.Δ.Δ. "ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ", νομίμως εκπροσωπούμενο και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Άγγελο Κωνσταντινίδη και Θεόδωρο-Δώρο Λέκα.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 Οκτωβρίου 2012 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1095/2012.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινικά δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων λόγω παραγραφής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούµενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί µε επίδοση σ' αυτόν εγγράφου κλητηρίου θεσπίσματος, το οποίο πρέπει, εκτός άλλων, να περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου, που προβλέπει την πράξη αυτή και την απειλούμενη ποινή, ώστε να µπορεί να προετοιµάσει την υπεράσπισή του. Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 1, 171παρ.1 εδ.δ', 173 παρ. 1, και 174, του ΚΠΔ, οι οποίες δε θίγουν τα από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α' ΕΣΔΑ προστατευόµενα δικαιώµατα του κατηγορουµένου, η ακυρότητα από τη µη τήρηση των διατάξεων αυτών (320-321 ΚΠΔ) είναι σχετική, ως αναγόµενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κύριας διαδικασίας, γι' αυτό και αν δεν προβάλλει ο κατηγορούμενος κατά την έναρξη της πρωτόδικης δίκης αντιρρήσεις στην πρόοδο αυτής, η σχετική ακυρότητα καλύπτεται. Εφόσον όµως, ο κατηγορούµενος κατ' αυτή δεν εµφανίστηκε ή εµφανισθείς πρόβαλε την ακυρότητα αυτή, είτε της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, είτε ακυρότητα του ίδιου του κλητηρίου θεσπίσματος και το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισµό του αυτόν, τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και µπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθµιο δικαστήριο, µόνο όµως, µε ειδικό λόγο εφέσεως κατά της αποφάσεως. Γι' αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ΚΠΔ να προταθεί εωσότου εκδοθεί για την κατηγορία η οριστική σε τελευταίο βαθµό απόφαση, πριν από την έναρξη της εκδίκασης της υποθέσεως στο πρωτοβάθµιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού µέσου ή την όρκιση του πρώτου µάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται, κατ άρθρο 174 παρ. 1 του ίδιου κώδικα. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσµατος καλύπτεται αν ο κατηγορούµενος εµφανισθεί στην δίκη και δεν προβάλλει εναντίωση στην πρόοδό της προτείνοντας την ακυρότητα. Αν προταθεί εγκαίρως ενώπιον του πρωτοβαθµίου δικαστηρίου η ακυρότητα και η εκ του λόγου αυτού αντίρρηση προόδου της διαδικασίας και το πρωτοβάθµιο δικαστήριο την απορρίψει, ή αν ο κατηγορούμενος δικασθεί ερήμην στον πρώτο βαθμό, ο κατηγορούµενος, πρέπει να επαναφέρει την πρόταση της ακυρότητας της επιδόσεως ή της ακυρότητας του ίδιου του κλητηρίου θεσπίσματος και την αντίρρηση κατά της προόδου της διαδικασίας, διαλαµβάνοντας στην έφεσή του ειδικό λόγο περί αυτού. Αυτό αποτελεί την προϋπόθεση για να µπορεί να προτείνει παραδεκτά στο Εφετείο τον σχετικό ισχυρισµό και τούτο θα γίνει πριν την ανάπτυξη της εφέσεως από τον εισαγγελέα ή την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού µέσου, διαφορετικά είναι απαράδεκτος. Το εφετείο οφείλει να εξετάσει τον προβαλλόμενο με την έφεση ενώπιόν του λόγο ακυρότητας και αν είναι βάσιμος να ακυρώσει την εκκαλούμενη απόφαση και να χωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως, κατ'άρθρο 502 παρ.4 του ΚΠΔ (ΑΠ 143/2011, 454/2010).
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς εκείνον γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α προσώπων, προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η ως άνω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 273 παρ.1 του ΚΠΔ, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά την προανάκριση, που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ'αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος, που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση (ΑΠ 137/2011). Και ναι μεν η διεύθυνση πρέπει, προκειμένου για πόλεις, να εξειδικεύεται με την αναγραφή τόσο της οδού, όσο και του αριθμού, όπου βρίσκεται η κατοικία, στην οποία αναζητήθηκε εκείνος προς τον οποίο έγινε η επίδοση, πλην, αν η διεύθυνση κατοικίας είναι ανακριβής ή ελλιπής, γιατί λ.χ. ο κατηγορούμενος δήλωσε κάποτε στον μηνυτή οδό με αριθμό πέραν της υφισταμένης αριθμήσεως της συγκεκριμένης οδού και, συνεπώς, ανύπαρκτο, ο τελευταίος πάλι θεωρείται ως άγνωστης διαμονής, εφόσον δεν πρόκειται για πολύ μικρό δρόμο και δεν μπορεί ο αριθμός να διαγνωσθεί ευχερώς από το όργανο επιδόσεως με επί τόπου μετάβασή του (ΑΠ 579/2010). Αν όμως η διεύθυνση κατοικίας που αναγράφεται στην μήνυση ή την έγκληση είναι ανακριβής ή ανύπαρκτη και τούτο βεβαιώνεται από το όργανο επιδόσεως, χωρίς, από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, να έχει δοθεί αυτή η διεύθυνση αρχικά στο μηνυτή ή χωρίς να έχει δηλωθεί μεταγενέστερα, δε μπορεί να γίνει επίδοση κατά το άρθρο 156 παρ.2 ΚΠΔ, ως αγνώστου διαμονής, αλλά πρέπει να γίνει η επίδοση, κατά το άρθρο 273 παρ.1 εδαφ. γ του ΚΠΔ, στο γραμματέα της εισαγγελίας πλημμελειοδικών, όπου ασκήθηκε η ποινική δίωξη ή στον εισαγγελέα του δικαστηρίου όπου εκκρεμεί η υπόθεση.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προς διερεύνηση της βασιμότητας ή μη σχετικού λόγου αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής: Ενώπιον του πρωτοβαθμίου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εισήχθησαν σε δίκη οι δύο αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, δυνάμει του από 16-10-2009 κλητηρίου θεσπίσματος, ο πρώτος Γ. Λ., για διασπορά ψευδών και ανακριβών πληροφοριών, που μπορούσαν να επηρεάσουν την τιμή κινητής αξίας εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών και ο δεύτερος Ι. Λ., για άμεση συνδρομή στην άδικη πράξη του πρώτου, με μεθοδευμένες συναλλαγές επί συγκεκριμένης μετοχής, ήτοι για παράβαση των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 46 παρ.1β του ΠΚ και άρθρου 72 παρ.1 του ν. 1969/1991, όπως στο κλητήριο θέσπισμα αυτό αναφέρεται. Από την 7568/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που καταδίκασε τους άνω δύο κατηγορουμένους σε πρώτο βαθμό, προκύπτει ότι ο δεύτερος από αυτούς δικάστηκε ερήμην και ο πρώτος εκπροσωπήθηκε νόμιμα με εξουσιοδοτημένο δικηγόρο, ο οποίος στο δικαστήριο αυτό, αντέλεξε στην πρόοδο της δίκης, λόγω ακυρότητας του επιδοθέντος σε αυτόν κλητηρίου θεσπίματος, για λόγο αοριστίας αυτού, καθόσον εισαγόταν να δικαστεί, σύμφωνα με το άρθρο 72 παρ.1 του ν. 1969/1991, για πράξη τελεσθείσα το έτος 2004, ενώ η διάταξη αυτή έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 30 παρ.1 β του ν. 3340/2005, που ισχύει από 10-7-2005, η δε παράλειψη αναφοράς της τελευταίας αυτής διάταξης που προβλέπει την αξιόποινη πράξη στερεί τον κατηγορούμενο από τη δυνατότητα άμυνας και καθιστά το κλητήριο θέσπισμα άκυρο, για μη ακριβή καθορισμό της πράξης και της ποινικής διάταξης που προβλέπει αυτήν. Η ένσταση αυτή ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος του πρώτου κατηγορουμένου, απορρίφθηκε ως αβάσιμη και οι δύο κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε φυλάκιση δύο ετών ο καθένας.
Από τις εκθέσεις εφέσεων των δύο καταδικασθέντων κατηγορουμένων, που παραδεκτώς επισκοπούνται προκύπτει ότι και οι δύο πρόβαλαν, πλην άλλων, και ειδικό λόγο εφέσεως για ακυρότητα του επιδοθέντος σε αυτούς κλητηρίου θεσπίσματος, ο δε Ι. Λ. πρόβαλε επί πλέον και ακυρότητα της επιδόσεως σε αυτόν του κλητηρίου θεσπίσματος, ως αγνώστου διαμονής. Οι ενστάσεις όμως, αυτές, που επαναφέρθηκαν νόμιμα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη 4302/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως αβάσιμες. Από την, από 27-7-2009, συναφή με ΑΒΜ δ09/6176 μήνυση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Αθηνών, συνεπεία της οποίας και ασκήθηκε η κατά των κατηγορουμένων ποινική δίωξη, προκύπτει ότι η αναγραφόμενη σε αυτή διεύθυνση κατοικίας του κατηγορουμένου Ι. Λ., είναι η οδός ... αρ. 33 στο ..., η οποία και αναγράφηκε στο εκδοθέν Δ09/6176 κλητήριο θέσπισμα. Από το, από 23-10-2009, αποδεικτικό επιδόσεως του άνω κλητηρίου θεσπίσματος με κλήση για συζήτηση κατά την αρχική δικάσιμο της 12-2-2010, προκύπτει ότι η κατά την 23-10-2009 γενόμενη επίδοση στον ανωτέρω κατηγορούμενο, έγινε ως άγνωστης διαμονής, καθόσον, όπως βεβαιώνεται από το αρμόδιο εντεταλμένο όργανο, που προέβη στην επίδοση, τον επιμελητή της εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, ..., η οδός ... αρ. 33 δεν υπάρχει στο Δήμο ..., διότι η αρίθμηση της οδού αυτής περατούται στον αρ. 13. Όμως, σύμφωνα με τα προαναπτυχθέντα, η προς τον κατηγορούμενο Ι. Λ. γενόμενη επίδοση αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος, ως άγνωστης διαμονής, στο Δήμαρχο ..., με διαπίστωση μάλιστα του οργάνου επιδόσεως μετά από έρευνα, ότι δεν υπήρχε στην ανύπαρκτη αυτή διεύθυνση του αρ. 33 της οδού ..., κανένα από τα άλλα πρόσωπα, σύζυγος ή συγγενείς του κατηγορουμένου, είναι άκυρη, αφού ο κατηγορούμενος: α) δεν αναζητήθηκε σε προϋπάρχουσα γνωστή και αληθή διεύθυνση κατοικίας του, από την οποία και να απουσίαζε και να μετώκησε σε άγνωστη διεύθυνση, ώστε να θεωρηθεί κατά το χρόνο επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής, κατ'άρθρο 156 παρ.2 του ΚΠΔ, ως μη δηλώσας τη νέα διεύθυνσή του στην αρμόδια εισαγγελική αρχή και β) ο κατηγορούμενος δεν προκύπτει ότι ο ίδιος εξετάστηκε προανακριτικά και έδωσε την ανωτέρω ψευδή και ανύπαρκτη στο ... διεύθυνση κατοικίας (... αρ. 33), ούτε ότι ο ίδιος δήλωσε στην μηνύτρια πολιτικώς ενάγουσα Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως διεύθυνση κατοικίας του, την ανωτέρω οδό με τον ψευδή αριθμό 33, που αναγράφεται στην μηνυτήρια αναφορά, αριθμό πέραν της υφισταμένης αριθμήσεως της συγκεκριμένης οδού, αντί του ορθού 13, και συνεπώς ανύπαρκτο, ώστε να θεωρηθεί (ο κατηγορούμενος) ως άγνωστης διαμονής και να επιδοθεί σε αυτόν εγκύρως το άνω κλητήριο θέσπισμα, κατά το άνω άρθρο 156 παρ.2 του ΚΠΔ, με επίδοση στο Δήμαρχο ....
Συνεπώς, μετά τη διαπίστωση του άνω οργάνου επιδόσεως του ανύπαρκτου της ανωτέρω διευθύνσεως, έπρεπε να γίνει επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο Ι. Λ., κατά το άρθρο 273 παρ.1 εδαφ. γ του ΚΠΔ, στο γραμματέα της εισαγγελίας πλημμελειοδικών Αθηνών, όπου ασκήθηκε η ποινική δίωξη και όπου εκκρεμούσε η υπόθεση.
Επειδή περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3 και 113 παρ. 2 και 3 του ΠΚ, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία χρόνια για τα πλημμελήματα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 του ΚΠΔ, προκύπτει, ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει, είτε με την έγκυρη επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως με τα οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, αδιάφορα αν η υπόθεση αναβλήθηκε ή εκδικάσθηκε, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Αν το κλητήριο θέσπισμα που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο είναι άκυρο και κηρυχθεί τέτοιο, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία, ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής. Εξάλλου, από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1 εδαφ. β, 370 εδαφ. β και 511 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και προτείνεται σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο. Ο τελευταίος, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, οφείλει να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 370 εδαφ. β του ΚΠΔ. Στην υπόθεση που ερευνάται, η αξιόποινη πράξη, που καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Ι. Λ. για άμεση συνδρομή σε αυτή, τελέστηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1 Νοεμβρίου 2004 έως 31 Δεκεμβρίου 2004. Από τότε, ενόψει της ως άνω ακυρότητας επιδόσεως στον κατηγορούμενο Ι. Λ. του κλητηρίου θεσπίσματος, ως άγνωστης διαμονής, όπως προκύπτει από το σε χρήση ημερολόγιο, μέχρι της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (12.2.2013), παρήλθε πλήρης πενταετία, χωρίς να έχει αρχίσει η κύρια διαδικασία, ώστε να ανασταλεί η παραγραφή της, αφού στο μεταξύ δεν προκύπτει ότι του επιδόθηκε εντός της πενταετίας άλλο κλητήριο θέσπισμα, ούτε εμφανίστηκε στο ακροατήριο του πρωτόδικου δικαστηρίου, όπου προκύπτει ότι καταδικάστηκε ερήμην. Έτσι, το αξιόποινο της αναφερόμενης πράξεως του κατηγορουμένου, που φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος, εξαλείφθηκε με παραγραφή, παρελθόντος μέχρι σήμερα χρόνου υπερβαίνοντος την πενταετία. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής πρώτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως του εν λόγω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Ι. Λ. και αναιρουμένης της προσβαλλόμενης αποφάσεως εν μέρει, όσον αφορά αυτόν, διωχθέντα για άμεση συνέργεια στην πράξη του πρώτου συγκατηγορουμένου του Γ. Λ., να παύσει οριστικά η ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη.
Β. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 72 του ν. 1969/1991, ορίζεται ότι "όποιος διασπείρει εν γνώσει του ψευδείς ή ανακριβείς πληροφορίες, δια του Τύπου ή καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπο, οι οποίες δύνανται να επηρεάσουν την τιμή μιας ή περισσοτέρων κινητών αξιών εισηγμένων σε χρηματιστήρια αξιών, τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή μέχρι 100.000 δραχμών". Με την παρ.1 του άρθρου 30 του ν. 3340/2005, που άρχισε να ισχύει από 10-7-2005, το άνω άρθρο αντικαταστάθηκε και ορίζεται ότι, "τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, όποιος με σκοπό να διαμορφώσει τεχνητά την τιμή ή την εμπορευσιμότητα χρηματοπιστωτικού μέσου προκειμένου να αποκτήσει ο ίδιος ή τρίτος περιουσιακό όφελος, α) διενεργεί συναλλαγές χρησιμοποιώντας εν γνώσει του παραπλανητικές μεθοδεύσεις ή απατηλά μέσα ή β) διαδίδει εν γνώσει του, δια των μέσων μαζικής ενημέρωσης, του διαδικτύου ή οποιουδήποτε άλλου τρόπου, παραπλανητικές ή ψευδείς πληροφορίες, ειδήσεις ή φήμες". Η νεότερη αυτή διάταξη, η οποία ισχύει, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 32 του ν. 3340/2005, για τα αδικήματα που διαπράττονται μετά την 10-7-2005, είναι αυστηρότερη από την προηγούμενη μόνον ως προς την απειλούμενη ποινή, ενώ είναι επιεικέστερη από αυτή ως προς τα αναγκαία για τη συγκρότηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος στοιχεία, γιατί απαιτεί ως πρόσθετο αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωση του ίδιου αδικήματος και το σκοπό του δράστη να διαμορφώσει τεχνητά την τιμή ή την εμπορευσιμότητα χρηματοπιστωτικού μέσου προκειμένου να αποκτήσει ο ίδιος ή τρίτος περιουσιακό όφελος, που δεν απαιτούσε ο προηγούμενος ν. 1969/1991 στο άρθρο 72 αυτού. Επομένως, για αδικήματα που τελέστηκαν, προ της 10-7-2005, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, ως επιεικέστερος νόμος, το άνω άρθρο 30 παρ.1 του ν. 3340/2005, που έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση τα ευνοϊκότερα για τον κατηγορούμενο αποτελέσματα και δη ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αυτού.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ. 1), εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, α) με το επιδοθέν στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Γ. Λ. Δ09/6176 κλητήριο θέσπισμα , όπως από αυτό προκύπτει, ο εν λόγω κατηγορούμενος εισήχθη σε δίκη ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι: "Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 1 Νοεμβρίου 2004 έως 31 Δεκεμβρίου 2004, ο μεν πρώτος των κατηγορουμένων, Γ. Λ., διέσπειρε, με συγκεκριμένο τρόπο, ψευδείς και ανακριβείς πληροφορίες, οι οποίες μπορούσαν να επηρεάσουν την τιμή κινητής αξίας εισηγμένης σε χρηματιστήριο αξιών. Συγκεκριμένα κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο διενέργησε, υπό την ιδιότητα του βασικού μετόχου και μέλους του δ.σ. της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τ. Λ. ΤΕΧ ΑΒΕΕ" (πρώην "Β. ΚΟΤΤΕΡΑ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ"), χρησιμοποιώντας τόσο τον δικό-του κωδικό όσο και τους κωδικούς αφενός συγγενικών-του προσώπων, ήτοι της Β. Λ., θυγατέρας - του, Δ. Λ., υιού-του, αντιπροέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ως άνω ανώνυμης εταιρίας και του Κ. Χ., πατέρα της συζύγου - του, μετόχου της ανώνυμης εταιρίας του ομίλου - του, με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΚΚΟΚΚΙΣΤΗΡΙΑ Α.Ε." και αφετέρου συνεργαζόμενων προσώπων, ήτοι, μεταξύ άλλων, του Δ. Γ., μέλους του δ.σ. της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τ. Λ. ΤΕΧ ΑΒΕΕ", του Ν. Ρ. και του Θ. Β., οι οποίοι σχετίζονται με την εταιρία "ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΗΡΙΟ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ Α.Ε." και τον Δ. Λ. και μέσω των ανωνύμων χρηματιστηριακών εταιριών "G TRADE", "GUARDIAN TRUST", "ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ", "Δ.", "ΣΙΓΜΑ" και "Κ.", μεθοδευμένες συναλλαγές επί της μετοχής της "Τ. Λ. ΤΕΧ ΑΒΕΕ", που ήταν εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, παράγοντας και διαδίδοντας, κατά λογική συνέπεια, με τον τρόπο αυτό, προς το επενδυτικό κοινό, παραπλανητική πληροφορία ως προς την πραγματική εμπορευσιμότητα, την προσφορά και την ζήτηση της συγκεκριμένης μετοχής και δη ότι υφίσταται έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον για αυτή, η οποία (πληροφορία) μπορούσε να επηρεάσει την τιμή της. Ειδικότερα (α) κατά τη διάρκεια της επιμέρους χρονικής περιόδου από 1 Νοεμβρίου 2004 έως 12 Νοεμβρίου 2004 η τιμή της ανωτέρω μετοχής παρουσίασε ποσοστιαία μεταβολή της τάξης του +92,45% (το ίδιο διάστημα ο Γενικός Δείκτης του Χ.Α. μεταβλήθηκε κατά +4,48%) και ο μέσος ημερήσιος όγκος συναλλαγών-της (10 συνεδριάσεις) ανήλθε σε 337.274 μετοχές ενώ το αντίστοιχο προηγούμενο χρονικό διάστημα, από 15 Οκτωβρίου 2004 έως 29 Οκτωβρίου 2004 (10 συνεδριάσεις), είχε ανέλθει σε 88.676 μετοχές, δηλαδή σημειώνοντας αύξηση της τάξης του +280,34%, η ως άνω πληροφορία ως προς την πραγματική εμπορευσιμότητα την προσφορά και την ζήτηση της συγκεκριμένης μετοχής ήταν αποτέλεσμα μεθόδευσης και, κατά συνέπεια, παραπλανητική καθόσον (αα) το 27% του όγκου των αγορών και το 15,63% του όγκου των πωλήσεων της μετοχής πραγματοποιήθηκε με τη χρήση των κωδικών του κατηγορουμένου και των ως άνω συγγενικών του προσώπων μέσω των χρηματιστηριακών εταιριών "GUARDIAN TRUST", "G TRADE", "ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ", "Δ." και "Κ." και επιπλέον οι συναλλαγές αυτές αντιστοιχούν στο 21,32% του συνολικού όγκου συναλλαγών της μετοχής για την συγκεκριμένη χρονική περίοδο, (αβ) το 16,13% του συνολικού όγκου συναλλαγών ήταν προσυνεννοημένες και πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του κατηγορουμένου, των ανωτέρω προσώπων που συνδέονται μαζί του και την Εταιρία καθώς και προσώπων που συνδέονται με την ΑΕΛΔΕ "Κ." και τις λοιπές ΑΕΛΔΕ, (αγ) το 10% των συνολικών αγορών και το 6,56% των πωλήσεων του κατηγορουμένου και των ως άνω συγγενικών του προσώπων, διενεργήθηκαν βάσει εντολών που τοποθετήθηκαν με χρονική διαφορά μικρότερη του ενός λεπτού ("σπάσιμο") και (αδ) σε 8 από τις 10 συνεδριάσεις οι συνολικές αγορές που διενήργησε τόσο ο κατηγορούμενος όσο και τα ως άνω συγγενικά πρόσωπα του, αντιπροσωπεύουν το 20,87% του όγκου των αγορών, ποσοστό που διαμορφώνει την τιμή κλεισίματος των ως άνω συνεδριάσεων ενώ σε 4 από τις 10 συνεδριάσεις οι συνολικές πωλήσεις που διενήργησε τόσο ο κατηγορούμενος όσο και τα ως άνω συγγενικά πρόσωπα του, αντιπροσωπεύουν το 31,46% του όγκου συναλλαγών, ποσοστό που διαμορφώνει την τιμή κλεισίματος της περιόδου. Περαιτέρω (β) κατά τη διάρκεια της επιμέρους χρονικής περιόδου από 13 Νοεμβρίου 2004 έως 24 Νοεμβρίου 2004 η τιμή της ανωτέρω μετοχής παρουσίασε ποσοστιαία μεταβολή της τάξης του -27,45%, (το ίδιο διάστημα ο Γενικός Δείκτης του Χ.Α. μεταβλήθηκε κατά -1,40%) και ο μέσος ημερήσιος όγκος συναλλαγών-της (8 συνεδριάσεις) ανήλθε σε 386.170 μετοχές ενώ το αντίστοιχο προηγούμενο χρονικό διάστημα, από 3 Νοεμβρίου 2004 έως 12 Νοεμβρίου 2004 (8 συνεδριάσεις), είχε ανέλθει σε 335.985 μετοχές, δηλαδή σημειώνοντας αύξηση της τάξης του +14,93%, η ως άνω πληροφορία ως προς την πραγματική εμπορευσιμότητα την προσφορά και την ζήτηση της συγκεκριμένης μετοχής ήταν αποτέλεσμα μεθόδευσης και, κατά συνέπεια, παραπλανητική καθόσον (βα) το 14,71% του όγκου των αγορών και το 18,30% του όγκου των πωλήσεων της μετοχής πραγματοποιήθηκε με τη χρήση των κωδικών του κατηγορουμένου και των ως άνω συγγενικών του προσώπων μέσω των χρηματιστηριακών εταιριών "GUARDIAN TRUST", "G TRADE" και "Δ." και επιπλέον οι συναλλαγές αυτές αντιστοιχούν στο 16,50% του συνολικού όγκου συναλλαγών της μετοχής για την συγκεκριμένη χρονική περίοδο, (ββ) το 16,17% του συνολικού όγκου συναλλαγών ήταν προσυνεννοημένες και πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του κατηγορουμένου, των ανωτέρω προσώπων που συνδέονται μαζί του και την Εταιρία καθώς και προσώπων που συνδέονται με την ΑΕΛΔΕ "Κ." και τις λοιπές ΑΕΛΔΕ, (βγ) το 8,77% των συνολικών αγορών και το 16,45% των πωλήσεων, του κατηγορουμένου και των ως άνω συγγενικών του προσώπων, διενεργήθηκαν βάσει εντολών που τοποθετήθηκαν με χρονική διαφορά μικρότερη του ενός λεπτού ("σπάσιμο") και (βδ) σε 2 από τις 8 συνεδριάσεις οι συνολικές αγορές που διενήργησε τόσο ο κατηγορούμενος όσο και τα ως άνω συγγενικά πρόσωπα του, αντιπροσωπεύουν το 29,35% του όγκου των αγορών, ποσοστό που διαμορφώνει την τιμή κλεισίματος της περιόδου και επιπλέον κατά την συνεδρίαση της 22 Νοεμβρίου 2004 διενεργήθηκαν μέσω του κωδικού της Β. Λ. πωλήσεις που αντιπροσωπεύουν το 44,17% του ημερήσιου όγκου πωλήσεων, ποσοστό που διαμορφώνει την τιμή κλεισίματος της ως άνω περιόδου. Τέλος (γ) κατά τη διάρκεια της επιμέρους χρονικής περιόδου από 25 Νοεμβρίου 2004 έως 31 Δεκεμβρίου 2004 η τιμή της ανωτέρω μετοχής παρουσίασε ποσοστιαία μεταβολή της τάξης του +40,54% (το ίδιο διάστημα ο Γενικός Δείκτης του Χ.Α. μεταβλήθηκε κατά +8,22%) και ο μέσος ημερήσιος όγκος συναλλαγών - της (27 συνεδριάσεις) ανήλθε σε 232.851 μετοχές ενώ το αντίστοιχο προηγούμενο χρονικό διάστημα, από 18 Οκτωβρίου 2004 έως 24 Νοεμβρίου 2004 (27 συνεδριάσεις), είχε ανέλθει σε 270.534 μετοχές, δηλαδή σημειώνοντας μείωση της τάξης του -13,9%, η ως άνω πληροφορία ως προς την πραγματική εμπορευσιμότητα την προσφορά και την ζήτηση της συγκεκριμένης μετοχής ήταν αποτέλεσμα μεθόδευσης και, κατά συνέπεια, παραπλανητική καθόσον (γα) το 14,55% του όγκου των αγορών και το 14,35% του όγκου των πωλήσεων της μετοχής πραγματοποιήθηκε με τη χρήση των κωδικών του κατηγορουμένου και των ως άνω συγγενικών του προσώπων μέσω των χρηματιστηριακών εταιριών "GUARDIAN TRUST", "G TRADE", "ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ", "Δ." και "ΣΙΓΜΑ" και επιπλέον οι συναλλαγές αυτές αντιστοιχούν στο 14,45% του συνολικού όγκου συναλλαγών της μετοχής για την συγκεκριμένη χρονική περίοδο, (γβ) το 19,41% του συνολικού όγκου συναλλαγών ήταν προσυνεννοημένες και πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του κατηγορουμένου, των ανωτέρω προσώπων που συνδέονται μαζί του και την Εταιρία καθώς και προσώπων που συνδέονται με την ΑΕΛΔΕ "Κ." και τις λοιπές ΑΕΛΔΕ, (γγ) το 17% των συνολικών αγορών και το 26,38% των πωλήσεων του κατηγορουμένου και των ως άνω συγγενικών του προσώπων, διενεργήθηκαν βάσει εντολών που τοποθετήθηκαν με χρονική διαφορά μικρότερη του ενός λεπτού ("σπάσιμο") και σε 8 από τις 27 συνεδριάσεις οι συνολικές αγορές που διενήργησε τόσο ο κατηγορούμενος όσο και τα ως άνω συγγενικά πρόσωπα του, αντιπροσωπεύουν το 12,80% του όγκου των αγορών, ποσοστό που διαμορφώνει την τιμή κλεισίματος της περιόδου ενώ σε 4 από τις 27 συνεδριάσεις οι συνολικές πωλήσεις που διενήργησε τόσο ο κατηγορούμενος όσο και τα ως άνω συγγενικά πρόσωπα του, αντιπροσωπεύουν το 12,28% του όγκου συναλλαγών, ποσοστό που διαμορφώνει την τιμή κλεισίματος της περιόδου. Ήτοι, για παράβαση των άρθρων 12, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 46 παρ.1β του ΠΚ και άρθρου 72 παρ.1 του ν. 1969/1991". Κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δίκη ο άνω κατηγορούμενος, παρασταθείς δια εξουσιοδοτημένου συνηγόρου του, πρόβαλε παραδεκτά ένσταση ακυρότητας του επιδοθέντος σε αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος, διατυπωθείσα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της 7568/2011 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά πιστή μεταφορά, ως εξής: "Σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 1γ' το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορούμαι και να κάνει μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Στην προκειμένη περίπτωση καλούμαι να δικαστώ για πράξη που φέρομαι να τέλεσα το χρονικό διάστημα από 01.11.04-31.12.04, σύμφωνα με το άρθρο 72 παρ. 1 Ν. 1969/91, το οποίο αναφέρει "Όποιος διασπείρει πληροφορίες, δια του τύπου ή καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπο, οι οποίες δύνανται να επηρεάσουν την τιμή μιας ή περισσότερων κινητών αξιών, τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή μέχρι 100.000.000 δρχ.". Όμως το άρθρο με το οποίο καλούμαι να δικαστώ έχει αντικατασταθεί από 10.7.05 με το άρθρο 30 παρ. 1 β' Ν. 3340/05 και έχει πλέον ως εξής "Τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους όποιος με σκοπό να διαμορφώσει τεχνητά την τιμή ή την εμπορευσιμότητα χρηματοπιστωτικού μέσου προκειμένου να αποκτήσει ο ίδιος ή τρίτος περιουσιακό όφελος (α) διενεργεί συναλλαγές ... (β) διαδίδει εν γνώσει ... παραπλανητικές ή ψευδείς πληροφορίες, ειδήσεις ή φήμες". Ελλείπει επομένως από το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα το άρθρο με το οποίο καλούμαι να δικασθώ, καθώς δεν αναφέρεται ούτε η φράση "όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 30 παρ. 1β' Ν. 3340/05 και ισχύει", ή "σε συνδυασμό με το άρθρο 30 παρ. 1/3' Ν. 3340/05". Η έλλειψη αυτή δεν είναι τυπική, αλλά ουσιαστική αφού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, που προβλέπει την αναδρομική ισχύ του ηπιότερου νόμου "Αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις". Ηπιότερος δε νόμος είναι εκείνος, σύμφωνα με τη σαφή διατύπωση του νόμου "που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις". Αυτό σημαίνει ότι το θέμα κρίνεται, όχι in abstracto και σχηματικά, αλλά in concreto, με βάση τη σαφή και εξειδικευμένη απάντηση που δίνεται στο ερώτημα ποιού από τους περισσότερους νόμους η εφαρμογή οδηγεί στη συγκεκριμένη περίπτωση στο ευνοϊκότερο αποτέλεσμα για τον κατηγορούμενο. Δεν συγκρίνονται συνεπώς μόνο δύο ποινές, αλλά δύο ποινικοί νόμοι, με σκοπό τη διακρίβωση των συνεπειών που έχει καθένας τους για τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο. Για να διαπιστωθεί επομένως ποιος νόμος από τους περισσότερους είναι ο ευμενέστερος πρέπει να λάβουμε υπόψη όλα τα στοιχεία του νόμου, που συγκαθορίζουν το αν θα τιμωρηθεί και με ποια ποινή ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος. Οι ευμενέστερες διατάξεις που κρίνεται ότι θα εφαρμοσθούν, επιβάλλεται να ανήκουν στον ίδιο νόμο.
Στη προκειμένη περίπτωση πρέπει να γίνει σύγκριση των πιο πάνω διατάξεων, προκειμένου να διαπιστωθεί αν τα στοιχεία του εγκλήματος του άρθρου 72 παρ. 1 Ν. 1969/91 εμπεριέχονται στη διάταξη του 30 παρ. 1β' Ν. 3340/05, ώστε να κριθεί αν η διωκόμενη πράξη παραμένει αξιόποινη η παράλειψη αναφοράς. Όμως στο κλητήριο θέσπισμα της νεότερης διάταξης, μου στερεί τη δυνατότητα να αμυνθώ, αφού φέρομαι κατηγορούμενος με διάταξη νόμου που έχει αντικατασταθεί, καθιστώντας το προσβαλλόμενο κλητήριο θέσπισμα ελλιπές και ως εκ τούτου άκυρο.".Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως από την παραπάνω απόφασή του προκύπτει, απέρριψε την άνω ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, με την αιτιολογία ότι αυτό είναι έγκυρο, η δε μη αναφορά σε αυτό του άρθρου 30 του ν. 3340/2005, που αντικατέστησε το αναγραφόμενο άρθρο 72 του ν. 1969/1991, που προβλέπει την αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη, δεν επηρεάζει την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, καθόσον το δικαστήριο αυτεπάγγελτα εφαρμόζει τον ισχύοντα κάθε φορά επιεικέστερο ποινικό νόμο. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 4302/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο ανωτέρω κατηγορούμενος Γ. Λ., επανέφερε και πρόβαλε στο δεύτερο βαθμό, παραδεκτά διότι προκύπτει από την επισκοπούμενη έκθεση εφέσεώς του ότι είχε συμπεριλάβει συναφή ειδικό λόγο εφέσεως, την ίδια ως άνω ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, με το ίδιο κατά πιστή μεταφορά, περιεχόμενο, που προβλήθηκε και στον πρώτο βαθμό και παρατέθηκε παραπάνω.
Με την προσβαλλόμενη 4302/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε η παραπάνω ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος με την παρακάτω αιτιολογία: "Στο κλητήριο θέσπισμα είναι καθ'όλα ορισμένο και έγκυρο, καθ' ότι περιέχει τον ακριβή καθορισμό της πράξης. Η μη αναφορά σ'αυτό του Ν. 3340/2005 που αντικατέστησε το αρθρ.72 παρ.1 του Ν. 1969/1991, ουδόλως επηρεάζει την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καθότι, το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον ισχύοντα κάθε φορά νόμο. Εξάλλου αν από τον χρόνο άσκησης της ποινικής δίωξης μέχρι τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης, ίσχυσαν παραπάνω από ένας νόμοι που ποινικοποιούν συγκεκριμένη συμπεριφορά το Δικαστήριο εφαρμόζει τον ευμενέστερο κάθε φορά νόμο για τον κατηγορούμενο.
Συνεπώς ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη 4302/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Γ. Λ., κηρύχθηκε, σε δεύτερο βαθμό, ένοχος και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, η οποία ποινή και ανεστάλη επί τριετία. Στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αυτής 589/2012 αποφάσεως, διαλαμβάνεται ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος (Γ.Λ.) διέσπειρε με συγκεκριμένο τρόπο ψευδείς και ανακριβείς πληροφορίες, οι οποίες μπορούσαν να επηρεάσουν την τιμή κινητής αξίας εισηγμένης σε Χρηματιστήρια αξιών. Συγκεκριμένα στην Αθήνα κατά το διάστημα από 1-11-2004 έως 31-12-2004, διενήργησε υπό την ιδιότητα του βασικού μετόχου και μέλους του Δ.Σ. της εταιρίας "Τ.Λ. ΤΕΧ ΑΒΕΕ", χρησιμοποιώντας τόσο τον δικό του κωδικό όσο και τους κωδικούς συγγενικών του προσώπων και συνεργαζόμενων προσώπων και μέσω ανωνύμων χρηματιστηριακών εταιριών, μεθοδευμένες συναλλαγές επί της μετοχής "Τ.Λ. ΤΕΧ ΑΒΕΕ" που ήταν εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, παράγοντας και διαδίδοντας με τον τρόπο αυτό, προς το επενδυτικό κοινό παραπλανητική πληροφορία ως προς την πραγματική εμπορευσιμότητα την προσφορά και τη ζήτηση της συγκεκριμένης μετοχής και δη ότι υφίσταται έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον για αυτή, η οποία (πληροφορία) μπορούσε να επηρεάσει την τιμή της. Ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-2004 έως 12-11-2004 η τιμή της ανωτέρω μετοχής παρουσίασε ποσοστιαία μεταβολή της τάξης του +92,45% (το ίδιο διάστημα ο γενικός δείκτης του Χ.Α. μεταβλήθηκε κατά +4,48% και ο μέσος ημερήσιος όγκος συναλλαγών της ανήλθε σε 337.274 μετοχές ενώ το αντίστοιχο προηγούμενο χρονικό διάστημα από 15-10-2004 έως 29-10-2004 είχε ανέλθει σε 88.676 μετοχές δηλαδή σημειώνοντας αύξηση της τάξης του +280,34%, η ως άνω πληροφορία ως προς την πραγματική εμπορευσιμότητα την προσφορά και την ζήτηση της συγκεκριμένης μετοχής ήταν αποτέλεσμα μεθόδευσης και κατά συνέπεια παραπλανητική καθόσον μεγάλος όγκος των αγορών και πωλήσεων της μετοχής πραγματοποιήθηκε με τη χρήση των κωδικών του κατηγορουμένου και των συγγενικών του προσώπων και ήταν προσυνενοημένος. Επίσης κατά την χρονική περίοδο 13-11-2004 έως 24-11-2004 η τιμή της μετοχής αυτής παρουσίασε ποσοστιαία μεταβολή της τάξης του -27,45% (το ίδιο διάστημα ο δείκτης του Χ.Α. μεταβλήθηκε κατά -1,40%) και ο μέσος ημερήσιος όγκος συναλλαγών της ανήλθε 386.170 μετοχές ενώ το αντίστοιχο προηγούμενο χρονικό διάστημα από 3-11-2004 έως 12-11-2004 είχε ανέλθει σε 335.985 μετοχές δηλ. σημειώνοντας αύξηση της τάξης του +14,93%, η ως άνω πληροφορία ως προς την πραγματική εμπορευσιμότητα την προσφορά και την ζήτηση της συγκεκριμένης μετοχής ήταν αποτέλεσμα μεθόδευσης και κατά συνέπεια παραπλανητική καθόσον μεγάλο μέρος των αγορών και πωλήσεων πραγματοποιήθηκε με τη χρήση των κωδικών του κατηγορουμένου και των συγγενικών του προσώπων. Τέλος κατά την περίοδο από 25-11-2004 έως 31-12-2004 η τιμή της ανωτέρω μετοχής παρουσίασε ποσοστιαία μεταβολή της τάξης του +40,54% (το ίδιο διάστημα ο γενικός δείκτης του Χ.Α. μεταβλήθηκε κατά +8,22%) και ο μέσος ημερήσιος όγκος συναλλαγών της ανήλθε σε 232.8... μετοχές ενώ το αντίστοιχο προηγούμενο χρονικό διάστημα είχε ανέλθει σε 270.534 μετοχές δηλ. σημειώνοντας μείωση του -13,9%, η ως άνω πληροφορία ως προς την πραγματική εμπορευσιμότητα, την προσφορά και την ζήτηση της συγκεκριμένης μετοχής ήταν αποτέλεσμα μεθόδευσης και κατά συνέπεια παραπλανητική το μεγαλύτερο μέρος των συναλλαγών ήταν προσυνεννοημένες και πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του κατηγορουμένου και προσώπων συνδεομένων την εταιρία του ενώ οι συνολικές αγορές του κατηγορουμένου και συγγενικών του προσώπων αντιπροσωπεύουν ποσοστό που διαμορφώνει την τιμή κλεισίματος της περιόδου. Ο δεύτερος κατηγορούμενος εκτέλεσε υπό την ιδιότητα του μετόχου και μέλους του Δ.Σ. της ΑΕΛΔΕ "Κ." μεθοδευμένες συναλλαγές επί της μετοχής της "Τ.Λ. ΤΕΧ ΑΒΕΕ" που ήταν εισηγμένη στο Χ.Α. παρέχοντας άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο κατά την παραγωγή και διάδοση προς το επενδυτικό κοινό παραπλανητικών πληροφοριών ως προς την πραγματική εμπορευσιμότητα την προσφορά και τη ζήτηση της άνω μετοχής και δη ότι υφίσταται έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον για αυτή, η οποία πληροφορία μπορούσε να επηρεάσει την τιμή της. Ειδικότερα διενήργησε με τη χρήση τόσο προσωπικών του κωδικών όσο και κωδικών πελατών της ΑΕΛΔΕ "Κ." σε πολλές συνεδριάσεις συναλλαγές, που αντιπροσωπεύουν μεγάλο ποσοστό του καθημερινού όγκου συναλλαγών της μετοχής της "Τ.Λ. ΤΕΧ ΑΒΕΕ", προσυνεννοημένες συναλλαγές, ήτοι κατάρτισε αγορές και πωλήσεις μέσω των κωδικών πελατών της "Κ. ΑΕΛΔΕ" καθώς και των προσωπικών του κωδικών, μέσω της ίδιας ή περισσότερων χρηματιστηριακών εταιριών με αντισυμβαλλόμενους σε μεγάλο ποσοστό πελάτες της "Κ. ΑΕΛΔΕ" και πελάτες των λοιπών εμπλεκομένων ΑΕΛΔΕ και χρηματιστηριακών εταιριών και αγορές και πωλήσεις κατά το κλείσιμο πολλών συνεδριάσεων μέσω των κωδικών του, ο όγκος των οποίων είναι σημαντικός σε σχέση με τον ημερήσιο όγκο των αγορών και πωλήσεων κλεισίματος. Ως εκ τούτου αποδείχθηκε πλήρως ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις που τους αποδίδονται με το κατηγορητήριο. Με τις ως άνω μεθοδεύσεις οι κατηγορούμενοι επηρέασαν τεχνητά την τιμή της μετοχής της εταιρίας "Τ.Λ. ΤΕΧ ΑΒΕΕ", η οποία μετά την πραγματοποίηση των ως άνω συναλλαγών δεν ήταν αντιπροσωπευτική της πραγματικής αξίας της μετοχής, αφού διαμορφώθηκε από αυτούς τεχνητά. Περαιτέρω με τα πιο πάνω επιτήδεια μέσα που χρησιμοποίησαν οι κατηγορούμενοι ήτοι χρήση κωδικών διαφόρων συγγενικών προσώπων και προσώπων που συνεργαζόταν με τον πρώτο κατηγορούμενο, παρενέβησαν στην απρόσκοπτη λειτουργία του μηχανισμού προσφοράς και ζήτησης δημιουργώντας στο επενδυτικό κοινό την πεπλανημένη εντύπωση της δυναμικής ανόδου της μετοχής, δεδομένου ότι μετά το κλείσιμο των συνεδριάσεων του ΧΑΑ ανακοινώνεται στο δελτίο τιμών του, τόσο ο όγκος των συναλλαγών, όσο και η τιμή κλεισίματος κάθε μετοχής. Αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών των κατηγορουμένων, ήταν να εκδηλωθεί έντονο αγοραστικό ενδιαφέρον από το επενδυτικό κοινό για τη μετοχή της ως άνω εταιρίας, το οποίο όμως, βασιζόταν σε παραπλανητικές και ανακριβείς πληροφορίες ως προς την τιμή και την εμπορευσιμότητα της μετοχής της, οι οποίες πληροφορίες προήλθαν από τις πιο πάνω μεθοδεύσεις των κατηγορουμένων και είχαν ως αποτέλεσμα την ανοδική πορεία της μετοχής. Αποδείχθηκε επίσης ότι οι κατηγορούμενοι προέβησαν στις ως άνω πράξεις τους με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι ή τρίτοι περιουσιακό όφελος, καθότι ο πρώτος κατηγορούμενος αποσκοπούσε σε ίδιο όφελος, που προέκυψε από την άνοδο της μετοχής της εταιρίας, της οποίας αυτός ήταν βασικός μέτοχος, ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε όφελος από την προμήθεια που έπαιρνε διενεργώντας τις μεθοδευμένες χρηματιστηριακές συναλλαγές. Αποδείχθηκε επίσης ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ενεργούσε σε συνεννόηση με τον πρώτο. Εξάλλου όλες οι ενέργειες των κατηγορουμένων σκοπούσαν στην διαμόρφωση τεχνητά της τιμής και εμπορευσιμότητας της μετοχής της "Τ.Λ. ΤΕΧ ΑΒΕΕ", καθότι όλες οι συναλλαγές ήταν χρεωστικές, με την έννοια ότι για την αγοραπωλησία των μετοχών που γινόταν με τον κωδικό του πρώτου κατηγορουμένου και των συγγενικών του προσώπων και προσώπων που συνεργαζόταν μαζί του, δεν καταβλήθηκε το αντίστοιχο αντίτιμο, ενώ αν δεν υπήρχαν οι συναλλαγές αυτές δεν θα αυξανόταν σε τόσο μεγάλο βαθμό η αξία και η εμπορευσιμότητα της συγκεκριμένης μετοχής, αφού οι μετοχές της συγκεκριμένης εταιρίας δεν θεωρούνταν στο χρηματιστήριο ισχυρές μετοχές και δεν θα μπορούσε να είχαν τόσο μεγάλη εμπορευσιμότητα. Η αύξηση της εμπορευσιμότητας της εν λόγω μετοχής, οφείλεται αποκλειστικά και μόνον στις μεθοδευμένες από τους κατηγορουμένους υπό την ιδιότητα του αυτουργού και άμεσου συνεργού μεγάλες διακινήσεις της μετοχής.
Συνεπώς οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων που του αποδίδονται, όπως αυτές προβλέπονται και τιμωρούνται από το αρθρ.72 Ν. 1969/1991, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 30 του Ν. 3340/2005 το οποίο και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως ευμενέστερη διάταξη της αρχικά ισχύουσας κατ'αρθρ.2 του Π.Κ.".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 4302/2012 απόφασή του, την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων που καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 ΠΚ και 72 παρ.1 του ν. 1969/1991, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 30 του ν. 3340/2005, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις και τους αντίστοιχους δύο λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Γ. Λ., σημειώνονται τα ακόλουθα:
α) Το προπαρατεθέν κλητήριο θέσπισμα που επιδόθηκε στον άνω αναιρεσείοντα περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος αυτός και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου, που προβλέπει την πράξη αυτή και την απειλούμενη ποινή, ώστε να µπορεί να προετοιµάσει την υπεράσπισή του. Ειδικότερα αναφέρεται μεν μόνον η διάταξη του άρθρου 72 παρ.1 του ν. 1969/1991, αφού η πράξη τελέστηκε τα 2004, πριν τροποποιηθεί αυτή με το άρθρο 30 παρ.1 του ν. 3340/2005, του οποίου η ισχύς άρχισε από 10-7-2005, πλην κατά ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 2 παρ.1 του ΠΚ, αφού από του χρόνου ασκήσεως της ποινικής δίωξης κατά του κατηγορουμένου αυτού μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως, ίσχυσαν ως παραπάνω δύο νόμοι και δη και ο δεύτερος τροποποιητικός ν. 3340/2005, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απλώς εφαρμόζει τον επιεικέστερο και ευμενέστερο για τον κατηγορούμενο νόμο και ουδεμία αοριστία ή ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος από τη μη αναφορά του ν. 3340/2005 επέρχεται. β) Από τη σύγκριση δε των παραπάνω δύο διατάξεων, το περιεχόμενο των οποίων έχει προπαρατεθεί, προκύπτει ότι η νεότερη αυτή διάταξη, η οποία ισχύει, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 32 του ν. 3340/2005, για τα αδικήματα που διαπράττονται μετά την 10-7-2005 , είναι αυστηρότερη από την προηγούμενη του άρθρου 72 παρ.1 του ν. 1969/1991, μόνον ως προς την απειλούμενη ποινή, ενώ είναι επιεικέστερη από αυτή ως προς τα αναγκαία για τη συγκρότηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος στοιχεία, γιατί απαιτεί ως πρόσθετο αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωση του ίδιου αδικήματος και τον σκοπό του δράστη να διαμορφώσει τεχνητά την τιμή ή την εμπορευσιμότητα χρηματοπιστωτικού μέσου προκειμένου να αποκτήσει ο ίδιος ή τρίτος περιουσιακό όφελος, που δεν απαιτούσε ο προηγούμενος ν. 1969/1991 στο άρθρο 72 αυτού. Επομένως, για αδικήματα που τελέστηκαν, προ της 10-7-2005, όπως το προκείμενο, ορθά εφαρμόστηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, ως επιεικέστερος νόμος, το άνω άρθρο 30 παρ.1 του ν. 3340/2005, που έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση τα ευνοϊκότερα για τον κατηγορούμενο αποτελέσματα και δη ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την υποκειμενική υπόσταση αυτού, αφού απαιτεί η δεύτερη διάταξη επί πλέον της πρώτης και "σκοπό του δράστη να διαμορφώσει τεχνητά την τιμή ή την εμπορευσιμότητα χρηματοπιστωτικού μέσου προκειμένου να αποκτήσει ο ίδιος ή τρίτος περιουσιακό όφελος", ενώ του επιβλήθηκε μικρότερη ποινή φυλακίσεως ενός έτους, αντί της ποινής των δύο ετών, που του είχε επιβληθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
γ) Από το αιτιολογικό, αλλά και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο εν λόγω αναιρεσείων Γ. Λ., κηρύχθηκε ένοχος "για διασπορά ψευδών και ανακριβών πληροφοριών, οι οποίες μπορούσαν να επηρεάσουν την τιμή κινητής αξίας εισηγμένης στο χρηματιστήριο αξιών", όπως εξειδεικεύονται αναλυτικά και όπως προβλεπόταν από την αρχική διάταξη του άρθρου 72 του ν. 1969/1991 και αναδιατυπώθηκε με την τροποποίησή του από το άρθρο 30 παρ.1 του ν. 3340/2005 που ορίζει στο εδάφ. β, ότι τιμωρείται και "όποιος διαδίδει εν γνώσει του, δια των μέσων μαζικής ενημέρωσης, του διαδικτύου ή οποιουδήποτε άλλου τρόπου, παραπλανητικές ή ψευδείς πληροφορίες, ειδήσεις ή φήμες", στην οποία και ορθά υπήχθη η κατηγορία, όπως διατυπώθηκε με το κλητήριο θέσπισμα και ο αναιρεσείων αυτός δεν καταδικάστηκε, όπως αβάσιμα διατείνεται και για διενέργεια μεθοδευμένων συναλλαγών, που προβλέπεται ειδικότερα στο εδάφ. α της νέας διάταξης, πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο συγκατηγορούμενός του Ι. Λ., ως άμεσος συνεργός αυτού στην παραγωγή και διάδοση προς το επενδυτικό κοινό παραπλανητικών πληροφοριών ως προς την πραγματική εμπορευσιμότητα, την προσφορά και τη ζήτηση συγκεκριμένης μετοχής και ότι υφίσταται έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον για αυτή, η οποία πληροφορία μπορούσε να επηρεάσει την τιμή της.
Επομένως, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και Ε' του ΚΠΔ, δύο λόγοι αναιρέσεως της αιτήσεως του πρώτου αναιρεσείοντος Γ. Λ., για σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, μη καλυφθείσα, λόγω ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου και δη του άρθρου 2 παρ.2 του ΠΚ και του άρθρου 30 παρ.1 του ν. 3340/2005, που τροποποίησε το άρθρο 72 του ν. 1969/1991 και δεν αναφερόταν στο επιδοθέν σε αυτόν κλητήριο θέσπισμα, και για εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων αυτών, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος Γ. Λ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παρασταθείσας πολιτικώς ενάγουσας Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει τη με αριθ. 4302/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, κατά τις διατάξεις της που αφορούν τον κατηγορούμενο Ι. Λ..
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Ι. Λ. του Α., για άμεση συνέργεια στην παράβαση του άρθρου 72 παρ.1 του ν. 1969/1991, όπως τροπ. με το άρθρο 30 του ν. 3340/2005, με φυσικό αυτουργό τον Γ. Λ., πράξη την οποία φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 1 Νοεμβρίου 2004 έως 31 Δεκεμβρίου 2004, όπως αυτή περιγράφεται ειδικότερα στην ανωτέρω αναιρούμενη απόφαση.
Απορρίπτει την από 4-10-2012 αίτηση - δήλωση του Γ. Λ. του Δ., περί αναιρέσεως της με αρ. 4302/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Γ. Λ. στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παρασταθείσας πολιτικώς ενάγουσας Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς εκ ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Χειραγώγηση ΧΑΑ - Παράβαση άρθρου 72 παρ. 1 Ν. 1969/1992, 30 ν. 3340/2005 από 1° αναιρεσείοντα και άμεση συνέργεια του 2ου αναιρεσείοντα. 1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 273 παρ.1 ΚΠΔ, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά την προανάκριση, που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται' εκείνος, που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Και ναι μεν η διεύθυνση πρέπει, προκειμένου για πόλεις, να εξειδικεύεται με την αναγραφή τόσο της οδού, όσο και του αριθμού, όπου βρίσκεται η κατοικία, στην οποία αναζητήθηκε εκείνος προς τον οποίο έγινε η επίδοση, πλην, αν η διεύθυνση κατοικίας είναι ανακριβής ή ελλιπής, γιατί λ.χ. ο κατηγορούμενος δήλωσε κάποτε στον μηνυτή οδό με αριθμό πέραν της υφισταμένης αριθμήσεως της συγκεκριμένης οδού και, συνεπώς, ανύπαρκτο, ο τελευταίος πάλι θεωρείται ως άγνωστης διαμονής, εφόσον δεν πρόκειται για πολύ μικρό δρόμο και δεν μπορεί ο αριθμός να διαγνωσθεί ευχερώς από το όργανο επιδόσεως με επί τόπου μετάβασή του. Αν όμως η επίδοση έγινε ως άγνωστης διαμονής, αναζητηθείς ο κατηγορούμενος σε ανύπαρκτο αριθμό οδού, η επίδοση είναι άκυρη. Αναιρεί και ΠΟΠΔ για 2ο αναιρεσείοντα. 2. Για τον 1ο αναιρεσείοντα. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Για αδικήματα για τα οποία ίσχυσαν από της τελέσεως μέχρι της εκδικάσεώς τους δύο νόμοι, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ, ως επιεικέστερος νόμος αυτός που έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση τα ευνοϊκότερα για τον κατηγορούμενο αποτελέσματα, και δη ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αυτού.
|
Χρηματιστηρίου εγκλήματα
|
Κλητήριο θέσπισμα, Εφέσεως απαράδεκτο, Χρηματιστηρίου εγκλήματα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 439/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μήλιο, περί αναιρέσεως της 4331/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Κορίνθου.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Κορίνθου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 880/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, και καταλαμβάνει και την παρούσα περίπτωση, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι: "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ".
Με το ανωτέρω άρθρο 34 του ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. 1) Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, μεταξύ άλλων, το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη, από το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές στα δέκα χιλιάδες (10.000) Ευρώ. Επομένως, με το άρθρο 34 § 1 του Ν. 3220/2004 μεταβλήθηκε ο χρόνος τελέσεως, ο τρόπος υπολογισμού της παραγραφής και εισήχθη η ενιαία αντιμετώπιση των χρεών όσον αφορά το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα τελωνεία ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ και στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με τη βάσιμη οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις (τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ενώ οι ποινές υπολογίζονται με βάση το κατώτερο ποσό συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους παρακρατούμενοι ή εισπραττόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.), ενώ αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Το έγκλημα της παραβάσεως του άρθρου 25 Ν. 1882/1990 που είναι πλημμέλημα, αφού τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως (άρθρο 18 Π.Κ.), προϋποθέτει δόλο (πρόθεση), αφού δεν καθορίζεται υπό του άνω άρθρου το είδος της υπαιτιότητας. Εντεύθεν και δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία του δόλου ούτε και στην περίπτωση που κάποιος καταδικάσθηκε για την παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990 αφού και στην περίπτωση αυτή, ο δόλος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει, στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης αυτής πράξεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 4331/2011 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, της πράξης, της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, ήτοι, την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, την απολογία του κατηγορουμένου και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, δέχθηκε, μετά την ανάλυση του νομικού μέρους της υπόθεσης, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "V. INTERNATIONAL LIMITED" (που είναι αλλοδαπό νομικό πρόσωπο με έδρα το ...) ως ομόρρυθμο μέλος της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ V. INTERNATIONAL και ΣΙΑ ΕΕ" (ΑΦΜ ... της ΔΟΥ Κορίνθου που κατατέθηκε με αριθμ. 257/91 στις 7.5.1991 τροποποίηση, ενώ η σύσταση είχε γίνει με το 234/91 που κατατέθηκε στις 29/4/1991 στο Πρωτοδικείο Κορίνθου) στις 28-4-2006 (βλ. κατωτέρω παρατιθέμενο πίνακα χρεών) από πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο που ήταν βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες (ως εφάπαξ καταβαλλόμενα) και των οποίων το όφελος υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω αναλυτικά αναφερθείσης εταιρείας, μετά την έναρξη ισχύος του ν. 1882/1990 δεν κατέβαλε προς το Δημόσιο οφειλές συνολικού ύψους (48.518,65) ευρώ που αφορούν χρέη με επιβαρύνσεις τα οποία είχαν βεβαιωθεί στην ΔΟΥ Κορίνθου (βλ. τον πίνακα χρεών που ακολουθεί) και όφειλαν να καταβληθούν από αυτόν ως εξής:
Δ.Ο.Υ. ΚΟΡΙΝΘΟΥ Μ. Ε. Δ. Α. Φ. Μ. Στοιχεία βεβαίωσης Αρχική βεβαίωση Ληξιπρ. κεφάλαιο ΣΥΝΟΛΟ ΑΠΑΙΤΗΤΟ Τρόπος πληρωμής Αριθμός ληξιπρ.δόσεων Ημερ.λήξης Α'δόσης Ημερ.λήξης τελ.δόσης Αριθ. Ημερ. Διαγραφέν Ιδιότητα Οικονομικό έτος Εισπραχθέν Συνεισπραττόμενα Εφάπαξ 1 28/4/2006 28/4/2006 Είδος φόρου Υπόλ. Οφειλής ... ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ 2018 / 23/03/2006 2006 Φ.Π.Α. ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΑΠΟ ΔΗΛΩΣΗ 42.259,72 0,00 0,00 42.259,72 42.259,72 5.916,36 48.176,08 Εφάπαξ 1 28/4/2006 28/4/2006 2 0... ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ 2018 / 23/03/2006 2006 Φ.Π.Α. ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΑΠΟ ΔΗΛΩΣΗ 300,50 0,00 0,00 300,50 300,50 42,07 342,57 ΣΥΝΟΛΑ 42.560,22 42.560,22 48.518,65 0,00 5.958,43 0,00 42.560,22 ΣΥΝΟΛΟ: ΣΑΡΑΝΤΑ ΟΚΤΩ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΠΕΝΤΑΚΟΣΙΑ ΔΕΚΑ ΟΚΤΩ ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΕΞΗΝΤΑ ΠΕΝΤΕ ΛΕΠΤΑ Με βάση τα ανωτέρω ο κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της προρρηθείσης εγχώριας εταιρείας (που εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από τον κατηγορούμενο και με ποσοστό κατά 99% το ομόρρυθμο μέλος της ετερόρρυθμης εταιρείας) και με ανειλημμένες δραστηριότητες την ανάληψη, εκτέλεση, υπεργολαβία τεχνικών έργων ή μελέτη και επίβλεψη αυτών (βλ. την έκθεση ελέγχου της ελεγκτού Γ. Μ. Εφορ. ΠΑ που υπογράφεται από τον επόπτη Γ. Ν. Εφορ. ΠΑ) προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος με την ανωτέρω ιδιότητα δεν προσκόμισε στην ως άνω Δ.Ο.Υ. μετά από έγγραφη πρόσκληση αυτής τα τηρούμενα βιβλία της στοιχεία του ΚΒΣ και καταλογίστηκε παράβαση εξ αυτού του λόγου (βλ. 2η σελ. έκθεσης προσωρινού ελέγχου). Επίσης κατατέθηκε εκπρόθεσμη η δήλωση φορολογίας εισοδήματος χωρίς να δηλώνονται αγορές και δαπάνες για το οικείο οικονομικό έτος (βλ. σελ. 2 της ως άνω έκθεσης). Επίσης δεν κατατέθηκαν περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ ούτε εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ. Με βάση τα ανωτέρω ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τα ως άνω βεβαιωθέντα χρέη προς το Δημόσιο (βλ. πίνακα χρεών) αν και ειδοποιήθηκε προς τούτο και αφότου παρήλθε και η τετράμηνος προθεσμία στις 29.8.2006 προς τούτο η αρμόδια Δ.Ο.Υ. Κορίνθου υπέβαλε την με αριθμό πρωτ. 12920 και με αρ. ειδ. βιβλ. 25/2007 αίτηση ποινικής δίωξης οπότε από 22.6.2007 ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κορίνθου η ποινική δίωξη που αναφέρθηκε αναλυτικά ανωτέρω. Αρχικώς εξεδόθη η υπ' αριθ. 3610/2008 απόφαση του Μον. Πρωτ. Κορίνθου (εκ παραδρομής αναφέρεται ως Τριμελές) που καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε φυλάκιση 2 ετών και μετέτρεψε την ποινή προς 5 ευρώ / ημ. και τα έξοδα της δίκης. Κατ' αυτής της απόφασης (ερήμην του κατηγορουμένου) που του επιδόθηκε με την από 7-10-2008 του Αρχ. Γ. Κ. του Α.Τ. ... (που παρέλαβε η σύνοικος σύζυγος του Α. Π. (μέλος της ως άνω Ε.Ε. δηλ. και η αλλοδαπή εταιρεία και η ετερόρρυθμος εταιρεία ήταν στην πραγματικότητα "όχημα" άτυπης δραστηριότητας εκ μέρους του κατηγορουμένου) άσκησε εμπρόθεσμα στις 9.10.2008 την με αριθμό 762/2008 έφεσή του. Αυτή έγινε τυπικά δεκτή με την από 18.5.2010 αναβλητική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου. Με βάση τα προηγηθέντα ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της προρρηθείσης αξιοποίνου πράξεως.
Ακολούθως, η προσβαλλομένη απόφαση, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι:
Κηρύσσει αυτόν ένοχο του ότι ως νόμιμος εκπρόσωπος της "V. INTERNATIONAL LIMITED" που αποτελεί το ομόρρυθμο μέλος της "ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ V. INTERNATIONAL ΚΑΙ ΣΙΑ E.Ε.": στην …, κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, από πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο που ήταν βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες κατά τέσσερις (4) μήνες από την λήξη την ημέρα που αυτά ήταν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά των οποίων το ύψος υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10000) ευρώ. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 1882/90, δεν κατέβαλε προς το Δημόσιο οφειλές συνολικού ύψους (48.518,65) ευρώ, που αφορούν χρέη με τις επιβαρύνσεις, τα οποία είχαν βεβαιωθεί στη Δ.Ο. Υ. Κορίνθου και όφειλαν να καταβληθούν από αυτόν ως εξής:
1) Την 28-04-06, χρέη από Φ.Π.Α. ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΑΠΟ ΔΗΛΩΣΗ, ποσού (48176,08) ευρώ καταβλητέα εφάπαξ.
2) Την 28-04-06, χρέη από Φ.Π.Α. ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΑΠΟ ΔΗΛΩΣΗ, ποσού (342,57) ευρώ, καταβλητέα εφάπαξ.
Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο στο σκεπτικό, όπως αυτό αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 25 § 1, 2 Ν. 1882/1990, όπως η παράγραφος 1 ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 34 § 1 Ν. 3220/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση, η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών (ΔΟΥ Κορίνθου), το είδος αυτών, (Φ.Π.Α.) το ύψος τους, ο τρόπος πληρωμής τους (εφάπαξ), ανεξάρτητα από το γεγονός ότι και οι δύο περιπτώσεις (εφάπαξ ή σε δόσεις) αντιμετωπίζονται πλέον ενιαία, από τον ως άνω νεότερο νόμο, ο χρόνος καταβολής τους (28-4-2006), δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, μπορούσαν και έπρεπε να καταβληθούν και η καθυστέρηση καταβολής τους, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, ενώ εξειδικεύεται περαιτέρω, το ύψος των εν λόγω επί μέρους χρεών για τα οποία καταδικάστηκε, ο αναιρεσείων. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις που αναφέρονται στον 3ο λόγο αναίρεσης, περί έλλειψης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, σχετικά με την ένσταση περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής του, που προέβαλε στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, είναι αβάσιμες, καθόσον ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογείται η νομιμοποίησή του, αφού διαλαμβάνεται στην ως άνω απόφαση, η ιδιότητά του, ως ομορρύθμου εταίρου, κατά ποσοστό 99/%, της ετερόρρυθμης εταιρείας "ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ V. INTERNATIONAL ΚΑΙ ΣΙΑ E.Ε." σε βάρος της οποίας βεβαιώθηκαν τα ως άνω χρέη. Ειδικότερα αναφέρεται η ιδιότητα του αναιρεσείοντος, ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "V. INTERNATIONAL LIMITED", η οποία αποτελεί το ως άνω ομόρρυθμο μέλος της προαναφερθείσας ετερόρρυθμης εταιρείας. Περαιτέρω, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 34 του ν. 3220/2004, διότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης στην προκειμένη περίπτωση, είναι η 28-8-2006 κατά τα ήδη εκτεθέντα, ήτοι μετά την εφαρμογή του άρθρου 34 του ν. 3220/2004, που ισχύει από 1-1-2004 και επομένως, δεν υπάρχει ασάφεια στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων, εκ του λόγου ότι δε γίνεται εξειδίκευση, περί του εάν επρόκειτο για χρέη που καταβάλλονταν εφάπαξ ή με δόσεις, αφού και οι δύο περιπτώσεις αντιμετωπίζονται πλέον ενιαία, από τον ως άνω νεότερο νόμο, σύμφωνα και με όσα, στην εν αρχή νομική σκέψη αναφέρθηκαν. Πέραν των ανωτέρω, η αιτίαση αυτή είναι και αβάσιμη, αφού τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, αναφέρεται ότι τα επίδικα χρέη έπρεπε να καταβληθούν εφάπαξ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, 3ος, 4ος και 7ος λόγοι αναιρέσεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου, που υποστηρίζουν αντίθετα από τα παραπάνω.
Κατά το άρθρο 86 παρ. 1 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους κ.λπ." (που ισχύει από 1-1-1996), "καμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμοδία Δ.Ο.Υ. ή το αρμόδιο τελωνείο (βεβαίωση εν στενή εννοία). Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση. Κατά δε την παρ. 2 του αυτού άρθρου, "η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από την λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη". Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 6ο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το εκδόν αυτήν δικαστήριο, δεν έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, δεδομένου ότι πρόκειται για χρέη που γεννήθηκαν το έτος 1996, και από τότε μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, στον αναιρεσείοντα, που έλαβε χώρα μετά την 1-10-2007, συμπληρώθηκε πενταετία. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, μη νόμιμος και απορριπτέος, καθόσον ο χρόνος της παραγραφής της επίδικης απαιτήσεως του Δημοσίου δεν αρχίζει πριν από την κατ' έτος 2006 βεβαίωση αυτής, ανεξαρτήτως της παρόδου χρονικού διαστήματος πέραν της πενταετίας από τη γέννηση του χρέους μέχρι τη βεβαίωσή του (Α.Π. 382/2011). Από του ως άνω χρόνου δε, βεβαίωσης του χρέους (23-3-2006), άλλως από του χρόνου τέλεσης της πράξης (28-8-2006) μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος (2007), δεν συμπληρώθηκε, πενταετία ώστε να επέλθει παραγραφή του αδικήματος, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων. Αλλά και μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό (13-12-2011), ακόμη και μέχρι του χρόνου διάσκεψης (12-3-2013), υπολογιζομένου και του χρόνου αναστολής της παραγραφής, δεν έχει επέλθει παραγραφή, κατά τις κοινές περί παραγραφής διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του Π.Κ. που έχουν και εν προκειμένω εφαρμογή (Ολ.Α.Π. 2/2011). Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, το εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, ορθά προχώρησε στην κατ' ουσία εξέταση της υπόθεσης και δεν έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, 6ος λόγος αναιρέσεως, περί εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου, που υποστηρίζει αντίθετα από τα παραπάνω.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι για τα ιδιώνυμα εγκλήματα της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και, τέλος, στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για την νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπόμενων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως. Η έλλειψη της προϋποθέσεως αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής διώξεως και καθιστά αυτήν, σε περίπτωση ασκήσεώς της, απαράδεκτη. Η προϋπόθεση, όμως, αυτή δεν απαιτείται προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και, συνεπώς, για τη δίωξη αυτών, δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, αλλά ούτε, σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου απόφαση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας, όταν, δηλαδή, το δικαστήριο άσκησε εξουσία που δεν του δίνει ο νόμος, όπως π.χ. όταν προχωρεί στην εκδίκαση υποθέσεως, παρά το γεγονός ότι η ποινική δίωξη ήταν απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος πρόβαλε τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της εναντίον του τελευταίου ασκηθείσας ποινικής διώξεως εκ του λόγου ότι " η ποινική δίωξη δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής". Ο ισχυρισμός αυτός, ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν επικαλείται άσκηση συγκεκριμένης προσφυγής, ορθά, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού για την άσκηση της ποινικής διώξεως για το έγκλημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν απαιτείται προηγούμενη τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου επί των προσφυγών που έχουν ασκηθεί, ή οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Κατ' ακολουθία, ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, περί υπέρβασης εξουσίας, κατ 'ορθή εκτίμηση, 1ος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή το δικαστήριο δεν έπρεπε να προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης γιατί η ποινική δίωξη ήταν απαράδεκτη, για τους παραπάνω λόγους, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, ως λόγος για να αναιρεθεί μία απόφαση μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ. 1) και δεν καλύφθηκε σύμφωνα με το άρθρο 173 και 174. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 170 ΚΠΔ η ακυρότητα μιας πράξης ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνο όταν αυτό ορίζεται ρητά από το νόμο, ενώ κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 174 του ίδιου κώδικα η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου καλύπτονται αν εκείνος που κλητεύτηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 321 παρ. 1 ΚΠΔ το κλητήριο θέσπισμα, εκτός από τα άλλα στοιχεία που καθορίζονται σ' αυτό, πρέπει να περιέχει και τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ενώ κατά την παράγραφο 4 του άρθρου αυτού η τήρηση των διατάξεων της παραγράφου 1 επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία αφορά σε προπαρασκευαστική πράξη της διαδικασίας στο ακροατήριο και είναι σχετική καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο με λόγο έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης. Εφόσον η εν λόγω ακυρότητα δεν προταθεί ως λόγος έφεσης καλύπτεται, αφού κατά το άρθρο 502 παρ. 2 ΚΠΔ, σε κάθε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β ΚΠΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης ως άνω απόφασης, του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ.762 από 9-10-2008, έφεση του αναιρεσείοντος, που άσκησε κατά της πρωτοβάθμιας 3610/2008 ερήμην του εκδοθείσας, αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, που επιτρεπτώς επισκοπείται, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό του σχετικού λόγου αναιρέσεως, ο τελευταίος δεν προέβαλε ακυρότητα του εν λόγω κλητηρίου θεσπίσματος παρά μόνο παράπονο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και πλημμελή εφαρμογή του νόμου. Η αντίρρησή του αυτή, προτάθηκε το πρώτον στο ακροατήριο του Εφετείου κατά την συζήτηση της εφέσεώς του και όχι με το εφετήριο και απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, με την αιτιολογία ότι ήσαν επαρκή τα στοιχεία του κατηγορητηρίου ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται ( μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο). Με το να απορρίψει το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου την ως άνω αντίρρηση, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις και δεν κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του, εφόσον η ως άνω ακυρότητα, που δεν προτάθηκε με την έφεση, καλύφθηκε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Κατά συνέπεια, ο 2ος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, κατ' ορθή εκτίμηση, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Έλλειψη ακρόασης του δικαστηρίου, από την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 περ. β' του ΚΠΔ, υπάρχει κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, όταν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας, ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει ότι από μέρους του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου, υποβλήθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αίτημα αναστολής της παρούσας ποινικής υπόθεσης κατ' άρθρο 60 παρ.2 Κ.Π.Δ. μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ανακοπής, που έχει ασκήσει κατά της επισπευδομένης σε βάρος του εκτέλεσης, κατά τον ΚΕΔΕ. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 περ.β' του ΚΠΔ, 5ος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη ακρόασης του δικαστηρίου, εκ της παραλείψεώς του να απαντήσει στο αίτημα αυτό του κατηγορουμένου, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης προς έρευνα, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Ιουλίου 2012 (υπ' αριθ. πρωτ. 3/17-7-2012) ενώπιον της Γραμματέως του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση, ασκηθείσα αίτηση του Ε. Μ. του Δ., για αναίρεση της με αριθμό 4331/ 2011, αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο από ομόρρυθμο μέλος ετερόρρυθμης εταιρείας. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση - Λόγοι: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης Ένσταση παραγραφής καθόσον από το χρόνο γέννησης του χρέους μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος είχε παραγραφεί το αδίκημα λόγω παρέλευσης πενταετίας. Απορρίπτει. Κρίσιμος ο χρόνος βεβαίωσης των χρεών, όχι ο χρόνος γένεσης τους. Δεν απαιτείται στο αδίκημα μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, για τη νομότυπη άσκηση ποινικής δίωξης, προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παραβάσεως, αλλά ούτε, σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου απόφαση. Η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο με λόγο έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης. Εφόσον η εν λόγω ακυρότητα δεν προταθεί ως λόγος έφεσης καλύπτεται. Έλλειψη ακρόασης Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, Εταιρία ετερόρρυθμη, Μέλος εταιρίας.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 438/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Εισηγήτρια και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου -Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Β. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Στειρόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 62936/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1275/12.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου-Βασιλοπούλου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 12 και ημερομηνία 28 Ιανουαρίου 2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον Σας, κατά τα άρθρα 476 και 513§1α Κ.Π.Δ., την με αριθμό 7273/1-11-2012 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Β. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ασκηθείσα με δήλωση του κατ' άρθρου 473§2 Κ.Π.Δ., κατά της με αριθμό 62936/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών με την οποία κηρύχθηκε ένοχος για μη καταβολή χρεών προς το δημόσιο και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά το άρθρο 476§1 Κ.Π.Δ. "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει τη εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Περαιτέρω κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 465 Κ.Π.Δ. το ένδικο μέσο μπορεί να το ασκήσει ο διάδικος είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96§1 Κ.Π.Δ., εφόσον το πληρεξούσιο προσαρτάται στη σχετική έκθεση ή προσκομίζεται στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκηση του, κατά δε την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως που παρέχεται σε εκείνον που καταδικάσθηκε μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από τον συνήγορο που είχε παραστεί στη συζήτηση. Από τις προεκτεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι η αίτηση αναίρεσης ασκείται είτε αυτοπροσώπως από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, είτε μέσω αντιπροσώπου του και δη τόσο από τον δικηγόρο που παρέστη κατά τη συζήτηση εφόσον πρόκειται για απόφαση καταδικαστική, όσο και από τον αντιπρόσωπο που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96§1 Κ.Π.Δ., εφόσον το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στη σχετική έκθεση ή προσκομίζεται στο γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκηση της.
II. Στην προκείμενη περίπτωση, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από την δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ξανθίππη Μωϋσίδου, η οποία δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε προσκόμισε μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκηση της πληρεξούσιο με το οποίο να του παρέχεται σχετική εντολή για τη άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου.
III. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω του ότι ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (476§1-583§1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η με αριθμό 7273/2011 αίτηση αναίρεσης του Β. Μ. του Θ., που άσκησε δια της δικηγόρου Ξανθίππης Μωϋσίδη κατά της με αριθμό 62936/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 14/1/2012 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π.Παντελής".
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 501 παρ. 1 ΚΠΔ, "αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη ...", Kατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, "αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών". Ορίζει δε η παρ. 2 του άρθρου 340, ότι "σε πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του ... Στην περίπτωση αυτή, ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ.α' ΚΠΔ, "αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στην περίπτωση του άρθρου 340 παρ.2, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση" Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση εφέσεως, ο εκκαλών - κατηγορούμενος εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου, που τον εκπροσωπεί, κατ' άρθρο 340 παρ.2 του ΚΠΔ, κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης, για να υποστηρίξει την έφεσή του και στη συνέχεια, μετά την έναρξη της συζητήσεως, απεχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δε μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 ΚΠΔ, αλλά οφείλει να την ερευνήσει κατ' ουσία. Το αυτό ισχύει, για την ομοιότητα της περιπτώσεως και όταν ο εκκαλών - κατηγορούμενος ή ο συνήγορός που τον εκπροσωπεί, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ' έφεση δίκης για να υποστηρίξει την έφεσή του και στη συνέχεια, κατόπιν σχετικού αιτήματος, η δίκη αναβλήθηκε και στη μετ' αναβολή δικάσιμο αυτός δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η αναβολή θεωρείται ότι έγινε μετά την έναρξη της διαδικασίας και της συζήτησης της εφέσεως, οπότε ο κατηγορούμενος λογίζεται σαν να ήταν παρών στη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο και το δικαστήριο, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, δε μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, αλλά οφείλει να τη δικάσει στην ουσία. Διαφορετικά, η απόφαση του Εφετείου είναι αναιρετέα, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, για υπέρβαση εξουσίας (Ολ.ΑΠ 3/2006). Η άποψη αυτή συνάδει και με τη σκέψη που διατυπώνεται στην Αιτιολογική Έκθεση του Σχ.Κ.Π.Δ. για την αιτιολόγηση της ρύθμισης του άρθρου 501 παρ. 1 ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία, εκείνος ο οποίος αδικαιολόγητα δεν εμφανίζεται για να υποστηρίξει την έφεσή του, παραιτείται σιωπηρά από αυτήν, αναγνωρίζοντας την ορθότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, υπό την έννοια, ότι δεν είναι νοητό η μετ' αναβολή μη εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, ο οποίος είχε εμφανισθεί και υποστηρίξει την έφεσή του σε προγενέστερη συζήτησή της, να θεωρείται ως σιωπηρή παραίτησή του από την έφεσή του και αναγνώριση της αποφάσεως που προσέβαλε.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, με την 74094/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό, για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε έφεση, κατά την εκδίκαση της οποίας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στις 7-5-2008, παραστάθηκε δια πληρεξουσίου δικηγόρου, προς υποστήριξη της εφέσεώς του. Με την 31576/2008, απόφαση του παραπάνω Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και στη συνέχεια η υπόθεσή αναβλήθηκε, για κρείσσονας αποδείξεις, προκειμένου να προσκομιστεί εξοφλητική, σχετικά, με τη ρύθμιση των χρεών, απόδειξη, για τη ρητή δικάσιμο της 21-5-2009 χωρίς κλήτευση των παρόντων, κατηγορουμένου και μαρτύρων. Κατά τη δικάσιμο αυτή, ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε και πάλι από πληρεξούσιο δικηγόρο και η υπόθεση αναβλήθηκε κατ' άρθρο 349, λόγω σημαντικών αιτίων (ωράριο γραμματέως) για τη ρητή δικάσιμο της 26-11-2010 χωρίς κλήτευση του κατηγορουμένου και των μαρτύρων. Κατά τη δικάσιμο αυτή, ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε και η υπόθεση αναβλήθηκε και αύθις, κατ' άρθρο 349, λόγω σημαντικών αιτίων, (ωράριο γραμματέως) αορίστως. Η υπόθεση επανεισήχθη για συζήτηση, κατά τη δικάσιμο της 3-11-2011, κατά την οποία δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο και έτσι, με την προσβαλλόμενη 62936/2011, απόφασή του, το δικαστήριο, αφού διαπίστωσε το νόμιμο και εμπρόθεσμο της κλητεύσεώς του, ερεύνησε κατ' ουσία την υπόθεση, σαν να ήταν παρών ο κατηγορούμενος, όπως ρητά αναφέρει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, δεχθέν ότι κατά την αρχική δικάσιμο, στις 7-5-2008, οπότε και εκδόθηκε η 31576/2008 απόφαση που προαναφέρθηκε, είχε αρχίσει η διαδικασία αφού είχε γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και αναβλήθηκε η υπόθεση για κρείσσονες αποδείξεις, και τελικά τον καταδίκασε (ερήμην, εννοεί χωρίς τη σωματική του παρουσία, γιατί δικονομικώς ήταν παρών γι' αυτό και ερευνήθηκε η ουσία της υποθέσεως) σε φυλάκιση τριών ετών, την οποία μετέτρεψε προς 10 ευρώ ημερησίως. Η καταδικαστική αυτή απόφαση, που εκδόθηκε χωρίς την παρουσία του κατηγορουμένου και, κατά τα προεκτεθέντα, θεωρείται ότι απαγγέλθηκε παρόντος αυτού, καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο των τελεσιδίκων αποφάσεων, όπως προκύπτει από την οικεία υπηρεσιακή βεβαίωση, την 23-12-2011. και από την επόμενη ημέρα άρχισε η προθεσμία προς άσκηση αναίρεσης, ανεξαρτήτως, αν η απόφαση, εκ περισσού, επιδόθηκε μεταγενέστερα, στον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, στις 12.10.2012.
Επομένως, εφόσον η υπό κρίση αίτηση, για αναίρεση της αποφάσεως εκείνης, υπ' αριθ. 62936/2011, ασκήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του κατηγορουμένου, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την 1-11-2012, δηλαδή πολύ μετά την πάροδο των είκοσι ημερών από την παραπάνω καταχώρηση στο ειδικό βιβλίο, είναι εκπρόθεσμη και πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Να σημειωθεί ότι ναι μεν κατά την κατάθεση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, δεν επισυνάφθηκε η σχετική εξουσιοδότηση, με την οποία παρείχετο η εντολή, στην ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, για την άσκηση της αναίρεσης, η εξουσιοδότηση όμως αυτή, με βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του αναιρεσείοντος, από δικηγόρο προσκομίστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, με ημερομηνία 30-10-2012, ήτοι προγενέστερη του χρόνου κατάθεσης της αναίρεσης (1-11-2012), και συνεπώς δε δημιουργήθηκε απαράδεκτο από τον ως άνω λόγο (Α.Π. 1243/2011).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Οκτωβρίου 2012 υπ' αριθμό πρωτ. 1992/1-11-2012, αίτηση του Β. Μ. του Θ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 62936/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2013. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση: Παραδεκτό-απαράδεκτο. Αν ο κατηγορούμενος εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η έφεση γίνει τυπικά δεκτή και αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης στη μετ αναβολή συζήτηση, ο κατηγορούμενος αν δεν εμφανισθεί, δικάζεται ωσεί παρών και το δικαστήριο εξετάζει την έφεση κατ ουσία Η καταδικαστική αυτή απόφαση, που εκδόθηκε χωρίς την παρουσία του κατηγορουμένου θεωρείται ότι απαγγέλθηκε παρόντος αυτού, και από την επόμενη ημέρα καταχώρησης της στο ειδικό βιβλίο αρχίζει η προθεσμία προς άσκηση αναίρεσης ανεξαρτήτως αν η απόφαση, εκ περισσού, επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου. Άσκηση αναίρεσης μετά την πάροδο εικοσαημέρου από της ως άνω καταχώρησης στο ειδικό βιβλίο. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της.
|
Πληρεξούσιος Δικηγόρος
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πληρεξούσιος Δικηγόρος.
| 0
|
Αριθμός 437/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Κ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2121/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ν. Α. του Κ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ρηγάκο.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1308/2012.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι υπαίτιος της πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως, είναι εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν. Έτσι, για τη θεμελίωση της άνω αξιόποινης πράξης απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση με την έννοια της βεβαιότητας ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή.
Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλον γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του και είναι ψευδές, ο δε υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Στην έννοια του γεγονότος εντάσσεται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, εμπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά η οποία προσάπτεται σε ορισμένο πρόσωπο με συνέπεια να επέρχεται εμφανής υποτίμηση της τιμής ή της υπόληψης του. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται άμεσος δόλος, συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον του τρίτου του ψευδούς γεγονότος εν γνώσει του δράστη, ότι αυτό είναι ψευδές και ότι δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και δεν αρκεί απλός δόλος. "Τιμή" δε είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει συνεπεία εκπληρώσεως από αυτό των ηθικών και νομικών κανόνων, ενώ "υπόληψη" είναι το αγαθό όνομα, η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική αξία του συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων που έχει για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του.
Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία όπως η γνώση ορισμένων περιστατικών στο έγκλημα της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η ύπαρξη δηλαδή άμεσου δόλου, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση της αναλήθειας των περιστατικών που καταμήνυσε και ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος και της δυνατότητας να βλάψουν αυτά την τιμή και την υπόληψη του άλλου με την παράθεση των περιστατικών που την δικαιολογούν. Διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω ειδική αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, πραγματικών περιστατικών.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2121/2012 απόφαση του, το δίκασαν σε δεύτερο βαθμό Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Θεσσαλονίκης, καταδίκασε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για ψευδή καταμήνυση και για συκοφαντική δυσφήμηση και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως 15 μηνών. Στο αιτιολογικό της ανωτέρω προσβαλλόμενης αποφάσεως το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση των μνημονευομένων κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος με την από 27.5.2005 μήνυση του σε βάρος του νυν εγκαλούντος, Ν. Α. τον καταμήνυσε για την αξιόποινη πράξη της τοκογλυφίας, Η εν λόγω μήνυση ήταν ψευδής, έπραξε δε τούτο εν γνώσει του και με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη, του εγκαλούντος για την πράξη αυτή. Πιο αναλυτικά, με την μήνυση του, όπως το περιεχόμενο της περιέχεται αυτούσιο στο διατακτικό, ισχυριζόταν ότι κατά το χρονικό διάστημα από τις 7 Απριλίου 2003 μέχρι και τις 12 Ιανουαρίου του 2004 είχε δανειστεί τμηματικά από τον εγκαλούντα το συνολικό χρηματικό ποσό των 263.296 ευρώ, έναντι συμφωνηθέντος επιτοκίου 16,25% μηνιαίως, που προφανώς υπερέβαινε το κατά νόμο Θεμιτό ποσοστό τόκου, αφού εν τέλει σε εξόφληση τον κεφαλαίου και των τόκων, του κατέβαλε ο ίδιος, κατά το χρονικό διάστημα από τις 16 Απριλίου 2003 μέχρι τις 13 Νοεμβρίου 2004, επίσης τμηματικά, το συνολικό χρηματικό ποσό των 848.712 ευρώ. Σε συνέχεια της μηνύσεώς του αυτής και μετά από κύρια ανάκριση που ακολούθησε, εκδόθηκε το 992/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του εκεί κατηγορουμένου, Ν. Α., για την καταμηνυθείσα πράξη της τοκογλυφίας. Ανεξαρτήτως των όσων ορίζονται στο βούλευμα τούτο, από τις παραδοχές του οποίου το παρόν Δικαστήριο δεν δεσμεύεται, από το σύνολα του προαναφερθέντος αποδεικτικού υλικού, και δη από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που ενισχύονται και από το περιεχόμενο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, δεν αποδείχθηκε ο επικαλούμενος από τον κατηγορούμενο δανεισμός του από τον εγκαλούντα, και ως εκ τούτου ουδόλως αποδείχθηκε και ο τοκογλυφικός του δανεισμός. Μεταξύ των δύο κατηγορουμένου και εγκαλούντος υπήρξε σχέση ασφαλιστή και ασφαλιζόμενου, αλλά και συνεργασία με αφορμή χρηματιστηριακές συναλλαγές, στα πλαίσια των οποίων ο εγκαλών του κατέβαλε τμηματικά διάφορα χρηματικά ποσά, για κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων και για χρηματιστηριακές επενδύσεις. Είχαν μάλιστα συνεργαστεί και στην κατάρτιση συμβολαίων τρίτων προσώπων με ασφαλιστικές εταιρίες που υποδείκνυαν οι ίδιοι, κυρίως μέσω του κατηγορουμένου, τον οποίο υποδείκνυε ο Α. ως το κατάλληλο πρόσωπο για επιτυχείς ασφαλιστικές πρακτορεύσεις (πρόκειται για τις ασφαλιστικές εταιρίες ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ και μετέπειτα ΑΣΠΙΣ) και από τον οποίο εισέπραττε βέβαια σημαντικά χρηματικά ποσά, προμήθειες, όπως οι ίδιοι τα ονόμαζαν. Μεταξύ άλλων, απευθύνθηκαν στον κατηγορούμενο με την υπόδειξη του εγκαλούντος για κατάρτιση διαφόρων μορφών ασφαλιστικών συμβάσεων, οι Γ. Κ., Χ. Β., Ι. Ν., Γ. Φ. κλπ,. Στα πλαίσια της συνεργασίας τους αυτής έλαβε χώρα μετακίνηση χρηματικών ποσών από τον έναν προς τον άλλον, όπως τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο των αποδείξεων είσπραξης χρηματικών ποσών που αναγνώσθηκαν, σε πολλές από τις οποίες αναγράφεται ως αιτία η "αγορά μετοχών)), η "επένδυση" (βλ. τις από 17.11,2003, 15.9.2003, 15.8,2003, 18.9,2003, 17.11,2003, 25,11.2003, 26,11,2003, 28,11.2003, 29.12.2003, 30.12.2003, 12.1,2004, 10.2,2004, 7.4.2004 αποδείξεις είσπραξης Χ. Κ.), ή "έναντι χρηματιστηριακών συναλλαγών "προμήθειες από πώληση ασφαλιστηρίων ζωής", "προμήθειες Γ. Λ.", "Προμήθειες συμβολαίων Φ. Κ. Ν. και υπόλοιπο bonus Β.", "προμήθειες όλων των συμβολαίων Κ. Γ. κλπ," (βλ, ενδεικτικά τις από 23.1.2004, 14.11.2003, 17.11.2003, 24.6.2003, 23.7.2003 αποδείξεις είσπραξης Ν. Α.), Στη συνεργασία τους αυτή, μεταξύ των άλλων, αναφέρεται και ο Γ. Κ., στην από 11.1.2007 ένορκη εξέταση του ενώπιον της Ανακρίτριας Δ' Τμήματος Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, όπου επί λέξει μεταξύ των άλλων καταθέτει "... Γνωρίζω τον κ. Α. ... Ο ανωτέρω, πέραν της ιατρικής του ιδιότητας, γνωρίζω ότι αναλαμβάνει ασφαλιστικές πρακτορεύσεις στο όνομα της συζύγου του. Ο κ. Α. ήταν αυτός που μου σύστησε τον κ. Κ., εξαίροντας τις ικανότητες του τελευταίου ως ασφαλιστικού πράκτορα...". Αντίστοιχο περιεχόμενο έχει και η από 18.1.2007 ένορκη εξέταση του Ι. Ν. ενώπιον της αυτής Ανακρίτριας Θεσσαλονίκης, Στα χρήματα που εισέπραξε ο κατηγορούμενος από τον εγκαλούντα "με την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου προκειμένου να τα παραδώσει στις ασφαλιστικές εταιρίες ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ και ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ..." και στις εμπλοκές του σε χρηματιστηριακές συναλλαγές αναφέρεται και ο ίδιος στην από 19.5.2009 "Δήλωσή" του προς το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που φέρει τη μη αμφισβητηθείσα υπογραφή του και η οποία συντάχθηκε προκειμένου να καταχωρηθεί στα πρακτικά, με αφορμή σχετική δίκη που εκκρεμούσε ενώπιόν του, σε συνέχεια της από 23.11.2004 μήνυσης, σε βάρος του, του Ν. Α.. Πλην όμως, ενώ όφειλε στον εγκαλούντα από τη συνεργασία τους αυτή σημαντικά χρηματικά ποσά και προς το σκοπό αποφυγής εκπλήρωσης της υποχρέωσής του αυτής, προφασίστηκε τον τοκογλυφικό του δήθεν δανεισμό από αυτόν και άσκησε σε βάρος του και ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την 40592/2004 αγωγή του, αιτούμενος την απόδοση των παρανόμως εισπραχθέντων (δήθεν) τοκογλυφικών ωφελημάτων ύψους 412.702,24 ευρώ (το αυτό έπραξε εξάλλου και με άλλα πρόσωπα με τα οποία είχε κατά καιρούς συναλλαχθεί και προς τα οποία όφειλε διάφορα χρηματικά ποσά από τη μεταξύ τους συνεργασία). Επί πλέον, μη αρκεσθείς σε τούτο, κατέθεσε και την από 27.5.2005, μήνυση του, το περιεχόμενο της οποίας είναι, κατά τα προαναφερόμενα, εξ ολοκλήρου ψευδές, έπραξε δε αυτό εν γνώσει και προς το σκοπό και μόνο της καταμήνυσής του για την αξιόποινη πράξη της τοκογλυφίας. Σημειωτέον ότι ουδεμία ανάγκη δανεισμού του προέκυψε, αφού στους τραπεζικούς του λογαριασμούς είχαν κατατεθεί, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 2003 - 2004 χρηματικά ποσά συνολικού ύψους 1.299.583,55 ευρώ, ενώ και ο ίδιος, απολογούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, δήλωσε ότι κατά το έτος 2003 είχε κάνει αγορά έξι ακινήτων, πράγμα που καταδεικνύει τη σθεναρή οικονομική του κατάσταση από την επικερδή επαγγελματική απασχόληση, αυτού και της συζύγου του, που δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί έναν τέτοιου είδους δανεισμό. Και. σε κάθε περίπτωση, και εάν δηλαδή ακόμη υφίστατο πράγματι ανάγκη δανεισμού του για αγορά ακινήτων ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία, είχε σαφώς την ευχέρεια, δεδομένης της προπεριγραφείσας οικονομικής του επιφάνειας, να προβεί σε νόμιμο τραπεζικό δανεισμό και όχι στον επικαλούμενο δυσμενέστατο τοκογλυφικό του δανεισμό. Αξιοπρόσεχτο είναι και το ιστορούμενο στην ίδια τη μήνυση του αυτή, ότι στις 17 Νοεμβρίου 2003 είχε δανειστεί δήθεν από τον εγκαλούντα το ποσό των 133.296 ευρώ, ενώ τρεις μόλις ημέρες πριν, ήτοι στις 14 Νοεμβρίου 2003, του επέστρεψε δήθεν από τα οφειλόμενα ποσό 123.100 ευρώ, την ίδια δε ημέρα του επικαλούμενου άνω δανεισμού του (17 Νοεμβρίου 2003), του επέστρεψε (πάντα κατά τα ιστορούμενα στη μήνυση) έτερο ποσό 5.000 ευρώ, ισχυρισμοί που σαφώς δεν αντέχουν σε καμία κριτική, ισχυριζόμενος, τέλος, με την προαναφερθείσα μήνυσή του τα ανωτέρω ψευδή για τον εγκαλούντα γεγονότα, ο οποίος είναι γιατρός και είχε διατελέσει επί δωδεκαετία Δήμαρχος του Δήμου Λαγκαδά Θεσσαλονίκης, έβλαψε την τιμή και την υπόληψη του. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σ' αυτόν ως άνω πράξεων απορριπτόμενων των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών του περί αναγνώρισης σε αυτόν των ελαφρυντικών των μη ταπεινών αιτίων και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των εν λόγω ελαφρυντικών περιστάσεων." Στη συνέχεια το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: "Στη Θεσσαλονίκη, την 27-5-05, με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα και ειδικότερα: 1) Εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του και συγκεκριμένα καταμήνυσε ψευδώς τον Ν Α. του Κ. ότι τέλεσε σε βάρος του την αξιόποινη πράξη της τοκογλυφίας και πιο συγκεκριμένα ότι: Ο εγκαλούμενος κατά τα έτη 2003-2004 συνήψε μαζί μου σειρά τοκογλυφικών δανείων, δανείζοντας μου κατά διαστήματα χρηματικά ποσά, τα οποία αξίωνε να του τα επιστρέφω με τόκο 16,25 % μηνιαίως. Οι περιστάσεις υπό τις οποίες μου δάνεισε, τα ποσά που μου δάνεισε, τα ποσά που αξίωσε και πήρε ως τόκους, τα μέσα που χρησιμοποίησε για την εξασφάλιση των αθέμιτων τοκογλυφικών μας συναλλαγών, το γεγονός ότι, όταν του ζήτησα δικαστικώς την επιστροφή των αθέμιτων τόκων που του κατέβαλα, υπέβαλε σε βάρος μου ψευδή καταμήνυση για δήθεν "συκοφάντησή" του εκ της αγωγής, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο κύριος Α. μετέρχεται τοκογλυφικών πράξεων όχι κατά περίσταση, αλλά κατ' επάγγελμα. Συγκεκριμένα η αθέμιτη συναλλαγή μας ξεκίνησε στις αρχές του 2003, όταν ο κύριος Α., δήμαρχος και γιατρός, εκμεταλλευόμενος την οικονομική μου αδυναμία να αντεπεξέλθω στις απαιτήσεις ετέρων δανειστών μου, με προσέγγισε χορηγώντας μου χρηματικά δάνεια με υπέρογκο τόκο που πολλές φορές άγγιζε και το τριπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου! Η επιστροφή των δανείων αυτών φυσικά, όταν άρχισαν να στερεύουν όλες οι προσωπικές μου δυνατότητες κάλυψης, κατέληξε σε μια αδιέξοδη ανακύκλωση των χρεών μου από τον εγκαλούμενο με την εκ νέου χορήγηση τοκογλυφικών δανείων, Στα πλαίσια αυτά η ολοκληρωμένη εικόνα των συναλλαγών μου με εγκαλούμενο ορίζεται ως εξής: Ο Ν. Α. μου δάνεισε τα εξής ποσά: την 7η Απριλίου 2003 ποσό 80.000 €, την 17η Νοεμβρίου 2003 ποσό 133.298 €, την 29η Δεκεμβρίου 2003 ποσό 20.000 €, την 12η Ιανουαρίου 2004 ποσό 30.000 €, Συνολικά δηλαδή το ποσό των 263.296 €. Για όλα αυτά τα ποσά έλαβε από εμένα ιδιόχειρες αποδείξεις με εικονική αιτιολογία "για αγορά μετοχών" με συγκεκριμένη διάρκεια (;) ή "για επένδυση". Παράλληλα, για να εξασφαλίσει τους τόκους που συμφωνούσαμε, αξίωσε και έλαβε από εμένα ιδιόχειρες αποδείξεις ότι δήθεν μου κατέβαλε και άλλα ποσά, τα οποία ουδέποτε καταβλήθηκαν, καθώς και έντυπες αποδείξεις των εταιριών ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ και ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ, με τις οποίες συνεργαζόμουν ως ασφαλιστικός σύμβουλος, ότι δήθεν έλαβα ως "προκαταβολή" για σύναψη συμβολαίων ποσά που αντιστοιχούσαν στους τόκους που αξίωνε, Οι αποδείξεις αυτές είναι όλες εικονικές! Αποτελούσαν μέσο εκβίασης μου, προκειμένου να του καταβάλω τους τόκους που εξαναγκάστηκα να συνομολογήσω. Πώς ο κύριος Α., ένας γιατρός πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης του ΕΣΥ στο ΕΚΑ, υπάλληλος με μισθό, είχε τέτοια ρευστότητα, ώστε να μου καταβάλει, τα ποσά που εμφαίνοντο στις αποδείξεις που έχει; Σε εξόφληση του κεφαλαίου και των τόκων που συμφωνήσαμε, εγώ του κατέβαλα: την 16η Απριλίου 2003 ποσό 500 €, όπως προκύπτει από σχετική απόδειξη κατάθεσης στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα, την 16η Απριλίου 2003 ποσό 3.800 €, όπως προκύπτει από σχετική απόδειξη κατάθεσης στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα, την 18η Απριλίου 2003 ποσό 2.000 €, όπως προκύπτει από σχετική απόδειξη κατάθεσης στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα, την 23η Απριλίου 2003 ποσό 1.452 €, όπως προκύπτει από σχετική απόδειξη κατάθεσης στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα, την 30η Μαΐου 2003 ποσό 7.300 €, όπως προκύπτει από σχετική απόδειξη κατάθεσης στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα, την 30η Μαΐου 2003 ποσό 7.700 €, όπως προκύπτει από σχετική απόδειξη κατάθεσης στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα, την 24η Ιουνίου 2003 ποσό 2.190 €, όπως προκύπτει από σχετική ενυπόγραφη απόδειξη του, την 8η Ιουλίου 2003 ποσό 2.000 €, όπως προκύπτει από σχετική ενυπόγραφη απόδειξη του, την 23η Ιουλίου 2003 ποσό 2.300 €, όπως προκύπτει από σχετική ενυπόγραφη απόδειξη του, την 11η Αυγούστου 2003 ποσό 2.300 €, όπως προκύπτει από σχετική απόδειξη κατάθεσης στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα, την 23η Οκτωβρίου 2003 ποσό 5.000 €, όπως προκύπτει από σχετική απόδειξη κατάθεσης στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα, την 14η Νοεμβρίου 2003 ποσό 123.100 €, όπως προκύπτει από σχετική ενυπόγραφη απόδειξη του, την 17η Νοεμβρίου 2003 ποσό 5.000 €, όπως προκύπτει από σχετική έγγραφη απόδειξη του, την 22η Νοεμβρίου 2003 ποσό 3.500 €, όπως προκύπτει από σχετική ενυπόγραφη απόδειξη του, την 28η Νοεμβρίου 2003 ποσό 12.000 €, όπως προκύπτει από σχετική ενυπόγραφη απόδειξη του, την 28η Νοεμβρίου 2003 ποσό 20.000 €, όπως προκύπτει από σχετική ενυπόγραφη απόδειξη του, την 18η Δεκεμβρίου 2003 ποσό 30.000 €, όπως προκύπτει από σχετική απόδειξη κατάθεσης στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα, την 19η Δεκεμβρίου 2003 ποσό 9.180 €, όπως προκύπτει από σχετική έγγραφη απόδειξη του, την 30η Δεκεμβρίου 2003 ποσό 12.000 €, όπως προκύπτει από σχετική έγγραφη απόδειξη του, την 14η Ιανουαρίου 2004 ποσό 20.000 €, όπως προκύπτει από σχετική έγγραφη απόδειξη του, την 14η Ιανουαρίου 2004 ποσό 42.850 €, όπως προκύπτει από σχετική έγγραφη απόδειξη του, την 23η Ιανουαρίου 2004 ποσό 20.000 €, όπως προκύπτει από σχετική έγγραφη απόδειξη του, την 2° Φεβρουαρίου 2004 ποσό 4.000 €, όπως προκύπτει από σχετική έγγραφη απόδειξη του, την 5η Φεβρουαρίου 2004 ποσό 13.200 €, όπως προκύπτει από σχετική έγγραφη απόδειξη του, την 5η Φεβρουαρίου 2004 ποσό 40.000 €, όπως προκύπτει από σχετική έγγραφη απόδειξη του, την 26η Φεβρουαρίου 2004 ποσό 10.000 €, όπως προκύπτει από σχετική απόδειξη κατάθεσης στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα, την 16η Μαρτίου 2004 ποσό 80,000 €, όπως προκύπτει από σχετική έγγραφη απόδειξη του, την 30η Μαρτίου 2004 ποσό 12.000 €, όπως προκύπτει από σχετική έγγραφη απόδειξη του, την 2η Απριλίου 2004 ποσό 4.400 €, όπως προκύπτει από σχετική απόδειξη κατάθεσης στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα, την 23η Απριλίου 2004 ποσό 9.900 €, όπως προκύπτει από σχετική απόδειξη κατάθεσης στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα, την 7η Μαΐου 2004 ποσό 19.900 €, όπως προκύπτει από σχετική έγγραφη απόδειξη του, την 11η Μαΐου 2004 ποσό 2.000 €, όπως προκύπτει από σχετική απόδειξη κατάθεσης στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα, την 14η Μαΐου 2004 ποσό 5.000 €, όπως προκύπτει από σχετική απόδειξη κατάθεσης στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα, την 18η Μαΐου 2004 ποσό 102.550 €, όπως προκύπτει από σχετική έγγραφη απόδειξη του, την 21η Μαΐου 2004 ποσό 11.000 € όπως προκύπτει από σχετική έγγραφη απόδειξη του και την 13η Νοεμβρίου 2004 ποσό 3.000 €, όπως προκύπτει από σχετική έγγραφη απόδειξη του. Συνολικώς, λοιπόν, σε διάστημα εννέα μηνών περίπου δανείστηκα ποσό (80.000 + 133.296 +20.000 +30.000=) 263.296 € και σε διάστημα είκοσι μηνών κατέβαλα ποσό (500 +3.600 +2.090 +1.452 + 7.300 + 7.700 + 2.190 + 2.000 +2.300 +2.300 +5.000 + 123.100 + 5.000 + 3.500 + 12.000 + 20.000 +30.000 +9.180 + 12.000 + 20.000 + 42.850 +20.000 +4,000 +13.200 + 40.000 + 10.000 +80.000 +12.000 + 4.400 +9.900 + 19.900 + 2.000 + 5.000 +102.550 +11.000 +3.000=) 648.712 €, δηλαδή σχεδόν το τριπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου. Είναι προφανές ότι ο τόκος που συμφώνησα και πλήρωσα ήταν υπέρογκος, πέραν των ακραίων θεμιτών ορίων δικαιοπρακτικού τόκου που δύναται νομίμως να συνομολογηθεί, πέραν ακόμη και των τόκων υπερημερίας που ίσχυαν κατά το διάστημα της μεταξύ μας συμβατικής σχέσης, ΕΠΕΙΔΗ λοιπόν, ο εγκαλούμενος αποκόμισε παράνομα περιουσιακό όφελος με τη λήψη υπέρογκων τόκων από μένα, ΕΠΕΙΔΗ εκμεταλλεύτηκε την μεγάλη ανάγκη που είχα προς άμεση εξεύρεση κεφαλαίων, αρχής γενομένης κατά το 2003 και έπειτα. ΕΠΕΙΔΗ με εξεβίασε απειλώντας να προσκομίσει στις εταιρίες ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ και ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ τις αποδείξεις που μου είχε αποσπάσει, προκειμένου να με εκθέσει ενώπιον τους, βλάπτοντας την επαγγελματική μου δραστηριότητα ως ασφαλιστικού συμβούλου. ΕΠΕΙΔΗ τα ποσά που εισέπραξε από μένα αποτελούν τόκους που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου. ΕΠΕΙΔΗ ο εγκαλούμενος επιδιδόταν στις περιγραφείσες δραστηριότητες του συστηματικά και με σταθερότητα από τις αρχές του 2003 έως και τον Ιούνιο του 2004. ΕΠΕΙΔΗ η παραπάνω συμπεριφορά του εγκαλουμένου συνιστά σύνολο αξιόποινων πράξεων και ειδικότερα πληρεί την νομοτυπική μορφή (αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση) του εγκλήματος της τοκογλυφίας, όπως αυτό περιγράφεται στο άρθρο 404§2 περ. α' και §3, καθώς και της εκβίασης (άρθρο 385 ΠΚ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Εγκαλώ τον παραπάνω αναφερόμενο για την πράξη της τοκογλυφίας σε βαθμό κακουργήματος και της εκβίασης και ζητώ την κατά το νόμο δίωξη και τιμωρία του. 2)Με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίστηκε για κάποιον άλλον γεγονός ψευδές που μπορεί να βλάψει την τιμή του και γνώριζε ότι ήταν ψευδές και συγκεκριμένα ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Θεσσαλονίκης ισχυρίστηκε με υποβολή έγκλησης για τον εγκαλούντα Ν. Α. τα στην υπό στοιχ. (1) κατηγορία αναφερόμενα ψευδή περιστατικά που έβλαψαν την τιμή του εγκαλούντα και γνώριζε ότι ήταν ψευδή". Με βάση τις παραδοχές αυτές, κατά αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, το δίκασαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 2121/2012 απόφαση του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω δύο εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεως του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 229 παρ.1, 362 και 363 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα, παρέθεσε στην απόφαση του τα ψευδώς καταμηνυθέντα και δυσφημιστικά για τον εγκαλούντα γεγονότα, που περιλαμβάνοντο στην ανωτέρω ενσωματούμενη εξ ολοκλήρου στο διατακτικό από 27-5-2005 μήνυσή του, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, σε βάρος του εγκαλούντος πολιτικώς ενάγοντος ιατρού Ν. Α., των οποίων έλαβαν γνώση τρίτοι, καθώς και τα περιστατικά από τα οποία συνήγαγε το ψευδές των άνω γεγονότων και εκείνα από τα οποία πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή και τα καταμήνυσε με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του άνω εγκαλούντος για την αξιόποινη πράξη της τοκογλυφίας, κατ'επάγγελμα μάλιστα και να προσβάλει έτσι την τιμή και την υπόληψη του. Επίσης, πλήρως αιτιολογείται ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, με την αναφορά ότι μεταξύ εγκαλούντος και κατηγορουμένου δεν αποδείχθηκε κατάρτιση οιασδήποτε σύμβασης δανεισμού, αλλά αποδείχθηκε συμβατική σχέση μεταξύ τους, ασφαλιστή και ασφαλιζόμενου, του εγκαλούντος αναλαμβάνοντος ασφαλιστικές πρακτορεύσεις στο όνομα της συζύγου του αντί προμηθείας, αλλά και συνεργασία με αφορμή χρηματιστηριακές συναλλαγές, συνεπεία των οποίων έλαβε χώρα μετακίνηση χρηματικών ποσών από τον ένα στον άλλο για χρηματιστηριακές επενδύσεις, από τις οποίες συναλλαγές ο κατηγορούμενος όφειλε στον εγκαλούντα σημαντικά χρηματικά ποσά. Αιτιολογείται δε περαιτέρω, ότι προς αποφυγή εκπλήρωσης της υποχρεώσεως του αυτής, προφασίστηκε ο κατηγορούμενος τον τοκογλυφικό δήθεν δανεισμό του από τον καταμηνυθέντα εγκαλούντα και άσκησε σχετική αγωγή απόδοσης των παρανόμως εισπραχθέντων δήθεν τοκογλυφικών ωφελημάτων και την ανωτέρω ψευδή από 27-5-2005 μήνυση του εναντίον του εγκαλούντος, σε γνώση του ότι όλα αυτά ήταν ψευδή εξ ολοκλήρου, έχοντας σκοπό την καταμήνυσή του, ενώ με όλα τα ανωτέρω διαδοθέντα ψευδή περιστατικά περί δήθεν τοκογλυφικού του δανεισμού έβλαψε την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος ιατρού, που είχε διατελέσει επί δωδεκαετία Δήμαρχος του Δήμου Λαγκαδά. Επίσης, αιτιολογείται επαρκώς η κρίση του δικαστηρίου ότι δε μεσολάβησε ποτέ οιοσδήποτε δανεισμός και η γνώση του κατηγορουμένου ότι αυτά που καταμήνυσε και διέδωσε σε βάρος του εγκαλούντος, ήταν ψευδή από προσωπική του αντίληψη, αφού δεν είχε μεσολαβήσει οιοσδήποτε δανεισμός του εγκαλούντος προς αυτόν, παραδοχή εκ της οποίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικά με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες διότι: α) η παραπάνω αιτιολογία δεν είναι τυπική, συμπληρώνεται επιτρεπτά από το διατακτικό, β) δεν ήταν αναγκαίο να εξειδικεύονται οι ασφαλιστικές και οι χρηματιστηριακές συναλλαγές μεταξύ εγκαλούντος και κατηγορουμένου και τα χρηματικά ποσά που αφορούσαν αυτές, είναι δε αρκετή η παραδοχή ότι ουδέποτε έλαβε χώρα δανεισμός και ότι αιτία που ο κατηγορούμενος προφασίστηκε τον τοκογλυφικό δήθεν δανεισμό του από τον εγκαλούντα και κατέθεσε την παραπάνω ψευδή μήνυση, όπως και αγωγή, ήταν η αποφυγή εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων του προς τον εγκαλούντα, στον οποίο όφειλε σημαντικά χρηματικά ποσά από τις παραπάνω ασφαλιστικές και χρηματιστηριακές συναλλαγές τους.
Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αφορούν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας και είναι επομένως απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364, 365 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η ανάγνωση προανακριτικών ή ανακριτικών καταθέσεων μαρτύρων που απολείπονται, χωρίς να βεβαιώνεται η αδυναμία εμφάνισης στο ακροατήριο των μαρτύρων αυτών και η λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν επιφέρει, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, για ακυρότητα της διαδικασίας, αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του δεν είχαν αντιλέξει στην ανάγνωση των καταθέσεων αυτών, δεδομένου ότι έτσι δεν παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της ΕΣΔΑ, να θέτει ερωτήματα στους μάρτυρες, αφού διατηρείται πάντως το από το άρθρο 358 του ΚΠΔ δικαίωμα του κατηγορουμένου να κάνει παρατηρήσεις επί των εν λόγω καταθέσεων που αναγνώσθηκαν. Αντίθετα, η διάταξη αυτή του άρθρου 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ παραβιάζεται, επερχόμενης εντεύθεν απόλυτης ακυρότητας κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ' του ΚΠΔ, αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του είχαν αντιλέξει στην ανάγνωση των κατά την προδικασία ληφθεισών καταθέσεων των απολειπομένων μαρτύρων και το δικαστήριο, παρά ταύτα, απορρίπτοντας το αίτημα, για τη μη ανάγνωση των εν λόγω καταθέσεων, προέβη στην ανάγνωση αυτών, οπότε ιδρύεται ο από το άνω άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 2121/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος των παραπάνω δύο αξιόποινων πράξεων, το δικαστήριο ανέγνωσε στο ακροατήριο του, πλην άλλων, με α/α 15 και 16 και τις με χρονολογία 11-1-2007 και 18-1-2007 ένορκες εξετάσεις δύο μαρτύρων ενώπιον της Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, για την ανάγνωση των οποίων καταθέσεων όμως, όπως ρητά σημειώνεται στα πρακτικά (σελ. 8), δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση από τον κατηγορούμενο ή την παριστάμενη συνήγορο αυτού. Επομένως, το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει για την ανάγνωση των καταθέσεων αυτών, ειδική αιτιολογία για το ανέφικτο της εμφανίσεως των μαρτύρων αυτών στο ακροατήριο, αφού δεν εναντιώθηκε στην ανάγνωση η συνήγορος του κατηγορουμένου, ούτε ζήτησε αναβολή ή διακοπή της δίκης και την κλήτευση των μαρτύρων αυτών της προδικασίας για να καταθέσουν στο ακροατήριο ενώπιον της, ώστε να υποστούν τη βάσανο των ερωτήσεων και της συνηγόρου του κατηγορουμένου. Άρα σύννομα αναγνώσθηκαν και συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο οι καταθέσεις αυτές και ο κατηγορούμενος δε στερήθηκε των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ, 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ και άρθρο 6 παρ.3 της ΕΣΔΑ, προβαλλόμενος από τον αναιρεσειοντα δεύτερος λόγος αναιρέσεως για ακυρότητα της διαδικασίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) ως και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-10-2012 αίτηση - δήλωση του Χ. Κ. του Β., για αναίρεση της με αρ. 2121/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ψευδής καταμήνυση - Συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρα 229, 362, 363 ΠΚ). 1. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε' ΠΔ: α) για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου και για έλλειψη νόμιμης βάσης. 2. Αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. α ΚΠΔ και 6 της ΕΣΔΑ λόγος ακυρότητας της διαδικασίας, από την ανάγνωση των προανακριτικών καταθέσεων μαρτύρων. Το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει για την ανάγνωση των καταθέσεων αυτών ειδική αιτιολογία για το ανέφικτο της εμφανίσεως των μαρτύρων αυτών στο ακροατήριο, αφού δεν εναντιώθηκε στην ανάγνωση η συνήγορος του κατηγορουμένου, ούτε ζήτησε αναβολή ή διακοπή της δίκης και την κλήτευση των μαρτύρων αυτών της προδικασίας για να καταθέσουν στο ακροατήριο ενώπιον της, ώστε να υποστούν τη βάσανο των ερωτήσεων και της συνηγόρου του κατηγορουμένου, σύννομα αναγνώσθηκαν και συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο και ο κατηγορούμενος δεν στερήθηκε των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων.
|
Ψευδής καταμήνυση
|
Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 0
|
Αριθμός 436/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Λ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Χρήστο Μυλωνόπουλο και Νικόλαο Δημητράτο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 7348/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1214/2012
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 τταρ.1 ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημέρες, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς εκείνον γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α προσώπων, προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η ως άνω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 273 παρ.1 του ΚΠΔ, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά την προανάκριση, που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος, που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση(ΑΠ 137, 956/2011). Επίσης, κατά τις διατάξεις, του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση (παρ. 2). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για το απαράδεκτο, η δε απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως της προσβαλλομένης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, το χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση συγκεκριμένος λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία της εφέσεως(του άρθρου 473 παρ.1 του ΚΠΔ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ.ΑΠ 6/1994, 7/1994 και 4/1995). Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει να διαλάβει υποχρεωτικά στη σχετική έκθεση εφέσεως και να προβάλει με την έφεση το λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, ως εκ του οποίου παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, και ακόμη, να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προκύπτουν. Στην έννοια όμως της ανωτέρας βίας δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός μη γνώσεως από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης ερήμην του εκδοθείσας αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη ενάρξεως καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω, και δη κατά τρόπο ορισμένο, στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα, επί εφέσεως, κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προς διερεύνηση της βασιμότητας ή μη σχετικού λόγου αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με το από 9-11-2011 αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα του Α.Τ. ... Α. Μ., επιδόθηκε στις 9-11-2011 στον κατηγορούμενο Ι. Λ. πλήρες αντίγραφο της ερήμην του εκδοθείσας με αρ. 48493/2011 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως αγνώστου διαμονής, στο Δήμαρχο ..., γιατί όπως βεβαιώνεται στο αποδεικτικό αυτό, αλλά και στην επισυναπτόμενη από 21-10-2011 βεβαίωση του ίδιου εντεταλμένου οργάνου επιδόσεως, ο Ι. Λ. αναζητήθηκε στην διεύθυνση της τελευταίας γνωστής κατοικίας του, στην οδό ... αρ. 4 και δε βρέθηκε εκεί αυτός ή άλλο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ.2 του ΚΠΔ πρόσωπα, αυτός δε, μετά από έρευνα του ανωτέρω οργάνου, προέκυψε ότι τυγχάνει άγνωστος και μετώκησε από την ανωτέρω οδό ... αρ.4 σε άγνωστη διεύθυνση.
Από τη σχετική με αρ. 1851/22-5-2012 έκθεση εφέσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος, φερόμενος στην έφεση, ως κάτοικος ..., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, προέβαλε με αυτή, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "1) Ουδέποτε έλαβα γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος ή κλήσεως για οποιοδήποτε δικάσιμο, οπότε και εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση. Ας σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος φέρεται να έχει κλητευθεί, στις 10/6/2011, στη διεύθυνση, οδός ... αρ. 4 στο ..., διεύθυνση που αυτός ουδέποτε έχει δηλώσει ενώπιον των αρχών, αφού άλλωστε και ουδέποτε κλήθηκε να δώσει εξηγήσεις για την υπόθεση αυτή, ούτε διέμενε στην εν λόγω διεύθυνση σε κανένα απολύτως χρονικό σημείο από ενάρξεως της ποινικής διαδικασίας της υποθέσεως μέχρι και σήμερα, η δε διεύθυνση του εδώ και οκτώ (8) χρόνια, ήτοι από του έτους 2005, είναι η επί της οδού ..., αρ. 13 στο ... κατοικία του, γνωστή σε όλους, αλλά και στις αρχές διεύθυνσή του, γνωστή δε ακόμη και στη μηνύτρια, Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Το τελευταίο αυτό γεγονός αποδεικνύεται από σωρεία εγγράφων της μεταξύ αυτού και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς υφισταμένης αλληλογραφίας, αποδεικνύεται δε εύκολα διά σχετικών εγγράφων και διά μαρτύρων. Άλλωστε, σύμφωνα με το άρθρο 273 παρ.1 του Κ.Π.Δ, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά την προανάκριση, που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος, που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση (ΑΠ 464/2009 Δημοσίευση Νόμος, ΑΠ 1635/2007, δημοσίευση Δ.Σ.Α., ΑΠ 167/2009 ΠοινΔ/νη 2009, 920), τέτοια δε διεύθυνση ήταν η και πάντοτε από τον κατηγορούμενο δηλούμενη και γνωστή στην κεφαλαιαγορά, ήτοι η επί της οδού ..., αρ. 13 στο ... κατοικία αυτού. Τέλος, όλα τα ανωτέρω περιήλθαν εις γνώση του κατηγορουμένου την 14/05/2011, όταν ειδοποιήθηκε για την ερήμην καταδίκη του, κατόπιν ελέγχου που διενήργησε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών ο πληρεξούσιος Δικηγόρος αυτού, ο οποίος ανέγνωσε τα αποδεικτικά επιδόσεων και έλαβε για λογαριασμό του κατηγορουμένου αντίγραφα της υπό κρίση δικογραφίας. 2) Περαιτέρω, προκύπτει ότι για την άσκηση εις βάρος του κατηγορουμένου διώξεως δεν τηρήθηκε η νόμιμη ποινική διαδικασία και ειδικότερα: κατά την διάταξη του άρθρου 43 ΚΠΔ, ως ίσχυε κατά τον χρόνο της εις βάρος του διώξεως, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη για κακουργήματα ή πλημμελήματα αρμοδιότητος του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, έπρεπε προηγουμένως υποχρεωτικώς να έχει διενεργηθεί προκαταρκτική εξέταση ή προανακριτικές πράξεις, κατ' άρθρο 243 παρ. 2 ΚΠΔ και να προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την κίνηση της διώξεως. Περαιτέρω, κατ' άρθρο 31 παρ. 2 ΚΠΔ, αν η αξιόποινη πράξη αποδίδεται σε κάποιο πρόσωπο, αυτό καλείται υποχρεωτικώς προ 48 ωρών για παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται ανωμοτί. Η νόμιμη αυτή ως άνω διαδικασία παρελείφθη εντελώς στην περίπτωση του κατηγορουμένου και έτσι εμφιλοχώρησε απόλυτη ακυρότητα της ποινικής προδικασίας, κατ' άρθρο 171 παρ. 1β' και 1δ' ΚΠΔ, και της διατάξεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. 3) Τέλος, ενώ στο κλητήριο θέσπισμα γίνεται μνεία της διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 3340/2005, βάσει της οποίας ομοίως παραπέμπεται ο κατηγορούμενος και με την οποία αντικαθίσταται η προγενέστερη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 ν. 1969/1991, δεν αναφέρεται ωστόσο ως υποκειμενικό στοιχείο σε αυτό ο σκοπός του δράστη να αποκτήσει ο ίδιος ή άλλος περιουσιακό όφελος, ούτε προσδιορίζει επακριβώς το όφελος αυτό, όπως στη διάταξη του άρθρου αυτού διαλαμβάνεται και ελλείπει επομένως ο ακριβής καθορισμός της αποδιδομένης στον κατηγορούμενο πράξεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 321 παρ. 1 ΚΠΔ, συνεπώς δε το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο αυτός εκλητεύθη είναι άκυρο κατ' άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ". Από τα παραπάνω εκτιθέμενα στην έκθεση εφέσεως του αναιρεσείοντος σαφώς συνάγεται, ότι ο αναιρεσείων επικαλείται ότι δεν έλαβε γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως για συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, για οποιαδήποτε δικάσιμο, ούτε για τη δικάσιμο της 30-6-2011, που εκδόθηκε ερήμην του η προσβαλλόμενη με την έφεση καταδικαστική απόφαση, κληθείς ως άγνωστης διαμονής στην οδό ... αρ. 4 του ..., διεύθυνση που ουδέποτε αυτός είχε δηλώσει στις διωκτικές αρχές ή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και στην οποία αυτή διεύθυνση ουδέποτε διέμενε από της ενάρξεως της ποινικής διαδικασίας, ενώ ήταν γνωστής διαμονής στις αρχές και στη μηνύτρια Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, στην οδό ... αρ. 13 του ..., που διαμένει από το 2004. Δηλαδή, επικαλέστηκε, ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης πρωτόδικης αποφάσεως, παρά το πρώτον στις 14-5-2012, κατόπιν τυχαίου ελέγχου του συνηγόρου του στην εισαγγελία Αθηνών και επικαλέστηκε στην έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως της ανωτέρω εναντίον του εκδοθείσας ερήμην αποφάσεως, γιατί δε διέμενε στη διεύθυνση που αναζητήθηκε στην ... κατά το χρόνο επιδόσεως της αποφάσεως και γιατί ήταν γνωστής διαμονής στην οδό ... αρ. 13 του ..., ενώ επικαλέστηκε και προσκόμισε σχετικά αποδεικτικά έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και εξέτασε και μάρτυρα.
Με την προσβαλλόμενη 7348/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως απ' αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η ανωτέρω με αριθμό εκθέσεως 1851/22-5-2012 έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, κατά της με αρ. 48493/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί αυτός, ερήμην, κληθείς ως άγνωστης διαμονής, σε ποινή φυλακίσεως 30 μηνών, με τριετή αναστολή, για παράβαση του άρ. 72 του ν. 1969/1991, όπως τροπ. με το άρ. 30 παρ.1 του ν. 3340/2005, με την παρακάτω, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν καθώς και από αυτά που κατέθεσε ο εκκαλών αποδείχθηκαν τα εξής: Η κρινόμενη έφεση κατά της υπ' αριθμ. 48493/30-6-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ασκήθηκε εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η παραπάνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου επιδόθηκε στον εκκαλούντα - κατηγορούμενο στις 9-11-2011 και η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε στις 25-5-2012, ήτοι μετά την πάροδο της προθεσμίας των δέκα ημερών από την επίδοσή της. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε στην οδό ... αρ.4 στο ..., όπως προέκυπτε η διεύθυνση κατοικίας του από το με αρ. φύλλου 3194/22-4-2003 της ΕτΚ, τεύχος ανωνύμων εταιριών και εταιριών περιορισμένης ευθύνης λόγω της ιδιότητάς του ως αντιπροέδρου της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΝΤΟΛΩΝ" με δ.δ. "Κ. Α.Ε.Λ.Δ.Ε.". Οι σε βάρος του ποινικές ευθύνες δημιουργήθηκαν κατά την έρευνα της από 27-7-2009 μηνυτήριας αναφοράς - αίτησης δίωξης - έγκλησης του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς που εδρεύει στην Αθήνα. Στην τελευταία αυτή γνωστή διεύθυνση ήταν στην ..., επί της οδού ... αρ.4, στη συνέχεια όμως ο κατηγορούμενος όταν αναζητήθηκε στις 8-3-2011 για να του επιδοθεί η κλήση για να εμφανισθεί στο Θ' Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών για τη δικάσιμο της 1-4-2011 δεν ανευρέθη και κατά τη βεβαίωση του Αστυνομικού Α. Γ. του Α.Τ. ..., αυτός μετοίκησε από την παραπάνω διεύθυνση (... 4) σε άγνωστη διεύθυνση, γι' αυτό και κλητεύτηκε νόμιμα ως αγνώστου διαμονής, στην ίδια δε παραπάνω διεύθυνση του επιδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση στις 9-11-2011, ως αγνώστου επίσης διαμονής. Η αλλαγή της διεύθυνσης κατοικίας του επί της οδού ... αρ.13 στο ... που ισχυρίζεται ο εκκαλών δεν εγένετο αρμοδίως γνωστή.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η κρινομένη έφεση κατά της εκκαλουμένης απόφασης ως εμπροθέσμως ασκηθείσα". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης με αρ. 7348/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, απορριπτικής της εφέσεως κατά της ως άνω εκκαλουμένης με αρ. 48493/2011 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, δεν είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σε αυτήν δεν εκτίθενται όλα τα ανωτέρω τρία στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της. Ειδικότερα στο ίδιο αιτιολογικό διαλαμβάνεται ο χρόνος της επιδόσεως, η 9-11-2011, αναφέροντας απλώς ότι η επίδοση έγινε στις 9-11-2011 και αναφέρεται και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως, η 22-5-2012, δηλαδή πολύ μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως, των 30 ημερών, από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως στον αγνώστου διαμονής κατηγορούμενο, που ορίζει το προπαρατεθέν άρθρο 473 παρ.1 του ΚΠΔ, αλλά ουδόλως αναφέρεται στο αιτιολογικό αυτό το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως από το οποίο προκύπτει ότι η επίδοση της εκκαλουμένης με αρ. 48493/2011 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών προς τον κατηγορούμενο έγινε πράγματι στις 9-11-2011. Επίσης, ουδόλως αξιολογούνται τα προσκομισθέντα από τον κατηγορούμενο έγγραφα και ο μάρτυρας που εξετάστηκε και που κατέθεσε ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος από το 2004 κατοικούσε στην οδό ... αρ.13 του ... .
Περαιτέρω, στο ίδιο αιτιολογικό, αναφέρεται για να καταλήξει στην εγκυρότητα της επιδόσεως της άνω εκκαλουμένης αποφάσεως στον κατηγορούμενο, ως άγνωστης διαμονής, ότι προηγουμένως το όργανο βεβαιώνει ότι προέβη σε έρευνα, δηλαδή αναζητήθηκε ο κατηγορούμενος και δε βρέθηκε αυτός ή άλλο πρόσωπο από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 156 παρ.1 ΚΠΔ, στη διεύθυνση επί της οδού ... αρ.4 της ..., κατοικία που αναφερόταν στο αναγνωσθέν με αρ. ΦΕΚ 3194/22-4-2003 της ΕτΚ, Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, λόγω της ιδιότητάς του κατηγορουμένου ως αντιπροέδρου και μέλους του ΔΣ της ΑΕ με την επωνυμία "Κ. ΑΕΛΔΕ". Όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τη διερεύνηση σχετικού λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, που κλήθηκε στον πρώτο βαθμό ως άγνωστης διαμονής και καταδικάστηκε ερήμην και στη συνέχεια του επιδόθηκε η εκκαλουμένη ερήμην απόφαση πάλιν, ως άγνωστης διαμονής, αναζητήθηκε και δε βρέθηκε αυτός ή άλλο πρόσωπο από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 156 παρ.1 ΚΠΔ, στη διεύθυνση επί της οδού ... αρ.4 της ..., κατοικία όμως που, α) δεν προκύπτει ότι είχεν αυτός δηλώσει ποτέ στις διωκτικές αρχές ή στην μηνύτρια Επιτροπή κεφαλαιαγοράς, μη κληθείς ουδέποτε στην προδικασία, άρα δεν είχε και υποχρέωση να δηλώσει μεταβολή της κατοικίας του στις διωκτικές αρχές όπως αβάσιμα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ β) η ανωτέρω διεύθυνση κατοικίας στην οδό ... αρ. 4, δεν αναφερόταν ούτε στη συγκεκριμένη με χρονολογία 27-7-2009 μήνυση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Αντίθετα, προκύπτει ότι στην με χρονολογία 27-7-2009 μηνυτήρια αναφορά της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, συνεπεία της οποίας και διώχθηκε ποινικά ο κατηγορούμενος για μεθοδευμένες συναλλαγές στο ΧΑΑ, ήτοι για χρηματιστηριακή παράβαση του άρθρου 72 του ν. 1969/1991, καταμηνύεται ονομαστικά μόνον ο Κ. Λ. πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας "Κ. ΑΕΛΔΕ" και κάθε έτερος υπεύθυνος αόριστα, ενώ στο περιεχόμενο της μηνύσεως αυτής αναφέρεται μεταξύ πολλών άλλων προσώπων επενδυτών και ο κατηγορούμενος Ι. Λ., χωρίς καμία αναφορά της κατοικίας του, ως διενεργήσας χρηματιστηριακές συναλλαγές μετοχής της ανωτέρω εταιρείας. Αντίθετα, από τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο του Εφετείου έγγραφα, προκύπτουν τα παρακάτω: α) στο ΦΑΞ της 6-10-2009 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, αναφέρεται η νέα γνωστή στην Επιτροπή διεύθυνση κατοικίας του κατηγορουμένου Ι. Λ.υ, στην οδό ... αρ.13 του ..., β) ο ανωτέρω ίδιος κατηγορούμενος καλείται με το από 22-9-2009 έγγραφο του Πταισματοδίκη Αθηνών, για ανωμοτί εξέταση, επί άλλης μηνύσεως της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, στη διεύθυνση ... 33 του ... . Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, κατά τη διάταξη του άρθρου 273 παρ.1 του ΚΠΔ, η ανωτέρω διεύθυνση κατοικίας του κατηγορουμένου, στην οδό ... αρ. 4 της ..., που αναζητήθηκε και δε βρέθηκε και έγινε η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, εσφαλμένα θεωρήθηκε ως τόπος τελευταίας γνωστής κατοικίας του κατηγορουμένου, αφού αυτή τη διεύθυνση δεν την είχε δηλώσει ποτέ ο κατηγορούμενος στις διωκτικές αρχές, μη προκύπτουσας κλήσεώς του στην προδικασία, ούτε προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος την έχει καταστήσει ποτέ γνωστή στη μηνύτρια Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με οποιοδήποτε τρόπο, αλλά ούτε καν αναφέρεται στην υποβληθείσα ως παραπάνω μήνυση. Συνακόλουθα τούτων, ο κατηγορούμενος δεν είχε υποχρέωση να δηλώσει τη νέα από το 2004 μεταβολή της κατοικίας του στις διωκτικές αρχές, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το δικάσαν εφετείο στο παραπάνω αιτιολογικό του. Η αναφορά δε της διευθύνσεως αυτής του κατηγορουμένου, στην οδό ... αρ. 4, στο μόνο μνημονευόμενο στο αιτιολογικό στοιχείο, στο ΦΕΚ/ΑΕ και ΕΠΕ με αρ. 3194/22-4-2003, όπου έχει καταχωρηθεί το έτος 2003, το από το δικαστήριο διορισμένο προσωρινό ΔΣ της εταιρείας "Κ. ΑΕΛΔΕ, και ως αντιπρόεδρος αναφέρεται ο Ι. Λ., με διεύθυνση κατοικίας του την οδό ... αρ.4 του ..., δε σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι έχει διωχθεί ποινικά το 2009 και ως εκ τούτου θα έπρεπε να δηλώσει τη μεταβολή αυτή της κατοικίας του στην αρμόδια εισαγγελική αρχή των Αθηνών, όπως δέχθηκε το δικαστήριο και ότι η κλήτευσή του στο δικαστήριο και η επίδοση της ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως στις 9-11-2011 προς αυτόν, στην ανωτέρω παλαιά αυτή διεύθυνση κατοικίας του ως άγνωστης διαμονής, που όμως είχε μεταβάλει από το 2004, ήταν νόμιμη.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, υπάρχει ασάφεια από τη μη αναφορά στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Εφετείου του αναγνωσθέντος στο ακροατήριο (βλ. σελ. 2 πρακτικών) από 9-11-2011 αποδεικτικού επιδόσεως του αστυφύλακα του Α.Τ. ... Α. Μ., προς τον κατηγορούμενο της ερήμην αποφάσεως και δεν αιτιολογείται επαρκώς η αμφισβητηθείσα από τον εκκαλούντα - αναιρεσείοντα νομιμότητα της προς αυτόν επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής της ερήμην πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως, ώστε να αρχίσει νόμιμα η κατ' άρθρο 473 παρ.1 του ΚΠΔ 30νθήμερη προθεσμία της εφέσεως και να απορριφθεί η ασκηθείσα στις 22-5-2012 έφεση ως εκπρόθεσμη. Άρα, είναι βάσιμοι, οι από τα άρθρα 171 παρ.1 περ.δ', 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Η' του ΚΠΔ και 6 παρ.3 της ΕΣΔΑ, σχετικοί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος, ήτοι για ελλιπή και μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης προσβαλλόμενης αποφάσεως, για υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου, όπως και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι παραβιάστηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από την ΕΣΔΑ και το ΔΣ/ΑΠΔ και που απαιτούν ο κατηγορούμενος να έχει κληθεί νομίμως, αν δεν βρίσκεται στην κατοικία του και να καταβάλλεται από την αρμόδια αρχή κάθε προσπάθεια ανευρέσεώς του και να παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο ένα στάδιο να ακουστεί επί της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της κατηγορίας του αποδίδεται. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως όχι πέραν των τριών ετών για πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β, 370 στοιχ., β και 511 του ΚΠΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 50 παρ. 5 του ν. 3160/2003, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας ακόμη δε και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή, για το λόγο ότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχεται σ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509 ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για παράβαση του άρθρου 72 του ν. 1969/1991, πράξη τελεσθείσα κατ'εξακολούθηση κατά το χρονικό διάστημα από 2-12-2004 έως 31-12-2004.
Επομένως, το αξιόποινο της ως άνω πράξεως, που διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος, εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής που συμπληρώθηκε μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (21-9-2012), αφού έγινε δεκτός ως άνω ως βάσιμος, λόγος αναιρέσεως και από την τέλεσή της μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αναίρεσης,(19-2-2013) έχει ήδη συμπληρωθεί ο χρόνος της οκταετούς παραγραφής (5+3 της αναστολής) και πρέπει περαιτέρω, να μην παραπεμφθεί η υπόθεση στο δικάσαν εφετείο, για να επανακρίνει το παραδεκτό της εφέσεως και την αναστολή ή μη της παραγραφής, αλλά κατά το άρθρο 511 εδ. γ του ΚΠΔ, ερευνωμένης αυτεπάγγελτα της ήδη μεσολαβήσασας κατά τα παραπάνω παραγραφής λόγω παρόδου οκταετίας, να παύσει το δικαστήριο τούτο οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη, για την εν λόγω πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων ερήμην, με την εκκληθείσα με αρ. 48493/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου που απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για την ανωτέρω πλημμεληματική πράξη που καταδικάστηκε ερήμην ο αιτών αναιρεσείων στον πρώτο βαθμό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αρ. 7348/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παύει οριστικά, λόγω παραγραφής, την κατά του αναιρεσείοντος Ι. Λ. του Α., ασκηθείσα ποινική δίωξη για το ότι στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 2-12-2004 έως και 31-12-2004, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη Κ. Π., κατά τη διάρκεια και κατά την εκτέλεση του εγκλήματος του άρθρου 72 του ν. 1969/1991, όπως αναλύεται στην με αρ. 48493/2011 ερήμην καταδικαστική πρωτόδικη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Χρηματιστηριακή παράβαση. Απορριπτική απόφαση εφέσεως ως εκπρόθεσμης, κληθέντος του κατ/νου εγκύρως ως άγνωστης διαμονής. Στην Έκθεση Εφέσεως και την αναίρεση επικαλείται ο αναιρεσείων ακυρότητα επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής της ερήμην του πρωτόδικης αποφάσεως. Βάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας γιατί δεν αναφέρεται το αποδεικτικό επιδόσεως της ερήμην καταδικαστικής. απόφασης και για ακυρότητα της διαδικασίας, από παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και για υπέρβαση εξουσίας.
|
Ακυρότητα επιδόσεως
|
Ακυρότητα επιδόσεως, Χρηματιστηρίου εγκλήματα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 434/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Δ. Π. του Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κεφαλά, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2654/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ALFA BANK, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παρέστη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαρτίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1131/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 109 παρ.1, 148 έως 153, 473 παρ.2, 474 παρ.2, 476 παρ.1, 509 παρ.1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το κύρος και κατ' ακολουθία το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως, πρέπει στην έκθεση ή στη δήλωση, με την οποία ασκείται το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως, πρέπει να περιέχονται αναγκαίως κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον λόγος από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς άλλη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα. Οι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στην έκθεση και όχι σε άλλο έγγραφο. Η έκθεση αναιρέσεως, η οποία δεν περιέχει ορισμένο λόγο αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως ή του βουλεύματος, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με λόγους αναιρέσεως που αναφέρονται σε άλλο έγγραφο ή σε υπόμνημα, που κατατίθεται συγχρόνως, εκτός αν στην έκθεση αναιρέσεως γίνεται ειδική αναφορά και παραπομπή στο έγγραφο αυτό, οπότε τούτο, με την υπογραφή του αναιρεσείοντος και του συντάξαντος την έκθεση αρμοδίου υπαλλήλου, θεωρείται ότι αποτελεί ενιαίο σώμα με την έκθεση αναιρέσεως.
Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, για έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποίες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποία αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 19/2001).
Εξάλλου για να είναι σαφής και ορισμένος ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης, σε σχέση προς τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της εφαρμοσθείσας από την προσβαλλομένη απόφαση διατάξεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, κατά της με αριθμό 2654/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε με κατάθεση του παραστάντος στο άνω δικαστήριο πληρεξουσίου συνηγόρου του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Γ. Κ., ενώπιον της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών Βασιλικής Κονδύλη, περιεχόμενη στη συνταγείσα με αρ. 17/8-3-2012 έκθεση αναιρέσεως. Με την έκθεση αυτή, όπως από αυτή προκύπτει, ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της ανωτέρω προσβαλλόμενης αποφάσεως "για τους λόγους που αναφέρονται στη συνημμένη αίτηση αναιρέσεως", από δε το συνημμένο στην έκθεση έγγραφο, που επονομάζεται αίτηση αναιρέσεως και υπογράφεται από τον παραστάντα πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, αλλά και από τη συντάξασα την έκθεση αναιρέσεως αρμόδια γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι αναφέρονται σε αυτό πέντε τον αριθμό λόγοι αναιρέσεως. Η έκθεση αυτή αναιρέσεως, η οποία δεν περιέχει μεν ορισμένο λόγο αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά τα προαναφερθέντα, παραδεκτά συμπληρώνεται με λόγους αναιρέσεως που αναφέρονται σε άλλο συνημμένο έγγραφο στο οποίο γίνεται ειδική αναφορά στην έκθεση και παραπομπή, οπότε τούτο, με την υπογραφή του αναιρεσείοντος και της συντάξασας την έκθεση αρμοδίας υπαλλήλου του Εφετείου Αθηνών, θεωρείται ότι αποτελεί ενιαίο σώμα με την έκθεση αναιρέσεως και πρέπει επομένως να ερευνηθούν περαιτέρω οι περιεχόμενοι σε αυτό το παραδεκτό έγγραφο λόγοι αναιρέσεως, αν είναι παραδεκτοί και βάσιμοι.
Στην εν λόγω αίτηση αναιρέσεως, αναφέρεται ότι ζητείται η αναίρεση της προσβαλλόμενης καταδικαστικής για απάτη αποφάσεως, για τους παρακάτω, κατά πιστή μεταφορά λόγους: "Αναιρεσιβάλω την άνω απόφασιν, προ πάσης επιδόσεως ταύτης, δια τους κατωτέρω ορθούς, νομίμους και βασίμους λόγους:
1) Διότι ελλείπει η κατά το Σύνταγμα και τον Νόμον απαιτούμενη αιτιολογία της αποφάσεως.
2) Διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της αποδιδομένης εις εμέ πράξεως είναι πλημμεληματικός και ούχι κακουργηματικός.
3) Διότι η καταρτιθείσα σύμβασις ΔΑΝΕΙΟΥ μετά της μηνυτρίας, εγένετο ούχι χάριν εμού, αλλά του εντολέως μου Ο. Ζ., τούτον ήδη αποβιώσαντος, κατά πληροφορίας.
Της εντολής του προς εμέ δοθείσης εγγράφως, της υπογραφής του κεκυρωμένης και θεωρημένης υπό Αρμοδίων Αρχών.
4) Διότι η προς την Τράπεζα οφειλή του εντολέως μου, εξοφλήθη πλήρως από εμέ, ουδεμιάς αξιώσεως ταύτης εχούσης, ταύτης συναινετικώς εχούσης προσημειώσει αξιόχρεον ακινήτου μου.
5) Διότι εσφαλμένως ερμηνεύθηκε η επιβαρυντική περίπτωσις της κατ' επάγγελμα τελεσθείσης πράξεως της απάτης αφού ουδέν των κατά Νόμον απαιτουμένων στοιχείων και προϋποθέσεων συντρέχεν εις το πρόσωπόν μου". Επειδή επιφυλάσσομαι της καταθέσεως προσθέτων λόγων αναιρέσεως ή άλλως περαιτέρω διευκρινίσεως των ήδη προταθέντων, εγκαίρως, νομίμως και εμπροθέσμως.
Οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως, είναι όλοι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και δη: α) ο πρώτος για έλλειψη ειδικής κατά το Σύνταγμα και το νόμο αιτιολογίας, ως αόριστος διότι δεν προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποίες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής, β) ο δεύτερος και πέμπτος λόγος, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, ως αόριστοι, γιατί δε γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης, σε σχέση προς τη διάταξη αυτή πλημμέλειας και γ) ο τρίτος και τέταρτος λόγος, ως απαράδεκτοι, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο ουσιαστική κρίση και εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 17/8-3-2012 με χρονολογία 7-3-2012 αίτηση αναιρέσεως του Δ. Π. του Φ., περί αναιρέσεως της με αρ. 2654/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη (άρθρο 386 παρ.1β, α ΠΚ). 1. Η έκθεση αναιρέσεως, η οποία δεν περιέχει ορισμένο λόγο αναιρέσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως ή του βουλεύματος, δεν μπορεί να συμπληρωθεί με λόγους αναιρέσεως που αναφέρονται σε άλλο έγγραφο ή σε υπόμνημα, που κατατίθεται συγχρόνως, εκτός αν στην έκθεση αναιρέσεως γίνεται ειδική αναφορά και παραπομπή στο έγγραφο αυτό, οπότε τούτο, με την υπογραφή του αναιρεσείοντος και του συντάξαντος την έκθεση αρμοδίου υπαλλήλου, θεωρείται ότι αποτελεί ενιαίο σώμα με την έκθεση αναιρέσεως. 2. Αόριστοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
|
Απάτη
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Απάτη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 433/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ό. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ιωάννου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 544/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19 Ιανουαρίου και 22 Μαρτίου 2012 αιτήσεις της, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 435/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α. Οι το πρώτον κρινόμενες με αρ. εκθ. 6/19-1-2012 και 36/22-3-2012 δύο αιτήσεις αναιρέσεως της ιδίας αναιρεσείουσας, κατά της ιδίας με αρ. 544/2012 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, είναι εμπρόθεσμες, θεωρείται ότι συνιστούν ενιαίο κείμενο και πρέπει να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν περαιτέρω.
Β. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ.1, 475 παρ.1, 476 παρ.1 και 513 παρ.1 του ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του και από εκείνον που τη δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα. Από τις παραπάνω διατάξεις, που παραπέμπουν στο άρθρο 465 παρ. 1ΚΠΔ, προκύπτει ότι, όπως για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, έτσι και για την παραίτηση από αυτήν, απαιτείται, όταν γίνεται από αντιπρόσωπο, ο τελευταίος να έχει ειδική εντολή για να παραιτηθεί από την συγκεκριμένη αίτηση αναιρέσεως που έχει ασκηθεί από τον εντολέα του.
Στην προκειμένη περίπτωση, από το δικόγραφο της δεύτερης χρονικά ασκηθείσας, με αρ. εκθ. 36/22-3-2012 αιτήσεως αναιρέσεως, ενώπιον της αρμοδίας γραμματέως του εκδόντος την προσβαλλόμενη 544/2012 απόφαση Πλημμελειοδικείου Αθηνών, προκύπτει ρητή παραίτηση της αναιρεσείουσας από την πρώτη αίτηση αναιρέσεως, με αρ. εκθ. 6/19-1-2012, ασκηθείσα ενώπιον της γραμματέας του ιδίου δικαστηρίου, από τον εξουσιοδοτούμενο δικηγόρο της καταδικασθείσας Παναγιώτη Ιωάννου. Από την από 21-3-2012 προσαρτώμενη σχετική εξουσιοδότηση της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι δίδεται ειδική εντολή στον εν λόγω δικηγόρο της να ασκήσει τη δεύτερη ως παραπάνω αίτηση αναιρέσεως, ενσωματώνοντας στην εξουσιοδότηση το περιεχόμενο της αναιρέσεως αυτής, στο οποίο υπάρχει και σαφής ρητή δήλωση παραιτήσεως από το δικόγραφο της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, η ανωτέρω παραίτηση ασκήθηκε παραδεκτά και πρέπει η με αρ. εκθ. 6/19-1-2012 κρινόμενη πρώτη ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημέρες, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς εκείνον γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ.1 εδ.α προσώπων, προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η ως άνω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 273 παρ.1 του ΚΠΔ, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά την προανάκριση, που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ'αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος, που ο κατηγορούμενος έχει καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση (ΑΠ 137, 956/2011). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις, του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση (παρ. 2). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για το απαράδεκτο, η δε απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως της προσβαλλομένης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, το χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση συγκεκριμένος λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία της εφέσεως(του άρθρου 473 παρ.1 του ΚΠΔ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ.ΑΠ 6/1994, 7/1994 και 4/1995). Επίσης, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει να διαλάβει υποχρεωτικά στη σχετική έκθεση εφέσεως και να προβάλει με την έφεση το λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, ως εκ του οποίου παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, και ακόμη, να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προκύπτουν. Στην έννοια όμως της ανωτέρας βίας δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός μη γνώσεως από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης ερήμην του εκδοθείσας αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη ενάρξεως καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω, και δη κατά τρόπο ορισμένο, στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα, επί εφέσεως, κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, από τα άρθρα 152, 162 εδ. α' και 338 του ΚΠΔ προκύπτει ότι το αποδεικτικό επιδόσεως που έχει τον χαρακτήρα εκθέσεως (άρθρ. 148 ΚΠΔ) και συντάσσεται κατά τους υπό της διατάξεως του άρθρου 161 του ιδίου Κώδικα διαγεγραμμένους τύπους, έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έως ότου προσβληθεί ως πλαστό και εάν προσβληθεί για πλαστότητα στην ποινική δίκη η προσβολή αυτή δεν εμποδίζει το δικαστήριο να εκτιμήσει ελεύθερα το περιεχόμενό του, ενώ εάν κριθεί τούτο αναγκαίο για την απόφαση στην κυρία υπόθεση, το δικαστήριο ερευνά σε κάθε περίπτωση την γνησιότητά του και μόνον όταν κρίνει ότι υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις περί της πλαστότητος αναβάλλει με ειδικώς αιτιολογημένη απόφασή του την δίκη έως ότου περατωθεί η διαδικασία για την πλαστογραφία. Και ναι µεν κατά την παρ. 2 του άρ. 161 ορίζεται ότι εκείνος που επιδίδει το έγγραφο οφείλει σε κάθε περίπτωση να σημειώνει σε αυτό τη χρονολογία και τον τόπο της επίδοσης καθώς και το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε και να υπογράψει τη σχετική σηµείωση, πλην όµως, η σχετική αυτή σηµείωση στο επιδιδόµενο έγγραφο, καθώς και η έλλειψη αναγραφής των στοιχείων αυτής, δεν επιβάλλεται µε ποινή ακυρότητας της σχετικής επίδοσης, δεδοµένου µάλιστα ότι η ως άνω διάταξη (161 παρ. 2) δεν είναι από εκείνες, η µη τήρηση των οποίων επιφέρουν, κατ' άρ. 154 παρ. 2 του ΚΠΔ ακυρότητα της επίδοσης. Αν υπάρχει διαφορά στη χρονολογία µεταξύ του αποδεικτικού και της σηµειώσεως στο επιδοθέν έγγραφο, επικρατεί κατ' αρχήν το αποδεικτικό επιδόσεως. Η σηµείωση αυτή του επιδίδοντος πάνω στο επιδιδόµενο έγγραφο επιβάλλεται για την ενηµέρωση του ενδιαφεροµένου και προς υπόµνησή του ως προς την ακριβή ηµέρα επίδοσης από την οποία και εξαρτάται η προθεσµία άσκησης ενδίκου µέσου, χωρίς η παράλειψή της να δηµιουργεί ακυρότητα της επίδοσης (βλ. άρ. 154 παρ. 2), µόνο δε στην περίπτωση διαφοράς κατά τη χρονολογία µεταξύ του αποδεικτικού και της κατ' άρθρο 161 παρ. 2 σηµειώσεως του δικαστικού επιµελητή, επί του επιδιδοµένου εγγράφου µπορεί να δηµιουργηθεί στον ενδιαφερόµενο διάδικο εύλογη πεποίθηση για τον ακριβή χρόνο επίδοσης και συνεπώς για την προθεσµία µέσα στην οποία πρέπει αυτός να ασκήσει το ένδικο µέσο. Κατά το άρθρο 161 παρ. 1, για την επίδοση συντάσσεται αποδεικτικό, που περιέχει τα στο άρθρο αυτό διαλαµβανόµενα στοιχεία και το οποίο, σύµφωνα µε το άρθρο 162, αποδεικνύει την επίδοση, ωσότου προσβληθεί για πλαστότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προς διερεύνηση της βασιμότητας ή μη σχετικού λόγου αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με το από 18 Οκτωβρίου (χωρίς έτος) αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα του Α.Τ. ... Π. Π., επιδόθηκε στις 18 Οκτωβρίου(χωρίς έτος) στην κατηγορούμενη Ό. Κ. πλήρες αντίγραφο της ερήμην της εκδοθείσας με αρ. 154943/2003 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως άγνωστης διαμονής, στο Δήμαρχο ..., γιατί όπως βεβαιώνεται στο αποδεικτικό αυτό, αλλά και στην επισυναπτόμενη από 17-10-2006 βεβαίωση του ίδιου εντεταλμένου οργάνου επιδόσεως, η Ό. Κ. αναζητήθηκε στην διεύθυνση της τελευταίας γνωστής κατοικίας της, στην οδό ... αρ. 21 και δε βρέθηκε εκεί αυτή ή άλλο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ.2 του ΚΠΔ πρόσωπα, αυτή δε , μετά από έρευνα του ανωτέρω οργάνου και από πληροφορίες των περιοίκων, προέκυψε ότι τυγχάνει άγνωστη και μετώκησε από την ανωτέρω οδό ... αρ. 21 σε άγνωστη διεύθυνση.
Από τη σχετική με αρ. 8986/2011 έκθεση εφέσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι η εκκαλούσα κατηγορουμένη, φερόμενη στην έφεση, ως κάτοικος ..., οδός ... αρ. 6, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς της, προέβαλε με αυτή, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής:
"1) Ουδόλως έλαβε γνώση του Κλητηρίου Θεσπίσματος, το οποίον ουδέποτε της εκοινοποιήθη, άλλως της εκοινοποιήθη κατά τρόπο μη νόμιμο και προσήκοντα.
Όπως από την σχηματισθείσα δικογραφία πρόσφατα διεπιστώθη, η κοινοποίησις του υπ' αριθμόν Γ 20001/11763 Κλητηρίου θεσπίσματος (δυνάμει του οποίου παρεπέμφθη) έγινε ως εις αγνώστου διαμονής κατηγορούμενο, με τελευταία γνωστή διαμονή την επί της οδού ... αριθμός 21 κατοικία της, εν συνεχεία δε με τοιχοκόλληση στον Δήμο ....
Ουδέποτε όμως η κατηγορουμένη ήταν αγνώστου διαμονής. Ήταν πάντοτε γνωστής.
Διέμενε δε τότε επί της οδού ... αριθμός 21 στον ..., όπου υποτίθεται ότι ανεζητήθη και δεν ευρέθη.
Αποτέλεσμα της ως εις αγνώστου διαμονής κοινοποιήσεως του Κλητηρίου θεσπίσματος ήταν η αδυναμία της να γνωρίζει ότι παραπέμπεται εις δίκην κατά την δικάσιμο της 17ης-12-2003 και η εκ του λόγου τούτου ερημοδικία της, η οποία ωδήγησε στην ερήμην καταδίκη της.
2) Λόγω της ερημοδικίας της το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν είχε υπόψη του τα αληθή πραγματικά περιστατικά, επελήφθη δε και έκρινε βάσει των μονομερώς προσκομισθέντων και υφισταμένων στην δικογραφία στοιχείων.
Κατ' αυτόν όμως τον τρόπο, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και εκήρυξε την εντολέα του ένοχο πράξεως την οποίαν ουδέποτε εξετέλεσε.
3) Ουδόλως μέχρι και σήμερα έλαβε γνώση (καθ' οιονδήποτε τρόπο) της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι αύτη ουδέποτε της εκοινοποιήθη, άλλως της εκοινοποιήθη κατά τρόπο μη νόμιμο και προσήκοντα.
Όπως προκύπτει από την δικογραφία η εκκαλουμένη απόφαση φέρεται ότι της εκοινοποιήθη την 18ην Οκτωβρίου κάποιου έτους, χωρίς να αναφέρεται ποιού, ως εις αγνώστου διαμονής, με τελευταία γνωστή διαμονή την επί της οδού ... αριθμός 21 στον ... κατοικία της.
Εν συνεχεία και χωρίς να αναφέρεται ημερομηνία (πότε) ετοιχοκολλήθη στον Δήμο ....
Εις το αποδεικτικόν επιδόσεως όμως δεν αναφέρεται το έτος της κοινοποιήσεως.
Ούτε δε τούτο προκύπτει από την βεβαίωση τοιχοκολλήσεως στον Δήμο, όπου ουδεμία ημερομηνία αναφέρεται.
Ούτε και εξ άλλου στοιχείου προκύπτει.
Αποτέλεσμα της ουσιώδους αυτής παραλείψεως είναι η άνευ ετέρου ακυρότης της επιδόσεως και του αποδεικτικού (ΑΠ 914/2003 Ποιν. Χρον. ΝΔ 216-ΑΠ 918/2002 Ποιν. Χρον. Ν Γ 324-ΑΠ 1799/2000 Ποιν. Χρον. Ν 591).
Αποτέλεσμα δε της ακυρότητος της επιδόσεως ήταν να μη κινηθή η προθεσμία άσκησης των ενδίκων μέσων (και εν προκειμένω της εφέσεως), γεγονός το οποίον καθιστά την άσκηση της παρούσης εφέσεως, ως προ πάσης κοινοποιήσεως ασκούμενη.
Ουσιαστικόν αποτέλεσμα της ακυρότητος της επιδόσεως ήταν προς τούτοις η άγνοια της περί της κατηγορίας και της δικασίμου, κατά συνέπειαν δε και περί την ύπαρξιν της αποφάσεως, γεγονός το οποίον συνιστά απόλυτον ψυχικήν αδυναμία και λόγον ανωτέρας βίας ως προς την άσκηση της εφέσεως. Κατά συνέπειαν τούτων η έφεσις ασκείται σήμερα προ πάσης επιδόσεως και είναι εμπρόθεσμη, δεδομένου ότι η προθεσμία της εφέσεως ουδέποτε ήρξατο.
Άλλως η εκκαλούσα, εκ λόγων ανωτέρας βίας και ανυπερβλήτου κολλήματος (άγνοια περί την ύπαρξη της αποφάσεως) δεν ηδυνήθη να ασκήση ενωρίτερον την έφεση. Η προαναφερθείσα επίδοσις της αποφάσεως και το αποδεικτικόν επίδοσης είναι άκυρα και εξ άλλων λόγων, ήτοι:
-Δεν αναφέρεται η ημερομηνία τοιχοκολλήσεως της αποφάσεως στον Δήμο.
-Δεν αναφέρεται η ιδιότητα και η αρμοδιότητα της βεβαιούσης περί της τοιχοκολλήσεως εις τον Δήμο Κ. Τ..
-Ο χαρακτηρισμός της εκκαλούσης ως αγνώστου διαμονής και η κοινοποίησις της αποφάσεως κατά τον ίδιο τρόπο έγινε χωρίς να προηγηθή η απαιτούμενη από τον Νόμο έρευνα και χωρίς βεβαίωση του οργάνου επιδόσεως ότι ερεύνησε προς τούτο.
4) Κακώς η εκκαλουμένη απόφασις της εκοινοποιήθη ως εις αγνώστου διαμονής, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις προς τούτο, διότι :- Ήταν πάντοτε και είναι γνωστής διαμονής.
Μέχρι και της 31ης-12-2010 διέμενε εις την επί της οδού ... αριθμός 21 στον ... κατοικία της.
Από 1ης δε Ιανουαρίου 2011 μέχρι και σήμερα εις την επί της οδού ... αριθμός 6 στην ... κατοικίαν της.
Αποτέλεσμα της εσφαλμένης ως άνω επιδόσεως είναι η άνευ ετέρου ακυρότης της τε επιδόσεως και του αποδεικτικού.
Αποτέλεσμα δε της ακυρότητος της επιδόσεως ήταν να μη κινηθή η προθεσμία άσκησης των ενδίκων μέσων (και εν προκειμένω της εφέσεως), γεγονός το οποίον καθιστά την άσκηση της παρούσης εφέσεως, ως προ πάσης κοινοποιήσεως ασκούμενη.
Ουσιαστικόν αποτέλεσμα της ακυρότητος της επιδόσεως ήταν προς τούτοις η άγνοια της περί της κατηγορίας και της δικασίμου, κατά συνέπειαν δε και περί την ύπαρξιν της αποφάσεως, γεγονός το οποίον συνιστά απόλυτον ψυχικήν αδυναμία και λόγον ανωτέρας βίας ως προς την άσκηση της εφέσεως.
5) Το αδίκημα δια το οποίο κατεδικάσθη φέρεται ότι ετελέσθη την 5ην-5-2001. Έκτοτε και μέχρι σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα (10) ετών, το αδίκημα δε (το οποίο βέβαια ουδέποτε ετελέσθη) υπέπεσε σε παραγραφή.
6) Δι' όσους άλλους λόγους θέλει εν καιρώ προσηκόντως προσθέσει και ιδίως κατά την ημέρα της συζητήσεως της υποθέσεως".
Από τα παραπάνω εκτιθέμενα στην έκθεση εφέσεως της αναιρεσείουσας σαφώς συνάγεται, ότι αυτή επικαλείται: α) ότι η παραπάνω επίδοση σε αυτή της εκκαλούμενης πρωτόδικης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής είναι άκυρη και β) ότι ουδέποτε έλαβε γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως για συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, για οποιαδήποτε δικάσιμο, ούτε για τη δικάσιμο της 17-12-2003, που εκδόθηκε ερήμην της η προσβαλλόμενη με την έφεση απόφαση, κληθείσα ως άγνωστης διαμονής στην οδό ... αρ. 21 του ..., διεύθυνση στην οποία διέμενε μέχρι της 31-12-2010, μετοικήσασα έκτοτε στην οδό ... αρ. 6 της ... . Με την προσβαλλόμενη με αρ. 544/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως απ' αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η ανωτέρω με αριθμό εκθέσεως 8986/10-8-2011 έφεση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, κατά της με αρ. 154943/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί αυτή ερήμην, κληθείσα ως άγνωστης διαμονής, σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, για παράβαση του άρ. 375 παρ.1 του ΠΚ, με την παρακάτω, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: "Από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε προκύπτει ότι η υπό κρίση έφεση πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Ειδικότερα η εκκαλούμενη με αριθμ. 154943/2003 απόφαση του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά την απαγγελία της οποίας η εκκαλούσα - κατηγορούμενη δεν ήταν παρούσα επιδόθηκε στην τελευταία ως αγνώστου διαμονής στις 18.10.2006, αφού προηγουμένως αναζητήθηκε στην αναφερόμενη στη μήνυση διεύθυνση τελευταίας γνωστής κατοικίας της, ήτοι στην οδό ... 21 στον ..., όπου ούτε αυτή ούτε κανένα άλλο πρόσωπο από αυτά που αναφέρονται στη διάταξη του αρθ. 156 § 1 εδ. α' ΚΠοινΔ ανευρέθησαν. Πρέπει να επισημανθεί ότι στο αποδεικτικό επίδοσης της ως άνω εκκαλουμένης απόφασης στην κατηγορούμενη με άγνωστη διαμονή του Αρχ/κα του Α.Τ. ... Π. Π. αναγράφεται μόνο η ημερομηνία της επίδοσης και ειδικότερα η 18η του μηνός Οκτωβρίου και όχι και το έτος επίδοσης. Εντούτοις η έλλειψη αυτή δεν επιδρά στο κύρος της επίδοσης, διότι από την περιλαμβανόμενη στη δικογραφία με ημερομηνία 17.10.2006 αναφορά του άνω οργάνου που διενήργησε την επίδοση προς το Α.Τ. ... στην οποία δηλώνει ότι, όπως ο ίδιος εξακρίβωσε, η εκκαλούσα - κατηγορουμένη μετώκησε από την οδό ... 21 στον ... σε άγνωστη διεύθυνση προκύπτει ότι η επίδοση έλαβε χώρα το έτος 2006, οπότε και συντάχθηκε η εν λόγω αναφορά. Η εκκαλούσα - κατηγορουμένη, άσκησε την υπό κρίση έφεση στις 10.8.2011, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, η οποία τάσσεται από το άρθρ. 473 παρ.1 ΚΠΔ για την περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, το ένδικο μέσο της έφεσης ασκείται από τον κατηγορούμενο που δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της προσβαλλόμενης απόφασης και, παραλλήλως είναι άγνωστης διαμονής (ΑΠ 5/2003 ΠοινΧρ ΝΓ 890). Με την σχετική με αριθμό 8986/2011 έκθεση εφέσεώς της η εκκαλούσα προβάλλει τους ισχυρισμούς, προκειμένου να γίνει δεκτή η έφεσή της. Πρώτον, ισχυρίζεται ότι γνώση του Γ 20001/11763 κλητηρίου θεσπίσματος το οποίο δεν της επιδόθηκε άλλως της επιδόθηκε ακύρως, αφού είχε γνωστή διαμονή και ειδικότερα η κατοικία της ήταν επί της άνω οδού ... 21 στον ... όπου υποτίθεται ότι αναζητήθηκε αλλά δεν βρέθηκε. Ο ισχυρισμός αυτός της εκκαλούσας είναι αβάσιμος, διότι από το με ημερομηνία 31.7.2004 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχ/κα Α.Τ. ... Κ. Π. προκύπτει ότι ο τελευταίος που ενήργησε την επίδοση του ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος μετέβη στην επί της οδού ... 21 στον ... κατοικία της εκκαλούσας - κατηγορουμένης την αναζήτησε και ήταν απούσα και ακολούθως βεβαίωσε το άγνωστο της διαμονής αυτής και την ανυπαρξία των αναφερόμενων στο άρθρο 156 ΚΠΔ προσώπων. Έτσι σύννομα έγινε η επίδοση του παραπάνω κλητηρίου θεσπίσματος προς αυτήν ως άγνωστης διαμονής και όχι ως γνωστής με θυροκόλληση. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της ότι δεν αναζητήθηκε από το όργανο που ενήργησε την επίδοση στην ως άνω κατοικία της είναι χωρίς νόμιμη επιρροή, καθόσον το αποδεικτικό επίδοσης ως προς το ζήτημα κατά τούτο έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη, δεδομένου ότι δεν έχει προσβληθεί για πλαστότητα σύμφωνα με το άρθρο 162 εδ. α' ΚΠΔ (ΑΠ 498/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δεύτερον ισχυρίζεται ότι η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης είναι άκυρη, διότι στο αποδεικτικό επιδόσεως δεν αναφέρεται το έτος επιδόσεως ούτε το έτος τοιχοκολλήσεις της αποφάσεως στο Δημοτικό κατάστημα και ούτε η ιδιότητα και η αρμοδιότητα της υπαλλήλου του Δήμου Κ. Τ. που προέβη στη βεβαίωση. Ότι δεν ήταν αγνώστου διαμονής αλλά γνωστής και δεν προηγήθηκε της επίδοσης σε αυτήν ως αγνώστου η έρευνα του οργάνου και δεν υφίσταται βεβαίωση αυτού ότι ερεύνησε για το σκοπό αυτό. Όπως εκτέθηκε στο αποδεικτικό επιδόσεως δεν αναγράφεται το έτος της επίδοσης ούτε το έτος τοιχοκόλλησης της εκκαλούμενης, πλην όμως κατά τα εκτεθέντα εξ αυτού του λόγου δεν πάσχει ακυρότητα η επίδοση, αφού το έτος διενέργειας των πράξεων αυτών προκύπτει από την παραπάνω από 17.10.2006 αναφορά του οργάνου που προέβη στην επίδοση (πρβλ. ΑΠ 2116/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επίσης, από το προαναφερθέν αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή παραδόθηκε νομίμως στην ορισμένη από το Δήμαρχο ... υπάλληλο Κ. Τ. η οποία υπογράφει κάτω από την ένδειξη' "παρέλαβα" και βεβαιώνει με δεύτερη υπογραφή της για την τοιχοκόλληση της αποφάσεως στο δημοσιότερο μέρος της έδρας του πιο πάνω Δήμου και δεν προκύπτει αμφιβολία ότι αυτή ήταν ορισμένη από το Δήμαρχο ... για την παραλαβή δικογράφων. Ο ισχυρισμός της ότι το όργανο που ενήργησε την επίδοση δεν ερεύνησε προηγουμένως, εάν πράγματι διαμένει στην κατοικία της δεν ασκεί επιρροή, διότι το αποδεικτικό επίδοσης ως προς το ζήτημα αυτό έχει αποδεικτική δύναμη, δεδομένου ότι δεν έχει προσβληθεί για πλαστότητα σύμφωνα με το άρθρο 162 εδ. α' ΚΠΔ (ΑΠ 498/2005 ο.π.). Εξάλλου στο αποδεικτικό αυτό βεβαιώνεται ότι αναζητήθηκε στην αναφερόμενη στη μήνυση διεύθυνση τελευταίας γνωστής κατοικίας της, ήτοι στην οδό ... 21 στον ..., όπου ούτε αυτή ούτε κανένα άλλο πρόσωπο από αυτά που αναφέρονται στη διάταξη τού αρθ. 156 § 1 εδ. α' ΚΠοινΔ ανευρέθηκαν. Με την έφεση ισχυρίζεται ότι άλλως εκ λόγων ανώτερης βίας και ανυπέρβλητου κωλύματος συνιστάμενων στην άγνοια της ύπαρξης της εκκαλούμενης δεν άσκησε εμπροθέσμως την έφεση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος (ΑΠ 498/2005). Τέλος ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως της επιδόθηκε η εκκαλουμένη ως αγνώστου διαμονής, αφού είχε γνωστή διαμονή και ειδικότερα η κατοικία της ήταν επί της άνω οδού ... 21 στον ... . Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατά τα προεκτεθέντα, αφού αναζητήθηκε στη διεύθυνση αυτή ούτε αυτή ούτε κανένα άλλο πρόσωπο από αυτά που αναφέρονται στη διάταξη τού άρθ. 156 § 1 εδ. α' ΚΠοινΔ ανευρέθηκαν".
Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης με αρ. 544/10-1-2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορριπτικής της εφέσεως κατά της ως άνω εκκαλουμένης 154943/2003 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σε αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν παραπάνω ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της άνω εκκαλουμένης αποφάσεως στην κατηγορουμένη, ως άγνωστης διαμονής, αφού προηγουμένως το επιδόσαν αστυνομικό όργανο βεβαιώνει, τόσο στο αποδεικτικό επιδόσεως, όσο και σε χωριστή από 17-10-2006 βεβαίωσή του, ότι προέβη σε έρευνα, δηλαδή αναζητήθηκε η κατηγορουμένη και δε βρέθηκε αυτή ή άλλο πρόσωπο από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 156 παρ.1 ΚΠΔ, στη διεύθυνση επί της οδού ... αρ.21 του ..., κατοικία που, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τη διερεύνηση του σχετικού λόγου αναιρέσεως, αναφερόταν στην με χρονολογία 5-5-2001 μήνυση του Π. Θ., εκπροσώπου της μηνύτριας εκμισθώτριας εταιρείας κατά της για υπεξαίρεση κατηγορουμένης, διεύθυνση που προκύπτει μάλιστα ότι είχε δώσει η ίδια η κατηγορουμένη στη μηνύτρια με το υπογραφόμενο και από αυτή από 5-9-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως του υπεξαιρεθέντος μισθίου αυτοκινήτου, μόνη γνωστή κατοικία της κατηγορουμένης στην αρμόδια για την επίδοση εισαγγελική αρχή Αθηνών, αφού δεν είχε εξετασθεί η κατηγορουμένη στην προδικασία, για να δηλώσει άλλη νεότερη κατοικία της, ούτε επικαλείται ή προκύπτει ότι αυτή είχε δηλώσει μεταβολή της ανωτέρω νέας κατοικίας της στην αρμόδια εισαγγελική αρχή. Στο ίδιο αιτιολογικό του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου διαλαμβάνεται το συγκεκριμένο αποδεικτικό επιδόσεως και ο χρόνος της επιδόσεως, η 18-10-2006, αναφέροντας ρητά ότι η επίδοση έγινε στις 18-10-2006 και αναφέρεται και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως, η 10-8-2011, δηλαδή πολύ μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως, των 30 ημερών, από της επιδόσεως της αποφάσεως στην άγνωστης διαμονής κατηγορουμένη, που ορίζει το προπαρατεθέν άρθρο 473 παρ.1 του ΚΠΔ. Το δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να διαλάβει αιτιολογία για την επικαλούμενη απλή μη γνώση της ερήμην αποφάσεως, που εμπόδισε την εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, αφού η εκκαλούσα, με την ανωτέρω εκτεθείσα έφεσή της, δεν είχε επικαλεσθεί κάποιο λόγο ανώτερης βίας, για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο, είχε δε μόνον προβάλλει ακυρότητα της ως άγνωστης διαμονής επιδόσεως της προσβληθείσας ερήμην αποφάσεως, για το λόγο ότι και κατά το χρόνο της επιδόσεως της ερήμην αποφάσεως ήταν γνωστής διαμονής σε κάποια συγκεκριμένη διεύθυνση στην ..., γνωστή μάλιστα στην αρμόδια για την επίδοση εισαγγελική αρχή των Αθηνών. Όσον αφορά τον επικληθέντα έτερο ειδικότερο λόγο ακυρότητας της προς την εκκαλούσα επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής, της προσβληθείσας ερήμην καταδικαστικής πρωτόδικης αποφάσεως, για το λόγο ότι στο άνω με χρονολογία 18-10(χωρίς έτος) αποδεικτικό επιδόσεως δεν αναφερόταν το έτος επιδόσεως και το έτος τοιχοκολλήσεως της ερήμην αποφάσεως στο Δημοτικό κατάστημα, ως και διότι δεν αναφερόταν η ιδιότητα και η αρμοδιότητα της υπαλλήλου του Δήμου Κ. Τ. που προέβη στη βεβαίωση τοιχοκόλλησης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη κατά τα παραπάνω με αρ. 544/2012 απόφασή του, ορθά απέρριψε ως εκπρόθεσμη την έφεση με πλήρη, ειδική και σαφή ως παραπάνω εκτέθηκε αιτιολογία, ερευνήσαν και δεχθέν το νόμιμο της παραπάνω προς την εκκαλούσα κατηγορουμένη επιδόσεως της ερήμην με αρ. 154943/2003 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καθόσον η ανωτέρω επίδοση δεν είναι άκυρη, από τις εν λόγω πράγματι υπάρχουσες ελλείψεις, διότι: α) ανεξάρτητα του ότι όπως προαναφέρθηκε, η έλλειψη αναγραφής στο αποδεικτικό επιδόσεως του έτους επιδόσεως, δεν επιβάλλεται µε ποινή την ακυρότητα της σχετικής επιδόσεως, το μη αναφερόμενο στο άνω αποδεικτικό επιδόσεως έτος διενέργειας της επιδόσεως και της τοιχοκολλήσεως στο Δημοτικό κατάστημα (το 2006), συνάγεται ότι παραλείφθηκε από παραδρομή του οργάνου επιδόσεως και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι το έτος 2006. Τούτο δε προκύπτει από τα παραδεκτά επισκοπούμενα για τη διερεύνηση σχετικού λόγου αναιρέσεως έγγραφα της δικογραφίας και δη από την αναφερόμενη στο αιτιολογικό με χρονολογία 17-10-2006 αναφορά του επιδώσαντος αστυνομικού οργάνου Π. Π. προς το ΑΤ ..., αλλά και από τη με χρονολογία 18-9-2006 παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προς το ΑΤ ... για την επίδοση στην κατηγορουμένη της ανωτέρω ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως και β) από το εν λόγω αποδεικτικό επιδόσεως του αστυνομικού οργάνου Π. Π., προκύπτει σαφώς και χωρίς αμφιβολία ότι σε αυτό αναφέρεται ότι η υπογράφουσα ως παραλαβούσα την ερήμην απόφαση και τοιχοκολλήσασα αυτή στο Δημοτικό κατάστημα υπάλληλος του Δήμου ... Κ. Τ., ήταν ορισμένη από το Δήμαρχο ... για την παραλαβή δικογράφων. Επομένως το συγκεκριμένο αποδεικτικό επιδόσεως, που σημειωτέον δεν προσβάλλεται για πλαστότητα, δεν πάσχει από καμία ακυρότητα και η προεκτεθείσα αιτιολογία του Εφετείου στηρίζει επαρκώς την κρίση του για την εγκυρότητα της προς την κατηγορουμένη επιδόσεως της ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής.
Επομένως, όλοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, συναφείς λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για ελλιπή και μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης, απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης αποφάσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως (πρώτος και δεύτερος) της κρινόμενης αιτήσεως, α) ότι η κατηγορουμένη ουδόλως έλαβε γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος, άλλως της κοινοποιήθηκε κατά τρόπο μη νόμιμο και β) ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ερήμην του βάσει των μονομερώς προσκομισθέντων και υφισταμένων στη δικογραφία στοιχείων, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα και απορρίφθηκε ως απαράδεκτο, ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για το απαράδεκτο και μόνον και δεν υπεισέρχεται σε θέματα προδικασίας και στην επί της ουσίας κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Μετά από αυτά, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη δεύτερη με αρ. εκθ. 36/22-3-2012 αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 6/19-1-2012 αίτηση της Ό. Κ. του Χ., για αναίρεση της με αρ. 544/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 36/22-3-2012 αίτηση της Ό. Κ. του Χ., για αναίρεση της με αρ. 544/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση. Απορριπτική απόφαση εφέσεως ως εκπρόθεσμης, κληθείσας της κατηγορουμένης εγκύρως ως άγνωστης διαμονής. Στην Έκθεση Εφέσεως και την αναίρεση επικαλείται η αναιρεσείουσα ακυρότητα επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής της ερήμην του πρωτόδικης αποφάσεως. Α. Παραδεκτή παραίτηση από την πρώτη αίτηση αναίρεσης. Β.1. Αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. 2. Κατά την παρ. 2 του άρ. 161 ΚΠΔ ορίζεται ότι εκείνος που επιδίδει το έγγραφο οφείλει σε κάθε περίπτωση να σημειώνει σε αυτό τη χρονολογία και τον τόπο της επίδοσης καθώς και το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε και να υπογράψει τη σχετική σημείωση, πλην όμως, η σχετική αυτή σημείωση στο επιδιδόμενο έγγραφο, καθώς και η έλλειψη αναγραφής των στοιχείων αυτής, όπως του έτους επιδόσεως, δεν επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας της σχετικής επίδοσης, δεδομένου μάλιστα ότι η ως άνω διάταξη δεν είναι από εκείνες, η μη τήρηση των οποίων επιφέρουν, κατ' άρ. 154 παρ. 2 ΚΠΔ ακυρότητα της επίδοσης, μπορεί δε το έτος επίδοσης να προκύπτει και από τη σχετική βεβαίωση του οργάνου επιδόσεως. 3. Κατά τις διατάξεις, του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα και απορρίφθηκε ως απαράδεκτο, ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για το απαράδεκτο και δεν υπεισέρχεται σε θέματα προδικασίας και στην κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
|
Υπεξαίρεση
|
Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 432/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πάχη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 8711/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον E. T. του H., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1436/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 308 και 309 του Π.Κ., αν η σωματική βλάβη τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται στον υπαίτιο φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, συνίσταται στην πρόκληση της, κατά το άρθρο 308 παρ. 1, σωματικής βλάβης κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο για τη ζωή του παθόντος ή βαριά σωματική βλάβη, όπως ενδεικτικά αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 310 § 2 του ΠΚ. Ενόψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης από τις διατάξεις αυτές, είναι απαραίτητο στην καταδικαστική για επικίνδυνη σωματική βλάβη απόφαση, να καθορίζεται ποια από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δε, δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μίας ή της άλλης περίπτωσης, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς οδηγεί σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχείρισης του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή του θα καθοριστεί με βάση τα κριτήρια του άρθρου 79 Π.Κ. Αν υπάρχει ασάφεια, αναφορικά με το είδος της διακινδύνευσης, τότε συντρέχει περίπτωση εκ πλαγίου παραβίασης της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 309 του Π.Κ και ιδρύεται ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, διότι ο Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση, για το αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται δόλος, δηλαδή, γνώση της δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας. Ιδιαίτερη εξειδίκευση του δόλου δεν απαιτείται, αρκεί να προκύπτει από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά.
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης, υπ' αρ. 8711/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το ανωτέρω Δικαστήριο, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό: Α) καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης(άρθρ. 308 σε συνδ. με 309 ΠΚ) και Β) αθώωσε: α) τους T. E., και Ι. Α. για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας εκβίασης από κοινού και β) τον Δ. Π. για ηθική αυτουργία στην αμέσως παραπάνω πράξη της απόπειρας εκβίασης από κοινού. Συγκεκριμένα το δικαστήριο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του σε σχέση με τον αναιρεσείοντα -κατηγορούμενο, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζει κατ' είδος, και ειδικότερα την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, την απολογία των κατηγορουμένων και γενικά όλη τη συζήτηση της υποθέσεως, ότι αποδείχθηκαν - κατά πιστή μεταφορά -τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο τέταρτος κατηγορούμενος είναι ζωέμπορος, ενώ ο πρώτος (αναιρεσείων) διατηρεί ταβέρνα στην ... . Ο τρίτος κατηγορούμενος εργάζεται ως οδηγός του τέταρτου κατηγορούμενου και ο δεύτερος κατηγορούμενος, που είναι Αλβανός υπήκοος, εργάζεται τόσο στον τέταρτο κατηγορούμενο όσο και στον αδελφό του. Από πώληση ζώων που έγινε μεταξύ του 4ου και 1ου, τυπικά δε με την εταιρεία "Τ. Τ. και Σια Κτηνοτροφική Λαμίας ΕΠΕ" προς τον 1ο και τη σύζυγο του και εκπληρώθηκε το Πάσχα του άνω χρόνου, ο 1ος όφειλε στον 4° τα ποσά των 7.155 Ε και 3.780 Ε., εκδοθέντων για την οφειλή αυτή, των υπ' αρ. 63 και 64/2005 διαταγών πληρωμής του Ειρηνοδίκη Λαμίας. Ο 4°ς κατηγορούμενος ζήτησε από τον 1ο την εξόφληση του άνω τιμήματος, το οποίο τελικά δεν κατέβαλε ο 10ς παρά το ότι επανειλημμένως το είχε υποσχεθεί. Τελικώς αυτός συμφώνησε την 15η Αυγούστου του 2004 να εξοφλήσει τα άνω ποσά. Οι 2ος και 3ος πήγαν στον 1° για λογαριασμό του 4ου να εισπράξουν τα οφειλόμενα. Αρχικά δεν τον βρήκαν εκεί και επέστρεψαν μετά 1 ώρα, αφού η σύζυγος του 1ου κατηγορουμένου τους είπε ότι τότε αυτός θα γύριζε. Όταν αυτός τους αντίκρισε άρχισε να τους βρίζει και με όπλο που άρπαξε στα χέρια του πυροβόλησε τον E. (2° ατηγορούμενο),σημαδεύοντας την κοιλιά του αλλά αυτός για να προστατευθεί έβαλε μπροστά το χέρι του και η σφαίρα τον βρήκε εκεί. Αμέσως ο 2°ς και 3°ς μετέβησαν στην Αστυνομία για να δηλώσουν το συμβάν, όταν δε επέστεψαν στο χώρο που έλαβε χώρα αυτό, ο 10ς και η οικογένεια του είχαν αποχωρήσει και είχαν σκουπίσει τα αίματα, γεγονός που αποδέχονται πλην όμως ισχυρίζονται ότι τα αίματα ήταν από τα σφαχτά. Από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο 2°ς κρατούσε όπλο ή με οποιονδήποτε τρόπο οι 2ος και 3ος απείλησαν τη ζωή του 1ου μ' αυτό, ούτε ότι εκπυρσοκρότησε και ο 1ος με την οικογένεια του φοβήθηκαν απ' αυτό. Αν ο ισχυρισμός αυτός ήταν αληθής η σφαίρα που τυχόν είχε φύγει από το όπλο του 2ου θα βρισκόταν από την αστυνομία στο χώρο του συμβάντος. Μάλιστα στην κατάθεση της, η μάρτυρας του 1ου, σύζυγος του ανέφερε ότι οι 2ος και 3ος δεν κρατούσαν όπλα στα χέρια, αλλά τα είχαν πίσω από τη ζώνη και φορούσαν από πάνω πουκάμισα. Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι ο πρώτος κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος του E. T. ". Στη συνέχεια το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα -κατηγορούμενο του ότι: "Στον ..., στις 14-8-2004 με πρόθεση, προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του κατά τρόπο που μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος για τη ζωή του και συγκεκριμένα επιτέθηκε εναντίον του E. T. του Η. και τον πυροβόλησε με το πιστόλι που κρατούσε, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει διαμπερές τραύμα του αριστερού άνω άκρου, με πύλη εισόδου στη μεσότητα περίπου της ωλένιου μοίρας της καμπτικής επιφάνειας του αριστερού αντιβραχίου, διαμέτρου 1,1 εκ. και πύλη εξόδου την έσω -οπίσθια επιφάνεια του αριστερού αγκώνα. Από τον τρόπο δε τελέσεως της πράξεως και ιδίως από το μέσο που χρησιμοποιήθηκε για την τέλεση αυτής, μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος για τη ζωή του παθόντος " και του επέβαλε για την πράξη αυτή ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 3 Ευρώ ημερησίως. Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφαση του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξης, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους, τα υπήγαγε στην ουσιαστική ποινική διάταξη των άρθρων 6παρ. 1, 27παρ. 1 και 308-309 παρ.1 ΠΚ, που εφαρμόσθηκε, την οποία ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα το δικαστήριο αιτιολογεί, ως προς την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, που δέχθηκε ότι τέλεσε ο αναιρεσείων σε βάρος του E. T., λόγω της αναφοράς στο σκεπτικό το οποίο συμπληρώθηκε παραδεκτά από το διατακτικό της : α) πως προκλήθηκε η σωματική βλάβη του παθόντος β)το μέσο με το οποίο έγινε αυτή (όπλο), γ)τον τρόπο της ενέργειας του αναιρεσείοντος και δ) τη διακινδύνευση του εννόμου αγαθού του παθόντος που συνίστατο, στο ότι μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος για την ζωή του. Από την τελευταία παραδοχή, ότι "από τον τρόπο τελέσεως της πράξεως και ιδίως από το μέσο που χρησιμοποιήθηκε για την τέλεση αυτής, μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος για τη ζωή του παθόντος", που εκτίθεται στο διατακτικό και αιτιολογείται η κρίση του για την παραδοχή αυτή, απ' όσα πραγματικά περιστατικά διαλαμβάνονται τόσο στο σκεπτικό όσο και το διατακτικό της προσβαλλόμενης, δεν δημιουργείται ασάφεια ως προς το είδος της διακινδύνευσης που δέχθηκε ότι συνέτρεξε και έτσι δεν παραβιάσθηκε εκ πλαγίου η διάταξη του άρθρου 309 ΠΚ, ούτε στέρησε την απόφαση του από τη νόμιμη βάση. Μετά ταύτα ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, προβάλλει την αιτίαση ότι υπάρχει ασάφεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με το ποίο από τα δύο διαζευκτικά τιθέμενα στη διάταξη του άρθρου 309 παρ.1 ΠΚ είδη διακινδύνευσης συνέτρεξε στην προκειμένη περίπτωση, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους-όπως ακριβώς παρατέθηκαν παραπάνω - από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας, συνήγαγε τις παραδοχές που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά το νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα. Από το όλο δε περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς καμία αμφιβολία προκύπτει ότι για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: α) ότι είναι αντιφατική η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο κατηγορούμενος πυροβόλησε τον παθόντα σημαδεύοντας τον στην κοιλιακή χώρα αλλά αυτός για να προστατευθεί έθεσε το χέρι του εκεί, όπου και τον έπληξε η σφαίρα, σε σχέση με την αναγνωσθείσα στο ακροατήριο υπ' αρ. 1610/2004 ιατροδικαστική έκθεση, που διαλαμβάνει ότι ο παθών φέρει διαμπερές τραύμα αριστερού άνω άκρου που προκλήθηκε από βολίδα πυροβόλου όπλου, μικρού διαμετρήματος και πύλη εισόδου στην μεσότητα περίπου της ωλένιου μοίρας της καμπτικής επιφάνειας του αριστερού αντιβραχίου, διαμέτρου 1,1 εκ. και πύλη εξόδου στην έσω επιφάνεια του αριστερού αγκώνα που αφορά μόνο μαλακά μόρια, "διότι - ως διατείνεται - η ωλένη δεν μπορεί να προστατεύσει την κοιλία" β) ότι δεν λήφθηκε υπόψη η αναγνωσθείσα στο ακροατήριο από 11-6-2005 έκθεση ενόρκου καταθέσεως του αυτόπτη μάρτυρα Ε. Μ., καθώς και η ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο της θυγατέρας του Α. Μ., είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι ο αναιρεσείων -κατηγορούμένος, υπό την επίφαση του λόγου της αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας με τις αιτιάσεις αυτές. Επίσης η αιτίαση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογείται το υποκειμενικό στοιχείο της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε, ήτοι ο δόλος του, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Τούτο διότι, ως προαναφέρθηκε και στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, για το συγκεκριμένο έγκλημα, δεν υπήρχε ανάγκη ειδικής αιτιολογίας του δόλου, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος και εξυπακούεται η ύπαρξη του από τη πραγμάτωση αυτών. Τέλος και η αιτίαση του ,ότι το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι εντελώς τυπικό και δε μπορεί να συμπληρωθεί από το διατακτικό με ολική αναφορά στα στοιχεία του τελευταίου, είναι αβάσιμη και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί, διότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας από την διαδικασία, για την αξιόποινη πράξη που κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, καθώς και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν αυτά στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΠΚΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 211Α Κ.Π.Δ., η οποία ορίζει ότι, μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου, σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν μπορεί να θεμελιώσει την κρίση του για καταδίκη του κατηγορουμένου αποκλειστικά και μόνο σε τέτοια μαρτυρική κατάθεση ή απολογία συγκατηγορουμένου του για την ίδια πράξη. Στην περίπτωση αυτή, η κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται σε μη επιτρεπόμενο κατά νόμο αποδεικτικό μέσο και η απόφαση είναι αναιρετέα για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. 4 Κ.Π.Δ.). Εάν, όμως, η περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται, εκτός από τέτοια μαρτυρική κατάθεση ή απολογία και σε άλλες αποδείξεις, η συνεκτίμηση απλώς μαρτυρικής κατάθεσης ή απολογίας συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, δε δημιουργεί τέτοια ακυρότητα. Ως συγκατηγορούμενος, για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως, πρέπει να θεωρηθεί ,όχι μόνον ο με την έννοια των άρθρων 45 έως 49 του ΠΚ, συναυτουργός, ηθικός αυτουργός, συνεργός, αλλά και κάθε άλλος, του οποίου η αξιόποινη πράξη που ακολούθησε, αν και αυτοτελής και διακεκριμένη, συνέχεται αμέσως με την προηγηθείσα αξιόποινη πράξη που τελέστηκε από άλλο πρόσωπο, επί της οποίας στηρίζεται η μεταγενέστερη αξιόποινη συμπεριφορά του εν συνεχεία αυτουργού (ΑΠ 1578/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, προβάλλει την αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας, κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση από μόνη την μαρτυρία των εξετασθέντων, ως μαρτύρων κατηγορίας, συγκατηγορουμένων του, Ι. Α. και T. E.. H αιτίαση αυτή, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ σε συνδ. με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' λόγο αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και κατά συνέπεια και ο προβαλλόμενος με την αίτηση αναιρέσεως λόγος αυτός, γιατί στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως. Τούτο διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι οι ανωτέρω, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και κατέθεσαν, ανωμοτί ο δεύτερος λόγω της ιδιότητας του ως πολιτικώς ενάγοντος και ενόρκως ο πρώτος, κατέθεσαν ως βασικοί μάρτυρες κατηγορίας για την σε βάρος του T. E. αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, που φερόταν ότι τέλεσε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, η οποία είναι διαφορετική αξιόποινη πράξη από την απόπειρα εκβίασης από κοινού που αποδόθηκε σε αυτούς, για την οποία θα κατέθετε ως βασικός μάρτυρας κατηγορίας ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, αν δε δικαζόταν εκπροσωπούμενος από τον συνήγορο του Κωνσταντίνο Παχή, που δήλωσε και παράσταση πολιτικής αγωγής για λογαριασμό του. Πηγάζει όμως η πράξη αυτή από το ίδιο βιοτικό συμβάν, που τους καθιστούσε όλους συγκατηγορουμένους εν ευρεία έννοια. Το Δικαστήριο όμως της ουσίας, λαμβάνοντας υπόψη του και τις καταθέσεις αυτές, δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια, ως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, διότι δεν στήριξε αποκλειστικά την καταδικαστική του κρίση μόνο στις καταθέσεις αυτές, αλλά τις έλαβε υπ' όψη του, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μάρτυρες και έγγραφα. Μετά από αυτά, και εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-11-2011 αίτηση του Κ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 8711/2011 αποφάσεως του Ε' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως. Αδίκημα. Επικίνδυνη σωματική βλάβη. Λόγοι α) Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, β) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, γ) Απόλυτη ακυρότητα διαδικασίας στο ακροατήριο. Στο διατακτικό που συμπληρώνει το σκεπτικό καθορίζεται ποιό από τα δύο είδη διακινδύνευσης συνέτρεξε στη προκειμένη περίπτωση, ήτοι κίνδυνος για τη ζωή του παθόντος. Επομένως είναι αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης περί ελλείψεως νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Επαρκής η αιτιολογία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος. Δεν απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του δόλου. Η καταδικαστική κρίση, που στηρίζεται μόνο στη μαρτυρία ή απολογία συγκατηγορουμένου, προκαλεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας . Έννοια συγκατηγορουμένου. Όταν όμως το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική του κρίση και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, απορρίπτεται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως.
|
Σωματική βλάβη επικίνδυνη
|
Σωματική βλάβη επικίνδυνη.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 422/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Μαρτίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την προσφυγή του αιτούντος - προσφεύγοντος Κ. Τ. του Β., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πρωτέκδικο, κατά των υπ' αριθμ. 02/2013 και 09/2011 αποφάσεων της Β' Μονάδας της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης.
Η Β' Μονάδα της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και Χρηματοδότηση της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης με την ως άνω απόφασή της διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών- προσφεύγων προσφεύγει τώρα κατά της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Φεβρουαρίου 2013 αίτηση προσφυγής, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 196/13.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κολιοκώστας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό 43 και αριθμό 18-2-2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "-Εισάγοντας, ενώπιον Σας, κατ' άρθ. 49Α § 9 και 10 του ν. 3691/2008, (όπως προστέθηκε με το άρθρο 7 του ν. 3932/2011), την από 11/2/2013 προσφυγή του Κ. Τ. του Β., κατοίκου ... κατά της 2/2013 απόφασης της Ολομέλειας της Β' Μονάδας της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης, με την οποία απορρίφθηκε η από 10/12/2012 αίτηση αυτού, για ανάκληση της 09/2011 αποφάσεως της ίδιας Μονάδας της Αρχής, που αφορούν την ένταξη του ονόματος του στον κατάλογο των σχετιζόμενων με την τρομοκρατία προσώπων και τη δέσμευση των περιουσιακών του στοιχείων, εκθέτουμε τα ακόλουθα: -Με το άρθρο 7 του ν. 3691/2008, (ως αντικ με το άρθρο 2 § 1 του ν. 3932/2011), συνιστάται "Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης" (εφεξής "Αρχή"). Σκοπός της Αρχής είναι η λήψη και εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων για την πρόληψη και καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και ο έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις στ' έως και ιε' της § 1 του άρθρου 1 του ν. 3213/2003. -Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7Α του ν. 3691/2008, (όπως προστ. με το άρθρο 2 § 2 του ν. 3932/2011), η Αρχή απαρτίζεται από τρεις αυτοτελείς Μονάδες, με διακριτές αρμοδιότητες, προσωπικό και υποδομές, υπό κοινό Πρόεδρο. Σύμφωνα με την § 2 του άρθρου αυτού (7Α) με τον τίτλο "Β' Μονάδα Οικονομικών Κυρώσεων κατά Υπόπτων Τρομοκρατίας", η Β' Μονάδα συγκροτείται από τον Πρόεδρο και δύο μέλη, πλαισιώνεται και υποστηρίζεται αυτοτελώς από διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό, καθώς και από επιστημονικό προσωπικό με ειδικές γνώσεις και εμπειρία στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας. Το προσωπικό της Μονάδας συγκεντρώνει και αξιολογεί τις πληροφορίες που διαβιβάζονται στην Αρχή από τις αστυνομικές και εισαγγελικές αρχές ή περιέρχονται σε αυτήν με οποιονδήποτε τρόπο και αφορούν στην τέλεση πράξης από αυτές που περιγράφονται στο άρθρο 187Α του ΠΚ. Ομοίως, από φορείς της αλλοδαπής, με τους οποίους και συνεργάζεται για την παροχή κάθε δυνατής συνδρομής. Ο Πρόεδρος και τα Μέλη της Μονάδας είναι αρμόδιοι για τις ενέργειες που προβλέπονται στο άρθρο 49 σχετικά με την εφαρμογή του μέτρου της δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων ... Η Μονάδα είναι επίσης αρμόδια για τον προσδιορισμό των φυσικών και νομικών προσώπων ή οντοτήτων που σχετίζονται με την τρομοκρατία και τη δέσμευση των περιουσιακών τους στοιχείων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 49Α. Τέλος, στο άρθρο 49Α του ν. 3691/2008, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 7 του ν. 3932/2011, ορίζονται τα εξής: "1. Η Β' Μονάδα της Αρχής προσδιορίζει τα σχετιζόμενα με την τρομοκρατία φυσικά και νομικά πρόσωπα ή οντότητες, βασιζόμενη σε ακριβείς πληροφορίες ή στοιχεία που υποβάλλονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη ή τις εισαγγελικές, δικαστικές ή άλλες διωκτικές αρχές. Οι πληροφορίες και τα στοιχεία αυτά αφορούν συγκεκριμένα πρόσωπα ή οντότητες που διαμένουν ή εδρεύουν ή κατέχουν περιουσία, σύμφωνα με την έννοια της § 6 του άρθρου 187Α ΠΚ, στην ημεδαπή και τα οποία διέπραξαν ή αποπειρώνται να διαπράξουν ή συμμετέχουν ή με οποιονδήποτε τρόπο διευκολύνουν την τέλεση τρομοκρατικών πράξεων, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 187Α ΠΚ, όπως ισχύει. Ειδικότερα, στη Μονάδα υποβάλλονται τα εξής: α) τα αποδεικτικά στοιχεία ή οι πληροφορίες οποιουδήποτε είδους που προέκυψαν από τη διενέργεια ελέγχων σε βάρος νομικών προσώπων ή οντοτήτων που ανήκουν ή ελέγχονται από τρομοκράτες ή τρομοκρατικές οργανώσεις ή σε βάρος φυσικών ή νομικών προσώπων ή οντοτήτων που είτε βοηθούν ή παρέχουν οικονομική, υλική, τεχνολογική ή οποιαδήποτε άλλη υποστήριξη με σκοπό την υποβοήθηση τρομοκρατικών ενεργειών, είτε συνδέονται με οποιονδήποτε τρόπο με τρομοκράτες ή τρομοκρατικές οργανώσεις, β) οι ασκηθείσες ποινικές διώξεις για τρομοκρατικές πράξεις ή χρηματοδότηση τρομοκρατών ή τρομοκρατικών οργανώσεων, γ) οι καταδικαστικές αποφάσεις για την τέλεση τρομοκρατικών πράξεων και δ) οι καταδικαστικές αποφάσεις για τη χρηματοδότηση μεμονωμένων τρομοκρατών ή τρομοκρατικών οργανώσεων. Η Μονάδα συντάσσει και τηρεί κατάλογο που περιλαμβάνει τα ονόματα των προσδιοριζόμενων ως σχετιζόμενων με την τρομοκρατία φυσικών και νομικών προσώπων ή οντοτήτων, καταχωρίζοντας σε αυτόν επαρκή συμπληρωματικά στοιχεία που επιτρέπουν την αποτελεσματική διαπίστωση της ταυτότητας τους, διευκολύνοντας έτσι την αποφυγή λήψης μέτρων κατά εκείνων που φέρουν το αυτό ή παρόμοιο όνομα, επωνυμία ή διακριτικό τίτλο. 2. Η Μονάδα ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση όλα τα υπόχρεα πρόσωπα του άρθρου 5 και ζητεί επισταμένη έρευνα για τον εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων πάσης φύσεως των αναφερόμενων φυσικών και νομικών προσώπων ή οντοτήτων. Τα υπόχρεα πρόσωπα οφείλουν να παράσχουν αμελλητί τα αιτούμενα στοιχεία. Σε διαφορετική περίπτωση, υπόκεινται στις κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 52. 3. Με την επιφύλαξη τυχόν ενεργειών των αρμόδιων εισαγγελικών αρχών, η Μονάδα με απόφαση της διατάσσει τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των φυσικών και νομικών προσώπων ή οντοτήτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο, καθώς και των περιουσιακών στοιχείων που ελέγχουν μέσω παρένθετων προσώπων ή κατέχουν μαζί με άλλους, την απαγόρευση κίνησης λογαριασμών και ανοίγματος τραπεζικών θυρίδων, την απαγόρευση παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών στα ανωτέρω πρόσωπα, υπό την έννοια του στοιχείου 3 του άρθρου 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 2580/2001 του Συμβουλίου, όπως ισχύει, καθώς και τη λήψη κάθε άλλου αναγκαίου μέτρου αν συντρέχουν προς τούτο σοβαροί δικαιολογητικοί λόγοι. Η δέσμευση εκτείνεται και στις προσόδους των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων. Ως δέσμευση, υπό την έννοια του παρόντος, νοείται: η απαγόρευση οποιασδήποτε κίνησης, μεταβίβασης, μεταβολής, χρήσης ή διαπραγμάτευσης περιουσιακών στοιχείων, η οποία θα καθιστούσε δυνατή τη χρησιμοποίηση τους, περιλαμβανομένης και της διαχείρισης χαρτοφυλακίων.......... 6. Η Μονάδα προβαίνει στην εξέταση των στοιχείων και πληροφοριών που της υποβάλλονται κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 ή των αιτημάτων της παραγράφου 4 και αποφασίζει χωρίς καθυστέρηση για την ένταξη στον κατάλογο ή τη δέσμευση περιουσίας. 7. Η επίδοση της απόφασης της Μονάδας στα φυσικά και νομικά πρόσωπα ή οντότητες γίνεται κατά το άρθρο 155 παρ. 1 εδάφιο α' ΚΠΔ, αμέσως μετά την ένταξη των ονομάτων τους στον κατάλογο ή τη δέσμευση των περιουσιακών τους στοιχείων. 8. Η Μονάδα μπορεί να ανακαλέσει την απόφαση της για την ένταξη του ονόματος στο σχετικό κατάλογο ή τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου ή οντότητας, είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από σχετική αίτηση του προσδιοριζόμενου στην απόφαση πραγματικού δικαιούχου ή οποιουδήποτε τρίτου έχει έννομο συμφέρον, επί της οποίας αποφαίνεται εντός δέκα ημερών, αν πεισθεί ότι δεν συντρέχουν οι λόγοι που επέβαλαν τη λήψη της σχετικής απόφασης. 9. Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή οντότητες, των οποίων η ανωτέρω αίτηση δεν έγινε δεκτή, μπορούν μέσα σε διάστημα τριάντα ημερών από την επίδοση της απορριπτικής απόφασης της Μονάδας, να προσφύγουν ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, που συνεδριάζει με τριμελή σύνθεση ως συμβούλιο. 10. Το συμβούλιο του Αρείου Πάγου αποφαίνεται για την προσφυγή που ασκείται κατά την προηγούμενη παράγραφο εντός τριάντα ημερών από την κατάθεση της, ύστερα από έγγραφη πρόταση του οικείου εισαγγελέα, που υποβάλλεται στο συμβούλιο εντός δέκα ημερών από την κατάθεση της προσφυγής. Ο αιτών έχει δικαίωμα αυτοπρόσωπης εμφάνισης ενώπιον του συμβουλίου μαζί με τους συνηγόρους του για να ακουσθεί και να δώσει κάθε διευκρίνηση, καλείται δε για το σκοπό αυτό πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. 11. Η Μονάδα μπορεί μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου προσώπου ή οντότητας, να αποφασίσει εντός δέκα ημερών την αποδέσμευση συγκεκριμένων ποσών, αναγκαίων για την κάλυψη των γενικότερων δαπανών διαβίωσης, συντήρησης ή λειτουργίας του, των εξόδων για τη νομική του υποστήριξη και των βασικών εξόδων για τη διατήρηση των δεσμευμένων περιουσιακών του στοιχείων. Κατά της απορριπτικής απόφασης επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Η προσφυγή εκδικάζεται κατ' απόλυτη προτεραιότητα, εντός τριάντα ημερών από την κατάθεση της. Η εκδιδόμενη επί της προσφυγής απόφαση υπόκειται στα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ένδικα μέσα, η εκδίκαση των οποίων προσδιορίζεται επίσης κατ" απόλυτη προτεραιότητα....... 14. Οι συνεδριάσεις της Μονάδας είναι μυστικές και πραγματοποιούνται σε ειδικό χώρο ασφαλείας. 15. Κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας οι δικαστικές αρχές συνεργάζονται στενά με τη Μονάδα για να διασφαλισθεί η προστασία του διαβαθμισμένου υλικού. -Στην προκειμένη περίπτωση, η Β' Μονάδα της Αρχής, με την 09/2011 απόφαση της, αποφάσισε την ένταξη του Κ. Τ. του Β., κατοίκου ... στον τηρούμενο κατάλογο των σχετιζόμενων με την τρομοκρατία προσώπων, καθώς και τη δέσμευση των περιουσιακών του στοιχείων, στηρίζοντας την κρίση της αυτή στο γεγονός ότι αυτός καταδικάστηκε, μεταξύ άλλων, για πράξεις οι οποίες, όπως λεπτομερώς περιγράφονται στο σκεπτικό και το διατακτικό των 2363, 2364, 2377, 2378, 2452 και 2453/2005 αμετάκλητων αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τελέστηκαν με τέτοιο τρόπο και τέτοια ένταση, κάτω από συνθήκες που ήταν δυνατόν να βλάψουν τη Χώρα, αλλά και με σκοπό να εξαναγκάσουν παρανόμως δημόσιες αρχές (Δικαστικές, Αστυνομικές κλπ), να απόσχουν από πράξεις που ανάγονται στα καθήκοντα τους, και συνεπώς, οι πράξεις του αυτές, και η όλη εγκληματική δράση του εντάσσονται στην έννοια της προβλεπόμενης από το άρθρο 187Α του ΠΚ εγκληματικής συμπεριφοράς. Προκύπτει δε από την 02/2013 απόφαση της Ολομέλειας της Β1 Μονάδας της Αρχής, ότι με την ως άνω 09/2011 απόφαση της, δεσμεύθηκαν όλα τα περιουσιακά στοιχεία του αιτούντος, καθώς και ο υπ' αριθ. ... τραπεζικός λογαριασμός της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ. Με την από 10/12/2012 αίτηση του ο Κ. Τ. ζήτησε την ανάκληση της παραπάνω αποφάσεως, η οποία όμως απορρίφθηκε με την 02/2013 απόφαση της Ολομέλειας της Β' Μονάδας της Αρχής. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης άσκησε την υπό κρίση από 11/2/2013 προσφυγή, με την οποία επιδιώκει την ακύρωση και συνακόλουθα την ανάκληση των αποφάσεων 09/2011 και 2/2013 της Β' Μονάδας της Αρχής. -Ειδικότερα, με την κρινόμενη προσφυγή του κατά των αποφάσεων αυτών αιτιάται: i) ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 49 και 49Α του ν. 3691/2008, όπως το τελευταίο προστέθηκε με το άρθρο 7 του ν. 3932/2008, ως και για αντίθεση τούτων, με τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 3, 8 παρ. 1, 17 και 96 παρ. 1 του Συντάγματος, ii) ότι είναι άκυρες, διότι δεν ελήφθησαν από την Ολομέλεια της Β' Μονάδας της Αρχής, αλλά μόνο από τον Πρόεδρο της, και ειδικότερα ότι η προσβαλλόμενη 02/2013 απόφαση είναι άκυρη, διότι "δεν αναγράφεται η σύνθεση των μελών της, όπως ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 13, 14 και 15 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ώστε να μπορεί να γίνει δικαστικός έλεγχος των προϋποθέσεων νόμιμης συγκρότησης του διοικητικού οργάνου, δηλαδή του προσώπου των μελών του, της νόμιμης απαρτίας του, των απόψεων, που διατυπώθηκαν, και του αποτελέσματος της ψηφοφορίας", iii) ότι όλες οι παραπάνω αποφάσεις πρέπει να ακυρωθούν, ως εκδοθείσες κατά παράβαση των διατάξεων των §§ 2 και 3 του άρθρου 89, σε συνδυασμό με το άρθρο 118 § 4 του Συντάγματος, διότι η Β' Μονάδα της Αρχής συγκροτήθηκε με τη συμμετοχή εν ενεργεία εισαγγελικού λειτουργού, ως Προέδρου, iv) ότι για να στηρίξει την κρίση της, έλαβε υπόψη, το άρθρο 187 του ΠΚ, ενώ η ένταξη στον κατάλογο των υπόπτων τρομοκρατίας απαιτεί τα οριζόμενα στο άρθρο 187Α του Π Κ και vi) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απορρίπτει την από 10/12/2012 αίτηση του, για ανάκληση των αποφάσεων 09/2011 και 2/2013 και αποδέσμευση των περιουσιακών του στοιχείων είναι πλήρως αναιτιολόγητη, καθώς δεν περιλαμβάνει την παραμικρή σκέψη για τον λόγο δέσμευσης τους, ενώ σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 49Α § 3 πρέπει να συντρέχουν προς τούτο σοβαροί δικαιολογητικοί λόγοι. -Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη προσφυγή, η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως και νομοτύπως, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 49Α § 9 του ν. 3691/2008, (όπως προστ. με το άρθρο 7 του ν. 3932/2011), είναι τυπικά παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία. -Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 02/2013 απόφασης της Ολομέλειας της Β1 Μονάδας της Αρχής προκύπτει, ότι η εν λόγω Αρχή απόρριψε την από 10/12/2012 αίτηση του ανωτέρω Κ. Τ., καθόσον; "δεν αναφέρονταν σ' αυτή λόγοι, που να δικαιολογούν διαφορετική από την αρχική -για ένταξη του στον τηρούμενο κατάλογο των σχετιζόμενων με την τρομοκρατία προσώπων-, κρίση της(σελ.5 αποσπάσματος πρακτικών-απόφασης)". -Ειδικότερα η Αρχή αφού έλαβε υπόψη και αξιολόγησε: 1. Τα άρθρα 187 και 187Α του ΠΚ, (όπως ισχύουν σήμερα), 2. Τα άρθρα 49 και 49Α του ν. 3691/2008, (όπως τροπ. με το ν. 3932/2011), 3. Ο Κανονισμός (ΕΚ) 2580/2001 του Συμβουλίου, 4. Η από 10/01/2000 Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών, (που κυρώθηκε με το ν. 3034/2002), 5. Η υπ' αριθμ 699, 780, 3244/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Αθηνών, 6. Η υπ' αριθμ. 1149 κλπ/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και 7. Η υπ1 αριθμ. 1413/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατέληξε στην ως άνω απορριπτική για τον προαναφερθέντα απόφαση με το εξής σκεπτικό: "....Α) Για τη λήψη των ειδικών περιοριστικών μέτρων που προβλέπονται από τις προαναφερθείσες διατάξεις και κυρίως αυτών του προσδιορισμού προσώπου (φυσικού ή νομικού) ως σχετιζομένου με την τρομοκρατία και της δέσμευσης των περιουσιακών του στοιχείων, δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επιβολή ποινικών κυρώσεων, αλλά ούτε και αυτού για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων. Αντίθετα αρκεί η ύπαρξη και μόνο έλλογων υπονοιών, ενδείξεων ή πιθανολόγησης, αφού αντικειμενικά είναι αρκετή, κατά νόμο, η ύπαρξη πληροφοριών τις οποίες η Β' Μονάδα της Αρχής κρίνει ως "ακριβείς". Άλλωστε μόνο έτσι τα παραπάνω μέτρα είναι δυνατό να εκπληρώσουν τον προληπτικό και ενίοτε προ-προληπτικό ρόλο τους στον τομέα της πρόληψης και καταστολής της τρομοκρατίας και της χρηματοδότησης της, όπως ο ρόλος αυτός διαγράφεται και προσδιορίζεται από τις νομικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν, αλλά και από πλήθος άλλων σχετικών διατάξεων, τις οποίες η χώρα μας έχει αναλάβει την υποχρέωση να εφαρμόζει. Β) Η "Ε.Ο. 17Ν" είναι μια οργάνωση της οποίας οι απαρχές δράσης ανάγονται από το έτος 1975, οπότε έλαβε χώρα η πρώτη εγκληματική ενέργεια της (εκτέλεση του Αμερικανού RW) και δημοσιεύτηκε η υπ' αριθμ. 1 προκήρυξη της. Έκτοτε ανέπτυξε πρωτοφανή και εντυπωσιακή, σε χρονική διάρκεια και αριθμό εγκληματικών ενεργειών δράση (ανθρωποκτονίες και απόπειρες ανθρωποκτονιών με στόχους αστυνομικούς, μέλη ξένων αποστολών, πρόσωπα που σχετίζονταν με ΜΜΕ, εισαγγελείς, άτομα με επιχειρηματική δραστηριότητα, ληστείες, εκρήξεις και άλλα εγκλήματα). Τον Ιούλιο του 2001 και λίγο αργότερα έγινε δυνατό να συλληφθεί και να οδηγηθεί σε δίκη μεγάλος αριθμός "μελών" της παραπάνω οργάνωσης καθώς και ο θεωρηθείς ως "αρχηγός" της. Η ποινική δίκη και η παραπομπή των συλληφθέντων σε δίκη για συγκρότηση και συμμετοχή σε εγκληματική Οργάνωση και άλλα εγκλήματα, έγινε με βάση το άρθρο 187 του ΠΚ, όπως αυτό ίσχυε από 27-06-2001, μετά το Ν. 2928/2001. Με την παραπάνω ποινική διάταξη δεν γινόταν διάκριση μεταξύ τρομοκρατικών και κοινών εγκληματικών οργανώσεων και αμφότερες υπάγονταν σ' αυτή. Αργότερα και κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατ' έφεση, ίσχυε πλέον η ειδικότερη διάταξη του άρθρου 187Α του ΠΚ, με την οποία προσδιορίζονται ειδικότερα οι πράξεις που θεωρούνται "τρομοκρατικές" και ο σχετικός κατάλογος διαφοροποιείται, εν μέρει, απ' αυτόν του άρθρου 187 του Π Κ. Επισημαίνεται πάντως ότι ορισμένα εγκλήματα και μεταξύ αυτών, η συγκρότηση και ένταξη στην οργάνωση, η ανθρωποκτονία από πρόθεση και η απόπειρα της, η ληστεία, η έκρηξη, είναι κοινά και στους δύο καταλόγους. Η νέα και ειδικότερη διάταξη του άρθρου 187Α του ΠΚ, δεν εφαρμόστηκε στις μετά την έφεση διαδικασίες, διότι κρίθηκε αυστηρότερη απ' αυτήν του άρθρου 187 ΠΚ, κυρίως και πρωτίστως, όσον αφορά τον προβλεπόμενο χρόνο παραγραφής των πράξεων. Ωστόσο, ο χαρακτήρας της οργάνωσης "17Ν", ως τρομοκρατικής οργάνωσης είναι αδιαμφισβήτητος και αυτό συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών στα αντίστοιχα σκεπτικά των δικαστικών αποφάσεων και των τριών βαθμών. Γ) Τα εγκλήματα της συγκρότησης και της ένταξης-συμμετοχής σε εγκληματική-τρομοκρατική οργάνωση είναι ex lege διαρκή και η διάρκεια τους εκτείνεται σε όλο το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο υφίσταται η εγκληματική οργάνωση, εφόσον ο δράστης δεν αίρει την παράνομη κατάσταση, που δημιουργήθηκε με την από μέρους του συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης ή την ένταξη του σ' αυτή. Κατά τη συναυτουργική τέλεση ενός διαρκούς εγκλήματος, ο ένας των συναυτουργών μόνο με θετική ενέργεια μπορεί να άρει την παράνομη κατάσταση, που έχει δημιουργηθεί ή να σταματήσει την επέλευση του παράνομου αποτελέσματος. Τέλος, με δεδομένα, ότι η συμμετοχή σε Ε.Ο. είναι έγκλημα αφηρημένης διακινδύνευσης και έγκλημα διαρκές, ότι η ιδιότητα του μέλους δεν απαιτείται να εμφανίζεται ως συνεχής και τέλος ότι για την ιδιότητα του μέλους δεν είναι αναγκαία και η προσωπική συμμετοχή στις κατ' ιδίαν πράξεις της οργάνωσης, γίνεται δεκτό ότι δεν μπορεί να σημαίνει "αποχώρηση" από την οργάνωση, η για κάποιο διάστημα (έστω και μεγάλο) μη ενεργός ή μη εμφανής δράση του μέλους, αφού η παράνομη κατάσταση που δημιουργήθηκε με την ένταξη-συμμετοχή του συνεχίζει να υφίσταται όσο υφίσταται η οργάνωση. Δ) Με τη σύλληψη μεγάλου αριθμού μελών της "Ε.Ο. 17Ν", τα οποία, όπως προκύπτει από τα σκεπτικά των προαναφερθέντων δικαστικών αποφάσεων, αποτελούσαν τον επιχειρησιακό βραχίονα της οργάνωσης και τον εγκλεισμό πολλών απ' αυτούς στις φυλακές, η δράση της οργάνωσης φαίνεται ότι έχει ανασταλεί, τουλάχιστον ως τρομοκρατική δράση οργάνωσης με τον τίτλο "Ε.Ο. 17Ν". Τούτο όμως ουδόλως σημαίνει ότι η συγκεκριμένη οργάνωση περιήλθε σε κατάσταση ανυπαρξίας. Το αντίθετο μάλιστα, από τα πρακτικά των δικών που διεξήχθησαν σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, προκύπτει καθαρά ότι: 1ον) Υπάρχουν ακόμη ασύλληπτα μέλη της "Ε.Ο. 17Ν" (χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πολλάκις αναφερόμενη ξανθιά γυναίκα με το όνομα "Ά." καθώς και άλλες γυναίκες-μέλη της οργάνωσης. Επίσης, αναφέρεται η ύπαρξη δακτυλικών αποτυπωμάτων που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το πρόσωπο στο οποίο ανήκουν είναι μέλος της οργάνωσης, πλην όμως δεν έχει ταυτοποιηθεί). 2ον) Δεν έχει βρεθεί μέρος του οπλισμού τον οποίο η οργάνωση διέθετε πριν τη σύλληψη πολλών μελών της τον Ιούλιο του 2001. 3ον) Δεν έχει βρεθεί το εγκληματικό προϊόν των ληστειών, τις οποίες σύμφωνα με τις προαναφερθείσες δικαστικές αποφάσεις τέλεσαν τα μέλη της οργάνωσης. Γίνεται κατά συνέπεια δεκτό, ότι η τρομοκρατική οργάνωση "17Ν" συνεχίζει να υπάρχει και σήμερα, έστω και αν ορισμένα μέλη της ευρίσκονται στις φυλακές, κάτι που βεβαίως δεν εμποδίζει εξ ορισμού, τη συμμετοχή σε εγκληματική δράση. Η δράση αυτή δεν είναι εμφανής, δεν συγκεκριμενοποιείται, δεν εκδηλώνεται εμφανώς και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αξιόποινη "συμμετοχή" στην οργάνωση αυτή, η οποία φαίνεται τουλάχιστον να είναι αδρανής. Όμως σαφώς και μπορεί να θεωρείται υφιστάμενη η προϋπάρχουσα συμμετοχή, εφόσον συνεχίζεται η από μέρους του μέλους τήρηση-διαφύλαξη της μυστικότητας που αφορά τη συγκρότηση, σύνθεση και λειτουργία της οργάνωσης και την υλικοτεχνική υποδομή της, κάτι που αποτελεί αντικειμενικά συμβολή στην προσπάθεια να διατηρηθεί έστω και "εν υπνώσει" και ταυτόχρονα να προφυλάξει από τυχόν σύλληψη τα ασύλληπτα μέλη της και να διατηρήσει την διασωθείσα υλικοτεχνική υποδομή της σε χρήμα και οπλισμό. Ε) Ο αιτών Κ. Τ. όπως έχει αμετακλήτως κριθεί από τα δικαστήρια, υπήρξε επί μακρόν μέλος της αποκαλούμενης ήδη και με τη νομική του όρου έννοια τρομοκρατικής οργάνωσης "17Ν", αφού οι πράξεις που τελέστηκαν στα πλαίσια της δράσης της συγκροτούν πλήρως την έννοια τρομοκρατικών πράξεων, όπως αυτές διαλαμβάνονται στις διατάξεις του άρθρου 187Α του ΠΚ. Η παραπάνω διαπίστωση κρίνεται αρκετή, για να προσδώσει στον αιτούντα την ιδιότητα του "σχετιζόμενου με την τρομοκρατία προσώπου", όπως αυτή περιγράφεται στο άρθρο 49Α του Ν. 3691/2008.
Συνεπώς, η ένταξη του στον προβλεπόμενο από τις ίδιες διατάξεις κατάλογο είναι κατά νόμο επιβεβλημένη και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί που προβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση του είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι....." -Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι αμέσως μετά την ένταξη του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο των σχετιζόμενων με την τρομοκρατία προσώπων και τη δέσμευση των περιουσιακών του στοιχείων έγινε, στις 16/12/2011, η επίδοση της απόφασης 09/2011 της Β' Μονάδας της Αρχής, κατά το άρθρο 155 § 1 εδ. α' του ΚΠΔ, στον προσφεύγοντα, ο οποίος, όπως ήδη εκτέθηκε, υπέβαλε αίτηση ανάκλησης αυτής ενώπιον της ίδιας Μονάδας της Αρχής, που απορρίφθηκε, κατά δε της απορριπτικής απόφασης άσκησε την κρινόμενη προσφυγή ενώπιον του Αρείου Πάγου. -Ως εκ τούτου, δεν θεμελιώνεται παραβίαση των διατάξεων του Συντάγματος, εφόσον ο αιτών είχε το δικαίωμα και την ευχέρεια να εμφανιστεί ενώπιον των αρχών και να αντικρούσει τα στοιχεία, δικαίωμα το οποίο κατά τα ανωτέρω άσκησε, έτσι ώστε είναι αβάσιμη η αιτίαση για έλλειψη ακρόασης και παροχής έννομης προστασίας. Εξάλλου, ο προσφεύγων, εκτός της ένδικης προσφυγής που άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου, έχει και το δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 49Α § 11 του ν.3691/2008, να ζητήσει από την Αρχή, με αίτηση του, την αποδέσμευση συγκεκριμένων ποσών, αναγκαίων για την κάλυψη των γενικότερων δαπανών διαβίωσης κλπ και κατά της τυχόν απορριπτικής απόφασης να ασκήσει προσφυγή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, η δε εκδιδόμενη επί της προσφυγής απόφαση υπόκειται στα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ένδικα μέσα. Επομένως, με βάση τις παραπάνω διατάξεις του νόμου, παρέχεται σ' αυτόν πλήρης δικαστική προστασία. -Εξάλλου, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 3932/2011, (με τις οποίες τροποποιήθηκε το άρθρο 49 του ν. 3691/2008 και προστέθηκε το άρθρο 49Α), προκύπτει ότι η Β1 Μονάδα της Αρχής, μετά την επεξεργασία των πληροφοριών που φθάνουν στην υπηρεσία της από τις αρμόδιες αρχές, εντάσσει τα προσδιοριζόμενα, ως σχετιζόμενα με την τρομοκρατία πρόσωπα σε κατάλογο και δεσμεύει τυχόν υπάρχοντα περιουσιακά στοιχεία. Τα μέτρα αυτά εντάσσονται στο πλαίσιο της διαφύλαξης της κοινωνίας από πράξεις τρομοκρατίας, αποβλέπουν στην πρόληψη και καταστολή της τρομοκρατίας και της χρηματοδότησης της και δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ποινή. Η διαδικασία ενώπιον της Β' Μονάδας της Αρχής είναι ειδική, αφού κατά το νόμο οι συνεδριάσεις της είναι μυστικές, πραγματοποιούνται σε ειδικό χώρο ασφαλείας και επιβάλλεται η διασφάλιση της προστασίας του διαβαθμισμενου υλικού της (αρθρ. 49Α §§ 14 και 15). Έτσι, το ενδιαφερόμενο φυσικό η νομικό πρόσωπο μπορεί να αμφισβητήσει μόνο tic προϋποθέσεις επιβολής των επιβαλλόμενων μέτρων, όπως αυτές εκτίθενται στην απόφαση, δε μπορεί όμως να έχει πρόσβαση στο διαβαθμισμένο υλικό της Μονάδας που καταχωρίζεται στα πρακτικά των συνεδριάσεων αυτής, η προστασία του οποίου πρέπει να διασφαλίζεται, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, ακόμη και κατά τη δικαστική διαδικασία. Από την επισκόπηση του συνημμένου στη δικογραφία αποσπάσματος της 02/2013 απόφασης της Ολομέλειας της Β1 Μονάδας της Αρχής, σαφώς προκύπτει ότι με την απόφαση αυτή, που είναι ομόφωνη, απορρίφθηκε η από 10/12/2012 αίτηση του προσφεύγοντος και ότι στην αιτιολογία της, που στηρίζεται στα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται σ1 αυτή, εκτίθενται οι παραδοχές και σκέψεις του Προέδρου και των Μελών της Μονάδας, ενώ δεν ήταν απαραίτητο να καταχωρηθούν στο απόσπασμα της απόφασης τα ονόματα των Μελών και οι διατυπωθείσες κατά τη συνεδρίαση απόψεις ενός εκάστου τούτων, και συνεπώς η αιτίαση του προσφεύγοντος για ακυρότητα της απόφασης, είναι αβάσιμη. Η αιτίαση περί μη νόμιμης συγκρότησης της Β' Μονάδας της Αρχής, λόγω συμμετοχής σε αυτήν, ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού εν ενεργεία, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 89 §§ 2 και 3 του Συντάγματος, είναι αβάσιμη διότι, όπως ήδη εκτέθηκε, η συμμετοχή εισαγγελικού λειτουργού στη συγκρότηση της Αρχής, ως Προέδρου αυτής, προβλέπεται ειδικά από το ν. 3691/2008 και τα καθήκοντα που ανατίθενται σ' αυτόν, για την υλοποίηση του προαναφερόμενου σκοπού τΠζ Αρχής αυτής, είναι αναμφισβήτητα προεχόντως δικαστικά και όχι διοικητικά. Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε η Ολομέλεια της Β1 Μονάδας της Αρχής και με την προσβαλλόμενη 02/2013 απόφαση της, απέρριψε την από 10/12/2011 αίτηση του προσφεύγοντος , για ανάκληση της 09/11 αποφάσεως της ίδιας Μονάδας, διέλαβε στην απόφαση αυτή την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ' αυτήν τα απαραίτητα για τη θεμελίωση της απορριπτικής κρίσεως στοιχεία και συγκεκριμένα, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τα μνημονευόμενα σ1 αυτήν αποδεικτικά μέσα, καθώς και οι συλλογισμοί με τους οποίους κρίθηκε ότι οι πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε ο προσφεύγων, καθώς και η όλη εγκληματική δράση του, όπως περιγράφεται στην αιτιολογία (σκεπτικό και διατακτικό) των επικαλούμενων δικαστικών αποφάσεων, ήτοι των 699, 780, 3244/2003 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών, των 1149, 1199, 1265, 1299/2007 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και της 1413/2010 απόφασης του Αρείου Πάγου, εντάσσεται στην έννοια της προβλεπόμενης από το άρθρο 187Α του ΠΚ εγκληματικής συμπεριφοράς. -Ειδικότερα, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης: α) αναφέρεται ότι για τον προσδιορισμό των σχετιζόμενων με την τρομοκρατία προσώπων δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επιβολή ποινικών ή διοικητικών κυρώσεων, αλλά αρκεί ακόμη και η ύπαρξη έλλογων υπονοιών, ενδείξεων ή πιθανολόγησης, που στηρίζονται σε πληροφορίες που η Β' Μονάδα της Αρχής κρίνει ως "ακριβείς", διότι μόνο έτσι τα παραπάνω μέτρα είναι δυνατόν να εκπληρώσουν τον προληπτικό και ενίοτε προ-προληπτικό ρόλο τους στον τομέα της πρόληψης και καταστολής της τρομοκρατίας και της χρηματοδότησης της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 49Α του ν. 3691/2008, αλλά και τις διατάξεις νόμων σχετικών με τη διεθνή τρομοκρατία τις οποίες η Χώρα μας έχει αναλάβει την υποχρέωση να εφαρμόζει, β) εκτίθεται ότι η "Ε.Ο. 17 Ν" για μακρό χρονικό διάστημα από το έτος 1975 μέχρι τον Ιούλιο του 2001 που έγινε δυνατό να συλληφθεί και να οδηγηθεί σε δίκη μεγάλος αριθμός "Μελών" της, καθώς και ο θεωρηθείς ως αρχηγός" της, λειτουργούσε με ιεραρχική δομή, με κατανομή καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μεταξύ των μελών, με θέσπιση εσωτερικών κανόνων λειτουργίας, που προβλέπουν ακόμη και κυρώσεις για παραβάσεις των μελών της, με σταθερή υποδομή, με διατήρηση κρησφύγετων και χώρων αποθήκευσης οπλισμού, εκρηκτικών υλών και άλλων υλικών και επιδίωκαν συστηματικά τη διάπραξη κακουργημάτων και ειδικότερα ανθρωποκτονίες, εκρήξεις, ληστείες και παραβάσεις σχετικές με εκρηκτικές ύλες, γ) αναφέρεται ότι η παραπομπή των συλληφθέντων σε δίκη για συγκρότηση και συμμετοχή σε εγκληματική Οργάνωση και άλλα εγκλήματα, έγινε με βάση τις διατάξεις του άρθρου 187 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το ν. 2928/2001, στις οποίες (διατάξεις) υπάγονταν, χωρίς διάκριση, τρομοκρατικές και κοινές εγκληματικές οργανώσεις, ενώ αργότερα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατ' έφεση, με τη διάταξη του άρθρου 187Α του ΠΚ, προσδιορίζονται ειδικότερα οι πράξεις που θεωρούνται "τρομοκρατικές", η οποία όμως δεν εφαρμόσθηκε επειδή κρίθηκε αυστηρότερη απ' αυτήν του άρθρου 187 του ΠΚ, δ) δέχθηκε ότι ο χαρακτήρας της οργάνωσης "17 Ν", ως τρομοκρατικής οργάνωσης, είναι αδιαμφισβήτητος, όπως σαφώς συνάγεται αυτό από το σύνολο των παραδοχών των δικαστικών αποφάσεων και των τριών βαθμών, ότι η συμμετοχή σε Ε. Ο. είναι έγκλημα διαρκές αφηρημένης διακινδύνευσης και ότι η ιδιότητα του μέλους δεν απαιτείται να εμφανίζεται ως συνεχής, ούτε είναι αναγκαία για την ιδιότητα αυτή και η προσωπική συμμετοχή στις κατ' ιδίαν πράξεις της οργάνωσης, ε) δέχθηκε επίσης ότι δεν μπορεί να σημαίνει "αποχώρηση" από την οργάνωση, η για κάποιο διάστημα (έστω και μεγάλο) μη ενεργός ή μη εμφανής δράση του μέλους, αφού η παράνομη κατάσταση που δημιουργήθηκε με την ένταξη-συμμετοχή του συνεχίζει να υφίσταται όσο υφίσταται η οργάνωση, στ) εκτίθεται ότι με τη σύλληψη μεγάλου αριθμού μελών της "Ε.Ο. 17 Ν", τα οποία αποτελούσαν τον επιχειρησιακό βραχίονα της οργάνωσης και των εγκλεισμό πολλών απ' αυτούς στις φυλακές, η δράση της οργάνωσης φαίνεται μεν ότι έχει ανασταλεί, τουλάχιστον ως τρομοκρατική δράση οργάνωσης με τον τίτλο "Ε.Ο. 17 Ν", πλην όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η συγκεκριμένη οργάνωση περιήλθε σε κατάσταση ανυπαρξίας, διότι από τα πρακτικά των δικών που διεξήχθησαν σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, στοιχεία των οποίων παραθέτει, προκύπτει το ακριβώς αντίθετο και συγκεκριμένα ότι υπάρχουν ακόμη ασύλληπτα μέλη της "Ε.Ο. 17 Ν", ότι δεν έχει βρεθεί μέρος του οπλισμού τον οποίο η οργάνωση διέθετε πριν τη σύλληψη πολλών μελών της τον Ιούλιο του 2001 και ότι δεν έχει βρεθεί το εγκληματικό προϊόν των ληστειών τις οποίες τέλεσαν τα μέλη της Οργάνωσης, ζ) δέχθηκε επίσης, με βάση τα στοιχεία που περιέχονται στις ως άνω δικαστικές αποφάσεις, ότι η τρομοκρατική Οργάνωση "17 Ν" συνεχίζει να υπάρχει και σήμερα έστω και αν ορισμένα μέλη της ευρίσκονται στις φυλακές, γεγονός που δεν εμποδίζει τη συμμετοχή σε εγκληματική δράση, που δεν είναι εμφανής, ώστε να μπορεί να γίνεται λόγος για αξιόποινη "συμμετοχή" στην Οργάνωση αυτή, η οποία φαίνεται τουλάχιστον να είναι αδρανής, θεωρείται όμως υφιστάμενη η προϋπάρχουσα συμμετοχή, εφόσον συνεχίζεται η από μέρους του μέλους τήρηση - διαφύλαξη της μυστικότητας που αφορά τη συγκρότηση, σύνθεση και λειτουργία της Οργάνωσης και την υλικοτεχνική υποδομή της, κάτι που αποτελεί αντικειμενικά συμβολή στην προσπάθεια της Οργάνωσης να διατηρηθεί έστω και "εν υπνώσει" και ταυτόχρονα να προφυλάξει από τυχόν σύλληψη τα ασύλληπτα μέλη της και να διατηρήσει την διασωθείσα υλικοτεχνική υποδομή της σε χρήμα και οπλισμό, η) τέλος, δέχθηκε η απόφαση ότι ο προσφεύγων Κ. Τ., όπως έχει αμετακλήτως κριθεί από τα αρμόδια δικαστήρια, υπήρξε επί μακρόν μέλος της αποκαλούμενης ήδη και με τη νομική του όρου έννοια τρομοκρατικής οργάνωσης "17 Ν", αφού οι πράξεις που τελέσθηκαν στα πλαίσια της δράσης της, στις οποίες αυτός συμμετείχε και για τις οποίες καταδικάστηκε αμετακλήτως, συγκροτούν πλήρως την έννοια τρομοκρατικών πράξεων, όπως αυτές διαλαμβάνονται στις διατάξεις του άρθρου 187Α του ΠΚ και ότι η παραπάνω διαπίστωση κρίνεται αρκετή για να προσδώσει στον αιτούντα την ιδιότητα του "σχετιζομένου με την τρομοκρατία προσώπου", όπως αυτή περιγράφεται στο άρθρο 49Α του ν. 3691/2008 και συνεπώς η ένταξη του στον προβλεπόμενο από τις ίδιες διατάξεις κατάλογο είναι κατά νόμο επιβεβλημένη. -Με βάση τις παραπάνω παραδοχές και σκέψεις της Ολομέλειας της Β1 Μονάδας της Αρχής, που διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η καταχώρηση του προσφεύγοντος στον κατάλογο των σχετιζόμενων με την τρομοκρατία προσώπων, είναι δικαιολογημένη και έγινε σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Ν. 3691/2008, οι οποίες ορθώς ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν. Τέλος, κατά το μέρος που αφορά τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του προσφεύγοντος, όσο και η αντίστοιχη απορριπτική κρίση για την αποδέσμευση τούτων, στηρίζονται στους ίδιους δικαιολογητικούς λόγους που περιέχονται στην παραπάνω αιτιολογία. Ειδικά όμως σε σχέση με τον υπ' αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, προκύπτει ότι -για λόγους ανθρωπιστικούς- έγινε δεκτή εν μέρει η αίτηση του και αποδεσμεύτηκε για την ανάληψη του υπολοίπου, που ανέρχεται στο ποσό των 7082.51€,που έχει σχηματισθεί από την μηνιαία καταβολή ποσών, που λαμβάνει από το Ελληνικό Δημόσιο εκ της σχέσεως του, ως εκπαιδευτικού ως και για την χρησιμοποίηση του εν λόγω λογαριασμού, αποκλειστικά και μόνο προς τον σκοπό της κατάθεσης και ανάληψης των επιδομάτων και του μισθού του. Είναι συνεπώς, άνευ αντικειμένου η υπό κρίση προσφυγή κατά το σκέλος της αυτό, αφού ο προσφεύγων μπορεί να αναλάβει το ποσό του λογαριασμού, στο οποίο αντιστοιχεί ο μισθός και τα επιδόματα του χωρίς την διάκριση της χρησιμοποιήσεως του. Για την δυνατότητα δε της υπ' αυτού χρησιμοποίησης του λογαριασμού για εξυπηρέτηση άλλου σκοπού (πληρωμή τυχόν φορολογικών του υποχρεώσεων κτλ), πρέπει, κατ' άρθρο 49Α § 9 του ν. 3691/2008, (όπως προστ. με το άρθρο 7 του ν. 3932/2011), να ζητηθεί τούτο ειδικά από την ως άνω Αρχή, δικαιουμένου σε περίπτωση αρνήσεως της, σε προσφυγή και στα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ένδικα μέσα. -Κατά συνέπεια ενόψει των προεκτεθέντων, θα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη προσφυγή στο σύνολο της, ως ουσία αβάσιμη, χωρίς να επιβληθούν στον προσφεύγοντα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνουμε :
Να απορριφθεί η από 11/2/2013 προσφυγή του Κ. Τ. του Β., κατά της 02/2013 απόφασης της Ολομέλειας της Β1 Μονάδας της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και Χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης, με την οποία απορρίφθηκε η από 10/12/12 αίτηση αυτού για ανάκληση της 09/2011 αποφάσεως της ίδιας Μονάδας της Αρχής, που αφορούν την ένταξη του στον κατάλογο των σχετιζόμενων με την τρομοκρατία προσώπων και τη δέσμευση των περιουσιακών του στοιχείων. Αθήνα 15-2-2013
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, (Αυτό στην περίπτωση που δεν έχει παρασταθεί ο αναιρεσείων.) Εάν έχει παρασταθεί να γραφεί:
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 3691/2008, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3932/2011, "συνιστάται "Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης" (εφεξής "Αρχή"). Σκοπός της αρχής είναι η λήψη και εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων για την πρόληψη και καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και ο έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις στ' έως και ιε' της παρ. 1 του άρθρου 3213/2003. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7Α του ίδιου ν. 3691/2008, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 3932/2011, η Αρχή απαρτίζεται από τρεις αυτοτελείς Μονάδες, με διακριτές αρμοδιότητες, προσωπικό και υποδομές, υπό κοινό Πρόεδρο. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού (7Α) με τον τίτλο Β' Μονάδα Οικονομικών Κυρώσεων κατά Υπόπτων Τρομοκρατίας, η Β' Μονάδα συγκροτείται από τον Πρόεδρο και δύο μέλη, πλαισιώνεται και υποστηρίζεται αυτοτελώς από διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό, καθώς και από επιστημονικό προσωπικό με ειδικές γνώσεις και εμπειρία στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας. Το προσωπικό της Μονάδας συγκεντρώνει και αξιολογεί τις πληροφορίες που διαβιβάζονται στην Αρχή από τις αστυνομικές και εισαγγελικές αρχές ή περιέρχονται σε αυτήν με οποιονδήποτε τρόπο και αφορούν στην τέλεση πράξης από αυτές που περιγράφονται στο άρθρο 187Α του Ποινικού Κώδικα. Ομοίως, από φορείς της αλλοδαπής, με τους οποίους και συνεργάζεται για την παροχή κάθε δυνατής συνδρομής. Η Μονάδα είναι επίσης αρμόδια για τον προσδιορισμό των φυσικών και νομικών προσώπων ή οντοτήτων που σχετίζονται με την τρομοκρατία και τη δέσμευση των περιουσιακών τους στοιχείων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 49Α. Τέλος, στο άρθρο 49Α του ν. 3691/2008, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 7 του ν. 3932/2011, ορίζονται τα εξής: "1. Η Β' Μονάδα της Αρχής προσδιορίζει τα σχετιζόμενα με την τρομοκρατία φυσικά και νομικά πρόσωπα ή οντότητες, βασιζόμενη σε ακριβείς πληροφορίες ή στοιχεία που υποβάλλονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη ή τις εισαγγελικές, δικαστικές ή άλλες διωκτικές αρχές. Οι πληροφορίες και τα στοιχεία αυτά αφορούν συγκεκριμένα πρόσωπα ή οντότητες που διαμένουν ή εδρεύουν ή κατέχουν περιουσία, σύμφωνα με την έννοια της παρ. 6 του άρθρου 187Α ΠΚ, στην ημεδαπή και τα οποία διέπραξαν ή αποπειρώνται να διαπράξουν ή συμμετέχουν ή με οποιονδήποτε τρόπο διευκολύνουν την τέλεση τρομοκρατικών πράξεων, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 187Α ΠΚ, όπως ισχύει. Ειδικότερα, στη Μονάδα υποβάλλονται τα εξής: α) τα αποδεικτικά στοιχεία ή οι πληροφορίες οποιουδήποτε είδους που προέκυψαν από τη διενέργεια ελέγχων σε βάρος νομικών προσώπων ή οντοτήτων που ανήκουν ή ελέγχονται από τρομοκράτες ή τρομοκρατικές οργανώσεις ή σε βάρος φυσικών ή νομικών προσώπων ή οντοτήτων που είτε βοηθούν ή παρέχουν οικονομική, υλική, τεχνολογική ή οποιαδήποτε άλλη υποστήριξη με σκοπό την υποβοήθηση τρομοκρατικών ενεργειών, είτε συνδέονται με οποιονδήποτε τρόπο με τρομοκράτες ή τρομοκρατικές οργανώσεις, β) οι ασκηθείσες ποινικές διώξεις για τρομοκρατικές πράξεις ή χρηματοδότηση τρομοκρατών ή τρομοκρατικών οργανώσεων, γ) οι καταδικαστικές αποφάσεις για την τέλεση τρομοκρατικών πράξεων και δ) οι καταδικαστικές αποφάσεις για τη χρηματοδότηση μεμονωμένων τρομοκρατών ή τρομοκρατικών οργανώσεων. Η Μονάδα συντάσσει και τηρεί κατάλογο που περιλαμβάνει τα ονόματα των προσδιοριζομένων ως σχετιζόμενων με την τρομοκρατία φυσικών και νομικών προσώπων ή οντοτήτων, καταχωρίζοντας σε αυτόν επαρκή συμπληρωματικά στοιχεία που επιτρέπουν την αποτελεσματική διαπίστωση της ταυτότητάς τους, διευκολύνοντας έτσι την αποφυγή λήψης μέτρων κατά εκείνων που φέρουν το αυτό ή παρόμοιο όνομα, επωνυμία ή διακριτικό τίτλο. 2. Η μονάδα ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση όλα τα υπόχρεα πρόσωπα του άρθρου 5 και ζητεί επισταμένη έρευνα για τον εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων πάσης φύσεως των αναφερόμενων φυσικών και νομικών προσώπων ή οντοτήτων. Τα υπόχρεα πρόσωπα οφείλουν να παράσχουν αμελλητί τα απαιτούμενα στοιχεία. Σε διαφορετική περίπτωση, υπόκεινται στις κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 52. 3. Με την επιφύλαξη τυχόν ενεργειών των αρμόδιων εισαγγελικών αρχών, η μονάδα με απόφασή της διατάσσει τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των φυσικών και νομικών προσώπων ή οντοτήτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο, καθώς και των περιουσιακών στοιχείων που ελέγχουν μέσω παρένθετων προσώπων ή κατέχουν μαζί με άλλους, την απαγόρευση κίνησης λογαριασμών και ανοίγματος τραπεζικών θυρίδων, την απαγόρευση παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών στα ανωτέρω πρόσωπα, υπό την έννοια του στοιχείου 3 του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΚ) 2580/2001 του Συμβουλίου, όπως ισχύει, καθώς και τη λήψη κάθε άλλου αναγκαίου μέτρου αν συντρέχουν προς τούτο σοβαροί δικαιολογητικοί λόγοι. Η δέσμευση εκτείνεται και στις προσόδους των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων. Ως δέσμευση, υπό την έννοια του παρόντος νοείται η απαγόρευση οποιασδήποτε κίνησης, μεταβίβασης, μεταβολής, χρήσης ή διαπραγμάτευσης περιουσιακών στοιχείων, η οποία θα καθιστούσε δυνατή τη χρησιμοποίησή τους, περιλαμβανομένης και της διαχείρισης χαρτοφυλακίων. ... 6. Η Μονάδα προβαίνει στην εξέταση των στοιχείων και πληροφοριών που της υποβάλλονται κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 ή των αιτημάτων της παραγράφου 4 και αποφασίζει χωρίς καθυστέρηση για την ένταξη στον κατάλογο ή τη δέσμευση περιουσίας. 7. Η επίδοση της απόφασης της Μονάδας στα φυσικά και νομικά πρόσωπα ή οντότητες γίνεται κατά το άρθρο 155 παρ. 1 εδάφιο α' ΚΠΔ, αμέσως μετά την ένταξη των ονομάτων τους στον κατάλογο ή τη δέσμευση των περιουσιακών τους στοιχείων. 8. Η Μονάδα μπορεί να ανακαλέσει την απόφασή της για την ένταξη του ονόματος στο σχετικό κατάλογο ή τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου ή οντότητας, είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από σχετική αίτηση του προσδιοριζόμενου στην απόφαση πραγματικού δικαιούχου ή οποιουδήποτε τρίτου έχει έννομο συμφέρον, επί της οποίας αποφαίνεται εντός δέκα ημερών, αν πεισθεί ότι δεν συντρέχουν οι λόγοι που επέβαλαν τη λήψη της σχετικής απόφασης. 9. Τα φυσικά πρόσωπα ή οντότητες, των οποίων η ανωτέρω αίτηση δεν έγινε δεκτή, μπορούν σε διάστημα τριάντα ημερών από την επίδοση της απορριπτικής απόφασης της Μονάδας, να προσφύγουν ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, που συνεδριάζει με τριμελή σύνθεση ως συμβούλιο. 10. Το συμβούλιο του Αρείου Πάγου αποφαίνεται για την προσφυγή που ασκείται κατά την προηγούμενη παράγραφο εντός τριάντα ημερών από την κατάθεσή της, ύστερα από έγγραφη πρόταση του οικείου εισαγγελέα, που υποβάλλεται στο συμβούλιο εντός δέκα ημερών από την κατάθεση της προσφυγής. Ο αιτών έχει δικαίωμα αυτοπρόσωπης εμφάνισης ενώπιον του συμβουλίου μαζί με τους συνηγόρους του για να ακουσθεί και να δώσει κάθε διευκρίνηση, καλείται δε για το Σκοπό αυτόν πριν από είκοσι τέσσερις ώρες. ...".
Στην προκείμενη περίπτωση, η Β' Μονάδα της Aρχής με την υπ` αριθ. 9/2011 απόφασή της, αποφάσισε την ένταξη του προσφεύγοντος Κ. Τ. του Β., κατοίκου ... στον τηρούμενο κατάλογο προσώπων σχετιζομένων με την τρομοκρατία, και δέσμευσε τα περιουσιακά του στοιχεία και συγκεκριμένα τον υπ` αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος. Η κρίση της Aρχής στηρίχθηκε στο γεγονός ότι ο ανωτέρω υπήρξε επί μακρόν μέλος της αποκαλούμενης ήδη και με τη νομική του όρου έννοια τρομοκρατικής οργάνωσης "17Ν", αφού οι πράξεις που τελέστηκαν στα πλαίσια της δράσης της προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 187Α ΠΚ. Ο ανωτέρω, με την από 10-12-2012 αίτηση ενώπιον της Αρχής, ζήτησε την ανάκληση της αποφάσεως για την ένταξή του στον κατάλογο και τη δέσμευση της περιουσίας του, η οποία, κατά το πρώτο σκέλος, απορρίφθηκε με την υπ` αριθ. 2/2013 απόφαση της Β' Μονάδας της Αρχής, ενώ, κατά το δεύτερο σκέλος, έγινε δεκτή και συγκεκριμένα αποδεσμεύθηκε ο παραπάνω λογαριασμός και επετράπη η χρησιμοποίησή του αποκλειστικά και μόνο προς το σκοπό της καταθέσεως και αναλήψεως του μισθού του. Ο προσφεύγων, με την ένδικη προσφυγή, επιδιώκει την ακύρωση των ανωτέρω αποφάσεων της Αρχής και τη διαγραφή του από τον κατάλογο των προσώπων που σχετίζονται με την τρομοκρατία για τους λόγους που αναφέρει σ' αυτή, καθώς και την αποδέσμευση των περιουσιακών του στοιχείων. Η προσφυγή έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά το οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 49Α παρ. 9 του ν. 3691/2008, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 7 του ν. 3932/2011 και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ` αριθ. 2/2013 αποφάσεως της Β' Μονάδας της Αρχής, προκύπτει ότι για την έκδοσή της λήφθηκαν υπόψη, αναλύθηκαν και αξιολογήθηκαν ως προς τα κρίσιμα σημεία τους: 1. Τα άρθρα 187 και 187Α του ΠΚ, όπως ισχύουν σήμερα, 2. τα άρθρα 49 και 49Α του ν. 3691/2008, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3932/2011, 3. ο Κανονισμός (ΕΚ) 2580/2001 του Συμβουλίου, 4. η από 10-01-2000 Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών που κυρώθηκε με το ν. 3034/2002, 5. η υπ' αριθμ. 699, 780, 3244/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Αθηνών, 6. η υπ' αριθ. 1149 κλπ/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, 7. η υπ' αριθμ 1413/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου. Η απόφαση περιέχει τις ακόλουθες αιτιολογίες: "Από τη μελέτη και αξιολόγηση των παραπάνω στοιχείων η Μονάδα κατέληξε στα εξής συμπεράσματα: Α) Για τη λήψη των ειδικών περιοριστικών μέτρων που προβλέπονται από τις προαναφερθείσες διατάξεις και κυρίως αυτών του προσδιορισμού προσώπου (φυσικού ή νομικού) ως σχετιζομένου με την τρομοκρατία και της δέσμευσης των περιουσιακών του στοιχείων, δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επιβολή ποινικών κυρώσεων, αλλά ούτε και αυτού για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων. Αντίθετα αρκεί η ύπαρξη και μόνο έλλογων υπονοιών, ενδείξεων ή πιθανολόγησης, αφού αντικειμενικά είναι αρκετή, κατά νόμο, η ύπαρξη πληροφοριών τις οποίες η Β' Μονάδα της Αρχής κρίνει ως "ακριβείς". Άλλωστε μόνο έτσι τα παραπάνω μέτρα είναι δυνατό να εκπληρώσουν τον προληπτικό και ενίοτε προ-προληπτικό ρόλο τους στον τομέα της πρόληψης και καταστολής της τρομοκρατίας και της χρηματοδότησής της, όπως ο ρόλος αυτός διαγράφεται και προσδιορίζεται από τις νομικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν, αλλά και από πλήθος άλλων σχετικών διατάξεων τις οποίες η χώρα μας έχει αναλάβει την υποχρέωση να εφαρμόζει. Β) Η "ΕΟ 17Ν" είναι μια οργάνωση της οποίας οι απαρχές δράσης ανάγονται από το έτος 1975, οπότε έλαβε χώρα η πρώτη εγκληματική ενέργειά της (εκτέλεση του Αμερικανού R.W.) και δημοσιεύτηκε η υπ' αριθμ 1 προκήρυξή της. Έκτοτε ανέπτυξε πρωτοφανή και εντυπωσιακή, σε χρονική διάρκεια και αριθμό εγκληματικών ενεργειών δράση (ανθρωποκτονίες και απόπειρες ανθρωποκτονιών με στόχους αστυνομικούς, μέλη ξένων αποστολών, πρόσωπα που σχετίζονταν με ΜΜΕ, εισαγγελείς, άτομα με επιχειρηματική δραστηριότητα, ληστείες, εκρήξεις και άλλα εγκλήματα). Τον Ιούλιο του 2001 και λίγο αργότερα έγινε δυνατό να συλληφθεί και να οδηγηθεί σε δίκη μεγάλος αριθμός "μελών" της παραπάνω οργάνωσης καθώς και ο θεωρηθείς ως "αρχηγός" της. Η ποινική δίκη και η παραπομπή των συλληφθέντων σε δίκη για συγκρότηση και συμμετοχή σε εγκληματική Οργάνωση και άλλα εγκλήματα, έγινε με βάση το άρθρο 187 ΠΚ, όπως αυτό ίσχυε από 27-06-2001, μετά το ν. 2928/2001. Με την παραπάνω ποινική διάταξη δεν γινόταν διάκριση μεταξύ τρομοκρατικών και κοινών εγκληματικών οργανώσεων και αμφότερες υπάγονταν σ' αυτή. Αργότερα και κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατ' έφεση, ίσχυε πλέον η ειδικότερη διάταξη του άρθρου 187Α του ΠΚ, με την οποία προσδιορίζονται ειδικότερα οι πράξεις που θεωρούνται "τρομοκρατικές" και ο σχετικός κατάλογος διαφοροποιείται, εν μέρει, απ' αυτόν του άρθρου 187 ΠΚ. Επισημαίνεται πάντως ότι ορισμένα εγκλήματα και μεταξύ αυτών, η συγκρότηση και ένταξη στην οργάνωση, η ανθρωποκτονία από πρόθεση και η απόπειρά της, η ληστεία, η έκρηξη, είναι κοινά και στους δύο καταλόγους. Η νέα και ειδικότερη διάταξη του άρθρου 187Α του ΠΚ δεν εφαρμόστηκε στις μετά την έφεση διαδικασίες, διότι κρίθηκε αυστηρότερη απ' αυτήν του άρθρου 187 ΠΚ, κυρίως και πρωτίστως όσον αφορά τον προβλεπόμενο χρόνο παραγραφής των πράξεων. Ωστόσο, ο χαρακτήρας της οργάνωσης "17Ν", ως τρομοκρατικής οργάνωσης είναι αδιαμφισβήτητος και αυτό συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών στα αντίστοιχα σκεπτικά των δικαστικών αποφάσεων και των τριών βαθμών. Γ) Τα εγκλήματα της συγκρότησης και της ένταξης-συμμετοχής σε εγκληματική-τρομοκρατική οργάνωση είναι ex lege διαρκή και η διάρκειά τους εκτείνεται σε όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο υφίσταται η εγκληματική οργάνωση, εφόσον ο δράστης δεν αίρει την παράνομη κατάσταση που δημιουργήθηκε με την από μέρους του συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης ή την ένταξή του σ' αυτή. Κατά τη συναυτουργική τέλεση ενός διαρκούς εγκλήματος, ο ένας των συναυτουργών μόνο με θετική ενέργεια μπορεί να άρει την παράνομη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί ή να σταματήσει την επέλευση του παράνομου αποτελέσματος. Τέλος, με δεδομένα, ότι η συμμετοχή σε ΕΟ είναι έγκλημα αφηρημένης διακινδύνευσης και έγκλημα διαρκές, ότι η ιδιότητα του μέλους δεν απαιτείται να εμφανίζεται ως συνεχής και τέλος ότι για την ιδιότητα του μέλους δεν είναι αναγκαία και η προσωπική συμμετοχή στις κατ' ιδίαν πράξεις της οργάνωσης, γίνεται δεκτό ότι δεν μπορεί να σημαίνει "αποχώρηση" από την οργάνωση, η για κάποιο διάστημα (έστω και μεγάλο) μη ενεργός ή μη εμφανής δράση του μέλους, αφού η παράνομη κατάσταση που δημιουργήθηκε με την ένταξη-συμμετοχή του συνεχίζει να υφίσταται όσο υφίσταται η οργάνωση. Δ) Με τη σύλληψη μεγάλου αριθμού μελών της "ΕΟ 17Ν", τα οποία, όπως προκύπτει από τα σκεπτικά των προαναφερθέντων δικαστικών αποφάσεων, αποτελούσαν τον επιχειρησιακό βραχίονα της οργάνωσης και τον εγκλεισμό πολλών απ' αυτούς στις φυλακές, η δράση της οργάνωσης φαίνεται ότι έχει ανασταλεί, τουλάχιστον ως τρομοκρατική δράση οργάνωσης με τον τίτλο "ΕΟ 17Ν". Τούτο όμως ουδόλως σημαίνει ότι η συγκεκριμένη οργάνωση περιήλθε σε κατάσταση ανυπαρξίας. Το αντίθετο μάλιστα, από τα πρακτικά των δικών που διεξήχθησαν σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, προκύπτει καθαρά ότι: 1ον) Υπάρχουν ακόμη ασύλληπτα μέλη της "ΕΟ 17Ν" (χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πολλάκις αναφερόμενη ξανθιά γυναίκα με το όνομα Ά. καθώς και άλλες γυναίκες-μέλη της οργάνωσης. Επίσης αναφέρεται η ύπαρξη δακτυλικών αποτυπωμάτων που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το πρόσωπο στο οποίο ανήκουν είναι μέλος της οργάνωσης, πλην όμως δεν έχει ταυτοποιηθεί). 2ον) Δεν έχει βρεθεί μέρος του οπλισμού τον οποίο η οργάνωση διέθετε πριν τη σύλληψη πολλών μελών της τον Ιούλιο του 2001. 3ον) Δεν έχει βρεθεί το εγκληματικό προϊόν των ληστειών τις οποίες σύμφωνα με τις προαναφερθείσες δικαστικές αποφάσεις τέλεσαν τα μέλη της οργάνωσης. Γίνεται κατά συνέπεια δεκτό ότι η τρομοκρατική οργάνωση "17Ν" συνεχίζει να υπάρχει και σήμερα έστω και αν ορισμένα μέλη της ευρίσκονται στις φυλακές, κάτι που βεβαίως δεν εμποδίζει εξ ορισμού, τη συμμετοχή σε εγκληματική δράση. Η δράση αυτή δεν είναι εμφανής, δεν συγκεκριμενοποιείται, δεν εκδηλώνεται εμφανώς και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αξιόποινη "συμμετοχή" στην οργάνωση αυτή, η οποία φαίνεται τουλάχιστον να είναι αδρανής. Όμως σαφώς και μπορεί να θεωρείται υφιστάμενη η προϋπάρχουσα συμμετοχή, εφόσον συνεχίζεται η από μέρους του μέλους τήρηση-διαφύλαξη της μυστικότητας που αφορά τη συγκρότηση, σύνθεση και λειτουργία της οργάνωσης και την υλικοτεχνική υποδομή της, κάτι που αποτελεί αντικειμενικά συμβολή στην προσπάθεια να διατηρηθεί έστω και "εν υπνώσει" και ταυτόχρονα να προφυλάξει από τυχόν σύλληψη τα ασύλληπτα μέλη της και να διατηρήσει την διασωθείσα υλικοτεχνική υποδομή της σε χρήμα και οπλισμό. Ε) Ο αιτών Τ. Κ. του Β., όπως έχει αμετακλήτως κριθεί από τα δικαστήρια, υπήρξε επί μακρόν μέλος της αποκαλούμενης ήδη και με τη νομική του όρου έννοια τρομοκρατικής οργάνωσης "17Ν", αφού οι πράξεις που τελέστηκαν στα πλαίσια της δράσης της συγκροτούν πλήρως την έννοια τρομοκρατικών πράξεων, όπως αυτές διαλαμβάνονται στις διατάξεις του άρθρου 187Α του ΠΚ. Η παραπάνω διαπίστωση κρίνεται αρκετή για να προσδώσει στον αιτούντα την ιδιότητα του "σχετιζόμενου με την τρομοκρατία προσώπου", όπως αυτή περιγράφεται στο άρθρο 49Α του Ν 3691/2008.
Συνεπώς η ένταξή του στον προβλεπόμενο από τις ίδιες διατάξεις κατάλογο είναι κατά νόμο επιβεβλημένη και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί που προβάλλονται με την κρινόμενη αίτησή του είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. ΣΤ) Η παραπάνω απόφαση (υπ` αριθμ. 09/2011) επεδόθη στον ίδιο τον ενδιαφερόμενο την 16-12-2011 (βλ. σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως και σχετικό έγγραφο του Διευθυντή Φυλακών …). Με την ίδια (ταυτάριθμη) απόφασή μας διατάχθηκε η δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του αιτούντα και τελικώς δεσμεύτηκε ο υπ` αριθμ. ... τραπεζικός λογαριασμός της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ. Σύμφωνα με την παρ. 8 του προαναφερθέντος άρθρου 49 Α, ... Αυτεπαγγέλτως διαπιστώσαμε ότι το σημερινό υπόλοιπο του επίμαχου λογαριασμού είναι 7.082,51 Ευρώ. ... Για την ανάληψη του παραπάνω υπολοίπου, αλλά και για τη συνέχιση χρησιμοποίησης του επίμαχου λογαριασμού αποκλειστικά και μόνο προς το σκοπό αυτό (μισθοδοσία), η "Αρχή" κρίνει ότι συντρέχουν ανθρωπιστικοί λόγοι ... Η αποδέσμευση ... κρίνεται σκόπιμη και ενδεδειγμένη. ...". Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση υπ` αριθ. 2/2013 της Β' Μονάδας της Αρχής, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του προσφεύγοντος για ανάκληση της υπ` αριθ. 9/2011 αποφάσεως, κατά το μέρος που αφορά την ένταξή του στον κατάλογο των προσώπων των σχετιζόμενων με την τρομοκρατία, διαλαμβάνει πλήρη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ' αυτήν τα απαραίτητα για τη θεμελίωση της απορριπτικής κρίσεως στοιχεία και, συγκεκριμένα, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα, καθώς και οι συλλογισμοί, με τους οποίους κρίθηκε ότι οι πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε ο προσφεύγων, καθώς και η όλη εγκληματική δράση του, όπως περιγράφεται στην αιτιολογία (σκεπτικό και διατακτικό) των επικαλούμενων δικαστικών αποφάσεων, ήτοι των υπ` αριθ. 699, 780, 3244/2003 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών, των υπ` αριθ. 1149, 1199, 1265, 1299/2007 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και της υπ` αριθ. 1413/2010 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, εντάσσεται στην έννοια της προβλεπόμενης από το άρθρο 187Α του ΠΚ εγκληματικής συμπεριφοράς. Ειδικότερα, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως α) αναφέρεται ότι για τον προσδιορισμό των σχετιζόμενων με την τρομοκρατία προσώπων δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επιβολή ποινικών ή διοικητικών κυρώσεων, αλλά αρκεί ακόμη και η ύπαρξη έλλογων υπονοιών, ενδείξεων ή πιθανολόγησης, που στηρίζονται σε πληροφορίες που η Β' Μονάδα της Αρχής κρίνει ως "ακριβείς", γιατί μόνο έτσι τα παραπάνω μέτρα είναι δυνατόν να εκπληρώσουν τον προληπτικό και ενίοτε προ-προληπτικό ρόλο τους στον τομέα της προλήψεως και καταστολής της τρομοκρατίας και της χρηματοδοτήσεώς της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 49Α του ν. 3691/2008, αλλά και τις διατάξεις νόμων σχετικών με τη διεθνή τρομοκρατία τις οποίες η Χώρα μας έχει αναλάβει την υποχρέωση να εφαρμόζει, β) εκτίθεται ότι η "Ε.Ο. 17 Ν" για μακρό χρονικό διάστημα από το έτος 1975 μέχρι τον Ιούλιο του 2001, που έγινε δυνατό να συλληφθεί και να οδηγηθεί σε δίκη μεγάλος αριθμός "μελών" της, καθώς και ο θεωρηθείς ως "αρχηγός" της, λειτουργούσε με ιεραρχική δομή, με κατανομή καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μεταξύ των μελών, με θέσπιση εσωτερικών κανόνων λειτουργίας, που προβλέπουν ακόμη και κυρώσεις για παραβάσεις των μελών της, με σταθερή υποδομή, με διατήρηση κρησφύγετων και χώρων αποθήκευσης οπλισμού, εκρηκτικών υλών και άλλων υλικών και επιδίωκαν συστηματικά τη διάπραξη κακουργημάτων και ειδικότερα ανθρωποκτονιών, κ.λπ., γ) αναφέρεται ότι η παραπομπή των συλληφθέντων σε δίκη για συγκρότηση και συμμετοχή σε εγκληματική Οργάνωση και άλλα εγκλήματα, έγινε με βάση τις διατάξεις του άρθρου 187 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το ν. 2928/2001, στις οποίες (διατάξεις) υπάγονταν, χωρίς διάκριση, τρομοκρατικές και κοινές εγκληματικές οργανώσεις, ενώ αργότερα, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως κατ' έφεση, με τη διάταξη του άρθρου 187Α του ΠΚ, προσδιορίζονται ειδικότερα οι πράξεις που θεωρούνται "τρομοκρατικές", η οποία, όμως, δεν εφαρμόσθηκε επειδή κρίθηκε αυστηρότερη απ' αυτήν του άρθρου 187 του ΠΚ, δ) έγινε δεκτό ότι ο χαρακτήρας της οργάνωσης "17 Ν" ως τρομοκρατικής είναι αδιαμφισβήτητος, όπως σαφώς συνάγεται αυτό από το σύνολο των παραδοχών των δικαστικών αποφάσεων και των τριών βαθμών, ότι η συμμετοχή σε Ε.Ο. είναι έγκλημα διαρκές αφηρημένης διακινδυνεύσεως και ότι η ιδιότητα του μέλους δεν απαιτείται να εμφανίζεται ως συνεχής, ούτε είναι αναγκαία για την ιδιότητα αυτή και η προσωπική συμμετοχή στις κατ' ιδίαν πράξεις της οργάνωσης, ε) έγινε, επίσης, δεκτό ότι δεν μπορεί να σημαίνει "αποχώρηση" από την οργάνωση η για κάποιο διάστημα (έστω και μεγάλο) μη ενεργός ή μη εμφανής δράση του μέλους, αφού η παράνομη κατάσταση που δημιουργήθηκε με την ένταξη - συμμετοχή του συνεχίζει να υφίσταται όσο υφίσταται η οργάνωση, στ) εκτίθεται ότι με τη σύλληψη μεγάλου αριθμού μελών της "Ε.Ο. 17 Ν", τα οποία αποτελούσαν τον επιχειρησιακό βραχίονα της οργανώσεως και των εγκλεισμό πολλών απ' αυτούς στις φυλακές, η δράση της οργανώσεως φαίνεται μεν ότι έχει ανασταλεί, τουλάχιστον ως τρομοκρατική δράση οργανώσεως με τον τίτλο "Ε.Ο. 17 Ν", πλην αυτό δεν σημαίνει ότι η συγκεκριμένη οργάνωση περιήλθε σε κατάσταση ανυπαρξίας, γιατί από τα πρακτικά των δικών που διεξήχθησαν σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, στοιχεία των οποίων παραθέτει, προκύπτει το ακριβώς αντίθετο και, συγκεκριμένα, ότι υπάρχουν ακόμη ασύλληπτα μέλη της "Ε.Ο. 17 Ν", ότι δεν έχει βρεθεί μέρος του οπλισμού τον οποίο η οργάνωση διέθετε πριν από τη σύλληψη πολλών μελών της τον Ιούλιο του 2001 και ότι δεν έχει βρεθεί το εγκληματικό προϊόν των ληστειών τις οποίες τέλεσαν τα μέλη της Οργάνωσης, ζ) έγινε δεκτό, ακόμη, με βάση τα στοιχεία που περιέχονται στις ως άνω δικαστικές αποφάσεις, ότι η τρομοκρατική Οργάνωση "17 Ν" συνεχίζει να υπάρχει και σήμερα έστω και αν ορισμένα μέλη της ευρίσκονται στις φυλακές, η) τέλος, έγινε δεκτό ότι ο προσφεύγων, όπως έχει αμετακλήτως κριθεί από τα αρμόδια δικαστήρια, υπήρξε επί μακρόν μέλος της αποκαλούμενης ήδη και με τη νομική του όρου έννοια τρομοκρατικής οργάνωσης "17 Ν", αφού οι πράξεις που τελέσθηκαν στα πλαίσια της δράσης της, στις οποίες αυτός συμμετείχε και για τις οποίες καταδικάστηκε αμετακλήτως, συγκροτούν πλήρως την έννοια τρομοκρατικών πράξεων, όπως αυτές διαλαμβάνονται στις διατάξεις του άρθρου 187Α του ΠΚ, και ότι η παραπάνω διαπίστωση κρίνεται αρκετή για να προσδώσει στον αιτούντα την ιδιότητα του "σχετιζομένου με την τρομοκρατία προσώπου", όπως αυτή περιγράφεται στο άρθρο 49Α του ν. 3691/2008 και, συνεπώς, η ένταξή του στον προβλεπόμενο από τις ίδιες διατάξεις κατάλογο είναι κατά νόμο επιβεβλημένη. Με βάση τις παραπάνω ορθές παραδοχές και σκέψεις της Ολομέλειας της Β' Μονάδας της Αρχής, που διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η καταχώρηση του προσφεύγοντος στον κατάλογο των σχετιζόμενων με την τρομοκρατία προσώπων, είναι δικαιολογημένη και έγινε σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Ν. 3691/2008, οι οποίες ορθώς ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν και ο τέταρτος λόγος της προσφυγής, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η διαδικασία ενώπιον της Β' Μονάδας της Αρχής είναι ειδική, αφού, κατά το νόμο, οι συνεδριάσεις της είναι μυστικές, πραγματοποιούνται σε ειδικό χώρο ασφαλείας και επιβάλλεται η διασφάλιση της προστασίας του διαβαθμισμένου υλικού της (άρθρ. 49Α παρ. 14 και 15). Έτσι, το ενδιαφερόμενο φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να αμφισβητήσει μόνο τις προϋποθέσεις επιβολής των επιβαλλόμενων μέτρων, όπως αυτές εκτίθενται στην απόφαση, δεν μπορεί, όμως, να έχει πρόσβαση στο διαβαθμισμένο υλικό της Μονάδας που καταχωρίζεται στα πρακτικά των συνεδριάσεων αυτής, η προστασία του οποίου πρέπει να διασφαλίζεται, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, ακόμη και κατά τη δικαστική διαδικασία. Από την επισκόπηση του συνημμένου στη δικογραφία αποσπάσματος της προσβαλλόμενης υπ` αριθ. 2/2013 απόφασης της Ολομέλειας της Β' Μονάδας της Αρχής, σαφώς προκύπτει ότι με την απόφαση αυτή, που είναι ομόφωνη, απορρίφθηκε η από 10.12.2012 αίτηση του προσφεύγοντος, κατά το μέρος που ζητείτο η ανάκληση της υπ` αριθ. 9/2011 αποφάσεως για ένταξη του ονόματός του στον κατάλογο των σχετιζομένων με την τρομοκρατία προσώπων, και ότι στην αιτιολογία της, που στηρίζεται στα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται σ' αυτή, εκτίθενται οι παραδοχές και σκέψεις του Προέδρου και των Μελών της Μονάδας, ενώ δεν ήταν απαραίτητο να καταχωρηθούν στο απόσπασμα της αποφάσεως τα ονόματα των Μελών και οι απόψεις ενός εκάστου τούτων που διατυπώθηκαν κατά τη συνεδρίαση. Ορθώς δε η υπ` αριθ. 9/2011 απόφαση της Αρχής υπογράφεται μόνο από τον Πρόεδρο αυτής, γεγονός που αρκεί για το κύρος της και δεν έχει την έννοια ότι λήφθηκε μόνο από τον Πρόεδρο, χωρίς συμμετοχή των μελών. Επομένως, ο πρώτος λόγος της προσφυγής, με τον οποίο ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι οι ως άνω αποφάσεις (9/2011 και προσβαλλόμενη) είναι άκυρες, γιατί η μεν πρώτη έχει ληφθεί μόνο από τον Πρόεδρο της Αρχής, η δε προσβαλλόμενη φαίνεται ότι λήφθηκε από την Ολομέλεια της Β' Μονάδας της Αρχής, αλλά λήφθηκε μόνο από τον Πρόεδρό της, χωρίς να αναγράφεται η σύνθεση του οργάνου που την εξέδωσε, όπως ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 14 και 15 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ώστε να μπορεί να γίνει δικαστικός έλεγχος των προϋποθέσεων νόμιμης συγκροτήσεως του διοικητικού οργάνου, δηλαδή του προσώπου των μελών του, της νόμιμης απαρτίας του, των απόψεων, που διατυπώθηκαν, και του αποτελέσματος της ψηφοφορίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι αμέσως μετά την ένταξη του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο των σχετιζόμενων με την τρομοκρατία προσώπων και τη δέσμευση των περιουσιακών του στοιχείων έγινε η επίδοση της υπ` αριθ. 9/2011 αποφάσεως της Β' Μονάδας της Αρχής, κατά το άρθρο 155 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ, στον προσφεύγοντα, ο οποίος, όπως ήδη εκτέθηκε, υπέβαλε αίτηση ανακλήσεως αυτής ενώπιον της ίδιας Μονάδας της Αρχής, που απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά δε της απορριπτικής αποφάσεως άσκησε την κρινόμενη προσφυγή ενώπιον του Αρείου Πάγου. Κατ' ακολουθίαν, δεν θεμελιώνεται παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1-2 και 25 του Συντάγματος, ούτε των διατάξεων του άρθρου 6 και 13 της ΕΣΔΑ, εφόσον ο αιτών είχε το δικαίωμα και την ευχέρεια να εμφανιστεί ενώπιον των Αρχών και να αντικρούσει τα στοιχεία, δικαίωμα το οποίο, κατά τα ανωτέρω, άσκησε. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της προσφυγής, με τον οποίο ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι δεν κλήθηκε σε ακρόαση για να αντικρούσει τις απόψεις της Β' Μονάδας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Τέλος, η αιτίαση, που προβάλλεται με τον τρίτο λόγο της προσφυγής, περί μη νόμιμης συγκροτήσεως της Β' Μονάδας της Αρχής, λόγω συμμετοχής σε αυτήν ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού εν ενεργεία, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 89 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, γιατί, όπως ήδη εκτέθηκε, η συμμετοχή εισαγγελικού λειτουργού στη συγκρότηση της Αρχής, ως Προέδρου αυτής, προβλέπεται ειδικά από το ν. 3691/2008 και τα καθήκοντα που ανατίθενται σ' αυτόν, για την υλοποίηση του προαναφερόμενου σκοπού της Αρχής αυτής, είναι αναμφισβήτητα προεχόντως δικαστικά και όχι διοικητικά.
Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, η προσφυγή, κατά το σκέλος που επιδιώκει τη διαγραφή του προσφεύγοντος από τον κατάλογο των σχετιζόμενων με την τρομοκρατία προσώπων, πρέπει να απορριφθεί ως κατ` ουσίαν αβάσιμη.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις που έλαβε υπόψη η Β' Μονάδα της Αρχής προκύπτει ότι η εντόπιση των προσώπων για τα οποία υπάρχουν πληροφορίες ότι σχετίζονται με την τρομοκρατία, η ένταξή τους σε σχετικό κατάλογο και η δέσμευση των περιουσιακών τους στοιχείων στοχεύει στην καταπολέμηση της χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας και ότι αποτελεσματικό στοιχείο στη μάχη κατ' αυτής είναι η λήψη μέτρων για την καταπολέμηση κάθε μορφής χρηματοδοτήσεως τρομοκρατικών δραστηριοτήτων. Για το σκοπό αυτό προβλέπεται η δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των προσώπων που εντάσσονται στον κατάλογο των υπόπτων, πλην από τις ίδιες διατάξεις προβλέπεται η αποδέσμευση των περιουσιακών στοιχείων, των αναγκαίων για την κάλυψη των γενικότερων δαπανών διαβιώσεως, συντηρήσεως ή λειτουργίας του, των εξόδων για τη νομική του υποστήριξη και των βασικών εξόδων για τη διατήρηση των δεσμευμένων περιουσιακών του στοιχείων. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του προσφεύγοντος, δέχεται ότι ο δεσμευθείς με αριθμό ... τραπεζικός λογαριασμός της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος χρησιμοποιείται προκειμένου να κατατίθενται εκεί τα ποσά τα οποία ο προσφεύγων λαμβάνει ως μισθό από την εργασία του ως εκπαιδευτικός, ότι η αποδέσμευση του ποσού κρίνεται αναγκαία και σκόπιμη προς κάλυψη των αναγκών συντηρήσεως του ιδίου και της οικογενείας του και ότι για την εξυπηρέτηση των αναγκών αυτών είναι απαραίτητη η χρησιμοποίηση του λογαριασμού που δεσμεύτηκε, αφού σήμερα οι καταβολές επιδομάτων και μισθών γίνονται μέσω τραπεζικού λογαριασμού. Ακολούθως, στο διατακτικό, η διάταξη που αναφέρεται στην παραδοχή αυτή διατυπώνεται ως ακολούθως: "Γίνεται δεκτή η ίδια παραπάνω αίτηση, κατά το μέρος που ζητάει την αποδέσμευση των περιουσιακών στοιχείων που έχουν δεσμευθεί με την παραπάνω απόφαση μας. Αποδεσμεύεται ο υπ' αριθμ. ... τραπεζικός λογαριασμός που τηρεί ο αιτών στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ και επιτρέπεται η χρησιμοποίηση του αποκλειστικά και μόνο προς το σκοπό της κατάθεσης και ανάληψης του προαναφερθέντος μισθού". Η διατύπωση κατ' αυτόν τον τρόπο του διατακτικού έρχεται σε αντίφαση με το αιτιολογικό, εφόσον σ' αυτό (αιτιολογικό) γίνεται δεκτό ότι ο δεσμευθείς λογαριασμός χρησιμοποιείται προκειμένου να κατατίθενται εκεί ποσά τα οποία ο προσφεύγων λαμβάνει ως μισθό, ενώ είναι δυνατόν να δημιουργήσει προβλήματα στην ανάληψη ποσών που προέρχονται από το μισθό, τα οποία, ενδεχομένως, δεν θα χρησιμοποιηθούν άμεσα αλλά θα αποταμιευθούν, ή στην ανάληψη ποσών που προέρχονται από επιδόματα. Μια τέτοια εξέλιξη υπερακοντίζει τον ανωτέρω διαγραφέντα σκοπό του νόμου, και, ως εκ τούτου, η προσφυγή, κατά το δεύτερο σκέλος της, πρέπει να γίνει δεκτή και η απόφαση πρέπει να μεταρρυθμιστεί, έτσι ώστε να διατάσσεται απλώς η αποδέσμευση του προαναφερόμενου λογαριασμού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Φεβρουαρίου 2013 προσφυγή του Κ. Τ. του Β. κατά της υπ` αριθ. 2/2013 αποφάσεως της Β' Μονάδας της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης, κατά το σκέλος που επιδιώκει την ακύρωση αυτής και την ανάκληση της υπ` αριθ. 9/2011 αποφάσεως της Αρχής, η οποία τον ενέταξε στον κατάλογο των προσώπων των σχετιζομένων με την τρομοκρατία.
Δέχεται εν μέρει την προσφυγή κατά το σκέλος της αποφάσεως που αφορά τη δέσμευση των περιουσιακών του στοιχείων, ήτοι τη δεύτερη διάταξη της αποφάσεως, την οποία μεταρρυθμίζει και διατυπώνει ως ακολούθως: "Αποδεσμεύεται ο υπ' αριθμ. ... τραπεζικός λογαριασμός, τον οποίο τηρεί ο αιτών στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος".
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2013. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Τρομοκρατία. Προσφυγή κατά αποφάσεως της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης (άρθρα 7, 7 Α, 49 ΑΝ 3691/2008), με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του προσφεύγοντος για ανάκληση αποφάσεως για ένταξη του ονόματος του στον κατάλογο των σχετιζομένων με την τρομοκρατία προσώπων και αποδεσμεύθηκε τραπεζικός (μισθοδοτικός) λογαριασμός, μόνο για κατάθεση και ανάληψη μισθού. Απόρριψη αιτιάσεων για μη νόμιμη συγκρότηση της Αρχής με τη συμμετοχή εισαγγελικού λειτουργού, ως Προέδρου αυτής, ακυρότητα της απόφασης αυτής εκ του ότι ελήφθη υπό μόνου του Προέδρου που την υπογράφει και όχι από τη Β' Μονάδα της Αρχής και για μη αναγραφή συνθέσεως και μη κλήτευσή του για ακρόαση. Αιτιολογημένη η απόφαση κατά το πρώτο σκέλος. Απόρριψη, κατ' αυτό, της προσφυγής και μεταρρύθμιση της αποφάσεως ως προς την αποδέσμευση του λογαριασμού.
|
Τρομοκρατία
|
Τρομοκρατία, Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, Προσφυγή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 420/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Σ. του Ν., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα-Αλέξιο Αναγνωστάκη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 152/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1323/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 152/2012 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αιγαίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος του Κ. - Ι. Λ., πράξεως που τέλεσε με το ελαφρυντικό του ότι ωθήθηκε σ` αυτήν από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής, το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος έλαβε, μεταξύ άλλων, υπόψη του και 1) το από 22.2.2005 έγγραφο του ιατρού Μ. και 2) το με αριθ. πρωτ…/17.3.2005 ιατρικό πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ". Τα έγγραφα αυτά δεν αναφέρονται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων ούτε στην προσβαλλόμενη ούτε στην πρωτόδικη υπ` αριθ. 567/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά τους, αξιολογήθηκαν δε αποδεικτικώς σε βάρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου με ρητή μνεία τους στο σκεπτικό, ενώ, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, το περιεχόμενό τους δεν προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Έτσι, στερήθηκε ο αναιρεσείων του εκ του άρθρου 358 του ΚΠοινΔ δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το περιεχόμενό τους και επήλθε εξ αυτού του λόγου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απόλυτη ακυρότητα. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδ. β' και 511 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ (Ολ. ΑΠ 7/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, η πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος (με φυλάκιση τουλάχιστον 3 μηνών - άρθρο 309 του ΠΚ), από το χρόνο δε που φέρεται ότι τελέσθηκε (20.2.2005) μέχρι τη διάσκεψη επί της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (26-2-2013) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο της πράξεως αυτής. Επομένως, αφού η ένδικη αίτηση περιέχει ένα τουλάχιστον παραδεκτό λόγο αναιρέσεως (της απόλυτης ακυρότητας), ο οποίος κρίθηκε και βάσιμος, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για την άνω πράξη, λόγω παραγραφής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 152/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, για το ότι: Ο κατηγορούμενος Γ. Σ. του Ν. στο … στις 20.2.2005 και ώρα 4:00 με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον σωματική κάκωση με τρόπο που θα μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα βαριά σωματική βλάβη. Ειδικότερα στον άνω τόπο και χρόνο επιτέθηκε στον Κ.- Ι. Λ. και τον γρονθοκόπησε με ένταση. Η ενέργεια αυτή συνυπολογιζόμενου και του ότι ο κατηγορούμενος τυγχάνει άριστος γνώστης των πολεμικών τεχνών είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία ουλής στο άνω βλέφαρο κάτωθεν της ουρίας της αριστερής οφρύος, την πρόκληση ερυθρότητας του επιπεφυκότος του αριστερού οφθαλμού κροταφικά τη ρήξη της ίριδας του αριστερού οφθαλμού με ανισοκορία. Η πράξη του δε, λόγω του χρησιμοποιηθέντος μέσου, του ευπαθούς του πληγέντος σημείου, της σφοδρότητας, των ιδιαίτερων ικανοτήτων του κατηγορουμένου και της κατεύθυνσης του πλήγματος μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα βαριά σωματική βλάβη.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Μαρτίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για επικίνδυνη σωματική βλάβη. Ανάγνωση εγγράφων. Απόλυτη ακυρότητα, διότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφα που δεν αναγνώστηκαν και το περιεχόμενο τους δεν προκύπτει από άλλα αναγνωσθέντα. Αναίρεση και παύση οριστική ποινικής διώξεως λόγω παραγραφής, γιατί από την τέλεση της πράξεως παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Σωματική βλάβη επικίνδυνη.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 417/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο,- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Ρ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 5485/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο Α. Κ. του Δ.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 835/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 235 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 2802/2001 και ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα (2.10.2006), ήτοι πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο δεύτερο παρ. 1 του ν. 3666/2008, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος, ο οποίος, κατά παράβαση των καθηκόντων του, ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας), απαιτείται, αντικειμενικώς, εκτός από την ιδιότητα του δράστη, ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 περ. α' και 263 Α' του ΠΚ, και η εκ μέρους αυτού απαίτηση ή λήψη δώρων ή άλλων ανταλλαγμάτων ή αποδοχή υποσχέσεως προς παροχή τέτοιων ανταλλαγμάτων ή ωφελημάτων οποιασδήποτε φύσεως, τα οποία δεν δικαιούται, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για ενέργεια ή παράλειψη μελλοντική και όχι τελειωμένη, η οποία ανήκει στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και ανάγεται στην υπηρεσία του ή αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς, τις διαταγές και οδηγίες των προϊσταμένων του, την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του. Υποκειμενικώς δε, απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, των ανωτέρω θεμελιωτικών της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος περιστατικών και τη θέληση να απαιτήσει, λάβει τα πιο πάνω οποιασδήποτε φύσης ωφελήματα ή αποδεχθεί υπόσχεση παροχής αυτών, με περαιτέρω σκοπό (η πραγματοποίηση του οποίου δεν απαιτείται για την τυπική τέλεση του εγκλήματος) να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανήκει στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και ανάγεται στα υπηρεσιακά του καθήκοντα ή αντίκειται σε αυτά. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι, υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας) απαιτείται α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, υπό την αυτή ως άνω έννοια, αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' ΠΚ και δη δημόσιο και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή μιας έννομης σχέσεως ή καταστάσεως. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται σε διάταξη του Ποινικού Κώδικα, γι` αυτό έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων, όχι δε και εκείνο το οποίο αφορά την εσωτερική υπηρεσία των δημοσίων Αρχών. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 45 περ. α του ν.δ. 3030/1954 "περί Αγροφυλακής", ο αγρονόμος στην περιφέρειά του έχει όλες τις αρμοδιότητες και υποχρεώσεις του διοικητή που αναφέρονται στα εδάφια α, β και ε του άρθρου 44 και είναι υπεύθυνος για την κατάσταση της αγροτικής ασφάλειας, την αστυνομία επί της αρδεύσεως και την καλή εφαρμογή του νόμου. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 22 της αποφάσεως 120/1998 του Νομαρχιακού Συμβουλίου Δυτικής Αττικής "περί τροποποιήσεως του Οργανισμού Εσωτερικής Οργάνωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής" (ΦΕΚ 111/Β/1998), η Υπηρεσία Αγροφυλακής, η οποία λειτουργεί σύμφωνα με το ως άνω ν.δ. 3030/1954, όπως ισχύει, αποτελείται, στο Νομό, από τη Διεύθυνση Αγροφυλακής και τα Αγρονομεία Ασπροπύργου και Μεγάρων, έργο των οποίων είναι, μεταξύ άλλων, και ο έλεγχος και η επιβολή κυρώσεων σε όσους παραβιάζουν τις διατάξεις που αφορούν τα αρδευτικά ύδατα και την τήρηση των όρων λειτουργίας των γεωτρήσεων, καθώς και η άσκηση όλων των αρμοδιοτήτων, οι οποίες ορίζονται στους νόμους περί Αγροφυλακής και στα διατάγματα και αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σε εκτέλεση των νόμων αυτών. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ` αριθ. 15442/20.12.2005 απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου Δυτικής Αττικής (ΦΕΚ 1951/Β/30.12.2005), με την οποία τροποποιήθηκε και πάλι ο ως άνω Κανονισμός και η παλαιά Διεύθυνση Αγροφυλακής ονομάστηκε "Τμήμα Αγροφυλακής", υπαγόμενο στη Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με το ανωτέρω ν.δ. 3030/1954, όπως ισχύει, έχει έργο τη μέριμνα για την εφαρμογή των νόμων περί Αγροφυλακής και την επιμέλεια για τη λήψη των ενδεικνυόμενων και νόμιμων μέτρων για την παγίωση της αγροτικής ασφάλειας, καθώς και την άσκηση όλων των αρμοδιοτήτων, οι οποίες ορίζονται στους νόμους περί Αγροφυλακής και στα διατάγματα και αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σε εκτέλεση των νόμων αυτών. Στο εν λόγω Τμήμα υπάγονται τα λειτουργούντα Αγρονομεία Ασπροπύργου και Μεγάρων με έδρα τους ομώνυμους δήμους και όλες τις αρμοδιότητες που καθορίζονται ειδικότερα στους νόμους περί Αγροφυλακής και στα διατάγματα και αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σε εκτέλεση των νόμων αυτών. Και ναι μεν, κατά την αυτή διάταξη, οι τρόποι αρδεύσεως έχουν ανατεθεί στο Γραφείο Αξιοποίησης Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος της Διευθύνσεως Αγροτικής Ανάπτυξης, όμως, από πουθενά δεν συνάγεται ότι, από την έναρξη ισχύος της αποφάσεως αυτής, αφαιρέθηκε από τα Αγρονομεία η αρμοδιότητα της εποπτείας της τηρήσεως των όρων λειτουργίας των γεωτρήσεων και η επιβολή κυρώσεων για κάθε παράβαση. Αντιθέτως, αφού δεν υπάρχει άλλη διάταξη που να υπάγει την αρμοδιότητα αυτή σε κάποιο άλλο γραφείο ή τμήμα της ως άνω Διευθύνσεως, θεωρείται ότι εξακολουθεί να υπάγεται στην αρμοδιότητα των Αγρονομείων, έστω και αν δεν αναφέρεται πλέον ρητώς στην τελευταία απόφαση.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 5485/2011 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παθητικής δωροδοκίας και ψευδούς βεβαιώσεως και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών και οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκε ότι: Ο πρώτος κατηγορούμενος Β. Ρ. μέχρι και το 2006 υπηρετούσε ως Αγρονόμος … και υπαγόταν στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως, ενώ από το έτος 1999 κατείχε το βαθμό του Διευθυντή Α', που του έδινε το δικαίωμα να υπογράφει τα δημόσια έγγραφα των οποίων η έκδοση αναγόταν στην καθ` ύλη αρμοδιότητά του. Μέχρι και την 29.9.2006 είχε δικαίωμα υπογραφής των συγκεκριμένων δημοσίων εγγράφων. Ως Αγρονόμος …ήταν αρμόδιος για τη σύνταξη, κατόπιν αυτοψίας και εισήγησης, βεβαιώσεων για τη νομιμοποίηση παλιών γεωτρήσεων στην περιοχή της αρμοδιότητάς του, που είχαν ανορυχθεί πριν από το έτος 1972. Στα μέσα Σεπτεμβρίου 2006 ο αγρότης Α. Κ. ενδιαφερόμενος να αγοράσει αγρόκτημα με γεώτρηση στην περιοχή …, πληροφορήθηκε ότι διαθέτει προς πώληση τέτοιο ακίνητο ο δεύτερος κατηγορούμενος Α. Κ.. Ήρθαν σε επικοινωνία και επισκέφθηκαν μαζί το προς πώληση αγρόκτημα, το οποίο ήταν εμβαδού 1200 τ.μ. και διέθετε και γεώτρηση, η οποία όμως δεν είχε ηλεκτροδοτηθεί. Σε σχετική ερώτηση του υποψήφιου αγοραστή στο β' κατηγορούμενο, ο τελευταίος του ανέφερε ότι ο Αγρονόμος … (εννοώντας τον α' κατ/νο) έφαγε τα λεφτά του πατέρα του και τελικά ρεύμα δεν του έδωσε. Τελικά, συμφώνησαν να αγοράσει ο Κ. το εν λόγω αγρόκτημα με τη γεώτρηση έναντι τιμήματος 10.000 €, χωρίς όμως να γνωρίζει ότι δεν μπορούσε να ηλεκτροδοτηθεί η γεώτρηση, καθόσον είχε ανοιχθεί το 1989 και ηλεκτροδοτούντο μόνο όσες είχαν ανοιχθεί μέχρι το 1972. Τελικά συμφώνησαν να πραγματοποιηθεί η αγοραπωλησία όταν και εφόσον θα ηλεκτροδοτείτο η γεώτρηση. Ο Α. Κ. (β' κατ/νος) πήγε στον Αγρονόμο … δηλαδή στον κατ/νο Ρ. για να του χορηγηθεί βεβαίωση προκειμένου να ηλεκτροδοτηθεί η γεώτρηση. Ο κατ/νος Ρ. γνωρίζοντας ότι δεν μπορεί να ηλεκτροδοτηθεί η γεώτρηση, λόγω του ότι είχε ανοιχθεί μετά το 1972, ζήτησε από τον Κ. να του δώσει χρήματα για να του δώσει τη βεβαίωση και ο Κ. του πρότεινε να του δώσει 300 ευρώ, αλλά ο Ρ. αρνήθηκε γιατί ήταν πολύ λίγα. Σε νέα μετά από 5-6 ημέρες συνάντησή τους ο Ρ. ζήτησε από τον Κ. το ποσό των 1.500 ευρώ για να του χορηγήσει τη βεβαίωση και μετά από συζητήσεις περιόρισε το ποσό στα 1.000 ευρώ. Ο Κ. ζήτησε από τον Κ. να του δώσει αυτός το ποσό των1.000 ευρώ, ενώ ο τελευταίος πρότεινε στον Κ. να καταγγείλουν το Ρ. για την παραβατική του συμπεριφορά, ενώ ο Κ. αρνήθηκε. Τελικά, ο Κ. προσέφυγε στη Δ/νση Εσωτερικών Υποθέσεων του Υπουργείου Δημοσίας Τάξης, όπου αποφασίστηκε να δώσει ο Κ. τα 1.000 ευρώ στον Κ. για να τα προσφέρει στο Ρ. ώστε να του χορηγήσει την ως άνω βεβαίωση. Πράγματι στις 2/10/2006 ο Κ. πάντα σε συνεννόηση με τα επιληφθέντα της υπόθεσης αστυνομικά όργανα παρέδωσε το άνω ποσό των 1.000 ευρώ στον Κ., ο οποίος χωρίς να γνωρίζει για την εμπλοκή των αστυνομικών οργάνων και την παγίδευση του Ρ., μετέβη στο αγρονομείο, όπου, προσκομίζοντας την από 29-9-2006 Υπεύθυνη Δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, απευθυνόμενη στην Υπηρεσία της Αγροφυλακής και δηλώνοντας σ` αυτήν ψευδώς ότι η γεώτρηση στο αγροτεμάχιο στη θέση …υπάρχει από το 1970, ενώ η αλήθεια είναι ότι αυτή ανοίχθηκε το 1987, την παρέδωσε μαζί με το ποσό των1.000 ευρώ σε προσημειωμένα χαρτονομίσματα στο Ρ. και ο τελευταίος του χορήγησε την υπ` αριθ…/29-9-2006 βεβαίωση, στην οποία βεβαιωνόταν ψευδώς εκ μέρους του Ρ. ότι η εντός του κτήματος του Κ. γεώτρηση είχε ανοιχθεί το έτος 1970, αν και γνώριζε ότι αυτή είχε ανοιχθεί το 1987. Στη συνέχεια βγαίνοντας ο Κ. από το Αγρονομείο και αφού παρέδωσε την ως άνω βεβαίωση στον Κ. που τον ανέμενε, επενέβησαν οι αστυνομικοί και τον συνέλαβαν, ενώ το ίδιο έπραξαν όταν εξήλθε του Αγρονομείου ο Ρ. , ενώ σε έρευνα που επακολούθησε στο γραφείο βρέθηκαν και τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα συνολικού ποσού 1.000 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει κατά τρόπο άμεσο και σαφή ότι ο κατ/νος Ρ. ως Αγρονόμος Μεγάρων, αρμόδιος για τη σύνταξη βεβαιώσεων για τη νομιμοποίηση παλαιών γεωτρήσεων στην περιοχή της αρμοδιότητάς του, που έχουν ανορυχθεί πριν από το έτος 1972, με σκοπό να διευκολύνει την πώληση του αγροτεμαχίου του δεύτερου κατηγορουμένου Κ., χορήγησε σ` αυτόν την παραπάνω βεβαίωση, στην οποία βεβαιωνόταν ψευδώς ότι η γεώτρηση που υπάρχει μέσα στο αγρόκτημα του Κ. είχε ανορυχθεί το έτος 1970, αν και γνώριζε ότι αυτή είχε ανορυχθεί το 1987, την οποία (βεβαίωση) επρόκειτο να χρησιμοποιήσει ο Κ. για να ηλεκτροδοτηθεί η γεώτρηση και να μεταβιβάσει το αγρόκτημα, ενώ προκειμένου ο ίδιος κατηγορούμενος (Ρ. ) για να χορηγήσει την άνω βεβαίωση ζήτησε και έλαβε από των Κ. το ποσό των 1000 ευρώ, αν και γνώριζε ότι η πράξη του αυτή είναι αντίθετη στα καθήκοντά του ως δημοσίου υπαλλήλου. Τα όσα καταθέτει ο κατ/νος Ρ. ότι δήθεν τα χρήματα που του έδωσε ο Κ. ήταν από επιστροφή δανείου που του είχε χορηγήσει, στερούνται βασιμότητας και είναι απορριπτέα. Θα πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί ένοχος ο πρώτος κατ/νος Β. Ρ. των πράξεων της ψευδούς βεβαιώσεως και της παθητικής δωροδοκίας ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της παθητικής δωροδοκίας και της ψευδούς βεβαιώσεως, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 235 παρ. 1 και 242 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: α) Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, και μετά την έκδοση της υπ` αριθ. 15442/2005 αποφάσεως του Νομαρχιακού Συμβουλίου Δυτ. Αττικής το Τμήμα Αγροφυλακής δεν απώλεσε την αρμοδιότητά του να εποπτεύει αν τηρούνται οι όροι των γεωτρήσεων και, επομένως, το δικαίωμα της υπογραφής των σχετικών βεβαιώσεων. Ορθώς, δηλαδή, κρίθηκε ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος αγρονόμος είχε αρμοδιότητα να υπογράφει τέτοιες βεβαιώσεις. β) Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται οι ως άνω διατάξεις των αποφάσεων του Νομαρχιακού Συμβουλίου Δυτ. Αττικής, αρκεί ότι αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, είχε την αρμοδιότητα για τη σύνταξη βεβαιώσεων για τη νομιμοποίηση παλαιών γεωτρήσεων στην περιοχή του Αγρονομείου …. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς: "4. Αποτυπώματα σφραγίδων, 8. Δύο φωτογραφίες, 9. Λευκός φάκελος - ταχυδρομικός και 20. Επτά μηνύσεις του Α. Κ. προς τον Εισαγ. Πρωτ. Αθηνών". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, ενόψει και της αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού των εγγράφων αυτών (λεκτική διατύπωση αποτυπωμάτων σφραγίδων, τι απεικόνιζαν οι φωτογραφίες, στοιχεία εξατομικεύσεως του λευκού φακέλου, εξειδίκευση μηνύσεων), αφού, με την ανάγνωσή τους, κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός, ο οποίος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν πρόβαλε, δια των πληρεξουσίων δικηγόρων του, καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση των εγγράφων αυτών, είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο αυτών, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου, το Τριμελές Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, τρίτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των ως άνω εγγράφων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25 Ιουνίου 2012 (με αριθ. πρωτ. 4725/2012) αίτηση του Β. Ρ. του Π., για αναίρεση της υπ` αριθ. 5485/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Μαρτίου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη αγρονόμου για παθητική δωροδοκία και ψευδή βεβαίωση. Ν.Δ. 3030/1954 «περί Αγροφυλακής» και σχετικές αποφάσεις Νομαρχιακού Συμβουλίου Δυτ. Αττικής. Ορθή κρίση ότι ο αγρονόμος ήταν αρμόδιος να χορηγήσει βεβαίωση για τη νομιμοποίηση γεωτρήσεως. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφων. Όχι απόλυτη ακυρότητα. Απόρριψη αιτήσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Δωροδοκία, Ψευδής βεβαίωση, Αγροφυλακή.
| 0
|
Αριθμός 410/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Ανοιξης Αττικής, που έχει έδρα την Άνοιξη και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Φραντζεσκάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κ. Τ. του Η. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπακωνσταντίνου, και 2)Λ. Ν. του Π. , κατοίκου ... , που παραστάθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/9/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2376/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 2694/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 21/1/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 11/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 Εις.Ν.Α.Κ., προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ, η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει, ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται οι πλατείες και οι οδοί αδιακρίτως. Τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτό από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά), που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος, για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, η οποία όμως παραίτηση πρέπει να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που θα υποβληθεί σε μεταγραφή. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο (ν.3 Πανδ. 43, 7, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22, 3) αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας πράγματος ως κοινοχρήστου η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος από τους δημότες Κοινότητας ή Δήμου (νetustas), με την οποία κυρώνονταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο, ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής κατάστασης. Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 ΝΔ 690/1948 και 2 παρ.1 εδάφ. α', 3 παρ. 2, 7 παρ.1 και 2 Ν.Δ. της 17-7/16-8-1923 περί σχεδίων πόλεων, συνάγεται, ότι οι εδαφικές εκτάσεις που αφέθηκαν από τους ενδιαφερομένους ιδιοκτήτες τους με σκοπό να καταστούν κοινόχρηστοι χώροι (άλση, πλατείες, οδοί κ.λ.π.) και χαρακτηρίζονται ως τοιούτοι από το αρχικό ή κατά τροποποίηση σχέδιο ρυμοτομίας οικισμού που εγκρίθηκε με επίσπευση των ιδιοκτητών, από και δια της εγκρίσεώς του περιέρχονται στην προβλεπόμενη κοινή χρήση και στον κατά το νόμο κύριο των κοινοχρήστων, χωρίς ανάγκη συντάξεως σχετικής συμβολαιογραφικής πράξεως και μεταγραφής της. Περαιτέρω, κατά το άρθρo 28 του ν. 1337/1983 "Επέκταση πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη κλπ", "Ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιοδήποτε τρόπο έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι και ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα. Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση όμως που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όπως διαφωτίζεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισής της, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, εφόσον α) προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστοι χώροι και β) η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από τις ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, κατ' ανοχή του ιδιοκτήτη. Έτσι για την μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου Ο.Τ.Α. δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικώς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια.
Συνεπώς, εφόσον συντρέχουν οι άνω δύο προϋποθέσεις του άρθρου 28 του ν. 1337/1983, επέρχεται μετάθεση της κυριότητας υπέρ του οικείου Δήμου ή Κοινότητας, αδιαφόρως αν το ακίνητο είχε τεθεί σε κοινή χρήση πριν ή μετά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, δεδομένου ότι τέτοια διάκριση δεν συνάγεται από την ανωτέρω διάταξη, αλλά αντιθέτως ο δικαιολογητικός λόγος που οδήγησε τον νομοθέτη να εισαγάγει αυτή την ρύθμιση συντρέχει σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ούτε απαιτείται οι χώροι που τέθηκαν σε κοινοχρησία με την βούληση του ιδιοκτήτη να ταυτίζονται με τους δρόμους και τις πλατείες του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, το οποίο ενδέχεται κατά περίπτωση να τροποποιηθεί και να προσαρμοσθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις (ΑΠ 157/2009). Περαιτέρω, για το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται αυτή κυριαρχικώς από το Δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το εδάφιο 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, ενώ, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του ανωτέρω άρθρου 559. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Ειδικότερα δε, εκείνος που ισχυρίζεται, ότι κάποιο ακίνητο ή οδός είναι κοινόχρηστος χώρος, πρέπει, για το ορισμένο του ισχυρισμού του, να καθορίσει το νόμιμο τρόπο με τον οποίο αποκτήθηκε η ιδιότητα της κοινοχρησίας, και συνακόλουθα να αναφέρεται εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, στο οποίο προβλέπεται η επικαλούμενη ως κοινόχρηστη οδός, ή, αντίστοιχα, να αναφέρεται ότι έχει γίνει παραίτηση από την κυριότητα της αναφερόμενης ως κοινόχρηστης οδού με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβλήθηκε σε μεταγραφή εκ μέρους του πρώην ιδιοκτήτη. Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα Κοινότητα Άνοιξη Αττικής και ήδη αναιρεσείων Δήμος Διονύσου Αττικής με την ένδικη από 27-9-2005 διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή, την οποία εκτιμά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο ο Άρειος Πάγος, ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά της και να της αποδοθεί εδαφικό τμήμα 680 τ.μ., που κατέλαβαν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, το οποίο αποτελεί τμήμα κοινόχρηστης οδού, αποκτήθηκε δε η ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος με την αμνημόνευτου χρόνου αρχαιότητα, άλλως με τη βούληση των ιδιοκτητών της, άλλως κατά τις διατάξεις του ν. 1337/1983, όλως δε επικουρικώς, επειδή το εδαφικό αυτό τμήμα περιήλθε στην κυριότητα της ενάγουσας ως οικόπεδο, με τις διατάξεις της τακτικής και της έκτακτης χρησικτησίας. Ειδικότερα, η ενάγουσα Κοινότητα και ήδη αναιρεσείων Δήμος ισχυρίζεται, ότι απέκτησε την κυριότητα του επίδικου εδαφικού τμήματος, γιατί αυτό απέκτησε την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος, καθόσον είχε αφεθεί ως οδός περί τα έτη 1925-1930 από τους προηγούμενους κυρίους της μεγαλύτερης έκτασης Μ. και Λ. Ε. , για την εξυπηρέτηση της κατάτμησης σε οικόπεδα των εδαφικών τους εκτάσεων, ότι η πραγματική αυτή κατάσταση διήρκεσε επί μακρό χρόνο με την ανοχή των πρώην ως άνω ιδιοκτητών και αποδόθηκε στην κοινή χρήση των κατοίκων της και ότι στο εγγύς μέλλον θα επισημοποιηθεί η κατάσταση αυτή, αφού θα περιλαμβάνεται ως κοινόχρηστη οδός στο υπό εξέλιξη σχέδιο πόλεως, διότι έχει συναφθεί η σχετική σύμβαση για την απαιτούμενη προς τούτο κτηματογράφηση. Έτσι, με τα ανωτέρω εκτιθέμενα στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής αναφέρεται ότι δεν υπάρχει ακόμα εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, στο οποίο να προβλέπεται ως κοινόχρηστη οδός η επίδικη εδαφική έκταση και συνακόλουθα η επικουρική βάση της αγωγής που στηρίζεται στην κυριότητα που αποκτήθηκε από την ενάγουσα με την ιδιότητα του επιδίκου ως κοινόχρηστης οδού κατά την διάταξη του άρθρου 28 του ν. 1337/1983 είναι μη νόμιμη, αφού αναφέρεται στην αγωγή ότι δεν υπάρχει εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο. Περαιτέρω, η όλως επικουρική βάση της αγωγής, ότι η επίδικη έκταση απέκτησε την ιδιότητα της κοινόχρηστης οδού λόγω παραιτήσεως των προηγούμενων ιδιοκτητών από την κυριότητα υπέρ της Κοινότητας είναι αόριστη, γιατί δεν αναφέρεται ότι η παραίτηση έγινε με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβλήθηκε σε μεταγραφή. Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε όμοια και απέρριψε ως μη νόμιμη και ως αόριστη, αντίστοιχα, τις επικουρικές βάσεις της αγωγής, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 28 του ν. 1337/1983 και του άρθρου 23 του ν.δ/τος 17-7-1923 "περί σχεδίων πόλεων και κωμών", τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά τα δύο μέρη του από τους αριθμούς 1 και 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με τον οποίο ο αναιρεσείων Δήμος υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992). Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν τα ακόλουθα: "Το επίδικο εδαφικό τμήμα επιφάνειας 680 τ.μ. βρίσκεται στην πρώην Κοινότητα Άνοιξης Αττικής-πρώην Δήμο Άνοιξης και ήδη Δήμο Διονύσου Αττικής, απεικονίζεται δε με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία …... στο από Ιουνίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Μ. . Σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα αυτό το ακίνητο αυτό συνορεύει: Βόρεια επί πλευράς ΑΒ μήκους 62,02 μέτρων με την οδό …, ανατολικά επί πλευράς ΒΡ1 μήκους 7,09 μέτρων με την οδό …, νότια επί πλευράς Ρ1Δ μήκους 57,59 μέτρων με πρόσοψη οικοπέδου ιδιοκτησίας εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και δυτικά επί πλευράς ΑΔ μήκους 16,11 μέτρων με την οδό …, - τμήμα της συνεχόμενης με αυτή πλατείας Α. . Η μεγαλύτερη εδαφική έκταση, από την οποία προέρχεται το ακίνητο των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, ανήκε στους Λ. και Μ. Ε. και δεν υπήρχε μέσα σ' αυτή κοινόχρηστη οδός, που ονομάστηκε …,, μέχρι το έτος 1946. Το έτος 1946 οι ως άνω ιδιοκτήτες της μεγαλύτερης έκτασης προέβησαν σε κατάτμηση αυτής, προκειμένου να πωλήσουν σε τρίτους επί μέρους εδαφικά τμήματα. Για την εξυπηρέτηση των οικοπέδων, που δημιουργήθηκαν από την εν λόγω κατάτμηση, δημιουργήθηκε η οδός …. Προκειμένου να προσδιοριστούν και οριοθετηθούν τα επί μέρους εδαφικά τμήματα, που ως άνω δημιουργήθηκαν, συντάχθηκε το από Οκτωβρίου 1946 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ. Σ., το οποίο έχει προσαρτηθεί στο …/1946 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευστ. Κουτσοχέρα, δυνάμει του οποίου πωλήθηκε ακίνητο από αυτά σε τρίτους, στο οποίο για πρώτη φορά αποτυπώνεται η εν λόγω οδός ως ιδιωτική οδός. Ως εκ τούτου, η οδός …, που άρχισε να χρησιμοποιείται ως οδός από το έτος 1946 και εφεξής, δεν απέκτησε την ιδιότητα κοινόχρηστης οδού από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, αφού δεν συνέτρεξαν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Αυτό αποδεικνύεται από την κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος Ι. Μ., υπαλλήλου αυτού, ο οποίος κατέθεσε ότι από το έτος 1946 άρχισε να χρησιμοποιείται η οδός … ως κοινόχρηστος δρόμος. Με την κατάθεση αυτού συμφωνεί η κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων Δ. Κ. και δεν αντικρούονται οι καταθέσεις αυτές από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Αντίθετα, αυτές ενισχύονται από τα …/1999 και …/1956 συμβόλαια των συμβολαιογράφων Αθηνών Γ. Β. και Π. Κ. , αντίστοιχα, που αποτελούν τους τίτλους κτήσεως κτήσεως κυριότητας του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, στα οποία η οδός … αναφέρεται ως "ιδιωτική οδός", όπως επίσης ως "ιδιωτική οδός" εμφαίνεται και η ετέρα οδός επί της οποίας έχει πλευρά το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων. Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι το ως άνω εδαφικό τμήμα είχε καταλάβει η ενάγουσα πρώην Κοινότητα ... και το κατείχε με διάνοια κυρίου πλέον της εικοσαετίας ως οικόπεδο, αφού κανένας μάρτυρας δεν κατέθεσε ότι η πρώην Κοινότητα ... διά των οργάνων της προέβη σε διακατοχικές πράξεις, που προσιδιάζουν σε οικόπεδο, δηλωτικές της κατοχής αυτής διανοία κυρίου, ούτε αυτό προέκυψε από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Η αναφερόμενη από τον μάρτυρα του αναιρεσείοντος κοινοτική ηλεκτροδότηση με κολόνες φωτισμού εντός της επίδικης εδαφικής έκτασης, καθώς και η φύτευση, διατήρηση και περιποίηση της κοινοτικής δενδροστοιχίας στην άκρη της επίδικης εδαφικής έκτασης, δεν αποδείχθηκε ότι έγιναν από την Κοινότητα με διάνοια κυρίου της επίδικης έκτασης, αλλά έχουν γίνει στα πλαίσια της επιβαλλόμενης εξυπηρέτησης των κατοίκων διά του αναγκαίου κοινοτικού φωτισμού και του εξωραϊσμού του χώρου, που χρησιμοποιείται για την διέλευσή τους". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι η επίδικη εδαφική έκταση ουδέποτε απέκτησε την ιδιότητα κοινόχρηστης οδού και ουδόλως αποδείχθηκε ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα είχε καταλάβει η ενάγουσα πρώην Κοινότητα και το κατείχε με διάνοια κυρίου, και κατόπιν τούτου απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, επικυρώνοντας την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόδειξης ότι η επίδικη εδαφική έκταση απέκτησε ποτέ την ιδιότητα κοινόχρηστης οδού, και της μη απόδειξης ότι ο αναιρεσείων απέκτησε την κυριότητα της επίδικης εδαφικής έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενος και κατέχοντας αυτήν με διάνοια κυρίου πλέον της εικοσαετίας ως οικόπεδο. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα είναι μέρος μεγαλύτερης εδαφικής έκτασης, από την οποία προέρχεται το ακίνητο των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, ότι οι αναφερόμενοι ιδιοκτήτες της μεγαλύτερης έκτασης μόλις το έτος 1946 προέβησαν σε κατάτμηση της μεγαλύτερης έκτασης, ότι για την εξυπηρέτηση των οικοπέδων, που δημιουργήθηκαν από την εν λόγω κατάτμηση δημιουργήθηκε η οδός …,, η οποία αναφέρεται ως ιδιωτική οδός και σε τοπογραφικό διάγραμμα του έτους 1946 καθώς και σε μετέπειτα συμβόλαια. Ειδικότερα, δεν υφίσταται αντίφαση με την παραδοχή του Εφετείου ότι "από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι το ως άνω εδαφικό τμήμα είχε καταλάβει η ενάγουσα πρώην Κοινότητα ... και το κατείχε με διάνοια κυρίου πλέον της εικοσαετίας ως οικόπεδο, αφού κανένας μάρτυρας δεν κατέθεσε ότι η πρώην Κοινότητα ... διά των οργάνων της προέβη σε διακατοχικές πράξεις, που προσιδιάζουν σε οικόπεδο, δηλωτικές της κατοχής αυτής διανοία κυρίου, ούτε αυτό προέκυψε από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο" και της παραδοχής ότι "η αναφερόμενη από τον μάρτυρα του αναιρεσείοντος κοινοτική ηλεκτροδότηση με κολόνες φωτισμού εντός της επίδικης εδαφικής έκτασης, καθώς και η φύτευση, διατήρηση και περιποίηση της κοινοτικής δενδροστοιχίας στην άκρη της επίδικης εδαφικής έκτασης, δεν αποδείχθηκε ότι έγιναν από την Κοινότητα με διάνοια κυρίου της επίδικης έκτασης, αλλά έχουν γίνει στα πλαίσια της επιβαλλόμενης εξυπηρέτησης των κατοίκων διά του αναγκαίου κοινοτικού φωτισμού και του εξωραϊσμού του χώρου, που χρησιμοποιείται για την διέλευσή τους", αφού το ως άνω πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης εκτίθεται σαφώς. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων Δήμος υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων Δήμος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-1-2010 αίτηση του αναιρεσείοντος Δήμου Άνοιξης Αττικής και ήδη Δήμου Διονύσου Αττικής για αναίρεση της 2694/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κοινόχρηστα πράγματα. Αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα. Πώς αποκτάται η ιδιότητα μια οδού ως κοινόχρηστης. Απαιτούμενα για να κριθεί ως νόμιμος και οριστικός ο αγώγιμος ισχυρισμός για την αναγνωριστική οδού ως κοινόχρηστης. Έλλειψη νόμιμης βάσης. Απορρίπτει αναίρεση κατά της 2694/2009 απόφασης Εφετείου Αθηνών.
|
Αρχαιότητες
|
Αγωγή αναγνωριστική, Αρχαιότητες.
| 0
|
Αριθμός 411/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Κ. του Σ. , και 2)Μ. Κ. συζ. Α. , το γένος Ι. Τ. , κατοίκων ... , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Κοκοτό.
Της αναιρεσίβλητης: Π. Κ. του Γ. , κατοίκου ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Ζαχόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/9/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 866/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/11/2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 9/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1012 ΑΚ, "αν ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς το δρόμο, έχει δικαίωμα ο κυριός του να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες έναντι ανάλογης αποζημίωσης", κατά δε το άρθρο 1013 ίδιου Κώδικα, "η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι ως ακίνητο στερούμενο την αναγκαία δίοδο προς την οδό θεωρείται εκείνο που στερείται κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για την εκμετάλλευση ή χρησιμοποίησή του, σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, ανεξάρτητα αν πρόκειται για ακίνητο αστικό ή αγροτικό, οικοδομημένο εν μέρει ή ασκεπή χώρο, εντός ή εκτός σχεδίου. Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές της παροχής διόδου, η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση αυτής, οι διαστάσεις της, η κατεύθυνση και η επάρκειά της κρίνονται αντικειμενικά, σύμφωνα με τις κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής συγκεκριμένες συνθήκες, ενόψει και των αναγκών του ακινήτου, του προορισμού του και της θέσης ή της περιοχής αυτού, με κριτήρια δηλαδή την ωφέλεια του περίκλειστου ακινήτου και την ανάλογη θυσία του γειτονικού, ύστερα από στάθμιση των συμφερόντων των μερών, χωρίς το δικαστήριο να έχει υποχρέωση να δεχθεί το αίτημα του δικαιούχου ενάγοντος αναφορικά με τη χάραξη ή την τυχόν διαπλάτυνση της διόδου αν κρίνει ότι ο τρόπος αυτός είναι επιζήμιος (ΑΠ 757/2011 ΕλλΔνη 53.987, ΑΠ 684/2005/ ΕλλΔνη 48.1391). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικό περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Η ενάγουσα - εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) είναι κυρία ενός ακινήτου (οικοπέδου) εκτάσεως 111τ.μ. περίπου, που βρίσκεται, στη θέση …του δημοτικού διαμερίσματος …του Δήμου …. Το εν λόγω ακίνητο, μέσα στο οποίο υπάρχει οικία εμβαδού 40 τ.μ. περίπου, συνορεύει στην ανατολική πλευρά του με βράχο, κάτω από τον οποίο βρίσκεται ο αιγιαλός και ως προς τις λοιπές πλευρές του με ιδιοκτησία των εναγομένων εκκαλούντων (και ήδη αναιρεσειόντων). Το ακίνητο αυτό η εφεσίβλητη απέκτησε από αγορά, δυνάμει του υπ' αριθμ…/1981 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ιωάννη Ζαμπάντη, που μεταγράφηκε νόμιμα....αρχικά κατά ψιλή κυριότητα και ήδη από το έτος 1990, μετά το θάνατο του επικαρπωτή πατέρα της, κατά πλήρη κυριότητα. Οι εκκαλούντες απέκτησαν το ακίνητο τους, εκτάσεως 3.782,09 τ.μ., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δυνάμει του υπ' αριθμ…/2004 συμβολαίου διανομής ακινήτων της συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ανδριανής Κλάδη - Κόκκινου που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα....Καθώς το ακίνητο της εφεσίβλητης είναι περίκλειστο, μη έχοντας διέξοδο προς δημόσιο, δημοτικό ή κοινοτικό δρόμο, συστάθηκε, ήδη από το έτος 1982, δυνάμει του υπ' αριθμ…/1982 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ι. Ζαμπάντη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα ίδια βιβλία...., πραγματική δουλεία διελεύσεως "πεζή", η οποία διέρχεται από το ακίνητο των εκκαλούντων. Η ήδη υπάρχουσα δουλεία διόδου περιγράφεται στο ως άνω συμβόλαιο, καθώς και στο επισυναπτόμενο στην αγωγή από 20-10-2004 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Β. . Αυτή αρχίζει από τον κοινοτικό δρόμο … με κατεύθυνση νότια. Αρχικά είναι μήκους 46 μέτρων σε ευθεία γραμμή και πλάτους 2 μέτρων και περιγράφεται με τα γράμματα Α- στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα. Στη συνέχεια κάμπτεται ανατολικά και συνεχίζει σε ευθεία μήκους 15 μέτρων και πλάτους 1 μέτρων, μετά τα 15 μέτρα κάμπτεται νότια επί ευθύγραμμου τμήματος μήκους 11,80 μέτρων και πλάτους 1 μέτρου, στη συνέχεια κάμπτεται ανατολικά σε ευθύγραμμο τμήμα μήκους 20,70 μέτρων και πλάτους 1 μέτρου. Μετά τα 20,70 μέτρα κάμπτεται νότια σε ευθύγραμμο τμήμα μήκους 23,60 μέτρων και πλάτους 1 μέτρων και τελικά κάμπτεται ανατολικά σε ευθύγραμμο τμήμα 14,40 μέτρων και πλάτους 1 μέτρου. Η παλιά δίοδος απεικονίζεται αναλυτικά στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα γράμματα α-β-γ-δ-ε-ζ-η-Η-Ζ-Ε-Δ-Γ-Β"-Β-β-Α. Σύμφωνα με τα άνω, η ήδη υπάρχουσα δουλεία διόδου στο αρχικό τμήμα της μήκους 46 μέτρων είναι πλάτους 2 μέτρων και στο υπόλοιπο τμήμα της είναι πλάτους 1 μέτρου. Η εφεσίβλητη χρησιμοποιούσε το ως άνω. ακίνητο της αρχικά ως εξοχική κατοικία, όμως ήδη από το έτος 1999 διαμένουν μόνιμα εκεί τα δύο τέκνα της. Εξάλλου και η ίδια διαμένει εκεί αρκετούς μήνες του έτους (καλοκαίρι -Χριστούγεννα - Πάσχα). Η μόνιμη εγκατάσταση των τέκνων της ανωτέρω διαδίκου στο προαναφερόμενο ακίνητο, αλλά .και η πιο συχνή χρήση του και από την ίδια, έχει δημιουργήσει πρόσθετες ανάγκες που καθιστούν ανεπαρκή την περιγραφόμενη πιο πάνω στενή δίοδο. Συγκεκριμένα, λόγω του μικρού πλάτους της (ενός μόνο μέτρου, κατά το μεγαλύτερο τμήμα της), μόνο πεζή μπορούν να διέρχονται, μέσω αυτής, οι ένοικοι ή οι επισκέπτες της οικίας της εφεσίβλητης. Η με τον τρόπο όμως αυτόν διέλευση, δεν εξυπηρετεί πλέον, και κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τις ανάγκες του ακινήτου, σύμφωνα με τον προορισμό του. Και τούτο γιατί, λόγω και της μεγάλης κοινωνικής και τεχνολογικής εξέλιξης των τελευταίων ετών, παρίσταται ανάγκη πρόσβασης του επίδικου ακινήτου και με τροχοφόρα οχήματα. Ειδικότερα απαιτείται να υπάρχει δυνατότητα διέλευσης, πλην του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, πυροσβεστικού οχήματος, ασθενοφόρου οχήματος, οχήματος εκκενώσεως βόθρων (στο εν λόγω ακίνητο υπάρχουν βόθροι), μικρού φορτηγού αυτοκινήτου για τη μεταφορά επίπλων, αλλά και υλικών για επισκευή ή ανακαίνιση της οικίας (η ύπαρξη αυθαίρετης προσθήκης στην οικία δεν ασκεί εδώ έννομη επιρροή) κλπ. Για την ανεπάρκεια της υπάρχουσας διόδου, η οποία άλλωστε προκύπτει και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατέθεσε ακόμα και ο μάρτυρας που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από την πλευρά των εκκαλούντων. Σύμφωνα και με το μάρτυρα αυτόν, τις ανάγκες του δεσπόζοντος ακινήτου θα εξυπηρετούσε μόνο μία δίοδος πλάτους τουλάχιστον 3 μέτρων. Στο σημείο αυτό κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός των εκκαλούντων που επαναφέρεται με την υπό κρίση έφεση ότι η υπάρχουσα στενή δίοδος είναι επαρκής για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ακινήτου της αντιδίκου τους. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η προσφορότερη και λιγότερο επιζήμια δίοδος είναι εκείνη που περιγράφεται στην αγωγή, δηλαδή αυτή που θα προκύψει με διαπλάτυνση της ήδη υπάρχουσας διόδου που δημιουργήθηκε με τη σύσταση της παραπάνω αναφερόμενης δουλείας, όπως περιγράφεται στο ίδιο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Β. και συγκεκριμένα ως εξής: Αρχικά από τον κοινοτικό δρόμο … και σε ευθεία μήκους 49 μέτρων, με κατεύθυνση νότια, θα γίνει διαπλάτυνση 1 μέτρου όπως περιγράφεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα γράμματα Α-Β-ΒΖ-Β'-ΒΙ-Α'-Α. Το τμήμα αυτό θα συνορεύει με την ήδη υπάρχουσα δίοδο πλάτους 2 μέτρων με το ακίνητο των εναγομένων και με τον κοινοτικό δρόμο …, θα είναι δε εμβαδού 49 τ.μ. Στη συνέχεια θα κάμπτεται ανατολικά και θα συνεχίζει σε ευθεία γραμμή μήκους 15 μέτρων, όπως αυτό περιγράφεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα γράμματα Β-Β2-Γ-Γ1-Γ-Β1-Β-Β1, θα είναι πλάτους 2 μέτρων και θα συνορεύει με την ήδη υπάρχουσα δίοδο και με υπόλοιπη ιδιοκτησία των εκκαλούντων, το δε εμβαδό της θα είναι 30 τ.μ. Εν συνεχεία και μετά τα 15 μέτρα θα κάμπτεται νότια επί ευθύγραμμου τμήματος μήκους 11,80 μέτρων και θα είναι πλάτους 2 μέτρων (γράμματα Γ1-Δ-Δ''-Δ' -Δ1-Γ-Γ1 του τοπογραφικού διαγράμματος) και θα συνορεύει με ήδη υφιστάμενη δίοδο και με υπόλοιπη ιδιοκτησία των εκκαλούντων, το δε εμβαδόν της θα είναι 23,60 τ.μ. Στη συνέχεια θα κάμπτεται ανατολικά σε ευθύγραμμο τμήμα μήκους 20,70 μέτρων και πλάτους 2 μέτρων (γράμματα Δ-Ε-ΕΙ-Ε' -Δ"-Δ του τοπογρ. διαγράμματος) και θα συνορεύει με ήδη υφιστάμενη δίοδο και με υπόλοιπη ιδιοκτησία των εκκαλουντων, το δε εμβαδό της θα είναι 41,40 τ.μ. Μετά τα 20,70 μέτρα θα κάμπτεται νότια σε ευθύγραμμο τμήμα μήκους 23,60 μέτρων και πλάτους 2 μέτρων (γράμματα Ε1-Ζ-Ζ"-Ζ' -ΖΙ-Ε'-ΕΙ), θα συνορεύει με ήδη υφιστάμενη δίοδο και με υπόλοιπη ιδιοκτησία των εκκαλουντων και το εμβαδό της θα είναι 47,20 τ.μ. Τελικά θα κάμπτεται ανατολικά σε ευθύγραμμο τμήμα μήκους 14,40 μέτρων και πλάτους 2 μέτρων, όπως αναλυτικά απεικονίζεται στο ίδιο διάγραμμα με γράμματα Ζ-Ζ"-Η'-Η-Ζ. Το τμήμα αυτό θα συνορεύει με ιδιοκτησία εκκαλούντων, με την υφιστάμενη δίοδο και με βράχο, ενώ θα είναι συνολικού εμβαδού 28,80 τ.μ. Προκειμένου όμως να είναι ευχερής η διέλευση των τροχοφόρων οχημάτων, μέσω της επίδικης διόδου, πρέπει να γίνει διαμόρφωση των γωνιών αυτής, όπως εμφαίνεται στο ίδιο διάγραμμα με τα γράμματα Γ, Ε', ζ, πράγμα που σημαίνει ότι σε κάθε γωνία θα υπάρχει δίοδος επιπρόσθετου εμβαδού 0,49 τ.μ. Η δίοδος αυτή, συνολικού εμβαδού 221,47 τ.μ., που δεν αποτελεί, παρά διαπλάτυνση της ήδη υπάρχουσας, είναι η πλέον πρόσφορη και δημιουργεί, και κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τη μικρότερη επιβάρυνση στο ακίνητο των εκκαλούντων, αφού κατά το μέγιστο τμήμα της, βαίνει παράλληλα με τα όρια του και δεν το διχοτομεί περαιτέρω. Σημειώνεται ότι η αποκοπή μικρού τμήματος στη βόρεια πλευρά του, έγινε το έτος 1982, με τη σύσταση της ήδη υπάρχουσας διόδου, κατόπιν κοινής βούλησης των τότε ιδιοκτητών των ακινήτων". Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε, ότι πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός των εκκαλούντων, ότι "η προτεινόμενη από αυτούς δίοδος είναι πιο πρόσφορη και λιγότερο επαχθής". Ειδικότερα - όπως το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε - οι εκκαλούντες προτείνουν τη δίοδο που περιγράφεται στο προσκομιζόμενο από αυτούς τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κ. Σ. με πράσινο χρώμα και συνορεύει εν μέρει με ιδιοκτησία εκκαλούντων και εν μέρει με ιδιοκτησίες Π. Μ. και Ν. Κ. . Η διάνοιξη όμως της διόδου αυτής, πέραν του ότι θα διχοτομήσει το πολύ μικρότερης έκτασης ακίνητο του Ν. Κ. , επιπλέον είναι δυσχερέστατη και απαιτεί μεγάλη δαπάνη, καθόσον από το σημείο που προτείνεται να διέλθει υπάρχει χαντάκι βάθους 1 μέτρου. Για το γεγονός αυτό κατέθεσε ο μάρτυρας αποδείξεως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και δεν αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά. Άλλωστε από το ότι για τη σύσταση της ήδη υπάρχουσας δουλείας διόδου προτιμήθηκε, το έτος 1982, το ακίνητο των εκκαλούντων καταδεικνύει ότι η διέλευση μέσω αυτού είναι ευχερέστερη και προσφορότερη". Δέχτηκε δε στη συνέχεια το πιο πάνω Δικαστήριο, ότι "Σύμφωνα με όλα τα περιστατικά που αναφέρονται αναλυτικά παραπάνω, ενόψει και της έκτασης του ακινήτου των εκκαλούντων (3.782,09 τ.μ.), η απολύτως αναγκαία διαπλάτυνση της ήδη υπάρχουσας διόδου, κατά δύο μέτρα, ώστε να διευκολύνεται η διέλευση οχημάτων προς εξυπηρέτηση των αναγκών του δεσπόζοντος ακινήτου, δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, έστω και αν το δουλεύον ακίνητο βαρύνεται και με άλλη δίοδο υπέρ των επίσης όμορων ακινήτων των Ι. Λ. και Στ. Σ. " και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης από μέρους της ενάγουσας του επίδικου δικαιώματος. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο - αφού προσδιόρισε και την καταβλητέα αποζημίωση των εκκαλούντων, που αφορά τη μείωση της αξίας του ακινήτου τους, συνεπεία της παροχής της επίδικης διόδου, στο συνολικό ποσό των 17.510,25 ευρώ- (κεφάλαιο κατά το οποίο δεν βάλλεται με λόγο αναίρεσης η προσβαλλόμενη απόφαση), δέχτηκε εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένδικη - από 6.9.2006 - αγωγή περί παροχής διόδου της αναιρεσίβλητης και απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο σωστά τις προμνημονευθείσες διατάξεις του ΑΚ ερμήνευσε και εφάρμοσε, περιέλαβε δε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία και ως προς την παραδοχή της αγωγής και ως προς την απόρριψη της άνω - από την ΑΚ 281 - ένστασης των αναιρεσειόντων. Ούτε παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1124 ΑΚ, την οποία - ως αφορώσα στην έκταση της δουλείας που έχει συσταθεί με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία - ορθά δεν εφάρμοσε, εφόσον υπό τα ανωτέρω πραγματικά δεδομένα δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής της.
Συνεπώς, οι λόγοι της αναίρεσης πρώτος, δεύτερος και τρίτος από τον αριθμό 1 και έκτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ως πράγμα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, η λήψη ή μη υπόψη του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον οικείο αναιρετικό λόγο, αποτελεί και η βάση της αγωγής (κύρια ή επικουρική), καθώς και τα προς θεμελίωση αυτής περιστατικά. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ.α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας προς θεμελίωση της βάσης της ένδικης περί παροχής διόδου αγωγής, δηλαδή, ότι "λόγω και της μεγάλης κοινωνικής και τεχνολογικής εξέλιξης των τελευταίων ετών, παρίσταται ανάγκη πρόσβασης του επίδικου ακινήτου και με τροχοφόρα οχήματα", χωρίς ο αυτοτελής πραγματικός αυτός ισχυρισμός να έχει προταθεί νομίμως με την ένδικη αγωγή της ή τις προτάσεις της στη δίκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, αφού, όπως δέχθηκε το Εφετείο και προκύπτει και από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), στην τελευταία εκτίθεται ότι είναι αναγκαία η επικοινωνία του ακινήτου της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας και με τροχοφόρα οχήματα και ειδικότερα ότι απαιτείται να υπάρχει δυνατότητα διέλευσης, πλην του ΙΧΕ αυτοκινήτου, πυροσβεστικού οχήματος, ασθενοφόρου οχήματος, οχήματος εκκένωσης βόθρων, μικρού φορτηγού αυτοκινήτου για τη μεταφορά επίπλων, αλλά και υλικών για επισκευή ή ανακαίνιση της - υπάρχουσας στο εν λόγω ακίνητο - οικίας, στην οποία ήδη (από το έτος 1999) διαμένουν μόνιμα τα τέκνα της και η ίδια αρκετούς μήνες του έτους.
ΙΙΙ. Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ'ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ουσιαστική παραδοχή της ένδικης περί παροχής διόδου αγωγής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και ειδικότερα, α)τις αποφάσεις 505/2006 του Εφετείου Πατρών και 54/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, με τις οποίες τα ακίνητά τους έχουν επιβαρυνθεί το μέγιστο με τελεσίδικα επιδικασθείσες δουλείες διόδου υπέρ τρίτων, β)το από Σεπτεμβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Κ. Σ. , όπου εμφαίνεται η από αυτούς προταθείσα δίοδος με πράσινο χρώμα, γ)το …/2004 συμβόλαιο διανομής της συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ανδριανής Κλάδη Κόκκινου, στο οποίο περιγράφονται τα δύο ξεχωριστά και αυτοτελή οικόπεδά τους εμβαδού 3600,70 τ.μ. και 354,84 τ.μ., αντίστοιχα, δ)το …/1981 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ιωάννη Ζαμπάτη με το επ'αυτού συνημμένο από 17.9.1967 σχεδιάγραμμα του γεωμέτρη Ι. Κ. , όπου ρητά αναφέρεται ότι το ακίνητο της αναιρεσίβλητης εξυπηρετείται με εμβασία πλάτους 1,50 μ. προς τη θάλασσα και όχι με την επίδικη λωρίδα γης της οποίας αυτή ζητά τη διαπλάτυνση, επί της οποίας όμως συστάθηκε δουλεία διέλευσης μόνο πεζή με το …/1982 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ιωάννη Ζαμπάτη και ε) τις προσαχθείσες και επικληθείσες από αυτούς φωτογραφίες της περιοχής και των εμβασιών, ήτοι έγγραφα που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες, με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και από "τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και α)οι προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες και τοπογραφικά διαγράμματα...", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, από τα οποία μάλιστα την 505/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών, το πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Κ. Σ. , τα πιο πάνω …/2004, …/1981 και …/1982 συμβόλαια και τις προεκτεθείσες φωτογραφίες μνημόνευσε ρητά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση των λοιπών (ήτοι της πιο πάνω 54/2003 απόφασης και του προμνημονευθέντος από 17.9.1967 σχεδιαγράμματος). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι ηττώνται, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.11.2010 αίτηση των 1)Α. Κ. του Σ. και της Έ. κ.α. για αναίρεση της 866/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ως ακίνητο στερούμενο της αναγκαία δίοδο προς την οδό θεωρείται εκείνο που στερείται κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για την εκμετάλλευση ή χρησιμοποίησή του, σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, ανεξάρτητα αν πρόκειται για ακίνητο αστικό ή αγροτικό, οικοδομημένο εν μέρει ή ασκεπή χώρο, εντός ή εκτός σχεδίου. Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Περιστατικά. Αόριστος ο λόγος αναίρεσης, όταν δεν εκτίθεται στο ακροατήριο, ότι ο ισχυρισμός που τον στηρίζει – και δεν εμπίπτει σε καμία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. – είχε προταθεί από τον ηττηθέντα στον πρώτο βαθμό αναιρεσείοντα με λόγο έφεσης.
|
Έλλειψη νόμιμης βάσης
|
Δίοδος, Έλλειψη νόμιμης βάσης.
| 0
|
Αριθμός 412/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Γκούσκο.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Π. συζ. Ι., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Σταματία Στρατηγού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/2/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4536/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 137/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/6/2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 9/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ.ΑΠ 40/1996, Ολ.ΑΠ 16/1990). Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται κατά της 4536/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά η κατά της οποίας έφεση, μετά από εξέταση της ουσίας, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 137/2012 οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιά, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΙΙ. Κατά μεν το άρθρο 1718 ΑΚ, διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 του ΑΚ είναι άκυρη εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1719 παρ. 3 του ιδίου κώδικα, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 30 του Ν. 2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης τους. Η ανικανότητα κρίνεται κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ενώ η μεταγενέστερη επέλευση της ή η ύπαρξη της σε προγενέστερο χρόνο δεν ασκεί έννομη επιρροή. Κατά την έννοια της προπαρετεθείσας διάταξης του άρθρου 1719 παρ. 3 ΑΚ, έλλειψη συνείδησης των πράξεων υπάρχει όταν το πρόσωπο, από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση κ.λπ.), δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επιμέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νου, ενώ ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη, νοείται κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων. Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι ίδιες, οι οποίες σύμφωνα με τη ρύθμιση της προϊσχύσασας διάταξης του άρθρου 1719 αρ. 4 ΑΚ, προκαλούσαν έλλειψη της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας, δηλαδή οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως λ.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως η γεροντική άνοια και η ολιγοφρένεια (ΑΠ 1420/2010 ΕλλΔνη 52.476). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1738 ΑΚ, για την κατάρτιση μυστικής διαθήκης ο διαθέτης εγχειρίζει στο συμβολαιογράφο, ενώ είναι παρόντες τρεις μάρτυρες, ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας, έγγραφο δηλώνοντας προφορικά ότι περιέχει την τελευταία του βούληση. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής, με εκείνη του άρθρου 1719 αρ.3 ΑΚ προκύπτει, ότι, επί μυστικής διαθήκης, η ικανότητα προς σύνταξη της πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που συντάσσεται από το συμβολαιογράφο η πράξη για την εγχείρισή της και έως το πέρας αυτής, εφόσον κατά το χρόνο τούτο λαμβάνει χώρα η κατάρτισή της (ΑΠ 1355/1983 ΝοΒ 32.1192). Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Στις 3.5.2006 απεβίωσε στο Ιώνιο Θεραπευτήριο Κορυδαλλού, όπου ήταν νοσηλευόμενη, η Ε. χήρα Ι. Μ., ηλικίας 73 ετών, μητέρα των διαδίκων, από βαρύ αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, καρκίνο παχέος εντέρου με πολλαπλές μεταστάσεις. Η αποβιώσασα άφησε την από 11/9/2002 μυστική διαθήκη, η οποία είχε κατατεθεί στη συμβολαιογράφο Νίκαιας Πολυξένη Καλουδά και είχε συνταχθεί η υπ' αριθ. .../1-10-2002 πράξη κατάθεσης. Με τη διαθήκη της αυτή, η οποία δημοσιεύτηκε από το Πρωτοδικείο Πειραιώς με το υπ' αριθ. 887/6-10-2006 πρακτικό, η διαθέτις εγκαθιστά κληρονόμους της τις θυγατέρες της Ε. Τ. και Μ. Π. και το σύζυγο της Ι. Μ. επί συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων. Ειδικότερα, όρισε η θυγατέρα της Ε. (εναγομένη) να λάβει το ισόγειο διαμέρισμα της επί της οδού ... και ... στο ... και την οικία με το οικόπεδο στη ... επί της οδού ..., καθώς και το 1/3 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου της (οικία) επί της οδού ... αρ. 50 στο ... . Το υπόλοιπο ποσοστό του ακινήτου αυτού (... 50) και συγκεκριμένα κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, όρισε να περιέλθει στην άλλη θυγατέρα της Μ. Π. (ενάγουσα) και στο σύζυγο της Ι. Μ. και σε περίπτωση που αυτός προαποβιώσει, όπως και προαπεβίωσε το έτος 2005, το μερίδιο του να λάβουν κατ' ισομοιρία οι δύο θυγατέρες της. Η διαθέτις Ε. Μ. έπασχε από παραπληγία με ποσοστό αναπηρίας 67%, σιδηροπενική αναιμία, σακχαρώδη διαβήτη και από το μήνα Δεκέμβριο 2001 άρχισε να παθαίνει εγκεφαλικά επεισόδια με σοβαρότερο εκείνο της 20/5/2002, για το οποίο εισήλθε μετά από πτώση στο έδαφος και ζάλη, στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας "Αγ. Παντελεήμων" και νοσηλεύτηκε μέχρι 24/5/2002 με διάγνωση αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο - σακχαρώδης διαβήτης, παρουσίαζε ήπια πάρεση δεξιού χεριού και η αξονική τομογραφία εγκεφάλου έδειξε "εμφρακτικές βλάβες άμφω". Έκτοτε η υγεία της, σωματική και πνευματική έβαινε συνεχώς επιδεινούμενη, καθώς παρουσίαζε απώλεια μνήμης, σύγχυση των προσώπων που την περιέβαλαν και μειωμένη αντίληψη του περιβάλλοντος, αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και να επιμεληθεί των υποθέσεων της, παθήσεις οι οποίες δεν ήταν συμβατές με την ηλικία της, καθώς δεν επρόκειτο για μια απλή νοητική μείωση, που παθαίνουν πολλές φορές τα άτομα αυτής της ηλικίας. Στις 12/2/2003 επανεισήλθε στο Γενικό Νοσοκομείο Δυτικής Αττικής με διάγνωση αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, σακχαρώδη διαβήτη και σιδηροπενική αναιμία και εξήλθε στις 19/2/2003 με οδηγίες για φαρμακευτική αγωγή και νευρολογική παρακολούθηση ενώ στις 22/1/2004 νοσηλεύτηκε εκ νέου στο νοσοκομείο "Αγ. Παντελεήμων" για καρκίνο παχέος εντέρου, για το οποίο και χειρουργήθηκε. Υπό αυτή την εξελικτική ψυχοσωματική κατάσταση της υγείας της, η οποία ήταν κυρίως απότοκος των επαναλαμβανόμενων εγκεφαλικών επεισοδίων και διήρκησε με βαθμιαία επιδείνωση μέχρι του χρόνου του θανάτου της, η μητέρα των διαδίκων δεν ήταν ικανή με λογική σκέψη και ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησης της να συντάξει κατά τον κρίσιμο χρόνο διαθήκη, έχοντας επίγνωση της σημασίας και περιεχομένου των επιμέρους διατάξεων της και εύκολα μπορούσε να καθοδηγηθεί και να επηρεαστεί από τρίτους στην απόφαση της για τη διάθεση της περιουσίας της. Η διαταραχή των πνευματικών λειτουργιών της διαθέτιδας και η μειωμένη αντίληψη και κρίση για τις επιχειρούμενες πράξεις, στοιχεία τα οποία συνέτρεχαν κατά το χρόνο σύνταξης και κατάθεσης της επίμαχης διαθήκης, προκύπτουν από την αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, σε συνδυασμό με τα ιατρικά πιστοποιητικά, στα οποία γίνεται λόγος για τα συχνά εγκεφαλικά επεισόδια, που η ασθενής μητέρα των διαδίκων είχε υποστεί. Η κρίση αυτή επιβεβαιώνεται και από την 1/8/2002 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία της εναγομένης, την οποία επέδωσε στην ενάγουσα στις 2/8/2002, όπου η ίδια η εναγομένη, φοβούμενη ενδεχόμενη μεταβίβαση της περιουσίας της μητέρας τους στην ενάγουσα, η οποία το διάστημα εκείνο τη φιλοξενούσε στην οικία της, αναφέρει επί λέξει: "από αρχές Ιουνίου 2002 νοσηλεύτηκε στο Γενικό Κρατικό Νίκαιας και εξήλθε του νοσοκομείου με μειωμένη αντίληψη και έκτοτε είναι παντελώς ανίκανη για δικαιοπραξία ..., τις περισσότερες ώρες της ημέρας αδυνατεί να επικοινωνεί με το περιβάλλον, ενώ τις υπόλοιπες ώρες δεν αντιλαμβάνεται και δεν έχει συνείδηση επιμέλειας των ιδίων συμφερόντων και της περιουσίας της ..., επειδή στην κατάσταση που είναι από τις αρχές του έτους 2002 συνεχώς μέχρι σήμερα η μητέρα μας, κάθε παρ' αυτής πράξη εκποιητική της περιουσίας της είναι αθέμιτη, καταδολιευτική και παράνομη, διότι δεν ανταποκρίνεται στη βούληση της, αφού δεν έχει ικανότητα προς δικαιοπραξία..." Για τις αναφορές της στο εξώδικο αυτό, το οποίο σημειωτέο εστάλη ένα περίπου μήνα πριν τη σύνταξη της διαθήκης, σχετικά με την κατάσταση της υγείας της διαθέτιδας μητέρας τους, ουδεμία πειστική εξήγηση δίνει η εναγομένη, αναλισκόμενη σε άλλες άσχετες με την παρούσα διαφορές που έχει με την ενάγουσα. Η βεβαίωση εξάλλου, της συμβολαιογράφου, στη σχετική πράξη κατάθεσης ότι η διαθέτις δεν υπαγόταν σε κάποια περίπτωση ανικανότητας από τις αναφερόμενες στο άρθρο 1719 ΑΚ, δεν αποτελεί απόδειξη περί της ικανότητας της διαθέτιδας για σύνταξη διαθήκης, καθόσον αυτή η βεβαίωση αποτελεί υποκειμενική κρίση". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική ακυρότητας διαθήκης από 1.2.2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας και ανικανότητα της διαθέτιδας να συντάσσει διαθήκη εξαιτίας νόσου από την οποία έπασχε κατά το χρόνο σύνταξής της (άρθρο 1719 αρ.3 ΑΚ) και απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας εναγομένης κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την παραδοχή της αγωγής, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της προμνημονευθείσας ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1719 αρ.3 ΑΚ, και συνεπώς οι συναφείς πρώτος, τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, και τέταρτος κατά το δεύτερο μέρος του, επίσης λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι περιλαμβανόμενες στους ίδιους αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις, επίσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις οποίες η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο, γιατί δέχτηκε, ότι "η διαθέτις έπασχε από παραπληγία με ποσοστό αναπηρίας 67%, (χωρίς) όμως να αιτιολογεί, α)το χρόνο έναρξης της νόσου παραπληγίας και του ποσοστού 67% ούτε το χρόνο διάρκειας της νόσου, β)από ποίο ιατρικό πιστοποιητικό προέκυψε η νόσος και το ποσοστό αναπηρίας 67% και σε ποιο ιατρικό πιστοποιητικό στηρίχθηκε περί τούτων, γ)για τα εγκεφαλικά επεισόδια που δέχτηκε ότι η διαθέτιδα άρχισε να παθαίνει από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2001, δεν αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά, ούτε ποιας μορφής και ένστασης ήταν και επί ποίων πραγματικών περισταστικών στηρίχθηκε για την παραδοχή του αυτή, και (ότι) ενώ αυτά παραμένουν άγνωστα και απροσδιόριστα ... τα συγκρίνει και καταλήγει ότι το σοβαρότερο ήταν εκείνο της 20.5.2002 ... χωρίς να μπορεί να κάνει τέτοια σύγκριση (δηλαδή) με μεταγενέστερα περιστατικά και να αξιολογεί το βαθμό ενός εκάστου (αφού) δεν αναφέρει προγενέστερα περιστατικά της υγείας της διαθέτιδας" και δ)στηρίχτηκε στην κατάθεση του μάρτυρα που πρότεινε η ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα, Σ. Κ., ο οποίος κατέθεσε ότι η διαθέτις "ήταν αλλού και αλλού ...", δηλαδή γενικά και αόριστα "για άνθρωπο που δεν είχε μετ' αυτού την ελάχιστη επικοινωνία ... αγνοώντας όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα ...", πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, αφού ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς - όπως, κατά τα άνω, εδώ γίνεται - δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984 ΝοΒ 34.88, ΑΠ 1987/2007 ΕλλΔνη 49.500).
ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, όπως ορθά εκτιμάται, και τρίτο και τέταρτο επίσης, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγους της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα, ειδικότερα, μνημονευόμενα σ' αυτή έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις, που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε με τις προτάσεις της τής συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς ανταπόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής περιστατικών και ειδικότερα, ότι η διαθέτις κατά τη σύνταξη της διαθήκης και κατά το χρόνο κατάθεσής της στη συμβολαιογράφο "είχε ικανότητα και βούληση και γνώση των δικαιοπρακτικών πράξεων που μετήλθε", δηλαδή: α) το από 24.5.2002 αναλυτικό σημείωμα εξόδου της διαθέτιδας από το Νοσοκομείο Άγιος Παντελεήμων, στο οποίο αναφέρεται: Διάγνωση ..."Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο - Σακχαρώδης Διαβήτης - σιδηροπενική αναιμία...Η ασθενής προσήλθε λόγω επεισοδίου πτώσης επί του εδάφους και ζάλης. Νευρολογική εκτίμηση. Ήπια πάρεση δεξιού χεριού ... ακολουθητέα φαρμακευτική αγωγή και εξέρχεται μετά από λίγες ημέρες με καλή κατάσταση της υγείας της, β) το από 19.2.2003 εξιτήριο του Γενικού Νοσοκομείου Δυτικής Αττικής "Η Αγία Βαρβάρα", στο οποίο αναφέρεται ότι νοσηλεύτηκε - για δεύτερη φορά - από τις 12.2 έως τις 19.2.2003 με διάγνωση ΑΕΕ - σαγχαρ.διαβήτη - σιδηροπενική αναιμία και μνεία σ'αυτό για βελτίωσή της, γ)το Πιστοποιητικό Νοσηλείας στο παραπάνω Νοσοκομείο από 27-12 έως 29.12.2003 με διάγνωση Σακχαρώδης διαβήτης και Αναιμία, δ)το Πιστοποιητικό Νοσηλείας του Γενικού Νοσοκομείου "ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ" με αριθμό πρωτ. .../29.9.2005 για χρόνο νοσηλείας από 18.5 έως 23.5.2004, στο οποίο αναφέρεται...Άλγος κοιλίας. Προηγηθείσα δεξιά ημικολεκτομή συντηρητική βελτίωση, ε)η από 27.9.2005 Έκθεση της εξέτασης και των αποτελεσμάτων Μαγνητικής Τομογραφίας του Ιατρικού Κέντρου ΕΥΡΩΔΙΑΓΝΩΣΗ που πραγματοποιήθηκε στις 26.9.2005, στ) το .../21.1.2005 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Πολ.Καλουδά, με το οποίο η διαθέτιδα - μόνο - το έτος 2005 αποφάσισε να παράσχει πληρεξουσιότητα στην αναιρεσείουσα για να εισπράττει τη σύνταξή της και να την εκπροσωπεί, και ζ) τις ένορκες βεβαιώσεις με αριθμούς πράξεων 2, 3 και 4/2.1.2008 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά, που έχουν ληφθεί νομοτύπως με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, ότι η διαθέτις μέχρι του θανάτου της είχε πλήρη συνείδηση των πράξεών της. Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από τις υπ' αριθμ. 2/2.1.2008, 3/2.1.2008 και 4/2.1.2008 ένορκες βεβαιώσεις ... και από όλα, χωρίς καμιά εξαίρεση, τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αποδεικτικά αυτά μέσα, από τα οποία μάλιστα τις ένορκες βεβαιώσεις με αριθμούς πράξεων 2, 3 και 4/2.1.2008 μνημόνευσε ρητά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση των λοιπών.
IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984). Επομένως, ο δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ψέγεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ.β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα μνημονευόμενα στην προηγούμενη - με τα στοιχεία ΙΙΙ - σκέψη της παρούσας απόφασης "ιατρικά πιστοποιητικά...τις συμβολαιογραφικές πράξεις κατάθεσης της διαθήκης και ... το συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο .../21.1.2005 ...", από τα οποία αποδεικνυόταν ότι η διαθέτις κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και κατά το χρόνο κατάθεσής της στη συμβολαιογράφο "είχε ικανότητα και βούληση και γνώση των δικαιοπρακτικών πράξεων που μετήλθε", πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, τόσο γιατί τα αποδεικτικά μέσα δεν αποτελούν "πράγματα" με την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, που προπαρατέθηκε, όσο και γιατί ο πιο πάνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν είναι αυτοτελής με την ίδια πιο πάνω έννοια, αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ένδικης αναγνωριστικής ακυρότητας της επίμαχης διαθήκης -από 1.2.2007- αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας.
V. Κατά το άρθρο 368 παρ.1 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα, που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από τη διάταξη προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της διεξαγωγής του αποδεικτικού τούτου μέσου (ΑΠ 1200/2011). Κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου - 368 - του ΚΠολΔ, τότε μόνο υποχρεούται να διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, όταν αυτή ζητήθηκε από κάποιο διάδικο και κατά την κρίση του, η οποία διαφεύγει τον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ως αναγόμενη σε πράγματα, απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 1618/1987 ΕλλΔνη 29.1976). Επομένως, η μη διάταξη από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματογνωμοσύνης για ζήτημα, που απαιτεί, για να γίνει αντιληπτό, ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης, κατ' άρθρο 559 ΚΠολΔ, και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο τέταρτος, κατά τα μέρη του τρίτο, τέταρτο και πέμπτο, λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο παρά το νόμο το Εφετείο δεν διέταξε πραγματογνωμοσύνη για ζήτημα, που απαιτεί για να γίνει αντιληπτό, τις ειδικές γνώσεις της επιστήμης της ιατρικής, ήτοι για την κατάσταση της υγείας της διαθέτιδας κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, η οποία ηττάται, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.6.2012 αίτηση της Ε. Μ. του Ι. και της Ε. για αναίρεση της 137/2012 απόφασης του Εφετείου Πειραιά και της 4536/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεων τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους. Λόγος αναίρεσης από τον από τον αριθμό 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Περιστατικά. Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Ο ισχυρισμός, ότι η διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης «είχε ικανότητα και βούληση και γνώση των δικαιοπρακτικών πράξεων που μετήλθε» δεν αποτελεί «πράγμα» κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αναγνωριστικής ακυρότητας διαθήκης αγωγής.
|
Έλλειψη νόμιμης βάσης
|
Διαθήκη, Έλλειψη νόμιμης βάσης, Διαθήκης ακύρωση.
| 0
|
Αριθμός 409/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Σ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νίκα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Β. Ρ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φίφλη και 2)Ι. Ρ. του Β., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Φίφλης δήλωσε ότι ο 2ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 12/8/2012 και κληρονομήθηκε από τον 1ο αναιρεσίβλητο, ο οποίος συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/10/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 118/2005 του ιδίου Δικαστηρίου και 69/2008 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/6/2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 9/3/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και, ειδικότερα, στις 12.8.2012, πέθανε στην Αθήνα ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, Ι. Ρ. του Β. και της Ά., ο οποίος ήταν επικαρπωτής του 1/3 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος, Β. Ρ. του Ι. και της Μ.Ά., ο οποίος μετά το θάνατο του επικαρπωτή δεύτερου αναιρεσιβλήτου κατέστη κύριος της πλήρους κυριότητας του όλου ακινήτου, δεδομένου ότι προ του θανάτου είχε στην κυριότητά του τα 2/3 της πλήρους κυριότητας και το 1/3 της ψιλής κυριότητας, ενώ την επικαρπία του 1/3 είχε ο αποβιώσας, όπως προκύπτει από τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τον ίδιο - πρώτο αναιρεσίβλητο - έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Φίφλη, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε νόμιμα το θάνατο του δεύτερου αναιρεσιβλήτου και την εκούσια στο όνομά του επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.
ΙΙ. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996). Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.ΑΠ 17/1995). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Επιπλέον, απαιτείται, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (ΟλΑΠ 62/1990), το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς ι για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο έχει έκταση 5330 τ.μ και αποτελεί το βόρειο τμήμα ενός αγρού, ο οποίος βρίσκεται στη θέση … εκτός των ορίων οικισμού του δημοτικού διαμερίσματος της … εμφαίνεται δε αυτό με τα στοιχεία Η-Θ-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο -Η στο από 18,5.2004 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Π. Μ. και συνορεύει βορείως σε πλευρά Ι-Κ με ακίνητο Α. Ρ., σε πλευρά Κ-Λ-Μ με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Β. και σε πλευρά Μ - Ν με ιδιοκτησία Δ. Κ., νοτιοανατολικά σε πλευρά Ν-Ξ με ακίνητο Ε. Κ. και σε πλευρά Ξ-Ο με ιδιοκτησία Β. Α., νοτίως σε πλευρά Ο-Η με υπόλοιπο του ίδιου αγρού και σε πλευρά Η-Θ με ιδιοκτησία κληρονόμων Β. Τ. και δυτικώς με ακίνητο των κληρονόμων Α. Σ.. Ο όλος αγρός, εκτάσεως 12.015,80 τ.μ., συμπεριλαμβανομένου του επιδίκου, περιήλθε στον πρώτο ενάγοντα κατά πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του …/1992 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Βαχτσεβάνη, νόμιμα έκτοτε μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου (τόμος … και αριθμός …). Κατά το δικαίωμα δε της ψιλής κυριότητας σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του …/1992 συμβολαίου γονικής παροχής της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, νόμιμα και τούτου μεταγεγραμμένου στα ίδια βιβλία μεταγραφών (τόμος … και αριθμός …). Εξάλλου, στο δεύτερο των εναγόντων ανήκει το δικαίωμα της επικαρπίας του όλου ακινήτου σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου. Ειδικότερα, με την …/1992 πράξη της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγραμμένη στα ίδια βιβλία μεταγραφών (τόμος … και αριθμός …) αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν εξ αδιαθέτου κληρονομιά της συζύγου του, Ά. Ρ., που απεβίωσε στο …σης 4-11-1991. Ακολούθως δε, μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στον πρώτο ενάγοντα γιο του το ανωτέρω εξ αδιαιρέτου ποσοστό κατά το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας παρακρατώντας για τον εαυτό του το δικαίωμα της επικαρπίας εφ' όρου ζωής. Έκτοτε, νέμονταν τον ως άνω αγρό μετά του επιδίκου τμήματος προβαίνοντας σε όλες εκείνες τις πράξεις, οι οποίες ήσαν αναγκαίες για τον προορισμό του. Ειδικότερα, τον επέβλεπαν, συντηρούσαν και επισκεύαζαν τις ξερολιθιές, οι οποίες τον οριοθετούν και περιποιούνταν το αμπέλι που προϋπήρχε σ' αυτόν και προέβησαν, επίσης, σε λεπτομερή τοπογραφική απεικόνιση τούτου. Κατά το χρόνο δε απουσίας τους στην …, όπου διαμένουν, τις παραπάνω πράξεις διενεργούσαν ως αντιπρόσωποι τους συγγενικά τους πρόσωπα, τα οποία κατοικούν μονίμως στην …. Έτσι, κατέστησαν συγκύριοι του αγρού κατά τα προαναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας. Σε κάθε δε περίπτωση, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής της άμεσης δικαιοπαρόχου, συζύγου και μητέρας, αντίστοιχα, νέμονται και κατέχουν τούτο πέραν της εικοσαετίας συνεχώς και αδιαλείπτως. Στην τελευταία δε, είχε περιέλθει από κληρονομιά του πατέρα της Ι. Α. και συγκεκριμένα με την …/1.5.1931 δημόσια διαθήκη του, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Πάρου Δημητρίου Πολυμερόπουλου και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 39/2Φ3-1937 πρακτικό του Πρωτοδικείου Σύρου. Ουδέποτε τόσο οι ίδιοι οι ενάγοντες, όσο και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι τους διαταράχθηκαν στην άσκηση της νομής τους από κανέναν μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2003. Τότε ο εναγόμενος εισήλθε παρανόμως και αυθαιρέτως στο βόρειο τμήμα του ως άνω αγρού των εναγόντων και αφού κατέστρεψε την ξερολιθιά που το οριοθετούσε από τη δυτική του πλευρά και ειδικότερα στο τμήμα αυτού που εμφαίνεται στο παραπάνω τοπογραφικό με τα στοιχεία Η-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Η, το απέκοψε με συρματοπλέγματα από το υπόλοιπο ακίνητο και το συμπεριέλαβε στο όμορο ακίνητο της μητέρας του. Ακολούθως δε, το όργωσε, όπου τούτο ήταν εφικτό, λόγω του χαρακτήρα του εδάφους, αποβάλλοντας, έτσι, τους ενάγοντες από τη σύννομη τους επί του προπεριγραφόμενου επιδίκου ακινήτου τμήματος, το οποίο, όπως σημειώθηκε, προσάρτησε στο όμορο ακίνητο του. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο το γεγονός, ότι η μορφή του επιδίκου τμήματος είναι η ίδια με αυτή του υπολοίπου αγρού των εναγόντων με εξαίρεση ένα μικρό τμήμα που βρίσκεται βόρεια και βορειοανατολικά, στο οποίο υπάρχει διαφοροποίηση, λόγω του υπάρχοντος σ' αυτό βραχώδους εδάφους. Για όλα τα παραπάνω αρκούντως πειστική είναι η κατάθεση της μάρτυρος των εναγόντων. Επισημαίνεται από τη μάρτυρα την εκ μέρους του εναγομένου αφαίρεση της συνέχειας της ξερολιθιάς, όπως, άλλωστε, απεικονίζεται και στην προσκομιζόμενη με επίκληση από τους ενάγοντες φωτογραφία. Επίσης, η ίδια επικοινώνησε, μετά τη γενομένη κατάληψη, τηλεφωνικώς με τον εναγόμενο, ο οποίος στις έντονες διαμαρτυρίες της ζήτησε συγνώμη προσθέτοντας, ότι είχε κάνει λάθος, γεγονός, που, όπως η ίδια η μάρτυρας συμπληρώνει, επανέλαβε αυτός ενώπιον του Ειρηνοδίκη κατά τη συζήτηση της αιτήσεως για τη λήψη προστατευτικών της νομής μέτρων. Δεν αναιρείται δε από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου, η οποία δεν κρίνεται από το Δικαστήριο ως πειστική. Αναφέρεται αορίστως σε αεροφωτογραφίες, σύμφωνα με τις οποίες υποδεικνύεται η άλλη έκταση (περί τούτου γίνεται ανάπτυξη και στην προσθήκη των προτάσεων του εναγομένου), ενώ παραλείπει να αναφερθεί και να λάβει θέση για την πτώση της ξερολιθιάς, που είναι εμφανής, την ενιαία εδαφική μορφή επιδίκου και λοιπού αγρού, καθώς και ότι οι ενάγοντες κατά τη γενομένη αποδοχή της. κληρονομιάς, όπως πιο πάνω αναφέρεται, προέβησαν σε κτηματολογική αποτύπωση του όλου ακινήτου τους. Τα αυτά ισχύουν και για τις διαλαμβανόμενες στις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις καταθέσεις. Επισημαίνεται, ότι με τη γενομένη από τον εναγόμενο κατάληψη και τις γεωργικές εργασίες εντός του επιδίκου, εξαφανίσθηκαν τα ίχνη της αμπελοκαλλιέργειας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αποδεικνύεται, ότι από το χρόνο της κατάληψης του επιδίκου εδαφικού μέχρι το χρόνο της άσκησης εναντίον του (εναγομένου) της αγωγής, δεν παρήλθε η εικοσαετής παραγραφή, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται, ο οποίος επισημαίνει, ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκει σ' αυτόν, αλλά στη μητέρα του. Ορθώς δε η αγωγή εστράφη εναντίον του και η άσκηση της δεν προσκρούει στα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ, αφού, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν παρίσταται ως καταχρηστική". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε και ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι ο πρώτος είναι κύριος κατά τα 2/3 και ψιλός κύριος κατά το 1/3 και ο δεύτερος επικαρπωτής κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος σε απόδοση του. Ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 8 περ' β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, διότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την εκ μέρους του προβληθείσα ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, η οποία αποκτήθηκε με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, με τον τέταρτο λόγο, διότι δεν έλαβε υπόψη την ένσταση παραγραφής της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, την οποία επίσης παραδεκτά πρότεινε, με τον πέμπτο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, διότι δεν έλαβε υπόψη την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, που παραδεκτά προέβαλε και, τέλος, με τον έκτο λόγο, διότι δεν έλαβε υπόψη την ένσταση έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα ισχυρισμό του, ότι το επίδικο ακίνητο κατέχει η μητέρα του Μ. χήρα Α. Σ.. Όλοι οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, οι ανωτέρω ισχυρισμοί λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν ο μεν πρώτος εκ του πράγματος, με την παραδοχή ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν το επικαλούμενο με την ένδικη αγωγή δικαίωμα τους με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, οι δε λοιποί ρητώς. Περαιτέρω, έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με την κατ' ουσίαν απόρριψη της πιο πάνω ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτή την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία σωστά εφάρμοσε, καθόσον, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα από την παραδοχή ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατάληψη επιδίκου ακινήτου έγινε, υπό τις προεκτεθείσες συνθήκες, κατά μήνα Φεβρουάριο 2003, (ενώ η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε κατά μήνα Οκτώβριο 2004), πράγματι η άσκηση της ένδικης αξίωσης των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος για αναγνώριση της κυριότητας (του πρώτου ενάγοντος- αναιρεσίβλητου) και του δικαιώματος επικαρπίας (του δεύτερου ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου) και απόδοση σ" αυτούς του επίδικου ακινήτου, δεν προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και, εντεύθεν, δεν υπερβαίνει, κατ' αντικειμενική κρίση, και μάλιστα προφανώς, τα από την παραπάνω διάταξη οριζόμενα όρια. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις βεβαιώσεις των μαρτύρων ενώπιον συμβολαιογράφου, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφαση του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά. Επομένως, ο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος.
IV. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Πα την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ. Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα που αυτός νομίμως είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει: α) Το από του μηνός Οκτωβρίου 1981 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Η. Ο., β) το από 18-5-2004 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Π. Μ., γ) το …/1990 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Πάρου Ευριδίκης Τσάση, δ) το …/2005 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου και ε) τις …, … και …/10-10-2007 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Πάρου Ελευθερίας Ιορδάνη. Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής, δεν γεννάται αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και εκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω, μεταξύ των οποίων και τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες ειδικά μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο ως άνω λόγος αναίρεσης. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς την απόκτηση κυριότητας στο διεκδικούμενο με την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ακίνητο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών. V. Επειδή, ο αναιρεσείων με το αναιρετήριο, στο τέλος (σελ. 9), προβάλλει κατά της προσβαλλομένης απόφασης αιτίαση και από τον αριθ. 19 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να της προσάπτει συγκεκριμένες πλημμέλειες, που ιδρύουν το εκ του αριθμού αυτού λόγο αναίρεσης. Επομένως, η αιτίαση αυτή είναι εντελώς αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ο οποίος ηττάται, στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.6.2008 αίτηση του Δ. Σ. του Α. για αναίρεση της 69/2008 απόφασης του Εφετείου Σύρου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 10 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ’ δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
|
Αποδεικτικά μέσα
|
Αποδεικτικά μέσα, Ανέλεγκτη η ουσιαστική εκτίμηση.
| 1
|
Αριθμός 408/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Ν. του Χ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό η δικηγόρος Αριστέα Ράγια δήλωσε ότι ο Α. Ν. απεβίωσε στις 7/7/2011 και κληρονομήθηκε από τους: 1) Μ. Ν. χήρα Α., 2) Ε. Ν. του Α., κατοίκου ... και 3) Χ. Ν. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Δ. συζ. Δ. το γένος Χ. Ν., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Φ. Κ. συζ. Α. το γένος Χ. Ν., κατοίκου ..., 3) Σ. Κ., 4) Κ. Κ. του Σ., κατοίκων ..., 5) Μ. Κ. του Σ., συζ. Π. Γ., 6) Κ. Κ. του Σ., συζ. Γ. Π., κατοίκων ..., 7) Α. Μ., συζ. Β. το γένος Χ. Ν., κατοίκου ..., 8) Π. Ν., το γένος Χ. Ν., κατοίκου ..., 9) Β. Β., το γένος Χ. Ν., κατοίκου ..., 10) Σ. Ν. του Χ., κατοίκου ..., και 11) Κ. Ν. του Χ., κατοίκου ... . Οι 3ος, 4ος, 5η και 6η ως κληρονόμοι της Γ. Κ. συζ. Σ.. το γένος Χ. Ν.. Οι 2η, 3ος, 4ος, 5η, 6η, 7η, 8η, 9ος και 10ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Παππά, ο 11ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, ο οποίος δήλωσε ότι η 1η απεβίωσε στις 21/8/2011 και κληρονομήθηκε από τους: 1) Χ. Δ. του Δ. και 2) Ε. Δ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/9/2005 αγωγή του αρχικού διαδίκου Α. Ν., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 79/2006 του ιδίου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας λόγω αρμοδιότητας. Το Δικαστήριο αυτό εξέδωσε την 40/2008 απόφαση και το Εφετείο Λάρισας την 482/2009. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 5/3/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 23/2/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξουσία των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιο Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμό ... τόμος Α έτους 2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Σοφάδων ο αναιρεσείων Α. Ν. απεβίωσε στις 7-7-2011 ήτοι μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του ήτοι τη σύζυγό του Μ. το γένος Κ. Μ. και τα τέκνα του Ε. και Χ., οι οποίοι με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου τους που καταχωρίστηκε στα πρακτικά γνωστοποίησαν το θάνατο του αναιρεσείοντος και την εκούσια στο όνομα τους επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια. Επίσης, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμό ... τόμος Α έτους 2011 του ως άνω ληξιάρχου η πρώτη αναιρεσίβλητη Β. Δ. απεβίωσε στις 21-8-2011 και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της Χ. και Ε. Δ., τέκνα αυτής, οι οποίοι με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου γνωστοποίησαν στο ακροατήριο το θάνατο της πρώτης αναιρεσίβλητης και την εκούσια στο όνομα τους επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα Από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, προκύπτει, ότι η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος δεν εμποδίζει τη γέννηση του, ούτε επάγεται την απόσβεση ή την απώλεια του αλλά καθιστά μη ανεκτή την άσκηση του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 21-9-2005 (αριθμ. εκθ. καταθ, 312/2005) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε ότι δυνάμει του με αριθμ. 138419/14-11-1958 παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, που νόμιμα μεταγράφηκε, παραχωρήθηκαν στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους (τέκνα) του παππού του Α. Ν. του Χ., ήτοι στον Χ. Ν. του Α., πατέρα του και στις Σ. και Β. Ν. του Α., θείες του, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα απ' αυτούς, δέκα κληροτεμάχια, συνολικής έκτασης 79.158 τ.μ., κείμενα στην κτηματική περιφέρεια Μασχολουρίου Σοφάδων Καρδίτσας, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και το με αριθμ. 116 κληροτεμάχιο, Η1 κατηγορίας, έκτασης 18.750 τ.μ., το οποίο οι παραπάνω τρεις κληρούχοι διένειμαν άτυπα μεταξύ τους κατ' ισομοιρίαν από το έτος 1928 και έλαβε ο μεν Χ. Ν. το ευρισκόμενο δυτικά τμήμα αυτού, η Β. Ν. το ευρισκόμενο ανατολικά τμήμα αυτού και η Σ. Ν. το μεσαίο τμήμα αυτού. Ότι με το με αριθμ. .../1969 προσύμφωνο αγοραπωλησίας αγρών του Συμβολαιογράφου Σοφάδων Αριστ. Κόκκαλη, απέκτησε, μεταξύ των άλλων ακινήτων, από την Σ. Α. Ν. το ως άνω μεσαίο τμήμα , έκτασης 6.000 τ.μ., περίπου, όπως ειδικότερα προσδιορίζεται κατά θέση, έκταση και όρια στο δικόγραφο της αγωγής, που αποτελούσε κατά τα προεκτεθέντα τμήμα του ως άνω με αριθ. 116 Η' κληροτεμαχίου και ότι επί επ' αυτού ασκούσε από το έτος 1950, όπου προφορικά αρχικά του το παραχώρησε η Σ. Ν., άλλως από την σύναψη του προαναφερθέντος προσυμφώνου, καλόπιστα, με διάνοια κυρίου μέχρι την 6-6-2001 τις αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις νομής και κατοχής, που αρμόζουν στην φύση και τον προορισμό του χωρίς να ενοχληθεί από κανένα. Ότι, μετά από διαδοχικές αναγκαστικές απαλλοτριώσεις τμημάτων του ως άνω επιδίκου ακινήτου, απέμεινε έκταση 4.810 τ.μ., πλην όμως και πάλι κρίθηκε απαλλοτριωτέα υπέρ του ΟΣΕ έκταση 1.525 τ.μ., οπότε ο ίδιος (ενάγων) και οι λοιποί ιδιοκτήτες άλλων απαλλοτριωθέντων ιδιοκτησιών, κατέθεσαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας την με αριθμ. καταθ. 410/2001 αίτηση για να αναγνωριστούν δικαιούχοι της αποζημίωσης, που είχε καθοριστεί με την με αριθμ. 557/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Ότι επί της ως άνω αιτήσεως ορίστηκε δικάσιμος η 6-6-2001, κατά την οποίαν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν κυρία παρέμβαση, προκειμένου να αναγνωριστούν και οι ίδιοι δικαιούχοι της αποζημίωσης, προβάλλοντας για πρώτη φορά δικαίωμα συγκυριότητας επί του ως άνω τμήματος του κληροτεμαχίου και εκδόθηκε η με αριθμ. 367/2001 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, η οποία απείχε να αναγνωρίσει αυτόν ως δικαιούχο της καθορισθείσας αποζημίωσης, λόγω της αμφισβήτησης της κυριότητας του εκ μέρους των εναγομένων. Ότι το επίδικο ακίνητο, το οποίο αποτελεί τμήμα κληροτεμαχίου, ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας μέχρι την έναρξη ισχύος του αν. νόμου 431/1968 (23-5-1968), λόγω της έως τότε πλασματικής νομής του κληρούχου και μετά δε την ισχύ του λόγω της απαγόρευσης της φυσικής κατάτμησης των κληροτεμαχίων της οριστικής διανομής και συνεπώς δεν απέκτησε την κυριότητα του με έκτακτη χρησικτησία, παρότι κατά τα προεκτεθέντα, ασκούσε όλες τις -πράξεις νομής και κατοχής που αρμόζουν στην φύση και τον προορισμό του, χωρίς την εναντιωση των εναγομένων, οι οποίοι τελούσαν σε πλήρη γνώση της πραγματικής κατάστασης, που είχε διαμορφωθεί στο επίδικο από το έτος 1950, άλλως από το έτος 1969, μέχρι και τον χρόνο άσκησης της ως άνω κύριας παρέμβασης τους, με αποτέλεσμα η ένδικη αυτή ενέργεια τους να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Με βάση δε τα πραγματικά αυτά περιστατικά, επικαλούμενος έννομο συμφέρον και δη ότι με την ως άνω συμπεριφορά των εναγομένων δυσχεραίνεται η είσπραξη της καθορισθείσας για το απαλλοτριωθέν τμήμα αποζημίωσης που δικαιούται να λαμβάνει γι' αυτό, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η άσκηση του δικαιώματος συγκυριότητας που πρόβαλαν οι εναγόμενοι επί του επιδίκου ακινήτου, η οποία εκδηλώθηκε με την άσκηση της από 6-6-2001 κύριας παρέμβασης τους στην δίκη της με αριθμ. καταθ. 410/2001 αίτησης του (ενάγοντα) είναι καταχρηστική. Από τις διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας και ιδίως από το άρθρο 79 παρ.2 του Αγροτικού Κώδικα συνάγεται, ότι το ακίνητο που παραχωρείται ως κλήρος σε πρόσωπο δικαιούμενο αγροτικής αποκατάστασης θεωρείται από την παραχώρηση του ότι διατελεί κατά νόμο στην αποκλειστική καλόπιστη νομή του κληρούχου και αν ακόμη αυτός δεν έχει επιληφθεί της κατοχής του κλήρου (Ολ.ΑΠ 701/1971). Γι' αυτό και δεν ήταν δεκτικό νομής και χρησικτησίας από άλλο, ο οποίος έτσι δεν μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητα αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, ούτε να αντιτάξει κατά του διεκδικούντος τον κλήρο κληρούχου ή των κληρονόμων του την από το άρθρο 249 ΑΚ ένσταση εικοσαετούς παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής. Όμως από 23-5-1968 ισχύει ο α.ν. 431/1968, που ορίζει στο μεν άρθρο 1 §1 αυτού, ότι από την έναρξη της ισχύος του νόμου (επιφυλασσομένης της ισχύος του άρθρου 27 του ν.δ. 2185/1952), επιτρέπεται στους κατά την εποικιστική νομοθεσία κληρούχους ή εκποίηση ή οπωσδήποτε διάθεση με δικαιοπραξίες εν ζωή των πάσης φύσεως κλήρων τους, με το μοναδικό περιορισμό της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής, ο οποίος ισχύει και για κάθε περαιτέρω μεταβίβαση, στο δε άρθρο 2 §1 εδ. β' αυτού, ότι σε περίπτωση κατάσχεσης ή πλειστηριασμού του κλήρου με επίσπευση του ενυπόθηκου δανειστή τηρείται μόνον ο περιορισμός της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής. Από τις συνδυασμένες αυτές διατάξεις του αν.ν. 431/1968 προκύπτει, ότι η απαγόρευση της κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής αποτελεί γενική αρχή που εφαρμόζεται στη μεταβίβαση της κυριότητας του κλήρου όχι μόνο με τη βούληση του κληρούχου, αλλά και όταν αποκτάται η κυριότητα του κλήρου από τρίτο χωρίς τη θέληση του κληρούχου. Επομένως μετά τη ισχύ του αν.ν. 431/1968 ο κληρούχος παύει να λογίζεται κατά πλάσμα νομέως του κλήρου και αν δεν τον κατέχει πραγματικά και είναι δυνατή η χωρίς τη θέληση του κτήση της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, όχι όμως και του τμήματος του, γιατί στην περίπτωση αυτή επέρχεται κατάτμηση του κληροτεμαχίου. Η απαγόρευση δηλαδή της κατάτμησης δεν αναφέρεται μόνο στον κατά κυριότητα τεμαχισμό του κληροτεμαχίου, αλλά και στον κατά νομή τεμαχισμό, αφού διαφορετικά η κατάτμηση θα επιτυγχανόταν ισοδυνάμως με την απόκτηση μία φορά της νομής του τμήματος του κληροτεμαχίου και την έκτοτε διαρκή προστασία της έναντι τρίτων (Ολ.Α.Π. 15/2004 ΝοΒ 2005/54 και ΧρΙΔ 2004/904, Ολ.Α.Π. 568/1986 Δνη 28/85, Ολ.ΑΠ 1520/1982). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 70 του ΚΠολΔ, "όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή". Από την ουσιαστικού δικαίου διάταξη αυτήν προκύπτει ότι μπορεί να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή ανυπαρξία έννομης σχέσης, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει γι' αυτό έννομο συμφέρον. Ως έννομη σχέση θεωρείται η βιοτική σχέση ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα, η οποία ρυθμίζεται από το δίκαιο και περιέχει ένα τουλάχιστον δικαίωμα ή μια υποχρέωση. Εξάλλου, από την ίδια τη διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για την έγερση αναγνωριστικής αγωγής, πρέπει να συντρέχει έννομο συμφέρον, το οποίο, ερευνώμενο αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, υπάρχει όταν εξαιτίας της αμφισβήτησης δημιουργείται αβεβαιότητα για τις έννομες σχέσεις του ενάγοντος, από την οποία απειλείται σ' αυτόν βλάβη, που δεν μπορεί να ανατραπεί διαφορετικά παρά μόνο με την αναγνώριση από το δικαστήριο της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας του δικαιώματος ή της υποχρέωσης, αιρόμενης έτσι της νομικής αβεβαιότητας και του από αυτήν προερχομένου κινδύνου. Το έννομο τούτο συμφέρον πρέπει να είναι άμεσο, δηλαδή η αβεβαιότητα ως προς την επίδικη σχέση πρέπει να υπάρχει κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδίδεται η απόφαση, υπό την έννοια ότι η έννομη προστασία, που ζητείται με τη μορφή έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης, πρέπει ν' αποτελεί πρόσφορο και μοναδικό ένδικο μέσο για την εξάλειψη της αβεβαιότητας.
Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση αναγνωριστική αγωγή με το ιστορικό και συνακόλουθα το αίτημα, που προαναφέρθηκε, είναι απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, με την έννοια που προεκτέθηκε δεδομένου ότι κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή πραγματικά περιστατικά ο ενάγων δεν μπορεί να καταστεί κύριος του επιδίκου τμήματος του με αριθμ. 116 κληροτεμαχίου Η' κατηγορίας με έκτακτη χρησικτησία, για το λόγο ότι αυτό ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας μέχρι την έναρξη μεν του αν. νόμου 431/1968 (23.5.1968), λόγω της έως τότε πλασματικής νομής του κληρούχου, μετά δεν την ισχύ του ως άνω νόμου λόγω της απαγόρευσης της φυσικής κατάτμησης των κληροτεμαχίων της οριστικής διανομής. Εφόσον δε δεν συντρέχει στο πρόσωπο του ενάγοντα η ιδιότητα του κυρίου δεν δικαιούται αυτός την αποζημίωση που καθαρίστηκε με την με αριθμ. 557/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, την οποίαν νομιμοποιείται να ζητήσει ο κύριος του απαλλοτριωθεντος ακινήτου. Ως εκ τούτου η επιδιωκόμενη απόφαση δεν αποτελεί πρόσφορο μέσο για την αποτροπή της επικαλούμενης βλάβης του ενάγοντα και προστασίας του δικαιώματος του προς είσπραξη της αποζημίωσης, αφού τέτοιο δικαίωμα δεν υφίσταται. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεχόμενο έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κάνει δεκτή την ένδικη αγωγή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη απόφαση και απορρίπτοντας την αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος, ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και δεν παραβίασε αυτή και επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσία και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, με αποτέλεσμα να μη στοιχειοθετείται ο προκείμενος λόγος αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9, περιπτ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή εν-νομής προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη απόφανσης πάνω σε κάθε άλλου είδους "πράγματα", υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. δ ΚΠολΔ, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.θγ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί επί του πραγματικού αντικείμενου της δίκης και δη επί του ένδικου ζητήματος της με αριθμ. κατάθεσης 312/21-9-2005 αγωγής μου, αφού σε ουδεμία αιτιολογία ή κρίση προέβη αναφορικά ως προς την καταχρηστική άσκηση ή μη, του δικαιώματος συγκυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου το οποίο προέβαλλαν οι εναγόμενοι με την άσκηση της από 6-6-2001 κυρίας παρέμβασης τους στη δίκη της με αριθμ. κατάθεσης 410/2001 αίτησης μου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, αφήνοντας κατά τον τρόπο αυτό αδίκαστη την ένδικη αγωγή. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος. Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής κλπ. ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.8β του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αλλά αντιπαρήλθε σιωπηλά, χωρίς την ελάχιστη μνημόνευση, τον ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, (ο οποίος σημειωτέον αποτελούσε και τη μοναδική βάση της αγωγής του), περί της γενομένης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αντιδίκων εις βάρος του, ο οποίος ισχυρισμός του ήταν παραδεκτός διότι περιελάμβανε σαφές και ορισμένο αίτημα μετ' αναλυτικότατης έκθεσης των γεγονότων που τον θεμελίωναν αλλά και τον αποδείκνυαν επίσης πλήρως, και ο οποίος ισχυρισμός του ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης οδηγώντας στην παραδοχή της αγωγής του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο αποκλειστικά ασχολήθηκε με την ένδικη αγωγή την οποία και απέρριψε.
Αφού απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης πρέπει οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-3-2010 αίτηση του Α. Ν. για αναίρεση της 482/2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναγνωριστική αγωγή από το άρθρο 281 ΑΚ. Αγροτικός κλήρος. Όχι χρησικτησία σε τμήμα αυτού. Έλλειψη εννόμου συμφέροντος.
|
Χρησικτησία
|
Αγωγή αναγνωριστική, Έννομο συμφέρον , Χρησικτησία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 402/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που παρέστη στο ακροατήριο με την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Λασκαρίδου, περί αναιρέσεως της με αριθμό 32938/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή της η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1041/12.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω παραγραφής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης, αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επ. του ίδιου Κώδικα. Αν η έφεση ασκηθεί εκπρόθεσμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή (Ολ.ΑΠ 3/1995). Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, από την οποία απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.), οπότε η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ.Α.Π. 6, 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή" σε συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση. Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και την Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, κατά την προανάκριση, που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 32938/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της, η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας - κατηγορούμενης, που εκπροσωπήθηκε στη δίκη εκείνη από συνήγορο, κατά της 76735/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή είχε καταδικασθεί, για την πράξη της παράβασης του Ν. περί επιταγής σε ποινή φυλάκισης τριάντα (30) μηνών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Από τη σχετική 1636/16-2-2012 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κατά την έρευνα του παραδεκτού και του βάσιμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι η εκκαλούσα, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως της, είχε προβάλλει, δια της συνηγόρου της, ότι δεν είχε λάβει γνώση του κλητηρίου θεσπίσματος και της εκκαλούμενης αποφάσεως και καταδικάστηκε, ως αγνώστου διαμονής, ενώ είναι γνωστής και ότι έλαβε γνώση της καταδικαστικής, ως άνω αποφάσεως, όταν προσήλθε στο Αστυνομικό Τμήμα Φιλοθέης, ως μάρτυρας, για την έκδοση Αστυνομικής Ταυτότητας κάποιας φίλης της. Είχε δηλαδή προβάλλει με την έφεση της, ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, για τους οποίους απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει όπως αναφέρθηκε και ο ισχυρισμός, για ακυρότητα της επιδόσεως, ως άγνωστης διαμονής και από το γεγονός τούτο, μη γνώση από αυτήν, της εκκαλούμενης αποφάσεως. Δεν αναφέρει, όμως, στην έφεσή της, αν τη φερόμενη αυτή ως τελευταία γνωστή κατοικία της, είχε δηλώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Στη συνέχεια, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: Η προσβαλλόμενη με αριθμό 76735/2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία η κατηγορούμενη κηρύχθηκε ένοχη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής και επιβλήθηκε σ' αυτήν ποινή φυλάκισης 30 μηνών και χρηματική ποινή 3000 Ευρώ εξεδόθη ερήμην της κατηγορουμένης την 25-5-2004. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην κατηγορουμένη ως αγνώστου διαμονής την 6-11-2006 (βλ. από 6-11-2006 αποδεικτικό επίδοσης του Αστυφύλακα Μ. Π. του Α.Τ. ...). Η έφεση κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε την 16-2-2012, ήτοι μετά πάροδο έξ (6) ετών, δίχως εκ των ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων να δικαιολογείται η επί τόσο χρονικό διάστημα αδυναμία της κατηγορουμένης ν' ασκήσει έφεση δοθέντος ότι η αρχική διεύθυνση της κατηγορουμένης, ... στην οποία αναζητήθηκε για την επίδοση τόσο του κλητηρίου θεσπίσματος, όσο και τις εκδοθείσες υπ' αριθμόν 76735/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ήταν αληθινή και είχε δηλωθεί από την ίδια στο σώμα της υπ' αριθμόν ... επιταγής της Άλφα Τράπεζας για την έκδοση της οποίας άνευ διαθεσίμων κεφαλαίων στο όνομα αυτής και καταδικάσθηκε η κατηγορουμένη, με την ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη η κρινόμενη έφεση. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση ως εκπρόθεσμη, διέλαβε την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού σ' αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία, για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή, στην εγκυρότητα της επίδοσης της εκκαλούμενης υπ' αριθ. 76735/2004, καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης (6-11-2006), το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση (από 6-11-2006 αποδεικτικό επίδοσης του Αστυφύλακα του ΑΤ ... Μ. Π. ) καθώς και το χρόνο άσκησης της έφεσης (16-2-2012). Εφόσον, επομένως, η εκκαλούσα, ήδη αναιρεσείουσα, δεν πρόβαλε με την έφεση, όπως προαναφέρθηκε, ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, τη διεύθυνση κατοικίας της, στην οδό ... στους ..., νομίμως αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στην επαγγελματική της διεύθυνση που αναγραφόταν στη μήνυση, (...), ως τελευταία γνωστή κατοικία της και δεν είχε υποχρέωση το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο να διαλάβει αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση για το αν αυτή διέμενε ή όχι στην οδό ..., που δήλωσε στην έφεση ως γνωστή κατοικία της, ούτε υπερέβη την εξουσία του με το να δεχτεί ότι η γενόμενη κατά τα άνω επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης ήταν έγκυρη. Η περαιτέρω αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι δεν αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, οι μάρτυρες που εξετάσθηκαν και τα επικαλούμενα απ' αυτήν έγγραφα, με τα οποία δικαιολογείται το εκπρόθεσμο της ασκήσεως της εφέσεως, είναι αβάσιμη, γιατί το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να λάβει υπόψη του τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, αφού, στην έκθεση της εφέσεως, δεν αναφέρεται σαφής και ορισμένος λόγος, που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο της άσκησής της, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, εκ περισσού δε εξετάσθηκαν μάρτυρες και ανεγνώσθησαν έγγραφα. Επομένως, οι σχετικοί, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠΔ, που υποστηρίζουν αντίθετα με τα ανωτέρω, είναι αβάσιμοι. Συνακόλουθα, και η αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι, ενώ προσκόμισε το με ημερομηνία 6-6-2012, έγγραφο, από το οποίο προέκυπτε διακοπή της επιχείρησής της από την οδό ..., στην οποία κλητεύθηκε ως άγνωστης διαμονής και περαιτέρω, η γνωστή διεύθυνση κατοικίας της, στην οδό ... στους ..., και του οποίου ζήτησε την ανάγνωση, το δικαστήριο, δεν το περιέλαβε στα αναγνωστέα έγγραφα και συνεπώς δεν προέβη στην αξιολόγηση και συνεκτίμηση του, είναι αβάσιμη, αφού όπως προαναφέρθηκε, εκ περισσού αναγνώστηκαν έγγραφα στο ακροατήριο και συνεπώς και η ανάγνωση, του ως άνω εγγράφου και η συνεκτίμηση και αξιολόγησή του δε χρειαζόταν για την κρίση του δικαστηρίου, επί του παραδεκτού ή μη της έφεσης.
Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Π.Δ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση, για ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω έλλειψης ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ. 2, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 329, 331, 364 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι τότε μόνον επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναιρέσεως απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του μη δημοσίως αναγνωσθέντα έγγραφα, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του από το άρθρο 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό αυτό μέσον. Τα ανωτέρω όμως δεν ισχύουν για τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση, το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος για το οποίο έλαβε χώρα η καταδίκη του κατηγορουμένου και στοιχείο του σε βάρος του κατηγορητηρίου ή είναι έγγραφα διαδικαστικά, διότι στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο τελευταίος την κατηγορία, και κατ' ακολουθία το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και μπορούσε αν το ήθελε να ασκήσει τα κατ' άρθρο 358 Κ.Π.Δ. δικαιώματά του ( Α.Π. 795/2011, 1751/2010).
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεώς της, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ότι το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, έλαβε υπόψη του, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, έγγραφα και ειδικότερα, φωτοτυπία της υπ' αριθμό ... επιταγής της Άλφα Τράπεζας, χωρίς αυτή να αναγνωσθεί στο ακροατήριο. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αναγνώστηκε με α/α 3, η από 28-1-2011 μήνυση της εκκαλούσας, στην οποία είχε περιληφθεί και η επίδικη επιταγή, χωρίς να εξειδικεύεται περαιτέρω αυτή και προφανώς πρόκειται, περί της επίδικης. Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, η ανωτέρω υπ' αριθμό ... επιταγή, η οποία φέρεται ότι δεν αναγνώσθηκε, ήταν η επίδικη επιταγή, απετέλεσε τη βάση για την αποδοθείσα σε βάρος της αναιρεσείουσας κατηγορία και το μέσο τελέσεως του εγκλήματος που της αποδίδεται, της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, αναφέρεται στην κατηγορία, υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών με την υποβολή της μήνυσης εκ μέρους της εγκαλούσας και συμπεριλαμβάνεται στη σχηματισθείσα σε βάρος της δικογραφία και δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωσή της στο ακροατήριο, η δε αναιρεσείουσα αφού γνώριζε την κατηγορία, μπορούσε να ασκήσει τα από το άρθρο 358 του Κ.Π.Δ. δικαιώματά της, διά της εκπροσωπήσασας αυτήν στη δίκη, συνηγόρου της, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Συνεπώς, η μη ανάγνωση αυτής δεν επέφερε την επικαλουμένη από την αναιρεσείουσα ακυρότητα της διαδικασίας και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. δ' ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την πιο πάνω αιτίαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (αρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-9-2012 αίτηση της Μ. Α. του Ι., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 32938/2012 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έφεση - Έννοια αγνώστου διαμονής. Τόπος κατοικίας. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει υποχρεωτικά να προβάλλονται με την έφεση, είναι και η επίδοση «ως αγνώστου διαμονής», χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε «γνωστή διαμονή». Πρέπει ο εκκαλών να αναφέρει στην έφεση ότι είχε δηλώσει στην εισαγγελική αρχή τη γνωστή διαμονή του. Τόπος κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος στη προανάκριση που έχει τυχόν ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί σ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται αυτός που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Ορθή και αιτιολογημένη απόρριψη έφεσης ως απαράδεκτης. Απορρίπτεται αίτηση αναίρεσης.
|
Ακυρότητα επιδόσεως
|
Ακυρότητα επιδόσεως.
| 0
|
Αριθμός 400/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Μ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χριστοδουλάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 589/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1012/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη σε βάρος του ανωτέρω αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου λόγω παραγραφής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, ορίζεται ότι "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., ορίζεται ότι "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση σωματικής βλάβης άλλου, υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλομένης κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και με βάση τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρ. 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Η τυχόν συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του παθόντος ή και τρίτου, δεν αναιρεί την ύπαρξη αμελείας του δράστη και την ποινική ευθύνη του, εκτός εάν αυτή συνετέλεσε αποκλειστικά στο αποτέλεσμα που επήλθε, οπότε αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 589/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, κηρύχθηκε, σε δεύτερο βαθμό, ένοχος σωματικής βλάβης από αμέλεια ενός τραυματισθέντος προσώπου από αμέλεια και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, η οποία ποινή και ανεστάλη επί τριετία. Στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αυτής 589/2012 αποφάσεως, διαλαμβάνεται ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 6-11-2004 στο ... του Δήμου ... και συγκεκριμένα στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης με την επωνυμία "Κρέτα Φάρμ ΑΒΕΕ" ο τέταρτος κατηγορούμενος Μ. Π. εργαζόμενος της επιχείρησης, ο οποίος προϊστατο του τεχνικού συνεργείου αυτής και είχε αναλάβει την υποχρέωση να φροντίσει για την τοποθέτηση ενός διαχωριστικού συνθετικού παραπετάσματος από το δάπεδο έως την κορυφή του κτιρίου, σε ύψος 5,5 μ. περίπου, προκειμένου να απομονωθεί ο χώρος της παραγωγής από το χώρο όπου γίνονταν εργασίες επέκτασης του κτιρίου, έδωσε εντολή στον Ν. Λ., εργαζόμενο επίσης της επιχείρησης, ο οποίος ήταν υπεύθυνος του οικοδομικού συνεργείου, να προβεί άμεσα στην εκτέλεση της ανωτέρω εργασίας, καθόσον έπρεπε να. εγκατασταθεί στον ήδη υφιστάμενο χώρο ένα μηχάνημα, το οποίο η εταιρεία είχε παραλάβει ενωρίτερα από τον προκαθορισμένο χρόνο και το συνεργείο των Γερμανών τεχνικών ανέμενε να το τοποθετήσει. Οι εργασίες ξεκίνησαν στις 6-11-2004 ημέρα Σάββατο, μολονότι είχαν προγραμματιστεί για τη Δευτέρα 8-11-2004, παρά δε τις σαφείς εντολές και υποδείξεις που είχαν δοθεί από τον τεχνικό ασφαλείας της επιχείρησης Ν. Μ. (δεύτερο κατηγορούμενο) να χρησιμοποιηθούν μεταλλικό, ικριώματα προκειμένου να τοποθετηθεί με ασφάλεια το διαχωριστικό παραπέτασμα, ο τέταρτος κατηγορούμενος, ο οποίος προΐστατο ως προελέχθη των εργασιών, υπέδειξε στο Ν. Λ., για να μην υπάρξει καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου να τοποθετήσει το προαναφερθέν συνθετικό παραπέτασμα χρησιμοποιώντας ένα περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα (κλάρκ), που εκείνη τη στιγμή χειριζόταν ο εργαζόμενος στην επιχείρηση τρίτος κατηγορούμενος Δ. Κ., ο οποίος δεν κατείχε την απαιτούμενη άδεια χειρισμού ανυψωτικού μηχανήματος. Ο Ν. Λ. τοποθέτησε μία παλέτα στις περόνες του κλάρκ, ανέβηκε σε αυτή, ανυψώθηκε σε ύψος 4 μ. περίπου και στην προσπάθεια του να τοποθετήσει το παραπέτασμα υποχώρησε η παλέτα από τις περόνες του κλάρκ και ο ανωτέρω έπεσε από αυτό στο δάπεδο με αποτέλεσμα να υποστεί κάταγμα επιγονατίδας και φτέρνας. Το ατύχημα οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά των ανωτέρω δύο κατηγορουμένων, οι οποίοι όντας υπόχρεοι λόγω της υπηρεσίας και του επαγγέλματος τους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, ο μεν Μ. Π. έδωσε εντολή στον παθόντα να, εκτελέσει την εργασία με την χρήση περονοφόρου ανυψωτικού μηχανήματος, ο δε Δ. Κ. ανέλαβε το χειρισμό του ανωτέρω μηχανήματος μολονότι δεν κατείχε την απαιτούμενη άδεια, αν και αμφότεροι είχαν τη δυνατότητα με βάση τις προσωπικές περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες τους να προβλέψουν και να αποφύγουν το επελθόν αποτέλεσμα. Συνυπαίτιος του ατυχήματος σε μεγάλο βαθμό είναι και ο παθών, ο οποίος λόγω της ιδιότητας του είχε τις απαιτούμενες γνώσεις και εμπειρία ώστε αφενός να γνωρίζει τον ασφαλή τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του ως μέσος συνετός εργαζόμενος του τομέα απασχόλησης του και αφετέρου να μπορεί να αντιληφθεί την επικινδυνότητα της ενέργειας στην οποία προέβη και να απέχει από αυτή. Αντίθετα καμία ποινική ευθύνη δεν βαρύνει τον πρώτο και τον δεύτερο των κατηγορουμένων, νόμιμο εκπρόσωπο και τεχνικό ασφαλείας της επιχείρησης αντίστοιχα.
Ειδικότερα, ο πρώτος εξ αυτών είχε θέσει στη διάθεση του παθόντος φορτηγό αυτοκίνητο, μεταλλικές κλίμακες και όλα τα απαιτούμενα για τη μεταφορά, κατασκευή και τοποθέτηση οποιουδήποτε ικριώματος υλικά, τα οποία φυλάσσονταν σε χώρο που αυτός (παθών) είχε πρόσβαση, ώστε να προβεί στην απαιτούμενη για την ασφαλή εκτέλεση του έργου κατασκευή. Περαιτέρω είχε ορίσει ως επιβλέποντα μηχανικό του έργου τον Α. Μ., ο οποίος προΐστατο του οικοδομικού συνεργείου και είχε την ευθύνη για την τήρηση όλων των κανόνων ασφαλούς εκτέλεσης του έργου. Ο ίδιος (α ' κατηγορούμενος) εξάλλου δεν ήταν παρών κατά την εκτέλεση του έργου (ούτε άλλωστε υπείχε τέτοια υποχρέωση), ώστε να έχει τη δυνατότητα με βάση τις προσωπικές περιστάσεις και ικανότητες του να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα και να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την αποτροπή του. Ο δε δεύτερος κατηγορούμενος, στον οποίο ο πρώτος είχε αναθέσει καθήκοντα τεχνικού ασφαλείας είχε δώσει εγκαίρως όλες τις απαραίτητες οδηγίες για την ασφαλή τοποθέτηση του παραπετάσματος με τη χρήση κινητού μεταλλικού ικριώματος. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθούν αθώοι ο πρώτος και ο δεύτερος και ένοχοι ο τρίτος και ο τέταρτος των κατηγορουμένων της πράξης που τους αποδίδεται, απορριπτόμενων των προβληθέντων από τον τέταρτο των κατηγορουμένων αυτοτελών ισχυρισμών ως κατ'ουσίαν αβασίμων".
Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Κρήτης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 589/2012 απόφασή του, την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ.1β, 28 και 314 παρ. 1 α', 315 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στο άνω αιτιολογικό, αναφέρονται επαρκώς και ειδικώς εμπεριστατωμένα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και στα οποία στηρίχθηκε το δικαστήριο για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια, που υπέπεσε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, εργαζόμενος στην επιχείρηση "Κρέτα Φάρμ ΑΒΕΕ", ως προϊστάμενος τεχνικού συνεργείου της εταιρείας, που είχε λάβει εντολή, κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στην επιχείρηση, να φροντίσει για την τοποθέτηση ενός διαχωριστικού συνθετικού παραπετάσματος, ύψους 5,5 μ., β) στο αιτιολογικό αναφέρονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις οι περιστάσεις που συνέβη το εν λόγω εργατικό ατύχημα, η αιτία πτώσης στο δάπεδο από ψηλά του παθόντος εργάτη, το είδος της αμέλειας, ως μη συνειδητής αμέλειας. Επίσης, αναλύεται η αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου και τα στοιχεία που αποδείχθηκαν και προσδιορίζουν την αμέλεια αυτού, και δη ότι αυτός, από έλλειψη προσοχής που ήταν υπόχρεως, όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ως προϊστάμενος τεχνικού συνεργείου της εταιρείας, έχοντας αναλάβει από την εταιρεία που εργαζόταν την υποχρέωση να φροντίσει για τη με ασφάλεια τοποθέτηση ενός διαχωριστικού συνθετικού παραπετάσματος από το δάπεδο έως την κορυφή του κτιρίου της εταιρείας αυτής, παρά τις σαφείς οδηγίες και υποδείξεις που του δόθηκαν από τον αθωωθέντα συγκατηγορούμενό του τεχνικό ασφαλείας της ίδιας εταιρείας Ν. Μ., να χρησιμοποιήσει μεταλλικά κινητά προστατευτικά ικριώματα ασφαλείας, υπέδειξε στον εργαζόμενο στην ίδια εταιρεία Ν. Λ., να τοποθετήσει το συνθετικό παραπέτασμα, χρησιμοποιώντας ένα περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα, χωρίς μάλιστα να κατέχει την απαιτούμενη άδεια χειρισμού τέτοιου ανυψωτικού μηχανήματος και χωρίς να λάβει ο αναιρεσείων τα παραπάνω μέτρα ασφαλείας, με αποτέλεσμα ο εργάτης Ν. Λ., τοποθετώντας μία παλέτα πάνω στο ανυψωτικό μηχάνημα στην οποία και ανέβηκε, όταν τον ανύψωσε ο άνω χειριστής του μηχανήματος σε ύψος 4μ. για να τοποθετήσει το παραπέτασμα, στην προσπάθειά του αυτή, λόγω υποχώρησης της παλέτας από τις περόνες του ανυψωτικού μηχανήματος και έλλειψης ικριωμάτων ή καλαθοφόρου οχήματος, έπεσε στο δάπεδο, υποστάς κάταγμα επιγονατίδας και φτέρνας, γ) αιτιολογείται επαρκώς η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της προαναφερθείσας αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της πτώσης και του επελθόντος τραυματισμού του παθόντος εργάτη, δ) αναφέρονται: 1) ο επιτακτικός κανόνας δικαίου (το άρ.15 ΠΚ), που υποχρέωνε τον αναιρεσείοντα, ενόψει και της ιδιότητάς του, ως προϊσταμένου του τεχνικού συνεργείου της εταιρείας και τις εντολές και οδηγίες που είχε λάβει από τον τεχνικό ασφαλείας της επιχείρησης, να τηρήσει τους ισχύοντες κανόνες ασφαλείας και συγκεκριμένα να χρησιμοποιήσει μεταλλικά κινητά προστατευτικά ικριώματα ασφαλείας, για ασφαλή εκτέλεση του έργου τοποθέτησης του εν λόγω συνθετικού παραπετάσματος, πράγμα που αυτός αγνόησε και 2) οι συγκεκριμένες ενέργειες που ως εργαζόμενος στην άνω επιχείρηση πήρε εντολή να κάνει από τον τεχνικό ασφαλείας και που παρέλειψε, υποδεικνύοντας στον παθόντα εργάτη να ενεργήσει ως παραπάνω.
Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών του Εφετείου, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των τεθέντων αποδεικτικών μέσων και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ. 1), εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 321 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει, εκτός άλλων, να περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου, που προβλέπει την απειλούμενη ποινή. Έτσι, στην περίπτωση, κατά την οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται για σωματική βλάβη από αμέλεια, που τελέστηκε με πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου, το κλητήριο πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης κατά τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά της στοιχεία και τη διάταξη του ποινικού νόμου που την προβλέπει και την τιμωρεί (άρθρ. 28, 314 εδαφ. α ΠΚ). Όμως, όταν η αποδιδόμενη σε αυτόν αμέλεια δε συνίσταται απλά σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, οπότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του προαναφερθέντος άρθρου 15 του ΠΚ, συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της διατάξεως αυτής είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής (και όχι ηθικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή, η οποία δημιουργείται μόνο για τον εμφανιζόμενο ενώπιον της έννομης τάξης ως έχοντα θέση εγγυητή της ασφάλειας του έννομου αγαθού, που προσβάλλεται με την επέλευση του αποτελέσματος που πρέπει να αποτραπεί και συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, μπορεί να πηγάζει, όπως προαναφέρθηκε, α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην παραπάνω περίπτωση, για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη σύμφωνα με τα άρθρα 15, 28 και 314 εδαφ. α του ΠΚ, εκτός των προβλεπόμενων στο άρθρ. 321 παρ. 1 του ΚΠΔ άλλων στοιχείων, πρέπει επί πλέον να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου να ενεργήσει και σε περίπτωση που αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου να προσδιορίζεται και ο κανόνας δικαίου αυτός. Τα ίδια, σε σχέση με το κλητήριο θέσπισμα, προβλέπονται και από το άρθρο 6 παρ. 3 εδαφ. α και β της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, το οποίο ορίζει ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα α) να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα την οποία εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας, και β) να διαθέτει το χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισής του. Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα και τα πρόσθετα στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, μολονότι ότι αυτός είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει, τότε αυτό και μαζί του η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 του ΚΠΔ. Την ακυρότητα αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, δηλαδή αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη (173 παρ. 1 ΚΠΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας σχετικού λόγου αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το από 1-11-2005 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρεθύμνης ο αναιρεσείων κατηγορούμενος και λοιποί τρεις συγκατηγορούμενοί του, παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, προκειμένου να δικαστούν για σωματική βλάβη από αμέλεια, που τελέστηκε με παράλειψη, αν και αυτοί είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευση του αποτελέσματος.
Κατά την δικάσιμο της 8-10-2009, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο ακροατήριο του πιο πάνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και πρόβαλε δια του συνηγόρου του αυτοτελή ισχυρισμό ακυρότητας του επιδοθέντος σ' αυτόν ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 1 και 4 του ΚΠΔ, για τους λόγους, α) ότι δεν αναφέρονταν σε αυτό τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του ιδίου να ενεργήσει για να αποτρέψει τον τραυματισμό του παθόντος και β) ότι περαιτέρω δεν προσδιοριζόταν σε αυτό ούτε ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πήγαζε η σχετική ειδική νομική υποχρέωσή του. Από την επισκόπηση του κλητηρίου αυτού θεσπίσματος προκύπτει, ότι τούτο, σε σχέση με την βαρύνουσα τον αναιρεσείοντα (τέταρτο τότε) κατηγορούμενο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει και να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος, κατά την περιγραφή της πράξης, που αποδίδεται σε αυτόν και τους λοιπούς τρεις συγκατηγορουμένους του, διέλαβε στο περιεχόμενό του, τα εξής: "Κατηγορούνται ως υπαίτιοι για το ότι: Στο ... του Δήμου ... και συγκεκριμένα στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης με την επωνυμία "Κρέτα Φαρμ ΑΒΕΕ", την 6η Νοεμβρίου του έτους 2004, από έλλειψη της ιδιαίτερης προσοχής την οποία όφειλαν κατά τις περιστάσεις, μπορούσαν και ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν, δεν πρόβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη τους και προξένησαν σωματική βλάβη σε άλλο άνθρωπο. Ειδικότερα ο μεν πρώτος κατηγορούμενος υπό την ιδιότητά του ως νόμιμος εκπρόσωπος, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος υπό την ιδιότητά του ως τεχνικός ασφαλείας, της επιχείρησης με την επωνυμία "Κρέτα Φαρμ ΑΒΕΕ", ενώ ήταν υπόχρεοι λόγω του επαγγέλματος και της προαναφερθείσας ιδιότητάς τους να καταβάλουν ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, παρέλειψαν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα προφύλαξης των εργαζομένων στην ως άνω επιχείρηση και συγκεκριμένα δε φρόντισαν να εποπτεύσουν την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών και δεν έλαβαν τα αναγκαία και κατάλληλα μέτρα ώστε να χρησιμοποιηθούν από τους εργαζόμενους τα κατάλληλα μέσα προστασίας κατά την πραγματοποίηση των εργασιών τοποθέτησης συνθετικού παραπετάσματος σε ύψος 5,5 μέτρων, ούτως ώστε να αποφευχθεί ο τραυματισμός τους, κατά την εκτέλεση της ως άνω εργασίας. Ειδικότερα αποτέλεσμα της ως άνω πλημμελούς επόπτευσης της τήρησης των απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας καθώς και της μη χρησιμοποίησης των ενδεδειγμένων μέσων ανύψωσης προσωπικού (ήτοι δια της χρήσεως κατάλληλων μεταλλικών ικριωμάτων ή καλαθοφόρου οχήματος), υπήρξε η πρόκληση απλής σωματικής βλάβης στον εργαζόμενο στην ως άνω επιχείρηση, Ν. Λ. του Μ., ο οποίος και στην προσπάθεια του να τοποθετήσει το προαναφερθέν συνθετικό παραπέτασμα σε ύψος 5,5 μέτρων, ανυψώθηκε κατά ανεπίτρεπτο και παράνομο τρόπο (άρθρο 68 του Π.Δ. 1073/1981) από περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα, οδηγούμενο κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή από τον τρίτο κατηγορούμενο, ο οποίος και δεν κατείχε την απαιτουμένη άδεια χειρισμού ανυψωτικού μηχανήματος (Π.Δ. 31/1990) και κατόπιν σχετικής ρητής εντολής του τέταρτου κατηγορούμενου, ο οποίος επίσης εργάζεται στην ανωτέρω επιχείρηση, με άμεσο αποτέλεσμα να απολέσει την ισορροπία του και να πέσει στο έδαφος από ύψος περίπου τεσσάρων (4) μέτρων. Συνακόλουθο αποτέλεσμα της προαναφερόμενης πτώσης του παθόντος, η οποία και υπήρξε απόρροια της προπεριγραφόμενης συγκλίνουσας αμέλειας των τεσσάρων κατηγορούμενων, ήταν ο τραυματισμός του καθόσον ο τελευταίος υπέστη κατάγματα επιγονατίδος και φτέρνας. Οι πράξεις αυτές προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 314 παρ.1α και 315 παρ.1β του ΠΚ, άρθρο 68 του ΠΔ 1073/1981 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 15, 16, 17, 18β, 26 παρ.1β, 28, 51, 53 και 79 ΠΚ". Ο εν λόγω προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, απορρίφθηκε με την με αριθ. 1821/2009 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο ακολούθως δίκασε την υπόθεση κατ'ουσίαν και με την ταυτάριθμη οριστική απόφασή του κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και τους τρεις συγκατηγορουμένους του ενόχους της αποδοθείσας σε αυτούς αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από συγκλίνουσα αμέλεια όλων, που τελέστηκε με παράλειψη, ως αποτέλεσμα, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα, της συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος και δη λόγω εντολής που έδωσε στον παθόντα εργάτη να ανέλθει στο περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα και να ανυψωθεί, ενώ χειριστής ήταν εργαζόμενος χωρίς σχετική άδεια χειρισμού τέτοιου οχήματος και χωρίς προηγουμένως να έχει λάβει ο αναιρεσείων, που προϊστατο του τεχνικού συνεργείου της επιχείρησης, τα συγκεκριμένα μέτρα ασφαλείας που του υπέδειξεν ο αθωωθείς στο δεύτερο βαθμό συγκατηγορούμενός του τεχνικός ασφαλείας της ίδιας εταιρείας Ν. Μ. (άρθρα 15, 28, 314 εδαφ. α ΠΚ). Κατά της αποφάσεως αυτής, ο νυν αναιρεσείων (τέταρτος κατηγορούμενος), άσκησε έφεση, με λόγο της οποίας παραπονέθηκε, εκτός άλλων, και για την απόρριψη του νομοτύπως προβληθέντος στο πρωτόδικο δικαστήριο ισχυρισμού του για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, κατά το άρθρ. 321 παρ 1 και 4 του ΚΠΔ. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 589/2012 απόφασή του, με το προπαρατεθέν γενικό επί της ενοχής αιτιολογικό, απέρριψε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό, που από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου προκύπτει ότι ο εκκαλών - νυν αναιρεσείων δεν τον επανέφερε στο ακροατήριο του Εφετείου, ως αβάσιμο, ενώ συμπεριέλαβε ειδικό αιτιολογικό απόρριψης ίδιου σχετικού ισχυρισμού ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, που είχαν προβάλει και επαναφέρει στο Εφετείο, μόνον οι συγκατηγορούμενοι του αναιρεσείοντος Ε. Δ. και Δ. Κ.. Από το προπαρατεθέν κλητήριο θέσπισμα, προκύπτει ότι σε αυτό αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του νυν αναιρεσείοντος τέταρτου στη σειρά κατηγορουμένου Μ. Π., να ενεργήσει για να αποτρέψει τον τραυματισμό του παθόντος εργάτη και προσδιορίζεται σε αυτό και ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πήγαζε η σχετική ειδική υποχρέωσή του, το αναφερόμενο ρητά σε αυτό άρθρο 15 του ΠΚ, που αναλύθηκε παραπάνω, τα μέτρα ασφαλείας που του υποδείχθηκαν και δεν έλαβε και η προηγούμενη συμπεριφορά του. Ήτοι, αποδιδόταν σε αυτόν, τέταρτο κατηγορούμενο, η αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από συγκλίνουσα, μη συνειδητή αμέλεια, όλων των κατηγορουμένων, που τελέστηκε με παράλειψη, ως αποτέλεσμα, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα (τέταρτο κατηγορούμενο), συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος και δη λόγω εντολής που έδωσε αυτός στον παθόντα εργάτη, να ανέλθει στο περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα και να ανυψωθεί, ενώ χειριστής ήταν εργαζόμενος χωρίς σχετική άδεια χειρισμού τέτοιου οχήματος και χωρίς προηγουμένως να λάβει ο αναιρεσείων, που προϊστατο του τεχνικού συνεργείου της επιχείρησης, τα συγκεκριμένα μέτρα ασφαλείας που του υπέδειξε ο συγκατηγορούμενός του τεχνικός ασφαλείας Ν. Μ.. Επίσης, από το σύνολο των παραδοχών του Εφετείου στο άνω επί της ενοχής προεκτεθέν αιτιολογικό του, προκύπτει ότι αιτιολογείται η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του καταδικασθέντος αναιρεσείοντος και αναφέρεται από πού πηγάζει αυτή. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και Δ' του ΚΠΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, μη καλυφθείσα, λόγω ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και για αναιτιολόγητη απόρριψη του προβληθέντος σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού αυτού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 4/10-9-2012 αίτηση του Μ. Π. του Γ., περί αναιρέσεως της με αρ. 589/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Εργατικό Ατύχημα. 1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. 2. Για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, σύμφωνα με τα άρθρα 15, 28 και 314 εδαφ. α του ΠΚ, εκτός των προβλεπόμενων στο άρθρ. 321 παρ. 1 ΠΔ άλλων στοιχείων, πρέπει επί πλέον να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου να ενεργήσει και σε περίπτωση που αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου να προσδιορίζεται και ο κανόνας δικαίου αυτός. Τα ίδια, σε σχέση με το κλητήριο θέσπισμα, προβλέπονται και από το άρθρο 6 παρ. 3 εδαφ. α και β της ΕΣΔΑ.
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 399/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Β. Π. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόκοτα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3110/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Χαλκίδας.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Χαλκίδας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1166/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, που αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1-1-2004, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαία με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διαπράξεώς του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως τα πρόστιμα, οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνεται υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, το δε ως άνω προβλεπόμενο αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, σε δόσεις ή εφάπαξ.
Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 3110/2012 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στη Χαλκίδα, την 28-8-2005 και εντεύθεν, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, τυγχάνων οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 1882/90, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000,00 ευρώ. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο ενώ γνώριζε ότι είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στη Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αρ. ειδ. Βιβλίου 28/2009) και συνοδεύει, ως αναπόσπαστο μέρος αυτής, την υπ. αριθμ. αριθμ. πρωτ. 12586 από 7-5-2009 αίτηση ποινικής διώξεως του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ. ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 24.431.263,11 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο.
Ακολούθως, στο διατακτικό της αποφάσεώς του, το άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση και δη για το ότι: "Στη Χαλκίδα, την 28-8-2005 και εντεύθεν, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, τυγχάνων οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 1882/90, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000,00 ευρώ. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο ενώ γνώριζε ότι είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στη Δ.Ο.Υ. Χαλκίδας διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αρ. ειδ. Βιβλίου 28/2009) και συνοδεύει, ως αναπόσπαστο μέρος αυτής, την υπ. αριθμ. αριθμ. πρωτ. 12586 από 7-5-2009 αίτηση ποινικής διώξεως του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ. ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 24.431.263,11 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, η προκύπτουσα από το συνδυασμό του ανωτέρω αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιολογία, είναι η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, με την εκτεθείσα έννοια, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο συνολικού ποσού 24.431.263,11 ευρώ, ήτοι υπερβαίνοντος τις 120.000 ευρώ, για το οποίο έγκλημα κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, (34 παρ.1,2 ν. 3220/2004), οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου. Το παραπάνω αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, και τα δύο όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχουν και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, αναφερόμενα σε προσαρτώμενο αναλυτικό και ευκρινή πίνακα χρεών της αρμόδιας φορολογικής αρχής, αποτελούντα ενιαίο σύνολο με το αιτιολογικό, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού της αποφάσεως. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση, σύμφωνα και με το συνημμένο και παρατιθέμενο στο αιτιολογικό στο διατακτικό αναλυτικό με αριθμό 28/2009 Πίνακα Χρεών της ΔΟΥ Χαλκίδος, η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών (ΔΟΥ Χαλκίδος), το είδος των χρεών αναλυτικά κατά περίπτωση, χρόνο και ποσό (ΦΠΑ, οριστική βεβαίωση, Πρόστιμο ΦΠΑ, ΦΜΥ, πρόστιμο ΚΒΣ), και ο τρόπος πληρωμής τους αναλυτικά, άλλα χρέη εφάπαξ και άλλα σε δόσεις που προσδιορίζονται κατά ποσά και ημερομηνίες λήξεως πρώτης και τελευταίας δόσεως, αναφέρεται επίσης αναλυτικά στον ανωτέρω Πίνακα χρεών και ο χρόνος βεβαιώσεως των οφειλομένων και μη καταβληθέντων πολλών χρεών αυτών και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, έπρεπε να καταβληθούν από τον οφειλέτη κατηγορούμενο, ενώ εξειδικεύεται περαιτέρω, το ύψος των εν λόγω επί μέρους χρεών για τα οποία καταδικάστηκε και τα οποία συνολικά υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ και δεν καταβλήθηκαν μετά τη λήξη του ανωτέρω χρόνου καταβολής τους και μετά πάροδο τεσσάρων μηνών από τη λήξη κάθε επί μέρους καταβλητέου εφάπαξ ή σε δόσεις χρέους. Επομένως, ο συναφής, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, προβαλλόμενος μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως του αναιρεσείοντος, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης ως άνω αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-10-2012 αίτηση - δήλωση του Β. Π. του Α., περί αναιρέσεως της 3110/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Και .
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. Παράβαση άρθρου 34 παρ.1 Ν. 3220/2004, όπως αντικ. με το αρ. 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 και το 23 Ν. 2523/1997. Απορριπτέος ως αβάσιμος ο προβαλλόμενος μοναδικός από το άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο.
| 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.