id
stringlengths
8
8
category
stringclasses
6 values
question
stringlengths
86
139
A
stringlengths
4
139
B
stringlengths
4
139
C
stringlengths
4
138
D
stringlengths
4
139
answer
stringclasses
4 values
accepted_answers
stringlengths
8
275
lemma
stringlengths
3
16
gr-00401
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «ζαρώνω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, συντελεσμένο μέλλοντα, σε όλα τα πρόσωπα;
θα έχω ζαρώσει, θα έχεις ζαρώσει, θα έχει ζαρώσει, θα έχουμε ζαρώσει, θα έχετε ζαρώσει, θα έχετε ζαρώσει
θα έχει ζαρώσει, θα έχεις ζαρώσει, θα έχει ζαρώσει, θα έχουμε ζαρώσει, θα έχετε ζαρώσει, θα έχουν ζαρώσει
θα έχω ζαρώσει, θα έχεις ζαρώσει, θα έχει ζαρώσει, θα έχουμε ζαρώσει, θα έχετε ζαρώσει, θα έχουν ζαρώσει
θα έχω ζαρώσει, θα έχεις ζαρώσει, θα έχει ζαρώσει, θα έχουν ζαρώσει, θα έχετε ζαρώσει, θα έχουν ζαρώσει
C
[["θα έχω ζαρώσει"], ["θα έχεις ζαρώσει"], ["θα έχει ζαρώσει"], ["θα έχουμε ζαρώσει"], ["θα έχετε ζαρώσει"], ["θα έχουν ζαρώσει", "θα έχουνε ζαρώσει"]]
ζαρώνω
gr-00402
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «τσακώνω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, ενεστώτα, στο α΄ ενικό πρόσωπο;
να τσακώνουμε
να τσακώνεις
να τσακώνω
να τσακώσω
C
["να τσακώνω"]
τσακώνω
gr-00403
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «μαστιγώνω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, αόριστο, στο β΄ πληθυντικό πρόσωπο;
να μαστιγώσεις
να μαστιγώνετε
να μαστιγώσουν
να μαστιγώσετε
D
["να μαστιγώσετε"]
μαστιγώνω
gr-00404
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «κουκουλώνω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, παρακείμενο, σε όλα τα πρόσωπα;
έχω κουκουλώσει, έχεις κουκουλώσει, έχει κουκουλώσει, έχουμε κουκουλώσει, έχετε κουκουλώσει, έχετε κουκουλώσει
έχει κουκουλώσει, έχεις κουκουλώσει, έχει κουκουλώσει, έχουμε κουκουλώσει, έχετε κουκουλώσει, έχουν κουκουλώσει
έχω κουκουλώσει, έχεις κουκουλώσει, έχει κουκουλώσει, έχουμε κουκουλώσει, έχετε κουκουλώσει, έχουν κουκουλώσει
έχω κουκουλώσει, έχεις κουκουλώσει, έχει κουκουλώσει, έχουν κουκουλώσει, έχετε κουκουλώσει, έχουν κουκουλώσει
C
[["έχω κουκουλώσει"], ["έχεις κουκουλώσει"], ["έχει κουκουλώσει"], ["έχουμε κουκουλώσει"], ["έχετε κουκουλώσει"], ["έχουν κουκουλώσει", "έχουνε κουκουλώσει"]]
κουκουλώνω
gr-00405
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «λερώνω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, ενεστώτα, στο β΄ ενικό πρόσωπο;
να λερώνετε
να λερώσεις
να λερώνει
να λερώνεις
D
["να λερώνεις"]
λερώνω
gr-00406
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «χαρακώνω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, υπερσυντέλικο, σε όλα τα πρόσωπα;
είχα χαρακώσει, είχες χαρακώσει, είχε χαρακώσει, είχαν χαρακώσει, είχατε χαρακώσει, είχαν χαρακώσει
είχα χαρακώσει, είχες χαρακώσει, είχε χαρακώσει, είχαμε χαρακώσει, είχατε χαρακώσει, είχαν χαρακώσει
είχα χαρακώσει, είχες χαρακώσει, είχε χαρακώσει, είχαμε χαρακώσει, είχατε χαρακώσει, είχατε χαρακώσει
είχε χαρακώσει, είχες χαρακώσει, είχε χαρακώσει, είχαμε χαρακώσει, είχατε χαρακώσει, είχαν χαρακώσει
B
[["είχα χαρακώσει"], ["είχες χαρακώσει"], ["είχε χαρακώσει"], ["είχαμε χαρακώσει"], ["είχατε χαρακώσει"], ["είχαν χαρακώσει", "είχανε χαρακώσει"]]
χαρακώνω
gr-00407
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «ξεριζώνω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, αόριστο, στο α΄ πληθυντικό πρόσωπο;
να ξεριζώσουμε
να ξεριζώσετε
να ξεριζώσω
να ξεριζώνουμε
A
["να ξεριζώσουμε"]
ξεριζώνω
gr-00408
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «σταυρώνω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, συντελεσμένο μέλλοντα, σε όλα τα πρόσωπα;
θα έχω σταυρώσει, θα έχεις σταυρώσει, θα έχει σταυρώσει, θα έχουμε σταυρώσει, θα έχετε σταυρώσει, θα έχουν σταυρώσει
θα έχω σταυρώσει, θα έχεις σταυρώσει, θα έχει σταυρώσει, θα έχουμε σταυρώσει, θα έχετε σταυρώσει, θα έχετε σταυρώσει
θα έχω σταυρώσει, θα έχεις σταυρώσει, θα έχει σταυρώσει, θα έχουν σταυρώσει, θα έχετε σταυρώσει, θα έχουν σταυρώσει
θα έχει σταυρώσει, θα έχεις σταυρώσει, θα έχει σταυρώσει, θα έχουμε σταυρώσει, θα έχετε σταυρώσει, θα έχουν σταυρώσει
A
[["θα έχω σταυρώσει"], ["θα έχεις σταυρώσει"], ["θα έχει σταυρώσει"], ["θα έχουμε σταυρώσει"], ["θα έχετε σταυρώσει"], ["θα έχουν σταυρώσει", "θα έχουνε σταυρώσει"]]
σταυρώνω
gr-00409
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «λυτρώνω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, ενεστώτα, στο β΄ πληθυντικό πρόσωπο;
λυτρώνουν
λυτρώνεις
λυτρώνεστε
λυτρώνετε
D
["λυτρώνετε"]
λυτρώνω
gr-00410
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «ζυγώνω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, ενεστώτα, στο γ΄ ενικό πρόσωπο;
να ζυγώσει
να ζυγώνουν
να ζυγώνει
να ζυγώνω
C
["να ζυγώνει"]
ζυγώνω
gr-00411
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «λασπώνω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, αόριστο, σε όλα τα πρόσωπα;
λάσπωσα, λάσπωσες, λάσπωσε, λάσπωσαν, λασπώσατε, λάσπωσαν
λάσπωσα, λάσπωσες, λάσπωσε, λασπώσαμε, λασπώσατε, λάσπωσαν
λάσπωσε, λάσπωσες, λάσπωσε, λασπώσαμε, λασπώσατε, λάσπωσαν
λάσπωσα, λάσπωσες, λάσπωσε, λασπώσαμε, λασπώσατε, λασπώσατε
B
[["λάσπωσα"], ["λάσπωσες"], ["λάσπωσε"], ["λασπώσαμε"], ["λασπώσατε"], ["λάσπωσαν", "λασπώσανε"]]
λασπώνω
gr-00412
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «φακελώνω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, παρακείμενο, σε όλα τα πρόσωπα;
έχω φακελώσει, έχεις φακελώσει, έχει φακελώσει, έχουμε φακελώσει, έχετε φακελώσει, έχετε φακελώσει
έχει φακελώσει, έχεις φακελώσει, έχει φακελώσει, έχουμε φακελώσει, έχετε φακελώσει, έχουν φακελώσει
έχω φακελώσει, έχεις φακελώσει, έχει φακελώσει, έχουμε φακελώσει, έχετε φακελώσει, έχουν φακελώσει
έχω φακελώσει, έχεις φακελώσει, έχει φακελώσει, έχουν φακελώσει, έχετε φακελώσει, έχουν φακελώσει
C
[["έχω φακελώσει"], ["έχεις φακελώσει"], ["έχει φακελώσει"], ["έχουμε φακελώσει"], ["έχετε φακελώσει"], ["έχουν φακελώσει", "έχουνε φακελώσει"]]
φακελώνω
gr-00413
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «αγκιστρώνω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, υπερσυντέλικο, σε όλα τα πρόσωπα;
είχα αγκιστρώσει, είχες αγκιστρώσει, είχε αγκιστρώσει, είχαμε αγκιστρώσει, είχατε αγκιστρώσει, είχατε αγκιστρώσει
είχα αγκιστρώσει, είχες αγκιστρώσει, είχε αγκιστρώσει, είχαν αγκιστρώσει, είχατε αγκιστρώσει, είχαν αγκιστρώσει
είχε αγκιστρώσει, είχες αγκιστρώσει, είχε αγκιστρώσει, είχαμε αγκιστρώσει, είχατε αγκιστρώσει, είχαν αγκιστρώσει
είχα αγκιστρώσει, είχες αγκιστρώσει, είχε αγκιστρώσει, είχαμε αγκιστρώσει, είχατε αγκιστρώσει, είχαν αγκιστρώσει
D
[["είχα αγκιστρώσει"], ["είχες αγκιστρώσει"], ["είχε αγκιστρώσει"], ["είχαμε αγκιστρώσει"], ["είχατε αγκιστρώσει"], ["είχαν αγκιστρώσει", "είχανε αγκιστρώσει"]]
αγκιστρώνω
gr-00414
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «ξεκουμπώνω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, αόριστο, στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο;
να ξεκουμπώσουν
να ξεκουμπώνουν
να ξεκουμπώσει
να ξεκουμπώσουμε
A
["να ξεκουμπώσουν", "να ξεκουμπώσουνε"]
ξεκουμπώνω
gr-00415
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «σακατεύω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, ενεστώτα, στο α΄ ενικό πρόσωπο;
να σακατεύουμε
να σακατεύω
να σακατεύεις
να σακατέψω
B
["να σακατεύω"]
σακατεύω
gr-00416
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «κουτσουρεύω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, συντελεσμένο μέλλοντα, σε όλα τα πρόσωπα;
θα έχω κουτσουρέψει, θα έχεις κουτσουρέψει, θα έχει κουτσουρέψει, θα έχουμε κουτσουρέψει, θα έχετε κουτσουρέψει, θα έχουν κουτσουρέψει
θα έχω κουτσουρέψει, θα έχεις κουτσουρέψει, θα έχει κουτσουρέψει, θα έχουμε κουτσουρέψει, θα έχετε κουτσουρέψει, θα έχετε κουτσουρέψει
θα έχω κουτσουρέψει, θα έχεις κουτσουρέψει, θα έχει κουτσουρέψει, θα έχουν κουτσουρέψει, θα έχετε κουτσουρέψει, θα έχουν κουτσουρέψει
θα έχει κουτσουρέψει, θα έχεις κουτσουρέψει, θα έχει κουτσουρέψει, θα έχουμε κουτσουρέψει, θα έχετε κουτσουρέψει, θα έχουν κουτσουρέψει
A
[["θα έχω κουτσουρέψει"], ["θα έχεις κουτσουρέψει"], ["θα έχει κουτσουρέψει"], ["θα έχουμε κουτσουρέψει"], ["θα έχετε κουτσουρέψει"], ["θα έχουν κουτσουρέψει", "θα έχουνε κουτσουρέψει"]]
κουτσουρεύω
gr-00417
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «μαγγανεύω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, αόριστο, στο β΄ πληθυντικό πρόσωπο;
να μαγγανέψουν
να μαγγανέψεις
να μαγγανέψετε
να μαγγανεύετε
C
["να μαγγανέψετε"]
μαγγανεύω
gr-00418
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «γητεύω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, παρακείμενο, σε όλα τα πρόσωπα;
έχει γητέψει, έχεις γητέψει, έχει γητέψει, έχουμε γητέψει, έχετε γητέψει, έχουν γητέψει
έχω γητέψει, έχεις γητέψει, έχει γητέψει, έχουμε γητέψει, έχετε γητέψει, έχετε γητέψει
έχω γητέψει, έχεις γητέψει, έχει γητέψει, έχουμε γητέψει, έχετε γητέψει, έχουν γητέψει
έχω γητέψει, έχεις γητέψει, έχει γητέψει, έχουν γητέψει, έχετε γητέψει, έχουν γητέψει
C
[["έχω γητέψει"], ["έχεις γητέψει"], ["έχει γητέψει"], ["έχουμε γητέψει"], ["έχετε γητέψει"], ["έχουν γητέψει", "έχουνε γητέψει"]]
γητεύω
gr-00419
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «αγναντεύω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, ενεστώτα, στο β΄ ενικό πρόσωπο;
να αγναντεύετε
να αγναντέψεις
να αγναντεύει
να αγναντεύεις
D
["να αγναντεύεις"]
αγναντεύω
gr-00420
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «κουρσεύω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, υπερσυντέλικο, σε όλα τα πρόσωπα;
είχα κουρσέψει, είχες κουρσέψει, είχε κουρσέψει, είχαμε κουρσέψει, είχατε κουρσέψει, είχαν κουρσέψει
είχε κουρσέψει, είχες κουρσέψει, είχε κουρσέψει, είχαμε κουρσέψει, είχατε κουρσέψει, είχαν κουρσέψει
είχα κουρσέψει, είχες κουρσέψει, είχε κουρσέψει, είχαμε κουρσέψει, είχατε κουρσέψει, είχατε κουρσέψει
είχα κουρσέψει, είχες κουρσέψει, είχε κουρσέψει, είχαν κουρσέψει, είχατε κουρσέψει, είχαν κουρσέψει
A
[["είχα κουρσέψει"], ["είχες κουρσέψει"], ["είχε κουρσέψει"], ["είχαμε κουρσέψει"], ["είχατε κουρσέψει"], ["είχαν κουρσέψει", "είχανε κουρσέψει"]]
κουρσεύω
gr-00421
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «χαλκεύω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, αόριστο, στο α΄ πληθυντικό πρόσωπο;
να χαλκέψουμε
να χαλκέψετε
να χαλκεύουμε
να χαλκέψω
A
["να χαλκέψουμε"]
χαλκεύω
gr-00422
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «γιατρεύω» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, ενεστώτα, στο β΄ ενικό πρόσωπο;
γιατρεύεται
γιατρεύεις
γιατρεύεστε
γιατρεύεσαι
D
["γιατρεύεσαι"]
γιατρεύω
gr-00423
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «παστρεύω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, παρατατικό, σε όλα τα πρόσωπα;
πάστρευα, πάστρευες, πάστρευε, παστρεύαμε, παστρεύατε, πάστρευαν
πάστρευα, πάστρευες, πάστρευε, παστρεύαμε, παστρεύατε, παστρεύατε
πάστρευα, πάστρευες, πάστρευε, πάστρευαν, παστρεύατε, πάστρευαν
πάστρευε, πάστρευες, πάστρευε, παστρεύαμε, παστρεύατε, πάστρευαν
A
[["πάστρευα"], ["πάστρευες"], ["πάστρευε"], ["παστρεύαμε"], ["παστρεύατε"], ["πάστρευαν", "παστρεύανε"]]
παστρεύω
gr-00424
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «φλέγω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, παρατατικό, στο α΄ ενικό πρόσωπο;
έφλεγα
φλέγαμε
έφλεγες
έφλεξα
A
["έφλεγα"]
φλέγω
gr-00425
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «χοντραίνω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, παρατατικό, στο β΄ πληθυντικό πρόσωπο;
χοντραίνουν
χοντραίνατε
χοντραίνετε
χοντραίνεται
B
["χοντραίνατε"]
χοντραίνω
gr-00426
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «σκληραίνω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, συντελεσμένο μέλλοντα, σε όλα τα πρόσωπα;
θα έχω σκληρύνει, θα έχεις σκληρύνει, θα έχει σκληρύνει, θα έχουμε σκληρύνει, θα έχετε σκληρύνει, θα έχετε σκληρύνει
θα έχω σκληρύνει, θα έχεις σκληρύνει, θα έχει σκληρύνει, θα έχουν σκληρύνει, θα έχετε σκληρύνει, θα έχουν σκληρύνει
θα έχει σκληρύνει, θα έχεις σκληρύνει, θα έχει σκληρύνει, θα έχουμε σκληρύνει, θα έχετε σκληρύνει, θα έχουν σκληρύνει
θα έχω σκληρύνει, θα έχεις σκληρύνει, θα έχει σκληρύνει, θα έχουμε σκληρύνει, θα έχετε σκληρύνει, θα έχουν σκληρύνει
D
[["θα έχω σκληρύνει"], ["θα έχεις σκληρύνει"], ["θα έχει σκληρύνει"], ["θα έχουμε σκληρύνει"], ["θα έχετε σκληρύνει"], ["θα έχουν σκληρύνει", "θα έχουνε σκληρύνει"]]
σκληραίνω
gr-00427
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «παχαίνω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, ενεστώτα, στο γ΄ ενικό πρόσωπο;
να παχύνει
να παχαίνει
να παχαίνω
να παχαίνουν
B
["να παχαίνει"]
παχαίνω
gr-00428
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «βαθαίνω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, παρακείμενο, σε όλα τα πρόσωπα;
έχω βαθύνει, έχεις βαθύνει, έχει βαθύνει, έχουμε βαθύνει, έχετε βαθύνει, έχετε βαθύνει
έχει βαθύνει, έχεις βαθύνει, έχει βαθύνει, έχουμε βαθύνει, έχετε βαθύνει, έχουν βαθύνει
έχω βαθύνει, έχεις βαθύνει, έχει βαθύνει, έχουν βαθύνει, έχετε βαθύνει, έχουν βαθύνει
έχω βαθύνει, έχεις βαθύνει, έχει βαθύνει, έχουμε βαθύνει, έχετε βαθύνει, έχουν βαθύνει
D
[["έχω βαθύνει"], ["έχεις βαθύνει"], ["έχει βαθύνει"], ["έχουμε βαθύνει"], ["έχετε βαθύνει"], ["έχουν βαθύνει", "έχουνε βαθύνει"]]
βαθαίνω
gr-00429
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «πλαταίνω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, αόριστο, στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο;
να πλατύνουμε
να πλατύνει
να πλατύνουν
να πλαταίνουν
C
["να πλατύνουν", "να πλατύνουνε"]
πλαταίνω
gr-00430
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «κονταίνω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, υπερσυντέλικο, σε όλα τα πρόσωπα;
είχα κοντύνει, είχες κοντύνει, είχε κοντύνει, είχαμε κοντύνει, είχατε κοντύνει, είχατε κοντύνει
είχα κοντύνει, είχες κοντύνει, είχε κοντύνει, είχαμε κοντύνει, είχατε κοντύνει, είχαν κοντύνει
είχα κοντύνει, είχες κοντύνει, είχε κοντύνει, είχαν κοντύνει, είχατε κοντύνει, είχαν κοντύνει
είχε κοντύνει, είχες κοντύνει, είχε κοντύνει, είχαμε κοντύνει, είχατε κοντύνει, είχαν κοντύνει
B
[["είχα κοντύνει"], ["είχες κοντύνει"], ["είχε κοντύνει"], ["είχαμε κοντύνει"], ["είχατε κοντύνει"], ["είχαν κοντύνει", "είχανε κοντύνει"]]
κονταίνω
gr-00431
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «σκουραίνω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, ενεστώτα, στο α΄ ενικό πρόσωπο;
να σκουραίνουμε
να σκουρύνω
να σκουραίνω
να σκουραίνεις
C
["να σκουραίνω"]
σκουραίνω
gr-00432
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «ομορφαίνω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, συντελεσμένο μέλλοντα, σε όλα τα πρόσωπα;
θα έχω ομορφύνει, θα έχεις ομορφύνει, θα έχει ομορφύνει, θα έχουν ομορφύνει, θα έχετε ομορφύνει, θα έχουν ομορφύνει
θα έχω ομορφύνει, θα έχεις ομορφύνει, θα έχει ομορφύνει, θα έχουμε ομορφύνει, θα έχετε ομορφύνει, θα έχουν ομορφύνει
θα έχω ομορφύνει, θα έχεις ομορφύνει, θα έχει ομορφύνει, θα έχουμε ομορφύνει, θα έχετε ομορφύνει, θα έχετε ομορφύνει
θα έχει ομορφύνει, θα έχεις ομορφύνει, θα έχει ομορφύνει, θα έχουμε ομορφύνει, θα έχετε ομορφύνει, θα έχουν ομορφύνει
B
[["θα έχω ομορφύνει"], ["θα έχεις ομορφύνει"], ["θα έχει ομορφύνει"], ["θα έχουμε ομορφύνει"], ["θα έχετε ομορφύνει"], ["θα έχουν ομορφύνει", "θα έχουνε ομορφύνει"]]
ομορφαίνω
gr-00433
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «ακριβαίνω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, παρακείμενο, σε όλα τα πρόσωπα;
έχω ακριβύνει, έχεις ακριβύνει, έχεις ακριβύνει, έχουμε ακριβύνει, έχετε ακριβύνει, έχουν ακριβύνει
έχω ακριβύνει, έχεις ακριβύνει, έχει ακριβύνει, έχουν ακριβύνει, έχετε ακριβύνει, έχουν ακριβύνει
έχω ακριβύνει, έχεις ακριβύνει, έχει ακριβύνει, έχουμε ακριβύνει, έχετε ακριβύνει, έχω ακριβύνει
έχω ακριβύνει, έχεις ακριβύνει, έχει ακριβύνει, έχουμε ακριβύνει, έχετε ακριβύνει, έχουν ακριβύνει
D
[["έχω ακριβύνει"], ["έχεις ακριβύνει"], ["έχει ακριβύνει"], ["έχουμε ακριβύνει"], ["έχετε ακριβύνει"], ["έχουν ακριβύνει", "έχουνε ακριβύνει"]]
ακριβαίνω
gr-00434
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «φαρδαίνω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, αόριστο, στο β΄ πληθυντικό πρόσωπο;
να φαρδύνουν
να φαρδύνεις
να φαρδαίνετε
να φαρδύνετε
D
["να φαρδύνετε"]
φαρδαίνω
gr-00435
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «μακραίνω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, ενεστώτα, στο α΄ πληθυντικό πρόσωπο;
μακραίνουμε
μακραινόμαστε
μακραίνετε
μακραίνω
A
["μακραίνουμε"]
μακραίνω
gr-00436
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «γλεντώ» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, ενεστώτα, στο β΄ ενικό πρόσωπο;
να γλεντάει
να γλεντάτε
να γλεντάς
να γλεντήσεις
C
["να γλεντάς"]
γλεντώ
gr-00437
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «αγκυροβολώ» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, υπερσυντέλικο, σε όλα τα πρόσωπα;
είχα αγκυροβολήσει, είχες αγκυροβολήσει, είχε αγκυροβολήσει, είχαν αγκυροβολήσει, είχατε αγκυροβολήσει, είχαν αγκυροβολήσει
είχα αγκυροβολήσει, είχες αγκυροβολήσει, είχε αγκυροβολήσει, είχαμε αγκυροβολήσει, είχατε αγκυροβολήσει, είχατε αγκυροβολήσει
είχα αγκυροβολήσει, είχες αγκυροβολήσει, είχε αγκυροβολήσει, είχαμε αγκυροβολήσει, είχατε αγκυροβολήσει, είχαν αγκυροβολήσει
είχε αγκυροβολήσει, είχες αγκυροβολήσει, είχε αγκυροβολήσει, είχαμε αγκυροβολήσει, είχατε αγκυροβολήσει, είχαν αγκυροβολήσει
C
[["είχα αγκυροβολήσει"], ["είχες αγκυροβολήσει"], ["είχε αγκυροβολήσει"], ["είχαμε αγκυροβολήσει"], ["είχατε αγκυροβολήσει"], ["είχαν αγκυροβολήσει", "είχανε αγκυροβολήσει"]]
αγκυροβολώ
gr-00438
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «σπαρταρώ» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, αόριστο, στο α΄ πληθυντικό πρόσωπο;
να σπαρταρήσω
να σπαρταρήσετε
να σπαρταράμε
να σπαρταρήσουμε
D
["να σπαρταρήσουμε"]
σπαρταρώ
gr-00439
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «αδρανώ» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, συντελεσμένο μέλλοντα, σε όλα τα πρόσωπα;
θα έχω αδρανήσει, θα έχεις αδρανήσει, θα έχει αδρανήσει, θα έχουμε αδρανήσει, θα έχετε αδρανήσει, θα έχετε αδρανήσει
θα έχω αδρανήσει, θα έχεις αδρανήσει, θα έχει αδρανήσει, θα έχουμε αδρανήσει, θα έχετε αδρανήσει, θα έχουν αδρανήσει
θα έχω αδρανήσει, θα έχεις αδρανήσει, θα έχει αδρανήσει, θα έχουν αδρανήσει, θα έχετε αδρανήσει, θα έχουν αδρανήσει
θα έχει αδρανήσει, θα έχεις αδρανήσει, θα έχει αδρανήσει, θα έχουμε αδρανήσει, θα έχετε αδρανήσει, θα έχουν αδρανήσει
B
[["θα έχω αδρανήσει"], ["θα έχεις αδρανήσει"], ["θα έχει αδρανήσει"], ["θα έχουμε αδρανήσει"], ["θα έχετε αδρανήσει"], ["θα έχουν αδρανήσει", "θα έχουνε αδρανήσει"]]
αδρανώ
gr-00440
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «παρηγορώ» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, ενεστώτα, στο γ΄ ενικό πρόσωπο;
να παρηγορήσει
να παρηγορώ
να παρηγορεί
να παρηγορούν
C
["να παρηγορεί"]
παρηγορώ
gr-00441
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «εξυμνώ» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, αόριστο, σε όλα τα πρόσωπα;
εξύμνησα, εξύμνησες, εξύμνησε, εξύμνησαν, εξυμνήσατε, εξύμνησαν
εξύμνησα, εξύμνησες, εξύμνησε, εξυμνήσαμε, εξυμνήσατε, εξύμνησαν
εξύμνησα, εξύμνησες, εξύμνησε, εξυμνήσαμε, εξυμνήσατε, εξυμνήσατε
εξύμνησε, εξύμνησες, εξύμνησε, εξυμνήσαμε, εξυμνήσατε, εξύμνησαν
B
[["εξύμνησα"], ["εξύμνησες"], ["εξύμνησε"], ["εξυμνήσαμε"], ["εξυμνήσατε"], ["εξύμνησαν", "εξυμνήσανε"]]
εξυμνώ
gr-00442
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «ξαφρίζω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, παρακείμενο, σε όλα τα πρόσωπα;
έχει ξαφρίσει, έχεις ξαφρίσει, έχει ξαφρίσει, έχουμε ξαφρίσει, έχετε ξαφρίσει, έχουν ξαφρίσει
έχω ξαφρίσει, έχεις ξαφρίσει, έχει ξαφρίσει, έχουμε ξαφρίσει, έχετε ξαφρίσει, έχουν ξαφρίσει
έχω ξαφρίσει, έχεις ξαφρίσει, έχει ξαφρίσει, έχουν ξαφρίσει, έχετε ξαφρίσει, έχουν ξαφρίσει
έχω ξαφρίσει, έχεις ξαφρίσει, έχει ξαφρίσει, έχουμε ξαφρίσει, έχετε ξαφρίσει, έχετε ξαφρίσει
B
[["έχω ξαφρίσει"], ["έχεις ξαφρίσει"], ["έχει ξαφρίσει"], ["έχουμε ξαφρίσει"], ["έχετε ξαφρίσει"], ["έχουν ξαφρίσει", "έχουνε ξαφρίσει"]]
ξαφρίζω
gr-00443
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «αποσιωπώ» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, αόριστο, στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο;
να αποσιωπήσουμε
να αποσιωπήσει
να αποσιωπήσουν
να αποσιωπάνε
C
["να αποσιωπήσουν", "να αποσιωπήσουνε"]
αποσιωπώ
gr-00444
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «φρουρώ» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, υπερσυντέλικο, σε όλα τα πρόσωπα;
είχα φρουρήσει, είχες φρουρήσει, είχε φρουρήσει, είχαμε φρουρήσει, είχατε φρουρήσει, είχαν φρουρήσει
είχε φρουρήσει, είχες φρουρήσει, είχε φρουρήσει, είχαμε φρουρήσει, είχατε φρουρήσει, είχαν φρουρήσει
είχα φρουρήσει, είχες φρουρήσει, είχε φρουρήσει, είχαμε φρουρήσει, είχατε φρουρήσει, είχατε φρουρήσει
είχα φρουρήσει, είχες φρουρήσει, είχε φρουρήσει, είχαν φρουρήσει, είχατε φρουρήσει, είχαν φρουρήσει
A
[["είχα φρουρήσει"], ["είχες φρουρήσει"], ["είχε φρουρήσει"], ["είχαμε φρουρήσει"], ["είχατε φρουρήσει"], ["είχαν φρουρήσει", "είχανε φρουρήσει"]]
φρουρώ
gr-00445
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «ευνοώ» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, ενεστώτα, στο α΄ ενικό πρόσωπο;
να ευνοήσω
να ευνοείς
να ευνοούμε
να ευνοώ
D
["να ευνοώ"]
ευνοώ
gr-00446
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «στύβω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, συντελεσμένο μέλλοντα, σε όλα τα πρόσωπα;
θα έχω στύψει, θα έχεις στύψει, θα έχει στύψει, θα έχουμε στύψει, θα έχετε στύψει, θα έχουν στύψει
θα έχει στύψει, θα έχεις στύψει, θα έχει στύψει, θα έχουμε στύψει, θα έχετε στύψει, θα έχουν στύψει
θα έχω στύψει, θα έχεις στύψει, θα έχει στύψει, θα έχουμε στύψει, θα έχετε στύψει, θα έχετε στύψει
θα έχω στύψει, θα έχεις στύψει, θα έχει στύψει, θα έχουν στύψει, θα έχετε στύψει, θα έχουν στύψει
A
[["θα έχω στύψει"], ["θα έχεις στύψει"], ["θα έχει στύψει"], ["θα έχουμε στύψει"], ["θα έχετε στύψει"], ["θα έχουν στύψει", "θα έχουνε στύψει"]]
στύβω
gr-00447
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «γλείφω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, αόριστο, στο β΄ πληθυντικό πρόσωπο;
να γλείψεις
να γλείφετε
να γλείψετε
να γλείψουν
C
["να γλείψετε"]
γλείφω
gr-00448
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «αλείφω» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, ενεστώτα, στο γ΄ ενικό πρόσωπο;
αλείφονται
αλείφει
αλείφεται
αλείφετε
C
["αλείφεται"]
αλείφω
gr-00449
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «κάμπτω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, αόριστο, σε όλα τα πρόσωπα;
έκαμψε, έκαμψες, έκαμψε, κάμψαμε, κάμψατε, έκαμψαν
έκαμψα, έκαμψες, έκαμψε, κάμψαμε, κάμψατε, κάμψατε
έκαμψα, έκαμψες, έκαμψε, έκαμψαν, κάμψατε, έκαμψαν
έκαμψα, έκαμψες, έκαμψε, κάμψαμε, κάμψατε, έκαμψαν
D
[["έκαμψα"], ["έκαμψες"], ["έκαμψε"], ["κάμψαμε"], ["κάμψατε"], ["έκαμψαν"]]
κάμπτω
gr-00450
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «νίβω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, παρακείμενο, σε όλα τα πρόσωπα;
έχω νίψει, έχεις νίψει, έχει νίψει, έχουμε νίψει, έχετε νίψει, έχουν νίψει
έχω νίψει, έχεις νίψει, έχει νίψει, έχουν νίψει, έχετε νίψει, έχουν νίψει
έχω νίψει, έχεις νίψει, έχει νίψει, έχουμε νίψει, έχετε νίψει, έχετε νίψει
έχει νίψει, έχεις νίψει, έχει νίψει, έχουμε νίψει, έχετε νίψει, έχουν νίψει
A
[["έχω νίψει"], ["έχεις νίψει"], ["έχει νίψει"], ["έχουμε νίψει"], ["έχετε νίψει"], ["έχουν νίψει", "έχουνε νίψει"]]
νίβω
gr-00451
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «σφίγγω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, ενεστώτα, στο β΄ ενικό πρόσωπο;
να σφίξεις
να σφίγγει
να σφίγγετε
να σφίγγεις
D
["να σφίγγεις"]
σφίγγω
gr-00452
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «βήχω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, υπερσυντέλικο, σε όλα τα πρόσωπα;
είχα βήξει, είχες βήξει, είχε βήξει, είχαμε βήξει, είχατε βήξει, είχαν βήξει
είχε βήξει, είχες βήξει, είχε βήξει, είχαμε βήξει, είχατε βήξει, είχαν βήξει
είχα βήξει, είχες βήξει, είχε βήξει, είχαν βήξει, είχατε βήξει, είχαν βήξει
είχα βήξει, είχες βήξει, είχε βήξει, είχαμε βήξει, είχατε βήξει, είχατε βήξει
A
[["είχα βήξει"], ["είχες βήξει"], ["είχε βήξει"], ["είχαμε βήξει"], ["είχατε βήξει"], ["είχαν βήξει", "είχανε βήξει"]]
βήχω
gr-00453
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «μπήγω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, ενεστώτα, στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο;
μπήγουν
μπήγονται
μπήγει
μπήγουμε
A
["μπήγουν", "μπήγουνε"]
μπήγω
gr-00454
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «σμίγω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, αόριστο, στο α΄ πληθυντικό πρόσωπο;
να σμίξω
να σμίγουμε
να σμίξετε
να σμίξουμε
D
["να σμίξουμε"]
σμίγω
gr-00455
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «φέγγω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, συντελεσμένο μέλλοντα, σε όλα τα πρόσωπα;
θα έχει φέξει, θα έχεις φέξει, θα έχει φέξει, θα έχουμε φέξει, θα έχετε φέξει, θα έχουν φέξει
θα έχω φέξει, θα έχεις φέξει, θα έχει φέξει, θα έχουν φέξει, θα έχετε φέξει, θα έχουν φέξει
θα έχω φέξει, θα έχεις φέξει, θα έχει φέξει, θα έχουμε φέξει, θα έχετε φέξει, θα έχουν φέξει
θα έχω φέξει, θα έχεις φέξει, θα έχει φέξει, θα έχουμε φέξει, θα έχετε φέξει, θα έχετε φέξει
C
[["θα έχω φέξει"], ["θα έχεις φέξει"], ["θα έχει φέξει"], ["θα έχουμε φέξει"], ["θα έχετε φέξει"], ["θα έχουν φέξει", "θα έχουνε φέξει"]]
φέγγω
gr-00456
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «τυλίγω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, αόριστο, σε όλα τα πρόσωπα;
τύλιξα, τύλιξες, τύλιξε, τυλίξαμε, τυλίξατε, τυλίξατε
τύλιξα, τύλιξες, τύλιξε, τύλιξαν, τυλίξατε, τύλιξαν
τύλιξα, τύλιξες, τύλιξε, τυλίξαμε, τυλίξατε, τύλιξαν
τύλιξε, τύλιξες, τύλιξε, τυλίξαμε, τυλίξατε, τύλιξαν
C
[["τύλιξα"], ["τύλιξες"], ["τύλιξε"], ["τυλίξαμε"], ["τυλίξατε"], ["τύλιξαν", "τυλίξανε"]]
τυλίγω
gr-00457
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «φρίττω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, παρακείμενο, σε όλα τα πρόσωπα;
έχω φρίξει, έχεις φρίξει, έχει φρίξει, έχω φρίξει, έχετε φρίξει, έχουν φρίξει
έχω φρίξει, έχεις φρίξει, έχει φρίξει, έχουμε φρίξει, έχετε φρίξει, έχουν φρίξει
έχω φρίξει, έχεις φρίξει, έχει φρίξει, έχουμε φρίξει, έχεις φρίξει, έχουν φρίξει
έχω φρίξει, έχει φρίξει, έχει φρίξει, έχουμε φρίξει, έχετε φρίξει, έχουν φρίξει
B
[["έχω φρίξει"], ["έχεις φρίξει"], ["έχει φρίξει"], ["έχουμε φρίξει"], ["έχετε φρίξει"], ["έχουν φρίξει", "έχουνε φρίξει"]]
φρίττω
gr-00458
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «γδέρνω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, ενεστώτα, στο γ΄ ενικό πρόσωπο;
να γδέρνω
να γδέρνουν
να γδέρνει
να γδάρει
C
["να γδέρνει"]
γδέρνω
gr-00459
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «ψέλνω» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, ενεστώτα, στο α΄ ενικό πρόσωπο;
ψελνόμαστε
ψέλνω
ψέλνεσαι
ψέλνομαι
D
["ψέλνομαι"]
ψέλνω
gr-00460
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «μουγκρίζω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, αόριστο, στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο;
να μουγκρίζουν
να μουγκρίσουμε
να μουγκρίσουν
να μουγκρίσει
C
["να μουγκρίσουν", "να μουγκρίσουνε"]
μουγκρίζω
gr-00461
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «μηνύω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, παρατατικό, σε όλα τα πρόσωπα;
μήνυε, μήνυες, μήνυε, μηνύαμε, μηνύατε, μήνυαν
μήνυα, μήνυες, μήνυε, μηνύαμε, μηνύατε, μηνύατε
μήνυα, μήνυες, μήνυε, μηνύαμε, μηνύατε, μήνυαν
μήνυα, μήνυες, μήνυε, μήνυαν, μηνύατε, μήνυαν
C
[["μήνυα"], ["μήνυες"], ["μήνυε"], ["μηνύαμε"], ["μηνύατε"], ["μήνυαν", "μηνύανε"]]
μηνύω
gr-00462
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «ιδρύω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, υπερσυντέλικο, σε όλα τα πρόσωπα;
είχε ιδρύσει, είχες ιδρύσει, είχε ιδρύσει, είχαμε ιδρύσει, είχατε ιδρύσει, είχαν ιδρύσει
είχα ιδρύσει, είχες ιδρύσει, είχε ιδρύσει, είχαμε ιδρύσει, είχατε ιδρύσει, είχατε ιδρύσει
είχα ιδρύσει, είχες ιδρύσει, είχε ιδρύσει, είχαμε ιδρύσει, είχατε ιδρύσει, είχαν ιδρύσει
είχα ιδρύσει, είχες ιδρύσει, είχε ιδρύσει, είχαν ιδρύσει, είχατε ιδρύσει, είχαν ιδρύσει
C
[["είχα ιδρύσει"], ["είχες ιδρύσει"], ["είχε ιδρύσει"], ["είχαμε ιδρύσει"], ["είχατε ιδρύσει"], ["είχαν ιδρύσει", "είχανε ιδρύσει"]]
ιδρύω
gr-00463
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «πνέω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, συντελεσμένο μέλλοντα, σε όλα τα πρόσωπα;
θα έχω πνεύσει, θα έχεις πνεύσει, θα έχει πνεύσει, θα έχουμε πνεύσει, θα έχετε πνεύσει, θα έχουν πνεύσει
θα έχω πνεύσει, θα έχεις πνεύσει, θα έχει πνεύσει, θα έχουν πνεύσει, θα έχετε πνεύσει, θα έχουν πνεύσει
θα έχει πνεύσει, θα έχεις πνεύσει, θα έχει πνεύσει, θα έχουμε πνεύσει, θα έχετε πνεύσει, θα έχουν πνεύσει
θα έχω πνεύσει, θα έχεις πνεύσει, θα έχει πνεύσει, θα έχουμε πνεύσει, θα έχετε πνεύσει, θα έχετε πνεύσει
A
[["θα έχω πνεύσει"], ["θα έχεις πνεύσει"], ["θα έχει πνεύσει"], ["θα έχουμε πνεύσει"], ["θα έχετε πνεύσει"], ["θα έχουν πνεύσει", "θα έχουνε πνεύσει"]]
πνέω
gr-00464
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «ροχαλίζω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, ενεστώτα, στο α΄ ενικό πρόσωπο;
να ροχαλίζουμε
να ροχαλίζεις
να ροχαλίσω
να ροχαλίζω
D
["να ροχαλίζω"]
ροχαλίζω
gr-00465
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «γδύνομαι» στην οριστική έγκλιση, παθητική φωνή, αόριστο, σε όλα τα πρόσωπα;
γδύθηκα, γδύθηκες, γδύθηκε, γδυθήκαμε, γδυθήκατε, γδυθήκατε
γδύθηκα, γδύθηκες, γδύθηκε, γδυθήκαμε, γδυθήκατε, γδύθηκαν
γδύθηκα, γδύθηκες, γδύθηκε, γδύθηκαν, γδυθήκατε, γδύθηκαν
γδύθηκε, γδύθηκες, γδύθηκε, γδυθήκαμε, γδυθήκατε, γδύθηκαν
B
[["γδύθηκα"], ["γδύθηκες"], ["γδύθηκε"], ["γδυθήκαμε"], ["γδυθήκατε"], ["γδύθηκαν", "γδυθήκανε"]]
γδύνομαι
gr-00466
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «ζεσταίνομαι» στην οριστική έγκλιση, παθητική φωνή, αόριστο, σε όλα τα πρόσωπα;
ζεστάθηκε, ζεστάθηκες, ζεστάθηκε, ζεσταθήκαμε, ζεσταθήκατε, ζεστάθηκαν
ζεστάθηκα, ζεστάθηκες, ζεστάθηκε, ζεσταθήκαμε, ζεσταθήκατε, ζεσταθήκατε
ζεστάθηκα, ζεστάθηκες, ζεστάθηκε, ζεστάθηκαν, ζεσταθήκατε, ζεστάθηκαν
ζεστάθηκα, ζεστάθηκες, ζεστάθηκε, ζεσταθήκαμε, ζεσταθήκατε, ζεστάθηκαν
D
[["ζεστάθηκα"], ["ζεστάθηκες"], ["ζεστάθηκε"], ["ζεσταθήκαμε"], ["ζεσταθήκατε"], ["ζεστάθηκαν", "ζεσταθήκανε"]]
ζεσταίνομαι
gr-00467
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «μπερδεύομαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο β΄ ενικό πρόσωπο;
μπερδευόσουν
μπερδεύτηκες
μπερδεύτηκε
μπερδευτήκατε
B
["μπερδεύτηκες"]
μπερδεύομαι
gr-00468
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «φλέγομαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, παρατατικό, στο α΄ ενικό πρόσωπο;
φλέγομαι
φλεγόμασταν
φλεγόσουν
φλεγόμουν
D
["φλεγόμουν", "φλεγόμουνα"]
φλέγομαι
gr-00469
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «στενοχωριέμαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο α΄ πληθυντικό πρόσωπο;
στενοχωρηθήκατε
στενοχωρήθηκα
στενοχωριόμασταν
στενοχωρηθήκαμε
D
["στενοχωρηθήκαμε"]
στενοχωριέμαι
gr-00470
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «κοιτιέμαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο γ΄ ενικό πρόσωπο;
κοιτάχτηκαν
κοιτάχτηκα
κοιτιόταν
κοιτάχτηκε
D
["κοιτάχτηκε"]
κοιτιέμαι
gr-00471
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «καθοδηγούμαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο;
καθοδηγηθήκαμε
καθοδηγήθηκαν
καθοδηγήθηκε
καθοδηγούνταν
B
["καθοδηγήθηκαν", "καθοδηγηθήκανε"]
καθοδηγούμαι
gr-00472
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «περιφρονούμαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο α΄ ενικό πρόσωπο;
περιφρονούμουν
περιφρονηθήκαμε
περιφρονήθηκες
περιφρονήθηκα
D
["περιφρονήθηκα"]
περιφρονούμαι
gr-00473
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «ωφελούμαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο β΄ πληθυντικό πρόσωπο;
ωφελούσασταν
ωφελήθηκαν
ωφελήθηκες
ωφεληθήκατε
D
["ωφεληθήκατε"]
ωφελούμαι
gr-00474
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «συγκινούμαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο β΄ ενικό πρόσωπο;
συγκινήθηκε
συγκινήθηκες
συγκινούσουν
συγκινηθήκατε
B
["συγκινήθηκες"]
συγκινούμαι
gr-00475
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «παρακινούμαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο α΄ πληθυντικό πρόσωπο;
παρακινήθηκα
παρακινούμασταν
παρακινηθήκαμε
παρακινηθήκατε
C
["παρακινηθήκαμε"]
παρακινούμαι
gr-00476
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «μηχανεύομαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο γ΄ ενικό πρόσωπο;
μηχανεύτηκε
μηχανευόταν
μηχανεύτηκαν
μηχανεύτηκα
A
["μηχανεύτηκε"]
μηχανεύομαι
gr-00477
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «υπαινίσσομαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο;
υπαινίσσονταν
υπαινίχτηκαν
υπαινιχθήκαμε
υπαινίχθηκε
B
["υπαινίχτηκαν", "υπαινιχθήκανε", "υπαινίχτηκαν", "υπαινιχτήκανε"]
υπαινίσσομαι
gr-00478
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «σφετερίζομαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο α΄ ενικό πρόσωπο;
σφετεριζόμουν
σφετερίστηκα
σφετεριστήκαμε
σφετερίστηκες
B
["σφετερίστηκα"]
σφετερίζομαι
gr-00479
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «περηφανεύομαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο β΄ πληθυντικό πρόσωπο;
περηφανευτήκατε
περηφανεύτηκες
περηφανεύτηκαν
περηφανευόσασταν
A
["περηφανευτήκατε", "υπερηφανευτήκατε"]
περηφανεύομαι
gr-00480
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «πραγματεύομαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο β΄ ενικό πρόσωπο;
πραγματεύτηκε
πραγματευόσουν
πραγματευτήκατε
πραγματεύτηκες
D
["πραγματεύτηκες"]
πραγματεύομαι
gr-00481
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «αποποιούμαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο α΄ πληθυντικό πρόσωπο;
αποποιηθήκαμε
αποποιήθηκα
αποποιούμασταν
αποποιηθήκατε
A
["αποποιηθήκαμε"]
αποποιούμαι
gr-00482
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «περιβάλλω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, ενεστώτα, στο β΄ πληθυντικό πρόσωπο;
περιβάλλουν
περιβάλλεστε
περιβάλλεις
περιβάλλετε
D
["περιβάλλετε"]
περιβάλλω
gr-00483
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «εκβάλλω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, αόριστο, στο β΄ πληθυντικό πρόσωπο;
να εκβάλετε
να εκβάλουν
να εκβάλεις
να εκβάλλετε
A
["να εκβάλετε"]
εκβάλλω
gr-00484
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «μεταβάλλω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, παρακείμενο, σε όλα τα πρόσωπα;
έχω μεταβάλει, έχεις μεταβάλει, έχει μεταβάλει, έχουμε μεταβάλει, έχετε μεταβάλει, έχετε μεταβάλει
έχω μεταβάλει, έχεις μεταβάλει, έχει μεταβάλει, έχουν μεταβάλει, έχετε μεταβάλει, έχουν μεταβάλει
έχει μεταβάλει, έχεις μεταβάλει, έχει μεταβάλει, έχουμε μεταβάλει, έχετε μεταβάλει, έχουν μεταβάλει
έχω μεταβάλει, έχεις μεταβάλει, έχει μεταβάλει, έχουμε μεταβάλει, έχετε μεταβάλει, έχουν μεταβάλει
D
[["έχω μεταβάλει"], ["έχεις μεταβάλει"], ["έχει μεταβάλει"], ["έχουμε μεταβάλει"], ["έχετε μεταβάλει"], ["έχουν μεταβάλει", "έχουνε μεταβάλει"]]
μεταβάλλω
gr-00485
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «αποβάλλω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο γ΄ ενικό πρόσωπο;
απέβαλαν
απέβαλα
απέβαλλε
απέβαλε
D
["απέβαλε"]
αποβάλλω
gr-00486
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «διεξάγω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, υπερσυντέλικο, σε όλα τα πρόσωπα;
είχα διεξαγάγει, είχες διεξαγάγει, είχε διεξαγάγει, είχαμε διεξαγάγει, είχατε διεξαγάγει, είχατε διεξαγάγει
είχα διεξαγάγει, είχες διεξαγάγει, είχε διεξαγάγει, είχαμε διεξαγάγει, είχατε διεξαγάγει, είχαν διεξαγάγει
είχε διεξαγάγει, είχες διεξαγάγει, είχε διεξαγάγει, είχαμε διεξαγάγει, είχατε διεξαγάγει, είχαν διεξαγάγει
είχα διεξαγάγει, είχες διεξαγάγει, είχε διεξαγάγει, είχαν διεξαγάγει, είχατε διεξαγάγει, είχαν διεξαγάγει
B
[["είχα διεξαγάγει"], ["είχες διεξαγάγει"], ["είχε διεξαγάγει"], ["είχαμε διεξαγάγει"], ["είχατε διεξαγάγει"], ["είχαν διεξαγάγει", "είχανε διεξαγάγει"]]
διεξάγω
gr-00487
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «προσάγω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, ενεστώτα, στο β΄ ενικό πρόσωπο;
να προσάγετε
να προσάγεις
να προσάγει
να προσαγάγεις
B
["να προσάγεις"]
προσάγω
gr-00488
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «αναγράφω» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, ενεστώτα, στο β΄ ενικό πρόσωπο;
αναγράφεστε
αναγράφεις
αναγράφεσαι
αναγράφεται
C
["αναγράφεσαι"]
αναγράφω
gr-00489
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «παραπέμπω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο;
παραπέμψαμε
παρέπεμπαν
παρέπεμψαν
παρέπεμψε
C
["παρέπεμψαν", "παραπέμψανε"]
παραπέμπω
gr-00490
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «εκτρέπω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, συντελεσμένο μέλλοντα, σε όλα τα πρόσωπα;
θα έχω εκτρέψει, θα έχεις εκτρέψει, θα έχει εκτρέψει, θα έχουμε εκτρέψει, θα έχετε εκτρέψει, θα έχετε εκτρέψει
θα έχω εκτρέψει, θα έχεις εκτρέψει, θα έχει εκτρέψει, θα έχουμε εκτρέψει, θα έχετε εκτρέψει, θα έχουν εκτρέψει
θα έχω εκτρέψει, θα έχεις εκτρέψει, θα έχει εκτρέψει, θα έχουν εκτρέψει, θα έχετε εκτρέψει, θα έχουν εκτρέψει
θα έχει εκτρέψει, θα έχεις εκτρέψει, θα έχει εκτρέψει, θα έχουμε εκτρέψει, θα έχετε εκτρέψει, θα έχουν εκτρέψει
B
[["θα έχω εκτρέψει"], ["θα έχεις εκτρέψει"], ["θα έχει εκτρέψει"], ["θα έχουμε εκτρέψει"], ["θα έχετε εκτρέψει"], ["θα έχουν εκτρέψει", "θα έχουνε εκτρέψει"]]
εκτρέπω
gr-00491
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «περιστέλλω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, αόριστο, στο α΄ πληθυντικό πρόσωπο;
να περιστείλετε
να περιστείλω
να περιστέλλουμε
να περιστείλουμε
D
["να περιστείλουμε"]
περιστέλλω
gr-00492
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «διαστέλλω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, ενεστώτα, στο γ΄ ενικό πρόσωπο;
να διαστείλει
να διαστέλλουν
να διαστέλλει
να διαστέλει
C
["να διαστέλλει"]
διαστέλλω
gr-00493
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «παρεμβάλλω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, ενεστώτα, στο α΄ πληθυντικό πρόσωπο;
παρεμβάλλω
παρεμβάλλετε
παρεμβάλλουμε
παρεμβαλλόμαστε
C
["παρεμβάλλουμε"]
παρεμβάλλω
gr-00494
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «διαθέτω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο α΄ ενικό πρόσωπο;
διέθεσαν
διέθεσα
διαθέσαμε
διαθέτεις
B
["διέθεσα"]
διαθέτω
gr-00495
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «διανέμω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, παρακείμενο, σε όλα τα πρόσωπα;
έχει διανείμει, έχεις διανείμει, έχει διανείμει, έχουμε διανείμει, έχετε διανείμει, έχουν διανείμει
έχω διανείμει, έχεις διανείμει, έχει διανείμει, έχουν διανείμει, έχετε διανείμει, έχουν διανείμει
έχω διανείμει, έχεις διανείμει, έχει διανείμει, έχουμε διανείμει, έχετε διανείμει, έχουν διανείμει
έχω διανείμει, έχεις διανείμει, έχει διανείμει, έχουμε διανείμει, έχετε διανείμει, έχετε διανείμει
C
[["έχω διανείμει"], ["έχεις διανείμει"], ["έχει διανείμει"], ["έχουμε διανείμει"], ["έχετε διανείμει"], ["έχουν διανείμει", "έχουνε διανείμει"]]
διανέμω
gr-00496
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «γνέθω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, αόριστο, στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο;
να γνέσουν
να γνέθει
να γνέσει
να γνέθουν
A
["να γνέσουν", "να γνέσουνε"]
γνέθω
gr-00497
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «αναστρέφω» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, ενεστώτα, στο γ΄ ενικό πρόσωπο;
αναστρέφει
αναστρέφομαι
αναστρεφόταν
αναστρέφεται
D
["αναστρέφεται"]
αναστρέφω
gr-00498
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «μεταλαμβάνω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, παρατατικό, στο β΄ πληθυντικό πρόσωπο;
μεταλάβατε
μεταλαμβάνατε
μετελάμβαναν
μετελάμβανες
B
["μεταλαμβάνατε"]
μεταλαμβάνω
gr-00499
Verb conjugation: single form
Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «εκπέμπω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο β΄ ενικό πρόσωπο;
εξέπεμπες
εκπέμπψατε
εξέπεμψε
εξέπεμψες
D
["εξέπεμψες"]
εκπέμπω
gr-00500
Verb conjugation: full paradigm
Ποια είναι η σωστή κλίση του ρήματος «αποπέμπω» στην οριστική έγκλιση, ενεργητική φωνή, υπερσυντέλικο, σε όλα τα πρόσωπα;
είχα αποπέμψει, είχες αποπέμψει, είχε αποπέμψει, είχαμε αποπέμψει, είχατε αποπέμψει, είχαν αποπέμψει
είχα αποπέμψει, είχες αποπέμψει, είχες αποπέμψει, είχαμε αποπέμψει, είχατε αποπέμψει, είχαν αποπέμψει
είχαν αποπέμψει, είχες αποπέμψει, είχε αποπέμψει, είχαμε αποπέμψει, είχατε αποπέμψει, είχαν αποπέμψει
είχα αποπέμψει, είχες αποπέμψει, είχε αποπέμψει, είχαμε αποπέμψει, είχα αποπέμψει, είχαν αποπέμψει
A
[["είχα αποπέμψει"], ["είχες αποπέμψει"], ["είχε αποπέμψει"], ["είχαμε αποπέμψει"], ["είχατε αποπέμψει"], ["είχαν αποπέμψει", "είχανε αποπέμψει"]]
αποπέμπω