ID stringlengths 31 67 | TEXT stringlengths 63 2.96k | PRECEDING CONTEXT stringlengths 40 3.77k |
|---|---|---|
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 129 | Ὑπάγει ἡ ψυχίτσα μου νὰ ξέβη ἀπὸ ἐμένα, καὶ ἂς ἠξεύρετε, ἂν δὲν μὲ δώσετε βουλήν, χάνετέ με ἐμέναν.» Ἀπόκρισις τῶν εὐνούχων καὶ τῶν βαΐων πρὸς τὴν βασίλισσαν Οἱ μνοῦχοι γὰρ καὶ οἱ βάιες ὡς ἤκουσαν τὴν κουρτέσαν, ὅλοι ἔπεσαν κάτου, αὐτὴν ἐπροσκυνοῦσαν· οἱ μνοῦχοι καὶ οἱ βάιες της, ἄκουσε τί τὴν λέγουν, μετὰ φόβου καὶ τρ... | Ὁ Ἀλέξανδρος ἐπέζευσεν, ἐμπαίνει εἰς τὸ σπίτι, τὴν γραίαν ἀφηγήθηκεν εἴ τι καὶ ἂν ἐποῖκεν, τὸ πῶς ἐχολομάνησεν ἡ Σεμιράμις καὶ ἐπικράνθη, ἐσηκώθην καὶ ἐδιάβηκεν μέσα εἰς τὴν κλίνην, τὸ τί τὸν εἶπαν οἱ ἄρχοντες καὶ πὼς τὸν ἀγαποῦσιν. Ἡ Σεμιράμις τοὺς μνούχους της ἐλάλησεν, ἵνα βουλὴν ποιήση, μὲ τὲς βάιες της ὁποὺ ἦταν ε... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 134 | Ἦλθεν γὰρ τώρα ὁ νέος αὐτὸς κι ἐποίησε στοίχημα μετ’ ἐσέν, ἢ νὰ κόψης τὸ κεφάλι του, νὰ χάσης τὴν ζωήν του, ἢ νὰ σὲ εὐλογηθῆ, νὰ γένης ἐδική του. Λοιπόν, εἴ τι καὶ ἂν τὸν ἐρώτησες, αὐτὸς ἀπιλογήθην, οἱ ἄρχοντες ἔναι μάρτυρες κι ἐκείνου βοηθοῦσι, καὶ ἂν μετανοήσης, κυρία μου, οὐκ ἠμπορεῖ νὰ γένη, ὅλοι ἐκεῖνον βοηθοῦν κα... | Ὑπάγει ἡ ψυχίτσα μου νὰ ξέβη ἀπὸ ἐμένα, καὶ ἂς ἠξεύρετε, ἂν δὲν μὲ δώσετε βουλήν, χάνετέ με ἐμέναν.» Ἀπόκρισις τῶν εὐνούχων καὶ τῶν βαΐων πρὸς τὴν βασίλισσαν Οἱ μνοῦχοι γὰρ καὶ οἱ βάιες ὡς ἤκουσαν τὴν κουρτέσαν, ὅλοι ἔπεσαν κάτου, αὐτὴν ἐπροσκυνοῦσαν· οἱ μνοῦχοι καὶ οἱ βάιες της, ἄκουσε τί τὴν λέγουν, μετὰ φόβου καὶ τρ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 137 | Οὗτος γὰρ ἔναι ἔμορφος, ἄγγελον ὁμοιάζει, ἔχει καὶ φρόνεσιν καλὴν καὶ λοῦρδος ὁμοιάζει· ἔναι γὰρ κυνήγιν ἔμορφον, ἀπὸ τὸ χέρι σου μὴν τὸ ἐκβάλης· ἐὰν γὰρ τὸ ἐκβάλης ἀπὸ τὸ χέριν σου, ἄλλο κάλλιον νὰ μὴν εὕρης.» Κι ἡ κόρη ἐχαμογέλασεν καὶ λέγει πρὸς ἐκείνους: Ἀπόκρισις τῆς βασίλισσας πρὸς τοὺς μνούχους καὶ πρὸς τὲς βάγι... | Ἦλθεν γὰρ τώρα ὁ νέος αὐτὸς κι ἐποίησε στοίχημα μετ’ ἐσέν, ἢ νὰ κόψης τὸ κεφάλι του, νὰ χάσης τὴν ζωήν του, ἢ νὰ σὲ εὐλογηθῆ, νὰ γένης ἐδική του. Λοιπόν, εἴ τι καὶ ἂν τὸν ἐρώτησες, αὐτὸς ἀπιλογήθην, οἱ ἄρχοντες ἔναι μάρτυρες κι ἐκείνου βοηθοῦσι, καὶ ἂν μετανοήσης, κυρία μου, οὐκ ἠμπορεῖ νὰ γένη, ὅλοι ἐκεῖνον βοηθοῦν κα... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 138 | Ἐσηκώθη ὁ Ἀλέξανδρος καὶ ἦλθεν εἰς τὴν πόρταν καὶ ἐχαιρέτησεν τοὺς πορταροὺς μετὰ καλῆς τῆς γνώμης· καὶ οἱ πορταροὶ εὐχαρίστησαν μετὰ πολλῆς ἀγάπης· ἦλθαν πάλι οἱ ἄρχοντες, ἐκεῖνοι οἱ φρονίμοι, καὶ ἐχαιρέτησαν τὸν Ἀλέξανδρον μετὰ καλὴν τὴν καλὴ γνώμη· καὶ ὁ Ἀλέξανδρος ἐπροσκύνησεν καὶ εὐχαρίστησέν τους, εὐχήθηκέν τους ... | Οὗτος γὰρ ἔναι ἔμορφος, ἄγγελον ὁμοιάζει, ἔχει καὶ φρόνεσιν καλὴν καὶ λοῦρδος ὁμοιάζει· ἔναι γὰρ κυνήγιν ἔμορφον, ἀπὸ τὸ χέρι σου μὴν τὸ ἐκβάλης· ἐὰν γὰρ τὸ ἐκβάλης ἀπὸ τὸ χέριν σου, ἄλλο κάλλιον νὰ μὴν εὕρης.» Κι ἡ κόρη ἐχαμογέλασεν καὶ λέγει πρὸς ἐκείνους: Ἀπόκρισις τῆς βασίλισσας πρὸς τοὺς μνούχους καὶ πρὸς τὲς βάγι... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 139 | Πῶς ὑπῆγεν ὁ ἄρχοντας εἰς τὴν βασίλισσαν Ἦτον γὰρ ἕνας ἀπ’ αὐτούς, ἄρχων ἐκ τῶν φρονίμων, καλὸς καὶ εὐγενικός, ἀπὸ γένους μεσάζων· παρακαλώντας γὰρ αὐτὸν στέλνουν τον πρὸς τὴν κόρην: «Ὕπαγε, παρακαλοῦμέν σε, καὶ εἰπέ το τὴν κόρην, ὅτι ἤλθαμεν καὶ καθόμεσθεν ἀπὸ πολλῆς τῆς ὥρας· ὁ νέος γὰρ ἀπαντέχει την ἀπὸ ἀνατολὴν τῆς... | Ἐσηκώθη ὁ Ἀλέξανδρος καὶ ἦλθεν εἰς τὴν πόρταν καὶ ἐχαιρέτησεν τοὺς πορταροὺς μετὰ καλῆς τῆς γνώμης· καὶ οἱ πορταροὶ εὐχαρίστησαν μετὰ πολλῆς ἀγάπης· ἦλθαν πάλι οἱ ἄρχοντες, ἐκεῖνοι οἱ φρονίμοι, καὶ ἐχαιρέτησαν τὸν Ἀλέξανδρον μετὰ καλὴν τὴν καλὴ γνώμη· καὶ ὁ Ἀλέξανδρος ἐπροσκύνησεν καὶ εὐχαρίστησέν τους, εὐχήθηκέν τους ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 14 | Ἐσηκώθη ὁ βασιλεὺς καὶ ἐπέρασεν τὸν Ἀφράτην ποταμόν, καὶ ὡσὰν ἐπέρασεν ἐκεῖ βλέπει ἕνα βουνάδιν. Ἄκουσε δὲ πάλε, τέ τέκνον μου, τοῦ Θεοῦ τὴν χάριν. Ἀνέβη δὲ εἰς αὐτὸ πάλιν κι ἔχασκεν τὸν ποταμὸν Εὐφράτην, καὶ χάσκοντας βλέπει ὅτι ἔρχεται ἕνα γεράκιν καὶ κάθεται εἰς τὸ βουνίν, εἰς τὰ ποδάριά του κουδούνια εἶχεν. Καὶ γάλ... | Ὅριζεν δὲ τοὺς δούλους της μετὰ πολλῆς κακίας, ἐπίαναν καὶ ἔδενάν τον μετὰ πολλῆς μανίας, ἔξαφνα ἐκόφτασιν τὴν κεφαλήν του μὲ τὴν κόρδαν, ἐπήγαιναν καὶ ἐκρεμάζαν την εἰς τοῦ κάστρου τὴν πόρταν. Ἐδιάβη γὰρ καμπόσος καιρὸς καὶ μερικὸς χρόνος, κανεὶς δὲν ἠμπόρεσεν νὰ τὴν νικήση μόνος. Τῶν Μακεδόνων γὰρ ὁ βασιλεύς, Ἀλέξανδ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 141 | Ἔρχεσαι πάλιν νὰ τὸν ἰδῆς ἢ τί μᾶς ὁρίζεις;›» Καὶ ἡ βασίλισσα ἀπεκρίθηκεν μετὰ θυμοῦ μεγάλου: Λόγος τῆς βασίλισσας πρὸς τὸν ἄρχοντα «Ὕπαγε, ἄρχοντα, ἐσύ, ἔρχομαι καὶ ἐγὼ πάλε, νὰ ἰδῶ τὸν νέον αὐτόν, πάλι νὰ τὸν συντύχω, νὰ τὸν ἐρωτήσω, νὰ τὸν ἰδῶ εἰς αὖτα τί μὲ λέγει.» Ἐγύρισεν ὁ γέροντας, εἰς τοὺς ἄρχοντας ὑπάγει. Ἡ Σ... | Πῶς ὑπῆγεν ὁ ἄρχοντας εἰς τὴν βασίλισσαν Ἦτον γὰρ ἕνας ἀπ’ αὐτούς, ἄρχων ἐκ τῶν φρονίμων, καλὸς καὶ εὐγενικός, ἀπὸ γένους μεσάζων· παρακαλώντας γὰρ αὐτὸν στέλνουν τον πρὸς τὴν κόρην: «Ὕπαγε, παρακαλοῦμέν σε, καὶ εἰπέ το τὴν κόρην, ὅτι ἤλθαμεν καὶ καθόμεσθεν ἀπὸ πολλῆς τῆς ὥρας· ὁ νέος γὰρ ἀπαντέχει την ἀπὸ ἀνατολὴν τῆς... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 147 | Καὶ ἂν τὰ διαλύσης καὶ αὐτά, ὡς θέλεις νὰ ποιήσω· εἰ δὲ καὶ οὐ διαλύσης τα, τὸ κεφάλι σου νὰ κόψω, ἀτή μου μὲ τὰ χέριά μου τὸ αἷμά σου νὰ χύσω.» Καὶ ὁ βασιλεὺς ἀπεκρίθηκεν καὶ λέγει πρὸς ἐκείνην: Ἀπόκρισις τοῦ Ἀλεξάνδρου πρὸς τὴν βασίλισσαν «Ὅρισε, κυρία μου, αὐθέντριά μου, τοῦ πόθου χελιδόνιν, τοὺς λόγους τοὺς ἐρωτικο... | Ἔρχεσαι πάλιν νὰ τὸν ἰδῆς ἢ τί μᾶς ὁρίζεις;›» Καὶ ἡ βασίλισσα ἀπεκρίθηκεν μετὰ θυμοῦ μεγάλου: Λόγος τῆς βασίλισσας πρὸς τὸν ἄρχοντα «Ὕπαγε, ἄρχοντα, ἐσύ, ἔρχομαι καὶ ἐγὼ πάλε, νὰ ἰδῶ τὸν νέον αὐτόν, πάλι νὰ τὸν συντύχω, νὰ τὸν ἐρωτήσω, νὰ τὸν ἰδῶ εἰς αὖτα τί μὲ λέγει.» Ἐγύρισεν ὁ γέροντας, εἰς τοὺς ἄρχοντας ὑπάγει. Ἡ Σ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 150 | Γλήγορα, εἰπέ με καὶ αὐτά, τὸ κεφάλι σου νὰ γλυτώσης· ἂν τὰ εἰπῆς καὶ εὕρης τα, πλιὰ λόγον δὲν ἔχω μετ’ ἐσένα, εἰ δὲ καὶ οὐ διαλύσης τοὺς λόγους μου, γλήγορα νὰ τοὺς εὕρης, τὸ θέλεις πάθει ἀπὸ ἐμὲν ἐσύ, ἂς τὸ ἠξεύρης.» Ἄκουσον τὸν Ἀλέξανδρον τὸ πῶς ἀπιλογήθην, τὴν κόρη συντυχαίνει την μὲ τὰ καλὰ τὰ ἤθη: Ἀπόκρισις τοῦ Ἀ... | Καὶ ἂν τὰ διαλύσης καὶ αὐτά, ὡς θέλεις νὰ ποιήσω· εἰ δὲ καὶ οὐ διαλύσης τα, τὸ κεφάλι σου νὰ κόψω, ἀτή μου μὲ τὰ χέριά μου τὸ αἷμά σου νὰ χύσω.» Καὶ ὁ βασιλεὺς ἀπεκρίθηκεν καὶ λέγει πρὸς ἐκείνην: Ἀπόκρισις τοῦ Ἀλεξάνδρου πρὸς τὴν βασίλισσαν «Ὅρισε, κυρία μου, αὐθέντριά μου, τοῦ πόθου χελιδόνιν, τοὺς λόγους τοὺς ἐρωτικο... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 152 | Τὸ ἄλλον πάλιν τὸ ἐρώτημα, τὸ γραμματικὸν ὁποὺ εἶπες, μὰ τὴν ἀλήθειαν καλόν, φρόνιμον, γραμματικὸν τὸ εἶπες: ὁ Θεὸς σκεπαστής ἐστιν, ὅ,τι καὶ ἂν ἰδῆ σκεπάζει, τοῦ κόσμου τὸ σκέπασμα φορεῖ, καὶ ἄλλον δὲν ὁμοιάζει. Οἱ ἄγγελοι τί τρώγουσιν, νὰ σὲ τὸ εἰπῶ, κόρη, τῶν ἀνθρώπων τὴν ἔννοιαν, μηδὲν πάθουν κακὸν καὶ γίνουσιν τοῦ... | Γλήγορα, εἰπέ με καὶ αὐτά, τὸ κεφάλι σου νὰ γλυτώσης· ἂν τὰ εἰπῆς καὶ εὕρης τα, πλιὰ λόγον δὲν ἔχω μετ’ ἐσένα, εἰ δὲ καὶ οὐ διαλύσης τοὺς λόγους μου, γλήγορα νὰ τοὺς εὕρης, τὸ θέλεις πάθει ἀπὸ ἐμὲν ἐσύ, ἂς τὸ ἠξεύρης.» Ἄκουσον τὸν Ἀλέξανδρον τὸ πῶς ἀπιλογήθην, τὴν κόρη συντυχαίνει την μὲ τὰ καλὰ τὰ ἤθη: Ἀπόκρισις τοῦ Ἀ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 155 | Μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἄρχοντα, καὶ πρῶτε τῶν φρονίμων, κανεὶς δὲν θέλει εὑρεθῆ νὰ σὲ ὁμοιάση ἀπὸ τοὺς νέους.» Τούτους τοὺς λόγους ἐσύντυχεν ἡ κουρτέσα ἐκείνη. Ἄκουσον τὸν Ἀλέξανδρον, πῶς τὴν ἐσυντυχαίνει, καὶ ἐπροσκύνησεν αὐτήν, φρόνιμα ἀπιλογήθη: Ὁ Ἀλέξανδρος εὐχαριστᾶ τὴν βασίλισσα «Ὦ περιβόλιν εὔμορφον καὶ κῆπε τῶν Ἐρώτω... | Τὸ ἄλλον πάλιν τὸ ἐρώτημα, τὸ γραμματικὸν ὁποὺ εἶπες, μὰ τὴν ἀλήθειαν καλόν, φρόνιμον, γραμματικὸν τὸ εἶπες: ὁ Θεὸς σκεπαστής ἐστιν, ὅ,τι καὶ ἂν ἰδῆ σκεπάζει, τοῦ κόσμου τὸ σκέπασμα φορεῖ, καὶ ἄλλον δὲν ὁμοιάζει. Οἱ ἄγγελοι τί τρώγουσιν, νὰ σὲ τὸ εἰπῶ, κόρη, τῶν ἀνθρώπων τὴν ἔννοιαν, μηδὲν πάθουν κακὸν καὶ γίνουσιν τοῦ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 157 | Ἐσύ ’σαι ὁ ἥλιος, τὰ ἄστρα, ἡ ἡμέρα, κι ἐγώ ’μαι τὰ σύννεφα, τῆς νύκτας ἡ ἑσπέρα· ἐσὺ εἶσαι ὁ οὐρανός, τὸ σκέπασμα τοῦ κόσμου, ἐγὼ εἶμαι ὁ ἄνεμος, τὸ κρύον εἰς τὸν κόσμον· ἐσὺ εἶσαι ὁ Παράδεισος, τὸ ἄκουσμα τὸ μέγα, καὶ ἐγὼ εἶμαι ἡ Κόλασις, ἁμαρτωλῶν τὸ στέμμα· ἐσύ ’σαι ἡ πανέδοξος, τοῦ κόσμου ἡ Ἀφροδίτη, κι ἐγώ ’μαι ὁ... | Μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἄρχοντα, καὶ πρῶτε τῶν φρονίμων, κανεὶς δὲν θέλει εὑρεθῆ νὰ σὲ ὁμοιάση ἀπὸ τοὺς νέους.» Τούτους τοὺς λόγους ἐσύντυχεν ἡ κουρτέσα ἐκείνη. Ἄκουσον τὸν Ἀλέξανδρον, πῶς τὴν ἐσυντυχαίνει, καὶ ἐπροσκύνησεν αὐτήν, φρόνιμα ἀπιλογήθη: Ὁ Ἀλέξανδρος εὐχαριστᾶ τὴν βασίλισσα «Ὦ περιβόλιν εὔμορφον καὶ κῆπε τῶν Ἐρώτω... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 159 | Ἔχω καὶ ἐγώ, ἂν ὁρίσης, ἕναν λόγον καὶ μόνον, καὶ ἂν ὁρίζουν οἱ ἄρχοντες νὰ τὸν ῥωτήσω ἐκεῖνον, καὶ ἂν τὸ εὕρη ἡ αὐθεντία σου, τὸ κεφάλιν μου νὰ κόψης, νὰ μὴν δὲν ἔχη λόγον μετ’ ἐσέν, ὡς θέλεις νὰ ποιήσης· εἰ δὲ πάλιν οὐχ εὕρης το, οἱ ἄρχοντες ὡς ὁρίζουν, καὶ ἡ αὐθεντία σου, κόρη μου, ὡσὰν πρέπει νὰ κάμης.» Οἱ ἄρχοντες... | Ἐσύ ’σαι ὁ ἥλιος, τὰ ἄστρα, ἡ ἡμέρα, κι ἐγώ ’μαι τὰ σύννεφα, τῆς νύκτας ἡ ἑσπέρα· ἐσὺ εἶσαι ὁ οὐρανός, τὸ σκέπασμα τοῦ κόσμου, ἐγὼ εἶμαι ὁ ἄνεμος, τὸ κρύον εἰς τὸν κόσμον· ἐσὺ εἶσαι ὁ Παράδεισος, τὸ ἄκουσμα τὸ μέγα, καὶ ἐγὼ εἶμαι ἡ Κόλασις, ἁμαρτωλῶν τὸ στέμμα· ἐσύ ’σαι ἡ πανέδοξος, τοῦ κόσμου ἡ Ἀφροδίτη, κι ἐγώ ’μαι ὁ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 161 | Ἐδίωξέν τον γὰρ ἡ τύχη του καὶ ἐτσακίσθη, ἄφηκεν τὰ φουσάτα του, ἔφυγεν, ἐδιώχθη, τριάντα ἡμέρας ἔφευγεν ἀξυπόλυτος καὶ ἀναμαλλιάρης, καὶ δὲν ἔτρωγεν ἄλλον τίποτες ἔξω βοτάνων ῥίζας. Ηὗρεν τον πρῶτος θάνατος, παλεύει μετ’ ἐκεῖνον, καὶ βοηθεῖ τον ὁ Θεός, γλυτώνει ἀπ’ ἐκεῖνον. Ἦλθεν τῆς τύχης τὸ πουλίν, πιάνει το ἐκεῖνος... | Ἔχω καὶ ἐγώ, ἂν ὁρίσης, ἕναν λόγον καὶ μόνον, καὶ ἂν ὁρίζουν οἱ ἄρχοντες νὰ τὸν ῥωτήσω ἐκεῖνον, καὶ ἂν τὸ εὕρη ἡ αὐθεντία σου, τὸ κεφάλιν μου νὰ κόψης, νὰ μὴν δὲν ἔχη λόγον μετ’ ἐσέν, ὡς θέλεις νὰ ποιήσης· εἰ δὲ πάλιν οὐχ εὕρης το, οἱ ἄρχοντες ὡς ὁρίζουν, καὶ ἡ αὐθεντία σου, κόρη μου, ὡσὰν πρέπει νὰ κάμης.» Οἱ ἄρχοντες... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 165 | Τοῦτον τὸν λόγον, κουρτέσα μου, ἂν τὸ εὕρης τὸ τί ἔναι, κόψε τὸ κεφάλι μου, πλέον λόγος μὴ ἔναι.» Καὶ ἡ βασίλισσα ἀπιλογήθηκεν, ἄκουσε τί τὸν λέγει: Ἀπόκρισις τῆς βασίλισσας πρὸς τὸν Ἀλέξανδρον «Τὸν λόγον τοῦτον οὐχ εὑρίσκω τον τώρα, τὸν συντυχαίνεις· ὁ λόγος ἐτοῦτος δυνατὸς ἔναι, δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸν εὕρω, ἀμὴ ἀπάντεξέ μ... | Ἐδίωξέν τον γὰρ ἡ τύχη του καὶ ἐτσακίσθη, ἄφηκεν τὰ φουσάτα του, ἔφυγεν, ἐδιώχθη, τριάντα ἡμέρας ἔφευγεν ἀξυπόλυτος καὶ ἀναμαλλιάρης, καὶ δὲν ἔτρωγεν ἄλλον τίποτες ἔξω βοτάνων ῥίζας. Ηὗρεν τον πρῶτος θάνατος, παλεύει μετ’ ἐκεῖνον, καὶ βοηθεῖ τον ὁ Θεός, γλυτώνει ἀπ’ ἐκεῖνον. Ἦλθεν τῆς τύχης τὸ πουλίν, πιάνει το ἐκεῖνος... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 166 | Οἱ ἄρχοντες ἐσηκώθηκαν, καταφιλοῦν τὸν νέον, καὶ εὔχουνται πολλὰ τὸν βασιλέα καὶ λέγουν: Οἱ ἄρχοντες ἐπαινοῦν τὸν Ἀλέξανδρον «Χαῖρε δέσποτα βασιλεῦ Σεμιράμης ὡραίας, χαῖρε αὐθέντη φρόνιμε, τῶν Συριάνων ἡ δόξα, χαῖρε νέε πανένδοξε, φρόνιμε τῶν ἀρχόντων, χαῖρε καλὸν τριαντάφυλλον, φυτὸν ἐκ τῶν ὁ γονέων, χαῖρε ἄνδρα τῆς β... | Τοῦτον τὸν λόγον, κουρτέσα μου, ἂν τὸ εὕρης τὸ τί ἔναι, κόψε τὸ κεφάλι μου, πλέον λόγος μὴ ἔναι.» Καὶ ἡ βασίλισσα ἀπιλογήθηκεν, ἄκουσε τί τὸν λέγει: Ἀπόκρισις τῆς βασίλισσας πρὸς τὸν Ἀλέξανδρον «Τὸν λόγον τοῦτον οὐχ εὑρίσκω τον τώρα, τὸν συντυχαίνεις· ὁ λόγος ἐτοῦτος δυνατὸς ἔναι, δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸν εὕρω, ἀμὴ ἀπάντεξέ μ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 167 | Σύρε, ἡ αὐθεντία σου, εἰς τὴν μονήν σου ἀπόψε, φάγε καὶ πίε καὶ χάρου ἡ βασιλεία σου ἀπόψα, καὶ τὸ πρωὶ τὴν βασίλισσαν ἡμεῖς νὰ τὴν ἰδοῦμεν, καὶ ἂν θέλη ὁ Θεὸς γλήγορα τοὺς γάμους νὰ ποιοῦμεν.» Καὶ ὁ βασιλεὺς μετὰ ταπεινώσεως ἐκείνους συντυχαίνει, μετὰ γνώμης καὶ φρονήσεως ἄκουσε τί τοὺς λέγει: Ὁ Ἀλέξανδρος εὐχαριστᾶ τ... | Οἱ ἄρχοντες ἐσηκώθηκαν, καταφιλοῦν τὸν νέον, καὶ εὔχουνται πολλὰ τὸν βασιλέα καὶ λέγουν: Οἱ ἄρχοντες ἐπαινοῦν τὸν Ἀλέξανδρον «Χαῖρε δέσποτα βασιλεῦ Σεμιράμης ὡραίας, χαῖρε αὐθέντη φρόνιμε, τῶν Συριάνων ἡ δόξα, χαῖρε νέε πανένδοξε, φρόνιμε τῶν ἀρχόντων, χαῖρε καλὸν τριαντάφυλλον, φυτὸν ἐκ τῶν ὁ γονέων, χαῖρε ἄνδρα τῆς β... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 169 | Ὁ βασιλεὺς ἐσέβηκεν εἰς τὴν κατούναν του μέσα, τὴν γραίαν ἐχαιρέτησεν μετὰ χαρᾶς μεγάλης, καὶ ἡ γραία τὸν ἐπροσκύνησεν καὶ ἐχάρη μεγάλως· πάλιν τὸν ἐσύντυχεν καὶ εἶπεν: «Τί ἔγινεν;» Καὶ ὁ Ἀλέξανδρος εἶπεν την: «Θαρρῶ εἰς τὸν Θεόν, μὲ τὴν εὐχή σου ὅ,τι θέλω νὰ γένη.» Τὸν λόγον δὲν τὸν πλέρωσεν, ἔξω τόνε λαλοῦσιν· ἐξέβη ... | Σύρε, ἡ αὐθεντία σου, εἰς τὴν μονήν σου ἀπόψε, φάγε καὶ πίε καὶ χάρου ἡ βασιλεία σου ἀπόψα, καὶ τὸ πρωὶ τὴν βασίλισσαν ἡμεῖς νὰ τὴν ἰδοῦμεν, καὶ ἂν θέλη ὁ Θεὸς γλήγορα τοὺς γάμους νὰ ποιοῦμεν.» Καὶ ὁ βασιλεὺς μετὰ ταπεινώσεως ἐκείνους συντυχαίνει, μετὰ γνώμης καὶ φρονήσεως ἄκουσε τί τοὺς λέγει: Ὁ Ἀλέξανδρος εὐχαριστᾶ τ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 172 | Ὅμως ἐπροσκύνησαν καὶ ἐτίμησαν τὸν βασιλέα ὡς πρέπει. Καὶ ὁ Ἀλέξανδρος ἐπροσκύνησεν καὶ ἐχάρην μεγάλως, ἀπὸ ἄλογον τοὺς ἐχάρισεν καὶ ἐφαγοπότισέν τους. Πῶς ὁ Ἀλέξανδρος ἔστειλεν χαιρετίσματα εἰς τοὺς ἄρχοντες Ἔπειτα ἐγύρισεν πρὸς τοὺς ἀνθρώπους καὶ εἶπεν: «Ὑπάγετε, προσκυνήσατε τοὺς ἄρχοντας ἀπὸ ἐμένα καὶ εὐχαριστήσετέ... | Ὁ βασιλεὺς ἐσέβηκεν εἰς τὴν κατούναν του μέσα, τὴν γραίαν ἐχαιρέτησεν μετὰ χαρᾶς μεγάλης, καὶ ἡ γραία τὸν ἐπροσκύνησεν καὶ ἐχάρη μεγάλως· πάλιν τὸν ἐσύντυχεν καὶ εἶπεν: «Τί ἔγινεν;» Καὶ ὁ Ἀλέξανδρος εἶπεν την: «Θαρρῶ εἰς τὸν Θεόν, μὲ τὴν εὐχή σου ὅ,τι θέλω νὰ γένη.» Τὸν λόγον δὲν τὸν πλέρωσεν, ἔξω τόνε λαλοῦσιν· ἐξέβη ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 175 | Ἀπόκρισις τῆς γραίας πρὸς τὸν Ἀλέξανδρον Ἦλθεν ἡ γραία καὶ λέγει τον: «Υἱέ μου ἀγαπητέ, ψυχῆς παρηγορία, μὴν ἔχης ἔννοιαν ποσῶς, ἐκέρδαισες τὴν ὡραίαν, καὶ χαῖρε ἀπὸ τοῦ νῦν, ὅτι ἐπῆρες τὴν Συρίαν.» Ἐχάρηκεν ὁ βασιλεύς, καὶ χαρίζει τὴν γραίαν καμουχὰν μὲ ἑκατὸν φλουρία. Ἂς ἔλθωμεν δὲ πάλι εἰς τὸν λόγον τῆς Σεμιράμης. Ἐ... | Ὅμως ἐπροσκύνησαν καὶ ἐτίμησαν τὸν βασιλέα ὡς πρέπει. Καὶ ὁ Ἀλέξανδρος ἐπροσκύνησεν καὶ ἐχάρην μεγάλως, ἀπὸ ἄλογον τοὺς ἐχάρισεν καὶ ἐφαγοπότισέν τους. Πῶς ὁ Ἀλέξανδρος ἔστειλεν χαιρετίσματα εἰς τοὺς ἄρχοντες Ἔπειτα ἐγύρισεν πρὸς τοὺς ἀνθρώπους καὶ εἶπεν: «Ὑπάγετε, προσκυνήσατε τοὺς ἄρχοντας ἀπὸ ἐμένα καὶ εὐχαριστήσετέ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 178 | Ὅτι μεγάλην πικρίαν τὸ ἔχω καὶ πολὺν πολὺν φαρμάκιν, ἐδὲ κακὸν ὁποὺ ἔπαθα ἐγώ, ἡ καρδία μου ἐγέμισεν ἀνάγκην: μέσα εἰς τοὺς ἄρχοντας καὶ εἰς τὸν κόσμον ὅλον, νὰ τὸ ἀκούσουν οἱ ῥηγάδες καὶ τὸ φουσάτον ὅλον, πὼς ἕνδεκα ἐρωτήματα τὸν ἐρώτησα, καὶ ὅλα τὰ ηὗρεν, καὶ αὐτὸς ἐρώτησέ με ἕνα, καὶ οὐκ ἠμπορεῖν τὸ εὕρειν· κάλλιος ... | Ἀπόκρισις τῆς γραίας πρὸς τὸν Ἀλέξανδρον Ἦλθεν ἡ γραία καὶ λέγει τον: «Υἱέ μου ἀγαπητέ, ψυχῆς παρηγορία, μὴν ἔχης ἔννοιαν ποσῶς, ἐκέρδαισες τὴν ὡραίαν, καὶ χαῖρε ἀπὸ τοῦ νῦν, ὅτι ἐπῆρες τὴν Συρίαν.» Ἐχάρηκεν ὁ βασιλεύς, καὶ χαρίζει τὴν γραίαν καμουχὰν μὲ ἑκατὸν φλουρία. Ἂς ἔλθωμεν δὲ πάλι εἰς τὸν λόγον τῆς Σεμιράμης. Ἐ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 181 | Μάνα, σηκώσου καὶ ἰδὲ εἰς τὴν πόρταν τὸ τίς ἔναι.» Ἐσηκώθηκεν δὲ ἡ γριὰ καὶ ἦλθεν εἰς τὴν πόρταν, κι ἀπιλογᾶται ἡ βάγια: «Ἄνοιξε, ὅτι ξένος δὲν εἶναι· ἐσὺ μόνον ἄνοιξε νὰ ἰδῆς τὸ τίς ἔναι.» Τὸ νὰ ἄνοιξεν σεβαίνουσιν εἰς τὸ σπίτιν, νὰ εἶπες ἐκ τὸν οὐρανὸν ἔλαμψεν ἥλιος εἰς τὸ σπίτιν. Καὶ ἡ γραία ἐξενίσθηκεν καὶ μεγάλως ... | Ὅτι μεγάλην πικρίαν τὸ ἔχω καὶ πολὺν πολὺν φαρμάκιν, ἐδὲ κακὸν ὁποὺ ἔπαθα ἐγώ, ἡ καρδία μου ἐγέμισεν ἀνάγκην: μέσα εἰς τοὺς ἄρχοντας καὶ εἰς τὸν κόσμον ὅλον, νὰ τὸ ἀκούσουν οἱ ῥηγάδες καὶ τὸ φουσάτον ὅλον, πὼς ἕνδεκα ἐρωτήματα τὸν ἐρώτησα, καὶ ὅλα τὰ ηὗρεν, καὶ αὐτὸς ἐρώτησέ με ἕνα, καὶ οὐκ ἠμπορεῖν τὸ εὕρειν· κάλλιος ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 186 | Ἐξενιάσθην ὁ Ἀλέξανδρος τὸ πρόσωπον τῆς κόρης, ἐθαυμάσθην καὶ ἔφριξεν τὴν εὐμορφίαν τῆς κόρης, ἔχασε γοῦν τὴν ὄψιν του, δὲν εἶχε τί νὰ ζητήση, ὄχι μόνον τὴν ὄψιν του, ἀλλὰ καὶ τὴν αἴσθησίν του· τέλος δὲ ὡς ἐκάθετον, μετὰ καμπόσης ὥρας, ἐμάζωξεν τὴν γνῶσίν του μετὰ πολλῆς τῆς ὥρας, καὶ συντυχαίνει ταπεινὰ καὶ ἐρωτᾶ τὴν ... | Μάνα, σηκώσου καὶ ἰδὲ εἰς τὴν πόρταν τὸ τίς ἔναι.» Ἐσηκώθηκεν δὲ ἡ γριὰ καὶ ἦλθεν εἰς τὴν πόρταν, κι ἀπιλογᾶται ἡ βάγια: «Ἄνοιξε, ὅτι ξένος δὲν εἶναι· ἐσὺ μόνον ἄνοιξε νὰ ἰδῆς τὸ τίς ἔναι.» Τὸ νὰ ἄνοιξεν σεβαίνουσιν εἰς τὸ σπίτιν, νὰ εἶπες ἐκ τὸν οὐρανὸν ἔλαμψεν ἥλιος εἰς τὸ σπίτιν. Καὶ ἡ γραία ἐξενίσθηκεν καὶ μεγάλως ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 190 | Μετ’ αὔτην γοῦν τὴν βασίλισσαν ἐγὼ πολλὴν μάχην ἔχω· φαίνεταί την, ὅτι ἔναι φρόνιμη καὶ αὐτὴ φρόνεσιν δὲν ἔχει. Ὢ πόσους νέους ἐσκότωσεν ἡ θαυμαστὴ ἐκείνη! Σκοτώνει τους καὶ κόπτει τους καὶ δὲν ἐλεημονεῖται ἐτούτη ἡ κουρτέσα. Ἤκουσα ὅτι πολλὰ ἐπειράχτηκες διὰ ταύτην, καὶ ἐχάρηκά το πολλὰ πὼς τὴν ἐνίκησες αὐτήν, καὶ ἐρώ... | Ἐξενιάσθην ὁ Ἀλέξανδρος τὸ πρόσωπον τῆς κόρης, ἐθαυμάσθην καὶ ἔφριξεν τὴν εὐμορφίαν τῆς κόρης, ἔχασε γοῦν τὴν ὄψιν του, δὲν εἶχε τί νὰ ζητήση, ὄχι μόνον τὴν ὄψιν του, ἀλλὰ καὶ τὴν αἴσθησίν του· τέλος δὲ ὡς ἐκάθετον, μετὰ καμπόσης ὥρας, ἐμάζωξεν τὴν γνῶσίν του μετὰ πολλῆς τῆς ὥρας, καὶ συντυχαίνει ταπεινὰ καὶ ἐρωτᾶ τὴν ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 197 | Ἐπίασαν ἀπὸ τὸ φαγίν, ἔφαγαν καὶ ἀπὸ τὸ ὀρύζι. Ἡ κόρη λέγει τὴν βάιαν της νὰ δώση ἀπὸ τὸ οἰνάριν: «Κέρασε, βάια, νὰ πίωμεν, ἀπόψα νὰ ’φρανθοῦμεν, μὲ τὸν αὐθέντη μου τὸν πανένδοξον οἱ δύο μας νὰ χαροῦμεν.» Ἐγέμισεν ἡ βάια τὴν κούπαν, δίδει την τὴν κυράν της, καὶ αὐτὴ ἐπῆρεν την μετὰ χαρᾶς, κρατεῖ την εἰς τὰ χέρια. Ἐδὲ τ... | Μετ’ αὔτην γοῦν τὴν βασίλισσαν ἐγὼ πολλὴν μάχην ἔχω· φαίνεταί την, ὅτι ἔναι φρόνιμη καὶ αὐτὴ φρόνεσιν δὲν ἔχει. Ὢ πόσους νέους ἐσκότωσεν ἡ θαυμαστὴ ἐκείνη! Σκοτώνει τους καὶ κόπτει τους καὶ δὲν ἐλεημονεῖται ἐτούτη ἡ κουρτέσα. Ἤκουσα ὅτι πολλὰ ἐπειράχτηκες διὰ ταύτην, καὶ ἐχάρηκά το πολλὰ πὼς τὴν ἐνίκησες αὐτήν, καὶ ἐρώ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 202 | Εἰπέ μου το, αὐθέντη μου, κι ἐγὼ νὰ τὸ ἀφήσω, ὡσὰν τὸ ὄμοσες ἐσύ, ἐγὼ νὰ τὸ ποιήσω.» «Νὰ ἠξεύρης, διὰ τὴν Σεμιράμην καίεται ἡ ψυχή μου, ὁ λογισμός μου εἰς αὐτὴν κείτεται, φλογίζεται ἡ καρδία μου. Ὅταν γὰρ μὲ τὴν δώση ὁ Θεός, τότε νὰ τὸ πίω· εἰ δὲ καὶ δὲν τὴν κερδαίσω, τί τὸν θέλω τὸν οἶνον;» Κι ἡ κόρη χολομάνησεν, γυρί... | Ἐπίασαν ἀπὸ τὸ φαγίν, ἔφαγαν καὶ ἀπὸ τὸ ὀρύζι. Ἡ κόρη λέγει τὴν βάιαν της νὰ δώση ἀπὸ τὸ οἰνάριν: «Κέρασε, βάια, νὰ πίωμεν, ἀπόψα νὰ ’φρανθοῦμεν, μὲ τὸν αὐθέντη μου τὸν πανένδοξον οἱ δύο μας νὰ χαροῦμεν.» Ἐγέμισεν ἡ βάια τὴν κούπαν, δίδει την τὴν κυράν της, καὶ αὐτὴ ἐπῆρεν την μετὰ χαρᾶς, κρατεῖ την εἰς τὰ χέρια. Ἐδὲ τ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 206 | — Τότε ἡ γραία σηκώθηκεν καὶ προσκυνᾶ τὸν νέον, κι ἡ βάια μαζὶ μετ’ αὐτήν, ἄκουσε τί τὸν λέγουν: Ἀπόκρισις τῆς γραίας καὶ τῆς βάιας πρὸς τὸν Ἀλέξανδρον «Αὐθέντα μέγα, θαυμαστέ, καὶ φρόνιμον κεφάλι, δὲν εἶναι τοῦτο καλὸν νὰ τὸ ποίσης, οὐδὲ τὴν ὡραίαν κουρτέσαν νὰ ἀπιλογίσης. Αὐτὴ τὸ κεφάλι της ἔβαλεν γιὰ σὲν καὶ ἦλθεν ε... | Εἰπέ μου το, αὐθέντη μου, κι ἐγὼ νὰ τὸ ἀφήσω, ὡσὰν τὸ ὄμοσες ἐσύ, ἐγὼ νὰ τὸ ποιήσω.» «Νὰ ἠξεύρης, διὰ τὴν Σεμιράμην καίεται ἡ ψυχή μου, ὁ λογισμός μου εἰς αὐτὴν κείτεται, φλογίζεται ἡ καρδία μου. Ὅταν γὰρ μὲ τὴν δώση ὁ Θεός, τότε νὰ τὸ πίω· εἰ δὲ καὶ δὲν τὴν κερδαίσω, τί τὸν θέλω τὸν οἶνον;» Κι ἡ κόρη χολομάνησεν, γυρί... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 210 | Ἀμὴ ἔχω εἰς τὴν καρδία μου ἕνα τίποτες: ἂν μὲ ἀγαπᾶς, εἰπέ με τὸ ἐρώτημα ὁποὺ ἐρώτησες τὴν κόρην.» Καὶ ὁ Ἀλέξανδρος εἶπεν: «Νὰ τὸ εἰπῶ ὡς θέλεις, πρῶτα εἰς τὴν στρῶσιν νὰ πέσωμεν καὶ τότε νὰ τὸ μάθης.» Κι ἡ κόρη λέγει τον: «Τώρα νὰ τὸ ἀκούσω, κι ἀπέκει νὰ πέσωμεν, σὰν θέλεις νὰ ποιήσω.» Ἄρχισε γὰρ Ἀλέξανδρος, τὸ ῥώτημα... | — Τότε ἡ γραία σηκώθηκεν καὶ προσκυνᾶ τὸν νέον, κι ἡ βάια μαζὶ μετ’ αὐτήν, ἄκουσε τί τὸν λέγουν: Ἀπόκρισις τῆς γραίας καὶ τῆς βάιας πρὸς τὸν Ἀλέξανδρον «Αὐθέντα μέγα, θαυμαστέ, καὶ φρόνιμον κεφάλι, δὲν εἶναι τοῦτο καλὸν νὰ τὸ ποίσης, οὐδὲ τὴν ὡραίαν κουρτέσαν νὰ ἀπιλογίσης. Αὐτὴ τὸ κεφάλι της ἔβαλεν γιὰ σὲν καὶ ἦλθεν ε... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 214 | Καὶ δὲν εὕρισκα τίποτες νὰ φάγω γιὰ μερίδα, μόνον ἔτρωγα τῶν βοτάνων τὰς ῥίζας· τότε ὡς ἐδίψασα καὶ νερὸν δὲν ηὗρα, τρεῖς ἡμέρες ἐγύρευα νερὸν καὶ δὲν ηὗρα, ἡ ψυχή μου εἰς τὰ ὀρθούνιά μου ἦλθεν διὰ νὰ ἔβγη, καὶ γὰρ ἄδικος θάνατος μετὰ μένα παλεύει· ὅμως εὐεργέτησεν ὁ Θεὸς καὶ νερὸν μὲ ἔδωκεν, ἐβοήθησέ με καὶ ἔπια καὶ ὑ... | Ἀμὴ ἔχω εἰς τὴν καρδία μου ἕνα τίποτες: ἂν μὲ ἀγαπᾶς, εἰπέ με τὸ ἐρώτημα ὁποὺ ἐρώτησες τὴν κόρην.» Καὶ ὁ Ἀλέξανδρος εἶπεν: «Νὰ τὸ εἰπῶ ὡς θέλεις, πρῶτα εἰς τὴν στρῶσιν νὰ πέσωμεν καὶ τότε νὰ τὸ μάθης.» Κι ἡ κόρη λέγει τον: «Τώρα νὰ τὸ ἀκούσω, κι ἀπέκει νὰ πέσωμεν, σὰν θέλεις νὰ ποιήσω.» Ἄρχισε γὰρ Ἀλέξανδρος, τὸ ῥώτημα... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 219 | Ἦλθέν με δεύτερος θάνατος, παλεύω μετ’ ἐκεῖνον, ἐτούτη ἡ βασίλισσα παλεύει μετ’ ἐμέναν· θέλει νὰ κόψη τὸ κεφάλι μου, νὰ πάρη τὴν ζωήν μου, νὰ χύση καὶ τὸ αἷμά μου, νὰ χάσω τὴν ψυχήν μου. Ἐβοήθησέ με ὁ Θεός, θαρρῶ νὰ τὴν νικήσω, Συρίας αὐθέντης νὰ γενῶ καὶ αὐτὴν νὰ τὴν κερδίσω.» Κι ἡ κόρη ὡς ἤκουσεν αὐτὸν τὸν λόγον καὶ ... | Καὶ δὲν εὕρισκα τίποτες νὰ φάγω γιὰ μερίδα, μόνον ἔτρωγα τῶν βοτάνων τὰς ῥίζας· τότε ὡς ἐδίψασα καὶ νερὸν δὲν ηὗρα, τρεῖς ἡμέρες ἐγύρευα νερὸν καὶ δὲν ηὗρα, ἡ ψυχή μου εἰς τὰ ὀρθούνιά μου ἦλθεν διὰ νὰ ἔβγη, καὶ γὰρ ἄδικος θάνατος μετὰ μένα παλεύει· ὅμως εὐεργέτησεν ὁ Θεὸς καὶ νερὸν μὲ ἔδωκεν, ἐβοήθησέ με καὶ ἔπια καὶ ὑ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 22 | Ὁ αὐθέντης ὡς τὸν εἶδεν ἐχάρην χαρὰν μεγάλην, ἐσηκώθη καὶ ἀποζώνεται, τὰ ῥοῦχά του χαρίζει: «Φέρετε καὶ ἄλογον καλόν», τοὺς δούλους του ὁρίζει· ἔντυσεν γοῦν καὶ ἐχάρισεν καὶ ἔξοδον τοῦ δῶκεν, ἐφαγοπότισεν καλὰ καὶ ἄλογον τοῦ δῶκεν. Ἐξέβην δὲ ὁ Ἀλέξανδρος καὶ ἐδιάβην πάλιν, ἐπέρασεν τὸν ποταμὸν καὶ πάγει τὸ παραγιάλιν· ... | Ἐσηκώθη ὁ βασιλεὺς καὶ ἐπέρασεν τὸν Ἀφράτην ποταμόν, καὶ ὡσὰν ἐπέρασεν ἐκεῖ βλέπει ἕνα βουνάδιν. Ἄκουσε δὲ πάλε, τέ τέκνον μου, τοῦ Θεοῦ τὴν χάριν. Ἀνέβη δὲ εἰς αὐτὸ πάλιν κι ἔχασκεν τὸν ποταμὸν Εὐφράτην, καὶ χάσκοντας βλέπει ὅτι ἔρχεται ἕνα γεράκιν καὶ κάθεται εἰς τὸ βουνίν, εἰς τὰ ποδάριά του κουδούνια εἶχεν. Καὶ γάλ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 221 | Κι ἂ δὲν σὲ καταδεχθῆ, τί θέλεις νὰ ποίσης;» Ἄκουσε τὸν Ἀλέξανδρον τὸ πῶς τὴν συντυχαίνει: Ἀπόκρισις τοῦ Ἀλεξάνδρου πρὸς τὴν βασίλισσαν «Ὁ κόσμος ἂν γένη παράδεισος πλούσιος μὲ τὰ ἄνθη, εἰς ἐμένα θέλει εἶσταιν κόλασις μεγάλη, δίχως αὐτὴν δὲν ἠμπορῶ νὰ ζήσω.» Ἐσηκώθη ἡ κόρη, στέκεται, τὰ ῥοῦχά της ἐβγάνει, καὶ δίδει τα ... | Ἦλθέν με δεύτερος θάνατος, παλεύω μετ’ ἐκεῖνον, ἐτούτη ἡ βασίλισσα παλεύει μετ’ ἐμέναν· θέλει νὰ κόψη τὸ κεφάλι μου, νὰ πάρη τὴν ζωήν μου, νὰ χύση καὶ τὸ αἷμά μου, νὰ χάσω τὴν ψυχήν μου. Ἐβοήθησέ με ὁ Θεός, θαρρῶ νὰ τὴν νικήσω, Συρίας αὐθέντης νὰ γενῶ καὶ αὐτὴν νὰ τὴν κερδίσω.» Κι ἡ κόρη ὡς ἤκουσεν αὐτὸν τὸν λόγον καὶ ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 225 | Οἱ ἄρχοντες ἦτον ἕτοιμοι ὅλοι νὰ τὸν ἰδοῦσιν, εὐχαρίστησαν, ἐχαιρέτησαν αὐτὸν καὶ προσκυνοῦσιν· καί: «Ἡ βασίλισσα ἦλθεν ἀπὸ τὸ πουρνόν, ἐκάθισεν εἰς τὸ θρονί της.» Ἦλθεν οὖν καὶ ὁ Ἀλέξανδρος καὶ ἐκάθισεν ἀντίκρυ της: Ἀπόκρισις τῆς βασίλισσας πρὸς τὸν Ἀλέξανδρον «Ὦ νέε, διατὶ δὲν ἦλθες γλήγορα, τὸ πουρνὸν μὲ τὴν ὥραν; Ἐ... | Κι ἂ δὲν σὲ καταδεχθῆ, τί θέλεις νὰ ποίσης;» Ἄκουσε τὸν Ἀλέξανδρον τὸ πῶς τὴν συντυχαίνει: Ἀπόκρισις τοῦ Ἀλεξάνδρου πρὸς τὴν βασίλισσαν «Ὁ κόσμος ἂν γένη παράδεισος πλούσιος μὲ τὰ ἄνθη, εἰς ἐμένα θέλει εἶσταιν κόλασις μεγάλη, δίχως αὐτὴν δὲν ἠμπορῶ νὰ ζήσω.» Ἐσηκώθη ἡ κόρη, στέκεται, τὰ ῥοῦχά της ἐβγάνει, καὶ δίδει τα ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 229 | Ἄκουσε τὸν Ἀλέξανδρον τὸ πῶς τὴν συντυχαίνει: Ἀπόκρισις τοῦ Ἀλεξάνδρου πρὸς τὴν βασίλισσαν «Κόρη μου, ’γὼ τὸν θάνατον ποσῶς δὲν τὸν φοβοῦμαι, ἀπὸ τοὺς λόγους σου αὐτουνοὺς ποσῶς δὲν τοὺς τηροῦμαι. Ὁρίζεις πὼς ἄργησα, δὲν ἦρθα μὲ τὴν ὥρα: ἐγὼ ἀποκοιμήθηκα ἀπόψα τὴν ἑσπέραν, πουλὶν ἦρθε πανέμορφον, εἰς τὴν κατούναν μου ἐ... | Οἱ ἄρχοντες ἦτον ἕτοιμοι ὅλοι νὰ τὸν ἰδοῦσιν, εὐχαρίστησαν, ἐχαιρέτησαν αὐτὸν καὶ προσκυνοῦσιν· καί: «Ἡ βασίλισσα ἦλθεν ἀπὸ τὸ πουρνόν, ἐκάθισεν εἰς τὸ θρονί της.» Ἦλθεν οὖν καὶ ὁ Ἀλέξανδρος καὶ ἐκάθισεν ἀντίκρυ της: Ἀπόκρισις τῆς βασίλισσας πρὸς τὸν Ἀλέξανδρον «Ὦ νέε, διατὶ δὲν ἦλθες γλήγορα, τὸ πουρνὸν μὲ τὴν ὥραν; Ἐ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 233 | Ἐρώτησις τῆς βασίλισσας πρὸς τοὺς ἄρχοντας Ὁρίζει ἡ βασίλισσα, τοὺς ἄρχοντες λαλοῦσιν, τοὺς ἄρχοντες ἐκάλεσε, αὐτείνους συντυχαίνει: «Ἄρχοντες μεγάλοι, θαυμαστοί, μικροί τε καὶ μεγάλοι, νὰ ἠξεύρετε, ἄρχοντες, αὐτὸς μὲ θέλει πάρει, κι ἀγαπῶ καὶ θέλω τον, θέλω τον νὰ μὲ πάρη· νὰ γένη αὐτὸς βασιλεὺς εἰς τῆς Συρίας τὰ κάστ... | Ἄκουσε τὸν Ἀλέξανδρον τὸ πῶς τὴν συντυχαίνει: Ἀπόκρισις τοῦ Ἀλεξάνδρου πρὸς τὴν βασίλισσαν «Κόρη μου, ’γὼ τὸν θάνατον ποσῶς δὲν τὸν φοβοῦμαι, ἀπὸ τοὺς λόγους σου αὐτουνοὺς ποσῶς δὲν τοὺς τηροῦμαι. Ὁρίζεις πὼς ἄργησα, δὲν ἦρθα μὲ τὴν ὥρα: ἐγὼ ἀποκοιμήθηκα ἀπόψα τὴν ἑσπέραν, πουλὶν ἦρθε πανέμορφον, εἰς τὴν κατούναν μου ἐ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 235 | Συντύχετε καὶ ἐσεῖς, δότε βουλὴν εἰς τοῦτο.» Οἱ ἄρχοντες ἀποκρίθησαν, τοιοῦτον λόγον λέγουν, μετὰ πολλῆς φρονήσεως αὐτὴν συντυχαίνουν: Ἀπόκρισις τῶν ἀρχόντων πρὸς τὴν βασίλισσαν «Κυρία μας βασίλισσα, καὶ πρώτη ἐδική μας, μὰ τὴν ἀλήθειαν εἶσαι φρόνιμη, καλὴ ὡσὰν σὲ πρέπει, καὶ πολεμᾶς φρόνιμα καὶ δίκαια ὡς θέλει· αὐτὸν ... | Ἐρώτησις τῆς βασίλισσας πρὸς τοὺς ἄρχοντας Ὁρίζει ἡ βασίλισσα, τοὺς ἄρχοντες λαλοῦσιν, τοὺς ἄρχοντες ἐκάλεσε, αὐτείνους συντυχαίνει: «Ἄρχοντες μεγάλοι, θαυμαστοί, μικροί τε καὶ μεγάλοι, νὰ ἠξεύρετε, ἄρχοντες, αὐτὸς μὲ θέλει πάρει, κι ἀγαπῶ καὶ θέλω τον, θέλω τον νὰ μὲ πάρη· νὰ γένη αὐτὸς βασιλεὺς εἰς τῆς Συρίας τὰ κάστ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 236 | Ἐπειδὴ οὖν ἡ βασιλεία σου θέλεις καὶ ἀγαπᾶς τον, θέλεις καὶ καταδέχεσαι νὰ χαίρεσαι μετ’ αὖτον, θέλομέν τον καὶ ἡμεῖς νὰ τὸν ποιήσωμεν ῥήγαν, καταδεχόμεσθεν αὐτὸν νὰ ἔχωμεν βασιλέαν.» Ὁρισμὸς τῆς βασίλισσας διὰ τὸν γάμον Ὁρίζει πάλιν ἡ βασίλισσα νὰ ποιήσουν τοὺς γάμους, νὰ καλέσουν τὰ φουσάτα καὶ τοὺς ἄρχοντες ὅλους, ὅ... | Συντύχετε καὶ ἐσεῖς, δότε βουλὴν εἰς τοῦτο.» Οἱ ἄρχοντες ἀποκρίθησαν, τοιοῦτον λόγον λέγουν, μετὰ πολλῆς φρονήσεως αὐτὴν συντυχαίνουν: Ἀπόκρισις τῶν ἀρχόντων πρὸς τὴν βασίλισσαν «Κυρία μας βασίλισσα, καὶ πρώτη ἐδική μας, μὰ τὴν ἀλήθειαν εἶσαι φρόνιμη, καλὴ ὡσὰν σὲ πρέπει, καὶ πολεμᾶς φρόνιμα καὶ δίκαια ὡς θέλει· αὐτὸν ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 237 | «Καὶ τῆς θαλάσσου ψάρια, λαβράκια καὶ χέλια, συάκια καὶ κεφάλοι, ἀμέτρητα νὰ εἶναι· χίλια μόδια ῥύζι καὶ χίλια τὸ ῥεβύθι, χίλια μόδια φακὴ καὶ χίλια τὸ φασούλι· ἑκατὸν καντάρια βούτυρον καὶ ἑκατὸν καντάρια μέλι· πενήντα καντάρια ἐλαιόλαδον· καὶ ἑκατὸν χιλιάδες μέτρα κρασίν, καὶ χίλια μέτρα μονοβασιά· χίλια μέτρα γάλα κ... | Ἐπειδὴ οὖν ἡ βασιλεία σου θέλεις καὶ ἀγαπᾶς τον, θέλεις καὶ καταδέχεσαι νὰ χαίρεσαι μετ’ αὖτον, θέλομέν τον καὶ ἡμεῖς νὰ τὸν ποιήσωμεν ῥήγαν, καταδεχόμεσθεν αὐτὸν νὰ ἔχωμεν βασιλέαν.» Ὁρισμὸς τῆς βασίλισσας διὰ τὸν γάμον Ὁρίζει πάλιν ἡ βασίλισσα νὰ ποιήσουν τοὺς γάμους, νὰ καλέσουν τὰ φουσάτα καὶ τοὺς ἄρχοντες ὅλους, ὅ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 240 | Ἐξέβηκεν Ἀλέξανδρος καὶ βλέπει τοὺς μνούχους τῆς βασίλισσας, ὄχι εὐνούχους μοναχά, ἀλλὰ καὶ πορταραίους· ἐπροσκύνησαν τὸν βασιλέα καὶ εὐχαρίστησάν τον, ἔφεραν καὶ τὰ χαρίσματα ὁποὺ τὸν ἔστειλεν ἡ βασίλισσα. Ἄκουσε νὰ σὲ τὰ ’πῶ καὶ νὰ σὲ τὰ ξηγήσω: ἔστειλέν τον ἄλογα πενήντα, ὅλα σελοχαλινωμένα, τὰ σαλιβάριά τους μάλαμα... | «Καὶ τῆς θαλάσσου ψάρια, λαβράκια καὶ χέλια, συάκια καὶ κεφάλοι, ἀμέτρητα νὰ εἶναι· χίλια μόδια ῥύζι καὶ χίλια τὸ ῥεβύθι, χίλια μόδια φακὴ καὶ χίλια τὸ φασούλι· ἑκατὸν καντάρια βούτυρον καὶ ἑκατὸν καντάρια μέλι· πενήντα καντάρια ἐλαιόλαδον· καὶ ἑκατὸν χιλιάδες μέτρα κρασίν, καὶ χίλια μέτρα μονοβασιά· χίλια μέτρα γάλα κ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 244 | Ἔστειλέν τον καὶ γραφὴν καλὰ βεβουλωμένην: Ἡ γραφὴ ὁποὺ ἔστειλεν ἡ βασίλισσα εἰς τὸν Ἀλέξανδρον Ἄκουσε τί τὸν ἔγραφε ἡ εὔμορφη ἡ κόρη: «Χαρτὶ σὲ πέμπω, αὐθέντη μου, ἀπὸ τὴν ὥραν ἐτούτην, θέλω νὰ γένης αὐθέντης ἀπὸ τὴν ἡμέρα τούτην, κι ἐγὼ νὰ εἶμαι δούλη σου, νὰ εἶμαι ἐδική σου, νὰ σὲ βλέπουν τὰ μάτιά μου, νὰ χαίρεται ἡ... | Ἐξέβηκεν Ἀλέξανδρος καὶ βλέπει τοὺς μνούχους τῆς βασίλισσας, ὄχι εὐνούχους μοναχά, ἀλλὰ καὶ πορταραίους· ἐπροσκύνησαν τὸν βασιλέα καὶ εὐχαρίστησάν τον, ἔφεραν καὶ τὰ χαρίσματα ὁποὺ τὸν ἔστειλεν ἡ βασίλισσα. Ἄκουσε νὰ σὲ τὰ ’πῶ καὶ νὰ σὲ τὰ ξηγήσω: ἔστειλέν τον ἄλογα πενήντα, ὅλα σελοχαλινωμένα, τὰ σαλιβάριά τους μάλαμα... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 249 | Γυρίζει εἰς τὸ κλινάρι του ἐκείνην τὴν ἡμέρα, καθίζει ὁ νέος μετὰ ἡδονῆς καὶ γράφει πρὸς τὴν κόρην· ἐξέβην πάλιν, προσκυνᾶ τοὺς μνούχους τῆς βασίλισσας, ἐφιλοδώρησέν τους πολλά, ἔστειλέν τους ὀπίσω· ἐγύρισεν ὁ Ἀλέξανδρος, ἐχάρη μεγάλως. Ἦλθαν οἱ μνοῦχοι εἰς τὴν βασίλισσαν μὲ τὴν γραφήν, ἔδωκαν τὸ πιτάκιν, καὶ οἱ μνοῦχο... | Ἔστειλέν τον καὶ γραφὴν καλὰ βεβουλωμένην: Ἡ γραφὴ ὁποὺ ἔστειλεν ἡ βασίλισσα εἰς τὸν Ἀλέξανδρον Ἄκουσε τί τὸν ἔγραφε ἡ εὔμορφη ἡ κόρη: «Χαρτὶ σὲ πέμπω, αὐθέντη μου, ἀπὸ τὴν ὥραν ἐτούτην, θέλω νὰ γένης αὐθέντης ἀπὸ τὴν ἡμέρα τούτην, κι ἐγὼ νὰ εἶμαι δούλη σου, νὰ εἶμαι ἐδική σου, νὰ σὲ βλέπουν τὰ μάτιά μου, νὰ χαίρεται ἡ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 256 | Γίνωσκε ἐτοῦτα τὰ λόγια, μάτιά μου, ἐπήρασιν τὸν νοῦν μου. Ὅμως, αὐθέντριά μου, ἀπὸ τοῦ νῦν θέλω νὰ εἶμαι δοῦλός λος σου, νὰ χαίρεσαι μετ’ ἐμέν, ἀπὸ τὸ θέλημά σου, νὰ μὴν ἔβγω ἔξω ἀπὸ τὸν ὁρισμόν σου.» Ὡσὰν ἀνάγνωσεν τὴν γραφήν, ἔγινεν ἀναίσθητος ἡ κόρη κι ἔπεσεν εἰς τὴν κλίνην. Κάλεσμα τῶν ῥηγάδων καὶ τῶν ἀρχόντων καὶ... | Γυρίζει εἰς τὸ κλινάρι του ἐκείνην τὴν ἡμέρα, καθίζει ὁ νέος μετὰ ἡδονῆς καὶ γράφει πρὸς τὴν κόρην· ἐξέβην πάλιν, προσκυνᾶ τοὺς μνούχους τῆς βασίλισσας, ἐφιλοδώρησέν τους πολλά, ἔστειλέν τους ὀπίσω· ἐγύρισεν ὁ Ἀλέξανδρος, ἐχάρη μεγάλως. Ἦλθαν οἱ μνοῦχοι εἰς τὴν βασίλισσαν μὲ τὴν γραφήν, ἔδωκαν τὸ πιτάκιν, καὶ οἱ μνοῦχο... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 264 | Ὅμως ἐθέκασιν τὰς τράπεζας, ἐκάτσασιν νὰ φᾶσιν, μικροί, μεγάλοι, ἄρχοντες εἰς μίαν μεριὰν ἐκάτσαν· ἔκατσαν ξένοι καὶ ὀρφανοί, μικροί τε καὶ μεγάλοι, ἐκάτσαν καὶ οἱ ἀρχόντισσες οἱ εὔμορφες μὲ τὴν ὡραίαν ἐκείνην· καὶ ἄλλαι πάλιν ἀρχόντισσες εἰς τὸ παλάτι μέσα. Ἔπεσαν γὰρ εἰς τὰ τραπέζια λογιὲς λογιὲς φαγία, τὰ τίποτες ὁπ... | Γίνωσκε ἐτοῦτα τὰ λόγια, μάτιά μου, ἐπήρασιν τὸν νοῦν μου. Ὅμως, αὐθέντριά μου, ἀπὸ τοῦ νῦν θέλω νὰ εἶμαι δοῦλός λος σου, νὰ χαίρεσαι μετ’ ἐμέν, ἀπὸ τὸ θέλημά σου, νὰ μὴν ἔβγω ἔξω ἀπὸ τὸν ὁρισμόν σου.» Ὡσὰν ἀνάγνωσεν τὴν γραφήν, ἔγινεν ἀναίσθητος ἡ κόρη κι ἔπεσεν εἰς τὴν κλίνην. Κάλεσμα τῶν ῥηγάδων καὶ τῶν ἀρχόντων καὶ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 269 | Καὶ ἐπίασαν οἱ ἄρχοντες διὰ νὰ χορέψουν, ἔπιασαν τὰ μανδήλια τους διὰ νὰ τραβουδήσουν· ἔπιασαν καὶ οἱ βάιες μὲ τὲς κόρες τῶν ἀρχόντων διὰ νὰ χορέψουν κι ἐκεῖνες. Ἄρχισαν γὰρ οἱ βάιες, τραγούδιν τραβουδοῦσιν: «Ἐδὲ καλὸς παράδεισος, καὶ πόθος τῆς ἀγάπης, ἐδὲ στολὴ καὶ καύχημα, ἐδὲ χαρὰ τῆς λύπης, ἐδὲ ψυχῆς καλλωπισμὸς κα... | Ὅμως ἐθέκασιν τὰς τράπεζας, ἐκάτσασιν νὰ φᾶσιν, μικροί, μεγάλοι, ἄρχοντες εἰς μίαν μεριὰν ἐκάτσαν· ἔκατσαν ξένοι καὶ ὀρφανοί, μικροί τε καὶ μεγάλοι, ἐκάτσαν καὶ οἱ ἀρχόντισσες οἱ εὔμορφες μὲ τὴν ὡραίαν ἐκείνην· καὶ ἄλλαι πάλιν ἀρχόντισσες εἰς τὸ παλάτι μέσα. Ἔπεσαν γὰρ εἰς τὰ τραπέζια λογιὲς λογιὲς φαγία, τὰ τίποτες ὁπ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 274 | Ὁ βασιλεὺς ἀνέμεινεν μόνος μετὰ ’κείνην. Ἧπταν τὰ κανδηλέρια γύρωθεν τὸ κλινάριν. Ὁ Ἀλέξανδρος περιλαμβάνει την καὶ πέφτει μὲ τὴν κόρην, καὶ ἡ αὐθεντία σας ἠξεύρετε τί ἔποικαν ἐκεῖνοι. Ἐδιάβη πάλιν ἡ νύχτα καὶ ἦλθεν ἡ ἡμέρα. Ἐσηκώθη ὁ βασιλεὺς τὸ πρωὶ μὲ τὴν ὡραία, καὶ πάλιν ἦλθαν οἱ ἄρχοντες κι ὅλον τ’ ἀρχοντολόγιν, μ... | Καὶ ἐπίασαν οἱ ἄρχοντες διὰ νὰ χορέψουν, ἔπιασαν τὰ μανδήλια τους διὰ νὰ τραβουδήσουν· ἔπιασαν καὶ οἱ βάιες μὲ τὲς κόρες τῶν ἀρχόντων διὰ νὰ χορέψουν κι ἐκεῖνες. Ἄρχισαν γὰρ οἱ βάιες, τραγούδιν τραβουδοῦσιν: «Ἐδὲ καλὸς παράδεισος, καὶ πόθος τῆς ἀγάπης, ἐδὲ στολὴ καὶ καύχημα, ἐδὲ χαρὰ τῆς λύπης, ἐδὲ ψυχῆς καλλωπισμὸς κα... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 282 | Ἐπῆρεν γὰρ ὁ βασιλεὺς ὅλην τὴν Μακεδονίαν, ὄχι Μακεδονίαν μοναχά, ἀλλὰ καὶ τὴν Περσίαν· ἐδίωξεν τὸν Δάριον, ἔκαμεν μεγάλην κατορθωσίαν. Εἴκοσι χιλιάδες φουσάτον ἔστειλεν εἰς ἐκείνην τὴν ὡραίαν, ὅλοι μεγάλοι, ἐξαίρετοι οἱ ἄρχοντες ἐκεῖνοι, διὰ νὰ φέρουσιν ἐκείνην τὴν κουρτέσαν εἰς τὸν τόπον τοῦ Ἀλεξάνδρου, ὅτι ἐκεῖ ἦτον... | Ὁ βασιλεὺς ἀνέμεινεν μόνος μετὰ ’κείνην. Ἧπταν τὰ κανδηλέρια γύρωθεν τὸ κλινάριν. Ὁ Ἀλέξανδρος περιλαμβάνει την καὶ πέφτει μὲ τὴν κόρην, καὶ ἡ αὐθεντία σας ἠξεύρετε τί ἔποικαν ἐκεῖνοι. Ἐδιάβη πάλιν ἡ νύχτα καὶ ἦλθεν ἡ ἡμέρα. Ἐσηκώθη ὁ βασιλεὺς τὸ πρωὶ μὲ τὴν ὡραία, καὶ πάλιν ἦλθαν οἱ ἄρχοντες κι ὅλον τ’ ἀρχοντολόγιν, μ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 287 | Τὸ λοιπόν, εἰς τὸ σκαμνί σου ἄφησε ἕναν ἄρχοντα νὰ ὁρίζη τὴν Συρίαν, καὶ παράγγειλε αὐτὸν νὰ κυριεύη καλὰ τὸν τόπον, καὶ κάμνε, ἡ αὐθεντία σου, ὀγλήγορα νὰ ἔλθης, νὰ σὲ ἰδοῦν τὰ μάτιά μου καὶ νὰ διάβη ἡ λύπη.» Ἦλθαν πάλιν οἱ ἄρχοντες εἰς τὴν Συρίαν, ἐδώκασιν τὸ χαρτὶν ἐκείνην τὴν ὡραίαν. Καὶ ὡς ἀνάγνωσεν τὴν γραφὴν καὶ... | Ἐπῆρεν γὰρ ὁ βασιλεὺς ὅλην τὴν Μακεδονίαν, ὄχι Μακεδονίαν μοναχά, ἀλλὰ καὶ τὴν Περσίαν· ἐδίωξεν τὸν Δάριον, ἔκαμεν μεγάλην κατορθωσίαν. Εἴκοσι χιλιάδες φουσάτον ἔστειλεν εἰς ἐκείνην τὴν ὡραίαν, ὅλοι μεγάλοι, ἐξαίρετοι οἱ ἄρχοντες ἐκεῖνοι, διὰ νὰ φέρουσιν ἐκείνην τὴν κουρτέσαν εἰς τὸν τόπον τοῦ Ἀλεξάνδρου, ὅτι ἐκεῖ ἦτον... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 29 | Ἐγύρισεν καὶ ἦλθεν πάλιν εἰς τὴν κατούναν του, καὶ σὰν ἐγίνη τὸ ἀργὰ λέγει καὶ ἐρωτᾶ τὴν γραίαν: «Μάνα, τί εἶδα σήμερον, πράγμα θαυμαστὸν καὶ μέγαν. Εἶδα ἕνα ἀρχοντόπουλον, τὸ κεφάλιν του ἐκόψαν.» Καὶ ἡ γραία ὡς τὸν ἤκουσεν ἀναστέναξεν καὶ λέγει: «Υἱέ μου, πρῶτον νὰ ἔβλεπες τὸ τί ἐγίνη, σὺν δυό, σὺν τρεῖς τοὺς φέρνουσι... | Ὁ αὐθέντης ὡς τὸν εἶδεν ἐχάρην χαρὰν μεγάλην, ἐσηκώθη καὶ ἀποζώνεται, τὰ ῥοῦχά του χαρίζει: «Φέρετε καὶ ἄλογον καλόν», τοὺς δούλους του ὁρίζει· ἔντυσεν γοῦν καὶ ἐχάρισεν καὶ ἔξοδον τοῦ δῶκεν, ἐφαγοπότισεν καλὰ καὶ ἄλογον τοῦ δῶκεν. Ἐξέβην δὲ ὁ Ἀλέξανδρος καὶ ἐδιάβην πάλιν, ἐπέρασεν τὸν ποταμὸν καὶ πάγει τὸ παραγιάλιν· ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 291 | Ἡμέρας ἐποίησαν πολλάς, ἐχαίρουνταν εἰς τὸν γάμον, ἔτρωγαν καὶ ἔπιναν, ἐχαίρουνταν τὸν κόσμον. Καὶ διαβαίνοντας τῶν ἡμερῶν, τῶν δεκαπέντε χρόνων, εἰς ἀσθένειαν ἔπεσεν ἡ βασίλισσα τῶν Συριάνων. Θάνατος τῆς βασίλισσας Καὶ μετὰ ταῦτα θάνατος, καὶ μετὰ ταῦτα λύπη, καὶ μετὰ ταῦτα ἀναστεναγμός, καὶ μετὰ ταῦτα θλίψη· ἔσωσαν ο... | Τὸ λοιπόν, εἰς τὸ σκαμνί σου ἄφησε ἕναν ἄρχοντα νὰ ὁρίζη τὴν Συρίαν, καὶ παράγγειλε αὐτὸν νὰ κυριεύη καλὰ τὸν τόπον, καὶ κάμνε, ἡ αὐθεντία σου, ὀγλήγορα νὰ ἔλθης, νὰ σὲ ἰδοῦν τὰ μάτιά μου καὶ νὰ διάβη ἡ λύπη.» Ἦλθαν πάλιν οἱ ἄρχοντες εἰς τὴν Συρίαν, ἐδώκασιν τὸ χαρτὶν ἐκείνην τὴν ὡραίαν. Καὶ ὡς ἀνάγνωσεν τὴν γραφὴν καὶ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 298 | Κι ὁ βασιλεὺς ἐσέβηκεν εἰς τὸ κλινάρι μέσα· οἱ ἄρχοντες ἐσηκώθηκαν, ὅλοι θλιμμένοι πᾶσιν. Ὁ Ἀλέξανδρος ἔπεσεν ἀπάνου εἰς τὴν κλίνην, σαράντα ἡμέρες ἐκάθουνταν μέσα καὶ ἔξω δὲν ἐσέβην. Τέλος, ἦτον αὐθέντης μέγας, μεγάλες τέχνες ἔκαμνεν εἰς τὸν κόσμον του μέσα. Μετὰ καμπόσον καιρὸν καὶ ἄλλους δύο χρόνους, ἦλθεν καὶ ἔφθασ... | Ἡμέρας ἐποίησαν πολλάς, ἐχαίρουνταν εἰς τὸν γάμον, ἔτρωγαν καὶ ἔπιναν, ἐχαίρουνταν τὸν κόσμον. Καὶ διαβαίνοντας τῶν ἡμερῶν, τῶν δεκαπέντε χρόνων, εἰς ἀσθένειαν ἔπεσεν ἡ βασίλισσα τῶν Συριάνων. Θάνατος τῆς βασίλισσας Καὶ μετὰ ταῦτα θάνατος, καὶ μετὰ ταῦτα λύπη, καὶ μετὰ ταῦτα ἀναστεναγμός, καὶ μετὰ ταῦτα θλίψη· ἔσωσαν ο... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 33 | Καὶ τὸ πουρνὸν ἐσηκώθη, τὴν γραίαν συντυχαίνει: «Μάνα, ὑπάγω καὶ ἐγὼ νὰ ἰδῶ τί νὰ γένη, νὰ ἰδῶ τὴν βασίλισσαν καὶ νὰ τὴν ὁμιλήσω, τὸ τί ἔναι τὸ ἐρώτημά της καὶ νὰ τὸ διαλύσω.» Καὶ ἡ γραία ἀπιλογήθηκεν, τοιούτους λόγους λέγει: «Κάθου, υἱέ, ὁποὺ κάθεσαι, κι ἐκείνη ἂς σὲ λείπη, ὅτι ξένος καὶ μοναχὸς εἶσαι καὶ τινὰν οὐδὲν ... | Ἐγύρισεν καὶ ἦλθεν πάλιν εἰς τὴν κατούναν του, καὶ σὰν ἐγίνη τὸ ἀργὰ λέγει καὶ ἐρωτᾶ τὴν γραίαν: «Μάνα, τί εἶδα σήμερον, πράγμα θαυμαστὸν καὶ μέγαν. Εἶδα ἕνα ἀρχοντόπουλον, τὸ κεφάλιν του ἐκόψαν.» Καὶ ἡ γραία ὡς τὸν ἤκουσεν ἀναστέναξεν καὶ λέγει: «Υἱέ μου, πρῶτον νὰ ἔβλεπες τὸ τί ἐγίνη, σὺν δυό, σὺν τρεῖς τοὺς φέρνουσι... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 39 | Διὰ τοῦτο κάλλιον τὸ ἔχω νὰ διάβω ἀπὸ ἐτοῦτον τὸν κόσμον, ἢ νὰ βάλω τὸ κεφάλιν μου, νὰ κερδίσω αὐθεντίαν, ἢ νὰ πάγη τὸ κεφάλιν μου, νὰ χάσω τὴν ὑγείαν.» Πάλιν νύκτα ἐδιάβηκεν, ὁ ἥλιος βασιλεύει. Ἐσηκώθηκεν Ἀλέξανδρος, πηδᾶ, καβαλικεύει, τριάντα φλουρία δίδει τὴν γραίαν: «Μάνα, δός τα τοὺς πτωχούς, ὅπου γέρος καὶ γραία,... | Καὶ τὸ πουρνὸν ἐσηκώθη, τὴν γραίαν συντυχαίνει: «Μάνα, ὑπάγω καὶ ἐγὼ νὰ ἰδῶ τί νὰ γένη, νὰ ἰδῶ τὴν βασίλισσαν καὶ νὰ τὴν ὁμιλήσω, τὸ τί ἔναι τὸ ἐρώτημά της καὶ νὰ τὸ διαλύσω.» Καὶ ἡ γραία ἀπιλογήθηκεν, τοιούτους λόγους λέγει: «Κάθου, υἱέ, ὁποὺ κάθεσαι, κι ἐκείνη ἂς σὲ λείπη, ὅτι ξένος καὶ μοναχὸς εἶσαι καὶ τινὰν οὐδὲν ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 43 | Καὶ ὁ Ἀλέξανδρος ὑπῆγεν εἰς τὴν πόρταν, τοὺς πορταροὺς ἐχαιρέτησεν μετὰ τιμῆς μεγάλης. Καὶ οἱ πορταροὶ τὸν ἐρώτησαν: «Τί θέλεις, τί γυρεύεις;» Καὶ ὁ βασιλεὺς ἀπεκρίθην τοὺς πορταρούς: «Ἤκουσα τὴν βασίλισσαν, πολεμεῖ στοίχημα μὲ τοὺς νέους· ἦλθα κι ἐγὼ νὰ μάθω τὸ τί ἔναι.» Οἱ πορταροὶ ὡς τὸν ἤκουσαν, ἄκουσε τί τὸν λέγου... | Διὰ τοῦτο κάλλιον τὸ ἔχω νὰ διάβω ἀπὸ ἐτοῦτον τὸν κόσμον, ἢ νὰ βάλω τὸ κεφάλιν μου, νὰ κερδίσω αὐθεντίαν, ἢ νὰ πάγη τὸ κεφάλιν μου, νὰ χάσω τὴν ὑγείαν.» Πάλιν νύκτα ἐδιάβηκεν, ὁ ἥλιος βασιλεύει. Ἐσηκώθηκεν Ἀλέξανδρος, πηδᾶ, καβαλικεύει, τριάντα φλουρία δίδει τὴν γραίαν: «Μάνα, δός τα τοὺς πτωχούς, ὅπου γέρος καὶ γραία,... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 48 | Λοιπόν, ξένε, ἀδελφὲ καὶ φρόνιμε τῶν νέων, ἄκουσέ μας καὶ πήγαινε, μὴν λυπηθῆς εἰς πόθον καὶ πέση ὁ νοῦς σου εἰς αὐτὴν καὶ χάσης τὴν ζωήν σου. Ἄκουσε πάλε τὸν λόγον μας, ὕπαγε εἰς τὴν μονήν σου. Ὢ πόσον κρίμα θαυμαστὸν ἐγίνετον εἰς ἐκείνους, τοὺς σγουρούς, τοὺς ἐξαίρετους, τοὺς εὔμορφους τοὺς νέους; Ἀλίμονον παράδοξον,... | Καὶ ὁ Ἀλέξανδρος ὑπῆγεν εἰς τὴν πόρταν, τοὺς πορταροὺς ἐχαιρέτησεν μετὰ τιμῆς μεγάλης. Καὶ οἱ πορταροὶ τὸν ἐρώτησαν: «Τί θέλεις, τί γυρεύεις;» Καὶ ὁ βασιλεὺς ἀπεκρίθην τοὺς πορταρούς: «Ἤκουσα τὴν βασίλισσαν, πολεμεῖ στοίχημα μὲ τοὺς νέους· ἦλθα κι ἐγὼ νὰ μάθω τὸ τί ἔναι.» Οἱ πορταροὶ ὡς τὸν ἤκουσαν, ἄκουσε τί τὸν λέγου... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 5 | Ὅρισεν δὲ καὶ ἐδιαλάλησεν εἰς ὅλα της τὰ κάστρη: «Ὅποιος νέος νὰ εὑρεθῆ, νά ’ρτη νὰ μὲ ἀντρανίση, καὶ νὰ τὸν εἰπῶ ἕνα λόγον καὶ νὰ τὸν διαλύση, αὐτὸς αὐθέντης εἰς ὅλην τὴν Συρίαν νὰ γένη, κι ἐμένα γυναίκα νὰ μὲ πάρη· εἰ δὲ καὶ δὲν διαλύση τὸν λόγον μου νὰ κόφτω τὴν κεφαλήν του. Μέσα εἰς τοὺς γραμματικοὺς καὶ εἰς τὸ ἀρχ... | Ἄκουσε πάλε νὰ σὲ πῶ μύθον περὶ ἀγάπης. Τῶν Συριάνων βασίλισσα, ἡ Σεμιράμη ἐκείνη, ἦτον ὡραία, ἐξαίρετος, πολλὰ ὡραιωμένη, τὸ πρόσωπόν της ἔλαμπεν ὡσὰν ἥλιος, ὁ μέτωπος ὡσὰν φεγγάρι, ὡς ἄστρα τὰ ὀμμάτια της, τὰ φρύδια γεμισμένα δοξάριν· ἡ μύτη της ἦτον χυμευτή, τὰ μάγουλα ὡς ῥόδα, τὰ χείλη της ὡς κιννάβαριν, τὸ στόμα δ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 53 | Ἄκουσε δὲ πάλιν ἐμᾶς, μετὰ πόθου καὶ καλοῦ ἐσὲν καθοδηγοῦμεν, ὕπαγε πάλιν ὄπισθεν νὰ χαροῦν οἱ γονεῖς σου, νὰ κερδαίσης τὸ κεφάλιν σου, νὰ ἔχης τὴν ζωήν σου· ἐτούτη εἶναι ἄγγελος, παίρνει ψυχὲς τῶν νέων, οὐκ ἐλεημονεῖ αὐτὴ παιδία τῶν ῥηγάδων.» Ἀπόκρισις τοῦ Ἀλεξάνδρου πρὸς τοὺς πορταρούς Καὶ ὁ Ἀλέξανδρος ἀπεκρίθηκεν, τ... | Λοιπόν, ξένε, ἀδελφὲ καὶ φρόνιμε τῶν νέων, ἄκουσέ μας καὶ πήγαινε, μὴν λυπηθῆς εἰς πόθον καὶ πέση ὁ νοῦς σου εἰς αὐτὴν καὶ χάσης τὴν ζωήν σου. Ἄκουσε πάλε τὸν λόγον μας, ὕπαγε εἰς τὴν μονήν σου. Ὢ πόσον κρίμα θαυμαστὸν ἐγίνετον εἰς ἐκείνους, τοὺς σγουρούς, τοὺς ἐξαίρετους, τοὺς εὔμορφους τοὺς νέους; Ἀλίμονον παράδοξον,... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 57 | Εἰ μὲν ἔναι γραμμένον μου ὅτι ἐπλέρωσεν ὁ χρόνος τῆς ζωῆς μου, θέλω καὶ καταδέχομαι μὲ ὅλην τὴν ψυχήν μου· εἰ δὲ καὶ πάλιν ἔχω ῥιζικὸν νὰ ζῶ εἰς τὸν κόσμον πολλὰ καλό μου ’ναι νὰ κερδίσω τὸν πόθον, μὲ τ’ ὄνομά μου τὸ καλὸν κερδίσαι τὴν ζωήν μου, νὰ διαλύσω Σεμιράμης ἐρώτημα καὶ νὰ χαρῆ ψυχή μου. Παρακαλῶ σας, ἄρχοντες,... | Ἄκουσε δὲ πάλιν ἐμᾶς, μετὰ πόθου καὶ καλοῦ ἐσὲν καθοδηγοῦμεν, ὕπαγε πάλιν ὄπισθεν νὰ χαροῦν οἱ γονεῖς σου, νὰ κερδαίσης τὸ κεφάλιν σου, νὰ ἔχης τὴν ζωήν σου· ἐτούτη εἶναι ἄγγελος, παίρνει ψυχὲς τῶν νέων, οὐκ ἐλεημονεῖ αὐτὴ παιδία τῶν ῥηγάδων.» Ἀπόκρισις τοῦ Ἀλεξάνδρου πρὸς τοὺς πορταρούς Καὶ ὁ Ἀλέξανδρος ἀπεκρίθηκεν, τ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 62 | Νὰ τὸν διώξωμεν, νὰ τὸν δείρωμεν ἢ τί νὰ τὸν εἰποῦμεν;» Καὶ ἡ Σεμιράμη ὡς τοὺς ἤκουσεν τοιοῦτον λόγον λέγει: «Λαλήσετε τοὺς ἄρχοντας καὶ τὸ ἀρχοντολόγιν· λαλήσετε νὰ τὸν ἰδῶ, νὰ τὸν ῥωτήσω λόγον, μὲ λόγον καὶ μὲ φρόνεσιν νὰ πάρω τὸν νοῦν του, νὰ κόψω τὸ κεφάλι του, νὰ πάρω τὴν ζωήν του.» Ἐλάλησαν τοὺς ἄρχοντας, μικρούς... | Εἰ μὲν ἔναι γραμμένον μου ὅτι ἐπλέρωσεν ὁ χρόνος τῆς ζωῆς μου, θέλω καὶ καταδέχομαι μὲ ὅλην τὴν ψυχήν μου· εἰ δὲ καὶ πάλιν ἔχω ῥιζικὸν νὰ ζῶ εἰς τὸν κόσμον πολλὰ καλό μου ’ναι νὰ κερδίσω τὸν πόθον, μὲ τ’ ὄνομά μου τὸ καλὸν κερδίσαι τὴν ζωήν μου, νὰ διαλύσω Σεμιράμης ἐρώτημα καὶ νὰ χαρῆ ψυχή μου. Παρακαλῶ σας, ἄρχοντες,... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 64 | Ἔλα, υἱὲ ἐρωτικέ, ψυχῆς παρηγορία, καὶ ἄκουσε τοὺς λόγους μας, ἄφες την τὴν ὡραίαν. Νὰ σὲ δώσωμεν φλουρία, μάλαγμα, ἀσήμιν, μαργαριτάριν, καὶ παλληκάρια εἴκοσι, ἄρματα καὶ σκουτάριν, νὰ σὲ ὑπᾶν εἰς τὸν πατέρα σου, νὰ σὲ ἰδοῦν τὰ μάτιά του, νὰ εὐχαριστήσουν καὶ ἐμᾶς καὶ νὰ χαρῆ ψυχή τους.» Πολλὰ τὸν ἐσυντύχασιν, πολλὰ λ... | Νὰ τὸν διώξωμεν, νὰ τὸν δείρωμεν ἢ τί νὰ τὸν εἰποῦμεν;» Καὶ ἡ Σεμιράμη ὡς τοὺς ἤκουσεν τοιοῦτον λόγον λέγει: «Λαλήσετε τοὺς ἄρχοντας καὶ τὸ ἀρχοντολόγιν· λαλήσετε νὰ τὸν ἰδῶ, νὰ τὸν ῥωτήσω λόγον, μὲ λόγον καὶ μὲ φρόνεσιν νὰ πάρω τὸν νοῦν του, νὰ κόψω τὸ κεφάλι του, νὰ πάρω τὴν ζωήν του.» Ἐλάλησαν τοὺς ἄρχοντας, μικρούς... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 67 | Παρακαλῶ σας, ἄρχοντες, ἕναν λόγον νὰ συντύχω, μὴν βαρεθῆτε τὸν λόγον μου, θαρρῶ νὰ μὴν ἀποτύχω: ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος, τὰ πράγματα, ἡ δόξα εἰς ὄνομα ἐγίνουνταν, τῶν φρονίμων τὰ τόξα· τὸ γεγραμμένον γὰρ εἰς τὸν ἄνθρωπον ποτὲ οὐ καταλύεται, ἡ τύχη καὶ τὸ ῥιζικὸν ποτὲ οὐκ ἀπολύεται· ὁ καιρὸς δὲ καὶ οἱ χρόνοι μας, οἱ ἡμέρες... | Ἔλα, υἱὲ ἐρωτικέ, ψυχῆς παρηγορία, καὶ ἄκουσε τοὺς λόγους μας, ἄφες την τὴν ὡραίαν. Νὰ σὲ δώσωμεν φλουρία, μάλαγμα, ἀσήμιν, μαργαριτάριν, καὶ παλληκάρια εἴκοσι, ἄρματα καὶ σκουτάριν, νὰ σὲ ὑπᾶν εἰς τὸν πατέρα σου, νὰ σὲ ἰδοῦν τὰ μάτιά του, νὰ εὐχαριστήσουν καὶ ἐμᾶς καὶ νὰ χαρῆ ψυχή τους.» Πολλὰ τὸν ἐσυντύχασιν, πολλὰ λ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 70 | Ἐξέβη ἡ βασίλισσα, ἡ Σεμιράμη ἐκείνη, τῶν Συριάνων βασίλισσα, ἡ ἐξαίρετος κουρτέσα, ἡ θαυμαστή, ἡ πανέμορφος, ἐκείνη ἡ Ἀφροδίτη, τῶν παλληκαρίων ὁ θάνατος, τῶν γερόντων ἡ λύπη· νὰ εἶπες ὁ ἥλιος ἀνάτειλεν, ἔλαμψεν τὸ παλάτιν, καὶ ἄστραψεν ὡς ἀστραπὴ μέσα εἰς τὸ παλάτιν. Οἱ ἄρχοντες ὅλοι ἐσηκώθησαν μετὰ πολλοῦ τοῦ φόβου·... | Παρακαλῶ σας, ἄρχοντες, ἕναν λόγον νὰ συντύχω, μὴν βαρεθῆτε τὸν λόγον μου, θαρρῶ νὰ μὴν ἀποτύχω: ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος, τὰ πράγματα, ἡ δόξα εἰς ὄνομα ἐγίνουνταν, τῶν φρονίμων τὰ τόξα· τὸ γεγραμμένον γὰρ εἰς τὸν ἄνθρωπον ποτὲ οὐ καταλύεται, ἡ τύχη καὶ τὸ ῥιζικὸν ποτὲ οὐκ ἀπολύεται· ὁ καιρὸς δὲ καὶ οἱ χρόνοι μας, οἱ ἡμέρες... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 73 | Ἂς ἔλθη διὰ νὰ τὸν ἰδῶ καὶ νὰ τὸν ἐρωτήσω, ἂν γυρεύη καὶ αὐτὸς θάνατον, νὰ τὸν παρηγορήσω.» Σκαμνὶν ἔθεκαν ἀντίκρυ καὶ ἔκατσεν ὁ νέος καὶ δὲν ἀντράνισεν ποσῶς νὰ τὴν ἰδῆ κἂν ὅλως, ἀμὴ ἔριξεν τὸ βλέμμα του εἰς τὴν γῆν, μαζώνει τὴν φρόνεσίν του, καὶ διαλογίζεται καὶ αὐτὸς μὴν χάση τὸν λογισμόν του. Καὶ ἡ κουρτέσα ἡ Σεμιρ... | Ἐξέβη ἡ βασίλισσα, ἡ Σεμιράμη ἐκείνη, τῶν Συριάνων βασίλισσα, ἡ ἐξαίρετος κουρτέσα, ἡ θαυμαστή, ἡ πανέμορφος, ἐκείνη ἡ Ἀφροδίτη, τῶν παλληκαρίων ὁ θάνατος, τῶν γερόντων ἡ λύπη· νὰ εἶπες ὁ ἥλιος ἀνάτειλεν, ἔλαμψεν τὸ παλάτιν, καὶ ἄστραψεν ὡς ἀστραπὴ μέσα εἰς τὸ παλάτιν. Οἱ ἄρχοντες ὅλοι ἐσηκώθησαν μετὰ πολλοῦ τοῦ φόβου·... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 75 | Τώρα κι ἐσένα βλέπω σε εὔμορφον παλληκάριν: ἂν ἔχης φρόνεσιν καλὴν νὰ εὕρης δόξαν καὶ χάριν, ἀπ’ ὅπου ἦλθες πάγαινε, μὴν θαρρήσης στὸν ῥιζικόν σου, καὶ χάσης τὸ κεφάλι σου, τὸ μητροπατρικόν σου· ὅλοι ἔτσι ἔρχουνται, εἰς τὰ ἐριζικά τους θαρροῦσιν, χάνουσιν τὰ κεφάλια τους, τίποτες δὲν κερδοῦσιν. Δὲν ἠμπορεῖ γὰρ κανεὶς σ... | Ἂς ἔλθη διὰ νὰ τὸν ἰδῶ καὶ νὰ τὸν ἐρωτήσω, ἂν γυρεύη καὶ αὐτὸς θάνατον, νὰ τὸν παρηγορήσω.» Σκαμνὶν ἔθεκαν ἀντίκρυ καὶ ἔκατσεν ὁ νέος καὶ δὲν ἀντράνισεν ποσῶς νὰ τὴν ἰδῆ κἂν ὅλως, ἀμὴ ἔριξεν τὸ βλέμμα του εἰς τὴν γῆν, μαζώνει τὴν φρόνεσίν του, καὶ διαλογίζεται καὶ αὐτὸς μὴν χάση τὸν λογισμόν του. Καὶ ἡ κουρτέσα ἡ Σεμιρ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 77 | Ἐγὼ εἶμαι ὁ ἄγγελος, παίρνω ψυχὲς τῶν νέων, καὶ καταδικάζω παλληκάρια μὲ βλέμμαν καὶ μὲ λόγον· ἐγὼ εἶμαι ὁ ἥλιος, ἐγὼ εἶμαι τὸ φεγγάριν, ἐγὼ εἶμαι ὁ θάνατος, σπαθὶν καὶ τὸ μαχαίριν· ἐγὼ εἶμαι ἡ ἐξάκουστη ἐκείνη Ἀφροδίτη, ἐγὼ εἶμαι ὁ ἡγεμών, τῶν νέων ἀπιλάτης, ἐγὼ εἶμαι ἡ βασίλισσα, τῶν Συριάνων ἡ δόξα, ἐγὼ εἶμαι ἡ Σεμι... | Τώρα κι ἐσένα βλέπω σε εὔμορφον παλληκάριν: ἂν ἔχης φρόνεσιν καλὴν νὰ εὕρης δόξαν καὶ χάριν, ἀπ’ ὅπου ἦλθες πάγαινε, μὴν θαρρήσης στὸν ῥιζικόν σου, καὶ χάσης τὸ κεφάλι σου, τὸ μητροπατρικόν σου· ὅλοι ἔτσι ἔρχουνται, εἰς τὰ ἐριζικά τους θαρροῦσιν, χάνουσιν τὰ κεφάλια τους, τίποτες δὲν κερδοῦσιν. Δὲν ἠμπορεῖ γὰρ κανεὶς σ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 78 | Διὰ τοῦτο εἴ τις ἀναντρανίση σε χάνει την τὴν ὑγείαν, τὸ τέρμενον τὸν ἔσωσεν, τὴν αἴσθησιν ἐχάσεν, καὶ ἐνίκησες αὐτοὺς μετὰ χαρᾶς καὶ δόξαν. Ἐγὼ γὰρ δὲν εἶμαι αὐθεντὸς υἱός, οὐδὲ βασιλέως τέκνον, ἀμὴ εἶμαι ξένος καὶ μοναχός, ἀπὸ μακρόθεν τόπον. Ἦλθα κι ἐγὼ μετὰ χαρᾶς στοίχημα νὰ ποιήσω, τὸ τί ἔναι τὸ ἐρώτημά σου καὶ νὰ... | Ἐγὼ εἶμαι ὁ ἄγγελος, παίρνω ψυχὲς τῶν νέων, καὶ καταδικάζω παλληκάρια μὲ βλέμμαν καὶ μὲ λόγον· ἐγὼ εἶμαι ὁ ἥλιος, ἐγὼ εἶμαι τὸ φεγγάριν, ἐγὼ εἶμαι ὁ θάνατος, σπαθὶν καὶ τὸ μαχαίριν· ἐγὼ εἶμαι ἡ ἐξάκουστη ἐκείνη Ἀφροδίτη, ἐγὼ εἶμαι ὁ ἡγεμών, τῶν νέων ἀπιλάτης, ἐγὼ εἶμαι ἡ βασίλισσα, τῶν Συριάνων ἡ δόξα, ἐγὼ εἶμαι ἡ Σεμι... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 84 | Ἀρχεύει γὰρ καὶ ἐρωτᾶ τὸν Ἀλέξανδρον ἡ κόρη ἐρώτημα γραμματικόν, κανεὶς δὲν τὸ ἠξεύρει: Ἄρχεψεν ἡ βασίλισσα νὰ ἐρωτᾶ τὸν Ἀλέξανδρον Πρῶτος λόγος «Παλληκάριν εὔμορφον, ἄκουσε τί σὲ λέγω: Ποῦ στέκεσαι; Νὰ μὲ τὸ πῆς, ἐτοῦτο ποὺ σὲ λέγω, τὸν λόγον ἐτοῦτον εὗρε τον, καλὰ νὰ τὸν διαλύσης, νὰ τὸν διαλύσης, νὰ τὸν εὑρῆς, τὸ κε... | Διὰ τοῦτο εἴ τις ἀναντρανίση σε χάνει την τὴν ὑγείαν, τὸ τέρμενον τὸν ἔσωσεν, τὴν αἴσθησιν ἐχάσεν, καὶ ἐνίκησες αὐτοὺς μετὰ χαρᾶς καὶ δόξαν. Ἐγὼ γὰρ δὲν εἶμαι αὐθεντὸς υἱός, οὐδὲ βασιλέως τέκνον, ἀμὴ εἶμαι ξένος καὶ μοναχός, ἀπὸ μακρόθεν τόπον. Ἦλθα κι ἐγὼ μετὰ χαρᾶς στοίχημα νὰ ποιήσω, τὸ τί ἔναι τὸ ἐρώτημά σου καὶ νὰ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 86 | Ἐρωτικέ, γραμματικέ, φρόνιμον παλληκάριν, γλήγορα νὰ μὲ τὸ ἀπιλογηθῆς, μὴ χάσης τὸ κεφάλι, ἐτοῦτο ν’ ἀπιλογηθῆς, καὶ ’ς ἄλλο μὴ ξεχάσης, νὰ σ’ ἐρωτήσω λόγον γραμματικόν, τὸν νοῦν σου νὰ τὸν χάσης.» Ὁ Ἀλέξανδρος ἀπιλογήθηκεν, ἐσκοτίσθην ὁ νοῦς του, πάλιν περιμαζώνεται, συλλογίζεται ἀτός του. Τὴν Σεμιράμην ἀπιλογήθηκεν, ... | Ἀρχεύει γὰρ καὶ ἐρωτᾶ τὸν Ἀλέξανδρον ἡ κόρη ἐρώτημα γραμματικόν, κανεὶς δὲν τὸ ἠξεύρει: Ἄρχεψεν ἡ βασίλισσα νὰ ἐρωτᾶ τὸν Ἀλέξανδρον Πρῶτος λόγος «Παλληκάριν εὔμορφον, ἄκουσε τί σὲ λέγω: Ποῦ στέκεσαι; Νὰ μὲ τὸ πῆς, ἐτοῦτο ποὺ σὲ λέγω, τὸν λόγον ἐτοῦτον εὗρε τον, καλὰ νὰ τὸν διαλύσης, νὰ τὸν διαλύσης, νὰ τὸν εὑρῆς, τὸ κε... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 9 | Ὅριζεν δὲ τοὺς δούλους της μετὰ πολλῆς κακίας, ἐπίαναν καὶ ἔδενάν τον μετὰ πολλῆς μανίας, ἔξαφνα ἐκόφτασιν τὴν κεφαλήν του μὲ τὴν κόρδαν, ἐπήγαιναν καὶ ἐκρεμάζαν την εἰς τοῦ κάστρου τὴν πόρταν. Ἐδιάβη γὰρ καμπόσος καιρὸς καὶ μερικὸς χρόνος, κανεὶς δὲν ἠμπόρεσεν νὰ τὴν νικήση μόνος. Τῶν Μακεδόνων γὰρ ὁ βασιλεύς, Ἀλέξανδ... | Ὅρισεν δὲ καὶ ἐδιαλάλησεν εἰς ὅλα της τὰ κάστρη: «Ὅποιος νέος νὰ εὑρεθῆ, νά ’ρτη νὰ μὲ ἀντρανίση, καὶ νὰ τὸν εἰπῶ ἕνα λόγον καὶ νὰ τὸν διαλύση, αὐτὸς αὐθέντης εἰς ὅλην τὴν Συρίαν νὰ γένη, κι ἐμένα γυναίκα νὰ μὲ πάρη· εἰ δὲ καὶ δὲν διαλύση τὸν λόγον μου νὰ κόφτω τὴν κεφαλήν του. Μέσα εἰς τοὺς γραμματικοὺς καὶ εἰς τὸ ἀρχ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 90 | Ὄπισθεν ἦλθεν Φαραὼ μὲ τὸ ἅρμαν του ὅλον· πάλι ἐγύρισεν ὁ Μωυσὴς καὶ ἔδωκεν μὲ τὴν ῥάβδον, ἐγύρισεν ἡ θάλασσα, ἐσμίγην ὡσὰν ἦτον, καὶ ἔπνιξεν τὸν Φαραὼ καὶ ὅλον τὸ φουσάτον, καὶ πλέον τὸν ἥλιον οὐκ εἶδεν τον, αὐθέντρια, ὡς ὁρίζεις. Ἄκουσον δέ, κυρία μου, ἐρώτημα τὸ τρίτον: τὸ δένδρον ὁποὺ ὅρισες, τὸ θαυμαστὸν ἐκεῖνο, ὁ... | Ἐρωτικέ, γραμματικέ, φρόνιμον παλληκάριν, γλήγορα νὰ μὲ τὸ ἀπιλογηθῆς, μὴ χάσης τὸ κεφάλι, ἐτοῦτο ν’ ἀπιλογηθῆς, καὶ ’ς ἄλλο μὴ ξεχάσης, νὰ σ’ ἐρωτήσω λόγον γραμματικόν, τὸν νοῦν σου νὰ τὸν χάσης.» Ὁ Ἀλέξανδρος ἀπιλογήθηκεν, ἐσκοτίσθην ὁ νοῦς του, πάλιν περιμαζώνεται, συλλογίζεται ἀτός του. Τὴν Σεμιράμην ἀπιλογήθηκεν, ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 93 | Ἄκουσε τὸν Ἀλέξανδρον, πῶς τὴν ἀπιλογήθην: Ἀπόκρισις τοῦ Ἀλεξάνδρου πρὸς τὴν βασίλισσαν «Κυρία μου, αὐθέντριά μου, ἐρωτικὴ τοῦ κόσμου, καὶ Συριάνων βασίλισσα, ῥηγάδων ἀγαπημένη, ὁ ἄνθρωπος πρῶτον πρέπει νὰ ποιῆ, δεύτερον νὰ καυχᾶται· εἰ δὲ καὶ δὲν ἔχη προτέρημα, τί πρέπει νὰ καυχᾶται; | Ὄπισθεν ἦλθεν Φαραὼ μὲ τὸ ἅρμαν του ὅλον· πάλι ἐγύρισεν ὁ Μωυσὴς καὶ ἔδωκεν μὲ τὴν ῥάβδον, ἐγύρισεν ἡ θάλασσα, ἐσμίγην ὡσὰν ἦτον, καὶ ἔπνιξεν τὸν Φαραὼ καὶ ὅλον τὸ φουσάτον, καὶ πλέον τὸν ἥλιον οὐκ εἶδεν τον, αὐθέντρια, ὡς ὁρίζεις. Ἄκουσον δέ, κυρία μου, ἐρώτημα τὸ τρίτον: τὸ δένδρον ὁποὺ ὅρισες, τὸ θαυμαστὸν ἐκεῖνο, ὁ... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 94 | Ὅρισε, κουρτέσα, τοὺς λόγους σου καὶ τὰ καυχήματά σου, τὸ τί ἔναι τὰ ἐρωτήματα καὶ τὰ προτερήματά σου, νὰ τὰ διαλύσω, νὰ τὰ εὑρῶ, ἐσέναν νὰ τὰ συντύχω· θαρρῶ εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τοὺς ἄρχοντας νὰ μὴν τὰ ἀποτύχω· εἰ δὲ καὶ οὐ διαλύσω, ἡ αὐθεντία σου νὰ ὁρίσης νὰ κόψουν τὸ κεφάλι μου, ὡσὰν χρήζεις νὰ ποιήσης.» Καὶ ἡ βασί... | Ἄκουσε τὸν Ἀλέξανδρον, πῶς τὴν ἀπιλογήθην: Ἀπόκρισις τοῦ Ἀλεξάνδρου πρὸς τὴν βασίλισσαν «Κυρία μου, αὐθέντριά μου, ἐρωτικὴ τοῦ κόσμου, καὶ Συριάνων βασίλισσα, ῥηγάδων ἀγαπημένη, ὁ ἄνθρωπος πρῶτον πρέπει νὰ ποιῆ, δεύτερον νὰ καυχᾶται· εἰ δὲ καὶ δὲν ἔχη προτέρημα, τί πρέπει νὰ καυχᾶται;Ὄπισθεν ἦλθεν Φαραὼ μὲ τὸ ἅρμαν του... |
Anonymous_Alexandrus et Semiramis_Sentence 95 | Γλήγορα, κουρτέση μου, νὰ μὲ ἀπιλογηθῆς τὸν λόγον, καὶ νὰ σὲ ἐρωτήσω πάλιν νὰ πάρω τὸν νοῦν σου ὅλον.» Οἱ ἄρχοντες τὴν ἤκουσαν, ὅλοι χολομανοῦσιν. Ὁ Ἀλέξανδρος ἀπιλογήθηκεν καὶ λέγει τὴν κουρτέσαν: Ἀπόκρισις τοῦ Ἀλεξάνδρου πρὸς τὴν βασίλισσαν «Ἄκουσον, κυρία μου, εἰς τοὺς λόγους ὁποὺ ὁρίζεις νὰ σὲ ἀπιλογηθῶ τὸ πῶς ἔναι... | Ὅρισε, κουρτέσα, τοὺς λόγους σου καὶ τὰ καυχήματά σου, τὸ τί ἔναι τὰ ἐρωτήματα καὶ τὰ προτερήματά σου, νὰ τὰ διαλύσω, νὰ τὰ εὑρῶ, ἐσέναν νὰ τὰ συντύχω· θαρρῶ εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τοὺς ἄρχοντας νὰ μὴν τὰ ἀποτύχω· εἰ δὲ καὶ οὐ διαλύσω, ἡ αὐθεντία σου νὰ ὁρίσης νὰ κόψουν τὸ κεφάλι μου, ὡσὰν χρήζεις νὰ ποιήσης.» Καὶ ἡ βασί... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza | Διήγησις ἐξαίρετος Βελθάνδρου τοῦ Ῥωμαίου· ὅς, διὰ θλίψιν, ἣν εἶχεν ἐκ πατρὸς αὐτοῦ, ἀπεξενώθην, ἔφυγεν ἐκ τῆς γονικῆς του χώρας καὶ πάλιν ἐπανέστρεψεν, ἔλαβε δὲ Χρυσάντζα, θυγατέρα ῥηγὸς τῆς μεγάλης Ἀντιοχείας, πλὴν κρυφίως πατρὸς καὶ μητρὸς αὐτῆς. Δεῦτε, προσκαρτερήσατε μικρόν, ὡραῖοι πάντες, θέλω σᾶς ἀφηγήσασθαι λόγ... | This is the first section of this novel. |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 107 | Ἐχωρίσθη μία ἐξ αὐτῶν καὶ λέγει πρὸς ἐκεῖνον· —Αὐθέντα, να συγχωρεθῆς, μὴ μὲ παραδικήσης. Εἶπε δ’ αὐτὴν ὁ Βέλθανδρος ὅτι—Μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἀλλότρια, ξένη τοῦ βεργίου σὲ κρίνω, ὦ κυρά μου, διὰ τὸ πυρρὸν καὶ τὸ θολὸν τὸ ἔχουν οἱ ὀφθαλμοί σου. Ἀπῆρε τὴν ἀπόφασιν καὶ πᾶ χώρια καὶ στάθην. Ἄλλη δὲ πάλιν τοῦ χοροῦ ἀφῆκε καὶ ὑπ... | Ὁ Βέλθανδρος δὲ φοβηθεὶς τὸ τάγμα τῶν Ἐρώτων, οὐκ ἐχωρέθην εἰς πολλά, ἀλλ’ ὅμως δειλανδρήσας εἶπεν· —Ἐγώ σου σήμερον τὸ πρόσταγμα πληρώσω. Ὁ δὲ Ἔρως δίδει του βεργὶν τρίκλωνον, πεπλεγμένον ἀπὸ σιδήρου καὶ χρυσοῦ καὶ ἀπὸ πελάζου λίθου. —Καὶ νὰ καὶ τοῦτο τὸ βεργίν, Βέλθανδρε, ἐσὲ τὸ δίδω καὶ οἵαν κρίνῃς ἐξ αὐτὰς κάλλιαν ... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 114 | Ἄλλη δὲ πάλιν τοῦ χωροῦ κἀκείνη χωρισθεῖσα καὶ πρὸς τὸν μέγαν τὸν κριτὴν ἱστάθην ἀναισχύντως, εἶπεν ἐκεῖνος πρὸς αὐτήν· —Οὐκ εἶσαι κληρονόμος καὶ νά σε δώσω τὸ βεργίν, ὅτι στὴν γῆν συγκύπτεις, ἰσόκορμος οὐδὲν εἶσαι, καὶ πῶς να σὲ τὸ δώσω; Καρδιακὰ ἐνεστέναξεν καὶ ἱστάθην με τὰς ἄλλας. Καὶ μετ’ αὐτὰς κατέλαβεν ὁμοίως κα... | Ἐχωρίσθη μία ἐξ αὐτῶν καὶ λέγει πρὸς ἐκεῖνον· —Αὐθέντα, να συγχωρεθῆς, μὴ μὲ παραδικήσης. Εἶπε δ’ αὐτὴν ὁ Βέλθανδρος ὅτι—Μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἀλλότρια, ξένη τοῦ βεργίου σὲ κρίνω, ὦ κυρά μου, διὰ τὸ πυρρὸν καὶ τὸ θολὸν τὸ ἔχουν οἱ ὀφθαλμοί σου. Ἀπῆρε τὴν ἀπόφασιν καὶ πᾶ χώρια καὶ στάθην. Ἄλλη δὲ πάλιν τοῦ χοροῦ ἀφῆκε καὶ ὑπ... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 12 | Εἶπε πολλὰ ὁ Φίλαρμος, ὡς ἵνα τὸν ἐλκύσῃ, ἀλλά γε τούτου τὴν βουλὴν οὐκ ἠδυνήθην κόψαι· ὡς δ’ ἶχεν ἀπαραίτητον τῆς ξενιτείας τὴν στράτα, τοῦτον οὐκ εἴλκυσαν ποσῶς τοῦ ἀδελφοῦ του οἱ λόγοι, τοῦ λογισμοῦ του τὴν βουλὴν να τὴν παρασαλεύσουν, ὅτι ἂν φθάσῃ λογισμὸς να γεννηθῇ πολλάκις, οὐ δύναται ἀπὸ συμβουλῆς τινὸς τοῦ κωλ... | Εὐθὺς ἀπεχαιρέτησε τὸν βασιλέα τότε, ξεβαίνει καὶ τὸν Φίλαρμον εὑρίσκει τον να στέκη σφικτὰ περιλαμβάνει τον, γλυκέα καταφιλεῖ τον καὶ λέγει τον τὸ μανικὸν τῆς κακοδαίμου τύχης· —Ξενίζομαι ὁ δυστυχὴς ἀδελφικοῦ σου σπλάγχνους. Τότε πάλιν ὁ Φίλαρμος κρατεῖ, καταφιλεῖ τον, λέγει τον· —Ἐὰν σέ ’θλιψεν πολλάκις ὁ πατήρ μας, ... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 121 | Ἀλλ’ ὁ χορὸς τῶν γυναικῶν τῶν μηδαμῶς κριθέντων ἤλθασι κατενώπιον ἐκείνου τοῦ Βελθάνδρου, ἵσταντο τρεῖς καὶ τέσσαρες καὶ πάλιν ἄλλες πέντε καὶ παῖρναν τὴν ἀπόφασιν δικαίως μετὰ ψόγων· ἰδοὺ λοιπὸν ἐμείνασιν ἀπ’ ὅλλες τὲς σαράντα γυναῖκες τρεῖς τὸν ἀριθμὸν να στέκουν εἰς ἕνα τόπον· καὶ λέγει τας ὁ Βέλθανδρος αὐτὰς τὰς τρ... | Ἄλλη δὲ πάλιν τοῦ χωροῦ κἀκείνη χωρισθεῖσα καὶ πρὸς τὸν μέγαν τὸν κριτὴν ἱστάθην ἀναισχύντως, εἶπεν ἐκεῖνος πρὸς αὐτήν· —Οὐκ εἶσαι κληρονόμος καὶ νά σε δώσω τὸ βεργίν, ὅτι στὴν γῆν συγκύπτεις, ἰσόκορμος οὐδὲν εἶσαι, καὶ πῶς να σὲ τὸ δώσω; Καρδιακὰ ἐνεστέναξεν καὶ ἱστάθην με τὰς ἄλλας. Καὶ μετ’ αὐτὰς κατέλαβεν ὁμοίως κα... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 124 | Ἀπῆγαν, ἤλθασιν αὐτὲς δίς, τρίς τε καὶ τετράκις καὶ λέγουσι τὸν Βέλθανδρον· —Σύγκρινον, σύνκρινέ μας. Εἶδε τὰς τρεῖς ὁ Βέλθανδρος καὶ κατεσκόπησέν τας καὶ ὡς τεχνίτης ἀκριβῶς ἐκριβολόγησέν τας καὶ πρὸς τὴν μίαν εἴρηκε· —Χωρίζου ἀπὸ τὰς δύο, αἱ τρίχες τῶν χερίων σου, ὡραία μου, ψέγουσίν σε. Καὶ παρευθύς, ὡς ἤκουσε τὸν ψ... | Ἀλλ’ ὁ χορὸς τῶν γυναικῶν τῶν μηδαμῶς κριθέντων ἤλθασι κατενώπιον ἐκείνου τοῦ Βελθάνδρου, ἵσταντο τρεῖς καὶ τέσσαρες καὶ πάλιν ἄλλες πέντε καὶ παῖρναν τὴν ἀπόφασιν δικαίως μετὰ ψόγων· ἰδοὺ λοιπὸν ἐμείνασιν ἀπ’ ὅλλες τὲς σαράντα γυναῖκες τρεῖς τὸν ἀριθμὸν να στέκουν εἰς ἕνα τόπον· καὶ λέγει τας ὁ Βέλθανδρος αὐτὰς τὰς τρ... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 129 | Κἀκείνη, ὡς ἐγροίκησε τὴν κρίσιν τοῦ Βελθάνδρου, μετὰ πικρίας ἐτήρησε καὶ βλέπει τον καὶ λέγει· —Ὦ ἀδικώτατε κριτά, εἰς τὸν Θεὸν ἐλπίζω να πέσης μέσα στὸν βυθὸν τῆς ἐρωτοαγάπης καὶ εἰς τὸ ῥεῦμα τοῦ νεροῦ να πνιγῆς, ν’ ἀποθάνης, ὅτι καὶ τὴν καρδίαν μου ἀπέκαυσας διόλου. Ταῦτα εἰπὼν μετὰ πικρίας ἀπῆγε με τὰς ἄλλας. Τότε ... | Ἀπῆγαν, ἤλθασιν αὐτὲς δίς, τρίς τε καὶ τετράκις καὶ λέγουσι τὸν Βέλθανδρον· —Σύγκρινον, σύνκρινέ μας. Εἶδε τὰς τρεῖς ὁ Βέλθανδρος καὶ κατεσκόπησέν τας καὶ ὡς τεχνίτης ἀκριβῶς ἐκριβολόγησέν τας καὶ πρὸς τὴν μίαν εἴρηκε· —Χωρίζου ἀπὸ τὰς δύο, αἱ τρίχες τῶν χερίων σου, ὡραία μου, ψέγουσίν σε. Καὶ παρευθύς, ὡς ἤκουσε τὸν ψ... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 133 | Καὶ νὰ καὶ τοῦτο τὸ βεργίν, τὸ ὁ βασιλεὺς Ἐρώτων ἐσκεύασε μεθ’ ἡδονῆς ὡς διὰ σένα, κόρη, ὁρίζω σε, ἀρχόντισσα, ἅπλωσε, πίασέ το. Ἁπλώνει, παίρνει τὸ βεργὶν ἐκ χειρὸς τοῦ Βελθάνδρου ἀπῆγεν καὶ ἐστάθηκεν ἔξω ἀπὸ τὰς ἄλλας βαστάζων εἰς τὰς χεῖρας της τὸ βεργὶν ὡς βραβεῖον. Ὡς οὖν ταῦτα πεπλήρωντο, ἰδοὺ Ἔρως πτερωμένος καὶ... | Κἀκείνη, ὡς ἐγροίκησε τὴν κρίσιν τοῦ Βελθάνδρου, μετὰ πικρίας ἐτήρησε καὶ βλέπει τον καὶ λέγει· —Ὦ ἀδικώτατε κριτά, εἰς τὸν Θεὸν ἐλπίζω να πέσης μέσα στὸν βυθὸν τῆς ἐρωτοαγάπης καὶ εἰς τὸ ῥεῦμα τοῦ νεροῦ να πνιγῆς, ν’ ἀποθάνης, ὅτι καὶ τὴν καρδίαν μου ἀπέκαυσας διόλου. Ταῦτα εἰπὼν μετὰ πικρίας ἀπῆγε με τὰς ἄλλας. Τότε ... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 14 | Καὶ Τότε πάλιν τὸν Φίλαρμον, τὸν κάλλιστον τὸν νέον, ῥοδόσταγμα τὸν βρέχουσι διὰ να συμφέρῃ ὁ νοῦς του, καί, ἀπὴν ἐσύμφερε τὸν νοῦν καὶ ὅλον τὸν λογισμόν του, ἀναζητᾶ τὸν ἀδελφόν, τὸν Βέλθανδρον φωνάζει. Ἐκεῖνος, ὁποὺ πρόθυμος ἦτον διὰ να φεύγῃ, δι’ ὅλου οὐκ ἐφαίνετο ἐκ τῆς ἱππηλασίας. Ὁ Φίλαρμος σπουδαίως γὰρ φθάνει π... | Εἶπε πολλὰ ὁ Φίλαρμος, ὡς ἵνα τὸν ἐλκύσῃ, ἀλλά γε τούτου τὴν βουλὴν οὐκ ἠδυνήθην κόψαι· ὡς δ’ εἶχεν ἀπαραίτητον τῆς ξενιτείας τὴν στράτα, τοῦτον οὐκ εἴλκυσαν ποσῶς τοῦ ἀδελφοῦ του οἱ λόγοι, τοῦ λογισμοῦ του τὴν βουλὴν να τὴν παρασαλεύσουν, ὅτι ἂν φθάσῃ λογισμὸς να γεννηθῇ πολλάκις, οὐ δύναται ἀπὸ συμβουλῆς τινὸς τοῦ κω... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 140 | —Ἐπεθυμεῖς—ἀντέφησεν, Ἔρων μου, τοῦ να μάθῃς τὸ ποίαν ἔδωκα τὸ βεργὶν καὶ τὰ τερπνά της κάλλη καὶ τὰ λοιπὰ χαρίσματα, τά ’χει παρὰ τὰς ἄλλας. Ἐκ τῆς σελήνης ἔπεσεν ἐκείνη τὰς ἀγκάλας καὶ τὸ λαμπρόν της μερτικὸν ἀπέσπασε καὶ ἀπῆρεν· τὴν συγκοπὴν καὶ σύνθεσιν, τὰ τοῦ κορμίου της μέλλη αὕτη ἡ βασιλεία σου ἐκαλοδώρησέν τα ... | Καὶ νὰ καὶ τοῦτο τὸ βεργίν, τὸ ὁ βασιλεὺς Ἐρώτων ἐσκεύασε μεθ’ ἡδονῆς ὡς διὰ σένα, κόρη, ὁρίζω σε, ἀρχόντισσα, ἅπλωσε, πίασέ το. Ἁπλώνει, παίρνει τὸ βεργὶν ἐκ χειρὸς τοῦ Βελθάνδρου ἀπῆγεν καὶ ἐστάθηκεν ἔξω ἀπὸ τὰς ἄλλας βαστάζων εἰς τὰς χεῖρας της τὸ βεργὶν ὡς βραβεῖον. Ὡς οὖν ταῦτα πεπλήρωντο, ἰδοὺ Ἔρως πτερωμένος καὶ... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 143 | Ὀφρύδια κατάμαυρα ἐφύσησεν ἡ τέχνη, γιοφύρια κατεσκεύασεν ἀπὸ πολλῆς σοφίας· οἱ Χάριτες ἐχάλκευσαν τὴν μύτην τῆς ὡραίας, στόμα Χαρίτων, Χάριτος δόντια μαργαριτάρια· μάγουλα ῥοδοκόκκινα, αὐτόβαπτα τὰ χείλη, ἐμύριζε τὸ στόμαν της χωρὶς ἀμφιβολίας· στρογγυλομορφοπίγουνος, ὑπερανασταλμένη, λευκοβραχίων, τρυφερά, τράχηλος τ... | —Ἐπεθυμεῖς—ἀντέφησεν, Ἔρων μου, τοῦ να μάθῃς τὸ ποίαν ἔδωκα τὸ βεργὶν καὶ τὰ τερπνά της κάλλη καὶ τὰ λοιπὰ χαρίσματα, τά ’χει παρὰ τὰς ἄλλας. Ἐκ τῆς σελήνης ἔπεσεν ἐκείνη τὰς ἀγκάλας καὶ τὸ λαμπρόν της μερτικὸν ἀπέσπασε καὶ ἀπῆρεν· τὴν συγκοπὴν καὶ σύνθεσιν, τὰ τοῦ κορμίου της μέλλη αὕτη ἡ βασιλεία σου ἐκαλοδώρησέν τα ... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 146 | Ταῦτα ἰδὼν ὁ Βέλθανδρος ἐξεστηκὼς ἐγίνη· ἐχάθηκεν ὁ Ἔρωτας, ἐπέτασεν, ἐδιέβη· ὁ στόλος ὁ τῶν γυναικῶν τελείως ἠφανίσθη, ὡς ὄνειρον ἐλύθηκε τὸ πράγμα ὅσον εἶδε· τὸν νοῦν συστρέφων ἔφερε καὶ τὸν ἑαυτόν του λέγει· —Τί τοῦτο; πῶς παλιπετῆς, ὦ ἀσύστατε χρόνε τοῦ βίου; Πάραυτα γοῦν ἐγύρισεν ὁ Βέλθανδρος ὀπίσω, ἐσκόπησε τὸν τ... | Ὀφρύδια κατάμαυρα ἐφύσησεν ἡ τέχνη, γιοφύρια κατεσκεύασεν ἀπὸ πολλῆς σοφίας· οἱ Χάριτες ἐχάλκευσαν τὴν μύτην τῆς ὡραίας, στόμα Χαρίτων, Χάριτος δόντια μαργαριτάρια· μάγουλα ῥοδοκόκκινα, αὐτόβαπτα τὰ χείλη, ἐμύριζε τὸ στόμαν της χωρὶς ἀμφιβολίας· στρογγυλομορφοπίγουνος, ὑπερανασταλμένη, λευκοβραχίων, τρυφερά, τράχηλος τ... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 150 | καβαλικεύγει πάραυτα με τὰ παιδόπουλά του. Περιπατῶν ἐν τῇ ὁδῷ ἐστέναζε μεγάλως, εἰς Ἀντιόχειαν ἔτρεχε, καὶ πότε να ἐφτάση; καὶ πέντε ἐσυνέτρεχεν ἡμέρας ὁλοκλήρους· ὁπόταν δὲ ἐσέβηκε κάμπους Ἀντιοχείας, τὸ κατὰ τύχην ηὕρηκε τὸν ῥήγα κυνηγοῦντα. Γοργὸν πεζεύει, προσκυνᾷ ὁ Βέλθανδρος τὸν ῥήγαν· ὁ ῥήγας τοῦτον κατιδὼν πολ... | Ταῦτα ἰδὼν ὁ Βέλθανδρος ἐξεστηκὼς ἐγίνη· ἐχάθηκεν ὁ Ἔρωτας, ἐπέτασεν, ἐδιέβη· ὁ στόλος ὁ τῶν γυναικῶν τελείως ἠφανίσθη, ὡς ὄνειρον ἐλύθηκε τὸ πράγμα ὅσον εἶδε· τὸν νοῦν συστρέφων ἔφερε καὶ τὸν ἑαυτόν του λέγει· —Τί τοῦτο; πῶς παλιπετῆς, ὦ ἀσύστατε χρόνε τοῦ βίου; Πάραυτα γοῦν ἐγύρισεν ὁ Βέλθανδρος ὀπίσω, ἐσκόπησε τὸν τ... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 157 | Καὶ πάλιν ἀπεκρίθηκεν ὁ Βέλθανδρος τὸν ῥήγαν· —Ἀς γένη, αὐθέντα, σήμερον θέλημα ἰδικόν σου, καὶ σπούδασε καὶ ποῖσε το, κἀγὼ διὰ τὴν τιμήν μου να γένω δοῦλος σου πιστὸς παρὰ πάντας οὓς ἔχεις. Καβαλικεύει ὁ Βέλθανδρος καὶ τὰ παιδόπουλά του καὶ τοῦ ῥηγὸς κατόπισθεν, καὶ ἐνταμῶς κυνηγοῦσιν· κ’ εἰς ἕνα τόπον ὑψηλόν, εἰς ἕνα... | καβαλικεύγει πάραυτα με τὰ παιδόπουλά του. Περιπατῶν ἐν τῇ ὁδῷ ἐστέναζε μεγάλως, εἰς Ἀντιόχειαν ἔτρεχε, καὶ πότε να ἐφτάση; καὶ πέντε ἐσυνέτρεχεν ἡμέρας ὁλοκλήρους· ὁπόταν δὲ ἐσέβηκε κάμπους Ἀντιοχείας, τὸ κατὰ τύχην ηὕρηκε τὸν ῥήγα κυνηγοῦντα. Γοργὸν πεζεύει, προσκυνᾷ ὁ Βέλθανδρος τὸν ῥήγαν· ὁ ῥήγας τοῦτον κατιδὼν πολ... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 161 | Εἶχαν τὸν δεῖπνον πάραυτα, ἐστήσασι τὴν τάβλαν, καὶ πρὸς τὴν τάξιν ἔφερον τοῦ φαγητοῦ τὰ πάντα, μετὰ πολλῆς παράστασης ἀρχόντων μεγιστάνων, ἱστήκει δὲ καὶ Βέλθανδρος ἐντάμα μετ’ ἐκείνους. Ὁ ῥήγας πάλιν ἤρξατο διήγησιν Βελθάνδρου, τὸ πῶς τὸν εἶδε κ’ ἤρχετο με τὰ παιδόπουλά του, τὴν συνταγὴν τὴν ἔποικεν, λίζιός του ἐγίνη... | Καὶ πάλιν ἀπεκρίθηκεν ὁ Βέλθανδρος τὸν ῥήγαν· —Ἀς γένη, αὐθέντα, σήμερον θέλημα ἰδικόν σου, καὶ σπούδασε καὶ ποῖσε το, κἀγὼ διὰ τὴν τιμήν μου να γένω δοῦλος σου πιστὸς παρὰ πάντας οὓς ἔχεις. Καβαλικεύει ὁ Βέλθανδρος καὶ τὰ παιδόπουλά του καὶ τοῦ ῥηγὸς κατόπισθεν, καὶ ἐνταμῶς κυνηγοῦσιν· κ’ εἰς ἕνα τόπον ὑψηλόν, εἰς ἕνα... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 166 | Ἐπίασεν ὁ Βέλθανδρος τόπον τιμῆς μεγάλης, ἐσέβαινεν ὁ Βέλθανδρος χωρὶς βουλῆς στὸν ῥήγαν, οἵαν ὥραν οὐ δέετον ἄλλου θέλημα νά ’χῃ. Ἐν μιᾷ οὖν τῶν ἡμερῶν σεμβαίνει εἰς ταμεῖον ὁ Βέλθανδρος καὶ χαιρετᾷ τὴν ῥήγαινα καὶ ῥήγαν, καὶ τὴν Χρυσάντζα τὴν λαμπράν, τὴν θυγατέρα τούτων. Ὡς γοῦν ἐκατεσκόπησε τὸν Βέλθανδρον ἡ κόρη, μ... | Εἶχαν τὸν δεῖπνον πάραυτα, ἐστήσασι τὴν τάβλαν, καὶ πρὸς τὴν τάξιν ἔφερον τοῦ φαγητοῦ τὰ πάντα, μετὰ πολλῆς παράστασης ἀρχόντων μεγιστάνων, ἱστήκει δὲ καὶ Βέλθανδρος ἐντάμα μετ’ ἐκείνους. Ὁ ῥήγας πάλιν ἤρξατο διήγησιν Βελθάνδρου, τὸ πῶς τὸν εἶδε κ’ ἤρχετο με τὰ παιδόπουλά του, τὴν συνταγὴν τὴν ἔποικεν, λίζιός του ἐγίνη... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 17 | Εἰ γὰρ συμβῇ καὶ πόλεμος πολλάκις να συγκρούγῃ, να διώκῃ ἀγέλας τε ὡς μέγας ἀπελάτης καὶ νικητὴς ν’ ἀναφανῇ καὶ μέγας τροπαιοῦχος, τί να εἴπη ὁ κρατάρχας αὐθέντης τοῦ Βελθάνδρου; Καὶ λάβε ταῦτα κατὰ νοῦν, μόνος σου ἀπείκασέ τα. Εἶπε πολλὰ ὁ Φίλαρμος μαλακοτέρους λόγους πρὸς τὸν σκληρὸν καὶ ἄσπλαγχνον πατέρα του ἐκεῖνον... | Καὶ Τότε πάλιν τὸν Φίλαρμον, τὸν κάλλιστον τὸν νέον, ῥοδόσταγμα τὸν βρέχουσι διὰ να συμφέρῃ ὁ νοῦς του, καί, ἀπὴν ἐσύμφερε τὸν νοῦν καὶ ὅλον τὸν λογισμόν του, ἀναζητᾶ τὸν ἀδελφόν, τὸν Βέλθανδρον φωνάζει. Ἐκεῖνος, ὁποὺ πρόθυμος ἦτον διὰ να φεύγῃ, δι’ ὅλου οὐκ ἐφαίνετο ἐκ τῆς ἱππηλασίας. Ὁ Φίλαρμος σπουδαίως γὰρ φθάνει π... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 171 | Ἔκτοτε τὴν ἐγνώρισιν ἐποίκαν μὲ σημεῖα, κανεὶς οὐδὲν ἐγίνωσκε κρυφοκαμώματά των. καὶ δύο δὲ παρέδραμον, κανεὶς οὐκ ἐπενόει, δύο μησὶ καὶ σὺν αὐτοῖς ἄλλους τε χρόνους δύο εἶχαν κρυφὰ πονέματα τῆς ἐρωτοληψίας. Καὶ μίαν πρὸς παράβραδον ὥραν ἡλίου δύσιν, ἐκάθητο ὁ Βέλθανδρος μόνος εἰς τὸ παλάτιν, μικρὸν καὶ ἐπαρέκυψεν ἐφ’ ... | Ἐπίασεν ὁ Βέλθανδρος τόπον τιμῆς μεγάλης, ἐσέβαινεν ὁ Βέλθανδρος χωρὶς βουλῆς στὸν ῥήγαν, οἵαν ὥραν οὐ δέετον ἄλλου θέλημα νά ’χῃ. Ἐν μιᾷ οὖν τῶν ἡμερῶν σεμβαίνει εἰς ταμεῖον ὁ Βέλθανδρος καὶ χαιρετᾷ τὴν ῥήγαινα καὶ ῥήγαν, καὶ τὴν Χρυσάντζα τὴν λαμπράν, τὴν θυγατέρα τούτων. Ὡς γοῦν ἐκατεσκόπησε τὸν Βέλθανδρον ἡ κόρη, μ... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 176 | Ἱστήκ’ ἀπ’ ἔξω Βέλθανδρος, παρακροᾶται ταῦτα, ὡς δ’ ἤκουσε τὰ ἔλεγε Χρυσάντζα δι’ ἐκεῖνον, γοργὸν ἐκατεπήδησεν καὶ ἐσέβηκεν ἀπέσω. Ὡς γοῦν ἐστράφησαν οἱ δύο, καὶ εἴδοσαν ἀλλήλους, ει’ς ἀναισθησίαν ἔπεσον ἀμφότερα τὰ μέρη, καὶ ἔκειντο τὰ σώματα μισοαποθαμένα· καὶ διέβη ὥρα περισσὴ τὸν νοῦν των να συμφέρουν. Καὶ ἀφ’ ὧν τ... | Ἔκτοτε τὴν ἐγνώρισιν ἐποίκαν μὲ σημεῖα, κανεὶς οὐδὲν ἐγίνωσκε κρυφοκαμώματά των. καὶ δύο δὲ παρέδραμον, κανεὶς οὐκ ἐπενόει, δύο μησὶ καὶ σὺν αὐτοῖς ἄλλους τε χρόνους δύο εἶχαν κρυφὰ πονέματα τῆς ἐρωτοληψίας. Καὶ μίαν πρὸς παράβραδον ὥραν ἡλίου δύσιν, ἐκάθητο ὁ Βέλθανδρος μόνος εἰς τὸ παλάτιν, μικρὸν καὶ ἐπαρέκυψεν ἐφ’ ... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 181 | Ταῦτα εἰπὼν ἐστράφηκε γελῶντα πρὸς ἐκείνην· αὐτὸς περιλαμβάνει την καὶ ἔπεσον οἱ δύο, καὶ ἀπὸ τὰ συχνοφιλήματα καὶ ἀπ’ο τὰς περιπλοκάς των, τὰ δένδρη τὰ ἀναίσθητα καὶ αὐτὰ ἀντιδονοῦσα· ἀναίσθητοι ἐκείτοντο μέχρι μεσονυκτίου· ἀφοῦ δὲ ἐξεπλήρωσαν τὸ ἤθελαν οἱ δύο κ’ ἐγνώρισαν τὰ τῆς αὐγῆς τὰ βλέφαρα χαράζουν, ἡδέως κατεφ... | Ἱστήκ’ ἀπ’ ἔξω Βέλθανδρος, παρακροᾶται ταῦτα, ὡς δ’ ἤκουσε τὰ ἔλεγε Χρυσάντζα δι’ ἐκεῖνον, γοργὸν ἐκατεπήδησεν καὶ ἐσέβηκεν ἀπέσω. Ὡς γοῦν ἐστράφησαν οἱ δύο, καὶ εἴδοσαν ἀλλήλους, ει’ς ἀναισθησίαν ἔπεσον ἀμφότερα τὰ μέρη, καὶ ἔκειντο τὰ σώματα μισοαποθαμένα· καὶ διέβη ὥρα περισσὴ τὸν νοῦν των να συμφέρουν. Καὶ ἀφ’ ὧν τ... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 184 | Τοῦτο μαθὼν ἡ δέσποινα μεγάλως τὸ ἐλυπήθην, τὴν δούλην της ἐφώναξεν ὄνομα Φαιδροκάζαν, τὴν εἶχε πλέον ἐμπιστὴν παρ’ ὅλας τὰς βαγίτζας καὶ κατὰ μόνας λέγει της μετὰ πολλοῦ τοῦ πόθου· —Ἔχεις ἀγάπην εἰς ἐμέ, καθὼς ἐγώ σ’ ἐσένα; Ἡ Φαιδροκάζα πρὸς αὐτὴν γελῶσα ἀπιλογήθην· —Ἠξεύρεις, Χρυσοδέσποινα, μετά σου ἀνετράφην καὶ τὴν... | Ταῦτα εἰπὼν ἐστράφηκε γελῶντα πρὸς ἐκείνην· αὐτὸς περιλαμβάνει την καὶ ἔπεσον οἱ δύο, καὶ ἀπὸ τὰ συχνοφιλήματα καὶ ἀπ’ο τὰς περιπλοκάς των, τὰ δένδρη τὰ ἀναίσθητα καὶ αὐτὰ ἀντιδονοῦσα· ἀναίσθητοι ἐκείτοντο μέχρι μεσονυκτίου· ἀφοῦ δὲ ἐξεπλήρωσαν τὸ ἤθελαν οἱ δύο κ’ ἐγνώρισαν τὰ τῆς αὐγῆς τὰ βλέφαρα χαράζουν, ἡδέως κατεφ... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 189 | οἱ βίγλες μου τὸν ἐπίασαν καὶ ἐξαγκωνίσασίν τον, κρατῶ τὸ τοῦτο ἀδύνατο να μὴ τὸ μάθῃ ὁ ῥήγας καὶ προκαθίσῃ τὸ πρωὶ καὶ εἰς κρίσιν να τὸν κρίνῃ. Ἀξιῶ τὴν Φαιδροκάζα μου ὅτι τοῦτο να εἴπῃς· καὶ διὰ τὴν ἀγάπην σου ἦλθεν εἰς περιβόλιν· ἂν τοῦτο ποίσῃς καὶ οὐ γνωσθῇ, ἔχω σε ὡς ἐμένα. Τότε τῆς ὥρας παρευθὺς ὑπάγει Φαιδροκάζ... | Τοῦτο μαθὼν ἡ δέσποινα μεγάλως τὸ ἐλυπήθην, τὴν δούλην της ἐφώναξεν ὄνομα Φαιδροκάζαν, τὴν εἶχε πλέον ἐμπιστὴν παρ’ ὅλας τὰς βαγίτζας καὶ κατὰ μόνας λέγει της μετὰ πολλοῦ τοῦ πόθου· —Ἔχεις ἀγάπην εἰς ἐμέ, καθὼς ἐγώ σ’ ἐσένα; Ἡ Φαιδροκάζα πρὸς αὐτὴν γελῶσα ἀπιλογήθην· —Ἠξεύρεις, Χρυσοδέσποινα, μετά σου ἀνετράφην καὶ τὴν... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 192 | Ἂν προκαθίσῃ τὸ πρωὶ ὁ ῥήγας να σὲ κρίνῃ καὶ ἴσως ἐρωτήσῃ σε διατὶ ἦλθες εἰς περιβόλιν, ῥίψε σ’ ἐμὲ τὴν ἀφορμήν κ’ εἰπὲ ὅτι ἐμὲ ἠγάπας καὶ διὰ τὴν ἀγάπην μου ἦλθες εἰς περιβόλι· πλὴν βλέπε μὴ θορυβηθῆς καὶ νιώσουν σε εἰς ἄλλον, εἰπὲς τὸ πῶς σ’ ἐκάλεσα κ’ ἦλθες ἐφ’ ὧν σὲ εἶπα· εἰ ἴσως ταῦτα ἂν εἰπῇς, ἔχεις καλῶς ποιῆσαι... | οἱ βίγλες μου τὸν ἐπίασαν καὶ ἐξαγκωνίσασίν τον, κρατῶ τὸ τοῦτο ἀδύνατο να μὴ τὸ μάθῃ ὁ ῥήγας καὶ προκαθίσῃ τὸ πρωὶ καὶ εἰς κρίσιν να τὸν κρίνῃ. Ἀξιῶ τὴν Φαιδροκάζα μου ὅτι τοῦτο να εἴπῃς· καὶ διὰ τὴν ἀγάπην σου ἦλθεν εἰς περιβόλιν· ἂν τοῦτο ποίσῃς καὶ οὐ γνωσθῇ, ἔχω σε ὡς ἐμένα. Τότε τῆς ὥρας παρευθὺς ὑπάγει Φαιδροκάζ... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 197 | Κἀκείνη ἀπεκρίθην τον λόγους μετὰ πικρίας· —Καὶ πῶς οὐ σχῆμα σοβαρὸν ἔχει μ’ ἀγριωμένον, ὅτι τῆς βασιλείας σου ἄνθρωποι, ὡς τοὺς δόξῃ, εἰς περίβολιν ἀναιδῶς ἐμβαίνουν ἰδικό μου, καθὰ ἀπόψα Βέλθανδρος ἦλθε, προσεχωρήθην; Ὁ ῥήγας, ὡς ἐγροίκησε τοὺς λόγους τῆς Χρυσάντζας, αὐτίκα ἐνεπήδησε μετὰ θυμοῦ μεγάλου· ἀπέστειλε καὶ... | Ἂν προκαθίσῃ τὸ πρωὶ ὁ ῥήγας να σὲ κρίνῃ καὶ ἴσως ἐρωτήσῃ σε διατὶ ἦλθες εἰς περιβόλιν, ῥίψε σ’ ἐμὲ τὴν ἀφορμήν κ’ εἰπὲ ὅτι ἐμὲ ἠγάπας καὶ διὰ τὴν ἀγάπην μου ἦλθες εἰς περιβόλι· πλὴν βλέπε μὴ θορυβηθῆς καὶ νιώσουν σε εἰς ἄλλον, εἰπὲς τὸ πῶς σ’ ἐκάλεσα κ’ ἦλθες ἐφ’ ὧν σὲ εἶπα· εἰ ἴσως ταῦτα ἂν εἰπῇς, ἔχεις καλῶς ποιῆσαι... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 201 | Προστάττει γοῦν καὶ φέρνουσιν ὁμοίως τὴν Φαιδροκάζα, ἀπῆρε ταύτην μοναξίαν, ἐρώτησεν κἀκείνην καὶ ὡμολόγησε καὶ αὐτή· —Τὸν Βέλθανδρον ἠγάπουν. Ὁ ῥήγας λέγει πάραυτα κἀκεῖ τοὺς προεστῶτας· —Εἴπατε, δότε μοι βουλήν, ἄρχοντές μου, εἰς τοῦτο. Οἱ πάντες ἐσιώπησαν, κανεὶς λόγον οὐ δίδει. Καὶ πάλιν προσεφώνησεν ὁ ῥήγας ἐκ δευ... | Κἀκείνη ἀπεκρίθην τον λόγους μετὰ πικρίας· —Καὶ πῶς οὐ σχῆμα σοβαρὸν ἔχει μ’ ἀγριωμένον, ὅτι τῆς βασιλείας σου ἄνθρωποι, ὡς τοὺς δόξῃ, εἰς περίβολιν ἀναιδῶς ἐμβαίνουν ἰδικό μου, καθὰ ἀπόψα Βέλθανδρος ἦλθε, προσεχωρήθην; Ὁ ῥήγας, ὡς ἐγροίκησε τοὺς λόγους τῆς Χρυσάντζας, αὐτίκα ἐνεπήδησε μετὰ θυμοῦ μεγάλου· ἀπέστειλε καὶ... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 207 | Ὁ ῥήγας πάλιν πρὸς αὐτὴν οὕτως ἀπιλογήθην· —Νὰ σὲ ἀφήσω καὶ να λαλῇς· τὸ θέλω ἐγὼ να γένῃ. Ἀπὲ τὸ χέριν τὴν κρατεῖ Χρυσάντζα τὴν Φαιδροκάζαν, ἀπῆρεν την καὶ σέβηκεν ἔνθα εἶχε τὸν κοιτῶνα. Μόναι καὶ μόναι ἐμπήκασιν καὶ τὰ ἀσφαλίζουνται μέσα· —Εἰς τὸ καλὸν τό μ’ ἔποικες φιλῶ, καταφιλῶ σε· εἰ δὲ καὶ ἔνι δυνατὸν να τὸν ἀφή... | Προστάττει γοῦν καὶ φέρνουσιν ὁμοίως τὴν Φαιδροκάζα, ἀπῆρε ταύτην μοναξίαν, ἐρώτησεν κἀκείνην καὶ ὡμολόγησε καὶ αὐτή· —Τὸν Βέλθανδρον ἠγάπουν. Ὁ ῥήγας λέγει πάραυτα κἀκεῖ τοὺς προεστῶτας· —Εἴπατε, δότε μοι βουλήν, ἄρχοντές μου, εἰς τοῦτο. Οἱ πάντες ἐσιώπησαν, κανεὶς λόγον οὐ δίδει. Καὶ πάλιν προσεφώνησεν ὁ ῥήγας ἐκ δευ... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 21 | ηὕρηκε δὲ ὁ Βέλθανδρος τόπον χαριτωμένον, ἐπέζευσε καὶ κάθισε με τὰ παιδόπουλά του· ἦτον ἡ νύκτα ὁλόφεγγος, χαριτωμένη νύκτα, καὶ βρύση καταρρέουσα, χλωρολιβαδοτόποι· καὶ θέττει τὴν κατούνα του μόνος ἐκεῖ καὶ πίπτει καὶ μουσικὴν καθήμενος ἐκράτει καὶ ’παιζέν την καὶ μοιρολόγιν ἔλεγε στεναγμογεμισμένον· —Ὄρη καὶ κάμποι ... | Εἰ γὰρ συμβῇ καὶ πόλεμος πολλάκις να συγκρούγῃ, να διώκῃ ἀγέλας τε ὡς μέγας ἀπελάτης καὶ νικητὴς ν’ ἀναφανῇ καὶ μέγας τροπαιοῦχος, τί να εἴπη ὁ κρατάρχας αὐθέντης τοῦ Βελθάνδρου; Καὶ λάβε ταῦτα κατὰ νοῦν, μόνος σου ἀπείκασέ τα. Εἶπε πολλὰ ὁ Φίλαρμος μαλακοτέρους λόγους πρὸς τὸν σκληρὸν καὶ ἄσπλαγχνον πατέρα του ἐκεῖνον... |
Anonymous_Belthandrus et Chrysantza_Sentence 213 | Ὁ ῥήγας πάλιν ἔστρεψε ἐπίσω τὴν Φαιδροκάζαν· —Ειπές—λέγει—, τὴν κυρίαν σου προικῶα πόσα σοῦ δίδει Τοῦ δείπνου ἦλθεν ὁ καιρὸς καὶ στρώσασιν τὴν τάβλαν· ἔθηκε τὸν μισάλιν της καὶ ἤρξατο τοῦ τρώγειν. Χρυσάντζα τὲς βαγίτζες της ὥρισέν τες ν’ ἀδειάσουν· τὴν Φαιδροκάζαν ἐκράτησεν να φᾷ, να πίῃ μετά της, ὥρισεν καὶ τὸν Βέλθαν... | Ὁ ῥήγας πάλιν πρὸς αὐτὴν οὕτως ἀπιλογήθην· —Νὰ σὲ ἀφήσω καὶ να λαλῇς· τὸ θέλω ἐγὼ να γένῃ. Ἀπὲ τὸ χέριν τὴν κρατεῖ Χρυσάντζα τὴν Φαιδροκάζαν, ἀπῆρεν την καὶ σέβηκεν ἔνθα εἶχε τὸν κοιτῶνα. Μόναι καὶ μόναι ἐμπήκασιν καὶ τὰ ἀσφαλίζουνται μέσα· —Εἰς τὸ καλὸν τό μ’ ἔποικες φιλῶ, καταφιλῶ σε· εἰ δὲ καὶ ἔνι δυνατὸν να τὸν ἀφή... |
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.