text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
N.T.
Αριθμός 2152/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μιχόπουλο, περί αναιρέσεως της 215/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Ψ1 και 2. Ψ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζήση Κωνσταντίνο.
Το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουνίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1257/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για την πληρότητα της αξιούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται, όσον αφορά την έκθεση των αποδείξεων, η γενική κατ'είδος αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και ιδιαίτερη μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα και του τί προέκυψε από καθένα από αυτά. Πρέπει όμως να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να καταλήξει στη κρίση του. Περαιτέρω, από την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του και από την όλη αποδεικτική διαδικασία δεν προκύπτει και μάλιστα αναμφίβολα ότι τούτο έλαβε υπόψη του και τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων υπεράσπισης.
Στην προκειμένη περίπτωση, στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης απόφασης, αναφέρεται ότι το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων κατέληξε στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του τα εξής αποδεικτικά μέσα: "τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία...". Από την ανωτέρω περικοπή δεν προκύπτει και μάλιστα αδιστάκτως ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Εφετείο οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως ..... και ....., οι οποίοι εξετάσθηκαν, στο ακροατήριο του Εφετείου, οι οποίες ούτε καν μνημονεύονται σε κάποιο σημείο του κειμένου του σκεπτικού της απόφασης ούτε από το περιεχόμενο αυτού προκύπτει έστω και εμμέσως ότι λήφθηκαν αυτές υπόψη από το Εφετείο. Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ πέμπτου λόγου αναίρεσης και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, ως αλυσιτελών να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 215/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνους που δίκασαν.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρεί για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι δεν αναφέρεται στο σκεπτικό αν έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα υπεράσπισης, που όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης εξετάσθηκε στο ακροατήριο.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Μάρτυρες.
| 0
|
Αριθμός 2148/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αθανάσιο Κουτρομάνο (ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1364/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ3.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28 Αυγούστου 2007 αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1716/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 85/2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ ΠοινΔ τις αριθμ. 184/10-9-2007 και 174/28-8-2007 αιτήσεις αναιρέσεως του Χ1, οδός ..... αριθμ. ... και Χ2, κατοίκου ....., οδός ..... αριθμ. ..., αντίστοιχα, οι οποίες ασκήθηκαν αυτοπροσώπως από τους ίδιους και στρέφονται κατά του αριθμ. 1364/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το αριθμ. 513/2007 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους αναιρεσείοντας κατηγορουμένους, καθώς και τον μη δικαιούμενο σε άσκηση αναίρεσης-συγκατηγορούμενό τους Χ3, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι, ο πρώτος τούτων, απάτης στο Δικαστήριο με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία, που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 Ευρώ, και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μαρτύρων, ο δεύτερος τούτων άμεσης συνέργειας στην πράξη της απάτης στο Δικαστήριο με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία, που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 €υρώ και ψευδορκίας μάρτυρα και ο τρίτος τούτων ψευδορκίας μάρτυρα. Κατά του παραπάνω βουλεύματος οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι και ο συγκατηγορούμενός τους Χ3 άσκησαν εφέσεις. Επί των εφέσεων αυτών εξεδόθη το αριθμ. 1364/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο α) κήρυξε απαράδεκτη την έφεση του κατηγορουμένου Χ3 και β) απέρριψε τις εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμες και επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα κατά του οποίου στρέφονταν οι ανωτέρω εφέσεις. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφονται πλέον οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι με τις κρινόμενες αιτήσεις τους, οι οποίες ασκήθηκαν νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον πρώτο αναιρεσείοντα Χ1 την 1η Αυγούστου 2007 με θυροκόλληση, επειδή συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 155 ΚΠοινΔ, ενώ προηγήθηκε η επίδοση στον αντίκλητό του, η οποία έγινε στις 12-7-2007 (ΑΠ 1936/2007), στον δεύτερο δε αναιρεσείοντα επιδόθηκε στις 23-7-2007, οι αιτήσεις δε ασκήθηκαν την 10-9-2007 και 28-8-2007, αντίστοιχα, ενώπιον της Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Μαρίας Θεοτοκά, συντάχθηκαν δε από εκείνη οι αριθμ. 184/10-9-2007 και 174/28-8-2007 εκθέσεις, στις οποίες διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκαν και συγκεκριμένα η απόλυτη ακυρότητα, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και κατ'εκτίμηση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος και της υπέρβασης εξουσίας. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 4 ΚΠοινΔ, οι προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων και αποφάσεων αναστέλλονται κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως αφού παραπέμπει τους αναιρεσείοντας κατηγορουμένους για κακούργημα και συναφή πλημμελήματα (άρθρο 482 παρ. 1 ΚΠΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι, το έγκλημα της απάτης στοιχειοθετείται με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει σε περιουσιακή, με πράξη, παράλειψη ή ανοχή, διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον με σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος, αντίστοιχο παράνομο όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του σκοπού αυτού. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί, ενώ δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με εκείνου που ζημιώθηκε. Αποτέλεσμα δε του τελευταίου είναι, ότι η απάτη μπορεί να τελεσθεί και με την παραπλάνηση του Δικαστηρίου, όταν υποβάλλεται σ'αυτό ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος από ψευδείς ένορκες καταθέσεις και γενικά ψευδή αποδεικτικά μέσα, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση, που έχει ως συνέπεια τη βλάβη της περιουσίας του αντιδίκου του δράστη.
Εξάλλου, κατά την παράγ. 3 εδ. β του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ (ΑΠ 1023/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών όποιος εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει και καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από αυτή εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α) εξέταση του μάρτυρα ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την εξέτασή του β) η κατάθεση του μάρτυρα να είναι ένορκη γ) κατάθεση αντικειμενικά ψευδών περιστατικών ή απόκρυψη ή άρνηση καταθέσεως των αληθινών, τα περιστατικά δε αυτά, ανεξάρτητα από το εάν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη, πρέπει να σχετίζονται με την υπόθεση και να αναφέρονται, προκειμένου μεν περί πολιτικής δίκης στο αποδεικτέο θέμα, προκειμένου δε περί δίκης ποινικής, στα στοιχεία του διωκομένου εγκλήματος ή σε κάθε περίπτωση, στα άλλα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνδέονται αναπόσπαστα με εκείνα και δ) άμεσος δόλος του δράστη (μάρτυρα) που συνίσταται στο ότι ο δράστης γνωρίζει ότι τα περιστατικά, τα οποία καταθέτει, είναι ψευδή ή έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκόπιμα τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.
Τα περιστατικά που κατατίθενται είναι αντικειμενικά ψευδή, όταν είναι αντίθετα προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα τα οποία αντιλήφθηκε αυτός που τα καταθέτει είτε περιήλθαν σε γνώση του από διηγήσεις τρίτων.
Επίσης, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να συντελεσθεί η αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας πρέπει να συντρέξουν α) με οποιονδήποτε τρόπο εκ προθέσεως παραγωγή αποφάσεως από κάποιον σε άλλον για διάπραξη ορισμένης άδικης πράξεως και β) ο άλλος να διέπραξε την άδικη αυτή πράξη, την οποία αποφάσισε με τον ως άνω τρόπο.
Τέλος, κατά το άρθρο 46 παρ. 1β του ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρείχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι, για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας στην τελούμενη από άλλον αξιόποινη πράξη, απαιτείται παροχή άμεσης συνδρομής από τον δράστη στον αυτουργό κατά την τέλεση και κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της κύριας πράξης και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή δεν θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητος η διάπραξη του εγκλήματος με τις περιστάσεις που τελέστηκε.
Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος υπάρχει, προκειμένου περί ηθικού αυτουργού, όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία αυτός προκάλεσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, στον αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, αλλά και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το συμβούλιο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά την απόφαση αυτή στον αυτουργό. (ΑΠ 447/1999 ΠΧ, Ν59, ΑΠ 1779/99 ΠΧ, Ν, 802 κ.ά.).
Τέλος, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το αίτημα των διαδίκων, κατ'άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠοινΔ, για εμφάνισή τους στο συμβούλιο για να δώσουν διευκρινήσεις.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις του μηνυτή, των μαρτύρων Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, προέκυψαν τα εξής:
Ο κατηγορούμενος Χ3 είχε στην κυριότητα του εξ αδιαιρέτου, ένα κτίριο, κατά ποσοστό 750/1000, που λειτουργεί ως ξενοδοχείο με το διακριτικό τίτλο "HOTEL PRIAMOS" και βρίσκεται στην Αθήνα στη θέση ".....", επί της οδού ..... . Το υπόλοιπο ποσοστό του 250/1000 εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω ακινήτου ανήκει στην κυριότητα της μητέρας του.
Με το υπ' αριθ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά Αγγελικής Ρεσβάνη ο παραπάνω κατηγορούμενος πώλησε στον εγκαλούντα, Ζ και στη Ε, σύζυγο του δευτέρου κατηγορουμένου Χ2, ποσοστό επί του ανωτέρω ακινήτου, 250/1000 εξ αδιαιρέτου και ειδικότερα από 125/000 εξ αδιαιρέτου στον καθένα έναντι συνολικού τιμήματος 54.000.000 δραχμών. Από το ανωτέρω τίμημα ποσό 42.740.000 δραχμών καταβλήθηκε σε μετρητά πριν τη σύνταξη του συμβολαίου (ποσό 21.370.000 δραχμών από τον κάθε αγοραστή), ενώ το υπόλοιπο ποσό των 11.260.000 δραχμών συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε τρεις ισόποσες δόσεις, των 3.753.333 δραχμών η καθεμία, στις 24/6/1993, στις 2/7/1993 και στις 8/7/1993 αντίστοιχα. Εξάλλου, συμφωνήθηκε ότι η εξόφληση της κάθε δόσης θα αποδεικνύονταν μόνο με έγγραφη απόδειξη του πωλητή ή με γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.
Στις 18/6/1993 δηλ. την επόμενη ημέρα της υπογραφής του πρώτου συμβολαίου, "συμφωνήθηκε ανάμεσα στον πωλητή Χ3 και στους αγοραστές Ζ και Ε ότι τα μισθώματα που θα έπρεπε να εισπράττουν οι δύο τελευταίοι από την μισθώτρια εταιρεία με την επωνυμία "Η.Ο. ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΕΛΛ. ΤΟΥΡ. ABC. Ε.Ε.", στην οποία ήταν μισθωμένο το ξενοδοχείο για το χρονικό διάστημα από 18/6/1993 έως 31/12/1994, να τα λαμβάνει ο κατηγορούμενος πωλητής Χ3.
Με το υπ' αριθ. ..... συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου ο κατηγορούμενος Χ3 πώλησε το υπόλοιπο ποσοστό που κατείχε εξ αδιαιρέτου επί του παραπάνω ακινήτου, ήτοι τα 500/1000 στην υπεράκτια εταιρεία με την επωνυμία <<PALM SEA NAVIGATION S.A.", με έδρα τη Λιβερία, (την οποία όπως ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 είχαν συστήσει, οι ίδιοι την 1-9-1993).
Αργότερα όταν διασπάσθηκε ο έγγαμος βίος της θυγατέρας του εγκαλούντα Ζ με τον κατηγορούμενο Χ1 ο τελευταίος, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 20/1/2002 και με αριθμό κατάθεσης ..... αγωγή, σύμφωνα με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι στο υπ' αριθ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά Αγγελικής Ρεσβάνη ο εγκαλών Ζ συμβλήθηκε εικονικά ως αγοραστής του αναφερόμενου ακινήτου ξενοδοχείου και ότι πραγματικός συμβαλλόμενος ήταν αυτός και κατόπιν τούτων ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ως άνω πώλησης και να αναγνωριστεί ο Χ1 ως ο κύριος του ποσοστού των 125/000 εξ αδιαιρέτου του πωληθέντος ακινήτου. Τους ισχυρισμούς του αυτούς υποστήριξε με την κατάθεση του μάρτυρα του Χ2 ο οποίος εξετάστηκε στο ακροατήριο του πιο πάνω δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της αγωγής, στη δικάσιμο της 17/3/2005 και κατέθεσε τα παραπάνω αναφερόμενα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η αριθ. 4799/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή του και δέχθηκε την εικονικότητα της παραπάνω αγοραπωλησίας ως προς το πρόσωπο του παραπάνω αγοραστή.
Επίσης με την από 20/1/2002 αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τον ισχυρισμό ότι η παραπάνω σύμβαση αγοραπωλησίας με το πιο πάνω υπ' αριθ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά Αγγελικής Ρεσβάνη είναι εικονική ως προς το πρόσωπο του φερόμενου αγοραστή πεθερού του Ζ είναι εικονική γιατί στην πραγματικότητα αγοραστής είναι ο ίδιος Χ1 και όχι ο πεθερός του Ζ και ότι τούτο έγινε επειδή ο ίδιος δεν επιθυμούσε για φορολογικούς λόγους να φαίνεται ότι έχει ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, ζήτησε να διαταχθεί η δικαστική μεσεγγύηση του ποσοστού του ακινήτου που αναφέρεται στο παραπάνω αριθ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά Αγγελικής Ρεσβάνη και να διορισθεί αυτός μεσεγγυούχος ή άλλο κατάλληλο πρόσωπο. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την αριθ. 6072/31-7-2002 έκανε δεκτή την παραπάνω αίτηση και διέταξε την δικαστική μεσεγγύηση του ποσοστού 125/1000 εξ' αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου και διόρισε μεσεγγυούχο τον κατηγορούμενο Χ1. Οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο κατηγορούμενος Χ1, με την από 20/1/2002 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήταν ψευδείς, αφού πραγματικά συμβαλλόμενος στο υπ' αριθ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά Αγγελικής Ρεσβάνη ήταν ο εγκαλών Ζ χωρίς να προκύπτει από κανένα στοιχείο ότι συνεβλήθη εικονικά και ότι ο κατηγορούμενος Χ1 ήταν ο πραγματικός αγοραστής του παραπάνω μεριδίου.
To χρηματικό ποσό του τιμήματος του πιο πάνω ποσοστού του ακινήτου, καταβλήθηκε από τον εγκαλούντα όπως εξάλλου αναφέρουν στις καταθέσεις τους ο γυιός του Β, Γ, Θ και Δ.
Ένα μέρος (25.000.000 δρχ.), του χρηματικού ποσού των 26.500.000 δρχ. του τιμήματος που κατέβαλε ο εγκαλών για την αγορά του παραπάνω ποσοστού προήλθε από την πώληση ενός Ε.Δ.Χ. αυτοκίνητου (ταξί), μάρκας ΜΕΡΣΕΝΤΕΣ, μοντέλο 1992, μαζί με την άδεια του, το οποίο με το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Λαμπρινού πώλησε ο εγκαλών στον Γ όπως προκύπτει από την κατάθεση του αγοραστή του ταξί και το πραγματικό τίμημα που καταβλήθηκε στον εγκαλούντα ανήλθε στο ποσό των 25.000.000 δραχμών και όχι το ποσό των 800.000 δραχμών όπως αναγράφηκε στο παραπάνω συμβόλαιο. Μάλιστα, όπως είχε αναφέρει ο εγκαλών στον πιο πάνω μάρτυρα, αιτία της πώλησης του ταξί ήταν η χρησιμοποίηση του τιμήματος για την αγορά ενός ποσοστού του ξενοδοχείου "Πρίαμος". Όπως προκύπτει και από την ένορκη βεβαίωση του Ι, μεσίτη επιβατικών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, μόνο η άδεια του ταξί το 1993 ανερχόταν περίπου στο ποσό των 21.000.000 - 22.000.000 δραχμών.
Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο πραγματικός αγοραστής του παραπάνω μεριδίου ήταν ο κατηγορούμενος Χ1 αφού δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι είχε αυτή την οικονομική δυνατότητα ούτε προσκομίζει κανένα έγγραφο ότι αυτός κατέβαλε το παραπάνω χρηματικό ποσό στον πωλητή Χ3, ούτε αυτό συνάγεται εκ του γεγονότος ότι αυτός έκανε τις διαπραγματεύσεις για την παραπάνω αγορά γιατί τούτο έπραττε κατόπιν εντολής του πεθερού του και εγκαλούντα Ζ. Όλες οι διαπραγματεύσεις είχαν γίνει από τον κατηγορούμενο, γιατί αυτός είχε παρουσιάσει στον εγκαλούντα - πεθερό του - ως καλή επένδυση την αγορά ποσοστού του παραπάνω ξενοδοχείου.
Επίσης συμφωνήθηκε με το από 18/6/1993 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του πωλητή Χ3 και των αγοραστών εγκαλούντα Ζ και Ε, η εκχώρηση των μισθωμάτων στον πωλητή, που θα έπρεπε να εισπράττουν οι αγοραστές από την εταιρεία με την επωνυμία "Ν.Ο. ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΕΛΛ. ΤΟΥΡ. ABC. Ε.Ε.", στην οποία ήταν μισθωμένο το ξενοδοχείο για το χρονικό διάστημα από 18.6.1993 έως 31.12.1994.
Μετά από αυτήν την ημερομηνία, (από την 1.1.1995) τα μισθώματα, που αντιστοιχούσαν στο ποσοστό του εγκαλούντος (125/1000) από την εκμίσθωση του ξενοδοχείου με το διακριτικό τίτλο "HOTEL PRIAMOS" στην εταιρεία με την επωνυμία "Η. Ο. ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΕΛΛ. ΤΟΥΡ. ABC. E.E.", τα εισέπρατε ο κατηγορούμενος Χ1, διότι ο εγκαλών ήθελε να ενισχύσει οικονομικά αυτόν και την θυγατέρα του. Όπως προκύπτει δε από την από 1.10.1997 απόδειξη εξόφλησης μισθωμάτων, ο κατηγορούμενος Χ1 εισέπραξε τα μισθώματα μηνών Ιουνίου 1997 έως Δεκεμβρίου 1997 για λογαριασμό του εγκαλούντος, όπως επίσης αναφέρει και στην κατάθεση του ο μάρτυρας Δ εξάδερφος του κατηγορουμένου, Χ1.
Μετά την πάροδο τριών μηνών από την παραπάνω πώληση ποσοστού 250/1000 του ξενοδοχείου στον εγκαλούντα και στην Ε, η υπεράκτια εταιρεία με την επωνυμία "PALM SEA NAVIGATION S.A.", αγόρασε ποσοστό 500/1000 του ιδίου ξενοδοχείου από τον Χ3. Η ανωτέρω υπεράκτια εταιρεία από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ιδρύθηκε από τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2 όπως αυτοί ισχυρίζονται ούτε επίσης προέκυψε από κανένα στοιχείο ότι αυτοί είχαν την οικονομική επιφάνεια για να προβούν σε μια τέτοια αγορά. Αλλά και αν ακόμη οι κατηγορούμενοι αυτοί φέρονται ότι συνέστησαν την παραπάνω εταιρεία, η οποία αγόρασε το παραπάνω ποσοστό του ξενοδοχείου, τούτο δεν αποτελεί στοιχείο που ενέχει οποιαδήποτε επίδραση στην υπό κρίση υπόθεση της αγοράς του παραπάνω ποσοστού από τον εγκαλούντα.
Ο κατηγορούμενος Χ1 υποστήριξε τους ισχυρισμούς του στην παραπάνω αγωγή του με την ανωτέρω ψευδή κατάθεση του κατηγορούμενου Χ2 στις 17/3/2005 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο οποίος κατέθεσε στο ακροατήριο του πιο πάνω δικαστηρίου, ως μάρτυρας τα ακόλουθα : "πράγματι υπήρξε οικονομική δοσοληψία μεταξύ του Χ1 και του Ζ. Δηλαδή υπήρξε δανεισμός", "...ήταν χρήματα δικά μου που μου τα εξόφλησε ο Χ1 ...", "...σας λέω προέκυψε δανεισμός του Ζ προς τον Χ1, ο οποίος δεν διευθετήθηκε....", "...του είχε προκαταβάλει (Χ3) ο κύριος Χ1 μέσω συναλλαγών που είχαν ... 10 ή 12 εκ. αν θυμάμαι καλά, δηλαδή προ της αγοράς ...", "... τα μισθώματα του ξενοδοχείου τα εισέπραττε ο Χ1 και ουδέποτε ο Ζ", "... ο Ζπαρίστατο απλώς για την υπογραφή ..." και ". ..ο Χ1 ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει τα δύο πραγματικά βάρη που είχε το ξενοδοχείο ύψους 3.000.000 δρχ. και 1.920.000 δρχ. αντίστοιχα ...". Τα ανωτέρω, τα οποία σχετίζονταν με την ουσία της υπόθεσης ήταν ψευδή, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, αφού τα χρήματα στα οποία αναφέρεται ο κατηγορούμενος Χ2 ανήκαν στον εγκαλούντα, και δόθηκαν από αυτόν για την αγορά στο όνομα του ποσοστού 12,5% του ξενοδοχείου, η παρουσία του εγκαλούντος κατά την υπογραφή του συμβολαίου ήταν πραγματική ως πραγματικός αγοραστής του, ενώ τα μισθώματα του ξενοδοχείου τα εισέπραττε αρχικά ο κατηγορούμενος Χ3 και συνέχεια ο κατηγορούμενος Χ1 κατ' εντολήν του εγκαλούντα. Ο κατηγορούμενος Χ2 τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των ανωτέρω γεγονότων. Με την ανωτέρω δε ψευδή κατάθεση του ο κατηγορούμενος Χ2 παρέσχε άμεση συνδρομή στον κατηγορούμενο Χ1 ώστε ο τελευταίος να παραπλανήσει το δικαστήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εξέδωσε την αριθ. 4799/2005 απόφαση του, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του κατηγορουμένου Χ1 και έτσι να υποστεί ζημία ο εγκαλών άνω των 73.000 €.
Επίσης προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος Χ1 με πειθώ και φορτικότητα έπεισε τον κατηγορούμενο Χ2 να καταθέσει εν γνώσει του όσα ψευδή κατέθεσε.
Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι ο Χ1 είναι ο πραγματικός αγοραστής και ότι για φορολογικούς λόγους συμβλήθηκε στο παραπάνω συμβόλαιο ως αγοραστής ο εγκαλών-πεθερός του. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν ευσταθεί και δεν επιβεβαιώνεται από κανένα στοιχείο σύμφωνα με τα παραπάνω αναφερόμενα αντίθετα καταρρίπτεται και ακόμη εκ του λόγου ότι θα μπορούσε να συμβληθεί στο ανωτέρω συμβόλαιο η τότε σύζυγος του και όχι ο εγκαλών-πεθερός του.
Με τις σκέψεις αυτές και με όσα πραγματικά περιστατικά ήδη αναπτύχθηκαν, πρόδηλον είναι ότι το εκκαλούμενο βούλευμα, που δέχεται ότι συντρέχουν σ' αυτή την περίπτωση επαρκείς ενδείξεις σε βάρος των εκκαλούντων-κατηγορουμένων, για τις πράξεις της απάτης στο δικαστήριο με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία, που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 € και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα για τον πρώτο κατηγορούμενο, της ψευδορκίας μάρτυρα και της άμεσης συνέργειας στην πράξη της απάτης στο δικαστήριο με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 € για τον δεύτερο κατηγορούμενο και της ψευδορκίας μάρτυρα για τον τρίτο κατηγορούμενο (αρθρ. 1, 12, 14, 16, 17, 26§ 1α, 27, 46 § ια, β, 51, 52, 60, 63, 94, 224 §§1-2, σε συνδυασμό με το άρθρο 227 του Π.Κ. και 386 §§ εδ. β-1 Π.Κ.).και τους παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστούν ως υπαίτιοι αυτών, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς οι εφέσεις που άσκησαν οι ανωτέρω κατηγορούμενοι πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμες στην ουσία τους και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα κατ' άρθρο 319 παρ. 3 ΚΠΔ.
Για να καταλήξει το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών στις παραπάνω παραδοχές και στην αντίστοιχη παραπεμπτική κρίση του και ιδίως στην απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος Χ1 ότι ο εγκαλών-πεθερός του Ζ συνεβλήθη εικονικά, στο αριθμ. ..... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Πειραιά Αγγελικής Ρεσβάνη, ως αγοραστής ποσοστού 125/000 εξ αδιαιρέτου του, λειτουργούντος ως ξενοδοχείου με το διακριτικό τίτλο "HOTEL PRIAMOS", ακινήτου, όπως προκύπτει από τη γενόμενη ρητή μνεία και επίκληση των ληφθέντων υπόψη του και συνεκτιμηθέντων αποδεικτικών μέσων, στηρίχθηκε στις καταθέσεις του μηνυτή, των μαρτύρων Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2. Δεν αναφέρεται όμως στο προσβαλλόμενο βούλευμα, ούτε από το όλο περιεχόμενό του προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα 1) και την απολογία και το απολογητκό υπόμνημα του πωλητή του ανωτέρω εξ αδιαιρέτου μεριδίου του ακινήτου Χ3, συγκατηγορουμένου για ψευδορκία μάρτυρα, τα οποία (απολογία-απολογητικό υπόμνημα) ειδικώς αναφέρονται στα επίμαχα στοιχεία των κατηγοριών και ακόμα ασκούν ουσιώδη επιρροή και στη διαμόρφωση της κρίσης ως προς την φερόμενη ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα για την οποία παραπέμφθηκε ο εκ των αναιρεσειόντων Χ1 2) τα απολογητικά υπομνήματα των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2.
Αλλά από την προαναφερόμενη ρητή μνεία του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι έλαβε υπόψη και αξιολόγησε "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας" καθώς και από το όλο περιεχόμενο του προσβαλλομένου βουλεύματος δεν καθίσταται σαφές εάν το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την προσκομισθείσα, με την έκθεση εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος Χ2, από 22-4-2003 απόδειξη του Η από την οποία προκύπτει εξόφληση εμπράγματος ασφάλειας που έφερε το πωληθέν ακίνητο. 'Ετσι όμως προκύπτει, καταρχήν, ασάφεια ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο Εφετών και από τα οποία προέκυψαν τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων έκρινε ότι συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων που δικαιολογούν την παραπομπή τους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για τις πράξεις της κακουργηματικής απάτης, της άμεσης συνέργειας σ'αυτήν σε βαθμό κακουργήματος, της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα. Επί πλέον η αιτιολογία του βουλεύματος είναι ελλιπής α) γιατί ενώ δέχεται ότι "Από το ανωτέρω τίμημα ποσό 42.740.000 δρχ. καταβλήθηκε σε μετρητά πριν τη σύνταξη του συμβολαίου (ποσό 21.370.000 δραχμών από το κάθε αγοραστή) ενώ το υπόλοιπο ποσό των 11.260.000 δρχ. συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε τρεις ισόποσες δόσεις των 3.753.333 δραχμών η καθεμία, στις 24-6-1993, στις 2-7-1993 και στις 8-7-1993 αντίστοιχα και συμφωνήθηκε ότι η εξόφληση της κάθε δόσης θα αποδεικνύονταν μόνο με έγγραφη απόδειξη του πωλητή ή με γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων" και ότι ένα μέρος (25.000.000 δρχ.) του χρηματικού ποσού των 27.000.000 δρχ., το οποίο από παραδρομή αναφέρεται ως 26.500.000 δρχ., που κατέβαλε ο εγκαλών για την αγορά του παραπάνω ποσοστού προήλθε από την πώληση ενός Ε.Δ.Χ. αυτοκινήτου (ταξί) μάρκας ΜΕΡΣΕΝΤΕΣ, δεν διευκρινίζει με ποιό τρόπο (έγγραφη απόδειξη ή γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων) κατέβαλε τα ποσά αυτά των τριών δόσεων ο εγκαλών, ούτε αν καλύφθηκαν αυτά με την εκχώρηση των μισθωμάτων του ξενοδοχείου στον πωλητή Χ3, που αναλογούσαν στα 125/000 εξ αδιαιρέτου, για το χρονικό διάστημα από 18-6-1993 έως 31-12-1994 και στην περίπτωση αυτή σε ποιό ποσό ανερχόταν τότε το μηνιαίο μίσθωμα του ξενοδοχείου, ούτε επίσης την προέλευση των χρημάτων με τα οποία καλύφθηκε το υπόλοιπο ποσό των 2.000.000 δρχ. (27.000.000 - 25.000.000), β) καθόσον αφορά το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα για το οποίο το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος Χ1, αναφέρεται στο σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος αλλά και στο διατακτικό του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος ότι ο κατηγορούμενος Χ1 με πειθώ και φορτικότητα και έντονες προτροπές έπεισε τον Χ2 να καταθέσει εν γνώσει του όσα ψευδή κατέθεσε, χωρίς να αναφέρονται περαιτέρω ο τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσείων προκάλεσε στον επίσης αναιρεσείοντα συγκατηγορούμενό του την απόφαση προς διάπραξη της ανωτέρω άδικης πράξης, ούτε τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο Εφετών ότι αυτός προκάλεσε στον αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, γ) επίσης ως προς το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα για την οποία παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων Χ2, ενώ δέχεται ότι όλο το περιεχόμενό της από 17-3-2005 ένορκης κατάθεσής του ήταν ψευδές δεν παραθέτει ποιά ήταν τα αληθινά γεγονότα αναφορικά με την περικοπή της κατάθεσης ".......Ο Χ1 ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει τα δύο πραγματικά βάρη που είχε το ξενοδοχείο ύψους 3.000.000 δρχ. και 1.920.000 δρχ. αντίστοιχα......", ούτε προσδιορίζει, καθόσον αφορά τα αληθινά, κατά την κρίση του, γεγονότα τα περιστατικά από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη του ως ανωτέρω απαιτουμένου δόλου του κατηγορουμένου, ότι δηλαδή αυτός εγνώριζε την αναλήθεια όσων κατέθεσε.
Συνεπώς το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας γι'αυτό και πρέπει να αναιρεθεί, κατά το βάσιμο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ).
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111 παρ. 1-3 και 112 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία στα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία τελέσθηκε το έγκλημα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1β, 370β και 485 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου ως συμβουλίου, ο οποίος αν διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της και μετά την άσκηση της αναίρεσης κατά του βουλεύματος οφείλει να αναιρέσει τούτο και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να είναι παραδεκτή, δεδομένου ότι το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 43 του Ν. 3160/2003, δεν παραπέμπει προς ανάλογη εφαρμογή και επί βουλευμάτων στο άρθρο 511 ΚΠοινΔ, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του Ν. 3160/2003 (Ολομ. ΑΠ 382/92, ΑΠ 1855/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμά του, έκρινε ότι συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ1, που δικαιολογούν την παραπομπή του στο ακροατήριο για να δικασθεί και για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, με αυτουργό τον μη δικαιούμενο σε άσκηση αναίρεσης Χ3, που φέρεται ότι τελέσθηκε στην Αθήνα την 15η Απριλίου 2002 και απέρριψε και ως προς την πράξη αυτή την ασκηθείσα απ'αυτόν έφεση κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος. Όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε η πράξη αυτή φέρεται ότι τελέστηκε την 15-4-2002 και μέχρι την έκδοση του προσβαλλομένου βουλεύματος (27-6-2007) είχε ήδη υποπέσει σε παραγραφή, αφού είχε παρέλθει από της τελέσεώς της χρονικό διάστημα πλέον των πέντε ετών, χωρίς στο μεταξύ να μεσολαβήσει κάποιος λόγος αναστολής της παραγραφής και έπρεπε το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να παύσει οριστικώς λόγω παραγραφής την ασκηθείσα κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για την πράξη αυτή. Επομένως με το να προχωρήσει στην κατ'ουσίαν έρευνα της έφεσής του κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος και για την πράξη αυτή υπερέβη την εξουσία του, γι'αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός, όπως εκτιμάται, από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. στ ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του Χ1 και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, πλην όμως επειδή δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής κατ'άρθρο 519 ΚποινΔ, πρέπει να παύσει οριστικά ως προς την πράξη αυτή η ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω παραγραφής και να επεκταθεί το αποτέλεσμα αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 469 ΚΠοινΔ και στον συμπαραπεμφθέντα με το πρωτόδικο βούλευμα και μη δικαιούμενο σε άσκηση αναίρεσης κατά του προσβαλλομένου βουλεύματος, συμμέτοχο στην πράξη αυτή, με τη μορφή του φυσικού αυτουργού, Χ3 και να παύσει οριστικά, λόγω παραγραφής, η ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη για ψευδορκία μάρτυρα.
Εξάλλου, απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος κατά τη διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2, σε συνδυασμό με τα άρθρα 171 παρ. 1 περ. δ και 485 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, που θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν το συμβούλιο παραλείψει αδικαιολόγητα να διατάξει την ενώπιόν του εμφάνιση του κατηγορουμένου που ζήτησε τούτο για να δώσει διευκρινίσεις και όχι όταν απορρίψει τη σχετική αίτηση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, απέρριψε το αίτημα των κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιόν του με την αιτιολογία ότι "... με τι απολογίες τους και τα υπομνήματά τους ενώπιον του Ανακριτή, ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών και τις εφέσεις τους αναπτύσσουν διεξοδικά με πληρότητα τους ισχυρισμούς τους και τις απόψεις του ώστε να μην συντρέχει λόγος να επαναλάβουν αυτούς και προφορικά ενώπιον του Συμβουλίου".
Συνεπώς ο λόγος των αναιρέσεων κατά τον οποίο απορρίφθηκε το αίτημά τους για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους χωρίς να υπάρξει ειδικότερη αιτιολογία της απορριπτικής αυτής κρίσεως του δικαστικού συμβουλίου, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Αβάσιμη επίσης είναι η αιτίαση ότι υπάρχει ασάφεια και αντίφαση αναφορικά με την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος για το λόγο ότι ενώ στο προσβαλλόμενο βούλευμα αρχικά αναφέρεται ότι "Στη συνεδρίαση της 24ης Απριλίου 2007 δεν εμφανίστηκε ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και ειδοποιήθηκε νόμιμα για να εκθέσει τις απόψεις του, όπως αυτά αναφέρονται ειδικότερα στο ταυτάριθμο πρακτικό" στη συνέχεια αναφέρεται "Να απορριφθεί το αίτημα των εκκαλούντων-κατηγορουμένων Χ1 και Χ2 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου τούτου" διότι σαφώς προκύπτει ότι η πρώτη αναφορά σχετίζεται με την ειδοποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, και μη εμφάνιση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου Χ3, του οποίου κηρύχθηκε απαράδεκτη η έφεση κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να γίνουν δεκτές οι αριθμ. 184/10-9-2007 και 174/28-8-2007 αιτήσεις αναιρέσεως, που ασκήθηκαν από τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2, κατά του αριθμ. 1364/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
2) Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό.
3) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, χωρίς τη συμμετοχή των ίδιων δικαστών, εκτός της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα Χ1αξιόποινης πράξης της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα την 15-4-2002.
4) Να παύσει οριστικά η ασκηθείσα κατά του αναιρεσείοντος Χ1 καιτου μη δκαιουμένου σε άσκηση αναίρεσης Χ3, ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και ηθικής αυτουργίας σ'αυτήν, που φέρεται ότι τελέστηκε από αυτούς στην Αθήνα την 15-4-2002, λόγω παραγραφής.
Αθήνα 20 Ιανουαρίου 2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΕΥΤΕΡΠΗ ΚΟΥΤΖΑΜΑΝΗ"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες δύο αιτήσεις αναιρέσεως, από 28.8.2007 του Χ2 και από 10.9.2007 του Χ1 κατά του 1364/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
Από τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης τελείται με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει, με πράξη, παράλειψη ή ανοχή, σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, με σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται πραγματοποίηση του σκοπού αυτού. Εκείνος που εξαπατήθηκε δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με αυτόν που ζημιώθηκε. Αποτέλεσμα του τελευταίου είναι ότι απάτη μπορεί να τελεσθεί και με την παραπλάνηση του δικαστηρίου σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ'αυτό ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος με προσαγωγή εν γνώσει αναληθών αποδεικτικών μέσων, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση, που συνεπάγεται βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του δράστη. Η απάτη αυτή επί δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν, με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών μέσων, εκδίδεται απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη της απάτης και σε βάρος του αντιδίκου του. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 β' του ίδιου ως άνω άρθρου 386 Π.Κ., (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999), η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα όταν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 Ευρώ). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 224 § 2 ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή, από δε τη διάταξη του άρθρου 46 § 1 περ. α' ΠΚ προκύπτει ότι επί ηθικής αυτουργίας πρέπει να συντρέχουν α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλο της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η οποία (πρόκληση) μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως πειθώ, φορτικότητα, απειλή, παραινέσεις κ.α., β) διάπραξη από τον άλλο της πράξεως αυτής ή επιχείρηση πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς της και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση στον άλλον της αποφάσεως για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος, με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Τέλος, έλλειψη της κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά βουλεύματος εκ του άρθρου 484 § 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν στο βούλευμα δεν εκτίθενται, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Έτσι, προκειμένου για ψευδορκία μάρτυρα, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό τα αληθινά γεγονότα που γνώριζε ο μάρτυρας και αντί αυτών κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή, δηλαδή δεν εκτίθενται τα αληθινά γεγονότα κατ' αντιπαράθεση προς εκείνα που το Συμβούλιο δέχθηκε ότι ήταν ψευδή και, επιπλέον, προκειμένου για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία, δεν εκτίθενται τα περιστατικά, από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση προς διάπραξη της ψευδορκίας μάρτυρα, περαιτέρω δε δεν αιτιολογείται ειδικώς η ύπαρξη του άμεσου δόλου. Έλλειψη της ανωτέρω αιτιολογίας υπάρχει επίσης και όταν δεν συνάγεται σαφώς από το βούλευμα ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα συγκεντρωθέντα αποδεικτικά μέσα. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκαν όλα υπόψη από το Συμβούλιο και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται στο βούλευμα όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, απέρριψε ως αβάσιμες κατ' ουσίαν τις εφέσεις των αναιρεσειόντων και ως απαράδεκτη την έφεση του συγκατηγορουμένου τους Χ3 κατά του 513/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο, λόγω σοβαρών ενδείξεων ενοχής τους παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες και ο ανωτέρω συγκατηγορούμενός τους στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Αθηνών για να δικασθούν ως υπαίτιοι ο Χ1 α) απάτης στο δικαστήριο με συνολικό περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ και β) ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος, κατά συρροή, ο Χ2 α) άμεσης συνέργειας στην πράξη της απάτης στο δικαστήριο του Χ1 και β) ψευδορκίας μάρτυρα και ο Χ3 ψευδορκίας μάρτυρα. Δέχθηκε, συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι "από το συνδυασμό των καταθέσεων του μηνυτή, των μαρτύρων Α, Β, Γ, Δ, Ε και ΣΤ και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, προέκυψαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος Χ3 είχε στην κυριότητα του εξ αδιαιρέτου, ένα κτίριο, κατά ποσοστό 750/1000, που λειτουργεί ως ξενοδοχείο με το διακριτικό τίτλο "HOTEL PRIAMOS" και βρίσκεται στην Αθήνα στη θέση ".....", επί της οδού ..... . Το υπόλοιπο ποσοστό του 250/1000 εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω ακινήτου ανήκει στην κυριότητα της μητέρας του. Με το υπ' αριθ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά Αγγελικής Ρεσβάνη ο παραπάνω κατηγορούμενος πώλησε στον εγκαλούντα, Ζ και στη Ε, σύζυγο του δευτέρου κατηγορουμένου Χ2, ποσοστό επί του ανωτέρω ακινήτου, 250/1000 εξ αδιαιρέτου και ειδικότερα από 125/000 εξ αδιαιρέτου στον καθένα έναντι συνολικού τιμήματος 54.000.000 δραχμών. Από το ανωτέρω τίμημα ποσό 42.740.000 δραχμων καταβλήθηκε σε μετρητά πριν τη σύνταξη του συμβολαίου (ποσό 21.370.000 δραχμών από τον κάθε αγοραστή), ενώ το υπόλοιπο ποσό των 11.260.000 δραχμών συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε τρεις ισόποσες δόσεις, των 3.753.333 δραχμών η καθεμία, στις 24/6/1993, στις 2/7/1993 και στις 8/7/1993 αντίστοιχα. Εξάλλου, συμφωνήθηκε ότι η εξόφληση της κάθε δόσης θα αποδεικνύονταν μόνο με έγγραφη απόδειξη του πωλητή ή με γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων. Στις 18/6/1993 δηλ. την επόμενη ημέρα της υπογραφής του πρώτου συμβολαίου, συμφωνήθηκε ανάμεσα στον πωλητή Χ3 και στους αγοραστές Ζ και Ε ότι τα μισθώματα που θα έπρεπε να εισπράττουν οι δύο τελευταίοι από την μισθώτρια εταιρεία με την επωνυμία "..... ΕΛΛ. ΤΟΥΡ. ABC. Ε.Ε.", στην οποία ήταν μισθωμένο το ξενοδοχείο για το χρονικό διάστημα από 18/6/1993 έως 31/12/1994, να τα λαμβάνει ο κατηγορούμενος πωλητής Χ3. Με το υπ' αριθ. ..... συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου ο κατηγορούμενος Χ3 πώλησε το υπόλοιπο ποσοστό που κατείχε εξ αδιαιρέτου επί του παραπάνω ακινήτου, ήτοι τα 500/1000, στην υπεράκτια εταιρεία με την επωνυμία <<PALM SEA NAVIGATION S.A.", με έδρα τη Λιβερία, (την οποία όπως ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1 είχαν συστήσει, οι ίδιοι την 1-9-1993). Αργότερα, όταν διασπάσθηκε ο έγγαμος βίος της θυγατέρας του εγκαλούντα Ζ με τον κατηγορούμενο Χ1, ο τελευταίος, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 20/1/2002 και με αριθμό κατάθεσης ..... αγωγή, σύμφωνα με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι στο υπ' αριθ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά Αγγελικής Ρεσβάνη ο εγκαλών Ζ συμβλήθηκε εικονικά ως αγοραστής του αναφερόμενου ακινήτου ξενοδοχείου και ότι πραγματικός συμβαλλόμενος ήταν αυτός και κατόπιν τούτων, ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ως άνω πώλησης και να αναγνωριστεί ο Χ1 ως ο κύριος του ποσοστού των 125/000 εξ αδιαιρέτου του πωληθέντος ακινήτου. Τους ισχυρισμούς του αυτούς υποστήριξε με την κατάθεση του μάρτυρά του Χ2 ο οποίος εξετάστηκε στο ακροατήριο του πιο πάνω δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της αγωγής, στη δικάσιμο της 17/3/2005 και κατέθεσε τα παραπάνω αναφερόμενα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η αριθ. 4799/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή του και δέχθηκε την εικονικότητα της παραπάνω αγοραπωλησίας ως προς το πρόσωπο του παραπάνω αγοραστή. Επίσης με την από 20/1/2002 αίτηση του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τον ισχυρισμό ότι η παραπάνω σύμβαση αγοραπωλησίας με το πιο πάνω υπ' αριθ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά Αγγελικής Ρεσβάνη είναι εικονική ως προς το πρόσωπο του φερόμενου αγοραστή πεθερού του Ζ γιατί στην πραγματικότητα αγοραστής είναι ο ίδιος Χ1 και όχι ο πεθερός του Ζ και ότι τούτο έγινε επειδή ο ίδιος δεν επιθυμούσε, για φορολογικούς λόγους, να φαίνεται ότι έχει ακίνητα περιουσιακά στοιχεία ζήτησε να διαταχθεί η δικαστική μεσεγγύηση του ποσοστού του ακινήτου που αναφέρεται στο παραπάνω αριθ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά Αγγελικής Ρεσβάνη και να διορισθεί αυτός μεσεγγυούχος ή άλλο κατάλληλο πρόσωπο. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την αριθ. 6072/31-7-2002 έκανε δεκτή την παραπάνω αίτηση και διέταξε την δικαστική μεσεγγύηση του ποσοστού 125/1000 εξ' αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου και διόρισε μεσεγγυούχο τον κατηγορούμενο Χ1. Οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο κατηγορούμενος Χ1 με την από 20/1/2002 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήταν ψευδείς, αφού πραγματικά συμβαλλόμενος στο υπ' αριθ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά Αγγελικής Ρεσβάνη ήταν ο εγκαλών Ζ χωρίς να προκύπτει από κανένα στοιχείο ότι συνεβλήθη εικονικά και ότι ο κατηγορούμενος Χ1 ήταν ο πραγματικός αγοραστής του παραπάνω μεριδίου. To χρηματικό ποσό του τιμήματος του πιο πάνω ποσοστού του ακινήτου, καταβλήθηκε από τον εγκαλούντα όπως εξάλλου αναφέρουν στις καταθέσεις τους ο γυιός του Β, Γ, Θ και Βασίλειος Ποθάκος. Ένα μέρος (25.000.000 δρχ.), του χρηματικού ποσού των 26.500.000 δρχ. του τιμήματος που κατέβαλε ο εγκαλών για την αγορά του παραπάνω ποσοστού προήλθε από την πώληση ενός Ε.Δ.Χ. αυτοκίνητου (ταξί), μάρκας ΜΕΡΣΕΝΤΕΣ, μοντέλο 1992, μαζί με την άδεια του, το οποίο με το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Λαμπρινού πώλησε ο εγκαλών στον Γ όπως προκύπτει από την κατάθεση του αγοραστή του ταξί και το πραγματικό τίμημα που καταβλήθηκε στον εγκαλούντα ανήλθε στο ποσό των 25.000.000 δραχμών και όχι το ποσό των 800.000 δραχμών όπως αναγράφηκε στο παραπάνω συμβόλαιο. Μάλιστα, όπως είχε αναφέρει ο εγκαλών στον πιο πάνω μάρτυρα, αιτία της πώλησης του ταξί ήταν η χρησιμοποίηση του τιμήματος για την αγορά ενός ποσοστού του ξενοδοχείου "Πρίαμος". Όπως προκύπτει και από την ένορκη βεβαίωση του Ι, μεσίτη επιβατικών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, μόνο η άδεια του ταξί το 1993 ανερχόταν περίπου στο ποσό των 21.000.000 - 22.000.000 δραχμών. Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο πραγματικός αγοραστής του παραπάνω μεριδίου ήταν ο κατηγορούμενος Χ1 αφού δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι είχε αυτή την οικονομική δυνατότητα ούτε προσκομίζει κανένα έγγραφο ότι αυτός κατέβαλε το παραπάνω χρηματικό ποσό στον πωλητή Χ3, ούτε αυτό συνάγεται εκ του γεγονότος ότι αυτός έκανε τις διαπραγματεύσεις για την παραπάνω αγορά γιατί τούτο έπραττε κατόπιν εντολής του πεθερού του και εγκαλούντα Ζ. Όλες οι διαπραγματεύσεις είχαν γίνει από τον κατηγορούμενο, γιατί αυτός είχε παρουσιάσει στον εγκαλούντα - πεθερό του - ως καλή επένδυση την αγορά ποσοστού του παραπάνω ξενοδοχείου. Επίσης συμφωνήθηκε με το από 18/6/1993 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του πωλητή Χ3 και των αγοραστών εγκαλούντα Ζ και Ε, η εκχώρηση των μισθωμάτων στον πωλητή, που θα έπρεπε να εισπράττουν οι αγοραστές από την εταιρεία με την επωνυμία "..... ΕΛΛ. ΤΟΥΡ. ABC. Ε.Ε.", στην οποία ήταν μισθωμένο το ξενοδοχείο για το χρονικό διάστημα από 18.6.1993 έως 31.12.1994. Μετά από αυτήν την ημερομηνία, (από την 1.1.1995) τα μισθώματα, που αντιστοιχούσαν στο ποσοστό του εγκαλούντος (125/1000) από την εκμίσθωση του ξενοδοχείου με το διακριτικό τίτλο "HOTEL PRIAMOS" στην εταιρεία με την επωνυμία "..... ΕΛΛ. ΤΟΥΡ. ABC. E.E.", τα εισέπρατε ο κατηγορούμενος Χ1, διότι ο εγκαλών ήθελε να ενισχύσει οικονομικά αυτόν και την θυγατέρα του. Όπως προκύπτει δε από την από 1.10.1997 απόδειξη εξόφλησης μισθωμάτων, ο κατηγορούμενος Χ1 εισέπραξε τα μισθώματα μηνών Ιουνίου 1997 έως Δεκεμβρίου 1997 για λογαριασμό του εγκαλούντος, όπως επίσης αναφέρει και στην κατάθεση του ο μάρτυρας Δ εξάδερφος του κατηγορουμένου, Χ1. Μετά την πάροδο τριών μηνών από την παραπάνω πώληση ποσοστού 250/1000 του ξενοδοχείου στον εγκαλούντα και στην Ε, η υπεράκτια εταιρεία με την επωνυμία "PALM SEA NAVIGATION S.A.", αγόρασε ποσοστό 500/1000 του ιδίου ξενοδοχείου από τον Χ3. Η ανωτέρω υπεράκτια εταιρεία από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ιδρύθηκε από τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2 όπως αυτοί ισχυρίζονται ούτε επίσης προέκυψε από κανένα στοιχείο ότι αυτοί είχαν την οικονομική επιφάνεια για να προβούν σε μια τέτοια αγορά. Αλλά και αν ακόμη οι κατηγορούμενοι αυτοί φέρονται ότι συνέστησαν την παραπάνω εταιρεία, η οποία αγόρασε το παραπάνω ποσοστό του ξενοδοχείου, τούτο δεν αποτελεί στοιχείο που ενέχει οποιαδήποτε επίδραση στην υπό κρίση υπόθεση της αγοράς του παραπάνω ποσοστού από τον εγκαλούντα. Ο κατηγορούμενος Χ1 υποστήριξε τους ισχυρισμούς του στην παραπάνω αγωγή του με την ανωτέρω ψευδή κατάθεση του κατηγορούμενου Χ2 στις 17/3/2005 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο· οποίος κατέθεσε στο ακροατήριο του πιο πάνω δικαστηρίου, ως μάρτυρας τα ακόλουθα: "πράγματι υπήρξε οικονομική δοσοληψία μεταξύ του Θ και του Ζ. Δηλαδή υπήρξε δανεισμός", "...ήταν χρήματα δικά μου που μου τα εξόφλησε ο Θ ...", "...σας λέω προέκυψε δανεισμός του Ζ προς τον Θ, ο οποίος δεν διευθετήθηκε....", "...του είχε προκαταβάλει (Χ3) ο κύριος Θ μέσω συναλλαγών που είχαν ....10 ή 12 εκ. αν θυμάμαι καλά, δηλαδή προ της αγοράς...", ".......τα μισθώματα του ξενοδοχείου τα εισέπραττε ο Θ και ουδέποτε ο Ζ", "... ο Ζ παρίστατο απλώς για την υπογραφή..." και "... ο Χ1 ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει τα δύο πραγματικά βάρη που είχε το ξενοδοχείο ύψους 3.000.000 δρχ. και 1.920.000 δρχ. αντίστοιχα......". Τα ανωτέρω, τα οποία σχετίζονταν με την ουσία της υπόθεσης ήταν ψευδή, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, αφού τα χρήματα στα οποία αναφέρεται ο κατηγορούμενος Χ2 ανήκαν στον εγκαλούντα; και δόθηκαν από αυτόν για την αγορά στο όνομα του ποσοστού 12,5% του ξενοδοχείου, η παρουσία του εγκαλούντος κατά την υπογραφή του συμβολαίου ήταν πραγματική ως πραγματικός αγοραστής του, ενώ τα μισθώματα του ξενοδοχείου τα εισέπραττε αρχικά ο κατηγορούμενος Χ3 και συνέχεια ο κατηγορούμενος Χ1 κατ' εντολήν του εγκαλούντα. Ο κατηγορούμενος Χ2 τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των ανωτέρω γεγονότων. Με την ανωτέρω δε ψευδή κατάθεση του ο κατηγορούμενος Χ2 παρέσχε άμεση συνδρομή στον κατηγορούμενο Χ1 ώστε ο τελευταίος να παραπλανήσει το δικαστήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εξέδωσε την αριθ. 4799/2005 απόφαση του, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του κατηγορουμένου Χ1 και έτσι να υποστεί ζημία ο εγκαλών άνω των 73.000 €. Επίσης προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος Χ1 με πειθώ και φορτικότητα έπεισε τον κατηγορούμενο Χ2 να καταθέσει εν γνώσει του όσα ψευδή κατέθεσε. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι ο Χ1 είναι ο πραγματικός αγοραστής και ότι για φορολογικούς λόγους συμβλήθηκε στο παραπάνω συμβόλαιο ως αγοραστής ο εγκαλών-πεθερός του. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν ευσταθεί και δεν επιβεβαιώνεται από κανένα στοιχείο σύμφωνα με τα παραπάνω αναφερόμενα αντίθετα καταρρίπτεται και ακόμη εκ του λόγου ότι θα μπορούσε να συμβληθεί στο ανωτέρω συμβόλαιο η τότε σύζυγος του και όχι ο εγκαλών-πεθερός του. Με τις σκέψεις αυτές και με όσα πραγματικά περιστατικά ήδη αναπτύχθηκαν, πρόδηλον είναι ότι το εκκαλούμενο βούλευμα, που δέχεται ότι συντρέχουν σ' αυτή την περίπτωση επαρκείς ενδείξεις σε βάρος των εκκαλούντων-κατηγορουμένων, για τις πράξεις της απάτης στο δικαστήριο με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία, που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 € και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα για τον πρώτο κατηγορούμενο, της ψευδορκίας μάρτυρα και της άμεσης συνέργειας στην πράξη της απάτης στο δικαστήριο με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 € για τον δεύτερο κατηγορούμενο και της ψευδορκίας μάρτυρα για τον τρίτο κατηγορούμενο....... και τους παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστούν ως υπαίτιοι αυτών, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς οι εφέσεις που άσκησαν οι ανωτέρω κατηγορούμενοι πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμες στην ουσία τους".
Με αυτές τις παραδοχές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη, με την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από απόψεως αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα α) από την ονομαστική αναφορά, στο προοίμιο του σκεπτικού του βουλεύματος, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που στήριξαν την κρίση του Συμβουλίου, των απολογιών των δύο αναιρεσειόντων, κατά παράλειψη της απολογίας του συγκατηγορουμένου τους Χ3, με τη λήψη της οποίας περατώθηκε και ως προς αυτόν η κυρία ανάκριση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, και την παράλληλη έλλειψη μνείας, στο ίδιο σκεπτικό, κατά το είδος του, και του αποδεικτικού μέσου της απολογίας, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, καταλείπεται αμφιβολία αν το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την απολογία του ανωτέρω Χ3, η οποία ούτε σε άλλο σημείο της αιτιολογίας του βουλεύματος μνημονεύεται ή αξιολογείται, ενώ ήταν συνεκτιμητέα κατά το ενδιάμεσο αυτό στάδιο με τα λοιπά στοιχεία της προδικασίας για την κρίση του Συμβουλίου επί των εφέσεων των αναιρεσειόντων, β) παρά τη βεβαίωση στο ως άνω προοίμιο του σκεπτικού του βουλεύματος ότι λήφθηκαν υπόψη "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας", δεν συνάγεται αδιστάκτως ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την προσκομισθείσα με την έκθεση εφέσεως του αναιρεσείοντος Χ2, από 22-4-2003, εξοφλητική απόδειξη του Η, αφού στην αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος ουδέν αναφέρεται σχετικά με το περιεχόμενό της ότι εξοφλήθηκαν από τον αναιρεσείοντα Χ1 (και τη Ε) απαίτηση του ανωτέρω Η, για την εξασφάλιση της οποίας είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης στο πωληθέν ξενοδοχείο, εξόφληση περί της οποίας φέρεται ότι κατέθεσε ψευδώς ο αναιρεσείων Χ2 με την ηθική αυτουργία του Χ1. Πλέον των ανωτέρω η αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος είναι ελλιπής καθόσον α) ενώ δέχεται ότι "από το ανωτέρω τίμημα ποσό 42.740.000 δρχ. καταβλήθηκε σε μετρητά πριν τη σύνταξη του συμβολαίου (ποσό 21.370.000 δρχ. από τον κάθε αγοραστή) ενώ το υπόλοιπο ποσό των 11.260.000 δρχ. συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε τρεις ισόποσες δόσεις των 3.753.333 δραχμών η καθεμία, στις 24-6-1993, στις 2-7-1993 και στις 8-7-1993 αντίστοιχα και συμφωνήθηκε ότι η εξόφληση της κάθε δόσης θα αποδεικνύονταν μόνο με έγγραφη απόδειξη του πωλητή ή με γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων" και ότι ένα μέρος (25.000.000 δρχ.) του χρηματικού ποσού των 27.000.000 δρχ., (το οποίο από παραδρομή αναφέρεται ως 26.500.000 δρχ.), που κατέβαλε ο εγκαλών για την αγορά του παραπάνω ποσοστού προήλθε από την πώληση ενός Ε.Δ.Χ. αυτοκινήτου (ταξί) μάρκας ΜΕΡΣΕΝΤΕΣ, δεν διευκρινίζει με ποιό τρόπο (έγγραφη απόδειξη ή γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων) κατέβαλε τα ποσά αυτά των τριών δόσεων ο εγκαλών, ούτε αν καλύφθηκαν αυτά με την εκχώρηση των μισθωμάτων του ξενοδοχείου στον πωλητή Χ3, που αναλογούσαν στα 125/1000 εξ αδιαιρέτου, για το χρονικό διάστημα από 18-6-1993 έως 31-12-1994 και στην περίπτωση αυτή σε ποιό ποσό ανερχόταν τότε το μηνιαίο μίσθωμα του ξενοδοχείου, ούτε επίσης την προέλευση των χρημάτων με τα οποία καλύφθηκε το υπόλοιπο ποσό των 2.000.000 δρχ. (27.000.000 - 25.000.000), β) ως προς την πράξη της ηθικής αυτουργίας του Χ1 στην ψευδορκία μάρτυρα του Χ2, αναφέρεται μεν στο σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, όπως και στο διατακτικό του πρωτοδίκου παραπεμπτικού ότι ο Χ1 με πειθώ, φορτικότητα και έντονες προτροπές έπεισε τον Χ2 να καταθέσει εν γνώσει του όσα ψευδή κατέθεσε, δεν αναφέρονται, όμως, καθόλου πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο ότι ο εν λόγω ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον αυτουργό την απόφαση προς διάπραξη της ψευδορκίας μάρτυρα, καθώς και τους συλλογισμούς για τη θεμελίωση της κρίσεως αυτής και γ) ως προς την ψευδορκία μάρτυρα του Χ2, ενώ δέχεται ότι ήταν ψευδές όλο το περιεχόμενο της από 17.3.2005 ένορκης καταθέσεώς του, δεν αντιπαρατίθενται τα αντιστοίχως αληθινά γεγονότα αναφορικά με την περικοπή της εν λόγω καταθέσεως "... ο Χ1 ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει τα δύο πραγματικά βάρη που είχε το ξενοδοχείο, ύψους 3.000.000 δρχ. και 1.920.000 δρχ. αντίστοιχα...", ούτε προσδιορίζονται, σε σχέση με τα αληθινά κατά την κρίση του Συμβουλίου γεγονότα, τα περιστατικά από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη του αμέσου δόλου του ως άνω αυτουργού της ψευδορκίας Χ2, ότι δηλαδή αυτός γνώριζε την αναλήθεια όσων κατέθεσε. Επομένως, είναι βάσιμοι οι εκ του άρθρου 484 § 1 στοιχ. δ' ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. στ' ΚΠοινΔ υπάρχει και όταν το Συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει νόμος. Τούτο δε συντρέχει, πέραν των περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, των οποίων η απαρίθμηση είναι ενδεικτική και όταν το Συμβούλιο, ενώ το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφθηκε με παραγραφή, δεν παύει οριστικώς την ασκηθείσα ποινική δίωξη αλλά παραπέμπει τον κατηγορούμενο να δικασθεί για την παραγραφείσα πράξη. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 111 § 1 και 3 και 112 Π.Κ., το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι για τα πλημμελήματα πέντε ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για τους αναφερόμενους στο άρθρο 113 ΠΚ λόγους όχι, όμως, πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τα ανωτέρω, σε συνδυασμό προς τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 310 § 1β', 370 β' και 485 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα δικαστικά Συμβούλια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμά του, έκρινε ότι συντρέχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ1, που δικαιολογούν την παραπομπή του στο ακροατήριο για να δικασθεί και για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, με αυτουργό τον Χ3, που φέρεται ότι τελέσθηκε στην Αθήνα την 15η Απριλίου 2002 και απέρριψε και ως προς την πράξη αυτή την ασκηθείσα απ' αυτόν έφεση κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος. Όμως, από του ανωτέρω χρόνου που φέρεται ότι τελέσθηκε η πράξη αυτή, μέχρι την έκδοση του προσβαλλομένου βουλεύματος (27-6-2007) είχε συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής της, αφού είχε παρέλθει από της τελέσεώς της χρονικό διάστημα πλέον των πέντε ετών, χωρίς στο μεταξύ να μεσολαβήσει κάποιος λόγος αναστολής της παραγραφής και έπρεπε το Συμβούλιο Εφετών, να παύσει οριστικώς λόγω παραγραφής την ασκηθείσα κατά του ανωτέρω κατηγορουμένου ποινική δίωξη για την πράξη αυτή. Επομένως, με το να προχωρήσει στην κατ'ουσίαν έρευνα και απόρριψη της εφέσεώς του κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος και για την πράξη αυτή, υπερέβη την εξουσία του, γι'αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός, όπως εκτιμάται, από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. στ ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του Χ1.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα. Περαιτέρω, μη συντρεχούσης περιπτώσεως παραπομπής ως προς την ως άνω πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, πρέπει να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη ως προς την πράξη αυτή λόγω παραγραφής, αποτέλεσμα το οποίο πρέπει να επεκταθεί, κατά το άρθρο 469 ΚΠοινΔ, και στον συμπαραπεμφθέντα με το πρωτόδικο βούλευμα και μη δικαιούμενο σε άσκηση αναιρέσεως κατά του προσβαλλομένου βουλεύματος Χ3, αυτουργό της ανωτέρω ψευδορκίας μάρτυρα και να παύσει οριστικώς λόγω παραγραφής και η κατ' αυτού ασκηθείσα σχετικώς ποινική δίωξη. Η έρευνα των λοιπών λόγων των αιτήσεων, αναφερομένων στο κεφάλαιο του βουλεύματος που απέρριψε αίτημα αυτοπρόσωπης εμφανίσεως των αναιρεσειόντων ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, παρέλκει μετά την κατά τα άνω αναίρεση του βουλεύματος. Κατά το λοιπό αναιρούμενο μέρος της η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το 1364/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του Χ1 και κατά του Χ3, για το ότι: Α) Ο Χ1, στην Αθήνα, στις 15.4.2002, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που αυτός διέπραξε και συγκεκριμένα κατέπεισε τον Χ3, με πειθώ, φορτικότητα και έντονες προτροπές, να βεβαιώσει ενόρκως, εν γνώσει του ψεύδους, στην 963/15-4-2002 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, που χρησιμοποιήθηκε στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, κατά τη συζήτηση σχετικής από 20-1-2002 αιτήσεώς του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι: "Μέσα Ιουνίου 1993 ήλθα σε διαπραγματεύσεις με τους Χ1 και Χ2 για να τους πωλήσω το ανήκον σε εμένα ποσοστό είκοσι πέντε στα εκατό (25%) εξ αδιαιρέτου του Ξενοδοχείου ΠΡΙΑΜΟΣ. Οι διαπραγματεύσεις πήγαν καλά και καταλήξαμε σε συμφωνία να τους πωλήσω κατά το ήμισυ στον καθένα το παραπάνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου (25%) έναντι ποσού 54.000.000 από το οποίο 42.740.000 με μετρητά και το υπόλοιπο σε 3 ισόποσες δόσεις, δραχμών 3.753.333 εκάστη. Εγώ όλα τα χρήματα του τιμήματος τα πήρα από τους Χ2 και Χ1 στην αναλογία τους από τον καθένα και τους όρους του συμβολαίου που διαπραγματεύθηκα μαζί τους ... . Κατά την ανάγνωση του συμβολαίου ο κ. Ζ δεν ασχολήθηκε με το θέμα ούτε έδειξε να ενδιαφέρεται, απλώς όταν τελείωσε η ανάγνωση του συμβολαίου τον φωνάξαμε να υπογράψει, υπέγραψε το συμβόλαιο μας χαιρέτησε και έφυγε. Τον κ. Ζ στη ζωή μου είδα δύο φορές, μία στο συμβόλαιο πώλησης και μεταβίβασης του άνω ποσοστού και άλλη μία στο σπίτι του Χ1 σε κοινωνική συνάντηση". Ενώ, η αλήθεια είναι ότι αυτός (Χ1) αγόρασε με τον Χ2, μέσω της λιβεριανής (off shore) εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΛΜ ΣΙ ΝΑΒΙΓΚΕΪΣΟΝ", ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ο καθένας επί του επίδικου ακινήτου (ξενοδοχείου) και ο μηνυτής αγόρασε στο όνομά του και για λογαριασμό του ποσοστό 12,5% επί του επιδίκου και ότι αυτός (ο μηνυτής) ήταν ο πραγματικός αγοραστής του 12,5 % επί του επιδίκου και κατέβαλε εξ ιδίων το τίμημα. Β) Ο Χ3, στην Αθήνα, στις 15.4.2002, κατέθεσε ενόρκως εν γνώσει του ψέματα ενώπιον αρχή αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, και συγκεκριμένα στην ..... ένορκη βεβαίωσή του, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, που χρησιμοποιήθηκε στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων κατά τη συζήτηση σχετικής από " 6^ 20-1-2002 αιτήσεως του συγκατηγορούμενού του Χ1, με αριθμό καταθ. ..., κατέθεσε ενόρκως εν γνώσει του ψευδώς ότι: "Μέσα Ιουνίου 1993 ήλθα σε διαπραγματεύσεις με τους Χ1 και Χ2 για να τους πωλήσω το ανήκον σε εμένα ποσοστό είκοσι πέντε στα εκατό (25%) εξ αδιαιρέτου ξενοδοχείου ΠΡΙΑΜΟΣ. Οι διαπραγματεύσεις πήγαν καλά και καταλήξαμε σε συμφωνία να τους πωλήσω κατά το ήμισυ στον καθένα το παραπάνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου (25%) έναντι ποσού 54.000.000 από το οποίο 42.753.333 με μετρητά και το υπόλοιπο σε τρεις ισόποσες δόσεις δρχ. 3.753.333 εκάστη. Εγώ όλα τα χρήματα του τιμήματος τα πήρα από τους Χ1 και Χ2στην αναλογία τους από τον καθένα και τους όρους του συμβολαίου που διαπραγματεύθηκα μαζί τους... Κατά την ανάγνωση του συμβολαίου ο κ. Ζ δεν ασχολήθηκε με το θέμα ούτε έδειξε να ενδιαφέρεται, απλώς όταν τελείωσε η ανάγνωση του συμβολαίου τον φωνάξανε να υπογράψει, υπόγραψε το συμβόλαιο μας χαιρέτησε και έφυγε. Τον κ. Ζ στην ζωή μου τον είδα δύο φορές, μια στο συμβόλαιο πώλησης και μεταβίβασης του άνω ποσοστού και άλλη μία στο σπίτι του Χ1 σε κοινωνική συνάντηση". Ενώ η αλήθεια είναι ότι Χ2 και Χ1 αγόρασαν από αυτόν μέσω της λιβεριανής (off shore) εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΛΜ ΣΙ ΝΑΒΙΓΚΕΙΣΟΝ" ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ο καθένας επί του επίδικου ακινήτου (ξενοδοχείου) και ο μηνυτής αγόρασε στο όνομα του και για λογαριασμό του ποσοστό 12,5% επί του επιδίκου και ότι αυτός (ο μηνυτής) ήταν ο πραγματικός αγοραστής του 12,5% και κατέβαλε εξ ιδίων το τίμημα, ύψους 27.000.000 δρχ. Και
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα λοιπά για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
|
Απάτη στο δικαστήριο. Πότε διαπράττεται από το διάδικο πολιτικής δίκης. Ψευδορκία μάρτυρα. Έλλειψη αιτιολογίας και όταν δεν εκτίθενται τα αληθινά γεγονότα κατ’ αντιπαράθεση προς τα ψευδή. Τι απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας από απόψεως αποδεικτικών μέσων. Αναιρείται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας διότι δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα και δη οι απολογίες όλων των συγκατηγορουμένων, ενόψει της ρητής ονομαστικής αναφοράς ορισμένων και της ελλείψεως μνείας του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου κατά το είδος του. Υπέρβαση εξουσίας του Δικαστικού Συμβουλίου και όταν, ενώ το αξιόποινο εξαλείφθηκε με παραγραφή, δεν έπαυσε οριστικώς της ποινική δίωξη αλλά παρέπεμψε τον κατηγορούμενο να δικασθεί για την παραγραφείσα πράξη. Αναιρεί και ΠΟΠΔ για ορισμένα αδικήματα. Παραπέμπει κατά τα λοιπά.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Αναίρεση μερική, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 2
|
Αριθμός 2144/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα (σε συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο αυτοπροσώπως, χωρίς δικηγόρο, κατά της υπ' αριθμ. 66/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Αλβανίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό 145 και ημερομηνία 21.8.2008 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1406/2008.
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον αυτοπροσώπως παραστάντα εκζητούμενο, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκδοθεί αυτός στις αρχές του κράτους της Αλβανίας.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθ. 145/21.8.2008 έφεση κατά της 66/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στις αλβανικές αρχές του εκζητουμένου - εκκαλούντος Χ, για επιβολή μέτρου ασφαλείας "κράτηση σε φυλακή", προκειμένου να δικασθεί για το ποινικό αδίκημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση για μη σοβαρούς λόγους", ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από την δημοσίευσή της ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου Αθηνών και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και εξετασθεί κατ' ουσίαν (άρθρο 451 παρ. 1 ΚΠΔ).
Κατά το άρθρο 436 ΚΠοινΔ αν δεν υπάρχει σύμβαση οι όροι και η διαδικασία της εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επομένων άρθρων (ήτοι 437-456 ΚΠοινΔ), οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία όπου δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξάλλου, η από 13.12.1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, που υπογράφηκε στο Παρίσι και κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον ν. 4165/1961 και στην Ιταλία με το ν. 300/1963, από δε της κυρώσεώς της διέπει το δίκαιο της εκδόσεως μεταξύ των πιο πάνω Κρατών, ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 1 αυτής ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους τόσο του Κράτους που ζητεί την έκδοση, όσο και του Κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή. Περαιτέρω, η άνω Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως στο άρθρο 12 αυτής, με τον τίτλο "αιτήσεις και δικαιολογητικά στοιχεία" ορίζει τα ακόλουθα: Η αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση πρέπει, αν δεν έχει συμφωνηθεί δι' απευθείας συνεννοήσεως μεταξύ των μερών, άλλο μέσο, να διατυπωθεί εγγράφως και να υποβληθεί δια της διπλωματικής οδού και προς υποστήριξή της να προσαχθούν α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο είτε εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως είτε εντάλματος συλλήψεως ή άλλης πράξεως, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους, που καθορίζονται από την νομοθεσία του αιτούντος κράτους, β) έκθεση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και χρόνου διαπράξεώς τους, του κατά νόμον χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις, που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερον και γ) αντίγραφο των διατάξεων, που προβλέπουν την πράξη ή, εφόσον τούτο δεν καθίσταται εφικτό, δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου, καθώς και ο κατά το δυνατόν ακριβέστερος καθορισμός του προσώπου που καταζητείται και κάθε άλλη πληροφορία, που μπορεί να καθορίσει την ταυτότητα και εθνικότητα τούτου. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες, από της επικυρώσεως της πιο πάνω διεθνούς συμβάσεως με τον ν. 4165/1961, ενόψει και του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης ημεδαπού νόμου, προκύπτει ότι στην περίπτωση που ζητείται η έκδοση ατόμου καταδιωκομένου για εγκλήματα, πρέπει αυτά για τα οποία ζητείται η έκδοση, να είναι αξιόποινα κατά τους νόμους του αιτούντος κράτους και εκείνου από το οποίο ζητείται η έκδοση και να .τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας ανωτάτου ορίου τουλάχιστον ενός έτους, δεν απαιτείται δε να επισυνάπτονται στην αίτηση για την έκδοση και τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτουν οι ενδείξεις ενοχής του εκζητουμένου, αφού δεν μνημονεύονται αυτά στο ανωτέρω άρθρο 12 της συμβάσεως και επομένως το αρμόδιο Συμβούλιο, που επιλαμβάνεται της εξετάσεως της αιτήσεως εκδόσεως, δεν μπορεί να προβεί και στην έρευνα για την ύπαρξη ή μη ενδείξεων ενοχής του εκζητουμένου. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία όλα αναγνώστηκαν, σε συνδυασμό και με όσα εξέθεσε ο παραστάς εκζητούμενος ενώπιον του Συμβουλίου, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, γνωμοδότησε για την έκδοση στις αλβανικές δικαστικές αρχές του Αλβανού υπηκόου Χ για επιβολή μέτρου ασφαλείας "κράτηση σε φυλακή", προκειμένου να δικασθεί για το ποινικό αδίκημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση για μη σοβαρούς λόγους. Για την έκδοση του εκκαλούντος, ο οποίος συνελήφθη και κρατείται στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού με το υπ' αριθμ. 68/2008 ένταλμα σύλληψης του Προέδρου Εφετών Αθηνών, έχει υποβληθεί νόμιμα από το κράτος της Αλβανίας, με την υπ' αριθμ. από 31.7.2008 ρηματική διακοίνωση της αλβανικής πρεσβείας στην Αθήνα, η υπ' αριθμ. ..... από 28.7.2008 σχετική αίτηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας, η οποία διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών με το ..... ΦΕΑ ..... έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Με την αίτηση αυτή συνυποβάλλονται και όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα έγγραφα σε αντίγραφα στην Αλβανική γλώσσα, η μετάφραση της οποίας στην ελληνική έγινε επισήμως από το πρωτότυπο αλβανικό κείμενο, και συγκεκριμένα: 1) τη υπ' αριθμ. 325/16.6.08 απόφαση του Δικαστηρίου του Δικαστικού Νομού Fier περί καθορισμού του μέτρου ασφαλείας "κράτηση σε φυλακή" σύμφωνα με τα άρθρα 230 και 229 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ενόψει του ότι ο εκζητούμενος φέρεται ότι διέπραξε το προβλεπόμενο από το άρθρο 84/α του Ποινικού Κώδικα ποινικό αδίκημα της "ανθρωποκτονίας με πρόθεση για μη σοβαρούς λόγους, 2) τη από 18.6.2008 Διαταγή Εισαγγελέα του Δικαστηρίου του Δικαστικού Νομού Fier για την εκτέλεση της ως άνω ποινικής απόφασης, 3) τη από 16.7.2008 αναφορά του Εισαγγελέα του Δικαστικού Νομού Fier Αλβανίας με την οποία παρέχονται πληροφορίες στο Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της διεύθυνσης εξωτερικών σχέσεων Τιράνων για το γεγονός της ανάμειξης του εκζητουμένου στην ως άνω αξιόποινη πράξη και προσδιορίζεται με ακρίβεια ο τόπος, ο χρόνος και οι λοιπές περιστάσεις τέλεσης του ποινικού αυτού αδικήματος, 4) τα στοιχεία του εκζητουμένου που πιστοποιούν και καθορίζουν την ταυτότητα και την εθνικότητά του και 5) το κείμενο σε επίσημη μετάφραση των ποινικών διατάξεων που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση για μη σοβαρούς λόγους.
Από τα παραπάνω έγγραφα προκύπτει ότι α) η αξιόποινη πράξη, για την οποία ζητείται να εκδοθεί ο εκκαλών, προβλέπεται από το άρθρο 84/α του αλβανικού Ποινικού Κώδικα του έτους 1993 και τιμωρείται με ποινή από 15 ετών, έως θάνατο, ενώ η αντίστοιχη αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 299 παρ. 1 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα με ποινή ισόβιας κάθειρξης, β) δεν έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο αυτής λόγω παραγραφής ούτε κατά τις διατάξεις του ελληνικού ούτε κατά τις διατάξεις του αλβανικού ποινικού δικαίου, αφού αυτή φέρεται ότι τελέσθηκε στις 16.8.1993, β) ο εκκαλών κατά την εκδίκαση της υπόθεσης επί της οποίας η παραπάνω απόφαση του δικαστηρίου της FIER Αλβανίας που διέταξε, ως μέτρο ασφαλείας την κράτησή του σε φυλακή, ήταν απών, υπερασπίσθηκε όμως κατά τις διατάξεις του αλβανικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας από συνήγορο δικηγόρο, γ) η παραπάνω απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη και εκτελεστή κατά τις διατάξεις του αλβανικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγω παρόδου 10 ημερών από τη δημοσίευσή της χωρίς να ασκηθεί κατ' αυτής έφεση στο αρμόδιο Εφετείο Αυλώνος.
Επιπλέον, από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας συνάγεται ότι ο εκκαλών είναι το αυτό πρόσωπο με τον εκζητούμενο από τις αλβανικές αρχές, γεγονός που δεν αμφισβήτησε και ο ίδιος και δεν πιθανολογείται ότι θα καταδιωχθεί από τις αλβανικές αρχές για πράξεις διαφορετικές από εκείνες για τις οποίες ζητείται η έκδοση. Ούτε τέλος προκύπτει ότι η έκδοση του εκκαλούντος ζητείται για πολιτικούς λόγους, αφού δεν συνάγεται ότι υποκρύπτεται δίωξη για πολιτικό αδίκημα, αλλ' αντιθέτως συνάγεται σκοπός ποινικού κολασμού του δράστη για τις πιο πάνω πράξεις του κοινού ποινικού δικαίου, καθώς και ότι η αίτηση αυτή δεν έχει υποβληθεί με σκοπό δίωξης ή τιμωρίας του εκκαλούντος για τα πολιτικά του φρονήματα, ούτε ότι η θέση του διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί από τα φρονήματά του αυτά, άλλωστε ο ίδιος ο εκκαλών ενώπιον του Συμβουλίου τούτου δήλωσε ότι επιθυμεί την έκδοσή του στις Αλβανικές Αρχές προκειμένου ν' αποδείξει την αθωότητά του.
Κατά συνέπεια και δεδομένου ότι ο μοναδικός λόγος της έφεσης ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις για τη βασιμότητα της εναντίον του κατηγορίας είναι αβάσιμος, αφού κατά τα προεκτεθέντα δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 443 παρ. 1 και 450 παρ. 2 ΚΠΔ, όταν η έκδοση ζητείται στο πλαίσιο της εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης εκδόσεως, στο άρθρο 12 παρ. 2 της οποίας προσδιορίζονται σαφώς τα στοιχεία που πρέπει να υποβάλει το αιτούν την έκδοση μέρος, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του εκκαλούντος για την αποδιδόμενη σε αυτόν ως άνω αξιόποινη πράξη. Επομένως, το συμβούλιο Εφετών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εγνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος, δεν έσφαλε και γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ο ως άνω αντίθετος λόγος έφεσης και η έφεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 145/21.8.2008 έφεση κατά της υπ' αριθμ. 66/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στις Αλβανικές Αρχές του εκζητουμένου - εκκαλούντος X, Αλβανού υπηκόου.
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση. Έκδοση Αλβανού υπηκόου σε εκτέλεση τελεσίδικης απόφασης δικαστηρίου στην Αλβανία, περί καθορισμού του μέτρου ασφαλείας και κράτηση σε φυλακή προκειμένου να δικασθεί για το ποινικό αδίκημα της «ανθρωποκτονίας με πρόθεση για μη σοβαρούς λόγους». Εφαρμογή Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 2133/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - (σε συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ, υπηκόου Αλγερίας, κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης, που παρέστη αυτοπροσώπως, χωρίς δικηγόρο κατά της υπ'αριθμ. 909/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 04/12/2007 ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που εκδόθηκε από τις δικαστικές αρχές της Πορτογαλίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε, στο Κατάστημα του Εφετείου Θεσσαλονίκης την με αριθμό και ημερομηνία 4/14.08.2008 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ'αυτήν ενώπιον της Γραμματέως αυτού, Μαρίας Κατσαροπούλου, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1404/2008.
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκκαλούντα - εκζητούμενο, ο οποίος, δια του διαρμηνέως του, δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της εφέσεώς του και επιθυμεί να εκδοθεί στην Πορτογαλία και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως απαράδεκτη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 § 1, 475 § 1, 476 § 1 και 513 § 1 Κ.Π.Δ. ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει είτε με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για την οποία (δήλωση) συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται, είτε και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και καταδικάζει τον ασκήσαντα αυτό στα δικαστικά έξοδα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης δια της υπ'αριθμ. 909/13-8-2008 αποφάσεώςτου εγνωμοδότησε υπέρ της εκτελέσεως του από 4/12/2007 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και δη της εκδόσεως στις αρχές της Πορτογαλίας του υπηκόου Αλγερίας Χ, κατ' αυτής δε της αποφάσεως ούτος ήσκησε την από 14/8/2008 έφεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου νομίμως και εμπροθέσμως. Ο εκκαλών, παριστάμενος σήμερον αυτοπροσώπως, δηλώνει στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, δια του διερμηνέως του, ότι παραιτείται από το ένδικο μέσο της εφέσεώς του και η δήλωσή του αυτή κατεχωρίσθη στα πρακτικά της συνεδριάσεως.
Συνεπώς, μετά την παραίτηση αυτή, υπαρχούσης περιπτώσεως απαραδέκτου, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη έφεση ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 4 από 14 Αυγούστου 2008 έφεση του Χ κατά της υπ'αριθμ. 909/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει ως απαράδεκτη λόγω παραιτήσεως.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 0
|
Αριθμός 2132/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αιτούντων-κατηγορουμένων 1)Χ1 και 2)Χ2, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 6 Οκτωβρίου 2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1580/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό 473/9-10-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Οι Χ2 και Χ1 υπέβαλαν την από 6-10-2008 αίτηση στην οποία αναφέρουν ότι: Σε βάρος τους έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση (κατά του Α) και άμεση συνέργεια στις ανωτέρω πράξεις και συκοφαντική δυσφήμηση (κατά του Β) και έχουν παραπεμφθεί να δικαστούν στο Τριμελές Εφετείο Πειραιώς και δη στη δικάσιμο της 13-10-2008. Η σχετική δικογραφία έχει δημιουργηθεί μετά από έγκληση του Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών Παντελή Στραγάλη. Επειδή κυρία μάρτυρας κατηγορίας είναι η σύζυγος αυτού Γ1, η οποία είναι Πρόεδρος Εφετών κα υπηρετεί στο Εφετείο Πειραιώς, ζητείται κατ' εφαρμογή του άρθρου 136 ΚΠΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση σε άλλο ομοειδές δικαστήριο.
ΙΙ)Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ. ε ΚΠΔ "όταν ο εγκαλών...... είναι δικαστικός λειτουργός και υπηρετεί στο αρμόδιο....... Δικαστήριο" διατάσσεται η παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Η κατά παραπομπή αποτελεί εξαίρεση των περί τοπικής αρμοδιότητας διατάξεων και πρέπει να ερμηνεύεται στενά, διό και οι αναφερόμενοι λόγοι είναι περιοριστικοί (βλ. ΑΠ 1010/84, ΑΠ 1435/83, ΑΠ 1689/93). Από την ανωτέρω διάταξη του εδαφίου ε του άρθρου 136 ΚΠΔ σαφώς συνάγεται ότι διατάσσεται η ανωτέρω παραπομπή μόνον όταν ο δικαστικός λειτουργός είναι εγκαλών (ή κατηγορούμενος). Επομένως δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση κατά την οποία υπηρετεί στο άνω δικαστήριο η σύζυγος αυτού η οποία θα εξεταστεί ως μάρτυρας στην οικεία υπόθεση (πρβλ 14 παρ. 2 εδ. β ΚΠΔ). Επομένως η σχετική αίτηση είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α ----------Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως απορριφθεί η από 6-10-2008 αίτηση των Χ2 και Χ1 περί παραπομπής της υποθέσεώς τους από το Τριμελές Εφετείο Πειραιά σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Αθήνα 9 Οκτωβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 136 ΚΠΔ, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές όταν: α) αποφασίστηκε η εξαίρεση ολόκληρου δικαστηρίου ή τόσων μελών ενός δικαστηρίου, ώστε τα υπόλοιπα να μη συμπληρώνουν το νόμιμο αριθμό για τη συζήτηση της υπόθεσης, β) δεν υπάρχει ο νόμιμος αριθμός δικαστών για τη σύνθεση του δικαστηρίου, εξαιτίας ασθένειας ή άλλου λόγου, και το κώλυμα αυτό διαρκεί ή πρόκειται να διαρκέσει δύο τουλάχιστον μήνες από την ημέρα που παραπέμφθηκε αμετάκλητα η υπόθεση στο ακροατήριο, γ) επιβάλλουν την παραπομπή σοβαροί λόγοι σχετικοί με τη δημόσια ασφάλεια και τάξη, δ) ο κατηγορούμενος εκτίει σε φυλακή εκτός της περιφέρειας του αρμόδιου κατά τα άρθρα 122-125 δικαστηρίου ποινή στερητική της ελευθερίας που το ανεκτέλεστο υπόλοιπό της υπερβαίνει τα τρία έτη και πρόκειται να δικαστεί για κακούργημα, ή αν κρίνεται ύποπτος να αποδράσει, και για πλημμέλημα, ε) όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο..... και στ) όταν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 117, (δηλαδή εξύβριση ή δυσφήμιση του δικαστηρίου από δικηγόρο, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης), περίπτωση που προστέθηκε με το άρθρο 10 περ. ε του Ν. 3160/30.6.2003. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 137 ΚΠΔ, το δικαστήριο επιλαμβάνεται με αίτηση του εισαγγελέα, του κατηγορούμενου ή του πολιτικώς ενάγοντος, εκτός από τις περιπτώσεις των στοιχείων γ' και δ' του άνω άρθρου 136, οπότε την παραπομπή μπορεί να ζητήσει μόνο ο εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου ή του Αρείου Πάγου αυτεπαγγέλτως ή με παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης. Αρμόδιο να διατάξει την παραπομπή, όταν πρόκειται να γίνει παραπομπή από το ένα Εφετείο στο άλλο, καθώς και όταν ζητείται η παραπομπή για το λόγο που αναφέρεται στο στοιχεί γ' του άνω άρθρου 136, είναι ο Άρειος Πάγος που συνέρχεται σε Συμβούλιο. Ειδικά στην τελευταία περίπτωση (στην περίπτωση γ' του άρθρ. 136), αν την παραπομπή τη ζητεί ο εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισάγει την αίτηση σε συζήτηση μόνο αν συμφωνεί για την παραπομπή.
2. Στην προκειμένη περίπτωση οι Χ2 και Χ1 με την από 6.10.2008 αίτησή τους αναφέρουν ότι σε βάρος τους έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμιση (κατά του πρώτου) και άμεση συνέργεια στις ανωτέρω πράξεις και συκοφαντική δυσφήμιση κατά του δευτέρου και έχουν παραπεμφθεί να δικαστούν στο Τριμελές Εφετείο Πειραιώς και δη στη δικάσιμο της 13.10.2008. Η σχετική δικογραφία έχει δημιουργηθεί μετά από έγκληση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών Παντελή Στραγάλη. Με βάση την αίτηση αυτή ζητούν την παραπομπή της υπόθεσή τους σε άλλο ομοειδές δικαστήριο για το λόγο ότι θα εξετασθεί ως μάρτυρας κατηγορίας η σύζυγος του εγκαλούντος Γ1, η οποία είναι Πρόεδρος Εφετείο Πειραιώς. Η αίτηση αυτή δεν είναι νόμιμη, αφού ο περιεχόμενος σ' αυτή λόγος, δηλαδή η κατάθεση ως μάρτυρα κατηγορίας της συζύγου του εγκαλούντος, η οποία υπηρετεί ως Πρόεδρος Εφετών στο άνω δικαστήριο, δεν περιλαμβάνεται σε κανένα λόγο από τους περιοριστικά οριζόμενους με την παραπάνω διάταξη του νόμου, που να δικαιολογεί την παραπομπή της υπόθεσης από το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς σε άλλο ομοειδές δικαστήριο, και συγκεκριμένα η παραπομπή αυτή διατάσσεται σύμφωνα με την παρ. ε' της ανωτέρω διατάξεως μόνο όταν ο δικαστικός λειτουργός είναι εγκαλών ή κατηγορούμενος και υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
Επομένως, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να μην επιβληθεί όμως στους αιτούντες το κατά το άρθρο 134 ΚΠΔ πρόστιμο, διότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διάταξης αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.10.2008 αίτηση των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1 για παραπομπή της ποινικής σε βάρος τους υπόθεσης από το αρμόδιο κατά τόπο και καθ' ύλη Τριμελές Εφετείο Πειραιώς σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές Δικαστήριο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Απορρίπτει την αίτηση.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 1
|
Αριθμός 2131/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σφακιωτάκη, για αναίρεση της 2248/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 263/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 358 ΠΚ, όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής που του την έχει επιβάλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει, έστω και προσωρινά, το δικαστήριο, με τρόπο τέτοιο ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκασθεί να δεχθεί τη βοήθεια άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβιάσεως της υποχρεώσεως προς διατροφή απαιτείται παράλειψη του δράστη να καταβάλει τη διατροφή, που οφείλει από το νόμο και έχει αναγνωρισθεί εις βάρος του, έστω και προσωρινά, με δικαστική απόφαση, από κακοβουλία, δηλαδή από κακεντρέχεια ή κακή θέληση, για να στερήσει το δικαιούχο των μέσων προς ικανοποίηση των βιοτικών του αναγκών, παρόλο ότι έχει τη δυνατότητα καταβολής της διατροφής. Για το λόγο αυτό πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία συνάγεται ότι ο υπόχρεος είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει τη διατροφή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2248/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στα ..... στις 23-3-2004 παραβίασε κακόβουλα την υποχρέωση διατροφής της συζύγου του Ψ, που ήταν επιβεβλημένη από το νόμο και είχε αναγνωρισθεί αναδρομικά και για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του έτους 2002 έως και Φεβρουάριο του έτους 2004 με την υπ' αριθ. 4/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα διατροφών), συνολικού ποσού 4.520 ευρώ, (20 μήνες Χ 195 ευρώ μηνιαίως), σε τρόπο ώστε η ως άνω δικαιούχος της διατροφής να περιέλθει σε στερήσεις και να αναγκασθεί να δεχθεί τη βοήθεια άλλων. Εξάλλου, ο εκ μέρους του συνηγόρου του κατηγορουμένου προβληθείς ισχυρισμός ότι ο τελευταίος δεν μπορεί να καταβάλλει την επιδικασθείσα στη σύζυγό του μηνιαία διατροφή και όταν έχει τη δυνατότητα την καταβάλλει, πέραν της σχετικής αοριστίας του, δεν αποδείχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμος. Πρέπει συνεπώς, ενόψει των προαναφερομένων, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αποδιδόμενης σ' αυτόν ως άνω πράξης κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό". Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως τον κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, Χ του ότι "στα ..... την 23/03/2004 κακόβουλα παραβίασε την επιβεβλημένη από το νόμο και αναγνωρισμένη από το Δικαστήριο υποχρέωσή του για διατροφή μηνών Ιουλίου 2002 έως και Φεβρουάριο 2004, συνολικού ποσού 4.520 ευρώ (20 μήνες Χ 195 ευρώ για κάθε μήνα) κατά τρόπο ώστε η σύζυγός του Ψ, η οποία δικαιούται τη διατροφή να περιέλθει σε στερήσεις και να αναγκασθεί να δεχθεί τη βοήθεια άλλων. Η δε υποχρέωση αυτή αναγνωρίστηκε με την 4/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών". Στη συνέχεια δε το Δικαστήριο της ουσίας επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ ημερησίως.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το άνω Δικαστήριο αφενός μεν δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και επί τη βάσει των οποίων κατέληξε στην πιο πάνω κρίση του, αφετέρου δε στέρησε την εν λόγω απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως είναι ελλιπής, αφού δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλει στη σύζυγό του Ψ τη διατροφή που είχε επιδικασθεί εις βάρος του δυνάμει της ανωτέρω υπ' αριθ. 4/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία (οικονομική δυνατότητα) εμπεριέχεται στην έννοια της κακοβουλίας, που αποτελεί πρόσθετο στοιχείο προς θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του άνω εγκλήματος. Επιπλέον, δεν προσδιόρισε το Δικαστήριο της ουσίας, όπως έπρεπε για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του και την εφαρμογή του νόμου, ότι η επιδικάσασα τη διατροφή πιο πάνω απόφαση γνωστοποιήθηκε με επίδοσή της στον αναιρεσείοντα και πότε, δεδομένου ότι η αναγνώριση τέτοιας υποχρεώσεως για χρονικό διάστημα προγενέστερο από την έκδοση της αποφάσεως και τη γνωστοποίησή της στον υπόχρεο δεν συνεπάγεται καμιά ποινική κύρωση εις βάρος του. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης, κατά τα ανωτέρω, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή της πιο πάνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως αυτής, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή αυτών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 2248/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραβίαση της προς διατροφή υποχρεώσεως. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (358 ΠΚ) με την έννοια της εκ πλαγίου παραβίασής της. Ειδικότερα, δεν εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει στη σύζυγό του την επιδικασθείσα διατροφή, αλλ’ ούτε προσδιορίζεται ότι η επιδικάσασα τη διατροφή απόφαση γνωστοποιήθηκε σ’ αυτόν με επίδοσή της και πότε.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Διατροφής υποχρέωση.
| 0
|
Αριθμός 2129/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου. Με εγκαλούντα τον Ψ1, και εγκαλουμένους τους: 1) Χ1, Εφέτη Αθηνών, 2) Χ2 Πρωτοδίκη Αθηνών, 3) Χ3, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και 4) Χ4, τέως Εφέτη Αθηνών.
Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 1211/07/17.3.08, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 510/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρή εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, με αριθμό 240/8.5.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ο Ψ1, υπέβαλε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου την από 4-4-2006 μηνυτήρια αναφορά-καταγγελία-διαμαρτυρία του κατά των 1) Χ1, που υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών, 2) Χ2, Πρωτοδίκου, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών, 3) Χ3, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, 4) Χ4, συνταξιούχου ήδη δικαστικού λειτουργού, που υπηρετούσε ως Εφέτης στο Εφετείο Αθηνών μέχρι τις 30-6-2007 και 5) Χ5, για παράβαση καθήκοντος, καθόσον αφορά τους δικαστικούς λειτουργούς και ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος για την πέμπτη μηνυομένη. Η μηνυτήρια αυτή αναφορά διαβιβάστηκε με το αριθμ. 1872/12-5-2006 έγγραφο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στον Διευθύνοντα την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. Με το αριθμ. 114/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παραπέμφθηκε η υπόθεση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Χαλκίδας και στο αντίστοιχο Πρωτοδικείο. Ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης, με την αριθμ. 285/2007 διάταξή του απέρριψε την μηνυτήρια αυτή αναφορά-καταγγελία-διαμαρτυρία, ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της και ψευδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 ΚΠοινΔ.
Κατά της διάταξης αυτής (285/2007) του παραπάνω Εισαγγελέα ο εγκαλών, Ψ1, άσκησε, κατ'άρθρο 48 ΚΠοινΔ, την αριθμ. 49/2007 προσφυγή του. Με το αριθμ. 1211/07/17-3-2008 έγγραφό του η Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών αιτείται τον κανονισμό αρμοδιότητος προκειμένου αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών να κρίνει την προσφυγή, καθόσον η εκ των εγκαλουμένων δικαστικών λειτουργών Χ1, Εφέτης, υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών. Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περ. ε του ΚΠοινΔ, στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις της αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠοινΔ δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος ή ο καταγγελλόμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη για την ταυτότητα της αιτίας, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσης και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω της συνυπηρέτησης (ΑΠ 440/2006, ΑΠ 311/2001 Ποιν.Δικ. 917, ΑΠ 204/87 ΝοΒ 35, 412).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 ΚΠοινΔ την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών, που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 ΚΠοινΔ) εξετάζει και κρίνει Εισαγγελέας Εφετών....... Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ. 1 περ. γ του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο, είναι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε Συμβούλιο, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών. Κατά συνέπεια, επειδή η εγκαλουμένη Χ1, υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών, συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε και 137 ΚΠοινΔ), λόγω δε συναφείας και για την ενότητα της κρίσης και για τους εγκαλουμένους Χ2, Πρωτοδίκη, Χ3, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, Χ4, συνταξιούχο Εφέτη και Χ5 και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή στον πλησιέστερο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές εισαγγελικές αρχές, που θα επιληφθούν, σύμφωνα με το άρθρο 48 ΚΠοινΔ.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω το Συμβούλιό Σας να διατάξει την παραπομπή της υποθέσεως που αναφέρεται στο αριθμ. 1211/07/17-3-2008 έγγραφο της Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και αφορά την από 4-4-2006 μηνυτήρια αναφορά-καταγγελία-διαμαρτυρία του Ψ1 κατά της Εφέτου Χ1, Χ2, Πρωτοδίκου, Χ3, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών,Χ4, συνταξιούχου Εφέτη και Χ5, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της προσφυγής του εγκαλούντος Ψ1 κατά της αριθμ. 285/2007 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές Δικαστικές και Εισαγγελικές αρχές.
Αθήνα 5 Μαΐου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 περ. ε' του Κ.Π.Δ, στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις της αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείου ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122-125 του Κώδικα, δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος, όταν η υπόθεση βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της προδικασίας και δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη, για την ταυτότητα της αιτίας, την εξασφάλιση, δηλαδή, του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσης και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω της συνυπηρέτησης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 137 παρ.1 περ. γ' του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να αποφασίσει την παραπομπή δικαστήριο, είναι το δικαστήριο tow Αρείου Πάγου, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, όπως επί παραπομπής, από ένα Εφετείο σε άλλο. Στην προκειμένη περίπτωση, εκ μέρους του εγκαλούντος Ψ1 υποβλήθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου η από 4.4.2006 μηνυτήρια αναφορά - διαμαρτυρία του κατά των 1) Χ1, Εφέτου, που υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών, 2) Χ2, Πρωτοδίκου, που υπηρετεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών, 3) Χ3, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών, που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, 4)Χ4, συνταξιούχου ήδη δικαστικού λειτουργού, που υπηρετούσε ως Εφέτης στο Εφετείο Αθηνών μέχρι τις 30-6-2007 και 5)Χ5, για παράβαση καθήκοντος, καθόσον αφορά τους δικαστικούς λειτουργούς και ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος για την πέμπτη μηνυομένη. Η μηνυτήρια αυτή αναφορά διαβιβάστηκε με το αριθμ. 1872/12-5-2006 έγγραφο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στον Διευθύνοντα την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. Με το αριθμ. 114/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παραπέμφθηκε η υπόθεση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Χαλκίδας και στο αντίστοιχο Πρωτοδικείο. Ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης, με την αριθμ. 285/2007 διάταξη του απέρριψε την μηνυτήρια αυτή αναφορά - καταγγελία - διαμαρτυρία, ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της και ψευδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 ΚΠοινΔ. Κατά της διάταξης αυτής ο εγκαλών άσκησε τη με αριθμό 49/2007 προσφυγή του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 48 του ίδιου Κώδικα, η οποία εκκρεμεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών.
Δεδομένου δε ότι από τους εγκαλούμενους δικαστικούς λειτουργούς η Χ1, Εφέτης, υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών, συντρέχει περίπτωση να γίνει δεκτό το σχετικό αίτημα του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή, για λόγους δε συναφείας και για τους λοιπούς εγκαλουμένους, και να προσδιορισθεί ως κατά παραπομπή αρμόδιος να αποφανθεί επί της ως άνω προσφυγής του ως άνω εγκαλούντος ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς, ως πλησιέστερος, καθώς και οι δικαστικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιώς, και οι αντίστοιχες εισαγγελίες, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Ορίζει, κατά παραπομπή από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, αρμόδιο να αποφανθεί επί της προσφυγής του Ψ1, κατά της υπ' αριθ. 285/2007 διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και τις δικαστικές και τις αντίστοιχες εισαγγελικές αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Πειραιά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Ορίζει αρμόδιο τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά για να αποφανθεί επί προσφυγής κατά της διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2128/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Ψ1 και εγκαλούμενους τους 1. Χ1, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών και 2. Χ2, Εφέτη Αθηνών.
Η αίτηση αυτή με αριθμό και ημερομηνία 56952/2-2-2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 507/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού .με αριθμό 246/13-5-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την με ημερομηνία 24-1-2008 μήνυση κατά των Χ2 Εφέτη Αθηνών, Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών και Χ1 Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, Χ3 α.λ.σ και Χ4 δικηγόρου Αθηνών του Ψ1 σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 136 ΚΠΔ και εκθέτω τα παρακάτω: Από τις διατάξεις των άρθρων 136 εδ. ε και 137εδ.β ΚΠΔ κατά τις οποίες, κατά μεν την πρώτη '' Το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122 -125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές όταν . α) ......... ε) όταν ο εγκαλών η ο ζημιωμένος η ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο η εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122- 125 δικαστήριο '' κατά δε την δεύτερη '' ..... Για την παραπομπή αποφασίζει α) .......... β) το συμβούλιο εφετών αν ζητείται η παραπομπή από ένα μονομελές η τριμελές Πλημ-κείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο όμοιο.......'' προκύπτει ότι εφ' όσον εγκαλών, ζημιούμενος ή μηνυόμενος είναι δικαστικός λειτουργός που υπηρετεί στο αρμόδιο δικαστήριο με βαθμό από του παρέδρου και πάνω το δικαστήριο στο οποίο υπηρετεί δεν μπορεί να επιληφθεί τής εκδίκασης υπόθεσης στην οποία εμπλέκεται ο δικαστικός αυτός λειτουργός με οποιαδήποτε από τις παραπάνω ιδιότητες και για τον λόγο αυτό απαιτείται η υπόθεση στην οποία εμπλέκεται να παραπεμφθεί σε άλλο ομοιόβαθμο δικαστήριο και ότι για την παραπομπή αποφασίζει το συμβούλιο εφετών .Η υπό στοιχείο ε περίπτωση μπορεί ν' ανακύψει και κατά την προδικασία οπότε από το αρμόδιο συμβούλιο εφετών αποφασίζεται η παραπομπή τής υπόθεσης στις αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου οι οποίες καθίστανται αρμόδιες για όλες τις απαραίτητες προανακριτικές και ανακριτικές διαδικασίες .Στην περίπτωση όμως που ο μηνυόμενος είναι δικαστικός ή Εισαγγελικός Λειτουργός με βαθμό Εφέτη και Προέδρου Εφετών, Αντ/λέα ή Εισαγγελέα Εφετών και υπάρξει θέμα εκδίκασης προσφυγών ή παραπομπής του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου θα ανακύψει θέμα κανονισμού αρμοδιότητας από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 135 και 137 εδ.γ ΚΠΔ για τον λόγο αυτό σκόπιμο κρίνεται να γίνεται από την αρχή κανονισμός αρμοδιότητας από το Συμβούλιο σας με παραπομπή της κρινομένης μήνυσης ή έγκλησης στην αρμοδιότητα πλησιέστερου Εφετείου προς αποφυγή όλων των δικονομικών ταλαιπωριών άλλα και καθυστερήσεων της εκδίκασης των κατά των δικαστικών λειτουργών των βαθμών αυτών μηνύσεων και εγκλήσεων τούτου δυναμένου άλλωστε να υποστηριχθεί περί του ότι δεν αποκλείεται από τις ίδιες τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 137 εδ. γ κατά το οποίο ο 'Αρειος Πάγος; που συνέρχεται σε συμβούλιο είναι αρμόδιος σε κάθε άλλη περίπτωση πλην των στα εδ. α και β του ίδιου άρθρου αναφερόμενες περιπτώσεις αλλά και για να διασφαλιστεί το αμερόληπτο και το ανεπηρέαστο της δικαστικής κρίσης λόγω της συνυπηρέτησης .(ΑΠ 1761/2006,1917 /2006 αδημοσίευτοι ,ΑΠ 613/2001 Π.Χρ. ΝΒ' σελ. 136). Στην προκειμένη περίπτωση κατά των Χ2 Εφέτη Αθηνών Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών και Χ1 Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, Χ3 α.λ.σ και Χ4 δικηγόρου υποβλήθηκε η με ημερομηνία 2-6-2006 μήνυση του Ψ1 και ζητάει την ποινική τους δίωξη.
Κατόπιν των παραπάνω υποβάλλομε στο Συμβούλιο σας την κατά των Χ2 Εφέτη Αθηνών, Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών και Χ1 Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών λόγω της ιδιότητας τους σαν δικαστικού του πρώτου και εσαγγελικού λειτουργού του δεύτερου και λόγω συναφείας για του λοιπούς, για τον ορισμό του Εφετείου Πειραιά και της Εισαγγελίας Εφετών Πειραιά για τον χειρισμό και την περάτωση της κατά των παραπάνω μήνυσης του Ψ1. Δια ταύτα Προτείνω όπως Οριστούν σαν αρμόδιες oι αρμόδιες oι Δικαστικές αρχές Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά και η Εισαγγελία Πρωτοδικών και η Εισαγγελία Εφετών Πειραιά για τον χειρισμό και περάτωση της κατά των Χ2 Εφέτη Αθηνών, Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών και Χ1 Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, Χ3 α.λ.σ και Χ4 δικηγόρου μήνυσης με ημερομηνία 24-1-2008 μήνυσης του Ψ1.
Αθήνα την 10-5-2008
Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ.1 περ. γ' ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, όταν εγκαλών ή αδικηθείς ή κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω, ο οποίος υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου Κώδικα δικαστήριο διατάσσεται, κατόπιν αιτήσεως του εισαγγελέα ή του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντα, από τον 'Αρειο Πάγο σε Συμβούλιο, ή παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο δικαστήριο, ομοειδές και ισόβαθμο, εφαρμοζομένων αναλόγως και των άρθρων 132, 134 και 135 παρ.1 ΚΠοινΔ. Η παραπομπή αυτή νοείται όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου ασκήσεως της ποινικής διώξεως, διότι και κατ'αυτό συντρέχει ο αυτός δικαιολογητικός λόγος, ήτοι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας μεροληψίας αυτού, εξαιτίας της συνυπηρετήσεώς του στο ίδιο δικαστήριο με τον εγκαλούντα, παθόντα ή κατηγορούμενο δικαστικό λειτουργό. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Κατά τωνΧ2, Εφέτη Αθηνών και Χ1, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, υποβλήθηκε στον Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, η με ημερομηνία 24-1-2008 μήνυση του Ψ1, για παράβαση καθήκοντος, και στην οποία ο αναφερόμενος συμπεριέλαβε και τους Χ3, α.λ.σ. και Χ4, δικηγόρο Αθηνών. Ανακύπτει, συνεπώς, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητος, λόγω της αναφερόμενης ιδιότητάς τους, σαν δικαστικού λειτουργού του πρώτου και εισαγγελικού λειτουργού του δεύτερου και που ασκούν τα καθήκοντα του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών ο πρώτος και του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ο δεύτερος και, λόγω συναφείας, για τους λοιπούς. Τον κανονισμό αρμοδιότητας ζητεί από τον 'Αρειο Πάγο η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών με την από 2-7-2008 αίτησή της, η οποία είναι νόμιμη και, ενόψει των προεκτεθέντων, κατ'ουσίαν βάσιμη και ως εκ τούτου, κατά παραδοχή αυτής, πρέπει να ορισθούν ως αρμόδιες οι Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς καθώς και η Εισαγγελία Πρωτοδικών και η Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς, για το χειρισμό της προαναφερόμενης μήνυσης του Ψ1.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ορίζει, ως κατά παραπομπή αρμόδιες, τις Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς και την Εισαγγελία Πρωτοδικών και Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς, για το χειρισμό της με ημερομηνία 24-1-2008 μήνυσης του Ψ1, κατά των 1)Χ2, Εφέτη Αθηνών, Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών, 2) Χ1, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, 3) Χ3 α.λ.σ. και 4) Χ4, δικηγόρου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Ορίζει ως αρμόδιες τις Δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά και την Εισαγγελία Πρωτοδικών και Εισαγγελία Εφετών Πειραιά.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2127/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 54805/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 146/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 220/23-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 §§1 και 4, 138 §2β, 476 §1 Κ.Π.Δ., την υπ' αρ. 125/30-11-07 (ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών) ασκηθείσα αναίρεση του Χ αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αρ. 54805/26-9-05 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και εκθέτω τ' ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος με την υπ' αρ. 19729/8-2-02 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατεδικάσθη σε φυλάκιση 18 μηνών (μετατραπείσα προς 4,40 Ευρώ ημερησίως) για παράβαση του αρ. 17 §1,8 Ν.1337/83. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η οποία είχε προσδιορισθεί στην δικάσιμο την 26-9-05 ότε ο κατηγορούμενος δεν ενεφανίσθη, εζήτησε αναβολή δια τρίτου προσώπου, η οποία απερρίφθη με την υπ' αρ. 54805/26-9-05 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Η ανωτέρω απόφαση μετά την καταχώρησή της στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφής την 14-11-05 επεδόθη προσωπικώς στον κατηγορούμενο την 5-2-2007 (στον δε αντίκλητο δικηγόρο του την 20-11-07). Την 30-11-2007 ο κατηγορούμενος δια της πληρεξουσίας του δικηγόρου Β. Μακρή άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως επικαλούμενος έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Κατά την διάταξη του αρ. 473 §1 Κ.Π.Δ. όπυ ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων, είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της αποφάσεως.
Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως.
Στην υπό κρίση περίπτωση η προσβαλλομένη με αναίρεση απόφαση επεδόθη προσωπικώς στον ίδιο τον αναιρεσείοντα την 5-2-2007, άσκησε δε εκπροθέσμως την αναίρεση την 30-11-2007 χωρίς να επικαλείται οιονδήποτε λόγον ανωτέρας βίας (βλ. έκθεση αναιρέσεως) για το εκπρόθεσμο.
Επειδή κατά την διάταξη του αρ. 476 §1 Κ.Π.Δ. όταν το ένδικο μέσο ... ασκήθηκε εκπρόθεσμα ... το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Επειδή, κατά τα εκτεθέντα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη θα πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω : Να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως η υπ' αρ. 125/30-11-2007 (ασκηθείσα ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών) αναίρεση του Χ κατά της υπ' αρ. 54805/26-9-05 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Να διαταχθεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος
Αθήνα 26-3-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ.1, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 168, 473 παρ.1, 3 και 474 παρ.1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, αν η αναίρεση ασκηθεί από τον κατηγορούμενο με δήλωση στο γραμματεά του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση (είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου κατά το άρθρο 465 ΚΠΔ) και ο αναιρεσείων δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η προθεσμία άσκησής της είναι δεκαήμερη και αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της απόφασης, αν αυτή έχει καθαργοραφεί και καταχωρηθεί στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, διαφορετικά αρχίζει από την επομένη της μεταγενέστερης καταχώρισης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκηθεί εκπρόθεσμα απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Κατά γενική όμως αρχή του δικαιου, κατά την οποία "κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα", μπορεί ο αναιρεσείων να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως, λόγω ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, εξαιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που στηρίζουν το λόγο αυτό. Αν ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα τέτοιο λόγο ή ο επικαλούμενος λόγος δεν είναι βάσιμος, η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 του ΚΠΔ, ως απαράδεκτη. Στη προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 54805/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που απαγγέλθηκε απόντος του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένη στις 14-11-2005, όπως προκύπτει από τη επ'αυτής επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα, και επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις ....., όπως προκύπτει από το από ..... αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα ..... . Η κρινομένη αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής, με την οποία είχε απορριφθεί έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ. 19729/2002 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ασκήθηκε από τη δικηγόρο Αθηνών Βιολέτα Μακρή, που είχε ειδική για το σκοπό αυτό εξουσιοδότηση από τον κατηγορούμενο, στις 30-11-2007, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας των δέκα ημερών από την επίδοση. Εν όψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν γίνεται επίκληση στο δικόγραφο της αναίρεσης οιονδήποτε λόγου ανώτερης βίας πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη η εν λόγω αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-11-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 54805/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκπρόθεσμη άσκηση αναίρεσης. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
Αριθμός 2124/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2 , περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2631/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 27 Δεκεμβρίου 2007 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 181/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 269/20.05.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Eισάγω, κατ'άρθρ. 485 § 1 Κ.Π.Δ., με τη σχετική δικογραφία τις υπ'αριθμ. 303/27-12-2007 και 304/27-12-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων (α) Χ1 και (β) Χ2, αντίστοιχα, οι οποίες ασκήθηκαν από τους ίδιους, κατά του υπ'αριθμ. 2631/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ'ουσία οι υπ'αριθμ. 563/2007 και 578/2007 αντίστοιχες εφέσεις των ως άνω κατηγορουμένων, κατά του υπ'αριθμ. 2807/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν αυτοί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών να δικασθούν για απάτη κατά συναυτουργία, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία που υπερβαίνουν συνολικά τα 15.000 ευρώ (αρ. 13 στ, 14, 26 § 1, 27 § 1,45, 51,52 και 386 § 1-3α'Π.Κ. ως ισχύουν), επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα και απορρίφθηκε το αίτημα της εκκαλούσης Χ1 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Οι υπό κρίση αναιρέσεις ασκήθηκαν από τους ίδιους τους κατηγορουμένους νομοτύπως, εμπροθέσμως (αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στη Χ1 και τον αντίκλητο δικηγόρο της την 19/12/07, στο δε Χ2 την 18/12/07 και τον αντίκλητο δικηγόρο του την 19/12/07) και παραδεκτώς από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 462-463, 473 § 1, 474 και 482 § 1-3 Κ.Π.Δ. ως ισχύουν, με τις ως άνω από 27/12/2007 δηλώσεις των ιδίων των κατηγορουμένων στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για τις οποίες συντάχθηκαν νομοτύπως οι υπ'αριθμ. 303/07 και 304/07 αντίστοιχες εκθέσεις αναίρεσης, στις οποίες αναφέρονται κατά την εκτίμηση του περιεχομένου τους ως λόγοι αναίρεσης η (α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (β) εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, του άρθρου 386 § 1-3α' Π.Κ., που εφαρμόστηκε και (γ) απόλυτη ακυρότητα (άρθρ. 171 § ιδ', 484 § ια', β'και δ' Κ.Π.Δ.). Κατόπιν των ανωτέρω οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως (βλ. εκθ. αναίρεσης).
(Ι) Κατά τη διάταξη του άρθρ. 309 § 2 εδ. ε' Κ.Π.Δ., αν μετά το τέλος της ανάκρισης και την υποβολή των εγγράφων στον εισαγγελέα υποβλήθηκαν στο Συμβούλιο από ένα διάδικο έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που ασκούν ουσιώδη επιρροή στη κρίση του Συμβουλίου, αυτό οφείλει αυτεπαγγέλτως να καλέσει τους υπολοίπους διαδίκους ή του αντικλήτους για να ενημερωθούν και να γνωστοποιήσουν τις παρατηρήσεις τους σε εύλογη προθεσμία που την καθορίζει το ίδιο. Η παράβαση της διάταξης αυτής η οποία κατά τα αρ. 316 § 2 και 318 Κ.Π.Δ. εφαρμόζεται και στη διαδικασία στο Συμβούλιο Εφετών, επάγεται σε σχέση με τον κατηγορούμενο απόλυτη ακυρότητα, κατ'άρ. 171 § 1δ' Κ.Π.Δ., η οποία κατά το άρθρ. 484 § 1α Κ.Π.Δ. είναι λόγος αναίρεσης του βουλεύματος (ΑΠ 1937/06 Π.Χρ. ΝΖ'/815, ΑΠ 865/2007 και ΑΠ 1496 κ.α.).
(
ΙΙ) Επειδή για την πληρότητα της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους (πχ. μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα, ούτε από ποιό ή ποιά από αυτά προέκυψαν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει και γιατί περισσότερο (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1304/2003, ΑΠ 13030/2002, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 1580/2002 κ.ά.). Η κατάθεση όμως του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι διάδικος στη ποινική διαδικασία, πρέπει είτε να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο ή το Συμβούλιο, είτε να προκύπτει από αυτή (αιτιολογία) με βεβαιότητα, ότι λήφθηκε πράγματι υπόψη διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναίρεσης (ΑΠ 757/07, ΑΠ 385/06, ΑΠ 430/04 Π.Χρ.ΝΕ/140, ΑΠ 1/2004 ΠΧρ.ΝΔ'/298 κ.ά.).
-Επειδή το παραπεμπτικό, βούλευμα έχει απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και .139 - όπως ισχύει -- ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε, οι αποδείξεις (τα αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες προέκυψαν τα- άνω πραγματικά περιστατικά και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής (βλ. ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 732/2006 κ.α.).
Εξ άλλου εσφαλμένη ερμηνεία-εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από αυτή που έχει, και όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθησαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 67/2006 κ.α). Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, ήτοι όταν, στο πόρισμα του συμβουλίου - που περιλαμβάνεται στo συνδυασμό διατακτικού-σκεπτικού και ανάγεται στα στοιχεία και ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος - ανέφικτος ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και έτσι το βούλευμα να μην έχει νόμιμη βάση (βλ. ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 252/2004, ΑΠ 1128/2004, ΑΠ 2445/2003, ΑΠ 9/2001 - Ολ. κ.ά.)- - Επειδή η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων -έστω και εσφαλμένη- δεν συνιστά λόγον αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 591/2001, ΑΠ 145/2000, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 111/2004 κ.ά.).
- Τέλος, η επιβαλλομένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι'αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην υιοθετηθείσα υπ'αυτού πρωτόδικη εισαγγελική πρόταση, αφού στην περίπτωση αυτή η εισαγγελική πρόταση αποτελεί τμήμα του· βουλεύματος, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η. επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, συλλογισμών, αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1381/2005, ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 1109/2005, ΑΠ 1242/2005, ΑΠ 2382/2005, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2078/2005 κ.ά.). Είναι δε χαρακτηριστικόν ότι αυτός ο Άρειος Πάγος αναφέρεται -και ορθότατα- εξ ολοκλήρου στην εισαγγελική πρόταση (Ολ. ΑΠ 1494/2005, ΑΠ 176/2006 κ.α.), πράγμα που οφείλεται και στην ιδιότητα αυτού ως δικαστικού λειτουργού - 87 επ. Συντ.-· - Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 Π.K. προκύπτει, ότι προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτείται: (α) σκοπός του δράστου να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και πραγματοποίηση του οφέλους· αυτού, (β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, εκ της οποίας παραπλανήθηκε άλλος και (γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Κατά την παρ. 3 εδ. α του αυτού άρθρου (386 ΠΚ) -όπως ίσχυε από της ενάρξεως ισχύος του ΠΚ και με την αντικ. αυτής με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 2408/96 - "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια". Περαιτέρω κατά την παρ. 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου . 386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, εάν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.). Κατά το άρθρο 13 εδ. στ' Π.Κ., κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός αυτού προς πορισμόν εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερά ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστου. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Εξ άλλου κατ'επάγγελμα τέλεση υπάρχει, και όταν η πράξη τελείται το πρώτον όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και της οργανωμένης ετοιμότητας του, με πρόθεση επανειλημμένης .τέλεσης προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Η διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3 εδ. α' Π.Κ. όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2721/1999 είναι ηπιώτερη της προηγούμενης ρύθμισης και εφαρμόζεται και επί πράξεων που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του ν. 2721/1999, αφού ο νέος νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλεπόταν ποσοτικά όρια. Εν όψει τούτου πράξεις απάτης, που τελέσθηκαν εξακολουθητικά πριν από την ισχύ του Ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό ή, κατά μείζονα λόγο, μερικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δρχ., διατηρούν και με το νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, και επομένως εφαρμοστέα είναι η διάταξη που ίσχυε κατά το χρόνο εκδίκασης (βλ. ΑΠ 172/2002, ΑΠ 149/2003, ΑΠ 1 348/2003 κ.ά.), διότι αυτός απηχεί πλέον τις κατά τεκμήριον ορθότερον αντιλήψεις.
(
ΙΙl) Επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή αναφορά στην υιοθετηθείσα υπ'αυτού εισαγγελική πρόταση και δι'αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και την υπ'αυτού υιοθετηθείσα εισαγγελική πρόταση, και των αναφερομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων και δη από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, όλα αυτά σε συνδυασμό και αλληλουχία μεταξύ των, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του τα εξής:
- Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ποινική δίωξη ασκήθηκε με αφορμή την από 14-6-2006 έγκληση του Ψ1, κατά των προαναφερθέντων κατηγορουμένων (αναιρεσειόντων). Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, που συγκεντρώθηκε από την προκαταρκτική εξέταση και την επακολουθήσασα κύρια ανάκριση, η οποία νομότυπα περατώθηκε, και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, όλα αυτά σε συνδυασμό και αλληλουχία μεταξύ των, προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών Ψ1 και ο δεύτερος κατηγορούμενος,Χ2 ο οποίος διατηρεί επιχείρηση εμπορίας και επεξεργασίας μαρμάρων στην Αθήνα (...., ....), συνδέονταν φιλικά από πολλών ετών. Ο εγκαλών είχε ανακοινώσει στον πρώτο κατηγορούμενο την επιθυμία και την πρόθεση του να αγοράσει ένα διαμέρισμα σε πολυκατοικία, στην περιοχή του ....., προκειμένου να στεγασθεί εκεί το ιατρείο του υιού του. Κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2001 ο δεύτερος κατηγορούμενος παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον εγκαλούντα ότι η πρώτη των κατηγορουμένων, η οποία κατά τον χρόνο εκείνο ασκούσε το επάγγελμα της εργολάβου οικοδομών, ανήγειρε με το σύστημα της αντιπαροχής μία οικοδομή στην ανωτέρω περιοχή και ότι υπήρχε στην οικοδομή αυτή διαμέρισμα για την στέγαση του ιατρείου του υιού του. Επίσης ο ανωτέρω ανέφερε στον εγκαλούντα ότι η πρώτη κατηγορούμενη, λόγω προσωρινών οικονομικών δυσχερειών, αδυνατούσε να προχωρήσει τις οικοδομικές εργασίες και ότι θα έπρεπε αυτός (εγκαλών) να την διευκολύνει οικονομικά με ένα ποσό το οποίο θα αφαιρούνταν από το τίμημα που θα συμφωνούσαν. Μάλιστα ο δεύτερος κατηγορούμενος έφερε σε τηλεφωνική επικοινωνία τον εγκαλούντα και την πρώτη κατηγορουμένη, η οποία επιβεβαίωσε όσα είχε αναφέρει ο δεύτερος κατηγορούμενος στον εγκαλούντα. Προηγουμένως ο εγκαλών και οι δύο κατηγορούμενοι είχαν μεταβεί στην ανεγειρόμενη οικοδομή, η οποία ευρίσκετο, από πλευράς εργασιών, στο στάδιο του σκελετού. Έτσι πείσθηκε ο εγκαλών και εντός του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2001, μέσα στο κατάστημα του δευτέρου κατηγορουμένου κατέβαλε σ' αυτόν (δεύτερο κατηγορούμενο) το ποσό των 70000 Euro, προκειμένου αυτός (δεύτερος κατηγορούμενος) να το παραδώσει στην συγκατηγορούμενή του, και έλαβε από αυτόν (δεύτερο κατηγορούμενο) πέντε (5) τραπεζικές επιταγές συνολικού ποσού 70000 Euro. Τις επιταγές αυτές είχε εκδώσει ο υιός της πρώτης κατηγορουμένης σε διαταγή αυτής (μητέρας του), η οποία τις είχε οπισθογραφήσει και επ' αυτών έθεσε την υπογραφή του, ως οπισθογράφου, και ο δεύτερος κατηγορούμενος, κατ' απαίτηση του εγκαλούντα, ενόψει του ότι ο εγκαλών γνώριζε μόνο αυτόν. Οι επιταγές αυτές, όλες της Τράπεζας Κύπρου, είναι οι κάτωθι: α)με αριθ ....,με ημερομηνία έκδοσης την 10-1-2002,β)με αριθ......,με ημερομηνία έκδοσης την 31-1-2002,γ) με αριθ......, με ημερομηνία έκδοσης την 2-2-2002,5) με αριθ....., με ημερομηνία έκδοσης την 28-3-2002 και ε) με αριθ. ....., με ημερομηνία έκδοσης την 30-3-2002. Κατά την ημερομηνία παράδοσης των επιταγών στον εγκαλούντα, η πρώτη κατηγορούμενη, σε τηλεφωνική επικοινωνία με αυτόν, τον διαβεβαίωσε ότι το ποσό των 70000 Euro θα αφαιρούνταν από το τίμημα του διαμερίσματος που θα του μεταβίβαζε. Κατά τους αμέσως επόμενους μήνες ο εγκαλών στην προσπάθεια του να ενημερωθεί σχετικά με την υλοποίηση των συμφωνηθέντων, λάμβανε την αόριστη διαβεβαίωση του δευτέρου των κατηγορουμένων ότι θα τηρηθούν τα συμφωνηθέντα. Τελικά, και ενώ η αναζήτηση της πρώτης κατηγορούμενης από τον εγκαλούντα αποδείχθηκε μάταιη, ουδεμία των επιταγών πληρώθηκε κατά την εμπρόθεσμη εμφάνιση αυτών για πληρωμή. Μάλιστα, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, η πρώτη κατηγορουμένη δεν είχε αναλάβει τις εργασίες για την ανέγερση της συγκεκριμένης οικοδομής, συνεπώς ουδεμία πρόθεση, αλλά και δυνατότητα, είχε να μεταβιβάσει διαμέρισμα από την οικοδομή αυτή. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν να βλαβεί η περιουσία του εγκαλούντος κατά το προαναφερθέν ποσό, με αντίστοιχη ωφέλεια των κατηγορουμένων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι κατηγορούμενοι παρόμοιες πράξεις έχουν τελέσει και σε βάρος άλλων ατόμων μεταξύ των οποίων και σε βάρος του μάρτυρα Γ1 (βλ. κατάθεση του). Οι κατηγορούμενοι στις απολογίες των αρνούνται την πράξη για την οποία κατηγορούνται. Συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι ουδεμία συμφωνία για αγορά διαμερίσματος είχε γίνει μεταξύ αυτών και του εγκαλούντα. Περαιτέρω προκειμένου να δικαιολογήσουν την κατοχή των επιταγών από τον εγκαλούντα ισχυρίζονται ότι τις επιταγές αυτές εξέδωσε ο υιός της πρώτης σε διαταγή της και αυτή στη συνέχεια τις οπισθογράφησε και τις παρέδωσε στον δεύτερο κατηγορούμενο, λόγω οφειλής αυτής προς αυτόν (δεύτερο κατηγορούμενο) από εμπορική τους συνεργασία. Συγκεκριμένα, κατά τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, υπήρξε οφειλή της πρώτης προς τον δεύτερο κατηγορούμενο από την πώληση και τοποθέτηση από αυτόν μαρμάρων στις πολυκατοικίες που αυτή ανήγειρε. Περαιτέρω, κατά τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, ο δεύτερος κατηγορούμενος, λόγω οικονομικών του προβλημάτων, μετεβίβασε με οπισθογράφηση τις επιταγές αυτές στον εγκαλούντα, ο οποίος ασκούσε τοκογλυφική δραστηριότητα, προκειμένου να λάβει (ο δεύτερος κατηγορούμενος) χρήματα από προεξόφληση των συγκεκριμένων επιταγών. Πλην όμως ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί ύπαρξης οφειλής κατ' εκείνο τον χρόνο από εμπορική συνεργασία της πρώτης προς τον δεύτερο δεν αποδείχθηκε, επιπλέον δε δεν προσκομίζουν επιταγές άλλης (προηγούμενης ) χρονικής περιόδου ώστε να συνάγεται ότι συνηθίζονταν στις μεταξύ των σχέσεις η μεταβίβαση επιταγών με οπισθογράφηση. Εξάλλου είναι χαρακτηριστική και η κατάθεση του μάρτυρα Γ1, ο οποίος στην από 14-8-2006 ένορκη κατάθεση του αναφέρει ότι και ο ίδιος κατά τον ίδιο τρόπο "έπεσε θύμα" των κατηγορουμένων, η ζημία του δε ανέρχεται στο ποσό των 130000 Euro (βλ. ως άνω κατάθεση) Ενόψει των προαναφερθέντων, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών δεχθέν ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλεσάντων κατηγορουμένων για την πράξη της κακουργηματικής απάτης προέβη σε ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και ορθή εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Μετά ταύτα θα πρέπει να απορριφθούν στην ουσία τους οι υπό κρίση εφέσεις και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα (άρθ. 319&3 Κ.Π.Δ.), στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του οποίου επιπρόσθετα αναφέρομαι. Επίσης θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση της πρώτης εκκαλούσης για αυτοπρόσωπη εμφάνιση της ενώπιον του Συμβουλίου σας ενόψει του ότι με την απολογία της ενώπιον του Ανακριτή, το απολογητικό της υπόμνημα και την συνταγείσα έκθεση εφέσεως εξέθεσε εκτενώς τις απόψεις της για την υπόθεση. Με τις παραδοχές όμως αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες σχετικά με τα στοιχεία με τα στοιχεία του αποδιδομένου στους αναιρεσείοντες εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης, καθόσον δεν διαλαμβάνονται, πέραν της απλής μνείας των αποδεικτικών μέσων, οι αποδείξεις εκείνες από τις οποίες προέκυψαν τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί βάσει των οποίων το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο του αρμοδίου Δικαστηρίου με αποτέλεσμα η ως άνω παρατεθείσα αιτιολογία να μην είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά εντελώς τυπική. Επιπλέον κατά την έκθεση των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη "οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα, και οι απολογίες των κατηγορουμένων, όλα αυτά σε συνδυασμό και αλληλουχία μεταξύ των" (φύλ. 4 βουλεύματος Συμβ. Εφετών Αθηνών) χωρίς να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία ότι μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το Συμβούλιο Εφετών λήφθηκε πράγματι υπόψη και η ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, καθώς συνιστά ίδιον αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων (ΑΠ 757/07, ΑΠ 385/06, ΑΠ 430/04). Επίσης στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αναφέρονται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση από τους αναιρεσείοντες της αποδιδομένης ως άνω κακουργηματικής απάτης κατά συναυτουργία, η δε σχετική με το ζήτημα αυτό αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη (χωρίς αναφορά περιστατικών) της φρασεολογίας της διάταξης του άρθρ. 13 στ' Π.Κ. Ενόψει των παραπάνω ελλείψεων και ασαφειών το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και γι'αυτό πρέπει κατά παραδοχή ως βασίμων των σχετικών λόγων αναίρεσης να αναιρεθεί το ως άνω βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρ. 485 § 1 -519 Κ.Π.Δ.). Επικουρικά, κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Ειδικά δε για τον περί απολύτου ακυρότητος λόγον αναιρέσεως των, η οποία φέρεται ότι επήλθε εξαιτίας της παραλείψεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών να καλέσει, κατόπιν υποβολής υπομνήματος με τα σχετικών εγγράφων από τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους (μετά το πέρας της κυρίας ανάκρισης και ενώ αυτοί είχαν ασκήσει ήδη τις εφέσεις των) για να ενημερωθούν και να γνωστοποιήσουν ο καθένας τις απόψεις του επ'αυτών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Συμβούλιο δεν έκρινε τα υποβληθέντα με το υπόμνημα έγγραφα ως ουσιώδη και δεν τα αξιολόγησε για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, την οποία σχημάτισε από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που μνημονεύει και ως εκ τούτου δεν είχε υποχρέωση κλητεύσεως των κατηγορουμένων (ΑΠ 1874/2006 Π.Χρ. ΝΖ'/2007) προκειμένου να λάβουν γνώση των εγγράφων αυτών.
Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω
Να αναιρεθεί το υπ'αριθμ. 2631/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.
Αθήνα 30 Μαρτίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΜιλτιάδης Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως της Χ1 και Χ2, με αριθμό 303/27-12-2007 και 304/27-12-2007, κατά του υπ' αριθμό 2631/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσία, οι εφέσεις τους, κατά του υπ' αριθμό 2807/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τους παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου(Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και με παράνομο περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, (άρθρα 463, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1 περ. α, και 484 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.). Γι' αυτό, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητά τους, συνεκδικαζόμενες, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους.
Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 εδ. τελευταίο του Κ.Π.Δ., αν μετά το τέλος της ανάκρισης και την υποβολή των εγγράφων στον εισαγγελέα υποβλήθηκαν στο συμβούλιο από ένα διάδικο έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του συμβουλίου, αυτό οφείλει αυτεπαγγέλτως να καλέσει τους υπόλοιπους διαδίκους ή τους αντικλήτους αυτών, για να ενημερωθούν και να γνωστοποιήσουν τις παρατηρήσεις τους σε εύλογη προθεσμία, που την καθορίζει το ίδιο. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία κατά το άρθρο 316 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., εφαρμόζεται και στη διαδικασία ενώπιον του συμβουλίου εφετών, επάγεται για τον κατηγορούμενο απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του Κ.Π.Δ., διότι αποστερεί αυτόν από υπερασπιστικό δικαίωμα, που παρέχεται σε τούτον από το νόμο και ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι υπ' αριθμό 563/12-10-2007 και 578/19-12-2007 εφέσεις των εκκαλούντων-κατηγορουμένων και επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα με αριθμό 2807/2007 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι-αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστούν ως υπαίτιοι της πράξεως της κακουργηματικής απάτης. Την κρίση του αυτή το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών στήριξε μεταξύ άλλων και σε σειρά εγγράφων, τα οποία προσκομίστηκαν και υποβλήθηκαν στην πρώτη μεν περίπτωση από τον κατηγορούμενο Χ2, με το από 19-11-2007 υπόμνημά του, στη δεύτερη δε περίπτωση από την κατηγορουμένη Χ1, σε χρόνο καταφανώς μεταγενέστερο από το πέρας της κυρίας ανακρίσεως, που γνωστοποιήθηκε στους διαδίκους την 16-4-2007. Συγκεκριμένα με το από 19-11-2007 υπόμνημα του κατηγορούμενου - αναιρεσείοντος Χ2, υποβλήθηκαν ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών α) αντίγραφο του κατηγορητηρίου, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο εγκαλών Γ1, β) αντίγραφο της από 4-12-2003 ένορκης κατάθεσης του ως άνω Γ1, γ) αντίγραφο της από 7-12-2005 προανακριτικής κατάθεσης του μάρτυρα Γ2, δ) αντίγραφο του υπ' αριθμό 1578/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία, εναντίον του Γ2, και ε) σώματα τραπεζικών επιταγών εκδόσεως του ιδίου(Χ2). Επίσης, από μέρους της ήδη αναιρεσείουσας Χ1, είχαν υποβληθεί στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το από μηνός Νοεμβρίου 2007 υπόμνημά της, και οπωσδήποτε μετά το πέρας της ανακρίσεως, σειρά τραπεζικών επιταγών, χωρίς να έχουν κληθεί αντίστοιχα οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες, προκειμένου να λάβουν γνώση των εγγράφων εκείνων, τα οποία ο καθένας απ' αυτούς προσκόμισε για λογαριασμό του, με αποτέλεσμα να μη λάβει γνώση ο καθένας απ' αυτούς των εγγράφων εκείνων που προσκόμισε ο έτερος και με τον τρόπο αυτό να στερηθούν της δυνατότητας να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Σημειώνεται ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό Εισαγγελική πρόταση, δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά ή μνεία αν λήφθηκαν υπόψη του τα ως άνω έγγραφα και πολύ περισσότερο εάν τα έγγραφα αυτά ασκούν ή όχι ουσιώδη επιρροή στην κρίση του. Έτσι, όμως, δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα για τον καθένα από τους αναιρεσείοντες-κατηγορούμενους και, γι' αυτό πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, κατά τον βάσιμο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του Κ.Π.Δ., πρώτο λόγο αναιρέσεως των ένδικων αιτήσεων, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, και μετά από αυτά να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, σχετικά με τις εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων, στο ίδιο Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρα 485 παρ. 1 και 519 του Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ' αριθ. 2631/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση σχετικά με τις εφέσεις των Χ1 και Χ2, προς νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο (Εφετών Αθηνών) συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση παραπεμπτικού βουλεύματος για κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία με την επίκληση των λόγων : α) της απόλυτης ακυρότητας, β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει απόλυτη ακυρότητα γιατί δεν κλητεύθηκε ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών ο διάδικος προκειμένου να λάβει γνώση των εγγράφων που υπέβαλε ο συγκατηγορούμενός του, μετά το πέρας της ανακρίσεως, ώστε να διατυπώσει τις τυχόν παρατηρήσεις του. (Ίδετε και ΑΠ 57/2008). Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Κατηγορούμενος.
| 0
|
Αριθμός 2123/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μυλωνόπουλο, περί αναιρέσεως της 75153/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18.10.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 168/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 184/14.4.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, την από 18-10-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά της υπ'αριθμ. 75153/2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης είκοσι (20) ημερών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής και εκθέτω τα εξής:
Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, είναι απαράδεκτο και ως τέτοιο απορριπτέο. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 465 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο δικηγόρος που ασκεί το ένδικο μέσο για λογαριασμό του εντολέα του, εφόσον δεν έχει παραστεί στη συζήτηση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να είναι εφοδιασμένος με το σχετικό έγγραφο της πληρεξουσιότητας (αρ. 96 παρ. 2 - 42 παρ. 2 ΚΠΔ), το οποίο πρέπει να επισυνάπτεται στο ένδικο μέσο ή να προσκομίζεται στον αρμόδιο γραμματέα μέσα σε είκοσι ημέρες από την άσκησή του, διαφορετικά είναι απαράδεκτο και η έλλειψή του δεν θεραπεύεται εκ των υστέρων (ΑΠ 1279/2000, ΑΠ 1457/2003). Η εντολή δε του διαδίκου προς τον αντιπρόσωπο για άσκηση ενδίκου μέσου πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο της άσκησής του και απλώς μπορεί να προσκομισθεί μέσα σε είκοσι ημέρες από αυτή (Συμ. ΑΠ 713/2003, Συμ. ΑΠ 714/2003, ΑΠ 1401/1996, ΑΠ 1060/1990).
Στην προκειμένη περίπτωση, στις 18-10-2007 επιδόθηκε νομοτύπως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου η από 18-10-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 75153/20-7-2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (καταχωρηθείσα στο ειδικό βιβλίο την 8-10-2007) με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 20 ημερών (μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως) για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, που υπογράφεται από τον δικηγόρο Αθηνών Χρίστο Μυλωνόπουλο, χωρίς όμως από τα στοιχεία της δικογραφίας να προκύπτει η ύπαρξη πληρεξουσίου (ή άλλης γραπτής εξουσιοδότησης) του καταδικασθέντος Χ, με το οποίο να δίδεται εντολή στον ανωτέρω δικηγόρο να ασκήσει αναίρεση ως αντιπρόσωπός του, αφού ο εν λόγω δικηγόρος δεν παρέστη για λογαριασμό του κατηγορουμένου στη συζήτηση του Δικαστηρίου που εξέδωσε την ως άνω απόφαση.
Είναι λοιπόν προφανές ότι η παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται από το νόμο και πρέπει επομένως να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω να απορριφθεί η από 18-10-2007 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ, δια του δικηγόρου Αθηνών Χρίστου Μυλωνόπουλου, κατά της υπ'αριθμ. 75153/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 3 Μαρτίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 465 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, που παρέχεται σ'εκείνον που καταδικάσθηκε μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί στη συζήτηση. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, πλην άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα να το ασκήσει ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθ. 75153/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, κατ' έφεση, σε φυλάκιση 20 ημερών, για την πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Τη συγκεκριμένη αναίρεση άσκησε εμπρόθεσμα, για λογαριασμό του παραπάνω καταδικασθέντος, ο δικηγόρος Αθηνών Χρήστος Μυλωνόπουλος, χωρίς, όμως, να έχει την ιδιότητα του παραστάντος δικηγόρου, όπως τούτο προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αφού ο αναιρεσείων είχε εκπροσωπηθεί στη δίκη εκείνη από το συνήγορό του Μιλτιάδη Καραγιάννη, μέλος του Δ. Σ. Αθηνών. Επομένως, και δεδομένου ότι για την ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως ο παραπάνω δικηγόρος Χρήστος Μυλωνόπουλος, όχι μόνο δεν επικαλείται, αλλά ούτε προσαρτάται στην συνταχθείσα αίτηση αναιρέσεως πληρεξούσιο έγγραφο ή έγγραφη εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος, με την οποία να παρέχεται η σχετική εντολή για την άσκηση του κρινόμενου ενδίκου μέσου, τούτο ασκήθηκε απαραδέκτως. Η με ημερομηνία 7-9-2007 εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος που προσκομίζεται το πρώτον ενώπιον του δικαστηρίου τούτου από τον παριστάμενο και υπογράφοντα την αίτηση αναιρέσεως συνήγορό του, έπρεπε σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 465 παρ. 1 Κ.Π.Δ, να είχε επισυναφθεί στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου τούτου μέσου, αμέσως με την άσκηση αυτού, μη συντρεχούσης περιπτώσεως νομίμου προσκομιδής της στον γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η αίτηση αναιρέσεως εντός της 20ημέρου προθεσμίας που προβλέπεται από την άνω διάταξη, αφού ο αναιρεσείων, που εκπροσωπήθηκε από το συνήγορό του, ήταν παρών κατά την απαγγελία της καταδικαστικής αποφάσεως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης. Σε κάθε, όμως, περίπτωση η προβλεπόμενη από το άρθρο 465 παρ.1 σε συνδυασμό με το άρθρο 476 παρ.1 του Κ.Π.Δ, κύρωση στην περίπτωση της μη προσάρτησης του πληρεξουσίου ή επικυρωμένου αντιγράφου του, στην έκθεση ασκήσεως ενδίκου μέσου, δεν έρχεται σε αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, και 2 παρ.1 του 7ου πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ και άρθρο 20 παρ.1, και 25 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Συντάγματος. Άλλωστε, παρέχεται η χρονική δυνατότητα των 20 ημερών, στην περίπτωση της μη προσάρτησης του πληρεξουσίου ή της εξουσιοδοτήσεως, να προσκομιστεί μέσα στην προθεσμία αυτή, προκειμένου να καλυφθεί οποιαδήποτε τυπική παράλειψη του αναιρεσείοντος ή του συνηγόρου του, η οποία στην προκείμενη περίπτωση δεν μπορεί να θεραπευθεί. Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, που κοινοποιήθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την 18-10-2007, σύμφωνα με την επ' αυτού σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας ..., δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία ή αναφορά ότι προσαρτήθηκε το σχετικό πληρεξούσιο ή η αντίστοιχη εξουσιοδότηση. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 465, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1α ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον παραπάνω αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Οκτωβρίου 2007 και με αριθμό πρωτ. 9252 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμό 75.153/20-7-2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απόλυτης ακυρότητας. Απαράδεκτη η αναίρεση, γιατί στην αίτηση αναιρέσεως δεν προσαρτάται πληρεξούσιο ή εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος, δεδομένου ότι ο παραστάς συνήγορος στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο που υπέγραψε την αναίρεση. Δεν αντίκειται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Απορρίπτει την αναίρεση. (Ομοίως ΑΠ 102/2008 και 444/2008).
|
Πληρεξουσιότητα
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πληρεξουσιότητα.
| 0
|
Αριθμός 2121/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φωκά, περί αναιρέσεως της 2457/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.9.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1718/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 362 του Π.Κ. "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Και κατά το άρθρο 361 ίδιου Κώδικα (εξύβριση) "όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο, ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Εξ άλλου, ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Εξ άλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά όμως για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν στο δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ήταν ιδιοκτήτης περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών στη ..., ενώ ο εγκαλών Ψ είναι δημοσιογράφος και παρουσιάζει εκπομπές σε τοπικούς, επίσης, τηλεοπτικούς σταθμούς της ... . Μεταξύ των δύο ανδρών υπήρξε επαγγελματική συνεργασία, η οποία στη συνέχεια διεκόπη λόγω έντονων μεταξύ τους προστριβών, εξαιτίας των οποίων οι σχέσεις τους διαταράχθηκαν και εξακολουθούν να είναι τεταμένες. Τις πρώτες μεταμεσονύκτιες ώρες της 20-12-2005 ο κατηγορούμενος υπέστη επίθεση από αγνώστους, οι οποίοι τον κτύπησαν με βιαιότητα στο σώμα και στο πρόσωπο, με συνέπεια να διατρέξει κίνδυνο η ζωή του και να εισαχθεί αμέσως προς νοσηλεία στο Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ της Θεσσαλονίκης. Το επεισόδιο κίνησε την περιέργεια της κοινής γνώμης και την επόμενη ημέρα, 21-12-2005, πλήθος δημοσιογράφων από εφημερίδες, τηλεοπτικά δίκτυα και ΜΜΕ, προσήλθαν στο ως άνω Νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος, ομιλώντας στους δημοσιογράφους που μαγνητοσκοπούσαν, μαγνητοφωνούσαν και κατέγραφαν τις δηλώσεις του, ισχυρίσθηκε ευθέως και χωρίς καμία επιφύλαξη ή ενδοιασμό, ότι ηθικός αυτουργός της εναντίον του επιθέσεως ήταν ο εγκαλών, γνωρίζοντας, ως εκ της προαναφερθείσας ιδιότητάς του, ότι ο ισχυρισμός αυτός θα μεταδοθεί από τηλεοπτικούς σταθμούς και θα δημοσιευθεί σε εφημερίδες πανελλήνιας εμβέλειας. Πράγματι, από τα κεντρικά δελτία ειδήσεων των τηλεοπτικών σταθμών πανελλήνιας εμβέλειας "ALFA" και "STAR" της 21-12-2005 μεταδόθηκε αυτούσιος ο ισχυρισμός αυτός, ενώ την επομένη, 22-12-2005, δημοσιεύθηκε στο φύλλο της πανελλήνιας κυκλοφορίας ημερήσιας εφημερίδας "ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ". Ο εν λόγω ισχυρισμός του κατηγορουμένου, του οποίου έλαβε γνώση απροσδιόριστος αριθμός προσώπων σε όλη τη Χώρα, ήταν απολύτως ψευδής, αφού γνώριζε ότι ο εγκαλών δεν είχε καμία ανάμειξη, ούτε προκάλεσε ούτε συμμετείχε στην ανωτέρω επίθεση που δέχτηκε αυτός από τρίτους. Τούτο προκύπτει, εξάλλου, και από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος στην προηγηθείσα των ανωτέρω δηλώσεών του μήνυσή του για το συμβάν, που υποβλήθηκε αυθημερόν [20-12-2005] ενώπιον των αρμόδιων προανακριτικών υπαλλήλων του ΙΑ' AT Θεσσαλονίκης, στράφηκε κατ' αγνώστων και δεν κατονόμασε καθόλου τον εγκαλούντα. Ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζει τα πιο πάνω από μέρους του λεχθέντα εις βάρος του εγκαλούντος, αλλά προβάλλει τον ισχυρισμό, ότι θεωρούσε ότι δεν θα μεταδίδονταν οι δηλώσεις του από τα ΜΜΕ και ότι δεν είχε σκοπό να θίξει τον εγκαλούντα. Οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου είναι απολύτως αβάσιμοι, δεδομένου ότι τις εναντίον του εγκαλούντος προαναφερόμενες δηλώσεις δεν τις έκαμε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, όπως αόριστα και αβάσιμα υποστηρίζει δια του συνηγόρου του, αλλά τις έκαμε με πλήρη επίγνωση ότι ήταν ψευδείς και προκειμένου με τον τρόπο αυτό, στα πλαίσια της έντονης αντιδικίας τους, να συκοφαντήσει τον εγκαλούντα και να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί εφαρμογής του άρθρου 367 ΠΚ και να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που κατηγορείται". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, ένοχο της πράξεως της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του Τύπου, κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε φυλάκιση δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποίας, ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α και 2, 363-362 του ΠΚ. Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου, ότι τα προαναφερθέντα δυσφημιστικά γεγονότα είναι ψευδή και ότι ο αναιρεσείων τελούσε σε γνώση της αναληθείας. Συγκεκριμένα, αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών της Θεσσαλονίκης, και με αφορμή το γεγονός της επιθέσεως και του ξυλοδαρμού που υπέστη αυτός τις μεταμεσονύκτιες ώρες της 20-12-2005, από άγνωστους δράστες, η ταυτότητα των οποίων δεν κατέστη δυνατόν να αποκαλυφθεί, παρουσία ικανού αριθμού δημοσιογράφων διαφόρων τηλεοπτικών σταθμών της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι κάλυπταν ειδησιογραφικά και τηλεοπτικά το συγκεκριμένο γεγονός της επιθέσεώς του, προέβη σε δηλώσεις σε βάρος του εγκαλούντος, με τον οποίο είχε συνεργασία στο παρελθόν. Το περιεχόμενο των σχετικών δηλώσεων του, που αναμεταδόθηκαν από τους τηλεοπτικούς σταθμούς ALFA και STAR την 21-12-2005 και δημοσιεύθηκε και στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ, και πληροφορήθηκε άγνωστος αριθμός ακροατών, υπήρξε προσβλητικό της τιμής και της υπολήψεως του εγκαλούντος, τον οποίο χωρίς να διατηρήσει την ελάχιστη έστω επιφύλαξη, κατονόμαζε ευθέως αυτόν, ως τον ηθικό αυτουργό της επιθέσεως που έλαβε χώρα σε βάρος του, την προηγούμενη ημέρα των δηλώσεών του. Αιτιολογείται, επίσης, η παραδοχή εκείνη σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων γνώριζε, ότι όσα απέδιδε σε βάρος του εγκαλούντος, ήσαν ψευδή και τελούσε σε γνώση, ότι δεν ήσαν αληθινά. Τούτο, γιατί οι ψευδείς διαδόσεις από μέρους του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τις οποίες κατάγγειλε τον εγκαλούντα, ως ηθικό αυτουργό της σε βάρος του επίθεσης, ήσαν σε γνώση του αναιρεσείοντος, ο οποίος την ίδια ημέρα του συμβάντος και προτού δουν το φως της δημοσιότητας οι σχετικές δηλώσεις του, είχε υποβάλει σχετική έγκληση, κατ' αγνώστων δραστών, ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων του Αστυνομικού Τμήματος Θεσσαλονίκης, χωρίς να κάνει σ' αυτή οποιαδήποτε μνεία ή αναφορά για το πρόσωπο του εγκαλούντος, αφού σε μια διαφορετική περίπτωση, θα τον κατήγγειλε ευθέως ως τον ηθικό αυτουργό της σε βάρος του επίθεσης. Ενισχύεται δε η γνώση του και η πρόθεση του αναιρεσείοντος να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, και από το γεγονός ότι ο αναιρεσείων, με δεδομένη την αναμφισβήτητη εμπειρία του, λόγω της προαναφερθείσας ιδιότητάς του, είχε τη δυνατότητα όχι μόνο να ελέγξει προηγουμένως τη βασιμότητα ή μη της τυχόν συμμετοχικής δράσης του εγκαλούντος στο συγκεκριμένο συμβάν, αλλά και να αποφύγει οποιοδήποτε γεγονός, σχετικό με την τυχόν δράση του την οποία εκ των προτέρων θεώρησε ως δεδομένη, και μετά ταύτα να υιοθετήσει ανεπιφύλακτα το περιεχόμενο των δηλώσεών του. Δεν αναιρείται δε η γνώση του αυτή, από το γεγονός που ο ίδιος υποστηρίζει ότι δηλαδή, οι δηλώσεις του δεν θα μεταδίδονταν είτε από τον έντυπο ή τον ηλεκτρονικό Τύπο. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με το σχετικό λόγο, πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, προκύπτει ότι αίρεται κατ' αρχή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβρίσεως και απλής δυσφημήσεως, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένη ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο όμως όρο, ότι η εκδήλωση αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένο ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η προστασία τους με άλλον τρόπο και ότι ο δράστης κινήθηκε στην προσβλητική εκδήλωση αποκλειστικά προς το σκοπό αυτό. Κατ' εξαίρεση, όμως, δεν αίρεται στις περιπτώσεις αυτές, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως και παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, όταν συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης, ή στις ως άνω περιπτώσεις, από τον τρόπον εκδήλωσης ή τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή, σκοπός που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ, τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 47 του α.ν. 1092/1938 "περί τύπου", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ.4 του Ν.1738/1987, του οποίου η ισχύς διατηρήθηκε με το Ν. 2243/1994, τα αδικήματα που πράττονται δια του Τύπου παραγράφονται μετά 18 μήνες από την τέλεση της πράξης. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο σύμφωνα με διάταξη του νόμου δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη και για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, Σε κάθε, όμως, περίπτωση ο χρόνος της αναστολής δεν μπορεί να υπερβεί τα δύο έτη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο χρόνος της παραγραφής των αδικημάτων που διαπράττονται δια του Τύπου, είναι 18 μήνες, ο δε χρόνος αναστολής (στις περιπτώσεις του άρθρου 113 του ΠΚ) είναι δύο έτη και, συνεπώς ο απώτατος χρόνος παραγραφής των εν λόγω αδικημάτων είναι 42 μήνες. Εξ' άλλου, από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων, 111 παρ.1, 112 ΠΚ, 310 παρ.1 β', 370 εδ.β', 511 και 514, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας ακόμη και από το 'Αρειο Πάγο, ο οποίος, εφόσον διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και κριθεί βάσιμος ένας λόγος αναίρεσης (άρθρ. 511 ΚΠΔ, όπως αντικ. από το άρθρο 50 παρ.5 του ν.3160/2003), οφείλει, μετά την εντεύθεν αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως ήδη σημειώθηκε, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε στην προαναφερόμενη ποινή φυλάκισης για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου κατ' εξακολούθηση. Το εν λόγω αδίκημα φέρεται ότι τελέστηκε στις 21-12-2005. Το αξιόποινο, όμως, του παραπάνω αδικήματος δεν έχει εξαλειφθεί με παραγραφή, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αφού από τον ως άνω χρόνο τέλεσης της πράξεως μέχρι τη διάσκεψη της παρούσας απόφασης, (26-9-2008), δεν έχει παρέλθει ο απώτατος χρόνος παραγραφής των 18 μηνών και εκείνος της αναστολής των δύο (2) ετών, ήτοι των 42 μηνών, ο οποίος συμπληρώνεται την 21-6-2009.
Συνεπώς ο τέταρτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει, να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό πρωτ. 41 από 24-9-2008 αίτηση, του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμό 2457/21-6-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου. Στοιχεία του αδικήματος. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ στην περίπτωση της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Απορρίπτει αυτοτελή ισχυρισμό για παραγραφή. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δυσφήμηση συκοφαντική, Τύπος.
| 0
|
Αριθμός 2119/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1475/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενους τους: 1) Χ1, που δεν παρέστη και 2)Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Πάσχο και με πολιτικώς ενάγουσα τη ........., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Δαρμάρο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 33/25.05.2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Αγγελικής Ανυφαντή και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 985/2007.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους της πολιτικώς ενάγουσας και του κατηγορουμένου, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ, να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνοι της ελλείψεως της, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ. 3 του ΚΠΔ, η άσκηση εφέσεως από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση του άρθρου 498 του ΚΠΔ, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη υπόθεση ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, άσκησε έφεση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά της υπ' αριθμό 4781/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1, κηρύχθηκαν αθώοι της πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια. Με την έφεσή του, ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, ζητούσε να γίνει δεκτή η έφεσή του, να εξαφανισθεί η απόφαση που εκκαλείται και να κηρυχθούν ένοχοι οι αναιρεσίβλητοι για την πράξη αυτή. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ως άνω έφεση ως απαράδεκτη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Όπως, όμως, προκύπτει από το περιεχόμενο της δηλώσεως του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, με αυτή δηλώνεται ότι εκκαλείται ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης η ανωτέρω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, διότι "το δικαστήριο εκτιμώντας πλημμελώς τα πραγματικά περιστατικά, προέβη στην απαλλαγή των κατηγορουμένων, ενώ έπρεπε να οδηγηθεί σε καταδίκη αυτών, γιατί από αμέλειά τους ο πρώτος ως παθολογοανατόμος γνωμάτευσε πως η πολιτικώς ενάγουσα πάσχει από αδενοκαρκίνωμα σάλπιγγας και στη συνέχεια παρέπεμψε το περιστατικό στο δεύτερο των κατηγορουμένων χειρούργο γυναικολόγο, ο οποίος προέβη σε υστερεκτομή. Ενώ ο πρώτος όφειλε να προβεί σε επανεξέταση του δείγματος σάλπιγγας και ο δεύτερος να ζητήσει περαιτέρω εξετάσεις για την ορθή διαπίστωση αν όντως η παθούσα έπασχε από αδενοκαρκίνωμα σάλπιγγας. Γιατί σύμφωνα με τα διαπιστωθέντα από την γενόμενη μεταγενέστερα κυτταρολογική εξέταση, η παθούσα δεν έπασχε από ουδεμία νεοπλασία με αποτέλεσμα να προκληθεί συνεπεία της υστερεκτομής αδυναμία προς τεκνοποίηση με όλες τις συνέπειες της γενόμενης χημειοθεραπείας και συνεπώς σωματική βλάβη. Οι κατηγορούμενοι όφειλαν και μπορούσαν να επιδείξουν τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, την οποία οφείλει κάθε συνετός άνθρωπος και επιστήμονας και στην προκείμενη περίπτωση σύμφωνα και με τις κατεχόμενες από αυτούς γνώσεις και να ζητήσουν την επανάληψη των εξετάσεων για τη διαπίστωση των τυχόν γενόμενων σφαλμάτων της πρώτης εξέτασης. Παρά τούτο όμως αυτοί αρκεσθέντες σε μία μόνο εξέταση, παρότι το αποτέλεσμα αυτής ήταν θετικό και η εμφανιζόμενη μορφή κακοήθειας σπάνια, δεν σύστησαν στην ασθενή(παθούσα) να προβεί σε επανεξέταση του δείγματος για τη διαπίστωση κατόπιν αυτής, της πραγματικής καταστάσεως αυτής. Η ορθή ενέργεια των κατηγορουμένων ήταν να προβούν σε περαιτέρω εξετάσεις και στην επανεξέταση του δείγματος για τη διαπίστωση της αληθινής καταστάσεως της ασθενούς. Οι κατηγορούμενοι, παρότι δεν είχαν αντιμετωπίσει πολλά προηγούμενα παρόμοια περιστατικά και η πρώτη εξέταση ήταν θετική μη προβαίνοντας σε επανεξέταση αυτής, ο δεύτερος ως χειρούργος προέβη στην υστερεκτομή με αποτέλεσμα τη στέρηση της ικανότητας τεκνοποιΐας και με τη γενόμενη χημειοθεραπεία περαιτέρω βλάβης της υγείας αυτής (παθούσας). Η ανωτέρω αμελής συμπεριφορά των κατηγορουμένων συνίσταται στην μη επανεξέταση και στη μη διενέργεια περαιτέρω εξετάσεων, ενώ η ορθή ενέργεια αυτών θα ήταν σύμφωνα και με τους κανόνες της κοινής πείρας, λογικής και ιατρικής εμπειρίας να ζητηθούν περαιτέρω εξετάσεις και επανεξέταση του ληφθέντος δείγματος(ενέργεια ενδεδειγμένη ιατρικά) προς αποφυγή σφαλμάτων για την ορθή εκτίμηση της καταστάσεως της ασθενούς". Υπό τα εκτιθέμενα στην έκθεση της έφεσης, η ασκηθείσα από τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, έφεση περιέχει σαφώς και κατά τρόπο ορισμένο τους λόγους για τους οποίους άσκησε το ένδικο τούτο μέσο κατά της αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, και η έφεση αυτή έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 486 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τούτο, γιατί στη σχετική έκθεση εφέσεως προσδιορίζονται ειδικά και αιτιολογημένα, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που συνέχονται με την αμελή συμπεριφορά των κατηγορουμένων και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι, όσον αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος όφειλε να υποδείξει στην παθούσα την ανάγκη να προβεί σε επανεξέταση του πρώτου δείγματος, προκειμένου να διασταυρώσει το αποτέλεσμα της πρώτης, περαιτέρω δε να προβεί σε υπόδειξη για τη διενέργεια των αναγκαίων ιατρικών και εργαστηριακών εξετάσεων, ώστε να επιβεβαιώσει ή όχι το αρχικό εργαστηριακό αποτέλεσμα. Περαιτέρω, όσον αφορά τον παριστάμενο αναιρεσίβλητο, όφειλε και αυτός με τη σειρά του να επιβεβαιώσει το αρχικό αποτέλεσμα, αυτό της ύπαρξης του αδενοκαρκινώματος, προτού προβεί στην σχετική χειρουργική επέμβαση, αυτής της ολικής υστερεκτομής, ακόμη και κατά τη διάρκεια της επέμβασης με τη διενέργεια ενδεικτικά ταχείας βιοψίας, αναλογιζόμενος τόσον αυτός, όσο και ο συγκατηγορούμενός του, πέραν της οποιασδήποτε εμπειρίας τους, όπως αυτή προσδιορίζεται στην έφεση, τις τυχόν συνέπειες από μία ενδεχόμενη εσφαλμένη διάγνωση, με απώτερη συνέπεια αυτή, της στέρησης της δυνατότητας της παθούσας να τεκνοποιήσει στο μέλλον.
Συνεπώς, η έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, έπρεπε να γίνει τυπικά παραδεκτή και το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε την έφεση απαράδεκτη, υπερέβη την εξουσία του και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ. Με αυτά τα δεδομένα η απόφαση αυτή πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, για να κριθεί κατ' ουσία σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που θα προκύψουν από την ακροαματική διαδικασία, στο ίδιο Δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 1475/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, για να κριθεί αυτή κατ' ουσία σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που θα προκύψουν από την ακροαματική διαδικασία, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη από αμέλεια. Αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά αποφάσεως που κήρυξε απαράδεκτη την έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης στην αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει αιτιολογία στην έφεση του Εισαγγελέα Εφετών. Αναιρεί και παραπέμπει στο ίδιο δικαστήριο.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 2118/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Θανόπουλο, περί αναιρέσεως της 13089/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5.3.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 942/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484, προκειμένου περί βουλευμάτων, και 510 του Κ.Π.Δ, προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως εκ τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Με την κρινόμενη με αριθμό 25/5-3-2007 έκθεση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμό 13.089/23-2-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, σε φυλάκιση 10 μηνών που μετετράπη σε χρηματική προς 4,40 ευρώ την ημέρα, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ζητεί την αναίρεση αυτής, διότι "το δικάσαν κατ' έφεση δικαστήριο, ερμήνευσε εσφαλμένως το νόμο, έκρινε καθ' υπέρβαση εξουσίας και τον κήρυξε ένοχο των πράξεων για τις οποίες εκατηγορείτο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98 ΠΚ, και 31 παρ.1,4, 2 του ν. 1591/1986 σε συνδυασμό με το άρθρο 19 παρ.1,4 και 21 του Ν. 2523/1997, όπως αντικ. με άρθρο 2 παρ. 8,9 του Ν. 2954/01 και 21 παρ.1 του Ν. 2948/01 και 40 παρ. 1 του Ν. 3220/04 και για όσα επιφυλάσσεται να εκθέσει μεταγενεστέρως με υπόμνημά του στον Άρειο Πάγο". Έτσι, όμως, όπως έχουν διατυπωθεί γενικά και αόριστα οι λόγοι αυτοί, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίστανται οι τυχόν πλημμέλειες, σε σχέση με τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε ποια κεφάλαια αυτής ανάγονται και ποια πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτήν, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, λόγω παντελούς αοριστίας αυτών. Μετά από αυτά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα) και τη μη εμφάνισή του, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 25 από 5 Μαρτίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά της υπ' αρ. 13.089/5-3-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως. Για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφής και ορισμένοι. Απαράδεκτη.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 2117/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ραζέλο, για αναίρεση της 211/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσπρωτίας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Απριλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 8 Οκτωβρίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1189/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 565 εδ. α' και γ' Κ.Ποιν.Δ, κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση σχετικά με την εκτελεστότητα της αποφάσεως και το είδος ή τη διάρκεια της ποινής λύεται από το δικαστήριο των πλημμελειοδικών του τόπου όπου εκτίεται η ποινή, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται να ασκηθεί αναίρεση από τον εισαγγελέα και τον καταδικασμένο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τέτοιες αντιρρήσεις του καταδικασμένου μπορεί να αναφέρονται όχι μόνον στην ποινή, αλλά και στο είδος και τη διάρκεια του επιβληθέντος μέτρου ασφαλείας, αφού η χρήση του όρου "ποινή" στο περί εκτελέσεως βιβλίο του Κ.Ποιν.Δ, όπου εμπίπτει και η ανωτέρω διάταξη, γίνεται με ευρεία έννοια, ώστε να περιλαμβάνει και τα μέτρα ασφαλείας από τα διαλαμβανόμενα στα άρθρα 69-74 ΠΚ με στερητικό ή περιοριστικό της ελευθερίας χαρακτήρα, όπως είναι και η απέλαση αλλοδαπού που διατάσσεται με δικαστική απόφαση. Έτσι μπορούν να προβληθούν αντιρρήσεις που αφορούν και στη διάρκεια του μέτρου ασφαλείας, όταν επήλθαν γεγονότα, μετά την έκδοση της αποφάσεως, που κωλύουν την εκτέλεση του. Τέτοιο γεγονός είναι και η παραγραφή του μέτρου ασφαλείας, την οποία ρυθμίζει το άρθρο 75 § 1 ΠΚ, κατά το οποίο, αν από τότε που έγινε αμετάκλητη η απόφαση με την οποία επιβλήθηκε μέτρο ασφαλείας των άρθρων 69, 71, 72, και 74 περάσει τριετία χωρίς να έχει αρχίσει η εκτέλεση του μέτρου, αυτό δεν μπορεί πια να εκτελεσθεί εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Από την τελευταία, όμως, αυτή διάταξη συνάγεται, κατ' αντιδιαστολήν, ότι αν εκτελεσθεί το μέτρο ασφαλείας της απελάσεως αλλοδαπού που διατάχθηκε με δικαστική απόφαση, η απέλαση αυτή ισχύει και αν περάσει τριετία από τότε που έγινε αμετάκλητη η εν λόγω απόφαση, υπό την έννοια ότι αν το απελαθείς επανέλθει στη χώρα αυτοβούλως και παρανόμως (περίπτωση στην οποία υπάγεται και η επανείσοδος του στη Χώρα υπό διαφορετικό όνομα), το μέτρο αυτό ασφαλείας εξακολουθεί να ισχύει και ο αλλοδαπός απελαύνεται και πάλι σε εκτέλεση της ίδιας δικαστικής αποφάσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 32 § 1 του Ν. 3346/2005, "επιβληθείσες ποινές με αποφάσεις που έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος (στις 17-6-2005) διάρκειας μέχρι έξι μηνών, εφόσον δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν οπωσδήποτε εκτιθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα υποπέσει μέσα σε δεκαοκτώ μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού σε νέα από δόλο προερχόμενη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών. Σε περίπτωση νέας καταδίκης ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής της μη εκτιθείσης ποινής το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μέχρι την καταδίκη για τη νέα πράξη". Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι ο νομοθέτης απέβλεψε στην υφ' όρον παραγραφή μόνον των καταγνωσθεισών στερητικών της ελευθερίας ποινών και ότι η σχετική ευεργετική ρύθμιση δεν περιλαμβάνει τα μέτρα ασφαλείας. Η παραγραφή, εξάλλου, των στερητικών της ελευθερίας ποινών δεν συνεπάγεται και παραγραφή του μέτρου ασφαλείας. Τέλος, αιτιάσεις του κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 565 Κ.Ποιν.Δ αντιλέγοντος, οι οποίος αναφέρονται στην ορθότητα της αποφάσεως, κατά της οποίας στρέφονται οι αντιρρήσεις, σε σχέση με την επιβολή της ποινής, υπό την ως άνω ευρεία έννοια της, δεν επιτρέπονται. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσπρωτίας, με την προσβαλλόμενη 211/2007 απόφασή του, απέρριψε τις από 1-3-2007 αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος αλλοδαπού, που αφορούσαν στην περαιτέρω διάρκεια της απελάσεώς του, η οποία είχε διαταχθεί με την 306/9-3-2005 απόφαση του ίδιου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ως μέτρο ασφαλείας κατά το άρθρο 74 § 1 ΠΚ, εν συνεχεία της καταδίκης του με την ίδια αυτή απόφαση σε φυλάκιση δύο μηνών και της αναστολής της ποινής αυτής επ' αόριστον κατ' άρθρο 99 § 2 ΠΚ, για παράβαση του άρθρου 49 του Ν. 2910/2001, ήτοι για το ότι, αν και ήταν καταχωρημένος στον κατάλογο των ενεπιθύμητων αλλοδαπών, λόγω διοικητικής απελάσεως, επανήλθε στη Χώρα την 8-3-2005 παράνομα. Για να στηρίξει την απορριπτική του κρίση το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος, αλβανικής καταγωγής, με την υπ' αριθ. 306/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δύο μηνών, διότι στις 8-3-2005 συνελήφθη στην ... (Θεσπρωτίας) να έχει εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα, ενώ ήταν καταχωρημένος στην Εθνική Βάση Δεδομένων ως ανεπιθύμητος στη χώρα με το μέτρο της απαγόρευσης εισόδου λόγω διοικητικής απέλασης από 3-10-04 μέχρι 31-7-07, η ποινή δε αυτή ανεστάλη επ' αόριστο και διατάχθηκε η απέλαση του, η οποία και εκτελέσθηκε. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, για να παρακάμψει τις ανωτέρω έννομες συνέπειες των πράξεών του, στην Αλβανία άλλαξε όνομα από Χ1, με το οποίο είχε καταδικασθεί, σε Χ και με το νέο όνομα πήρε θεώρηση άδειας εισόδου (VISA) και επανήλθε στην Ελλάδα, όπου έλαβε με το νέο όνομα άδεια εργασίας και άδεια διαμονής. Η ανωτέρω ποινή φυλάκισης δύο μηνών έχει καταστεί αμετάκλητη, εφόσον ο κατηγορούμενος ήταν παρών κατά την απαγγελία της και δεν άσκησε κατά της απόφασης ένδικο μέσο και ως εκ τούτου δεν υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 32 του Ν. 3346/05. Με το άρθρο 91 § 11 στ' του Ν. 3386/2006 ή εγγραφή στους καταλόγους ανεπιθυμήτων για λόγους παράνομης εισόδου κλπ στη Χώρα έχει μεν αυτοδικαίως αρθεί για τον κατηγορούμενο, όμως η νομοθετική αυτή ρύθμιση δεν αποτελεί και λόγο παραγραφής ή αμνηστίας της επιβληθείσης στον κατηγορούμενο με δικαστική απόφαση απέλασης, όπως ισχυρίζεται. Κατά συνέπεια η ένδικη αίτησή του, με την οποία προβάλλει αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης της υπ' αριθ. 306/05 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου είναι μη νόμιμη, διότι δεν μπορεί να ανακληθεί η δικαστική απόφαση αυτή ως προς τη διάταξη της απέλασης, η οποία ήδη έχει εκτελεστεί, ούτε να διαταχθεί η μη εκτέλεση αυτής ως προς την απέλαση, αφού έχει εκτελεστεί η απέλαση, η δε έκτιση της ποινής φυλάκισης, η οποία έχει ανασταλεί, προϋποθέτει την εκ νέου τέλεση άλλης αξιόποινης πράξης που έχει τιμωρηθεί αμετάκλητα σε ποινή φυλάκισης ανωτέρα των έξι μηνών σε χρονικό διάστημα τέλεσης 18 μηνών από τη δημοσίευση του Ν. 3346/05, προϋπόθεση ποτ δεν συντρέχει εν προκειμένω". Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, όπως εκτιμάται, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν απήντησε και δεν αιτιολόγησε τον ισχυρισμό του αντιλέγοντος-αναιρεσείοντος ότι η διαταχθείσα, με την καθής οι αντιρρήσεις απόφαση, απέλασή του προσβάλλει το δικαίωμά του για προστασία και σεβασμό της οικογενειακής του ζωής, καθώς μετά την εν λόγω απόφαση και εκτέλεση της απελάσεώς του γεννήθηκε στην Αθήνα η θυγατέρα του, η οποία εξαρτά την επιβίωση της αποκλειστικά από αυτόν που βρίσκεται και εργάζεται στην Ελλάδα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, καθόσον το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να απαντήσει αιτιολογημένα στον ως άνω ισχυρισμό που δεν συνιστά λόγο κωλύοντα την εκτέλεση του μέτρου αυτού ασφαλείας, αφού το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ προστατεύει μεν το δικαίωμα του προσώπου στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, τούτο, όμως, δεν αποκλείει τη δυνατότητα της πολιτείας να επιβάλλει ποινές και μέτρα ασφαλείας, στα πλαίσια της ποινικής της δικαιοδοσίας, και αν αυτά θίγουν αναγκαίως την οικογενειακή ζωή του καταδικασθέντος.
Με τον ίδιο πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι δεν απάντησε στον ισχυρισμό του αντιλέγοντος-αναιρεσείοντος ότι η νόμιμη επανείσοδος του και διαμονή στη Χώρα και οι μεταγενέστερες της καθής οι αντιρρήσεις αποφάσεως νομοθετικές μεταβολές που επέφεραν την άρση των συνεπειών της διοικητικής απελάσεώς του συνιστούν λόγο που κωλύει την εκτέλεση της διαταχθείσης με την καθής οι αντιρρήσεις απόφαση απελάσεως. Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχθείσα ότι η επανείσοδος του αντιλέγοντος στην Ελλάδα έγινε με ταξειδιωτικά έγγραφα που αυτός έλαβε αφού μετέβαλε στην Αλβανία το όνομά του, σαφώς δέχθηκε και απήντησε ότι η επανείσοδος αυτή δεν ήταν νόμιμη, ορθώς δε έκρινε σχετικώς, διότι η κατά οποιοδήποτε τρόπο επανείσοδος στη Χώρα του απελαθέντος αναιρεσείοντος, πολύ δε περισσότερο μετά από αλλαγή του ονόματός του και η χορήγηση σ' αυτόν, υπό το νέο όνομα, διοικητικών αδειών, δεν αίρει την ισχύ του ανωτέρω μέτρου ασφαλείας και δεν αποτελεί διακωλυτικό λόγο εκτελέσεώς του. Περαιτέρω, σαφώς δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και απήντησε ότι η άρση των συνεπειών της διοικητικής απελάσεως του αντιλέγοντος-αναιρεσείοντος δεν επηρεάζει την επιβληθείσα με την καθής οι αντιρρήσεις απόφαση απέλασή του, ως μέτρο ασφαλείας, ορθώς δε έκρινε σχετικώς, διότι επί απελάσεως που διατάσσεται με δικαστική απόφαση ως μέτρο ασφαλείας δεν έχουν εφαρμογή αναλογικώς τυχόν ευεργετικές διατάξεις διοικητικών νόμων που ρυθμίζουν διαφορετικά τα περί απελάσεως αλλοδαπού και ειδικότερα οι επικληθείσες απ' τον αντιλέγοντα διατάξεις των άρθρων 91 § 11 στ' του Ν. 3386/2005 και 18 § 4δ' του Ν. 3536/2007 κατά τις οποίες, ταυτοσήμως, "εγγραφή στους καταλόγους ανεπιθύμητων αποκλειστικώς για λόγους παράνομης εισόδου, εξόδου, εργασίας και διαμονής στη Χώρα, καθώς και συναφείς εκκρεμείς απελάσεις δεν αποτελούν παρακωλυτικό λόγο για τη χορήγηση της άδειας διανομής. Υφιστάμενες για την ανωτέρω αιτία εγγραφές στον κατάλογο των ανεπιθύμητων θεωρούνται ότι έχουν, αυτοδικαίως, αρθεί", καθόσον επί δικαστικής απελάσεως προϋποτίθεται δικαστική κρίση περί της συνδρομής νομίμου περιπτώσεως επιβολής του μέτρου αυτού, υπό διαφορετικές προϋποθέσεις. Η άρση, εξάλλου, αυτή των συνεπειών της εγγραφής του αντιλέγοντος στους καταλόγους ανεπιθύμητων αλλοδαπών, αντιθέτως προς τα υπ' αυτού υποστηριζόμενα, δεν είναι κριτέα, από απόψεως αποτελεσμάτων έναντι της επιβληθείσης στον αντιλέγοντα απελάσεως, όπως η παραγραφή της ποινής και η αμνηστία κατά το άρθρο 568 Κ.Ποιν.Δ ως λόγοι εξαλείψεως της ποινής, ορθώς δε η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αιτήσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, καθώς και ο συναφής δεύτερος λόγος των παραδεκτώς ασκηθέντων, με το από 8-10-2007 δικόγραφο, πρόσθετων λόγων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Με τον δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αιτήσεως και τον τρίτο πρόσθετο λόγο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του προπαρατεθέντος, άρθρου 32 § 1 του Ν. 3346/2005, κατόπιν της οποίας δεν δέχθηκε την σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό παραγραφή της επιβληθείσης στο αντιλέγοντα απελάσεως και ειδικότερα διότι εσφαλμένα δέχθηκε το αμετάκλητο της καθής οι αντιρρήσεις αποφάσεως και ότι δεν συνέτρεχε εκ τούτου περίπτωση εφαρμογής του εν λόγω άρθρου 32 § 1 επί της ως άνω απελάσεως. Και οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αρχή της παρούσης, η υφ' όρον παραγραφή κατά το ως άνω άρθρο 32 § 1 της στερητικής της ελευθερίας ποινής δεν περιλαμβάνει και τα μέτρα ασφαλείας, η αιτιολογία δε της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο σημείο αυτό, ότι δηλαδή δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 32 § 1 λόγω του αμετακλήτου της καθής οι αντιρρήσεις αποφάσεως, διελήφθη άνευ ανάγκης. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι εσφαλμένα δεν δέχθηκε ότι η διαταχθείσα απέλαση του αντιλέγοντος αποτελεί δυσανάλογη κύρωση σε σχέση με την παράβασή του, της επανεισόδου του στη Χώρα ενώ ήταν εγγεγραμμένος στον κατάλογο των ανεπιθύμητων αλλοδαπών, και τον απομακρύνει από τη γεννηθείσα μετά την απέλασή του θυγατέρα του, προσβάλλοντας έτσι το δικαίωμά του για σεβασμό και προστασία της οικογενειακής του ζωής που προστατεύεται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως προς μεν το μέρος του που αιτιάται δυσαναλογία του μέτρου ασφαλείας της απελάσεως του αντιλέγοντος σε σχέση με την παράβασή του, διότι η έρευνα από το δικαστήριο του ζητήματος αυτού θα κατέληγε, με το πρόσχημα των αντιρρήσεων, σε έλεγχο της ορθότητας της αποφάσεως, κατά της οποίας οι αντιρρήσεις, πράγμα που δεν επιτρέπεται, όπως προεκτέθηκε, ως προς δε το λοιπό μέρος του για τους ίδιους λόγους που κρίθηκε απορριπτέος ως άνω ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αιτήσεως. Κατά το άρθρο 4 § 1 εδ. γ' του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988), όπως ισχύει, το Πολυμελές Πρωτοδικείο ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται από πρόεδρο πρωτοδικών και δύο πρωτόδικες, κατά δε την παραγ. 3 του ίδιου άρθρου, κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών δικαστηρίων προεδρεύει ο ανώτερος κατά βαθμό ή, αν δεν υπάρχει ή κωλύεται, ο αρχαιότερος δικαστής. Περαιτέρω, στο άρθρο 5 § 1 του ίδιου Κώδικα, προβλέπεται η αναπλήρωση των δικαστών και ορίζεται ότι αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται οι δικαστές, αναπληρώνονται ένας μόνον πρωτοδίκης πολυμελούς πρωτοδικείου ή τριμελούς πλημμελειοδικείου από πάρεδρος ή ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη της περιφέρειάς του. Οι αναπληρωτές αυτοί ορίζονται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο. Από τις εν λόγω διατάξεις συνάγεται ότι κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών ποινικών δικαστηρίων, όταν οι συνθέσεις τους δεν ορίζονται με κλήρωση, (οπότε έχει εφαρμογή το άρθρο 17 του ίδιου Κώδικα), ο πρόεδρος αναπληρώνεται από τον αρχαιότερο δικαστή, χωρίς να απαιτείται έκδοση πράξεως αναπληρώσεως, στην περίπτωση δε αναπληρώσεως πλημμελειοδίκη τριμελούς πλημμελειοδικείου από ειρηνοδίκη απαιτείται να εκδίδεται σχετική πράξη από τον διευθύνοντα το δικαστήριο δικαστή, η οποία και να μνημονεύεται στην απόφαση. Η μνεία της πράξεως αναπληρώσεως στην απόφαση υποδηλώνει τη συνδρομή νόμιμου προς αναπλήρωση λόγου, που ερευνήθηκε από τον διευθύνοντα δικαστή και αναφέρεται στην πράξη του και δεν είναι απαραίτητο ο λόγος αυτός αναπληρώσεως να αναφέρεται και στην απόφαση. Επίσης δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην απόφαση σε τι συνίσταται το κώλυμα του αναπληρουμένου δικαστή. Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 4 § 4 του ίδιου Κώδικα, στις συνεδριάσεις των ποινικών δικαστηρίων παρίσταται υποχρεωτικώς ο αρμόδιος εισαγγελέας, κατά δε το άρθρο 24 § 6 αυτού, αν δεν υπάρχει, απουσιάζει ή κωλύεται ο εισαγγελέας δικαστηρίου, αναπληρώνεται από τους εισαγγελικούς λειτουργούς της οικείας εισαγγελίας. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 171 § 1 περ. α' Κ.Ποιν.Δ, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και τον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου. Η ακυρότητα δε αυτή, που συμβαίνει κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προμετωπίδα των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσπρωτίας, που την εξέδωσε, συγκροτήθηκε από τον Αθανάσιο Λεπέτσο "προεδρεύοντα αρχαιότερο πλημμελειοδίκη, κωλυομένης της Προέδρου", τον Μιχαήλ Ντόστα, πλημμελειοδίκη και τη Χρυσάνθη Καψάλη, ειρηνοδίκη Ηγουμενίτσας, κάτω από το όνομα της οποίας αναγράφονται οι ενδείξεις "κωλυομένων των άλλων πλημμελειοδικών" και ότι ορίσθηκε με την "υπ' αριθ. 14/2007 πράξη Προέδρου Πρωτοδικών Θεσπρωτίας", συμμετείχε δε ο Οδυσσέας Ντάλιας, αντεισαγγελέας, "κωλυομένου του Εισαγγελέα". Η συγκρότηση αυτή του εν λόγω δικαστηρίου, ενόψει των προπαρατεθέντων, είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του Οργανισμού των Δικαστηρίων που καθορίζουν τη σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, όπου αυτή δεν ορίζεται με κλήρωση. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, όπως εκτιμώνται, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω κακής συνθέσεως του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι στη σύνθεση αυτή συμμετείχαν αναπληρωτές της Προέδρου Πρωτοδικών και του ενός Πλημμελειοδίκη δικαστές "χωρίς την τήρηση εγγυήσεων για τη νόμιμη συμμετοχή τους στη δίκη ή έστω την αναφορά τήρησης εγγυήσεων" και χωρίς να αναφέρεται στην απόφαση το είδος του κωλύματος των αναπληρωθέντων και πότε αυτό προέκυψε, ειδικώς δε, ως προς τη συμμετοχή της Ειρηνοδίκη, χωρίς να αναφέρεται το περιεχόμενο της μνημονευομένης πράξεως της Προέδρου Πρωτοδικών Θεσπρωτίας και αν η συμμετοχή της ήταν προϊόν κληρώσεως μεταξύ των Ειρηνοδικών της περιφέρειας του ίδιου Πρωτοδικείου ή επιλογή της Προέδρου, περαιτέρω δε ως προς τη συμμετοχή του Αντεισαγγελέα, χωρίς να αναφέρεται το κώλυμα του Εισαγγελέα του δικαστηρίου και δη η φύση του και ο χρόνος εμφανίσεως του, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Οι ίδιες αυτές αιτιάσεις, προβαλλόμενες απ' τον αναιρεσείοντα με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο και ως έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, πρέπει να απορριφθούν για τους ίδιους ως άνω λόγους. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσίαν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Απριλίου 2007 αίτηση του Χ, όπως διαμορφώθηκε με τους από 8 Οκτωβρίου 2007 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της 211/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και τούτου αποχωρήσαντος Από την
υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας
η αρχαιοτέρα της συνθέσεως, Αρεοπαγίτης.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οι αντιρρήσεις περί την εκτέλεση του άρθρου 565 εδ. α΄ ΚΠΔ μπορούν να αφορούν όχι μόνον στην ποινή αλλά και στο είδος και στη διάρκεια του μέτρου ασφαλείας. Απέλαση αλλοδαπού καταδικασθέντος σε στερητική της ελευθερίας ποινή ανασταλείσα κατ’ άρθρο 99 ΠΚ. Η δικαστική απόφαση που διατάσσει την απέλαση του αλλοδαπού ως μέτρο ασφαλείας εξακολουθεί να ισχύει και μετά την σε εκτέλεσή της, απέλαση του αλλοδαπού, αν δε αυτός επανέλθει στη χώρα αυτοβούλως, απελαύνεται και πάλι σε εκτέλεση της ίδιας αποφάσεως. Ποιες αντιρρήσεις υπάγονται στο άρθρο 565 ΚΠΔ. Όχι αυτές που αναφέρονται στην ορθότητα της αποφάσεως ως προς την επιβολή της ποινής ή του μέτρου ασφαλείας. Η παραγραφή της ποινής δεν συνεπάγεται και παραγραφή του μέτρου ασφαλείας. Η υφ’ όρον παραγραφή του άρθρου 32 § 1 του Ν. 3346/2005 αφορά στις στερητικές της ελευθερίας ποινές και δεν περιλαμβάνει τα μέτρα ασφαλείας. Δεν αποτελούν διακωλυτικό λόγο εκτελέσεως του διαταχθέντος μέτρου ασφαλείας της απελάσεως αλλοδαπού η επανείσοδός του στη χώρα υπό διαφορετικό όνομα και οι μεταγενέστερες νομοθετικές μεταβολές ως προς τις διοικητικές απελάσεις. Δεν αποτελεί παραδεκτή αντίρρηση η δυσαναλογία παραβάσεως του αντιλέγοντος και επιβληθείσης απελάσεως, διότι η έρευνα του ζητήματος αυτού καταλήγει σε έλεγχο της ορθότητας της καθ’ ης οι αντιρρήσεις αποφάσεως, που δεν επιτρέπεται. Για την αναπλήρωση Προέδρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου από τον αρχαιότερο δικαστή, όταν η σύνθεση του δικαστηρίου δεν ορίζεται με κλήρωση, δεν απαιτείται η έκδοση σχετικής πράξεως του διευθύνοντος το δικαστήριο. Για την αναπλήρωση όμως Πλημμελειοδίκη, του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου από Ειρηνοδίκη, απαιτείται να εκδοθεί σχετική πράξη από τον διευθύνοντα το δικαστήριο και να αναφέρεται στο προοίμιο της αποφάσεως, διότι διαφορετικά επέρχεται απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής συνθέσεως. Η μνεία στην απόφαση της πράξεως αναπληρώσεως ενός Πλημμελειοδίκη από Ειρηνοδίκη υποδηλώνει τη συνδρομή νόμιμου λόγου αναπληρώσεως που ερευνήθηκε από τον διευθύνοντα το δικαστήριο και αναφέρεται στην πράξη του και δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στην απόφαση ο λόγος αυτός. Δεν απαιτείται να αναφέρεται στην απόφαση σε τι συνίσταται το κώλυμα των δικαστών που αναπληρώνονται.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Αλλοδαπού απέλαση, Δικαστηρίου σύνθεση, Αντιρρήσεις σχετικά με την εκτέλεση, Ασφαλείας μέτρα.
| 2
|
Αριθμός 2130 /2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ'Ποιν.Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μαμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη, και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ-Ρούσσου Παπαδάκη (λόγω κωλύματος του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 61/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με κατηγορούμενο τον Χ, που δεν παρέστη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου με την υπ' αριθμ. 61/2007 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Αυγούστου 2007 αίτησή του, που συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1519/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΠΚ "κατά του υπαιτίου δύο ή περισσότερων εγκλημάτων που πραγματώθηκαν με δύο ή περισσότερες πράξεις που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρησή τους, συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας απ'αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μία από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι κατώτερη από : α) τέσσερις μήνες, αν η συντρέχουσα ποινή είναι ανώτερη από δύο έτη, β) ένα έτος, αν η ποινή αυτή είναι κάθειρξη έως δέκα έτη και γ) δύο έτη, αν η ποινή αυτή είναι κάθειρξη ανώτερη από δέκα έτη. Οπωσδήποτε όμως η επαύξηση δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τα 3/4 του αθροίσματος των άλλων συντρεχουσών ποινών, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τα είκοσι πέντε έτη, όταν πρόκειται για κάθειρξη, τα δέκα έτη, όταν πρόκειται για φυλάκιση, και τους έξι μήνες, όταν πρόκειται για κράτηση". Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 105, 108 και 109 του ΠΚ, αν από την απόλυση, υπό τον όρο της ανακλήσεως, του καταδικασθεντος σε στερητική της ελευθερίας ποινή περάσει το χρονικό διάστημα της ποινής το οποίο υπολειπόταν για έκτιση, σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι ανώτερο από τρία έτη, ή αν περάσουν τρία έτη, όταν αυτό είναι μικρότερο των τριών ετών, χωρίς να γίνει ανάκληση, η ποινή, (αν δεν πρόκειται για ισόβια κάθειρξη, οπότε απαιτείται να περάσουν δέκα έτη), θεωρείται ότι έχει εκτιθεί. Αν, όμως, μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, εκείνος που απολύθηκε διαπράξει έγκλημα από δόλο, για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλακίσεως ανώτερη από έξι μήνες, τότε εκτίει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απολύσεως. Η απόλυση, δηλαδή, υπό τον όρο της ανακλήσεως, δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο της εκτελέσεώς της, που επιδιώκει την αποτροπή της υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του υποκατάσταση (Ολ.ΑΠ 106/1991). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 97 ΠΚ, οι διατάξεις του άρθρου 94 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, για τον καθορισμό συνολικής εκτιτέας ποινής σε περίπτωση συρροής στερητικών της ελευθερίας ποινών, εφαρμόζονται και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικασθεί για άλλη αξιόποινη πράξη, οποτεδήποτε και αν τελέσθηκε αυτή. Από τις εν λόγω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 551 παρ.1 ΚΠοινΔ, η οποία ορίζει ότι "αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ποινικού Κώδικα για τη συρροή", συνάγεται ότι αν κατά το στάδιο της δοκιμασίας εκείνου που απολύθηκε υπό όρο συμπέσει ποινή ανώτερη των έξι μηνών για άλλη (μία ή περισσότερες) από δόλο πράξη, παρόλον ότι η ποινή που έχει ανασταλεί και η νέα συναντώνται κατά την εκτέλεση, δεν επιτρέπεται να καταγνωσθεί μία συνολική ποινή με συνυπολογισμό της ποινής που έχει ανασταλεί υπό τον όρο της ανακλήσεως, καθόσον ολόκληρο το υπόλοιπο της τελευταίας εκτίεται αθροιστικά, αφότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση που επέβαλε στον υπό όρο απολυθέντα ποινή φυλακίσεως ανώτερη των έξι μηνών για έγκλημα που διέπραξε από δόλο εντός του χρόνου της δοκιμασίας. Τέλος, κατά το άρθρο 505 παρ.2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ.2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης αποφάσεως καθαρογραμμένης στο προβλεπόμενο από το άρθρο 473 παρ.3 του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως οποιοδήποτε ποινικού Δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 του ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ίδιου Κώδικα). Υπάρχει δε εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως, όταν ο Δικαστής αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ προβαλλόμενου, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, λόγου, προκύπτουν τα εξής: Ο Χ καταδικάστηκε: α) με την υπ'αριθμ. 1193/1994 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης για κατά συναυτουργία και με σκοπό το παράνομο κέρδος διευκόλυνση της προώθησης στο εσωτερικό της χώρας 20 αλλοδαπών, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδ.ε' του ΠΚ, σε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών για τον καθένα λάθρα μεταφερόμενο αλλοδαπό και, αφού συγχωνεύθηκαν οι ποινές αυτές, καθορίστηκε συνολική ποινή φυλακίσεως πενήντα έξι (56) μηνών (με επαύξηση της πρώτης εξ αυτών κατά δύο (2) μήνες από την καθεμία εκ των υπολοίπων), και β) με την υπ'αριθ. 6623/1997 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας για απόπειρα κλοπής, σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών. Επακολούθησε η συγχώνευση, με την υπ'αριθ. 462/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, όλων των πιο πάνω ποινών φυλακίσεως και καθορίστηκε ως εκτιτέα απ'αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως η τοιαύτη των πενήντα επτά (57) μηνών. Αφού εξέτισε ο εν λόγω κατάδικος τα δύο πέμπτα (2/5) της προαναφερόμενης συνολικής ποινής, έτυχε του ευεργετήματος της υπό όρο απολύσεως, με το υπ'αριθ. 143/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ιωαννίνων. Αποφυλακίστηκε δε, κατόπιν τούτου, για την παραπάνω αιτία στις 11-5-2001, υπό τον όρο της ανάκλησης, με ανασταλέν υπόλοιπο ποινής φυλακίσεως δύο (2) ετών, εννέα (9) μηνών και έξι (6) ημερών. Ο ίδιος, όμως, κατάδικος διέπραξε κατά τη διάρκεια του χρόνου της δοκιμασίας του (δηλαδή στις 25-12-2002), νέα σοβαρά εγκλήματα από δόλο και συγκεκριμένα τα εγκλήματα της έκθεσης κατά συρροή εννέα (9) λαθρομεταναστών σε βαθμό κακουργήματος, της έκθεσης κατά συρροή επτά (7) λαθρομεταναστών σε βαθμό πλημμελήματος και της απόπειρας μεταφοράς κατά συρροή είκοσι (20) λαθρομεταναστών από το εξωτερικό στην Ελλάδα, για τα οποία (εγκλήματα) καταδικάστηκε αμετάκλητα με την υπ'αριθ. 73-76/2005 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών για τη καθεμία από τις πράξεις εκθέσεως σε βαθμό κακουργήματος, ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους για την καθεμία από τις πράξεις εκθέσεως σε βαθμό πλημμελήματος και ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών για την καθεμία από τις πράξεις της απόπειρας μεταφοράς λαθρομεταναστών, οι οποίες συνεπιμετρήθηκαν (μαζί με την ποινή φυλακίσεως 3 ετών, που του επιβλήθηκε για την πράξη της πρόκλησης ναυαγίου από αμέλεια) με την ίδια απόφαση σε μία συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι τεσσάρων (24) ετών και έντεκα (11) μηνών. Περαιτέρω, παραγγέλθηκε, ενόψει του ανωτέρω, με την υπ'αριθ. 542/8-3-2006 παραγγελία του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης, η έκτιση του πιο πάνω ανασταλέντος υπολοίπου ποινής φυλακίσεως δύο (2) ετών, εννέα (9) μηνών και έξι (6) ημερών. Ακολούθως, όμως, και συγκεκριμένα στις 23-5-2007 υπέβαλε ο ίδιος πιο πάνω κατάδικος δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου τη με ίδια ημερομηνία αίτησή του, με την οποία ζήτησε την συγχώνευση των επιβληθεισών σ'αυτόν με τις παραπάνω αποφάσεις (υπ'αριθ. 73-76/2005 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου και της υπ'αριθ. 462/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης) στερητικών της ελευθερίας ποινών. Το ανωτέρω Δικαστήριο, έκανε δεκτή την παραπάνω αίτηση και συγχώνευσε, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 61/2007 απόφασή του, όλες τις παραπάνω στερητικές της ελευθερίας ποινές, κρίνοντας ως βαρύτερη και λαμβάνοντας ως ποινή βάσης την καταγνωσθείσα στον αιτούντα -κατάδικο με την υπ'αριθ. 73-76/2005 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι τεσσάρων (24) ετών και έντεκα (11) μηνών και επαυξάνοντας αυτήν κατά εννέα (9) μήνες από την επιβληθείσα σ'αυτόν με την υπ'αριθ. 1193/1994 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης ποινή φυλακίσεως των δεκαοκτώ (18) μηνών για τον πρώτο μεταφερόμενο αλλοδαπό, κατά ένα (1) μήνα για την καθεμία από τις επιβληθείσες στον ίδιο με την ίδια απόφαση υπόλοιπες ποινές φυλακίσεως για τους υπόλοιπους δεκαεννέα μεταφερόμενους αλλοδαπούς και κατά δεκαπέντε (15) ημέρες από την επιβληθείσα στον ίδιο με την υπ'αριθ. 6623/1997 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας ποινή φυλακίσεως των τριών (3) μηνών, έτσι δε καθόρισε τη συνολική ποινή καθείρξεως που έπρεπε να εκτίσει ο αιτών-κατάδικος σε είκοσι επτά (27) έτη, τρεις (3) μήνες και δεκαπέντε (15) ημέρες. Κρίνοντας, όμως έτσι το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, αφού, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, δεν επιτρεπόταν εν προκειμένω να προσμετρηθούν στην επιβληθείσα στον αιτούντα κατάδικο με την άνω υπ'αριθ. 73-76/2005 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου συνολική ποινή καθείρξεως είκοσι τεσσάρων (24) ετών και έντεκα (11) μηνών, οι επιβληθείσες στον ίδιο κατάδικο α) με την πιο πάνω υπ'αριθμ. 1193/1994 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης ποινές φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών για τον καθένα από τους είκοσι παράνομα μεταφερόμενους αλλοδαπούς, και β) με την ανωτέρω υπ'αριθ. 6623/1997 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, αν και συναντήθηκαν όλες κατά την εκτέλεση, λαμβανομένου υπόψη ότι η πιο πάνω ποινή βάσης αναφέρεται σε εγκλήματα που τελέστηκαν από δόλο (εκτός από την πρόκληση ναυαγίου από αμέλεια) κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας του καταδίκου), που είχε απολυθεί υπό όρο, υπερβαίνουν οι απαρτίζουσες αυτήν επί μέρους ποινές φυλακίσεως τους έξι μήνες και έπρεπε να εκτιθεί η ίδια συνολική ποινή (ποινή βάσης) αθροιστικά μετά την έκτιση ολοκλήρου του πιο πάνω ανασταλέντος υπολοίπου των δύο (2) ετών, εννέα (9) μηνών και έξι (6) ημερών της συνολικής ποινής φυλακίσεως των πενήντα επτά (57) μηνών, που καθορίσθηκε ως εκτιτέα με την ειρημένη υπ'αριθ. 462/2001 συγχωνευτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 108 του ΠΚ, αφού είχε καταστεί ήδη αμετάκλητη η υπ'αριθ. 73-76/2005 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αιγαίου και είχε επέλθει αυτοδικαίως η άρση της υπό όρο απολύσεως του άνω καταδίκου, [ο οποίος, σημειωτέον, δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, μολονότι κλητεύθηκε αυτός από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 12-12-2007, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως για τη συνεδρίαση της 16-1-2008 (βλ. από 27-9-2007 αποδεικτικό επιδόσεως του ....., Γραμματέα της Κλειστής Φυλακής Τρικάλων)]. Πάντα δε τα ανωτέρω, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν μπορεί, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη, η συνολική ποινή καθείρξεως να ξεπεράσει τα είκοσι πέντε (25) έτη.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της ένδικης αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η ανωτέρω απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ. 61/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ποινών συγχώνευση. Απόλυση υφ’ όρο. Προϋποθέσεις καθορισμού συνολικής ποινής. Δεν μπορεί να συγχωνευθεί η ποινή για την πράξη που τελέσθηκε εκ δόλου από τον κατάδικο, που απολύθηκε υφ’ όρο, κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας, γιατί τότε, κατ’ άρθρο 108 ΠΚ, επέρχεται άρση της αναστολής και οι ποινές εκτίονται αθροιστικώς. Δεκτή αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 94§1, 97, 105, 108, 109 ΠΚ.
|
Ποινή
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ποινή, Απόλυση υφ' όρο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου.
| 2
|
Αριθμός 2105/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούντα τον Χ και με εγκαλούμενο τον Ψ, Εφέτη Αθηνών.
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 24 Μαρτίου 2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 543/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Εισαγγελέα Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 235/08.05.2008 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 132 και 137 ΚΠΔ, το υπ'αριθμ. 1102/07/24-3-2008 έγγραφο του Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών Σωτηρίου Μπάγια, για κανονισμό αρμοδιότητας και εκθέτω τα εξής:
Κατά το άρθρο 136 περ. ε' ΚΠΔ εάν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο (κατά τόπο) σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο.
Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 137 ΚΠΔ, την παραπομπή μπορεί να ζητήσει και ο Εισαγγελέας (όπως εν προκειμένω) αποφασίζει δε περί αυτής ο 'Αρειος Πάγος που συνέρχεται σε Συμβούλιο, εφόσον πρόκειται για περίπτωση που δεν διαλαμβάνεται στα εδ. α' και β' της παραγράφου 1, δηλαδή δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών, συνεπώς και στην περίπτωση της παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλο ισόβαθμο Εισαγγελέα. Η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κύρια διαδικασία αλλά και για την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου ασκήσεως ποινικής διώξεως για την ταυτότητα του λόγου, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρεάστου της κρίσεως των δικαστικών λειτουργών και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας λόγω συνυπηρετήσεως (ΑΠ 440/06, ΑΠ 311/01, ΑΠ 204/87).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν των από ΑΒΜ12003/13867/13-11-2003 και ΑΒΜ12003/13866/15-11-2003 μηνυτηρίων αναφορών (εγκλήσεων) του Χ κατά των Α1, Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών και ήδη Εφέτη Αθηνών (βλ. υπηρεσιακή βεβαίωση), Α2, Πρωτοδίκη Αθηνών, Α3, Πρωτοδίκη Αθηνών, Α4, Πρωτοδίκη Αθηνών και Α5, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών κλπ για παράβαση καθήκοντος και πλαστογραφία, διενεργήθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας προκαταρκτική εξέταση, μετά το πέρας της οποίας ο τελευταίος εξέδωσε την υπ'αριθμ. 289/2007 διάταξή του με την οποία απέρριψε κατ'άρθρο 47 παρ. 1 ΚΠΔ ως καταφανώς αβάσιμες στην ουσία τους και εντελώς ψευδείς της ανωτέρω μηνυτήριες αναφορές του Χ και επέβαλε σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας εκ ποσού 40 ευρώ. Κατά της διατάξεως αυτής ο μηνυτής άσκησε, κατ' άρθρο 48 ΚΠΔ, ενώπιον του Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής Τρίπολης, την με αριθμό 24/31-10-2007 προσφυγή του, επί της οποίας αρμόδιος να αποφανθεί είναι ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών.
Όμως μεταξύ των εγκαλουμένων, περιλαμβάνεται και ο Α1, ήδη Εφέτης, που υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών, ενώ οι λοιποί υπηρετούν στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Επομένως συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως ως προς όλους τους εγκαλουμένους για την ενότητα της κρίσεως σε άλλον Εισαγγελέα Εφετών και δη στον πλησιέστερο Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της προσφυγής αυτής, κατ'άρθρο 48 ΚΠΔ και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές εισαγγελικές και δικαστικές αρχές.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω να διαταχθεί η παραπομπή της υποθέσεως κατά των Α1, Εφέτη Αθηνών, Α2, Πρωτοδίκη Αθηνών, Α3, Πρωτοδίκη Αθηνών, Α4, Πρωτοδίκη Αθηνών, Α5, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών κλπ, επί της οποίας έχει εκδοθεί η υπ'αριθμ. 279/2007 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας, από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου να αποφανθεί αυτός επί της υπ'αριθμ. 24/31-10-2007 προσφυγής του μηνυτή Χ, κατά της ανωτέρω διατάξεως και στα αντίστοιχα ποινικά δικαστήρια, συμβούλια και λοιπές εισαγγελικές και δικαστικές αρχές.
Αθήνα 6 Μαΐου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 στοιχ. ε του ΚΠΔ, όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τόπο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές δικαστήριο. Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλόμενης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 του ΚΠΔ, την προσφυγή του εγκαλούντος κατά της διατάξεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών που απορρίπτει την έγκληση (άρθρο 47 ΚΠΔ) εξετάζει και κρίνει ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλο ισόβαθμο Εισαγγελέα ο Άρειος Πάγος σε Συμβούλιο και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατόπιν των με αριθμ. ΑΒΜ 12003/13867/13-11-2003 και ΑΒΜ/12003/ 13866/15-11-2003 μηνυτήριων αναφορών (εγκλήσεων) του Χ κατά των: Α1, Προέδρου Πρωτοδικών και ήδη Εφέτη Αθηνών (βλ. υπηρεσιακή βεβαίωση), Α2, Πρωτοδίκη Αθηνών, Α3, Πρωτοδίκη Αθηνών, Α4, Πρωτοδίκη Αθηνών και Α5, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών ως και κατά λοιπών προσώπων, για παράβαση καθήκοντος και πλαστογραφία διενεργήθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας προκαταρκτική εξέταση. Μετά το πέρας αυτής ο προαναφερόμενος Εισαγγελέας εξέδωσε την υπ' αριθμ. 279/2007 διάταξή του με την οποία απέρριψε σύμφωνα με το άρθρο 47 παρ. 1 ΚΠΔ ως καταφανώς αβάσιμες στην ουσία τους και εντελώς ψευδείς τις ανωτέρω μηνυτήριες αναφορές του Χ και επέβαλε σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας εκ ποσού 40 ευρώ. Κατά της ως άνω Εισαγγελικής διάταξης ο μηνυτής άσκησε κατ' άρθρο 48 ΚΠΔ ενώπιον του Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής Τρίπολης τη με αριθμ. 24/31-11-2007 προσφυγή του για την οποία είναι αρμόδιος να αποφανθεί ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών. με το υπ' αριθμ. πρωτ. 1102/07/24-3-2008 έγγραφο ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών αιτείται τον κανονισμό αρμοδιότητας, προκειμένου αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών να κρίνει την προσφυγή λόγω του ότι μεταξύ των εγκαλουμένων Δικαστών περιλαμβάνεται και ο Α1, Εφέτης που υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών, ενώ οι λοιποί Δικαστές και Εισαγγελέας υπηρετούν στο Πρωτοδικείο και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών αντίστοιχα. Επομένως συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 του ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ανωτέρω υπόθεσης ως προς όλους τους εγκαλουμένους δικαστικούς λειτουργούς για την ενότητα της κρίσεως από τον κατά τόπον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της προμνημονευόμενης προσφυγής και όταν συντρέξει περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ
ΑΥΤΟΥΣΔιατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως που αναφέρεται στο υπ'αριθμ. πρωτ. 1102/07/24-3-2008 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και αφορά τον εγκαλούμενο Α1, Εφέτη, ο οποίος υπηρετεί στο Εφετείο Αθηνών, και λοιπούς εγκαλουμένους δικαστικούς λειτουργούς, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς και στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές του Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2008.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδηΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Παραπέμπει στις Δικαστικές Αρχές του Πειραιά.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 2104/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την υπόθεση που αφορά την καταγγελία του εγκαλούντος Χ, κατοίκου ..., που κατατέθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους: 1) Ψ1, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών και 2) Ψ2, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών.
Η καταγγελία αυτή με ημερομηνία 30 Απριλίου 2008, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 787/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 268/20.05.2008 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω την από 30/4/2008 καταγγελία του Χ, πολιτικού μηχανικού, κατοίκου ..., οδός ... κατά (α) της Ψ1, Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε την υπ'αρ. 79/2008 διάταξή της με την οποία απορρίφθηκε στην ουσία η με αριθμ. 31/2008 προσφυγή του Χ, κατοίκου ..., κατά της ΕΓ 43-07/164/ΙΔ/2008 διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και (β) του Ψ2, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, που εξέδωσε την υπ'αρ. ΕΓ 43-07/164/ΙΔ/2008 διάταξή του με την οποία απορρίφθηκαν εν μέρει οι από 3/3/2005 και 15/12/2005 συσχετισθείσες εγκλήσεις του Χ, κατοίκου ..., με τις οποίες στρέφεται κατά των (1) Α, (2) Β, (3) Γ, (4) Δ, (5) Εκαι (6) των νομίμων εκπροσώπων της "Eurobank Ergasias EFG A.E." για παράβαση καθήκοντος κ.λ.π. και εκθέτω τα ακόλουθα. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 136 ε' ΚΠΔ στην οποία ορίζονται οι περιπτώσεις της αρμοδιότητας κατά παραπομπή, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή υφίσταται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων και όταν ο μηνυόμενος είναι δικαστικός λειτουργός από του βαθμού του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, κατά τα άρθρα 122-125 ΚΠΔ, δικαστήριο. Στην έννοια του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και ο εγκαλούμενος ή ο καταγγελλόμενος όταν η υπόθεση βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της προδικασίας και δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη για την ταυτότητα της αιτίας, την εξασφάλιση δηλαδή του ανεπηρέαστου της δικαστικής κρίσης και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας, λόγω της συνυπηρέτησης (ΑΠ 613/01 Π.Χρ. ΝΒ'/136, ΑΠ 1761/06, ΑΠ 1917/06 κ.ά.).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 137 παρ. 1γ' ΚΠΔ, αρμόδιο Δικαστήριο να αποφασίσει για τη παραπομπή, είναι το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών.
Επειδή οι καταγγελλόμενοι Εισαγγελικοί Λειτουργοί υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών και Πρωτοδικών Αθηνών αντίστοιχα (βλ. συνημμ. υπηρεσιακές βεβαιώσεις), συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητος κατά παραπομπή από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου και παραπομπή της υποθέσεως από τις Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών στις αντίστοιχες Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
Να διαταχθεί η παραπομπή της υπόθεσης που αφορά την από 30/4/2008 καταγγελία του Χ, πολιτικού μηχανικού, κατοίκου ..., οδός ..., κατά των (1) Ψ1, Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών και (2) Ψ2, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, Εισαγγελικών Λειτουργών που υπηρετούν στις Εισαγγελίες Εφετών και Πρωτοδικών Αθηνών αντίστοιχα, από τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών στις ίδιες (αντίστοιχες) αρχές του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πειραιά.
Αθήνα 8 Μαΐου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 στοιχ. ε' του ΚΠΔ, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με το άρθρ. 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές πλην άλλων και όταν ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρ. 122-125 δικαστήριο. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του επ. αρ. 137 § 1 την παραπομπή μπορεί να ζητήσει πλην άλλων και ο Εισαγγελέας του αρμόδιου δικαστηρίου. Κατά τη διάταξη αυτή για την παραπομπή αποφασίζει: α) το συμβούλιο των πλημμελειοδικών αν πρόκειται για παραπομπή από ένα πταισματοδικείο σε άλλο σε περιπτώσεις αδυναμίας συγκρότησης, β) το συμβούλιο των εφετών αν πρόκειται για παραπομπή από πλημμελειοδικείο ή δικαστήριο ανηλίκων σε άλλο και γ) ο Άρειος Πάγος σε κάθε άλλη περίπτωση. Η παραπομπή γίνεται όχι μόνο για την κύρια διαδικασία αλλά και για την προδικασία συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου της άσκησης ποινικής δίωξης, για την ταυτότητα του λόγου, την εξασφάλιση δηλ. του ανεπηρέαστου της κρίσης των δικαστικών λειτουργών και του αποκλεισμού υπονοιών μεροληψίας λόγω συνυπηρέτησης, και για την προδικασία, καθώς και το στάδιο της ασκήσεως της ποινικής δίωξης.
Στην προκειμένη περίπτωση με το 268/20-5-2008 έγγραφο του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εισάγεται προς το Συμβούλιο αυτό η από 30-4-2008 καταγγελία του Χ, Πολιτικού Μηχανικού, κατοίκου ... (οδός ...) κατά των: α) Ψ1, Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών, που εξέδωσε τη με αριθμ. 79/2008 διάταξή της, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η με αριθμ. 31/2008 προσφυγή του Χ κατά της ΕΓ 43-07/164/ΙΔ/2008 διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και β) Ψ2, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, που εξέδωσε τη με αρ. ΕΓ 43-07/164/ΙΔ/2008 διάταξή του με την οποία απορρίφθηκαν εν μέρει οι από 3-3-2005 και 15-12-2005 συσχετισθείσες εγκλήσεις του Χ, με τις οποίες στρέφεται κατά των: 1) Α, 2) Β, 3) Γ, 4) Δ, 5) Ε και 6) των νομίμων εκπροσώπων της "Eurobank Ergasias EFG Α.Ε." για τα αναφερόμενα στην έγκληση αυτή αδικήματα. Οι καταγγελόμενοι Εισαγγελικοί λειτουργοί, όπως φαίνεται από τις επισυναπτόμενες υπηρεσιακές βεβαιώσεις, υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών και Πρωτοδικών Αθηνών, αντίστοιχα. Επομένως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου και παραπομπή της υποθέσεως από τις άνω αρχές του Εφετείου και Πρωτοδικείου Αθηνών στις Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Παραπέμπει την υπόθεση που αφορά την από 30-4-2008 καταγγελία του Χ, Πολιτικού Μηχανικού, κατοίκου ... κατά των: 1) Ψ1, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών και 2) Ψ2, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, εισαγγελικών λειτουργών που υπηρετούν στις Εισαγγελίες Εφετών και Πρωτοδικών Αθηνών αντίστοιχα, από τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών στις αντίστοιχες αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2008.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Παραπέμπει στις Δικαστικές Αρχές του Πειραιά.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 2
|
Αριθμός 2099/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την δήλωση αποχής του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού, που αφορά τη μη συμμετοχή του στη σύνθεση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδίκασε κατά τη δικάσιμο της 21.5.2008 την από 7.3.2008 αίτηση επαναλήψεως ποινικής διαδικασίας των κληρονόμων του Χ.
Η δήλωση αυτή με ημερομηνία 28.5.2008, που απευθύνεται στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1033/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό 336/23.6.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Ο Χ, ήδη θανών, έχει καταδικαστεί αμετάκλητα με την υπ'αριθμ. 11100/2005 απόφαση του Γ. Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για απλή σωματική βλάβη -308 § 1 εδ. α' Π.Κ.- σε βάρος του Ψ1. Η σύζυγος και τα τέκνα αυτού υπέβαλαν αίτηση επανάληψης της σε βάρος του καταδικασθέντος ποινικής διαδικασίας κατά τα άρθρα 525 § 1 περ. 2, 527 § 1 Κ.Ποιν.Δ. Επί της αιτήσεως αυτής υπεβλήθη η υπ'αριθμ. 160/7-4-2008 έγγραφη πρόταση του αρμοδίου εισαγγελέα προς το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο προς τούτο. Στη σύνθεση του τελευταίου μετέχει και ο Αρεοπαγίτης Αναστάσιος Λιανός, ο οποίος, ενόψει του ότι ο άνω παθών, Ψ1 έχει υποβάλει κατ'αυτού την από 17-10-2007 αγωγή κακοδικίας με αφορμή συναφή υπόθεση προς την ανωτέρω, υπέβαλε την συνημμένη από 28-5-2008 δήλωση αποχής διότι "συντρέχουν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας που επιβάλλουν την αποχή του από την άσκηση των καθηκόντων του ως μέλους του συμβουλίου του Αρείου Πάγου και ζητεί να απόσχει αυτών" κατά την εκδίκαση της αιτήσεως επανάληψης.
ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 23 § 3 Κ.Ποιν.Δ. "Τα δικαστικά πρόσωπα που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους (δηλ. κάθε δικαστικός λειτουργός) οφείλουν να δηλώσουν με τον ίδιο τρόπο (ήτοι στον πρόεδρο του δικαστηρίου, όπου υπηρετεί) τυχόν σοβαρούς λόγους ευπρέπειας που επιβάλλουν την αποχή τους από την άσκηση των καθηκόντων τους, ακόμη και να δεν υπάρχουν οι, λόγοι της παρ. 1" (ήτοι λόγοι αποκλεισμού ή εξαίρεσης κατά τα άρθρα 14,15 Κ.Π.Δ.).
Από την άνω διάταξη προκύπτει σαφώς ότι η υποχρέωση δήλωσης αποχής, και συγχρόνως αποδοχή της δήλωσης αυτής, είναι να συντρέχει λόγος αποκλεισμού ή εξαίρεσης (άρθρα 14,15 Κ.Π.Δ.) ή σοβαρός λόγος ευπρεπείας. Δεν αρκεί δηλαδή να συντρέχει απλός λόγος ευπρέπειας αλλά σοβαρός τέτοιος λόγος. 'Ητοι τέτοιος λόγος που να θέτει σε αμφισβήτηση την ελεύθερη κρίση ή το απροκατάληπτο του δικαστικού λειτουργού (βλ. ΑΠ 1568/2002 Π.Χρ.ΝΓ 539, ΑΠ 214/63 Π.Χρ. ΙΓ 444, Μπουρόπουλο Ερμ. ΚΠΔ τόμ. Α σελ. 40) και δη κατά κρίση, αντικειμενική (βλ. Μπουρόπουλο ο.π.) ή τις κρατούσες δεοντολογικές αντιλήψεις (Ζησιάδης, Ποινική Δικονομία, τομ. Α' (1976) 163 σημ. 30). Η ευπρέπεια δεν ταυτίζεται με την ευθιξία, αφού η πρώτη είναι αντικειμενική (βλ. και Καρρά ΚΠΔ (2006) σελ. 126 και πρακτικά ΚΠΔ τόμ. γ' σελ. 40). Γι'αυτό άλλωστε και το άρθρο 15 ΚΠΔ -για την αποδοχή λόγου εξαίρεσης (όχι αποκλεισμού του άρθρου 14 Κ.Π.Δ.)- απαιτεί την ύπαρξη γεγονότων "ικανών να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία επί το αμερόληπτο". (βλ. ΑΠ 1569/2005, ΑΠ 1123/2002, ΑΠ 799/96 κ.ά.).
Επομένως και η απλή δήλωση αποχής δεν μπορεί να υπαχθεί στους σοβαρούς λόγους ευπρέπειας όταν δεν περιέχει τέτοιο λόγο (βλ. σχετικώς Κονταξή ΚΠΔ (2006) σελ. 382-383, όπου και περιπτώσεις) πρβλΑΠ 1744/2004, ΑΠ 721/78, ΑΠ 1411/87 κ.ά.-Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 9 § 4 ν.693/77 "μετά την άσκηση της αγωγής κακοδικίας κρίνεται υποχρεωτικά και σύμφωνα με τις αντίστοιχες δικονομικές διατάξεις από το κατά περίπτωση αρμόδιο πολιτικό ποινικό ή δικονομικό δικαστήριο ή δικαστικό συμβούλιο, αν συντρέχει λόγος εξαίρεσης του εναγομένου ως προς μελλοντικές πράξεις στην υπόθεση που αφορά η αγωγή.....". Και από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι μόνη η αγωγή κακοδικίας, δεν συνιστά λόγον εξαίρεσης ή σοβαρό λόγον ευπρέπειας. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από τη λογική διότι ο διάδικος όταν θέλει να μη συμμετέχει στην εκδίκαση της υπόθεσης του κάποιος δικαστής και γενικώτερα δικαστικός λειτουργός τότε θα υποβάλλει κατ'αυτού αγωγή κακοδικίας και έτσι θα επιτυγχάνει του σκοπού του και θα γίνεται επιλογή δικαστών (πρβλ Κονταξή ΚΠΔ (2006) σελ. 347 και σημ. 6).
Ενόψει των ανωτέρω δεν συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση σοβαρός λόγος ευπρέπειας, αφού τέτοιον λόγον, με την ανωτέρω έννοια, δεν συνιστά μόνη η έγερση αγωγής κακοδικίας για άλλη υπόθεση κατά του παραπάνω Αρεοπαγίτου. Να σημειωθεί εδώ μάλιστα ότι δεν πρόκειται κυριολεκτικά για "υπόθεση" που έχει αντίδικο τον ασκήσαντα την αγωγή κακοδικίας αλλά για περίπτωση που κρίνεται αυτοτελώς αίτηση επανάληψης διαδικασίας χωρίς την συμμετοχή αυτού.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑΠροτείνω όπως μη γίνει δεκτή η από 28-5-2008 δήλωση αποχής του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού.
Αθήνα 6 Ιουνίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.3 του ΚΠΔ, τα δικαστικά πρόσωπα που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους, μεταξύ των οποίων κάθε δικαστικός λειτουργός, οφείλουν να δηλώσουν με τον ίδιο τρόπο, ήτοι στον πρόεδρο του δικαστηρίου, όπου υπηρετούν, τυχόν σοβαρούς λόγους ευπρέπειας που επιβάλλουν την αποχή τους από την άσκηση των καθηκόντων τους, ακόμη και αν δεν υπάρχουν οι λόγοι της παρ. 1 (ήτοι λόγοι εξαίρεσης ή αποκλεισμού κατά τα άρθρα 14 και 15 ΚΠΔ). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι η υποχρέωση δήλωσης αποχής ενός δικαστικού Λειτουργού από τα καθήκοντά του, υπάρχει, όχι μόνον όταν συντρέχει κάποιος λόγος εξαίρεσης ή αποκλεισμού αυτού, που ορίζονται στα άρθρα 14 και 15 του ΚΠΔ, αλλά και όταν συντρέχει κάποιος σοβαρός και όχι απλός λόγος ευπρέπειας. Σοβαρός δε είναι ο λόγος ευπρέπειας, όταν κατά κρίση αντικειμενική ή κατά τις κρατούσες δεοντολογικές αντιλήψεις, θέτει ή μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την ελεύθερη κρίση ή το απροκατάληπτο της κρίσης του δικάζοντος δικαστικού λειτουργού. Εξάλλου, κατά το άρθρο 9 παρ.4 του ν. 693/1977, μετά την άσκηση αγωγής κακοδικίας κατά του δικαστικού λειτουργού, κρίνεται υποχρεωτικά και σύμφωνα με τις αντίστοιχες δικονομικές διατάξεις από το κατά περίπτωση αρμόδιο πολιτικό ή ποινικό δικαστήριο ή δικαστικό συμβούλιο, αν συντρέχει λόγος εξαίρεσης του εναγομένου ως προς μελλοντικές πράξεις στην υπόθεση που αφορά η αγωγή κακοδικίας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μόνη η άσκηση αγωγής κακοδικίας, δε συνιστά μεν λόγο εξαίρεσης του εναγομένου δικαστικού λειτουργού, πλην μπορεί να συνιστά κατά περίπτωση σοβαρό λόγο ευπρέπειας που να δικαιολογεί την άσκηση δήλωσης αποχής του εναγομένου από την άσκηση καθηκόντων του σε μελλοντικές πράξεις του ενάγοντος αντιδίκου του πλέον, σε αυτή ή και συναφή ή παρεμφερή υπόθεση, για να μην τεθεί υπό αμφισβήτηση το απροκατάληπτο της κρίσης του και προς προστασία του κύρους του δικάζοντος δικαστού, αλλά και της δικαιοσύνης. Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, συνεδριάζοντος ως συμβούλιο, με το με αρ. πρωτ. 176/30-5-2008 έγγραφο του Προέδρου του Αρείου Πάγου, η από 28-5-2008 δήλωση αποχής του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού, περί αποχής από τα καθήκοντά του, ως μέλους του Ζ ' Ποιν. Τμήματος του Αρείου Πάγου, που κατά τη δικάσιμο της 21-5-2008, εκδίκασε την από 7-3-2008 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας της συζύγου και των τέκνων του ήδη αποβιώσαντος δικαστικού λειτουργού Χ, καταδικασθέντος με την 11100/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των), κατά πλειοψηφία, για απλή σωματική βλάβη του Ψ1, ο οποίος όμως άσκησε κατά του ως άνω Αρεοπαγίτη την από 17-10-2007 αγωγή κακοδικίας με αφορμή υπόθεση συναφή προς την ανωτέρω. Η άνω δήλωση αποχής παραδεκτά εισάγεται στο δικαστήριο τούτο, δικάζον ως συμβούλιο, κατά τα παραπάνω εκτεθέντα και πρέπει να ερευνηθεί αυτή περαιτέρω. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα παρακάτω: ΟΧ, Πρωτοδίκης στο Πρωτοδικείο Θηβών, καταδικάστηκε με την 11100/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημ/των), για απλή από πρόθεση σωματική βλάβη του Ψ1, πριν όμως εκδικασθεί η ασκηθείσα έφεση, ο εν λόγω δικαστικός απεβίωσε και με την 203/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έπαυσε οριστικά η ασκηθείσα δίωξη, λόγω θανάτου. Η άνω πράξη, φέρεται τελεσθείσα μέσα στο ακροατήριο του Πρωτοδικείου Θηβών, όπου εκδικαζόταν, κατά την αυτόφωρη διαδικασία, μήνυση του άνω δικαστικού λειτουργού, για συκοφαντική δυσφήμησή του, από τον δικαζόμενο, προηγούμενα, κατηγορούμενο για άλλα αδικήματα, παθόντα Ψ1, στο Τριμελές Πλημ/κείο Θηβών, με Προεδρεύοντα τον άνω Πρωτοδίκη, όπου και είχε ο τότε κατηγορούμενος υποβάλει αίτηση εξαίρεσης κατά του άνω Προεδρεύοντος Πρωτοδίκη και της Εισαγγελέως της έδρας, με μειωτικές και προσβλητικές εκφράσεις κατ' αυτών, για τις οποίες και δικαζόταν ο παθών, για συκοφαντική δυσφήμηση, αδίκημα κατά την εκδίκαση του οποίου, σε δεύτερο βαθμό και συμμετείχε, πριν προαχθεί σε Αρεοπαγίτη ο άνω δηλών την αποχή του δικαστικός λειτουργός, κατά του οποίου και ο άνω παθών Ψ1, έχει όμως ασκήσει την από 17-10-2007 αγωγή κακοδικίας που είναι ακόμη εκκρεμής. Επομένως, η συμμετοχή του άνω Αρεοπαγίτη ως μέλους, στη σύνθεση του άνω τμήματος του Αρείου Πάγου, που δίκασε την από 7-3-2008 αίτηση των οικείων του θανόντος Χ, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, με αίτημα τελικά να ακυρωθεί η 11100/2005 καταδικαστική απόφαση, για σωματική βλάβη από πρόθεση σε βάρος του ενάγοντος στην αγωγή κακοδικίας Ψ1, ανεξάρτητα του ότι ο ανωτέρω δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή επαναλήψεως της διαδικασίας, αφού η έκβαση της δίκης αυτής τον αφορά άμεσα ως παθόντα τη σωματική βλάβη και αφού εκκρεμεί η εν λόγω αγωγή κακοδικίας εναντίον του δηλούντος δικαστικού λειτουργού, άρα μπορεί εύλογα ο ενάγων να έχει αμφιβολίες για το απροκατάληπτο της κρίσης του δηλούντος δικαστικού λειτουργού. Κατ' ακολουθίαν τούτων, συντρέχει σοβαρός λόγος ευπρέπειας που επιβάλλει την αποχή του δηλούντος από την άσκηση των καθηκόντων του και πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση δήλωση αποχής, κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 28-5-2008 δήλωση αποχής του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού. Και Αποφαίνεται ότι ο ανωτέρω δικαστικός λειτουργός δε θα συμμετάσχει στη σύνθεση του Ζ' Ποιν. Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδίκασε κατά τη δικάσιμο της 21-5-2008 την από 7-3-2008 αίτηση επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που έλαβε χώρα, με την έκδοση της 11100/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στις 2 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
|
Δήλωση αποχής Αρεοπαγίτη σε υπόθεση αίτησης επανάληψης της διαδικασίας. Δέχεται. Η άσκηση και η εκκρεμοδικία σε βάρος του δικαστή αγωγής κακοδικίας από το μηνυτή συναφούς προς την εκδικαζόμενη υποθέσεως, δεν συνιστά μεν λόγο εξαίρεσης, συνιστά όμως σοβαρό λόγο ευπρέπειας γιατί μπορεί να τεθεί σε αμφισβήτηση το απροκατάληπτο του εν λόγω δικαστικού λειτουργού.
|
Αποχής δήλωση
|
Αποχής δήλωση.
| 2
|
Αριθμός 2098/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2703/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 209/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 231/08.05.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠοινΔ την υπ'αριθμ. 13/18-1-2008 αίτηση αναιρέσεως του X1, η οποία ασκήθηκε αυτοπροσώπως από τον ίδιο και στρέφεται κατά του αριθμ. 2703/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το αριθμ. 2240/2007 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της απάτης, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, τελεσθείσα κατ'εξακολούθηση (άρθρα 93, 386 παρ. 3α-1 ΠΚ, όπως η παράγ. 3 αντικ. με άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999).
Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εξεδόθη το αριθμ. 2703/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο απέρριψε την έφεση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα ενώπιον της Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Γεωργίας Αράπου, συνετάγη δε από εκείνη η υπ'αριθμ. 13/18-1-2008 έκθεση.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 509 παρ. 1 εδ. α' Κ.Ποιν. Δ., προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά βουλευμάτων και αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι αναίρεσης, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484 και 510 Κ.Ποιν.Δ., να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Απλή επανάληψη των διατάξεων των άρθρων 484 και 510 Κ.Ποιν.Δ., που προβλέπουν τους λόγους αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί, πολύ περισσότερο εν όψει του ότι το βούλευμα ή η απόφαση έχουν κατά κανόνα πολλά κεφάλαια, για ορισμένα από τα οποία είναι ενδεχόμενο ο αναιρεσείων να μην έχει παράπονο, ώστε να ασχοληθεί και με αυτά το Ακυρωτικό. Από την ως άνω αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναίρεσης, δεν εξαιρείται ο προβλεπόμενος στα άρθρα 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το άρθρο 139 του ίδιου Κώδικα και το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος. Ειδικότερα κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Ποιν.Δ., ο ως άνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται, τόσο όταν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, όσο και όταν υπάρχει, αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όταν δηλαδή δεν περιέχονται στο βούλευμα και μάλιστα σε σχέση με κάθε κεφάλαιο αυτού, με σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν στον κανόνα ουσιαστικού ποινικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Εν' όψει τούτων, για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει (α), αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαια) του βουλεύματος, στα οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή και (β), αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επιπλέον, σε τί συνίσταται ή έλλειψη ή η ασάφεια αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος. Οι ανύπαρκτοι λόγοι αναιρέσεως και οι εξομοιούμενοι με αυτούς ασαφείς και αόριστοι λόγοι, που είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως, δεν μπορούν να συμπληρωθούν με στοιχεία που βρίσκονται έξω από την έκθεση, όπως με υπόμνημα του αναιρεσείοντος ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων, στην περίπτωση απόφασης, και δεν είναι δυνατή η αυτεπάγγελτη έρευνα αυτών από τον 'Αρειο Πάγο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 484 παρ. 3 και 511 Κ.Ποιν.Δ., οι οποίες προϋποθέτουν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 2/2002, 19/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση με την αριθμ. 13/18-1-2008 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου προβάλλεται κατά λέξη ο εξής λόγος αναιρέσεως "Δεν έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από το άρθρο 92 του ισχύοντος Συντάγματος και των σχετικών Διατάξεων του ΚΠΔ".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, όπως διατυπώθηκε στην έκθεση είναι τελείως αόριστος, δεδομένου ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει αιτιολογία, δεν αναφέρεται σ'αυτή ποιές είναι οι ελλείψεις ή ασάφειες στις οποίες έχει υποπέσει το Συμβούλιο που το εξέδωσε και σε ποιά από τα κεφάλαια αναφέρονται αυτές. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς------------------
Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί η αριθμ. 13/18-1-2008 αίτηση αναιρέσεως του X1 για αναίρεση του αριθμ. 2703/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Αθήνα 24 Απριλίου 2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τα άρθρα 148 έως 153, 473 § 2, 474 § 2, 476 § 2 και 509 § 1 εδ. α' ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι, από τους περιοριστικώς διαλαμβανομένους στο άρθρο 510 του ιδίου Κώδικα, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, στην αντίθετη δε περίπτωση η αίτηση είναι απαράδεκτη. Από την ανωτέρω αξίωση του νόμου, να είναι, δηλαδή, σαφείς και ορισμένοι οι αναιρετικοί λόγοι, δεν εξαιρείται και ο προβλεπόμενος στο ανωτέρω άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ τέτοιος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ. Ενόψει τούτων, για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει, α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο η συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επιπλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικώς προς το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως (ΟλΑΠ 2/2002, 19/2001).
Εν προκειμένω, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πλήττεται το υπ' αρ. 2703/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, διότι "δεν έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από το άρθρο 92 του ισχύοντος Συντάγματος και τις σχετικές διατάξεις του ΚΠοινΔ", όπως ακριβώς κατά λέξη σημειώνεται στην υπ'αριθμ. 13/2008 έκθεση αναιρέσεως ο μόνος λόγος αναιρέσεως, χωρίς έτσι, καθόλου να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται ακριβώς η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ως και από ποίες παραδοχές του προκύπτει τούτο. Οι ανύπαρκτοι δε λόγοι αναιρέσεως και οι εξομοιούμενοι με αυτούς ασαφείς και αόριστοι λόγοι, που είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως, δε μπορούν να ερευνηθούν αυτεπάγγελτα από τον 'Αρειο Πάγο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 484 παρ. 3 και 511 του ΚΠοιν.Δ., οι οποίες προϋποθέτουν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως. (ΟλΑΠ 2/2002).
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, ως απαράδεκτη, συνεπεία της αοριστίας του προαναφερομένου από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ μόνου αναιρετικού λόγου αυτής και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.1.2008 αίτηση αναιρέσεως του X1 για αναίρεση του υπ' αρ. 2703/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει ως απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος, διότι ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι αόριστος, αφού παρατίθεται μόνο το γράμμα του νόμου και δε συνδέει ο αναιρεσείων την ανυπαρξία ή πλημμέλεια αυτή της αιτιολογίας με συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος, ο δε Άρειος Πάγος δεν ερευνά αυτεπάγγελτα κάποιο λόγο αν δεν είναι παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Βούλευμα παραπεμπτικό.
| 2
|
Αριθμός 2097/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα (σε συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου και 2 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου ..., Ουκρανού υπηκόου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Κωνσταντινίδη, κατά της υπ' αριθμ. 67/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, με την οποία γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών άσκησε την υπ' αριθ. 44/14.7.2008 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Δωδεκανήσου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1266/2008.
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκδοθεί αυτός στις αρχές του κράτους της Ουκρανίας.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 451 παρ.1 του ΚΠΔ, κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, με την οποία τούτο γνωμοδοτεί επί αιτήσεως εκδόσεως, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και τον εισαγγελέα, να ασκήσουν έφεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως, η υπό κρίση με αριθμό 44/14-7-2008, ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου Δωδεκανήσου έφεση, κατά της με αριθμό 67/14-7-2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, με την οποία τούτο γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως στις δικαστικές αρχές της Νέας Υόρκης των ΗΠΑ του εκζητουμένου εκκαλούντος ..., Ουκρανού υπηκόου, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί στην ουσία.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 436 Κ.Π.Δ., αν δεν υπάρχει διεθνής σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 437 επ. του ιδίου κώδικα, τα οποία εφαρμόζονται και όταν υπάρχει σύμβαση, όπου δεν αντιτίθενται σ' αυτή, καθώς και σε όσα σημεία δεν προβλέπει η σύμβαση.
Εξάλλου οι λόγοι της εφέσεως πλήττουν τη διάταξη της εκκαλουμένης αποφάσεως, που αποφαίνεται υπέρ της εκδόσεως του εκζητουμένου εκκαλούντος και συνεπώς η υπόθεση μεταβιβάζεται κατά το μέρος αυτό στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, ως εκ της εκτάσεως του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 502 παρ. 2 Κ.Π.Δ.). Στην προκειμένη περίπτωση, που εισάγεται προς κρίση αίτημα κράτους των ΗΠΑ για έκδοση του εν λόγου αλλοδαπού, Ουκρανού υπηκόου, που συνελήφθη στις 10-5-2008 στη Ρόδο και κρατείται έκτοτε στην Ελλάδα, εφαρμογή έχει η από 6-5-1931 διμερής συνθήκη μεταξύ Ελλάδος και ΗΠΑ "περί αμοιβαίας εκδόσεως εγκληματιών...", κυρωθείσα δια του ν.5554/1932, που εξακολουθεί να ισχύει, εφόσον δεν καταγγέλθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη μετά την πάροδο πενταετίας και δεν έχει ακόμη κυρωθεί με νόμο η υπογραφείσα στην Ουάσιγκτον την 25-6-2003 συμφωνία μεταξύ Ευρωπαϊκής Ενώσεως και ΗΠΑ περί εκδόσεως..
Κατά το άρθρο 11 της ανωτέρω Συνθήκης, αν ο εκζητούμενος είναι απλώς κατηγορούμενος για ορισμένο έγκλημα και όχι κατάδικος, η αίτηση εκδόσεως πρέπει να συνοδεύεται από κεκυρωμένα αντίγραφα του εντάλματος συλλήψεως αυτού και των καταθέσεων με βάση τις οποίες εκδόθηκε το ένταλμα, καθώς και κάθε άλλης μαρτυρίας ή αποδείξεως που κρίνεται χρήσιμη για την περίπτωση. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, το παραδεκτό της αιτήσεως εκδόσεως δεν επηρεάζεται από την υποβολή ή μη μαζί με την αίτηση και το ένταλμα συλλήψεως του υπό έκδοση προσώπου και των τυχόν μαρτυρικών καταθέσεων ή άλλων αποδείξεων, με βάση τις οποίες το ένταλμα αυτό εκδόθηκε και οι οποίες επομένως είναι προγενέστερες της εκδόσεώς του και το στηρίζουν. Η μη προσκομιδή στο δικαστήριο των στοιχείων αυτών, δηλαδή κάθε μαρτυρίας ή αποδείξεως που κρίνεται χρήσιμη, ανάγεται όχι στο παραδεκτό αλλά στην ουσιαστική βασιμότητα της αιτήσεως εκδόσεως και παρέχει στο Συμβούλιο τη δυνατότητα γνωμοδοτήσεως κατά της εκδόσεως για τυχόν ανεπάρκεια των αποδείξεων παραπομπής του εκζητουμένου σε δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 1 της Συνθήκης. Επομένως είναι αβάσιμος ο σχετικός λόγος της εφέσεως, ότι έπρεπε το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο να απορρίψει την αίτηση εκδόσεως ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος εφέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι τα προσαγόμενα για την έκδοση έγγραφα και συγκεκριμένα, α) η 227/ΑΜ5/2008 από 1-7-2008 ρηματική διακοίνωση της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Αθήνα, β) η από 13-6-2008 έγγραφη δήλωση του Κυβερνήτη της πολιτείας της Νέας Υόρκης David Patetsen, γ) η από 10-6-2008 αίτηση του αναπληρωτή περιφερειακού Εισαγγελέα της κομητείας της Νέας Υόρκης John Bandler, δ) η από 10-6-2008 αίτηση του Ανωτέρου Ανακριτή της περιφερειακής Εισαγγελίας της κομητείας της Νέας Υόρκης, ε) τα από 10-8-2008 και 28-5-2008 εντάλματα συλλήψεως, στ) το με αριθμό 3752/2007 κατηγορητήριο και ζ) τα προσαγόμενα κείμενα των σχετικών νόμων, είναι ανεπικύρωτα και προσάγονται σε απλή μετάφραση και όχι σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα και ως εκ τούτου απαραδέκτως λήφθηκαν υπόψη από το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από τη γενόμενη παραδεκτά επισκόπηση όλων τούτων προκύπτει ότι αφενός αυτά είναι νόμιμα επικυρωμένα, αφετέρου δε από το με αριθμό πρωτ. 67665/ΦΕΑ/1209/3-7-2008 έγγραφο του Ελληνικού Υπουργείου Δικαιοσύνης βεβαιώνεται ότι τα προαναφερόμενα έγγραφα διαβιβάζονται επισήμως μεταφρασμένα στην ελληνική. Από τη διάταξη του άρθρου 1 της ισχύουσας ως άνω Συνθήκης προκύπτει, ότι η έκδοση επιτρέπεται μόνο για τα εγκλήματα που ορίζονται ειδικώς στο άρθρο 2 της Συνθήκης και τελέσθηκαν εντός των ορίων της δικαστικής αρμοδιότητας ενός των συμβαλλομένων μερών και για πρόσωπο το οποίο έχει καταφύγει ή ανακαλύφθηκε στο έδαφος του άλλου κράτους. Εξάλλου κατά το άρθρο 2 της Συνθήκης εκδίδονται, κατά τις διατάξεις αυτής, τα άτομα που διώκονται ή καταδικάσθηκαν για ένα από τα περιοριστικά αναφερόμενα σε αυτό εγκλήματα (κακουργήματα) ή πλημμελήματα και επομένως δεν επιτρέπεται η έκδοση για άλλα εγκλήματα που ζητείται με την αίτηση του ξένου κράτους, αν δεν διαλαμβάνονται στη διάταξη αυτή. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 386 και 386Α του ΠΚ, προκύπτει ότι δεν στοιχειοθετείται απάτη με υπολογιστή, αλλά κοινή απάτη, στην περίπτωση που, χωρίς να γίνεται επέμβαση στη διαμόρφωση του προγράμματος ή στην εφαρμογή του, χρησιμοποιείται ο υπολογιστής ως μέσον ή όργανον προς παραπλάνηση τρίτου, ο οποίος προβαίνει σε περιουσιακή διάθεση που επιφέρει αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη τρίτων. Στην προκειμένη περίπτωση, η εγκληματική δραστηριότητα του εκζητουμένου συνίσταται στο ότι μαζί με 17 άλλα πρόσωπα, από το 2001 μέχρι τον Αύγουστο του 2007, με χρήση του διαδικτυακού παρωνυμίου "Eskalibur", έλαβε μέρος σε πολυεθνική διαδικτυακή εγκληματική επιχείρηση δοσοληψίας κλεμμένων αριθμών πιστωτικών καρτών και άλλων προσωπικών κωδικών αναγνώρισης μέσω διαδικτύου και συγκεκριμένα υπέκλεπτε, με χρήση Η/Υ και άγνωστο τεχνικά τρόπο, κατά τις γενόμενες συναλλαγές τρίτων δια μέσου του διαδικτύου, τους αριθμούς, τους κωδικούς και τα προσωπικά στοιχεία ταυτότητας των συναλλασσομένων κατόχων πιστωτικών καρτών, περίπου 75.000, που βρέθηκαν μέσα σε ηλεκτρονικά μηνύματα που ο εκκαλών αλλοδαπός από το Κίεβο Ουκρανίας που κατοικούσε, μέσω Η/Υ που είχε στην κατοικία του, δια του διαδικτύου, στη συνέχεια διοχέτευε πωλώντας τα σε τρίτα πρόσωπα με χρηματική αμοιβή του, μέσω ψηφιακού νομίσματος, υπολογιζόμενου του παράνομου οφέλους αυτού σε ποσό περίπου 2.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, που τελικά επιβαρύνθηκαν συγκεκριμένες τράπεζες των ΗΠΑ. Ακολούθως δε τα ανωτέρω πρόσωπα διενεργούσαν απάτες και δη παράνομες εμπορικές συναλλαγές - αγορές, με τους αριθμούς των πιστωτικών καρτών και τα απόρρητα προσωπικά στοιχεία των ανύποπτων κατόχων αυτών που αντ' αυτών χρεώνοντο το τίμημα αγοραζομένων προϊόντων, ήτοι με ζημία αυτών και των πιστωτικών τραπεζικών ιδρυμάτων που είχαν εκδώσει τις κάρτες αυτές, τα στοιχεία των οποίων είχαν ως παραπάνω υποκλαπεί. Η εγκληματική αυτή δραστηριότητα του εκζητουμένου αλλοδαπού συνιστά άμεση συνεργεία σε απάτη, η οποία περιλαμβάνεται στα εγκλήματα που ορίζονται ειδικώς στο άρθρο 2 της άνω συνθήκης (περ. 21). Η πράξη αυτή είναι κακούργημα, προβλέπεται δε και τιμωρείται, τόσον υπό των διατάξεων των άρθρων 46 παρ.1 εδ, β και 386 παρ. 1 και 3 του ελληνικού ΠΚ, όσον και υπό των διατάξεων του ποινικού νόμου της πολιτείας της Νέας Υόρκης ΗΠΑ και συγκεκριμένα α) παρ. 190.65 (1) (α), δολοπλοκία εξαπατήσεως σε πρώτο βαθμό, αφορώσα τις πράξεις που διαλαμβάνονται στην τρίτη κατηγορία του με αριθμό 3782/2007 κατηγορητηρίου του Ανωτάτου Δικαστηρίου του κράτους της Νέας Υόρκης, β) παρ. 190.65 (1) (α), δολοπλοκία εξαπατήσεως σε πρώτο βαθμό, αφορώσα τις πράξεις που διαλαμβάνονται στην τετάρτη κατηγορία του παραπάνω κατηγορητηρίου, επίσης συντρέχει διακεκριμένη κλοπή, (374 περ. δ, ε ΠΚ), που σημειώνεται στην περίπτωση 11 του άνω άρθρου 2 της Συνθήκης και συγκεκριμένα για παραβάσεις α) παρ. 155.42, μέγα παράπτωμα κλοπής σε πρώτο βαθμό, αφορώσα τις πράξεις που διαλαμβάνονται στην πέμπτη και έκτη κατηγορία του ίδιου κατηγορητηρίου, β) παρ. 155.40(1), μέγα παράπτωμα κλοπής σε δεύτερο βαθμό, αφορώσα τις πράξεις που διαλαμβάνονται στην ογδόη, ενάτη και δεκάτη κατηγορία του ιδίου ως άνω κατηγορητηρίου, γ) παρ. 165.54, εγκληματική κατοχή κλαπείσης περιουσίας σε πρώτο βαθμό, αφορώσα τις πράξεις που διαλαμβάνονται στην τεσσαρακοστή έκτη κατηγορία του ιδίου κατηγορητηρίου, δ) παρ. 165.45(2) , εγκληματική κατοχή κλαπείσας περιουσίας σε τέταρτο βαθμό, αφορώσα τις πράξεις που διαλαμβάνονται στις κατηγορίες 83, 84, 85, 86, 92, 93, 94, 99, 107, 109, 110, 116, 119, 128, 131, 133, 134, 135, 136, 137, 139, 140, 141, 143, 144, 145, 146, 147, 148, και 149 του ιδίου κατηγορητηρίου, ε) παρ. 110 165.50, απόπειρα εγκληματικής κατοχής κλαπείσας περιουσίας σε τρίτο βαθμό, αφορώσα τις πράξεις που διαλαμβάνονται στις κατηγορίες 151, 152, 155, 157, 158, 159, 160, 161, 162, 163, 16, 165, 166, 167, 168, 169, 171, 172 και 173 του ίδιου κατηγορητηρίου, με προβλεπόμενες ποινές φυλακίσεως αντίστοιχα μέχρι 4, 15, και 25 έτη . Όσον αφορά τις προαναφερόμενες αυτές αξιόποινες πράξεις, λαμβανομένων υπόψη όλων των εγγράφων της δικογραφίας, των πρακτικών του πρωτοβαθμίου Συμβουλίου, αυτών που εξέθεσεν ο συνήγορος του εκκαλούντος στο ακροατήριο και δια του υπομνήματός του, αλλά και ο ίδιος ο παραστάς εκκαλών και η ενόρκως εξετασθείσα στο ακροατήριο ως μάρτυρας μητέρα του, δια του διερμηνέως, το Συμβούλιο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για τη βασιμότητά τους και ότι συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις εκδόσεως του συλληφθέντος αλλοδαπού, που είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο του οποίου ζητείται η έκδοση, δεν συντρέχει καμία περίπτωση απαγόρευσης εκδόσεως από την άνω συνθήκη ή το άρθρο 438 του ΚΠΔ και το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου ορθά γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος, προκειμένου να δικασθεί γι' αυτές στις ΗΠΑ. Άρα η υπό κρίση έφεση κατά το σημείο αυτό είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Όμως οι λοιπές πράξεις, για τις οποίες ζητείται η έκδοση του εκκαλούντος, που συνιστούν παραβάσεις των διατάξεων του ποινικού νόμου της Νέας Υόρκης και συγκεκριμένα α) διαφθορά επιχειρήσεως, παρ. 460.20(1) (α), αφορώσα πράξεις που διαλαμβάνονται στην πρώτη κατηγορία του άνω 3782/2007 κατηγορητηρίου, β) συνωμοσία σε πέμπτο βαθμό, παρ. 105.05 (1), αφορώσα τις πράξεις που διαλαμβάνονται στη δεύτερη κατηγορία του ιδίου κατηγορητηρίου, γ) ξέπλυμα χρήματος σε δεύτερο βαθμό, παρ. 470.15 (1) (β) (1) (Α), αφορώσα τις πράξεις που διαλαμβάνονται στην τριακοστή κατηγορία του ιδίου κατηγορητηρίου και δ) ξέπλυμα χρήματος σε δεύτερο βαθμό, παρ.470.15 (1) (β) (ιι) (Α), αφορώσα τις πράξεις που διαλαμβάνονται στην τριακοστή πρώτη κατηγορία του ιδίου κατηγορητηρίου, δεν περιλαμβάνονται στα εγκλήματα που ορίζονται ειδικώς στο άρθρο 2 της άνω συνθήκης Ελλάδος-ΗΠΑ και επομένως ο εκζητούμενος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 της ως άνω διμερούς συνθήκης και του άρθρου 440 του ΚΠοινΔ, που καθιερώνει την αρχή της ειδικότητας στις εκδόσεις, δεν μπορεί να εκδοθεί για να δικασθεί και γι' αυτές τις παραβάσεις που ζητείται. Το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Εφετών που γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως και για τις παραπάνω πράξεις, έσφαλε και, δεκτής καθισταμένης εν μέρει κατά τούτο της εφέσεως του εκζητουμένου ως βάσιμου, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις της άνω διμερούς συνθήκης και του ερμηνευτικού αυτής πρωτοκόλλου, προκύπτει ότι το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως εκδόσεως, κρίνει κατά πιθανολόγηση, αν είναι επαρκείς οι αποδείξεις για τη σύλληψη και την παραπομπή του εκζητουμένου σε δίκη, δηλαδή αν οι υποβληθείσες αποδείξεις πιθανολογούν την ενοχή του, ενώ ρητά αποκλείεται από το πρωτόκολλο, η δυνατότητα επιλύσεως του ζητήματος ενοχής ή αθωότητας του εκζητουμένου. Ο εκκαλών ζητεί το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει κατά της εκδόσεώς του στις ΗΠΑ, λόγω ανεπάρκειας των προσαχθεισών αποδείξεων παραπομπής του σε δίκη. Ο λόγος αυτός εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τις από 10-6-2008, σε νόμιμη μετάφραση προσαγόμενες, ένορκες δηλώσεις, προς υποστήριξη της αιτήσεως εκδόσεως, των α) John Bandler, βοηθού επαρχιακού εισαγγελέα στο γραφείο της κομητείας της Νέας Υόρκης και β) Michael Wigdor, ανωτέρου Ανακριτή στο γραφείο του επαρχιακού εισαγγελέα της ίδιας ως άνω κομητείας, τις από 23-9-2004, ήτοι μετά τη σύνταξη του κατηγορητηρίου, ένορκες βεβαιώσεις του δημοσίου κατηγόρου Στίβεν Κλάϊμερ, εισαγγελέως των Η.Π.Α και της επιθεωρήτριας των ταχυδρομείων των Η.Π.Α Σούζαν Ουάτσον και την όλη διαδικασία, προκύπτει ότι υφίστανται και επαρκείς αποδείξεις παραπομπής του εκζητουμένου Ουκρανού σε δίκη στην άνω αλλοδαπή πολιτεία για τις παραπάνω πράξεις. Σημειωτέον, ότι οι παραπάνω ένορκες δηλώσεις, γενόμεναι κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του ποινικού δικονομικού δικαίου των ΗΠΑ, έχουν νόμιμη ισχύ και λαμβάνονται νομίμως υπόψη και υπό των δικαστικών αρχών της Ελλάδος. Επομένως, αφού εκτιμάται ως άνω ότι υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις σε βάρος του εκκαλούντος, για την παραπομπή του σε δίκη για τις προαναφερθείσες πράξεις, ο έτερος λόγος της υπό κρίση εφέσεως, όπως εκτιμάται από το Συμβούλιο, ότι η ένδικη αίτηση εκδόσεως είναι απορριπτέα, γιατί δεν έχει προσαχθεί καμιά μαρτυρική κατάθεση σε σχέση με την ουσία της αποδιδόμενης στον εκκαλούντα κατηγορίας, που να στηρίζει τα εκδοθέντα σε βάρος του εντάλματα και την κατηγορία, παρά μόνο οι άνω δύο δηλώσεις των διωκτικών οργάνων, που δεν συνιστούν μαρτυρικές καταθέσεις, κατά την έννοια του νόμου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού συνυποβλήθηκαν με την αίτηση και οι μαρτυρικές καταθέσεις ή οι ταυτόσημες ένορκες βεβαιώσεις οι οποίες ελήφθησαν μετά τη σύλληψη και την αίτηση για έκδοση, οι οποίες παραδεκτά συνεκτιμώνται για την παραπάνω ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου. Συναφώς και οι λόγοι, ότι δεν αναφέρεται ο χρόνος τελέσεως των εγκλημάτων, ενώ αυτός σαφώς αναφέρεται ως παραπάνω, ως και το αίτημα του εκκαλούντος για αναβολή της συζητήσεως της ένδικης εφέσεως προκειμένου το Συμβούλιο να ζητήσει από τις αρχές των ΗΠΑ νέα αναγκαία συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία, κρίνονται ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αίτηση εκδόσεως, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και κατ'ουσίαν εν μέρει την έφεση.
Εξαφανίζει την με αριθμό 67/2008 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου.
Δέχεται εν μέρει την αίτηση εκδόσεως.
Γνωμοδοτεί υπέρ της εκδόσεως του ..., Ουκρανού υπηκόου, γεννηθέντος στις ... στο ... Ουκρανίας, κατοίκου ..., στις δικαστικές αρχές της κομητείας Νέας Υόρκης των ΗΠΑ, για να δικασθεί μόνο για τις παρακάτω πράξεις: α) Δολοπλοκία εξαπατήσεως σε πρώτο βαθμό- τρίτη κατηγορία του 3782/2007 κατηγορητηρίου. β) Δολοπλοκία εξαπατήσεως σε πρώτο βαθμό- τετάρτη κατηγορία του ιδίου ως άνω κατηγορητηρίου. γ) Μέγα παράπτωμα κλοπής σε πρώτο βαθμό - έκτη κατηγορία του ιδίου κατηγορητηρίου. δ) Μέγα παράπτωμα κλοπής σε δεύτερο βαθμό- ογδόη, ενάτη και δεκάτη κατηγορία του ιδίου κατηγορητηρίου. ε) Εγκληματική κατοχή κλαπείσας περιουσίας σε πρώτο βαθμό -τεσσαρακοστή έκτη κατηγορία του ιδίου κατηγορητηρίου. στ) Εγκληματική κατοχή κλαπείσας περιουσίας σε τέταρτο βαθμό -κατηγορίες 83, 84, 85, 86, 92, 93, 94, 99, 107, 109, 110, 116, 119, 128, 131, 133, 134, 13 5, 136, 137, 139, 140, 141, 143, 144, 145, 146, 147, 148 και 149 του ιδίου κατηγορητηρίου. Και ζ) Απόπειρα εγκληματικής κατοχής κλαπείσας περιουσίας σε τρίτο βαθμό -κατηγορίες 51, 152, 155, 157, 158, 159, 160, 161, 162, 163, 164, 165, 166, 167, 168, 1 69, 171, 172 και 173 του ιδίου κατηγορητηρίου, με τον όρο ότι δε θα διωχθεί, δικασθεί ή κρατηθεί σε εκτέλεση ποινής ή μέτρων ασφαλείας ή υποβληθεί σε οποιοδήποτε άλλο περιορισμό της ατομικής του ελευθερίας, ούτε θα εκδοθεί και θα παραδοθεί σε άλλο κράτος για άλλες πράξεις που τυχόν τελέστηκαν πριν την έκδοση αυτή, εκτός από εκείνες για τις οποίες ως παραπάνω εκδίδεται.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
|
Έκδοση Ουκρανού σε ΗΠΑ. Εφαρμογή διμερούς συνθήκης από 6-5-1931, κυρωθ. δια Ν. 5554/1932 λόγω μη επικύρωσης ακόμη από την Ελλάδα της από 25-6-2003 σύμβασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις ΗΠΑ. Η μη προσκομιδή στο δικαστήριο των εγγράφων εκείνων στα οποία στηρίχθηκε το κατηγορητήριο και το ένταλμα σύλληψης ανάγεται στο ουσία βάσιμο της αιτήσεως εκδόσεως και όχι στο παραδεκτό αυτής. Δεκτή εν μέρει η έφεση και η αίτηση. Γνωμοδότηση υπέρ εκδόσεως για ορισμένα μόνο εγκλήματα, όχι δε για άλλα που ζητείται, διότι δεν περιλαμβάνονται σε εκείνα που προβλέπει η διμερής συνθήκη.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 2095/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνστατινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1836/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1986/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, με αριθμό 156/4-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 268/23-11-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ κατά του υπ'αριθμ. 1836/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: 1.- Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 257/2007 βούλευμά του παρέπεμψε ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το υπ'αριθ. 1836/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Εναντίον του Εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 13-11-2007, με παράδοσή του στον ίδιο, η δε αίτηση ασκήθηκε την 23-11-2007, δηλαδή μέσα στη νόμιμη προθεσμία των δέκα ημερών (άρθρ. 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), αυτοπροσώπως από τον ίδιο ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον η υπ'αριθμ. 268/23-11-2007 έκθεση, όπου διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι, για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η υπέρβαση εξουσίας και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. To παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 544/2005 ΠΧ ΝΣΤ 19, ΑΠ 114/2004 ΠΧ ΝΒ1 29), β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006 ΠΧ ΝΣΤ'819, ΑΠ 345/2006 ΠΧ ΝΣΤ1 829). Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 1071/2005 ΠΧ ΝΣΤ 135, ΑΠ 1364/2006). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 1074/2006). 3. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 1836/2007 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, έκρινε, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις "ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα που επισυνάφθηκαν στη δικογραφία, τόσο κατά το στάδιο της αστυνομικής προανάκρισης όσο και κατά το στάδιο της κυρίας ανάκρισης, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι καταστάσεις των εταιρειών COSMOTE, VODAFONE, TIMQ, TELECOM, οι οποίες αποδεικνύουν τις κλήσεις και τα γραπτά μηνύματα, που πραγματοποιήθηκαν προς και από τα υπ'αρ. ....., .....και ..... κινητά τηλέφωνα, ως και τις κεραίες που ενεργοποιήθηκαν, για χρονικό διάστημα από 9-11-2004 έως 16-11-2004 και τα οποία αποτελούν νόμιμα αποδεικτικά μέσα, διότι λήφθηκαν νομίμως κατόπιν της κατ'άρθρο 4 Ν.2225/1994 άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών των ως άνω κινητών τηλεφώνων, δυνάμει του υπ'αρ. 2023/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η Ψ και ο κατηγορούμενος είχαν συνάψει δεσμό, ο οποίος διήρκεσε επί μία διετία περίπου, συζούσαν δε στην οικία της Ψ στα ..... . Στις 20-5-2003 η ανωτέρω γέννησε ένα αγόρι, το οποίο ο κατηγορούμενος αναγνώρισε εκουσίως (βλ. σχετική ληξιαρχική πράξη). Η συμβίωση δεν εξελίχθηκε ομαλά και κατά το θέρος του 2003, επήλθε διακοπή αυτής και ο δεσμός διακόπηκε οριστικά κατά την άνοιξη του 2004. Και μετά τη λύση της σχέσης, δεν υπήρξε ομαλότητα, συνεχίσθηκαν οι έριδες. Ο κατηγορούμενος συγκεκριμένα δεν ήθελε να παραδεχθεί ότι η σχέση είχε τελειώσει και συνεχώς οχλούσε την ανωτέρω για επανασύνδεση, εκείνη όμως αρνείτο, με αποτέλεσμα να υπάρχουν εντάσεις και επεισόδια. Τη 08.00 ώρα περίπου της 15-11-2004, ημέρα Δευτέρα, η Ψ επιβιβάστηκε στο υπ' αριθ. κυκλ. ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο της είχε παραχωρήσει προς χρήση ο εργοδότης της. Στο αυτοκίνητο επιβιβάσθηκε η αδελφή της Α, καθώς και ο ανήλικος υιός της, προκειμένου να τον μεταφέρει στον παιδικό σταθμό, όπως καθημερινά έπραττε. Όταν η οδηγός χρειάσθηκε να κάνει χρήση των φρένων και ενώ είχε εκκινήσει με μικρή ταχύτητα, διαπίστωσε ότι δεν λειτουργούσαν και το όχημα προσέκρουσε ελαφρά σε έμπροσθεν αυτού ευρισκόμενο σταθμευμένο αυτοκίνητο και ακινητοποιήθηκε, χωρίς να τραυματιστεί κάποιος από τους επιβαίνοντες. Κατόπιν αυτών η Ψ απευθύνθηκε σε αστυνομικούς, οι οποίοι της υπέδειξαν να απευθυνθεί σε μηχανικό αυτοκινήτων, για να διαπιστώσει τη μηχανική βλάβη, προφανώς θεωρώντας ότι επρόκειτο για συνήθη βλάβη. Η Ψ όντως ειδοποίησε τον Β, μηχανικό αυτοκινήτων, ο οποίος ήλεγξε το όχημα και διαπίστωσε τα ανωτέρω, ότι δηλαδή είχαν κοπεί όλα τα σωληνάκια υγρών των φρένων όλων των τροχών και κυρίως το απέδωσε σε εσκεμμένη ανθρώπινη ενέργεια, αποκλείοντας την περίπτωση της φθοράς (βλ. τις δύο βεβαιώσεις του ανωτέρω και την ενώπιον του Ανακριτή ένορκη κατάθεση του). Μετά τη διαπίστωση αυτή την επομένη ημέρα (16-11-2004) η Ψ και επειδή ήταν βέβαιη ότι η ανωτέρω δολιοφθορά ήταν έργο του κατηγορουμένου, μετέβη στο AT ..... και ανάφερε όλα όσα είχαν προηγηθεί του ως άνω συμβάντος και στις 22-9-2005 καταθέτοντας ενόρκως και πάλι ανέφερε χωρίς καμία επιφύλαξη ότι δράστης της ανωτέρω πράξης ήταν ο κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα η ανωτέρω ανέφερε και προέκυψε, ότι κατά το χρονικό διάστημα από 09/11/2004 έως 14/11/2004, ο κατηγορούμενος την απειλούσε για τη ζωή της, με κλήσεις προς το τηλέφωνο της, αλλά και με την αποστολή σχετικών απειλητικών γραπτών μηνυμάτων (SMS) προς το κινητό της τηλέφωνο. Συγκεκριμένα περί ώρα 09:08' της 09/11/2004 απέστειλε γραπτό μήνυμα (SMS) στο κινητό της τηλέφωνο με το εξής περιεχόμενο: "Ετοιμάσου πέντε μέρες έμειναν όσο δεν απαντάς. Αυτό που σου έκανα είναι πταίσμα σε αυτό που θα σου κάνουν. Καλή σου μέρα", ενώ περί ώρα 22:59' της 14/11/2004 απέστειλε και άλλο γραπτό μήνυμα (SMS) στο κινητό της τηλέφωνο με το εξής περιεχόμενο: "Ένα να ξέρεις σου ορκίζομαι στο παιδί μας ότι θα σε κάνω να υποφέρεις για το κακό που μου έκανες. Δεν θα ξαναχαρείς τίποτα. Θα σε τελειώσω."και την 23:40' της ίδιας ημέρας τηλεφώνησε στην κατηγορουμένη απειλώντας την ότι θα την σκοτώσει, ότι δεν θα γλιτώσει από αυτόν και ότι η μάνα της θα φορέσει μαύρα, προαναγγέλοντας με τον τρόπο αυτό την πράξη του. Η πραγματοποίηση και η αποστολή των ως άνω μηνυμάτων κλπ επιβεβαιώνεται και από τη σχετική κατάσταση της εταιρείας COSMOTE, στην οποία αναλυτικά αναφέρονται κλήσεις και γραπτά μηνύματα που πραγματοποιήθηκαν από το υπ' αρ. ..... κινητό τηλέφωνο, το οποίο ανήκει στον κατηγορούμενο (βλ. σχετική βεβαίωση εταιρείας COSMOTE). Συγκεκριμένα από την ανωτέρω κατάσταση προκύπτει πραγματοποίηση από τον ανωτέρω αριθμό κινητού τηλεφώνου κλήσεων και γραπτών μηνυμάτων κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (09/11/2004 - 14/11/2004) προς το υπ' αρ. ..... κινητό τηλέφωνο που ανήκει στη Ψ. Πέραν αυτών ο κατηγορούμενος εθεάθη από τη Α τις πρώτες πρωινές ώρες της 15/11/2004, να περιφέρεται γύρω από το ανωτέρω αυτοκίνητο, ήτοι λίγες ώρες πριν επιβιβαστούν σ' αυτό τα ανωτέρω πρόσωπα. Οι δύο ποθούσες δεν διατηρούν αμφιβολία ότι ο δράστης των ανωτέρω πράξεων είναι ο κατηγορούμενος (βλ. καταθέσεις τους). Η Ψ κατέθεσε, ότι δεν είχε με κανένα άλλο πρόσωπο οιουδήποτε είδους διαφορές. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου υπήρχε δόλος να επιφέρει το θάνατο στα ανωτέρω πρόσωπα. Συγκεκριμένα γνώριζε πολύ καλά ότι το αυτοκίνητο χρησιμοποιούσε η Ψ και μετέφερε καθημερινά το ανήλικο τέκνο τους στον παιδικό σταθμό. Παρά ταύτα και για να επιτύχει το σκοπό του, προέβη στην ανωτέρω ενέργεια, ήτοι με τη χρήση ενός κόφτη, έκοψε όλα τα σωληνάκια παροχής υγρών των φρένων και των τεσσάρων τροχών του αυτοκινήτου. Με την ενέργεια του αυτή ο δράστης έθεσε εκτός λειτουργίας το σύστημα πέδησης του οχήματος και σύμφωνα με τον εγκληματικό σχεδιασμό του προέβλεψε και ήθελε η οδηγός του οχήματος να απολέσει τον έλεγχο του, γεγονός βέβαιο (αν δεν μεσολαβούσε η πρόσκρουση που προαναφέρθηκε), ως εκ της προηγηθείσης συμπεριφοράς του και να ακολουθήσει θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα και να σκοτωθεί η ανωτέρω. Κατόπιν αυτών προκύπτει ότι υφίσταται άμεσος δόλος στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, ως προς την ανθρωποκτονία της ανωτέρω. Πέραν αυτού ο κατηγορούμενος γνώριζε πολύ καλά ότι αναπόφευκτη συνέπεια της πράξεως του θα ήταν να επέλθει το ίδιο αποτέλεσμα, ο θάνατος δηλαδή και στους συνεπιβάτες του οχήματος, γεγονός που το αποδέχθηκε. Η πράξη του όμως αυτή δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική του θέληση, αλλά από λόγους εξωτερικούς και ανεξαρτήτους της θελήσεως και συγκεκριμένα διότι το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε μετά την ως άνω πρόσκρουση, χωρίς να διαγράψει θανατηφόρο πορεία. Την πράξη ο κατηγορούμενος αποφάσισε και τέλεσε ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, όπως προκύπτει σαφώς από το γεγονός ότι τη συγκεκριμένη ημέρα δεν έλαβε χώρα κάποιο γεγονός, το οποίο να έδωσε έναυσμα για την αιφνίδια υπερένταση κάποιου συναισθήματος ή πάθους στον κατηγορούμενο, που να δικαιολογεί την εντεύθεν ύπαρξη βρασμού ψυχικής ορμής στο πρόσωπο του, ούτε κατά τη στιγμή της απόφασης, ούτε κατά τη στιγμή της εκτέλεσης της πράξης του, του εγκληματικού του σχεδίου. Τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος και με την κρινόμενη έφεση του, αρνούμενος την κατηγορία, δεν βρίσκουν έρεισμα στο αποδεικτικό υλικό, το οποίο είναι πλήρες και ικανό προς σχηματισμό δικανικής πεποίθησης. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι κατά τον επίμαχο χρόνο βρισκόταν στην ..... προς αναζήτηση εργασίας, έχοντας αναχωρήσει αεροπορικώς με την εταιρεία AEGEAN AIRLINES. To γεγονός αυτό προσπάθησαν με τις καταθέσεις τους, ανεπιτυχώς όμως, να επιβεβαιώσουν η μητέρα και η αδελφή του Γ και Δ αντίστοιχα, προσδιορίζοντας την αναχώρηση του δύο ή τρεις ημέρες μετά .την 08/11/2004. Από τη συνημμένη όμως βεβαίωση της ανωτέρω αεροπορικής εταιρείας, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν ταξίδεψε κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα με πτήση της στη ....., χωρίς να καταλείπεται αμφιβολία για εσφαλμένη αναγραφή του επωνύμου του (βλ. τη βεβαίωση). Περαιτέρω ο κατηγορούμενος αρνείται και την πραγματοποίηση των ανωτέρω απειλητικών τηλεφωνικών κλήσεων και γραπτών μηνυμάτων προς την Ψ, ισχυριζόμενος ότι το υπ' αρ. ..... κινητό τηλέφωνο, από το οποίο πραγματοποιήθηκαν οι ανωτέρω κλήσεις και απεστάλησαν τα ανωτέρω μηνύματα, δεν του ανήκει και ακόμη ότι δικό του είναι μόνο το με αριθ. κλήσεως ..... κινητό τηλέφωνο, ως προς το οποίο μάλιστα περαιτέρω ισχυρίζεται, ότι το είχε μαζί του απενεργοποιημένο, για όσο χρόνο διέμενε στη ..... . Και οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου κρίνονται αναληθείς, διότι και ο ως άνω αριθμός κλήσης ανήκει σε δικό του κινητό τηλέφωνο, ενώ ασφαλώς δεν απαιτείται να επισυναφθεί στην παρούσα και η σχετική σύμβαση, όσον αφορά το πρώτο εκ των ανωτέρω (βλ. ένορκες καταθέσεις Ψ και Α και συνημμένη βεβαίωση της εταιρείας COSMOTE). Η δεύτερη τηλεφωνική συσκευή εξάλλου όχι μόνο δεν ήταν απενεργοποιημένη κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, αλλά λειτουργούσε κανονικά, δεχόμενη και πραγματοποιώντας κλήσεις και αυτές ελάμβαναν χώρα από βάσεις κεραιών στην Ελλάδα, ως επί το πλείστον στα ....., όπου προφανέστατα βρισκόταν ο κατηγορούμενος (βλ. και τις συνημμένες καταστάσεις κλήσεων του εν λόγω κινητού τηλεφωνικών εταιριών TIM. VODAFONE, Q TELECOM και COSMOTE). Τέλος ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η πρώην σύντροφος του είχε διαφορές και με άλλα πρόσωπα, τα οποία μάλιστα την παρακολουθούσαν με διάφορα αυτοκίνητα. Και οι ισχυρισμοί αυτοί κρίνονται αναληθείς, δεν επιβεβαιώνονται από κανένα στοιχείο της δικογραφίας. Το γεγονός δε ότι με τη δεύτερη κατάθεση της η Ψ κατονόμασε χωρίς καμία αμφιβολία τον κατηγορούμενο ως δράστη των ανωτέρω, δεν ανατρέπει την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής εις βάρος του, ενώ είχε θεαθεί κατά τον ως άνω χρόνο, να περιφέρεται γύρω από το ως άνω αυτοκίνητο σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, δεν έσφαλε και ορθώς αποφάνθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα, στο οποίο κατά τα λοιπά αναφερόμεθα, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής εις βάρος του εκκαλούντα και τον παρέπεμψε στο αρμόδιο Δικαστήριο - Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο που θα ορισθεί αρμοδίως για απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (άρθρα 26 παρ. 1°, 27 παρ. 1 εδ. β', 42 παρ. 1, 94 παρ. 1 ΠΚ).
Συνεπώς η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα, ενώ δεν συντρέχει λόγος διενέργειας περαιτέρω κυρίας ανάκρισης, έχει δε ο εκκαλών αναπτύξει εκτενώς και διεξοδικά, με αναλυτικά και πολυσέλιδα υπομνήματα, κατά την απολογία του στο στάδιο της κυρίας ανάκρισης, αλλά και με την κρινόμενη έφεση του, τους ισχυρισμούς του και τις θέσεις του σε όλα τα ζητήματα της ουσίας της κατηγορίας, χωρίς να παρίσταται πλέον ανάγκη για περαιτέρω διευκρινίσεις και πρέπει να απορριφθούν τα ως άνω αιτήματα του (βλ. σχετικά αιτήματα του υποβληθέντα με την κρινόμενη έφεση του). Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συρροή σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου Χ κατά του πρωτοδίκου υπ'αριθμ. 257/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξεως, για την οποία κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26, 27, 42 παρ. 1, 94 και 299 παρ. 1 Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας αυτής δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην αίτηση επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα το Συμβούλιο Εφετών μνημονεύει στο προσβαλλόμενο βούλευμά του κατά κατηγορίες τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του για να σχηματίσει την παραπεμπτική για τον αναιρεσείοντα κρίση του και δεν ήταν απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας του, να αναφέρει ποια παραδοχή προκύπτει από το καθένα χωριστά, αρκεί ότι τα έλαβε υπόψη του και τα αξιολόγησε στο σύνολό τους για να σχηματίσει την παραπάνω κρίση του. Περαιτέρω δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Στο βούλευμα εκτίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ο δόλος του αναιρεσείοντα για την τέλεση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, γίνεται μάλιστα διάκρισή του σε άμεσο δόλο, αναφορικά με την απόπειρα ανθρωποκτονίας σε βάρος της Ψ και σε ενδεχόμενο δόλο, αναφορικά με την απόπειρα σε βάρος των δύο άλλων παθόντων. Επίσης το Συμβούλιο Εφετών απάντησε αιτιολογημένα σε όλους τους υπερασπιστικούς και αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα, παραθέτοντας ιδιαίτερες σκέψεις για την απόρριψή τους. Οι λοιπές στην κρινομένη αίτηση διαλαμβανόμενες αιτιάσεις πλήττουν, υπό το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου και για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. 4. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 245, 308 παρ. 1, 309 παρ. 1 εδ. δ', 312, 316 παρ. 2 και 319 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η ανάγκη ή μη συμπληρώσεως της ανακρίσεως (ή προανακρίσεως) και η διάταξη διενέργειας περαιτέρω ανακρίσεως ή προανακρίσεως, απόκειται στην κυριαρχική εκτίμηση του Δικαστικού Συμβουλίου, η οποία δεν υπόκειται κατά τούτο στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Σε περίπτωση όμως απορρίψεως αιτήματος, που έχει υποβληθεί από τον Εισαγγελέα ή τους διαδίκους, για τη διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως ή προανακρίσεως, προκειμένου να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη ή άλλη συγκεκριμένη ανακριτική πράξη, σε σχέση με συγκεκριμένο ζήτημα της κατηγορίας, το Συμβούλιο οφείλει να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση ειδικώς και εμπεριστατωμένως. Η αιτιολογία πάντως αυτή για την απόρριψη, έστω και σιωπηρώς, του αιτήματος που υποβάλλει ο κατηγορούμενος για περαιτέρω ανάκριση ή προανάκριση, θεωρείται ότι υπάρχει στην περίπτωση που το Συμβούλιο αποφαίνεται οριστικά επί της ουσίας και αιτιολογείται η ύπαρξη σοβαρών και επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που με πληρότητα παραθέτει και εκτιμά το Συμβούλιο (ΑΠ 1230/2007, ΑΠ 1421/2005, ΑΠ 511/2005). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 183, 274, 307 περ. α' και 309 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης απόκειται στην απόλυτη κρίση του Συμβουλίου και δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο, ενώ εξάλλου η αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος για πραγματογνωμοσύνη δεν συνεπάγεται ακυρότητα, ούτε ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 ΚΠΔ (ΑΠ 1450/2006, ΑΠ 1882/2006, ΑΠ 487/2007). Κατ'ακολουθίαν ο συναφής λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών απέρριψε σιωπηρώς και αναιτιολογήτως το αίτημα του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου για διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως, προκειμένου να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη και να διενεργηθούν και άλλες ανακριτικές πράξεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Συμβούλιο με την εκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, που παραθέτει, πλήρως αιτιολογεί την κρίση του για την ύπαρξη σοβαρών και επαρκών ενδείξεων ενοχής του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου και την παραπομπή αυτού στο ακροατήριο για την πράξη που του αποδίδεται και ως εκ τούτου είναι αιτιολογημένη η σιωπηρή απόρριψη του ως άνω αιτήματος. Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος που να δικαιολογεί την αναίρεση του προσβαλλομένου βουλεύματος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 268/23-11-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ κατά του υπ'αριθμ. 1836/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 28 Ιανουαρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το όρθρο 484 παρ. 1 εδ. δ Κ.Π.Δ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδομένη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Εξ άλλου, η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Η θεμελιουμένη με τον τρόπο αυτό αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της δίκαιας δίκης που καθιερώνει το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και υπερισχύει των ελληνικών νόμων (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ούτε παραβιάζει το από το άρθρο 2 παρ. 1 του εβδόμου πρωτοκόλλου της ίδιας πιο πάνω Σύμβασης, που υπογράφτηκε στο Στρασβούργο στις 21-11-1984 και κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, δικαίωμα αυτού που δικάζεται για εγκληματική ενέργεια να προσφεύγει σε δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο, ώστε να κριθεί από εμπειρότερους δικαστές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ή δικαστικού συμβουλίου, αφού στην περίπτωση αυτή η αναφορά γίνεται στην ειδικά αιτιολογημένη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, με την οποία αξιολογείται εκ νέου το αποδεικτικό υλικό που προέκυψε από την ανάκριση ή την προανάκριση. Τέλος, κατά το όρθρο 484 παρ.1 περ. β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφηρμόσθη στο βούλευμα. Εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το Συμβούλιο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του, τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα υπ' αριθμ. 1836/2007, του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απερρίφθη η ασκηθείσα υπό του αναιρεσείοντος έφεση κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος υπ' αριθμ. 257/2007 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο έχει παραπεμφθεί να δικασθεί για απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του Εισαγγελική πρόταση και με μνεία όλων κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπ' όψη του και δη ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα που επισυνάφθηκαν στη δικογραφία τόσο κατά το στάδιο της αστυνομικής προανάκρισης, όσο και κατά το στάδιο της κυρίας ανάκρισης, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι καταστάσεις των εταιρειών COSMOTE, VODAFONE, TIM Q-TELECOM, οι οποίες αποδεικνύουν τις κλήσεις και τα γραπτά μηνύματα, που πραγματοποιήθηκαν προς και από τα υπ' αρ. ....., ..... και ..... κινητά τηλέφωνα, ως και τις κεραίες που ενεργοποιήθηκαν, για χρονικό διάστημα από 09/11/2004 έως 16/11/2004 και τα οποία αποτελούν νόμιμα αποδεικτικά μέσα, διότι λήφθηκαν νομοτύπως κατόπιν της κατ' άρθρο 4 του Ν. 2225/1994 άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών των ως άνω κινητών τηλεφώνων, δυνάμει του υπ' αρ. 2023/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου εδέχθη ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η Ψ και ο κατηγορούμενος είχαν συνάψει δεσμό, ο οποίος διήρκεσε επί μία διετία περίπου, συζούσαν δε στην οικία της Ψ στα ..... . Στις 20/5/2003 η ανωτέρω γέννησε ένα αγόρι το οποίο ο κατηγορούμενος αναγνώρισε εκουσίως (βλ. σχετική ληξιαρχική πράξη). Η συμβίωση δεν εξελίχθηκε ομαλά και κατά το θέρος του 2003, επήλθε διακοπή αυτής και ο δεσμός διακόπηκε οριστικά κατά την άνοιξη του 2004. Και μετά τη λύση της σχέσης, δεν υπήρξε ομαλότητα, συνεχίσθηκαν οι έριδες. Ο κατηγορούμενος συγκεκριμένα δεν ήθελε να παραδεχθεί ότι η σχέση είχε τελειώσει και συνεχώς οχλούσε την ανωτέρω για επανασύνδεση, εκείνη όμως αρνείτο, με αποτέλεσμα να υπάρχουν εντάσεις και επεισόδια. Τη 08.00 ώρα περίπου της 15-11-2004, ημέρα Δευτέρα, η Ψ επιβιβάστηκε στο υπ' αριθ. κυκλ. ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο της είχε παραχωρήσει προς χρήση ο εργοδότης της. Στο αυτοκίνητο επιβιβάσθηκε αδελφή της Α, καθώς και ο ανήλικος υιός της, προκειμένου να τον μεταφέρει στον παιδικό σταθμό, όπως καθημερινά έπραττε. Όταν η οδηγός χρειάσθηκε να κάνει χρήση των φρένων και ενώ είχε εκκινήσει με μικρή ταχύτητα, διαπίστωσε ότι δεν λειτουργούσαν και το όχημα προσέκρουσε ελαφρά σε έμπροσθεν αυτού ευρισκόμενο σταθμευμένο αυτοκίνητο και ακινητοποιήθηκε, χωρίς να τραυματιστεί κάποιος από τους επιβαίνοντες. Κατόπιν αυτών η Ψ απευθύνθηκε σε αστυνομικούς, οι οποίοι της υπέδειξαν να απευθυνθεί σε μηχανικό αυτοκινήτων, για να διαπιστώσει τη μηχανική βλάβη, προφανώς θεωρώντας ότι επρόκειτο για συνήθη βλάβη. Η Ψ όντως ειδοποίησε τον Β, μηχανικό αυτοκινήτων, ο οποίος ήλεγξε το όχημα και διαπίστωσε τα ανωτέρω, ότι δηλαδή είχαν κοπεί όλα τα σωληνάκια υγρών των φρένων όλων των τροχών και κυρίως το απέδωσε σε εσκεμμένη ανθρώπινη ενέργεια, αποκλείοντας την περίπτωση της φθοράς (βλ. τις δύο βεβαιώσεις του ανωτέρω και την ενώπιον του Ανακριτή ένορκη κατάθεση του). Μετά τη διαπίστωση αυτή την επομένη ημέρα (16-11-2004) η Ψ και επειδή ήταν βέβαιη ότι η ανωτέρω δολιοφθορά ήταν έργο του κατηγορουμένου, μετέβη στο ΑΤ ..... και ανάφερε όλα όσα είχαν προηγηθεί του ως άνω συμβάντος και στις 22-9-2005 καταθέτοντας ενόρκως και πάλι ανέφερε χωρίς καμία επιφύλαξη ότι δράστης της ανωτέρω πράξης ήταν ο κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα η ανωτέρω ανέφερε και προέκυψε, ότι κατά το χρονικό διάστημα από 09/11/2004 έως 14/11/2004, ο κατηγορούμενος την απειλούσε για τη ζωή της, με κλήσεις προς το τηλέφωνό της, αλλά και με την αποστολή σχετικών απειλητικών γραπτών μηνυμάτων (SΜS) προς το κινητό της τηλέφωνο. Συγκεκριμένα περί ώρα 09:08' της 09/11/2004 απέστειλε γραπτό μήνυμα (SΜS) στο κινητό της τηλέφωνο με το εξής περιεχόμενο: "Ετοιμάσου πέντε μέρες έμειναν όσο δεν απαντάς. Αυτό που σου έκανα είναι πταίσμα σε αυτό που θα σου κάνουν. Καλή σου μέρα", ενώ περί ώρα 22:59' της 14/11/2004 απέστειλε και άλλο γραπτό μήνυμα (SΜS) στο κινητό της τηλέφωνο με το εξής περιεχόμενο: "Ένα να ξέρεις σου ορκίζομαι στο παιδί μας ότι θα σε κάνω να υποφέρεις για το κακό που μου έκανες. Δεν θα ξαναχαρείς τίποτα. Θα σε τελειώσω."και την 23:40' της ίδιας ημέρας τηλεφώνησε στην κατηγορουμένη απειλώντας την ότι θα την σκοτώσει, ότι δεν θα γλιτώσει από αυτόν και ότι η μάνα της θα φορέσει μαύρα, προαναγγέλοντας με τον τρόπο αυτό την πράξη του. Η πραγματοποίηση και η αποστολή των ως άνω μηνυμάτων κλπ επιβεβαιώνεται και από τη σχετική κατάσταση της εταιρείας COSΜΟΤΕ, στην οποία αναλυτικά αναφέρονται κλήσεις και γραπτά μηνύματα που πραγματοποιήθηκαν από το υπ' αρ. ..... κινητό τηλέφωνο, το οποίο ανήκει στον κατηγορούμενο (βλ. σχετική βεβαίωση εταιρείας COSΜΟΤΕ). Συγκεκριμένα από την ανωτέρω κατάσταση προκύπτει πραγματοποίηση από τον ανωτέρω αριθμό κινητού τηλεφώνου κλήσεων και γραπτών μηνυμάτων κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (09/11/2004 - 14/11/2004) προς το υπ' αρ. ..... κινητό τηλέφωνο που ανήκει στη Ψ. Πέραν αυτών ο κατηγορούμενος εθεάθη από τη Α τις πρώτες πρωινές ώρες της 15/11/2004, να περιφέρεται γύρω από το ανωτέρω αυτοκίνητο, ήτοι λίγες ώρες πριν επιβιβαστούν σ' αυτό τα ανωτέρω πρόσωπα. Οι δύο παθούσες δεν διατηρούν αμφιβολία ότι ο δράστης των ανωτέρω πράξεων είναι ο κατηγορούμενος (βλ. καταθέσεις τους). Η Ψ κατέθεσε, δεν είχε με κανένα άλλο πρόσωπο οιουδήποτε είδους διαφορές. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι στο πρόσωπο του κατηγορουμένου υπήρχε δόλος να επιφέρει το θάνατο στα ανωτέρω πρόσωπα. Συγκεκριμένα γνώριζε πολύ καλά ότι το αυτοκίνητο χρησιμοποιούσε η Ψ και μετέφερε καθημερινά το ανήλικο τέκνο τους στον παιδικό σταθμό. Παρά ταύτα και για να επιτύχει το σκοπό του, προέβη στην ανωτέρω ενέργεια, ήτοι με τη χρήση ενός κόφτη, έκοψε όλα τα σωληνάκια παροχής υγρών των φρένων και των τεσσάρων τροχών του αυτοκινήτου. Με την ενέργειά του αυτή ο δράστης έθεσε εκτός λειτουργίας το σύστημα πέδησης του οχήματος και σύμφωνα με τον εγκληματικό σχεδιασμό του προέβλεψε και ήθελε η οδηγός του οχήματος να απολέσει τον έλεγχό του, γεγονός βέβαιο (αν δεν μεσολαβούσε η πρόσκρουση που προαναφέρθηκε), ως εκ της προηγηθείσης συμπεριφοράς του και να ακολουθήσει θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα και να σκοτωθεί η ανωτέρω. Κατόπιν αυτών προκύπτει ότι υφίσταται άμεσος δόλος στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, ως προς την ανθρωποκτονία της ανωτέρω. Πέραν αυτού ο κατηγορούμενος γνώριζε πολύ καλά ότι αναπόφευκτη συνέπεια της πράξεώς του θα ήταν να επέλθει το ίδιο αποτέλεσμα, ο θάνατος δηλαδή και στους συνεπιβάτες του οχήματος, γεγονός που το αποδέχθηκε. Η πράξη του όμως αυτή δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική του θέληση, αλλά από λόγους εξωτερικούς και ανεξαρτήτους της θελήσεως και συγκεκριμένα διότι το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε μετά την ως άνω πρόσκρουση, χωρίς να διαγράψει θανατηφόρο πορεία. Την πράξη ο κατηγορούμενος αποφάσισε και τέλεσε ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, όπως προκύπτει σαφώς από το γεγονός ότι τη συγκεκριμένη ημέρα δεν έλαβε χώρα κάποιο γεγονός, το οποίο να έδωσε έναυσμα για την αιφνίδια υπερένταση κάποιου συναισθήματος ή πάθους στον κατηγορούμενο, που να δικαιολογεί την εντεύθεν ύπαρξη βρασμού ψυχικής ορμής στο πρόσωπό του, ούτε κατά τη στιγμή της απόφασης, ούτε κατά τη στιγμή της εκτέλεσης της πράξης του, του εγκληματικού του σχεδίου. Τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος και με την κρινόμενη έφεσή του, αρνούμενος την κατηγορία, δεν βρίσκουν έρεισμα στο αποδεικτικό υλικό, το οποίο είναι πλήρες και ικανό προς σχηματισμό δικανικής πεποίθησης. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι κατά τον επίμαχο χρόνο βρισκόταν στην ..... προς αναζήτηση εργασίας, έχοντας αναχωρήσει αεροπορικώς με την εταιρεία ΑΕGΕΑΝ ΑIRLINES. Το γεγονός αυτό προσπάθησαν με τις καταθέσεις τους, ανεπιτυχώς όμως, να επιβεβαιώσουν η μητέρα και η αδελφή του Γ και Δ αντίστοιχα, προσδιορίζοντας την αναχώρηση του δύο ή τρεις ημέρες μετά την 08/11/2004. Από τη συνημμένη όμως βεβαίωση της ανωτέρω αεροπορικής εταιρείας, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν ταξίδεψε κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα με πτήση της στη ....., χωρίς να καταλείπεται αμφιβολία για εσφαλμένη αναγραφή του επωνύμου του (βλ. τη βεβαίωση). Περαιτέρω ο κατηγορούμενος αρνείται και την πραγματοποίηση των ανωτέρω απειλητικών τηλεφωνικών κλήσεων και γραπτών μηνυμάτων προς την Ψ, ισχυριζόμενος ότι το υπ' αρ. ..... κινητό τηλέφωνο, από το οποίο πραγματοποιήθηκαν οι ανωτέρω κλήσεις και απεστάλησαν τα ανωτέρω μηνύματα, δεν του ανήκει και ακόμη ότι δικό του είναι μόνο το με αριθ. κλήσεως 6979458853 κινητό τηλέφωνο, ως προς το οποίο μάλιστα περαιτέρω ισχυρίζεται, ότι το είχε μαζί του απενεργοποιημένο, για όσο χρόνο διέμενε στη ..... . Και οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου κρίνονται αναληθείς, διότι και ο ως άνω αριθμός κλήσης ανήκει σε δικό του κινητό τηλέφωνο, ενώ ασφαλώς δεν απαιτείται να επισυναφθεί στην παρούσα και η σχετική σύμβαση, όσον αφορά το πρώτο εκ των ανωτέρω (βλ. ένορκες καταθέσεις Ψ και Α και συνημμένη βεβαίωση της εταιρείας COSΜΟΤΕ). Η δεύτερη τηλεφωνική συσκευή εξάλλου όχι μόνο δεν ήταν απενεργοποιημένη κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, αλλά λειτουργούσε κανονικά, δεχόμενη και πραγματοποιώντας κλήσεις και αυτές ελάμβαναν χώρα από βάσεις κεραιών στην Ελλάδα, ως επί το πλείστον στα ....., όπου προφανέστατα βρισκόταν ο κατηγορούμενος (βλ. και τις συνημμένες καταστάσεις κλήσεων του εν λόγω κινητού τηλεφωνικών εταιριών ΤΙΜ. VODAFONE, Q ΤΕLECOM και COSΜΟΤΕ). Τέλος ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η πρώην σύντροφός του είχε διαφορές και με άλλα πρόσωπα, τα οποία μάλιστα την παρακολουθούσαν με διάφορα αυτοκίνητα. Και οι ισχυρισμοί αυτοί κρίνονται αναληθείς, δεν επιβεβαιώνονται από κανένα στοιχείο της δικογραφίας. Το γεγονός δε ότι με τη δεύτερη κατάθεσή της η Ψ κατονόμασε χωρίς καμία αμφιβολία τον κατηγορούμενο ως δράστη των ανωτέρω, δεν ανατρέπει την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής εις βάρος του, ενώ είχε θεαθεί κατά τον ως άνω χρόνο, να περιφέρεται γύρω από το ως άνω αυτοκίνητο σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, δεν έσφαλε και ορθώς αποφάνθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα, στο οποίο κατά τα λοιπά αναφερόμεθα, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής εις βάρος του εκκαλούντα και τον παρέπεμψε στο αρμόδιο Δικαστήριο - Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο που θα ορισθεί αρμοδίως για απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (άρθρα 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 εδ. β', 42 παρ. 1, 94 παρ. 1 ΠΚ).
Συνεπώς η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα, ενώ δεν συντρέχει λόγος διενέργειας περαιτέρω κυρίας ανάκρισης, έχει δε ο εκκαλών αναπτύξει εκτενώς και διεξοδικά, με αναλυτικά και πολυσέλιδα υπομνήματα, κατά την απολογία του στο στάδιο της κυρίας ανάκρισης, αλλά και με την κρινόμενη έφεσή του, τους ισχυρισμούς του και τις θέσεις του σε όλα τα ζητήματα της ουσίας της κατηγορίας, χωρίς να παρίσταται πλέον ανάγκη για περαιτέρω διευκρινίσεις και πρέπει να απορριφθούν τα ως άνω αιτήματά του (βλ. σχετικά αιτήματά του υποβληθέντα με την κρινόμενη έφεσή του).
Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού (στο βούλευμα) εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία εκρίθη ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα πραγματικά αυτά περιστατικά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26, 27, 42 § 1, 94 και 299 § 1 Π.Κ. Ειδικότερα το Συμβούλιο Εφετών αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβεν υπ' όψη του για να σχηματίσει την κρίση του περί υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων ενοχής προς παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, χωρίς να είναι αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να εκθέτει τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων το ότι δε εις ορισμένα σημεία εξαίρονται τινά δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψη τα άλλα. Επίσης στο βούλευμα εκτίθενται τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τον δόλο του κατηγορουμένου, άμεσο ως προς την απόπειρα ανθρωποκτονίας εις βάρος της Ψ και ενδεχόμενο ως προς την ομοία των δύο άλλων παθόντων προς δε και το Συμβούλιο με πλήρη αιτιολογία απήντησε εις τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς και τους απέρριψε.
Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ποινικής διατάξεως, ως και περί υπερβάσεως εξουσίας εκ του ότι, με το να δεχθεί δόλο του κατηγορουμένου "προοιωνίζει την καταδίκη του" άμα δε προκαταλαμβάνει την κρίση του δικαστηρίου με συνέπεια να δημιουργεί εις βάρος του τετελεσμένα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ' ό μέρος δε με αυτούς προβάλλονται εν μεγάλη εκτάσει αιτιάσεις κατά της εσφαλμένης αξιολογήσεως των αποδεικτικών μέσων και, εντεύθεν, της εσφαλμένης εκτιμήσεως των συνθηκών του αποδιδομένου εις τον αναιρεσείοντα εγκλήματος ως και κρίσεις και επιχειρήματα από αυτόν για διαφορετική εκτίμηση και αποδεικτική αιτιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, απορριπτέο δε ως απαράδεκτο και το νυν αίτημα περί περαιτέρω ανακρίσεως υποβαλλόμενο ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Μετά ταύτα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23/11/2007 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1836/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 1 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
|
Αιτιολογία παραπεμπτικού βουλεύματος. Επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση διατακτικού με αιτιολογικό. Επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία είναι σαφής και πλήρης. Όχι αντίθεση σε άρθρο 6 ΕΣΔΑ. Πότε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Δόλος. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απόπειρα, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Εισαγγελική Πρόταση.
| 1
|
Αριθμός 2091/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Χαράλαμπο Δημάδη, ορισθέντα με την υπ'αριθμό 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καμπά, περί αναιρέσεως της 7733/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 148/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των παραγράφων 1, 3 και 4 του άρθρου 17 στοιχ. Β' του Ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών" προκύπτει για το Εφετείο Αθηνών, όπου προβλέπεται οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των δέκα πέντε (15) εφετών και Εισαγγελέων το Τριμελές Ποινικό Εφετείο συγκροτείται νομίμως υπό την προεδρία του Εφέτου που εκληρώθη και με την συμμετοχή του κληρωθέντος επίσης εισαγγελέως ή αντεισαγγελέως εφετών, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην εκδιδομένη απόφαση ότι εκείνοι που μετέσχον στη σύνθεση του δικαστηρίου είναι αυτοί, οι οποίοι εκληρώθησαν, ούτε σε σχέση με τον προεδρεύοντα εφέτη ότι κωλύονται ο πρόεδρος εφετών και οι αρχαιότεροι εφέτες.
Συνεπώς ο εκ των άρθρων 171 παρ.1α και 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ. λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίον η σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, δεν ήτο σύμφωνος με τις διατάξεις των άνω άρθρων ως και του 5 παρ.1,2 και 3 του Οργανισμού των Δικαστηρίων, διότι προήδρευσε εφέτης και συμμετείχαν ως μέλη εφέτες, χωρίς να αναφέρει ότι όλοι είναι αυτοί οι οποίοι εκληρώθησαν, η δε προεδρεύουσα εφέτης ήσκησε καθήκοντα ως αναπληρώτρια του κωλυομένου προέδρου εφετών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ ακυρότητα που λαμβάνεται υπ'όψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο ακόμη προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Εξ αυτών προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από τον νόμον, υποχρέωση του δικαστού να δημιουργήσει οίκοθεν τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των άνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγουμένη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Ούτως από τις διατάξεις των άρθρων 333 παρ.3 και 369 παρ.3 ΚΠΔ υφίσταται υποχρέωση του διευθύνοντος την συζήτηση να δίδει τον λόγο τελευταίως στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, που έχουν δικαίωμα να μιλούν πάντοτε τελευταίοι. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, αφού απελογήθησαν οι παρόντες κατηγορούμενοι, η Πρόεδρος έδωσε τον λόγο στον Εισαγγελέα και τους διαδίκους κατά τα άρθρα 368 και 333 ΚΠΔ, αν έχουν ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση και μετά, αφού απήντησαν αρνητικά, εκήρυξε την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Μετά έδωσε τον λόγο στον Εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα και τέλος στους κατηγορουμένους. Περί αυτού ειδικότερα αναφέρει η απόφαση: Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων αφού έλαβαν το λόγο από την Πρόεδρο και ανάπτυξαν την υπεράσπιση ζήτησαν την απαλλαγή τους άλλως αναβολή για να κλητευθεί να καταθέσει ο Α. Ο Εισαγγελέας αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος αναβολής. Ο πληρεξούσιος του Πολιτικώς ενάγοντος όταν του δόθηκε ο λόγος από την Πρόεδρο ζήτησε ν'απορριφθεί το αίτημα. Οι πληρεξούσιοι των κατηγορουμένων ζήτησαν και πάλι την αθώωση των πελατών τους άλλως την αναβολή της δίκης. Οι κατηγορούμενοι, όταν ρωτήθηκαν από την Πρόεδρο αν έχουν να προσθέσουν τίποτε για την υπεράσπισή τους απάντησαν αρνητικά. Ούτως ο ισχυρισμός της αναιρεσειούσης ότι εδόθη ο λόγος μόνο στους "σώματι" παρόντες κατηγορουμένους και όχι και στον συνήγορό της ο οποίος την εξεπροσώπει, κατά το άρθρο 340 παρ.2 ΚΠΔ όπως ισχύει μετά τον Ν. 3346/17-6-2005 στη δίκη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και, εντεύθεν, υπήρξε πλημμέλεια επιφέρουσα ακυρότητα, είναι αβάσιμος.
Συνεπώς και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η κατά το είδος του αναφορά γενικώς χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο τινά εξ αυτών κατ'επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων και των μαρτυρικών καταθέσεων ως και η από τον αναιρεσείοντα διαφορετική εκτίμηση και αποδεικτική αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, διότι ούτω πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη είναιη εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη ότι προέκυψαν στην αληθή έννοιά του, αλλά και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, εδέχθη, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό με το διατακτικό, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα και από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, ένορκες καταθέσεις των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα τα οποία ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο, απολογία των εμφανισθέντων κατηγορουμένων και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, ότι το δικαστήριο πείσθηκε ότι η 1η κατηγορουμένη Χ1 (και ο 3ος κατηγορούμενος Χ2) έχουν τελέσει την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτής. Ειδικότερα αποδείχθηκαν τα εξής: Η 1η κατηγορούμενη Χ1 ως νόμιμη εκπρόσωπος και ο 3ος κατηγορούμενος Χ2 ως επιβλέπων του προσωπικού της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΕΧ - Μεταλλικές Κατασκευές Μηχανική Α.Ε.", η οποία εδρεύει στο 23° χιλιόμετρο της Νέας Εθνικής οδού Αθηνών Κορίνθου, δεν έλαβαν την 8-7-2002 τα αναγκαία μέτρα προστασίας και ασφάλειας του προσωπικού αυτής, με συνέπεια από αμέλειά τους να τραυματιστεί ο εργαζόμενος Ψ. Συγκεκριμένα την 8-7-2002 ανέθεσαν στον αμμοβολιστή βαφέα Ψ να εργαστεί στο τμήμα χειριστών γερανών και να μεταφέρει με γερανογέφυρα σε άλλο σημείο του εργοστασίου δοκό διατομής ΗΕΒ 700, ύψους 0,70 μ., μήκους 11,50 μ. και βάρους 3,8 tm περίπου, στα άκρα της οποίας υπήρχαν δοκοί ίδιας διατομής σε τριγωνική μορφή, μολονότι γνώριζαν ότι αυτός δεν είχε άδεια χειριστού γερανού ούτε είχε εκπαιδευτεί κατάλληλα για τη συγκεκριμένη εργασία, ούτε είχε ενημερωθεί επαρκώς σχετικά με την εργασία αυτή. Αποτέλεσμα αυτού ήταν, κατά την ανύψωση της δοκού σε όρθια θέση, προκειμένου να εφαρμοστούν κάτω από τα πέλματα αυτής αλυσίδες για την μεταφορά της τα δύο πλαϊνά τμήματα στις άκρες να πατήσουν στο έδαφος, η δοκός να αρχίσει να ταλαντεύεται, να ξεφύγει από το άγκιστρο και να επιπέσει στο δεξιό κάτω άκρο του παθόντος, με συνέπεια αυτός να υποστεί ακρωτηριασμό δεξιάς ποδοκνημικής και άκρου ποδός κάτωθεν του γόνατος. Την εν λόγω εργασία οι προαναφερόμενοι ανέθεσαν στον αμμοβολιστή βαφέα Ψ επειδή την ημέρα εκείνη οι χειριστές γερανών και οι βοηθοί τους ήταν απασχολημένοι σε άλλη εργασία που τους είχε ανατεθεί ή απουσίαζαν. Από έλλειψη δε της προσοχής των παραπάνω κατηγορουμένων, που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν λόγω της προαναφερόμενης ιδιότητάς τους, δηλαδή της νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας η Χ1 και του επιβλέποντος του προσωπικού ο Χ2, δεν προέβλεψαν το αποτέλεσμα (ακρωτηριασμό παθόντος) που προκάλεσε η πράξη τους (ανάθεση στον παθόντα της μεταφοράς της δοκού με τον γερανό) και προξένησαν στον παθόντα την άνω σωματική βλάβη, την οποία μπορούσαν όμως και ήταν υποχρεωμένοι λόγω της παραπάνω ιδιότητας τους να την αποτρέψουν, με την μη ανάθεση στον παθόντα της χρήσης του γερανού για την μεταφορά της δοκού, εφόσον δεν είχε άδεια χειριστού γερανού ούτε την κατάλληλη εκπαίδευση και τις απαιτούμενες γνώσεις ώστε να προβεί στην εργασία αυτή. Στην κρίση ότι η 1η και ο 3ος (4ος στην πρωτόδικη απόφαση) των κατηγορουμένων είναι υπεύθυνοι για τον τραυματισμό του παθόντος το Δικαστήριο καταλήγει, αφού λαμβάνει κυρίως υπόψη του: 1) Την με αρ. πρωτ. ..... έκθεση αυτοψίας του τεχνικού επιθεωρητή του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ....., σύμφωνα με την οποία, το ατύχημα ήταν δυνατόν να αποφευχθεί αν τη γερανογέφυρα την χειριζόταν άτομο που είχε τη σχετική άδεια. 2) Την ανωμοτί κατάθεση του παθόντος, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι την εργασία αυτή του την ανέθεσε ο κατηγορούμενος Χ2, ως εργοδηγός, ότι δεν μπορούσε να αρνηθεί γιατί θα τον απέλυαν και ότι την αμμοβολή η εταιρεία την είχε δώσει σε εξωτερικό συνεργάτη γι' αυτό τον πήγαν σε άλλη εργασία όπως έκαναν και με άλλους συναδέλφους του και ότι το σωματείο είχε διαμαρτυρηθεί πολλές φορές γι' αυτό και είχαν παραπονεθεί και στη διεύθυνση εργασίας. 3) Την κατάθεση του μάρτυρα Β, λογιστή της εταιρείας, στην οποία αναφέρει ότι είχε επέμβει και το Σωματείο εργαζομένων ώστε καθένας να εργάζεται στην ειδικότητά του, από το οποίο προκύπτει ότι οι εργαζόμενοι ανεπιτρέπτως απασχολούντο και σε εργασίες της μη ειδικότητάς τους. Το κατατιθέμενο από τον μάρτυρα αυτόν ότι ο παθών απασχολείτο μόνο στην αμμοβολή και ότι όλοι απασχολούντο στην ειδικότητά τους, πέραν του ότι έρχεται σε αντίθεση με όσα αυτός κατέθεσε αμέσως παραπάνω, δεν κρίνεται πειστικό και για το λόγο ότι αναιρείται από το κατατιθέμενο από τον ίδιο μάρτυρα ότι όταν έγινε το ατύχημα δεν υπήρχε εργασία για αμμοβολή, ότι οι δύο εργαζόμενοι δεν είχαν εργασία για 2-3 μήνες και ότι αυτό το διάστημα ο παθών απασχολείτο σε εργασίες καθαρισμού. Επίσης, το κατατιθέμενο από τον μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να είχε δώσει εντολή να χειριστεί ο παθών το μηχάνημα αφού δεν ήταν χειριστής, δεν κρίνεται πειστικό και για τον πρόσθετο λόγο ότι αυτός παραλείπει να δώσει κάποια εξήγηση πως ένας απλός εργάτης σε μια μεγάλη εταιρεία, όπως ήταν η "ΒΙΕΧ -Μεταλλικές Κατασκευές Μηχανική Α.Ε.", ανέλαβε μόνος του τέτοια πρωτοβουλία με κίνδυνο μάλιστα της σωματικής του ακεραιότητας και 4) Το Ημερολόγιο Μηχανικού Ασφάλειας με εγγραφές από 20-12-1994 μέχρι 20-5-2002, από το οποίο προκύπτει ότι απασχολούντο από την εταιρεία στη χρήση γερανογεφυρών άτομα μη ειδικευμένα. Ειδικότερα, α) στην εγγραφή 20-5-2002 (πριν δηλ. το ατύχημα άρα σε ανύποπτο χρόνο) αναφέρεται από τον μηχανικό ασφάλειας Γ (2° κατηγορούμενο) ότι παρατηρείται το φαινόμενο να χειρίζονται γερανογέφυρες εργαζόμενοι που δεν κατέχουν άδειες χειρισμού, ότι δημιουργείται κίνδυνος για την σωματική ακεραιότητα τη δική τους αλλά και των γύρω εργαζομένων και ότι απαιτείται η λειτουργία γερανογεφυρών να γίνεται μόνο από αδειούχους χειριστές και β) στην εγγραφή 21-4-2000 ότι ο χειρισμός των γερανογεφυρών και του λοιπού εξοπλισμού διακίνησης υλικού πρέπει πάντα να γίνεται από έμπειρους και ειδικευμένους εργαζόμενους .
Το ότι δεν λαμβάνονταν τα αναγκαία μέτρα για την ασφάλεια των εργαζομένων ενισχύεται και από το με αρ. πρωτ. ..... έγγραφο του σωματείου εργαζομένων της ΒΙΕΧ "Ο ΑΓΩΝΑΣ" προς τη Διοίκηση της ΒΙΕΧ, στο οποίο καταγγέλλεται ότι δεν λαμβάνεται επαρκής πρόνοια για την ασφάλεια και την υγιεινή των εργαζομένων και ότι όσον αφορά τα ατυχήματα συναδέλφων και τα οποία προέρχονται από αμέλεια υπευθύνων κυρίως της παραγωγής το Σωματείο δεν μπορεί να ανεχθεί άλλα και θα καταγγείλει κάθε υπεύθυνο σε μελλοντικό συμβάν. Το έγγραφο βέβαια αυτό είναι μεταγενέστερο του κρισίμου χρόνου, αβίαστα όμως συνάγεται από αυτό ότι στην εν λόγω εταιρεία και στο παρελθόν υπήρχε πρόβλημα ως προς την τήρηση των όρων ασφάλειας των εργαζομένων.
Το κατατιθέμενο από τον μάρτυρα υπεράσπισης ότι ο παθών προσπάθησε να γυρίσει μόνος του την δοκό και χτύπησε δεν κρίνεται πειστικό. Κατά πρώτον διότι, όπως ο ίδιος δέχεται, δεν ήταν παρών κατά το ατύχημα και άρα δεν έχει άμεση αντίληψη σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος αλλά όσα καταθέτει τα γνωρίζει από άλλους. Κατά δεύτερον δε διότι παραλείπει να αναφέρει την πηγή της γνώσης του.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 μέχρι την τέλεση του εγκλήματος διήγαγαν έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίο και συνεπώς πρέπει να τους αναγνωρισθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση (άρθρο 84 παρ.2 α ΠΚ). Μετά ταύτα το δικαστήριο εκήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους για σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υποχρέου και επέβαλε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών εις έκαστον, ανασταλείσαν επί τριετίαν (άρθρο. 314, 315 παρ.1 εδ.β' ΠΚ). Με τις άνω παραδοχές του το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του άνω εγκλήματος για το οποίο και κατεδικάσθη η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων εστηρίχθη προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίος υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη των άρθρων 314, 315 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αφού ανέφερε όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβεν υπ'όψη, δεν ήτο ανάγκη, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να χωρήσει και εις την αξιολογική εκτίμηση όλων αυτών και την συγκριτική στάθμισή των, από το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν συνάγεται ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, διατί δεν εξαίρονται τα άλλα, περαιτέρω δε αναφέρει τις σκέψεις με τις οποίες κατέληξε στην καταδικαστική του για την αναιρεσείουσα κρίση σχετικά με την σωματική βλάβη εξ αμελείας του παθόντος.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εις την προσβαλλομένη απόφαση, και αντιθέσεως στη διάταξη 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ ιδία εκ του ότι έγινε αξιολόγηση ορισμένων μόνον εκ των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Καθ'ό μέρος, υπό την επίφαση του άνω λόγου, επιχειρείται η από την αναιρεσείουσα διάφορος εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων του παθόντος και του Β ως και των εγγράφων ("αδειών μηχανοδηγών χειριστών", κατάσταση προσωπικού και ωρών εργασίας" κλπ), αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτος, διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Τέλος εφ'όσον η δίωξη ησκήθη για σωματική βλάβη εξ αμελείας παρ' υποχρέου, δι' ην και κατεδικάσθη η αναιρεσείουσα και όχι για παράβαση του άρθρου 11 παρ.2 του ΠΔ 395/1994, με τις ποινικές κυρώσεις εκ του άρθρου 25 Ν. 2224/1994, φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους ή με χρηματική ποινή, ο ισχυρισμός της αναιρεσειούσης ότι έπρεπε, εφ' όσον η πράξη έχει τελεσθεί την 8-7-2002, ήτοι μέχρι της δημοσιεύσεως του Ν. 3346/17-6-2005, να παύσει υφ' όρον η ποινική δίωξη κατ' άρθρον 31 του Νόμου αυτού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, απορριπτέος δε και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως ως αβάσιμος, υποστηρίζων εν εκτάσει τα αντίθετα.
Μετά ταύτα, απορριπτομένων όλων των λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-12-2007 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθμ. 7733/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακή σύνθεση δικαστηρίου. Όχι ακυρότητα, εάν δεν αναφέρεται στην απόφαση ότι οι μετέχοντες στη σύνθεση δικαστηρίου κληρώθηκαν και ότι μετέχει προεδρεύων Εφέτης επειδή κωλύεται ο Πρόεδρος. Άρθρα 333 παρ. 3 και 369 παρ. 3 ΚΠΔ. Ο διευθύνων δίδει το λόγο στον κατηγορούμενο τελευταίως. Για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως δεν απαιτείται συγκριτική αξιολόγηση ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Δικαστηρίου σύνθεση.
| 0
|
Αριθμός 2085/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αλέξανδρο Νικάκη (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Βέργο, για αναίρεση της 1334/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 24 Δεκεμβρίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 630/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί στο σύνολό της η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 6 § 1 ΠΚ, οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη που χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που τελέσθηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκε ή αν διαπράχθηκε σε πολιτειακά ασύντακτη χώρα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την εφαρμογή των ελληνικών ποινικών νόμων για πράξη που χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που διαπράχθηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό απαιτείται, ως εξωτερικός όρος του αξιοποίνου, να είναι η πράξη αυτή αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκε. Αν ο εξωτερικός όρος του αξιοποίνου ελλείπει, όπου επιβάλλεται και ορίζεται στο νόμο, δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη και επομένως ούτε περί συμμετοχής σ' αυτήν μπορεί να γίνει λόγος. Εξαίρεση αποτελούν τα αναφερόμενα στο άρθρο 8 του ίδιου Κώδικα εγκλήματα, ως προς τα οποία εφαρμόζονται οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι σε ημεδαπούς και αλλοδαπούς, ανεξάρτητα από τους νόμους του τόπου τελέσεώς τους, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται και αυτό για το οποίο καταδικάσθηκε, κατά τα κατωτέρω, ο αναιρεσείων. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην διάταξη που εφήρμοσε.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1334/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για ηθική αυτουργία σε απόπειρα παράνομης μεταφοράς αλλοδαπών από το εξωτερικό στην Ελλάδα από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα και με σκοπό το παράνομο κέρδος και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 6 ετών και δύο μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική και συνολική χρηματική ποινή 75.000 ευρώ. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών σκεπτικού και διατακτικού της ως άνω αποφάσεως, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για το ότι στον ..., τον Οκτώβριο του έτους 2000, με την ιδιότητα του ουσιαστικού πλοιοκτήτη του φορτηγού πλοίου "..." σημαίας Γεωργίας και φερομένης πλοιοκτησίας της εταιρίας "... TNC", η οποία εξυπηρετούσε δικά του συμφέροντα και είχε την πραγματική της έδρα στον Πειραιά, με πειθώ, φορτικότητα, προτροπές, συμβουλές, παραινέσεις και υπόσχεση πορισμού περιουσιακού οφέλους, προκάλεσε εκ προθέσεως στον Α, πλοίαρχο, την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη της παράνομης μεταφοράς αλλοδαπών από το εξωτερικό στην Ελλάδα με σκοπό το παράνομο κέρδος, εκείνος δε επεχείρησε πράξη περιέχουσα αρχή εκτελέσεως αυτής, μη ολοκληρωθείσης από λόγους εξωτερικούς και ανεξαρτήτους της θελήσεώς του και συγκεκριμένα, αναλαβών την πλοιαρχία του ως άνω πλοίου και επιβιβάσας σ' αυτό 73 πακιστανούς λαθρομετανάστες, απέπλευσε από την ... της Τουρκίας για να τους μεταφέρει στην Ελλάδα, έναντι αμοιβής που αυτοί κατέβαλαν, η πράξη του αυτή, όμως, δεν ολοκληρώθηκε, διότι μετά τον άνω απόπλου το πλοίο προσέκρουσε σε βράχια του κόλπου της ... λόγω θαλασσοταραχής και βυθίστηκε τις πρωϊνές ώρες της 1-1-2001, με αποτέλεσμα να πνιγούν 41 από τους λαθρομετανάστες που εγκλωβίστηκαν σ' αυτό. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, και το με αριθ. πρωτ. ..... έγγραφο του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, από την παραδεκτή επισκόπηση του οποίου, για την έρευνα της βασιμότητας του κατωτέρω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι η πράξη της παράνομης μεταφοράς αλλοδαπών στη χώρα δεν τιμωρείται κατά τον τουρκικό ποινικό κώδικα. Από την όμοια επισκόπηση, επίσης, της πρωτόδικης ΒΤ 3189/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, προκύπτει ότι δι' αυτής κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη κατά των τότε συγκατηγορουμένων του αναιρεσείοντος, ως άνω πλοιάρχου και Α' Μηχανικού του ανωτέρω πλοίου, φυσικού αυτουργού και αμέσου συνεργού του, αντιστοίχως, στην συγκεκριμένη απόπειρα μεταφοράς, για έλλειψη της προϋποθέσεως του άρθρου 6 § 3 ΠΚ (εγκλήσεως των παθόντων ή αιτήσεως της κυβερνήσεως της χώρας όπου τελέσθηκε η πράξη) αλλά και διότι η πράξη της παράνομης μεταφοράς αλλοδαπών δεν είναι αξιόποινη κατά τους τουρκικούς ποινικούς νόμους. Ενόψει των ανωτέρω το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με το να κρίνει ένοχο τον αναιρεσείοντα ηθικής αυτουργίας σε τελεσθείσα στην Τουρκία απόπειρα παράνομης μεταφοράς λαθρομεταναστών από την Τουρκία με προορισμό την Ελλάδα, καίτοι η πράξη αυτή δεν ήταν αξιόποινη στην Τουρκία, ήτοι με το να δεχθεί ηθική αυτουργία σε πράξη η οποία, καίτοι έγκλημα κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους (άρθρο 33 § 1 του Ν. 1975/1991), δεν θεωρείται έγκλημα κατά τους νόμους της χώρας όπου η πράξη αυτή τελέσθηκε (Τουρκία), εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 6 ΠΚ, ενώ όφειλε, ορθώς ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τη διάταξη αυτή, να κηρύξει αθώο τον αναιρεσείοντα για τον ανωτέρω λόγο. Είναι, επομένως, βάσιμος ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ πρώτος λόγος του δικογράφου των από 24-12-2007 παραδεκτώς ασκηθέντων προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την εν λόγω πλημμέλεια και πρέπει, ενόψει του ότι η ένδικη αίτηση περιέχει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, αυτόν της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, μη συντρεχούσης περιπτώσεως εφαρμογής της παρ., 2 του άρθρου 518 Κ.Ποιν.Δ, διότι ο ανωτέρω εξωτερικός όρος του αξιοποίνου δεν συνάπτεται με πραγματικό γεγονός, ώστε να απομένει στάδιο έρευνας από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά με νομικό γεγονός, ήτοι το περιεχόμενο αλλοδαπού δικαίου, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και από τον Άρειο Πάγο και μη υφισταμένης αξιόποινης πράξεως, κατά τα εκτεθέντα, πρέπει ο αναιρεσείων να κηρυχθεί αθώος (άρθρο 518 § 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 1334/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και
Κηρύσσει τον αναιρεσείοντα Χ αθώο του ότι, στον ..., κατά τον Οκτώβριο του έτους 2000, με την ιδιότητά του ως πλοιοκτήτου του πλοίου "..." σημαίας Γεωργίας, πλοιοκτησίας της εταιρείας "..... INC", η οποία εξυπηρετούσε τα συμφέροντά του και η οποία είχε την πραγματική της έδρα στον Πειραιά, με πειθώ, φορτικότητα, πιεστικές προτροπές, παραινέσεις και υπόσχεση πορισμού περιουσιακού οφέλους που δεν έχει προσδιορισθεί, προκάλεσε από πρόθεση στον Α, πλοίαρχο του προαναφερθέντος πλοίου, την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη της παράνομης μεταφοράς αλλοδαπών από το εξωτερικό στην Ελλάδα από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα και με σκοπό το παράνομο κέρδος και ο οποίος επιχείρησε πράξη, που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως δηλαδή απέπλευσε από το λιμένα του ... για Τουρκία, στα παράλια της οποίας επιβίβασε εβδομήντα τρεις (73) λαθρομετανάστες, για να τους μεταφέρει στην Ελλάδα με σκοπό το παράνομο όφελος πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την πράξη του αυτή για λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους προς τη θέλησή του, αφού το πλοίο βυθίστηκε τις πρωινές ώρες της 1-1-2001 έξω από την ... της Τουρκίας, προκαλώντας έτσι το θάνατο από πνιγμό σαράντα ενός (41) λαθρομεταναστών που εγκλωβίστηκαν σ' αυτό, από τον τρόπο δε και τις περιστάσεις που ενήργησε συνάγεται ότι ενεργεί τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπό το παράνομο όφελος δηλαδή ότι τελεί κατ' επανάληψη την πράξη αυτή έχοντας διαμορφώσει γι' αυτό την κατάλληλη υποδομή (εξεύρεση πλοίου, πλοιοκτήτη, πληρώματος κλπ.), για την επίτευξη του σκοπού αυτού που αποβλέπει στον πορισμό εισοδήματος, στοιχείο που χαρακτηρίζει την προσωπικότητά του.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2008
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επί αδικημάτων τελουμένων στην αλλοδαπή από ημεδαπό το στοιχείο της προβλέψεως της αξιόποινης πράξεως ως κακουργήματος ή πλημμελήματος και κατά τους νόμους της χώρας στο έδαφος της οποίας τελείται κατ’ άρθρο 6 § 1 ΠΚ συνιστά εξωτερικό όρο του αξιοποίνου. Ελλείποντος του εξωτερικού αυτού όρου του αξιοποίνου δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη και επομένως ούτε περί ηθικής αυτουργίας σ’ αυτό μπορεί να γίνει λόγος. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση για ηθική αυτουργία σε απόπειρα μεταφοράς λαθρομεταναστών από την Τουρκία στην Ελλάδα διότι η πράξη της παράνομης μεταφοράς λαθρομεταναστών δεν τιμωρείται κατά τους τουρκικούς ποινικούς νόμου όπου η απόπειρα αυτή φέρεται ότι τελέστηκε.
|
Όρος εξωτερικός αξιοποίνου
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Λαθρομεταναστών μεταφορά, Έγκλημα ημεδαπού στην αλλοδαπή, Όρος εξωτερικός αξιοποίνου.
| 0
|
Αριθμός 2087/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρπουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008 και 1 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου ... που παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Διοματάρη, κατά της υπ'αριθμ. 780/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Αλβανίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 3/11-7-2008 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Θεολόγου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1265/2008. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 451 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται σ' αυτόν για τον οποίο ζητείται η έκδοση και στον εισαγγελέα, να ασκήσουν έφεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως, η υπό κρίση με αριθμό 3/11-7-2008 έφεση, ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως την ως άνω ημερομηνία με δήλωση ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά της 780/10-7-2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία τούτο γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως στις Αλβανικές Αρχές του εκζητούμενου - εκκαλούντος ..., Αλβανού υπηκόου, για να εκτίσει ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών, που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμό 158/22-6-2000 απόφαση του Πρωτοδικείου της επαρχίας Κορυτσάς, για ανθρωποκτονία από πρόθεση και για παράνομη κατοχή όπλου. Γι' αυτό, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία.
Κατά το άρθρο 436 του ΚΠΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της έκδοσης αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων (αρθρ. 437-456 ΚΠΔ), οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία, που δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξάλλου, η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, που υπογράφηκε στο Παρίσι και κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 6-5-1961 με το νόμο 4165/1961 και από την Αλβανία στις 19-5-1998, με έναρξη ισχύος 17-8-1998, από δε την κύρωσή της διέπει το δίκαιο της έκδοσης μεταξύ των πιο πάνω κρατών, στο άρθρο 2 παρ. 1 αυτής, ορίζει ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους, τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσον και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας, ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή, ενώ στην περίπτωση που έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή έχει επιβληθεί μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος κράτους η απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διαρκείας τεσσάρων μηνών κατ' ελάχιστον όριο. Περαιτέρω, στο άρθρο 12 αυτής, με τον τίτλο "αιτήσεις και δικαιολογητικά στοιχεία" ορίζονται τα ακόλουθα: Η αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση πρέπει, αν δεν έχει συμφωνηθεί με απευθείας συνεννόηση μεταξύ των μερών άλλο μέσο, να διατυπωθεί εγγράφως και να υποβληθεί δια της διπλωματικής οδού και για την υποστήριξή της να προσαχθούν α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο, είτε εκτελεστής δικαστικής απόφασης είτε εντάλματος σύλληψης ή άλλης πράξης, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους, που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους β) έκθεση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και χρόνου διάπραξης τους, του κατά νόμο χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις, που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερα και γ) αντίγραφο των διατάξεων, που προβλέπουν την πράξη ή εφόσον τούτο δεν καθίσταται εφικτό, δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου, καθώς και ο κατά το δυνατό ακριβέστερος καθορισμός του προσώπου που καταζητείται και κάθε άλλη πληροφορία, που μπορεί να καθορίσει την ταυτότητα και εθνικότητα αυτού. Εξ' άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις της ως άνω Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως και περί εκδόσεως του Κ.Π.Δ (436 έως 456), το Συμβούλιο Εφετών δεν μπορεί να προβεί σε έρευνα για την ύπαρξη ή όχι στοιχείων ενοχής του εκζητουμένου ή για το νομότυπο ή μη της κλητεύσεώς του ενώπιον του εκδόσαντος την καταδικαστική απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου και να καταλήξει σε κρίση αντίθετη εκείνης της εκτελεστής αποφάσεως του αλλοδαπού δικαστηρίου, προς εκτέλεση της οποίας ζητείται η έκδοση του εκζητουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αναγνώστηκαν, σε συνδυασμό και με όσα εξέθεσε ο εκζητούμενος και ο πληρεξούσιος Δικηγόρος του προφορικά, καθώς και με την έφεση ενώπιον του Συμβουλίου, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, γνωμοδότησε για την έκδοση στις Αλβανικές δικαστικές αρχές του Αλβανού υπηκόου ..., για να εκτίσει ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών, η οποία του επιβλήθηκε με την υπ' αριθμό 158/22-6-2000 απόφαση του Πρωτοδικείου Κορυτσάς Αλβανίας, που κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμό 107/11-10-2000 απόφαση του Εφετείου Κορυτσάς Αλβανίας, για τις πράξεις α) της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και β) της παράνομης κατοχής όπλου. Για την έκδοση του εκκαλούντος, ο οποίος συνελήφθη και κρατείται στις Δικαστικές Φυλακές Θεσσαλονίκης, δυνάμει της υπ' αριθμό πρωτ. 331/08/27-05-2008 εντολής του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, έχει υποβληθεί νόμιμα από το κράτος της Αλβανίας, η υπ' αριθμό 220/3 από 25-6-2008 ρηματική διακοίνωση της Αλβανικής πρεσβείας στην Αθήνα, και η υπ' αριθμ. 220/3/25-6-2008 σχετική αίτηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Αλβανίας, η οποία διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, με το υπ' αριθμό πρωτ. 74.093 ΦΕΑ 121 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Με την αίτηση αυτή συνυποβάλλονται και όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα έγγραφα σε αντίγραφα στην Αλβανική γλώσσα, η μετάφραση της οποίας στην ελληνική έγινε επισήμως από το πρωτότυπο αλβανικό κείμενο, και συγκεκριμένα: 1) η προαναφερθείσα υπ' αριθμό 158/22-6-2000 εκτελεστή ποινική απόφαση του Πρωτοδικείου Κορυτσάς Αλβανίας, 2) η εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη του Αλβανικού Ποινικού Κώδικα, που αφορά τις πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο εκζητούμενος και συγκεκριμένα οι διατάξεις των άρθρων 76, 278/2 και 84/α του Αλβανικού Ποινικού Κώδικα που αναφέρονται στις αξιόποινες πράξεις και τις προβλεπόμενες ποινές, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο εκζητούμενος, οι διατάξεις δε αυτές επισυνάπτονται στην αίτηση σε πρωτότυπο και σε μετάφραση στην Ελληνική, η οποία, όπως βεβαιώνεται, έγινε επισήμως από το Αλβανικό κείμενο, 3) το από 9-6-2008 πιστοποιητικό γέννησης του εκζητουμένου του Ληξιαρχείου της πόλης Κορυτσάς. Δηλαδή προσκομίζονται όλα τα έγγραφα που προβλέπονται από τις ως άνω διατάξεις. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι πράξεις για τις οποίες έχει καταδικασθεί ο εκζητούμενος είναι αξιόποινες και κατά την ημεδαπή νομοθεσία και συγκεκριμένα προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 1, 14, 26, 27, 299 παρ. 1 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα, σε βαθμό κακουργήματος, και άρθρο 7 του Ν. 2168/1993. Περαιτέρω από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας συνάγεται ότι ο εκκαλών είναι το αυτό πρόσωπο με τον εκζητούμενο από τις Αλβανικές Αρχές, για το οποίο έχει χωρήσει η πιο πάνω καταδίκη, γεγονός το οποίο δεν αμφισβήτησε και ο ίδιος, ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, που παρέστη με το συνήγορο του και, ως εκ τούτου δεν συντρέχει καμία από εκείνες τις περιπτώσεις που προβλέπει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση ή το άρθρο 438 ΚΠΔ, οι οποίες αποκλείουν την έκδοση. Τα ειδικότερα περιστατικά των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο εκζητούμενος, αναφέρονται λεπτομερώς στην παραπάνω καταδικαστική απόφαση, η οποία έχει ήδη τελεσιδικήσει, ήτοι κατέστη εκτελεστή, όπως απαιτεί η ανωτέρω Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Οι ισχυρισμοί του, που αποτελούν και το. μοναδικό λόγο της εφέσεώς του, και ειδικότερα, α) ότι είναι αβάσιμη η εναντίον του κατηγορία, ότι είναι διαφορετικός ο χρόνος τελέσεως των πράξεων, για τον οποίο θα πρέπει να σημειωθεί, ότι από πρόδηλη παραδρομή, αναφέρεται στο σχετικό ένταλμα εκτέλεσης της υπ' αριθμό 158/2000 ποινικής αποφάσεως, διαφορετικός χρόνος από τον πραγματικό, αυτόν της 6ης Αυγούστου 1997, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, αφού, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 443 παρ. 1 και 450 παρ. 2 ΚΠΔ, δηλαδή το Συμβούλιο δεν έχει δικαίωμα να ερευνήσει τη βασιμότητα της κατηγορίας, ή το νομότυπο ή μη της κλητεύσεώς του ενώπιον του εκδόσαντος την καταδικαστική απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου και να καταλήξει σε κρίση αντίθετη εκείνης, όταν η έκδοση ζητείται στο πλαίσιο εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως (ν. 4165/1961), στο άρθρο 12 παρ. 2 της οποίας προσδιορίζονται σαφώς τα στοιχεία που πρέπει να υποβάλει το αιτούν την έκδοση μέρος. Σύμφωνα με όλες τις προηγούμενες σκέψεις, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις κατά την πιο πάνω διεθνή σύμβαση και το άρθρο 438 ΚΠΔ, για την έκδοση του εκκαλούντος, στις Δικαστικές αρχές της Αλβανίας, προκειμένου αυτός να εκτίσει την ποινή του. Επομένως, το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του εκκαλούντος, μετ'απόρριψη του αιτήματος περί αναβολής της δίκης, δεν έσφαλε και γι αυτό οι αντίθετοι ισχυρισμοί του, καθώς και η έφεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσία αβάσιμοι, επιβληθούν δε σε αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσία την υπ' αριθμό 3/11-7-2008 έφεση, κατά της υπ' αριθμό 780/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στις Αλβανικές Αρχές του εκζητουμένου - εκκαλούντος ..., Αλβανού υπηκόου, που γεννήθηκε στις ..., στην ... της Αλβανίας. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2008 και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, την 1 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση αλβανού υπηκόου στις δικαστικές αρχές Αλβανίας προκειμένου να εκτίσει ποινή 10 ετών για ανθρωποκτονία από πρόθεση κπλ. Αβάσιμος ο σχετικός λόγος εφέσεως. Απορρίπτει κατ’ ουσία την έφεση.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 2084/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελένη Σπίτσα (ορισθείσα με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Βασιλειάδου, για αναίρεση της ΒΤ 3971/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1886/2007.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 § 1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, ασχέτως ποσού, οι οποίες τον βαρύνουν, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας πάσης φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει εντός μηνός από τότε που κατέστησαν απαιτητές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 § 1 περ. α' του Π.Δ 669/1981 "Καταστατικό Ταμείου Συντάξεων Αυτοκινητιστών", στην ασφάλιση του ΤΣΑ υπάγονται υποχρεωτικώς οι ιδιοκτήτες αυτοκινήτων δημοσίας χρήσεως, εφόσον έχουν τη χρήση και εκμετάλλευση τούτων. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της μη έγκαιρης καταβολής ασφαλιστικών εισφορών προς το ΤΣΑ από ασφαλισμένο σ' αυτό ιδιοκτήτη αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως, απαιτείται να προσδιορίζεται η ιδιότητα του υποχρέου ως ιδιοκτήτη έχοντος τη χρήση και εκμετάλλευση τούτου. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν αναφέρονται, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος και επί των οποίων στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την ιδιότητα του κατηγορουμένου ως υποκειμένου του εγκλήματος αυτού. Τέτοια έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει και όταν κατά την έκθεση των περιστατικών που ανάγονται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, παρατηρείται, είτε στην αυτοτελή αιτιολογία της αποφάσεως, είτε μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της, ασάφεια ή αντίφαση. Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, επίσης, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη ΒΤ 3971/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε κατ' έφεση, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του ότι "ως ιδιοκτήτης αυτοκινήτου Δ.Χ είχε την υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών στο Ταμείο Συντάξεων Αυτοκινητιστών, τις οποίες δεν κατέβαλε στον ανωτέρω Οργανισμό για το χρονικό διάστημα από 9/98 έως 31/10/2002, ανερχόμενες στο ποσό των 12.214 ευρώ". Στο σκεπτικό της αποφάσεως, αφού αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, εκτίθενται τα εξής: "....προέκυψε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος ως ιδιοκτήτης αυτοκινήτου Δ.Χ., δεν κατέβαλε για το χρονικό διάστημα από 9/98 έως 31/10/2002 τις ασφαλιστικές εισφορές στο Ταμείο Συντάξεων Αυτοκινητιστών, που ανέρχονται στο ποσό των 12.466,57 ευρώ, τις οποίες αυτός εξακολουθεί να οφείλει μέχρι σήμερα, αφού δεν έχει προβεί σε καταβολές ποσών ούτε και σε ρύθμιση. Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί ένοχος". Στη συνέχεια του σκεπτικού αυτού, κατά την αιτιολόγηση της αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού του άρθρου 84 § 2 περ. β' ΠΚ, εκτίθεται ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων "δεν ωθήθηκε στην πράξη από ταπεινά αίτια δεδομένου ότι ..... από το έτος 1996 δεν έχει το αυτοκίνητο ..... καθόσον αυτό ήδη από το 1996, μετά από αναγκαστική κατάσχεση, εκπλειστηριάσθηκε". Με αυτές, όμως, τις παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η αιτιολογία της παρίσταται ελλιπής, διότι δεν αναφέρει ότι ο αναιρεσείων είχε τη χρήση και εκμετάλλευση του αυτοκινήτου Δ.Χ., ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του καταβολής στο ΤΣΑ ασφαλιστικών εισφορών, ως ασφαλισμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου αυτού, αλλά και ασαφής και αντιφατική αφού στο μεν διατακτικό κηρύχθηκε ένοχος ως ιδιοκτήτης του ανωτέρω αυτοκινήτου στο δε σκεπτικό γίνεται δεκτό άλλοτε ότι ήταν ιδιοκτήτης του υπόψη αυτοκινήτου κατά το κρίσιμο διάστημα και άλλοτε ότι αυτό είχε κατασχεθεί και εκπλειστηριασθεί από το έτος 1996, ήτοι πριν από τον ενδιαφέροντα χρόνο (9/1998 έως 31/10/2002).
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και νόμιμης βάσεως, γι' αυτό και πρέπει να αναιρεθεί κατά παραδοχήν των εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ λόγων της αιτήσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και ναι μεν έχει ήδη εξαλειφθεί το αξιόποινο λόγω παραγραφής, με την πάροδο οκταετίας από της τελέσεώς τους, ως προς τις μερικότερες πράξεις του εν προκειμένω εξακολουθούντος εγκλήματος ήτοι τις φερόμενες ως τελεσθείσες οκτώ έτη αναδρομικώς πριν από τη δημοσίευση της παρούσης (μάλιστα ορισμένες εξ αυτών είχαν ήδη παραγραφεί κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και καθ' υπέρβαση της εξουσίας του το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν έπαυσε την ποινική δίωξη ως προς αυτές, όπως βασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τελευταίο λόγο της αιτήσεως). Ενόψει, όμως, του ότι οι παραγραφείσες αυτές μερικότερες πράξεις δεν προσδιορίζονται επακριβώς κατά ταυτότητα και κυρίως κατά το ποσόν των ασφαλιστικών εισφορών που η καθεμία αφορά ώστε να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη γι' αυτές το Δικαστήριο τούτο, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ως άνω Δικαστήριο και ως προς τις πράξεις αυτές, το οποίο εκείνο θα παύσει οριστικώς την εν λόγω ποινική δίωξη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη ΒΤ 3971/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ασφαλιστικές εισφορές του ΤΣΑ. Προϋπόθεση υποχρεώσεως καταβολής του από ιδιοκτήτη αυτοκινήτου δημοσίας χρήσεως. Αναιρείται η καταδικαστική για μη έγκαιρη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών ως προς το ΤΣΑ λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, διότι δεν εκθέτει ότι ο ως ιδιοκτήτης αυτοκινήτου Δ.Χ. καταδικασθείς αναιρεσείων είχε τη χρήση και εκμετάλλευση τούτου, αλλά και διότι γίνεται αντιφατικώς δεκτό απ’ την απόφαση άλλοτε ότι ο αναιρεσείων ήταν ιδιοκτήτης του υπ’ όψη αυτοκινήτου κατά τον ενδιαφέροντα χρόνο και άλλοτε ότι αυτό είχε εκπλειστηριασθεί προ του χρόνου αυτού.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 1
|
Αριθμός 2083/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ανδρουλάκη, Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καραμητσάνη και Χ3, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Καραμητσάνη και Κωνσταντίνο - Δημήτριο Τριανταφυλλόπουλο, περί αναιρέσεως της 1039/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χριστοπαντελή Παυλάτο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28.3.2007 και 29.3.2007 τρεις χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, καθώς και στο από 19.11.2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων του πρώτου, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 644/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις των δύο πρώτων αναιρεσειόντων και να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του τρίτου αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, από 28.3.2007 και 29.3.2007 (δύο), των κατηγορουμένων Χ1, Χ2 και Χ3, αντιστοίχως, όπως η πρώτη διαμορφώθηκε με τους παραδεκτώς ασκηθέντες, δια του από 19.11.2007 δικογράφου, πρόσθετους λόγους, κατά της 1039/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε, όμως, ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε, με την έννοια ότι η ενέργεια ή παράλειψη του δράστη είναι χαρακτηριστέα ως αιτία του αποτελέσματος, έστω και αν συγχρόνως ή μεταγενεστέρως συνέτρεξε προς παραγωγήν του και άλλη ανθρώπινη ενέργεια ή παράλειψη, χωρίς την οποία δεν θα επήρχετο τούτο. Στην τελευταία, όμως, περίπτωση, για τη θεμελίωση της ποινικής ευθύνης του δράστη, δεν αρκεί η ύπαρξη αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως αυτού και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος, ο οποίος θεμελιώνει μόνον το αντικείμενο της νομικής εκτιμήσεως, δηλαδή την πράξη, ως πρώτο στοιχείο του εγκλήματος, αλλά απαιτείται περαιτέρω ο δράστης να μπορούσε, αν κατέβαλε την προσήκουσα προσοχή, να προβλέψει την παρεμβαλλόμενη αμελή ενέργεια ή παράλειψη του τρίτου.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1039/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κηρύχθηκαν ένοχοι οι ήδη αναιρεσείοντες ανθρωποκτονίας από αμέλεια και επιβλήθηκε στον καθένα ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη. Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε στο αιτιολογικό της, κατά τις κρίσιμες παραδοχές του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει κατά το είδος τους, αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα περιστατικά: "Στο ... εντός του χώρου του εργοστασίου της ΤΙΤΑΝ Α.Ε, στις 15-12-2001 οι κατηγορούμενοι όντας υπόχρεοι από το επάγγελμά τους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλειά τους, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, προξένησαν το θάνατο του ..., χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη τους. Ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, με την ιδιότητά του ως Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας ΤΙΤΑΝ Α.Ε, από αμέλειά του επέτρεπε παρανόμως: α) κατά παράβαση του άρθρου 11 του παραρτήματος 11 του Πρ, Δ/τος 16/96 και των άρθρων 10. 1-2-3 του Πρ. Δ/τος 305/96, που εφαρμόζεται σε συμμόρφωση προς την οδηγία 92/57 της ΕΟΚ, τη στάθμευση οχημάτων της εταιρίας σε χώρο στάθμευσης που βρίσκεται στο τέλος των κτιριακών εγκαταστάσεών της, μέσω ενός διαδρόμου μεταφοράς, ο οποίος δεν είχε διευθετηθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε η διέλευση των μεταφορικών μέσων και πεζών να είναι ασφαλής, καθόσον ο δρόμος που οδηγούσε στο χώρο στάθμευσης είναι ιδιαίτερα στενός, μόλις 17 μέτρα πλάτος, σε σχέση με τα μεγέθη των διερχομένων υπέρβαρων φορτηγών, ενώ κατέληγε σε απότομη στροφή με μικρή ορατότητα, αφού είχε μικρή υψομετρική ανάβαση που δημιουργούσε κίνδυνο πρόσκρουσης των διερχομένων επί των σταθμευμένων φορτηγών, β) τη διέλευση και τη στάθμευση φορτηγών, παρότι κατά παράβαση του άρθρου 10 παρ. 11 περ. 9.2-9.3 του Πρ. Δ/τος 16/96 και του άρθρου 8-1 του παραρτήματος IV, μέρος Α του Πρ. Δ/τος 305/96 οι εγκαταστάσεις φωτισμού στο χώρο στάθμευσης και στο χώρο κυκλοφορίας δεν είχαν κατασκευασθεί ή διευθετηθεί ανάλογα με τέτοιο τρόπο ώστε να μη δημιουργούνται κίνδυνοι για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, υπό την ιδιότητα του τεχνικού ασφάλειας στο εργοστάσιο αυτό, δεν είχε φροντίσει για τη λήψη και εφαρμογή των μέτρων ασφάλειας που προαναφέρθηκαν και ο τρίτος κατηγορούμενος Χ3, με την ιδιότητα του οδηγού του υπ' αριθ. ..... φορτηγού οχήματος, κάνοντας κίνηση όπισθεν με το όχημα αυτό κατά λίγα μέτρα προς το διάδρομο κυκλοφορίας των φορτηγών της εταιρίας και λαμβανομένου υπόψη ότι ο διάδρομος ήταν στενός και οι συνθήκες φωτισμού ανεπαρκείς, ελλείψει των μέτρων ασφάλειας που προαναφέρθηκαν, χωρίς να ελέγξει το διάδρομο κυκλοφορίας, προσέκρουσε με το οπίσθιο δεξιό μέρος της καρότσας του φορτηγού του στην καμπίνα του χειριστηρίου του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ..... βαρέως οχήματος WARCO - CATERPILAR, που οδηγούσε ο ..., την οποία καμπίνα αφού συνέθλιψε και αφού εξέτρεψε την πορεία του τελευταίου οχήματος, το οποίο εξήλθε του περιβόλου του εργοστασίου επάνω σε συρματόπλεγμα, επέφερε βαρύτατες κακώσεις στο λαιμό, στο θώρακα, στην κοιλιά και τη λεκάνη, σωματικές βλάβες ως μόνες ενεργά αιτίες, επήλθε ο θάνατός του........ Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων περιστατικών και ανεξάρτητα αν και ο παθών συνέβαλε στο ατύχημα με την ενέργειά του να θέλει να σταθμεύσει σε χώρο που δεν επιτρεπόταν, οι κατηγορούμενοι συνέβαλαν με την αυτή αμελή τους συμπεριφορά στον ατύχημα που προκάλεσε το θάνατο του ... και πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου της έφεσης του εισαγγελέως Πρωτοδικών Θήβας, να κηρυχθούν ένοχοι, όπως ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας, με το ελαφρυντικό του 84 παρ. 2α του ΠΚ γιατί μέχρι τότε διήγαν έντιμο οικογενειακό, αστικό, κοινωνικό και επαγγελματικό εν γένει βίο συμβάσεις". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, αφενός δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με την εκτεθείσα έννοια, αφετέρου παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 παρ. 1 ΠΚ, αφού προς θεμελίωση της κρίσεώς του περί ενοχής των κατηγορουμένων και ειδικότερα της κρίσεώς του για την ύπαρξη αμέλειας αυτών, στην αρχή μεν του προπαρατεθέντος σκεπτικού της αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος Χ1 επέτρεπε τη στάθμευση των οχημάτων της εταιρείας σε χώρο στο τέλος των κτιριακών εγκαταστάσεών της μέσω διαδρόμου που δεν είχε διευθετηθεί κλπ, στο τέλος δε του σκεπτικού αυτού αναφέρει αντιφατικά "ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων περιστατικών και ανεξάρτητα αν και ο παθών συνέβαλε στο ατύχημα με την ενέργειά του να θέλει να σταθμεύσει σε χώρο που δεν επιτρεπόταν, οι κατηγορούμενοι συνέβαλαν με την αυτή αμελή τους συμπεριφορά στο ατύχημα που προκάλεσε το θάνατο του ...", έτσι ώστε από την αντίφαση αυτή να δημιουργείται ασάφεια ως προς το τι δέχθηκε τελικώς το Δικαστήριο περί του αν "επιτρεπόταν" η στάθμευση των οχημάτων της εταιρείας "ΤΙΤΑΝ ΑΕ" στο τέλος των κτιριακών της εγκαταστάσεων και η διέλευσή τους μέσω του προαναφερθέντος στενού, ενόψει του όγκου των διερχομένων υπέρβαρων φορτηγών αυτοκινήτων, διαδρόμου ή "δεν επιτρεπόταν", γεγονός κρίσιμο για την υποκειμενική θεμελίωση του προαναφερθέντος εγκλήματος. Πέραν της αντιφάσεως αυτής, η οποία αφορά όλους τους αναιρεσείοντες, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ελλιπής ως προς τους δύο πρώτους εξ αυτών, Χ1 και Χ2, αφού δεν παρατίθενται σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι οι εν λόγω αναιρεσείοντες προέβλεψαν ως δυνατή ή μπορούσαν να προβλέψουν, αν κατέβαλαν την προσήκουσα προσοχή, την αμελή συμπεριφορά του τρίτου κατηγορουμένου Χ3 από την οποία, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, επήλθε ο θανάσιμος τραυματισμός του ... . Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι των αιτήσεων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το καταδικαστικό για ανθρωποκτονία εξ αμελείας κεφάλαιό της. Ακολούθως, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για νέας συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1039/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών κατά το καταδικαστικό για ανθρωποκτονία εξ αμελείας κεφάλαιό της. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου αποχωρήσαντος απότην Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική για ανθρωποκτονία εξ αμελείας απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως λόγω αντιφατικών παραδοχών ως προς την ύπαρξη της αμέλειας των κατηγορουμένων και διότι δεν εκτίθενται περιστατικά απ’ τα οποία να προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι προέβλεψαν ή μπορούσαν να προβλέψουν, ως δυνατή, καταβάλλοντας την προσήκουσα προσοχή, την παρεμβαλλόμενη μεταξύ της δικής τους ενέργειας και του επελθόντος αποτελέσματος, ενέργεια τρίτου.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 1
|
Αριθμός 2082/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη και Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 16/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26.2.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 356/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 340/27.9.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Το συμβούλιο Εφετών Πατρών με το υπ'αριθμ. 16/2007 βούλευμά του αφενός μεν απέρριψε κατ'ουσίαν την υπ'αριθμ. 32/2006 έφεση του Χ κατά του υπ'αριθμ. 219/2006 βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών Πατρών, αφετέρου προέβη σε επαναδιατύπωση του διατακτικού αυτού και το επικύρωσε κατά τα λοιπά. Το βούλευμα τούτο του συμβουλίου Εφετών Πατρών επιδόθηκε στον ανωτέρω στις ... (βλ. το από ... αποδεικτικό του επιμελητή ..., στον αντίκλητο του παραπάνω, τον οποίο είχε διορίσει με την έκθεση εφέσεως, ενόψει του ότι προηγήθηκε επίδοση στον άνω με θυροκόλληση, 155 § 2 στο τέλος ΚΠΔ), και κατ'αυτού άσκησε ο ίδιος στις 26-2-2007, ημέρα Δευτέρα, ενώπιον της γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Πατρών, την υπ'αριθμ. 4/2007 έκθεση αναίρεσης προβάλλων ότι τούτο στερείται της πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Ειδικώτερα προβάλλεται ότι το ρηθέν βούλευμα α) ενώ αποδίδεται στον αναιρεσείοντα υπεξαίρεση χρηματικού ποσού συνολικώς 21.964,66 ευρώ κατ' εξακολούθηση, χαρακτηρίζεται δε το ποσό ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, δεν αναφέρει ότι αυτός (αναιρεσείων) απέβλεπε με μερικώτερες με πράξεις στο συνολικό αυτό αποτέλεσμα, πράγμα που, όπως ισχυρίζεται, απαιτείται από τα άρθρα 98 § 2, 375 § 2 Π.Κ. Επίσης προβάλλεται, ενόψει της ανωτέρω ελλείψεως ότι, δεν γίνεται παράθεση των επί μέρους πράξεων που συνιστούν το κατ' εξακολούθηση έγκλημα για να κριθεί εάν στοιχειοθετείται όντως κατ' εξακολούθηση έγκλημα.
β) Ενώ επαναδιατύπωσε την κατηγορία σε σχέση με τον χρόνο και τρόπο τελέσεως του εγκλήματος υπερέβη την εξουσία του, διότι ενώ είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση, όπως και παραπέμφθηκε και με το 219/2006 βούλευμα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών, ανεπίτρεπτα προέβη σε μεταβολή κατηγορίας και δη από κατ' εξακολούθηση έγκλημα σε απλό και με ένα χρόνο τελέσεως-διότι "το συμβούλιο δεν δέχθηκε ότι με τις επί μέρους πράξεις απέβλεψε στο συνολικό αποτέλεσμα, παραδοχή που θα προσέδιδε τελικά κακουργηματικό χαρακτήρα στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα, οι επί μέρους πράξεις αυτοτελώς κρινόμενες προσέδιδαν πλημμεληματικό χαρακτήρα στο έγκλημα και θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε παραγραφή των επί μέρους αδικημάτων". Με άλλες λέξεις αφού το συμβούλιο δεν δέχθηκε ότι με τις επί μέρους πράξεις του απέβλεψε στο συνολικό αποτέλεσμα, δεν μπορούσε να προβεί στην γενομένη μεταβολή. Ενόψει των ανωτέρω, και των άρθρων 462, 463, 473, 474, 482, 484 § 1 περ. δ, στ Κ.Ποιν.Δ., η άνω αναίρεση, είναι κατ' αρχήν τυπικά δεκτή.
ΙΙ) Επειδή το προσβαλλόμενο βούλευμα, το οποίο επελήφθη μετά από έφεση του εδώ αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. 219/2006 βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών Πατρών και με λόγο εφέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του τελευταίου και δη σε σχέση με τα στοιχεία που και εδώ με την αναίρεση προβάλλει (βλ. την συνημμένη υπ' αριθμ. 32/2006 έκθεση εφέσεως), δέχθηκε ότι "από το υλικό της διενεργηθείσας κύριας ανάκρισης και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Από το έτος 1989, ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος επιχειρήσεις τουριστικού γραφείου του στην ... με τον τίτλο ..., συνεργαζόμενος με την ΔΙΕΘΝΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΙΑΤΑ, μέλος της οποίας είναι η εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", εδρεύουσα στην Αθήνα (Λ. Συγγρού αρ. 96), ανέλαβε (ο κατηγορούμενος) υπό την ιδιότητα του πράκτορα, την υποχρέωση (σύμβαση πρακτόρευσης), όπως κατ' εντολή και για λογαριασμό της τελευταίας (εγκαλούσας) εκδίδει και πωλεί σε διάφορους ταξιδιώτες εσωτερικού-εξωτερικού, αεροπορικά εισιτήρια, το δε αντίτιμο των εισιτηρίων (κόμιστρο ναύλων) να το αποδίδει στην ίδια για μεν τα εισιτήρια του εξωτερικού εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του επομένου της εκδόσεως των εισιτηρίων μηνός, μετά την αφαίρεση της νόμιμης προμήθειας, 9%, για δε τα εισιτήρια εσωτερικού, στις 13 του επομένου της εκδόσεως των εισιτηρίων μηνός, μετά την αφαίρεση της νόμιμης προμήθειας του, 10% ή 9,25% ή 6,94% αναλόγως της διαδρομής. Για τον ανωτέρω λόγο, η εγκαλούσα εταιρεία, προμήθευε τον κατηγορούμενο με στοκ εντύπων εισιτηρίων μαζί με ειδικές πλακέτες (σφραγίδες) φέρουσες το σήμα, την επωνυμία αυτής και τον κωδικό αριθμό, στοιχεία που ο κατηγορούμενος έθετε επί ενός εκάστου εξ αυτών (εισιτηρίων) εις τρόπον ώστε να φαίνεται ότι εκδίδονται και πωλούνται επ' ονόματι της. Κι ενώ η εν λόγω συνεργασία φάνηκε αρχικά ότι εξελίσσετο ομαλά, σε γενόμενο λογιστικό έλεγχο εκ μέρους του εξουσιοδοτημένου για την τραπεζική απόδοση των εισπράξεων σωματείου της πρώτης (εγκαλούσας) με τίτλο "BANK SETTLEMENT PLAN" (B.S.P) προέκυψε, ότι ο εντολοδόχος κατηγορούμενος, κατά τη χρονική περίοδο Δεκέμβριος 2001 έως και Ιανουάριος 2002 πώλησε εισιτήρια της εγκαλούσας, εσωτερικού και εξωτερικού και εισέπραξε συνολικά το ποσό των 21.964,66 ευρώ, ήτοι 21.766,73 ευρώ από τα πωληθέντα εισιτήρια εξωτερικού και 197,93 ευρώ από τα πωληθέντα εισιτήρια εσωτερικού πλέον νόμιμης προμήθειας του κατά τα προαναφερόμενα, τα οποία ποσά, ως τίμημα πωληθέντων εισιτηρίων (παρακρατηθείσης της νόμιμης προμήθειας), περιήλθαν στην κατοχή του με την ανωτέρω ιδιότητα του που τον συνέδεε με την εγκαλούσα, και εφέρετο ότι δεν είχε καταβάλει στην τελευταία, του μεν Δεκεμβρίου 2001 τις εισπράξεις μέχρι 13 και 15 Ιανουαρίου 2002, του δε Ιανουαρίου 2002 τις εισπράξεις μέχρι 13 και 15 Φεβρουαρίου 2002. Στις επανειλημμένες και έντονες οχλήσεις της εγκαλούσας περί τα τέλη Φεβρουαρίου του 2002 (βλ. την ενώπιον του Ανακριτού του Β' Τμήματος του Πρωτοδικείου Πατρών από 27-2-2006 ένορκη κατάθεση της Προϊσταμένης της Ολυμπιακής Αεροπορίας του πρακτορείου Πατρών ...), ο κατηγορούμενος αδιαφόρησε (εκώφευσε) και δεν απέδωσε στην εγκαλούσα το ανωτέρω συνολικό χρηματικό ποσό, αλλά παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό αυτό που περιήλθε στην κατοχή του με την άνω ιδιότητα του και κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, εκδηλώνοντας έτσι εμπράκτως και άπαξ την πρόθεση του περί ιδιοποιήσεως των χρημάτων. Κατά την απολογία του στον ανακριτή, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την κατηγορία υποστηρίζοντας αρχικά ότι δεν συντρέχει το προαπαιτούμενο στοιχείο της ιδιότητας του αντικειμένου της πράξης ως ξένου κινητού πράγματος, καθόσον τα επίμαχα εισιτήρια αγόρασε από την εγκαλούσα, καταβάλλοντος ταυτόχρονα στην ίδια το εκάστοτε αντιστοιχούν τίμημα και επομένως έγινε κύριος αυτών και επικουρικά ότι το ποσό των 21.964,66 ευρώ δεν συνιστά αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ενόψει των οικονομικών δεδομένων κατά τον φερόμενο ως χρόνο τελέσεως του αδικήματος και συνακόλουθα ότι η κατηγορία δεν έχει κακουργηματικό αλλά απλώς πλημμεληματικό χαρακτήρα.
Εν προκειμένω, ο κατηγορούμενος δεν αποδεικνύει ή άλλως πως πιθανολογεί τη βασιμότητα του ισχυρισμού του, ότι με την εγκαλούσα "συναπτέ διαδοχικές συμβάσεις αγοραπωλησίας αεροπορικών εισιτηρίων", αφού δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει οιοδήποτε περί αυτού έγγραφο στοιχείο ή μαρτυρία τρίτου, παρά τη ρητή δήλωση του στον ανακριτή ότι "επιφυλάσσεται να προσκομίσει σχετικά έγγραφα". Εξ άλλου, ο ίδιος στην από 28-1-2002 εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωσή του προς την ΙΑΤΑ για τη διακοπή της συνεργασίας τους, σαφώς ομολογεί ότι προμηθεύετο από την εγκαλούσα εισιτήρια προς πώληση για αεροπορικά ταξίδια εσωτερικού και εξωτερικού, ενεργώντας ως εντολοδόχος και διαχειριστής της, όπως και στις άλλες αεροπορικές εταιρείες-μέλη της ΙΑΤΑ. Η παρ' αυτού επίκληση (στην ίδια ως άνω όχληση) της διάταξης του άρθρου 3 Ν.Δ. 8/1974 (Δικαιοστάσιο Επιστράτευσης 1974) για την αναστολή της λήξεως των ανωτέρω συμβατικών προθεσμιών που αφορούσαν την εκπλήρωση υποχρεώσεων του προς την εγκαλούσα, δεν ασκεί εν προκειμένω έννομον επιρροή εφόσον δεν ετίθετο θέμα εκτελέσεως, ενώ ο ίδιος (ο κατηγορούμενος) κατά τον επίδικο χρόνο ηδύνατο να επιμεληθεί της επίμαχης υποθέσεως και να διαφυλάξει τα δικαιώματα του, δεδομένου ότι το εν λόγω νομοθετικό διάταγμα 28 περίπου έτη από της δημοσιεύσεως του, είχε πλέον ατονίσει κατά το έτος 2002 εφ' όσον η χώρα μας είχε πλέον παύσει να βρίσκεται σε κατάσταση επιστράτευσης ώστε να δικαιολογείται η εξαιτίας της απασχολήσεως του με καθαρώς στρατιωτικά καθήκοντα, λόγω εκτάκτων περιστάσεων αδυναμία του να επιμεληθεί των υποχρεώσεων του. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν έχει νομική αξία για τη διωκόμενη πράξη το γεγονός ότι η μεταξύ του κατηγορουμένου και της εγκαλούσας συναφθείσα σύμβαση πρακτόρευσης δεν υποβλήθηκε σε γραπτό τύπο, ως επίσης ο κατηγορούμενος αντιτείνει, πέρα από το ότι κάτι τέτοιο δεν απαιτείται επί ποινή ακυρότητας από το νόμο. Σχετικά με τον ως άνω επικουρικό ισχυρισμό του κατηγορουμένου, η αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης θεωρείται (από το Συμβούλιο) ως ιδιαίτερα μεγάλη, γιατί λαμβάνονται υπόψη και συναξιολογούνται οι προ τετραετίας-πενταετίας οικονομικές συνθήκες της αγοράς και όχι οι σημερινές επί τη βάση των οποίων θα εύρισκε ενδεχομένως έρεισμα μια τέτοια άποψη. Με βάση τα ανωτέρω, στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά το υπό του κατηγορουμένου διαπραχθέν κατά τον ως άνω χρόνο αδίκημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αϊ που του είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας και πρέπει να παραπεμφθεί για να δικαστεί για τούτο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πάτρας για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1, 14, 16, 18, 26 παρ. 1°, 27 παρ. 1, 51, 52, 375 παρ. 2, 3α και 1 Π.Κ....." και επαναδιατύπωσε το διατακτικό του υπ'αριθμ. 219/2006 βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών Πατρών ως εξής: "ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών τον κατηγορούμενο Χ, κάτοικο ... (...) για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι στην ... κατά τα τέλη Φεβρουαρίου 2002 ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα υλικά κινητά πράγματα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανερχομένης συνολικώς στο χρηματικό ποσό των είκοσι μια χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα τεσσάρων ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (21.964,66) που περιήλθαν στην κατοχή του και που του τα είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου και διαχειριστή. Ειδικότερα, έχοντας από ετών συνάψει με την εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ-ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ" εδρεύουσα στην Αθήνα (Λεωφ. Συγγρού αρ. 96), σύμβαση πρακτόρευσης, δυνάμει της οποίας αναλάμβανε αντί αμοιβής υπολογιζόμενης σε ποσοστά, ήτοι 9% επί της αξίας για τα εισιτήρια εξωτερικού και 10% ή 9,25% ή 6,94% αναλόγως διαδρομής για αυτά του εσωτερικού, την υποχρέωση να εκδίδει και να πωλεί κατ' εντολή και για λογαριασμό της αεροπορικά εισιτήρια σε τρίτους και στη συνέχεια και μετά την αφαίρεση της συμφωνηθείσας προμήθειας του να αποδίδει το αντίστοιχο εισπραχθέν από τις εν λόγω πωλήσεις τίμημα (κόμιστρο ναύλων) έως την 15η ημέρα κάθε επόμενου μήνα, αυτός, παρότι κατά το χρονικό διάστημα Δεκεμβρίου 2001 έως και Ιανουαρίου 2002 εξέδωσε και πώλησε σε τρίτους ικανό αριθμό αεροπορικών εισιτηρίων εξωτερικού και εσωτερικού, ύστερα από την αφαίρεση της ανωτέρω προμήθειας του, δεν απέδωσε όπως υποχρεούτο ως εντολοδόχος και διαχειριστής στην ανωτέρω εταιρεία το εναπομένον "καθαρό" εισπραχθέν ποσό του τιμήματος των ως άνω κινητών πραγμάτων που του είχαν εμπιστευθεί για να πωλήσει, ανερχόμενο συνολικώς στο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 21.964,66 ευρώ (21.766,73 από τα εισιτήρια εξωτερικού + 197,93 από τα εισιτήρια του εσωτερικού) αλλά μετά την έντονη όχληση της τελευταίας περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2002, ενσωμάτωσε το ανωτέρω ποσό παράνομα στην περιουσία του. Δηλαδή για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1, 14, 16, 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 51, 52, 375 παρ. 2, 3α και 1 του Π.Κ.".
Το συμβούλιο πλημμελειοδικών Πατρών με το υπ'αριθμ. 219/2006 είχε παραπέμψει τον αναιρεσείοντα "για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι στην Πάτρα και κατά το από του μηνός Δεκεμβρίου του 2001 έως και Φεβρουαρίου του 2002 χρονικού διαστήματος, με περισσότερες από μια πράξεις οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανερχομένης συνολικώς στο χρηματικό ποσό των είκοσι μία χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα τεσσάρων ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (21.964,66), που περιήλθαν στην κατοχή του και που του τα είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου. Ειδικότερα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, ενώ είχε συνάψει με την εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ-ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε." εδρεύουσα στην Αθήνα (Λεωφόρος Συγγρού άρ.96), σύμβαση πρακτόρευσης, δυνάμει της οποίας αναλάμβανε αντί αμοιβής υπολογιζόμενης σε ποσοστά, ήτοι 9% επί της αξίας για τα εισιτήρια εξωτερικού και 10% ή 9,25%, ή 6.94% αναλόγως διαδρομής για αυτά του εσωτερικού, την υποχρέωση να εκδίδει και να πωλεί κατ' εντολήν και για λογαριασμό της αεροπορικά εισιτήρια σε τρίτους και στη συνέχεια και μετά την αφαίρεση της συμφωνηθείσας προμήθειας του να αποδίδει το αντίστοιχο εισπραχθέν από τις εν λόγω πωλήσεις τίμημα (κόμιστρο ναύλων) έως την 15η ημέρα κάθε επόμενου μήνα, αυτός, παρότι κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα εξέδωσε και πώλησε σε τρίτους ικανό αριθμό αεροπορικών εισιτηρίων εξωτερικού και εξωτερικού ύστερα από την αφαίρεση της ανωτέρω προμήθειας του, δεν απέδωσε όπως υπεχρεούτο ως εντολοδόχος στην ανωτέρω εταιρεία το εναπομένον "καθαρό" ποσό του τιμήματος των ως άνω κινητών πραγμάτων που του είχαν εμπιστευθεί για να πωλήσει, ανερχόμενο συνολικώς στο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 21.964,66 ευρώ (21.766.73 από τα εισιτήρια εξωτερικού +197,93 από εισιτήρια του εσωτερικού) παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της τελευταίας, οι οποίες εκδηλώθηκαν για τελευταία φορά το έτος 2003 σε μη διακριβωθείσα ημερομηνία, αλλά το ενσωμάτωσε παράνομα στην περιουσία του, αποβλέποντας με τις παραπάνω μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό".
ΙΙΙ) Επειδή η αναίρεση δεν ανοίγει τρίτον βαθμόν ουσιαστικής δικαιοδοσίας αλλά ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει μόνον την νομικήν ορθότητα του προσβαλλομένου βουλεύματος, μη δυνάμενος να εισέλθη στην εκτίμηση και διαπίστωση των πορισμάτων της ανακρίσεως, δηλ. πραγματικών περιστατικών για τα οποία κρίνει κυριαρχικώς το συμβούλιο (βλ. μόνο Μπουρόπουλο Ερμ Κ.Π.Δ. τόμ. β σελ. 195, ΑΠ 90/2000, ΑΠ 1032/2000, ΑΠ 373/2003, ΑΠ 1155/2001 κ.ά.).
Ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τα αναφερόμενα ως δεκτά γενόμενα από το συμβούλιο, ο δε λόγος αναίρεσης πρέπει να προκύπτει μόνο από το προσβαλλόμενο βούλευμα, ήτοι από τα δεκτά γενόμενα υπ'αυτού (βλ. και Δέδε, Ποινική Δικονομία (1990) σελ. 600 σημ. 36). Ο 'Αρειος Πάγος εκλαμβάνει ως δεδομένα αυτά που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα και ελέγχει τη νομικήν ορθότητα αυτών (ή την έλλειψη, ασάφεια ή αντιφατικότητα αυτών).
'Ετσι λόγος αναίρεσης, από αυτούς που αναφέρει ο νόμος, που δεν στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και συνεπώς είναι απαράδεκτος -βλ. και ΑΠ 1349/2002, ΑΠ 1868/2001, ΑΠ 471/2003, ΑΠ 2231/2002 κ.ά.-
ΙV) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 318 Κ.Π.Δ. "το συμβούλιο εφετών στις περιπτώσεις του άρθρου 317 έχει το δικαίωμα να διατάσσει ό,τι και το συμβούλιο πλημμελειοδικών κατά τα άρθρα 309 έως και 315. Η εξουσία αυτή του συμβουλίου των εφετών δεν περιορίζεται καθόλου, ακόμη και όταν ασχολείται (=επιλαμβάνεται) με την υπόθεση, ύστερα από έφεση του κατηγορουμένου". Επομένως το συμβούλιο εφετών επιλαμβανόμενο κατόπιν εφέσεως του κατηγορουμένου (βλ. 317 περ. α' Κ.Π.Δ.) έχει την αυτή δικαιοδοσία που έχει το συμβούλιο πλημμελειοδικών κατά τα άρθρα 309 επ. Κ.Π.Δ., ήτοι μετά το πέρας της ανάκρισης. Μάλιστα δε κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 318 εδ. τελ. Κ.Π.Δ. η τοιαύτη αρμοδιότητα του συμβουλίου εφετών δεν περιορίζεται καθόλου -"ουδόλως περιορίζεται" (= "δεν περιορίζεται καθόλου"-) από το γνωστόν αξίωμα non reformation in peius (περί ου βλ. το άρθρο 470 Κ.Π.Δ.).
'Ετσι το συμβούλιο Εφετών, έστω και αν επιλαμβάνεται μετά από έφεση του κατηγορουμένου, μπορεί να χειροτερεύσει τη θέση αυτού (βλ. και Μπουρόπουλο ο.π. σελ. 430, Ζησιάδη Ποινική Δικονομία τομ. Β (1977) σελ. 404, Στάϊκο Ερμ. ΚΠΔ υπό το άρθρο 318 σελ. 384, Παπαδαμάκη Ποινική Δικονομία (2004) σελ. 390 β, ΑΠ 1593/2005, ΑΠ 1492/88, ΑΠ 1462/87, ΑΠ 387/90 κ.ά) και δη να προσθέσει το πρώτον επιβαρυντική περίσταση, να προσδώσει στην πράξη βαρύτερο χαρακτήρα (από πλημμέλημα σε κακούργημα, εφόσον, εννοείται είχε προηγηθεί κύρια ανάκριση) κλπ, ήτοι να προσδώσει στην πράξη τον ορθό χαρακτηρισμό με βάση τα πορίσματα της ανάκρισης όπως εκτιμώνται υπ'αυτού.
'Όμως η άνω αρμοδιότητα του συμβουλίου εφετών περιορίζεται από τους λόγους της έφεσης, αφού σε τούτο η υπόθεση μεταβιβάζεται μόνο καθό μέρος αναφέρονται οι λόγοι έφεσης (474 § 2, 502 § 2 Κ.Ποιν.Δ.) - βλ. και Kαρρά Κ.Π.Δ. (2006) σελ. 742, Μπουρόπουλο ο.π. σελ. 430, Δέδε Ποινική Δικονομία (1991) 457ν, Στάϊκο ο.π. σελ. 381, ΑΠ 141/66, ΑΠ 540/87 κ.ά. -όπως επίσης εφόσον δεν επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, ήτοι όταν δεν χωρεί νόμιμα η γενόμενη μεταβολή, πράγμα που σημαίνει ότι έχουμε νέα πράξη που απαρτίζεται από άλλο πραγματικά περιστατικά κλπ (171 § 1 περ. β' Κ.Π.Δ.)- βλ. και ΑΠ 1734/94 κ.α.-Εξάλλου ο χαρακτηρισμός της πράξης ως ενός εγκλήματος και όχι κατ' εξακολούθηση κρίνεται ανέλεγκτα από το οικείο συμβούλιο αφού πρόκειται για εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, δηλ. για πραγματικό ζήτημα και ορθός νομικός χαρακτηρισμός αυτής. Εάν όμως το συμβούλιο κρίνει ότι πρόκειται για κατ' εξακολούθηση έγκλημα ενώ πρόκειται για ένα έγκλημα, τότε έχουμε εσφαλμένη ερμηνεία-εφαρμογή του άρθρου 98 Π.Κ. (βλ. ΑΠ 1152/2000, ΑΠ 86/66, ΑΠ 246/93, ΑΠ 1714/98 κ.ά.
Τέλος, ιδιοποίηση (στο έγκλημα της υπεξαίρεσης) σημαίνει εξωτερίκευση ενέργειας -παραλείψεως η οποία εμφαίνει τη θέληση του υπαιτίου να ενσωματώσει το ξένο κινητό πράγμα στην περιουσία του (βλ. ΑΠ 1426/2004, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 1469/2001 κ.α.) πχ με την άρνηση απόδοσης του πράγματος στον ιδιοκτήμονα (βλ. ΑΠ 1172/2002, ΑΠ 9/2003, ΑΠ 178/2002, ΑΠ 816/2006 κ.ά.), ο δε χρόνος της τοιαύτης ενέργειας, που κρίνεται ανέλεγκτα (βλ. ΑΠ 971/81, ΑΠ 740/76 κ.ά.),είναι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος (βλ. ΑΠ 152/2000, ΑΠ 1665/2005 κ.ά., Χωραφά Ποινικό Δίκαιο (1978) 435 σημ. 2α), το οποίο είναι έγκλημα στιγμιαίο και του οποίου αντικείμενο μπορεί να είναι ποσό χρημάτων που έλαβε ο υπαίτιος στην κατοχή του κατά διάφορα χρονικά διαστήματα και τα οποία ιδιοποιήθηκε άπαξ (βλ. ΑΠ 666/2001, ΑΠ 592/2001, ΑΠ 2006/2001, ΑΠ 492/2003 κ.ά.), η ιδιότητα του οποίου ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας είναι ζήτημα πραγματικό (βλ. ΑΠ 1516/2001 ΑΠ 1642/2002 κ.ά.) και λαμβάνεται προς τούτο υπόψη η ισχύουσα αξία στις συναλλαγές (βλ. ΑΠ 1301/98, ΑΠ 29.98 κ.ά.).
Στην εύνοια του διαχειριστή ξένης περιουσίας περιλαμβάνεται και πράκτορας πωλήσεως εισιτηρίων (βλ. ΑΠ 1071/2005, ΑΠ 2006/2001, ΑΠ 1659/2006, ΑΠ 1408/95, ΑΠ 666/2001 κ.ά.). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο πρώτος λόγος αναίρεσης σαφέστατα, ο δε δεύτερος σαφώς είναι απαράδεκτοι διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι έχουν ως προϋπόθεση ότι το συμβούλιο εφετών παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα ότι τέλεσε το έγκλημα ως κατ' εξακολούθηση, ενώ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Εξάλλου ο δεύτερος λόγος είναι και αβάσιμος αφού το συμβούλιο εφετών μετά νέον έλεγχο των αποδεικτικών στοιχείων έκρινε ανέλεγκτα κατ' εφαρμογή των άρθρων 318, 177 Κ.Ποιν.Δ. ότι η πράξη φέρει τον ορθόν νομικόν χαρακτηρισμό της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος που τελέστηκε με μία πράξη (=άπαξ) και όχι κατ' εξακολούθηση. Ο νέος αυτός νομικός χαρακτηρισμός δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή αφού πρόκειται για τα αυτά πραγματικά περιστατικά που είχαν γίνει δεκτά και από το συμβούλιο πλημμελειοδικών (πρ. βλ. και ΑΠ 1773/2006).
Τέλος, τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά πράγματι στοιχειοθετούν το έγκλημα για το οποίο χώρησε η παραπομπή και όπως χώρησε αυτή.
'Ετσι πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω όπως απορριφθεί η υπ'αριθμ. 4/2007 έκθεση αναίρεσης του Χ κατά του υπ'αριθμ. 16/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Πατρών.
Να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα 14 Απριλίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κονταξής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ' ΚΠοινΔ, συντρέχει και όταν το Συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 313, 317 και 318 ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι το Συμβούλιο Εφετών, επιλαμβανόμενο της υποθέσεως κατόπιν εφέσεως, ακόμη και του κατηγορουμένου, κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την ίδια δικαιοδοσία που έχει το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών και δεν δεσμεύεται από τις διατάξεις του άρθρου 470 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, δυνάμενο και να χειροτερεύσει ακόμη τη θέση του κατηγορουμένου και να προσδώσει στην αξιόποινη πράξη, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, τον ορθό χαρακτηρισμό, υπό την προϋπόθεση ότι δεν επέρχεται μεταβολή της κατηγορίας. Εξάλλου, μεταβολή κατηγορίας, που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν η πράξη για την οποία αποφαίνεται το Συμβούλιο Εφετών είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη που αναφέρεται στο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Ο χρόνος τελέσεως της πράξεως αποτελεί πραγματικό γεγονός και απόκειται στην ανέλεγκτη εκτίμηση και κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δυναμένου να καθορίσει χρόνο τελέσεως διαφορετικό από εκείνον που καθορίζεται στο κατηγορητήριο ή το παραπεμπτικό βούλευμα. Τέτοια μεταβολή κατηγορίας δεν επέρχεται όταν το Συμβούλιο Εφετών, εντός των ορίων της εφέσεως του κατηγορουμένου, εκτιμά διαφορετικά τα προκύψαντα εκ της ανακρίσεως πραγματικά περιστατικά και αποφαίνεται ότι το φερόμενο κατά το πρωτόδικο βούλευμα ως κατ' εξακολούθηση έγκλημα συνιστά μία πράξη με χρόνο τελέσεως τον καταληκτικό του αναφερομένου στο πρωτόδικο χρονικού διαστήματος, αν με τον αρχικό χρόνο του κατ' εξακολούθηση δεν είχε επέλθει παραγραφή.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παραπέμφθηκε με το 219/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών για να δικασθεί για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, ανερχομένης συνολικώς στο ποσόν των 21.964,66 ευρώ, εμπιστευμένου σ' αυτόν υπό την ιδιότητά του ως εντολοδόχου, κατ' εξακολούθηση. Συγκεκριμένα, παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πατρών για να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι: "Στην ... και κατά το από του μηνός Δεκεμβρίου 2001 έως και Φεβρουαρίου του 2002 χρονικό διάστημα, με περισσότερες από μία πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανερχομένης συνολικώς στο χρηματικό ποσό των είκοσι μία χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα τεσσάρων ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (21.964, 66), που περιήλθαν στην κατοχή του και που του τα είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου. Ειδικότερα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, ενώ είχε συνάψει με την εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ-ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ" εδρεύουσα στην Αθήνα (Λεωφόρος Συγγρού αρ. 96), σύμβαση πρακτόρευσης, δυνάμει της οποίας αναλάμβανε αντί αμοιβής υπολογιζόμενης σε ποσοστά, ήτοι 9% επί της αξίας για τα εισιτήρια εξωτερικού και 10% ή 9,25%, ή 6.94% αναλόγως διαδρομής για αυτά του εσωτερικού, την υποχρέωση να εκδίδει και να πωλεί κατ' εντολήν και για λογαριασμό της αεροπορικά εισιτήρια σε τρίτους και στη συνέχεια και μετά την αφαίρεση της συμφωνηθείσας προμήθειάς του να αποδίδει το αντίστοιχο εισπραχθέν από τις εν λόγω πωλήσεις τίμημα (κόμιστρο ναύλων) έως την 15η ημέρα κάθε επόμενου μήνα, αυτός, παρότι κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα εξέδωσε και πώλησε σε τρίτους ικανό αριθμό αεροπορικών εισιτηρίων εσωτερικού και εξωτερικού, ύστερα από την αφαίρεση της ανωτέρω προμήθειάς του, δεν απέδωσε, όπως υπεχρεούτο ως εντολοδόχος στην ανωτέρω εταιρεία, το εναπομένον "καθαρό" ποσό του τιμήματος των ως άνω κινητών πραγμάτων που του είχαν εμπιστευθεί για να πωλήσει, ανερχόμενο συνολικώς στο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 21.964,66 ευρώ (21.766.73 από τα εισιτήρια εξωτερικού +197,93 από εισιτήρια του εσωτερικού) παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της τελευταίας, οι οποίες εκδηλώθηκαν για τελευταία φορά το έτος 2003 σε μη διακριβωθείσα ημερομηνία, αλλά το ενσωμάτωσε παράνομα στην περιουσία του, αποβλέποντας με τις παραπάνω μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό". Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε έφεση ο αναιρεσείων παραπονούμενος ότι κακώς εκτιμήθηκε το συγκεντρωθέν από την ανάκριση αποδεικτικό υλικό. Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, το οποίο αποφάνθηκε επί της εφέσεως αυτής με το προσβαλλόμενο 16/2007 βούλευμά του, κατά την κυριαρχική εκτίμηση των προκυψάντων από την ανάκριση πραγματικών περιστατικών, δέχθηκε ότι η υπεξαίρεση, που κατά το εκκαλούμενο βούλευμα εφέρετο τελεσθείσα κατ' εξακολούθηση από το Δεκέμβριο του 2001 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2002, τελέσθηκε με μία πράξη κατά τα τέλη Φεβρουαρίου 2002, όταν εκδηλώθηκε "εμπράκτως και άπαξ" η πρόθεση του αναιρεσείοντος να ιδιοποιηθεί το χρηματικό ποσό για το οποίο πρόκειται και δη με το να κωφεύσει στις κατά το μήνα αυτό επανειλημμένες σχετικές οχλήσεις της εγκαλούσας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ". Ακολούθως, αναδιατύπωσε το διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος και παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πατρών για να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι: "στην ... κατά τα τέλη Φεβρουαρίου 2002 ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα ολικά κινητά πράγματα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανερχομένης συνολικώς στο χρηματικό ποσό των είκοσι μια χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα τεσσάρων ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (21.964,66) που περιήλθαν στην κατοχή του και που του τα είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή. Ειδικότερα, έχοντας από ετών συνάψει με την εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ-ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ" εδρεύουσα στην Αθήνα (Λεωφ. Συγγρού αρ. 96), σύμβαση πρακτόρευσης, δυνάμει της οποίας αναλάμβανε αντί αμοιβής υπολογιζόμενης σε ποσοστά, ήτοι 9% επί της αξίας για τα εισιτήρια εξωτερικού και 10% ή 9, 25% ή 6,94% αναλόγως διαδρομής για αυτά του εσωτερικού, την υποχρέωση να εκδίδει και να πωλεί κατ' εντολή και για λογαριασμό της αεροπορικά εισιτήρια σε τρίτους και στη συνέχεια και μετά την αφαίρεση της συμφωνηθείσας προμήθειάς του να αποδίδει το αντίστοιχο εισπραχθέν από τις εν λόγω πωλήσεις τίμημα (κόμιστρο ναύλων) έως την 15η ημέρα κάθε επόμενου μήνα, αυτός, παρότι κατά το χρονικό διάστημα Δεκεμβρίου 2001 έως και Ιανουαρίου 2002 εξέδωσε και πώλησε σε τρίτους ικανό αριθμό αεροπορικών εισιτηρίων εξωτερικού και εσωτερικού, ύστερα από την αφαίρεση της ανωτέρω προμήθειάς του, δεν απέδωσε, όπως υποχρεούτο ως εντολοδόχος και διαχειριστής στην ανωτέρω εταιρεία, το εναπομένον "καθαρό" εισπραχθέν ποσό του τιμήματος των ως άνω κινητών πραγμάτων που του είχαν εμπιστευθεί για να πωλήσει, ανερχόμενο συνολικώς στο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 21.964,66 ευρώ (21.766,73 από τα εισιτήρια εξωτερικού 197,93 από τα εισιτήρια του εσωτερικού) αλλά μετά την έντονη όχληση της τελευταίας περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2002, ενσωμάτωσε το ανωτέρω ποσό παράνομα στην περιουσία του.......".
Έτσι που έκρινε το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, αποφάνθηκε συννόμως και μέσα στα όρια της δικαιοδοσίας του και δεν μετέβαλε την ταυτότητα της πράξεως της υπεξαιρέσεως για την οποία είχε παραπεμφθεί ο αναιρεσείων με το εκκαλούμενο βούλευμα, την οποία επιτρεπτώς προσδιόρισε ακριβέστερα ότι τελέσθηκε με μία πράξη κατά το χρόνο που ο αναιρεσείων εξωτερίκευσε τη θέλησή του για ιδιοποίηση των χρημάτων, που είναι και ο χρόνος τελέσεως της υπεξαιρέσεως, ο οποίος κείται εντός του αρχικά καθοριζομένου διαστήματος και δεν προκύπτει ζήτημα παραγραφής αφού πρόκειται περί κακουργηματικής υπεξαιρέσεως. Επομένως, τα προβαλλόμενα δια του συνόλου της ένδικης αιτήσεως, ότι το Συμβούλιο Εφετών Πατρών υπερέβη την εξουσία του "προβαίνοντας σε ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας κατά τρόπο που ασκεί επιρροή στην εξάλειψη του αξιοποίνου με παραγραφή και επηρεάζοντας την ταυτότητα της πράξης" είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν, συνακολούθως δε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως του 16/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2008 . Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επιτρεπτώς το Συμβούλιο Εφετών που επιλαμβάνεται εφέσεως κατηγορουμένου κατά παραπεμπτικού βουλεύματος προβαίνει σε ορθό χαρακτηρισμό της πράξεως, δυνάμενο και να χειροτερεύσει τη θέση του κατηγορουμένου, υπό την προϋπόθεση ότι δεν επέρχεται μεταβολή της κατηγορίας. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας του Συμβουλίου Εφετών που αποφάνθηκε επί εφέσεως του κατηγορουμένου ότι το φερόμενο κατά το πρωτόδικο βούλευμα ως κατ’ εξακολούθηση έγκλημα συνιστά μία πράξη.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπέρβαση εξουσίας, Κατηγορίας μεταβολή, Εξακολουθούν έγκλημα.
| 0
|
Αριθμός 2081/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)χ1 και 2)χ2, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 201/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 8 Σεπτεμβρίου 2008 δύο χωριστές αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1433/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου, με αριθμό 421/12-9-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, κατά τα άρθρα 482 και 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ.,, τις με αριθμό 47 και 48 από 8.9.2008 αιτήσεις των χ1 και χ2, για αναίρεση του υπ'αριθμόν 201/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο απορρίφθησαν κατ'ουσίαν οι υπ'αριθμόν 36/2007 και 37/2007, αντίστοιχα, εφέσεις αυτών, κατά του υπ'αριθμόν 562/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, που τους παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς για να δικαστούν για απάτη κατά συναυτουργία, από δράστες που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και προξενηθείσα συνολική ζημία μεγαλύτερη από 15.000 ευρώ (άρθρα 13στ, 45, 386 παρ. 1, 3α ΠΚ) και εκθέτω τα ακόλουθα: Οι υπό κρίση αιτήσεις έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους ίδιους τους κατηγορουμένους ενώπιον του γραμματέως του Εφετείου Πειραιώς και στρέφονται κατά βουλεύματος που τους παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχουν συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως και δη α) την εσφαλμένη εφαρμογή και την εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ και β) την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 Κ.Π.Δ. (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Β'και Δ' Κ.Π.Δ.).
Συνεπώς είναι παραδεκτές οι άνω αιτήσεις και πρέπει να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι σ'αυτές λόγοι. Οι λόγοι αυτοί συνίστανται στο ότι α) έχει παραβιαστεί εκ πλαγίου η διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ καθ'όσον έχουν εμφιλοχωρήσει αντιφάσεις σχετικά με το γεγονός που φέρεται να συνιστά την ψευδή παράσταση, ήτοι εάν ήταν οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι κύριοι των επιδίκων μετοχών και εάν είχαν τη δυνατότητα μεταβίβασής τους στον εγκαλούντα και σε κάθε τρίτον. Ειδικότερα στο κρίσιμο ζήτημα της αντικειμενικής υπόστασης του άνω διωκομένου εγκλήματος της απάτης, υπάρχουν στο προσβαλλόμενο βούλευμα αντιφατικές και απολύτως αντικρουόμενες παραδοχές, που αφενός παρουσιάζουν τους αναιρεσείοντες κυρίους των μετοχών και δικαιούχους (beneficiary) βάσει συγκεκριμένης πράξης εμπιστεύματος (trust deed) και τους καταλογίζονται ευθύνες ότι υπό τις ανωτέρω ιδιότητές των δεν παρέδωσαν τις μετοχές στον εγκαλούντα και αφετέρου, κατά τρόπο αντιφατικό, αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι παρέστησαν ψευδώς ότι ήταν κύριοι και δικαιούχοι των επιδίκων μετοχών και ότι είχαν τη δυνατότητα να μεταβιβάσουν τις μετοχές, ενώ δήθεν δεν την είχαν, β) έχει ωσαύτως παραβιασθεί εκ πλαγίου η διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ καθόσον έχουν εμφιλοχωρήσει αντιφάσεις σχετικά με τη φερομένη βλάβη του εγκαλούντος ήτοι εάν έγινε μέτοχος και δικαιούχος των επιδίκων 8 μετοχών ή εάν οι αναιρεσείοντες συνέχισαν να είναι μέτοχοι και δικαιούχοι αυτών και συγκεκριμένα ενώ το προσβαλλόμενο δέχεται ότι ο εγκαλών συνυπέγραψε την από 10.12.93 πράξη παρακαταθήκης, με την οποίαν γινόταν δικαιούχος των 8 επιδίκων μετοχών, δέχεται ακόμη αντιφατικά ότι ο εγκαλών ουδέποτε διαδέχθηκε κάποιον από τους κατηγορουμένους στην έννομη σχέση τους με τις Γ1 και Γ2, ώστε να θεωρείται ότι ο εγκαλών περιήλθε σε ισοδύναμη νομική κατάσταση, γ) δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την ύπαρξη του υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και δη κατά τη στιγμή της τελέσεως του αδικήματος, αλλά αναφέρει προς τούτο ότι "ο σκοπός προκύπτει και από το ότι, αν και στις 22.11.94 εξοφλήθηκε το δάνειο και έπρεπε οι μετοχές να αποδοθούν στον εγκαλούντα" ήτοι δικαιολογεί τον δόλο με γεγονός που έλαβε χώρα μετά το χρόνο τελέσεως της πράξεως και δ) στο προσβαλλόμενο βούλευμα έχει παραποιηθεί η κατηγορία όσον αφορά το στοιχείο της εξαπάτησης σε τέτοιο βαθμό που για παράσταση άλλων πραγματικών περιστατικών απολογήθηκαν και παραπέμφθηκαν σε πρώτο βαθμό και για παράσταση άλλων περιστατικών παραπέμφθηκαν δια του προσβαλλομένου βουλεύματος να δικαστούν και ειδικότερα ενώ στο 2ο φύλλο του προσβαλλομένου βουλεύματος αναφέρεται ότι οι αναιρεσείοντες "εν γνώσει τους παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα ότι τυγχάνουν μέτοχοι και διαχειριστές της εταιρείας και ότι είχαν τη δυνατότητα να πωλήσουν και να μεταβιβάσουν στον εγκαλούντα τις μετοχές, στο φύλλο 16ο αναφέρεται ότι "παρέστησαν ψευδώς ότι είναι οι εγγεγραμμένοι μέτοχοι της άνω εταιρείας και μπορούσαν να του μεταβιβάσουν τις ίδιες μετοχές ως εμπιστευματοδόχοι" και δια του τρόπου αυτού, με τις αυθαίρετες αλλοιώσεις πλήττεται η αιτιολογία του βουλεύματος. Επειδή έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστικού συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους ήχθη στην αποδοχή των ισχυρισμών του μηνυτή και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Περαιτέρω για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας το μεν είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, το δε αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος των, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους. Απαιτείται ακόμη να προκύπτει ότι συνεκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία. Ακόμη περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει όχι μόνο όταν το Συμβούλιο Εφετών δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ "'Οποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Ακόμη κατά την παράγραφο 3 εδ. α' του άνω άρθρου, η απάτη λαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα όταν τελείται "κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια" και το συνολικό όφελος ή η ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. Ειδικότερα, από το άρθρο 13 εδ. στ' του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης της απάτης "κατ'επάγγελμα" απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός αυτού να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του ως άνω εγκλήματος. Επίσης κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Είναι φανερό ότι τόσο η "κατ'επάγγελμα" όσο και η "κατά συνήθεια" τέλεση αποτελούν νομικές έννοιες των οποίων η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, δι'ο και το παραπεμπτικό βούλευμα πρέπει να θεμελιώνει σε πραγματικά περιστατικά την αντικοινωνικότητα και τη ροπή του δράστη προς διάπραξη άλλων εγκλημάτων στο μέλλον, διαφορετικά είναι αναιρετέο για έλλειψη αιτιολογίας (Α.Π. 2200/2002 ΠΧ ΝΓ/2003 σελ. 762). Στη προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς με το υπ'αριθμόν 562/2007 βούλευμά του παρέπεμψε τους ήδη αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για να δικαστούν για το αναφερόμενο στην αρχή της παρούσας κακούργημα της απάτης κατά συναυτουργία. Κατόπιν εφέσεως των κατηγορουμένων εκδόθηκε το υπ'αριθμόν 315/2007 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκε αναίρεση από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και επ'αυτής εκδόθηκε το υπ'αριθμ. 1288/2008 βούλευμα, δια του οποίου αναιρέθηκε το άνω υπ'αριθμόν 315/2007 βούλευμα και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως. Ούτω η υπόθεση εισήχθη εκ νέου στο Συμβούλιο Εφετών Πειραιά και την 31.7.2008 δημοσιεύθηκε το υπ'αριθμόν 201/2008 βούλευμα του Συμβουλίου αυτού, δια του οποίου, κατά τα ανωτέρω, επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα 562/2007. Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκαν από τους κατηγορουμένους οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως. Όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς δέχθηκε ανελέγκτως ότι εκ του υφισταμένου συνολικού αποδεικτικού της δικογραφίας και ειδικότερα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τις ανωμοτί του πολιτικώς ενάγοντος, τα εισκομισθέντα έγγραφα, τις απολογίες των κατηγορουμένων και το περιεχόμενο των εκθέσεων εφέσεώς τους, προέκυψαν τα εξής περιστατικά:. Κατά το Κυπριακό δίκαιο, όπως προκύπτει από τις με αριθμ. πρωτ. 599/2004 και 322/2006 νομικές πληροφορίες του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού δικαίου και το με στοιχ. ..... έγγραφο - απάντηση της Νομικής Υπηρεσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι εταιρίες περιορισμένης ευθύνης (company limited), διέπονται από τον "περί εταιριών νόμο", από 21 Ιουλίου 1951, όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε, αναθεωρήθηκε, μεταφράστηκε και ενοποιήθηκε στην ελληνική γλώσσα και περιέχεται στο κεφάλαιο 113 της Νομοθεσίας της Κύπρου. Ο κυπριακός Εμπορικός Νόμος επιτρέπει σε οποιοδήποτε πρόσωπο (αρθρ. 3 αυτού) να συστήσει εταιρία περιορισμένης ευθύνης χωρίς διάκριση, ως προς την ιθαγένεια ή τον τόπο της κατοικίας του. Αλλά τα άρθρα 10, 11, 15 και 19 του νόμου περί ελέγχου συναλλάγματος της Κύπρου (κεφ. 199, όπως τροποποιήθηκε), προβλέπουν ότι πρόσωπο το οποίο διαμένει εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας (μη κάτοικος), δεν μπορεί να αποκτήσει αμέσως ή εμμέσως τίτλο αξιών σε νομικά πρόσωπα εγγεγραμμένα στην Κύπρο, χωρίς την άδεια της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Με βάση αυτό το νόμο παρέχεται εξουσία στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου να εξαρτά την παροχή αυτής της άδειας από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η άδεια της Κεντρικής Τράπεζας αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να καταχωρίσει η εταιρία τα ονόματα των μελών της, μη κατοίκων ή των εντολοδόχων τους στο μητρώο μελών, σύμφωνα με το άρθρο 105 κυπρ. ΕΝ. Χωρίς την άδεια αυτή μετοχές ή άλλοι τίτλοι δεν παρέχουν κανένα δικαίωμα στους "κυρίους" τους. Περαιτέρω, για τους μετόχους μη κατοίκους που επιθυμούν την ανωνυμία τους, προβλέπεται η δυνατότητα διορισμού "εμπιστευματοδόχου", με σχετική πράξη σύστασης εμπιστεύματος (trust deed), μέχρι κατ' ανώτατο όριο τεσσάρων κατοίκων-μετόχων-εμπιστευματοδόχων (άρθρ.34, 35, 36, 38 και 40 του νόμου περί εμπιστεύματος, κεφ. 193 της Νομοθεσίας της Κύπρου). Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 16 του νόμου περί συναλλάγματος (Κεφ. 199, όπως τροποποιήθηκε), ο "κάτοικος" δεν μπορεί να ενεργήσει ως εντολοδόχος - εμπιστευματοδόχος για λογαριασμό ενός "μη κατοίκου", χωρίς προηγούμενη άδεια από την Κεντρική Τράπεζα, σύμφωνα δε με τα άρθρα 112 και 113 κυπρ. Ε.Ν. μόνο τα ονόματα των κατοίκων εντολοδόχων - εμπιστευματοδόχων καταχωρούνται στα μητρώα που τηρούνται από τον Έφορο Εταιριών και στο Μητρώο Μελών που τηρείται στην έδρα της εταιρίας. Δηλαδή, στην περίπτωση που μετοχές εταιρίας κατέχονται από ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητα του εμπιστευματοδόχου, προς όφελος άλλου δικαιούχου, μέτοχος κατά τον κυπρ. Ε.Ν. θεωρείται ο εμπιστευματοδόχος, ο οποίος είναι πρόσωπο που εγγράφεται ως μέτοχος στο Μητρώο Μελών Εταιρείας και στο Μητρώο του Εφόρου Εταιριών. Ο κυπρ. Ε.Ν δεν διαχωρίζει μεταξύ "ουσιαστικών" ή "κρυπτομένων" μετόχων και "εμπιστευματοδόχων". Ο νόμος αυτός προνοεί για μετόχους, δηλαδή τα φυσικά ή νομικά εκείνα πρόσωπα, τα οποία κατονομάζονται στο ιδρυτικό έγγραφο της εταιρίας ότι λαμβάνουν μετοχές. Στη συνέχεια, οποιεσδήποτε μετοχές κατέχονται από τα εν λόγω πρόσωπα μπορούν να μεταβιβαστούν σε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δε μεταβίβαση κοινοποιείται στον Έφορο Εταιριών με τη συμπλήρωση και καταχώριση σχετικού εντύπου, το οποίο υπογράφεται από μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή το γραμματέα της εταιρίας. Η διαδικασία μεταβίβασης μετοχών της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης καλύπτεται από τα άρθρα 71-82 κυπρ. Ε.Ν., η δε μεταβίβαση δεν καταχωρείται από την εταιρία παρά μόνο με την προσαγωγή και παράδοση σ' αυτήν κατάλληλου μεταβιβαστικού εγγράφου "instrument of transfer" (αρθρ. 73 κυπρ. Ε.Ν.). Μέσα σε δύο μήνες από την ημερομηνία κατάθεσης στην εταιρία του εγγράφου μεταβίβασης μετοχών, η εταιρία συμπληρώνει και ετοιμάζει για παράδοση τα πιστοποιητικά όλων των τίτλων που μεταβιβάστηκαν (αρθρ. 78 (1) κυπρ. Ε.Ν.). Οποιαδήποτε μεταβίβαση μετοχών ιδιωτικής εταιρίας με μετοχικό κεφάλαιο κοινοποιείται στον Έφορο Εταιριών, κατά τον καθοριζόμενο από τον Έφορο τύπο, μέσα σε δεκατέσσερις ημέρες από την εγγραφή της μεταβίβασης αυτής στο μητρώο μελών της εταιρίας (αρθρ. 113 Α κυπρ. Ε.Ν.). Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι από τον Οκτώβριο του έτους 2004 οπότε φιλελευθεροποιήθηκαν οι επενδύσεις στην Κύπρο, μέτοχοι των ως άνω εταιριών μπορούν να είναι οποιοιδήποτε, ακόμη και μη κάτοικοι της Κύπρου, όπως και πολίτες ευρωπαϊκών ή τρίτων χωρών. Όμως, μέχρι τον Οκτώβριο μήνα του έτους 2004, ως προς τους μη κατοίκους της Κύπρου ίσχυαν όσα προαναφέρθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, από την κύρια ανάκριση που διενεργήθηκε για την υπόθεση αυτή, αρχική και συμπληρωματική (δυνάμει του με αριθμ. 1197/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά) και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις ανωμοτί καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος, τα έγγραφα της δικογραφίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων προέκυψαν τα ακόλουθα: Στις 22.10.1993 συστάθηκε νομίμως στην Κύπρο και εγγράφηκε στα μητρώα εταιριών με αριθμ. ..... εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία, "......¨με έδρα τη Λεμεσό, μετοχικό κεφάλαιο 100 λιρών Κύπρου, διαιρεμένο σε εκατό μετοχές της μιας λίρας η κάθε μία και σκοπό, μεταξύ των άλλων, την αγορά και εκμετάλλευση πλοίων. Ιδρυτικά μέλη της παραπάνω εταιρίας ήταν οι Γ1 και Γ2, οι οποίες κατείχαν από 50% των μετοχών και συγκεκριμένα, τις με αριθμ. 1 έως 50 η πρώτη και 51 έως 100 η δεύτερη. Ακολούθως, στο πλαίσιο της τότε ισχύουσας κυπριακής νομοθεσίας, το εγκατεστημένο στη Λεμεσό της Κύπρου δικηγορικό γραφείο Ζ1, με την από 27.10.1993 αίτηση του προς την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ζήτησε να χορηγηθεί η άδεια στις Γ1 και Γ2 να κατέχουν τις μετοχές της ως άνω εταιρίας για λογαριασμό μη κατοίκων Κύπρου και συγκεκριμένα για λογαριασμό του κατηγορουμένου Χ2 η πρώτη και του κατηγορουμένου Χ1 η δεύτερη. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου χορήγησε τη σχετική άδεια και υπογράφηκαν στις ....., μεταξύ των ανωτέρω, δύο έγγραφα σύστασης εμπιστεύματος (instruments of trust deed), ένα μεταξύ των Γ1 και Χ2 και ένα μεταξύ των Γ2 και Χ1. Ως εμπιστευματοδόχος (trustee), κάθε μία από τις Γ1 και Γ2 δήλωσε με το αντίστοιχο από τα ως άνω έγγραφα ότι κατέχει τις αναφερόμενες στον πίνακα μετοχές και όλα τα μερίσματα και τόκους που έχουν σωρευθεί ή πρόκειται να σωρευθούν στο ίδιο εμπίστευμα για το δικαιούχο (beneficiary), ήτοι για τον Χ2 η πρώτη και το Χ1 η δεύτερη και τους διαδόχους τους και συμφώνησαν να μεταβιβάσουν, πληρώσουν και χειρίζονται τις μετοχές, μερίσματα και τόκους κατά τον τρόπο που εκείνοι από καιρού εις καιρόν θα τους υποδεικνύουν. Οι ανωτέρω εμπιστευματοδόχοι (Γ1 και Γ2) ήταν υπάλληλοι του προαναφερθέντος δικηγορικού γραφείου, το οποίο είχε αναλάβει, από νομικής πλευράς, τη σύσταση της εταιρίας "........", κατόπιν οδηγιών των κατηγορουμένων, οι οποίοι ενδιαφέρονταν για την αγορά μέσω μιας κυπριακής εταιρίας του υπό κυπριακή σημαία πλοίου "Β1", η δε σχέση που συνέδεε όλους τους ανωτέρω ήταν αυτή του "trust". Ο αγγλοσαξονικός αυτός θεσμός του "trust", που έχει αποδοθεί στην ελληνική νομική ορολογία με τον όρο εμπίστευμα υποδηλώνει την έννομη σχέση που καταρτίζεται, όταν περιουσιακά αντικείμενα τίθενται κάτω από τον έλεγχο ενός προσώπου που καλείται εμπιστευματοδόχος (trustee) προς το συμφέρον ενός άλλου προσώπου, του δικαιούχου (beneficiary) ή για την εκπλήρωση ενός σκοπού. Ούτε ο εμπιστευματοδόχος ούτε ο δικαιούχος είναι κύριοι, κατ' αποκλειστικότητα ο καθένας έναντι του άλλου του περιουσιακού αντικειμένου που μεταβιβάστηκε ως εμπίστευμα. Περαιτέρω, το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα των συμβάσεων εμπιστεύματος είναι ότι η κυριότητα ή άλλα παρεμφερή δικαιώματα του εμπιστεύματος μεταβιβάζονται στους εμπιστευματοδόχους, οι οποίοι εμφανίζονται προς τα έξω ως οι κύριοι ή οι δικαιούχοι μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων. Στην εσωτερική τους όμως σχέση, η οποία συνδέει τον μεταβιβάζοντα με τον εμπιστευματοδόχο, συμφωνείται, ότι από οικονομική άποψη, ο ουσιαστικός κύριος των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων εξακολουθεί να παραμένει ο μεταβιβάζων, στις οδηγίες του οποίου υπόκειται ο εμπιστευματοδόχος ως προς τη διαχείριση, εκμετάλλευση και διάθεση του εμπιστεύματος (βλ. Χ. Δεληγιάννη - Δημητράκου, Trust και Καταπίστευμα, έκδ. Β', Α. Γιαννόπουλο Ελλνη 1999.988, Α. Γεωργιάδη ΕλλΔνη 1995. 1041, 1043 και ΣυμβΕφΠειρ 103/2007). Ενόψει των ανωτέρω, το εκ του νόμου δικαίωμα στις μετοχές της εταιρίας ".....", έφεραν οι Γ1 και η Γ2, που είχαν εγγραφεί ως μέτοχοι στο μητρώο μελών της εταιρίας και στο Μητρώο του Εφόρου Εταιριών, οι δε σχετικές μετοχές αυτής μπορούσαν να μεταβιβαστούν εγκύρως μόνο με έγγραφη πράξη υπογεγραμμένη από αυτές (βλ. σχετ. και ΣυμβΕφΠειρ 103/2007), τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τους κατηγορουμένους είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, προέκυψε ότι, την 01.11.1993, οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας ως μέτοχοι και διαχειριστές της εταιρίας με την επωνυμία, "......", που είχε έδρα το επί της οδού .... (...), .... διαμέρισμα του 7ου ορόφου Λεμεσού Κύπρου, η οποία επρόκειτο να αγοράσει το αξιόπλοο και κερδοφόρο πλοίο "Β1", παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον εγκαλούντα ότι είναι οι εγγεγραμμένοι μέτοχοι της πιο πάνω εταιρίας (εγγεγραμμένοι στο μελών της εταιρίας και στο μητρώο Εφόρου Εταιριών) και ότι μπορούσαν να του μεταβιβάσουν οι ίδιοι μετοχές της, ως εμπιστευματοδόχοι, προς όφελος άλλου ως δικαιούχου, ενώ στην πραγματικότητα τα πρόσωπα που είχαν εγγραφεί στα ανωτέρω μητρώα και ως εκ τούτου μπορούσαν να κατέχουν και να μεταβιβάσουν μετοχές της ανωτέρω εταιρίας προς όφελος άλλου δικαιούχου ήταν η Γ1 και η Γ2, στη συνέχεια δε του πρότειναν να αγοράσει οκτώ (8) μετοχές της πιο πάνω εταιρίας, αντί τιμήματος 25.200 δολαρίων την κάθε μία και να συμμετάσχει έτσι και αυτός ως μέτοχος στα κέρδη από την εκμετάλλευση του πλοίου. Ο εγκαλών, πεισθείς από τις πιο πάνω παραστάσεις των κατηγορουμένων, δέχτηκε την πρόταση τους και κατέβαλε σ' αυτούς τμηματικά το ποσό των 201.600 δολαρίων ΗΠΑ (την 01.11.1993, 101. 771,24 δολ., στις 02.11.1993, 50.000 δολ., στις 19.11.1993, 20.000 δολ. και στις 09.12.1993, 30.149,05 δολ.), το οποίο με βάση την ισοτιμία δολαρίου ΗΠΑ και ελληνικής δραχμής, κατά το χρόνο της καταβολής, ανερχόταν στο ποσό των 49.168.370 δρχ. και κατά το χρόνο ισχύος του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, με το οποίο αντικ. η τρίτη παράγραφος του άρθρου 386 ΠΚ (03.06.1999) σε 62.958.470 δρχ., στις δε 10.12.1993 συνυπέγραψε την από της ίδιας ημερομηνίας πράξη παρακαταθήκης (deed of trust), στην οποία αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, ότι οκτώ (8) από τις μετοχές που ανήκουν στους θεματοφύλακες έχουν στην πραγματικότητα πληρωθεί από το δικαιούχο και επομένως κάτοχος και νομέας αυτών είναι ο δικαιούχος, ότι οι θεματοφύλακες (κατηγορούμενοι), θα τηρήσουν τις μετοχές σε παρακαταθήκη μέχρι την εξόφληση του δανείου που έλαβε η εταιρία από την Τράπεζα ING Bank Ολλανδίας για την αγορά του πλοίου, ότι οι θεματοφύλακες θα τηρήσουν σε παρακαταθήκη για το δικαιούχο και τους διαδόχους του τις μετοχές ως μέτοχοι και όλα τα μερίσματα και τα ποσοστά συμμετοχής που προκύπτουν ή θα προκύψουν από αυτές, ότι οι θεματοφύλακες θα μεταβιβάζουν, θα καταβάλουν και θα ασχοληθούν με τα μερίσματα και τα ποσοστά συμμετοχής κατά τον τρόπο που θα υποδεικνύει κατά καιρούς ο δικαιούχος και ότι η συμφωνία θα ερμηνεύεται από κάθε άποψη σύμφωνα με την αγγλική νομοθεσία (όρος 8). Περαιτέρω, στις 10.12.1993, η εταιρία ¨......." αγόρασε από την εταιρία, "..... LTD", αντί τιμήματος 6.300.000 δολαρίων ΗΠΑ, το προαναφερθέν πλοίο "Β1", το οποίο μετονομάστηκε, αρχικά σε "Β2", στις 14.04.1994 σε "Β3" και στις 17. 11.1998 σε "Β4", από δε της αγοράς του, από την ανωτέρω εταιρία, τη διαχείριση αυτού ανέλαβε η εταιρία "...... LTD", συμφερόντων των κατηγορουμένων, που είχε καταστατική έδρα στη Λιβερία, Γραφείο στην Ελλάδα, επί της οδού ..... αριθμ. .... στον Πειραιά και διηύθηναν οι κατηγορούμενοι, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι στις 10.03.1999 το πλοίο πωλήθηκε στην εταιρία "......... LTD", αντί 3.396.800 δολαρίων ΗΠΑ και μετονομάστηκε σε "Β5", χωρίς όμως μέχρι τότε οι κατηγορούμενοι να παραδώσουν στον εγκαλούντα τις ως άνω μετοχές, αλλ' ούτε και να του καταβάλουν την αναλογία επί του τιμήματος πώλησης του πλοίου. Ενόψει των ανωτέρω, η παραπάνω συμφωνία δεν μπορούσε να παραγάγει έννομα αποτελέσματα, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, μόνον οι Γ1 και Γ2μπορούσαν να μεταβιβάσουν τις μετοχές της εταιρίας. Και ναι μεν σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες των κατηγορουμένων ως δικαιούχων (beneficiaries), δηλαδή στο πρόσωπο που θα υποδείκνυαν οι τελευταίοι, κατά τις πρόνοιες που διαλαμβάνονται στα από ..... έγγραφα εμπιστεύματος, αλλά με έγγραφο μεταβίβασης μετοχών υπογεγραμμένο από τις ίδιες και με εγγραφή της μεταβίβασης αυτής στο μητρώο των μελών της εταιρίας και κοινοποίηση στον 'Εφορο Εταιριών και μάλιστα κατόπιν αδείας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, αφού ο εγκαλών δεν ήταν κάτοικος Κύπρου. Εάν οι οκτώ (8) μετοχές είχαν μεταβιβαστεί στον εγκαλούντα θα μπορούσε και αυτός να συστήσει εμπίστευμα με τον τρόπο που προαναφέρθηκε (ύστερα από έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κλπ.). Σκοπός όμως των κατηγορουμένων, που ενεργούσαν από κοινού και μετά από συναπόφαση, δεν ήταν να μεταβιβάσουν τις εν λόγω μετοχές στον εγκαλούντα, αφού κατά τα προεκτεθέντα δεν είχαν τέτοια δυνατότητα, αλλά να προσπορίσουν στους εαυτούς τους και στην δικών τους συμφερόντων διαχειρίστρια πλοίων εταιρία με την επωνυμία, "..... LTD", παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του εγκαλούντος, με την είσπραξη από τον τελευταίο του ανωτέρω χρηματικού ποσού των 201.600 δολαρίων ΗΠΑ, ως τιμήματος πώλησης σ' αυτόν οκτώ (8) μετοχών, χωρίς οι μετοχές αυτές να παρέχουν δικαίωμα στον εγκαλούντα. Προς τούτο δήλωσαν εν γνώσει τους ψευδώς σ' αυτόν τα παραπάνω και έτσι με την προαναφερθείσα θετική απατηλή συμπεριφορά τους οι κατηγορούμενοι παραπλάνησαν τον εγκαλούντα και τον έπεισαν να καταρτίσει την ανωτέρα συμφωνία και να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 201.600 δολαρίων ΗΠΑ, ως τίμημα για την αγορά οκτώ (8) μετοχών της ως άνω εταιρίας, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαινε αν γνώριζε την αλήθεια. Από την πράξη αυτή των κατηγορουμένων ο εγκαλών ζημιώθηκε κατά το πιο πάνω ποσό που πλήρωσε για την αγορά των οκτώ (8) μετοχών, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων που το έλαβαν χωρίς να το δικαιούνται ως τίμημα για την πώληση των οκτώ (8) μετοχών, αφού αυτοί, κατά τα προεκτεθέντα, δεν μπορούσαν να μεταβιβάσουν στον εγκαλούντα τις ως άνω μετοχές. Την ανωτέρω πράξη της απάτης οι κατηγορούμενοι τέλεσαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, δεδομένου ότι παραπλάνησαν τον εγκαλούντα, βάσει ειδικού σχεδίου και υποδομής, υποδεχόμενοι τα θύματα τους, όπως και τον εγκαλούντα, σε πολυτελή γραφεία στην ..... αριθμ......τον Πειραιά, προφασιζόμενοι ότι είναι σοβαροί και ευυπόληπτοι επιχειρηματίες, επί πλέον δε επανειλημμένα έχουν διαπράξει τέτοιες πράξεις με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος και αφετέρου καταδεικνύουν ως στοιχείο της προσωπικότητας τους σταθερή ροπή προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, με σκοπό πορισμού εισοδήματος, όπως άλλωστε, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο εξαπάτησαν και το Ε1 τον οποίο έπεισαν να καταβάλει σ' αυτούς το ποσό των 25.200 δολαρίων ΗΠΑ, για την αγορά μιας μετοχής της ανωτέρω εταιρίας, πράξη για την οποία ας σημειωθεί ότι οι κατηγορούμενοι έχουν ήδη παραπεμφθεί για να δικαστούν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Πειραιώς, με το με αριθμ. 103/2007 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου τούτου (η εναντίον του ως άνω βουλεύματος αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τους κατηγορουμένους, απορρίφθηκε ως αβάσιμη, με την με αριθμ. 1035/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου), το δε συνολικό περιουσιακό όφελος που αποκόμισαν και η ζημία που προξενήθηκε στην περιουσία του εγκαλούντος υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ. Τέλος πρέπει να σημειωθεί, 1) ότι ο εγκαλών ουδέποτε έλαβε στα χέρια του τις ως άνω μετοχές και ουδέποτε διαδέχτηκε έναν από τους κατηγορουμένους στην έννομη σχέση τους με τις Γ1 και Γ2 αντιστοίχως (ως προς τις 8 μετοχές), ώστε να θεωρείται ότι αυτός (εγκαλών) περιήλθε σε ισοδύναμη νομική κατάσταση με αυτή που θα βρισκόταν αν η από ..... σύμβαση εμπιστεύματος ήταν έγκυρη και ότι έτσι έλαβε ισοδύναμο με τη μεταβίβαση των μετοχών περιουσιακό αντιστάθμισμα, αλλ' ούτε και οι Γ1 και Γ2 μπορούσαν να ενεργήσουν ως εμπιστευματοδόχοι για λογαριασμό του εγκαλούντος, ενός μη κατοίκου της Κύπρου, χωρίς προηγούμενη άδεια της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου η οποία δεν υπήρξε, 2) ο σκοπός των κατηγορουμένων να αποκομίσουν ως περιουσιακό όφελος το ως άνω χρηματικό ποσό των 201.600 δολαρίων ΗΠΑ, προκύπτει και από το ότι, αν και στις 22.11.1994 εξοφλήθηκε το δάνειο και έπρεπε οι μετοχές να αποδοθούν στον εγκαλούντα, εντούτοις οι κατηγορούμενοι δεν τις απέδωσαν σ' αυτόν, ούτε το έτος 1994 αλλ' ούτε και μετά την υποβολή της μήνυσης, 3) οι κατηγορούμενοι, αν και το έτος 1999 πώλησαν το πλοίο στην εταιρία ".......LTD", αντί τιμήματος 3.396.800 δολαρίων ΗΠΑ, ουδέν απέδωσαν στον εγκαλούντα από το ποσό αυτό και 4) το μετοχικό καθεστώς της εταιρίας "........" εξακολουθεί να παραμένει αναλλοίωτο. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής των κατηγορουμένων για παραπομπή τους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Πειραιώς, για να δικαστούν για την αποδιδόμενη σ' αυτούς πράξη της απάτης, που τελέστηκε από κοινού, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό περιουσιακό όφελος αυτών και αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο με το εκκαλούμενο με αριθ. 562/2007 βούλευμα του παρέπεμψε τους κατηγορουμένους-εκκαλούντες στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου, του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Πειραιώς, για να δικαστούν ως υπαίτιοι της ανωτέρω πράξης, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 13 περ. στ', 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 51, 52 και 386 παρ. 1 - 3α' ΠΚ, δεν έσφαλε. Aπό τα άνω διαλαμβανόμενα προκύπτει σαφώς ότι το πληττόμενο βούλευμα αναφέρει όλα εκείνα τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος. Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει πλήρη, σαφή και συγκεκριμένη αιτιολογία και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις παρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 386 Π.Κ. και δεν παρατηρείται μεταξύ του σκεπτικού και διατακτικού καμία αντίφαση και δεν υφίσταται έλλειψη αιτιολογίας. Ειδικότερα, όσον αφορά εις ένα έκαστο προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως, σημειώνουμε τα εξής: α) ουδεμία αντίφαση υπάρχει ούτε αντικρουόμενες παραδοχές στο βούλευμα, όσον αφορά στο ποιός είναι μέτοχος και κύριος των μετοχών και διαχειριστής αυτών. Η κατά των αναιρεσειόντων κατηγορία συνίσταται στο ότι "εν γνώσει παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα Ψ1 ότι είναι μέτοχοι και διαχειριστές... ενώ το αληθές είναι ότι δεν ήταν μέτοχοι και διαχειριστές της άνω εταιρίας και μέτοχοι ήταν οι Γ1 και Γ2......". Στο ιστορικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος αναφέρεται ότι "δηλαδή στη περίπτωση που μετοχές εταιρείας κατέχονται από ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητα του εμπιστευματοδόχου, προς όφελος άλλου δικαιούχου, μέτοχος θεωρείται ο εμπιστευματοδόχος....... Περαιτέρω το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα των συμβάσεων εμπιστεύματος είναι ότι η κυριότητα ή άλλα παρεμφερή δικαιώματα του εμπιστεύματος μεταβιβάζονται στους εμπιστευματοδόχους (εν προκειμένω οι Γ1 και Γ2) οι οποίοι εμφανίζονται προς τα έξω ως οι κύριοι ή δικαιούχοι μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων".
Συνεπώς ουδεμία αντίφαση υφίσταται στα ανωτέρω, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες. β) Επίσης ουδεμία αντίφαση υπάρχει στα διαλαμβανόμενα στο βούλευμα ότι "στις 10.12.93 ο εγκαλών συνυπέγραψε την από ιδίας ημερομηνίας πράξη παρακαταθήκης" και ότι "ουδέποτε διαδέχθηκε έναν από τους κατηγορουμένους στην έννομη σχέση τους με τις Γ1 και Γ2, ώστε να θεωρείται ότι αυτός περιήλθε σε ισοδύναμη σχέση" καθόσον το βούλευμα δέχεται ότι "Εν όψει των ανωτέρω η παραπάνω συμφωνία δεν μπορούσε να παραγάγει έννομα αποτελέσματα, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, μόνον οι Γ1 και Γ2 μπορούσαν να μεταβιβάσουν τις μετοχές της εταιρίας". γ) Επίσης όσον αφορά στο δόλο των κατηγορούμένων, το γεγονός ότι το βούλευμα αναφέρει ότι "ο σκοπός των κατηγορουμένων προκύπτει και από το ότι αν και στις 22-11-1994 εξοφλήθηκε το δάνειο και έπρεπε οι μετοχές να αποδοθούν στον εγκαλούντα" ήτοι ως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες το βούλευμα αναφέρεται σε γεγονός μεταγενέστερο της πράξεως, σημειώνουμε ότι το ανωτέρω αναφέρεται απλά ως ενισχυτικό του δόλου των κατηγορουμένων, τούτο δε υποδηλώνεται και από τον συμπλεκτικό σύνδεσμο 'και.... ενώ στα φύλλα 17 και 18 αναφέρονται τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το δόλο αυτών, ως προαναφέρεται. δ) Αβάσιμος είναι ο λόγος ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα έχει παραποιηθεί η κατηγορία, ως προαναφέρεται καθόσον η κατηγορία παρέμεινε ως είχε στο πρωτοβάθμιο εκκαλούμενο βούλευμα ενώ τα πραγματικά περιστατικά ελευθέρως δύνανται να εκτιμηθούν από το εκκαλούμενο βούλευμα. Όμως εδώ σημειώνουμε ακόμη ότι οι αναιρεσείοντες αναφέρουν ως αντιφατικά τα διαλαμβανόμενα στο φύλλο 2 και στο φύλλο 16 του βουλεύματος. Όμως στο φύλλο 2 αναφέρεται η εισαγγελική πρόταση, στην οποίαν το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν παραπέμπει ούτε αναφέρεται. Επειδή κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσίαν οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α ---------------Προτείνω: 1) να απορριφθούν οι υπ'αριθμόν 47 και 48 από 8.9.2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, αντίστοιχα, περί αναιρέσεως του υπ'αριθμόν 201/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά και 2) να επιβληθούν τα έξοδα της διαδικασίας αυτής στους άνω αιτούντες. Αθήνα 12 Σεπτεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, με αριθμό 47/8-9-2008 και 48/8-9-2008, κατά του υπ' αριθμό 201/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσία, οι εφέσεις τους, κατά του υπ' αριθμό 562/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, που τους παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιώς, προκειμένου να δικαστούν για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία, από δράστες που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και προξενηθείσα ζημία μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση,( άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 περ. α, και 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ). Γι' αυτό, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητά τους, συνεκδικαζόμενες, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους.
Κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 386 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με άρθρο 1 παρ.11 του ν. 2408/1996, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση της παρ. 3, ορίσθηκε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αφαιρέθηκε δηλαδή η επιβαρυντική περίσταση του ιδιαίτερα επικίνδυνου δράστη. Η διάταξη όμως αυτή αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3 Ιουνίου 1999 (άρθρο 55 του ίδιου νόμου) και ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών(15.000 ευρώ), ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών(73.000)ευρώ. Η διάταξη αυτή είναι ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο μόνο στην περίπτωση που το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία δεν υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), οπότε η πράξη, και αν ακόμη έχει τελεσθεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος, όπως επίσης είναι ευνοϊκότερη αν το συνολικό ποσό, χωρίς τη συνδρομή της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, δεν υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ). Αν όμως το ποσό του οφέλους ή της ζημίας είναι ανώτερο των 5.000.000 δραχμών (ήδη15.000ευρώ) και συντρέχουν οι ανωτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις ή είναι απλώς ανώτερο των 25.000.000 δραχμών(ήδη 73.000 ευρώ), η πράξη της απάτης έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και με τη νεότερη διάταξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Εξ' άλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος υφίσταται, στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε (ευθεία παραβίαση) και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, οι αναιρεσείοντες, με το υπ' αριθμό 562/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, παραπέμφθηκαν στο Τριμελές Εφετείο (για τα κακουργήματα) Πειραιώς, για να δικασθούν για την πράξη της κακουργηματικής απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατά του βουλεύματος αυτού, οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν τις υπ' αριθμό 36/2007 και 37/2007 εφέσεις, οι οποίες έγιναν κατ' ουσία δεκτές με το υπ' αριθμό 315/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, που εξαφάνισε το εκκαλούμενο βούλευμα και αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει εναντίον τους κατηγορία. Κατά του ως άνω βουλεύματος, με αριθμό 315/2007, του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου άσκησε την από 13-11-2007 με αριθμό 61 αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 1288/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, σε συμβούλιο, με την οποία κρίθηκε ότι το υπ' αριθμό 315/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, δεν διαλαμβάνει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, προσέτι δε ότι δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 του Π.Κ, αναίρεσε δε το προσβαλλόμενο βούλευμα και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση την υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως.
Μετά από αυτά, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση, εξέδωσε το προσβαλλόμενο με τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως βούλευμα, με αριθμό 201/2008, το οποίο επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, με αριθμό 562/2008 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, συμπεριλαμβανομένης και της ανωμοτί κατάθεσης του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος, τα επισυναπτόμενα στη δικογραφία έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται όλα ανεξαιρέτως υπόψη και αν δεν γίνεται ειδικότερη μνεία αυτών, σε συνδυασμό με την απολογία των κατηγορούμενων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά το Κυπριακό δίκαιο, όπως προκύπτει από τις με αριθμ. πρωτ. 599/2004 και 322/2006 νομικές πληροφορίες του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού δικαίου και το με στοιχ. ...... έγγραφο - απάντηση της Νομικής Υπηρεσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι εταιρίες περιορισμένης ευθύνης (company limited), διέπονται από τον "περί εταιριών νόμο", από 21 Ιουλίου 1951, όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε, αναθεωρήθηκε, μεταφράστηκε και ενοποιήθηκε στην ελληνική γλώσσα και περιέχεται στο κεφάλαιο 113 της Νομοθεσίας της Κύπρου. Ο κυπριακός Εμπορικός Νόμος επιτρέπει σε οποιοδήποτε πρόσωπο (αρθρ. 3 αυτού) να συστήσει εταιρία περιορισμένης ευθύνης χωρίς διάκριση, ως προς την ιθαγένεια ή τον τόπο της κατοικίας του. Αλλά τα άρθρα 10, 11, 15 και 19 του νόμου περί ελέγχου συναλλάγματος της Κύπρου (κεφ. 199, όπως τροποποιήθηκε), προβλέπουν ότι πρόσωπο το οποίο διαμένει εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας (μη κάτοικος), δεν μπορεί να αποκτήσει αμέσως ή εμμέσως τίτλο αξιών σε νομικά πρόσωπα εγγεγραμμένα στην Κύπρο, χωρίς την άδεια της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Με βάση αυτό το νόμο παρέχεται εξουσία στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου να εξαρτά την παροχή αυτής της άδειας από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η άδεια της Κεντρικής Τράπεζας αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να καταχωρίσει η εταιρία τα ονόματα των μελών της, μη κατοίκων ή των εντολοδόχων τους στο μητρώο μελών, σύμφωνα με το άρθρο 105 κυπρ. ΕΝ. Χωρίς την άδεια αυτή μετοχές ή άλλοι τίτλοι δεν παρέχουν κανένα δικαίωμα στους "κυρίους" τους. Περαιτέρω, για τους μετόχους μη κατοίκους που επιθυμούν την ανωνυμία τους, προβλέπεται η δυνατότητα διορισμού "εμπιστευματοδόχου", με σχετική πράξη σύστασης εμπιστεύματος (trust deed), μέχρι κατ' ανώτατο όριο τεσσάρων κατοίκων-μετόχων-εμπιστευματοδόχων (άρθρ.34, 35, 36, 38 και 40 του νόμου περί εμπιστεύματος, κεφ. 193 της Νομοθεσίας της Κύπρου). Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 16 του νόμου περί συναλλάγματος (Κεφ. 199, όπως τροποποιήθηκε), ο "κάτοικος" δεν μπορεί να ενεργήσει ως εντολοδόχος - εμπιστευματοδόχος για λογαριασμό ενός "μη κατοίκου", χωρίς προηγούμενη άδεια από την Κεντρική Τράπεζα, σύμφωνα δε με τα άρθρα 112 και 113 κυπρ. Ε.Ν. μόνο τα ονόματα των κατοίκων εντολοδόχων - εμπιστευματοδόχων καταχωρούνται στα μητρώα που τηρούνται από τον Έφορο Εταιριών και στο Μητρώο Μελών που τηρείται στην έδρα της εταιρίας. Δηλαδή, στην περίπτωση που μετοχές εταιρίας κατέχονται από ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητα του εμπιστευματοδόχου, προς όφελος άλλου δικαιούχου, μέτοχος κατά τον κυπρ. Ε.Ν. θεωρείται ο εμπιστευματοδόχος, ο οποίος είναι πρόσωπο που εγγράφεται ως μέτοχος στο Μητρώο Μελών Εταιρείας και στο Μητρώο του Εφόρου Εταιριών. Ο κυπρ. Ε.Ν δεν διαχωρίζει μεταξύ "ουσιαστικών" ή "κρυπτομένων" μετόχων και "εμπιστευματοδόχων". Ο νόμος αυτός προνοεί για μετόχους, δηλαδή τα φυσικά ή νομικά εκείνα πρόσωπα, τα οποία κατονομάζονται στο ιδρυτικό έγγραφο της εταιρίας ότι λαμβάνουν μετοχές. Στη συνέχεια, οποιεσδήποτε μετοχές κατέχονται από τα εν λόγω πρόσωπα μπορούν να μεταβιβαστούν σε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δε μεταβίβαση κοινοποιείται στον Έφορο Εταιριών με τη συμπλήρωση και καταχώριση σχετικού εντύπου, το οποίο υπογράφεται από μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή το γραμματέα της εταιρίας. Η διαδικασία μεταβίβασης μετοχών της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης καλύπτεται από τα άρθρα 71-82 κυπρ. Ε.Ν., η δε μεταβίβαση δεν καταχωρείται από την εταιρία παρά μόνο με την προσαγωγή και παράδοση σ' αυτήν κατάλληλου μεταβιβαστικού εγγράφου "instrument of transfer" (αρθρ. 73 κυπρ. Ε.Ν.). Μέσα σε δύο μήνες από την ημερομηνία κατάθεσης στην εταιρία του εγγράφου μεταβίβασης μετοχών, η εταιρία συμπληρώνει και ετοιμάζει για παράδοση τα πιστοποιητικά όλων των τίτλων που μεταβιβάστηκαν (αρθρ. 78 (1) κυπρ. Ε.Ν.). Οποιαδήποτε μεταβίβαση μετοχών ιδιωτικής εταιρίας με μετοχικό κεφάλαιο κοινοποιείται στον Έφορο Εταιριών, κατά τον καθοριζόμενο από τον Έφορο τύπο, μέσα σε δεκατέσσερις ημέρες από την εγγραφή της μεταβίβασης αυτής στο μητρώο μελών της εταιρίας (αρθρ. 113 Α κυπρ. Ε.Ν.). Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι από τον Οκτώβριο του έτους 2004 οπότε φιλελευθεροποιήθηκαν οι επενδύσεις στην Κύπρο, μέτοχοι των ως άνω εταιριών μπορούν να είναι οποιοιδήποτε, ακόμη και μη κάτοικοι της Κύπρου, όπως και πολίτες ευρωπαϊκών ή τρίτων χωρών. Όμως, μέχρι τον Οκτώβριο μήνα του έτους 2004, ως προς τους μη κατοίκους της Κύπρου ίσχυαν όσα προαναφέρθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, από την κύρια ανάκριση που διενεργήθηκε για την υπόθεση αυτή, αρχική και συμπληρωματική (δυνάμει του με αριθμ. 1197/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά) και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις ανωμοτί καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος, τα έγγραφα της δικογραφίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων προέκυψαν τα ακόλουθα: Στις 22.10.1993 συστάθηκε νομίμως στην Κύπρο και εγγράφηκε στα μητρώα εταιριών με αριθμ. ..... εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία, "......", με έδρα τη Λεμεσό, μετοχικό κεφάλαιο 100 λιρών Κύπρου, διαιρεμένο σε εκατό μετοχές της μιας λίρας η κάθε μία και σκοπό, μεταξύ των άλλων, την αγορά και εκμετάλλευση πλοίων. Ιδρυτικά μέλη της παραπάνω εταιρίας ήταν οι Γ1 και Γ2, οι οποίες κατείχαν από 50% των μετοχών και συγκεκριμένα, τις με αριθμ. 1 έως 50 η πρώτη και 51 έως 100 η δεύτερη. Ακολούθως, στο πλαίσιο της τότε ισχύουσας κυπριακής νομοθεσίας, το εγκατεστημένο στη Λεμεσό της Κύπρου δικηγορικό γραφείο Σαβεριάδη, με την από 27.10.1993 αίτηση του προς την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ζήτησε να χορηγηθεί η άδεια στις Γ1 και Γ2 να κατέχουν τις μετοχές της ως άνω εταιρίας για λογαριασμό μη κατοίκων Κύπρου και συγκεκριμένα για λογαριασμό του κατηγορουμένου Χ2 η πρώτη και του κατηγορουμένου Χ1 η δεύτερη. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου χορήγησε τη σχετική άδεια και υπογράφηκαν στις ...., μεταξύ των ανωτέρω, δύο έγγραφα σύστασης εμπιστεύματος (instruments of trust deed), ένα μεταξύ των Γ1 και Χ2 και ένα μεταξύ των Γ2 και Χ1. Ως εμπιστευματοδόχος (trustee), κάθε μία από τις Γ1 και Γ2 δήλωσε με το αντίστοιχο από τα ως άνω έγγραφα ότι κατέχει τις αναφερόμενες στον πίνακα μετοχές και όλα τα μερίσματα και τόκους που έχουν σωρευθεί ή πρόκειται να σωρευθούν στο ίδιο εμπίστευμα για το δικαιούχο (beneficiary), ήτοι για τον Χ1 η πρώτη και το Χ2 η δεύτερη και τους διαδόχους τους και συμφώνησαν να μεταβιβάσουν, πληρώσουν και χειρίζονται τις μετοχές, μερίσματα και τόκους κατά τον τρόπο που εκείνοι από καιρού εις καιρόν θα τους υποδεικνύουν. Οι ανωτέρω εμπιστευματοδόχοι (Γ1 και Γ2), ήταν υπάλληλοι του προαναφερθέντος δικηγορικού γραφείου, το οποίο είχε αναλάβει, από νομικής πλευράς, τη σύσταση της εταιρίας "........", κατόπιν οδηγιών των κατηγορουμένων, οι οποίοι ενδιαφέρονταν για την αγορά μέσω μιας κυπριακής εταιρίας του υπό κυπριακή σημαία πλοίου ¨Β1", η δε σχέση που συνέδεε όλους τους ανωτέρω ήταν αυτή του "trust". Ο αγγλοσαξονικός αυτός θεσμός του "trust", που έχει αποδοθεί στην ελληνική νομική ορολογία με τον όρο εμπίστευμα υποδηλώνει την έννομη σχέση που καταρτίζεται, όταν περιουσιακά αντικείμενα τίθενται κάτω από τον έλεγχο ενός προσώπου που καλείται εμπιστευματοδόχος (trustee) προς το συμφέρον ενός άλλου προσώπου, του δικαιούχου (beneficiary) ή για την εκπλήρωση ενός σκοπού. Ούτε ο εμπιστευματοδόχος ούτε ο δικαιούχος είναι κύριοι, κατ' αποκλειστικότητα ο καθένας έναντι του άλλου του περιουσιακού αντικειμένου που μεταβιβάστηκε ως εμπίστευμα. Περαιτέρω, το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα των συμβάσεων εμπιστεύματος είναι ότι η κυριότητα ή άλλα παρεμφερή δικαιώματα του εμπιστεύματος μεταβιβάζονται στους εμπιστευματοδόχους, οι οποίοι εμφανίζονται προς τα έξω ως οι κύριοι ή οι δικαιούχοι μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων. Στην εσωτερική τους όμως σχέση, η οποία συνδέει τον μεταβιβάζοντα με τον εμπιστευματοδόχο, συμφωνείται, ότι από οικονομική άποψη, ο ουσιαστικός κύριος των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων εξακολουθεί να παραμένει ο μεταβιβάζων, στις οδηγίες του οποίου υπόκειται ο εμπιστευματοδόχος ως προς τη διαχείριση, εκμετάλλευση και διάθεση του εμπιστεύματος (βλ. Χ. Δεληγιάννη - Δημητράκου, Trust και Καταπίστευμα, έκδ. Β', Α. Γιαννόπουλο Ελλνη 1999.988, Α. Γεωργιάδη ΕλλΔνη 1995. 1041, 1043 και ΣυμβΕφΠειρ 103/2007). Ενόψει των ανωτέρω, το εκ του νόμου δικαίωμα στις μετοχές της εταιρίας "......", έφεραν οι Γ1 και η Γ2, που είχαν εγγραφεί ως μέτοχοι στο μητρώο μελών της εταιρίας και στο Μητρώο του Εφόρου Εταιριών, οι δε σχετικές μετοχές αυτής μπορούσαν να μεταβιβαστούν εγκύρως μόνο με έγγραφη πράξη υπογεγραμμένη από αυτές (βλ. σχετ. και ΣυμβΕφΠειρ 103/2007), τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τους κατηγορουμένους είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, προέκυψε ότι, την 01.11.1993, οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας ως μέτοχοι και διαχειριστές της εταιρίας με την επωνυμία, "......", που είχε έδρα το επί της οδού ....., .... διαμέρισμα του 7ου ορόφου Λεμεσού Κύπρου, η οποία επρόκειτο να αγοράσει το αξιόπλοο και κερδοφόρο πλοίο "Β1", παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον εγκαλούντα ότι είναι οι εγγεγραμμένοι μέτοχοι της πιο πάνω εταιρίας (εγγεγραμμένοι στο μελών της εταιρίας και στο μητρώο Εφόρου Εταιριών) και ότι μπορούσαν να του μεταβιβάσουν οι ίδιοι μετοχές της, ως εμπιστευματοδόχοι, προς όφελος άλλου ως δικαιούχου, ενώ στην πραγματικότητα τα πρόσωπα που είχαν εγγραφεί στα ανωτέρω μητρώα και ως εκ τούτου μπορούσαν να κατέχουν και να μεταβιβάσουν μετοχές της ανωτέρω εταιρίας προς όφελος άλλου δικαιούχου ήταν η Γ1 και η Γ2, στη συνέχεια δε του πρότειναν να αγοράσει οκτώ (8) μετοχές της πιο πάνω εταιρίας, αντί τιμήματος 25.200 δολαρίων την κάθε μία και να συμμετάσχει έτσι και αυτός ως μέτοχος στα κέρδη από την εκμετάλλευση του πλοίου. Ο εγκαλών, πεισθείς από τις πιο πάνω παραστάσεις των κατηγορουμένων, δέχτηκε την πρόταση τους και κατέβαλε σ' αυτούς τμηματικά το ποσό των 201.600 δολαρίων ΗΠΑ (την 01.11.1993, 101. 771,24 δολ., στις 02.11.1993, 50.000 δολ., στις 19.11.1993, 20.000 δολ. και στις 09.12.1993, 30.149,05 δολ.), το οποίο με βάση την ισοτιμία δολαρίου ΗΠΑ και ελληνικής δραχμής, κατά το χρόνο της καταβολής, ανερχόταν στο ποσό των 49.168.370 δρχ. και κατά το χρόνο ισχύος του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, με το οποίο αντικ. η τρίτη παράγραφος του άρθρου 386 ΠΚ (03.06.1999) σε 62.958.470 δρχ., στις δε 10.12.1993 συνυπέγραψε την από της ίδιας ημερομηνίας πράξη παρακαταθήκης (deed of trust), στην οποία αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, ότι οκτώ (8) από τις μετοχές που ανήκουν στους θεματοφύλακες έχουν στην πραγματικότητα πληρωθεί από το δικαιούχο και επομένως κάτοχος και νομέας αυτών είναι ο δικαιούχος, ότι οι θεματοφύλακες (κατηγορούμενοι), θα τηρήσουν τις μετοχές σε παρακαταθήκη μέχρι την εξόφληση του δανείου που έλαβε η εταιρία από την Τράπεζα ING Bank Ολλανδίας για την αγορά του πλοίου, ότι οι θεματοφύλακες θα τηρήσουν σε παρακαταθήκη για το δικαιούχο και τους διαδόχους του τις μετοχές ως μέτοχοι και όλα τα μερίσματα και τα ποσοστά συμμετοχής που προκύπτουν ή θα προκύψουν από αυτές, ότι οι θεματοφύλακες θα μεταβιβάζουν, θα καταβάλουν και θα ασχοληθούν με τα μερίσματα και τα ποσοστά συμμετοχής κατά τον τρόπο που θα υποδεικνύει κατά καιρούς ο δικαιούχος και ότι η συμφωνία θα ερμηνεύεται από κάθε άποψη σύμφωνα με την αγγλική νομοθεσία (όρος 8). Περαιτέρω, στις 10.12.1993, η εταιρία "......." αγόρασε από την εταιρία, "........ LTD", αντί τιμήματος 6.300.000 δολαρίων ΗΠΑ, το προαναφερθέν πλοίο "Β1", το οποίο μετονομάστηκε, αρχικά σε "Β2", στις 14.04.1994 σε "Β3" και στις 17. 11.1998 σε "Β4", από δε της αγοράς του, από την ανωτέρω εταιρία, τη διαχείριση αυτού ανέλαβε η εταιρία "........LTD", συμφερόντων των κατηγορουμένων, που είχε καταστατική έδρα στη Λιβερία, Γραφείο στην Ελλάδα, επί της οδού .... αριθμ. .... στον Πειραιά και διηύθηναν οι κατηγορούμενοι, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι στις 10.03.1999 το πλοίο πωλήθηκε στην εταιρία "........ LTD", αντί 3.396.800 δολαρίων ΗΠΑ και μετονομάστηκε σε "Β5", χωρίς όμως μέχρι τότε οι κατηγορούμενοι να παραδώσουν στον εγκαλούντα τις ως άνω μετοχές, αλλ' ούτε και να του καταβάλουν την αναλογία επί του τιμήματος πώλησης του πλοίου. Ενόψει των ανωτέρω, η παραπάνω συμφωνία δεν μπορούσε να παραγάγει έννομα αποτελέσματα, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, μόνον οι Γ1 και Γ2 μπορούσαν να μεταβιβάσουν τις μετοχές της εταιρίας. Και ναι μεν σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες των κατηγορουμένων ως δικαιούχων (beneficiaries), δηλαδή στο πρόσωπο που θα υποδείκνυαν οι τελευταίοι, κατά τις πρόνοιες που διαλαμβάνονται στα από .... έγγραφα εμπιστεύματος, αλλά με έγγραφο μεταβίβασης μετοχών υπογεγραμμένο από τις ίδιες και με εγγραφή της μεταβίβασης αυτής στο μητρώο των μελών της εταιρίας και κοινοποίηση στον 'Εφορο Εταιριών και μάλιστα κατόπιν αδείας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, αφού ο εγκαλών δεν ήταν κάτοικος Κύπρου. Εάν οι οκτώ (8) μετοχές είχαν μεταβιβαστεί στον εγκαλούντα θα μπορούσε και αυτός να συστήσει εμπίστευμα με τον τρόπο που προαναφέρθηκε (ύστερα από έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κλπ.). Σκοπός όμως των κατηγορουμένων, που ενεργούσαν από κοινού και μετά από συναπόφαση, δεν ήταν να μεταβιβάσουν τις εν λόγω μετοχές στον εγκαλούντα, αφού κατά τα προεκτεθέντα δεν είχαν τέτοια δυνατότητα, αλλά να προσπορίσουν στους εαυτούς τους και στην δικών τους συμφερόντων διαχειρίστρια πλοίων εταιρία με την επωνυμία, "...... LTD", παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του εγκαλούντος, με την είσπραξη από τον τελευταίο του ανωτέρω χρηματικού ποσού των 201.600 δολαρίων ΗΠΑ, ως τιμήματος πώλησης σ' αυτόν οκτώ (8) μετοχών, χωρίς οι μετοχές αυτές να παρέχουν δικαίωμα στον εγκαλούντα. Προς τούτο δήλωσαν εν γνώσει τους ψευδώς σ' αυτόν τα παραπάνω και έτσι με την προαναφερθείσα θετική απατηλή συμπεριφορά τους οι κατηγορούμενοι παραπλάνησαν τον εγκαλούντα και τον έπεισαν να καταρτίσει την ανωτέρα συμφωνία και να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 201.600 δολαρίων ΗΠΑ, ως τίμημα για την αγορά οκτώ (8) μετοχών της ως άνω εταιρίας, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαινε αν γνώριζε την αλήθεια. Από την πράξη αυτή των κατηγορουμένων ο εγκαλών ζημιώθηκε κατά το πιο πάνω ποσό που πλήρωσε για την αγορά των οκτώ (8) μετοχών, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων που το έλαβαν χωρίς να το δικαιούνται ως τίμημα για την πώληση των οκτώ (8) μετοχών, αφού αυτοί, κατά τα προεκτεθέντα, δεν μπορούσαν να μεταβιβάσουν στον εγκαλούντα τις ως άνω μετοχές. Την ανωτέρω πράξη της απάτης οι κατηγορούμενοι τέλεσαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, δεδομένου ότι παραπλάνησαν τον εγκαλούντα, βάσει ειδικού σχεδίου και υποδομής, υποδεχόμενοι τα θύματα τους, όπως και τον εγκαλούντα, σε πολυτελή γραφεία στην ....... στον Πειραιά, προφασιζόμενοι ότι είναι σοβαροί και ευυπόληπτοι επιχειρηματίες, επί πλέον δε επανειλημμένα έχουν διαπράξει τέτοιες πράξεις με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος και αφετέρου καταδεικνύουν ως στοιχείο της προσωπικότητας τους σταθερή ροπή προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, με σκοπό πορισμού εισοδήματος, όπως άλλωστε, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο εξαπάτησαν και το Ε1 τον οποίο έπεισαν να καταβάλει σ' αυτούς το ποσό των 25.200 δολαρίων ΗΠΑ, για την αγορά μιας μετοχής της ανωτέρω εταιρίας, πράξη για την οποία ας σημειωθεί ότι οι κατηγορούμενοι έχουν ήδη παραπεμφθεί για να δικαστούν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Πειραιώς, με το με αριθμ. 103/2007 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου τούτου (η εναντίον του ως άνω βουλεύματος αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τους κατηγορουμένους, απορρίφθηκε ως αβάσιμη, με την με αριθμ. 1035/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου), το δε συνολικό περιουσιακό όφελος που αποκόμισαν και η ζημία που προξενήθηκε στην περιουσία του εγκαλούντος υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ. Τέλος πρέπει να σημειωθεί, 1) ότι ο εγκαλών ουδέποτε έλαβε στα χέρια του τις ως άνω μετοχές και ουδέποτε διαδέχτηκε έναν από τους κατηγορουμένους στην έννομη σχέση τους με τις Γ1 και Γ2 αντιστοίχως (ως προς τις 8 μετοχές), ώστε να θεωρείται ότι αυτός (εγκαλών) περιήλθε σε ισοδύναμη νομική κατάσταση με αυτή που θα βρισκόταν αν η από ..... σύμβαση εμπιστεύματος ήταν έγκυρη και ότι έτσι έλαβε ισοδύναμο με τη μεταβίβαση των μετοχών περιουσιακό αντιστάθμισμα, αλλ' ούτε και οι Γ1 και Γ2 μπορούσαν να ενεργήσουν ως εμπιστευματοδόχοι για λογαριασμό του εγκαλούντος, ενός μη κατοίκου της Κύπρου, χωρίς προηγούμενη άδεια της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου η οποία δεν υπήρξε, 2) ο σκοπός των κατηγορουμένων να αποκομίσουν ως περιουσιακό όφελος το ως άνω χρηματικό ποσό των 201.600 δολαρίων ΗΠΑ, προκύπτει και από το ότι, αν και στις 22.11.1994 εξοφλήθηκε το δάνειο και έπρεπε οι μετοχές να αποδοθούν στον εγκαλούντα, εντούτοις οι κατηγορούμενοι δεν τις απέδωσαν σ' αυτόν, ούτε το έτος 1994 αλλ' ούτε και μετά την υποβολή της μήνυσης, 3) οι κατηγορούμενοι, αν και το έτος 1999 πώλησαν το πλοίο στην εταιρία "......¨αντί τιμήματος 3.396.800 δολαρίων ΗΠΑ, ουδέν απέδωσαν στον εγκαλούντα από το ποσό αυτό και 4) το μετοχικό καθεστώς της εταιρίας "........" εξακολουθεί να παραμένει αναλλοίωτο. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής των κατηγορουμένων για παραπομπή τους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Πειραιώς, για να δικαστούν για την αποδιδόμενη σ' αυτούς πράξη της απάτης, που τελέστηκε από κοινού, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό περιουσιακό όφελος αυτών και αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο με το εκκαλούμενο με αριθ. 562/2007 βούλευμα του παρέπεμψε τους κατηγορουμένους-εκκαλούντες στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου, του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Πειραιώς, για να δικαστούν ως υπαίτιοι της ανωτέρω πράξης, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 13 περ. στ', 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 51, 52 και 386 παρ. 1 - 3α' ΠΚ, δεν έσφαλε.
Aπό τα άνω διαλαμβανόμενα προκύπτει σαφώς ότι το πληττόμενο βούλευμα αναφέρει όλα εκείνα τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο αυτοί παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο, επίσης δε τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13στ', 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 386 παρ.1 και 3β του ΠΚ, όπως η παρ.3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, τις οποίες σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις.
Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας( άρθρο 484 παρ.1 περ. β και δ του Κ.Π.Δ) είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Ειδικότερα, εκτίθενται στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με πληρότητα και σαφήνεια, ότι το Συμβούλιο εκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και αναφέρει λεπτομερώς και αναλυτικά με ποιο τρόπο οι αναιρεσείοντες από κοινού παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα, σε γνώση της αναληθείας, συγκεκριμένα περιστατικά που προέκυψαν. Ειδικότερα, αιτιολογούνται οι παραδοχές σύμφωνα με τις οποίες οι αναιρεσείοντες- κατηγορούμενοι, την 1-11-1993 παρέστησαν, από κοινού ψευδώς στον εγκαλούντα, α) ότι οι ίδιοι είναι οι εγγεγραμμένοι μέτοχοι της εταιρείας με την επωνυμία " ........" που είχε την έδρα της στη Λεμεσό της Κύπρου, και β) ότι μπορούσαν να του μεταβιβάσουν οι ίδιοι τις μετοχές τους, ενώ το αληθές είναι ότι αυτοί δεν ήσαν δικαιούχοι των μετοχών, οι οποίες ανήκαν σε τρίτα πρόσωπα και συγκεκριμένα στη Γ1 και Γ2. Επίσης, διεξοδικά αναφέρονται στο αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα και τα περιστατικά εκείνα, που συνέχονται με την παραπλάνηση του εγκαλούντος, που έλαβε χώρα κατά την ως άνω ημεροχρονολογία, καθώς και ότι ο εγκαλών ο οποίος παραπείσθηκε στις ψευδείς διαβεβαιώσεις τους, συνολικά τους κατέβαλε το ποσό των 201.600 δολαρίων Αμερικής, ποσό το οποίο οι αναιρεσείοντες ωφελήθηκαν παράνομα με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος, και το οποίο υπερβαίνει τις 15.000 ευρώ. Επιπρόσθετα, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με ειδική αιτιολογία, αναφέρεται στο υποκειμενικό στοιχείο του κοινού δόλου των αναιρεσειόντων, οι οποίοι γνώριζαν εξαρχής ότι ουδέποτε υπήρξαν οι εγγεγραμμένοι μέτοχοι της ως άνω εταιρείας, όπως και ότι δεν είχαν τη δυνατότητα να μεταβιβάσουν στον εγκαλούντα τις μετοχές. Περαιτέρω, εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα τα περιστατικά εκείνα, που θεμελιώνουν το στοιχείο της επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως της απάτης και τη σταθερή ροπή τους, για διάπραξη του εγκλήματος αυτού, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους, ενόψει και της παραδοχής του, ότι σε βάρος των ήδη αναιρεσειόντων, έχει εκδοθεί το υπ' αριθμό 103/2007 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, προκειμένου να δικαστούν για κακουργηματική απάτη. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, με την επίκληση των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, είναι απαράδεκτες, γιατί προσβάλλουν την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (Συμβουλίου).
Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 παρ.1 περ. β'και δ' του ΚΠΔ, λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και ακολούθως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις με αριθμούς 47 και 48/8-9-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2 αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ' αριθμό 201/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι ( 220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη κακουργηματική κατά συναυτουργία. Αναίρεση με την επίκληση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Υπάρχει αιτιολογία. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2078/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια και Ελευθέριο Μάλλιο (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαϊου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσερτσίδη, περί αναιρέσεως της 808/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Εδεσσας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων της Ψ1 και Ψ2, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Εδεσσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 314/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 358 Π.Κ., "όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής που του την έχει επιβάλλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει έστω και προσωρινά το δικαστήριο, με τρόπο τέτοιο ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχτεί βοήθεια άλλων τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Η διάταξη προστατεύει τον δικαιούμενο σε διατροφή από τον κίνδυνο της ελλείψεως των υλικών μέσων συντηρήσεώς του. Στοιχεία του εγκλήματος είναι: α) υποχρέωση διατροφής από τον νόμο, που ιδρύεται με βάση τι δεσμό του γάμου μεταξύ των συζύγων διαζευγμένων συζύγων, συγγενών εξ αίματος κατ' ευθεία γραμμή ή αδελφών και θετών τέκνων β) η υποχρέωση να έχει αναγνωρισθεί με δικαστική απόφαση, έστω και προσωρινώς, που διατηρεί την ισχύ της μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση διατροφής, έστω και αν μεταβληθούν οι όροι διατροφής γ) κακόβουλη παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής, δηλαδή από κακεντρέχεια και κακή θέληση να στερηθεί ο δικαιούχος τα αναγκαία προς το ζην και δεν αρκεί λησμοσύνη ή οικονομική αδυναμία, οι περί των οποίων, ειρήσθω, ισχυρισμοί του υποχρέου είναι αρνητικοί της κατηγορίας η οικονομική δυνατότητα δε του υποχρέου κρίνεται σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση και την επαγγελματική του δραστηριότητα δ) ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκασθεί να δεχθεί βοήθεια άλλων ε) δόλος, πέραν της κακοβουλίας του, αρκεί και ενδεχόμενος στον οποίο περιλαμβάνεται και η γνώση της περί διατροφής αποφάσεως (δεν απαιτείται τυπική επίδοση με επιμελητή) και ότι ο δικαιούχος θα περιέλθει σε στερήσεις ή θα αναγκασθεί να ζητήσει την βοήθεια άλλων. Περαιτέρω η παραβίαση της υποχρεώσεως προς διατροφήν τελείται κατ' εξακολούθηση για απέχοντα χρονικώς διαστήματα (μηνών), αν δε η στέρηση αφορά περισσότερα πρόσωπα ως σύζυγο και δύο τέκνα πρόκειται για ισάριθμα εγκλήματα σε αληθινή συρροή, δηλαδή για τρία αυτοτελή εγκλήματα, τελεσθέντος ενός εκάστου κατ' εξακολούθηση. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. όπως το τελευταίο ετροποποιήθη με το άρθρο 2 παρ. 5 Ν. 2408/1996 ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Εδεσσας, δικάσαν κατ' έφεση, εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετ' αναφορά κατ' είδος των αποδεικτικών ("καταθέσεις μαρτύρων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη διαδικασία") όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως υπ' αριθμ. 808/2007 τα εξής: "Ο κατηγορούμενος τέλεσε το αδίκημα της παραβίασης της διατροφής κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση. Ειδικότερα ενώ με την υπ' αριθ. 295/20-5-2004 (εκτελεστή) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Εδεσσας, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, υποχρεώθηκε ο κατηγορούμενος να καταβάλει στην εγκαλούσα σύζυγό του, Ψ, το ποσό των 280 ευρώ μηνιαίως για την ίδια ατομικά, το ποσό των 180 ευρώ μηνιαίως για την ανήλικη κόρη τους Ψ1 και το ποσό των 130 ευρώ μηνιαίως για τον ανήλικο γιό τους Ψ2, και συνολικά το ποσό των 590 ευρώ, ως προσωρινή μηνιαία διατροφή, και ενώ ο κατηγορούμενος είχε λάβει γνώση της απόφασης αυτής, η οποία του επιδόθηκε στις 26-5-2004 (βλ. την υπ' αριθ. ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Εδεσσας ...), εξακολουθούσε δε να ισχύει η ως άνω απόφαση προσωρινής επιδίκασης διατροφής, καθώς είχε ήδη ασκηθεί εντός τριάντα ημερών από τη δημοσίευσή της η υπ' αριθ. καταθ. ..... κύρια αγωγή (βλ. υπ' αριθ. 121/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Εδεσσας), ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να καταβάλει το ποσό των 1.180 ευρώ για διατροφή των μηνών Μαϊου και Ιουνίου του έτους 2005 με αποτέλεσμα η εγκαλούσα να αναγκασθεί να δεχθεί την οικονομική βοήθεια των συγγενών της και ειδικότερα των γονέων της και της αδερφής της, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες διατροφής της ίδιας και των παιδιών της. Η οικονομική δυνατότητα του κατηγορουμένου να καταβάλει το ανωτέρω ποσό ως διατροφή της εν διαστάσει συζύγου του και των τέκνων του κρίθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθ. 121/28-4-2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Εδεσσας, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Β ΚΠολΔ, με την οποία υποχρεώθηκε ο κατηγορούμενος να καταβάλει στην εγκαλούσα το ποσό των 170 ευρώ για την ίδια ατομικά, το ποσό των 200 ευρώ για την ανήλικη κόρη τους Ψ1 και το ποσό των 180 ευρώ για τον ανήλικο γιο τους Ψ2, και συνολικά το ποσό των 550 ευρώ μηνιαίως, η οποία (απόφαση) επικυρώθηκε εν συνεχεία με την υπ' αριθ. 1779/31-8-2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Πράγματι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά το επίδικο διάστημα απασχολείτο σε αγροτικές εργασίες. Συγκεκριμένα εκμίσθωνε αγρούς τρίτων προσώπων, τους οποίους καλλιεργούσε με αραβόσιτο και τριφύλλι, χρησιμοποιώντας ιδιόκτητα γεωργικά μηχανήματα και εργαλεία (ήτοι πρέσα χόρτου και σπαρτική αραβόσιτου, με όλα τα εξαρτήματα και παρακολουθήματά τους, αξίας 5,000 και 4.000 ευρώ περίπου αντίστοιχα), αλλά και γεωργικά μηχανήματα της εγκαλούσας συζύγου του (ήτοι γεωργικό ελκυστήρα, φρέζα, συλλέκτη χόρτου και καλλιεργητή), εσοδεύοντας περί τα 500 ευρώ μηνιαίως, ενώ πραγματοποιούσε γεωργικές εργασίες και σε αγρούς τρίτων, αποκομίζοντας επιπλέον 500 ευρώ μηνιαίως περίπου. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ..... έκθεση επιτόπιας επίσκεψης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Εδεσσας, ..., ο κατηγορούμενος απέδωσε τα ανωτέρω γεωργικά μηχανήματα ιδιοκτησίας της συζύγου του στην τελευταία σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 279/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Εδεσσας, η οποία κατέστη τελεσίδικη δυνάμει της υπ' αριθ. 1654/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, πλην όμως η απόδοση των μηχανημάτων αναφέρεται σε μεταγενέστερο χρόνο του χρόνου τέλεσης της πράξης της παραβίασης της υποχρέωσης διατροφής και συνεπώς δεν επηρεάζει την κρίση περί της οικονομικής δυνατότητας του κατηγορουμένου. Επίσης ο κατηγορούμενος ήταν συγκύριος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής Toyota, τύπου Carina, μοντέλο 1992, το οποίο όμως τον Ιανουάριο του 2005 μεταβίβασε στην Α, με την οποία διατηρούσε ερωτικό δεσμό, προκειμένου να αποφύγει την αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση της απαίτησης διατροφής της συζύγου του και των παιδιών του. Με βάση τις ανωτέρω οικονομικές δυνάμεις ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν βαρυνόταν με δαπάνες μίσθωσης στέγης, καθόσον διέμενε στην πατρική του οικία, ούτε με υποχρέωση διατροφής άλλων προσώπων, μπορούσε να καταβάλει την ορισθείσα ως άνω διατροφή, την οποία δεν κατέβαλε από κακοβουλία και μόνο και προκειμένου οι δικαιούχοι να αναγκασθούν να δεχθούν τη βοήθεια άλλων, όπως και έπραξαν (ως προεκτέθηκε). Η κακοβουλία του συνάγεται από το γεγονός ότι αρνείτο να καταβάλει την επιδικασθείσα διατροφή, έστω και κατά ένα μέρος, παρά το γεγονός ότι εδύνατο να πράξει τούτο χωρίς να κινδυνεύσει η δική του διατροφή. Πρέπει, επομένως, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της παραβίασης της υποχρέωσης διατροφής κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή, να του αναγνωρισθεί όμως το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 δ ΠΚ, διότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και προσπάθησε να άρει τις συνέπειες της πράξης του, καθώς από το μήνα Ιανουάριο 2007 και εξής καταβάλει σταθερά το ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως ως διατροφή".
Μετά ταύτα εκήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2ε του ΠΚ, του ότι: στην ... με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος τέλεσε το αδίκημα της παραβίασης της υποχρέωσης διατροφής κατά συρροή, που του την έχει επιβάλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει έστω και προσωρινά το δικαστήριο με τέτοιο τρόπο ώστε οι δικαιούχοι να αναγκασθούν να δεχθούν την βοήθεια τρίτων και ειδικότερα ενώ με την υπ' αριθμ. 295/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Εδεσσας η οποία κατέστη προσωρινά εκτελεστή υποχρεώθηκε να καταβάλει ως διατροφή κάθε μήνα στην εγκαλούσα σύζυγό του Ψ, το ποσό των 280 ευρώ κάθε μήνα για την ίδια, το ποσό των 180 ευρώ για την ανήλικη κόρη τους Ψ1 και το ποσό των 130 ευρώ για το ανήλικο τέκνο τους Ψ2, ήτοι συνολικά το ποσό των 590 ευρώ κάθε μήνα, αυτός κατά τους μήνες Μάϊο και Ιούνιο του 2005 κακόβουλα αρνήθηκε να καταβάλει σ' αυτούς το συνολικό ποσό των 1.180 ευρώ, με αποτέλεσμα η προαναφερομένη να αναγκασθεί να δεχθεί την οικονομική βοήθεια συγγενικών και φιλικών της προσώπων. Με αυτά που εδέχθη το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Εδεσσας, ως εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες έκανε την υπαγωγή αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ.1, 94 παρ. 1, 98, 358 Π.Κ. Ειδικότερα αναφέρει την υποχρέωση του κατηγορουμένου που έχει αναγνωρισθεί με απόφαση που ισχύει και του έχει επιδοθεί μάλιστα, τα περιστατικά της κακοβουλίας του με την ως άνω έννοια, και της οικονομικής του δυνατότητος να καταβάλει την διατροφή που δεν κατέβαλε εις την σύζυγον και τα δύο τέκνα και δη την οικονομική του κατάσταση και την επαγγελματική του δραστηριότητα ως και την ανάγκη των δικαιούχων να δεχθούν την οικονομική βοήθεια των συγγενών των.
Συνεπώς οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, υποστηρίζοντες τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Επίσης και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίον το δικαστήριο δεν έλαβεν υπ' όψη του την προβληθείσα υπό της πολιτικώς εναγούσης ένσταση συμψηφισμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ουδόλως προκύπτει ότι προεβλήθη τοιαύτη ένσταση, σαφής και ορισμένη, ει μη μόνον ότι αυτή ανέφερε ιστορικά και διηγηματικά στην κατάθεσή της ότι "πρότειναν συμψηφισμό των χρεών του για το δάνειο του σπιτιού με την αγωγή που έκαναν εναντίον του". Με ταύτα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5/12/2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 808/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Εδεσσας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραβίαση της προς διατροφής υποχρεώσεως (άρθρο 358 ΠΚ). Στοιχεία αυτής. Πότε αιτιολογία ειδική και εμπεριστατωμένη. Όχι υποχρέωση δικαστηρίου να απαντήσει σε μη προβληθέντα σαφώς και ορισμένως ισχυρισμού. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Διατροφής υποχρέωση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2075/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο (ο οποίος ορίστηκε, προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντώνιου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκαλίμη, περί αναιρέσεως της 980/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: Ψ1 και Ψ2, που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 304/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 171 Κ.Π.Δ. Ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπ' όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Αρειο Πάγο προκαλείται... παρ. 2 αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου, κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ιδίου Κώδικος η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο αποτελεί λόγον αναιρέσεως. Εξ άλλου η τυχόν απόλυτη ακυρότης, η οποία έλαβε χώρα κατά την πρωτοβάθμια δίκη δεν μπορεί να θεμελιώσει σχετικό λόγο αναιρέσεως κατά της αποφάσεως, η οποία εξεδόθη κατ' έφεση και εδέχθη αυτήν τυπικά· και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 502 παρ. 1, 3, 4 ΚΠΔ, μετά την παραδοχή τυπικά της εφέσεως, με την οποία προσεβλήθη στο σύνολό της η πρωτόδικη απόφαση, η υπόθεση επανέρχεται στο Εφετείο για κατ' ουσίαν συζήτηση στην πριν την έκδοση της πρωτοδίκου αποφάσεως στάση, με την έννοια ότι το Εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως κάθε ακυρότης της πρωτοδίκου αποφάσεως καλύπτεται με την έκδοση της επί της ουσίας αποφάσεως του Εφετείου, αφού μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως η πρωτόδικη απόφαση ατονεί και παύει να ισχύει. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως ο αναιρεσείων προσβάλλει την υπ' αριθμ. 980/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο δίκασε την έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 2222/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, με την αιτίαση ότι το άνω Εφετείο παρέλειψε να κρίνει την λόγω του μικροτέρου αριθμού των στελεχών του αγωγόσημου, ακυρότητα της παραστάσεως πολιτικής αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι κατά τ' άνω εκτεθέντα, με την παραδοχή από το Τριμελές Εφετείο Λάρισας ως τυπικά παραδεκτής της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η τελευταία αυτή ητόνησε και η υπόθεση εξητάσθη εκ νέου από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο σύνολό της ανεκκλήτως δια της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔικ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1.Δ' ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη, των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο ή το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔικ. (Ολ. ΑΠ 1/2005). Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, διότι εις τις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' άρθρον 309 ΠΚ αν η πράξη του άρθρου 308 (απλή σωματική βλάβη) τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για την ζωή του η βαριά σωματική του βλάβη· (άρθρ. 310 παρ. 2) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Το έγκλημα αυτό αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση της απλής σωματικής βλάβης του άρθρου 308 και τα στοιχεία αυτής της επικίνδυνης σωματικής βλάβης είναι α) σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας κάποιου με δόλο του δράστου κατευθυνόμενο στην παραγωγή αυτών β) η πράξη να ετελέσθη κατά τρόπο που να μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του η βαριά σωματική του βλάβη· και κίνδυνος ζωής είναι η δημιουργία καταστάσεως όπου κατά την κοινή πείρα η επέλευση του θανάτου θεωρείται εγγύς κειμένη και πολύ πιθανή, ως βαριά δε σωματική βλάβη νοείται η κατά το άρθρο 310 γ) δόλος του δράστου που λαμβάνει τη γνώση και τη θέληση προκλήσεως σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας και των περιστάσεων, από τις οποίες αντικειμενικά προκύπτει κίνδυνος της ζωής ή βαριά σωματική βλάβη δηλαδή στο δόλο πρέπει να περιλαμβάνεται και η πιθανότητα επελεύσεως του αποτελέσματος. Στην απόφαση πρέπει να καθορίζεται αν συνέτρεξε κίνδυνος ζωής ή βαριά σωματική βλάβη και δεν αρκεί η διαζευκτική αναφορά, άλλως δημιουργείται ασάφεια, διότι από αυτήν εξαρτάται η επιμέτρηση της ποινής. Όμως δεν δημιουργεί αντίφαση η σωρευτική αναφορά και κινδύνου ζωής και βαριάς σωματικής βλάβης. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση το Τριμελές Εφετείο Λάρισας εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και δη τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία - λόγος για απολογία του κατηγορουμένου δεν γίνεται διότι ούτος εξεπροσωπήθη υπό συνηγόρου - (εδέχθη) ότι απεδείχθησαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος στο ... Ν. ... στις 22-9-2003 και ώρα 19.45, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της αποδιδόμενης σ' αυτόν με το κατηγορητήριο πράξης τέλεσε με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης (τετελεσμένη και σε απόπειρα) από κοινού και μεμονωμένα. Ειδικότερα: Α. Ο κατηγορούμενος, από κοινού με τον Α, με πρόθεση προξένησαν σ' άλλον σωματική βλάβη με τρόπο, που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη. Πιο συγκεκριμένα από κοινού ενεργούντες επιτέθηκαν εναντίον του πρώτου εγκαλούντα Ψ1 και δια της χρήσεως ο κατηγορούμενος, ενός στειλιαριού από τσαπί, και ο Α ενός στειλιαριού από σκεπάρνι, κατάφεραν σ' αυτόν ισχυρά πλήγματα, ήτοι στην περιοχή του προσώπου και ειδικότερα στο άνω χείλος και στην κάτω γνάθο, στην περιοχή του αριστερού αντιβραχίου, της αριστερής ωμοπλάτης, του αριστερού μηρού και αριστερού και δεξιού ημιθωρακίου, προκαλώντας του θλαστικό τραύμα άνω χειλός, θλαστικό τραύμα κάτω γνάθου, εκδορά αριστερού αντιβραχίου, μώλωπες αριστερής ωμοπλάτης, εκδορές αριστερού γονάτου, αριστερού μηρού, μώλωπες στο αριστερό ημιθωράκιο και άλγος τοιχωματικό δεξιού ημιθωρακίου. Ο τρόπος εκτέλεσης (μέσον καταφοράς πλήγματος, προσβληθέντα σημεία) της πράξης αυτής ήταν πρόσφορος να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του και βαριά σωματική του βλάβη. Β. Στον άνω τόπο και χρόνο έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το πλημμέλημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, δηλαδή να προξενήσει με πρόθεση σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη, επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την ενέργεια του αυτή, δηλαδή της τελέσεως του παραπάνω πλημμελήματος όχι από δική του βούληση αλλά από εξωτερικά υπό στοιχ. Α' εμπόδια. Πιο συγκεκριμένα μετά την εκτέλεση της πιο πάνω του κατηγορητηρίου αξιόποινης πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης που τέλεσε από κοινού με τον Α, στη συνέχεια αφού έθεσε σε κίνηση ως οδηγός ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του Α, κινήθηκε αναπτύσσοντας μεγάλη ταχύτητα, εναντίον του δεύτερου εγκαλούντα Ψ2, με σκοπό να το τραυματίσει προκαλώντας του σωματικές κακώσεις με το άνω αυτοκίνητο, πλην όμως η ενέργεια του αυτή δεν τελεσφόρησε λόγω της έγκαιρης αντίδρασης του εγκαλούντα ο οποίος απέφυγε επιτηδείως την κίνηση του πάνω οχήματος καθόσον μετακινήθηκε γρήγορα από τη θέση στην οποία βρισκόταν, σε σημείο εκτός του δρόμου, και έτσι δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει την πιο πάνω άδικη πράξη του και απέτυχε τελικά στο σκοπό του. Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Λάρισας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που εδέχθη στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως δεν ήτο αναγκαίο ως ανεφέρθη να γίνει συσχέτιση και συγκριτική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία όλα προκύπτει ότι ελήφθησαν υπ' όψη, αναμφιβόλως και οι καταθέσεις των παθόντων από το δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση. Εκθέτει δε πώς προεκλήθη η σωματική κάκωση στους παθόντες, το μέσον με το οποίον έγινε αυτή και τα σημεία εις τα οποία επλήγησαν και καταλήγει ότι εκ του τρόπου εκτελέσεως, του χρησιμοποιηθέντος μέσου, της σφοδρότητος και των πληγέντων σημείων, τα οποία κατονομάζει ειδικώς, μπορούσε να προκληθεί στους παθόντες κίνδυνος για την ζωή τους και βαριά σωματική τους βλάβη. Εφ' όσον μάλιστα στο διατακτικό της αποφάσεως περιέχονται με πληρότητα πραγματικά περιστατικά που αρκούν για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος στην προκειμένη περίπτωση, η ταυτόσημη σχεδόν επανάληψη αυτών και στο σκεπτικό της αποφάσεως αρκεί.
Συνεπώς ο λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εκ των άνω ελλείψεων είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω ο αναιρεσείων υπό το πρόσχημα του αμέσως προαναφερθέντος λόγου αυτού, επιχειρεί αντίθετη, προς εκείνη που εδέχθη το δικαστήριο, αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και επικαλείται εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, με αμφισβήτηση της κρίσεως του δικαστηρίου για συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ενοχή του για την πράξη που του απεδόθη και δια την οποίαν και κατεδικάσθη. Ο λόγος αυτός με την άνω αιτίαση, είναι απαράδεκτος διότι αναφέρεται εις την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατ' άρθρον 74 Π.Κ. το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την απέλαση αλλοδαπού που καταδικάστηκε σε κάθειρξη ή φυλάκιση με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από την χώρα... κατ' άρθρον δε 82 παρ. 1 Π.Κ. η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που δεν υπερβαίνει το ένα έτος, μετατρέπεται σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο. Η κατά τ' άνω απέλαση αλλοδαπού επιβάλλεται δυνητικώς, αφού ληφθούν υπ' όψη οι περιστάσεις της πράξεως και η προσωπικότητα του καταδικασθέντος, η δε μετατροπή της ποινής κατά τ' άνω είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο. Η εφαρμογή αμφοτέρων των ανωτέρω διατάξεων εις την καταδικαστική απόφαση, δεν έρχεται σε αντίθεση μεταξύ των, ούτε και με την κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητος, αφού η πρώτη αυτών αφορά μέτρον ασφαλείας εφαρμοζόμενον επί καταδικασθέντος, εις ποινή καθείρξεως ή φυλακίσεως, αλλοδαπού, η δε δευτέρα την μετατροπή της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής φυλακίσεως σε χρηματική, εφαρμοζομένης επί πάσης τοιαύτης ποινής οιουδήποτε καταδικασθέντος ανεξαρτήτως εάν επεβλήθη ή όχι (και) η απέλαση. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η διάταξη της προσβαλλομένης αποφάσεως περί απελάσεώς του από την χώρα, έρχεται σε αντίφαση με την μετατροπή της ποινής των 10 μηνών εις χρηματική, που αρκεί για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων ισχυριζόμενος κατά λέξη ότι παραβιάζεται δε και η αρχή της αναλογικότητος "που έγκειται στην παράδοξη αυτή αντιμετώπισή του". Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και απορριπτέα διότι ουδεμία αντίφαση στην αιτιολογία υπάρχει, ούτε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητος υφίσταται κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και συνεπώς αβάσιμος και απορριπτέος ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 513 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4/1/2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 980/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η τυχόν απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά την πρωτοβάθμια δίκη δεν μπορεί να θεμελιώσει σχετικό λόγο αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε κατ’ έφεση και με την οποία έγινε τυπικώς δεκτή (άρθρο 502 §§ 1, 34 ΚΠΔ). Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως : δεν απαιτείται συσχέτιση και αξιολογική σύγκριση όλων των αποδεικτικών μέσων, αρκεί να προκύπτει ότι ελήφθησαν υπ’ όψη όλα. Επικίνδυνη σωματική βλάβη. Δεν δημιουργεί αντίφαση η παραδοχή σωρευτικώς και κινδύνου ζωής και βαριάς σωματικής βλάβης. Η αντιγραφή του διατακτικού δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας εφόσον σ’ αυτό εκτίθενται με πληρότητα πραγματικά περιστατικά που αρκούν για την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Όχι αντίφαση από την εφαρμογή του άρθρου 74 ΠΚ (απέλαση αλλοδαπού) και 82 ΠΚ (μετατροπή ποινής). Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ποινή, Αλλοδαπού απέλαση, Σωματική βλάβη επικίνδυνη, Ακυρότητα σχετική.
| 0
|
Αριθμός 2074/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ματθαίο Φουκαράκη, περί αναιρέσεως της 190/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27.12.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 106/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 147 παρ. 1 του ΣΠΚ (Ν. 2287/1995 για την κύρωση του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικος) "στρατιωτικός που διαπράττει κλοπή ή υπεξαίρεση πραγμάτων τα οποία ανήκουν στο κράτος ή σε στρατιωτικό ή έχουν αποσταλεί ή αποχωρισθεί προς αποστολή στο στρατό, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών". Η έννοια της κλοπής λαμβάνεται από το άρθρο 372 ΠΚ και προϋποθέτει αφαίρεση ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος από την κατοχή άλλου, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του. Ξένο είναι το κινητό πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα κατά την έννοια του αστικού δικαίου, ως πράγματος νοουμένου κάθε ενσωμάτου αντικειμένου που είναι δεκτικό εξουσιάσεως στερεού, υγρού ή αερίου και κινητού, εκείνου που κατά την κοινή αντίληψη μπορεί να μετακινηθεί. Η κατοχή λαμβάνεται όχι υπό την νομική έννοια του αστικού δικαίου, αλλά υπό την έννοια της δυνατότητος ασκήσεως φυσικής και πραγματικής επί του πράγματος εξουσίας και διαθέσεως αυτού κατά τον προορισμόν του (corpus και animus), ο σκοπός δε παρανόμου ιδιοποιήσεως (animus rem sibi habendi) ταυτίζεται με τον σκοπό να έχει οριστικά το πράγμα ο υπαίτιος στην ιδιοκτησία του, δηλαδή να το οικειοποιηθεί, να το κατακρατήσει και να το διαθέτει ως κύριος. Περαιτέρω, κατά την παρ. 6 του ιδίου ως άνω άρθρου 147 ΣΠΚ, η διάταξη του άρθρου 379 ΠΚ εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις των προηγουμένων παραγράφων, κατ' αυτή δε το αξιόποινο της κλοπής ..... εξαλείφεται αν ο υπαίτιος, με δική του θέληση και πριν ακόμη εξετασθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωμένο.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών, κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (ολ. ΑΠ 1/2005). Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ιδιαίτερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή. Κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη ότι προέκυψαν στην αληθή έννοιά του, αλλά και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 190/2007 απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών, το οποίο εδίκασε έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, τούτο εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, και μετ' αναφορά κατ' είδος των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, τη μαρτυρική κατάθεση και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν όπως όλα τα παραπάνω αναφέρονται στα πρακτικά, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, (εδέχθη) τα εξής: Ο κατηγορούμενος που υπηρετούσε ως ... (ΠΖ) στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, στο στρατόπεδο τη Μονάδας του στη Βάρη Αττικής, την 15-5-2004 και περί ώρα 12.00', ενώ εκτελούσε υπηρεσία Αξιωματικού Υπηρεσίας Διανυκτερεύσεως Μονάδας του ΛΔ/ΣΣΕ, εισήλθε στο γραφείο του διαχειριστή του ΚΨΕ, Υπολοχαγού (ΠΖ) Α, σπάζοντας με σιδηρολοστό το λουκέτο της πόρτας και στη συνέχεια με τον ίδιο λοστό, σπάζοντας την κλειδαριά της πόρτας, άνοιξε το χρηματοκιβώτιο του διαχειριστή, χρησιμοποιώντας αντικλείδι που είχε ο ίδιος κατασκευάσει όταν ασκούσε τα καθήκοντα Διαχειριστή ΚΨΕ, και αφαίρεσε μέσα από το χρηματοκιβώτιο το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, που ανήκε στον Ελληνικό Στρατό, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Απολογούμενος στο ακροατήριο ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε την πράξη του αλλά υποστήριξε ότι δεν ήταν σκοπός του να ιδιοποιηθεί τα χρήματα αλλά με την πράξη του επιδίωκε την αποστρατεία του, ότι η μνηστή του τον πίεζε να παραιτηθεί από το Στρατό και να εγκατασταθεί στην πόλη του ... . Αναφορικά με τον σκοπό παράνομης ιδιοποιήσεως των χρημάτων από τον κατηγορούμενο θα πρέπει να επισημανθούν τα εξής: Πρωτίστως ο τρόπος με τον οποίο τελέστηκε η πράξη από τον κατηγορούμενο ήταν πρόσφορος για την επίτευξη του σκοπού της παράνομης ιδιοποίησης των χρημάτων. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι εκτελούσε υπηρεσία ΑΥΔΜ σε μη εργάσιμη ημέρα, οπότε απουσίαζε το προσωπικό από τα γραφεία του, προμηθεύτηκε ένα σιδηρολοστό, έσπασε το λουκέτο και την κλειδαριά της πόρτας, διέρρηξε δηλαδή το γραφείο διαχειρίσεως ΚΨΕ και στη συνέχεια το χρηματοκιβώτιο του διαχειριστή, χρησιμοποιώντας αντικλείδι που είχε ο ίδιος κατασκευάσει (κατά παράβαση των κανονισμών) όταν ασκούσε (μέχρι 2-12-2003) τα καθήκοντα του Διαχειριστή. Ακολούθως, όταν πληροφορήθηκε τη διενέργεια προανάκρισης θορυβήθηκε και προσπάθησε να καθυστερήσει την έρευνα μέσω της καταβολής του χρηματικού ποσού από τους διατελέσαντες διαχειριστές ΚΨΕ, δηλαδή τους Υπολοχαγούς Α και Β και τον ίδιο, επιδεικνύοντας επιμονή να πείσει τους ως άνω Υπολοχαγούς ότι πρέπει να καταβάλουν το χρηματικό ποσό των 10.000 ευρώ στη Διαχείριση επειδή οι τρεις τους θεωρούνται ύποπτοι και θα έχουν συνέπειες από την απώλεια των χρημάτων. Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι ο μάρτυρας Γ, εξεταζόμενος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είχε δηλώσει σαφέστατα ότι ο κατηγορούμενος αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ και όχι κάποιο άλλο από το συνολικό ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ που υπήρχε στο ταμείο, επειδή θα μπορούσε εύκολα να θεωρηθεί λογιστικό λάθος. Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, το δικαστήριο κρίνει ομόφωνα ότι πληρούνται τα στοιχεία τόσο της αντικειμενικής όσο και της υποκειμενικής υποστάσεως της αποδιδομένης στον κατηγορούμενο πράξεως της κλοπής στρατιωτικών πραγμάτων (χρημάτων) και θα πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το άνω Αναθεωρητικό Δικαστήριο (Πενταμελές) Αθηνών εκήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο της κατά τα άνω τελεσθείσης αξιοποίνου πράξεως της κλοπής στρατιωτικών πραγμάτων, αναγνωρισθείσης υπέρ αυτού και της συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως άρθρου 84 παρ. 2α' ΠΚ και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως ενός (1) μηνός, την οποίαν ανέστειλεν επί τριετίαν. Με αυτά τα οποία εδέχθη το ανωτέρω δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κλοπής στρατιωτικών πραγμάτων για την οποίαν κατεδικάσθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 147 παρ. 1 ΣΠΚ, 26 παρ. 1 εδ. α, 27 παρ. 1 και 2β' ΠΚ, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπή ή αντιφατική και με λογικά κενά αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα δε αναφέρεται στην αιτιολογία η ιδιότης του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ως στρατιωτικού, ... (ΠΖ) στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, η αφαίρεση από την κατοχή του Ελληνικού Στρατού των κινητών πραγμάτων του, χρημάτων, και η ιδιοποίηση από μέρους του αυτών, την οποίαν επέτυχε με τον τρόπο που ετέλεσε την πράξη του, ο δόλος που συνίσταται στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την πράξη.
Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Η κατά τα άνω άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή την ικανότητα προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγησή τους, να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει και δη αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τοιούτος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο εκ του άρθρου 379 ΠΚ, ως ανωτέρω εξετέθη, και προβάλλεται παραδεκτώς, με σαφή και ορισμένα περιστατικά, ώστε να εξετασθούν ως προς την ουσιαστική βασιμότητά των. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα πρακτικά αυτής, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, κατά την αγόρευσή του περί της ενοχής του κατηγορουμένου και την ανάπτυξη της υπερασπίσεως του τελευταίου, εζήτησε "να κηρυχθεί αθώος ελλείψει δόλου, άλλως να εφαρμοσθεί η διάταξη περί έμπρακτης μετάνοιας (άρθρο 379 ΠΚ)", χωρίς όμως για το τελευταίο αυτό να επικαλεσθεί συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ώστε να εξετασθούν και εκτιμηθούν και να κριθεί η βασιμότης ή όχι αυτού κατ' ουσίαν. Εντεύθεν και το δικαστήριο (Πενταμελές Αναθεωρητικό) δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Ταύτα, ανεξαρτήτως του ότι στο Πενταμελές Στρατοδικείο Αθηνών (πρωτόδικο δικαστήριο) είχε υπάρξει μειοψηφία δύο (2) μελών περί συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 379 ΠΚ, όπως φαίνεται από την υπ' αριθ. 1374/2005 απόφαση αυτού, την οποίαν επικαλείται ο αναιρεσείων προς υποστήριξη του εκ του άρθρου αυτού ισχυρισμού του, καθ' όσον, με την παραδοχή τυπικά της εφέσεως, η εκκαλουμένη πρωτοβάθμια απόφαση παύει να ισχύει και το Εφετείο εξετάζει εκ νέου την υπόθεση ενώπιόν του.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος, περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, όσον αφορά την απόρριψη του εκ του άρθρου 379 ΠΚ ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων του ΚΠΔ 31 παρ. 2, 105, 223 παρ. 4 και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) συνάγεται ότι απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση εις βάρος του κατηγορουμένου της έγγραφης εξετάσεώς του που έγινε κατά την διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ενόρκου ή ανωμοτί καταθέσεως που έδωσε κατά την διενέργεια της αυτεπαγγέλτου προανακρίσεως και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του.
Συνεπώς, μόνον η κατά παράβαση της απαγορεύσεως, εκ των άνω άρθρων ανάγνωση κατ' αποδεικτική αξιολόγηση εις βάρος εκείνου που κατέθεσε και στη συνέχεια κατέστη κατηγορούμενος της ως άνω καταθέσεώς του, είτε στην προδικασία είτε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ' ΚΠΔ και θεμελιώνει λόγον αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ (ολ. ΑΠ 2/1999), όχι όμως και η ύπαρξη αυτής στην σχηματισθείσα δικογραφία και η μη παραμονή της στο αρχείο της εισαγγελίας, εφόσον αυτή, όταν δεν αναγιγνώσκεται ή δεν αξιολογείται από το δικαστήριο, δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την άσκηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι η από 4.6.2004 ένορκη κατάθεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ληφθείσα κατά το στάδιο της προανακρίσεως, ούτε ανεγνώσθη, ούτε ελήφθη υπόψη για την κρίση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου περί της ενοχής αυτού και ούτω δεν επήλθε απόλυτη ακυρότης. Επομένως ο σχετικός τελευταίος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τον οποίον προβάλλεται η πλημμέλεια της απολύτου ακυρότητος της διαδικασίας, διότι παρά τον νόμο δεν ετέθη στο αρχείο της Εισαγγελίας, ούτε και αφηρέθη από την σχηματισθείσα δικογραφία, αλλά παρέμεινε σ' αυτή, η άνω εξέταση και ελήφθη υπ' όψη εις βάρος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά πάντα ταύτα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.12.2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 190/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κλοπή άρθρ. 147 § 1. Στοιχεία αυτής. Έννοια ξένου κινητού πράγματος, κατοχής αφαίρεση, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Αιτιολογία. Ο δόλος δεν είναι απαραίτητο να αιτιολογείται ειδικώς διότι εμπεριέχεται στα πραγματικά περιστατικά για την ενοχή του κατηγορουμένου (άρθρο 379 ΠΚ). Πρέπει ο ισχυρισμός να είναι ορισμένος άλλως το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει. Αβάσιμος ο λόγος όσον αφορά την αναιτιολόγητη απόρριψή του. Άρθρο 31 § 2, 105, 223 § 4 και άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ: απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση εις βάρος του κατηγορουμένου της ενόρκου εξετάσεως που έγινε κατά την διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ενόρκου ή ανωμοτί καταθέσεως κατά την διενέργεια αυτεπαγγέλτου προανακρίσεως. Συνεπώς, έστω και αν παρέμεινε αυτή στη δικογραφία, και όχι στο αρχείο της Εισαγγελίας, εάν δεν αξιολογήθηκε ούτε ελήφθη υπόψη εις βάρος του κατηγορουμένου δεν επέρχεται ακυρότης. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως διότι προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν ελήφθη υπ’ όψη για την καταδίκη του αναιρεσείοντος από το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο.
|
Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας
|
Ισχυρισμός αυτοτελής, Κλοπή, Στρατιωτικός Ποινικός Κώδικας, Κατηγορούμενος, Δόλος, Δικαστήριο Αναθεωρητικό.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2073/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρυσόστομο Βελλάκη, περί αναιρέσεως της 551/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε η Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρία - Λουίζα Μπακαλάκου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Μαϊου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 804/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 4 του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται τελεσθείσα η εν προκειμένω φοροδιαφυγή, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών, εικονικό δε είναι το στοιχείο που εκδίδεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, για συναλλαγή ανύπαρκτη, στο σύνολό της ή εν μέρει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 10 του ίδιου ως άνω Ν. 2523/1997 "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η τελευταία αυτή διάταξη για το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής, εφόσον δεν κάνει διάκριση, κατελάμβανε και τα εγκλήματα του ως άνω άρθρου 19, μολονότι η ποινική δίωξη γι' αυτά ησκείτο άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά, (σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 3 του Ν. 2523/1997, όπως το εν λόγω εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 πα. 3 του Ν. 2753/1999) και δεν είχε ως προϋπόθεση την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και επί μη ασκήσεως προσφυγής την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της προς τούτο νόμιμης προθεσμίας, όπως επί των εγκλημάτων των άρθρων 17 και 18 του ίδιου νόμου. Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής ως άνω διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 τίθεται ως αφετηρία της παραγραφής η τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π., δεν προκύπτει ότι για το έγκλημα του άρθρου 19, για το οποίο τίθεται διαφορετική προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής διώξεως, ο νόμος άφησε ηθελημένα αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του εγκλήματος αυτού, ώστε να ισχύσουν επ' αυτού οι διατάξεις του γενικού μέρους του ποινικού κώδικα των άρθρων 17, 111 και 112 κατά τις οποίες η παραγραφή επί πλημμελημάτων είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα τελέσεώς τους, δηλαδή από την ημέρα που ο δράστης ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει. Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2954/2001 προστέθηκε στην ως άνω παραγ. 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπιστώσεως του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεωρήσεως του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για το δράστη της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19 από εκείνη που, κατά τα ανωτέρω, ίσχυε προηγουμένως, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της προσφυγής που ασκήθηκε και επί μη ασκήσεως προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο ενάρξεως αυτής και επομένως εφαρμόζεται κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, την 2.11.2001. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν έχει εκ του νόμου, τούτο δε συντρέχει, πέραν των περιπτώσεων που ενδεικτικώς αναφέρονται στην ως άνω διάταξη, και όταν το δικαστήριο, ενώ το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφθηκε με παραγραφή, δεν παύει την ασκηθείσα ποινική δίωξη αλλά επιβάλλει για την παραγραφείσα πράξη ποινή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 551/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε δεύτερο βαθμό για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, ο συνήγορος τούτου προέβαλε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η πρώτη μερικότερη πράξη του ως άνω κατ' εξακολούθηση εγκλήματος που φέρεται τελεσθείσα την 31.12.1998 έχει παραγραφεί καθόσον από τον εν λόγω μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως κατ' έφεση την 23.2.2007 είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ ετών, ήτοι ο χρόνος των πέντε ετών της παραγραφής της και των τριών ετών της αναστολής της παραγραφής αυτής. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία διέλαβε σχετικώς, μετά την παράθεση νομικών σκέψεων ομοίων προς τις ανωτέρω εκτεθείσες ως προς το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής του συγκεκριμένου εγκλήματος, τα εξής: "... Στην προκειμένη περίπτωση, από τη θεώρηση των υπηρεσιακών σημειωμάτων ελέγχου (ΥΣΕ) από τον Προϊστάμενο του ΣΔΟΕ Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης Καβάλας την 8.3.2002 που αποτελεί κατά τα ανωτέρω την έναρξη της παραγραφής για το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, δεν έχει παρέλθει διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ ετών... ". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της πενταετούς παραγραφής του εγκλήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, που είναι εκείνη της χρονολογίας θεωρήσεως του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, για την οποία δέχθηκε περαιτέρω ότι έλαβε χώρα την 8.3.2002, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που προπαρατέθηκαν απέρριψε τον περί παραγραφής ισχυρισμό και συνεπώς, με το να προχωρήσει στην συζήτηση της υποθέσεως και να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα και για την ως άνω μερικότερη πράξη που κατηγορείτο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, όπως αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, ο οποίος, μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω περί παραγραφής ισχυρισμού του αναιρεσείοντος και ειδικότερα διότι δεν αναφέρει το χρόνο επιδόσεως στον αναιρεσείοντα του κλητηρίου θεσπίσματος "για να κριθεί πότε και αν διακόπηκε η πενταετία ώστε να γίνεται λόγος περί οκταετίας". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας απορρίψεως του ως άνω ισχυρισμού, η αναφορά του χρόνου επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού από την έναρξη της υπόψη παραγραφής, με τη θεώρηση των υπηρεσιακών σημειωμάτων ελέγχου, γενομένη, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, την 8.3.2002, μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, την 23.2.2007, δεν είχε συμπληρωθεί, σύμφωνα με το εν χρήσει ημερολόγιο, ούτε ο πενταετής χρόνος της παραγραφής. Ούτε εδημιουργείτο αντίθετη υποχρέωση από την αναφορά στην ανωτέρω αιτιολογία ότι δεν είχε συμπληρωθεί οκταετία από την 8.3.2002 μέχρι την απόφαση αυτή, αφού, με τη διαδρομή του διαστήματος αυτού, δεν είχε συμπληρωθεί η ως άνω πενταετία. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ ως άνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως, πρέπει ν' απορριφθεί. Από τις διατάξεις των άρθρων 105, 31 παρ. 2 και 223 παρ. 4 ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκαν η πρώτη με το άρθρο 2 του Ν. 2408/1996 και η δεύτερη με το άρθρο 5 του Ν. 3346/2005, σε συνδυασμό και προς τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), συνάγεται ότι απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της έγγραφης εξετάσεώς του, που έγινε κατά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή ανωμοτί καταθέσεως που έδωσε κατά τη διενέργεια της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Συνακόλουθα, η κατά παράβαση της απαγορεύσεως αυτής αποδεικτική αξιοποίηση, σε βάρος εκείνου που κατέθεσε και στη συνέχεια κατέστη κατηγορούμενος, της κατά τα ανωτέρω καταθέσεώς του, είτε στην προδικασία είτε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠοινΔ (Ολ. ΑΠ 1/2004 και 2/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη αποδεικτικώς η από 17.1.2002 υπεύθυνη δήλωση του αναιρεσείοντος, δοθείσα απ' αυτόν, όπως υποστηρίζεται, στα πλαίσια προκαταρκτικής εξετάσεως που διενήργησε το ΣΔΟΕ επί της υποθέσεως και πριν αποδοθεί σ' αυτόν η ιδιότητα του κατηγορουμένου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, καθόσον η υπεύθυνη δήλωση του μετέπειτα κατηγορουμένου δεν αποτελεί έγγραφη εξέταση, ούτε κατάθεση τούτου, αλλά έγγραφο, η ανάγνωση και αποδεικτική αξιοποίηση του οποίου, όπως και κάθε άλλου εγγράφου προερχομένου από τον μετέπειτα κατηγορούμενο, δεν εμπίπτει στην ως άνω απαγόρευση και δεν δημιουργείται εντεύθεν η ως άνω ακυρότητα. Κατά το άρθρο 174 του Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", οποιοσδήποτε οικονομικός υπάλληλος (Οικονομικός Επιθεωρητής, Υπάλληλος Τελωνείου, Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών, Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος), όταν ενεργεί ανακριτικές πράξεις για λαθρεμπορία ή συμμετέχει σ' αυτές, δεν αποκλείεται να εξετασθεί ως μάρτυρας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Εξάλλου, με το άρθρο 30 παρ. 23 του Ν. 3296/2004 "Φορολογία εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, φορολογικοί έλεγχοι κ.λ.π." ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του ανωτέρω άρθρου 174 του Ν. 2960/2001, όπως ισχύουν, εφαρμόζονται ανάλογα κατά περίπτωση και στο σύνολο των υποθέσεων του προσωπικού της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (πρώην ΣΔΟΕ), ανεξάρτητα από τον κλάδο που ανήκουν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο ακροατήριο, εξετάσθηκαν ως μάρτυρες οι Α, Β, Γ και Δ, εφοριακοί υπάλληλοι, παρά την εναντίωση που προέβαλε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 211 εδ. α' ΚΠοινΔ και το ότι οι ανωτέρω άσκησαν στην υπόθεση προανακριτικά καθήκοντα ως υπάλληλοι του ΣΔΟΕ, η οποία (εναντίωση) απορρίφθηκε, ενόψει της διατάξεως του ως άνω άρθρου 174 του Ν. 2960/2001, με παρεμπίπτουσα απόφαση του δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου που προηγήθηκε της αναιρεσιβαλλομένης και συμπροσβάλλεται με αυτή (άρθρο 504 παρ. 4 ΚΠοινΔ). Η διάταξη αυτή του άρθρου 174 του Ν. 2960/2001, ενόψει της διατάξεως του ως άνω άρθρου 30 παρ. 23 του Ν. 3296/2004, ήταν αναλογικά εφαρμοστέα και στην ένδικη (φορολογικής φύσεως) υπόθεση, κατά την εξέταση των ως άνω μαρτύρων ενώπιον του δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικών. Επομένως, δεν έλαβε χώρα ακυρότητα από την εξέτασή τους και ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ενώ η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγησή τους, καθώς και ο έλεγχος της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος που συνήγαγε εξ αυτών το δικαστήριο της ουσίας, δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας που την εξέδωσε δέχθηκε στο αιτιολογικό της ότι από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "ο κατηγορούμενος, στη ..., τυγχάνων κύριος ενός μηχανήματος, το οποίο χρησιμοποιεί για την εκτέλεση χωματουργικών εργασιών, αποδέχθηκε τιμολόγια - δελτία αποστολής και συγκεκριμένα Α) για τη χρήση 1998, από την επιτηδευματία Ε, η οποία διατηρεί επιχείρηση εμπορίας οικοδομικών υλικών στη ..., το εξής τιμολόγιο ΑΡ. ΤΙΜ. ΠΩΛ. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΞΙΑ ΦΠΑ ΣΥΝΟΛΟ 17 31-12-1998 373.520 67.234 440.754 Β) για τη χρήση έτους 1999, από τους επιτηδευματίες ΣΤ που διατηρεί συνεργείο αυτοκινήτων και Ζ που διατηρεί παραδοσιακό καφενείο στην ... τα εξής τιμολόγια και δελτία αποστολής χρήσης έτους 1999Α/Α ΑΡ.ΤΙΜ. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΞΙΑ ΦΠΑ ΣΥΝΟΛΟ 1 100* 28-2-1999 265.777 47.840 313.617 2 76** 29-4-1999 554.589 99.826 654.415 ΣΥΝΟΛΟ 820.366 147.666 968.032 Με το ένα * είναι τιμολόγιο - δελτίο αποστολής και με τα δύο ** είναι τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών. Επίσης αποδέχτηκε από τον Ζ τα παρακάτω τιμολόγια χρήσης έτους 1999Α/Α ΑΡ.ΤΙΜ.ΔΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΞΙΑ ΦΠΑ ΣΥΝΟΛΟ 1 26 30-7-1999 1.810.380 325.868 2.136.248 2 50 24-8-1999 4.462.850 803.313 5.266.163 3 42 31-10-1999 895.920 161.266 1.057.186 ΣΥΝΟΛΟ 7.169.150 1.290.447 8.459.597 Γ) για τη χρήση έτους 2000 αποδέχτηκε από την επιτηδευματία Ζ που διατηρεί πρατήριο υγρών καυσίμων στην ... τα εξής τιμολόγια και δελτία αποστολής χρήσης έτους 2000Α/Α ΑΡ.ΤΙΜ. ΠΩΛ. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΞΙΑ ΦΠΑ ΣΥΝΟΛΟ 1 15 23-2-2000 162.400 29.232 191.632 2 40** 30-3-2000 1.002.700 180.486 1.183.186 3 46** 20-4-2000 350.000 63.000 413.000 4 73** 31-8-2000 2.249.190 404. 854 2.654.044 5 83** 31-10-2000 2.627.500 472.950 3.100.450 ΣΥΝΟΛΟ 6.391.790 1.150.522 7.542.312 Με τα δύο είναι τιμολόγια-δελτία αποστολής ενώ το άλλο είναι τιμολόγιο πώλησης. Επίσης αποδέχτηκε για τη χρήση έτους 2001 από την επιτηδευματία ... τα εξής τιμολόγια και δελτία αποστολής: Α/Α ΑΡ.ΤΙΜ ΗΜΕΡΟΜΗΝ. ΑΞΙΑ ΦΠΑ ΣΥΝΟΛΟ 1 281** 20-3-2001 600.000 108.000 708.000 2 207** 30-5-2001 1.094.920 197.085 1.292.005 3 212** 27-6-2001 1.243.530 223.835 1.467.365 4 213** 29-6-2001 346.000 62.280 408.280 5 216** 30-7-2001 819.010 147.422 966.432 ΣΥΝΟΛΟ 4.103.460 738.622 4.842.082 Το περιεχόμενο όλων των ανωτέρω τιμολογίων και δελτίων αποστολής δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθόσον ουδέποτε αναπτύχθηκε επαγγελματική συνεργασία μεταξύ αυτού (κατηγορουμένου) και των εκδωσάντων τα ανωτέρω φορολογικά στοιχεία και ουδέποτε αυτός (κατηγορούμενος) συνεβλήθη με τους ανωτέρω για την εκ μέρους τους παροχή αγαθών και υπηρεσιών προς εκτέλεση χωματουργικών εργασιών. Εξαιτίας της ανωτέρω αξιόποινης πράξης του κατηγορούμενο το Δημόσιο ζημιώθηκε κατά το ποσό των 8.374.761 δρχ. ή 24.577,44 ευρώ, το οποίο αφορά τις επιστροφές ΦΠΑ των ανωτέρω τιμολογίων και δελτίων αποστολής. Το γεγονός ότι οι συναλλαγές ήταν ανύπαρκτες αποδεικνύεται και από τις καταθέσεις των επιτηδευματιών του εξέδωσαν τα προαναφερόμενα φορολογικά στοιχεία, οι οποίοι δήλωσαν ότι δεν τον γνώριζαν και ότι δεν είχαν καμμία συναλλαγή με τον κατηγορούμενο. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή του στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε, του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού α) με το να δεχθεί το δικαστήριο της ουσίας ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων δεν είχε καμία επαγγελματική συνεργασία με τους εκδότες των φορολογικών στοιχείων που αποδέχθηκε, αιτιολόγησε αρκούντως το στοιχείο της εκ μέρους του γνώσεως της εικονικότητας των εν λόγω φορολογικών στοιχείων, β) δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται το τι επεδίωκε ο αναιρεσείων και δη αν επεδίωκε απόκρυψη φορολογητέας ύλης δικής του ή των εκδοτών των τιμολογίων και με ποιο τρόπο θα επετύγχανε την απόκρυψη αυτή και γ) η κατά τον αναιρεσείοντα παρατηρούμενη αντίθεση μεταξύ της καταθέσεως του μάρτυρος Η και της παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν αποτελεί αναιρετική πλημμέλεια με την έννοια της αντιφάσεως και εντεύθεν της έλλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά πλήττει την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Αλλωστε, ως αντίφαση ή ασάφεια, η οποία συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως, νοείται η προκύπτουσα είτε μεταξύ των εκτιθεμένων στο σκεπτικό της αποφάσεως είτε μεταξύ των τελευταίων και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό και όχι η τυχόν αντίθεση ορισμένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως, η οποία ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επομένως, οι αντίθετοι προς τ' ανωτέρω τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ως προς το πολιτικό μέρος της αποφάσεως, μπορούν να προταθούν ως λόγοι αναιρέσεως, εκτός από τους λόγους της παραγ. 1 του ίδιου άρθρου, και οι λόγοι αναιρέσεως οι οποίοι καθιερώνονται από την πολιτική δικονομία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, εκτός από το ποσόν των χιλίων (1000) ευρώ που επιδίκασε στο παραστάν ως πολιτικώς ενάγον Ελληνικό Δημόσιο ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, επιδίκασε και νόμιμους τόκους επί του ποσού αυτού, χωρίς να έχει υποβληθεί αντίστοιχο αίτημα από το Ελληνικό Δημόσιο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως. Επομένως ο έβδομος (τελευταίος) λόγος της αιτήσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των ανωτέρω άρθρων 510 παρ. 2 ΚΠοινΔ και 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ ως προς το μέρος της που επιδίκασε τόκους επί της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, μη συντρεχούσης περιπτώσεως παραπομπής της υποθέσεως για νέα συζήτηση, πρέπει να απαλειφθεί με την παρούσα απόφαση η περί τοκοδοσίας διάταξη της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Κατά τα λοιπά η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 551/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, κατά τη διάταξή της που επιδίκασε τόκους επί της επιδικασθείσης στο πολιτικώς ενάγον Ελληνικό Δημόσιο χρηματικής ικανοποιήσεως.
Απαλείφει την ανωτέρω διάταξη της ίδιας αποφάσεως. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 2 Μαϊου 2007 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της ίδιας (551/2007) αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Φοροδιαφυγή. Αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Έναρξη παραγραφής από τη θεώρηση του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον Προϊστάμενο της Αρχής που διενήργησε τον έλεγχο. Απορρίπτεται ο περί υπερβάσεως εξουσίας λόγος αναιρέσεως διότι δεν παρήλθε ο χρόνος παραγραφής ώστε να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη. Απορρίπτεται ο περί απόλυτης ακυρότητας λόγος διότι δεν επήλθε τέτοια ακυρότητα από την ανάγνωση και αξιολόγηση αποδεικτικών υπεύθυνης δηλώσεως του μετέπειτα κατηγορουμένου. Απορρίπτεται ο περί απόλυτης ακυρότητας λόγος, διότι δεν επήλθε τέτοια ακυρότητα από την εξέταση ως μάρτυρα στο ακροατήριο του ενεργήσαντος ανακριτικές πράξεις υπαλλήλου ΣΔΟΕ, η εξέταση του οποίου κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 174 του Τελωνειακού Κώδικα ήταν επιτρεπτή στη φορολογικής φύσεως υπόθεση. Αναιρείται εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση λόγω επιδικάσεως τόκων επί του επιδικασθέντος στον πολιτικώς ενάγοντα ποσού χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης χωρίς να υπάρχει σχετικό αίτημα. Διατάσσεται η απάλειψη της σχετικής διατάξεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Φοροδιαφυγή, Υπέρβαση εξουσίας, Παραγραφή, Πολιτική αγωγή, Χρηματική ικανοποίηση, Τόκοι.
| 0
|
Αριθμός 2072/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ορισθέντα με την υπ' αριθμό 57/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Χρυσικόπουλο και Δημήτριο Μανώλη, περί αναιρέσεως της 1663/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα το Ψ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Πυλιώτη.
Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 436/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 362 του Π.Κ. "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή". Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Και κατά το άρθρο 361 ίδιου Κώδικα (εξύβριση) "όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο, ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Εξ' άλλου, ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Εξ' άλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά όμως για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την επικρατήσασα στο δικαστήριο, γνώμη, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που γενικώς κατ' είδος αναφέρει και συγκεκριμένα από την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, και αναφέρονται στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου, καθώς και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ1, τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..... Ε.Π.Ε.", η οποία είναι ιδιοκτήτρια της εβδομαδιαίας κυριακάτικης εφημερίδας "......", της οποίας τα γραφεία - το λογιστήριο - η φωτοσύνθεση και το πιεστήριο βρίσκονται στην .....Αττικής. Αυτός (κατηγορούμενος), όντας επίσης εκδότης και διευθυντής της ως άνω εφημερίδας, κατά την 25η Σεπτεμβρίου 2005 δημοσίευσε στην τρίτη σελίδα του υπ' αριθμόν ..... φύλλου αυτής, η οποία (σελίδα) φέρει τον τίτλο "Κυριακή με τον... πρωινό καφέ", ένα κείμενο - άρθρο, το περιεχόμενο του οποίου ήταν, επί λέξει, το εξής: "Ακόμη μια φορά συγχαρητήρια αξίζουν σ' όποιον μερίμνησε για την επάνοδο στη διοίκηση του Λιμενικού Σώματος του διευθυντής, πλέον, αμαρτωλού αντιπλοιάρχου Λ.Σ. Ψ1, τον οποίο το .... είχε στείλει προξενικό λιμενάρχη στην ...... Γιατί το έκανε αυτό; Για να ανοίξει ο κύριος αυτός, πάλι, το μαγαζάκι του ή για να συνεχίσει τις διώξεις; Κύριε Υπουργέ, υπάρχουν λιμεναρχεία που ζητούν, επειγόντως, λιμενάρχη. Καιρός να δουλέψουν μερικοί που το παίζουν σε διπλό ταμπλό...". Τα προαναφερόμενα γεγονότα, που περιέχονται στο ως άνω δημοσίευμα και αφορούν το πρόσωπο του εγκαλούντος Ψ1, περιήλθαν εις γνώση αορίστου αριθμού αναγνωστών της εφημερίδας, τόσο στον Αθήνα - Πειραιά όσο και σε άλλες περιοχές της Ελλάδος, όπου αυτή διανέμεται. Επίσης τα ίδια παραπάνω γεγονότα ήταν εντελώς ψευδή και ο κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθειά τους. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε από το σύνολο του προαναφερομένου αποδεικτικού υλικού, ο εγκαλών υπηρέτησε και υπηρετεί ακόμη ενόρκως και ευδοκίμως στο Λιμενικό Σώμα, χωρίς να έχει τιμωρηθεί ποτέ ποινικά ή πειθαρχικά. Αυτός (εγκαλών), επίσης, καθόλη τη διάρκεια της υπηρεσίας του, ουδέποτε επέδειξε ανέντιμη - ανεύθυνη και ανήθικη συμπεριφορά, ούτε επεδίωξε προσωπικά οφέλη με αθέμιτα μέσα, ενώ, επί πλέον, υπηρέτησε ως Υπολιμενάρχης (όχι ως Λιμενάρχης) στο λιμεναρχείο ..... Εξάλλου, ο εγκαλών απολάμβανε της εμπιστοσύνης της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας αποκλειστικά και μόνον εξαιτίας του αψόγου ήθους - της εργατικότητας και της επιμέλειας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Περαιτέρω, κατά το χρόνο δημοσιεύσεως (25.9.2005) του παραπάνω κειμένου, ο εγκαλών υπηρετούσε ως Διευθυντής του Προσωπικού Λιμενικού Σώματος, μέσα δε στις αρμοδιότητες του ήταν να εισηγείται στα "Συμβούλια Κρίσεων" διάφορα θέματα, που αφορούσαν προαγωγές - μεταθέσεις - μετακινήσεις αξιωματικών του Λιμενικού, χωρίς όμως η εισήγηση του να δεσμεύει τα υπηρεσιακά όργανα, τα οποία ελάμβαναν τις τελικές αποφάσεις, ενώ δεν είχε τη δυνατότητα να προβαίνει σε πειθαρχικές διώξεις συναδέλφων του. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, περί του ότι με το επίδικο δημοσίευμα ενήργησε καλοπίστως, επιδιώκοντας μόνο να πληροφορήσει το αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας του για τις υφιστάμενες δυσλειτουργίες στις υπηρεσίες του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας. Πλέον συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, εφόσον ήθελε να υπηρετήσει την αλήθεια, θα έπρεπε να είχε ελέγξει περισσότερο τις πληροφορίες του, μη αρκούμενος κυρίως στην αναγνωσθείσα "ανώνυμη και χωρίς ημερομηνία επιστολή - καταγγελία", σε βάρος του εγκαλούντος. Άλλωστε, για το περιεχόμενο της προηγούμενης ανώνυμης επιστολής, ως και άλλων τριών ανωνύμων επιστολών, διενεργήθηκε από την Εισαγγελία Ναυτοδικείου Πειραιώς "προκαταρκτική εξέταση", μετά το πέρας της οποίας η σχετική δικογραφία τέθηκε στο αρχείο, καθόσον δεν υπήρξαν ενδείξεις τελέσεως αξιοποίνων πράξεων από τον εγκαλούντα. Με τα δεδομένα αυτά, όλα τα ως άνω ψευδή γεγονότα που αναγράφονται στο κείμενο της εφημερίδας (".....") έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, αφού, κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, αντίκεινται στην έννοια της ευπρέπειας και προσδίδουν κοινωνική απαξία σ' εκείνον (εγκαλούντα) ως άτομο και ως αξιωματικό, εφόσον με το επίδικο δημοσίευμα α) κατατάσσεται στην κατηγορία των "αμαρτωλών" αξιωματικών του Λιμενικού Σώματος, δηλαδή των ανεύθυνων - ανέντιμων και ανήθικων αξιωματικών, β) εμφανίζεται να χρησιμοποιεί την υπηρεσία του "ως μαγαζάκι" προς πορισμό παράνομου οφέλους, σχετικά με τις προαγωγές - μεταθέσεις και διώξεις συναδέλφων του και γ) ευνοείται με αθέμιτα μέσα από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας. Ενόψει, λοιπόν, των όσων προεκτέθηκαν, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, κατά πλειοψηφία, για τη διωκόμενη και αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη "της συκοφαντικής δυσφήμησης διά του τύπου". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, ένοχο της πράξεως της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του Τύπου, κατά πλειοψηφία, και τον καταδίκασε σε φυλάκιση επτά (7) μηνών, την εκτέλεση της οποίας, ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, κατά την επικρατήσασα σ' αυτό γνώμη, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1 εδ. α και 2, 363-362 του ΠΚ. Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την κρίση της πλειοψηφίας, ότι τα προαναφερθέντα δυσφημιστικά γεγονότα είναι ψευδή και ο αναιρεσείων τελούσε σε γνώση της αναληθείας. Συγκεκριμένα, αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του εκδότη και διευθυντή της εβδομαδιαίας εφημερίδας ".....", με το επίμαχο δημοσίευμα, στις στήλες του εντύπου αυτού, πανελλήνιας κυκλοφορίας, διέδωσε σε άγνωστο αριθμό αναγνωστών, γεγονότα ψευδή για τον εγκαλούντα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, ως ατόμου και ως αξιωματικού του Λιμενικού Σώματος. Συγκεκριμένα, η αναφορά στο σχετικό δημοσίευμα, για τον εγκαλούντα, ως ατόμου "αμαρτωλού", ικανού να "χρησιμοποιεί την υπηρεσία του ως μαγαζάκι" και ως ατόμου, "μη φίλεργου με παράλληλες και ταυτόχρονες εντάξεις και τοποθετήσεις του, σε διαφορετικούς(πολιτικούς) χώρους, αποτελούν αναμφισβήτητα γεγονότα και όχι αξιολογικές κρίσεις, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Τούτο, γιατί α) η απόδοση στον εγκαλούντα, του χαρακτηρισμού του " αμαρτωλού", δεν συνέχεται με την τυχόν ηθική παραβατικότητά του, με την ευρύτερη του όρου έννοια, αλλά τον κατατάσσει στην κατηγορία των κρατικών λειτουργών και δη των αξιωματικών εκείνων, που επιβαρύνονται με παραπτώματα διαφθοράς, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, και μάλιστα σε αυτά του αξιωματικού του Λιμενικού Σώματος, β) η αναφορά του αναιρεσείοντος, ότι χρησιμοποιεί την υπηρεσία του, "ως μαγαζάκι", αναμφισβήτητα, ενέχει την μομφή της εκμεταλλεύσεως της θέσεώς του, ως αξιωματικού, ικανού να αποκομίσει απ' αυτήν οποιοδήποτε όφελος, παράλληλα με τη δυνατότητά του, να προβαίνει αυθαίρετα σε κρίσεις, ευνοϊκές για ορισμένους και δυσμενείς για άλλους, και γ) τον εμφανίζει, ως άτομο που, όχι μόνο φυγομαχεί για την υπηρεσία του, αλλά και ως άτομο, ασταθές στις πολιτικές του επιλογές και τοποθετημένο πολιτικά σε περισσότερες της μιας πλευρές. Αιτιολογείται, επίσης, η παραδοχή σύμφωνα με την οποία, ο εγκαλών γνώριζε, ότι όσα απέδιδε με το επίμαχο δημοσίευμα, σε βάρος του εγκαλούντος, ήσαν ψευδή, ο ίδιος δε τελούσε σε γνώση, ότι δεν ήσαν αληθινά. Τούτο, γιατί, ο αναιρεσείων γνώριζε, ότι ο εγκαλών είχε ευδόκιμη υπηρεσία στο Λιμενικό Σώμα, χωρίς να του έχει επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή, ενώ, η ιδιότητα του εγκαλούντος, ως Διευθυντή Προσωπικού του Λιμενικού Σώματος, περιοριζόταν, σε εισηγήσεις προς το Συμβούλιο Κρίσεων, χωρίς αποφασιστική συμμετοχή, αφού η λήψη των αποφάσεων, ανήκει μόνο στο αρμόδιο Συμβούλιο. Ενισχυτικό δε ακόμη, στοιχείο, της γνώσεως του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενη απόφασης, για όσα διέδωσε αυτός σε βάρος του εγκαλούντος, αποτελεί και το γεγονός, ότι είχε τη δυνατότητα να ελέγξει, πριν το επίμαχο δημοσίευμα, ιδεί το φως της δημοσιότητας, τις τυχόν πληροφορίες που είχε και, όχι να δώσει πίστη στο περιεχόμενο οποιασδήποτε ανώνυμης ή μη καταγγελίας.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι κατά την κρατήσασα γνώμη στο Δικαστήριο απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με το σχετικό λόγο, πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί ομοφώνως. Κατά τη γνώμη του Προεδρεύοντος, Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Κούκλη, η προπαρατεθείσα αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθόσον ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό αυτής, γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν και εντεύθεν να θεμελιώνουν την υπό του αναιρεσείοντα γνώση της αναληθείας των συκοφαντικών γεγονότων που αυτός ισχυρίστηκε κατά τον προδιαληφθέντα τρόπο, ενώπιον τρίτων, δηλαδή του αναγνωστικού κοινού της εφημερίδας "....." καίτοι από όσα εκτίθεται στο σκεπτικό (και το διατακτικό) της αποφάσεως, δεν είναι καθόλου αυτονόητη η τέτοια γνώση, τόσο μάλλον καθόσον δεν αιτιολογείται ειδικώς εάν και κατά ποίον τρόπον εγνώριζε ο κατηγορούμενος ότι ο εγκαλών υπηρέτησε ενόρκως και ευδοκίμως στο Λιμενικό Σώμα, χωρίς να έχει τιμωρηθεί ποτέ ποινικά ή πειθαρχικά και ότι επέδειξε έντιμη συμπεριφορά, χωρίς να επιδιώξει ατομικά οφέλη με αθέμιτα μέσα.
Συνεπώς, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, ο εκ του άρθρου 510 § 1Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, έπρεπε να γίνει δεκτός, ως βάσιμος κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, προκύπτει ότι αίρεται κατ' αρχή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβρίσεως και απλής δυσφημήσεως, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν η προσβλητική της τιμής και της υπόληψης άλλου εκδήλωση γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος του δράστη ή από άλλο δικαιολογημένη ενδιαφέρον, με τον απαραίτητο όμως όρο, ότι η εκδήλωση αυτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για τη διαφύλαξη του δικαιώματος ή την ικανοποίηση του δικαιολογημένο ενδιαφέροντος μέτρο, χωρίς τη χρήση του οποίου δεν θα ήταν δυνατή η προστασία τους με άλλον τρόπο και ότι ο δράστης κινήθηκε στην προσβλητική εκδήλωση αποκλειστικά προς το σκοπό αυτό. Κατ' εξαίρεση, όμως, δεν αίρεται στις περιπτώσεις αυτές, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως και παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, όταν συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης, ή στις ως άνω περιπτώσεις, από τον τρόπον εκδήλωσης ή τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή, σκοπός που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ, τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει, να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος( άρθρο 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει (κατά πλειοψηφία) την με αριθμό πρωτ. 1472 από 15-2-2008 αίτηση, του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμό 1663/10-12-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2008 και 18 Σεπτεμβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου. Στοιχεία του αδικήματος. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ στη περίπτωση της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Δυσφήμηση συκοφαντική, Τύπος.
| 0
|
Αριθμός 2069/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα- Εισηγήτρια και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 10/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του καθώς και στους από 21 Σεπτεμβρίου 2007 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 604/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ'άρθρον 171 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ ακυρότητα που λαμβάνεται υπ'όψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο (απόλυτη ακυρότης) προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, κατά δε το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ίδιου Κώδικος η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο αποτελεί λόγον αναιρέσεως. Περαιτέρω κατ'άρθρον 369 παρ.1 ΚΠΔ όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα... και τέλος δίνει τον λόγο στον κατηγορούμενο και παρ.3 ο κατηγορούμενος και ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 10/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, μετά την απολογία των τότε δύο κατηγορουμένων, εκ των οποίων ο δεύτερος είναι ο νυν αναιρεσείων, και την υποβολή ερωτήσεων εις αυτούς, ο Πρόεδρος ρώτησε τον Εισαγγελέα και τις συνηγόρους των κατηγορουμένων εάν χρειάζονται καμία συμπληρωματική εξέταση ή διασαφήνιση και όταν απάντησαν αρνητικά κήρυξε την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Μετά δε την πρόταση του Εισαγγελέως επί της ενοχής, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, αφού έλαβαν χωριστά η κάθε μια τον λόγο από τον Πρόεδρο ανέπτυξαν την υπεράσπισή τους και προέβαλαν αυτοτελείς ισχυρισμούς την παραδοχή των οποίων εξήτησαν και οι κατηγορούμενοι, μετά ταύτα δε οι τελευταίοι ερωτήθησαν από τον Πρόεδρο αν έχουν να προσθέσουν τίποτα για την υπεράσπισή τους και αυτοί απήντησαν αρνητικά. Ούτως ο λόγος αναιρέσεως κατά το έν σκέλος του ότι προεκλήθη απόλυτη ακυρότης διότι ο διευθύνων την συζήτηση παρέλειψε να δώσει τον λόγον στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο προκειμένου να απολογηθεί και στο συνήγορό του να αναπτύξει την υπεράσπισή του επί της ενοχής είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης ο αυτός λόγος αναιρέσεως κατά τα έτερον σκέλος του ότι υπάρχει απόλυτη, επίσης, ακυρότης, διότι ο διευθύνων την συζήτηση, μετά την πρόταση του Εισαγγελέως επί της ποινής, δεν έδωσε τον λόγον στον συνήγορο του κατηγορουμένου για να αναπτύξει την υπεράσπισή του επ'αυτής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μετά την πρόταση του Εισαγγελέως επί της επιβληθησομένης ποινής σε κάθε κατηγορούμενο, "οι συνήγοροι των κατηγορουμένων που κηρύχθηκαν ένοχοι, αφού έλαβαν, η κάθε μία χωριστά το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησαν να επιβληθεί στους κατηγορουμένους το ελάχιστο όριο της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, τα ίδια ζήτησαν και οι κατηγορούμενοι".
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο μόνος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφηρμόσθη. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η κατ'είδος τους αναφορά τούτων, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ'αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'οψη και συνεξετίμησε, για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, όχι μόνο τινά, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα, περιλαμβάνει δε ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο την πραγματογνωμοσύνη (περ. γ' αυτού) η οποία όμως διατάσσεται υπό προϋποθέσεις κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ από ανακριτικό υπάλληλο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέως. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία, για να υπάρχει βεβαιότητα ότι ελήφθη υπ'όψη. Για την πληρότητα όμως της αιτιολογίας δεν είναι απαραίτητη η ιδιαίτερη αξιολόγηση της πραγματογνωμοσύνης, όταν το συμπέρασμά της δεν αντιτίθεται στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως και το ουσιαστικό της περιεχόμενο εμπεριέχεται στις παραδοχές αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναιφερομένων αποδεικτικών μέσων και δη τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία (εδέχθη), ότι απεδείχθησαν τα εξής: Κατά την διάρκεια περιπολίας προγραμματισμένης, που διενεργούσαν άνδρες της συνοριοφυλακής στην περιοχή (κάμπος) ..... στις 2-9-2005 εντόπισαν με την χρήση θερμικής κάμερας τρία άτομα να μεταφέρουν τέσσερις ταξιδιωτικούς σάκκους εισερχόμενοι στο Ελληνικό έδαφος, από άγνωστο σημείο της Ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αμέσως επενέβησαν και συνέλαβαν τους δύο από τα ανωτέρω άτομα που όπως αποδείχθηκε ήταν Αλβανοί υπήκοοι (οι κατηγορούμενοι), ο τρίτος δε ονόματι .....,αγνώστων λοιπών στοιχείων, διέφυγε, εκμεταλλευόμενος το πυκνό δάσος που υπήρχε στην περιοχή. Οι σάκοι δε που μετέφεραν οι ως άνω κατηγορούμενοι, καθώς και ο μη συλληφθείς επίσης Αλβανός υπήκοος, περιείχαν ποσότητα ινδικής κάνναβης 61 κιλών και 370 γραμμαρίων. Την ανωτέρω ποσότητα εισήγαγαν από κοινού οι προαναφερθέντες στην Ελληνική Επικράτεια, από την Αλβανία κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατείχαν δε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης επ' αυτής και της δυνατότητας διάθεσής της σε τρίτους, και την μετέφεραν από μη διακριβωθέν σημείο της Ελληνοαλβανικής μεθορίου από όπου και εισήλθαν λάθρα στη χώρα, μέχρι και το σημείο που συνελήφθησαν. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι εισήλθαν παράνομα στην Ελληνική Επικράτεια, κατά τον προεκτεθέντα τόπο και χρόνο, δηλαδή εισήλθαν στη χώρα από αφύλακτη διάβαση της Ελληνοαλβανικής μεθορίου, η οποία και δεν διακριβώθηκε χωρίς να είναι εφοδιασμένοι με διαβατήριο που να έχει νόμιμα θεωρηθεί για την είσοδό τους στη χώρα, από την αρμόδια Ελληνική Προξενική Αρχή ή με άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο αναγνωρισμένο από διεθνείς συμβάσεις και χωρίς να υποστούν το νόμιμο αστυνομικό έλεγχο. Στην κρίση αυτή καταλήγει το Δικαστήριο από όλα τα εκτεθέντα αποδεικτικά μέσα και ιδίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ανδρών της συνοριοφυλακής, οι οποίοι επιβεβαιώνουν όλα τα παραπάνω, ότι δηλαδή οι κατηγορούμενοι έγιναν αντιληπτοί να εισέρχονται στο Ελληνικό έδαφος από την Αλβανία και από το φυλασσόμενο σημείο της Ελληνοαλβανικής μεθορίου και να μεταφέρουν τέσσερις ταξιδιωτικούς σάκους πεζή, τους οποίους είχαν εισάγει από την Αλβανία και που αποδείχθηκε ότι περιείχαν ναρκωτικά και συγκεκριμένα 61 κιλά και 370 γραμμάρια και τα οποία τα κατείχαν αυτοί, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης και ότι στις πράξεις αυτές είχε εμπλακεί και ο μη συλληφθείς ομοεθνής τους, ονόματι ....., αγνώστων λοιπών στοιχείων. Οι κατηγορούμενοι δεν αρνήθηκαν ότι εισήγαγαν και μετέφεραν τα παραπάνω ναρκωτικά, ισχυρισθέντες περαιτέρω ότι ο μη συλληφθείς ομοεθνής τους, τους υποσχέθηκε ότι θα έδινε σε καθένα απ' αυτούς από 300 Ευρώ, προκειμένου να πραγματοποιήσουν την εισαγωγή και μεταφορά των ναρκωτικών από την Αλβανία στην Ελλάδα, ενοώντας προφανώς ότι δεν είχαν αυτοί την από κοινού κατοχή των ναρκωτικών, με την εκτεθείσα έννοια της φυσικής εξουσίασης αυτών, γεγονός όμως το οποίο δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, και ότι αυτοί εγνώριζαν ότι οι σάκοι που ανέλαβαν να εισάγουν στην Ελληνική Επικράτεια και να μεταφέρουν, περιείχαν ναρκωτικά και συγκεκριμένα την προαναφερθείσα ποσότητα των 61 κιλών και 370 γραμμαρίων. Επίσης οι κατηγορούμενοι δεν αμφισβήτησαν ότι εισήλθαν παράνομα στη χώρα. Κατ'ακολουθίαν όλων όσων εκτέθηκαν πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των πράξεων που τους αποδόθηκαν και συγκεκριμένα εισαγωγής στην Επικράτεια, μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών που αφορά την ίδια ποσότητα και της παράνομης εισόδου στη χώρα.... Με τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά ως και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που εδέχθη στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 περ. α', ζ' και παρ. 2 Ν. 1729/1987. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήτο αναγκαίο να γίνει συσχέτιση και συγκριτική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων. Η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβεν υπ'όψη του ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο την υπ' αριθμ. πρωτ. ..... έκθεση εξέτασης (δείγματος), η οποία περιέχεται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Τούτο δε διότι το άνω έγγραφο, τιτλοφορούμενο ως "έκθεση εξέτασης" δεν είναι το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 178 στοιχ. γ' ΚΠΔ ως "πραγματογνωμοσύνη" και το οποίο πρέπει να μνημονεύεται στο αιτιολογικό της αποφάσεως ειδικώς, αλλ'είναι απλό έγγραφο και ως τοιούτο ελήφθη υπ'όψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεξετιμήθη με τα λοιπά έγγραφα. Πέραν αυτού όμως, εις πάσα περίπτωση, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο σκεπτικό της προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του την άνω έκθεση -έγγραφο όσον αφορά το είδος της ναρκωτικής ουσίας και εδέχθη ότι πρόκειται περί "κάνναβης", όπως ακριβώς και το αποτέλεσμα, εις την έκθεση αυτή, του εξετασθέντος δείγματος. Επίσης και η ετέρα αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ'όψη του τα προσκομισθέντα ενώπιόν του υπό του νυν αναιρεσείοντος (τότε δευτέρου κατηγορουμένου) έγγραφα είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, αφού ταύτα ως "έγγραφα" υπεβλήθησαν κατά την αποδεικτική διαδικασία και ως τοιαύτα ανεγνώσθησαν και ελήφθησαν υπόψη κατ'άρθρον 364 παρ.1 α' ΚΠΔ υπό του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δεν ήτο δε απαραίτητη, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, και στο σημείο αυτό, η μνεία, αναφορά και αξιολόγηση καθενός εξ αυτών (ως εγγράφου) χωριστά και ειδικώς ως και η συσχέτιση μεταξύ των.
Συνεπώς ο λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση εκ των ανωτέρω πλημμελειών, προβαλλόμενος με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η κατά τα άνω άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε τοιούτοι εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται συμφώνως προς τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγησή τους, να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει άλλως το δικαστήριο δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, απέρριψε τους προβληθέντας ορισμένως αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων εκ του άρθρου 133 ΠΚ, και 84 παρ.1 α' ΠΚ, με την αντίστοιχη αιτιολογία: "Ως προς τον ισχυρισμό περί χορήγησης σ'αυτόν του ελαφρυντικού της μετεφηβικής ηλικίας, αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ'όσον τα προεκτεθέντα περιστατικά, σε σχέση με την ανωτέρω παράνομη συμπεριφορά του κατηγορουμένου αυτού (δευτέρου), μαρτυρούν ωριμότητα καθώς και συναισθηματική ψυχρότητα, αλλά και επικινδυνότητα αυτού, εν όψει του ότι ο τελευταίος δεν στάθμισε τη τεράστια ζημία που θα προξενούσε σε πολύ μεγάλο αριθμό ανθρώπων, ιδίως δε νέων, που θα έκαναν χρήση των ναρκωτικών, από την πολύ μεγάλη ποσότητα ινδικής κάνναβης, την οποία εισήγαγε στη χώρα μαζί με τον συγκατηγορούμενο του, πρώτο κατηγορούμενο (61 κιλά και 370 γραμμάρια), από κοινού δε με αυτόν κατείχε καί μετέφερε σ'αυτή (Α.Π 296/1999 Π.Χ ΛΘ', 1046 Α.Π 25/1996, Π.Χ ΜΣΤ', 1306). Τέλος και ως προς τον αυτοτελή ισχυρισμό του ως άνω κατηγορουμένου περί χορήγησης του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, ενόψει του ότι τα επικαλούμενα απ' αυτόν περιστατικά, ότι δηλαδή υπήρξε μαθητής για οκτώ χρόνια και ότι τα τελευταία τρία χρόνια πριν από τις πράξεις που τέλεσε, εργαζόταν εποχιακά στη συλλογή των μήλων στην ....., κατά τη διάρκεια του θέρους και ότι ανέπτυξε έντονη κοινωνική και αθλητική δράση, ασχολούμενος με το ποδόσφαιρο στην πόλη της ....., δεν αποδείχθηκαν, μη αρκούντος μόνο του γεγονότος ότι αυτός έχει λευκό ποινικό παρελθόν, τα υπ' αυτού δε προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα βραβεία σε σχέση με την επίδοση του στο ποδόσφαιρο, είχαν δοθεί από το Ελληνικό Υπουργείο Δικαιοσύνης και αφορούν τις επιδόσεις του στο ποδόσφαιρο, κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στις Ελληνικές Φυλακές. Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού αναφέρεται τόσο στα περιστατικά που επεκαλέσθη ο αναιρεσείων όσο και σ' αυτά που δικαιολογούν την απορριπτική του (Πενταμελούς) Εφετείου κρίση και επομένως ο σχετικός, των προσθέτων λόγων λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως αιτιολογίας, όσον αφορά την απόρριψη των άνω ισχυρισμών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου όσον αφορά τον ισχυρισμόν του αναιρεσείοντος περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως της ειλικρινούς μεταμελείας, ούτος προεβλήθη χωρίς τα απαιτούμενα προς θεμελίωσή του πραγματικά περιστατικά. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μετά την έκθεση των περιστατικών για την συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου αναφέρει ότι, μετά τον εγκλεισμό του, ο αναιρεσείων, στο σωφρονιστικό κατάστημα έχει επιδείξει άμεμπτη διαγωγή και συνεπώς προδήλως καταφαίνεται στο πρόσωπό του ή προσαπαιτουμένη ηθική και ψυχική μεταστροφή, η οποία εδράζεται στην αντίληψη της αξιόποινης πράξεως την οποία τέλεσε. Ούτως ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός δεν ήτο ορισμένος και σαφής, αφού δεν προσδιορίζει ποία τα περιστατικά, εκ των οποίων προκύπτει η μεταμέλειά του και η επιδίωξή του να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεως του, και ως αόριστος απερρίφθη από το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας. Εντεύθεν και ο σχετικός, των προσθέτων λόγων, λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας όσον αφορά την απόρριψη του άνω ισχυρισμού ως αορίστου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά πάντα ταύτα και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς εξέταση του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26/2/2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθμ. 10/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας ως και τους από 21-9-2007 προσθέτους λόγους αυτής. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πότε ακυρότητα του άρθρου 369 §§ 1 και 3 ΚΠΔ. Πότε η πραγματογνωμοσύνη αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο των εγγράφων, και πρέπει να αναφέρεται ειδικά μεταξύ των αποδεικτικών μέσων (άρθρ. 178, 183 ΚΠΔ) που λήφθηκαν υπόψη. Άλλως αν δεν αναφέρεται στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως ή δεν διαφαίνεται ότι το ουσιαστικό περιεχόμενο αυτής εμπεριέχεται στις παραδοχές της αποφάσεως, δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι ελήφθη υπ’ όψη. Πότε τα έγγραφα λαμβάνονται υπ’ όψη κατ’ άρθρο 364 § 1α ΚΠΔ. Πότε αιτιολογία αυτοτελών ισχυρισμών. Απαραίτητη προϋπόθεση να εξετασθούν είναι να υποβληθούν ορισμένα. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Πραγματογνωμοσύνη.
| 0
|
Αριθμός 2071/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Χαράλαμπο Παπαηλιού (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Πέτρουλα, περί αναιρέσεως της 2868/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29.1.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 301/2008.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 5 παρ. 1 εδ. β' και ζ' Ν. 1729/1987, όπως ίσχυαν προ του Ν. 3459/2006 και εκωδικοποιήθηκαν με αυτόν (άρθρο 20 εδ. β' και ζ' αυτού), με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δρχ. τιμωρείται όποιος, μεταξύ άλλων, αγοράζει ή κατέχει ναρκωτικά. Ως αγορά νοείται η μεταβίβαση της κυριότητος από τον πωλητή στον αγοραστή που γίνεται με την προς τον τελευταίο παράδοση των ναρκωτικών αντί συμφωνηθέντος τιμήματος, με τον όρο "κατοχή" νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και κατά την δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Για την αιτιολόγηση της τελέσεως των εγκλημάτων της αγοράς και της κατοχής δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός α) της ποσότητος (βάρους) των ναρκωτικών ουσιών που είναι αδιάφορη για την στοιχειοθέτηση του άνω εγκλήματος, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεση της αγοράς, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με αυτήν (ποσότητα), β) του συμφωνηθέντος και επιτευχθέντος τιμήματος και γ) της ταυτότητος πωλητών και αγοραστών. Δεν απαιτείται επίσης ειδικότερη αιτιολογία για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, εκτός εάν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), ή εάν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστου να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και επομένως εξυπακούεται ότι υπάρχει αυτός στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στ. Δ' ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών, κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (ολ. ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων και η εσφαλμένη εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων, διότι ούτω πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η κατά τα άνω άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε τοιούτοι, εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται συμφώνως προς τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγησή τους, να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε την έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί πραγμάτων, κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και δη τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπερασπίσεως, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και (από) τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την από 18.11.2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ως αυτοτελές αποδεικτικό μέσο - λόγος περί λήψεως υπόψη απολογίας του κατηγορουμένου δεν γίνεται διότι ούτος εξεπροσωπήθη από πληρεξούσιο δικηγόρο - όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης υπ' αριθ. 2868/2007 αποφάσεώς του τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Στο αστυνομικό τμήμα ... κατά μήνα Φεβρουάριο 2004 είχαν περιέλθει πληροφορίες ότι Αλβανός (πρόκειται για τον κατηγορούμενο), με συγκεκριμένο αριθμό κινητού τηλεφώνου, διακινεί ναρκωτικές ουσίες στην περιοχή. Προς διαπίστωση τούτου ο υπηρετών στο εν λόγω τμήμα αστυνομικός Α, παριστάνοντας τον τοξικομανή, τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και ζήτησε να αγοράσει ηρωίνη. Η συμφωνία κλείστηκε και η συνάντηση ορίστηκε για την 26.2.2004, ώρα 13.00', στην Πλατεία ... . Όμως ο κατηγορούμενος, φτάνοντας στην πλατεία, κατάλαβε ότι ο υποψήφιος αγοραστής ήταν αστυνομικός, και ετράπη σε φυγή. Καταδιώχθηκε όμως από εκείνον, ο οποίος του δήλωσε την ιδιότητά του και προσπάθησε να τον συλλάβει, πλην όμως ο κατηγορούμενος προέβαλε αντίσταση, κτυπώντας τον αστυνομικό με τα χέρια και τα πόδια και ρίχνοντάς τον στο έδαφος. Η σύλληψή του δε επιτεύχθηκε με την συνδρομή των συναδέλφων του που προσέτρεξαν. Κατά την νομότυπη σωματική έρευνα ανευρέθηκε στον κατηγορούμενο 1 γραμ. ηρωίνης, η οποία και κατασχέθηκε (βλ. αναγνωσθείσα ως άνω έκθεση σωματικής έρευνας και κατάσχεσης). Την ποσότητα αυτή την είχε αγοράσει προ εικοσαημέρου περίπου στην περιοχή εκείνη από άγνωστο άτομο, αντί αγνώστου τιμήματος (και αποτελούσε μέρος μεγαλύτερης, άγνωστης, ποσότητας) και την κατείχε, δηλαδή είχε στη φυσική του εξουσία και μπορούσε να διαθέσει κατά την πραγματική βούλησή του σε τρίτους, όπως ήταν ο σκοπός του. Ο σκοπός του αυτός προκύπτει από το γεγονός ότι την ποσότητα αυτή είχε συμφωνήσει να την πωλήσει στον ως άνω αστυνομικό και είχαν κλείσει την συνάντησή τους στην πλατεία, για τούτο, αλλά και στο γεγονός ότι μετά την σύλληψή του και την κατάσχεση της ηρωίνης και του κινητού του τηλεφώνου, το τελευταίο κτύπησε και, όταν το σήκωσε ο αστυνομικός, ο καλών ζήτησε "λίγο πράγμα για να φτιαχθεί", σε συνδυασμό και με τις πληροφορίες που είχαν φθάσει στο αστυνομικό τμήμα. Ο ισχυρισμός λοιπόν του κατηγορουμένου ότι, ως χρήστης και ο ίδιος ναρκωτικών ουσιών, την ποσότητα αυτή την είχε για αποκλειστικά δική του χρήση (νόμιμος, κατά το άρθρο 12 Ν. 1729/87, ήδη 29 Ν. 3459/06), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών που προκύπτουν από την σαφή και πειστική κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού Α, σε συνδυασμό με τα αναγνωσθέντα έγγραφα, το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος ετέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών που αφορούν την ίδια ποσότητα (και θα επιβληθεί μία ποινή - αρχή της ενιαίας ποινής, άρθρο 20 παρ. 2 Ν. 3459/06) και της αντίστασης, και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών. Αναγνωρισθούν όμως στον κατηγορούμενο οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α' και ε' του ΠΚ, καθόσον αυτός και πέραν του λευκού του ποινικού μητρώου, μέχρι τον χρόνο τελέσεως των πράξεων αυτών, διήγε έντιμο βίο, ατομικό, επαγγελματικό, κοινωνικό και οικογενειακό, ενώ μετά την τέλεσή τους και για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, σε καθεστώς ελευθερίας (αποφυλακίστηκε την 5.4.06), συμπεριφέρθηκε καλά. Μετά ταύτα, είπε στο διατακτικό της: "
Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Κατά τους κατωτέρω τόπους και χρόνους εκ προθέσεως ενεργώντας και χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που προβλέπει και τιμωρεί ο νόμος με στερητική της ελευθερίας ποινή και συγκεκριμένα: 1) Σε σημεία της ευρύτερης περιοχής της ..., σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο οπωσδήποτε όμως το τελευταίο εικοσαήμερο πριν τη σύλληψή του (26-2-2004) και σε ημερομηνία που βρίσκεται εντός του χρονικού αυτού διαστήματος, αγόρασε από άγνωστο στην ανάκριση έως τώρα πρόσωπο άγνωστες ποσότητες απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών, τουλάχιστον όμως αγόρασε ηρωίνη συνολικού μικτού βάρους 1 γραμμαρίου περίπου, που βρέθηκε στην κατοχή του και κατασχέθηκε, αντί αγνώστου τιμήματος ή άλλου είδους ανταλλάγματος, τουλάχιστον όμως αντί του χρηματικού ποσού των 40 ευρώ, με σκοπό την εμπορία. 2) Στην ... στην περιοχή της Πλατείας ... επί της οδού ... πλησίον του ομώνυμου Ιερού Ναού στις 26-2-2004 περί ώρα 13.00 κατείχε, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, δηλαδή μπορούσε ανά πάσα στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους, απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου και συγκεκριμένα κατείχε ηρωίνη συνολικού μικτού βάρους 1 γραμμαρίου περίπου, συσκευασμένη σε μια (1) νάιλον συσκευασία, με σκοπό την εμπορία. 3) Στους παρακάτω αναφερόμενους τόπο και χρόνο με πρόθεση μεταχειρίστηκε βία ή με απειλή βίας εξανάγκασε κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσει πράξη που ανάγεται στα καθήκοντά τους ή να παραλείψουν νόμιμη ενέργεια και συγκεκριμένα στην ... επί της οδού ... στην Πλατεία ... πλησίον του ομωνύμου Ιερού Ναού στις 26-2-2004 και περί ώρα 13.00, ενώ ο αστυνομικός - Αρχιφύλακας Α, ο οποίος βρίσκονταν εν ώρα υπηρεσίας και του, είχε γνωστοποιήσει την ιδιότητά του, προσπαθούσε να τον συλλάβει, αυτός με πρόθεση προσπάθησε να αποφύγει τη σύλληψη, μεταχειρίστηκε δε βία κατά του παραπάνω αστυνομικού χτυπώντας αυτόν με τα χέρια και τα πόδια, ρίχνοντάς τον στο έδαφος και απωθώντας τον βιαίως, κατάφερε δε προς στιγμή να διαφύγει τη σύλληψη, πλην όμως στη συνέχεια μετά από καταδίωξη από συναδέλφους του προαναφερομένου συνελήφθη. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος μέχρι το χρόνο που έγινε το έγκλημα έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, και συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του. Με αυτά που εδέχθη το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες επείσθη, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά τα οποία εδέχθη, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β' και ζ' και παρ. 2 Ν. 1729/1987 (άρθρο 20 παρ. 1 περ. β' και ζ' Κ.Ν.Ν. 3459/2006). Ειδικότερα σ' αυτήν (την αιτιολογία) περιλαμβάνονται τα στοιχεία της κατοχής και της αγοράς και ο σκοπός αυτών των πράξεων προς εμπορίαν ως και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει αυτός, προς δε και τα περιστατικά τα οποία δικαιολογούν την μη συνδρομή της περιστάσεως του άρθρου 12 παρ. 1 Ν. 1729/1987 (νυν 29 Κ.Ν.Ν. 3459/2006), αφού έλαβε υπόψη του και την από 18.11.2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ... . Αυτά, πέραν του ότι το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, διότι δεν προεβλήθη ωρισμένως, αλλ' απλώς κατά την αγόρευσή του ο συνήγορος του κατηγορουμένου εζήτησε, όπως εκ των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, "την επιείκεια του δικαστηρίου, ως χρήστης ηρωίνης να κριθεί για δική του αποκλειστικά χρήση, λόγω της μικροποσότητος των ναρκωτικών". Επομένως τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, με τους σχετικούς λόγους αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά τις πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών και της αντιστάσεως ως και την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού εκ του άρθρου 12 Ν. 1729/1987 (ήδη 29 Κ.Ν.Ν. 3459/2006), είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Τέλος αβάσιμος και απορριπτέος ο λόγος περί ελλείψεως αιτιολογίας εις την απόφαση, εκ του ότι δεν αναφέρεται εις αυτήν από ποία συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και από ποίο απόσπασμα της καταθέσεως του μάρτυρος απεδείχθη η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αντιστάσεως, διότι τούτο δεν είναι απαραίτητο, κατά τα άνω εκτεθέντα, ενώ κατά το μέρος που με το λόγο αυτό προβάλλονται αιτιάσεις κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Μετά πάντα ταύτα, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.1.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 2868/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση νόμου περί ναρκωτικών. Πότε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Για αγορά δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται η ποσότης, το τίμημα, συγκεκριμένος αγοραστής ή πωλητής. Ο δόλος εμπεριέχεται και στην αιτιολογία για την ενοχή. Απαιτείται να προκύπτει ότι ελήφθησαν υπ’ όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα. Οι αυτοτελείς ισχυρισμού πρέπει να προβάλλονται ορισμένως με συγκεκριμένα περιστατικά. Η απόρριψή των είναι αιτιολογημένη, όταν περιλαμβάνει αρνητικά περιστατικά που δεν δικαιολογούν την συνδρομή των. Ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, όταν πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Δόλος.
| 0
|
Αριθμός 2067/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ζαχαράκη, για αναίρεση της 1549/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1025/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 του Νόμου 743/1977 "περί προστασίας του θαλασσίου περιβάλλοντος και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων", οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν ως ειδικές κατά το άρθρο 32 παρ. 1 του Ν. 1650/1986, οι παραβάτες του νόμου αυτού, της "Σύμβασης" και των Προεδρικών Διαταγμάτων και Υπουργικών Αποφάσεων που εκδίδονται σε εκτέλεση αυτών, τιμωρούνται ποινικά: α) Αυτοί που με πρόθεση προκαλούν σοβαρή ρύπανση με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος ζημίας ή βλάβης σε πρόσωπα ή πράγματα, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Κατά δε το άρθρο 1 εδάφιο α' του ανωτέρω νόμου, "απόβλητα" είναι τα υγρά που αποβάλλονται από πλοία, δεξαμενόπλοια και εγκαταστάσεις, τα οποία περιέχουν υπολείμματα των μεταφερομένων, χρησιμοποιουμένων ή παραγομένων υλών και κατά το εδάφιο ιδ' "ρύπανση" αποτελεί η παρουσία στη θάλασσα κάθε ουσίας, η οποία αλλοιώνει τη φυσική κατάσταση του θαλασσινού νερού ή το καθιστά επιβλαβές στην υγεία του ανθρώπου ή στην πανίδα και χλωρίδα των βυθών και γενικά ακατάλληλο για τις προβλεπόμενες κατά περίπτωση χρήσεις του. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1α' και 2 του Ν. 1650/1986, όποιος, μεταξύ άλλων, υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κατ' εξουσιοδότησή του εκδιδομένων διαταγμάτων και υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών έως δύο έτη και χρηματική ποινή. Σε περίπτωση δε τελέσεως του εγκλήματος αυτού από αμέλεια επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ένα έτος. Ως περιβάλλον δε, κατά την έννοια του παραπάνω νόμου, νοείται το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες (άρθρο 2 παρ. 1 του άνω νόμου), ενώ ως υποβάθμιση του περιβάλλοντος νοείται η πρόκληση από ανθρώπινες δραστηριότητες ρυπάνσεως ή οποιασδήποτε άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανόν να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες (άρθρο 2 παρ. 4 του ίδιου πιο πάνω νόμου).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1549/2007 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος ήταν διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της Βιομηχανίας Φινιριστηρίου και βαφείου, με τηv επωνυμία "ΧΡΩΜΑΤΟΧΗΜΙΚΗ ΑΒΕΕ", που έχει την έδρα και τις εγκαταστάσεις της στα ..., στη θέση .... Λόγω του είδους της επιχειρήσεως, αυτή είναι ιδιαιτέρως ρυπογόνα και επιβλαβής για το περιβάλλον, γι' αυτό απαιτείται να διαθέτει αλλά και να είναι σε λειτουργία βιολογικός καθαρισμός των αποβλήτων της. Όμως αυτή, την 14-9-2000 διαπιστώθηκε ότι από πρόθεση προκάλεσε σοβαρή ρύπανση της θάλασσας, διότι διοχέτευσε τα υγρά απόβλητά της, όχι μέσω του βιολογικού καθαρισμού, αλλά μέσω αποχετευτικού σωλήνα και φυσικού αύλακα, στον Ασωπό ποταμό, ο οποίος εκβάλει στη θαλάσσια περιοχή Αλυκές του Ευβοϊκού κόλπου. Τα υγρά αυτά απόβλητα, χρώματος κίτρινου αφρίζοντος, με θερμοκρασία μεγαλύτερη από το περιβάλλον, μεταφέρθηκαν με τις βροχές στην παραπάνω θαλάσσια περιοχή προκαλώντας σοβαρή ρύπανση της θάλασσας, ο δε κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει ότι τούτο απαγορεύεται. Ακόμη στον ίδιο τόπο και χρόνο προκάλεσε, εν γνώσει του, μεταβολή στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανόν να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων της περιοχής. Συγκεκριμένα, έριξε τα υγρά απόβλητα της πιο πάνω βιομηχανίας σε φυσικό αύλακα και, όχι στον βιολογικό καθαρισμό, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε, και από εκεί στον Ασωπό Ποταμό. Σ' αυτόν τα ακάθαρτα ύδατα έφθασαν αφρίζοντα και δημιούργησαν μία γλοιώδη ουσία στο έδαφος, στο οποίο δεν υπήρχε βλάστηση σε απόσταση 2 μέτρα από αυτά, ενώ στην λοιπή περιοχή η βλάστηση είναι έντονη. Επίσης, λόγω των ατμών, της διαφοράς θερμοκρασίας και του είδους των υγρών, προκλήθηκε μεταβολή στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανόν να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων της περιοχής ... και του Ασωπού ποταμού. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου και του μάρτυρα υπεράσπισης ότι τα απόβλητα αυτά, δεν είναι βλαπτικά, ότι το κίτρινο χρώμα τους οφείλεται στην επεξεργασία της βαφής και ότι δεν ρυπαίνουν αυτά το περιβάλλον, δεν κρίνεται πειστικός και αντικρούεται ευθέως από την ίδια την έκθεση βιοψίας, η οποία εκθέτει με σαφήνεια τον τρόπο και το είδος της ρύπανσης. Επίσης και ο ισχυρισμός τους ότι υπήρχε εν λειτουργία ο βιολογικός καθαρισμός πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον διαπιστώθηκαν οι πιο πάνω παραβάσεις και η ύπαρξη ρύπανσης, ακριβώς λόγω του ότι δεν λειτουργούσε ο υπάρχων βιολογικός καθαρισμός. Επομένως, ο υπεύθυνος κατηγορούμενος, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, εφόσον συντρέχουν οι προς τούτο προϋποθέσεις του προτέρου εντίμου οικογενειακού και κοινωνικού βίου και η ανυπαρξία καταδίκης στο παρελθόν". Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, ... του ότι "στα ... στις 14-9-2000 διευθύνων σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος τυγχάνων της βιομηχανίας "ΧΡΩΜΟΧΗΜΙΚΗ Α.Β.Ε.Ε.", με έδρα την περιοχή "..." ..., τέλεσε τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις: α)Με πρόθεση προκάλεσε σοβαρή ρύπανση της θάλασσας και συγκεκριμένα διοχέτευσε τα υγρά απόβλητα της ανωτέρω βιομηχανίας, μέσω αποχετευτικού σωλήνα και φυσικού αύλακα στον Ασωπό ποταμό, ο οποίος εκβάλλει στην θαλάσσια περιοχή Αλυκές του Ευβοϊκού Κόλπου. Τα υγρά αυτά απόβλητα, χρώματος κίτρινου, αφρίζοντα, με θερμοκρασία μεγαλύτερη του περιβάλλοντος, μεταφέρθηκαν με τις βροχές στην ανωτέρω θαλάσσια περιοχή, προκαλώντας σοβαρή ρύπανση της θάλασσας και αυτός (κατηγορούμενος) τελούσε εν γνώσει ότι αυτό απαγορεύεται. Και β) Προκάλεσε οποιαδήποτε μεταβολή στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανόν να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων. Συγκεκριμένα, απέρριψε τα υγρά απόβλητα της ανωτέρω βιομηχανίας σε φυσικό αύλακα και εκείθεν στον Ασωπό Ποταμό, όπου αυτά άφριζαν και δημιουργούσαν γλοιώδη ουσία στο έδαφος, στο οποίο δεν υπήρχε βλάστηση σε απόσταση 2 μέτρα από αυτά, ενώ στην λοιπή περιοχή η βλάστηση είναι έντονη και όπου τα υγρά αυτά απόβλητα παρουσίαζαν ατμούς, λόγω διαφοράς της θερμοκρασίας τους με το περιβάλλον, προκάλεσε μεταβολή σ' αυτό, η οποία πιθανόν να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων της περιοχής Οινοφύτων και του Ασωπού ποταμού". Στη συνέχεια δε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ, του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 1 παρ. α, στ, ιδ, κβ, 2 παρ. 1α, 3 παρ. 1α Ν. 743/1977, όπως κωδ. από το άρθρο πρώτο του ΠΔ 55/1998, και 2 παρ. 1, 4 και 28 παρ. 1α του Ν. 1650/1986, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) εκτίθεται σαφώς στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι με την απόρριψη των υγρών αποβλήτων στον Ασωπό ποταμό προκλήθηκε μεταβολή στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων της περιοχής Οινοφύτων και του Ασωπού ποταμού, περιστατικά τα οποία ασφαλώς συνιστούν υποβάθμιση του περιβάλλοντος κατά την έννοια του άρθρου 2, παρ. 4 του Ν. 1650/1986. Και β) η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογεί ειδικώς τη ρύπανση της θάλασσας και το βαθμό αυτής, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της "τα υγρά αυτά απόβλητα, χρώματος κίτρινου, αφρίζοντα, με θερμοκρασία μεγαλύτερη από το περιβάλλον, μεταφέρθηκαν με τις βροχές στην παραπάνω θαλάσσια περιοχή, προκαλώντας σοβαρή ρύπανση της θάλασσας....", δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρει η εν λόγω απόφαση ποιο είναι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ρύπων στη θάλασσα, εφόσον το στοιχείο αυτό δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ρυπάνσεως.
Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ., με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α)της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β)της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 Κ.Ποιν.Δ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, επέρχεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του για να κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, γιατί, έτσι, ο κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματος να ασκήσει το από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαίωμά του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, και παραβιάζονται οι αμέσως προς το υπερασπιστικό δικαίωμα αυτού συναπτόμενες αρχές της προφορικότητας της διαδικασίας και της κατ' αντιδικία διεξαγωγής της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 1549/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών υπάρχει η ακόλουθη περικοπή: "....Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου και του μάρτυρα υπεράσπισης ότι τα απόβλητα αυτά δεν είναι βλαπτικά, ότι το κίτρινο χρώμα τους οφείλεται στην επεξεργασία της βαφής και ότι δεν ρυπαίνουν αυτά το περιβάλλον, δεν κρίνεται πειστικός και αντικρούεται ευθέως από την ίδια την έκθεση βιοψίας, η οποία εκθέτει με σαφήνεια τον τρόπο και το είδος της ρύπανσης...". Στην οικεία θέση των πρακτικών της ίδιας πιο πάνω αποφάσεως, όπου απαριθμούνται όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, πράγματι δεν περιλαμβάνεται ως αναγνωσθέν έγγραφο με την ανωτέρω ονομασία ("έκθεση βιοψίας"). Από τα ίδια, όμως, πρακτικά προκύπτει ότι αναγνώσθηκε με αριθμό 2 "ή έκθεση αυτοψίας του Λιμενικού Τμήματος Ωρωπού", η δε αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση της φράσεως "έκθεση βιοψίας", αντί της ορθής "έκθεση αυτοψίας" οφείλεται σε καθαρή και πρόδηλη παραδρομή. Άλλωστε, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, δεν περιλαμβάνεται σ' αυτά κανένα έγγραφο με την ονομασία "έκθεση βιοψίας". Επομένως, δεν παραβιάστηκε η αρχή της δημοσιότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, ούτε η άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ., δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο και κατά συνέπεια ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Γ' Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, και της παραβάσεως των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας αυτής, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21 Μαρτίου 2007 (υπ' αριθ. πρωτ. 734/22-3-2007) αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 1549/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δεν παραβιάστηκε η αρχή της δημοσιότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, ούτε η άσκηση του από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με αναγνωσθείσα έκθεση αυτοψίας, που αναγράφηκε, από πρόδηλη παραδρομή στο σκεπτικό ως «έκθεση βιοψίας». Απορρίπτεται σχετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ και Γ΄ ΚΠΔ. Το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες διατάξεις, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δημοσιότητα διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 2066/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή Πατρών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γιάννη Κώτσο, για αναίρεση της με αριθμό 183 - 184/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Πενταμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Θεσσα-λονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουλίου 2006 αίτησή του, όπως αυτή διαμορφώθηκε με το από 24 Σεπτεμβρίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1406/2006.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τη θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 211Α του ΚΠοινΔ, που προστέθηκε στον Κώδικα αυτόν με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν.2408/1996, "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 183-184/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι (Χ2 και Χ1) από κοινού με τον τρίτο (Χ3) με ένα άλλο άγνωστο άτομο, αλβανικής υπηκοότητας, που τον αποκαλούσαν "....", οι οποίοι είχαν ενωθεί για να διαπράξουν τα κατωτέρω αποδεικνυόμενα κακουργήματα της ληστείας, στις 2-6-2000 και ώρα 10.10, εισήλθαν στο Υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας, που βρίσκεται στην Περαία Θεσσαλονίκης, φορώντας κουκούλες, ώστε να μην είναι δυνατή η αναγνώριση των χαρακτηριστικών τους, και ακολούθως ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 με ένα πυροβόλο όπλο τύπου "Σκόρπιον", που κατείχε και έφερε παράνομα μαζί του, έκανε χρήση του όπλου αυτού, το οποίο σημειωτέον διέθετε σιγαστήρα, και πυροβόλησε τέσσερες φορές κατά της βιντεοκάμερας, που βρισκόταν στην οροφή του καταστήματος, φωνάζοντας "ληστεία, όλοι κάτω". Με την απειλή αυτή του κινδύνου του σώματος τους, αλλά και της ζωής τους, όλοι οι παρευρισκόμενοι πελάτες, αλλά και οι υπάλληλοι του υποκαταστήματος, αναγκάσθηκαν να ακινητοποιηθούν. Ακολούθως, οι άλλοι κατηγορούμενοι αφαίρεσαν από τα ταμεία του εν λόγω υποκαταστήματος το χρηματικό ποσό των 4.000.000 δραχμών, το οποίο και ιδιοποιήθηκαν παράνομα, αφού απομακρύνθηκαν με αυτό από την Τράπεζα. Κατά την αποχώρηση τους οι κατηγορούμενοι, με βία, με την απειλή του ανωτέρω όπλου και χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές τους δυνάμεις, άρπαξαν από την κατοχή της, ως πελάτισσας ευρισκόμενης την ώρα εκείνη στο κατάστημα της Τράπεζας, ..... την τσάντα της, που περιείχε το δελτίο της αστυνομικής της ταυτότητας, χρηματικό ποσό 9.000 δραχμών και διάφορα προσωπικά της αντικείμενα και τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Οι πράξεις αυτές των κατηγορουμένων συνιστούν, όπως κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, εξακολούθηση ενός και μόνον εγκλήματος ληστείας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι εξερχόμενοι από την Τράπεζα οι κατηγορούμενοι επιβιβάσθηκαν και απομακρύνθηκαν με το με αριθμ. κυκλ. ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο, κατοχής και κυριότητας του ..., το οποίο, μαζί με τα εντός αυτού υπάρχοντα, άδεια κυκλοφορίας και ασφαλιστήριο συμβόλαιο του αυτοκινήτου, είχαν αφαιρέσει με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης, την προηγούμενη ημέρα, 1-6-2000, από την οδό ... στην περιοχή "...." Θεσσαλονίκης, όπου το είχε σταθμεύσει ο ανωτέρω ιδιοκτήτης του και το οποίο βρέθηκε μεταγενέστερα αφημένο σε μικρή απόσταση από το ανωτέρω υποκατάστημα. Το ότι οι κατηγορούμενοι ήσαν οι δράστες των ληστειών αυτών, σαφώς προκύπτει από το γεγονός ότι στη βιντεοκάμερα που υπήρχε μέσα στην Τράπεζα και η οποία, παρά τον πυροβολισμό του πρώτου κατηγορουμένου δεν καταστράφηκε, καταγράφησαν τα πρόσωπα και οι κινήσεις αυτών, όπως περιγράφονται από τους μάρτυρες κατηγορίας και μπορούν χωρίς αμφιβολία να ταυτιστούν με τους κατηγορουμένους. Σαφείς περί αυτού είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων αστυνομικών Γ1 και Γ2, εκ των οποίων μάλιστα ο πρώτος είδε την καταγραφή των κινήσεων των κατηγορουμένων στην κατασχεθείσα βιντεοκάμερα, και οι οποίοι με βάση το σωματότυπο, τον τρόπο κίνησης, την ομιλία και γενικά τον τρόπο δράσης εκφράζουν τη βεβαιότητα ότι δράστες των ανωτέρω ληστειών είναι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι. Η ανωτέρω κρίση ενισχύεται και από το ότι ο πρώτος κατηγορούμενος κατά τη διάπραξη της ληστείας, φορούσε ένα καπέλο με γείσο, το οποίο είχε ανεύρει μέσα στο προαναφερθέν κλαπέν αυτοκίνητο και, όπως με βεβαιότητα κατέθεσε ο εξετασθείς μάρτυρας, ιδιοκτήτης του, ανήκει στη γυναίκα του. Ενισχυτικό είναι ακόμη και το γεγονός ότι το κλαπέν αυτοκίνητο βρέθηκε στην περιοχή του υποκαταστήματος που διαπράχθηκαν οι ληστείες. Οι ληστείες αυτές ομολογήθηκαν άλλωστε με κάθε λεπτομέρεια από τον τρίτο κατηγορούμενο κατά την προδικασία, ο οποίος κατονόμασε ως συνεργούς και τους λοιπούς κατηγορουμένους. Η μεταγενέστερη άρνηση του, τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του παρόντος, όχι όσον αφορά τη συμμετοχή του στις ληστείες, αλλά μόνον ως προς την ταυτότητα των κατηγορουμένων, ως συνεργών του, χωρίς όμως να κατονομάζει κανένα άλλο πρόσωπο, ως συνεργό, με το πρόσχημα ότι αναγκάσθηκε να κατονομάσει τους συγκατηγορουμένους του, ως συναυτουργούς, λόγω της βίας που άσκησαν οι αστυνομικοί σε βάρος του, δεν αναιρεί την ως άνω εξαχθείσα κρίση του δικαστηρίου. Άλλωστε, όπως ο ίδιος παραδέχεται, γνώριζε τους συγκατηγορου- μένους του και μάλιστα είχαν συνεργαστεί κατά το παρελθόν στη διάπραξη πράξεων σχετικών με ναρκωτικά. Με βάση τα δεδομένα αυτά, πρέπει οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1, να κηρυχθούν ένοχοι των αξιοποίνων πράξεων της ληστείας κατ' εξακολούθηση, σύστασης και συμμορίας για τη διάπραξη του κακουργήματος ληστείας, και ένοχοι κλοπής, χωρίς όμως τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 374 παρ. δ' και ε' του Π.Κ, που τους αποδίδονται, δεδομένου ότι από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε επανειλημμένη τέλεση πράξεων κλοπών, προηγούμενη δηλαδή συμμετοχή αυτών σε κλοπές, ώστε να προκύπτει η ένωση τους με άλλους με σκοπό διάπραξης κλοπών, σκοπός τους προς πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους για τη διάπραξη του εγκλήματος της κλοπής ως στοιχείο της προσωπικότητας τους". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα. Χ1 για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις της ληστείας κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, της κλοπής κατά συνατουργία και της συμμορίας, και του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως δεκατεσσάρων (14) ετών".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94, 98, 187 παρ. 3, 372 παρ. 1, 380 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, (μάρτυρες, έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος περί του ότι είναι πλημμελής και αντιφατική η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι, ενώ στο σκεπτικό της αναφέρεται ότι "...Το ότι οι κατηγορούμενοι ήσαν οι δράστες των ληστειών αυτών, σαφώς προκύπτει από το γεγονός ότι στη βιντεοκάμερα, που υπήρχε μέσα στην Τράπεζα και η οποία παρά τον πυροβολισμό του πρώτου κατηγορουμένου δεν καταστράφηκε, καταγράφησαν τα πρόσωπα και οι κινήσεις αυτών, όπως περιγράφονται από τους μάρτυρες κατηγορίας και μπορούν χωρίς αμφιβολία να ταυτισθούν με τους κατηγορουμένους...", με το διατακτικό της αντιθέτως κρίνει και αποφαίνεται ότι "...Στις 2.6.2000 και περί ώρα 10.00 ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Χ2 και Χ3, αλλά και με ένα άλλο άτομο Αλβανικής υπηκοότητας, ονόματι "....", άνευ λοιπών στοιχείων μέχρι σήμερα, μετέβησαν στο υποκατάστημα που διατηρεί η Εμπορική Τράπεζα στην περιοχή Περσίας Θεσσαλονίκης και εισήλθαν σ' αυτό φορώντας κουκούλες, ώστε να μην είναι δυνατόν να διακρίνονται τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των προσώπων τους...", είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία οι κατηγορούμενοι φορούσαν κατά τον κρίσιμο χρόνο κουκούλες και δεν διακρίνονταν τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους, δεν αντιφάσκει προς την άλλη παραδοχή της, σύμφωνα με την οποία καταγράφησαν κατά τον ίδιο χρόνο από τη μη καταστραφείσα βιντεοκάμερα τα πρόσωπα και οι κινήσεις τους, όπως περιγράφτηκαν από τους μάρτυρες κατηγορίας, λαμβανομένου υπόψη ότι αναγνώρισαν, όπως αναφέρουν οι τελευταίοι τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και τους συγκατηγορουμένους του όχι από τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους, αφού ήταν τα πρόσωπα τους καλυμμένα και μη αναγνωρίσιμα, αλλά από το σωματότυπο, την ομιλία, τον τρόπο κίνησης και γενικά τον τρόπο δράσης αυτών. Προς τούτοις προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, με το κύριο δικόγραφό τους, αιτίαση ότι η κρίση του δευτεροβάθμίου Δικαστηρίου ως προς την ενοχή του στηρίχθηκε αποκλειστικά στην ομολογία του ανηλίκου συγκατηγορουμένου του Χ3, με αποτέλεσμα να στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού αναφέρεται ρητώς στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής ότι, εκτός από την ομολογία του πιο πάνω συγκατηγορουμένου του, στηρίχθηκε η συγκεκριμένη κρίση του Πενταμελούς Εφετείου και στα άλλα αποδεικτικά μέσα και κυρίως στις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων αστυνομικών (Γ1 και Γ2)οι οποίες είναι πράγματι επιβαρυντικές για τον αναιρεσείοντα, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από αυτόν.
Συνεπώς, η λήψη υπόψη και αξιολόγηση της ομολογίας από το δικαστήριο της ουσίας δεν προσκρούει στην απαγόρευση του άρθρου 211^ ΚΠοινΔ, γιατί δεν είναι το μόνο αποδεικτικό μέσο, στο οποίο στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου περί της ενοχής του αναιρεσείοντος. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά δε με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό τούτο μέσο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠοινΔ, και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Δεν υπάρχει, όμως, τέτοια ακυρότητα, ούτε παραβιάζεται η αρχή της δημοσιότητας και προφορικότητας της δίκης, όταν το περιεχόμενο του μη αναγνωσθέντος εγγράφου προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν νομίμως τπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το δικάσαν Δικαστήριο, δηλαδή είτε από άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα, είτε από δοθείσες στο ακροατήριο ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, εις τρόπον ώστε ο κατηγορούμενος να λάβει γνώση εξ αυτών του περιεχομένου του μη αναγνωσθέντος εγγράφου και να μπορεί να το αντικρούσει και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του ή όταν το έγγραφο αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Στην προκείμενη περίπτωση με τους σχετικούς λόγους αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα οι αιτιάσεις ότι το Πενταμελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν και επήλθε, κατόπιν τούτου, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί παραβιάσθηκε έτσι η άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα απορρέοντος δικαιώματος αυτού να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενώ συγχρόνως παραβιάστηκαν οι αρχές της προφορικότητας της συζητήσεως στο ακροατήριο και της δημοσιότητας της δίκης. Συγκεκριμένα, από τη διαλαμβανόμενη στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως περικοπή, στην οποία αναφέρεται ότι: "Το ότι οι κατηγορούμενοι ήταν οι δράστες των ληστειών αυτών, σαφώς προκύπτει από, το γεγονός ότι στη βιντεοκάμερα που υπήρχε μέσα στην Τράπεζα ... καταγράφηκαν τα πρόσωπα και οι κινήσεις αυτών...", συνάγεται σαφώς ότι έλαβε το άνω Δικαστήριο υπόψη και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του ιδίου (αναιρεσείοντος) και έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε, ήτοι τη βιντεοκάμερα, (με τον όρο αυτόν υπονοείται προδήλως η ταινία του βίντεο, που αποτελεί έγγραφο), του Υποκ/τος της Εμπορικής Τράπεζας στην Περαία Θεσσαλονίκης. Επίσης, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι έλαβε το ίδιο Δικαστήριο υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του ιδίου και άλλο έγγραφο, που δεν αναγνώσθηκε, και συγκεκριμένα την από 10-11-2000 προανακριτική απολογία του συγκατηγορουμένου του Χ3, όπως τούτο προκύπτει από την περικοπή των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στην οποία αναφέρεται ότι: "...Οι ληστείες αυτές ομολογήθηκαν άλλωστε με κάθε λεπτομέρεια από τον τρίτο κατηγορούμενο κατά την προδικασία, ο οποίος κατονόμασε ως συνεργούς του και τους λοιπούς κατηγορουμένους". Πράγματι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν φέρονται ως αναγνωσθέντα τα προαναφερόμενα δύο έγγραφα, ούτε ζητήθηκε η ανάγνωσή τους από τον Εισαγγελέα ή κάποιον από τους κατηγορουμένους ή τους συνηγόρους αυτών. Το περιεχόμενο, όμως, αμφοτέρων, δηλαδή τόσο της βιντεοταινίας του Υποκαταστήματος της Εμπορικής Τράπεζας στην Περαία Θεσσαλονίκης, όσο και της προανακριτικής απολογίας του ανηλίκου κατηγορουμένου Χ3, προκύπτει προεχόντως από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Γ1 και Γ2, οι οποίες δόθηκαν αφενός μεν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των αναγνωσθέντων πρακτικών της εκκληθείσας υπ' αριθ. 234/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, αφετέρου δε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά και από την απολογία του κατηγορουμένου Χ3 ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει από τα αναγνωσθέντα, κατά τα ανωτέρω, πρακτικά της ειρημένης υπ' αριθ. 234/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης, Μπορούσε, επομένως, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος να επιφέρει επ' αυτών τις παρατηρήσεις του, σύμφωνα με το άρθρο 358 ΚΠοινΔ, και κατά συνέπεια δεν επήλθε, εν προκειμένω, η επικαλούμενη απ' αυτόν ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και δεν παραβιάσθηκαν οι αρχές της προφορικότητας της συζητήσεως στο ακροατήριο και της δημοσιότητας της δίκης. Επομένως, οι περί του αντιθέτου προαναφερόμενοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Γ' λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγω πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24.9.2007 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14 Ιουλίου 2006 αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 24.9.2007 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 183 - 184/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η προσβαλλομένη έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η λήψη υπόψη και αξιολόγηση προανακριτικής ομολογίας συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος δεν προσκρούει στην απαγόρευση του άρθρου 211 Α ΚΠΔ, αφού εν προκειμένω δεν είναι το μόνο αποδεικτικό μέσο στο οποίο στηρίχθηκε η περί της ενοχής του κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, δεν υπάρχει απόλυτη ακυρότητα ούτε παραβιάζεται η αρχή της δημοσιότητας και της προφορικότητας της δίκης, αφού το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εν προκειμένω εγγράφων (βιντεοταινίας και άνω απολογίας του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος), προκύπτει από άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα, καθώς και από τις δοθείσες στο ακροατήριο ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄, Γ΄ και Δ΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Κατηγορούμενος.
| 2
|
Αριθμός 2065/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κονιαβίτη, για αναίρεση της 60/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαρτίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 580/2006.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 60/2005 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 15-6-2002 αλλά και κατά το χρονικό διάστημα όχι πριν από τις αρχές του έτους 2002 αφαίρεσε χρησιμοποιώντας απειλές με επικείμενο κίνδυνο σώματος το "χαρτζιλίκι" των πιο κάτω ανηλίκων παθόντων με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Ειδικότερα, στις 15-6-2002 στο ..... Γυμνάσιο πλησίασε τους ανηλίκους μαθητές ..., ... και ..., ηλικίας 13 ετών, και απειλώντας τους ότι θα τους κτυπήσει με μαχαίρι που έφερε στο τσαντάκι της μέσης του, τους εξανάγκασε να του παραδώσουν το ποσό των 1,50 ευρώ που είχε ο καθένας τους, για να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Επίσης, κατά το προηγούμενο διάστημα τέλεσε όμοια πράξη κατά των ανηλίκων μαθητών ... και ... (έξω από το ... Δημοτικό σχολείο), ... (έξω από το ... Γυμνάσιο) και εναντίον μαθητή με το μικρό όνομα ..., αγνώστων λοιπών στοιχείων (έξω από το ... Δημοτικό σχολείο), χρησιμοποιώντας την ίδια απειλή και έτσι τους εξανάγκασε να του παραδώσουν οι τρεις πρώτοι το εκ 1,50 ευρώ "χαρτζιλίκι" που είχε ο καθένας από τους ανωτέρω και ο τέταρτος το κινητό του τηλέφωνο με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Τέλος, στις 15-6-2002 επεχείρησε με βία να αφαιρέσει το κινητό τηλέφωνο του ... (στο χώρο του ... Γυμνασίου), πλην όμως δεν πέτυχε το σκοπό του από λόγους εξωτερικούς και ανεξαρτήτους από τη θέλησή του και συγκεκριμένα γιατί ο ανωτέρω παθών κατέφυγε τρέχοντας σε παραπλήσιο κτίριο, όπου δεν κατόρθωσε να τον εντοπίσει. Την τέλεση των πράξεων αυτών ομολόγησε ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε σοβαρή εμπλοκή με τις εξαρτησιογόνες ουσίες και κάνει προσπάθειες για απεμπλοκή από αυτές παρακολουθώντας σήμερα το εγκεκριμένο πρόγραμμα συμβουλευτικής υποστήριξης του θεραπευτικού προγράμματος "..... του ΚΕΘΕΑ". Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις προαναφερόμενες πράξεις, από τις περιστάσεις δε κάτω από τις οποίες τελέστηκαν οι πράξεις αυτές και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου κρίνει ότι είναι αναγκαίος ο ποινικός σωφρονισμός του και τον κηρύσσει ποινικά υπεύθυνο, δεν είναι όμως σκόπιμος ο περιορισμός του σε σωφρονιστικό κατάστημα". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Εφετείο Ανηλίκων κήρυξε ποινικά υπεύθυνο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα Χ, για τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις της ληστείας κατά συρροή, τετελεσμένης και σε απόπειρα, και του επέβαλε, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 130 ΠΚ, συνολική ποινή φυλακίσεως 13 μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 83, 94 παρ. 1 και 380 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ... και ..., οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εξετάσθηκαν ενόρκως στο άνω Δικαστήριο, εντεύθεν δε η περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά δε με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως πλήττεται απαραδέκτως η ανωτέρω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατά την παρ. 1 του άρθρου 344 Κ.Ποιν.Δ., όπως τα εδ. β' και γ' αυτής αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 26 παρ. 1 του ν. 3160/2003, "Η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης δεν κωλύει καθόλου την πρόοδο της διαδικασίας. Επιτρέπεται όμως στο συνήγορο του κατηγορουμένου να παραστεί αντί γι'αυτόν' το δικαστήριο μπορεί να διατάξει ή την αναβολή της δίκης ή τη διακοπή της για οκτώ το πολύ ημέρες. Σε δίκες για κακούργημα ο πρόεδρος πρέπει πάντοτε να διορίσει στον κατηγορούμενο που αποχώρησε για οποιονδήποτε λόγο συνήγορο για να παρίσταται αντί γι'αυτόν στη δίκη, αν αποχώρησε και ο συνήγορός του που είχε αρχικά διοριστεί". Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι μετά την απολογία του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου διεκόπη η συζήτηση της υποθέσεώς του για την 14.00 ώρα, κατά την οποία παραγγέλθηκαν να είναι παρόντες όλοι οι παράγοντες της δίκης. Επακολούθησε η επανάληψη της συνεδριάσεως του ίδιου Δικαστηρίου κατά την καθορισμένη ώρα, οπότε διαπιστώθηκε ότι απουσίαζε ο κατηγορούμενος και ήταν παρόντες όλοι οι υπόλοιποι παράγοντες της δίκης. Στο σημείο αυτό ζήτησε και έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου η μητέρα του κατηγορουμένου, η οποία δήλωσε ότι "ο γιός της αποχώρησε, διότι παρακολουθεί πρόγραμμα απεξάρτησης στη .....", χωρίς να ζητήσει την αναβολή της δίκης ή να υποβάλει προς το Δικαστήριο οποιοδήποτε άλλο αίτημα. Διατάχθηκε, κατόπιν τούτου, η πρόοδος της δίκης με απόντα τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, στον οποίο δεν ήταν υποχρεωμένη η Πρόεδρος του Δικαστηρίου να διορίσει αυτεπαγγέλτως συνήγορο, λαμβανομένου υπόψη ότι οι πράξεις ληστείας (τετελεσμένης και σε απόπειρα) για τις οποίες κηρύχθηκε ο ίδιος ποινικά υπεύθυνος ως ανήλικος καταδικάσθηκε, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 130 του ΠΚ, όπως προαναφέρθηκε, σε συνολική ποινή φυλακίσεως 13 μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς 4, 40 ευρώ ημερησίως, δεν έφεραν το χαρακτήρα κακουργήματος, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αλλά πλημμελήματος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 εδ. β' του ΠΚ, (όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3189/2003), κατά την οποία "Κάθε πράξη που τιμωρείται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή με περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων είναι πλημμέλημα". Αν αποτελούσαν, άλλωστε, οι πράξεις αυτές κακουργήματα, θα ήταν υποχρεωμένη η Πρόεδρος του Δικαστηρίου ευθύς εξ αρχής και πριν αρχίσει η συζήτηση της υποθέσεως να διορίσει αυτεπαγγέλτως στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο συνήγορο υπερασπίσεως, ακόμη κι αν δεν της ζητήθηκε ο διορισμός συνηγόρου, σύμφωνα με τα άρθρα 340 και 376 του Κ.Ποιν.Δ, γιατί διαφορετικά θα δημιουργείτο απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο για το λόγο ότι, αν και ο αναιρεσείων κατηγορούμενος απουσίαζε κατά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν προέβη η Πρόεδρος του Δικαστηρίου της ουσίας, όπως όφειλε κατά νόμο (άρθρ. 340 και 376 Κ.Ποιν.Δ), αφού απήγγειλε την καταδίκη του για κακουργηματικές πράξεις ληστείας, στον αυτεπάγγελτο, στο στάδιο αυτό, διορισμό συνηγόρου υπερασπίσεώς του για την άσκηση και εξασφάλιση των νομίμων δικαιωμάτων του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7 Μαρτίου 2006 (υπ' αριθ. πρωτ. 686/8-3-2006) αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 60/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανηλίκων Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και το Δικαστήριο της ουσίας δεν στέρησε την εν λόγω απόφασή του από νόμιμη βάση. Απορρίπτεται ο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως. Η Πρόεδρος του Δικαστηρίου δεν ήταν υποχρεωμένη να διορίσει αυτεπαγγέλτως συνήγορο μετά την αποχώρηση του κατηγορουμένου, και δη μετά την απολογία του, λαμβανομένου υπόψη ότι οι πράξεις της ληστείας, τετελεσμένης και σε απόπειρα, για τις οποίες κηρύχθηκε ο κατηγορούμενος ποινικά υπεύθυνος ως ανήλικος και καταδικάστηκε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 130 ΠΚ, σε συνολική φυλάκιση 13 μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική, έφεραν το χαρακτήρα πλημμελήματος (άρθρο 18 εδ. β΄ ΠΚ). Απορρίπτεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανήλικοι εγκληματίες, Απόπειρα, Ληστεία.
| 2
|
Αριθμός 2058/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Λεοντή και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Παπανικολάου, περί αναιρέσεως της με αριθμό 7.403/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 801/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 229 παρ. 1 του Π.Κ. όπως είχε προ της αντικαταστάσεως του από το άρθρο 1 παρ. 6 του νόμου 3327/2005, "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι'αυτόν ενώπιον αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίκη του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε από αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτού, είναι δε αδιάφορο αν αυτός απηλλάγη ή όχι κατ' ουσία, αλλά ένεκα λόγων οι οποίοι αίρουν το αξιόποινο ή αποκλείουν την ποινή δεδομένου ότι δε κωλύεται το δικαστήριο που δικάζει την κατηγορία της ψευδούς καταμηνύσεως να ερευνήσει το κατ' ουσία ανυπόστατο της καταμηνυθείσας πράξεως. Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 362 του Π.Κ. "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή". Κατά δε το άρθρο 363 Π Κ, "Αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Και κατά το άρθρο 361 ίδιου Κώδικα (εξύβριση) "όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο, ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Εξ' άλλου, ως γεγονός, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Περαιτέρω, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά όμως για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που γενικώς κατ' είδος αναφέρει και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, και αναφέρονται στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, ότι ο κατηγορούμενος: "Α) εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν. Συγκεκριμένα με την από 23-11-2000 μήνυση του, την οποία υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ως Πρόεδρος του Δ. Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΓΡΩΝ ΚΑΥΣΙΜΩΝ ΚΑΙ ΛΙΠΑΝΤΙΚΩΝ ΑΕ", κατήγγειλε ότι ο εγκαλών Ψ εισέπραξε την 13-9-1999 από το Δήμο Νέου Ψυχικού το ποσό των 854.410 δραχμών, για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας και ουδέποτε το απέδωσε σ' αυτήν, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Προέβη δε στην ανωτέρω πράξη, αν και γνώριζε ότι τα ως άνω καταγγελλόμενα δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια και με σκοπό να ασκηθεί σε βάρος του εγκαλούντος ποινική δίωξη για το αδίκημα της υπεξαίρεσης και Β) ενώπιον τρίτων ισχυρίσθηκε για κάποιον άλλον εν γνώσει του ψευδές γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη αυτού και συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε για τον ως άνω εγκαλούντα εν γνώσει του ψευδώς με την από 23-11-2000 μήνυση του, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και του Γραμματέα της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών, τα όσα διαλαμβάνονται στο υπό στοιχείο Α του παρόντος, τα οποία δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. Επομένως, απορριπτόμενου του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως τη ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ, ως κατ' ουσίαν αβασίμου, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων(άρθρα 229 παρ.1 και 363-362 ΠΚ), κατά το διατακτικό. Στη συνέχεια το Δικαστήριο, κήρυξε τον ήδη αναιρεσείοντα ένοχο των πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως κα της συκοφαντικής δυσφημήσεως και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως 6 μηνών την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως. Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, δε διέλαβε την απαιτούμενη από το άρθρο 93 του Σ και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τούτο γιατί, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και ειδικότερα από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει αναμφισβήτητα ότι το αιτιολογικό αυτής, σε καμία περίπτωση δεν συμπληρώνεται από το διατακτικό της. Τουναντίον, από την απλή αντιπαραβολή του αιτιολογικού της με το διατακτικό της, αναμφισβήτητα προκύπτει ότι η αιτιολογία της αποφάσεως, αποτελεί κατά λέξη πιστή αντιγραφή του διατακτικού της, και, χωρίς στο αιτιολογικό της να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά και μνεία των αναγκαίων εκείνων πραγματικών περιστατικών, με βάση τα οποία στήριξε την επί της ενοχής κρίση του. Συγκεκριμένα, στο αιτιολογικό της δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά των πραγματικών εκείνων περιστατικών, που θεμελιώνουν κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία τα αδικήματα, για τα οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος με την έννοια που αυτά αναφέρονται στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας, πολύ δε περισσότερο, ακόμη και στα πραγματικά εκείνα περιστατικά που αποδείχθηκαν και θεμελιώνουν την πρόθεση του αναιρεσείοντος Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου και ο δεύτερος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι. Μετά από αυτά, και, ενώ παρέλκει η έρευνα για τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 519 του Κ.Π.Δ, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 7.403/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας. Αναιρείται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας (πιστή κατά λέξη αντιγραφή αιτιολογικού με διατακτικό) χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία των πραγματικών περιστατικών και ειδικότερα εκείνων που αφορούν τη γνώση. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2056/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σιδέρη, Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή, Νικόλαο Λεοντή και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Αποστολόπουλο, περί αναιρέσεως της 4058/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουνίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, καθώς και στους από 31 Ιουλίου 2008 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1164/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 τουΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς, και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, που γενικώς κατ' είδος αναφέρει και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ότι η πρώτη κατηγορούμενη Χ1 είναι υπάλληλος της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής και υπηρετούσε στη Δνση Μεταφορών και επικοινωνιών. Αυτή ήταν προϊσταμένη του τμήματος αδειών οδήγηση, με το βαθμό τμηματάρχη και ήταν επιφορτισμένη, στα πλαίσια των υπηρεσιακών καθηκόντων που της είχαν ανατεθεί, με την μετατροπή των αδειών οδήγησης, οι οποίες είχαν εκδοθεί στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ενωσης σε Ελληνικές, σύμφωνα με την με αριθμό 70041/820/1325-1998 και 58930/480/3-5-1999 αποφάσεις του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών. Κατά το χρονικό διάστημα από 23-3-2000 μέχρι 29-12-2000 η κατηγορουμένη, κατά τον έλεγχο των δικαιολογητικών που είχαν υποβάλλει οι κατηγορούμενοι Χ2, Χ3, Χ4, Χ5, Χ6, Χ7, Χ8, Χ9, Χ10, Χ11, Χ12, Χ13, Χ14 και Χ15, βεβαίωσε ότι τα δικαιολογητικά των εν λόγω συγκατηγορουμένων της ήταν νόμιμα. Στη συνέχεια υπέγραψε και έθεσε την σφραγίδα της στις 15 αιτήσεις των συγκατηγορουμένων της για τη χορήγηση άδειας οδήγησης και προέβη στην έκδοση 15 Ελληνικών αδειών οδήγησης στο όνομα αυτών και μάλιστα της με αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...και ... άδειες της Δνσης Μεταφορών και επικοινωνιών της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής κατά μετατροπή των αντίστοιχων αδειών από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ενωσης. Επίσης αποδείχθηκε ότι οι άδειες που αφορούσαν τους συγκατηγορουμένους της Χ8, Χ11, Χ12, Χ14 και Χ15, έφεραν θεώρηση από το διπλωματικό υπάλληλο Α, ο οποίος είχε μετατεθεί από την πρεσβεία της Μόσχας πριν από τον αναγραφόμενο σε κάθε θεώρηση χρόνο και μάλιστα από το έτος 1991, γεγονός που συνάδει στην πλαστότητα αυτών. Οι άδειες που αφορούσαν τους συγκατηγορουμένους Χ2, Χ16 και Χ13 έφεραν θεώρηση από το Γενικό Πρόξενο Β σε ημερομηνίες που ο εν λόγω Πρόξενος δεν υπηρετούσε στο Νοβοροσίσκ, δηλαδή 20-10-1999, 28-9-1999 και 21-9-1999, αντίστοιχα, ο δε ως άνω Πρόξενος υπηρέτησε εκεί από 20-12-1996 μέχρι 2-9-1999, ενώ των λοιπών συγκατηγορουμένων έφεραν θεώρηση από τον Γενικό Πρόξενο Β στο Νοβοροσίσκ και όχι από το Προξενικό Γραφείο της Τιφλίδας, αφού χρησιμοποιήθηκε έντυπο της Δημοκρατίας της Γεωργίας και ως εκ τούτου ήταν αρμόδιο το εν λόγω Προξενικό Γραφείο (Τιφλίδας). Επομένως όλες οι προαναφερόμενες άδειες ήταν πλαστές. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι το Υπουργείο Μεταφορών είχε κοινοποιηθεί στις αρμόδιες υπηρεσίες την με αριθμό .../1001/98 εγκύκλιο, με την οποία γνωστοποιούσε ποια προξενεία ήταν αρμόδια για τη θεώρηση των αδειών. Η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι δεν έλαβαν την εγκύκλιο αυτή και προσκομίζει το με αριθμό πρωτ. .../17-1-02 έγγραφο της Νομαρχιακής αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής. Όμως όπως κατέθεσε στο ακροατήριο ο προϊστάμενος της Γ η κατηγορουμένη μπορούσε να αναζητήσει την εγκύκλιο, αφού ακολούθησε και έγγραφο του Υπ. Μεταφορών, που γινόταν αναφορά στην εν λόγω εγκύκλιο. Ακόμη προέκυψε ότι οι μεταφράσεις των θεωρήσεων των αδειών ήταν πλαστές, διότι οι φερόμενες ως υπογραφές των μεταφραστριών Δ και Ε, δεν είναι γνήσιες η δε μετάφραση για την άδεια του Χ11 είναι ανυπόγραφη από την μεταφράστρια (βλ. και την από 14-5-2002 έκθεση των ελεγκτών του Υπουργείου Μεταφορών). Εξάλλου αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη Χ1 γνώριζε ότι τα προσκομιζόμενα πιστοποιητικά είναι πλαστά και παρόλα αυτά, με πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς ότι πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις η δε ψευδής αυτή βεβαίωση είχε ως συνέπεια την έκδοση των προαναφερόμενων Ελληνικών αδειών οδήγησης, αλλά και τουλάχιστον άλλων 2.500 αδειών. Η γνώση της πλαστότητας εκ μέρους της κατηγορουμένης προκύπτει, από το γεγονός ότι δεν προέβαινε σε κανένα έλεγχο των προσκομιζόμενων δικαιολογητικών, αν και είχε ως εκ της ιδιότητάς της τέτοιας υποχρέωση, με αποτέλεσμα να εκδίδει τις άδειες αυθημερόν. Αν προέβαινε στον απαιτούμενο έλεγχο θα διαπίστωνε ότι η θεώρηση των ξένων αδειών οδήγησης δεν γινόταν από τον αρμόδιο υπάλληλο της συγκεκριμένης πρεσβείας, σύμφωνα με τα παραπάνω, ότι η άδεια οδήγησης του Χ11 (με αριθμό ...) φερόταν να έχει εκδοθεί στην αλλοδαπή στις 12-12-1999, ενώ η ημερομηνία εισόδου του στην Ελλάδα είναι στις 2-5-1996, ότι η άδεια του Χ8 (με αριθμό ... φερόταν να έχει εκδοθεί στις 25-6-1998, ενώ η θεώρηση από τον Α στις 11-3-1998, δηλαδή τρεις μήνες πριν την έκδοση τους, ότι η άδεια του Χ14 (με αριθμό ... φερόταν να έχει εκδοθεί στις 15-8-1998, ενώ η θεώρηση αυτής από τον Α στις 11-3-1998, δηλαδή πέντε μήνες πριν από την έκδοσή της και ότι η διεύθυνση κατοικίας (...) που δήλωναν οι ενδιαφερόμενοι ήταν ψευδής, αφού στη βεβαίωση απόδοσης Φ.Π.Α. που προσκόμιζαν είχαν δηλώσει άλλη διεύθυνση κατοικίας. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η δήλωση ψευδούς κατοικίας γινόταν σκόπιμα, ώστε να έχει αρμοδιότητα για την μετατροπή της ξένης άδειας σε Ελληνική η υπηρεσία, στην οποία ήταν διευθύντρια η κατηγορουμένη, γεγονός που δείχνει ότι αυτή γνώριζε για την μη γνησιότητα των προσκομιζόμενων δικαιολογητικών και παρόλα αυτά προέβαινε στην μετατροπή των αδειών. Αλλωστε όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες στο ακροατήριο 800 περίπου άδειες, μεταξύ των οποίων και οι συγκεκριμένες έχουν ήδη ανακληθεί βλ. και το από 3-5-2005 πόρισμα (Ε.Δ.Ε.) και κανένας από τους ενδιαφερόμενους δεν υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση νέας άδειας. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά η κατηγορουμένη με πρόθεση παρέβη το υπηρεσιακό της καθήκον που της επέβαλε να προβαίνει στην έκδοση Ελληνικών αδειών οδήγησης, εφόσον, μετά από έλεγχο, συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις με βάση γνήσια πιστοποιητικά, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις Υπουργικές αποφάσεις του Υπουργείου Μεταφορών. Επομένως συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την στοιχειοθέτηση των αδικημάτων της ψευδούς βεβαίωσης και παράβασης καθήκοντος, κατ' εξακολούθηση και πρέπει να κηρυχθεί κατ' εξακολούθηση και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη αυτών. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ανατραπεί από τις προσκομιζόμενες αθωωτικές αποφάσεις και το απαλλακτικό βούλευμα του Πλημ. Αθηνών, διότι έρχονται σε αντίθεση με τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν. Στη συνέχεια το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε την ήδη αναιρεσείουσα ένοχη των πράξεων της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και της παραβάσεως καθήκοντος και της επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης 18 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, δε διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, παράλληλα δε διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, εξαιτίας των οποίων επέρχεται σύγχυση και ασάφεια μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της, που καθιστούν ανέφικτό τον έλεγχο από τον Αρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου. Τούτο, γιατί, όσον αφορά το αδίκημα της ψευδούς βεβαιώσεως, το οποίο αληθώς συρρέει με το έτερο αδίκημα της παραβάσεως καθήκοντος, εφόσον προσβάλλεται διαφορετικό έννομο αγαθό, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι όλα τα προσκομιζόμενα πιστοποιητικά ήσαν πλαστά, δεν διευκρινίζεται σ' αυτήν σε τι συνίσταται η πλαστότητα ενός εκάστου, ούτε προσδιορίζονται ποια στοιχεία από τα αναφερόμενα στα οικεία πιστοποιητικά ήσαν αληθινά ή όχι. Παράλληλα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται με αντιφατικές αιτιολογίες ότι ενώ, το σύνολο των δικαιολογητικών που υποβλήθηκαν ήσαν πλαστά, στο διατακτικό της αντίθετα διαλαμβάνεται ότι ορισμένα μόνο απ' αυτά ήσαν πλαστά, χωρίς, όμως, και στην περίπτωση αυτή να διευκρινίζονται ποία από τα συγκεκριμένα και επίμαχα έγγραφα, ήσαν πλαστά ή όχι. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ασάφειες και ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που στοιχειοθετούν το υποκειμενικό στοιχείο των πράξεων για τις οποίες η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη και ειδικότερα δεν αιτιολογείται, αν αυτή τελούσε σε γνώση των ανακριβών στοιχείων που περιέχονται στα σχετικά έγγραφα και παρόλα αυτά, όχι μόνο να βεβαιώσει ψευδώς με την ως άνω ιδιότητά της, αυτή της προϊσταμένης του τμήματος αδειών της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, αλλά να εμφανίσει στις αντίστοιχες άδειες οδήγησης ως αληθινά τα στοιχεία αυτών, επιπρόσθετα δε χωρίς να εξειδικεύεται ο άμεσος δόλος αυτής, προκειμένου να αιτιολογηθεί η από μέρους της τέλεση και του ετέρου αδικήματος, αυτού της παραβάσεως του υπηρεσιακού της καθήκοντος. Με βάση, όμως, τις αντιφατικές αυτές παραδοχές, μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, που καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο από τον Αρειο Πάγο, και συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ., πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, και ο αντίστοιχος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως ουσία βάσιμοι. Μετά από αυτά, και, ενώ παρέλκει η έρευνα για τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, να αναιρεθεί η απόφαση και να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση η υπόθεση, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του Κ.Π.Δ.). Σημειώνεται, ότι όσες μερικότερες πράξεις, για τις οποίες κρίθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα, περιλαμβάνονται στο χρονικό διάστημα από 27-5-2000 μέχρι και της διασκέψεως (19-9-2008), πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, σύμφωνα με τα άρθρα 111 παρ. 3, 112, 113 παρ. 3 του Π.Κ. και 370 περ. β του Κ.Π.Δ., λόγω παρελεύσεως οκταετίας από του χρόνου τελέσεώς τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 4058/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων Αθηνών).
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως. Και
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη των μερικότερων πράξεων που έχουν τελεστεί από 27-5-2008 έως 19-9-2008.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδή βεβαίωση και παράβαση καθήκοντος, με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) της απόλυτης ακυρότητας. Αναιρεί για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για αντιφατικές παραδοχές μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Παρέλκει η έρευνα του άλλου λόγου. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παράβαση καθήκοντος, Ψευδής βεβαίωση.
| 0
|
Αριθμός 2051/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Λεοντή - Εισηγητή και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπούγα, περί αναιρέσεως της 169 και 205/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25.7.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1362/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 127/25.7.2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 169, 205/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Λαμίας, που καταχωρήθηκε στο Ειδικό Βιβλίο στις 16.7.2008, με την οποία η αναιρεσείουσα κρίθηκε ένοχη για τις φερόμενες ως τελεσθείσες στις 18.9.2000 αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και συκοφαντικής δυσφημήσεως και της επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών. Η νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση της αναιρέσεως επιτρέπει τον έλεγχο της βασιμότητας των διατυπουμένων δι' αυτής λόγων, έννοια με την οποία και ερευνώνται στη συνέχει με βάση τις ακόλουθες ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της. "Ο εγκαλών είναι νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρείας με την επωνυμία "..... ΕΠΕ" που ιδρύθηκε το έτος 1996 και έκτοτε λειτουργεί ως επιχείρηση εμπορίας ηλεκτρολογικού υλικού, φωτιστικών, οικιακών συσκευών, εργαλείων κλπ σε κατάστημα που βρίσκεται στο 1° χιλ. της Εθνικής Οδού ... - ..... Η σύζυγος του εγκαλούντα έχει από ετών αντιδικία σχετική με τη διεκδίκηση τμήματος γης στη θέση "....." Φωκίδας είναι κατηγορουμένη. Στις ..., η κατηγορουμένη, προκειμένου να προκαλέσει οικονομικό έλεγχο της άνω επιχείρησης, υπέβαλε με ΦΑΞ προς το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) Στερεάς Ελλάδος, ψευδή χειρόγραφη καταγγελία, με το εξής περιεχόμενο: "ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ. Καταγγέλλω ότι στις 5-9-2000 και ημέρα Τρίτη, επισκέφθηκα το κατάστημα του Γ1 επί της Εθνικής οδού ... - .....(1° χιλ.) τηλέφωνο ...... Αγόρασα φωτιστικά αξίας 82.000 δραχμών και δεν μου έδωσαν απόδειξη. Όταν δε ζήτησα την απόδειξη αντέδρασαν βίαια. Αθήνα, ....". Έθεσε δε ψευδή στοιχεία καταγγέλλοντος και υπογραφή και συγκεκριμένα "Ζ1, Αθήνα". Η καταγγελία ήταν ψευδής κατά το περιεχόμενό της, αφού για την πώληση των προϊόντων της η εταιρεία εκδίδει πάντοτε, μέσω του νομίμου εκπροσώπου της, ήτοι του εγκαλούντος, αποδείξεις, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι σε γενόμενους αλλεπάλληλους ελέγχους από το ΣΔΟΕ που ακολούθησαν της καταγγελίας, δεν διαπιστώθηκε καμία παράβαση. Η καταγγελία, όμως, ήταν ψευδής και ως προς τα στοιχεία της καταγγέλλουσας, αφού κατόπιν έρευνας του εγκαλούντος, διαπιστώθηκε ότι η Ζ1 ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο. Ο εγκαλών αντιλήφθηκε, δεδομένου ότι γνώριζε το γραφικό χαρακτήρα της κατηγορουμένης, ότι η καταγγελία ήταν δική της ενέργεια, την οποία έκανε από εμπάθεια προς τη σύζυγό του, λόγω της μεταξύ τους αντιδικίας και ζήτησε από τη δικαστική γραφολόγο ... να διενεργήσει γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, για να διαπιστωθεί τούτο, όπως και έγινε. Σύμφωνα με την άνω πραγματογνωμοσύνη που αναγνώστηκε και τη μαρτυρία της πραγματογνώμονος.... διαπιστώθηκε ότι η προέλευση της καταγγελίας είναι από την κατηγορουμένη. Τα παραπάνω δεν αντικρούονται από την πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα -γραφολόγου ..... ότι πρόκειται για γραφή δύο διαφορετικών προσώπων, ούτε από την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου ....., ο οποίος μάλιστα κατέθεσε ότι η γραφή και η υπογραφή της καταγγελίας χαράχτηκε με προσπάθεια απομίμησης της γραφής και υπογραφής της κατηγορουμένης, γεγονός που οδηγεί στο παράλογο συμπέρασμα ότι ο μηνυτής κατήγγειλε ο ίδιος τον εαυτό του για να προκαλέσει τον έλεγχο της επιχείρησής του από το ΣΔΟΕ και ακολούθως να παγιδέψει την κατηγορουμένη και να υποβάλει την παρούσα μήνυση σε βάρος της. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την ενέργεια της κατηγορουμένης προσβλήθηκαν η φήμη, το όνομα και η εν γένει προσωπικότητα του εγκαλούντος, αφού μετά την καταγγελία, το ΣΔΟΕ Στερεάς Ελλάδας διενήργησε αλλεπάλληλους οικονομικούς ελέγχους στην επιχείρηση που διατηρεί ο εγκαλών και μάλιστα ενώπιον πελατών του καταστήματος, επιβλήθηκε στην εταιρεία πρόστιμο για την καταγγελλόμενη παράβαση και δημιουργήθηκε η εντύπωση τόσο στους αρμοδίους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ, όσο και στους τρίτους πελάτες της επιχείρησης, ότι τόσο η εταιρεία, όσο και ο εγκαλών ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής και επαγγελματίας, ενεργούν έκνομα, με αποτέλεσμα να θιγεί η αξιοπιστία τους, η επαγγελματική τους φήμη και να προσβληθεί η προσωπικότητά τους. Συνεπεία δε της προσβολής της προσωπικότητάς τους, υπέστη ο εγκαλών ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, το ύψος της οποίας πρέπει να οριστεί στο ποσό των 44 ευρώ, ποσό που διακρίνεται δίκαιο και εύλογο, κατόπιν στάθμισης του είδους και της έκτασης της προσβολής, του βαθμού του πταίσματος της κατηγορουμένης, της ταλαιπωρίας την οποία υπέστη ο εγκαλών και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών. Επίσης, όσον αφορά το αίτημα διενέργειας νέας πραγματογνωμοσύνης, το Δικαστήριο κρίνει ότι, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, το Δικαστήριο δεν σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση. Επομένως, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη", αιτιολογίες της επιτρεπτώς συμπληρούμενες από το διατακτικό της, με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Στη Λαμία στις 18.9.2000 τέλεσε τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις και ειδικότερα : Α) Εν γνώσει ανέφερε σ' άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για αυτήν. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, προέβη στην από .... έγγραφη καταγγελία στο Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ ΠΔ) Στερεάς Ελλάδος, την οποία απέστειλε με φαξ, ότι δήθεν στις 05-9-2000 επισκέφθηκε το κατάστημα της εταιρίας με την επωνυμία "...... ΕΠΕ" της οποίας εταιρίας νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής είναι ο Γ1, και ότι αγόρασε φωτιστικά αξίας 82.000 δρχ, χωρίς να της χορηγηθεί απόδειξη για τα χρήματα που κατέβαλε, όταν δε ζήτησε την απόδειξη υπήρξε βίαιη αντίδραση, ενώ τα ανωτέρω ήταν ψευδή και η κατηγορουμένη τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους, προέβη δε στην πράξη της αυτή με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος όπως και πράγματι έγινε, καθόσον εναντίον της ανωτέρω εταιρίας καταλογίσθηκε από το (ΣΔΟΕ ΠΔ) φορολογική παράβαση. Β) Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, εν γνώσει της αναλήθειας, ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον ψευδές γεγονός, που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του και ειδικότερα, προέβη στην από .... ανωτέρω έγγραφη καταγγελία προς το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ ΠΔ) Στερεάς Ελλάδος, της οποίας το περιεχόμενο κατέστη γνωστό στον αρμόδιο υπάλληλο της (ΣΔΟ/Ξ ΠΔ), ο οποίος παρέλαβε αυτήν, αλλά και σε άλλους υπαλλήλους, στους οποίους ανατέθηκε η διενέργεια αιφνιδιαστικών ελέγχων και στην οποία περιέχονται όσα ανωτέρω υπό στοιχείο (Α) αναφέρονται, τα οποία συνιστούν γεγονότα ψευδή δυνάμενα, να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος, αφού τον εμφανίζει ως άτομο το οποίο, με σκοπό τον προσπορισμό οφέλους, προβαίνει στη διάπραξη φορολογικών παραβάσεων, η δε κατηγορούμενη τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς τους".
Ι. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης της απόφασης, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η παρά τον νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρ. 63 και 64 Κ.Π.Δ. και όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και τον χρόνο της άσκησης και της υποβολής αυτής, κατά το αρθρ. 68 του ίδιου κώδικα. Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 63 Κ. Π. Δ. και 614 και 932 Α. Κ., προκύπτει ότι δικαιούνται να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες μόνον εκείνοι που ζημιώνονται άμεσα από το έγκλημα ή υφίστανται ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από αυτό και όχι και εκείνοι που βλάπτονται έμμεσα, όπως τα μέλη του νομικού προσώπου, τα οποία δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της πολιτικής αγωγής από αδίκημα που στρέφεται κατά νομικού προσώπου, το οποίο και μόνο ζημιώνεται άμεσα από αυτό (Ολ. Α.Π. 5/1994). Ηθική βλάβη μπορεί να υποστεί και το νομικό πρόσωπο από τον αντίκτυπο που έχει στην πίστη, το κύρος και την φήμη του η άδικη πράξη που διαπράχθηκε σε βάρος του, στην δήλωση του εκπροσώπου του οποίου, όταν παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η βλάβη, γιατί αυτή αναφέρεται στον ανωτέρω αντίκτυπο. Έτσι από τις προαναφερόμενες διατάξεις των αρθρ. 63, 64, 68 Κ.Π.Δ. συνάγεται ότι απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας προκαλείται μόνον οσάκις υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως ή όταν δεν τηρήθηκε η επιβαλλομένη διαδικασία σχετικώς προς τον χρόνο και τον τόπο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής εις το ποινικό δικαστήριο. Οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη αναφερομένη στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στην νομιμότητα της παραστάσεως, όπως επί εταιρίας η έλλειψη εγκρίσεως της Γενικής Συνελεύσεως (Α.Π. 1575/98, 2266/2002). Εξ ετέρου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 6, 8, 16, 17, 18, 21, 38, 44, 45, 47 και 49 ν. 3190/1955 "περί εταιριών περιορισμένης ευθύνης" σαφώς προκύπτει ότι την εταιρία περιορισμένης ευθύνης εκπροσωπούν οι διαχειριστές αυτής, οι οποίοι και υπογράφουν δια την εταιρίαν, θέτοντες την ιδία αυτών υπογραφή, κάτωθι της επωνυμίας της εταιρίας. Ως διαχειριστές διορίζονται δια του καταστατικού ή δι' αποφάσεως της συνελεύσεως των εταίρων ένας ή περισσότεροι εταίροι ή μη εταίροι δι' ορισμένο ή μη χρόνο. Ο διορισμός των διαχειριστών υπόκειται στις δημοσιεύσεις του αρθρ. 8 του νόμου τούτου (καταχώρησις αντιγράφου της αποφάσεως της συνελεύσεως εις το βιβλίο εταιριών περιορισμένης ευθύνης που τηρείται εις το αρμόδιο Πρωτοδικείο και δημοσίευσις περιλήψεως αυτής εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι ο εκπρόσωπος της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης παρανόμως παρέστη ως πολιτικώς ενάγων για λογαριασμό της παραπάνω εταιρίας κατά την εκδίκαση κατ' αυτής (αναιρεσείουσας) των παραπάνω εγκλημάτων, άνευ νομίμου εκπροσωπήσεως της εταιρίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι αφορά πλημμέλεια μη αναφερομένη στην παράσταση, αλλά στην ουσιαστική κρίση για την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος από το συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο, ήτοι πλημμέλεια που δεν ανάγεται από τις παραπάνω διατάξεις των αρθρ. 510 § 1 στοιχ. Α' εν συνδ. με αρθρ. 171 § 2 ΚΠοινΔ.
II. Κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος, οι ανακριτικοί υπάλληλοι ή το δικαστήριο μπορούν αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του εισαγγελέα να διατάξουν πραγματογνωμοσύνη. Η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, κατά την διάταξη αυτή, υπόκειται στην απόλυτη κρίση του δικαστηρίου, του συμβουλίου ή του ανακρίνοντος και δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ενώ η αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος για πραγματογνωμοσύνη δεν συνεπάγεται ακυρότητα, ούτε ιδρύει αναιρετικό λόγο κατά το αρθρ. 510 § 1 Κ.Π.Δ. (Α.Π. 874/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης, ως άνω αποφάσεως, η κατηγορουμένη, δια του συνηγόρου της, υπέβαλλε εγγράφως αίτημα προς το δικαστήριο, προκειμένου να διαταχθεί η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, πλην όμως απερρίφθη. Όμως η αιτίαση ότι δεν υπάρχει η απαιτούμενη αιτιολογία για την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, κατά τα εκτεθέντα.
ΙΙΙ. Έλλειψη της επιβαλλομένης από τις διατάξεις των αρθρ. 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία ιδρύει τον από το αρθρ. 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σ'αυτό οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, εις τους οποίους εστήριξε το δικαστήριο την περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για την βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα, όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η κατά το αρθρ. 178 Κ.Π.Δ. απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει τα άλλα. Η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση, αναφορικά με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο (στο αρθρ. 178 Κ.Π.Δ.) αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 Κ. Π. Δ., με την συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων από ανακριτικό υπάλληλο ή το δικαστήριο, λαμβάνεται όμως υποχρεωτικά υπόψη από το δικαστήριο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις, για την διαμόρφωση της κρίσης του, είτε ως έγγραφο, είτε ως αυτοτελές αποδεικτικό μέσο (Α.Π. 189/2005). Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται εις το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το αρθρ. 170 § 2 και 333 § 2 Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητος για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος κατά το αρθρ. 510 § 1 στοιχ. Β' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη ακρόασης κατά το αρθρ. 170 § 2 η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται και στην περίπτωση που το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί στην σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, όπως όταν το δικαστήριο δεν απάντησε σε αυτοτελή ισχυρισμό του. (Α.Π. 1690/2003). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αρθρ. 229 § 1 Π.Κ. για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται, εκτός άλλων, όπως η πράξη που καταγγέλλεται για άλλον με την μήνυση ή την ανακοίνωση στην αρχή να είναι το μεν αντικειμενικώς αξιόποινη, δηλαδή να φέρει τα βασικά στοιχεία του αρθρ. 14 Π.Κ. για οποιοδήποτε έγκλημα ώστε να παρέχεται αφορμή για άσκηση ποινικής δίωξης ή πειθαρχικώς κολάσιμη, το δε να είναι αντικειμενικώς ψευδής και εν γνώσει της αναληθείας αυτής να έγινε υπό του ήδη κατηγορουμένου, ως ψευδομηνυτού, η καταμήνυσίς της με σκοπό να κινήσει την ποινική ή πειθαρχική δίωξη του καταμηνυθέντος. Εάν με βάση τα καταγγελλόμενα περιστατικά δεν θεμελιώνεται αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη πράξη, τότε δεν υπάρχει, για έλλειψη αντικειμενικού στοιχείου, ψευδής καταμήνυση. Το έγκλημα τούτο θεωρείται τετελεσμένο, αφ' ης περιέλθει η μήνυση στην αρχή ή γίνει η προς αυτήν ανακοίνωση, ανεξαρτήτως αν επήλθε το επιβλαβές δια τον μηνυόμενο αποτέλεσμα. Η αρχή προς την οποία γίνεται η μήνυση ή ανακοίνωση δεν είναι αναγκαίο να είναι και η αρμόδια για την δίωξη του καταμηνυομένου, γιατί κάθε αρχή (και μη δικαστική) έχει υποχρέωση να διαβιβάσει την καταμήνυση στην αρμόδια αρχή. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής για ψευδή καταμήνυση απόφασης, πρέπει, εκτός των άλλων, να εξειδικεύεται η καταμηνυθείσα πράξη και ο επιδιωκόμενος από τον δράστη της ψευδούς καταμήνυσης σκοπός, καθώς και ότι ο υπαίτιος εγνώριζε την αναλήθεια της (Α.Π. 1160/2001, 346/2001). Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 362, 363 Π.Κ., προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) Ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλον, γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναληθείας του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει την γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και την θέλησή του να ισχυρισθεί ή διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός. Ως "γεγονός", κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, το οποίο ανάγεται εις το παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικόν απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά αναφερόμενη στο παρελθόν ή παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και ευπρέπεια. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα οποία, ως αποτελούντα ενιαίο σύνολο, αλληλοσυμπληρώνονται, το Εφετείο, που δίκασε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία κατ' είδος προσδιορίζει, (α) ότι η ήδη αναιρεσείουσα υπέβαλε ψευδή χειρόγραφη καταγγελία προς το ΣΔΟΕ, παραδοχή της την οποία στήριξε στην γραφολογικού περιεχομένου γνωμοδότηση της δικαστικής γραφολόγου ......, που συντάχθηκε κατόπιν εντολής του νομίμου εκπροσώπου της εγκαλούσης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, (β) ότι η καταγγελλομένη παραβίαση αφορά ανύπαρκτη συναλλαγή της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας με την κατηγορουμένη, η οποία χρησιμοποίησε προς τούτο ψευδή στοιχεία ως προς την ταυτότητα της καταγγέλουσας, ενέργεια που καταδεικνύει το ψευδές του καταγγελλόμενου γεγονότος της συναλλαγής και την γνώση αυτής για την αναλήθειά του και (γ) ότι στην ενέργειά της αυτή προέβη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη της εγκαλούσης, καθόσον εναντίον της καταλογίσθηκε από το ΣΔΟΕ φορολογική παράβαση και πραγματοποίησε αλλεπάλληλους στη συνέχεια οικονομικούς ελέγχους στην επιχείρησή της, λόγω της αντιδικίας της αναφορικά με την διεκδίκηση εδαφικού τμήματος στη θέση "....." Φωκίδας με τη σύζυγο του συζύγου του νομίμου εκπροσώπου της πολιτικώς εναγούσης. Περαιτέρω δέχεται ότι τελούσα σε γνώση της αναληθείας του καταγγελλομένου γεγονότος, το οποίο γνωστοποίησε στο ΣΔΟΕ, οι υπάλληλοι του οποίου διενήργησαν στη συνέχεια αλλεπάλληλους ελέγχους χωρίς να διαπιστώσει καμμία παράβαση και επομένως έλαβαν γνώση αυτού, ως και πελάτες της επιχειρήσεως της εγκαλούσης, επεδίωξε και επέτυχε να θιγεί η αξιοπιστία της και η επαγγελματική της φήμη, εμφανίζοντας αυτή να ενεργεί έκνομα. Οι παραδοχές αυτές του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως επιτρεπτώς αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό της, διαλαμβάνουν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες για τα συγκροτούντα την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως στοιχεία, με γενική και ειδική αναφορά στα αποδεικτικά μέσα στα οποία στήριξε την περί των πραγμάτων αυτών κρίση της, και επομένως ο προτεινόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1Δ ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διαπιστώνεται ότι στις αιτιολογίες αυτής παρατίθενται τα άρθρα 1, 14, 18β, 26 παρ. 1α, 27, 51, 53, 57, 63, 79, 94, 222 παρ. 1-3 και 363, 362 ΠΚ, από τα οποία προβλέπονται και τιμωρούνται οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα, στην παράλειψη αναφοράς των οποίων στηρίζει την αυτή αναιρετική αιτίαση του άρθρου 510 παρ. 1Δ ΚΠοινΔ, πλημμέλεια η οποία, προβλεπόμενη ως αυτοτελής αναιρετικός λόγος υπό την αρχική αρίθμηση του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ με στοιχ. Η, καταργήθηκε με το άρθρο 50 παρ. 4 του ν. 3160/30.6.2003.
IV. Με βάση τα διαλαμβανόμενα στην αρχή της παρούσης πραγματικά περιστατικά, το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε με την προσβαλλόμενη απόφασή του σε καταδικαστική για την αναιρεσείουσα κρίση και της επέβαλε τη συνολική ποινή φυλακίσεως των έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε στη συνέχεια για τρία (3) έτη, χωρίς να διαλάβει ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της διάταξης για την παραδοχή ή απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως από το άρθρο 84 παρ. 2α ΠΚ, τον οποίο με πληρότητα και σαφήνεια προεβλήθη από τον συνήγορο της αναιρεσείουσας με υπόμνημα να αναπτύχθηκε από αυτόν προφορικά. Επομένως, στοιχειοθετείται ο προβαλλόμενος και από το άρθρο 510 παρ. 1Β σε συνδυασμό με το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ακροάσεως της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή του οποίου πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το περί ποινής κεφάλαιο αυτής ως προς το οποίο και μόνο ασκεί επιρροή η αναγνώριση ή μη της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως καθισταμένης αμετακλήτου κατά το περί ενοχής κεφάλαιο, με περαιτέρω παραπομπή της υποθέσεως για νέα κατά τούτο εκδίκασή της στο αυτό δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εδίκασαν προηγουμένως (ΚΠοινΔ 519), χωρίς να συντρέχει περίπτωση να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής μετά το αμετάκλητο του περί ενοχής κεφαλαίου της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 169, 205/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας κατά το περί ποινής κεφάλαιο αυτής. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκασή της ως προς την επιβληθησομένη ποινή, στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λαμίας, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράσταση πολιτικής αγωγής. Το θέμα της νόμιμης εκπροσωπήσεως νομικού προσώπου αφορά πλημμέλεια στην ουσιαστική κρίση για την εκπροσώπηση αυτού από συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο και με την έννοια αυτή δεν αποτελεί πλημμέλεια από τις διατάξεις των άρθρων 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ σε συνδυασμό με άρθρο 171 παρ. 2 Κ.Π.Δ.. Πραγματογνωμοσύνη. Η αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, υποκείμενη στην απόλυτη κατ’ ουσία κρίση του δικαστηρίου, δεν επάγεται ακυρότητα ούτε ιδρύει αναιρετικό λόγο κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ.. Αιτιολογία. Αιτιολογημένη καταδίκη για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Ελαφρυντικές περιστάσεις. Η παράλειψη του δικαστηρίου να διαλάβει στο σκεπτικό και στο διατακτικό διάταξη για την παραδοχή ή απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για την αναγνώριση ελαφρυντικής περιστάσεως, το οποίο με σαφήνεια και πληρότητα προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο, στοιχειοθετεί τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ σε συνδυασμό με το άρθρο 170 παρ. 2 Κ.Π.Δ.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ποινή, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Πολιτική αγωγή, Ακροάσεως έλλειψη.
| 0
|
Αριθμός 2049/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Λεοντή - Εισηγητή και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της 97/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου. Με κατηγορούμενο τον Χ1, κρατούμενο στο Κατάστημα Κράτησης Πατρών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιοι Πέπονα.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 28/30.4.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 776/2008.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την 28/30.4.2008 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου νομότυπα και εμπρόθεσμα προσβάλλεται η 97/13.3.2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου, που καταχωρήθηκε στο Ειδικό Βιβλίο στις 3.4.2008, με την οποία κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του καταδίκου Χ1, καθορίσθηκε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 551 παρ. 1 εδ. α' ΚΠοινΔ και 945 παρ. 1 ΠΚ, συνολική ποινή προς έκτιση (ΚΠοινΔ 551 παρ. 3 εδ. 4, 505 παρ. 2, 479 παρ. 2), και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 περ. ε' ΚΠοινΔ αναίρεσης επιτρέπεται για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα ανελέγκτως γενόμενα από εκείνο δεκτά πραγματικά περιστατικά στο νόμο που εφάρμοσε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Ουσιαστική ποινική διάταξη είναι και εκείνη του άρθρου 551 του Κ.Π.Δ., κατά το μέρος που αναφέρεται στον καθορισμό συνολικής ποινής. Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Π.Κ., ο καταδικασμένος σε ποινή στερητική της ελευθερίας, απολύεται υπό προϋποθέσεις και υπό τον όρο της ανάκλησης, εφόσον έχει καταδικασθεί σε πρόσκαιρη κάθειρξη, αν έχει συμπληρώσει τα τρία πέμπτα της ποινής του, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 108, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 109 του Κώδικα, αν μέσα στο χρονικό διάστημα, από της απολύσεως μέχρι της εκτίσεως της ποινής που υπολειπόταν, όταν αυτό είναι μεγαλύτερο από τρία έτη ή μέσα σε χρονικό διάστημα τριών ετών, όταν αυτό είναι μικρότερο, εκείνος που απολύθηκε, διαπράξει έγκλημα από δόλο, για το οποίο του επιβλήθηκε αμετάκλητα οποτεδήποτε ποινή φυλάκισης ανώτερη από έξι μήνες, εκτίει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απόλυσης. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται με σαφήνεια, ότι σε περίπτωση απολύσεως του καταδικασθέντος κατά τις αναφερόμενες διατάξεις υφ' όρο, αν εκείνος που απολύθηκε, διαπράξει κατά το χρονικό διάστημα της δοκιμασίας, έγκλημα από δόλο και του επιβληθεί αμετάκλητα ποινή φυλάκισης ανώτερη από έξι μήνες, εκτίει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της προσωρινής απόλυσης και επομένως δεν χωρεί (στην περίπτωση αυτή) εφαρμογή των διατάξεων για την συγχώνευση των ποινών.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκτίων ποινή καθείρξεως δεκαοκτώ (18) ετών και πέντε (5) μηνών Χ1, η οποία είχε καθορισθεί με την υπ' αριθμ. 98/1998 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου, απολύθηκε υφ' όρον με το υπ' αριθμ. 347/4.8.2000 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου από την Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας, όπου εκρατείτο, ενώ απέμενε προς έκτιση ποινή καθείρξεως 7 ετών, 3 μηνών και 5 ημερών. Στο χρονικό διάστημα από 28-4-2006 έως 28-6-2006, δηλαδή μέσα στο χρονικό διάστημα της δοκιμασίας από της απολύσεώς του, που έληγε στις 12.11.2007, αυτός τέλεσε από δόλο και νέες αξιόποινες πράξεις και συγκεκριμένα αυτές της καλλιέργειας και κατοχής ινδικής κάνναβης για αποκλειστική του χρήση και της χρήσης κατ' εξακολούθηση ινδικής κάνναβης, για τις οποίες καταδικάσθηκε με την υπ' αριθ. 339/11.10.2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου και του επιβλήθηκε για την α' ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, για τη β' ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών και για τη γ' ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών και κατά συγχώνευση ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους και έξι (6) μηνών. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, κατά την σχετική από 12.3.2008 βεβαίωση του γραμματέως του Εφετείου Ναυπλίου, δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο και έτσι κατέστη αμετάκλητη. Κατόπιν τούτου η απόλυση του ανεκλήθη με το υπ' αριθμ. 1107/20-11-2006 βούλευμα του ιδίου παραπάνω Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου. Στη συνέχεια το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ναυπλίου με την υπ' αριθ. 97/13-3-2008 απόφασή του, κατόπιν της υπ' αριθ. ..... αναφοράς του Διευθυντή της Κλειστής Φυλακής Πατρών αποφάσισε τη συγχώνευση του υπολοίπου της ποινής των 7 ετών, 3 μηνών και 5 ημερών που καθορίσθηκε με την παραπάνω υπ' αριθ. 98/1998 επίσης απόφασή του, με τις ποινές που επιβλήθηκαν κατά τα ανωτέρω με την 339/11-10-2007 απόφασή του και καθόρισε συνολική ποινή κάθειρξης 7 ετών, 15 μηνών και 5 ημερών. Η συγχώνευση αυτή των πιο πάνω ποινών ήταν νόμω ανεπίτρεπτη, αφού, όπως προδιαλαμβάνεται, ο Χ1 μέσα στο χρόνο της δοκιμασίας του καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης ανώτερη των έξι (6) μηνών (ενός έτους) για αδίκημα που τέλεσε με δόλο και έπρεπε το ανωτέρω δικαστήριο με την υπ' αριθ. 97/13-3-2008 απόφασή του να καθορίσει, κατ' εφαρμογή των άρθρων 108 και 109 Π.Κ., αθροιστική έκτιση των ποινών αυτών. Τα αντίθετα λοιπόν αποφάσισε, έσφαλε και κατέστησε έτσι την απόφασή του αυτή αναιρετέα για τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε' Κ.Π.Δ. λόγο της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 551 Κ.Π.Δ. και 108 και 109 του Π.Κ., κατά την βάσιμα περί τούτου διατυπούμενη αναιρετική αιτίαση με το μοναδικό λόγο της ερευνώμενης αιτήσεως, κατά παραδοχή του οποίου πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση και, κατ' επιταγή του άρθρου 519 ΚΠοινΔ, παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκασή της στο αυτό δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που προηγουμένως δίκασαν την υπόθεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 97/13.3.2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου. Και
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκασή της στο αυτό Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ναυπλίου, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συγχώνευση. Αν εκείνος που απολύθηκε (υφ’ όρο) διαπράξει κατά το χρονικό διάστημα της δοκιμασίας έγκλημα από δόλο και του επιβληθεί αμετάκλητη ποινή φυλακίσεως ανώτερη από έξι μήνες, εκτίει αθροιστικά και ολόκληρο το υπόλοιπο της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει κατά το χρόνο της εκτίσεως της προσωρινής απόλυσης και επομένως δεν χωρεί στην περίπτωση αυτή εφαρμογή των διατάξεων για συγχώνευση ποινών.
|
Ποινή
|
Ποινή, Απόλυση υφ' όρο.
| 2
|
Αριθμός 2047/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Ιωάννη Σίδερη Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Λεοντή-Εισηγητή και Γεωργία λαλούση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεράσιμο Απέργη, για αναίρεση της 3781/2008 αποφάσεως του Ε' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πέππα. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2008 αιτήσεις του αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1330/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν οι Α. 6106/10-7-2008 και Β. 6105/10-7-2008 αιτήσεις για αναίρεση της αυτής, 3781/2008, αποφάσεως του Ε' Τριμελούς επί πλημ/των Εφετείου Αθηνών, με την οποία οι αναιρεσείοντες (α) Χ1 και (β) Χ2 κηρύχθηκαν ένοχοι για τις αξιόποινες πράξεις (α) της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως και (β) της ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως (α) επτά (7) μηνών και (β) τεσσάρων (4) μηνών, αντίστοιχα. Προφανές είναι ότι οι εν λόγω και με στοιχ. Α' και Β' χαρακτηριζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, που έχουν νομότυπα και εμπρόθεσμα ασκηθεί, πρέπει να συνεκδικασθούν και ερευνηθεί στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπομένων δι' αυτών λόγων.
Ι.- Η απαιτούμενη κατά το αρθρ. 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του αρθρ. 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, περιλαμβάνει και την μνεία των αποδεικτικών μέσων κατά το είδος τους, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της καταδικαστικής ή απαλλακτικής του ή όποιας άλλης (παρεμπίπτουσας) κρίσεως. Ειδικότερη αναφορά των αποδεικτικών μέσων (όπως τα ονόματα των μαρτύρων), δεν είναι αναγκαία, όπως δεν είναι αναγκαία και αναφορά των περιστατικών που προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κ.λπ.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Η κατά το αρθρ. 178 Κ.Π.Δ. απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την αποδεικτική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα μόνον από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι διάδικος κατά την ποινική διαδικασία, αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και πρέπει είτε να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψή του το δικαστήριο, είτε να προκύπτει από αυτή (αιτιολογία) με βεβαιότητα, ότι ελήφθη πράγματι υπόψη. Διαφορετικά ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 430/2004, 1946/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το δικαστήριο της ουσίας για να στηρίξει την ως άνω καταδικαστική κρίση του, εδέχθη ότι τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τις προαναφερόμενες παραδοχές του προέκυψαν "... από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης...". Από την αναφορά αυτή των αποδεικτικών μέσων είναι μεν αληθές ότι δεν προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη η ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, αφού αναφέρεται μόνον στις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, πλην όμως από το σκεπτικό της προσβαλλομένης, στο οποίο διαλαμβάνεται "τα όσα πειστικά περί της επίμαχης συμφωνίας εξέθεσε η μηνύτρια, ενισχύονται ιδίως και από τους μάρτυρες Α και Β ....", προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός εκ του αρθρ. 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως περί ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
ΙΙ.- Κατά το άρθρ, 501 § 1 Κ.Π.Δ. "αν κατά την συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δι συνηγόρου του, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη...". Η διάταξη του άρθρ. 349 του ίδιου κώδικα για αναβολή της συζήτησης, εφαρμόζεται και υπέρ του εκκαλούντος που δεν μπόρεσε να εμφανισθεί για λόγους ανώτερης βίας. Εξάλλου η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρ. 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δεν αφορά μόνον την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα, με την οποία το δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως από το άρθρ. 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που απεδείχθησαν κατά την διαδικασία εις το ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του (Ολ. Α.Π. 7/2005, Α.Π. 1247/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εδίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στην αρχή απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμο, το αίτημα της εκκαλούσης κατηγορουμένης, περί αναβολής της δίκης, το οποίο υπεβλήθη από τον συνήγορο υπεράσπισης της και στην συνέχεια επετράπη κατ'άρθρ. 340 § 2 Κ.Π.Δ., η εκπροσώπησή της δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία. Ακολούθως, αφού έκανε τυπικά δεκτή την έφεσή της, εκήρυξε αυτή ένοχη την θεωρούμενη ως παρούσα κατηγορουμένη. Όμως ο τρόπος αυτός της εκπροσωπήσεως της εις το ακροατήριο συνεπάγεται για την ίδια και ορισμένες αρνητικές επιπτώσεις ουσιαστικού και δικονομικού χαρακτήρα. Από αυτές η περισσότερο αρνητική δικονομική συνέπεια έγκειται στο γεγονός ότι στην έννοια της εκπροσώπησης περιλαμβάνεται σιωπηρώς η παραίτηση του κατηγορουμένου των κατά την επ' ακροατηρίω δικαιωμάτων του, σχετικώς με την εις βάρος του κατηγορίαν, της σιωπής, το οποίον μόνο ο ίδιος μπορεί να ασκεί, αλλά και το δικαίωμα προς απολογία, το τελευταίο όμως μόνον υπό την εκδοχή του ως αποδεικτικού μέσου, καθόσον η απολογία, ως αποδεικτικό μέσο, ενεργείται σύμφωνα με τα οριζόμενα εις το αρθρ. 366 Κ.Π.Δ., ενώ το δικαίωμα να έχει τελευταίος τον λόγο ο κατηγορούμενος, μπορεί, κατ' άρθρ. 369 § 3 Κ.Π.Δ., να ασκήσει και με τον εκπροσωπούντα αυτόν συνήγορό του. Επομένως όταν παραιτείται από την άσκηση των προσωποπαγών αυτών δικαιωμάτων του, δεν μπορεί στην συνέχεια να παραπονείται για την αναπόφευκτη περιστολή του δικαιώματος ακροάσεως του και εντεύθεν την εκ του αρθρ. 171 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., απόλυτη ακυρότητα. Όμως η παραίτηση αυτή από τα ανωτέρω δικαιώματα του κατηγορουμένου δεν υφίσταται όταν υπό του τελευταίου υποβληθεί προς το δικαστήριο αίτημα αναβολής και απορριφθεί τούτο, χωρίς την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (Α.Π. 845/2002.
Για την απορριπτική κρίση του επί του αιτήματος αναβολής της δίκης το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην παρεμπίπτουσα της προσβαλλομένης απόφαση του "Το Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι συντρέχουν σημαντικά αίτια για την αναιβολή της δίκης σε μεταγενέστερη δικάσιμο ώστε κατ' αυτήν να εμφανισθεί αυτοπροσώπως η 1η κατ/νη ενόψει μάλιστα του ότι αυτή εκπροσωπείται νομίμως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της. Ειδικότερα, από την από 19/5/2008 βεβαίωση της ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ, που αναγνώσθηκε, δεν αποδεικνύεται ότι είναι ανέφικτη η εμφάνιση της κατ/νης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αλλά σ' αυτήν βεβαιώνεται, ότι η κατ/νη εισήχθη την 17/5/08 με διαρροϊκό σύνδρομο και νοσηλεύεται ακόμη. Επομένως, το αίτημά της πρέπει, ν' απορριφθεί, ως αβάσιμο". Η εν λόγω αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το δικαστήριο, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με πλήρη και σαφή αιτιολογία, ότι από το ιατρικό πιστοποιητικό, που προσκομίσθηκε και αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, δεν αποδείχθηκε η συνδρομή εις το πρόσωπο της κατηγορουμένης σημαντικού αιτίου, που να καθιστά αδύνατη την εμφάνισή της στο δικαστήριο, ως εκ της φύσεως της ασθενείας από την οποία έπασχε, αφού άλλωστε τέτοια αδυναμία εμφάνισης δεν βεβαιώνεται κατά την απόφαση ούτε στο πιο πάνω πρακτικό. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως της εκ των αναιρεσειόντων Χ1 εκ του αρθρ. 510 § 1 στοιχ. Δ' και Α, σε συνδ. με αρθρ. 171 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ.- Κατά μεν το αρθρ. 170 § 1 Κ.Π.Δ., η ακυρότητα μιας πράξεως ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνον όταν αυτό ορίζεται ρητώς στο νόμο, κατά δε το αρθρ. 174 § 2 Κ.Π.Δ., η ακυρότητα της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καλύπτεται αν εκείνος που εκλήθη στην δίκη να εμφανισθεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνη του αρθρ. 502 § 2 Κ.Π.Δ. σαφώς προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής γι' αυτόν αποφάσεως διατυπώνοντας ως ειδικό λόγο αυτής την παρά τον νόμο απόρριψη της παραδεκτώς, κατά την έναρξη της διαδικασίας, προβληθείσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ενστάσεως ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος για τον λόγο που στηρίζεται στην περίπτωση δ' της παρ.1 σε συνδ. με την παρ. 4 του αρθρ. 321 Κ.Π.Δ., οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της παραδεκτώς ασκηθείσης εφέσεως, έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του ειδικώς εκκληθέντος μέρους της πρωτόδικης αποφάσεως, αφού, σύμφωνα με το αρθρ. 502 § 2 Κ.Π.Δ., το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης προσδιορίζεται από την έκταση αυτής και είναι καθολικό, όταν προσβάλλεται ολόκληρη η απόφαση ή μερικό, όταν προσβάλλεται η απόφαση για ένα ή περισσότερα μέρη. Εξάλλου, η επιβαλλομένη από το αρθρ. 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του αρθρ. 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου και την ποινή, αλλά σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, μάλιστα ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στην διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε, οι οποίες πρέπει να είναι αιτιολογημένες με επάρκεια, διαφορετικά ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Α.Π. 1449/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 321 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ., το κλητήριο θέσπισμα πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει τον ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, δηλαδή να καθορίζει το έγκλημα κατά τα πραγματικά περιστατικά, που το συνιστούν και τα, κατά τον νόμο, συστατικά στοιχεία του, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του ο κατηγορούμενος (Α.Π. 185/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι αναιρεσείοντες, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προέβαλλαν νομίμως την ένσταση ακυρότητος του υπ'αριθ. ..... κλητηρίου θεσπίσματος, πλην όμως το δικαστήριο δια της εκκαλουμένης υπ' αριθ. 8699/2007 αποφάσεώς του, απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμη την εν λόγω ένσταση. Όμως οι αναιρεσείοντες, με ειδικό λόγο των 942/7-2-2007 και 943/7-2-2007 εφέσεών τους εξεκάλεσαν κατά τούτο την πρωτοβάθμια απόφαση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο, με παρεμπίπτουσα της προσβαλλομένης απόφασή του, απέρριψε, ως αβάσιμο, τον προαναφερόμενο λόγο της εφέσεως περί ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος και ακολούθως κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους για τις παραπάνω αναφερόμενες πράξεις. Για την απορριπτική κρίση του επί της εν λόγω ενστάσεως, το δευτεροβάθμιο, ως άνω, δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του "Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του επίμαχου ..... κλητήριου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ως προς τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα, που αποδίδεται και στους δύο κατηγορουμένους και της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, που αποδίδεται στην 1η κατηγορουμένη, περιέχονται σ' αυτό τα συγκεκριμένα περιστατικά, που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση, ο χρόνος και ο τόπος τελέσεώς τους, καθώς και ότι όσα αυτοί εξέθεσαν και φέρονται, ως ψευδή, κατατέθηκαν στα πλαίσια της προκαταρτικής εξέτασης και της κύριας ανάκρισης, που διενεργήθηκαν με αφορμή την από 20/6/2000 μήνυση της 1ης κατηγορουμένης Συνεπώς, το κλητήριο θέσπισμα, ως προς τις εν λόγω πράξεις, διαλαμβάνει τον κατά το άρθρο 321 παρ. 1δ ΚΠΔ ακριβή καθορισμό των πράξεων, για τις οποίες κατηγορούνται οι κατηγορούμενοι, ώστε οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί τους είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, το ίδιο κλητήριο θέσπισμα, ως προς την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως, που αποδίδεται στην 1η κατηγορουμένη, διαλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο της φερόμενης ως ψευδούς από 20/6/2000 μηνύσεως, με την οποία αυτή είχε καταμηνύσει την ήδη μηνύτρια για κακουργηματικής μορφής υπεξαίρεση και κλοπή νερού και στη συνέχεια εξειδικεύει επακριβώς τα φερόμενα ως ψευδή γεγονότα της εν λόγω μηνύσεως. Επομένως και για την πράξη αυτή περιέχεται στο κλητήριο θέσπισμα ο κατά τα παραπάνω αξιούμενος ακριβής καθορισμός, ώστε οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των κατηγορουμένων είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Τέλος, στο επίμαχο κλητήριο θέσπισμα εμπεριέχεται η αναφορά του άρθρου 227 ΠΚ, που προβλέπει τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, ανεξάρτητα από το ότι δεν είναι αναγκαία η αναφορά διατάξεων για παρεπόμενες ποινές, ώστε οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των κατηγορουμένων είναι, απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Η εν λόγω αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με πλήρη και σαφή αιτιολογία, ότι το υπ'αριθ. ..... κλητήριο θέσπισμα, που επιδόθηκε στους κατηγορουμένους, πέραν των άλλων στοιχείων, που δεν αμφισβητούνται υπ' αυτών, περιλαμβάνει ακριβή καθορισμό των εγκλημάτων για τα οποία κατηγορούνται ως προς τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόστασή τους παραδοχές που επιβεβαιώνονται από την επιτρεπτή επισκόπηση του ερευνώμενου κλητηρίου θεσπίσματος με άμεση συνέπεια οι αναιρεσείοντες να έχουν, αμέσως μετά την επίδοση εις αυτούς των οικείων κλητηρίων θεσπισμάτων, σαφή και λεπτομερή γνώση της αποδιδομένης εις αυτούς κατηγορίας και να παρέχεται μ' αυτόν τον τρόπο εις αυτούς η ευχέρεια να προετοιμάσουν την υπεράσπισή τους. Επομένως οι σχετικοί από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α, Β, Δ σε συνδ. με αρθρ. 170 § 1 και 171 § 1 στοιχ. δ' KΠΔ, δεύτερος και τρίτος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως ελέγχονται ως αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. IV.- Από το άρθρο 364 ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικό στοιχείο, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το αρθρ. 510 § 1 στοιχ. A' σε συνδ. με αρθρ. 171 § 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το αρθρ. 358 Κ.Π.Δ. δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις, εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημοσίας συζητήσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του κατά τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του ή, προκειμένου περί φωτογραφιών, ότι επεδείχθησαν από τον διευθύνοντα την συζήτηση στους παράγοντες της δίκης και επισκοπήθηκαν από αυτούς και ο κατηγορούμενος, γνωρίζων πλήρως την ταυτότητά τους, είχε κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το αρθρ. 358 Κ.Π.Δ. ως άνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα πραγματοποιήθηκε η ανάγνωση των εγγράφων αυτών ή η επισκόπηση των φωτογραφιών, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα (Α.Π. 1265/2005, 1980/2004, 529/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, σε συνδυασμό με τα οικεία πρακτικά της, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, στήριξε την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, μεταξύ άλλων και στα εξής έγγραφα "... 12. Αποκόμματα εφημερίδων, 19. Αποδείξεις εισπράξεως ενοικίων, 25. Αναλυτική κατάσταση λογαριασμών ΕΥΔΑΠ, 13. Φωτογραφίες
". Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών, εν όψει και της αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού ειδικότερα, με την πραγματική ανάγνωση του κειμένου τους και την επισκόπηση των φωτογραφιών, κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους εις τους αναιρεσείοντας, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι αναγνώσθηκαν χωρίς να προβληθεί ουδεμία αντίρρηση τους, οπότε αυτοί είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης, εν όψει και του ότι δεν εδημιουργήθηκε αμφιβολία για το αναλλοίωτο της ταυτότητός τους και επί πλέον του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητος του εγγράφου είναι αναγκαίος, μόνο για την δημιουργία βεβαιότητος ότι τα έγγραφα αυτά και όχι κάποια άλλα αναγνώσθηκαν στην συγκεκριμένη δίκη, η δε εσφαλμένη αναγραφή του όρου, ως προς τις φωτογραφίες ότι "ανεγνώσθησαν", αντί του ορθού όρου ότι "επισκοπήθηκαν", δεν αποτελεί λόγο ακυρότητος της διαδικασίας και επί πλέον ότι αυτές επισκοπήθησαν όχι μόνον από το δικαστήριο αλλά και από όλους τους διαδίκους. Επομένως, ορθώς έλαβε υπόψη του το Εφετείο τα προαναφερόμενα έγγραφα και είναι αβάσιμος έτσι ο τρίτος, τέταρτος και πέμπτος από το αρθρ. 510 § 1 Α' Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το αρθρ. 171 § 1 στοιχ. Δ' απόλυτης ακυρότητος, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, για την στήριξη της κρίσης του, έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους.
V.- Κατά την διάταξη του αρθρ. 79 § 4 Π.Κ. "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου, για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου, που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής, εις τα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψιν α) την βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεσθεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Έτσι τα στοιχεία αυτά, της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του εγκληματία, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να εκτιμήσει κατά την επιμέτρηση της ποινής και να αναφέρει ρητά στην απόφαση του, έχοντας υπόψη και τις οδηγίες που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητος του κατηγορουμένου, χωρίς να είναι ανάγκη να διαλαμβάνει στην απόφασή του περί επιμετρήσεως της ποινής και τις ανωτέρω οδηγίες, ούτε και άλλη ειδικότερη αιτιολογία, αρκούσης εκείνης για την ενοχή του κατηγορουμένου. Δηλαδή, η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του την βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφαση του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία (Α.Π. 1155/2000, 328/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη, απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλλε στους αναιρεσείοντας έλαβε υπόψη του την βαρύτητα των -εγκλημάτων που διέπραξαν και για τα οποία κηρύχθηκαν ένοχοι και την προσωπικότητά τους για την εκτίμηση δε αυτών των στοιχείων έλαβε υπόψη του και τις οδηγίες και κριτήρια των παρ. 2 και 3 του αρθρ. 79 Π.Κ., που ειδικώς μνημονεύει, μεταξύ των οποίων η ένταση του δόλου των και η διαγωγή των αναιρεσειόντων κατά την διάρκεια των πράξεων και μετά την πράξη, διαλαμβάνοντας ότι θα πρέπει να επιβληθεί στους κατηγορουμένους μειωμένη ποινή, λόγω της συνδρομής στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 § 2α ΠΚ. Περαιτέρω ειδικότερη αιτιολογία και ανάπτυξη των παραπάνω στοιχείων που αναφέρονται για την επιμέτρηση της ποινής, δηλαδή της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητος των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, με βάση τα προαναφερθέντα, δεν χρειαζόταν και συνεπώς ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από το αρθρ. 510 § 1 στοιχ. Α, Δ' Κ.Π.Δ., που υποστηρίζουν την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας στην απόφαση επιμετρήσεως της ποινής των αναιρεσειόντων και της απόλυτης ακυρότητας με την έννοια της παραβάσεως του άρθρου 6 § 1 εδ. α' της ΕΣΔΑ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος σαφής και ορισμένος λόγος αναιρέσεως, αι υπό κρίσιν αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των αναιρεσειόντων (Κ.Ποιν.Δ 583), χωρίς να υποβάλλεται σχετικό αίτημα από την πολιτικώς ενάγουσα λόγο για τον οποίο και δεν διαλαμβάνεται σχετική διάταξη στο διατακτικό της παρούσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει και απορρίπτει τις χαρακτηριζόμενες στο σκεπτικό με στοιχ. Α' (6106/10-7-2008) και Β' (6105/10-7-2008) αιτήσεις με αναιρεσείοντες τους (α) Χ1 και (β) Χ2 για αναίρεση της 3781/2008 αποφάσεως του Ε' Τριμελούς επί Πλημμελημάτων Εφετείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220,00) ευρώ, για τον καθένα από τους αναιρεσείοντες.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογία: Βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη η ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής της κατηγορουμένης. Κλητήριο θέσπισμα. Ακριβής κατά το άρθρο 321 παρ. 1δ΄ Κ.Π.Δ. καθορισμός των αποδιδόμενων ποινικών πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα και της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως. Έγγραφα. Επιτρεπτή η ανάγνωση εγγράφου όταν από την καταχώρισή του στα πρακτικά προκύπτουν τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του κατά τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του ή προκειμένου περί φωτογραφίας ότι επιδείχθηκαν από τον διευθύνοντα τη συζήτηση στους παράγοντες της δίκης και επισκοπήθηκαν από αυτούς, χωρίς η εσφαλμένη αναγραφή, προκειμένου για φωτογραφίες, ότι «αναγνώσθηκαν» αντί της ορθής «επισκοπήθηκαν» να αποτελεί λόγο ακυρότητας της διαδικασίας. Επιμέτρηση της ποινής· Δεν απαιτείται ειδικότερη αιτιολογία και περαιτέρω ανάπτυξη των αναφερομένων στοιχείων και κριτηρίων του άρθρου 79 παρ. 2, 3 Π.Κ. Απορρίπτει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ποινή, Ψευδής ανώμοτη κατάθεση, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2042/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Σιδέρη, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Λεοντή και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μαλεβίτη, περί αναιρέσεως της 4516/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1359/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση της εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξ' άλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς, και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, που γενικώς κατ' είδος αναφέρει και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " ότι η εγκαλούσα Ψ, ήλθε από τη ..... το έτος 1994 και ήθελε να φτιάξει ένα κατάστημα με το σύστημα της δικαιόχρησης. Το κατάστημα θα γινόταν στο ..... και στην οδό ..... αρ. ... . Ο κατηγορούμενος στην ..... στις 22-11-2000 ως νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία " ΝΟΣΤΙΜΟ ΑΕΒΕ", με σκοπό να αποκομίσει η εν λόγω εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε την εγκαλούσα , με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, σε πράξεις που αποτελούν επιζήμια διάθεση περιουσίας. Ειδικότερα, έπεισε την εγκαλούσα ότι το κόστος των επίπλων για τον εξοπλισμό του καταστήματός της, ανερχόταν στο ποσό των 25.323.980 δραχμών. Μάλιστα εξέδωσε το με αριθμό ..... τιμολόγιο της εταιρείας το, το οποίο και εξόφλησε η εγκαλούσα. Όμως, η πραγματική αξία του εξοπλισμού ανερχόταν σε 7.923.792 δραχ, και τα οποία κατέβαλε ο κατηγορούμενος στην εταιρεία με την επωνυμία "..... ΟΕ",. Η εγκαλούσα δεν θα κατέβαλε το ποσόν αυτό των 25.323.980 δραχμών, στην εταιρεία του κατηγορούμενου, αν γνώριζε την πραγματική αξία του εξοπλισμού, αλλά πείσθηκε στις ψευδείς διαβεβαιώσεις του κατηγορούμενου. Έτσι η εγκαλούσα ζημιώθηκε το ποσό των 17.330.188 δραχμών, που είναι ιδιαίτερα μεγάλο, με αντίστοιχο παράνομο όφελος της ανώνυμης εταιρείας του κατηγορούμενου. Μετά την αποκάλυψη της αλήθειας ο κατηγορούμενος εξαφανίστηκε και δεν της επέστρεψε το ποσό αυτό, η δε εγκαλούσα αναγκάσθηκε να καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα και να κλείσει το κατάστημά της. Επομένως συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης, από την οποία η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό". Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, για την πράξη της απάτης, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών(3) ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Με αυτά, που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στην ουσιαστική ποινική διάταξη των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1 και 386 παρ.1β-α του Π.Κ, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, εκτίθεται η απατηλή συμπεριφορά του κατηγορούμενου, ο οποίος με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και διευθύνοντα συμβούλου της εταιρείας "ΝΟΣΤΙΜΟ ΑΕΒΕ", παρέστησε ψευδώς στην εγκαλούσα ότι η πραγματική αξία του εξοπλισμού των επίπλων του καταστήματός της στο ....., που αυτή αγόρασε από τον αναιρεσείοντα, ανερχόταν στο ποσό των 25.323.980 δραχμών, για την οποία ο ίδιος εξέδωσε και το σχετικό τιμολόγιο, αξίας 25.323.980 δρχ., ενώ η πραγματική αξία αυτών, ήταν 7.993.792 δραχμές, ποσό, που αυτός κατέβαλε στην πωλήτρια εταιρεία, και το οποίο (ποσό), αυτή δεν θα του κατέβαλε, εάν δεν πειθόταν στις ψευδείς διαβεβαιώσεις του αναιρεσείοντος, ως προς το ακριβές ύψος της αξίας τους, με αποτέλεσμα αυτή να ζημιωθεί τη διαφορά των 17.330.188 δρχ. Αιτιολογείται, επίσης, η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων, ο οποίος γνώριζε την έλλειψη της σχετικής εμπειρίας της εγκαλούσας, η οποία προτιθέμενη να λειτουργήσει ίδια επιχείρηση, μετά την εγκατάστασή της στην ..... από την ....., και επειδή αγνοούσε τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς, απευθύνθηκε στον αναιρεσείοντα, ο οποίος εκμεταλλεύθηκε την άγνοιά της και τελικά να ζημιωθεί το παραπάνω χρηματικό ποσό, το οποίο τυγχάνει ιδιαιτέρως μεγάλο, για της οικονομικές συνθήκες της περιόδου εκείνης. Περαιτέρω, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, υπό την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ του ίδιου Κώδικα που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Περαιτέρω στα πρακτικά της δίκης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρείται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει όμως να αναφέρονται τα στοιχεία που εξατομικεύουν, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το συγκεκριμένο έγγραφο πράγματι αναγνώσθηκε. Διαφορετικά παραβιάζονται οι ως άνω διατάξεις που επιβάλλουν την ανάγνωση των εγγράφων στο δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου. 'Ετσι, εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης, το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στήριξε την περί ενοχής κρίση του και καταδίκη του αναιρεσείοντος και στα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέροντα στα πρακτικά της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα με αριθμούς 1 έως και 16 και το υπ' αριθμό 19 του καταλόγου των εγγράφων. Με την καταχώριση των εγγράφων αυτών στα πρακτικά, για την ανάγνωση των οποίων άλλωστε ο αναιρεσείων δεν πρόβαλε οποιαδήποτε αντίρρηση, δε δημιουργείται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, και το περιεχόμενό τους, όπως και δεν ήταν αναγκαία οποιαδήποτε άλλη αναφορά σχετική με τα πρόσθετα στοιχεία αυτών, όπως ο συντάκτης τους, ή ο τόπος και ο χρόνος εκδόσεώς τους, αφού με την ανάγνωσή τους περ. ε λόγος , κατά τη σαφή βεβαίωσή της προσβαλλόμενης, προσδιορίστηκε η ταυτότητά τους και το περιεχόμενό τους, οπότε ο αναιρεσείων είχε την δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους.
Συνεπώς ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενος λόγος, περί απολύτου ακυρότητας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-7-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμό 4516/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για πλημμεληματική απάτη, με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απόλυτης ακυρότητας. Υπάρχει ειδική αιτιολογία και δεν επέρχεται ακυρότητα από την ανάγνωση των εγγράφων, για τα οποία ο αναιρεσείων, δεν πρόβαλε οποιαδήποτε αντίρρηση, χωρίς να είναι αναγκαίος και ο προσδιορισμός ειδικότερων στοιχείων αυτών (συντάκτης, τόπος και χρόνος σύνταξης). Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη.
| 2
|
Αριθμός 2043/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Λεοντή - Εισηγητή και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: Χ1 και Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιδομενέα Γκίκα, περί αναιρέσεως της 1512α και 1527/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 15.4.2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 921/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση σε ότι αφορά τον Χ1 και να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση ως προς τον Χ2.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν οι Α. 3538/17.4.2008 και Β. 3537/17.4.2008 αιτήσεις για αναίρεση της αυτής, 1512α, 1527/2008 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία οι αναιρεσείοντες (α) Χ1 και (β) Χ2 κηρύχθηκαν ένοχοι για την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας από κοινού δια της κατοχής λαθρεμπορευμάτων με τη χρήση ιδιαιτέρων τεχνασμάτων και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τριών (3) και δύο (2) ετών, αντίστοιχα. Προφανές είναι ότι οι εν λόγω και με στοιχ. Α και Β χαρακτηριζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, που έχουν νομότυπα και εμπρόθεσμα ασκηθεί πρέπει να συνεκδικασθούν και ερευνηθεί στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπουμένων δι' αυτών λόγων κατά την παραπάνω σειρά και αρίθμηση. Ειδικότερα: Ι. Επί της με στοιχ. Α αίτησης αναιρέσεως του Χ1.
Κατά το άρθρο 501 παρ. 1 εδ. 1, 3 ΚΠοινΔ, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη (εδ. 1). Η διάταξη του άρθρου 349 του ίδιου κώδικα για αναβολή της συζήτησης, εφαρμόζεται και υπέρ του εκκαλούντος που δεν μπόρεσε να εμφανισθεί για λόγους ανώτερης βίας (εδ. 2). Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση, με την οποία συμπροσβάλλεται και η προπαρασκευαστική απόφαση που απέρριψε αίτημα αναβολής. Εξάλλου η επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που απεδείχθησαν κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του (Ολ. Α.Π. 7/2005, Α.Π. 1247/2005, 1627/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 1512°, 1527/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων Χ1, κατά τη συζήτηση της έφεσής του κατά της υπ' αριθ. 29640/9-5-2007 καταδικαστικής για εκείνον απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δεν ενεφανίσθη εις το δικαστήριο ο ίδιος αλλά ο υιός του, Α, ο οποίος για λογαριασμό του εκκαλούντος, ανήγγειλε εις το δικαστήριο ότι ο εκκαλών ήτο ασθενής και δεν μπορούσε να εμφανιστεί στο δικαστήριο και για τον λόγο αυτό ζήτησε αναβολή της δίκης, εγχείρησε δε το από ..... Ιατρικό πιστοποιητικό του Νοσοκομείου "Η ΕΛΠΙΣ", το οποίο ανεγνώσθη, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 3048/2008 Διάταξη του Προεδρεύοντος Εφέτου, με την οποία κατ' εφαρμογή του άρθρου 145 παρ. 3 ΚΠοινΔ, συμπληρώθηκαν κατά τούτο τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και παράλληλα εξητάσθη ως μάρτυς ενόρκως. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την συμπροσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμο το αίτημα αναβολής της δίκης με την αιτιολογία "... ο επικαλούμενος από τον 1° κατηγορούμενο λόγος δεν προκύπτει ότι είναι τέτοιος, ώστε να εμποδίζει την εμφάνισή του στο Δικαστήριο τούτο κατά την σημερινή δικάσιμο, λαμβανομένου υπ' όψιν ότι, ενώ κατά την κατάθεση του μάρτυρά του αυτός μπήκε στο Νοσοκομείο ΕΛΠΙΣ πριν από δύο ημέρες και νοσηλεύεται ακόμα, δεν προσκομίζεται κάποιο έγγραφο του νοσοκομείου περί της κατάστασης της υγείας του και του ανέφικτου της εμφάνισής του κατά την σημερινή συνεδρίαση...". Όμως η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση δεν είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, γιατί δεν αναφέρονται σ' αυτή τα στοιχεία που προέκυψαν από την διαδικασία εις το ακροατήριο, στα οποία το δικαστήριο εθεμελίωσε την αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, τους συλλογισμούς με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή καθώς και τις αποδείξεις που την στηρίζουν. Ειδικότερα, ενώ προκύπτει ότι προσεκομίσθη υπό του προαναφερθέντος μάρτυρος το από ..... ιατρικό πιστοποιητικό, το οποίο και αναγνώσθηκε, δεν αναφέρεται τούτο εις τα κατ' ιδίαν αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, καθώς και αν έγινε δεκτό ως αληθές ή όχι το περιεχόμενό του, ενώ δεν μνημονεύεται και από ποια πραγματικά περιστατικά δεν αποδεικνύεται η ασθένεια του κατηγορουμένου, αλλά την απορριπτική του αιτήματος κρίση του εθεμελίωσε μόνο, το μεν εις τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η επικείμενη παραγραφή του εγκλήματος, το δε στην κατάθεση του ως άνω εξετασθέντος μάρτυρος, αν και, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, για την απόδειξη του αιτήματος αναβολής είχε προσκομισθεί και αναγνωσθεί σχετικό πιστοποιητικό. Επομένως είναι βάσιμος ο από το άρθρο. 510§1 στοιχ Δ' λόγος ως προς το αίτημα αυτό(ΑΠ 1815/2002). Το Δικαστήριο εκείνο στην συνέχεια αφού επέτρεψε, κατ' άρθρ. 340§2 Κ.Π.Δ., την δια πληρεξουσίου εκπροσώπηση του ως άνω κατηγορουμένου από τον δικηγόρο Ιδομενέα Γκίκα, έκανε τυπικά δεκτή την έφεσή του και ακολούθως εκήρυξε αυτόν ένοχο με ωσεί παρόντα τον κατηγορούμενο. Όμως ο τρόπος αυτός της εκπροσώπησής του εις το ακροατήριο συνεπάγεται για τον ίδιο και ορισμένες αρνητικές επιπτώσεις ουσιαστικού και δικονομικού χαρακτήρα. Από αυτές η περισσότερον αρνητική δικονομική συνέπεια έγκειται εις το γεγονός ότι στην έννοια της εκπροσώπησης περιλαμβάνεται σιωπηρά η παραίτηση του κατηγορουμένου των επ' ακροατηρίω δικαιωμάτων του, σχετικώς με την εις βάρος του κατηγορίας της σιωπής, το οποίον μόνον ο ίδιος μπορεί να ασκεί, αλλά και το δικαίωμα προς απολογία, το τελευταίο όμως μόνον υπό την εκδοχή του ως αποδεικτικού μέσου, καθόσον η απολογία, ως αποδεικτικό μέσο, ενεργείται σύμφωνα με τα οριζόμενα εις το αρθρ. 366 Κ.Π.Δ., ενώ το δικαίωμα να έχει τελευταίος τον λόγο ο κατηγορούμενος μπορεί, κατ' άρθρ. 369§3 Κ.Π.Δ., να ασκήσει και δια του εκπροσωπούντος αυτόν συνηγόρου. Επομένως, όταν παραιτείται από την άσκηση των προσωποπαγών αυτών δικαιωμάτων του, δεν μπορεί στη συνέχεια να παραπονείται για την αναπόφευκτη περιστολή του δικαιώματος ακροάσεώς του και εντεύθεν την εκ του αρθρ. 171§1 στοιχ.δ' Κ.Π.Δ. απόλυτο ακυρότητα. Όμως, τέτοια παραίτηση εκ των ανωτέρω δικαιωμάτων του κατηγορουμένου δεν υφίσταται όταν υπό του τελευταίου υποβληθεί προς το δικαστήριο αίτημα αναβολής και απορριφθεί τούτο χωρίς την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως το δικαστήριο που απέρριψε χωρίς επαρκή αιτιολογία το αίτημα αναβολής του κατηγορουμένου, λόγω σημαντικών αιτίων και ακολούθως, αν και εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, μετά από έρευνα του βάσιμου της κατηγορίας, κήρυξε αυτόν ένοχο της αποδιδομένης εις αυτόν κατηγορίας, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. Η' αρνητική υπέρβαση εξουσίας (Α.Π. 845/2002), κατά την βάσιμη περί τούτου διατυπούμενη αναιρετική αιτίαση. Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολο του προσβαλλομένου δι' αυτής κεφαλαίου της ελεγχόμενης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των διατυπουμένων λοιπών λόγω αναιρέσεως. Πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή του λόγου αυτού της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση κατά το προσβαλλόμενη δι' αυτής κεφάλαιο, με περαιτέρω παραπομπή της υποθέσεως για νέα κατά τούτο εκδίκασή της στο αυτό δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εδίκασαν προηγουμένως (ΚΠοινΔ 519).
ΙΙ. Επί της με στοιχ. Β αίτηση αναιρέσεως του Χ2.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 239, 248, και 25Δ Κ.Π.Δ. σαφώς προκύπτει ότι ως "ανακριτική πράξη" νοείται γενικώς κάθε ενέργεια της ανακριτικής αρχής, η οποία διεξάγεται για την βεβαίωση της τελέσεως εγκλήματος, την ανακάλυψη των δραστών, την εξασφάλιση των αποδεικτικών στοιχείων, τη βεβαίωση ή αποκατάσταση της επελθούσης ζημίας και την διασφάλιση της πορείας της ποινικής δίκης. Οι αναιρετικές αυτές πράξεις διαστέλλονται από εκείνες που πραγματοποιούνται στα πλαίσια των άρθρων 100 και 102 ν. 141/1991 υπό των αστυνομικών υπαλλήλων γενικώς, οπότε πρέπει να εξετάζεται το ειδικότερον ζήτημα αν και υπό ποίες προϋποθέσεις οι περιλαμβανόμενες στις προαναφερόμενες διατάξεις έρευνες είναι διοικητικές ή έχουν ανακριτικό χαρακτήρα, καθόσον δεν αποτελεί ανάκριση μόνη η άσκηση αστυνομικών καθηκόντων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 211 Κ.Π.Δ., με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, δεν εξετάζονται ως μάρτυρες εις το ακροατήριο: α) όσοι ήσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανακρίσεως στην ίδια υπόθεση. Ο λόγος για τον οποίο έχει επιβληθεί η απαγόρευση της μαρτυρίας των προσώπων αυτών, επεκτείνεται τόσον στους αναφερόμενους στο άρθρο 34 του ιδίου Κώδικα ειδικούς προανακριτικούς υπαλλήλους, υπό την προϋπόθεση όμως ότι διενεργήθηκε από αυτούς προανάκριση για την βεβαίωση εγκληματικής πράξεως από εκείνες για τις οποίες έχουν από το νόμο αρμοδιότητα όσον και εις τους αναφερομένους εις το άρθρο 33 Γενικούς ανακριτικούς υπαλλήλους, σύμφωνα με τις εις αυτό προϋποθέσεις ως προς τους αστυνομικούς υπαλλήλους. Η ακυρότητα αυτή επεκτείνεται και στην περίπτωση κατά την οποία πραγματοποιείται ανάγνωση των καταθέσεων των παραπάνω προσώπων στο ακροατήριο. Όμως η εν λόγω απαγόρευση εξετάσεως, ως μαρτύρων, εκείνων, οι οποίοι εξετέλεσαν ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέως της ανακρίσεως, δεν εκτείνεται και επί των προσλαμβανομένων κατά το άρθρο 150 του ιδίου κώδικα ως μαρτύρων κατά την σύνταξη ανακριτικής εκθέσεως και αν αυτοί έχουν την ιδιότητα ανακριτικού υπαλλήλου, εφόσον και στην περίπτωση αυτή η κατ' αυτών παράστασή τους δεν έγινε υπό την ιδιότητά τους αυτή. Έτσι ο ειδικός ανακριτικός υπάλληλος, που, εντός των πλαισίων της αρμοδιότητάς του και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, συνέταξε και υπέγραψε τη σχετική έκθεση δεσμεύσεως (κατασχέσεως), εξετέλεσε ανακριτικά καθήκοντα, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί κώλυμα για την εξέτασή του ως μάρτυρα στο ακροατήριο και εντεύθεν σχετική ακυρότητα της διαδικασίας, κατ' άρθρο 211 Κ.Π.Δ. Αντίθετα, μόνη η σύλληψη του κατηγορουμένου από δύο μάρτυρες (αστυνομικούς υπαλλήλους) δεν συνιστά και άσκηση ανακριτικών καθηκόντων (Α.Π. 721/2005). Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι, ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, προκαλείται, όταν παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί η ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη, για τους λόγους που αναφέρονται στην διάταξη αυτή. Δεν δημιουργείται όμως καμία ακυρότητα, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα διάταξη σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 354 Κ.Π.Δ., όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως αναγνώσει την ένορκη κατάθεση μάρτυρα της προδικασίας, έστω και αν εναντιωθεί στην ανάγνωση της καταθέσεώς του ο κατηγορούμενος, αφού όμως προηγουμένως κρίνει αιτιολογημένα, ότι η εμφάνιση του μάρτυρα στο ακροατήριο είναι αδύνατη για κάποιον από τους αναφερομένους στο άρθρο 365§1 Κ.Π.Δ. λόγους, ούτε δε και προσκρούει η ανάγνωση αυτή στην διάταξη του άρθρου 6§3 εδ. δ' της ΕΣΔΑ, κατά την οποία ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να εξετάσει ή να ζητήσει να εξετασθούν οι μάρτυρες κατηγορίας και να επιτύχει την πρόσκληση και εξέταση των μαρτύρων υπερασπίσεως, καθόσον το τελευταίο προϋποθέτει ότι η εμφάνιση του μάρτυρα στο ακροατήριο είναι δυνατή. Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε στην εκ μέρους κατηγορουμένου απόλυτη επιλογή των μαρτυρικών καταθέσεων που ελήφθησαν ενόρκως κατά την προδικασία και την μη αξιολόγηση και αχρήστευση των καταθέσεων της προδικασίας που δεν θα επιθυμούσε να ληφθούν υπόψη (ΑΠ 2215/2005, 32/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη καταδικαστική, για κατοχή λαθρεμπορευμάτων, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων κατηγορίας Β και Γ, αστυνομικών υπαλλήλων, ευρέθησαν απόντες και μετά την διαπίστωση ότι ο μεν πρώτος εξ αυτών κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο δε δεύτερος απεβίωσε, ο εισαγγελέας .πρότεινε την βιαία προσαγωγή του πρώτου και την ανάγνωση της δοθείσης ένορκης καταθέσεως του δευτέρου. Στην συνέχεια, αφού εδόθη ο λόγος από τον Πρόεδρο του δικαστηρίου στο συνήγορο υπερασπίσεως του ήδη αναιρεσείοντος, αυτός αντέλεξε στην κατάθεση ενώπιον του ακροατηρίου του πρώτου και την ανάγνωση της καταθέσεως του δευτέρου, για τον λόγο ότι οι εν λόγω μάρτυρες ενήργησαν ανακριτικά καθήκοντα και έτσι προκαλείται κώλυμα, κατ' άρθρο 211 περ.α', εξετάσεώς τους στο ακροατήριο. Συγκεκριμένα ο εξ αυτών Γ, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως αστυνομικού υπαλλήλου και μετά την διαπίστωση της ως άνω αξιοποίνου πράξεως υπό των κατηγορουμένων, προέβη στην δέσμευση των περιγραφομένων στην από 21-12-2000 έκθεση εγγράφων και παράλληλα αμφότεροι προέβησαν στη σύλληψη των κατηγορουμένων. Εν συνεχεία τα μεν έγγραφα απέδωσαν στους ενεργούντες την αστυνομική προανάκριση προανακριτικούς υπάλληλους Δ, και Ε, οι οποίοι, υπό την προδιαληφθείσα ιδιότητά τους συνέταξαν την ανωτέρω έκθεση κατασχέσεως εις χείρας του παραπάνω αστυνομικού, τους δε συλληφθέντες παρέδωσαν στους επιληφθέντες επίσης της προανακρίσεως ΣΤ, και Ε, οι οποίοι και συνέταξαν τις από .... εκθέσεις συλλήψεως. Μετά ταύτα το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα της προσβαλλομένης απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμο την εν λόγω ένσταση. Ειδικότερα δέχθηκε με επαρκή αιτιολογία, ότι μόνη η σύλληψη των κατηγορουμένων και η δέσμευση των παραπάνω εγγράφων από τους αναφερομένους δύο μάρτυρες δεν συνιστά και άσκηση ανακριτικών καθηκόντων, και για τον πρόσθετο λόγο ότι οι σχετικές ως άνω εκθέσεις συντάχθηκαν νομίμως υπό των προαναφερομένων ανακριτικών υπαλλήλων, στις οποίες απλώς προσυπέγραψαν οι εν λόγω μάρτυρες προς επιβεβαίωση των παραπάνω γεγονότων. Ακολούθως, αφού έκρινε ότι η εμφάνιση στο ακροατήριο των ενόρκως, κατά την προδικασία, εξετασθέντων ως άνω μαρτύρων είναι επιβεβλημένη, διέταξε την βιαία προσαγωγή του νομίμως κλητευθέντος και μη εμφανισθέντος Ζ, ο οποίος προσήλθε και εξετάσθηκε στο ακροατήριο και στη συνέχεια, αφού διαπιστώθηκε ότι ο εξ αυτών Γ απεβίωσε, προέβη στην ανάγνωση της κατά την προδικασία ένορκης καταθέσεώς του, παρά τις αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος. Έτσι, με την ανάγνωση της ένορκης καταθέσεως του εν λόγω μάρτυρος, του οποίου η κλήτευση δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ανάγνωση της κατάθεσής του, αλλά αρκεί μόνον η βεβαίωση του ανέφικτου της εμφανίσεώς του στο ακροατήριο, ουδεμία ακυρότητα εδημιουργήθη κατά τα εκτεθέντα (Α.Π. 91/2007). Μετά από αυτά, οι σχετικοί από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Β' σε συνδ. με άρθρο 170§2 και 171§1 Κ.Π.Δ. λόγοι. ακυρότητας της διαδικασίας της αιτήσεως αναιρέσεως αρνητικά αξιολογούνται, ως αβάσιμοι, και πρέπει να απορριφθούν. Κατά τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να έχουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά δε την διάταξη του τρίτου εδαφίου του άρθρου 139 Κ.Π.Δ., αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο ή αν είναι οριστικές ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στην διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Συνεπώς και η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, μολονότι η κρίση δικαστηρίου για το αν πρέπει ή όχι να αναβληθεί η δίκη, είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η έλλειψη της κατά τα ανωτέρω απαιτούμενης αιτιολογίας ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ.Δ' λόγο αναιρέσεως. Αν το δικαστήριο απορρίψει το αίτημα της αναβολής χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και χωρήσει στην έρευνα της υποθέσεως και την καταδίκη του κατηγορουμένου για την πράξη, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, τότε υποπίπτει στην από το άρθρο 510§1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ. πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας. Όπως προαναφέρθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τον κατηγορούμενο ένοχο της κατοχής λαθρεμπορευμάτων με την χρήση ιδιαιτέρων τεχνασμάτων και του επέβαλλε ποινή φυλάκισης 2 ετών, όπως προκύπτει δε από την εν λόγω απόφασή του και τα ενσωματωμένα εις αυτήν πρακτικά, ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, προκειμένου να κληθεί και καταθέσει ενώπιον ως άνω δικαστηρίου ο Θ, χωρίς όμως να προσδιορίζονται παράλληλα κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων καλείται αυτός να εξετασθεί, ώστε να κριθεί αν υφίσταται άμεση ή έμμεση σχέση μεταξύ αποδεικτέου θέματος και του σε απόδειξη προτεινομένου γεγονότος ή αν υφίσταται αναγκαιότητα προς απόδειξη αιτουμένου πραγματικού γεγονότος, στη συνέχεια δε ο συνήγορος του κατηγορουμένου, στα πλαίσια της εκ του άρθρου 358 Κ.Π.Δ., αξιολογήσεως των καταθέσεων των αστυνομικών υπαλλήλων Γ και Ζ, παρετήρησε ότι, ενώ ο εν λόγω μάρτυρας κατονομάζεται υπ' αυτών ως πηγή πληροφοριών και μάλιστα ως προς την παρουσία ενός αυτοκινήτου τύπου "ΤΖΙΠ" στον χώρο της αποθήκης, όπου κατείχοντο τα λαθρεμπορεύματα, καθώς και συγκεκριμένος αριθμός τηλεφώνου, ουδέν περί αυτών εκτίθεται στις καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων, και το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του αποφάνθηκε ότι δεν υφίστατο αναγκαιότητα προς απόδειξη του αιτουμένου πραγματικού γεγονότος και ακολούθως με επαρκή αιτιολογία εχώρησε στην απόρριψη του εν λόγω αιτήματος του κατηγορουμένου, με την παραδοχή ότι από τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφασή του αποδεικτικά μέσα μπορεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση. Επομένως, ο απομένων προς έρευνα δεύτερος κατά σειρά λόγος, με προβαλλόμενες δι' αυτού αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ. 1Δ, Η ΚΠοινΔ, ελέγχεται ως αβάσιμος. Συνακόλουθα αυτών, πρέπει να απορριφθεί η με στοιχ. Β αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη επιβολή στον αναιρεσείοντα των δικαστικών εξόδων (ΚΠοινΔ 583).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις χαρακτηριζόμενες στο σκεπτικό με στοιχ. Α (3538/17.4.2008) και Β (3537/17.4.2008) αιτήσεις για αναίρεση της 1512α, 1527/2008 αποφάσεως του Β' Τριμελούς επί πλημ/των Εφετείου Αθηνών.
Ι. Απορρίπτει τη με στοιχ. Β αίτηση με αναιρεσείοντα τον Χ2. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220,00) ευρώ.
ΙΙ. Αναιρεί την 1512α, 1527/2008 απόφαση του Τριμελούς επί πλημμελημάτων Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά τον αναιρεσείοντα Χ1. Και
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση κατά το εν λόγω κεφάλαιο στο αυτό Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λαμίας, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
1) Αίτημα αναβολής λόγω σημαντικών αιτίων. Το Δικαστήριο που απέρριψε το αίτημα αναβολής του κατηγορουμένου λόγω σημαντικών αιτίων, χωρίς επαρκή αιτιολογία, και ακολούθως, αν και εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου κατά την επ’ ακροατηρίω διαδικασία, μετά από έρευνα του βασίμου της κατηγορίας, κήρυξε αυτόν ένοχο της αποδιδομένης εις αυτόν κατηγορίας, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ αρνητική υπέρβαση εξουσίας. 2) Ανακριτικά καθήκοντα. Μόνη η σύλληψη του κατηγορουμένου από δύο μάρτυρες (αστυνομικούς υπαλλήλους) δεν συνιστά άσκηση ανακριτικών καθηκόντων. 3) Ανάγνωση μαρτυρικής κατάθεσης. Δεν δημιουργείται καμία ακυρότητα από την αυτεπάγγελτη ανάγνωση της ένορκης καταθέσεως μάρτυρα της προδικασίας, παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου, όταν προηγουμένως κρίνει αιτιολογημένα το δικαστήριο ότι η εμφάνιση του μάρτυρα στο ακροατήριο είναι αδύνατη για κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο 365 παρ. 1 Κ.Π.Δ. λόγους.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αναίρεση μερική, Κατηγορούμενος, Αναβολής αίτημα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2041/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Λεοντή και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γερασιμούλα Σιμωνετάτου, περί αναιρέσεως της 445/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Αυγούστου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1385/2008.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος) που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Καλαμάτας που, σε δεύτερο βαθμό δίκασε και την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, αναιρετικά κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν, κατά την επικρατήσασα στο Δικαστήριο άποψη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " ότι η κατηγορούμενη την 6-10-2000, στη ..... και στο ισόγειο διαμέρισμά της, επί της οδού ..... αρ. ..., κατοικίας της, διατηρούσε και λειτουργούσε εργαστήριο γομώσεως κυνηγετικών φυσιγγίων για εμπορία, χωρίς την προβλεπόμενη από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξεως, όπως και η ίδια η κατηγορούμενη ομολόγησε σήμερα στην ενώπιον του Δικαστηρίου απολογία της (βλ. απολογία της). Η προσκομισθείσα από την κατηγορούμενη και αναγνωσθείσα άδεια λειτουργίας και εγκατάστασης εργοστασίου "γομωτήριο φυσιγγίων" της Νομαρχίας Μεσσηνίας (τμήμα Βιομηχανίας) με αριθμό πρωτοκόλλου ....., στο όνομα του συζύγου της κατηγορούμενης, δεν είναι η προβλεπόμενη από το νόμο άδεια λειτουργίας." Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο την αναιρεσείουσα για την πράξη, που προβλέπεται από το άρθρο 5 παρ.3 και 5,7 στοιχ.β του ν. 2168/1993, και της επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω αδικήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, (άρθρα 1, 12, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, του ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση του, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκεκριμένα αιτιολογείται η παραδοχή, ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε την κατά νόμο απαιτούμενη άδεια λειτουργίας εργαστηρίου γομώσεως κυνηγετικών φυσιγγίων, με σκοπό την περαιτέρω διάθεση αυτών σε τρίτους, όπως επίσης αιτιολογείται η παραδοχή, ότι η από του έτους 1987, υφιστάμενη σχετική άδεια λειτουργίας αντίστοιχου εργαστηρίου, στο όνομα του αποβιώσαντος συζύγου της, δεν κάλυπτε σε καμία περίπτωση την έλλειψη της άδειας αυτής, η οποία έπρεπε να υφίσταται στο όνομά της και, ότι την κρίση αυτή στήριξε η γνώμη της πλειοψηφίας, από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία. Μετά από αυτά οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 παρ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ, σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με τον πρώτο λόγο, πλήττεται, με την επίκληση κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των ως άνω αποδείξεων, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς δεν διέλαβε ειδική αιτιολογία ως προς τον αυτοτελή ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης(άρθρο 30 του ΠΚ), δεδομένου, ότι για το παραδεκτό της προβολής του, δεν αρκεί μόνο η καταχώρισή του στα πρακτικά, αλλά και η προφορική ανάπτυξή του (Ολ.ΑΠ 2/2005). Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υποβλήθηκε αντίστοιχος αυτοτελής ισχυρισμός, συγκεκριμένα ούτε καταχωρίστηκε, αλλά ούτε και αναπτύχθηκε προφορικά και ναι μεν από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη, απολογούμενη στο ακροατήριο, ισχυρίσθηκε ότι... "δεν ήξερα ότι χρειαζόταν ειδική άδεια από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης". Ο ισχυρισμός αυτός ήταν αόριστος όπως προβλήθηκε και για το λόγο αυτό το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την απορριπτική του κρίση, πέρα από το γεγονός ότι η πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου, κρίνονταν ανέλεγκτη επί της ουσίας της κατηγορίας δέχθηκε την ύπαρξη δόλου στο πρόσωπο της κατηγορούμενης, κρίνοντας παράλληλα ότι η άδεια λειτουργίας που προσκομίστηκε από την κατηγορούμενη και είχε εκδοθεί από τη Νομαρχία Μεσσηνίας δεν αρκούσε για να προβαίνει η κατηγορούμενη στη γόμωση φυσιγγίων. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα, άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Αυγούστου 2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμό 445/ 17-7-2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Καλαμάτας και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει αιτιολογία. Απαράδεκτος ο αυτοτελής ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης, γιατί δεν υποβλήθηκε ούτε και αναπτύχθηκε προφορικά (Ολ.ΑΠ 2/2005). Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Πλάνη.
| 0
|
Αριθμός 2038/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' Ποινικό Τμήμα Διακοπών (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του 684/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενους τους: Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4, και με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 43/28.08.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1399/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου με αριθμό 419/29.08. 2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγοντες την υπ'αριθμ. 43/28-8-2008 αναίρεση, την οποία νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκήσαμε, κατά του υπ'αριθμ. 684/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και αναφερόμενοι στους λόγους που περιέχονται στην άνω έκθεση, οι οποίοι είναι νόμιμοι, βάσιμοι και ορθοί, προτείνομεν να γίνει αυτή τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο αυτό συμβούλιο με άλλους δικαστές. Αθήνα 29 Αυγούστου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΑναστάσιος Κανελλόπουλος"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την 43/28-8-2008 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου νομότυπα και εμπρόθεσμα προσβάλλεται το 684/1-7-2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης (ΚΠοινΔ 483 § 3 εδ. 1, 479 § 2 εδ. 1, 168 § 1 εδ. 1, 473 § 4, ΚΠολΔ 145 § 2) και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 484 § 1 περ. δ' ΚΠοινΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το βούλευμα δεν διαθέτει στις ουσιαστικές παραδοχές του την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική αιτιολογία. Διαθέτει την ειδική αυτή αιτιολογία αναφορικά με τα αποδεικτικά μέσα αν από την κατ' είδος μνεία αυτών και το λοιπό περιεχόμενο του βουλεύματος προκύπτει με βεβαιότητα ότι ελήφθησαν υπόψη στο σύνολό τους. Κατά τις αιτιολογίες του προσβαλλόμενου βουλεύματος "Από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε κατά τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση και προανάκριση, το οποίο αξιολογείται κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης (άρθρο 177 ΚΠΔ) και ειδικότερα από το σύνολο των εγγράφων της δικογραφίας, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το από 21-2-2007 πόρισμα της ένορκης διοικητικής εξέτασης της διενεργηθείσας από το "Α.Ν.Θ. Θεαγένειο", των από 1-3-2007 και 2-11-2007 εκθέσεων ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του νομίμως διορισθέντος πραγματογνώμονα από τον ΙΓ Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης στα πλαίσια της διενεργηθείσης προκαταρκτικής εξέτασης Γ, Καθηγητή Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, των μαρτυρικών καταθέσεων και ιδιαίτερα των Δ, Ε, ΣΤ και Ζ και των απολογιών των κατηγορουμένων προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη γεγονότα: Η Α, φαρμακοποιός, γεννηθείσα την ..., ήταν παντρεμένη με τον ΣΤ από το 1986, με τον οποίο βρισκόταν σε διάσταση από το 1990, διατηρούσε, όμως, στενή φιλική σχέση με αυτόν. Την τελευταία δεκαετία είχε συνδεθεί ερωτικά με τον Ζ με τον οποίο και συζούσε. Ο τελευταίος, όπως και οι στενοί της φίλοι (και κουμπάροι) και ιατροί Δ και Ε, αναφέρουν στις καταθέσεις τους ότι η Α από παλιά αντιμετώπιζε γυναικολογικά (κύστες στις ωοθήκες, αμηνόρροια) και εντερικά προβλήματα (τυμπανισμό, δυσπεψία, δυσκολία στις κενώσεις), λόγω δε αυτών ελάμβανε μειωμένη τροφή, με συνέπεια το σωματικό βάρος της σε σχέση με το ύψος (1,64 μ) και την ηλικία της (42 ετών) να είναι ιδιαίτερα χαμηλό, ήτοι μόλις 46 κιλά. (βλ. το από 27-10-2003 προεγχειρητικό δελτίο του ΑΝΘ Θεαγένειο). Η ίδια απέδιδε αυτά τα προβλήματα στο άγχος λόγω των επαγγελματικών και οικογενειακών υποχρεώσεών της και τα αντιμετώπιζε πρόχειρα με φαρμακευτική αγωγή δικής της επιλογής, συνήθως αναλγητικά και σπασμολυτικά, φοβούμενη τις χειρουργικές επεμβάσεις, που ενδεχομένως θα της πρότειναν οι ιατροί. Την 17-10-2003, ημέρα Σάββατο, μετά από φιλικό δείπνο, αντιμετώπισε έντονο κοιλιακό άλγος και έκανε εμετό. Επειδή τα συμπτώματα αυτά συνεχίσθηκαν και την επόμενη ημέρα, επισκέφθηκε το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, του οποίου το γυναικολογικό τμήμα εφημέρευε εκείνη την ημέρα, φοβούμενη μήπως έσπασε κάποια κύστη της ωοθήκης. Υποβλήθηκε σε αιματολογικές εξετάσεις και πριν ακόμη λάβει τα αποτελέσματα, τα οποία "έδειξαν χαμηλά λευκά", θεωρώντας ότι το πρόβλημα της δεν είναι γυναικολογικό, "έπεισε" τον φίλο της Ζ να φύγουν και να πάνε στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, του οποίου το γαστρεντερολογικό τμήμα εφημέρευε. Αφού υπεβλήθη σε υπερηχογράφημα, το οποίο δεν βοήθησε στη διάγνωση της πάθησης λόγω των πολλών αερίων στην κοιλιακή χώρα, της συνέστησαν να επιστρέψει στην οικία της και να προσπαθήσει να αφοδεύσει, άλλως θα την εισήγαγαν για νοσηλεία. Επιστρέφοντας στο σπίτι της ένιωσε καλύτερα και το βράδυ της ίδιας ημέρας ενημέρωσε σχετικά τον εφημερεύοντα ιατρό του ΑΧΕΠΑ, ο οποίος υπέθεσε ότι πρόκειται για γαστρεντερίτιδα με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου. Επειδή τα ως άνω συμπτώματα μαζί με πυρετό συνεχίσθηκαν και τις επόμενες ημέρες, η Α επισκέφθηκε την 22-10-2003 τον γαστρεντερολόγο του Πολυϊατρείου του ΙΚΑ επί της οδού ... -επειδή ήταν επάνω από το φαρμακείο της-, ο οποίος και την παρέπεμψε στο ΑΧΕΠΑ, του οποίου το γαστρεντερολογικό τμήμα εφημέρευε. Συνοδευόμενη από το σύζυγο της ΣΤ, εισήχθη στην Προπαιδευτική Χειρουργική Κλινική του ΑΧΕΠΑ, θάλαμος 403, με κοιλιακό άλγος, υψηλό πυρετό και λευκοκυττάρωση. Εντούτοις και παρά τις αντίθετες συστάσεις των θεραπόντων ιατρών, αρνήθηκε τόσο την δακτυλική εξέταση του εντέρου προκειμένου να διασαφηνισθεί εάν παρουσίαζε οξύ χειρουργικό πρόβλημα, όσο και την παραμονή της στην κλινική λόγω του ότι ο θάλαμος ήταν 8κλινος και απεχώρησε οικεία βουλήσει, συνυπογράφοντας το σχετικό δελτίο τόσο αυτή, όσο και ο σύζυγος της. Την επόμενη ημέρα 23-10-2003 μετέβη στο Νοσοκομείο Παπανικολάου, όπου υπηρετούσε η στενή φίλη και κουμπάρα της Ε, ιατρός-νεφρολόγος, η οποία θορυβημένη από την ένταση και τη διάρκεια των συμπτωμάτων της συνέστησε αξονική τομογραφία. Η Α μετέβη στο ιδιωτικό διαγνωστικό κέντρο Euromedica Αλεξάνδρειο, όπου υπεβλήθη σε αξονική τομογραφία άνω κάτω κοιλίας και οπισθοπεριτοναϊκού χώρου από τον ιατρό ακτινολόγο Δ (εξάδελφο του κουμπάρου της), όπου διαπιστώθηκε "Παρουσία αποστηματικής συλλογής με σχηματισμό υγραερικού επιπέδου στην ελάσσονα πύελο παραοβελιαία αριστερά διαστάσεων 7X7X3 εκ. με παχύ τοίχωμα και συνοδό διήθηση του πέριξ λίπους και στένωση του αυλού των παρακειμένων ελίκων με πάχυνση του τοιχώματος αυτών πιθανότατα σε έδαφος εκκολπωματίτιδος". Σημειωτέον ότι η αξονική τομογραφία από μόνη της δεν οδηγεί σε πλήρη διάγνωση, αλλά για την πληρότητα αυτής θα πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες εξετάσεις, όπως δακτυλική κλπ. Το βράδυ εκείνης της ημέρας (23-10-2003) επισκέφθηκε, συνοδευόμενη από το σύζυγο της, τους κουμπάρους της Δ και Ε στην οικία τους και αφού τους έδειξε τα αποτελέσματα της αξονικής τομογραφίας, της συνέστησαν την άμεση εισαγωγή της στο νοσοκομείο. Η ίδια ζήτησε από τον Δ να μεσολαβήσει για την εισαγωγή της στο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης Θεαγένειο, όπου αυτός υπηρετεί ως καρδιολόγος ιατρός, παρόλο που το περιστατικό δεν ήταν καρκίνος, προκειμένου, εάν χρειαζόταν, να την χειρουργήσει ο Χ3, αναπληρωτής διευθυντής του Β' Χειρουργικού Τμήματος του ανωτέρω νοσοκομείου, τον οποίο εμπιστευόταν ιδιαίτερα γιατί και στο παρελθόν την είχε εγχειρήσει στο μαστό με επιτυχία. Μάλιστα τηλεφώνησαν στον ανωτέρω ιατρό, ο οποίος της πρότεινε να εισαχθεί άμεσα στο νοσοκομείο ή έστω να ερχόταν ο ίδιος στην οικία του Δ για να την εξετάσει εκείνο το βράδυ. Η Α αποφάσισε να τον συναντήσει την επόμενη ημέρα στο νοσοκομείο. Πράγματι την 24-10-2003, ημέρα Παρασκευή, εισήχθη στη Β' Χειρουργική Κλινική του Α.Ν.Θ. Θεαγενείου, υπεβλήθη σε διάφορες εξετάσεις, πλην της δακτυλικής την οποία αρνήθηκε επιμόνως και επειδή διαγνώσθηκε η ύπαρξη αποστήματος στην κοιλιακή χώρα και δη στον αριστερό λαγόνιο βόθρο, ενημερώθηκε από τον θεράποντα ιατρό της Χ3 για την αναγκαιότητα άμεσης χειρουργικής επέμβασης και το είδος αυτής. Η ίδια λόγω των ιατρικών της γνώσεων (ως φαρμακοποιού), αλλά και της προσωρινής βελτίωσης της συμπτωματολογίας, αρνήθηκε αρχικά την χειρουργική αντιμετώπιση της παθήσεως της, θεωρώντας εσφαλμένα ότι μπορεί να εντοπισθεί με φαρμακευτική αγωγή. Εντούτοις, ο ως άνω θεράπων ιατρός επέμεινε και την προετοίμασε με υποστηρικτική αγωγή (διακοπή σίτισης, χορήγηση ορού και αντιβίωσης κλπ) για χειρουργική επέμβαση επί δύο εικοσιτετράωρα, καθότι τα συμπτώματα και δη ο πυρετός μαζί με το κοιλιακό άλγος δεν υποχωρούσαν και τελικά η Α συνήνεσε στη διενέργεια ερευνητικής λαπαροτομίας, αποκλείοντας ρητά το ενδεχόμενο διενέργειας κολοστομίας και την Δευτέρα 27-10-2003 και ώρα 12.00 εισήχθη στο χειρουργείο της Β' Χειρουργικής, ως επείγον περιστατικό, όπου υπεβλήθη σε ερευνητική λαπαροτομία και παροχέτευση ενδοκοιλιακού αποστήματος. Την επέμβαση διενήργησαν οι Χ3 και ο Διευθυντής της Β' Χειρουργικής Κλινικής του Θεαγενείου Χ2, ενώ βοηθοί χειρούργοι ήταν οι Χ1, ειδικευόμενος ιατρός θωρακοχειρουργικής και Χ4, επιμελητής Α' Χειρουργικής του Γ' Χειρουργικού Ογκολογικού - Μαστού τμήματος του ιδίου Νοσοκομείου. Παρών στο χειρουργείο ήταν και ο Δ. Ο Χ3 της διάνοιξε το δέρμα με τομή υπερυπομφάλιο, δηλαδή από το στέρνο έως την ηβική σύμφυση - και όχι υπερομφάλιο ή υπομφάλιο, όπως κακώς εκλαμβάνει η μηνύτρια - και κατόπιν ο Χ2 διάνοιξε το περιτόναιο και αφού απώθησε το επιπλόου και τους εντερικούς έλικες, εντοπίσθηκε απόστημα στην αριστερή πύελο - "λαγώνειο βόθρο". Μέσα στην κοιλιακή χώρα δεν ευρέθησαν υγρά, κόπρανα ή πύον, οπότε αποκλείσθηκε η περίπτωση ρήξης εκκολπώματος ή εντέρου. Το μόνο που διαπιστώθηκε ήταν ένα απόστημα σκληρό με παχειά τοιχώματα κολλημένο ανάμεσα στο σιγμοειδές, στην αριστερή σάλπιγγα, στην αριστερή ωοθήκη και στη μήτρα, αποτελώντας μία ενιαία μάζα με ινώδη συνδετικό ιστό, που απεδόθη σε προηγούμενες φλεγμονές και ως εκ τούτου αποφασίσθηκε από τους θεράποντες ιατρούς η παροχέτευσή του προς τα έξω, ώστε το πύον του αποστήματος να μην έρθει σε επαφή με τους εντερικούς έλικες. Το ένα άκρο αυτής της παροχέτευσης τοποθετήθηκε μέσα στην κοιλότητα και το άλλο έξω από το δέρμα και έτσι αναρροφήθηκε όλο το πύον, βάρους περίπου 500 γρ. Στη συνέχεια έγινε πλύση της κοιλιακής χώρας με ζεστό ορό και έγχυση αντιβιοτικών και τέλος έγινε η σύγκλειση των κοιλιακών τοιχωμάτων. Μετά την ανάνηψή της οδηγήθηκε σε κανονικό θάλαμο και αφού συνήλθε, της επεσήμαναν άπαντες οι θεράποντες ιατροί της ότι για την οριστική ίαση της ήταν αναγκαία η διενέργεια και δεύτερης χειρουργικής επέμβασης, μόλις τα φλεγμονώδη φαινόμενα υποχωρούσαν, ώστε να αφαιρεθεί η ινώδης μάζα (κάψα). Η μετεγχειρητική της πορεία ήταν πάρα πολύ καλή, με συνέπεια να αναθαρρήσει και από τις πρώτες ημέρες να περπατά στους διαδρόμους του νοσοκομείου, να επισκέπτεται τα γραφεία των ιατρών και να καπνίζει, παρά την παροχέτευση και τις περί του αντιθέτου συστάσεις των ιατρών, των νοσηλευτών, του φιλικού και συγγενικού της περιβάλλοντος. Εντούτοις η αναγκαιότητα δεύτερης χειρουργικής επέμβασης και το ενδεχόμενο προσωρινής κολοστομίας (παρά φύσιν έδρας) με το δυσάρεστο αισθητικό αποτέλεσμα που συνεπάγεται τούτη, αλλά και τρίτης επέμβασης για τη σύγκλιση αυτής, την φόβιζε και την άγχωνε, όπως καταθέτουν ρητά τα πρόσωπα που ήταν συνέχεια κοντά της, ήτοι ο σύντροφος της Ζ και οι στενοί της φίλοι Δ και Ε, αλλά και η πλαστική χειρουργός Η, που την είχε ενημερώσει σχετικά με τον τρόπο διενέργειας κολοστομίας. Την 9-11-2003, εκμεταλλευόμενη την φιλία της με τον θεράποντα ιατρό της Χ3 και τον κουμπάρο της Δ, τους έπεισε να την αφήσουν να αποχωρήσει από το νοσοκομείο για ένα δίωρο, προκειμένου να κάνει "ένα αξιοπρεπές μπάνιο στο σπίτι της". Εκεί έπεισε το σύντροφο της Ζ να μην επιστρέψουν στο νοσοκομείο εκείνη τη νύχτα. Το άλλο πρωί, 10-11-2003 πήγε στο νοσοκομείο και κατόπιν επίμονων παρακλήσεων της έπεισε τον θεράποντα ιατρό της Χ3 να πάρει εξιτήριο, υποσχόμενη ότι θα προσέρχεται καθημερινά για την περιποίηση (καθαρισμό και αλλαγή) του μετεγχειρητικού τραύματος. Πράγματι, τις επόμενες ημέρες μετέβαινε καθημερινά στο νοσοκομείο, συνοδεία του συζύγου της ή του συντρόφου της ή της αδελφής της, όπου ο Χ3 ή σε περίπτωση που αυτός ήταν απασχολημένος σε άλλο χειρουργείο, άλλος ιατρός εμπιστοσύνης της, της έκαναν τις αλλαγές, τονίζοντας της όλοι συνέχεια ότι πρέπει να γίνει και η δεύτερη χειρουργική επέμβαση, ειδικά δε ο Χ3 της έλεγε χαρακτηριστικά "έχεις μία βόμβα μέσα σου, η οποία ανά πάσα στιγμή μπορεί να σκάσει", εκείνη όμως με διάφορες προφάσεις το ανέβαλε. Επίσης υπεβλήθη την 20-11-2003 σε συριγγογραφία, κατά την οποία δεν διαπιστώθηκε επικοινωνία της αποστηματικής κοιλότητας με το έντερο, γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν υπήρχε ρήξη του τοιχώματος του εντέρου. Στο διάστημα αυτό εργαζόταν καθημερινά στο φαρμακείο της εκεί την επισκέπτονταν συχνά η Θ, νοσηλεύτρια του Πολυϊατρείου του ΙΚΑ επί της οδού ..., με την οποία συζητούσε το ενδεχόμενο κολοστομίας αρνούμενη πεισματικά ταύτη, παρά την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη που έτρεφε προς τον θεράποντα ιατρό της Χ3. Σημειωτέον ότι η Θ, στην κατάθεσή της αναφέρει ότι μετά παρέλευση δεκαημέρου από την έξοδό της από το νοσοκομείο διαπίστωσε ότι η Α, ενώ εργαζόταν κανονικά, πονούσε και είχε πυρετό, της συνέστησε δε να χειρουργηθεί άμεσα και να μην λαμβάνει με δική της πρωτοβουλία αντιβιοτικά και αντιπυρετικά φάρμακα που συγκάλυπταν την κλινική της εικόνα, εκείνη όμως αρνήθηκε θεωρώντας ότι αυτή (επέμβαση) "θα κατέστρεφε το σώμα της". Το ίδιο διάστημα διαγνώσθηκε ότι η μητέρα της Α, δηλαδή η μηνύτρια Ψ, έπασχε από καρκίνο παχέος εντέρου. Η ίδια η Α ζήτησε από τον θεράποντα ιατρό της Χ3 να εγχειρήσει τη μητέρα της, διότι του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη και όταν εκείνος την ρώτησε "πότε θα χειρουργήσω εσένα", του απάντησε "φρόντισε τώρα τη μητέρα μου και μετά θα δούμε". Την 21-11-2003 εισήχθη η μηνύτρια στο "Α.Ν.Θ. ΘΕΑΓΕΝΕΙΟ" και την 25-11-2003 χειρουργήθηκε με επιτυχία από τον Χ3, παρέμεινε δε για νοσηλεία μέχρι την 8-12-2003. Στο διάστημα αυτό η Α, καθώς επισκεπτόταν καθημερινά το Θεαγένειο αφενός για τις αλλαγές του τραύματός της, αφετέρου για να δει τη μητέρα της και ρωτώντας τον Χ3 για την πορεία της υγείας της τελευταίας, αυτός της απάντησε "το πρόβλημα είσαι εσύ και όχι η μητέρα σου, εσύ κουβαλάς βόμβα μέσα σου". Την 28-11-2003 επισκέφθηκε την Α στο φαρμακείο της ο κουμπάρος της Δς και της επεσήμανε την ανάγκη της άμεσης δεύτερης χειρουργικής επέμβασης, αλλά εκείνη και πάλι αρνήθηκε. Την επόμενη ημέρα Σάββατο 29-11-2003 το πρωΐ πονούσε και έκανε εμετό, αλλά παρά τις επίμονες παρακλήσεις του συντρόφου της Ζ να μεταβούν στο νοσοκομείο, εκείνη αρνήθηκε, φοβούμενη μήπως τη δει η μητέρα της και στεναχωρεθεί. Την Κυριακή 30-11-2003 συνεχίσθηκαν οι πόνοι στην κοιλιακή χώρα και οι εμετοί και για να τους αντιμετωπίσει με δική της πρωτοβουλία έλαβε αντιφλεγμονώδη φάρμακα (viox) και όταν τηλεφώνησε στον Δ, εκείνος της συνέστησε να εισαχθεί άμεσα στο νοσοκομείο. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας η αδελφή της Β την επισκέφθηκε και βλέποντας την κατάσταση της, ενημέρωσε σχετικά τον Χ3, ο οποίος της είπε να κάνει άμεση εισαγωγή στο Θεαγένειο. Πράγματι το απόγευμα εισήχθη στο Θεαγένειο, με συμπτωματολογία ατελούς ειλεού. Αρχικά αντιμετωπίσθηκε συντηρητικά με τοποθέτηση ρινογαστρικoύ καθετήρα και υποστηρικτικά με χορήγηση υγρών, διαλυμάτων παρεντερικής διατροφής λόγω υποθρεψίας και αντιβίωση. Την άλλη δε ημέρα Δευτέρα 1-12-2003, επειδή έκανε κοπρανώδη εμετό, γεγονός που υποδηλώνει απόφραξη εντέρου και όχι διάτρηση αυτού και αφού ενημερώθηκε παρουσία των οικείων της για πολλοστή φορά για την προοπτική "εν θερμώ επέμβασης", αναγκάσθηκε να συναινέσει στο να υποβληθεί σε δεύτερη χειρουργική επέμβαση την επόμενη ημέρα, όταν πλέον η κατάσταση της είχε επιδεινωθεί με υπόταση και υψηλό πυρετό. Την Τρίτη 2-12-2003 και ώρα 10.50 εισήχθη στο χειρουργείο της Β' Χειρουργικής, ως έκτακτο περιστατικό, όπου υπεβλήθη σε αφαίρεση αποστήματος κοιλίας, συμφύσεων λεπτού εντέρου και σιγμοειδοστομία. Την επέμβαση διενήργησε ο Χ3, ενώ βοηθοί χειρούργοι ήταν οι Ι, Διευθυντής του Θωρακοχειρουργικού Τμήματος του "Α.Ν.Θ. ΘΕΑΓΕΝΕΙΟΥ" - κατόπιν προσωπικής παράκλησης του Χ3 επειδή οι υπόλοιποι χειρούργοι ήταν απασχολημένοι - και Χ1, ενώ παράλληλα υποστηριζόταν αιμοδυναμικά και διεγχειρητικά από τον αναισθησιολόγο Κ και τον καρδιολόγο και κουμπάρο της Δ. Έγινε και πάλι υπερυπομφάλια τομή, εξωτερίκευση του σιγμοειδούς, συμφυσιόλυση, εκτομή του πάσχοντος εντερικού τμήματος, αφαίρεση αριστερής ωοθήκης και σάλπιγγας, δημιουργία loop κολοστομίας, παροχέτευση της περιοναϊκής κοιλότητας, έκπλυση όλης της κοιλιάς με ορρούς και αντιβιοτικά και όταν τελείωσε η επέμβαση περί ώρα 15.00, οδηγήθηκε διασωληνωμένη στην εντατική (ΜΕΘ) λόγω της βαρείας περιεγχειρητικής της κατάστασης. Στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας η αναπνευστική λειτουργία της Α υποστηριζόταν μηχανικά, η καρδιακή και νεφρική λειτουργία φαρμακευτικά και παράλληλα λόγω της βαρείας σηπτικής κατάστασης ευρίσκετο υπό 4πλή αντιβιοτική αγωγή. Την 6η ημέρα της νοσηλείας της στην Μ.Ε.Θ. και παρά το σηπτικό πυρετό, οι ζωτικές λειτουργίες αποκαταστάθηκαν και επικοινώνησε με νοήματα με το σύντροφο της Ζ, ρωτώντας τον αναφορικά με τις οικονομικές εκκρεμότητες του φαρμακείου της. Η βελτίωση της κατάστασής της συνεχίσθηκε και τις επόμενες ημέρες, αλλά την 13-12-2003 παρουσίασε καρδιακή ανακοπή, η οποία αντιμετωπίσθηκε άμεσα με ηλεκτρικές απινιδώσεις και ο καρδιακός ρυθμός ανέλαβε. Στις 15-12-2003 υπεβλήθη σε τραχειοστομία και στις 16-12-2003 την εξέτασε ο λειμοξιολόγος Λ. Στις 17-12-2003 υπεβλήθη εκ νέου σε αξονική τομογραφία άνω και κάτω κοιλίας, οπότε διαπιστώθηκε "ήπαρ ομοιογενές - σπλήνας, νεφροί κ.φ. - ελαφρά διόγκωση παγκρέατος - μικρή ποσότητα πλευριτικού υγρού άμφω - μικρή ποσότητα ασκητικού υγρού στην παρακολική αύλακα δεξιά - κολοστομία αρ. κοιλιακού τοιχώματος - ρύπανση μεσεντέριου λίπους - λοιπά ευρήματα εντός φυσιολογικών". Στις 19-12-2003 κλήθηκε ο καθηγητής της νευρολογίας κ. Μ, οπότε διαπιστώθηκε εγκεφαλική βλάβη ("φυτική λειτουργία", "άγρυπνο κώμα"), αφού ήδη είχε βελτιωθεί η καρδιοαναπνευστική και νεφρική λειτουργία. Έκτοτε η εγκεφαλική λειτουργία δεν ανέλαβε, ενώ η εγκεφαλική βλάβη αποδόθηκε σε σηπτική εγκεφαλοπάθεια, συνεπικουρούσης της βαρείας γενικής κατάστασης και της υποξυγοναιμίας κατά την καρδιακή ανακοπή. Στις 9-2-2004 μεταφέρθηκε σε κανονικό θάλαμο, επειδή είχε αυτοδύναμη αναπνοή, ήταν αιμοδυναμικά σταθερή, απύρετη και με καλή διούρηση. Την 13-2-2004 απεβίωσε λόγω καρδιακής ανακοπής. Εξ όλων των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι ο θάνατος της Α δεν οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά ή παράλειψη οφειλομένης νόμιμης ενέργειας εκ μέρους των θεραπόντων, ιατρών του "Α.Ν.Θ. ΘΕΑΓΕΝΕΙΟΥ", οι οποίοι άπαντες ενήργησαν σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και δεοντολογίας. Επιπλέον επέδειξαν υπερβολικό ζήλο και πέραν της συνήθους επιμέλειας λόγω της μακροχρόνιας φιλικής σχέσης τους με τον συνάδελφο και κουμπάρο της θανούσας Δ. Η Α, όμως, υπερεκτιμώντας τις ιατρικές της γνώσεις, λαμβάνοντας φαρμακευτική αγωγή δικής της επιλογής, που συχνά αλλοίωνε την κλινική εικόνα της σε συνδυασμό με μειωμένη λήψη τροφής, αδιαφορώντας για τη συμπτωματολογία της ασθένειας της και τις συστάσεις των θεραπόντων ιατρών της, αλλά και των οικείων της, επεδείκνυε έντονο αρνητισμό και αναβλητικότητα και δεν συναινούσε στο να υποβληθεί στην αναγκαία χειρουργική επέμβαση, η δε συναίνεση της ήταν απαραίτητη γιατί επρόκειτο για ακρωτηριαστική επέμβαση, παρενέβαινε στο έργο των ιατρών "εκμεταλλευόμενη" τη φιλία της με τον θεράποντα ιατρό της Χ3, συχνά δίνοντας την εντύπωση της "ατίθασης" ασθενούς και όλη αυτή η συμπεριφορά ήταν που οδήγησε στο θάνατο της. Το ανωτέρω συμπέρασμα επιβεβαιώνουν με τις καταθέσεις τους ο σύντροφος της Ζ, οι στενοί της φίλοι Δ και Ε, οι ιατροί και νοσηλευτές που επιμελήθησαν της νοσηλείας της. Ειδικά, ο Ν, νοσηλευτής, του οποίου τη μαρτυρία επικαλείται η μηνύτρια, αλλά και η αδελφή της θανούσης, αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι είπε ότι η θανούσα "ήταν παρατημένη από τους ιατρούς", αντίθετα και αυτός κατέθεσε ότι οι θεράποντες ιατροί την περιέθαλψαν με ιδιαίτερο ζήλο και επιμέλεια. Στην αυτή κρίση, δηλαδή στην αναβλητικότητα της θανούσης ως κύριας και μοναδικής αιτίας της σηπτικής κατάστασης και ένεκα αυτής του θανάτου της, κατέληξε τόσο η διενεργηθείσα ΕΔΕ, όσο και ο πραγματογνώμων Γ. Ο μόνος που επιρρίπτει ευθύνες στον θεράποντα ιατρό Χ3 για κακούς χειρισμούς, είναι ο ιδιώτης ιατρός μικροβιολόγος -βιοπαθολόγος Ξ, ο οποίος με βάση την αξονική τομογραφία που του προσεκόμισε μετά θάνατο η μηνύτρια και χωρίς ουδέποτε να εξετάσει τη θανούσα, θεωρεί την "πιθανότητα" ύπαρξης εκκολπώματος ως δεδομένη και αναφέρεται σε ρήξη εντέρου, ενώ αυτό από καμία εξέτασε δεν διαπιστώθηκε. Όσον αφορά τη μηνύτρια, η οποία το επίμαχο διάστημα νοσηλευόταν λόγω καρκίνου του παχέος εντέρου και για ευνόητους λόγους δεν ενημερωνόταν από τους οικείους της με λεπτομέρεια για την κατάσταση της υγείας της κόρης της Α, όσα κατέθεσε στη μήνυση της, αλλά και προανακριτικά δια γραπτού υπομνήματος δεν είναι προσωπικά της βιώματα, αλλά αποσπάσματα ιατρικών συγγραμμάτων, γεγονός προκαλεί εντύπωση για μια γυναίκα ηλικίας 73 ετών, ασχολούμενη αποκλειστικά με οικιακά".
Από το περιεχόμενο αυτό του βουλεύματος σε συνδυασμό με την παραδοχή του ότι "ο μόνος που επιρρίπτει ευθύνες στον θεράποντα ιατρό Χ3 για κακούς χειρισμούς, είναι ο ιδιώτης ιατρός - μικροβιολόγος - βιοπαθολόγος Ξ, ο οποίος με βάση την αξονική τομογραφία που προσεκόμισε μετά θάνατο η μηνύτρια και χωρίς ουδέποτε να εξετάσει τη θανούσα, θεωρεί την "πιθανότητα" ύπαρξης εκκολπώματος ως δεδομένη και αναφέρεται σε ρήξη εντέρου, ενώ αυτό από καμμία εξέταση δεν διαπιστώθηκε", δεν καθίσταται βέβαιο, αλλά αντιθέτως ικανές δημιουργούνται αμφιβολίες αν το Συμβούλιο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την υπάρχουσα στην διάθεσή του από 10-1-2008 ιατροδικαστική γνωμοδότηση του Ο, με το ακόλουθο καταληκτικό συμπέρασμα, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Οι ιατροί του ΘΕΑΓΕΝΕΙΟΥ Νοσ., έχοντας υπόψιν τους τις εξετάσεις στις οποίες η αποβιώσασα υπεβλήθη έπρεπε να υποβάλλουν την ασθενή σε άμεση χειρουργική επέμβαση και λάβουν σοβαρά υπόψιν τους την σοβαρότητα της κατάστασης της ασθενούς καθώς από την γενική εξέταση αίματος, τον υπέρηχο και την αξονική είχαν να κάνουν με μία αποστηματική συλλογή αυξημένων διαστάσεων όπως προκύπτει από την αξονική τομογραφία "... Παρουσία αποστηματικής συλλογής με σχηματισμό υγραερικού επιπέδου στην ελάσσονα πύελο παραοβελιαία αριστερά διαστάσεων 7X7X3 εκ. με παχύ τοίχωμα και συνοδό διήθηση του πέριξ λίπους και στένωση του αυλού των παρακειμένων ελίκων με πάχυνση του τοιχώματος αυτών πιθανότατα σε έδαφος εκκολπωματίτιδος". Η ανατομική περιοχή που της ως άνω συλλογής ήταν η ελάσσονα πύελος. Οι ιατροί έκαναν χειρουργική τομή μέση υπερομφάλιο η εν λόγο τομή δεν είναι η πλέον ενδεδειγμένη προκείμενου ο χειρουργός να ερευνήσει τα ανατομικά στοιχεία της εν λόγο περιοχής. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η αποστηματική αυτή συλλογή να σπάσει και το περιεχόμενο αυτής να χυθεί εντός της περιτοναϊκής κοιλότητας. Η ενδεδειγμένη αντιμετώπιση του ως άνω περιστατικού όπως αναγράφεται και στα ιατρικά συγγράμματα θα ήταν η εξής: Γίνετε κολοστομία σε πρώτο χρόνο προκειμένου να ανακουφισθεί η προσβληθείσα περιοχή από την μόλυνση καθώς είναι γνωστό ότι όταν υπάρχει φλεγμονή σε ένα όργανο οι ιστοί του οργάνου είναι σαθροί και μπορεί ανά πάσα στιγμή στο τοίχωμα του οργάνου να προκληθεί ρήξη. Η συγκεκριμένη ρίξη του τοιχώματος του εντέρου στη περιοχή του εκκολπώματος κατά την προσωπική μου άποψη προκλήθηκε κατά την στιγμή του χειρουργείου καθώς οι μετέπειτα καλλιέργειες έδειξαν μικρόβια που στην πλειοψηφία τους βρίσκονται εντός του εντερικού αυλού. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι οι ιατροί κατά το πρώτο χειρουργείο απέδωσαν την βλάβη όπως προκύπτει από το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΑΤΡΙΚΟ, ΙΣΤΟΡΙΚΟ Σελ 5, σε απότοκο πιθανώς μολύνσεως των κύστεων της αριστερής ωοθήκης που προϋπήρχαν ή απότοκου συστροφής αυτών ή μιας πιθανής εκκοπλωματίτιδας ή μιας πυοσαλπιγκίτιδος ή όλων αυτών μαζί. Έτσι λοιπόν με την διάγνωση αυτή άφησαν το ήδη φλεγμένων και με ρήξη εκκόλπωμα εντός της κοιλίας, ενώ όπως προαναφερθεί θα έπρεπε να κάνουν κολοστομία και μετά να κάνουν τελικοτελική αναστόμωση, οι ιατροί αρκέσθηκαν μόνο σε ένα καθαρισμό και στην τοποθέτηση μίας απλής παροχέτευσης γεγονός που οδήγησε την αποβιώσασα στην επιπλέον επιδείνωση της καταστάσεως του εξαντλημένου πλέον οργανισμού της. Το γεγονός στο οποίο κατά την χειρουργική περιποίηση του τραύματος που κάθε φορά εμφάνιζε διαφορετικά μικρόβια και καφεοειδές υγρό συνηγορεί υπέρ της ύπαρξης συριγγίου από το έντερο το οποίο διοχέτευε το περιεχόμενο του όπως αυτό προκύπτει και από της καλλιέργειες στην περιτοναϊκή κοιλότητα. Οι κοπρανώδεις εμετοί είναι συνηγορούν υπέρ του ειλεού ο οποίος προκλήθηκε από την περιτονίτιδα και παραταύτα πέρασαν τρία εικοσιτετράωρα χωρίς καμία ουσιώδη φροντίδα για να οδηγήσουν τέλος οι ιατροί την αποβιώσασα σε ένα χειρουργείο το οποίο θα έπρεπε να είχαν κάνει από την πρώτη στιγμή της εισαγωγής της άτυχης γυναίκας. Η παρούσα μου χορηγείται για δικαστική χρήση".
Εντεύθεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 510 § 1 περ. δ' ΚΠοινΔ και με την ερευνώμενη αίτηση προτεινόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά παραδοχή του οποίου πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο δι' αυτό βούλευμα και, κατ' επιταγή των άρθρων 485 § 1 εδ. β', 519 ΚΠοινΔ, παραπεμφθεί η υπόθεση προς έρευνά της στο αυτό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το 684/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει προς έρευνα την υπόθεση στο αυτό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που προηγουμένως δίκασαν την υπόθεση.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η δημιουργία αμφιβολιών αν το Συμβούλιο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη ιατροδικαστική γνωμοδότηση συνιστά έλλειψη αιτιολογίας και ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 494 παρ. 1 περ. δ΄ Κ.Π.Δ.. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Βούλευμα παραπεμπτικό.
| 0
|
Αριθμός 2034/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο (ο οποίος ορίστηκε, προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο και Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Κούγια, περί αναιρέσεως ης 1071-1072/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορουμένους τους: Χ3 και Χ4.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 8 Νοεμβρίου 2007 και 16 Νοεμβρίου 2007 αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1941/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι αιτήσεις αναιρέσεως, από 8-11-2007 και υπ'αριθμ. 25 του Χ1 δια δηλώσεως ενώπιον του γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και από 16-11-2007 του Χ2 δια δηλώσεως επιδοθείσης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στρέφονται κατά της υπ'αριθμ. 1071-1072/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατεχωρίσθη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στην άνω γραμματεία την 30-10-2007. Πρέπει αυτές να συνεκδικασθούν και να εξετασθούν περαιτέρω.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΠΚΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφηρμόσθη. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η κατ'είδος τους αναφορά τούτων, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ'αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη και συνεξετίμησε, για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, όχι μόνο τινά, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα, περιλαμβάνει δε ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο την πραγματογνωμοσύνη (περ. γ' αυτού) η οποία όμως διατάσσεται υπό προϋποθέσεις κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ από ανακριτικό υπάλληλο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέως. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία, για να υπάρχει βεβαιότητα ότι ελήφθη υπ'όψη. Για την πληρότητα όμως της αιτιολογίας δεν είναι απαραίτητη η ιδιαίτερη αξιολόγηση της πραγματογνωμοσύνης, όταν το συμπέρασμά της δεν αντιτίθεται στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως και το ουσιαστικό της περιεχόμενο εμπεριέχεται στις παραδοχές αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και δη τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία των κατηγορουμένων στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία (εδέχθη) ότι απεδείχθησαν τα ακόλουθα: Την 23-7-2003 περιήλθαν πληροφορίες στην Αστυνομία, ότι ..... υπήκοοι μαζί με άλλους, που θα τους βοηθούσαν, θα μετέφεραν μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα ηρωίνη, από την ..... στην ..... . Οι πληροφορίες δε αυτές είχαν δοθεί στην αστυνομία από τον Α, μάρτυρα κατηγορίας. Ο τελευταίος ύστερα από υπόδειξη της αστυνομίας εμφανίσθηκε ως αγοραστής, αφού πρώτα μετέβη στην Αθήνα και συνάντησε τους πρώτο και δεύτερο από τους κατηγορουμένους (είναι οι δύο αναιρεσείοντες) που είναι ... υπήκοοι και ήταν αυτοί, οι οποίοι κατείχαν στον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στο διατακτικό ναρκωτικά και συγκεκριμένα τα μετέφεραν στην ..., με σκοπό να τα διαθέσουν εκεί. Η ποσότητα δε αυτή των ναρκωτικών (ηρωΐνη) ανερχόταν σε τέσσερα κιλά και εκατόν εβδομήντα έξι γραμμάρια (4.176), είχαν δε επ' αυτής τη φυσική εξουσία με την έννοια ότι μπορούσαν και οι δύο να τη διαθέσουν. Την παραπάνω δε ποσότητα, που αποτελούσε μέρος μεγαλύτερης, την είχε προμηθευτεί ο πρώτος και την είχε φέρει στο σπίτι του δεύτερου, στο οποίο και φιλοξενούνταν, με σκοπό να τη φυλάτουν εκεί, μέχρι να βρουν αγοραστές να την πωλήσουν. Ύστερα από σχετικές συνεννοήσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πρώτων κατηγορουμένων και του παραπάνω Α αποφασίσθηκε όπως τα ναρκωτικά, που είχαν τοποθετηθεί σε σακβουαγιάζ, συσκευασμένα σε οκτώ (8) δέματα, να τα παραλάβουν και μεταφέρουν με το ΚΤΕΛ οι τρίτη και τέταρτη από τους κατηγορουμένους, από τις οποίες η τρίτη ήταν σύζυγος του δεύτερου και η τέταρτη είχε δεσμό με τον πρώτο, ο δε πρώτος και δεύτερος θα μετέβαιναν στον τόπο της συνάντησης τους, που ήταν η ....., με ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητο, ο δε Α θα ακολουθούσε με δικό του αυτοκίνητο. Έτσι οι μεν δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ξεκίνησαν για ... με το ιδιωτικής χρήσεως αυτοκίνητό τους, οι δε τρίτη και τέταρτη απ' αυτούς, επιβιβάσθηκαν σε λεωφορείο υπεραστικό, κατέχουσες την πιο πάνω ναρκωτική ουσία από κοινού, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης επ' αυτής, την οποία μετέφεραν επίσης από κοινού ύστερα από συνεχείς προτροπές και συμβουλές των δύο πρώτων στον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής οι κατηγορούμενοι και ιδίως οι δύο πρώτοι απ' αυτούς συνεννοούνταν δια μέσου κινητών τηλεφώνων με το φερόμενο ως αγοραστή Α, στο αυτοκίνητο του οποίου και τελικά επιβιβάσθηκαν και αυτοί έξω από τη ... λόγω μηχανικής βλάβης του αυτοκινήτου που επέβαιναν. Όταν έφθασαν οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων και ο ως άνω Α στην ... κατευθύνθηκαν στο σπίτι μιας τρίτης γυναίκας ονόματι Β, όπου και επρόκειτο να γίνει η συγκεκριμένη συναλλαγή (αγοραπωλησία) σε σχέση με την προεκτεθείσα ποσότητα των ναρκωτικών και ακολούθως επέστρεψαν ο δεύτερος κατηγορούμενος με τον Α σε σημείο του δρόμου που κάνει στάση το υπεραστικό λεωφορείο, όπου συνάντησαν τις τρίτη και τέταρτη από τους κατηγορουμένους, οι οποίες είχαν κατέλθει απ' αυτό (λεωφορείο) κρατώντας το σακβουαγιάζ με τα ναρκωτικά, τη στιγμή δε εκείνη επενέβησαν αστυνομικά όργανα, τα οποία ανέμεναν την έλευσή τους στο ως άνω σημείο και τους συνέλαβαν, πριν πραγματοποιηθεί η πώληση των ναρκωτικών στον Α, άλλα δε αστυνομικά όργανα ειδοποιηθέντα μετέβησαν στο σπίτι της ανωτέρω Β, όπου και συνέλαβαν τον πρώτο κατηγορούμενο με αποτέλεσμα να μην ολοκληρωθεί η πράξη αυτή της πώλησης ναρκωτικών, όχι από δική τους βούληση αλλά από το γεγονός ότι επενέβη η αστυνομία και τους συνέλαβε. Όλα τα παραπάνω αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και ιδίως των αστυνομικών οργάνων και του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Α, αλλά και από την απολογία των κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου σε συνδυασμό με τις αναγνωσθείσες στο ακροατήριο ως άνω προανακριτικές απολογίες τις τρίτης και τέταρτης των κατηγορουμένων, που επιβεβαιώνουν τα προαναφερθέντα. Οι κατηγορούμενες τρίτη και τέταρτη ισχυρίσθηκαν ότι δεν γνώριζαν ότι κατείχαν και μετέφεραν ναρκωτικά, πράξεις στις οποίες προέβησαν, κατά τους ισχυρισμούς τους, από αμέλεια δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που μπορούσαν και όφειλαν να καταβάλουν, δεν αντιλήφθηκαν ότι μεταφέρουν μέσα στο σακβουαγιάζ ναρκωτικές ουσίες. Πλην όμως, ο ισχυρισμός τους αυτός, που είναι αυτοτελής, αν γίνει δεκτός, οδηγεί στην κήρυξη της ενοχής τους κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών από πρόθεση σε διάπραξη των πράξεων αυτών από αμέλεια, που έχει ως συνέπεια την τιμωρία αυτών σε βαθμό πλημμελήματος, δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Και τούτο γιατί ανεξάρτητα των όσων ανέφεραν αυτές στις προανακριτικές τους απολογίες η όλη μεθόδευση αυτών σε συνεννόηση με τους δύο πρώτους να μεταφέρουν αυτές το ως άνω σακβουαγιάζ, όπου βρίσκονταν τα ναρκωτικά με το λεωφορείο, ενώ τις υπόλοιπες αποσκευές τους ανέλαβαν να μεταφέρουν οι συγκατηγορούμενοί τους (πρώτος και δεύτερος) με το ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητο και το ότι επέλεξαν να ταξιδέψουν οι κατηγορούμενοι με διαφορετικό μέσο και ειδικότερα, οι μεν δύο πρώτοι με ΙΧΕ αυτοκίνητο, οι δε τρίτη και τέταρτη απ' αυτούς με υπεραστικό λεωφορείο μολονότι ο προορισμός τους ήταν ο ίδιος (για ...) και η ημέρα αναχώρησης και πάλι η ίδια, αφού ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι οι δεύτερος και τρίτη ήσαν σύζυγοι, οι δε πρώτος και τέταρτη είχαν δεσμό, καταδεικνύει ότι η εκ μέρους των δύο τελευταίων κατηγορουμένων (τρίτης και τέταρτης) κατοχή και μεταφορά των ναρκωτικών έγινε όχι από αμέλεια αλλά από πρόθεση και με προφανή σκοπό να προφυλαχθεί η προεκτεθείσα ποσότητα ναρκωτικών για το ενδεχόμενο ότι θα παρακολουθούνταν οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων, οι οποίοι είχαν συμφωνήσει να πωλήσουν αυτά (ναρκωτικά). Είναι δε προφανές ότι στην ενέργεια αυτή να κατέχουν και μεταφέρουν τα ναρκωτικά παρακινήθηκαν οι δύο τελευταίες κατηγορούμενες από τους δύο πρώτους, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν τη σχέση που είχε ο καθένας απ' αυτούς με εκείνες. Περαιτέρω και με βάση τα όσα έγιναν δεκτά παραπάνω αποδειχθέντα το Δικαστήριο κρίνει ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, οι οποίοι δεν ήταν τοξικομανείς, με την έννοια του νόμου, όπως και οι λοιπές δύο, τέλεσαν της προαναφερθείσες πράξεις της κατοχής από κοινού ναρκωτικών, της ηθικής αυτουργίας σε μεταφορά ναρκωτικών και της απόπειρας πώλησης ναρκωτικών με την επιβαρυντική περίπτωση του ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται στο ότι η συγκεκριμένη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών ήταν πολύ μεγάλη, οι ενέργειες τους δε να τις μεταφέρουν η τρίτη και τέταρτη των κατηγορουμένων μέσα σε σακβουαγιάζ με το λεωφορείο, οι ίδιοι δε να ταξιδέψουν για το κοινό σημείο συνάντησης στην ..., καταδεικνύουν το σκοπό τους να διαφυλάξουν αυτή ώστε να μεταφερθεί χωρίς φόβο να αποκαλυφθεί από τις αστυνομικές αρχές και να την πωλήσουν στον ανωτέρω Α, με προορισμό περαιτέρω διάθεσης στους τοξικομανείς, καταδεικνύουν επίσης έλλειψη στάθμισης εκ μέρους τους της τεράστιας ζημίας που θα προκαλούνταν στο κοινωνικό σύνολο και ιδίως νέων που θα έκαναν χρήση αυτής (βλ. Α.Π.25/1996 Π.Χ. ΜΣΤ-1306). Με βάση δε τα όσα προεκτέθησαν πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι ως ακολούθως: Οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων, χωρίς να είναι τοξικομανείς, των πράξεων της από κοινού κατοχής ναρκωτικών, της ηθικής αυτουργίας σε μεταφορά ναρκωτικών ουσιών και της από κοινού απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών, που αποτελούν την ίδια ποσότητα, με την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987, όπως ισχύει, δηλαδή ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι, (οι τρίτη και τέταρτη των κατηγορουμένων, χωρίς επίσης να είναι τοξικομανείς, των πράξεων της από κοινού μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών και της από κοινού κατοχής ναρκωτικών ουσιών, χωρίς όμως τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης του άρθρου 8 του Ν. 1729/1987). Με τις παραδοχές αυτές το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κατεδικάσθησαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά ως και τις σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που εδέχθη στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ.1 περ. β' και ζ', και παρ. 2, 8 Ν.1729/1987 όπως ισχύει, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 42 παρ.1, 45 ΠΚ.
Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήτο αναγκαίο να γίνει συσχέτιση και συγκριτική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ1 ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ'όψη του ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο την υπ'αριθμ.πρωτ. 4102/039/000/2003 έκθεση εξέτασης (δείγματος) η οποία περιέχεται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Τούτο δε διότι το άνω έγγραφο καίτοι τιτλοφορούμενο ως "έκθεση εξέτασης" δεν είναι το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 178 γ' ΚΠΔ ως "πραγματογνωμοσύνη" και το οποίο πρέπει να μνημονεύεται στο αιτιολογικό της αποφάσεως ειδικώς, αλλ'είναι απλό έγγραφο και ως τοιούτο ελήφθη υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας που συνεξετιμήθη. Πέραν όμως αυτού, εις πάσα περίπτωση, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο σκεπτικό της προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το άνω έγγραφο όσον αφορά το είδος της ναρκωτικής ουσίας και εδέχθη ότι πρόκειται περί "ηρωΐνης" όπως ακριβώς και το, εις το έγγραφο αυτό, αποτέλεσμα του εξετασθέντος δείγματος.
Συνεπώς ο λόγος της αναιρέσεως του Χ1, περί ελλείψεως αιτιολογίας, στην προσβαλλομένη απόφαση, εκ της άνω παραλείψεως, αναφοράς της εκθέσεως εξετάσεως ιδιαιτέρως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι δεν γίνεται λόγος περί των λοιπών δύο εκθέσεων εξετάσεως (δείγματος) που αφορούν "κάνναβη", για την κατοχή της οποίας, για τον άνω κατηγορούμενο έχει παύσει η ποινική δίωξη κατ'άρθρο 31 παρ.1 Ν.3346/17-6-2005, όπως εκ της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει. Επίσης η αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ'όψη του ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και δεν εξετίμησε τις υπ'αριθμ. πρωτ. ..... και ..... ιατροδικαστικές εξετάσεις του Αναπληρωτού Καθηγητού του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γ που αφορούν τους κατηγορουμένους-αναιρεσείοντας, οι οποίες περιέχονται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Και τούτο διότι, ναι μεν δεν γίνεται μνεία περί αυτών στην αρχή της αιτιολογίας του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται κατ'είδος τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπόψη, στη συνέχεια όμως όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά τα οποία οδήγησαν το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης στην καταδικαστική του για τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα Χ1 κρίση του, ως και το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, συνάγεται σαφώς και ανενδοιάστως ότι ελήφθη υπ' όψη η άνω υπ'αριθμ. ..... ιατροδικαστική έκθεση αφορώσα αυτόν, τον οποίον χαρακτηρίζει ως μη τοξικομανή, συμπέρασμα στο οποίο ακριβώς κατέληξε και το δικαστήριο με το αποδεικτικό του πόρισμα. Τέλος και η αιτίαση του αυτού αναιρεσείοντος ότι δεν έλαβε υπ'όψη του το δικαστήριο τις υπ'αριθμ. ..... και ..... εκθέσεις τοξικολογικής εξετάσεως ούρων της Επίκουρης Καθηγήτριας στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, που αφορούν τους αναιρεσείοντας-κατηγορουμένους ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, οι οποίες περιέχονται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων, πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, η εξ αυτών 1780/27-8-2003 έκθεση αφορώσα τον Χ1 ουδεμία επίδραση είχε στην καταδικαστική γι' αυτόν κρίση του Πενταμελούς Εφετείου. Μετά ταύτα ο λόγος αναιρέσεως του Χ1 περί ελλείψεως αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, εξ αμφοτέρων των άνω τελευταίων παραλείψεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η κατά τα άνω άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε τοιούτοι εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται συμφώνως προς τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Η απόρριψη ούτως ενός τοιούτου ισχυρισμού, όπως είναι το αίτημα προς αναγνώριση της συνδρομής, μιας ή πολλών, εκ των ενδεικτικώς εις το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ αναφερομένων ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 364 παρ.1, 329, 331, 333 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου που δεν ανεγνώσθη κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα (άρθρ. 171 παρ.1 στοιχ.δ' ΚΠΔ) και ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ιδίου Κώδικος, λόγον αναιρέσεως, διότι ούτω παραβιάζεται το εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ απορρέον δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις ή παρατηρήσεις ή εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότης αυτή αποτρέπεται αν τα έγγραφα που δεν ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως (και δεν ελήφθησαν υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου), ως και όταν τα περιστατικά αυτά προέκυψαν από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τούτο, προκειμένου να απορρίψει τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος Χ1 περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως άρθρου 84 παρ.2 α' ΠΚ έλαβε υπ'όψη του τις "προανακριτικές απολογίες των κατηγορουμένων που ανεγνώσθησαν" και δη είπε επί λέξει: Αντίθετα το αίτημα του πρώτου και του δευτέρου κατηγορουμένου να τους αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρ. 84 παρ.2 α ΠΚ) είναι μεν νόμιμο, πλην όμως, πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμο, καθόσον ναι μεν από τα προσκομισθέντα δελτία ποινικού μητρώου αυτών προκύπτει ότι αυτοί δεν έχουν καμμία καταδίκη, πλην όμως η ύπαρξη μόνον λευκού ποινικού μητρώου δεν αποδεικνύει την ύπαρξη προτέρου εντίμου βίου (ΑΠ 449/1996 Ποιν.Χρ. ΜΖ-69), εφόσον δεν αποδείχθησαν θετικά στοιχεία ικανά να χαρακτηρίσουν έντιμη, την ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή τους. Αντίθετα από τις αναγνωσθείσες ως άνω προανακριτικές απολογίες προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι πριν από την τέλεση των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι, πώλησαν και άλλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών σε άγνωστο χρόνο και σε άγνωστους αγοραστές με συνέπεια και ανεξάρτητα από το ότι αυτοί δεν έχουν άλλες καταδίκες στο ποινικό μητρώο τους, να μη θεωρείται ότι έχουν έντιμο προηγούμενο βίο. Ο αναιρεσείων Χ1 προβάλλει την αιτίαση ότι η προανακριτική του απολογία δεν περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα στις σελ. 5-8 των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως αναγνωσθέντα έγγραφα, αιτίαση η οποία είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι η απολογία του αυτή περιλαμβάνεται ως αναγνωσθείσα εκ τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία μνημονεύονται εις το σκεπτικόν της προσβαλλομένης αποφάσεως μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητος της διαδικασίας στο ακροατήριο, άλλως ελλείψεως αιτιολογίας στην απόφαση, εκ του άνω λόγου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί στο σύνόλό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως του Χ1.
Κατ'άρθρον 171 παρ.1 στοιχ.δ' ΚΠΔ ακυρότητα που λαμβάνεται υπ'όψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο (απόλυτη ακυρότης) προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, κατά δε το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' ιδίου Κώδικος, η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο αποτελεί λόγον αναιρέσεως. Περαιτέρω κατ'άρθρο 366 παρ.2 ΚΠΔ αν όσα καταθέτει ο κατηγορούμενος είναι στο σύνολό τους ή εν μέρει διαφορετικά από όσα ο ίδιος εξέθεσε στην προδικασία, είναι δυνατό να του διαβαστούν οι αντίθετες περικοπές της απολογίας του κατά την ανάκριση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 1071-1072/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά την απολογία των τότε κατηγορουμένων Χ3 και Χ4 διαβάστηκαν στο ακροατήριό του περικοπές των από 19-7-2003 απολογιών των, για να καταδειχθούν οι αντιφάσεις των κατ'άρθρον 366 παρ.2 ΚΠΔ δηλαδή μόνον επειδή όσα εξέθεσαν στην απολογία των ήσαν διαφορετικά, όπως είχε προς τούτο ευχέρεια το δικαστήριο και όχι κατ'άρθρο 364 ΚΠΔ. Ούτως η αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ2, ότι οι άνω απολογίες ανεγνώσθησαν ως "έγγραφα" και μετά την ανάγνωσή των δεν του εδόθη ο λόγος να προβεί σε δηλώσεις ή επεξηγήσεις επ'αυτών κατ'άρθρον 358 ΚΠΔ, επελθούσης, εντεύθεν, απολύτου ακυρότητος είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αβάσιμος, συνεπώς, και απορριπτέος ο μόνος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεώς του και αυτή στο σύνόλό της.
Οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) έκαστος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 8-11-2007 και 16-11-2007 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 αντιστοίχως για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1071-1072/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει έκαστο των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πότε αιτιολογία καταδικαστικής απoφάσεως. Απαιτείται να αναφέρονται κατ’ είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα. Πότε η πραγματογνωμοσύνη ειδικό αποδεικτικό μέσο και πότε πρέπει να μνημονεύεται ιδιαίτερα άρθρ. 178, 183 ΚΠΔ. Εάν δεν μνημονεύεται ειδικώς, αρκεί από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή και το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως να προκύπτει ότι ελήφθη υπ’ όψη και συνεκτιμήθη. Πότε αιτιολογία αυτοτελών ισχυρισμών. Εάν μη αναγνωσθέν έγγραφο ελήφθη υπ’ όψη, διότι περιλαμβάνεται σε άλλο αναγνωσθέν έγγραφο, όπως πρακτικά εκκαλουμένης που ανεγνώσθησαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όχι ακυρότης. Κατ’ άρθρον 366 § 2 ΚΠΔ, εάν ανεγνώσθησαν περικοπές από απολογία κατηγορουμένου στην ανάκριση, αυτές δεν αναγιγνώσκονται ως έγγραφο κατ’ άρθρο 354 και συνεπώς ο συγκατηγορούμενος δεν έχει δικαίωμα να ζητήσει να τις σχολιάσει κατ’ άρθρο 358. Όχι ακυρότης εκ του ότι δεν εδόθη ο λόγος στο συγκατηγορούμενο προς τούτα. Απορρίπτει αναιρέσεις.
|
Πραγματογνωμοσύνη
|
Αποδεικτικά μέσα, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Πραγματογνωμοσύνη, Κατηγορούμενος.
| 0
|
Αριθμός 2035/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:Γεώργιο Χρυσικό, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Λεοντή-Εισηγητή και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5, 19 και 22 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Χ, ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μαυροειδή, κατά της υπ'αριθμ. 50/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του από 16-6-2000 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε από τον Εισαγγελέα Πολυμελούς Πρωτοδικείου Παρισίων σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 130/10-7-2008 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Γεωργίας Αράπου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1268/2008. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ως αβάσιμος η ανωτέρω έφεση του εκζητουμένου και να εκδοθεί στις Γαλλικές Αρχές.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 130/10-7-2008 έφεση προσβάλλεται η 50/10-7-2008 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο αποφασίσθηκε η εκτέλεση του από 16-6-2008 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Παρισίων κατά του εκκαλούντος, κρατούμένου με την 39/2008 εντολή του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, προκειμένου να προσαχθεί ο εκζητούμενος στην αρμόδια Γαλλική Αρχή και να ασκηθεί η ποινική δίωξη για τις αναφερόμενες στο εν λόγω Ευρωπαϊκό Ένταλμα αξιόποινες πράξεις και απορρίφθηκε η από 24-6-2008 προσφυγή του κατά της 39/23-6-2008 εντολής του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών. Η εν λόγω έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ενώπιον του Γραμματέα Εφετών (άρθρα 22 παρ.1 ν. 3251/2004 και 451 Κ.Ποιν.Δ). Το τυπικά παραδεκτό της εφέσεως επιτρέπει την έρευνα της βασιμότητας του διατυπουμένου δι' αυτής λόγου, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι δεν είναι επιτρεπτή η εκτέλεση του εντάλματος, εφόσον έχει εκδοθεί για πράξεις που έχουν τελεσθεί στην Ελλάδα, έννοια με την οποία και ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 11 περ. ζ' του ν. 3251/2004, η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων? "ζ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη η οποία: ι) θεωρείται κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο ότι ετελέσθη εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδος ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο ...". Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του αρθρ. 88 ν. 3386/2005, τιμωρούνται με τις οριζόμενες εις αυτήν ποινές, τα αναφερόμενα εις την εν λόγω διάταξη πρόσωπα που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, δεν έχουν δικαίωμα εισόδου εις το ελληνικό έδαφος.... Καθώς και αυτοί που τους προωθούν εις το εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν την μεταφορά τους ή την προώθησίν τους ή εξασφαλίζουν σ' αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη. Επίσης κατά το άρθρο 4 § 1, 2 του ίδιου νόμου, κάθε αλλοδαπός δύναται να εισέλθει στο ελληνικό έδαφος, όταν κατέχει κοινοτικό και ισχύον διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο, αναγνωριζόμενο από διεθνείς συμβάσεις και φέρει, εφόσον απαιτείται έγκυρη και ισχύουσα θεώρηση εισόδου (VISA). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με το αρθρ. 83 § 1 του ως άνω νόμου, που προβλέπει την ποινική ευθύνη και των αλλοδαπών, οι οποίοι εισέρχονταν εις το ελληνικό έδαφος, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, οι οποίες υπαγορεύθηκαν από την ανάγκη ανακοπής αθρόας εισόδου λαθρομεταναστών εις το ελληνικό έδαφος, προκύπτει ότι θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα, υπαλλακτικώς μικτό, τελούμενο με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους τρόπους, άρα και από τα πρόσωπα τα οποία προωθούν εις το εσωτερικό της χώρας αλλοδαπούς, που δεν έχουν το δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφος της, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις (δηλαδή χωρίς διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο), γνωρίζοντας βεβαίως την αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών. Ως διευκόλυνση δε εισόδου των ως άνω προσώπων, η οποία καθιερώνεται ως αυτοτελές έγκλημα, νοείται η παρεχόμενη εις τα πρόσωπα αυτά βοήθεια κατά την διέλευσή τους από την οροθετική γραμμή των συνόρων της Ελλάδος με ξένο κράτος από το οποίος πραγματοποιείται η είσοδός τους, καθώς και η διευκόλυνση με οποιονδήποτε άλλον τρόπο της περαιτέρω, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, προώθησής τους στο ελληνικό έδαφος. Για την αντικειμενική θεμελίωση απαιτείται διευκόλυνση, υπό την ως άνω έννοια της εισόδου στο ελληνικό έδαφος προσώπων μη δικαιουμένων προς τούτο ή των οποίων απαγορεύεται η είσοδος (Α.Π 1874/2002). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρ. 16 Π.Κ. ως τόπος τελέσεως της αξιόποινης πράξης θεωρείται εκείνος όπου ο υπαίτιος έκανε μερικά ή ολικά την αξιόποινη ενέργεια ή παράλειψη και ο τόπος όπου επήλθε ή σε περίπτωση απόπειρας έπραξε σύμφωνα με την πρόθεση του υπαιτίου να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα. Έτσι, προσδιοριστικά στοιχείο του τόπου τελέσεως της αμέσως παραπάνω περιγραφόμενης πράξεως, που αποτελεί και στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεώς της, είναι η παράνομος είσοδος και μόνον στην Ελληνική Επικράτεια αλλοδαπού, χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα, με οποιονδήποτε από τους ανωτέρω τρόπους, θεωρείται δε τετελεσμένο όταν ο αλλοδαπός έχει εισέλθει εντός των συνόρων ή συλλαμβάνεται κατά τον τελευταίο έλεγχο εξόδου από τα σύνορα.
Κατά το ερευνώμενο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως ο εκκαλών αποτελεί μέλος εγκληματικής οργανώσεως που έχει αναπτύξει δραστηριότητα στον ευρωπαϊκό χώρο με σκοπό την, έναντι αμοιβής, παράνομη διακίνηση λαθρομεταναστών, κυρίως από το ΙΡΑΚ μέσω της Ελλάδος, της Τουρκίας, της Γαλλίας, του Βελγίου και της Ολλανδίας και από εκεί στις σκανδιναβικές χώρες και τη Μεγ. Βρετανία, πράξεις που χαρακτηρίζονται ως (α)βοήθεια για παράνομη είσοδο στη χώρα και (β)συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση και φέρονται ότι τελέστησαν στην Γαλλία και στην Ελλάδα κατά την διάρκεια του έτους 2007 και μέχρι 4-6-2008. Οι πράξεις αυτές, για τις οποίες κατηγορείται ο εκκαλών και για τις οποίες ζητείται η έκδοσή του προσδιορίζονται στο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως ως ακολούθως, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή του. ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ ΠΑΡΙΣΙ ΚΑΙ ΧΕΡΒΟΥΡΓΟ. ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ κατά τη διάρκεια του 2007. 2008 μέχρι και στις 04 Ιουνίου του 2008. Στις 19 Μαρτίου του 2007 οι γάλλοι αστυνομικοί και μετά από πληροφόρηση από την Europol ότι οι υπηρεσίες μετανάστευσης της Μεγάλης Βρετανίας συνέλαβαν τον Ιανουάριο του 2007, έναν ... ο οποίος στην συνέχεια του παρείχε πολύ λεπτομερείς πληροφορίες αναφορικά με μια σπείρα παράνομης μετανάστευσης η οποία μετέφερε και μεσολαβούσε για την παράνομη διανομή λαθρομεταναστών από το Ιράκ στην Μεγάλη Βρετανία διαμέσου της Ελλάδος της Ιταλίας και της Γαλλίας. Ο εν λόγω πληροφοριοδότης παρείχε ονόματα μεσολαβούντων και εμπόρων λαθρομεταναστών και εν γένει στοιχεία για την οργάνωση του δικτύου παράνομης διακίνησης καθώς επίσης και τα τηλεφωνικά νούμερα που χρησιμοποιήσανε οι διακινητές.
Μετά από έρευνες στις τηλεφωνικές γραμμές και τη σχολαστική ο εξέταση των κλήσεων και διασταύρωση στοιχείων, επικυρώθηκαν οι πληροφορίες ότι η σπείρα διακίνησης παραμένει ενεργή. Ένα από τα τηλεφωνικά νούμερα που ερευνήθηκε μπήκε σε παρακολούθηση. Έχουμε καταγράψει ακριβείς τηλεφωνικές συναλλαγές, ο χρήστης παρουσιάζεται σαν Α δηλ. ... (...) φαίνεται να είναι και ο κύριος αρχηγός για το δίκτυο της Γαλλίας. Παρελάμβανε τους λαθρομετανάστες μόλις φτάνανε στο Παρίσι και οργάνωνε την μεταφορά τους προς την Μεγάλη Βρετανία μέσω της γαλλικής πόλης του Χερβούργου (Cherbourg, Calais Havre & Βέλγιο) Καλέ, Χαρβ ακόμη και διαμέσου Βελγίου, για τη μεταφορά τους δε προς Σουηδία τους μετέφερε διαμέσου Βελγίου και Ολλανδίας. Πρόκειται λοιπόν για ένα ιρακινό, ο οποίος χρησιμοποιεί πολλαπλές ταυτότητες όπως Α1, Α2, κλπ συνεργαζότανε δε, δύο συμπατριώτες του τους: Β ονομαζόμενο και ..., και τον Γ ονομαζόμενο και ... .
Οι αναλύσεις των τηλεφωνικών κλήσεων των παραπάνω ατόμων δείχνουν ότι η σπείρα ενεργούσε μεταξύ πολλαπλών χωρών όπως της Τουρκίας, της Ελλάδος, της Ιταλίας, της Γερμανίας του Βελγίου της Ολλανδίας της Σουηδίας της Νορβηγίας της Μεγάλης Βρετανίας, της Ιρλανδίας του Ιράκ του Ιράν και της Κίνας. Σε ότι αφορά την ΕΛΛΑΔΑ, φαίνεται ότι πολλά μέλη της σπείρας φαίνεται ότι διαμένανε στην Αθήνα όπως: ο φερόμενος σαν ... ή ... του οποίου η ταυτότητα πιστοποιήθηκε σαν Χ γεννηθείς το ... στο ... του ΙΡΑΚ (DOHUK-IRAK) ο οποίος έμενε ή διαμένει ακόμη στην οδό ... στην ... και κάτοχος και χρήστης των παρακάτω τηλεφωνικών γραμμών: ....., ..... και ..... . Φαίνεται ότι είχε απευθείας τηλεφωνική συνεργασία με τον Α & Β και εμπλοκή του στην σπείρα διακίνησης είναι σίγουρη. Με την παρακολούθηση και ανάλυση των τηλεφωνικών επικοινωνιών στις 05 Ιουνίου 2007 πληροφορείται για τον πελάτη που ασχολήθηκε ο Α να περάσει στην ΟΛΛΑΝΔΙΑ και πληροφορεί επίσης ότι ο λαθρομετανάστης του στέλνει, 250 Δολάρια. Στις 07 Σεπτεμβρίου του 2007 ο Χ αναφέρει ότι κάποιος ονομαζόμενος Γ χρησιμοποιούσε την γραμμή τον Β και ότι το ποσό των 1015 Δολαρίων που έλαβε για τον "τύπο" θα του το στείλει. Στις 08 Σεπτεμβρίου 2007 ο Α τον ρωτάει να του στέλνει "εγγυημένους" πελάτες. Στις 14 Σεπτεμβρίου 2007 ο Α επικυρώνει στον Δ ότι ένας από τους πελάτες του έχει φύγει και ότι με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να του στείλει τα χρήματα από την Μεγάλη Βρετανία. Στις 20 Νοεμβρίου 2007 ρωτάει τον Δ εάν έχει λάβει τα 180 δολάρια για τον πελάτη, Στις 14 Νοεμβρίου 2007 εκ νέου μιλάνε με Α για την αναχώρηση ενός άραβα και 2 Κούρδων και ο Δ που κρατάει τα λεφτά προτείνει να τα στείλει στον Α μόλις δεχτεί τηλεφωνική κλήση. Στις 26 Δεκεμβρίου ο Ε ο κύριος αρχηγός της σπείρας για το ΒΕΛΓΙΟ ζητάει από τον Β να δώσει τα χρήματα στον Χ στην Ελλάδα. Στις 14 Ιανουαρίου 2008, ένας συνεργάτης του Β αναφέρει ότι μια οικογένεια μετέφερε τα χρήματα για τον Χ στην Ελλάδα. Στις 05 Φεβρουαρίου 2008 ένας λαθρομετανάστης που κατευθυνότανε για Αγγλία ρωτάει τον πατέρα του εάν έδωσε τα 600 ευρώ στον εγγυητή Χ ο οποίος με την σειρά του θα τα δώσει στο Α. Στις 11 Φεβρουαρίου 2008 μιλάει για μια νέα μεταφορά χρημάτων 250 -300 Δολάρια στην ΕΛΛΑΔΑ για τον Χ που θα τα έδινε κάποιος ΣΤ για λογαριασμό ενός Ζ και τα δύο αυτά άτομα είναι σε συνεχή επαφή με τον Α, ο οποίος φέρεται σαν τον τελικό παραλήπτη των εισπράξεων για την ΕΛΛΑΔΑ. Στις 22 Φεβρουαρίου 2008 ο Δ επικυρώνει στον Α ότι έλαβε από κάποιο ονομαζόμενο Η ποσό των 350 Δολαρίων και πως θα του τα μεταφέρει. Σε μια τηλεφωνική συναλλαγή στις 22 Μαρτίου 2008, ένας λαθρομετανάστης που είναι μαζί με δύο άλλους αναφέρει ότι θα μεταφέρει τα χρήματα από τον Χ χωρίς αμφιβολία για τον Α. Σε μια άλλη τηλεφωνική συνομιλία στις 14 Νοεμβρίου 2007 πληροφορείται από τον Α για την τιμή της "αληθινής γαλλικής κάρτας παραμονής". Όλα αυτά τα στοιχεία είναι σοβαρές και αξιόλογες αποδείξεις για την συμμετοχή του Χ για όλες τις αξιόποινες πράξεις δηλ. Την συμμετοχή και διακίνηση λαθρομεταναστών και οργάνωση συμμορίας και την συμμετοχή του σε εγκληματική οργάνωση. Φαίνεται να είναι ο επικεφαλής των ταξιδιωτικών προορισμών και λαθρομεταναστών, αλλά και ο οικονομικός μεσάζων μεταξύ άλλων μελών του δικτύου (δηλ εγγυητής για ποσά που του κατατίθενται, προκειμένου αυτός στην συνέχεια να οργανώσει την μεταφορά των λαθρομεταναστών). Σχετικά με την υπόθεση αυτή και μετά από συμφωνία της EUROJUST, κοινή δράση καταπολέμησης της παράνομης διακίνησης ατόμων μεταξύ 10 ευρωπαϊκών χωρών: Γαλλία, Ελλάδα, Αγγλία, Ιρλανδία, Βέλγιο, Ολλανδία, Δανία, Σουηδία, Νορβηγία, Γερμανία προγραμματίστηκε για τις 23 Ιουνίου του 2008". Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, πέραν της αναφοράς εις το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ότι, μεταξύ των χωρών που φέρονται ότι ετελέσθησαν αι πράξεις για τις οποίες ζητείται η έκδοσις του εκκαλούντος, είναι και η Ελλάδα, από την εξειδίκευση των ενεργειών του εις το σκεπτικό της εκκαλουμένης απόφασης, δεν προκύπτει ότι αυτές ετελέσθησαν εν όλω ή εν μέρει στην ημεδαπή, σε κάθε δε περίπτωση, πέραν των ανωτέρω, εις βάρος του εκζητουμένου όχι μόνον δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη στην Ελλάδα για τις προαναφερόμενες πράξεις αλλ' ούτε θεωρείται διωκόμενος γι' αυτές και δεν έχει σχηματισθεί εις βάρος του ούτε σχετική δικογραφία αφού δεν διαπιστώθηκε η τέλεση των πράξεων αυτών στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν πρόκειται για Έλληνα υπήκοο. Εν όψει όλων αυτών και του ότι οι πράξεις αυτές δεν· τελέσθηκαν στην Ελλάδα, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση αλλά και την εκτέλεση του αναφερόμενου υπό εκτέλεση εντάλματος Συλλήψεως.
Συνεπώς η εκκαλούμενη απόφαση κατά την κρατήσασα πάντοτε γνώμη, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε την προσφυγή του εκκαλούντος και αποφάσισε την εκτέλεση του προσβαλλόμενου Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως, με άμεση δικονομική συνέπεια ο υποστηρίζων τα αντίθετα λόγος και η έφεση στο σύνολό της να αξιολογείται ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, λόγο για τον οποίο και πρέπει να απορριφθεί. Αντίθετα, κατά την γνώμη του μειοψηφούντος μέλους του δικαστηρίου τούτου Νικολάου Λεοντή, Αρεοπαγίτη, από το όλο περιεχόμενο του ερευνώμενου εντάλματος συλλήψεως αξιολογουμένου σε συνδυασμό με τις διενεργηθείσες στην Ελλάδα ανακριτικές πράξεις, προκύπτει ότι οι πράξεις που αποδίδονται στον εκκαλούντα και για τις οποίες ζητείται η έκδοσή του και η προσαγωγή του στην αρμόδια γαλλική δικαστική αρχή φέρονται ότι τελέσθηκαν κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο τουλάχιστον εν μέρει στην Ελλάδα, με την έννοια ότι ενεργούσε ως μέλος της εγκληματικής οργανώσεως, για την προώθηση στο εσωτερικό της χώρας και στη συνέχεια της Γαλλίας, Βελγίου και Ολλανδίας, με τελικό προορισμό τις Σκανδιναβικές χώρες και την Μεγ. Βρετανία, στην Αθήνα, όπου νομίμως διέμενε, για τις οποίες επομένως κατά την προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 11 περ. ζ' του ν. 3251/2004 δεν είναι επιτρεπτή η εκτέλεσή του, για την εφαρμογή της οποίας δεν απαιτείται η δίωξη του εκζητούμενου στην Ελλάδα για την ίδια πράξη. Ικανό υπέρ της ορθότητας της νομικής αυτής παραδοχής εξ αντιδιαστολής επιχείρημα αποτελεί το ότι με την διάταξη του ίδιου άρθρου 11 περ. η' τίθεται ως αρνητική προϋπόθεση της εκδόσεως ημεδαπού η δίωξή του στην Ελλάδα για την ίδια πράξη και παράλληλα με το επόμενο άρθρο 18 περ. α' ως δυνητικός λόγος μη εκδόσεως αλλοδαπού. Κατά συνέπεια, κατά τη μειοψηφούσα πάντοτε γνώμη, κατά τον βάσιμο διατυπούμενο περί τούτου λόγο εφέσεως, έπρεπε να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση του εφετείου Αθηνών και αποφανθεί το Δικαστήριο τούτο για την μη εκτέλεση του εν λόγω Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως, με την παράλληλη παραγγελία για διαβίβαση της δικογραφίας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών για τις δικές του ενέργειες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την 130/10-7-2008 έφεση του Χ κατά της 50/10-7-2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με την οποία αποφασίσθηκε η εκτέλεση του εκδοθέντος κατ' αυτού από 16-6-2000 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως του Εισαγγελέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Παρισίων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης αλλοδαπού. Επιτρεπτή η εκτέλεσή του και αν αφορά αξιόποινες πράξεις που τελέστηκαν εν μέρει στο Ελληνικό έδαφος, εφόσον δεν ασκηθεί κατ’ αυτού ποινική δίωξη ή δεν διώκεται στην Ελλάδα (κατά πλειοψηφία).
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 2028/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Νάκη - Αποστόλου, για αναίρεση της με αριθμό 42.994/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1604/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 2 Κ.Π.Δ. σαφώς προκύπτει ότι αναιρεθείσης της αποφάσεως, εάν η νέα συζήτηση διετάχθη συνεπεία αιτήσεως αναιρέσεως που έγινε μόνο από ή υπέρ του καταδικασθέντος, το δικαστήριο της παραπομπής έχει δικαιοδοσία να εξετάσει εξ υπαρχής την υπόθεση όταν η απόφαση ανηρέθη εξ ολοκλήρου, εάν όμως η αναίρεση υπήρξε μερική, δεν θίγεται η απόφαση κατά τις λοιπές αυτής διατάξεις, για τις οποίες έχει καταστεί αμετάκλητη. Ειδικότερα εάν αναιρεθεί η απόφαση μόνον όσον αφορά την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της σε χρηματική, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει πριν τις προϋποθέσεις της αναστολής, έχει κριθεί πλέον η ενοχή ως προς την τέλεση της πράξεως αυτής και το δικαστήριο της ουσίας στο οποίο παραπέμπεται η υπόθεση περιορίζεται μόνο στην εξέταση του ζητήματος της αναστολής ή μετατροπής της συγκεκριμένης ποινής και δεν έχει εξουσία να ερευνήσει εκ νέου την ενοχή του κατηγορουμένου ως προς το έγκλημα αυτό, για το οποίο η κρίση περί ενοχής έχει καταστεί αμετάκλητη. Περαιτέρω εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 370 εδ. β' και 511 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι ναι μεν η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως που έχει ως συνέπεια την παύση οριστικά της ποινικής διώξεως λαμβάνεται υπ' όψη υυπό του δικαστηρίου σε κάθε στάση της δίκης και αυτεπαγγέλτως, πλην η ενέργεια αυτή του δικαστηρίου προϋποθέτει ότι η απόφαση που καταδικάζει τον κατηγορούμενο δεν έχει καταστεί αμετάκλητη ως προς την καταδίκη αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με την υπ' αριθμ. 74.362/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δικάσαντος ως εφετείου, εκηρύχθη ένοχος των πράξεων της σωματικής βλάβης παρ' υποχρέου από αμέλεια και της παραβάσεως των άρθρων 1 και 3 της υπ' αριθμ. 102124/1983 Υγειονομικής διατάξεως σε συνδυασμό με το άρθρο 11 παράγραφος 10 του Ν.2307/1995 και του επεβλήθηκαν ποινές φυλακίσεως έξι (6) μηνών και δύο (2) μηνών αντιστοίχως και συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών μετατραπείσα σε χρηματική προς 4,40 € ημερησίως. Με την υπ' αριθμ. 502/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου ανηρέθη εν μέρει η ως άνω απόφαση, ήτοι ως προς την περί μετατροπής διάταξή της, διότι παρέλειψε να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής και ούτως υπερέβη την εξουσία του και παρεπέμφθη η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών). Το τελευταίο αυτό, δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 42.994/2007 απόφασή του, ορθώς απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί παραγραφής της πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υποχρέου, λόγω παρελεύσεως οκταετίας από της κατά την 26.12.1996 τελέσεώς της, διότι "η αναιρεσιβληθείσα απόφαση κατά το μέρος αυτό" δηλαδή την περί ενοχής για την άνω πράξη κρίση του "είχε καταστεί αμετάκλητη".
Συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος της κρινομένης αναιρέσεως, ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις περί παραγραφής διατάξεις των άρθρων 111 παράγραφος 3 και 113 παράγραφοι 1 και 3 Π.Κ. και εντεύθεν υπερέβη θετικά την εξουσία του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού μετά την απόρριψη της αναιρέσεως κατά το τμήμα εκείνο της αποφάσεως (74.362/2004) που αφορούσε την τέλεση της σωματικής βλάβης παρ'υποχρέου από αμέλεια, η κρίση περί ενοχής γι' αυτή είχε καταστεί αμετάκλητη και δεν υπήρχε επομένως στάδιο ερεύνης της παραγραφής. Κατ' άρθρο 32 παρ. 1 Ν.3346/17.6.2005 επιβληθείσες ποινές με αποφάσεις που έχουν εκδοθεί μέχρι την δημοσίευση του παρόντος διαρκείας μέχρι έξι μηνών, εφ' όσον δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και δεν έχουν εκτιθεί οπωσδήποτε μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου παραγράφονται και δεν εκτελούνται υπό τον όρον ο καταδικασθείς δεν θα υποπέσει μέσα σε δεκαοκτώ μήνες από τη δημοσίευση του νόμου αυτού σε νέα από δόλο προερχόμενη αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικασθεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε στερητική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών και παρ. 2, οι μη εκτελεσθείσες κατά την παράγραφο 1 αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμοδίου εισαγγελέα ή δημοσίου κατηγόρου, κατά περίπτωση.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας παραδεκτώς η επιβληθείσα εις τον αναιρεσείοντα δια της εν μέρει αναιρεθείσης υπ' αριθμ. 74.362/17.12.2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ποινή των έξι (6) μηνών για την σωματική βλάβη εξ αμελείας παρ' υποχρέου και η οποία μετετράπη εις χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως, εξηγοράσθη υπ' αυτού την 31.3.2005, ήτοι προ της ημερομηνίας δημοσιεύσεως του Ν.3346/2007, την 17.6.2005, με το υπ' αριθμ. 9684661/31.3.2004 διπλότυπο εισπράξεως της ΙΘ' ΔΟΥ Αθηνών.
Συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος της κρινομένης αναιρέσεως, κατά τον οποίον το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 32 Ν.3346/2005 και εντεύθεν υπερέβη θετικά την εξουσία του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού κατά τ' άνω εκτεθέντα, με την ανωτέρω απότιση της ποινής, δεν είχε έδαφος εφαρμογής ο νόμος αυτός. Κατά το άρθρο 99 παρ.1 Π.Κ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 3 Ν.2479/1997, αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές συνολικώς δεν υπερβαίνουν το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι εάν ο κατηγορούμενος καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο υποχρεούται να αποφασίσει συγχρόνως πριν από κάθε μετατροπή για την αναστολή της ποινής, ελέγχον την συνδρομή των προϋποθέσεων αυτής και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος, να αιτιολογήσει δε ειδικά την τυχόν αρνητική του κρίση. 'Αλλως, αν το δικαστήριο αποφασίσει την μετατροπή της ποινής, χωρίς προηγουμένως να αποφανθεί και αποκλείσει την αναστολή αυτής, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του και υποπίπτει στην αναιρετικώς ελεγχομένη πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας εκ της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως. Εάν δε δεν αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την απορριπτική του κρίση ήτοι την περί αναστολής της ποινής υποπίπτει εις την πλημμέλεια της ελλείψεως αιτιολογίας, όπως απαιτούν τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., εκ της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 42.994/2007 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, μετέτρεψε την στερητική της ελευθερίας ποινή των έξι (6) μηνών, που επεβλήθη με την υπ' αριθμ. 74.362/2004 απόφασή του, σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως, χωρίς να αιτιολογήσει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά την μη συνδρομή των προϋποθέσεων της αναστολής και χωρίς να παραθέσει τα ειδικά εκείνα στοιχεία σύμφωνα με τα οποία η εκτέλεση της ποινής ήτο αναγκαία απολύτως για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Συγκεκριμένα το άνω δικαστήριο, είπε επί λέξει: "Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας, ο κατηγορούμενος έχει προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες σε στερητικές της ελευθερίας ποινές, συνολικού ύψους 6 μηνών και 15 ημερών, όπως προκύπτει από το από 12.6.2002 αντίγραφο ποινικού μητρώου, ενώ από το από 21.2.2003 αντίγραφο ποινικού μητρώου προκύπτει ότι έχει ποινές 5 μηνών και 20 ημερών (βλ. τα άνω αντίγραφα ποινικού μητρώου). Επομένως, υπάρχει ασάφεια ως προς το ύψος των στερητικών της ελευθερίας ποινών που έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο.
Συνεπώς, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής κατ' άρθρ. 99 ΠΚ και η πιο πάνω ποινή των έξι μηνών, που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο με την υπ' αριθ. 74.362/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, πρέπει να μετατραπεί προς 4,40 ευρώ την ημέρα". Ούτω το δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και πρέπει κατά παραδοχή του σχετικού τρίτου λόγου της αναιρέσεως να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση μόνον όσον αφορά την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο, το οποίον εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.), να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως του Χ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμ. 42.994/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και μόνον ως προς την διάταξή της περί μετατροπής της στερητικής της ελευθερίας ποινής των έξι μηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση - κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων, οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 16.7.2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρο 524 § 2 ΚΠΔ: Αν αναιρεθεί εν μέρει η απόφαση δεν θίγεται ως προς τις λοιπές διατάξεις της, για τις οποίες έχει καταστεί αμετάκλητη. Ειδικότερα, αν αναιρεθεί για την περί μετατροπής διάταξή της, η περί ενοχής κρίση του δικαστηρίου έχει καταστεί αμετάκλητη και δεν υπάρχει πεδίο έρευνας της παραγραφής. Εάν αποτήθηκε η ποινή προ της 17-6-2005, όχι εφαρμογή Ν. 3346/2005. Αναίρεση για υπέρβαση εξουσίας, εάν το δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει τις προϋποθέσεις αναστολής και προχώρησε στην μετατροπή της. Αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας εάν δεν αιτιολόγησε ειδικώς την απορριπτική του κρίση για την αναστολή, ούτε ανέφερε τα ειδικά στοιχεία που απαιτούνται για την μετατροπή. Αναιρείται εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση δι’ έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απορριπτική της αναστολής διάταξής της και απορρίπτεται ως προς την παραγραφής ένστασή της και εφαρμογής του Ν. 3346/2005 η αναίρεση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Παραγραφή υφ' όρο.
| 0
|
Αριθμός 2026/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΔΙΑΚΟΠΩΝ (Σε συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Νικόλαο Λεοντή και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 και 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Χ, Έλληνα υπηκόου, ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αβαρκιώτη, κατά της υπ'αριθμ. 51/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του από 8-5-2008 με αριθμό 920 AR 19873/2009 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης της Εισαγγελίας Oldenburg Γερμανίας, που εκδόθηκε σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 131/10-7-2008 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Αικατερίνης Σωφρόνη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1267/2008. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση έκθεση εφέσεως του εκζητουμένου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης κλπ", σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου, επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον Γραμματέα Εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως, η υπό κρίση, από 10 Ιουλίου 2008, με αριθμό έκθεσης 131/2008, έφεση του Χ κατά της υπ' αριθμό 51/10-7-2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αποφασίστηκε η εκτέλεση του με στοιχεία 920 AR 19873/08 από 8 Μαΐου 2008 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης της Εισαγγελίας Oldenburg της Γερμανίας, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του παραπάνω Εφετείου, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσία.
Κατά το άρθρο 1 του πιο πάνω νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α)προκειμένου, σε πρόσωπο στο οποίο ήδη έχει αποδοθεί η αξιόποινη πράξη, να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β)να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου, ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει, ειδικότερα, α)ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β)όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής κλπ. σύνδεσης της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ)μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ)φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε)περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνεται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από την νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ)στο μέτρο του δυνατού, κάθε πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της, και ορίζεται ότι το ένταλμα τούτο μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα του κράτους εκτέλεσής του. Επίσης, στο άρθρο 9 παρ. 3, ορίζεται ότι, όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος, ενώ, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του εν λόγω νόμου, κατά της πιο πάνω οριστικής απόφασης επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο, από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα, μέσα στην προθεσμία που προαναφέρθηκε. Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή, σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, αντίστοιχα δε, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, επιτρέπεται η εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, εάν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστο δώδεκα μηνών, επίσης δε, το ένταλμα εκτελείται, κατά το στοιχ. β' της ανωτέρω παραγράφου 1, εφόσον τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης αυτού καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή ως κακούργημα, ενώ, τέλος, κατά την παρ. 2 του αμέσως πιο πάνω άρθρου, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών. Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, και συγκεκριμένα από τα έγγραφα που προσκομίζονται από το κράτος που ζητεί την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος, συμπεριλαμβανομένων των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο εκζητούμενος και ο παραστάς συνήγορός του προφορικώς και με το υποβληθέν έγγραφο υπόμνημά της, προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του από 8-5-2008 Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που εκδόθηκε από τον Εισαγγελέα της πόλεως Oldenburg της Γερμανίας, κατά του εκκαλούντος Χ, έλληνα υπηκόου, ο οποίος γεννήθηκε στις ..... στην πόλη ... του ..., και διαμένει στην Ελλάδα. Ειδικότερα, με το υπ' αριθμό ΕΚΔ 2088 ΦΕ 6061/2-7-2008 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, διαβιβάστηκε στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το από 8-5-2008 ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης των Γερμανικών Αρχών, που εκδόθηκε από το Διευθύνοντα Εισαγγελέα της πόλεως Oldenbourg και αφορά τoν εκζητούμενo με τα σχετικά συνοδευτικά έγγραφα, προκειμένου να συζητηθεί η εκτέλεση του πιο πάνω εντάλματος σε βάρος του, και ο οποίος κρατήθηκε στις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού, δυνάμει της υπ' αριθμό 41/26-6-2008 εντολής του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Η Εισαγγελική Αρχή της Oldenburg Γερμανίας εξέδωσε το πιο πάνω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, που εκδόθηκε δυνάμει του υπ' αριθμό 28 GS 1202/08 από 03-4-2008 εντάλματος σύλληψης του Πλημμελειοδικείου του Oldenburg, σε βάρος του εκκαλούντος-εκζητουμένου, ο οποίος διώκεται για τις αξιόποινες πράξεις της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, νομιμοποίηση προϊόντων εγκλήματος και παράβαση του Κώδικα Δημοσίων Εσόδων της Γερμανίας, οι οποίες προβλέπονται από τις παραγράφους 369, 370 και 374 εδ.1 του Κώδικα Δημοσίων Εσόδων και 1, 25 εδ.2, 52, 53 του Π.Κ, και τιμωρούνται από το Γερμανικό Ποινικό Νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή πέντε(5) ετών(για κάθε επί μέρους πράξη), οι πράξεις δε αυτές είναι αξιόποινες και κατά του Ελληνικούς Ποινικούς νόμους.
Με το ένταλμα αυτό ζητείται η σύλληψη και η προσαγωγή του εκζητουμένου ενώπιον της Δικαστικής Αρχής που το εξέδωσε με σκοπό την άσκηση εναντίον της ποινικής δίωξης για παράβαση των προαναφερόμενων ποινικών διατάξεων του Γερμανικού Ποινικού Νόμου. Για την περίπτωση δε που αυτός κριθεί ένοχος και επιβληθεί σε βάρος της ποινή στερητική της ελευθερίας, έχει παρασχεθεί η διαβεβαίωση της Γερμανικής Δικαστικής Αρχής, και συγκεκριμένα με την από 30-6-2008 δήλωση του Διευθύνοντος την Εισαγγελία Πρωτοδικών του Oldemburg, ότι ο εκζητούμενος θα διαμεταχθεί για την έκτιση αυτής στην Ελλάδα. Ενόψει δε της μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου να προσαχθεί στο Κράτος έκδοσης του εντάλματος (Γερμανία), αρμόδια Δικαστική Αρχή να αποφασίσει για την εκτέλεση του εντάλματος, είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου έχει συλληφθεί ο εκζητούμενος, κατά της αποφάσεως του οποίου ασκήθηκε η κρινόμενη έφεση. Από το ένδικο ένταλμα σύλληψης, το οποίο προσκομίζεται σε πρωτότυπο και μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα, προκύπτει ότι οι πράξεις για τις οποίες διώκεται ο εκζητούμενος προς άσκηση κατ' αυτού ποινικής δίωξης και, οι οποίες φέρονται να έχουν τελεστεί στις πόλεις RAHDEN, OLDENBURG και αλλαχού στη Γερμανία από 02-10-2007 έως 16-10-2007, συνίστανται, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο εκδοθέν πιο πάνω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, στο ότι, "ο κατηγορούμενος 1) δρώντας από κοινού με τους κατηγορούμενους Α και Β, παρέδωσε τουλάχιστον 2.000.000 τσιγάρα για τα οποία δεν είχαν καταβληθεί τελωνειακοί δασμοί ή φόροι, στο RAHDEN OT TIELGE την 02-10-2007, που είχε ως αποτέλεσμα τη διαφυγή των δασμών εισαγωγής που ανέρχονταν στο ποσό των 381.765,28 ευρώ περίπου, 2) Ενεργώντας από κοινού με τον κατηγορούμενο Β, παρέδωσε τουλάχιστον 2.000.000 τσιγάρα, για τα οποία δεν είχαν καταβληθεί τελωνειακοί δασμοί ή φόροι, στο MORSBACH OT ERBLINGEN ΤΗΝ 04-10-2007, από φορτηγό με βελγικές πινακίδες, που είχε ως αποτέλεσμα τη διαφυγή δασμών και φόρων, που ανέρχονταν στο ποσό των 381.765,28 Ευρώ. 3) ενεργώντας από κοινού με τους Α και Β, παρέδωσε τουλάχιστον 2.000.000 τσιγάρα, για τα οποία δεν είχα καταβληθεί δασμοί ή φόροι στο SALZGITTER την 05-10-2008, που είχε ως αποτέλεσμα τη διαφυγή δασμών εισαγωγής, που ανέρχονταν στο ποσό των 381.765,28 ευρώ και 4) δρώντας από κοινού με τους κατηγορούμενους Α, Β, Γ και Δ, παρέδωσε τουλάχιστον 2.000.000 τσιγάρα, για τα οποία δεν είχαν καταβληθεί τελωνειακοί δασμοί ή φόροι στο SYRGENSTEIN την 16-10-2007, που είχε ως αποτέλεσμα τη διαφυγή δασμών και φόρων, που ανέρχονταν στο ποσό των 381.765,28 ευρώ και ότι ο εκζητούμενος κατηγορείται για την μεταφορά συνολικής ποσότητας 8.000.000 τσιγάρων, χωρίς να έχουν καταβληθεί οι ανάλογοι τελωνειακοί δασμοί ή φόροι που ανέρχονται συνολικά στο ποσό του 1.527.061,12 ευρώ.
Με τον πρώτο λόγο της εφέσεως, ο εκκαλών παραπονείται ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου διατάχθηκε η εκτέλεση του εκδοθέντος σε βάρος του Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, ενόψει του ότι για την ίδια ακριβώς αιτία, για την οποία εκδόθηκε το προσβαλλόμενο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, διώκεται από τις αντίστοιχες δικαστικές Αρχές του Βελγίου. Ο σχετικός, όμως, πρώτος λόγος της εφέσεως, ανεξάρτητα της προφανούς αοριστίας του, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο γιατί, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι από τις δικαστικές Αρχές του Βελγίου, ασκήθηκε σε βάρος του η σχετική ποινική δίωξη και πολύ περισσότερο, ότι οι πράξεις για τις οποίες αυτός επικαλείται ότι κρατήθηκε από τις Αρχές του Βελγίου, ταυτίζονται καθ' οιονδήποτε τρόπο, με τις αντίστοιχες για τις οποίες ζητείται η εκτέλεση του προσβαλλόμενου ευρωπαϊκού εντάλματος.
Με το δεύτερο και τελευταίο λόγο της εφέσεως, ο εκκαλών παραπονείται ότι το προσβαλλόμενο ευρωπαϊκό ένταλμα, εκδόθηκε από αναρμόδια καθ' ύλη Αρχή και συγκεκριμένα ότι κακώς εκδόθηκε από την Εισαγγελία του Oldenburg, ενώ θα έπρεπε να εκδοθεί από την αντίστοιχη Δικαστική Αρχή, προς την οποία δεν μπορεί να εξομοιωθεί η Εισαγγελική Αρχή. Και ο λόγος αυτός της εφέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει του ότι το προσβαλλόμενο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, εκδόθηκε από την οικεία Δικαστική Αρχή, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και η οικεία Εισαγγελία, η οποία στην προκείμενη περίπτωση, ήταν αυτή της Εισαγγελίας του Oldenburg της Γερμανίας. Ενόψει όλων αυτών και με δεδομένο, ότι α) ότι τα στοιχεία του εκκαλούντος, ταυτίζονται με εκείνα που αναφέρονται στο Ευρωπαϊκό ένταλμα, β) τα αδικήματα για τα οποία εκδόθηκε το ως άνω ένταλμα, προβλέπονται και τιμωρούνται από τους Γερμανικούς Ποινικούς Νόμους, καθώς και από τους αντίστοιχους του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα, γ) ότι δεν έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη από τις ημεδαπές δικαστικές αρχές, για τα αυτά αδικήματα, για τα οποία εκδόθηκε το προσβαλλόμενο ένταλμα, πολύ περισσότερο που δεν έχει εκδοθεί σε βάρος του αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση για τις συγκεκριμένες κατηγορίες, δ) ότι το προσβαλλόμενο ένταλμα, φέρει τα αναγκαία εκείνα στοιχεία του άρθρου 2 του ν. 3251/2004, ορθώς η εκκαλούμενη απόφαση, έκρινε ότι πρέπει να εκτελεσθεί το από 8-5-2008 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, που εκδόθηκε από την Εισαγγελία του Oldenburg Γερμανίας, σε βάρος του εκκαλούντος μετά την έκτιση της εις το διατακτικό εκείνης της απόφασης αναφερομένων ποινών, και η έφεσή του, με τους λόγους της οποίας υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Έξοδα δεν επιδικάζονται κατ' άρθρο 37 του ν. 3251/2004.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσία την έφεση κατά της υπ' αριθμό 51/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2008
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκτέλεση Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης Έλληνα υπηκόου για αδικήματα που φέρεται ότι διέπραξε στη Γερμανία, προκειμένου να ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για τις πράξεις: α) της παράβασης του κώδικα δημοσίων εσόδων και για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση. Λόγοι εφέσεως: α) ότι για τις πράξεις που ζητείται η εκτέλεση του εντάλματος, έχει ασκηθεί ποινική δίωξη στο Βέλγιο, και β) ότι το Ευρωπαϊκό ένταλμα δεν εκδόθηκε από την οικεία δικαστική αρχή, αλλά από τον Εισαγγελέα της πόλης που διαπράχθηκαν τα αδικήματα. Απορρίπτει στην ουσία την έφεση.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
Αριθμός 2025/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B' Ποιν. Τμήμα Διακοπών - (σε συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Ιωάννη Σιδέρη, Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή, Νικόλαο Λεοντή και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 5 και 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Χ, Ιρανού υπηκόου, κρατουμένου στις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κουλοχέρη, κατά της υπ' αριθμ. 8/27.6.2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, με την υπ' αριθμ. 8/27.6.2008 απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στο κράτος της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό 110 και ημερομηνία 27-6-2008 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θράκης, Χρήστο Αρβανιτίδη.
Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκδοθεί αυτός στις αρχές του κράτους της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η υπό κρίση έφεση κατά της υπ' αριθμ.8/2008 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του εκκαλούντος, Ιρανού υπηκόου, στο Κράτος της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, προκειμένου να δικασθεί για τις πράξεις της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, της πλαστογραφίας και της χρήσης πλαστών εγγράφων, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.2 ΚΠΔ προκύπτει, ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνον των μερών της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προτεινόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεως. Τούτο ισχύει και επί του ενδίκου μέσου της εφέσεως ενώπιον του κατ' άρθρο 451 παρ.1 ΚΠΔ αρμοδίου τμήματος του Αρείου Πάγου, εναντίον της περί εκδόσεως απόφασης του Συμβουλίου Εφετών.
Συνεπώς, η υπό κρίση έφεση θα εξετασθεί μόνον ως προς το βάσιμο των με αυτή προβαλλομένων λόγων.
Επειδή, κατά το άρθρο 436 του ΚΠΔ, οι όροι και η διαδικασία έκδοσης αλλοδαπών εγκληματιών, αν δεν υπάρχει σύμβαση, ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 του Π.Δ 90/2008, η ισχύς του οποίου σύμφωνα με το άρθρο 33 αυτού, αρχίζει από 1-12-2007 και με το οποίο καθορίζονται οι διαδικασίες χορήγησης- ανάκλησης του καθεστώτος του πρόσφυγα, ορίζεται στην παρ.1 αυτής " ότι οι αιτούντες άσυλο επιτρέπεται να παραμείνουν στη Χώρα μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας εξέτασης της αίτησης και δεν απομακρύνονται με οποιοδήποτε τρόπο. Περαιτέρω, κατά την παρ.2 της ως άνω διάταξης, ορίζεται ότι η προηγούμενη παράγραφος δεν εφαρμόζεται α. στις περιπτώσεις όπου οι αρχές παραδίδουν ή εκδίδουν τον ενδιαφερόμενο είτε σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3251/2004, είτε σε Τρίτη χώρα ή σε διεθνή ποινικά δικαστήρια, με βάση τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας. Η σύλληψη ή η έκδοση δεν πρέπει να οδηγεί σε επαναπροώθηση του ενδιαφερόμενου, που είναι αντίθετη με το άρθρο 33 παρ.1 της Σύμβασης της Γενεύης. Κανένας δεν εκδίδεται πριν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί τη αιτήσεως του, εφόσον επικαλείται φόβο δίωξης στο εκζητούν κράτος. Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπ' αριθμό 547/555 από 30-05-2008 ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας του Ιράν στην Αθήνα και την από 26-05-2008 με αριθμ. Πρωτ. Β288/1/84 αίτηση του Ανακριτή του 1ου γραφείου Εισαγγελέα της πόλης Ahvaz του Ιράν, ζητήθηκε η σύλληψη και η έκδοση του Ιρανού υπηκόου Χ, που γεννήθηκε στις 3-4-1978 στην πόλη Αχβάζ του Ιράν και κρατείται ήδη στη δικαστική Φυλακή Κομοτηνής με την υπ' αριθμ. 1/2008 ΦΑΚ 6/2008 από 22-05-2008 εντολή του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης. Η αίτηση εκδόσεως είχε εισαχθεί προς συζήτηση ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, που ήταν υλικά και τοπικά αρμόδιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 443 παρ.2 και 448 του Κ.Π.Δ, στηρίζεται δε στις διατάξεις των άρθρων 436 επ. του ίδιου Κώδικα. Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, κατά παραδοχή της πιο πάνω αιτήσεως, γνωμοδότησε με την προσβαλλόμενη 8/2008 απόφασή του (σε Συμβούλιο), υπέρ της εκδόσεως, στις δικαστικές αρχές της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, του εκζητουμένου, προκειμένου να δικαστεί ως υπαίτιος των αξιόποινων πράξεων της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, της πλαστογραφίας και της χρήσης πλαστών εγγράφων, που φέρεται ότι τέλεσε από το Μάϊο του 2005 έως την 14 Ιουλίου 2005 στο Ιράν, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται με το άρθρο 1 του Νόμου περί επιβάρυνσης της ποινής των δραστών δωροδοκίας, κατάχρησης και απάτης και από τα άρθρα 258 και 356 του Ισλαμικού Ποινικού Κώδικα, με φυλάκιση μέχρι 13 έτη και υπό τον όρο ότι αυτός δεν θα καταδικαστεί ή εκδιωχθεί στο Ιράν ούτε θα παραδοθεί σε άλλο κράτος για άλλες πράξεις, εκτός από την παραπάνω, που τελέσθηκαν πριν την έκδοσή του.
Από όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται από το κράτος που υποβάλλει την αίτηση εκδόσεως και τον εκζητούμενο και υπάρχουν στη δικογραφία, συμπεριλαμβανομένων των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και από την κατάθεση των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του Αρείου Πάγου, μαρτύρων και όσα εξέθεσε ο εκκαλών- εκζητούμενος κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, τόσο προφορικά όσο και με την έφεσή του και το γραπτό υπόμνημά του, προέκυψαν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμό 547/555 από 23-05-2008 ρηματική διακοίνωση της πρεσβείας του Ιράν στην Αθήνα και την από 26-05-2008 με αριθμ. πρωτ, Β 288/1/84 αίτηση του Ανακριτή του 1ου τμήματος του γραφείου του Εισαγγελέα της πόλης Αχβάζ του Ιράν, ζητήθηκε, παρά την έλλειψη σχετικής διμερούς σύμβασης, η σύλληψη και η έκδοση του Ιρανού υπηκόου Χ, που γεννήθηκε στις 13-04-1978, στην πόλη Ahvaz του Ιράν, προκειμένου να δικαστεί για τις παραπάνω πράξεις. Ο εκζητούμενος συνελήφθη την 22-05-2008, κατόπιν της υπ' αριθμ. 1 από 22-5-2008, εντολής του Εισαγγελέα Εφετών Θράκης και κρατείται στις Δικαστικές Φυλακές Κομοτηνής. Ο εκζητούμενος, σύμφωνα με το υπ' αριθ. 2007/LC/2210 από 17-09-2007 προσκομιζόμενο σε επίσημη μετάφραση πιστοποιητικό της Ανωτάτης Επιτροπής Προσφύγων των Ηνωμένων Εθνών, έχει αναγνωριστεί ως πολιτικός πρόσφυγας από τον Ανώτατο Επίτροπο των Ηνωμένων Εθνών και ότι το άτομο αυτό προστατεύεται από μία κατάσταση, κατά την οποία ενδεχομένως θα αντιμετώπιζε με τη βίαια επιστροφή στη χώρα του, απειλές κατά της ζωής του και κατά της ελευθερίας του. Σημειώνεται, επίσης, ότι για τον εκζητούμενο, ο οποίος είχε κρατηθεί στις δικαστικές φυλακές της Τουρκίας, προκειμένου να εκτίσει ποινή ολιγόμηνης φυλάκισης, για την παράνομη είσοδό του στην Τουρκία, είχε ζητηθεί η έκδοσή του από τη χώρα της Τουρκίας, στο Ιράν, αίτημα το οποίο δεν έγινε αποδεκτό, όπως προκύπτει από τη με αριθμό 2006/801 προσκομιζόμενη σε επίσημη μετάφραση απόφαση του αλλοδαπού ανωτάτου δικαστηρίου, λόγω της έντονης αμφιβολίας για την πιθανή τιμωρία του, λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων ή ακόμη και του κινδύνου να εκτεθεί ο εκζητούμενος σε βασανιστήρια. Περαιτέρω, από το με αριθμό πρωτ. 95/128532-284729/4-9-2008 έγγραφο του αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ, προκύπτει, ότι ο εκζητούμενος με προσφυγή του που άσκησε ενώπιον της οικείας επιτροπής, ζητεί τη χορήγηση ασύλου.
Συνεπώς, και με δεδομένο ότι ο εκζητούμενος έχει αναγνωρισθεί πολιτικός πρόσφυγας, ενώ ήδη εκκρεμεί η έκδοση της σχετικής απόφασης επί της αιτήσεώς του, για χορήγηση ή μη ασύλου, καθίσταται πρόδηλο ότι δεν είναι επιτρεπτή η έκδοση του εκζητούμενου, προτού εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αιτήσεώς του αυτής, ενόψει της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 5 παρ.2 του Π.Δ 90/2008, σύμφωνα με την οποία, μόνη η επίκληση από τον εκζητούμενο του φόβου της δίωξης του, προφανώς για αδικήματα, που συνέχονται για τις πολιτικές του αρχές και την πολιτική δραστηριότητά, που ανέπτυξε αυτός υπέρ της ελευθερίας, ως ηγηθείς αντικαθεστωτικής ομάδας στο Ιράν, δεν επιτρέπουν την απομάκρυνσή του, προτού ολοκληρωθεί η σχετική διαδικασία χορήγησης ή μη του ασύλου. Επομένως, ο σχετικός λόγος της εφέσεως με τον οποίο παραπονείται ο εκκαλών, ότι εσφαλμένα το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσής του, δεχόμενο ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του όλες οι θετικές προϋποθέσεις για την έκδοσή του, έσφαλε και πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσία βάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση του εκζητουμένου και να μεταρρυθμιστεί η απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, το οποίο γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσής του, στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου, κατά της υπ' αριθμό 8/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό. Εξαφανίζει την ως άνω απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Θράκης.
Γνωμοδοτεί, ότι δεν πρέπει να εκδοθεί ο εκζητούμενος Χ, που γεννήθηκε στις 13 Απριλίου 1978, στην πόλη Αχβάζ του Ιράν, στις Αρχές της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση Ιρανού υπηκόου στo Ιράν. Ο εκζητούμενος είναι πολιτικός πρόσφυγας, που αναγνωρίσθηκε από την ανωτάτη επιτροπή προσφύγων του ΟΗΕ. Απορρίπτει την αίτηση έκδοσης, λόγω της ιδιότητάς του αυτής και άσκησης από μέρους του σχετικής προσφυγής κατά τις διατάξεις του άρθρο 5 παρ. 2 ΠΔ 8/2008.
|
Έκδοση
|
Έκδοση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 2008/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγορίου Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοϊνη και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Μαϊου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 120/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 427/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 207/18-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, κατ'άρ. 485 παρ. 1 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την υπ'αριθ. 40/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου X1, κατά του υπ'αριθμ. 120/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής:
1) Το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε κατ'ουσίαν την υπ'αριθμ. 467/2006 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμ. 2703/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για απάτη, από την οποία το περιουσιακό όφελος του δράστη και η αντίστοιχη ζημία του παθόντος υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (αρ. 386 παρ. 1, 3 β' ΠΚ), ενώ έπαυσε οριστικά, λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη κατ'αυτού (αναιρεσείοντος) για το πλημμέλημα της απόπειρας εκβίασης, αφού προηγουμένως μεταρρύθμισε το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς την εν λόγω παραπεμπτική του διάταξη.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από τον δικηγόρο Αθηνών Βασίλειο Πελεκάνο για λογαριασμό του κατηγορουμένου, δυνάμει της επισυναπτόμενης από 25-2-2008 εξουσιοδοτήσεως του τελευταίου, νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως, εφόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον κατηγορούμενο με θυροκόλληση, στις 29-2-2008, στον δε αντίκλητο αυτού, ως άνω δικηγόρο, στις 20-2-2008, ενώ η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 28-2-2008. Περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (αρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ). Το βούλευμα δε αυτό υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπεται ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος στο ακροατήριο για κακούργημα (αρ. 412, 463, 473 παρ. 1, 474 παρ. 1 και 482 παρ. 1α, 2 ΚΠΔ) Επομένως η κρινομένη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ'ουσίαν.
2) Η έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον κατ'άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανακριτική διαδικασία και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής και την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφαρμόστηκε. Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ'αυτήν από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε, στην διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ποινικής διάταξης που συνιστά λόγον αναίρεσης κατ'άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώραν εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ανακριτική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού του βουλεύματος, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμη βάσης.
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1, 3β' ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου, το δε περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και με δικές του σκέψεις (ΑΠ 1608/01, ΑΠ 348/96) δέχθηκε ότι από τη συνεκτίμηση των αναφερομένων σ'αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η εγκαλούσα Ψ1 , το μήνα Οκτώβριο του έτους 2001 , γνώρισε , μέσω των φίλων της Γ1 και Γ2, τον κατηγορούμενο X1 ο οποίος της δήλωσε ότι είχε τη δυνατότητα να της δώσει οικονομικές συμβουλές, λόγω της ενασχόλησής του με τραπεζικές εργασίες. Επίσης τη διαβεβαίωσε ότι εκπροσωπούσε νόμιμα και τη Διεύθυνση της Τράπεζας "ASPIS BANK" και με την ιδιότητα του αυτή είχε τη δυνατότητα να της εξασφαλίσει προνομιακό επιτόκιο 10% ετησίως, εφόσον δεχόταν να καταθέσει τα χρήματα της στην εν λόγω Τράπεζα για χρονικό διάστηκα ενός έτους και να προβεί στις επενδύσεις τις οποίες εκείνος θα τις υπεδείκνυε. Προκειμένου δε να την πείσει περί της αληθείας των ισχυρισμών του, της παρέδωσε την από 16-11-2001 Υπεύθυνη Δήλωση του, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 1599/86, στην οποία ο ίδιος είχε γράψει επακριβώς "... εκπροσωπώντας νομίμως τη Δ/νση της Τράπεζας υποχρεούμαστε να καταβάλλουμε στην κ. Ψ1 στις 17/ΝΟΕΒ/2002 το ποσό των 140.000.000. δρχ. + τόκο 10% επί του κεφαλαίου ΣΥΝΟΛΟ 154.000.000 ΕΝΤΟΚΩΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΜΩΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΕΝΟΣ ΕΤΟΥΣ ". Η εγκαλούσα αφού πείστηκε στις παραπάνω διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου, στις 16-11-2001, μετέβη μαζί του στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων , ανέλαβε το ποσόν των 140.000.000 δρχ. και αυθημερόν το κατέθεσε στο κατάστημα της προαναφερόμενης Τράπεζας στη Γλυφάδα, σε λογαριασμό που άνοιξε στο όνομα της με συνδικαιούχο τον κατηγορούμενο, όπως αυτός της είχε ζητήσει. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 19-11-2001 και στις 13-12-2001 ο κατηγορούμενος της κατέβαλε το ποσόν των 7.000.000.δρχ. κάθε φορά, δηλ. συνολικά 14.000.000. δρχ., δηλώνοντας της ότι πρόκειται για την εξόφληση του ετήσιου τόκου, ύψους 10% επί του ποσού που είχε καταθέσει, όπως την είχε διαβεβαιώσει ότι θα ελάμβανε. Μετά την ενέργειά του αυτή και συγκεκριμένα στις 15-12-2001 της παρέδωσε ένα "ομόλογο προθεσμιακής κατάθεσης" αξίας 205.429,20 ευρώ, πλέον τόκων, με την υπόδειξη να μην το επιδείξει πουθενά. Το γεγονός όμως αυτό δημιούργησε υποψίες στην εγκαλούσα, η οποία απευθύνθηκε στην εν λόγω Τράπεζα. Εκεί την πληροφόρησαν ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε υπήρξε εκπρόσωπος της Διεύθυνσης της Τράπεζας, αλλά απλός πελάτης και ουδέποτε είχε ανοίξει προθεσμιακό λογαριασμό με τα χρήματα της, όπως την είχε διαβεβαιώσει. Aντίθετα, κάνοντας χρήση του δικαιώματος του εκ του προαναφερόμενου κοινού με αυτήν λογαριασμού, εξέδωσε κάρτα ανάληψης χρημάτων και από την επομένη ημέρα του ανοίγματος του απέσυρε συνεχώς χρήματα για την ικανοποίηση δικών του αποκλειστικά βιοτικών αναγκών και όχι για να τα επενδύσει για λογαριασμό της εγκαλούσης, όπως είχε συμφωνήσει μαζί της. Επίσης διαπίστωσε ότι το προαναφερόμενο ποσόν των 14.000.000. δρχ., που της κατέβαλε, δήθεν , ως ετήσιο τόκο του κεφαλαίου της, το είχε αναλάβει με την κάρτα ανάληψης χρημάτων από τον κοινό τους λογαριασμό, ο οποίος, όπως προαναφέρεται, είχε ανοιχθεί με δικά της χρήματα, δηλ. με το ποσόν των 140.000.000. δρχ., όπως δε τη διαβεβαίωσαν αρμοδίως, η Τράπεζα δεν προσέφερε στους πελάτες της επενδυτές οποιοδήποτε Τραπεζικό προϊόν , το οποίο είχε ως απόδοση ετήσιο τόκο ύψους 10%. Κατόπιν τούτων η εγκαλούσα απέσυρε αμέσως την ίδια ημέρα από τον κοινό με τον κατηγορούμενο λογαριασμό το υπόλοιπο ποσόν της κατάθεσής της ύψους 75.490.719 δρχ., ή 221.542,83 ευρώ, έχουσα υποστεί, από τις ενέργειες του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της , περιουσιακή ζημία ύψους 50.509.281 δρχ. ή 148.229,73 ευρώ. Όπως δε αναφέρει στο δικόγραφο της εγκλήσεώς της η ζημία αυτή αναλύεται ως εξής " Αρχική κατάθεση 140.000.000.δρχ. ή 410.858,40 ευρώ μείον το ποσόν που απέσυρα των 75.490.719 δρχ. ή 221.542,83 ευρώ μείον το ποσό των 14.000.000.δρχ. ή ευρώ 41.085,84 που μου κατέβαλε ίσον 148.229,73 ευρώ". Τέλος δε στην ίδια έγκληση αναφέρει η ως άνω εγκαλούσα "... το δεύτερο δε δεκαήμερο του Ιανουαρίου του 2003 σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχα μαζί του αξίωσε να του δώσω το ποσόν των 4.000.000 προκειμένου να μου επιστρέψει τα οφειλόμενα , αποπειραθείς έτσι να με εκβιάσει " .
Στη συγκεκριμένη υπόθεση , όπως έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω, ο κατηγορούμενος διαβεβαίωσε την εγκαλούσα Ψ1: α) ότι είναι εκπρόσωπος της προαναφερόμενης Τράπεζας και β) λόγω της ιδιότητάς του αυτής είχε τη δυνατότητα να της εξασφαλίσει προνομιακό επιτόκιο,......10%-ετησίως, εάν δεχόταν να καταθέσει τα χρήματα της για χρονικό διάστημα ενός έτους στην εν λόγω Τράπεζα και να προβεί στις επενδύσεις, που ο ίδιος θα της υπεδείκνυε. Όπως προκύπτει όμως από το επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της σχετικής με ημερομηνία ..... επιστολής της Τράπεζας προς τον Δημ. ΠΑΤΡΑ, δικηγόρο της εγκαλούσης, σε απάντηση σχετικής αιτήσεως του, το οποίο και επισυνάπτεται στη δικογραφία, ο κατηγορούμενος... δεν έχει καμία άλλη συνεργασία με την Τράπεζά μας πέρα της πελατειακής σχέσης ". Κατόπιν τούτου είναι αυτονόητο ότι ουδεμία δυνατότητα είχε να της εξασφαλίσει και το προαναφερόμενο προνομιακό επιτόκιο, ούτε και η Τράπεζα διέθετε στους επενδυτές επενδυτικό προϊόν με απόδοση τόσο μεγάλου ύψους. Κατά συνέπεια, είναι απολύτως βέβαιο ότι και οι δύο παραπάνω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ήταν ψευδείς. Αποτέλεσμα της εκ μέρους του εν γνώσει παράστασης προς την εγκαλούσα Ψ1 των παραπάνω ψευδών γεγονότων ως αληθινών ως μόνης και αποκλειστικής αιτίας, ήταν να παραπλανηθεί αυτή και να καταθέσει στις 16-11-2001, με την υπ' αριθ. ....... επιταγή του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, απ' όπου και ανέλαβε τα χρήματα, στο υποκατάστημα της Τράπεζας. "ASΡIS ΒΑΜΚ" στη Γλυφάδα το χρηματικό ποσόν·, των 140.000.000. δρχ. ή 410.858,40 ευρώ , στον υπ'αριθ. ..... κοινό λογαριασμό που δέχτηκε να ανοίξει μαζί με τον κατηγορούμενο, "... για να είναι εύχερος στη διακίνηση των"χρημάτων προκειμένου να επιτύχει τις πλέον επωφελείς τοποθετήσεις στον όμιλο επιχειρήσεων της τράπεζας" , όπως η ίδια αναφέρει επακριβώς στο δικόγραφο της εγκλήσεώς της, Μάλιστα δε με ιδιαίτερη έμφαση αναφέρει ότι "... δεν θα είχα προβεί στην ανάληψη των χρημάτων μου από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και στην κατάθεση τους στην Τράπεζα " ASPIS BANK " αν δεν με έπειθε ο μηνυόμενος ότι εκπροσωπούσε τη Δ/νση της Τράπεζας και ήταν σε θέση να μου εξασφαλίσει επωφελείς τοποθετήσεις των χρημάτων μου με τόκο 10% ετησίως." Είναι δε γεγονός ότι με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος πέτυχε να έχει απόλυτη πρόσβαση στα χρήματα που είχε καταθέσει η εγκαλούσα. Τη δυνατότητα δε αυτή την εκμεταλλεύτηκε πλήρως, αφού, όπως η ίδια διαπίστωσε, μέχρι τις 20-11-2001 ανέλαβε από τον κοινό λογαριασμό τους για την ικανοποίηση δικών του αναγκών, χωρίς να προβεί σε συγκεκριμένη επωφελή γι' αυτήν επενδυτική τοποθέτηση, όπως είχαν συμφωνήσει, το συνολικό χρηματικό ποσόν των 50.509.281 δρχ. ή 148.230.00 ευρώ, σύμφωνα με την ανάλυση που ήδη έχει γίνει παραπάνω. Μάλιστα δε χαρακτηριστικό είναι και το γεγονός ότι στις 19-11-2001 με την υπ' αριθ. ..... επιταγή της ίδιας Τράπεζας κατέβαλε στην εγκαλούσα το ποσόν των 2.000.000 δρχ. και στις 13-12-2001 με την υπ' αριθ. ..... επιταγή το ίδιο ποσόν , δηλώνοντας της ότι είναι ο ετήσιος τόκος 10% που την είχε διαβεβαιώσει ότι θα έπαιρνε από το κεφάλαιο της. Όπως όμως στη συνέχεια η ίδια εξακρίβωσε κατά τον έλεγχο του λογαριασμού της, ο δήθεν τόκος της Τράπεζας είχε εξοφληθεί με χρήματα που ο κατηγορούμενος είχε αναλάβει από το δικό της λογαριασμό. Μετά τις παραπάνω διαπιστώσεις η εγκαλούσα αυθημερόν απέσυρε από τον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό της με τον κατηγορούμενο το υπόλοιπο ποσόν της κατάθεσης ανερχόμενο στις 75.490.719 δρχ. ή 221.542,83 ευρώ. Σύμφωνα δε με τους υπολογισμούς της, η ζημία που πράγματι προκλήθηκε στην περιουσία της από τις παράνομες ενέργειες του κατηγορουμένου, ανέρχεται στο προαναφερόμενο ποσόν των 50.509.281 δρχ. ή 148.229,73 ευρώ και είναι άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου προς αυτήν. Μάλιστα δε , όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθ. 6257/2005. οριστική απόφαση του, έκανε δεκτή αγωγή της εγκαλούσης Ψ1 κατά του κατηγορουμένου X1, ανεγνώρισε την απαίτηση της κατ' αυτού, έκρινε ότι με τη συγκεκριμένη συμπεριφορά του έχει προξενήσει ζημία σε βάρος της περιουσίας της και τον υποχρέωσε να της καταβάλει ολόκληρο το χρηματικό ποσόν της απαίτησης της, δηλ. 148.229,75 ευρώ καθώς και τη σχετική δικαστική δαπάνη, ενώ το Εφετείο Αθηνών με την υπ'αριθ. 4325/2006 απόφαση του απέρριψε την έφεση του κατά της εν λόγω πρωτοδίκου αποφάσεως ,την οποία και επικύρωσε ως προς την ουσία της.
Από την άλλη πλευρά ο κατηγορούμενος αρνείται ότι με οποιονδήποτε τρόπο προξένησε ζημία στη περιουσία της εγκαλούσης. Ειδικότερα, όπως αναφέρει στην σχετική έκθεση εφέσεως, στην οποία νομότυπα εκθέτει τους λόγους για τους οποίους την ασκεί, πέντε ημέρες μετά το άνοιγμα του κοινού τραπεζικού λογαριασμού με την εγκαλούσα και συγκεκριμένα στις 22-11-2001, ο ίδιος κατέθεσε το συνολικό χρηματικό ποσόν των 88.000.000.δρχ. ή 258.253,85 ευρώ, με τη μεταβίβαση σε αυτήν δύο επιταγών και πίστωση του υπ' αριθ. ...... λογαριασμού της στην Τράπεζα Πειραιώς και ειδικότερα: α) με την υπ' αριθ. .... επιταγή, εκδόσεως της "ASPIS BANK", σε διαταγή του, την οποία αυτός οπισθογράφήσε και μεταβίβασε στην εγκαλούσα, ποσού 75.000.000και β) με την υπ' αριθ. ..... επιταγή, ποσού 13.000.000 δρχ., την οποία αυτός εξέδωσε σε διαταγή του στις 21-11-2001 και οπισθογράφησε στην εγκαλούσα, πληρωτέα επί της Τράπεζας " NOVA BANK ". Όμως παρατηρήθηκε ότι ενώ η κατάθεση των εν λόγω και μάλιστα ιδιαίτερα μεγάλων χρηματικών ποσών έχει γίνει σχεδόν αμέσως μετά τη σχετική συμφωνία και το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού μεταξύ των αντιδίκων και συγκεκριμένα στις 22-11-2001 με την έγκληση της , την οποία υπέβαλε πολύ αργότερα και συγκεκριμένα στις 21-3-2003, ούτε και κατά την ένορκη κατάθεση της ενώπιον του Ανακριτή αναφέρει οτιδήποτε για το εξαιρετικά κρίσιμο αυτό γεγονός. Επίσης και ο κατηγορούμενος, όλως περιέργως, κατά την απολογία του ενώπιον του Ανακριτή δεν αναφέρει οτιδήποτε σχετικό. Μάλιστα δε με το από 16-5-2005 απολογητικό υπόμνημα του παραδέχεται ότι οφείλει στην εγκαλούσα το ποσόν των 126.192,36 ευρώ. Πέραν τούτου το γεγονός αυτό φαίνεται ότι είναι άγνωστο τόσο Αθηνών, το οποίο με την υπ' 6257/2005 απόφαση ανεγνώρισε την απαίτηση της εγκαλούσης και υποχρέωσε τον κατηγορούμενο και τότε εναγόμενο να της καταβάλει το ποσόν των 148.229,75 ευρώ, όσο και στο Εφετείο Αθηνών , το οποίο με την υπ' αριθ. 4325/2006 απόφαση του απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του κατηγορουμένου κατά της ως άνω πρωτοβάθμιας απόφασης. Για πρώτη φορά ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου περί καταβολής στην εγκαλούσα του ως άνω συνολικού χρηματικού ποσού των 88.000.000 δρχ. προβάλλεται στις 1-9-2006, με την κατάθεση εκ μέρους του ενώπιον του Εφετείού Αθηνών σχετικής αιτήσεως για αναψηλά7|τηση~της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω αναφερόμενη απόφαση του. Μάλιστα δε αποδίδοντας , εμμέσως πλην σαφώς, μομφή αναξιοπιστίας σε βάρος της εγκαλούσης στην αίτηση αυτή, μεταξύ των άλλων, αναφέρει ότι "Η τελευταία εν αγνοία μου, εμφάνισε αυτές συμψηφιστικά στην Τράπεζα Πειραιώς και πίστωσε με το αντίστοιχο ποσόν των 88.000.000 δρχ. (258.253,85 ευρώ ) τον υπ' αριθμ. ...... λογαριασμό της στην παραπάνω Τράπεζα. Όμως εξ αιτίας απώλειας των παραστατικών παράδοσης στην αντίδικο των πιο πάνω δύο επιταγών σε μερική · επιστροφή του ποσού που είχα καταθέσει στον ως άνω κοινό λογαριασμό αλλά και άγνοιας για τον παραπάνω συμψηφιστικό τρόπο πίστωσης του λογαριασμού που διατηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς με το ποσόν των 88.000.000. δρχ., δεν είχα τη δυνατότητα να αποδείξω την καταβολή αυτή ιδία ενόψει της αρνήσεως της αντιδίκου να παραδεχθεί το γεγονός αυτό.". Ο σχετικός ισχυρισμός του ότι δεν ανέφερε ποτέ περί του γεγονότος αυτού λόγω απώλειας των σχετικών παραστατικών , κατά την άποψη μας, κρίνεται αβάσιμος, καθόσον και στην περίπτωση αυτή οι αρμόδιες ανακριτικές αρχές οι οποίες επελήφθησαν της υποθέσεως, ασφαλώς και είχαν τη δυνατότητα να εξακριβώσουν την ουσιαστική ή μη βασιμότητα του με πολλούς τρόπους.
Με βάση όσα αναφέρονται παραπάνω , επειδή υπήρχε ασάφεια και αοριστία αν πράγματι προκλήθηκε ζημία στην περιουσία της εγκαλούσης από τις καταγγελλόμενες πράξεις του κατηγορουμένου σε βάρος της και σε θετική περίπτωση ποίο είναι το ακριβές ύψος της ζημίας αυτής , για να καταστεί εφικτός ο πλήρης έλεγχος της υπό κρίση υποθέσεως , χωρίς την ύπαρξη κενών και αντιφάσεων τα οποία θα καθιστούσαν αναιρετέο το σχετικό Βούλευμα , έγινε δεκτή η σχετική πρόταση μας και με το προαναφερόμενο Βούλευμα του Συμβουλίου Σας διατάχθηκε περαιτέρω κύρια ανάκριση από τον Ανακριτή του 25ου Τμήμ. Αθηνών, ώστε να διενεργηθούν από αυτόν συγκεκριμένες ανακριτικές πράξεις και να διευκρινιστούν τα εξής ζητήματα : "Περί του αν η με αρ. .... επιταγή της Τράπεζας ASPIS BANK ποσού 75.000.000 δραχμών που η τελευταία (ASPIS BANK) είχε εκδώσει στις 21-11-2001 σε διαταγή του κατηγορουμένου καθώς και η με αριθ. .... επιταγή της Τράπεζας NOVA BANK A.E. εκδόσεως του κατηγορουμένου στις 22-11-2001 σε διαταγή του , πληρωτέας επί της Τράπεζας"ΝOVΑ BANK A.E." οπισθογραφήθηκαν και παραδόθηκαν από τον κατηγορούμενο στη μηνύτρια Ψ1, αυτή δε εμφάνισε τις εν λόγω επιταγές συμψηφιστικά στην Τράπεζα ΠΕΙΡΑΙΩΣ και πίστωσε με το συνολικό ποσόν των 8-8.000.000 δραχμών τον τηρούμενο υπ' αυτής στην ανωτέρω Τράπεζα υπ' αριθ. ..... λογαριασμό της και σε καταφατική περίπτωση : 1. αν η δι' οπισθογραφήσεως μεταβίβαση στη μηνύτρια των επιταγών αυτών πραγματοποιήθηκε σε μερική επιστροφή του ποσού των 140.000.000 δραχμών που είχε κατατεθεί στον υπ' αριθμ. ..... κοινό λογαριασμό της μηνύτριας και του κατηγορουμένου στην Τράπεζα ASPIS BANK και 2. με ποίο ακριβώς τρόπο ζημιώθηκε η περιουσία της και ποιο είναι ακριβώς το ύψος της ζημίας που προκλήθηκε σ' αυτήν από την καταγγελλόμενη σε βάρος της συμπεριφορά του κατηγορουμένου και περαιτέρω , να επισυναφθούν στη δικογραφία επικυρωμένα αντίγραφα της υπ' αριθ. 6257/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών , της υπ' αριθ. 4325/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών , καθώς και της αποφάσεως που τυχόν θα έχει εκδοθεί επί της από 1-9-2006 αιτήσεως του κατηγορουμένου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών για αναψηλάφηση της υπ' αριθ. 4325/2006 αποφάσεως του." Στο πλαίσιο της συμπληρωματικής κύριας ανάκρισης η πολιτικώς ενάγουσα Ψ1, κατά τη συμπληρωματική, χωρίς όρκο, κατάθεσή της ενώπιον του ενώπιον του Ανακριτή του 25ου Τμήμ. Αθηνών στις 25-4-2007 εξηγώντας το γεγονός της κατάθεσης εκ μέρους του κατηγορουμένου με δύο επιταγές του συνολικού ποσού των ογδόντα οκτώ εκατομμυρίων (88.000.000) δρχ. στον κοινό υπ' αριθ. ....... λογαριασμό τους στην Τράπεζα Πειραιώς, κατέθεσε , μεταξύ των άλλων, ότι : " Η ουσία είναι τελικά όπως διαπίστωσα τώρα , ότι ο κατ/νος στις 21-11-2001 με την ..... επιταγή απέσυρε από τον κοινό μας λογαριασμό της ΑΣΠΙΣ ΜΠΑΝΚ 75.000.000 δρχ. και μαζί με άλλα 13.000.000 δρχ. τα κατέθεσε στην Τράπεζα Πειραιώς . Στη συνέχεια στις 5-12-2001 απέσυρε από την Τράπεζα Πειραιώς 88.000.000 δρχ. ή 258.253,58 ευρώ , τα οποία την ίδια ημέρα (5-12-2001) κατέθεσε πάλι στον κοινό μας λογαριασμό στην ΑΣΠΙΣ ΜΠΑΝΚ και στη συνέχεια το ιδιοποιήθηκε." Η ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών της πολιτικώς εναγούσης ενισχύεται και από τα σχετικά έγγραφα της Τράπεζας Πειραιώς που προσκόμισε η ίδια και επισυνάπτεται στη δικογραφία. Κατόπιν τούτων καθίσταται σαφές ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί καταβολής εκ μέρους του στο λογαριασμό της πολιτικώς εναγούσης του ποσού των ογδόντα οκτώ εκατομμυρίων (88.000.000) δραχμών δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και η ζημία που προκλήθηκε στην περιουσία της από την καταγγελόμενη αξιόποινη συμπεριφορά του ανέρχεται στο ποσόν των 50.509.281 δραχμών η 148.230,00 ευρώ, όπως άλλωστε έχουν δεχτεί τόσο η υπ'αριθμ. 6257/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και η υπ'αριθ. 4325/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε, κατ'ουσία, η έφεση του κατηγορουμένου κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης. Τέλος σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από το υπ'αριθ. πρωτ. .... Πιστοποιητικό του αρμόδιου Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, δεν έχει εκδοθεί απόφάση επί της σχετικής αιτήσεως του κατηγορουμένου για αναψηλάφηση της εν λόγω αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Περαιτέρω συνεχίζει το Συμβούλιο Εφετών Επιπρόσθετα, για τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί καταβολής εκ μέρους του 88.000.000 δραχμών σε λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας στην Τράπεζα Πειραιώς, με την μεταβίβαση σ' αυτήν δύο επιταγών, προς μερική επιστροφή του ποσού των 140.000.000 δραχμών, που είχε κατατεθεί στον κοινό λογαριασμό τους (κατηγορουμένου και πολιτικώς ενάγουσας) στην ASPIS BANK πρέπει να ειπωθούν τα εξής: Στο πλαίσιο της διαταχθείσας κατά τα άνω συμπληρωματικής κυρίας ανάκρισης, η πολιτικώς ενάγουσα Ψ1, στην ανωμοτί κατάθεση της ενώπιον της 25ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών την 25.4.2007, εξηγώντας το γεγονός της κατάθεσης εκ μέρους του κατηγορουμένου, με δύο επιταγές, του συνολικού ποσού των 88.000.000 δραχμών στον υπ' αριθμό ...... λογαριασμό της στη Τράπεζα Πειραιώς την 22.11.2001, κατέθεσε, μεταξύ άλλων, "Η ουσία είναι τελικά, όπως διαπίστωσα τώρα, ότι ο κατηγορούμενος στις 21.11.2001 με την ..... επιταγή απέσυρε από τον κοινό μας λογαριασμό στην ASPIS BANK, 75.000.000 δραχμές και μαζί με άλλα 13.000.000 δραχμές τα κατάθεσε στην Τράπεζα Πειραιώς. Στη συνέχεια, στις 5.12.2001, απέσυρε από την Τράπεζα Πειραιώς 88.000.000 δραχμές ή 258.253,85 ευρώ, τα οποία την ίδια ημέρα (5.12.2001) κατέθεσε πάλι στον κοινό μας λογαριασμό στην ASPIS BANK και στην συνέχεια τα ιδιοποιήθηκε". Η ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών της πολιτικώς ενάγουσας ενισχύεται και από τα σχετικά έγγραφα της δικογραφίας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την κίνηση του κοινού λογαριασμού της με τον κατηγορούμενο στην ASPIS BANK (αριθμοί 104-01-0004023), στις 21.11.2001 έγινε ανάληψη από το λογαριασμό αυτό του ανωτέρω ποσού των 75.000.000 δραχμών ή 220.102,72 ευρώ (επίμαχη επιταγή .... ASPIS BANK), το οποίο μαζί με τα 13.000.000 δραχμές ή 38.151,14 ευρώ (επίμαχη επιταγή ..... NOVA BANK), δηλαδή συνολικά 88.000.000 δραχμές ή 258.253,85 ευρώ, κατατέθηκαν την επομένη, στις 22.Π.2001, στον άνω λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας στην Τράπεζα Πειραιώς (βλ. σχετική βεβαίωση της Τράπεζας αυτής). Ακολούθως, στις 5.12.2001, αναλήφθηκε από το λογαριασμό αυτό της πολιτικώς ενάγουσας στην Τράπεζα Πειραιώς το πιο πάνω συνολικό ποσό των 88.000.000 δραχμών ή 258.253,85 ευρώ (βλ. την κίνηση του λογαριασμού τούτου στην εν λόγω Τράπεζα Πειραιώς), και κατατέθηκε τούτο αυθημερόν στον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό της με τον κατηγορούμενο στην ASPIS BANK. Επομένως, το επίδικο ποσό των 88.000.000 δραχμών (258.253,85 ευρώ) επανήλθε στον κοινό λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας και του κατηγορουμένου στην ASPIS BANK, από τον οποίο ο τελευταίος στη συνέχεια7φθέβη σε σειρά συναλλαγών αναλήψεων μέσω ATM, για την ικανοποίηση δικών του αποκλειστικά βιοτικών αναγκών. Έτσι, η πολιτικώς ενάγουσα στις 19.12.2001, όταν ανέλαβε όλο το υπόλοιπο ποσό του κοινού αυτού λογαριασμού, αυτό ανερχόταν σε 75.490.719 δραχμές ή 221.542,83 ευρώ, ζημιωθείσα ούτω από τις ενέργειες του κατηγορουμένου - που εκτίθενται στην εισαγγελική πρόταση - κατά το ποσό των 50.509.281 δραχμών ή 148.858,40 ευρώ (140.000.000 δραχμές αρχικά κατατεθειμένο ποσό, μείον 75.490.719 δραχμές, μείον καταβληθέν από τον κατηγορούμενο ποσό 14.000.000 δρχ., ίσον 50.509.281 δρχ. ή 148.858,40 ευρώ). Επομένως, ο προαναφερθείς ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι αβάσιμος, και η ζημία που προξενήθηκε στην περιουσία της πολιτικώς ενάγουσας από την καταγγελλόμενη σε βάρος της αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου (κακουργηματική απάτη) ανέρχεται στο ανωτέρω ποσό των 50.509.281 δρχ. ή 148.230 ευρώ, όπως άλλωστε έχουν δεχτεί τόσο η 6257/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και η 4325/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση του κατηγορουμένου κατά της πρωτόδικης απόφασης. Τέλος, σύμφωνα με το ..... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών δεν έχει εκδοθεί απόφαση επί της σχετικής αίτησης του κατηγορουμένου για αναψηλάφηση της άνω απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Κατόπιν τούτων προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για τη στήριξη δημόσιας στο ακροατήριο κατηγορίας εναντίον του εκκαλούντος κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απάτης, από την οποία το περιουσιακό όφελος του δράστη και η αντίστοιχη ζημία της παθούσας υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ (ΠΚ 386 παρ. 1, 3β)
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου 2703/2006 βουλεύματος, το οποίο και επικύρωσε ως προς την ως άνω παραπεμπτική του διάταξη αφενός διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που εκτέθηκε στη νόμιμη σκέψη της παρούσας, αφετέρου ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 386 παρ. 1, 3β ΠΚ (όπως το τελ. αντικ. με αρ. 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999), τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω πράξεως της διακεκριμένης απάτης. Δεν εμφιλοχώρησε δε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα συνεκτίμησε και συναξιολόγησε όλα τα κατ'είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ενώ αιτιολογημένα απέκρουσε και τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί καταβολής εκ μέρους του στο λογαριασμό της παθούσας και πολιτικώς ενάγουσας του ποσού των 88.000.000 δραχμών, προσδιορίζοντας με σαφήνεια τη ζημία της τελευταίας από την αξιόποινη συμπεριφορά αυτού, στο ύψος των 50.509.281 δρχ. ή 148.230 ευρώ.
Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του με το πρόσχημα της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου Εφετών είναι απαράδεκτες.
Κατ' ακολουθία αυτών, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως που προβλέπονται από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ είναι αβάσιμοι και η κρινομένη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Για τους λόγους αυτούς-------------------
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Α) να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 40/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου X1, κατά του υπ' αριθμ. 120/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και Β) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 31 Μαρτίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α)αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (5.000.000 δρχ.) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (25.000.000 δρχ.). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που ανάγονται στο παρόν ή στο παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση και τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης του παραπεμπτικού βουλεύματος, υπάρχει όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων για την συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, για το οποίο ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε για τη συνδρομή των περιστατικών αυτών και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης, που προβλέπεται και τιμωρείται από την ουσιαστική ποινική διάταξη, στην οποία αυτά υπήχθησαν και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για την πράξη για την οποία ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από τη ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠοινΔ συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο προσδίδει στην ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά αυτή έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει, όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτήν, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά της τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο βούλευμα έχουν εμφιλοχωρήσει, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο με αριθ. 120/2008 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και με δικές του σκέψεις, δέχτηκε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος αναφερόμενων σ' αυτό αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά? "Η εγκαλούσα Ψ1, το μήνα Οκτώβριο του έτους 2001, γνώρισε, μέσω των φίλων της Γ1 και Γ2, τον κατηγορούμενο X1, ο οποίος της δήλωσε ότι είχε τη δυνατότητα να της δώσει οικονομικές συμβουλές, λόγω της ενασχόλησής του με τραπεζικές εργασίες. Επίσης τη διαβεβαίωσε ότι εκπροσωπούσε νόμιμα και τη Διεύθυνση της Τράπεζας "ASPIS BANK" και με την ιδιότητα του αυτή είχε τη δυνατότητα να της εξασφαλίσει προνομιακό επιτόκιο 10% ετησίως, εφόσον δεχόταν να καταθέσει τα χρήματά της στην εν λόγω Τράπεζα για χρονικό διάστηκα ενός έτους και να προβεί στις επενδύσεις τις οποίες εκείνος θα τις υπεδείκνυε. Προκειμένου δε να την πείσει περί της αληθείας των ισχυρισμών του, της παρέδωσε την από 16-11-2001 Υπεύθυνη Δήλωσή του, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 1599/86, στην οποία ο ίδιος είχε γράψει επακριβώς "... εκπροσωπώντας νομίμως τη Δ/νση της Τράπεζας υποχρεούμαστε να καταβάλλουμε στην κ. Ψ1 στις 17 ΝΟΕΜΒ 2002 το ποσό των 140.000.000. δρχ. + τόκο 10% επί του κεφαλαίου ΣΥΝΟΛΟ 154.000.000, ΕΝΤΟΚΩΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΜΩΣ, ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΕΝΟΣ ΕΤΟΥΣ". Η εγκαλούσα, αφού πείστηκε στις παραπάνω διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου, στις 16-11-2001, μετέβη μαζί του στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ανέλαβε το ποσό των 140.000.000 δρχ. και αυθημερόν το κατέθεσε στο κατάστημα της προαναφερόμενης Τράπεζας στη Γλυφάδα, σε λογαριασμό που άνοιξε στο όνομα της, με συνδικαιούχο τον κατηγορούμενο, όπως αυτός της είχε ζητήσει. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 19-11-2001 και στις 13-12-2001 ο κατηγορούμενος της κατέβαλε το ποσό των 7.000.000.δρχ. κάθε φορά, δηλ. συνολικά 14.000.000. δρχ., δηλώνοντάς της ότι πρόκειται για την εξόφληση του ετήσιου τόκου, ύψους 10% επί του ποσού που είχε καταθέσει, όπως την είχε διαβεβαιώσει ότι θα ελάμβανε. Μετά την ενέργειά του αυτή και συγκεκριμένα στις 15-12-2001 της παρέδωσε ένα "ομόλογο προθεσμιακής κατάθεσης", αξίας 205.429,20 ευρώ, πλέον τόκων, με την υπόδειξη να μην το επιδείξει πουθενά. Το γεγονός όμως αυτό δημιούργησε υποψίες στην εγκαλούσα, η οποία απευθύνθηκε στην εν λόγω Τράπεζα. Εκεί την πληροφόρησαν ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε υπήρξε εκπρόσωπος της Διεύθυνσης της Τράπεζας, αλλά απλός πελάτης και ουδέποτε είχε ανοίξει προθεσμιακό λογαριασμό με τα χρήματα της, όπως την είχε διαβεβαιώσει. Aντίθετα, κάνοντας χρήση του δικαιώματός του εκ του προαναφερόμενου κοινού με αυτήν λογαριασμού, εξέδωσε κάρτα ανάληψης χρημάτων και από την επόμενη ημέρα του ανοίγματός του απέσυρε συνεχώς χρήματα για την ικανοποίηση δικών του αποκλειστικά βιοτικών αναγκών και όχι για να τα επενδύσει για λογαριασμό της εγκαλούσης, όπως είχε συμφωνήσει μαζί της. Επίσης, διαπίστωσε ότι το προαναφερόμενο ποσόν των 14.000.000. δρχ., που της κατέβαλε, δήθεν, ως ετήσιο τόκο του κεφαλαίου της, το είχε αναλάβει με την κάρτα ανάληψης χρημάτων από τον κοινό τους λογαριασμό, ο οποίος, όπως προαναφέρεται, είχε ανοιχθεί με δικά της χρήματα, δηλ. με το ποσό των 140.000.000. δρχ., όπως δε τη διαβεβαίωσαν αρμοδίως, η Τράπεζα δεν προσέφερε στους πελάτες της - επενδυτές οποιοδήποτε Τραπεζικό προϊόν, το οποίο είχε ως απόδοση ετήσιο τόκο ύψους 10%. Κατόπιν τούτων η εγκαλούσα απέσυρε αμέσως την ίδια ημέρα από τον κοινό με τον κατηγορούμενο λογαριασμό το υπόλοιπο ποσό της κατάθεσής της, ύψους 75.490.719 δρχ., ή 221.542,83 ευρώ, έχουσα υποστεί, από τις ενέργειες του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, περιουσιακή ζημία ύψους 50.509.281 δρχ. ή 148.229,73 ευρώ. Όπως δε αναφέρει στο δικόγραφο της εγκλήσεώς της η ζημία αυτή αναλύεται ως εξής? " Αρχική κατάθεση 140.000.000.δρχ. ή 410.858,40 ευρώ μείον το ποσό που απέσυρα των 75.490.719 δρχ. ή 221.542,83 ευρώ, μείον το ποσό των 14.000.000.δρχ. ή ευρώ 41.085,84 που μου κατέβαλε ίσον 148.229,73 ευρώ". Τέλος δε στην ίδια έγκληση αναφέρει η ως άνω εγκαλούσα "... το δεύτερο δε δεκαήμερο του Ιανουαρίου του 2003 σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχα μαζί του αξίωσε να του δώσω το ποσό των 4.000.000 προκειμένου να μου επιστρέψει τα οφειλόμενα, αποπειραθείς έτσι να με εκβιάσει... Στη συγκεκριμένη υπόθεση, όπως έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω, ο κατηγορούμενος διαβεβαίωσε την εγκαλούσα Ψ1: α) ότι είναι εκπρόσωπος της προαναφερόμενης Τράπεζας και β) λόγω της ιδιότητάς του αυτής είχε τη δυνατότητα να της εξασφαλίσει προνομιακό επιτόκιο,......10% ετησίως, εάν δεχόταν να καταθέσει τα χρήματά της για χρονικό διάστημα ενός έτους στην εν λόγω Τράπεζα και να προβεί στις επενδύσεις, που ο ίδιος θα της υπεδείκνυε. Όπως προκύπτει όμως από το επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της σχετικής με ημερομηνία .... επιστολής της Τράπεζας προς τον Δημ. ΠΑΤΡΑ, δικηγόρο της εγκαλούσης, σε απάντηση σχετικής αιτήσεώς του, το οποίο και επισυνάπτεται στη δικογραφία, ο κατηγορούμενος "... δεν έχει καμία άλλη συνεργασία με την Τράπεζά μας πέρα της πελατειακής σχέσης ". Κατόπιν τούτου είναι αυτονόητο ότι ουδεμία δυνατότητα είχε να της εξασφαλίσει και το προαναφερόμενο προνομιακό επιτόκιο, ούτε και η Τράπεζα διέθετε στους επενδυτές επενδυτικό προϊόν με απόδοση τόσο μεγάλου ύψους. Κατά συνέπεια, είναι απολύτως βέβαιο ότι και οι δύο παραπάνω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ήταν ψευδείς. Αποτέλεσμα της εκ μέρους του εν γνώσει παράστασης προς την εγκαλούσα Ψ1 των παραπάνω ψευδών γεγονότων ως αληθινών ως μόνης και αποκλειστικής αιτίας, ήταν να παραπλανηθεί αυτή και να καταθέσει στις 16-11-2001, με την υπ' αριθ...... επιταγή του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, απ' όπου και ανέλαβε τα χρήματα, στο υποκατάστημα της Τράπεζας. "ASΡIS ΒΑΝΚ" στη Γλυφάδα το χρηματικό ποσό των 140.000.000 δρχ. ή 410.858,40 ευρώ, στον υπ' αριθ. .... κοινό λογαριασμό που δέχτηκε να ανοίξει μαζί με τον κατηγορούμενο, "... για να είναι εύχερος στη διακίνηση των χρημάτων προκειμένου να επιτύχει τις πλέον επωφελείς τοποθετήσεις στον όμιλο επιχειρήσεων της τράπεζας", όπως η ίδια αναφέρει επακριβώς στο δικόγραφο της εγκλήσεώς της. Μάλιστα δε με ιδιαίτερη έμφαση αναφέρει ότι "... δεν θα είχα προβεί στην ανάληψη των χρημάτων μου από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και στην κατάθεσή τους στην Τράπεζα " ASPIS BANK " αν δεν με έπειθε ο μηνυόμενος ότι εκπροσωπούσε τη Δ/νση της Τράπεζας και ήταν σε θέση να μου εξασφαλίσει επωφελείς τοποθετήσεις των χρημάτων μου με τόκο 10% ετησίως." Είναι δε γεγονός ότι με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος πέτυχε να έχει απόλυτη πρόσβαση στα χρήματα που είχε καταθέσει η εγκαλούσα. Τη δυνατότητα δε αυτή την εκμεταλλεύτηκε πλήρως, αφού, όπως η ίδια διαπίστωσε, μέχρι τις 20-11-2001 ανέλαβε από τον κοινό λογαριασμό τους για την ικανοποίηση δικών του αναγκών, χωρίς να προβεί σε συγκεκριμένη επωφελή γι' αυτήν επενδυτική τοποθέτηση, όπως είχαν συμφωνήσει, το συνολικό χρηματικό ποσόν των 50.509.281 δρχ. ή 148.230,00 ευρώ, σύμφωνα με την ανάλυση που ήδη έχει γίνει παραπάνω. Μάλιστα δε χαρακτηριστικό είναι και το γεγονός ότι στις 19-11-2001 με την υπ' αριθ. ....επιταγή της ίδιας Τράπεζας κατέβαλε στην εγκαλούσα το ποσό των 2.000.000 δρχ. και στις 13-12-2001 με την υπ' αριθ..... επιταγή το ίδιο ποσό , δηλώνοντας της ότι είναι ο ετήσιος τόκος 10% που την είχε διαβεβαιώσει ότι θα έπαιρνε από το κεφάλαιό της. Όπως όμως στη συνέχεια η ίδια εξακρίβωσε κατά τον έλεγχο του λογαριασμού της, ο δήθεν τόκος της Τράπεζας είχε εξοφληθεί με χρήματα που ο κατηγορούμενος είχε αναλάβει από το δικό της λογαριασμό. Μετά τις παραπάνω διαπιστώσεις η εγκαλούσα αυθημερόν απέσυρε από τον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό της με τον κατηγορούμενο το υπόλοιπο ποσό της κατάθεσης ανερχόμενο στις 75.490.719 δρχ. ή 221.542,83 ευρώ. Σύμφωνα δε με τους υπολογισμούς της, η ζημία που πράγματι προκλήθηκε στην περιουσία της από τις παράνομες ενέργειες του κατηγορουμένου, ανέρχεται στο προαναφερόμενο ποσόν των 50.509.281 δρχ. ή 148.229,73 ευρώ και είναι άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου προς αυτήν. Μάλιστα δε, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθ. 6257/2005 οριστική απόφαση του, έκανε δεκτή αγωγή της εγκαλούσης Ψ1 κατά του κατηγορουμένου Χ1, αναγνώρισε την απαίτησή της κατ' αυτού, έκρινε ότι με τη συγκεκριμένη συμπεριφορά του έχει προξενήσει ζημία σε βάρος της περιουσίας της και τον υποχρέωσε να της καταβάλει ολόκληρο το χρηματικό ποσό της απαίτησης της, δηλ. 148.229,75 ευρώ καθώς και τη σχετική δικαστική δαπάνη, ενώ το Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 4325/2006 απόφαση του απέρριψε την έφεσή του κατά της εν λόγω πρωτοδίκου αποφάσεως, την οποία και επικύρωσε ως προς την ουσία της.
Από την άλλη πλευρά ο κατηγορούμενος αρνείται ότι με οποιονδήποτε τρόπο προξένησε ζημία στη περιουσία της εγκαλούσης. Ειδικότερα, όπως αναφέρει στην σχετική έκθεση εφέσεως, στην οποία νομότυπα εκθέτει τους λόγους για τους οποίους την ασκεί, πέντε ημέρες μετά το άνοιγμα του κοινού τραπεζικού λογαριασμού με την εγκαλούσα και, συγκεκριμένα, στις 22-11-2001, ο ίδιος κατέθεσε το συνολικό χρηματικό ποσόν των 88.000.000.δρχ. ή 258.253,85 ευρώ, με τη μεταβίβαση σε αυτήν δύο επιταγών και πίστωση του υπ' αριθ. .... λογαριασμού της στην Τράπεζα Πειραιώς και ειδικότερα: α) Με την υπ' αριθ. ... επιταγή, εκδόσεως της "ASPIS BANK", σε διαταγή του, την οποία αυτός οπισθογράφησε και μεταβίβασε στην εγκαλούσα, ποσού 75.000.000και β) με την υπ' αριθ. .... επιταγή, ποσού 13.000.000 δρχ., την οποία αυτός εξέδωσε σε διαταγή του στις 21-11-2001 και οπισθογράφησε στην εγκαλούσα, πληρωτέα επί της Τράπεζας " NOVA BANK "... Όμως παρατηρείται ότι, ενώ η κατάθεση των εν λόγω και μάλιστα ιδιαίτερα μεγάλων χρηματικών ποσών έχει γίνει σχεδόν αμέσως μετά τη σχετική συμφωνία και το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού μεταξύ των αντιδίκων και συγκεκριμένα στις 22-11-2001, εντούτοις η εγκαλούσα ούτε με την έγκλησή της , την οποία υπέβαλε πολύ αργότερα και συγκεκριμένα στις 21-3-2003, ούτε και κατά την ένορκη κατάθεσή της ενώπιον του Ανακριτή αναφέρει οτιδήποτε για το εξαιρετικά κρίσιμο αυτό γεγονός. Επίσης και ο κατηγορούμενος, όλως περιέργως, κατά την απολογία του ενώπιον του Ανακριτή δεν αναφέρει οτιδήποτε σχετικό. Μάλιστα δε με το από 16-5-2005 απολογητικό υπόμνημά του παραδέχεται ότι οφείλει στην εγκαλούσα το ποσόν των 126.192,36 ευρώ. Πέραν τούτου, το γεγονός αυτό φαίνεται ότι είναι άγνωστο τόσο στο Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο με την υπ' 6257/2005 απόφαση αναγνώρισε την απαίτηση της εγκαλούσης και υποχρέωσε τον κατηγορούμενο και τότε εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 148.229,73 ευρώ, όσο και στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την υπ' αριθ. 4325/2006 απόφασή του απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του κατηγορουμένου κατά της ως άνω πρωτοβάθμιας απόφασης. Για πρώτη φορά ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου περί καταβολής στην εγκαλούσα του ως άνω συνολικού χρηματικού ποσού των 88.000.000 δρχ. προβάλλεται την 1-9-2006, με την κατάθεση εκ μέρους του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών σχετικής αιτήσεως για αναψηλάφηση της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω αναφερόμενη απόφαση του. Μάλιστα δε αποδίδοντας , εμμέσως πλην σαφώς, μομφή αναξιοπιστίας σε βάρος της εγκαλούσης στην αίτηση αυτή, μεταξύ των άλλων, αναφέρει ότι? "Η τελευταία, εν αγνοία μου, εμφάνισε αυτές συμψηφιστικά στην Τράπεζα Πειραιώς και πίστωσε με το αντίστοιχο ποσό των 88.000.000 δρχ. (258.253,85 ευρώ ) τον υπ' αριθμ. .... λογαριασμό της στην παραπάνω Τράπεζα. Όμως, εξ αιτίας απώλειας των παραστατικών παράδοσης στην αντίδικο των πιο πάνω δύο επιταγών σε μερική επιστροφή του ποσού που είχα καταθέσει στον ως άνω κοινό λογαριασμό, αλλά και άγνοιας για τον παραπάνω συμψηφιστικό τρόπο πίστωσης του λογαριασμού που διατηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς με το ποσόν των 88.000.000. δρχ., δεν είχα τη δυνατότητα να αποδείξω την καταβολή αυτή ιδία ενόψει της αρνήσεως της αντιδίκου να παραδεχθεί το γεγονός αυτό". Ο σχετικός ισχυρισμός του ότι δεν ανέφερε ποτέ περί του γεγονότος αυτού, λόγω απώλειας των σχετικών παραστατικών, κατά την άποψή μας, κρίνεται αβάσιμος, καθόσον και στην περίπτωση αυτή οι αρμόδιες ανακριτικές αρχές, οι οποίες επελήφθησαν της υποθέσεως, ασφαλώς και είχαν τη δυνατότητα να εξακριβώσουν την ουσιαστική ή μη βασιμότητά του, με πολλούς τρόπους".
Με βάση όσα αναφέρονται παραπάνω, επειδή υπήρχε ασάφεια και αοριστία αν πράγματι προκλήθηκε ζημία στην περιουσία της εγκαλούσης από τις καταγγελλόμενες πράξεις του κατηγορουμένου σε βάρος της και σε θετική περίπτωση ποιο είναι το ακριβές ύψος της ζημίας αυτής, για να καταστεί εφικτός ο πλήρης έλεγχος της υπό κρίση υποθέσεως, χωρίς την ύπαρξη κενών και αντιφάσεων, τα οποία θα καθιστούσαν αναιρετέο το σχετικό Βούλευμα, έγινε δεκτή η σχετική Εισαγγελική πρόταση και με το 208/2007 Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών διατάχθηκε περαιτέρω κύρια ανάκριση από τον Ανακριτή του 25ου Τμήματος Αθηνών, ώστε να διενεργηθούν από αυτόν συγκεκριμένες ανακριτικές πράξεις και να διευκρινιστούν τα εξής ζητήματα : "Περί του αν η με αρ. .... επιταγή της Τράπεζας ASPIS BANK, ποσού 75.000.000 δραχμών, που η τελευταία (ASPIS BANK) είχε εκδώσει στις 21-11-2001 σε διαταγή του κατηγορουμένου, καθώς και η με αριθ. .... επιταγή της Τράπεζας NOVA BANK A.E. εκδόσεως του κατηγορουμένου στις 22-11-2001 σε διαταγή του , πληρωτέας επί της Τράπεζας"ΝOVΑ BANK A.E." οπισθογραφήθηκαν και παραδόθηκαν από τον κατηγορούμενο στη μηνύτρια Ψ1, αυτή δε εμφάνισε τις εν λόγω επιταγές συμψηφιστικά στην Τράπεζα ΠΕΙΡΑΙΩΣ και πίστωσε με το συνολικό ποσόν των 88.000.000 δραχμών τον τηρούμενο υπ' αυτής στην ανωτέρω Τράπεζα υπ' αριθ. .... λογαριασμό της και σε καταφατική περίπτωση : 1. αν η δι' οπισθογραφήσεως μεταβίβαση στη μηνύτρια των επιταγών αυτών πραγματοποιήθηκε σε μερική επιστροφή του ποσού των 140.000.000 δραχμών που είχε κατατεθεί στον υπ' αριθμ. .... κοινό λογαριασμό της μηνύτριας και του κατηγορουμένου στην Τράπεζα ASPIS BANK και 2. με ποιο ακριβώς τρόπο ζημιώθηκε η περιουσία της και ποιο είναι ακριβώς το ύψος της ζημίας που προκλήθηκε σ' αυτήν από την καταγγελλόμενη σε βάρος της συμπεριφορά του κατηγορουμένου και περαιτέρω, να επισυναφθούν στη δικογραφία επικυρωμένα αντίγραφα της υπ' αριθ. 6257/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της υπ' αριθ. 4325/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθώς και της αποφάσεως που τυχόν θα έχει εκδοθεί επί της από 1-9-2006 αιτήσεως του κατηγορουμένου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών για αναψηλάφηση της υπ' αριθ. 4325/2006 αποφάσεως του.
"Στο πλαίσιο της συμπληρωματικής κύριας ανάκρισης η πολιτικώς ενάγουσα Ψ1, κατά τη συμπληρωματική, χωρίς όρκο, κατάθεσή της ενώπιον του ενώπιον του Ανακριτή του 25ου Τμήματος Αθηνών, στις 25-4-2007, εξηγώντας το γεγονός της κατάθεσης εκ μέρους του κατηγορουμένου με δύο επιταγές του συνολικού ποσού των ογδόντα οκτώ εκατομμυρίων (88.000.000) δρχ. στον κοινό υπ' αριθ. ..... λογαριασμό τους στην Τράπεζα Πειραιώς, κατέθεσε, μεταξύ των άλλων, ότι : " Η ουσία είναι τελικά όπως διαπίστωσα τώρα, ότι ο κατηγορούμενος στις 21-11-2001 με την .... επιταγή απέσυρε από τον κοινό μας λογαριασμό της ΑΣΠΙΣ ΜΠΑΝΚ 75.000.000 δρχ. και μαζί με άλλα 13.000.000 δρχ. τα κατέθεσε στην Τράπεζα Πειραιώς. Στη συνέχεια στις 5-12-2001 απέσυρε από την Τράπεζα Πειραιώς 88.000.000 δρχ. ή 258.253,58 ευρώ, τα οποία την ίδια ημέρα (5-12-2001) κατέθεσε πάλι στον κοινό μας λογαριασμό στην ΑΣΠΙΣ ΜΠΑΝΚ και στη συνέχεια το ιδιοποιήθηκε." Η ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών της πολιτικώς εναγούσης ενισχύεται και από τα σχετικά έγγραφα της Τράπεζας Πειραιώς που προσκόμισε η ίδια και επισυνάπτεται στη δικογραφία. Κατόπιν τούτων καθίσταται σαφές ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί καταβολής εκ μέρους του στο λογαριασμό της πολιτικώς εναγούσης του ποσού των ογδόντα οκτώ εκατομμυρίων (88.000.000) δραχμών δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και η ζημία που προκλήθηκε στην περιουσία της από την καταγγελόμενη αξιόποινη συμπεριφορά του ανέρχεται στο ποσόν των 50.509.281 δραχμών η 148.229,73 ευρώ, όπως άλλωστε έχουν δεχτεί τόσο η υπ'αριθμ. 6257/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και η υπ'αριθ. 4325/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε, κατ'ουσία, η έφεση του κατηγορουμένου κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης. Τέλος σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από το υπ'αριθ. πρωτ. ..... Πιστοποιητικό του αρμόδιου Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, δεν έχει εκδοθεί απόφάση επί της σχετικής αιτήσεως του κατηγορουμένου για αναψηλάφηση της εν λόγω αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών".
Περαιτέρω, συνεχίζει το Συμβούλιο Εφετών, "επιπρόσθετα, για τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί καταβολής εκ μέρους του 88.000.000 δραχμών σε λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας στην Τράπεζα Πειραιώς, με τη μεταβίβαση σ' αυτήν δύο επιταγών, προς μερική επιστροφή του ποσού των 140.000.000 δραχμών, που είχε κατατεθεί στον κοινό λογαριασμό τους (κατηγορουμένου και πολιτικώς ενάγουσας) στην ASPIS BANK πρέπει να ειπωθούν τα εξής: Στο πλαίσιο της διαταχθείσας κατά τα άνω συμπληρωματικής κυρίας ανάκρισης, η πολιτικώς ενάγουσα Ψ1, στην ανωμοτί κατάθεσή της ενώπιον της 25ης Τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών, την 25.4.2007, εξηγώντας το γεγονός της κατάθεσης εκ μέρους του κατηγορουμένου, με δύο επιταγές, του συνολικού ποσού των 88.000.000 δραχμών στον υπ' αριθμό ..... λογαριασμό της στη Τράπεζα Πειραιώς την 22.11.2001, κατέθεσε, μεταξύ άλλων? "Η ουσία είναι τελικά, όπως διαπίστωσα τώρα, ότι ο κατηγορούμενος στις 21.11.2001 με την .... επιταγή απέσυρε από τον κοινό μας λογαριασμό στην ASPIS BANK, 75.000.000 δραχμές και μαζί με άλλα 13.000.000 δραχμές τα κατάθεσε στην Τράπεζα Πειραιώς. Στη συνέχεια, στις 5.12.2001, απέσυρε από την Τράπεζα Πειραιώς 88.000.000 δραχμές ή 258.253,85 ευρώ, τα οποία την ίδια ημέρα (5.12.2001) κατέθεσε πάλι στον κοινό μας λογαριασμό στην ASPIS BANK και στην συνέχεια τα ιδιοποιήθηκε". Η ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών της πολιτικώς ενάγουσας ενισχύεται και από τα σχετικά έγγραφα της δικογραφίας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την κίνηση του κοινού λογαριασμού της με τον κατηγορούμενο στην ASPIS BANK (αριθμοί .....), στις 21.11.2001 έγινε ανάληψη από το λογαριασμό αυτό του ανωτέρω ποσού των 75.000.000 δραχμών ή 220.102,72 ευρώ (επίμαχη επιταγή ... ASPIS BANK), το οποίο μαζί με τα 13.000.000 δραχμές ή 38.151,14 ευρώ (επίμαχη επιταγή .... NOVA BANK), δηλαδή συνολικά 88.000.000 δραχμές ή 258.253,85 ευρώ, κατατέθηκαν την επομένη, στις 22.Π.2001, στον άνω λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας στην Τράπεζα Πειραιώς (βλ. σχετική βεβαίωση της Τράπεζας αυτής). Ακολούθως, στις 5.12.2001, αναλήφθηκε από το λογαριασμό αυτό της πολιτικώς ενάγουσας στην Τράπεζα Πειραιώς το πιο πάνω συνολικό ποσό των 88.000.000 δραχμών ή 258.253,85 ευρώ (βλ. την κίνηση του λογαριασμού τούτου στην εν λόγω Τράπεζα Πειραιώς), και κατατέθηκε τούτο αυθημερόν στον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό της με τον κατηγορούμενο στην ASPIS BANK. Επομένως, το επίδικο ποσό των 88.000.000 δραχμών (258.253,85 ευρώ) επανήλθε στον κοινό λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας και του κατηγορουμένου στην ASPIS BANK, από τον οποίο ο τελευταίος στη συνέχεια προέβη σε σειρά συναλλαγών αναλήψεων μέσω ATM, για την ικανοποίηση δικών του αποκλειστικά βιοτικών αναγκών. Έτσι, η πολιτικώς ενάγουσα στις 19.12.2001, όταν ανέλαβε όλο το υπόλοιπο ποσό του κοινού αυτού λογαριασμού, αυτό ανερχόταν σε 75.490.719 δραχμές ή 221.542,83 ευρώ, ζημιωθείσα ούτω από τις ενέργειες του κατηγορουμένου - που εκτίθενται στην εισαγγελική πρόταση - κατά το ποσό των 50.509.281 δραχμών ή 148.229,73 ευρώ (140.000.000 δραχμές αρχικά κατατεθειμένο ποσό, μείον 75.490.719 δραχμές, μείον καταβληθέν από τον κατηγορούμενο ποσό 14.000.000 δρχ., ίσον 50.509.281 δρχ. ή 148.229,73 ευρώ). Επομένως, ο προαναφερθείς ισχυρισμός - άρνηση του κατηγορουμένου είναι αβάσιμος, και η ζημία που προξενήθηκε στην περιουσία της πολιτικώς ενάγουσας από την καταγγελλόμενη σε βάρος της αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου (κακουργηματική απάτη) ανέρχεται στο ανωτέρω ποσό των 50.509.281 δρχ. ή 148.229,73 ευρώ, όπως άλλωστε έχουν δεχτεί τόσο η 6257/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και η 4325/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση του κατηγορουμένου κατά της πρωτόδικης απόφασης. Τέλος, σύμφωνα με το ..... πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών δεν έχει εκδοθεί απόφαση επί της σχετικής αίτησης του κατηγορουμένου για αναψηλάφηση της άνω απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Κατόπιν τούτων προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για τη στήριξη δημόσιας στο ακροατήριο κατηγορίας εναντίον του εκκαλούντος κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απάτης, από την οποία το περιουσιακό όφελος του δράστη και η αντίστοιχη ζημία της παθούσας υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ (ΠΚ 386 παρ. 1, 3β)".
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου 2703/2006 βουλεύματος, το οποίο και επικύρωσε ως προς την ως άνω παραπεμπτική του διάταξη αφενός διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που εκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, αφετέρου ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 και 386 παρ. 1, 3β ΠΚ, (όπως το τελ. αντικ. με αρ. 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999), τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω πράξεως της διακεκριμένης απάτης. Δεν εμφιλοχώρησε δε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα συνεκτίμησε και συναξιολόγησε όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ενώ αιτιολογημένα απέκρουσε και τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί καταβολής εκ μέρους του στο λογαριασμό της παθούσας και πολιτικώς ενάγουσας του ποσού των 88.000.000 δραχμών, προσδιορίζοντας με σαφήνεια τη ζημία της τελευταίας από την αξιόποινη συμπεριφορά αυτού, στο ύψος των 50.509.281 δρχ. ή 148.229,73 ευρώ. Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, οι προβαλλόμενοι δε λόγοι αναιρέσεως που προβλέπονται από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠΔ είναι αβάσιμοι. Κατά το μέρος δε που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται με το σχετικό λόγο η περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου, είναι αυτός απαράδεκτος και, ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-2-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 120/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Αυγούστου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επάρκεια αιτιολογίας, ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και απόρριψη αναίρεσης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για κακουργηματική απάτη.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 2
|
Αριθμός 2006/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 559/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Χ2 και 2) Χ3(αγνώστων λοιπών στοιχείων).
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.9.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 12/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 233/8.5.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την υπ'αριθμ. 23/10-9-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 559/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και εκθέτω τα εξής:
Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκαν κατ'ουσία οι υπ'αριθμ. 8/8-2-2007 και 12/9-2-2007 εφέσεις του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του Χ2, κατά του υπ'αριθμ. 9/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για να δικασθούν ο μεν αναιρεσείων για απάτη κατ'εξακολούθηση από δράστη που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα με ζημία που υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ, ο δε συγκατηγορούμενός του Χ2 για άμεση συνέργεια στην πράξη αυτή (αρ. 13στ', 46 παρ. 1β, 98, 386 παρ. 1, 3 εδ. α', β' ΠΚ).
Η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1 ΚΠΔ, καθόσον ασκήθηκε στις 10-9-2007 με δήλωση του αντιπροσώπου του αναιρεσείοντος δικηγόρου Θεσσαλονίκης Αντωνίου Κούδρογλου, (δυνάμει της από 20-8-2007 εξουσιοδοτήσεως αυτού) ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης, για την οποία συντάχθηκε η υπ'αριθμ. 23/2007 σχετική έκθεση, με αναιρετικούς λόγους την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και την απόλυτη ακυρότητα (αρ. 171 παρ. 1δ, 484 παρ. 1 στοιχ. α', β' και δ' ΚΠΔ), ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση στις 16-8-2007 και στον αντίκλητο δικηγόρο του Μιχαήλ Κούκουνα στις 23-10-2007. Κατόπιν αυτών, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 386 παρ. 3 του ΠΚ (όπως αντικ. αρχικώς με το αρ. 1 παρ. 11 του ν. 2408/96 και στη συνέχεια με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/99) επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 στ' του ΠΚ κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.
Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί, βάσει των οποίων το συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι από τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, αρκεί η γενική κατά το είδος αναφορά τούτων, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για να μορφώσει την κρίση του, όλα τα αποδεικτικά μέσα - και όχι μόνο μερικά από αυτά, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/05). Η ίδια αιτιολογία απαιτείται και ως προς την κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ'επάγγελμα τελέσεως από το δράστη του εγκλήματος, η οποία επιτείνει την τιμώρηση αυτού.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, που το εξέδωσε, με δικές του σκέψεις και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα:
Αναφορικά, όμως, με την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων τους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, που αν αξιολογεί το ορθώς, κατά τους ισχυρισμούς τους, θα οδηγούσε σε απαλλακτική κρίση, πρέπει οι εφέσεις να απορριφθούν ως αβάσιμες, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα και στην εισαγγελική πρόταση, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της οποίας και το Συμβούλιο αναφέρεται για την αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων. Ειδικότερα δε από το αποδεικτικό υλικό της σχηματισθείσης σχετικά δικογραφίας προκύπτει, σε βαθμό σοβαρών ενδείξεων, ότι: Ο πρώτος εκκαλών-κατηγορούμενος, στη Θεσσαλονίκη, στις αρχές του έτους 2004, προκειμένου να πείσει την εγκαλούσα εταιρία "ΑΒΕΖ ΑΕ" να πουλήσει στην εκπροσωπούμενη από τον ίδιο ομόρρυθμη εταιρία, με την επωνυμία "...... ΟΕ", ποσότητες ζυμαρικών για να τις διαθέσει στην αγορά και προκειμένου να κάμψει τις επιφυλάξεις των εκπροσώπων της εγκαλούσας, αναφορικά με την φερεγγυότητα του και την εν γένει δυνατότητα της εταιρίας του να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις, η οποία ζήτησε εγγυήσεις για τη διασφάλιση της αποπληρωμής του τιμήματος, ενόψει και του μεγάλου ύψους της αξίας των εμπορευμάτων που ζήτησε αυτός να αγοράσει, παρέστησε ψευδώς ότι είναι σε θέση να της οπισθογραφήσει επιταγές τρίτων-πελατών της εκπροσωπούμενης από τον ίδιο εταιρίας, επιδεικνύοντας και τα αντίστοιχα σώματα των επιταγών που είχε στα χέρια του, ενώ γνώριζε ότι αυτές δεν αντιπροσώπευαν πραγματικές συναλλαγές. Κατόπιν αυτών η εγκαλούσα πώλησε και παρέδωσε στην εταιρία του, διαδοχικά, κατά το χρονικό διάστημα από 4/2 έως 20/7/2004 εμπορεύματα (περίπου 200.000 κιλά ζυμαρικών) συνολικής αξίας 196.416,38 ευρώ με πίστωση του τιμήματος και ο κατηγορούμενος με την παραλαβή κάθε μερικότερης ποσότητας της μεταβίβαζε κάθε φορά με οπισθογράφηση επιταγές τρίτων δήθεν πελατών του, και συνολικά δέκα (10) μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικής αξίας 171.772 ευρώ, εκ των οποίων πληρώθηκε μόνον μία, ύψους 13.215 ευρώ, ενώ οι υπόλοιπες εννέα, εμφανισθείσες νομότυπαι και εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης των αντιστοίχων κεφαλαίων, με αποτέλεσμα να ζημιώσει την εγκαλούσα εταιρία κατά το ποσό των 183.201,38 ευρώ, που αντιπροσώπευε το ύψος του υπολοίπου και οφειλομένου τιμήματος (196.416,38-13.215), η οποία δεν θα συναλλασσόταν μαζί του αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, ότι δηλαδή ο συγκεκριμένος (πρώτος) κατηγορούμενος δεν είχε συναλλαγές με τους εμφανιζόμενους ως εκδότες των επιταγών, αλλά αυτές εκδόθηκαν προς τον σκοπό παραπλάνησης της εγκαλούσας. Ε£ άλλου, ο δεύτερος εκκαλών-κατηγορούμενος παρέσχε με πρόθεση άμεση συνδρομή στον πρώτο στην εκτέλεση της ανωτέρω πράξης της κακουργηματικής απάτης και κατά τη διάρκεια αυτής, καθόσον με την ιδιότητα του, του νομίμου εκπροσώπου αφενός της "..... ΕΠΕ" και αφετέρου της "..... ΕΠΕ" εξέδωσε τις αναφερόμενες στη κατηγορία μεταχρονολογημένες επιταγές, την πρώτη σε διαταγή της εκπροσωπούμενης από τον πρώτο κατηγορούμενο εταιρίας, τις τέσσερις σε διαταγή του Γ1 και την Πέμπτη σε διαταγή του Χ3, oι onoioι με τη σειρά τους τις μεταβίβασαν στον πρώτο κατηγορούμενο που τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση προς την εγκαλούσα εταιρία για την κάλυψη του τιμήματος των αγορασθέντων από αυτόν ζυμαρικών. Oι εν λόγω επιταγές, όμως, δεν πληρώθηκαν "λόγω απώλειας" των τεσσάρων πρώτων όπως βεβαιώθηκε στο σώμα αυτών με σφραγίδα της Τράπεζας ενώ η πέμπτη επίσης δεν πληρώθηκε κατά την εμφάνιση της, η δε εγκαλούσα που κατέβαλε την αξία της στον προς ον την είχε οπισθογραφήσει, κατέστη και πάλι νόμιμη εξ αναγωγής κομίστρια αυτής. Και ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης των επιταγών, ότι αυτές δεν αντιπροσωπεύουν πραγματικές συναλλαγές του με τον πρώτο, αλλά ότι αυτές εκδίδονται προκειμένου αυτός (πρώτος κατηγορούμενος) να τις χρησιμοποιήσει για να παραπλανήσει την εγκαλούσα εταιρία σχετικά με την πιστοληπτική του ικανότητα, ώστε να πεισθεί να του πουλήσει ζυμαρικά, όπως και έγινε με βάση τα προαναφερόμενα, ενώ στη συνέχεια προφασίστηκε ότι απώλεσε το μπλοκ των επιταγών του προκειμένου να προβεί στην ανάκληση αυτών παρέχοντας με τον τρόπο αυτό, με πρόθεση, άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο στην εκτέλεση της κακουργηματικής απάτης σε βάρος της εγκαλούσας που του αποδίδεται. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου, ότι οι συναλλαγές του με τον δεύτερο ήταν πραγματικές (τις οποίες πρέπει να σημειωθεί αρνείται κατηγορηματικά ο δεύτερος) και ότι ο ίδΙιος υπήρξε θύμα αυτού, ο οποίος στη συνέχεια ανακάλεσε τις επιταγές, δεν ευσταθεί, κατά την κρίση του Συμβουλίου, λαμβανομένου υπόψη και του ότι αφενός δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο και αφετέρου αυτός δεν προέβη σε καμία δικαστική ενέργεια εναντίον του δευτέρου για την ικανοποίηση των επικαλουμένων αξιώσεων του σε βάρος του. Μη πειστικός, εξ άλλου, αξιολογείται και ο ισχυρισμός του δευτέρου ότι χάθηκε το μπλοκ των επιταγών του, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του προφανώς χρησιμοποίησαν οι συγκατηγορούμενοι του καθόσον οι συγκεκριμένες επιταγές εκδόθηκαν μεταχρονολογημένες και μάλιστα μερικούς μήνες από την πραγματική ημερομηνία έκδοσης αυτών σε σχέση και με την ημερομηνία δήλωσης της δήθεν απώλειας αυτών (στις ... σύμφωνα με την προσκομιζόμενη βεβαίωση του Α.Τ. Ζαγκλιβερίου) , την εισαγγελική πρόταση στην οποία και το Συμβούλιο αναφέρεται. Κατά συνέπεια, πρέπει οι κρινόμενες εφέσεις να απορριφθούν ως αβάσιμες στην ουσία τους και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις του (άρθρο 319§3 Κ.Ποιν.Δ.). Τέλος, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του πρώτου εκκαλούντος-κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου αυτού, ως μη αναγκαίο, δοθέντος ότι αυτός έχει ήδη διατυπώσει αρκούντως και διεξοδικώς όλους τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα του τόσο με το απολογητικό του υπόμνημα όσο και με την έκθεση έφεσης του. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλούντων (άρθρο 585 Κ.Ποιν.Δ.) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
Όμως, πουθενά στο βούλευμα δεν γίνεται μία γενική αναφορά των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη, ενώ από την αναφορά του βουλεύματος ότι "από το αποδεικτικό υλικό της σχηματισθείσης σχετικά δικογραφίας προκύπτει, σε βαθμό σοβαρών ενδείξεων, ότι" δεν προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1/2002, Συμ. ΑΠ 97/2002). Επίσης, η αποδοχή στο βούλευμα των σκέψεων της εισαγγελικής πρότασης δεν καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν γίνεται καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, αλλά αναφορά μόνον ως προς τα εκτιθέμενα σ'αυτή πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η έφεση του αναιρεσείοντος, όπως και του συγκατηγορουμένου του Χ2 (Συμ. ΑΠ 1554/01, Συμ. ΑΠ 1608/01).
Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ'επάγγελμα τέλεσης της απάτης, αφού δεν εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν την εν λόγω επιβαρυντική περίσταση, δεδομένου μάλιστα ότι κατά το διατακτικό του πρωτοδίκου βουλεύματος, που επικυρώθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα, η κατ'επάγγελμα τέλεση της απάτης, συνίσταται στο ότι από την επανειλημμένη τέλεση και από την οργάνωση και υποδομή που είχε διαμορφώσει, αλλά και από τη μέθοδο και τον τρόπο που ενήργησε προκύπτει σκοπός του αναιρεσείοντος να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος.
Τέλος, το Συμβούλιο Εφετών αιτιολογημένα απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο τούτο και ως εκ τούτου ο συναφής λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Συνεπώς, το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει κατά παραδοχή του συναφούς προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως (αρ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ), να αναιρεθεί και ως προς τον συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος Χ2, κατ'αρ. 469 ΚΠΔ αφού ο λόγος αυτός ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων δεν αρμόζει αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρ. 513 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω να γίνει δεκτή η υπ'αριθμ. 23/2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 559/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, στο αυτό ως άνω Συμβούλιο Εφετών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Αθήνα 25 Φεβρουαρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α)αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (5.000.000 δρχ.) ή β)αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (25.000.000 δρχ.). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α)σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ)βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που ανάγονται στο παρόν ή στο παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση και τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης του παραπεμπτικού βουλεύματος, υπάρχει όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων για την συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, για το οποίο ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε για τη συνδρομή των περιστατικών αυτών και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης, που προβλέπεται και τιμωρείται από την ουσιαστική ποινική διάταξη, στην οποία αυτά υπήχθησαν και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για την πράξη για την οποία ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από τη ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο προσδίδει στην ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά αυτή έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει, όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτήν, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά της τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο βούλευμα έχουν εμφιλοχωρήσει, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο με αριθ. 559/2007 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και με δικές του σκέψεις, δέχτηκε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος αναφερόμενων σ' αυτό αποδεικτικών μέσων, ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως, εκτιμώμενες καθ' εαυτές και στο σύνολο τους, σε συνδυασμό με τα επισυναπτόμενα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων-εκκαλούντων, προέκυψαν, κατά την άποψη μας, τα εξής: Ο εκκαλών- κατηγορούμενος, Χ1, γνωστός στην εγκαλούσα εταιρεία ΑΒΕΖ ΑΕ από τη χρησιμοποίησή του ως πωλητή των προϊόντων της ( ζυμαρικών) , θέλησε να συνεργασθεί, ως εκπρόσωπος της εταιρείας "..... ΟΕ", με την εγκαλούσα εταιρεία αγοράζοντας στο εξής μεγάλες ποσότητες ζυμαρικών διαφόρων τύπων, τις οποίες θα διέθετε ο ίδιος, η εταιρεία του δηλαδή, στην αγορά. Επειδή όμως η αξία των εμπορευμάτων που ενδιαφερόταν ο Χ1 ν' αγοράσει ήταν πολύ μεγάλη και επειδή, σ' αυτό το επίπεδο, δεν υπήρξε στο παρελθόν συνεργασία μεταξύ τους, η εγκαλούσα εταιρεία, ζήτησε να λάβει επιπλέον εγγυήσεις, καθώς και χρονοδιάγραμμα της αποπληρωμής της αξίας των εμπορευμάτων, Ο άνω εκκαλών προκειμένου να πείσει τους εκπροσώπους της εγκαλούσας εταιρείας και να κάμψει τους οποιουσδήποτε ενδοιασμούς της, παρέστησε ότι είναι φερέγγυο πρόσωπο και αξιόπιστο, ότι έχει μεγάλη ακίνητη περιουσία, χωρίς χρέη και άλλες οικονομικές υποχρεώσεις και ότι διαθέτει χρηματοπιστωτική ικανότητα. Ακόμη παρέστησε ότι έχει εμπορικές συναλλαγές με διάφορα άλλα πρόσωπα φερέγγυα και αξιόπιστα, επιδεικνύοντας αντίστοιχα σώματα επιταγών που τα πρόσωπα αυτά είχαν εκδώσει, και ότι θα τις οπισθογραφούσε προς την εγκαλούσα εταιρεία, προκειμένου να διασφαλίσει τις απαιτήσεις της. Με τον τρόπο αυτόν έπεισε τους αρμοδίους υπαλλήλους της εγκαλούσας εταιρείας και κατήρτισαν συμφωνία, σύμφωνα με την οποία η εγκαλούσα εταιρεία, κατά το χρονικό διάστημα από 4-2-2004 μέχρι 20-7-2004 πώλησε στο Χ1 ποσότητες ζυμαρικών αξίας 196.416,38 ευρώ, με πίστωση του τιμήματος. Προς κάλυψη του τιμήματος ο Χ1 οπισθογράφησε προς την εγκαλούσα εταιρεία επιταγές της ΕΤΕ, ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ και της CΙΤΙΒΑΝΚ, συνολικής αξίας 171.772 ευρώ, τις οποίες είχαν εκδώσει και είχαν μεταβιβάσει σ' αυτόν οι συγκατηγορούμενοί του, μεταξύ των οποίων και ο δεύτερος εκκαλών Χ2. Από τις παραπάνω οπισθογραφείσες επιταγές μόνο μία πληρώθηκε, αξίας 13.215,00 ευρώ, ενώ οι υπόλοιπες εμφανισθείσες από τους κομιστές αυτών εμπροθέσμως δεν πληρώθηκαν, είτε γιατί αυτές ανεκλήθησαν, λόγω "απωλείας" είτε γιατί δεν υπήρχαν υπόλοιπα χρήματα στο λογαριασμό στον οποίο αυτές εσύροντο. Έτσι λοιπόν η εγκαλούσα εταιρεία υπέστη ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 183.201,38 ευρώ, όσο δηλαδή ήταν η αξία του μη καταβληθέντος τιμήματος. Όπως αποδείχθηκε οι προαναφερθείσες επιταγές είχαν εκδοθεί με αποκλειστικό σκοπό να παραπλανηθεί η εγκαλούσα και να πεισθεί να πωλήσει, με πίστωση, εμπορεύματα προς το Χ1, γεγονός το οποίο και επέτυχαν. Το ότι οι επίδικες επιταγές είχαν εκδοθεί, ύστερα από συνεννόηση όλων των κατηγορουμένων, προς το σκοπό να παραπλανήσουν την εγκαλούσα εταιρεία, αποδεικνύεται, αφ' ενός μεν από τις καταθέσεις των μαρτύρων, ...., ..... και ....., όλων υπαλλήλων της εγκαλούσας εταιρείας, οι οποίοι είχαν άμεση επαφή και συναλλαγή με το Χ1 (βλ. αυτές τις καταθέσεις) και αφ' ετέρου από το απολογητικό υπόμνημα του Χ1, ο οποίος ομολογεί την έλλειψη φερεγγυότητάς του, καθώς, κατά την έναρξη της συνεργασίας του με την εγκαλούσα εταιρεία, είχαν εκδοθεί σε βάρος του πολλές διαταγές πληρωμής και είχε κατασχεθεί η ακίνητη περιουσία του. Ο ισχυρισμός του δε ότι πράγματι διατηρούσε εμπορικές συναλλαγές με τους συγκατηγορουμένους του, βάσει των οποίων είχαν εκδοθεί σε διαταγή του ή είχαν οπισθογραφηθεί προς αυτόν οι επίδικες επιταγές, είναι αβάσιμος και έωλος για το λόγο ότι, αν τούτο ήταν αληθές, γιατί δεν κινήθηκε δικαστικά εναντίον του, ώστε να ικανοποιήσει τις οικονομικές αξιώσεις του. Αλλά και ο ισχυρισμός του δευτέρου εκκαλούντος, Χ2, ότι δήθεν είχε χαθεί το μπλοκ των επιταγών του, το οποίο δήθεν χρησιμοποίησαν οι συγκατηγορούμενοί του, είναι αλυσιτελής, καθώς οι επιταγές αυτές έχουν ημερομηνία μεταγενέστερη, κατά μερικούς μήνες, από την πραγματική ημερομηνία έκδοσης των επιταγών και σε σχέση με την ημερομηνία δήλωσης της απώλειας του μπλοκ. Εξάλλου, η κατάφαση σοβαρών ενδείξεων στην ενδιάμεση διαδικασία (προδικασία), η οποία συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση, είναι η προαπαιτούμενη στον ανάλογο βαθμό αποδεικτική παραδοχή, ώστε να δικαιολογηθεί η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και δε χρειάζεται για την υποστήριξή της ποσοτικά υπέρτερη αποδεικτική θεμελίωση, η οποία αναζητείται οπωσδήποτε για την εκφορά της καταδικαστικής απόφασης. Ενόψει των προηγουμένων παραδοχών υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής των εκκαλούντων κατηγορουμένων για τις διωκόμενες πράξεις και ορθά το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, στις σκέψεις του οποίου και στην ενσωματωμένη σ' αυτό Εισαγγελική πρόταση, κατά τα λοιπά, αναφέρομαι, αποφάνθηκε για την παραπομπή τους στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, για να δικαστούν γι' αυτές". Αναφορικά με την παράβαση από τον αναιρεσείοντα της πρώτης περιπτώσεως της παρ. 3 του άρθρου 386 του ΠΚ διαλαμβάνεται στη μεν πρωτόδικη εισαγγελική πρόταση ότι "από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης διαπιστώνεται ο σκοπός του πρώτου κατηγορουμένου για τον πορισμό εισοδήματος, καθόσον προέβη συστηματικά και κατ' εξακολούθηση στην πράξη της απάτης, στο δε αιτιολογικό του πρωτοδίκου βουλεύματος ότι ενήργησε κατ' επάγγελμα, αφού από την υποδομή που διαμόρφωσε, όπως πιο πάνω περιγράφεται, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, αλλά και από τη μεθόδευση που χρησιμοποίησε και τον τρόπο που ενήργησε, διαπιστώνεται ο σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, όπως και στο διατακτικό διαλαμβάνεται.
Επίσης αιτιολογείται με το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για στήριξη δημόσιας στο ακροατήριο κατηγορίας εναντίον του αναιρεσείοντος για την αξιόποινη πράξη της απάτης, από την οποία το περιουσιακό όφελος του δράστη και η αντίστοιχη ζημία της παθούσας ανέρχεται σε 183.201,38 ευρώ, δηλαδή υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρο 386 παρ.3 περ. β του ΠΚ).
Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών, εκτός από τα ανωτέρω, με την εξ ολοκλήρου δύο φορές παραπομπή του στην Εισαγγελική πρόταση, συμπληρωματικά προσέθεσε και τα εξής? "Αναφορικά, όμως, με την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων τους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, που αν αξιολογείτο ορθά, κατά τους ισχυρισμούς τους, θα οδηγούσε σε απαλλακτική κρίση, πρέπει οι εφέσεις να απορριφθούν ως αβάσιμες, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα και στην εισαγγελική πρόταση, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της οποίας και το Συμβούλιο αναφέρεται για την αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων. Ειδικότερα, δε από το αποδεικτικό υλικό της σχηματισθείσης σχετικά δικογραφίας προκύπτει, σε βαθμό σοβαρών ενδείξεων, ότι: Ο πρώτος εκκαλών-κατηγορούμενος, στη Θεσσαλονίκη, στις αρχές του έτους 2004, προκειμένου να πείσει την εγκαλούσα εταιρία "ΑΒΕΖ ΑΕ" να πουλήσει στην εκπροσωπούμενη από τον ίδιο ομόρρυθμη εταιρία, με την επωνυμία "......ΟΕ", ποσότητες ζυμαρικών για να τις διαθέσει στην αγορά και προκειμένου να κάμψει τις επιφυλάξεις των εκπροσώπων της εγκαλούσας, αναφορικά με τη φερεγγυότητά του και την εν γένει δυνατότητα της εταιρίας του να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις, η οποία ζήτησε εγγυήσεις για τη διασφάλιση της αποπληρωμής του τιμήματος, ενόψει και του μεγάλου ύψους της αξίας των εμπορευμάτων που ζήτησε αυτός να αγοράσει, παρέστησε ψευδώς ότι είναι σε θέση να της οπισθογραφήσει επιταγές τρίτων-πελατών της εκπροσωπούμενης από τον ίδιο εταιρίας, επιδεικνύοντας και τα αντίστοιχα σώματα των επιταγών που είχε στα χέρια του, ενώ γνώριζε ότι αυτές δεν αντιπροσώπευαν πραγματικές συναλλαγές. Κατόπιν αυτών η εγκαλούσα πώλησε και παρέδωσε στην εταιρία του, διαδοχικά, κατά το χρονικό διάστημα από 4/2 έως 20/7/2004 εμπορεύματα (περίπου 200.000 κιλά ζυμαρικών) συνολικής αξίας 196.416,38 ευρώ με πίστωση του τιμήματος και ο κατηγορούμενος με την παραλαβή κάθε μερικότερης ποσότητας της μεταβίβαζε κάθε φορά με οπισθογράφηση επιταγές τρίτων δήθεν πελατών του, και συνολικά δέκα (10) μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικής αξίας 171.772 ευρώ, εκ των οποίων πληρώθηκε μόνον μία, ύψους 13.215 ευρώ, ενώ οι υπόλοιπες εννέα, εμφανισθείσες νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης των αντιστοίχων κεφαλαίων, με αποτέλεσμα να ζημιώσει την εγκαλούσα εταιρία κατά το ποσό των 183.201,38 ευρώ, που αντιπροσώπευε το ύψος του υπολοίπου και οφειλομένου τιμήματος (196.416,38-13.215), η οποία δεν θα συναλλασσόταν μαζί του αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, ότι δηλαδή ο συγκεκριμένος (πρώτος) κατηγορούμενος δεν είχε συναλλαγές με τους εμφανιζόμενους ως εκδότες των επιταγών, αλλά αυτές εκδόθηκαν προς τον σκοπό παραπλάνησης της εγκαλούσας. Εξ άλλου, ο δεύτερος εκκαλών-κατηγορούμενος παρέσχε με πρόθεση άμεση συνδρομή στον πρώτο στην εκτέλεση της ανωτέρω πράξης της κακουργηματικής απάτης και κατά τη διάρκεια αυτής, καθόσον με την ιδιότητά του, του νομίμου εκπροσώπου αφενός της ".....ΕΠΕ" και αφετέρου της "..... ΕΠΕ" εξέδωσε τις αναφερόμενες στην κατηγορία μεταχρονολογημένες επιταγές, την πρώτη σε διαταγή της εκπροσωπούμενης από τον πρώτο κατηγορούμενο εταιρίας, τις τέσσερις σε διαταγή του Γ1 και την Πέμπτη σε διαταγή του Χ3, oι oπoioι με τη σειρά τους τις μεταβίβασαν στον πρώτο κατηγορούμενο, που τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση προς την εγκαλούσα εταιρία για την κάλυψη του τιμήματος των αγορασθέντων από αυτόν ζυμαρικών. Oι εν λόγω επιταγές, όμως, δεν πληρώθηκαν "λόγω απώλειας" των τεσσάρων πρώτων, όπως βεβαιώθηκε στο σώμα αυτών, με σφραγίδα της Τράπεζας, ενώ η πέμπτη επίσης δεν πληρώθηκε κατά την εμφάνιση της, η δε εγκαλούσα που κατέβαλε την αξία της στον προς ον την είχε οπισθογραφήσει, κατέστη και πάλι νόμιμη εξ αναγωγής κομίστρια αυτής. Και ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης των επιταγών, ότι αυτές δεν αντιπροσωπεύουν πραγματικές συναλλαγές του με τον πρώτο, αλλά ότι αυτές εκδίδονται προκειμένου αυτός (πρώτος κατηγορούμενος) να τις χρησιμοποιήσει για να παραπλανήσει την εγκαλούσα εταιρία σχετικά με την πιστοληπτική του ικανότητα, ώστε να πεισθεί να του πουλήσει ζυμαρικά, όπως και έγινε με βάση τα προαναφερόμενα, ενώ στη συνέχεια προφασίστηκε ότι απώλεσε το μπλοκ των επιταγών του, προκειμένου να προβεί στην ανάκληση αυτών παρέχοντας με τον τρόπο αυτό, με πρόθεση, άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο στην εκτέλεση της κακουργηματικής απάτης σε βάρος της εγκαλούσας που του αποδίδεται. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου, ότι οι συναλλαγές του με τον δεύτερο ήταν πραγματικές (τις οποίες πρέπει να σημειωθεί αρνείται κατηγορηματικά ο δεύτερος) και ότι ο ίδιος υπήρξε θύμα αυτού, ο οποίος στη συνέχεια ανακάλεσε τις επιταγές, δεν ευσταθεί, κατά την κρίση του Συμβουλίου, λαμβανομένου υπόψη και του ότι αφενός δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο και αφετέρου αυτός δεν προέβη σε καμία δικαστική ενέργεια εναντίον του δευτέρου για την ικανοποίηση των επικαλουμένων αξιώσεών του σε βάρος του. Μη πειστικός, εξ άλλου, αξιολογείται και ο ισχυρισμός του δευτέρου ότι χάθηκε το μπλοκ των επιταγών του, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του προφανώς χρησιμοποίησαν οι συγκατηγορούμενοί του, καθόσον οι συγκεκριμένες επιταγές εκδόθηκαν μεταχρονολογημένες και μάλιστα μερικούς μήνες από την πραγματική ημερομηνία έκδοσης αυτών σε σχέση και με την ημερομηνία δήλωσης της δήθεν απώλειας αυτών (στις .... σύμφωνα με την προσκομιζόμενη βεβαίωση του Α.Τ. Ζαγκλιβερίου) , την εισαγγελική πρόταση, στην οποία και το Συμβούλιο αναφέρεται. Κατά συνέπεια, πρέπει οι κρινόμενες εφέσεις να απορριφθούν ως αβάσιμες στην ουσία τους". Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 παρ. στ, 26 παρ. 1α, 27, 98 και 386 παρ. 1 και 3α,β του ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με άρθρο 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια, με άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε, που με το δεύτερο από αυτούς, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου, είναι απαράδεκτος και, ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περ. δ και 309 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών προς παροχή διασαφήσεων. Πλην, όμως, όπως προκύπτει από το κείμενο του βουλεύματος το παραπάνω αίτημα απορρίφθηκε "ως μη αναγκαίο, δοθέντος ότι αυτός έχει ήδη διατυπώσει αρκούντως και διεξοδικά τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματά του, τόσο με το απολογητικό υπόμνημα όσο και με την έκθεση έφεσής του". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το προσβαλλόμενο βούλευμα αιτολογημένα απέρριψε και το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του.
Συνεπώς δεν παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του αναιρεσείοντος και ο ως άνω λόγος περί απολύτου ακυρότητας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-9-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 559/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Αυγούστου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επάρκεια αιτιολογίας, ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και απόρριψη αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για κακουργηματική απάτη. Επαρκής αιτιολογία ως προς τα αποδεικτικά μέσα με παραπομπή από το Συμβούλιο Εφετών εξ ολοκλήρου στην Εισαγγελική πρόταση. Στην τελευταία περιέχεται παραπομπή στην πρωτόδικη εισαγγελική πρόταση και το βούλευμα, όπου αιτιολογείται η κατ’ επάγγελμα τέλεση της απάτης, όπως και η β΄ περίπτωση της παρ. 3 του άρθρ. 386 ΠΚ. Αιτιολογημένα απορρίφθηκε το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του αναιρεσείοντος στο Συμβούλιο Εφετών.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 2005/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 30/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την ομοία 75/2008), Βιολέττα Κυτέα (που ορίσθηκε με τη με αριθμό 44/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγή Καπάτο, για αναίρεση της με αριθμό 282/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (σε Συμβούλιο).
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών (σε Συμβούλιο) με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2093/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων, όταν ο δικαιούμενος είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευσή της. Ενόψει, όμως, της γενικής αρχής του δικαίου ότι κανένας δεν υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση ενδίκου μέσου όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Στην εξαιρετική, όμως, αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ο ασκών το ένδικο μέσο οφείλει να αναφέρει στην περί αυτού έκθεση (δήλωση) το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή, τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά. Κατ' εξαίρεση, ο λόγος αυτός μπορεί να προταθεί και στη συζήτηση του ενδίκου μέσου, αν δεν ήταν γνωστός κατά την άσκηση τούτου. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο το οποίο δεν οφείλεται οπωσδήποτε σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί απ' αυτόν με κανένα τρόπο. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1και 2 ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε αδικαιολόγητα εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστήριο ή δικαστικό συμβούλιο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση, ο έλεγχος, όμως, του Αρείου Πάγου στην περίπτωση αυτή περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, (σε Συμβούλιο), ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 282/2007 απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, την υπ' αριθμ. 25/9-5-2005 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 270/18-4-2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κεφαλληνίας, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 21 μηνών για τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρα, ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης. Στην πρωτόδικη εκείνη δίκη ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε δια του συνηγόρου του Παναγή Καπάτου, δυνάμει της από 13-4-2007 εξουσιοδοτήσεως. Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, σε πταίσματα και σε πλημμελήματα, ήδη δε μετά την αντικατάσταση της διατάξεως αυτής με το άρθρο 13 του Ν. 3346/2005 και σε κακουργήματα, επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του, η οποία δίδεται κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ. 2 εδ. γ' του ΚΠοινΔ. Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Κατά της πιο πάνω αποφάσεως (270/2007) του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κεφαλληνίας, που δημοσιεύτηκε στις 18-4-2007, ο άνω κατηγορούμενος, δι' εκθέσεως ενώπιον του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου, άσκησε την υπ' αριθμ.25, από 9-5-2007 έφεσή του, ήτοι μετά την πάροδο της ως άνω τασσόμενης δεκαήμερης προθεσμίας, ο δε εκκαλών ουδένα λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος επικαλείται στην έφεσή του, προς δικαιολόγηση του εκπροθέσμου της εφέσεώς του, ούτε γίνεται επίκληση αποδεικτικών μέσων, από τα οποία να αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά. Κατόπιν τούτου ορθά το Δικαστήριο απέρριψε την ως άνω έφεση ως απαράδεκτη. Κατά τη συζήτηση της εφέσεως ο κατηγορούμενος παρέστη με τους δικηγόρους Π. Καπάτο και Αναστάσιο Κοιτίδη, οι οποίοι ανέπτυξαν τις απόψεις τους, όπως αναφέρονται στο υπ' αριθμ. 125/2007 πρακτικό και το από 13-4-2007 σημείωμα. Οι λόγοι που προβλήθηκαν κατά τη συζήτηση, ότι δηλαδή απουσίαζε στο εξωτερικό (στην Ιταλία), ορθά δεν ελήφθησαν υπόψη, αφού κατά το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως ήσαν γνωστοί στον εκκαλούντα. Ο τελευταίος γνώριζε ότι χορήγησε εξουσιοδότηση στον Παναγή Καπάτο να τον εκπροσωπήσει στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο και μπορούσε να έλθει σε τηλεφωνική επικοινωνία με αυτόν για να πληροφορηθεί το αποτέλεσμα της δίκης και να χορηγήσει σε αυτόν ή σε άλλον τηλεφωνικώς εντολή ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως έγκαιρα. Μετά από όλα αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-11-2007 αίτηση του X1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 282/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (σε Συμβούλιο). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιουλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Είναι επιτρεπτή η άσκηση ενδίκου μέσου εκπροθέσμως λόγω ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, αλλά πρέπει στη δήλωση να αναφέρεται ο λόγος και τα αντίστοιχα αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος ήταν γνωστός στον ασκήσαντα κατά το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Ανωτέρα βία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Ανωτέρα βία.
| 0
|
Αριθμός 2004/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη και Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1564/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1569/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού, με αριθμό 118/11-3-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 13-9-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 1564/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής: Δια του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. 3218/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθή δι' απάτη κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Προβάλλει δε αυτός, ως λόγους αναιρέσεως, την απόλυτη ακυρότητα, την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και την εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, προσδιορίζων επαρκώς τις σχετικές αναιρετικές αιτιάσεις. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 309 § 2 Κ.Π.Δ. σαφώς προκύπτει, ότι αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως ενώπιόν του, ή αν αρνηθή αναιτιολογήτως την εμφάνιση αυτή, επέρχεται απόλυτη ακυρότης, σύμφωνα με το άρθρο 171 § 1 εδ. δ' Κ.Π.Δ, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως κατά βουλεύματος, κατ'άρθρ. 484 § 1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ. (ΑΠ 1666/1998, εις ΠΧ/ΜΘ/354). Εξ άλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρου 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, δια το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει και όταν το βούλευμα δεν έχει δικές τους σκέψεις, αλλά αναφέρεται, ακόμη και εξ ολοκλήρου, στις σκέψεις της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής προτάσεως, εφ'όσον βέβαια αυτή πληροί τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος (ΑΠ 66/2007). Η διενέργεια ή μη συμπληρωματικής ανακρίσεως απόκειται στην κυριαρχική επί της ουσίας κρίση του δικαστικού συμβουλίου, μη ελεγχομένη αναιρετικώς. Η παράλειψη του συμβουλίου να διατάξη περαιτέρω ανάκριση, την οποία ζητεί ο κατηγορούμενος, δεν παρέχει λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρ. 484 § 1 Κ.Π.Δ., ούτε συνιστά, αυτή μόνη, έλλειψη αιτιολογίας, όταν αιτιολογείται πλήρως η κρίση του συμβουλίου, περί υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων ενοχής, από τα λοιπά στοιχεία, τα οποία παραθέτει και εκτιμά το συμβούλιο. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο χωρίς αιτιολογία το συμβούλιο απέρριψε αίτημα του αναιρεσείοντος περί συμπληρωματικής ανακρίσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 2435/2003 εις Ποιν. Δικ./2004/498). Περαιτέρω, ως προκύπτει εκ της διατάξεως του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ., εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη ότι προέκυψαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου, λόγω εμφιλοχωρήσεως στο πόρισμα του βουλεύματος, το περιλαμβανόμενο στο σκεπτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασαφειών, αντιφάσεων ή λογικών κενών, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 114/2004, ΑΠ 418/1999, εις ΠΧ/Ν'/41). Τέλος, συμφώνως, προς το άρθρο 13 εδ. στ' Π.Κ., κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός αυτού προς πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστου προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητός του. Στην προκειμένη περίπτωση, εκ της επισκοπήσεως της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, παραδεκτώς γενομένης, προς έλεγχο της βασιμότητος λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι δεν διαλαμβάνεται σ'αυτή αίτημα τούτου, περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Επομένως, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι απερρίφθη αναιτιολογήτως το περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του ανωτέρω Συμβουλίου αίτημά του, υποβληθέν με την ανωτέρω έφεσή του, είναι αβάσιμος και, κατ' ακολουθία, αβάσιμος και απορριπτέος είναι ο προβαλλόμενος σχετικός λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ., περί απολύτου ακυρότητος. Περαιτέρω, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από την εκτίμηση των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών-κατηγορούμενος Χ1 ήταν επί πολλά έτη έμπορος ηλεκτρολογικού υλικού και συναφών αντικειμένων. Είναι δε άριστος γνώστης όλων των εμπορευμάτων των σχετικών με το ηλεκτρολογικό υλικό, γνωρίζει τους πλήρεις κωδικούς των εισαγωγικών εταιρειών και δύναται να προβαίνει εις παραγγελίες εξειδικευμένου ηλεκτρολογικού υλικού. Επειδή όμως σε βάρος του έχουν εκδοθεί πολλές αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διάφορα αδικήματα, όπως της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, της πλαστογραφίας, της υπεξαίρεσης, της απάτης και της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, είχε δε πολλές εκκρεμότητες με την ΔΟΥ Α' Πειραιώς, δεν ήτο δυνατή η χορήγηση εις αυτόν δανείων και "μπλόκ"επιταγών από τις Τράπεζες. Προκειμένου δε ο εκκαλών-κατηγορούμενος να επιτύχει την εξαπάτηση εμπόρων ηλεκτρολογικού υλικού και να αποσπάσει από αυτούς εμπορεύματα του ανωτέρω αναφερόμενου είδους, χρησιμοποιούσε τρίτους, οι οποίοι εφέροντο ως φερέγγυοι εις τις μέλλουσες συναλλαγές τους με εμπόρους του λεχθέντος υλικού, καθοδηγών αυτούς. 'Ενας εκ των φερομένων ως φερεγγύων εις τους λεχθέντες εμπόρους είναι και ο συγκατηγορούμενος του εκκαλούντα-κατηγορουμένου Χ2 ο οποίος είναι ηλικίας είκοσι πέντε (25) ετών. Ο τελευταίος συνεφωνήθη με τον εκκαλούντα όπως, προς εξαπάτηση των προαναφερθέντων εμπόρων, εμφανίζεται εις αυτούς και τους παριστά τα πιο κάτω αναφερόμενα ψευδή γεγονότα. Ο εκκαλών δε ανέλαβε όπως, προς επίτευξη του ανωτέρω παρανόμου σκοπού του, προβαίνει εις παραγγελίες ιδίως ειδικού υλικού, για το οποίο υπήρχε ζήτηση από τους λιανοπωλητές και χονδρεμπόρους και συνεπώς ευκόλως και ευχερώς μεταπωλουμένου περαιτέρω. Προς υλοποίηση της αποφασισθείσας, από τον εκκαλούντα κατηγορούμενο και τον συγκατηγορούμενο του, εξαπάτησης των προαναφερθέντων εμπόρων, ο δεύτερος αυτών ενεφανίζετο εις αυτούς, τους οποίους του υπεδείκνυε ο πρώτος και παριστούσε ψευδώς εις αυτούς ότι είναι, γόνος επιχειρηματικής οικογενείας, ιδιοκτήτης τριών καταστημάτων εις τις ..... Αττικής με αντικείμενο το γενικό εμπόριο, ότι ο πατέρας του είναι μεγαλοεργολάβος και μεγαλοκατασκευαστής ξενοδοχείων, ότι διενεργεί εξαγωγές εις την Αλβανία και τα Αραβικά Κράτη, ότι είναι κάτοχος μεγάλης ακίνητης περιουσίας εις το Ηράκλειο Κρήτης και ότι τον χρηματοδοτούσε ο παππούς του, που είχε προ διετίας κερδίσει μεγάλα χρηματικά ποσά εις το ΛΟΤΤΟ. Εις τους προαναφερθέντες εμπόρους ο Χ2 εμφάνιζε τον εκκαλούντα ως συνεργάτη του, ονομαζόμενο Γ1, ως προερχόμενο από την Αμερική και διαθέτοντα πολλά χρήματα. Εις τους ίδιους δε εμπόρους τόσο ο Χ2 όσο και ο εκκαλών-κατηγορούμενος παριστούσαν επί πλέον ψευδώς ότι διατηρούν επιχείρηση χονδρικής πώλησης πάσης φύσεως ειδών με μεγάλο δίκτυο διανομής εις την αγορά της Αθήνας και της επαρχίας καθώς και ότι οι επιταγές που εκδίδοντο από τον πρώτο αυτών, χάριν καταβολής καθώς και οι επιταγές πελατών των τις οποίες μεταβίβαζε δι'οπισθογραφήσεως ο πρώτος αυτών εις αυτούς, για την αγορά προϊόντων από αυτούς, εσύροντο σε λογαριασμούς εις τους οποίους τόσο κατά την έκδοση όσο και την πληρωμή των υπήρχαν επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια προς πληρωμή των από τις πληρώτριες τράπεζες. Τις ψευδείς δε αυτές παραστάσεις ενίσχυε τηλεφωνικώς ο εκκαλών-κατηγορούμενος ο οποίος προέβαινε εις τις σχετικές παραγγελίες προς τους ανωτέρω εμπόρους. Οι τελευταίοι πείσθηκαν από τις προεκτεθείσες ψευδείς παραστάσεις του εκκαλούντα-κατηγορουμένου και του συγκατηγορουμένου του και επώλησαν εις αυτούς επί πιστώσει προϊόντα των τα οποία αυτοί παρέλαβαν. Συγκεκριμένα με τις πιο πάνω αναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις ο εκκαλών-κατηγορούμενος και ο συγκατηγορούμενός του α) κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του μηνός Απριλίου του έτους 2005 έως και τον μήνα Οκτώβριο του ιδίου έτους έπεισαν τον νόμιμο εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΙΜΕΛ ΗΛΕΚΤΡΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΑΕ"Β1 να πωλήσει εις αυτούς η ανωτέρω εταιρεία επί πιστώσει ηλεκρολογικά υλικά συνολικής αξίας 57.397 ευρώ έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών Χ2 εξέδωσε τις υπ'αριθμ. ... και ...... μεταχρονολγημένες επιταγές της Γενικής Τράπεζας με ημερομηνίες 31-12-2005 και 15-10-2005, ποσού 7.764, 50 και 9897, 0 ευρώ αντίστοιχα, σε διαταγή της εταιρείας αυτής "ΤΡΙΜΕΛ ΑΕ" και μετεβίβασε με οπισθογράφηση εις την εταιρεία αυτή τις υπ'αριθμ. ...., ...... και ..... μεταχρονολογημένες επιταγές της ΕΤΕ, της AMERICAN BANK OF ALBANIA και Εμπορικής Τράπεζας αντίστοιχα με ημερομηνίες 15-10-2005, 30-11-2005 και 15-12-2005 και ποσού 9.300, 19235, 50 και 11.200 ευρώ αντίστοιχα, β) κατά το χρονικό διάστημα από την 15η Απριλίου 2005 έως την 14η Σεπτεμβρίου 2005 έπεισαν τον νόμιμο εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΜΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ"Ε1 να πωλήσει εις αυτούς η ανωτέρω εταιρεία επί πιστώσει ηλεκτρολογικό υλικό συνολικής αξίας 34.699, 11 ευρώ έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών Χ2 εξέδωσε τις υπ'αριθμ. ...., .... και ...... μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας EUROBANK της πρώτης και τρίτης και Γενικής Τράπεζας της δεύτερης χρηματικού ποσού 5.759, 31, 8247, 67 και 9.500 ευρώ αντίστοιχα σε διαταγή και των τριών της ανώνυμης εταιρείας "ΕΜΜΙS ΑΒΕΕ", γ) κατά το χρονικό διάστημα από την 15η Απριλίου 2005 έως την 29η Ιουλίου 2005 έπεισαν τον νόμιμο εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Γ. ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗ ΑΒΕΕ"Ζ1 να τους πωλήσει η εταιρεία αυτή επί πιστώσει φωτιστικά αξίας 29.011, 14 ευρώ έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών εξέδωσε τις υπ'αριθμ. ...., ..... και ...... μεταχρονολογημένες επιταγές των Τραπεζών NOVA BANK, Ελληνικής Τράπεζας και Τράπεζας Κύπρου αντίστοιχα με ημερομηνίες 31-12-2005, 9-10-2005 και 30-9-2005 ποσού 5326, 8000 και 5858, 44 ευρώ αντίστοιχα σε διαταγή της εταιρείας "ΑΦΟΙ Γ. ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗ ΑΒΕΕ", δ) κατά το χρονικό διάστημα από την 6η Ιουλίου 2005 έως την 1η Οκτωβρίου 2005 έπεισαν τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας περιωρισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...... ΕΠΕ"Η1να τους πωλήσει η εταιρεία αυτή επί πιστώσει καλώδια συνολικής αξίας 31.003, 12 ευρώ έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών παρέδωσε εις τον Η1 τέσσερες μεταχρονολογημένες επιταγές, ε) κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Αύγουστο του έτους 2005 έως τον μήνα Οκτώβριο του ίδιου έτους έπεισαν τον νόμιμο εκπρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..... ΟΕ"Θ1να πωλήσει εις αυτούς η ανωτέρω εταιρεία επί πιστώσει σώματα καλοριφέρ, ηλιακούς θερμοσίφωνες και λέβητες συνολικής αξίας 30.000 ευρώ έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών εξέδωσε την υπ'αριθμ. ..... μεταχρονολογημένη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος με ημερομηνία 30-12-2005, ποσού 8.248, 49 ευρώ σε διαταγή της εταιρείας ".... ΟΕ"και μεταβίβασε με οπισθογράφηση την υπ'αριθμ. ..... μεταχρονολογημένη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος με ημερομηνία 30-9-2005 ποσού 9.300 ευρώ, στ) κατά το χρονικό διάστημα από την 20η Μαΐου 2005 έως την 31η Αυγούστου 2005 έπεισαν τον νόμιμο εκπρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "....... ΟΕ"Ι1 να τους πωλήσει η ανωτέρω εταιρεία επί πιστώσει ηλεκτρολογικά υλικά συνολικής αξίας 36343, 63 ευρώ έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών εξέδωσε τις υπ'αριθμ. ...., ... και .....μεταχρονολογημένες επιταγές της Γενικής Τράπεζας, της Τράπεζας Κύπρου και της Τράπεζας ALPHA BANK αντίστοιχα με ημερομηνίες 17-11-2005, 31-12-2005 και 12-10-2005 και ποσού 11460, 27, 7.500 και 10.000 ευρώ αντίστοιχα σε διαταγή της εταιρείας "..... ΟΕ"και των τριών και μεταβίβασε με οπισθογράφηση εις την εταιρεία αυτή την υπ'αριθμ. ...... μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας NOVA BANK με ημερομηνία 28-3-2006 ποσού 9575, 80 ευρώ, ζ) κατά το χρονικό διάστημα από την 7η Ιουλίου 2005 έως την 30η Σεπτεμβρίου 2005 έπεισαν τον νόμιμο εκπρόσωπο της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..... ΕΕ"Κ1, να τους πωλήσει η εταιρεία αυτή επί πιστώσει ηλεκτρολογικά υλικά συνολικής αξίας 52.784, 12 ευρώ, έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών εξέδωσε τις υπ'αριθμ. ..... και ....... μεταχρονολογημένες επιταγές των Τραπεζών NOVA BANK και EUROBANK αντίστοιχα με ημερομηνίες 30-1-2006 και 30-10-2005, ποσού 10.000 και 8000 ευρώ αντίστοιχα, σε διαταγή της ανωτέρω εταιρείας "..... ΕΕ"αμφότερες, η) κατά το χρονικό διάστημα από την 15η Ιουνίου 2005 έως την 24η Σεπτεμβρίου 2005 έπεισαν τους νομίμους εκπροσώπους της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΘΕΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΑΕΕ"Λ1 και Λ2 να τους πωλήσει η από αυτούς εκπροσωπούμενη εταιρεία επί πιστώσει πολύπριζα και σόμπες αλογόνου συνολικής αξίας 54.164, 14 ευρώ έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών εξέδωσε τις υπ'αριθμ. ...., ....., ...... και ..... μεταχρονολογημένες επιταγές των τραπεζών, EUROBANK, της πρώτης ALPHA BANK της δεύτερης και τρίτης και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος της τετάρτης, με ημερομηνίες 31-12-2005, 15-1-2006, 30-1-2006 και 15-11-2005 αντίστοιχα, ποσού 10.000 ευρώ των δύο πρώτων και 9.514, 51 και 8205, 74 ευρώ της τρίτης και τετάρτης σε διαταγή απάντων της ανωτέρω εταιρείας "ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΘΕΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΑΕΕ", η) κατά το χρονικό διάστημα από την 3η Ιουνίου 2005 έως την 1η Σεπτεμβρίου 2005 έπεισαν τους προαναφερθέντες Λ1 και Λ2 οι οποίοι είναι νόμιμοι εκπρόσωποι και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ΘΕΡΙΑΝΟΥ ΑΕ"να τους πωλήσει η εταιρεία αυτή επί πιστώσει ανεμιστήρες εδάφους και οροφής και άλλα είδη συνολικής αξίας 58.649, 66 ευρώ έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών παρέδωσε εις αυτούς τις υπ'αριθμ. ...., ...., ...., .... και .... μεταχρονολογημένες επιταγές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος της πρώτης, της Τράπεζας Κύπρου της δεύτερης και της Τράπεζας NOVA BANK των λοιπών, με ημερομηνίες την 30-1-2005, την 15-11-2005, 10-3-2005, 20-3-2006 και 30-3-2006 αντίστοιχα ποσού 19.871, 5835, 15, 9.214, 45, 9.214, 45 και 9.214, 45 ευρώ αντίστοιχα 1) κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Απρίλιο του έτους 2005 έως τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, έπεισαν τον νόμιμο εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "PLEXACO ABEE"Ν1 να τους πωλήσει η εταιρεία αυτή επί πιστώσει πλαστικούς σωλήνες συνολικής αξίας 84.210 ευρώ έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών εξέδωσε επιταγές μεταξύ των οποίων και τις υπ'αριθμ. ... και ..... μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας Κύπρου και της Γενικής Τράπεζας αντίστοιχα με ημερομηνίες 30-11-2005 και 15-10-2005, ποσού 10.000 και 5603, 44 ευρώ αντίστοιχα σε διαταγή αμφοτέρων της εταιρείας "PLEXACO ABEE", ια) κατά το χρονικό διάστημα από την 10η Μαϊου 2005 έως την 15η Σεπτεμβρίου 2005 εμφανίσθηκαν εις τον διευθυντή του υποκαταστήματος των Αθηνών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. ΠΑΡΠΑΝΕΛΑΣ ΑΕ", Μ1 και παρέστησαν εις αυτόν τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα και έπεισαν τόσο αυτόν όσο και τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας αυτής Μ2 να τους πωλήσει η ανωτέρω εταιρεία επί πιστώσει ηλεκτρολογικά υλικά συνολικής αξίας 55.871, 43 ευρώ έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών εξέδωσε τις υπ'αριθμ. ..., ...., ....., ..... , ..... μεταχρονολογημένες επιταγές της Ελληνικής Τράπεζα της πρώτης της Τράπεζας ΕUROBANK της δεύτερης και τέταρτης και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος της τρίτης και πέμπτης, με ημερομηνίες 30-9-2005, 30-10-2005, 30-12-2005, 31-12-2005 και 30-1-2006 αντίστοιχα, ποσού 10.987, 31, 7.107, 00, 8.658, 81, 8.000 και 10.000 ευρώ αντίστοιχα σε διαταγή της εταιρείας αυτής "Γ. ΠΑΡΠΑΝΕΛΑΣ Α.Ε."ιβ) κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Μάϊο του έτους 2005 έως τον Οκτώβριο του έτους 2005 έπεισαν τον νόμιμο εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΗΛΕΚΤΡΟΤΕΧΝΙΚΗ ΑΒΕΕ"Ξ1 να τους πωλήσει η ανωτέρω εταιρεία επί πιστώσει εμπορεύματα συνολικής αξίας 41.350 ευρώ έναντι των οποίων ο δεύτερος αυτών εξέδωσε και μεταβίβασε εις την εταιρεία αυτή με οπισθογράφηση μεταχρονολογημένες επιταγές, ιγ) κατά το χρονικό διάστημα από την 8η Ιουνίου 2005 έως την 3η Οκτωβρίου 2005 έπεισαν τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας "..... ΕΠΕ"Υ1 να τους πωλήσει η εταιρεία αυτή επί πιστώσει ηλεκτρολογικά υλικά συνολικής αξίας 45.677, 80 ευρώ, έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών εξέδωσε τις υπ'αριθμ. ...., .... και ..... μεταχρονολημένες επιταγές της Τράπεζας Κύπρου της πρώτης και της Τράπεζας ΑLPHA BANK της δεύτερης και τρίτης με ημερομηνίες την 15-10-2005, 30-11-2005 και 30-12-2005 αντίστοιχα, ποσού 9.164, 30, 9.830, 54 και 11.386, 01 ευρώ αντίστοιχα σε διαταγή της εταιρείας αυτής "......ΕΠΕ"και ιδ) κατά το χρονικό διάστημα από την 25η Μαΐου 2005 έως την 28η Ιουνίου 2005 έπεισαν τον Π1 ο οποίος διατηρεί επιχείρηση με την επωνυμία "...... ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΚΕΡΑΙΩΝ Τ.V. ΚΑΙ ΙΣΤΩΝ"να τους πωλήσει κεραίες τηλεοράσεων, πλέγματα, στηρίγματα, συρματόσχοινο και βάσεις ιστών συνολικής αξίας 6.260, 60 ευρώ έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών εξέδωσε την υπ'αριθμ. ..... μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας EUROBANK με ημερομηνία 30-10-2005 ποσού 5.762, 98 ευρώ σε διαταγή του Π1 εις τον οποίο κατέβαλε το χρηματικό ποσό των 500 ευρώ ως προκαταβολή έναντι της αξίας των ανωτέρω εμπορευμάτων.
Οι προαναφερθέντες νόμιμοι εκπρόσωποι των ανωτέρω εταιρειών απέστειλαν τα ως άνω εμπορεύματα εις τα, επί των οδών .... και ...... εις την περιοχή των .... Αττικής, καταστήματα του εκκαλούντα κατηγορουμένου και του συγκατηγορουμένου του Χ2. Ο τελευταίος εμφανίζετο εις τους ανωτέρω νομίμους εκπροσώπους των ως άνω εταιρειών και παρέδιδε εις αυτούς τις ως άνω επιταγές ο δε εκκαλών έδιδε τηλεφωνικώς τις σχετικές παραγγελίες εις αυτούς. Την 2α Οκτωβρίου 2005 ο εκκαλών-κατηγορούμενος και ο συγκατηγορούμενός του μετέφεραν τα εμπορεύματα τα οποία επωλήθηκαν εις αυτούς από τα πιο πάνω καταστήματα, έκτοτε δε ο δεύτερος αυτών δεν ενεφανίζετο εις τους νομίμους εκπροσώπους των πιο πάνω αναφερόμενων εταιρειών ο δε εκκαλών δήλωνε εις αυτούς ότι ο συγκατηγορούμενός του ανέμενε την πληρωμή επιταγών πελατών του προκειμένου να εξοφλήσει τις προς αυτούς οφειλές του. Την 6η Νοεμβρίου 2005 διενεργήθηκε έρευνα εις την, επί της οδού .... της περιοχής .... Αττικής, αποθήκη την οποία διατηρούσε ο εκκαλών-κατηγορούμενος. Κατά την έρευνα αυτή ευρέθησαν και κατασχέθηκαν εμπορεύματα τα οποία είχαν πωλήσει εις αυτόν οι πιο πάνω αναφερόμενοι νόμιμοι εκπρόσωποι των ανωτέρω εταιρειών. Ειδικότερα δε ανευρέθηκαν εμπορεύματα, αξίας 300 ευρώ που επωλήθηκαν από την εταιρεία "ΑΦΟΙ Γ. ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗ ΑΒΕΕ", αξίας 10.000 ευρώ που επωλήθηκαν από την εταιρεία ".... ΕΠΕ", αξίας 2.500 ευρώ που επωλήθηκαν από την εταιρεία "......ΟΕ", αξίας 10.000 ευρώ που επωλήθηκαν από την εταιρεία "PLEXACO ABEE", αξίας 13.000 ευρώ που επωλήθηκαν από την εταιρεία "Γ. ΠΑΡΠΑΝΕΛΑΣ ΑΕ"και αξίας 250 ευρώ που επωλήθηκαν από τον Π1 εις τον εκκαλούντα και τον συγκατηγορούμενό του καθώς και εμπορεύματα που επωλήθηκαν εις αυτούς από τους νομίμους εκπροσώπους των εταιρειών, "ΤΡΙΜΕΛ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΑΕ", "ΕΜΜΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ", ".... ΟΕ", "..... ΕΕ", "ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΘΕΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΑΕΕ", "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΗΛΕΚΤΡΟΤΕΧΝΙΚΗ ΑΒΕΕ", "..... ΕΠΕ"και "..... ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ Τ.V. ΚΑΙ ΙΣΤΩΝ"των οποίων δεν προσδιορίσθηκε η αξία, όπως και εμπορεύματα τα οποία ανήκαν εις την εταιρεία "..... ΟΕ"καθώς και σε άγνωστες εταιρείες. Την επομένη ημέρα δηλαδή την 7η Νοεμβρίου 2005 διενεργήθηκε έρευνα εις το υπ'αριθμ. ..... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο μάρκας MERCEDES τύπου S 500, το οποίο οδηγούσε ο εκκαλών-κατηγορούμενος εις την διασταύρωση των οδών ... και ..... της περιοχής Εκάλης, κατά την οποία ανευρέθηκαν και κατασχέθηκαν τριάντα (30) σόμπες αλογόνου, έξι (6) φωτοσωλήνες τύπου XLGS T/13/2, οι υπ'αριθμ. ...., ...., ...., .... και ..... επιταγές των Τραπεζών ΕΓΝΑΤΙΑ της πρώτης, ALPHA BANK της δεύτερης και τρίτης και ΚΥΠΡΟΥ της τετάρτης, ποσού 2.000, 3.500, 2.500, 3.750 και 1.600 ευρώ αντίστοιχα που εσύροντο εις τον υπ'αριθμ. ...... λογαριασμό της εταιρείας "....... ΟΕ"η πρώτη, εις τον λογαριασμό της Ο1 η δεύτερη και η τρίτη, εις τον λογαριασμό του Ο2 η τέταρτη και της Ο3 η πέμπτη, μία συναλλαγματική ποσού 330 ευρώ με ημερομηνία 30-9-2005 σε διαταγή Ο4, δύο ξύλινες σφραγίδες που φέρουν εντύπωμα της εταιρείας ..... EΠΕ ΚΑΙ ..... ΕΠΕ, χειρόγραφες σημειώσεις και φωτοαντίγραφα σημειώσεων καθώς και τιμολόγια και δελτία αποστολής σε φωτοαντίγραφα που φέρουν στοιχεία πελάτη τα στοιχεία του συγκατηγορουμένου του Χ2. Οι κατασχεθείσες δε τριάντα (30) σόμπες αλογόνου και οι έξι (6) φωτοσωλήνες τύπου XLGST/13/2 ανήκαν εις τις εταιρείες "ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΘΕΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ"και "ΑΦΟΙ ΘΕΡΙΑΝΟΥ ΑΕ". Οι προαναφερθείσες δε επιταγές οι οποίες εδόθηκαν εις τους νομίμους εκπροσώπους των ανωτέρω εταιρειών αν και εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως εις τις πληρώτριες Τράπεζες δεν πληρώθηκαν επειδή εις τους λογαριασμούς εις τους οποίους σύροντο δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή των. Ο εκκαλών δε ανεγνωρίσθη από τους νομίμους εκπροσώπους των εταιρειών "ΤΡΙΜΕΛ ΗΛΕΚΤΡΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ"Β1, "Γ. ΠΑΡΠΑΝΕΛΑΣ ΑΕ"Μ1 και "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΗΛΕΚΤΡΟΤΕΧΝΙΚΗΣ ΑΒΕΕ"Ξ1 ως ο εμφανιζόμενος ως Γ1 ο οποίος προέβαινε τηλεφωνικώς εις τις προς αυτούς παραγγελίες του ανωτέρω ηλεκτρολογικού υλικού από τις εταιρείες αυτές, όπως δε αναφέρουν εις τις καταθέσεις τους ο Β1 και ο Ξ1 ο εκκαλών-κατηγορούμενος είναι γνωστό ότι έχει εξαπατήσει πάρα πολλούς εμπόρους στο παρελθόν και είναι άτομο με το οποίο δεν είναι επιθυμητή η συνεργασία. Με τις προαναφερθείσες δε ψευδείς παραστάσεις ο εκκαλών-κατηγορούμενος, ο οποίος δεν ήταν φερέγγυος ούτε είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, το όνομά του δε είναι Χ1, δεν ήταν από την Αμερική με πολλά χρήματα, τα καταστήματα δε εις την περιοχή ... λειτούργησαν με αποκλειστικό σκοπό να παραλάβουν αυτός και ο συγκατηγορούμενος του Χ2 εμπορεύματα από τους πιο πάνω αναφερόμενους νομίμους εκπροσώπους των ανωτέρω εταιρειών επί πιστώσει και ακολούθως να εξαφανισθούν χωρίς να εξοφλήσουν την αξία των παραδοθέντων εις αυτούς εμπορευμάτων, οι προαναφερθείσες δε επιταγές εσύροντο εις λογαριασμούς εις τους οποίους δεν υπήρχαν επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή των, απεκόμισε (ο εκκαλών) με τον συγκατηγορούμενό του Χ2 παράνομο περιουσιακό όφελος ανερχόμενο εις το συνολικό ποσό των 617.421, 75 ευρώ εις το οποίο ανέρχεται η αξία των εμπορευμάτων που περιήλθε εις την κατοχή αυτού και του συγκατηγορουμένου του με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των ανωτέρω αναφερομένων νομίμων εκπροσώπων των ως άνω εταιρειών προμηθευτών τους. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν με σαφήνεια και πληρότητα από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας που αναφέρθηκαν από τα οποία προκύπτει επιπροσθέτως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του εκκαλούντα-κατηγορουμένου Χ1 η επιβαρυντική περίσταση της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως της απάτης αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με την μίσθωση τριών καταστημάτων εις την περιοχή ..... Αττικής, όπου εζητούσε να αποσταλούν και απεστέλλοντο τα από αυτόν παραγγελόμενα εμπορεύματα από τους ανωτέρω νομίμους εκπροσώπους των πιο πάνω αναφερομένων εταιρειών καθώς και την μίσθωση αποθήκης εις το ..... όπου μετέφερε εν συνεχεία τα εμπορεύματα αυτά από τα πιο πάνω καταστήματα, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της ιδίας πράξεως, προκύπτει, σκοπός του πορισμού σημαντικού και σταθερού εισοδήματος, επί πλέον δε σταθερή ροπή του προς διάπραξη του αντιστοίχου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητός του ενώ το συνολικό όφελος που απεκόμισε με τον συγκατηγορούμενό του καθώς και η συνολική ζημία που προξενήθηκε εις τους ανωτέρω νομίμους εκπροσώπους των πιο πάνω εταιρειών προμηθευτών του πωλητών υπερβαίνει όχι μόνο το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ αλλά και το χρηματικό ποσό των 73.000 ευρώ αφού ανέρχεται εις το χρηματικό ποσό των 617.421, 75 ευρώ. Μετά από αυτά, το Συμβούλιο Εφετών, αναφερόμενο στην εισαγγελική πρόταση και αφού έλαβε υπ'όψη το μετά από αυτή υποβληθέν από 1-6-2007 υπόμνημα του αναιρεσείοντος, έκρινε ότι υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά επιβεβαιώνεται επαρκώς και αποχρώντως η εκ μέρους του εκκαλούντα-κατηγορουμένου τέλεση της άδικης πράξης της απάτης κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση τελεσθείσα από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το χρηματικό ποσό των 73.000 ευρώ, δηλαδή ότι προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής αυτού και, αφού απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση τούτου, επεκύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα. Με τις παραδοχές αυτές το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την ως άνω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της προαναφερομένης αξιοποίνου πράξεως, μνημονεύονται δε κατ'είδος τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και παρατίθενται οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και έκρινε αυτό ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις διά την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του ανωτέρω δικαστηρίου. Εξ άλλου, με τις παραδοχές του, το εκδόν το προσβαλλόμενο βούλευμα ανωτέρω συμβούλιο ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις μεταξύ των οποίων και εκείνη του άρθρ. 13 στοιχ. στ' Π.Κ., και δεν παρεβίασε αυτές ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, οι προβαλλόμενοι περί του αντιθέτου αναιρετικοί λόγοι, εκ του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. β', δ' Κ.Π.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι δε αιτιάσεις διά των οποίων πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων και η επίσης ανέλεγκτη αναιρετικώς, κατά τα προεκτιθέμενα, απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος, περί διενεργείας συμπληρωματικής ανακρίσεως, είναι απαράδεκτες, λαμβανομένου υπ'όψη ότι αιτιολογείται πλήρως, ως άνω, η κρίση του συμβουλίου, περί υπάρξεως αποχρωσών ενδείξεων ενοχής, από τα λοιπά στοιχεία, τα οποία παραθέτει και εκτιμά τούτο. Κατ'ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω
Να απορριφθή η από 13-9-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 1564/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 21 Δεκεμβρίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α)αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (5.000.000 δρχ.) ή β)αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (25.000.000 δρχ.). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α)σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ)βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που ανάγονται στο παρόν ή στο παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση και τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης του παραπεμπτικού βουλεύματος, υπάρχει όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων για την συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, για το οποίο ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε για τη συνδρομή των περιστατικών αυτών και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης, που προβλέπεται και τιμωρείται από την ουσιαστική ποινική διάταξη, στην οποία αυτά υπήχθησαν και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για την πράξη για την οποία ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από τη ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο προσδίδει στην ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά αυτή έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει, όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτήν, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά της τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο βούλευμα έχουν εμφιλοχωρήσει, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο με αριθ. 1564/2007 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στη συνεκτίμηση των μέσων αποδείξεως που αναφέρει και προσδιορίζει κατ' είδος, ότι προέκυψαν ως προς την πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, τα ακόλουθα κατά τα ουσιώδη μέρη των πραγματικά περιστατικά? "Ο εκκαλών-κατηγορούμενος Χ1 ήταν επί πολλά έτη έμπορος ηλεκτρολογικού υλικού και συναφών αντικειμένων. Είναι δε άριστος γνώστης όλων των εμπορευμάτων των σχετικών με το ηλεκτρολογικό υλικό, γνωρίζει τους πλήρεις κωδικούς των εισαγωγικών εταιρειών και δύναται να προβαίνει σε παραγγελίες εξειδικευμένου ηλεκτρολογικού υλικού. Επειδή όμως σε βάρος του έχουν εκδοθεί πολλές αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διάφορα αδικήματα, όπως της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, της πλαστογραφίας, της υπεξαίρεσης, της απάτης και της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, είχε δε πολλές εκκρεμότητες με την ΔΟΥ Α' Πειραιώς, δεν ήταν δυνατή η χορήγηση σ' αυτόν δανείων και "μπλοκ" επιταγών από τις Τράπεζες. Προκειμένου δε ο εκκαλών-κατηγορούμενος να επιτύχει την εξαπάτηση εμπόρων ηλεκτρολογικού υλικού και να αποσπάσει από αυτούς εμπορεύματα του ανωτέρω αναφερόμενου είδους, χρησιμοποιούσε τρίτους, οι οποίοι εφέροντο ως φερέγγυοι στις μέλλουσες συναλλαγές τους με εμπόρους του λεχθέντος υλικού, καθοδηγών αυτούς. 'Ενας εκ των φερομένων ως φερέγγυων στους λεχθέντες εμπόρους είναι και ο συγκατηγορούμενος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου Χ2, ο οποίος είναι ηλικίας είκοσι πέντε (25) ετών. Ο τελευταίος συμφωνήθηκε με τον εκκαλούντα όπως, προς εξαπάτηση των προαναφερθέντων εμπόρων, εμφανίζεται σ' αυτούς και τους παριστά τα πιο κάτω αναφερόμενα ψευδή γεγονότα. Ο εκκαλών δε ανέλαβε όπως, προς επίτευξη του ανωτέρω παρανόμου σκοπού του, προβαίνει σε παραγγελίες ιδίως ειδικού υλικού, για το οποίο υπήρχε ζήτηση από τους λιανοπωλητές και χονδρεμπόρους και συνεπώς ευκόλως και ευχερώς μεταπωλουμένου περαιτέρω. Προς υλοποίηση της αποφασισθείσας, από τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο και το συγκατηγορούμενό του, εξαπάτησης των προαναφερθέντων εμπόρων, ο δεύτερος αυτών ενεφανίζετο σ' αυτούς, τους οποίους του υπεδείκνυε ο πρώτος και παριστούσε ψευδώς σ' αυτούς ότι είναι, γόνος επιχειρηματικής οικογένειας, ιδιοκτήτης τριών καταστημάτων στις ..... Αττικής με αντικείμενο το γενικό εμπόριο, ότι ο πατέρας του είναι μεγαλοεργολάβος και μεγαλοκατασκευαστής ξενοδοχείων, ότι διενεργεί εξαγωγές στην Αλβανία και τα Αραβικά Κράτη, ότι είναι κάτοχος μεγάλης ακίνητης περιουσίας στο Ηράκλειο Κρήτης και ότι τον χρηματοδοτούσε ο παππούς του, που είχε προ διετίας κερδίσει μεγάλα χρηματικά ποσά στο ΛΟΤΤΟ. Στους προαναφερθέντες εμπόρους ο Χ2 εμφάνιζε τον εκκαλούντα ως συνεργάτη του, ονομαζόμενο Γ1, ως προερχόμενο από την Αμερική και διαθέτοντα πολλά χρήματα. Στους ίδιους δε εμπόρους τόσο ο Χ1 όσο και ο εκκαλών-κατηγορούμενος παριστούσαν επί πλέον ψευδώς ότι διατηρούν επιχείρηση χονδρικής πώλησης πάσης φύσεως ειδών με μεγάλο δίκτυο διανομής στην αγορά της Αθήνας και της επαρχίας, καθώς και ότι οι επιταγές που εκδίδονταν από τον πρώτο αυτών, χάριν καταβολής, καθώς και οι επιταγές πελατών των, τις οποίες μεταβίβαζε δι' οπισθογραφήσεως ο πρώτος αυτών σ' αυτούς, για την αγορά προϊόντων από αυτούς, εσύροντο σε λογαριασμούς στους οποίους τόσο κατά την έκδοση όσο και την πληρωμή των υπήρχαν επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια προς πληρωμή των από τις πληρώτριες τράπεζες. Τις ψευδείς δε αυτές παραστάσεις ενίσχυε τηλεφωνικώς ο εκκαλών-κατηγορούμενος ο οποίος προέβαινε στις σχετικές παραγγελίες προς τους ανωτέρω εμπόρους. Οι τελευταίοι πείσθηκαν από τις προεκτεθείσες ψευδείς παραστάσεις του εκκαλούντος-κατηγορουμένου και του συγκατηγορουμένου του και επώλησαν σ' αυτούς επί πιστώσει προϊόντα των, τα οποία αυτοί παρέλαβαν. Συγκεκριμένα, με τις πιο πάνω αναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις ο εκκαλών-κατηγορούμενος και ο συγκατηγορούμενός του α) κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του μηνός Απριλίου του έτους 2005 έως και το μήνα Οκτώβριο του ιδίου έτους έπεισαν το νόμιμο εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΤΡΙΜΕΛ ΗΛΕΚΤΡΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΑΕ", Β1, να πωλήσει σ' αυτούς η ανωτέρω εταιρεία επί πιστώσει ηλεκρολογικά υλικά συνολικής αξίας 57.397 ευρώ, έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών Χ2 εξέδωσε τις υπ' αριθμ.... και ...... μεταχρονολογημένες επιταγές της Γενικής Τράπεζας, με ημερομηνίες 31-12-2005 και 15-10-2005, ποσού 7.764,50 και 9.897,0 ευρώ αντίστοιχα, σε διαταγή της εταιρείας αυτής "ΤΡΙΜΕΛ ΑΕ" και μετεβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρεία αυτή τις υπ' αριθμ. ...., .... και .... μεταχρονολογημένες επιταγές της ΕΤΕ, της AMERICAN BANK OF ALBANIA και της Εμπορικής Τράπεζας, αντίστοιχα, με ημερομηνίες 15-10-2005, 30-11-2005 και 15-12-2005 και ποσού 9.300, 19.235,50 και 11.200 ευρώ, αντίστοιχα, β) κατά το χρονικό διάστημα από τη 15η Απριλίου 2005 έως τη 14η Σεπτεμβρίου 2005, έπεισαν τον νόμιμο εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΜΜΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ", Ε1 να πωλήσει σ' αυτούς η ανωτέρω εταιρεία επί πιστώσει ηλεκτρολογικό υλικό συνολικής αξίας 34.699,11 ευρώ, έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών Χ2 εξέδωσε τις υπ' αριθμ. ...., ...... και ..... μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας EUROBANK της πρώτης και τρίτης και Γενικής Τράπεζας της δεύτερης, χρηματικού ποσού 5.759,31, 8.247,67 και 9.500 ευρώ, αντίστοιχα, σε διαταγή και των τριών της ανώνυμης εταιρείας "ΕΜΜΙS ΑΒΕΕ", γ) κατά το χρονικό διάστημα από τη 15η Απριλίου 2005 έως την 29η Ιουλίου 2005 έπεισαν το νόμιμο εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Γ. ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗ ΑΒΕΕ", Ζ1 να τους πωλήσει η εταιρεία αυτή επί πιστώσει φωτιστικά αξίας 29.011,14 ευρώ, έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών εξέδωσε τις υπ' αριθμ. ....,.... και ...... μεταχρονολογημένες επιταγές των Τραπεζών NOVA BANK, Ελληνικής Τράπεζας και Τράπεζας Κύπρου, αντίστοιχα, με ημερομηνίες 31-12-2005, 9-10-2005 και 30-9-2005, ποσού 5.326, 8.000 και 5.858,44 ευρώ, αντίστοιχα, σε διαταγή της εταιρείας "ΑΦΟΙ Γ. ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗ ΑΒΕΕ", δ) κατά το χρονικό διάστημα από την 6η Ιουλίου 2005 έως την 1η Οκτωβρίου 2005 έπεισαν το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας περιωρισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "...... ΕΠΕ", Η1, να τους πωλήσει η εταιρεία αυτή επί πιστώσει καλώδια συνολικής αξίας 31.003,12 ευρώ, έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών παρέδωσε στο Η1 τέσσερες μεταχρονολογημένες επιταγές, ε) κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Αύγουστο του έτους 2005 έως το μήνα Οκτώβριο του ίδιου έτους έπεισαν τον νόμιμο εκπρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ".... ΟΕ", Θ1 να πωλήσει σ' αυτούς η ανωτέρω εταιρεία επί πιστώσει σώματα καλοριφέρ, ηλιακούς θερμοσίφωνες και λέβητες συνολικής αξίας 30.000 ευρώ, έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών εξέδωσε την υπ' αριθμ. .... μεταχρονολογημένη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος με ημερομηνία 30-12-2005, ποσού 8.248,49 ευρώ σε διαταγή της εταιρείας "...... ΟΕ" και μεταβίβασε με οπισθογράφηση την υπ' αριθμ. ..... μεταχρονολογημένη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με ημερομηνία 30-9-2005, ποσού 9.300 ευρώ, στ) κατά το χρονικό διάστημα από την 20η Μαΐου 2005 έως την 31η Αυγούστου 2005 έπεισαν το νόμιμο εκπρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία "......ΟΕ", Ι1 να τους πωλήσει η ανωτέρω εταιρεία επί πιστώσει ηλεκτρολογικά υλικά συνολικής αξίας 36.343,63 ευρώ, έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών εξέδωσε τις υπ' αριθμ. ...., .... και ..... μεταχρονολογημένες επιταγές της Γενικής Τράπεζας, της Τράπεζας Κύπρου και της Τράπεζας ALPHA BANK, αντίστοιχα, με ημερομηνίες 17-11-2005, 31-12-2005 και 12-10-2005 και ποσού 11.460,27, 7.500 και 10.000 ευρώ, αντίστοιχα, σε διαταγή της εταιρείας "..... ΟΕ" και των τριών και μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρεία αυτή την υπ' αριθμ. ..... μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας NOVA BANK, με ημερομηνία 28-3-2006, ποσού 9.575,80 ευρώ, ζ) κατά το χρονικό διάστημα από την 7η Ιουλίου 2005 έως την 30η Σεπτεμβρίου 2005 έπεισαν το νόμιμο εκπρόσωπο της ετερόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία "...... ΕΕ", Κ1, να τους πωλήσει η εταιρεία αυτή επί πιστώσει ηλεκτρολογικά υλικά συνολικής αξίας 52.784,12 ευρώ, έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών εξέδωσε τις υπ' αριθμ. ... και ..... μεταχρονολογημένες επιταγές των Τραπεζών NOVA BANK και EUROBANK, αντίστοιχα, με ημερομηνίες 30-1-2006 και 30-10-2005, ποσού 10.000 και 8.000 ευρώ, αντίστοιχα, σε διαταγή της ανωτέρω εταιρείας "...... ΕΕ" αμφότερες, η) κατά το χρονικό διάστημα από τη 15η Ιουνίου 2005 έως την 24η Σεπτεμβρίου 2005 έπεισαν τους νομίμους εκπροσώπους της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΘΕΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΑΕΕ", Λ1 και Λ2 να τους πωλήσει η από αυτούς εκπροσωπούμενη εταιρεία επί πιστώσει πολύπριζα και σόμπες αλογόνου, συνολικής αξίας 54.164,14 ευρώ, έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών εξέδωσε τις υπ' αριθμ. ...., ...., .... και ..... μεταχρονολογημένες επιταγές των τραπεζών, EUROBANK, της πρώτης, ALPHA BANK της δεύτερης και τρίτης και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος της τέταρτης, με ημερομηνίες 31-12-2005, 15-1-2006, 30-1-2006 και 15-11-2005, αντίστοιχα, ποσού 10.000 ευρώ των δύο πρώτων και 9.514,51 και 8.205,74 ευρώ της τρίτης και τέταρτης, σε διαταγή απάντων της ανωτέρω εταιρείας "ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΘΕΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΑΕΕ", η) κατά το χρονικό διάστημα από την 3η Ιουνίου 2005 έως την 1η Σεπτεμβρίου 2005 έπεισαν τους προαναφερθέντες Λ1 και Λ2, οι οποίοι είναι νόμιμοι εκπρόσωποι και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ΘΕΡΙΑΝΟΥ ΑΕ", να τους πωλήσει η εταιρεία αυτή επί πιστώσει ανεμιστήρες εδάφους και οροφής και άλλα είδη συνολικής αξίας 58.649,66 ευρώ, έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών παρέδωσε σ' αυτούς τις υπ' αριθμ. ...., ...., ....., ..... και ...... μεταχρονολογημένες επιταγές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος της πρώτης, της Τράπεζας Κύπρου της δεύτερης και της Τράπεζας NOVA BANK των λοιπών, με ημερομηνίες την 30-1-2005, την 15-11-2005, 10-3-2005, 20-3-2006 και 30-3-2006, αντίστοιχα, ποσού 19.871, 5.835,15, 9.214,45, 9.214,45 και 9.214,45 ευρώ, αντίστοιχα, ι) κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Απρίλιο του έτους 2005 έως τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, έπεισαν το νόμιμο εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "PLEXACO ABEE", Ν1 να τους πωλήσει η εταιρεία αυτή επί πιστώσει πλαστικούς σωλήνες συνολικής αξίας 84.210 ευρώ, έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών εξέδωσε επιταγές μεταξύ των οποίων και τις υπ' αριθμ. .... και ...... μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας Κύπρου και της Γενικής Τράπεζας, αντίστοιχα, με ημερομηνίες 30-11-2005 και 15-10-2005, ποσού 10.000 και 5.603,44 ευρώ αντίστοιχα σε διαταγή αμφοτέρων της εταιρείας "PLEXACO ABEE", ια) κατά το χρονικό διάστημα από τη 10η Μαΐου 2005 έως τη 15η Σεπτεμβρίου 2005 εμφανίσθηκαν στο διευθυντή του υποκαταστήματος των Αθηνών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. ΠΑΡΠΑΝΕΛΑΣ ΑΕ", Μ1 και παρέστησαν σ' αυτόν τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα και έπεισαν τόσο αυτόν όσο και το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας αυτής Μ2 να τους πωλήσει η ανωτέρω εταιρεία επί πιστώσει ηλεκτρολογικά υλικά συνολικής αξίας 55.871,43 ευρώ, έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών εξέδωσε τις υπ' αριθμ. ...., ...., ...., .... και ..... μεταχρονολογημένες επιταγές της Ελληνικής Τράπεζα της πρώτης, της Τράπεζας ΕUROBANK της δεύτερης και τέταρτης και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος της τρίτης και πέμπτης, με ημερομηνίες 30-9-2005, 30-10-2005, 30-12-2005, 31-12-2005 και 30-1-2006, αντίστοιχα, ποσού 10.987,31, 7.107,00, 8.658,81, 8.000 και 10.000 ευρώ, αντίστοιχα, σε διαταγή της εταιρείας αυτής "Γ. ΠΑΡΠΑΝΕΛΑΣ Α.Ε.", ιβ) κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάϊο του έτους 2005 έως τον Οκτώβριο του έτους 2005 έπεισαν το νόμιμο εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΗΛΕΚΤΡΟΤΕΧΝΙΚΗ ΑΒΕΕ", Ξ1 να τους πωλήσει η ανωτέρω εταιρεία επί πιστώσει εμπορεύματα συνολικής αξίας 41.350 ευρώ, έναντι των οποίων ο δεύτερος αυτών εξέδωσε και μεταβίβασε στην εταιρεία αυτή με οπισθογράφηση μεταχρονολογημένες επιταγές, ιγ) κατά το χρονικό διάστημα από την 8η Ιουνίου 2005 έως την 3η Οκτωβρίου 2005 έπεισαν το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας ".... ΕΠΕ" Υ1 να τους πωλήσει η εταιρεία αυτή επί πιστώσει ηλεκτρολογικά υλικά συνολικής αξίας 45.677,80 ευρώ, έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών εξέδωσε τις υπ' αριθμ. ..., .... και ..... μεταχρονολημένες επιταγές της Τράπεζας Κύπρου της πρώτης και της Τράπεζας ΑLPHA BANK της δεύτερης και τρίτης, με ημερομηνίες την 15-10-2005, 30-11-2005 και 30-12-2005, αντίστοιχα, ποσού 9.164,30, 9.830,54 και 11.386,01 ευρώ, αντίστοιχα, σε διαταγή της εταιρείας αυτής "..... ΕΠΕ" και ιδ) κατά το χρονικό διάστημα από την 25η Μαΐου 2005 έως την 28η Ιουνίου 2005 έπεισαν το Π1, ο οποίος διατηρεί επιχείρηση με την επωνυμία "......ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΚΕΡΑΙΩΝ Τ.V. ΚΑΙ ΙΣΤΩΝ" να τους πωλήσει κεραίες τηλεοράσεων, πλέγματα, στηρίγματα, συρματόσχοινο και βάσεις ιστών συνολικής αξίας 6.260,60 ευρώ, έναντι της οποίας ο δεύτερος αυτών εξέδωσε την υπ' αριθμ. ..... μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας EUROBANK, με ημερομηνία 30-10-2005, ποσού 5.762,98 ευρώ, σε διαταγή του Π1, στον οποίο κατέβαλε το χρηματικό ποσό των 500 ευρώ, ως προκαταβολή έναντι της αξίας των ανωτέρω εμπορευμάτων.
Οι προαναφερθέντες νόμιμοι εκπρόσωποι των ανωτέρω εταιρειών απέστειλαν τα ως άνω εμπορεύματα στα, επί των οδών .... και .... στην περιοχή των ... Αττικής, καταστήματα του εκκαλούντος-κατηγορουμένου και του συγκατηγορουμένου του Χ2. Ο τελευταίος ενεφανίζετο στους ανωτέρω νομίμους εκπροσώπους των ως άνω εταιρειών και παρέδιδε σ' αυτούς τις ως άνω επιταγές, ο δε εκκαλών έδιδε τηλεφωνικώς τις σχετικές παραγγελίες σ' αυτούς.
Τη 2α Οκτωβρίου 2005 ο εκκαλών-κατηγορούμενος και ο συγκατηγορούμενός του μετέφεραν τα εμπορεύματα, τα οποία επωλήθησαν σ' αυτούς από τα πιο πάνω καταστήματα, έκτοτε δε ο δεύτερος αυτών δεν ενεφανίζετο στους νομίμους εκπροσώπους των πιο πάνω αναφερόμενων εταιρειών, ο δε εκκαλών δήλωνε σ' αυτούς ότι ο συγκατηγορούμενός του ανέμενε την πληρωμή επιταγών πελατών του προκειμένου να εξοφλήσει τις προς αυτούς οφειλές του. Την 6η Νοεμβρίου 2005 διενεργήθηκε έρευνα στην, επί της οδού ...., της περιοχής ..... Αττικής, αποθήκη, την οποία διατηρούσε ο εκκαλών-κατηγορούμενος. Κατά την έρευνα αυτή ευρέθησαν και κατασχέθηκαν εμπορεύματα, τα οποία είχαν πωλήσει σ' αυτόν οι πιο πάνω αναφερόμενοι νόμιμοι εκπρόσωποι των ανωτέρω εταιρειών. Ειδικότερα δε ανευρέθηκαν εμπορεύματα, αξίας 300 ευρώ, που επωλήθησαν από την εταιρεία "ΑΦΟΙ Γ. ΔΡΑΚΟΝΤΑΕΙΔΗ ΑΒΕΕ", αξίας 10.000 ευρώ, που επωλήθησαν από την εταιρεία "I...... ΕΠΕ", αξίας 2.500 ευρώ, που επωλήθησαν από την εταιρεία "...... ΟΕ", αξίας 10.000 ευρώ, που επωλήθησαν από την εταιρεία "PLEXACO ABEE", αξίας 13.000 ευρώ, που επωλήθησαν από την εταιρεία "Γ. ΠΑΡΠΑΝΕΛΑΣ ΑΕ" και αξίας 250 ευρώ, που επωλήθησαν από το Π1 στον εκκαλούντα και το συγκατηγορούμενό του, καθώς και εμπορεύματα που επωλήθησαν σ' αυτούς από τους νομίμους εκπροσώπους των εταιρειών, "ΤΡΙΜΕΛ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΑΕ", "ΕΜΜΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ", "...... ΟΕ", "..... ΕΕ", "ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΘΕΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΑΕΕ", "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΗΛΕΚΤΡΟΤΕΧΝΙΚΗ ΑΒΕΕ", "..... ΕΠΕ" και "....... ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ Τ.V. ΚΑΙ ΙΣΤΩΝ", των οποίων δεν προσδιορίσθηκε η αξία, όπως και εμπορεύματα, τα οποία ανήκαν στην εταιρεία "...... ΟΕ", καθώς και σε άγνωστες εταιρείες.
Την επομένη ημέρα, δηλαδή την 7η Νοεμβρίου 2005, διενεργήθηκε έρευνα στο υπ' αριθμ. ..... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο, μάρκας MERCEDES, τύπου S 500, το οποίο οδηγούσε ο εκκαλών-κατηγορούμενος στη διασταύρωση των οδών .....και ....., της περιοχής Εκάλης, κατά την οποία ανευρέθηκαν και κατασχέθηκαν τριάντα (30) σόμπες αλογόνου, έξι (6) φωτοσωλήνες τύπου XLGS T/13/2, οι υπ' αριθμ. ...., ...., ...., .... και ..... επιταγές των Τραπεζών ΕΓΝΑΤΙΑ της πρώτης, ALPHA BANK της δεύτερης και τρίτης και ΚΥΠΡΟΥ της τέταρτης, ποσού 2.000, 3.500, 2.500 , 3.750 και 1.600 ευρώ, αντίστοιχα, που εσύροντο στον υπ' αριθμ. .... λογαριασμό της εταιρείας "..... ΟΕ" η πρώτη, στο λογαριασμό της Ο1 η δεύτερη και η τρίτη, στο λογαριασμό του Ο2 η τέταρτη και της Ο3 η πέμπτη, μία συναλλαγματική ποσού 330 ευρώ, με ημερομηνία 30-9-2005, σε διαταγή Ο4, δύο ξύλινες σφραγίδες που φέρουν εντύπωμα της εταιρείας ..... ΕΠΕ, χειρόγραφες σημειώσεις και φωτοαντίγραφα σημειώσεων, καθώς και τιμολόγια και δελτία αποστολής, σε φωτοαντίγραφα, που φέρουν στοιχεία πελάτη τα στοιχεία του συγκατηγορουμένου του Χ2.Οι κατασχεθείσες δε τριάντα (30) σόμπες αλογόνου και οι έξι (6) φωτοσωλήνες τύπου XLGST/13/2 ανήκαν στις εταιρείες "ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΘΕΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ" και "ΑΦΟΙ ΘΕΡΙΑΝΟΥ ΑΕ". Οι προαναφερθείσες δε επιταγές, οι οποίες δόθηκαν στους νομίμους εκπροσώπους των ανωτέρω εταιρειών, αν και εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως στις πληρώτριες Τράπεζες δεν πληρώθηκαν, επειδή στους λογαριασμούς στους οποίους εσύροντο δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή των.
Ο εκκαλών δε αναγνωρίσθηκε από τους νομίμους εκπροσώπους των εταιρειών, "ΤΡΙΜΕΛ ΗΛΕΚΤΡΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ", Β1, "Γ. ΠΑΡΠΑΝΕΛΑΣ ΑΕ", Μ1 και "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΗΛΕΚΤΡΟΤΕΧΝΙΚΗΣ ΑΒΕΕ", Ξ1, ως ο εμφανιζόμενος ως Γ1, ο οποίος προέβαινε τηλεφωνικώς στις προς αυτούς παραγγελίες του ανωτέρω ηλεκτρολογικού υλικού από τις εταιρείες αυτές, όπως δε αναφέρουν στις καταθέσεις τους ο Β1 και ο Ξ1 ο εκκαλών-κατηγορούμενος είναι γνωστό ότι έχει εξαπατήσει πάρα πολλούς εμπόρους στο παρελθόν και είναι άτομο με το οποίο δεν είναι επιθυμητή η συνεργασία. Με τις προαναφερθείσες δε ψευδείς παραστάσεις ο εκκαλών-κατηγορούμενος, ο οποίος δεν ήταν φερέγγυος ούτε είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, το όνομά του δε είναι Χ1, δεν ήταν από την Αμερική, με πολλά χρήματα, τα καταστήματα δε στην περιοχή ..... λειτούργησαν με αποκλειστικό σκοπό να παραλάβουν αυτός και ο συγκατηγορούμενός του Χ2 εμπορεύματα από τους πιο πάνω αναφερόμενους νομίμους εκπροσώπους των ανωτέρω εταιρειών επί πιστώσει και ακολούθως να εξαφανισθούν, χωρίς να εξοφλήσουν την αξία των παραδοθέντων σ' αυτούς εμπορευμάτων, οι προαναφερθείσες δε επιταγές εσύροντο σε λογαριασμούς στους οποίους δεν υπήρχαν επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή των, αποκόμισε (ο εκκαλών) με το συγκατηγορούμενό του Χ2 παράνομο περιουσιακό όφελος ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 617.421,75 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η αξία των εμπορευμάτων που περιήλθε στην κατοχή αυτού και του συγκατηγορουμένου του, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των ανωτέρω αναφερομένων νομίμων εκπροσώπων των ως άνω εταιρειών προμηθευτών τους.
Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν με σαφήνεια και πληρότητα από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας που αναφέρθηκαν, από τα οποία προκύπτει επιπροσθέτως ότι συντρέχει στο πρόσωπο του εκκαλούντος-κατηγορουμένου Χ1 η επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως της απάτης, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με τη μίσθωση τριών καταστημάτων στην περιοχή .... Αττικής, όπου ζητούσε να αποσταλούν και αποστέλλονταν τα από αυτόν παραγγελόμενα εμπορεύματα από τους ανωτέρω νομίμους εκπροσώπους των πιο πάνω αναφερομένων εταιρειών, καθώς και τη μίσθωση αποθήκης στο ......, όπου μετέφερε εν συνεχεία τα εμπορεύματα αυτά από τα πιο πάνω καταστήματα, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της ιδίας πράξεως, προκύπτει, σκοπός του πορισμού σημαντικού και σταθερού εισοδήματος, επί πλέον δε σταθερή ροπή του προς διάπραξη του αντιστοίχου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, ενώ το συνολικό όφελος που αποκόμισε με το συγκατηγορούμενό του, καθώς και η συνολική ζημία που προξενήθηκε στους ανωτέρω νομίμους εκπροσώπους των πιο πάνω εταιρειών προμηθευτών του πωλητών υπερβαίνει όχι μόνο το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ, αλλά και το χρηματικό ποσό των 73.000 ευρώ, αφού ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των 617.421,75 ευρώ".
Μετά από αυτά, το Συμβούλιο Εφετών, αναφερόμενο στην εισαγγελική πρόταση και αφού έλαβε υπόψη το μετά από αυτή υποβληθέν από 1-6-2007 υπόμνημα του αναιρεσείοντος, έκρινε ότι υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά επιβεβαιώνεται επαρκώς και αποχρώντως η εκ μέρους του εκκαλούντος-κατηγορουμένου τέλεση της άδικης πράξης της απάτης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το χρηματικό ποσό των 73.000 ευρώ.
Με τις παραδοχές αυτές το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την ως άνω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της προαναφερόμενης αξιοποίνου πράξεως, μνημονεύονται δε κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και παρατίθενται οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ', 26 παρ. 1α, 27, 45, 98, 386 παρ. 1, 3 α, β ΠΚ και έκρινε αυτό ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις γιά την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του ανωτέρω δικαστηρίου. Εξ άλλου, με τις παραδοχές του, το εκδόν το προσβαλλόμενο βούλευμα ανωτέρω Συμβούλιο ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, και δεν παραβίασε αυτές ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, οι προβαλλόμενοι περί του αντιθέτου αναιρετικοί λόγοι, εκ του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. β', δ' ΚΠοινΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι δε αιτιάσεις διά των οποίων πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων και η επίσης ανέλεγκτη αναιρετικώς, απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος, περί διενεργείας συμπληρωματικής ανακρίσεως, είναι απαράδεκτες, λαμβανομένου υπόψη ότι αιτιολογείται πλήρως, ως άνω, η κρίση του συμβουλίου, περί υπάρξεως αποχρωσών ενδείξεων ενοχής, από τα λοιπά στοιχεία, τα οποία παραθέτει και εκτιμά τούτο.
Από την διάταξη του άρθρου 309 § 2 Κ.Π.Δ. σαφώς προκύπτει, ότι αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου περί αυτοπρόσωπης εμφανίσεως ενώπιόν του, ή αν αρνηθεί αναιτιολόγητα την εμφάνιση αυτή, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 § 1 εδ. δ' ΚΠοινΔ, ιδρύουσα λόγο αναιρέσεως κατά βουλεύματος, κατ'άρθρ. 484 § 1 στοιχ. α' ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, προς έλεγχο της βασιμότητας λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι δεν διαλαμβάνεται σ' αυτή αίτημα τούτου, περί αυτοπρόσωπης εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Επομένως, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι απορρίφθηκε αναιτιολόγητα το περί αυτοπρόσωπης εμφανίσεώς του ενώπιον του ανωτέρω Συμβουλίου αίτημά του, υποβληθέν με την ανωτέρω έφεσή του, είναι αβάσιμος και, κατ' ακολουθία, αβάσιμος και απορριπτέος είναι ο προβαλλόμενος σχετικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρ. 484 § 1 στοιχ. α' ΚΠοινΔ, περί απολύτου ακυρότητας.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-9-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ.1564/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Αυγούστου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επάρκεια αιτιολογίας, ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και απόρριψη αναίρεσης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσα από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το χρηματικό ποσό των 73.000 ευρώ. Δεν περιλαμβάνεται στην έφεση αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. α΄ ΚΠΔ.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 1
|
Αριθμός 2002/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Eισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Δομοκού, που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1348/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12.7.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1704/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, με αριθμό 488/10.12.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
Το Δικαστήριο Εφετών Αθηνών (σε Συμβούλιο) με την αριθμ. 1348/2007 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, την αριθμ. 331/2007 έφεση του Χ1, κρατουμένου ήδη στο Κατάστημα Κράτησης Δομοκού, κατά της αριθμ. 364/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Η άνω απορριπτική απόφαση επιδόθηκε στον παραπάνω στις 29 Ιουνίου 2007 στο Κατάστημα Κράτησης Δομοκού όπου κρατείται (βλ. το από .... αποδεικτικό του Γραμματέα του Κ.Κ. Δομοκού ......). Κατ'αυτής άσκησε ο ίδιος την από 12-7-2007 αίτηση αναίρεσης με δήλωσή του στο Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Δομοκού όπου κρατείται.
Από τα παραπάνω δεδομένα προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών, εντός της οποίας μπορούσε να ασκηθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ.
Δεδομένου δε ότι από το περιεχόμενο της αίτησης προκύπτει ότι σ'αυτή δεν αναφέρεται οποιοσδήποτε λόγος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της, θα πρέπει η αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Περαιτέρω θα πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 12-7-2007 αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ1, κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Δομοκού, κατά της αριθμ. 1348/2007 απόφασης του Δικαστηρίου Εφετών Αθηνών (σε Συμβούλιο) και 2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα, 6-11-2007 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 1 εδ. α', β' και γ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για τη άσκηση ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών, κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω απόφαση είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται και για την προθεσμία άσκησης ένδικων μέσων κατά βουλευμάτων". Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι αν ο δικαιούμενος, γνωστής διαμονής, κάτοικος Ελλάδος, δεν είναι παρών, κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η προθεσμία για την άσκηση ένδικου μέσου είναι δεκαήμερη και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από τη επίδοση της αποφάσεως. Απών είναι ο διάδικος, όταν δεν εμφανίσθηκε, δεν εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο ή αποχώρησε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Η προθεσμία για τον απόντα διάδικο ή για το ένδικο μέσο κατά του βουλεύματος αρχίζει με τη νόμιμη επίδοση της αποφάσεως ή του βουλεύματος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο Εφετών Αθηνών (σε συμβούλιο), με την 1348/2007 απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως την 331/2007 έφεση του Χ1 και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κρατήσεως Δομοκού, κατά της 364/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων). Η παραπάνω απορριπτική απόφαση επιδόθηκε στον ως άνω εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα στις 29 Ιουνίου 2007 στο κατάστημα κρατήσεως Δομοκού (βλ. το από .... αποδεικτικό του Γραμματέως του ως άνω Σωφρονιστικού Καταστήματος ......). Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε ο ίδιος την από 12.7.2007 αίτηση αναιρέσεως, με δήλωσή του στον Διευθυντή του ως άνω Καταστήματος Κρατήσεως Δομοκού, ήτοι μετά την παρέλευση της ως άνω δεκαήμερης προθεσμίας που προβλέπει η παραπάνω διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, χωρίς, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αιτήσεως, να αναφέρει ο αναιρεσείων οποιονδήποτε λόγο, που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο της ασκήσεως. Ενόψει αυτών, αλλά και του ότι η άσκησή της είναι ανεπίτρεπτη, κατ' άρθρο 476 παρ. 2 ΚΠΔ, αφού αυτή στρέφεται κατά βουλεύματος που απέρριψε ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12 Ιουλίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κρατήσεως Δομοκού, κατά της 1348/2007 αποφάσεως του Δικαστηρίου Εφετών Αθηνών (σε συμβούλιο). Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εκπρόθεσμη άσκηση αναιρέσεως. Απορρίπτει ως απαράδεκτη λόγω του ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα.
|
Προθεσμία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.
| 1
|
Αριθμός 2003/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων: Χ1 και Χ2, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 766/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενες τις Χ3 και Χ4.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 31.5.2007 δύο αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1116/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 134/20.3.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. τις αριθμ. 125/31-5-2007 και 124/31-5-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, αντίστοιχα, οι οποίες ασκήθηκαν αυτοπροσώπως από τους ίδιους και στρέφονται κατά του αριθμ. 766/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το αριθμ. 988/2006 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριό του στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, αρμοδίως ορισθησομένου από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι, ο πρώτος τούτων (Χ1) των αξιοποίνων πράξεων α) της σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση β) της διατήρησης αρχείου προσωπικών δεδομένων και εκμετάλλευσης με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους και γ) της παράνομης κατοχής πυρομαχικών και ο δεύτερος (Χ2) της αξιόποινης πράξης της άμεσης συνέργειας σε σωματεμπορία κατ' επάγγελμα, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση. Κατά του παραπάνω βουλεύματος οι αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση. Επί των εφέσεων αυτών εξεδόθη το αριθμ. 766/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε στην ουσία τις ως άνω εφέσεις και επικύρωσε ως προς αυτούς το εκκαλούμενο βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφονται πλέον οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι με τις κρινόμενες αιτήσεις τους και με τα από 27-6-2007 τρία υπομνήματα που συσχέτισε στην αίτησή του ο εκ τούτων Χ2. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα Χ1 την 1-6-2007 με θυροκόλληση, επειδή συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 155 Κ.Π.Δ. και στον διορισθέντα αντίκλητό του δικηγόρο Παύλο Στρατάκη την 24-5-2007 (Α.Π. 1936/2007), στον αναιρεσείοντα δε Χ2 με θυροκόλληση στις 22-5-2007 και στην αντίκλητό του δικηγόρο Αλεξάνδρα Σκιαδά στις 29-5-2007, οι δε αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν από αυτούς, ενώπιον της γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Αικατερίνης Σωφρόνη στις 31-5-2007, συνετάγησαν δε από αυτήν οι 125/31-5-2007 και 124/31-5-2007 εκθέσεις, αντίστοιχα, στις οποίες διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκαν και συγκεκριμένα στην πρώτη η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η απόλυτη ακυρότητα και στη δεύτερη η παραβίαση του δεδικασμένου και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως αφού παραπέμπει τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους για κακούργημα (άρθρο 482 παρ. 1α Κ.Π.Δ.). Κατόπιν των ανωτέρω οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
Κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 4 περ. δ του άρθρου 351 Π.Κ., όπως έχει αντικατασταθεί με την διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 3064/2002 "1. Όποιος με τη χρήση βίας, απειλής ή άλλου εξαναγκαστικού μέσου ή την επιβολή ή την κατάχρηση εξουσίας προσλαμβάνει, μεταφέρει ή προωθεί εντός ή εκτός της επικράτειας, κατακρατεί, υποθάλπει, παραδίδει με ή χωρίς αντάλλαγμα σε άλλον ή παραλαμβάνει από άλλον πρόσωπο με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στη γενετήσια εκμετάλλευσή του τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ. 2. Με την ποινή της προηγουμένης παραγράφου τιμωρείται ο υπαίτιος αν, για να πετύχει τον ίδιο σκοπό, αποσπά τη συναίνεση προσώπου με τη χρήση απατηλών μέσων ή το παρασύρει, εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του, με υποσχέσεις, δώρα, πληρωμές ή παροχή άλλων ωφελημάτων. 4. Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα έως εκατό χιλιάδων ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους αν η πράξη α) ... β) ... γ) ... δ) τελείται κατ' επάγγελμα". Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων ενεργητικό ή παθητικό υποκείμενο του εγκλήματος μπορεί να είναι άνδρας ή γυναίκα. Η πράξη αυτή είναι αξιόποινος όταν ο δράστης ενεργεί με σκοπό να προβεί ο ίδιος ή άλλος στη γενετήσια εκμετάλλευση κάποιου προσώπου, προς επίτευξη δε του σκοπού αυτού ο υπαίτιος είτε αποσπά τη συναίνεση του προσώπου αυτού, με τη χρήση απατηλών μέσων, είτε το παρασύρει εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του με υποσχέσεις, δώρα, πληρωμές ή παροχή άλλων ωφελημάτων. Η έννοια της απόσπασης της συναίνεσης με απατηλά μέσα δίδεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου σε σχέση με το αδίκημα της μαστροπείας και εφαρμόζεται εν προκειμένω αναλογικά ως "παραπλάνηση" της εργαζομένης. Ως απατηλά μέσα νοούνται εκείνα που είναι ικανά να δημιουργήσουν στο θύμα πλάνη ως προς το σκοπό της προσλήψεως (βλ. Γάφο Τεύχος Ε' σελ. 77-78, Μπουρόπουλος Ερμ.Ποιν.Κώδ. Τόμος Β 619). Ως τοιαύτα νοούνται "και οσάκις η ενήλικος γυνή προσληφθεί προς άσκησιν επαγγέλματος εντίμου ή εις θέσιν μη υποχρεώσαν αυτής εις την πορνεία" (Γαρδίκας 224). Το θύμα συχνότατα πιστεύει στις περιπτώσεις αυτές ότι θα εργασθεί λ.χ. ως χορεύτρια ή τραγουδίστρια κ.λ.π. Παρασύρει σημαίνει ενέργειες που αποσκοπούν να πείσουν ένα πρόσωπο να επιδοθεί εις την πορνεία, που πιθανότατα δεν θα προέβαινε άνευ των ενεργειών αυτών. Κατά δε τους Γάφο-Μπουρόπουλο ως ανωτέρω, παρασύρει σημαίνει το να μετατοπίζει το θύμα από τον τόπο της κατοικίας του ή διαμονής του εις άλλον τόπο (ημεδαπής ή αλλοδαπής) όπου πρόκειται να ασκήσει το επάγγελμα της πόρνης. Όσον αφορά τις έννοιες "εκμεταλλευόμενος την ευάλωτη θέση του" πρέπει να λεχθούν τα εξής: Με τον όρο "εκμετάλλευση" ο νομοθέτης αποσκοπεί στη συμπεριφορά εκείνη, η οποία αποβλέπει στην αποστέρηση από το εκμεταλλευόμενο πρόσωπο της δυνατότητας αυτοκαθορισμού των συνθηκών εργασίας και διαβίωσης προκειμένου το πρόσωπο που προβαίνει στην εκμετάλλευση να αποκομίσει σε βάρος του οφέλη. Για δε την "ευάλωτη θέση" η ερμηνεία της θα πρέπει να γίνει προς την κατεύθυνση που είχε ακολουθήσει το τμήμα νομοτεχνικής επεξεργασίας σχεδίων και προτάσεων νόμων της διεύθυνσης επιστημονικών μελετών της Βουλής κατά την επεξεργασία του σχεδίου του Ν.3064/2002. Στην εκεί σχετική έκθεσή του αναφέρεται ότι "περισσότερο επιτυχής ήταν η προγενέστερη διατύπωση του κειμένου της διάταξης, σύμφωνα με την οποία ο υπαίτιος τιμωρείται με την ποινή της προηγουμένης παραγράφου αν, για να πετύχει τον ίδιο σκοπό αποσπά τη συναίνεση προσώπου που βρίσκεται σε ανάγκη, με υποσχέσεις, δώρα κ.λ.π.". Έτσι σε ευάλωτη θέση θα μπορούσε να αναφερθεί ότι ευρίσκονται (ενδεικτικώς) ιδίως τα πρόσωπα εκείνα τα οποία αντιμετωπίζουν πρωτίστως οικονομικά, αλλά και οικογενειακά ή προσωπικά προβλήματα και εν γένει ευρίσκονται σε ένδεια. Τα πρόσωπα που έρχονται στη χώρα μας από ξένες χώρες, αλλοδαπές κυρίως γυναίκες στερούμενες κυριολεκτικά ακόμη και τα απολύτως αναγκαία προς το ζην, που θέλουν να εργασθούν ευπρεπώς και αξιοπρεπώς και όχι να διενεργούν ασελγείς πράξεις, πρόσωπα τα οποία έρχονται με την ελπίδα και προσδοκία μιας καλύτερης ζωής, αλλά αγνοούν εντελώς την ελληνική γλώσσα και ως εκ τούτου είναι δύσκολη η ανεύρεση εργασίας, προσέτι δε αγνοούν τις συνθήκες ζωής και εν γένει την ελληνική πραγματικότητα. Σε σχέση με την αρχική της μορφή η νέα διάταξη του άρθρου 351 Π.Κ. έχει ευρύτερο εκείνης περιεχόμενο, καθόσον προβλέπει και άλλες νομοτυπικές μορφές του εγκλήματος, οι οποίες σε συγκεκριμένη περίπτωση δεν αποκλείεται να συντρέχουν ή να εναλλάσσονται, ενώ διεύρυνε το σκοπό του δράστη, τον οποίον δεν περιορίζει μόνο στην πορνεία, αλλά επεκτείνει γενικότερα στην εκμετάλλευση της γενετήσιας ζωής. Η κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος της σωματεμπορίας αποτελεί διακεκριμένη περίπτωση αυτής (άρθρο 4 παρ. δ του άρθρου 351 Π.Κ.). Κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. στ του Π.Κ., κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος απαιτείται δε αυτός να έχει διαμορφώσει κατάλληλη υποδομή (π.χ. οργάνωση επιχείρησης, διάθεση ή κατασκευή μέσων κ.λ.π. (Α.Π. 331/2000 Ποιν. Δικ. 2000, 690) ή να ενεργεί με σταθερή, ομοιόμορφη, εξακολουθητική συμπεριφορά προς βιοποριστικό σκοπό, ή να ενεργεί με την ύπαρξη ολοκληρωμένου και οργανωμένου σχηματισμού, από τον οποίο προκύπτει αντικειμενικά η πρόθεση και η προοπτική επανειλημμένης τέλεσης ομοίων πράξεων στο μέλλον για βιοποριστικό σκοπό μη αποκλειομένης της επιβαρυντικής περιστάσεως με τα δεδομένα αυτά και όταν η πράξη τελείται μία φορά (Α.Π. 680/2000 ΠΧ, ΝΑ, 44, Α.Π. 1257/1999 Ποιν.Δικ. 2000, 103, Α.Π. 1166/1991, ΠΧ, ΜΒ, 130).
Κατά το άρθρο 22 παρ. 2, 4, 6, του Ν.2472/1997, όποιος κατά παράβαση του άρθρου 7 του παρόντος νόμου διατηρεί αρχείο χωρίς την άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της αδείας της Αρχής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000 ) δραχμών έως πέντε ( 5.000.000) δραχμών - παρ.2 -, όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου, έως δέκα εκατομμυρίων, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από διατάξεις - παρ.4 -. Αν ο υπαίτιος των πράξεων των παρ. 1 έως και 5 του παρόντος άρθρου είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή να βλάψει τρίτον, επιβάλλεται κάθειρξη έως 10 ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων δραχμών έως δέκα εκατομμυρίων δραχμών -παρ.6-. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 εδ. α, β, γ και δ του αυτού νόμου, α) δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συνιστά κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων, β) ευαίσθητα δεδομένα είναι αυτά που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες γ) υποκείμενο των δεδομένων είναι το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων, που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική και δ) αποδέκτης είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή δημοσία αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι. Επειδή κατ' άρθρο 7 §§1,2 του πιο πάνω νόμου απαγορεύεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις : α) το υποκείμενο έδωσε τη γραπτή συγκατάθεση του.....β) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου...γ) Η επεξεργασία αφορά αποκλειστικά δεδομένα του υποκειμένου, τα οποία δημοσιοποιεί....δ) Η επεξεργασία αφορά θέματα υγείας.... ε) Η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εξυπηρέτηση των αναγκών της εθνικής ασφάλειας.....στ) Η επεξεργασία πραγματοποιείται για ερευνητικούς ή επιστημονικούς σκοπούς.....ζ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα δημοσίων προσώπων, εφόσον αυτά συνδέονται με την άσκηση δημοσίου λειτουργήματος....Σύμφωνα με σχετική γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων η δημιουργία και χρήση ηλεκτρονικών τηλεφωνικών καταλόγων, για την αυτόματη αναγνώριση της ταυτότητας του συνδρομητή καλούσας γραμμής σε ψηφιακά δίκτυα ενοποιημένων υπηρεσιών (ISDN) δεν αντιβαίνει στις διατάξεις των ν. 2472/97 και 2774/99, εφόσον οι σκοποί της εν λόγω επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων περιορίζονται στους προβλεπόμενους από αυτούς τους νόμους σκοπούς Γνωμ. Αρχής Προστασίας Δεδομένων 71/20-6-2002).
Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (Α.Π. 1073/2006, Α.Π. 1565/2002 ΠΧ, ΝΓ 536, Α.Π. 1011/2000 ΠΧ, ΝΑ 244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθ' όσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση (Α.Π. 1151/2006, Α.Π. 1071/2005, Α.Π. 2464/2005, Α.Π. 645/2004, Α.Π. 2253/2002 κ.α.).
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξ' ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στο 3° Τμήμα Ηθών της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής είχαν περιέλθει πληροφορίες ότι επί της οδού ... στην ..., σε διαμέρισμα του 1ου ορόφου ο κατηγ/νος Χ1 λειτουργούσε "γραφείο" μέσω του οποίου κανονίζονταν ερωτικά ραντεβού με αλλοδαπές γυναίκες. Από αυτή του τη δραστηριότητα, σύμφωνα πάντα με τις ίδιες πληροφορίες ο κατηγ/νος είχε αποκομίσει τεράστια χρηματικά ποσά και ήταν κάτοχος σκαφών αναψυχής και αλόγων στον Ιππόδρομο. Κατόπιν τούτου η πιο πάνω υπηρεσία έθεσε σε πολύμηνη διακριτική παρακολούθηση το πιο πάνω γραφείο και διαπίστωσε κατ' αρχάς ότι σ' αυτό μετέβαιναν καθημερινά περί ώρα 20:00 οι κατηγ/νες Χ3 και Χ4. Επίσης ότι σ' αυτό μετέβαινε και ο πρώτος κατηγ/νος Χ1, συνήθως κάθε Δευτέρα προς Τρίτη ο οποίος και προ της εισόδου του στο πιο πάνω γραφείο φορούσε μαύρη κουκούλα, προκειμένου να κρύβει τα χαρακτηριστικά του και στη συνέχεια στις 8 Ιουνίου 2004, πρωινές ώρες. Η επόμενη κίνηση της πιο πάνω υπηρεσίας ήταν πλέον να διαπιστώσει αν όντως εκεί κανονίζονταν ερωτικά ραντεβού αλλοδαπών γυναικών με σκοπό την είσπραξη των πιο πάνω ποσών. Για το σκοπό αυτό λοιπόν, αστυνομικός του 3ου τμήματος Ηθών επικοινώνησε με το κινητό τηλέφωνο 6979/144457, το οποίο, σύμφωνα με πληροφορίες της πιο πάνω υπηρεσίας, χρησιμοποιούνταν από το παραπάνω "γραφείο" και κανόνισε ερωτικό ραντεβού με μία αλλοδαπή έναντι του χρηματικού ποσού των 80 Ευρώ. Το παραπάνω ραντεβού κανονίσθηκε στο ξενοδοχείο "OLYMPIC", όπου προσήλθε, η αλλοδαπή υπήκοος Αλβανίας Α, προκειμένου να έρθει σε ερωτική επαφή με τον αστυνομικό, η οποία και συνελήφθη, μαζί με τον κατηγορούμενο Χ2, ο οποίος και είχε μεταφέρει με ΙΧΕ την παραπάνω αλλοδαπή στο παραπάνω μέρος. (βλ. την από 15-6-2004 ένορκη κατάθεση του αστυνομικού Β). Στη συνέχεια, κατά τις πρωινές ώρες της 15 Ιουνίου 2004 έτερος αστυνομικός με το όνομα Γ μετέβη στο ξενοδοχείο "INTERCONTINENTAL" επί της Λεωφόρου Συγγρού 89-93 και προσποιούμενος τον πελάτη μίσθωσε το δωμάτιο με αριθμό 127 αφού προηγουμένως είχε κανονίσει ραντεβού με αλλοδαπή αντί του ποσού των 120 Ευρώ. Για τον παραπάνω σκοπό, δηλαδή, προκειμένου να έρθει σε σαρκική συνάφεια με αυτή συναντήθηκε στο ξενοδοχείο με την αλλοδαπή Δ, υπήκοο Λιθουανίας, η οποία πράγματι προσήλθε στο ραντεβού και του είπε ότι "έρχεται από το γραφείο" και του ζήτησε να τις προκαταβάλλει το προσυμφωνηθέν ποσό. Μόλις αυτή άρχισε να αποβάλλει τα ενδύματά της την συνέλαβε αφού της γνωστοποίησε την ιδιότητα του, διότι εκδίδονταν έναντι αμοιβής χωρίς να κατέχει πιστοποιητικό άσκησης επαγγέλματος. Στην κατοχή της, μετά από σωματική έρευνα βρέθηκαν ένα κινητό τηλέφωνο και ένα προφυλακτικό (βλ. και την αριθμ. 3007/24/2650-α υποβλητική αναφορά και την από 15-6-2004 ένορκη κατάθεση του αστυνομικού Γ). Εδώ πρέπει βεβαίως να παρατηρηθεί ότι στο υπ' αριθμ. ... κινητό τηλέφωνο, όπως προκύπτει και από την από 12-7-2004 βεβαίωση της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας COSMOTE από 12-7-2004, είχε πραγματοποιηθεί φραγή εισερχομένων και εξερχομένων κλήσεων από την 13-6-2004 δηλαδή δύο μέρες πριν από την υποτιθέμενη κλήση, γεγονός που εντόπισε η Ανακριτής της υπόθεσης κατά τη διάρκεια της κυρίας ανάκρισης με συνέπεια να αποστείλει σχετική αναφορά για το γεγονός στον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών στην οποία μεταξύ των άλλων η πιο πάνω Ανακρίτρια διαλαμβάνει και τα εξής : " .......κατά τη διάρκεια της κυρίας ανακρίσεως προέκυψε ότι στη με αριθμό ... σύνδεση CosmoKARTA η οποία είναι ανώνυμη και ενεργοποιήθηκε στις 13-6-2003 είχε πραγματοποιηθεί από τις 13-6-2004 φραγή εισερχομένων και εξερχομένων κλήσεων και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατόν να δεχτεί αυτή τηλεφωνική κλήση κατά τις πρωινές ώρες της 15-6-2004, όπως αναφέρει στην από 15-6-2004 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα ο αστυφύλακας Γ. Σας αναφέρω τα παραπάνω τα οποία περιήλθαν σε γνώση μου, κατά την άσκηση των καθηκόντων μου, και παρακαλώ για τις δικές σας ενέργειες. Επιπλέον σας αναφέρω ότι για την υπόθεση αυτή έχει επιληφθεί η Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία ασχολείται με τη διερεύνηση γραπτού μηνύματος με περιεχόμενο "ΣΤΟΠ ΣΕ ΟΛΑ" , το οποίο έχει καταγραφεί σε κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου Χ1, ως προερχόμενο από αστυνομικό του Τμήματος Ηθών της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής". Από όλα αυτά είναι φανερό ότι η επικοινωνία για να κλειστεί το πιο πάνω ραντεβού, δεν έγινε με το πιο πάνω κινητό τηλέφωνο και δημιουργούν σοβαρό προβληματισμό τα όσα περί του αντιθέτου εξέθεσε στην κατάθεση του ο μάρτυρας αστυνομικός. Όμως αυτή η διαπίστωση δεν μπορεί να οδηγήσει a priori σε κρίση ότι η πιο πάνω συνεύρεση δεν έλαβε χώρα και ότι η αλλοδαπή δεν του μετέφερε ότι έρχεται από το πιο πάνω γραφείο αλλά κρίνεται απαραίτητη η αξιολόγηση αυτών των στοιχείων υπό τη βάσανο της ακροαματικής διαδικασίας, όπου και μεταξύ των άλλων ο εν λόγω αστυνομικός θα κληθεί για να δώσει τις απαιτούμενες διευκρινίσεις. Στις 14/6/2004 αστυνομικοί του Τμήματος Ηθών μετέβησαν στην ... και έθεσαν σε διακριτική επιτήρηση το επί της οδού ... στην ... διαμέρισμα όπου σύμφωνα με τις πληροφορίες λειτουργούσε το "γραφείο" μέσω του οποίου κανονίζονταν τα ερωτικά ραντεβού. Περί την 20:00 ώρα εισήλθαν στο ανωτέρω διαμέρισμα οι κατηγορούμενες Χ4 και η Χ3 και αποχώρησε η άλλη τηλεφωνήτρια που εργάζονταν την πρωινή βάρδια. Στη συνέχεια τέθηκε σε διακριτική επιτήρηση ο κατηγορούμενος Χ1, ο οποίος κινούνταν με το υπ' αριθ. ...ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας HYUNDAI και τον ακινητοποίησαν κατά την είσοδο του στο Κέντρο Διασκέδασης με την επωνυμία "ΘΕΑΤΡΟ" στον Φλοίσβο Αττικής. Σε έρευνα που έγινε σε τσάντα χειρός που κρατούσε βρέθηκαν μεταξύ άλλων ένα κλειδί πόρτας που όπως διαπιστώθηκε αργότερα άνοιγε την κάτω εξωτερική θύρα της επί της οδού ..., στην ..., κατοικίας, ένας (1) μικροϋπολογιστής (POCKET PC) μάρκας TOSHIBA 9740, ένα (1) κινητό τηλέφωνο μάρκας SHARP GX20 με αριθμό κλήσης ..., ένα (1) κινητό τηλέφωνο μάρκας SAMSUNG με αριθμό κλήσης ..., ένα (1) κινητό τηλέφωνο μάρκας NOKIA 6310 με αριθμό κλήσης ... και ένα (1) κινητό τηλέφωνο μάρκας SONY ERICSSON Τ610 με αριθμό κλήσης ... . Μετά από έρευνα στον υπολογιστή του εν λόγω κατηγορουμένου βρέθηκε ένα αρχείο στο οποίο ήταν καταχωρημένος ένας μεγάλος αριθμός κινητών τηλεφώνων χωρίς να αναφέρονται τα ονόματα των κατόχων-συνδρομητών στους οποίους αντιστοιχούν αυτά. Η διενεργήσασα την αυτεπάγγελτη προανάκριση ως άνω αστυνομική αρχή εκθέτει ότι, σε έρευνα που διενεργήθηκε στα κινητά τηλέφωνα που κατείχε ο παραπάνω κατηγορούμενος διαπιστώθηκε πως στο κινητό τηλέφωνο μάρκας SHARP GX20 με αριθμό κλήσης ... υπήρχε μεγάλος αριθμός εισερχομένων μηνυμάτων με παραπλήσιο περιεχόμενο τα οποία αφορούσαν ερωτικά ραντεβού γυναικών με πελάτες.
Εν προκειμένω πρέπει να λεχθεί ότι στο βαθμό που παραβιάζεται το τηλεφωνικό απόρρητο, απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 4 και 5 του ν. 2225/1994. Όμως, σε κάθε περίπτωση, υπάρχουν στην προκειμένη υπόθεση στη δικογραφία και άλλα στοιχεία, πέραν των προεκτεθέντων μηνυμάτων, τα οποία οδηγούν αυτοτελώς σε κρίση για ύπαρξη οργανωμένης επιχείρησης που εκμεταλλευόταν αλλοδαπές με σωματεμπορία και ειδικότερα: Κατ' αρχήν υπήρχαν όπως προεκτέθηκε στο 3° Τμήμα Ηθών της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής πληροφορίες ότι επί της οδού ... στην ..., σε διαμέρισμα του 1ου ορόφου ο κατηγ/νος Χ1 λειτουργούσε "γραφείο" μέσω του οποίου κανονίζονταν ερωτικά ραντεβού με αλλοδαπές γυναίκες. Σε έρευνα που διενεργήθηκε λοιπόν συνεπεία αυτής της πληροφορίας, στην συνέχεια στους χώρους του ανωτέρω αυτοκινήτου του κατηγορούμενου Χ1 με το οποίο κινούνταν βρέθηκαν ένας ακόμη μικροϋπολογιστής (POCKET PC) μάρκας SIEMENS SX45, ένα (1) πακέτο σύνδεσης κινητής τηλεφωνίας TELESTET, που περιείχε δύο (2) κάρτες SΙΜ με αριθμούς κλήσης ... και ..., εκ των οποίων αναβρέθηκε η μία με αριθμό κάρτας .../.../8858.5/99/32/2.2.1, ένα (1) πακέτο σύνδεσης COSM0TE άνευ κάρτας SIM με αριθμό κλήσης ..., μία (1) μαύρη κουκούλα κεφαλής (full face). Κατόπιν αυτών στο επί της οδού ... στην ...διαμέρισμα με την συνδρομή αστυνομικών της Ειδικής Κατασταλτικής Αντιτρομοκρατικής Μονάδας (Ε.Κ.Α.Μ.) αστυνομικοί του παραπάνω τμήματος εισήλθαν παρουσία δικαστικού λειτουργού στους χώρους του διαμερίσματος όπου βρήκαμε τις κατηγορούμενες Χ3 και Χ4 οι οποίες βρισκόταν σε ένα από τα δωμάτια του. Στο δωμάτιο αυτό είχαν τοποθετηθεί μονωτικά υλικά στο παράθυρο και στην πόρτα αυτού ώστε να μην ακούγονται έξω από το διαμέρισμα οι χτύποι των κινητών τηλεφώνων. Στην γωνία του δωματίου υπήρχε μία τηλεόραση η οποία ήταν συνδεδεμένη με κάμερα που ήταν τοποθετημένη εξωτερικά του διαμερίσματος και η οποία περιστρέφονταν έχοντας πλήρη εικόνα του δρόμου έξωθι του διαμερίσματος, καθώς και των δρόμων απέναντι από το διαμέρισμα. Επίσης υπήρχε τοποθετημένος ένας αυτοσχέδιος μηχανισμός για τον εξαερισμό του δωματίου το οποίο ήταν ερμητικά κλειστό. Στο δωμάτιο ήταν τοποθετημένα δύο μικρά γραφεία και αριστερά ενός εξ αυτών ένας καταστροφέας εγγράφων γεμάτος με κατεστραμμένα έγγραφα. Σε ένα από τα συρτάρια του γραφείου βρήκαν απενεργοποιημένα δώδεκα κινητά τηλέφωνα μάρκας PANASONIC εκ των οποίων τα τρία δεν είχαν κάρτα SIM, καθώς και δύο κινητά μάρκας NOKIA και MOTOROLA χωρίς κάρτα SIM. Σε άλλο συρτάρι βρέθηκαν τέσσερα πακέτα σύνδεσης TELESTET χωρίς κάρτες SIM με σβησμένους με απόξεση τους αριθμούς αυτών από την εξωτερική ετικέτα του πακέτου, δεκαοκτώ (18) φορτιστές κινητών τηλεφώνων πολλοί εκ των οποίων ήταν τοποθετημένοι σε πολύπριζα εκατέρωθεν των γραφείων. Σε δωμάτιο απέναντι αυτού όπου ήταν τα γραφεία βρέθηκαν ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο και δύο οθόνες ηλεκτρονικού υπολογιστή ενώ σε άλλο δωμάτιο βρέθηκε αποσυνδεμένη μια μονάδα ηλεκτρονικού υπολογιστή. Τα δωμάτια του διαμερίσματος ήταν εντελώς άδεια από οικοσκευές και γεμάτα σκόνη πλην του ειδικά μονωμένου δωματίου όπου ήταν τοποθετημένα τα γραφεία γεγονός που υποδηλώνει πως το διαμέρισμα δεν χρησιμοποιούνταν ως κατοικία. Επίσης στην είσοδο του διαμερίσματος είχε τοποθετηθεί ειδικά θωρακισμένη πόρτα ασφαλείας γεγονός που την καθιστούσε απαραβίαστη. Στην συνέχεια μετέβησαν στην επί της οδού ... στην ..., κατοικία του παραπάνω κατηγορούμενου Χ1, που διενεργήθηκε κατ' οίκον έρευνα κατά την οποία βρέθηκαν και κατασχέθηκαν διάφορα αντικείμενα που αναφέρονται αναλυτικά στη σχετική έκθεση έρευνας και κατάσχεσης μεταξύ των οποίων, δύο φορητοί ηλεκτρονικοί υπολογιστές, μία κεντρική μονάδα ηλεκτρονικού υπολογιστή, χρηματικό ποσό δύο χιλιάδων εκατόν εξήντα έξι (2.166) δολαρίων Η.Π.Α., τρία κουτιά από κινητά τηλέφωνα μάρκας PANASONIC GD 35 όμοια με αυτά που βρέθηκαν στο "γραφείο", μία (1) ηλεκτρονική ατζέντα μάρκας PSION 5-MX, τρεις (3) δισκέτες ηλεκτρονικού υπολογιστή, εκ των οποίων μία "BASF" με χειρόγραφη ένδειξη "ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΙ 3 ΕΧΕΙ", ένας (1) ψηφιακός δίσκος 00-ΡΟΜ με την ένδειξη ηλεκτρονικός πολυοδηγός -HELLAS NAVIGATOR στο εξώφυλλο και επί του δίσκου αναγραφόταν ΉΟΤΕ13", ένας (1) ψηφιακός δίσκος CD-ROM, στο εξώφυλλο του οποίου αναγράφεται "'HOTELS EYRO 2" και επί του δίσκου "HOTELS" τα οποία αφού εξετάστηκαν προέκυψε πως οι αριθμοί ΙΜΕΙ α) ... και β) ... που αναφέρονταν σε δύο από τα κουτιά των κινητών τηλεφώνων μάρκας PANASONIC GD 35 που κατασχέθηκαν στην οικία του κατηγορούμενου Χ1 ταυτίζονταν με τους αριθμούς ΙΜΕΙ από τα δύο κινητά που κατασχέθηκαν στους χώρους του "γραφείου". Επίσης διαπιστώθηκε πως και στους δύο μικροϋπολογιστές που κατασχέθηκαν στην κατοχή του παραπάνω κατηγορούμενου και κατόπιν έρευνας στο αυτοκίνητο του υπήρχε καταχωρημένο ένα αρχείο του WORD με ονομασία "Changed copy of your password was rightrtf" το οποίο είχε εκατόν ογδόντα οκτώ σελίδες στις οποίες ήταν καταχωρημένος μεγάλος αριθμός κινητών τηλεφώνων, που από πρόχειρο υπολογισμό ανέρχονται στις 70.000 τηλέφωνα περίπου και που αφορούσαν, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, σε πελάτες που είχαν πραγματοποιήσει ερωτικά ραντεβού με τις αλλοδαπές γυναίκες που εκδίδονταν. Μεταξύ των αριθμών αυτών βρέθηκε και το υπ' αριθ. ... κινητό τηλέφωνο το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί από τον αστυνομικό Β όταν εμφανίσθηκε ως πελάτης και είχε κανονίσει ερωτικό ραντεβού μέσω του υπ' αριθ. ... κινητού τηλεφώνου, που λειτουργούσε σύμφωνα με τις πληροφορίες στο ανωτέρω "γραφείο", με την αλλοδαπή υπήκοο Αλβανίας Α την οποία μετέφερε στο ερωτικό ραντεβού ο κατηγορούμενος Χ2 με το αυτοκίνητο του. Μεταξύ των εμπλεκομένων στην όλη υπόθεση φέρεται όπως προεκτέθηκε και ο εκκαλών Ε. Για τον προκείμενο λοιπόν παραπεμφθέντα κατηγορούμενο μόνο ενοχοποιητικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι την 15-7-2003 μετέφερε με το αυτοκίνητό του την αλλοδαπή, υπήκοο Αλβανίας, Ζ, σε ερωτικό ραντεβού στην οδό ... στην ..., πράξη για την οποία και δικάστηκε από το Τριμελές Αυτόφωρο Πλημμελειοδικείο Αθηνών, σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών με τριετή αναστολή. Στο χρονικό διάστημα όμως, από αρχές Ιουνίου 2004 μέχρι 15 Ιουνίου 2004, που φέρεται να έχει διαπραχθεί στην παρούσα υπόθεση το έγκλημα της σωματεμπορίας, ο εν λόγω κατηγορούμενος δεν κατελήφθη να εμπλέκεται σε οποιαδήποτε δραστηριότητα, εξυπηρετούσα με την πιο πάνω συνδρομή, την τέλεση του εγκλήματος αυτού και η προαναφερθείσα εμπλοκή του στο παρελθόν στην πιο πάνω μεταφορά αλλοδαπής σε ερωτικό ραντεβού δεν μπορεί κατά τη γνώμη μας, μόνη να οδηγήσει σε κρίση ότι, για τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την πιο πάνω πράξη που κατηγορείται.
Στο εκκαλούμενο βούλευμα κατόπιν τούτου, κατά την ημετέρα κρίση μετά τη λήψη υπ' όψη των προεκτεθέντων αποδεικτικών μέσων, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, αναλύονται και ερμηνεύονται ορθά οι σχετικές διατάξεις, γίνεται ορθή αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και ορθά συνάγεται η παραπεμπτική, για τους εκκαλούντες, πλην του εκκαλούντα Ε, κρίση, για τον οποίο κατά τη γνώμη μας δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, για στήριξη δημόσιας στο ακροατήριο κατ' αυτού κατηγορίας για την πιο πάνω πράξη της άμεσης συνέργειας σε σωματεμπορία που αυτός κατηγορείται και ως προς το οποίο σημείο το εκκαλούμενο βούλευμα πρέπει να μεταρρυθμισθεί. Έτσι, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, συμπληρωματικά αναφερόμεθα στο πρωτόδικο βούλευμα το περιεχόμενο του οποίου και επιβεβαιώνουμε.
Υπό τα προεκτεθέντα, λοιπόν, πραγματικά περιστατικά και δεδομένα προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων, πλην του εκκαλούντα Ε, κατά τα προρρηθέντα, για τις αξιόποινες πράξεις α) της σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα κατά συναυτουργία κατ' εξακολούθηση -οι 1ος και ο μη ασκήσας έφεση συγκατηγ/νός του Χ5, κάτοικος ... - β) της άμεσης συνέργειας στην παραπάνω πράξη, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση - οι λοιποί ως άνω κατηγ/νοι - γ) της διατήρησης αρχείου προσωπικών δεδομένων και εκμετάλλευσης με σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους και δ) της παράνομης κατοχής πυρομαχικών - 1ος- ( άρθρα 13 γ', 14§1, 26§1α, 27§1, 45, 46 §1β, 51, 52, 53, 60, 79, 94§1,98, 351§§2,4δ του ΠΚ όπως το άρθρο 351 αντικ. με το άρθρο 8 του ν.3064/2002, άρθρα 2 και 22 §§ 2,4α,6 του ν. 2472/1997 και άρθρα 1περ.δ,7§§1,8α ν.2168/1993). Ειδικότερα και ως προς τον ισχυρισμό του εκκαλούντα Χ2 ότι υπάρχει δεδικασμένο, επειδή αυτός είχε οδηγηθεί στο αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και καταδικάστηκε για την πράξη της διευκόλυνσης αλλότριας ακολασίας (άρθρο 348 Π.Κ.) σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών για τη συγκεκριμένη υπόθεση και δη για την πράξη της μεταφοράς της αλλοδαπής Α στο ξενοδοχείο ΟΛΥΜΠΙΚ, σε ερωτικό ραντεβού, που έλαβε χώραν την 8-6-2004, με απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου που εκδόθηκε την 10-6-2004, αυτός ελέγχεται νομικά αβάσιμος, καθόσον μεταξύ των πράξεων της σωματεμπορίας και διευκόλυνσης αλλότριας ακολασίας υπάρχει αληθής συρροή, κατά τα προεκτεθέντα στο νομικό μέρος της παρούσης, και έτσι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Επομένως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το προσβαλλόμενο με αριθμό 988/2006 βούλευμα του, αποφάνθηκε με τις ίδιες παραδοχές κατά τα άρθρα 309§1ε και 313 ΚΠΔ, την παραπομπή των τεσσάρων πρώτων εκκαλούντων, στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο (άρθρα 97§2 Συντάγματος, 8§1γ, 111§1, 119 και 122§1 ΚΠΔ) Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για τις ως άνω πράξεις δεν έσφαλε αλλά προέβη σε σωστή ερμηνεία του νόμου και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν.
Κατά συνέπεια οι εφέσεις των εκκαλούντων με τις οποίες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμες κατ' ουσία, πλην της έφεσης εκκαλούντα Ε, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή και στην ουσία της.
Από τα ανωτέρω, σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κατά του πρωτοδίκου με αριθμό 988/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αναφορικά με τις πράξεις της σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα κατά συναυτουργία κατ' εξακολούθηση, της άμεσης συνέργειας στην παραπάνω πράξη, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, της διατήρησης αρχείου προσωπικών δεδομένων και εκμετάλλευσης με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους και της παράνομης κατοχής πυρομαχικών, διέλαβε στο εν λόγω βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκαν παραπεμπτέοι οι ήδη αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 351 παρ. 2-4δ Π.Κ., 2 και 22 παρ.2-4α-6 του Ν.2472/97 και 1 περ. δ, 7 παρ. 1-8α Ν.2168/1993, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, αλλά ούτε και εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο.
Ειδικότερα η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει τη δέουσα αιτιολογία διότι αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην πρόταση του Εισαγγελέα είναι αβάσιμη, διότι όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 93 του Συντάγματος και του άρθρου 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο Εφετών αναφέρεται (υιοθετεί) εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Η άνω αναφορά δεν είναι τυπική υπόθεση, όπως υποστηρίζεται. Γίνεται κατόπιν επανεξέτασης της υπόθεσης και από το συμβούλιο Εφετών, το οποίο κατέληξε στο αυτό συμπέρασμα και τούτο ελέγχεται. Αβάσιμη επίσης είναι η αιτίαση ότι η πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία παραπέμπει εξ ολοκλήρου το Συμβούλιο Εφετών, αποτελεί αντιγραφή, όσον αφορά τα αποδεχόμενα πραγματικά περιστατικά, της εισαγγελικής πρότασης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που είναι ενσωματωμένη στο πρωτοβάθμιο με αριθμό 988/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, καθόσον από την αντιπαραβολή των δύο προτάσεων δεν επιβεβαιώνεται η αιτίαση αυτή, τα δε υπάρχοντα λεκτικά σφάλματα οφείλονται σε γραφική παραδρομή.
Ακόμα αβάσιμη είναι η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει τη δέουσα αιτιολογία διότι η πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία παραπέμπει εξολοκλήρου το Συμβούλιο Εφετών, αναφέρεται συμπληρωματικά προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων στο πρωτόδικο βούλευμα, διότι όταν ασκείται έφεση από τον κατηγορούμενο κατά του πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα για να στηρίξει τις δικές του σκέψεις να παραπέμπει συμπληρωματικώς στο πρωτόδικο βούλευμα, πάσχει δε από έλλειψη αιτιολογίας και εκδίδεται κατά παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης όταν αναφέρεται εξολοκλήρου στα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος ή (και) στην ενσωματωμένη σ' αυτό (πρωτόδικο βούλευμα) εισαγγελική πρόταση (Α.Π. 1151/2006, Α.Π. 2253/2002 κ.α.). Στην προκειμένη όμως περίπτωση η πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία αναφέρεται εξολοκλήρου το Συμβούλιο Εφετών, διαλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν για όλες τις πράξεις για τις οποίες παραπέμπονται οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις που εφάρμοσε και αναφέρθηκε, επιτρεπτώς, συμπληρωματικά στο πρωτόδικο βούλευμα.
Τέλος αβάσιμη είναι η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας επειδή στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, κατά την αξιολόγηση του περιεχομένου της ένορκης κατάθεσης του αστυφύλακα Γ, περιέχεται αντί για την παραδοχή για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων η εκτίμηση ότι καθίσταται αναγκαίος ο ακροαματικός έλεγχος σε σχέση με την εν λόγω κατάθεση, όπου ο εν λόγω αστυνομικός θα κληθεί για να δώσει τις απαιτούμενες διευκρινίσεις, διότι η πρόταση του Εισαγγελέα αναφέρει τα πραγματικά γεγονότα που προέκυψαν από την εκτίμηση του αποδεικτικού αυτού μέσου (ένορκη κατάθεση) από τα οποία κρίνει ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις και συγκεκριμένα από το τμήμα του περιεχομένου της κατάθεσης ότι η συνεύρεση της αλλοδαπής Δ μετ' αυτού έγινε στο ξενοδοχείο INTERCONTINENTAL και ότι η αλλοδαπή του μετέφερε ότι έρχεται από το γραφείο με το οποίο αυτός επικοινώνησε, ο προβληματισμός του δε έγκειται στο τμήμα της ένορκης κατάθεσης του αστυνομικού που αναφέρεται στον τρόπο επικοινωνίας και γι' αυτό θεωρεί απαραίτητη την αξιολόγηση του στοιχείου αυτού υπό τη βάσανο της ακροαματικής διαδικασίας. Οι λοιπές αναφερόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις του αναιρεσείοντα Χ2 πλήττουν, με το πρόσχημα της ελλείψεως της αιτιολογίας την επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου Εφετών, η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικώς και για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Επίσης αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα από το ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και αξιολόγησε απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 4 και 5 του Ν.2225/1994 ανάκληση από την διενεργήσασα την αυτεπάγγελτη προανάκριση αστυνομική αρχή, των μηνυμάτων από το κινητό τηλέφωνο μάρκας SHARP GX20 με αριθμό κλήσης ... του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, καθόσον, όπως από το προσβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο δεν συνεκτίμησε σε βάρος του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου τα μηνύματα αυτά, αφού στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση εξειδικεύονται τα στοιχεία τα οποία οδήγησαν αυτοτελώς στην κρίση για την ύπαρξη οργανωμένης επιχείρησης που εκμεταλλευόταν αλλοδαπές με σωματεμπορία. Τέλος αβάσιμη είναι και η αιτίαση για παραβίαση του δεδικασμένου ως προς μία από τις μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της σωματεμπορίας και συγκεκριμένα για την πράξη της μεταφοράς της αλλοδαπής Α σε ξενοδοχείο την 8-6-2004 επειδή ο εκ των αναιρεσειόντων Χ2 καταδικάσθηκε για την πράξη της διευκόλυνσης αλλότριας ακολασίας (άρθρο 348 Π.Κ.) σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών, διότι μεταξύ των πράξεων της σωματεμπορίας και διευκόλυνσης αλλότριας ακολασίας υπάρχει αληθής συρροή διότι οι δύο αυτές διατάξεις προστατεύουν δύο διαφορετικά έννομα αγαθά και συγκεκριμένα η διάταξη του άρθρου 348 Π.Κ. προστατεύει από την οικονομική εκμετάλλευση της γενετήσιας ζωής, ενώ προστατευόμενο έννομο αγαθό με το έγκλημα της σωματεμπορίας είναι η γενετήσια ελευθερία του προσώπου και έτσι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Συνεπώς οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ α-δ-γ Κ.Ποιν.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, συνακολούθως δε να απορριφθούν και οι ένδικες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: 1) Να απορριφθούν οι με αριθμ. 125/31-5-2007 και 124/31-5-2007 αιτήσεις αναίρεσης, που ασκήθηκαν αντιστοίχως από τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2, κατά του αριθμ. 766/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα από 220 ευρώ έκαστος.
Αθήνα 23-12-2007 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ευτέρπη Κουτζαμάνη
Συμπληρωματικά με τα όσα αναφέρονται στην παραπάνω πρόταση μου εκθέτω τα εξής: Στο τέλος των δύο παραπάνω αιτήσεων αναιρέσεως αναφέρονται από τους αναιρεσείοντες τα εξής: 1) Στην αριθμ. 125/2007 έκθεση αναίρεσης του Χ1 "Αιτούμαι, σύμφωνα με τα άρθρα 485 και 309 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., να διαταχθεί η αυτοπρόσωπη εμφάνισή μου ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, ώστε να δώσω κάθε απαραίτητη διευκρίνιση σχετικά με τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης του υπ' αριθμ. 766/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και ιδίως να μου δοθεί η ευκαιρία να αποδείξω ότι ελήφθησαν εις βάρος μου υπόψη, προς στήριξη των εις βάρος μου κατηγοριών και της ανάγκης για παραπομπή μου στο δικαστήριο, παράνομα και απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα, καθώς και ότι υφίσταται ανεπαρκής αιτιολογία του ως άνω βουλεύματος που εκδηλώνεται με τη μορφή της τυπικής και ουσιαστικά ανύπαρκτης δικαστικής κρίσης μέσω της καθολικής αναφοράς στις εισαγγελικές προτάσεις και στο πρωτόδικο βούλευμα, καθώς και με τη μη λήψη υπόψη της έλλειψης αποδείξεων εις βάρος μου και της επιλεκτικής αξιολόγησης μόνο των εις βάρος μου ενδείξεων". 2) Στην αριθμ. 124/2007 έκθεση αναίρεσης του Χ2 "Αιτούμαι, σύμφωνα με τα άρθρα 485 και 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ., να διαταχθεί η αυτοπρόσωπη εμφάνιση μου ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, ώστε να δώσω κάθε απαραίτητη διευκρίνιση σχετικά με τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης του υπ' αριθμ. 766/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και ιδίως να μου δοθεί η ευκαιρία να αναπτύξω προφορικά και να αποδείξω, προσκομίζοντας και τα απαραίτητα έγγραφα και στοιχεία που θεμελιώνουν τον σχετικό νομικό συλλογισμό, ότι παραπέμφθηκα στο ακροατήριο κατά παράβαση των διατάξεων του δεδικασμένου που πράγματι συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση και που απαγορεύει, ως καταφανώς άδικη, τη δεύτερη εις βάρος μου ποινική δίωξη για τα ίδια πραγματικά περιστατικά". Το αίτημα αυτό περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης υποβλήθηκε νομοτύπως και πρέπει να γίνει δεκτό, πλην όμως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, αφού η παρουσία των αναιρεσειόντων οι οποίοι αναπτύσσουν τις απόψεις τους εκτενώς στις πολυσέλιδες εκθέσεις αναιρέσεως και στο υπόμνημα που συσχέτισε στην αίτηση αναιρέσεως του ο εκ των αναιρεσειόντων Χ2, δεν έχει να προσφέρει οτιδήποτε για την εξέλιξη της υπόθεσης, δεδομένου και του ότι ενώπιον του Συμβουλίου σας, θα κριθούν νομικά ζητήματα και όχι η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου σας, που διατυπώθηκε από τους αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2, στις αντίστοιχες με αριθμό 125/2007 και 124/2007 αιτήσεις αναιρέσεως κατά του αριθμ. 766/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Αθήνα 23-12-2007 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους κατέληξε το συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται και τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται ολικά ή εν μέρει στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα των Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται ολικά ή εν μέρει και η κρίση του συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξ' ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στο 3° Τμήμα Ηθών της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής είχαν περιέλθει πληροφορίες ότι επί της οδού ... στην ..., σε διαμέρισμα του 1ου ορόφου ο κατηγορούμενος Χ1 λειτουργούσε "γραφείο", μέσω του οποίου κανονίζονταν ερωτικά ραντεβού με αλλοδαπές γυναίκες. Από αυτή του τη δραστηριότητα, σύμφωνα πάντα με τις ίδιες πληροφορίες, ο κατηγορούμενος είχε αποκομίσει τεράστια χρηματικά ποσά και ήταν κάτοχος σκαφών αναψυχής και αλόγων στον Ιππόδρομο. Κατόπιν τούτου η πιο πάνω υπηρεσία έθεσε σε πολύμηνη διακριτική παρακολούθηση το πιο πάνω γραφείο και διαπίστωσε κατ' αρχάς ότι σ' αυτό μετέβαιναν καθημερινά, περί ώρα 20:00, οι κατηγορούμενες Χ3 και Χ4. Επίσης ότι σ' αυτό μετέβαινε και ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, συνήθως κάθε Δευτέρα προς Τρίτη, ο οποίος και προ της εισόδου του στο πιο πάνω γραφείο φορούσε μαύρη κουκούλα, προκειμένου να κρύβει τα χαρακτηριστικά του και στη συνέχεια στις 8 Ιουνίου 2004, πρωινές ώρες. Η επόμενη κίνηση της πιο πάνω υπηρεσίας ήταν πλέον να διαπιστώσει αν όντως εκεί κανονίζονταν ερωτικά ραντεβού αλλοδαπών γυναικών με σκοπό την είσπραξη των πιο πάνω ποσών. Για το σκοπό αυτό λοιπόν, αστυνομικός του 3ου τμήματος Ηθών επικοινώνησε με το κινητό τηλέφωνο ..., το οποίο, σύμφωνα με πληροφορίες της πιο πάνω υπηρεσίας, χρησιμοποιούνταν από το παραπάνω "γραφείο" και κανόνισε ερωτικό ραντεβού με μία αλλοδαπή έναντι του χρηματικού ποσού των 80 Ευρώ. Το παραπάνω ραντεβού κανονίσθηκε στο ξενοδοχείο "OLYMPIC", όπου προσήλθε, η αλλοδαπή υπήκοος Αλβανίας Α, προκειμένου να έρθει σε ερωτική επαφή με τον αστυνομικό, η οποία και συνελήφθη, μαζί με τον κατηγορούμενο Χ2, ο οποίος είχε μεταφέρει με ΙΧΕ την παραπάνω αλλοδαπή στο παραπάνω μέρος, (βλ. την από 15-6-2004 ένορκη κατάθεση του αστυνομικού Β). Στη συνέχεια, κατά τις πρωινές ώρες της 15 Ιουνίου 2004, έτερος αστυνομικός, με το όνομα Γ, μετέβη στο ξενοδοχείο "INTERCONTINENTAL", επί της Λεωφόρου Συγγρού 89-93 και προσποιούμενος τον πελάτη μίσθωσε το δωμάτιο με αριθμό 127, αφού προηγουμένως είχε κανονίσει ραντεβού με αλλοδαπή, αντί του ποσού των 120 Ευρώ. Για τον παραπάνω σκοπό, δηλαδή, προκειμένου να έρθει σε σαρκική συνάφεια με αυτή, συναντήθηκε στο ξενοδοχείο με την αλλοδαπή Δ, υπήκοο Λιθουανίας, η οποία πράγματι προσήλθε στο ραντεβού και του είπε ότι "έρχεται από το γραφείο" και του ζήτησε να τις προκαταβάλλει το προσυμφωνηθέν ποσό. Μόλις αυτή άρχισε να αποβάλλει τα ενδύματά της τη συνέλαβε, αφού της γνωστοποίησε την ιδιότητά του, διότι εκδίδονταν έναντι αμοιβής, χωρίς να κατέχει πιστοποιητικό άσκησης επαγγέλματος. Στην κατοχή της, μετά από σωματική έρευνα, βρέθηκαν ένα κινητό τηλέφωνο και ένα προφυλακτικό, (βλ. και την αριθμ. 3007/24/2650-α υποβλητική αναφορά και την από 15-6-2004 ένορκη κατάθεση του αστυνομικού Δ). Εδώ πρέπει βεβαίως να παρατηρηθεί ότι στο υπ' αριθμ. ... κινητό τηλέφωνο, όπως προκύπτει και από την από 12-7-2004 βεβαίωση της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας COSMOTE, είχε πραγματοποιηθεί φραγή εισερχομένων και εξερχομένων κλήσεων από την 13-6-2004, δηλαδή δύο μέρες πριν από την υποτιθέμενη κλήση, γεγονός που εντόπισε η Ανακριτής της υπόθεσης κατά τη διάρκεια της κυρίας ανάκρισης, με συνέπεια να αποστείλει σχετική αναφορά για το γεγονός στον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, στην οποία, μεταξύ των άλλων, η πιο πάνω Ανακρίτρια, διαλαμβάνει και τα εξής : " .......κατά τη διάρκεια της κυρίας ανακρίσεως προέκυψε ότι στη με αριθμό ... σύνδεση CosmoKARTA, η οποία είναι ανώνυμη και ενεργοποιήθηκε στις 13-6-2003 είχε πραγματοποιηθεί από τις 13-6-2004 φραγή εισερχομένων και εξερχομένων κλήσεων και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατόν να δεχτεί αυτή τηλεφωνική κλήση κατά τις πρωινές ώρες της 15-6-2004, όπως αναφέρει στην από 15-6-2004 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα ο αστυφύλακας Γ. Σας αναφέρω τα παραπάνω, τα οποία περιήλθαν σε γνώση μου, κατά την άσκηση των καθηκόντων μου, και παρακαλώ για τις δικές σας ενέργειες. Επιπλέον σας αναφέρω ότι για την υπόθεση αυτή έχει επιληφθεί η Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία ασχολείται με τη διερεύνηση γραπτού μηνύματος, με περιεχόμενο "ΣΤΟΠ ΣΕ ΟΛΑ", το οποίο έχει καταγραφεί σε κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου Χ1, ως προερχόμενο από αστυνομικό του Τμήματος Ηθών της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής. "Από όλα αυτά είναι φανερό ότι η επικοινωνία για να κλειστεί το πιο πάνω ραντεβού, δεν έγινε με το πιο πάνω κινητό τηλέφωνο και δημιουργούν σοβαρό προβληματισμό τα όσα περί του αντιθέτου εξέθεσε στην κατάθεσή του ο μάρτυρας αστυνομικός. Όμως αυτή η διαπίστωση δεν μπορεί να οδηγήσει a priori σε κρίση ότι η πιο πάνω συνεύρεση δεν έλαβε χώρα και ότι η αλλοδαπή δεν του μετέφερε ότι έρχεται από το πιο πάνω γραφείο, αλλά κρίνεται απαραίτητη η αξιολόγηση αυτών των στοιχείων υπό τη βάσανο της ακροαματικής διαδικασίας, όπου και μεταξύ των άλλων ο εν λόγω αστυνομικός θα κληθεί για να δώσει τις απαιτούμενες διευκρινίσεις. Στις 14/6/2004 αστυνομικοί του Τμήματος Ηθών μετέβησαν στην ... και έθεσαν σε διακριτική επιτήρηση το επί της οδού ..., στην ..., διαμέρισμα, όπου σύμφωνα με τις πληροφορίες λειτουργούσε το "γραφείο", μέσω του οποίου κανονίζονταν τα ερωτικά ραντεβού. Περί την 20:00 ώρα εισήλθαν στο ανωτέρω διαμέρισμα οι κατηγορούμενες Χ4 και η Χ3 και αποχώρησε η άλλη τηλεφωνήτρια που εργάζονταν την πρωινή βάρδια. Στη συνέχεια τέθηκε σε διακριτική επιτήρηση ο κατηγορούμενος Χ1, ο οποίος κινούνταν με το υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας HYUNDAI και τον ακινητοποίησαν κατά την είσοδό του στο Κέντρο Διασκέδασης με την επωνυμία "ΘΕΑΤΡΟ", στο Φλοίσβο Αττικής. Σε έρευνα που έγινε σε τσάντα χειρός, που κρατούσε, βρέθηκαν, μεταξύ άλλων, ένα κλειδί πόρτας, που όπως διαπιστώθηκε αργότερα άνοιγε την κάτω εξωτερική θύρα της επί της οδού ..., στην ..., κατοικίας, ένας (1) μικροϋπολογιστής (POCKET PC), μάρκας TOSHIBA 9740, ένα (1) κινητό τηλέφωνο, μάρκας SHARP GX20, με αριθμό κλήσης ..., ένα (1) κινητό τηλέφωνο, μάρκας SAMSUNG, με αριθμό κλήσης ..., ένα (1) κινητό τηλέφωνο, μάρκας NOKIA 6310, με αριθμό κλήσης ... και ένα (1) κινητό τηλέφωνο, μάρκας SONY ERICSSON Τ610, με αριθμό κλήσης ... . Μετά από έρευνα στον υπολογιστή του εν λόγω κατηγορουμένου βρέθηκε ένα αρχείο, στο οποίο ήταν καταχωρημένος ένας μεγάλος αριθμός κινητών τηλεφώνων, χωρίς να αναφέρονται τα ονόματα των κατόχων-συνδρομητών στους οποίους αντιστοιχούν αυτά. Η διενεργήσασα την αυτεπάγγελτη προανάκριση ως άνω αστυνομική αρχή εκθέτει ότι, σε έρευνα που διενεργήθηκε στα κινητά τηλέφωνα που κατείχε ο παραπάνω κατηγορούμενος διαπιστώθηκε πως στο κινητό τηλέφωνο, μάρκας SHARP GX20, με αριθμό κλήσης ..., υπήρχε μεγάλος αριθμός εισερχομένων μηνυμάτων, με παραπλήσιο περιεχόμενο, τα οποία αφορούσαν ερωτικά ραντεβού γυναικών με πελάτες. Στην προκείμενη περίπτωση πρέπει να λεχθεί ότι στο βαθμό που παραβιάζεται το τηλεφωνικό απόρρητο, απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 4 και 5 του ν. 2225/1994. Όμως, σε κάθε περίπτωση, υπάρχουν στην προκειμένη υπόθεση στη δικογραφία και άλλα στοιχεία, πέραν των προεκτεθέντων μηνυμάτων, τα οποία οδηγούν αυτοτελώς σε κρίση για ύπαρξη οργανωμένης επιχείρησης που εκμεταλλευόταν αλλοδαπές με σωματεμπορία και ειδικότερα? Κατ' αρχή υπήρχαν, όπως προεκτέθηκε, στο 3° Τμήμα Ηθών της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής, πληροφορίες ότι επί της οδού ..., στην ..., σε διαμέρισμα του 1ου ορόφου, ο κατηγορούμενος Χ1 λειτουργούσε "γραφείο", μέσω του οποίου κανονίζονταν ερωτικά ραντεβού με αλλοδαπές γυναίκες. Σε έρευνα που διενεργήθηκε λοιπόν συνεπεία αυτής της πληροφορίας, στη συνέχεια στους χώρους του ανωτέρω αυτοκινήτου του κατηγορούμενου Χ1 με το οποίο κινούνταν, βρέθηκαν ένας ακόμη μικροϋπολογιστής (POCKET PC), μάρκας SIEMENS SX45, ένα (1) πακέτο σύνδεσης κινητής τηλεφωνίας TELESTET, που περιείχε δύο (2) κάρτες SΙΜ, με αριθμούς κλήσης ... και ..., εκ των οποίων αναβρέθηκε η μία με αριθμό κάρτας .../.../8858.5/99/32/2.2.1, ένα (1) πακέτο σύνδεσης COSM0TE, άνευ κάρτας SIM, με αριθμό κλήσης ..., μία (1) μαύρη κουκούλα κεφαλής (full face). Κατόπιν αυτών, στο επί της οδού ... στην ..., διαμέρισμα, με την συνδρομή αστυνομικών της Ειδικής Κατασταλτικής Αντιτρομοκρατικής Μονάδας (Ε.Κ.Α.Μ.), αστυνομικοί του παραπάνω τμήματος εισήλθαν, παρουσία δικαστικού λειτουργού, στους χώρους του διαμερίσματος, όπου βρήκαν τις κατηγορούμενες Χ3 και Χ4, οι οποίες βρισκόταν σε ένα από τα δωμάτιά του. Στο δωμάτιο αυτό είχαν τοποθετηθεί μονωτικά υλικά στο παράθυρο και στην πόρτα αυτού, ώστε να μην ακούγονται έξω από το διαμέρισμα οι χτύποι των κινητών τηλεφώνων. Στη γωνία του δωματίου υπήρχε μία τηλεόραση, η οποία ήταν συνδεδεμένη με κάμερα, που ήταν τοποθετημένη εξωτερικά του διαμερίσματος και η οποία περιστρέφονταν, έχοντας πλήρη εικόνα του δρόμου έξωθι του διαμερίσματος, καθώς και των δρόμων απέναντι από το διαμέρισμα. Επίσης υπήρχε τοποθετημένος ένας αυτοσχέδιος μηχανισμός για τον εξαερισμό του δωματίου, το οποίο ήταν ερμητικά κλειστό. Στο δωμάτιο ήταν τοποθετημένα δύο μικρά γραφεία και αριστερά ενός εξ αυτών ένας καταστροφέας εγγράφων, γεμάτος με κατεστραμμένα έγγραφα. Σε ένα από τα συρτάρια του γραφείου βρήκαν απενεργοποιημένα δώδεκα κινητά τηλέφωνα, μάρκας PANASONIC, εκ των οποίων τα τρία δεν είχαν κάρτα SIM, καθώς και δύο κινητά, μάρκας NOKIA και MOTOROLA, χωρίς κάρτα SIM. Σε άλλο συρτάρι βρέθηκαν τέσσερα πακέτα σύνδεσης TELESTET, χωρίς κάρτες SIM, με σβησμένους με απόξεση τους αριθμούς αυτών από την εξωτερική ετικέτα του πακέτου, δεκαοκτώ (18) φορτιστές κινητών τηλεφώνων, πολλοί εκ των οποίων ήταν τοποθετημένοι σε πολύπριζα εκατέρωθεν των γραφείων. Σε δωμάτιο απέναντι αυτού, όπου ήταν τα γραφεία, βρέθηκαν ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο και δύο οθόνες ηλεκτρονικού υπολογιστή, ενώ σε άλλο δωμάτιο βρέθηκε αποσυνδεμένη μια μονάδα ηλεκτρονικού υπολογιστή. Τα δωμάτια του διαμερίσματος ήταν εντελώς άδεια από οικοσκευές και γεμάτα σκόνη, πλην του ειδικά μονωμένου δωματίου, όπου ήταν τοποθετημένα τα γραφεία, γεγονός που υποδηλώνει πως το διαμέρισμα δεν χρησιμοποιούνταν ως κατοικία. Επίσης, στην είσοδο του διαμερίσματος είχε τοποθετηθεί ειδικά θωρακισμένη πόρτα ασφαλείας, γεγονός που την καθιστούσε απαραβίαστη. Στην συνέχεια μετέβησαν στην επί της οδού ..., στην ..., κατοικία του παραπάνω κατηγορούμενου Χ1, που διενεργήθηκε κατ' οίκο έρευνα, κατά την οποία βρέθηκαν και κατασχέθηκαν διάφορα αντικείμενα, που αναφέρονται αναλυτικά στη σχετική έκθεση έρευνας και κατάσχεσης, μεταξύ των οποίων, δύο φορητοί ηλεκτρονικοί υπολογιστές, μία κεντρική μονάδα ηλεκτρονικού υπολογιστή, χρηματικό ποσό δύο χιλιάδων εκατόν εξήντα έξι (2.166) δολαρίων Η.Π.Α., τρία κουτιά από κινητά τηλέφωνα, μάρκας PANASONIC GD 35, όμοια με αυτά που βρέθηκαν στο "γραφείο", μία (1) ηλεκτρονική ατζέντα μάρκας PSION 5-MX, τρεις (3) δισκέτες ηλεκτρονικού υπολογιστή, εκ των οποίων μία "BASF", με χειρόγραφη ένδειξη "ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΙ 3 ΕΧΕΙ", ένας (1) ψηφιακός δίσκος 00-ΡΟΜ, με την ένδειξη ηλεκτρονικός πολυοδηγός HELLAS NAVIGATOR, στο εξώφυλλο και επί του δίσκου αναγραφόταν HΟΤΕ13", ένας (1) ψηφιακός δίσκος CD-ROM, στο εξώφυλλο του οποίου αναγράφεται "HOTELS EYRO 2" και επί του δίσκου "HOTELS", τα οποία αφού εξετάστηκαν προέκυψε πως οι αριθμοί ΙΜΕΙ α) ... και β) ..., που αναφέρονταν σε δύο από τα κουτιά των κινητών τηλεφώνων, μάρκας PANASONIC GD 35, που κατασχέθηκαν στην οικία του κατηγορούμενου Χ1 ταυτίζονταν με τους αριθμούς ΙΜΕΙ από τα δύο κινητά που κατασχέθηκαν στους χώρους του "γραφείου". Επίσης διαπιστώθηκε πως και στους δύο μικροϋπολογιστές που κατασχέθηκαν στην κατοχή του παραπάνω κατηγορούμενου και κατόπιν έρευνας στο αυτοκίνητό του υπήρχε καταχωρημένο ένα αρχείο του WORD, με ονομασία "Changed copy of your password was rightrtf", το οποίο είχε εκατόν ογδόντα οκτώ σελίδες, στις οποίες ήταν καταχωρημένος μεγάλος αριθμός κινητών τηλεφώνων, που από πρόχειρο υπολογισμό ανέρχονται στις 70.000 τηλέφωνα περίπου και που αφορούσαν, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, σε πελάτες που είχαν πραγματοποιήσει ερωτικά ραντεβού με τις αλλοδαπές γυναίκες που εκδίδονταν. Μεταξύ των αριθμών αυτών βρέθηκε και το υπ αριθ: ... κινητό τηλέφωνο, το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί από τον αστυνομικό Β όταν εμφανίσθηκε ως πελάτης και είχε κανονίσει ερωτικό ραντεβού μέσω του υπ' αριθ. 6979-144457 κινητού τηλεφώνου, που λειτουργούσε σύμφωνα με τις πληροφορίες στο ανωτέρω "γραφείο", με την αλλοδαπή υπήκοο Αλβανίας Α, την οποία μετέφερε στο ερωτικό ραντεβού ο κατηγορούμενος Χ2 με το αυτοκίνητό του...
Στο εκκαλούμενο βούλευμα κατόπιν τούτου, κατά την ημετέρα κρίση, μετά τη λήψη υπ' όψη των προεκτεθέντων αποδεικτικών μέσων, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, αναλύονται και ερμηνεύονται ορθά οι σχετικές διατάξεις, γίνεται ορθή αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και ορθά συνάγεται η παραπεμπτική, για τους εκκαλούντες, πλην του εκκαλούντα Ε, κρίση, για τον οποίο κατά τη γνώμη μας δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, για στήριξη δημόσιας στο ακροατήριο κατ' αυτού κατηγορίας για την πιο πάνω πράξη της άμεσης συνέργειας σε σωματεμπορία που αυτός κατηγορείται και ως προς το οποίο σημείο το εκκαλούμενο βούλευμα πρέπει να μεταρρυθμισθεί. Έτσι, προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, συμπληρωματικά αναφερόμεθα στο πρωτόδικο βούλευμα το περιεχόμενο του οποίου και επιβεβαιώνουμε. Υπό τα προεκτεθέντα, λοιπόν, πραγματικά περιστατικά και δεδομένα προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων, πλην του εκκαλούντα Ε, κατά τα προρρηθέντα, για τις αξιόποινες πράξεις: α) της σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα, κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση οι- 1ος και ο μη ασκήσας έφεση συγκατηγορούμενός του Χ5, κάτοικος ..., β) της άμεσης συνέργειας στην παραπάνω πράξη, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση - οι λοιποί ως άνω κατηγορούμενοι - γ) της διατήρησης αρχείου προσωπικών δεδομένων και εκμετάλλευσης με σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους και δ) της παράνομης κατοχής πυρομαχικών - 1ος- (άρθρα 13 γ', 14§1, 26§1α, 27§1, 45, 46 §1β, 51, 52, 53, 60, 79, 94§1,98, 351§§2,4δ του ΠΚ, όπως το άρθρο 351 αντικ. με το άρθρο 8 του ν.3064/2002, άρθρα 2 και 22 §§ 2,4α,6 του ν. 2472/1997 και άρθρα 1περ.δ,7§§1,8α ν.2168/1993).
Ειδικότερα, και ως προς τον ισχυρισμό του εκκαλούντα Χ2 ότι υπάρχει δεδικασμένο, επειδή αυτός είχε οδηγηθεί στο αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και καταδικάστηκε για την πράξη της διευκόλυνσης αλλότριας ακολασίας (άρθρο 348 Π.Κ.), σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών για τη συγκεκριμένη υπόθεση και δη για την πράξη της μεταφοράς της αλλοδαπής Α στο ξενοδοχείο ΟΛΥΜΠΙΚ, σε ερωτικό ραντεβού, που έλαβε χώρα την 8-6-2004, με απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, που εκδόθηκε την 10-6-2004, αυτός ελέγχεται νομικά αβάσιμος, καθόσον μεταξύ των πράξεων της σωματεμπορίας και διευκόλυνσης αλλότριας ακολασίας υπάρχει αληθής συρροή, κατά τα προεκτεθέντα στο νομικό μέρος της παρούσης, και έτσι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Επομένως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το προσβαλλόμενο με αριθμό 988/2006 βούλευμά του, αποφάνθηκε με τις ίδιες παραδοχές κατά τα άρθρα 309§1ε και 313 ΚΠοινΔ, την παραπομπή των τεσσάρων πρώτων εκκαλούντων, στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο (άρθρα 97§2 Συντάγματος, 8§1γ, 111§1, 119 και 122§1 ΚΠΔ) Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για τις ως άνω πράξεις δεν έσφαλε, αλλά προέβη σε σωστή ερμηνεία του νόμου και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν.
Κατά συνέπεια οι εφέσεις των εκκαλούντων με τις οποίες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσία, πλην της έφεσης εκκαλούντα Ε, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή και στην ουσία της".
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κατά του πρωτοδίκου με αριθμό 988/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αναφορικά με τις πράξεις της σωματεμπορίας κατ' επάγγελμα, κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση, της άμεσης συνέργειας στην παραπάνω πράξη, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, της διατήρησης αρχείου προσωπικών δεδομένων και εκμετάλλευσης με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους και της παράνομης κατοχής πυρομαχικών, διέλαβε στο εν λόγω βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκαν παραπεμπτέοι οι ήδη αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 351 παρ. 2-4δ Π.Κ., 2 και 22 παρ.2-4α-6 του Ν.2472/97 και 1 περ. δ, 7 παρ. 1-8α Ν.2168/1993, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, αλλά ούτε και εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο.
Ειδικότερα, η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει τη δέουσα αιτιολογία διότι αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην πρόταση του Εισαγγελέα είναι αβάσιμη, διότι όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 93 του Συντάγματος και του άρθρου 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται (υιοθετεί) εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Η άνω αναφορά δεν είναι τυπική, όπως υποστηρίζεται. Γίνεται κατόπιν επανεξέτασης της υπόθεσης και από το συμβούλιο Εφετών, το οποίο κατέληξε στο αυτό συμπέρασμα και τούτο ελέγχεται. Αβάσιμη επίσης είναι η αιτίαση ότι η πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία παραπέμπει εξ ολοκλήρου το Συμβούλιο Εφετών, αποτελεί αντιγραφή, όσον αφορά τα αποδεχόμενα πραγματικά περιστατικά, της εισαγγελικής πρότασης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, που είναι ενσωματωμένη στο πρωτοβάθμιο με αριθμό 988/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, καθόσον από την αντιπαραβολή των δύο προτάσεων δεν επιβεβαιώνεται η αιτίαση αυτή, τα δε υπάρχοντα λεκτικά σφάλματα οφείλονται σε γραφική παραδρομή. Ακόμα αβάσιμη είναι η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει τη δέουσα αιτιολογία διότι η πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία παραπέμπει εξ ολοκλήρου το Συμβούλιο Εφετών, αναφέρεται συμπληρωματικά προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων στο πρωτόδικο βούλευμα, διότι όταν ασκείται έφεση από τον κατηγορούμενο κατά του πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα για να στηρίξει τις δικές του σκέψεις να παραπέμπει συμπληρωματικώς στο πρωτόδικο βούλευμα, πάσχει δε από έλλειψη αιτιολογίας και εκδίδεται κατά παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης όταν αναφέρεται εξολοκλήρου στα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος ή (και) στην ενσωματωμένη σ' αυτό (πρωτόδικο βούλευμα) εισαγγελική πρόταση . Στην προκείμενη όμως περίπτωση η πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία αναφέρεται εξολοκλήρου το Συμβούλιο Εφετών, διαλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν για όλες τις πράξεις για τις οποίες παραπέμπονται οι αναιρεσείοντες, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις που εφάρμοσε και αναφέρθηκε, επιτρεπτώς, συμπληρωματικά στο πρωτόδικο βούλευμα. Τέλος αβάσιμη είναι η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας επειδή στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, κατά την αξιολόγηση του περιεχομένου της ένορκης κατάθεσης του αστυφύλακα Γ, περιέχεται αντί για την παραδοχή για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων η εκτίμηση ότι καθίσταται αναγκαίος ο ακροαματικός έλεγχος σε σχέση με την εν λόγω κατάθεση, όπου ο εν λόγω αστυνομικός θα κληθεί για να δώσει τις απαιτούμενες διευκρινίσεις, διότι η πρόταση του Εισαγγελέα αναφέρει τα πραγματικά γεγονότα που προέκυψαν από την εκτίμηση του αποδεικτικού αυτού μέσου (ένορκη κατάθεση), από τα οποία κρίνει ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις και συγκεκριμένα από το τμήμα του περιεχομένου της κατάθεσης ότι η συνεύρεση της αλλοδαπής Δ μετ' αυτού έγινε στο ξενοδοχείο INTERCONTINENTAL και ότι η αλλοδαπή του μετέφερε ότι έρχεται από το γραφείο με το οποίο αυτός επικοινώνησε, ο προβληματισμός του δε έγκειται στο τμήμα της ένορκης κατάθεσης του αστυνομικού που αναφέρεται στον τρόπο επικοινωνίας και γι' αυτό θεωρεί απαραίτητη την αξιολόγηση του στοιχείου αυτού υπό τη βάσανο της ακροαματικής διαδικασίας. Οι λοιπές αναφερόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις του αναιρεσείοντα Χ2 πλήττουν, με το πρόσχημα της ελλείψεως της αιτιολογίας την επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου Εφετών, η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικώς και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Επίσης αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα από το ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και αξιολόγησε απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 4 και 5 του Ν.2225/1994 ανάκληση από την διενεργήσασα την αυτεπάγγελτη προανάκριση αστυνομική αρχή, των μηνυμάτων από το κινητό τηλέφωνο, μάρκας SHARP GX20, με αριθμό κλήσης ... του αναιρεσείοντος Χ1, καθόσον, όπως από το προσβαλλόμενο βούλευμα προκύπτει, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο δεν συνεκτίμησε σε βάρος του αναιρεσείοντος τα μηνύματα αυτά, αφού στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση εξειδικεύονται τα στοιχεία τα οποία οδήγησαν αυτοτελώς στην κρίση για την ύπαρξη οργανωμένης επιχείρησης που εκμεταλλευόταν αλλοδαπές με σωματεμπορία.
Τέλος αβάσιμη είναι και η αιτίαση για παραβίαση του δεδικασμένου ως προς μία από τις μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της σωματεμπορίας και συγκεκριμένα για την πράξη της μεταφοράς της αλλοδαπής Α σε ξενοδοχείο την 8-6-2004, επειδή ο εκ των αναιρεσειόντων Χ2 καταδικάσθηκε για την πράξη της διευκόλυνσης αλλότριας ακολασίας (άρθρο 348 ΠΚ), σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών, διότι μεταξύ των πράξεων της σωματεμπορίας και διευκόλυνσης αλλότριας ακολασίας υπάρχει αληθής συρροή, διότι οι δύο αυτές διατάξεις προστατεύουν δύο διαφορετικά έννομα αγαθά και συγκεκριμένα η διάταξη του άρθρου 348 ΠΚ προστατεύει από την οικονομική εκμετάλλευση της γενετήσιας ζωής, ενώ προστατευόμενο έννομο αγαθό με το έγκλημα της σωματεμπορίας είναι η γενετήσια ελευθερία του προσώπου και έτσι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Συνεπώς οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ α, γ και δ του ΚΠοινΔ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, κατά το μέρος δε που με αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου είναι απαράδεκτες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν .
Κατά τα άρθρα 485 παρ.1 και 309 παρ.2 του ΚΠοινΔ, το ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου, που συνεδριάζει με τριμελή σύνθεση ως συμβούλιο, δεν είναι υποχρεωμένο να διατάσσει, ύστερα από αίτηση του κατηγορουμένου, την αυτοπρόσωπη ενώπιον αυτού εμφάνισή του, εάν κρίνει ότι ο κατηγορούμενος έχει εκθέσει επαρκώς τους ισχυρισμούς του ως προς τις πλημμέλειες του προσβαλλόμενου με την αναίρεση βουλεύματος, ή αν οι προβαλλόμενες με την αναίρεση πλημμέλειες δεν δικαιολογούν ως εκ της φύσεώς τους αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου, ή αν το σχετικό αίτημα υποβάλλεται εντελώς αορίστως χωρίς προσδιορισμό των σημείων του προσβαλλόμενου βουλεύματος, τα οποία ενόψει της κρινόμενης αναίρεσης, έχουν ανάγκη προφορικής ανάπτυξης εκ μέρους του αναιρεσείοντος. Επομένως το αίτημα των αναιρεσειόντων, με το περιεχόμενο που διαλαμβάνεται στην εισαγγελική πρόταση, που υποβάλλουν με τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, για εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, δεδομένου ότι οι προβαλλόμενες με τις αναιρέσεις τους πλημμέλειες δεν έχουν ανάγκη ιδιαίτερης προφορικής ανάπτυξης από τους ιδίους τους αναιρεσείοντες, αφού στο Συμβούλιο τούτο κρίνονται νομικά ζητήματα και όχι η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, αναπτύσσουν δε αυτοί τις απόψεις τους εκτενώς στις πολυσέλιδες εκθέσεις αναιρέσεως και στο υπόμνημα που συσχέτισε στην αίτηση αναιρέσεώς του ο εκ των αναιρεσειόντων Χ2.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. 125/31-5-2007 και 124/31-5-2007 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 766/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, καθώς και το αίτημα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου του Δικαστηρίου τούτου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα απ' αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Αυγούστου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επάρκεια αιτιολογίας, ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και απόρριψη αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για τις αξιόποινες πράξεις, ο πρώτος τούτων: α) της σωματεμπορίας κατ’ επάγγελμα, κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση, β) της διατήρησης αρχείου προσωπικών δεδομένων και εκμετάλλευσης με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους, και γ) παράνομης κατοχής πυρομαχικών, και ο δεύτερος της άμεσης συνέργειας σε σωματεμπορία κατ’ επάγγελμα, κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση. Αβάσιμος ο λόγος περί παραβιάσεως του δεδικασμένου που πρότεινε ο δεύτερος αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για μία πράξη διευκόλυνσης αλλότριας ακολασία, διότι μεταξύ των πράξεων της σωματεμπορίας και διευκόλυνσης αλλότριας ακολασίας υπάρχει αληθής συρροή, διότι οι δύο αυτές πράξεις προστατεύουν δύο διαφορετικά αγαθά, το ένα την οικονομική εκμετάλλευση της γενετήσιας ζωής και το άλλο τη γενετήσια ελευθερία. Απορρίπτεται ως αβάσιμο το αίτημα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συνέργεια, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Δεδικασμένο, Συρροή εγκλημάτων, Σωματεμπορία, Διευκόλυνση αλλότριας ακολασίας.
| 0
|
Αριθμός 2001/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Eισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελάγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πάσχο, περί αναιρέσεως της 2496/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4.12.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 75/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την παράγραφο 8 του άρθρου 17 στοιχ. Β' του Ν. 1756/1988 "Οργανισμός Δικαστηρίων και Κατάσταση Δικαστικών Λειτουργών", σε όσα δικαστήρια (πρωτοδικεία και εφετεία) οι συνθέσεις τους καταρτίζονται με κλήρωση, απαγορεύεται να αναβληθεί η υπόθεση σε δικάσιμο, για την οποία έχει γίνει η κλήρωση της σύνθεσης του δικαστηρίου. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η αναβολή αυτή, αν ο νόμος ορίζει προθεσμία αναβολής ή συντρέχει λόγος αναβολής σε σύντομη ρητή δικάσιμο, που αιτιολογείται ειδικά στην απόφαση. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 10 του ίδιου άρθρου, η μη τήρηση των διατάξεων των παραγράφων 2 έως και 8 αυτού, συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης. Εξάλλου, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ., απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν, εκτός των άλλων, τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του Οργανισμού Δικαστηρίων. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την 70.893/14.12.2006 απόφασή του, ανέβαλε την εκδίκαση της κατά του αναιρεσείοντος κατηγορίας για τη δικάσιμο αυτού της 15ης Ιανουαρίου 2007, ενώ είχε γίνει η κλήρωση της συνθέσεως του Δικαστηρίου αυτού στις 11 Δεκεμβρίου 2006. Κατά τη δικάσιμο της 15ης Ιανουαρίου 2007 δικάσθηκε ο αναιρεσείων σαν να ήταν παρών, διότι η έφεσή του κατά της 30.174/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών είχε γίνει τυπικά δεκτή. Τόσο κατά τη δικάσιμο της 14 Δεκεμβρίου 2006, κατά την οποία ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, όσο και κατά τη δικάσιμο της 15ης Ιανουαρίου 2007, κατά την οποία δικάσθηκε σαν να ήταν παρών, διότι η έφεσή του είχε γίνει τυπικά δεκτή με την παραπάνω αναβλητική απόφαση, δεν προέβαλε, πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, την ακυρότητα της αναβολής και εκδικάσεως της υποθέσεώς του στη δικάσιμο της 15ης Ιανουαρίου 2007, για την οποία είχε γίνει η κλήρωση της συνθέσεως του Δικαστηρίου στις 11 Δεκεμβρίου 2006.
Συνεπώς, η ακυρότητα αυτή καλύφθηκε και είναι εντεύθεν απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως της απόλυτης ακυρότητας από την αιτία αυτή. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 127.4.12.2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 2.496/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναβολή σε δικάσιμο για την οποία είχε προηγηθεί κλήρωση της συνθέσεως του Δικαστηρίου. Ακυρότητα, η οποία όμως καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Αναβολή συζήτησης
|
Αναβολή συζήτησης, Ακυρότητα σχετική.
| 0
|
Αριθμός 2000/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αλεξίου, περί αναιρέσεως της 754/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1625/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ. 1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε ή πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ικανότητες, γνώσεις και ιδιότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μια παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 20 Δεκεμβρίου 2000, οι Α, Β και Γ εργαζόντουσαν ως εργάτες στο υπό ανέγερση ΓΠΝ Αλεξανδρούπολης, στην περιοχή "Δραγάνα" και συγκεκριμένα με αντικείμενο εργασίας την τοποθέτηση υαλοπινάκων θερμομονωτικών στην οροφή του κτιρίου, που ήταν κεκλιμένη. Κατά τη διάρκεια της εργασίας αυτής, η οποία είχε αρχίσει προ δύο ημερών από την ως άνω ημερομηνία, ενώ οι προαναφερόμενοι εργάτες βρισκόντουσαν σε ικρίωμα που υφίστατο σε ύψος 16 μέτρων από το έδαφος, το δάπεδο υποχώρησε, λόγω του βάρους υαλοπινάκων που προστέθηκαν, με αποτέλεσμα να καταπέσουν αυτοί στο έδαφος και να υποστούν σωματικές κακώσεις. Συγκεκριμένα, υπέστησαν, ο Α θλαστικές εκδορές των μαλακών μορίων κατά τη δεξιά μετωπιαία χώρα και αριστερά πλάγια επιφάνεια του θώρακά του, θλαστική εκχύμωση των μαλακών μορίων στα βλέφαρα του δεξιού οφθαλμού, κάταγμα οστών δεξιού βραχίονα και αριστερής ωμοπλάτης και θλάσεις των μαλακών μορίων κατά την οσφυϊκή χώρα, ο Β, θλαστικές εκδορές των μαλακών μορίων του δεξιού αντιβραχίου, του αριστερού γόνατος και δεξιάς κνήμης, θλαστική εξάρθρωση του αριστερού ώμου με εξοίδηση και εκχυμώσεις των μαλακών μορίων, χροιάς ερυθροκυανής μερική απόσπαση όνυχος πρώτου δακτύλου αριστερού άκρου και θλάσεις των μαλακών μορίων του αριστερού ημιθωρακίου και ο Γ θλάσεις μαλακών μορίων κατά το αριστερό ημιθωράκιο και αριστερό ώμο και ρήξη εσωπλαγίου συνδέσμου δεξιάς άρθρωσης του γόνατος. Το ζημιογόνο αυτό αποτέλεσμα οφείλεται σε αμέλεια των εκκαλούντων κατηγορουμένων, η οποία συνίσταται στο ότι ο εξ αυτών, Χ2, ως υπεύθυνος της εγκαταστάσεως της εξέδρας εργασίας και συναρμολόγησης του ικριώματος και ο έτερος, Χ1, ως εργοταξιάρχης και επιβλέπων μηχανικός, δεν επέδειξαν την προσοχή, την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και από την ιδιότητά τους και δεν προέβλεψαν τα αποτελέσματα από την πράξη τους, έτσι ώστε το συναρμολογηθέν ικρίωμα και δάπεδο εργασίας να έχει την απαιτούμενη δυνατότητα να αντέξει το βάρος των εργαζόμενων και των αντικειμένων που θα υπήρχαν κατά τη διάρκεια των εργασιών. Οι εκκαλούντες, οι οποίοι δεν αρνούνται τα αίτια της πτώσεις και του τραυματισμού των εν λόγω εργατών, προβάλλουν ότι υπεύθυνος της κατασκευής του δαπέδου τούτου ήταν ο Δ. Πλην όμως, από τα ως άνω στοιχεία, προέκυψε ότι ο τελευταίος είχε αναλάβει την τοποθέτηση των υαλοπινάκων, αλλά το ικρίωμα κατασκευάστηκε με μέριμνα της κοινοπραξίας, για λογαριασμό της οποίας εργαζόντουσαν οι κατηγορούμενοι και, συνεπώς, αυτός ο ισχυρισμός τους είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Αλλά και ο άλλος ισχυρισμός του κατηγορουμένου Α, ότι το ατύχημα έλαβε χώρα μετά την αποχώρηση αυτού από το έργο, κατά το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Τούτο δε, καθόσον, όπως ο ίδιος βεβαίωσε, απολογούμενος, την ημερομηνία του ατυχήματος βρισκόταν στο γραφείο του, στην ..., ενώ και έγγραφα που απεστέλλοντο προς την κοινοπραξία, απευθύνονταν προς εκείνον. Συνακόλουθα, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των προκληθεισών στους ως άνω εργάτες σωματικών βλαβών από αμέλεια, που επέδειξαν αυτοί". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον αναιρεσείοντα (καθώς και τον συγκατηγορούμενό του, Χ2, ο οποίος δεν άσκησε αναίρεση), ένοχο της πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια που τελέσθηκε από πρόσωπο υπόχρεο, λόγω του επαγγέλματός του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, για κάθε σωματική βλάβη και σε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Με τις παραδοχές όμως αυτές, το Δικαστήριο, που την εξέδωσε, δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτούμενη, κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αυτό δε, διότι, απορρίπτεται ο στηριζόμενος σε έγγραφο, το οποίο υποβλήθηκε και αναγνώσθηκε και δεν αναφέρεται ως αξιολογηθέν, υπερασπιστικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι, δηλαδή, το ατύχημα έλαβε χώρα μετά την αποχώρησή του από το έργο, κατά τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους (2000), με μόνη την παραπάνω αιτιολογία, διότι δηλαδή ο ίδιος βρισκόταν στην ..., στο γραφείο του, τα δε διάφορα έγγραφα που στέλνονταν στην κοινοπραξία απευθύνονταν στην κοινοπραξία. Η αιτιολογία αυτή κρίνεται ατελής και ανεπαρκής, διότι αφ' ενός μεν δεν προκύπτει αναφορά και αξιολόγηση του συγκεκριμένου εγγράφου, αλλά και διότι απορρίπτεται με όχι επαρκή αιτιολογία ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος αναφορικά με την ιδιότητά του ως εργοταξιάρχη, η απόδειξη της οποίας αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο για την καθίδρυση της ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως του αναιρεσείοντος στην λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας, για τα οποία κατηγορήθηκε ότι δεν τα έλαβε. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αναφερόμενη πλημμέλεια του Εφετείου, η ελλιπής δηλαδή αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε αναφορά με τη συνδρομή ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως και της προελεύσεώς της, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, και ενώ παρέλκει η έρευνα του ετέρου λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του Κ.Π.Δ., για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 754/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Σωματική βλάβη εξ αμελείας από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, διότι αφ’ ενός μεν δεν προκύπτει αναφορά και αξιολόγηση εγγράφου, το οποίο επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων, αλλά και διότι δεν απορρίπτεται με επαρκή αιτιολογία ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος αναφορικά με την ιδιότητά του ως εργοταξιάρχη, η απόδειξη της οποίας αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο για την καθίδρυση της ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεώς του αναιρεσείοντος στην λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας για τα οποία κατηγορήθηκε ότι δεν τα έλαβε.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 1998/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κρατουμένου στη Κλειστή Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 70-74/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από 16 Ιανουαρίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής (αίτησης αναίρεσης), που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 820/2007.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 299 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του πιο πάνω άρθρου 299 του Π.Κ., προκύπτει ότι, για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά την έννοια της διατάξεως, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξεως, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παραγράφου 2 του άρθρου 299 Π.Κ., για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή, για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας καθείρξεως. Για την ύπαρξη του στοιχείου της ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή, τη δυνατότητα σταθμίσεως των αιτίων που κινούν την πράξη ή απωθούν από αυτήν. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξ άλλου, η απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η κατά το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ. απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η αυτοψία, η οποία διενεργείται κατά το άρθρο 180 του Κ.Π.Δ., με την συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 του Κ.Π.Δ., πρέπει δε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, χωρίς να αρκεί η αναφορά στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Σε περίπτωση, όμως, που η αυτοψία διενεργήθηκε, κατά τη διαδικασία της αστυνομικής προανακρίσεως και κατά τον χρόνο της αστυνομικής διερευνήσεως του εγκλήματος, χωρίς να έχει διαταχθεί από το Δικαστήριο, τότε δεν αποτελεί ξεχωριστό αποδεικτικό στοιχείο, ώστε να απαιτείται η ξεχωριστή αναφορά του στο αιτιολογικό της αποφάσεως, για να προκύπτει η διερεύνηση και η αξιολόγησή του. Στην προκείμενη περίπτωση, τo Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 70-74/2007 απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Ειδικότερα δέχθηκε τα εξής: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος, που τελούσε σε διάσταση με τη σύζυγό του, με την οποία είχε αποκτήσει μια θυγατέρα, συνδέθηκε ερωτικά, το έτος 2001, με την παθούσα Γ1, με την οποία διέμενε υπό καθεστώς ελεύθερης διαβιώσεως, στην οικία του, που βρίσκεται στο ..... . Η εξέλιξη της συμβιώσεώς τους δεν υπήρξε αρμονική και, τις πρωινές ώρες κάποιας ημέρας των αρχών Νοεμβρίου 2003, σε ημερομηνία που δεν προσδιορίσθηκε με ακρίβεια κατά την αποδεικτική διαδικασία, ο κατηγορούμενος διαπληκτίστηκε με την παθούσα. Έχοντας δε αποφασίσει να απαλλαγεί από αυτήν, η οποία δεν συμφωνούσε στη διάλυση του δεσμού τους, άρχισε να τη χτυπά σε διάφορα σημεία του σώματός της με ράβδο ικανού μεγέθους, από ξύλο κρανιάς, εωσότου εκείνη περιήλθε σε κατάσταση λιποθυμίας. Στη συνέχεια, ενεργώντας με απόλυτη ψυχραιμία, μετέβη στην κουζίνα της οικίας του και, αφού πήρε μία φιάλη που περιείχε οινόπνευμα, περιέλουσε την παθούσα που βρισκόταν αναίσθητη και σε ύπτια θέση στο ξύλινο πάτωμα της οικίας αυτής και αμέσως έβαλε φωτιά. Από τη φωτιά αυτή, η οποία επεκτάθηκε στο κεφάλι και στο υπόλοιπο σώμα της παθούσας, προκλήθηκαν σε εκείνη καθολικά εγκαύματα, τα οποία αποτέλεσαν και τη μόνη ενεργό αιτία, από την οποία επήλθε ο θάνατός της, όπως επισημαίνεται στη σχετική ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ......, την οποία συνέταξε, μετά τη νεκροψία, την οποία διενήργησε στο πτώμα της. Πρέπει να σημειωθεί ότι, από τα ίδια αποδεικτικά, στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση θανατώσεως της παθούσας. Τούτο συνάγεται, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, από την όλη εγκληματική συμπεριφορά του και ειδικότερα από τον ανηλεή, μέχρις αναισθησίας, ραβδισμό της, το κατάβρεγμα με οινόπνευμα και, τέλος, την πυρπόληση που ακολούθησε. Οι ενέργειές του αυτές αποδεικνύουν, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι αυτός όχι μόνο γνώριζε ότι έτσι μπορούσε να προκληθεί ο θάνατος εκείνης, αλλά και ήθελε να προξενήσει το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα. Εν πάση όμως περιπτώσει έπρεπε να γνωρίζει και γνώριζε, κατά κοινή πείρα, την οποία, άλλωστε, διέθετε λόγω της ηλικίας του και της ιδιότητάς του ως μικροπωλητή, ότι από τις συγκεκριμένες ενέργειές του ήταν ενδεχόμενο να προκληθεί η θανάτωση της παθούσας και αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ακόμη ότι ο κατηγορούμενος τελούσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, δηλαδή σε κατάσταση ελλείψεως βρασμού ψυχικής ορμής, τόσο κατά τη λήψη, όσο και κατά την εκτέλεση της αποφάσεώς του να προκαλέσει το θάνατο της παθούσας. Με άλλα λόγια, ο κατηγορούμενος, και στις δύο χρονικές στιγμές (αποφάσεως - εκτελέσεως), βρισκόταν σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που δεν του εμπόδιζε τη σκέψη και την ικανότητα να σταθμίσει τα αίτια που τον ωθούσαν στην πράξη της ανθρωποκτονίας ή τον συγκρατούσαν από αυτή. Στην κρίση του αυτή άγεται το Δικαστήριο από την όλη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, τόσο πριν από την πράξη του, όσο και κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά από αυτήν. Διότι, πριν μεν την πράξη του, δεν αρκέσθηκε μόνο στο διαπληκτισμό του με την παθούσα, αλλά προχώρησε στον ανηλεή ραβδισμό της. Κατά τη διάρκεια δε της πράξεώς του, αναζήτησε στο διπλανό χώρο της κουζίνας τη φιάλη με το οινόπνευμα, προκειμένου να πυρπολήσει το κατάβρεκτο από οινόπνευμα σώμα της και να επιφέρει οπωσδήποτε το θάνατό της. Τέλος, μετά την πράξη του, αφού τύλιξε με κουβέρτα το άψυχο σώμα της παθούσας, την οποία περίδεσε με πέντε δερμάτινες ζώνες, την μετέφερε με το μικρό φορτηγό αυτοκίνητό του στην ικανής αποστάσεως δασώδη περιοχή, στη θέση "......", όπου την έθαψε σκάβοντας με κασμά πρόχειρο τάφο, τον οποίο επικάλυψε με χώμα και κλαδιά. Και όχι μόνο δεν μετέγνωσε για την εγκληματική του πράξη, αλλά, προκειμένου να συγκαλύψει την εγκληματική του ενέργεια, εμφανιζόταν στους συγγενείς της παθούσας, ζητώντας πληροφορίες για την τύχη της παθούσας, εωσότου, μετά δίμηνο περίπου από του εγκλήματος, αποκαλύφθηκε το πτώμα της από τα σκυλιά του κτηνοτρόφου ....., που προκάλεσε την επέμβαση της αστυνομίας, η οποία και συνέλαβε τελικά τον κατηγορούμενο, που αβίαστα ομολόγησε την πράξη του, τόσο προανακριτικά, όσο και ενώπιον του Ανακριτή. Και ναι μεν ο κατηγορούμενος, τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσο και του παρόντος Δικαστηρίου, αναίρεσε την ομολογία του και αρνήθηκε την ενοχή του. Ωστόσο, όμως, η νέα εκδοχή που παρουσίασε, ότι δηλαδή ο θάνατος της παθούσας προκλήθηκε από άγνωστο πρόσωπο εντός της οικίας του, και ότι αυτός, φοβούμενος μήπως καταστεί ύποπτος του εγκλήματος, αναγκάσθηκε να εξαφανίσει τα ίχνη της παθούσας, την οποία μετέφερε και έθαψε στο σημείο που βρέθηκε, παρίσταται παντελώς αβάσιμη. Διότι, η νέα αυτή εκδοχή, που δεν στηρίζεται σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, εμφανίζεται όχι μόνο παιδαριώδης, αλλά και απολύτως αντίθετη με όσα κατέθεσε προανακριτικά και ενώπιον του Ανακριτή, με λεπτομέρειες τέτοιες, που μόνο ένας αυτόπτης μάρτυρας θα ήταν σε θέση να καταθέσει και επιβεβαιώνονται, άλλωστε και από τις σαφείς, κατηγορηματικές και χωρίς αντιφάσεις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας .... και ...... (αστυνομικού), που με λόγο γνώσεως βεβαίωσε την ανεπιφύλακτη και χωρίς ενδοιασμούς ομολογία του κατηγορουμένου. Με βάση όσα γίνονται πιο πάνω δεκτά, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, την οποία τέλεσε εκ προμελέτης, δηλαδή χωρίς να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας, με το οποίο παραδεκτά συμπληρώνεται το αιτιολογικό της. Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, που τελέστηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κήρυξε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα ένοχο για το ότι αποφάσισε και εκτέλεσε την ανθρωποκτονία σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, που του επέτρεπε την πλήρη σκέψη και ειδικότερα ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, κατά μη εξακριβωθείσα ημέρα του Νοεμβρίου του 2003, στη Θεσσαλονίκη, από πρόθεση, με γροθιές και με κτυπήματα με ξύλινη ράβδο σε διάφορα μέρη του σώματός της, έριξε αναίσθητη στο πάτωμα την Γ1, με την οποία συμβιούσε σε ελεύθερο δεσμό, την οποία στη συνέχεια περιέλουσε με οινόπνευμα και της έβαλε φωτιά, με συνέπεια να υποστεί καθολικά εγκαύματα και να επέλθει τελικά ο θάνατός της, τον οποίο επιδίωκε και ότι την πράξη του αυτή την αποφάσισε και την τέλεσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, η κρισιολογία δε του Δικαστηρίου σχετικά με την εκτίμηση και αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως αναγομένη στην κρίση επί της ουσίας. Περαιτέρω, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι, μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, στα οποία στηρίχθηκε και τα οποία αξιολόγησε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι και τα έγγραφα, τα οποία ένα προς ένα αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης, μεταξύ δε των εγγράφων αυτών είναι και η αναφερόμενη από τον αναιρεσείοντα έκθεση αυτοψίας, η οποία ορθώς, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη δεν μνημονεύεται ως ιδιαίτερο αυτοτελές αποδεικτικό στοιχείο, αφού αυτή δεν διατάχθηκε από το Δικαστήριο, Δικαστικό Συμβούλιο ή τον Ανακριτή, αλλά διενεργήθηκε στα πλαίσια της αστυνομικής προανακρίσεως. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. κύριος και πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ, ως απαράδεκτες, πρέπει να απορριφθούν οι περαιτέρω, σ'αυτούς διαλαμβανόμενες αιτιάσεις, με τις οποίες πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Μαρτίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές ..., καθώς και τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, κατά της 70-74/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από πρόθεση. Λόγος αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτεται η αίτηση, διότι η προσβαλλομένη έχει επαρκή αιτιολογία. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από πρόθεση.
| 0
|
Αριθμός 1997/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, που δεν παρέστησαν στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 5939/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.9.2007 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1616/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη, με αριθμό 490/10.12.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριο σας (σε Συμβούλιο) την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αριθμ. 5939/2007 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτες, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, τις αριθμ. 4496/2007 και 4612/2007 εφέσεις των Χ1 και Χ2, αντίστοιχα, κατά της αριθμ. 46277/2004 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκαν οι ανωτέρω για χρήση πλαστών πιστοποιητικών και υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης. Κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης οι κατηγορούμενοι-εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από το δικηγόρο Αθηνών Χρήστο Ηλιόπουλο, η δε απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Εφετείου Αθηνών στις 12-9-2007 (βλ. απόφαση και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση). Κατά της απόφασης αυτής άσκησε τις από 24-9-2007 κρινόμενες, δύο, αιτήσεις αναίρεσης ο δικηγόρος Αθηνών Χρήστος Ηλιόπουλος, με την ιδιότητα του παραστάντος συνηγόρου των κατά την συζήτηση της ως άνω υπόθεσης και ως εντολοδόχου αυτών. Επειδή ορίζεται από το άρθρο 465 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. ότι ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Κατά την παράγ. 2 του ιδίου άνω άρθρου το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης που παρέχεται σ'εκείνον που καταδικάσθηκε μπορεί ν'ασκηθεί για λογαριασμό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί κατά τη συζήτηση. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η δυνατότητα άσκησης αναίρεσης για λογαριασμό του καταδικασθέντος από τον παραστάντα στη συζήτηση συνήγορο παρέχεται μόνο σε καταδικαστική απόφαση, ως τέτοια δε θεωρείται εκείνη που κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο τέλεσης κάποιας αξιόποινης πράξης και επιβάλλει σ'αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική (βλ. ΑΠ 5/2000 Ολ, ΠΧ, Ν, 687, ΑΠ 1505/2000 κ.α.). Επομένως η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη δεν είναι καταδικαστική (ΑΠ 295/2001, ΠΧ, ΝΑ, 975, ΑΠ 1279/2000 -σε Συμβούλιο- ΠΧ, ΝΑ, 501), αφού το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, και κατά συνέπεια ο παραστάς συνήγορος, Χρήστος Ηλιόπουλος, κατά την ως άνω δίκη, που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν μπορούσε, ενόψει της παραγ. 2 του άρθρου 465 Κ.Π.Δ. ν'ασκήσει τις κρινόμενες αναιρέσεις γιατί η απορρίψασα τότε, τις εφέσεις ως απαράδεκτες, απόφαση δεν ήταν καταδικαστική. Αλλά και με την εκδοχή ότι οι αναιρέσεις ασκήθηκαν από τον ενεργήσαντα ως εντολοδόχο και αντιπρόσωπο των ανωτέρω, Χρήστο Ηλιόπουλο, οι αναιρέσεις αυτές ασκήθηκαν χωρίς εντολή, αφού πέραν του γεγονότος ότι δεν αναγράφεται στις εκθέσεις αναίρεσης ο αριθμός του σχετικού πληρεξουσίου, δυνάμει του οποίου δόθηκε η εντολή για την άσκηση τους, ούτε προσαρτήθηκε σ'αυτές το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο του, και από την επισκόπηση της δικογραφίας, από το περιεχόμενο του υπάρχοντος σ'αυτή, με αριθμό ...... ειδικού πληρεξουσίου της Γενικής Προξένου της Ελλάδος στο Μόναχο Γερμανίας ....., δεν προκύπτει ότι είχε δοθεί στον παραπάνω δικηγόρο από τους αναιρεσείοντος ειδική εντολή να ασκηθεί αναίρεση κατά της συγκεκριμένης ποινικής υπόθεσης.
Κατόπιν των ανωτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 465, 476 παρ. 1, 513 παρ. 1α και 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., πρέπει ν'απορριφθούν ως απαράδεκτες οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω: 1) Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι από 24-9-2007 δύο αιτήσεις αναίρεσης των Χ1 και Χ2, κατά της αριθμ. 5939/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
2) Να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 6 Νοεμβρίου 2007Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζάμανη
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος των αναιρεσειόντων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 465 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο, που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως, είτε με αντιπρόσωπο, που έχει προς τούτο εντολή, η δε σχετική έγγραφη εξουσιοδότηση ή επικυρωμένο αντίγραφό της προσαρτάται στην αίτηση ασκήσεως του ένδικου μέσου. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης, που παρέχεται σ' εκείνον που καταδικάστηκε, μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από τον συνήγορό του, που είχε παραστεί κατά τη συζήτηση. Από την τελευταία αυτή διάταξη, προκύπτει ότι η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως για λογαριασμό του καταδικασθέντος από τον παραστάντα στη συζήτηση συνήγορο παρέχεται μόνο σε καταδικαστική απόφαση. Καταδικαστική είναι η απόφαση, με την οποία κηρύσσεται ένοχος ο κατηγορούμενος και επιβάλλεται σ' αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική ποινή. Επομένως, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη δεν είναι καταδικαστική, αφού το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές εφετείο Αθηνών, με την 5939/2007 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτες, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως τις 4496/2007 και 4612/2007 εφέσεις των Χ1 και της Χ2, αντιστοίχως, κατά της 46277/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκαν οι παραπάνω για χρήση πλαστών πιστοποιητικών και υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως. Κατά τη διάρκεια της εκδικάσεως της υποθέσεως οι κατηγορούμενοι - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο τους Χρήστο Ηλιόπουλο, η δε απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του Εφετείου Αθηνών στις 12 Σεπτεμβρίου 2007. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε τις από 24.9.2007 κρινόμενες δύο αιτήσεις αναιρέσεως, ο δικηγόρος Αθηνών Χρήστος Ηλιόπουλος, με την ιδιότητα του παραστάντος συνηγόρου τους, κατά τη συζήτηση της παραπάνω υποθέσεως και ως εντολοδόχος τους. Όμως, ενόψει των όσων αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ο παραστάς συνήγορος, Χρήστος Ηλιόπουλος, κατά την ως άνω δίκη, που εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν μπορούσε να ασκήσει τις κρινόμενες αναιρέσεις, διότι η απορρίψασα, τότε, τις εφέσεις ως απαράδεκτες, απόφαση δεν ήταν καταδικαστική. Αλλά, υπό την εκδοχή ότι ο εν λόγω συνήγορος ενήργησε ως εντολοδόχος και εκπρόσωπος των αναιρεσειόντων, οι αναιρέσεις αυτές ασκήθηκαν χωρίς εντολή, αφού, πέραν του γεγονότος ότι δεν αναγράφεται στις εκθέσεις αναιρέσεως ο αριθμός του σχετικού πληρεξουσίου, δυνάμει του οποίου δόθηκε η εντολή για την άσκησή τους, ούτε προσαρτήθηκε σ' αυτές το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του, από το περιεχόμενο του υπάρχοντος στη δικογραφία .... ειδικού πληρεξουσίου της Γενικής Προξένου της Ελλάδας στο Μόναχο Γερμανίας, ......, δεν προκύπτει ότι είχε δοθεί στον ως άνω δικηγόρο από τους αναιρεσείοντες ειδική εντολή να ασκηθεί αναίρεση κατά της συγκεκριμένης ποινικής αποφάσεως. Ενόψει όλων αυτών, οι αιτήσεις αναιρέσεως απαραδέκτως ασκήθηκαν και πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 465, 476 παρ. 1, 513 παρ. 1α και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις από 24 Σεπτεμβρίου 2007 δύο αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2 κατά της 5939/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ, για κάθε αναιρεσείοντα (220€).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως για λογαριασμό του καταδικασθέντος από τον παραστάντα στη συζήτηση συνήγορο, παρέχεται μόνο σε καταδικαστική απόφαση. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη δεν είναι καταδικαστική. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1996/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Χ1, που δεν παρέστη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 4267/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.7.2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1338/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 427/1.11.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1+4, 138 παρ. 2β, 525 παρ. 1 περ. 2α, 527 παρ. 1+3, 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την εγχειρισθείσα την 25-7-2007 αίτηση του Χ1, περί επαναλήψεως υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ'αρ. 4267/2006 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 127/2001 ΠΧ ΝΑ' 896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ' 507).
Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 527 παρ. 3 Κ.Π.Δ.: "Η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη και υποβάλλεται στον Εισαγγελέα Εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο, και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση......".
Τέλος κατά την διάταξη του αρ. 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. "Αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης είναι κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του αρ. 527 το συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο Εισαγγελέα και τον αιτούντα......".
ΙΙΙ) Στην υπό κρίση περίπτωση ο αιτών ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας που αφορά η υπ'αρ. 4267/2006 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και ακύρωση της αποφάσεως. Με την εν λόγω απόφαση απερρίφθη ως ανυποστήρικτη έφεση του αιτούντος κατά της υπ'αρ. 16555/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία είχε καταδικασθεί σε συνολική ποινή φυλακίσεως 10 μηνών για χρήση πλαστού πιστοποιητικού και χρήση υφαρπαγείσης ψευδούς βεβαιώσεως.
Οι λόγοι τους οποίους προβάλλει ο αιτών αφορά την ουσία της υποθέσεως: ότι επιθυμώντας να παραμείνει νόμιμα στην Ελλάδα άρχισε να ενεργεί γι'αυτό τον σκοπό εμπιστεύθηκε την έκδοση των νομιμοποιητικών του εγγράφων σε κάποιο άτομο παρουσιαζόμενο ως δικηγόρο ονόματι....., ο οποίος εν αγνοία του αιτούντος του χορήγησε πλαστή άδεια παραμονής, την οποία στην συνέχεια χρησιμοποίησε στην Νομαρχία Αθηνών για την έκδοση της αδείας εργασίας του. Κατά την κράτησή του στο Α.Τ. Μοσχάτου προς διοικητική απέλαση επέδειξε την 1-3-2004 στους αστυνομικούς την άνω άδεια παραμονής αγνοώντας ότι ήταν πλαστή. Την ίδια ημέρα κατελήφθη από τους αστυνομικούς να χρησιμοποιεί την υπ'αρ. ..... άδεια εργασίας που είχε εκδοθεί από την Διεύθυνση Εργασίας Νομαρχίας Αθηνών χρησιμοποιώντας την εν αγνοία του πλαστή άδεια παραμονής, με αποτέλεσμα να παραπεμφθεί στο Β' Αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και να καταδικασθεί, ως ήδη έχει εκτεθεί με την υπ'αρ. 16555/2004 απόφαση. Κατ'αυτής άσκησε έφεση η οποία απερρίφθη ως ανυποστήρικτη επειδή, ως ισχυρίζεται, δεν ήταν σε θέση να παρουσιαστεί και υπερασπιστεί τον εαυτό του.
Οι λόγοι που προβάλλει για το κατ'ουσίαν παραδεκτό της αιτήσεώς του δεν αφορούν βεβαίως την απόφαση του Εφετείου που απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, αλλά κατά της αποφάσεως του Β' Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών επικαλούμενος νέα στοιχεία (ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών).
Από τα ανωτέρω είναι σαφές ότι η απόφαση του Εφετείου δεν είναι καταδικαστική, δεν έκρινε την ουσία της υποθέσεως και η αμετάκλητη απόφαση του εκτελείται σύμφωνα με το αρ. 546 Κ.Π.Δ.
Είναι η υπ'αρ. 16555/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Κατά συνέπεια αναρμοδίως υπεβλήθη η υπό κρίση αίτηση στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, αλλά θα έπρεπε να υποβληθεί στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για να την εισαγάγει στο οικείο συμβούλιο (αρ. 527 παρ. 3 - 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) επειδή η αμετάκλητη καταδίκη έχει απαγγελθεί από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, και, κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και επιβληθούν (αρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος.
Για τους λόγους αυτούςΠ ρ ο τ ε ί ν ω
1) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 25-2-2007 αίτηση του Χ1, περί επαναλήψεως υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ'αρ. 4267/2006 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών με την οποία απερρίφθη έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά της υπ'αρ. 16555/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος.
Αθήνα 22 Οκτωβρίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και, ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές, ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές, που την εξέδωσαν, εφ' όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 παρ. 3 ΚΠΔ "η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη και υποβάλλεται στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 528 παρ. 1 ΚΠΔ, "αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης είναι, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρ. 527 το συμβούλιο εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο Εισαγγελέα και τον αιτούντα...". Στην κρινόμενη υπόθεση, ο αιτών ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας, που αφορά η 4267/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και την ακύρωση της αποφάσεως. Με την ως άνω απόφαση, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη έφεση του ήδη αιτούντος κατά της 16.555/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί σε συνολική ποινή φυλακίσεως 10 μηνών για χρήση πλαστού πιστοποιητικού και χρήση ψευδούς βεβαιώσεως που είχε υφαρπάξει. Οι λόγοι τους οποίους προβάλλει ο αιτών αφορούν στην ουσία της υποθέσεως. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ο αιτών ότι, επιθυμώντας να παραμείνει νομίμως στην Ελλάδα, άρχισε να ενεργεί για τον σκοπό αυτό και εμπιστεύθηκε την έκδοση των νομιμοποιητικών του εγγράφων σε κάποιο άτομο που παρουσιαζόταν ως δικηγόρος ....., ο οποίος, χωρίς να γνωρίζει ο αιτών, του χορήγησε πλαστή άδεια παραμονής, την οποία στη συνέχεια χρησιμοποίησε στη Νομαρχία Αθηνών για την έκδοση της άδειας εργασίας του. Ότι, κατά την κράτησή του στο Αστυνομικό Τμήμα Μοσχάτου, προς διοικητική απέλαση, επέδειξε την 1.3.2004 στους αστυνομικούς την άνω άδεια παραμονής, αγνοώντας ότι ήταν πλαστή. Την ίδια ημέρα κατελήφθη από τους αστυνομικούς να χρησιμοποιεί την ...... άδεια εργασίας που είχε εκδοθεί από τη Διεύθυνση Εργασίας Νομαρχίας Αθηνών, χρησιμοποιώντας τήν εν αγνοία του πλαστή άδεια παραμονής, με αποτέλεσμα να παραπεμφθεί στο Αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και να καταδικασθεί, όπως ήδη προαναφέρθηκε, με την 16.555/2004 απόφαση. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, επειδή, όπως ισχυρίζεται, δεν ήταν σε θέση να παρουσιαστεί και να υποστηρίξει τον εαυτό του. Με το περιεχόμενο αυτό, η αίτηση δεν στρέφεται κατά της ως άνω εφετειακής αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε η έφεσή του ως ανυποστήρικτη, και η οποία, συνεπώς, δεν είναι καταδικαστική, αλλά κατά της καταδικαστικής, αμετάκλητης, αποφάσεως του Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αφού με τους λόγους της αιτήσεως επικαλείται νέα στοιχεία, άγνωστα στους δικαστές που τον δίκασαν τότε και ειδικότερα ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών. Επομένως, αναρμοδίως υποβλήθηκε η κρινόμενη αίτηση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώ έπρεπε να υποβληθεί στον εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, για να την εισαγάγει στο οικείο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών. Ενόψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αιτούντος (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.7.2007 αίτηση του Χ1 για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την 4.267/2006 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αιτούντος κατά της 16.555/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Έννοια νέων γεγονότων και νέων αποδείξεων. Απορρίπτεται η αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας, ως απαράδεκτη, ως αναρμοδίως υποβληθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώ έπρεπε να υποβληθεί στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, αφού η αμετάκλητη απόφαση έχει απαγγελθεί από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 1995/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: Χ1, Χ2 και Χ3, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, περί αναιρέσεως της 1003/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαΐου 2007 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1081/2007.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 του Π.Κ., όπως είχε προ της αντικαταστάσεως του από το άρθρο 1 παρ. 1 του ίδιου ως άνω ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από την διάταξη αυτή, συνάγεται ότι, για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, πρέπει να είναι ψέματα τα όσα γεγονότα κατέθεσε ο ενόρκως εξετασθείς μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας προς τούτο αρχής. Από την ίδια διάταξη προκύπτει επίσης ότι η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίνεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας, θεωρείται δε και ως αρμόδια αρχή εκείνη, ενώπιον της οποίας είναι δυνατόν, κατά διάταξη νόμου, να γίνει ένορκη κατάθεση κάποιου, η οποία να μπορεί στη συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια προς διάγνωση κάποιας διαφοράς. Εξάλλου, ο Ειρηνοδίκης είναι αρμόδιος να λαμβάνει ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, εφ' όσον αυτές πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, όπως σε δίκη ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε, αν τα βεβαιούμενα σ' αυτές είναι ψευδή, πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, Πρέπει, όμως, για να μπορούν αυτές να ληφθούν υπόψη, ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, να έχει προηγηθεί, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 270 παρ. 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που είχε την επιμέλεια της καταθέσεως, διότι διαφορετικά δεν αποτελούν νόμιμο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρος για όσα περιστατικά περιέχονται σ' αυτές. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγησή τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας αποφάσεως, με την οποία καταδικάστηκε κάποιος για ψευδορκία μάρτυρος, αν πρόκειται για ένορκη βεβαίωση του δράστη, πρέπει να αναφέρεται σ' αυτήν, εκτός άλλων, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας ότι η ένορκη βεβαίωση έχει ληφθεί ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου, με επιμέλεια του οποίου έχει ληφθεί η ένορκη βεβαίωση. Διαφορετικά, η απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τις παραπάνω διατάξεις ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αναιρετικός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες Χ1, Χ2 και Χ3 για ψευδορκία μάρτυρα τις δύο πρώτες και ηθική σ' αυτές αυτουργία τον τρίτο και ειδικότερα διότι, κατά την 30.1.2001, εξεταζόμενοι ενόρκως οι δύο πρώτοι, ως μάρτυρες, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, κατόπιν αιτήσεως του τρίτου, προς σύνταξη της 413/2001 ενόρκου βεβαιώσεως, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σε δίκη ανακοπής κατά της 29592/2000 διαταγής πληρωμής σε βάρος του και σε δίκη αναστολής εκτελέσεως κατ' άρθρο 631 επ. ΚΠολΔ, με αντίδικο την Ψ, κατέθεσαν, με προτροπές και παραινέσεις του τρίτου, τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση και στην απόφαση περιστατικά, τα οποία ήταν εν γνώσει τους ψευδή, ενώ τα αληθή ήταν τα επίσης αναφερόμενα στην ίδια απόφαση περιστατικά. Ούτε, όμως, στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό της αποφάσεως γίνεται μνεία αν η εν λόγω ένορκη βεβαίωση λήφθηκε μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου του τρίτου κατηγορουμένου, με επιμέλεια του οποίου δόθηκε η ένορκη αυτή βεβαίωση. Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως αξιώνουν οι ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού πρώτου λόγου της ένδικης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1003/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδορκία μάρτυρος και ηθική αυτουργία σ’ αυτήν. Αναιρείται η καταδικαστική απόφαση για ελλιπή αιτιολογία διότι δεν αναφέρεται σ’ αυτήν ότι η ένορκη βεβαίωση (ενώπιον ειρηνοδίκη) ελήφθη ύστερα από νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου με επιμέλεια του οποίου έχει ληφθεί η ένορκη βεβαίωση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ηθική αυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 1994/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευαγγέλου Μπαταγιάννη, περί αναιρέσεως της 70012/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαρτίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 523/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η αξιόποινη αυτή πράξη διωκόταν αρχικά αυτεπαγγέλτως, αλλά, με το άρθρο 4 παρ.1 περ. Α του ν.2408/1996, που άρχισε να ισχύει από 4-6-1996, ορίστηκε ότι στο άρθρο 79 του Ν. 5960/1933, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, προστίθεται παράγραφος 5, κατά την οποία "η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής, που δεν πληρώθηκε". Περαιτέρω, με την παράγραφο 1 του άρθρου 22 του Νόμου 2721/1999, προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω παράγραφο 5, κατά το οποίο για πράξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου", ενώ στην παράγραφο 2 εδάφ. α' του πιο πάνω άρθρου 22 ορίζεται ότι "αν η δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1γ του άρθρου 4 του Νόμου 2408/1996, όπως παραπάνω αντικαταστάθηκε, δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της έγκλησης, η ποινική δίωξη παύει οριστικά". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 40 - 47 του Νόμου 5960/1933, συνάγεται ότι δικαιούχος της εγκλήσεως δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής, που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Τούτο δε, διότι το δικαίωμα αυτό του προηγούμενου κομιστή, που δικαιούται σε έγκληση, δεν αποκρούεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού σε αυτές δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπο του τελευταίου κομιστή της επιταγής ως δικαιούμενου αποκλειστικά σε υποβολή της, ούτε προκύπτει περαιτέρω από κανένα στοιχείο, ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 του Νόμου 5960/1933, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, χρησιμοποιείται μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' περ. δ' του ΚΠΔ, λόγους αναιρέσεως συνιστούν α) η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη και β) η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν το δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση (άρθρο 56 ΚΠΔ). Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Νόμου 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) πάνω στα οποία θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της 70.012/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, το εν λόγω Δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που σχηματίστηκε από τα μνημονευόμενα σε αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ότι "προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "..... Ε.Π.Ε.", ενεργώντας με πρόθεση, εξέδωσε στις 25 Οκτωβρίου 2001, την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, 15.000.000 δραχμών, χωρίς να διαθέτει, κατά το χρόνο έκδοσης, αλλά και εκείνον εμφάνισης προς πληρωμή της (30.10.2001) στη εκπρόσωπο (ΕΤΕ) της πληρώτριας Τράπεζας, τα αναγκαία προς εξόφληση στον κομιστή της ("ΑΛΦΑ ΖΩΟΤΡΟΦΕΣ ΛΟΚΡΙΔΑΣ Α.Β.Ε.Ε.") κεφάλαια". Πριν αχθεί στην ως άνω απόφαση, το Πλημμελειοδικείο, απαντώντας σε σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αναφερόμενο σε έλλειψη νόμιμης εγκλήσεως, διότι αυτή δεν υποβλήθηκε από τον τελευταίο κομιστή, αλλά από εξ αναγωγής υπόχρεο, δέχθηκε τα εξής: "Η επίδικη επιταγή (αρ. ..... της Γενικής Τράπεζας) εκδόθηκε από την εταιρεία "......Ε.Π.Ε.", που ο κατηγορούμενος - εκκαλών εκπροσωπούσε νομίμως, σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας "ΑΛΦΑ ΖΩΟΤΡΟΦΕΣ ΛΟΚΡΙΔΟΣ ΑΒΕΕ", η οποία τυγχάνει η τελευταία νόμιμη κομίστρια αυτής. Τούτο δε δεν αλλάζει από το γεγονός ότι εμφανίστηκε προς πληρωμή στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, αφού τούτο έγινε "ΕΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΡΗΤΗ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΤΗΡΕΙΤΑΙ Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ" (δηλαδή της Γενικής), όπως επί λέξει αναγράφεται εμφανέστατα στο σώμα της επιταγής. Ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί η ένσταση του κατηγορουμένου, με την οποία υποστηρίζονται τα ενάντια, φερομένης δηλαδή της ΕΤΕ ως τελευταίας κομίστριας της επιταγής". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν ανωτέρω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη θεμελίωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αφού αυτό αναφέρεται ειδικώς, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, στον δόλο και στη γνώση του κατηγορουμένου για την έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων, τόσο κατά τον χρόνο της εκδόσεως, όσο και για τον χρόνο εμφανίσεως για την πληρωμή των επιταγών. Περαιτέρω, ορθώς, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η εγκαλούσα ήταν ο τελευταίος κομιστής της επιταγής και όχι η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Αλλά και στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι τελευταίος κομιστής ήταν η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και η εγκαλούσα εξ αναγωγής υπόχρεος, τότε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο με την αναιρεσιβαλλομένη: α) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 79 παρ. 5 του Νόμου 5960/1933, όπως αυτό ίσχυε μετά την προσθήκη σε αυτό της παραγράφου 5 με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. Α του Νόμου 2408/1996 και στην παράγραφο 5 εδαφίου με το άρθρο 22 του Νόμου 2721/1999, δεχόμενο ότι η εξ αναγωγής υπόχρεος ως άνω εταιρεία, που πλήρωσε την επιταγή είχε δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, εκδότη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής και β) δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, με το να μη κηρύξει τη με βάση την έγκληση αυτή ασκηθείσα εναντίον του ποινική δίωξη απαράδεκτη. Ενόψει όλων αυτών, και οι τρεις ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε', Η' περ. δ' και Δ' του ΚΠΔ, αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι.
2. ΕΠΕΙΔΗ, μετά από όλα αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9 Μαρτίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά της 70.012/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡEΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επιταγή. Προς υποβολή εγκλήσεως νομιμοποιείται και ο εξ αναγωγής υπόχρεος. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Τραπεζική επιταγή
|
Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.
| 2
|
Αριθμός 1992/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κρανιώτη, περί αναιρέσεως της 87468/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 318/2006.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, υπέρβαση εξουσίας, που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, με βάση τον γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπερβάσεως σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 166 ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία εμφανίσεως των διαδίκων, των μαρτύρων και πραγματογνωμόνων στο ακροατήριο ορίζεται σε δεκαπέντε ημέρες. Αν ο κλητευόμενος διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστης διαμονής, η προθεσμία αυτή είναι τριάντα ημερών αν η διαμονή του βρίσκεται σε χώρα της Ευρώπης ή της Μεσογείου και εξήντα ημερών σε κάθε άλλη περίπτωση. Η προθεσμία αυτή αρχίζει από την επομένη της επιδόσεως και λήγει την προηγούμενη της ημέρας της δικασίμου. Η μη τήρηση των προθεσμιών αυτών συνεπάγεται την ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 174 παρ. 2 ΚΠΔ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 500 εδ. γ' ΚΠΔ ο εισαγγελέας κλητεύει εμπρόθεσμα (αρθρ. 166) εκείνον που ασκεί την έφεση και όλους τους άλλους διαδίκους που παρέστησαν στην πρωτόδικη δίκη, προκειμένου να παραστούν κατά την εκδίκαση της εφέσεως κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Περαιτέρω, το άρθρο 169 παρ. 1 ΚΠΔ ορίζει ότι "ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος που διατάσσει την επίδοση της κλήσης, μπορεί, αν συντρέχουν κατά την κρίση του κίνδυνος παραγραφής ή άλλοι εξαιρετικοί λόγοι, που μνημονεύονται στην παραγγελία προς επίδοση, να συντομεύσει την προθεσμία εμφάνισης των κατηγορουμένων, των μαρτύρων και των πραγματογνωμόνων στο ακροατήριο σε οκτώ κατ' ανώτατο όριο, ημέρες, εφόσον πρόκειται για πρόσωπα γνωστής διαμονής στην αλλοδαπή". Τέλος, κατά το άρθρο 501 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, "εάν η έφεση ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και συντρέχει η περίπτωση του άρθρου 370 εδ. β' και γ', το δικαστήριο, παρά την απουσία του εκκαλούντος, προχωρεί στην έκδοση σχετικής αποφάσεως". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, παρά την απουσία του εκκαλούντος, το δικαστήριο ερευνά το παραδεκτό της εφέσεως και δεν την απορρίπτει ως ανυποστήρικτη, μόνο αν συντρέχει κάποια περίπτωση από τις αναφερόμενες στο άρθρο 370 στοιχ. β' και γ'. Δηλαδή, στις εν λόγω περιπτώσεις, προηγείται η έρευνα του παραδεκτού της εφέσεως, κατ' απόκλιση του κανόνος της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου 501. Έτσι, αν το αξιόποινο της πράξεως έχει εξαλειφθεί λόγω παραγραφής, προηγείται η έρευνα του παραδεκτού της εφέσεως, δηλαδή αν ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και, σε θετική περίπτωση, η έφεση παρά την απουσία του εκκαλούντος γίνεται δεκτή και παύει οριστικά η ποινική δίωξη (ΟλΑΠ 32/94). Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δικάζοντας επί της εφέσεως του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της 8281/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απέρριψε, με την προσβαλλόμενη 87468/2003 απόφασή του, την έφεση ως ανυποστήρικτη, με την εξής αιτιολογία: "Από τα από 9.12.2003 και 10.12.2003 αποδεικτικά επιδόσεως των επιμελητών δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών Α και Β αντίστοιχα, που βρίσκονται στη δικογραφία, προκύπτει ότι ο προαναφερόμενος κατηγορούμενος και ο αντίκλητος δικηγόρος του κλητεύθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως να εμφανιστούν σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και να υποστηρίξουν την έφεση που έχει ασκήσει κατά της 8281/01 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Δεδομένου ότι δεν παρουσιάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 326, 340 και 501 του Κ.Ποιν.Δικ., να απορριφθεί η έφεσή του ως ανυποστήρικτη". Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν τηρήθηκε η προθεσμία κλητεύσεώς του στο ακροατήριο, κατά την εκδίκαση της εφέσεως, διότι ενώ δικάσιμος ήταν η 19.12.2003, η επίδοση της κλήσεως σ' αυτόν και τον αντίκλητο του έγιναν στις 9.12.2003 και 10.12.2003 αντιστοίχως. Όμως ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι, από τα στοιχεία της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτει ότι για τις κλητεύσεις αυτές, είχε συντμηθεί, με την από 8.12.2003 πράξη του αρμόδιου Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, η προθεσμία κλητεύσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 169 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Συνεπώς, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ.) είναι απορριπτέος. Όμως, το Δικαστήριο έσφαλε απορρίπτοντας την έφεση ως ανυποστήρικτη, ενώ έπρεπε, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 501 παρ. 3, σε συνδ. με εκείνη του άρθρου 340 στοιχ. β' του ΚΠΔ, να ερευνήσει το παραδεκτό της εφέσεως και, σε καταφατική περίπτωση να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής για τις επί μέρους πράξεις της κατ' εξακολούθηση παραβάσεως του Α.Ν. 86/1967, για τις οποίες από την τέλεσή τους, μέχρι την ημέρα της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιόν του (19-12-2003) είχε συμπληρωθεί οκταετία και είχε εξαλειφθεί το αξιόποινο για τον ως άνω λόγο (παραγραφή). Επομένως, είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ και πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ), είναι δε μόνο αρμόδιο να κρίνει για το παραδεκτό της έφεσης, ώστε, σε καταφατική περίπτωση, να αποφανθεί για την παραγραφής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 87.468/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπέρβαση εξουσίας συνισταμένη στο ότι δεν τηρήθηκε η προθεσμία κλητεύσεως στο ακροατήριο, κατά την εκδίκαση της εφέσεως, αφού δικάσιμος ήταν η 19-12-2003, και η επίδοση της κλήσεως στον εκκαλούντα (αναιρεσείοντα) και στον αντίκλητό του έγινε στις 9-12-2003 και 10-12-2003 αντιστοίχως. Απορρίπτεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, διότι με πράξη του αρμοδίου Εισαγγελέως είχε συντμηθεί η προθεσμία κλητεύσεως, γίνεται όμως δεκτός ο δεύτερος λόγος, περί αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, διότι το Δικαστήριο περιορίστηκε στην απόρριψη της εφέσεως ως ανυποστήρικτης και δεν άσκησε την από το άρθρο 501 παρ. 3 ΚΠΔ δικαιοδοσία του. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 1
|
Αριθμός 1993/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κρανιώτη, περί αναιρέσεως της 87468α/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 319/2006.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, υπέρβαση εξουσίας που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, με βάση τον γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπερβάσεως σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 166 ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία εμφανίσεως των διαδίκων, των μαρτύρων και πραγματογνωμόνων στο ακροατήριο ορίζεται σε δεκαπέντε ημέρες. Αν ο κλητευόμενος διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστης διαμονής, η προθεσμία αυτή είναι τριάντα ημερών, αν η διαμονή του βρίσκεται σε χώρα της Ευρώπης ή της Μεσογείου και εξήντα ημερών σε κάθε άλλη περίπτωση. Η προθεσμία αυτή αρχίζει από την επομένη της επιδόσεως και λήγει την προηγούμενη της ημέρες της δικασίμου. Η μη τήρηση των προθεσμιών αυτών συνεπάγεται την ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 174 παρ. 2 ΚΠΔ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 500 εδ. γ' ΚΠΔ, ο εισαγγελέας κλητεύει εμπρόθεσμα (άρθρ. 166) εκείνον που ασκεί την έφεση και όλους τους άλλους διαδίκους που παρέστησαν στην πρωτόδικη δίκη, προκειμένου να παραστούν κατά την εκδίκαση της εφέσεως κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, σε περίπτωση κλητεύσεως του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, που διαμένει στην αλλοδαπή, να εμφανισθεί στο ακροατήριο για να υποστηρίξει την έφεσή του, η κατά το άρθρο 273 παρ.1 εδ.ε' ΚΠΔ επίδοση της σχετικής κλητεύσεως σε μόνο τον διορισμένο από αυτόν συνήγορο στην έδρα του οικείου δικαστηρίου ως αντίκλητό του, πρέπει να γίνει με την τήρηση της παραπάνω προθεσμίας, που προβλέπεται για τον ίδιο, αφού και στην περίπτωση αυτή καλούμενος θεωρείται ο κατηγορούμενος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δικάζοντας επί της εφέσεως του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, κατά της 8281/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απέρριψε, με την προσβαλλόμενη 87468/2003 απόφασή του, την έφεση ως ανυποστήρικτη, με την εξής αιτιολογία: "Από τα από .... και ..... αποδεικτικά επιδόσεως των επιμελητών δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών .... και ....., αντίστοιχα, που βρίσκονται στη δικογραφία, προκύπτει ότι ο προαναφερόμενος κατηγορούμενος, κάτοικος, το'τε ....... Αττικής και ο αντίκλητος δικηγόρος του κλητεύθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως να εμφανιστούν σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και να υποστηρίξουν την έφεση που έχει ασκήσει κατά της 8281/01 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Δεδομένου ότι δεν παρουσιάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 326, 340 και 501 του Κ.Ποιν.Δικ., να απορριφθεί η έφεσή του ως ανυποστήρικτη". Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν τηρήθηκε η προθεσμία κλητεύσεώς του στο ακροατήριο, κατά την εκδίκαση της εφέσεως, διότι, ενώ δικάσιμος ήταν η 19.12.2003, η επίδοση της κλήσεως σ' αυτόν και τον αντίκλητό του έγιναν στις .... και ...., αντιστοίχως. Όμως ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι, από τα στοιχεία της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτει ότι, για τις κλητεύσεις αυτές, είχε συντμηθεί, με την από 8.12.2003 πράξη του αρμόδιου Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, η προθεσμία κλητεύσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 169 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Συνεπώς, ο παραπάνω μοναδικός προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ.) είναι απορριπτέος. Πρέπει λοιπόν, να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό πρωτ. 16/27-1-2007, αίτηση αναιρέσεως του Χ1 , κατά της 87.468α/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπέρβαση εξουσίας συνισταμένη στο ότι δεν τηρήθηκε η προθεσμία κλητεύσεως στο ακροατήριο, κατά την εκδίκαση εφέσεως, αφού δικάσιμος ήταν η 19-12-2003 και η επίδοση της κλήσεως στον εκκαλούντα (αναιρεσείοντα) και στον αντίκλητό του έγινε στις 9-12-2003 και 10-12-2003 αντιστοίχως. Απορρίπτεται η αναίρεση διότι με πράξη του αρμοδίου Εισαγγελέως είχε συντμηθεί η προθεσμία κλητεύσεως.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 1
|
Αριθμός 1990/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φραγκίσκο Ραγκούση, για αναίρεση της με αριθμό 1562/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ......., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γιαννακλή. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Απριλίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 826/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τον συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από τον δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1562/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, σε ποινή φυλακίσεως 8 μηνών, με τριετή αναστολή. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, η οποία προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, διαλαμβάνεται ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, καθώς και την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και την κατάθεση του μάρτυρα της πολιτικής αγωγής, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία της κατηγορουμένης και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: Στο Θεραπευτήριο Χρονίων Παθήσεων Παίδων Αθηνών, στο Σκαραμαγκά Αττικής, στις 8.8.2002, η κατηγορουμένη Χ1, ως αρμόδια κοινωνική επιμελήτρια, είχε, την ημέρα εκείνη, την ευθύνη, μεταξύ άλλων νοσηλευομένων και της Ψ, 21 ετών, η οποία έπασχε από νοητική καθυστέρηση και ερυθυματώδη λύκο. Η τελευταία ήθελε να μένει μόνη της στον τελευταίο δεξιό θάλαμο του δευτέρου ορόφου του Ιδρύματος, ο οποίος, λόγω θερινών διακοπών, ήταν κενός ασθενών. Για τον λόγο αυτό, η κατηγορουμένη νοσηλεύτρια της επέτρεψε να μείνει και να αναπαυθεί εκεί στο μόνο κρεβάτι, που υπήρχε στο θάλαμο. Στη συνέχεια, έφυγε, προκειμένου να βοηθήσει το υπόλοιπο (ολιγάριθμο) προσωπικό, στην προετοιμασία των λοιπών νοσηλευομένων για το γεύμα. Πριν όμως εγκαταλείψει τον πιο πάνω θάλαμο, η κατηγορουμένη δεν επέδειξε την επιμέλεια που όφειλε από της περιστάσεις και μπορούσε να επιδείξει σχετικά με την ασφάλεια της ασθενούς. Ειδικότερα, δεν φρόντισε ώστε η πόρτα του θαλάμου να παραμείνει ασφαλώς ανοιχτή, ώστε η ασθενής να δύναται να βγει στο θάλαμο και να επικοινωνήσει με το προσωπικό, σε περίπτωση ανάγκης της. Και τούτο, διότι ναι μεν η πόρτα δεν κλείδωνε, όμως είχε χερούλι ανοίγματος μόνο εξωτερικά (προς το διάδρομο), καθιστώντας όποιον βρισκόταν σ' αυτό κλειδωμένο. Ακόμη, ο φεγγίτης αερισμού του δωματίου δεν ασφάλιζε αποτελεσματικά, ούτε υπήρχαν εξωτερικά κιγκλιδώματα ασφαλείας, στον τοίχο δε, κάτω από αυτόν , υπήρχε στερεωμένο το σώμα του καλοριφέρ και στη συνέχειά του (κάθετα και στο μέσο του δωματίου), το κρεβάτι, που δημιουργούσαν έτσι "σκαλοπάτια" ανόδου προς τον φεγγίτη. Η κατηγορουμένη δεν φρόντισε, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει, να κλείσει εντελώς τον φεγγίτη ή, στην περίπτωση που υπήρχε, όπως ισχυρίζεται, ανυπόφορη δυσοσμία στο θάλαμο, να μεταφέρει το κρεβάτι "κολλητά" στον τοίχο, ώστε να ματαιωθεί η δυνατότητα ανόδου της ασθενούς, μέσω αυτού, στο καλοριφέρ και στο φεγγίτη. Επί πλέον, παρέλειψε να επισκέπτεται την Ψ για να την παρακολουθεί. Η παράλειψη των ανωτέρω ενεργειών της κατηγορουμένης είχε ως αποτέλεσμα, η ασθενής Ψ, ταραγμένη από τον αποκλεισμό της στο δωμάτιο, αφού δεν μπορούσε να ανοίξει την πόρτα του θαλάμου για να εξέλθει, να ανέβει στο κρεβάτι και από εκεί, χρησιμοποιώντας σαν σκαλοπάτι το καλοριφέρ, να ανέβει και να περάσει μέσα από τον φεγγίτη και να πέσει έξω στο κενό, καταλήγοντας στο δάπεδο του προαυλίου του θεραπευτηρίου. Από την πτώση της δε αυτή, υπέστη εκτεταμένη αιμορραγική διήθηση της ινιακής χώρας του κρανίου, εκτεταμένη υπαραχνοειδή αιμορραγία του εγκεφάλου, κάταγμα μεσότητας του στέρνου, παραστερνικά κατάγματα 5ης, 6ης, 7ης, 8ης δεξιάς πλευράς δεξιού ημιθωρακίου, εκ των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός της. Στην κρίση αυτή άγεται το Δικαστήριο από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων (μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης και αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης).
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών ως αβασίμων". Με τις παραδοχές αυτές, που είναι αυτοτελείς και δεν αποτελούν απλή αντιγραφή του κατηγορητηρίου, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του Ποινικού Κώδικα, που ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ακόμη, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αρκεί ότι τα εκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ειδικότερα, με τις ως άνω παραδοχές, προσδιορίζονται το είδος της αμελείας (μη συνειδητή), οι συγκεκριμένες παραλείψεις της αναιρεσείουσας και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτών (παραλείψεων) με το αποτέλεσμα που επήλθε. Δεν υπάρχει δε αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, από το ότι στο τελευταίο, από παραδρομή, λόγω αντιγραφής του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης και του κατηγορητηρίου, αναφέρεται ότι "από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν να καταβάλουν....αλλά και μπορούσαν να καταβάλουν, ανάλογα με τις προσωπικές τους ικανότητες, επέφεραν το θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψουν το αξιόποινο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς τους". Τέλος, ο προβαλλόμενος λόγος, ότι το Δικαστήριο εσφαλμένως εφάρμοσε το άρθρο 99 παρ. 1 Π.Κ. και ανέστειλε την επιβληθείσα ποινή, ενώ έπρεπε, σύμφωνα με το άρθρο 82 παρ. 1, να την μετατρέψει, είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 Π.Κ., το Δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του, άλλως υπερβαίνει την εξουσία του. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως στην κρινόμενη αίτηση, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 3 ΚΠοινΔ) και στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος που παραστάθηκε (άρθρο 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18 Απριλίου 2007 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1 κατά της 1562/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€) και στα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων ευρώ (500 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αόριστοι λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτεται η αναίρεση ως αβάσιμη.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 2
|
Αριθμός 1991/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Βαρλάμη, για αναίρεση της με αριθμό 19/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1079/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β', ς' και ζ' του Νόμου 1729/1987, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Νόμου 2161/1993 και ίσχυε, κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων, "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών τιμωρείται όποιος... β) πωλεί, αγοράζει, προσφέρει, διαθέτει ή διανέμει σε τρίτους με οποιοδήποτε τρόπο, αποθηκεύει ή παρακαταθέτει ναρκωτικά ή μεσολαβεί σε κάποια από τις πράξεις αυτές, ... ς) Καλλιεργεί ή συγκομίζει οποιοδήποτε φυτό του γένους της κάνναβης, το φυτό της μήκωνος της υπνοφόρου, οποιοδήποτε είδος φυτού του γένους ερυθρόξυλο, καθώς και οποιοδήποτε άλλο φυτό από το οποίο παράγονται ναρκωτικές ουσίες, ζ) Κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της επικράτειας είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο". Από την παραπάνω διάταξη της περιπτώσεως β' τιμωρείται η πώληση και η αγορά των ναρκωτικών. Αγορά και, αντιστοίχως, πώληση ναρκωτικής ουσίας, κατά την πάγια θέση της Νομολογίας, συνιστά η μεταβίβαση της κυριότητάς της από τον πωλητή στον αγοραστή, κατά τους όρους του άρθρου 513 του Αστικού Κώδικα, η οποία συντελείται με την παραλαβή της από τον αγοραστή ή, αντίστοιχα, με την παράδοσή της σ' αυτόν από τον πωλητή, αντί του τιμήματος που συμφωνήθηκε γι' αυτόν τον σκοπό.
Συνεπώς, για την τέλεση των αντίστοιχων εγκλημάτων της αγοράς και της πωλήσεως ναρκωτικής ουσίας, απαιτούνται δύο προϋποθέσεις: α) η κατά τους όρους του άρθρου 513 Α.Κ. κατάρτιση της σχετικής συμβάσεως και β) η κατ' ακολουθίαν αυτής της συμβάσεως μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας από τον πωλητή στον αγοραστή, η οποία συντελείται και πραγματώνεται, στην περίπτωση της αγοράς, με την παραλαβή ορισμένης ποσότητάς της από τον αγοραστή, με αντάλλαγμα το τίμημα που συμφωνήθηκε και, αντίστοιχα, στην περίπτωση της πωλήσεως, με την παράδοση ορισμένης ποσότητάς της από τον πωλητή, με αντάλλαγμα το τίμημα που συμφωνήθηκε. Εφ' όσον η αγορά και η πώληση ναρκωτικής ουσίας αποτελούν από νομική άποψη αγοραπωλησία κινητού πράγματος, συνεπάγεται ότι η σύνθετη νομική και πραγματολογική δομή της εμπράγματης συμβάσεως μεταβιβάσεως κυριότητας κινητού πράγματος συνιστά την αντικειμενική υπόσταση των σχετικών εγκλημάτων. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση της αγοράς και πωλήσεως ναρκωτικής ουσίας πρέπει να συνυπάρχουν οργανικά και να συνυφίστανται λειτουργικά όλες οι προϋποθέσεις του πραγματικού της εμπράγματης συμβάσεως, οι οποίες συνιστούν ταυτόχρονα τους δομικούς όρους των αντίστοιχων αντικειμενικών υποστάσεων και τα λειτουργικά όρια της εμβέλειας και της εφαρμογής τους: α) ενοχική σύμβαση αγοράς και πωλήσεως ναρκωτικής ουσίας, που συνάπτεται και καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 513 του Αστικού Κώδικα και είναι απλώς και μόνον υποσχετική. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι "ενοχές" που απορρέουν από τον "οργανισμό" της συμβάσεως αυτής προσομοιάζουν προς τις "ατελείς" ή "φυσικές", δηλαδή τις "μη γνήσιες" ενοχές, αφού οι συγκεκριμένες συμβάσεις καμία δεσμευτικότητα και υποχρεωτικότητα δεν παρουσιάζουν, διότι αφορούν σε πράγμα εκτός συναλλαγής και μάλιστα απαγορευμένης συναλλαγής. β) Παράδοση και παραλαβή της νομής της ναρκωτικής ουσίας. Η παράδοση και παραλαβή της ναρκωτικής ουσίας δεν απαιτείται να γίνει ιδιοχείρως από τους συμβαλλομένους, αλλά μπορεί να πραγματοποιηθεί και με τη διαμεσολάβηση τρίτων προσώπων, που ενεργούν για λογαριασμό τους και αποτελούν άμεσους συνεργούς στις πράξεις της πωλήσεως και της αγοράς ναρκωτικών. γ) Παράδοση και παραλαβή της νομής ορισμένου τιμήματος, δηλαδή χρημάτων. Εξάλλου, όπως σε κάθε σύμβαση πωλήσεως κινητού πράγματος, έτσι και στη σύμβαση πωλήσεως ναρκωτικής ουσίας, τα ουσιώδη της στοιχεία είναι α) ορισμένο κινητό πράγμα, δηλαδή ορισμένη ναρκωτική ουσία, β) ορισμένο τίμημα και γ) συμφωνία των συμβαλλομένων για τα στοιχεία αυτά. Ενόψει των ανωτέρω, αναγκαίο συστατικό στοιχείο της ποινικά κολαζόμενης συμβάσεως αγοραπωλησίας ναρκωτικής ουσίας αποτελεί η συμφωνία για ορισμένη ναρκωτική ουσία και η παράδοση ορισμένης ναρκωτικής ουσίας. Επομένως, για να στοιχειοθετείται αγορά ή πώληση ναρκωτικής ουσίας, πρέπει πάντοτε να εντοπίζεται ορισμένη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, η οποία πουλήθηκε ή αγοράστηκε στην ειδική και συγκεκριμένη περίπτωση. Επίσης, ουσιώδες συστατικό στοιχείο της συμβάσεως αγοραπωλησίας ναρκωτικής ουσίας, επομένως και αναγκαίο στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων της αγοράς και της πωλήσεως αποτελεί και η συμφωνία και καταβολή ορισμένου τιμήματος. Δεν είναι όμως αναγκαίο να προσδιορίζεται με ακρίβεια το συγκεκριμένο τίμημα που συμφωνήθηκε, το οποίο μπορεί να παραμένει και άγνωστο, διότι στοιχείο των εγκλημάτων της αγοράς και της πωλήσεως ναρκωτικής ουσίας είναι απλώς και μόνον η συνομολόγηση τιμήματος και όχι ποσοτικά ορισμένου τιμήματος. Περαιτέρω, από την παραπάνω διάταξη της περιπτώσεως ς', συνάγονται τα ακόλουθα: Το έγκλημα της καλλιέργειας οποιουδήποτε φυτού του γένους της καννάβεως τελείται με την ενέργεια του δράστη, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, πράξεων που συντείνουν στην γεωργική παραγωγή τέτοιων φυτών, είτε στο έδαφος είτε σε ιδιαίτερα δοχεία μικρά ή μεγάλα, χωρίς να απαιτείται και η βεβαιότητα της παραγωγής τους.
Συνεπώς, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καλλιέργειας οποιουδήποτε φυτού του γένους της καννάβεως πρέπει α) να πρόκειται για φυτό του γένους της καννάβεως και β) να έχουν συντελεσθεί ειδικές και συγκεκριμένες πράξεις καλλιέργειας, δηλαδή πράξεις που συντείνουν οργανικά και λειτουργικά στη γεωργική παραγωγή των φυτών της καννάβεως. Τέτοιες πράξεις είναι η τοποθέτηση των σπόρων στο έδαφος, το οποίο έχει κατάλληλα προπαρασκευασθεί προς το σκοπό αυτό (σπορά) ή η φύτευση ή μεταφύτευση των δενδρυλλίων και η περιποίηση των δενδρυλλίων που έχουν βλαστήσει για την ταχύτερη και καλλίτερη ανάπτυξή τους με πότισμα (ύδρευση και άρδευση), σκάλισμα, λίπανση, προφύλαξη, εκρίζωση των μη ικανών προς παραγωγή ναρκωτικής ουσίας φυτών κλπ. Στοιχείο επίσης της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της καλλιέργειας αποτελεί και η έλλειψη άδειας της αρμόδιας δημόσιας αρχής για την καλλιέργεια αυτή, δεδομένου ότι αυτό το δικαίωμα ανήκει αποκλειστικά στο Κράτος. Εξ άλλου, από τη διάταξη της περιπτώσεως ζ' τιμωρείται η κατοχή των ναρκωτικών. Η έννοια της κατοχής στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από τις έννοιες της νομής και της κατοχής του Αστικού Δικαίου. (ΟλΑΠ 1093/91). Στο ειδικότερο πεδίο της ποινικής καταστολής των εγκλημάτων που αφορούν τις ναρκωτικές ουσίες, έχει επικρατήσει στη Νομολογία ο ακόλουθος βασικός τύπος ορισμού της έννοιας της "κατοχής ναρκωτικών": Κατοχή ναρκωτικών ουσιών είναι η φυσική εξουσίασή τους από τον δράστη, κατά τρόπο ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικής ουσίας είναι αναγκαία η εξακρίβωση και η διαπίστωση της πραγματικής κυριαρχίας πάνω στην ναρκωτική ουσία, διότι στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου έχει σημασία η πραγματική και όχι πλασματική σχέση με το πράγμα που είναι το αντικείμενο της κατοχής και δεν υπάρχει κατοχή χωρίς υλικό στοιχείο.
Συνεπώς είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός του προσώπου που έχει την πραγματική εξουσία διαθέσεως της ναρκωτικής ουσίας. Ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, πρέπει να παρατηρηθεί ότι για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας της κατοχής ναρκωτικής ουσίας είναι αναγκαία, αλλά και επαρκής η βούληση του προσώπου για φυσική εξουσίαση της ναρκωτικής ουσίας.
Συνεπώς δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη διάνοιας κυρίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή, ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 19/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, για αγορά και κατοχή από κοινού ναρκωτικών ουσιών και για καλλιέργεια φυτού του γένους κάνναβης από κοινού και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, η οποία προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, διαλαμβάνεται ότι "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία των κατηγορουμένων και τη διαδικασία γενικά, αποδείχθηκαν τα εξής: "Κατά τις 10.5.2003, αστυνομικοί του τμήματος Ασφαλείας Χανίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνοντο και οι μάρτυρες Γ1 και Γ2, μετέβησαν στην περιοχή ......του νομού Χανίων, προς εξακρίβωση υπηρεσιακών πληροφοριών για ύπαρξη εκεί φυτείας ινδικής κάνναβης. Μετά από εξερεύνηση του χώρου, ανακάλυψαν το σημείο (παραπλεύρως οδού που είναι παράλληλος με την οδό ......), όπου εκαλλιεργούντο σε καθορισμένο χώρο ενός αγροτεμαχίου έξι (6) δενδρύλλια ινδικής κάνναβης ύψους 0, 80 -1, 35 μέτρων. Ο χώρος αυτός ετέθη υπό παρακολούθηση από τους αστυνομικούς, από σημείου όπου παρέμειναν κρυμμένοι, έχοντας στο οπτικό πεδίο τους τόσο τη φυτεία της ινδικής κάνναβης όσο και το δρόμο. Περί ώρα 18.30' της ίδιας ημέρας (10.6.2003), προσήλθε και στάθμευσε στο δρόμο, παραπλεύρως των φυτών της ινδικής κάνναβης (μη ορατών πάντως από το δρόμο λόγω παρεμβολής θάμνων), ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ....... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας ......, από τον οποίο το είχε χρησιδανεισθεί προ 10ημέρου όπως διατείνεται (βλ. απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού). Πίσω από το προηγούμενο αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου ακολουθούσε, με το υπ' αριθμ. ...... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας ......, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1, ο οποίος, αφού στάθμευσε για ελάχιστα δευτερόλεπτα πίσω από το προηγούμενο, το προσπέρασε από αριστερά και το στάθμευσε οριστικά σε 10 - 15 μέτρα απόσταση πιο εμπρός, παραμένοντας ο ίδιος μέσα στο αυτοκίνητο σε θέση αναμονής. Αμέσως μετά κατέβηκε ο πρώτος κατηγορούμενος από το αυτοκίνητο που οδηγούσε και μετέφερε με τα χέρια του από το αυτοκίνητο, μέσα στη φυτεία της ινδικής κάνναβης, ένα χάρτινο κιβώτιο, το οποίο περιείχε 4.226, 82 γρ. ινδικής κάνναβης. Οι ενεδρεύοντες αστυνομικοί, διακρίνοντας τις ανήσυχες κινήσεις του κατηγορουμένου, επενέβησαν τότε από τον παρακείμενο υπαίθριο χώρο, όπου ήταν κρυμμένοι στους θάμνους και τον συνέλαβαν, ακολούθως δε κινήθηκαν δύο από αυτούς προς τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος δεν είχε αντιληφθεί τη γενόμενη αθόρυβη και χωρίς αντιδράσεις σύλληψη του πρώτου κατηγορουμένου, επειδή ο ίδιος είχε στραμμένη την προσοχή του και έβλεπε προς αντίθετη κατεύθυνση, εποπτεύοντας την αντίθετη πλευρά της οδού και του περιβάλλοντος αυτήν χώρου. Όταν οι αστυνομικοί έφθασαν πλησίον του δευτέρου κατηγορουμένου και αυτός τους αντιλήφθηκε από τον καθρέπτη του αυτοκινήτου του, όπου ήταν καθισμένος στη θέση του οδηγού, επιχείρησε να το θέσει σε κίνηση για να διαφύγει. Όμως, πρόλαβαν οι αστυνομικοί και άνοιξαν τη θύρα του αυτοκινήτου, στο οποίο συνέλαβαν το δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος κατείχε ποσότητα 2 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης. Το αυτοκίνητο, που ο δεύτερος κατηγορούμενος οδηγούσε, σύμφωνα με την επιγραμματική έκφραση του μάρτυρα αστυνομικού Γ2 "ήταν γεμάτο κυριολεκτικά τρίμματα και σπόρους κάνναβης" (βλ. ένορκη προανακριτική κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα, της οποίας αποσπάσματα αναγνώσθηκαν προς υποβοήθηση της μνήμης του), όπως δε διευκρίνισε με την κατάθεσή του στο ακροατήριο, τρίμματα και σπόροι ινδικής κάνναβης υπήρχαν πάρα πολλοί, όχι μόνο στα δάπεδα, αλλά και στα καθίσματα του αυτοκινήτου. Η εξήγηση που δίνει ο κατηγορούμενος με την απολογία του, ότι τα υπολείμματα της ινδικής κάνναβης στο αυτοκίνητο προήρχοντο από την παρασκευή τσιγάρων προς χρήση ινδικής κάνναβης από τον ίδιο, δεν είναι πειστική, λαμβανομένης υπόψη της έκτασης διασκορπισμού των υπολειμμάτων της ινδικής κάνναβης και της ύπαρξης μαζί με αυτά και πολλών σπόρων ινδικής κάνναβης, οι οποίοι αποτελούν σαφή ένδειξη συσκευασίας συγκομισθέντων φυτών ινδικής κάνναβης (με τους σπόρους τους), μέσα στο εν λόγω αυτοκίνητο. Ο πρώτος κατηγορούμενος, όπως παραδέχθηκε κατά τη σύλληψή του, ενώπιον των αστυνομικών (βλ. καταθέσεις Γ1 και Γ2 στην προδικασία και στο ακροατήριο) είχε μεταφέρει εκεί με τον δεύτερο κατηγορούμενο την ποσότητα των 4.226, 82 γρ. ινδικής κάνναβης για να την κρύψουν, ενώ για τα δενδρύλλια ινδικής κάνναβης ισχυρίσθηκε ότι ήταν δικά του και είχε σκοπό να μεταβεί το βράδυ για πότισμά τους. Επάνω επίσης ο πρώτος κατηγορούμενος έφερε το χρηματικό ποσό των 2.500 €, για το οποίο τότε έδωσε την ασαφή εξήγηση στους αστυνομικούς ότι "αποτελούσε μέρος της αξίας των ναρκωτικών" (βλ. ένορκες προανακριτικές καταθέσεις ως άνω μαρτύρων κατηγορίας) και κατασχέθηκε ως προερχόμενο από εμπορία ναρκωτικών. Οι κατηγορούμενοι, με τις απολογίες τους, ευθυγραμμίζονται σε μία διαφορετική από την προηγούμενη εκδοχή, ότι ο πρώτος είχε την κατοχή (και καλλιέργεια) της ινδικής κάνναβης και ο δεύτερος περνούσε τυχαία και, αναγνωρίζοντας το αυτοκίνητο του πρώτου, σταμάτησε για να μιλήσουν και να δει μήπως είχε κάποιο δυσάρεστο συμβάν. Οι ισχυρισμοί αυτοί των κατηγορουμένων είναι ανακριβείς, αντιφατικοί και ανακόλουθοι και δεν αναιρούν την αποδεικτική σημασία των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και των λοιπών πειστηρίων, που οδηγούν σε δικανική πεποίθηση, ότι από κοινού κατείχαν οι κατηγορούμενοι την ακατέργαστη ινδική κάνναβη και καλλιεργούσαν τα έξι φυτά της ίδιας ναρκωτικής ουσίας για τους εξής λόγους: 1) Ο δεύτερος κατηγορούμενος, με την 11.6.2003 απολογία του στην προανάκριση, ισχυρίζεται ότι περνούσε τυχαία από το δρόμο και, όταν προσπέρασε ένα αυτοκίνητο σταματημένο στην άκρη, κατάλαβε ότι ήταν του Χ2 γιατί τον είχε δει "να χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο αυτοκίνητο πολλές φορές" και δεν γνώριζε αν είχε άλλο αυτοκίνητο, σταμάτησε δε, φοβούμενος ότι του είχε συμβεί κάτι, γιατί δεν είδε τον ίδιο. Ο πρώτος κατηγορούμενος, με την από 11.6.2003, επίσης προανακριτική απολογία του, ισχυρίζεται ότι ο δεύτερος "προφανώς είδε το αυτοκίνητο (αυτού) και θέλησε να σταματήσει για να (του) μιλήσει στον κεντρικό δρόμο". Όμως η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών των κατηγορουμένων δεν προκύπτει μόνο από τις στηριζόμενες σε άμεση αντίληψη ένορκες καταθέσεις των δύο μαρτύρων κατηγορίας αστυνομικών (οι οποίοι δίνουν μία διαφορετική εκδοχή και διαδοχή των γεγονότων), αλλά και από τις μεταγενέστερες απολογίες των κατηγορουμένων, όπως απολογία του πρώτου κατηγορουμένου, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία αυτός χρησιμοποιούσε το αυτοκίνητο (στο οποίο συνελήφθη) από 10ημέρου και στο διάστημα αυτό ουδέποτε συνάντησε το δεύτερο κατηγορούμενο, γεγονός που εξουδετερώνει κάθε ίχνος αξιοπιστίας του ισχυρισμού του δεύτερου κατηγορουμένου στην προανάκριση, ότι αναγνώρισε το αυτοκίνητο του πρώτου γιατί τον είδε "να χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο αυτοκίνητο πολλές φορές". Με την εν λόγω απολογία του, με την οποία υποβιβάζει σε επίπεδο απλής γνωριμίας τη σχέση του με το δεύτερο κατηγορούμενο, ο πρώτος κατηγορούμενος ανατρέπει, εμμέσως πλην σαφώς, ακόμα και τη δική του προηγούμενη απολογία στην προανάκριση, ότι ο συγκατηγορούμενός του είδε το αυτοκίνητό του και (αφού το αναγνώρισε) θέλησε να σταματήσει. 2) Ο δεύτερος κατηγορούμενος, εάν είχε βρεθεί τυχαία στο σημείο εκείνο, όπως διατείνεται, και είχε αναγνωρίσει το αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου, τότε λογικά θα έπρεπε ή να αποβιβασθεί όταν στάθμευσε για λίγο πίσω από αυτό ή να μετακινήσει το δικό του αυτοκίνητο (με ελιγμό) εμπρός από το προηγούμενο, στο αμέσως συνεχόμενο δεξιό τμήμα του δρόμου και να αποβιβασθεί για να ομιλήσει με το φίλο του. Αντί όμως να πράξει έτσι, ο δεύτερος κατηγορούμενος, μετακίνησε το αυτοκίνητο που οδηγούσε 10 - 15 μέτρα εμπρός από το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος κατηγορούμενος, σε σημείο όπου μπορούσε να εποπτεύει το χώρο και να ειδοποιεί τον πρώτο για την προσέλευση οποιουδήποτε από εκείνη την πλευρά της εποπτευόμενης από αυτούς φυτείας ινδικής κάνναβης, την οποία αμφότεροι προφανώς από κοινού καλλιεργούσαν, 3) Η ύπαρξη διασκορπισμένων τριμμάτων και σπόρων ινδικής κάνναβης σε όλη την επιφάνεια των καθισμάτων και του δαπέδου του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος καταδεικνύει ότι προηγουμένως εντός αυτού μεταφέρθηκαν (και ενδεχομένως συσκευάσθηκαν) συγκομισθέντα φυτά ινδικής κάνναβης από αυτόν και τον πρώτο κατηγορούμενο, με τον οποίο έδειχνε ότι βρίσκονταν σε συνεννόηση και συντονισμό κινήσεων για την ασφαλή διεκπεραίωση της εμπορίας των ναρκωτικών που είχαν στην κατοχή τους, 4) Ο πρώτος κατηγορούμενος, για το φερόμενο από αυτόν χρηματικό ποσό των 2.500€, το οποίο, κατά τους μάρτυρες της κατηγορίας, συνδύασε με την αξία μέρους (ή το αντίτιμο) των ναρκωτικών, ισχυρίσθηκε, με την προανακριτική απολογία του, ότι "προορίζονταν αποκλειστικά για την εξόφληση ενός γραμματίου για την αγορά μιας βάρκας" και για την απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού επικαλέσθηκε (μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας) και προσκόμισε ένα ανυπόγραφο και χωρίς όνομα εκδότη εκκαθαριστικό "κίνησης λογαριασμού" των γονέων του, όπου αναγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι, στις 26.5.2003, έγινε από αυτούς ανάληψη ποσού 17.608 €. Ανεξάρτητα όμως από τη μειωμένη αποδεικτική αξία αυτού του εγγράφου (που δεν έχει όνομα εκδότη ούτε επωνυμία τράπεζας), δεν είναι λογικό να υποθέσει κάποιος ότι συνδυάσθηκε η εκταμίευση του ποσού των 17.508 €, στις 26.5.2003, με το κατεχόμενο από τον κατηγορούμενο στις 10.6.2003 ποσό των 2.500 δρχ., όταν η κίνηση του λογαριασμού του εμφανίζει συνεχείς αναλήψεις και πολύ μικρών ποσών σε άτακτα χρονικά διαστήματα, ενδεικτικές της βούλησης των δικαιούχων να επωφεληθούν από την αποταμίευση και πολύ μικρών ποσών και όχι να διατηρούν στην κατοχή τους ασκόπως για πολλές ημέρες μεγάλα χρηματικά ποσά και όλα αυτά, χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο για την ύπαρξη της οφειλής, στην εξόφληση της οποίας ισχυρίζεται ότι απέβλεπε το κατεχόμενο από αυτόν ποσό των 2.500 €, ποσό, για το οποίο ως μόνη ευλογοφανής δικαιολογία απομένει έτσι ότι αποτελούσε το τίμημα πώλησης άλλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών από τους κατηγορουμένους σε τρίτους, αφού οι κατηγορούμενοι διέθεταν προς πώληση και άλλες ποσότητες ναρκωτικών και δεν ήταν υποψήφιοι αγοραστές τέτοιων ουσιών, 5) Ο δεύτερος κατηγορούμενος, προκειμένου να δικαιολογήσει ηπιότερη γι' αυτόν μεταχείριση, επεχείρησε αδοκίμως να συνδέσει τη δική του εμπλοκή στην ανωτέρω υπόθεση με την προσέγγιση στον ίδιο χώρο δύο άλλων αυτοκινήτων, από τα οποία το ένα το οδηγούσε ο στρατιωτικός υπάλληλος ...... Γιατί ο τελευταίος, όταν αντιλήφθηκε τους αστυνομικούς, επιχείρησε, με οπισθοπορία του αυτοκινήτου του, να απομακρυνθεί και στη σπουδή του προσέκρουσε σε ένα δένδρο, ακολούθως δε μεταφέρθηκε για ανάκριση στο αστυνομικό τμήμα, χωρίς άλλη συνέπεια, πλην της κακομεταχείρισής του από τους αστυνομικούς, για την οποία μάλιστα δε διαμαρτυρήθηκε στην υπηρεσία του και πληροφορήθηκε τα γεγονότα ο διοικητής της μονάδας του, με αίτημα του ως άνω κατηγορουμένου (βλ. και από 18.11.2003 ένορκη κατάθεση μάρτυρα, η οποία, με αίτημα του δεύτερου κατηγορουμένου, αναγνώσθηκε), ο οποίος ήταν έμμισθος υπάλληλος συνεργαζόμενης με την πολεμική αεροπορία αεροναυπηγικής εταιρείας. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων, ότι προόριζαν τα ναρκωτικά αποκλειστικά για δική τους χρήση, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, τόσο λόγω μεγέθους της κατεχόμενης από αυτούς ποσότητας ινδικής κάνναβης και καλλιεργούμενων φυτών αυτής, όσο και λόγω των λοιπών περιστάσεων (κάλυψη του εσωτερικού του αυτοκινήτου του δεύτερου κατηγορουμένου με τρίμματα και σπόρους ινδικής κάνναβης, είσοδος του πρώτου στη φυτεία ινδικής κάνναβης με πρόσχημα την απόκρυψη της κατεχόμενης ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, ενώ ο δεύτερος παρακολουθούσε για να τον προειδοποιήσει σε περίπτωση κινδύνου, κατοχή από τον πρώτο του σημαντικού ποσού των 2.500 €, ως τιμήματος προηγούμενης πώλησης άλλης ποσότητας ναρκωτικών κ.λ.π.), που αποδεικνύουν συστηματική ενασχόληση των κατηγορουμένων από κοινού με την προμήθεια προς διάθεση ινδικής κάνναβης. Ο δεύτερος κατηγορούμενος προέβαλε, με τις απολογίες του στην προδικασία, τον ισχυρισμό ότι είναι τοξικομανής, χρήστης ηρωίνης και χασίς, για να συμπληρώσει, όταν προσήλθε να εξετασθεί από την ψυχίατρο - πραγματογνώμονα ..... και χρήση "κοκαΐνης σε ποσότητα 2 - 3 γραμ. ημερησίως με εισπνοές" και, με βάση τις δηλώσεις του και μόνον - χωρίς οποιαδήποτε προσωπική διαπίστωσή της - η πραγματογνώμονας τον έκρινε τοξικομανή (βλ. από .... ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη αυτής) και το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης έγινε δεκτό από την πρωτόδικη απόφαση. Κατά συνέπεια πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι αγοράς, κατοχής και καλλιέργειας ινδικής κάνναβης (ως συναυτουργοί) με το ελαφρυντικό αμφότεροι του έντιμου βίου και ο δεύτερος ως τοξικομανής". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που είναι αυτοτελής και δεν συνιστά ούτε εν μέρει απλή αντιγραφή του διατακτικού, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, μαζί με τον συγκατηγορούμενό του και μη ασκήσαντα αναίρεση, Χ2, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω αναφερόμενες και αναλυόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, με αποτέλεσμα να μη στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ακόμη, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' είδος, όλα τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αφού αρκεί ότι τα εκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, δεν χρειαζόταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να συμπεριληφθούν σ' αυτήν και τα επιπλέον, στην αίτηση αναιρέσεως, αναφερόμενα στοιχεία μεταξύ των οποίων και τα συγκροτούντα την έννοια της καλλιέργειας ινδικής κάνναβης περιστατικά (σκάλισμα, πότισμα, επίβλεψη κλπ), αφού στην απόφαση, γίνεται μνεία ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ομολόγησε ότι γινόταν καλλιέργεια και ανέφερε περιστατικά συγκροτούντα την έννοιά της (όπως το από τον ίσιο πότισμα των δενδρυλλίων), που δεν αμφισβητήθηκαν από τον δεύτερο (αναιρεσείοντα) ώστε να καθίσταται περιττή η αναφορά των επί μέρους καλλιεργητικών πράξεων και στη συνέχεια αιτιολογείται η συμμετοχή και των δύο κατηγορουμένων στις παραπάνω πράξεις. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ., λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως στην κρινόμενη αίτηση, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 3 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τη με αριθμό 4/7.2.2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 κατά της 19/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λόγοι αναιρέσεως: έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 1999/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Ντόκα, περί αναιρέσεως της 922/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Με πολιτικώς ενάγοντα το Ψ1, που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1406/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 375 παρ. 1 εδ. α', όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, ιδιοποίηση χωρίς δικαίωμα, ξένου (ολικά ή μερικά) κινητού πράγματος, που περιήλθε στην κατοχή του δράστη με οποιοδήποτε τρόπο, υποκειμενικώς δε, δόλος του δράστη, που ενέχει τη γνώση ότι το ξένο πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει καθώς και η θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Η δόλια αυτή προαίρεση του δράστη να ιδιοποιηθεί παρανόμως το ξένο πράγμα, κατά το χρόνο που αυτό βρίσκεται στην κατοχή του, εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της αποφάσεως (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή, κατά την έκθεση αυτών, υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας (που δίκασε ως εφετείο), όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 922/2007 απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση. Ειδικότερα δέχθηκε τα εξής: "Απ' όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, που εξετάστηκαν και από όλη γενικά τη συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, στην Καρδίτσα, από την 4.9.2000, με περισσότερες από μία πράξεις, που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, παράνομα ιδιοποιήθηκε ξένο ολικά κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο, και συγκεκριμένα, ενώ, στις 4.9.2000, περιήλθε στην κατοχή του το χρηματικό ποσό των 150.700 δρχ., στις 8.12.2000, περιήλθε στην κατοχή του το χρηματικό ποσό των 155.785 δρχ., την 6.2.2001, το ποσό των 151.000 δρχ., την 7.4.2001, το ποσό των 151.000 δρχ., την 28.5.2001, το ποσό των 151.000 δρχ. και την 7.8.2001, το ποσό των 151.000 δρχ. και συνολικά το χρηματικό ποσό των 910.485 δρχ., λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου του εγκαλούντος Ψ1, ο οποίος κάθε φορά του παρέδιδε τα ανωτέρω ποσά με την εντολή να τα καταβάλλει στην Τράπεζα με την επωνυμία "F.C.E. BANK P.L.C.", που εδρεύει στην Αθήνα προς εξόφληση οφειλής του από την υπ' αριθμ. ....... σύμβαση χορηγήσεως δανείου για την αγορά αυτοκινήτου και συστάσεως ενεχύρου, βάσει της οποίας η Τράπεζα χρηματοδότησε την αγορά αυτοκινήτου από τον εγκαλούντα, αυτός (ο κατηγορούμενος) ουδέποτε κατέβαλε το ως άνω χρηματικό ποσό στην ανωτέρω Τράπεζα, αλλά το ιδιοποιήθηκε παρανόμως, ενσωματώνοντάς το στην περιουσία του, καθότι το παρακράτησε χωρίς δικαίωμα. Επομένως, αυτός πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης αυτής". Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, η οποία περιγράφηκε, καθ' όλα τα συγκροτούντα αυτή στοιχεία, ώστε να καθίσταται δήλη η πράξη για την οποία καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας η μη παράθεση στο σκεπτικό, το οποίο αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, του γεγονότος της μερικής καταβολής, δεν ευσταθεί και τούτο, διότι το γεγονός αυτό δεν ασκεί επιρροή, αφού και ο ίδιος ο αναιρεσείων συνομολογεί ότι πρόκειται για μερική καταβολή και όχι για ολοσχερή ικανοποίηση του παθόντος, οπότε θα είχαν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 379 παρ. 1 και 2 του Ποινικού Κώδικα, η δε επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, αφού το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξεως.
Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 2, 474 παρ. 2 , 476 παρ. 1 και 509 παρ. 1 εδ. α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, συνάγεται ότι στην έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της αναιρέσεως, πρέπει να διατυπώνονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο. Διαφορετικά, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Δεν αρκεί η περιγραφική απλώς αναφορά λόγου που προβλέπεται από τον νόμο, όπως, μεταξύ άλλων, η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Για την πληρότητα του δικογράφου πρέπει να γίνεται ειδικότερος προσδιορισμός της προβαλλόμενης ασάφειας, ελλείψεως, αντιφάσεως και λογικού κενού και να προσδιορίζεται σε τι συνίστανται τα παραπάνω σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με, τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, εκθέτει, κατά λέξη, τα εξής: "Ιδρύεται πρόσθετος λόγος αναίρεσης, εκτός από τους παραπάνω αναφερομένους, από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ, γιατί η παραπάνω διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, ως συνδυασμός του αιτιολογικού με το διατακτικό, που ανάγεται στα στοιχεία του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή του νόμου (375 ΠΚ)". Δηλαδή, ο αναιρεσείων περιορίζεται μόνο στην αναφορά περί του ότι στην απόφαση έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, χωρίς όμως να προσδιορίζει σε τι συνίστανται αυτά. Επομένως, και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος. Με τις σκέψεις αυτές και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 14/18.7.2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά της 922/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση σε βαθμό πλημμελήματος. Λόγοι αναιρέσεως: 1) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και 2) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστική ποινικής διατάξεως. Απορρίπτεται η αίτηση, ως προς μεν τον πρώτο λόγο, διότι η προσβαλλομένη έχει επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς δε τον δεύτερο λόγω αοριστίας.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
| 2
|
Αριθμός 1989/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτησεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1, 2)Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Αναγνωστόπουλο και 3)Χ3, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σταυρόπουλο, για αναίρεση της 3394/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαρτίου 2007, 15 Μαρτίου 2007 και 13 Μαρτίου 2007 τρεις χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 508/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 στοιχ. β' του Π.Δ. 17/1996 "Μέτρα ασφάλειας - υγείας εργαζομένων" ορίζει ότι ο εργοδότης οφείλει να αναγγέλλει στις αρμόδιες επιθεωρήσεις εργασίας και στις αρμόδιες υπηρεσίες "στις πλησιέστερες αστυνομικές αρχές" του ασφαλιστικού οργανισμού στον οποίο υπάγεται ο εργαζόμενος εντός 24 ωρών όλα τα εργατικά ατυχήματα και, εφόσον πρόκειται περί σοβαρού τραυματισμού ή θανάτου, να τηρεί αμετάβλητα όλα τα στοιχεία που δύνανται να χρησιμεύσουν για εξακρίβωση των αιτιών του ατυχήματος". Την έννοια του εργοδότη, εν προκειμένω ορίζει το άρθρο 2 παρ. 2 του ίδιου Προεδρικού Διατάγματος, που ορίζει ότι "Για την εφαρμογή του παρόντος νοείται: 1....2. Εργοδότης: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο και έχει την ευθύνη για την επιχείρηση ή και την εγκατάσταση". Το άρθρο 16 παρ. 2 του ίδιου Π.Δ. ορίζει ότι "σε κάθε εργοδότη, κατασκευαστή, παρασκευαστή, εισαγωγέα ή προμηθευτή, που παραβαίνει από αμέλεια ή πρόθεση τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος επιβάλλονται οι ποινικές κυρώσεις του άρθρου 25 του Ν. 2224/94", το οποίο ορίζει ότι "κάθε εργοδότης, κατασκευαστής ή παρασκευαστής, εισαγωγέας ή προμηθευτής, που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της νομοθεσίας για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας του νόμου αυτού και των κανονιστικών πράξεων, που εκδίδονται με εξουσιοδότησή της τιμωρείται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών ή και με τις δύο αυτές ποινές". Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι, σε περίπτωση επιχειρήσεως οικοδομικών εργασιών, την ιδιότητα του εργοδότη έναντι του εργαζομένου ως εργάτη έχει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο έχει την ευθύνη για την επιχείρηση των εργασιών αυτών, υποχρεούμενο, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, να αναγγείλει τούτο στην αρμόδια αρχή. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία δε αυτή, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι "από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, τις καταθέσεις στο ακροατήριο των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν, την απολογία του τρίτου κατηγορουμένου και απ' όλη τη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη κατηγορουμένη Χ2, η οποία ασχολείται κατ' επάγγελμα με οικοδομικές επιχειρήσεις, είχε αναλάβει την ανέγερση πολυκατοικίας με το σύστημα της αντιπαροχής σε οικόπεδο ιδιοκτησίας ...., που βρίσκεται στην .... Πατρών, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1, που είναι πολιτικός μηχανικός και σύζυγος της πρώτης, είχε συντάξει την μελέτη για την έκδοση της οικοδομικής άδειας και ήταν ο επιβλέπων μηχανικός των εργασιών ανέγερσης της εν λόγω πολυκατοικίας, ο δε τρίτος κατηγορούμενος Χ3, που είναι οικοδόμος, είχε αναλάβει εργολαβικά την κατασκευή του σκελετού από μπετόν στην εν λόγω οικοδομή, στο δε συνεργείο του απασχολούσε ως εργάτη και τον εγκαλούντα - παθόντα Ψ1. Στις 28.7.2001, ημέρα Σάββατο και ενώ το συνεργείο του τελευταίου εκτελούσε εργασίες καλουπώματος του σκελετού της οικοδομής, παρόντων των δευτέρου και τρίτου εκ των κατηγορουμένων (επιβλέποντος μηχανικού και υπεργολάβου), ο Ψ1, κατά την διάρκεια των εργασιών του και στην προσπάθειά του να κατέβει από σκαλωσιά, ύψους περί τα τέσσερα (4) μέτρα, γύρω από την οποία οι ως άνω εργοδότες δεν είχαν τοποθετήσει προστατευτικό πλέγμα, έπεσε και τραυματίστηκε στον αυχένα και στην σπονδυλική στήλη. Το ατύχημα αυτό, που είναι εργατικό, διότι συνέβη κατά την διάρκεια της εργασίας του ως άνω παθόντος Ψ1, δεν ανήγγειλαν οι κατηγορούμενοι, ως όφειλαν, εκ της ιδιότητάς τους, δηλ. η πρώτη ως εργολήπτρια και ιδιοκτήτρια του έργου, ο δεύτερος ως επιβλέπων μηχανικός του έργου και ο τρίτος ως επικεφαλής συνεργείου (υπεργολάβος) εντός 24 ωρών στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και στην αρμόδια υπηρεσία του ασφαλιστικού οργανισμού που υπαγόταν ο εργαζόμενος - παθών, παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις των άρθρων 89 παρ. 2α, 16 του ΠΔ 17/1996 σε συνδ. με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. α' του ν. 2224/1994 και, επομένως, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την πράξη τους αυτή. Άπαντες οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι το ατύχημα αυτό δεν συνέβη κατά την διάρκεια εργασίας, διότι εκείνη την ημέρα, που ήταν Σάββατο, δεν εκτελούνταν εργασίες στην εν λόγω οικοδομή, αλλά ο παθών είχε, προσέλθει εκεί προκειμένου, κατόπιν τηλεφωνικής συνεννοήσεως με τον τρίτο κατηγορούμενο, να παραλάβει τα ημερομίσθιά του για την εβδομάδα που είχε εργαστεί, διότι δεν είχε πληρωθεί κατά την Παρασκευή, όπως γινόταν συνήθως, από τα αδέλφια του τελευταίου ... και ....., που θα πήγαιναν επί τόπου στην οικοδομή για να πάρουν κάποια ξύλα, που χρειάζονταν για την κατασκευή κάποιας περίφραξης. Μάλιστα, προς επίρρωση του ισχυρισμού τους αυτού, προσκομίζουν τα ... και ..... έγγραφα του Δήμου Πατρέων (Τμήμα Κυκλοφοριακής Ρύθμισης), από τα οποία πράγματι προκύπτει ότι για δύο Σάββατα του έτους 2006 (αρκετά χρόνια αργότερα) είχαν λάβει άδεια για προσωρινή διακοπή κυκλοφορίας. Ωστόσο, ο ισχυρισμός τους αυτός ουδόλως κρίνεται πειστικός, διότι ουδόλως εξηγούν για ποιο λόγο ο παθών Ψ1 δεν πληρώθηκε την Παρασκευή και έπρεπε να μεταβεί στην ..... Πατρών, που βρίσκεται στην άλλη άκρη της πόλης σε σχέση με την κατοικία του και όχι στην κατοικία του τρίτου κατηγορουμένου, που είναι στην .... Πατρών, πλησιέστερη προς την κατοικία του παθόντος, για να παραλάβει τα χρήματά του από τον ίδιο τον κατηγορούμενο και όχι από τα αδέλφια του. Αλλά το σπουδαιότερο, ουδόλως εξηγούν πώς, ενώ κατά τον ισχυρισμό τους, βρέθηκε στον τόπο της οικοδομής μόνο για την πληρωμή του, ωστόσο αυτός έπεσε μέσα στην εκσκαφή, δηλαδή τι λόγους είχε να πλησιάσει στο χείλος της εκσκαφής και να πέσει μέσα στην θεμελίωση (κατά τις γραπτές εξηγήσεις των δύο πρώτων κατηγορουμένων) ή να κατέβει στη θεμελίωση (κατά τις γραπτές εξηγήσεις του τρίτου κατηγορουμένου). Είναι προφανές ότι δεν έγινε η αναγγελία του εργατικού αυτού ατυχήματος από τους ως άνω κατηγορουμένους, επειδή γίνονταν μη νομίμως εργασίες κατά την ημέρα εκείνη, που ήταν Σάββατο, χωρίς δηλ. να έχουν προβεί στις ανάλογες ενέργειες προς τις αρμόδιες υπηρεσίες για να λάβουν σχετική άδεια και, με τον τρόπο αυτό (μη αναγγελία εργατικού ατυχήματος), προσπάθησαν να αποφύγουν τις συνέπειες που θα επακολουθούσαν και από την παράλειψή τους αυτή. Μάλιστα, οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι έπεισαν τον παθόντα, ο δεύτερος υποσχόμενος σ' αυτόν ότι θα αναλάβει να τακτοποιήσει τα πάντα για λογαριασμό του, να υποβάλει ψευδή δήλωση στις 30.7.2001 προς τον ασφαλιστικό του φορέα (ΙΚΑ), ότι το ατύχημα το έπαθε στο σπίτι του, ενώ είχε ανέβει στη σκάλα για να φτιάξει το φως, ενώ γεγονός αναμφισβήτητο είναι ότι το ατύχημα συνέβη στον χώρο της οικοδομής στην ... Πατρών. Ενόψει όλων των παραπάνω, ουδόλως κρίνεται πειστικός ο επί πλέον ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου ότι εκείνη την ημέρα βρισκόταν στο εξοχικό του στην ...., δεδομένου μάλιστα ότι η μάρτυρας υπεράσπισης αυτού, η οποία είναι λογίστριά του επί 20ετία, καταθέτει ότι το συμβάν του ατυχήματος το έμαθε μετά από δυόμισι χρόνια, πλην όμως, απορίας άξιο είναι πώς θυμάται ότι την ημέρα, εκείνη Σάββατο 28.7.2001, ο εργοδότης της Χ1 βρισκόταν στο εξοχικό του στην .... Σύμφωνα λοιπόν με όλα τα παραπάνω, αποδείχθηκε πλήρως η προπεριγραφείσα πράξη, που αποδίδεται στους κατηγορουμένους και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτής". Με τις παραπάνω παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ορθώς δε ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 2α', 16 Π.Δ. 17/1996 σε συνδυασμό προς το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. α του Νόμου 2224/1994, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, αφού σ' αυτήν (απόφαση) με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά εκτίθεται ότι εν προκειμένω υπήρξε επιχείρηση οικοδομικών εργασιών, αναφέρεται δε η ιδιότητα του εργοδότη έναντι του εργαζομένου, ως εργάτη, την οποία έφεραν οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι είχαν την ευθύνη για την επιχείρηση των εργασιών αυτών, υποχρεούμενοι, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, να αναγγείλουν τούτο στην αρμόδια αρχή.
Συνεπώς, ο μοναδικός προβαλλόμενος λόγος, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, απορριπτέος. Πρέπει, λοιπόν να απορριφθούν οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα ( άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις με αριθμούς 2/13.3.2007, 3/15.3.2007 και 4/15.3.2007 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ3, Χ2 και Χ1, κατά της 3394/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση άρθρου 25 § 1 εδ. α΄ Ν. 2224/1994. Λόγοι αναιρέσεως: εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υγιεινή και ασφάλεια εργασίας.
| 0
|
Αριθμός 1987/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της 444/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 481/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν η διαμονή του είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. δ ΚΠΔ προσώπων, προς τον δήμαρχο ή αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος, της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στη αρμόδια εισαγγελική αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Όταν δε το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως μόνο επιτρέπεται αναίρεση (476 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα η απόφαση, που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει τον χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε με απόντα τον εκκαλούντα, τον χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία των κατά τα άρθρα 154 παρ. 1, 156 και 161 παρ. 1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, ή ανώτερης βίας, από την οποία απολέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας δεν περιλαμβάνεται ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, προβάλλοντας αυτοτελή σχετικό λόγο, μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 447/2007 απόφασή του, απέρριψε ως εκπρόθεσμη την 3598/6.6.2006 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 40.040/6.6.2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία εκείνος είχε καταδικασθεί στην παραπάνω συνολική ποινή φυλακίσεως για την ως άνω αξιόποινη πράξη, με την ακόλουθη αιτιολογία "Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλουμένη, ερήμην του κατηγορουμένου εκδοθείσα, στις 6.6.2006 40.040/05, απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από το από 27.12.2005 αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας Δικαστηρίων Εισαγγ. Πρωτοδικών Αθηνών ..., επιδόθηκε στον τελευταίο στις 27.12.2005, ως αγνώστου διαμονής. Σύμφωνα με το ίδιο αποδεικτικό, ειδικότερα προκύπτει ότι, αφού ο κατηγορούμενος αναζητήθηκε στην επί της οδού ..., στο ..., γνωστή κατοικία του και δεν ανευρέθη και τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 ΚΠΔ προϋποθέσεις, τελικώς η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στην αρμόδια υπάλληλο του Δήμου Παλαιού Φαλήρου, Α. Με την κρινόμενη με αρ. πρωτ. 3958, ασκηθείσα στις 6.6.2006 έφεσή του, ο κατηγορούμενος, για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο αυτής, εκθέτει ότι "το πρώτον έλαβε γνώση την 1.6.2006, όταν και συνελήφθη". Πέραν της πλήρους αοριστίας του ανωτέρω και πέραν του ότι ο κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί με την έφεσή του τον τόπο της κατοικίας του και το άγνωστο της διαμονής του, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Από την ένορκη κατάθεση του πιο πάνω εξετασθέντος μάρτυρος αδελφού του τελευταίου, σε συνδυασμό με την απολογία αυτού, πλήρως αποδείχθηκε ότι η τελευταία γνωστή κατοικία του για την εισαγγελική αρχή ήταν αυτή στην οποία αναζητήθηκε, ήτοι η οδός ... στο Π. Φάληρο, όπου ήταν η συζυγική του οικία, από την οποία, όμως, κατά την 27.12.2005, επειδή είχαν διαταραχθεί οι σχέσεις του με τη σύζυγό του, είχε αναχωρήσει σε άγνωστο μέρος, με την προαναφερόμενη έννοια, για τις αρχές, χωρίς για την αλλαγή αυτή να ενημερώσει σχετικώς και την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, όπως όφειλε. Άλλωστε, αυτή την τακτική συνηθίζει να ακολουθεί ο κατηγορούμενος, που πρέπει να σημειωθεί ότι, καίτοι στην έκθεση έφεσης δηλώνει κάτοικος και πάλι ..., ήδη υποστηρίζει ότι κατοικεί αλλού, ήτοι στο ... επί της οδού ... . Επομένως, ορθώς του επιδόθηκε στις 27.12.05 η εκκαλούμενη απόφαση ως άγνωστης διαμονής και εφόσον έκτοτε, μέχρι 6.6.2006 που άσκησε την έφεση, παρήλθε χρονικό διάστημα περισσότερο των τριάντα ημερών, πρέπει να απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη, διατασσομένης της εκτέλεσης της εκκαλούμενης και επιβαλλομένης και της δικαστικής δαπάνης σε βάρος του, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό". Ήτοι, στην πιο πάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τόσο η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δηλαδή η 27η Δεκεμβρίου 2005, η οποία προκύπτει από το επίσης μνημονευόμενο αποδεικτικό επιδόσεως της αναφερόμενης επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, όσο και η ημερομηνία ασκήσεως της εφέσεως, στις 6 Ιουνίου 2006, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, χωρίς να αναφέρει το έγγραφο της εφέσεως λόγο που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Εφόσον δε ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων δε επικαλούνταν με την έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως, ούτε λόγους ανώτερης βίας, εξαιτίας των οποίων παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, το Δικαστήριο δεν είχε την υποχρέωση να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφασή του αιτιολογία για την εγκυρότητα της επιδόσεως ή για την ύπαρξη ή όχι λόγου ανώτερης βίας. Ως εκ περισσού δε εξετάσθηκε στο ακροατήριο μάρτυρας επί του ζητήματος αυτού.
Συνεπώς, με όσα δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, με τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.2.2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά της 444/17.1.2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πότε υπάρχει αιτιολογία στην απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως εκπρόθεσμη. Αιτιολογημένη η απόρριψη της εφέσεως του κατηγορουμένου ως εκπρόθεσμης, αφού αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο χρόνος της νόμιμης επιδόσεως και εκείνος της ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει αυτή.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1986/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κοντογιάννη, περί αναιρέσεως της 855, 856/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1451/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ληστείας, με το οποίο προσβάλλεται η προσωπική ελευθερία και η ιδιοκτησία, απαιτείται η άσκηση παράνομης βίας κατά προσώπου ή η εκδήλωση απειλών, ενωμένων με άμεσο κίνδυνο κατά του σώματος ή της ζωής και ταυτόχρονη αφαίρεση κινητού πράγματος, ολικώς ή μερικώς, ξένου, ή, εναλλακτικώς, ο εξαναγκασμός προς παράδοση του πράγματος, με σκοπό την παράνομη, δηλαδή τη χωρίς δικαίωμα ιδιοποίησή τους. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκείμενη περίπτωση, τo Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 885-886/2007 απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη της ληστείας. Ειδικότερα δέχθηκε τα εξής: "Στις 22.10.1996, ο κατηγορούμενος, μαζί με τον σύζυγο της παθούσας ..... και τον Γ1, εδικάζοντο στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων για κακουργηματικές κλοπές από κοινού. Στο Δικαστήριο αυτό παρευρίσκετο και η παθούσα, η οποία έφερε μαζί της, κρυμμένο στα ρούχα της, το ποσόν του 1.000.000 δρχ. για την περίπτωση που ο σύζυγός της καταδικαζόταν και χρειαζόταν να εξαγοράσει την ποινή του. Καταδικασθείς ο ως άνω σύζυγος, με την αναγνωσθείσα κατά τα άνω 970/26.10.96 απόφαση σε κάθειρξη έξη (6) ετών (με την έφεση να μην έχει αναστέλλουσα δύναμη, ενώ ο κατηγορούμενος και ο Γ1 αθωώθηκαν για την ίδια πράξη), η παθούσα απεχώρησε από την αίθουσα του Δικαστηρίου, φέρουσα βέβαια μαζί της το προαναφερθέν χρηματικό ποσό, και επιβιβάστηκε σε λεωφορείο του ΚΤΕΛ με προορισμό το .... Ημαθίας, όπου ήταν η κατοικία της. Περί ώρα 14 της ίδιας ημέρας και ενώ αυτή περίμενε στη στάση του ΚΤΕΛ στα .... Ημαθίας, με την ηλικίας 15 ετών κόρη της, .... (την οποία προηγουμένως είχε πάρει από το σπίτι της πεθεράς της, όπου την είχε αφήσει), διελθών από το σημείο εκείνο ο κατηγορούμενος, οδηγώντας αυτοκίνητο, από το οποίο κατήλθε, επετέθη κατ' αυτής και της κατάφερε με τα χέρια του χτυπήματα στο πρόσωπο και το στήθος (βλ. αναγνωσθείσα ως άνω ιατρική γνωμάτευση) και, σχίζοντας τη μπλούζα της, αφαίρεσε με σωματική βία και παρά την αντίστασή της (αλλά και της κόρης της, που μάταια προσπάθησε να τη βοηθήσει), το χρηματικό ποσόν του 1.000.000 δρχ., που έφερε μαζί της, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Η παθούσα κατήγγειλε αμέσως (σε δύο ώρες) το συμβάν αυτό στο Α.Τ. Αλεξανδρείας, όπου έδωσε κατάθεση η ίδια, ιστορούσε με κάθε λεπτομέρεια το περιστατικό, αλλά και η ανήλικη κόρη της (βλ. κατάθεση της τελευταίας, αναγνωσθείσα, κατά τα άνω, χωρίς την εναντίωση του κατηγορουμένου). Βέβαια ο κατηγορούμενος αρνήθηκε από την αρχή την πράξη του και την αρνείται και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ισχυριζόμενος εντελώς αβάσιμα ότι πρόκειται για πλεκτάνη της παθούσας, επειδή την ημέρα εκείνη καταδικάστηκε ο σύζυγός της, ενώ ο ίδιος αθωώθηκε, αλλά και επειδή είχε χωρίσει την αδελφή της παθούσας και συμβιούσε με άλλη γυναίκα (την οποία σημειωτέον, όπως και τον εραστή της, δολοφόνησε το 2004, εκτίων ποινή δις ισόβιας κάθειρξης - όπως ομολόγησε, απολογούμενος, κατά τα άνω). Επίσης εντελώς αβάσιμος και αναπόδεικτος τυγχάνει και ο υπερασπιστικός ισχυρισμός του ίδιου, ότι, την ώρα της φερόμενης ληστείας, βρισκόταν με φίλους σε άλλο σημείο, σε ταβέρνα, όπου γιόρταζε την αθώωσή του (δεν έφερε μάρτυρες να καταθέσουν σχετικώς, ούτε προσκόμισε κάποιο έγγραφο). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν από την σαφή και κατηγορηματική κατάθεση της παθούσας (που εμμένει στην καταγγελλόμενη από την αρχή πράξη, αδιάφορο αν στο παρόν Δικαστήριο δήλωσε ότι "συγχωρεί" τον κατηγορούμενο), η κατάθεση της οποίας δεν αναιρείται ούτε τίθεται σε αμφιβολία από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης ...... - αδελφού του κατηγορουμένου - ο οποίος δεν ήταν παρών στο περιστατικό και δεν γνωρίζει τίποτα απολύτως γι' αυτό, αλλά και την απολογία του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος ετέλεσε την αξιόποινη πράξη της ληστείας και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής". Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ληστείας, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ. ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Οι λοιποί, διαλαμβανόμενοι στην κρινόμενη αίτηση λόγοι, οι πλείστοι των οποίων πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης είναι απορριπτέοι. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 13/9.7.2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Λάρισας, κατά της 855,856/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ληστεία. Λόγος αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτεται η αίτηση, διότι η προσβαλλομένη έχει επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ληστεία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1985/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2 και ήδη κρατουμένων στις Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Μαρούπα, περί αναιρέσεως της 227/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30 Ιανουαρίου 2007 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, καθώς και στους από 18 Φεβρουαρίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1012/2007.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι επ' αυτών πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β', ς' και ζ' του Νόμου 1729/1987, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Νόμου 2161/1993 και ίσχυε, κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων, "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών τιμωρείται όποιος ... β) πωλεί, αγοράζει, προσφέρει, διαθέτει ή διανέμει σε τρίτους με οποιοδήποτε τρόπο, αποθηκεύει ή παρακαταθέτει ναρκωτικά ή μεσολαβεί σε κάποια από τις πράξεις αυτές,...ζ) Κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της επικράτειας είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο". Με την παραπάνω διάταξη της περιπτώσεως β' τιμωρείται η πώληση και η αγορά των ναρκωτικών. Αγορά και αντιστοίχως πώληση ναρκωτικής ουσίας, κατά την πάγια θέση της Νομολογίας, συνιστά η μεταβίβαση της κυριότητάς της από τον πωλητή στον αγοραστή, κατά τους όρους του άρθρου 513 του Αστικού Κώδικα, η οποία συντελείται με την παραλαβή της από τον αγοραστή ή αντίστοιχα με την παράδοσή της σ' αυτόν από τον πωλητή, αντί του τιμήματος που συμφωνήθηκε γι' αυτόν τον σκοπό.
Συνεπώς, για την τέλεση των αντίστοιχων εγκλημάτων της αγοράς και της πωλήσεως ναρκωτικής ουσίας, απαιτούνται δύο προϋποθέσεις: α) η κατά τους όρους του άρθρου 513 Α.Κ. κατάρτιση της σχετικής συμβάσεως και β) η κατ' ακολουθίαν αυτής της συμβάσεως μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας από τον πωλητή στον αγοραστή, η οποία συντελείται και πραγματώνεται, στην περίπτωση της αγοράς, με την παραλαβή ορισμένης ποσότητάς της από τον αγοραστή, με αντάλλαγμα το τίμημα που συμφωνήθηκε και, αντίστοιχα, στην περίπτωση της πωλήσεως, με την παράδοση ορισμένης ποσότητάς της από τον πωλητή με αντάλλαγμα το τίμημα που συμφωνήθηκε. Εφ' όσον η αγορά και η πώληση ναρκωτικής ουσίας αποτελούν από νομική άποψη αγοραπωλησία κινητού πράγματος, συνεπάγεται ότι η σύνθετη νομική και πραγματολογική δομή της εμπράγματης συμβάσεως μεταβιβάσεως κυριότητας κινητού πράγματος συνιστά την αντικειμενική υπόσταση των σχετικών εγκλημάτων. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση της αγοράς και πωλήσεως ναρκωτικής ουσίας, πρέπει να συνυπάρχουν οργανικά και να συνυφίστανται λειτουργικά όλες οι προϋποθέσεις του πραγματικού της εμπράγματης συμβάσεως, οι οποίες συνιστούν ταυτόχρονα τους δομικούς όρους των αντίστοιχων αντικειμενικών υποστάσεων και τα λειτουργικά όρια της εμβέλειας και της εφαρμογής τους: α) ενοχική σύμβαση αγοράς και πωλήσεως ναρκωτικής ουσίας, που συνάπτεται και καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 513 του Αστικού Κώδικα και είναι απλώς και μόνον υποσχετική. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι "ενοχές" που απορρέουν από τον "οργανισμό" της συμβάσεως αυτής προσομοιάζουν προς τις "ατελείς" ή "φυσικές", δηλαδή τις "μη γνήσιες" ενοχές, αφού οι συγκεκριμένες συμβάσεις καμία δεσμευτικότητα και υποχρεωτικότητα δεν παρουσιάζουν, διότι αφορούν σε πράγμα εκτός συναλλαγής και μάλιστα απαγορευμένης συναλλαγής. β) Παράδοση και παραλαβή της νομής της ναρκωτικής ουσίας. Η παράδοση και παραλαβή της ναρκωτικής ουσίας δεν απαιτείται να γίνει ιδιοχείρως από τους συμβαλλομένους, αλλά μπορεί να πραγματοποιηθεί και με τη διαμεσολάβηση τρίτων προσώπων, που ενεργούν για λογαριασμό τους και αποτελούν άμεσους συνεργούς στις πράξεις της πωλήσεως και της αγοράς ναρκωτικών. γ) Παράδοση και παραλαβή της νομής ορισμένου τιμήματος, δηλαδή χρημάτων. Εξάλλου, όπως σε κάθε σύμβαση πωλήσεως κινητού πράγματος, έτσι και στη σύμβαση πωλήσεως ναρκωτικής ουσίας, τα ουσιώδη της στοιχεία είναι α) ορισμένο κινητό πράγμα, δηλαδή ορισμένη ναρκωτική ουσία, β) ορισμένο τίμημα και γ) συμφωνία των συμβαλλομένων για τα στοιχεία αυτά. Ενόψει των ανωτέρω, αναγκαίο συστατικό στοιχείο της ποινικά κολαζόμενης συμβάσεως αγοραπωλησίας ναρκωτικής ουσίας αποτελεί η συμφωνία για ορισμένη ναρκωτική ουσία και η παράδοση ορισμένης ναρκωτικής ουσίας. Επίσης, ουσιώδες συστατικό στοιχείο της συμβάσεως αγοραπωλησίας ναρκωτικής ουσίας, επομένως και αναγκαίο στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων της αγοράς και της πωλήσεως αποτελεί και η συμφωνία και καταβολή ορισμένου τιμήματος. Δεν είναι όμως αναγκαίο να προσδιορίζεται με ακρίβεια το συγκεκριμένο τίμημα που συμφωνήθηκε, το οποίο μπορεί να παραμένει και άγνωστο, διότι στοιχείο των εγκλημάτων της αγοράς και της πωλήσεως ναρκωτικής ουσίας είναι απλώς και μόνον η συνομολόγηση τιμήματος και όχι ποσοτικά ορισμένου τιμήματος. Εξ άλλου, από τη διάταξη της περιπτώσεως ζ' τιμωρείται η κατοχή των ναρκωτικών. Η έννοια της κατοχής στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από τις έννοιες της νομής και της κατοχής του Αστικού Δικαίου. (ΟλΑΠ 1093/91). Στο ειδικότερο πεδίο της ποινικής καταστολής των εγκλημάτων που αφορούν τις ναρκωτικές ουσίες, έχει επικρατήσει στη Νομολογία ο ακόλουθος βασικός τύπος ορισμού της έννοιας της "κατοχής ναρκωτικών": Κατοχή ναρκωτικών ουσιών είναι η φυσική εξουσίασή τους από τον δράστη, κατά τρόπο ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικής ουσίας είναι αναγκαία η εξακρίβωση και η διαπίστωση της πραγματικής κυριαρχίας πάνω στην ναρκωτική ουσία, διότι στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου έχει σημασία η πραγματική και όχι πλασματική σχέση με το πράγμα που είναι το αντικείμενο της κατοχής και δεν υπάρχει κατοχή χωρίς υλικό στοιχείο.
Συνεπώς είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός του προσώπου που έχει την πραγματική εξουσία διαθέσεως της ναρκωτικής ουσίας. Ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας της κατοχής ναρκωτικής ουσίας είναι αναγκαία, αλλά και επαρκής η βούληση του προσώπου για φυσική εξουσίαση της ναρκωτικής ουσίας. Επομένως, δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη διάνοιας κυρίου. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει, επί καταδικαστικών αποφάσεων, να υπάρχει, όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Χαρακτήρα αυτοτελούς ισχυρισμού έχει και το αίτημα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, για επιβολή μειωμένης ποινής στην περίπτωση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α', δ' και ε' του Ποινικού Κώδικα, για την προβολή δε του ισχυρισμού αυτού, είναι προφανές το έννομο συμφέρον του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 227/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες σε δεύτερο βαθμό, για αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών και καταδικάστηκαν σε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, η οποία προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, διαλαμβάνεται ότι "από την κατάθεση του μάρτυρα της κατηγορίας που εξετάστηκε ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, και ο οποίος αναφέρεται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία των κατηγορουμένων και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενες τέλεσαν τις πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται, της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών και πρέπει να κηρυχθούν ένοχες αυτών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Ειδικότερα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στο Τμήμα Ασφαλείας Αχαρνών είχε περιέλθει η πληροφορία, από ανώνυμες τηλεφωνικές καταγγελίες, ένα εικοσαήμερο περίπου προ της συλλήψεως των παρουσών κατηγορουμένων, ότι αυτές, ήτοι οι Αθιγγανίδες Χ1 και Χ2 πωλούν ναρκωτικά σε τοξικομανείς, τα οποία αποκρύπτουν σε παρακείμενο της οικίας τους χώρο. Κατόπιν τούτου, αστυνομικοί του άνω Τμήματος έθεσαν υπό διακριτική παρακολούθηση την οικία των άνω, η οποία κείται στην περιοχή του ... και επί της οδού ...., στις Αχαρνές. Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, έβλεπαν διάφορα νεαρά άτομα, τα οποία από την εμφάνισή τους έδειχναν ότι είναι τοξικομανείς, να προσεγγίζουν τον χώρο και να έρχονται σε επαφή με τις κατηγορούμενες, χωρίς να μπορούν να εξακριβώσουν, λόγω και της αποστάσεως από την οποία παρακολουθούσαν, εάν ελάμβαναν χώρα συναλλαγές μεταξύ τους. Την ημέρα της συλλήψεως των κατηγορουμένων, ήτοι στις 10.6.2004 και περί ώρα 5 π.μ., αξιοποιώντας σχετική πληροφορία ότι η παραλαβή από τις άνω κατηγορούμενες και ο διαχωρισμός (σπάσιμο) αυτών γίνεται τις πρωινές ώρες, άρχισαν τη διακριτική παρακολούθηση των ανωτέρω. Περί ώρα 6 π.μ., κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, αντελήφθησαν τη δεύτερη κατηγορουμένη, Χ1, να εξέρχεται της οικίας της και, μαζί με τον απολειπόμενο κατηγορούμενο Χ, να κατευθύνονται σε παρακείμενο της οικίας αγρόν. Εκεί η δεύτερη εκ των παρουσών κατηγορουμένων, Χ1, πλησίασε σε μία συκιά και ανέσυρε ένα τεμάχιο καφέ χρώματος (βράχο) και το τοποθέτησε εντός του στηθοδέσμου της. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε σε παρακείμενο της οικίας της χώρο (πλυσταριό - εξωτερική τουαλέτα), όπου τους ανέμενε η πρώτη των παρουσών κατηγορουμένων Χ2, η οποία ήταν καθισμένη σε χαλί και κρατούσε στα χέρια της διάφορες νάιλον συσκευασίες. Οι δύο Αθίγγανες άρχισαν να σπάνε με ψαλίδι τον βράχο, που ήταν ηρωίνη, χρησιμοποιώντας προς τούτο ψαλίδι και να τοποθετούν την ηρωίνη στις διαφανείς συσκευασίες, φτιάχνοντας έτσι φιξάκια, ενώ ο απολειπόμενος κατηγορούμενος, Χ, κρατούσε τσίλιες, παρακολουθώντας από απόσταση δέκα (10) περίπου μέτρων για να μη πλησιάσει κάποιος ανεπιθύμητος. Σε κάποια στιγμή, τον χώρο πλησίασε ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, τον αριθμό κυκλοφορίας του οποίου δεν κατάφεραν να συγκρατήσουν οι αστυνομικοί, και ο απολειπόμενος Χ πήρε κάτι από τη δεύτερη των παρουσών κατηγορουμένων, Χ1, το παρέδωσε στον οδηγό του ΙΧΕ, επέστρεψε στον χώρο που έσπασαν την ηρωίνη και εναπέθεσε στο χαλί το ποσό των 35 ευρώ, το οποίο έλαβε ως τίμημα πωλήσεως ναρκωτικών από τον άνω οδηγό του ΙΧΕ. Ακολούθως, οι αστυνομικοί προσέγγισαν τους κατηγορουμένους και συνέλαβαν αυτούς, ενώ βρήκαν και κατέσχεσαν πάνω στο χαλί ενενήντα δύο (92) συσκευασίες νάιλον διαφανείς, ανισομερείς, που περιείχαν ηρωίνη, συνολικού βάρους δεκαεννέα γραμμαρίων και επτά δεκάτων του γραμμαρίου (19,7), οι οποίες προήρχοντο από το σπάσιμο του άνω βράχου, καθώς και το χρηματικό ποσό των 35 ευρώ, που προερχόταν από την πώληση ποσότητας ναρκωτικών. Τις άνω ποσότητες ηρωίνης είχαν αγοράσει αμφότερες οι παρούσες κατηγορούμενες από Αλβανό ή Αθίγγανο, τα στοιχεία των οποίων αρνήθηκαν να αποκαλύψουν, αντί τιμήματος, το ύψος του οποίου δεν προσδιορίσθηκε. Τις άνω ποσότητες ηρωίνης, που αγόρασαν με σκοπό την εμπορία και κατείχαν ομοίως με τον άνω σκοπό, υπό την έννοιαν ότι εξουσίαζαν από κοινού φυσικά, εις τρόπον ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνουν την ύπαρξη και να διαθέτουν αυτές κατά βούληση. Τέλος, λίγη ώρα πριν από τη σύλληψη, κατά τα άνω, πώλησαν σε άγνωστο άτομο ηρωίνη, το βάρος της οποίας δεν προσδιορίσθηκε, αντί τιμήματος, συμφωνηθέντος και καταβληθέντος τριάντα πέντε (35) ευρώ. Όλα αυτά προκύπτουν από την κατάθεση του μάρτυρος αστυνομικού, που κατέθεσε ενόρκως στο Δικαστήριο, αλλά και από την κατάθεση του απολειπομένου ετέρου μάρτυρος αστυνομικού, η οποία, λόγω του ανεφίκτου της εμφανίσεώς του, αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, οι οποίοι ρητά, κατηγορηματικά, μετά λόγου γνώσεως και εξ ιδίας αντιλήψεως, κατέθεσαν περί των άνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, περί της αξιοπιστίας των οποίων δεν συντρέχει λόγος να αμφιβάλλει το Δικαστήριο, ενισχύονται δε από την ανωμοτί και ενώπιον του ακροατηρίου απολογία της δεύτερης παρούσας κατηγορουμένης, η οποία ομολόγησε ότι αγόρασε και κατείχε με σκοπό την εμπορία τα άνω κατασχεθέντα ναρκωτικά, τα οποία, όπως ρητά ανέφερε στην ανακριτική απολογία, προόριζε να πωλήσει σε τοξικομανείς για να ζήσει τα ανήλικα παιδιά της. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πρώτη παρούσα κατηγορουμένη αρνείται τη συμμετοχή της στις άνω πράξεις, προφανώς λόγω του ότι είναι υπότροπη, καθόσον είχε καταδικασθεί με την υπ' αριθμ. 767/20.5.2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών σε ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών για παράβαση του Νόμου περί ναρκωτικών, ενώ αμφότεροι οι άνω μάρτυρες ρητά κατέθεσαν περί της συμμετοχής της στις άνω πράξεις.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθούν ένοχες οι παρούσες κατηγορούμενες, αγοράς, πωλήσεως και κατοχής ναρκωτικών από κοινού, προς εμπορίαν, χωρίς να είναι τοξικομανείς, αναγνωρισθεί όμως στη δεύτερη παρούσα κατηγορουμένη το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας, καθόσον, από τα έγγραφα της δικογραφίας, προκύπτει ότι, κατά τον χρόνον τελέσεως των άνω αξιόποινων πράξεων, δεν είχε συμπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας. Τουναντίον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν τόσο στο πρόσωπο της ως άνω κατηγορουμένης, όσο και στο πρόσωπο της συγκατηγορουμένης της, οι λοιπές επικαλούμενες ελαφρυντικές περιστάσεις, του προτέρου εντίμου βίου, καθόσον, ως προς μεν την δεύτερη παρούσα κατηγορουμένη, η ίδια κατά την ενώπιον της Ανακριτρίας απολογία της, ανέφερε ότι είχε κατηγορηθεί πάλι για παράβαση του Νόμου περί ναρκωτικών, ως προς δε τη πρώτη από αυτές, από το αναγνωσθέν αντίγραφο του ποινικού της μητρώου, προκύπτει ότι έχει κηρυχθεί ένοχη για παράβαση του Νόμου περί Ναρκωτικών αμετάκλητα και της έχει επιβληθεί ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών, της ειλικρινούς μεταμελείας, διότι η μεν δεύτερη κατηγορουμένη ομολόγησε μεν τις πράξεις που τις αποδίδονται, αλλά από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι μεταμελήθηκε ειλικρινά γι' αυτές, ούτε ότι επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών της αυτών, γεγονός άλλωστε, που δεν είναι εύκολο, ενώ η πρώτη αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή της στις πράξεις αυτές και της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς, καθόσον, δεν αρκεί προς τούτο η καλή διαγωγή στις φυλακές, που είναι καταναγκαστική, λόγω συμμορφώσεώς τους προς τον κανονισμό των φυλακών, εφ' όσον δεν αποδεικνύεται ότι συνοδεύεται και από άλλα στοιχεία.
Συνεπώς, αφού απορριφθεί η συνδρομή των άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να κηρυχθούν οι κατηγορούμενες ένοχες αγοράς, πωλήσεως και κατοχής ναρκωτικών, η δεύτερη υπό τη συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως της μετεφηβικής ηλικίας, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πιο πάνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείουσες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω αναφερόμενες και αναλυόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που ορθώς ερμήνευσε και αιτιολογημένα εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ακόμη, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' είδος, όλα τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αφού αρκεί ότι τα εξετίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, το Δικαστήριο, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών για την αναγνώριση στο πρόσωπό τους των ελαφρυντικών περιστάσεων του προηγούμενου έντιμου βίου, της ειλικρινούς μεταμέλειας και της καλής συμπεριφοράς για αρκετό διάστημα μετά την τέλεση των πράξεων.
Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειουσών, που προβάλλονται ως λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, ενώ οι λοιπές που αφορούν την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις 16 και 17/30.1.2007 αιτήσεις αναιρέσεως, αντιστοίχως, των αναιρεσειουσών 1) Χ1 και 2) Χ2 και ήδη κρατουμένων στην Κεντρική Κλειστή Φυλακή Γυναικών Κορυδαλλού, κατά της 227/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ για κάθε μία αναιρεσείουσα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λόγος αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία εκτείνεται και στην απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών και του αιτήματος για αναγνώριση ελαφρυντικών υπέρ των αναιρεσειουσών. Απορρίπτεται η αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής.
| 0
|
Αριθμός 1984/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Τσέγα, περί αναιρέσεως της 72834/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειο-δικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30.4.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1387/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τις διατάξεις των άρθρων 500 εδ. γ' και 501 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως το εδ. α' της παραγράφου αυτής τροποποιήθηκε με το άρθρο 48 παρ. 1 του ν. 3160/2003, αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου, όπου επιτρέπεται τούτο, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, εφόσον διαπιστώνεται ότι ο εκκαλών κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση για οποιοδήποτε λόγο από τους περιλαμβανόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, ο οποίος, όμως, πρέπει να αναφέρεται σε πλημμέλειες της απορριπτικής αυτής αποφάσεως, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη αιτιολογίας της και όχι σε πλημμέλειες της πρωτόδικης αποφάσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 349 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ), το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, που προβάλλονται από τον εισαγγελέα ή κάποιον από τους διαδίκους ή αυτεπαγγέλτως, ενώ, κατά το εδ. γ' της ίδιας παραγράφου, η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, εκτός αν ειδικοί λόγοι, οι οποίοι αναφέρονται στην απόφαση, δεν το επιτρέπουν. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 349, αν το σημαντικό αίτιο αναγγέλθηκε από τον συνήγορο ή άλλο πρόσωπο για λογαριασμό απόντος διαδίκου και η συζήτηση αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο, η περί αναβολής απόφαση επέχει θέση κλητεύσεώς του. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139, 166 και 169 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, στην περίπτωση που ο εκκαλών κλητεύθηκε με κλήση προς συζήτηση της εφέσεώς του, αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη, η μνεία του αποδεικτικού κλητεύσεώς του και η χρονολογία του, ώστε να προκύπτει η εμπρόθεσμη κλήτευση τούτου, κατά το άρθρο 166 του ΚΠολΔ, ενώ στην περίπτωση της αναβολής σε ρητή δικάσιμο με απόφαση του δικαστηρίου λόγω σημαντικών αιτίων, αρκεί για την αιτιολογία η μνεία της αναβλητικής αποφάσεως και ότι με αυτή αναβλήθηκε η εκδίκαση της εφέσεως και ορίσθηκε ως ρητή δικάσιμος αυτής η ημέρα συζήτησης, κατά την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ανυποστήρικτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 72.834/2005 προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, απέρριψε, ως ανυποστήρικτη, την έφεση του απόντος εκκαλούντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 104.098/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε εκείνος σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών, για την αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, με την εξής αιτιολογία: "Από την με αριθμό 11200/05 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία η συζήτηση της προκειμένης υποθέσεως αναβλήθηκε για σήμερα, σε ρητή δικάσιμο, της οποίας έλαβε γνώση ο εκκαλών κατηγορούμενος, προκύπτει ότι ο προαναφερόμενος κατηγορούμενος και ο αντίκλητος δικηγόρος του κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως να εμφανιστούν σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και να υποστηρίξουν την έφεση που έχουν ασκήσει κατά της 104098/01 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Δεδομένου ότι δεν παρουσιάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 326, 340 και 501 του Κ.Ποιν.Δικ., να απορριφθεί η έφεσή τους ως ανυποστήρικτη". Από την επισκόπηση της παραπάνω 11200/2005 αναβλητικής αποφάσεως, στην οποία επιτρεπτώς προβαίνει ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι, με αυτή, εκδοθείσα κατά τη δικάσιμο της 14.2.2005, αναβλήθηκε η εκδίκαση της εφέσεως του αναιρεσείοντος για τη ρητή δικάσιμο της 23.11.2005, κατά την οποία δεν εμφανίστηκε και απορρίφθηκε η έφεσή του ως ανυποστήρικτη, με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, προκύπτει ότι η αναβλητική απόφαση για τη ρητή δικάσιμο της 23.11.2005 εκδόθηκε κατόπιν αιτήματος του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο αλλ' αντ' αυτού εμφανίστηκε ο ...., ο οποίος και ανήγγειλε για λογαριασμό του το σημαντικό αίτιο της αδυναμίας εμφανίσεώς του και ζήτησε την αναβολή, ανακοινώθηκε δε από τον προεδρεύοντα η ρητή δικάσιμος και η υποχρέωση εμφανίσεως του κατηγορουμένου κατ' αυτήν χωρίς κλήτευσή του. Η απόφαση αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, επέχει θέση κλητεύσεως του αναιρεσείοντος και δεν απαιτείται νέα κλήτευσή του για την άνω ρητή, μετ' αναβολή, δικάσιμο, ούτε ήταν απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας της πληττόμενης αποφάσεως, να μνημονεύεται σ' αυτήν ότι η αναβλητική απόφαση απαγγέλθηκε παρουσία του προσώπου που είχε αναγγείλει το σημαντικό αίτιο και ότι ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της αναβολής. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, παρέθεσε στην απόφασή του τον αριθμό της προηγούμενης αναβλητικής αποφάσεως, αναφέρονται ότι, με αυτήν, είχε ορισθεί ρητή δικάσιμος εκείνη, κατά την οποία αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) εκδόθηκε και δεν εμφανίσθηκε ο εκκαλών και, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διέλαβε στην απόφασή την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, την πληρότητα της οποίας δεν επηρεάζει η κατά πρόδηλη παραδρομή αναγραφή στο σκεπτικό αυτής, ως αριθμού της, του αριθμού της απόφασης που προβλήθηκε με την έφεση, ενόψει και του ότι, στην προμετωπίδα της, αναγράφεται ο ορθός αριθμός της (72.834/2005). Επομένως, ο μοναδικός κατ' ουσίαν, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.4.2007 αίτηση του ......, για αναίρεση της 72.834/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως του Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ανυποστήρικτη. Στην περίπτωση που ο εκκαλών κλητεύθηκε με κλήση προς συζήτηση της εφέσεώς του, αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη, η μνεία του αποδεικτικού κλητεύσεώς του και η χρονολογία του, ώστε να προκύπτει η εμπρόθεσμη κλήτευση τούτου, κατά το άρθρο 166 του ΚΠΔ, ενώ στην περίπτωση της αναβολής σε ρητή δικάσιμο με απόφαση του δικαστηρίου λόγω σημαντικών αιτίων, αρκεί για την αιτιολογία, η μνεία της αναβλητικής αποφάσεως και ότι με αυτή αναβλήθηκε η εκδίκαση της εφέσεως και ορίσθηκε ως ρητή δικάσιμος αυτής η ημέρα συζητήσεως κατά την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ανυποστήρικτη. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως, διότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γίνεται μνεία των ανωτέρω.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 0
|
Αριθμός 1983/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Αθανασίου, περί αναιρέσεως της 6107/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 21 Μαρτίου 2007 δύο χωριστές αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 624/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν αυτόκλητοι, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί. Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνον αναίρεση. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται και για την απόφαση αυτή, η οποία απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη. Στην περίπτωση αυτή, τέτοια αιτιολογία, που να πληροί δηλαδή τις απαιτήσεις των διατάξεων αυτών, προϋποθέτει ότι διαλαμβάνεται στην απόφαση ή το βούλευμα του εφετείου, ο χρόνος της νόμιμης επιδόσεως και εκείνος της ασκήσεως του ένδικου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (ΟλΑΠ 5/1995, 6, 7/1994), χωρίς να απαιτείται ο ειδικότερος προσδιορισμός των κατ' άρθρο 161 παρ. 1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητάς του, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, οπότε η αιτιολογία θα πρέπει να καλύπτει και το θέμα αυτό.
Εν προκειμένω, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η 6107/29.1.2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που απέρριψε ως απαράδεκτες, καθ' ό εκπρόθεσμες, τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά της 156.313/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που τους καταδίκασε για παράβαση του άρθρου 19 του Νόμου 2523/1997, σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους τον καθένα, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική, προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως με την ακόλουθη αιτιολογία: "Από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ. προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως της έφεσης είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ασκηθεί εκπρόθεσμα η έφεση, απορρίπτεται ως απαράδεκτη, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις εκθέσεις εφέσεων των κατηγορουμένων κατά της εκκαλουμένης υπ' αριθ. 156.313/05 αποφάσεως του μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε παρόντων των κατηγορουμένων διά του συνηγόρου τους (άρθρο 340 παρ. 2 ΚΠΔ), στις 21.12.2005. Οι υπό κρίση εφέσεις ασκήθηκαν στις 31.10.2006, μετά πάροδο, δηλαδή, της δεκαήμερης προθεσμίας.
Συνεπώς, οι υπό κρίση εφέσεις, ασκηθείσες εκπροθέσμως, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να καταδικαστούν οι εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα". Ήτοι, αναφέρεται στην ως άνω αιτιολογία ότι η εκδίκαση της υποθέσεως έγινε στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την παρουσία των εκκαλούντων, στις 21 Δεκεμβρίου 2005 και ότι οι κατ' αυτής εφέσεις των αναιρεσειόντων ασκήθηκαν την 31η Οκτωβρίου 2006, δηλαδή μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας, δεν αναφέρεται δε στην αιτιολογία χρόνος νόμιμης επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ούτε αποδεικτικό σχετικό με αυτήν, διότι δεν έγινε επίδοση (ούτε άλλωστε απαιτούνταν να γίνει τέτοια), αφού, όπως προαναφέρεται και όπως προκύπτει και από την παραδεκτώς γενόμενη από το Δικαστήριο τούτο επισκόπηση της εκκαλούμενης αποφάσεως, η συζήτηση της υποθέσεως έγινε με την παρουσία των κατηγορουμένων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο τους. Οι αναιρεσείοντες, προκειμένου να δικαιολογήσουν το εκπρόθεσμο της εφέσεώς τους, ισχυρίστηκαν στις εκθέσεις εφέσεώς τους, ότι ο παραστάς ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πληρεξούσιος δικηγόρος τους, από παραδρομή, δεν άσκησε αυτήν εμπροθέσμως. Τούτο, όμως, δεν συνιστά λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος (Ολ.Α.Π. 5/1005), εφ' όσον δε οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνταν με τις εφέσεις τους άλλους λόγους ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, το Δικαστήριο δεν είχε την υποχρέωση να διαλάβει, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αιτιολογία για την ύπαρξη ή όχι λόγου ανώτερης βίας. Ως εκ περισσού δε, εξετάσθηκε στο ακροατήριο μάρτυρας επί του ζητήματος αυτού.
Συνεπώς, με όσα δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ δεύτερο λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. ΕΠΕΙΔΗ, υπέρβαση εξουσίας που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, με βάση τον γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπερβάσεως σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Εξάλλου, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται και από το άρθρο 2 παρ. 1 του Εβδόμου Πρωτοκόλλου της ίδιας πιο πάνω Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, που κυρώθηκε με τον Ν. 1705/1987, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που καταδικάσθηκε για αξιόποινη πράξη από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ή της απόφασης με την οποία του επιβλήθηκε η ποινή", καθώς και από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει". Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ένδικου μέσου εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, αρκεί οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετρες σε σημείο ώστε να αναιρούν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο ή να αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας, πράγμα που συμβαίνει όταν η προβλεπόμενη από τον νόμο κύρωση είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη προς την παράβαση της διατάξεως του νόμου. Η αρχή της αναλογικότητας αναγνωρίζεται ήδη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο του Συντάγματος, κατά το οποίο οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από τον νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι επιβαλλόμενοι από τον νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι α] αναγκαίοι, υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει άλλος πρόσφορος τρόπος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τη σχετική ρύθμιση σκοπού, και β] να τελούν σε αρμόζουσα αναλογία με αυτόν, έτσι ώστε οι επιπτώσεις που προκαλούνται στον θιγόμενο στο δικαίωμά του να μην είναι δυσανάλογα επαχθείς. Περαιτέρω, σύμφωνα με την ίδια αρχή, η σχέση μεταξύ μέσου και σκοπού πρέπει να είναι εύλογη, ώστε να αποτρέπονται υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες στον θιγόμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι το Δικαστήριο υπερέβη τη δικαιοδοσία του και επήλθε απόλυτη ακυρότητα, λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, συνεπεία της απορρίψεως των εφέσεών τους, διότι απώλεσαν το δικαίωμα για άσκηση εμπρόθεσμης εφέσεως, όχι από δική τους υπαιτιότητα ή πλημμελή άσκηση δικαιώματος, άλλα από πεπλανημένη συμπεριφορά (σύγχυση) του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που παρέστη με εξουσιοδότηση στην πρωτόδικη δίκη, ως προς την εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως , διότι λαθεμένα πίστεψε ότι θα ασκούσε τις εφέσεις μετά την επίδοση της πρωτόδικης αποφάσεως. Οι ανωτέρω αιτιάσεις, περί υπερβάσεως εξουσίας, λόγω παραβάσεως της αρχής της αναλογικότητας, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, διότι, πέραν από τα επικαλούμενα, προς θεμελίωση του λόγου αυτού ως άνω πραγματικά περιστατικά, ταυτόσημα με εκείνα για τα οποία έγινε λόγος παραπάνω, προς δικαιολόγηση του εκπρόθεσμου της εφέσεως, ως συνιστώντα ανώτερη βία, τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν θεμελιώνουν τον ως άνω λόγω υπερβάσεως εξουσίας, δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες άλλα γεγονότα, από τα οποία να προκύπτει ότι οι συνέπειες από την ως άνω απόρριψη των εφέσεών τους είναι ιδιαιτέρως επαχθείς, λαμβανομένων υπόψη τόσο του ύψους των ποινών που επιβλήθηκαν σ' αυτούς, όσο και της απαξίας της αξιόποινης πράξεως, για την οποία αυτοί έχουν καταδικασθεί. Τέλος, αβάσιμη είναι και η αιτίαση των αναιρεσειόντων, που θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ότι δεν μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το αποδεικτικό κλητεύσεως του αντικλήτου των κατηγορουμένων, αφού αυτοί ήσαν παρόντες και δεν προέβαλαν αντίρρηση ως προς την πρόοδο της δίκης.
ΕΠΕΙΔΗ, μετά από αυτά, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες ( άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις 36 και 37/21.3.2007 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, κατά της 6107/29.1.2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λόγοι αναιρέσεως: 1) Υπέρβαση εξουσίας, συνιστάμενη στο ότι παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας, διότι ο αναιρεσείων απώλεσε το δικαίωμα για άσκηση εμπρόθεσμης εφέσεως, όχι από δική του υπαιτιότητα ή πλημμελή άσκηση δικαιώματος, αλλ’ εξ αιτίας πεπλανημένης συμπεριφοράς του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Απορρίπτεται ο λόγος αυτός ως ουσία αβάσιμος. 2) Έλλειψη αιτιολογίας. Απορρίπτεται και ο ως άνω λόγος, διότι ήταν αιτιολογημένη η απόρριψη της εφέσεως του κατηγορουμένου ως εκπρόθεσμης, αφού αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο χρόνος της νόμιμης επιδόσεως και εκείνος της ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει αυτή. Αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι δεν μνημονεύεται στην προσβαλλομένη το αποδεικτικό κλητεύσεως του αντικλήτου των κατηγορουμένων, αφού αυτοί ήταν παρόντες και δεν προέβαλαν αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Απορρίπτεται η αναίρεση στο σύνολό της.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Εφέσεως απαράδεκτο, Αναλογικότητας αρχή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1982/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ανδρέα Τσόλια -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1365/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1287/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία μαζί με την υπ'αριθμ. 447/12-11-2007 πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Το συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 3499/2006 βούλευμά του (= συνδυασμός αιτιολογικού-διατακτικού αυτού)- και με καθολική αναφορά στην οικεία εισαγγελική πρόταση- α) παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών τον Χ1 για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως πορνογραφίας ανηλίκου κατεξακολούθηση πλημμεληματικής μορφής (κατ'επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από πορνογραφία ανηλίκων με εκμετάλλευση της απειρίας και κουφότητας ανηλίκου του άρθρου 348Α παρ. 1, 2 και 3Α ΠΚ) - 348 Α παρ. 1, 2 ΠΚ, 98 ΠΚ - και δη - διότι προμηθεύθηκε κατείχε και έθεσε σε κυκλοφορία από κερδοσκοπία πορνογραφία υλικό στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουαρίου 2005 έως και Νοέμβριο 2005 και ειδικώτερα: "Κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2005 έως τον Νοέμβριο του 2005 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος χωρίς δικαίωμα έλαβε γνώση ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία επεξεργαζόταν, τα ανακοίνωνε και τα καθιστούσε προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος. Συγκεκριμένα ως υπεύθυνος έκδοσης του περιοδικού ........ δεχόταν στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, που διέθετε η εκδότρια του εν λόγω περιοδικού εταιρεία "......", φωτογραφίες ερωτικού περιεχομένου μέσω μηνυμάτων MMS, που είχαν ληφθεί με ψηφιακές κάμερες και κινητά τηλέφωνα και απεικόνιζαν γυναίκες γυμνές ή ημίγυμνες, είτε απόκρυφα μέρη του σώματος τους, είτε ερωτικές περιπτύξεις αυτών. Τις φωτογραφίες αυτές αφού λάμβανε γνώση με τον ως άνω τρόπο δηλαδή με την αποστολή MMS, τις αποθήκευε στους ανωτέρω οκτώ σκληρούς δίσκους ηλεκτρονικών υπολογιστών, τις επεξεργαζόταν ηλεκτρονικά και στη συνέχεια τις δημοσίευσε στα 26, 27, 28, 32, 33, 35, 36 τεύχη του εν λόγω περιοδικού και σε άλλα τεύχη που δεν έχουν προσδιορισθεί από την ανάκριση αναγράφοντας σε κάθε τέτοια φωτογραφία και σχόλια σεξουαλικού περιεχομένου. Την ως άνω πράξη ενεργούσε με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και στην παραπάνω εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος προκειμένου να προσελκύσει αγοραστές καθώς το περιοδικό εκδίδεται και πωλείται πανελληνίως κάθε μήνα και μάλιστα προς επίτευξη του σκοπού αυτού ανέγραφε εντός αυτού ότι κάθε μήνα θα βραβεύεται το καλύτερο MMS με μια δωρεάν συνδρομή στο περιοδικό παροτρύνοντας τους αναγνώστες να συνεχίσουν να στέλνουν φωτογραφίες στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ........gr .
Μερικές από τις φωτογραφίες που έλαβε ο κατηγορούμενος με τον πιο πάνω τρόπο και τις δημοσίευσε στα φύλλα (τεύχη) του περιοδικού μ' αριθμούς 26, 27, 28, 32, 33, 35 36, είχαν ληφθεί από άγνωστους αναγνώστες του περιοδικού με ψηφιακές κρυφές κάμερες και κινητά τηλέφωνα εν αγνοία των προσώπων που απεικονίζονταν σε αυτές γεγονός που προκύπτει από τις στάσεις των εικονιζόμενων προσώπων σε μερικές φωτογραφίες και ειδικά ότι τα εικονιζόμενα πρόσωπα δεν ποζάριζαν για τις φωτογραφίες αλλά αυτές είχαν τραβηχτεί σε ανύποπτο χρόνο και εν αγνοία τους όπως φωτογραφίες γυναικών μέσα με δημόσια μέσα μεταφοράς ή σε αίθουσες διδασκαλίας, στις οποίες φαίνονται τα εσώρουχα τους. Επίσης είχαν ληφθεί και χάριν παιδείας χωρίς όμως να γνωρίζουν οι απεικονιζόμενοι ότι πρόκειται οι φωτογραφίες τους να δημοσιευθούν στο περιοδικό.
Από οκτώ σκληρούς δίσκους υπολογιστή που κατασχέθηκαν εκτυπώθηκαν 30 φωτογραφίες μερικές από τις οποίες αποτυπώνουν ιδιαίτερα αποκαλυπτικές ερωτικές περιπτύξεις και άσεμνες στάσεις. Οι απεικονιζόμενες κατονομάζονται με τα μικρά τους ονόματα, όπως ... ή ...... Η τελευταία είναι η ανήλικη παθούσα Ψ της οποίας η φωτογραφία λήφθηκε από το κινητό της ίδιας με την βοήθεια μιας φίλης της και εντός του δωματίου της λόγω αστεϊσμού. Η φωτογραφία απεικονίζει την ανήλικη ημίγυμνη μόνο με το κάτω εσώρουχο της σε στάση προκλητική. Η φωτογραφία αυτή βρέθηκε μέσα σ' ένα από τους παραπάνω οκτώ σκληρούς δίσκους που κατασχέθηκαν και είχε σταλεί στην ηλεκτρονική διεύθυνση του περιοδικού από την ηλεκτρονική διεύθυνση ........gr από άγνωστο αποστολέα και εν αγνοία της παθούσας. Η φωτογραφία δημοσιεύτηκε στο τεύχος 36 (Νοεμβρίου 2005) και στη σελίδα 41 και εμφανίζει την ανήλικη ημίγυμνη καθήμενη στο κρεβάτι με τα χέρια πίσω και προτεταμένα τα στήθη και καλυμμένο το πρόσωπο της και με σχόλιο επί της φωτογραφίας "θα γινόταν του Ζωολογικού κήπου αν ήμουνα εκεί! .
Επίσης σε άλλα τεύχη του περιοδικού, όπως προαναφέρεται, δημοσιεύτηκαν φωτογραφίες με γυμνά ή ημίγυμνα οπίσθια γυναικών και τα πρόσωπα μικρών ντυμένων αγοριών που έχουν προτεταμένο το μεσαίο δάκτυλο του χεριού τους, χειρονομία που υποδηλώνει πρόκληση σε παρά φύση ασέλγεια (αμερικανικής προέλευσης). Έτσι δημοσιοποιούσε την ιδιωτική ζωή των παραπάνω εικονιζόμενων προσώπων και της ανήλικης παθούσας, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και στην εταιρία παράνομο περιουσιακό όφελος".
β) Αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία κατά του αυτού κατηγορουμένου για τις πράξεις της παραβίασης ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της πορνογραφίας ανηλίκων με εκμετάλλευση της απειρίας αυτών αναφορικά με άσεμνες φωτογραφίες που βρέθηκαν στους σκληρούς δίσκους και δεν δημοσιεύτηκαν δεν αφορούσαν δε την ανήλικη Ψ,γ) έκρινε ότι για την πράξη της παραβίασης του νόμου περί δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και δη ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων για όσες φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν, μεταξύ των οποίων της ανήλικης -ετών 16- Ψ, δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις "αφού αυτός ελάμβανε τις φωτογραφίες χωρίς να γνωρίζει ότι αποτελούσαν προσωπικά δεδομένα και μάλιστα ευαίσθητα, που εν αγνοία των εμφανιζομένων προσώπων είχαν τραβηχτεί και εν συνεχεία εν αγνοία τους είχαν αποσταλεί στο περιοδικό προς δημοσίευση και πάντως για όσες δημοσιεύτηκαν η πράξη αυτή απορροφάται από το έγκλημα της πορνογραφίας ανηλίκων που τιμωρείται βαρύτερα ως πλημμέλημα και ως κακούργημα" (-το τελευταίο δέχθηκε και για την παράβαση του άρθρου 29 ν. 5060/31-) και ως ειδικότερο όταν ο σκοπός του δράστη είναι η γενετήσια εκμετάλλευση.
Στο διατακτικό όμως του άνω βουλεύματος δεν περιελήφθη διάταξη ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για την άνω πράξη, προφανώς ενόψει της άνω αιτιολογίας.
Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε την 539/2006 έφεση εμπροθέσμως ο Χ1-"ως έχων την επιμέλεια και ασκών τη γονική μέριμνα της πολιτικώς εναγούσης, ανήλικης κόρης του Ψ.... διότι δεν ερμηνεύθηκε ορθώς ο νόμος ούτε εκτιμήθησαν ορθώς οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας..... και το συμβούλιο Πλημμελειοδικών αποφάσισε με το εκκαλούμενο βούλευμα να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου..... για την πράξη της παραβίασης ευαισθήτων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και δη αυτής της μερικότερης που τελέσθηκε σε βάρος της εκκαλούσης...." και ειδικότερα διότι προσβάλλονται διαφορετικά έννομα αγαθά και αφετέρου στοιχειοθετείται πλήρως το άνω έγκλημα.
Την έφεση αυτή το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 1365/2007 βούλευμά του έκρινε τόσο τυπικά όσο και ουσιαστικά βάσιμη.
Ειδικώτερα το βούλευμα αυτό, με καθολοκληρία παραπομπή στην οικεία εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι "στοιχειοθετείται εν προκειμένω και το αδίκημα της παραβίασης του νόμου περί δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. Τούτο συμβαίνει διότι το αδίκημα της παράβασης του νόμου περί δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της πορνογραφίας ανηλίκου. Επίσης δεν προσβάλλεται το ίδιο έννομο αγαθό με τα δύο παραπάνω αδικήματα αφού στο μεν πρώτο προστατεύεται η ηθική, σωματική και ψυχική υγεία των ανηλίκων ενώ με το δεύτερο προστατεύονται τα δικαιώματα και οι θεμελιώδεις ελευθερίες των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής (ΑΠ 1205/2000)".
Στη συνέχεια το άνω βούλευμα παραπέμπει τον κατηγορούμενο και για την πράξη αυτή (22 παρ. 4, 6 ν. 2472/97), ήτοι διότι "Κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2005 έως τον Νοέμβριο του 2005 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος χωρίς δικαίωμα έλαβε γνώση ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία επεξεργαζόταν, τα ανακοίνωνε και τα καθιστούσε προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος. Συγκεκριμένα ως υπεύθυνος έκδοσης του περιοδικού ...... δεχόταν στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, που διέθετε η εκδότρια του εν λόγω περιοδικού εταιρεία "......", φωτογραφίες ερωτικού περιεχομένου μέσω μηνυμάτων MMS, που είχαν ληφθεί με ψηφιακές κάμερες και κινητά τηλέφωνα και απεικόνιζαν γυναίκες γυμνές ή ημίγυμνες, είτε απόκρυφα μέρη του σώματος τους, είτε ερωτικές περιπτύξεις αυτών. Τις φωτογραφίες αυτές αφού λάμβανε γνώση με τον ως άνω τρόπο δηλαδή με την αποστολή MMS, τις αποθήκευε στους ανωτέρω οκτώ σκληρούς δίσκους ηλεκτρονικών υπολογιστών, τις επεξεργαζόταν ηλεκτρονικά και στη συνέχεια τις δημοσίευσε στα 26, 27, 28, 32, 33, 35, 36 τεύχη του εν λόγω περιοδικού και σε άλλα τεύχη που δεν έχουν προσδιορισθεί από την ανάκριση αναγράφοντας σε κάθε τέτοια φωτογραφία και σχόλια σεξουαλικού περιεχομένου. Την ως άνω πράξη ενεργούσε με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και στην παραπάνω εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος προκειμένου να προσελκύσει αγοραστές καθώς το περιοδικό εκδίδεται και πωλείται πανελληνίως κάθε μήνα και μάλιστα προς επίτευξη του σκοπού αυτού ανέγραφε εντός αυτού ότι κάθε μήνα θα βραβεύεται το καλύτερο MMS με μια δωρεάν συνδρομή στο περιοδικό παροτρύνοντας τους αναγνώστες να συνεχίσουν να στέλνουν φωτογραφίες στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ......gr .
Μερικές από τις φωτογραφίες που έλαβε ο κατηγορούμενος με τον πιο πάνω τρόπο και τις δημοσίευσε στα φύλλα (τεύχη) του περιοδικού μ' αριθμούς 26, 27, 28, 32, 33, 35 36, είχαν ληφθεί από άγνωστους αναγνώστες του περιοδικού με ψηφιακές κρυφές κάμερες και κινητά τηλέφωνα εν αγνοία των προσώπων που απεικονίζονταν σε αυτές γεγονός που προκύπτει από τις στάσεις των εικονιζόμενων προσώπων σε μερικές φωτογραφίες και ειδικά ότι τα εικονιζόμενα πρόσωπα δεν ποζάριζαν για τις φωτογραφίες αλλά αυτές είχαν τραβηχτεί σε ανύποπτο χρόνο και εν αγνοία τους όπως φωτογραφίες γυναικών μέσα με δημόσια μέσα μεταφοράς ή σε αίθουσες διδασκαλίας, στις οποίες φαίνονται τα εσώρουχα τους. Επίσης είχαν ληφθεί και χάριν παιδείας χωρίς όμως να γνωρίζουν οι απεικονιζόμενοι ότι πρόκειται οι φωτογραφίες τους να δημοσιευθούν στο περιοδικό.
Από οκτώ σκληρούς δίσκους υπολογιστή που κατασχέθηκαν εκτυπώθηκαν 30 φωτογραφίες μερικές από τις οποίες αποτυπώνουν ιδιαίτερα αποκαλυπτικές ερωτικές περιπτύξεις και άσεμνες στάσεις. Οι απεικονιζόμενες κατονομάζονται με τα μικρά τους ονόματα, όπως ... ή ..... Η τελευταία είναι η ανήλικη παθούσα Ψ της οποίας η φωτογραφία λήφθηκε από το κινητό της ίδιας με την βοήθεια μιας φίλης της και εντός του δωματίου της λόγω αστεϊσμού. Η φωτογραφία απεικονίζει την ανήλικη ημίγυμνη μόνο με το κάτω εσώρουχο της σε στάση προκλητική. Η φωτογραφία αυτή βρέθηκε μέσα σ' ένα από τους παραπάνω οκτώ σκληρούς δίσκους που κατασχέθηκαν και είχε σταλεί στην ηλεκτρονική διεύθυνση του περιοδικού από την ηλεκτρονική διεύθυνση ......gr από άγνωστο αποστολέα και εν αγνοία της παθούσας. Η φωτογραφία δημοσιεύτηκε στο τεύχος 36 (Νοεμβρίου 2005) και στη σελίδα 41 και εμφανίζει την ανήλικη ημίγυμνη καθήμενη στο κρεβάτι με τα χέρια πίσω και προτεταμένα τα στήθη και καλυμμένο το πρόσωπο της και με σχόλιο επί της φωτογραφίας "θα γινόταν του Ζωολογικού κήπου αν ήμουνα εκεί! .
Επίσης σε άλλα τεύχη του περιοδικού, όπως προαναφέρεται, δημοσιεύτηκαν φωτογραφίες με γυμνά ή ημίγυμνα οπίσθια γυναικών και τα πρόσωπα μικρών ντυμένων αγοριών που έχουν προτεταμένο το μεσαίο δάκτυλο του χεριού τους, χειρονομία που υποδηλώνει πρόκληση σε παρά φύση ασέλγεια (αμερικανικής προέλευσης). Έτσι δημοσιοποιούσε την ιδιωτική ζωή των παραπάνω εικονιζόμενων προσώπων και της ανήλικης παθούσας, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και στην εταιρία παράνομο περιουσιακό όφελος" , ήτοι χώρησε παραπομπή όχι μόνο για την ρηθείσα πράξη σε βάρος της ανήλικης μόνο αλλά και για όλες τις δημοσιευθείσες φωτογραφίες.
Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 9-7-2007 (βλ. το από ..... αποδεικτικό του Επιμελητή .....) και άσκησε ο ίδιος στις 16.7.2007 ενώπιον του γραμματέα Εφετών Αθηνών την υπ'αριθμ. 149/2007 αναίρεση προβάλλων ως λόγους αναίρεσης α) υπέρβαση εξουσίας και δη διότι το άνω συμβούλιο έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη την έφεση διότι ασκήθηκε από πρόσωπο ή για λογαριασμό προσώπου που δεν είχε λάβει νομοτύπως την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος, β) εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 22 ν. 2472/97 και δη διότι όντως το άρθρο αυτό είναι επικουρικό έναντι του άρθρου 348Α ΠΚ και ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του αφού το πρόσωπο της φερομένης ως παθούσης ήταν καλυμμένο και συνεπώς η ταυτότητα αυτής είναι άγνωστη και ότι δεν αιτιολογεί την γνώση του ότι οι φωτογραφίες είχαν τραβηχτεί και αποσταλεί σ'αυτόν εν αγνοία της εμφανιζομένης και γ) απέρριψε σιγή το αίτημά του περί διενέργειας περαιτέρω ανάκρισης για να αποδειχθεί το τελευταίο στοιχείο (ότι δηλ. η ανήλικη ήταν εν γνώσει της λήψεως της φωτογραφίας και αποστολής αυτής σ'αυτόν)- το οποίο (αίτημα) είχε υποβάλλει με το υπόμνημά του στο ρηθέν συμβούλιο Εφετών.
ΙΙ) Επειδή υπέρβαση εξουσίας υπάρχει και όταν το συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν έχει από το νόμο. (βλ. ΑΠ 3/2005 ολ, ΑΠ 1505/2005, ΑΠ 353/2004 κ.α) και συγκεκριμένα όταν το συμβούλιο Εφετών εξετάζει κατ'ουσίαν την έφεση - υπόθεση αν και η έφεση είναι απαράδεκτη - 476 ΚΠΔ (βλ. ΑΠ 2/90, ΑΠ 1561/2002, ΑΠ 919/97, ΑΠ 804/91 κ.α) και ειδικώτερα όταν δέχεται την έφεση του πολιτικώς ενάγοντος ενώ ο ασκήσας αυτή δεν προέβη σε νομότυπη δήλωση, αλλά και όταν αποφαίνεται πέραν του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (βλ. ΑΠ 1845/88, ΑΠ 228/56, ΑΠ 378/70 κ.α. Μπουρόπουλο Ερμ. ΚΠΔ τομ. α σελ. 430 κείμενο και σημ. 1 και τομ. β σελ. 130, Καρρά ΚΠΔ (2006) σελ. 1053-4).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 480 παρ. 2 ΚΠΔ το δικαίωμα έφεσης έχει ο πολιτικώς ενάγων αν πριν από την έκδοση του βουλεύματος δήλωσε ότι παρίσταται με την ιδιότητα αυτή και δεν έχει αποβληθεί (άρθρα 82-88 ΚΠΔ). Η προϋπόθεση αυτή εξετάζεται μάλιστα αυτεπαγγέλτως διότι συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση (βλ. ΑΠ 52/2004 κ.α.).
'Ετσι εάν η σχετική δήλωση του παραστάντος - που πράγματι νομιμοποιείτο προς παράσταση- δεν είναι νομότυπη, όπως επίσης η δήλωση του παραστάντος, αν και δεν νομιμοποιείτο προς τούτο, καθιστά την ασκηθείσα υπ'αυτού έφεση ως απαράδεκτη (βλ. ΑΠ 52/2002, ΑΠ 352/2003, ΑΠ 532/2002, ΑΠ 1075/2004, ΑΠ 694/2005 κ.α.).
Επειδή δικαιούμενος πολιτικής αγωγής είναι ο αμέσως υποστάς την ηθική βλάβη από την αξιόποινη πράξη (βλ. ΑΠ 1298/2002, ΑΠ 694/2005, ΑΠ 814/2006, ΑΠ 429/2006, ΑΠ 252/2006 κ.ά.), εάν δε αυτός είναι ανήλικος παρίσταται με τους νόμιμους αντιπροσώπους του σύμφωνα με τις διατάξεις του αστικού δικαίου (άρθρο 82 § 2 Κ.Π.Δ.), ήτοι με αυτόν που έχει την επιμέλεια (βλ. ΑΠ 1142/98, ΑΠ 433/2003).
Στην τελευταία περίπτωση αυτός που προβαίνει στη σχετική δήλωση πρέπει να το δηλώσει σχετικά, διότι άλλως εμφανίζεται ότι παρίσταται δι'εαυτόν (βλ. ΑΠ 1737/90 πρ.βλ. ΑΠ 1740/2002, ΑΠ 70/2002, ΑΠ 433/2003, ΑΠ 850/88, ΑΠ 932/88 κ.α.).
Στη σχετική δήλωση πρέπει να περιέχονται και οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται και το σχετικό δικαίωμα παραστάσεως (άρθρο 84 Κ.Π.Δ.). Εξ άλλου ο πολιτικώς ενάγων δικαιούται εφέσεως μόνο απαλλακτικού βουλεύματος και δη σε βαθμό κακουργήματος (βλ. άρθρο 480 § 1 Κ.Π.Δ.), ήτοι βουλεύματος που αποφαίνεται να μην γίνει κατηγορία μετά από έρευνα των πραγματικών γεγονότων, δηλ. της ουσίας. 'Ετσι εάν το συμβούλιο κρίνει ότι τελέσθηκε μεν η πράξη αλλά τα συνιστώντα αυτήν πραγματικά περιστατικά δεν υπάγονται στην ποινική διάταξη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη αλλά σε άλλη κατ'ορθότερον νομικόν χαρακτηρισμό, και παραπέμπει τον κατηγορούμενο, δεν είναι απαλλακτικό αλλά παραπεμπτικό (βλ. Κονταξή Κ.Π.Δ. (2006) υπό 480 και 245, όπου παραπομπές, ΑΠ 1638/82 ΠΧρ ΛΓ 598, ΑΠ 624/71, ΠΧρ ΚΒ 196, Μπουρόπουλο Π. Χρ. ΣΤ 276 σημ. 15, Π Χρ Δ 100, Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία τόμ. Β'(1977) 350 σημ. 30.
'Έστω και αν αποφανθεί να μην γίνει κατηγορία για την απορροφηθείσα διάταξη -διότι δεν συρρέει αληθώς (βλ. ΑΠ 930/2001 Ποιν. Λ 2001 σελ. 2219, ΑΠ 113/90 ΠΧρ Μ 972 = ΝοΒ 38.1382).
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 484 § 2 Κ.Π.Δ. αν η αίτηση για αναίρεση είναι εμπρόθεσμη και νομότυπη, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει και αυτεπαγγέλτως τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 484 § 1 Κ.Π.Δ.
Επειδή -σε σχέση με τον πρώτο λόγον αναίρεσης από την σχετική έρευνα των εγγράφων της δικογραφίας, που είναι απαραίτητη αφού συνάπτεται αναγκαίως με τον λόγον αυτόν - πράγματι, αφού η αξιόποινη πράξη του άρθρου 22 § § 4,6 ν.2472/97 στρέφεται αμέσως κατά της ανηλίκου, ετών 16 Ψ και συνεπώς μόνον αυτή δικαιούται (-δικαιούτο) παράστασης πολιτικώς αγωγής, αυτή μεν δεν προέβη σε δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, ο δε ασκών την επ'αυτής επιμέλεια και ασκήσας την έφεση προέβη σε σχετική δήλωση χωρίς να αναφέρει ότι παρίσταται για λογαριασμόν της (βλ. την από 30-3-2006 εξέτασή του "Δηλώνω παράσταση πολιτικής αγωγής για 45 ευρώ."-) και επομένως κάνω δήλωση σημαίνει ότι δηλώνει παράσταση πολιτικής αγωγής δι'εαυτόν. Εξ'άλλου την ανωτέρω έφεση άσκησε -όπως ελέχθη- με την ιδιότητα του έχοντος την επιμέλεια και την γονική μέριμνα της πολιτικώς εναγούσης- (βλ. την οικεία έκθεση).
Από τα ανωτέρω καταφαίνεται ότι η έφεση ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής και για λογαριασμό προσώπου που δεν είχε δηλώσει τέτοια παράσταση. Επομένως ήταν απαράδεκτη -476 Κ.Π.Δ.- και ως τέτοια έπρεπε το συμβούλιο εφετών να την απορρίψει. 'Ετσι με το να κάνει αυτή τυπικά δεκτή και στη συνέχεια, ουσιαστικά δεκτή, υπερέβη την εξουσία του.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο λόγος αυτός αναίρεσης.
Επίσης το αυτό συμβούλιο με το να παραπέμψει τον κατηγορούμενο και για την πράξη του άρθρου 24 § § 4, 6 ν.2472/97 που αφορά μόνο όχι την ανωτέρω ανήλικη αλλά και όλες τις δημοσιευθείσες φωτογραφίες, αν και η έφεση αναφερόταν μόνον στην ανήλικη αυτή, υπερέβη και αύθις την εξουσία του, αφού η υπόθεση δεν μεταβιβάσθηκε σ'αυτό για τις φωτογραφίες αυτές.
Επίσης το αυτό συμβούλιο με το να παραπέμψει τον κατηγορούμενο αν και η έφεση ήταν απαράδεκτη αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν ήταν απαλλακτικό υπερέβη και αύθις την εξουσία του αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπόκειτο σε έφεση.
Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα εσφαλμένα δέχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 24 § § 4, 6 ν.2472/97 -αφού τούτο προϋποθέτει ότι υπάρχει αρχείο (ενώ κάτι τέτοιο εδώ δεν δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα) -αφ'ετέρου ότι συντρέχει αληθής συρροή μεταξύ των δύο εγκλημάτων, αφού κάτι τέτοιο δεν είναι ορθόν, δεδομένου ότι αμφότερα τα εγκλήματα προσβάλλουν το αυτό έννομον αγαθόν (=προσωπικότητα, ιδιωτική ζωή βλ. άρθρο 1 ν.2472/97 και ΣτΕ 3545/2002 Ποιν.Δικ. 2003. 132 = Νοβ 2003 σελ. 348, αποφάσεις της αρχής προστασίας προσωπικών δεδομένων 510/2000, 52/2003) το δε 348Α ΠΚ είναι ειδικώτερο και νεώτερο σε σχέση με τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και αναφέρεται στο γενετήσιο πεδίο της προσωπικότητας. -πρβλ ΑΠ 810/2007, ΑΠ 628/2006 -σε σχέση με τη φαινόμενη συρροή 348Α ΠΚ και 29 ν.5060/31-Η αναφερόμενη ΑΠ 1205/2000 (=ΠΧρ ΝΑ σελ. 413) είναι άσχετη με το θέμα.
Να σημειωθεί εδώ ότι τα έννομα αγαθά που περικλείονται στο δικαίωμα της προσωπικότητας (τιμή ιδιωτική ζωή, εικόνα, σφαίρα απορρήτου κ.ά.) δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα αλλά επί μέρους εκδηλώσεις, εκφάνσεις ή πλευρές του σχετικού δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητας, όταν δε συντρέχουν πλείονες προσβολές τότε η προσβολή είναι βαρύτερη πρβλ ΑΠ 196/2007 τμ Α1. Σε σχέση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ναι μεν ο σχετικός ισχυρισμός, εάν αληθεύει, θα μπορούσε να άρει το παράνομο της προσβολής (Πρβλ άρθρο 5 ν.2472/96 και ΑΠ 196/97 τμ.Α1), εδώ κάτι τέτοιο είναι προβληματικό διότι η φερόμενη ως συναινούσα είναι ανήλικος και ενόψει του σκοπού και μέσου (=αρχή αναλογικότητας 25 § 1 Συντ), πλήν όμως αυτός είναι αβάσιμος αφού το συμβούλιο αιτιολογημένα δέχεται την ύπαρξη αποχρωσών ενδείξεων ενοχής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω να γίνει τυπικά δεκτή αλλά και ουσιαστικά βάσιμη η υπ'αριθμ. 149/2007 αναίρεση του Χ1, κατά του υπ'αριθμ 1365/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, να αναιρεθεί τούτο και να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ'αριθμ. 539/2006 έφεση του Ψ1 κατά του υπ'αριθμ. 3499/2006 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Αθήνα 17 Σεπτεμβρίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κονταξής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν το συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν έχει από τον νόμο και συγκεκριμένα, όταν το Συμβούλιο Εφετών εξετάζει κατ' ουσίαν την έφεση αν και αυτή είναι απαράδεκτη και ειδικότερα όταν δέχεται την έφεση του πολιτικώς ενάγοντος, ενώ αυτός που την άσκησε δεν προέβη σε νομότυπη δήλωση, αλλά και όταν αποφαίνεται πέραν του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 480 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το δικαίωμα της εφέσεως έχει ο πολιτικώς ενάγων, αν πριν από την έκδοση του βουλεύματος δήλωσε ότι παρίσταται με την ιδιότητα αυτή και δεν έχει αποβληθεί. Η προϋπόθεση αυτή εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, διότι συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση. Έτσι, εάν η σχετική δήλωση εκείνου που παρέστη και πράγματι νομιμοποιούνταν προς παράσταση δεν είναι νομότυπη, όπως επίσης η δήλωση του παραστάντος, αν και δεν νομιμοποιούνταν προς τούτο, καθιστά την έφεση που άσκησε αυτός απαράδεκτη. Δικαιούμενος πολιτικής αγωγής είναι εκείνος ο οποίος υπέστη αμέσως την ηθική βλάβη από την αξιόποινη πράξη και, αν αυτός είναι ανήλικος, παρίσταται με τους νόμιμους αντιπροσώπους του, σύμφωνα με τις διατάξεις του αστικού δικαίου, δηλαδή με αυτόν που έχει την επιμέλεια του προσώπου του. Στην τελευταία περίπτωση, αυτός που προβαίνει στη σχετική δήλωση πρέπει να δηλώσει την εν λόγω ιδιότητά του, διότι διαφορετικά εμφανίζεται ως παριστάμενος για τον εαυτό του. Στη σχετική δήλωση πρέπει να περιέχονται και οι λόγοι, στους οποίους στηρίζεται και το σχετικό δικαίωμα παραστάσεως. Εξ άλλου, ο πολιτικώς ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση μόνο κατά απαλλακτικού βουλεύματος και δη για έγκλημα σε βαθμό κακουργήματος (βλ. άρθρο 480 παρ. 1 ΚΠΔ), ήτοι κατά βουλεύματος που αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία, μετά από έρευνα των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας. Έτσι, εάν το Συμβούλιο κρίνει ότι τελέστηκε μεν η πράξη, αλλά τα πραγματικά περιστατικά, που την συνιστούν, δεν υπάγονται στην ποινική διάταξη, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη, αλλά σε άλλη, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό και παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο, το βούλευμά του αυτό δεν είναι απαλλακτικό, αλλά παραπεμπτικό. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 2 ΚΠΔ, αν η αίτηση για αναίρεση είναι εμπρόθεσμη και νομότυπη, ο Άρειος Πάγος εξετάζει και αυτεπαγγέλτως τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 484 παρ. 1 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τη σχετική έρευνα της δικογραφίας, προκύπτει ότι η αξιόποινη πράξη του άρθρου 22 παρ. 4 και 6 του Νόμου 2472/97 στρέφεται αμέσως κατά της ανήλικης (16 ετών) Ψ. Επομένως, αυτή δικαιούται παραστάσεως πολιτικής αγωγής. Όμως αυτή, δεν προέβη σε σχετική δήλωση, ο δε πατέρας της, που έχει τη γονική μέριμνα και επιμέλειά της, άσκησε την έφεση κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, δηλώνοντας παράσταση πολιτικής αγωγής, χωρίς να αναφέρει ότι παρίσταται για λογαριασμό της ανήλικης παθούσας. Επομένως, η έφεση ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής και για λογαριασμό προσώπου που δεν είχε δηλώσει τέτοια παράσταση, πέρα από το ότι το παραπάνω βούλευμα ήταν παραπεμπτικό (έστω και μετά από μεταβολή της αρχικής κατηγορίας) και δεν υπέκειτο σε έφεση εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντα. Επομένως η έφεση ήταν απαράδεκτη (άρθρο 476 ΚΠΔ) και ως τέτοια, έπρεπε το Συμβούλιο των Εφετών να την απορρίψει. Έτσι, με το να κάνει αυτή τυπικά δεκτή και στη συνέχεια να την δεχθεί και κατ' ουσίαν, υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, οπότε παρέλκει η έρευνα των λοιπών, και η αναίρεση στο σύνολό της, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να κηρυχθεί απαράδεκτη η έφεση (άρθρα 485 παρ.1, 519 ΚΠΔ)..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την 149/2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 κατά του 1365/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο έγινε δεκτή η έφεση του Ψ1 κατά του 3499/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών
Αναιρεί το παραπάνω 1365/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Κηρύσσει απαράδεκτη την ως άνω έφεση
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πορνογραφία εις βάρος ανήλικης. Αναιρείται το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο αντί να κηρύξει απαράδεκτη την έφεση κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, η οποία ασκήθηκε από τον πατέρα της ανήλικης για λογαριασμό του, την δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία. Μετά την αναίρεση κηρύσσεται απαράδεκτη η έφεση (άρθρο 517 παρ. 2 ΚΠΔ).
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπέρβαση εξουσίας, Πορνογραφικό υλικό.
| 0
|
Αριθμός 1981/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κανάκη, για αναίρεση της 15271/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με συγκατηγορουμένη την ........ Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1040/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 349 παρ. 1 και 501 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση υποβολής από τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο αιτήματος αναβολής της δίκης, λόγω αδυναμίας εμφανίσεως αυτού στο ακροατήριο του δικαστηρίου από ανώτερη βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα και απορρίψεως από το δικαστήριο (κατά την ανέλεγκτη κρίση του) του αιτήματος αυτού και στη συνέχεια της εφέσεως, ως ανυποστήρικτης, είναι επιτρεπτή κατά της αποφάσεως αυτής του Εφετείου η άσκηση αναιρέσεως για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ, επομένως και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η αιτιολογία, προβλεπομένη στα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την προσθήκη εδαφίου με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, απαιτείται τόσο για την κύρια απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ανυποστήρικτη, όσο και για την παρεμπίπτουσα, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής. Η πληρότητά της δε προϋποθέτει, για μεν την κύρια απόφαση, αναφορά της προβλεπομένης από το άρθρο 500 εδ. γ' του ΚΠΔ, εμπρόθεσμης κλητεύσεως του εκκαλούντος (και όταν αυτή γίνεται με αναβολή της δίκης σε ρητή δικάσιμο, μνεία μόνο της αναβλητικής αποφάσεως, χωρίς να είναι αναγκαία και η γνωστοποίηση του χρόνου αναβολής), για δε την παρεμπίπτουσα, αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και των αποδείξεων και των συλλογισμών, με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος αναβολής κρίση του. Αν η παρεμπίπτουσα απόφαση δεν αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα, ιδρύει ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Όταν δε, στη συνέχεια, απορρίπτεται η έφεση ως ανυποστήρικτη, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, με τη μορφή της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, ως προς την κύρια (απορριπτική της έφεσης) απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 21.770/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως 4 1/2 ετών για παράβαση του Ν. 2523/1997 κατ' εξακολούθηση, ύστερα από απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης, λόγω σημαντικών αιτίων (ασθένεια αυτού). Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, στις 22 Νοεμβρίου 2006, ζήτησε αναβολή εκδικάσεως της υποθέσεως, λόγω ασθενείας του, αλλά το δικαστήριο, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ασθένεια του κατηγορουμένου καθιστά αδύνατη τη μετακίνησή του και προσέλευση αυτού στο Δικαστήριο, απέρριψε το αίτημα για αναβολή της δίκης, με την παρακάτω αιτιολογία: "Επειδή, στην προσκομιζόμενη από τον εμφανισθέντα ως άγγελο δικηγόρο από .... ιατρική γνωμάτευση βεβαιώνεται ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 πάσχει από παροξυσμό χρόνιου αλλεργικού άσθματος και έχει ανάγκη κατ' οίκον νοσηλείας υπό φαρμακευτική αγωγή, αλλά δεν βεβαιώνεται ότι, εξ αιτίας της ασθένειας αυτής, είναι αδύνατη ή ενέχει κίνδυνο για την υγεία του η μετακίνησή του στο δικαστήριο, πολύ δε περισσότερο δεν βεβαιώνεται ότι δεν ήταν σε θέση να παράσχει πληρεξούσιο έγγραφο σε δικηγόρο, για να τον εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη, κατ' άρθρο 340 παρ. 2 ΚΠΔ. Κατά συνέπεια, το αίτημα αναβολής, που υποβλήθηκε, κατά τα παραπάνω, για λογαριασμό του δευτέρου κατηγορουμένου - εκκαλούντος, λόγω ασθένειάς του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο". Η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση περιέχει την επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού μνημονεύει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το Δικαστήριο για να καταλήξει στη σχετική απορριπτική κρίση του, αναφέρονται δε τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία αυτό θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής και τους συλλογισμούς, με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή. Επομένως, ο συναφής λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η πιο πάνω απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, η αιτίαση δε του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το ότι ο ως άγγελος εμφανισθείς δικηγόρος ανέφερε ότι ο αναιρεσείων "ήταν με το οξυγόνο", είναι αβάσιμη, αφού ο ως άνω άγγελος δεν εξετάσθηκε ως μάρτυς, ώστε να μπορεί να υποστηριχθεί ότι δεν λήφθηκε υπόψη η κατάθεσή του. Μετά την, κατά τα άνω, αιτιολογημένη απόρριψη του αιτήματος αναβολής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, ως ανυποστήρικτη. Κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως, ο αναιρεσείων αιτιάται, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, ότι το Δικαστήριο, απορρίπτοντας ως ανυποστήρικτη την έφεσή του υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του, ισχυριζόμενος κατά λέξη, τα εξής: "Στην περίπτωση που η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει το αίτημα αναβολής δεν αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Όταν δε, στη συνέχεια απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη η έφεση του εκκαλούντος, ο οποίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ., με την μορφή της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, ως προς την κύρια πλέον διάταξη της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμόν 15271/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, αφού απέρριψε το αίτημα αναβολής του εκκαλούντα - κατηγορουμένου με την παρεμπίπτουσα διάταξή της, στη συνέχεια, αφού εξέτασε το νόμιμο της κλητεύσεώς του, απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεση του εκκαλούντα - κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα να υπερβεί την εξουσία του και να υποπέσει στον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως. Όπως προαναφέρθηκε, η παρεμπίπτουσα διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης που απέρριψε το αίτημα αναβολής του εκκαλούντα - κατηγορούμενου δεν περιείχε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από το νόμο και ως εκ τούτου καθίσταται αναιρετέα σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Επομένως, η κύρια διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης που απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη και που στηρίχθηκε επί της ανωτέρω αναιρετέας παρεμπίπτουσας διάταξης καθίσταται και η ίδια αναιρετέα λόγω (αρνητικής) υπέρβασης εξουσίας κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ.". Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρεται, το Δικαστήριο, με πλήρως αιτιολογημένη απόφαση, απέρριψε το αίτημα του εκκαλούντος για αναβολή της δίκης, λόγω σημαντικών αιτίων (άρθρο 349 Κ.Π.Δ.) και, επομένως, ορθώς προχώρησε, στη συνέχεια, στην απόρριψη της εφέσεως ως ανυποστήρικτης, χωρίς να υπερβεί την εξουσία του, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.
Επειδή, μετά την απόρριψη των ως άνω δύο λόγων της αιτήσεως και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 15271/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως που απορρίπτει ως ανυποστήρικτη την έφεση του απόντος εκκαλούντος, ύστερα από απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης. Λόγοι αναιρέσεως: 1ος. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, 2ος. Υπέρβαση εξουσίας ως προς την απόρριψη της εφέσεως. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1980/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέας Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδέλλη, περί αναιρέσεως της 740/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 522/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 70 παρ. 2 περ. θ' στοιχ. αα' του Νόμου 3431/2006 "2. Από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος, καταργούνται:...θ' κάθε γενική ή ειδική διάταξη, γενικού ή ειδικού νόμου ή διατάγματος ή απόφασης, σχετική με τη διαδικασία έκδοσης άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας ειδικών ραδιοδικτύων, που είναι αντίθετη με τον παρόντα νόμο. Ειδικότερα καταργούνται: αα') από το ν.δ. 1244/1972 (Φ.Ε.Κ. 181 Α'), όπως ισχύει, τα άρθρα 9, 10". Κατά το άρθρο 62 παρ. 1, 2 του ίδιου Νόμου, "1. Η παράβαση των όρων της Γενικής Άδειας, των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ή αριθμών, χωρίς να έχει προηγηθεί εκχώρηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, καθώς και η παράνομη εμπορία ή χρήση τερματικού εξοπλισμού και ραδιοεξοπλισμού τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή, ύψους από τρεις χιλιάδες ευρώ, έως ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ. 2. Ο τεχνικός εξοπλισμός και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την τέλεση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων δημεύονται μετά την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, συνάγεται ότι, ναι μεν το άρθρο 10 του ν.δ. 1244/72 καταργήθηκε με το άρθρο 70 παρ. 2 του ν. 3431/2006, πλην όμως η πράξη δεν έπαυσε να είναι αξιόποινη, αφού το άρθρο 2 παρ. 2 Π.Κ., κατά το οποίο, αν μεταγενέστερος νόμος χαρακτήρισε την πράξη όχι αξιόποινη παύει και η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε καθώς και τα ποινικά επακόλουθά της, προϋποθέτει ότι η πράξη κατέστη, με την διάταξη που καταργήθηκε, ανέγκλητη, δηλαδή μη αξιόποινη, γενικά. Δηλαδή, δεν αρκεί μόνη η κατάργηση του νόμου που προβλέπει την ποινή, εάν η πράξη εξακολουθεί να είναι αξιόποινη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ως άνω Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη αυτής της αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 740/2007 απόφασή του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ένοχο, με την ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' του Ποινικού Κώδικα, για το ότι "στη ...... Αττικής, την 25.10.1000, με περισσότερες εκ προθέσεως τελούμενες πράξεις, διέπραξε περισσότερα εγκλήματα και, ειδικότερα, κατά τον προαναφερθέντα χρόνο: 1) κατείχε ραδιοσταθμό, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής. Συγκεκριμένα, αν και δεν έφερε την ως άνω άδεια, κατείχε έναν τηλεπικοινωνιακό δέκτη (ασυρματική συσκευή) μάρκας ALINCO, μοντέλο ..., με αριθμό πλαισίου ....., ο οποίος έχει τη δυνατότητα υποδιαμόρφωσης σημάτων NFM, WFM, AM, CW και SSB και την δυνατότητα λήψεως σημάτων ραδιοδικτύων, κρατικών και μη υπηρεσιών, χωρίς έγκριση κυκλοφορίας ή τύπου ασυρματικής συσκευής. 2) Κατείχε παρανόμως πυρομαχικά και ειδικότερα κατείχε 87 ενεργά αβολίδωτα φυσίγγια κρότου, διαμετρήματος 9 mm KNALL, γερμανικής κατασκευής, αν και αυτό απαγορεύεται". Στην κρίση του αυτή κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του, ότι "από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε της αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις της παράνομης κατοχής ραδιοσταθμού και πυρομαχικών και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και μάλιστα με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α' του Π.Κ., ως συντρεχουσών των προς τούτο προϋποθέσεων. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, στις 25.10.2000, στη ..... και στην επί της οδού ......., κατείχε ραδιοσταθμό, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής. Συγκεκριμένα, αν και δεν έφερε την ως άνω άδεια, κατείχε έναν τηλεπικοινωνιακό δέκτη (ασυρματική συσκευή) μάρκας ALINCO, μοντέλο ..., με αριθμό πλαισίου ......, ο οποίος έχει τη δυνατότητα υποδιαμόρφωσης σημάτων NFM, WFM, AM, CW και SSB και την δυνατότητα λήψεως σημάτων ραδιοδικτύων, κρατικών και μη υπηρεσιών, όπως της Ελληνικής Αστυνομίας, του ΕΚΑΒ, της Πυροσβεστικής, χωρίς έγκριση κυκλοφορίας ή τύπου ασυρματικής συσκευής. Επίσης, κατείχε παράνομα πυρομαχικά και, ειδικότερα, κατείχε 87 ενεργά αβολίδωτα φυσίγγια κρότου, διαμετρήματος 9 mm KNALL, γερμανικής κατασκευής, αν και αυτό απαγορεύεται. Ενόψει τούτων, ο κατηγορούμενος, όπως έχει ήδη αναφερθεί , πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α' καθόσον αυτός, μέχρι του χρόνου τελέσεως των ενδίκων πράξεων, είχε ανεπίληπτο βίο, σε όλους τους τομείς των δραστηριοτήτων του". Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς, επίσης, και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρονται παραπάνω, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αφ' ενός μεν, ορθώς δέχθηκε το Εφετείο, σύμφωνα με όσα και στη μείζονα σκέψη αναφέρονται, ότι η παράβαση του Ν.Δ. 1244/1972 είναι αξιόποινη, αφ' ετέρου δε, οι προεκτεθείσες παραδοχές, που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αποτελούν "επανάληψη του κατηγορητηρίου" και του διατακτικού της τελευταίας, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων και τούτο ανεξαρτήτως του ότι μόνη η επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εφόσον τούτο περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και τις αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν, όπως στην προκείμενη περίπτωση, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως στην κρινόμενη αίτηση, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 3 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9 Μαρτίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 κατά της 740/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράνομή κατοχή πυρομαχικών, κλπ. Λόγοι αναιρέσεως. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπέρβαση εξουσίας. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Οπλοκατοχή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1979/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 και ήδη κρατούμενης στις Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαϊωάννου, περί αναιρέσεως της 45/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαϊου 2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1149/2006.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484, προκειμένου περί βουλευμάτων, και 510 του Κ.Π.Δ., προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως εκ τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως, που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Εξάλλου, έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο την ουσιαστική κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεώς της ισχυρίζεται κατά λέξη ότι η απόφαση είναι αναιρετέα "διότι, κατά παράβαση του νόμου και του Συντάγματος η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται της δεούσης αιτιολογίας, διαφορετικά αντιφάσκει και δεν ερείδεται επί του αποδεικτικού υλικού, δεδομένου ότι το αιτιολογικό αυτής αποτελεί επανάληψη του διατακτικού". Ενόψει των όσων εκτίθενται παραπάνω, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι, κατά το πρώτο του σκέλος, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως σε τι συνίσταται η έλλειψη, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν έχουν ληφθεί υπ' όψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 229/2006 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι, από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε "ότι η κατηγορουμένη, δικηγόρος Πειραιώς, δέχτηκε να χειρισθεί την υπόθεση του Ψ1, που της ανέθεσε τον Ιανουάριο του 1995, λόγω του αυτοκινητιστικού ατυχήματος που είχε υποστεί κατά το έτος 1990 και του εξ αυτού σοβαρού τραυματισμού του και, συνεπεία τούτου, άσκησε την από 22.2.1995 αγωγή του εν λόγω εντολέα της, κατά των ...... και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΓΕΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", με την οποία ζητούσε να του επιδικασθεί το ποσό των 29.730.000 δραχμών, πλέον τόκων και εξόδων. αλλά, ενώ εκκρεμούσε η έκδοση της οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί της ως άνω αγωγής, έπεισε η κατηγορουμένη τον ενάγοντα να υπογράψει το από 27.5.1996 εργολαβικό δίκης, με το οποίο αυτή ανέλαβε εργολαβικώς τη διεξαγωγή της εν λόγω πολιτικής δίκης, μέχρις ότου η υπόθεση να κριθεί αμετακλήτως και δη με ποσοστό 40% του επιδικασθησόμενου συνολικού ποσού. Το ποσοστό αυτό ήταν διπλάσιο από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο του 20%, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 2 και 5, 95 και 97 του ν.δ. 3026/1954 και επί πλέον η συμφωνία αυτή είναι άκυρη, γιατί δεν περιέχει τον όρο ότι, σε περίπτωση αποτυχίας, δεν θα ελάμβανε αμοιβή η κατηγορουμένη δικηγόρος.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 7.078/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αναγνώρισε ότι έπρεπε να καταβάλουν στον ενάγοντα Ψ1 10.805.000 δραχμές, πλέον τόκων και η απόφαση αυτή έγινε τελεσίδικη, γιατί δεν ασκήθηκε έφεση κατ' αυτής και, ακολούθως, η διαληφθείσα εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, κατέβαλε στην κατηγορουμένη δικηγόρο, για λογαριασμό του ανωτέρω ενάγοντος πελάτη της, το ποσό των 17.772.034 δραχμών, για κεφάλαιο και τόκους. Πλην όμως, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι ο εντολέας της έπασχε από σηψαιμία και νέκρωση των κάτω άκρων και, όντας εξαρτημένος από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, παρακολουθούσε πρόγραμμα απεξάρτησης στο ΚΕΘΕΑ και, εντεύθεν, λόγω των εν λόγω σοβαρών προβλημάτων του, αδυνατούσε να επιμεληθεί των υποθέσεών του, καθώς και της εμφανούς απειρίας της μητέρας του, ..... να υποστηρίζει αυτή τα συμφέροντα του γιου της Ψ1, η κατηγορουμένη δικηγόρος της απέδωσε μόνο το ποσό των 4.700.000 δραχμών για λογαριασμό του γιου της, από το διαληφθέν ποσό των 17.772.034 δραχμών, που έλαβε από την εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΓΕΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", για λογαριασμό του εν λόγω πελάτη της, ως εντολοδόχος του. Συγκεκριμένα, η κατηγορουμένη από το εισπραχθέν ως άνω ποσό των 17.772.034 δραχμών, παρακράτησε το ποσό των 7.108.814 δραχμών, που αποτελεί το 40% της ακύρως, κατά τα διαληφθέντα, συμφωνηθείσας αμοιβής της, με το ανωτέρω εργολαβικό δίκης, καθώς και ποσό 1.000.000 δραχμών, που είχε καταβάλει για λογαριασμό του Ψ1 για το δάνειο της ...... το έτος 1996 και, με την προσθήκη και του αποδοθέντος ποσού των 4.700.000 δραχμών, δεν απέδωσε στον εντολέα της το ποσό των 4.963.220 δραχμών, που είχε λάβει στην κατοχή της, ενεργώντας υπό την ιδιότητά της ως εντολοδόχου, δυνάμει του υπ' αριθμόν ...... ειδικού πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Βασιλείου Πετράτου, με το οποίο ο πελάτης της Ψ1 της εμπιστεύτηκε την είσπραξη του επιδικασθέντος υπέρ αυτού ποσού σε βάρος της προαναφερθείσας εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντάς το, χωρίς νόμιμη αιτία στην περιουσία της, ενώ το ποσό αυτό κρίνεται από το Δικαστήριο, κυρίως ως εκ της πενίας του δικαιούχου εντολέως και της διαληφθείσας δεινής κατάστασης της υγείας του, ότι είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Συνεπώς, και εν όψει του ότι η πράξη της κατηγορουμένης έχει διαπραχθεί στον Πειραιά την 18η Φεβρουαρίου του 1998, ήτοι μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 2 του άρθρου 375 του Π.Κ., με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, υπόκειται περίπτωση κακουργηματικής υπεξαιρέσεως αυτής, γιατί το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον στο πρόσωπό της συντρέχει και μία από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρο 375 παρ. 2 Π.Κ. σχέσεις εμπίστευσης του υπεξαιρεθέντος ποσού στην κατηγορουμένη δικηγόρο, λόγω της ιδιότητάς της ως εντολοδόχου και ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι είναι αθώα της κατηγορίας, γιατί δεν οφείλει τίποτα στον ήδη αποβιώσαντα εντολέα της, Ψ1, καθώς και ο επικουρικός ισχυρισμός της ότι η πράξη της δεν συνιστά κακούργημα, αλλά πλημμέλημα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι". Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ένοχη για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε βαθμό κακουργήματος και της επέβαλε ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών. Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο, καταδικάστηκε, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 του Ποινικού Κώδικα, όπως η παράγραφος 2 του ως άνω άρθρου αυτού ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 9 του Νόμου 2408/1996, που εφάρμοσε. Ακόμη, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αρκεί ότι τα εκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεώς της ισχυρίζεται κατά λέξη, όπως αναφέρθηκε, ότι η απόφαση είναι αναιρετέα "διότι, κατά παράβαση του νόμου και του Συντάγματος η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται της δεούσης αιτιολογίας, διαφορετικά αντιφάσκει και δεν ερείδεται επί του αποδεικτικού υλικού, δεδομένου ότι το αιτιολογικό αυτής αποτελεί επανάληψη του διατακτικού". Ενόψει των όσων εκτίθενται παραπάνω, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι, κατά μεν το πρώτο του σκέλος, απορριπτέος, όπως ειπώθηκε, ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, ενώ, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της επαναλήψεως του διατακτικού στο αιτιολογικό, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως εκτίθεται παραπάνω, στην απόφαση περιέχεται η πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτείται από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, χωρίς το αιτιολογικό να αποτελεί επανάληψη του διατακτικού, αλλά με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αυτών (αιτιολογικού και διατακτικού), που αποτελούν, κατά τα ανωτέρω, ενιαίο σύνολο, σε κάθε δε περίπτωση, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθεί, κατά μεν το πρώτο του σκέλος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, κατά δε το δεύτερο σκέλος, ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ., δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο, καθ' υπέρβαση της εξουσίας του, της επέβαλε ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών, ενώ πρωτοδίκως της είχε επιβληθεί ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της πρωτόδικης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, καταδίκασε την αναιρεσείουσα με την 530/2004 απόφασή του σε κάθειρξη έξι (6) ετών.
ΕΠΕΙΔΗ, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' Κ.Π.Δ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απαγγέλθηκε "κεκλεισμένων των θυρών", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της ως άνω αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή απαγγέλθηκε σε δημόσια συνεδρίαση. ΕΠΕΙΔΗ, και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 3 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Μαΐου 2006 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της 45/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2008. Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αόριστοι και αβάσιμοι λόγοι αναιρέσεως. Απορρίπτεται η αναίρεση.
|
Αοριστία λόγου αναιρέσεως
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως.
| 0
|
Αριθμός 1976/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος X, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 930/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουνίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1285/2006.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 534/01.12.2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: I) O X καταδικάστηκε με την υπ'αριθμ. 930/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης σε συνολική ποινή φυλάκισης 5 ετών για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 στοιχ. α, β, γ ν. 1882/90, όπως αντικ. με το άρθρο 23 παρ. 1 ν. 2523/97, κατεξακολούθηση που τέλεσε στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-1996 μέχρι 1-3-2000 αφενός μεν και 1-12-98, 1-5-99, 1-5-99, 1-5-99, 1-3-2000, 1-3-2000, 1-3-2000, αφετέρου και δη διότι παρεβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών του προς το δημόσιο: α) προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής συνολικού ποσού 61.939.839 δραχμών β) προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις καθυστέρησε την καταβολή τριών συνεχών δόσεων συνολικού ποσού 2.586.755.482 δραχμών. Η ανωτέρω απόφαση της καταδίκης κατέστη αμετάκλητη, διότι η κατ'αυτής ασκηθείσα αναίρεση απορρίφθηκε με την υπ'αριθμ. 873/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου (=Ποινικός Λόγος 2004 σελ.1124).
'Ηδη ο ανωτέρω (του οποίου η άνω ποινή μετετράπηκε με την 3117/2005 απόφαση του καταδικάσαντος δικαστηρίου σε μεταγενέστερη δικάσιμο, είναι ανεκτέλεστη) υπέβαλε δια της συζύγου του στις 28-6-2006 ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, ο οποίος τη διαβίβασε στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, την από 26-6-2006 αίτηση επαναλήψεως της κατ'αυτού διαδικασίας αναφέρων ότι από τα προσκομιζόμενα έγγραφα -τα οποία δεν τέθησαν υπόψη του καταδικάσαντος δικαστηρίου- προκύπτει ότι ακυρώθησαν οφειλές αυτού συνολικού ποσού 1.226.696.202 δραχμών και συνεπώς το οφειλόμενο ποσό ήταν 332.477.472 δραχμές (ενώ καταδικάστηκε για ποσό 1.559.173.674 χωρίς προσαυξήσεις) και έτσι καταδικάστηκε άδικα.
ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό, ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής ως νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις κλπ με την προϋπόθεση ότι αυτές, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα, και όχι απλώς πιθανό (βλ. ΑΠ 189/2006, ΑΠ 1703/2005, ΑΠ 785/2000, ΑΠ 1546/84 κ.ά.), ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Επίσης ότι τα νέα γεγονότα ή οι νέες αποδείξεις απαιτείται να ήσαν και άγνωστες στους δικάσαντες, πράγμα που το αρμόδιο για την αίτηση επανάληψης συμβούλιο ερευνά την οικεία δικογραφία, διό αν ευρίσκοντο στη δικογραφία εξάγεται ότι είχον τεθεί υπόψη του δικάσαντος δικαστηρίου (Μπουρόπουλος Ερμ. Κ.Ποιν.Δ. τομ. β 308 κειμ. και σημ. 17, ΑΠ 1494/81). Για την έννοια του αθώου βλ. μόνο ΑΠ 403/76 Π Χρ ΚΣΤ 819. Εξ'άλλου βαρύτερο είναι το έγκλημα όταν μεταβάλλεται το είδος της αξιόποινης πράξης και όχι όταν παρέχεται απλώς η δυνατότητα για πιο ευνοϊκή μεταχείριση του υπαιτίου της (βλ. ΑΠ 288/89, ΑΠ 509/93, ΑΠ 1224/94, ΑΠ 528/2004, ΑΠ 1630/2003, ΑΠ 1701/2002, ΑΠ 246/2005 κ.ά πρ βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. Κ.Π.Δ. τομ. β σελ. 311, Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία, τομ. γ (1977) σελ. 380). Η βαρύτητα δηλ. του εγκλήματος νοείται από άποψη νομικού χαρακτηρισμού (βλ. ΑΠ 403/76) - βλ περιπτωσιολογία σε Κ.Π.Δ. Α. Κονταξή (2006) σελ. 3359-3360.
ΙΙΙ) Ενόψει των ανωτέρω και ανεξαρτήτως του ότι οι σχετικές αποφάσεις με τις οποίες ο αιτών αναφέρει ότι ακυρώθησαν οφειλές αυτού για τις οποίες καταδικάστηκε, δεν αποδεικνύεται ότι είναι αμετάκλητες, και αληθή υποτιθέμενα τα νέα αυτά γεγονότα, δεν καθιστούν τον αιτούντα αθώο, ούτε ότι καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από αυτό που καταδικάστηκε, αφού, όπως και ο ίδιος δέχεται παραμένει υπόλοιπο οφειλής 332.477.472 δραχμές,. Η αφαίρεση με άλλες λέξεις του ποσού στο οποίο αντιστοιχούν οι διαγραφές που αναφέρει δεν καθιστούν, σε σχέση με το υπόλοιπο που παραμένει, την πράξη ελαφρότερη κατ'είδος από αυτήν που καταδικάστηκε. Απλά είναι ζήτημα επιμέτρηση ποινής, που όμως δεν συνιστά λόγον επανάληψης (πρ.βλ ΑΠ 513/75, ΑΠ 403/76, ΑΠ 430/76 ΠΧρΚΕ 843, ΚΣΤ 819, 828 αντίστοιχα).
Έτσι η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω όπως απορριφθεί η από 26-6-2006 αίτηση επανάληψης του X, απορριφθεί δε συνεπώς και το αίτημα αυτού για αναστολή εκτελέσεως της ποινής του.
Επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος του άνω αιτούντος.
Αθήνα 8 Οκτωβρίου 2006
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περιπτ. 2 ΚΠοινΔ η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες, οι οποίες δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως περί επαναλήψεως της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, τα οποία διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό, το οποίο έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, καθόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Βαρύτερο δε έγκλημα, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αιτών, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, υφίσταται, όταν μεταβάλλεται το είδος της αξιόποινης πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαιτίου της ίδιας πράξεως, όπως με την ενδεχόμενη επιβολή ελαττωμένης ποινής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠοινΔ "η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή το σύζυγο του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από το συνήγορό του ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε", κατά δε την παρ. 3 εδ. α' του ίδιου πιο πάνω άρθρου "η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη...".
Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση από 26-6-2006 αίτηση περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 930/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αιτών X καταδικάσθηκε αμετάκλητα για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 στοιχ. α', β', γ' του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατ' εξακολούθηση, και με την οποία (αίτηση) γίνεται επίκληση νέων γεγονότων, αγνώστων στο Δικαστήρι
ο που τον δίκασε, από τα οποία προκύπτει ότι ακυρώθηκαν βεβαιωμένες οφειλές αυτού προς το Δημόσιο συνολικού ποσού 1.226.696.202 δρχ. και τα οποία έτσι καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος για τις αναφερόμενες μερικότερες πράξεις και καταδικάσθηκε άδικα για χρέη του προς το Δημόσιο συνολικού ποσού δρχ. 1.559.173.674, χωρίς προσαυξήσεις, ενώ στην πραγματικότητα το οφειλόμενο συνολικό ποσό ήταν 332.477.472 δρχ., είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις. Παραδεκτώς δε η αίτηση αυτή, - που την υπέβαλε επ' ονόματι και για λογαριασμό του αιτούντος η σύζυγός του A (άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠοινΔ), - εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω στην ουσία και χωρίς να ακουστεί ο αιτών, καθόσον αυτός, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) κατά την ανωτέρω δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε σ'αυτό, ούτε παρέστη με πληρεξούσιο δικηγόρο (βλ. τα από 20-12-2006 και 19-12-2006 αποδεικτικά επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..... και ....., αντίστοιχα).
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της σχετικής δικογραφίας, με την υπ' αριθ. 930/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη, καταδικάσθηκε ο αιτών σε συνολική ποινή φυλακίσεως 5 ετών (που μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως με την υπ' αριθ. 3117/2005 απόφαση του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου) για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη της παραβάσεως του άρθρου 25 παρ. 1 στοιχ. α', β', γ' του ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατ' εξακολούθηση. Συγκεκριμένα κηρύχθηκε αυτός ένοχος του ότι: "Στη ..... και κατά το χρονικό διάστημα από την 1-5-1996 μέχρι την 1-3-2000, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών του προς το Δημόσιο, που εισπράττονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες. Ειδικότερα: Α) προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής: α) την 1-5-1996 ποσού 14.206.719 δραχμών που αφορά παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (οφειλή 7.253.878 συν προσαυξήσεις 7.652.841), οικονομικού έτους 1990, β) την 1-5-1996, ποσού 2.790.378 δραχμών που αφορά παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (οφειλή 1.357.848 συν προσαυξήσεις 1.432.530), οικονομικού έτους 1988, γ) την 1-5-1996, ποσού 6.975,944 δραχμών, που αφορά παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (οφειλή 3.394.620 συν προσαυξήσεις 3.581.324), οικονομικού έτους 1988, δ) την 1-5-1996, ποσού 37.266.798 δραχμών, που αφορά παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους (οφειλή 18.134.695 συν προσαυξήσεις 19.132.103), οικονομικού έτους 1990, ε) την 1-5-1997, ποσού 2.009.322.903 δραχμών, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά (οφειλή 1.092.617.130 συν προσαυξήσεις 916.705.773), οικονομικού έτους 1993, στ) την 1-5-1997, ποσού 3.262.533 δραχμών, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά (οφειλή 1.774.080 συν προσαυξήσεις 1.488.453), οικονομικού έτους 1996, ζ) την 28-4-1998, ποσού 2.210.458 δραχμών, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά (οφειλή 1.382.400 συν προσαυξήσεις 828.058), οικονομικού έτους 1997, η) την 1-2-1999, ποσού 47.190.085 δραχμών, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά (οφειλή 33.255.874 συν προσαυξήσεις 13.934.211), οικονομικού έτους 1987, θ) την 1-2-1999, ποσού 58.505.557 δραχμών, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά (οφειλή 41.230.132 συν προσαυξήσεις 17.275.425), οικονομικού έτους 1988, ι) την 1-2-1999 ποσού 53.315.323 δραχμών, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά (οφειλή 37.572.462 συν προσαυξήσεις 15.742.861), οικονομικού έτους 1989, ια) την 31-3-1999, ποσού 108.928.987 δραχμών, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά (οφειλή 82.210.556 συν προσαυξήσεις 26.718.431), οικονομικού έτους 1987, ιβ) την 31-3-1999, ποσού 72.278.133 δραχμών, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά (οφειλή 54.549.534 συν προσαυξήσεις 17.728.599), οικονομικού έτους 1988, ιγ) την 31-3-1999, ποσού 69.294.620 δραχμών, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά (οφειλή 52.297.826 συν προσαυξήσεις 16.996.794), οικονομικού έτους 1989, ιδ) την 31-3-1999, ποσού 17.062.366 δραχμών, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά (οφειλή 12.877.257 συν προσαυξήσεις 4.185.109), οικονομικού έτους 1990, ιε) την 31-3-1999, ποσού 43.571.596 δραχμών, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά (οφειλή 32.884.223 συν προσαυξήσεις 10.687.373), οικονομικού έτους 1987, ιστ) την 31-3-1999, ποσού 28.911.254 δραχμών, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά (οφειλή 21.819.814 συν προσαυξήσεις 7.091.440), οικονομικού έτους 1988, ιζ) την 31-3-1999, ποσού 27.717.849 δραχμών, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά (οφειλή 20.919.131 συν προσαυξήσεις 6.798.718), οικονομικού έτους 1989, και ιη) την 31-3-1999, ποσού 6.824.946 δραχμών, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά (οφειλή 5.150.903 συν προσαυξήσεις 1.674.043), οικονομικού έτους 1990. Β) προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις, καθυστέρησε την καταβολή τριών συνεχών δόσεων: α) την 1-12-1998, ποσού 2.079.951 δραχμών, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά (οφειλή 1.449.443 συν προσαυξήσεις 630.508), οικονομικού έτους 1998, β) την 1-5-1999, ποσού 3.927.000 δραχμών, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά (οφειλή 3.000.000 συν προσαυξήσεις 927.000), οικονομικού έτους 1989, γ) την 1-5-1999, ποσού 3.927.000 δραχμών, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά (οφειλή 3.000.000 συν προσαυξήσεις 927.000), οικονομικού έτους 1987, δ) την 1-5-1999, ποσού 3.927.000 δραχμών, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά (οφειλή 3.000.000 συν προσαυξήσεις 927.000), οικονομικού έτους 1988, ε) την 1-3-2000, ποσού 13.386.008 δραχμών, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά (οφειλή 12.032.368 συν προσαυξήσεις 1.353.640), οικονομικού έτους 1988, στ) την 1-3-2000, ποσού 5.404.653 δραχμών, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά (οφειλή 4.858.115 συν προσαυξήσεις 546.538), οικονομικού έτους 1989, και ζ) την 1-3-2000, ποσού 5.707.260 δραχμών, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά (οφειλή 5.130.121 συν προσαυξήσεις 577.139), οικονομικού έτους 1990. Δηλαδή συνολικά δεν κατέβαλε στο Δημόσιο ποσό 61.939.839 δραχμών, που αφορά παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και ποσό 2.586.755.482 δραχμών, που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά. Τα παραπάνω δε ποσά βεβαιώθηκαν σε βάρος του στην Η' ΔΟΥ ..... και αναφέρονται αναλυτικά, ως προς την αιτία αυτά οφείλονται και το χρόνο βεβαίωσής τους στην παραπάνω ΔΟΥ, στο συνημμένο πίνακα χρεών, και συγκεκριμένα στα υπό στοιχ. 1, 3, 6, 7, 8, 12, 13, 14, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 30, 32, 38, 40, 41 και 42 αυτού, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος.
(παρατίθεται πίνακας χρεών από
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ, Δ.Ο.Υ. Η' ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ,
ΤΜΗΜΑ: ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ
Διεύθυνση: ΒΑΣ. ΟΛΓΑΣ 188
54008 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, Τηλέφωνο: 031-414782
ΕΙΔΟΣ ΜΕΤΡΟΥ : ΑΙΤΗΣΗ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΩΞΗΣ
Α/Α και ΕΤΟΣ : 45/2000
Α.Φ.Μ. : ...
ΟΝΟΜ/ΜΟ : Χ
(...)
ΣΥΝΟΛΟ: ΔΥΟ ΔΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΕΞΑΚΟΣΙΑ ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΞΙ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΕΝΝΙΑΚΟΣΙΕΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΒΔΟΜΗΝΤΑ ΔΡΑΧΜΕΣ".
)
Ήδη ο αιτών επικαλείται με την κρινόμενη αίτησή του και προσκομίζει ως νέα αποδεικτικά στοιχεία τα πιο κάτω λεπτομερώς μνημονευόμενα έγγραφα, διατεινόμενος ότι από τα στοιχεία των νέων αυτών εγγράφων, τα οποία οι Δικαστές που τον καταδίκασαν δεν γνώριζαν, αποδεικνύεται ότι αυτός είναι αθώος για τις αναφερόμενες στον ειρημένο πίνακα χρεών μερικότερες πράξεις και έτσι καταδικάσθηκε άδικα για χρέη του προς το Δημόσιο συνολικού ποσού δρχ. 1.559.173.674, χωρίς προσαυξήσεις, ενώ στην πραγματικότητα το εκ μέρους του οφειλόμενο συνολικό ποσό ήταν 332.477.472 δρχ. Ειδικότερα, επικαλείται ο αιτών τα εξής: Α) Το βεβαιωμένο ποσό των 33.255.874 δρχ., που αναφέρεται ως οφειλή του (άνευ προσαυξήσεων) στον πίνακα χρεών Ποινικής Δίωξης με Α/Α ..... και είναι καταχωρημένο με Α/Α 12, αποτελεί το 20% του επιβληθέντος προστίμου, ήτοι των 166.279.570 δρχ., από την Η' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης και ότι τη σχετική απόφαση του Προϊσταμένου της εν λόγω Δ.Ο.Υ. ακύρωσε το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (Τμήμα Ε' Τριμελές) με την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 215/2003 οριστική απόφασή του, κατά παραδοχή σχετικής προσφυγής του. Β) Το βεβαιωμένο ποσό των 41.230.132 δρχ., που αναφέρεται ως οφειλή του (άνευ προσαυξήσεων) στον πίνακα χρεών Ποινικής Δίωξης με Α/Α 45/2000 και είναι καταχωρημένο με Α/Α 13, αποτελεί το 20% του επιβληθέντος προστίμου, ήτοι των 206.150.658 δρχ., από την Η' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης και ότι τη σχετική απόφαση του Προϊσταμένου της εν λόγω Δ.Ο.Υ. ακύρωσε το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (Τμήμα Ε' Τριμελές) με την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 2161/2001 οριστική απόφασή του, κατά παραδοχή σχετικής προσφυγής του. Γ) Το βεβαιωμένο ποσό των 37.572,462 δρχ., που αναφέρεται ως οφειλή του (άνευ προσαυξήσεων) στον πίνακα χρεών Ποινικής Δίωξης με Α/Α ..... και είναι καταχωρημένο με Α/Α 14, αποτελεί το 20% του επιβληθέντος προστίμου, ήτοι των 187.862.310 δρχ., από την Η' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης και ότι τη σχετική απόφαση του Προϊσταμένου της εν λόγω Δ.Ο.Υ. ακύρωσε το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (Τμήμα Ε' Τριμελές) με την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 2162/2001 οριστική απόφασή του, κατά παραδοχή σχετικής προσφυγής του. Δ) Το βεβαιωμένο ποσό των 1.092.617.130 δρχ., που αναφέρεται ως οφειλή του (άνευ προσαυξήσεων) στον πίνακα χρεών Ποινικής Δίωξης με Α/Α ..... και είναι καταχωρημένο με Α/Α 30, αποτελεί τη χρηματική ποινή εκ δρχ. 1.092.542.130 και τα δικαστικά έξοδα εκ δρχ. 75.000, ήτοι σύνολο 1.092.617.130 δρχ., που επιβλήθηκαν με την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 2959/1993 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως βεβαιώνει και η Η' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης με την υπ' αρ. πρ. ..... βεβαιώνει που αναφέρεται στα αναγνωσθέντα έγγραφα της 930/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ότι το προαναφερόμενο ποσό (1.092.617.130 δρχ.) είναι διαγραπτέο μετά την ακύρωση της ανωτέρω 2959/1993 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 189/2006 Απόφαση του Αρείου Πάγου και την έκδοση στην συνέχεια της επίσης προσκομιζόμενης, υπ' αριθ. 518/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, αφού παύει να ισχύει ως οφειλή και δεν ίσχυε και κατά την ημέρα της δίκης (11-3-2003) που εκδόθηκε η 930/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης σύμφωνα με τις παραπάνω αποφάσεις (189/06 του Αρείου Πάγου και 518/06 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας). Ε) Το βεβαιωμένο ποσό των 12.032.368 δρχ., που αναφέρεται ως οφειλή του (άνευ προσαυξήσεων) στον πίνακα χρεών Ποινικής Δίωξης με Α/Α ..... και είναι καταχωρημένο με Α/Α 40, αποτελεί το 25% του Φόρου Εισοδήματος που του επιβλήθηκε κατά το φορολογικό έλεγχο για τη χρήση 1987 σε βάρος του και της συζύγου του από εμπορικές επιχειρήσεις και ότι το σχετικό φύλλο ελέγχου φορολογίας εισοδήματος του Προϊσταμένου της Η' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης ακύρωσε το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (Τμήμα Ε' Τριμελές) με την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 592/2005 οριστική απόφασή του, κατά παραδοχή σχετικής προσφυγής του. Στ) Το βεβαιωμένο ποσό των 4.858.115 δρχ., που αναφέρεται ως οφειλή του (άνευ προσαυξήσεων) στον πίνακα χρεών Ποινικής Δίωξης με Α/Α 45/2000 και είναι καταχωρημένο με Α/Α 41, αποτελεί το 25% του Φόρου Εισοδήματος που του επιβλήθηκε κατά το φορολογικό έλεγχο για τη χρήση 1988 σε βάρος του και της συζύγου του από εμπορικές επιχειρήσεις και ότι το σχετικό φύλλο ελέγχου φορολογίας εισοδήματος του Προϊσταμένου της Η' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης ακύρωσε το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (Τμήμα Ε' Τριμελές) με την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 593/2005 οριστική απόφασή του, κατά παραδοχή σχετικής προσφυγής του. Και Ζ) Το βεβαιωμένο ποσό των δρχ. 5.130.121 δρχ., που αναφέρεται ως οφειλή του (άνευ προσαυξήσεων) στον πίνακα χρεών Ποινικής Δίωξης με Α/Α 45/2000 και είναι καταχωρημένο με Α/Α 42, αποτελεί το 25% του Φόρου Εισοδήματος που του επιβλήθηκε κατά τον φορολογικό έλεγχο για τη χρήση 1989 σε βάρος του και της συζύγου του από εμπορικές επιχειρήσεις και ότι το σχετικό φύλλο ελέγχου φορολογίας εισοδήματος του Προϊσταμένου της Η' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης ακύρωσε το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (Τμήμα Ε' Τριμελές) με την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 594/2005 οριστική απόφασή του, κατά παραδοχή σχετικής προσφυγής του. Όμως, σε όλες τις προαναφερόμενες υπό στοιχ. Α', Β', Γ', Ε', ΣΤ' και Ζ' περιπτώσεις δεν αποδεικνύεται, αλλ' ούτε και ο αιτών επικαλείται, ότι οι ειρημένες υπ' αριθ. 215/2003, 2161/2001, 2162/2001, 592/2005, 593/2005 και 594/2005, αντίστοιχα, οριστικές αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης είναι τελεσίδικες, έτσι ώστε να καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος αιτών στις περιπτώσεις αυτές είναι αθώος, ενώ η γενόμενη διαγραφή των αναφερομένων σε καθεμία από τις άνω περιπτώσεις βεβαιωμένων οφειλών του αιτούντος προς το Δημόσιο, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες με επίκληση απ' αυτόν υπ' αριθ. ....., ....., ....., ....., ..... και ....., αντίστοιχα, βεβαιώσεις του Προϊσταμένου της Η' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, οφείλεται στην εκτέλεση των εν λόγω αποφάσεων του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αφού αυτές, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 196 και 198 παρ. 1 και 2 του ΚΔΔ, είναι αμέσως εκτελεστές. Περαιτέρω, στις ανωτέρω υπό στοιχ. Β' και Γ' περιπτώσεις τα προαναφερόμενα νέα στοιχεία δεν ήταν νέα - άγνωστα στους Δικαστές που καταδίκασαν τον αιτούντα, αφού είχαν υποβληθεί σ'αυτούς και δεν λήφθηκαν υπόψη οι ειρημένες υπ' αριθ. 2161/2001 και 2162/2001 οριστικές αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως δέχεται με την κρινόμενη αίτησή του και ο ίδιος ο αιτών (βλ. και τις προσκομιζόμενες με επίκληση απ' αυτόν υπ' αριθ. ..... και ..... βεβαιώσεις του Προϊσταμένου της Η' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, που αναφέρονται στα αναγνωσθέντα έγγραφα της άνω 930/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και στις οποίες μνημονεύονται οι ανωτέρω 2161/2001 και 2162/2001, αντίστοιχα, αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης). Αναφορικά δε με την υπό στοιχ. Α' περίπτωση, πρέπει να λεχθεί ότι η ειρημένη 215/2003 οριστική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε στις 31-1-2003, ήταν γνωστή στον αιτούντα και έπρεπε να υποβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του που τον εκπροσώπησε στη δίκη εκείνη, στην οποία εκδόθηκε η άνω υπ' αριθ. 930/11-3-2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Νέα γεγονότα (ή αποδείξεις) είναι εκείνα που ήταν άγνωστα στο Δικαστήριο, ώστε να μη μπορεί να τα λάβει υπόψη, και στον καταδικασθέντα, ώστε να μη μπορεί να τα προβάλει, γιατί αν ήταν γνωστά έπρεπε να έχουν προβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας. Δεν μπορεί συνεπώς να αποτελέσει εν προκειμένω λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας η έκδοση της άνω υπ' αριθ. 215/2003 οριστικής αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ακυρώθηκε, όπως προεκτέθηκε, η αναφερόμενη απόφαση του Προϊσταμένου της Η' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης και η οποία ήταν γνωστή στον καταδικασθέντα και μπορούσε να προβληθεί απ' αυτόν κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο δεύτερο βαθμό, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στις 11-3-2003. Περαιτέρω, αναφορικά με την ανωτέρω υπό στοιχ. Δ' περίπτωση σε σχέση με τη βεβαιωμένη οφειλή του αιτούντος εκ δρχ. 1.092.617.130 (με Α/Α 30 στον προαναφερθέντα πίνακα χρεών), που αποτελεί τη χρηματική ποινή εκ δρχ. 1.092.542.130 και τα δικαστικά έξοδα εκ δρχ. 75.000, που επιβλήθηκαν σ' αυτόν με την ανωτέρω υπ' αριθ. 2959/1993 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκε αυτός ένοχος για την περιγραφόμενη σ'αυτήν αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως 4 ετών και στην ειρημένη χρηματική ποινή, ίση με την εν τω εσωτερικώ αξία των λαθρεμπορευμάτων, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Με την υπ' αριθ. 189/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε δεκτή η από 23-4-2004 αίτηση του καταδικασθέντος αιτούντος X για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη πιο πάνω υπ' αριθ. 2959/1993 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης - που εκδόθηκε κατ' έφεση κατά της 9339/1992 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης -, αναιρέθηκε (ακυρώθηκε) η εν λόγω 2959/1993 εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για επανάληψη της διαδικασίας στο Τριμελές Εφετείο Λάρισας. Το ενλόγω Δικαστήριο, εκδικάζοντας την έφεση του αιτούντος κατηγορουμένου κατά της άνω 9339/1992 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, περιορίσθηκε με την 518/2006 απόφασή του στην οριστική παύση της ασκηθείσας κατ' αυτού ποινικής διώξεως για την άνω πράξη της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση λόγω παραγραφής, ενώ για την προαναφερθείσα χρηματική ποινή ουδεμία διάταξη διέλαβε στο διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως, στο σκεπτικό της οποίας και μόνο εκτίθεται ότι "η βεβαίωση της χρηματικής ποινής, που έχει γίνει προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ., πρέπει να διαγραφεί, διότι μετά την οριστική παύση της ποινικής διώξεως δεν νοείται η επιβολή τέτοιας ποινής σε βάρος του κατηγορουμένου". Ειδικότερα, στο διατακτικό της άνω 518/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας αναφέρονται, κατά πιστή μεταφορά τα εξής: "ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ με απόντα τον κατηγορούμενο X, ο οποίος εκπροσωπείται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του. ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση αυτού. ΠΑΥΕΙ οριστικά την ποινική δίωξη του ότι στη Θεσ/νίκη με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, στα παρακάτω αναφερόμενα χρονικά διαστήματα εισήγαγε εντός των συνόρων του κράτους εμπόρευμα που υπόκειται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο ή δικαίωμα που εισπράττεται στα Τελωνεία, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε τόπο και χρόνο άλλον από αυτόν που καθορίζεται από αυτή. Οι δασμοί που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο ανέρχονται σε σημαντικό ποσό. Συγκεκριμένο: 1) σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία, πάντως όμως από 1ης έως 31-8-1987, εισήγαγε 121.988 κιλά συμπυκνωμένο γάλα, το οποίο εν συνεχεία πούλησε στον έμπορο τυροκομικών B, αντί του ποσού των 19.137.477 δραχμών με το υπ' αριθμ. ..... τιμολόγιο. Οι δασμοί και λοιποί φόροι που αναλογούσαν στην ανωτέρω ποσότητα και τους οποίους δεν κατέβαλε ανέρχονται στο ποσό των 82.299.800 δρχ. (51.802.800 διαφυγόντες δασμοί + 30.497.000 η εν τω εσωτερικώ αξία), 2) σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα ημερομηνία, πάντως όμως από 1ης έως 30-9-1987, εισήγαγε από το εξωτερικό 239.797 κιλά συμπυκνωμένου γάλακτος, το οποίο εν συνεχεία πούλησε στον ίδιο ως άνω έμπορο με τα υπ' αριθμ. ....., ....., ....., ..... και ..... τιμολόγια αντί του ποσού των 38.021.924 δραχμών, χωρίς να καταβάλλει τους αναλογούντες γι'αυτά δασμούς, τέλη κ.λ.π. δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου από 161.780.250 δραχμές (101.831.000 οι αναλογούντες δασμοί + 59.949.250 η εν τω εσωτερικώ αξία), 3) σε μη εξακριβωθείσα ημερομηνία αλλά πάντως από 1ης έως 30-10-87, α) εισήγαγε 200.940 κιλά συμπυκνωμένου γάλακτος, τα οποία εν συνεχεία επώλησε στον παραπάνω έμπορο τυροκομικών αντί συνολικού ποσού 31.949.460 δραχμών και εξέδωσε τα υπ' αριθμ. ....., ..... και ..... τιμολόγια, χωρίς να καταβάλλει τους αναλογούντες γι' αυτά δασμούς κ.λ.π. δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου από 135.564.700 (αναλ. δασμοί 85.330.200 + 50.234.500 η εν τω εσωτερικώ αξία) και β) εισήγαγε 70 τεμάχια ελαστικά επίσωτρα, τα οποία εν συνεχεία, επώλησε στην "Α.Ε. ....." με το υπ' αριθμ. .... τιμολόγιο αντί ποσού 12.283.300 δρχ., χωρίς να καταβάλλει τους αναλογούντες δασμούς κ.λ.π. δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου από 2.466.000 δραχμές (δασμοί και λοιποί φόροι 500.000+1.966.000 η εν τω εσωτερικώ αξία), 4) σε μη εξακριβωθείσα ημερομηνία αλλά πάντως από 1ης ως 20-11-1987 εισήγαγε 178.987 κιλά συμπυκνωμένου γάλακτος, τα οποία εν συνεχεία επώλησε στον παραπάνω B με το υπ' αριθμ. ..... τιμολόγιο, αντί ποσού 28.838.385 δραχμών, χωρίς να καταβάλλει τους αναλογούντες δασμούς, φόρους, τέλη κ.λ.π. δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου που ανέρχονται στο ποσό των 120.754.550 δραχμών (διαφυγόντες δασμοί κ.λ.π. φόροι 76.007.800+44.746.750 η εν των εσωτερικώ αξία), 5) σε μη επακριβωθείσες ημερομηνίες του χρονικού διαστήματος από 1-8-1987 έως 23-1-1988 εισήγαγε 383.880 κιλά συμπυκνωμένου γάλακτος, το οποίο στη συνέχεια πούλησε στην "..... Ο.Ε." αντί του συνολικού ποσού των 59.198.633 δραχμών με τα υπ' αριθμ. ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ..... και ..... τιμολόγια, χωρίς να καταβάλλει τους αναλογούντες γι' αυτά δασμούς και λοιπά δικαιώματα, του Ελληνικού Δημοσίου από 259.059.200 δραχμές (163.021.700 οι διαφυγόντες δασμοί + 96.037.500 η αξία στο εσωτερικό), 6) σε μη εξακριβωθείσα επακριβώς ημερομηνία αλλά πάντως από 1ης έως 23-5-1988 εισήγαγε 32.000 κιλά χημικών ουσιών, την ποσότητα δε αυτή εν συνεχεία επώλησε στην ΒΙΟΣΤΑΜΠ ΑΒΕΕ αντί του ποσού των 11.333.200 δραχμών με τα υπ' αριθμ. ....., ..... και ..... τιμολόγια, χωρίς να καταβάλλει τους αναλογούντες δασμούς τέλη κ.λ.π. δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου από 11.084.900 δραχμές (δασμοί κ.λ.π. φόροι 2.418.900 + 8.666.000 ή εν τω εσωτερικώ αξία), 7) σε μη εξακριβωθείσες ημερομηνίες του χρονικού διαστήματος από 1-1-1988 έως 27-10-1989 εισήγαγε εξαρτήματα φορτηγών αυτοκινήτων και δη: 213 αεροθαλάμους, 2.919 επίσωτρα ελαστικά και 1159 ζάντες, τα οποία στη συνέχεια πούλησε στην "Α.Ε. ....." με τα υπ' αριθμ. ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ..... τιμολόγια, χωρίς να καταβάλλει τους αναλογούντες δασμούς από 27.447.240 δραχμές (διαφυγόντες δασμοί 5.576.980+21.870.340 δρχ. η εν τω εσωτερικώ αξία), 8) σε μη εξακριβωθείσα ημερομηνία του τελευταίου εξαμήνου του 1989, δηλαδή από τον Ιούλιο έως τον Δεκέμβριο του έτους 1989, εισήγαγε Α) 2.500 κιλά νήμα βαμβακερό, το οποίο στη συνέχεια πούλησε στην "...... Ο.Ε." με το υπ'αριθμ. ..... τιμολόγιο αντί του ποσού των 725.000 δραχμών. Για το παραπάνω εμπόρευμα δεν κατέβαλε τους αναλογούντες δασμούς, φόρους, τέλη και τα λοιπά δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου από 1.641.100 δραχμές (δασμοί 335.200 + 1.305.900 η εν τω εσωτερικώ αξία) και Β) 23.000 τεμάχια βελόνες, πλεκτομηχανής, τα οποία στη συνέχεια πούλησε στην ανώνυμη εταιρεία "..... Α.Ε." αντί του ποσού των 2.982.070 δραχμών με το υπ' αριθμ. ..... τιμολόγιο, χωρίς να έχει καταβάλει τους αναλογούντες δασμούς και τα λοιπά δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 1.642.900 δραχμών (δασμοί κ.λ.π. 308.000+1.334.900 δρχ. η εν τω εσωτερικώ αξία). Και 9) σε μη εξακριβωθείσες ημερομηνίες του χρονικού διαστήματος από τον Απρίλιο του έτους 1988 έως 22 Σεπτεμβρίου 1989 εισήγαγε γάλα συμπυκνωμένο καθώς και δύο (2) λέβητες 6 κυβ. δύο καυστήρες και τέσσερες βραστήρες, τα οποία στη συνέχεια πούλησε στο Γ, τυροκόμο, δυνάμει των υπ' αριθμ. ....., ....., ....., ....., ....., ..... και ..... τιμολογίων αντί του ποσού των 8.122.642 δραχμών. Για τα παραπάνω εμπορεύματα δεν κατέβαλε τους αναλογούντες δασμούς, φόρους, τέλη και λοιπά δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου που ανέχονται στο συνολικό ποσό των δραχμών 36.456.740 (δασμοί κ.λ.π. 19.181.740 + 17.275.000 η εν τω εσωτερικώ αξία). Συνολικά απέφυγε για όλα τα προαναφερθέντα εμπορεύματα να καταβάλει στο Ελληνικό Δημόσιο τους δασμούς, φόρους, τέλη και τα λοιπά δικαιώματά του, από 1.092.542.130 δραχμές (ένα δις ενενήντα δύο εκατομμύρια πεντακόσιες σαράντα δύο χιλιάδες εκατόν τριάντα δραχμές), (διαφυγούσα αξία 427.391.890 + 665.150.240 δραχμές οι δασμοί κ.λπ.)". Λαμβανομένου δε υπόψη ότι επί λαθρεμπορίας, έστω και αν παύσει οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη που ασκήθηκε για την πράξη αυτή κατά του κατηγορουμένου, η επιβληθείσα σ'αυτόν χρηματική ποινή εξακολουθεί να υφίσταται (ΑΠ 1934/2007, 11/2002), και στην προκείμενη περίπτωση η άνω χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί στον αιτούντα δεν έχει ακυρωθεί αλλά εξακολουθεί να υπάρχει και μετά την ειρημένη οριστική παύση της κατ' αυτού ασκηθείσας ποινικής διώξεως για την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση με την προλαβούσα υπ' αριθ. 518/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, εντεύθεν δε δεν υφίσταται θέμα διαγραφής του κατά τα ανωτέρω βεβαιωμένου ποσού των δραχμών 1.092.542.130, που αναφέρεται ως οφειλή του αιτούντος στον άνω πίνακα χρεών με Α/Α 30 και αποτελεί την επιβληθείσα σ'αυτόν πιο πάνω χρηματική ποινή, ίση, όπως προαναφέρθηκε, με την εν τω εσωτερικώ αξία των άνω λαθρεμπορευμάτων. Άλλωστε, ο αιτών δεν προσκομίζει, αλλ' ούτε και επικαλείται, στοιχεία για τη διαγραφή από την αρμόδια Η' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης του ειρημένου χρέους του. Επομένως, δεν μπορούν να αποτελέσουν εν προκειμένω λόγω επαναλήψεως της διαδικασίας οι προσκομιζόμενες με επίκληση από τον αιτούντα πιο πάνω υπ' αριθ. 189/2006 και 518/2006 αποφάσεις του Αρείου Πάγου και του Εφετείου Λάρισας, αντίστοιχα, ως νέα στοιχεία, άγνωστα στους Δικαστές που τον καταδίκασαν και τα οποία κάνουν φανερό, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι αυτός καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Άλλωστε δε, πρέπει να σημειωθεί, αναφορικά με όλες τις προαναφερθείσες επτά (7) μερικότερες πράξεις του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 25 παρ. 1 στοιχ. α', β', γ' του ν. 1882/1990, όπως αντικ. από το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε, κατά τα ανωτέρω, ο αιτών με την υπ' αριθ. 930/2003 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ότι η φερόμενη άποψη περί του ότι επί κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, όταν για μερικότερες πράξεις του αποδεικνύεται ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος, φέρεται τότε να καταδικάσθηκε αυτός άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, έχει εφαρμογή όταν η καταδίκη αφορούσε κακουργηματική πράξη κατ' εξακολούθηση και για το χαρακτηρισμό της αυτό λήφθηκε υπόψη το σύνολο των μερικοτέρων πράξεων και μετά την αθώωση του καταδικασμένου για κάποιες από τις πράξεις αυτές του εν λόγω εγκλήματος δημιουργείται πλέον αμφιβολία για το χαρακτηρισμό αυτού ως κακουργήματος. Σε κάθε άλλη, όμως, περίπτωση, όπως και εν προκειμένω, δεν πρόκειται για καταδίκη (του καταδικασμένου) για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, αφού η αφαίρεση των ποσών, στα οποία αντιστοιχούν οι επικαλούμενες από τον αιτούντα διαγραφές των άνω μερικότερων χρεών του προς το Δημόσιο, δεν καθιστά, σε σχέση με το υπόλοιπο χρέος του που παραμένει, την πιο πάνω εξακολουθητική αξιόποινη πράξη του ελαφρότερη κατ' είδος από αυτήν για την οποία καταδικάσθηκε, καθόσον in abstracto η ποινή είναι η αυτή και μετά την αφαίρεση μερικότερων πράξεων. Απλά στην περίπτωση αυτή το καταδικάσαν Δικαστήριο θα επέβαλε στον αιτούντα μικρότερη, in concreto, ποινή, πράγμα, όμως, το οποίο δεν συνιστά, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, από τα πιο πάνω προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, εκτιμώμενα είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των πιο πάνω μερικοτέρων πράξεων του άνω εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε αμετάκλητα, ούτε ότι καταδικάσθηκε αυτός άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Επομένως, πρέπει η υπό κρίση αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, εντεύθεν δε να απορριφθεί ως άνευ αντικειμένου και το αίτημα για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που έχει επιβληθεί στον αιτούντα με την πιο πάνω αμετάκλητη ήδη απόφαση. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26 Ιουνίου 2006 αίτηση του X για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που έχει περατωθεί με την 930/2003 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και το αίτημα αυτού για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του έχει επιβληθεί με την ίδια απόφαση. ΚαιΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2007. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας ο Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Μάμαλης ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως. Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας (άρθρ. 525 § 1 περ. 2 ΚΠΔ). Καταδίκη του αιτούντος με την ήδη αμετάκλητη 930/2003 απόφαση Τριμελούς. Εφετείου Θεσσαλονίκης για παράβαση του άρθρου 25 §1 στοιχ. α΄, β΄, γ΄ του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 §1 του Ν. 2523/1997, κατ’ εξακολούθηση. Επίκληση νέων αγνώστων στοιχείων (οριστικών αποφάσεων του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών), από τα οποία προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος, η αθωότητά του για διαγραφέντα μερικότερα χρέη του (περιπτώσεις Α΄, Β΄, Γ΄, Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄ και Ζ΄ της αιτήσεως). Ως προς όλες τις άνω περιπτώσεις δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία των άνω αποφάσεων. Ως προς τη Α΄ περίπτωση: η σχετική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου ήταν γνωστή στον αιτούντα και δεν προβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας. Ως προς τις Β΄ και Γ΄ περιπτώσεις: οι σχετικές αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου ήταν γνωστές στους Δικαστές που τον καταδίκασαν, δεν λήφθηκαν υπόψη. Αναφορικά με τη Δ΄ περίπτωση: Επίκληση της ΑΠ 189/2006 απόφασης που ακύρωσε την 2959/1993 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/κης (καταδίκη του αιτούντος για λαθρεμπορία σε φυλάκιση και χρηματική ποινή, που αναφέρεται στον πίνακα χρεών με α/α 30) και παραπέμφθηκε η υπόθεση για επανάληψη διαδικασίας στο Τριμελές Εφετείο Λάρισας. Το τελευταίο με την 518/2006 απόφασή του έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την πράξη της λαθρεμπορίας κατ’ εξακολούθηση, ενώ ουδεμία διάταξη διέλαβε στο διατακτικό του για την επιβληθείσα χρηματική ποινή, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται και στην περίπτωση ΠΟΠΔ για λαθρεμπορία, λόγω παραγραφής, όπως εν προκειμένω, και εντεύθεν δεν υπάρχει θέμα διαγραφής του σχετικού πιο πάνω χρέους. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση επί κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος, και μετά την αφαίρεση μερικότερων πράξεών του λόγω διαγραφής σχετικών μερικότερων χρεών του κατηγορουμένου, δεν καθίσταται η εξακολουθητική αξιόποινη πράξη αυτού (κατηγορουμένου) ελαφρότερη κατ’ είδος από εκείνη για την οποία αυτός καταδικάστηκε, αλλ’ απλώς το καταδικάσαν Δικαστήριο θα επέβαλε σ’ αυτόν μικρότερη ποινή, πράγμα όμως το οποίο δεν συνιστά λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας. Απορρίπτει την αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας καθώς και το αίτημα για αναστολή εκτέλεσης της ποινής που είχε επιβληθεί.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 2
|
Αριθμός 1975/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 128/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Απριλίου 2008 αίτησή του καθώς και στους από 22 Οκτωβρίου 2007 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 796/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 235 ΠΚ, όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 2 του Ν.2808/2000, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος που απαιτεί ή δέχεται ή προσφέρεται να δεχθεί δώρα ή άλλα ανταλλάγματα που δεν δικαιούται ή την υπόσχεση τέτοιων δώρων ή ανταλλαγμάτων για ενέργεια ή παράλειψή του μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, η οποία είναι αντίθετη στα καθήκοντά του ή ανάγεται στην υπηρεσία του. Μετά την ως άνω αντικατάστασή του το ίδιο άρθρο ορίζει ότι τιμωρείται με την ανωτέρω ποινή ο υπάλληλος, ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτον ωφελήματα οποιασδήποτε φύσεως ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι από την έναρξη ισχύος του Ν.2802/2000 (στις 3-3-2000) η προβλεπόμενη από το άρθρο 235 ΠΚ αξιόποινη πράξη της παθητικής δωροδοκίας του υπαλλήλου στοιχειοθετείται μόνον για τις μελλοντικές ενέργειες ή παραλείψεις του, ενώ προκειμένου για τελειωμένη ήδη ενέργεια ή παράλειψη η πράξη αυτή κατέστη ανέγκλητη. 'Ετσι, για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας) μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση του άρθρου 235 ΠΚ απαιτείται, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ.α' και 263 α ΠΚ, η από μέρους αυτού του ιδίου ή μέσω άλλου απαίτηση ή αποδοχή ωφελημάτων που δεν δικαιούται ή αποδοχή υποσχέσεως προς παροχή αυτών (ωφελημάτων) για ενέργεια ή παράλειψή του μελλοντική που ανάγεται ή αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του. Είναι δε αδιάφορο αν η ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου πραγματοποιήθηκε ή αν αυτός σκόπευε ειλικρινά να την πραγματώσει (Ολ.ΑΠ 6/1998, 1778/1993). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για παθητική δωροδοκία αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. 'Ελλειψη της απαιτούμενης με την ανωτέρω έννοια αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως υπάρχει και όταν, κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που ανάγονται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, παρατηρείται, είτε στην αυτοτελή αιτιολογία της αποφάσεως είτε μεταξύ των εκτιθεμένων στο αιτιολογικό της και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό, ασάφεια ή αντίφαση. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 128/2007 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, κήρυξε ένοχο παθητικής δωροδοκίας κατ'εξακολούθηση τον ήδη αναιρεσείοντα και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το δικάσαν Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος, όντας υπάλληλος της Δ/νσης Συγκοινωνιών του νομού ..., στον οποίο νόμιμα είχε ανατεθεί η άσκηση υπηρεσίας μετατροπής των αδειών οδήγησης αυτοκινήτων ή μοτοσυκλετών, που εκδόθηκαν από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, των οποίων οι κάτοχοι είναι ομογενείς προερχόμενοι από τις χώρες αυτές και οι οποίοι εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Ελλάδα, σε αντίστοιχης κατηγορίας ή υποκατηγορίας ελληνικές άδειες οδήγησης, κατά τους αναφερόμενους στο διατακτικό της παρούσας χρόνους, απαίτησε και έλαβε από τους ομογενείς Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ, Λ, Μ, Ν, Ξ και Ο, τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας χρηματικά ποσά, προκειμένου να προβεί στη παραπάνω ενέργεια [μελλοντική] της μετατροπής δηλαδή των αδειών οδήγησης, η οποία ανάγεται στα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί από την υπηρεσία του. Τη κρίση του αυτή στηρίζει ιδιαίτερα το Δικαστήριο στις αναγνωσθείσες [χωρίς να αντιλέξει ο κατηγορούμενος] ένορκες καταθέσεις των προδιαληφθέντων ομογενών ενώπιον της Ανακρίτριας Δράμας, όπου αυτοί αναφερόμενοι επί πλέον και στις δοθείσες προανακριτικά καταθέσεις τους, μετά λόγου γνώσεως καταθέτουν ότι έδωσαν χρήματα στον κατηγορούμενο για να προβεί αυτός στην προεκτεθείσα νόμιμη μελλοντική ενέργεια του, παρά τα όσα διαφορετικά ισχυρίσθηκαν εξεταζόμενοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ενόψει αυτών στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη της παθητικής δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση και επομένως πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως αυτής κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας". Κατά δε το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος διότι "Στη ... στους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος τέλεσε την άδικη πράξη της παθητικής δωροδοκίας-δωροληψίας ήτοι υπό την ιδιότητά του ως υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 13α ΠΚ, απαίτησε και δέχθηκε δώρα που δεν δικαιούται, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια μελλοντική η οποία ανήκει στον κύκλο αρμοδιότητας του και ανάγεται στην υπηρεσία του δηλαδή ως υπάλληλος της Διεύθυνσης Συγκοινωνιών Νομού ... που του είχε νόμιμα ανατεθεί η άσκηση υπηρεσίας μετατροπής των αδειών οδήγησης αυτοκινήτων ή μοτοσικλετών, που εκδόθηκαν από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, των οποίων οι κάτοχοι είναι ομογενείς προερχόμενοι από τις χώρες αυτές και οι οποίοι εγκαθίστανται μόνιμα στην Ελλάδα, σε αντίστοιχης κατηγορίας ή υποκατηγορίας ελληνικές άδειες οδήγησης, απαίτησε και αποδέχθηκε από τους ενδιαφερόμενους ομογενείς οδηγούς δώρα που δεν δικαιούται προκειμένου να προβεί στη μετατροπή της άδειας οδήγησής τους σε ελληνική αντίστοιχης κατηγορίας ή υποκατηγορίας. Ειδικότερα: 1) Το καλοκαίρι του 2002... απαίτησε και έλαβε ως δώρο ... ποσό 45.000 δρχ. από τον ομογενή Α προκειμένου να προβεί στη μετατροπή της ξένης άδειας που αυτός κατείχε σε ... αντίστοιχης κατηγορίας ελληνική, 2) στις αρχές του έτους 2001... απαίτησε και έλαβε ως δώρο ... ποσό 150.000 δρχ. από τον ομογενή Β προκειμένου να προβεί στη διαδικασία μετατροπής της ξένης άδειας που αυτός κατείχε... σε αντίστοιχης κατηγορίας ελληνική, 3) τον Ιούνιο του έτους 2002... απαίτησε και έλαβε ως δώρο... ποσό 400 ευρώ από τον ομογενή Γ προκειμένου να προβεί στη διαδικασία μετατροπής της ξένης άδειας που αυτός κατείχε ... σε αντίστοιχης κατηγορίας Ελληνική, 4) το έτος 2002 ... απαίτησε και έλαβε ως δώρο ... ποσό 450 ευρώ από τον ομογενή Δ προκειμένου να προβεί στη διαδικασία μετατροπής της ξένης άδειας που αυτός κατείχε... σε αντίστοιχης κατηγορίας ελληνική, 5) στις αρχές του έτους 2001 ... απαίτησε και έλαβε ως δώρο ... ποσό 40.000 ή 45.000 δρχ. από τον ομογενή Ε προκειμένου να προβεί στη διαδικασία μετατροπής της ξένης άδειας που αυτός κατείχε... σε αντίστοιχης κατηγορίας ελληνική, 6) το καλοκαίρι του 2002... απαίτησε και έλαβε ως δώρο 30 ή 40 ευρώ από τον ομογενή Ζ προκειμένου να προβεί στη διαδικασία μετατροπής της ξένης άδειας που αυτός κατείχε... σε αντίστοιχης κατηγορίας ελληνική. 7) το έτος 2001 ... απαίτησε και έλαβε ως δώρο... ποσό 27.000 δρχ. από τον ομογενή Η προκειμένου να προβεί στη διαδικασία μετατροπής της ξένης άδειας που αυτός κατείχε ... σε αντίστοιχης κατηγορίας ελληνική, 8) περί τα τέλη του έτους 2000... απαίτησε και έλαβε ως δώρο ποσό 100.000 δρχ. από τον ομογενή Θ προκειμένου να προβεί στη διαδικασία μετατροπής της ξένης άδειας που αυτός κατείχε... σε αντίστοιχης κατηγορίας ελληνική, 9) το έτος 1999, τον Ιούνιο του έτους 2001 και το Σεπτέμβριο του 2001 ... απαίτησε και έλαβε ως δώρο το συνολικό χρηματικό ποσό ύψους 160.000 ή 170.000 δρχ. από τον ομογενή Ι, προκειμένου να προβεί στη διαδικασία μετατροπής της ξένης άδειας που αυτός κατείχε ... σε αντίστοιχης κατηγορίας ελληνική, 10) το έτος 2001 ... απαίτησε και έλαβε ως δώρο ποσό 350.000 δρχ. από τον ομογενή Κ προκειμένου να προβεί στη διαδικασία μετατροπής των ξένων αδειών οδήγησης του ιδίου, της συζύγου του Κ1 και της θυγατέρας του Κ2 σε αντίστοιχης κατηγορίας ελληνικές, 11) το καλοκαίρι του έτους 2001... απαίτησε και έλαβε ως δώρο το ποσό 50.000 δρχ. από τον ομογενή Λ μετά την ολοκλήρωση διαδικασίας μετατροπής της ξένης άδειας που αυτός κατείχε... σε αντίστοιχης κατηγορίας ελληνική, 12) το Μάρτιο του έτους 2000 σε μη προσδιορισθείσα ακριβή ημερομηνία ... απαίτησε και έλαβε ως δώρο χρηματικό ποσό ύψους 10.000 δρχ. από τον ομογενή Μ διότι προέβη στη διαδικασία μετατροπής της ξένης άδειας που αυτός κατείχε ... σε ελληνική άδεια κατηγορίας Β. Επίσης απαίτησε από τον ίδιο ομογενή για να προβεί στη μετατροπή της ανωτέρω άδειας οδήγησής του σε ελληνική αντίστοιχης κατηγορίας Ε' το χρηματικό των 280.000 ή 500.000 δρχ., 13) το καλοκαίρι του έτους 2001... δέχθηκε ως δώρο με τη ... μεσολάβηση του.. χρηματικό ποσό 50.000 δρχ. από τον ομογενή Ν. προκειμένου να προβεί στη διαδικασία μετατροπής της ξένης άδειας που αυτός κατείχε ... σε αντίστοιχης κατηγορίας ελληνική, 14) το έτος 2001 ... απαίτησε και έλαβε ως δώρο ποσό 150.000 δρχ. από τον ομογενή Ξ προκειμένου να προβεί στη διαδικασία μετατροπής της ξένης άδειας που αυτός κατείχε... σε αντίστοιχης κατηγορίας ελληνική και 15) το έτος 2001... δέχθηκε ως δώρο με τη ... μεσολάβηση του ... χρηματικό ποσό 45.000 δρχ. από τον ομογενή Ο προκειμένου να προβεί στη διαδικασία μετατροπής της ξένης άδειας που αυτός κατείχε... σε αντίστοιχης κατηγορίας ελληνική άδεια".
Με τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές αυτές σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, εκτός από τις μερικότερες πράξεις υπό τους ως άνω αύξοντες αριθμούς 9, κατά το σκέλος της που φέρεται τελεσθείσα "το έτος 1999", 11 και 12, κατά το πρώτο σκέλος της που αφορά δώρο 10.000 δρχ., διέλαβε κατά τα λοιπά στην εν λόγω απόφαση την επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας κατ'εξακολούθηση,, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείσθηκε για τη συνδρομή τους και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 235 ΠΚ, την οποία ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος λεκτέα τα εξής: α) το σκεπτικό της αποφάσεως δεν αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού της, η οποία, άλλωστε, θα αρκούσε, καθόσον το συγκεκριμένο διατακτικό περιέχει με πληρότητα περιστατικά, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, που πληρούν την απαίτηση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) δεν ήταν αναγκαία ειδική αξιολόγηση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων και συσχετισμός αυτών μεταξύ τους, γ) από την περικοπή του σκεπτικού, ότι "το Δικαστήριο στηρίζει ιδιαίτερα την κρίση του στις αναγνωσθείσες ένορκες καταθέσεις των προδιαληφθέντων ομογενών ενώπιον της Ανακρίτριας Δράμας, όπου αυτοί αναφερόμενοι επιπλέον και στις δοθείσες προανακριτικά καταθέσεις τους, μετά λόγου γνώσεως καταθέτουν ότι έδωσαν χρήματα στον κατηγορούμενο για να προβεί αυτός στην προεκτεθείσα νόμιμα μελλοντική ενέργειά του, παρά τα όσα διαφορετικά ισχυρίσθηκαν εξεταζόμενοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου", δεν δημιουργείται ασάφεια ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη απ'το Εφετείο και δεν υπάρχει εντεύθεν έλλειψη αιτιολογίας, καθόσον η μερικότερη φράση "παρά τα όσα διαφορετικά ισχυρίσθηκαν εξεταζόμενοι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου", είναι σαφές, λόγω της βεβαιούμενης στα πρακτικά φυσικής παρουσίας και εξετάσεως κατά την αποδεικτική διαδικασία πέντε εκ των παθόντων, ότι αναφέρεται στους τελευταίους δ) το μόνο που βεβαιώνεται στην ίδια ως άνω περικοπή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ότι οι παθόντες, στις ανακριτικές καταθέσεις τους, αναφέρθηκαν και στις όμοιες προανακριτικές και δεν βεβαιώνεται ότι λήφθηκαν υπόψη και οι τελευταίες, ούτε καταλείπεται αμφιβολία, ως εκ της διατυπώσεως της περικοπής αυτής, ως προς το αν λήφθηκαν υπόψη οι εν λόγω προανακριτικές καταθέσεις τους, έτσι ώστε ούτε ασάφεια δημιουργείται σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, ούτε απόλυτη ακυρότητα από τη λήψη υπόψη των προανακριτικών αυτών καταθέσεων που από τα πρακτικά δεν προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν και ε) δεν απαιτείτο να εκθέσει το Εφετείο για ποιό λόγο προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα στις ενώπιον της Ανακρίτριας Δράμας μαρτυρικές καταθέσεις των πέντε παθόντων που εξετάσθηκαν και ενώπιόν του, από ό,τι στις ενώπιόν του καταθέσεις τούτων, ούτε για ποιό λόγο δεν έγινε πιστευτό το επισημαινόμενο περιεχόμενο των τελευταίων καταθέσεων, τόσον κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όσον και κατά την προηγηθείσα ενώπιον του ίδιου Εφετείου, η επί της οποίας απόφαση αναιρέθηκε και τα πρακτικά της αναγνώσθηκαν στη μετ'αναίρεση συζήτηση. Επομένως, ως προς τις μερικότερες πράξεις παθητικής δωροδοκίας για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, πλην των ανωτέρω τριών, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως και του δικογράφου των από 22-10-2007 παραδεκτώς ασκηθέντων πρόσθετων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσεως, καθώς και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω συνεκτιμήσεως των μη αναγνωσθεισών προανακριτικών καταθέσεων των παθόντων. Καθόσον, όμως, αφορά στις προαναφερθείσες τρεις μερικότερες πράξεις, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, καθόσον περιέχει ασάφειες και αντιφάσεις, οι οποίες καθιστούν συγχρόνως ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 235 Π.Κ., αλλά και οι περί παραγραφής διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 ΠΚ. Ειδικότερα α) ως προς τις μερικότερες πράξεις υπό τους αύξοντες αριθμούς 11 και 12, κατά το πρώτο σκέλος της, προκύπτει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της αποφάσεως σχετικά με το αν τα ωφελήματα που απαίτησε και έλαβε ο αναιρεσείων αφορούσαν σε ήδη τελειωμένη ή σε μελλοντική υπηρεσιακή ενέργειά του, καθόσον, ενώ στο σκεπτικό γίνεται δεκτό ότι ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων, σε όλες τις μερικότερες περιπτώσεις, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, απαίτησε και έλαβε ως δώρα τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για μελλοντικές ενέργειές του, ήτοι προκειμένου να προβεί στη μετατροπή της κατά περίπτωση ξένης άδειας οδηγήσεως σε αντίστοιχης κατηγορίας ελληνική, στο διατακτικό αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος κηρύσσεται ένοχος, στις συγκεκριμένες δύο περιπτώσεις, για το ότι απαίτησε και έλαβε ως δώρα 50.000 δρχ. και 10.000 δρχ, αντιστοίχως, για τελειωμένες ήδη (παρελθούσες) υπηρεσιακές του ενέργειες, ήτοι "μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας μετατροπής της ξένης άδειας" και "διότι προέβη στη διαδικασία μετατροπής της ξένης άδειας", αντιστοίχως, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 235 ΠΚ, όπως είχε αντικατασταθεί από 3-3-2000, δεν ήταν αξιόποινες κατά τους χρόνους που φέρονται ότι τελέσθηκαν, το καλοκαίρι του 2001 η πρώτη και το Μάρτιο του 2000 η δεύτερη και, πάντως, η τελευταία, και υπό την εκδοχή ότι είχε τελεσθεί προ της άνω αντικαταστάσεως του άρθρου 235 ΠΚ (δηλαδή την 1 ή 2-3-2000) είχε καταστεί ανέγκλητη κατ'εφαρμογήν τούτου όπως αντικαταστάθηκε, ως ευμενέστερης διατάξεως (άρθρο 2 παρ.1 ΠΚ), και β) ως προς τη μερικότερη πράξη υπό τον αύξοντα αριθμό 9, κατά το σκέλος της που φέρεται τελεσθείσα "το έτος 1999", προκύπτει ασάφεια σχετικά με το αν η πράξη αυτή είχε ή όχι παραγραφεί όταν εκδικάσθηκε, την 24-1-2007, σε δεύτερο βαθμό, καθόσον, ενόψει του ότι πρόκειται περί πλημμελήματος η παραγραφή του οποίου είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη ή καταδικαστική απόφαση, όχι, όμως πέραν των τριών ετών, δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί, ελλείψει προσδιορισμού αν η εν λόγω πράξη τελέσθηκε προ ή μετά την 24-1-1999, αν αυτή είχε ή όχι υποπέσει σε παραγραφή κατά την εκδίκασή της την 24-1-2007, με τη συμπλήρωση οκταετίας από του χρόνου τελέσεώς της. Επομένως, ως προς τις τρεις αυτές μερικότερες πράξεις, είναι βάσιμοι οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι της αιτήσεως και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων και πρέπει να γίνουν δεκτοί, έστω και προβαλλόμενοι με την επίκληση άλλων σαφών αιτιάσεων και όχι και της ανωτέρω ασάφειας και αντιφάσεως αναφορικά με τις υπό 11 και 12 πράξεις.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της προκύπτει ότι μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνεται και "2. 'Εντυπο αίτησης για τη μετατροπή άδειας οδήγησης". Ο κατ'αυτόν τον τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά του συγκεκριμένου εγγράφου είναι επαρκής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά του, αφού είναι σαφές από την περιγραφή του ότι το εν λόγω αναγνωσθέν έγγραφο είναι έντυπο υπόδειγμα αιτήσεως μετατροπής άδειας οδηγήσεως. Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο με την ειδικότερη αιτίαση ότι το ως άνω έγγραφο δεν προσδιορίζεται κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς του, ούτε προκύπτει το περιεχόμενό του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Από το άρθρο 365 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη για τους λόγους που ενδεικτικώς αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη. Αντιθέτως, δεν δημιουργείται καμία ακυρότητα όταν το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως, αναγνώσει στο ακροατήριο τέτοια κατάθεση μάρτυρα, και αν ακόμη δεν βεβαίωσε στην απόφαση ότι η εμφάνιση του μάρτυρα ήταν αδύνατη, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν αντέλεξε στην ανάγνωση αυτή. Εξάλλου, η ανάγνωση και η λήψη υπόψη από το δικαστήριο καταθέσεως μάρτυρα κατηγορίας που έχει ληφθεί στην προδικασία, παραβιάζει δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ.3 στοιχ.δ' της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ν.δ. 53/1974) να μπορεί να θέτει ερωτήματα στους μάρτυρες κατηγορίας και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, εντεύθεν δε ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπό την προϋπόθεση, πλην άλλων, ότι η ανάγνωση της καταθέσεως εκείνης έγινε παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, η παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 357 παρ.4 ΚΠοινΔ, κατά την οποία η ληφθείσα στην προδικασία κατάθεση του μάρτυρα που εξετάζεται στο ακροατήριο δεν αναγιγνώσκεται, επιτρεπομένης της αναγνώσεως μόνον περικοπών της καταθέσεως αυτής για να βοηθηθεί η μνήμη του μάρτυρα ή για να επισημανθούν αντιφάσεις του, ούτε με ποινή ακυρότητας έχει τεθεί, κατ'άρθρο 170 ΚΠοινΔ, ούτε στις αναγραφόμενες στο άρθρο 171 παρ.1 του ίδίου Κώδικα περιπτώσεις απόλυτης ακυρότητας, που ιδρύουν λόγο αναιρέσεως, περιλαμβάνεται. Ενόψει αυτών οι λόγοι αναιρέσεως της αιτήσεως και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους προβάλλεται ακυρότητα της διαδικασίας γιατί αναγνώσθηκαν, στο ακροατήριο ολόκληρες οι κατά την προδικασία ληφθείσες καταθέσεις των πέντε εξετασθέντων στο ακροατήριο μαρτύρων και όχι αποσπάσματα αυτών και γιατί αναγνώσθηκαν επίσης, οι καταθέσεις κατά την προδικασία των μη εμφανισθέντων στο ακροατήριο λοιπών δέκα παθόντων μαρτύρων χωρίς να υποβληθεί σχετικό αίτημα και χωρίς να αιτιολογείται ότι διαπιστώθηκε το ανέφικτο της εμφανίσεως αυτών στο ακροατήριο, κατ'αυτόν δε τον τρόπο δεν δόθηκε η δυνατότητα στον αναιρεσείοντα κατά παραβίαση των ως άνω υπό της ΕΣΔΑ παρεχομένων σ'αυτόν δικαιωμάτων, να υποβάλει ερωτήσεις στους τελευταίους, οι οποίοι δεν αναζητήθηκαν στο ακροατήριο αν ήταν παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ.1 εδ. β' ΚΠοινΔ ούτε τηρήθηκε η διαδικασία της προσαγωγής τους κατά το άρθρο 353 ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού ούτε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ούτε από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι υπέβαλε αυτός οποιαδήποτε αντίρρηση για την ανάγνωση των ανωτέρω καταθέσεων.
Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω εκτεθέντων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ως προς τις μερικότερες πράξεις υπό τους αύξοντες αριθμούς 9, κατά το σκέλος της που φέρεται τελεσθείσα το έτος 1999, 11 και 12, κατά το πρώτο σκέλος της που αφορά στην απαίτηση και λήψη ως δώρου χρηματικού ποσού 10.000 δρχ, καθώς και κατά την περί ποινής διάταξή της. Ακολούθως, για την εκ των πράξεων αυτών υπό 12, κατά το ως άνω σκέλος της, πρέπει να παύσει οριστικώς η κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη, διότι το αξιόποινο αυτής, τιμωρούμενης σε βαθμό πλημμελήματος, εξαλείφθηκε με παραγραφή, αφού από του χρόνου τελέσεώς της (Μάρτιος 2000) μέχρι σήμερα συμπληρώθηκε ο πενταετής χρόνος παραγραφής της και ο τριετής χρόνος αναστολής της παραγραφής. Κατά το λοιπό αναιρούμενο μέρος της η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Ειδικότερα η φερομένη ως τελεσθείσα το έτος 1999, της οποίας επίσης συμπληρώθηκε ο χρόνος παραγραφής, ενόψει του ότι αυτή δεν προσδιορίζεται επακριβώς κατά ταυτότητα και δη κατά το ποσόν που καταδικάσθηκε με αυτήν ότι απαίτησε και έλαβε ο αναιρεσείων, ώστε να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη γι'αυτήν το Δικαστήριο τούτο, πρέπει να παραπεμφθεί στο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο εκείνο θα παύσει οριστικώς την εν λόγω ποινική δίωξη. Κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 128/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης κατά το μέρος της με το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων Χ για τις μερικότερες πράξεις παθητικής δωροδοκίας υπό τους αύξοντες αριθμούς 9, κατά το σκέλος της που φέρεται τελεσθείσα το έτος 1999, 11 και 12, κατά το πρώτο σκέλος της, καθώς και κατά την περί ποινής διάταξή της.
Παύει οριστικώς την ασκηθείσα κατά του ανωτέρω αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για το ότι στη Δράμα, το Μάρτιο του έτους 2000, σε μη προσδιορισθείσα ημέρα, με την ιδιότητα του υπαλλήλου της Διευθύνσεως Συγκοινωνιών του Νόμου ..., που του είχε νόμιμα ανατεθεί η άσκηση υπηρεσίας μετατροπής των αδειών οδηγήσεως αυτοκινήτων ή μοτοσυκλετών, που εκδόθηκαν από χώρες της πρώην Σοβιετικής 'Ενώσεως, σε αντίστοιχης κατηγορίας ελληνικές άδειες, απαίτησε και έλαβε ως δώρο χρηματικό ποσό ύψους 10.000 δρχ. από τον ομογενή ..., διότι προέβη στη διαδικασία μετατροπής της ξένης άδειας οδηγήσεως που αυτός κατείχε και εκδόθηκε από χώρα της πρώην Σοβιετικής Ενώσεως σε ελληνική άδεια κατηγορίας Β'.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το λοιπό αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 20 Απριλίου 2007 αίτηση και τους από 22 Οκτωβρίου 2007 πρόσθετους λόγους του Χ, περί αναιρέσεως της ίδιας ως άνω αποφάσεως (128/2007) του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παθητική δωροδοκία - στοιχεία. Από την έναρξη ισχύος του Ν. 2802/2000 η παθητική δωροδοκία στοιχειοθετείτο μόνο για μελλοντικές ενέργειες ή παραλείψεις. Αναιρείται εν μέρει η προσβαλλόμενη καταδικαστική για παθητική δωροδοκία κατ’ εξακολούθηση απόφαση, λόγω ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας και νομίμου βάσεως, διότι προκύπτει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, αφενός σχετικά με το αν τα ωφελήματα που απαίτησε και έλαβε ο αναιρεσείων υπάλληλος ως προς μερικότερες πράξεις του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος αφορούσαν σε ήδη τελειωμένη ή σε μελλοντική υπηρεσιακή του ενέργεια, και αφετέρου σχετικά με το αν μερικότερη πράξη είχε ή όχι υποπέσει σε παραγραφή κατά την εκδίκασή της, ελλείψει προσδιορισμού ημεροχρονολογίας τελέσεώς της. Απόλυτη ακυρότητα δεν επήλθε από την ανάγνωση στο ακροατήριο ανακριτικής καταθέσεως μη εμφανισθέντος μάρτυρος, και αν ακόμη δεν βεβαιώνεται στην απόφαση το ανέφικτο της εμφανίσεώς του, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν αντέλεξε. Δεν επήλθε επίσης από την ανάγνωση ολόκληρης της ανακριτικής καταθέσεως, και όχι μόνο περικοπής αυτής, εμφανισθέντος και εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρος.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Δωροδοκία, Εξακολουθούν έγκλημα.
| 1
|
Αριθμός 1973/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Δημητρούκα, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθμό 50-50Α/2002 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αιτούσα ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιανουαρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 625/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 228/8.6.2007 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 § 3 και 528 § 1 Κ.Π.Δ., την από 3-4-2007 (ημερομηνία κατάθεσης) αίτηση της Χ1, με την οποίαν επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ'αριθμ. 50-50α/4-3-2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, δια της οποίας κατεδικάσθη η αιτούσα σε φυλάκιση 16 μηνών και χρηματική ποινή 2.934,70 ευρώ, η εκτέλεσις της οποίας ανεστάλη επί τριετίαν και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Κατά το άρθρο 525 § 1 περ. 2 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασθέντος για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται σ'αυτό και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, απεκαλύφθησαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που κατεδικάσθη είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα" ή "νέες αποδείξεις" είναι εκείνες οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υπεβλήθησαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και μπορεί να είναι οποιαδήποτε, ακόμη και καταθέσεις μαρτύρων, νέα έγγραφα, ή άλλα στοιχεία διευκρινίζοντα αμφίβολα στοιχεία, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή κατεδικάσθη άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Τη σχετική περί αυτού κρίση του, το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως αρμόδιο δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προηγήθηκε και από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία. Δεν είναι, πάντως, άγνωστα τα γεγονότα ή οι αποδείξεις που έχουν υποβληθεί αμέσως ή εμμέσως στους δικάσαντας δικαστές και δεν ελήφθησαν υπ'όψιν από αυτούς ή εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν εσφαλμένα. Βαρύτερο δε έγκλημα, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως υφίσταται, όταν μεταβάλλεται το είδος της πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαιτίου της ιδίας πράξεως με την επιβολή ενδεχομένως, κατά το μέτρο του άρθρου 83 Π.Κ., ποινής. Περαιτέρω σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης για παράβαση του άρθρ. 79 § 1 ν.5960/33, επίκληση από τον καταδικασθέντα της κατά την παράγραφο 3 πλήρους αποζημιώσεως του παθόντος, που ίσχυε ως ελαφρυντική περίπτωση, μέχρι την κατά την 4-6-1996 αντικατάστασή της από το άρθρο 4 § ιβ ν.2408/96, δεν αποτελούσε νόμιμο λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, γιατί ήταν δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα μόνο την επιβολή στον υπαίτιο του εγκλήματος αυτού ποινής ηλαττωμένης, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι αυτός είναι αθώος ή κατεδικάσθη για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που πράγματι έχει κάνει. 'Ηδη όμως, μετά την αντικατάσταση της ως άνω παραγράφου ορίζεται ότι "το αξιόποινο της πράξεως της παραγρ. 1 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος απεζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά την νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής". Η νέα αυτή διάταξη, η οποία, σύμφωνα με το άρθρ. 7 του ιδίου ως άνω νόμου, ισχύει από τη δημοσίευσή της στην εφημερίδα της κυβερνήσεως (4-6-1996) είναι προδήλως επιεικέστερη από την προϊσχύουσα, αφού, κατ'αυτή, η πλήρης αποζημίωση του κομιστή της επιταγής από τον εκδότη μετά την νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της, αποτελεί λόγο εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξης, ενώ κατά την αντικατασταθείσα διάταξη, αποτελούσε λόγο μειώσεως της ποινής κατά το μέτρο του άρθρ. 83 Π.Κ. Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 2 § 1 Π.Κ., αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ως όριο εφαρμογής του επιεικεστέρου νόμου τίθεται το αμετάκλητο της εκδικάσεως και συνεπώς ο νόμος αυτός έχει εφαρμογή όταν η υπόθεση είναι εκκρεμής ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ή του Αρείου Πάγου και ότι μετά την αμετάκλητη εκδίκαση δεν επιτρέπεται η εφαρμογή ηπιότερου ουσιαστικού νόμου που επακολούθησε, διότι η αναδρομική εφαρμογή του θα προσέκρουε στο δεδικασμένο που προκύπτει από την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης για παράβαση του άρθρ. 79 § 1 ν.5960/33, μετά την ισχύ του ν.2408/96, ο καταδικασθείς εκδότης της επιταγής πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι απεζημίωσε πλήρως τον κομιστή της επιταγής πριν καταστή αμετάκλητη η απόφαση με την οποία κατεδικάσθη, για να αποτελέσει νόμιμο λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την καταδικαστική απόφαση. Για να εξαλειφθεί όμως το αξιόποινο και να ληφθεί υπ'όψιν ως λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας, δεν αρκεί η πληρωμή της επιταγής, διότι απαιτείται, κατά νόμο, πλήρης αποζημίωση, που είναι έννοια ευρύτερη και περιλαμβάνει την αποκατάσταση και κάθε άλλης ζημίας που τυχόν υπέστη ο κομιστής από την καθυστερημένη πληρωμή της επιταγής.
ΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ'αριθ. 50-50α/4-3-2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς η αιτούσα κατεδικάσθη σε φυλάκιση δέκα έξ (16) μηνών και χρηματική ποινή 2.934,70 ευρώ, η εκτέλεσις της οποίας ανεστάλη επί τριετίαν, διότι εξεδόθησαν υπ'αυτής, με την ιδιότητά της ως αντιπροέδρου της εταιρίας με την επωνυμία "ΣΙ ΓΡΑΜΜΕΣ ΑΕ", οι υπ'αριθ. ..., ποσού 6.000.000 δρχ. και ....., ποσού 1.500.000 δρχ., πληρωτέες στην Ιονική Τράπεζα, εις διαταγήν Δ1 και Δ2, αντιστοίχως, οι οποίες, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, δεν επληρώθηκαν από την πληρώτρια τράπεζα κατά την εμφάνισίν των από τους κομιστάς των και ως άνω εγκαλούντας. Κατά της απόφασης αυτής ησκήθη υπό της αιτούσης το ένδικο μέσο της αναίρεσης επί της οποίας εξεδόθη η υπ'αριθμ. 1623/17-6-2003 απόφαση του Αρείου Πάγου δια της οποίας απερρίφθη, η εν λόγω αίτησις αναίρεσης. Μάλιστα προς απόδειξη του ισχυρισμού της περί πλήρους αποζημιώσεως των προαναφερθέντων κομιστών των επιταγών, η οποία έλαβε χώραν την 27-5-2003, όπως η ιδία η αιτούσα ισχυρίζεται, δηλαδή πριν την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασις του Αρείου Πάγου την 17-6-2003 και συνεπώς πριν καταστή αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση του Εφετείου, η αιτούσα προσκομίζει και επικαλείται τα πρωτότυπα των παραπάνω επιταγών καθώς και τις με αριθ. 2121/20-5-2005 και 727/11-3-2007 ένορκες καταθέσεις, ενώπιον του Ειρηνοδίκου Πειραιώς και Καλλιθέας-Αττικής των Γ1, δικηγόρου και Γ2, αντιστοίχως, από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει ότι αι προδιαληφθείσαι ως άνω επιταγαί εξοφλήθησαν πλήρως και ολοσχερώς την 27-5-2003, καταβάλλοντας τα ποσά αυτά εις τον παραπάνω εξετασθέντα μάρτυρα Γ1 την προδιαληφθείσαν ημερομηνία, ως πληρεξούσιο δικηγόρο των κομιστών των επιταγών και δεκτικόν καταβολής. Πρέπει να σημειωθεί δε ότι η αιτούσα, με προηγούμενη κατά το παρελθόν από 25-5-2005 αίτησίν της, εζήτησε την επανάληψη της περιγραφομένης ως άνω διαδικασίας, επικαλούμενη, ως νέα γεγονότα, τα παραπάνω έγγραφα, εκτός από την με αριθ. 727/11-3-2007 ένορκον κατάθεσιν, πλην όμως με την υπ'αριθμόν 1617/2006 απόφασιν του Αρείου Πάγου εκρίθη ότι "..............τα στοιχεία αυτά είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, δεν καθιστούν φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα....", καθ'όσον δεν προέκυπτε μετά βεβαιότητος ότι η ολοσχερής εξόφλησης των παραπάνω επιταγών έλαβε χώραν κατά την επικαλουμένην υπ'αυτής ημερομηνία της 27-5-2003, εν όψει μάλιστα και του ότι η αιτούσα επεδίωξε το πρώτον την επανάληψιν της διαδικασίας μετά την παρέλευσιν δύο περίπου ετών, αφότου, κατά τους ισχυρισμούς της, απεκατέστησε πλήρως τους εγκαλούντας, δι'όν λόγον και απερρίφθη η σχετική αίτησίς της. 'Ηδη δε, προς ενίσχυσιν των παραπάνω στοιχείων, η αιτούσα προσκομίζει και επικαλείται με την υπό κρίσιν αίτησίν της, ως νεώτερο στοιχείο, την με αριθ. 727/11-3-2007 ένορκον κατάθεσιν της Γ2, πλην όμως, πέραν εκείνων των πραγματικών περιστατικών που ελήφθησαν υπ'όψιν κατά την κρίσιν της προηγούμενης ως άνω αιτήσεώς της επί της οποίας εξεδόθη η προαναφερόμενη απόφασις του Αρείου Πάγου, ουδέν νεώτερον στοιχείον προκύπτει εκ της ως άνω ενόρκου καταθέσεως, περί του αν πράγματι η ολοσχερής εξόφλησις των ως άνω επιταγών και η πλήρης αποζημίωσις των κομιστών των έλαβε χώραν την παραπάνω ημερομηνίαν (27-5-2003). Το μόνον που προκύπτει είναι ότι η ιδία ως άνω μάρτυς ήτο παρούσα κατά την τοιαύτην εξόφλησιν των επιταγών προς τον πληρεξούσιον δικηγόρον των κομιστών Γ1, χωρίς όμως ο τελευταίος να επιβεβαιοί τούτο. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίσιν αίτησις, ως αβάσιμη, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αιτούσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να απορριφθεί, ως ουσιαστικώς αβάσιμη, η από 3-4-2007 αίτησις της Χ1 για επανάληψη της διαδικασίας που επερατώθη με την υπ'αριθμό 50-50α/4-3-2002 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αιτούσης. Αθήναι τη 30 Μαΐου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω έγγραφη εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο της αιτούσας, ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παράγραφο 1 περ. 2 του άρθρου 525 ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν ύστερα από την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Ως νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μπορούν να θεωρηθούν οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων, που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις μαρτύρων, νέα έγγραφα, διευκρινιστικά αμφίβολων σημείων της υπόθεσης, ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο, και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με τα ήδη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά στοιχεία καθιστούν πρόδηλο (αγγίζουν τη βεβαιότητα) και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι διέπραξε. Τη σχετική περί αυτού κρίση του, το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως αρμόδιο δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προηγήθηκε και από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία. Δεν είναι πάντως άγνωστες οι αποδείξεις που έχουν υποβληθεί αμέσως ή εμμέσως στους δικάσαντες δικαστές και δεν λήφθηκαν υπόψη από αυτούς ή εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν εσφαλμένα. Βαρύτερο δε έγκλημα, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, υφίσταται, όταν μεταβάλλεται το είδος της αξιόποινης πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχείρησης του υπαιτίου της ίδιας πράξεως με την επιβολή ενδεχομένως, κατά το μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ, ελαττωμένης ποινής. Περαιτέρω, σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης για παράβαση του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", επίκληση από τον καταδικασθέντα της κατά την παράγραφο 3 πλήρους αποζημιώσεως του παθόντος, που ίσχυε ως ελαφρυντική περίσταση μέχρι την, κατά την 4-6-1996, αντικατάστασή της από το άρθρο 4 παρ. 1β του ν. 2408/1996, δεν αποτελούσε νόμιμο λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, γιατί ήταν δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα μόνο την επιβολή στον υπαίτιο του εγκλήματος αυτού ποινής ελαττωμένης, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι αυτός είναι αθώος η καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που πράγματι έχει κάνει. Ήδη, όμως, μετά την αντικατάσταση της άνω παραγράφου ορίζεται ότι "το αξιόποινο της πράξης της παραγράφου 1 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής". Η νέα αυτή διάταξη, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 7 του πιο πάνω νόμου, ισχύει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (4-6-1996), είναι προδήλως επιεικέστερη από την προϊσχύουσα, αφού, κατ' αυτή, η πλήρης αποζημίωση του κομιστή της επιταγής από τον εκδότη, μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της, αποτελεί λόγο εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξης, ενώ κατά την αντικατασταθείσα διάταξη αποτελούσε λόγο μειώσεως της ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ΠΚ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ., αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ως όριο εφαρμογής του επιεικέστερου νόμου τίθεται το αμετάκλητο της εκδικάσεως και συνεπώς ο νόμος αυτός έχει εφαρμογή όταν η υπόθεση είναι εκκρεμής ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ή του Αρείου Πάγου και ότι μετά την αμετάκλητη εκδίκαση δεν επιτρέπεται η εφαρμογή ηπιότερου ουσιαστικού νόμου που επακολούθησε, διότι η αναδρομική εφαρμογή του θα προσέκρουε στο δεδικασμένο που προκύπτει από την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης για παράβαση του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 (έκδοση ακάλυπτης επιταγής) μετά από την ισχύ του ν. 2408/1996, ο καταδικασθείς εκδότης της επιταγής πρέπει να επικαλεστεί και αποδείξει ότι αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή της επιταγής πριν καταστεί αμετάκλητη η απόφαση, με την οποία καταδικάστηκε, για να αποτελέσει νόμιμο λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την καταδικαστική απόφαση. Για να εξαλειφθεί όμως το αξιόποινο και να ληφθεί υπόψη ως λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας, δεν αρκεί η πληρωμή της επιταγής, διότι απαιτείται, κατά το νόμο, πλήρης αποζημίωση, που είναι έννοια ευρύτερη και περιλαμβάνει την αποκατάσταση και κάθε άλλης ζημίας που τυχόν υπέστη ο κομιστής από την καθυστερημένη πληρωμή της επιταγής.
Στην προκείμενη περίπτωση, η Χ1, με την κρινόμενη από 22-1-2007 (ημερ. καταθέσεως 3.4.2007) αίτησή της ζητεί την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ'αριθ. 50-50α/2002 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία καταδικάστηκε αυτή για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση, γιατί από τις επικαλούμενες νέες αποδείξεις, άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν, καθίσταται φανερό ότι είναι αθώα της πιο πάνω πράξεως και συγκεκριμένα γιατί πριν καταστεί αμετάκλητη η άνω καταδικαστική απόφαση, αποζημίωσε πλήρως τους κομιστές και συνεπώς το αξιόποινο της εν λόγω πράξεώς της εξαλείφθηκε. Η αίτηση αυτή παραδεκτά εισάγεται σύμφωνα με τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 ΚΠοινΔ, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σε Συμβούλιο και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς με την ειρημένη υπ'αριθ. 50-50α/2002 απόφασή του καταδίκασε σε φυλάκιση 16 μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη, και σε χρηματική ποινή 2.934,70 ευρώ, την ήδη αιτούσα Χ1, δικηγόρο Αθηνών, για την έκδοση απ' αυτήν, ως νόμιμη εκπρόσωπο της εταιρείας "....", των υπ'αριθ. .... και ... επιταγών, ποσού δραχμών 1.500.000 και 6.000.000, αντίστοιχα, οι οποίες, λόγω ελλείψεως αντικρίσματος στην πληρώτρια Ιονική Τράπεζα, δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνισή τους προς πληρωμή από τους τελευταίους νόμιμους κομιστές και εγκαλούντες, Δ1 (της ..... επιταγής) και Δ2 (της ..... επιταγής), κανείς από τους οποίους δεν παραστάθηκε στη δίκη εκείνη ως πολιτικώς ενάγων. Κατά της αποφάσεως αυτής η ήδη αιτούσα άσκησε την από 15-4-2002 αίτηση αναιρέσεως που απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την υπ'αριθ. 1.623/17-6-2003 απόφαση
του Αρείου
Πάγου. Η αιτούσα για την απόδειξη του ισχυρισμού της περί πλήρους αποζημιώσεως των πιο πάνω κομιστών, η οποία έλαβε χώρα (κατ' αυτήν) την 27-5-2003, δηλαδή πριν από την έκδοση (στις 17-6-03) της ειρημένης αποφάσεως του Αρείου Πάγου και συνεπώς πριν καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση του Εφετείου, προσκομίζει και επικαλείται : α) τα πρωτότυπα των άνω επιταγών, β) την υπ'αριθ. 2121/20-5-2005 ένορκη βεβαίωση του δικηγόρου Πειραιώς Γ1, που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς, κατόπιν σχετικής αιτήσεώς της (αιτούσας), και στην οποία αυτός αναφέρει σχετικά με τις άνω επιταγές, εκτός άλλων, και τα εξής: "....είχα διοριστεί και παριστάμην ως πληρεξούσιος δικηγόρος των κ.κ. μηνυτών, οι οποίοι παρίσταντο ως πολιτικώς ενάγοντες, ενώ γενικότερα με είχαν διορίσει αυτοί πληρεξούσιο δικηγόρο τους, αντίκλητο και δεκτικό καταβολής, για την περίπτωση που εξοφλούντο οι επιταγές....", "....στις 27.05.2003 η εκδότρια των επιταγών Χ1 εξόφλησε εμένα ως δεκτικό καταβολής, και για λογαριασμό των κ.κ. Δ1 και Δ2, τις ως άνω επιταγές, εξόφληση την οποία αποδέχθηκαν οι τελευταίοι ως πλήρη και ολοσχερή, έτσι ώστε ουδέν να οφείλεται πλέον σε αυτούς εκ του λόγου τούτου...." και γ) την υπ' αριθ. 727/2007 ένορκη βεβαίωση της Γ2, που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκη Καλλιθέας, κατόπιν σχετικής αιτήσεως της αιτούσας, και στην οποία αυτή αναφέρει σχετικά με τις άνω επιταγές, εκτός άλλων, και τα εξής: "...Ειδικότερα, τις παραπάνω επιταγές γνωρίζω ότι εξόφλησε αποκλειστικά εξ ιδίων τον Μάϊο του 2003 στον πληρεξούσιο και δεκτικό καταβολής των τελευταίων κομιστών κ.Γ1, δικηγόρο Πειραιά, καταβάλλοντάς του ποσό ίσο με εξήντα επτά χιλιάδες (67.000) ευρώ περίπου για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Θυμάμαι, μάλιστα, μετά βεβαιότητας την περίοδο εξόφλησης των παραπάνω επιταγών, αλλά συνάμα και της πλήρους και ολοσχερούς εξόφλησης όλης της οφειλής, δεδομένου ότι την είχα συνοδεύσει εγώ η ίδια στο γραφείο του παραπάνω Δικηγόρου, στην οδό ..., στον Πειραιά, και άκουσα τον ίδιο τον κ.Γ1 να δηλώνει στην κ.Χ1 ότι επιτέλους εξοφλήθηκε πλήρως όλο το ποσό που όφειλε η εταιρία στους τελευταίους κομιστές των επιταγών που είχε εκδώσει εκπροσωπούμενη από την κ.Χ1". Σημειώνεται ότι η αιτούσα Χ1 με προηγούμενη από 21.4.2005 (ημερ. Καταθέσεως 25.5.2005) αίτησή της ζήτησε την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την προαναφερόμενη αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς για τον ίδιο λόγο που αναφέρει στην ένδικη αίτηση, επικαλούμενη, ως νέες αποδείξεις, τα παραπάνω έγγραφα, εκτός από την υπ' αριθμ. 727/2007 ένορκη βεβαίωση, πλην όμως με την υπ' αριθμ. 1617/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι "....Τα στοιχεία αυτά είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό μ' εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, δεν καθιστούν φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα....", καθόσον δεν προέκυπτε μετά βεβαιότητας ότι η ολοσχερής εξόφληση των παραπάνω επιταγών μετά των τόκων και εξόδων έλαβε χώρα κατά την επικαλούμενη ημερομηνία της 27-5-2003 και πάντως πριν η άνω καταδικαστική απόφαση καταστεί αμετάκλητη, ενόψει μάλιστα και του ότι η αιτούσα, δικηγόρος, επεδίωξε το πρώτον την επανάληψη της διαδικασίας μετά την παρέλευση δύο περίπου ετών, αφότου, κατά τους ισχυρισμούς της, αποκατέστησε πλήρως τους εγκαλούντες, γι' αυτό δε και απορρίφθηκε ως αβάσιμη η σχετική πιο πάνω αίτησή της. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα προεκτεθέντα, τα ανωτέρω νέα στοιχεία, και ειδικότερα η υπ' αριθμ. 727/2007 ένορκη βεβαίωση της Γ2, τα οποία επικαλείται η αιτούσα για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αιτήσεως της, τόσο από μόνα τους όσο και σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω υπ' αριθ. 50-50α/2002 εις βάρος της καταδικαστική απόφαση, δεν καθιστούν φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα, διότι κρίνονται εξαιρετικά αδύναμα ως προς την απόδειξη των κρισίμων εν προκειμένω περιστατικών, δηλαδή: 1) της πλήρους αποζημίωσης των ανωτέρω κομιστών και, κυρίως, 2) της καταβολής της αποζημίωσης αυτής κατά την επικαλούμενη ημερομηνία (27-5-2003) και πάντως πριν η άνω καταδικαστική απόφαση καταστεί αμετάκλητη, ενόψει μάλιστα και του ότι η αιτούσα, δικηγόρος, επεδίωξε, όπως προαναφέρθηκε, την επανάληψη της διαδικασίας το πρώτον μετά την παρέλευση δύο περίπου ετών, αφότου, κατά τους ισχυρισμούς της, αποζημίωσε πλήρως τους εγκαλούντες. Επομένως, ο επικαλούμενος από την αιτούσα λόγος για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας είναι αβάσιμος και εντεύθεν πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Ιανουαρίου 2007 (ημερομηνία καταθέσεως 3 Απριλίου 2007) αίτηση της Χ1 για επανάληψη προς το συμφέρον της τής ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ'αριθ. 50-50α/2002 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Αυγούστου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσας με την αμετάκλητη 50-50α/2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Απορρίπτεται η αίτηση κατ’ ουσίαν, γιατί τα επικαλούμενα νέα στοιχεία δεν καθιστούν φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα, γιατί κρίνονται εξαιρετικά αδύναμα ως προς την απόδειξη των κρισίμων περιστατικών, ήτοι: α) της πλήρους αποζημίωσης των κομιστών των επίμαχων επιταγών, και β) της καταβολής της εν λόγω αποζημίωσης πριν την επικαλούμενη ημερομηνία (27-5-2003) και πάντως πριν η άνω απόφαση (καταδικαστική του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς) καταστεί αμετάκλητη.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1972/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη και Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 81/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 665/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσος Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 361/8-10-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 §§1 και 4, 138 §2β, 482 §1, 485 §1 Κ.Π.Δ. την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα ακόλουθα:
I) Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αρ. 81/2007 βούλευμα εδέχθη τυπικά, αλλά απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την υπ' αρ. 281/2006 έφεση του Χ, κατ. ... κατά του υπ' αρ. 1441/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο παρεπέμφθη εις το ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών όπως δικασθεί για απάτη από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα εκ της οποίας το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει τα 15.000 Ευρώ (αρ. 13 παρ. στ. 26 §1α, 27 §1, 386 §§1 και 3α Π.Κ.).
ΙΙ) Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών επεδόθη στον κατηγορούμενο την 19-3-2007 (με θυροκόλληση και στον αντίκλητο δικηγόρο του Α. Λύτρα την 23-3-2007 (βλ. αποδεικτικά). Την 29-3-07 ενεφανίσθη στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών ο δικηγόρος Κ. Παπαδάκης και εδήλωσε, ως πληρεξούσιος αυτού, ότι ασκεί αναίρεση κατά του υπ' αρ. 81/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και συνετάχθη υπ' αρ. 88/07 έκθεση αναιρέσεως. Η αίτηση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ουσιαστικά, επειδή ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και διαλαμβάνει ως λόγος αναιρέσεως.
ΙΙΙ) Λόγοι αναιρέσεως:
α) Έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας ως προς την κατ' επάγγελμα τέλεση (κανένα ρητά μνημονευόμενο περιστατικό του προηγούμενου βίου του, κανένα στοιχείο οργανωμένης ετοιμότητας, κανένα οργανωμένο σχέδιο, κανένα στοιχείο διάγνωσης της σταθερής ροπής προς διάπραξη απατών ως στοιχείο της προσωπικότητάς του).
β) Αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την επέλευση της ζημίας και στο εάν ο εγκαλών στράφηκε τελικά εναντίον του. Συγκεκριμένα εις το φύλλο 6 αναφέρεται ότι ο εγκαλών δεν εστράφη δικαστικώς εναντίον του ενώ εις το φύλλο 7 ότι εστράφη και μάλιστα με πλαγιαστική αγωγή.
γ) Αντιφατική και ανεπαρκή αιτιολόγηση της περιουσιακής βλάβης. Δεν εκθέτει καμία βλάβη της ενεστώσης περιουσιακής κατάστασης του εγκαλούντος κατά τον χρόνο που του αποδίδει την τέλεση της εξαπάτησης του (20-1-2000), δεδομένου ότι με τις διαλαμβανόμενες παραδοχές του βουλεύματος η μείωση της περιουσιακής καταστάσεως του εγκαλούντος είχε επέλθει στις 30-7-1999 δια της χορηγήσεως του δανείου προς την "FACTORY ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", έκτοτε ουδεμία εκταμίευση ποσού ή μείωση της ενεστώσης περιουσιακής κατάστασης του βλαπτομένου αναφέρεται.
δ) Αντιφατική και ανεπαρκής αιτιολογία ως προς την συνδρομή αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στην φερόμενη ως τελεσθείσα πράξη του και την επέλευση της ζημίας.
ε) Ανεπαρκής αιτιολογία - παράλειψη απαντήσεως αυτοτελούς ισχυρισμού ως προς την ζημία.
στ) Ανεπαρκής αιτιολόγηση ψεύδους ως προς τις υπό στοιχεία 3 και 4 επιταγές. ζ) Απόλυτη ακυρότητα αποδεικτικής αξιοποίησης δήλωσης συνηγόρου σε άλλη ποινική δίκη. Υποστηρίζεται ότι η αναφορά στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση ότι τα αληθή προέκυψαν και περιήλθαν εις γνώση του εγκαλούντος την 19-5-2004 εις δίκην ενώπιον του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με κατηγορούμενον και τον νυν κατηγορούμενον εκκαλούντα, ότε ο εκπροσωπών αυτόν πληρεξούσιος εδήλωσεν ότι εις τις υπό στοιχεία 1,2 και 5 εκ των ανωτέρω προεκτεθεισών κρισίμων επιταγών δεν υπέγραψε ως οπισθογράφος ο κατηγορούμενος αλλά η εκπρόσωπος της δανειολήπτριας Α με δική του συναίνεση. Η εκπροσώπηση του κατηγορουμένου από πληρεξούσιο δικηγόρο δεν περιλαμβάνει και την κατά το άρθρο 366 Κ.Π.Δ. απολογία του.
Συνεπώς έγινε χρήση αποδεικτικού μέσου παρανόμου.
η) Ανεπαρκής αιτιολόγηση παραδοχής δήλωσής του για συναίνεση ή μη υπογραφής επιταγών από Α.
IV) Η διάταξη του άρθρου 386 §1 Π.Κ. ορίζει ότι: "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Κατά δεν την §3α ιδίου άρθρου αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 Ευρώ).
Από την διάταξη της παραγράφου 1 προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας (ζημία), η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες και ψευδείς διαβεβαιώσεις του δράστη (Α.Π. 430/2000 Ποιν.Δικ/σύνη 7/2000 σελ. 790, Α.Π. 985/2000 Π.Χρ. ΝΑ/232, Α.Π. 1034/2000 Π.Χρ. ΝΑ/253). Η βλάβη αποτελεί προϋπόθεση τελέσεως της απάτης (Α.Π. 1924/97 Π.Χρ. ΜΜ/648), ως τέτοια νοείται η χειροτέρευση της περιουσίας, έστω και αν υπάρχει ενεργός αξίωση προς ανόρθωση της βλάβης (Α.Π 79/2001 Π.Χρ. ΝΑ/891). Ως γεγονότα κατά την έννοια του άρ. 386 Π.Κ. νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή πραγματική κατάσταση ή δυνατότητα του δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε υπάρχει γεγονός που θεμελιώνει το έγκλημα της απάτης (Α.Π. σε Συμβ. 5/2001 Π.Χρ. ΝΑ/591).
Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που υπάρχει, όταν ο δράστης γνωρίζει ουσιαστικά περιστατικά της πράξης και θέλει να τα παραγάγει. Πρέπει ο δόλος να περιλαμβάνει όχι μόνο όλα τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που προαναφέρθηκαν, αλλά και την μεταξύ τους αιτιώδη σχέση. Η διατύπωση της διατάξεως "εν γνώσει" υποδηλώνει υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση και δεν επιτρέπει την παραδοχή ενδεχόμενου δόλου ως προς το ψευδές της παραστάσεως αποκρύψεως ή παρασιωπήσεως, ενώ ως προς τα λοιπά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως αρκεί και ενδεχόμενος δόλος (Α.Π. 172/2002 Ποιν.Δικ/σύνη 2002/844 που αποκλείει τον ενδεχόμενο δόλο, ενώ αντιθέτως Τούσης - Γεωργίου Ερμ. Π.Κ. υπ' αρ. 386, αρ. 26 δέχονται ενδεχόμενο δόλο ως προς όλα τα στοιχεία).
Από την διάταξη του αρ. 13 στοιχ. στ' Π.Κ. προκύπτει ότι για την συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, δηλαδή τέλεση του εγκλήματος περισσότερες από μία φορά, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Δεν απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει ο άνω σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος (Α.Π. 480/98 Π.Χρ. ΜΜ/1093, Α.Π. 372/99 Π.Χρ. Ν/26, Α.Π. 1307/2002 Π.Χρ. ΝΓ/497). Δεν είναι αναγκαίο ο δράστης να έχει διαπράξει περισσότερες πράξεις (Α.Π. 1166/91 Π.Χρ. ΜΒ/130, Α.Π. 1375/89 Π.Χρ. Μ/649), δεν πρέπει όμως ο δράστης να ενήργησε ευκαιριακά, αλλά με βάση σχέδιο.
V) Από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. (όπως το τελ. συμπληρώθηκε με αρ.2 §5 Ν.2408/96) προκύπτει ότι έχει το παραπεμπτικό βούλευμα την υπό τούτων απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρ. 484 §1δ Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το συμβούλιο. Η αιτιολογία δε αυτή επιτρεπτώς γίνεται και με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 1687/2002 σε Συμβούλιο Ποιν.Χρ. ΝΓ/638, Α.Π. 336/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΝΒ/978).
VI) Το προσβαλλόμενο βούλευμα με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, εδέχθη ότι: από τις καταθέσεις των μαρτύρων, των συνημμένων στην δικογραφία εγγράφων και της απολογίας του κατηγορουμένου ήτοι εκ του συνόλου του αποδεικτικού υλικού προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Την 30-7-1999, ο Ψ, κάτοικος ..., εγκαλών εις την υπό κρίσιν υπόθεση, παρέσχεν δάνειον ύψους 25.752,00 Ευρώ εις την εταιρείαν με την επωνυμία "FACTORY ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", με έδρα την θέση ... στην ... και αντικείμενον εμπορίας την κατασκευή και εμπορίαν επίπλων, φωτιστικών, διακοσμητικών και συναφών ειδών, προς εξασφάλισιν δε της επιστροφής του χορηγηθέντος, κατά τα ανωτέρω, δανείου, κατέστη κομιστής, εξ' οπισθογραφήσεως από την ως άνω δανειολήπτρια εταιρεία πέντε (05) μεταχρονολογημένων επιταγών, οι οποίες είχαν περιέλθει εις την ειρημένη εταιρεία εξ' οπισθογραφήσεως εκ μέρους του κατηγορουμένου - εκκαλούντος.
Οι ως είρηται επιταγές ήσαν οι κάτωθι και δη: 1. Η υπ' αριθμ. ... της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, με ημερομηνία 30-8-1999, ποσού 1.200.000 δραχμών, με φερόμενον ως εκδότη τον Β, κάτ. ... πληρωτέα από τον λογαριασμόν ..., 2. Η υπ' αριθμ. ... της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, με ημερομηνία 30-9-1999, ποσού 1.000.000 δραχμών, με φερόμενον ως εκδότη τον αυτόν ως άνω και υπό στοιχ. 1 μνημονευόμενον Β, πληρωτέα δε επί του ήδη και υπό στοιχ. 1 προμνησθέντος λογαριασμού. 3. Η υπ' αριθμ. ... της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, με ημερομηνία 30-9-1999, ποσού 2.000.000 δραχμών, με φερόμενον ως εκδότη τον Γ, έμπορον, κάτοικον ..., πληρωτέα από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμόν, 4. Η υπ' αριθμ. ... της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, με ημερομηνίαν 30-10-1999, ποσού 2.000.000 δραχμών, ιδίας εκδόσεως με την ως άνω και υπό στοιχ. 3 μνημονευομένη και επί του αυτού, ως και εκείνη, λογαριασμού πληρωτέα και 5. Η υπ' αριθμ. ... της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, με ημερομηνία 30-10-1999, ποσού 1.000.000 δραχμών, με φερόμενον ως εκδότη τον τοιούτον των υπό στοιχ. 1 και 2 προμνημονευθεισών και επί του αυτού, ως και εκείνες, λογαριασμού πληρωτέες. Όλες οι προεκτεθείσες επιταγές ενεφανίσθησαν νομίμως και εμπροθέσμως, εκ μέρους του εγκαλούντος, εις την πληρώτριαν τράπεζαν, ελλείψει όμως διαθεσίμων κεφαλαίων εις τον λογαριασμόν των εκδοτών αυτών δεν επληρώθησαν, το δε γεγονός τούτο (η μη πληρωμή των) εβεβαιώθη, επί του σώματος μιας εκάστης, δια σχετικής σημειώσεως του αρμοδίου προς τούτο υπαλλήλου της πληρωτρίας Τραπέζης την 03-9-99, 01-10-99, 05-10-99, 03-11-99 και 01-11-99, αντιστοίχως.
Εν συνεχεία και κατόπιν των προεκτεθέντων, ο εγκαλών επεδίωξε να στραφεί αναγωγικώς κατά του ήδη εκκαλούντος, ως οπισθογράφου προς την δανειολήπτριαν εταιρείαν και των πέντε επιταγών, πλην όμως εις πραγματοποιηθείσαν επικοινωνίαν τους κατά την 20-01-2000, ο εκκαλών, ισχυρίσθηκε προς τον εγκαλούντα ότι ουδεμίαν σχέσιν είχεν ο ίδιος με τις συγκεκριμένες επιταγές και ότι η επ' αυτών (επιταγών) στην θέση του οπισθογράφου υπογραφή με το όνομα "Χ" δεν ήτο ιδία αυτού υπογραφή, τα αυτά δε επανελάμβανε ο εκκαλών προς τον εγκαλούντα και σε μεταγενέστερες επικοινωνίες τους, που έλαβαν χώραν την 16-01-2003, 27-11-2003 και 03-12-2003.
Τα ως άνω όμως που ο νυν κατηγορούμενος -εκκαλών, επιμόνως και κατ' επανάληψιν ισχυρίζετο προς τον εγκαλούντα, ετύγχανον ψευδή και δη εν γνώσει του ψευδούς αυτών από πλευράς εκκαλούντος, ενώ το αληθές ήτο ότι τις συγκεκριμένες επιταγές είχεν υπογράψει εις την θέσιν του οπισθογράφου και με το όνομα "Χ" η εκπρόσωπος της δανειοληπτρίας εταιρείας "FACTORY ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" Α, εν γνώσει και με την συναίνεση του εκκαλούντος, όστις (εκκαλών) διετήρει εμπορικήν συνεργασίαν μετά της δανειοληπτρίας εταιρείας. Τα ειρημένα αληθή προέκυψαν και περιήλθαν εις γνώσιν του εγκαλούντος την 19-5-2004, εις δίκην ενώπιον του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με κατηγορούμενον και τον και νυν κατηγορούμενον - εκκαλούντα, ότε ο εκπροσωπών αυτός πληρεξούσιος δικηγόρις εδήλωσεν ότι, τις υπό στοιχ. 1,2 και 5 εκ των προεκτεθεισών κρισίμων επιταγών, δεν είχεν υπογράψει ως οπισθογράφος ο νυν κατηγορούμενος - εκκαλών, αλλά η εκπρόσωπος της δανειοληπτρίας εταιρείας Α "με δική του συναίνεση", δηλαδή με συναίνεση του εκκαλούντος (ορ. σχετ. υφιστάμενον εις την δικογραφίαν αντίγραφον της υπ' αριθμ. 32959/2004 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εμπεριέχον και την προδιαληφθείσαν δήλωσιν του συνηγόρου του εκκαλούντος).
Γεγονός είναι ότι, έως της κατά τον προεκτεθέντα τρόπον αποκαλύψεως της αληθείας εις τον εγκαλούντα, ούτος (εγκαλών) είχεν παραπεισθεί, ως εκ των ψευδών παραστάσεων του εκκαλούντος, ότι οι περί ων πρόκειται υπογραφές με το όνομα "Χ" δεν ήσαν του εκκαλούντος και έτσι, εν πλάνη τελών, δεν εστράφη εναντίον αυτού (εκκαλούντος) δικαστικώς προς υποχρέωσίν του εις καταβολήν των ποσών των επιταγών, συνολικού ύψους 7.200.000 δραχμών (1.200.000 + 1.000.000 + 2.000.000 + 2.000.000 + 1.000.000) ή 21.129,86 Ευρώ.
Διευκρινίζεται εις το σημείον αυτό, με δεδομένο ότι το συνολικόν ποσόν των πέντε επιταγών που προεξετέθησαν ανέρχεται εις τα 21.129,86 Ευρώ ενώ το χορηγηθέν δάνειον ήτο 25.752,00 Ευρώ, ότι, το ποσόν του χορηγηθέντος δανείου που δεν εκαλύπτετο από τις ειρημένες πέντε επιταγές εξησφαλίσθη αρχήθεν δια μιας έκτης επιταγής, ύψους 1.575.000 δραχμών, η οποία είχεν πληρωθεί από τον εκδότη της (ορ. αναλυτικώτερον επ' αυτού εις την 3ην σελίδα της εγκλήσεως).
Αποτέλεσμα της προεκτεθείσης αδρανείας του εγκαλούντος να κινηθεί δικαστικώς εναντίον του εκκαλούντος, προς είσπραξιν του συνολικού χρηματικού ποσού των πέντε επιταγών, ήτο να υποπέσει εις παραγραφήν η εκ των συγκεκριμένων αξιογράφων αξίωσή του εναντίον αυτού (εκκαλούντος), αφού, σύμφωνα με το άρθρον 52 του ν. 5960/1933, ως νυν ισχύει, περί επιταγής "Αι εξ αναγωγής αγωγαί του κομιστού κατά των οπισθογράφων, κατά του εκδότου και κατά των άλλων υποχρέων, παραγράφονται μετά έξι μήνες από της λήξεως της προθεσμίας προς εμφάνισιν...".
Προεκλήθη ούτω ζημία εις την περιουσίαν του εγκαλούντος, ισόποση προς το συνολικόν ποσόν των προεκτεθεισών πέντε επιταγών, δηλαδή τοιαύτη ύψους 21.129,86 Ευρώ, με αντίστοιχον παράνομον περιουσιακόν όφελος του εκκαλούντος. Διευκρινιστέον και εν σχέσει προς την οίαν ο εγκαλών υπέστη ζημίαν, ότι η δανειολήπτρια εταιρεία FACTORY Ε.Π.Ε. υπολειτουργούσε πλέον και εδήλωσεν αδυναμίαν εξοφλήσεώς του αφ' ενός, ενώ, αφ' ετέρου, αδρανούσε να κινηθεί η ιδία δικαστικώς κατά των προσώπων μετά των οποίων, επί τη βάσει των συγκεκριμένων αξιογράφων, είχεν άμεσον ενοχικής φύσεως σχέση, δηλαδή εναντίον του οπισθογράφου - εκκαλούντος και των δύο εκδοτών των επιταγών.
Ο κατηγορούμενος - εκκαλών αρνείται την κατηγορίαν ισχυριζόμενος συμπαιγνίαν εις βάρος του εκ μέρους του εγκαλούντος και των αρμοδίων της δανειοληπτρίας εταιρείας "FACTORY ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", ενώ υποστηρίζει παραλλήλως ότι η αξίωση που προβάλλει ο εγκαλών είναι αστικής φύσεως και ειδικώτερον ενοχικής τοιαύτης και μόνον. Βεβαίως, οι ειρημένες θέσεις του εκκαλούντος δεν δύνανται να υιοθετηθούν, αφού εις την έννοιαν της περιουσίας υπάγεται κατά νόμον το σύνολον των οικονομικών αξιών προσώπου τινός, υφίσταται δε περιουσιακή βλάβη έστω και εάν υφίσταται εισέτι ενεργός αξίωση προς αποκατάστασίν της, καθώς και επί κινδύνου ή απειλής μειώσεως της περιουσίας εις το μέλλον, λόγω εμπλοκής εις δαπανηρόν δικαστικόν αγώνα προς απόκρουσιν δημιουργηθείσης, εκ της ενεργείας του δράστου, παρανόμου καταστάσεως.
Επίσης, υφίσταται περιουσιακή βλάβη επί διακινδυνεύσεως και μόνον περιουσιακού τινος στοιχείου, ως και επί παραλείψεως ή επιβραδύνσεως της δικαστικής επιδιώξεως περιουσιακής τινός αξιώσεως ή επί υπάρξεως ανάγκης εγέρσεως αγωγής, ως μόνου δυνατού τρόπου επανορθώσεως της ζημίας (Σχετ. και όλως ενδεικτικώς Α.Π. 335/1999 Π.Χρ. ΜΘ'1088, Α.Π. 520/1998 Π.Χρ. ΜΗ'1101, Α.Π. 326/1996 Π.Χρ. ΜΖ'27, Α.Π. 375/1984 Π.Χρ. ΛΔ'834, Α.Π. 939/1981, Π.Χρ. ΛΒ'227, Α.Π. 323/1994, Υπερ. 1994 σελ. 848, Α.Π. 1540/88 Π.Χρ. ΛΘ'378, Α.Π. 979/1989 Ελ. Δ/σύνη 1989 σελ. 1492, Α.Π. 239/68, Α.Π. 312/57, Α.Π. 353/64 Π.Χρ. ΙΕ'15, Ανδρουλάκης Π.Χρ. ΚΑ' σελ. 2-3, Κατσαντώνης Π.Χρ. ΛΒ' 136, Μπουρόπουλος γ' 84).
Εντός των πλαισίων της προεκτεθείσης εννοίας της περιουσιακής βλάβης, θα πρέπει να αντιμετωπισθεί και η εκ μέρους του εγκαλούντος έγερση, κατά του ήδη εκκαλούντος, πλαγιαστικής αγωγής του άρθρου 72 Κ.Πολ.Δ., με αριθμόν καταθέσεως δικογράφου 4954/2004, την 08/07/2004, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απευθυνόμενης (ορ. σχετ. συνημμένον εις την δικογραφίαν αντίγραφον της αγωγής αυτής, που απευθύνεται και κατά της δανειοληπτρίας εταιρείας).
Και ναι μεν η ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών της 19-5-2004, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως εφ' ης εξεδόθη η υπ' αριθμ. 32959/2004 απόφαση, γενομένη δήλωση του τότε συνηγόρου του εκκαλούντος αφορούσε τρεις μόνον εκ των πέντε συνολικώς προεκτεθεισών τραπεζικών επιταγών και δη τις υπό στοιχ. 1,2 και 5, ουχ ήττον όμως, αποχρώντως και λογικώς εκτιμάται ως ισχύον το αυτό και για τις υπόλοιπες δύο επιταγές και δη τις υπό στοιχ. 3 και 4.
Επίσης το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών στο προσβαλλόμενο βούλευμα εδέχθη (φύλλο 10, σελ. ια) ως προς την συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως απάτης ότι: από την όλη υποδομή που είχε διαμορφώσει (αναιρεσείων) δρώντας, όχι ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, προκειμένου να αποφύγει τον εξαναγκασμό του προς πληρωμή των ποσών των ως άνω επιταγών και να επιτύχει την οικονομική εκμετάλλευση του παθόντος, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, δηλαδή κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος. Με τις παραδοχές αυτές το συμβούλιο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του κατηγορουμένου και επεκύρωσε το εκκληθέν πρωτόδικο βούλευμα, δεχθέν ότι υφίσταντο αποχρώσες ενδείξεις ενοχής του για την ανωτέρω κακουργηματική πράξη της απάτης.
VII) Με όσα εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε εις το προσβαλλόμενο βούλευμα την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (αρ. 93 §3 Συντάγματος, 139 Κ.Π.Δ.) καθ' όσον εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση σχετικά με την αποδιδομένη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Ειδικότερα:
Το άνω βούλευμα ως προς τον πρώτο προβαλλόμενο λόγο περί ελλείψεως επαρκούς αιτιολογίας ως προς την κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως περιέλαβε ειδική αιτιολογία αναφέροντας (μετά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών) πως από την όλη υποδομή που έχει διαμορφώσει (ο κατηγορούμενος) δρώντας όχι ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου, για να αποφύγει τον εξαναγκασμό του προς πληρωμή των ποσών των προαναφερθεισών επιταγών και να επιτύχει την οικονομική εκμετάλλευση του παθόντος προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος δηλ. κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος. Το Συμβούλιο Εφετών δεν περιορίστηκε σε απλή παράθεση των στοιχείων του νόμου (αρ. 1362 εδάφ. στ'- 38 §§1-3α Π.Κ.) αλλά αναφέρεται και σε συγκεκριμένο περιστατικό με κυρίαρχη επιδίωξη την οικονομική εκμετάλλευση του παθόντος, δεν ήταν δε απαραίτητο να έχει διαπράξει περισσότερες πράξεις για να θεμελιωθεί η επιβαρυντική περίσταση (Α.Π. 1166/91 Π.Χρ. ΜΒ/130, Α.Π. 1375/89 Π.Χρ. Μ/649) ενώ είναι σαφές ότι από όσα εκτίθενται ως πραγματικά περιστατικά, συγκεκριμένη δράση που αφορά την ουσία, (και δεν ελέγχεται αναιρετικά) συνάγεται η όχι ευκαιριακή αλλά βάσει σχεδίου ενέργειά του (Α.Π. 692/2000 Π.Χρ. ΝΑ/47).
Συνεπώς δεν συντρέχει λόγος ούτε εν μέρει, ως προς την επιβαρυντική περίσταση, αναιρέσεως του βουλεύματος (ως εκ. Συμβ. Α.Π. 1887/2006).
Ως προς τους λοιπούς λόγους:
Δεν υφίσταται αντιφατική αιτιολογία διότι η αναφορά πως ο εγκαλών δεν εστράφη κατά του κατηγορουμένου δικαστικώς αφού αυτό είναι απόρροια της εγκληματικής άμεσης επιδιώξεως του κατηγορουμένου, ώστε να μην στραφεί για να εισπράξει τις επιταγές, ενώ τα περί πλαγιαστικής αγωγής έχουν σχέση με μεταγενέστερο χρονικό σημείο, αφού είχε πλέον τελεσθεί η απάτη. Ως προς τον γ' λόγο: δεν υφίσταται ανεπαρκής αιτιολόγηση της περιουσιακής βλάβης. Ο εγκαλών έχοντας λάβει τις ως άνω επιταγές εκδόσεως Β και Γ (ως ειδικότερα αναφέρεται) με οπισθογράφο "Χ" επείσθη στις ψευδείς διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου ότι δεν ήταν εκείνος οπισθογράφος, δεν κινήθηκε κατ' αυτού δικαστικώς εντός έξι μηνών με αποτέλεσμα να υποπέσει η σχετική αξίωσή του σε παραγραφή. Την ζημία την υπέστη ο εγκαλών την 20-1-2000 όταν παρεπείσθη από τον κατηγορούμενο ως προς το ότι ο τελευταίος δεν ήταν οπισθογράφος και δεν άσκησε το δικαίωμα να στραφεί κατ' αυτού και επιδιώξει την ικανοποίηση της απαιτήσεώς του, διότι έτσι επήλθε χειροτέρευση της ενεστώσας (τότε) οικονομικής του καταστάσεως.
Ως προς τον δ' λόγο: Η απόκτηση των επιταγών από τον εγκαλούντα είχε σκοπό να εξασφαλισθεί η απαίτησή του σε περίπτωση μη αποδόσεως του δανείου, δηλαδή να στραφεί δικαστικώς κατά του εξ' αναγωγής υποχρέου (Χ), και η ζημία που υπέστη από την μη ενάσκηση του δικαιώματος αυτού είχε ως συνέπεια την οικονομική του βλάβη κατά τα ποσά των επιταγών και ως εκ τούτου υφίσταται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της βλάβης και της παραπλανητικής ενέργειας (Α.Π. 692/2000 Π.Χρ. ΝΑ/48, Α.Π. 172/2002 Π.Δικ/σύνη 2002/844, Α.Π. 1203/99 Π.Χρ. Ν/610).
Ως προς τον ε' λόγο: Δεν υπεβλήθη αυτοτελής ισχυρισμός, αλλά διετυπώθη άρνηση της κατηγορίας, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν επιδρά καταλυτικά στην κρίση για το κίνητρο εξαπατήσεως (σελ. 10 αιτήσεως αναιρέσεως) αλλά αντίθετα υποδηλώνει την πρόθεσή του για διάπραξη του αδικήματος.
Ως προς τον στ' λόγο: Το βούλευμα αιτιολογεί από πού συνάγεται ότι οι υπό στοιχεία 3 και 4 επιταγές οπισθογραφήθηκαν από τον κατηγορούμενο (βάσει δηλώσεων συνηγόρου του σε άλλη δίκη για τις λοιπές επιταγές). Ως προς τον ζ' λόγο: Η δήλωση του συνηγόρου του σε άλλη δίκη ως προς τις τρεις επιταγές ορθώς εξετιμήθη από το συμβούλιο (αρ. 177 Κ.Π.Δ.) και είναι σαφές ότι από πλευράς κατηγορουμένων δεν υπήρξε εναντίωση ή διάψευση των ισχυρισμών του συνηγόρου του (σε οιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε δίκης) ο οποίος ενεργούσε προς υπεράσπιση των συμφερόντων του με όλες τις συνέπειες της δηλώσεως.
Κατά συνέπεια ορθώς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου κατά του υπ' αρ. 1441/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θα πρέπει να απορριφθεί, και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα.
VIII) Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Α) Να απορριφθεί η υπ' αρ. 88/2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατ. ... κατά του υπ' αρ. 81/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 22-6-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέτιμη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 ευρώ). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες του δράστη. Κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος, σύμφωνα με το εδαφ. στ' του άρθρου 13 ΠΚ που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1408/1996, συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοια τους, όπως είναι και η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως. Ετσι, επί παραπεμπτικού βουλεύματος για απάτη, της οποίας ο κακουργηματικός χαρακτήρας θεμελιώνεται στην κατ' επάγγελμα τέλεσή της, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της επιβαρυντικής αυτής περιστάσεως όταν δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την κατ' επάγγελμα τέλεση. Τέλος, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, η οποία υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο 81/2007 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του 1441/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο, λόγω σοβαρών ενδείξεων ενοχής του, παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του Τριμελούς για κακουργήματα Εφετείου Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος απάτης κατ' επάγγελμα με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ και ανέρχονται σε 21.129,86 ευρώ. Δέχθηκε, συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Συμβούλιο, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από τα μνημονευόμενα, κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα προέκυψαν τα ακόλουθα: "Την 30-7-1999, ο Ψ, κάτοικος ..., εγκαλών εις την υπό κρίσιν υπόθεση, παρέσχεν δάνειον ύψους 25.752,00 ευρώ εις την εταιρείαν με την επωνυμία "FACTORY ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", με έδρα τη θέση ... στη ... και αντικείμενον εμπορίας την κατασκευή και εμπορίαν επίπλων, φωτιστικών, διακοσμητικών και συναφών ειδών, προς εξασφάλισιν δε της επιστροφής του χορηγηθέντος, κατά τα ανωτέρω, δανείου, κατέστη κομιστής, εξ' οπισθογραφήσεως από την ως άνω δανειολήπτρια εταιρεία πέντε (05) μεταχρονολογημένων επιταγών, οι οποίες είχαν περιέλθει εις την ειρημένη εταιρεία εξ' οπισθογραφήσεως εκ μέρους του κατηγορουμένου - εκκαλούντος.
Οι ως είρηται επιταγές ήσαν οι κάτωθι και δη: 1. Η υπ' αριθμ. ... της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, με ημερομηνία 30-8-1999, ποσού 1.200.000 δραχμών, με φερόμενον ως εκδότη τον Β, κάτ. ..., πληρωτέα από τον λογαριασμόν ..., 2. Η υπ' αριθμ. ... της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, με ημερομηνία 30-9-1999, ποσού 1.000.000 δραχμών, με φερόμενον ως εκδότη τον αυτόν ως άνω και υπό στοιχ. 1 μνημονευόμενον Β, πληρωτέα δε επί του ήδη και υπό στοιχ. 1 προμνησθέντος λογαριασμού. 3. Η υπ' αριθμ. ... της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, με ημερομηνία 30-9-1999, ποσού 2.000.000 δραχμών, με φερόμενον ως εκδότη τον Γ, έμπορον, κάτοικον Αθηνών, πληρωτέα από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμόν, 4. Η υπ' αριθμ. ... της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, με ημερομηνίαν 30-10-1999, ποσού 2.000.000 δραχμών, ιδίας εκδόσεως με την ως άνω και υπό στοιχ. 3 μνημονευομένη και επί του αυτού, ως και εκείνη, λογαριασμού πληρωτέα και 5. Η υπ' αριθμ. ... της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, με ημερομηνία 30-10-1999, ποσού 1.000.000 δραχμών, με φερόμενον ως εκδότη τον τοιούτον των υπό στοιχ. 1 και 2 προμνημονευθεισών και επί του αυτού, ως και εκείνες, λογαριασμού πληρωτέες. Όλες οι προεκτεθείσες επιταγές ενεφανίσθησαν νομίμως και εμπροθέσμως, εκ μέρους του εγκαλούντος, εις την πληρώτριαν τράπεζαν, ελλείψει όμως διαθεσίμων κεφαλαίων εις τον λογαριασμόν των εκδοτών αυτών δεν επληρώθησαν, το δε γεγονός τούτο (η μη πληρωμή των) εβεβαιώθη, επί του σώματος μιας εκάστης, δια σχετικής σημειώσεως του αρμοδίου προς τούτο υπαλλήλου της πληρωτρίας Τραπέζης την 03-9-99, 01-10-99, 05-10-99, 03-11-99 και 01-11-99, αντιστοίχως.
Εν συνεχεία και κατόπιν των προεκτεθέντων, ο εγκαλών επεδίωξε να στραφεί αναγωγικώς κατά του ήδη εκκαλούντος, ως οπισθογράφου προς την δανειολήπτριαν εταιρείαν και των πέντε επιταγών, πλην όμως εις πραγματοποιηθείσαν επικοινωνίαν τους κατά την 20-01-2000, ο εκκαλών, ισχυρίσθηκε προς τον εγκαλούντα ότι ουδεμίαν σχέσιν είχεν ο ίδιος με τις συγκεκριμένες επιταγές και ότι η επ' αυτών (επιταγών) στην θέση του οπισθογράφου υπογραφή με το όνομα "Χ" δεν ήτο ιδία αυτού υπογραφή, τα αυτά δε επανελάμβανε ο εκκαλών προς τον εγκαλούντα και σε μεταγενέστερες επικοινωνίες τους, που έλαβαν χώραν την 16-01-2003, 27-11-2003 και 03-12-2003.
Τα ως άνω όμως που ο νυν κατηγορούμενος -εκκαλών, επιμόνως και κατ' επανάληψιν ισχυρίζετο προς τον εγκαλούντα, ετύγχανον ψευδή και δη εν γνώσει του ψευδούς αυτών από πλευράς εκκαλούντος, ενώ το αληθές ήτο ότι τις συγκεκριμένες επιταγές είχεν υπογράψει εις την θέσιν του οπισθογράφου και με το όνομα "Χ" η εκπρόσωπος της δανειοληπτρίας εταιρείας "FACTORY ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" Α, εν γνώσει και με την συναίνεση του εκκαλούντος, όστις (εκκαλών) διετήρει εμπορικήν συνεργασίαν μετά της δανειοληπτρίας εταιρείας. Τα ειρημένα αληθή προέκυψαν και περιήλθαν εις γνώσιν του εγκαλούντος την 19-5-2004, εις δίκην ενώπιον του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με κατηγορούμενον και τον και νυν κατηγορούμενον - εκκαλούντα, ότε ο εκπροσωπών αυτόν πληρεξούσιος δικηγόρος εδήλωσεν ότι, τις υπό στοιχ. 1,2 και 5 εκ των προεκτεθεισών κρισίμων επιταγών, δεν είχεν υπογράψει ως οπισθογράφος ο νυν κατηγορούμενος - εκκαλών, αλλά η εκπρόσωπος της δανειοληπτρίας εταιρείας Α "με δική του συναίνεση", δηλαδή με συναίνεση του εκκαλούντος (ορ. σχετ. υφιστάμενον εις την δικογραφίαν αντίγραφον της υπ' αριθμ. 32959/2004 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εμπεριέχον και την προδιαληφθείσαν δήλωσιν του συνηγόρου του εκκαλούντος).
Γεγονός είναι ότι, έως της κατά τον προεκτεθέντα τρόπον αποκαλύψεως της αληθείας εις τον εγκαλούντα, ούτος (εγκαλών) είχεν παραπεισθεί, ως εκ των ψευδών παραστάσεων του εκκαλούντος, ότι οι περί ων πρόκειται υπογραφές με το όνομα "Χ" δεν ήσαν του εκκαλούντος και έτσι, εν πλάνη τελών, δεν εστράφη εναντίον αυτού (εκκαλούντος) δικαστικώς προς υποχρέωσίν του εις καταβολήν των ποσών των επιταγών, συνολικού ύψους 7.200.000 δραχμών (1.200.000 + 1.000.000 + 2.000.000 + 2.000.000 + 1.000.000) ή 21.129,86 Ευρώ.
Διευκρινίζεται εις το σημείον αυτό, με δεδομένο ότι το συνολικόν ποσόν των πέντε επιταγών που προεξετέθησαν ανέρχεται εις τα 21.129,86 Ευρώ ενώ το χορηγηθέν δάνειον ήτο 25.752,00 Ευρώ, ότι, το ποσόν του χορηγηθέντος δανείου που δεν εκαλύπτετο από τις ειρημένες πέντε επιταγές εξησφαλίσθη αρχήθεν δια μιας έκτης επιταγής, ύψους 1.575.000 δραχμών, η οποία είχεν πληρωθεί από τον εκδότη της. Αποτέλεσμα της προεκτεθείσης αδρανείας του εγκαλούντος να κινηθεί δικαστικώς εναντίον του εκκαλούντος, προς είσπραξιν του συνολικού χρηματικού ποσού των πέντε επιταγών, ήτο να υποπέσει εις παραγραφήν η εκ των συγκεκριμένων αξιογράφων αξίωσή του εναντίον αυτού (εκκαλούντος), αφού, σύμφωνα με το άρθρον 52 του ν. 5960/1933, ως νυν ισχύει, περί επιταγής "Αι εξ αναγωγής αγωγαί του κομιστού κατά των οπισθογράφων, κατά του εκδότου και κατά των άλλων υποχρέων, παραγράφονται μετά έξι μήνες από της λήξεως της προθεσμίας προς εμφάνισιν...".
Προεκλήθη ούτω ζημία εις την περιουσίαν του εγκαλούντος, ισόποση προς το συνολικόν ποσόν των προεκτεθεισών πέντε επιταγών, δηλαδή τοιαύτη ύψους 21.129,86 Ευρώ, με αντίστοιχον παράνομον περιουσιακόν όφελος του εκκαλούντος. Διευκρινιστέον και εν σχέσει προς την οίαν ο εγκαλών υπέστη ζημίαν, ότι η δανειολήπτρια εταιρεία FACTORY Ε.Π.Ε. υπολειτουργούσε πλέον και εδήλωσεν αδυναμίαν εξοφλήσεώς του αφ' ενός, ενώ, αφ' ετέρου, αδρανούσε να κινηθεί η ιδία δικαστικώς κατά των προσώπων μετά των οποίων, επί τη βάσει των συγκεκριμένων αξιογράφων, είχεν άμεσον ενοχικής φύσεως σχέση, δηλαδή εναντίον του οπισθογράφου - εκκαλούντος και των δύο εκδοτών των επιταγών.
Ο κατηγορούμενος - εκκαλών αρνείται την κατηγορίαν ισχυριζόμενος συμπαιγνίαν εις βάρος του εκ μέρους του εγκαλούντος και των αρμοδίων της δανειοληπτρίας εταιρείας "FACTORY ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", ενώ υποστηρίζει παραλλήλως ότι η αξίωση που προβάλλει ο εγκαλών είναι αστικής φύσεως και ειδικώτερον ενοχικής τοιαύτης και μόνον. Βεβαίως, οι ειρημένες θέσεις του εκκαλούντος δεν δύνανται να υιοθετηθούν, αφού εις την έννοιαν της περιουσίας υπάγεται κατά νόμον το σύνολον των οικονομικών αξιών προσώπου τινός, υφίσταται δε περιουσιακή βλάβη έστω και εάν υφίσταται εισέτι ενεργός αξίωση προς αποκατάστασίν της, καθώς και επί κινδύνου ή απειλής μειώσεως της περιουσίας εις το μέλλον, λόγω εμπλοκής εις δαπανηρόν δικαστικόν αγώνα προς απόκρουσιν δημιουργηθείσης, εκ της ενεργείας του δράστου, παρανόμου καταστάσεως. Επίσης, υφίσταται περιουσιακή βλάβη επί διακινδυνεύσεως και μόνον περιουσιακού τινος στοιχείου, ως και επί παραλείψεως ή επιβραδύνσεως της δικαστικής επιδιώξεως περιουσιακής τινός αξιώσεως ή επί υπάρξεως ανάγκης εγέρσεως αγωγής, ως μόνου δυνατού τρόπου επανορθώσεως της ζημίας. Εντός των πλαισίων της προεκτεθείσης εννοίας της περιουσιακής βλάβης, θα πρέπει να αντιμετωπισθεί και η εκ μέρους του εγκαλούντος έγερση, κατά του ήδη εκκαλούντος, πλαγιαστικής αγωγής του άρθρου 72 Κ.Πολ.Δ., με αριθμόν καταθέσεως δικογράφου 4954/2004, την 08/07/2004, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απευθυνόμενης (ορ. σχετ. συνημμένον εις την δικογραφίαν αντίγραφον της αγωγής αυτής, που απευθύνεται και κατά της δανειοληπτρίας εταιρείας).
Και ναι μεν η ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών της 19-5-2004, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως εφ' ης εξεδόθη η υπ' αριθμ. 32959/2004 απόφαση, γενομένη δήλωση του τότε συνηγόρου του εκκαλούντος αφορούσε τρεις μόνον εκ των πέντε συνολικώς προεκτεθεισών τραπεζικών επιταγών και δη τις υπό στοιχ. 1,2 και 5, ουχ ήττον όμως, αποχρώντως και λογικώς εκτιμάται ως ισχύον το αυτό και για τις υπόλοιπες δύο επιταγές και δη τις υπό στοιχ. 3 και 4".
Στα εν λόγω εκτιθέμενα στην εισαγγελική πρόταση προσέθεσε το Συμβούλιο και τα ακόλουθα, ως προς την συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως της απάτης ήτοι "από την όλη υποδομή που είχε διαμορφώσει (εννοείται ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων) δρώντας όχι ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, προκειμένου να αποφύγει τον εξαναγκασμό του προς πληρωμή των ποσών των ως άνω επιταγών και να επιτύχει την οικονομική εκμετάλλευση του παθόντος, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, δηλαδή κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την κατά την ανωτέρω έννοια απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικότερα Α) η κρίσιμη παραδοχή του βουλεύματος περί υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων για το ψευδές της διαβεβαιώσεως του αναιρεσείοντος, ότι οι επί των επιταγών υπογραφές με το όνομα του ως οπισθογράφου δεν είναι ιδικές του, εκ της οποίας παραπείσθηκε ο εγκαλών και δεν στράφηκε δικαστικώς εναντίον του εντός του χρόνου παραγραφής της οικείας αξιώσεως του από κάθε επιταγή, ως προς μεν τις επιταγές 1,2 και 5 (συνολικού ποσου 3.200.000 δρχ.) αιτιολογείται ελλιπώς από απόψεως αποδεικτικών μέσων, καθόσον δεν στηρίζεται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων της δικογραφίας, αλλά στηρίζεται μόνον σε δήλωση που προέβη ενώπιον άλλου ποινικού δικαστηρίου ο εκπροσωπήσας τον αναιρεσείοντα στη δίκη ενώπιον του άλλου αυτού δικαστηρίου συνήγορός του, η οποία (δήλωση), ενόψει του ότι ο εκπροσωπών τον κατηγορούμενο συνήγορός του δεν απολογείται για τον εκπροσωπούμενο, είναι χωρίς έννομη επιρροή, ως προς δε τις λοιπές 3 και 4 επιταγές δεν αιτιολογείται παντάπασι, αφού τα παρατιθέμενα συναφώς στο βούλευμα ότι κατόπιν της ως άνω δηλώσεως του συνηγόρου του αναιρεσείοντος για τις επιταγές 1, 2 και 5 " ...αποχρώντως και λογικώς εκτιμάται ως ισχύον το αυτό και για τις υπόλοιπες δύο επιταγές υπό στοιχ. 3 και 4" δεν συνιστούν αιτιολογία με την έννοια των ως άνω διατάξεων και Β) η συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως δεν αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα, καθόσον το Συμβούλιο, χωρίς να γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων έχει τελέσει και άλλες, εκτός από την επίμαχη, πράξεις απάτης, δέχθηκε σχετικώς ότι "από την όλη υποδομή που είχε διαμορφώσει (ο κατηγορούμενος) δρώντας όχι ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου, προκειμένου να αποφύγει τον εξαναγκασμό του προς πληρωμήν των επιταγών και να επιτύχει την οικονομική εκμετάλλευση του παθόντος, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος" χωρίς, όμως, να παραθέτει πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και υποδηλώνουν ότι η πράξη τελέσθηκε υπό την εν λόγω επιβαρυντική περίσταση, ήτοι περιστατικά που να συγκεκριμενοποιούν το αναφερόμενο σχέδιο δράσεως και την εντεύθεν ύπαρξη υποδομής. Κατ' ακολουθίαν, είναι βάσιμοι οι εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠοινΔ λόγοι της αιτήσεως, που πλήττουν το προσβαλλόμενο βούλευμα για τις ανωτέρω πλημμέλειες και πρέπει, κατά παραδοχήν τους, να αναιρεθεί το εν λόγω βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το 81/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Αυγούστου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη σε βαθμό κακουργήματος - Στοιχεία. Αναιρείται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας, αφενός ως προς το ψευδές του γεγονότος από την περί του οποίου διαβεβαίωση πείσθηκε ο παθών και παρέλειψε να προβεί σε δικαστική επιδίωξη απαιτήσεώς του κατά του κατηγορουμένου, η οποία εντεύθεν παρεγράφη με συνέπεια των ισόποση ζημία του, και αφετέρου ως προς τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ’ επάγγελμα τελέσεως της πράξεως, καθώς και για έλλειψη νόμιμης βάσεως ως προς τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξεως.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νομίμου βάσεως έλλειψη.
| 0
|
Αριθμός 1974/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -----
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή και Θεοδώρα Γκοΐνη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντος Ψ, που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως του με αριθμό 1124/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - πολιτικώς ενάγων ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιουλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1580/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσος Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 409/25.10.2007 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 513 παρ. 1α Κ.Π.Δ. την υπ'αριθ. 164/2007 έκθεση αναίρεσης του πολιτικώς ενάγοντος Ψ, κατά του υπ'αριθ. 1124/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, η οποία προβλέπει την άσκηση αίτησης αναίρεσης από τους διαδίκους, προκύπτει ότι, 1. "ο κατηγορούμενος μόνο έχει δικαίωμα και όχι και ο πολιτικώς ενάγων να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν: α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Σε εγκλήματα που συρρέουν ή είναι συναφή, ο κατηγορούμενος μπορεί να ζητήσει την αναίρεση για όλα, έστω και αν το ένδικο αυτό μέσο επιτρέπεται μόνο για ένα από αυτά και β) παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του.Κατά δε την παράγραφο "2" του ιδίου άρθρου "Αν το συμβούλιο Εφετών επιλήφθηκε σύμφωνα με το άρθρο 317, κατά του βουλεύματος που εκδίδεται από αυτό μπορεί να ασκηθεί αναίρεση μόνο στις περιπτώσεις της παρ. 1". Από το γράμμα των παραγράφων "1 και 2" του άρθρου αυτού όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, σαφώς προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται πλέον η άσκηση αίτησης αναίρεσης στον κατηγορούμενο και στον πολιτικώς ενάγοντα κατά του βουλεύματος που αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, το μεν αποφάνθηκε την οριστική παύση της ποινικής διώξεως του κατηγορουμένου Χ, το δε να μη γίνει κατηγορία κατ'αυτού για τις μερικότερες πράξεις της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία, συνολική άνω των 15.000 ευρώ που φέρεται να τέλεσε στην Αθήνα στις 30-6-1999, 6-7-1999 και 28-11-2000.
Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε ο αναιρεσείων πολιτικώς ενάγων την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία δεν προβλέπεται πλέον μετά την αντικατάσταση του άρθρου 482 Κ.Π.Δ. με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, όπως παραπάνω εκτίθεται. Είναι συνεπώς η αίτηση αυτή αναίρεσης απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 513 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ'αριθ. 164/2007 αίτηση αναίρεσης του πολιτικώς ενάγοντος Ψ, κατά του υπ'αριθ. 1124/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 17-10-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 του ΚΠοινΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα και στον πολιτικώς ενάγοντα δεν δίδεται πλέον, μετά δηλαδή το ν. 3160/2003, που ισχύει από τη δημοσίευσή του (κατά το άρθρο 61 αυτού) στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 30η Ιουνίου 2003, και με το άρθρο 41 παρ. 1 του οποίου αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθρου 482 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, δικαίωμα αναιρέσεως κατά του βουλεύματος με το οποίο το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου ή έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατ' αυτού. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει σχετικά Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος ασκήθηκε την 27 Ιουλίου 2007, δηλαδή μετά την ισχύ του αναφερόμενου νόμου, και στρέφεται κατά του υπ' αριθ. 1124/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο α) έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου Χ, για τη μερικότερη πράξη πλαστογραφίας που φέρεται ότι τέλεσε αυτός στην Αθήνα στις 30.9.1997 και β) αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του πιο πάνω κατηγορουμένου για τις μερικότερες πράξεις πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία άνω των 15.000 ευρώ, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 30.6.1999, 6.7.1999 και 28.11.2000. Ενόψει, όμως, του ότι κατά το χρόνο ασκήσεως της άνω αιτήσεως την 2η Ιουλίου 2007, μετά, δηλαδή, την ισχύ του ν.3160/2003, ο οποίος είναι κρίσιμος για το παραδεκτό της, ο πολιτικώς ενάγων Ψ δεν είχε δικαίωμα αναιρέσεως οιουδήποτε βουλεύματος, η αίτηση αυτή είναι απαράδεκτη. Πρέπει να σημειωθεί ότι η απαγόρευση ασκήσεως αναιρέσεως εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντος κατά βουλευμάτων δεν αντίκειται ούτε στην αρχή της ισότητας, ούτε στην αρχή της δίκαιης δίκης, γιατί με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ δεν καθιερώνεται υποχρέωση θεσπίσεως και ενδίκων μέσων υπέρ του πολιτικώς ενάγοντος (αφού δεν καθιερώνεται τέτοια υποχρέωση ούτε υπέρ του κατηγορουμένου - ΑΠ 464/2003, ΑΠ 2336/2005), αλλ' ούτε και στην αρχή της αναλογικότητας, γιατί οι αστικές τυχόν αξιώσεις του παθόντος μπορούν να ασκηθούν ενώπιον του πολιτικού Δικαστηρίου. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντος πολιτικώς ενάγοντος-του οποίου ο αντίκλητος δικηγόρος κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο (άρθρο 476 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας-, ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Ιουλίου 2007 αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ για αναίρεση του με αριθμό 1124/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2008.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Αυγούστου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μετά το Ν. 3160/2003 (έναρξη ισχύος του: 30-6-2003), με το άρθρο 41 §1 του οποίου αντικαταστάθηκε το άρθρ. 484 § 1 ΚΠΔ, ο πολιτικώς ενάγων δεν έχει πλέον δικαίωμα αναιρέσεως κατά απαλλακτικού βουλεύματος. Η απαγόρευση αυτή δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, ούτε στην αρχή της αναλογικότητας, αλλ’ ούτε και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση του πολιτικώς ενάγοντος κατά του απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
|
Πολιτική αγωγή
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Πολιτική αγωγή, Βούλευμα απαλλακτικό.
| 0
|
Αριθμός 1977/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου, για αναίρεση της 1163/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στα από 12 Απριλίου 2007 και 19 Ιουλίου 2007, δύο χωριστά δικόγραφα προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1900/2006.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 259 του ΠΚ, υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της δημόσιας υπηρεσίας για το γενικότερο συμφέρον, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, δράστης του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263α' του ίδιου κώδικα, και τέτοιος θεωρείται και ο δήμαρχος, απαιτούνται α) παράβαση από τον υπάλληλο του υπηρεσιακού του καθήκοντος, όπως αυτό καθορίζεται από το νόμο ή διοικητική πράξη ή από ιδιαίτερες κατά νόμον οδηγίες της Προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του, β)δόλος του δράστη που περιέχεται στη βούλησή του να παραβεί το καθήκον του και γ)σκοπός του δράστη, επιπλέον, να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς όμως να απαιτείται για την πραγμάτωση του εγκλήματος και η επίτευξη του σκοπού αυτού.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν .-αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση καθήκοντος αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού · της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1163/2006 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Πατρών, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για παράβαση καθήκοντος και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική και ειδικότερα διότι "Στον ... Ηλείας στις 19 Μαρτίου 2003, όντας υπάλληλος υπό την έννοια του άρθρου 263Α Π.Κ., με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος και συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο, όντας Δήμαρχος του Δήμου ..., αρνήθηκε και δεν χορήγησε προς την Επιτροπή του άρθρου 18 του Ν. 2218/1994 τα ζητούμενα από αυτήν έγγραφα -με το υπ' αριθμ.πρωτ. 44/18-3-2003 σχετικό έγγραφο της προς τον Δήμο ..., και δη δεν χορήγησε τους φακέλους που είχαν σχηματισθεί αναφορικά με τους υποψηφίους για πρόσληψη με μίσθωση έργου στα ΚΕΠ του Δήμου, Α, Β, Γ και Δ, προκειμένου να εξετασθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2218/94 οι προσφυγές τους ενώπιον της Επιτροπής αυτής κατά της υπ' αριθμόν 38/2003 απόφασης του Δημάρχου ..., με την οποία επιλέγησαν για τις προκηρυχθείσες θέσεις εργασίας στο ΚΕΠ άλλοι υποψήφιοι, πλην των ως άνω προσφευγόντων, με αποτέλεσμα να αναβληθεί επ' αόριστον η εξέταση των προσφυγών. Στην πράξη του δε αυτή προέβη προκειμένου να μην καταστεί δυνατός ο έλεγχος νομιμότητας από την αρμόδια Επιτροπή της προσβαλλομένης με τις προσφυγές αποφάσεως, βλάπτοντας έτσι το σχετικό δικαίωμα των προσφευγόντων". Στην αυτοτελή αιτιολογία της αποφάσεως το Εφετείο, μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σ' αυτήν, ήτοι των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας, των αναγνωσθέντων εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά και των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και της απολογίας του κατηγορουμένου, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν Δήμαρχος ... Ηλείας. Με την 428/23-1-2003 προκήρυξη ανακοίνωσε ότι θα προέβαινε στην πρόσληψη τεσσάρων (4) ατόμων για τις ανάγκες του ΚΕΠ του Δήμου ... με συμβάσεις μισθώσεως έργου συγκεκριμένης διάρκειας σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθρ. 6 του Ν. 2527/97 και καλούσε τους ενδιαφερομένους που είχαν τα απαιτούμενα και αναγραφόμενα στην προκήρυξη προσόντα να υποβάλουν αιτήσεις. Μεταξύ άλλων υπέβαλαν αιτήσεις και οι εξετασθέντες ως μάρτυρες Δ, Α, Β και Γ. Με την 38/7-3-2003 απόφαση του κατηγορουμένου επελέγησαν τέσσερα (4) άτομα για την υπογραφή των σχετικών συμβάσεων. Οι προαναφερθέντες μάρτυρες, που δεν περιλαμβάνονταν στα άτομα που επελέγησαν, άσκησαν προσφυγή ενώπιον της Επιτροπής του άρθρ. 18 του Ν. 2218/94 ισχυριζόμενοι ότι οι τρείς από τους επελεγέντες ήταν κάτοχοι τίτλου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ οι προσφεύγοντες ήταν πτυχιούχοι ΑΕΙ ή ΤΕΙ .Οι προσφυγές κατατέθηκαν στην Επιτροπή μεταξύ 13 και 19/3/2003 (βλ. το 7/2-4-2003 πρακτικό αυτής). Προκειμένου να αποφασίσει επί των προσφυγών η Επιτροπή με το 44/18-3-2003 έγγραφο της προς τον κατηγορούμενο ζήτησε την προσκομιδή των αντίστοιχων φακέλων των προσφευγόντων .Ο κατηγορούμενος όμως με το 1649/19-3-2003 έγγραφο του απάντησε στην Επιτροπή ότι "μεταξύ των αιτούντων επελέγησαν τα πλέον κατάλληλα άτομα. Για την τελική επιλογή μας λάβαμε υπόψη μας κυρίως το κριτήριο της γνώσης Η/Υ και με γνώμονα την εύρυθμη λειτουργία του ΚΕΠ, πιστεύοντας ότι όποια άλλη επιλογή δεν θα ήταν η καλύτερη λύση" και δεν απέστειλε τους φακέλους των προσφευγόντων" .Η Επιτροπή ζήτησε εκ νέου τηλεφωνικά αλλά και με το 54/28-3-2003 έγγραφό της τη διαβίβαση των φακέλων αλλά χωρίς αποτέλεσμα, με συνέπεια κατά τη συνεδρίαση της 2-4-2003, που είχε προσδιορισθεί η εξέταση των προσφυγών, να αναβληθεί η συζήτηση μέχρι την προσκόμιση των φακέλων και να διαβιβαστεί η σχετική απόφαση (περί αναβολής) στην Εισαγγελία και στον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Δυτ. Ελλάδας "για τις δικές τους ενέργειες". Η μη αποστολή των φακέλων από τον κατηγορούμενο αποσκοπούσε στο να μην καταστεί εφικτός ο έλεγχος από την ως άνω Επιτροπή της σχετικής αποφάσεως με την οποία επελέγησαν οι μεν και αποκλείστηκαν οι προσφεύγοντες προκειμένου να προσπορίσει παράνομο όφελος στους επιλεγέντες με αντίστοιχη βλάβη των προσφευγόντων .Ο ισχυρισμός του ότι με το 1725/24-3-2003 έγγραφό του είχε διαβιβάσει τους φακέλους στην Περιφέρεια Δυτ. Ελλάδας (βλ. και το 3840/23-6-2006 έγγραφο αυτής) δεν κρίνεται βάσιμος, διότι σε τέτοια περίπτωση, κατόπιν των επανειλημμένων αιτημάτων της, θα το είχε γνωστοποιήσει στην Επιτροπή είτε προφορικώς είτε εγγράφως (βλ. και το 21505/31-10-2003 έγγραφο του Υπουργείου Εσωτερικών - Δ/νσης πρόσληψης Προσωπικού, που απευθύνεται στον κατηγορούμενο και με το οποίο ζητείται η άμεση αποστολή των σχετικών φακέλων στην Επιτροπή, ώστε να καταστεί δυνατή η εκδίκαση των προσφυγών των ενδιαφερομένων. Στο έγγραφο εκτός άλλων αναφέρεται ότι "από την ενημέρωση που είχαμε από την αρμόδια Υπηρεσία της Περιφέρειας Δυτ. Ελλάδας προκύπτει ότι, παρότι σας έχει ζητηθεί, δεν έχετε διαβιβάσει στην Επιτροπή του αρθρ. 18 του Ν. 2218/1994 τον σχετικό φάκελο με αποτέλεσμα να έχει αναβληθεί δύο φορές η εκδίκαση των ανωτέρω προσφυγών και το θέμα έχει παραπεμφθεί στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηλείας"). Η πράξη του δε αυτή, με την οποία παρέβη τα καθήκοντά του, ήταν πρόσφορος τρόπος περιποίησης του οφέλους που επιδίωκε στους προσληφθέντες με την αντίστοιχη βλάβη των προσφευγόντων, δοθέντος ότι η Επιτροπή με μεταγενέστερη απόφασή της, την 6/16-1-2004, ακύρωσε εν μέρει την προσβαλλόμενη 38/2003 απόφαση του Δημάρχου ..., διότι οι αναφερόμενοι συμβασιούχοι που προσλήφθηκαν ήταν κάτοχοι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και όχι πανεπιστημιακής ή τεχνολογικής εκπαίδευσης (βλ. και την 27/2004 απόφαση του Τριμελούς Διοικ. Εφετείου Πατρών (σε Συμβούλιο) με την οποία απορρίφθηκε αίτηση αναστολής εκτέλεσης της παραπάνω απόφασης της Επιτροπής που είχαν ζητήσει ο Δήμος ... και ο κατηγορούμενος μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ασκηθείσας από αυτούς αιτήσεως ακυρώσεως). Κατ' ακολουθίαν .........πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος". Με τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές αυτές σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην εν λόγω απόφαση την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που ανωτέρω αναπτύχθηκε, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε για τη συνδρομή τους και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 259 Π.Κ., την οποία ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση, δια του συνόλου των παραδοχών της, το καθήκον που είχε ο αναιρεσείων και ανάγεται στη φύση της υπηρεσίας του, ως εντεταγμένου στη δημόσια διοίκηση, να αποστείλει στην Επιτροπή του άρθρου 18 του Ν. 2218/1994, όπως του ζητήθηκε απ' αυτήν εγγράφως, τους φακέλους των μνημονευομένων τεσσάρων υποψηφίων, που είχαν υποβάλει αιτήσεις για να διεκδικήσουν την πρόσληψή τους στα ΚΕΠ του Δήμου ... αλλά κατά τη διαδικασία επιλογής από τον αναιρεσείοντα Χ δεν επελέγησαν, προκειμένου να εκδικασθούν οι ενώπιον της Επιτροπής αυτής, αρμοδίας προς τούτο, εκκρεμείς προσφυγές, που είχαν ασκήσει οι μη επιλεγέντες συγκεκριμένοι τρίτοι κατά της αποφάσεως του αναιρεσείοντος, με την οποία επελέγησαν άλλοι συνυποψήφιοι των προσφευγόντων, καθώς επίσης προσδιορίζεται και η αποτελούσα παράβαση του καθήκοντος αυτού εξακολουθητική άρνηση του αναιρεσείοντος να αποστείλει στην εν λόγω Επιτροπή τους ανωτέρω φακέλους. Ακόμη, αιτιολογείται πλήρως ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με θέληση παραβάσεως του ως άνω καθήκοντος της υπηρεσίας του και ότι αυτό το έπραξε επειδή σκοπούσε να βλάψει τους προσφεύγοντες, αφού εκτίθεται στην απόφαση ότι, με τις αρνήσεις του να αποστείλει τους φακέλους στην Επιτροπή, απέβλεπε στο να μην καταστεί δυνατός ο έλεγχος στα πλαίσια εκδικάσεως των προσφυγών, της αποφάσεώς του, με την οποία αποκλείσθηκαν οι προσφεύγοντες και επελέγησαν άλλοι, με αντίστοιχη ωφέλεια των τελευταίων, ενώ, περαιτέρω, αιτιολογείται με πληρότητα ότι η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, όπως επιχειρήθηκε, ήταν πρόσφορη να οδηγήσει στην πρόκληση της ως άνω βλάβης των προσφευγόντων και την αντίστοιχη απόκτηση παρανόμου οφέλους από τους προσληφθέντες υποψηφίους. Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος λεκτέα τα εξής: α)το υπηρεσιακό καθήκον του αναιρεσείοντος που παραβιάσθηκε επί του προκειμένου ενυπήρχε, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, στη φύση της υπηρεσίας του, έτσι ώστε αλυσιτελώς επικαλείται ο αναιρεσείων την ανυπαρξία διατάξεως νόμου που να του επέβαλε την αποστολή των φακέλων στην Επιτροπή, β)το άρθρο 18 του Ν. 2218/1994 αναφέρεται στην απόφαση για να προσδιορισθεί η ταυτότητα της Επιτροπής, στην οποία αρνήθηκε την αποστολή των φακέλων ο αναιρεσείων, ήτοι ως εκείνη η Επιτροπή που προβλέπεται στο άρθρο αυτό και δεν αναφέρεται ούτε με την έννοια ότι εξ αυτού προκύπτει το υπηρεσιακό καθήκον που παρέβη ο αναιρεσείων, ούτε με την έννοια ότι σ' αυτό καθορίζεται ή καθ' ύλην αρμοδιότητα της Επιτροπής προς εκδίκαση των προσφυγών και, επομένως, τα προβαλλόμενα απ' τον αναιρεσείοντα κατά της απόψεως περί τέτοιου περιεχομένου του άρθρου 18 του Ν. 2218/1994 είναι χωρίς έννομη επιρροή, γ)η Επιτροπή του άρθρου 18 του Ν. 2218/1994 ήταν αρμόδια να εκδικάσει τις προσφυγές σύμφωνα με το άρθρο 47 του ίδιου Νόμου, το οποίο ορίζει ότι στην Επιτροπή του άρθρου 18 προσβάλλονται και οι πράξεις των Δημάρχων και Προέδρων Κοινοτήτων, αλλά και το άρθρο 177 του ΠΔ 410/1995, στο οποίο κωδικοποιήθηκαν τα άρθρα 18 και 47 του Ν. 2218/1994 και κατά το οποίο έργο της Επιτροπής (του άρθρου 18) είναι και η εκδίκαση προσφυγών κατά πράξεων των οργάνων των Ο.Τ.Α πρώτου βαθμού και δ)όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι ισχυρισμοί που προέβαλε εγγράφως ο συνήγορος του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος δεν αναπτύχθηκαν και προφορικώς και επομένως το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτούς και ειδικότερα στον περί νομικής πλάνης, ο οποίος, άλλωστε, όπως έχει καταχωρηθεί στα εν λόγω πρακτικά, δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με έκθεση πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του και με ειδική αναφορά ότι η πλάνη αυτή ήταν συγγνωστή. Οι αντίθετοι επί της ουσίας ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως και του από 13-4-2007 δικογράφου των παραδεκτώς ασκηθέντων πρόσθετων λόγων.
Από τη διάταξη του άρθρου 364 § 1 Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 329, 331 και 333 Κ.Ποιν.Δ, προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του έγγραφο, προς στήριξη της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, διότι, άλλως, παραβιάζεται η άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο και δημιουργείται έτσι λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως, για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, κατά τα άρθρα 171 § 1δ' και 510 § 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. Η ακυρότητα, όμως, αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε προκύπτει από άλλο έγγραφο που αναγνώσθηκε ή από άλλο αποδεικτικό μέσο, το οποίο λήφθηκε νομίμως υπόψη από το Δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων, και τα εξής έγγραφα: α)την 38/7-3-2003 απόφαση του Δημάρχου Ζαχάρως, β)το 7/2-4-2003 πρακτικό της Επιτροπής του άρθρου 18 του Ν. 2218/1994 και γ)το 21505/31-10-2003 έγγραφο του Υπουργείου Εσωτερικών-Διευθύνσεως Προσλήψεως Προσωπικού. Από τα πρακτικά της ίδιας αποφάσεως και την παραδεκτή επισκόπηση, για την έρευνα της βασιμότητας του κατωτέρω αναιρετικού λόγου, των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι τα δύο τελευταία από τα ως άνω έγγραφα περιλαμβάνονται στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και είναι αυτά με τους αύξοντες αριθμούς 1 και 9, φερόμενα στα πρακτικά ως "αντίγραφο της αποφάσεως της από 2-4-2003 συνεδρίασης της Επιτροπής του άρθρου 18 Ν. 2218/1994" και "από 31-10-2003 έγγραφο του Υπουργείου Εσωτερικών προς τον Δήμαρχο Ζαχάρως", αντιστοίχως. Το πρώτο έγγραφο, αντιθέτως, δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο πλην, όμως, η ύπαρξη και το περιεχόμενό του προκύπτουν από άλλο έγγραφο που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο και αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, σύμφωνα με τα ως άνω πρακτικά και συγκεκριμένα από την 27/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, όπου μνημονεύεται η ως άνω 38/7-3-2003 απόφαση του Δημάρχου Ζαχάρως και το περιεχόμενο αυτής. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ λόγος (μοναδικός) του παραδεκτώς επίσης ασκηθέντος από 19-7-2007 δικογράφου πρόσθετων λόγων αναιρέσεως που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω μη αναγνώσεως των ληφθέντων υπόψη ως άνω τριών εγγράφων είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Νοεμβρίου 2006 αίτηση του Χ, καθώς και τους από 13-4-2007 και 19-7-2007 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της 1163/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση καθήκοντος - Στοιχεία. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για παράβαση καθήκοντος του κατηγορουμένου, ο οποίος παρέβη το καθήκον που είχε από τη φύση της υπηρεσίας του και δεν απέστειλε στην επιτροπή του άρθρου 18 Ν. 2218/1994 τους φακέλους με τα δικαιολογητικά των μη επιλεγέντων απ’ αυτόν υποψηφίων για πρόσληψη στα ΚΕΠ του Δήμου, όπως του ζητήθηκε, προκειμένου να εκδικασθούν οι ενώπιον της Επιτροπής αυτής προσφυγές, με σκοπό να μην ελεγχθεί, κατά την εκδίκαση των προσφυγών, η νομιμότητα της αποφάσεώς του ως προς τους επιλεγέντες υποψηφίους, προς όφελος των τελευταίων και με ζημία των προσφευγόντων. Απόλυτη ακυρότητα από τη συνεκτίμηση εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν: δεν επήλθε διότι από τα πρακτικά προκύπτει ότι τα έγγραφα αυτά, ορισμένα αναγνώσθηκαν, για ένα εξ αυτών προκύπτει το περιεχόμενό του από άλλο έγγραφο που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παράβαση καθήκοντος.
| 2
|
Αριθμός 1988/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κανελλόπουλο, περί αναιρέσεως της 9755/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιανουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 206/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 465 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο, που του ανήκει, είτε αυτοπροσώπως, είτε με αντιπρόσωπο, που έχει προς τούτο εντολή, η δε σχετική έγγραφη εξουσιοδότηση ή επικυρωμένο αντίγραφό της προσαρτάται στην αίτηση ασκήσεως του ένδικου μέσου. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής απόφασης, που παρέχεται σ' εκείνον που καταδικάστηκ, μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από τον συνήγορό του, που είχε παραστεί κατά τη συζήτηση. Από την τελευταία αυτή διάταξη, προκύπτει ότι η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως για λογαριασμό του καταδικασθέντος από τον παραστάντα στη συζήτηση συνήγορο παρέχεται μόνο σε καταδικαστική απόφαση. Καταδικαστική είναι η απόφαση, με την οποία κηρύσσεται ένοχος ο κατηγορούμενος και επιβάλλεται σ' αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική ποινή. Επομένως, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη δεν είναι καταδικαστική, αφού το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την 9755/2006 απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 71978/2003 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων για παρεμπόδιση αποτροπής κοινού κινδύνου κ.λ.π. σε συνολική ποινή φυλακίσεως 13 μηνών και 15 ημερών. Κατά τη διάρκεια της εκδικάσεως της υποθέσεως ο κατηγορούμενος - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο του Αθανάσιο Κανελλόπουλο, η δε απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του Εφετείου Αθηνών στις 12 Ιανουαρίου 2007. Κατά της αποφάσεως αυτής ο ως άνω δικηγόρος άσκησε την από 22.1.2007 κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, με την ιδιότητα του παραστάντος συνηγόρου του, κατά τη συζήτηση της παραπάνω υποθέσεως και ως εντολοδόχος του. Όμως, ενόψει των όσων αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ο παραστάς συνήγορος, Αθανάσιος Κανελλόπουλος, κατά την ως άνω δίκη, που εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν μπορούσε να ασκήσει την κρινόμενη αναίρεση, διότι η απορρίψασα, τότε, την έφεση ως απαράδεκτη, απόφαση δεν ήταν καταδικαστική. Ενόψει όλων αυτών, η αίτηση αναιρέσεως απαραδέκτως ασκήθηκε και πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 465, 476 παρ. 1, 513 παρ. 1α και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22 Ιανουαρίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά της 9755/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως για λογαριασμό του καταδικασθέντος από τον παραστάντα στη συζήτηση συνήγορο, παρέχεται μόνο σε καταδικαστική απόφαση. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη δεν είναι καταδικαστική. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1971/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη- Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ-Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μαραγκάκη, περί αναιρέσεως της 69/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 589/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 11 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς το σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από το δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, εξ αιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία, ως άμεσο αποτέλεσμα, χωρίς δηλαδή την παρεμβολή αυτόνομης πράξεως τρίτου, επέρχεται βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανώμενου ή τρίτου, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ο σκοπός του παράνομου περιουσιακού οφέλους και, περαιτέρω, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, μετά δε την αντικατάσταση της παρ. 3 από το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, απαιτείται, επιπροσθέτως, το συνολικό όφελος που επιδίωξε ο δράστης ή η συνολική ζημία που προξενήθηκε στον παθόντα να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 Ε.). Το πρόσωπο που παραπλανήθηκε, δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακώς βλάπτεται, αρκεί να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης, με την οποία αυτό δεν ταυτίζεται απαραιτήτως κατά ποσόν και ποιόν. Πρέπει, δηλαδή, ανάμεσα στη βλάβη της ξένης περιουσίας και στο όφελος που επιδιώκει ο δράστης, να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα, από την οποία (υλική αντιστοιχία) προκύπτει φανερά ο χαρακτήρας του εγκλήματος της απάτης, ως εγκλήματος περιουσιακής μεταθέσεως (μετατοπίσεως). Εξ άλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην διάταξη που εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 69/2007 αποφάσεώς του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα γενικώς, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, ήδη αναιρέσεων, στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 23.9.93 μέχρι τέλος Οκτωβρίου 1993 παρέστησε ψέματα, εν γνώσει της αναληθείας τους, στους νομίμους εκπροσώπους της μηνύτριας εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΒΑ LEASING ΑΕ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ" ότι δήθεν η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ".......ΟΕ" (που εδρεύει στην ......Αττικής, στην οδό ....... και της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος-διαχειριστής είναι ο Α. Χόντας) χρειάζεται τα παρακάτω αναφερόμενα επενδυτικά αγαθά (μηχανήματα) για τις ανάγκες της επιχείρησης (εστιατορίου) που διατηρούσε στην ως άνω διεύθυνση, ότι τα εν λόγω επενδυτικά αγαθά (μηχανήματα) ήταν σε θέση να προμηθεύσει η εταιρία με την επωνυμία ".... ΕΠΕ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ" (της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος - διαχειριστής ήταν ο ίδιος) σύμφωνα με τους όρους, που είχαν γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης της συμβάσεως πωλήσεως αναφορικά με το είδος, την ποιότητα και το τίμημα των επιλεγέντων αγαθών, και έτσι έπεισε την μηνύτρια εταιρεία, να καταρτίσει την 23-9-1993 την υπ'αριθμ. ....... σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και το Παράρτημα Α Νο-1- αυτής, με αντικείμενο (μίσθια) τον εξής εξοπλισμό: Κουζίνα Υγρ. 4 εστιών GICO με φούρνο, φρυτέζα υγρ. GICO επιδαπέδια, πλατώ υγρ. GICO επιδαπέδια, ψυγείο πίτσας 150χ80χ90 με λεκάνες, ψυγείο Πάγκος 177X70X30 ΒΑΝΟ, ψυγεία Πάγκος 220Χ70Χ85 ΒΑΝΟ, ψυγείο θαλαμ. 4 θυρών 1/2 Κατάψ., τραπέζι εργ.. 150X70X90, ερμάριο 150X70X90, ερμάριο 150X70X90 3 συρτάρια, ερμάρια 150X70X90, ερμάριο 200X70X90, βιτρίνα G.Ν. θερμαινόμενη επιτραπέζια, βιτρίνα G.Ν.. ψυχόμενη, ερμάριο παν. 140X70X90 2 γούρνες, ερμάριο 190X70X90 2 γούρνες, επίτοιχο ερμάριο 130X40X60 2 ράφια, επίτοιχο ερμάριο 130X40X100 ράφια, επίτοιχο ερμάριο 100X40X100, απορροφητήρας 185X80X50 κομπλέ, ομάδα 5 ραφιών, συρταριέρα 8 συρταριών, καρότσι μεταφοράς, φτυάρι πίτσας, φούρνος κτιστός ξύλου, φούρνος πίτσας 2 ορόφων, πλυντήριο πιάτων, καλάθια πλυντηρίου πιάτων - ποτηριών, φούρνος 5 τεμαχίων CONVECTION, παγωτομηχανή FROSTMASTER 100 κιλών, φούρνος μικροκυμάτων, ψυγείο αναψυκτικών, μηχανή καφέ με θερμοθάλαμο, πολυκοπτικό λαχανικών με μαχαίρια, ζαμπονομηχανή πλαγίας κοπής, τοστιέρα, ψύκτης νερού, φραπιέρα τοίχου GAKI 2 ταχυτήτων, λυόμενος ψυκτικός θάλαμος 524Χ209X224, πολυουρεθάνη διογκ. G-700, ταμιακές μηχανές jenel-H-t, λυόμενος θάλαμος 1/2 καταψύξεως, πολυουρεθάνη διόγκωσης, Η/Υ DΧ 33ΗΖ, εκτυπωτής 1918 brother, γραφείο CHERRY, καρέκλα γραφείου, καρέκλες ταμείου με στεφάνι, καρέκλες ταμείου χωρίς στεφάνι, τραπέζια- εστιατορίου, καρέκλες εστιατορίου, καρότσι μεταφοράς, κεντρική κλιματιστική μονάδα κομπλέ. Στη συνέχεια παρέστησε ψέμματα, εν γνώσει της αναληθείας τους, στην μηνύτρια εκμισθώτρια εταιρία ότι δήθεν τα προαναφερθέντα αντικείμενα, απεστάλησαν από την εταιρία ".... ΕΠΕ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ. ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ" στην εταιρία ".... ΟΕ", και ότι η τελευταία τα παρέλαβε, απέστειλε δε στη μηνύτρια σχετικό έγγραφο παραλαβής των παραπάνω πραγμάτων και τα με αριθμούς ...., ...., . και ...... εικονικά τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής περιλαμβάνοντα ανύπαρκτα αντικείμενα, εκδοθέντα από την δήθεν προμηθεύτρια εταιρία "..... ΕΠΕ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ", συνολικής αξίας με τον ΦΠΑ 51.920.001 δραχμών, στα οποία κάτω από την ένδειξη "τα παρέλαβα" έθεσε την σφραγίδα της δήθεν παραλήπτρίας εταιρίας "......Ο.Ε." και την υπογραφή του ..... και έτσι έπεισε την μηνύτρια να καταβάλει στην εταιρία "..... ΕΠΕ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ" το προαναφερθέν χρηματικό ποσό με αποτέλεσμα να βλάψει την περιουσία της αφ' ενός μεν κατά το εν λόγω ποσό τουλάχιστον με αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια της δικής του περιουσίας, αφού η εταιρία "..... ΟΕ" δεν της κατέβαλε παρά μόνο 15 μηνιαία μισθώματα από τα συμφωνηθέντα 60 μετά δε την καταγγελία της συμβάσεως ουδείς της επέστρεψε τα καταβληθέντα χρήματα, αφ' ετέρου δε κατά 283.292.619 δρχ. πρόστιμο που της επέβαλε στις 8.8.1996 η ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών για την καταχώρηση των παραπάνω πλαστών τιμολογίων και λοιπών στοιχείων στα βιβλία της.
Η αλήθεια δε είναι ότι τα αναγραφόμενα στα τιμολόγια αντικείμενα ουδέποτε απεστάλησαν ή παραλήφθηκαν από την φερομένη ως μισθώτρια εταιρία, γεγονότα που αν γνώριζε η μηνύτρια δεν θα προέβαινε στις προεκτεθείσες ενέργειες. 2) Κατά το χρονικό διάστημα από 6-12-1993 μέχρι τέλος Δεκεμβρίου 1993 παρέστησε ψέματα, εν γνώσει της αναλήθειας τους, στους νομίμους εκπροσώπους της μηνύτριας εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΒΑ LEASING ΑΕ ΧΡΗΜΑΤΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ" δήθεν ότι η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...... ΟΕ" που εδρεύει στη θέση "...... της ..... Αττικής, της οποίας ο Γ1 ήταν νόμιμος εκπρόσωπος-διαχειριστής, χρειάζεται τα παρακάτω αναφερόμενα επενδυτικά αγαθά (μηχανήματα) για τις ανάγκες της επιχείρησης αρτοποιΐας που διατηρούσε στην ως άνω διεύθυνση, ότι τα εν λόγω μηχανήματα ήταν σε θέση να προμηθεύσει η εταιρία με την επωνυμία "...... ΕΠΕ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ" (της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος -διαχειριστής ήταν ο ίδιος) σύμφωνα με τους όρους, που είχαν γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης, της συμβάσεως πωλήσεως, αναφορικά με το είδος την ποιότητα και το τίμημα των επιλεγέντων αγαθών, και έτσι έπεισε την μηνύτρια εταιρία να καταρτίσει την 6-12-1993 με την εταιρία "..... Ο.Ε." την υπ'αριθμ. .... σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και το Παράρτημα Α Νο-1 αυτής, με αντικείμενο (μίσθια), τον εξής εξοπλισμό: Ιταλικές επ/κες συσκευές αρτοποιίας, 4 φούρνοι 2 θαλάμων, αερόθερμοι με περιστρεφόμενο καρότσι, 8 καρότσια φούρνου ανοξείδωτα, αυτόματο συγκρότημα διαμόρφωσης ζύμης σε φύλλο, 3 ταχυζυμωτήρια 60 λίτρων, 2 κοπτικά ψωμιού σε φέτες 2 τοστ, μηχανή συσκευασίας ψωμιού, τούνελ αρτοποιίας, ερμάριο λάντζα 140χ70χ90 2 γούρνες, ερμάριο λάντζα 190χ70χ90 2 γούρνες, επίτοιχο ερμάριο 150χ70χ90 με δύο διάτρητα ράφια, τέσσερις απορροφοφητήρες οσμών 185χ100χ50, τέσσερα μοτέρ απορροφορητήρων 5 ΗΡ 380 υ, ομάδα ραφιών 5 ραφιών, εξοπλισμός γραφείου, γραφείο 180χ80χ75, γωνία 80χ80, βοηθητικό γραφείο 80χ80, τρεις τροχ/τες συρταριέρες γραφείων, γραφείο εκτυπωτή, Η/Υ ΙΒΜ 80435 DX 56 ΜΗΖ, εκτυπωτής ΙΒΜ 34079 COLOR, φωτοαντιγραφικό NASHUA 3018 και κεντρική κλιματιστική μονάδα 10-16, 2 ΚW.
Στη συνέχεια παρέστησε ψέματα εν γνώσει της αναληθείας τους στην μηνύτρια εκμισθώτρια εταιρία ότι δήθεν τα προαναφερθέντα αντικείμενα απεστάλησαν από την εταιρία "..... ΕΠΕ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ" στην εταιρία "..... ΟΕ" και ότι η τελευταία τα παρέλαβε, απέστειλε δε στη μηνύτρια σχετικό έγγραφο παραλαβής των παραπάνω πραγμάτων και τα με αριθμούς .... και ..... εικονικά τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής, περιλαμβάνοντα, ανύπαρκτα αντικείμενα, εκδοθέντα από την δήθεν προμηθεύτρια εταιρία ".... ΕΠΕ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ" συνολικής αξίας 33.940.000 δραχμών, στα οποία κάτω από την ένδειξη "τα παρέλαβα", έθεσε την σφραγίδα της δήθεν παραλήπτριας εταιρίας ".... ΟΕ" και την υπογραφή του Γ1 και έτσι έπεισε την μηνύτρια να καταβάλει στην εταιρία "..... ΕΠΕ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ" το προαναφερθέν χρηματικό ποσό με αποτέλεσμα να βλάψει την περιουσία της αφ' ενός μεν κατά το εν λόγω ποσό τουλάχιστον με αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια της δικής του περιουσίας αφού η εταιρία " ...... ΟΕ·" δεν της κατέβαλε παρά μόνο 5 μηνιαία μισθώματα από τα συμφωνηθέντα 60 μετά δε την καταγγελία της συμβάσεως, ουδείς της επέστρεφε τα καταβληθέντα χρήματα, αφετέρου δε κατά 182.023.204 δρχ., πρόστιμα που της επέβαλε στις 8..8.96 η ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών για την καταχώρηση των παραπάνω πλαστών τιμολογίων και λοιπών στοιχείων στα βιβλία της. Η. αλήθεια δε είναι ότι τα αναγραφόμενα στα τιμολόγια αντικείμενα ουδέποτε απεστάλησαν ή παραλήφθηκαν από τη φερόμενη ως μισθώτρια εταιρία, γεγονότα που αν γνώριζε η μηνύτρια δεν θα προέβαινε στις προεκτεθείσες ενέργειες. Η δε ζημία που προξενήθηκε στην παθούσα είναι ιδιαίτερα μεγάλη, ενώ τέτοιες πράξεις διαπράττει κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως και την υποδομή που είχε διαμορφώσει προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος από την διάπραξη απατών και σταθερή ροπή του προς αυτές. Ακολούθως τον κήρυξε ένοχο για απάτης κατ'εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος και του επέβαλε ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών.
Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών και ειδικότερα με την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων διέπραξε απάτη κατ'εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος από την οποία προξενήθηκε στην εγκαλούσα εταιρία "ΕΤΒΑ LEASING ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ" ζημία ανερχόμενη στα ποσά των 283.292.619 και 182.023.204 δραχμών, αντιστοίχως, από πρόστιμα που επέβαλε, στις 8-8-1996, η ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών σε βάρος της για την καταχώρηση στα βιβλία της των ανωτέρω πλαστών τιμολογίων και λοιπών στοιχείων, εσφαλμένως εφήρμοσε τις προδιαληφθσίες διατάξεις του άρθρου 386 παρ.1 και 3 ΠΚ, όπως η παρ.3 αντικ. με άρθρο 14 παρ.4 Ν.2721/1999, διότι η ανωτέρω ζημία δεν επήλθε ως άμεσο αποτέλεσμα των υπ'αριθμούς .... και ...... χρηματοδιτικών μισθώσεων, τις οποίες παραπείσθηκε η ως άνω εγκαλούσα εταιρία, από τις ψευδείς παραστάσεις του αναιρεσείοντος, να καταρτίσει με τις ομόρρυθμες εταιρίες "....ΟΕ" και "..... ΟΕ", αντιστοίχως, ούτε αποτελούν τα ποσά αυτά παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο επεδίωξε ο αναιρεσείων να περιποιήσει με την απατηλή συμπεριφορά του, στην υπ'αυτού εκπροσωπούμενη εταιρία "..... ΕΠΕ ΕΞΠΛΙΣΜΟΙ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ".
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως, των διατάξεων του άρθρου 386 παρ.1 και 3 ΠΚ, που εφήρμοσε, είναι βάσιμος και ως τέτοιος πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί στο σύνολό της η ανωτέρω απόφαση, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, δεδομένου ότι η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 69/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Αυγούστου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική απάτη - Στοιχεία. Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των περί απάτης διατάξεων του άρθρου 386 §1, 3 ΠΚ, διότι το μεγαλύτερο μέρος της ζημίας που δέχθηκε ότι επήλθε στην παραπλανηθείσα από την πράξη στην οποία παραπείσθηκε και προέβη από τις εν γνώσει ψευδείς παραστάσεις του αναιρεσείοντος, δεν επήλθε ως άμεσο αποτέλεσμα της πράξεως αυτής.
|
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία
|
Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 1970/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ-Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που παρέστη με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννη Αντωνάκο και Πλάτωνα Νιάδη, για αναίρεση της 9877/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πεσματζόγλου. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 31 Δεκεμβρίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 514/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης μετά των προσθέτων λόγων αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 § 1 ΠΚ "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται: α)να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β)να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ)να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Ειδικώς, προς θεμελίωση ποινικής ευθύνης ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά την άσκηση του ιατρικού του επαγγέλματος απαιτείται η ανθρωποκτονία να οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργειά του να μην είναι σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 9877/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια (μη συνειδητή) και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, μετατραπείσα σε χρηματική. Κατά το αιτιολογικό της εν λόγω αποφάσεως και κατά τις κρίσιμες παραδοχές της, δέχθηκε το Εφετείο, ανέλεγκτα αναιρετικώς ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο Α έπασχε από στεφανιαία νόσο και γενικευμένη αρτηριοπάθεια, συνεπεία των οποίων είχε συνταξιοδοτηθεί λόγω αναπηρίας από το ΤΕΒΕ, δυνάμει της 4151/1998 αποφάσεως του εν λόγω ταμείου. Την 12-7-2000 υποβλήθηκε σε στεφανιογραφικό έλεγχο, από τον οποίο προέκυψε ότι έπασχε από "νόσο στελέχους και τριών (3) αγγείων". Για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού, ο Α επισκέφθηκε τον καρδιολόγο του Β, ο οποίος του συνέστησε τον ιατρό Χ, καρδιοχειρουργό. Μετά από συνεννόηση εισήχθη την 19-7-2000 στο Απολλώνιο Θεραπευτήριο προκειμένου να υποβληθεί σε εγχείρηση τριπλού by pass από την καρδιοχειρουργική ομάδα στην οποία ήταν επικεφαλής ο ίδιος και οι Γ και Δ. Έκτοτε, ο κατηγορούμενος και η ομάδα του ανέλαβαν ως θεράποντες ιατροί του την παρακολούθηση........... πορείας του και την παροχή σε αυτόν εξειδικευμένης ιατρικής φροντίδας, μέχρι την πλήρη αποκατάσταση της υγείας του. Μετά την διενέργεια των απαιτούμενων ιατρικών εξετάσεων, ο ασθενής την 20-7-2000 χειρουργήθηκε από τον πιο πάνω γιατρό και την ομάδα του, με τον τρόπο και την μέθοδο που περιγράφεται στο από .... πρακτικό εγχειρήσεως. Αμέσως μετά την επέμβαση ο ασθενής παρέμεινε στη μονάδα εντατικής θεραπείας μέχρι την 25.7.2000, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 48 ωρών, που είναι η συνήθης παραμονή. ........Επ' ακροατηρίω ισχυρίστηκε (εννοείται ο κατηγορούμενος) ότι ο ασθενής εμφάνισε αρρυθμίες και κολπική μαρμαρυγή που συνεχίστηκε και όταν μετέβη σε θάλαμο νοσηλείας. Παράλληλα και ενώ είχε διακοπεί η αντιβίωση που λάμβανε εντός της εντατικής μονάδας, εμφάνισε την 28 και 29-7-2000, τρία κύματα πυρετού, μέχρι 38,5 (βλ. σχετικά σχεδιαγράμματα νοσηλείας). Λόγω της καρδιοχειρουργικής μεθόδου δι' εξωσωματικής λειτουργίας της καρδιάς που εφαρμόστηκε στην περίπτωση του, εχορηγείτο στο ασθενή συνεχώς, μεταξύ άλλων φαρμάκων και κορτιζόνη (Medrol των 16 mg), ενώ την 25-7-2000 του είχε χορηγηθεί εφάπαξ φιαλίδιο Solumedrol των 1000 mg. Επίσης λάμβανε καθημερινά Mesulid, voltaren, salospir, τα οποία, σύμφωνα με τις οδηγίες που περιέχονται στις συσκευασίες τους, έχουν και αντιπυρετική δράση.... Την 26-7-2000, δηλαδή μόλις μία ημέρα από την έξοδό του από την εντατική, ο ασθενής υποβλήθηκε σε αιματολογικές εξετάσεις και βρέθηκε αύξηση λευκών αιμοσφαιρίων σε περιεκτικότητα 21.400 με ανώτατο φυσιολογικό τις 11.000. Κατά την παραμονή του στο θάλαμο νοσηλείας, ο ασθενής αισθανόταν δυσφορία, είχε αρρυθμίες και γενικά η κατάστασή του, όπως κατέθεσαν όλοι οι μάρτυρες συγγενείς του, δεν ήταν καλή. Παρά τα προβλήματα που εμφάνιζε, ο ίδιος ο κατηγορούμενος τον επισκέφθηκε για να παρακολουθήσει την πορεία της υγείας του μόνο το Σαββατοκύριακο. Αντίθετα καθημερινά τον επισκεπτόταν ο συνεργάτης του εξετασθείς μάρτυς Δ. Ο ασθενής εξήλθε την 29-7-2000 από την κλινική, χωρίς να υποβληθεί σε καμιά άλλη εξέταση, παρά τα προβλήματα που είχε εμφανίσει. (αρρυθμίες, πυρετός, αυξημένα λευκά). Πριν από την έξοδό του, τον επισκέφθηκε επίσης ο ιατρός Δ και του έδωσε τις σχετικές οδηγίες, μεταξύ των οποίων και αν εμφανίσει πυρετό ή κάποια ερυθρότητα στο τραύμα του να επικοινωνήσει αμέσως με την κλινική και τον ιατρό του Χ. Μάλιστα του χορήγησε και τις σχετικές έγγραφες οδηγίες, που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο και αναγνώσθηκαν. Στις 30-7-2000 ο ασθενής που ήταν κλινήρης στη οικία του παρουσίασε πυρετό και η σύζυγος του ενημέρωσε τον κατηγορούμενο, αφού τον βρήκε με δυσκολία. Αυτός παρά τις οδηγίες που είχε δώσει, της συνέστησε ν' απευθυνθεί όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε η μάρτυς "σε κάποιον γιατρό της γειτονιάς". Η μάρτυς επέλεξε τον καρδιολόγο που τον παρακολουθούσε πριν από την επέμβαση, τον Β. Αυτός ζήτησε τον φάκελο και τις εξετάσεις που είχαν γίνει κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο Απολλώνιο, αλλά αυτές δεν τις είχαν παραδώσει στον ασθενή κατά την έξοδό του. Έτσι, ο καρδιολόγος αυτός, όπως ο ίδιος καταθέτει, δεν είχε εργαστηριακές εξετάσεις για να ερευνήσει την κατάσταση του ασθενούς και αρκέσθηκε στην κλινική εξέταση. Εν όψει δε του Σαββατοκύριακου δεν μπορούσε ο ασθενής να επαναλάβει τις εξετάσεις αυτές σε ιδιωτικά μικροβιολογικά εργαστήρια. Την 2.8.2000 ο ίδιος γιατρός που τον επισκέφθηκε διαπίστωσε ότι ο πυρετός του αυξήθηκε στους 38 βαθμούς, ενώ την επομένη συνεχιζόταν αμείωτος, ενώ πλέον εμφανίστηκε και οίδημα με ερυθρότητα και πόνος στην απλή πίεση στο άνω άκρο του στέρνου. Την 4-8-2000 η σύζυγος του ασθενούς, ............... μετά από μεγάλη προσπάθεια και πιέσεις, κατόρθωσε να πείσει τον κατηγορούμενο να δεχθεί να εξετάσει το σύζυγό της, στα εξωτερικά ιατρεία της κλινικής. Εκεί και ενώ περίμενε στον προθάλαμο, διαπιστώθηκε εκροή μεγάλης ποσότητας υγρού από κάποιο σημείο του στέρνου και ο κατηγορούμενος προέβη σε καθαρισμό αυτού, ενώ έστειλε δείγμα του υγρού για καλλιέργεια μικροβίων και αντιβιόγραμμα. Ήδη όμως πρέπει να αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα της κατάστασης, διότι η ...... σύζυγος του ασθενούς τον άκουσε να αναφέρει στους συνεργάτες του ότι ο ασθενής είναι "τοξικός", .......... Παρά ταύτα ο κατηγορούμενος δεν έκανε εισαγωγή στον ασθενή στην κλινική, ώστε να τον παρακολουθεί και να προλάβει κάθε ενδεχόμενο, αλλά τον έστειλε στο σπίτι του. Του συνέστησε δε να μεταβεί στο Νοσοκομείο Σωτηρία για να μην πληρώσει πολλά χρήματα στην ιδιωτική κλινική. Οι συγγενείς του αρνήθηκαν κατηγορηματικά και του είπαν ότι πρέπει να παραμείνει στην κλινική που χειρουργήθηκε και να τον παρακολουθεί ο ίδιος που έκανε την εγχείρηση, όπως είχε υποχρέωση. Στις 5-8-2000 εισήχθη και πάλι στο Απολλώνιο Θεραπευτήριο, όπου διαπιστώθηκε πλέον και εργαστηριακά ότι το στέρνο είχε επιμολυνθεί από τον παθογόνο σταφυλόκοκκο AUREUS. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος εισήχθη στο χειρουργείο και υποβλήθηκε από τον ίδιο ιατρό σε άνοιγμα του στέρνου, καθαρισμό και επανασύγκλιση. Στις 7-8-2000 και ενώ η κατάσταση της υγείας του δεν βελτιωνόταν, μεταφέρθηκε σε κρίσιμη κατάσταση και μετά από πιέσεις του κατηγορουμένου στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος Αθηνών "Η ΣΩΤΗΡΙΑ". Τις συνεννοήσεις για την μεταφορά του, καθώς και την άδεια να γίνει εκεί δεκτός ο ασθενής, παρότι το νοσοκομείο αυτό δεν εφημέρευε, έκανε ο ίδιος ο κατηγορούμενος με τον διευθυντή της κλινικής του Σωτηρία, όπου έστελνε και άλλα παρόμοια περιστατικά. Εκεί, σύμφωνα με το από ..... φύλλο ιστορικού και το σχετικό πιστοποιητικό του Σωτηρία, διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε "διαπύηση στέρνου μετά από επέμβαση στεφανιαίας παράκαμψης από STAPHYLOCOCCUS AYREUS" και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, διάνοιξη εκ νέου ....... του στέρνου και παροχέτευση πύου με καθημερινές αλλαγές. Στις 11-8-2000 παρουσίασε ρήξη μυοκαρδίου δεξιάς κοιλίας, ως συνέπεια της λοίμωξης ................... και εισήχθη εκτάκτως στο χειρουργείο σε ύπτια θέση και υπό γενική αναισθησία έγινε κένωση πυκνής ποσότητας αίματος και αιμοπηγμάτων από το στέρνο που είχε προσφάτως διανοιγεί. Η προσπάθεια σύγκλισης με ραφή με patch από Teflon δεν κατέστη δυνατή λόγω του οφειλόμενου στη φλεγμονή σαθρού τοιχώματος. Έγινε αφαίρεση τεμαχίων από το θωρακικό χώρο, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν ως ενισχυτικά μαζί με ραφή PROLENE και έτσι επιτεύχθηκε η σύγκλιση της ρήξης και η επίσχεση της αιμορραγίας. Ακολούθως, μεταφέρθηκε με εξοπλισμένο ασθενοφόρο στη μονάδα εντατικής θεραπείας του ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟΥ Νοσοκομείου με ανοικτό στέρνο, εμφανίζοντας αιμοδυναμική αστάθεια, αναπνευστική ανεπάρκεια και μεταβολική ολένωση. Τέθηκε σε μηχανική αναπνοή υπό καταστολή. Αμέσως παρουσίασε αιφνίδια πτώση της αρτηριακής πίεσης και κοιλιακή μαρμαρυγή. Παρά τις συνεχείς απινιδώσεις δεν κατέστη δυνατή η ανάνηψή του, με αποτέλεσμα να αποβιώσει στις 13-8-2000....
Από όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι η επιδείνωση της υγείας του Α και ακολούθως ο θάνατός του, οφείλεται αποκλειστικά στη μόλυνση της χειρουργικής τομής στο στέρνο αρχικά και στη συνέχεια ολόκληρου του οργανισμού, από τον παθογόνο σταφυλόκοκκο AUREUS, επιπλοκή αρκετά συνήθης σε καρδιοχειρουργική επέμβαση, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων ιατρών αλλά και από τα συγγράμματα που προσκόμισαν και αναγνώσθηκαν. Το ποσοστό μόλυνσης από το μικρόβιο αυτό, ανέρχεται σε 3-4%, κατ' άλλους σε 8%, όλοι όμως συμφωνούν ότι είναι μία συνήθης επιπλοκή. Η μόλυνση έλαβε χώρα κατά το χρόνο της διενέργειας της καρδιοχειρουργικής επέμβασης στο Απολλώνιο Θεραπευτήριο (βλ. και έγγραφο του ΣΩΤΗΡΙΑ που διαπίστωσε την γενικευμένη μόλυνση όταν τον παρέλαβε). Ως προς τον χρόνο και τον τόπο της μόλυνσης, δεν γεννάται καμία αμφισβήτηση, αφού τα συμπτώματα είχαν εμφανιστεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ατύπως και ως απλές ενδείξεις, πριν από την έξοδό του από το θεραπευτήριο, ακολούθως δε κατά την παραμονή του στην οικία του. Πηγή του άνω μικροβίου είναι τα χέρια και η μύτη του ιατρικού και παραϊατρικού προσωπικού, τα διάφορα εργαλεία του χειρουργείου, σπανιότερα το άψυχο περιβάλλον του χειρουργείου, καθώς και το δέρμα του ανθρώπου-ασθενούς. Το μικρόβιο αυτό προσβάλλει συνήθως τη χειρουργική τομή. Ειδικότερα, όπως ο μάρτυς, ειδικός λοιμοξιωλόγος Ε, όσον αφορά τον παθόντα κατέθεσε, η επώαση αρχίζει από 3 έως 300 μέρες, συνήθως όμως εμφανίζεται μέχρι την 30 μέρα από την εγχείρηση. Ο χρόνος εισόδου στον οργανισμό, όπως αυτός ρητά καταθέτει είναι "κυρίως η λύση του δέρματος, δηλαδή από την ώρα που θα ανοίξουν τον ασθενή, μέχρι την μεταφορά του στη μονάδα (εννοεί εντατικής θεραπείας)". (βλ. και προσκομιζόμενη μονογραφία Ζ). Η πρόκληση της μόλυνσης οφείλεται στην αμέλεια, εκτός του νοσηλευτικού προσωπικού του θεραπευτηρίου, η οποία δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω και σ' αυτήν του κατηγορουμένου, ο οποίος, ως επικεφαλής της ειδικής καρδιοχειρουργικής μονάδας, που πραγματοποιεί λεπτές και άκρως επικίνδυνες επεμβάσεις (με μεγάλη γενικά επιτυχία, αλλά και υπολογίσιμο αν και μικρό ποσοστό θνησιμότητας [5%]), όφειλε και μπορούσε να επιβλέψει και να ελέγξει, λόγω των εξειδικευμένων ικανοτήτων και γνώσεών του, αφενός αν λήφθηκαν, από την υπεύθυνη του χειρουργείου, τα απαιτούμενα μέτρα απολύμανσης των μελών του σώματος του προσωπικού, αλλά και των χρησιμοποιουμένων κατά την εγχείρηση εργαλείων και αφετέρου αν τηρούνται τα απαραίτητα μέτρα απολύμανσης κατά την προετοιμασία των ασθενών για την επέμβαση, ήτοι η σωστή μέθοδος αποτρίχωσης και όχι ξύρισμα με ξυράφι, όπως έγινε στην περίπτωση του-ασθενούς τούτου, ώστε να μην επέρχεται λύσις του δέρματος ή αμυχές, από όπου μπορούν με αυτομόλυνση να εισέρχονται μικρόβια καθώς και μπάνιο καθαριότητας πριν την επέμβαση (που κατά τους δύο πρώτους μάρτυρες συγγενείς του αποβιώσαντος δεν έγινε). Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι για τα μέτρα απολύμανσης δεν ήταν ο ίδιος υπεύθυνος και ότι λήφθηκαν όλα τα απαραίτητα μέτρα αντισηψίας, αντικρούεται ευθέως και κατηγορηματικά, α) από τον μάρτυρα υπεράσπισης ομ. Καθηγητή Η, ο οποίος καταθέτει ότι ο χειρουργός πρέπει να επιστατεί τα πάντα στο χειρουργείο, να έχει τη γενική εποπτεία, "μέσα στο χειρουργείο ο χειρουργός είναι κέρβερος", και να επιβλέπει τον κύκλο της αντισηψίας β) από τους μάρτυρες Α1, Α2 και Α3, που ήταν παρόντες κατά την προετοιμασία του ασθενούς και γνωρίζουν ότι δεν λήφθηκαν τα κατάλληλα μέτρα και γ) από τα ίδια τα γεγονότα, διότι, όπως αποδείχθηκε, η μόλυνση επήλθε κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης, λόγω πλημμελούς απολύμανσης του χειρουργείου και του προσωπικού αυτού (βλ. κατάθεση μάρτυρος Ε). Όσον αφορά την ευθύνη του κατηγορουμένου γι' αυτά, είναι αυξημένη διότι ως επικεφαλής ειδικής ομάδας είναι υπεύθυνος για την επίβλεψή τους και την ακριβή τήρησή τους .......... Στη συνέχεια και ενώ ο παθών είχε, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, μολυνθεί από τον σταφυλόκοκκο AUREUS, κατά τη διάρκεια της διενέργειας της καρδιοχειρουργικής επεμβάσεως, ο κατηγορούμενος, κατά παράβαση του αντικειμενικώς επιβαλλομένου καθήκοντος επιμελείας και των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, καίτοι διαπίστωσε, όταν ακόμη ο παθών νοσηλευόταν στην κλινική "Απολλώνιο" ότι αυτός, έκανε πυρετούς κατά κύματα (βλ. φύλλο νοσηλείας), είχε δυσφορία και καρδιακές αρρυθμίες και εμφάνιζε, την 26-7-2000, αυξημένα λευκά αιμοσφαίρια σε περιεκτικότητα 21.400 με ανώτατο φυσιολογικό τις 11.000, δεν εκτίμησε ορθά ότι η άνοδος αυτή οφείλεται σε εν εξελίξει μόλυνση και ούτε επανέλαβε, από αμέλεια του, την εξέταση αυτή, πριν από την έξοδο του παθόντος από την κλινική, ώστε να διαπιστωθεί αν αυτά (λευκά) υποχωρούν ή αυξάνονται, ούτε διέταξε την διενέργεια περαιτέρω εξετάσεων (αιματολογικών ή μικροβιολογικών) ώστε να διερευνήσει την αιτία των ως άνω συμπτωμάτων και στη συνέχεια να γίνει η κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης αντιμετώπισή της. Ειδικότερα όφειλε, μετά τα πρώτα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων, να διερευνήσει περαιτέρω τη αιτία της αύξησης των λευκών, την ύπαρξη πυρετού κατά κύματα, την αύξηση του ζαχάρου του αίματος (βλ. σχετική εξέταση) και να μην επιτρέψει την έξοδό του από το νοσοκομείο πριν την πλήρη έρευνα της υγείας του. (βλ. κατάθεση των μαρτύρων ιατρών Α, Β και Θ). Δηλαδή όφειλε να του επιβάλει την εξακολούθηση της νοσηλείας του στην οργανωμένη μονάδα και να προβεί στη στενή ιατρική του παρακολούθηση και όχι να του υποδείξει ότι δεν χρήζει περαιτέρω νοσηλείας και εποπτείας και να του χορηγήσει την 29.7.2000 εξιτήριο. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε και οι μάρτυρες υπεράσπισης επιβεβαίωσαν ότι, στην περίπτωση της προκειμένης επεμβάσεως με την μέθοδο της εξωσωματικής λειτουργίας της καρδιάς, ακριβώς λόγω της τελευταίας, τα λευκά των ασθενών, κατά τις πρώτες μέρες μετά την επέμβαση εμφανίζονται πολύ αυξημένα και έτσι αυτός δικαιολογημένα δεν ανησύχησε και του επέτρεψε ν' αποχωρήσει από την κλινική, διότι έχει επιτρέψει την έξοδο και σε άλλους ασθενείς (βλ. σχετικές προσκομιζόμενες αιματολογικές εξετάσεις τούτων, με ποσοστό λευκών μεγαλύτερο από τον παθόντα. Ο ισχυρισμός του αυτός που είναι κρίσιμος και αληθής υποτιθέμενος δεν είναι αρκετός να άρει την αμέλειά του. Στην περίπτωση αυτή, αλλά και σε κάθε αντίστοιχη επέμβαση, αυτός έπρεπε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός, αφού όπως όλοι οι μάρτυρες υπερασπίσεως κατέθεσαν, η δημιουργία μεσοθωρακίτιδας (από μόλυνση και μάλιστα από οπουδήποτε και αν έχει προέλθει αυτή) μετά από την συγκεκριμένη επέμβαση είναι μία πιθανή, σε ποσοστό 5% και κατ' άλλους 8%, επιπλοκή.
Συνεπώς είναι μια επιπλοκή την οποία ο μέσος συνετός καρδιοχειρουργός πρέπει να λαμβάνει υπόψη του και να ερευνά όταν έχει ενδείξεις, όπως πυρετό, λευκά και δυσφορία του ασθενούς, σε συνδυασμό πάντοτε και με τα φάρμακα που χορηγούνται σε κάθε περίπτωση.
Εν προκειμένω, ενώ η λοίμωξη είχε ήδη επωασθεί (μίνιμουμ απαιτούμενο 3-4 ημέρες κατά τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης), όπως αποδείχθηκε από την εξέλιξη των πραγμάτων, δεν είχε πλήρως εκδηλωθεί λόγω της χορηγήσεως της κορτιζόνης και των αντιπυρετικών φαρμάκων, (όπως αυτά ήδη αναφέρθηκαν πιο πάνω) αγωγή που ο ίδιος είχε χορηγήσει στον αποβιώσαντα και γνώριζε, ως ειδικός τις επιδράσεις τους και παρά ταύτα, από αμέλειά του, τα αγνόησε, παρότι είχε τις ενδείξεις που αναφέρθηκαν. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ο θάνατος του Α, όπως προκύπτει από το πιστοποιητικό του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου, οφείλεται σε τρώση της δεξιάς κοιλίας της καρδιάς, δηλαδή από μηχανικό τρόπο, διότι τρώθηκε από κάποιο από τα οστά του στέρνου και όχι σαν συνέπεια της μόλυνσης από το πιο πάνω μικρόβιο. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν ασκεί έννομη επιρροή διότι αναφέρεται στην τελική αφορμή του θανάτου του παθόντα, ενώ ήδη αυτός είχε μολυνθεί, είχε διανοιγεί από τον κατηγορούμενο, είχε υποστεί άπειρες διανοίξεις, επανασυγκλίσεις και καθαρισμούς του τραύματός του στο νοσοκομείο Σωτηρία και είχε αφεθεί ανοικτό το στέρνο του, ιατρικές ενέργειες που κρίθηκαν αναγκαίες προκειμένου να σωθεί η ζωή του και οι οποίες δεν θα είχαν γίνει αν δεν είχαν προηγηθεί τα περιστατικά της αμελείας του κατηγορουμένου, όπως αυτά ήδη εκτέθηκαν πιο πάνω, τα οποία και μόνο οδήγησαν στο θάνατό του. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 παρ 1 ΠΚ που εφήρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με αντιφατικές ή ελλιπείς ή ασαφείς παραδοχές. Ειδικότερα το Εφετείο εξέθεσε,με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, από τα οποία σαφώς συνάγεται, ότι από μη συνειδητή αμέλεια αυτού, δια θετικής ενέργειάς του και όχι δια παραλείψεως κατά την έννοια του άρθρου 15 Π.Κ., επέφερε το θάνατο του Α και παρέθεσε αναλυτικώς τα συνιστώντα την παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης περιστατικά, αφού η αμελής συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, κατά τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εστιάζεται ιδίως στο γεγονός ότι, ενώ ο παθών είχε μολυνθεί από τον παθογόνο σταφυλόκοκκο AUREUS κατά τη διάρκεια της διενεργηθείσης από τον ίδιο στις 20-7-2000, στο Απολλώνιο Θεραπευτήριο καρδιοχειρουργικής επεμβάσεως "τριπλό by pass" και είχε διαπιστώσει ο αναιρεσείων ότι ο παθών στις 28 και 29-7-2000 έκανε πυρετούς κατά κύματα μέχρι 38,5 βαθμούς και είχε δυσφορία και αρρυθμίες, είχε δε εμφανίσει στις 26-7-2000 και αυξημένα λευκά αιμοσφαίρια σε πυκνότητα 24.400 με ανώτατο φυσιολογικό όριο τα 11.000, εντούτοις, στις 29-7-2000, επέτρεψε την έξοδό του από το εν λόγω Θεραπευτήριο, χωρίς προηγουμένως, κατά παράβαση, ενόψει της ανωτέρω καταστάσεως της υγείας του και της προηγηθείσης καρδιοχειρουργικής επεμβάσεως που είχε υποστεί, των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, να του επιβάλει στις επιβαλλόμενες προς διάγνωση της αιτίας του πυρετού και της ανόδου των λευκών αιμοσφαιρίων, ενδεικτικών μολύνσεως, αιματολογικές και μικροβιολογικές εξετάσεις, από τις οποίες θα διαπιστώνετο εγκαίρως η επιμόλυνση του χειρουργικού τραύματος από τον ως άνω παθογόνο σταφυλόκοκκο και θα αντιμετωπίζετο αυτή επιτυχώς με τη χορήγηση των κατάλληλων αντιβιοτικών φαρμάκων. Περαιτέρω, αιτιολογείται με πληρότητα η ύπαρξη αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του επελθόντος θανάτου του Α, αφού, από τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, συνάγεται ότι ο θάνατος αυτού επήλθε από ρήξη του μυοκαρδίου της δεξιάς κοιλίας της καρδιάς, η οποία ήταν απότοκος της λοιμώξεως και της μη έγκαιρης αντιμετωπίσεώς της με τη χορήγηση των κατάλληλων αντιβιοτικών, λοιμώξεως που αν είχε διαγνωσθεί και αντιμετωπισθεί εγκαίρως δεν θα επήρχετο το εγκληματικό αποτέλεσμα του θανάτου. Εξάλλου, δεν υπάρχει αντίφαση, αντιθέτως προς τα υπό του αναιρεσείοντος υποστηριζόμενα, μεταξύ αφενός των παραδοχών του σκεπτικού ότι "ο παθών εμφάνισε την 28 και 29-7-2000 τρία κύματα πυρετού μέχρι 38,5 βαθμούς" και ότι "ο ασθενής εξήλθε την 29-7-2000 από την κλινική χωρίς να υποβληθεί σε καμιά άλλη εξέταση, παρά τα προβλήματα που είχε εμφανίσει (αρρυθμίες, πυρετός αυξημένα λευκά) και αφετέρου των παραδοχών αυτού α)ότι "πριν από την έξοδό του τον επισκέφθηκε ο ιατρός Δ και του έδωσε τις σχετικές οδηγίες, μεταξύ των οποίων και αν εμφανίσει πυρετό ή κάποια ερυθρότητα στο τραύμα του να επικοινωνήσει αμέσως με την κλινική και τον ιατρό του Χ και β)ότι "ενώ η λοίμωξη είχε επωασθεί (μίνιμουμ απαιτούμενο 3-4 ημέρες) δεν είχε πλήρως εκδηλωθεί, λόγω της χορηγήσεως της κορτιζόνης και των προαναφερθέντων αντιπυρετικών φαρμάκων", αφού η κάθε μία από τις παραδοχές αυτές δεν αποκλείει τα δεκτά γενόμενα από τις άλλες πραγματικά περιστατικά. Τέλος, η απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, κατά τον οποίο η ρήξη της δεξιάς κοιλίας της καρδιάς οφείλεται σε τρώση αυτής με μηχανικό τρόπο και όχι στη μόλυνση του ασθενούς από το ως άνω μικρόβιο, με την αιτιολογία ότι "αυτός δεν ασκεί έννομη επιρροή, διότι αναφέρεται στην τελική αφορμή του θανάτου του παθόντα, ενώ ήδη αυτός είχε μολυνθεί, είχε διανοιγεί από τον κατηγορούμενο, είχε υποστεί άπειρες διανοίξεις, επανασυγκλίσεις και καθαρισμούς του τραύματός του στο νοσοκομείο "Σωτηρία" και είχε αφεθεί ανοικτό στο στέρνο του, ιατρικές ενέργειες που κρίθηκαν αναγκαίες προκειμένου να σωθεί η ζωή του και οι οποίες δεν θα είχαν γίνει αν δεν είχαν προηγηθεί τα περιστατικά της αμέλειας του κατηγορουμένου, όπως αυτά εκτέθηκαν πιο πάνω, τα οποία και μόνον οδήγησαν στο θάνατό του", δεν δημιουργεί ασάφεια ή αντίφαση σε σχέση με την αιτία που επέφερε το θάνατο του ασθενούς, αφού από την παράθεση των ανωτέρω περιστατικών προκύπτει ότι ο θάνατος τούτου οφείλεται τελικώς στην τρώση της δεξιάς κοιλίας της καρδιάς που έγινε μέσα στα πλαίσια των αναγκαίως, για τη σωτηρία του ασθενούς, επιχειρηθεισών ιατρικών ενεργειών, οι οποίες, όμως, δεν θα επιχειρούντο αν δεν είχε προηγηθεί η ανωτέρω αμελής συμπεριφορά του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, η οποία και μόνον οδήγησε στο θάνατο του ασθενούς. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' αντίθετοι προς τ' ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως και του δικογράφου των παραδεκτώς ασκηθέντων πρόσθετων λόγων είναι αβάσιμοι, ενώ οι ίδιοι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ λόγοι, κατά το μέρος που με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και επιχειρούν επανεκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επάγεται αφενός απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 § 1 εδ. δ' Κ.Ποιν.Δ, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις για το αποδεικτικό αυτό μέσο και αφετέρου παραβίαση των περί προφορικότητας της συζητήσεως στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης αρχών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, εκ της οποίας δημιουργείται ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Γ' Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως. Οι ανωτέρω, όμως, απόλυτη ακυρότητα και παραβίαση της δημοσιότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο δεν επέρχονται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του μη αναγνωσθέντα δημοσίως έγγραφα, τα οποία προσκομίσθηκαν από τον κατηγορούμενο προς υποστήριξη υπερασπιστικού του ισχυρισμού, διότι στην περίπτωση αυτή δεν λαμβάνονται υπόψη για την ενοχή του κατηγορουμένου, ο οποίος, άλλωστε, γνωρίζει το περιεχόμενό τους, ως προσκομίζων αυτά, και μπορεί να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με τα αποδεικτικά αυτά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος προέβαλε προς υπεράσπισή του τον ισχυρισμό ότι στην περίπτωση της προκειμένης επεμβάσεως με τη μέθοδο της εξωσωματικής λειτουργίας της καρδιάς, ακριβώς λόγω της τελευταίας, τα λευκά αιμοσφαίρια των ασθενών, κατά τις πρώτες ημέρες μετά την επέμβαση, εμφανίζονται πολύ ηυξημένα και έτσι αυτός δικαιολογημένα δεν ανησύχησε και επέτρεψε στον παθόντα να αποχωρήσει από την κλινική, όπως έχει επιτρέψει αυτή την έξοδο και σε άλλους ασθενείς του με αριθμό λευκών μεγαλύτερο από του παθόντος. Στο αιτιολογικό της αποφάσεως, κατά την αξιολόγηση του ισχυρισμού αυτού, μνημονεύονται, ως σχετικές με αυτόν, αιματολογικές εξετάσεις των άλλων αυτών ασθενών του αναιρεσείοντος, προσκομισθείσες απ' τον τελευταίο προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού του, όπως το τελευταίο αυτό προκύπτει από το σύνολο των συναφών παραδοχών του αιτιολογικού. Ενόψει αυτών, το δικάσαν Εφετείο, με το να λάβει υπόψη του τις προσκομισθείσες από τον αναιρεσείοντα αιματολογικές εξετάσεις τρίτων ασθενών του, οι οποίες δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ούτε ζητήθηκε η ανάγνωσή τους, όπως αυτό προκύπτει από τα ως άνω πρακτικά, δεν παραβίασε ούτε την άσκηση του κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ δικαιώματος του αναιρεσείοντος να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με τις αιματολογικές αυτές εξετάσεις, ούτε τις αρχές της προφορικότητας της συζητήσεως στο ακροατήριο, της δημοσιότητας και της κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης. Επομένως, οι αντίθετοι προς τ' ανωτέρω, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' και Γ' Κ.Ποιν.Δ, λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσίαν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Ποιν.Δ) και η δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Μαρτίου 2007 αίτηση του Χ και τους από 31 Δεκεμβρίου 2007 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της 9877/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Αυγούστου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχεία ανθρωποκτονίας εξ αμελείας. Πότε στοιχειοθετείται ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία εξ αμελείας. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για ανθρωποκτονία εξ αμελείας του καρδιοχειρουργού ιατρού, ο οποίος κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, καίτοι διαπίστωσε ότι ο υπ’ αυτού χειρουργηθείς (τριπλό μπάι-πας) κατά τη μετεγχειρητική πορεία και ενώ ακόμα νοσηλευόταν στο θεραπευτήριο, εμφάνισε πυρετούς κατά κύματα, δυσφορία, καρδιακή αρρυθμία και αυξημένα λευκά αιμοσφαίρια, δεν ερεύνησε με κατάλληλες εξετάσεις την αιτία της καταστάσεως αυτής του ασθενούς ώστε να αντιμετωπισθεί εγκαίρως με κατάλληλη αγωγή, αλλά χορήγησε σ’ αυτόν εξιτήριο με αποτέλεσμα ο ασθενής, ο οποίος είχε μολυνθεί από σταφυλόκοκκο στη χειρουργική τομή κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επεμβάσεως, να χρειασθεί αναγκαίως επανειλημμένες διανοίξεις και επανασυγκλίσεις του τραύματός του, εξ’ αιτίας των οποίων ετρώθη από οστούν του στέρνου η δεξιά κοιλία της καρδιάς του και απεβίωσε. Δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα ούτε παραβίαση της δημοσιότητας της επ’ ακροατηρίου διαδικασίας εκ του ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη αναγνωσθέντα δημοσίως έγγραφα που προσκομίσθηκαν από τον κατηγορούμενο, ο οποίος δεν ζήτησε την ανάγνωσή τους.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 1969/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αλέξανδρο Νικάκη (ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, (ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη, περί αναιρέσεως της 4943/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1309/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369 παρ.1, 3 και 371 παρ.3 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι, αφού κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, ακολουθεί αμέσως συζήτηση για την ποινή που πρέπει να επιβληθεί, οπότε, με ποινή απόλυτης ακυρότητας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.δ' του ίδιου Κώδικα, δίδεται υποχρεωτικά ο λόγος στον Εισαγγελέα και τους λοιπούς διαδίκους και τελευταία στον κατηγορούμενο και το συνήγορό του, χωρίς να απαιτείται να δοθεί σ'αυτούς και πάλι ο λόγος επί της τυχόν συνολικής ποινής, αφού μία και μόνον απόφαση περί ποινής εκδίδεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 4943/2007 απόφαση του κατ'έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, μετά την κήρυξη του αναιρεσείοντος ενόχου μη καταβολής στο ΙΚΑ εργοδοτικών εισφορών και υπεξαιρέσεως εργατικών εισφορών, δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα, προκειμένου να προτείνει για τις επιβλητέες ποινές, ο οποίος πρότεινε να επιβληθεί στον αναιρεσείοντα φυλάκιση ενός έτους και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ για κάθε πράξη. Ακολούθως έλαβε το λόγο ο συνήγορος που εκπροσώπησε στη δίκη τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, ο οποίος ζήτησε "το ελάχιστο όριο της ποινής".
Στη συνέχεια εκδόθηκε η απόφαση με την οποία επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα φυλάκιση ενός έτους και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ για κάθε πράξη και συνολικές ποινές φυλακίσεως ενός έτους και έξι μηνών και χρηματικής 4.000 ευρώ, χωρίς να δοθεί εκ νέου ο λόγος στον προαναφερθέντα συνήγορο του αναιρεσείοντος μετά την πρόταση του Εισαγγελέα ως προς τις συνολικές ποινές. Εξ αυτού, όμως, δεν προκλήθηκε ακυρότητα, αφού δεν ήταν απαραίτητο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να δοθεί εκ νέου ο λόγος επί της συνολικής ποινής. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επειδή δεν δόθηκε ο λόγος στον εκπροσωπήσαντα τον αναιρεσείοντα συνήγορό του επί των επιβλητέων συνολικών ποινών, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί Μεταβολή κατηγορίας, η οποία επιφέρει απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ.Α' και 171 παρ.1 εδ.β' ΚΠοινΔ, λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον Εισαγγελέα, υπάρχει όταν το δικαστήριο προβαίνει στην καταδίκη του κατηγορουμένου για πράξη ουσιωδώς διαφορετική κατά τα αντικειμενικά στοιχεία από εκείνη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και εισήχθη αυτός σε δίκη και όχι όταν το δικαστήριο προσδιορίζει ακριβέστερα, σύμφωνα με τα πορίσματα της ακροαματικής διαδικασίας, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την πράξη, όπως όταν καθορίζεται σαφέστερα ο τρόπος τελέσεως της αυτής πράξεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 501 παρ.1, 3 και 4 ΚΠοινΔ, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, το εφετείο έχει την εξουσία να εξετάσει την υπόθεση σε όλες τις πλευρές της που αφορούν οι λόγοι εφέσεως και να πράξει ό,τι θα έπραττε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την προϋπόθεση της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου. Στην περίπτωση αυτή, μεταβολή κατηγορίας από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που συνεπάγεται την κατά τα ανωτέρω απόλυτη ακυρότητα, υπάρχει όταν η πράξη για την οποία το Εφετείο καταδίκασε τον εκκαλούντα κατηγορούμενο είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε αυτός σε δίκη και όχι από εκείνη για την οποία καταδικάσθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση, για την έρευνα της βασιμότητας του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Με το 6838/7-11-2005 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, κλητεύθηκε ο αναιρεσείων στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι, με την ιδιότητά του ως εργοδότη της ατομικής επιχειρήσεως Βαφεία-Φινιριστήρια (ΑΜ 9201669903) Τσιμισκή 11, δεν κατέβαλε τις βαρύνουσες αυτό εργοδοτικές και εργατικές εισφορές ύψους 227.616,14 ευρώ και 113.808,06 ευρώ αντιστοίχως. Με την 45163/2006 απόφαση του ανωτέρω Μονομελούς Πλημμελειοδικείου καταδικάσθηκε για τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις σε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο ετών και έξι μηνών και σε συνολική χρηματική ποινή 7.000 ευρώ, αλλά με την ιδιότητα του εργοδότη-Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας "DEMOCHROM ΑΕ" -Τσιμισκή 11. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό κατόπιν της από 2-11-2006, με αριθμό εκθέσεως 2520/2006 εφέσεως του κατηγορουμένου, με την οποία παρεπονείτο αυτός για κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την κατηγορία, εξέδωσε επ'αυτής την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για τις ίδιες ως άνω κατά τόπο, χρόνο και ιστορικές περιστάσεις πράξεις, αλλά με την ιδιότητα του εργοδότη της ατομικής επιχειρήσεως Βαφεία-Φινιριστήρια (Α.Μ. 9201669903) Τσιμισκή 11, δηλαδή με την ίδια ιδιότητα υπό την οποία είχε ασκηθεί εναντίον του η ποινική δίωξη και εισήχθη να δικασθεί στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης. Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι το κατ'έφεση δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο είχε την εξουσία, όπως προεκτέθηκε, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, να εξετάσει την υπόθεση όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, το δε επιτρεπτό της αλλαγής της ιδιότητας του αναιρεσείοντος εξετάζεται σε σχέση με την πράξη για την οποία είχε αυτός παραπεμφθεί σε δίκη και όχι σε σχέση με την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε πρωτοδίκως, παρέπεται ότι δια της ανωτέρω αλλαγής της ιδιότητας του αναιρεσείοντος δεν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας από το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ'αυτόν εγγράφου που περιέχει, επί ποινή ακυρότητας, ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται και μνεία του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Η ακυρότητα, όμως, από τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών είναι σχετική, σύμφωνα με το άρθρο 170 παρ.1 ΚΠοινΔ σε συνδυασμό προς το άρθρο 171 του ίδιου Κώδικα, ως αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κύριας διαδικασίας και καλύπτεται αν δεν προταθεί εγκαίρως (άρθρα 173 παρ.1, 174 ίδιου Κώδικα). Αν προταθεί εγκαίρως από τον κατηγορούμενο και η σχετική ένσταση απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μπορεί να προβληθεί ως λόγος εφέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ.2 ΚΠοινΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνον για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι εφέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για την έρευνα της βασιμότητας του τρίτου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, για του συνηγόρου που τον εκπροσώπησε στη δίκη ενώπιον του ανωτέρω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προέβαλε εγκαίρως ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο είχε κλητευθεί για να δικασθεί για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, ένσταση η οποία απορρίφθηκε με την 45163/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως από 2-11-2006, με αριθμό εκθέσεως 2520/2006, έφεσή του, ο αναιρεσείων δεν προσέβαλε ειδικώς την απόρριψη της εν λόγω ενστάσεως, την οποία επανέλαβε κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, απορριφθείσα με παρεμπίπτουσα απόφασή του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλόμενης και συμπροσβάλλεται με αυτήν. Εφόσον, όμως, η πρωτόδικη απόφαση δεν προσβλήθηκε με ειδικό λόγο εφέσεως ως προς την απόρριψη της περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος ενστάσεως, δεν θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την υπ'αυτής απόρριψη της εν λόγω ενστάσεως και συνεπώς ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη αυτή, πέραν και ανεξαρτήτως της υπάρξεως τέτοιας αιτιολογίας στην ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά την παραγρ. 1 του άρθρου 1 του α.ν.86/1967, τιμωρείται με τις στη διάταξη αυτή ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου και νόμου τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις στην εν λόγω διάταξη ποινές, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές), με σκοπό αποδόσεως τους στους κατά την παραγρ. 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του α.ν. 1846/1951, όπως έχει ' τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου α.ν.1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν.1846/1951 ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών απαιτείται να προσδιορίζεται συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη, που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τους εργαζομένους σ'αυτόν και η μη καταβολή των σχετικών ποσών, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον ασφαλιστικό Οργανισμό, στον οποίο ήταν ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 αποφάσεως πρέπει, ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, να περιέχονται σ'αυτήν τα κρίσιμα για τη θεμελίωση των δύο ανωτέρω αξιόποινων πράξεων περιστατικά, που είναι ή σε συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά που, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ.ΑΠ 1/1996). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα.
Στην προκειμένη περίπτωση, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, τα εξής: Ο κατηγορούμενος, στη Θεσσαλονίκη ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 3-04 μέχρι 10-04 απασχόλησε με αμοιβή ως εργοδότης στην ατομική του επιχείρηση Βαφεία Φινιριστήρια (Α.Μ. 9201669903) επί της οδού Τσιμισκή 11, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, προσωπικό ασφαλισμένο στο ΙΚΑ, δεν κατέβαλε σ'αυτό (ΙΚΑ) όπως είχε υποχρέωση, για την ασφάλιση του προσωπικού αυτού, εντός τριάντα ημερών από το τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα του άνω διαστήματος στο οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία, εργοδοτικές εισφορές που τον βάρυναν, ποσού 227.616, 14 ευρώ και δεν απέδωσε σ'αυτό (ΙΚΑ) εντός της ανωτέρω προθεσμίας, εργατικές εισφορές ποσού 113.808,06 ευρώ, τις οποίες παρακράτησε από τους εργασθέντες στην επιχείρησή του (εννοείται από τις αποδοχές τους). Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, όπως προεκτέθηκε για πράξεις που έλαβαν χώρα την 1-5-2004 και 1-12-2004 και του επέβαλε τις προαναφερθείσες συνολική ποινή φυλακίσεως που μετατράπηκε σε χρηματική και συνολική χρηματική ποινή. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, με αναφορά γενικώς στο είδος τους, καθώς και τους συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του ως άνω άρθρου 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 86/1967 και του άρθρου 375 ΠΚ. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες αφού α) δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας της, πόσοι ήταν οι μισθωτοί που απασχολήθηκαν στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και ποιες ήταν οι αποδοχές τους, διότι τα εν λόγω στοιχεία δεν αποτελούν στοιχεία απαραίτητα για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως των εγκλημάτων του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του αν. 86/1967, β) από το γεγονός ότι στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, μνημονεύονται και "τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο", ενώ από τα πρακτικά προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν μόνον τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, διότι, ελλείψει αναγνώσεως άλλων εγγράφων, καθίσταται βέβαιο ότι δεν συνεκτιμήθηκαν τέτοια αποδεικτικά μέσα, γ) το σκεπτικό της αποφάσεως δεν αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού της, η οποία, άλλωστε, θα αρκούσε, καθόσον το περιεχόμενο του εν λόγω διατακτικού πληροί την απαίτηση αιτιολογήσεως της αποφάσεως, δ) αναφέρεται στην αιτιολογία της αποφάσεως το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος, καθώς και η ιδιότητα του τελευταίου ως εργοδότη ατομικής επιχειρήσεως, ε) από το μνημονευόμενο χρονικό διάστημα απασχολήσεως των μισθωτών προκύπτει σαφώς και ο χρόνος τελέσεως των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων, τοποθετούμενος την 1η ημέρα των μηνών από Μαΐου 2004 έως Δεκεμβρίου 2004 και στ) δεν ήταν αναγκαία η ιδιαίτερη αιτιολόγηση του δόλου του αναιρεσείοντος, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, εξυπακούεται δε η ύπαρξη του από την πραγμάτωση αυτών, ενόψει του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν απαιτούνται για την ύπαρξή του πρόσθετα στοιχεία, ούτε πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως, κατά τα λοιπά σκέλη του, με τα οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα προς τα ανωτέρω, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά την πρώτη παράγραφο του άρθρου 99 του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.3 του Ν. 2479/1997, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο, με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής, κατά το άρθρο 82, είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον η επιβληθείσα στον κατηγορούμενο ποινή είναι μικρότερη των δύο ετών, έχει υποχρέωση να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης μετέτρεψε σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως την επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα συνολική ποινή φυλακίσεως του ενός έτους και έξι μηνών, ήτοι μικρότερη των δύο ετών, επειδή έκρινε κατά λέξη "ότι συντρέχει περίπτωση μετατροπής της ποινής φυλακίσεως σε χρηματική, δοθέντος ότι δεν πρέπει να ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής αυτής, αφού ούτε ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου έχει επισυναφθεί στη δικογραφία, ούτε είναι δυνατό, λόγω της απουσίας του κατηγορουμένου, να διαπιστωθεί κατόπιν σχετικής του δηλώσεως αν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως ή όχι για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών". Η αιτιολογία αυτή δεν είναι η κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 99 παρ.1 ΠΚ επιβαλλόμενη για την αιτιολόγηση ειδικώς της αρνητικής κρίσεως του δικαστηρίου ως προς την αναστολή της μη υπερβαίνουσας τα δύο έτη ποινής φυλακίσεως, καθόσον δεν αναφέρει πραγματικά γεγονότα που επειδή συνέτρεχαν απέκλειαν την αναστολή εκτελέσεως της ποινής αυτής, η δε μνεία ότι δεν προσκομίσθηκε δελτίο ποινικού μητρώου του κατηγορουμένου δεν αποτελεί αιτιολογία. Επομένως, έτσι που έκρινε το ανωτέρω Δικαστήριο υπέπεσε στην ελεγχόμενη από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ πλημμέλεια, η οποία προβάλλεται με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως, αλλά και στην πλημμέλεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠοινΔ, αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη (άρθρο 511 ΚΠοινΔ), αφού προέβη στη μετατροπή της ως άνω ποινής φυλακίσεως χωρίς να έχει αιτιολογήσει ειδικώς την κρίση του για μη αναστολή εκτελέσεως της ποινής αυτής. Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως, ως βάσιμοι, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για νέα κρίση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους, πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, δικαστές (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 4943/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς τη διάταξή της περί μετατροπής της επιβληθείσης ποινής φυλακίσεως σε χρηματική.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 2 Ιουλίου 2007 αίτηση του Χ1, περί αναιρέσεως της ίδιας (με αριθμό 4943/2007) αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Αυγούστου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μετά την κήρυξη ενόχου του κατηγορουμένου, γίνεται συζήτηση για την ποινή που πρέπει να του επιβληθεί, οπότε, επί ποινή απόλυτης ακυρότητας, δίδεται υποχρεωτικά ο λόγος στον Εισαγγελέα και τελευταία στον κατηγορούμενο και το συνήγορό του, χωρίς να απαιτείται να δοθεί σ’ αυτούς και πάλι ο λόγος για την τυχόν επιβολή συνολικής ποινής. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο περί απολύτου ακυρότητας λόγος αναιρέσεως του κατηγορουμένου επειδή δεν δόθηκε ο λόγος στον συνήγορο που τον εκπροσώπησε επί της επιβλητέας συνολικής ποινής. Μεταβολή κατηγορίας. Πότε υπάρχει. Δεν αποτελεί ο ακριβέστερος προσδιορισμός των περιστατικών της πράξεως. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως. Ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ’ αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται Τυχόν ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως είναι σχετική και καλύπτεται αν δεν προταθεί εγκαίρως. Αν προταθεί και απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μπορεί να προβληθεί ως λόγος εφέσεως. Το Εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει, μετά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, μόνον για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως στα οποία αναφέρονται οι λόγοι της εφέσεως. Ασφαλιστικές εισφορές. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για μη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών τέτοιων εισφορών. Αναστολή εκτελέσεως της ποινής που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη. Το δικαστήριο οφείλει αυτεπαγγέλτως να ερευνά τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη και να αιτιολογεί ειδικώς την απορριπτική του κρίση. Αναιρεί εν μέρει ως προς τη μετατροπή της ποινής φυλακίσεως σε χρηματική. Παραπέμπει κατά το μέρος αυτό. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Κατηγορίας μεταβολή, Ακυρότητα σχετική.
| 2
|
Αριθμός 1968/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σραυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενο στις Δικαστικές Φυλακές Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Πέτρου, για αναίρεση της 2518/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 670/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 233 Κ.Ποιν.Δ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 171 εδ. δ' του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι για την εξέταση στο ακροατήριο κατηγορουμένου που δεν γνωρίζει κατά την ελληνική γλώσσα, διορίζεται από τον διευθύνοντα τη συζήτηση διερμηνέας. Ο μη διορισμός στην περίπτωση αυτή διερμηνέα ή η μη διερμήνευση ή ατελής διερμήνευση στον κατηγορούμενο όλων όσα έγιναν στη διαδικασία, από την ελληνική γλώσσα στη γλώσσα που αυτός ομιλεί και αντιστρόφως, αποτελεί παραβίαση των δικαιωμάτων του ως κατηγορουμένου και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, η οποία εκδίδεται σε βάρος του. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 2518/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτουν τα εξής: Κατά την έναρξη της συνεδριάσεως, με την εκφώνηση του ονόματος του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, η διευθύνουσα τη συζήτηση, αφού αντιλήφθηκε ότι αυτός δεν ομιλεί την ελληνική γλώσσα αλλά την ιταλική, διόρισε σ' αυτόν ως διερμηνέα την ....., που γνώριζε τόσο την ιταλική όσο και την ελληνική γλώσσα, η οποία ορκίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 236 Κ.Ποιν.Δ ότι "θα κάνει ακριβή και πιστή διερμήνευση της απολογίας του κατηγορουμένου και την πιστή διερμήνευση αυτών τα οποία θα λεχθούν κατά τη δίκη από την ιταλική στην ελληνική να αντίστροφα". Στη συνέχεια γίνεται ειδική μνεία στα πρακτικά ότι, δια της διερμηνέως, ο κατηγορούμενος έδωσε τα στοιχεία της ταυτότητάς του και του εξηγήθηκε η εναντίον του κατηγορία, καθώς και ότι η απολογία του θα γίνει στο τέλος της διαδικασίας. Επίσης, γίνεται ειδική μνεία ότι διερμηνεύθηκαν στον κατηγορούμενο, μέσω της διερμηνέως, η κατάθεση του μάρτυρα Γ1, η όμοια του μάρτυρα Γ2, η όμοια του μάρτυρα Γ3, τα αναγνωσθέντα έγγραφα (εννοείται, προδήλως, το περιεχόμενό τους) και η κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως Ζ1. Μνημονεύεται, ακόμη, ότι διερμηνεύθηκαν στο δικαστήριο οι καταθέσεις των ομιλούντων την ιταλική γλώσσα μαρτύρων υπερασπίσεως Ζ2 και Ζ3, καθώς και η απολογία του κατηγορουμένου, ότι διερμηνεύθηκε στον κατηγορούμενο η πρόταση του Εισαγγελέα επί της κατηγορίας και ότι, δια της διερμηνέως, ρώτησε η Πρόεδρος τον κατηγορούμενο αν έχει να προσθέσει κάτι για την υπεράσπισή του και αυτός απάντησε αρνητικά. Περαιτέρω, γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα πρακτικά ότι διερμηνεύθηκε στον κατηγορούμενο η απόφαση του δικαστηρίου, εν μέρει καταδικαστική και εν μέρει αθωωτική, και η πρόταση του Εισαγγελέα περί των ποινών, επιπρόσθετα δε ότι διερμηνεύθηκε η απόφαση του δικαστηρίου για την ποινή που κρίθηκε ότι έπρεπε να του επιβληθεί για κάθε πράξη, τη δήμευση των μνημονευομένων κινητών τηλεφώνων και χρηματικού ποσού, τη δήμευση και καταστροφή των κατασχεθέντων ναρκωτικών και παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων και τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Στο τέλος δε των εν λόγω πρακτικών αναφέρεται ότι "όλα τα παραπάνω διερμηνεύθηκαν δια της διερμηνέως στον κατηγορούμενο". Από όλες αυτές τις καταγραφές στα πρακτικά της δίκης, προκύπτει με σαφήνεια ότι διερμηνεύθηκαν στον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα όλα τα λεχθέντα κατά τη δίοδο της διαδικασίας, δηλαδή όλα όσα εκφράσθηκαν δια προφορικού λόγου, στα οποία περιλαμβάνεται και το περιεχόμενο των αναγνωσθέντων εγγράφων, όπως σημειώθηκε, αλλά και η απόφαση του δικαστηρίου περί της επιβληθείσης συνολικής ποινής καθείρξεως των 22 ετών και της συνολικής χρηματικής ποινής των 101.500 ευρώ. Αυτό το τελευταίο προκύπτει σαφώς από την ως άνω στο τέλος των πρακτικών αναφορά, η οποία έχει την έννοια της καθολικής βεβαιώσεως ότι διερμηνεύθηκαν όλα τα κατά τα ανωτέρω λεχθέντα, καταλαμβάνει δε ειδικώς όλα όσα προκύπτουν από την αμέσως προηγούμενή της περί διερμηνεύσεως αναφορά των πρακτικών, άρα και τη διερμήνευση της αποφάσεως περί της επιβληθείσης στον κατηγορούμενο συνολικής ποινής. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, που υποστηρίζει ότι δεν έγινε διερμήνευση στον αναιρεσείοντα και του ως άνω σημείου της διαδικασίας περί της επιβληθείσης συνολικής ποινής και έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα, για την οποία επιδιώκεται η αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ, 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιό έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς ".... 3. Η με αρ. πρωτ. ..... έκθεση εξέτασης της Γ' Χημικής Υπηρεσίας Αθηνών. 4. Η από .... έκθεση σωματικής έρευνας και κατάσχεσης του Σ.Δ.Ο.Ε, 5. Οι από ..... δύο βεβαιώσεις πλαστότητας ή παραποίησης τραπεζογραμματίων της Τράπεζας της Ελλάδος, ..... 8. Επίσημη μετάφραση εγγράφου της Οικονομικής Αστυνομίας της ANCONA .....13. Η υπ' αρ. ..... επιστολή του Προξένου της Ιταλίας στην Αθήνα ..... 17. Η από ..... επιστολή του δικηγόρου ...., ......24. Το υπ' αρ. πρωτ. ..... έγγραφο της Οικονομικής Αστυνομίας της πόλης ANCONA, προς το Ιταλικό Προξενείο στην Ελλάδα και 25. Έγγραφο του Πρωτοδικείου της πόλεως ANCONA προς την 29η Τακτική Ανακρίτρια Αθηνών". Με την εν λόγω αναφορά των εγγράφων αυτών, ενόψει και της αριθμήσεώς τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, ούτε αναφορά του περιεχομένου τους, αφού, ειδικότερα, με την ανάγνωση του κειμένου τους κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού του εγγράφου στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Σε σχέση, ειδικότερα, με τα υπό τους αύξοντες αριθμούς 24 και 25 ως άνω έγγραφα, η μνεία στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν σημαίνει ότι αναγνώσθηκε μετάφρασή τους στην ελληνική γλώσσα, αφού δεν νοείται ανάγνωση από το δικαστήριο εγγράφου συντεταγμένου σε ξένη γλώσσα χωρίς μετάφρασή του στην ελληνική. Επιπλέον, όμως, και πέραν αυτού τα δύο αυτά έγγραφα, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών και δη για αγορά στην Αλβανία 333 κιλών και 820 γραμμαρίων ημικατεργασμένης ινδικής καννάβεως, κατοχή, μεταφορά και αποθήκευσή τους στην Αθήνα και τον Πειραιά και για κατοχή, στην Αθήνα, παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων, με σκοπό να τα θέσει στην κυκλοφορία ως γνήσια, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο κατωτέρω σκεπτικό της αποφάσεως, αθωώθηκε δε για παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών σχετικά με άλλη ποσότητα 720 κιλών ινδικής καννάβεως, μεταξύ των οποίων και η εξαγωγή αυτών από την Ελληνική Επικράτεια μέσω Πατρών και Αγκόνας με προορισμό τη Μεγάλη Βρεττανία και η κατοχή τους στην Αγκόνα με σκοπό τη διαμετακόμισή τους από χώρα σε χώρα με προορισμό τη Μεγάλη Βρεττανία, λογικώς δεν επηρέασαν την κρίση του Εφετείου ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος για τις ως άνω πράξεις. Επομένως, ορθώς το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα προαναφερθέντα οκτώ έγγραφα, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι λήφθηκαν υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και χωρίς να έχουν μεταφρασθεί τα συντεταγμένα στην ιταλική γλώσσα δύο τελευταία εξ αυτών, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 5 § 1 περ. β' και ζ' του Ν. 1729/1987 (ήδη άρθρο 20 του Κώδικα νόμων για τα ναρκωτικά), όπως έχει αντικατασταθεί και ίσχυε κατά τον κατωτέρω χρόνο τελέσεως των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές καθείρξεως και χρηματική τιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, αγοράζει, μεταφέρει, αποθηκεύει ή κατέχει ναρκωτικά. Μεταξύ των ναρκωτικών κατά την έννοια του νόμου αυτού περιλαμβάνεται και η ινδική κάνναβη (άρθρο 4 § 3 πιν. Α' αριθ.6 του Ν 1729/1987 και ήδη άρθρο 1 § 2 πιν. Α' αριθ. 6 του ως άνω Κώδικα). Ως αγορά των ουσιών αυτών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητάς τους στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοσή τους, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Η κατοχή πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από το δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τα διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του, την αποθήκευση τελεί εκείνος που φυλάσσει, με κάποιους όρους ασφαλείας, σε κάποιο χώρο τα ναρκωτικά, έστω και αν δεν ασκεί ευθεία επ' αυτών κατοχή, δυνάμενος να τα αναλάβει οποτεδήποτε θελήσει, μεταφορά δε είναι η μετακίνηση των ναρκωτικών από τόπο σε τόπο, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 207 εδ. α' ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 § 1 του Ν. 2948/2001, όποιος παραποιεί ή νοθεύει μεταλλικό νόμισμα ή χαρτονόμισμα οποιουδήποτε κράτους ή εκδοτικής αρχής, είτε κατά είτε πριν από το χρόνο νόμιμης κυκλοφορίας του, είτε κατά το διάστημα κατά το οποίο γίνεται δεκτό προς ανταλλαγή από τους αρμόδιους φορείς, με σκοπό να το θέσει σε κυκλοφορία σαν γνήσιο, καθώς και όποιος προμηθεύεται, αποδέχεται, εισάγει, εξάγει, μεταφέρει ή κατέχει τέτοιο νόμισμα με τον ίδιο σκοπό, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το υπ' αυτής προβλεπόμενο έγκλημα συντελείται και με την από το δράστη, εν γνώσει της παραποιήσεως ή νοθεύσεως, κατοχή τέτοιου νομίσματος με σκοπό να το θέσει σε κυκλοφορία σαν γνήσιο. Παραποίηση είναι η με οποιονδήποτε τρόπο απομίμηση γνήσιου νομίσματος.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα:
"Από έρευνα που διεξήγαγε το ΣΔΟΕ διαπίστωσε ότι κάποιος Ιταλός ονόματι Χ1 είχε προσεγγίσει την εταιρεία ..... στην διεύθυνση ... αριθμός .... στον Πειραιά ιδιοκτησία του Β1 η οποία διαθέτει αυτοκίνητα διεθνών μεταφορών και ζήτησε την συνεργασία του, ήτοι να μεταφέρει για λογαριασμό του στην Μεγάλη Βρεττανία από την Ελλάδα ένα φορτίο με υφάσματα. Ο κατηγορούμενος μέσω του κινητού του τηλεφώνου με αριθμό ...., τον αριθμό του οποίου ανέφερε ο Β1 στους υπαλλήλους του, ΣΔΟΕ, επικοινώνησε για τις λεπτομέρειες με τον τελευταίο και αυτός του συνέστησε να αποστείλει τα εμπορεύματα στην αποθήκη που διατηρεί ο εξετασθείς μάρτυρας Γ3 στο 12° χιλμ της Νέας Εθνικής οδού Αθηνών - Κορίνθου, απ' όπου θα τα παρελάμβανε φορτηγό της εταιρείας του Β1 για την προώθηση μεταφορά και εξαγωγή στην μεγάλη Βρεττανία. Ο κατηγορούμενος, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας Β1 στην προανακριτική του κατάθεση, η οποία και αναγνώσθηκε, έδωσε στον τελευταίο τα υπ' αριθμ. ..... ΚΑΙ ..... κινητά τηλέφωνα στην Αγγλία, στους κατόχους των οποίων ο οδηγός του φορτηγού θα παρέδιδε τα εμπορεύματα, ενώ το τιμολόγιο που θα συνόδευε το φορτίο, θα το παρελάμβανε μαζί με το φορτίο από την άνω αποθήκη του Γ3 στον Ασπρόπυργο. Στις 19-4-2002 η εταιρεία που διατηρεί ο άνω μάρτυρας Β1 στον Πειραιά απέστειλε στον Γ3 fax σχετικά με την αποστολή στην Μεγάλη Βρεττανία του άνω φορτίου υφασμάτων. Η εταιρεία αυτή, με αντικείμενο διεθνείς μεταφορές με φορτηγά αυτοκίνητα (ΤΙR), φέρει την επωνυμία ..... LTD. Τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας κάποιος Αλβανός, ο οποίος υπέγραψε το σχετικό τιμολόγιο - δελτίο αποστολής με το ονοματεπώνυμο ...... που είναι προφανώς ψευδώνυμο, οδηγώντας ένα αυτοκίνητο τύπου ΒΑΝ, μετέφερε και παρέδωσε στην άνω αποθήκη του Γ3 και συγκεκριμένα στον αποθηκευτικό χώρο της Σ.Ν. ΣΤΑΜΝΙΔΗΣ ΑΒΕΕ της οποίας μέτοχος και Διευθύνων Σύμβουλος είναι αυτός (Γ3) τα άνω εμπορεύματα. Τα εμπορεύματα αυτά τα αγόρασε ο κατηγορούμενος μαζί με συνεργό, το κύριο όνομα του οποίου είναι "...." και χρησιμοποιεί το υπ' αριθμ. ..... κινητό τηλέφωνο, από την εταιρεία με την επωνυμία "ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΗΡΙΟ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ Α.Ε." (πενήντα τέσσερα τόπια ύφασμα) δίνοντας ως στοιχεία αγοραστή εταιρεία με επωνυμία "D.METALS KRISTAGPAPA" στη διεύθυνση UNIT 16 KIMBERLY ROAD 17 -5 WALTHAM LONDON, η οποία, όπως κατατέθηκε από τους μάρτυρες υπαλλήλους της ΣΔΟΕ είναι ανύπαρκτη, καθώς και ένα κινητό τηλέφωνο με αριθμό ...., το οποίο και κατασχέθηκε στην κατοχή του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος από κοινού με τον άνω συνεργό του, μετέφεραν τα άνω εμπορεύματα σε άγνωστο χώρο, όπου συσκεύασαν στο εσωτερικό των τοπιών τριακόσια είκοσι δύο (322) δέματα ημικατεργασμένης κάνναβης συνολικού βάρους τριακοσίων τριάντα τριών κιλών και οκτακοσίων είκοσι γραμμαρίων (333,820), τοποθετώντας και μεγάλη ποσότητα ναφθαλίνης, με σκοπό την αποφυγή του εντοπισμού της ναρκωτικής ουσίας από εκπαιδευμένους προς τούτο σκύλους. Στις 19-4-2002, ο κατηγορούμενος έδωσε εντολή στον πιο πάνω άγνωστο συνεργό του, να μεταφέρει το φορτίο των άνω ευτελούς αξίας υφασμάτων με την κάνναβη στην αποθήκη "Γ3"στο 12° χιλιόμετρο της ΝΕΟ Αθηνών - Κορίνθου. Στις .... σε έλεγχο που διενήργησε το ΣΔΟΕ στην άνω αποθήκη της εταιρείας Γ3 ανακάλυψε στο εσωτερικό της συσκευασίας των υφασμάτων 322 δέματα ημικατεργασμένης κάνναβης, συνολικού βάρους 333,820 κιλών. Τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε από άνδρες του ΣΔΟΕ στην περιοχή του ..... Σε έρευνα που έγινε στο διαμέρισμα που έμενε επί της οδού ... αριθμός ...., βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τριάντα ένα (31) χαρτονομίσματα των εκατό (100) έκαστο δολλαρίων ΗΠΑ ήτοι σύνολο 3.100, τα οποία σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ. .... έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος, είναι πλαστά, καθώς και ένα κινητό τηλέφωνο με αριθμό ...., ο οποίος αναγραφόταν στο τιμολόγιο αγοράς των άνω υφασμάτων και άνηκε στον αγοραστή αυτών ήτοι στον κατηγορούμενο. Ήτοι το κινητό που βρέθηκε και κατασχέθηκε στη κατοχή του κατηγορουμένου είναι το κινητό που αναγραφόταν στο τιμολόγιο αγοράς των άνω υφασμάτων, ότι ανήκε στον αγοραστή αυτών. Σε έρευνα που έγινε στη συσκευή με την άνω σύνδεση βρέθηκαν τρία γραπτά μηνύματα, τα οποία είχαν σταλεί από την Αλβανία, από κινητό τηλέφωνο Αλβανίας με αριθμό κλήσης .... και στα οποία αναγράφονται οι διευθύνσεις της άνω εταιρείας που αναγράφεται και στο σχετικό τιμολόγιο ήτοι I.D METALS UNIT 16 KIMPERLY καθώς και δύο αριθμοί τηλεφώνων στην Μεγάλη Βρεττανία με αριθμούς κλήσης ...... και ...., τα οποία όπως προέκυψε, ανήκαν στους παραλήπτες του άνω φορτίου. Στην κατοχή του κατηγορουμένου τη στιγμή της συλλήψεώς του βρέθηκε και κατασχέθηκε αντίγραφο της έκθεσης κατασχέσεως 720 κιλών ινδικής κάνναβης σε δοχεία με ελιές, που είχαν κατασχέσει οι Ιταλικές αρχές της Αγκόνας. Το γεγονός όμως αυτό και μόνον δεν αρκεί για να δημιουργηθεί πλήρη δικανική πεποίθηση περί της ενοχής του κατηγορουμένου για νέες αξιόποινες πράξεις της αγοράς, κατοχής στον Πειραιά και στην Αγκόνα Ιταλίας εισαγωγής στην Ελλάδα από την Αλβανία, εξαγωγής από την Ελλάδα 720 κιλών ινδικής κάνναβης και για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί για τις πράξεις αυτές, ως προς αυτήν την ποσότητα αθώος ο κατηγορούμενος, λόγω αμφιβολιών. Ως προς την ποσότητα των 333 κιλών και 820 γραμμαρίων ημικατεργασμένης ινδικής κάνναβης που βρέθηκε κατά τα άνω και κατασχέθηκε, επιμελώς κρυμμένη μέσα στα άνω τόπια από ύφασμα στις αποθήκες "Γ3", προέκυψε πλήρης απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος από κοινού με άλλον ενδεχομένως εισήγαγε στην Ελλάδα από Αλβανία, μετέφερε από την Αθήνα 12° χιλιόμετρο της ΝΕΟ Αθηνών - Κορίνθου, αποθήκευσε στις άνω αποθήκες του Γ3 και κατείχε, υπό την έννοια ότι εξουσίαζε φυσικά, εις τρόπον ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη της και να διαθέτει κατά βούληση, και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτών, χωρίς όμως την συνδρομή των επιβαρυντικών προϋποθέσεων του άρθρου 8 του Ν 1729/1987, λόγω αμφιβολιών. ..................Η ενοχή του κατηγορουμένου προκύπτει πλην άλλων από τις καταθέσεις των άνω μαρτύρων υπάλληλων του ΣΔΟΕ, την αναγνωσθείσα κατάθεση του μάρτυρα Β1 λόγω του ανέφικτου, καθώς και από το γεγονός ότι ο αριθμός του κινητού που κατασχέθηκε κατά την στιγμή της συλλήψεώς στην κατοχή του, αναγραφόταν στο τιμολόγιο αγοράς των άνω υφασμάτων από την άνω εταιρεία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, εν γνώσει του ότι ήταν παραχαραγμένα, κατείχε με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια τα άνω πλαστά χαρτονομίσματα και δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια ο ισχυρισμός του ότι αγνοούσε την πλαστότητα αυτή...........
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της παραβάσεως του νόμου περί ναρκωτικών ως προς την άνω ποσότητα των 333 κιλών και 820 γραμμαρίων ημικατεργασμένης ινδικής κάνναβης και κατοχής χαρτονομισμάτων". Ακολούθως κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο αγοράς, κατοχής, μεταφοράς, εντολής προς μεταφοράν και αποθηκεύσεως των 333 κιλών και 820 γραμμαρίων ημικατεργασμένης ινδικής καννάβεως και κατοχής πλαστών χαρτονομισμάτων και αθώο των λοιπών κατηγοριών, επέβαλε δε σ' αυτόν την προαναφερθείσα συνολική ποινή καθείρξεως των 22 ετών και συνολική χρηματική ποινή 101.500 ευρώ. Με αυτές τις παραδοχές το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτείται από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 5 § 1 περ. β' και ζ' του Ν. 1729/1987 και 207 εδάφ. α' ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα α)ενόψει των ανωτέρω, κατά την έρευνα του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, δεκτών γενομένων, ότι επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα των εκεί οκτώ αναφερομένων εγγράφων, τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, ότι εξαιτίας του μη προσδιορισμού της ταυτότητας των εν λόγω οκτώ εγγράφων δημιουργείται ασάφεια ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του και ελλείπει εντεύθεν η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι αβάσιμα, β)από όσα ως άνω δέχθηκε το Εφετείο προκύπτει σαφώς ότι τα 31 χαρτονομίσματα των 100 δολλαρίων ΗΠΑ το καθένα ήταν παραχαραγμένα, με την έννοια που προεκτέθηκε, αφού δεν ήταν γνήσια, πράγμα που γνώριζε ο αναιρεσείων κατά τις ίδιες παραδοχές, παρεπομένου εντεύθεν ότι εφαρμοστέα ήταν η διάταξη του άρθρου 207 εδ. α' ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα δε αντιθέτως προβαλλόμενα με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως, ότι κατά τις παραδοχές της αποφάσεως ο αναιρεσείων δεν γνώριζε εξαρχής την πλαστότητα των εν λόγω χαρτονομισμάτων, τα οποία είχε δεχθεί ως γνήσια και συνεπώς εφαρμοστέα ήταν η διάταξη του άρθρου 208 § 2 ΠΚ, είναι αβάσιμα, γ)δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως να προσδιορίζονται τα επί μέρους χαρακτηριστικά των ανωτέρω 31 χαρτονομισμάτων και δ)δεν ήταν, επίσης, αναγκαία ή παράθεση του τι προέκυψε από καθένα αποδεικτικό μέσο, ούτε η ειδική αξιολόγηση καθενός εξ αυτών και ο μεταξύ τους συσχετισμός. Εξάλλου, ανεξαρτήτως της περί ενοχής του αναιρεσείοντος αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για την πράξη της εισαγωγής στην επικράτεια των 333 κιλών και 820 γραμμαρίων ημικατεργασμένης ινδικής καννάβεως, κατά το διατακτικό της αποφάσεως ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος τις εισαγωγής στην επικράτεια για το σύνολο της σχετικής κατηγορίας και επομένως οι αιτιάσεις τούτου ότι με βάση ελλιπή αιτιολογία κηρύχθηκε ένοχος εισαγωγής στην επικράτεια της ανωτέρω ποσότητας ημικατεργασμένης ινδικής καννάβεως στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος (τελευταίος) λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Απριλίου 2007 αίτηση του Χ1, περί αναιρέσεως της 2518/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Αυγούστου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ο μη διορισμός διερμηνέα ή η μη διερμήνευση ή ατελής διερμήνευση στον κατηγορούμενο όλων όσα έγιναν στο ακροατήριο, από την ελληνική γλώσσα στη γλώσσα που αυτός ομιλεί, συνιστά παραβίαση των δικαιωμάτων του και επάγεται απόλυτη ακυρότητα. Αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως. Η λήψη υπόψη ως αποδεικτικού μέσου μη αναγνωσθέντος εγγράφου επάγεται απόλυτη ακυρότητα. Η ίδια ακυρότητα επέρχεται και όταν δεν προσδιορίζονται τα στοιχεία ταυτότητας του εγγράφου που λήφθηκαν υπόψη. Απορρίπτεται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως. Παραχάραξη. Έννοια. Αιτιολογημένη καταδίκη. Ναρκωτικά - έννοια αγοράς, μεταφοράς, κατοχής, αποθήκευσης. Αιτιολογημένη καταδίκη.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά, Παραχάραξη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1967/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Κουλούρη, περί αναιρέσεως της 10124/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Δημόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2007 κοινή αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 408/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως αβάσιμη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ ορίζεται ότι όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττεται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τελευταίου, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και γ) εκείνος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να προέβη ηθελημένα στην ενέργεια αυτή και να τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς του και της δυνατότητάς του να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για συκοφαντική δυσφήμηση αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, αλλά περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους και δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων από καθένα προέκυψαν, πρέπει, όμως, να υπάρχει βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Ο δόλος δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως το να έχει τελεσθεί η πράξη "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού. Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως που προβλέπεται από τα ως άνω άρθρα 363 σε συνδυασμό με 362 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το γεγονός περί του οποίου ο ισχυρισμός ή η διάδοση είναι ψευδές. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στην περίπτωση αυτή η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 10124/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος της νύφης τους Ψ1 και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκα και οκτώ μηνών, αντιστοίχως, ανασταλείσα. Κατά το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως κηρύχθηκαν ένοχοι διότι Α) Η πρώτη, Χ1, στο ......Αττικής, την 14.10.2000, ενώπιον των Δ1 και Δ2 ισχυρίσθηκε και διέδωσε για την Ψ1 ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή της και συγκεκριμένα ότι έχει γυναικολογικό πρόβλημα, ότι της έχουν αφαιρεθεί οι ωοθήκες και γι'αυτό δεν κάνει παιδί και ότι έχει αρραβωνιαστεί τρεις φορές, γνωρίζοντας ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή και Β) Ο δεύτερος, Χ2, στην ...., με την από 29.6.2000 μήνυση, που κατέθεσε την 3-7-2000 ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ισχυρίσθηκε και διέδωσε για την Ψ1 ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή της και συγκεκριμένα ότι αυτή, επειδή ένα μήνα προς του γάμου της διέκοψε την εργασία της, αξίωσε να της κολλήσουν ένσημα του ΙΚΑ για τους οκτώ μήνες διάρκειας του γάμου της και στην άρνησή τους έλαβαν την απάντηση "καλά θα δείτε", γνωρίζοντας ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή. Η αιτιολογία που περιέχει ή προσβαλλόμενη απόφαση είναι η ακόλουθη: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως (και χωρίς όρκο η πολ. ενάγουσα) στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος της εγκαλούσας. Ειδικότερα, ο γιος των κατηγορουμένων ......... είχε τελέσει γάμο με την πολιτικώς ενάγουσα Ψ1 στις 28-11-1998, πλην όμως η έγγαμη συμβίωσή τους διακόπηκε μετά από λίγους μήνες και έκτοτε βρίσκονται σε διάσταση. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, που διατηρεί κατάστημα πώλησης ειδών οικιακής χρήσης... στην από 3-7-2000 μήνυση που κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, σε βάρος (μεταξύ άλλων) και του Γ1, αδελφού της μητέρας της νύφης του πολιτικώς ενάγουσας, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι "ένα μήνα πριν από το γάμο της διέκοψε την εργασία της και αξίωσε να της κολλήσουμε ένσημα ΙΚΑ για τους 8 μήνες διάρκειας του γάμου. Στην άρνησή μας λάβαμε την απάντηση "καλά θα δείτε"... Τα άνω πραγματικά περιστατικά που αφορούν την πολιτικώς ενάγουσα και διαδόθηκαν σε τρίτους... τα οποία μπορούσαν να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη αυτής ήταν παντελώς ψευδή. Κι αυτό γιατί η πολιτικώς ενάγουσα αποδείχθηκε ότι εργαζόταν συνεχώς και πριν από το... γάμο της μέχρι την 27-3-1999 στην ...... . Επομένως, εφόσον αποδείχθηκε ότι δεν διέκοψε την εργασία της ένα μήνα πριν το γάμο, είναι απολύτως ψευδές το αναγραφόμενο από τον δεύτερο κατηγορούμενο ότι αξίωσε απ' αυτόν να της κολλήσει ένσημα του ΙΚΑ και ότι άφησε και υπονοούμενα για... διεκδίκηση αυτών στην άρνησή του, ο δε δεύτερος κατηγορούμενος (πρώην πεθερός της) γνώριζε το ψευδές των άνω αφορώντων στην πολιτικώς ενάγουσα, περιλαμβανομένων στη μήνυσή του περιστατικών και παρά ταύτα τα διέδωσε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο. Αλλωστε, δεν είχε κανένα λόγο να αναφέρει τα ανωτέρω για την πρώην νύφη του στην πιο πάνω μήνυση, εφόσον με αυτή δεν στρεφόταν και κατά της τελευταίας πλην μόνον για να την θίξει εν γνώσει τελών του ψεύδους του άνω αφορώντος σ' αυτή περιεχομένου της μήνυσής του... το περιεχόμενο αυτής η πολιτικώς ενάγουσα πληροφορήθηκε από το θείο της Γ1 στις 24.10.2000. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 14.10.2000 η πρώτη κατηγορούμενη, πρώην πεθερά της, ισχυρίσθηκε και διέδωσε ενώπιον... των γειτονισσών της Δ1 και Δ2 ότι η πρώην νύφη της έχει γυναικολογικά προβλήματα, ότι της έχουν αφαιρεθεί οι ωοθήκες και γι' αυτό δεν κάνει παιδί και ότι έχει αρραβωνιαστεί τρεις φορές. Τα ανωτέρω, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της πολιτικώς ενάγουσας και πράγματι την έβλαψαν ήταν επίσης απολύτως ψευδή. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι η τελευταία νοσηλεύθηκε στο Ασκληπιείο Βούλας από 22-7-1999 μέχρι 4.8.1999 λόγω αποφρακτικού ειλεού, συνεπεία του οποίου υποβλήθηκε σε δεξιά ημικολεκτομή... η δε άνω κατηγορουμένη μαζί με τον σύζυγό της (δεύτερο κατηγορούμενο) την είχε επισκεφθεί κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της και βεβαίως γνώριζε το πρβόλημα που αντιμετώπιζε και ότι αυτό ουδόλως ήταν γυναικολογικό, ούτε και ότι υποβλήθηκε σε εγχείριση αφαίρεσης ωοθηκών, όπως επίσης γνώριζε ότι ουδέποτε είχε τελέσει αρραβώνα πριν από το γάμο με το γιό της, πολύ περισσότερο δεν είχε τελέσει τρεις αρραβώνες... . Είναι χαρακτηριστικές οι καταθέσεις των μαρτύρων Δ1...φίλης των οικογενειών και των δύο αντιδίκων πλευρών (η πεθερά είπε ότι η Ψ1 έχει κάνει τρεις αρραβώνες και έχει αφαιρέσει τις ωοθήκες. Αν είχε κάνει άλλο αρραβώνα εγώ θα ήμουν καλεσμένη. Αυτά είναι ψέματα. Όταν έκανε εγχείριση η Ψ1 είχα πάει επίσκεψη στο νοσοκομείο και ήταν εκεί τα πεθερικά της και ήξεραν τι έχει. Δεν συζητήθηκε τίποτα για ωοθήκες), Δ2, επίσης γειτόνισσας και γνωστής και των δύο πλευρών (η κυρία Χ1 - πρώτη κατηγορουμένη - λέει πολλά ακόμη και σήμερα. Τον Οκτώβριο του 2000 είχε πει στο μαγαζί της ότι η Ψ1 έκανε εγχείριση στις ωοθήκες και δεν μπορεί να κάνει παιδιά και ότι έχει κάνει τρεις αρραβώνες. Αυτά είναι ψέματα για να τη μειώσουν και συκοφαντήσουν) και Γ1... που επιβεβαίωσε τα προαναφερόμενα. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων ....... και ........ οι οποίοι γενικώς και αορίστως κατέθεσαν ότι δεν άκουσαν να διαδίδουν οι κατηγορούμενοι τα άνω περιστατικά, δεν γνωρίζουν για αρραβώνες και ότι "άκουσαν στην αρχή για κύστη στις ωοθήκες και μετά για ειλεό". Τα υποστηριζόμενα από τους κατηγορουμένους ότι σε ουδεμία διάδοση για αρραβώνες και σχετικά με την υγεία της πολιτικώς ενάγουσας προέβησαν διότι δεν γνώριζαν αλλά και ότι είναι αληθές αυτό που ισχυρίσθηκε ο δεύτερος ελέγχονται ως αβάσιμα... Επομένως, (καταλήγει το δικάσαν Εφετείο), οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ενόχοι της πράξεως που τους αποδίδεται, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό".
Με τις αλληλοσυμπληρούμενες αυτές παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκαν οι κατηγορούμενοι... αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 363, 362 Π.Κ. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν περί της εγκαλούσας, ενώπιον των μνημονευομένων τρίτων, τα αναφερόμενα ψευδή γεγονότα εν γνώσει της αναλήθειάς τους, τα οποία προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, κρίση που συνήγαγε το Εφετείο από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα. Ως προς τη γνώση απ' τους αναιρεσείοντες της αναλήθειας των ισχυρισμών τους υπάρχει πλήρης αιτιολογία, ως προς μεν τον Χ2 από το ότι ο ισχυρισμός του φέρεται να στηρίζεται σε προσωπική του αντίληψη, οπότε αυτός γνώριζε την αλήθεια και συνεπώς δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικά με την υπ' αυτού γνώση της αναλήθειας του ισχυρισμού του περιστατικών, ως προς δε την Χ1 από την έμμεση πλην σαφή παραδοχή της αποφάσεως ότι η αναιρεσείουσα αυτή είχε πληροφορηθεί, κατά την επίσκεψή της στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν η εγκαλούσα, το είδος της χειρουργικής επεμβάσεως στην οποία είχε υποβληθεί η τελευταία και έτσι γνώριζε από προσωπική αντίληψη την αναλήθεια του ισχυρισμού της ότι η εγκαλούσα είχε γυναικολογικό πρόβλημα και της αφαιρέθηκαν οι ωοθήκες γι' αυτό δεν κάνει παιδί, παραδοχή ως εκ της οποίας δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων, σχετικά με τη γνώση αυτή περιστατικών, ενώ η ίδια γνώση της εν λόγω αναιρεσείουσας για την αναλήθεια του ισχυρισμού της περί τριών αρραβώνων της εγκαλούσας αιτιολογείται επαρκώς από αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι προέκυψαν από τις εκτιμηθείσες αποδείξεις. Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, με την αιτίαση ότι μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της έχει εμφιλοχωρήσει λογικό κενό και ειδικότερα διότι στο διατακτικό κηρύσσονται οι αναιρεσείοντες ένοχοι και ψευδούς καταμηνύσεως ενώ στο σκεπτικό δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που να συγκροτούν τους όρους της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, πλήττεται η ανωτέρω απόφαση για υπέρβαση εξουσίας με τη επίκληση ότι το δικάσαν Τριμελές Εφετείο καταδίκασε τους αναιρεσείοντες για ψευδή καταμήνυση ενώ πρωτοδίκως ο μεν εξ αυτών δεύτερος είχε κηρυχθεί αθώος της πράξεως αυτής η δε πρώτη δεν είχε κατηγορηθεί για την εν λόγω πράξη. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως στηριζόμενοι επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρεσείοντες δεν καταδικάσθηκαν με αυτήν και για ψευδή καταμήνυση, αλλά μόνον για συκοφαντική δυσφήμηση. Η παράθεση δε στην εν λόγω απόφαση και του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ, που προβλέπει και τιμωρεί την ψευδή καταμήνυση, εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν καταδικάσθηκαν για την πράξη αυτή, στερείται έννομης επιρροής. Σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ως προς το πολιτικό μέρος της αποφάσεως, μπορούν να προταθούν ως λόγοι αναιρέσεως, εκτός από τους λόγους της παραγ. 1 του ίδιου άρθρου, και οι λόγοι αναιρέσεως οι οποίοι καθιερώνονται από την πολιτική δικονομία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 εδ. β' και αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, καθώς και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση με τους τέταρτο και πέμπτο (τελευταίο) λόγους αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των ανωτέρω άρθρων 510 παρ. 2 ΚΠοινΔ και 559 αριθ. 9 και 10 ΚΠολΔ, ως προς το μέρος της που επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στην παραστάσα ως πολιτικώς ενάγουσα και ειδικότερα διότι, ενώ η σχετική δήλωση της πολιτικώς ενάγουσας έγινε χωρίς διατύπωση επιφυλάξεως, το δικαστήριο επιδίκασε σ' αυτήν το αιτηθέν ποσόν "με επιφύλαξη" επιδικάσαν έτσι περισσότερα από όσα ζητήθηκαν (τέταρτος λόγος) και διότι δεν μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται η ύπαρξη της ηθικής βλάβης της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία δέχθηκε η απόφαση ως αληθινή (πέμπτος λόγος). Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον ως επιδίκαση πλέον του αιτηθέντος, κατά την έννοια του αναιρετικού λόγου από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν θεωρείται η περίληψη διατάξεως στην προσβαλλόμενη απόφαση περί διατυπώσεως της ως άνω επιφυλάξεως, η οποία καθεαυτή δεν συνιστά επιδίκαση, περαιτέρω δε καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος γενικώς άρα και περί των προϋποθέσεων για την εκδίκαση της χρηματικής ικανοποιήσεως, μεταξύ των οποίων και η διαπίστωση ότι η δικαιούχος υπέστη ηθική βλάβη, στηρίχθηκε στα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην αρχή του σκεπτικού της αποφάσεώς του, τα οποία δεν ήταν ανάγκη να αξιολογηθούν ειδικώς το καθένα, παρεπομένου εκ τούτων ότι δεν δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά το περί των ανωτέρω πολιτικών αξιώσεων μέρος της. Κατ' ακολουθίαν η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση των Χ2 και Χ1, περί αναιρέσεως της 10124/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ τον καθένα και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Αυγούστου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμηση. Στοιχεία. Ανάγκη ειδικής αιτιολογήσεως του αμέσου δόλου του δράστη. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει όταν κατά της παραδοχές της αποφάσεως ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική του αντίληψη. Απορρίπτεται κατ’ ουσία ο περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγος αναιρέσεως της καταδικαστικής για συκοφαντική δυσφήμηση αποφάσεως. Απορρίπτονται ομοίως οι λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως νομίμου βάσεως και υπερβάσεως εξουσίας ως στηριζόμενοι στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν και για ψευδή καταμήνυση. Ως λόγος αναιρέσεως κατά του πολιτικού μέρους της αποφάσεως μπορούν να προταθούν και οι προβλεπόμενοι από την πολιτική δικονομία. Απόρριψη τέτοιων λόγων από του αριθ. 9 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν εχώρησε επιδίκαση περισσοτέρων από τα αιτηθέντα, ούτε δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθή, χωρίς απόδειξη, πράγματα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά το περί των πολιτικών αξιώσεων μέρος της.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Δυσφήμηση συκοφαντική, Πολιτική αγωγή, Νομίμου βάσεως έλλειψη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1966/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέτα Κυτέα - Εισηγήτρια και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βλαμάκη, περί αναιρέσεως της 49/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1636/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ. Α.Π. 1/2005). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, διότι ούτω πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη ότι προέκυψαν στην αληθή έννοιά του, αλλά και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετ' αναφορά κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 49/2007 αποφάσεως τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Την 13-3-2005 και περί ώρα 07,30' περίπου, ο κατηγορούμενος εισερχόμενος στην Ελληνική Επικράτεια από την Αλβανία από αφύλακτη διάβαση των Ελληνοαλβανικών συνόρων, εντοπίστηκε από συνοριοφύλακες να κινείται στην περιοχή Κόνιτσας, οπότε τέθηκε υπό παρακολούθηση. Ακολούθως, οι παραπάνω συνοριοφύλακες μετέβησαν στο σημείο που είδαν τον κατηγορούμενο, όπου βρέθηκαν τέσσεροι σάκοι, που περιείχαν ποσότητα 98 κιλών και 235 γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, επιμελώς συσκευασμένης σε 99 δέματα. Τότε, οι εν λόγω συνοριοφύλακες, φώναξαν προς τον κατηγορούμενο "Αστυνομία, ακίνητος", πλην όμως αυτός δεν σταμάτησε αλλά τράπηκε σε φυγή. Αργότερα, όμως σε μία ώρα περίπου, βρέθηκε επί της εθνικής οδού ..., προσπαθώντας να επιβιβαστεί σε οποιοδήποτε διερχόμενο αυτοκίνητο και έτσι να διαφύγει τη σύλληψη, πλην δεν το κατόρθωσε, γιατί έγινε αντιληπτός από τους ανωτέρω συνοριοφύλακες και συνελήφθη. Μετά τη σύλληψή του ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε στο Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών Ιωαννίνων, όπου εξεταζόμενος, αρνήθηκε ότι ήταν δική του η παραπάνω ποσότητα ινδικής κάνναβης, υποστηρίζοντας ότι βρέθηκε στο άνω μέρος, γιατί ο γιος του "Α" έφυγε την προηγούμενη ημέρα από το ... της Αλβανίας για την Ελλάδα, οπότε αναγκάστηκε να περάσει κι' αυτός τα Αλβανικά σύνορα προς αναζήτησή του. Κατά την απολογία όμως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, δεν ισχυρίστηκε τα ίδια, αλλά ότι μετέβη από την Ελλάδα στην Αλβανία, προκειμένου να δει το παιδί του που ήταν άρρωστο και επιστρέφοντας από την προαναφερόμενη αφύλακτη διάβαση συνελήφθη από τους συνοριακούς φύλακες. Τ' ανωτέρω υποστηριζόμενα από τον κατηγορούμενο, υπό οποιαδήποτε εκδοχή του, κρίνονται αβάσιμα και συνεπώς απορριπτέα, γιατί οι δύο μάρτυρες κατηγορίας που εξετάστηκαν και είναι οι συνοριοφύλακες που τον συνέλαβαν, καταθέτουν μετά λόγου γνώσης ότι εκείνος ήταν το άτομο που παρακολουθούσαν και τράπηκε σε φυγή. Οι καταθέσεις αυτές δεν αναιρούνται από κανένα αποδεικτικό μέσο και ιδίως από την κατάθεση του αδελφού του κατηγορουμένου Β, που εξετάστηκε ως μάρτυρας υπερασπίσεως, αφού αυτός δεν έχει ίδια αντίληψη για το περιστατικό αυτό, απλώς καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει καμία σχέση με τα ναρκωτικά και ότι μετέβη στην Αλβανία να δει την οικογένειά του και επιστρέφοντας συνελήφθη από αστυνομικούς χωρίς να γνωρίζει το λόγο της συλλήψεώς του. Με βάση το ως άνω αποδεικτικό υλικό, το Δικαστήριο σχημάτισε ασφαλή κρίση ότι οι σάκοι με τα ναρκωτικά ήταν του κατηγορουμένου και γι' αυτό εκείνος βρέθηκε στο ως άνω μέρος και τράπηκε σε φυγή και όχι για οποιοδήποτε άλλον λόγο και συνεπώς πρέπει να κηρυχτεί ένοχος των αξιοποίνων πράξεων α) της εισαγωγής, μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών και β) της παράνομης εισόδου στην Ελληνική Επικράτεια, διότι εισήλθε σ' αυτή χωρίς να είναι εφοδιασμένος με τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα". Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι "στη θέση ... Κόνιτσας - Ιωαννίνων, την 13η Μαρτίου 2005, χωρίς να είναι τοξικομανής, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα: 1. Εισήγαγε στην Ελληνική Επικράτεια ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την εμπορία. Ειδικότερα εισήγαγε από την Αλβανία, ποσότητα ενενήντα οκτώ (98) κιλών και διακοσίων τριάντα πέντε (235) γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, επιμελώς συσκευασμένη σε 99 δέματα και εντός τεσσάρων (4) σάκων ταξιδίου. 2. Κατείχε ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την πώληση και συγκεκριμένα κατείχε την ανωτέρω ποσότητα των 98 κιλών και 235 γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης σε 99 δέματα εντός των προαναφερομένων σάκων ταξιδιού. 3. Μετέφερε πεζή ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την εμπορία και συγκεκριμένα μετέφερε κατά τα προρρηθέντα την προαναφερθείσα ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, με προορισμό άγνωστη περιοχή της Ελληνικής Επικράτειας. 4. Εισήλθε παράνομα στην Ελληνική Επικράτεια από αφύλακτη διάβαση των Ελληνοαλβανικών συνόρων και χωρίς να έχει εφοδιαστεί με τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα". Με αυτά που εδέχθη το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις η λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες έκανε την υπαγωγή αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων (5 παρ. 1 εδ. α' και ζ' Ν 1729/1987 όπως ισχύουν και 50 παρ. 1 Ν. 2910/2007) τις οποίες εφήρμοσε και τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Συνεπώς οι τ' αντίθετα υποστηρίζοντες σχετικοί λόγοι της κρινομένης αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' και Ε' ΚΠΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ' ό μέρος δε με τους λόγους αυτούς προβάλλονται αιτιάσεις κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Η κατά τα άνω άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ. στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή την ικανότητα προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγησή τους να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν επέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Ούτως είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός περί συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων των διατάξεων του άρθρου 84 παρ. 2 α' και ε' Π.Κ. δηλαδή ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ότι (ο υπαίτιος) συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, είναι δε ορισμένοι οι ισχυρισμοί αυτοί όταν περιλαμβάνουν τα αναγκαία περιστατικά για την θεμελίωσή των, έντιμη ζωή σε όλες τις άνω εκφάνσεις εκδηλουμένη με θετική συμπεριφορά και καλή γενικά συμπεριφορά στην κοινωνία που να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη και να είναι αποτέλεσμα ελευθέρας βουλήσεως και όχι φόβου ή καταναγκασμού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποίαν εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, ο συνήγορος του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος κατά την αγόρευσή του εζήτησε κατά λέξη "να αθωωθεί ο κατηγορούμενος άλλως να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2α' και ε' Π.Κ.". Ούτως όμως προβληθέντες οι άνω ισχυρισμοί ήταν εντελώς αόριστοι, χωρίς τα αναγκαία δι' έναν έκαστο περιστατικά, και το δικαστήριο, εντεύθεν, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, πέραν του ότι ως εκ περισσού, απήντησε. Μετά ταύτα ο σχετικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9/9/2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 49/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαϊου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Αυγούστου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως. Πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, όπως είναι και οι της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων. Πρέπει όμως αυτού να προτείνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα τα θεμελιούντα αυτούς πραγματικά περιστατικά, άλλως το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει. Καίτοι δεν είχε υποχρέωση απήντησε στους αορίστους ισχυρισμούς το δικαστήριο και δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 §1 Β΄ ΚΠΔ. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις.
| 0
|
Αριθμός 1965/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινιδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια και Ελευθέριο Μάλλιο (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με τη με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Στρατή, περί αναιρέσεως της 349/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 548/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 224 παρ.2 ΠΚ όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση... καταθέτει εν γνώσει του ψέματα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.3327/2005). Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμοδία για την εξέτασή του β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή, και δεν αρκεί ενδεχόμενος δόλος. Η αρμοδιότητα της αρχής αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού και συνεπώς πρέπει να αναφέρονται στο αιτιολογικό της αποφάσεως τα στοιχεία στα οποία θεμελιώνεται η αρμοδιότητα υπό την έννοιαν ότι μπορεί να γίνει ενώπιον αυτής ένορκη εξέταση. Περαιτέρω η έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της δικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ'αυτή με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που απεδείχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα δε για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής για ψευδορκία μάρτυρος αποφάσεως, πρέπει να περιέχεται σ'αυτή η διαπίστωση ότι η αρχή είναι αρμοδία να ενεργεί ένορκη εξέταση, να αναφέρονται τα αληθή πραγματικά περιστατικά που γνώριζεν ο εξετασθείς και αντ'αυτών κατέθεσε τα ψευδή ως και τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία το δικαστήριο εδέχθη ότι αυτός είχε γνώση ότι αυτά ήσαν ψευδή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 349/2008 απόφαση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σ'αυτή κατ'είδος αποδεικτικών μέσων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 12/9/2000 ο κατηγορούμενος ενώ εξεταζόταν ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Μεγάρων επί μηνύσεως του Δ1. κατά της εδώ μηνύτριας, ......, κατέθεσε ψευδώς ότι τα οκτώ (8) αγροτεμάχια που πώλησε Δ είναι έξω από την έκταση των 48.000 μ2, που περιλαμβάνεται στο σχεδιάγραμμα Γ1, προσθέτοντας ότι τα 4 αγροτεμάχια βρίσκονται σε άλλη θέση και σε απόσταση 1,5 χιλ. από την έκταση του σχεδιαγράμματος Γ1, ενώ τα άλλα 4 βρίσκονται στην ίδια θέση με την εν λόγω έκταση αλλά έξω από αυτή. Ο κατηγορούμενος κατέθεσε τα παραπάνω ψευδή με σκοπό να εμφανισθεί ότι ο θετός πατέρας του, Δ , πώλησε άλλα οικόπεδα και όχι τμήματα της έκτασης του σχεδιαγράμματος Γ1 και ότι δεν ματαίωσε υπαιτίως την εκτέλεση του σχετικού προσυμφώνου (...... του συμβολ/φου Μεγάρων Ι.Κάραλη), με το οποίο αυτός είχε αναλάβει να πωλήσει στον αδελφό της μηνύτριας, ....., ή σε τρίτους που εκείνος θα υποδείκνυε οικόπεδα από την έκταση των 48.000 μ2. Επίσης ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι όσα κατέθεσε ήταν ψευδή, αφού, ως γνώστης της περιοχής και συγγενής του Δ1, γνώριζε ότι τα προαναφερόμενα 8 αγροτεμάχια περιλαμβάνονταν μέσα στην έκταση των 48.000 μ2 του σχεδιαγράμματος Γ1. Επομένως, ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής".
Με αυτά που εδέχθη η απόφαση διέλαβε την κατά τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται η αρμοδία αρχή ενώπιον της οποίας εξητάσθη ενόρκως ο κατηγορούμενος, τα αληθή περιστατικά τα οποία εγνώριζεν ο εξετασθείς και αντ' αυτών κατέθεσε τα ψευδή ως και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία εδέχθη το δικαστήριο ότι ούτος εγνώριζε την αναλήθεια των ενόρκως καταταθέντων.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τα άνω στοιχεία είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξ άλλου κατ'άρθρο 183 ΚΠΔ "αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης, για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος οι ανακριτικοί υπάλληλοι ή το δικαστήριο μπορούν αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του εισαγγελέα να διατάξουν πραγματογνωμοσύνη". Η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης κατά την διάταξη αυτή, εναπόκειται στην απόλυτη κρίση του δικαστηρίου, του συμβουλίου ή του ανακρίνοντος και δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο, πλην η αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος αναβολής προς διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, όταν όμως αυτό είναι ορισμένο και περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία προς θεμελίωσή του περιστατικά συνεπάγεται ακυρότητα (άρθρ. 170 παρ.1 και 2 ΚΠΔ) και ιδρύει αναιρετικό λόγο εκ των άρθρων 510 και 484 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποίαν εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά την αγόρευσή του (κατά λέξη) "εζήτησε την αναβολή της δίκης για να ορισθεί πραγματογνώμων, επειδή εκκρεμεί πολιτική δίκη για την κυριότητα". 'Ομως ούτως υποβληθέν το αίτημα αυτό ήτο εντελώς αόριστο, αφού δεν εξειδίκευε επί ποίου θέματος θα διεξαχθεί η πραγματογνωμοσύνη και ποία επιρροή θα έχει το πόρισμά της στην δικαζομένη υπόθεση, εντεύθεν δε το δικαστήριο δεν είχεν υποχρέωση να απαντήσει.
Συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, περί της ανωτέρω ακυρότητος, εκ του ότι το δικαστήριο σιγή απέρριψε το αίτημα (αναβολής) προς διενέργεια πραγματογνωμοσύνης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25/2/2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθμ. 349/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Αυγούστου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχεία ψευδορκίας: Πότε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Πρέπει να αιτιολογείται ο δόλος, να εκτίθεται ποια τα ψευδή και ποια τ’ αληθή, τα οποία ο εξετασθείς δεν κατέθεσε ενώπιον της αρμόδιας αρχής προς εξέτασή του. Η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης κατ’ άρθρ. 183 ΚΠΔ ναι μεν απόκειται στην απόλυτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν ελέγχεται αναιρετικώς, αλλ’ η αναιτιολόγητη απόρριψη ορισμένου αιτήματος προς πραγματογνωμοσύνη, δηλ. αιτήματος αναβολής προς διεξαγωγής αυτής, συνεπάγεται ακυρότητα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Απορρίπτει αναίρεση. Το τελευταίο ανεβλήθη αορίστως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Πραγματογνωμοσύνη, Ψευδορκία μάρτυρα, Δόλος.
| 0
|
Αριθμός 1959/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιουλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταθάρα, για αναίρεση της 836/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 573/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την διαδικασία στο ακροατήριο και στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός ενός εκάστου αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ των, αρκεί να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως. Περαιτέρω κατ' άρθρον 30 § 12 του Αγορανομικού Κώδικος (ΝΔ 136/1946) τιμωρούνται με τις εις αυτό αναφερόμενες ποινές "οι μη συμμορφούμενοι με τας υπό της αρμοδίας χημικής υπηρεσίας οδηγίας γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις δι' ων καθορίζονται οι όροι ους δέον να πληρώσει τα εις κατανάλωσιν προσφερόμενα εδώδιμα και ποτά, ως και τα αντικείμενα χρήσεως και οι όροι οίτινες δέον να τηρώνται κατά την κατεργασίαν και την συντήρησιν, αυτών προς φύλαξιν της δημοσίας υγείας και αποφυγήν απάτης των αγοραστών", κατά δε την απόφαση Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης (ΦΕΚ 127/18-2-1999) που αφορά τα υγρά καύσιμα και την εξέτασή των με την διαδικασία των εναλοιώντων ειδών άρθρον 3, 1 : Κατά τις δειγματοληψίες των υγρών καυσίμων ο κάτοχος του δείγματος θα δηλώνει εγγράφως στο πρωτόκολλο δειγματοληψίας αν επιθυμεί ή όχι την κατ' έφεση εξέταση του δεύτερου δείγματος, σε καταφατική δε περίπτωση να αναγράφει το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση και το τηλέφωνο ή το Fax του ιδιώτη χημικού, που επιθυμεί να παρίσταται κατά την επανεξέταση ή ότι δεν επιθυμεί την παρουσία ιδιώτη χημικού, κατά δε το 3.3 Οι δειγματίζουσες Αρχές θα παραδίδουν εντός τριών εργασίμων ημερών το αργότερο τα λαμβανόμενα υπ' αυτών δείγματα στις πλησιέστερες Χημικές Υπηρεσίες, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αγορανομικού Κώδικα, ενώ οι Χημικές Υπηρεσίες θα προωθούν αμέσως προς τα αρμόδια Κεντρικά Εργαστήρια Ελέγχου Καυσίμων, Κ.Ε.Ε.Κ., όπως ορίζεται από την 3014276/8576/0078/9.7.1996 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, τα οποία και θα προβαίνουν αμέσως στις σχετικές εξετάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς, δικάσαν κατ' έφεση, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του με αναφορά κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 836/2007 απόφασή του τα εξής: Από την όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, τη κατάθεση του μάρτυρος κατηγορίας, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και από την όλη συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος είναι νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της μονοπρόσωπης ΕΠΕ με την επωνυμία "DHM OIL Μονοπρόσωπη ΕΠΕ", η οποία διατηρεί πρατήριο υγρών καυσίμων στη ..... στο ... χιλιόμετρο της Εθνικής οδού ..... - ..... και ασχολείται με την εμπορία υγρών καυσίμων και λιπαντικών. Την 6-10-2000 η ΣΔΟΕ Στερεάς Ελλάδος μετέβη στο ανωτέρω πρατήριο και έλαβε δείγματα βενζίνης SUPER από τη δεξαμενή Νο 4 και από δύο αντλίες συνδεδεμένες με τη δεξαμενή αυτή, συνέταξε πρωτόκολλα δειγματοληψίας, μολυβδοσφράγισε τα δείγματα. Επίσης συνέταξε πρωτόκολλο ποσοτικής καταμέτρησης και υπηρεσιακό σημείωμα ελέγχου με την παρουσία του υπεύθυνου της επιχείρησης Α, τα οποία υπεγράφησαν από τον τελευταίο και από τους Ελεγκτές Β και Γ. Ακολούθως τα δείγματα αυτά εστάλησαν στη Δ' Χημική Υπηρεσία Πειραιώς, η οποία εξέτασε τα δείγματα και διεπίστωσε, όπως τούτο προκύπτει από τα σχετικά πρωτόκολλα εξέτασης και επανεξέτασης ότι τα δείγματα ευρέθησαν μη κανονικά, επειδή περιείχαν κινιζαρίνη σε ποσοστό 5,82 ppm αντί καθόλου όπως έπρεπε. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος κατείχε προς πώληση 3700 λίτρα βενζίνης SUPER νοθευμένη σε ποσοστό 97% στην προαναφερθείσα δεξαμενή και με τον τρόπο αυτό εισέπραττε προς ίδιο όφελος τη διαφορά προς ακριβότερης βενζίνης SUPER και φθηνότερης αμόλυβδης, μη συμμορφούμενος με τις οδηγίες, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις της αρμόδιας χημικής υπηρεσίας, με τις οποίες καθορίζονται οι όροι που πρέπει να πληρούν τα αντικείμενα χρήσεως που προσφέρονται προς κατανάλωση, κατά παράβαση του άρθρου 30 παρ. 12 του Ν.Δ 136/1946, σε συνδυασμό με τις υπ' αρ. 564/1993 και 2/2000 αποφάσεις της Α.Χ.Σ. Πρέπει λοιπόν να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τη πράξη για την οποία κατηγορείται. Μετά ταύτα εκήρυξεν ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι στη ..... (στην ... χ/θ Ε.Ο. Λιβαδειάς-Δελφών) την 6-10-2000 δε συμμορφώθηκε με τις οδηγίες, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις της αρμόδιας χημικής υπηρεσίας, με τις οποίες καθορίζονται οι όροι που πρέπει να πληρούν τα αντικείμενα χρήσεως που προσφέρονται στην κατανάλωση και συγκεκριμένα ως διαχειριστής της μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "DHM OIL ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" με αντικείμενο την πώληση υγρών καυσίμων κατείχε προς πώληση στο πρατήριό του, ... χ/θ της Ε.Ο. .....-....., 3.700 λίτρα βενζίνης SUPER νοθευμένη σε ποσοστό 97% με αμόλυβδη βενζίνη (περιείχε κινιζαρίνη 5,82 ppm αντί καθόλου) κατά παράβαση του άρθρου 30 § 12 ΝΔ 136/1946 σε συνδυασμό με τις υπ' αριθμ. 564/1993 και 2/2000 αποφάσεις Α.Χ.Σ. Με αυτά που εδέχθη το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λιβαδειάς (ως εφετείο) διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις ανωτέρω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως δια την οποίαν κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά ως και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκαμε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη, της παραβάσεως των άρθρων 26 § 1 εδ. α' 27 § 1 ΠΚ και 30 § 12 ΝΔ 136/1946 (σε συνδυασμό με τις υπ' αριθμ. 564/1993 και 2/2000 αποφάσεις του Α.Χ.Σ), τις οποίες δεν παρεβίασεν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, ενώ δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται την απόφαση εάν η εξέταση του δείγματος και επανεξέταση αυτού έγινε μέσα στα χρονικά όρια του άρθρου 3.3 που προβλέπονται από την ανωτέρω υπ' αριθμ. 548/1998 Υ.Α όπως ο αναιρεσείων εσφαλμένως ισχυρίζεται, ότι απαιτείται.
Συνεπώς οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος και δεύτερος λόγος της αναιρέσεως σχετικά με την κατά τ' άνω έλλειψη αιτιολογίας είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η αιτίαση αυτή ούτε ως παραβίαση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον αναιρεσείοντα ("για να υπάρξει αντίλογος του" όπως κατά λέξη αναφέρει) ώστε να υπάρξει απόλυτος ακυρότης, κατά το άρθρο 171 § 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, δύναται να εκληφθεί εν προκειμένω, διότι αναφέρεται σε πράξεις της προδικασίας και, μη προταθείσα κατά το άρθρο 173 § 2 ΚΠΔ, ήτοι έως ότου έγινε αμετάκλητη η παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, εκαλύφθη κατά το άρθρο 174 § 1. Επίσης ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος εις το πλαίσιο του λόγου περί ελλείψεως αιτιολογίας, ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα αναφέρεται στο σκεπτικό της στην Υ.Α 285/1995 ΦΕΚ 919/1995, η οποία έχει πάψει να ισχύει από της εκδόσεως της Υ.Α 548/1998 είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, διότι πουθενά εις το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπως εξ αυτής προκύπτει δεν αναφέρεται η υπ' αριθμ. 285/1995 Υπουργική απόφαση, ανεξαρτήτως εάν αυτή αναφέρεται εις το σκεπτικό της απορρίψεως των υποβληθεισών ενστάσεων, σχετικά με το ότι ο κύριος ή ο κάτοχος του δείγματος δεν έκαμε έγγραφη δήλωση στο πρωτόκολλο δειγματοληψίας ότι επιθυμεί ή όχι την εξέταση του δευτέρου δείγματος. Τέλος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίον ο αναιρεσείων έχει κριθεί ένοχος για το ίδιο αδίκημα με την υπ' αριθμ. 821/2007 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς, την οποίαν έχει αναιρεσιβάλλει και συνεπώς υπάρχει εκκρεμοδικία, ένσταση την οποίαν αντιπαρήλθε σιγή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που την είχε προτείνει παραδεκτά στην αρχή της συνεδρίασης ενώπιον αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο διότι από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ότι η σχετική ένσταση δεν προεβλήθη, υπό του νυν προσφεύγοντος, σαφώς και ορισμένως, με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την θεμελίωσή του, αλλά προεβλήθη κατά λέξη ως εξής: "Το βενζινάδικο του κατηγορητηρίου είναι το τρίτο βενζινάδικο της επιχείρησης. Η πράξη του κατηγορητηρίου δεν αφορά ξεχωριστή πράξη γιατί όλα τα βενζινάδικα προμηθεύονται καύσιμα από το ίδιο βυτιοφόρο, επομένως καλύπτεται από τις προηγούμενες πράξεις. Υπάρχει απαράδεκτο, γιατί πρόκειται για μία πράξη". Ούτω και το δικαστήριο δεν είχε την υποχρέωση να απαντήσει. Μετά ταύτα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14/3/2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 836/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λιβαδειάς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Αυγούστου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση άρθρ. 30 § 12 Ν. 136/ 1946. Πότε αιτιολογία. Δεν απαιτείται να αναφέρει το χρόνο της εξέτασης και επανεξέτασης του δείγματος, ούτε ως παραβίαση δικαιωμάτων του κατηγορουμένου δύναται να θεωρηθεί (άρθρ. 171 §1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ) αφού έπρεπε η αιτίαση να προβληθεί μέχρι την αμετάκλητο παραπομπή στο ακροατήριο (άρθρ. 173 § 2, 174 § 1 ΚΠΔ), αλλιώς καλύπτεται. Ένσταση εκκρεμοδικίας: Δεν προβλήθηκε κατά τρόπον σαφή και ορισμένο και το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αγορανομικός Κώδικας, Εκκρεμοδικία.
| 0
|
ΡΙΘΜΟΣ 1958/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 254/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Με συγκατηγορούμενους τους: Χ2 και 2. Χ3, συζ. Χ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1861/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 12/14-1-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ'άρθρ 485 &1 ΚΠΔ την με αριθμ. 12/25-10-2007 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του με αριθμ.254/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία της η με αριθμ. 3/2007 έφεση του κατά του με αριθμ. 37/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αγρινίου που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών για να δικαστεί μαζί με τους μη ασκήσαντες αναίρεση συγκατηγορουμένους του ζωοκλοπή από κοινού και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένους λόγους της, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης ( άρθρ. 484 & 1β και δ, ΚΠΔ), επομένως είναι παραδεκτή και εξεταστέα. Οι επικαλούμενοι λόγοι από τον αναιρεσείοντα συνίστανται στο ότι στο προασβαλλόμενο βούλευμα δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να στηρίζεται η κατά συναυτουργία τέλεση της πράξης για την οποία κατηγορείται, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται αιτιολογίας γιατί υιοθετεί και παραπέμπει στην πρόταση του Εισαγγελέα και ότι δεν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα αποδεικτικά στοιχεία με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος του βουλεύματος
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1&1 και 2 α του Ν . 1300/1982 "περί μέτρων για την πρόληψη και την καταστολή της ζωοκλοπής και ζωοκτονίας κατά τις οποίες κατά μεν το πρώτο '' 1&1 Με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών και χρηματική ποινή 20.000έως 1.000.000 δραχμ. τιμωρείται η κλοπή ίππων ,όνων , ημιόνων, βοοειδών, βουβαλοειδών, αιγοπροβάτων, χοίρων και κυψελών μελισσών ή του περιεχομένου τους'' κατά δε την δεύτερη '' 2α '' Αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα σύμφωνα με τον ποινικό κώδικα η ζωοκλοπή ή η ζωοκτονία τιμωρούνται με κάθειρξη 10 ετών και χρηματική ποινή 50.000 έως 1.000.000 δραχμών στις ακόλουθες περιπτώσεις α) αν έγινε από δύο ή περισσότερα άτομα από κοινού β)....". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αντικείμενα τη ζωοκλοπής είναι όσα ζώα περιοριστικά αναφέρονται στις διατάξεις του άρθρου αυτού και μεταξύ αυτών είναι και οι κυψέλες μελισσών ή το περιεχόμενο τους και ότι η ζωοκλοπή καθίσταται κακούργημα εάν τελέστηκε υπό τις προσδιοριζόμενες στο άρθρο 2 περιστάσεις και μεταξύ αυτών είναι και η από κοινού τέλεσης της από δύο ή περισσότερους δράστες. Σχετικά με την αφαίρεση κυψελών μελισσών ή του περιεχομένου τους πρέπει να τονιστεί ότι ο νομοθέτης όταν προσδιορίζει ως αντικείμενο ζωοκλοπής τις κυψέλες μελισσών ή το περιεχόμενο τους αναφέρεται πάντοτε στην αφαίρεση τόσο του σμήνους όσο του ξύλινου κιβωτίου στο όποιο έχει εγκατασταθεί το σμήνος σε οποιοδήποτε στάδιο και αν ευρίσκεται, όπως επίσης και την αφαίρεση πλαισίων κηρύθρας-μελιού μαζί με την βασίλισσα, τον γόνο τις προνύμφες και τις νύμφες έστω και αν δεν έχουν εξελιχθεί σε τέλεια έντομα ή την αφαίρεση ολόκληρου σμήνους .
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων παραπέμπεται να δικαστεί στο ακροατήριο του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Πατρών γιατί μαζί με τους μη ασκήσαντες αναίρεση συγκατηγορουμένους του αφαίρεσαν από κοινού από την κατοχή του μηνυτή Ψ 12 κυψέλες μελισσών και όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών δέχθηκε ανέλεγκτα ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, προέκυψαν τα εξής: Ο μηνυτής και ο αναιρεσείων είναι μελισσοτρόφοι καταγραμμένοι στα μητρώα των μελισσοτρόφων της περιοχής του Ν ... με αριθμό ΕL .../... ο Ψ και EL .../... ο αναιρεσείων και ο κάθε ένας από αυτούς διατηρεί αριθμό κυψελών μελισσών στην περιοχή ...επί των οποίων είχαν αναγράψει είτε με πυρογραφία είτε με χρώματα τον αριθμό. μητρώου τους ώστε να καθίσταται γνωστή η ταυτότητα του ιδιοκτήτη της κυψέλης. Ο παθών κατά το χρονικό διάστημα από 16 έως 20-7-2004 διαπίστωσε ότι άγνωστοι του είχαν αφαιρέσει 12 κυψέλες, μια τετραώροφη, πέντε τριώροφες, τέσσερις διώροφες και δύο μονώροφες με το περιεχόμενό τους από την αγροτική θέση ''...'' της περιοχής ... όπου τις είχε εγκαταστήσει. Στην μήνυση του ο παραπάνω παθών περιέγραψε τις κυψέλες το χρώμα τους και την σήμανση της κάθε μιας, και στην συνέχεια σε συμπληρωματική του κατάθεση προσδιόρισε και την αξία των κυψελών, των ξύλινων κιβωτίων, και του περιεχομένου τους, (σμηνών και μελιού).
Αρχικά ο δράστης ή οι δράστες ήταν άγνωστοι άλλα στην συνέχεια διαπιστώθηκε ότι μεταξύ των κυψελών του αναιρεσείοντα και των συγκατηγορουμένων του υπήρχαν κυψέλες ή τμήματα κυψελών οι οποίες ανήκαν στον παθόντα ο οποίος κλήθηκε και τις αναγνώρισε, όπως επίσης ανάμεσα στις κυψέλες των παραπάνω κατηγορουμένων διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν και κυψέλες άλλων μελισσοτρόφων από τους οποίους είχαν κλαπεί που και αυτοί τις αναγνώρισαν. Ειδικά για την εις βάρος του παθόντα γενόμενη κλοπή στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθεται αναλυτικά περί του ότι ο παθών αναγνώρισε τις δώδεκα κυψέλες ή τμήματα τους που του είχαν κλέψει, οι οποίες ήταν αναμεμειγμένες με τις κυψέλες του αναιρεσείοντα και των συγκατηγορουμένων Συγκεκριμένα εντόπισε κυψέλες ή τμήματα των κυψελών του ανάμεσα στις κυψέλες του αναιρεσείοντα και των συγκατηγορουμένων του οι οποίοι διατηρούν κυψέλες σε ίδιους χώρους με τα χαρακτηριστικά των κυψελών αλλοιωμένα ή με σβησμένες με απόξεση τις πυρογραφίες των κωδικών αριθμών ή με εμφανή σβησίματα των αναγραμμένων με χρώμα ή με μαρκαδόρο κωδικών αριθμών Ο αναιρεσείων και οι συγκατηγορούμενοι του πρόβαλλαν διάφορους ισχυρισμούς και αιτιολογίες οι οποίες κρίθηκαν αβάσιμοι και απορρίφθηκαν από το προσβαλλόμενο βούλευμα. Μεταξύ των ισχυρισμών που πρόβαλλαν τόσο ο αναιρεσείων όσο και οι συγκατηγορούμενοι του ήταν ότι είχαν αγοράσει κυψέλες από διάφορους ιδιοκτήτες. Για τις αγορές αυτές όμως δεν προσκόμισαν πιστοποιητικά ώστε να αποδεικνύεται η αγορά τους αλλά και για όσες προσκόμισαν πιστοποιητικά και τιμολόγια σε φωτοτυπία τα οποία κρίθηκαν ότι στερούνταν αποδεικτικής αξίας λόγου της εμφανούς αλλοίωσης τους, γεγονός το οποίο επισημαίνεται και σε σχετική πραγματογνωμοσύνη της γραφολόγου Α. Επίσης πρόβαλλαν και τον ισχυρισμό ότι μεταξύ τους γινόταν δανεισμός κυψελών, χωρίς όμως να τηρείται καμιά διαδικασία και χωρίς καμιά εγγραφή στα μελισσοκομικά βιβλιάρια τους ώστε να καθίσταται και να παραμένει αναπόδεικτος και ο ισχυρισμός αυτός πέρα του ότι με τον ισχυρισμό αυτό επιβεβαιώνεται ότι οι κατηγορούμενοι είχαν κοινή μελισσοτροφική δραστηριότητα όπως αναφέρει και το προσβαλλόμενο βούλευμα στηρίζοντας στην κοινή αυτή επαγγελματική δραστηριότητα σκέψεις περί του ότι από αυτό το στοιχείο προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την στήριξη της άποψης περί του ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν από κοινού.
Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει πλήρη σαφή και συγκεκριμένη αιτιολογία και ότι ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις με τις οποίες κατηγορήθηκε και ότι καμία αντίφαση δεν παρατηρείται στο σκεπτικό ούτε και υπάρχουν αντιφάσεις στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος και ότι δεν δημιουργείται καμιά ακυρότητα από την αναφορά στο προσβαλλόμενο βούλευμα στις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος όπως και έλλειψη αιτιολογίας με την μη αναφορά του Συμβουλίου στην πρόταση του Εισαγγελέα γιατί η πρόταση του εισαγγελέα ενσωματώνεται στο βούλευμα και αποτελεί με αυτό ένα ενιαίο σύνολο, λαμβανομένου υπ' όψει του ότι στο παρόν στάδιο για την παραπομπήν του αναιρεσείοντα και των συγκατηγορουμένων το απαιτούμενο είναι η έκθεση στο προσβαλλόμενο βούλευμα επαρκών ενδείξεων ενοχής και όχι έκθεση πλήρων αποδείξεων όπως σε τυχόν καταδικαστική απόφαση.
Κατ' ακολουθία των παραπάνω η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου πρέπει ν' απορριφθεί
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
Α. Να απορριφθεί με αριθμ. 12/25-10-2007 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του με αριθμ. 254/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, με το οποίο απορρίφθηκε στην ουσία της η με αριθμ. 3/2007 έφεσή του κατά του με αριθμ. 37/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών
Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντα.
Αθήνα την 21-12-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρ. 1 §1 ν. 1300/1982: "(Ζωοκλοπή). Με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή... τιμωρείται η κλοπή ίππων, όνων, ημιόνων, βοειδών, βουβαλοειδών, αιγοπροβάτων, χοίρων και κυψελών μελισσών ή του περιεχομένου τους...", ενώ σύμφωνα με το αρθρ. 2 του ίδιου νόμου? "Αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα, η ζωοκλοπή ή η ζωοκτονία τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών και χρηματική ποινή... α) Αν έγινε από δύο ή περισσότερα άτομα από κοινού...". Από τις διατάξεις αυτές συνδυαζόμενες με τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του ΠΚ που ορίζει ότι ως ένοχος κλοπής τιμωρείται όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της ζωοκλοπής, που είναι ιδιώνυμο έγκλημα, το οποίο έχει νομική αυτοτέλεια σε σχέση με το έγκλημα της κλοπής, απαιτείται η αφαίρεση από τη φυσική κατοχή άλλου ζώου από τα αναφερόμενα παραπάνω, χωρίς τη συγκατάθεση εκείνου που έχει δικαίωμα κυριότητάς του, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του από το δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι ανήκει αυτό στην κυριότητα και κατοχή άλλου.
Κατά το άρθρο 45 ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο υπό του Αρείου Πάγου της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 ΠΚ πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (Ολ. ΑΠ 50/1990). Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν στο πόρισμα αυτού, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, διαλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, (αρκούσης της κατ' είδος αναφοράς τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από τον καθένα χωριστά), από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά εκείνα με βάση τα οποία πείστηκε το συμβούλιο για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ενώ εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό εισαγγελική πρόταση, όπου υπάρχει κατ' είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να καταλήξει στην παραπεμπτική για τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κρίση του, διέλαβε τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών Ψ, κάτοικος ..., ασχολείται συστηματικά με τη μελισσοκομία. Όπως προκύπτει από τις από 28.5.02, 24.5.04 και 7.11.06 βεβαιώσεις επιτόπιου ελέγχου γεωπόνων του εδρεύοντος στο Μεσολόγγι αρμοδίου Τμήματος Παραγωγής της Διευθύνσεως Αγροτικής Αναπτύξεως της Νομαρχ. Αυτοδιοίκησης Αιτωλοακαρνανίας, (τις οποίες προσεκόμισαν οι 1ος (αναιρεσείων) και 3ος κατηγορούμενοι, επισυνάπτοντας αυτές στο από 6.6.07 κοινό υπόμνημά τους), στην περιοχή ..., ο προαναφερθείς διατηρεί 250 κυψέλες, οι οποίες έφεραν και φέρουν τη νόμιμη σήμανση σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 370910/14.5.01 (ΦΕΚ Β' 642/26.5.01) απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, δηλ. ΕL .../..., όπου απεικονίζεται ο αριθμός καταχωρήσεως του μελισσοκόμου στο τηρούμενο από την ανωτέρω αρμόδια υπηρεσία Μητρώο Μελισσοκομικών Εκμεταλλεύσεων Ν. Αιτωλοακαρνανίας. Την 21.7.04 ο Ψ διαπίστωσε ότι κατά το χρονικό διάστημα 16-20.7.04, άγνωστοι δράστες του είχαν αφαιρέσει δώδεκα (12) κυψέλες με τα μελίσσια τους, που είχε εναποθέσει προς ελεύθερη εκτροφή στην ερημική αγροτική θέση "..." ... και συγκεκριμένα του αφαίρεσαν μια τετραώροφη κυψέλη, πέντε (5) τριώροφες, τέσσερις (4) διώροφες και δύο (2) μονώροφες, όλες κατασκευασμένες από ξύλο ελάτου με βάσεις από "κόντρα πλακέ θαλάσσης", εκ των οποίων μόνο τις δύο διώροφες, τις οποίες είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του προ 15ετίας, είχε βάψει τότε με τη χρήση "μίνιο" - μπλε, ενώ τις υπόλοιπες δέκα, που ήταν άβαφες, εμποτισμένες με παραφίνη, είχε αγοράσει το 2001 από τη μελισσοκόμο κ. Β, κάτοικο ... . Στις δύο μπλε παλαιές κυψέλες ήταν γραμμένοι με μαρκαδόρο (και όχι με πυροσφράγιση, όπως υποχρεωτικά προβλέπει το άρθρ. 4 της ανωτέρω 370910/01 Υπ. Αποφάσεως) οι παλαιοί κωδικοί ΕL .../...και ΕL .../..., ενώ στις υπόλοιπες δέκα ήταν επίσης γραμμένος με μαρκαδόρο ή "σπρέυ" ο νέος του, κωδικός ΕL .../... . Προφανώς οι δράστες, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός της μη ανεξίτηλης πυροσφραγίσεως των κυψελών, τις αφαίρεσαν και τις ιδιοποιήθηκαν, εξαλείφοντας ευκόλως το γραμμένο με μαρκαδόρο ή σπρέυ κωδικό. Αμέσως, την επομένη (22.7.04), ο παθών κατήγγειλε την κλοπή στο Α.Τ. Θέρμου Τριχωνίδος, καθορίζοντας πρόχειρα τη θετική του ζημία στο ποσό των 5.000 ευρώ περίπου, την οποία εξειδίκευσε ενώπιον του Ανακριτή Αγρινίου στις 24.5.06 σε 720 ευρώ για τις ξύλινες κυψέλες, σε 3.770 ευρώ συνολικά για τις μέλισσες και σε 5.760 ευρώ για το μέλι (960 κιλά Χ6 ευρώ το κιλό), δηλ. της συνολικής θετικής του ζημίας ανερχόμενης στο ποσόν των 10.250 ευρώ. Πλην όμως η αστυνομική έρευνα για την ανακάλυψη των αγνώστων δραστών ουδέν απέδωσε, όπως προκύπτει από την από 18.4.05 κατάθεση του αστυνομικού Γ. Τον Ιούνιο του 2005 ο παθών εντόπισε τμήματα των κλαπεισών κυψελών του αναμεμειγμένα με άλλες κυψέλες σε χώρους εκτροφής μελισσών του Χ1 (1ου κατηγηγορουμένου) και της 2ης κατηγορουμένης Χ2. Συγκεκριμένα ο πρώτος είναι μελισσοκόμος από το 2002, εγγεγραμμένος στο Μητρώο Μελισσοκομικών Εκμεταλλεύσεων Ν. Αιτωλοακαρνανίας από 16.9.02, οπότε του χορηγήθηκε μελισσοκομικό βιβλιάριο με κωδικό ΕL .../..., διαθέτοντας τότε τριάντα (30) κυψέλες και στις 29.9.04 διακόσιες δέκα (210), ενώ η δεύτερη, η οποία κατέχει το υπ' αριθμ. .../16.8.04 διαβατήριο των Αλβανικών Αρχών και την υπ' αριθμ. .../24.6.05 ταυτότητα ομογενούς Βορειοηπειρώτη του Τμ. Ασφ. Αγρινίου, είναι μελισσοκόμος από το 2004, εγγεγραμμένη στο ανωτέρω Μητρώο από 8.10.04, οπότε της χορηγήθηκε μελισσοκομικό βιβλιάριο με κωδικό ΕL .../..., διαθέτοντας τότε τριάντα τρεις (33) κυψέλες. Η τελευταία λίγο ασχολείται με τη μελισσοκομία, με την οποία ουσιαστικά απασχολείται ο σύζυγός της, Χ3 . Ειδικότερα, στις 12.6.05 ο παθών εντόπισε στη θέση "..." ... τα εξής τμήματα των κλαπεισών κυψελών του: α) τη βάση τριώροφης πράσινης κυψέλης με αύξοντα αριθμό (σ.σ. εφεξής α. α.) 51, β) τον πρώτο όροφο διώροφης κυψέλης, χρώματος πορτοκαλί, με α/α 22, γ) τον πρώτο όροφο διώροφης πράσινης κυψέλης με α/α 51, δ) τη βάση διώροφης πράσινης κυψέλης με α/α 54 και ε) τον πρώτο όροφο διώροφης κυψέλης, χρώματος πορτοκαλί, με α/α 52. Και τα πέντε ανωτέρω αναγνωρισθέντα τμήματα των κλαπεισών κυψέλων, τα οποία πλέον έφεραν με πυροσφραγίδα τον κωδικό της 2ης κατηγορουμένης (ΕL .../...), κατασχέθηκαν την επομένη (13.6.05) από τον Ανθ/μο Δ και αποδόθηκαν στην ίδια υπό μεσεγγύηση. Επίσης στη θέση "..." ..., όπου οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι διατηρούσαν μελίσσια, ο παθών αναγνώρισε τρεις από τις κλαπείσες βάσεις των κυψελών του, στις οποίες εδράζονταν διώροφες μπλε κυψέλες, ο πρώτος όροφος των οποίων έφερε τον αριθμό ..., ενώ οι βάσεις τον αριθμό ... . Οι βάσεις αυτές όμως δεν κατέστη εφικτό να κατασχεθούν, διότι έλειπαν ύστερα από 2-3 ημέρες που επισκέφθηκαν το σημείο αστυνομικοί με τον παθόντα. Περαιτέρω, την 18.6.05, στη θέση ..., μεταξύ των κυψελών των δύο πρώτων κατηγορουμένων, ο παθών εντόπισε και αναγνώρισε τα εξής τμήματα των κλαπεισών κυψελών του: α) τον πρώτο όροφο με α/α 38 διώροφης πράσινης κυψέλης, β) τη βάση με α/α 53 διώροφης πράσινης κυψέλης, γ) το δεύτερο όροφο με α/α 54, πράσινης τριώροφης κυψέλης. Όλα τα ανωτέρω τμήματα, τα οποία πλέον έφεραν με πυροσφραγίδα τον κωδικό της 2ας κατηγηγορουμένης (ΕL .../...), κατασχέθηκαν την 27.6.05 από τον Αστυνόμο Ε και αποδόθηκαν στην ίδια υπό μεσεγγύηση. Επίσης ο παθών την ίδια ημέρα (18.6.05), στην ίδια τοποθεσία, εντόπισε και αναγνώρισε ως δικά του: α) πράσινη βάση με α/α 52 και κωδικό πυροσφραγίδας ΕL ../..., σε τριώροφη κυψέλη, β) βάση χρώματος ανοιχτού πράσινου με α/α 106 και κωδικό πυροσφραγίδας ΕL .../..., σε διώροφη κυψέλη, γ) τον πρώτο όροφο χρώματος ανοιχτού πράσινου, χωρίς κωδικό ή αύξοντα αριθμό, σε διώροφη κυψέλη, η βάση της οποίας έφερε τον κωδικό ΕL .../..., δ)τον πρώτο όροφο χρώματος ανοιχτού πρασίνου, χωρίς κωδικό ή αύξοντα αριθμό, σε διώροφη κυψέλη, η βάση της οποίας έφερε τον κωδικό ΕL .../..., ε) τον πρώτο όροφο χρώματος ανοιχτού πρασίνου, χωρίς κωδικό ή αύξοντα αριθμό, σε διώροφη κυψέλη, η βάση της οποίας έφερε τον κωδικό ΕL 01/165, στ) πράσινη βάση με α/α 104 και κωδικό ΕL .../... σε διώροφη κυψέλη και ζ) διώροφη κυψέλη χρώματος πρασίνου με κωδικό ΕL 01/165, η βάση της οποίας είχε α/α 165 και ο πρώτος όροφος α/α 107. Όλα τα ανωτέρω τμήματα, που έφεραν τον κωδικό του 1ου κατηγορούμενου Χ1, κατασχέθηκαν την 27/6/05 από τον αστυνόμο Ε και αποδόθηκαν υπό μεσεγγύηση στον προαναφερθέντα κατηγορούμενο. Σε όλες τις προαναφερθείσες περιπτώσεις είχε απαλειφθεί ο κωδικός του παθόντα, ο οποίος μάλιστα την 24/5/06 προσκόμισε στην κυρία ανάκριση δέκα (10) φωτογραφίες των επίδικων κυψελών, σε μία τουλάχιστον εκ των οποίων, αφορώσα τον πρώτο όροφο με α/α 32 διώροφης κυψέλης, διακρίνεται καθαρά απόξεση ("πελέκιση") του παλαιού κωδικού και πυροσφράγιση νέου με αριθμό ΕL .../..., χωρίς όμως να έχει κατασχεθεί αυτή η κυψέλη, σημειουμένου ότι σύμφωνα με το άρθρ. 4 της προαναφερθείσης υπ' αριθμ. 370910/2001 Υπ. Αποφάσεως " ...Σε περίπτωση αγοραπωλησίας μελισσοσμηνών με τις κυψέλες, η παλαιά πυροσφράγιση διατηρείται στην κυψέλη και επί πλέον αναγράφεται και ο κωδικός αριθμός του κατόχου". Αξίζει επίσης να τονισθεί ότι μεταξύ των κυψελών των κατηγορουμένων, οι μάρτυρες Ζ, Η και Θ, έχουν εντοπίσει και αναγνωρίσει επίσης δικές τους κυψέλες που τους εκλάπησαν στο παρελθόν, γεγονός που αποτελεί προφανώς αντικείμενο άλλης δικογραφίας. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι οι κατασχεθείσες - επίδικες κυψέλες είναι δικές τους αρνούμενοι την κατηγορία, και υποστηρίζοντας ότι ο μηνυτής και οι προαναφερθέντες μάρτυρες εκτελούν "οργανωμένο σχέδιο προσπάθειας ιδιοποίησης της περιουσίας τους", πλην όμως κατά τη διάρκεια της κυρίας ανακρίσεως ουδέν αποδεικτικό της κυριότητάς τους στοιχείο προσκόμισαν. Για πρώτη φορά, ο μεν 3ος κατηγορούμενος επισύναψε στο εφετήριό του ακύρωτη φωτοτυπία του υπ' αριθμ. .../... δελτίου αποστολής - τιμολογίου της Βιοτεχνίας Μελισσοκομικών - Προϊόντων του Ι, δυνάμει οποίου φέρεται να πώλησε ο τελευταίος στον 3° κατηγορούμενο (μνημονευόμενο ως ...) 33 μελισσοκυψέλες, ενώ ο 1ος κατηγορούμενος επισύναψε στο δικό του εφετήριο ακύρωτες φωτοτυπίες των υπ' αριθμ. .../1-8-2002 ,.../8-5-2003 και .../15-5-2003 δελτίων αποστολής - τιμολογίων αγοράς (συνολικά 140 μελισσοκυψελών) από την εδρεύουσα στην Πάτρα εταιρεία "ΡRΙΜΕL" του Κ, καθώς επίσης και των υπ' αριθμ. .../20-1-04 και .../25-1-2004 δελτίων αποστολής-τιμολογίων αγοράς (συνολικά 160 μελισσοκυψελών) της εδρεύουσας στην Αταλάντη εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε." Οικοδομικά Υλικά. Πλην όμως, εκτός του ότι η αγορά κυψελών, δεν αποτελεί ασφαλές κριτήριο για παραδοχή μη κλοπής των επιδίκων, στις ανωτέρω φωτοτυπίες παρατηρούνται αδικαιολόγητες ουσιώδεις αλλοιώσεις (λ.χ. στο έτος εκδόσεως των .../04 (;) και .../02 (;) τιμολογίων καθώς και στον αριθμό του ...(;) /03 τιμολογίου, ενώ ο γραφικός χαρακτήρας των εκδοθέντων από την εταιρεία ΡRΙΜΕL τιμολογίων ταυτίζεται εξόφθαλμα με αυτόν των εκδοθέντων από την εταιρεία "ΕΡΓΟΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ". Το σύνολο των παραποιήσεων των άνω στοιχείων εντοπίζεται και καθορίζεται επακριβώς στην από 10/1/07 πολυσέλιδη έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Α, από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι η τελευταία εξέτασε και τα πρωτότυπα των υπόψη στοιχείων, την δε έκθεση αυτή επισύναψε στο εφετήριό του και προσκόμισε το πρώτον ο 3ος κατηγορούμενος (Χ3, του οποίου ας σημειωθεί την ουσιαστική ενασχόληση με τα μελίσσια της συζύγου του καταδεικνύει και η επ' ονόματί του φερόμενη αγορά των 33 μελισσοκυψελών. Tο ζεύγος της 2ης και 3ου κατηγορουμένου ισχυρίζονται ότι ύστερα από την από 4/6/04 προαναφερθείσα αγορά των 33 μελισσοκυψελών "δανείσθηκαν" άλλες είκοσι (20) τον Αύγουστο του 2004 από τον 1o κατηγορούμενο, στις οποίες έθεσαν "νομίμως" την πυροσφραγίδα (ΕL .../...) της 2ης κατηγορουμένης, εκμεταλλευόμενη προφανώς και αυτές ως κάτοχος, πλην όμως στο μελισσοκομικό βιβλιάριο που της χορηγήθηκε την 8/10/04, ως "κατόχου" τουλάχιστον 10 μελισσοσμηνών, σύμφωνα με τη λεπτομερή διαδικασία των άρθρων 3, 4 και 5 της 370910/2001 αποφάσεως του Υπ. Γεωργίας, μνημονεύεται ότι τότε "διατηρούσε" μόνο 33 ευρωπαϊκές κυψέλες. Ενόψει του ισχυρισμού της ότι τον Οκτώβριο του 2004 απώλεσε ένδεκα κυψέλες και πάλι οι αριθμοί δεν συμφωνούν. Επίσης η 2η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι το Μάρτιο του 2005 "δανείσθηκε" άλλες 19 κυψέλες από τον πρώτο κατηγορούμενο που έφεραν τον υπ' αριθμ. ΕΛ .../...κωδικό του με πυροσφραγiδα. Σε κάθε περίπτωση, ενόψει των κοινών τοποθεσιών εκτροφής των μελισσιών τους και των περί "δανείων" ισχυρισμών, καταδεικνύεται στενή επαγγελματική σχέση μεταξύ του Λ και του ζεύγους Χ2-Χ3. Οι κατηγορούμενοι, αλλά και ο παθών, ζήτησαν κατά την διάρκεια της κυρίας ανακρίσεως να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη επί των κατασχεθεισών επιδίκων κυψελών, κάθε πλευρά υποστηρίζοντας ότι έτσι θα αποδειχθούν οι δικοί της ισχυρισμοί, πλην όμως ούτε ο Ανακριτής Αγρινίου, ούτε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αγρινίου ενέδωσαν στα αιτήματα, θεωρώντας ότι τα υπάρχοντα στοιχεία και η προσεκτική αξιολόγησή τους είναι ικανά σε κάθε περίπτωση να θεμελιώσουν αποχρώσεις ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, συμπέρασμα με το οποίο συντάσσεται, τονίζοντας ότι η υπόθεση πρέπει ως εκ τούτου να αχθεί στην βάσανο της ακροαματικής διαδικασίας, κατά την οποία μπορεί και πρέπει να κληθούν ως μάρτυρες έχοντες ειδικές γνώσεις (άρθρο 203 ΚΠοινΔ) ο αρμόδιος υπάλληλος του εδρεύοντος στο Μεσολόγγι Τμήματος Παραγωγής της Διευθύνσεως Αγροτικής Αναπτύξεως Αιτωλοακαρνανίας Λ, τεχνολόγος δασοπονίας, που τηρεί το Μητρώο μελισσοκομικών εκμεταλλεύσεων του νομού και έχει επιληφθεί της υπόψη υποθέσεως, καθώς και οι υπάλληλοι- γεωπόνοι της ίδιας υπηρεσίας που ήλεγξαν επιτοπίως τις μελισσοκυψέλες του Ψ κατά την περίοδο 2002-2006 Ν και Ξ, όπως ζητούν οι 1ος και 3ος κατηγορούμενοι, με το από 6/6/07 κοινό υπόμνημα τους. Κατά τα λοιπά αναφέρεται στις νόμιμες και βάσιμες αιτιολογίες της πρωτόδικης εισαγγελικής προτάσεως και το 37/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αγρινίου.
Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αστυνομική προανάκριση και την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 45, 372 παρ. 1α ΠΚ και 1, 2 εδ. α', 3 παρ. 3, 4 παρ. 1, 2, 3, 4, 5, και 6 παρ. 2, 4 ν. 1300/1982, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, ουδέ υπερέβη την εξουσία του. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, διαλαμβάνουν αυτές τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το έγκλημα για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, καθώς και τις ενέργειες αυτού και των συγκατηγορουμένων του που συνιστούν τη συμμετοχή τους υπό τη μορφή της συναυτουργίας, δηλαδή την με κοινό δόλο άμεση και αυτοπρόσωπη σύμπραξή τους στη διάπραξη του εγκλήματος της ζωοκλοπής από κοινού.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β', δ', και ζ' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου, είναι απαράδεκτοι και, ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν.
Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-10-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ.254/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Αυγούστου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Αυγούστου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ζωοκλοπή από κοινού. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εκκρεμοδικία, Ζωοκλοπή.
| 2
|
Αριθμός 1955/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αλέξανδρο Νικάκη (ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Θεοδώρα Γκοΐνη, Ανδρέα Τσόλια (ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 197,198-2002/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους Χ2 και Χ3, και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., ο οποίος δεν παρέστη.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1914/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Ειδικά προκειμένου περί εγγράφων, τα οποία περιλαμβάνονται κατά το άρθρο 178 περ. στ ΚΠοινΔ στα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, όλα τα έγγραφα που ρητώς αναφέρονται ότι ανεγνώσθησαν και όχι μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στην κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 ΠΚ, αφού από την αναγνώριση ή μη τέτοιων περιστάσεων εξαρτάται και η μείωση της προβλεπόμενης από την εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη ποινής. Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και ε' του ΠΚ προκύπτει ότι για να συντρέξουν οι προβλεπόμενες από τις περιπτώσεις αυτές ελαφρυντικές περιστάσεις, πρέπει ο υπαίτιος, αντίστοιχα? α) να έζησε έως το χρόνο που έλαβε χώρα το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δηλαδή πρέπει ο έντιμος βίος να ανάγεται σε όλες τις μορφές της κοινωνικής συμπεριφοράς και β)να συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του.
Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι ανεγνώσθησαν χωρίς να προβληθεί αντίρρηση υπό ουδενός τα αναφερόμενα στις σελίδες 22-24 έγγραφα. Αρχικά τα με αριθμούς 1-35, στη συνέχεια δε τα με αριθμούς 1-9, τα οποία προσκόμισαν οι συνήγοροι υπερασπίσεως του αναιρεσείοντος και των λοιπών συγκατηγορουμένων του. Από τα έγγραφα αυτά που προσκόμισαν οι συνήγοροι υπερασπίσεως, τα τρία τελευταία, ήτοι? 7)η με αριθμ. πρωτ. 5640/2007 βεβαίωση της Κλειστής Φυλακής Πατρών, 8)Σελίδα από το βιβλίο μερίδων εργασίας της Κλειστής Φυλακής Κέρκυρας και 9)Απόσπασμα από το βιβλίο μερίδων εργασίας της Δικαστικής Φυλακής Θεσσαλονίκης, προσκομίστηκαν για λογαριασμό του αναιρεσείοντος από τη συνήγορό του.
Μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας η συνήγορος του αναιρεσείοντος ζήτησε να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις από το άρθρο 84 παρ.2 α, δ και ε του ΠΚ και μάλιστα επικαλέστηκε για το τελευταίο το σχετικό πιστοποιητικό της Δικαστικής Φυλακής Θεσσαλονίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 197,198,199,200,201 και 202/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά? "Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, που είναι αδέλφια, είναι συγχωριανοί και φίλοι με τον τρίτο κατηγορούμενο και κατοικούσαν όλοι το έτος 1995 στο χωριό ..., ασχολούνταν δε οι δύο πρώτοι, με την κτηνοτροφία και ο τρίτος με την επισκευή μηχανημάτων. Στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας ο πρώτος κατηγορούμενος απασχολούσε έναν Αλβανό υπήκοο, ονόματι Α, αγνώστων λοιπών στοιχείων. Ο τελευταίος κατά το μήνα Δεκέμβριο πρότεινε στον ανωτέρω κατηγορούμενο (πρώτο) να μεταφέρει με το αυτοκίνητό του έναντι αμοιβής δύο συμπατριώτες του, τον Β και τον Γ, στα Ελληνοαλβανικά σύνορα προκειμένου αυτοί να μεταβούν εν συνεχεία στην πατρίδα τους. Ο ως άνω κατηγορούμενος αποδέχθηκε την πρόταση αυτή και ακολούθως ήρθε σε επικοινωνία μαζί τους και καθόρισε τον τόπο και το χρόνο συνάντησης τους. Εν τω μεταξύ ο ανωτέρω κατηγορούμενος πληροφορήθηκε, ότι οι δύο Αλβανοί υπήκοοι θα είχαν μαζί τους μεγάλο χρηματικό ποσό, το οποίο προέρχονταν από την εργασία τους στην Ελλάδα καθώς και χρήματα από την εργασία των συμπατριωτών τους στην Ελλάδα, τα οποία, θα μετέφεραν στην Αλβανία σε συγγενείς τους και σκέφθηκε, αφού του ληστέψει να τους σκοτώσει και να κρύψει τα πτώματα αυτών, ώστε να μη αποκαλυφθεί η πράξη του. Τη σκέψη του αυτή μετέφερε στον αδελφό του και στο Χ1 και όλοι μαζί βρισκόμενοι σε ήρεμη ψυχική κατάσταση αποφάσισαν από κοινού να τελέσουν τις πιο κάτω εγκληματικές πράξεις της ληστείας εις βάρος των δύο Αλβανών και της θανατώσεως αυτών. Για την πραγματοποίηση των ως άνω εγκληματικών πράξεων κατέστρωσαν το εξής σχέδιο. Ο πρώτος κατηγορούμενος ανέλαβε να επιβιβάσει τους δύο Αλβανούς υπηκόους στο ΙΧ φορτηγό αυτοκίνητό, τύπου ISUZU, με σκοπό δήθεν να τους μεταφέρει στη ... αλλά αντί να κατευθυνθεί προς τη ..., θα κατευθυνόταν προς το χωριό ..., σε ερημική τοποθεσία, την οποία γνώριζε. Ο Χ3 και ο Χ1 θα ακολουθούσαν με το ΙΧ αυτοκίνητο, τύπου AUDI, ιδιοκτησίας του Χ1 έχοντας μαζί τους, όπλα και όταν το αυτοκίνητο του Χ2 θα έφθανε σε συγκεκριμένο σημείο, ο Χ1 θα έκανε σινιάλο, με τα φώτα του αυτοκινήτου στον Χ2 να σταματήσει και προφασιζόμενος ο Χ3 και ο Χ1 ότι είναι αστυνομικοί, θα ακινητοποιούσαν τους δύο Αλβανούς δήθεν για έλεγχο και ακολούθως με τα όπλα που θα είχαν μαζί τους, θα τους σκότωναν. Πράγματι, κατά τις απογευματινές ώρες της 20-12-1995 ο Χ2 επιβίβασε στο αγροτικό ΙΧ αυτοκίνητό του, τους δύο Αλβανούς υπηκόους : Β, που γεννήθηκε στις ... και Γ, που γεννήθηκε στις ... μαζί με τις αποσκευές τους, για να τους μεταφέρει δήθεν στα Ελληνοαλβανικά σύνορα. Το ανωτέρω όχημα ακολούθησαν ο Χ3 και ο Χ1, επιβαίνοντες στο ΙΧΕ αυτοκίνητο, τύπου AUDI, ιδιοκτησίας του τελευταίου, το οποίο οδηγούσε ο ίδιος έχοντας εφοδιασθεί με μονόκανο κυνηγετικό όπλο ο Χ3 και μία επαναληπτική κυνηγετική καραμπίνα τύπου MAVERICK ο Χ1. Μετά το χωριό ... κινήθηκαν σε χωματόδρομο προς το χωριό ... . Εν τω μεταξύ είχε βραδιάσει και επικρατούσε σκοτάδι. Όπως είχαν προαποφασίσει, φθάνοντας σε ερημικό σημείο της ως άνω οδού ο Χ1 έκανε σινιάλο με τα φώτα του αυτοκινήτου του στον Χ2 να σταματήσει. Εκείνος ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του και ακολούθως αποβιβάσθηκε από το αυτοκίνητο, ενώ το ίδιο έπραξαν και οι δύο αλλοδαποί. Τότε ο Χ3 και ο Χ1 αποβιβάστηκαν από το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν και έχοντας παρατεταμένα τα όπλα δηλαδή την κυνηγετική καραμπίνα ο Χ1 και το μονόκανο ο Χ3, προσποιούμενοι τους αστυνομικούς, ανάγκασαν τους δύο αλλοδαπούς να καθήσουν πρηνηδόν στο έδαφος για να τους υποβάλλουν δήθεν σε έλεγχο. Ακολούθως οι κατηγορούμενοι βρισκόμενοι σε ήρεμη ψυχική κατάσταση πυροβόλησαν ο μεν Χ3 από απόσταση δύο περίπου μέτρων τον ένα αλλοδαπό και ο Χ1 από την ίδια απόσταση τον άλλον, χωρίς αυτοί να προβάλουν οποιαδήποτε αντίσταση. Επειδή, όμως διαπίστωσαν ότι ο ένας αλλοδαπός και συγκεκριμένα εκείνος που είχε πυροβολήσει ο Χ3 είχε ακόμα τις αισθήσεις του και για το λόγο αυτό ο Χ2 παίρνοντας από τα χέρια του αδελφού του το όπλο, τον πυροβόλησε εκ νέου. Πριν ακόμη επέλθει ο θάνατός τους, οι κατηγορούμενοι από κοινού αφαίρεσαν από την κατοχή των αλλοδαπών το χρηματικό ποσό που αυτοί είχαν μαζί τους, ύψους 1.000.000 δρχ. περίπου καθώς και διάφορα αντικείμενα με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Εν συνεχεία τοποθέτησαν το σώμα του ενός αλλοδαπού στο πόρτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου του Χ1 και το άλλο στην καρότσα του αυτοκινήτου του Χ2. Μάλιστα για να μην είναι ορατό το σώμα που έβαλαν στην καρότσα, τοποθέτησαν από πάνω του τα προσωπικά αντικείμενα των αλλοδαπών, σακκιά, δοχείο νερού και άλλα αντικείμενα. Κατόπιν μετέφεραν τα σώματα των δύο αλλοδαπών στο 4ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού ... και αφού τα πέταξαν στην πλαγιά, κατέβηκαν και αυτοί κάτω από τη γέφυρα και τα απέκρυψαν σε υπόγεια σήραγγα απορροής ομβρίων υδάτων. Αποτέλεσμα όλων των προαναφερομένων ενεργειών των κατηγορουμένων ήταν ο θάνατος των δύο αλλοδαπών, ο οποίος οφείλεται στα τραύματα που τους προξένησαν οι πυροβολισμοί των κατηγορουμένων, στην έλλειψη παροχής βοήθειας στη συνέχεια από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι λόγω της προηγούμενης παράνομης συμπεριφοράς τους είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψουν την επέλευση του θανάτου των κατηγορουμένων και στην τοποθέτηση πάνω από το σώμα του αλλοδαπού, που είχαν βάλει στην καρότσα του αυτοκινήτου, διαφόρων αντικειμένων (δοχείων, σακκιών) εμποδίζοντας έτσι την αναπνοή του θύματος και τέλος στην απόρριψη των σωμάτων αυτών σε απόκρημνη περιοχή και την εγκατάλειψή τους στο σημείο εκείνο. Το ότι ο θάνατος των δύο αλλοδαπών επήλθε αργότερα και δεν ήταν ακαριαίος προκύπτει από τις από 19-2-1996 και από 23-5-1996 ιατροδικαστικές εκθέσεις, σύμφωνα με τις οποίες ο ένας σκελετός, ο οποίος ανήκει στον Γ φέρει κάταγμα στη μετωπιαία χώρα, γεγονός το οποίο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το άτομο αυτό κτυπήθηκε στο κεφάλι, προφανώς κατά την πτώση του σώματος του από την καρότσα του αυτοκινήτου στην πλαγιά του δρόμου, ο δε άλλος σκελετός, ο οποίος ανήκει στον Β, δεν φέρει κατάγματα, φέρει όμως έντονη αιμοραγική διήθηση των περισσοτέρων οδόντων, η οποία οδηγείς σε βίαιο ασφυκτικό θάνατο, ο οποίος προήλθε από την τοποθέτησή του στην καρότσα με τον τρόπο που προαναφέρθηκε και τον εμπόδιζε να αναπνεύσει. Μετά την ολοκλήρωση του εγκληματικού τους σχεδίου οι κατηγορούμενοι κινήθηκαν με τα αυτοκίνητά τους σε ερημική περιοχή, όπου διεμοίρασαν τα χρήματα και τα λοιπά κινητά πράγματα λαμβάνοντας 300.000 δραχμές ο καθένας και επιπλέον ο Χ2 ένα αλυσσοπρίονο, ο Χ3 ένα κασσετόφωνο και ο Χ1 μία αντλία νερού, και μία γεννήτρια. Στις 17-2-1996 ο Δ, χημικός, ασχολούμενος με λατομεία και ορυχεία, βρέθηκε στην περιοχή ..., ψάχνοντας για ορυκτά κατάλληλα προς εκμετάλλευση, όπου εντόπισε στην υπόγεια σήραγγα ανθρώπινα οστά και ειδοποίησε την αστυνομία. Κατά τη διάρκεια των ερευνών βρέθηκαν τμήματα των δύο σκελετών καθώς επίσης και είδη ένδυσης αλλά δεν εντοπίσθηκε η ταυτότητα των δύο αλλοδαπών, επειδή ο πρώτος κατηγορούμενος φρόντισε να διαδοθεί στο χωριό, ότι οι δύο αλλοδαποί συνελήφθηκαν από αστυνομικά όργανα καθ' όσον προς τα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα και ότι κρατούνται στις φυλακές, αποπροσανατολίζοντας την έρευνα των συγγενών των θυμάτων. Οι εγκληματικές ως άνω ενέργειες των κατηγορουμένων απεκαλύφθησαν το έτος 2004 κατά τη διάρκεια διενέργειας προανάκρισης εις βάρος του πρώτου κατηγορουμένου για την υπ'αυτού τέλεση της αναφερόμενης πιο κάτω εις βάρος του Ε ανθρωποκτονίας. Οι κατηγορούμενοι μη δυνάμενοι να αντικρούσουν τα εις βάρος τους αδιάσειστα στοιχεία ομολόγησαν τις ως άνω εγκληματικές πράξεις δηλ. της ανθρωποκτονίας των δύο αλλοδαπών, την οποία απεφάσισαν και εκτέλεσαν βρισκόμενοι σε ήρεμοι ψυχική κατάσταση και της ληστείας, διαφοροποιούμενοι μόνο ως προς τις μκρολεπτομέρειες τελέσεως των εγκλημάτων, οι οποίες όμως ουδεμία ουσιώδη επιρροή ασκούν στην προκειμένη περίπτωση, αφού αποδείχθηκε η με πρόθεση ανθρωποκτονία των ανωτέρω αλλοδαπών μετά και από σχέδιο που από κοινού κατάρτισαν οι κατηγορούμενοι. Ο ισχυρισμός που προβάλλει ο πρώτος κατηγορούμενος ότι τέλεσε τις πράξεις της ανθρωποκτονίας βρισκόμενος σε κατάσταση άμυνας αναιρείται από την απολογία του ίδιου του κατηγορουμένου, αλλά και των συγκατηγορουμένων του, οι οποίοι περιγράφοντες τις συνθήκες τελέσεως των εγκληματικών τους ενεργειών αναφέρουν ότι οι αλλοδαποί πυροβολήθηκαν καθ' όν χρόνον βρίσκονταν κάτω στο έδαφος, μετά από διαταγή του Χ3 και του Χ1, οι οποίοι προσποιήθηκαν τους αστυνομικούς. Ειδικότερα αυτοί απολογούμενοι ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατέθεσαν ο μεν πρώτος ότι "Αυτοί είχανε το όπλο και εμείς τους είπαμε να πέσουν κάτω... Ο Χ1 τους έρριξε, αυτοί γύρισαν, ο Χ3 έριξε στον αέρα. Τον άλλον τον τραυμάτισε ο Χ1 και εγώ σκότωσα τον άλλον" και ο δεύτερος Χ3 ότι "προσποιηθήκαμε ότι είμαστε αστυνομικοί... ο αδελφός μου τους είπε ότι θα είναι ο αδελφός μου και ένας φίλος μου. Τη στιγμή που πήγε στα πράγματα, αυτοί έβγαλαν το μονόκανο. Εμείς βγήκαμε έξω και παρόλο που είπε ότι θα είμαστε εκεί είπαμε Αστυνομία για να φοβηθούν... Ο Χ1 βγήκε με την καραμπίνα. "όταν σήκωσαν το μονόκανο, το πήραμε. 'Όταν είπαμε εμείς αστυνομία, το άφησαν κάτω", ενώ ο Χ1 επιβεβαιώνει ότι "Οι Αλβανοί ήταν καθιστοί". Κατά συνέπεια είναι απορριπτέος ο περί αμύνης ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορουμενος, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, ασχολείτο επαγγελματικά με την κτηνοτροφία, το μήνα Μάϊο του έτους 1996 προσέλαβε ως βοσκό για την περιποίηση και φύλαξη των ζώων του τον Αλβανό υπήκοο ΣΤ, γεννηθέντα το έτος 1976-1977 στο ... γνωστό στην περιοχή ως "ΣΤ1". Μετά πάροδο ολίγων ημερών και ενώ βρισκόταν μαζί με τον ανωτέρω αλλοδαπό στη στάνη, στη θέση "...", ...μετά από λογομαχία που είχαν ως προς τον τρόπο εργασίας, ο κατηγορούμενος βρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση πήγε στην καλύβα, που βρισκόταν σε απόσταση 10 μέτρων από το σημείο της εργασίας του και αφού πήρε το κυνηγετικό του όπλο, επέστρεψε και πυροβόλησε με αυτό μία φορά τον ανωτέρω στη θωρακική χώρα προκαλώντας του σωματικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων και μόνο επήλθε ακαριαία ο θάνατός του. Στη συνέχεια τραβώντας το πτώμα από τα πόδια το μετέφερε πλησίον της στάνης. Εκεί, αφού έσκαψε, άνοιξε λάκκο μέσα στον οποίο τοποθέτησε το πτώμα και στη συνέχεια τοποθέτησε πάνω από το λάκκο μία λαμαρίνα, έτσι ώστε να μη ξεθάψουν το πτώμα τα σκυλιά και αποκαλυφθεί η εγκληματική του ενέργεια. Το πτώμα του αλλοδαπού, ανευρέθη το έτος 2004 μετά από υπόδειξη του εξεταζομένου ως μάρτυρος Χ3 κατά τη διενέργεια προανάκρισης εις βάρος του Χ2 για την τέλεση της αναφερομένης πιο κάτω ανθρωποκτονίας. Ο κατηγορούμενος επικαλέσθηκε επίθεση του αλλοδαπού ΣΤ με μαχαίρι εναντίον του, γεγονός που κατά τους ισχυρισμούς του έθεσε σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή του και να αποτρέψει τον κίνδυνο αυτό αναγκάσθηκε να πυροβολήσει εναντίον του. 'Όμως ο ισχυρισμός του αυτός, εκτός του ότι δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο, καταρρίπτεται και από την απολογία του ίδιου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με την οποία "πήγα εγώ στην καλύβα, που ήταν στα 10 μέτρα, πήρα την καραμπίνα και την έρριξα". Αν πράγματι ο ΣΤ του είχε επιτεθεί με το μαχαίρι, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, δεν θα ανέμενε τον κατηγορούμενο να διανύσει 10 μέτρα για να μεταβεί στην καλύβα να πάρει το όπλο και να επιστρέψει, διανύοντας άλλα 10 μέτρα και να τον σκοτώσει. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ο περί αμύνης ισχυρισμός του κατηγορουμένου. Τέλος, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα: Ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος διατηρούσε με τη Η ερωτικό για ένα περίπου έτος, από τις αρχές του έτους 2004 συμβίωνε μαζί της σε ιδιόκτητο διαμέρισμα της τελευταίας στα ... . Στα μέσα Απριλίου 2004, η Η διέκοψε τον ερωτικό της δεσμό με τον κατηγορούμενο, εγκατέλειψε το διαμέρισμα της στη ... και εγκαταστάθηκε στην οικία των γονέων της στο ... . Ο κατηγορούμενος μη αποδεχόμενος την απόφασή της αυτή, της τηλεφωνούσε συνέχεια, ζητώντας της να συνεχισθεί η σχέση τους. κατά τις απογευματινές ώρες της 2-5-2004 σε τηλεφωνική επικοινωνία τους συμφώνησαν να συναντηθούν τα μεσάνυκτα σε συγκεκριμένη θέση της περιοχής ... . Στην ανωτέρω συνάντηση θα παρευρίσκονταν και τα αδέλφια της Θ και Ι. Ο κατηγορούμενος θεωρώντας ότι είχε πληγωθεί ο ανδρικός του εγωϊσμός, αποφάσισε να απαγάγει τη Η και να σκοτώσει τον οποιοδήποτε έφερε αντίρρηση στην ενέργειά του αυτή. Για το λόγο αυτό, πριν μεταβεί στη σημείο συνάντησης, πήρε από το σπίτι του το με αριθμό ..... ημιαυτόματο λειόκαννο όπλο (καραμπίνα) διαμετρήματος (GAUGE) 12, του πατέρα του, καθώς και ένα μονόκανο όπλο και τα τοποθέτησε στο αυτοκίνητό του. Ακολούθως, περί ώρα 21.30 με 22 μετέβη στην οικία του Κ, κατοίκου ..., από τον οποίο ζήτησε να του δανείσει σφαίρες, προφασιζόμενος ότι θέλει να προστατέψει τα ζώα του. Ο ανωτέρω πείστηκε και του έδωσε έξι σφαίρες. Με πέντε από αυτές τις σφαίρες ο κατηγορούμενος όπλισε την καραμπίνα πριν την τοποθετήσει στο πόρτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου του. Ακολούθως μετέβη στο στάβλο του πατέρα του και τον βοήθησε στη φροντίδα των ζώων του. Μετά τα μεσάνυχτα απεχώρησε από τον στάβλο και επέστρεψε στο σπίτι του στο χωριό. Μετά τις 01.00' της 3-5-2004, μίλησε τηλεφωνικά με τη Η, η οποία του είπε ότι βρίσκονται στο σημείο, όπου είχε κανονιστεί η συνάντησή τους και έφυγε από το σπίτι του κατευθυνόμενος προς το σημείο εκείνο. 'Όταν έφθασε εκεί συνομίλησε για λίγη ώρα με τη Η και ακολούθως της ζήτησε να πάει μαζί του. Τόσο η ίδια, όσο και τα αδέλφια της, αντέδρασαν και συμφώνησαν να μεταβούν όλοι μαζί στο σπίτι της οικογένειας Η-Θ-Ι στον ... . Πράγματι, η Η και ο Ι επιβιβάστηκαν στο με αριθμό κυκλοφορίας ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο, τύπου GOLF, που οδηγούσε ο αδελφός τους Θ και ο κατηγορούμενος στο δικό του ΙΧΕ αυτοκίνητο, με αριθμό κυκλοφορίας ..... εργοστασίου κατασκευής OPEL, τύπου ASKONA και ξεκίνησαν για το Λαγκαδά. Προπορεύτηκε ο κατηγορούμενος με το αυτοκίνητό τους και ακολουθούσε ο Θ με το δικό του αυτοκίνητο. 'Οταν τα δύο οχήματα έφθασαν στο 2ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού ... και ενώ η ώρα ήταν 2.30' περίπου, ο Χ2, ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του επί της οδού, οπότε βλέποντας αυτή την κίνηση ο Θ ακινητοποίησε και αυτός το δικό του όχημα, στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος και εξήλθε αυτού για να δει τι συμβαίνει. Τότε ο κατηγορούμενος, βρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, αφού πήρε στα χέρια του την μία καραμπίνα, την οποία έφερε παράνομα μαζί του, εξήλθε του αυτοκινήτου και κατευθύνθηκε προς το Θ, ο οποίος στεκόταν όρθιος δίπλα στην πόρτα του οδηγού. Αφού τον πλησίασε, τον σκόπευσε, από απόσταση ενός μέτρου και πενήντα εκατοστών του μέτρου και τον πυροβόλησε στη θωρακική χώρα, δύο φορές με σκοπό να τον σκοτώσει. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς την πλευρά του συνοδηγού, όπου καθόταν ο Ι, ο οποίος βλέποντας τον κατηγορούμενο να κινείται προς το μέρος του, έκλεισε την πόρτα του συνοδηγού και κρατώντας την πόρτα εμπόδισε τον κατηγορούμενο να την ανοίξει. Τότε ο κατηγορούμενος σκόπευσε τον Ι από πολύ μικρή απόσταση τρεις φορές στην αριστερή θωρακική χώρα. Από τους πυροβολισμούς που δέχθηκε ο Ι υπέστη διαμπερές τραύμα στο κάτω τριτημόριο του δεξιού βραχίονα με πύλη εισόδου στην έσω επιφάνεια του βραχίονα και έξοδο στην έξω επιφάνεια, τραύμα στο αριστερό ημιθωράκιο, στην πρόσθια επιφάνεια της αριστερής ωμικής χώρας, στην έξω επιφάνεια της αριστερής ωμικής χώρας, δύο μικρά τραύματα έσωθεν όλων των άλλων τραυμάτων προς το στέρνο και τραύμα του δέρματος στη ράχη παρασπονδυλικά στο ύψος του 8ου θωρακικού σπονδύλου. Επίσης υπέστη βαρειά τραυματική ρήξη στον άνω και κάτω λοβό του αριστερού πνεύμονα και εκτεταμένη τραυματική ρήξη της καρδίας, κυρίως των αριστερών κοιλοτήτων αυτής. Από τα προαναφερόμενα τραύματα και μόνο επήλθε ο θάνατός του, ο οποίος σύμφωνα και με την αριθμ. 1099/3-4-2004 ιατροδικαστική έκθεση, του εργαστηρίου ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του ΑΠΘ, οφείλεται σε μεγάλη αιμορραγία, συνεπεία ρήξεων του αριστερού πνεύμονα και της καρδίας. Ο Θ, από τους πυροβολισμούς που δέχθηκε, υπέστη τραύμα πρόσθιας επιφάνειας άνω ημιμορίου του προσθίου θωρακικού τοιχώματος, τραύμα έξω επιφανείας άνω ημιμορίου δεξιού βραχίονος, τα οποία έγιναν από μία βολή με κατεύθυνση από αριστερά προς τα δεξιά. Υπέστη επίσης τραύμα στην έξω επιφάνεια του αριστερού λαγονίου, στο ύψος της πρόσθιας λαγονίου ακάνθης. Τα σκάγια διαπέρασαν τα μαλακά μόρια της κοιλίας, τραυματίζοντας τους μυς και το οστούν στο θυροειδές τμήμα. (βλ. την από 1100/25-5-2004 ιατροδικαστική έκθεση του εργαστηρίου ιατροφικαστικής και τοξικολογίας του ΑΠΘ). Ο ανωτέρω μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ", όπου και αντιμετωπίσθηκαν αμέσως τα τραύματά του και έτσι αποφεύχθηκε ο θάνατός του. Αποτέλεσμα των σωματικών κακώσεων που επέφεραν οι πυροβολισμοί του κατηγορουμένου στο Ι ήταν ο ακαριαίος θάνατός του, τον οποίο επεδίωκε ο κατηγορούμενος. Οι σωματικές κακώσεις όμως που υπέστη ο Θ από τους πυροβολισμούς που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο δεν επέφεραν το θάνατό του, παρότι αυτό το αποτέλεσμα επεδίωκε και τούτο, διότι μεταφέρθηκε άμεσα στο "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ" νοσοκομείο, όπου του παρασχέθηκε η αναγκαία ιατρική φροντίδα και βοήθεια και εξ αυτής δεν επήλθε ο θάνατός του, τον οποίον, όπως προαναφέρθηκε, επεδίωκε ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος δεν αρνήθηκε ότι τέλεσε τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας και της απόπειρας ανθρωποκτονίας, ισχυρίσθηκε όμως ότι τέλεσε τις πράξεις αυτές βρισκόμενος σε κατάσταση μέθης, η οποία επέφερε σημαντική μείωση στην ικανότητά του προς καταλογισμό. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι καταρρίπτεται από τις περιγραφόμενες ως άνω συνθήκες τελέσεως του αδικήματος και ιδιαίτερα από την ίδια τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά το χρόνο τέλεσης των εγκλημάτων και στη συνέχεια από την προσπάθειά του να αποφύγει τη σύλληψή του αλλά και από τον τρόπο με τον οποίον μεθόδευσε τις εγκληματικές του ενέργειες που αποδεικνύουν την αναλήθεια του ισχυρισμού του και συγκεκριμένα αυτός πριν μεταβεί στο στάβλο, φρόντισε να εφοδιασθεί με όπλα και φυσίγγια με τον τρόπο που προαναφέρθηκε. Δεν πυροβόλησε εναντίον των αδελφών Θ-Ι κατά την άφιξή του στο σημείο συνάντησης, διότι κατά το χρόνο εκείνο τον ανέμεναν, τον είδαν να πλησιάζει και ίσως είχαν και το χρόνο να αντιδράσουν σε κάποια ενέργειά του, ενόψει του ότι ήταν μόνος του και από την άλλη πλευρά τρεις. Συμφώνησε να κινηθούν όλοι μαζί στο ..., προπορεύτηκε του άλλου αυτοκινήτου και πριν φθάσουν στο ..., ακινητοποίησε το όχημά του στο άκρο του δρόμου. Με τον τρόπο αυτό δεν κίνησε καμμία υποψία, διότι είναι λογικό οι ακολουθούντες αυτόν να πίστεψαν ότι κάτι θέλει να τους πει και για το λόγο αυτό σταμάτησαν και μάλιστα ο Θ εξήλθε του αυτοκινήτου του. Πυροβόλησε και τα δύο θύματα από πολύ μικρή απόσταση, με απανωτές βολές, σε καίρια σημεία του σώματός του, γεγονός που αποδεικνύει αποφασιστικότητα, πλήρη διαύγεια νου και καλή φυσική κατάσταση σώματος. Ακολούθως, αφού πήρε μαζί του τη Η απομακρύνθηκε από τον τόπο του ατυχήματος οδηγώντας με ταχύτητα το αυτοκίνητό του διανύοντας σε 6 σκοτεινούς χωματόδρομους μεγάλη απόσταση μέχρι το ερημικό σημείο, όπου το εγκατέλειψε, καταφέροντας να διαφύγει τη σύλληψη. Και ναι μεν ο μάρτυρας Μ κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε περί την 10 βραδινή το κέντρο νεότητος βρισκόμενος σε κατάσταση πλήρους μέθης και ήπιε βότκα και ότι ενώ ο ίδιος απεχώρησε περί τις 10.20 ο κατηγορούμενος παρέμεινε εκεί. Η κατάθεσή του όμως αυτή είναι αντιφατική με όσα ο ίδιος κατέθεσε ως προς το χρόνο αποχωρήσεως του κατηγορουμένου στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε ότι "όταν έφυγα εγώ στις 12.00 ήταν ακόμη εκεί". Εκτός όμως αυτού η ανωτέρω κατάθεση έρχεται σε αντίθεση και με: α) την κατάθεση της μάρτυρος Η, που κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν μεθυσμένος και β) την κατάθεση του μάρτυρος Κ, συγγενούς τον κατηγορουμένου, που κατέθεσε ότι ο τελευταίος, όταν του επισκέφθηκε στο σπίτι του στις 9.00 με 9.30 της 2-5-2004 για να ζητήσει φυσίγγια που χρησιμοποίησε τη νύκτα που επηκολούθησε για την ανθρωποκτονία και την απόπειρα ανθρωποκτονίας δεν ήταν πιωμένος αλλά ήταν μια χαρά και φυσιολογικός. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος σκότωσε τον Ι και αποπειράθηκε να σκοτώσει το Θ, έχοντας ανθρωποκτόνο δόλο, αφού πυροβόλησε τα θύματά του από πολύ κοντινή απόσταση και σε καίρια σημεία του σώματός τους και ειδικότερα πυροβόλησε το Θ από απόσταση 1,5 μέτρο περίπου στη θωρακική και κοιλιακή χώρα και τον Ι από απόσταση μικρότερη του μέτρου, ενώ αυτός βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού του αυτοκινήτου του αδελφού του, σημαδεύοντάς τον στη θωρακική χώρα, βρισκόταν δε ο κατηγορούμενος τόσο κατά το χρόνο που αποφάσισε την τέλεση των ανωτέρω εγκλημάτων όσο και κατά το χρόνο τέλεσης αυτών σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Τέλος αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος Χ2 αμέσως μετά τη δολοφονία του Ι και την απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά του Θ, ανάγκασε με τη βία την Η να εξέλθει από το με αριθμό ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο, στο οποίο, όπως προαναφέρθηκε, επέβαινε και συγκεκριμένα, αφού έριξε προς τα εμπρός το κάθισμα του οδηγού, την τράβηξε με τη βία προς τα έξω, κτυπώντας την ταυτόχρονα με γροθιά στο αριστερό μάτι και εξυβρίζοντάς της με τις λέξεις "καριόλα, πουτάνα". Η ανωτέρω, στην προσπάθειά της να ξεφύγει, κατάφερε να του αποσπάσει την καραμπίνα, την οποία αφού πέταξε σε παρακείμενο αγρό, έτρεξε προς το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου και αφού το ασφάλισε προσπάθησε να θέσει σε λειτουργία τη μηχανή και να φύγει. Ο κατηγορούμενος όμως έσπασε με το χέρι του το τζάμι από το παράθυρο του οδηγού και αφού την έσπρωξε προς τη θέση του συνοδηγού, έθεσε σε λειτουργία τη μηχανή του αυτοκινήτου και κάνοντας αναστροφή κινήθηκε προς το χωριό ... . Αντιλαμβανόμενος σε κάποιο σημείο ότι τον ακολουθεί κάποιο άλλο όχημα, πιθανόν όχημα της αστυνομίας, έσβησε τα φώτα του αυτοκινήτου του και κινήθηκε στα σκοτεινά σε χωματόδρομο. Ενώ βρισκόταν στο χωματόδρομο προς την τοποθεσία "..." είδε εκ νέου φώτα αυτοκινήτου. Τότε, αφού είπε στη Η να είναι έτοιμη να πηδήξει από το αυτοκίνητο αν χρειαστεί, αύξησε την ταχύτητα του αυτοκινήτου του και εισήλθε σε ένα στενότερο χωματόδρομο, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, να εξέλθει του οδοστρώματος και να πέσει το αυτοκίνητό του σε παρακείμενους θάμνους. Αμέσως κατέβηκε από το αυτοκίνητο και παίρνοντας μαζί του το μονόκανο όπλο που έφερε παράνομα μαζί του και που είχε μέσα στο αυτοκίνητό του, απείλησε τη Η, ότι θα τη σκοτώσει αν τυχόν φώναζε και την ανάγκασε να τον ακολουθήσει με τη βία λέγοντας της να κάνει ότι αυτός της έλεγε. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος γνώριζε πολύ καλά την περιοχή, κινήθηκε από μονοπάτια που γνώριζε, στην προσπάθειά του να αποφύγει τη σύλληψη. Κατά τη διάρκεια της νύκτας περπατούσαν μέσα στο δάσος και όταν άρχισε να ξημερώνει κρύφτηκαν ανάμεσα σε δέντρα. Την επόμενη ημέρα 3-5-2004 εξακολούθησε να μένει κρυμμένος στα δένδρα, έχοντας πάντα μαζί του, χωρίς τη θέλησή της τη Η, απειλώντας την με το μονόκανο όπλο και λέγοντάς της ότι "αν κάνει πως φεύγει θα σου την ανάψω". Κατά τη διάρκεια της νύκτας, έχοντας πάντα μαζί του τη Η κινούνταν είτε προς κάποια στέρνα για νερό ή σε κάποια απόμερη οικία, όπου διέμεναν ηλικιωμένα άτομα, για να προμηθευτεί τρόφιμα. Από κάποια οικία μάλιστα, κατά τη διάρκεια της τρίτης ημέρας, αφαίρεσε ένα μαχαίρι, το οποίο στη συνέχεια έφερε πάντα μαζί του και απειλούσε με αυτό τη Η, εξαναγκάζοντάς την να μένει χωρίς τη θέλησή της μαζί του. Τα ξημερώματα της τέταρτης ημέρας, δηλ. στις 6-5-2004 ο κατηγορούμενος έκρυψε το μονόκανο όπλο του σε μία τοποθεσία του χωριού ..., και περί ώρα 09.00 πρωϊνή είπε στη Η, ότι είναι ελεύθερη να φύγει. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε το έγκλημα της αρπαγής αφού αυτός από τις 02.30' της 3-5-2004 μέχρι και ώρα 09.00' της 6-5-2004, με βία και απειλή βίας απήγαγε αρχικά και κατακράτησε παράνομα στη συνέχεια τη Η, με τρόπο ώστε, αυτή να στερείται της προστασίας της πολιτείας, αφού καθ'όλο αυτό το χρονικό διάστημα της στέρησε την ελευθερία της, κρατώντας την υπό τη φυσική του εξουσία, χωρίς τη θέλησή της, υποχρεώνοντάς την με σωματική βία και με απειλή βίας, αφού είχε στην κατοχή του ένα μαχαίρι και το μονόκανο όπλο, το οποίο πρόβαλε επανειλημμένα απειλητικά προς το μέρος της, να τον ακολουθεί και να βρίσκεται συνέχεια μαζί του στη δασώδη περιοχή πέριξ αλλά και εντός του χωρίου ..., αδυνατώντας η ανωτέρω να επικαλεστεί την προστασία της πολιτείας και περιάγοντας κατά τον τρόπο αυτό την ανωτέρω σε κατάσταση ομηρίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι καθ' όλη τη διάρκεια της πιο πάνω παράνομης κατακράτησής της την χτυπούσε με πρόθεση με τα χέρια του σε διάφορα σημεία του σώματός της, προκαλώντας της θλαστική εκχύμωση του κάτω βλεφάρου, του αριστερού οφθαλμού και της αριστερής ζυγωματικής χώρας, θλάση του τριχωτού της κεφαλής κατά το θόλο αυτής, θλαστική εκχύμωση κατά τη μεσότητα του άνω χείλους του στόματος, θλάση του αριστερού αγκώνα, θλαστική εκχύμωση κίτρινης χροιάς κατά τη μεσότητα του δεξιού βραχίονα, γραμμοειδείς εκδορές αριστερού κοιλιακού τοιχώματος, θλαστικό οίδημα της ραχιαίας επιφάνειας της ρινός μετά άλγους της περιοχής, θλαστική εκχύμωση κατά την έσω επιφάνεια του δεξιού γονάτου (βλ. την από 7-5-2004 ιατροδικαστική έκθεση). Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πλήρως αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι διέπραξαν τα παρακάτω εγκλήματα, για τα οποία πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, ήτοι ο πρώτος κατηγορούμενος του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας εις βάρος των τριών αλλοδαπών Β, Γ, ΣΤ, καθώς και εις βάρος του Ι, της απόπειρας ανθρωποκτονίας εις βάρος του Θ, της ληστείας εις βάρος των δύο πρώτων ως άνω αλλοδαπών, της αρπαγής, της παράνομης οπλοφορίας κατά συρροή (ημιαυτόματο λειόκαννο όπλο (καραμπίνα), μονόκανο όπλο, μαχαίρι) και της οπλοφορίας κατά συρροή, ο δεύτερος κατηγορούμενος του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας εις βάρος των δύο πρώτων ως άνω αλλοδαπών και της ληστείας εις βάρος αυτών και ο τρίτος κατηγορούμενος του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας εις βάρος ωσαύτως των δύο ως άνω αλλοδαπών και της ληστείας εις βάρος αυτών. Το Δικαστήριο ομόφωνα κρίνει ότι πρέπει να αναγνωρισθεί στο δεύτερο κατηγορούμενο Χ3 το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας, διότι κατά το χρόνο τέλεσης των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων αυτός είχε συμπληρώσει το 15ο έτος, όχι όμως και το 21ο έτος της ηλικίας του, το οποίο του ανεγνωρίσθη και πρωτοδίκως. Το αίτημα του κατηγορουμένου Χ1 για αναγνώριση υπέρ αυτού του ελαφρυντικού της ειλικρινούς μεταμελείας (άρθρο 84 παρ.2 δ ΠΚ) πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμο. Και τούτο διότι μόνη η επίκληση συγγνώμης τον κατηγορούμενο δεν αρκεί για να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό αυτό, αφού δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η συγγνώμη αυτή, ήταν ειλικρινής, ούτε αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος επεδίωξε να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του. Τουναντίον από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι αυτός από της τελέσεως των ως άνω αξιοποίνων πράξεων (1995) μέχρι το έτος 2004, ήτοι επί εννέα συνεχή έτη απεσιώπησε τις ως άνω εγκληματικές πράξεις, τις οποίες αναγκάσθηκε να ομολογήσει μόνον όταν προέκυψαν εις βάρος του αδιάσειστα στοιχεία περί της υπ'αυτού τελέσεως των ως άνω αξιοποίνων πράξεων. Αλλά και το αίτημα με το οποίο ζητεί να αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ (προτέρου εντίμου βίου) πρέπει να απορριφθεί κατά πλειοψηφία ως κατ'ουσίαν αβάσιμο, διότι δεν αποδείχθηκαν θετικά στοιχεία ικανά να χαρακτηρίσουν έντιμη την ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική του ζωή. Και είναι αληθές ότι ο μάρτυρας Λ κατέθεσε αορίστως, ότι δεν υπήρξε παραβατικότητα εκ μέρους του κατηγορουμένου, πλην όμως η κατάθεση του αυτή δεν είναι πειστική, εφόσον δεν αναφέρει πραγματικά περιστατικά πριν την τέλεση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων, που να αποδεικνύουν ότι η ζωή του άνω κατηγορουμένου ήταν έντιμη. Το αντίθετο προκύπτει από το αποδειχθέν γεγονός, ότι αυτός συναναστρεφόταν τον πρώτο κατηγορούμενο, έναν αδίστακτο και επικίνδυνο εγκληματία, του οποίου η κοινωνική συμπεριφορά πριν την τέλεση των ως άνω εγκληματικών του πράξεων ήταν βίαιη, αφού χειροδικούσε εις βάρος της μνηστής του. Ανεξαρτήτως όμως των ανωτέρω αποδείχθηκε, ότι ο εγκληματικός χαρακτήρας του κατηγορουμένου εκδηλώθηκε σε νεαρή ηλικία, ήτοι σε ηλικία μόλις 23 ετών, με αποτέλεσμα η προηγούμενη διάρκεια της ζωής του να μην είναι αρκετή να εκδηλώσει τις εγκληματικές του διαθέσεις, έτσι ώστε να μη δύναται να κριθεί εάν η ζωή του ήταν έντιμη το χρόνο που προηγήθηκε. Τέλος και το αίτημα για αναγνώριση του ελαφρυντικού της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (άρθρο 84 παρ.2 δ' ε' ΠΚ) πρέπει κατά πλειοψηφία να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμο, διότι ναι μεν η συμπεριφορά του, όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες υπερασπίσεως, ήταν γενικά καλή μετά τη διάπραξη του αποτρόπαιου αυτού εγκλήματος, πλην όμως αυτή ήταν προσχηματική. Και τούτο για να μη δημιουργηθούν υπόνοιες στους συγχωριανούς του, μεταξύ των οποίων εγένοντο συζητήσεις περί των πιθανών δραστών των ως άνω εγκληματικών πράξεων, χωρίς ουδείς να τολμήσει να καταγγείλει τους κατηγορουμένους, ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων και αποκαλυφθεί έτσι ότι αυτός είναι ένας εκ των δραστών των ως άνω αξιοποίνων πράξεων, τις οποίες, όπως αποδείχθηκε, δεν ομολόγησε οικεία βουλήσει, αλλά υπό το κράτος των αποκαλυφθεισών εις βάρος του συντριπτικών στοιχείων μετά την απολογία του συγκατηγορουμένου του Χ3, ο οποίος υπέδειξε αυτόν, ως ένα εκ των δραστών των ως άνω εγκλημάτων. Αλλά και το γεγονός ότι συμπεριφέρθηκε καλά στη φυλακή δεν αρκεί για να του χορηγηθεί το ελαφρυντικό αυτό (ΑΠ 2036/2001 ΠοινΔικ. 2000-462), διότι η συμπεριφορά του στη φυλακή δεν είναι συνέπεια ελεύθερης επιλογής του αλλά εξαναγκασμένης συμμόρφωσής τους προς τους κανόνες των κρατουμένων στη φυλακή (ΑΠ 373/2003 Ποιν. Λόγος Γ-348, ΑΠ 1690/2003 ΠΔ 2004-231). Εξάλλου η καλή συμπεριφορά του στη φυλακή δεν εκτείνεται σε μεγάλο χρονικό διάστημα σε σχέση με τη βαρύτητα της πράξης που τέλεσε".
Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι: "1. Ενεργώντας από κοινού με τους συναυτουργούς φίλους του, αδελφούς Χ2 και Χ3 και ευρισκόμενοι σε ήρεμη ψυχική κατάσταση συναποφάσισαν και σκότωσαν άλλους. Ειδικότερα, στο ..., σε μη διακριβωθείσες ημερομηνίες, πάντως ολίγες ημέρες πριν την 20η.12.1995, σε επανειλημμένες συναντήσεις και συζητήσεις που είχε με τους συναυτουργούς φίλους του αδελφούς Χ2 και Χ3, ευρισκόμενος, τόσο ο ίδιος, όσο και οι συναυτουργοί του σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, συναποφάσισαν να σκοτώσουν τους αλβανούς υπηκόους Β και Γ, γνωστούς ως Β1 και Γ1, προκειμένου να αφαιρέσουν τα χρήματα και τα λοιπά κινητά τους για να τα διανείμουν μεταξύ τους, καθόσον ήδη γνώριζαν ότι αυτοί είχαν πληρωθεί εσχάτως για την εργασία τους και σκόπευαν να μεταβούν στην Αλβανία, μεταφέροντας ταυτόχρονα και χρήματα συμπατριωτών τους. Τοιουτοτρόπως κατέστρωσαν το εξής λεπτομερές σχέδιο, κατανέμοντας συνάμα τους επί μέρους για τον καθένα τους, ρόλους προς επίτευξη του σκοπού τους: Με το πρόσχημα ότι ο Χ2 θα μετέφερε με το αυτοκίνητό του τους ως άνω αλβανούς υπηκόους αντί αμοιβής τριάντα χιλιάδων (30.000) δραχμών, στη ..., προκειμένου να μεταβούν περαιτέρω στην Αλβανία, συναποφάσισαν ο Χ2 να τους οδηγήσει σε ερημική περιοχή του χωριού ..., την οποία γνώριζε από το παρελθόν, και αφού προσέλθουν στον ίδιο τόπο ο κατηγορούμενος και ο έτερος συναυτουργός τους Χ3 με άλλο αυτοκίνητο, φέροντας μαζί τους όπλα, να τους σκοτώσουν, να αφαιρέσουν τα κινητά τους πράγματα (κυρίως χρήματα), να τα διανείμουν μεταξύ τους και να αποκρύψουν τα πτώματα. Έτσι, την 20η. 12.1995 και περί τις απογευματινές ώρες ο Χ2 επιβίβασε τους ως άνω αλλοδαπούς με τις αποσκευές τους στο IX φορτηγό, τύπου ISUZU αυτοκίνητό του, με σκοπό δήθεν να τους μεταφέρει στην ..., ενώ ο κατηγορούμενος και ο έτερος συναυτουργός τους Χ3, όπως είχαν ήδη προσυνεννοηθεί, επιβιβάστηκαν στο IX επιβατικό αυτοκίνητο, τύπου AUDI, ιδιοκτησίας του ιδίου του κατηγορουμένου προκειμένου να τον ακολουθήσουν για το "ραντεβού" στο προκαθορισθέν σημείο. Οδηγώντας ο Χ2 το αυτοκίνητα του προσήλθε μαζί με τους συνεπιβάτες του αλβανούς υπηκόους στο προκαθορισθέν σημείο, δηλ. σε ερημική περιοχή του χωριού ..., σε ώρα που είχε βραδιάσει και επικρατούσε σκοτάδι. Ταυτοχρόνως με αυτόν προσήλθε στον ίδιο τόπο και ο κατηγορούμενος με τον έτερο συναυτουργό, που ακολουθούσαν από κοντινή απόσταση. Προσποιούμενοι τους αστυνομικούς - όπως, επίσης, είχαν προσυνεννοηθεί - και φέροντες προτεταμένα όπλα, ο μεν κατηγορούμενος μία κυνηγετική "καραμπίνα", ο δε Χ3 ένα κυνηγετικό "μονόκαννο", ανάγκασαν τους αλλοδαπούς να ξαπλώσουν πρηνηδόν επί του εδάφους και πυροβόλησαν εναντίον τους από απόσταση δύο μέτρων. Διαπιστώνοντας στην συνέχεια ο Χ2 ότι το ένα από τα θύματα, εκείνο που είχε πυροβολήσει ο Χ3 είχε ακόμη τις αισθήσεις του, όπλισε το "μονόκαννο" και πυροβόλησε για δεύτερη φορά το θύμα αυτό. Ακολούθως τοποθέτησαν τα σώματα των αλλοδαπών στα αυτοκίνητα, το ένα στο πορτμπαγκάζ του AUDI και το άλλο στην "καρότσα" του ISUZU και τα μετέφεραν στο 4ο χιλιόμετρο της Επαρχιακής Οδού ..., όπου τα πέταξαν στην πλαγιά και ακολούθως τα απέκρυψαν επιμελώς σε υπόγεια σήραγγα απορροής ομβρίων υδάτων, γέφυρας που βρίσκεται στο σημείο εκείνο. Αποτέλεσμα όλων των προαναφερομένων ενεργειών του κατηγορουμένου και των συναυτουργών του ήταν ο θάνατος και των δύο αλλοδαπών, ο οποίος οφείλεται στα τραύματα που τους προξένησαν οι πυροβολισμοί που δέχθηκαν από τους κατηγορουμένους, στην έλλειψη παροχής βοήθειας εκ μέρους τους στην συνέχεια, στην τοποθέτηση του ενός θύματος στην καρότσα του αυτοκινήτου, ανάμεσα στο παραπέτο της καρότσας και σε δοχείο με νερό, με τους σάκους που περιείχαν τα ατομικά αντικείμενα των αλλοδαπών πάνω στο σώμα, εμποδίζοντας έτσι την αναπνοή του και τέλος στην απόρριψη των σωμάτων των θυμάτων σε απόκρυμνη περιοχή και στην εγκατάλειψή τους στο σημείο εκείνο.
2. Ενεργώντας από κοινού, Mε τους ίδιους πιο πάνω αναφερόμενους συναυτουργούς του, μετά από συναπόφασή τους με σωματική βία εναντίον προσώπου και απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής, αφαίρεσαν από άλλους, ξένα ολικά κινητά πράγματα, για να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Συγκεκριμένα, αφού πυροβόλησε, μαζί τους συναυτουργούς του τα προαναφερόμενα θύματα, όπως ανωτέρω υπό στοιχείο Γ1 περιγράφεται, αφαίρεσαν από την κατοχή τους περί το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, που ανήκαν στους τελευταίους, καθώς επίσης και ένα αλυσσοπρίονο, ένα κασετόφωνο, μία αντλία νερού και μία γεννήτρια ηλεκτρικού ρεύματος, για να τα ιδιοποιηθούν παράνομα, όπως και έπραξαν κατά τον κοινό σκοπό τους, αφού το ίδιο βράδυ σε προκαθορισμένο σημείο συναντήθηκαν και διένειμαν αυτά μεταξύ τους, ο κατηγορούμενος δε έλαβε από την διανομή 300.000 δραχμές, το μονόκαννο, την γεννήτρια και την αντλία νερού, ο Χ2 400.000 δραχμές και το αλυσσοπρίονο και ο Χ3 300.000 δραχμές και το κασετόφωνο".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων του ΠΚ που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, όπως και στην απόρριψη των παρακάτω ελαφρυντικών, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά.
Ειδικότερα, διέλαβε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και σε σχέση με την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών της αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των ελαφρυντικών? 1) του προτέρου εντίμου βίου και 2) της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις του. Το αίτημα για χορήγηση ελαφρυντικού από το άρθρο 84 παρ. 2δ ΠΚ απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμο και κατά της διατάξεως αυτής δεν υπάρχει αιτίαση. Με τις ως άνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, απέρριψε, κατά πλειοψηφία, ως κατ' ουσία αβάσιμο τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, αφού έκρινε ότι τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό στοιχεία υποδηλώνουν όχι μεμονωμένη παράνομη συμπεριφορά και συνακόλουθα δεν συνέτρεχαν οι ως άνω ελαφρυντικές περιστάσεις και πριν (αναφορικά με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ) και μετά την τέλεση των εγκλημάτων για τα οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε (αναφορικά με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ). Για το διάστημα πριν από την τέλεση των πιο πάνω εγκλημάτων από τον αναιρεσείοντα η απόφαση δέχτηκε ότι δεν αποδείχτηκε θετική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος σε όλους τους τομείς που υπάγονται στην περίπτωση 2α, αντίθετα δέχτηκε αρνητική τοιαύτη, δεδομένου ότι "αυτός συναναστρεφόταν τον πρώτο κατηγορούμενο, έναν αδίστακτο και επικίνδυνο εγκληματία, του οποίου η κοινωνική συμπεριφορά πριν την τέλεση των ως άνω εγκληματικών του πράξεων ήταν βίαιη..." Από της τελέσεως των ως άνω αξιοποίνων πράξεων (1995) μέχρι το έτος 2004, ήτοι επί εννέα συνεχή έτη χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά του προσχηματικά καλή, για να μη δημιουργηθούν υπόνοιες στους συγχωριανούς του, ενόψει και του ότι αποσιώπησε τις ως άνω εγκληματικές πράξεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, τις οποίες αναγκάστηκε να ομολογήσει μόνον όταν προέκυψαν εις βάρος του αδιάσειστα στοιχεία περί της υπ' αυτού τελέσεως των ως άνω αξιοποίνων πράξεων. Ως προς το διάστημα που ο αναιρεσείων κρατήθηκε στις φυλακές συνάγεται ότι ελήφθησαν υπόψη τα υπό στοιχεία 7, 8 και 9 έγγραφα των φυλακών Πατρών, Κέρκυρας και Θεσσαλονίκης και δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι η συμπεριφορά του στη φυλακή δεν είναι συνέπεια ελεύθερης επιλογής του, αλλά εξαναγκασμένης συμμόρφωσής του προς τους κανόνες των κρατουμένων στη φυλακή, παρεκτός του ότι δεν εκτείνεται σε μεγάλο χρονικό διάστημα σε σχέση με τη βαρύτητα των πράξεων που τέλεσε. Εξάλλου, η παθητική απλώς συμπεριφορά του δράστη μετά την πράξη δεν αρκεί για την αναγνώριση του ως άνω ελαφρυντικού. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας.
Κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-11-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της με αριθμ. 197-202/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Αυγούστου.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση από κοινού (κατά συναυτουργία) και κατά συρροή. Ληστεία από κοινού κατά συρροή. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα και ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών από το άρθρ. 84 παρ. 2α΄ και ε΄ του ΠΚ.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Συρροή εγκλημάτων.
| 2
|
Αριθμός 1954/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αθανάσιο Κουτρομάνο (ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Θεοδώρα Γκοΐνη, Βιολέττα Κυτέα (ορισθείσα με την υπ'αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παρασκευόπουλο-Κόλλια, περί αναιρέσεως της 537/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Απριλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 735/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 386 του ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, από το άρθρο 98 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι επί απάτης, τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προηγήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Κατά δε την παράγραφο 3 εδάφ. α' του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 του ΠΚ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, που εφαρμόζεται αναδρομικά και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της (3-6-1999), σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, γιατί είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο διάταξη, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, και κατά συνήθεια, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του εγκλήματος της απάτης κατ' επάγγελμα απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Εξάλλου, έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλ' αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Δικαστήριο.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στην απόφαση. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 537/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα κατά τα ουσιώδη μέρη πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση τέλεσης του ιδίου εγκλήματος της απάτης, έπεισε άλλους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και με την απόκρυψη αληθινών γεγονότων και ειδικότερα: Α. α) Την 29-10-1992 μετέβη στο εδρεύον στη Θεσσαλονίκη και επί της οδού Πολυτεχνείου 17 κατάστημα της εταιρείας "INTERLET Α.Ε." και παρέστησε ψευδώς στους κατονομαζόμενους στο διατακτικό μετόχους και στον υπάλληλο αυτής ότι ονομάζεται Α και ότι διατηρεί επί της οδού ... στην ... εταιρία δισκογραφική, υπό το ψευδώνυμο δε τούτο παρήγγειλε την επομένη τηλεφωνικώς ένα Fax Samsung SF 2200, αξίας 218.300 δραχμών, διαβεβαιώνοντας τους μετόχους ότι η ισόποση επιταγή που συμφωνήθηκε να τους παραδώσει θα πληρωνόταν, β) Την 4-11-1992 τηλεφώνησε στην ίδια εταιρία και παρέστησε ψευδώς στους εκπροσώπους της ότι ονομάζεται Β και ότι διατηρεί επιχείρηση ειδών υγιεινής επί της οδού ... στην ..., παρήγγειλε δε τις αναφερόμενες στο διατακτικό συσκευές, συνολικής αξίας 310.000 δραχμών, διαβεβαιώνοντας τους ανωτέρω ότι η ισόποση επιταγή που συμφωνήθηκε να τους παραδώσει θα πληρωνόταν και γ) Την 16-11-1992 τηλεφώνησε και πάλι στην ίδια εταιρία και παρέστησε ψευδώς στους εκπροσώπους της ότι ονομάζεται Γ και ότι διατηρεί επιχείρηση εμπορική επί της οδού ... στη ... και παρήγγειλε ένα Fax Samsung, ως το περιγραφόμενο, διαβεβαιώνοντας αυτούς ότι η ισόποση προς το τίμημα των 250.000 δραχμών επιταγή θα πληρωνόταν. Μετά από αυτά οι μέτοχοι και οι εκπρόσωποι της εταιρίας, πεισθέντες, απέστειλαν τα προαναφερθέντα είδη στα πρόσωπα που τα παρήγγειλαν, τα οποία ήσαν μεν υπαρκτά, πλην αγνοούσαν ότι ο κατηγορούμενος έκανε χρήση των ονομάτων τους, με αποτέλεσμα οι τρεις επιταγές που παραδόθηκαν στην πωλήτρια εταιρία και ήσαν πλαστές να μην πληρωθούν και αντιστοίχως να ωφεληθεί κατά τα ποσά τους ο κατηγορούμενος, με ισόποση ζημία της τελευταίας. Β. Την 12-12-1993 μετέβη ο κατηγορούμενος στο επί της οδού ..., ... κατάστημα ηλεκτρικών ειδών του Δ και, αφού παρέστησε ψευδώς σ' αυτόν ότι ονομάζεται Ε, παρήγγειλε ηλεκτρικά είδη συνολικής αξίας 650.000 δραχμών, οι δε προς εξόφληση του ποσού αυτού παραδοθείσες δύο επιταγές, που αναφέρονται, όπως και οι αμέσως προηγούμενες, στο διατακτικό, δεν πληρώθηκαν, αφού ήσαν προϊόντα κλοπής από το δικαιούχο ΣΤ και πλαστογραφίας από τον κατηγορούμενο, που ωφελήθηκε κατά τα ποσά τους, με ισόποση ζημία του πωλητή. Γ. Το έτος 1993 και σε ημερομηνία που δεν έχει προσδιορισθεί, μετέβη ο κατηγορούμενος στο επί της ... στην ... κατάστημα της εταιρείας ΗΛΕΚΤΡΟΧΑΛΚΟΜ ΕΠΕ και παρέστησε ψευδώς στο διαχειριστή της Ζ ότι ονομάζεται Ε, παρήγγειλε δε χαλκοσωλήνες αξίας 460.770 δραχμών. Η ισόποση και αναφερόμενη στο διατακτικό, όμως, επιταγή δεν πληρώθηκε, αφού ήταν προϊόν κλοπής από το δικαιούχο Η και πλαστογραφίας από τον κατηγορούμενο, ο οποίος ωφελήθηκε κατά το ποσό της, με αντίστοιχη ζημία της πωλήτριας. Δ. Το έτος 1993 και σε ημερομηνία που δεν έχει προσδιορισθεί, μετέβη ο κατηγορούμενος στο επί της οδού ... στο ... κατάστημα της εταιρείας "ΒΑΜΒΑΚΑΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΑΕ" και παρέστησε ψευδώς στη νόμιμη εκπρόσωπό της Θ ότι ονομάζεται Ε και παρήγγειλε έναν αεροσυμπιεστή, μία μηχανή συσκευασίας και ένα πλαστικό τσέρκι συνολικής αξίας 680.000 δραχμών. Η ισόποση και αναφερόμενη στο διατακτικό όμως επιταγή δεν πληρώθηκε, αφού ήταν προϊόν κλοπής από το δικαιούχο Η και πλαστογραφίας από τον κατηγορούμενο, ο οποίος ωφελήθηκε κατά το ποσό της, με αντίστοιχη ζημία της πωλήτριας. Ε. Την 26-11-1993 μετέβη ο κατηγορούμενος στα γραφεία της εταιρείας "ΧΑΛΒΑΔΟΠΟΙΪΑ ΞΑΝΘΗΣ-ΖΑΧΑΡΩΔΗ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ ΑΕ", στην ... και παρέστησε ψευδώς στον εκπρόσωπό της Ι ότι ονομάζεται Κ και ότι έχει επιχείρηση στην οδό ..., στην ..., δηλώνοντας και αριθμό τηλεφώνου και ΑΦΜ, παρήγγειλε δε πωλούμενα από αυτήν προϊόντα αξίας 1.882.300 και 1.056.780 δραχμών, χωρίς να καταβάλει τα ποσά αυτά, ούτε να παραδώσει ισόποσες επιταγές, ωφελούμενος έτσι, με αντίστοιχη ζημία της πωλήτριας. ΣΤ. Την 15-11-1993 παρέστησε ψευδώς στις εκμισθώτριες διαμερίσματος της ..., στην ..., Λ1 και Λ2 ότι ονομάζεται Ε και μίσθωσε με το όνομα αυτό το διαμέρισμα για επαγγελματική στέγη, ενώ η μίσθωση δεν θα καταρτίζονταν αν ήξεραν οι εν λόγω εκμισθώτριες ότι τους είχε δώσει ψευδή στοιχεία. Στη συνέχεια δε εγκατέλειψε το μίσθιο οφείλοντας μισθώματα δύο μηνών, ήτοι 200.000 δραχμές, κατά τις οποίες ωφελήθηκε, με αντίστοιχη ζημία των τελευταίων και Ζ. Την 17-12-1993 μετέβη ο κατηγορούμενος στο επί της οδού ..., στο ..., κατάστημα της Μ και, παριστάνοντας ψευδώς, ότι ονομάζεται Ε, παρήγγειλε ένα πλυστικό μηχάνημα αξίας 881.541 δραχμών. Οι παραδοθείσες όμως ισόποσες και αναφερόμενες στο διατακτικό δύο επιταγές δεν πληρώθηκαν διότι ήταν πλαστές, αν και είχε διαβεβαιώσει την εν λόγω, όπως και όλους τους προαναφερθέντες λήπτες επιταγών, του ότι θα επληρώνοντο, ωφελούμενος έτσι κατά το ποσό τους, με αντίστοιχη ζημία της πωλήτριας. Από τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996 και έγινε ευμενέστερη, ώστε να εφαρμόζεται αναδρομικά και για πράξεις που είχαν τελεσθεί προηγουμένως (άρθρο 2 ΠΚ), προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται η προς το σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από το δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας επέρχεται ως άμεσο αποτέλεσμα η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και, μετά τη νέα αντικατάσταση της παρ. 3 από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, απαιτείται, επιπλέον, το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ., οπότε η νεότερη αυτή διάταξη αποβαίνει στο σύνολό της, ακόμη ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, (αφού βάσει αυτής, για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της απάτης δεν αρκεί μόνο, όπως προηγουμένως, η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσή της από το δράστη), και πρέπει να εφαρμόζεται μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξεως. Όπως δε προκύπτει από το συνδυασμό της τελευταίας αυτής ευμενέστερης διατάξεως της παρ. 3 του άρθρου 386 ΠΚ προς το άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/1999, επί απάτης κατ' εξακολούθηση, που τελέσθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2721/1999, ο ποινικός χαρακτήρας αυτής ως κακουργήματος προσδιορίζεται πλέον με βάση τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που επήλθε ή σκοπήθηκε. Ο αυτοτελής ισχυρισμός, συνεπώς, του κατηγορουμένου, όπως αυτός αναπτύχτηκε στο ακροατήριο, ότι οι ανωτέρω διατάξεις δεν είναι εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση και ότι η απάτη κατ' εξακολούθηση, που του αποδίδεται, δεν έχει κακουργηματικό αλλά πλημμεληματικό χαρακτήρα, δεν στηρίζεται στο νόμο και είναι απορριπτέος. Ενόψει όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την άδικη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και συνάμα σταθερή ροπή του προς διάπραξη του εγκλήματος αυτού, ως στοιχείου της προσωπικότητάς του, με συνέπεια η πράξη του αυτή να έχει κακουργηματικό χαρακτήρα, αφού προσθέτως η από την πράξη του αυτή συνολική ζημία των παθόντων και το συνολικό όφελος αυτού υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος απάτης σε βαθμό κακουργήματος, κατ' εξακολούθηση, με τη μορφή της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως αυτής, από την οποία το συνολικό όφελος αυτής και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (13 εδ. στ, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98, 386 παρ. 1, 3 εδ. α, ΠΚ). Για την πράξη του δε αυτή, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης πέντε ετών. Με τις πιο πάνω παραδοχές το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα το Πενταμελές Εφετείο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, δεν ερμήνευσε ούτε εφάρμοσε εσφαλμένα τις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου του 386 παρ. 3 ΠΚ, όπως ισχύουν, με το να απορρίψει τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι η πιο πάνω πράξη για την οποία καταδικάστηκε είχε πλημμεληματικό χαρακτήρα και να δεχθεί ότι για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια απάτης, κατ' εξακολούθηση, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό όφελος των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ) και όχι τα ποσά της κάθε επί μέρους πράξεως (ΟλΑΠ 5/2008). Επίσης περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσο ως προς την συνδρομή της εν λόγω προϋποθέσεως, (δηλαδή ότι το συνολικό όφελος υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ), όσο και ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της κακουργηματικής πράξεως της απάτης, κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκε. Κατ' ακολουθία ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠοινΔ συναφής λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ο από το αυτό άρθρο του ίδιου Κώδικα στοιχ. Δ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι. Αβάσιμος επίσης είναι και ο λόγος αναιρέσεως περί παραγραφής της πιο πάνω πράξεως, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων έχει το χαρακτήρα πλημμελήματος, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, πρόκειται περί κακουργήματος, για το οποίο, από το χρόνο τελέσεως αυτού (29-10-1992 έως και το έτος 1993), δεν παρήλθε ο προβλεπόμενος από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2β και 113 παρ. 2 και 3 εδ. α ΠΚ χρόνος παραγραφής.
Η κατά τα προεκτεθέντα επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, όπως είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα ποινής. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, (εδάφιο ε'), "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του". Για να είναι ορισμένος ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός πρέπει να διαλαμβάνει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, όπως να προσδιορίζεται το χρονικό διάστημα για να κριθεί αν αφορά σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα και να αναφέρονται στην προσωπικότητα του δράστη. Η παθητική απλώς συμπεριφορά του δράστη μετά την πράξη δεν αρκεί για την αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού. Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και το αίτημα προς αναγνώριση των από το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ ελαφρυντικών περιστάσεων, που προτείνονται, κατ' άρθρα 170 παρ. 2 και 333,παρ. 2 ΚΠοινΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με επίκληση των θεμελιούντων τούτους πραγματικών περιστατικών. Επομένως, είναι, αβάσιμος και απορριπτέος ο, κατ'εκτίμηση, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο το εκδόσαν την πληττόμενη απόφαση Δικαστήριο, με ανεπαρκή αιτιολογία, απέρριψε το ζητηθέν ελαφρυντικό από το άρθρο 84 παρ. 2 εδάφιο ε' ΠΚ, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναγνώριση στο πρόσωπο του τελευταίου της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ", χωρίς, όμως, να εκθέσει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, προς θεμελίωση της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει στον εν λόγω αόριστο αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, τον οποίον ως εκ περισσού απέρριψε με ιδιαίτερη αιτιολογία.
Κατ' ακολουθία τούτων, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-4-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 537/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Αυγούστου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη. Η διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3α΄ ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 είναι ηπιότερη της προηγουμένης και εφαρμόζεται και επί πράξεων τελεσθεισών προ της ισχύος του Ν. 2721/1999 εξακολουθητικώς και έχουν συνολικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δρχ, εφόσον στοιχειοθετούνται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης. Το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σε αόριστο αίτημα για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρ. 84 παρ. 2 περ. ε΄ του ΠΚ.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Νόμος επιεικέστερος, Εξακολουθούν έγκλημα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1952/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοϊνη και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1490/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 95/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 140/20-3-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω την υπ'αρ. 34/27-12-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., δικηγόρου Θεσσαλονίκης, κατά του υπ'αρ. 1490/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο κήρυξε απαράδεκτη την υπ'αρ. 91/9-11-2007 έφεσή του κατά του υπ'αριθμ. 819/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης που τον παρέπεμψε, μαζί με άλλους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, να δικασθεί για α) ψευδορκία μάρτυρα και β) συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρ. 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 94 παρ. 2, 224 παρ. 2-1, 362-363 ΠΚ) και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά το άρθρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ασκείται από πρόσωπο που δεν έχει σχετικό δικαίωμα. Εξάλλου κατά το άρθρ. 482 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως αντικ. και ισχύει με το άρθρ. 41 παρ. 1 Ν. 3160/2003 (ΦΕΚ 165Α/30-6-2003) ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος όταν α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και β)....... Επομένως στον κατηγορούμενο αναγνωρίζεται δικαίωμα αναίρεσης μόνον όταν παραπέμπεται για κακούργημα (ή και για κακούργημα) - βλ. ΑΠ 1401/04 - χωρίς ο περιορισμός αυτός να αντίκειται στο Σύνταγμα (άρθρ. 4, 20 παρ.1, 25 παρ. 1 αυτού), στο άρθρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ή του άρθρ. 14 παρ. 5 Διεθνούς Συμφώνου και αρ. 2 παρ. 1 του 7ου πρωτοκόλλου της Ευρ.Σ.ΔΑ (βλ. ΑΠ 209/05, ΑΠ 2000/92, ΑΠ 786/93 και ΑΠ 1377/05). Επειδή τα εγκλήματα της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης για τα οποία παραπέμπεται ο αναιρεσείων κατηγορούμενος είναι πλημμελήματα (αρ. 224 παρ. 2-1, 363-362 ΠΚ).
Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση στρέφεται κατά βουλεύματος που δεν υπόκειται σε αναίρεση και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη αυτή καθώς και η αίτηση αυτοπροσώπου εμφανίσεως του κατηγορουμένου ενώπιον του Συμβουλίου σας προς παροχή διασαφήσεων, διότι αυτή προϋποθέτει παραδεκτώς ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος (ΑΠ 363/84 Π.Χρ. ΛΔ'/827, ΑΠ 1598/81 Π.Χρ. ΛΒ'/681)- άλλωστε ο αναιρεσείων θέλει κληθεί κατά τη διάταξη του άρθρου 476 ΚΠΔ κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αναίρεσης- και να επιβληθούν σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα (476 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς-Π ρ ο τ ε ί ν ω
1) Να κηρυχθεί απαράδεκτη α) η υπ'αριθμ. 34/27-12-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ, δικηγόρου και κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 1490/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και β) η από 27-12-2007 αίτηση περί αυτοπροσώπου εμφανίσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ενώπιον του Συμβουλίου Σας. Και
2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου.
Αθήνα 15 Φεβρουαρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 482 παρ.1 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 παρ.1 του Ν. 3160/2003, προκύπτει ότι, από 30-6-2003, χρόνο ενάρξεως ισχύος του ως άνω νόμου, ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση μόνο κατά του βουλεύματος εκείνου, που τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα ή παύει προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του. Κατά συνέπεια από την 30η Ιουνίου 2003, δεν επιτρέπεται πλέον η άσκηση αναιρέσεως από τον κατηγορούμενο, κατά του βουλεύματος που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου για πλημμέλημα. Σύμφωνα δε με το άρθρο 18 του ΠΚ, πλημμέλημα είναι κάθε πράξη που τιμωρείται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή ή με περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται. Ο περιορισμός αυτός στην άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά βουλευμάτων, που υπαγορεύθηκε από την ανάγκη της μη παρέλκυσης της εκδίκασης των πλημμελημάτων, ούτε στο Σύνταγμα, ούτε στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) της 4-11-1950, που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974, αλλά ούτε και στο Διεθνές Σύμφωνο περί Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων (ΔΣΑΠΔ) των Ηνωμένων Εθνών της 19-12-1966, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997, αντίκειται. Ειδικότερα, ο ανωτέρω περιορισμός δεν παραβιάζει την κατά τα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του Συντάγματος αρχή της ισότητας, το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και την αρχή της αναλογικότητας, αντιστοίχως, ούτε και προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1α' της ΕΣΔΑ, που θεσπίζει το δικαίωμα κάθε ανθρώπου για μια δίκαιη δίκη, αφού, μεταξύ του κατηγορουμένου, που αποτελεί διάδικο (άρθρα 72 και 477 ΚΠΔ) και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που είναι δικαστικός λειτουργός (άρθρα 87 παρ. 3 και 88 παρ. 5 Συντάγματος), υπάρχει ήδη διαφοροποίηση της ιδιότητάς τους και συνεπώς επιβάλλεται η διαφορετική δικονομική μεταχείρισή τους, με τη χορήγηση στον παραπάνω εισαγγελέα, κατά το όπως ισχύει άρθρο 483 παρ. 3 ΚΠΔ, του δικαιώματος να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, ακόμη και εκείνου, το οποίο δεν μπορεί να προσβληθεί από τον κατηγορούμενο και προς το συμφέρον προσέτι του τελευταίου, που, πάντως, δεν στερείται του δικαιώματός του προς παροχή έννομης προστασίας, είτε κατά την προδικασία, είτε κατά την κύρια διαδικασία, καθόσον μπορεί, το μεν, με αίτησή του στον ανωτέρω εισαγγελέα να ζητήσει την υπέρ αυτού και παρ' εκείνου άσκηση του μη επιτρεπομένου σε αυτόν ενδίκου μέσου της αναίρεσης εναντίον βουλεύματος, το δε διατηρεί την άμεση δυνατότητα να προτείνει τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του ενώπιον του δικαστηρίου στην κύρια διαδικασία ή κατά την άσκηση των ενδίκων μέσων κατά της απόφασης, που θα εκδοθεί. Εξάλλου, ο ανωτέρω περιορισμός στην άσκηση ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων δεν αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, διότι αυτά πρέπει να χορηγούνται κατόπιν στάθμισης του συμφέροντος της Πολιτείας, που αποσκοπεί στην ταχεία περάτωση της όλης ποινικής διαδικασίας και την εντεύθεν εμπέδωση της ασφαλείας των πολιτών και της δημόσιας τάξης, και εκείνου του ατόμου, που κατηγορείται για ελαφρώς τιμωρούμενο πλημμέλημα και επιζητά την μη καταδίκη του ή την μη παραπομπή του γι' αυτό, οπότε κατισχύει το πρώτο, καθόσον, έτσι, προάγεται το δημόσιο συμφέρον, χωρίς, όμως, υπέρμετρη, με βάση τα προεκτεθέντα, παραμείωση των δικονομικών δικαιωμάτων του πολίτη, ενώ, προσέτι, από τα άρθρα 2 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με τον ν. 1705/1987 και 14 παρ. 5 του ΔΣΑΠΔ, συνάγεται, ότι δικαίωμα προσφυγής και επανεξέτασης της υπόθεσής του σε ανώτερη δικαιοδοσία έχει κάθε άνθρωπος, που καταδικάσθηκε από δικαστήριο και του επιβλήθηκε ποινή, όχι δε σε περίπτωση παραπομπής του από δικαστικά συμβούλια, δεδομένου ότι ούτε το Σύνταγμα, ούτε η ΕΣΔΑ και το ΔΣΑΠΔ, παρέχουν δικαίωμα απεριόριστης και δίχως χρονικούς περιορισμούς άσκησης ενδίκων μέσων, μήτε και υφίσταται από τα παραπάνω νομοθετήματα καθορισμός περισσότερων βαθμών δικαιοδοσίας και χωρίς φραγμούς πρόσβασης σε αυτούς. Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά του υπ' αριθμό 1490/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, το οποίο κήρυξε απαράδεκτη την υπ' αριθμ.91/9-11-2007 έφεσή του κατά του υπ' αριθμ.819/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που τον παρέπεμψε, μαζί με άλλους, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, (για πλημμελήματα), λόγω της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως δικηγόρου (άρθρο 111 παρ.7 του ΚΠΔ) για να δικαστεί για: α) ψευδορκία μάρτυρα και β)συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρα 26 παρ.1. 27 παρ. 1,94 παρ.2. 224 παρ.2-1, 362-363 του ΠΚ). Οι πράξεις όμως αυτές φέρουν το χαρακτήρα πλημμελήματος. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται εναντίον βουλεύματος το οποίο δεν υπόκειται σε αναίρεση και για το λόγο αυτό είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθώς και η αίτηση αυτοπρόσωπης εμφανίσεως του αναιρεσείοντος ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, προς παροχή διασαφήσεων, διότι αυτή προϋποθέτει παραδεκτώς ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος. Ο προσημειωθείς περιορισμός στο δικαίωμα άσκησης του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ και το ΔΣΑΠΔ, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η διάταξη του άρθρου 2 του ΠΚ δεν εφαρμόζεται επί δικονομικών διατάξεων, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων.
Μετά ταύτα και την ειδοποίηση του αντικλήτου δικηγόρου του αναιρεσείοντος κατά την επί του φακέλου επισημείωση, από τον αρμόδιο γραμματέα κα την μη εμφάνισή του, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθώς και το αίτημα περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ.1 του Κ.ΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 34/27-12-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση του 1490/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, καθώς και την αίτηση περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης του αναιρεσείοντος ενώπιον του Συμβουλίου τούτου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Αυγούστου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Αυγούστου 2008.- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αίτηση αναιρέσεως κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για πλημμελήματα.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.