text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
Αριθμός 1107/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, -Εισηγήτρια, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 και 10 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου H. ή H. N. του H., Γερμανού υπηκόου, κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, κατά της υπ'αριθμ. 85/2013 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του από 5-6-2012 με αριθμό 3230 Js 237469/00 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από την Εισαγγελία Φρανκφούρτης επί του Μάϊν Γερμανίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό 14 και ημερομηνία 4 Ιουλίου 2013 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Διαμαντή Δημητρόπουλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 823/13. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 451 παρ.1 ΚΠΔ, που έχει εφαρμογή κατά το άρθρο 22 του ν. 3251/2004 περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης, κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, επί αιτήσεως εκδόσεως αλλοδαπού υπηκόου, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και τον Εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από το γραμματέα Εφετών, αποφαίνεται δε ο Άρειος Πάγος, όπως ορίζει η παρ.2 του ίδιου άρθρου, μέσα σε οκτώ ημέρες. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 501 παρ.1 εδ.α! του ΚΠΔ, η οποία, ελλείψει ειδικής ρυθμίσεως, εφαρμόζεται αναλόγως επί της παραπάνω εφέσεως, αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ο εκκαλών, που έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 155-161 και 451 ΚΠΔ) για να εμφανισθεί στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου, αν συντρέχει περίπτωση της παρ.2 του άρθρου 340 ΚΠΔ, τότε η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 16-7-2013 αποδεικτικό επιδόσεως του υπαλλήλου του καταστήματος κράτησης Κορυδαλλού Α. Μ., ο εκκαλών εκζητούμενος N. H. ή H. του H., κλητεύθηκε από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 3 ΚΠΔ, ήτοι με παράδοση της κλήσεως στον ίδιο από υπάλληλο της ανωτέρω φυλακής όπου κρατείται, με την οποία τον καλεί να εμφανισθεί στη συνεδρίαση του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής και είχε ορισθεί, να συζητηθεί η υπ'αρ. 14 από 4-7-2013 έφεση του, (στην έκθεση της οποίας από παραδρομή ανεγράφη ότι ασκήθηκε την 4-6-2013 αντί της ορθής ημερομηνίας ασκήσεως 4-7-2013,όπως προκύπτει και από την από 12-7-2013 βεβαίωση του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών Διαμαντή Δημητρόπουλου) κατά της υπ' αριθμ. 85/4-7-2013 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Αυτός όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω συνεδρίαση και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε παραστάθηκε με νόμιμο τρόπο (δια συνηγόρου του), αλλά διαβιβάσθηκε από τους αρμοδίους υπαλλήλους της φυλακής, η από 3-9-2003 υπεύθυνη δήλωσή του, ότι δεν επιθυμεί να παρασταθεί ενώπιον αυτού του δικαστηρίου ,η οποία δε συνιστά παραίτηση από το ένδικο μέσο που έχει ασκηθεί. Κατά συνέπεια, πρέπει η υπό κρίση έφεση, λόγω της μη εμφάνισης στο Δικαστήριο τούτο του εκκαλούντος, να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη και να καταδικαστεί αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 14 από 4-7-2013 έφεση του N. H. ή H. του H. υπηκόου Γερμανίας ,που γεννήθηκε στην Φρανκφούρτη την 30-3-1970, κρατούμενου του καταστήματος κράτησης Κορυδαλλού κατά της υπ' αριθμ. 85/2013 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αποφάσισε αυτό την εκτέλεση του υπό στοιχ. 3230 Js 237469/00 από 5-6-2012 Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης της Εισαγγελίας της Φρανκφούρτης επί του Μαιν Γερμανίας, το οποίο εξεδόθη δυνάμει της υπ' αρ. 5/30 kls-6/03- 3230 Js 237469/00 με ημερομηνία 20-6-2007 απόφασης του Εφετείου Φρανκφούρτης, επί του Μαιν, που κατέστη τελεσίδικη. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Σεπτεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Σεπτεμβρίου 2013.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έφεση εκζητούμενου από τις Γερμανικές αρχές κατά αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που αποφάσισε την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης του. Απορρίπτει έφεση ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας του. Συναφείς αποφάσεις: ΑΠ 1476/2012, ΑΠ 651/2011.
|
Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης
|
Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
| 0
|
Αριθμός 1084/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοΐνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Γιαννούλα, για αναίρεση της υπ'αριθ.75/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Π. του Ι., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαρτίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 374/2013.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι διατάξεις του άρθρου 338 του ΚΠοινΔ ορίζουν ότι: "1. Αν κατά την ποινική δίκη προσβληθεί ως πλαστό κάποιο έγγραφο, το δικαστήριο ερευνά κατά το δυνατό τη γνησιότητα αυτού και, αν παρουσιαστούν ενδείξεις κατά ορισμένου προσώπου, αυτός που διευθύνει τη συζήτηση διατάσσει τη σύλληψη και την παραπομπή του στον αρμόδιο εισαγγελέα. Αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, το δικαστήριο πράττει όσα ορίζονται στο άρθρο 38, χωρίς, με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου, να ερευνήσει το βάσιμο της κατηγορίας. 2. Αν κατά την κρίση του δικαστηρίου το έγγραφο είναι αναγκαίο για την απόφαση στην κύρια υπόθεση, το δικαστήριο ερευνά σε κάθε περίπτωση τη γνησιότητα αυτού και μόνο όταν κρίνει ότι υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι είναι πλαστό αναβάλλει με ειδικώς αιτιολογημένη απόφασή του τη δίκη ωσότου περατωθεί η διαδικασία για την πλαστογραφία". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, μπορεί να προσβάλει ως πλαστό οποιοδήποτε ιδιωτικό ή δημόσιο έγγραφο που είτε υπάρχει στη δικογραφία είτε υποβάλλεται κατά τη διάρκεια της δίκης. Αν δε το έγγραφο είναι αναγκαίο για την κρίση επί της υποθέσεως, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να ερευνήσει το ίδιο τη γνησιότητα αυτού και μόνο αν κρίνει ότι υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι αυτό είναι πλαστό αναβάλλει τη δίκη. Ενώπιον του Αρείου Πάγου μπορεί να προσβάλει, κατά την παρ. 2 του άρθρου 338, για πλαστότητα μόνο την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εφόσον, όμως, αυτό συνδέεται με λόγο αναιρέσεως, όταν, π.χ., αποδίδεται ψευδώς σ' αυτήν ότι δόθηκε ο λόγος σε κάποιον παράγοντα της δίκης και αντιστρόφως ή ότι πλαστογραφήθηκε το διατακτικό της σε κρίσιμο σημείο, όχι, όμως, όταν στην απόφαση έχουν εμφιλοχωρήσει σφάλματα και δη όταν έχει αποδοθεί σε νομική διάταξη έννοια διαφορετική από αυτήν που πραγματικά έχει αυτή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 141 και 357 παρ.1, 2 και 3 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι στα πρακτικά συνεδριάσεως του ποινικού δικαστηρίου, καταχωρίζονται σε συντομία, εκτός άλλων, και οι καταθέσεις των μαρτύρων, χωρίς να απαιτείται η καταχώρηση ιδιαίτερα των ερωτήσεων, που υποβάλλονται σ' αυτούς, μετά εξέταση αυτών, αρχικά από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση, τον εισαγγελέα και τους δικαστές και, στη συνέχεια, από τους υπόλοιπους διαδίκους και τους συνηγόρους τους, καθώς επίσης και ολοκληρωμένων των απαντήσεων που δίδουν οι μάρτυρες στις ερωτήσεις αυτές, εκτός αν ο κατηγορούμενος ζήτησε να καταχωριστεί ορισμένη ερώτηση που υπέβαλε και η σχετική απάντηση του μάρτυρα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 75/2013 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ψευδούς καταμηνύσεως σε βάρος του Π. Π. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, ανασταλείσα. Συγκεκριμένα, η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, συνίσταται στο ότι αυτός: "Στο Αγρίνιο, την 20.3.2006, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για αυτήν. Συγκεκριμένα, κατέθεσε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αγρινίου την από 20.3.2006 μήνυσή του, με την οποία καταμήνυσε τον εγκαλούντα Π. Π., ότι δεν είχε τη νόμιμη πληρεξουσιότητα για τη σύνταξη και κατάθεση αγωγής για τη ρύθμιση της επιμέλειας των προσώπων των ανηλίκων τέκνων του με ημεροχρονολογία 16-2-2002 και αριθμό κατάθεσης 86/2001, ότι ενήργησε παράνομα ως δικηγόρος με τροποποιημένη ονομασία κατά παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας, ότι συνέταξε ψεύτικη επιταγή προς πληρωμή και ότι προέβη σε κλοπή χρημάτων και μάλιστα με ληστρική εκβίαση. Επιπλέον, καταμήνυσε τον πιο πάνω εγκαλούντα ότι εκμεταλλευόμενος την κατάσταση των διαδίκων προσπαθεί να προσπορίζει στον εαυτό του χρήματα πάνω από τα νόμιμα και ότι υπεξαίρεσε γραμμάτια παρακαταθήκης από κοινού με τη σύζυγό του, τα οποία και δεν επέστρεψε αν και του το ζήτησε. Τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή, ο δε κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση του ψεύδους τούτου και παρόλα αυτά κατέθεσε την από 2.3.2006 μήνυσή του, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του ανωτέρω εγκαλούντος". Με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσβάλλει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως πλαστή, γιατί α) παραλείφθηκε η καταγραφή ερωτήσεων, τις οποίες υπέβαλε στον μάρτυρα κατηγορίας Π. Π., καθώς και οι πλήρεις απαντήσεις του μάρτυρα στις ερωτήσεις αυτές και β) προς απόρριψη σχετικού αιτήματός του (για το οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω), βεβαιώθηκε ότι δεν προβλέπεται από το νόμο η τήρηση των πρακτικών με τη χρήση ψηφιακών μέσων, ενώ η διάταξη του άρθρου 142Α παρ. 1 του ΚΠοινΔ προβλέπει το αντίθετο (πρώτος λόγος, σελ. 3, δεύτερος λόγος, σελ. 13 - 14 αναιρετηρίου). Όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, α) δεν ήταν αναγκαία η καταχώριση στα πρακτικά των ερωτήσεων που υποβλήθηκαν στον ως άνω μάρτυρα από τον κατηγορούμενο και των απαντήσεων που έδωσε σ' αυτές, από την επισκόπηση δε των πρακτικών δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζήτησε να καταχωρηθεί κάποια συγκεκριμένη ερώτησή του και η αντίστοιχη απάντηση και ο Προεδρεύων αρνήθηκε και β) ενδεχόμενη εσφαλμένη ερμηνεία νομικής διατάξεως δεν συνιστά πλαστότητα των πρακτικών.
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη της ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 1941/1991, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, σύμφωνα με το άρθρο 338 του ΚΠοινΔ, για προσβολή εγγράφου ως πλαστού. Η παραδοχή ή μη τέτοιου αιτήματος του κατηγορουμένου απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει ν' αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει, όμως, από την τελευταία, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ ακυρότητα της διαδικασίας απαιτείται να υποβληθεί σαφές, ορισμένο και παραδεκτό αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε προσβάλει ως πλαστές τις 383/2001 και 46/2001 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου και την 726/2003 απόφαση του Εφετείου Αγρινίου, καθώς και ορισμένα άλλα έγγραφα (επιταγές από 25.2.2002, 6.12.2002, 5.3.2003 που συνέταξε ο δικηγόρος Π. Π.). Όμως, ο ισχυρισμός περί πλαστότητας, ανεξαρτήτως της παντελούς αοριστίας του, ενόψει του ότι δεν προτάθηκε αυτοτελώς, αλλά ενσωματώθηκε σε δικόγραφα που καταχωρήθηκαν στα πρακτικά ολόκληρα, ήταν απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, αφού οι υποτιθέμενες πλαστογραφίες είχαν ήδη υποκύψει σε παραγραφή, γιατί από την τέλεσή τους μέχρι τη δικάσιμο της 21.2.2013, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είχε παρέλθει πενταετία, χωρίς να έχει χωρήσει οποιαδήποτε αναστολή (άρθρα 111 παρ. 3, 113 ΠΚ), και, επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Κατά συνέπειαν, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, κατά το σημείο με το οποίο πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, για έλλειψη ακροάσεως από την μη απάντηση στον ως άνω ισχυρισμό, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 15 του ΚΠοινΔ, όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου είναι εξαιρετέα αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα, που μπορούν να δικαιολογήσουν δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Η τυχόν συνδρομή μόνο της τελευταίας περιπτώσεως δεν αποτελεί λόγο κακής συνθέσεως του δικαστηρίου όπως αποτελεί η συμμετοχή σ' αυτό δικαστικών προσώπων, που αποκλείονται κατά το άρθρο 14 του ΚΠοινΔ από την άσκηση των καθηκόντων τους, αλλά λόγο εξαιρέσεως του διεγείροντος υπόνοιες μεροληψίας δικαστικού προσώπου, ο οποίος πρέπει να προταθεί κατά τα άρθρα 16 επ. του ίδιου Κώδικα πριν από την έκδοση της αποφάσεως, μόνο δε εάν γίνει αυτός δεκτός και, παρά ταύτα, συμμετάσχει ο εξαιρεθείς στην έκδοση της αποφάσεως, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. α' του ΚΠοινΔ, που ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον αυτό ως άνω πρώτο λόγο της αιτήσεώς του, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι το μέλος του Δικαστηρίου Εφέτης Αλέξανδρος Παλούκης είχε δηλώσει αποχή από τα καθήκοντά του, η οποία απορρίφθηκε μεν από το Δικαστικό Συμβούλιο, πλην δεν κρίθηκε αν οι λόγοι αποχής που είχαν προταθεί κάλυπταν τα πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να λάβει υπόψη του το Δικαστικό Συμβούλιο και αν η σύνθεση του Δικαστηρίου επιτρεπόταν να δικάσει τη συγκεκριμένη υπόθεση, πράγμα που ζητεί να πράξει το παρόν Δικαστήριο. Ο λόγος αυτός είναι, κατά το σημείο τούτο, απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, ανεξαρτήτως της πρόδηλης αοριστίας του, από την επισκόπηση των πρακτικών δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε τέτοια αίτηση αποχής, ο δε αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα απολύτως λόγο, για τον οποίο το ως άνω μέλος της συνθέσεως του Δικαστηρίου διήγειρε υπόνοιες μεροληψίας σε βάρος του ούτε υπέβαλε ο ίδιος αίτηση εξαιρέσεώς του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 142 Α παρ.1 του ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 9 του ν. 3346/2005, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 33 παρ. 1 του ν. 4055/2012, "ενώπιον των δικαστηρίων, με εξαίρεση το πταισματοδικείο, μπορεί να εφαρμοστεί και το σύστημα τήρησης πρακτικών των συζητήσεων με φωνοληψία". Από την γραμματική διατύπωση της διατάξεως αυτής προκύπτει, ότι η τήρηση πρακτικών με φωνοληψία, σε υποθέσεις πλημμεληματικού ή κακουργηματικού χαρακτήρα, είναι δυνητική και εναπόκειται στην διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, η δε παραβίαση της διατάξεως αυτής ουδεμία δικονομική κύρωση συνεπάγεται και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει, και μάλιστα αιτιολογημένα, σε σχετικό αίτημα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, είχε υποβάλει τα αιτήματα α) να καταχωρηθεί η δήλωσή του για την αθωότητά του με βάση το κλητήριο θέσπισμα 534/2007 της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αγρινίου και β) να τηρηθούν τα πρακτικά της δίκης με ψηφιακά μέσα. Και η μεν πρώτη δήλωση καταχωρήθηκε στα πρακτικά, από φανερή δε παραδρομή, στο διατακτικό της σχετικής παρεμπίπτουσας αποφάσεως, έχει περιληφθεί απορριπτική διάταξη για το αίτημα αυτό. Για το δεύτερο, όμως, αίτημα, όπως αναφέρθηκε, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, ως εκ περισσού δε το απέρριψε, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία (ότι η τήρηση των πρακτικών με ψηφιακά μέσα δεν προβλέπεται από το νόμο). Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β και Η, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το σημείο με το οποίο, κατ' εκτίμηση, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για στέρηση του δικαιώματος ακροάσεως από την αναιτιολόγητη απόρριψη των ως άνω αιτημάτων, και για υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένη στο ότι το Δικαστήριο, μετά την, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, απόρριψη του δευτέρου αιτήματος, προχώρησε στην εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Σύμφωνα με το άρθρο 171§2 του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 63, 64 παρ. 2, 65 παρ. 1 και 82 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, 932 και 933 του ΑΚ, οι οποίες αποσκοπούν τόσο στην ικανοποίηση της αστικής αξιώσεως του παθόντος από το ποινικό δικαστήριο, όσο και στην υποστήριξη της κατηγορίας από τον πολιτικώς ενάγοντα προς αποκατάσταση, στη δεύτερη περίπτωση, της βαθύτερης εκείνης βλάβης που προκάλεσε το έγκλημα σε αυτόν, η οποία χωρεί με την κήρυξη της ενοχής και την καταδίκη του εγκληματία μέσα από τη διαδικασία της ποινικής δίκης, στην οποία απέκτησε ο πολιτικώς ενάγων το προνόμιο της συμπράξεως, ως φορέας της παραπάνω εγκληματικής βλάβης, προκύπτει ότι η πολιτική αγωγή, που ασκείται ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, έχει όχι μόνον αστικό, αλλά και ποινικό χαρακτήρα.
Συνεπώς, ο νομιμοποιούμενος να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων, μπορεί να δηλώσει στο ακροατήριο του ποινικού δικαστηρίου παράσταση πολιτικής αγωγής, μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας, χωρίς συγχρόνως να ζητήσει αποζημίωση από το έγκλημα ή χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης. Η δήλωση δε παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Τέλος, οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την πρωτόδικη 1968/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ο Π. Π. του Ι. και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων για υποστήριξη της κατηγορίας και ότι διορίζει πληρεξούσιό του τον παρόντα δικηγόρο Αγρινίου Φώτιο Στρανομίτη. Κατά της παραστάσεως αυτής ο αναιρεσείων δεν είχε προβάλει τότε αντιρρήσεις. Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η δήλωση της παραστάσεως πολιτικής αγωγής επαναλήφθηκε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Όμως, στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ο αναιρεσείων πρόβαλε ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής, λόγω μη νομότυπης παραστάσεως του συνηγόρου του πολιτικώς ενάγοντος Φωτίου Στρανομίτη, συνισταμένης στο ότι α) έπρεπε αυτός να προβεί σε δήλωση, η οποία να καταχωρηθεί στα πρακτικά, ότι έχει εκδώσει τα φορολογικά στοιχεία για τις πράξεις ασκήσεως της δραστηριότητάς του και έχει καταβάλει τους προβλεπόμενους φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, β) έπρεπε να προσκομίσει ενώπιον Αρχής το πληρεξούσιο για τη σύνταξη και κατάθεση εφέσεως κατά της 7/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου και τις αποδείξεις για εκπλήρωση των σχετικών παρακρατήσεων φόρου και ασφαλιστικών εισφορών και γ) ο αναιρεσείων, με αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αγρινίου, πρόβαλε πλαστότητα, μεταξύ άλλων, και της από 24.3.2003 εφέσεως που υπογράφει ο ως άνω δικηγόρος, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 26/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών, μέχρι δε την έκδοση αποφάσεως επί της αγωγής του δεν μπορεί (ο αναιρεσείων) να δεχθεί την άσκηση δημόσιας εξουσίας ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, από τον εν λόγω δικηγόρο ως συνήγορο πολιτικής αγωγής. Αλλά οι επικαλούμενες πλημμέλειες, ως προς την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος, δεν υπάγονται στις πλημμέλειες εκείνες, οι οποίες, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, προκαλούν απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω μη νόμιμης παραστάσεως της πολιτικής αγωγής και το Τριμελές Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η εμπεριεχόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση ότι το παρόν Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί για την πλαστότητα της ως άνω εφέσεως (η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της 26/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, που έχει ενσωματωθεί στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, απορρίφθηκε ερήμην της εκκαλούσας Ε. συζ. Σ. Τ., το γένος Δ. Κ.) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη προεχόντως για έλλειψη εννόμου συμφέροντος για το λόγο, για τον οποίο κρίνονται απορριπτέοι και οι λοιποί ισχυρισμοί περί πλαστότητας εγγράφων της δικογραφίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 221 περ. δ του ΚΠοινΔ, χωρίς όρκο εξετάζονται στην ανάκριση και στην κύρια διαδικασία, μεταξύ άλλων, και όσοι επιδιώκουν ως πολιτικώς ενάγοντες στο ποινικό δικαστήριο απαιτήσεις για αποζημίωση. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο πολιτικώς ενάγων εξετάζεται χωρίς να ορκιστεί ακόμη και αν παρέστη στο ακροατήριο μόνο για υποστήριξη της κατηγορίας, αφού αυτός έχει όλα τα δικαιώματα που του προσδίδει η ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος και μπορεί να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια και να απαιτήσει ανόρθωση της ζημίας που υπέστη ή χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε η αξιόποινη πράξη του δράστη. Αντίθετη άποψη, ότι, δηλαδή, μόνο ο αιτών αποζημίωση εξετάζεται χωρίς να ορκιστεί, αντιβαίνει προς το δικαιολογητικό λόγο της χωρίς όρκο εξετάσεως, που είναι, ως γνωστό, η δυσπιστία προς την αξιοπιστία μάρτυρα, ο οποίος επιδιώκει οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της δίκης, που είναι και η καταδίκη του κατηγορουμένου, ενόψει και του, κατά τα προεκτεθέντα, διφυούς χαρακτήρα της πολιτικής αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλε αίτημα να καταθέσει ο πολιτικώς ενάγων Π. Π. μετά όρκου, αφού αυτός παρέστη μόνο για υποστήριξη της κατηγορίας και, συνεπώς, η πολιτική αγωγή δεν έχει οικονομική απαίτηση. Όμως, το αίτημα αυτό δεν ήταν νόμιμο, καθόσον, όπως αναφέρθηκε, ο πολιτικώς ενάγων, και αν ακόμη παρίσταται μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας, διατηρεί την ιδιότητά του και εξετάζεται χωρίς να ορκισθεί. Επομένως, το Δικαστήριο, το οποίο επέτρεψε την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στο αίτημα αυτό και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως από την μη απάντηση στο ως άνω αίτημα, αλλά και για σχετική ακυρότητα, συνιστάμενη στην παρά τον νόμο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος χωρίς να ορκιστεί, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1, 174 παρ.2, και 321 παρ.1 στοιχ. δ' και 4 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει το ονοματεπώνυμο και, αν υπάρχει ανάγκη, και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, τον προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο καλείται, τη χρονολογία, την ημέρα της εβδομάδας και την ώρα που πρέπει να εμφανιστεί, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει και τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, του δημόσιου κατήγορου ή του πταισματοδίκη που εξέδωσε το θέσπισμα. Άλλα στοιχεία, για την εγκυρότητα αυτού, δεν απαιτούνται. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί, τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο με λόγο εφέσεως κατά της έκκλητης αποφάσεως. Εφόσον η εν λόγω ακυρότητα δεν προταθεί ως λόγος εφέσεως καλύπτεται. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως σε συνδυασμό με την υπ' αρ. εκθ. 118/30.9.2010 έφεση του αναιρεσείοντος, που άσκησε κατά της πρωτοβάθμιας 1968/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, και με τα πρακτικά της τελευταίας αποφάσεως, που επιτρεπτώς επισκοπούνται, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό και η βασιμότητα του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων είχε παραστεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αυτοπροσώπως χωρίς να προβάλει καμιά ακυρότητα της προδικασίας. Στη συνέχεια, άσκησε έφεση χωρίς και πάλι να προτείνει καμιά τέτοια ακυρότητα. Όμως, αυτός, για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπου και πάλι παρέστη αυτοπροσώπως, πρόβαλε ισχυρισμούς περί ακυρότητας του υπ' αριθ. 534/2007 κλητηρίου θεσπίσματος (ότι η μήνυση υπογράφεται από πρόσωπο με διαφορετικό ονοματεπώνυμο - ως Π. Π., χωρίς να έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως διορισμός δικηγόρου με αυτό το ονοματεπώνυμο -, ότι από πουθενά δεν προκύπτει αναφορά του αναιρεσείοντος στο πρόσωπο του δικηγόρου Π. Π. και όσα κατέθεσε αυτός είναι αληθινά, ότι κακώς αναφέρεται στο κλητήριο θέσπισμα ότι μήνυσε αυτός τον Π. Π. - αφού τη μήνυση υπογράφει ο Π. Π., ότι δεν προσδιορίζονται με ακρίβεια οι πράξεις και ποια πραγματικά περιστατικά τις αποδεικνύουν, κ.λπ.). Ανεξαρτήτως του ότι τα προβαλλόμενα δεν συνιστούν ακυρότητες του κλητηρίου θεσπίσματος, το οποίο περιέχει όλα τα κατά νόμον στοιχεία, η όποια ακυρότητα αυτού έχει καλυφθεί, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, έπρεπε να προταθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπου ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε παραστεί, και, αν απορριπτόταν, να προταθεί με λόγο εφέσεως. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον απαραδέκτως προταθέντα αυτόν ισχυρισμό και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση, και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 582 του ΚΠοινΔ, "1. Κάθε κατηγορούμενος που καταδικάζεται σε ποινή καταδικάζεται ταυτόχρονα με την ίδια απόφαση και στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας. 2. Το ποσό των εξόδων ορίζεται με την καταδικαστική απόφαση". Περαιτέρω, μεταξύ των λόγων αναιρέσεως κατά αποφάσεων, οι οποίοι περιέχονται περιοριστικώς στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, δεν περιλαμβάνεται και λόγος που να αφορά την καταδίκη του κατηγορουμένου στα έξοδα. Επομένως, ο έκτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλει ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένως καταδικάστηκε και στα έξοδα από 600 ευρώ, είναι απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. εκθ. 1/20 Μαρτίου 2013 αίτηση (δήλωση) του Σ. Τ. του Σ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 75/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2013.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Αυγούστου 2013.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση. Πότε μπορεί να προσβληθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενώπιον του Αρείου Πάγου για πλαστότητα. Στα πρακτικά δεν απαιτείται να καταχωρίζονται οι ερωτήσεις που υποβάλλονται στους μάρτυρες και οι απαντήσεις τους, εκτός αν ο κατηγορούμενος ζητήσει να καταχωρισθεί κάποια ερώτηση και η σχετική απάντηση. Μη καταχώριση τέτοιων ερωτήσεων και απαντήσεων, καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία νομικής διατάξεως δεν συνιστούν πλαστότητα της αποφάσεως. Ορθά δεν απαντήθηκε ισχυρισμός περί πλαστότητας εγγράφων, γιατί η επικαλούμενη πλαστογραφία είχε παραγραφεί και ο ισχυρισμός ήταν απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σε αίτημα τηρήσεως πρακτικών με ψηφιακά μέσα (άρθρ. 142 Α ΚΠΔ), γιατί η τήρησή τους με τον τρόπο αυτό απόκειται στην κρίση του και η παραβίαση της διατάξεως αυτής δεν συνεπάγεται καμιά κύρωση. Ποιες πλημμέλειες στην παράσταση της πολιτικής αγωγής επιφέρουν απόλυτη ακυρότητα. Όχι απόλυτη ακυρότητα από την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του. Ορθώς δεν ορκίσθηκε ο πολιτικώς ενάγων, που είχε παραστεί μόνο για υποστήριξη της κατηγορίας, ενόψει του διφυούς χαρακτήρα της πολιτικής αγωγής. Ορθώς δεν απαντήθηκαν ισχυρισμοί περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, γιατί δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, που είχε παραστεί ο κατηγορούμενος αυτοπροσώπως, αλλά ούτε και με λόγο εφέσεως. Όχι έλλειψη ακροάσεως από την μη απάντηση σε ισχυρισμούς ή αιτήματα που ήταν απαράδεκτοι. Μεταξύ των λόγων αναιρέσεως κατά αποφάσεων δεν περιλαμβάνεται και λόγος που βάλλει κατά της διατάξεως της αποφάσεως περί επιβολής στον καταδικασθέντα των εξόδων και αυτός είναι απαράδεκτος. Απόρριψη αιτήσεως.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ψευδής καταμήνυση, Πολιτική αγωγή, Κλητήριο θέσπισμα, Ακροάσεως έλλειψη, Πρακτικά συνεδρίασης, Δικαστικά έξοδα.
| 1
|
Αριθμός 1083/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοΐνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 913/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων. Με κατηγορούμενους: 1) Α. Β. του Χ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Γεωργίου, 2) Ν. Δ. του Α., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τζούμα, 3) Γ. Τ. του Δ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Αντώνιο Βγόντζα και Κωνσταντίνο Τζούμα, 4) Α. Π. του Γ., κάτοικο ... και 5) Γ. Μ. του Ι., κάτοικο ..., που δεν παρέστησαν. Με συγκατηγορούμενες τις: 1) Θ. Α. του Π., 2) Λ. Τ. του Α. και 3) Χ. Τ. του Κ.. Και πολιτικώς ενάγουσα την Α. συζ. Α. Τ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Διαμάντη.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 12/ 12 Μαρτίου 2013 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 308/2013.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (άρθρο 483 παρ. 3), δηλαδή μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνο κατά της αποφάσεως που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση κάθε αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, έστω και αν αυτή, όπως απαγγέλθηκε, προσβάλλεται με έφεση. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 εδ. α του ΚΠοινΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 9 του ν. 969/1979 και ορίζει ότι η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, προκύπτει ότι η τυχόν καταχώριση στο άνω βιβλίο ποινικής αποφάσεως, η οποία, όπως απαγγέλθηκε, δεν είναι τελεσίδικη, αλλά προσβάλλεται με έφεση και, ως εκ τούτου, δεν είναι καταχωριστέα στο εν λόγω βιβλίο, δεν έχει καμία έννομη συνέπεια. Επομένως η πιο πάνω μηνιαία προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά αποφάσεως η οποία, όπως απαγγέλθηκε, είναι εκκλητή, αρχίζει, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο από τη δημοσίευσή της και όχι από την τυχόν καταχώρισή της στο προβλεπόμενο, από την άνω διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 473 του ΚΠοινΔ, αποκλειστικά για τις τελεσίδικες αποφάσεις, ειδικό βιβλίο. Η εκδοχή αυτή συνάδει προς το γράμμα της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, κατά το οποίο στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο καταχωρίζεται καθαρογραμμένη όχι οποιαδήποτε ποινική απόφαση, αλλά μόνο η τελεσίδικη. Δεν συντρέχει δε λόγος να απομακρυνθεί ο ερμηνευτής από το γράμμα της διατάξεως, διότι αν για την αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά πρωτόδικης εκκλητής αποφάσεως (η οποία μόνο από αυτόν μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση) ο νομοθέτης ήθελε ειδική ρύθμιση ως προς το χρόνο ενάρξεως της προθεσμίας του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, θα εκφραζόταν ρητά, δεδομένου ότι η εν λόγω διάταξη αναφέρεται μόνο στις τελεσίδικες ποινικές αποφάσεις. Συνάδει, επίσης, προς το σκοπό της διατάξεως αυτής, ο οποίος συνίσταται στην ανάγκη να έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος διάδικος πλήρη γνώση του αιτιολογικού της αποφάσεως, ώστε να μπορεί να εντοπίσει τυχόν υφιστάμενους αναιρετικούς λόγους και να αποφεύγεται η άσκηση ματαίως αιτήσεως αναιρέσεως και η εντεύθεν άσκοπη ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνσή του. Ενώ, όταν πρόκειται για απόφαση εκκλητή, υπάρχει η δυνατότητα προσβολής της με έφεση και η ενιαία εισαγγελική αρχή, εφόσον κρίνει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε, δικαιούται να ασκήσει το τακτικό αυτό ένδικο μέσο με το οποίο μπορεί να αποκατασταθεί και η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου όσο και η ορθή εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως. Σε κάθε δε περίπτωση ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να λαμβάνει υπηρεσιακώς γνώση της ανάγκης αναιρετικού ελέγχου πρωτοβάθμιας αποφάσεως, από τη δημοσίευσή της, ώστε να μην απωλέσει την προθεσμία προς άσκηση αναιρέσεως κατ' αυτής (ΟλΑΠ 3/2000, 4/2000). Επισημαίνεται ότι η υπ'αριθμ.6/2002 απόφαση της Ολομέλειας του ΑΠ - η οποία εκδόθηκε μετά την από 11-4-2002 απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α επί της υποθέσεως ΑΕΠΙ κατά Ελλάδος και κάνει λόγο για διασφάλιση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη και για μη περιορισμό της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος του κατηγορουμένου (και όχι του Εισαγγελέα) που εγγυάται η σύμβαση - αφορά πρωτόδικη ανέκκλητη απόφαση, δηλαδή απόφαση που εξ αρχής δεν υπόκειται σε έφεση ούτε από τον κατηγορούμενο ούτε από τον Εισαγγελέα, κατά ρητή περί αυτού πρόβλεψη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 551 παρ.3 ΚΠοινΔ, οπότε στην περίπτωση αυτή πράγματι αφετήριο χρονικό σημείο της προθεσμίας άσκησης αίτησης αναίρεσης από τον Εισαγγελέα είναι η καταχώρηση της απόφασης στο ειδικό βιβλίο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη με αριθ. εκθ. 12/12 Μαρτίου 2013 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητείται η αναίρεση της 913/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων, κατά την αθωωτική της διάταξη ως προς τους κατηγορουμένους Γ. Τ. του Δ., Γ. Μ. του Ι., Ν. Δ. του Α., Α. Β. του Χ. και Α. Π. του Γ.. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή κηρύχθηκαν αθώοι οι ανωτέρω για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο που τους είχε αποδοθεί, ενώ, για την ίδια πράξη, καταδικάσθηκαν οι συγκατηγορούμενές τους Θ. Α. του Π., Λ. Τ. του Α. και Χ. Τ. του Κ., ως προς τις οποίες η απόφαση δεν προσβάλλεται. Η απόφαση αυτή, ως προς την αθωωτική της διάταξη που προσβάλλεται, δεν ήταν τελεσίδικη, διότι είχαν δικαίωμα να ασκήσουν κατ' αυτής έφεση ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών και ο Εισαγγελέας Εφετών, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ. 1γ' του ΚΠοινΔ. Καταχώριση της αποφάσεως αυτής στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο δεν ήταν νομικώς αναγκαία και, επομένως, η μηνιαία προθεσμία για την άσκηση από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αιτήσεως αναιρέσεως άρχισε από τη δημοσίευσή της, η οποία έγινε στις 23.2.2012.
Συνεπώς, η αίτηση αυτή, που ασκήθηκε στις 12.3.2013, είναι εκπρόθεσμη και πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως για το λόγο αυτό, ως απαράδεκτη (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όπως ήδη ισχύει) χωρίς την παρουσία των νομίμως και εκπροθέσμως κλητευθέντων πρώτου και τρίτου των κατηγορουμένων Α. Π. και Γ. Μ. (βλ. τα από 24-4-2013 και 29-4-2013 αποδεικτικά επιδόσεως των αρχιφυλάκων Κοζάνης και Ιωαννίνων ... και ... αντίστοιχα).
Κατά τη γνώμη όμως του εκ των μελών του δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ανδρέα Ξένου ο Άρειος Πάγος έπρεπε να προχωρήσει στην περαιτέρω έρευνα της αιτήσεως αναιρέσεως και του παραδεκτού ή μη των λόγων αυτής. Η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε εμπροθέσμως δεδομένου ότι η μηνιαία προθεσμία για την άσκηση αυτής εκ μέρους του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ως προς την αθωωτική της διάταξη για τους παραπάνω κατηγορουμένους για σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο αρχίζει και στην περίπτωση αυτή που υπόκειται σε έφεση η εν λόγω απόφαση όχι από της δημοσιεύσεώς της στις 23.3.2012 αλλά από την καταχώρηση της καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ που έγινε στις 20.2.2013 καθόσον από της τελευταίας αυτής ημερομηνίας μπορούσε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έχοντας ολοκληρωμένη εικόνα για το περιεχόμενο της αποφάσεως και τις αιτιολογίες της να προβεί στην άσκηση του ένδικου μέσου της αναιρέσεως στην έκθεση για την οποία πρέπει να περιέχονται σαφείς και ορισμένοι λόγοι και έτσι ως αφετηρία της προθεσμίας που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ.2 (αρθρ. 483 παρ.3) εντός της οποίας κατά το άρθρο 505 παρ.2 ΚΠοινΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση και στην περίπτωση αυτή νοείται η καταχώρηση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ (σχετ. Ολ.ΑΠ 8/2008).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθ. εκθ. 12/12 Μαρτίου 2013 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 913/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ιωαννίνων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2013.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Αυγούστου 2013.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άσκηση αναιρέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως από τον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου. Προθεσμία και έναρξη αυτής. Η προθεσμία του ενός μηνός προκειμένου για μη τελεσίδικη (εκκλητή) απόφαση, οποία είναι και η αθωωτική, αφού υπόκειται σε έφεση από την εισαγγελική αρχή, αρχίζει από τη δημοσίευσή της και όχι από την τυχόν καταχώρισή της στο ειδικό βιβλίο τελεσιδίκων αποφάσεων, η οποία καταχώριση δεν έχει καμιά έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 3/2000, 4/2000). Απόρριψη αιτήσεως ως απαράδεκτης λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως.
|
Εισαγγελέας Αρείου Πάγου
|
Αναιρέσεως προθεσμία άσκησης, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου.
| 0
|
Αριθμός 1055/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μουχτούρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Λ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Δημητρακοπούλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/9/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 114/2004 του ιδίου Δικαστηρίου και 531/2009 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/3/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 25/2/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 661/1984).Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Ως "ζητήματα" τέλος των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι με αυτή το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Δυνάμει του υπ' αριθμ. 465450/4-11-1970 παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας (Διεύθυνση Εποικισμού), το οποίο μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας στον τόμο 17 και με αύξοντα αριθμό ..., παραχωρήθηκε στον εναγόμενο η κυριότητα του υπ' αριθμ. 570 οικοπέδου εμβαδού 599 τ.μ, που βρίσκεται O.T. ... εντός του οικισμού της ... Καβάλας. Ήδη, όμως, o εναγόμενος με το από 11-8-1966 ιδιωτικό συμφωνητικό είχε πωλήσει άτυπα το επίδικο οικόπεδο στον ενάγοντα αντί συμφωνησθέντος και καταβληθέντος τιμήματος 17.000 παλαιών Ελληνικών δραχμών. Ο τελευταίος στις 6-5-1972 υπέβαλε αίτηση στο Γραφείο Πολεοδομίας της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Νομού Καβάλας, για την χορήγηση σ' αυτόν οικοδομικής άδειας, προκειμένου να αναγείρει εντός του επίδικου οικοπέδου διώροφη οικία, ενόψει τελέσεως του γάμου του. Πράγματι εκδόθηκε στο όνομα του η υπ' αριθμ. .../13-5-1972 οικοδομική άδεια, ο ενάγων όμως δεν προέβη, τελικώς στην επισκευή της οικίας, διότι ο γάμος του ματαιώθηκε. Παρά την ματαίωση του γάμου του, και την εκ του λόγου τούτου, μη ανέγερση στο επίδικο οικόπεδο την διώροφης oικίας ο ενάγων μετά το έτος 1972 επισκεπτόταν αυτό τουλάχιστον πέντε (5) φορές το έτος (ήτοι περίπου μια φορά ανά δύο μήνες), εκδηλώνοντας έτσι τη σαφή βούληση του για εξουσίαση του επίδικου, το οποίο, άλλωστε, είχε αγοράσει στις 11-8-1966 με πολύ μεγάλες οικονομικές θυσίες που απαιτήθηκαν για τη συγκέντρωση του άνω τιμήματος (17.000 παλαιές Ελληνικές δραχμές), το οποίο καταβλήθηκε την ίδια ημέρα στον εναγόμενο - πωλητή. Οι ως άνω επισκέψεις του ενάγοντος στο επίδικο οικόπεδο δεν ήταν τόσο συχνές όσο θα επιθυμούσε ο ίδιος, καθόσον διαμένει στο χωρίο ... Καβάλας και λόγω των επαγγελματικών ασχολιών του με τα ζώα που συντηρούσε και με τους αγρούς που καλλιεργούσε, δεν μπορούσε να μεταβαίνει πιο συχνά στο χωρίο ... Καβάλας, όπου βρίσκεται το επίδικο, προς επιτήρησή του (η απόσταση μεταξύ της κατοικίας του ενάγοντα στον ... Καβάλας και του επιδίκου, που βρίσκεται στη ... είναι τουλάχιστον 30 χιλιόμετρα). Στις 17-4-1980 ο ενάγων υπέβαλε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καβάλας αίτηση για την επικύρωση της πιο πάνω ανώμαλης δικαιοπραξίας πώλησης, εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 158/18-6-1980 απόφαση που επικύρωσε αυτή (ανώμαλη δικαιοπραξία) και αποφάνθηκε ότι μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα η κυριότητα του επιδίκου οικοπέδου. Η ως άνω απόφαση επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 15-7-1980 (βλ. την υπ' αριθ. 9260 Β' /15-7-1980 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καβάλας, ...), χωρίς αυτός να ασκήσει έφεση ενώπιον του αρμοδίου, καθύλην και κατά τόπον, Προέδρου Πρωτοδικών Καβάλας. Στη συνέχεια η υπ' αριθμ. 158/1980, τελεσίδικη πλέον, απόφαση μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας στον τόμο 29 και με αύξοντα αριθμό ..., όπως τούτο προκύπτει από το υπ' αριθμ. .../26-9-1980 πιστοποιητικό της ειδικής μεταγραφοφύλακα Καβάλας. Μετά ταύτα ο ενάγων και από της μεταγραφής της άνω τελεσίδικης απόφασης κατέστη, όπως και στη μείζονα σκέψη του δέχθηκε το Δικαστήριο αυτό, κύριος του επιδίκου ακινήτου. Περαιτέρω από τα ίδια πιο πάνω, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, κύριος ομόρου οικοπέδου, όπου βρίσκεται και η κατοικία του, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1981 μέχρι και το έτος 1996 φύτευσε στο επίδικο ακίνητο διάφορα δένδρα. Πιο συγκεκριμένα, κατά το έτος 1981 φύτευσε δύο συκιές, κατά το έτος 1986 δύο δαμασκηνιές και κατά το έτος 1996 δέκα ελαιόδεντρα. Επίσης, ήδη από το έτος 1990 είχε κατασκευάσει σε τμήμα αυτού (επιδίκου) ένα μικρό θερμοκήπιο, στο οποίο καλλιεργούσε λαχανικά για τις ανάγκες της οικογένειας του. Ο ενάγων επέτρεπε τις πιο πάνω υλικές ενέργειες του εναγομένου στο επίδικο, κατά παράκληση του τελευταίου και στα πλαίσια των σχέσεων της καλής γειτονίας με τον εναγόμενο, σε σχετικές μάλιστα μεταξύ των συζητήσεις, όταν ο ενάγων του έλεγε ότι σκοπεύει να αναγείρει οικοδομή στο επίδικο οικόπεδο μετά την επάνοδο του αδερφού του από τη Γερμανία, αυτός (εναγόμενος) προσφερόταν να τον βοηθήσει με όποιον τρόπο μπορούσε. Κατά το έτος 1998, όμως, όταν ο ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο να πάψει να καλλιεργεί το επίδικο, ο τελευταίος αρνήθηκε να πράξει τούτο, προβάλλοντας για πρώτη φορά αξιώσεις επ' αυτού, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι, αφού καλλιεργεί το επίδικο για τόσα χρόνια, ανήκει πλέον αυτό στην κυριότητα του. Μετά ταύτα ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε επανειλημμένως στον εναγόμενο προφορικά, αλλά και εγγράφως στις 24-4-2000, οπότε και μετέβη στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Καβάλας, εκφράζοντας σχετικώς τα παράπονα του για την άνω συμπεριφορά του εναγομένου. Στις 14-2-2001 ο ενάγων άσκησε αίτηση κατά του εναγομένου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καβάλας, με την οποία ζήτησε, ως ασφαλιστικό μέτρο να αναγνωρισθεί προσωρινά νομέας του επιδίκου και να υποχρεωθεί ο τελευταίος να το αποδώσει σ' αυτόν. Το άνω Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 184/31-5-2001 απόφαση του έκανε δεκτή την αίτηση, αναγνώρισε τον ενάγοντα προσωρινά νομέα του επιδίκου και διέταξε την απόδοση του σ' αυτόν. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ο εναγόμενος (τότε καθού η αίτηση) άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας την από 6-9-2001 έφεση. Το πιο πάνω Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την άνω έφεση, εξαφάνισε την υπ' αριθμ.184/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καβάλας και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την από 14-2-2001 αίτηση, απέρριψε αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Στη συνεχεία ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας την από 23-9-2002 διεκδικητική αγωγή κατά του εναγομένου, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα αυτή (εκκαλουμένη) έκανε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν τη νόμιμη ένσταση του εναγομένου περί κτήσεως από αυτόν της κυριότητας του επιδίκου οικοπέδου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεχόμενη ότι ο τελευταίος είχε αυτό στη νομή του για περισσότερα από είκοσι έτη. Ενόψει, όμως, των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αφενός μεν ο ενάγων, καθόλο το χρονικό διάστημα από τις 26 Σεπτεμβρίου του έτους 1980, οπότε μεταγράφηκε η υπ' αριθμ. 158/1980 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Καβάλας, μέχρι και το κρίσιμο χρόνο ασκήσεως της από 23-9-2002 αγωγής, επιτηρούσε συνεχώς το επίδικο με επισκέψεις σ' αυτό (πέραν των άλλων προηγηθεισών υλικών ενεργειών του, ήτοι της έκδοσης, κατόπιν αιτήσεώς του, της υπ' αριθμ. .../13-5-1972 οικοδομικής αδείας και της υποβολής της από 17-4-1980 αίτησης για επικύρωση της ανωτέρω ανώμαλης δικαιοπραξίας), εκδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό σαφώς τη βούλησή του για εξουσίαση του ακινήτου, πολύ περισσότερο μάλιστα αφού πρόκειται για οικόπεδο και όχι για αγροτικό ακίνητο, αφετέρου δε ο εναγόμενος ασκούσε τις άνω πράξεις κατά παράκληση και στα πλαίσια των σχέσεων καλής γειτονίας, πράγμα που είναι πολύ συνηθισμένο σε περιοχές της χώρας μας με λίγους σχετικά κατοίκους. Τα ανωτέρω προκύπτουν με βεβαιότητα από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις του μάρτυρα του ενάγοντος Ε. Κ., τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου όσο και στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Καβάλας στις 16-5-2001 κατά τη συζήτηση της άνω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων. Ειδικότερα ο άνω μάρτυς καταθέτει μεταξύ των άλλων και τα ακόλουθα: "... Από το 1972 και μετά ερχόταν ο Λ. για να δει το οικόπεδο. Ερχόταν 5-10 φορές το χρόνο και έβλεπε το επίδικο ... Εδώ και 6-7 χρόνια ο Λ. ζήτησε να βγει ο Σ., αλλά η απάντηση ήταν πως "αφού το σπέρνω τόσα χρόνια είναι δικό μου"... Ο Λ. ερχόταν στο σπίτι μου στην ... και μου έκανε τα παράπονά του για τον εναγόμενο ...". Βέβαια ο μάρτυς του εναγομένου, Ε. Μ., κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι δεν είδε ποτέ τον ενάγοντα να καλλιεργεί (ή να κτίζει το επίδικο) και ότι αυτός (μάρτυς) ως πρώην γραμματέας της Κοινότητας δεν θυμάται ποτέ τον ενάγοντα να ζητεί πληροφορίες για το επίδικο οικόπεδο, πλην όμως ούτε ο ίδιος ο ενάγων ισχυρίστηκε ποτέ ότι καλλιέργησε αυτό, αλλά ούτε και χρειαζόταν να ζητήσει (ο ενάγων) πληροφορίες για το επίδικο από τους υπαλλήλους της Κοινότητας ... . Πάντως ο μάρτυς αυτός του εναγομένου καταθέτει ότι το έτος 2002 άκουσε τον ενάγοντα να διαμαρτύρεται "λέγοντας πως το επίδικο του ανήκει". Επίσης ο μάρτυς του εναγομένου Χ. Κ. στην υπ' αριθμ. 225/2001 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καβάλας καταθέτει ότι επί πολλά έτη εκτελούσε στο επίδικο διάφορες εργασίες (όργωμα, σβάρνισμα κτλ), κατ' εντολήν του εναγομένου και ότι δεν γνωρίζει τον ενάγοντα ούτε είδε ποτέ να επισκέπτεται το επίδικο, τούτο όμως (δηλαδή ότι δεν τον είδε ο ίδιος), δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο τελευταίος δεν επισκεπτόταν το επίδικο προς επιτήρησή του ή ότι ο εναγόμενος δεν καλλιεργούσε αυτό κατά παράκληση και επειδή το επέτρεπε ο ίδιος ο ενάγων. Μάλιστα φαίνεται ότι ο μάρτυς αυτός αγνοεί πολλά περιστατικά για τους διαδίκους αναφορικά με τη σχέση τους στο επίδικο, αφού καταθέτει ότι ουδέποτε άκουσε για το, μη αμφισβητούμενο, γεγονός της πώλησης αυτού από τον εναγόμενο στον ενάγοντα. Σημειώτεον ότι η μάρτυς του ίδιου του εναγομένου, Α. Λ., η οποία εξετάστηκε στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Καβάλας στις 16-5-2001 κατά την συζήτηση της άνω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων του ενάγοντος (τότε αιτούντος) κατέθεσε επί λέξει τα εξής: "... Συμβαίνει στα χωριά ο ένας γείτονας να επιτρέπει στο άλλο να φυτεύει το κτήμα μέχρι να το κτίσει ή να το πουλήσει όταν οι σχέσεις γειτονίας είναι καλές ..." (βλ. τα υπ' αριθμ. 184/16-5-2001 πρακτικά συνεδριάσεως του ανωτέρω Δικαστηρίου). Ακόμη, εξεταζόμενοι ανωμοτί ενώπιον του ίδιου, πιο πάνω Δικαστηρίου, οι διάδικοι κατέθεσαν, μεταξύ των άλλων και τα ακόλουθα: ο μεν ενάγων " Όταν αγόρασα το οικόπεδο από τον καθού μου ζήτησε να το φυτεύει με λαχανικά και εγώ του το επέτρεψα γιατί του είχα εμπιστοσύνη. Κατά διαστήματα τον έβρισκα και τον έλεγα σιγά - σιγά να βγεις από το οικόπεδο γιατί θα έλθει και ο άλλος αδερφός μου από τη Γερμανία και θα κτίσω. Αυτός μου απαντούσε, όποτε θέλεις έλα και κτίσε και εγώ θα βοηθήσω όπως και όποτε μπορώ ..." και ο εναγόμενος "Εγώ, αφού πούλησα το οικόπεδο στον αιτούντα δεν τον είδα καθόλου ξανά. Μετά την αγορά νόμισα ότι ο αιτών μετάνιωσε και δεν ήθελε να κρατήσει το οικόπεδο. Εγώ δεν έκανα φορολογική δήλωση σχετικά με το επίδικο όλα αυτά τα χρόνια γιατί το είχα πουλήσει στον αιτούντα ..." Τον ως άνω ισχυρισμό του ότι δηλαδή από το χρόνο πώλησης του επιδίκου (στις 11-8-1966), στον ενάγοντα, ο τελευταίος ουδέποτε εμφανίσθηκε ή ενδιαφέρθηκε για την τύχη αυτού, επανέλαβε ο εναγόμενος και στο δικόγραφο της από 19-6-2001 έφεσής του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθόσον δεν είναι δυνατόν να αγνοεί ο εναγόμενος, πέραν των άλλων (επισκέψεις του ενάγοντος, στο επίδικο οικόπεδο, όπως μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε ο μάρτυς Ε. Κ.), την υποβολή της από 6-5-1972 αιτήσεως του ενάγοντος και την έκδοση στο όνομα του της υπ' αριθμ. .../1972 οικοδομικής άδειας για την ανέγερση διώροφης οικίας στο επίδικο οικόπεδο, καθώς και την έκδοση της υπ' αριθμ. 158/1980 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καβάλας για την επικύρωση της ανωτέρω ανώμαλης δικαιοπραξίας, η οποία (δικαστική απόφαση) επιδόθηκε σ' αυτόν στις 15-7-1980. Ούτε, άλλωστε, μπορεί να θεωρηθεί ότι ο ενάγων μετανόησε για την αγορά του επιδίκου και "δεν ήθελε να το κρατήσει", όπως επίσης αβασίμως ισχυρίζεται ο εναγόμενος, δεδομένου ότι ο ενάγων προέβη στην ως άνω αγορά, καταβάλλοντας στις 11-8-1966, ως τίμημα, το ποσό των 17.000 παλαιών Ελληνικών δραχμών, το οποίο συγκέντρωσε με μεγάλες οικονομικές θυσίες ("... Δραχμή - δραχμή μαζέψαμε όλη η οικογένεια τα χρήματα για να αγοράσουμε το οικόπεδο..."). Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, η ένσταση που πρόβαλε παραδεκτά ο εναγόμενος με τις από 27-4-2004 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την προσβαλλομένη απόφαση πρακτικά, περί ίδιας αυτού κυριότητας επί του επιδίκου, κτηθείσας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, παρότι νόμιμη για τα επικαλούμενα μετά τις 26-9-1980 πραγματικά περιστατικά (τα προηγούμενα της άνω ημερομηνίας επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά συνιστούν απλώς αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 126/1979 ΝοΒ. 27, 1093, ΑΠ 881/1976 NοB 25, 338), στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1045 ΑΚ και 262 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 956/1985 NοB 34, 683, ΑΠ 1090/1983 Δνη 25, 559), είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καθόσον ουδόλως αποδείχθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, ότι ο εναγόμενος, μετά την, κατά τα ανωτέρω απόκτηση της κυριότητας του ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου με την μεταγραφή της υπ' αριθμ. 158/1980 τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Καβάλας (26-9-1980), είχε αυτό (επίδικο) συνεχώς και αδιαλείπτως στη νομή του για περισσότερα από είκοσι (20) έτη και δη μέχρι την άσκηση της από 23-9-2002 αγωγής (3-10-2002). Περαιτέρω ο εναγόμενος και για την περίπτωση απορρίψεως της ως άνω ενστάσεώς του περί κτήσεως ίδιας κυριότητας επί του επίδικου, πρόβαλε επίσης παραδεκτά με τις από 27-4-2004 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, την ένσταση περί παραγραφής της ένδικης αγωγής, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι, από τον Σεπτέμβριο του έτους 1980, που επικυρώθηκε η άνω ανώμαλη δικαιοπραξία της πώλησης και ο ενάγων μπορούσε να ασκήσει την σχετική αγωγή για την προστασία της κυριότητάς του, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (επίδοση αυτής στον εναγόμενο στις 3-10-2002), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών. Η ένσταση αυτή παρότι νόμιμη (άρθρα 249 και 251 ΑΚ), είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και τούτο διότι, όπως αποδείχθηκε, ο ενιστάμενος - εναγόμενος προσέβαλε το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου το πρώτον κατά το έτος 1998, οπότε και αρνήθηκε να το αποδώσει, παρότι βρισκόταν στην κατοχή αυτού, καλλιεργώντας μάλιστα, κατά τα προαναφερθέντα τμήμα του με λαχανικά, κατά παράκληση και επειδή ο ενάγων του είχε επιτρέψει στα πλαίσια των μεταξύ των σχέσεων καλής γειτονίας, δημιουργώντας έτσι έκτοτε με τη συμπεριφορά του αυτή τέτοια κατάσταση στο επίδικο, η οποία αντιτίθετο στο άνω απόλυτο δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος. Επομένως η ένδικη διεκδικητική αγωγή, υποκείμενη στη συνήθη (εικοσαετή) παραγραφή, δεν επέπεσε στην παραγραφή αυτή, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο εναγόμενος, καθόσον από την, κατά τα ανωτέρω, προσβολή του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος (το έτος 1998), οπότε, κατά τα εκτιθέμενα στην νομική σκέψη της παρούσας αποφάσεως (στο τέλος αυτής), άρχισε η παραγραφή αυτής (αγωγής), μέχρι την άσκησή της με την επίδοση αντίγραφου του δικογράφου της στον εναγόμενο στις 3-10-2002, παρήλθε χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) μόλις ετών.
Με βάση της παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση δίκασε την ένδικη αγωγή, δέχθηκε αυτή και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσίβλητος είναι κύριος ενός οικοπέδου εκτάσεως 599 τετραγωνικών μέτρων που βρίσκεται στο αγρόκτημα ... Καβάλας και τέλος υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να αποδώσει το πιο πάνω περιγραφόμενο ακίνητο στον αναιρεσίβλητο. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και έτσι όπως έκρινε, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσεως κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1045, 1046, 974 ΑΚ, 26, 74, 79, 180, 188, 193, 203, 207, 208 Αγροτικού Κώδικα, 1 και 3 ΑΝ 431/1968 11 ν.944/1979, 18 παρ.1 ν.1664/1986 και 16 ν.3147/2003. Επομένως είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος αυτού από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών. Ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, το συσχετισμό και την αιτιολόγηση των αποδείξεων από το Εφετείο, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, απαράδεκτος.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αν τα αυτοτελή περιστατικά που δεν λήφθηκαν υπόψη είναι αλυσιτελή και συνεπώς δεν θεωρούνται ουσιώδη αφού δεν ασκούν επίδραση στην έκβασή της.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 8 περ.β' άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι πρότεινε προς θεμελίωση της ενστάσεως ιδίας κυριότητας που προέβαλε κτηθείσης με έκτακτη χρησικτησία επί του επιδίκου ακινήτου ότι, εκτός των άλλων, νεμόμενος το ακίνητο διανοία κυρίου και ασκώντας επί αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής επί εικοσαετία το περιέφραξε και το ενσωμάτωσε στο δικό του ακίνητο που είναι παρακείμενο αυτού. Διατείνεται δε ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την παραπάνω ένστασή του, δεν έλαβε υπόψη το πιο πάνω περιστατικό. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος καθόσον το ως άνω επί πλέον περιστατικό το οποίο και δεν προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη, δεν αρκεί, ενόψει των πιο πάνω παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, προς θεμελίωση της ενστάσεως ιδίας κυριότητας που προέβαλε ο αναιρεσείων ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και συνεπώς, αλυσιτελώς προβάλλεται.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.11γ'ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνον αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός λόγος.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτός νόμιμα μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση προς απόδειξη της ένστασης ιδίας κυριότητας που προέβαλε προς απόρριψη της αγωγής και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τις φωτογραφίες του επιδίκου ακινήτου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι από την προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχομένη σ' αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με το παραπάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής δεν γεννάται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τις ως άνω φωτογραφίες συνεκτιμώντας αυτές για τη στήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού του πορίσματος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.3 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν ο δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για εξαίρεση δικαστή αν και ο δικαστής αυτός σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε η απόφαση έπρεπε κατά το νόμο να εξαιρεθεί. Με την αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε με τη συμμετοχή του δικαστή συμπροσβάλλεται δε και η επί της αιτήσεως εξαιρέσεως απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει επί λέξει την εξής αιτίαση: "Επειδή πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντα στη συγκεκριμένη υπόθεση ήταν ο κ. Βασίλειος Καγκαϊδης του Σταύρου, ενώ Εφέτης και Εισηγητής της υποθέσεως ήταν ο Θωμάς Πεγιαζόγλου, ο οποίος δε θα έπρεπε να συμμετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου και δη να έχει τη θέση του Εισηγητή και θα έπρεπε να εξαιρεθεί και τούτο διότι στη δικάσιμο της 25ης Μαΐου 2006 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης ο κλητήρας του ακροατηρίου με εντολή του Προέδρου (Θωμά Πεγιαζόγλου) εκφώνησε το όνομα του κατηγορουμένου (Ψ. Α.) ο οποίος παρουσιάστηκε ... είπε ότι ονομάζεται όπως αναφέρεται παραπάνω και διορίζει συνήγορό του για να τον υπερασπισθεί το δικηγόρο του Δ.Σ.Καβάλας Βασίλειο Καγκαΐδη στο σημείο εκείνο ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Θωμάς Πεγιαζόγλου, εγγράφως δήλωσε ότι: Δήλωση εξαίρεσης του Θωμά Πεγιαζόγλου του Ιωάννη Προέδρου Πρωτοδικών Ροδόπης από την εκδίκαση της υπ'αριθ.πινακίου 11/25-5-2006 υποθέσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης. Επειδή, στην ως άνω υπόθεση υπερασπιστής του κατηγορουμένου Ψ. Α. είναι ο δικηγόρος Καβάλας Βασίλειος Καγκαΐδης, ο οποίος συμμετείχε ως δικηγόρος πολιτικής αγωγής της Μ. Τ. κατά την εκδίκαση υποθέσεως ενώπιον του ΜΟΔ Αλεξανδρούπολης με κατηγορουμένους τον Α. Μ. κ.λπ. Επειδή, ο άνω συνήγορος υπεράσπισης και δικηγόρος Καβάλας Βασίλειος Καγκαΐδης συμμετείχε σε τηλεοπτική εκπομπή, σχολιάζοντας την απόφαση του άνω ΜΟΔ, στο οποίο προήδρευα εγώ κατόπιν σχετικής πράξεως του Προέδρου Εφετών Θράκης και αφήνοντας υπαινιγμούς για την απόφαση αλλά και για τα μέλη του ΜΟΔ. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω και αφού σοβαροί λόγοι ευπρέπειας μου επιβάλλουν την αποχή από την άσκηση των καθηκόντων μου για την εκδίκαση της άνω υποθέσεως, ζητώ κατ' άρθρο 23 παρ.3 και 4 ΚΠολΔ, την αντικατάστασή μου με άλλο Δικαστή του Πρωτοδικείου αυτού. Για τους λόγους αυτούς θα έπρεπε και στη συγκεκριμένη υπόθεση ο Εφέτης-Εισηγητής Θωμάς Πεγιαζόγλου να εξαιρεθεί και να μη συμμετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Γι' αυτό πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση κατ' άρθρο 559 αρ.3 ΚΠολΔ. Επί πλέον, ο συγκεκριμένος Εφέτης υπήρξε Εισηγητής και σε άλλη υπόθεσή μου αστικής φύσεως στην οποία εξεδόθη η υπ' αριθμ. 587/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, η οποία εξαφάνισε την με αριθμό πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Για τους λόγους αυτούς θα έπρεπε και στη συγκεκριμένη υπόθεση ο Εφέτης Εισηγητής Θωμάς Πεγιαζόγλου να εξαιρεθεί και να μη συμμετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση". Υπό την επίκληση των ως άνω περιστατικών, δεν στοιχειοθετείται ο εκ του άρθρου 559 αρ.3 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ο οποίος ως εκ τούτου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 531/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης και να καταδικασθεί ο ηττώμενος αναιρεσείων, κατά το νόμιμο αίτημα του αναιρεσιβλήτου, στη δικαστική του δαπάνη (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-3-2010 αίτηση του Γ. Σ. για αναίρεση της υπ'αριθμ.531/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση: Απορριπτέοι λόγοι αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19, 559 αρ. 8, 559 αρ. 11 γ΄559 αρ. 3 ΚΠολΔ.
|
Παραγραφή αξιώσεων
|
Αποδεικτικά μέσα, Νομή, Παραγραφή αξιώσεων, Κυριότητα.
| 2
|
Αριθμός 1047/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζ. Β. Μ., το γένος Χ. Α., 2) Β. Μ. του Θ., κατοίκων ..., 3) Χ. Μ. του Β., 4) Λ. Μ. του Β., και 5) Ι. Μ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ξυνογιαννακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/12/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1983/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 858/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/9/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 16/2/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ όποιος έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος του πράγματος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ). Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 §3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως νομής πάνω σ' αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου επί μια συνεχή τριακονταετία, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχός του. Οι εν λόγω διατάξεις του B.P δικαίου δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21-6/3-7-1937 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίστηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται οι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή τους είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν εις εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ν.δ.22-4/26-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", αφού έκτοτε είχε ανασταλεί η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων και του χρόνου χρησικτησίας, από δε τις 26-5-1926, που ακόμη ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύτηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία (Ολ.ΑΠ 75/1987, ΑΠ 975/2008, 1281, 1358, 1359/2002). Τέλος, οι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμοι όταν, αντίστοιχα, το δικαστήριο εφαρμόζει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου, ενόψει των πραγματικών παραδοχών του δικαστηρίου, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ή (και) δεν εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, του οποίου, ενόψει των ιδίων παραδοχών, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, διαλαμβάνει δε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά του δικαστηρίου και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη, ως ανωτέρω, εφαρμογής του κανόνα.
ΙΙ. Το Eφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 866, 16 τ.μ., που βρίσκεται στο οικοδομικό τετράγωνο ... του Δήμου Αθηναίων, στη θέση "..." συνοικισμού ..., με τα αναφερόμενα όρια, αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου, εμβαδού 4... στρεμμάτων, γνωστού ως "κτήμα ..." ή "...", ή "..." ή "...", προέρχεται από τη συνένωση, με τη νομίμως μεταγραφείσα, υπ' αριθμ. .../19-3-2007 πράξη ανταλλαγής ποσοστών και συνένωσης οικοπέδων του συμβολαιογράφου Αθηνών, Σ. Ματσανιώτη, των αναφερόμενων τριών επιμέρους όμορων ακινήτων, εμβαδού του καθενός 276 τ.μ, και είχε περιέλθει, ως μερικότερα κατά τα ανωτέρω τμήματα, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στην πρώτη αναιρεσίβλητη - ενάγουσα Ε. συζ. Β. Μ. με αγορά από τη μητέρα της Ι. συζ. Χ. Α. και την αδελφή της Ε. συζ. Γ. Π. δυνάμει των υπ' αριθμ. .../8-12-1965, .../25-6-1973 και .../15-12-1973 νομίμως μεταγεγραμμένων συμβολαίων των συμβολαιογράφων Αθηνών Ε. Λιακοπούλου, Κ. Δαρίβα και Γ. Μάλλη, αντίστοιχα, η πρώτη δε αυτή αναιρεσίβλητη, με τα περαιτέρω στην ίδια απόφαση αναφερόμενα συμβόλαια που μεταγράφηκαν νόμιμα, μεταβίβασε, λόγω δωρεάς και πωλήσεως, το επίδικο κατά ψιλή και κατά πλήρη κυριότητα στους λοιπούς αναιρεσιβλήτους - ενάγοντες, σύζυγο και τέκνα της, οι οποίοι και έγιναν συγκύριοι του επιδίκου, κατά τις επίσης αναφερόμενες διακρίσεις, με παράγωγο, ως ανωτέρω, τρόπο αλλά και με πρωτότυπο, με τακτική δηλαδή, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, με τα προσόντα της οποίας (χρησικτησίας) νέμονταν το επίδικο, όπως και η άμεση, αλλά και οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους που αναφέρονται στην απόφαση. Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται τα εξής, ως προς τα κρίσιμα εν προκειμένω γεγονότα: "Απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων - εφεσιβλήτων (σημ.: ήδη αναιρεσιβλήτων) ήταν ο Α. Κ.. Ο τελευταίος απέκτησε το κτήμα "..." με τμηματικές αγορές που καταρτίστηκαν από το έτος 1833 και μετέπειτα, ως εξής (...). Έτσι, κατά τους χρόνους υπογραφής των περί της Ανεξαρτησίας της Ελλάδας τριών Πρωτοκόλλων (δηλ. στις 3-2-1830, 16-6-1830 και 1-7-1830) και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως (δηλαδή στις 9-7-1832), αλλά και στις 31-3-1833, όταν ολοκληρώθηκε η ενσωμάτωση της Αττικής στο Ελληνικό Κράτος, το επίδικο ακίνητο, ως περιλαμβανόμενο στην πιο πάνω ευρύτερη έκταση των 4500 στρεμμάτων, δεν ανήκε, κατά κυριότητα, στο Τουρκικό κράτος, ούτε σε Τούρκους ιδιώτες που το εγκατέλειψαν κατά την αποχώρησή τους από την περιοχή της Αττικής, αλλά κατεχόταν από τον Α. Κ. και τους δικαιοπαρόχους του, οι οποίοι, συμπεριφερόμενοι ως κύριοι και έχοντας την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν την κυριότητα άλλου, το εξουσίαζαν, με βάση το Σουλτανικό δωρητήριο θέσπισμα του έτους 1829 και τους αναφερόμενους πιο πάνω κτητικούς τίτλους, κατά τις αντίστοιχες διακρίσεις. Στις 10-10-1864 απεβίωσε ο Α. Κ. και το ως άνω κτήμα περιήλθε λόγω κληρονομίας στην Α. χήρα Λ. Β., γνωστή ως "Λ.", με την από 11-1-1864 μυστική διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, και εγκαταστάθηκε στην κληρονομία από τους εκτελεστές της διαθήκης, με την .../1865 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Στέφανου Ταβανάκη, στην οποία (κληρονομία) υπεισήλθε και αναμείχθηκε με διάνοια κληρονόμου, μέχρι του θανάτου της, την 21-1-1899 (...). Κατά την ως άνω μυστική διαθήκη το παραπάνω κτήμα έχει επιφάνεια 15.000 περιφερειακών στρεμμάτων, που αντιστοιχούν σε 4.500 εμβαδομετρικά στρέμματα, καταμετρημένα από τον μηχανικό Δ. Ζ., τεθέντων των ορίων από τον τότε Ειρηνοδίκη της Βορείου Πλευράς Αθηνών Π. Σταματιάδη, κατά το επίσημο έγγραφο 54 της 30 Μαΐου 1853 (...). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 21-1-1899 απεβίωσε η Α. χήρα Λ. Β., χωρίς να αφήσει διαθήκη, και το ως άνω κτήμα περιήλθε, λόγω κληρονομίας, στο τέκνο της Γ. Λ. Β. ή Μ., ο οποίος υπεισήλθε στην κληρονομία ως μοναδικός της κληρονόμος και αναμείχθηκε σε αυτή με διάνοια κληρονόμου. Στις 15.2.1911 απεβίωσε ο Γ. Λ. Β. ή Μ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ε. χήρα Γ. Β., το γένος Ι. Κ. ή Κ., και τα τέκνα του Λ., Α. σύζυγο Ε. Τ., Α. σύζυγο Α. Ε. και Μ. σύζυγο Ι. Κ.. Από τους ως άνω κληρονόμους η Μ. σύζυγος Ι. Κ., παραιτήθηκε από την κληρονομία, η οποία περιήλθε κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου σε ένα έκαστο των λοιπών, οι οποίοι επιλήφθηκαν και αναμείχθηκαν σε αυτή με διάνοια κληρονόμου. Ο Λ. Β., με την από 31.8.1911 αγωγή του, ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε τη διανομή του Κτήματος "...". Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 8.699/1911 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η οποία έταξε αποδείξεις. Κατά το διάστημα που εκκρεμούσε η δίκη αυτή, ο Λ. Β. αγόρασε από τη μητέρα του Ε. χήρα Γ. Β. και την αδελφή του Α. χήρα Α. Ε., με το 48.649 /1918 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Οικονομόπουλου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, τα 2/4 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου (1/4 από καθεμία) και έτσι έγινε συγκύριος κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου, και στο υπόλοιπο 1/4 εξ αδιαιρέτου παρέμεινε συγκύρια η αδελφή του Α., πρώην σύζυγος Ε. Τ.. Οι αδελφοί Λ. και Α. Β., μόνοι συγκύριοι του Κτήματος "..." ή ...", συμφώνησαν, με το 39.419 /16.3.1927 συνυποσχετικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Ρούσσου, να καταργήσουν τις μεταξύ τους δίκες για τη διανομή του κτήματος, και να προβούν στην εξώδη διανομή του. Για το σκοπό αυτό διόρισαν πραγματογνώμονες, διαιτητές και επιδιαιτητή, οι οποίοι προέβησαν σε διανομή, με την από 4.6.1927 απόφασή τους, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων, στον τόμο 954 και με αύξοντα αριθμό 138 και κηρύχθηκε εκτελεστή με την 7.008 /1927 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών και με τα 1 έως 15/1927 πρακτικά, που κηρύχθηκαν εκτελεστά με την 8.855 /1927 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών. Με τη διανομή αυτή του Κτήματος "...", ο Λ. Β. έλαβε το βόρειο τμήμα, στο οποίο βρίσκεται και το επίδικο ακίνητο, και η αδελφή του Α. έλαβε το νότιο τμήμα. Στις 14.2.1934 απεβίωσε ο Λ. Β. του Γ. και κληρονομήθηκε από τα θετά τέκνα του Ι. χήρα Χ. Α. και Ε. χήρα Γ. Π., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου από καθεμιά, με τις από 2.12.1932 και 22.7.1933 ιδιόγραφες διαθήκες του, που δημοσιεύτηκαν νόμιμα με τα 633, 634 /1933 πρακτικά του Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκαν κύριες με την 5.904 /26.6.1934 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, οι οποίες και υπεισήλθαν στην κληρονομία και αναμείχθηκαν σε αυτή με διάνοια κληρονόμου, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε αυτές το επίδικο ακίνητο. Οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι και όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοί τους κατείχαν και νέμονταν το μείζον ακίνητο, στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με βάση τους πιο πάνω νόμιμους τίτλους από το έτος 1833 μέχρι την άσκηση της αγωγής, έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση μέχρι την εισαγωγή του Α. Κ. (23.2.1946) ότι με τη νομή τους αυτή δεν προσέβαλαν το δικαίωμα κυριότητας άλλων, ακόμα και του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, μετά δε την εισαγωγή του Α. Κ., έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, και, σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από το στοιχείο της καλής πίστης, ότι έχουν αποκτήσει κυριότητα στο όλο ακίνητο και στο επίδικο. Ειδικότερα, η μεγαλύτερη έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο, αποτελείτο από αγρούς, οπωροφόρα δένδρα, δασική βλάστηση, βοσκήσιμες εκτάσεις, ασβεστοκάμινο και λατομεία άμμου, λίθων και μαρμάρου. Την έκταση αυτή, οι προαναφερόμενοι νομείς της, δηλαδή ο Α. Κ. και οι δικαιοδόχοι του, ως κύριοι, εκμίσθωναν σε τρίτους για καλλιέργεια, συλλογή ρητίνης, βοσκή και εξόρυξη λίθων, όπως προκύπτει, μεταξύ των άλλων, από τα μισθωτήρια συμβόλαια (...). Επίσης, επισκέπτονταν και επέβλεπαν το επίδικο ως δικό τους και προέβαιναν στην οριοθέτησή του, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από (...). Ακόμα, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1867 μέχρι το έτος 1910, δηλαδή συνεχώς για 40 και πλέον έτη, υπέβαλαν ετησίως στο Δήμο Αθηναίων δηλώσεις βοσκής, αλλά και πλήρωναν στον ίδιο Δήμο φόρους βοσκής, οι οποίοι σύμφωνα με τους σχετικούς νόμους, όπως ο νόμος ΒΠ/1892, βάρυναν τον ιδιοκτήτη, κάτοχο, ή διαχειριστή βοσκήσιμων γαιών, όπως προκύπτει από (...). Περαιτέρω, μεριμνούσαν για την φύλαξη του όλου ακινήτου, διορίζοντας οι ίδιοι αγροφύλακες και δασοφύλακες και προβαίνοντας στην απόκρουση πράξεων τρίτων διαταρακτικών της νομής τους. Εξάλλου κατά καιρούς έχουν απαλλοτριωθεί αναγκαστικά, για δημόσια ωφέλεια, πολλά επιμέρους τμήματα του μείζονος ακινήτου και στις σχετικές δίκες με αντίδικο ακόμη και το Δημόσιο ή τους Δήμους Αθηναίων και Γαλατσίου, ως δικαιούχοι έχουν αναγνωριστεί τόσο οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας- εφεσίβλητης Ε. Μ., δηλαδή η μητέρα αυτής Ι. χήρα Χ. Α., η αδελφή της Ε. χήρα Γ. Π. και τρίτα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία απέκτησαν απ' αυτές, νομοτύπως, τμήματα του όλου ακινήτου. Μετά την ένταξη της ευρύτερης έκτασης στο σχέδιο πόλεως, οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων και ακολούθως οι ίδιοι ασκούσαν πράξεις νομής που προσιδιάζουν σε αστικής φύσεως ακίνητα και συγκεκριμένως σε οριοθέτηση, επίβλεψη και επισκέψεις. Περαιτέρω, αναφορικά με τα τμήματα του μείζονος ακινήτου τα οποία ήταν καλυμμένα με δασική βλάστηση, όπως πεύκα, αείφυλλα, πλατύφυλλα, το Δημόσιο πάντοτε αντιμετώπιζε αυτό ως ιδιωτική έκταση, που ανήκει στους Β., όπως προκύπτει από σειρά δημοσίων εγγράφων (αναφέρονται 18 δημόσια έγγραφα). Όπως προαναφέρθηκε, το επίδικο οικόπεδο αποτελεί πράγματι τμήμα του μείζονος κτήματος ..., το οποίο νέμονταν με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμους τίτλους από το έτος 1833 μέχρι την άσκηση της αγωγής ο Α. Κ. και οι προμνημονευόμενοι διάδοχοί του, οι τελευταίοι από τους οποίους, αναφορικά με το επίδικο ακίνητο, είναι οι ενάγοντες- εφεσίβλητοι. Αφού λοιπόν, όπως αποδεικνύεται, από το έτος 1833 μέχρι τις 11-9-1915, δηλαδή συνεχώς για χρονικό διάστημα τριάντα (30) και πλέον ετών, νεμήθηκαν το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, καλή πίστη, αλλά και με βάση τους πιο πάνω νόμιμους τίτλους τους οι προμνημονευόμενοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων- εφεσιβλήτων, ενώ ποτέ δεν άσκησε σ' αυτό (επίδικο) διακατοχικές πράξεις το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο, αντιθέτως, τους κληρονόμους ... θεωρούσε ως κυρίους της επίδικης έκτασης, αλλά και του όλου κτήματος, οι δικαιοπάροχοι αυτοί των εναγόντων - εφεσιβλήτων, ανεξάρτητα από τη μορφολογία του επιδίκου, αν δηλαδή αυτό ήταν δάσος κατά το έτος 1836 ή βοσκότοπος ή λιβάδι, έγιναν κύριοι του επιδίκου με την έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Η κυριότητα αυτή του επιδίκου μεταβιβάστηκε, στη συνέχεια, νομότυπα στους ενάγοντες - εφεσιβλήτους, βάσει των πιο πάνω τίτλων και λοιπών νόμιμων προσόντων (νομή, διάνοια κυρίου, καλή πίστη κατά τις άνω διακρίσεις), οι οποίοι συνέχισαν τη νομή των δικαιοπαρόχων τους, με καλή πίστη και διάνοια κυρίων, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής. Ειδικότερα, η πρώτη ενάγουσα - εφεσίβλητη, εκμίσθωσε την επίδικη έκταση με μισθωτήρια, που κατατέθηκαν στις αρμόδιες οικονομικές εφορίες, από (...), και όλοι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι φύλαγαν, καθάριζαν και επόπτευαν το επίδικο ακίνητο. Έτσι, οι ενάγοντες έγιναν επικαρπώτρια η πρώτη ενάγουσα- εφεσίβλητη, ψιλός κύριος ο δεύτερος ενάγων- εφεσίβλητος, κύριοι και ψιλοί κύριοι οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτη των εναγόντων - εφεσιβλήτων, κατά τα προαναφερθέντα εξ αδιαιρέτου ποσοστά επί του επιδίκου, με παράγωγο τρόπο, με τους επικαλούμενους τίτλους ιδιοκτησίας και, σε κάθε περίπτωση, με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία). Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου για ανυπαρξία δικαιώματος κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου ενισχύεται ιδιαίτερα και από το γεγονός ότι με τα κατωτέρω αναφερόμενα πρακτικά της Τριμελούς Επιτροπής του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους αποφασίσθηκε να μη γίνουν αιτήσεις αναίρεσης κατά αποφάσεων του παρόντος Δικαστηρίου που εκδόθηκαν σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκαν δηλαδή τον ιδιωτικό χαρακτήρα του "Κτήματος ..." και την ανυπαρξία δικαιώματος κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επ' αυτού (...) Επομένως, οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος ότι κατέλαβε και δήμευσε το επίδικο αγροτεμάχιο κατά τη διάρκεια του αγώνα της Ανεξαρτησίας ως ανήκον στο τουρκικό δημόσιο ή σε οθωμανούς ή εγκαταλείφθηκε από αυτούς, δυνάμει της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 3.2,4/16.6., 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, αλλιώς ότι περιήλθε στην κυριότητά του ως δασικό τμήμα κατά τις διατάξεις του β. δ/τος της 17/29-11-1836, αλλιώς ως λιβάδι ή βοσκότοπος κατά το άρθρο 1 του β. δ/τος της 3/15.12.1833, αλλιώς με τακτική αλλιώς με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμομένου αυτό από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι την άσκηση της αγωγής, αλλιώς ως αδέσποτο, κατά τις διατάξεις του από 10-7-1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" και ότι η νομή των δικαιοπαρόχων των εναγόντων - εφεσιβλήτων ήταν επιλήψιμη, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν". Βάσει των παραδοχών αυτών και με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε ότι η πρώτη από αυτούς είναι επικαρπώτρια κατά 44/100 εξ αδιαιρέτου, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος ψιλός κύριος κατά 4/100 εξ αδιαιρέτου και οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτη αναιρεσίβλητοι κύριοι των 2/6 των 56/100 εξ αδιαιρέτου και ψιλοί κύριοι των 2/6 των 40/100 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ο καθένας, δικαιώματα τα οποία αμφισβητεί το αναιρεσείον Ελληνικό δημόσιο, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, από το έτος 1983.
ΙΙΙ. Υπό τις προπαρατεθείσες παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την μορφή του επιδίκου και τις επιμέρους πράξεις νομής τις οποίες δέχεται ότι διενεργούσαν οι αναιρεσίβλητοι και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί τους στο επίδικο, οι οποίες (αιτιολογίες) στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν τα ανωτέρω δικαιώματα της επικαρπίας και της ψιλής και πλήρους κυριότητας, κατά τις ειρημένες διακρίσεις, στο επίδικο ακίνητο σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που προαναφέρθηκαν, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912, τα διατάγματα περί δικαιοστασίου που ακολούθησαν και το άρθρο 21 του ν.δ. 22-4-/26-5-1926 (ανωτ. υπό Ι), και εκείνες των άρθρων 50, 51, 55, 57 του ΕισΝΑΚ και 1041-1042, 1045, 1051 και 1033 του ΑΚ, και οι οποίες (αιτιολογίες ) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων αυτών από το Εφετείο. Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε τις εφαρμοστέες εν προκειμένω ως άνω διατάξεις, ούτε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τους σχετικούς πρώτον και τρίτο λόγους της αιτήσεώς του. Επίσης το Εφετείο, υπό τις ανωτέρω παραδοχές, μεταξύ των οποίων και ότι α) το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα του μείζονος ακινήτου των 4.500 στρεμμάτων που έχει προαναφερθεί, κατά τους χρόνους της υπογραφής των περί της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος τριών πρωτοκόλλων ( από 3-2-1830, 16-6-1830 και 1-7-1830) και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως της 9-7-1832, αλλά και την 31-3-1833, οπότε ολοκληρώθηκε η ενσωμάτωση της Αττικής στο ελληνικό κράτος, δεν ανήκε κατά κυριότητα στο τουρκικό κράτος, ούτε σε τούρκους ιδιώτες που το εγκατέλειψαν κατά την αποχώρησή τους από την περιοχή της Αττικής, αλλά κατεχόταν από τον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Α. Κ. και τους δικαιοπαρόχους του, οι οποίοι, συμπεριφερομενοι ως κύριοι και έχοντας την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν την κυριότητα άλλου, το εξουσίαζαν δυνάμει του σουλτανικού δωρητηρίου θεσπίσματος του έτους 1829 και τους αναφερόμενους στην αναιρεσιβαλλομένη ως ανωτέρω κτητικούς τίτλους και το ενέμοντο έκτοτε με τα προσόντα της τακτικής και της έκτακτης χρησικτησίας, και ότι επομένως β) το επίδικο δεν καταλήφθηκε και δεν δημεύτηκε από το ελληνικό κράτος, (αναιρεσείον ελλ. Δημόσιο) κατά τη διάρκεια του αγώνα για την Ανεξαρτησία, ως ανήκον στο τουρκικό δημόσιο ή σε οθωμανούς που το εγκατέλειψαν, δυνάμει της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 3-2, 4/16-6, 19-6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, ούτε περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος ως δασικό τμήμα κατά τις διατάξεις του β.δ/τος της 17/29-11-1836, άλλως ως λιβάδι ή βοσκότοπος κατά το άρθρο 1 του β.δ/τος της 3/15-12-1833, άλλως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, άλλως ως αδέσποτο, κατά τις διατάξεις του από 10-7-1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", δεν παραβίασε (το Εφετείο) με την μη εφαρμογή τους τις ανωτέρω διατάξεις και διεθνείς συμβάσεις, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 1 έως και 8 του τουρκικού νόμου "περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274" που ορίζουν τις προϋποθέσεις κτήσεως κυριότητας σε δημόσιες γαίες μέχρι τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους (ad hοc, για το κτήμα ..., υπό την αυτή ιστορική και νομική βάση, ΑΠ 1563/1995, 1281, 1358 και 1359/2002, 975/2005). Επομένως και ο δεύτερος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.ΠολΔ., λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, προβαλλόμενος και αλυσιτελώς, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης στηρίζεται αυτοτελώς στην παραδοχή του Εφετείου ότι οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων είχαν γίνει κύριοι του επιδίκου, ανεξαρτήτως της μορφολογίας του, με χρησικτησία μέχρι την 11-9-1915.
ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και να καταδικασθεί το αναιρεσείον ελληνικό δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ, 22 § 1 ν. 3693/57).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-9-2011 αίτηση του Ελληνικού δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 858/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013, και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κτήση κυριότητας με χρησικτησία κατά τις διατάξεις του β.ζ.ρ.δ. και κατά του ελληνικού δημοσίου, πότε. Αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., αβάσιμοι (Επικυρώνει ΕΑ 858/2011)
|
Χρησικτησία
|
Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο, Δημόσιο , Ένδικο μέσο, Χρησικτησία.
| 0
|
Αριθμός 1046/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Χ., κατοίκου ... που δεν παραστάθηκε.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Χ. Λ. του Γ., κατοίκου ... και 2)Σ. Λ. του Γ., κατοίκου ... ως καθολικού διαδόχων του αρχικώς ενάγοντος Γ. Λ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Λιώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/2003 αγωγή του αρχικού διαδίκου Γ. Λ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2005 του ιδίου Δικαστηρίου και 370/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/4/2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 6/2/2013 έκθεσή της, με την οποία πρότεινε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../28-2-2012 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθήνας … που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσίβλητες οι οποίες επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, στον αναιρεσείοντα, Ι. Κ. επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλειά τους ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με τις πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης συνεδρίαση και κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης. Επομένως, αφού ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στην πιο πάνω δικάσιμο ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. δήλωση παραστάσεώς του στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή θεωρούνται ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κ.λ.π., όχι δε και οι αρνητικοί των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων. Για την ίδρυση του λόγου αυτού, πρέπει το δικαστήριο να ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι από κανένα νόμιμα προσκομισθέν και αξιολογηθέν αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε πως οι κόρες του αρχικώς ενάγοντος διατηρούσαν με την θανούσα διαθέτιδα θεία του αγαθές σχέσεις αλλ' αντίθετα η διατύπωση του εν λόγω συμπεράσματος υπήρξε όλως αυθαίρετη μιας και από το σύνολο της δικογραφίας προκύπτει σαφώς και πέραν πάσης αμφισβητήσεως όπως δέχθηκε και η πρωτόδικη απόφαση πως οι σχέσεις των θυγατέρων του συζύγου της θανούσας θείας του με την τελευταία ήταν τυπικές, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. δεχόμενο τα ως άνω πράγματα χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος εφόσον τα επικαλούμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν είναι "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.11γ' Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός απ' αυτά στην απόφασή του εκτός εάν παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα τα οποία νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή και όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο για να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα περί αναγνωρίσεως και κηρύξεως της ακυρότητας της διαθήκης της συζύγου του αρχικώς ενάγοντος Γ. Λ. Ε. Λ. γιατί δεν είχε συνταχθεί και υπογραφεί από την αποβιώσασα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την απο 9-9-2003 έκθεση νοσηλείας του Γ. Λ. στη Β' Παθολογική Κλινική του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Χανίων ως και την προσκομισθείσα και επικληθείσα εκ μέρους του ιδιωτική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του επιτίμου δικηγόρου Αθηνών δικαστικού γραφολόγου Δ. Θ. Επομένως, ο δεύτερος εκ του άρθρου 559 αρ.11γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π.9/1997). "Πράγματα" υπό την έννοια αυτή αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς. Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό("πράγμα") και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό ότι η διεξαχθείσα γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του διορισθέντος γραφολόγου πραγματογνώμονος δικηγόρου Μ. Π. ήταν ατελής και μη τεκμηριωμένη κατά τρόπο επιστημονικά άρτιο ως και το γεγονός ότι αυτός (αναιρεσείων) είναι άτομο με ειδικές ανάγκες μη δυνάμενο να εργαστεί υπό φυσιολογικές συνθήκες λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει και ότι ήταν ορφανός πατρός ανεψιός της κληρονομουμένης Ε. Λ. το γένος Ι. Κ., υιός του αδελφού της που είχε προαποβιώσει ως και όσα κατέθεσε ο μάρτυρας συμβολαιογράφος Ε. Κ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος καθόσον οι επικαλούμενοι ισχυρισμοί, δεν συνιστούν "πράγματα" υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια αλλά συνιστούν επιχειρήματα που έχουν σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.β' Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι ενώ η υπογραφή δεν ανήκει στη διαθέτιδα το κείμενο της διαθήκης έχει γραφεί από την ίδια, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία το πρόσωπο που είναι ικανό να γράψει ένα κείμενο, είναι ικανό να θέσει και την υπογραφή του κάτω απ' αυτό. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλουμένη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία διατάξεων νόμου ή την υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων για τις οποίες κρίνουν ανελέγκτως τα δικαστήρια της ουσίας (άρθρο 561 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 370/2010 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης και να καταδικασθεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.) αίτημά τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Απριλίου 2011 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 370/2010 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση: ερήμην αναιρεσείοντος, απορρίπτει λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8, 559 αρ. 10 559 αρ. 11γ΄ ΚΠολΔ, 559 αρ. 1 εδ. β΄.
|
Κλήτευση
|
Ερημοδικία , Κλήτευση , Διαθήκης ακύρωση.
| 2
|
Αριθμός 1049/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: 1) Δημοτικής Επιχείρησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ (ΔΕΤΕΗΑ)", που εδρεύει στο Ηράκλειο Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Γ., 3) Χ. Σ., συζ. Γ. Γ., η οποία δεν παραστάθηκε, 4) Δ. Π., 5) Κ. Β., συζ. Δ. Π., 6) Π. Λ. του Β., 7) Α. Λ. του Β., 8) Χ. Λ. του Β., 9) Η. Λ. του Β., 10) Α. Ρ., 11) Μ. Π., συζ. Α. Ρ., 12) Ν. Ζ., 13) Β. Λ. συζ. Ν. Ζ., 14) Ι. Κ. του Ν., 15) Ι. Λ., συζ. Ι. Κ., όλων κατοίκων ..., και 16) Δήμου Ηρακλείου Αττικής, που έχει έδρα το Ηράκλειο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι άπαντες - πλην της 3ης - εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Παρασκευόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι η επωνυμία της 1ης έχει τροποποιηθεί σε "Κατασκευαστική -Εμπορική Ανώνυμη Εταιρεία Δήμου Ηρακλείου Αττικής - Ανώνυμη Εταιρεία Ο.Τ.Α." με διακριτικό τίτλο "Κ.Ε.Α.Ε.Δ.Η.Α.-Α.Ε.Ο.Τ.Α.".
Η 3η αναιρεσείουσα απεβίωσε, όπως αναφέρεται στην από 6/6/2012 κλήση, και προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1/3-1-2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Ηρακλείου Αττικής Βασ. Καραγεώργου. Κληρονομήθηκε από τους νόμιμους κληρονόμους της: 1) Γ. Γ. του Δ., 2) Δ. Γ. του Γ. και 3) Α. Γ. του Γ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων-καλούντων: 1) Τ. Α. του Γ., κατοίκου ... και 2) Σ. Α. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αμαλία Αλεβίζου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: 1) από 19/7/1990 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, 2) την από 12/11/1990 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη 1ης αναιρεσείουσας και 3) την από 21/12/1990 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 16ου αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8634/2001 του ιδίου Δικαστηρίου και 6616/2003 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 2107/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 6616/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση που αναιρέθηκε. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 319/2009 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/5/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 18/1/2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Αθανασίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 577&3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση για την παραδεκτή προβολή ενός λόγου αναιρέσεως είναι η συνδρομή, στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, εννόμου συμφέροντος, το οποίο υπάρχει όταν ο προτεινόμενος λόγος μπορεί να επιφέρει τη σκοπούμενη έννομη συνέπεια, να οδηγήσει δηλαδή στην εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ως εκ τούτου, αν προσβληθούν πλεοναστικές αιτιολογίες, δηλαδή αιτιολογίες που δεν στηρίζουν το διατακτικό της αποφάσεως, ή αν, επί επάλληλων αιτιολογιών, κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως, προσβληθεί η μία μόνο ή μερικές από αυτές, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής, καθόσον, έστω και αν είναι βάσιμος δεν μπορεί να επιφέρει την εξαφάνιση της αποφάσεως και, άρα, δεν συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος έννομο συμφέρον για την προβολή του αναιρετικού λόγου (Ολ ΑΠ 25/1994, ΑΠ 1665/2007, ΑΠ 111/2005).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, εξαφανίζοντας, κατά παραποδοχήν της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, την πρωτόδικη απόφαση κα δεχόμενο εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 19-7-1990 αγωγή των ίδιων (αναιρεσιβλήτων) κατά των αναιρεσειόντων περί αναγνωρίσεως των πρώτων ως συγκυρίων της επίδικης εδαφικής εκτάσεως των 230,20 μ2, έκρινε ότι η κυριότητα επί της εν λόγω εδαφικής εκτάσεως περιήλθε α) αρχικώς, στον Δ. Γ., με βάση το νομίμως μεταγεγραμμένο .../18-5-1937 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Σακελλαρόπουλου, αλλά και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, που διήρκεσε από τις 18-5-1937 έως τον επισυμβάντα στις 23-5-1966 θάνατό του, β) ακολούθως, στη σύζυγό του Μ. Γ., την οποία, με την από 10-7-1956 ιδιόγραφη διαθήκη του, εγκατέστησε μοναδική του κληρονόμο επί όλης της περιουσίας του, γ) εν συνεχεία, μετά τον επελθόντα στις 20-7-1971 θάνατο της τελευταίας, στην Ε. Μ., την οποία ο αρχικός κύριος (Δ. Γ.), με την άνω ιδιόγραφη διαθήκη του, είχε ορίσει ως καθολική καταπιστευματοδόχο σε "ό,τι διασωθεί κατά το θάνατο της κληρονόμου συζύγου του", και δ) τελικώς, στους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας στις 15-1-1989 μητέρας τους Ε. Μ., αφενός μεν, με την ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρία Γιαννακοπούλου-Δημητροκάλη υπ' αριθμ. .../11-12-1989 δήλωσή τους, που έχει μεταγραφεί νομίμως, αποδέχθηκαν την εν λόγω κληρονομία, αλλά και την κληρονομία του Δ. Γ. για λογαριασμό τόσο της Μ. Γ. όσο και της Ε. Μ., αφετέρου δε επιμελήθηκαν για τη δημοσίευση και την κήρυξη ως κυρίας της ανωτέρω ιδιόγραφης διαθήκης του Δ. Γ., με το 2953/1989 πρακτικό και την 935/1989 απόφαση, αντιστοίχως, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Έκρινε δηλαδή το Εφετείο ότι-όχι μόνο οι αναιρεσίβλητοι αλλά και-οι Μ. Γ. και Ε. Μ. έγιναν κύριοι του άνω ακινήτου με παράγωγο τρόπο και δη ως κληρονόμος (η πρώτη) και καταπιστευματοδόχος (η δεύτερη) του Δ. Γ., δυνάμει της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης του. Η περαιτέρω κρίση του περί ασκήσεως από τις δύο τελευταίες πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο έχει διατυπωθεί πλεοναστικώς, ήτοι δεν στηρίζει το διατακτικό της αποφάσεώς του, καθόσον δεν συναρτάται με σαφή παραδοχή του για περιέλευση της κυριότητας του επιδίκου σ'αυτές με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη). Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 και 20 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο ότι με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και κατά παραμόρφωση του περιεχομένου του από 18-6-1969 τριπλοτύπου του Ταμείου Νέας Ιωνίας δέχθηκε την άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο από τις Μ. Γ. και Ε. Μ., είναι αλυσιτελείς, δηλαδή προβάλλονται χωρίς έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων, αφού οι αποδιδόμενες αναιρετικές πλημμέλειες, αφορώσες στην πλεοναστική, κατά τα ανωτέρω, κρίση του Εφετείου, δεν είναι σε θέση να οδηγήσουν σε εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Το ίδιο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην πρώτη (μείζονα)πρόταση του παρόντος συλλογισμού, ισχύει και με την εκδοχή ότι πρόκειται για επάλληλη κρίση. Και τούτο διότι δεν πλήττεται και η αυτοτελώς στηρίζουσα το διατακτικό της εφετειακής αποφάσεως κρίση για την παράγωγη κτήση της κυριότητας.
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, δηλ. η ευθύτητα και η εντιμότητα που οφείλει κάθε πρόσωπο να επιδεικνύει στις συναλλαγές και στις λοιπές του σχέσεις, ή τα χρηστά ήθη, δηλ. οι επικρατούσες στο κοινωνικό σύνολο σε ορισμένο χρόνο αντιλήψεις του μέσου χρηστού και συνετού ανθρώπου, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Προφανής είναι η υπέρβαση αυτή όταν γίνεται αμέσως αντιληπτή και προσκρούει στο κοινό περί δικαίου αίσθημα ή προκαλεί ιδιαιτέρως δυσμενή εντύπωση. Με την εν λόγω διάταξη αποδοκιμάζεται ο τρόπος με τον οποίο ασκήθηκε το δικαίωμα στη συγκεκριμένη περίπτωση και, άρα, η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος δεν επιδρά στην υπόστασή του, δεν έχει δηλαδή ως αποτέλεσμα την απώλεια ή την απόσβεση του δικαιώματος. Σημειωτέον ότι η έστω για μακρό χρονικό διάστημα αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του δεν αρκεί, καθ' αυτή , για να καταστήσει την επακολουθούσα άσκηση του καταχρηστική, όπως δεν αρκεί προς τούτο και μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος επιφέρει επιβλαβείς συνέπειες σε εκείνον κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα. Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύονται ο μεν πρώτος όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως ερμήνευσε τις προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή εσφαλμένως υπήγαγε ή παρέλειψε να υπαγάγει τις πραγματικές του διαπιστώσεις στο εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού του κανόνα, ο δε δεύτερος όταν η απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, όταν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη έγγραφες προτάσεις τους, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του σχετικού δικογράφου, οι αναιρεσείοντες προέβαλαν, προς απόκρουση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος για την αναγνώριση της συγκυριότητας των τελευταίων στο επίδικο ακίνητο, ισχυρισθέντες, ειδικότερα, ότι μετά τις γενόμενες προς αυτούς κατά τα έτη 1988 και 1989 πωλήσεις του επίδικου ακινήτου και των χωριστών (οριζοντίων) ιδιοκτησιών της ανεγερθείσας επ' αυτού πολυώροφης οικοδομής "και την αποπεράτωση των διαμερισμάτων οι εκκαλούντες (δηλ. οι αναιρεσίβλητοι) ήγειραν την ένδικη αγωγή, προβάλλοντας για πρώτη φορά το υποτιθέμενο δικαίωμα κυριότητάς τους, το οποίο συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, αφού ενώ είχαν εντοπίσει την υποτιθέμενη περιουσία τους και την αποδέχθηκαν με την σχετική αποδοχή κληρονομίας, ανέμεναν την ολοκλήρωση της οικοδομής το έτος 1990 για να εγείρουν εναντίον μας την υπό κρίση αγωγή". Την ένσταση αυτή το Εφετείο την απέρριψε "ως αβάσιμη", κρίνοντας ότι τα ανωτέρω προς θεμελίωση της ενστάσεως προβληθέντα πραγματικά γεγονότα και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, την άσκηση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο οικόπεδο, ώστε να δικαιολογείται η θυσία της απώλειας αυτού από την ιδιοκτησία τους προς όφελος των αναιρεσειόντων. Κατά τη διαμόρφωση της εν λόγω κρίσεώς του και σε συνάρτηση με αυτή, το Εφετείο δέχθηκε επιπροσθέτως ότι οι αναιρεσείοντες έσπευσαν να αγοράσουν και ανοικοδομήσουν το επίδικο ακίνητο χωρίς οποιονδήποτε έλεγχο της πραγματικής και νομικής καταστάσεώς του, περιοριζόμενοι μόνο στην αόριστη δήλωση του Δήμου Ηρακλείου ότι είχε γίνει κύριος με έκτακτη χρησικτησία της πωληθείσας από αυτόν μείζονος εδαφικής εκτάσεως των 542,80 μ2, η οποία, σύμφωνα με τη σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, περιλαμβάνει, εκτός του επιδίκου τμήματος των 230,20 μ2, και τμήματα του εναπομείναντος, μετά τη διάνοιξη της οδού ..., υπ' αριθμ. 156 οικοπέδου και της καταργηθείσας οδού ..., ενώ ολόκληρη η έκταση των 542,80 μ2, κατά την περιεχόμενη στο πωλητήριο συμβόλαιο δήλωση, είχε καταχωρηθεί στο βιβλίο κτηματολογίου του Δήμου Ηρακλείου με το από 29-6-1988 σχετικό πρακτικό, δηλαδή τρεις μήνες πριν την υπογραφή του πωλητηρίου συμβολαίου. Είναι φανερό ότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά έχουν αντληθεί από το αποδεικτικό υλικό της δίκης και ως εκ τούτου η κρίσιμη περί καταχρηστικής ασκήσεως ένταση έχει απορριφθεί, κατ' εκτίμηση του αντίστοιχου περιεχομένου της εφετειακής αποφάσεως, ως κατ' ουσίαν - και όχι ως νόμω - αβάσιμη. Στο πλαίσιο αυτής της εκτιμήσεως πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Εφετείο, με την εκτεθείσα απορριπτική του κρίση, δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, αναφορικώς με την ουσιαστική αβασιμότητα της περί καταχρήσεως ενστάσεως, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της ως άνω διάταξης. Ειδικότερα, με βάση τα προς θεμελίωση της επίμαχης ενστάσεως προβληθέντα από τους αναιρεσείοντες πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό με τις ανωτέρω παραδοχές (πραγματικές διαπιστώσεις) του Εφετείου, η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος προς αναγνώριση της συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο δεν ενέχει προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, ενόψει μάλιστα και του ότι η άσκηση ενός δικαιώματος δεν καθίσταται καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι επιφέρει επιβλαβείς συνέπειες σε εκείνον εναντίον του οποίου ασκείται το δικαίωμα. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ' ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο Εφετείο ότι, κατά παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ και με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, απέρριψε την εκτεθείσα ένσταση, είναι αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ, και 281§2 ν. 3463/2006 ως προς τον δέκατο έκτο αναιρεσείοντα Δήμο Ηρακλείου Αττικής).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-5-2009 αίτηση των Δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ (ΔΕΤΕΗΑ)" κ.λ.π., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 319/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ και για την οποία ο δέκατος έκτος αναιρεσείων Δήμος Ηρακλείου Αττικής ευθύνεται μέχρι το ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
'Εννοια καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Κρίση ότι δεν συντρέχει καταχρηστική άσκηση. Λόγοι αναιρέσεως. Αλυσιτελείς λόγοι, απορρίπτονται ως απαράδεκτοι ελλείψει εννόμου συμφέροντος για την προβολή τους. Πότε ιδρύονται οι αναιρετικοί λόγοι του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Επικυρώνει ΕΑ 319/2009)
|
Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος
|
Έννομο συμφέρον , Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.
| 0
|
Αριθμός 1050/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Π. του Π., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ηλιόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Π. του Π., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαύρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/1/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 35/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/6/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 20/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι- Κατά το άρθρο 1012 του ΑΚ "Αν ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς το δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριός του να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες έναντι ανάλογης αποζημίωσης", κατά δε το άρθρο 1013 του ίδιου ΑΚ "Η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών ανάλογη αποζημίωση την οποία ο κύριος του περίκλειστου ακινήτου πρέπει να καταβάλει στον κύριο του γειτονικού ακινήτου για την παροχή της διόδου είναι εκείνη που καλύπτει κάθε ζημία που προξενείται στον τελευταίο από την παροχή της διόδου, κατά τις γενικές διατάξεις (άρθρ. 298 του ΑΚ). Η οφειλόμενη αυτή αποζημίωση δεν ταυτίζεται με την αξία του καταλαμβανόμενου από τη δίοδο μέρους του ακινήτου ή των βλαπτόμενων υπολοίπων μερών του, αλλά με τη μείωση της αξίας αυτής εξαιτίας του βάρους της διόδου και των περιορισμών του ακινήτου από αυτήν, και περιλαμβάνει, ειδικότερα, τη μείωση, καθ' εαυτήν, της αξίας του γειτονικού ακινήτου που προέρχεται από τη σύσταση της δουλείας, τη μείωση της προσόδου του, καθώς και κάθε άλλη ζημία που προέρχεται από την παροχή της διόδου, όπως η βλάβη ή εκρίζωση δένδρων, η καταστροφή τεχνικών έργων κ.λ.π. Η ίδια δε αυτή, ως ανωτέρω, αποζημίωση, όπως προσδιορίζεται στην αγωγή και κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, λαμβάνεται υπόψη, ως αξία του αντικειμένου της διαφοράς, για τον καθορισμό της καθ' ύλην αρμοδιότητας του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7,8,9,10,12 επ. του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1014 του ΑΚ "Δεν υπάρχει υποχρέωση των γειτόνων να παράσχουν δίοδο αν η συγκοινωνία του ακινήτου προς το δημόσιο δρόμο έπαψε με αυτόβουλη πράξη ή παράλειψη του κυρίου του ακινήτου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που αποτελεί ειδικότερη, για τη συγκεκριμένη περίπτωση, μορφή απαγορεύσεως της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος κατ' άρθρον 281 του ΑΚ, αυτόβουλη στέρηση (παύση) της επικοινωνίας του ακινήτου προς τον δημόσιο δρόμο υπάρχει και όταν ο κύριος του ακινήτου παραιτήθηκε από δουλεία διόδου την οποία είχε κατά τρίτου ιδιοκτήτη ή από ενοχικό δικαίωμα που είχε προς σύσταση τέτοιας δουλείας, όχι όμως και όταν μετά από δίκη διανομής κοινού ακινήτου αποδέχεται και περίκλειστο τμήμα του ακινήτου που προέρχεται από τη διανομή και κληρώνεται σ' αυτόν ή και (όταν) συμβιβάζεται για τον κανονισμό των ορίων του περικλείστου με τον κύριο γειτονικού τμήματος που περιήλθε στον τελευταίο με τη διανομή χωρίς να αξιώνει συγχρόνως και σύσταση δουλείας διόδου για το περίκλειστο τμήμα του, η οποία και δεν συνέχεται με τις ανωτέρω ενέργειές του (αποδοχή αποφάσεως διανομής και κανονισμός ορίων).
ΙΙ- Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την έφεση του αναιρεσείοντος-εναγομένου κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 12/2007 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Νάξου, με την οποία και κατά παραδοχήν της σχετικής αγωγής του αναιρεσιβλήτου υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να παράσχει δίοδο εις βάρος του αναφερόμενου ακινήτου του και υπέρ του περίκλειστου γειτονικού ακινήτου του αναιρεσιβλήτου έναντι της καθορισθείσης ανάλογης αποζημίωσης. Ειδικότερα το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι το υπό στοιχείο Β2 του αναφερόμενου τοπογραφικού διαγράμματος ακίνητο του αναιρεσιβλήτου, εμβαδού 8018 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή ... του Δήμου … και περιήλθε στον αναιρεσίβλητο με κλήρωση, κατόπιν δικαστικής διανομής μείζονος, κοινού των διαδίκων-αδελφών, ακινήτου (αγρού) είναι περίκλειστο, στερούμενο την αναγκαία για την εξυπηρέτησή του δίοδο προς την δημόσια οδό, ότι προσφορότερη δίοδος για την εξυπηρέτηση των αναγκών του περικλείστου είναι η προτεινόμενη με την αγωγή να διέλθει από το υπό στοιχεία Α3 του τοπογραφικού γειτονικό ακίνητο του αναιρεσείοντος, εκτάσεως 18685 τ.μ., που περιήλθε στον τελευταίο με την ίδια κλήρωση (δικαστική διανομή), και με την οποία δίοδο θα επικοινωνεί το περίκλειστο με την πλησιέστερη επαρχιακή (δημόσια) οδό ..., ότι η συγκοινωνία του περικλείστου προς την δημόσια οδό δεν έπαψε με αυτόβουλη πράξη ή παράλειψη, ως κατωτέρω, του αναιρεσιβλήτου, και ότι η καταβλητέα ανάλογη αποζημίωση, ενόψει της μειώσεως της αξίας του βαρυνόμενου ακινήτου του αναιρεσείοντος από την παροχή της διόδου και τη χρήση της, ανέρχεται στο αναφερόμενο ποσό των δύο (2) ευρώ ανά τ.μ. και συνολικά στο ποσό των 1.738 ευρώ (869 τ.μ. που καταλαμβάνονται από τη δίοδο Χ2 €/τ.μ.), την οποία και καθόρισε το δικαστήριο.
ΙΙΙ- Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεως του ανιρεσείοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, παραπονούμενος για την αντίθετη παραδοχή του Ειρηνοδικείου, ισχυρίστηκε, όπως και πρωτοδίκως, ότι ο αναιρεσίβλητος-ενάγων συνυπέγραψε τα υπ' αριθμ. ../2000 πρακτικά συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου Νάξου περί καθορισμού ορίων των ειρημένων ακινήτων των διαδίκων, ως προς τα οποία είχε δημιουργηθεί έρις μεταξύ τους, και αποδέχθηκε την υπ' αριθμ. 36/1998 απόφαση περί διανομής του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και τη σχετική έκθεση κληρώσεως, κατά των οποίων δεν άσκησε ένδικο μέσον, εν γνώσει του ότι με τη διανομή αυτή (κλήρωση) περιερχόταν σ' αυτόν και το προειρημένο ακίνητο- χωρίς δίοδο προς τον δημόσιο δρόμο (περίκλειστο), και ότι (ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων) με τον τρόπο αυτό ο αναιρεσίβλητος στέρησε αυτοβούλως το ακίνητό του από την επικοινωνία του με το δημόσιο δρόμο με αποτέλεσμα να μην έχει υποχρέωση ο πρώτος (αναιρεσείων) να παραχωρήσει στον τελευταίο τη ζητούμενη δίοδο, σύμφωνα με την ρηθείσα διάταξη του άρθρου 1014 του ΑΚ, την εκ της οποίας ένσταση είχε προτείνει ο αναιρεσείων-εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την ένσταση αυτή λόγον εφέσεως του αναιρεσείοντος με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη στέρηση της επικοινωνίας του περικλείστου προς τον δημόσιο δρόμο με αυτόβουλη πράξη ή παράλειψη του αναιρεσιβλήτου, τέτοια δε στέρηση (συνεχίζει το Πολυμελές Πρωτοδικείο) δεν αποτελούν οι προρρηθείσες ενέργειες και παραλείψεις του τελευταίου σχετικά με τα ανωτέρω πρακτικά συμβιβασμού και την απόφαση περί διανομής, που δεν αφορούν το δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου να ζητήσει δίοδο για το περίκλειστο ακίνητό του και παραίτησή του από το δικαίωμα αυτό. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και σύμφωνα με την προηγηθείσα (ανωτ. υπό Ι) νομική σκέψη δεν παραβίασε, με την μη εφαρμογή της, την ως άνω διάταξη του άρθρου 1014 του ΑΚ, οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της οποίας και δεν συνέτρεχαν πράγματι, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά (παραδοχές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου), εν προκειμένω, και τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο, από το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς του είναι αβάσιμα και απορριπτέα, αναφερόμενα κατά τα λοιπά απαραδέκτως (αρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) στην ουσιαστική περί πραγμάτων κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Από την ίδια προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο για τον καθορισμό της κατεύθυνσης και των διαστάσεων της παρασχεθείσης διόδου συνολικού μήκους 215,04μ. και πλάτους 4μ., καθώς και της αποζημίωσης που πρέπει να καταβληθεί, έλαβε υπόψη, ειδικότερα, και το γεγονός ότι, κατά τις παραδοχές του, το βαρυνόμενο ακίνητο του αναιρεσείοντος δεν θα υποστεί σοβαρό πλήγμα στη χρήση και στην κάρπωσή του, ως βοσκοτόπου, αφού το καταλαμβανόμενο από τη δίοδο τμήμα του ακινήτου δεν καλλιεργείται και ουδεμία μεταβολή ή αλλοίωση της μορφής του ακινήτου δεν θα επέλθει με τη διαμόρφωση της διόδου. Ενόψει της προαναφερθείσης συνολικής εκτάσεως του ακινήτου του αναιρεσείοντος, ανερχόμενης, όπως προεκτέθηκε, σε 18685 τ.μ. της ιδιότητάς του ως μη καλλιεργουμένου βοσκοτόπου και του ως ανωτέρω συνολικού εμβαδού της παραχωρούμενης διόδου εξ 869 τ.μ., είναι προφανές, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι το υπόψη ακίνητο του αναιρεσείοντος δεν υφίσταται πράγματι σοβαρό πλήγμα στη χρήση και στην κάρπωσή του ή μεταβολή ή αλλοίωση της μορφής του από την παραχωρούμενη δίοδο, ως στοιχείο προσδιοριστικό της μειώσεως της αξίας του και εντεύθεν του ποσού της οφειλόμενης ανάλογης αποζημίωσης για την παροχή της διόδου. Επομένως και ο δεύτερος, από το άρθρο 560 αρ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο με τις ανωτέρω παραδοχές του παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την υπαγωγή των περιστατικών που δέχθηκε στη νομική έννοια της ανάλογης αποζημίωσης των άρθρων 1012 και 1013 του ΑΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, ενόψει της ανωτέρω αποζημιώσεως, που αναφερόταν στην αγωγή και νομίμως, κατά τα προεκτεθέντα καθορίστηκε από τα δικαστήρια της ουσίας, η ένδικη διαφορά υπαγόταν πράγματι στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου, σύμφωνα με τα προειρημένα (ανωτ. υπό Ι) άρθρα 7-10 και 14 του ΚΠολΔ, και το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που απέρριψε την ένσταση λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος για καθ' ύλην αναρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου, επειδή κατά τους ισχυρισμούς του η οφειλόμενη αποζημίωση έπρεπε να καθοριστεί στο μεγαλύτερο ποσό των 80.180 ευρώ, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, και τα αντίθετα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τον τρίτο και τελευταίο από την ίδια διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1, 3 β' του ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου, είναι επίσης αβάσιμα και απορριπτέα.
IV- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-6-2011 αίτηση του Χ. Π. για αναίρεση της υπ' αρ. 35/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποχή Εφετείου να εκδώσει απόφαση αναγνωρίσεως δικαιούχων κατ΄ άρθρον 26 §11 ΚΑΑΑ. Αναγνώριση κυριότητας κατά την τακτική διαδικασία. Αγωγή κατά ελληνικού δημοσίου. Απαιτείται τήρηση προδικασίας άρθρου 8 §1 ν. 1539/38. Αναιρετικοί λόγοι άρθρου 559 αρ. 14 και 9 Κ.Πολ.Δ., βάσιμοι (Αναιρεί Εφ. Αθ. 4082/2008)
|
Κήρυξη ή ή ακυρότητας, εκπτώσεως ή απαραδέκτου
|
Δίοδος, Επιδίκαση μη αιτηθέντος, Κήρυξη ή ή ακυρότητας, εκπτώσεως ή απαραδέκτου.
| 0
|
Αριθμός 1051/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Δ. Μ., 2) Χ. Δ. Μ., και 3) Ι. Δ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Πέτρου.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τσιρογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/12/1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 280/2001 μη οριστική, 134/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 776/2004 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την 26/1/2005 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1910/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 776/2004 απόφαση του Εφετείου Λάρισας και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως. Το Εφετείο Λάρισας εξέδωσε την 459/2009 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/1/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 15/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 3/1/2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 459/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 577 § § 1 και 3 του ΚΠολΔ ο Άρειος Πάγος πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν την κρίνει νόμιμη και παραδεκτή εξετάζει το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 134/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ένδικη από 3-12-1999 διεκδικητική αγωγή των αναιρεσειόντων κατά του πρώτου η οποία είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως, τούτο δε μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1910/2006 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προηγούμενη υπ' αριθμ. 776/2004 απόφαση του ίδιου Εφετείου που είχε εκδοθεί επί της ίδιας εφέσεως και με την οποία είχε απορριφθεί επίσης η αγωγή των αναιρεσειόντων. Στο δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, που επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο, διαλαμβάνεται ρητή δήλωση, των αναιρεσειόντων ότι παραιτούνται από το δικόγραφο της προηγούμενης, από 2-3-2010, αιτήσεώς τους για αναίρεση της ίδιας προσβαλλόμενης απόφασης (459/2009), η παραίτηση δε αυτή, που είναι νόμιμη, έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται ως μη ασκηθείσα η προηγούμενη ως άνω αίτηση (αρθρ. 294, 295 § 1, 297, 299, 573 § 1 του Κ.Πολ.Δ) και η κρινόμενη αίτηση, που έχει και κατά τα λοιπά ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, να είναι, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσίβλητο, παραδεκτή και εξεταστέα ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
ΙΙ. Με την προρρηθείσα υπ' αριθμ. 1910/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 776/2004 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης για τον λόγο ότι είχε λάβει υπόψη και την υπ' αριθμ. .../16-2-2001 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων ενώπιον του συμβολαιογράφου Τρικάλων Δημ. Μπουρνάζου, η οποία δεν είχε ληφθεί νομίμως και η οποία επομένως ήταν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Όπως δε προκύπτει από την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του ίδιου, υπό διαφορετική σύνθεση, Εφετείου Λαρίσης, ως δικαστηρίου παραπομπής, όπου μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, στα οποία δεν περιλαμβάνεται η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, μη αναφερόμενη και σε κανένα άλλο μέρος της απόφασης, το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την ειρημένη ένορκη βεβαίωση, συμμορφούμενο έτσι προς την αναιρετική απόφαση, και τα αντίθετα που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 18 του Κ.Πολ.Δ, λόγο της αιτήσεώς τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Με τον ίδιο πρώτο λόγο του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση των αριθμών 11α και 19 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το προαναφερόμενο ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο ( ένορκη βεβαίωση) και ότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ελλείψει αιτιολογιών, αφού κατέληξε στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα με εκείνο της αναιρεθείσης αποφάσεώς του και με το ίδιο με εκείνην αιτιολογικό. Κατά την πρώτη από τις αιτιάσεις αυτές ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, σύμφωνα με τα αμέσως προεκτεθέντα, κατά τη δεύτερη δε από τις ίδιες αιτιάσεις, απαράδεκτος, προσβάλλοντας μόνον τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου ( άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), χωρίς αναφορά ( επίκληση) συγκεκριμένης αναιρετικής πλημμέλειας ως προς τις διαλαμβανόμενες αιτιολογίες, μόνη δε η ίδια με την αναιρεθείσα αιτιολογία, που στηρίζει το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, δεν δημιουργεί τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 561 § 1 του Κ.Πολ.Δ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20.
Εξάλλου, από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός, του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, έστω και εμμέσως (ΑΠ 115/2003, 1310/2011), την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς τη βούληση των δικαιοπρακτούντων και παρά ταύτα δεν προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες και δικαιοπραξιών που θέτουν τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ για την ανεύρεση της αληθούς βουλήσεώς τους (ΑΠ 1310/2011). Στην αντίθετη επομένως περίπτωση, όταν δηλαδή το δικαστήριο δεν δέχεται, ως ανωτέρω την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς τη βούληση των δικαιοπρακτούντων και ως εκ τούτου δεν προσφεύγει στους κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, δεν δημιουργείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί πάντως ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλομΑΠ 2/2008).
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση του αριθμού 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. υποστηρίζεται ότι αν υποτεθεί ότι το Εφετείο συμμορφώθηκε προς την ανωτέρω, υπό Ι και ΙΙ, αναιρετική απόφαση και δεν έλαβε υπόψη την προρρηθείσα ένορκη βεβαίωση, τότε δέχθηκε ουσιώδη πράγματα και δη τα συγκροτούντα την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου πραγματικά περιστατικά χωρίς απόδειξη, αφού τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν αποδεικνύονται από τα άλλα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην απόφαση. Υπό το περιεχόμενο αυτό του εξεταζόμενου λόγου είναι προφανές ότι πλήττεται με αυτόν η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, κατά συνέπειαν δε, και σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 του Κ.Πολ.Δ, του οποίου δεν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρέσεις, ο δεύτερος αυτός λόγος του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Με τον τρίτο και τελευταίο, από τους αριθμούς 1εδ. α' και 20 του άρθρου 559 του ΚΠΔ, προσάπτεται, αντίστοιχα, η αιτίαση ότι το Εφετείο α) παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 200 του ΑΚ για την ερμηνεία των συμβάσεων "ερμηνεύοντας" το από 21-9-1985 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο φέρεται να συστάθηκε σύμβαση χρησιδανείου μεταξύ των διαδίκων που αφορά μέρος του επιδίκου, και β) παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου ιδιωτικού συμφωνητικού με το να μην το αναγνώσει ολόκληρο και δη κατά το αναφερόμενο μέρος του και με το να το αναγνώσει εσφαλμένα κατά το επίσης αναφερόμενο σημείο του και δη ως προς το σημείο όπου αναφέρεται ότι το επίδικο συνορεύει με οικόπεδο "ιδίων" (των εναγόντων) και όχι "ιδίου" (του εναγομένου), όπως αναφέρεται στην απόφαση, με αποτέλεσμα να αχθεί το δικαστήριο σε επιζήμιο για τους αναιρεσείοντες αποτέλεσμα ως προς την ακριβή ταυτότητα του επιδίκου και εντεύθεν ως προς το επ' αυτού δικαίωμα κυριότητας των διαδίκων. Και ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ως προς μεν το πρώτο σκέλος του, επειδή από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχεται, ούτε και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς τη βούληση των μερών που εκφράστηκε με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό ώστε να έχει υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών κανόνες και να γεννάται ο ειρημένος αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ σε περίπτωση μη προσφυγής του, όπως εν προκειμένω. Ως προς δε το δεύτερο σκέλος του ο εξεταζόμενος τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του για την ταυτότητα του επιδίκου και την κυριότητα του αναιρεσιβλήτου σ' αυτό από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που αναφέορνται στην απόφαση, μεταξύ των οποίων και η ανώμοτη εξέταση, ως διαδίκου, του τρίτου εκ των αναιρεσειόντων εναγόντων Ι. Μ., όχι δε αποκλειστικά ή κατά κύριον λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο το δικαστήριο συνεκτίμησε απλώς, μαζί με τα άλλα αποδεικτά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αυτό.
IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου ( άρθρ 176 και 183 του ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-1-2012 αίτηση των Γ. Μ. κ.λ.π για αναίρεση της υπ' αριθ. 459/2009 απόφασης του Εφετείου Λαρίσης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Νομότυπη παραίτηση από το δικόγραφο αιτήσεως αναιρέσεως. Θεωρείται ότι η αίτηση δεν ασκήθηκε. Παραδεκτή η αίτηση νέας αιτήσεως, αν συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νομού. Ανέλεγκτη η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων. Πότε ιδρύονται οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αρ. 1α, ως προς τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 του ΑΚ, 18, 20 του Κ.Πολ.Δ. (Επικυρώνει ΕφΑθ 459/2009)
|
Παραίτηση από δικόγραφο
|
Παραίτηση από δικόγραφο, Ανέλεγκτη η ουσιαστική εκτίμηση.
| 0
|
Αριθμός 1052/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Δ. Γ. του Γ., 2)Κ. Γ. του Γ. και 3)Β.-Μ. Γ. του Γ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κώστα Πετρόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Κέντρο Εκπαιδεύσεως και Αποκαταστάσεως Τυφλών (ΚΕΑΤ) και έδρα την Καλλιθέα Αττικής, που εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νικολαΐδη, και 2)του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ως ασκούντος την εποπτεία επί των υπέρ κοινωφελών σκοπών και ιδρυμάτων εν γένει καταλειπομένων περιουσιών του Α.Ν. 2039/1939, που εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευθύμιο Τσακά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5967/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 4294/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/5/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 15/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Κατά το άρθρο 1836 § 2 του ΑΚ η κατά τα άρθρα 1835 και 1836 § 1 του ίδιου κώδικα αγωγή για την μέμψη άστοργης δωρεάς παραγράφεται δύο χρόνια μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου. Με τη διάταξη αυτή και κατά την εκπεφρασμένη βούληση του νόμου καθιερώνεται (διετής ) παραγραφή της αγωγής με την οποία ο νόμιμος μεριδουχος επιδιώκει την αυτούσια αποκατάσταση από τον δωρεοδόχο των δωρηθέντων που σώζονται κατά τον χρόνο του θανάτου του δωρητή στην περιουσία του δωρεοδόκου, διακόπτεται δε η παραγραφή αυτή με την άσκηση της αγωγής και μπορεί να συμπληρωθεί και εν επιδικία, κατά το άρθρο 261 του ΑΚ, όταν μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων των διαδίκων ή του δικαστηρίου μεσολαβεί χρονικό διάστημα μείζον της διετίας, του χρόνου δηλαδή της παραγραφής. Η ίδια ως άνω παραγραφή της αγωγής για την μέμψη άστοργης δωρεάς διακόπτεται, κατά το άρθρο 260 του ΑΚ, και όταν ο υπόχρεος δωρεοδόχος αναγνωρίσει με οποιονδήποτε τρόπο την αξίωση του μεριδούχου για την ανατροπή της δωρεάς. Για την αναγνώριση αυτή, που μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή και δεν υπόκειται σε κάποιον τύπο ούτε είναι ανάγκη να φέρει τον χαρακτήρα δικαιοπραξίας, αρκεί κάθε ενέργεια (συμπεριφορά) του οφειλέτη έναντι του δανειστή, ενέργεια δηλαδή που να απευθύνεται στον δανειστή και να περιέλθει σ'αυτόν, η οποία να μαρτυρεί ότι ο οφειλέτης έχει πλήρη επίγνωση της αξιώσεως του δανειστή και την θεωρεί υφισταμένη. Η εκτίμηση δε των πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή μη αναγνώριση της αξιώσεως του δανειστή υπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, κατά το άρθρο 561 §1 του Κ.ΠολΔ.
ΙΙ. Το εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, νόμιμων μεριδούχων επί της κληρονομίας του θανόντος την 14-1-1996 πατέρα τους Γ. Γ., για μέμψη της αναφερόμενης άστρογης, ως προσβαλλούσης τη νόμιμη μοίρα τους, δωρεάς εν ζωή του κληρονομουμένου προς το πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "κέντρο εκπαιδεύσεως και αποκαταστήσεως τυφλών (ΚΕΑΤ)", (1450 ανώνυμες μετοχές της αναφερόμενης ΑΕ, συνολικής αξίας 244.650.000 δρχ), έχει υποπέσει εν επιδικία στη διετή παραγραφή του άρθρου 1835 § 2 του ΑΚ καθόσον από την 9-5-1998, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση της αγωγής που είχε προσδιορισθεί για τη δικάσιμο αυτή, ως τελευταία διαδικαστική πράξη που διέκοψε την παραγραφή, μέχρι την 24-12-2001, οπότε κατατέθηκε η υπό την ίδια ημερομηνία κλήση των αναιρεσειόντων στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών για συζήτηση της αγωγής και ορίστηκε προς τούτο η δικάσιμος της 20-5-2002, παρήλθε ολόκληρος ο χρόνος της ρηθείσης διετούς παραγραφής της ένδικης αξιώσεως των αναιρεσειόντων την οποία είχε προτείνει το εναγόμενο ΝΠΔΔ και δέχθηκε το Εφετείο. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και σύμφωνα με την προηγηθείσα ( υπό Ι) μείζονα σκέψη το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1836 § 2 και 261 του ΑΚ, οι οποίες και ήταν πράγματι εφαρμοστέες εν προκειμένω, είναι δε αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγο της αιτήσεώς τους. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Οι ενάγοντες- εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η κατά τα ανωτέρω παραγραφή της αγωγής μέμφης άστοργου δωρεάς είχε διακοπεί με αναγνώριση κατ' άρθρο 260 ΑΚ της αξίωσης τους από το εναγόμενο- εφεσίβλητο ΝΠΔΔ, με το από 4-12-2000 έγγραφο του Γραφείου Δικαστικού αυτού . Όμως το εν λόγω έγγραφο ήταν προορισμένο για εσωτερική διανομή, δεδομένου ότι το εναγόμενο- εφεσίβλητο με το Γραφείο Δικαστικού του το απηύθυνε προς την επιτροπή αξιοποίηση περιουσίας ΚΕΑΤ και όχι προς τους ενάγοντες- εκκαλούντες, ούτε περιήλθε σ'αυτούς, δεν αποτελεί δε αναγνώριση εκ μέρους του εναγομένου- εφεσιβλήτου ΝΠΔΔ της αξίωσης των εναγόντων- εκκαλούντων, αλλά αποτελούσε πρόταση προς το αρμόδιο τμήμα του εν λόγω ΝΠΔΔ για διερεύνηση των προθέσεων των αντιδίκων τους προς συμβιβασμό. Οι ενάγοντες- εκκαλούντες προσκομίζουν και επικαλούνται προς ενίσχυση του πιο πάνω ισχυρισμού τους τα από 14-7-2004 και 31-10-2004 έγγραφα του νομικού συμβούλου του εναγομένου- εφεσιβλήτου, δικηγόρου (...) , προς τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του εν λόγω ΝΠΔΔ. Όμως τα ως άνω έγγραφα δεν απευθύνεται στους ενάγοντες- εκκαλούντες, αλλά ήταν προορισμένα για εσωτερική διανομή, είχαν συνταχθεί δε μετά τη συμπλήρωση της προαναφερόμενης διετούς παραγραφής. Δεν αποδείχθηκε ότι το έτος 1996 άρχισαν διαπραγματεύσεις μεταξύ εναγόντων- εκκαλούντων και του εναγομένου- εφεσιβλήτου ΝΠΔΔ, οι οποίες διήρκεσαν μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Αυτό που αποδείχθηκε ήταν η προσπάθεια του πληρεξούσιου δικηγόρου των εναγόντων- εκκαλούντων προς τον νομικό σύμβουλο του εναγομένου - εφεσιβλήτου ΝΠΔΔ προς επίτευξη συμβιβασμού. Όμως αυτή η προσπάθεια δεν τελεσφόρησε, δεδομένου ότι ο πιο πάνω νομικός σύμβουλος απευθυνόμενος προς τα αρμόδια όργανα του ΝΠΔΔ δεν είχε θετική ανταπόκριση προς επίτευξη συμβιβασμού με τους ενάγοντες- εκκαλούντες. Δεν υπάρχει απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του πιο πάνω ΝΠΔΔ, που είναι και το αρμόδιο όργανο αυτού, προς διενέργεια διαπραγματεύσεων και επίτευξη συμβιβασμού με τους ενάγοντες- εκκαλούντες, ούτε αποδείχθηκε ότι έστω δόθηκαν οδηγίες από τα αρμόδια όργανα του ΚΕΑΤ. Προς τον νομικό τους σύμβουλο να αρχίσει διαπραγματεύσεις με τους ενάγοντες- εκκαλούντες". Και βάσει των παραδοχών αυτών το εφετείο απέρριψε την αντένσταση- λόγο εφέσεως που είχαν προτείνει οι αναιρεσείοντες- ενάγοντες κατά της ενστάσεως παραγραφής του αναιρεσιβλήτου- εναγομένου ΝΠΔΔ, η οποία (αντένσταση) στηριζόταν στη διάταξη του άρθρου 260 του ΑΚ. Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο και σύμφωνα με την προαναφερθείσα ( ανωτ. υπό Ι σχετική νομική σκέψη, το δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και δεν εφήρμοσε την προρρηθείσα ουσιαστική διάταξη του άρθρου 260 του ΑΚ, της οποίας υπό τα αποδειχθέντα ως ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ εξάλλου διέλαβε (το Εφετείο) στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής (μη) εφαρμογής της ειρημένης διάταξης, την οποία και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, είναι δε αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τον δεύτερο, σκέλος πρώτο και δεύτερο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.ΠολΔ. λόγο της αιτήσεως τους. Στην ανωτέρω κρίση του κατέληξε το Εφετείο, όπως χωρίς αμφιβολία προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, αφού έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι, επομένως και εκείνα που αναφέρονται στο αναιρετήριο και τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι αναιρεσείοντες, και είναι επίσης αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που οι τελευταίοι υποστηρίζουν με τον ίδιο, δεύτερο σκέλος τρίτο, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.ΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου. Τέλος, υπό τα ανωτέρω περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο είναι προφανές ότι η προβολή από το αναιρεσίβλητο- εναγόμενο ΝΠΔΔ της προρρηθείσης ενστάσεως παραγραφής δεν παρίσταται καταχρηστική κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, και εντεύθεν απαγορευμένη, οι προαναφερθείσες δε πλήρεις κλπ αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης καλύπτουν και το απορριπτικό της απόφασης πόρισμα για την ένσταση αυτή ( αρθρ. 281 του ΑΚ), την οποία οι αναιρεσείοντες επιχειρούσαν να θεμελιώσουν στα ίδια ως άνω περιστατικά, πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο αφού έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα ειδικότερα, που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί τα διάδικα μέρη. Επομένως και ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, από τους αριθμούς 19 και 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι ωσαύτως αβάσιμα και απορριπτέα.
ΙΙΙ.Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (αρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ., 22ν. 3693/57).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-5-2011 αίτηση του Δ. Γ. κ.λπ για αναίρεση της υπ' αριθ. 4294/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αγωγή μέμψεως ύπαρξης δωρεάς. Διετής παραγραφή. Διακοπή με την έγερση αγωγής και με αναγνώριση. Παραγραφή εν επιδικία. Αβάσιμοι οι αναιρετικοί λόγοι από τους αρ. 1, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. (Επικυρώνει Εφ. Αθ 4294/2010).
|
Παραγραφή αξιώσεων
|
Δωρεά, Ένδικο μέσο, Κληρονομία , Παραγραφή αξιώσεων.
| 0
|
Αριθμός 1053/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Τσάση, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. χήρας Γ. Π., 2) Σ. Π. του Γ., κατοίκων ..., 3)Χ. Π. του Γ., και 4) Ε. Π. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Δελμούζο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/4/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Δελφών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 9/ΤΠ/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/4/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από την από 8/2/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ορίζει: α) στο άρθρο 84 παρ.1, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) στο άρθρο 96 παρ.1, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, γ) στο άρθρο 104, για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, δ) στο άρθρο 576 παρ.1 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με την τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι και ε) στην παρ.2 του ιδίου άρθρου, αν ο μη εμφανισθείς ή ο εμφανισθείς αλλά μη παραστάς προσηκόντως διάδικος, δεν έχει κλητευθεί, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύσει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας που αυτεπαγγέλτως πλέον εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται μη παριστάμενος και κηρύσσεται άκυρη και η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 576 παρ.1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (Ολ. ΑΠ 2/1992), εάν δε ο αντίδικος του επισπεύσαντος τη συζήτηση εμφανισθεί στο ακροατήριο αλλά δεν παρασταθεί προσηκόντως, ερευνάται αν έχει νομίμως κλητευθεί. Σε αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, η συζήτηση της από 29-4-2009 αιτήσεως αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 9/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, επισπεύδεται με την από 1-2-2011 κλήση του αναιρεσείοντος Κ. Μ. την οποία υπογράφει ο πληρεξούσιος δικηγόρος Γεώργιος Σταθέας ο οποίος δεν παραστάθηκε κατά την παρούσα δικάσιμο ως πληρεξούσιος δικηγόρος του καλούντος αναιρεσείοντος αφού τούτον εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της στο πινάκιο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Άγγελος Τσάσης. Αυτός, όμως, (Γεώργιος Σταθέας) δεν αποδεικνύει με τους προαναφερομένους τρόπους του άρθρου 96 παρ.1 ΚΠολΔ, χορήγηση σ' αυτόν πληρεξουσιότητας από τον αναιρεσείοντα για την επίσπευση της συζητήσεως της υποθέσεως. Εξάλλου, οι αναιρεσίβλητοι παρεστάθησαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ευσταθίου Ζαχ. Δελμούζου κατά την συζήτηση της υπόθεσης κατά την εις την αρχή της παρούσης σημειουμένη δικάσιμο, ως προς του οποίου όμως δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη πληρεξουσιότητας εφόσον από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο πληρεξούσιο, προκύπτει η χορήγηση πληρεξουσιότητας σε άλλο δικηγόρο, τον Γεώργιο Ζ. Δελμούζο. Ούτε περαιτέρω αποδεικνύεται επίδοση της αίτησης αναίρεσης στους αναιρεσιβλήτους από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσείοντα, εφόσον προσκομίζει ο τελευταίος μόνον τις υπ' αριθμ. α) 4509γ/4-10-2011 με τη συνημμένη σ' αυτή από 4-10-2011 απόδειξη παραλαβής αντιγράφου δικογράφου που θυροκολλήθηκε και από 4-10-2011 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., β) 4508/4-10-2011 με τις συνημμένες σ' αυτή από 4-10-2011 απόδειξη παραλαβής αντιγράφου δικογράφου που θυροκολλήθηκε και από 4-10-2011 βεβαίωση του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή ... προς τους αναιρεσιβλήτους Χ. Π. και Ε. Π., γ) υπ' αριθμ. 10408Β/28-7-2011 και 10409Β/28-7-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Άμφισσας ..., στους αναιρεσιβλήτους Σ. Π. και Θ. χήρα Γ. Π., από τις οποίες προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο μόνον της κλήσης για συζήτηση της υποθέσεως, επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 29-4-2009 αιτήσεως του Κ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση: Απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης.
|
Απαράδεκτη συζήτηση
|
Απαράδεκτη συζήτηση.
| 0
|
Αριθμός 1054/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία του Κωνσταντίνα Χριστοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., 2) Π. συζ. Γ. Ε., κατοίκου ... και 3) Β. συζ. Ε. Κ., το γένος Ο., κατοίκου ... . Ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αλμπανίδη, η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και η τρίτη δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/7/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 339/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 4082/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5/7/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 26/2/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 9551/27-12-2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., την οποία το αναιρεσείον προσκομίζει και επικαλείται, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται δικάσιμος προς συζήτησή της αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης, και με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην τρίτη αναιρεσίβλητη Β. Κ., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως και σύμφωνα με το άρθρο 576§2 του ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης αυτής, που κλητεύθηκε νόμιμα.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 26§11 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων" το δικαστήριο απέχει να εκδώσει απόφαση αναγνωρίσεως δικαιούχων της αποζημίωσης μεταξύ των άλλων περιπτώσεων και αν η κυριότητα του απαλλοτριουμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού πιθανολογείται ότι ανήκει στο δημόσιο, εάν δε το δικαστήριο απόσχει να εκδώσει τέτοια απόφαση, η κυριότητα του απαλλοτριουμένου και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στη δίκη που ανοίγεται μετά την αποχή, για τους ανωτέρω λόγους, του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης και η οποία (δίκη) διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, κατόπιν σχετικής αγωγής του ενδιαφερομένου, κύριο αντικείμενο είναι η κυριότητα και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου ακινήτου, τα οποία κρίνονται στη δίκη αυτή, όχι δε η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, με παρεμπίπτον ζήτημα την κυριότητα. Επομένως και στην περίπτωση αυτή ασκείται αξίωση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί του ακινήτου έναντι του ελληνικού δημοσίου, με αποτέλεσμα για το παραδεκτό της σχετικής αγωγής να απαιτείται η κατά το άρθρο 8§1 του α.ν. 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999, προδικασία, προηγούμενη δηλαδή κοινοποίηση με δικαστικό επιμελητή προς το δημόσιο αιτήσεως που θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του αιτούντος, με τα αναφερόμενα στην ίδια διάταξη ειδικότερα στοιχεία, χωρίς την τήρηση της οποίας (προδικασίας) η αγωγή κηρύσσεται απαράδεκτη, κατά τη ρητή διάταξη του ανωτέρω άρθρου 8§1 εδ.τελ. του ν. 1539/1938. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά δε το ίδιο άρθρο 559 αρ. 9 ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
ΙΙΙ. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι, ισχυριζόμενοι ότι οι δύο πρώτοι από αυτούς είναι συγκύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός ακινήτου, εμβαδού 243 τ.μ., και η τρίτη αποκλειστική κυρία άλλου ακινήτου, εμβαδού ομοίως 243 τ.μ., που βρίσκονται στο Ο.Τ. ... του Δήμου Πεύκης Αττικής και τα οποία απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά λόγω ρυμοτομίας, άσκησαν στο Εφετείο Αθηνών τις από 16-11-2004 και 21-4-2005 αιτήσεις τους, με τις οποίες ζήτησαν να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για τα απαλλοτριούμενα αυτά ακίνητά τους και να αναγνωριστούν οι ίδιοι δικαιούχοι της αποζημιώσεως. Το Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 2793/2006 απόφασή του, που εξέδωσε επί των ανωτέρω αιτήσεων, καθόρισε την οριστική αποζημίωση για τα ως άνω ακίνητα στο ποσό των 450 ευρώ ανά τ.μ., απέσχε όμως από την έκδοση αποφάσεως για την αναγνώριση των αιτούντων ως δικαιούχων της αποζημίωσης αυτής επειδή το Ελληνικό δημόσιο, διάδικο στη δίκη εκείνη, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι τα απαλλοτριούμενα ανήκουν σ' αυτό κατά κυριότητα, ως δασικές εκτάσεις. Κατόπιν των ανωτέρω και επικαλούμενοι ακόμη ότι το ελληνικό δημόσιο, ανεξάρτητα από την αμφισβήτηση της κυριότητάς τους που προέβαλε στην προηγηθείσα δίκη για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, "και αυτοτελώς καυχάται" ότι ουδέν δικαίωμα κυριότητος, έχουν οι αναιρεσίβλητοι στα ανωτέρω ακίνητα, οι τελευταίοι άσκησαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 11-7-2006 τακτική αγωγή τους με την οποία και ζήτησαν να αναγνωρισθούν κύριοι, ως ανωτέρω, των ακινήτων αυτών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε εν τέλει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, έγινε δεκτή η αγωγή, η οποία κρίθηκε παραδεκτή, με την αιτιολογία ότι εισάγει κυρίως αίτημα αναγνωρίσεως των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων της ήδη καθορισμένης οριστικής αποζημίωσης, παρεμπιπτόντως δε αίτημα αναγνωρίσεως κυριότητας των τελευταίων επί των επιδίκων, για το οποίο και δεν απαιτείται, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, να τηρηθεί προηγουμένως η ειρημένη (ανωτ. υπό ΙΙ) προδικασία του άρθρου 8§1 του ν. 1539/1938, και αναγνωρίστηκαν (με την αναιρεσιβαλλομένη) οι αναιρεσίβλητοι κύριοι των επίδικων ακινήτων και δικαιούχοι της αποζημίωσης για την αναγκαστική τους, ως ανωτέρω, απαλλοτρίωση. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, α) παρά τον νόμο δεν κήρυξε την αγωγή απαράδεκτη λόγω της μη τηρήσεως της ειρημένης προδικασίας του άρθρου 8§1 του ν. 1539/1938, η οποία και ήταν υποχρεωτική (και) εν προκειμένω, ενόψει του προαναφερθέντος (ανωτ. υπό ΙΙ) αντικειμένου της ανοιγείσης με την ένδικη αγωγή δίκης, με την οποία οι αναιρεσίβλητοι αξιώνουν δικαίωμα κυριότητας στα επίδικα έναντι του αναιρεσείοντος ελληνικού δημοσίου, και β) επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, αφού με την αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι ζητούσαν και μόνο να αναγνωριστούν κύριοι των επιδίκων, όχι δε και δικαιούχοι της αποζημιώσεως, που αναγνωρίστηκαν από το Εφετείο. Επομένως το Εφετείο υπέπεσε στις προρρηθείσες αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 14 και 9 αντίστοιχα, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα το αναιρεσείον υποστηρίζει με τους δύο λόγους της αιτήσεώς του.
IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580§3 του ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρο 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/57).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4082/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποχή Εφετείου να εκδώσει απόφαση αναγνωρίσεως δικαιούχων κατ΄ άρθρον 26 §11 ΚΑΑΑ. Αναγνώριση κυριότητας κατά της τακτική διαδικασία. Αγωγή κατά ελληνικού δημοσίου. Απαιτείται τήρηση προδικασίας άρθρου 8 §1 ν. 1539/38. Αναιρετικοί λόγοι άρθρου 559 αρ. 14 και 9 Κ.Πολ.Δ., βάσιμοι (Αναιρεί Εφ. Αθ. 4082/2008)
|
Ένδικο μέσο
|
Αγωγή αναγνωριστική, Αναγκαστική απαλλοτρίωση, Δημόσιο , Ένδικο μέσο.
| 2
|
Αριθμός 1020/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία: "Ά. Δ. Βιομηχανική - Εμπορική Εταιρεία Ετοίμων Ενδυμάτων και Ειδών Κλωστοϋφαντουργίας - Εκμετάλλευση Ακινήτων Α.Ε", με τον διακριτικό τίτλο "Ά. Δ. Α.Ε." και έδρα το ..., που εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής Ά. Δ., ο οποίος διόρισε πληρεξουσία δικηγόρο την Μαριέττα Γεωργούλη.
Της αναιρεσίβλητης: Κυπριακής Εταιρείας με την επωνυμία "Salvest Limited (Σαλβεστ Λιμιτέτ)" και έδρα τη ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χαραλάμπη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/7/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4728/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 80/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/4/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 25/1/2013 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., αν το δικαστήριο για την κρίση του, ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 179/2013). Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, ενόψει του ότι δεν αφορά τη δημόσια τάξη, αφού συνιστά έλλειψη αυτοτελούς διαδικαστικής προϋπόθεσης και όχι προδικασίας, πρέπει κατ' άρθρο 562 Κ.Πολ.Δικ., για το παραδεκτό της προβολής του, να προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (Α.Π. 87/2013, Α.Π. 834/2013). Περαιτέρω από το άρθρο 1108 παρ. 1 εδ. α' Α.Κ. συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της αρνητικής αγωγής είναι η περιγραφή του πράγματος, το οποίο υφίσταται προσβολή, η κυριότητα του ενάγοντος πάνω σ' αυτό, τα περιστατικά που συνιστούν την παράνομη προσβολή της κυριότητος από τον εναγόμενο και αίτημα για άρση της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, με καταδίκη του εναγομένου σε τέλεση πράξης και την παράληψής της στο μέλλον (Α.Π. 609/2012). Ακόμη ο κύριος του πράγματος, του οποίου διαταράχθηκε η κυριότητα, χωρίς να είναι απαραίτητο να είναι και νομέας του, μπορεί να απαιτήσει και την αναγνώριση της κυριότητάς του στο επίδικο, όταν αμφισβητείται από τον εναγόμενο, οπότε η αγωγή έχει χαρακτήρα αρνητικής αγωγής του άρθρου 1108 Α.Κ., στην οποία έχει σωρευτεί παραδεκτά και αναγνωριστική αγωγή, δικαιώματος κυριότητας, του πράγματος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1, 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δέχθηκε ως ορισμένη την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή, στην οποία η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα ανέφερε ότι βρίσκεται στη νομή του επιδίκου ακινήτου, την κυριότητα του οποίου από τις αρχές του 2005 προσβάλλει η αναιρεσείουσα - εναγομένη, μολονότι αυτή (ενάγουσα - αναιρεσίβλητη) στην από 30-9-2008 και με αριθμ. πράξεως καταθ. 8464/2008 διεκδικητική κατά της αναιρεσείουσας αγωγή της, για το ίδιο ακίνητο, που άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ομολογεί ότι δεν βρίσκεται στη νομή του επιδίκου και ότι από το 2005 έχει αποβληθεί από αυτήν. Ότι ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός υποβλήθηκε παραδεκτά το πρώτον στο Εφετείο, γιατί προέκυψε μετά την έκδοση της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως. Το Εφετείο ενόψει της μεταβιβάσεως σ' αυτό της υποθέσεως στο σύνολό της και της εντεύθεν, κατά τα άρθρα 511, 520 και 522 Κ.Πολ.Δ., εξουσίας του να ερευνήσει αυτεπάγγελτα το ορισμένο της αγωγής, αναφέρει ως προς τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), τα ακόλουθα: "με τέτοιο περιεχόμενο η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη ... αφού περιέχει όλα τα απαιτούμενα, κατά νόμο, στοιχεία, που αρκούν να τη θεμελιώσουν κατά τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1192 αρ. 1, 1198, 1108 παρ.1 Α.Κ., 70, 946-947, 118 παρ. 4 και 216 Κ.Πολ.Δικ. . Είναι λοιπόν απορριπτέα ως αβάσιμα όσα για το αντίθετο υποστηρίζει η εναγομένη (εκκαλούσα) με τις παρούσες, από 18-11-2009, έγγραφες προτάσεις της, για αοριστία της αγωγής, επικαλούμενη ότι η ενάγουσα (εφεσίβλητη) δεν βρίσκεται στη νομή του επιδίκου από πολλών ετών, ενώ, αντίθετα η ίδια (εναγομένη - εκκαλούσα) νέμεται και κατέχει αυτό, όπως άλλωστε η αντίδικός της ενάγουσα αναφέρει σε μεταγενέστερη από 16-8-2008 και με αύξοντα αριθμό καταθ. 168362/8464/15-9-2008 αγωγής της (διεκδικητική κυριότητας του ίδιου ακινήτου) που άσκησε εναντίον της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νομικά αδιάφορος, κατά το μέρος που αναφέρεται σε αοριστία και έλλειψη (ενεργητικής) νομιμοποιήσεως της αγωγής, αφού όπως έχει προεκτεθεί, την αρνητική αγωγή μπορεί να ασκήσει ο κύριος του πράγματος, του οποίου διαταράχθηκε η κυριότητα (με την επίκληση δηλαδή, μερικής προσβολής της κυριότητας, όπως γίνεται εδώ και όχι ολικής), χωρίς να είναι απαραίτητο να είναι νομέας του πράγματος".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από όσα στη νομική σκέψη και στις αναφερόμενες στο προεκτεθέν κείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως διατάξεις απαιτούνται ως προς τα στοιχεία της νομής και της διαταράξεως επί αρνητικής αγωγής, τα οποία επαρκώς και κατά το πραγματικό τους μέρος προσδιοριζόντουσαν στην αγωγή και γι' αυτό οι ερευνώμενες από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, ενώ περαιτέρω δεν στοιχειοθετείται ούτε και η από τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου επικαλούμενη αιτίαση, αφού ο επικληθείς περί αοριστίας από την εκκαλούσα - αναιρεσείουσα ισχυρισμός, λήφθηκε υπόψη, μολονότι ήταν αλυσιτελής, αφού απέδιδε στην αγωγή αοριστία που δεν προέκυπτε από το δικόγραφό της, αλλά από την παραπομπή σε άλλα, εκτός του κειμένου της έγγραφα, ενώ αυτή (εκκαλούσα - αναιρεσείουσα) υπελάμβανε ότι η αοριστία του δικογράφου της αγωγής μπορεί να προκύψει από τις αποδείξεις και μάλιστα να προταθεί το πρώτον στη δευτεροβάθμια δίκη ως οψιγενής κατά το άρθρο 527 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. ισχυρισμός, υπήρξε δε ως εκ περισσού επ' αυτού απάντηση, κριθέντος ως νομικά αδιαφόρου. Ενόψει τούτων ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 5 Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητος εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, σύμφωνα προς τις οποίες δεν υπόκεινται σε προσβολή με ένδικο μέσο απόφαση πρωτοδικείου, πολυμελούς ή μονομελούς, για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, και απόφαση πολυμελούς πρωτοδικείου, για υπόθεση της αρμοδιότητος του μονομελούς. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον, όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου. Επομένως, δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, όταν το Εφετείο επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του Κ.Πολ.Δικ. στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ.Α.Π. 5/2003, Ολ.Α.Π. 3/1991, Ολ.Α.Π. 30/1995, Α.Π. 638/2012, Α.Π. 1119/2011, ΑΠ. 1192/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν αρμόδιο καθ' ύλην, για την εκδίκαση της σωρευομένης με την αρνητική του άρθρου 1108 Α.Κ.,αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή, καθόσον δεν αναφερόταν στο δικόγραφο η, προσδιορίζουσα την καθ' ύλην αρμοδιότητα, αξία του επιδίκου. Ο λόγος αυτός, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, είναι απαράδεκτος, καθόσον η προβαλλομένη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα προς εκδίκαση της εφέσεως, αλλά σε σφάλμα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.- Επειδή, από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 10/2011, Α.Π. 191/2013). Εξάλλου, ο κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχαν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 834/2013). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάζονται με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτους, ο δε λόγος αναίρεσης από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 567/2013, Α.Π. 197/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου και με τους τέταρτο και πέμπτο από τους λόγους της αναιρέσεως και με την επίκληση των παραπάνω διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες α) ότι εσφαλμένα δεν δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα - εναγομένη έχει αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με το νόμιμα μεταγραμμένο υπ' αριθμ. .../2001 (εννοεί .../2001) συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Καλλιόπης Σαλατά - Καρακαξίδου, με το οποίο αυτή απέκτησε μεγαλύτερο ακίνητο επιφανείας 17565 μέτρων, το οποίο (μεγαλύτερο ακίνητο) είχε περιέλθει στους δικαιοπαρόχους της Άγγελο - Ε. και Χ. Δ., με τη νόμιμα μεταγεγραμμένη υπ' αριθμ. .../1990 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ενυποθήκου ακινήτου και μηχανημάτων της συμβ/φου Αθηνών Κων/νας Βασιλείου, β) ότι απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας - εναγομένης με τακτική χρησικτησία, γιατί εσφαλμένα δέχθηκε ότι αυτή δεν έχει νόμιμο τίτλο και ότι το πρώτον απαραδέκτως, κατά το άρθρο 527, επικαλέστηκε καλή, κατά το άρθρο 1042 Α.Κ. πίστη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για την οποία (καλή πίστη) επαλλήλως δέχθηκε ότι δεν υπάρχει, για το λόγο ότι η εναγομένη - αναιρεσείουσα και οι δικαιοπάροχοί της από το 1990 γνώριζαν ή σε κάθε περίπτωση από βαρειά αμέλεια αγνοούσαν ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους τους. Ότι η κρίση αυτή της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι εσφαλμένη, αφού με σαφήνεια και πληρότητα η αναιρεσείουσα εξέθετε στις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά και απέδειξε ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας και ότι η επίκληση του άρθρου 1041 Α.Κ. συμπεριλαμβάνει και την καλή πίστη, έστω και αν από παραδρομή δεν ανεγράφη και το στοιχείο αυτό (καλή πίστη) και ότι σε κάθε περίπτωση υφίσταται νομιζόμενος τίτλος, γ) ότι απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας με έκτακτη χρησικτησία, ενώ αυτή "αναιρεσείουσα" επικαλέστηκε και απέδειξε ότι η ίδια και οι δικαιοπάροχοί της βρίσκονται στη νομή του επιδίκου ακινήτου, το οποίο περιλαμβάνεται στο μεγαλύτερο επιφανείας 17565 τ.μ. ακίνητό τους από το 1972, το οποίο έχουν περιφράξει και έχουν προβεί σ' αυτό σε εδαφικές διαμορφώσεις, σε ανέγερση κτισμάτων κλπ. Οι λόγοι αυτοί στους οποίους δεν προσδιορίζονται οι παραβιάσεις των περί, παραγώγου και πρωτοτύπου τρόπου αποκτήσεως, κυριότητας διατάξεων, ούτε διαλαμβάνονται οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και τα ζητήματα στα οποία αφορούν και που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι απαράδεκτοι καθόσον ευθέως, απροκάλυπτα και χωρίς επιφάσεις για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, πλήττουν την ορθότητα της εκτιμήσεως των αποδείξεων και την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, η οποία κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ενόψει τούτων οι λόγοι αυτοί (πρώτο σκέλος του τρίτου, τέταρτος και πέμπτος) πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Επίσης απαράδεκτος είναι και ο έκτος λόγος της αναιρέσεως γιατί δεν αφορά στην προσβαλλομένη απόφαση, αλλά σε απόφαση που έχει εκδοθεί με διαδίκους την αναιρεσείουσα και τον Ν. Σ.. Επειδή κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων της αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο (Α.Π. 179/2013, Α.Π. 87/2013). Πρέπει δηλαδή ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, εκτός εάν συμβαίνει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις υπό στοιχ. α' και β', ενώ για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη πρέπει και πάλι τα πραγματικά περιστατικά που τον στηρίζουν να έχουν προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.Α.Π. 15/2000, Α.Π. 834/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, ενώ από τη διάταξη του άρθρου 332 που ορίζει ότι το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, συνάγεται ότι τούτο μπορεί να προβληθεί το πρώτον και στο Εφετείο, αφού ως προς την υποβολή του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 269 παρ. 1 και 527 Κ.Πολ.Δικ., δεν ισχύει ο περιορισμός της προβολής των ενστάσεων κατά την πρώτη συζήτηση. Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να προβληθεί για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο και τούτο γιατί το δεδικασμένο δεν αφορά στη δημόσια τάξη, αφού οι διατάξεις που το καθιερώνουν, έχουν τεθεί για την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανωτέρου κοινωνικού σκοπού (Α.Π. 968/2012). Ενόψει τούτων ο οικείος λόγος ιδρύεται αν ο σχετικός ισχυρισμός έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της πρότασής του (Ολ.Α.Π. 1720/2009), διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν δέχθηκε το δεδικασμένο που προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1957/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεως με την υπ' αριθμ.3745/1992 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί ανακοπής που άσκησε η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης "Τ. ΑΒΕΕ" κατά της υπ' αριθμ. 4667/1990 πράξεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, η οποία έκρινε με δύναμη δεδικασμένου την κυριότητα της αναιρεσείουσας επί τους εκπλειστηριασθέντος, τμήμα του οποίου αποτελεί και το επίδικο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον ούτε στο αναιρετήριο αναφέρεται, αλλά ούτε και από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφία (εφετήριο, προτάσεις) προκύπτει ότι ο οικείος, περί δεδικασμένου, ισχυρισμός είχε προταθεί στο Εφετείο, από το ότι δε αυτός λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα, δεν μπορεί, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, να προταθεί για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο. Εξάλλου απαράδεκτη για τον ίδιο λόγο ήτοι για το ότι δεν είχε υποβληθεί στα δικαστήρια της ουσίας, είναι και η αποδιδομένη με το ίδιο σκέλος του τρίτου λόγου στην προσβαλλομένη απόφαση αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη της ότι δεν υφίστατο έννομο συμφέρον για την άσκηση της ένδικης αναγνωριστικής της κυριότητος αγωγής που αφορά σε ακίνητο που περιλαμβάνεται στο εκπλειστηριασθέν αφού η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης δεν άσκησε την κατά το άρθρο 1020 Κ.Πολ.Δικ. αγωγή διεκδικήσεως του εκπλειστηριασθέντος μέσα στην οριζόμενη από το άρθρο αυτό προθεσμία των πέντε ετών από της παραδόσεως του στους υπερθεματιστές - δικαιοπαρόχους της αναιρεσείουσας, εχούσης ως εκ τούτου συμπληρωθεί της παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής. Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος τρίτος λόγος της αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί.- Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο τους ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 7/2013, Α.Π. 79/2013, Α.Π. 495/2013). Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (Ολ.Α.Π. 23/2008, Α.Π. 481/2013, Α.Π. 179/2013). Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (Α.Π. 179/2013), ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση και το πρακτικό αυτοψίας (359 Κ.Πολ.Δικ.), η γνωμοδότηση των πραγ/νων (383 Κ.Πολ.Δικ.), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (410 Κ.Πολ.Δικ.) και οι ένορκες βεβαιώσεις (270 παρ. 2 και 339 Κ.Πολ.Δικ.) - Α.Π. 495/2013, Α.Π. 481/2013.- Για τις κατά το άρθρο 390 Κ.Πολ.Δικ. γνωμοδοτήσεις δεν απαιτείται ειδική μνεία, αφού πρόκειται περί εγγράφου που ρυθμίζεται ειδικά και όχι περί ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, η δε μνεία της απόφασης ότι "λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα" καλύπτει και αυτές (Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 481/2013). Περαιτέρω μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμα αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.Α.Π. 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.Α.Π. 14-15-16/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Α.Π. 197/2013, Α.Π. 495/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, με επίκληση, στον πρώτο βαθμό και επαναφερθέντα στον δεύτερο παρακάτω αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυπτε η βασιμότητα του, έχοντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου. Ειδικότερα η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη α) την υπ' αριθμ. .../9-2-2013 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας ΔΑΑ, β) την υπ' αριθμ. .../2-4-1975 πράξη της ίδιας υπηρεσίας, γ) την από 2-2-2009 τεχνική έκθεση και τα συνοδεύοντα αυτήν τρία σχεδιαγράμματα του αρχιτέκτονα μηχανικού Χ. Θ., δ) την από Ιανουαρίου 2009 έκθεση φωτοερμηνευτικής έρευνας του τοπογράφου μηχανικού Δ. Μ., με τις προσαρτημένες σ' αυτήν δύο αεροφωτογραφίες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (ΓΥΣ) των ετών 1978 και 1988 ε) την από 1-10-2008 και με αριθμ. πραξ. καταθ. 8464/2008 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στ) το υπ' αριθμ. 395/Δ/24-11-1976 ΦΕΚ τ. Δ' σε συνδυασμό α) με τον κτηματολογικό πίνακα καταμερισμού μεταξύ και δημοσίων και παροδίων ιδιοκτητών της αποζημιώσεως ακινήτων προς βελτίωση της Ε.Ο Σταυρού - Λαυρίου και β) το από 9-7-1987 κτηματολογικό διάγραμμα της άνω απαλλοτριώσεως. 2) έγχρωμες φωτογραφίες του όλου ενιαίου και αδιάσπαστου ακινήτου των ετών 1993, 1996, 2000, 2004, 2005, 2008 και δύο πανοραμικές έγχρωμες φωτογραφίες του όλου ακινήτου, με το εργοστάσιο, έτους 2006, ή) τα από 4-5-1990, 1-2-2002, 21-2-2005, 1-2-2007 ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως με εκμισθώτρια την "Τ. Α.Ε." το πρώτο και την αναιρεσείουσα τα λοιπά και εκμισθωτή τον Α. Γ., το από 12-7-1990 ιδιωτικό συμφωνητικό συνάψεως χρησιδανείου μεταξύ Α. Γ. και Ά. - Ε. και Χ. Δ. και την υπ' αριθμ. .../4-1-2007 ένορκη βεβαίωση του Α. Γ. στη συμβ/φο Ιορδάνα Μορφωνιού. Ο λόγος αυτός, που κατ' αρχάς είναι παραδεκτός γιατί όλων των παραπάνω αποδείξεων έγινε επίκληση και προσκομιδή τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με νόμιμη κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δικ. επαναφορά (Ολ.Α.Π. 23/2008), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), που ρητά αναφέρει (φύλλο 6α) ότι λήφθηκαν υπόψη "τα έγγραφα, που επικαλούνται νομίμως και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης" ... μεταξύ των οποίων "φωτογραφίες του επιδίκου, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 αριθμ. 3, 448 παρ.2, 457 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ." ... "τις υπ' αριθμ. .../4-1-2007 ... ένορκες βεβαιώσει των Α. Γ. ...", σε συνδυασμό με το περιεχόμενό της, όπως γίνεται και ειδικότερη αναφορά σε κάποια από τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία (φύλλο 7β για την .../9-2-1973 οικοδομική άδεια, φύλλο 11α για ένορκες βεβαιώσεις, φωτογραφίες του επιδίκου, για την από 2-2-2009 τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα - μηχανικού Χ. Θ. και την από Ιανουαρίου 2009 έκθεση φωτοερμηνευτικής έρευνας του αγρονόμου τοπογράφου - μηχανικού Δ. Μ., κλπ) δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι τα αποδεικτικά αυτά μέσα, λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος και την απόρριψη του περί ιδίας κυριότητας ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ενώ για τα υπό στοιχ. γ', δ' αποδεικτικά μέσα που είναι γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις (Α.Π. 87/2013, Α.Π. 481/2013) κατά το άρθρο 390 Κ.Πολ.Δικ. δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη αναφορά, καθόσον κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν είναι ιδιαίτερες αποδείξεις, αλλά έγγραφα, που ρυθμίζονται "ειδικά" και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και ως προς αυτά αρκούσε η αναφορά "στα έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη". Εξάλλου η άποψη της αναιρεσείουσας ότι η διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 481/2013, Α.Π. 609/2013). Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός και συνακόλουθα η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν. Η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 183 και 176 Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Απριλίου 2010 αίτηση της Α.Ε. "Ά. Δ. Βιομηχανική - Εμπορική Εταιρεία Ετοίμων Ενδυμάτων και Ειδών Κλωστοϋφαντουργίας - Εκμετάλλευση Ακινήτων Α.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "Ά. Δ. Α.Ε." κατά της Κυπριακής Εταιρείας με την επωνυμία "Salvest Limited (Σαλβεστ Λιμιτέτ)", για αναίρεση της υπ' αριθμό 80/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αρνητική αγωγή. Στοιχεία ορισμένου. Νομική – ποσοτική αοριστία άρθρ. 559 αρ. 1, 14, 18. Αρμοδιότητα 559 αρ. 5 ο οικείος αναιρετικός λόγος ιδρύεται επί αναρμοδιότητας του δικάzoντος δικαστηρίου της ουσίας και όχι του πρωτοβαθμίου αρθ. 559 αρ.1 και 19. Δεν ιδρύονται οι οικείοι λόγοι όταν οι αποδιδόμενες πλημμέλειες αφορούν σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων. 559 αρ.16 παραβίαση δεδικασμένου. Πρέπει ο ισχυρισμός, που δεν αφορά τη δημόσια τάξη να έχει προταθεί στο Εφετείο 562 παρ. 2. Πότε ισχύει. 559 αρ.11 περ. γ. Η άποψη ότι διαφορετική εκτίμηση των εγγράφων θα είχε άλλο αποτέλεσμα, πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Οι κατά το άρθρο 390 Κ.Πολ.Δ. γνωμοδοτήσεις είναι έγγραφα.
|
Δεδικασμένο
|
Αγωγή αναγνωριστική, Αοριστία αγωγής, Αποδεικτικά μέσα, Αρμοδιότητα , Δεδικασμένο.
| 0
|
Αριθμός 1021/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία: "Ά. Δ. Βιομηχανική - Εμπορική Εταιρεία Ετοίμων Ενδυμάτων και Ειδών Κλωστοϋφαντουργίας - Εκμετάλλευση Ακινήτων Α.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "Α. Δ. ΑΕ, με έδρα το ..., που εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής Ά. Δ., ο οποίος διόρισε πληρεξουσία δικηγόρο την Μαριέττα Γεωργούλη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χαραλάμπη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/7/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4729/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 81/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/4/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 25/1/2013 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ.8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 179/2013). Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, ενόψει του ότι δεν αφορά τη δημόσια τάξη, αφού συνιστά έλλειψη αυτοτελούς διαδικαστικής προϋπόθεσης και όχι προδικασίας, πρέπει κατ' άρθρο 562 ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της προβολής του, να προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 834/2013). Περαιτέρω από το άρθρο 1108 παρ.1 εδ.α ΑΚ συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της αρνητικής αγωγής είναι η περιγραφή του πράγματος, το οποίο υφίσταται προσβολή, η κυριότητα του ενάγοντος πάνω σ' αυτό, τα περιστατικά που συνιστούν την παράνομη προσβολή της κυριότητας από τον εναγόμενο και αίτημα για άρση της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον με καταδίκη του εναγομένου σε τέλεση πράξης και την παράλειψη της στο μέλλον (ΑΠ 609/2012). Ακόμη ο κύριος του πράγματος, του οποίου διαταράχθηκε η κυριότητα, χωρίς να είναι απαραίτητο να είναι και νομέας του, μπορεί να απαιτήσει και την αναγνώριση της κυριότητάς του στο επίδικο, όταν αμφισβητείται από τον εναγόμενο, οπότε η αγωγή έχει χαρακτήρα αρνητικής αγωγής του άρθρου 1108 ΑΚ στην οποία έχει σωρευτεί παραδεκτά και αναγνωριστική αγωγή δικαιώματος κυριότητας του πράγματος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε ως ορισμένη την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή, στην οποία ο αναιρεσίβλητος - ενάγων ανέφερε ότι βρίσκεται στη νομή του επιδίκου ακινήτου, την κυριότητα του οποίου από τις αρχές του 2005 προσβάλλει η αναιρεσείουσα - εναγομένη, μολονότι αυτός (ενάγων - αναιρεσίβλητος) στην από 12-8-2008 και με αριθμ. πράξεως καταθ. 8466/2008 διεκδικητική κατά της αναιρεσείουσας αγωγή του για το ίδιο ακίνητο, που άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ομολογεί ότι δεν βρίσκεται στη νομή του επιδίκου και ότι από το 2005 έχει αποβληθεί από αυτήν. Ότι ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός υποβλήθηκε παραδεκτά το πρώτον στο Εφετείο γιατί προέκυψε μετά την έκδοση της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως. Το Εφετείο ενόψει της μεταβιβάσεως σ'αυτό της υποθέσεως στο σύνολό της και της εντεύθεν, κατά τα άρθρα 511, 520 και 522 ΚΠολΔ, εξουσίας του να ερευνήσει αυτεπάγγελτα το ορισμένο της αγωγής αναφέρει ως προς τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα: "Με τέτοιο περιεχόμενο η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη....αφού περιέχει όλα τα απαιτούμενα, κατά νόμο, στοιχεία, που αρκούν να τη θεμελιώσουν κατά τις διατάξεις των άρθρων 1710-1712, 1846, 1193, 1198, 1199, 1108 παρ.1 ΑΚ, 70, 946-947, 118 αρ.4 και 216 ΚΠολΔ ... . Είναι λοιπόν απορριπτέα ως αβάσιμα, όσα για το αντίθετο υποστηρίζει η εναγομένη (εκκαλούσα) με τις παρούσες από 18-11-2009 έγγραφες προτάσεις της για αοριστία της αγωγής, επικαλούμενη ότι ο ενάγων (εφεσίβλητος) δεν βρίσκεται στη νομή του επιδίκου από πολλώ ετών, ενώ, αντίθετα η ίδια (εναγομένη - εκκαλούσα) νέμεται και κατέχει αυτό, όπως άλλωστε ο αντίδικός της ενάγων αναφέρει σε μεταγενέστερη από 12-8-2008 και με αύξοντα αριθμό καταθ.168371/8466/15-9-2008 αγωγή του (διεκδικητική κυριότητας του ίδιου ακινήτου) που άσκησε εναντίον της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νομικά αδιάφορος, κατά το μέρος που αναφέρεται σε αοριστία και έλλειψη (ενεργητικής) νομιμοποιήσεως της αγωγής, αφού όπως έχει προεκτεθεί, την αρνητική αγωγή μπορεί να ασκήσει ο κύριος του πράγματος, του οποίου διαταράχθηκε η κυριότητα (με την επίκληση δηλαδή, μερικής προσβολής της κυριότητας, όπως γίνεται εδώ και όχι ολικής), χωρίς να είναι απαραίτητο να είναι νομέας του πράγματος".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από όσα στη νομική σκέψη και στις αναφερόμενες στο προεκτεθέν κείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως διατάξεις απαιτούνται ως προς τα στοιχεία της νομής και της διαταράξεως επί αρνητικής αγωγής, τα οποία επαρκώς και κατά το πραγματικό τους μέρος προσδιοριζόντουσαν στην αγωγή και γι' αυτό οι ερευνώμενες από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, ενώ περαιτέρω δεν στοιχειοθετείται ούτε και η από τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου επικαλούμενη αιτίαση, αφού ο επικληθείς περί αοριστίας από την εκκαλούσα - αναιρεσείουσα ισχυρισμός, λήφθηκε υπόψη, μολονότι ήταν αλυσιτελής, αφού απέδιδε στην αγωγή αοριστία που δεν προέκυπτε από το δικόγραφό της, αλλά από την παραπομπή σε άλλα, εκτός του κειμένου της έγγραφα, ενώ αυτή (εκκαλούσα - αναιρεσείουσα) υπελάμβανε ότι η αοριστία του δικογράφου της αγωγής μπορεί να προκύψει από τις αποδείξεις και μάλιστα να προταθεί το πρώτον στη δευτεροβάθμια δίκη ως οψιγενής κατά το άρθρο 527 παρ.2 ΚΠολΔ ισχυρισμός, υπήρξε δε ως εκ περισσού επ'αυτού απάντηση, κριθέντος ως νομικά αδιαφόρου. Ενόψει τούτων ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητος εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, σύμφωνα προς τις οποίες δεν υπόκεινται σε προσβολή με ένδικο μέσο απόφαση πρωτοδικείου, πολυμελούς ή μονομελούς, για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, και απόφαση πολυμελούς πρωτοδικείου, για υπόθεση της αρμοδιότητος του μονομελούς. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον, όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου. Επομένως δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, όταν το Εφετείο επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ.ΑΠ 5/2003, Ολ.ΑΠ 3/1991, Ολ.ΑΠ 30/1995 ΑΠ 638/2012, ΑΠ 1034/2010, ΑΠ 1192/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν αρμόδιο καθ' ύλην, για την εκδίκαση της σωρευομένης με την αρνητική του άρθρου 1108 ΑΚ, αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή, καθόσον δεν αναφερόταν στο δικόγραφο η προσδιορίζουσα την καθ'ύλην αρμοδιότητα αξία του επιδίκου. Ο λόγος αυτός, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, είναι απαράδεκτος, καθόσον η προβαλλομένη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα προς εκδίκαση της εφέσεως αλλά σε σφάλμα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Επειδή από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013). Εξάλλου, ο κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 834/2013). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάζονται με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 567/2013, ΑΠ 197/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο από τους λόγους της αναιρέσεως και με την επίκληση των παραπάνω διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια α)ότι απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας - εναγομένης με τακτική χρησικτησία, γιατί εσφαλμένα δέχθηκε ότι αυτή δεν έχει νόμιμο τίτλο και ότι το πρώτον, απαραδέκτως, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, επικαλέστηκε καλή, κατά το άρθρο 1042 ΑΚ πίστη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για την οποία (καλή πίστη) επαλλήλως δέχθηκε ότι δεν υπάρχει, για το λόγο ότι η εναγομένη αναιρεσείουσα και οι δικαιοπάροχοί της από το 1990 γνώριζαν ή σε κάθε περίπτωση από βαρειά αμέλεια αγνοούσαν ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους τους. Ότι η κρίση αυτή της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι εσφαλμένη, αφού με σαφήνεια και πληρότητα η αναιρεσείουσα εξέθετε στις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης, που νόμιμα επανέφερε στο Εφετείο, ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας και ότι η επίκληση του άρθρου 1041 ΑΚ συμπεριλαμβάνει και την καλή πίστη, έστω και αν από παραδρομή δεν ανεγράφη και το στοιχείο αυτό (καλή πίστη) και ότι σε κάθε περίπτωση υφίσταται νομιζόμενος τίτλος, β)ότι απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντα με έκτακτη χρησικτησία, ενώ αυτή (αναιρεσείουσα) επικαλέστηκε και απέδειξε ότι η ίδια και οι δικαιοπάροχοί της βρίσκονται στη νομή του επιδίκου ακινήτου, το οποίο είναι τμήμα του μεγαλυτέρου, επιφανείας 17.565 τ.μ. ακινήτου τους, επί 33 έτη και ειδικότερα ότι οι δικαιοπάροχοί τους από το 1972 και η ίδια από το 2001 έχουν περιφράξει το όλο ακίνητο και έχουν ανεγείρει σ' αυτό από το 1974, με νόμιμη οικοδομική άδεια κτίσματα, έχουν κατασκευάσει σωληνώσεις ύδατος και καλωδιώσεις ηλεκτρικού ρεύματος, έχουν προβεί σε εδαφικές διαμορφώσεις, σε τσιμεντοστρώσεις, ασφαλτοστρώσεις κ.λπ. και ότι το επίδικο, ως τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου έχει απωλέσει την αυθυπαρξία του, όπως προκύπτει και από την από 2-2-2009 έκθεση του αρχιτέκτονα μηχανικού Χ. Θ. και την από Ιανουαρίου 2009 έκθεση φωτοερμηνείας του Δ.Μ. και ότι γι'αυτό δεν μπορεί να γίνει λόγος για εποπτεία και επίβλεψη από τον αναιρεσίβλητο, αφού δεν ήταν δυνατόν αυτός, ανά πάσα στιγμή με εμφανείς υλικές πράξεις να εκδηλώνει την επ'αυτού φυσική εξουσία του και γ)ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλείται ο αναιρεσίβλητος προκύπτει ότι αυτός και ο δικαιοπάροχός του - πατέρας του δεν είχαν αποκτήσει παραγώγως την κυριότητα του επιδίκου, σε αντίθεση με την αναιρεσείουσα που είχε αποκτήσει την κυριότητα αυτή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα ότι ενώ ο αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται ότι απέκτησε το επίδικο από εκ διαθήκης κληρονομιά του πατέρα του Γ. Σ. και δη με τη νόμιμα δημοσιευθείσα υπ' αριθμ. .../22.11.1982 δημόσια διαθήκη της συμβ/φου Κρωπίας Αικ. Καρασήμου, αποδέχθηκε το ακίνητο αυτό ως κληρονομιαίο μετά από 23 χρόνια, δεν το συμπεριέλαβε στις δηλώσεις φόρου κληρονομίας των ετών 1984 και 1987, καθώς και στο Ε-9 και ότι τούτο στους κτηματολογικούς πίνακες και το κτηματολογικό διάγραμμα της απαλλοτριώσεως της περιοχής, φέρεται ως ιδιοκτησία Τ. και περαιτέρω ενώ ισχυρίζεται ότι ο δικαιοπάροχός του - πατέρας του απέκτησε το ακίνητο με συμβολαιογραφική πράξη δωρεάς του συμβ/φου Κρωπίας Παν. Μιχαήλ, του οποίου το αρχείο καταστράφηκε από πυρκαϊά στην κατοχή, δεν επιμελήθηκε μετά την ανασύσταση του καταστραφέντος αυτού αρχείου στην καταχώρηση του τίτλου στο Υποθηκοφυλακείο Κρωπίας. Οι λόγοι αυτοί στους οποίους δεν προσδιορίζονται οι παραβιάσεις των περί πρωτοτύπου και παραγώγου τρόπου αποκτήσεως κυριότητας διατάξεων, ούτε διαλαμβάνονται οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και τα ζητήματα στα οποία αφορούν και που είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι απαράδεκτοι, καθόσον ευθέως, απροκάλυπτα και χωρίς επιφάσεις για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των εν λόγω διατάξεων πλήττουν την ορθότητα της εκτιμήσεως των αποδείξεων και την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, η οποία κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ενόψει τούτων οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, ενώ η μερικότερη αιτίαση του έκτου λόγου ότι έχει παραγραφεί η διεκδικητική αγωγή, μη υφισταμένου εντεύθεν εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της ένδικης αναγνωριστικής, της κυριότητας αγωγής, είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, γιατί ούτε στο αναιρετήριο αναφέρεται, ούτε από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει, ότι είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε υπάγεται σε κάποια από τις αναφερόμενες στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 562 εξαιρετικές περιπτώσεις του επιτρεπτού της υποβολής του το πρώτον στον Άρειο Πάγο (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 179/2013, ΑΠ 193/2013, ΑΠ 834/2013).
Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 11 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 179/2013, ΑΠ 495/2013). Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 481/2013, ΑΠ 179/2013). Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ'είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 17/2013) ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση και το πρακτικό αυτοψίας (359 ΚΠολΔ), η γνωμοδότηση των πραγ/νων (383 ΚΠολΔ) τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (410 ΚΠολΔ) και οι ένορκες βεβαιώσεις (270 παρ.2 και 339 ΚΠολΔ) ΑΠ 495/2013, ΑΠ 481/2013. Για τις κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις δεν απαιτείται ειδική μνεία, αφού πρόκειται περί εγγράφου που ρυθμίζεται ειδικά και όχι περί ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, η δε μνεία της απόφασης ότι "λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα" καλύπτει και αυτές (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 481/2013). Περαιτέρω μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμα αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14-15-16/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 197/2013, ΑΠ 495/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, με επίκληση, στον πρώτο βαθμό και επαναφερθέντα στον δεύτερο παρακάτω αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυπτε η βασιμότητα του έχοντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου. Ειδικότερα η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη α) την υπ' αριθμ. .../9-2-1973 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας ΔΑΑ, β) την υπ' αριθμ. .../2.4.1975 πράξη της ίδιας υπηρεσίας, γ)την από 2-2-2009 τεχνική έκθεση και τα συνοδεύοντα αυτήν τρία σχεδιαγράμματα του αρχιτέκτονα μηχανικού Χ. Θ., δ)την από Ιανουαρίου 2009 έκθεση φωτοερμηνευτικής έρευνας του τοπογράφου μηχανικού 1, με τις προσαρτημένες σ'αυτήν δύο αεροφωτογραφίες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (ΓΥΣ) των ετών 1978 και 1988, ε)την νόμιμα δημοσιευθείσα υπ' αριθμ. .../22.11.1982 δημόσια διαθήκη του Γ. Ν.Σ. στη συμβ/φο Κρωπίας Αικατερίνη Γ. Μπραϊμη - Καρασήμου, στ) την υπ' αριθμ. .../14-10-2005 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ζ) την από 8.3.1974 δήλωση φόρου κληρονομίας του αναιρεσίβλητου, η)την από 28-7-1997 συμπληρωματική δήλωση κληρονομίας του αναιρεσιβλήτου, θ) την από 1-10-2008 και με αριθμ. πραξ. καταθ. 8466/2008 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά αναιρεσείουσας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ι) το υπ' αριθμ. 395/Δ/24.11.1976 ΦΕΚ τ.Δ' σε συνδυασμό α) με τον κτηματολογικό πίνακα καταμερισμού μεταξύ και δημοσίων και παροδίων ιδιοκτητών της αποζημιώσεως ακινήτων προς βελτίωση της Ε.Ο. Σταυρού - Λαυρίου και β) το από 9-7-1987 κτηματολογικό διάγραμμα της άνω απαλλοτριώσεως. ια) έγχρωμες φωτογραφίες του όλου ενιαίου και αδιάσπαστου ακινήτου των ετών 1993, 1996, 2000, 2004, 2005, 2008 και δύο πανοραμικές έγχρωμες φωτογραφίες του όλου ακινήτου, με το εργοστάσιο, έτους 2006, ιβ) τα από 4-5-1990, 1-2-2002, 21-2-2005, 1-2-2007 ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως με εκμισθώτρια την "Τ. ΑΕ" το πρώτο και την αναιρεσείουσα τα λοιπά και εκμισθωτή τον Α. Γ., το από 12-7-1990 ιδιωτικό συμφωνητικό συνάψεως χρησιδανείου μεταξύ Α. Γ. και Ά. - Ε. και Χ. Δ. και την υπ' αριθμ. .../4.1.2007 ένορκη βεβαίωση του Α. Γ. στη συμβ/φο Ιορδάνα Μορφωντού. Ο λόγος αυτός, που κατ' αρχάς είναι παραδεκτός γιατί όλων των παραπάνω αποδείξεων έγινε επίκληση και προσκομιδή τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με νόμιμη κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ επαναφορά (Ολ.ΑΠ 23/2008), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), που ρητά αναφέρει (φύλλο 6α) ότι λήφθηκαν υπόψη "τα έγγραφα, που επικαλούνται νομίμως και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης" ... μεταξύ των οποίων "φωτογραφίες του επιδίκου, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 αριθμ.3, 448 παρ.2, 457 παρ.4 ΚΠολΔ" ... "τις υπ' αριθμ. .../4.1.2007 "... ένορκες βεβαιώσεις των Α. Γ. ...", σε συνδυασμό με το περιεχόμενό της, όπου γίνεται και ειδικότερη αναφορά σε κάποια από τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία (φύλλο 7α για την .../9.2.1973 οικοδομική άδεια, φύλλο 10β για τοπογραφικά διαγράμματα, ένορκες βεβαιώσεις, φωτογραφίες του επιδίκου, για την από 2-2-2009 τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα - μηχανικού Χ. Θ. και την από Ιανουαρίου 2009 έκθεση φωτοερμηνευτικής έρευνας του αγρονόμου τοπογράφου - μηχανικού Δ.Μ., φύλλο 11β για συμβόλαια, τοπογραφικά διαγράμματα κ.λπ), δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι τα αποδεικτικά αυτά μέσα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος και την απόρριψη του περί ιδίας κυριότητας, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ενώ για τα υπό στοιχ.γ, δ αποδεικτικά μέσα που είναι γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 481/2013) κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη αναφορά, καθόσον κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν είναι ιδιαίτερες αποδείξεις, αλλά έγγραφα, που ρυθμίζονται "ειδικά" και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και ως προς αυτά αρκούσε η αναφορά "στα έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη". Εξάλλου η άποψη της αναιρεσείουσας ότι η διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 481/2013, ΑΠ 609/2013). Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός και συνακόλουθα η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν. Η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρ.183 και 176 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-4-2010 αίτηση της ΑΕ "Ά. Δ. Βιομηχανική Εμπορική Εταιρεία Ετοίμων Ενδυμάτων και Ειδών Κλωστοϋφαντουργίας - Εκμετάλλευση Ακινήτων ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "Ά. Δ. ΑΕ" κατά του Ν. Σ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 81/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αρνητική αγωγή. Στοιχεία ορισμένου, Νομική - Ποσοτική αοριστία άρθ. 559 αρ. 1, 14 και 8. Αρμοδιότητα 55 παρ. 5 ο οικείος αναιρετικός λόγος ιδρύεται επί αναρμοδιότητος του δικάσαντος δικαστηρίου της ουσίας και όχι του πρωτοβαθμίου, αρθρ. 559 αρ. 1 και 19. Δεν ιδρύονται οι οικείοι λόγοι όταν οι αποδιδόμενες πλημμέλειες αφορούν σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων 559 αρ. 11 περ. γ. Η άποψη ότι διαφορετική εκτίμηση των εγγράφων θα είχε άλλο αποτέλεσμα πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Οι κατά το άρθρο 390 Κ.Πολ.Δ. γνωμοδοτήσεις είναι έγγραφα.
|
Αρμοδιότητα
|
Αγωγή αναγνωριστική, Αοριστία αγωγής, Αποδεικτικά μέσα, Αρμοδιότητα .
| 0
|
Αριθμός 1022/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Φ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Κόκκαλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Φ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Ν. Φ. του Σ., κατοίκου ..., και 3) Α. Φ. του Σ., κατοίκου ..\. . Οι 1ος και 2ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καλονόμο και ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Αποστολόπουλο.
Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, ο πληρεξούσιος του αναιρεσειόντος ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε επί της έδρας και δια του Προεδεύοντός του απέρριψε το αίτημα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/1982 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της αρχικής διαδίκου Λ. Φ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/1984 μη οριστική, 765/1988 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 121/2004, 684/2005, 512/2007 μη οριστικές και 42/2011 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/5/2011 αίτησή του.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 25/1/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 799 και 800 ΑΚ, καθώς και εκείνων των 480 παρ.1, 3 και 480 Α ΚΠολΔ προκύπτει ότι επί αγωγής διανομής κοινού ακινήτου, το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή, αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του (ΑΠ 913/2011, ΑΠ 115/2011). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 481 αρ.1 ΚΠολΔ, κατά την οποία το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει απόδειξη, αν κρίνει ότι η αυτούσια διανομή είναι προδήλως δυνατή, αδύνατη ή ασύμφορη, συνάγεται ότι η κρίση περί του αδυνάτου ή ασυμφόρου της αυτούσιας διανομής ή αντιθέτως περί του δυνατού αυτής, είναι κρίση περί πραγματικών γεγονότων και γι' αυτό είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 928/2012). Εξάλλου, στο άρθρο 481 περ.2 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις των άρθρων 480 και 480Α το δικαστήριο "μπορεί για την εξίσωση άνισων μερίδων να αποφασίσει ότι οι κοινωνοί που λαμβάνουν ορισμένα μέρη θα καταβάλουν σε άλλους κοινωνούς ορισμένο χρηματικό ποσό ή να συστήσει δουλεία σε ορισμένα μέρη υπέρ άλλων κοινωνών". Ακόμη με το άρθρο 486 ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του, με το άρθρο 14 του Ν.1562/1985, ορίζεται ότι "αν τα μέρη είναι ίσα, η αυτούσια διανομή τους μεταξύ των κοινωνών γίνεται με κλήρωση" - παρ.1 - και ότι "αν τα μέρη που σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 ή 480 Α είναι άνισα, η αυτούσια διανομή γίνεται με επιδίκαση στους συγκυρίους ή στις ομάδες εκείνων που ζήτησαν κοινή μερίδα, κατά τον λόγο των μερίδων τους" - παρ.2 -. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αυτούσια (ΙΝ ΝΑΤURA) διανομή, που αποτελεί τον φυσικότερο, δικαιότερο και επωφελέστερο τρόπο διανομής, μπορεί να γίνει με τρεις τρόπους και συγκεκριμένα είτε με το σχηματισμό ίσων μερών, κατ'αξία και ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, έτσι ώστε οποιαδήποτε μερίδα να μπορεί να περιέλθει σε οποιονδήποτε κοινωνό με κλήρωση, είτε με το σχηματισμό άνισων μερίδων και επιδίκαση στον κάθε κοινωνό, με απονέμηση, χωρίς κλήρωση των αντίστοιχων μερών. Στην "απονέμηση" το δικαστήριο αποφασίζει τη διαίρεση του διανεμητέου σε άνισα μέρη, που αντιστοιχούν στις άνισες μερίδες των κοινωνών και διατάσσει την αυτούσια διανομή, με επιδίκαση των αντίστοιχων μερών, χωρίς κλήρωση, εφαρμόζοντας τα οριζόμενα στο άρθρο 481Α για την εξίσωση των μερίδων (ΑΠ 115/2011). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ίδιων διατάξεων, σαφώς προκύπτει ότι για να οδηγηθεί το δικαστήριο της ουσίας στην κρίση ότι η απαιτούμενη αυτούσια διανομή συγκεκριμένου κοινού ακινήτου, την οποία διώκει, κατά κύριο λόγο και ευνοεί το δίκαιο, είναι εφικτή ή ανέφικτη, πρέπει να διαλάβει στην απόφασή του ότι ερεύνησε όλες τις προταθείσες και τις πιθανές περιπτώσεις αυτούσιας διανομής και ότι από την έρευνα αυτή κατέληξε στην κρίση ότι αυτή είναι ή δεν είναι εφικτή, σύμφωνα με το νόμο και το συμφέρον των κοινωνών (ΑΠ 1735/2011). Εξάλλου, κατά το άρθρο 17 παρ.1 και 10 του Ν. 1337/1983 "επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων κ.λπ" "τα αυθαίρετα κτίσματα ή κατασκευές εν γένει, που ανεγείρονται μετά την 31 Ιανουαρίου 1983 εντός ή εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλων ή οικισμών, που υπάρχουν πριν από το έτος 1923, καθώς και όσα δεν εξαιρούνται, σύμφωνα με το άρθρο 15 του νόμου αυτού, κατεδαφίζονται υποχρεωτικά από τους κυρίους ή συγκυρίους τους, έστω και αν έχει αποπερατωθεί η κατασκευή ή αν το κτίσμα κατοικείται ή χρησιμοποιείται με οποιονδήποτε τρόπο (παρ.1). Πριν από την κατεδάφιση των κατεδαφιστέων αυθαιρέτων του άρθρου αυτού δεν επιτρέπεται α)η μεταβίβασή τους ή η σύσταση εμπραγμάτων δικαιωμάτων σ' αυτά ή στο οικόπεδο, πάνω στο οποίο κατασκευάστηκαν. Κάθε μεταβίβαση που γίνεται κατά παράβαση των ανωτέρω θεωρείται αυτοδίκαια και εξαρχής άκυρη ... . Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του π.δ/τος 5/1983 "περί χαρακτηρισμού και κατεδάφισης νέων αυθαίρετων κατασκευών κ.λπ. που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 17 παρ.7 του Ν. 1337/1983 "Η διαπίστωση και ο χαρακτηρισμός αυθαιρέτου, όταν δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 3 του παρόντος (κτίσματα που εντοπίζονται κατά την ώρα που κατασκευάζονται - επ' αυτοφώρω-) γίνεται ύστερα από αυτοψία υπαλλήλου της κατά τόπο αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας που συντάσσει επί τούτου σχετική έκθεση, η οποία αφορά το αυθαίρετο και μόνο και όχι τον εκάστοτε ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή κατασκευαστή του ... . Η έκθεση περιλαμβάνει επίσης σημείωση ότι κάθε ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δέκα ημερών από την ημερομηνία τοιχοκόλλησης της έκθεσης να υποβάλει ένσταση...Αναφέρεται επίσης η ημερομηνία της αυτοψίας και η ειδοποίηση ότι αν περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτό το αυθαίρετο θα κατεδαφιστεί ...". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι η κατασκευή κτίσματος χωρίς την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, εμπίπτει στην έννοια του αυθαίρετου, εφόσον προηγηθεί η διαπίστωση και ο χαρακτηρισμός αυτού ως αυθαιρέτου, κατόπιν αυτοψίας υπαλλήλου της κατά τόπου αρμοδίας πολεοδομικής υπηρεσίας, ο οποίος συντάσσει επί τόπου σχετική έκθεση, και η οποία υπόκειται σε ένσταση εκ μέρους του θιγομένου, εντός της οριζόμενης από τις προαναφερόμενες διατάξεις προθεσμίας. Κατά συνέπεια οι έννομες συνέπειες του αυθαίρετου χαρακτήρα ενός κτίσματος, μεταξύ των οποίων και οι οριζόμενες από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.10 του Ν. 1337/1983 απαγορεύσεις μεταβιβάσεως, δεν επέρχονται αν δεν προηγηθεί η παραπάνω έκθεση αυτοψίας, η οποία συνιστά διαπιστωτική ατομική διοικητική πράξη. Περαιτέρω, από το άρθρο 15 παρ.1 του ίδιου νόμου, όπως το δεύτερο εδάφιό της αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.6 του Ν. 1512/1985 "αναστέλλεται η κατεδάφιση των αυθαίρετων κτισμάτων που έχουν ανεγερθεί μέχρι 31.1.1983 και βρίσκονται σε περιοχές εντός ή εκτός σχεδίου πόλης ... αν οι ιδιοκτήτες τους υποβάλλουν εμπρόθεσμα δηλώσεις ... . Για τα εκτός σχεδίου αυθαίρετα η αναστολή από την κατεδάφιση ισχύει μέχρι να ρυθμισθεί η χρήση γης της περιοχής όπου βρίσκεται και κριθεί η οριστική διατήρηση ή όχι κάθε συγκεκριμένου αυθαίρετου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.3" Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι η κατά την παρ.10 απαγόρευση της μεταβιβάσεως πριν από την κατεδάφισή τους, των αυθαίρετων κτισμάτων ή κατασκευών εν γένει ή συστάσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων επ' αυτών ή επί του οικοπέδου επί του οποίου έχουν κατασκευασθεί, όπως και η, ως κύρωση, για την παράβαση της απαγορεύσεως αυτής οριζόμενη από την ίδια διάταξη, αυτοδίκαιη και εξαρχής ακυρότητα της οικείας δικαιοπραξίας, αναφέρεται όχι μόνο στα αυθαίρετα κτίσματα ή κατασκευές εν γένει που ανεγείρονται μετά την 31 Ιανουαρίου 1983, αλλά και σε εκείνα που έχουν ανεγερθεί πριν από τη χρονολογία αυτή για τα οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 15 του αυτού Ν. 1337/1983 και κατά τις διατάξεις αυτού δεν εξαιρούνται της κατεδαφίσεως. Κατά λογική ακολουθία, δεν ισχύει η απαγόρευση μεταβιβάσεως και δεν είναι άκυρη η οικεία δικαιοπραξία όταν πρόκειται για αυθαίρετα κτίσματα, τα οποία έχουν μεν ανεγερθεί εκτός σχεδίου μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 1983, αλλά έχει ανασταλεί η κατεδάφισή τους ή έχει κριθεί η οριστική διατήρησή τους και έχει επιβληθεί πρόστιμο διατήρησης, ή αν πρόκειται για κτίσματα που έχουν ανεγερθεί μετά την ημερομηνία αυτή, αλλά έχουν νομιμοποιηθεί με μεταγενέστερα εκδοθείσες διατάξεις (ΑΠ 533/2007). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται έστω και ατελώς και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση ("πραγματικές παραδοχές") και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 486/2013, ΑΠ 568/2013). Εξ ετέρου κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 12-13/1995, ΑΠ 834/2013). Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση, ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας του (ΑΠ 834/2013, ΑΠ 486/2013, ΑΠ 481/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ - ΑΠ 846/2013-) προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων σ' αυτό, από τους διαδίκους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε μεταξύ άλλων, κατ' ανέλεγκτη κρίση ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι, όπως συνομολογούν, είναι συγκύριοι των επιδίκων ακινήτων σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Την συγκυριότητα απέκτησαν με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή των γονέων τους Σ. και Λ. Φ., την κληρονομιά των οποίων αποδέχθηκαν και νόμιμα μετέγραψαν. Ακολουθεί η περιγραφή των ακινήτων ... . Για καθένα από αυτά, με βάση την υφισταμένη κατάσταση προκύπτουν τα παρακάτω αναφερόμενα πραγματικά δεδομένα: 1) το κληροτεμάχιο 5067β παραχωρήθηκε ως αγροτικός κλήρος με έκταση 3680 τμ και κατά την εμβαδομέτρηση από τον πραγματογνώμονα έχει έκταση 3674,47 τμ (περιγράφεται στο διάγραμμα Τ.2, ως τεμάχιο Ε5). Δεν περιλαμβάνεται εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή οικισμού, δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του ν. 431/1968, όσον αφορά την κατάτμηση του και δεν είναι άρτιο, ούτε οικοδομήσιμο κατά τους ισχύοντες όρους δόμησης. Σε τμήμα του τεμαχίου αυτού και σε τμήμα του ομόρου 5067 γ ιδιοκτησίας, επίσης των διαδίκων, είχε ανεγερθεί στο παρελθόν αποθήκη, εμβαδού 294,74 τμ, η οροφή της οποίας έχει καταστραφεί. Η αξία της σήμερα είναι μηδενική, αφού το κόστος καθαίρεσης είναι περίπου ίδιο με την αξία των υλικών , που μπορούν να ληφθούν από αυτήν. Από την έκταση της αποθήκης τα 183,33 τμ είναι δομημένα εντός του προαναφερόμενου κληροτεμαχίου και τα υπόλοιπα 111,41 τμ εντός του 5067 γ κληροτεμαχίου. Μικρά κτίσματα έχουν καταρρεύσει και η αξία τους είναι μηδενική. Η αξία των επικειμένων δένδρων είναι μικρή και συνυπολογίζεται στην αξία του εδάφους. Το κληροτεμάχιο μπορεί να υπεισέλθει αυτούσιο σε μία από τις τέσσερις μερίδες, αφού η κατάτμισή του απαγορεύεται, σύμφωνα με το ν. 431/1968. Η αξία του, που διαμορφώνεται από την προσδοκία ένταξης στο σχέδιο πόλεως, εκτιμάται σε 65 ευρώ/τμ, δηλαδή συνολικά σε 238.841 ευρώ. 2) το κληροτεμάχιο 5067γ παραχωρήθηκε ως αγροτικός κλήρος με έκταση 1060 τμ και κατά την εμβαδομέτρηση του, έχει έκταση 802,93 τμ (περιγράφεται στο διάγραμμα Τ.2, ως τεμάχιο Ε4). Δεν περιλαμβάνεται εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή οικισμού, δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του ν. 431/1968. όσον αφορά την κατάτμισή του και δεν είναι άρτιο, ούτε οικοδομήσιμο κατά τους ισχύοντες όρους δόμησης. Σε τμήμα του τεμαχίου αυτού και σε τμήμα του ομόρου 5067 β είχε ανεγερθεί στο παρελθόν ισόγειος πλακοσκεπής οικοδομή, εμβαδού 294,74 τμ, η οποία είναι αυθαίρετη. Από αυτά τα 111,41 τμ είναι δομημένα εντός αυτού και τα υπόλοιπα 183,33 εντός του ομόρου 5067β , όμως είναι μηδενικής αξίας, όπως παραπάνω αναφέρεται. Το τεμάχιο έχει γεώτρηση εντός αυτού βάθους 40 μέτρων, μικρής παροχής. Αξιολογείται το σημερινό κόστος κατασκευής, υπολογιζόμενης της παλαιότητας σε 100 ευρώ ανά μέτρο, με μείωση παλαιότητας 30%, οπότε η συνολική της αξία είναι 2.800 ευρώ. Η αξία των επικειμένων δένδρων είναι μικρή και συνυπολογίζεται στην αξία του εδάφους. Το ακίνητο μπορεί να υπεισέλθει μόνο αυτούσιο σε μία από τις τέσσερις μερίδες, αφού η κατάτμισή του απαγορεύεται, σύμφωνα με το ν. 431/1968. Η αξία του, που διαμορφώνεται από την προσδοκία ένταξης στο σχέδιο πόλεως, εκτιμάται σε 60 ευρώ/τμ και όλου του οικοπέδου με τη γεώτρηση σε 50.976 ευρώ (48.176 ευρώ + 2.800) . 3) το τεμάχιο 5067α παραχωρήθηκε ως αγροτικός κλήρος με έκταση 2600 τμ και κατά την εμβαδομέτρηση έχει έκταση 2589,13 τμ (περιγράφεται στο διάγραμμα Τ.2, ως τεμάχιο Ε6). Δεν περιλαμβάνεται εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή οικισμού, δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του ν. 431/1968, όσον αφορά την κατάτμισή του και δεν είναι άρτιο, ούτε οικοδομήσιμο κατά τους ισχύοντες όρους δόμησης. Το διανεμητέο ακίνητο μπορεί να υπεισέλθει μόνο αυτούσιο σε μία από τις τέσσερις μερίδες, αφού η κατάτμισή του απαγορεύεται, σύμφωνα με το ν. 431/1968. Η αξία του διαμορφώνεται από την προσδοκία ένταξης στο σχέδιο πόλεως. Το ακίνητο έχει καλλιέργειες ελαιοδένδρων και δεν φέρει κατασκευές που να του προσδίδουν για το λόγο αυτό αξία. Η αξία των επικειμένων δένδρων συνυπολογίζεται στην αξία του εδάφους εκτιμάται σε 65 ευρώ/τμ . Η αξία όλου του οικοπέδου ανέρχεται σε 168.293 ευρώ. 4) το τεμάχιο 5098α παραχωρήθηκε ως αγροτικός κλήρος με έκταση 460 τμ και κατά την εμβαδομέτρηση του, έχει έκταση 461,97 τμ (περιγράφεται στο διάγραμμα Τ.1, ως τεμάχιο Ε1). Δεν περιλαμβάνεται εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή οικισμού, δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του ν. 431/1968, όσον αφορά την κατάτμισή του και δεν είναι άρτιο, ούτε οικοδομήσιμο κατά τους ισχύοντες όρους δόμησης. Το εν λόγω ακίνητο μπορεί να υπεισέλθει μόνο αυτούσιο σε μία από τις τέσσερις μερίδες, αφού η κατάτμισή του απαγορεύεται, σύμφωνα με το ν. 431/1968. Η αξία του διαμορφώνεται από την προσδοκία ένταξης στο σχέδιο πόλεως. Η αξία του εδάφους εκτιμάται σε 60 ευρώ/τμ και η εμπορική αξία του οικοπέδου ανέρχεται σε 27. 718 ευρώ. 5) το τεμάχιο 5120 παραχωρήθηκε ως αγροτικός κλήρος με έκταση 520 τμ και υφίσταται, όπως στο διάγραμμα της διανομής. Δεν περιλαμβάνεται εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή οικισμού, δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του ν. 431/1968, όσον αφορά την κατάτμηση του και δεν είναι άρτιο, ούτε οικοδομήσιμο κατά τους ισχύοντες όρους δόμησης. Εντός του τεμαχίου έχει ανεγερθεί διώροφος οικοδομή-οικία κεραμοσκεπής, η οποία από τις ορθοφωτογραφίες διαπιστώθηκε από τον πραγματογνώμονα ότι έχει κάλυψη 100 τμ περίπου, δηλαδή η δομημένη επιφάνεια είναι 200 τμ. Μετά από αυτοψία που διενεργήθηκε από αρμόδιους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Ηρακλείου στις 6-8-1988 και στις 31-7-1997, διαπιστώθηκε ότι η προαναφερόμενη οικοδομή είναι αυθαίρετη και έχει επιβληθεί στον φερόμενο ιδιοκτήτη - εναγόμενο Ε. Φ. πρόστιμο διατήρησης.
Συνεπώς σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, απαγορεύεται η μεταβίβαση ή σύσταση εμπραγμάτων δικαιωμάτων κατά το άρθρο 17 παρ. 10 του ίδιου νόμου και συνακόλουθα δεν μπορεί να αποτελέσει η αυθαίρετη οικοδομή αντικείμενο διανομής και να υπολογισθεί η αξία της στη διανεμητέα περιουσία, η οποία εκτιμήθηκε από τον πραγματογνώμονα σε 240.000 ευρώ. Στην περιοχή αυτή το έδαφος είναι επικλινές, γεγονός που προσδίδει στο κληροτεμάχιο μεγαλύτερη αξία σε σχέση με τα προηγούμενα. Το εν λόγω ακίνητο μπορεί να υπεισέλθει μόνο αυτούσιο σε μία από τις τέσσερις μερίδες. Η αξία του εδάφους εκτιμάται σε 80 ευρώ/τμ και η εμπορική αξία του οικοπέδου σε 44.800 ευρώ.6) το τεμάχιο 5226 παραχωρήθηκε ως αγροτικός κλήρος, αλλά ήδη περιλαμβάνεται εντός σχεδίου στην ενότητα Α, Άγιος Ιωάννης -Φορτσέτα- Μεσαμπελιές και στο οικοδομικό τετράγωνο 288. Το οικόπεδο αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα Τ4 που συνοδεύει την πραγματογνωμοσύνη. Οι όροι δόμησης είναι: αρτιότητα κατά κανόνα πρόσωπο 10 μέτρα, εμβαδό 200 τμ, συντελεστής δόμησης 0,8, κάλυψη 70%, ύψος 9 μέτρα, αρτιότητα δίδεται και στα προκύπτοντα από την πράξη εφαρμογής, άρθρο 35 του Ν.1337/1983. Με βάση τον πίνακα εφαρμογής η έκταση του νέου οικοπέδου είναι 237 τμ, είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, δεν μπορεί όμως να κατατμηθεί περαιτέρω σε τέσσερα ίσα μερίδια, διότι έτσι θα δημιουργηθούν τέσσερα μη άρτια και μη οικοδομήσιμα οικόπεδα εμβαδού 59,24 μέτρων το καθένα, γεγονός που δεν επιτρέπεται σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Επομένως το επίκοινο αυτό οικόπεδο θα υπεισέλθει αυτούσιο σε μία από τις τέσσερις μερίδες. Η αξία του, με βάση τα συγκριτικά στοιχεία των οικοπέδων που βρίσκονται στην περιοχή κυμαίνεται στο ποσό των 650 ευρώ/τμ περίπου. Η εμπορική αξία του οικοπέδου ανέρχεται σε 154.050 ευρώ. 7) το τεμάχιο 5098γ παραχωρήθηκε ως αγροτικός κλήρος με έκταση 2200 τμ και κατά την εμβαδομέτρηση έχει έκταση 2217,41 τμ (περιγράφεται στο διάγραμμα Τ.1, ως τεμάχιο Ε3). Δεν περιλαμβάνεται εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή οικισμού, δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του ν. 431/1968, όσον αφορά την κατάτμισή του και δεν είναι άρτιο, ούτε οικοδομήσιμο κατά τους ισχύοντες όρους δόμησης. Το εν λόγω ακίνητο μπορεί να υπεισέλθει μόνο αυτούσιο σε μία από τις τέσσερις μερίδες, αφού απαγορεύεται η κατάτμισή του σύμφωνα με το Ν. 431/1968. Η αξία του διαμορφώνεται από την προσδοκία ένταξης στο σχέδιο πόλεως. Η αξία του εδάφους εκτιμάται σε 65 ευρώ/τμ και η εμπορική του αξία οικοπέδου σε 144.132 ευρώ. 8) το τεμάχιο 5098β παραχωρήθηκε ως αγροτικός κλήρος με έκταση 820 τμ και κατά την εμβαδομέτρηση του έχει έκταση 830,68 τμ (διάγραμμα Τ.1, τεμάχιο Ε2). Δεν περιλαμβάνεται εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή οικισμού, δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του ν. 431/1968, όσον αφορά την κατάτμισή του και δεν είναι άρτιο, ούτε οικοδομήσιμο κατά τους ισχύοντες όρους δόμησης. Το εν λόγω ακίνητο μπορεί να υπεισέλθει μόνο αυτούσιο σε μία από τις τέσσερις μερίδες, αφού απαγορεύεται η κατάτμισή του σύμφωνα με το Ν. 431/1968. Η αξία του εδάφους εκτιμάται σε 65 ευρώ/τμ και η εμπορική αξία του οικοπέδου ανέρχεται σε 53.994 ευρώ.9)το κληροτεμάχιο 4662 παραχωρήθηκε ως αγροτικός κλήρος με έκταση 130,00 τμ, όπως φαίνεται στο διάγραμμα διανομής. Το κληροτεμάχιο έχει απαλλοτριωθεί εν μέρει από την εθνική οδό και από την παράλληλη οδό ..., έχει καταληφθεί εν μέρει από την ανώνυμη κάθετη προς τη ... οδό και κατά το υπόλοιπο μέρος από την ιδιοκτησία Χ. Β. . Με βάση τα στοιχεία του κτηματολογίου, το σύνολο της εκτάσεως, όπως εμβαδομετρήθηκε από το ψηφιακό αρχείο είναι 143,35 τμ και οι καταλήψεις που έλαβαν χώρα, συνολικού εμβαδού 143,25 τμ , είναι οι εξής : α) εθνική οδός Ηρακλείου-Χανίων ΚΑΕΚ ... κατά 45,86 τμ, β) οδός κάθετος στην οδό ..., ΚΑΕΚ ..., κατά 21,60 τμ, γ) ιδιοκτησία Χ. Β. του Α., ΚΑΕΚ ..., κατά 75,79 τμ. Λόγω του μικρού μεγέθους του επικοίνου ακινήτου και του γεγονότος ότι κατέχεται εν μέρει από το Ελληνικό Δημόσιο, το Δήμο Ηρακλείου και από τον προαναφερόμενο ιδιώτη, θα πρέπει να ενταχθεί αυτούσιο σε μία μερίδα, καθόσον θα είναι ευκολότερη η διαχείριση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιδιοκτησία. Κατά το τμήμα της απαλλοτρίωσης του Δημοσίου υπέρ της εθνικής οδού που έχει απαλλοτριωθεί από τη δεκαετία του 1960 και επομένως για την έκταση αυτή από την οποία θα προσδοκώνται δικαιώματα για όποιον συγκύριο το λάβει στη μερίδα του, θα αφαιρεθεί η έκταση των 45,86 τμ και ως έκταση που θα υπεισέλθει στη μερίδα θα πρέπει να υπολογιστεί η κατάληψη της καθέτου προς τη ... ανωνύμου οδού των 21,60 τμ και η κατάληψη από τον ιδιώτη Χ. Β. 75,79 τμ. Η έκταση επομένως του ακινήτου ανέρχεται σε 97,39 τμ (143,25-45,86) και υπεισέρχεται αυτούσιο σε μία από τις τέσσερις μερίδες. Η αξία του εδάφους εκτιμάται σε 100 ευρώ/τμ και η εμπορική αξία του οικοπέδου ανέρχεται σε 9.739 ευρώ. 10)το τεμάχιο 2186 παραχωρήθηκε ως αγροτικός κλήρος με έκταση 380 τμ και κατά την εμβαδομέτρηση του έχει έκταση 114,92 τμ λόγω απαλλοτριώσεως (φαίνεται στο διάγραμμα Τ.5, ως τεμάχιο Ε9). Δεν περιλαμβάνεται εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή οικισμού, δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του ν. 431/1968, όσον αφορά την κατάτμισή του και δεν είναι άρτιο, ούτε οικοδομήσιμο κατά τους ισχύοντες όρους δόμησης. Το εν λόγω ακίνητο μπορεί να υπεισέλθει μόνο αυτούσιο σε μία από τις τέσσερις μερίδες, αφού απαγορεύεται η κατάτμηση του σύμφωνα με το Ν. 431/1968. Η αξία του διαμορφώνεται λόγω της μικρής έκτασης και του πλεονεκτήματος που προσδίδει στον όμορο ιδιοκτήτη η εξαγορά του. Η αξία του εδάφους εκτιμάται σε 100 ευρώ/τμ και η εμπορική αξία του οικοπέδου σε 11.492 ευρώ. 11) οικόπεδο στην οδό ..., αριθ.4, προερχόμενο από κληροτεμάχια 1509 και 1507 στο Ατσαλένιο. Το οικόπεδο αυτό βρίσκεται εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως στον τομέα 1 του παλαιού σχεδίου, εκτός τειχών πόλεως, όπου ισχύουν οι παρακάτω όροι δόμησης: αρτιότητα πρόσωπο 10 μέτρα, εμβαδό 200 τμ, συντελεστής δόμησης 1,2, κάλυψη 70%, ύψος κατά ΓΟΚ '85. Η αποτύπωση του τεμαχίου αυτού φαίνεται στο διάγραμμα Τ.3. Η συνολική του έκταση είναι 315,61 τμ και το πρόσωπο 12,53 μέτρα. Κατά συνέπεια το τεμάχιο δεν μπορεί να διαιρεθεί σε τέσσερα ίσα μερίδια, καθόσον προκύπτουν μη άρτια οικόπεδα με εμβαδό 50 τμ, και πρόσωπο 2,5 μέτρα το καθένα, γεγονός που αντιβαίνει στις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Εντός του οικοπέδου υπάρχει ερειπωμένο κτίσμα και δεν προσδίδει αξία στο ακίνητο, αφού τα έξοδα κατεδάφισης και απομάκρυνσης των υλικών είναι μεγαλύτερα από την αξία χρήσης ενός τέτοιου κτίσματος. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι η ιδιοκτησία αυτή μπορεί να υπεισέλθει αυτούσια σε μία από τις τέσσερις μερίδες. Η αξία του εδάφους εκτιμάται σε 1000 ευρώ/τμ και η εμπορική αξία του οικοπέδου εκτιμάται σε 315.600,00 ευρώ. Για την εκτίμηση των προαναφερόμενων αξιών του εδάφους και των κτισμάτων ο πραγματογνώμονας Β. Δ. έλαβε υπόψη τον αντικειμενικό προσδιορισμό, τα συγκριτικά στοιχεία της εφορίας, καθώς και αυτά που συγκεντρώνονται από την ελεύθερη αγορά, δηλαδή τα μεσιτικά γραφεία και την γνώση των συνθηκών της οικονομίας. Έτσι η συνολική αξία των επιδίκων ακινήτων ανέρχεται σε 1.459.645 ευρώ και η μέση αξία του μεριδίου κάθε κοινωνού-διαδίκου ανέρχεται σε 364.911 ευρώ (1.459.645 : 4). Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά των επιδίκων ακινήτων, τους περιορισμούς της πολεοδομικής και εποικιστικής νομοθεσίας, ο πραγματογνώμονας αποφαίνεται με σαφήνεια και επιστημονική τεκμηρίωση, ότι είναι δυνατή και συμφέρουσα η αυτούσια διανομή τους, με τη δημιουργία τεσσάρων άνισων μερίδων για την εξίσωση των οποίων ο κάθε συγκύριος που θα λάβει τεμάχια μεγαλύτερης αξίας από αυτή που αναλογεί στη μερίδα του (1/4 εξ αδιαιρέτου), η οποία (αξία) ανέρχεται σε 364.911 ευρώ, θα καταβάλει στους άλλους συγκυρίους ορισμένο χρηματικό ποσό. Για τη δημιουργία των μερίδων έχει ληφθεί υπόψη η πραγματική κατάσταση που επικρατεί στα ακίνητα, καθώς και ότι ορισμένα από αυτά έχουν άμεση δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης ή είναι ήδη αξιοποιημένα. Τα προνομιούχα αυτά ακίνητα είναι το οικόπεδο στην οδό ... -Ατσαλένιο, το οικόπεδο στην οδό ..., το υπ' αριθμό 5120 επί του οποίου υπάρχει διώροφη κατοικία που έχει ανεγείρει και ήδη κατοικεί ο συγκύριος Ε. Φ. και το ακίνητο που απαρτίζεται από τα υπ' αριθμό 5067 β και 5067 α τεμάχια. Τα εν λόγω ακίνητα τοποθετούνται από ένα στις μερίδες 1, 2, 3 και 4, ώστε να δίνεται η δυνατότητα κάλυψης των στεγαστικών αναγκών και των τεσσάρων συγκυρίων που αποτελεί θέμα βασικό και κύριο για τον αστικό και περαστικό χώρο. Εξασφαλίζεται επίσης με τη διανομή σε κάθε μερίδα γη σε συνεχόμενο ή ανεξάρτητο ακίνητο για την άσκηση αγροτικών δραστηριοτήτων. Συγκεκριμένα, η μερίδα 1 θα περιλαμβάνει αυτούσια τα τεμάχια 5067γ, το οικόπεδο στην οδό ... προερχόμενο απ τα κληροτεμάχια 1507 και 1509, συνολικής αξίας 366.586 ευρώ και ο συγκύριος στον οποίο θα περιέλθει η μερίδα αυτή με επιδίκαση θα καταβάλει το εξισωτικό ποσό των 1675 ευρώ, η μερίδα 2 περιλαμβάνει αυτούσια τα τεμάχια 5098β, 5226 (οικόπεδο στην οδό ...) και 5098γ, συνολικής αξίας 352.176 ευρώ και ο συγκύριος, στον οποίο θα περιέλθει η μερίδα αυτή με επιδίκαση, θα λάβει το ποσό των 12.735 ευρώ, η μερίδα 3 περιλαμβάνει αυτούσια τα τεμάχια 5120 επι του οποίου υπάρχει διώροφη κατοικία, 4662, 5098α και 2186, συνολικής αξίας 333.749 ευρώ και ο συγκύριος στον οποίο θα περιέλθει η μερίδα αυτή με επιδίκαση, θα λάβει το εξισωτικό ποσό των 31.162 ευρώ και τέλος η μερίδα 4 περιλαμβάνει αυτούσια τα τεμάχια 5067β, 5067α από τα οποία απαρτίζεται ένα ενιαίο ακίνητο, αξίας 407.134 ευρώ και ο συγκύριος στον οποίο θα επιδικασθούν, θα καταβάλει το εξισωτικό ποσό των 42.233 ευρώ. Με τη λύση αυτή που προτείνει ο πραγματογνώμονας είναι πρόδηλο ότι είναι τεχνικά δυνατή και οικονομικά, συμφέρουσα η αυτούσια διανομή των επίκοινων ακινήτων, αφού δεν επέρχεται κατάτμηση του καθενός από αυτά, ώστε να μειώνεται η αξία του, αλλά κατανέμονται αυτούσια σε τέσσερα άνισα μέρη για την εξίσωση των οποίων θα καταβληθούν τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά (άρθρα 480 παρ.2 και 481 περ.2 Κ.Πολ.Δ). Η υπ' αριθμό 13/2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο πραγματογνώμονας Β. Δ. κρίνεται επαρκώς αιτιολογημένη και απαντά στο κρίσιμο ζήτημα που έταξε η 121/2004 προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού για τη δυνατότητα ή όχι της αυτούσιας διανομής των επίκοινων ακινήτων. Πρέπει να σημειωθεί ότι η τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Κ. Μ., που συντάχθηκε κατ' εντολή του εναγομένου ήδη εκκαλούντος -εφεσίβλητου και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πραγματογνωμοσύνη του διορισμένου από το Δικαστήριο πραγματογνώμονα Β. Δ. περιέχει σφάλματα ως προς την αξία κυρίως των ακινήτων, τα οποία ενδεικτικά αναφέρει, χωρίς να προσδιορίζει την πραγματική τους αξία και να προτείνει λύσεις, ώστε να κριθεί με ποιον συμφέροντα για τους συγκυρίους τρόπο είναι δυνατή η αυτούσια διανομή, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι εκκαλών -εναγόμενος με την έφεσή του παραπονείται για τον τρόπο διανομής, ότι δηλαδή πρέπει να επιτευχθεί με αυτούσια διανομή και όχι με πλειστηριασμό ... .
Με βάση τα παραπάνω αναφερόμενα πρέπει να διαταχθεί η αυτούσια διανομή των επίκοινων ακινήτων με την κατανομή τους τέσσερα άνισα μέρη για την εξίσωση των οποίων θα καταβληθούν τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, εφόσον τα μέρη που σχηματίστηκαν είναι άνισα ή αυτούσια διανομή θα γίνει με επιδίκαση στους διαδίκους ως εξής: 1) ο ενάγων Ν. Φ. θα λάβει τη μερίδα 1 που αποτελείται από τα κληροτεμάχια με αριθμούς 5067γ, 1507 και 1509 και θα καταβάλει το εξισωτικό ποσό των 1675,00 ευρώ Α, 2) ο ενάγων Α. Φ. θα λάβει τη μερίδα 2 που αποτελείται από τα κληροτεμάχια με αριθμούς 5098β, 5226 και 5098 γ, καθώς και το εξισωτικό ποσό των 12.735,00 ευρώ, 3) ο εναγόμενος Ε. Φ. θα λάβει τη μερίδα 3 που αποτελείται από τα κληροτεμάχια 5120 στο οποίο υφίσταται διώροφος οικία στην οποία κατοικεί, 4662, 5098α και 2186, καθώς και το εξισωτικό ποσό των 31.162,ευρώ και 4 ) ο ενάγων Π. Φ. θα λάβει τη μερίδα 4 που αποτελείται από τα κληροτεμάχια με αριθμούς 5067β, 5067α και θα καταβάλλει το ποσό των 42.223.00 ευρώ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τις εφέσεις των διαδίκων ως βάσιμες κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή κατά την κύρια, περί αυτούσιας διανομής, βάση της και είχε κάνει δεκτή την επικουρική, περί πωλήσεως με πλειστηριασμό των διανεμητέων και διανομής του εκπλειστηριάσματος και αφού αναδίκασε την υπόθεση, έκανε δεκτή την αγωγή, κατά την κύρια, περί αυτουσίας διανομής βάση της και αφού προσδιόρισε την αξία των διανεμητέων σε 1.459,645 ευρώ, υπολογίζοντας σ'αυτήν και το υπό στοιχείο 5 ακίνητο με την επ' αυτού αυθαίρετη και εξαιρεθείσα της κατεδαφίσεως οικοδομή, για την οποία έχει επιβληθεί πρόστιμο διατήρησης, στη συνέχεια αφού προσδιόρισε την αξία της κάθε απονεμητέας μερίδας στο 1/4 του ποσού αυτού, ήτοι σε 364.911 ευρώ (1.459.645: 4) προσδιόρισε τα ακίνητα που αντιστοιχούν στην κάθε μερίδα και όρισε τα απαιτούμενα για την εξίσωση των εν λόγω προκυψασών ανίσων μερίδων ποσά. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε και εκ πλαγίου την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 17 παρ.10 του Ν. 1337/1983, αφού υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ως προς το υπό στοιχείο 5 εκτός σχεδίου πόλεως ακίνητο, στο οποίο, κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά η ανεγερθείσα και αρμοδίως με τις από 6-8-1988 και 31-7-1997 εκθέσεις αυτοψίας των υπαλλήλων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Ηρακλείου, χαρακτηρισθείσα αυθαίρετη οικοδομή, είχε εξαιρεθεί της κατεδαφίσεως, κριθείσα οριστικά διατηρητέα και είχε επιβληθεί στον φερόμενο ως ιδιοκτήτη της - αναιρεσείοντα, πρόστιμο διατήρησης και επομένως δεν ίσχυαν ως προς την οικοδομή αυτή και το οικόπεδο στο οποίο είχε ανεγερθεί οι απαγορεύσεις της παραπάνω διατάξεως και ορθά έγινε δεκτό ότι το όλο ακίνητο (οικόπεδο και οικοδομή) μπορούσε αυτούσιο "να υπεισέλθει σε μία από τις τέσσερις μερίδες". Η όντως ατελής στο σημείο αυτό (φύλλο 4β) επίκληση από την προσβαλλομένη απόφαση της παραπάνω νομικής διατάξεως του άρθρου 17 παρ.10 του Ν. 1337/1983 δεν ιδρύει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη την επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1199/2012), ενώ περαιτέρω η εν λόγω ατελής επίκληση των συνεπειών της διατάξεως αυτής δεν ενέχει αντίφαση με τις προαναφερθείσες παραδοχές της αποφάσεως, αφού οι συνέπειες αυτές δεν αφορούν το ένδικο υπό στοιχ.5 ακίνητο, για το οποίο έχει επιβληθεί πρόστιμο διατήρησης (και συνακόλουθα έχει κριθεί μη κατεδαφιστέο και οριστικά διατηρητέο ως κτίσμα προγενέστερο του 1983). Επομένως ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος της αναιρέσεως κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του και από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις οικείες και παραλλήλως ισχύουσες ουσιαστικού δικαίου περί διανομής διατάξεις του ΑΚ και του ΚΠολΔ (799, 800 ΑΚ και 486 παρ.2 ΚΠολΔ), αφού εξέθεσε σ' αυτήν (απόφαση) χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα και που ήταν αναγκαία για την ουσιαστική βασιμότητα της κυρίας βάσεως της αγωγής για αυτούσια διανομή των επικοίνων ακινήτων με επιδίκαση στους συνιδιοκτήτες - κοινωνούς - διαδίκους των ανίσων μερίδων και τον καθορισμό της οφειλομένης ή δικαιουμένης για την εξίσωση των ανίσων αυτών μερών αποζημίωσης. Η αιτίαση περί ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τον τρόπο καταρτίσεως των μερίδων και αναφορικά με την κρίση της ως προς το ότι κάποια ακίνητα είναι προνομιούχα είναι απαράδεκτη, καθόσον υπό την επίφαση της ανεπαρκούς αιτιολογίας πλήττει την περί τα πράγματα και ως προς την αξιολόγηση των αποδείξεων ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 834/2013). Εξάλλου η από το άρθρο 486 παρ.1 ΚΠολΔ αιτίαση περί λήψεως υπόψη μη νόμιμα προταθέντος ισχυρισμού ανεξάρτητα από το ότι δεν ιδρύει τον ερευνώμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι εφαρμόσθηκε η διάταξη αυτή, πράγμα το οποίο όμως δεν συνέβη, αφού δεν προέκυψε περίπτωση κληρώσεως ίσων μερίδων ή επιδικάσεως κοινής μερίδας χωρίς κλήρωση. Ενόψει τούτων ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως και κατά το δεύτερο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.8 εδ.β ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 609/2013). Ακόμη "πράγμα" είναι κάθε περιστατικό, που αφηρημένως λαμβανόμενο οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκουμένου με την αγωγή ή ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά τους, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 197/2013). Ενόψει τούτων δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις, οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα των διαδίκων, νομικά ή πραγματικά που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επίσης δεν αποτελούν "πράγματα", τα κατά τα άρθρα 270 παρ.2, 671 παρ.1 και 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων είναι και οι ως έγγραφα ρυθμιζόμενα ειδικά από το νόμο και εκτιμώμενες ελευθέρως εκθέσεις των διοριζομένων από τους διαδίκους, σε περίπτωση διεξαγωγής, κατά δικαστική επιταγή πραγ/νης, τεχνικών συμβούλων (άρθρ.391, 390 ΚΠολΔ ΑΠ 481/2013) η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμού 8 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο (ΑΠ 87/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι μολονότι κάνει αναφορά στο περιεχόμενο της από 13.8.2010 τεχνικής έκθεσης, του διορισθέντα από τον αναιρεσείοντα τεχνικού συμβούλου τοπογράφου - μηχανικού Κ. Μ., η οποία ανέκρουε τα συμπεράσματα της γνωμοδότησης του διορισθέντα από το δικαστήριο ως πραγ/να Β. Δ., εν τούτοις δεν λαμβάνει υπόψη τα συμπεράσματά της, που θα οδηγούσαν το δικαστήριο στην κρίση περί διεξαγωγής νέας πραγ/νης. Ο λόγος αυτός ως αιτίαση από την ερευνώμενη διάταξη του αριθμού 8 περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος αφού, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, η επικαλούμενη έκθεση του τεχνικού συμβούλου δεν είναι πράγμα κατά την προεκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια, ούτε και τα εξ αυτής συμπεράσματα, τα οποία αφορούν στην αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ενώ προσέτι είναι απορριπτέος και γιατί η επικαλουμένη αιτίαση δεν αφορά στο ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα συμπεράσματα και οι εκτιμήσεις της τεχνικής αυτής εκθέσεως, αλλά στο ότι δεν έγιναν δεκτά.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ.γ'ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση" νοείται και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και συντελεί έτσι στην εξέλιξη της διαδικασίας, για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης, εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης. Τέτοιες "αιτήσεις" είναι και οι διαδικαστικές, εφόσον όμως είναι υποχρεωτικές για το δικαστήριο της ουσίας και όχι όταν αυτές υπόκεινται στην κυριαρχική του εξουσία. Δεν ιδρύεται συνεπώς ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο απέρριψε ρητώς ή σιωπηρώς το αίτημα για διεξαγωγή νέας πραγ/νης ή συμπλήρωσης της παλαιάς, καθόσον τούτο, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 368, 387 και 388 ΚΠολΔ ανήκει στην διακριτική του ευχέρεια, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 87/2013). Μάλιστα το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να δικαιολογήσει την οικεία απορριπτική του κρίση, καθόσον το σχετικό αίτημα δεν αποτελεί "ζήτημα" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.19. Τα ίδια ισχύουν και επί αιτήματος διεξαγωγής πραγ/νης, με εξαίρεση την περίπτωση του άρθρου 368 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά την οποία αν κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει την διεξαγωγή πραγ/νης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τότε αυτό υποχρεούται να διορίσει πραγ/να, υποπίπτονας διαφορετικά στην ερευνώμενη πλημμέλεια της διατάξεως του αριθμού 9 του άρθρου 559, αλλά και σε εκείνη του αριθμού 10 (ΑΠ 754/2011, ΑΠ 1103/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της προλαβούσας διάταξης του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστη την αίτηση του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος περί διεξαγωγής νέας πραγ/νης ή συμπληρώσεως της ήδη διεξαχθείσας και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του να δεχθεί την ήδη διεξαχθείσα πραγ/νη του διορισθέντος από το δικαστήριο πραγ/νος, χωρίς να διατάξει συμπληρωματική απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οικείο αίτημα έχει ρητά απορριφθεί και μάλιστα αιτιολογημένα, χωρίς τούτο, δηλ. η αιτιολόγηση, να είναι απαραίτητο, καθόσον, όπως αναφέρεται και στη νομική σκέψη το εν λόγω αίτημα δεν αποτελεί "ζήτημα" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.19 (σελ.12-13 της προσβαλλομένης - δύο τελευταίο, και δύο πρώτοι αντίστοιχα στίχοι των σελίδων αυτών). Ενόψει τούτων δεν έμεινε αδίκαστη αίτηση, η επί της οποίας απόφανση ρητή ή σιωπηρή, σε κάθε περίπτωση, δεν δημιουργούσε λόγο αναίρεσης, ως αναγομένη στην ανελέγκτη αναιρετικά διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, στην οποία γενικά ανήκει η απόφανση περί συμπληρώσεως των αποδείξεων, ενώ η αιτίαση περί εσφαλμένης αποδοχής του πορίσματος της δικαστικής πραγ/νης είναι απαράδεκτη, ως αναγομένη στην κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 197/2013, ΑΠ 834/2013). Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 481/2013). Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ενώ η έκθεση των κατά το άρθρο 391 ΚΠολΔ τεχνικών συμβούλων, δεν είναι, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω στον δεύτερο λόγο, ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο που ρυθμίζεται "ειδικά" και η μνεία της απόφασης ότι "λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα" καλύπτει και αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005, ΑΠ 483/2013, ΑΠ 495/2013). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 13-14-15/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 87, 481, 483, 495/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της προλαβούσας διατάξεως του αριθμού 11 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη το επί μέρους πόρισμα και τις οικείες αιτιολογίες της από 13-8-2010 τεχνικής έκθεσης του τεχνικού συμβούλου Κ. Μ., κατά το οποίο πόρισμα "τμήμα του 5120 κληροτεμαχίου, όπως το αποτυπώνει η πραγ/νη αποτελεί τμήμα του Ελληνικού Δημοσίου", με αποτέλεσμα το εδαφικό αυτό τμήμα να περιληφθεί στο 5120 τεμάχιο της μερίδας του αναιρεσείοντα, το οποίο ως εκ τούτου, υπολείπεται κατά πολύ της αξίας που του προσέδωσε ο πραγ/νας και ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι άδικη κατά τη μερίδα που του επιδικάζει, καθόσον αν έκρινε ορθά θα έπρεπε για την εξίσωση των μερίδων να του επιδικάσει επιπλέον το ποσό των 240.000 ευρώ. Οι πλημμέλειες αυτές δεν αφορούν στο ότι δεν λήφθηκε υπόψη η τεχνική έκθεση, αλλά στο ότι δεν έγινε δεκτό το πόρισμα της και ως εκ τούτου στα πλαίσια της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ ΚΠολΔ είναι αλυσιτελείς και δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο, ενώ προσέτι πλήττουν την ανέλεγκτη, σύμφωνα με το άρθρο 561 ΚΠολΔ, κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων και δη της πραγ/νης και της τεχνικής έκθεσης, των οποίων η αποδεικτική αξία είναι ισοδύναμη (άρθρ.387, 390 και 340 ΚΠολΔ ΑΠ 179/2013), ενώ η συνεκτίμηση τους με άλλα αποδεικτικά μέσα αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 87/2013).
Επειδή, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται (ΑΠ 567/2013) ιδρύει τον από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος πάντως αυτός δεν ιδρύεται όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και όταν χρησιμοποιούνται για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και τη συναγωγή πραγματικών επιχειρημάτων, γιατί στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, εκφεύγουσα, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, του ακυρωτικού ελέγχου (Ολ.ΑΠ 9-13/2005, ΑΠ 567/2013, ΑΠ 92/2013, ΑΠ 87/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δέχθηκε ότι το απονεμηθέν (επιδικασθέν) στον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 5120 ακίνητο είναι προνομιούχο γιατί βρίσκεται σ' αυτό οικοδομή, ενώ τόσο το εν λόγω ακίνητο, όσο και τα λοιπά απονεμηθέντα σ' αυτό (αναιρεσείοντα) δεν είναι προνομιούχα, αφού βρίσκονται σε περιοχές εκτός σχεδίου πόλεως και είναι μη άρτια, και μη οικοδομήσιμα. Ο λόγος αυτός αιτώμενος την μη χρησιμοποίηση των, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, διδαγμάτων της κοινής πείρας για την εκτίμηση των ιδιοτήτων των απονεμηθέντων ακινήτων ως προνομιούχων και όχι για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή για την υπαγωγή σ' αυτούς (στους κανόνες δικαίου) πραγματικών περιστατικών είναι απαράδεκτος (Ολ.ΑΠ 9-13/2005). Τούτο ανεξάρτητα από το ότι δεν είναι δίδαγμα της κοινής πείρας, αλλά απλή διαπίστωση πραγματικών περιστατικών, το ότι ένα οικόπεδο εκτός σχεδίου πόλεως, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, υπολείπεται κατ' αξίαν ομοίου οικοπέδου με τις αντίθετες ιδιότητες. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν. Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στην ξεχωριστή δικαστική δαπάνη των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και του τρίτου, αφού αυτοί είχαν διαφορετική νομική εκπροσώπηση (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ - ΑΠ 609/2013), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-5-2011 αίτηση αναιρέσεως του Ε. Φ. του Σ., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 42/2011 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους και σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τον τρίτο από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
55 παρ. 1 και 19 Διανομή 799, 800 ΑΚ, 480, 480Α, 481 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Πως γίνεται. Η κρίση περί αυτούσιας διανομής ανέλεγκτη. Το δικαστήριο εξετάζει όλες τις πιθανές περιπτώσεις αυτούσιας διανομής. Αν τα μέρη είναι ίσα γίνεται κλήρωση. Μετά από αίτηση γίνεται επιδίκαση κοινής μερίδας. Αν τα μέρη άνισα καταβάλλεται αποζημ. για εξίσωση μερίδων. 17 παρ. 10 Ν. 1337/83 απαγορεύεται η μεταβίβαση αυθαιρέτου κτίσματος και του οικοπέδου στο οποίο έχει ανεγερθεί. Διαπίστωση του αυθαιρέτου κατά άρθρο 1 ΠΔ 5/83 με διαπιστωτική ατομική πράξη. Εξαιρούνται της κατεδαφίσεως όσα κρίθηκαν διατηρητέα και επιβλήθηκε πρόστιμο διατήρησης. 8 εδ. β 559 Κ.Πολ.Δ. Τα αποδεικτικά μέσα, όπως οι εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων δεν είναι πράγματα. Η αιτίαση αφορά στο ότι δεν έγινε δεκτό το πόρισμα και όχι στο ότι δεν λήφθηκε υπόψη αρ. 9 αδίκαστη αίτηση. Ως αιτήσεις θεωρούνται και οι διαδικαστικές αν είναι υποχρεωτικές. Ανέλεγκτη η κρίση περί αποδοχής πραγ/νης 11 περ. γ αφορά στο ότι δεν έγινε δεκτό το αποδεικτικό μέσο και όχι στο ότι δεν λήφθηκαν υπόψη. Κοινή πείρα αρθ. 559 αρ. 1 εδ.β δεν ιδρύεται ο λόγος όταν τα διδάγμ. χρησιμοποιούνται για έμμεση απόδειξη και για την διαπίστωση απλών πραγματικών γεγονότων.
|
Διανομή
|
Διανομή, Αυθαίρετη οικοδομή.
| 1
|
Αριθμός 1023/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Χρήστο Μιτκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Ο. του Γ., κατοίκου ..., o oποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πάσχο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/6/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2308/2005 του ιδίου Δικαστηρίου 8649/2006 μη οριστική και 7042/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2/6/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 11/3/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 και 2 του ν. 3127/2003 για την "τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2644/1998 για τη κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις" σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον: α)νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (17-3-2003) αδιαταράκτως για δέκα έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β)νέμεται, μέχρι της έναρξης ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στον χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. Οι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο μέχρι 2000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλυτέρου των 2000 τ.μ. οι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή. Περαιτέρω κατά το άρθρο 1042 ΑΚ, ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη, όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου που ανήκει στο Δημόσιο σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 του ν. 3127/2003, πρέπει ο νομέας μεταξύ άλλων με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά να έχει την πεποίθηση, χωρίς να τον βαρύνει βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και η πεποίθησή του αυτή πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο κτήσης της νομής του ακινήτου (ΑΠ 863/2011, ΑΠ 1271/2011). Ο νομέας θεωρείται κακής πίστεως μόνο αν γνωρίζει ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. Αν μεσολάβησε διαδοχή στη νομή, ο χρόνος νομής που διανύθηκε, με τις ίδιες προϋποθέσεις, στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου, συνυπολογίζεται στον χρόνο νομής του διαδόχου (ΑΠ 863/2011, ΑΠ 1271/2011). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 984 εδ.α και 989 εδ.α ΑΚ προκύπτει, ότι διατάραξη της νομής, η οποία υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά κάθε θετική πράξη, που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του (ΑΠ 210/2011) και ειδικότερα κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλ. όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις που μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών από την κυριότητα του πράγματος (ΑΠ 942/2012, ΑΠ 943/2012). Τέλος κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΑΠ 833/2013, ΑΠ 835/2013, ΑΠ 846/2013, ΑΠ 481/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα (Ολ.ΑΠ 20/2005) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 486/2013, ΑΠ 568/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή εκτιμώντας το σύνολο των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Επίδικο είναι ένα οικόπεδο εμβαδού 252,80 τμ, που κείται εντός του σχεδίου πόλεως του Δήμου Λαυρεωτικής Αττικής και συγκεκριμένα στο ΟΤ ..., στην περιοχή "..." ή "..." και στη συνοικία "..." του άνω Δήμου. Το οικόπεδο αυτό συνορεύει βορειοανατολικά επί πλευράς μήκους 16μ με την οδό ..., νοτιοανατολικά επί πλευράς μήκους 15,80 με την οδό ... (πρώην ...), νοτιοδυτικά επί πλευράς μήκους 16μ. με την οδό ... και βορειοδυτικά επί πλευράς μήκους 15,80 με ιδιοκτησία Ν. Π. Μ. ή Σ.. Το έτος 1963, ο Κ. Σ. Λ. ή Λ., που φερόταν κύριος αυτού, κατόπιν συμφωνίας μετά του πατέρα του εκκαλούντος, Γ. Ο., πώλησε το οικόπεδο αυτό ατύπως στον τελευταίο, σε αντάλλαγμα της προσφερόμενης προς αυτόν εργασίας του επί έτη και του παρέδωσε και τη νομή. Ο αγοραστής, Γ. Ο. άρχισε έκτοτε να νέμεται το οικόπεδο αυτό με διάνοια κυρίου, με τη θέληση, δηλαδή, να εξουσιάζει αυτό ως κύριος, ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του και στον προορισμό του πράξεις νομής, αλλά και με καλή πίστη, με την πεποίθηση, δηλαδή, ότι απέκτησε την κυριότητα επ' αυτού με την άνω άτυπη μεταβίβαση και ότι δεν προσβάλλει την κυριότητα άλλου επ ' αυτού ακόμη και του Ελληνικού Δημοσίου. Ο Γ. Ο., ειδικότερα, προέβη στον καθαρισμό του οικοπέδου αυτού, στην εμφύτευση του με ελαιόδενδρα, στην καλλιέργεια αυτών και στη συλλογή του ελαιοκάρπου τους, αλλά και στην κατασκευή εντός αυτού πρόχειρης αποθήκης από τσιμεντόλιθους και ελενίτ. Επιπλέον, στις 18.9.1978 υπέβαλε αίτηση στην Πολεοδομία Ανατολικής Αττικής και ζήτησε άδεια περιτοιχίσεως του οικοπέδου αυτού. Πράγματι εκδόθηκε η υπ' αριθμ. πρωτ. .../1978 άδεια και βάσει αυτής προέβη στις 14.10 1978 στην περιτοίχιση του. Κατά την περιτοίχιση όμως, ο Γ. Ο. επεκτάθηκε και προς την όμορη βορειοδυτικά του άνω οικοπέδου ιδιοκτησία των Ν. και Π. Μ. ή Σ., οπότε οι τελευταίοι προέβησαν στην κατεδάφιση της περιτοιχίσεως της πλευράς αυτής. Ο Γ. Ο. άσκησε κατ' αυτών ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαυρίου την από 20.11.1978 αίτηση του, επικαλούμενος ότι διαταράχθηκε η νομή του και ζήτησε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Παράλληλα, ο Οικονομικός Έφορος Λαυρίου, πληροφορηθείς την περιτοίχιση του άνω οικοπέδου, απέστειλε στην Υπηρεσία Πολεοδομίας το υπ' αριθμ. Πρωτ. 8367/14-10-1978 τηλεγράφημα, με το οποίο ζητούσε τη διακοπή των εργασιών και την ανάκληση της σχετικής άδειας, επικαλούμενος ότι, επ' αυτού "σφοδρά πιθανολογούνται δικαιώματα κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου". Ανάκληση της άδειας αυτής και διακοπή εργασιών δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, κατά τη συζήτηση της προαναφερόμενης αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων της 23-3-1979 το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κυρία παρέμβαση και ισχυρίσθηκε ότι το άνω οικόπεδο ανήκει στη νομή και κυριότητα του. Το Ειρηνοδικείο Λαυρίου, ενόψει της προβολής δικαιωμάτων υπό του Ελληνικού Δημοσίου, με την υπ' αριθμ: 52/1979 απόφαση του απέρριψε την άνω αίτηση, δεχόμενο ότι δικαιοδοσία προς τούτο έχει ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών. Μετά από αυτά, δεν αποδείχθηκε ότι ασκήθηκε σχετική αίτηση ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών υπό του Ελληνικού Δημοσίου ή του Γ. Ο.. Αποδείχθηκε όμως, ότι ο τελευταίος συνέχισε να νέμεται το παραπάνω οικόπεδο των 252,80 τμ με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, όπως και μέχρι τότε, καθ ' όσον η προβολή εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου για πρώτη φορά δικαιωμάτων επ' αυτού δεν απέκλεισε τη δυνατότητα να εμμείνει στη μέχρι τότε πεποίθηση του ότι κατέχει νομίμως το άνω ακίνητο. Στις 29.8.1979 το Ελληνικό Δημόσιο καταχώρησε έκταση του ΟΤ ..., εμβαδού 554,39 τμ, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο οικόπεδο, στο Βιβλίο Δημοσίων Κτημάτων της Οικονομικής Εφορίας Λαυρίου με ΑΒΚ 986, δεν έλαβε όμως μέτρα κατά του Γ. Ο. και των λοιπών νομέων του υπολοίπου τμήματος. Στη συνέχεια αποδείχθηκε, ότι ο Γ. Ο., κατόπιν παρακλήσεως του Α. Σ., που κατοικεί απέναντι από το επίδικο, επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ..., και συγγενεύει με αυτόν (εξάδελφος του συζύγου της θυγατέρας του) παραχώρησε, κατά χρήση, κατά το έτος 1997, τμήμα του επιδίκου οικοπέδου, εμβαδού 10 τμ περίπου, οριζόμενο επί πλευράς μήκους 5 μ επί της οδού ... και επί πλευράς 2μ επί της οδού ..., προκειμένου να κατασκευάσει επ' αυτού πρόχειρο κατάλυμα για τη στέγαση του κυνηγετικού σκύλου του. Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../30.9.1998 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Σούκουλη-Κουτσούκου, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία Μεταγραφών του Δήμου Λαυρεωτικής στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό 23, ο Γ. Ο. μεταβίβασε κατά κυριότητα το άνω οικόπεδο στο γιό του Ανδρέα Ορφανό, εκκαλούντα, λόγω γονικής παροχής. Ο εκκαλών, μόλις το άνω οικόπεδο περιήλθε σ' αυτόν, συνέχισε να το νέμεται, όπως και ο πατέρας του, δηλαδή με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, έχοντας την πεποίθηση, ότι απέκτησε την κυριότητα επ' αυτού και ότι δεν προσβάλλει την κυριότητα άλλου επ ' αυτού ακόμη και του Ελληνικού Δημοσίου, ενεργώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του και τον προορισμό του πράξεις νομής, όπως επίβλεψη, καθαρισμό, χρήση της επ' αυτού αποθήκης και ασκώντας όλα τα μέτρα προστασίας της έναντι τρίτων. Πιο συγκεκριμένα, ο προαναφερόμενος Α. Σ.ς, κατά παράβαση της άνω συμβάσεως χρησιδανείου, περί τον Οκτώβριο 1998, άρχισε να εναποθέτει επί του παραχωρηθέντος τμήματος διάφορα οικοδομικά υλικά και εργαλεία. Ο εκκαλών, μετά από αυτά, αφού κατήγγειλε τη σύμβαση χρησιδανείου, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαυρίου κατ' αυτού (Α. Σ.) την από 15.10.1998 αίτηση του με την οποία ζήτησε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, προκειμένου να του αποδοθεί το παραπάνω τμήμα. Το Ειρηνοδικείο Λαυρίου με την υπ' αριθμ. 17/1999 απόφαση του δέχθηκε την αίτηση αυτή και υποχρέωσε τον Α. Σ. να αποδώσει στον εκκαλούντα το τμήμα αυτό, το οποίο και πράγματι απέδωσε οικειοθελώς. Παράλληλα, ο Λ. Δ., πεθερός του Α. Σ., ο οποίος από τότε, που το Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε δικαιώματα επί του άνω οικοπέδου, επιζητούσε τη χρήση του, έχοντας υποβάλει προς τη Νομαρχία Ανατολικής Αττικής την από 29.8.1979 αίτηση του για τη μίσθωση του, γνωστοποίησε στην Κτηματική Υπηρεσία Ανατολικής Αττικής με την από 19.10.1998 αίτηση του την εκ μέρους του Γ. Ο. μεταβίβαση προς τον εκκαλούντα του επιδίκου οικοπέδου με το προαναφερόμενο συμβόλαιο. Ο Προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής συνέχεια εξέδωσε σε βάρος του εκκαλούντος το υπ' αριθμ. Πρωτ. 2/31.3.1999 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής. Κατά του πρωτοκόλλου αυτού ο εκκαλών άσκησε την από 5.4.1999 ανακοπή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λαυρίου και συγχρόνως με την από 6.4.1999 αίτηση του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε την αναστολή της εκτελέσεως του. Η εκτέλεση του παραπάνω πρωτοκόλλου ανεστάλη με την υπ' αριθμ. 29663/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά η ανακοπή του απορρίφθηκε τόσο με τη υπ1 αριθμ.123/1999 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαυρίου, όσο και με την υπ' αριθμ. 168/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, για τυπικούς λόγους και συγκεκριμένα κατά την αιτιολογία των αποφάσεων, διότι αυτή (ανακοπή) δεν επιδόθηκε στον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο. Παρόλα αυτά, ο εκκαλών, συνέχισε να νέμεται το επίδικο οικόπεδο, αφού δεν αποδείχθηκε, ότι εκτελέσθηκε το εις βάρος του εκδοθέν πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και μάλιστα με καλή πίστη, έχοντας την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα επ ' αυτού και ότι δεν προσβάλλει την κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επ' αυτού, καθ' όσον η έκδοση του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής σε βάρος του δεν απέκλεισε τη δυνατότητα να εμμείνει στη μέχρι τότε πεποίθηση του ότι απέκτησε κατά κυριότητα και κατέχει το άνω οικόπεδο νομίμως. Από όλα τα παραπάνω γενόμενα δεκτά αποδείχθηκε, ότι ο εκκαλών νέμεται το επίδικο οικόπεδο, που βρίσκεται μέσα στο σχέδιο πόλεως του Δήμου Λαυρεωτικής και δεν υπερβαίνει τα 2000 τμ, οπωσδήποτε επί τριάντα (30) έτη μέχρι την 19.3.2003, που δημοσιεύθηκε ο Ν 3127/2003, και συγκεκριμένα από το έτος 1963 και εφεξής, προσμετρώντας προς τούτο και το χρόνο νομής του δικαιοπάροχου πατέρα του, Γ. Ο., χωρίς να διαταραχθούν στη νομή τους επ' αυτού, υπό του εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, υπό την έννοια της θετικής πράξεως ή παραλείψεως, που να αποτελούν παρενόχληση τους στην άσκηση της νομής τους κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη καθ' όσον η προβολή και μόνον υπ ' αυτού δικαιώματος νομής επί του οικοπέδου στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, η καταχώρισή του ως δημοσίου κτήματος και η έκδοση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής δεν συνιστούν διαταρακτικές της νομής τους πράξεις. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε και ότι, κατά την κτήση της νομής του επιδίκου οικοπέδου, τόσο από το δικαιοπάροχο του εκκαλούντος, όσο και από τον ίδιο, αυτοί τελούσαν σε κακή πίστη. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι, κατά την κτήση της νομής, καθένας είχε την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα επ' αυτού και ότι δεν προσέβαλε την κυριότητα άλλου και δη του Ελληνικού Δημοσίου. Η κρίση αυτή, ειδικότερα, συνάγεται από το γεγονός, ότι κατά την κτήση της νομής του επιδίκου υπό του δικαιοπάροχου του εκκαλούντος το έτος 1963, αυτός δεν αποδείχθηκε ότι γνώριζε τα προβαλλόμενα δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου, αφού αυτά προβλήθηκαν το πρώτον το έτος 1979 στα πλαίσια της προαναφερόμενης δίκης περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, οπότε και το επίδικο καταχωρίσθηκε ως δημόσιο κτήμα και περαιτέρω, κατά την κτήση της νομής υπό του εκκαλούντος στις 30.9.1998, αυτός δεν αποδείχθηκε ότι γνώριζε την προβολή των άνω δικαιωμάτων, αφού αυτός το έτος 1979 ήταν μόλις επτά (7) ετών, το Ελληνικό Δημόσιο έκτοτε δεν προέβη σε κάποια εμφανή ενέργεια στο επίδικο οικόπεδο και η έκδοση σε βάρος του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής από αυτό έλαβε χώρα μετά την κτήση υπ ' αυτού της νομής του και συγκεκριμένα στις 31.3.1999.Και είναι μεν αληθές, ότι ο δικαιοπάροχος του εκκαλούντος υπέβαλε στις 21.11.1978 αίτηση προς τον Οικονομικό Έφορο Λαυρίου, με την οποία ζήτησε τη χορήγηση παραχωρητηρίου για το άνω οικόπεδο, αναφερόντος ότι νέμεται αυτό και ότι προσφέρεται στην καταβολή τιμήματος. Η αίτηση αυτή, όμως, ανεξαρτήτως του ότι προβάλλεται ότι παραπλανήθηκε από τον Οικονομικό Έφορο, ως προς το περιεχόμενο της, κατά την υποβολή της, δεν ασκεί επιρροή στην παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου, διότι υποβλήθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της κτήσεως της νομής υπ' αυτού και δεν μπορεί από αυτή και μόνον να συναχθεί αναγκαίως ότι ο δικαιοπάροχος του εκκαλούντος γνώριζε και κατά την κτήση της νομής του επιδίκου ότι δεν απέκτησε αυτά. Άλλωστε, η πεποίθηση του δικαιοπάροχου του εκκαλούντος και του ιδίου, ότι κατά την κτήση της νομής του επιδίκου απέκτησαν αυτή και ότι δεν προσέβαλαν την κυριότητα άλλου και δη του Ελληνικού Δημοσίου, δικαιολογείται και δεν ανάγεται σε βαρειά αμέλεια αυτών, καθόσον γύρωθεν του επιδίκου υπήρχαν οικόπεδα, που είχαν αποκτηθεί με μεταβιβαστικά της κυριότητας συμβολαιογραφικά έγγραφα από ιδιώτες και είχαν επ' αυτών ανεγερθεί οικοδομές, χωρίς να έχει προβληθεί αμφισβήτηση υπό του Ελληνικού Δημοσίου και περαιτέρω ο απώτερος δικαιοπάροχος του εκκαλούντος Κ. Σ. Λ. ή Λ. ήταν γνωστός κτηματίας της περιοχής και μάλιστα στο υπ' αριθμ. .../1868 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Λαμπράλη, με το οποίο μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως από το Μ. Π. προς το Χ. Σ., ακίνητο κείμενο στην περιοχή ... ή ... της περιφέρειας του χωρίου ... του Δήμου Λαυρίου, όπου και το επίδικο, αφού στους μεταγενέστερους μεταβιβαστικούς τίτλους του ιδίου ακινήτου και συγκεκριμένα στα υπ' αριθμ. .../1978 και .../1980 πωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Λαυρίου Κοσμά Αλιβιζάτου και στην υπ' αριθμ. .../1978 αποδοχή κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Λαυρίου Νικολάου Τζουμάκα αναφέρεται ότι ήδη αυτό κείται στο ΟΤ ... του Δήμου Λαυρεωτικής και προφανώς αφορά στο βορείως του επιδίκου κείμενο ακίνητο, μετά την παρεμβαλλόμενη ιδιοκτησία του Μ. ή Σ., ιδιοκτησία των κληρονόμων Σ., επί των οποίων ιδιοκτησιών, σημειωτέον έχουν ήδη ανεγερθεί πολυόροφες οικοδομές, αναφέρεται ότι συνορεύει νοτίως με ιδιοκτησία Σ. Κ. Λ.. Ενόψει όλων αυτών, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί αληθής ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου, ότι το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως, που περιήλθε σε αυτό κατά τους αναφερομένους στις έγγραφες προτάσεις του τρόπους, ανήκει στην κυριότητά του, διότι αυτό, φέροντας τον αριθμό 154 στον από 29.7.1888 πίνακα και διαγράμματα των Γ.Ν. και Ι.Π., που συντάχθηκαν, κατόπιν διαταγής του Υπουργείου Οικονομικών, για τα παραχωρηθέντα, τα αυθαιρέτως οικοδομηθέντα και τα μη εκποιηθέντα ακίνητα στη θέση "..." ή "..." της κωμοπόλεως Εργαστηρίων Λαυρίου", αναφέρεται ως μη εκποιηθέν, ο εκκαλών θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3127/2003, κύριος έναντι αυτού".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το μέρος που απέρριπτε την κυρία και εκ της προλαβούσης διατάξεως του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 βάση της αγωγής και αφού αναδίκασε την αγωγή, δέχθηκε κατά παραδοχή της βάσεώς της αυτής ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος είναι κύριος του επακριβώς περιγραφομένου και επιφανείας 252,80τ.μ. επίδικου ακινήτου, το οποίο βρίσκεται στη θέση "... ή ... ή ..." του Δήμου Λαυρεωτικής και στο ΟΤ ...αυτού, καθόσον ο ίδιος και οι δικαιοπάροχοί του νεμήθηκαν αυτό, με καλή πίστη για περισσότερο από τριάντα χρόνια, πριν την ισχύ του ν. 3127/2003 (17.3.2003), χωρίς να διαταραχθούν στη νομή τους από το αναιρεσείον - εναγόμενο Δημόσιο (αδιαταράκτως) υπό την έννοια της θετικής πράξεως ή παραλείψεως, καθόσον οι προκύψασες ενέργειες του τελευταίου (προβολή και μόνον δικαιώματος νομής σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, καταχώρηση του ακινήτου ως δημοσίου κτήματος, έκδοση Πρωτοκόλλου Διοικητικής Αποβολής) δεν συνιστούν διαταρακτικές, της νομής, πράξεις. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στη νομική σκέψη και του συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού. Ενόψει τούτων, ο περί του αντιθέτου και εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Επειδή, ο από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 609/2013, ΑΠ 834/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 4 του α.ν. 263/1968 (όπως αυτό συμπληρώθηκε με την παρ.1 του άρθρου 2 του ν. δ/τος 1154/1972 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 719/1977), με το να μην δεχθεί ότι εφόσον ο δικαιοπάροχος του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος Γ. Ο. υπέβαλε στον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο την από 21.11.1978 δήλωση εξαγοράς του επιδίκου, απώλεσε το ANIMUS της νομής, καθόσον με την ενέργειά του αυτή αναγνώρισε την κυριότητα του Δημοσίου, παραμείνας έκτοτε απλός κάτοχος, οπότε η μετά την αίτηση αυτή βούληση εξουσιάσεως του επιδίκου εκκίνησε νέο χρόνο χρησικτησίας, με αποτέλεσμα έκτοτε (21.11.1978) μέχρι της ισχύος του ν. 3127/2003 (19.3.2003) να μην έχει συμπληρωθεί, ο, κατά το νόμο αυτό, προσπορίζων κυριότητα, τριακονταετής χρόνος παραγραφής. Ο λόγος αυτός, που δεν αναφέρεται σε συνέπειες προβλεπόμενες από την επικαλούμενη διάταξη νόμου, αλλά σε εκτίμηση από το αναιρεσείον του πραγματικού γεγονότος της υποβολής δηλώσεως εξαγοράς, είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, του παραπάνω κανόνα δικαίου, πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, το οποίο ως προς το παραπάνω ζήτημα της δηλώσεως εξαγοράς - που σημειωτέον θα έπρεπε να υποβληθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από της ισχύος του ν. 719/10.10.1977, ήτοι μέχρι 11.10.1978 - έκρινε, όπως αναφέρεται στο εκτιθέμενο στον πρώτο λόγο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης διαφορετικά από το ότι το αναιρεσείον θεωρεί ορθό και συγκεκριμένα ότι η δήλωση αυτή δεν ασκεί επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου περί καλής πίστεως του δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, γιατί υποβλήθηκε σε χρόνο που είναι μεταγενέστερος εκείνου (χρόνου) που αυτός απέκτησε τη νομή, ήτοι του 1963 και ότι δεν μπορεί "από τη δήλωση αυτή και μόνο να συναχθεί αναγκαίως, ότι ο δικαιοπάροχος του εκκαλούντος (αναιρεσιβλήτου) γνώριζε και κατά την κτήση της νομής" την προβολή δικαιωμάτων του δημοσίου, οι ενέργειες του οποίου (Δημοσίου), όπως αναφέρεται στον πρώτο λόγο δεν συνιστούν διατάραξη. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρ.183 και 176 ΚΠολΔ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝ ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-6-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμό 7042/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Προϋποθέσεις Προϋποθέσεις άρθρου 4 παρ. 1 και 2 Ν. 3127/2003. Για ανίκητα μέχρι 2000τμ απαιτείται 10ετής νομή μέχρι ενάρξεως ισχύος του νόμου (19/3/2003) με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία ή τριακονταετής από το χρόνο αυτό αδιατάρακτη νομή, εκτός αν ο νομέας κατά την κτήση της νομής ήταν σε κακή πίστη. Προσμέτρηση χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Για ακίνητα μεγαλύτερα των 2000 τμ μόνο εάν στο ακίνητο υφίστατο κατά την 31.12.02 κτίσμα που κάλυπτε το 30% του ισχύοντος συντελεστή δόμησης 1042 ΑΚ. Πότε ο νομέας είναι σε καλή πίστη αριθμ. 1 αρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. δεν ιδρύεται ο λόγος όταν υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως κανόνα δικαίου πλήττεται η περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
|
Νομή
|
Αγωγή αναγνωριστική, Δημόσιο , Νομή.
| 0
|
Αριθμός 1024/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία του Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. ή Σ. συζ. Γ. Φ., το γένος Χ. Ζ., 2. Ε. συζ. Α. Φ., το γένος Χ. Ζ., και 3. Α. συζ. Γ. Φ., το γένος Χ. Ζ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κοσκινά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 185/2011 του ιδίου Δικαστηρίου και 1310/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5/6/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 11/3/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η ποιοτική και ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στο οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. καθόσον το δικαστήριο, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δικ. παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου. Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, πρέπει κατ' άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. για το παραδεκτό της προβολής του, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο, διαφορετικά ο λόγος είναι απαράδεκτος (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 834/2013). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 παρ. 1 ΚΠολΔικ. συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι μεταξύ άλλων, ο ενάγων να αναφέρει ότι κατέστη κύριος για ορισμένη αιτία, με συμβόλαιο και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του ήταν κύριος του ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Τέτοια περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνεται και με αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραμμα, υπό κλίμακα, που ενσωματώνεται στην αγωγή. Δεν είναι όμως αόριστο το δικόγραφο της αγωγής, στο οποίο δεν ενσωματώνεται τέτοιο τοπογραφικό διάγραμμα ή δεν αναφέρονται η ακριβής έκταση του ακινήτου, οι πλευρικές του διαστάσεις ή δεν κατονομάζονται οι γείτονές του εφόσον και χωρίς τα στοιχεία αυτά δεν δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του (ΑΠ 933/12). Εξάλλου εάν ο εναγόμενος αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντα και των προ αυτού κτητόρων, υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης και τον τρόπο κτήσης από το πρόσωπο αυτό της κυριότητος επί του επιδίκου, καταφεύγοντας αν υπάρξει ανάγκη σε πρωτότυπη κτήση [χρησικτησία] (ΑΠ 1080/12).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ) διαλαμβάνεται σ' αυτήν ότι οι ενάγουσες (αδελφές) έγιναν συγκύριες εξ αδιαιρέτου του ενδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ήτοι με κληρονομική διαδοχή, αλλά και με πρωτότυπο κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, ως νεμηθείσες οι ίδιες και η δικαιοπάροχός τους Ε. συζ. Γ. Δ. το ακίνητο, με καλή πίστη αδιαταράκτως και με νόμιμο τίτλο επί δέκα έτη πριν από την ισχύ του νόμου αυτού (19-3-2003), άλλως με καλή πίστη και αδιαταράκτως επί τριάντα έτη πριν από τον χρόνο αυτό. Ότι το επίδικο που έχει επιφάνεια 525,42 τμ βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ... στο συνοικισμό "...", εντός του εγκεκριμένου Σχεδίου Πόλεως και στο 173ο οικοδομικό τετράγωνο, στο οποίο φέρει τον αριθμό 25 και επί της οδού ..., αριθμός 40. Στη συνέχεια αναφέρεται στην αγωγή ότι το ακίνητο εμφαίνεται στο από Οκτωβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Μ. και γίνεται περιγραφή της εις το διάγραμμα αυτό αποτύπωσης, χωρίς το διάγραμμα αυτό να προσαρτάται στην αγωγή. Πλην όμως από τη μη προσάρτηση αυτή καμία αμφιβολία δεν γεννάται ως προς την ταυτότητα του ακινήτου, αφού τούτο επακριβώς προσδιορίζεται από την όλη περιγραφή. Επομένως η αγωγή ως προς την περιγραφή του ακινήτου περιείχε τα κατά το άρθρο 216 παρ.1 εδ. β Κ.Πολ.Δικ. στοιχεία και ήταν ορισμένη, παρά την μη προσάρτηση στο σώμα του δικογράφου, του, ως εκ περισσού, επικαλουμένου τοπογραφικού διαγράμματος. Ενόψει τούτων ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το σκέλος του, που με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 14 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της μη κηρύξεως ακύρου του δικογράφου της αγωγής, λόγω αοριστίας (ένεκα μη ακριβούς περιγραφής του επιδίκου ακινήτου του οποίου εδιώκετο η αναγνώριση της κυριότητος), όπως τούτο είχε ζητηθεί πρωτοδίκως και με λόγο εφέσεως πρέπει όσο αφορά την εκ του αριθμού 14 πλημμέλεια να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ όσον αφορά την εκ του αριθμού 19 ως απαράδεκτος, καθόσον η επικαλουμένη πλημμέλεια αφορά στην παραβίαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δικ, η οποία δεν ελέγχεται από τη διάταξη του αριθμού 19, που αφορά σε παραβίαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 802/2012). Περαιτέρω ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδει αοριστία στην αγωγή γιατί δεν αναφέρει τον αντισυμβληθέντα με την απώτερη δικαιοπάροχο των εναγόντων Ε. συζ. Κ. Μ., το γένος Δ. Δ., στο υπ' αριθμ. .../5.9.1939 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Αθανασίου Γαρταγάνη, ανεξάρτητα από το ότι είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν έχει υποβληθεί στα δικαστήρια της ουσίας, είναι και αλυσιτελής, καθόσον οι βάσεις της αγωγής περί παραγώγου εκ κληρονομίας και περί πρωτοτύπου εκ του άρθρου 4 του Ν. 2407/2003 καλύπτονται από τους επικαλουμένους και νομίμως μεταγραμμένους τίτλους ιδιοκτησίας, ήτοι την υπ' αριθμ. .../7.11.2007 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβ/φου Αθήνας Ευφροσύνης Δημ. Κατή και το υπ' αριθμ. .../7.7.1952 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Ιωάννου Κουτσογιαννόπουλου, ενώ η επίκληση του υπ' αριθμ. .../5.9.1939 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμ/φου Αθηνών Αθανασίου Γαρταγάνη γίνεται ως εκ περισσού αφού αφορά σε χρόνο προγενέστερο της 10ετίας ή της 30ετίας από της ισχύος του Ν 2407/2003, η δε επικαλουμένη έλλειψη επιτρεπτά συμπληρωνόταν από τις αποδείξεις, ήτοι το συμβόλαιο, που περιλαμβανόταν στα προσκομισθέντα έγγραφα.
Επειδή η νομική αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 179/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και κατ' εκτίμηση των όσων εκτίθενται σ' αυτόν, με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατά παραβίαση των διατάξεων του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου και του άρθρου 21 του Ν. 21 - 6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" δέχθηκε ως ορισμένη την αγωγή, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που εξετίθεντο στην ιστορική βάση της, δεν ήταν αρκετά για την υπαγωγή της στις παραπάνω διατάξεις, ώστε να κριθεί εάν μέχρι τις 12 - 9 -1915 στο επίδικο ασκούσαν νομή οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών - αναιρεσιβλήτων και συνακόλουθα αν είχε συμπληρωθεί χρησικτησία στο πρόσωπό τους και εις βάρος του αναιρεσείοντος Δημοσίου, δεδομένου ότι το επίδικο ήταν δασική έκταση. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αναγνωριστική συγκυριότητας του επιδίκου ακινήτου αγωγή των εναγουσών, είχε βάση χρησικτησίας από τις παραπάνω, προϋσχύσασες του Αστικού Κώδικα διατάξεις, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε, καθόσον η επικουρική βάση της αγωγής επικαλούνταν χρησικτησία κατά το άρθρο 4 του Ν. 3127/2003. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ 10 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν το δικαστήριο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη". Ο λόγος αυτός στηρίζεται στην παράβαση του καθιερωμένου με το άρθρο 106 Κ.Πολ.Δικ. συστήματος συζητήσεως, κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που είχαν προταθεί και αποδειχθεί. Ειδικότερα ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχθηκε "πράγματα", ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη αυτή. (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1738/2012). Δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξατομικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποιά έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 567/2013). Εξ ετέρου ο κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του [ανεπαρκείς αιτιολογίες] ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία] - (ΑΠ 833/2013, ΑΠ 568/2013). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 197/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατέληξε χωρίς απόδειξη στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η δικαιοπάροχος των εναγουσών - αναιρεσιβλήτων αφού κατείχε και νεμόταν από το έτος 1952 μέχρι το θάνατό της (8-3-2007) το επίδικο, το οποίο βρίσκεται εντός σχεδίου πόλης και σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923, με νόμιμο τίτλο (.../7.7.52 συμβόλαιο συμ/φου Αθηνών Ιωάννου Κουτσογιαννόπουλου) για χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της δεκαετίας και με καλή πίστη, δηλαδή με την πεποίθηση που δεν οφειλόταν σε βαριά αμέλειά της, ότι απέκτησε την κυριότητά του, έγινε κυρία αυτού. Ότι η απόφαση δεν αιτιολογεί από ποιά περιστατικά κατέληξε στο πόρισμα αυτό και στο ζήτημα της καλής πίστης της δικαιοπαρόχου των εναγουσών και συνακόλουθα των ίδιων. Ο λόγος αυτός, ως αιτίαση από τη διάταξη του αριθμού 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. είναι αβάσιμος, καθόσον στην προσβαλλομένη απόφαση προσδιορίζονται αναλυτικά τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, από τη συνεκτίμηση των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ενώ, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν χρειαζόταν να αξιολογεί κάθε επί μέρους αποδεικτικό μέσο. Ο ίδιος λόγος ως αιτίαση από τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου είναι απαράδεκτος, καθόσον οι επικαλούμενες ελλείψεις ανάγονται στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, όπως δεν αμφισβητείται, διατυπώνεται πλήρως και σαφώς και κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη οι ελλείψεις αυτές δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού μόνο ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 Κ.Πολ.Δικ'.) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του Εις.Ν.Κ.Πολ.Δικ. και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.6.2012 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1310/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ποιοτική και ποσοτική αοριστία της αγωγής. Ελέγχεται με αρ. 14 αρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. Στοιχεία αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής. Η περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνεται και με αποτύπωση σε τοπογραφικό διάγραμμα προσαρτώμενο στην αγωγή. Δεν υπάρχει αοριστία αν παρά των μη προσάρτηση του επικαλούμενου τοπογραφικού προκύπτει η ταυτότητα του ακινήτου. Η αοριστία πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας. Αοριστία όχι με 559 αρ. 19 που αφορούσε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Η νομική αοριστία ελέγχεται με 559 αρ.1 Λόγος στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως είναι απαράδεκτος 559 αρ.10 "πράγματα" χωρίς απόδειξη 559 αρ. 19. Ελλείψεις αναγόμενες στην στάθμιση των αποδείξεων δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
|
Δημόσιο
|
Αγωγή αναγνωριστική, Αοριστία αγωγής, Δημόσιο .
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1015/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη), Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Μαρία Βασιλάκη, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου και Βασίλειο Καπελούζο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. I. S. του G., κατοίκου ..., 2. Γ. Κ. του Π., κατοίκου ... και 3. Δ. Π. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ηρειώτη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 9683, 9941, 10.084α/2012, 1112/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Α. Μ. του Κ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γιαννάκη Ιωάννου, 2. Α. Χ. του Ε., που δεν παρέστη, 3. Α. Γ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δρούγκα, 4. Β. Κ. του Λ., που δεν παρέστη. 5. Γ. σύζ. Σ. Κ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δρούγκα, 6. Γ. Ξ. του Δ. (ατομικώς και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα για τον ανήλικο Γ. Ξ. του Δ.), κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δρούγκα, 7. Δ. Π. του Ι., που δεν παρέστη, 8. Ε. Α. του Κ., η οποία εμφανίσθηκε χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο και δήλωσε παρούσα, 9. Ε. χήρα Π. Κ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δρούγκα, 10. Ε. Π. του Ν., που δεν παρέστη, 11. Ε. Κ. του Σ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δρούγκα, 12.Ι. Γ. του Χ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δρούγκα, 13. Ι. Τ. του Ι., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μαυροειδή, 14. Ι. Μ. του Ν., που δεν παρέστη, 15. Ι. σύζ. Γ. Ξ., (ατομικώς και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα για τον ανήλικο Γ. Ξ. του Δ.), κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δρούγκα, 16. Κ. Α. του Ν., που δεν παρέστη, 17. Κ. Κ. του Σ., κάτοικος ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δρούγκα, 18. Λ. Μ. του Λ., που δεν παρέστη, 19. Λ. Α. του Π., που δεν παρέστη, 20. Λ. Μ. του Λ., που δεν παρέστη, 21.Μ. συζ. Μ. Θ. το γένος Μ., που δεν παρέστη, 22. Μ. Θ. του Χ., που δεν παρέστη, 23. Ν. Μ. του Κωνσταντίνου, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γιαννάκη Ιωάννου, 24. Ν. Π. του Ι., που δεν παρέστη, 25. Π. Α. του Φ., που δεν παρέστη, 26. Π. Μ. του Κ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γιαννάκη Ιωάννου, 27. Σ. σύζ. Χ. Γ., (ατομικώς και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα για τον ανήλικο Γ. Ξ. του Δ.), κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δρούγκα, 28. Σ. Π. του Γ., που δεν παρέστη, 29. Σ. Κ. του Κ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δρούγκα, 30. Φ. Λ. του Π., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δρούγκα, 31. Χ. Β., που δεν παρέστη, 32. Χ. Ξ. του Γ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δρούγκα, 33. Χ. Γ.-Γ. (ατομικώς και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα για τον ανήλικο Γ. Ξ. του Δ.), κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δρούγκα, 34. Χ. Ε.-Χ. του Ι., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δρούγκα, 35. Χ. Θ. του Μ., που δεν παρέστη και 36. Χ. Σ. του Ν., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δρούγκα.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 5 Μαρτίου 2013, τρεις (3) αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 341/2013.
Αφού άκουσε
Τους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 5-3-2013, (υπ' αριθμό πρωτ. 1754/5-3-2013, 1756/5-3-2013 και 1755/5-3-2013) αιτήσεις αναιρέσεως των 1) I. S., 2) Γ. Κ. και 3) Δ. Π. αντίστοιχα, που ασκήθηκαν με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στρεφόμενες κατά της υπ' αριθμό 9683, 9941, 10084α/2012, 1112/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, είναι παραδεκτές, (άρθρα 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ. 2) και πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς. Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από τις ανωτέρω διατάξεις εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται: α) μη καταβολή από τον δράστη της επιβαλλομένης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές, της κοινής πείρας και λογικής, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών του περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια), και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ποινικής ευθύνης θεμελιώνεται στην μη καταβολή της προσήκουσας, κατά την προδιαληφθείσα νομική έννοια, προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) εκ της οποίας επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά συνιστά σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε αυτού, τότε, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος δια παραλείψεως τελουμένου, απαιτείται και η συνδρομή των ουσιαστικών όρων του άρθρου 15 ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία διάταξη συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση εγκλήματος δια παραλείψεως τελεσθέντος, δεν αρκεί η ύπαρξη γενικής νομικής υποχρεώσεως προς παροχή συνδρομής για την πρόληψη του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλ' απαιτείται να υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, της οποίας το περιεχόμενο συνίσταται ειδικώς στην αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος δι' ιδίων ενεργειών του δράστη, ως υπέχοντος, έναντι της εννόμου τάξεως, θέση εγγυητή της διαφυλάξεως του δια του άνω αποτελέσματος προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επελεύσεως του βλαπτικού για ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρος, διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνδεομένων με ορισμένη έννομη θέση του υποχρέου προς ενέργεια, γ) από ειδική σχέση, δυνάμενη να θεμελιωθεί είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε σε προηγουμένη ενέργεια του υπαιτίου της παραλείψεως, δια της οποίας αυτός αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, εκ της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του βλαπτικού αποτελέσματος. Όταν δε, το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο συνδρομής αμελείας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων, κατά το λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον πάντως το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ αμελείας, που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της απόφασης και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και, αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Τέλος, η αιτιολογία της απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως της απόφασης αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 9683, 9941, 10084α/2012, 1112/2013 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (Πλημ/των), που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, 1) I. S., Αρχιχειριστή των ιπτάμενων πληρωμάτων, της Κυπριακής Αεροπορικής Εταιρείας με την επωνυμία "HELIOS AIRWAYS LIMITED", 2) Γ. Κ., Διευθυντή πτητικής εκμετάλλευσης, με καθήκοντα εποπτείας και επίβλεψης των ιπταμένων πληρωμάτων της παραπάνω εταιρείας και 3) Δ. Π., Διευθύνοντα Σύμβουλο της παραπάνω Κυπριακής Αεροπορικής Εταιρείας, της πράξης, της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, κατά συρροή, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 α και ε και τους καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως εκατό είκοσι δύο (122) ετών, έκαστο, εκ των οποίων εκτιτέα είναι τα δέκα (10) έτη. Την παραπάνω ποινή, μετέτρεψε σε χρηματική, προς 10 Ευρώ ημερησίως. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ήτοι, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, των ανωμοτί καταθέσεων των πολιτικώς εναγόντων των απολογιών των κατηγορουμένων και των εγγράφων που αναγνώστηκαν, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Στις 14-8-2005 και ώρα 06.07' (πρωί) το με αριθμό νηολογίου Κύπρου ... επιβατικό αεροσκάφος "Ο..." με 115 επιβάτες και έξη μέλη πληρώματος εκ των οποίων Κυβερνήτης ήταν H. J. M. και Συγκυβερνήτης ο Χ. (Π.) Χ., ξεκίνησε την προγραμματισμένη πτήση του από το αεροδρόμιο της Λάρνακας Κύπρου για την Πράγα Τσεχίας, μέσω του αεροδρομίου "Ελευθέριος Βενιζέλος", στα Σπάτα Αττικής. Επρόκειτο για αεροπλάνο εργοστασίου κατασκευής BOEING, τύπου 737-300, είχε κατασκευαστεί το έτος 1998 και το είχε παραλάβει από Γερμανική εταιρεία, με σύμβαση μίσθωσης η εταιρεία ΗΛΙΟΣ, προς εκμετάλλευση, εκδόθηκε, δε, από την πολιτική αεροπορία Κύπρου το απαιτούμενο πιστοποιητικό πτητικής ικανότητας του αεροσκάφους, διετούς διάρκειας (από 16-4-2004 έως 15-4-2006). Το αεροσκάφος είχε αφιχθεί στο αεροδρόμιο της Λάρνακας στις 0.25' π.μ. της 14-8-2005, προερχόμενο από το αεροδρόμιο Χίθροου του Λονδίνου. Κατά την πτήση εκείνη το πλήρωμα θαλάμου επιβατών παρατήρησε και κατέγραψε στο ημερολόγιο παρατηρήσεων του θαλάμου επιβατών ότι "το στεγανωτικό παρέμβυσμα στην πίσω δεξιά πόρτα εξυπηρέτησης παγώνει και ακούγονται δυνατοί κτύποι κατά τη διάρκεια της πτήσης". Η καταγραφή αυτή μεταφέρθηκε στο τεχνικό ημερολόγιο του αεροσκάφους ως εξής: "η πίσω δεξιά πόρτα εξυπηρέτησης χρήσει πλήρους επιθεώρησης". Ως εκ τούτου, ο τέταρτος κατηγορούμενος, μηχανικός αεροσκαφών (εδάφους) που είχε προσληφθεί από την εταιρεία ΗΛΙΟΣ για να εκτελεί εργασία συντήρησης στα αεροσκάφη, προέβη σε έκτακτη εργασία συντήρησης του αεροσκάφους. Αυτός, αφού έκανε οπτική επιθεώρηση της πίσω δεξιάς πόρτας εξυπηρέτησης, στη συνέχεια προέβη σε έλεγχο διαρροής συμπίεσης του θαλάμου επιβατών. Για τον τελευταίο αυτό έλεγχο χρειάστηκε να θέσει τον ρυθμιστή συμπίεσης του πίνακα οργάνων του αεροσκάφους από τη θέση αυτόματο στη θέση χειροκίνητο, προκειμένου με δική του παρέμβαση να συμπιέσει τον αέρα του αεροσκάφους. Στη χειροκίνητη θέση (Manual) παρέμεινε ο διακόπτης. Τις ενέργειες στις οποίες προέβη ο ως άνω δ' κατηγορούμενος τις καταχώρησε ως εξής: "Θύρα και περιβάλλων χώρος ελέχθησαν. Καμιά παρατήρηση. Ο έλεγχος συμπίεσης έγιναν με τη μέγιστη διαφορική πίεση. Η βαλβίδα ασφαλείας ενεργοποιείται στα 8.25 p.s.i. Δεν υπήρξαν διαρροές ούτε αφύσικοι ήχοι". Το αεροπλάνο αποδεσμεύτηκε για την επόμενη πτήση στις 03.15' ώρα της 14.8.2005 χωρίς τεχνικό πρόβλημα. Πρέπει να λεχθεί ότι τα αεροσκάφη πετούν συνήθως σε ύψος όπου οι αέριες μάζες είναι αραιές (και ως εκ τούτου δεν υπάρχει εκεί επαρκές οξυγόνο) και γι' αυτό υπάρχει σύστημα συμπίεσης στα αεροσκάφη, σχεδιασμένο να διατηρεί την εσωτερική πίεση του θαλάμου σε ύψος έως 8.000 ποδών, που είναι ασφαλές επίπεδο για τους επιβάτες. Εάν το ύψος καμπίνας δεν είναι ασφαλές, τότε οι επιβάτες θα πάθουν υποξία και θα χάσουν τις αισθήσεις τους. Η συμπίεση του αεροσκάφους επιτυγχάνεται ως εξής: Ο αέρας εισέρχεται στο αεροπλάνο μέσω ρεύματος αέρα από τους κινητήρες του αεροπλάνου, διοχετεύεται στα συγκροτήματα κλιματισμού, συντηρεί την πίεση του αεροσκάφους και τελικώς εκρέει μέσω της βαλβίδας εκροής. Οι πιλότοι ελέγχουν τη διαδικασία συμπίεσης μέσω οργάνων στο θάλαμο διακυβέρνησης. Η συμπίεση του θαλάμου ρυθμίζεται είτε αυτομάτως είτε με χειροκίνητο τρόπο. Σε αεροσκάφος, που λειτουργεί το σύστημα συμπίεσης, υπάρχει διαφορά μεταξύ του ύψους του αεροσκάφους (δηλ. της απόστασης του από το επίπεδο της θάλασσας) και του ύψους του θαλάμου, που είναι το ύψος στο θάλαμο, που επιτυγχάνεται με το σύστημα συμπίεσης. Η διαφορά μεταξύ του ύψους του αεροσκάφους και του (επιτευχθέντος με τη συμπίεση) ύψους θαλάμου αναφέρεται ως διαφορική πίεση. Ο αέρας περνά μέσα από τα packs του συστήματος κλιματισμού και μετά διανέμεται στο εσωτερικό του αεροσκάφους. Το σύστημα ψύξης του ηλεκτρονικού εξοπλισμού βασίζεται κυρίως σε δύο αγωγούς, έναν εισερχόμενο αέρα και έναν εξερχόμενον αέρα. Υπάρχουν δύο ανεμιστήρες, ένας για κάθε αγωγό. Το σύστημα παράγει κρύο αέρα και βγάζει ζεστό αέρα. Όταν ο διακόπτης επιλογής του τρόπου συμπίεσης του αεροσκάφους τεθεί στο αυτόματο (auto) ή στο Alternative (ALT), τότε ο υπολογιστής ανοίγει και κλείνει αυτόματα τη βαλβίδα εκροής αέρα, ώστε το ύψος θαλάμου να μη υπερβαίνει το επιθυμητό ύψος των 8.000 ποδιών (f.t.). Στην περίπτωση, που δεν λειτουργεί ούτε ο αυτόματος (auto) ούτε ο ALT τρόπος, το πλήρωμα του θαλάμου διακυβέρνησης πρέπει να θέσει τον διακόπτη επιλογής του τρόπου συμπίεσης στη θέση Manual (MAN) δηλ. στον χειροκίνητο τρόπο, και πρέπει να ρυθμίζεται χειροκίνητα η βαλβίδα εκροής αέρα, με τη χρήση του ελατηριωτού διακόπτη που βρίσκεται ακριβώς επάνω από τον διακόπτη επιλογής πίεσης. Έτσι το πλήρωμα χειροκίνητα μπορεί να ρυθμίζει τη βαλβίδα εκροής αέρα και κατά συνέπειαν την πίεση του θαλάμου. Όταν ο διακόπτης επιλογής του τρόπου συμπίεσης, βρίσκεται στη θέση ΜΑΝ (manual), η βαλβίδα εκροής δεν λειτουργεί αυτόματα, αλλά παραμένει στη θέση, που επελέγη την τελευταία φορά. Όταν επιλέγεται η θέση ΜΑΝ, πράσινο φως με την ένδειξη "MANUAL" ανάβει στην κορυφή του πίνακα ελέγχου πίεσης θαλάμου. Όταν αυτό το πράσινο φως είναι αναμμένο, είναι ξεκάθαρα ορατό στο πλήρωμα του θαλάμου διακυβέρνησης. Ο πίνακας ελέγχου πίεσης θαλάμου βρίσκεται στον πίνακα οργάνων υπεράνω των χειριστών (forward overhead panel). Ο πίνακας, ύψους θαλάμου είναι εύκολα ορατός και στους δύο κυβερνήτες και βρίσκεται περίπου σαράντα πέντε (45) εκατοστά (cm) μπροστά στα μάτια του συγκυβερνήτη, η δε θέση του κυβερνήτη είναι αριστερά και του συγκυβερνήτη δεξιά. Όλοι οι πίνακες ελέγχου, που θα αναφερθούν εν προκειμένω, είναι εύκολα ορατοί και από τους δύο χειριστές (Κυβερνήτη-Κ1 και Συγκυβερνήτη Κ2). Το σύστημα του κύριου προειδοποιητικού σηματοδότη αποσκοπεί να ειδοποιήσει το πλήρωμα του θαλάμου διακυβέρνησης (Π.Θ.Δ.) δηλ. τους χειριστές (Κ1 και Κ2), όταν ανάβουν προειδοποιητικές λυχνίες και όταν χρειάζεται να κατευθύνει την προσοχή τους στον σχετικό πίνακα οργάνων. Εάν μία προειδοποιητική ένδειξη (φωτεινή) είναι αναμμένη στον υπεράνω των χειριστών πίνακα, ανάβει η προειδοποιητική ένδειξη "OVERHEAD". Τότε οι χειριστές πρέπει να κοιτάξουν για να διαπιστώσουν ποια συγκεκριμένη προειδοποιητική ένδειξη είναι αναμμένη στο πίνακα. Στη συνέχεια, η ορθή διαδικασία είναι να σβήσουν την ένδειξη του κύριου προειδοποιητικού σηματοδότη, πιέζοντας το κουμπί "reset". Αυτή η ενέργεια επιτρέπει την εκ νέου ενεργοποίηση του συστήματος του κύριου προειδοποιητικού σηματοδότη και την εκ νέου ειδοποίηση των χειριστών στην περίπτωση, που ανάψει κάποια άλλη προειδοποιητική ένδειξη. Όταν υπάρχει πρόβλημα με το ύψος θαλάμου και ανάβει αυτό στα 14.000 πόδια (f.t.), τότε α) οι μάσκες του θαλάμου των επιβατών (όχι και του θαλάμου διακυβέρνησης) πέφτουν αυτόματα (μπροστά από κάθε επιβάτη) και β) ανάβουν οι προειδοποιητικές φωτεινές ενδείξεις στο θάλαμο διακυβέρνησης (ανάβει ο κύριος φωτεινός σηματοδότης "overhead" και παρουσιάζεται η φωτεινή ένδειξη στον υπεράνω των χειριστών πίνακα "PASS OXY ON". (Η ένδειξη "overhead" ανάβει ακριβώς πάνω μπροστά στον συγκυβερνήτη και σε σημείο εύκολα ορατό από τον Κυβερνήτη). Ο κύριος προειδοποιητικός σηματοδότης προτρέπει τους χειριστές να κοιτάξουν τον υπεράνω των χειριστών πίνακα. Εκεί είναι αναμμένη η ένδειξη "PASS OXY ON", που ειδοποιεί ότι πέφτουν οι μάσκες στο θάλαμο των επιβατών και δηλώνει το πρόβλημα με τη συμπίεση και την έλλειψη οξυγόνου. Μετά τον εντοπισμό της αναμμένης λυχνίας, "PASS OXY ON" το πλήρωμα του θαλάμου διακυβέρνησης (δηλ. ο κυβερνήτης και ο συγκυβερνήτης) θα πρέπει να πατήσει το κουμπί "RESET" του κύριου προειδοποιητικού σηματοδότη, ώστε να επανεργοποιήσει το σύστημα του κύριου προειδοποιητικού σηματοδότη, για την περίπτωση που αυτός πρέπει να ειδοποιήσει για άλλο πρόβλημα, που τυχόν εμφανιστεί εν συνεχεία. Το πλήρωμα του θαλάμου διακυβέρνησης, δηλ. οι Κ1 και Κ2, έπρεπε να εκτελέσουν υποχρεωτικά καθήκοντα στο θάλαμο διακυβέρνησης πριν από την απογείωση. Αυτά περιγράφονται στις τυποποιημένες διαδικασίες λειτουργίας (στο επιχειρησιακό εγχειρίδιο ιπτάμενου πληρώματος FCOM σελ. ΝΡ 11.21.14.16 TR Νο2 25/7/2005 Κεφ. Κανονικές διαδικασίες-Εισαγωγή καθήκοντα πληρώματος). Κατ' αρχάς ο συγκυβερνήτης (Κ2) είναι υποχρεωμένος να διεξάγει προετοιμασία του προ πτήσης ελέγχου του θαλάμου διακυβέρνησης. Κατ' αυτήν έπρεπε να επιβεβαιώσει ότι ο επιλογές του τρόπου συμπίεσης είχε τεθεί στη θέση AUTO δηλ. η συμπίεση ρυθμίζεται κατά τον αυτόματο τρόπο. Η συνηθισμένη θέση του διακόπτη αυτού είναι AUTO με την οποία απογειώνεται και προσγειώνεται το αεροπλάνο. (Στη χειροκίνητη θέση τοποθετείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν υπάρχει βλάβη στο αυτόματο σύστημα). Ο συγκυβερνήτης της εκτελώντας κατά το στάδιο αυτό την check list (δηλ. τον κατάλογο ελέγχου για λειτουργία) όφειλε, πρωτίστως, να επιβεβαιώσει τη θέση του εν λόγω επιλογέα στο AUTO και ο Κυβερνήτης να ελέγξει τον Συγκυβερνήτη ότι πράγματι καλώς έκανε την επιβεβαίωση. Ο Συγκυβερνήτης όμως δεν ακολούθησε την εν λόγω τυποποιημένη διαδικασία πτητικής λειτουργίας (sop) και επίσης αγνόησε τη λυχνία, που ήταν αναμμένη με πράσινο χρώμα με τη λέξη MANUAL, η οποία ήταν ξεκάθαρα ορατή αφού ήταν στη διαβάθμιση briglit (φωτεινή). Έτσι, η βαλβίδα εκροής στο σύστημα συμπίεσης δεν θα λειτουργούσε αυτόματα και παρέμεινε στην εν μέρει ανοικτή κατάσταση, στην οποία αφέθηκε κατά την αναφερθείσα συντήρηση του αεροσκάφους. Η εν μέρει ανοικτή βαλβίδα εκροής θα εμπόδιζε τη συμπίεση του θαλάμου, εκτός αν το πλήρωμα χρησιμοποιούσε χειροκίνητα τον ελατηριωτό διακόπτη για τη βαλβίδα εκροής. Στη συνέχεια, κατά την εκτέλεση του προεκκίνησης καταλόγου ελέγχου (από τον συγκυβερνήτη, με έλεγχο του Κυβερνήτη), επίσης δεν τοποθέτησαν τον ως άνω επιλογέα στη θέση AUTO. Στο στάδιο αυτό επίσης απαιτείται (από τις τυποποιημένες διαδικασίες λειτουργίας) επιβεβαίωση ότι τα συστήματα κλιματισμού και συμπίεσης έχουν ρυθμιστεί σωστά. Αφού επιβεβαιωθεί αυτό, ο Συγκυβερνήτης απαντά ότι τα συγκροτήματα κλιματισμού και το σύστημα παροχής αέρα είναι ενεργά (ΟΝ) και το σύστημα συμπίεσης είναι ρυθμισμένο (SET). Το σύστημα συμπίεσης είναι ρυθμισμένο σωστά, μόνο όταν ο επιλογέας τρόπο συμπίεσης είναι στη θέση AUTO και στην περίπτωση αυτή δεν ήταν. Η επόμενη ευκαιρία να διορθώσουν τη θέση του επιλογέα ήταν κατά την εκτέλεση του μετά την απογείωση καταλόγου ελέγχου (check list). Δηλαδή σε τρεις υποχρεωτικές διαδικασίες το πλήρωμα θαλάμου διακυβέρνησης δεν τοποθέτησε στη σωστή θέση, δηλ. στο AUTO, τον επιλογέα του τρόπου συμπίεσης, και δεν αντελήφθησαν το λάθος τους μολονότι ήταν αναμμένη η πράσινη λυχνία με τα γράμματα MANUAL. Δεν έθεσαν εν γνώσει τους τον επιλογέα στο ΜΑΝ (χειροκίνητο-manual), αφού δεν υπήρχε κανένας λόγος γι' αυτό (δεν υπήρχε βλάβη σου συστήματος αυτού, δεν υπήρχε σημείωση στο τεχνικό ημερολόγιο του αεροσκάφους να χρησιμοποιηθεί ο χειροκίνητος τρόπος συμπίεσης). Με τον επιλογέα στο ΜΑΝ και χωρίς χειροκίνητες ενέργειες για συμπίεση, δεν θα συμπιεζόταν το αεροπλάνο κατά την άνοδο του. αφού εκτέλεσαν τους ως άνω καταλόγους ελέγχου (check list) που αναφέρθηκαν και με τον τρόπο που αναφέρθηκαν, απογειώθηκε στις 06.07'.13'' ώρα. Στις 06.12'.38'' ώρα και ενώ το αεροσκάφος βρισκόταν σε ύψος 12.040 ft, ήχησε το προειδοποιητικό σήμα ύψους θαλάμου. Πρόκειται για μία δυνατή σειρήνα, διακεκομμένου ήχου, που ηχεί σε δύο περιπτώσεις. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν το αεροσκάφος τροχιοδρομεί στο έδαφος για να υπενθυμίσει στο πλήρωμα ότι κάποια ενέργεια δεν έχει γίνει σύμφωνα με την check list (δηλ. την εκτέλεση του καταλόγου ελέγχου) για την απογείωση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, το αεροπλάνο δεν βρισκόταν στο στάδιο της τροχιοδρόμησης στο έδαφος, αλλά στον αέρα, ήδη στα 12.040 πόδια, στο ύψος δηλ. εκείνο που η συμπίεση του θαλάμου δεν είναι η κανονική και ασφαλής, εάν δεν έχει αυτή ρυθμιστεί κατά αυτόματο ή χειροκίνητο τρόπο. Εάν ηχεί η σειρήνα αυτή κατά τη διάρκεια της πτήσης (δηλ. εάν το αεροπλάνο έχει εγκαταλείψει το έδαφος και βρίσκεται στον αέρα) επισημαίνει κατάσταση ανάγκης στο αεροπλάνο, δηλαδή έλλειψη οξυγόνου. Αυτές είναι οι δύο περιπτώσεις, που ηχεί στον συγκεκριμένο τύπο αεροπλάνου η συγκεκριμένη σειρήνα. Η πρώτη περίπτωση είχε αποκλειστεί, αφού το αεροπλάνο είχε εγκαταλείψει το έδαφος, επομένως ήταν η δεύτερη περίπτωση. Σύμφωνα με το εταιρικό εγχειρίδιο τυποποιημένων διαδικασιών λειτουργίας (sops) σελ. 51, μη κανονικές διαδικασίες - 9.11, σύστημα αέρα - 5.8.2005 και το εγχειρίδιο τυποποιημένων διαδικασιών της κατασκευάστριας εταιρείας, οι πιλότοι έπρεπε να φορέσουν τις μάσκες οξυγόνου (που δεν πέφτουν αυτόματα στο θάλαμο διακυβέρνησης) προκειμένου, λόγω έλλειψης οξυγόνου, να αποφύγουν την κατάσταση υποψίας, στην οποία, (αν δεν λάβουν οξυγόνο), θα περιέλθουν σε τρία λεπτά περίπου. Στη συνέχεια έπρεπε να ελέγξουν το σύστημα συμπίεσης, είτε να επιλέξουν τη λειτουργία του στο αυτόματο (auto) είτε να χειριστούν τον ελατηριωτό διακόπτη του συστήματος και να επαναφέρουν χειροκίνητα τη συμπίεση του αεροσκάφους στα φυσιολογικά όρια και εάν ο έλεγχος της συμπίεσης δεν είναι εφικτός, να προβούν σε άμεση κάθοδο του αεροσκάφους στα 10.000 πόδια. Αυτοί όμως δεν αντιλήφθηκαν ότι υπήρχε πρόβλημα αποσυμπίεσης και την εξέλαβαν λανθασμένα σαν προειδοποιητική σειρήνα διαμόρφωσης απογείωσης (αυτό ήταν λάθος για έναν σωστά εκπαιδευμένο πιλότο, καθόσον η σειρήνα αυτή, όταν το αεροσκάφος βρίσκεται στον αέρα δεν είναι προειδοποιητική σειρήνα διαμόρφωσης απογείωσης - αφού η απογείωση είχε ήδη γίνει - αλλά σημαίνει αποκλειστικά πρόβλημα με το σύστημα συμπίεσης). Ενόψει της ως άνω λανθασμένης αυτής αντίληψης, το πλήρωμα του θαλάμου διακυβέρνησης απέμπλεξε τον αυτόματο πιλότο οκτώ δευτερόλεπτα αργότερα και εν συνεχεία, ενέπλεξε αυτόν μετά από τέσσερα (4) δευτερόλεπτα. Οκτώ δευτερόλεπτα δε αργότερα, απεμπλάκη ο αυτόματος μοχλός ισχύος και οι μοχλοί ισχύος τοποθετήθηκαν σε θέση χαμηλότερης ισχύος και σε εννέα δευτερόλεπτα ενεπλάκη εκ νέου ο αυτόματος πιλότος (οι ενέργειες αυτές γίνονται πριν την απογείωση). Τρία δευτερόλεπτα αργότερα η Νο2 ραδιοσυσκευή χρησιμοποιήθηκε για επικοινωνία με την Επιμελητεία Πτήσεων της εταιρείας ΗΛΙΟΣ. Στις 06.14'.11'' ώρα σε ύψος 15.966 ft ο Κ1 επικοινώνησε με την Επιμελητεία Πτήσεων και ανέφερε (ενεργοποιημένο το προειδοποιητικό σήμα διαμόρφωσης απογείωσης" (take off configuration warning on) και "εκτός ενεργείας το κύριο και εναλλακτικό σύστημα ψύξης εξοπλισμού" (cooling equipment normal and alternate off line). Ο Επιμελητής Πτήσεων ζήτησε από τον μηχανικό εδάφους της ΗΛΙΟΣ, τον τέταρτο κατηγορούμενο, να επικοινωνήσει με τον Κ1. Ο Κ1 ανέφερε σ' αυτόν: "οι ενδεικτικές λυχνίες του ανεμιστήρα ψύξης ηλεκτρονικού εξοπλισμού ήταν σβησμένες. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι ο Κυβερνήτης ασχολήθηκε με το σύστημα ψύξης του ηλεκτρονικού εξοπλισμού και όχι με το σύστημα συμπίεσης. Ο μηχανικός εδάφους απάντησε: "αυτό είναι φυσιολογικό" και ζήτησε από τον Κ1 να επιβεβαιώσει το πρόβλημα διότι δεν έβγαζε νόημα. Ο Κ1 απάντησε: "δεν είναι σβησμένες". Καθώς η απάντηση του Κ1 ήταν ακατανόητη για το μηχανικό εδάφους (τρίτο κατηγορούμενο), αυτός του ζήτησε να επιβεβαιώσει ότι πίνακας ελέγχου συμπίεσης ήταν επιλεγμένος στη θέση AUTO. Ο Κ1, χωρίς να απαντήσει, ρώτησε: "που είναι οι ασφάλειες του κυκλώματος ψύξης του εξοπλισμού;". Και ο μηχανικός απάντησε: "πίσω από το κάθισμα του Κυβερνήτη". Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας του Κυβερνήτη (Κ1) με το κέντρο επιχειρήσεων της εταιρείας ΗΛΙΟΣ, έπεσαν οι μάσκες οξυγόνου στο θάλαμο των επιβατών (στον θάλαμο διακυβέρνησης δεν πέφτουν οι μάσκες αλλά τις τραβούν οι Κυβερνήτες). Οι μάσκες οξυγόνου έπεσαν σε ύψος αεροσκάφους περίπου 18.000 f.t. (ποδιών). Τότε άναψε η σχετική προειδοποιητική λυχνία "PASS OXY ON" στον πίνακα, που βρίσκεται μπροστά και επάνω από τους χειριστές. Η ένδειξη "overhead" ήταν ήδη αναμμένη από τη λυχνία, που προηγουμένως είχε ανάψει για το πρόβλημα ψύξης. Η επικοινωνία του Κ1 και του μηχανικού εδάφους περατώθηκε στις 06.20'.21'' ώρα, όταν το αεροσκάφος βρισκόταν στα 28.900 f.t. Λίγο αργότερα, ο Επιμελητής πτήσεων της εταιρείας ΗΛΙΟΣ κάλεσε το πλήρωμα του αεροσκάφους αυτού χωρίς να λάβει απάντηση. Στις 06.23'.32'' ώρα, το αεροσκάφος οριζοντιώθηκε στο ΕΠ 340. Ακολούθησαν πολλές κλήσεις, το αεροσκάφος δεν απαντούσε, συνέχισε δε τη διαδρομή του προς Αθήνα στο ΕΠ 340 ακολουθώντας το σχέδιο πτήσης κατ' ευθείαν στο RDS VOR μέσω αεροδιαδρόμου UL995 στα σημεία RIPII-VARIX-KEA VOR. Στις 07.20'.50'' ώρα η πτήση πέρασε στο ΚΕΑ VOR και ξεκίνησε διαδικασία ενόργανης προσέγγισης για προσγείωση. Στις 08.23'.51'' ώρα στη διάρκεια του έκτου κύκλου της διαδικασίας κράτησης, το αεροσκάφος αναχαιτίστηκε από δύο αεροπλάνα F-16 της ελληνικής πολεμικής αεροπορίας. Τα F-16 είχαν εκ του σύνεγγυς οπτική επαφή με τη πτήση κατά τη διάρκεια της κράτησης στα 34.000 πόδια (ft). Ο χειριστής του F-16 ανέφερε στις 08.32' ώρα ότι η θέση του Κ1 ήταν κενή (καθόσον αντίθετα στις sops αυτός σηκώθηκε από το κάθισμά του). Στη θέση του Κ2 ήταν ο συγκυβερνήτης πεσμένος πάνω στο χειριστήριο χωρίς μάσκα οξυγόνου. Δύο επιβάτες στην αριστερή πλευρά του αεροσκάφους ήταν καθισμένοι ακίνητοι με τις μάσκες οξυγόνου, επιπλέον φαίνονταν εκτεταμένες μάσκες οξυγόνου. Δεξιά άλλος επιβάτης φορούσε μάσκα. Στις 08.49' ώρα κατά τη διάρκεια του δέκατου κύκλου κράτησης ο χειριστής του F-16 παρατήρησε άτομο να εισέρχεται στο θάλαμο διακυβέρνησης να κάθεται στη θέση του Κ1 να φορά τα ακουστικά και να απλώνει τα χέρια του στον πίνακα οργάνων. Το άτομο αυτό ήταν ο φροντιστής Α. Π., μέλος του πληρώματος της καμπίνας επιβατών, που είχε άδεια χειριστή αεροσκάφους. Αυτός μόλις τότε κατόρθωσε να ανοίξει την πόρτα του πιλοτηρίου (που ανοίγει με κωδικό) και εξέπεμψε στις 08.54'.18'' κλήση κινδύνου MAYDAY και μετά λίγα δευτερόλεπτα όμοια κλήση, με εξασθενημένη φωνή. Στις 08.49'.50'' ώρα έσβησε ο αριστερός κινητήρας. Το αεροσκάφος έκανε αριστερή κλειστή στροφή και κατευθύνθηκε βόρεια. Άρχισε η κάθοδος. Στις 08.59'.20''ώρα, η πορεία του αεροσκάφους άλλαξε σε νοτιοδυτική. Η κάθοδος συνεχίστηκε και στις 08.59'.47'' ώρα σε ύψος 7.084 πόδια έσβησε και ο δεξιός κινητήρας (από έλλειψη καυσίμων έσβησαν όλοι οι κινητήρες). Μετά το αεροσκάφος συνέχισε να κατέρχεται σε πολύ μεγάλο βαθμό και προσέκρουσε σε λόφο, στις 09.03'.32'' ώρα στην περιοχή του Γραμματικού Αττικής. Όλοι οι επιβάτες και τα μέλη του πληρώματος, τα ονόματα των οποίων αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, οι οποίοι μέχρι τότε είχαν καρδιακή και αναπνευστική λειτουργία, είχαν όμως χάσει τις αισθήσεις τους λόγω της υποξίας, πλην του Α. Π., που είχε κάνει χρήση φιαλών οξυγόνου και δεν έχασε τις αισθήσεις του) θανατώθηκαν από τις βαριές σωματικές κακώσεις, που υπέστησαν κατά την πρόσκρουση του αεροσκάφους στο έδαφος. Όπως αναλυτικά εκτέθηκε, το ατύχημα αυτό προκλήθηκε επειδή ο Κυβερνήτης και ο Συγκυβερνήτης μη τηρώντας τις τυποποιημένες διαδικασίες λειτουργίας, όπως αυτές επιβάλλονται από τα εγχειρίδια λειτουργίας της κατασκευάστριας εταιρείας BOEING και της εκμεταλλευομένης εταιρείας "ΗΛΙΟΣ" δεν έθεσαν τον επιλογέα του τρόπου συμπίεσης του αεροσκάφους στη θέση Auto δηλ. την αυτόματη θέση και μάλιστα στα διαδοχικά στάδια, που αναλυτικά αναφέρθηκαν τηρώντας τον κατάλογο ελέγχου για λειτουργία (check list). Περαιτέρω, δεν συμβουλεύτηκαν τον υπεράνω των χειριστών πίνακα, όπου ήταν αναμμένη η πράσινη προειδοποιητική λυχνία. Κατά την άνοδο του αεροσκάφους, το πλήρωμα του θαλάμου διακυβέρνησης (οι Κ1 και Κ2) δεν έλεγξαν το ύψος του θαλάμου, τη διαφορική πίεση, τα όργανα ρυθμού μεταβολής της στον πίνακα ύψους θαλάμου. Όλα αυτά θα τους υπεδείκνυαν ότι η συμπίεση του θαλάμου δεν γινόταν. Περαιτέρω, τα αυτιά των έμπειρων χειριστών θα έπρεπε να αντιληφθούν το πρόβλημα με την έλλειψη της συμπίεσης. Εν συνεχεία δεν συμβουλεύτηκαν τον κύριο προειδοποιητικό σηματοδότη, όπου άναψε η ένδειξη "overhead", όταν έφτασαν στα 17.000 πόδια, καθόσον τότε, λόγω της ελαττωμένης πυκνότητας του αέρα ενεργοποιήθηκε η ένδειξη "off" στις λυχνίες ψύξης του ηλεκτρονικού εξοπλισμού. Η ένδειξη overhead (αφού δεν την έσβησαν) παρέμεινε αναμμένη και όταν άναψε η ένδειξη "PASS OXY ON" (όταν έπεσαν οι μάσκες) την οποία ένδειξη επίσης δεν αντελήφθησαν. Σύμφωνα με τον μη κανονικό κατάλογο ελέγχου του αεροσκάφους (cabin altitude morning of rapid depressurization), το πρώτο βήμα της από μνήμης διαδικασίας των πιλότων, όταν αρχίσει να ηχεί η αναφερθείσα σειρήνα στον αέρα, είναι να φορέσουν οι πιλότοι τις μάσκες οξυγόνου, που έχουν ανά πάσα στιγμή διαθέσιμες στο θάλαμο διακυβέρνησης. Οι μάσκες αυτές μπορούν να φορεθούν μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Από τη στιγμή, που θα φορεθούν οι μάσκες, το πλήρωμα του θαλάμου διακυβέρνησης έχει ξεχωριστή παροχή οξυγόνου και δεν περιέρχεται σε υποξία. Η ΗΛΙΟΣ είχε σχετικές οδηγίες για τους πιλότους στα εταιρικά της εγχειρίδια (όπως και η BOEING). Τόνιζε δε την ανάγκη άμεσης τοποθέτησης των μασκών όταν ηχεί η προειδοποιητική σειρήνα ύψους θαλάμου και τις συνέπειες από τη μη ορθή αντίδραση του πληρώματος. Μη τηρώντας όμως οι πιλότοι τις ως άνω τυποποιημένες διαδικασίες, υπέστησαν υποξία, που επέρχεται σε διάστημα τριών περίπου λεπτών από το χρόνο έλλειψης οξυγόνου στο θάλαμο. Περαιτέρω, οι επιβάτες, που φόρεσαν τις μάσκες οξυγόνου μόλις αυτές έπεσαν, είχαν παροχή οξυγόνου για δώδεκα περίπου λεπτά. Το πλήρωμα του θαλάμου επιβατών γνώριζαν ότι με την πτώση των μασκών το αεροπλάνο έπρεπε να αρχίσει να κατεβαίνει, όχι όμως να συνεχίσει να ανεβαίνει. Οι διαδικασίες, που πρέπει να κάνει το ΠΘΕ (πλήρωμα θαλάμου επιβατών) ώστε να αντιμετωπίσει περιπτώσεις, που ο χειριστής καθίσταται μη ικανός για εκτέλεση των κα8θηκόντων του, περιγράφονται στο εταιρικό εγχειρίδιο ασφαλείας πτήσεων (κεφάλαιο 4, μη κανονικές λειτουργίες, σελίδες FSM 4-75 έως 4-77). Υποδεικνύουν δε στο πλήρωμα θαλάμου επιβατών να κτυπήσει τη θύρα του θαλάμου διακυβέρνησης και αν δεν λάβει απάντηση να αποκτήσει πρόσβαση στο θάλαμο διακυβέρνησης βάσει των ειδικών επιφανειών επείγουσας ανάγκης που υπάρχουν πάνω στη θύρα. Το εν λόγω πλήρωμα όμως δεν απέκτησε πρόσβαση στο θάλαμο διακυβέρνησης, μολονότι έβλεπε το αεροσκάφος να ανέρχεται ραγδαία (ενώ έπρεπε να κατέρχεται) μετά την πτώση των μασκών οξυγόνου και να μη γίνεται καμιά ανακοίνωση από τους πιλότους, γνώριζε δε ότι η παροχή οξυγόνου στις μάσκες θα τερματιστεί μετά από 12 περίπου λεπτά. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, ο κυβερνήτης και ο συγκυβερνήτης δεν ενήργησαν σύμφωνα με τις τυποποιημένες διαδικασίες (sop's), όπως όφειλαν, η ευλαβική τήρηση των οποίων είναι απαραίτητη για μια ασφαλή πτήση, δηλ. δεν έκαναν σωστά τρεις φορές τον κατάλογο ελέγχου (check list) εν συνεχεία δεν αντελήφθηκαν το πρόβλημα, που αντιμετώπιζαν, το οποίο ήταν ξεκάθαρο για κάθε εκπαιδευμένο πιλότο και υπήρχε προς τούτο σειρά ενδείξεων αφ' ενός ηχητικών (που τις παρανόησαν) και αφ' ετέρου οπτικών (ενδείξεις στον πίνακα) που δεν τις έλαβαν υπόψη. Απέτυχαν να συνεργαστούν μεταξύ τους για να επιλύσουν το πρόβλημα ο δε Κ1 αντίθετα μες τις τυποποιημένες διαδικασίες σηκώθηκε από το κάθισμα του για να ψάξει τις ασφάλειες. Το δε πλήρωμα θαλάμου επιβατών επίσης δεν συνεργάστηκαν μεταξύ τους και με τους πιλότους. Ειδικότερα το πλήρωμα δεν εφάρμοσε τις αρχές της καλής γνώσης της αεροπορικής τέχνης, δεν εφάρμοσε τις τυποποιημένες διαδικασίες λειτουργίας όπως προκύπτουν από τα εγχειρίδια της εκμεταλλευόμενης εταιρείας και της κατασκευάστριας εταιρείας και δεν αξιοποίησαν το δυναμικό των διαθεσίμων ανθρώπινων μέσων (CRM) που περιλαμβάνει τη συλλογική εργασία των πιλότων, σύμφωνα με τις τυποποιημένες διαδικασίες λειτουργίας την παρακολούθηση των ενεργειών καθενός και την εύρεση λύσης, ώστε να μη συνεχίσει να υπάρχει ένα επικίνδυνο πρόβλημα. Πρέπει να σημειωθεί ότι μέχρι το χρόνο του ατυχήματος αυτού είχαν σημειωθεί τριακόσιες (300) περιπτώσεις αποσυμπίεσης αεροσκαφών διαφόρων εταιρειών, αλλά μόνο δύο κατέληξαν σε συντριβή, γιατί τις υπόλοιπες φορές το πλήρωμα συνεργάστηκε και αντιμετώπισε το πρόβλημα. Η καλή γνώση των συστημάτων προειδοποίησης του αεροσκάφους (warnings systems) μετά από ενδελεχή τέτοια εκπαίδευση στον εξομοιωτή του κυβερνήτη και του συγκυβερνήτη, η ικανότητά τους να εντοπίσουν αμέσως το πρόβλημα, να ενεργήσουν σύμφωνα με τις τυποποιημένες διαδικασίες ως ομάδα, που θα ήταν και αυτό επακόλουθο της σωστής εκπαίδευσής τους, θα είχε ως επακόλουθο να αποφύγουν το ατύχημα. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η διπλή χρήση της ίδιας σειρήνας δεν δημιουργεί παρανόηση σε ένα καλά εκπαιδευμένο πλήρωμα αφού είναι ξεκάθαρο ότι αυτή ηχεί στο έδαφος μόνο όταν υπάρχει πρόβλημα στη διαμόρφωση της απογείωσης, στον δε αέρα για ένα και μόνο λόγο, όταν υπάρχει πρόβλημα με τη συμπίεση του αεροσκάφους. Ο συγκεκριμένος τύπος αεροσκάφους με την ως άνω διπλή χρήση της σειρήνας είναι ο πλέον συνηθισμένος στις περισσότερες αεροπορικές εταιρείες και οι χειριστές εκπαιδεύονται για να εκτελούν με ασφάλεια τις πτήσεις σ' αυτό. Μετά το ατύχημα της εταιρείας "ΗΛΙΟΣ" η Boeing βελτίωσε τον συγκεκριμένο τύπο αεροσκάφους καθιερώνοντας διαφορετικό ήχο σειρήνας για κάθε περίπτωση (όπως άλλωστε συνέβαινε με άλλους τύπους αεροσκαφών της όπως τα airbus). Περαιτέρω, κανένα τεχνικό πρόβλημα δεν παρουσίαζε το συγκεκριμένο αεροσκάφος κατά την τελευταία του (μοιραία) πτήση αφού τα διάφορα προβλήματα, που είχε παρουσιάσει στο παρελθόν διορθώνονταν, με σπουδαιότερο από όλα το συμβάν της αποσυμπίεσης στις 16.12.2004 κατά το οποίο ο τότε κυβερνήτης του Robert Lascelles ενήργησε σύμφωνα με τους κανονισμούς αναγκαστική κάθοδο στα 10.000 πόδια, και μετά ταύτα αντικαταστάθηκε το σύστημα συμπίεσης, και το σύστημα κλιματισμού αυτού. Ο πίνακας των οργάνων συμπίεσης του αεροσκάφους, με τον επιλογέα του τρόπου συμπίεσης πάνω σ' αυτόν, βρέθηκε σχεδόν ανέπαφος μέσα στα συντρίμια του αεροσκάφους από τα μέλη της επιτροπής διερεύνησης ατυχημάτων και ασφαλείας πτήσεων, όπου ο πρόεδρος αυτής Α. Τ. (ήδη συνταξιούχος Κυβερνήτης) και τα λοιπά μέλη αυτής έσπευσαν αμέσως μετά το ατύχημα τον βρήκαν, τον εξέτασαν οπτικά και τον φωτογράφισαν. Τα μέλη της επιτροπής αυτής επιβεβαίωσαν με το πόρισμα της (που αναγνώσθηκε) ότι ο δείκτης θέσης του κομβίου επιλογής τρόπου συμπίεσης βρέθηκε να έχει στραφεί πέραν από τη θέση MAN κατά περίπου 7 mm, λόγω της πρόσκρουσης. Ο ως άνω πίνακας εστάλη στο εργαστήριο εξοπλισμού της Boeing στο Seattle, όπου μετά από εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι ο εν λόγω επιλογές ήταν στη θέση ΜΑΝ, ο δε διακόπτης με ελατηριωτή επιστροφή για τον χειροκίνητο χειρισμό της βαλβίδας εκροής αέρα βρέθηκε λειτουργικά εντάξει. Ο διακόπτης αυτός ήταν από την αρχή της πτήσης στο ΜΑΝ και δεν μετατοπίστηκε λόγω της πρόσκρουσης στο έδαφος, όπως οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται. Αυτό επιβεβαιώθηκε από τις καταγραφές του ολοκληρωμένου κυκλώματος ΝΥΜ (ολοκληρωμένο κύκλωμα μνήμης), που δεν χάνει τα δεδομένα σε περίπτωση διακοπής της ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο δεν είχε υποστεί βλάβη, ούτε δυσλειτουργούσε. Αποδεικνύεται επίσης μέσω των καταγραφών αυτών ότι κατά την πτήση αυτή, το σύστημα ελέγχου συμπίεσης θαλάμου δεν είχε βλάβη ή δυσλειτουργία, ότι λειτουργούσε σε χειροκίνητη θέση (manual mode) η οπίσθια βαλβίδα εκροής αέρος, οι βαλβίδες του συστήματος κλιματισμού, καθώς και ότι οι βαλβίδες εκροής αέρα από τους κινητήρες ήταν σε θέση μη κλειστή (not closed). Επίσης βρέθηκαν στα συντρίμμια οι λυχνίες (χρώματος πρασίνου) της οπτικής προειδοποίησης "MANUAL". Μετά από εργαστηριακή εξέταση, που έγινε στο εργοστάσιο της Ελληνικής Πολεμικής αεροπορίας, διαπιστώθηκε ότι διήρχετο ηλεκτρική ενέργεια από τη λυχνία "MANUAL" όταν επήλθε η θραύση της λόγω πρόσκρουσης του αεροπλάνου στο έδαφος δηλ. τότε ήταν αναμμένη. Ευρέθηκαν δε τα συστήματα ψύξης ηλεκτρονικού εξοπλισμού λειτουργικά εντάξει, σε αμφότερες τις θέσεις, το διακόπτη NORMAL και ALTERNATE, με τις αντίστοιχες φωτεινές ενδείξεις ανέπαφες. Με τα ανωτέρω συμφωνούν και τα συμπεράσματα από την αναπαράσταση της ίδιας πτήσης μετά το ατύχημα από την αναφερθείσα επιτροπή διερεύνησης ατυχημάτων. Πρέπει να αναφερθεί ότι το πόρισμα της Ελληνικής επιτροπής διερεύνησης ατυχημάτων και ασφάλειας πτήσεων δεν έχει αμφισβητηθεί από καμιά δημόσια αρχή. Μόνο η αεροπορική εταιρεία A Jet (που είναι η διάδοχος εταιρεία της εταιρείας ΗΛΙΟΣ) ζήτησε από την ιδιωτική Καναδική εταιρεία A.I.R. (Accident Investigation Research Inc) να επανεξετάσει το αναφερθέν πόρισμα. Η Καναδική αυτή εταιρεία συνέταξε την από 5 Μαρτίου 2012 τεχνική της έκθεση, σύμφωνα με την οποία ο διακόπτης κατά την ώρα του ατυχήματος ήταν στο AUTO. Η A Jet Aviation L.t.d. υπέβαλε την έκθεση αυτή στην επιτροπή διερεύνησης ατυχημάτων της Κύπρου. Η εν λόγω επιτροπή της Κύπρου έστειλε την εν λόγω έκθεση στην επιτροπή διερεύνησης ατυχημάτων της Ελλάδος, με το ερώτημα εάν πρέπει να επαναληφθεί η διερεύνηση του ατυχήματος. Η επιτροπή αυτή της Ελλάδας έστειλε αυτήν στις ΗΠΑ, ελέγχθηκε η υπόθεση από την BOEING και την πολιτική αεροπορία και εστάλη η από 12 Ιουλίου 2012 επιστολή στην Επιτροπή διερεύνησης ατυχημάτων και ασφαλείας πτήσεων της Ελλάδος. Ανέγραφε δε πως το κρατικό συμβούλιο ασφαλείας μεταφορών ΗΠΑ (ΚΣΑΜ) σε συντονισμό με την BOEING και τη διοίκηση πολιτικής αεροπορίας FAA (federal aviation administration δηλ. υπηρεσία πολιτικής αεροπορίας των ΗΠΑ) σαν σύμβουλος του ΚΣΑΜ, στον κύριο ισχυρισμό της A.I.R. στη διερεύνηση αυτή, μελέτησε την αναφορά της A.I.R. και πιστεύει ότι τα συμπεράσματα της είναι αστήρικτα και συνεπώς δεν υφίσταται βάση να ανοιχθεί εκ νέου η διερεύνηση του ατυχήματος. Η συνημμένη αναφορά της BOEING παρέχει λεπτομερείς απαντήσεις για κάθε κύριο ισχυρισμό αναφοράς της A.I.R. Ενόψει αυτών αλλά και του συνόλου του αποδεικτικού υλικού της προκειμένης δίκης, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος προσκομιδής του πίνακα με τα κομβία συμπίεσης καθώς και αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης για να διαλευκανθεί η υπόθεση, αφού το αποδεικτικό υλικό είναι επαρκές, απορριπτομένων των σχετικών αιτημάτων για έκδοση μη οριστικής απόφασης. Ο Κυβερνήτης H. J. M. ήταν ηλικίας 59 ετών, κατείχε πτυχίο χειριστή εναερίων γραμμών, που εξεδόθη σύμφωνα με το JAR-FCL από τη Γερμανική Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας στις 27-2-1991. Το πτυχίο χειριστή, η ειδικότητα πτήσης δι' οργάνων κατηγορίας ΙΙΙ και οι ικανότητες τύπου επί των Boeing 737-300 και 800, που κατείχε, ίσχυαν έως τις 4-6-2006. Είχε παρακολουθήσει από το 1966 έως το 1970 κολέγιο μηχανικών στη Δρέσδη της Ανατολικής Γερμανίας, έλαβε δε πτυχίο χειριστή αεροσκάφους-μηχανικού. Κατείχε, επίσης, πτυχίο χειριστού εναερίων γραμμών, που είχε εκδοθεί από την Υ.Π.Α. της ανατολικής Γερμανίας, το 1970. Από το 1970 έως το 1978 εργαζόταν ως συγκυβερνήτης στην Ανατολική Γερμανία, στην αεροπορική εταιρεία Interflug και από το 1978 έως το 1991 ως κυβερνήτης στην ίδια εταιρεία, η οποία διέθετε ρωσικά αεροπλάνα. Μετά την ενοποίηση της Γερμανίας, εργάστηκε σε ευρωπαϊκές εταιρείες. Το 1992 έως το 1994 εργάστηκε ως Κυβερνήτης στις Saarland Airlines, εκπαιδεύτηκε δε, στη Maersk στη Δανία, το 1996 εργάστηκε ως Κυβερνήτης στην air Berlin και στη συνέχεια ως Κυβερνήτης στη Virgin Express, στη Falion air, στη Sabena, στην Easy Jet, στη Blue bird cargo. Από τον Μάϊο του 2004 έως τον Οκτώβριο του 2004 εργάστηκε στην ΗΛΙΟΣ σε Β 737-300 και 800, από τον Δεκέμβριο του 2004 έως τον Ιανουάριο του 2005 στην Travel Services, από τον Μάρτιο του 2005 έως τον Μάιο του 2005 στην Channel express, τον Μάιο του 2005 μέχρι το ατύχημα στην "ΗΛΙΟΣ". Το πιστοποιητικό υγείας, που κατείχε είχε ισχύ έως τις 9-10-2005. Είχε συνολική πτητική πείρα, σε όλους τους τύπους αεροσκαφών, 16.900 ώρες, 100 ώρες σε αεροπορική σχολή, χρόνο δε πτήσης σε τύπο αεροπλάνου Boeing 737 5.500 ώρες. Η τελευταία επαναληπτική του εκπαίδευση έγινε στις 4.6.2005, η τελευταία εξέταση επί γραμμής στις 12.6.2005, η τελευταία εκπαίδευση CRM στις 2.6.2005, το τελευταίο LPC / OPC στις 4.6.2005. Ο χρόνος απασχόλησης του στην ΗΛΙΟΣ, κατά τα επίσημα στοιχεία, ήταν μέσα στα επιτρεπόμενα όρια και τις τελευταίες 24 ώρες πριν την επίδικη πτήση είχε αναπαυθεί. Ήταν ικανός χειριστής, αυστηρός, αλλά συστηματικά παρέκλινε από τις τυποποιημένες διαδικασίες (sop's) και δεν συμμορφωνόταν με αυτές, όπως επιβάλλεται για να επιτυγχάνεται ασφάλεια πτήσης. Πολλοί συγκυβερνήτες της εταιρείας μετά από πτήση μαζί του, όπου αντιμετώπιζαν τέτοιο πρόβλημα, ενδεικτικά, σε πτήση με τον συγκυβερνήτη Ά. Α., κατά τη διαδικασία προσγείωσης σε αεροδρόμιο της Αγγλίας, ο H. M. παρενέβη παράτυπα στα πηδάλια του αεροσκάφους, γεγονός, που ο εν λόγω συγκυβερνήτης ανέφερε λίγες ημέρες πριν τις 14-8-2004 στον safety officer της ΗΛΙΟΣ Α. Μ.. Σε πτήση με τον συγκυβερνήτη Ά. Σ. από Τελ-Αβίδ προς Κύπρο, κατά την προσγείωση δεν μείωσε την ταχύτητα, κατά τα προβλεπόμενα από τις εταιρικές διαδικασίες όρια. Αυτό γνωστοποιήθηκε από τον ως άνω συγκυβερνήτη εγγράφως στον Γ. Κ. (β' κατηγορούμενο) και τον I. S. (γ' κατηγορούμενο). Με συγκυβερνήτη τον Σ. Μ., έκανε χρήση των αερόφρενων σε ύψος κάτω των 1.000 f.t., ενώ αυτό απαγορεύεται και ο συγκυβερνήτης ανέφερε αυτό στον Γ.Κ.. Τέτοιου είδους περιστατικά δηλ. μη συμμόρφωσης στις τυποποιημένες διαδικασίες λειτουργίας αναφέρθηκαν στη διοίκηση της ΗΛΙΟΣ και από τους συγκυβερνήτες Λ. Κ., Α. Α., Μ. Ι., Ν.Σ.. Στις 4-6-2005 κατά την επαναπρόσληψη του από την ΗΛΙΟΣ του επισημάνθηκε από τον εξεταστή (γ' κατηγορούμενο) ότι πρέπει να ασκεί καλύτερα τα στοιχεία ελέγχου των ενοργάνων απογειώσεων, στον έλεγχο στον εξομοιωτή ότι πρέπει να προσέχει περισσότερο στις Standards ενόργανες αναχωρήσεις και στις προσεγγίσεις και στις 12-6-2005 κατά τον έλεγχο επί γραμμής, του επισημάνθηκε να τηρεί πιστά στα sop's (τυποποιημένες διαδικασίες), στις δε 14-8-2004 του είχε επισημανθεί από τον ίδιο εξεταστή ότι η εκτέλεση πτήσης είναι γενικά σύμφωνη προς τα sop's αλλά υπάρχουν ακόμα ορισμένες παρεκκλίσεις. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο συγκεκριμένος κυβερνήτης συστηματικά δεν τηρούσε τις τυποποιημένες διαδικασίες λειτουργίας κατά την εκτέλεση των πτήσεων και εξακολουθούσε να μη της τηρεί μετά από αναφορές συγκυβερνητών και συστάσεις εξεταστών. Η εταιρεία ΗΛΙΟΣ του είχε κάνει αυστηρές συστάσεις γι' αυτό λίγες ημέρες πριν τις 14-8-2005, θεωρούσε (η εταιρεία) ότι ήταν θέμα χρόνου να προσαρμοστεί αυτός στις εταιρικές τυποποιημένες διαδικασίες λειτουργίας (sop's). Όμως, συμμόρφωσε δεν έπρεπε να αναμένεται, καθόσον του είχαν γίνει τόσες πολλές παρατηρήσεις, όπως αναφέρθηκε, είχε παρέλθει κάποιο χρονικό διάστημα (συνολικά) στην ΗΛΙΟΣ χωρίς να συμμορφωθεί σχετικά και επρόκειτο για πιλότο, που διήνυε το τελευταίο έτος της καριέρας του. Πρέπει, δε να αναφερθεί ότι ο ως άνω κατά την εξέταση του στον εξομοιωτή τον Ιούνιο του 2005 δεν υποβλήθηκε σε εξέταση για τα συστήματα προειδοποίησης warning systems, ούτε κατά την αρχική πρόσληψή του από την ΗΛΙΟΣ. Περαιτέρω, οι συγκυβερνήτες παραπονούνταν ότι ο ως άνω ήταν ισχυρογνώμων αυταρχικός και αντιμετώπιζε πρόβλημα συνεργασίας. Ο Συγκυβερνήτης Χ. (Π.) Χ. ήταν 51 ετών, Κύπριος. Είχε πτυχίο χειριστή εναερίων γραμμών, που εξεδόθη σύμφωνα με το JARFCL, από το Ηνωμένο Βασίλειο. Είχε επίσης ικανότητα τύπου σε Boeing 737-300 και 800 και ειδικότητα πτήσης δι' οργάνων κατηγορίας ΙΙΙ. Τα δύο πρώτα έληγαν στις 31.3.2006 και το τελευταίο στις 31.10.2005. Αποφοίτησε από το κολέγιο Τσέλσυ του Ηνωμένου Βασιλείου, λαμβάνοντας πτυχίο μηχανικού. Εκπαιδεύτηκε επίσης ως χειριστής στο Oxford Air training School. Από τον Φεβρουάριο του 1986 μέχρι τον Μάρτιο του 1988 είχε εργαστεί ως μηχανικός εδάφους στην CYPRUS AIRWAYS. Από τον Απρίλιο του 2000 εργαζόταν στην ΗΛΙΟΣ, ως συγκυβερνήτης και δεν είχε προαχθεί σε Κυβερνήτη. Είχε συνολική πτητική πείρα 7.549 ωρών. Η τελευταία Line check αυτού έγινε στις 3.2.2005, η τελευταία επαναληπτική εκπαίδευση σε STD στις 9.3.2005, η τελευταία εκπαίδευση CRM στις 28.2.2005, το τελευταίο OPC στις 9.3.2005. Στο τελευταίο έλαβε τις εξής παρατηρήσεις: "επιτεύχθη το όριο αλλά επιδέχονται πολλές βελτιώσεις. Μερικές δυσκολίες σε περίπλοκες καταστάσεις. Μη βιάζεσαι στην εκτέλεση των καταλόγων ελέγχου. Βελτιώσου στην κατανόηση της χρήσης των AFS". Τα δε πέντε χρόνια που εργαζόταν στην εταιρεία ΗΛΙΟΣ του είχαν γίνει συστάσεις από εκπαιδευτές και εξεταστές αναφορικά με την αυστηρή τήρηση των καταλόγων ελέγχου (check lists) και την εφαρμογή διαδικασιών κανονικής πτητικής λειτουργίας (sop's), που αμφότερα δυσκολευόταν να εφαρμόζει. Η εκτίμηση των δυνατοτήτων του από το Ινστιτούτο εφαρμοσμένης ψυχολογίας της Ζυρίχης, όπου τον παρέπεμψε να εξεταστεί ο αρχιπιλότης της ΗΛΙΟΣ B. (εξετάστηκε από τον ψυχολόγο A. W. που συνέταξε την από 21.9.2000 έκθεση του) έχει ως εξής: "Πρόκειται για άτομο ευφυές, με χιούμορ και ανεπτυγμένες διανοητικές ικανότητες. Πλην, όμως, αυτές δεν είναι καλώς δομημένες και δείχνουν, κάτω από πίεση, ραγδαία σημεία ποιοτικής χειροτέρευσης. Υπάρχει, δε, μια εκπληκτικά χαμηλή ικανότητα αντοχής στην πίεση. Δεν μπορεί να κάνει χρήση των ικανοτήτων του κάτω από καταστάσεις πίεσης. Μια, κατά τα άλλα πρόσχαρη συντροφικότητα, μετατρέπεται, σε τέτοιες καταστάσεις, σε μια στριφνή, που εμμένει στη δική του άποψη, όπου το άτομο φαίνεται λίγο ανήμπορο. Όταν βρίσκεται υπό πίεση, η κοινωνική καταλληλότητα του χάνει απότομα την ικανότητα διαφοροποίησης. Στις συνθήκες εξέτασης φαίνεται αρκετά γρήγορα ότι το άτομο δεν μπορεί να κάνει επαρκή χρήση των διανοητικών ικανοτήτων του κάτω από πίεση. Από ψυχολογικής απόψεως κρίνεται ασθενώς ακατάλληλος". Ο ως άνω (Χ. ή Π. Χ.) που είχε ξεκινήσει από μηχανικός, ως Κ2 είχε αρνητικά σχόλια από τους εξεταστές του και δεν κρίθηκε ικανός να προαχθεί σε Κ1 (Κυβερνήτης). Το έτος 2000 ο αρχιχειριστής της ΗΛΙΟΣ J. B. πρότεινε ν' απολύσουν τον Χ.Χ., γιατί δεν πληρούσε τις αξιώσεις της εταιρείας και δεν βελτιωνόταν. Επανειλημμένως οι εξεταστές του διατύπωσαν παρατηρήσεις. Ενδεικτικά: στις 24.1.2002 απέτυχε στη χρήση μη κανονικού καταλόγου ελέγχου, στη διαδικασία αναχώρησης - άφιξης, στην προσέγγιση με ακρίβεια, στον έλεγχο ικανότητας, παρατηρήθηκε δε απώλεια εμπιστοσύνης στη διάρκεια μη κανονικών καταστάσεων χρειάστηκε δε να επαναλάβει στην εξέταση στις 18-2-2002 για να πετύχει. Κατά τον έλεγχο στον εξομοιωτή από τον εξεταστή W. B., στις 31.1.2001 καταγράφεται ότι η πτητική ικανότητα του Κ2 ήταν εντός των ορίων, "ενόσω δεν υπάρχει πίεση". Σε έλεγχο στις 8.5.2004 πέτυχε με βαθμό καλός (good). Επίσης πέτυχε στις 3.2.2005. Στις 9.3.2005 πέτυχε με βαθμό average (μέσος όρος) με παρατηρήσεις: "επετεύχθη το όριο, αλλά επιδέχονται πολλές βελτιώσεις. Μερικές δυσκολίες σε περίπλοκες καταστάσεις. Μη βιάζεσαι στην εκτέλεση καταλόγων ελέγχου-Βελτιώσου στην κατανόηση της χρήσης των Afs (automatic ... system). Στις 13.4.2004 διατυπώθηκε η παρατήρηση: συνολική απόδοση κανονική ... συνιστάται θετικότερος έλεγχος του αεροσκάφους μετά την απώλεια κινητήρα... Και στις 3.9.2000 συνολική απόδοση άνω του μέσου όρου. Στις αρχές του 2005 ο ως άνω εξετάστηκε για να εξελιχθεί σε Κ1. Η Εταιρεία ΗΛΙΟΣ δια του Γ.Κ. (κοινοποιουμένης της από 21-7-2005 της επιστολής και προς τους Δ. Π. και J. S.), του ανακοίνωσε γραπτώς ότι έλαβε τα αποτελέσματα της αποδόσεως του και ότι δεν επετεύχθη το απαιτούμενο επίπεδο. Η εξέταση αυτή είχε λάβει χώρα υπό συνθήκες κανονικής πτήσης και είχε παρατηρηθεί μεταξύ άλλων ότι ο ως άνω συμμορφωνόταν μερικώς με τις τυποποιημένες διαδικασίες (sop's) λόγω έλλειψης γνώσεων σε μερικά επίπεδα των sop's, ότι η ποιότητα των αποφάσεων του ήταν πτωχή, ότι η επίγνωση της κατάστασης του ήταν κάτω του μέσου όρου, ότι χρειαζόταν καθοδήγηση. Του συστήθηκε δε να μη βιάζεται, όταν βρίσκεται υπό πίεση, να είναι περισσότερο θετικός στη διαδικασία λήψης απόφασης. από τις επανειλλημένες παρατηρήσεις, που διαχρονικά (στην πενταετία, που εργαζόταν στην ΗΛΙΟΣ) διατυπώνονταν και είχαν σχέση με την μη τήρηση των τυποποιημένων διαδικασιών και την αδυναμία του να κάνει χρήση των ικανοτήτων του υπό καθεστώς πίεσης σε συνδυασμό και με την εν γένει του αδυναμία να εξελιχθεί σε πιλότο, παρ' όλη την ηλικία του, (χωρίς να τον έχει εμποδίσει σ' αυτό ότι άρχισε την καριέρα του από μηχανικός-καθόσον και οι γνώσεις αυτές σχετίζονται με τις γνώσεις του πιλότου-) αποδεικνύεται ότι, μολονότι αυτό το άτομο είχε τα τυπικά προσόντα ως συγκυβερνήτης, δεν είχε και τα ουσιαστικά προς τούτο προσόντα. Καθόσον ο ικανός συγκυβερνήτης κρίνεται στη δύσκολη στιγμή, υπό καθεστώς πίεσης και ανάγκης για λήψη γρήγορων αποφάσεων, που πρέπει να έχει το σθένος να τις λάβει συνεργαζόμενος, βέβαια, με τον Κυβερνήτη, στον οποίο ανήκει η τελική απόφαση τον οποίο όμως θα συμβουλεύσει στα πλαίσια της από κοινού επίλυσης του προβλήματος. Ο εν λόγω όμως συγκυβερνήτης είχε αποδείξει ότι βιαζόταν στην εκτέλεση καταλόγων ελέγχου και είχε δυσκολίες στις δύσκολες καταστάσεις, δεν βελτιώθηκε στην πάροδο της πενταετίας, που υπηρετούσε στην ΗΛΙΟΣ και στην προκειμένη περίπτωση με την βιαστική και επιπόλαιη εκτέλεση των καταλόγων ελέγχου και την αδυναμία αναγνώρισης της επικίνδυνης κατάστασης (έλλειψης αποσυμπίεσης) συνετέλεσε στην έλευση του ατυχήματος. Ο εξεταστής του τρίτος κατηγορούμενος (J. S.) γνώριζε τις αδυναμίες του, γιατί αυτός τον εξέτασε, ανακοίνωνε δε τα αποτελέσματα αυτά στον Γ.Κ. και αμφότεροι ενημέρωναν τον διευθύνοντα σύμβουλο Γ.Π.. Επίσης, οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι γνώριζαν την κατάσταση των δύο ως άνω πιλότων, καθόσον επρόκειτο για μικρή εταιρεία με τέσσερα αεροσκάφη και μόνον 41 άτομα ιπτάμενους χειριστές (Κ1, Κ2). Η οικογενειακή ατμόσφαιρα στην "ΗΛΙΟΣ" συντελούσε να μαθαίνονται τα πάντα. Πέραν τούτου, υπήρχαν και οι αναφορές των συγκυβερνητών σε βάρος του H.M., που αναφέρθηκαν. Επίσης γνώριζαν ότι ο Χ.Χ. (Κ2) δεν ήταν ευχαριστημένος όταν πετούσε μαζί με τον H.M. (Κ1) και αυτό το είχε εκφράσει, ότι δεν συνεργάζονταν ως ομάδα εκμεταλλευόμενοι το ανθρώπινο δυναμικό για να διορθώσουν τα λάθη (C.R.M.). Όσον αφορά την εταιρεία ΗΛΙΟΣ (Helios Airways L.t.d.) είχε ιδρυθεί το έτος 1999, με έδρα την ..., είχε δε αποκτήσει πιστοποιητικό αερομεταφορέα από το έτος 2000, που εκδόθηκε από το τμήμα πολιτικής αεροπορίας της Κύπρου. Ημερομηνία της τελευταίας αναθεώρησης αυτού ήταν η 16/2/2005. Επιτρεπόταν να μεταφέρει επιβάτες και φορτίο, χρησιμοποιώντας τα νηολογημένα αεροσκάφη Boeing 737-300 και 737-800, σε διαδρομές εντός του εναερίου ευρωπαϊκού χώρου. Το έτος 2005 η εταιρεία αυτή εκμεταλλευόταν δύο αεροσκάφη Boeing 737-800, ένα 737-300 και ένα airbus 319, με συμφωνία εκμίσθωσης αεροσκάφους και πληρώματος. Εκτελούσε πτήσεις από την Λάρνακα προς την Πάφο, τον δε Αύγουστο του 2005 προς 28 προορισμούς, σε 11 χώρες. Ήταν εταιρεία χαμηλών ναύλων (διαφημιζόταν ότι το κόστος των εισιτηρίων της ήταν "πιθανόν στη μισή τιμή"). Τον Αύγουστο του 2005 απασχολούσε 41 χειριστές, 104 ιπτάμενους συνοδούς και φροντιστές, συνολικά δε 228 υπαλλήλους. Το ένα τρίτο των απασχολουμένων ήταν εποχικοί δηλ. δεν είχαν υπογράψει μόνιμο συμβόλαιο με την εταιρεία, προσλαμβάνονταν δε για την περίοδο τουριστικής αιχμής. Το 72% ήταν Κύπριοι το 13% αλλοδαποί, το 15% διπλής υπηκοότητας, με την μία εξ αυτών Κυπριακή. Οι μισθοί των χειριστών ήταν καλύτεροι από τους αντίστοιχους στις Ελληνικές αεροπορικές εταιρείες και στις Κυπριακές αερογραμμές, με περισσότερες όμως ώρες απασχόλησης (σε σύγκριση με τις εν λόγω εταιρείες), μέσα όμως στα νόμιμα πλαίσια. Οι μισθοί των αεροσυνοδών ήταν περίπου στα ίδια επίπεδα με εκείνους των αναφερθέντων προς σύγκριση εταιρειών. Τον Αύγουστο του 2005 εκτελούσαν αερογραμμές από και προς την Κύπρο οι εδρεύοντες στην ... CYPRUS AIRWAYS, ... και Helios (ΗΛΙΟΣ). Η ΗΛΙΟΣ είχε εισιτήρια μόνο οικονομικής θέσεως τα δε αεροπλάνα της πηγαινοέρχονταν γεμάτα. Με βάση το οργανόγραμμα, που περιέχεται στο εγχειρίδιο εκμετάλλευσης, η διοίκηση της εταιρείας περιλαμβάνει τον υπόλογο διευθυντή, τέσσερις διορισμένος κατόχους θέσεων ευθύνης (διευθυντή πτητικής εκμετάλλευσης, τεχνικό διευθυντή, διευθυντή εκπαίδευσης προτύπων και διευθυντή λειτουργιών εδάφους), καθώς και άλλες δεκατέσσερις (14) διοικητικές θέσεις. Τα καθήκοντα και οι ευθύνες καθενός περιγράφονται στο τμήμα 1-3 του εγχειριδίου πτητικής εκμετάλλευσης του εκμεταλλευομένου. Κατά την περίοδο του ατυχήματος (Αύγουστο 2005) και σύμφωνα με την αναθεώρηση 8 του εγχειριδίου πτητικής εκμετάλλευσης μία θέση προσωπικού (διευθυντή ασφάλειας έναντι εκνόμων πράξεων-security) ήταν κενή, ενώ η θέση του Διευθυντή Εκπαίδευσης προτύπων καλυπτόταν από τον Διευθυντή πτητικής εκμετάλλευσης. Κατά τον χρόνο πριν το ατύχημα είχαν καλυφθεί τρεις θέσεις (τεχνικός διευθυντής-Απρίλιος 2005, υπεύθυνος ασφαλείας πτήσεων, που διορίστηκε υπεύθυνος τον Δεκέμβριο του 2004, διευθυντής ποιοτικού ελέγχου-Ιούνιος 2004). Υπόλογος Διευθυντής, ήταν ο Δ. Π. (α' κατηγορούμενος, διευθύνων σύμβουλος όχι όμως μέτοχος) που κατείχε τη θέση αυτή από τον Ιούνιο του 2002, (Εκτελεστικός Πρόεδρος της εταιρείας ήταν ο Α. Δ.). Στα καθήκοντα του Α.Π. σύμφωνα με το εγχειρίδιο εκμετάλλευσης της εταιρείας-αναγόταν και η διασφάλιση της ασφαλούς εκτέλεσης των πτήσεων. Σύμφωνα με την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας του Ηνωμένου Βασιλείου, ο υπόλογος Διευθυντής ενημερώθηκε τον Νοέμβριο του 2003, τον Μάρτιο του 2004 και τον Ιούλιο του 2004 επί παραλείψεων στα πρότυπα, που αναμένοντο να τηρούνται από την εταιρεία ΗΛΙΟΣ και για την έλλειψη επιχειρησιακού ελέγχου στην εταιρεία. Ο Γ. Κ. (β' κατηγορούμενος) κατείχε τη θέση του διευθυντή πτητικής εκμετάλλευσης, από τον Απρίλιο του 2003 ασκούσε επίσης και τα καθήκοντα του διευθυντή εκπαίδευσης των ιπταμένων πληρωμάτων της εταιρείας. (Ήταν και ο ίδιος Κυβερνήτης). Σύμφωνα με το εγχειρίδιο εκμετάλλευσης της εταιρείας, στα καθήκοντα του διευθυντή πτητικής εκμετάλλευσης περιλαμβάνεται η εποπτεία και η επίβλεψη των ιπταμένων πληρωμάτων ο συντονισμός και η επίβλεψη του αρχιχειριστή, (που ήταν ο I. S. από τον Δεκέμβριο του 2000). Επίσης ο ίδιος ασκούσε καθήκοντα διευθυντή εκπαίδευσης, καθόριζε κατά το εγχειρίδιο εκμετάλλευσης την εκπαίδευση των ιπταμένων, διοργάνωνε πτήσεις επιθεώρησης, φρόντιζε τη βελτίωση του επιπέδου εκπαίδευσης, συνεργαζόταν με όλα τα ενδοεταιρικά τμήματα με σκοπό την ασφάλεια και ελάμβανε την τελική απόφαση αναφορικά με την απασχόληση του ιπτάμενου προσωπικού. Στα καθήκοντα του διευθυντή εκπαίδευσης, που του ανέθεσε ο πρώτος κατηγορούμενος, περιλαμβανόταν, σύμφωνα με το εγχειρίδιο εκμετάλλευσης της εταιρείας, η διασφάλιση της λειτουργικότητας του συστήματος ποιότητας εντός του τμήματος εκπαίδευσης πληρώματος, ο συντονισμός όλων των θεμάτων, που είχαν σχέση μετά επιχειρησιακά επίπεδα πτήσης, κανονισμούς, διατάξεις και εκπαίδευση, η καθιέρωση εκπαιδευτικών προγραμμάτων και ο έλεγχος των εντύπων, που αφορούσαν το σύνολο της απαιτούμενης εκπαίδευσης και των ελέγχων σε συνεργασία με τον διευθυντή πτητικής εκμετάλλευσης (θέση που κατείχε ο ίδιος, χωρίς όμως να απαγορεύεται να κατέχει και τις δύο θέσεις), η αναβάθμιση των πληρωμάτων θαλάμου επιβατών, σε συνεργασία με τον Αρχιχειριστή και η εποπτεία των ιπτάμενων πληρωμάτων. Καθήκοντα Αρχιχειριστή (chief pilot) ασκούσε ο Κυβερνήτης I. S., (τρίτος κατηγορούμενος) από τον Δεκέμβριο του 2000. Σύμφωνα με το εγχειρίδιο εκμετάλλευσης της εταιρείας, στα καθήκοντα του Αρχιχειριστή αναγόταν, μεταξύ άλλων, η εποπτεία των επιχειρήσεων πτήσης του στόλου της εταιρείας, η στενή συνεργασία με τον διευθυντή πτητικής εκμετάλλευσης (β' κατηγορούμενο) και με όλα τα σχετικά τμήματα, η συνεργασία με το τμήμα εκπαίδευσης, του οποίου καθήκοντα διευθυντή ασκούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος για καθιέρωση ελέγχων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων, η διενέργεια πτήσεων επιθεωρήσεων, ο έλεγχος των επαγγελματικών ικανοτήτων, η αξιοποίηση του ιπτάμενου προσωπικού και ο καθορισμός πρόσθετων σειρών εκπαίδευσης, η καθιέρωση επαγγελματικών προϋποθέσεων, που αφορούν την εκπαίδευση και αναβάθμιση των πληρωμάτων θαλάμου διακυβέρνησης και θαλάμου επιβατών σε συνεργασία με τον διευθυντή πτητικής εκμετάλλευσης και διευθυντή πτητικής εκπαίδευσης, η διαπίστωση ανωμαλιών πτήσης και η σύσταση διορθωτικών μέτρων. Η επιθεώρηση της εταιρείας είχε ανατεθεί από την Πολιτική Αεροπορία της Κύπρου στην αντίστοιχη του Ηνωμένου Βασιλείου. Η εταιρεία ΗΛΙΟΣ διέθετε εγχειρίδιο ασφάλειας πτήσεων, που είχε συγγραφεί λαμβάνοντας υπόψη τη νομοθεσία και τους κανονισμούς του Συνδέσμου Αεροπορικών Αρχών (J.A.A.). Ήταν γραμμένο στην αγγλική γλώσσα όπως προβλέπεται από τα JAR-OPS 1.040. Το εγχειρίδιο παρείχετο ώστε να κρατεί τα ιπτάμενα πληρώματα ενημερωμένα για τους κανονισμούς ασφαλείας, τον εξοπλισμό και τις διαδικασίες εκτάκτου ανάγκης. Κατά την αξιολόγηση της εταιρείας ΗΛΙΟΣ του έτους 2003 διαπιστώθηκε ότι η εταιρεία δεν είχε εσωτερικό σύστημα ποιοτικού ελέγχου. Στην επιθεώρηση του 2004, τα ευρήματα προσωρινά ταξινομήθηκαν επιπέδου 2 για να δώσου χρόνο στην Helios Airways να τα διορθώσει μέχρι τις 17-12-2004. αν δεν τα είχε διορθώσει μέχρι τότε, αυτά θα ταξινομούντο ως επιπέδου 1 (τα επιπέδου "1" είναι τα σοβαρότερα). Το έτος 2005 (πριν το ατύχημα) έγιναν δύο αξιολογήσεις. Σε επιστολή του επιθεωρητή της Υ.Π.Α. του Ηνωμένου Βασιλείου προς τον διευθυντή πτητικής εκμετάλλευσης της εταιρείας επισημάνθηκε ότι το σύστημα ποιοτικού ελέγχου και τα εγχειρίδια ποιότητας και επιχειρησιακής εκμετάλλευσης συνέχισαν να παρουσιάζουν σοβαρές ελλείψεις και ο συνιστώμενος χρονικός ορίζοντας για αντιμετώπιση ορισμένων θεμάτων είχε οριστεί από δύο έως τρεις μήνες. Ο επιθεωρητής ανέφερε ότι δεν είχαν ενημερωθεί σχετικά με το θέμα της ποιότητας όλοι οι εργαζόμενοι στην εταιρεία, καθώς και ότι οι διευθυντές πτητικής εκμετάλλευσης και εδάφους και ο διευθυντής τεχνικού τμήματος και συντήρησης δεν είχαν παρακολουθήσει τις συσκέψεις, όπως απαιτείται. Επίσης, ότι η οργάνωση και διοίκηση της ΗΛΙΟΣ καθώς και της σχετικής επιχειρησιακής εποπτείας δεν ανταποκρινόταν στην κλίμακα και στο σκοπό της τρέχουσας πτητικής εκμετάλλευσης. Επίσης ότι "η κύρια ανησυχία είναι εκείνη της έλλειψης πόρων, με αποτέλεσμα να μη έχει η εταιρεία το σχετικό προσωπικό σε συγκεκριμένους τομείς της επιχειρησιακής εκμετάλλευσης". Ακολούθησε αξιολόγηση στον Ιούνιο του 2005, οπότε ο ως άνω σημείωσε ότι "φαίνεται να υπάρχει μία βελτίωση στις προσπάθειες της διοίκησης να αντιμετωπίσει θέματα, που προέκυψαν από την αξιολόγηση της ρυθμιστικής αρχής, και δεύτερον, φαίνεται να υπάρχει μικρή βελτίωση στους πόρους, αλλά απομένει να δούμε πόσο ακόμα θα συνεχιστούν αυτές οι βελτιώσεις και κατά πόσο θα επακολουθήσουν περαιτέρω βελτιώσεις". Όσον αφορά τον τομέα συντήρησης, όλες οι μη συμμορφώσεις θεωρήθηκαν επιπέδου 2. (H κατά JAR-OPS-μέρος Μ-αξιολόγηση έγινε στις 8 και 9-6-2005 από το Τ.Π.Α. Κύπρου). Η αξιολόγηση του σταθμού γραμμής Λάρνακας έγινε τον Ιούνιο 2005. καταγράφηκαν εννέα ευρήματα, που αφορούσαν θέματα τεχνικής εκμετάλλευσης. Τον Σεπτέμβριο του 2005 επεσήμανα, αξιολογώντας την εταιρεία, ότι υπήρχε ανεπαρκής χρόνος των χειριστών με διευθυντικά καθήκοντα για διοικητικές ασχολίες, έλλειψη υγιούς συστήματος ποιότητας και μη πρακτική μέθοδος προγραμματισμού χρόνων και διαδρομών, ώστε και να διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τους περιορισμούς χρόνου πτήσης, καθώς και ότι ο κανονικός κατάλογος ελέγχου (check list) δεν περιείχετο σε κανένα από τα εγχειρίδια επί του αεροσκάφους. Το εν θέματι αεροσκάφος ήταν Β 737-800. Τα δε εγχειρίδια της εταιρείας βρέθηκαν μερικώς ελλιπή, να μη συμμορφώνονται στις διατάξεις να μη είναι ενημερωμένα, εκπαιδευτικοί φάκελοι ήταν ελλιπείς, έλλειπαν από αυτούς πιστοποιητικά επάρκειας χειριστών. Περαιτέρω η περιοδική μη πληρότητα της θέσης του διευθυντή εκπαίδευσης προτύπων, η ανεπαρκής αφιέρωση χρόνου στο γραφείο από χειριστές με διοικητικά καθήκοντα είχε ως αποτέλεσμα να μη μπορεί η εταιρεία ΗΛΙΟΣ να παρακολουθήσει επαρκώς και σωστά τους χειριστές της και να προβεί σε αποφασιστικές διορθωτικές ενέργειες ως προς αυτούς (μεταξύ των οποίων η απόλυση ή μη επαναπρόσληψη τους), όταν χρειαζόταν αυτό.
Όσον αφορά την εκπαίδευση του ιπτάμενου πληρώματος, αυτή έπρεπε να γίνεται σύμφωνα με το εγχειρίδιο πτητικής εκμετάλλευσης της εταιρείας (operator's jliglit training manual). Σύμφωνα με το εγχειρίδιο αυτό, η διδακτέα ύλη της εκπαίδευσης σε εξομοιωτή περιείχε καταστάσεις ταχείας αποσυμπίεσης αλλά όχι βαθμιαίας αποσυμπίεσης (ή αποσυμπίεσης εν προκειμένω ήταν βραδεία). Ως εκ τούτου, τα πληρώματα δεν ήταν εξοικειωμένα στην βραδεία αποσυμπίεση, που είναι πιο ύπουλη. Πρέπει να λεχθεί ότι μετά από ατύχημα, λόγω αποσυμπίεσης, σε Boeing το έτος 2001 στη Νορβηγία, η Νορβηγική Επιτροπή διερεύνησης, εξέδωσε σύσταση ασφαλείας, που ζητούσε από την εκμεταλλευόμενη εταιρεία να εκτιμήσει, μαζί με την Boeing και την Υ.Π.Α. της Νορβηγίας, την διπλή χρήση της προειδοποιητικής σειρήνας για διαμόρφωση απογείωσης και προειδοποίηση ύψους θαλάμου. Αυτό γνώριζε ο εκπαιδευτής πιλότων τρίτος κατηγορούμενος (I. S.). Ο τελευταίος (I. S.) εξέτασε τον Κυβερνήτη στις 4-6-2005 στο Luton Αγγλίας σε εξομοιωτή, χωρίς όμως να τον ελέγξει στη λειτουργία των συστημάτων προειδοποίησης (warning systems). Περαιτέρω, ο ίδιος Κυβερνήτης (H.J.M.) εξετασθείς, κατά την πρώτη πρόσληψη του στην εταιρεία ΗΛΙΟΣ, σε εξομοιωτή, στις 20-5-2004, δεν ελέγχθηκε στα συστήματα προειδοποίησης. Ο δε συγκυβερνήτης Π. Χ. εξετασθείς στις 9.3.2005 στο Luton σε εξομοιωτή, δεν εξετάστηκε για την περίπτωση καταστάσεων ανάγκης και ιδιαίτερα ανωμαλιών του συστήματος συμπίεσης ούτε στα συστήματα προειδοποίησης, όπως επίσης δεν εξετάστηκε στα θέματα αυτά στις 3.9.2004, στις 17.3.2004, στις 13.12.2003, στις 3.4.2003, που εξεταζόταν σε εξομοιωτή. Περαιτέρω, όλες οι εξετάσεις σε εξομοιωτή πραγματοποιούνταν εντός 24 ωρών, με αποτέλεσμα να μη είναι ενδελεχείς. Πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τους κανονισμούς ICAO και τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς JAR-FCL και JAR-OPS, τα πληρώματα θαλάμου διακυβέρνησης πρέπει να περνούν εκπαίδευση σε εγκεκριμένους εξομοιωτές πτήσεων από την εταιρεία τους και το τμήμα πολιτικής αεροπορίας Κύπρου, με εξειδικευμένο προσωπικό, που εποπτεύει. Αυτό έπρεπε να γίνεται ανά εξάμηνο. Στα εγχειρίδια εκπαίδευσης της εταιρείας "ΗΛΙΟΣ", περιέχεται μια ειδική απαίτηση για εκπαίδευση των πληρωμάτων θαλάμου διακυβέρνησης (Π.Θ.Δ.) και των πληρωμάτων θαλάμου επιβατών (Π.Θ.Ε.) σε φαινόμενα, που σχετίζονται με την υποξία. Παρ' όλα αυτά, δεν εκπαιδεύτηκαν σχετικά με την υποξία, ώστε να γνωρίζουν πως αυτή επέρχεται και πώς να αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Όπως ήδη εκτέθηκε, οι πιλότοι δεν είχαν εξεταστεί επαρκώς στον εξομοιωτή. Η εξέταση σε εξομοιωτή είναι δαπανηρή για την εταιρεία, αλλά είναι πολύ σημαντική καθόσον εκεί οι πιλότοι εξασκούνται σε δύσκολες καταστάσεις, με πολλαπλά προβλήματα, που πρέπει να αναγνωρίσουν και να ιεραρχήσουν την επίλυση τους ανάλογα με την επικινδυνότητα τους. περαιτέρω, δεν είχαν εκπαιδευτεί (όπως και το πλήρωμα θαλάμου επιβατών), καθόλου για την αντιμετώπιση της υποξίας, ώστε να λάβουν τα ενδεδειγμένα μέτρα στην περίπτωση, που ηχήσει η αναφερθείσα σειρήνα στον αέρα και πέσουν οι μάσκες στο θάλαμο των επιβατών. Ο διευθύνων σύμβουλος (α' κατηγορούμενος) όφειλε να τους παρέχει τα μέσα και τους πόρους για να πραγματοποιηθούν οι ανωτέρω εξετάσεις και εκπαιδεύσεις και όφειλε να είναι ενήμερος για την αναγκαιότητα των εξετάσεων αυτών. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Γ.Κ., ως εκ της διπλής αναφερθείσας ιδιότητας του, έπρεπε να φροντίσει για τις εξετάσεις και εκπαιδεύσεις αυτές, συσκεπτόμενος με τον πρώτο. Ο δε τρίτος κατηγορούμενος (I. S.), που είχε όλη την ευθύνη της παρακολούθησης των πιλότων, έπρεπε να εισηγηθεί στον δεύτερο και να συνεργαστεί με αυτόν σχετικά με τα προγράμματα της αναγκαίας προς τούτο εκπαίδευσης και των εξετάσεων. Όλοι οι κατηγορούμενοι αυτοί (δηλ. οι α', β', γ') μολονότι γνώριζαν τις ελλείψεις των πιλότων αυτών σχετικά με την εκπαίδευση τους, δεν φρόντισαν να ολοκληρώσουν την απαιτούμενη εκπαίδευση τους, ώστε αυτοί να είναι ικανοί να αντιμετωπίσουν επιτυχώς επικίνδυνες καταστάσεις, που συμβαίνουν στις πτήσεις. Από έλλειψη της προσοχής, που όφειλαν να καταβάλουν λόγω της θέσης του, ο καθένας στην εταιρεία, και μπορούσαν να καταβάλουν, μολονότι προέβλεπαν ότι ήταν δυνατόν να προκληθεί αεροπορικό ατύχημα, λόγω της ελλειπούς εκπαίδευσης των πιλότων, πίστεψαν ότι αυτό δεν θα προκληθεί, αφού η εταιρεία δεν είχε αντιμετωπίσει ποτέ ατυχήματα και οι ίδιοι πιλότοι είχαν πετάξει επιτυχώς πολλές φορές. Οι τρεις πρώτοι κατηγορούμενοι γνώριζαν την ουσιαστική ανεπάρκεια των πιλότων μολονότι αυτοί διέθεταν τα κατά το νόμο τυπικά προσόντα. Ειδικότερα, ο τρίτος κατηγορούμενος γνώριζε ότι ο Κυβερνήτης H. M. δεν τηρούσε τις τυποποιημένες διαδικασίες λειτουργίας (sop's). Θεωρούσε όμως ότι αυτός θα βελτιωθεί και θα τυποποιήσει τον τρόπο, που εργάζεται σύμφωνα με τα sop's. Ενόψει όμως ότι ο συγκεκριμένος κυβερνήτης είχε επαναπροσληφθεί στην ΗΛΙΟΣ εμφανίζοντας και τότε την ίδια συμπεριφορά, υπήρχαν δεν πληροφορίες πως και σε προηγούμενους εργοδότες του δεν τηρούσε τα sop's, επρόκειτο όμως για κυβερνήτη με πολλές ώρες πτήσης, που διήνυε τον τελευταίο χρόνο της καριέρας του πριν τη συνταξιοδότηση του, ο αρχιχειριστής - τρίτος κατηγορούμενος - έπρεπε να θεωρεί δεδομένη τη μη συμμόρφωση του εν λόγω Κυβερνήτη, καθόσον η συμπεριφορά του αυτή (ως προς τη μη τήρηση των sop's) είχε γίνει πλέον φύση του. Έπρεπε να θεωρηθεί βέβαιο ότι θα προκαλέσει ατύχημα και να εισηγηθεί στην εταιρεία να μη του επιτρέπουν να εκτελεί πτήσεις. Αυτός όμως πίστευε ότι, λόγω της πολυετούς εμπειρίας του, δεν θα προκαλέσει ατύχημα. Όσον αφορά τον συγκυβερνήτη Π. Χ., ο αρχιχειριστής (γ' κατηγορούμενος) γνώριζε ότι από πενταετίας του εγένοντο οι ίδιες παρατηρήσεις (που αναφέρθηκαν ήδη), είχε δε γνώση της γνωμάτευσης του Ινστιτούτου ψυχολογίας της Ζυρίχης. Ο ίδιος εξακολουθούσε να διατυπώνει ίδιας μορφής παρατηρήσεις και να του συνιστά να βελτιωθεί. Πίστευε ότι λόγω της πολυετούς εμπειρίας του δεν θα προκαλέσει ατύχημα. Ενόψει, όμως όλων των ως άνω παρατηρήσεων επί σειρά ετών χωρίς βελτίωση και τη διαπίστωση ότι ο εν λόγω δεν μπορούσε να ανταποκριθεί σε δύσκολες περιστάσεις, έπρεπε να θεωρεί βέβαιο ότι θα προκαλέσει ατύχημα και να εισηγηθεί στην εταιρεία να μη του αναθέτου να εκτελεί πτήσεις ως συγκυβερνήτης. Οι δεύτερος και πρώτος κατηγορούμενοι γνώριζαν τα ανωτέρω από πληροφορίες του αρχιχειριστή προς τον δεύτερο κατηγορούμενο, τον έλεγχο του φακέλου και των αποτελεσμάτων των εξετάσεων, του που ο δεύτερος έλεγχε, και ο πρώτος από ενημέρωση από τον δεύτερο, αλλά και προσωπικά, αφού όφειλε να ζητεί πληροφορίες, να βλέπει φακέλους και να αποφασίζει εάν θα κρατήσει ή θα απολύσει το πλήρωμα. Οι δεύτερος και πρώτος, έχοντας γνώση των πραγμάτων, έπρεπε να συσκεφθούν και να αποφασίσουν να απαγορεύσουν στο πλήρωμα αυτό να εκτελεί πτήσεις. Αυτοί πίστεψαν, ενώ ήξεραν τα ανωτέρω, ότι δεν θα προκληθεί ατύχημα. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθούν ένοχοι (οι α', β', γ' κατηγορούμενοι) όπως κατηγορούνται. Ακολούθως, η προσβαλλομένη απόφαση, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες του ότι: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους 1°, Δ. Π., 2°, Γ. Κ. και 3° I. S. ένοχους του ότι: στην Λάρνακα Κύπρου και στην περιοχή του Γραμματικού Ν. Αττικής, στις 14.8.2005, με συγκλίνουσα ενσυνείδητη αμέλειά τους, παρέλειψαν ενέργειες, στις οποίες είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβούν βάσει των καθηκόντων τους που απέρρεαν από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και τους κανόνες που περιλαμβάνονταν στα εγχειρίδια της κατασκευάστριας εταιρίας Boeing και της αεροπορικής εταιρίας Helios και προκάλεσαν με μια παράλειψη ο καθένας, τον θάνατο άλλων, τον οποίο προέβλεψαν ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα αυτών των παραλείψεων τους, αλλά πίστεψαν ότι δεν θα επέλθει. Συγκεκριμένα : στη Λάρνακα Κύπρου και στην περιοχή του Γραμματικού Ν. Αττικής, στις 14.8.2005, 1) ο πρώτος κατηγορούμενος, έχοντας την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της κυπριακής αεροπορικής εταιρίας με την επωνυμία "HELIOS AIRWAYS LIMITED" με έδρα τη ..., στα καθήκοντα του οποίου περιλαμβάνονταν η παροχή των απαραίτητων πηγών, διευκολύνσεων, μέσων και εγκαταστάσεων, έτσι ώστε οι εργαζόμενοι στην αεροπορική εταιρία να είναι σε θέση να εκτελέσουν τις εργασίες και τα καθήκοντα για τα οποία ήταν υπεύθυνοι, διασφαλίζοντας την ασφαλή εκτέλεση των επιχειρήσεων και των εργασιών καθώς και την ασφαλή και αξιόπλοη κατάσταση των αεροσκαφών, η καθιέρωση και υπογραφή της Τυπικής Κατάστασης-δήλωσης Πολιτικής Ποιότητας, που ορίζει την πρόθεση και το σκοπό του συστήματος ποιότητας και των σχετικών δεσμεύσεων ή υποχρεώσεων της εταιρίας, η συνολική ευθύνη για το Ποιοτικό Σύστημα της Εταιρίας, συμπεριλαμβανόμενης της συχνότητας, τύπου-μορφής και δομής των δραστηριοτήτων αξιολόγησης εσωτερικής διαχείρισης καθώς και η εν γένει ασφαλής εκτέλεση των πτήσεων, χωρίς να δημιουργηθεί κίνδυνος για τη σωματική ακεραιότητα και ζωή των επιβαινόντων στα αεροσκάφη, 2) ο δεύτερος κατηγορούμενος έχοντας: α) την ιδιότητα του Διευθυντή Πτητικής Εκμετάλλευσης στα καθήκοντα του οποίου περιλαμβάνονταν η εποπτεία και επίβλεψη των ιπτάμενων πληρωμάτων, ο συντονισμός και η επίβλεψη του Αρχιχειριστή (Επικεφαλής Κυβερνήτη) συγκατηγορούμενού του I. S., το επίπεδο του Διευθυντή Εκπαίδευσης (τα καθήκοντα του οποίου ασκούσε ο ίδιος ο δεύτερος κατηγορούμενος μετά από σχετική ανάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο), αναφορικά με την εκπαίδευση του ιπτάμενου πληρώματος, ο καθορισμός του επιπέδου εκπαίδευσης, η διοργάνωση πτήσεων προς το σκοπό επιθεώρησης, ο έλεγχος του επαγγελματικού επιπέδου και η βελτίωση του επιπέδου, των πρακτικών και της εκπαίδευσης του ιπτάμενου πληρώματος, ο καθορισμός του επιπέδου εκπαίδευσης, η συνεργασία με όλα τα ενδο-εταιρικά τμήματα προς τον σκοπό επίβλεψης του υψηλότερου δυνατού βαθμού ασφάλειας, η λήψη της τελικής απόφασης αναφορικά με την εργασία και απασχόληση του ιπτάμενου προσωπικού καθώς και η εν γένει ασφαλής εκτέλεση των πτήσεων και (έχοντας επίσης) και β) την ιδιότητα του Διευθυντή Εκπαίδευσης των ιπτάμενων πληρωμάτων της προαναφερόμενης κυπριακής αεροπορικής εταιρίας, στα καθήκοντα του οποίου περιλαμβάνονταν η διασφάλιση της λειτουργικότητας του συστήματος ποιότητας εντός του τμήματος εκπαίδευσης πληρώματος, ο συντονισμός όλων των θεμάτων που είχαν σχέση με τα επιχειρησιακά επίπεδα πτήσης, κανονισμούς, διατάξεις και εκπαίδευση, η καθιέρωση εκπαιδευτικών προγραμμάτων και ο έλεγχος των εντύπων που αφορούν το σύνολο της απαιτούμενης εκπαίδευσης και ελέγχων σε συνεργασία με τον Διευθυντή Πτητικής Εκμετάλλευσης (τα καθήκοντα του οποίου ασκούσε ο ίδιος), η καθιέρωση των επαγγελματικών προϋποθέσεων που αφορούν την απασχόληση, εκπαίδευση, αναβάθμιση των πληρωμάτων διακυβέρνησης θαλάμου και των πληρωμάτων θαλάμου επιβατών σε συνεργασία με τον Διευθυντή Πτητικής Εκμετάλλευσης (τα καθήκοντα του οποίου ασκούσε ο ίδιος) και τον Αρχιχειριστή (Επικεφαλής Κυβερνήτη), που ήταν ο τρίτος κατηγορούμενος I. S., η εποπτεία των ιπτάμενων πληρωμάτων και η εξασφάλιση της εκτέλεσης των πτήσεων με ασφάλεια χωρίς να δημιουργηθεί κίνδυνος για τη σωματική ακεραιότητα και ζωή των επιβαινόντων στα αεροσκάφη και 3) ο τρίτος κατηγορούμενος I. S. έχοντας την ιδιότητα του Αρχιχειριστή των ιπτάμενων πληρωμάτων της προαναφερόμενης αεροπορικής εταιρίας, στα καθήκοντα του οποίου περιλαμβάνονταν η εποπτεία των επιχειρήσεων πτήσης του στόλου της εταιρίας, η στενή συνεργασία με το Διευθυντή Πτητικής Εκμετάλλευσης της εταιρίας, συγκατηγορούμενό του, Γ. Κ., και με όλα τα σχετικά τμήματα, για την τυποποίηση και βελτίωση των ικανοτήτων και διαδικασιών, η συνεργασία με το Τμήμα Εκπαίδευσης, του οποίου καθήκοντα διευθυντή ασκούσε ο προαναφερόμενος συγκατηγορούμενός του, για την καθιέρωση των υποχρεώσεων, τις οποίες θα πρέπει να ικανοποιούν τα μέλη των ιπτάμενων πληρωμάτων, καθώς και στην καθιέρωση ελέγχων, εκπαιδευτικών στοιχείων και διαδικασιών (εκπαιδευτικών προγραμμάτων), η διενέργεια επιθεωρήσεων πτήσεων, ο έλεγχος των επαγγελματικών ικανοτήτων και η αξιοποίηση του ιπτάμενου προσωπικού και ο καθορισμός πρόσθετων σειρών εκπαίδευσης, η διασφάλιση και παρακολούθηση, σε συνεργασία με το Τμήμα Εκπαίδευσης (του οποίου καθήκοντα διευθυντή ασκούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος Γ. Κ.), ότι διενεργούνται εγκαίρως και αποτελεσματικά οι έλεγχοι του ιπτάμενου προσωπικού της εταιρίας, η προσεκτική επεξεργασία των σχετικών εκθέσεων συμβάντων και άλλων αναφορών ή εκθέσεων, η καθιέρωση των επαγγελματικών προϋποθέσεων που αφορούν την απασχόληση, εκπαίδευση, αναβάθμιση του πληρώματος διακυβέρνησης θαλάμου και του πληρώματος θαλάμου επιβατών σε συνεργασία με τον Διευθυντή Πτητικής Εκμετάλλευσης και Διευθυντή Πτητικής Εκπαίδευσης, η διερεύνηση και διαπίστωση των λειτουργικών ή επιχειρησιακών ανωμαλιών πτήσης και η σύσταση των σχετικών διορθωτικών μέτρων, που βοηθούν και εξασφαλίζουν την εν γένει ασφαλή εκτέλεση των πτήσεων, χωρίς να δημιουργηθεί κίνδυνος για τη σωματική ακεραιότητα και ζωή των επιβαινόντων στα αεροσκάφη, αλλά κατ με την ιδιότητα του ελεγκτή-εξεταστή των πιλότων της εταιρίας, H. J. M. και Χ. ή Π. Χ., παρέλειψαν (οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι), από ενσυνείδητη αμέλεια, την διενέργεια, την διενέργεια πράξεων στις οποίες είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβούν, βάσει των καθηκόντων τους που απέρρεαν από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις προς την αεροπορική-εταιρία, στην οποία κατείχαν διευθυντικές θέσεις και βάσει των κανόνων που περιλαμβάνονταν στα εγχειρίδια κατασκευάστριας εταιρίας Boeing και της αεροπορικής εταιρίας Helios. Ειδικότερα παρέλειψαν να απαγορεύσουν στους πιλότους της εταιρίας, H. J. M. και Χ. ή Π. Χ., να εκτελέσουν την πτήση HCY522 από Λάρνακα Κύπρου προς Πράγα Τσεχίας με ενδιάμεσο σταθμό την Αθήνα, ως κυβερνήτης ο πρώτος και συγκυβερνήτης ο δεύτερος, μέλη του πληρώματος διακυβέρνησης θαλάμου του αεροσκάφους Ο... Boeing 737-300, με αριθμό νηολογίου ... της εταιρίας Boeing που εκμεταλλευόταν η προαναφερόμενη αεροπορική εταιρία, οι οποίοι δεν είχαν την ικανότητα να εκτελούν τις πτήσεις σε καθεστώς πλήρους ασφάλειας, με πιστή τήρηση των διαδικασιών που προβλέπονταν στα εγχειρίδια της κατασκευάστριας εταιρίας και της εταιρίας τους και με εφαρμογή των αρχών του CRΜ, ώστε σύμφωνα με το CRΜ να δρουν συλλογικά για την αντιμετώπιση πιθανών προβλημάτων κατά την πτήση και οι οποίοι προέβησαν σε σειρά παραλείψεων και λαθών, που επέφερε το θάνατο των επιβαινόντων στο αεροσκάφος. Στην πράξη τους αυτή προέβησαν, παρόλο που οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι γνώριζαν τις παραπάνω ελλείψεις των συγκεκριμένων πιλότων και προέβλεψαν ότι από την παράλειψη τους αυτή μπορούσε να προκληθεί το αεροπορικό ατύχημα που συνέβη, με επακόλουθο αυτής της παράλειψής τους ως ενεργούς αιτίας, το θάνατο των επιβαινόντων στο αεροσκάφος όπως παρακάτω αναφέρεται, αποτέλεσμα που πίστεψαν ότι δεν θα επέλθει, επειδή δεν κατέβαλαν την απαιτούμενη προσοχή που όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλλουν. Πιο συγκεκριμένα, ο πρώτος, ο δεύτερος και ο τρίτος των κατηγορουμένων, με τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους ενεργώντας από ενσυνείδητη αμέλεια παρέλειψαν, αν και όφειλαν λόγω των προαναφερόμενων θέσεών τους και των καθηκόντων τους στην αεροπορική εταιρία, αφενός μεν να αναθέσουν τη συγκεκριμένη πτήση σε χειριστές κατάλληλα εκπαιδευμένους και ικανούς να την εκτελέσουν υπό καθεστώς πλήρους ασφάλειας, αφετέρου δε να απαγορεύσουν στους πιο πάνω αναφερόμενους πιλότους να πραγματοποιήσουν, την πτήση που πραγματοποίησαν ως πλήρωμα διακυβέρνησης θαλάμου, αφού H. J. M. είχε επιδείξει κατά καιρούς στο παρελθόν προβλήματα συμπεριφοράς, συντονισμού και συνεργασίας με τα υπόλοιπα μέλη των ιπτάμενων πληρωμάτων και ο Χ. ή Π. Χ., εμφάνιζε αδυναμία στην εκτέλεση των καταλόγων διαδικασιών, τις οποίες εκτελούσε βιαστικά, χωρίς να τηρεί τα προβλεπόμενα σε αυτές και στη διαχείριση και αντιμετώπιση των έκτακτων και περίπλοκων καταστάσεων. Επιπλέον, κανείς από τους ανωτέρω πιλότους δεν είχε πρόσφατα εκπαιδευτεί και ελεγχθεί στα συστήματα προειδοποιήσεων του συγκεκριμένου αεροσκάφους, εκπαίδευση που είχαν παραλείψει οι πρώτοι τρεις των κατηγορουμένων, οι οποίοι παρέλειψαν την προαναφερόμενη ενέργεια, αν και γνώριζαν ότι οι συγκεκριμένοι πιλότοι είχαν αυτές τις ελλείψεις και γι' αυτό δεν ήταν σε θέση να πραγματοποιήσουν την πτήση σε καθεστώς πλήρους ασφάλειας και αποτέλεσμα της παράλειψης τους αυτής, ως ενεργούς αιτίας ήταν ο θάνατος των εκατόν είκοσι ενός επιβαινόντων στο αεροσκάφος αυτό, γεγονός, που είχαν υποχρέωση λόγω της θέσης και των καθηκόντων τους να αποτρέψουν και το οποίο προέβλεψαν ως ενδεχόμενο να συμβεί, αλλά από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, πίστεψαν ότι δεν θα επέλθει. Αποτέλεσμα των παραπάνω παραλείψεων του πρώτος δεύτερου, τρίτου των κατηγορουμένων ήταν ότι, επειδή το πλήρωμα θαλάμου διακυβέρνησης της προαναφερόμενης πτήσης, αποτελούμενο από τον κυβερνήτη H. J. M. και τον συγκυβερνήτη Χ. ή Π. Χ., κατά τις διαδικασίες προ πτήσης (before start), προ εκκίνησης καταλόγου ελέγχου (clear for start), μετά την εκκίνηση (after start) και μετά την απογείωση (after take off) δεν έλεγξε και δεν επιβεβαίωσε, όπως όφειλε σύμφωνα μετά προβλεπόμενα στα εγχειρίδια της κατασκευάστριας εταιρίας και της αεροπορικής εταιρίας, ότι ο επιλογέας συμπίεσης ήταν στην αυτόματη θέση και δεν τον επανέφερε στη θέση αυτή, αλλά ο επιλογέας παρέμεινε στη θέση manual και στη συνέχεια της πτήσης, όταν το αεροσκάφος έφτασε σε ύψος 12.040 ποδιών και ήχησε η σειρήνα ύψους θαλάμου, επειδή το ύψος θαλάμου του αεροσκάφους ξεπέρασε τα 10.000 πόδια και άρχισε να δημιουργείται σταδιακά, με τη συνεχιζόμενη άνοδο του αεροσκάφους, υποξυγονικό περιβάλλον, με συνέπεια τη σταδιακή απώλεια των αισθήσεων των επιβαινόντων στο αεροσκάφος, καθώς και όταν, μεταγενέστερα, σε ύψος θαλάμου 18.000 ποδιών, έπεσαν οι μάσκες στο θάλαμο επιβατών με αντίστοιχη οπτική ένδειξη στο πιλοτήριο και ενώ είχε ήδη ενεργοποιηθεί ο κύριος προειδοποιητικός σηματοδότης, το πλήρωμα θαλάμου διακυβέρνησης δεν αντέδρασε, ως όφειλε, βάσει των εγχειριδίων της κατασκευάστριας εταιρίας και της αεροπορικής εταιρίας για τις έκτακτες καταστάσεις και βάσει της εκπαίδευσης που θα έπρεπε να είχε υποστεί, εφαρμόζοντας παράλληλα και τις αρχές του CRM, ενεργοποιώντας όλες του τις δυνατότητες και δυνάμεις για να κατανοήσει το πρόβλημα και να το ξεπεράσει, είτε με επαναφορά του επιλογέα στη σωστή θέση, είτε με άμεση κάθοδο του αεροσκάφους σε τέτοιο επίπεδο πτήσης ικανό να διατηρηθεί η ανθρώπινη ζωή σε πλήρη εγρήγορση εντός του αεροσκάφους και χωρίς τη λειτουργία του συστήματος συμπίεσης, δεν αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα της κατάστασης, με συνέπεια, τη συνέχιση της ανόδου του αεροσκάφους στο επίπεδο πτήσης των 34.000 ποδιών, τη συνέχιση της μη συμπίεσης του εσωτερικού του αεροσκάφους, αφού δε γινόταν ρύθμιση του ανοίγματος της βαλβίδας εκροής και τη σταδιακή δημιουργία υποξυγονικού περιβάλλοντος εντός της καμπίνας του αεροσκάφους κατά την άνοδο του από τα 10.000 πόδια στα 34.000 πόδια, με αποτέλεσμα να πάθουν υποξία οι επιβαίνοντες σε αυτό επιβάτες και πληρώματα διακυβέρνησης θαλάμου και θαλάμου επιβατών και να συνεχίσει την πτήση του το αεροσκάφος από τον αυτόματο πιλότο, που, όμως, δεν μπορούσε να το προσγειώσει στο αεροδρόμιο της Αθήνας Ελευθέριος Βενιζέλος, με συνέπεια το αεροσκάφος να πραγματοποιεί κύκλους πάνω από αυτό, μέχρι που σταμάτησε η λειτουργία των δύο κινητήρων του αεροσκάφους λόγω εξάντλησης του καυσίμου των δεξαμενών του, με αποτέλεσμα την πτώση και συντριβή του αεροσκάφους αυτού στην περιοχή του Γραμματικού Αττικής Ελλάδος στις 14/8/2005, στις 12.04 ώρα Ελλάδας, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο όλων των επιβαινόντων και σωματικών κακώσεων, και συγκεκριμένα εκατόν είκοσι ενός ατόμων, από τους οποίους εκατό δεκαπέντε ήταν επιβάτες και έξι ήταν μέλη του πληρώματος και, συγκεκριμένα, τέσσερα μέλη του πληρώματος, κυπριακής υπηκοότητας, δηλαδή ο συγκυβερνήτης του αεροσκάφους Χ. Χ. ή Π. του Ι. και Α. και οι Σ. Μ. του Χ. και Ε., Π. Α. του Κ. και Ά. και Χ. Χ. του Κ. και Α., που ανήκαν στο πλήρωμα του θαλάμου επιβατών, ένα μέλος του πληρώματος θαλάμου επιβατών, η Β. Λ. του Ι. και Χ., ελληνικής υπηκοότητας και ο κυβερνήτης του αεροσκάφους M. H. J., γερμανικής υπηκοότητας, ενενήντα έξι Κύπριοι επιβάτες με στοιχεία: 1) Α. Α. του Μ. και Μ., 2) Α. Κ. του Π. και Σ., 3) Α. Α. του Χ. και της Γ., 4) Α. Π. του Χ. και Ε., 5) Α. Α. του Χ. και Έ., 6) Α. - Ν. Μ. του Ι. και Χ., 7) Α. Χ. του Α. και Μ., 8) Α. Χ. του Α. και Μ., 9) Γ. Ε. του Α. και Θ., 10) Γ. Γ. του Α. και Ε., 11) Γ. Γ. του Κ. και Ι., 12) Γ. Ε. - Μ. του Ι. και Σ., 13) Γ. Σ. του Κ. και Μ., 14) Γ. Ι. του Μ. και Ε., 15) Π. Α. του Ν. και Μ., 16) Γ. Μ. του Χ. και της Μ., 17) Γ. Μ. του Σ. και της Α., 18) Δ. Π. του Δ. και Ξ., 19) Ε. Α. του Κ. και Β., 20) Ε. Α. του Ε. και Χ., 21) Ε. Ε. του Π. και Ζ., 22) Ε. Ν. του Γ. και Ε., 23) Ε. Π. του Ε. και Α., 24) Ε. Σ. του Ε. και Α., 25) Ι. Γ. του Μ. και Ε., 26) Ι. Μ. του Χ. και Ε., 27) Κ. Π. του Κ. και Γ., 28) Κ. -Κ. Φ. του Μ. και Χ., 29) Κ. Δ. (Δ.) του Κ. και Α., 30) Κ. Μ. του Μ. και Ν., 31) Κ. Α. του Χ. και της Χ., 32) Κ. Ν. του Δ. και Ε., 33) Κ. Α. του Χ. και Σ., 34) Κ. Π. του Ι. και Μ., 35) Κ. Μ. του Κ. και Χ., 36) Κ. Σ. του Α. και Ά., 37) Κ. Ε. του Α. και Ζ., 38) Κ. Π. του Ι. και Μ., 39) Κ. - Β. Ξ. του Ε. και Α., 40) Κ. Χ. του Ο. και Ξ., 41) Κ. Ο. του Β. και Χ., 42) Κ. Α. του Α. και Μ., 43) Κ. Ά. του Λ. και Κ., 44) Κ. Κ. του Χ. και Χ., 45) Κ. Σ. του Κ. και Α., 46) Κ. Χ. του Κ. και Α., 47) Κ. Χ. του Κ. και Α., 48) Κ. Ν. του Π. και Ε., 49) Κ. Ε. του Σ. και Γ., 50) Κ. - Γ. Ε. του Γ. και Β., 51) Κ. Θ. του Α. και Μ., 52) Κ. Κ. του Γ. και Κ., 53) Κ. Μ. του Κ. και Α., 54) Κ. Μ. του Π. και της Ε., 55) Κ. Π. του Μ. και Ε., 56) Κ. Σ. του Μ. και Ε., 57) Λ. Χ. του Π. και της Μ., 58) Μ. - Π. Α. του Μ. και Θ., 59) Μ. Έ. του Γ. και Χ., 60) Μ. Κ. του Π. και Ε., 61) Ν. Θ. του Ν. και Έ., 62) Ν. Ν. του Γ. και Π., 63) Ν. Ν. του Ν. και Ε., 64) Ν. Γ. του Ν. και Κ., 65) Ν. Μ. του Κ. και Σ., 66) Ν. Κ. του Ν. και Ε., 67) Ν. Ν. του Γ. και Ι., 68) Ξ. Ι. του Δ. και Μ., 69) Ξ. Μ. του Χ. και Σ., 70) Ξ. Σ. του Δ. και Μ., 71) Ξ. Δ. του Γ. και Ι., 72) Ο. Δ. του Ν. και Β., 73) Ο. Ε. του Ν. και Ά., 74) Π. Ι. του Χ. και Χ., 75) Π. Μ. του Α. και Α., 76) Π. Χ. του Λ. και Χ., 77) Π. Ε. του Χ. και Α., 78) Π. Μ. του Χ. και Α., 79) Π. Ξ. του Χ. και Α., 80) Π. Χ. του Ξ. και Ε., 81) Ρ. Μ. του Π. και Β., 82) Ρ. Β. του Ι. και Ε., 83) Σ. Π. του Α. και Ξ., 84) Τ. Α. του Α. και Ά., 85) Τ. Α. του Α. και Χ., 86) Τ. B. του Α. και Χ., 87) Τ. Χ. του Β. και Λ., 88) Τ. Χ. του Μ. και Κ., 89) Χ. Κ. του Ε. και Μ., 90) Χ. Κ. του Ν. και Κ., 91) Χ. Ν. του Ε. και Κ., 92) Χ. Α. του Κ. Χ., 93) Χ. Σ. του Χ. και Κ., 94) Χ. Α. του Ο. και Κ., 95) Χ. Κ. Φ. και Χ. και 96) Ψ. Π. του Α. και Α. και είκοσι επιβάτες ελληνικής υπηκοότητας, με τα στοιχεία: 1) Χ. Κ. του Β. και Φ., 2) Χ. Φ. του Κ. και Μ., 3) Χ. - Ν. Μ. του Χ. και Μ., 4) Χ. Σ. του Ι. και Β., 5) Θ. Γ. του Μ. και Μ., 6) Θ. Μ. του Γ. και Μ., 7) Θ. Ά. του Γ. και Μ., 8) Π. - Π. Μ. του Ι. και Α., 9) Α. Ι. του Ν. και Ε., 10) Α. Α. του Π. και Δ., 11) Π. Ι. του Ν. και Σ., 12) Μ. Ε. του Λ. και Ι., 13) Δ. Θ. του Α. και Β., 14) Δ. Μ. του Θ. και Χ., 15) Δ. Β. του Θ. και Χ., 16) Δ. Α. του Θ. και Χ., 17) Κ. Κ. του Β. και Ε., 18) Κ. Α. του Ε. και Μ. και 19) Λ. Ε. του Σ. και Ο.
Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο στο σκεπτικό, όπως αυτό αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την, κατά τα παραπάνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, κατά συρροή, για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 του Π.Κ., που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή με άλλο τρόπο παραβίασε. Ειδικότερα, στην αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης προσδιορίζονται: Α) οι ιδιότητες των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων στην αεροπορική εταιρεία με την επωνυμία "HELIOS AIRWAYS LIMITED", ήτοι του 3ου αναιρεσείοντα Δ. Π., ως Διευθύνοντος Συμβούλου του 2ου αναιρεσείοντα, Γ. Κ., ως Διευθυντή πτητικής εκμετάλλευσης, με καθήκοντα εποπτείας και επίβλεψης των ιπταμένων πληρωμάτων και του 1ου αναιρεσείοντα I. S., ως Αρχιχειριστή των ιπτάμενων πληρωμάτων, με καθήκοντα εποπτείας των επιχειρήσεων πτήσης της παραπάνω Αεροπορικής Εταιρείας, και τα καθήκοντά τους, που απέρρεαν από τις ιδιότητες αυτές, με βάση τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και τους κανόνες που περιλαμβάνονταν στο εγχειρίδιο της παραπάνω αεροπορικής εταιρείας ""HELIOS" και στα οποία αναγόταν η ασφαλής εκτέλεση των πτήσεων της εταιρείας ώστε να μη δημιουργείται κίνδυνος για τη σωματική ακεραιότητα και ζωή των επιβαινόντων στα αεροσκάφη της εταιρείας. Ειδικότερα εκτίθεται: 1) ότι στα καθήκοντα του 3ου αναιρεσείοντα Δημήτριου Π., Διευθύνοντος Συμβούλου, αναγόταν η παροχή των απαραίτητων πηγών μέσων και εγκαταστάσεων, έτσι ώστε οι εργαζόμενοι στη εταιρεία να είναι σε θέση να εκτελέσουν τα καθήκοντα για τα οποία ήταν υπεύθυνοι, διασαφαλίζοντας την ασφαλή εκτέλεση των επιχειρήσεων και των εργασιών καθώς και την ασφαλή και αξιόπλοη κατάσταση των αεροσκαφών 2) ότι στα καθήκοντα του 2ου αναιρεσείοντα, Γ. Κ., Διευθυντή Πτητικής Εκμετάλλευσης, με παράλληλα καθήκοντα του Διευθυντή Εκπαίδευσης των ιπταμένων πληρωμάτων της εταιρείας περιλαμβάνονταν η εποπτεία και επίβλεψη των ιπταμένων πληρωμάτων, ο συντονισμός και η επίβλεψη του Αρχιχειριστή (Επικεφαλής Κυβερνήτη), θέση που κατείχε ο 1ος αναιρεσείων, Ι. S., η εκπαίδευση του ιπτάμενου πληρώματος, ο καθορισμός του επιπέδου εκπαίδευσης, η διοργάνωση πτήσεων προς το σκοπό επιθεώρησης, ο έλεγχος του επαγγελματικού επιπέδου και η βελτίωση του επιπέδου, των πρακτικών και της εκπαίδευσης του ιπτάμενου πληρώματος, ο συντονισμός όλων των θεμάτων, που είχαν σχέση με τα επιχειρησιακά επίπεδα πτήσης και η καθιέρωση εκπαιδευτικών προγραμμάτων 3) ότι στα καθήκοντα του 1ου αναιρεσείοντα, Ι. S., Αρχιχειριστή των ιπταμένων πληρωμάτων, αναγόταν μεταξύ άλλων, η εποπτεία των επιχειρήσεων πτήσης, η στενή συνεργασία με τον Διευθυντή Πτητικής Εκμετάλλευσης (θέση που κατείχε ο 2ος αναιρεσείων ), καθώς και με όλα τα σχετικά τμήματα για την βελτίωση των ικανοτήτων και διαδικασιών, η συνεργασία με το τμήμα Εκπαίδευσης, του οποίου καθήκοντα διευθυντή ασκούσε ο 2ος αναιρεσείων για την καθιέρωση των υποχρεώσεων των μελών των ιπτάμενων πληρωμάτων, των ελέγχων και των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, η διενέργεια επιθεωρήσεων πτήσεων, ο έλεγχος των επαγγελματικών ικανοτήτων και η αξιοποίηση του ιπτάμενου προσωπικού και ο καθορισμός πρόσθετων σειρών εκπαίδευσης, η διασφάλιση και παρακολούθηση σε συνεργασία με το Τμήμα Εκπαίδευσης ότι διενεργούνται εγκαίρως και αποτελεσματικά οι έλεγχοι του ιπτάμενου προσωπικού της εταιρείας, η επεξεργασία των σχετικών συμβάντων ή άλλων αναφορών και εκθέσεων, μάλιστα δε, με την παραπάνω ιδιότητά του, είχε ενεργήσει ως ελεγκτής - εξεταστής, στους πιλότους της συγκεκριμένης πτήσης. Β) το είδος της συγκλίνουσας αμέλειας (ενσυνείδητης) αυτών, οι παραλείψεις εκάστου τούτων και ο αιτιώδης σύνδεσμος των παραλείψεων και του αποτελέσματος, αφού εκτίθεται ότι οι κατηγορούμενοι παρέλειψαν να απαγορεύσουν στους πιλότους H. J. M. και Χ. ή Π. Χ., να αναλάβουν στη συγκεκριμένη πτήση, τα αντίστοιχα καθήκοντα, του κυβερνήτη και συγκυβερνήτη του αεροσκάφους, "Ο..." Boeing 737-300, που εκμεταλλευόταν, η προαναφερθείσα αεροπορική εταιρεία, οι οποίοι δεν ήταν ικανοί για να ασκούν τέτοια καθήκοντα σε καθεστώς πλήρους ασφάλειας και να δρούν συλλογικά για την αντιμετώπιση πιθανών προβλημάτων, αφού και κατά το παρελθόν είχαν επιδείξει προβλήματα συμπεριφοράς, συντονισμού και συνεργασίας με τα υπόλοιπα μέλη των ιπτάμενων πληρωμάτων, δεν είχαν πρόσφατα εκπαιδευτεί, από παράλειψη των αναιρεσειόντων, στα συστήματα προειδοποιήσεων του συγκεκριμένου αεροσκάφους και διέπραξαν σειρά παραλείψεων και λαθών που επέφερε το αεροπορικό ατύχημα και το θάνατο των επιβαινόντων στο αεροσκάφος, αποτέλεσμα το οποίο οφείλεται σε παραλείψεις των κατηγορουμένων οι οποίοι γνώριζαν ότι οι συγκεκριμένοι πιλότοι δεν ήταν σε θέση να πραγματοποιήσουν την πτήση σε καθεστώς πλήρους ασφάλειας, το εγκληματικό δε αποτέλεσμα αυτών των παραλείψεών τους, το πρόβλεψαν ως ενδεχόμενο, αλλά πίστεψαν ότι δεν θα επέλθει, επειδή δεν κατέβαλλαν την κατά τις περιστάσεις και κατά τις συναλλαγές επιμέλεια που όφειλαν και μπορούσαν αν καταβάλουν μ ε τις προσωπικές τους ικανότητες γνώσεις και εμπειρία. Γ) Επαρκώς αιτιολογείται, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των αναιρεσειόντων, να ενεργήσουν όπως παραπάνω, η οποία υποχρέωση πηγάζει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τη θέση και την ιδιότητά τους στην εταιρεία και γενικά από τις συμβατικές τους, έναντι αυτής, υποχρεώσεις, που περιγράφονται στο εγχειρίδιο εκμετάλλευσης της εν λόγω εταιρείας. Η ειδικότερη αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι είναι ανακριβές το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, σχετικά με την παραδοχή, ότι ανά εξάμηνο πρέπει να γίνεται εκπαίδευση σε εξομοιωτή, είναι αβάσιμη, καθόσον, όπως προκύπτει από την κατάθεση, στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστήριο, του μάρτυρα Α. Τ., Προέδρου της Επιτροπής Διερεύνησης Ατυχημάτων, "κάθε έξι μήνες οι πιλότοι περνάνε από εξομοιωτή" (σελ.23). Επίσης το αυτό προκύπτει και από την κατάθεση του μάρτυρα Α. Φ., στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ο οποίος είναι και ο διενεργήσας την πραγματογνωμοσύνη για το ένδικο ατύχημα, ο οποίος κατέθεσε " ο νόμος λέει ότι κάθε έξι μήνες πρέπει να γίνεται ο έλεγχος σε εξομοιωτή στη διαδικασία απώλειας ελέγχου αέρα" (σελ. 83 της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου). Επομένως, ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσειόντων και 2ος λόγος της αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντα, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 233 και 236§1 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι για την εξέταση του κατηγορουμένου, που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, στο ακροατήριο, διορίζεται, από τον διευθύνοντα την συζήτηση, διερμηνέας. Ο μη διορισμός, στην περίπτωση αυτή, διερμηνέα στον κατηγορούμενο, καθώς και η μη διερμήνευση ή η ατελής διερμήνευση σ' αυτόν, όλων όσων κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας έγιναν, από την Ελληνική γλώσσα στη γλώσσα, που αυτός ομιλεί και αντίστροφα, αποτελεί παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του, ως κατηγορουμένου και επιφέρουν απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 εδαφ. δ' του ΚΠΔ, που καθιδρύει τον, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' του αυτού Κώδικα, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, που εκδίδεται εις βάρος του. Από τις αυτές ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η εκτίμηση της ανάγκης διορισμού διερμηνέα και η κρίση, περί της ικανότητας αυτού, για την εκπλήρωση των καθηκόντων του, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ικανότητα και καταλληλότητα του διορισθέντος διερμηνέα (Α.Π. 152/1981, Α.Π. 1106/1978).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά, της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, προκύπτουν τα εξής: Κατά την έναρξη της συνεδριάσεως της δίκης, οι συνήγοροι υπεράσπισης του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα I. S. δήλωσαν ότι ο κατηγορούμενος δεν γνωρίζει την ελληνική, αλλά την Αγγλική γλώσσα, και υπέβαλαν αίτημα στο δικαστήριο, να μην ορισθεί ως διερμηνέας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο διορισθείς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως διερμηνέας, Κ. Γ., λόγω προβλημάτων κατά τη διερμηνεία, αλλά άλλος, εκ του νομίμως τηρουμένου καταλόγου (σελ.10-11). Κατά τη συνεδρίαση της 31-10-2012, δεδομένου ότι κατά την πρώτη συνεδρίαση της 26-10-2012, ο παραπάνω κατηγορούμενος, ήταν απών, διορίστηκε, από την διευθύνουσα την συζήτηση, κατά το άρθρο 233 του ΚΠΔ, ως διερμηνέας του παραπάνω, I. S., η Γ. Μ., από το νομίμως τηρούμενο στο δικαστήριο κατάλογο, η οποία ορκίσθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 236 του ΚΠΔ ότι "θα μεταφράσει με ακρίβεια και πιστότητα όλα όσα θα ειπωθούν κατά την συζήτηση και τα έγγραφα που θα αναγνωσθούν από την ελληνική στην Αγγλική γλώσσα και αντιθέτως" (σελ. 17). Στη συνέχεια γίνεται ειδική μνεία στα πρακτικά, ότι ο κατηγορούμενος, δια της διερμηνέως του, έδωσε τα στοιχεία της ταυτότητας του. Στη συνέχεια έγινε πιστή διερμήνευση όλων όσων έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στο ακροατήριο, μέχρι και του σταδίου της απολογίας του κατηγορουμένου, αφού μετά από αυτήν δεν συμμετείχε στη διαδικασία και ήταν απών. Ειδικότερα, διερμηνεύθηκαν οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και το περιεχόμενο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν. Η απολογία του έγινε μέσω του διερμηνέα Ι. Σ., χωρίς αντίρρηση από κανένα παράγοντα της δίκης, επειδή η παραπάνω διερμηνέας από λόγους ανωτέρας βίας, (ασθένειας), αποχώρησε από τη συνεδρίαση την ημέρα εκείνη. Μάλιστα, στα πρακτικά, γίνεται ειδική μνεία, μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα, ότι "τα παραπάνω διερμηνεύτηκαν μέσω της διερμηνέα στον κατηγορούμενο", επίσης, και μετά την ανάγνωση των εγγράφων γίνεται μνεία στα πρακτικά ότι "τα παραπάνω διερμηνεύτηκαν μέσω της διερμηνέα στον κατηγορούμενο", ενώ, και καθόσον αφορά την απολογία του κατηγορουμένου, γίνεται μνεία, ότι έγινε "μέσω του διερμηνέα". Κατά την εξέλιξη της διαδικασίας και ειδικότερα κατά τη συνεδρίαση της 27-11-2013 ο παραπάνω κατηγορούμενος υπέβαλε αίτημα διορισμού άλλου διερμηνέα. Το δικαστήριο με την υπ' αριθ. 9683/27-11-2012, σχετική παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε το παραπάνω αίτημα με την ακόλουθη αιτιολογία: "Το αίτημα περί αντικατάστασης του διερμηνέα κρίνεται απορριπτέο γιατί κατά την κρίση του δικαστηρίου η μετάφραση είναι ακριβέστατη, οι κατηγορούμενοι καταλαβαίνουν όλα όσα διαμείβονται, η επάρκεια της διερμηνείας προκύπτει και από το ότι βρίσκεται στον επίσημο κατάλογο των διερμηνέων της εισαγγελίας κι έχει εμπειρία στη δικαστηριακή πρακτική και ως εκ τούτου, το ως άνω αίτημα των κατηγορουμένων κρίνεται προσχηματικό και παρελκυστικό" (σελ.33-34). Κατά την ίδια συνεδρίαση οι συνήγοροι υπεράσπισης του κατηγορουμένου ζήτησαν τρίλεπτη διακοπή για το ακατάληπτο της διερμηνείας. Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της διακοπής της δίκης, με παρεμπίπτουσα ταυτάριθμη με την παραπάνω απόφαση, για το λόγο ότι η μετάφραση είναι επαρκής (σελ. 43). Κατά τη συνεδρίαση της 11-12-2012, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, υπέβαλε και πάλι αίτημα αντικατάστασης της διερμηνέα, λόγω αδυναμίας της να διερμηνεύσει. Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με την υπ' αριθ. 10084α/11-12-2012 παρεμπίπτουσα απόφαση του για το λόγο ότι "η διερμηνεία κρίνεται επαρκής". Έτσι, από όλες αυτές τις αναφορές στα πρακτικά της δίκης, προκύπτει, με σαφήνεια, ότι διερμηνεύτηκαν στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, όλα τα λεχθέντα κατά την διάρκεια της διαδικασίας, μέχρι και του σημείου που αυτός παρέμεινε στη δίκη, ήτοι μέχρι της απολογίας του. Επομένως, καμία ακυρότητα της διαδικασίας δεν επήλθε και δεν παραβιάστηκε κανένα υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου, αφού έγινε πιστή διερμήνευση όλων όσων διαμείφθηκαν στο ακροατήριο, από τη διερμηνέα, η οποία να σημειωθεί, συμπεριλαμβανόταν στον επίσημο πίνακα των διερμηνέων που τηρείται στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, ο οποίος πίνακας καταρτίζεται κατά την προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 233 παρ.2 Κ.Π.Δ. διαδικασία, η οποία τηρείται προκειμένου να διασφαλιστεί η "ορθή διερμηνεία", που μπορεί να γίνει μόνο από κατάλληλα πρόσωπα. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του 1ου αναιρεσείοντα, περί ανεπάρκειας της διερμηνέως για την εκπλήρωση των καθηκόντων της, είναι απαράδεκτες, διότι η εκτίμηση και η κρίση του δικαστηρίου περί της επάρκειας του διερμηνέα να εκπληρώσει τα καθήκοντά του, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού αφορά την περί τα πράγματα ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, σύμφωνα με όσα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρονται. Επομένως ο 1ος λόγος αναιρέσεως, του 1ου αναιρεσείοντα, I. S., που υποστηρίζει ότι η διερμήνευση που έγινε σε αυτόν, έγινε ατελώς, ανεπαρκώς και ασαφώς καθόσον η διερμηνέας δεν ήταν κατάλληλη προς εκπλήρωση των καθηκόντων της, γι' αυτό επήλθε απόλυτη ακυρότητα, για την οποία επιδιώκεται η αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Έλλειψη της απαιτούμενης από τις παραπάνω διατάξεις, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, όταν δεν προκύπτει από αυτήν ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων στην ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά στα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο η από το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού µέσου η πραγµατογνωµοσύνη, διακρινόμενο των εγγράφων, πρέπει να µνηµονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία της αποφάσεως μεταξύ των αποδεικτικών µέσων, στο προοίμιό της ή τουλάχιστον, από το όλο περιεχόμενο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης να συνάγεται με βεβαιότητα ότι η έκθεση αυτή, λήφθηκε υπόψη και συνεκτιµήθηκε µε τα λοιπά αποδεικτικά µέσα. Για την πληρότητα όμως της αιτιολογίας, δεν είναι απαραίτητη ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση της πραγματογνωμοσύνης, όταν το συμπέρασμά της δεν αντιτίθεται στο αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και δύναται να συναχθεί εκ τούτου αναμφίβολα ότι έχει ληφθεί υπόψη. (Α.Π. 1264/2012, Α.Π. 304/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με σχετικό αυτοτελή λόγο αναιρέσεως, που προβλήθηκε στο ακροατήριο αλλά και με το σχετικό κατατεθέν υπόμνημά του, ερευνάται δε και αυτεπάγγελτα κατ 'άρθρο 511εδ.α' Κ.Π.Δ. ενόψει του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλει ασάφεια ως προς τα ληφθέντα αποδεικτικά μέσα, με την αιτίαση ότι στα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύεται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού πραγματογνώμονα Α. Φ., η οποία έκθεση και δεν λήφθηκε υπόψη. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και των πρακτικών της δίκης, προκύπτει ότι η αναγνωσθείσα κατά τα άνω, με Α/Α 7, στο ακροατήριο έκθεση πραγματογνωμοσύνης, του πραγματογνώμονα Α. Φ., Αεροναυπηγού-Μηχανικού, που συντάχθηκε, κατόπιν εγγράφου παραγγελίας της Επίκουρης Ανακρίτριας του 15ου Ανακριτικού Τμήματος του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, πράγματι δεν μνημονεύονται στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Όμως, όπως προκύπτει από το σύνολο των προεκτεθεισών παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικαστήριο αναμφίβολα την έλαβε υπόψη του, αφού τα όσα βεβαιώνονται στην έκθεση αυτή για τις συνθήκες του ατυχήματος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, δεν είναι αντίθετα προς το αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως. Άλλωστε ο συντάξας την εν λόγω πραγματογνωμοσύνη, Α. Φ., εξετάστηκε ενόρκως επ' ακροατηρίω, ως μάρτυρας (σελ. 39-44 της προσβαλλομένης απόφασης) και αναφέρθηκε ρητώς στην πραγματογνωμοσύνη που συνέταξε, το περιεχόμενο δε της κατάθεσης του στο ακροατήριο, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει, δεν υφίσταται από το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης του. Επομένως δεν προκύπτει καμία ασάφεια ή αμφιβολία ως προς την συνεκτίμηση από το Εφετείο και της άνω αναγνωσθείσας εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, που δεν αναφέρεται ειδικά στο αιτιολογικό, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο.
Κατ' ακολουθία ο συναφής από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, που προτάθηκε και από τους τρεις αναιρεσείοντες στο ακροατήριο, ερευνώμενος και αυτεπάγγελτα, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, στο σύνολό της και να καταδικασθεί έκαστος των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη, των παραστάντων, με χωριστό δικηγόρο, πολιτικώς εναγόντων (άρθρο 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Α.
Απορρίπτει, τις από 5-3-2013, (υπ' αριθμό πρωτ. 1754/5-3-2013, 1756/5-3-2013 και 1755/5-3-2013) αιτήσεις αναιρέσεως των 1) I. S. 2) Γ. Κ. και 3) Δ. Π. αντίστοιχα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 9683, 9941, 10084α/2012, 1112/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών.
Β. Καταδικάζει έκαστο των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Γ. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων, την οποία καθορίζει ως εξής: 1) Πεντακόσια (500) Ευρώ, ομού για την πρώτη ομάδα, που παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Δρούγκα, και αποτελείται από τους: 1. Ε. χήρα Π. Κ., 2. Α. Γ., 3.Φ. Λ., 4. Σ. Κ. του Κ., 5. Γ. σύζ. Σ. Κ., 6. Κ. Κ. του Σ., 7. Ε. Κ., 8. Χ. Ε. του Ι., 9. Χ. Σ. του Ν., 10. Γ. Ξ. του Δ., (ατομικώς και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα του ανηλίκου Γ. Ξ. του Δ.), 11. Ι. σύζυγο Γ. Ξ. (ατομικώς και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου Γ. Ξ. του Δ.), 12. Χ. Γ.-Γ., (ατομικώς και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα του ανηλίκου Γ. Ξ. του Δ.) 13. Σ. συζ. Χ. Γ., (ατομικώς και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου Γ. Ξ. του Δ.) 14. Χ. Ξ. του Γ. και 15. Ι. Γ. του Χ.. 2) Πεντακόσια (500) Ευρώ, για την δεύτερη ομάδα, που παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο, Γιαννάκη Ιωάννου του Ερρίκου και αποτελείται από τους: 1. Α. Μ. του Κ., 2. Ν. Μ. το γένος Κ. Χ. και 3. Π. Μ. του Κ. και 3) Πεντακόσια (500) Ευρώ, για την πολιτικώς ενάγουσα Ι. Τ. του Ι., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Κωνσταντίνο Μαυροειδή.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ποινικής ευθύνης. Θάνατος 119 επιβατών και 6 μελών αεροσκάφους, από αποσυμπίεση στο αεροσκάφος, από λάθη και παραλείψεις κυβερνήτη και συγκυβερνήτη. Ο επιλογέας του τρόπου συμπίεσης δεν ήταν στην θέση που ρυθμίζεται αυτόματα, και ο κυβερνήτης και ο συγκυβερνήτης δεν το αντιλήφθηκαν. Δεν εντόπισαν και το λόγο για τον οποίο ήχησε το σχετικό σύστημα προειδοποίησης αποσυμπίεσης. Θάνατος των επιβαινόντων από υποξία και πτώση του αεροσκάφους ακυβέρνητου. Ποινική ευθύνη των αναιρεσειόντων, ήτοι, 1) του Διευθύνοντα Συμβούλου της Κυπριακής Αεροπορικής Εταιρείας, που εκμεταλλευόταν το αεροσκάφος 2) του Διευθυντή πτητικής εκμετάλλευσης, με καθήκοντα εποπτείας και επίβλεψης των ιπταμένων πληρωμάτων και 3) του Αρχιχειριστή των ιπτάμενων πληρωμάτων, της παραπάνω εταιρείας, στα καθήκοντα των οποίον αναγόταν η ασφαλής εκτέλεση των πτήσεων, που παρέλειψαν να απαγορεύσουν στον κυβερνήτη και συγκυβερνήτη του αεροσκάφους να εκτελέσουν τη συγκεκριμένη πτήση, αν και γνώριζαν ότι αυτοί δεν είναι σε θέση να την πραγματοποιήσουν με πλήρη ασφάλεια, καθόσον είχαν επιδείξει και στο παρελθόν προβλήματα συμπεριφοράς και συνεργασίας με τα λοιπά μέλη του πληρώματος και δεν τους είχαν εκπαιδεύσει στα συστήματα προειδοποιήσεων του αεροσκάφους. Αιτιολογείται, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των αναιρεσειόντων, να ενεργήσουν όπως παραπάνω, η οποία υποχρέωση πηγάζει, από τη θέση και την ιδιότητά τους στην εταιρεία και γενικά από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, που περιγράφονται «στο εγχειρίδιο εκμετάλλευσης» της εν λόγω εταιρείας. Έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα για τι δεν αναφέρεται σε αυτά η πραγματογνωμοσύνη. Απορριπτέος ο λόγος γιατί το πόρισμα της απόφασης περί ενοχής είναι σύμφωνο με το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης. Στα πρακτικά της απόφαση πρέπει να γίνεται μνεία ότι ο διερμηνέας διερμήνευσε όλα όσα διαμείφθηκαν στη διαδικασία. Η ικανότητα του διερμηνέα να διερμηνεύσει ορθά απόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστή της ουσίας και δεν υπόκειται σε αναιρετικό λόγο. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 1
|
Αριθμός 1015/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
1. ΚΠ 1, Α. Ν. του Γ. έως και 82. ΚΠ 150, Ό. χήρας Β. Σ. το γένος Λ. Κ., άπαντες κάτοικοι ...
Άπαντες οι ανωτέρω αναιρεσείοντες, εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη, ο οποίος ανακάλεσε την δήλωση του για παράσταση και κατέθεσαν προτάσεις,
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του ΝΣΚ Αλέξανδρο ΡοΪλό και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό ο συνήγορος των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο δήλωσε στο ακροατήριο και κατέθεσε γραπτώς δια των προτάσεων του, ότι διορθώνει την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τα κατωτέρω: α) το κύριο όνομα της υπό στοιχ. 26γ. αιτούσας από το λανθασμένο Μ. στο ορθό Μ. Χ. του Σ., β) το κύριο όνομα της υπό στοιχ. 26ε αιτούσας από το λανθασμένο Σ. στο ορθό Σ. Χ. του Σ., γ) το κύριο όνομα της υπό στοιχ. 34γ αιτούσας από το λανθασμένο Σ. στο ορθό Σ. συζ. Γ. Λ. και δ) το επώνυμο του υπό στοιχ. 9 αιτούντα από το λανθασμένο Ν. Κ. του Ε. στο ορθό Ν. Κ. του Ε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 21856/1998 απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία ορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης κατόπιν αιτήσεως του ήδη αναιρεσίβλητου. Η από 23/12/1998 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου και η από 18-3-1999 ανταίτηση των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2003 προδικαστική και 2/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-12-2007 αίτησή τους. Η συζήτηση της αναίρεσης ματαιώθηκε και την επανέφεραν με την από 22-9-2011 κλήση τους οι αναιρεσείοντες.
Εκδόθηκε η 1130/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με την από 15-10-2012 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 12-1-2009 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, Αρεοπαγίτη Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και τρίτου λόγου και την απόρριψη των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου, που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων, γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβαση της, δ) αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου, που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλεια του στους αντιδίκους, ε) αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί. Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, ότι σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποία ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες. Εάν δε η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με κλήση, δεν αρκεί η επίδοση σ' αυτόν μόνο της κλήσης, αλλά απαιτείται επίδοση και αντιγράφου του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, εφόσον και πάλι δεν αποδεικνύεται η χορήγηση από αυτόν πληρεξουσιότητας στο δικηγόρο, που υπογράφει το αναιρετήριο και ως πληρεξούσιος δικηγόρος του. Διαφορετικά, η κλήση με βάση την οποία εμφανίζεται και αυτός ως επιμελούμενος τη συζήτηση είναι άκυρη και η συζήτηση της αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 15.10.2012 κλήση των αναιρεσειόντων επαναφέρεται προς συζήτηση η από 28.12.2007 και με αρ. κατ. 413/31.12.2007 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ. αρ.. 2/2007 οριστικής αποφάσεως και της συμπροσβαλλομένης υπ. αρ. 70/2003 μη οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η συζήτηση της οποίας κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 16.1.2009 και μετ' αναβολή της 9.10.2009 ματαιώθηκε, ενώ με την εκδοθείσα επ' αυτής υπ. αρ. 1130/2012 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 18.5.2012 με την από 22.9.2011 κλήση των αναιρεσειόντων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε ως προς τον αναιρεσείοντα Ν. Κ. του Θ., διότι κατά την άσκησή της στις 31.12.2007 είχε αποβιώσει ήδη από 12.2.1994, και ως προς τους υπολοίπους κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της, διότι ορισμένοι εκ των αναιρεσειόντων δεν απεδείκνυαν τη χορήγηση πληρεξουσιότητας στον εκπροσωπήσαντα αυτούς πληρεξούσιο δικηγόρο. Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου στη νομίμως ορισθείσα δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης οι εκ των αναιρεσειόντων 8α Ε. χα Α. Π., 8β Λ. Π. του Γ., 8γ Α. Π. του Γ. και 8δ Χ. Π. του Γ., 16β Α. Σ. του Χ., 17 Κ. Χ. του Κ., 18α Δ. Α. του Β., 18β Π. Α. του Β. και 18γ Ε. χα Β. Α., 22α Ε. Κ. του Α., 22β Γ. Κ. του Α., 22γ Δ. Κ. του Α. και 22δ Α. Κ. του Α., Α. Σ. του Σ. (με το .../2.5.2011 πληρεξούσιο της συμ/φου Λαγκαδά Χριστίνας Πόνη-Χαλκιοπούλου παρέχεται πληρεξουσιότης από τον Α. Σ. του Γ.), 31β και 32 Α. χα Δ. Α., 34α Η. Λ. του Β., 46β Γ. Μ. του Α., 66α Ό. χα Β. Α., το γένος Α. Α. και 66β Δ. Α. του Β., 74δ Α. Δ. του Χ., 75 Ε. χα Α. Κ., 76η Α. Π. και 82 Ό. χα Β. Σ. παρέστησαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Κων/νου Μιχαηλίδη, χωρίς να επικαλούνται και να προσκομίζουν πληρεξούσιο με το οποίο να χορηγείται στο φερόμενο ως πληρεξούσιό τους η σχετική εκ μέρους τους πληρεξουσιότητα, με συνέπεια, εκ του λόγου αυτού να θεωρούνται ως μη παριστάμενοι (δικονομικά απόντες), ενώ, δεν είναι νόμιμη και η κλήση με την οποία επισπεύδεται η συζήτηση και για λογαριασμό τους. Πέραν αυτών, ως μη παριστάμενη θεωρείται και εκ των αναιρεσειόντων η υπ. αρ. 28 Χ. Π. του Α., καθ' όσον με το …/28.5.2010 πληρεξούσιο του συμ/φου Πολυκάστρου Άγγελου Μπέλτση παρέχεται πληρεξουσιότητα από τη Χ. Π. του Α., ενώ, η εκ των αναιρεσειόντων 75β Β. Κ. του Α. στο .../25.5.2011 πληρεξούσιο της συμ/φου Λαγκαδά Χριστίνα Πόνη-Χαλκιοπούλου αναγράφεται ως Κ. Επομένως, εφ' όσον δεν αποδεικνύεται ότι οι ανωτέρω αναιρεσείοντες επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της υπό κρίση από 28.12.2007 και με αρ. κατ. 413/31.12.2007 αίτησης αναίρεσης της 2/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσ/κης, ούτε ότι αυτοί κλητεύθηκαν από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση λοιπούς ομοδίκους τους, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτησή της ως προς όλους τους διαδίκους, που φέρεται για εκ νέου συζήτηση με την από 15.10.2012 κλήση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28.12.2007 και με αρ. κατ. 413/2007 αίτησης αναίρεσης της 2/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης που φέρεται για εκ νέου συζήτηση με την από 15.10.2012 κλήση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ποινικής ευθύνης. Θάνατος 119 επιβατών και 6 μελών αεροσκάφους, από αποσυμπίεση στο αεροσκάφος, από λάθη και παραλείψεις κυβερνήτη και συγκυβερνήτη. Ο επιλογέας του τρόπου συμπίεσης δεν ήταν στην θέση που ρυθμίζεται αυτόματα, και ο κυβερνήτης και ο συγκυβερνήτης δεν το αντιλήφθηκαν. Δεν εντόπισαν και το λόγο για τον οποίο ήχησε το σχετικό σύστημα προειδοποίησης αποσυμπίεσης. Θάνατος των επιβαινόντων από υποξία και πτώση του αεροσκάφους ακυβέρνητου. Ποινική ευθύνη των αναιρεσειόντων, ήτοι, 1) του Διευθύνοντα Συμβούλου της Κυπριακής Αεροπορικής Εταιρείας, που εκμεταλλευόταν το αεροσκάφος 2) του Διευθυντή πτητικής εκμετάλλευσης, με καθήκοντα εποπτείας και επίβλεψης των ιπταμένων πληρωμάτων και 3) του Αρχιχειριστή των ιπτάμενων πληρωμάτων, της παραπάνω εταιρείας, στα καθήκοντα των οποίον αναγόταν η ασφαλής εκτέλεση των πτήσεων, που παρέλειψαν να απαγορεύσουν στον κυβερνήτη και συγκυβερνήτη του αεροσκάφους να εκτελέσουν τη συγκεκριμένη πτήση, αν και γνώριζαν ότι αυτοί δεν είναι σε θέση να την πραγματοποιήσουν με πλήρη ασφάλεια, καθόσον είχαν επιδείξει και στο παρελθόν προβλήματα συμπεριφοράς και συνεργασίας με τα λοιπά μέλη του πληρώματος και δεν τους είχαν εκπαιδεύσει στα συστήματα προειδοποιήσεων του αεροσκάφους. Αιτιολογείται, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των αναιρεσειόντων, να ενεργήσουν όπως παραπάνω, η οποία υποχρέωση πηγάζει, από τη θέση και την ιδιότητά τους στην εταιρεία και γενικά από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, που περιγράφονται «στο εγχειρίδιο εκμετάλλευσης» της εν λόγω εταιρείας. Έλλειψη αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα για τι δεν αναφέρεται σε αυτά η πραγματογνωμοσύνη. Απορριπτέος ο λόγος γιατί το πόρισμα της απόφασης περί ενοχής είναι σύμφωνο με το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης. Στα πρακτικά της απόφαση πρέπει να γίνεται μνεία ότι ο διερμηνέας διερμήνευσε όλα όσα διαμείφθηκαν στη διαδικασία. Η ικανότητα του διερμηνέα να διερμηνεύσει ορθά απόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστή της ουσίας και δεν υπόκειται σε αναιρετικό λόγο. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1009/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη), Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Μαρία Βασιλάκη, Χρυσούλα Παρασκευά (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου) και Πάνο Πετρόπουλο (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Μαρίας Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Κοσμάτο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 797Α/2011, 811/2011 και 96/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 25 Απριλίου 2013 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1321/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 12-11-2012 (υπ' αριθμό 30/2012) αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση, ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, στρεφομένη κατά της υπ' αριθμό 797α/ 2011,811/2011, 96/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε, κατόπιν αναιρέσεως της υπ' αριθμό 13/2008, αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την υπ' αριθμό 1389/2009, απόφαση του Αρείου Πάγου, είναι παραδεκτή (άρθρα 474 παρ. 1 και 2, Κ.Π.Δ.) και γι' αυτό η αίτηση αυτή, καθώς και οι επ' αυτής, με χρονολογία 25-4-2013, πρόσθετοι λόγοι, που επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 509 παρ.2 Κ.Π.Δ.), πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. α ', β' και ζ' και στ'του Ν. 1729/1987 (άρθρο 20 του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά, Ν. 3459/2006), με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές καθείρξεως και χρηματική τιμωρείται όποιος, εκτός άλλων, κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η κοκαΐνη (άρθρο 1 παρ. 2 πιν. Β' αριθ. 3 του ως άνω Κώδικα).
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. β' Π.Κ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξεως και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη κατά το άρθρο 83 Π.Κ. Για τη στοιχειοθέτηση επομένως απλής συνέργειας απαιτείται οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, που παρέχεται στον αυτουργό ορισμένης αξιοποίνου πράξεως πριν από την τέλεση αυτής ή κατά την τέλεση της, εφόσον εκείνος που την παρέχει με θετική ή αρνητική μορφή ενεργεί από πρόθεση και ειδικότερα με τον οικείο δόλο που απαιτείται για τον αυτουργό αυτής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση καθήκοντος αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ' αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα , ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων με την υπ' αριθ. 13/2008, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της απλής συνδρομής στην κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών, κατά μεταβολή της αρχικής κατηγορίας, για φυσική αυτουργία, στις παραπάνω πράξεις και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 13 ετών. Κατά της παραπάνω απόφασης, αυτός άσκησε τις από 25-6-2008 και 26-6-2008, αιτήσεις αναιρέσεως ως και τους από 17-9-2008, 12-3-2009, 13-3-2009 και 16-3-2009, πρόσθετους λόγους του. Επί της προαναφερομένης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1389/2009 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (Ζ' Τμήματος), με την οποία αναιρέθηκε η παραπάνω, υπ' αριθ. 13/2008, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς και παραπέμφθηκε η υπόθεση, προς νέα κρίση, στο ίδιο δικαστήριο που την είχε δικάσει προηγουμένως, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, που εισήχθη εκ νέου προς εκδίκαση η υπόθεση, μετά την παραπομπή της σ' αυτό, με την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, εξέδωσε την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 797α/2011, 811/2011, 96/2012, απόφασή του, με την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, κατά πλειοψηφία (3-2) για την αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας (με ενδεχόμενο δόλο), στην οργάνωση της μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 ε' του Π.Κ. σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών. Στο σκεπτικό της πλειοψηφίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, την απολογία του κατηγορουμένου και τα έγγραφα, δέχθηκε, κατά λέξη, μετά την ανάλυση του νομικού μέρους της υπόθεσης, τα εξής: "Στις 8/5/2003 και περί ώρα 16:33 στον Ατλαντικό Ωκεανό, σε γεωγραφικό πλάτος 39° 51' βόρεια και γεωγραφικό μήκος 18° 29' δυτικά κατελήφθη να πλέει με ταχύτητα 15 κόμβων, με κατεύθυνση προς τις ακτές τις Ισπανίας και να απέχει 420 ν.μ. ΝΔ του λιμένα VIGO, πλοίο, χωρίς να φέρει σημαία και οποιαδήποτε ένδειξη δηλωτική της ταυτότητας του. Ο εντοπισμός του πλοίου αυτού έγινε μετά από αξιοποίηση πληροφοριών των ισπανικών και βρετανικών διωκτικών αρχών, που συνέλεξαν στοιχεία και ήλθαν σε διεθνή συνεργασία στον τομέα της εμπορίας των ναρκωτικών ουσιών, καθώς και μετά την παρακολούθηση προσώπων, για τα οποία υπήρχαν ενδείξεις ότι εμπλέκονται στο παράνομο αυτό εμπόριο. Αμέσως μετά τον εντοπισμό του έγινε έφοδος από άνδρες των ισπανικών και βρετανικών αρχών, και πραγματοποιήθηκε έλεγχος σ' αυτό περί ώρα 16:45 της ίδιας μέρας. Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για το πλοίο C..., πρώην H..., που ήταν νηολογημένο στο λιμάνι SAN LORENZO της Ονδούρας με αριθμό L-3212124. Στη γέφυρα του πλοίου βρέθηκε μια πινακίδα με την ένδειξη C... HONDURAS, ενώ στο κατάστρωμα και στην καμπίνα -ενδιαίτημα του πλοιάρχου βρέθηκαν συνολικά 120 σάκοι που περιείχαν σε πλάκες ύποπτη ουσία, ως ναρκωτική. Γι' αυτό το πλοίο οδηγήθηκε για περαιτέρω έλεγχο στην Ισπανία, ενώ συγχρόνως συνελήφθη το 8μελές πλήρωμα του που αποτελούνταν από τους: Φ. Π. (πλοίαρχο), Γ. Δ., Χ. Τ., Χ. Π., Λ. Σ., Ι. Π., Π. Σ. και F. P. F. (πλήρωμα). Από την πραγματογνωμοσύνη που διενήργησαν οι αρμόδιες ισπανικές αρχές προέκυψε ότι η ναρκωτική ουσία που βρέθηκε στο C... ήταν κοκαΐνη, συνολικού βάρους 3.320 κιλών και αξίας 101.769.000 ευρώ. Η κοκαΐνη αυτή, προερχόμενη από χώρα της Λατινικής Αμερικής είχε μεταφερθεί με άλλο πλοίο στον Ατλαντικό Ωκεανό, μεταφορτώθηκε στο πλοίο C... που θα τη μετέφερε πλησίον των ισπανικών ακτών της Γαλικίας, απ' όπου αρχικά με ταχύπλοα σκάφη θα μεταφερόταν στην ξηρά, και ακολούθως με ανεμόπτερα θα εισαγόταν παρανόμως στην Ισπανία για εμπορία. Για το σκοπό αυτό το πιο πάνω πλοίο, συνοδευόμενο από το πλοίο ανεφοδιασμού H... ή B...N..., είχε αποπλεύσει την 1/5/2003 από το λιμάνι Nouadhibou της Μαυριτανίας για να συναντήσει το πλοίο μεταφοράς της κοκαΐνης από τη Λατινική Αμερική. Συντονιστής της όλης επιχείρησης από την ξηρά ήταν ο φυγόδικος στην Ισπανία M. M. V., σε βάρος του οποίου διατάχθηκε με την 39/2003 απόφαση του 4ου τμήματος του Κεντρικού Μονομελούς Πλημ/κείου της Μαδρίτης η έκδοση εντάλματος σύλληψης. Σύμφωνα με τις αρχικές πληροφορίες των ισπανικών διωκτικών αρχών (Υπηρεσίας Τελωνειακού Ελέγχου) ο M. M. V. εμφανίζεται ως συνεργάτης του κρατουμένου στις ισπανικές φυλακές μεγαλέμπορου ναρκωτικών J. R. P. B., εναντίον του οποίου οι δικαστικές αρχές της Ισπανίας δεν άσκησαν τελικά ποινική δίωξη, σχετικά με την παρούσα υπόθεση. Μάλιστα με την 30/2005 απόφαση του 3ου τμήματος του 4ου Κεντρικού Πρωτοδικείου της Μαδρίτης έγινε μεταξύ άλλων δεκτό, ότι η διεθνής οργάνωση που είχε σκοπό την εισαγωγή σημαντικών ποσοτήτων κοκαΐνης στην Ισπανία και είχε στην κατοχή της για τη μεταφορά της κοκαΐνης το πλοίο C..., νηολογημένο στο όνομα της εταιρίας Riversham Holding Ltd, χρησιμοποίησε άγνωστους χρηματοδότες για την όλη επιχείρηση, για λογαριασμό των οποίων, και προκειμένου να εξασφαλίσει την ανωνυμία τους, δέχτηκε να ενεργήσει στο όνομα του ο Φ. Π. ως πλοίαρχος του C... και πραγματικός - κατά την πιο πάνω απόφαση -ιδιοκτήτης του. Με την ίδια απόφαση (30/2005) καταδικάστηκαν ο μεν Φ. Π. σε φυλάκιση 14 ετών και πρόστιμο 115.000.000 ευρώ, τα δε λοιπά μέλη του πληρώματος σε φυλάκιση 10 ετών και πρόστιμο 110.000.000 ευρώ ο καθένας. Κατά των ίδιων πιο πάνω κατηγορουμένων, καθώς και των Γ. Π. και Γ. Π. ασκήθηκε ποινική δίωξη και από την αρμόδια ελληνική εισαγγελική αρχή για τις πράξεις: α) της από κοινού αγοράς ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση (όλοι), β) της από κοινού κατοχής τέτοιων ουσιών κατ' εξακολούθηση (όλοι), γ) της από κοινού μεταφοράς αυτών κατ' εξακολούθηση (όλοι), δ) της οργάνωσης, χρηματοδότησης κατεύθυνσης και εποπτείας από κοινού κατ' εξακολούθηση (μόνον οι Γ. Π. και Γ. Π.), όλοι δε οι παραπάνω κατηγορούμενοι κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και με ιδιαίτερη επικινδυνότητα, ε) της εγκληματικής οργάνωσης (όλοι) και στ) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (όλοι). Ήδη, μετά την έκδοση σε βάρος των προαναφερθέντων κατηγορουμένων του 151/2004 αμετάκλητου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά και την παραπομπή τους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιά, για τις πράξεις: α) της από κοινού μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών με τις προεκτεθείσες επιβαρυντικές περιστάσεις (όλοι), β) της από κοινού οργάνωσης της μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών (οι Γ. Π. και Γ. Π.) με τις ίδιες επιβαρυντικές περιστάσεις και γ) της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση (όλοι), έχουν καταδικαστεί με την 490/2008 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιά οι Χ. Τ., Γ. Δ., Ι. Π. και Π. Σ. σε ποινή κάθειρξης 12 ετών και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ ο καθένας, από την οποία αφαιρέθηκε ο χρόνος κράτησης του καθενός από τις 11/5/2003 μέχρι τις 20/6/2008, για την έκτιση της ποινής που τους επιβλήθηκε με την 30/2005 απόφαση του προαναφερθέντος ισπανικού δικαστηρίου (όπως αυτή προσαρμόστηκε στη συνέχεια με τις σχετικές αποφάσεις 45357/07, 43971/07, 44545/07 και 44546/07 του Β' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών), μόνο για τις πράξεις της από κοινού μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών από δράστες ιδιαίτερα επικίνδυνους, ενώ κηρύχθηκαν αθώοι για τις λοιπές. Με την απόφαση αυτή έγινε, μεταξύ άλλων, δεκτό ότι οι M. V., J. B., Φ. Π. και F. F. συγκρότησαν δομημένη και με διαρκή δράση εγκληματική οργάνωση με σκοπό την εμπορία ναρκωτικών. Επίσης οι εδώ κατηγορούμενοι Γ. Π. και Γ. Π. κηρύχθηκαν ένοχοι κατά πλειοψηφία και καταδικάστηκαν με την εκκαλουμένη 156/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιά (μετ' αναίρεση της 428/2004 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου με την 1932/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου) σε ποινή κάθειρξης 8 ετών ο καθένας (μετ' αναγνώριση κατά πλειοψηφία της ελαφρυντικής περίστασης του αρθρ. 84§2α' ΠΚ μόνο στο πρόσωπο του Γ. Π.), για την πράξη της απλής συνέργειας στην οργάνωση της μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών (κατά μετατροπή της αρχικής κατηγορίας για συναυτουργία στο παραπάνω έγκλημα), χωρίς τις επιβαρυντικές περιστάσεις του αρθρ. 8 ν. 1729/1987, ενώ απαλλάχθηκαν από τις λοιπές κατηγορίες. Κατά της εν λόγω απόφασης ασκήθηκαν εφέσεις από τους κατηγορουμένους και από τον Εισαγγελέα Εφετών (η τελευταία μόνον ως προς το απαλλακτικό μέρος των κατηγοριών και τη μεταβολή κατηγορίας), επί των οποίων εκδόθηκε αρχικά η 13/2008 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Ήδη μετά την αναίρεση της τελευταίας με την 1389/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η υπόθεση έχει παραπεμφθεί και εισαχθεί στο παρόν Δικαστήριο για να συζητηθεί εκ νέου, μέσα στα όρια που καθορίστηκαν με την αναιρετική απόφαση. Περαιτέρω σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι το πλοίο H... μετέπειτα C... είχε καταστεί αντικείμενο έρευνας και τον Ιούλιο του 1998, ως ύποπτο λαθρεμπορίας τσιγάρων και ναρκωτικών από τις διωκτικές αρχές της Σενεγάλης, με αρνητικό αποτέλεσμα, μετά από σήμα της INTERPOL, στα πλαίσια των πληροφοριών που υπήρχαν για την εμπλοκή δύο πλοίων με τις ονομασίες H... ή C... (ως μέσου μεταφοράς) και B...N... (ως ανεφοδιαστικού σκάφους καυσίμων και τροφίμων του πρώτου) στη μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών από τη Λατινική Αμερική προς της Ευρώπη, και συγκεκριμένα, προς της πορτογαλικές και ισπανικές ακτές της Γαλικίας, απ' όπου στη συνέχεια μεταφέρονταν με ταχύπλοα σκάφη στα εδάφη των πιο πάνω κρατών για περαιτέρω εμπορία. Κατά τον έλεγχο του πλοίου, που έλαβε χώρα στο λιμάνι DAKAR της Σενεγάλης, όπου ναυλοχούσε, διαπιστώθηκε ότι μέλη του πληρώματος αυτού ήταν, μεταξύ άλλων, ο Φ. Π. (ως υποπλοίαρχος) και ο εδώ κατηγορούμενος Γ. Π. (ως μηχανικός), οι οποίοι τελικά, μαζί με το υπόλοιπο πλήρωμα, αφέθηκαν ελεύθεροι. Το εν λόγω πλοίο ήταν παλαιά τορπιλάκατος του γερμανικού πολεμικού ναυτικού κατασκευής 1958, μήκους 39,40 μέτρων, χωρητικότητας 175 κ.ο.χ. και 52 κ.κ.χ., με (4) ισχυρές μηχανές προώθησης MTU ισχύος 3000 V η καθεμιά και πρόσθετες δεξαμενές καυσίμων. Στα ναυτιλιακά του έγγραφα εμφανίζεται ότι μετατράπηκε σε θαλαμηγό (γιωτ), ενώ στην πραγματικότητα χρησιμοποιούνταν ως λαθρεμπορικό σκάφος, αφού είχε ελάχιστους χώρους για την ενδιαίτηση του πληρώματος και δεν διέθετε καμπίνες για επιβάτες. Το πλοίο ήταν ξύλινης κατασκευής με νομείς από αλουμίνιο, έφερε μόνο κατάστρωμα, κάτω από το οποίο υπήρχαν δεξαμενές και αποθήκες, καθώς επίσης και δύο χώροι μηχανών, με δύο κινητήρες MTU σε κάθε χώρο, και μπορούσε να αναπτύξει ταχύτητα 36-40 κόμβων, συγκρινόμενο με άλλα ταχύπλοα σκάφη, κατασκευασμένα στο ίδιο ναυπηγείο όπως αυτό. Το πλοίο αυτό, στις 30/1/1999, κατέπλευσε στο λιμάνι του Περάματος, προερχόμενο από τις Αζόρες, με πλοίαρχο το Φ. Π. και μέλη του πληρώματος, μεταξύ άλλων, τους Γ. Π. και Χ. Τ.. Να σημειωθεί ότι ο Γ. Π., ήταν πρακτικός μηχανικός πλοίων και είχε χρησιμοποιηθεί σε επισκευές πλοίων, κατά το παρελθόν, τόσο από το Φ. Π., όσο και από το Γ. Π., με τους οποίους γνωρίζονταν από τα έτη 1986 - 1987. Όπως μάλιστα ο ίδιος ο Γ. Π. ανέφερε στην απολογία του στο παρόν Δικαστήριο, "ο Φ. Π. τον κάλεσε να μεταβεί στις Αζόρες για να ελέγξει τις μηχανές του C..., και όταν του είπε (ο Γ. Π.) ότι αυτές ήθελαν επισκευή, ο Φ. Π. τον κάλεσε αρχικά να μεταβεί στην Ολλανδία και στη συνέχεια (όταν ο Γ. Π. αρνήθηκε) να συνοδεύσει το πλοίο στην Ελλάδα για να γίνει εδώ η επισκευή των μηχανών, την οποία θα παρακολουθούσε ο ίδιος (ο Γ. Π.)". Επίσης και ο Χ.Τ. είχε χρησιμοποιηθεί κατά το παρελθόν ως "λαδάς" στα πλοία που έφερναν για επισκευή οι εδώ κατηγορούμενοι Γ. Π. και Γ. Π., και ήταν συγγενής του τελευταίου. Όταν το πλοίο κατέπλευσε στο Πέραμα πρακτορευόταν από το ναυτικό πρακτορείο ENDEAVOUR των Α. Σ. και Α. Τ. (..., στον …). Στη δήλωση πρακτόρευσης που υποβλήθηκε στη Λιμενική Αρχή ως πλοιοκτήτρια του C... δηλώθηκε η offshore εταιρία "Riversham Holdings Ltd", η οποία συστήθηκε στις 13/5/1993 στο Γιβραλτάρ, με διαχειρίστρια την εταιρία Sorek Services Ltd, που είχε επίσης έδρα το Γιβραλτάρ. Τα μέλη του Δ.Σ. της πλοιοκτήτριας εταιρίας ουδέποτε έγιναν γνωστά, ούτε όμως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος Γ. Π. είχε οποιαδήποτε νομική σχέση με αυτή (ως μέλος του Δ.Σ. ή εκπρόσωπος-διευθυντής ή ιδιοκτήτης ή μέτοχος) ή ότι ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης του πλοίου C.... Η εν λόγω πλοιοκτήτρια αναγραφόταν επίσης στους περισσότερους λογαριασμούς και παραστατικά που εκδόθηκαν για το πλοίο C... από το πρακτορείο ENDEAVOUR ή και τρίτους, κατά το διάστημα παραμονής του στην Ελλάδα, μέχρι τις 6/4/2002. Η επωνυμία της ίδιας εταιρίας αναγράφηκε στα τιμολόγια για τις υπηρεσίες που προσφέρθηκαν στο πλοίο στο ναυπηγείο YACHT CENTER της εταιρίας "Α. Β./ Θ. Κ. Ο.Ε." (..., στο …), όπου ανελκύστηκε το C..., στις 29/3/99, με εντολή του Φ. Π., προκειμένου να υποβληθεί, και σε άλλες εργασίες επισκευής και συντήρησης (όπως ξυλουργικές επισκευές κυρίως της πλώρης, βαφή των υφάλιων κλπ.). Τη συμφωνία με τους υπεύθυνους του ανωτέρω ναυπηγείου έκανε ο Φ. Π., ο οποίος και εξόφλησε τα τιμολόγια για τις εργασίες που έγιναν στο πλοίο. Αναφορικά με τις εργασίες επισκευής των μηχανών του πλοίου, τη γενική επίβλεψη αυτών ο Φ. Π. ανέθεσε στον εδώ κατηγορούμενο Γ. Π., με τον οποίο ήλθε σε τηλεφωνική επικοινωνία περί τα τέλη 1998 - αρχές 1999. Η συμφωνία τους ήταν (με βάση τα όσα ανέφερε ο Γ. Π. στην απολογία του στο παρόν Δικαστήριο) να εκτιμήσει την κατάσταση των μηχανών, να φτιάξει τα αξονικά συστήματα αυτών και να αναλάβει τη γενική εποπτεία των επισκευών τους, εργασίες οι οποίες θα διαρκούσαν 4-6 μήνες. Ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του αυτές ο Γ. Π. ισχυρίζεται ότι ζήτησε το ποσό των 100.000 δολαρίων ΗΠΑ από το Φ. Π., ποσό που απαίτησε να του δοθεί προκαταβολικά, διότι όπως ο ίδιος ανέφερε στην απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, "υπήρχε θέμα εμπιστοσύνης μεταξύ τους, επειδή ο Π. ήταν απλώς γνωστός του". Όμως οι σχέσεις και η γνωριμία των δύο αυτών προσώπων είχε ξεκινήσει από παλιά. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι γνωρίστηκαν στο Βέλγιο το 1987 - 1988, όταν ο Φ. Π. δούλευε ως πλοίαρχος στα πλοία του θείου του Π. Π., όπου ο Γ. Π. δούλευε ως αρχιμηχανικός. Έκτοτε διατήρησαν επαφές και από το 1996 είχαν συνεργασία μεταξύ τους, αφού ο Γ. Π. είχε χρησιμοποιήσει το Φ. Π. ως "έμπειρο καπετάνιο" σε ρυμουλκήσεις πλοίων. Ο ίδιος ο Γ. Π., ως μηχανολόγος - ναυπηγός, είχε δραστηριοποιηθεί από το 1996 στο χώρο της ναυτιλίας, ασχολούμενος με αγοραπωλησίες πλοίων, επισκευές πλοίων και άλλες συναφείς με το επάγγελμα του εργασίες. Σε συνεργασία με τον Ολλανδό υπήκοο D. V. D. K. ίδρυσε την offshore εταιρία "D. V. D. K. Maritime (HELLAS) S.A." (DVDK) με έδρα τη Λιβερία, της οποίας εκπρόσωπος στην Ελλάδα ήταν ο ίδιος, από 25/4/1996 έως 11/6/2003. Επίσης ίδρυσε μαζί με το Φ. Π. στις 24/3/1999 την εταιρία "Malverue Associates Ltd", με έδρα το νησί Isle of Man, με αντικείμενο το γενικό εμπόριο, πλοιοκτησίες και κτηματομεσιτείες και ταχυδρομική διεύθυνση την ίδια (..., στον …) με την εταιρία "D. V. D. K. Maritime". Η πιο πάνω εταιρία μεταξύ Φ. Π. και Γ. Π. διαλύθηκε στις 25/3/2003. Επιπλέον στις 28/11/2001 ο Γ. Π. ανέλαβε να πρακτορεύσει στην Ελλάδα, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας DVDK, την εδρεύουσα στη Messina Ιταλίας εταιρία "RODRIQUEZ CANTIERI NAVALI SPA", με την οποία η εταιρία DVDK είχε αρχίσει την επαγγελματική της συνεργασία από το έτος 1997. Η εταιρία RODRIQUEZ, η οποία έχει ως αντικείμενο την κατασκευή ταχύπλοων σκαφών στο ναυπηγείο της, για την εγκατάσταση των γραφείων της στην Ελλάδα, χρησιμοποίησε το χώρο (συνολικής επιφάνειας 241,57 τ.μ.) που στεγαζόταν και είχε την έδρα της η εταιρία DVDK, επί της οδού ..., στον .... Εκτός αυτών ο Γ. Π. ενεργούσε και ως διαχειριστής μεταξύ άλλων και της εταιρίας DROMEAS SHIPPING LTD, με καταστατική έδρα τη Μονρόβια Λιβερίας και έδρα στην Ελλάδα, επί της οδού ..., στον Πειραιά, όπου φερόταν και ως έδρα της εταιρίας DVDK, κατά τα έτη 1996 - 2002. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ρόλος του κατηγορουμένου Γ. Π. δεν περιορίστηκε αποκλειστικά και μόνο στη γενική εποπτεία των επισκευών των μηχανών του πλοίου C..., κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα, και μάλιστα στα πλαίσια της νόμιμης άσκησης του επαγγέλματος του ως μηχανολόγου - ναυπηγού, όπως επιχειρεί να τον εμφανίσει ο ίδιος. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι πριν καταπλεύσει το εν λόγω πλοίο στην Ελλάδα (30/1/99) ο Γ. Π. είχε συρράψει στη σελίδα με ημερομηνία 9/12/98 του επιτραπέζιου ημερολογίου του στα γραφεία της εταιρίας DVDK, κάρτα του ναυτιλιακού πρακτορείου ENDEAVOUR με την ένδειξη S. - T. (τα ονόματα των μελών της εταιρίας) και στη σελίδα με ημερομηνία 6/1/99 υπάρχει η σημείωση "certification of reg. to S." (= το πιστοποιητικό εθνικότητας στο Σ.), ενώ ακόμη δεν είχε ανατεθεί (τυπικά) η πρακτόρευση του C... στο εν λόγω πρακτορείο. Επίσης στη σελίδα με ημερομηνία 13/1/99 του ίδιου ημερολογίου αναγράφεται το κινητό τηλέφωνο (δικτύου Ισπανίας) του Φ. Π., με τη σημείωση: "34163766297 F.". Εξάλλου, το Δεκέμβριο του έτους 1998 ήλθε στην Ελλάδα και διέμεινε το διάστημα 16/12 - 23/12/98 στο ξενοδοχείο SAVOY του Πειραιά (δωμάτιο …) ο B. R. B. και είχε 2 τηλεφωνικές κλήσεις (στις 16/12 και στις 21/12/98) με τον αριθμό κινητού τηλεφώνου ... . Όπως διαπιστώθηκε από την Υποδ/ση Δίωξης Ναρκωτικών της ΔΑΑ, ο αριθμός αυτός ανήκε στην εταιρία DVDK, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο Γ. Π.. Ο τελευταίος δεν αρνήθηκε (στην απολογία του) ότι μπορεί να είχε με τον B. τηλεφωνική συνομιλία, της οποίας όμως το περιεχόμενο δεν έγινε γνωστό. Ο B. κατάγεται από το χωριό Καπάτος Μοντεφέρδα Γαλικίας της Ισπανίας και είναι συγχωριανός του μεγαλέμπορου ναρκωτικών J. R. P. B., κρατουμένου στις ισπανικές φυλακές, με τον οποίο ήρθε σε τηλεφωνικές επαφές πριν από τη σύλληψη του πληρώματος του C... ο M. M. V., "υπεύθυνος για τη ναυτιλιακή διοίκηση της επιχείρησης (μεταφοράς και κατοχής του επίμαχου φορτίου της κοκαΐνης με το C...) που έδινε οδηγίες από την ξηρά στο πλήρωμα του πλοίου", σύμφωνα με το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε σε βάρος του από τον ανακριτή του 4ου Κεντρικού ανακριτικού γραφείου του Εθνικού Δικαστηρίου Μαδρίτης. Να σημειωθεί επίσης ότι ο Γ. Π. γνώριζε τον B. και είχε κατηγορηθεί κατά το παρελθόν (1991) στο Βέλγιο για συμμετοχή του στη συμμορία του τελευταίου σε υπόθεση 800 κιλών κοκαΐνης, πράξη για την οποία τελικά αθωώθηκε, και καταδικάσθηκε μόνο για την πράξη της πλαστογραφίας σε φυλάκιση 12 μηνών. Ο Γ. Π. είχε γνωρίσει τον B. στο Βέλγιο, όταν εργαζόταν στην επιχείρηση του θείου του Π. Π. και ο B. εμφανιζόταν ως επιχειρηματίας και ήταν συνεργάτης του τελευταίου. Έτσι, παρόλο που στην παρούσα φάση δεν προκύπτει "εμφανής" σχέση και διασύνδεση του Γ. Π. με τον B., η σχέση αυτή ήταν υπαρκτή, δεδομένου ότι για την προετοιμασία, το σχεδιασμό και την οργάνωση της μεταφοράς και κατοχής με πλοία από τη Λατινική Αμερική στην Ισπανία παράνομων φορτίων ναρκωτικών, όπου λαμβάνονται ιδιαίτερα μέτρα προφύλαξης και μυστικότητας για να μην αποκαλυφθούν ο τρόπος, ο τόπος, ο χρόνος, τα μέσα και τα πρόσωπα που εμπλέκονται σ' αυτή, δεν επιλέγονται από τους πρωτεργάτες της όλης επιχείρησης "τυχαίοι" ή "ανυποψίαστοι" ή "μη έμπιστοι" συνεργάτες-επαγγελματίες, όταν μάλιστα οι τελευταίοι αναλαμβάνουν μεταξύ άλλων τον έλεγχο και την εποπτεία του μεταφορικού μέσου, βελτιώνουν και διατηρούν την αξιοπλοΐα του, ή προβαίνουν σε κάθε δυνατή προπαρασκευαστική ενέργεια, έναντι αμοιβής, ώστε αυτό να βρίσκεται στη διάθεση των οργανωτών της μεταφοράς των ναρκωτικών και να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εκτέλεση της, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν. Στον κύκλο δε αυτό των "έμπιστων προσώπων" μιας τέτοιας οργάνωσης ανήκε και ο πλοίαρχος του C... Φ. Π., ο άνθρωπος που, μεταξύ άλλων, ανέλαβε τη μεταφορά με το εν λόγω πλοίο των 3.320 κιλών κοκαΐνης, και τον οποίο προφανώς έφερε σε επαφή, "ως έμπειρο καπετάνιο", με τον B., ο Γ. Π.. Ειδικότερα στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο Γ. Π. επέλεξε το ναυτιλιακό πρακτορείο ENDEAVOUR MARINE AGENCY LTD (του οποίου τα στοιχεία είχε σημειώσει στο ημερολόγιο του γραφείου του πριν από την άφιξη του πλοίου στο Πέραμα, και είχε φροντίσει για την παράδοση του πιστοποιητικού εθνικότητας αυτού στον Σ., κατά τα προαναφερθέντα) για τη διενέργεια των αναγκαίων πρακτορειακών διατυπώσεων και εργασιών (όπως π.χ. έκδοση διαφόρων εγγράφων και πιστοποιητικών, αδειών ρυμούλκησης και λοιπών αδειών του πλοίου, συλλογή στοιχείων για τη ναυτολόγηση των Γ. Π., Χ. Τ. και Φ. Π. ... κατά τη διάρκεια παραμονής του C... στην Ελλάδα κ.ά.), σε συνεννόηση με τον πλοίαρχο Φ. Π., ο οποίος έκανε τις σχετικές με αυτό (το πρακτορείο) επαφές και πληρωμές, στο όνομα της δηλωθείσας ως πλοιοκτήτριας εταιρίας "RIVERSHAM HOLDING LTD". Η επιλογή του συγκεκριμένου πρακτορείου δεν ήταν τυχαία, αφού κατά το παρελθόν αυτό είχε συνεργαστεί με το Φ. Π. για την πρακτόρευση του ίδιου πλοίου (όταν έφερε την ονομασία H...), ενώ σε χειρόγραφη σημείωση που βρέθηκε κατά την έρευνα του ΣΔΟΕ στους φακέλους των πλοίων C... και B...N... που διατηρούνταν στα γραφεία του εν λόγω πρακτορείου, αναγραφόταν "H... Π", B...N... Π. ..., Δ. ..., ..., Ρυμουλκό ... ΔΕ ... ΙΙ". Να σημειωθεί ότι το νούμερο ... αναγράφεται δίπλα από το όνομα του Π., είναι ο αριθμός τηλεφώνου της έδρας της εταιρίας DVDK (..., Πειραιάς), της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο τελευταίος. Επίσης παραστατικά έγγραφα με ημερομηνίες Ιουνίου 2001 (τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, χρεωστικά σημειώματα κ.ά.) του πιο πάνω πρακτορείου σχετικά με το C..., βρέθηκαν και κατασχέθηκαν μεταξύ άλλων σε ντουλάπα του υπνοδωματίου του Γ. Π., κατά την κατ' οίκον έρευνα που διενήργησε στις 10/5/2003 η Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής, δηλ. δύο ημέρες μετά την επέμβαση των ισπανικών διωκτικών αρχών στο πλοίο C... στον Ατλαντικό Ωκεανό (8/5/2003). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι λίγες ημέρες μετά την άφιξη του πλοίου C... στον Πειραιά και πριν την είσοδο του στα ναυπηγεία των Β. - Κ. (YACHT CENTER) στο Πέραμα, αποστάλθηκαν στις 4/2/1999 από την ισπανική τράπεζα BANCO POPULAR ESPANOL στους Γ. Π., Γ. Π. και Φ. Π. τρία εμβάσματα, ποσού 94.371, 33.704 και 148.298 δολ. ΗΠΑ, αντίστοιχα, ο εντολέας των οποίων φαίνεται να είναι άγνωστος στους κατηγορουμένους. Όμως πρέπει εδώ να αναφερθεί ότι ο Ισπανός B. επισκέφθηκε και πάλι την Ελλάδα άλλες δύο φορές, κατά τα διαστήματα από 20-28/1/99 και από 2/2 - 8/2/1999, δηλαδή λίγο πριν την άφιξη του πλοίου στον Πειραιά και κατά το χρόνο που αποστέλλονται "τα τρία εμβάσματα του άγνωστου εντολέα" στους κατηγορουμένους, μέσω της ισπανικής τράπεζας. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι περί τα τέλη Μαρτίου 1999 το πλοίο C... ανελκύστηκε στο ναυπηγείο των Β. -Κ., προκειμένου να γίνουν οι αναγκαίες επισκευές των μηχανών, αλλά και άλλες επισκευαστικές εργασίες αυτού, κατά τα προεκτεθέντα. Ο Γ. Π., μετά από έρευνα της αγοράς που έκανε ο ίδιος, απευθύνθηκε στον απόστρατο αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού Δ. Τ., ειδικευμένο γνώστη της λειτουργίας των μηχανών MTU που έφερε και το συγκεκριμένο πλοίο, στον οποίο ανέθεσε, παρουσία και του Φ. Π., τη γενική επισκευή τους, αντί αμοιβής (όπως κατέθεσε ο Δ. Τ. στο παρόν δικαστήριο) 9.000.000 δρχ. που θα πλήρωνε ο Φ. Π.. Οι εργασίες για την επισκευή των μηχανών άρχισαν αμέσως, υπό την επίβλεψη και εποπτεία του Δ. Τ., με συνεργείο που δεν επέλεξε ο τελευταίος αλλά στο οποίο συμμετείχε ο Γ. Π.. Το πλοίο παρέμεινε στο πιο πάνω ναυπηγείο μέχρι τις 6/11/1999, οπότε ολοκληρώθηκαν οι εργασίες των πάσης φύσεως επισκευών του. Κατά το διάστημα αυτό ο Γ. Π. επισκεπτόταν το ναυπηγείο, παρακολουθώντας και εποπτεύοντας την πορεία των πιο πάνω εργασιών, επιδεικνύοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την καλή κατάσταση των μηχανών. Ο ίδιος βέβαια στην απολογία του στο παρόν δικαστήριο ανέφερε σχετικά με την ανάμιξη του στις επισκευές του πλοίου ότι: "Μου είπε ο Π. να αναλάβω τα μηχανολογικά ... αυτό που θα έκανα εγώ ήταν η εκτίμηση της κατάστασης των μηχανών, εποπτεία στις επισκευές και θα έφτιαχνα τα αξονικά συστήματα ... δεν ζήτησα τα πιστοποιητικά του πλοίου, διότι δεν μου χρειάζονταν σ' αυτά που είχα εγώ να κάνω. To C... έπρεπε να κάνει διάφορες επισκευές. Είχε κτυπήματα στη γάστρα, έπρεπε να ελεγχθούν τα σωστικά, τα πυροσβεστικά και να γίνει επισκευή στις ηλεκτρομηχανές. Συμφωνήσαμε ... για τις μηχανές και τα αξονικά συστήματα. Ως χρόνο αποπεράτωσης του είπα κάποιους μήνες ... εννοούμε 6 μήνες το λιγότερο... Δεν ρώτησα τίνος είναι το πλοίο. Το συνεργείο το έφερε προφανώς ο Π.... Οι μηχανές αυτές θέλανε εξειδικευμένο μηχανικό κι εγώ δεν ήμουν ... Εγώ έκανα εποπτεία στην επισκευή των μηχανών με καθαρά συμβουλευτικό ρόλο ... έγιναν οι εργασίες ευθυγράμμισης από ειδικό συνεργείο ... που με δικές μου οδηγίες έκανε όλες τις απαραίτητες ενέργειες. Εξειδικευμένοι τεχνικοί μπορούν να μετρήσουν τις αποστάσεις και τα σημεία που εδράζονται οι άξονες... Ο ρόλος ο δικός μου ήταν καθοδηγητικός και συμβουλευτικός, πήγαινα δηλ. στο ναυπηγείο και έβλεπα αν είχαν γίνει στο πλοίο οι εργασίες που είχα πει να γίνουν, και αν είχαν γίνει, καλώς, αν όχι έδινα οδηγίες ...". Από το περιεχόμενο της πιο πάνω απολογίας του κατηγορουμένου σε συνδυασμό και με το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προαναφέρθηκαν, ενισχύεται η κρίση του Δικαστηρίου τούτου ότι ο Γ. Π. είχε τη γενική εποπτεία και παρακολούθηση της πορείας των εργασιών επισκευής του πλοίου και ιδίως των μηχανών αυτού, κατά τη διάρκεια παραμονής του στο ναυπηγείο Β. - Κ., και μάλιστα όχι με την επαγγελματική του ιδιότητα του ναυπηγού - μηχανολόγου, αφού τόσο η επισκευή των πιο πάνω μηχανών απαιτούσε "εξειδικευμένο μηχανικό, που αυτός δεν ήταν", όσο και οι εργασίες ευθυγράμμισης (των αξόνων) έγιναν "από ειδικό συνεργείο", αλλά με ρόλο "συμβουλευτικό" και "καθοδηγητικό", ο οποίος αρμόζει περισσότερο σε άτομο που ενδιαφέρεται και έχει λόγο και εξουσία στην προετοιμασία του πλοίου για το σκοπό που προορίζεται (δηλ. στην προκειμένη περίπτωση τη χρησιμοποίηση του για τη μεταφορά ναρκωτικών). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εξόφληση του πιο πάνω ναυπηγείου (YACHT CENTER) έγινε από το Φ. Π., με τιμολόγια που εκδόθηκαν στο όνομα της εταιρίας "RIVERSHAM HOLDING LTD". Επίσης, παρόλο που το πλοίο στο ίδιο διάστημα δεν εκτελούσε πλόες, ήταν ναυτολογημένοι σ' αυτό οι Χ. Τ. (από 30/1 - 6/2/99 και από 5/2 - 5/12/99), Τ. Π. (από 30/1/99 - 29/3/02) και ο Φ. Π. (από 30/1/99 - 6/4/02), οι οποίοι πληρώθηκαν από εταιρίες που εκπροσωπούσε ο Π. ("DROMEAS SHIPPING LTD", "D. V. D. K. MARITIME CO.") αλλά και από την εταιρία "RIVERSHAM HOLDINGS LTD" (o Τ. για το διάστημα από 5/2 - 5/12/99). Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών επισκευής του πλοίου, οι οποίες μάλιστα φαίνεται ότι είχαν επισπευστεί, αφού διήρκεσαν 8 περίπου μήνες, αντί του ενός έτους και πλέον που θα χρειαζόταν κατά τους υπολογισμούς του μάρτυρα Δ. Τ., που ήταν και ο πλέον αρμόδιος σχετικά με το θέμα αυτό (βλ. ένορκη κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου), αναμενόταν λογικά η αναχώρηση του από το ναυπηγείο των Β. - Κ. για να χρησιμοποιηθεί στη μεταφορά των ναρκωτικών. Αντ' αυτού, όμως, το πλοίο καθελκύστηκε και ρυμουλκήθηκε στο γειτονικό ναυπηγείο του Χ., όπου παρέμεινε αγκυροβολημένο από τις 6/11/99 μέχρι το Μάιο του 2001. Στη συνέχεια ρυμουλκήθηκε εκ νέου και αγκυροβόλησε στο ναυπηγείο του Ν., στη θέση "..." Ελευσίνας από τις 7/6/2001 μέχρι τις 6/4/2002, όταν και απέπλευσε με πλήρωμα τους Π., Δ., Σ. και Π., ρυμουλκούμενο από το ελληνικό ρυμουλκό Α...Τ..., φθάνοντας στα 6 ν.μ. νότια της Ρόδου, όπου παραδόθηκε στο με τουρκική σημαία ρυμουλκό O...C... για να οδηγηθεί στην Τουρκία και έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη του, μέχρι τότε, που όπως θα εκτεθεί παρακάτω, έγινε αντικείμενο παρακολούθησης από τις ισπανικές αρχές για μεταφορά ναρκωτικών. Ο λόγος που ατόνησε προσωρινά το ενδιαφέρον και άλλαξαν τα σχέδια των οργανωτών της επιχείρησης μεταφοράς ναρκωτικών με το συγκεκριμένο πλοίο οφειλόταν προφανώς στο ότι στο μεταξύ ανακαλύφθηκε ο πομπός που τοποθετήθηκε στο άλμπουρο του πλοίου, μετά το πέρας των επισκευών του στο ναυπηγείου "YACHT CENTER", από το μάρτυρα Γ. Κ. (τώρα Διευθυντή της Δίωξης Ναρκωτικών της ΕΛ.ΑΣ.), για την παρακολούθηση των κινήσεων του, καθόσον αυτό είχε στοχοποιηθεί από την Υπηρεσία του (τμήμα Γενικών Υποθέσεων της Υποδιεύθυνσης Ναρκωτικών Αττικής) στα πλαίσια των ερευνών της, από κοινού με το Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών του ΣΔΟΕ Αττικής, για τη δράση κυκλώματος μεταφοράς μεγάλων ποσοτήτων κοκαΐνης, τόσο με το πλοίο C... (πρώην H... Ι), όσο και με το πλοίο B...N... (πρώην H... Π) από τη Ν. Αμερική στην Ισπανία. Μετά την ανακάλυψη και, προφανώς, την αχρήστευση του ανωτέρω πομπού, το πλοίο C... έπρεπε να μείνει εκτός δράσης για όσο διάστημα έκριναν οι οργανωτές της επιχείρησης μεταφοράς των ναρκωτικών διότι έγινε αντιληπτό από αυτούς, αλλά και από τους κατηγορουμένους, ότι είχε "στοχοποιηθεί" από τις αστυνομικές αρχές. Όμως κατά το διάστημα που το πλοίο έμεινε εκτός δράσης, δεν αφέθηκε στην τύχη του. Έτσι, κατά το χρόνο που βρισκόταν παροπλισμένο στα ναυπηγεία των Χ. και Ν. οι κατηγορούμενοι Γ. Π. και Γ. Π., καθώς και ο πλοίαρχος Φ. Π. φρόντιζαν να το διατηρούν σε καλή κατάσταση και να το επιβλέπουν, ώστε να βρίσκεται στη διάθεση των οργανωτών της επιχείρησης μεταφοράς των ναρκωτικών, για να το χρησιμοποιήσουν, όταν έκριναν ότι υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι: α) Κατά τη διάρκεια παραμονής του πλοίου (Νοέμβριος 1999 - Μάιος 2001) στο ναυπηγείο Χ. συμφωνήθηκε μεταξύ Φ. Π. και ιδιοκτήτη του ναυπηγείου Β. Χ. η καταβολή μηνιαίου μισθώματος 100.000 δρχ., το οποίο στη συνέχεια πλήρωνε ο Γ. Π.. Ο τελευταίος όλο αυτό το διάστημα κάθε φορά που επισκεπτόταν το ναυπηγείο ανέβαινε πάνω στο πλοίο και "έκανε μια βόλτα", για να δει προφανώς σε τι κατάσταση βρισκόταν. Το ίδιο διάστημα ήρθε στο ναυπηγείο 1-2 φορές και ο Φ. Π., ενώ στο πλοίο έμενε διαρκώς ένας φύλακας που για ένα διάστημα ήταν ο Χ. Τ.. β) Κατά τη διάρκεια παραμονής του στο ναυπηγείο του Ν. στην …ούνιος 2001 - Απρίλιος 2002), εμφανίστηκε ο Γ. Π., ο οποίος ήταν πελάτης και είχε φέρει και άλλα πλοία των εταιριών που εκπροσωπούσε στο ίδιο ναυπηγείο. Εδώ το μηνιαίο μίσθωμα, ύψους 100.000 δρχ., κατέβαλε ο Γ. Π., ο οποίος έκανε όλες τις συμφωνίες και τις σχετικές συνεννοήσεις για την παραμονή του πλοίου στο χώρο του ναυπηγείου το οποίο επισκεπτόταν συχνά. Επίσης σ' αυτό ερχόταν σχεδόν καθημερινά και ο Γ. Π., ο οποίος μάλιστα έκανε τη συντήρηση του πλοίου κάθε μήνα. Να σημειωθεί, τέλος, ότι οι αποδείξεις για τα μισθώματα που εκδόθηκαν από τον ιδιοκτήτη του ναυπηγείου Χ. Ν. ανέφεραν στη θέση του μισθωτή την ένδειξη ΙΔΙΩΤΗΣ, χωρίς άλλο όνομα, παρόλο που αυτά τα πλήρωνε ο Γ. Π., ο οποίος και έκανε, όπως προαναφέρθηκε, τη σχετική συμφωνία μίσθωσης του χώρου για την παραμονή του πλοίου C..., γ) Στις 12/1/2000 ο Γ. Π. μίσθωσε για 1 έτος μια αποθήκη 264 τ. μ. επί των οδών ... και ... (στο ...), αντί μηνιαίου μισθώματος 160.000 δρχ. (καταβάλλοντας ως εγγύηση 340.000 δρχ.). Μέσα στην αποθήκη αυτή βρέθηκαν δύο μηχανές ίδιες με εκείνες του πλοίου C..., κατά την έρευνα που διενήργησε το τμήμα δίωξης ναρκωτικών του ΣΔΟΕ, στις 10/5/2003. Την εν λόγω αποθήκη επισκέπτονταν εκτός από το Γ. Π., ο Γ. Π. και ο Φ. Π.. δ) Το πλοίο C... απέπλευσε ρυμουλκούμενο, με το πλήρωμα που προαναφέρθηκε, στις 6/4/2002, από το ναυπηγείο του Ν., έως τα διεθνή ύδατα νότια της Ρόδου και από εκεί κατευθύνθηκε στην Τουρκία, απ' όπου χάθηκε (προσωρινά) η πορεία του, κατά την ακολουθούμενη μέθοδο για την εξαφάνιση των ιχνών λαθρεμπορικών πλοίων από τα συναφή κυκλώματα. Πριν τον απόπλου εξασφαλίστηκαν, με τη φροντίδα του πρακτορείου ENDEAVOUR, μεταξύ άλλων, η έκδοση άδειας ρυμούλκησης αυτού από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Ελευσίνας, στις 6/4/2002, η έκδοση πιστοποιητικού αξιοπλοΐας αυτού στις 18/2/2002 (με χρόνο ισχύος έως τις 18/2/2003), πιστοποιητικού ελέγχου πνευστής σωσίβιας σχεδίας στις 5/2/2002 (με χρόνο ισχύος μέχρι τις 5/2/2003) και πιστοποιητικού πυροσβεστικών μέσων, στις 5/2/2002 (με χρόνο ισχύος μέχρι 5/2/2003). Να σημειωθεί ότι σε όλα τα πιο πάνω πιστοποιητικά το πλοίο C... αναφερόταν ως θαλαμηγός, παρόλο που δεν ήταν τέτοιο στην πραγματικότητα, ενώ αποφασίστηκε η ρυμούλκηση του, παρόλο που το από 18/2/02 πιστοποιητικό αξιοπλοΐας του ανέφερε ότι κατά την επιθεώρηση του "εβρέθησαν σκάφος, μηχανή και εξοπλισμός σε καλή κατάσταση και θεωρήθηκε αξιόπλοο". Τα παραπάνω περιστατικά ήταν σε γνώση των κατηγορουμένων, αφού, όπως προαναφέρθηκε, είχαν όλο αυτό το διάστημα την επίβλεψη και την παρακολούθηση του πλοίου, ιδίως δε του Γ. Π., ο οποίος μάλιστα όταν αναχώρησε το C... από το ναυπηγείο του Ν. στις 6/4/02, ανέφερε στον ιδιοκτήτη του ότι αυτό έφυγε, γιατί είχε (δήθεν) πουληθεί, ενώ στις 8/4/2002 σημείωσε στο ημερολόγιο του γραφείου του "Β ή Π., Π., Σ. - Δ. - Π. - Π. - 6 days", που προφανώς αποτελούσαν το πλήρωμα του C..., μετά τον απόπλου του στις 6/4/02. Για τα πρόσωπα αυτά ο Φ. Π. του ζήτησε επίσης να φροντίσει για την έκδοση αεροπορικών εισιτηρίων, αλλά τελικά ο ίδιος ισχυρίζεται ότι δεν τα έβγαλε. Επίσης καθ' όλο το διάστημα παραμονής του πλοίου στην Ελλάδα ο Γ. Π. μέσω των εκπροσωπούμενων από αυτόν εταιριών φρόντιζε για τη μισθοδοσία των: α) Φ. Π. (για τον οποίο μάλιστα έκανε ειδική μνεία στο ημερολόγιο του γραφείου του το διάστημα από 13/1/99 μέχρι 8/4/2002), στον οποίο καταβλήθηκαν 8.000 δολ. ΗΠΑ (για 10μηνη απασχόληση του το 2001 σε διάφορα πλοία της DROMEAS SHIP. LTD), 8.000 δολ. ΗΠΑ (για 8μηνη απασχόληση του το 2000 σε διάφορα πλοία της DVDK), 2.310.000 δρχ. στις 23/4/00 και 5.000 δολ. ΗΠΑ την 1/1/00 (για την απασχόληση του στο πλοίο C..., όπου φαινόταν ναυτολογημένος από 30/1/99 έως 6/4/02), β) Χ. Τ. στον οποίο καταβλήθηκαν 9.000 δολ. ΗΠΑ (για την 9μήνη απασχόληση του σε διάφορα πλοία της DROMEAS SHIP. LTD, το 2000), 8.100 δολ. ΗΠΑ (για την 9μηνη απασχόληση του σε διάφορα πλοία της ίδιας πιο πάνω εταιρίας, το 2001), 2.960.000 δρχ. στις 2/5/2001 (όπως προκύπτει από σχετική σημείωση στο ημερολόγιο του Γ. Π.), 11.000 δολ. ΗΠΑ (για τη 10μηνη απασχόληση του στο C..., από 5/2 έως 5/12/1999) και γ) Γ. Π., στον οποίο καταβλήθηκαν 3.000.000 δρχ. (για την όμηνη απασχόληση του σε διάφορα πλοία της DROMEAS SHIP. LTD το 2001), 3.020.000 δρχ. (για την 6μηνη απασχόληση του στην ίδια πιο πάνω εταιρία το 2000), 3.200.000 δρχ. (για την απασχόληση του στο πλοίο B...T... της εταιρίας TURQUOISE HOLDING CORPORATION από 2/2 -2/9/1999). Επιπλέον, τόσο ο Φ. Π., όσο και ο Γ. Π. είχαν μισθοδοτηθεί με το ποσό των 2.965.000 δρχ. από την εταιρία DVDK (ο πρώτος) για την εργασία του ως "θαλαμηπόλου" από 1/1 μέχρι 31/12/2008, (σε άγνωστο πλοίο) και με το ποσό των 11.750 δολ. ΗΠΑ για την εργασία του στο πλοίο B...N... (ο δεύτερος) από 3/3/98 μέχρι 4/12/98, "ως λιπαντή". Παράλληλα η εταιρία DVDK πλήρωσε τα αεροπορικά εισιτήρια των Φ. Π. και Γ. Π. που εκδόθηκαν από το γραφείο "ΑΚΤΙΝΑ Α.Ε." στον Πειραιά για αεροπορικά τους ταξίδια στο Βουκουρέστι στις 2/8/99 και στο Άμστερνταμ στις 12/7/2001, ενώ το ίδιο γραφείο εξέδωσε τα αεροπορικά εισιτήρια για αρκετά ταξίδια του Γ. Π. στην Ισπανία, κατά το διάστημα από 8/4/99 μέχρι 26/6/2001. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι στις 9/8/2002 οι ισπανικές αρχές με διεθνή συνεργασία είχαν πληροφορίες ότι ένα πλοίο, αγνώστων λοιπών στοιχείων, βρισκόταν σε απόσταση 600 ν.μ. δυτικά των Καναρίων νήσων, αναμένοντας την παραλαβή από μεταφόρτωση μιας σημαντικής ποσότητας κοκαΐνης και ότι η επιχείρηση θα λάμβανε χώρα εκείνη τη στιγμή, συντονισμένη μέσω κινητού τηλεφώνου. Έγινε νόμιμη παρακολούθηση του τηλεφώνου αυτού, αλλά λόγω λειτουργίας του με προπληρωμένες κάρτες, η παρακολούθηση κατέστη αδύνατη. Η επιχείρηση αυτή του Αυγούστου 2002 διεξήχθη επιτυχώς από την οργάνωση της εμπορίας ναρκωτικών, με τη μεταφόρτωση της ποσότητας σε άλλο πλοίο ή πλοία, και σε απόσταση 80 ν.μ. από τις ακτές της Γαλικίας - Πορτογαλίας, χωρίς όμως να καταστεί δυνατός ο εντοπισμός του πλοίου και των δραστών της πιο πάνω μεταφοράς ναρκωτικών από τις διωκτικές αρχές. Κατά το Φεβρουάριο του έτους 2003 οι υπηρεσίες κατασκοπείας της Ισπανίας με διεθνή συνεργασία πληροφορήθηκαν ότι δύο πλοία που βρίσκονταν στο λιμάνι Nouadhibou της Μαυριτανίας (Δυτ. Αφρική), σε σύντομο χρονικό διάστημα σκόπευαν να βγουν στη θάλασσα, το ένα για παραλαβή σημαντικής ποσότητας κοκαΐνης από πλοίο αγνώστων στοιχείων που βρισκόταν σε διεθνή ύδατα και το άλλο για ανεφοδιασμό καυσίμων του πρώτου. Συντονιστής της επιχείρησης αυτής ήταν κάποιος Μ. που χρησιμοποιούσε κινητά τηλέφωνα δικτύου Ισπανίας. Μετά από νόμιμη παρακολούθηση των τηλεφώνων αυτών με άγνωστα μέχρι τότε άτομα και τη νόμιμη απομαγνητοφώνηση των συνομιλιών τους προέκυψε: 1) ότι ένα από τα τηλέφωνα που παρακολουθήθηκαν χρησιμοποιούνταν για επικοινωνία με τα δύο πλοία που θα συναντιόντουσαν στη θάλασσα, τα οποία διέθεταν συσκευές INMAR SAT. 2) ότι ο M. δεν ήταν άλλος από τον υπόδικο Ισπανό έμπορο ναρκωτικών M. M. V., που συντόνιζε τις επαφές μεταξύ των δύο πλοίων από την ξηρά. 3) ότι από τις 25/2/2003 παρατηρήθηκαν επαφές του V. με τα δύο πλοία και ο συνομιλητής του ενός ήταν ελληνικής καταγωγής. 4) ότι στις 28/2/2003 ο V. ενημέρωσε την οργάνωση ότι το ανεφοδιαστικό πλοίο εμφάνιζε πρόβλημα κινητήρα και ότι το άλλο πλοίο έπρεπε να περιμένει. 5) ότι την 1/3/2003 ο V. υπέδειξε σ' ένα από τα δύο πλοία να πάει στο σημείο φόρτωσης (ZULU), χρησιμοποιώντας κωδικοποιημένο λεξιλόγιο, και στη συνέχεια υπέδειξε στο πλοίο που θα φόρτωνε τα ναρκωτικά να παραμείνει σε αναμονή, κάνοντας βόλτες στην περιοχή, μέχρι να φθάσει το πλοίο ανεφοδιασμού. 6) ότι στις 3/3/2002 ο V. υπέδειξε στα δύο πλοία να επιστρέψουν στο λιμάνι Nouadhibou της Μαυριτανίας, χωρίς τελικά να γίνει η μεταφορά των ναρκωτικών. 7) ότι ο Έλληνας του ενός πλοίου στις 10/3/2003 ζήτησε πληροφορίες από το V. για το χρόνο φόρτωσης και εκείνος του απάντησε με κωδικό ότι ο χρόνος φόρτωσης θα ήταν η 25η ημέρα. Στο μεταξύ από τις διαθέσιμες πληροφορίες των ισπανικών αρχών προέκυψε ότι τα πιο πάνω δύο πλοία αποτελούσαν τη ναυτιλιακή υποδομή της οργάνωσης του μεγαλέμπορου ναρκωτικών Ισπανού J. R. P. B., κρατουμένου των ισπανικών φυλακών. Τα πλοία αυτά, τα οποία ανέλαβαν να μεταφέρουν τα ναρκωτικά μέχρι τις γαλικανικές ακτές για να μεταφορτωθούν σε ανεμόπτερα, ήταν ένα σκάφος τύπου τορπιλακάτου που χρησιμοποιούσε τα ονόματα B...N... ή Η... και το άλλο, ίδιου τύπου, που χρησιμοποιούσε τα ονόματα H... και C.... Παράλληλα τον Απρίλιο του 2003 οι τηλεφωνικές παρακολουθήσεις συνεχίστηκαν και αποκαλύφθηκε ότι ο V. συνομιλούσε με τον B., ο οποίος έδινε κατευθύνσεις στον πρώτο από τις φυλακές για το πώς, πού και πότε θα παραδοθεί μέρος των χρημάτων για τη μεταφορά των ναρκωτικών, λέγοντας του ότι το υπόλοιπο ποσό δεν θα δοθεί "αν δεν κάνει τη δουλειά". Επίσης ο B. ζήτησε πληροφορίες για τον F., που δεν είναι άλλος από τον F. Ρ. F., μέλος του συλληφθέντος πληρώματος του C.... Στο μεταξύ οι πληροφορίες ανέφεραν ότι την 1/5/2003 τα 2 πιο πάνω πλοία απέπλευσαν από το λιμάνι Nouadhibou της Μαυριτανίας για τα διεθνή ύδατα, προκειμένου να φέρουν σε πέρας την επιχείρηση φόρτωσης σημαντικής ποσότητας κοκαΐνης. Από εκείνη τη στιγμή οι ισπανικές με τις βρετανικές αρχές, προβλέποντας ότι η επιχείρηση της μεταφοράς των ναρκωτικών θα πραγματοποιούταν σε σύντομο χρονικό διάστημα, έστησαν ένα νόμιμο μηχανισμό, με στόχο να εντοπιστούν τα δύο πλοία και να τα ελέγξουν σε διεθνή ύδατα, σύμφωνα με τα διεθνή κείμενα και τους ισπανικούς νόμους. Έτσι στις 8/5/2003 εντοπίστηκε το ένα πλοίο, που ήταν το C..., πρώην H..., και σε έφοδο που έγινε πάνω σ' αυτό από τους άνδρες των ισπανικών και βρετανικών αρχών βρέθηκαν οι σάκοι με τα 3.320 κιλά κοκαΐνης και συνελήφθη το πλήρωμα με τους προαναφερθέντες 7 Έλληνες και 1 Δομινικανό ναυτικούς, οι οποίοι λίγες ημέρες πριν είχαν φθάσει αεροπορικώς μέσω Las Palmas σε χωριστά λιμάνια της Μαυριτανίας, ανά τριάδες, και μετά μπήκαν στο C.... Επίσης πάνω στο πλοίο βρέθηκε μια συσκευή INMARSAT, με αριθμό ίδιο με εκείνο που διέθετε ο V. για να επικοινωνεί με το πλοίο και τον ελληνικής καταγωγής ναυτικό που δεν ήταν άλλος από τον πλοίαρχο Φ. Π.. Από τη δικογραφία που σχηματίστηκε στη Μαδρίτη Ισπανίας προκύπτει ότι μια περίπου εβδομάδα πριν από τη σύλληψη του πλοίου και του πληρώματος, το C... σε άγνωστο σημείο του Ατλαντικού (διεθνή ύδατα) προσεγγίστηκε από άλλο πλοίο, αγνώστων στοιχείων, έμφορτο με την κοκαΐνη, προερχόμενο από τη Νότιο Αμερική. Στη συνέχεια τα ναρκωτικά μεταφορτώθηκαν και τοποθετήθηκαν στο C..., για να μεταφερθούν στις ισπανικές και πορτογαλικές ακτές για περαιτέρω μεταφόρτωση σε ταχύπλοα σκάφη και από εκεί για την είσοδο τους στο ισπανικό έδαφος προς εμπορία. Τα μέλη του πληρώματος του C... μετέφεραν και κατείχαν τα ναρκωτικά αυτά και μέσω αυτών οι Ισπανοί διακινητές διέπραξαν ωσαύτως τα ίδια εγκλήματα. Την οργάνωση της μεταφοράς και της κατοχής των ναρκωτικών αυτών αποτελούσαν μεταξύ άλλων: α) ο φυγόδικος M. V. που ήταν ο υπεύθυνος για το συντονισμό από την ξηρά της επιχείρησης, τη ναυτιλιακή υποδομή της οποίας αποτελούσαν τα πλοία B...N... και C..., και ο ίδιος επικοινωνούσε με τα μέλη του πληρώματος του πλοίου C... σχετικά με τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο που έπρεπε να παραλάβουν και να μεταφέρουν τα ναρκωτικά. β) ο J. B., που ήταν ο αρχηγός της οργάνωσης για τη διακίνηση των ναρκωτικών και είχε σχετικές επαφές με τον V. από τις ισπανικές φυλακές, όπου ήταν κρατούμενος, δίνοντας οδηγίες στον τελευταίο για την οριστικοποίηση των λεπτομερειών της όλης επιχείρησης και κυρίως για τον τρόπο, τόπο και χρόνο παράδοσης των χρημάτων μετά την επιτυχή έκβαση της. Το ότι στον τελευταίο δεν προέκυψε ότι, σε σχέση με την παραπάνω υπόθεση, ασκήθηκε ποινική δίωξη από τις αρμόδιες ισπανικές αρχές, για λόγους που εκείνες γνωρίζουν, δεν αναιρεί το ρόλο που διαδραμάτισε στην οργάνωση της μεταφοράς και της κατοχής των ναρκωτικών, ο οποίος άλλωστε αναδείχθηκε από τα στοιχεία της ίδιας της ισπανικής δικογραφίας, όπως ειδικότερα εκτέθηκε πιο πάνω. γ) ο πλοίαρχος του C... Φ. Π., ο οποίος ήταν\ο ουσιαστικός διαχειριστής της πλοιοκτήτριας εταιρίας και προέβη στις ενέργειες που περιγράφηκαν παραπάνω σε σχέση με την επισκευή, συντήρηση και ελλιμενισμό του πλοίου στην Ελλάδα. Επίσης ο ίδιος ανέθεσε στον Ι. Γ. (ηλεκτρονικό) τη σύνταξη προγράμματος ηλεκτρονικής χαρτογράφησης της δυτικής ακτής της Αφρικής από τη Νιγηρία μέχρι την Ισπανία, πριν τον απόπλου του C... από το ναυπηγείο του Ν., προφανώς για την ευχερέστερη και ασφαλέστερη μεταφορά με αυτό του παράνομου φορτίου κοκαΐνης. Δικαιολογείται έτσι και το, συγκριτικά με τους παρόντες κατηγορουμένους, αυξημένο έμβασμα των 148.298 δολ. ΗΠΑ που έλαβε στις 4/2/99 μέσω της BANCO POPULARE ESPANOL. Επιπλέον αυτός οδήγησε το πλοίο, ρυμουλκούμενο από την Ελλάδα στα διεθνή ύδατα ανοικτά της Ρόδου, φρόντισε για τη ναυτολόγηση του πληρώματος του C... ενόψει της μεταφοράς της κοκαΐνης, βρισκόταν σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον V. για το συντονισμό της όλης επιχείρησης και ανέλαβε, ως πλοίαρχος, να οδηγήσει το C... στο σημείο συνάντησης του με το εφοδιαστικό πλοίο B...N..., ώστε να γίνει η μεταφόρτωση της κοκαΐνης. Με βάση τα πιο πάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πρέπει οι κατηγορούμενοι, ομόφωνα να κηρυχθούν αθώοι για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς πράξεις της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης, κατοχής και μεταφοράς από κοινού ναρκωτικής ουσίας κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και υπό συνθήκες που μαρτυρούν ότι είναι άτομα ιδιαίτερα επικίνδυνα. Αντίθετα πρέπει για τη γνώμη της πλειοψηφίας, να κηρυχθούν ένοχοι, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της αρχικής κατηγορίας, απλής συνέργειας (με ενδεχόμενο δόλο) στην οργάνωση της μεταφοράς και της κατοχής ναρκωτικής ουσίας, χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και με ιδιαίτερη επικινδυνότητα τέλεσης της πράξης τους αυτής (αρθρ. 8 ν. 1729/1987, 13 περ. στ' και ζ' ΠΚ), και (ομόφωνα) με την αναγνώριση για αμφότερους τους κατηγορουμένους ελαφρυντικών περιστάσεων, όπως ειδικότερα θα εκτεθεί παρακάτω. Η κρίση των πλειοψηφούντων μελών του Δικαστηρίου για το ότι πληρούται η υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος στα πρόσωπα των κατηγορουμένων, η οποία σχηματίστηκε με βάση το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που αναφέρθηκαν στην αρχή, στηρίζεται, συνοπτικά και σε ακολουθία των όσων προεκτέθηκαν, στα εξής στοιχεία: Ι. Ως προς την παροχή της απλής συνδρομής: Ναι μεν δεν οργάνωσαν οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι τη σχετική επιχείρηση, δηλαδή δεν μετείχαν στο σχεδιασμό και στο συντονισμό αυτής ούτε μπορούσαν να επηρεάσουν άμεσα την εξέλιξη της, αφού ήταν άλλα τα κέντρα λήψης των κρίσιμων αποφάσεων, όμως αυτοί βοήθησαν οπωσδήποτε στην οργάνωση της επιχείρησης μεταφοράς και κατοχής της κατασχεθείσας ναρκωτικής ουσίας, με την παροχή συγκεκριμένων υλικών πράξεων, διευκολύνσεων και χρήσιμων υπηρεσιών στους αυτουργούς, κατά την τέλεση της κύριας πράξης. Πιο συγκεκριμένα: α) ο κατηγορούμενος Γ. Π. ανέλαβε έναντι αμοιβής 94.371 δολ. ΗΠΑ (με έμβασμα από άγνωστο αποστολέα), κατά την παραμονή του πλοίου C... στην Ελλάδα (30/1/99 - 6/4/2002) τη γενική επίβλεψη και εποπτεία των εργασιών επισκευής αυτού, και ιδίως των μηχανών του, τη διεξαγωγή των οποίων ανέθεσε μετά από προσωπική έρευνα στον εξειδικευμένο απόστρατο αξιωματικό του Π.Ν. Δ. Τ., έναντι αμοιβής 9.000.000 δρχ., ενώ ο ίδιος (ο Γ. Π.) ασχολήθηκε μόνο με την ευθυγράμμιση των αξόνων των μηχανών, οι εργασίες της οποίας έγιναν από ειδικό συνεργείο, με βάση τις δικές του οδηγίες. Επίσης φρόντισε για την παράδοση του πιστοποιητικού εθνικότητας του πλοίου στο πρακτορείο ENDEAVOUR; και την εξασφάλιση έκδοσης από αυτό όλων των αναγκαίων εγγράφων και πιστοποιητικών του πλοίου (π.χ. για τον ελλιμενισμό του στα ναυπηγεία, για την αξιοπλοΐα του, για τη ρυμούλκηση του κλπ.), καθώς επίσης και της συλλογής των απαραίτητων στοιχείων για τη ναυτολόγηση των Γ. Π., Χ. Τ. και Φ. Π. σ' αυτό, κατά την εδώ παραμονή του (πλοίου). Επιπλέον ο Γ. Π. χορήγησε, μέσω των εκπροσωπούμενων από τον ίδιο εταιριών που προαναφέρθηκαν, βεβαιώσεις αποδοχών και κατέβαλε διάφορα χρηματικά ποσά (όπως αυτά περιγράφηκαν παραπάνω) στους εν λόγω ναυτικούς και κατά το διάστημα παραμονής του C... στην Ελλάδα, παρόλο που αυτό δεν εκτελούσε πλόες. Επίσης ο ίδιος κατέβαλε μηνιαίο μίσθωμα 100.000 δρχ. στο ναυπηγείο του Ν. επί 1 περίπου έτος, κατά το οποίο το C... παρέμεινε εκεί, παροπλισμένο, αφού είχαν τελειώσει οι επισκευαστικές εργασίες του, και λογικά θα έπρεπε ο ίδιος να μην ασχοληθεί πλέον με την τύχη του. Κατά το ίδιο διάστημα και μέχρι τον απόπλου του πλοίου από το πιο πάνω ναυπηγείο ο Γ. Π. το επισκεπτόταν και είχε την εποπτεία του, παρόλο που δεν αποδείχθηκε ότι ήταν κύριος ή πλοιοκτήτης αυτού και β) ο Γ. Π. αρχικά συμμετείχε, ως πρακτικός μηχανικός στο συνεργείο υπό το Δ. Τ. για τις επισκευές των μηχανών του πλοίου C..., όταν αυτό κατέπλευσε στο λιμάνι του Πειραιά (30/1/99) προερχόμενο από τις Αζόρες, με μέλη πληρώματος, μεταξύ άλλων, τον ίδιο, το Φ. Π. και το Χ. Τ., λαμβάνοντας ως αμοιβή στις 4/2/99 το έμβασμα των 33.704 δολ. ΗΠΑ από άγνωστο αποστολέα μέσω της ισπανικής τράπεζας. Επίσης στις 12/1/2000 και για 1 έτος, (δηλ. μετά το πέρας των επισκευών του πλοίου) μίσθωσε αποθήκη στο ... αντί μηνιαίου μισθώματος 160.000 δρχ., μέσα στην. οποία βρέθηκαν δύο μηχανές όμοιες με εκείνες του πλοίου C.... Την αποθήκη αυτή επισκεπτόταν τόσο ο ίδιος, όσο και οι Φ. Π. και Γ. Π.. Επιπλέον αυτός κατέβαλε για λογαριασμό του Φ. Π. μηνιαίο μίσθωμα 100.000 δρχ. στο ναυπηγείο του Χ., κατά τη διάρκεια της εκεί παραμονής του πλοίου, όπου το επισκεπτόταν και έλεγχε την κατάσταση του (πλοίου). Τέλος, κατά το διάστημα που το C... παρέμεινε παροπλισμένο στο ναυπηγείο του Ν. μέχρι τον απόπλου του (Ιούνιος 2001 - Απρίλιος 2002), το επισκεπτόταν σχεδόν καθημερινά και παράλληλα έκανε τη μηνιαία συντήρηση του. Με τα δεδομένα αυτά η προαναφερθείσα συμπεριφορά των κατηγορουμένων δεν φέρει, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά των "ουδέτερων" ενεργειών στα πλαίσια άσκησης των "επαγγελματικών καθηκόντων" του μεν πρώτου ως ναυπηγού - μηχανολόγου (απορριπτόμενου ως αβάσιμου του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του), του δε δευτέρου ως πρακτικού μηχανικού πλοίων, αλλά εκείνα των υλικών πράξεων του κυρίου εγκλήματος, δηλ. της απλής συνέργειας στην οργάνωση της μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικής ουσίας με τη συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου (του ενδεχόμενου δόλου), για το οποίο θα γίνει λόγος στη συνέχεια. Και τούτο, διότι όλες οι προαναφερθείσες ενέργειες των κατηγορουμένων εκφεύγουν των ορίων της άσκησης και μόνο, σε αντικειμενικό επίπεδο, του επαγγέλματος τους και δεν μπορούν να θεωρηθούν ως "ουδέτερες" και ποινικά αδιάφορες. Αντίθετα, με την προεκτεθείσα συμπεριφορά τους συνέδραμαν, με το προκάλυμμα της επαγγελματικής τους ιδιότητας, στην επισκευή, συντήρηση, εποπτεία, παροχή διευκολύνσεων και διατήρηση ως αξιόπλοου του πλοίου C..., καθ' όλο το διάστημα της παραμονής του στην Ελλάδα, αλλά και στον ασφαλή απόπλου του από εδώ, ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή στη διάθεση των οργανωτών της επιχείρησης μεταφοράς ναρκωτικών, για να το χρησιμοποιήσουν, όταν έκριναν ότι υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες. Κρίσιμος δε χρόνος τέλεσης της πράξης τους είναι εκείνος, κατά τον οποίο αυτοί παρείχαν τη συνδρομή τους και όχι εκείνος κατά τον οποίο οι οργανωτές της επιχείρησης έλαβαν αυτή (τη συνδρομή) ή κατά τον οποίο οι τελευταίοι τέλεσαν την κύρια πράξη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη. Τέλος, θα πρέπει στο σημείο αυτό να τονιστεί το γεγονός ότι και οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι στις απολογίες τους στο παρόν Δικαστήριο δεν ισχυρίστηκαν ότι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, κατά τη διάρκεια παραμονής του C... στην Ελλάδα, αποκλειστικά στα πλαίσια του επαγγέλματος τους, αλλά ότι είχαν ευρύτερο ρόλο, με την παροχή περαιτέρω διευκολύνσεων, επαφών και δραστηριοτήτων, που δεν άπτονται της επαγγελματικής τους ιδιότητας, σε σχέση με το συγκεκριμένο πλοίο, για το οποίο άλλωστε δεν έπαψαν να ενδιαφέρονται, να το παρακολουθούν και να το διατηρούν αξιόπλοο και μετά το πέρας των επισκευών του, μέχρι τον απόπλου του από την Ελλάδα.
ΙΙ. Ως προς την ύπαρξη του (διπλού) ενδεχόμενου δόλου: Οι κατηγορούμενοι, αν και γνώριζαν κατά το χρόνο που παρείχαν τη συνδρομή τους στους οργανωτές της επιχείρησης ότι αυτοί ενδέχετο να οργανώσουν παράνομη μεταφορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, με τη χρησιμοποίηση ως μεταφορικού μέσου του πλοίου C..., επιχείρηση την οποία οργάνωσαν μεταξύ άλλων οι γνωστοί τους Φ. Π. και J. B., αποδέχθηκαν το ενδεχόμενο αυτό και βοήθησαν κατά την τέλεση της παραπάνω πράξης, έναντι αυξημένης αμοιβής, με την παροχή των υπηρεσιών που προαναφέρθηκαν, σχετικά με την επισκευή, συντήρηση, αξιοπλοΐα κλπ. του μεταφορικού μέσου των ναρκωτικών, δηλ. του πλοίου C..., κατά το χρόνο παραμονής του στην Ελλάδα, συνδράμοντας με τον τρόπο αυτό τους οργανωτές της επιχείρησης, ώστε να έχουν ανά πάσα στιγμή στη διάθεση τους το πιο πάνω πλοίο, το οποίο και χρησιμοποιήθηκε τελικά το Μάιο του 2003 για τη μεταφορά και την κατοχή της ποσότητας των 3.200 κιλών κοκαΐνης, κάτω από τις συνθήκες που εκτέθηκαν παραπάνω. Η γνώση των κατηγορουμένων ότι οι οργανωτές της επιχείρησης μεταφοράς και κατοχής των ναρκωτικών ενδέχετο να χρησιμοποιήσουν το C... ως μεταφορικό μέσο για την εκτέλεση της επιχείρησης αυτής και η βούληση τους να συμβάλουν με τις ενέργειες τους στην οργάνωση της μεταφοράς και της κατοχής των ναρκωτικών προκύπτουν κυρίως από τα εξής περιστατικά: α) Ο Γ. Π. γνώριζε από χρόνια τον Ισπανό μεγαλέμπορο ναρκωτικών J. B. με τον οποίο ήταν συγκατηγορούμενος σε υπόθεση ναρκωτικών στο Βέλγιο το έτος 1991. Ο ίδιος (ο Π.) ήρθε σε τηλεφωνική επικοινωνία, πριν από την άφιξη του πλοίου C... στο λιμάνι του Πειραιά, με τον Ισπανό B. R. B., συγχωριανό του B., που επισκέφθηκε την Ελλάδα 3 φορές, όπως προαναφέρθηκε. Επίσης αυτός γνώριζε από χρόνια το Φ. Π., με τον οποίο διατηρούσε επαφές από τα έτη 1987-1988 και είχε στενότερη συνεργασία από το έτος 1996, ενώ κατά το διάστημα από 24/3/99 μέχρι 25/3/2003 λειτούργησαν μαζί την εταιρία "Malverue Associates Ltd". Τέλος, τόσο ο Γ. Π., όσο και ο Φ. Π., γνωρίζονταν και συνεργάζονταν με το Γ. Π. και το Χ. Τ. (ο οποίος ήταν συγγενής του Γ. Π.). Οι τρεις τελευταίοι μάλιστα συγκαταλέγονταν στο πλήρωμα που έφερε το πλοίο C... από τις Αζόρες στο λιμάνι του Πειραιά, ενώ ο Φ. Π. συγκαταλεγόταν στο πλήρωμα, κατά τη ρυμούλκηση του C... από το Πέραμα στα διεθνή ύδατα της Ρόδου. Η μακροχρόνια γνωριμία, σχέση και συνεργασία των κατηγορουμένων με τα παραπάνω πρόσωπα, και ιδίως, με το Φ. Π., τον οποίο προφανώς έφερε σε επαφή με τον B. ο Γ. Π., δημιούργησαν μεταξύ τους αμοιβαία εμπιστοσύνη για το ότι δεν θα αποκάλυπταν σε τρίτους τα σχέδια της οργάνωσης, και το ρόλο που ανέλαβαν, εν γνώσει τους και όχι τυχαία, να διαδραματίσουν στην προετοιμασία του πλοίου C... για τη μεταφορά και την κατοχή των ναρκωτικών από τους οργανωτές της επιχείρησης, β) Λίγο μετά την άφιξη του C... στο λιμάνι του Πειραιά και την είσοδο του στο ναυπηγείο των Β. - Κ. (4/2/99) οι κατηγορούμενοι Γ. Π., Γ. Π. καθώς και ο Φ. Π. έλαβαν προκαταβολικά από άγνωστο αποστολέα, μέσω ισπανικής τράπεζας, τα εμβάσματα των 94.371, 33.704 και 148.298 δολ. ΗΠΑ αντίστοιχα. Οι αμοιβές αυτές των κατηγορουμένων, κρίνονται κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας αυξημένες και δεν δικαιολογούνται για την παροχή, και μόνο, συνηθισμένων και καθαρά επαγγελματικών υπηρεσιών, όπως αυτοί θέλουν αρχικά να τις εμφανίσουν, και δη της γενικής επίβλεψης των εργασιών των μηχανών του πλοίου και της ευθυγράμμισης των αξόνων τους (ο Γ. Π.), της συμμετοχής στις επισκευαστικές εργασίες των μηχανών ως μέλος συνεργείου υπό το Δ. Τ. και την παρακολούθηση της λειτουργίας αυτών (ο Γ. Π.), ενόψει μάλιστα και του ότι οι πιο πάνω αμοιβές δόθηκαν προκαταβολικά, πριν ακόμη καθοριστούν από τον "εξειδικευμένο" για την επισκευή των μηχανών Δ. Τ. οι συγκεκριμένες εργασίες που έπρεπε να γίνουν και η διάρκεια τους, ώστε να καταστούν γνωστές οι λεπτομέρειες του έργου και ο χρόνος απασχόλησης των κατηγορουμένων και να μπορεί να δικαιολογηθεί η ληφθείσα αμοιβή τους. Επιπλέον η αδυναμία των κατηγορουμένων να παράσχουν πειστικές εξηγήσεις στο Δικαστήριο για το πώς και γιατί δέχτηκαν να λάβουν τα παραπάνω εμβάσματα, χωρίς να γνωρίζουν τον αποστολέα τους, πριν ακόμη αναλάβουν οποιοδήποτε έργο και για το ποιες οικονομικές εκκρεμότητες κάλυπταν αυτά, ενισχύει την πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου ότι γνώριζαν την "ύποπτη" (σχετική με την παράνομη συμβολή τους στην προετοιμασία του πλοίου για τις ανάγκες της οργάνωσης της μεταφοράς και της κατοχής των ναρκωτικών) προέλευση τους και δεν θέλησαν να την αποκαλύψουν, γ) Η συμμετοχή του Γ. Π., ως μηχανικού, και του Φ. Π., ως πλοιάρχου, στο πλήρωμα του πλοίου H... και μετέπειτα C..., κατά την ερευνά του ως υπόπτου για λαθρεμπορία τσιγάρων και ναρκωτικών από τις διωκτικές αρχές της Σενεγάλης, κατά το έτος 1998 (με αρνητικό τελικά αποτέλεσμα), αλλά και η κλήση του από το Φ. Π. στις Αζόρες για να ελέγξει τη λειτουργία των μηχανών του πλοίου και η εν συνεχεία συμμετοχή του στο πλήρωμα αυτού μαζί με τους Φ. Π. και Χ. Τ. που το οδήγησε στην Ελλάδα στις 30/1/99 για τις επίμαχες εργασίες, καταδεικνύουν τη σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και συνεργασίας του πιο πάνω κατηγορουμένου με τον ένα εκ των μετέπειτα οργανωτών της μεταφοράς και κατοχής της κοκαΐνης με το συγκεκριμένο πλοίο, αλλά και τη γνώση του για τον προορισμό αυτού ως μεταφορικού μέσου, μεταξύ άλλων, και ναρκωτικών, δ) Η εμφάνιση του C... στα ναυτιλιακά του έγγραφα ως "θαλαμηγού", ενώ στην πραγματικότητα έφερε τα χαρακτηριστικά μεταφορικού μέσου παράνομων φορτίων (τσιγάρων και ναρκωτικών), όπως αυτά (χαρακτηριστικά) περιγράφηκαν παραπάνω, η ρυμούλκηση του στα διεθνή ύδατα της Ρόδου παρόλο που θα μπορούσε να πλεύσει αυτοδυνάμως, διότι ήταν σε ισχύ τα πιστοποιητικά αξιοπλοΐας του, η οδήγηση του στην Τουρκία και η μετέπειτα εξαφάνιση των ιχνών του για ένα διάστημα μέχρι την επανεμφάνιση του στις ακτές της Μαυριτανίας και την εμπλοκή του στη μεταφορά των ναρκωτικών, επιβεβαιώνουν τον προορισμό του συγκεκριμένου πλοίου για μεταφορά τέτοιων παράνομων φορτίων, περιστατικό που ήταν σε γνώση των κατηγορουμένων, όταν ανέλαβαν τις εργασίες επίβλεψης, εποπτείας, επισκευής των μηχανών του κλπ. κατά την παραμονή του στην Ελλάδα. Άλλωστε, όπως έχει ήδη προαναφερθεί, οι οργανωτές της επιχείρησης της μεταφοράς και της κατοχής μιας τόσο μεγάλης ποσότητας κοκαΐνης, δεν θα εμπιστεύονταν την εν γένει προετοιμασία και εξασφάλιση της αξιοπλοΐας του μεταφορικού τους μέσου σε πρόσωπα που δεν θα ήταν της απόλυτης εμπιστοσύνης τους και που δεν θα γνώριζαν τον προορισμό και τη χρησιμότητα του πλοίου, ώστε να προβούν σε όλες τις αναγκαίες εργασίες και ενέργειες για το σκοπό αυτό. ε) Η αρχική επίσπευση των εργασιών επισκευής του C... (μέσα σε 8 αντί για 12 περίπου μήνες που υπολόγισε αρχικά ο Δ. Τ.), η ανακάλυψη από επισκευαστικό συνεργείο πάνω στο σκάφος του πομπού που είχε τοποθετήσει για την παρακολούθηση του ο Γ. Κ. και η εξαιτίας αυτής αλλαγή των σχεδίων των οργανωτών της επιχείρησης μεταφοράς και κατοχής των ναρκωτικών με τον παροπλισμό του και την προσωρινή αδρανοποίηση του λόγω της "στοχοποίησής" του από τις διωκτικές αρχές επί 2 Vi περίπου έτη σε ναυπηγεία του Περάματος και της Ελευσίνας, μετά την ολοκλήρωση των επισκευαστικών εργασιών του, αποτέλεσαν διάφορες φάσεις της παραμονής του πλοίου στην Ελλάδα, κατά τις οποίες και οι δύο κατηγορούμενοι είχαν αναλάβει τη στενή παρακολούθηση, εποπτεία, συντήρηση και εν γένει διατήρηση του σε αξιοπλοΐα, γνωρίζοντας ότι αυτό θα πρέπει να βρίσκεται ανά πάσα στιγμή στη διάθεση των οργανωτών της επιχείρησης μεταφοράς και κατοχής των ναρκωτικών και θέλοντας με τις ενέργειες τους να συνδράμουν σ' αυτό (γιατί αλλιώς θα έπρεπε να πάψουν να ασχολούνται και να ενδιαφέρονται για την τύχη του, αφού οι επισκευές του είχαν τελειώσει), χωρίς να είναι και αναγκαίο να γνωρίζουν τις λεπτομέρειες της κύριας πράξης, και ιδίως πού, πότε, υπό ποιες ειδικές περιστάσεις και από ποιον ή ποιους τελικά θα εκτελούνταν η κύρια πράξη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, στ) Οι ενέργειες του Γ. Π., να σημειώσει στο ημερολόγιο του γραφείου του τα στοιχεία του ναυτιλιακού πρακτορείου ENDEAVOUR που ανέλαβε την πρακτόρευση του C..., να γράψει το κινητό τηλέφωνο (δικτύου Ισπανίας) του Φ. Π. πριν από την άφιξη του πλοίου στην Ελλάδα, να αναλάβει την πληρωμή της μισθοδοσίας των Γ. Π., Φ. Π. και Χ. Τ. μέσω των εκπροσωπούμενων από αυτόν εταιριών για ορισμένα διαστήματα, ως πλήρωμα του C..., παρόλο που δεν εκτελούσε τότε πλόες, να συνάψει συμφωνία με το ναυπηγείο Ν. για την παραμονή του πλοίου σ' αυτό μετά την ολοκλήρωση των επισκευών του και να καταβάλει το οφειλόμενο μίσθωμα ο ίδιος, με αποδείξεις που δεν ανέγραφαν τη φερόμενη ως πλοιοκτήτρια εταιρία αλλά την ένδειξη ΙΔΙΩΤΗΣ, επιπλέον δε να αναφέρει στο Ν. ότι δήθεν το πλοίο είχε πουληθεί, να σημειώσει στο ημερολόγιο του γραφείου του ορισμένα μέλη του πληρώματος του C... μετά τον απόπλου του από την Ελλάδα, προκειμένου να φροντίσει για την έκδοση των αεροπορικών εισιτηρίων τους μετά από αίτημα του Φ. Π. (τα οποία τελικά, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν εξέδωσε), καταδεικνύουν τη γνώση και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για τις κινήσεις και την κατάσταση του πλοίου και του πληρώματος του, καθώς και την προσπάθεια του να μην αποκαλύψει τον πραγματικό πλοιοκτήτη σε τρίτους. Οι κινήσεις αυτές δεν δικαιολογούνται για έναν ανύποπτο επαγγελματία μηχανολόγο - ναυπηγό που του ζητήθηκε απλώς ν' ασχοληθεί "με την επίβλεψη των επισκευών των μηχανών του πλοίου και την ευθυγράμμιση των αξόνων του", αλλά ταιριάζουν σ' ένα πρόσωπο που γνωρίζει και θέλει να συμβάλει με τον καλύτερο τρόπο, με αυξημένο μάλιστα οικονομικό αντάλλαγμα, στην παροχή κάθε δυνατής διευκόλυνσης στους οργανωτές της επιχείρησης μεταφοράς και κατοχής των ναρκωτικών, σε σχέση με το συγκεκριμένο πλοίο, ζ) Ορισμένες επίσης από τις ενέργειες του Γ. Π., όπως το να μισθώσει αποθήκη όπου βρέθηκαν μηχανές όμοιες με του C..., να διατηρεί στην οικία του κάποια έγγραφα σχετικά με το πλοίο μετά πάροδο 2 ΧΑ περίπου ετών από τότε που τελείωσαν οι επισκευές του, να μισθοδοτείται όχι από τη φερόμενη ως πλοιοκτήτρια, αλλά από τις εταιρίες του Γ. Π. για ορισμένο διάστημα, ως πλήρωμα του C... και να πληρώνει τα μισθώματα κατά τη διάρκεια παραμονής του πλοίου στο ναυπηγείο Χ. μετά το πέρας των επισκευών του, καταδεικνύουν επίσης τη γνώση και τη θέληση του να συνδράμει τους οργανωτές της επιχείρησης, όχι ως ένας απλός "πρακτικός μηχανικός", αλλά ως απλός συνεργός. ζ) Η άρνηση των κατηγορουμένων, αρχικά ενώπιον των προανακριτικών αρχών, ότι είχαν οποιαδήποτε σχέση με το πλοίο C... (βλ. ένορκη κατάθεση Γ. Κ. στο παρόν δικαστήριο), μετά τη σύλληψη του πληρώματος του στην Ισπανία για τη συγκεκριμένη υπόθεση, αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο της γνώσης τους για την οργάνωση της επιχείρησης μεταφοράς και κατοχής των ναρκωτικών με το παραπάνω πλοίο και της προσπάθειας τους να κρύψουν τη σχέση τους με αυτό. Σε αντίθετη περίπτωση, δηλ. αν πράγματι η εμπλοκή τους με το C... ήταν μια καθαρά "επαγγελματικά ουδέτερη" σχέση, δεν είχαν λόγο να μην την παραδεχθούν εξαρχής ενώπιον των αρχών, εφόσον βεβαίως μπορούσαν και να την τεκμηριώσουν. Και τούτο, διότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι είχαν αναλάβει να εκτελέσουν αποκλειστικά και μόνον τις εργασίες που επικαλούνται και εκτέθηκαν παραπάνω, με τις ιδιότητες του ναυπηγού - μηχανολόγου και του πρακτικού μηχανικού αντίστοιχα, ούτε το πώς καθορίστηκε το ύψος της αμοιβής τους σε σχέση με τις υπηρεσίες που ισχυρίζονται ότι προσέφεραν, ούτε γιατί αυτή τους δόθηκε (και από ποιον) προκαταβολικά, πριν ακόμη εκτελέσουν τις εργασίες που ανέλαβαν.
III. Ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της απλής συνδρομής και της κύριας πράξης: Οι κατηγορούμενοι με όλες τις προαναφερθείσες ενέργειες τους αναφορικά με την επισκευή, συντήρηση, εποπτεία, έλεγχο, εξασφάλιση αξιοπλοΐας, παρακολούθηση και παροχή κάθε είδους διευκολύνσεων του πλοίου C... κατά το χρόνο παραμονής του στην Ελλάδα, το οποίο αποτελούσε μαζί με το πλοίο B...N... τη ναυτιλιακή υποδομή της οργάνωσης μεταφοράς και κατοχής των ναρκωτικών και χρησιμοποιήθηκε τελικά για το σκοπό αυτό το Μάιο του 2003, συνέβαλαν στην τέλεση της κύριας πράξης, η οποία δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί χωρίς τη χρησιμοποίηση του πιο πάνω μεταφορικού μέσου.
IV. Ως προς τη μη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων του αρθρ. 8 ν. 1729/1987. Από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που αναφέρθηκαν στην αρχή δεν προέκυψε ότι συνέτρεχαν αυτοτελώς και στο πρόσωπο των κατηγορουμένων - απλών συνεργών (αρθρ. 49§2 ΠΚ) οι επιβαρυντικές περιστάσεις της. κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και με ιδιαίτερη επικινδυνότητα τέλεσης της πράξης τους (αρθρ. 13 περ. στ' και ζ' ΠΚ), καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί είχαν συμμετοχή και στο παρελθόν σε υποθέσεις εμπορίας ναρκωτικών και ότι για το σκοπό αυτό είχαν διαμορφώσει κατάλληλη υποδομή με σταθερή ροπή στη διάπραξη αντίστοιχων ή και άλλων εγκλημάτων προς πορισμό εισοδήματος υπό συνθήκες έντονης αντικοινωνικής συμπεριφοράς, όπως έγινε δεκτό και πρωτοδίκως.
V. Ως προς την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του αρθρ. 84 παρ. 2α και ε' ΠK. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο Γ. Π. μετά την τέλεση της πράξης του συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο διάστημα και δεν προέκυψε περαιτέρω εμπλοκή του σε άλλες αξιόποινες πράξεις". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, της απλής συνέργειας (με ενδεχόμενο δόλο), στην οργάνωση της μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27παρ.1α, 47, 84 παρ.2ε Π.Κ. 5 παρ.1 περ. ζ' , ιγ ν. 1729/1987, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) προκύπτει με βεβαιότητα ότι η πλειοψηφία της προσβαλλομένης απόφασης αιτιολογεί πλήρως τη στοιχειοθέτηση της απλής συνέργειας στις παραπάνω πράξεις, αναφέροντας τις υλικές διευκολυντικές πράξεις του κατηγορουμένου, την έναντι αμοιβής τέλεση αυτών, ανάληψη επίβλεψης εποπτείας των εργασιών του πλοίου, έκδοση διαφόρων εγγράφων του πλοίου, χορήγηση αποδοχών και σχετικών βεβαιώσεων σε ναυτικούς του πλοίου και καταβολή μισθωμάτων στα ναυπηγεία παραμονής του, τόσο κατά τη διάρκεια επισκευής του, όσο και για αρκετό διάστημα μετά από αυτήν, αναλύοντας κατά τρόπο σαφή ότι δεν επήλθε διακοπή της συνέργειας και γιατί οι παραπάνω ενέργειες δεν εμπίπτουν στα επαγγελματικά καθήκοντα του αναιρεσείοντα ως ναυπηγού-μηχανολόγου. Β) αιτιολογείται πλήρως ο δόλος και η γνώση του κατηγορουμένου αφού παρατίθεται, η γνωριμία του με τον Ισπανό μεγαλέμπορο ναρκωτικών B., η τηλεφωνική του επικοινωνία πριν από την άφιξη του πλοίου στην Ελλάδα με τον επίσης Ισπανό B., συγχωριανό του B., η λήψη αυξημένης προκαταβολής από άγνωστο αποστολέα μέσω Ισπανικής Τράπεζας, λίγο μετά την άφιξη του πλοίου στον Πειραιά, η εμφάνιση του πλοίου, ως θαλαμηγού, στα ναυτιλιακά του έγγραφα ενώ στην πραγματικότητα έφερε τα χαρακτηριστικά μεταφορικού μέσου παράνομων φορτίων, η ανάληψη μισθοδοσίας ναυτικών ως πληρωμάτων του πλοίου, παρόλο που δεν εκτελούσε πλόες και η άρνηση των κατηγορουμένων αρχικά να δεχθούν ενώπιον των προανακριτικών αρχών, οποιαδήποτε σχέση με το πλοίο, μετά τη σύλληψη του πληρώματός του στην Ισπανία, για τη συγκεκριμένη υπόθεση, γ) αιτιολογείται γιατί παρά τον απόπλου του πλοίου στις 6-4-2002, η κύρια πράξη της μεταφοράς ναρκωτικών έλαβε χώρα στις 8-5-2003, ήτοι μετά έτος περίπου, λόγω της ανακάλυψης πομπού στο άλμπουρο του πλοίου, από άνδρες της δίωξης ναρκωτικών της ΕΛΑΣ, οπότε το πλοίο έπρεπε να παραμείνει εκτός δράσης για κάποιο διάστημα, αφού έγινε αντιληπτό ότι είχε στοχοποιηθεί από τις Αστυνομικές Αρχές. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ο 4ος λόγος των πρόσθετων λόγων, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, αναφορικά με τη στοιχειοθέτηση της απλής συνέργειας (άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' Κ.Π.Δ.), είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.1 και 369 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, παραβιάζει την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ.) η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ίδιου Κώδικα. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται, αν το περιεχόμενο του εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα ή αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο ή στοιχείο του κατηγορητηρίου, που είναι έγγραφα μη υπαγόμενα σε μια από τις κατηγορίες του άρθρου 364 Κ.Π.Δ., ή αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως χωρίς να ληφθεί υπόψη αμέσως από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως για τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο (Α.Π. 719/2012, Α.Π. 629/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά προκειμένου να μορφώσει την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αξιόποινη πράξη, της απλής συνέργειας σε οργάνωση, μεταφορά και κατοχή ναρκωτικής ουσίας, έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται στο σκεπτικό της και "την πραγματογνωμοσύνη που διενήργησαν οι αρμόδιες Ισπανικές Αρχές, από τη οποία προέκυψε ότι η ναρκωτική ουσία που βρέθηκε στο C..., ήταν κοκαΐνη, συνολικού βάρους 3.320 κιλών και αξίας 101.769.000 Ευρώ", χωρίς όμως να αναφέρεται αυτή στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων, όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του άνω Δικαστηρίου. Από τα ίδια όμως πρακτικά, προκύπτει, ότι έγινε ανάγνωση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της υπ' αριθ. 30/2005 απόφασης του 4ου Κεντρικού Πρωτοδικείου της Μαδρίτης ( σε μετάφραση από τα Ισπανικά στα Ελληνικά ) υπ' Α/Α 25, σελ. 60 της προσβαλλομένης απόφασης όπου γίνεται σαφής και ειδική μνεία του ανωτέρω εγγράφου με το περιεχόμενό του, στη σελ.8 αυτής. Πέραν των ανωτέρω, το προαναφερόμενο έγγραφο, αναφέρεται στην ποσότητα, το είδος και την αξία της ναρκωτικής ουσίας που βρέθηκε στο πλοίο C..., γεγονότα που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αμφισβητούνται από τον αναιρεσείοντα.
Επομένως, ο σχετικός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Α' του ΚΠΔ, 1ος λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, γιατί λήφθηκε υπόψη το προαναφερόμενο έγγραφο, πραγματογνωμοσύνη των Ισπανικών Αρχών, χωρίς αυτό να περιλαμβάνεται μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου περιλαμβάνεται σε άλλο έγγραφο, το οποίο αναγνώσθηκε.
Από τον συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 329, 331, 358, 364 παρ. 1 και 369του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του έγγραφο, που δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό τούτο μέσο, επέρχεται απόλυτη, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ, ακυρότητα και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως, κατά τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη. Περίπτωση μη αναγνώσεως εγγράφου, η οποία επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, υπάρχει και όταν το έγγραφο ήταν συνταγμένο σε ξένη γλώσσα και αναγνώσθηκε, χωρίς να βεβαιώνεται ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενό του. Στην περίπτωση αυτή, πάντως, πρέπει, για να επέλθει ακυρότητα, να αναφέρεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τα αναγνωσθέντα έγγραφα είχαν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα και ποιά ακριβώς και ότι αναγνώσθηκαν αυτούσια και όχι σε ελληνική μετάφραση (Α.Π. 186/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων στον 3ο λόγο του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, αναφέρει ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, βεβαιώνεται ότι αναγνώσθηκαν, μεταξύ άλλων, έγγραφα τα οποία είχαν συνταχθεί στην Αγγλική ή την Ισπανική γλώσσα, δίχως στην περίπτωση αυτή να βεβαιώνεται ότι αυτός (κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων) μπορούσε να κατανοήσει το περιεχόμενό τους, οπότε στερήθηκε το δικαίωμά του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με τα όσα αναφέρονται στα πιο πάνω έγγραφα. Τα έγγραφα αυτά είναι τα παρακάτω: Α/Α. 10. Τιμολόγια παροχής υπηρεσιών του ναυτιλιακού πρακτορείου END-EAVOYR MARINE AGENTY LTD της 26-2-2001 και 30-6-2001 σελ. 54 των πρακτικών.
12.Αναφορά Diagnostic Ship Center της 2-7-1999 για οπτικό έλεγχο αξονικών συστημάτων του C... (σελ. 54 των πρακτικών).
23. Το από 4-2-99 FAX της BANCO POPULA ESPANOL, 5 εντολές πληρωμής επ' ονόματι Φ.Π. και κατηγορουμένων (σελ. 56 των πρακτικών).
10. Το από 7-7-2003 μήνυμα FAX από B. S. προς την DVDK (σελ 58 των πρακτικών).
13.Η υπ' αριθμ. 86/22-7-1999 προσφορά της ΑΙΜΑ SA προς την RIVERSHAH HOLDINGS Ltd σχετικά με τις δαπάνες ανταλλακτικών στο πλοίο C... (σελ. 58 των πρακτικών).
21. Η από 17-9-2004 δήλωση του E. M. Δντη του Τμήματος Marketing της εταιρίας RODRIQUEZ CANTIERINAVALI SPA (σελ. 59 των πρακτικών).
35. Οι από 9-2-2006, 9-2-2006 και 1-10-2003 βεβαιώσεις των εταιριών αντίστοιχα Stantard Shipping SA, Alpetroil SA, Larizas Hellas SA V.BULKERS (σελ 61 των πρακτικών).
Από τον προσδιορισμό, όμως, των εγγράφων αυτών στα πρακτικά, δεν προκύπτει, ότι τα έγγραφα αυτά είχαν πράγματι συνταχθεί σε ξένη γλώσσα - και ποιά ακριβώς - και σε κάθε περίπτωση, ότι αυτά αναγνώσθηκαν αυτούσια και όχι σε ελληνική μετάφραση, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί ότι ο αναιρεσείων στερήθηκε του δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις ή εξηγήσεις επί τούτων, διότι δεν κατανοούσε το περιεχόμενό τους και έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 δ' του ΚΠΔ.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ προβαλλόμενος 3ος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως , με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, επειδή το εκδόσαν αυτήν Δικαστήριο, έλαβε υπόψη, για το σχηματισμό της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα κρίσεώς του, ξενόγλωσσα έγγραφα, χωρίς αυτά να συνοδεύονται από νόμιμη ελληνική μετάφραση ή να βεβαιώνεται στην απόφαση, ότι ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως το περιεχόμενο τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των προαναφερθέντων άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου, που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι, παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου, να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά, τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ, πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Εξάλλου δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία, ως προς την ταυτότητα των εγγράφων, όταν από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, κατά τα άνω απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο, που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντα κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν, μεταξύ των οποίων και τα παρακάτω αναγνωσθέντα έγγραφα, που φέρονται συνημμένα στην από 21-7-2003 Πορισματική Αναφορά του ΣΔΟΕ Αττικής και αναφέρονται στα πρακτικά, προσδιοριζόμενα, στις σελίδες 55, 56, της προσβαλλομένης απόφασης, κατ' αύξοντα αριθμό, ως εξής :
1....3. Το με αριθμ. ΕΜΠ. 1515/28-5-2003 έγγραφο της Τράπεζας Πειραιώς με τα συνημμένα σ' αυτό έγγραφα.
4. Το με αριθμ. ΕΜΠ. 1934/30-6-2003 έγγραφο της EUROBANK ΕΡΓΑΣΙΑΣ με τα συνημμένα σ' αυτό έγγραφα.
24. Το με αριθ. ΕΜΠ 2211/21-7-2003 έγγραφο της χρηματιστηριακής εταιρείας "Π. & Α. Β. ΑΧΕ" με τα συνημμένα σ' αυτό έγγραφα.
27. Το με αριθμ. ΕΜΠ 1394/19.5.2003 έγγραφο της χρηματιστηριακής εταιρείας "ΑΣΠΙΣ" με τα συνημμένα σ' αυτό έγγραφα.
28. Το από 13-5-2003 έγγραφο της χρηματιστηριακής εταιρείας "Σ. ΑΧΕ" με τα συνημμένα σ' αυτό έγγραφα.
29. Το από 12-5-2003 έγγραφο της χρηματιστηριακής εταιρείας IDEX με τα συνημμένα σ' αυτό έγγραφα.
Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, άλλωστε όπως βεβαιώνεται στα πρακτικά, όλα ανεξαιρέτως αναγνώσθηκαν. Με την γενόμενη δε ανάγνωση τους, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά ότι προβλήθηκε αντίρρηση από τον αναιρεσείοντα, έγινε γνωστό και σε όλους τους παράγοντες της δίκης το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, επομένως και στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Εξάλλου με τον αυτό ως άνω προσδιορισμό, τα εν λόγω έγγραφα, είχαν αναγνωσθεί και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως από την επισκόπηση των οικείων πρακτικών του προκύπτει (βλ. σελ.21,22 υπ' αριθ. 156/2006 απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου). Άλλωστε, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει, ότι δεν αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό, ούτε ότι υποβλήθηκε αίτημα προς ανάγνωση κάποιου άλλου εγγράφου, το οποίο δεν έγινε δεκτό. Το Πενταμελές, συνεπώς, Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα ότι παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, διότι το Δικαστήριο της ουσίας, προς στήριξη της περί ενοχής του, κρίσης του, έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμες. Κατ' ακολουθία, ο 2ος , από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αίτησης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ' ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του ΚΠΔ, "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ή τους εισαγγελείς (άρθρο 32 παρ. 2), έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα ........και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο", ενώ, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι υποχρεωτικό να δοθεί ο λόγος από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση στον Εισαγγελέα και στους διαδίκους, στο δε κατηγορούμενο ή στον συνήγορό του, στο τέλος, και αν τούτο δεν ζητηθεί. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, ειδικά όταν πρόκειται για τον κατηγορούμενο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, γιατί αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία (παράβαση) ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ. Η ίδια ακυρότητα που ιδρύει τον αυτό ως άνω λόγο αναιρέσεως επέρχεται και όταν ο Εισαγγελέας ζήτησε και έλαβε τον λόγο για να δευτερολογήσει και στην συνέχεια δεν δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο του κατηγορουμένου, έστω και αν δεν τον ζήτησε, αφού ο κατηγορούμενος έχει πάντα τον λόγο τελευταίος. Δεν ισχύει τούτο όμως όταν ο εισαγγελέας ζήτησε και του δόθηκε ο λόγος για να προτείνει επί των αυτοτελών ισχυρισμών ή αιτημάτων που υπέβαλε ο συνήγορος του κατηγορουμένου κατά την αγόρευση του, δηλαδή μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, καθόσον τούτο δεν συνιστά δευτερολογία του εισαγγελέως, αλλά την απαιτούμενη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1, 138 παρ. 2 και 3, 171 παρ.1 στοιχ. β' ΚΠΔ πρότασή του, πριν από την έκδοση αποφάσεως επί των υποβληθέντων ισχυρισμών (ΑΠ 993/2011, 795/2011).
Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, η Πρόεδρος αφού κήρυξε το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας έδωσε τον λόγο στον Εισαγγελέα, ο οποίος ανέπτυξε την κατηγορία και ζήτησε να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, στην συνέχεια οι συνήγοροι του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντα, Γ. Π., αφού έλαβαν τον λόγο από την Πρόεδρο ανάπτυξαν την υπεράσπιση και ζήτησαν την απαλλαγή του κατηγορουμένου, ο δε εκ των συνηγόρων του κατηγορουμένου, Ν. Ανδρουλάκης, επικουρικά προέβαλε γραπτό αυτοτελή ισχυρισμό (όπως ο ίδιος τον χαρακτηρίζει) τον οποίο ανέπτυξε και προφορικά, (σελ.105-108), με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 47 παρ.1Π.Κ. (απλής συνέργειας) και ζήτησε την αθώωση του κατηγορουμένου. Στη συνέχεια, δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ο προταθείς αυτοτελής ισχυρισμός. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, ο λόγος δόθηκε, μετά την αγόρευση του ως άνω συνηγόρου του κατηγορουμένου και την υποβολή κατ' αυτήν, του αυτοτελούς ισχυρισμού, στον Εισαγγελέα, για να προτείνει επί αυτού, ο οποίος και πρότεινε την απόρριψή του. Το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε ν' αποφανθεί επ' αυτού με την κύρια επί της ενοχής απόφασή του. Όμως, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει ότι ο παραπάνω συνήγορος, ζήτησε από την Πρόεδρο να λάβει εκ νέου το λόγο, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα και πριν από την απαγγελία της απορριπτικής του αυτοτελούς ισχυρισμού απόφασης του Δικαστηρίου, με την κύρια επί της ενοχής απόφασή του, και η διευθύνουσα τη συζήτηση αρνήθηκε να του δώσει το λόγο.
Συνεπώς, κατά τα ανωτέρω, χωρίς αίτηση, δεν υπήρχε υποχρέωση να δοθεί ο λόγος εκ νέου στο συνήγορο του κατηγορουμένου, μετά την εν λόγω πρόταση του Εισαγγελέα και δεν παρήχθη εκ της παραλείψεως αυτής απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Σε κάθε περίπτωση, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα για την απόρριψη του παραπάνω ισχυρισμού, οι κατηγορούμενοι ρωτήθηκαν από την Πρόεδρο αν είχαν να προσθέσουν οτιδήποτε για την υπεράσπισή τους και απάντησαν αρνητικά. Στο σημείο αυτό επομένως, αν το επιθυμούσε ο παραπάνω συνήγορος του κατηγορουμένου, μπορούσε να λάβει το λόγο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, 2ος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, εκ του ότι επί του υποβληθέντος από το συνήγορό του, και χαρακτηρισθέντος από αυτόν, αυτοτελούς ισχυρισμού, το δικαστήριο εξέδωσε απορριπτική απόφαση, παραλείποντας να δώσει το λόγο, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα, στο συνήγορό του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η κατά τα άρθρα 93§ 2 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. 'Eτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 ΚΠΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ.1 του άρθρου 20, του Ν. 3904/23-12-2010, και είχε εν προκειμένω εφαρμογή "το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει μόνο μία φορά την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μία μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας". Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, "το δικαστήριο, πριν διατάξει την αναβολή, υποχρεούται να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης για δέκα πέντε το πολύ ημέρες ...". Η παραδοχή ή μη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή ή διακοπή της δίκης απόκειται μεν στην ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα γιατί, διαφορετικά, προκαλείται σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για έλλειψη ακροάσεως σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρ. 170 παρ. 2 Κ.Π.Δ. και ιδρύεται ο προαναφερθείς (από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα) λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, από την σαφή διατύπωση της ως άνω διάταξης προκύπτει, ότι σε περίπτωση που το δικαστήριο δέχεται την ύπαρξη σοβαρών λόγων υγείας ή λόγων ανωτέρας βίας, η παραδοχή αυτή δεν συνεπάγεται αναγκαίως και υποχρεωτικώς την αναβολή της δίκης, αλλά παρέχεται στο δικαστήριο η εναλλακτική ευχέρεια και δυνατότητα της διακοπής της δίκης μέχρι την άρση των σοβαρών λόγων υγείας ή των λόγων ανωτέρας βίας, οι οποίοι δυσχεραίνουν ή παρεμποδίζουν την πρόοδο της δίκης, μετά από στάθμιση του είδους, της φύσης και της διάρκειας τους. Η επιλογή της λύσης της διακοπής της δίκης, για την οποία δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία, αντί του αιτήματος αναβολής, δεν σημαίνει την μη αποδοχή των περιστατικών που προβάλλονται ως συνιστώντα τους σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανωτέρας βίας, που δικαιολογούν την αναβολή, αφού, όπως προαναφέρθηκε, και η δυνατότητα της διακοπής της δίκης ή της συνεδρίασης, αντί της αναβολής, προβλέπεται ακριβώς σε περίπτωση συνδρομής σοβαρών λόγων υγείας ή λόγων ανωτέρας βίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης, απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς κατά τη συνεδρίαση της 21-12-2011, ο συνήγορος του κατηγορουμένου Τρύφωνας Βασίλαινας υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης λόγω ασθένειας του κατηγορουμένου, και συγκεκριμένα λόγω νοσηλείας του σε νοσοκομείο της Ρουμανίας με συμπτώματα πνευμονίας. Ανάλογο αίτημα είχε υποβάλει και προηγούμενα και το δικαστήριο διέταξε τότε τη διακοπής της δίκης για το λόγο αυτό. Το δικαστήριο με σχετική παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε το αίτημα αναβολής που υποβλήθηκε στις 21-12-2011, και διέκοψε τη συνεδρίαση για τη δικάσιμο της 23-1-2012, με την παρακάτω αιτιολογία: "Επειδή το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν σοβαροί λόγοι υγείας στο πρόσωπο του κατηγορουμένου Γ.Π., - οι οποίοι όμως μπορούν να αντιμετωπισθούν, στο παρόν στάδιο, όχι με αναβολή, αλλά με διακοπή της δίκης σε χρόνο, όπου - κατά τους ισχυρισμούς του συνηγόρου του κατηγορουμένου αναμένεται ότι θα έχει αποκατασταθεί το πρόβλημα υγείας του και θα έχει την ικανότητα να προσέλθει στο δικαστήριο για να δικαστεί για την παρούσα υπόθεση, ενώ παράλληλα θα έχει τη δυνατότητα και ο έτερος συνήγορός του Νικ. Ανδρουλάκης, ο οποίος σήμερα απουσιάζει, έχοντας άλλη επαγγελματική απασχόληση, να παραστεί και να ασκήσει τα υπερασπιστικά του καθήκοντα.
Συνεπώς, πρέπει να διακοπεί η δίκη (αρθ.349 παρ.3 ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, απορριπτομένου του αιτήματος του συνηγόρου του κατηγορουμένου Τρ. Βασίλαινα για αναβολή της δίκης". Από την παραπάνω αιτιολογία, προκύπτει ότι το Δικαστήριο, εκτιμώντας ως σοβαρό λόγο υγείας του κατηγορουμένου, το λόγο που επικαλέστηκε ο συνήγορος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, προέκρινε, όπως είχε υποχρέωση, σύμφωνα και με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, τη διακοπή της δίκης, προς αντιμετώπιση του σχετικού λόγου υγείας. Τη σχετική κρίση του ότι το κώλυμα υγείας μπορεί να αντιμετωπιστεί με διακοπή της δίκης, το δικαστήριο καίτοι δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει κατά τα εκτεθέντα, αιτιολόγησε πλήρως. Επομένως με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην εν λόγω παρεμπίπτουσα απόφασή του περί διακοπής της δίκης την κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 149 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα, περί έλλειψης αιτιολογίας της ως άνω παρεμπίπτουσας απόφασης, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αφού δεν μνημονεύονται σε αυτή τα έγγραφα που αναγνώστηκαν για τη στοιχειοθέτηση της ασθένειας του κατηγορουμένου, είναι αλυσιτελής καθόσον η συνδρομή των σοβαρών λόγων υγείας στο πρόσωπο του κατηγορουμένου έγινε δεκτή από το δικαστήριο το οποίο για το λόγο αυτό προέβη σε διακοπή της δίκης αντί της αναβολής. Επομένως με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην εν λόγω παρεμπίπτουσα απόφασή του περί διακοπής της δίκης την κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 149 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ο περί του αντιθέτου σχετικός 1ος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 329 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, η συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και η απαγγελία της αποφάσεως γίνονται δημόσια σε όλα τα ποινικά δικαστήρια και επιτρέπεται στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις, κατά δε το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' του ίδιου Κώδικα, η παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο αποτελεί λόγο αναιρέσεως της δικαστικής αποφάσεως. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 331 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η έλλειψη δημοσιότητας της συνεδριάσεως, που κατοχυρώνεται και συνταγματικά με τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 2, αποδεικνύεται μόνο από τα σχετικά πρακτικά της συγκεκριμένης δίκης. Εξάλλου, εφόσον στα πρακτικά ή την απόφαση αναφέρεται ότι η συνεδρίαση έγινε δημόσια, συνάγεται σαφώς ότι και η απόφαση απαγγέλθηκε δημόσια, το ίδιο δε και αν έγιναν επανειλημμένες διακοπές, εφόσον δεν αναφέρεται ότι διατάχθηκε η κεκλεισμένων των θυρών συζήτηση, μη απαιτουμένου όπως, μετά κάθε διακοπή, επαναλαμβάνεται ότι η συνεδρίαση έγινε δημόσια (Α.Π. 236/2012, Α.Π. 1854/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρεται ρητά στη σελίδα ένα (1) ότι "Η συνεδρίαση έγινε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου". Στη συνέχεια, κατά τη συνεδρίαση της 16-2-2012, στα ίδια πρακτικά αναφέρονται στη σελίδα 109-110 τα ακόλουθα: "Το Δικαστήριο αποσύρθηκε στο δωμάτιο το προορισμένο για διάσκεψη και ... μέσω της Προέδρου δημοσίευσε, σε δημόσια συνεδρίαση την απόφασή του ...", Στη συνέχεια, στην ίδια συνεδρίαση της 16-2-2012, στα ίδια πρακτικά αναφέρονται στη σελίδα 161, στο τέλος της διατύπωσης του διατακτικού, τα ακόλουθα: "Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε δημόσια στο ακροατήριό του". Τέλος στη σελίδα 167 ότι: "Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε αμέσως στο ακροατήριό του". Βάσει των περικοπών αυτών των πρακτικών και ιδίως της σελίδας ένα (1) που αφορά τη συνεδρίαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς προς εκδίκαση της υπόθεσης, των σελίδων 110 και 161 που αφορούν το σκέλος της απόφασης για την ενοχή του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου και της σελίδας 167 που αφορά το σκέλος της απόφασης για την κύρια ποινή και τις παρεπόμενες, και όσων εκτέθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, καθίσταται σαφές ότι όλες οι συνεδριάσεις του πιο πάνω Δικαστηρίου έγιναν δημόσια και επιτρεπόταν στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις, οι δε αποφάσεις τούτου (Δικαστηρίου) τόσο για την ενοχή όσο και για την ποινή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα, απαγγέλθηκαν δημόσια και επιτρεπόταν στον καθένα να παρακολουθήσει ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις. Το γεγονός ότι, κατά τις ενδιάμεσες συνεδριάσεις της 8-11-2011 και 21-12-2011, κατά τις οποίες εκδόθηκαν οι με αριθμό 797α/2011 και 811/2011, αντίστοιχα, παρεμπίπτουσες, περί διακοπής της δίκης αποφάσεις, (σελ. 26 και 31-32 αντίστοιχα) που στα πρακτικά στις σελίδες 27 και 33 αναφέρεται "Κρίθηκε αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε αμέσως στο ακροατήριό του", δεν αναιρεί τα παραπάνω, αφού σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη αναφέρθηκαν εφόσον στα πρακτικά αναφέρεται ότι η συνεδρίαση έγινε δημόσια και η απόφαση περί ενοχής απαγγέλθηκε δημόσια συνάγεται ότι η συνεδρίαση έγινε δημόσια και κατά τις επανειλημμένες ενδιάμεσα διακοπές, εφόσον δεν αναφέρεται ότι διατάχθηκε η κεκλεισμένων των θυρών συζήτηση, μη απαιτουμένου όπως μετά κάθε διακοπή επαναλαμβάνεται ότι η δίκη έγινε δημόσια. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ του ΚΠΔ', 3ος λόγος αναιρέσεως των προσθέτων λόγων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 12-11-2012, υπ' αριθμό 30/2012 αίτηση του Γ. Π. του Κ., κατοίκου ... και τους από 25-4-2013 Πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 797α/ 2011, 811/2011, 96/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απλή συνέργεια, στην οργάνωση της μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών. Στοιχειοθέτηση της απλής συνέργειας στις παραπάνω πράξεις, αφού ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του Ναυπηγού-Μηχανολόγου ανέλαβε την επίβλεψη και εποπτεία των εργασιών πλοίου, το οποίο κατελήφθη αργότερα στις Ισπανικές ακτές, να μεταφέρει μεγάλες ποσότητες κοκαΐνης. Αναφέρονται οι υλικές διευκολυντικές πράξεις του κατηγορουμένου, (προκαταβολή αμοιβής του από Ισπανική Τράπεζα, από άγνωστο αποστολέα για την επισκευή, συντήρηση παρακολούθηση του πλοίου κατά τη διάρκεια παραμονής του στην Ελλάδα, μισθοδοσία πληρώματος του κ.λ.π). Αιτιολογείται γιατί οι παραπάνω ενέργειες, δεν εμπίπτουν στα επαγγελματικά καθήκοντα του αναιρεσείοντα ως ναυπηγού- μηχανολόγου. Αναίρεση. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ανάγνωση ξενόγλωσσων εγγράφων. Πρέπει να αναφέρεται στα πρακτικά, ότι τα έγγραφα αυτά είχαν συνταχθεί σε συγκεκριμένη γλώσσα -και ποια- και ότι ανεγνώσθησαν αυτούσια και όχι σε ελληνική μετάφραση. Απόλυτη ακυρότητα, για λήψη υπόψη, μη αναγνωσθείσας πραγματογνωμοσύνης. Το περιεχόμενο της περιέχεται σε άλλο έγγραφο που αναγνώστηκε και δεν επήλθε ακυρότητα. Απόλυτη ακυρότητα γιατί δεν προσδιορίζεται επακριβώς η ταυτότητα αναγνωσθέντων εγγράφων. Επαρκώς προσδιορίζονται, με την ανάγνωση τους, είχε δυνατότητα ο αναιρεσείων να προβεί σε δηλώσεις και παρατηρήσεις. Παραβίαση της αρχής της δημοσιότητας. Εφόσον στην αρχή των πρακτικών αναφέρεται ότι η συνεδρίαση έγινε δημόσια, και η απόφαση περί ενοχής απαγγέλθηκε δημόσια, συνάγεται ότι και οι ενδιάμεσες συνεδριάσεις έγιναν δημόσια. Μετά τη δόση του λόγου στον εισαγγελέα πρέπει να δίδεται ο λόγος στον κατηγορούμενο. Δεν ισχύει τούτο όμως όταν ο εισαγγελέας ζήτησε και του δόθηκε ο λόγος για να προτείνει επί των αυτοτελών ισχυρισμών ή αιτημάτων που υπέβαλε ο συνήγορος του κατηγορουμένου κατά την αγόρευση του, δηλαδή μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, καθόσον τούτο δεν συνιστά δευτερολογία του εισαγγελέως, αλλά την απαιτούμενη πρότασή του, πριν από την έκδοση αποφάσεως επί των υποβληθέντων ισχυρισμών. Αίτημα αναβολής. Διακοπή, αντί αναβολής της δίκης. Δεν επιφέρει έλλειψη ακρόασης, η επιλογή διακοπής της δίκης, αντί της αιτηθείσας αναβολής Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση.
|
Ακροάσεως Αρχή
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ναρκωτικά, Συνέργεια, Ακροάσεως Αρχή.
| 1
|
Αριθμός 1009/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γάτσιο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ο. Λ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κυπριώτη, ο οποίος δήλωσε ότι εκ παραδρομής γράφηκε το όνομα της αναιρεσίβλητης "Ο." αντί του ορθού "Ο.".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8190/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2591/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-9-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 12-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου", ενώ κατά τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου, "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ο οποίος έχει ως στόχο τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (αρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και της αρχής της ακρόασης όλων των διαδίκων (αρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 13/1995), όπως είναι και οι πραγματικοί ισχυρισμοί που απαράδεκτα (άρθρ. 224 ΚΠολΔ) εισάγουν νέα ή μεταβάλλουν υπάρχουσα αγωγική βάση, οπότε κατά κανόνα θα συντρέχει και ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 352/1979). Η αμέλεια όμως, ως αόριστη νομική έννοια (ΑΠ 1107/2002, ΑΠ 1167/2004), παραδεκτά συγκεκριμενοποιείται με βάση τα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή (ΑΠ 1065-1066/2003), η οποία συνεπώς παραδεκτά με τις προτάσεις μπορεί να συμπληρωθεί με στοιχεία αμέλειας επιπλέον όσων διαλαμβάνονται σ' αυτή, αρκεί έτσι να μην μεταβάλλεται ριζικά η έννοια της αμέλειας και να προσδίδεται σ' αυτή εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής (ΑΠ 181/2011). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος ως αναγομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 725/2009). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 24 του α.ν. 1565/1939 "περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρ. 47 του ΕισΝΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 330, 652 και 914 ΑΚ, προκύπτει ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλειά του, ακόμη και ελαφρά αν κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων παρέβη την υποχρέωσή του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, δηλαδή αυτή που αναμένεται από το μέσο εκπρόσωπο του κύκλου του (ΑΠ 1362/2007 181/2011). Στην περίπτωση αυτή ο ιατρός ευθύνεται αναλόγως και για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος ασθενούς ή ψυχικής οδύνης των μελών της οικογενείας αποβιώσαντος ασθενούς κατά τους όρους των άρθρ. 299 και 932 Α.Κ. (ΑΠ 424/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στις 28-8-2002, περί ώρα 14.30, η ενάγουσα επισκέφθηκε τον εναγόμενο που είναι οδοντίατρος, στο ιατρείο του για να υποβληθεί σε ενδοδοντική θεραπεία (απονεύρωση) του δεύτερου αριστερού κοπτήρα της άνω γνάθου. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας απονεύρωσης, ο εναγόμενος έπρεπε να προβεί σε αποστείρωση του δοντιού χρησιμοποιώντας προς τούτο υδροξείδιο του ασβεστίου. Το υδροξείδιο του ασβεστίου χρησιμοποιείται στην οδοντιατρική για την απολύμανση του δοντιού, διατίθεται για την χρήση αυτή σε μορφή σκόνης ή σε μορφή πάστας σε ειδικές πλαστικές σύριγγες για εύκολη τοποθέτηση ... Είναι υλικό υδατοδιαλυτό και εξαιρετικά καυστικό για τους ιστούς, ιδιαίτερα σε υγρό περιβάλλον, όπως το στόμα και ο οφθαλμός, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη από τους διαδίκους βιβλιογραφία. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο εναγόμενος χρησιμοποίησε για άγνωστο λόγο σύριγγα μεταλλική, αντί της ειδικής κατά τα ανωτέρω πλαστικής σύριγγας, στην προσπάθειά του δε να εκχύσει το υλικό αυτό στο δόντι της εναγούσης, η οποία καθ' όλη τη διάρκεια της επέμβασης καθόταν σε ημιύπτια θέση στο ειδικό οδοντιατρικό κάθισμα, απέτυχε. Κατόπιν αυτού αναζήτησε άλλη σύριγγα από την βοηθό του ... και αφού δεν βρέθηκε, επιχείρησε να εκχύσει το υλικό στο δόντι με την ίδια σύριγγα. Παρότι όμως γνώριζε λόγω της ιδιότητάς του, ότι το υλικό αυτό πήζει εύκολα και είναι ιδιαίτερα καυστικό, ότι η μεταλλική σύριγγα που χρησιμοποιούσε δεν ήταν κατάλληλη, εφόσον ο ίδιος είχε αναζητήσει να χρησιμοποιήσει άλλη αντί αυτής, δεν φρόντισε πριν προβεί στην δεύτερη προσπάθεια να βεβαιωθεί ότι η σύριγγα λειτουργεί κανονικά και ότι το υλικό ρέει και δεν έχει πήξει, επιχειρώντας χρήση της σε ασφαλές περιβάλλον, μακράν της εναγούσης, όπως θα έπραττε υπό τις ίδιες συνθήκες και με τα ίδια μέσα ο μέσος συνετός και επιμελής οδοντίατρος κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων ώστε να διαφυλάξει την υγεία της ασθενούς του, όπως είχε υποχρέωση από τον κώδικα ασκήσεως ιατρικού επαγγέλματος (άρθρο 24 ΑΝ 1565/1939). Αντίθετα, επιχείρησε για δεύτερη φορά την έκχυση, χωρίς να λάβει τα προαναφερόμενα μέτρα και χωρίς έστω να προειδοποιήσει την ενάγουσα να κρατήσει κλειστούς τους οφθαλμούς της, ασκώντας μεγάλη πίεση στην σύριγγα λόγω της προηγούμενης δυσλειτουργίας αυτής, αλλά και της εν τω μεταξύ πήξεως του υλικού, με αποτέλεσμα το υλικό να εκτοξευτεί με δύναμη και να εισέλθει στον αριστερό οφθαλμό της εναγούσης, προκαλώντας της σωματική βλάβη και συγκεκριμένα έγκαυμα του κερατοειδούς και του επιπεφυκότος. Σύμφωνα με τα περιστατικά αυτά αποκλειστικά υπαίτιος της σωματικής βλάβης της εναγούσης είναι ο εναγόμενος, ο οποίος παρέλειψε από αμέλεια να προβεί στις προαναφερόμενες ενέργειες, στις οποίες αν είχε προβεί δεν θα είχε επέλθει το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Για την πράξη αυτή της σωματικής βλάβης της εναγούσης, ο εναγόμενος έχει καταδικασθεί αμετακλήτως με τις αποφάσεις 11621 και 9056/2006 του Τριμελούς Πλημ/κείου και του Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα ...".
Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914 Α.Κ. και 24 Α.Ν. 1565/1939, περιέλαβε δε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες όσον αφορά την επιδειχθείσα από τον αναιρεσείοντα αμέλεια και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Καθόσον όμως αφορά το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου, με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, επειδή στην συγκεκριμενοποίηση της αμέλειας του αναιρεσείοντος το Εφετείο περιέλαβε και περιστατικό το οποίο δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής και το οποίο συνίσταται στην μη σύσταση εκ μέρους του προς την αναιρεσίβλητη για να κλείσει τους οφθαλμούς της, σύμφωνα με τις εκτεθείσες σκέψεις, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 931 Α.Κ.: "Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Από την διάταξη αυτήν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 Α.Κ. προκύπτει, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα από αδικοπρακτική συμπεριφορά, είναι δυνατόν να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση αποζημιώσεως, αν επιδρά δυσμενώς στο οικονομικό μέλλον αυτού και του προκαλεί ζημία, η οποία δεν εμπίπτει στις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 Α.Κ. Η ζημία δε αυτή, ως εκ της φύσεώς της και του μελλοντικού χαρακτήρος της, δεν είναι δυνατόν και επομένως, ούτε νομικώς αναγκαίο να συγκεκριμενοποιείται και να καθορίζεται με ακρίβεια, αλλά αρκεί να είναι βεβαία με βάση τα δεδομένα της κοινής πείρας και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (Α.Π. 1355/2011). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία τα οποία ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ιδίου Κώδικος, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Ειδικότερα, προκειμένου για αγωγή προς αποζημίωση από αδικοπραξία, από τις ως άνω διατάξεις ως και από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 Α.Κ. προκύπτει ότι για την πληρότητα του δικογράφου πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα, τα οποία συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον εκείνος ο οποίος υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο, την δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Πρέπει περαιτέρω να αναφέρονται τα γεγονότα, τα οποία δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της επελθούσης στον ενάγοντα ζημίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα, τα οποία προσδιορίζουν την θετική και αποθετική ζημία του ενάγοντος (ΑΠ 1676/2001). Τέλος, καθόσον αφορά την αποζημίωση εκ του άρθρου 931 Α.Κ., θα πρέπει για το ορισμένο και το νόμω βάσιμο της αγωγής να αναφέρονται εκείνα τα περιστατικά, τα οποία διακρίνουν, κατά τα ανωτέρω, την σχετική αξίωση από τις αξιώσεις των άρθρων 929 και 932 Α.Κ.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη εκθέτει στην ένδικη αγωγή της, σχετικά με το κεφάλαιο της αποζημιώσεώς της κατά την διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ., τα ακόλουθα: "Εάν ληφθεί υπόψη ότι εξαιτίας της αποκλειστικής υπαιτίου συμπεριφοράς του εναγομένου οδοντιάτρου, υπέστην την προαναφερθείσα σοβαρότατη βλάβη της υγείας μου, ότι σύμφωνα με τις προβλέψεις των θεραπόντων ιατρών μου οι ελπίδες αποκαταστάσεως ή έστω βελτιώσεως της καταστάσεως της υγείας μου είναι ανύπαρκτες ή τουλάχιστον μηδαμινές, ότι εξαιτίας της προελθούσης από το ένδικο συμβάν ανωτέρω σοβαρότατης βλάβης της υγείας μου υποφέρω από την ημέρα του ατυχήματος και θα παραμείνω ανάπηρη (χωρίς όραση στον αριστερό οφθαλμό) και σακατεμένη εφόρου ζωής έχοντας ανάγκη φροντίδας και υποστηρίξεως από τρίτα πρόσωπα, ότι πάσχω από την ημέρα του τραγικού συμβάντος μέχρι και σήμερα και θα εξακολουθήσω πάσχουσα εφόρου ζωής από σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, ότι μετά δυσκολίας θα δυνηθώ να εξασκήσω το επάγγελμα της κοινωνικής λειτουργού, ότι μειονεκτώ από του χρόνου του ενδίκου συμβάντος μέχρι σήμερα και θα μειονεκτώ εφόρου ζωής στις οικογενειακές, κοινωνικές κ.λ.π. συναναστροφές μου, ότι τυγχάνω σήμερα μόλις 41 ετών (!!!), ότι στερούμαι το δικαίωμα να απολαμβάνω των αγαθών της ζωής, ότι η παραπάνω αναπηρία μου από του χρόνου του δυστυχήματος μέχρι σήμερα επιδρά και θα επιδρά στο μέλλον καταλυτικά στην οικονομική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή μου, τότε δικαιούμαι σύμφωνα με το άρθρο 931 Α.Κ (όπως ισχύει μετά τον Ν. 1329/1983 ...) να αξιώσω ξεχωριστή αποζημίωση, ήτοι πέραν της αποζημιώσεως, που οφείλεται κατ' εφαρμογή των άρθρων 914, 929 και 932 Α.Κ. και θα πρέπει εύλογα κατά την κρίση του Δικαστηρίου Σας να μου επιδικασθεί ως αποζημίωση για την παραπάνω σωματική αναπηρία μου και τις άμεσες συνέπειές της στην οικονομική κατάστασή μου και στις οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις και συναναστροφές μου, το ποσό των 200.000 ευρώ το οποίο θεωρείται απολύτως δίκαιο και εύλογο ενόψει της ηλικίας μου, της καταστάσεώς μου και των δυσμενέστατων επιδράσεων της αναπηρίας μου στη μελλοντική ζωή μου. Είναι προφανές ότι η συνεπεία του ατυχήματος προκληθείσα αναπηρία μου, που συνεπάγεται την εμφανέστατη απώλεια της οράσεως στον αριστερό οφθαλμό μου και την μετά πάσης βεβαιότητος τοποθέτηση γυάλινου ματιού, το οποίο είναι προφανέστατα αντιληπτό σε τρίτους, θα επηρεάσει άμεσα και καταλυτικά το μέλλον μου και δη την επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξή μου. Ειδικότερα δε, όσον αφορά την επαγγελματική μου εξέλιξη είναι αναμφισβήτητο ότι δεν θα δυνηθώ εξ αιτίας της μονίμου αναπηρίας μου να εξακολουθήσω να εξασκώ το επάγγελμά μου της κοινωνικής λειτουργού κατά άσκηση του οποίου προεχόντως ευρίσκομαι σε διαρκή επαφή με τρίτα άτομα και συναναστρέφομαι μαζί τους προς κατανόηση και επίλυση των προβλημάτων της αρμοδιότητός μου, δεδομένου ότι διαθέτω δυνατότητα οράσεως μόνον στον δεξιό οφθαλμό μου εφόσον ο αριστερός οφθαλμός στην ουσία έχει αχρηστευθεί, θα δυσχερανθούν οι μετακινήσεις μου και οι προσωπικές επαφές μου αλλά και η επικοινωνία με τα πρόσωπα που έχουν ανάγκη της προσωπικής μου παρεμβάσεως. Η διαμορφωθείσα κατάσταση της υγείας μου και η διαρκής αναπηρία μου λόγω οράσεως μόνον δια του δεξιού οφθαλμού, αποτελεί σοβαρότατο εμπόδιο και τροχοπέδη στην άσκηση του επαγγέλματός μου αλλά και μέγιστου αριθμού λοιπών κατηγοριών επαγγελμάτων, συναφών και σχετικών προς το ήδη ενασκούμενο από εμέ, προκαλώντας ουσιώδη αρνητική επιρροή στην επαγγελματική μου εξέλιξη και δημιουργία. Τονίζεται με ιδιαίτερη έμφαση ότι στα πλαίσια των καθηκόντων μου ως κοινωνικής λειτουργού εντάσσεται και πλήθος δραστηριοτήτων οι οποίες λόγω της μονίμου αναπηρίας μου (απώλεια οράσεως αριστερού οφθαλμού) θα περιορισθούν και κατά το μέγιστο μέρος τούτων θα κριθώ ανίκανη προς διεκπεραίωσή τους. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στα καθήκοντά μου περιλαμβάνεται η διεξαγωγή κοινωνικών ερευνών και σύνταξη εκθέσεων κατόπιν εντολής εισαγγελέων, εποπτεία και επισκέψεις σε ιδιωτικούς παιδικούς σταθμούς για την διαπίστωση της καλής λειτουργίας τους, συμμετοχή στα Διοικητικά Συμβούλια των ΚΑΠΗ, διεξαγωγή επιτόπιων ερευνών και σύνταξη εκθέσεων για την ενίσχυση των πληγέντων στις περιπτώσεις εκτάκτων αναγκών και τελικώς για να ανταποκριθώ μετά των συναδέλφων μου στις ανάγκες της Υπηρεσίας μας υποβαλλόμεθα σε υπεράνθρωπες προσπάθειες δεδομένου ότι πολλές κατ' οίκον επισκέψεις γίνονται εκτός ωραρίου και κυρίως γραφική εργασία (σύνταξη χειρογράφων εκθέσεων) αλλά και αντικείμενα εργασιών πέραν των ως άνω υποχρεώσεών μας (εντάλματα, διοικητική έρευνα κ.λ.π.)". Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη (με βάση τα προεκτεθέντα), το δε Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα δύο πρώτα σκέλη του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Επειδή το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του εν σχέσει προς το ίδιο ως άνω κεφάλαιο, εκ του άρθρου 931 Α.Κ., της αγωγής τα ακόλουθα: "Εξάλλου, η ενάγουσα ήταν ηλικίας 37 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος (γεννήθηκε το έτος 1965) και ασκούσε και ασκεί το επάγγελμα της κοινωνικής λειτουργού στη διεύθυνση Κοινωνικής Πρόνοιας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών, τέλεσε γάμο μετά το ατύχημα και απέκτησε δύο τέκνα. Κατά τα ανωτέρω υπέστη μόνιμη μερική αναπηρία με την απώλεια της οράσεως από τον αριστερό οφθαλμό. Η αναπηρία αυτή δεν εμπόδισε την κοινωνική της εξέλιξη εφόσον τέλεσε γάμο και δημιούργησε οικογένεια, ούτε την επαγγελματική της αποκατάσταση εφόσον ήταν ήδη αποκαταστημένη επαγγελματικά. Πλην όμως επιδρά οικονομικά στο επαγγελματικό και κοινωνικό της μέλλον, εν όψει του ότι δεν μπορεί όπως προηγουμένως να εκτελεί τις επαγγελματικές υποχρεώσεις της που της επιβάλλουν να εργάζεται και εκτός γραφείου ερχόμενη σε επαφή με πρόσωπα που χρειάζονται τη συνδρομή κοινωνικού λειτουργού στο δικό τους περιβάλλον, διεξάγοντας κοινωνικές έρευνες, ελέγχους και επισκέψεις σε παιδικούς σταθμούς και ΚΑΠΗ και προβαίνοντας σε σύνταξη εκθέσεων, δραστηριότητες που δυσχεραίνονται από την έλλειψη οράσεως και από τους δύο οφθαλμούς και δεν διεκπεραιώνονται σε χρόνο και με απόδοση όμοια με των άλλων συναδέλφων της, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται έναντι αυτών η υπηρεσιακή και εντεύθεν οικονομική της εξέλιξη (προαγωγή). Επίσης οι κοινωνικές δραστηριότητές της είναι μειωμένες εφόσον δεν μπορεί να οδηγήσει αυτοκίνητο λόγω των κινδύνων που εγκυμονεί η όραση από ένα οφθαλμό. Λαβαίνοντας υπόψη το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας σε συνδυασμό με την νεαρή ηλικία της εναγούσης και τις λοιπές περιστάσεις της κοινωνικής και επαγγελματικής ζωής της που εκτέθηκαν, προκειμένου να αποκατασταθεί η ζημία που με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα επέλθει, πρέπει να της επιδικαστεί ως αποζημίωση, κατά το άρθρο 931 ΑΚ, το ποσό των 30.000 ευρώ". Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο σχετικά με το ρηθέν αγωγικό αίτημα, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 931 ΑΚ και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1ης Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση του Π. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2591/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απλή συνέργεια, στην οργάνωση της μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών. Στοιχειοθέτηση της απλής συνέργειας στις παραπάνω πράξεις, αφού ο κατηγορούμενος με την ιδιότητα του Ναυπηγού-Μηχανολόγου ανέλαβε την επίβλεψη και εποπτεία των εργασιών πλοίου, το οποίο κατελήφθη αργότερα στις Ισπανικές ακτές, να μεταφέρει μεγάλες ποσότητες κοκαΐνης. Αναφέρονται οι υλικές διευκολυντικές πράξεις του κατηγορουμένου, (προκαταβολή αμοιβής του από Ισπανική Τράπεζα, από άγνωστο αποστολέα για την επισκευή, συντήρηση παρακολούθηση του πλοίου κατά τη διάρκεια παραμονής του στην Ελλάδα, μισθοδοσία πληρώματος του κ.λ.π). Αιτιολογείται γιατί οι παραπάνω ενέργειες, δεν εμπίπτουν στα επαγγελματικά καθήκοντα του αναιρεσείοντα ως ναυπηγού- μηχανολόγου. Αναίρεση. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ανάγνωση ξενόγλωσσων εγγράφων. Πρέπει να αναφέρεται στα πρακτικά, ότι τα έγγραφα αυτά είχαν συνταχθεί σε συγκεκριμένη γλώσσα -και ποια- και ότι ανεγνώσθησαν αυτούσια και όχι σε ελληνική μετάφραση. Απόλυτη ακυρότητα, για λήψη υπόψη, μη αναγνωσθείσας πραγματογνωμοσύνης. Το περιεχόμενο της περιέχεται σε άλλο έγγραφο που αναγνώστηκε και δεν επήλθε ακυρότητα. Απόλυτη ακυρότητα γιατί δεν προσδιορίζεται επακριβώς η ταυτότητα αναγνωσθέντων εγγράφων. Επαρκώς προσδιορίζονται, με την ανάγνωση τους, είχε δυνατότητα ο αναιρεσείων να προβεί σε δηλώσεις και παρατηρήσεις. Παραβίαση της αρχής της δημοσιότητας. Εφόσον στην αρχή των πρακτικών αναφέρεται ότι η συνεδρίαση έγινε δημόσια, και η απόφαση περί ενοχής απαγγέλθηκε δημόσια, συνάγεται ότι και οι ενδιάμεσες συνεδριάσεις έγιναν δημόσια. Μετά τη δόση του λόγου στον εισαγγελέα πρέπει να δίδεται ο λόγος στον κατηγορούμενο. Δεν ισχύει τούτο όμως όταν ο εισαγγελέας ζήτησε και του δόθηκε ο λόγος για να προτείνει επί των αυτοτελών ισχυρισμών ή αιτημάτων που υπέβαλε ο συνήγορος του κατηγορουμένου κατά την αγόρευση του, δηλαδή μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, καθόσον τούτο δεν συνιστά δευτερολογία του εισαγγελέως, αλλά την απαιτούμενη πρότασή του, πριν από την έκδοση αποφάσεως επί των υποβληθέντων ισχυρισμών. Αίτημα αναβολής. Διακοπή, αντί αναβολής της δίκης. Δεν επιφέρει έλλειψη ακρόασης, η επιλογή διακοπής της δίκης, αντί της αιτηθείσας αναβολής Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση.
| null | null | 0
|
Αριθμός 1005/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Δ. του Χ., κατοίκου ..., και 2)Α. Δ. του Χ., κατοίκου Βριλλησίων Αττικής, που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Πάλλα - Κουβέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεράσιμο Θεοδωράτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/8/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σαμαίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2004 του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας λόγω αρμοδιότητας, 37/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας και 58/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/12/2008 αίτηση και τους από 31/8/2011 προσθέτους λόγους τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 26/9/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 30/12/2008 αίτησης και των από 31/8/2011 προσθέτων λόγων για αναίρεση της υπ' αρ. 58/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992 ΕλλΔ). Για τη θεμελίωση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης η έλλειψη ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών πρέπει να αφορά ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, ζήτημα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ' όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.ΑΠ 3/97, ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1508/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο, τελευταίο λόγο της αναίρεσης, ο οποίος προτάσσεται, προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμησή του, η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε την ένδικη αγωγή απόσβεσης πραγματικής δουλείας του ήδη αναιρεσιβλήτου ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και έτσι στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το με αριθμό .../1979 συμβόλαιο του συμ/φου Σαμαίων Βασιλείου Δρακουλόγκωνα, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων, Σ. Κ. και ο αδελφοί αυτού Σ. και Δ. Κ. αγόρασαν, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, από την Ε. Κ. του Σ. ένα οικόπεδο, επιφάνειας 266 τ.μ., που βρίσκεται στο χωριό ..., του δήμου Πυλαραίων του νομού Κεφαλληνίας, εντός του οποίου υπήρχε διόροφη οικοδομή, επιφάνειας του ισογείου 90 τ.μ. και του πρώτου ορόφου 90 τ.μ. καθώς και ισόγειο μετασεισμικό σπίτι, επιφάνειας 30 τ.μ., το οποίο αποτυπώνεται ολόκληρο με τα κεφαλαία γράμματα ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΑ, στο από 22-10-1979 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Σ. Φ.. Τούτο συνορεύει (...) Το εξ αδιαιρέτου ποσοστό τους οι Δ. και Σ. Κ. πώλησαν και μεταβίβασαν στον ενάγοντα με τα με αριθμό .../1988 και .../1988 συμβόλαια του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, και έτσι κατέστη αποκλειστικός κύριος ολόκληρου του ακινήτου. Εντός του παραπάνω ακινήτου υπάρχει και υδατοδεξαμενή (στέρνα). Η Ε. Κ. είχε αποκτήσει το ακίνητο από κληρονομία εκ διαθήκης της αδελφής της Κ. Κ., χήρας Ν. Δ. του Κ., την οποία είχε νομίμως αποδεχθεί και μεταγράψει τη σχετική πράξη αποδοχής κληρονομιάς. Οι εναγόμενοι, από τους οποίους οι τέσσερες πρώτοι είναι τέκνα του Χ. Δ. του Ι. και η πέμπτη σύζυγος αυτού, είναι συγκύριοι όμορου ακινήτου, κατά ποσοστό 3/16 ο καθένας από τους τέσσερες πρώτους και 4/16 η πέμπτη, το οποίο απέκτησαν από κληρονομία εξ αδιαθέτου του Χ. Δ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1976, την οποία αποδέχθηκαν νόμιμα, μετά την άσκηση της αγωγής, με τη με αριθμό .../2004 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Σαμαίων Δήμητρας Ζαχαράτου, και προέβησαν και σε μεταγραφή αυτής. Στη συνέχεια με το με αριθμό .../2005 συμβόλαιο γονικής παροχής και το με αριθμό .../2005 συμβόλαιο δωρεάς της ίδιας συμβολαιογράφου, το ακίνητο περιήλθε στη συγκυριότητα του πρώτου και της τρίτης των εναγομένων κατά ποσοστό 3/16 και 13/16, αντιστοίχως. Το ακίνητο αυτό ανήκε αρχικά κατά κυριότητα στον Ι. Δ. του Σ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1916 και είχε πέντε παιδιά (Χ., Ν., Γ., Γ. και Δ.) που είχαν αποκτήσει κυριότητα στο εν λόγω ακίνητο κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Δυνάμει του με αριθμό .../1933 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Πυλαραίων Παναγή Μακρή, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Χ. Δ. απέκτησε κατά κυριότητα με αγορά από τον αδελφό του Ν. Δ. του Ι. και το ποσοστό αυτού. Στη συνέχεια απεβίωσε ο Γ. Δ. του Ι. και κατόπιν άτυπης διανομής μεταξύ των λοιπών αδελφών του και αυτού, ο Χ. Δ. κατέστη κύριος ολόκληρου του όμορου ακινήτου. Το ακίνητο αυτό προσεισμικά συνόρευε με σταύλο (κρασόσπιτο) της Κ. Κ., χήρας Ν. Δ. του Κ. και το εν λόγω κρασόσπιτο με χώρο (αλώνι) εντός του οποίου υπήρχε η υδατοδεξαμενή (στέρνα). Ο όλος χώρος εντός του οποίου, η υδατοδεξαμενή συνόρευε γύρω με ακίνητο του Ν. Δ. του Κ., συζύγου της Κ. Δ.-Κ., απώτερης δικαιοπαρόχου του ενάγοντος. Μετά τους σεισμούς του έτους 1953, οπότε καταστράφηκαν οι οικίες τους, έγινε ανταλλαγή και η μεν Κ. Κ. - Δ. έλαβε από τον Χ. Δ. μέρος του κήπου που βρισκόταν βόρεια της ιδιοκτησίας αυτού, ενώ παραχώρησε σ' αυτόν το κρασόσπιτο και τμήμα του χώρου (αλωνιού) που βρίσκεται γύρω από την υδατοδεξαμενή, του οποίου τμήματος κατέστη αποκλειστικός κύριος, ενώ το υπόλοιπο τμήμα του αλωνιού με την υδατοδεξαμενή παρέμεινε στην αποκλειστική κυριότητα της (Κ. Κ.-Δίπλα). Οι εκκαλούντες-εναγόμενοι αρνούνται ότι η υδατοδεξαμενή ανήκε στην κυριότητα των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος και στη συνέχεια σ' αυτόν, ισχυριζόμενοι ότι αυτή και όλο το αλώνι γύρω απ' αυτή, ανήκε στον δικαιοπάροχο τους και στη συνέχεια στους ίδιους, επικαλούνται δε σχετικά και το με αριθμό .../1933 συμβόλαιο που προαναφέρθηκε και στο οποίο γίνεται αναφορά ότι περιήλθε στον δικαιοπάροχο τους μία οικία "χαμώγειος εν Μακρυωτίκοις και κάτωθεν... μετά μικρής αυλής και κήπου οριζόμενη γύρωθεν με συνεχόμενη οικία Ν. Κ.Δ. και δεξαμενή της οποίας του ανήκε το ήμισυ κάτωθεν των οικιών κειμένη μετά μικρού αλωνιού της...". Ισχυρίζονται δε στη συνέχεια ότι ανήκε στον απώτερο δικαιοπάροχο τους το μισό του χώρου με την υδατοδεξαμενή και με την ανταλλαγή που έγινε μετά τους σεισμούς του έτους 1953 έλαβε (ο δικαιοπάροχος τους) και το άλλο μισό και κατέστη έτσι κύριος ολόκληρου του ακινήτου, νεμόμενος έκτοτε τούτο αυτός και στη συνέχεια μετά το θάνατο του οι ίδιοι. Όμως από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων, δεν αποδεικνύεται βάσιμος ο ισχυρισμός τους ότι η κυριότητα του όλου ακινήτου (υδατοδεξαμενής με τον πέριξ αυτής χώρο-αλώνι) ανήκει σ' αυτούς. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος τους ήταν μέχρι τους σεισμούς του έτους 1953 συγκύριος κατά το μισό εξ αδιαιρέτου του χώρου (αλωνιού) όπου και η υδατοδεξαμενή και αντλούσε και κατά το ποσοστό συγκυριότητας του (κατά το μισό) νερό απ' αυτή. Μετά την ανταλλαγή έλαβε στην αποκλειστική κυριότητα του μέρος του αλωνιού και το κρασόσπιτο και το υπόλοιπο, όπου και η υδατοδεξαμενή παρέμεινε στην αποκλειστική κυριότητα της Κ. Δ.-Κ., ενώ αυτός εξακολούθησε να έχει μόνο το δικαίωμα αντλήσεως ύδατος κατά το μισό, όπως και πρώτα, για την εξυπηρέτηση των αναγκών υδροδότησης του ακινήτου του και αντλούσε συνεχώς νερό με διάνοια δικαιούχου μέχρι το θάνατο του το έτος 1976, συσταθείσης έτσι με την συνεχή επί εικοσαετία με διάνοια δικαιούχου άντληση ύδατος, κατά το μισό, πραγματικής δουλείας υπέρ του ακινήτου του. Στη συνέχεια εξακολούθησαν να αντλούν νερό με διάνοια δικαιούχου κατά το μισό οι εναγόμενοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του. Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι το εν λόγω ένδικο ακίνητο αποτελεί ενιαίο σύνολο με την ιδιοκτησία του ενάγοντος και είναι επιστρωμένο με τσιμέντο, ενώ των εναγομένων έχει επιστρωθεί με πλάκες και είναι περιφραγμένο με κάγκελα και πόρτα που κλειδώνει και απομονώνεται από την ιδιοκτησία του ενάγοντος, τον εξοπλισμό τους (οι εναγόμενοι) για άντληση ύδατος φυλάσσουν στον περίκλειστο χώρο τους και όχι στο χώρο του επιδίκου και η οικία τους δεν φέρει παράθυρα προς το χώρο του επιδίκου, ενώ αυτή του ενάγοντος έχει παράθυρο και μπαλκόνι που βλέπει σ' αυτό. Στο σχεδιάγραμμα του έτους 1979 του Σ. Φ. ο χώρος της υδατοδεξαμενής δεν έχει αποτυπωθεί όμως αναμφισβήτητα στο όλο ακίνητο, που πώλησε η Ε. Κ. περιλαμβάνεται και ο χώρος αυτός, ενώ οι πράξεις αποδοχής κληρονομιάς και το τοπογραφικό διάγραμμα που επικαλούνται οι εναγόμενοι στα οποία αποτυπώνουν τον επίδικο χώρο εντός της δικής τους ιδιοκτησίας έχουν συνταχθεί μετά την άσκηση της αγωγής. Το ακίνητο των εναγομένων από το έτος 1986 έχει υδροδοτηθεί από το κοινοτικό δίκτυο ύδρευσης και έχει ήδη πλήρη αυτάρκεια, καθόσον εξυπηρετείται επαρκώς καλύπτοντας όλες τις ανάγκες τους, χωρίς να υφίστανται καμιά βλάβη, από το κοινοτικό δίκτυο και δη καλύτερα από προηγούμενα, γι' αυτό και τα τελευταία 16 χρόνια δεν έχουν προβεί σε άντληση ύδατος από την εν λόγω υδατοδεξαμενή.
Συνεπώς το δουλεύον ακίνητο έχει παύσει να παρέχει ωφέλεια ή χρησιμότητα στο δεσπόζον ακίνητο διότι έχει εκλείψει η ανάγκη παροχής ύδατος που εξυπηρετούσε και η οποία αποτελούσε το περιεχόμενο της πραγματικής δουλείας, καθιστώντας έτσι αυτή περιττή και μάταιη. Η αξίωση δε των εναγομένων να επιμένουν στην εξακολούθηση της δουλείας, εφόσον το ακίνητο τους εξυπηρετείται πλήρως, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή απόσβεσης πραγματικής δουλείας έπρεπε να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη. Ακολούθως, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως, επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα ότι η συσταθείσα δουλεία άντλησης ύδατος, κατά το μισό, υπέρ των εναγομένων συγκυρίων ομόρου ακινήτου με το (δουλεύον) ακίνητο του ενάγοντος έχει παύσει να παρέχει ωφέλεια ή χρησιμότητα στο δεσπόζον ακίνητο, διότι έχει εκλείψει η ανάγκη παροχής ύδατος που εξυπηρετούσε και η οποία αποτελούσε το περιεχόμενο της πραγματικής δουλείας, καθιστώντας την έτσι περιττή και μάταιη. Επομένως ο λόγος αυτός, κατά το μέρος του τούτο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και γιατί δέχθηκε χωρίς αιτιολογία τα ακόλουθα: "1. Στην περιγραφή των συμβολαίων αγοράς του αναιρεσίβλητου ενάγοντα Σ. Κ. αναφέρει ' ' εντός του παραπάνω ακινήτου υπάρχει και υδατοδεξαμενή στέρνα' ' , χωρίς αυτό να περιέχεται στα συμβόλαια του και δεν αναφέρει από πού προκύπτει (...) 2) ...' ' Αντίθετα αποδείχτηκε ότι ο δικαιοπάροχος τους ήταν μέχρι τους σεισμούς του έτους 1953 συγκύριος κατά το μισό εξ αδιαιρέτου του χώρου (αλωνιού) όπου και η υδατοδεξαμενή και αντλούσε και κατά το ποσοστό συγκυριότητας του (κατά το μισό) νερό απ' αυτή' ' . Το πόρισμα που κατέληξε η απόφαση είναι καταδήλως διάφορο του περιεχομένου του με αριθμ. .../ 10-1-1993 συμβολαίου (...) και δεν αιτιολογεί από πού προκύπτει το παραπάνω. 3) ...' ' . Μετά την ανταλλαγή έλαβε στην αποκλειστική κυριότητα του μέρος του αλωνιού και το κρασόσπιτό και το υπόλοιπο όπου και η υδατοδεξαμενή παρέμεινε στην αποκλειστική κυριότητα της Κ. Δ.-Κ. ενώ αυτός εξακολούθησε να έχει μόνο το δικαίωμα αντλήσεως ύδατος κατά το μισό όπως και πρώτα...συσταθείσης έτσι πραγματικής δουλείας υπέρ του ακινήτου του' ' . Για να συμβαίνουν τα παραπάνω θα έπρεπε να έχει προϋπάρξει συγκυριότητα που δεν υπήρξε. Δεχόμενη όμως η απόφαση ότι ο δικαιοπάροχος μας έλαβε με την ανταλλαγή μέρος του αλωνιού αυτό συνεπάγεται ότι έλαβε μέρος και από τον πυθμένα της δεξαμενής , γιατί μπορεί το στόμιο της δεξαμενής να υπάρχει στο υπόλοιπο αλώνι, αλλά ο πυθμένας απλώνεται σε όλο το αλώνι. Λέγοντας η απόφαση, μέρος από το αλώνι, δεν προκύπτει το ποσοστό του αλωνιού που έλαβε για να οδηγηθεί κανείς σε ασφαλές συμπέρασμα. Για όλους τους διάδικους αναιρεσείοντες και αναιρεσίβλητο το μέρος του αλωνιού που δόθηκε μαζί με το κρασόσπιτο είναι το μισό, που συνεπάγεται, ότι έχουμε χωρίς αμφισβήτηση το μισό αλωνόστερνο". Ο αναιρετικός αυτός λόγος κατά το πιο πάνω μέρος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα αναφερόμενα "ζητήματα" δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά αποτελούν άρνηση της ένδικης αγωγής. Ακόμη με τον ίδιο ως άνω λόγο και σε σχέση με τις υπόλοιπες αιτιάσεις του, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Τέλος το αίτημα των αναιρεσειόντων για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης υποβάλλεται απαραδέκτως στο παρόν δικαστήριο, αφού συνάπτεται με την εκτίμηση των αποδείξεων που έγινε από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία όμως (εκτίμηση των αποδείξεων) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο: α) του υπ' αρ. .../1933 συμβολαίου του συμ/φου Πυλαρέων Παναγή Μακρή και β)των υπ' αρ. .../1979, .../1988 και .../1988 συμβολαίων του συμ/φου Σαμαίων Βασ.Δρακουλόγκωνα, καταλήγοντας σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο το οποίο προκύπτει από το περιεχόμενό τους σε σχέση με την κυριότητα των αναιρεσειόντων επί του επιδίκου χώρου "δεξαμενή με το αλώνι της" μέχρι το έτος 1953 και ειδικότερα με το να δεχθεί ότι "ο δικαιοπάροχός τους (αναιρεσειόντων) ήταν μέχρι τους σεισμούς του έτους 1953 συγκύριος κατά το μισό εξ αδιαιρέτου του χώρου (αλωνιού) όπου και η υδατοδεξαμενή και αντλούσε και κατά το ποσοστό συγκυριότητάς του (κατά το μισό) νερό απ' αυτή", ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η δεξαμενή με το αλώνι της ανήκει αποκλειστικά σ' αυτούς (αναιρεσείοντες). Εξάλλου με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, επίσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του .../1979 συμβολαίου, καταλήγοντας σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που προκύπτει από το περιεχόμενο του σε σχέση με την υπάρχουσα στο ακίνητο οικοδομή και την υπάρχουσα σ' αυτό υδατοδεξαμενή (στέρνα) και ειδικότερα με το να δεχθεί ότι: "Με τον αριθμό .../1979 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σαμαίων Βασιλείου Δρακουλόγκωνα που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων Σ. Κ. και οι αδελφοί αυτού Σωκράτης και Δημήτρης αγόρασαν κατά ποσοστό 1/3 εξ' αδιαιρέτου ο καθένας από την Ε. Κ. του Σ. ένα οικόπεδο επιφανείας 266 τμ που βρίσκεται στο χωριό ... του Δήμου Πυλαρέων του νομού Κεφαλληνίας ,εντός του οποίου υπήρχε διώροφη οικοδομή επιφανείας ισογείου 90τμ. και του πρώτου ορόφου 90τμ.καθώς και ισόγειο μετασεισμικό σπίτι επιφανείας 30τμ.Εντός του παραπάνω ακινήτου υπάρχει και υδατόδεξαμενή (στέρνα)", ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι "Η Ε. Κ. εδήλωσε ότι έχει εις την κυριότητα της ... 1) ισόγειο οικία κειμένη εντός του χωρίου ... ημιτελή, εμβαδού τριάκοντα (30) τ.μ, ανεγερθείσα δι αρωγής σεισμοπλήκτων, μετά του οικοπέδου της τ.μ διακοσίων εξήκοντα εξ (266) ως το ακίνητο τούτο εμφαίνεται υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα περιμέτρου ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΑ εις το από 22/10/1979 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού Υπομηχανικού Σ. Φ. ...". Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, εφόσον το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, στις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των αναιρεσειόντων και σε όλα τα υπόλοιπα έγγραφα που οι διάδικοι, με επίκληση, προσκόμισαν ενώπιόν του, χωρίς να στηρίξει το επί της ουσίας πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα προμνημονευόμενα έγγραφα.
ΙΙΙ. Από τo συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 340 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει σαφώς ότι το δικαστήριο, οσάκις υπάρχει δικαστική ομολογία περί της αλήθειας πραγματικού γεγονότος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν οφείλει να διατάξει άλλη απόδειξη περί αυτού. Η δικαστική ομολογία είναι μονομερής δήλωση σχετική με πραγματικό γεγονός της ιστορικής βάσεως της αγωγής ή της ενστάσεως, γίνεται από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως και απευθύνεται προς το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση ή προς τον εισηγητή ή τον εντεταλμένο δικαστή που διεξάγει την αποδεικτική διαδικασία. Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, όμως δεν αποτελούν και τα αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 390 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν. Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη απ' αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΟλΑΠ 8/2005, 848/1981, 111/1981). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την περιεχόμενη στις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου στο δικαστήριο αυτό ομολογία η οποία έχει ως εξής: "Αποδείχθηκε ότι η οικία των αντιδίκων έχει καταλάβει το μισό αλωνόστερνο και εκ του γεγονότος αυτού είναι σαφές ότι η δικαιοπάροχος μου ενώ ήτο εξ αδιαιρέτου συγκυρία σε ολόκληρο το αλωνόστερνο δηλαδή και στο επίδικο και σε αυτό που "πατά" η οικοδομή των αντιδίκων, έδωσε το μερίδιο της σε αυτό που πατάει η οικοδομή των και πήρε στην πλήρη κυριότητα της το υπόλοιπο, δηλαδή πήρε το επίδικο ακόμη και ο μαρτυράς των θα πει " του έδωσε το κρασόσπιτο με το μισό αλώνι της στέρνας... και δια τούτο η οικία των αντιδίκων "πατά" στο μισό αλώνι της στέρνας." Κατ' αρχήν ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού τα αποδεικτικά μέσα και εν προκειμένω η ομολογία, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προδιαληφθείσα έννοια. Ο ίδιος λόγος, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ορθώς εκτιμάται, είναι αβάσιμος, αφού σύμφωνα με τη σκέψη που προηγήθηκε, τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τους αναιρεσείοντες, ομολογεί ο ενάγων - αναιρεσίβλητος, δεν αποτελούν ομολογία κατά την προδιαληφθείσα έννοια, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες δεν πρόβαλαν ένσταση, αλλά μόνο άρνηση της ένδικης αγωγής. Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11γ του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα που προαναφέρθηκε, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις το από Αυγούστου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Γ. και την από 6-10-2004 απάντηση της Πολεοδομίας Κεφαλληνίας που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους ότι "η δεξαμενή με το αλώνι της" ανήκει σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων "και από τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται" σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός. Ειδικά ως προς το πρώτο από τα πιο πάνω έγγραφα η προσβαλλόμενη απόφαση κάνει ειδική μνεία αυτού από την οποία σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το έγγραφο αυτό, αποδίδοντάς του όμως μειωμένη αποδεικτική αξία, ενόψει του ότι έχει συνταχθεί μετά την άσκηση της αγωγής.
IV. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της. Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα πού αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.ΑΠ 32Ι1996). Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί την ένδικη αγωγή απόσβεσης πραγματικής δουλείας, παρόλο που δέχθηκε ότι "αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχός τους (των εναγομένων - αναιρεσειόντων) ήταν μέχρι τους σεισμούς του έτους 1953 συγκύριος κατά το μισό εξ αδιαιρέτου του χώρου (αλωνιού) όπου και η υδατοδεξαμενή και αντλούσε και κατά το ποσοστό συγκυριότητας του (κατά το μισό) νερό απ' αυτής", υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού μολονότι παρατίθενται σ' αυτόν, έστω και εντελώς αποσπασματικά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία συντελέστηκε η φερόμενη ως παραβίαση του νόμου, καθώς και η καταληκτική κρίση του δικαστηρίου, δεν εκτίθενται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκαν ούτε εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή αν η παραβίαση του ουσιαστικού δικαίου οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τους. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, υπό την επίκληση της πιο πάνω πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
V. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, όπως διαμορφώθηκε με τους πρόσθετους λόγους, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (αρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-12-2008 αίτηση των Π. Δ. και Α. Δ., όπως διαμορφώθηκε με τους πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμ.58/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δουλεία αντλήσεως ύδατος. Κατάργηση λόγω αυτάρκειας δεσπόζοντος ακινήτου. Ομολογία δικαστικής. Έννοια, αποδεικτική δύναμη. Αποδεικτικοί λόγοι από το άρθρο 559 αρ. 1, 8, 11 γ΄, 19 και 20 του Κ.Πολ.Δ. Πότε ιδρύονται. Ειδικότερα, πότε είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως του αρ. 1. Έννοια "ζητήματος" κατά τον αρ. 19 (Επικυρώνει Ε.Α. 58/2008)
|
Ένδικο μέσο
|
Ένδικο μέσο, Αποδεικτικών μέσων δύναμη, Δουλεία.
| 0
|
Αριθμός 1006/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ζ. Σ. συζ. Δ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ανανιάδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Σ. του Κ. και 2) Β. Ρ. του Χ., συζ. Β. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Σαφάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσουν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/4/1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2435/1998 μη οριστική, 4588/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1509/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα την από 18/7/2009 της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 2/12/2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Kατά το άρθρο 138 ΑΚ, δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύσταση της. Εξάλλου, κατά την σαφή έννοια του άρθρου 513 του ίδιου Κώδικα, ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης είναι το πράγμα, το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων για τη μετάθεση της κυριότητας και πληρωμής του τιμήματος, η οποία, προκειμένου για ακίνητο, πρέπει να περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο (άρθρο 369 ΑΚ). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην εικονικότητα μιας σύμβασης ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο κατάρτισης της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Έτσι, σε περίπτωση εικονικότητας της σύμβασης πώλησης ακινήτου και της ενωμένης με αυτήν σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας του πωλούμενου ακινήτου από τον πωλητή στον αγοραστή, εφόσον υπό την εικονική αυτή δικαιοπραξία υποκρύπτεται άλλη έγκυρη δικαιοπραξία, όπως δωρεά, για να ισχύσει η υποκρυπτόμενη αυτή σύμβαση απαιτείται συμφωνία των συμβληθέντων ότι εικονική είναι η εμφανιζόμενη σύμβαση της πώλησης και έγκυρη η υποκρυπτόμενη σύμβαση της δωρεάς. Για το κύρος της καταρτισμένης σύμβασης πώλησης δεν ασκεί επιρροή το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποίο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ' άλλο τρόπο, όμως το δικαστήριο, κατά την έρευνα της ύπαρξης συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλομένων, μπορεί να συναγάγει τεκμήριο για την εικονικότητα της σύμβασης πώλησης από το γεγονός της καταβολής ή μη του τιμήματος (ΑΠ 680/2009). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, εκτός αν η παράθεση ασαφών ή αντιφατικών επιχειρημάτων δημιουργεί αμφιβολίες και ως προς το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 13-7-1996 πέθανε (από πνιγμό στη θάλασσα), στο ..., η Ι. χήρα Μ. Χ., το γένος Β. Σ., σε ηλικία 78 ετών, κάτοικος, όσο ζούσε, ..., χωρίς ν' αφήσει διαθήκη. Αυτή δεν απέκτησε φυσικά τέκνα, υιοθέτησε, όμως, την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, όταν η τελευταία ήταν 39 ετών, δυνάμει της 2608/1989 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία και άφησε μοναδική, εξ αδιαθέτου κληρονόμο της. Ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος είναι ανιψιός της ανωτέρω Ι. Χ. και συγκεκριμένα τέκνο του αδελφού της Κ. Σ., ενώ η δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη είναι σύζυγος του πρώτου. Η Ι. Χ. προέβη, όσο ζούσε, στις παρακάτω διαδοχικές πωλήσεις- μεταβιβάσεις ακινήτων της, κατά πλήρη κυριότητα και ψιλή κυριότητα, ανάλογα, στους εναγομένους και ειδικότερα τους πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα τα εξής ακίνητα: 1) Με το .../20-3-1992 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαργαρίτας Μαρινοπούλου-Χριστάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, στον πρώτο εναγόμενο την ψιλή κυριότητα μιας οικοδομής (επί οικοπέδου 167,10 τετρ. μέτρων) που βρίσκεται στην Αθήνα, στην οδό ... και αποτελείται από ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 109,70 τετρ. μέτρων, με υπόγεια αποθήκη, εμβαδού 98 τετρ. μέτρων και από πρώτο όροφο που περιλαμβάνει μία αποθήκη, εμβαδού 45,40 τετρ. μέτρων (αντικειμενικής αξίας, συνολικά, 43.104.611 δρχ.), αντί τιμήματος 18.000.000 δρχ., παρακρατώντας την επικαρπία για όλη της τη ζωή. 2) Με το .../31-12-1993 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Δεβεράκη- Γουδή, που μεταγράφηκε νόμιμα, στη δεύτερη εναγομένη ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας μιας διώροφης οικίας (επί οικοπέδου 120,56 τετρ. μέτρων) που βρίσκεται στην Αθήνα, στην οδό ...παλαιά αγορά) και αποτελείται από υπόγειο, εμβαδού 87,50 τετρ. μέτρων, ισόγειο, εμβαδού 90,80 τετρ. μέτρων και πρώτο όροφο, εμβαδού 48,35 τετρ. μέτρων αντικειμενικής αξίας, συνολικά, 8.190.051 δρχ., αντί τιμήματος 8.190.051 δρχ., παρακρατώντας την επικαρπία για όλη της τη ζωή. 3) Με το .../31-12-1993 συμβόλαιο της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, στους εναγομένους, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθέναν, την ψιλή κυριότητα της υπό στοιχ. Γ- 3 οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) του τρίτου, πάνω από το ισόγειο, ορόφου πολυκατοικίας (επί οικοπέδου 1126 τετρ. μέτρων), που βρίσκεται στην ..., στη συμβολή των οδών ... και ..., εμβαδού (του διαμερίσματος) 113,50 τετρ. μέτρων, με την υπόγεια με αριθμ. 4 αποθήκη που ανήκει σ' αυτό, εμβαδού 14 τετρ. μέτρων (αντικειμενικής αξίας, συνολικά, 7.625.463 δρχ.), αντί τιμήματος 7.625.463 δρχ., παρακρατώντας την επικαρπία για όλη της τη ζωή της και 4) με το .../24-6-1994 συμβόλαιο της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, στους εναγομένους, κατά ποσοστό 14 εξ αδιαιρέτου στον καθέναν από αυτούς, κατά πλήρη κυριότητα, α) την υπό στοιχ. 1 οριζόντια ιδιοκτησία- αποθήκη, εμβαδού 11 τετρ. μέτρων, που βρίσκεται στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, β) την υπό στοιχ. 1 οριζόντια ιδιοκτησία (αποθήκη- χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου), εμβαδού 22 τετρ. μέτρων, που βρίσκεται στο υπόγειο, γ) το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης τμήματος του δώματος, εμβαδού 32,10 τετρ. μέτρων και δ) το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης τμήματος του ακάλυπτου οικοπέδου, εμβαδού 270,02 μέτρων, της ίδιας πιο πάνω πολυκατοικίας στην ..., στις οδούς ... και ... (αντικειμενικής αξίας, συνολικά, 1.016.224 δρχ.) αντί τιμήματος 1.016.224 δρχ. Επίσης, η ανωτέρω Ι. Χ. είχε πωλήσει και μεταβιβάσει, κατά ψιλή κυριότητα, στον πρώτο εναγόμενο και στην αδελφή του- ανιψιά της Κ. συζ. Μ. Φ., το γένος Κ. Σ., τα ακίνητα που περιγράφονται στα ... και ... από 27-1-1992 συμβόλαια, αντίστοιχα, της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαργαρίτας Μαρινοπούλου-Χριστάκη που μεταγράφηκαν νόμιμα, δηλαδή οριζόντιες ιδιοκτησίες της επί της οδού ... στην Αθήνα οικοδομής (αντικειμενικής αξίας 11.110.693 δρχ. και 29.312.475 δρχ., αντίστοιχα), αντί τιμήματος 2.100.000 δρχ. και 19.000.000 δρχ., αντίστοιχα. Η ενάγουσα ισχυρίζεται με την αγωγή της ότι όλες οι προαναφερόμενες αγοραπωλησίες είναι εικονικές, άρα άκυρες, διότι αυτές έγιναν όχι στα σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικά, γεγονός που γνώριζαν οι συμβαλλόμενοι, δηλαδή αφενός η Ι. Χ. ως πωλήτρια και αφετέρου τα ανίψια της- εναγόμενοι και Κ. σύζ. Μ. Φ. ως αγοραστές- οι οποίοι στην πραγματικότητα θέλησαν την κατάρτιση συμβάσεων δωρεάς στη ζωή. Επικαλούμενη, περαιτέρω, ότι οι δωρεές αυτές προσβάλλουν τη νόμιμη μοίρα της, ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου-θετής κόρης της "πωλήτριας- δωρήτριας" Ι. Χ., ζήτησε, να ανατραπούν, ως άστοργες, οι τέσσερις τελευταίες χρονικά δωρεές προς τους εναγομένους, οι οποίες καταρτίστηκαν με τα ως άνω .../24-6-1994, ... και ... από 31-12-1993 και .../20-3-1992 συμβόλαια, προκειμένου να ικανοποιηθεί πλήρως ως νόμιμη μεριδούχος. Ο αγωγικός, όμως, ισχυρισμός για το ότι είναι εικονικές οι αγοραπωλησίες των ακινήτων, για τις οποίες καταρτίστηκαν τα παραπάνω τέσσερα συμβόλαια μεταξύ της Ι. Χ. και των εναγομένων, δεν αποδείχθηκε ότι είναι ουσιαστικά βάσιμος. Από κανένα απολύτως αποδεικτικό μέσο, ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας Δ. συζ. Γ. Τ. (που είναι αδελφή του συζύγου της ενάγουσας) και Τ. συζ. Θ. Ξ., δεν αποδείχθηκε κατά τρόπο αναμφίβολο, ώστε να σχηματιστεί πλήρης δικανική πεποίθηση, ότι η Ι. Χ.-πωλήτρια δεν είχε σπουδαία συναλλακτική πρόθεση να πωλήσει και μεταβιβάσει τα παραπάνω ακίνητα, κατά ψιλή κυριότητα και πλήρη κυριότητα, ανάλογα, στους εναγομένους. Το κύριο στοιχείο που επικαλείται η ενάγουσα για να στηρίξει τον ισχυρισμό της αυτόν για εικονικότητα των αγοραπωλησιών είναι η μη καταβολή από τους εναγομένους τιμήματος για τις αγοραπωλησίες αυτές. Η σύμβαση όμως πώλησης δεν είναι, χωρίς άλλο, εικονική από μόνο το γεγονός ότι δεν καταβλήθηκε το τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί ή να αποσβεστεί η σχετική αξίωση με άλλο τρόπο κλπ. Οι μάρτυρες, πάντως, Σ. χήρα Ν. Π. και Μ. Ε. Φ. (σύζυγος της πιο πάνω αδελφής του πρώτου εναγομένου), που εξετάστηκαν με την επιμέλεια των εναγομένων, επιβεβαίωσαν, εκτός από το γεγονός ότι οι επίμαχες αγοραπωλησίες δεν είναι εικονικές, και το ότι καταβλήθηκε, πράγματι, από τους εναγομένους το συμφωνημένο, για καθεμία αγοραπωλησία ακινήτου, τίμημα Αναφορικά, μάλιστα, με το .../20-3-1992 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαργαρίτας Μαρινοπούλου-Χριστάκη αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος, δύο μόλις ημέρες πριν από την κατάρτιση του εν λόγω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, "δραχμοποίησε" συνάλλαγμα (240.000 γερμανικών μάρκων σε 18.000.000 δρχ.) ίσο με το συμφωνημένο τίμημα, προκειμένου να προβεί στην καταβολή του στην πωλήτρια Ι. Χ. και έτσι απαλλάχθηκε, εξαιτίας της εισαγωγής συναλλάγματος, κατά ένα μέρος, από την υποχρέωση του προς πληρωμή φόρου μεταβίβασης ακίνητης περιουσίας, σύμφωνα με το ν. 1084/1971, όπως αναφέρεται, άλλωστε και στο συμβόλαιο αυτό. Εξάλλου, η Ι. Χ. δεν αποδείχθηκε ότι διακατεχόταν από διάθεση να χαρίσει την περιουσία της στα ανίψια της- εναγομένους, όπως επιβεβαίωσαν οι μάρτυρες της. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι για τα ακίνητα που είχε πωλήσει και μεταβιβάσει, κατά ψιλή κυριότητα, στην άλλη ανιψιά της Κ. σύζ. Μ. Φ. με το πιο πάνω .../27-1-1992 συμβόλαιο εισέπραξε το συμφωνημένο τίμημα των 19.000.000 δρχ., όπως αποδεικνύεται κυρίως από τη με ημεροχρονολογία 29-1-1992 ιδιόχειρη έγγραφη απόδειξη της ίδιας (Ι. Χ.), την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι και της οποίας η γνησιότητα δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα. Το ίδιο συνέβη και σε σχέση με το .../4-4-1985 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ρήγα Κωστόπουλου, με το οποίο η Ι. Χ. πώλησε και μεταβίβασε, κατά κυριότητα, στην ίδια Κ. Φ. το περιγραφόμενο σ' αυτό διαμέρισμα αντί τιμήματος 3.300.000 δρχ., από το οποίο 1.300.000 δρχ. κατέβαλε η αγοράστρια στην πωλήτρια σε μετρητά ενώπιον του συμβολαιογράφου, το δε υπόλοιπο των 2.000.000 δρχ. πιστώθηκε και, τελικά, καταβλήθηκε στις 30- 9- 1985, όπως είχε συμφωνηθεί. Η ενάγουσα, βέβαια, ισχυρίζεται, για πρώτη φορά με την έφεσή της, ότι τα περιστατικά αυτά που δέχθηκε και η εκκαλουμένη, δηλαδή το ότι η Κ. Φ. κατέβαλε πράγματι το οφειλόμενο τίμημα των δύο πιο πάνω αγοραπωλησιών στην Ι. Χ. επιβεβαιώνει τους δικούς της ισχυρισμούς, αναφορικά με το ότι για τις επίμαχες τέσσερις παραπάνω αγοραπωλησίες (με συμβαλλομένους την Ι. Χ. και τους εναγομένους) δεν καταβλήθηκε τίμημα, αφού οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται (και δεν προσκομίζουν) ανάλογα έγγραφα, σχετικά με την καταβολή του εν λόγω τιμήματος των αγοραπωλησιών αυτών. Ο προβαλλόμενος, όμως, τώρα ισχυρισμός της ενάγουσας που προπαρατέθηκε είναι αντιφατικός, σε σχέση με όσα η ίδια υποστήριξε με την αγωγή της και τις πρωτόδικες προτάσεις της (τόσο της πρώτης συζήτησης, όσο και της μετ' απόδειξη). Τότε ισχυρίστηκε ότι και η πώληση που έγινε από την Ι. Χ. προς την ανιψιά της Κ. Φ. με το παραπάνω .../27-1 -1992 συμβόλαιο είναι εικονική και ότι κάτω από την πώληση αυτή υποκρύπτεται δωρεά, προσδιορίζοντας την πραγματική αγοραία αξία του "δωρηθέντος" ακινήτου, κατά το χρόνο της παροχής, στο ποσό των 50.000.000 δρχ., προκειμένου να προσδιοριστεί η αξία της κληρονομιάς της Ι. Χ. και, συνακόλουθα, η νόμιμη μοίρα της ιδίας (ενάγουσας), όπως προεκτέθηκε, χωρίς, βέβαια, να τίθεται ζήτημα ανατροπής και της "δωρεάς" αυτής ως άστοργης, καθόσον με την ανατροπή των μεταγενέστερων αυτής "δωρεών" θα ικανοποιούνταν πλήρως η νόμιμη μεριδούχος-ενάγουσα. Γι' αυτό, ο εν λόγω ισχυρισμός της ενάγουσας δεν την ωφελεί και είναι απορριπτέος, σε κάθε περίπτωση, ως αβάσιμος. Να σημειωθεί ακόμη ότι σε όλα τα επίμαχα συμβόλαια αγοραπωλησιών, τις οποίες η ενάγουσα θεωρεί άκυρες ως εικονικές, περιλαμβάνονται και δηλώσεις των συμβαλλομένων ότι η πωλήτρια Ι. Χ. έλαβε από τους αγοραστές εναγομένους το συμφωνημένο τίμημα πριν από τη σύνταξή τους και εκτός του γραφείου της, κατά περίπτωση, συμβολαιογράφου. Τέλος, πρέπει να επισημανθούν και τα εξής, που ενισχύουν την προαναφερόμενη κρίση του Δικαστηρίου για το ότι οι παραπάνω αγοραπωλησίες δεν ήταν εικονικές: Η ενάγουσα ισχυρίστηκε με την αγωγή της ότι οι σχέσεις της (θετής) μητέρας της Ι. Χ. με τους εναγομένους- ανίψια της, αλλά και την άλλη ανιψιά της Κ. Φ., ήταν τυπικές έως ψυχρές μέχρι το έτος 1991 που πληροφορήθηκαν την υιοθεσία της. Τότε και ενώ δεν είχαν συνεισφέρει το παραμικρό στη φροντίδα και περιποίηση της, σε αντίθεση με την ενάγουσα, την έπεισαν να τους πωλήσει εικονικά, στην πραγματικότητα να τους δωρίσει, την ακίνητη περιουσία της, προκειμένου να μην περιέλθει αυτή στην ενάγουσα, που ήταν η νόμιμη κληρονόμος αλλά σε αυτούς ως φυσικούς συγγενείς, με την υπόσχεση ότι θα τη φρόντιζαν και θα την περιποιούνταν έως το τέλος της ζωής της, εκμεταλλευόμενοι, για την επίτευξη του σκοπού τους, τη μεγάλη ηλικία της (Ι. Χ.) και την, εξαιτίας του γεγονότος αυτού, άμβλυνση της αντίστασης της στην επίκληση της εξ αίματος συγγενικής τους σχέσης, ενόψει και του θρησκευτικού συναισθήματος της. Μετά την επιτυχία, όμως, του σκοπού τους, με επιμονή και φορτικότητα, αλλά και με συκοφαντίες σε βάρος της ενάγουσας, οι εναγόμενοι αγνόησαν και παραμέλησαν την Ι. Χ., γεγονός που προξένησε μεγάλο συναισθηματικό τραύμα σ' αυτή και την έκανε να μεταμεληθεί για τις πράξεις της, κάνοντας γνωστή, σε κάθε ευκαιρία, τη μεταμέλεια της αυτή και την έντονη δυσαρέσκεια της και σε τρίτα πρόσωπα. Τους ισχυρισμούς αυτούς της ενάγουσας επιβεβαίωσαν οι μάρτυρες της και κυρίως η δεύτερη Τ. Ξ. που είναι σύζυγος του δικηγόρου Θ. Ξ., ο οποίος ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος της Ι. Χ. (και του συζύγου της Μ. Χ. που είχε πεθάνει στις 24- 8-1980), τον οποίο, πάντως, η Ι. Χ. δε συμβουλεύτηκε πριν προβεί στις "δωρεές" αυτές. Η ενάγουσα, όμως, δε δίνει καμιά πειστική εξήγηση για ποίο λόγο, ενώ η Ι. Χ. αντιλήφθηκε, αμέσως μετά την επίτευξη του σκοπού των εναγομένων, να τους μεταβιβάσει την ακίνητη περιουσία της (επισημαίνεται, ότι το τελευταίο, χρονικά, συμβόλαιο καταρτίστηκε στις 24- 6-1994), το απατηλό αυτό σχέδιο τους, αφού αμέσως μετά τη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων "την αγνόησαν κυριολεκτικώς και την παραμέλησαν" (βλ. 3η σελίδα της αγωγής), με επακόλουθο να προκληθεί "μεγάλο συναισθηματικό τραύμα" σ' αυτή που την έκανε να μεταμεληθεί για τις πράξεις της, γνωστοποιώντας μάλιστα τη μεταμέλεια της αυτή και την έντονη δυσαρέσκειά της, σε κάθε ευκαιρία, και σε τρίτα πρόσωπα (βλ. ίδια 3η σελίδα της αγωγής), δεν προέβη σε καμιά απαιτούμενη ενέργεια στο μετέπειτα χρονικό διάστημα των δύο ετών μέχρι το θάνατο της (13- 7- 1996) για την ανατροπή των "δωρεών" αυτών στα "αχάριστα" ανίψια της. Ναι μεν η παραπάνω μάρτυρας Τ. Ξ. κατέθεσε, μεταξύ των άλλων, ότι "... Η Ι. Χ. αντελήφθη ότι κακώς έκανε τις δωρεές γύρω στο 1995, δεν θυμάμαι εάν ήταν αρχές ή αργότερα. Σίγουρα όμως πιο μπροστά το είχε καλλιεργήσει μέσα της, αλλά ντρεπόταν και φοβόταν. Ζήτησε από το σύζυγο μου να κάνει τις διαδικασίες, μέσα στο 1995 νομίζω, αλλά ο σύζυγος μου λόγω φόρτου εργασίας το είχε καθυστερήσει. Η τελική απόφαση που συζήτησαν μαζί ήταν, όταν επιστρέψει από τις διακοπές της το έτος 1996, να ξεκινούσαν την διαδικασία της ακυρώσεως ..." (βλ. φύλλο 33°- β' όψη της 376/1999 εισηγητικής έκθεσης και συναφώς 27° φύλλο αυτής), πλην, όμως, ενόψει όλων αυτών που προεκτέθηκαν, η κατάθεση αυτή, ως προς το σημείο τούτο (αλλά και η κατάθεση της άλλης μάρτυρος της ενάγουσας), δεν κρίνεται πειστική και, σε κάθε περίπτωση, δε δικαιολογείται επαρκώς η παντελής έλλειψη αντίδρασης ή, έστω, η καθυστερημένη αντίδραση από μέρους τής Ι. Χ., σε σχέση, πάντοτε, με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή περί αναγνωρίσεως των ανωτέρω επίδικων συμβάσεων ως εικονικών είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138 και 513 ΑΚ, ούτε και εκείνες των άρθρων 159, 361 και 1033 του ίδιου Κώδικα, που επιπλέον επικαλείται η αναιρεσείουσα, ενώ δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη εικονικότητας των επίδικων συμβάσεων πωλήσεως, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 138 ΑΚ.
Συνεπώς είναι αβάσιμοι ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και οι τρίτος και έκτος λόγοι αναίρεσης, από τους αριθ.1 και 19 του ίδιου Κώδικα, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των ως άνω διατάξεων. Επίσης ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης της συναγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. H αναιρεσείουσα, με τους δεύτερο και τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ζήτημα της καταβολής τιμήματος για τις επίδικες αγοραπωλησίες. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι το ζήτημα της καταβολής ή μη τιμήματος δεν είναι ουσιώδες κατά την προεκτεθείσα έννοια, αφού, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που αναφέρθηκε στην αρχή, για το κύρος της καταρτισμένης σύμβασης πώλησης δεν ασκεί επιρροή το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποίο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα. Πέραν τούτου οι σχετικές αιτιάσεις, που περιέχονται στους ως άνω λόγους, είναι, σε κάθε περίπτωση απαράδεκτες, διότι αναφέρονται σε ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, διατυπώνεται σαφώς.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται η από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι φερόμενοι ως αγοραστές στα επίδικα συμβόλαια αγοράς κατέβαλαν το τίμημα έλαβε υπόψη και τα αναφερόμενα δύο συμβόλαια αγοράς που αφορούσαν όμως τη μη διάδικο Κ. Φ., δηλαδή έκρινε "για ζήτημα εκτός δίκης". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη του για την ενίσχυση της παραπάνω κρίσεώς του (περί μη εικονικότητας των επίδικων συμβάσεων πωλήσεως) τα ανωτέρω δύο συμβόλαια δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα.
IV. H αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ως μη αξιόπιστες τις καταθέσεις των αναφερομένων μαρτύρων της, χωρίς να παρατίθενται σχετικές αιτιολογίες, που να δικαιολογούν την κρίση του αυτή. Οι αιτιάσεις όμως αυτές ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, οι σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη και οι προς την αιτιολόγηση των οποίων πλημμέλειες δεν ιδρύουν, κατά τα προεκτιθέμενα, τον από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ. λόγο αναίρεσης. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
V. Η Κατά το άρθρο 138 ΑΚ εικονικότητα της δικαιοπραξίας, ακόμη και τυπικής (άρθρο 158 ΑΚ), καθώς και η ύπαρξη άλλης ισχυρής δικαιοπραξίας που καλύπτεται από αυτή, μπορεί να αποδειχθεί με όλα τα επιτρεπόμενα κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, επομένως και με μάρτυρες. Τούτο δε, διότι η απόδειξη της εικονικότητας, που γίνεται με έγγραφα και μάρτυρες δε στρέφεται κατά του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, το οποίο αναγνωρίζεται όπως έχει εξωτερικά, αλλά κατά του κύρους της περιεχόμενης σε αυτή πράξης, κατά τους ορισμούς του ουσιαστικού νόμου, η οποία έγινε χωρίς πρόθεση παραγωγής αποτελεσμάτων διαφορετικών από τη φαινόμενη δικαιοπραξία και συνεπώς δεν ισχύουν, στην περίπτωση έγγραφης ή γενικά τυπικής δικαιοπραξίας, οι περιορισμοί των άρθρων 164 ΑΚ και 393 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1890/2008).
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο, διότι για την απόδειξη της (μη) εικονικότητας των επίδικων συμβάσεων πωλήσεως και ειδικότερα για την καταβολή του τιμήματος πωλήσεως έλαβε υπόψη του το εμμάρτυρο μέσο, κατά παράβαση του άρθρου 393 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
VI. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (αρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-7-2009 αίτηση της Ζ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ.1509/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εικονική σύμβαση πωλήσεως με υποκριπτόμενη δωρεά. Στοιχεία πωλήσεως. Σημασία καταβολής τιμήματος. Πότε είναι ισχυρή η υποκρυπτόμενη δωρεά. Απόδειξη εικονικότητας και με μάρτυρες. Αναιρετικοί λόγοι από τους αρ. 1, 19 και 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Πότε ιδρύονται (Επικυρώνει Εφ. Αθ. 1509/2008)
|
Ένδικο μέσο
|
Αποδεικτικά μέσα, Δικαιοπραξία εικονική, Δωρεά, Ένδικο μέσο.
| 0
|
Αριθμός 996/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Ζιάκα και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη), Νικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΑΕ" (Ε.Ε.Τ.Α.Α. ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δανόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ... εως και 17) Ξ. Τ. του Ε., κατοίκου ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 267/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 199/2009 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 30-6-2010 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1680/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 27-1-2012 κλήση της καλούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 3-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του KΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπάγγελτα, ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες, με αριθμούς …εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Κοζάνης …, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές κεκυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης, από 30-6-2010, αίτησης αναίρεσης και της, από 27-1-2012, κλήσης προς συζήτησή της, για την ορισθείσα δικάσιμο της 20-11-2012, επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι, κατά τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η οποία είναι νόμιμη, μετά από αναβολή από την αρχική της 20-11-2012 και για την οποία δεν απαιτείτο η εκ νέου κλήτευσή των, δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, πρέπει, παρά την απουσία τους, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 648 παρ. 1 του ΑΚ, με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει την υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό. Την έννοια των όρων "εργοδότης" και "μισθωτός" απέδωσε το άρθρο 1 του ν. 3239/1955 "περί συλλογικών διαπραγματεύσεων", κατά το οποίο "εργοδότης" μεν θεωρείται παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον, συμπεριλαμβανομένου και του Δημοσίου, ως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, όπερ χρησιμοποιεί την εργασίαν άλλων φυσικών προσώπων, δυνάμει σχέσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μισθωτός δε ο παρέχων εις εργοδότην εξηρτημένην εργασίαν έναντι αμοιβής, υπολογιζομένης, είτε κατά χρονικήν διάρκειαν, είτε κατά μονάδα ή κατ' αποκοπήν ή ποσοστό. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί, κατ' εξοχήν, έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, μεταξύ των οποίων και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) Α' και Β' βαθμού, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού (απαλειφθείσα ήδη με το άρθ. 1 ν. 3812/2009 που δεν καταλαμβάνει την επίδικη διαφορά), η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού, που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (αρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους, που συνδέονται με τη φύση τους. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κρίνοντας, ύστερα από έφεση των αναιρεσιβλήτων, επί αγωγής των κατά της αναιρεσείουσας, καθώς και κατά του μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη Δήμου Κοζάνης, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, μεταξύ άλλων, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, ως προς την αναγνώριση των επίδικων συμβάσεων εργασίας ως αορίστου χρόνου, τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Με την ΥΑ 34100/1999, καταρτίσθηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στη φύλαξη σχολείων, διάρκειας 24 μηνών διαιρούμενο σε δύο φάσεις, της πρώτης 11 μηνών, από τους οποίους ο ένας µπορούσε να αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση, ενώ οι υπόλοιποι αφορούσαν στην τοποθέτηση σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εµπειρίας, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος, µε το ποσό των 8.650 δις δραχµών, θα γινόταν από τον Ο.Α.Ε.Δ., και της δεύτερης φάσης, διάρκειας δεκατριών μηνών, µε αντικείμενο την απασχόληση των καταρτισθέντων στη φύλαξη των σχολικών κτιρίων, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος, µε ποσό 8.650 δις δραχµών, θα γινόταν από το Υπ. ΕΣ.Δ.Δ.Α. Στην ανωτέρω Υ.Α. ορίσθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: α) το πρόγραµµα θα υλοποιηθεί µε τη συνεργασία των Υπουργείων Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Δημόσιας Τάξης, του ΟΑΕΔ, της Κεντρικής Ένωσης Δήµων και Κοινοτήτων Ελλάδος και της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης, οι οποίοι θα συµβληθούν µε προγραμματική σύµβαση, ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την υλοποίηση προγράμματος, αφενός για την απόκτηση εργασιακής εµπειρίας ανέργων, που πλήττονται ιδιαίτερα από την ανεργία, µε πιθανότητα μόνιµης απασχόλησης στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και κοινόχρηστων χώρων στους ΟΤΑ, στην αρμοδιότητα των οποίων ανήκει η φύλαξη των σχολικών κτιρίων και αφετέρου για την επίλυση του προβλήματος της φύλαξης των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους, της επίβλεψης του περιβάλλοντος χώρου και της προστασίας των μαθητών, β) το έργο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς τους ΟΤΑ, που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, καθώς και τη συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των ΟΤΑ που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, γ) ο συντονισμός όλων των ενεργειών που απαιτούνται για την επίτευξη του σκοπού του προγράμματος ανατίθεται στην επιτροπή παρακολούθησης που θα αποτελείται από έναν εκπρόσωπο καθενός των ανωτέρω επτά αναφερομένων εμπλεκομένων φορέων, η οποία θα αποφασίζει για τα ειδικά κριτήρια επιλογής των ανέργων, τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί για την επιλογή και για κάθε αναγκαία ενέργεια, η οποία κρίνεται απαραίτητη για την ορθή υλοποίηση του προγράμματος και θα συντάσσει εκθέσεις ελέγχου της προόδου του έργου και καλής εκτέλεσης αυτού και δ) οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα κάθε ενός εκ των επτά συνεργαζόμενων φορέων, για την υλοποίηση του έργου, μεταξύ των οποίων και τα καθήκοντα της Ε.Ε.Τ.Α.Α., στα οποία περιλαμβάνονται, εκτός από την οικονομική διαχείριση του προγράμματος, η εκπαίδευση των επιλεγέντων ατόμων για την υλοποίηση της ενέργειας, η δημιουργία και εφαρμογή πληροφοριακού συστήματος παρακολούθησης του έργου για την τακτή ενημέρωση της Επιτροπής Παρακολούθησης και η έγκαιρη λήψη διορθωτικών αποφάσεων, η παροχή τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης στα επιλεγέντα νομικά πρόσωπα κατά τη διάρκεια υλοποίησης του έργου, παραγωγή υλικού με πλήρη περιγραφή υποχρεώσεων των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα, παρακολούθηση των υποχρεώσεων των φυλάκων, διοργάνωση ενημερωτικών συζητήσεων για τον τρόπο υλοποίησης του προγράμματος και παράδοση τελικής έκθεσης αναφοράς προόδου στην Επιτροπή Παρακολούθησης, με την ολοκλήρωση του έργου, αλλά και τα καθήκοντα του Ο.Α.Ε.Δ. (....). Οι επτά φορείς συμβλήθηκαν, κατά το άρθρο 25 ν. 273811999, καταρτίζοντας τις, από 9-12-1999 και 5-1-2000, προγραμματικές συμβάσεις, όπου στο άρθρο 1 & 2 παρ. β' και γ' αυτών αναφέρθηκε ότι το έργο περιλαμβάνει και τη διοργάνωση ενός προγράμματος πληροφόρησης και ενημέρωσης σε θέματα που αφορούν τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις στο χώρο που θα τοποθετηθούν οι συμμετέχοντες στο πρόγραμμα και συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των ΟΤΑ που θα ενταχθούν στο εν λόγω πρόγραμμα. Με τις προγραμματικές συμβάσεις επίσης καθορίστηκαν και οι αρμοδιότητες κάθε φορέα, όπως αυτές προβλέφθηκαν στην Υ.Α. Ακολούθως, οι ίδιοι ως άνω φορείς εκπόνησαν κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος στο οποίο μεταξύ άλλων όρισαν: α) ότι στο πλαίσιο των προγραμματικών συμβάσεων τα συμβαλλόμενα μέρη συγκρότησαν επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος, η οποία αποτελείται από εκπροσώπους των φορέων του εταιρικού σχήματος (Υπουργείων, ΟΑΕΔ, ΚΕΔΚΕ, Ε.Ε.Τ.Α.Α.), και ότι η επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση του έργου και τη λήψη αποφάσεων εντός των ορίων που ορίζονται από τις προγραμματικές συμβάσεις για την εύρυθμη και άρτια υλοποίησή του και την επίλυση τυχόν προβλημάτων που θα ανακύψουν από την διαδικασία αυτή (άρθρο 31 του κανονιστικού πλαισίου), β) αναλυτικώς τα καθήκοντα και τις εν γένει υποχρεώσεις των απασχολούμενων στο πρόγραμμα (άρθρο 31 του κανονιστικού πλαισίου), γ) ότι τα σχολεία που θα επιλέξουν οι δικαιούχοι Ο.Τ.Α. πρέπει να είναι της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και η φύλαξη των σχολείων θα γίνεται σε εικοσιτετράωρη βάση σε τρεις βάρδιες και Σαββατοκύριακα και αργίες, ορίζοντας ταυτόχρονα ότι η α' βάρδια θα διαρκεί από την 07.00' έως την 15.00', η β' βάρδια από την 15.00' έως την 23.00' και η γ' βάρδια από την 23.00' έως την 07.00' και ότι κάθε ασκούμενος είναι υποχρεωμένος σε καθημερινή οκτάωρη παρουσία στο σχολικό κτίριο, στο οποίο έχει τοποθετηθεί, σύμφωνα με το πρόγραμμα που θα του δοθεί από τον οικείο Ο.Τ.Α. Προβλέφθηκε, επίσης, όπως και στην άνω ΥΑ, το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης των δικαιούχων ανέργων που θα συμμετείχαν στο πρόγραμμα και η καταβολή της για είκοσι δύο ημέρες το μήνα. Κατόπιν τούτων, αφού επιλέχθηκαν οι δικαιούχοι άνεργοι, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ενάγοντες, και με την από 21-2-2000 απόφαση της Επιτροπής Επιλογής, στο πλαίσιο του άρθρου 5 των προγραμματικών συμβάσεων, οι δικαιούχοι ΟΤΑ μεταξύ των οποίων και ο Δήμος Κοζάνης, συνάφθηκαν μεταξύ της ΕΕΤΑΑ, του Δήμου Κοζάνης και των εναγόντων οι από 22-1-2001 και 23-2-2001 συμβάσεις συνεργασίας, ισχύουσες για έντεκα μήνες, σύμφωνα με τις οποίες οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να παρακολουθήσουν μία επιμορφωτική συνάντηση για θέματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και στη συνέχεια να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία απασχολούμενοι ως φύλακες σε βάρδιες, οκτώ ώρες την ημέρα και για είκοσι δύο ημέρες το μήνα, που μπορεί να εμπίπτουν σε αργίες και Σαββατοκύριακα. Με τις ίδιες συμβάσεις ο Δήμος ανέλαβε την υποχρέωση: 1) Να προβεί στην επιλογή των σχολικών κτιρίων στο πλαίσιο του προγράμματος, να ενημερώσει εγγράφως την ΕΕΤΑΑ και να κατανείμει τους ασκούμενους σ' αυτά σύμφωνα με τις προδιαγραφές που θέτει το πρόγραμμα. Ο Δήμος Κοζάνης επέλεξε έντεκα σχολεία για να κατανείμει τους ασκούμενους, πλην όμως οι φορείς του προγράμματος ενέκριναν την επιλογή μόνο ορισμένων σχολείων στους οποίους και κατανεμήθηκαν οι ενάγοντες, 2) να προμηθευτεί τον αναγκαίο εξοπλισμό, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που τέθηκαν από την Επιτροπή Παρακολούθησης του Προγράμματος και να τον διαθέσει στους ασκούμενους φύλακες, 3) να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να διανεμηθεί στους ασκούμενους το εκπαιδευτικό και υποστηρικτικό υλικό των ενεργειών ευαισθητοποίησης και επιμόρφωσης που θα αποσταλεί από την ΕΕΤΑΑ, 4) να επιμεληθεί της οργάνωσης και του συντονισμού της προβλεπόμενης επιμορφωτικής συνάντησης για τους ασκούμενους, στο πλαίσιο προδιαγραφών της ΕΕΤΑΑ και με τη συνεργασία της, 5) να αναπτύξει και να εφαρμόσει ενέργειες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των εμπλεκομένων φορέων και των κοινωνικών ομάδων που ωφελούνται από το πρόγραμμα, το δε πρόγραμμα δράσης των συγκεκριμένων ενεργειών θα πρέπει να κοινοποιηθεί στην ΕΕΤΑΑ πριν την εφαρμογή του, 6) να διενεργεί τακτικούς ελέγχους για να διαπιστώνει την παρουσία των ασκουμένων κατά τις ημέρες και ώρες που τελούνται οι βάρδιες στο πλαίσιο του προγράμματος, 7) να ορίσει ένα μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου και ένα στέλεχος αυτού που θα έχουν την ευθύνη παρακολούθησης του προγράμματος, για λογαριασμό τους και συγκεκριμένα το μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου, να αποτελεί τον εκπρόσωπο του Δήμου στο πρόγραμμα και να έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση της εφαρμογής του στα διοικητικά όρια αυτού και της σχετικής ενημέρωσης του Δήμου και το στέλεχος του Δήμου, να είναι υπεύθυνο για τα ακόλουθα: να συντονίζει, να παρακολουθεί και να υποστηρίζει οργανωτικά το πρόγραμμα σύμφωνα με τις υποδείξεις της ΕΕΤΑΑ, να συντονίσει, οργανώσει και υλοποιήσει τις προγραμματισμένες ενημερωτικές συναντήσεις στο πλαίσιο των προδιαγραφών της ΕΕΤΑΑ και με τη συνεργασία της, να κατανείμει στα φυλασσόμενα σχολικά κτίρια και να διανείμει στους ασκούμενους τον απαραίτητο εξοπλισμό, να αποστείλει στην ΕΕΤΑΑ εντός μιας βδομάδας από την ολοκλήρωση της επιμορφωτικής συνάντησης πίνακα με τα στοιχεία των ασκουμένων, να αποστείλει στην ΕΕΤΑΑ δίμηνο προγραμματισμό σχετικά με τις βάρδιες που θα ακολουθήσει ανά σχολικό κτίριο, όπου θα αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα των φυλάκων και οι βάρδιες τις οποίες είναι υποχρεωμένοι να τηρήσουν, να συγκεντρώνει καθημερινά τα ημερήσια δελτία συμβάντων - παρουσιών που θα συμπληρώνουν οι ασκούμενοι και να τα φυλάσσει ώστε να είναι διαθέσιμα στον φορέα υλοποίησης του προγράμματος, να συμπληρώνει το μηνιαίο δελτίο παρουσίας ασκουμένων, το οποίο θα αποστέλλει εντός πέντε ημερών από τη λήξη κάθε διμήνου, μαζί με τα δελτία συμβάντων - παρουσιών στο αρμόδιο στέλεχος της ΕΕΤΑΑ, να έχει τακτική επικοινωνία με τους Διευθυντές των σχολείων για την ορθή εφαρμογή του προγράμματος και την επισήμανση περιστατικών που έχουν σχέση με την συμπεριφορά των ασκουμένων και να έχει συνεχή συνεργασία με τους ασκούμενους, προκειμένου να επιλύονται τυχόν προβλήματα που προκύπτουν κατά την εφαρμογή του προγράμματος. Προς εκπλήρωση της υποχρέωσης που ανέλαβε ο Δήμος Κοζάνης, όρισε τον Ε. Π. ως εκπρόσωπό του και τον Ι. Ν., ως στέλεχος. Στη συνέχεια η ΕΕΤΑΑ, την 22-1-2001 σύναψε µε τον Ι. Ν. σύµβαση µε την οποία του ανέθεσε και ο Ι. Ν. ανέλαβε, έναντι αµοιβής, να συντονίσει, να παρακολουθήσει και να οργανώσει την υποστήριξη του προγράμματος και ειδικότερα να πράξει ό,τι είχε οριστεί ως αρμοδιότητά του στις από 21-1-2001 και 23-2-2001 συµβάσεις συνεργασίας που υπέγραψε ο Δήµος Κοζάνης µε την ΕΕΤΑΑ. Η ανωτέρω σύµβαση ανανεώθηκε µε τους ίδιους όρους την 1-7-2002, µέχρι την 21-1-2003, οπότε παρέρχονται οι είκοσι τέσσερις μήνες του προγράμματος, δηλαδή ολοκληρωνόταν η δεύτερη φάση αυτού απασχόλησης των δέκα τριών μηνών. Επίσης, την 22-12-2001, καταρτίστηκαν νέες συµβάσεις μεταξύ ΕΕΤΑΑ, του Δήµου Κοζάνης και των εναγόντων, σύµφωνα µε τις οποίες παρατάθηκε η διάρκεια των από 22-1-2001 και 23-2-2001 συμφωνητικών συνεργασίας µέχρι την 30-6-2002 και την 1-7-2002 µε νέες συµβάσεις παρατάθηκε η διάρκεια των ως άνω συμφωνητικών µέχρι την 21-1-2003. Καθ' όλο το διάστηµα που κάλυπταν τα ανωτέρω συμφωνητικά, οι ενάγοντες, αφού παρακολούθησαν ενημερωτική συνάντηση, εκτελούσαν καθήκοντα φύλακα των σχολείων όπου τοποθετήθηκαν, απασχολούμενοι σε οκτάωρη βάση σε µία από τις τρεις βάρδιες και πολλάκις σαββατοκύριακα και αργίες. Στα καθήκοντα της ΕΕΤΑΑ (αναιρεσείουσας) περιλαμβάνονται η οικονομική διαχείριση του προγράμματος, η εκπαίδευση των επιλεγέντων ατόμων για την υλοποίηση της ενέργειας, η δημιουργία και εφαρμογή πληροφοριακού συστήματος παρακολούθησης του έργου για την τακτή ενημέρωση της Επιτροπής Παρακολούθησης και η έγκαιρη λήψη διορθωτικών αποφάσεων, η παροχή τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης στα επιλεγέντα νομικά πρόσωπα, κατά τη διάρκεια υλοποίησης του έργου, παραγωγή υλικού με πλήρη περιγραφή υποχρεώσεων των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα, παρακολούθηση των υποχρεώσεων των φυλάκων, διοργάνωση ενημερωτικών συζητήσεων, για τον τρόπο υλοποίησης του προγράμματος και παράδοση τελικής έκθεσης αναφοράς προόδου στην Επιτροπή Παρακολούθησης, με την ολοκλήρωση του έργου, αλλά και τα καθήκοντα του Ο.Α.Ε.Δ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι ως φορέας της εργασιακής σχέσης των εναγόντων, στο πλαίσιο εφαρμογής του συγκεκριμένου προγράμματος, νοείται ο οικείος ΟΤΑ - Δήµος Κοζάνης, ο οποίος και αποτελεί το αντισυμβαλλόμενο του κάθε ενάγοντος - φύλακος μέρος, τόσο κατά την κατάρτιση όσο και κατά τη λειτουργία των συµβάσεων εργασίας, συνδεόμενος µε τους ενάγοντες µε σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως εργοδότης, αυτός, δεδομένου ότι σε αυτόν προσέφεραν τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες, έναντι αµοιβής (μισθού) και υπόκειντο σε προσωπική εξάρτηση απ' αυτόν, που εκδηλωνόταν µε το δικαίωµά του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες, ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της και ότι ο τελευταίος τους οφείλει τ' αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσά, ως επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας και προσαύξηση για την απασχόλησή τους κατά τις Κυριακές και τη νύχτα για τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται σ' αυτήν. Στη συνέχεια, με βάση τα περιστατικά αυτά, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα (ως διαχειριζόμενη τα σχετικά κονδύλια) και ο Δήμος Κοζάνης (ως εργοδότης), είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν στους αναιρεσιβλήτους τα ποσά αυτά. Προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του αυτή, ειδικά ως προς την αναιρεσείουσα, δεν διέλαβε στην απόφασή του ειδική αιτιολογία, αφού, όπως προκύπτει από την απόφαση, δεν υπάρχουν σ' αυτήν παραδοχές, οι οποίες να της προσδίδουν την ιδιότητα του εργοδότη ή να θεμελιώνουν υποχρέωσή της, από άλλη νόμιμη, αιτία, να καταβάλει τα παραπάνω ποσά. Η μόνη παραδοχή της απόφασης, ότι η αναιρεσείουσα διαχειρίζεται τα σχετικά κονδύλια, δεν θεμελιώνει την ιδιότητά της ως εργοδότη και την υποχρέωσή της να καταβάλλει στους αναιρεσίβλητους τα παραπάνω ποσά. Επομένως, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, και ο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την αναιρεσείουσα, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, ως προς το μέρος της αυτό, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 65 παρ. 1 Ν. 4139/2013, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που εξέδωσαν την ως άνω απόφαση και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 199/2009 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, ως προς την αναιρεσείουσα.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στην απόφαση, δεν υπάρχουν παραδοχές, οι οποίες να προσδίδουν στην αναιρεσείουσα την ιδιότητα του εργοδότη ή να θεμελιώνουν υποχρέωση της, από άλλη νόμιμη, αιτία, να καταβάλει τα επιδικασθέντα ποσά. Η μόνη παραδοχή, ότι διαχειρίζεται τα σχετικά κονδύλια του επιδοτούμενου προγράμματος για τους σχολικούς φύλακες, δεν θεμελιώνει την ιδιότητά της ως εργοδότη και την υποχρέωση της να καταβάλλει τα παραπάνω ποσά.
|
Μίσθωση εργασίας
|
Μίσθωση εργασίας.
| 0
|
Αριθμός 995/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικόλαου Ζαΐρη), Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια και Βασίλειο Καπελούζο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Σ. Π. - Μ. του Λ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Κοτσαλή, για αναίρεση της υπ' αριθ.87/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών.
Το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ.1580/26-2-2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 288/2013.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως αβάσιμος η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 32 περ. α! του ΣΠΚ (Ν. 2287/95) "όποιος κηρύσσεται ανυπότακτος, σύμφωνα με το νόμο για τη στρατολογία, τιμωρείται, σε ειρηνική περίοδο, με φυλάκιση μέχρι δύο ετών". Eξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Ν. 1763/88 "Στρατολογία των Ελλήνων", σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 3036/2002, "ανυπότακτοι κηρύσσονται όσοι, μετά από γενική ή ειδική πρόσκληση για κατάταξη στις Ένοπλες Δυνάμεις, δεν εμφανίζονται στις ορισμένες ημερομηνίες ή προθεσμίες στις μονάδες κατάταξης, η δε ανυποταξία αρχίζει από την επομένη της τελευταίας ημερομηνίας τάξεως και διακόπτεται με τη συμπλήρωση του 45ου έτους της ηλικίας του δράστη, με την κατάταξή τους στις Ένοπλες Δυνάμεις, με τη σύλληψη του ανυπότακτου, με την παρουσίασή του στην αρμόδια στρατιωτική ή αστυνομική αρχή, καθώς και με την κρίση του ανυπότακτου ως ακατάλληλου για στράτευση ή με την χορήγηση αναβολής κατατάξεως για λόγους υγείας από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή των Ενόπλων Δυνάμεων". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι η ανυποταξία αποτελεί γνήσιο διαρκές έγκλημα, τελούμενο δια παραλείψεως και η αντικειμενική του υπόσταση, συνίσταται στην "αδράνεια" του στρατευσίμου να προσέλθει, προς κατάταξη, στις αρμόδιες στρατιωτικές αρχές, μέσα στις τασσόμενες προς τούτο προθεσμίες.
ΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ! του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα ,πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο απ` αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα απ` αυτά. Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ` αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ` αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρ. 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία. Εξ' άλλου κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε! του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 87/2012 αποφάσεως, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ήτοι της ενόρκου καταθέσεως του μάρτυρα που εξετάσθηκε στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και όλη την αποδεικτική διαδικασία ότι αποδείχθηκαν,- κατά πιστή μεταφορά-, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τα στοιχεία που επικαλείται και προσκόμισε ο κατηγορούμενος ως νέες αποδείξεις δηλαδή την 3690/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος της πράξεως της χρήσεως πλαστού εγγράφου στην… , την 1-8-2001 και τις ενσωματωμένες στα πρακτικά της δίκης εκείνης καταθέσεις των εξετασθέντων κατά την ακροαματική διαδικασία μαρτύρων, μεταξύ των οποίων και ο ταξίαρχος Ζ. Λ., είτε χωριστά αξιολογούμενες όσο και σε συνδυασμό με τις ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών προσκομισθείσες αποδείξεις με βάση τις οποίες τούτο έκρινε με την 1876/2007 αμετάκλητη απόφαση του αυτόν ένοχο της πράξεως της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως δεν καθίσταται φανερό σε σημείο που να αγγίζει τη βεβαιότητα ότι αυτός (κατηγορούμενος) είναι αθώος της άνω πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε αμετακλήτως. Στο σκεπτικό της αθωωτικής για τον κατηγορούμενο αποφάσεως 3690/2009 το Τριμελές Εφετείο Αθηνών αναφέρει ότι αυτός για τη χρήση της πλαστής ιατρικής γνωμάτευσης υπ' αρ. 10973/30-7-2001 της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται εν' όψει του ότι δεν χρησιμοποιήθηκε από αυτόν, καθ' όσον στις 7-5-2001 είχε εκδοθεί το υπ 'αρ. 33306/5-4-2001 πιστοποιητικό τύπου Β! του Στρατολογικού Γραφείου Ανατολικής Αττικής, με το οποίο ο κατηγορούμενος είχε κριθεί ότι δεν υπέχει καμία στρατολογική υποχρέωση. Αυτό όμως το προηγούμενο πιστοποιητικό τύπου Β! του Στρατολογικού Γραφείου Ανατολικής Αττικής δεν αρκούσε για να απαλλαγεί ο κατηγορούμενος από την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων όταν κλήθηκε να παρουσιασθεί στις τάξεις του στρατού και να καταταγεί στις 30-7-2001, αφού μέχρι τον Ιούλιο 2001 είχε τύχει αναβολής κατατάξεως όπως αναφερόταν στην αιτιολογία της υπ' αρ. 1876/2007 καταδικαστικής για τον κατηγορούμενο αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Εξ' άλλου το ως άνω υπ' αρ. 33306/5-4-2001 πιστοποιητικό ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε εκπληρώσει τις στρατολογικές του υποχρεώσεις και ότι κατά την ημερομηνία εκδόσεως του πιστοποιητικού αυτού δεν υπέχει καμία στρατιωτική υποχρέωση απαλλαγείς από τη στράτευση, χωρίς να αναφέρει ότι ήταν ακατάλληλος προς στράτευση λόγω σωματικής ανικανότητας . Περιλαμβανόταν δε το άνω υπ' αρ. 33306/5-4-2001 πιστοποιητικό τύπου Β! του Στρατολογικού Γραφείου Ανατολικής Αττικής, μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπ' όψη το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που έκρινε με την υπ' αρ. 1876/2007 απόφαση του ότι έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Εξ' άλλου ο εξετασθείς στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (που κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο για την πράξη της χρήσεως του πλαστού εγγράφου) μάρτυς ταξίαρχος Ζ. Λ. κατέθεσε ότι από τα τηρούμενα στην Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών βιβλία, φαινόταν ότι την επίμαχη υπ' αρ. 10973/30-7-2001 πλαστή γνωμάτευση σωματικής ικανότητας με την οποία φερόταν ότι είχε κριθεί ακατάλληλος προς στράτευση (Ι5) ο κατηγορούμενος ως πάσχων από υποτροπιάζουσα ιριδοκυκλίτιδα Α.Ο. υπό αγωγή, την πήρε ο ίδιος ο κατηγορούμενος και ακόμη κατέθεσε ο άνω μάρτυς ότι πήγε ο ίδιος ο κατηγορούμενος να καταθέσει το έγγραφο αυτό και στο πρωτόκολλο του στρατολογικού γραφείου έχει την υπογραφή του κατηγορουμένου όσον αφορά το εν λόγω έγγραφο, στη συνέχεια δε ο μάρτυς αυτός κατέθεσε ότι δεν έχει τα στοιχεία ότι ο κατηγορούμενος κατέθεσε την επίμαχη ιατρική γνωμάτευση στο στρατολογικό γραφείο ο ίδιος και διευκρίνισε ότι γνωρίζει ότι αυτός πήρε ο ίδιος τον φάκελο από το στρατολογικό γραφείο που απευθυνόταν προς τους γιατρούς της Επιτροπής Απαλλαγών και ότι για το αντίθετο, δηλαδή για την αποστολή της ιατρικής γνωμάτευσης από την επιτροπή απαλλαγών στο στρατολογικό γραφείο δεν γνώριζε .Κατόπιν των ανωτέρω και του ότι η διάπραξη του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως όσον αφορά την επίτευξη να μεταβληθεί η καταχώρηση στα τηρούμενα στο στρατολογικό γραφείο Ανατολικής Αττικής στοιχεία για την στρατολογική κατάσταση του κατηγορουμένου από ικανού προς στράτευση σε ακατάλληλου για στράτευση, ήταν δυνατή και με την μέσω ετέρου ενεργούντος κατ' εντολή και στο όνομα του, κατάθεση της άνω πλαστής γνωμάτευσης σωματικής ανικανότητας της επιτροπής απαλλαγών Αθηνών στο εν λόγω στρατολογικό γραφείο όπου πράγματι κατετέθη και αργότερα διαπιστώθηκε η εξαπάτηση των αρμοδίων υπαλλήλων αυτού του στρατολογικού γραφείου και ζητήθηκε από την υπερκείμενη διεύθυνση στρατολογικού ΓΕΕΘΑ η ακύρωση της μεταβολής αυτής που αφορούσε τον κατηγορούμενο και κλήθηκε και εκπλήρωσε αυτός τις στρατιωτικές υποχρεώσεις του στο στρατό ξηράς" Ακολούθως κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο της "ανυποταξίας στο εσωτερικό σε ειρηνική περίοδο, πράξεως που τελέσθηκε στο στρατόπεδο του ΚΕΥΠ από 31-7-2001 μέχρι 4-10-2005 και ειδικότερα του ότι: "ενώ ήταν στρατεύσιμος στο στρατόπεδο του ΚΕΥΠ την 31-7-2001 σε ειρηνική περίοδο, κηρύχθηκε ανυπότακτος σύμφωνα με το νόμο για τη στρατολογία. Ειδικότερα, ενώ κλήθηκε ως στρατεύσιμος κλάσης 1995 σύμφωνα με τις διατάξεις του στρατολογικού νόμου και δυνάμει της με αρ. 76/2001 ΕΔΥΕΘΑ/ΓΕΣ, για να παρουσιασθεί στις τάξεις του στρατού και να καταταγεί την 30-7-2001 στο στρατόπεδο ΚΕΥΠ, δεν κατατάχθηκε την τελευταία αυτή ημερομηνία, με αποτέλεσμα να γίνει ανυπότακτος από 31-7-2001 μέχρι την 4-10-2005, οπότε εμφανίσθηκε προς παροχή εξηγήσεων στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης" Αναγνώρισε ότι στο πρόσωπο του συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α! ΠΚ και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 1 έτους την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για 3 έτη. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ.2 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει την δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικώς, προκειμένου περί εφέσεως του Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ.3 ΚΠΔ, η οποία προσετέθη με το άρθρο 2 παρ.19 του Ν. 2408/1996 και ισχύει από 4 Ιουνίου 1996 (άρθρο 7 του Νόμου αυτού) "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής αποφάσεως, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων της, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ` αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, οι συγκεκριμένες νομικές ή πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να απορρίψει ως απαράδεκτη την έφεση του Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως, λόγω ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στη σχετική έκθεση, προβαίνει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υπερβαίνει την εξουσία του, οπότε ιδρύεται ο υπό του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η! ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης του, προβάλλει την πλημμέλεια ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση υπερέβη την εξουσία του, γιατί ενώ η ασκηθείσα υπ' αρ. 4/2007 έφεση του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου Λάρισας, κατά της υπ' αρ. 41/2007 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Στρατοδικείου Λάρισας έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι δεν περιείχε ειδικούς και εμπεριστατωμένους λόγους εφέσεως, παρά ταύτα αυτό (δικαστήριο) την έκρινε αιτιολογημένη, κάνοντας την δεκτή από τυπικής απόψεως και προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως με αποτέλεσμα, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, να τον κηρύξει ένοχο του αδικήματος της ανυποταξίας σε περίοδο ειρήνης. Από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αρ. 41/2007 απόφαση του Τριμελούς Στρατοδικείου Λάρισας κηρύχθηκε αθώος ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος για το αδίκημα της ανυποταξίας σε περίοδο ειρήνης που φερόταν ότι τελέσθηκε στο στρατόπεδο του ΚΕΥΠ από 31-7-2001 έως 4-10-2005. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο Εισαγγελέας του Στρατοδικείου Λάρισας άσκησε την υπ 'αρ. 4/2007 έφεση του και το Τριμελές Αναθεωρητικό δικαστήριο Αθηνών με την υπ' αρ. 275/2007 απόφαση του τον κήρυξε ένοχο της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως και του επέβαλλε ποινή φυλακίσεως 1 έτους, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε αναίρεση η οποία με την υπ' αρ. 1515/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε. Εν τω μεταξύ, είχε κινηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για τα αδικήματα α) της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και β) της χρήσεως πλαστού εγγράφου και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Με την υπ' αρ. 10895/ 2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κηρύχθηκε, ένοχος για το αδίκημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως ήτοι του ότι: "πέτυχε να εκδοθεί από το άνω στρατολογικό γραφείο μεταβολή της κρίσεως του ως ακατάλληλου για στράτευση καταθέτοντας τη με αρ. 10973/1-8-2001 γνωμάτευση σωματικής ικανότητας ... " Κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε κατ ουσία και καταδικάσθηκε από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ' αρ. 1876/2007 απόφαση του. Κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησε αναίρεση η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 2386/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ετέρωθεν με την υπ' αρ. 21845/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κηρύχθηκε ένοχος της αξιοποίνου πράξεως της χρήσεως πλαστού εγγράφου, δηλαδή της πλαστής υπ' αρ. 10973/1-8-2001 ιατρικής γνωμάτευσης και κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη λόγω δεδικασμένου για την αξιόποινη πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση και με την υπ' αρ. 3690/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών κηρύχθηκε αθώος. Μετά την αθώωση του αυτή, άσκησε αίτηση επανάληψης της διαδικασίας στον Άρειο Πάγο με την οποία ζητούσε την επανάληψη της διαδικασίας, για την καταδίκη του με την υπ' αρ. 1876/2007 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (καταδίκη για το αδίκημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως). Με την υπ' αρ. 605/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε δεκτή η αίτηση αυτή και έπαυσε οριστικά η σε βάρος του ασκηθείσα ποινική δίωξη για το αδίκημα αυτό λόγω παραγραφής. Ακολούθως υπέβαλλε ενώπιον του Αρείου Πάγου αίτηση επανάληψης της διαδικασίας για την καταδίκη του από το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών, που με την υπ' αρ. 275/2007 προαναφερθείσα απόφαση του, τον κήρυξε ένοχο της αξιοποίνου πράξεως της ανυποταξίας σε περίοδο ειρήνης. Το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο),δέχθηκε την αίτηση του, ακύρωσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ως εκτέθηκε κατά το σκεπτικό και διατακτικό της, καταδίκασε και πάλι τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο για το αδίκημα της ανυποταξίας σε περίοδο ειρήνης. Στην προαναφερθείσα υπ'αρ.4/2007 έκθεση εφέσεως του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου της Λάρισας, που συντάχθηκε ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του στρατοδικείου της Λάρισας, και την οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, εκτίθεται ότι ο παραπάνω Εισαγγελέας δήλωσε ότι: ασκεί έφεση ενώπιον του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών, κατά της υπ` αριθμ.41/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Στρατοδικείου Λάρισας, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, για την αξιόποινη πράξη της ανυποταξίας σε περίοδο ειρήνης, αιτούμενος την παραδοχή της, την εξαφάνιση της απόφασης καθόσον αφορά τον ανωτέρω κατηγορούμενο, την κήρυξη αυτού ενόχου της πράξης της αξιοποίνου πράξεως για την οποία αθωώθηκε, γιατί από την κύρια αποδεικτική διαδικασία, τα έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στον εφεσίβλητο είχε χορηγηθεί με την υπ' αρ. 17011/3-10-2000 γνωμάτευση της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών Α! εξάμηνη αναβολή για λόγους υγείας επειδή έπασχε από "κυκλίτιδα αριστερού οφθαλμού με ΥΑΟ: 4/10 cc υπό φαρμακευτική αγωγή κορτινοζοθεραπεία". Με τη λήξη της εξάμηνης αναβολής του επιλέχθηκε από το σώμα υλικού πολέμου, υποχρεούμενος να καταταγεί με την 2001 Δ! ΕΣΣΟ, δηλ. κατά μήνα Ιούλιο του 2001 (βλ. σχετικά τις από 25-9-2000 και 15-6-2001 στρατολογικές μεταβολές στο ΑΦΜ του, καθώς και το υπ' αρ. 33306/5-4-2001 πιστοποιητικό τύπου Β!). Λόγω της αναβολής υγείας αντί να καταταγεί στο ΚΕΥΠ, όπως θα συνέβαινε κανονικά, παραπέμφθηκε από το αρμόδιο στρατολογικό γραφείο Ανατολικής Αττικής, στην Ε.Α.Α. για κρίση της σωματικής του ικανότητας. Όμως όπως προκύπτει από το υπ' αρ. Φ453/27/4250/Σ.1932 /22-8-2006 έγγραφο της ΕΑΑ, ο εφεσίβλητος δεν παρουσιάσθηκε στην ως άνω επιτροπή. Παρόλα αυτά εισήλθε στο Σ.Γ. Ανατ. Αττικής η υπ' αρ. 10973/30-7-2001 γνωμάτευση της Ε.Α.Α ., με την οποία κρίθηκε αυτός ακατάλληλος προς στράτευση (Ι5), επειδή έπασχε από "υποτροπιάζουσα ιριδοκυκλίτιδα αριστερού οφθαλμού υπό αγωγή". Ο εφεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι στη συνέχεια έλαβε ταχυδρομικά το υπ' αρ. 90749/3-10-2001 πιστοποιητικό τύπου Α!, από το οποίο προέκυπτε ότι αυτός απαλλάχθηκε από τη στράτευση. Σε σχετικό ερώτημα μας η Ε.Α.Α. απάντησε με το ως άνω έγγραφο της, ότι δεν εκδόθηκε γνωμάτευση γι αυτόν που να τον κρίνει ακατάλληλο προς στράτευση, εκτός από την προαναφερθείσα μία γνωμάτευση για την εξάμηνη αναβολή. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει σε βαθμό απόλυτης αποδεικτικής βεβαιότητας, το συμπέρασμα ότι ο εφεσίβλητος όφειλε να καταταγεί την 30-7-2001 στο ΚΕΥΠ και γνώριζε την υποχρέωση του αυτή, γι αυτό μεθόδευσε με την κατάρτιση πλαστής γνωμάτευσης την απαλλαγή του από τη στράτευση τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Δε θα μπορούσε βέβαια να υποστηρίξει κανείς σοβαρά ότι η ως άνω πλαστή γνωμάτευση "νομιμοποιούσε" για όσο χρόνο δεν είχε γίνει αντιληπτή από την αρμόδια στρατολογική αρχή, την παραμονή του εφεσίβλητου εκτός των τάξεων του Στρατού.
Για τους λόγους αυτούς εφεσιβάλλω την υπ' αρ. 41/2007 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Στρατοδικείου Λάρισας και ζητώ να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της ανυποταξίας που του αποδόθηκε". Η αιτιολογία όμως αυτή της εφέσεως του Εισαγγελέα, κατά την κρίση της πλειοψηφίας αυτού του Δικαστηρίου, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, διότι, περιέχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτεί ο νόμος, αφού εκτίθεται σ` αυτήν ποιές είναι οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αθωωτικής αποφάσεως περί την εκτίμηση των αποδείξεων και από ποιά συγκεκριμένα περιστατικά δικαιολογείται η άσκηση της εφέσεως. Ειδικότερα, δεν αρκείται ο Εισαγγελέας να αναφέρει στην έφεσή του τη στερεότυπη έκφραση "για κακή εκτίμηση των αποδείξεων", αλλ` αναφέρεται σε όλη την κύρια αποδεικτική διαδικασία κατά την οποία ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, (από την παραδεκτή επισκόπηση της εφεσιβαλλομένης αποφάσεως), εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο συνήγορο του, δεν εξετάσθηκε κανένας μάρτυρας παρά αναγνώσθηκαν μόνο έγγραφα στα οποία με λεπτομέρεια αναφέρεται, και τα οποία κατά την κρίση του εκτιμήθηκαν πλημμελώς και εκθέτει ότι βάσει αυτών το περιεχόμενο των οποίων επίσης αναφέρει λεπτομερώς, προέκυψε η ενοχή του κατηγορουμένου, ο οποίος, ενώ γνώριζε ότι όφειλε να εμφανισθεί και να καταταγεί την 30-7-2001 στο ΚΕΥΠ, παρά ταύτα δεν παρουσιάσθηκε για κατάταξη ,αλλά ισχυρίσθηκε ότι απαλλάχθηκε από την υποχρέωση του αυτή βάσει πιστοποιητικού τύπου Α!, το οποίο όμως είχε εκδοθεί με πλαστή ιατρική γνωμάτευση δεδομένου ότι αυτός ουδέποτε προσήλθε προς εξέταση στην Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών. Διαλαμβάνει δε περαιτέρω και τον συλλογισμό ότι η πλαστή αυτή γνωμάτευση δεν νομιμοποιούσε την παραμονή του εκτός των τάξεων του στρατού για όσο χρόνο δεν είχε γίνει αντιληπτή, υπονοώντας φυσικά ότι γνώριζε ο ίδιος την πλαστότητα της αφού ποτέ δεν είχε προσέλθει για εξέταση του στην Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών. Κατά συνέπεια, δεν υπερέβη την εξουσία του το Τριμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με το να απορρίψει την ένσταση περί απαραδέκτου της εφέσεως, ανεξαρτήτως της αιτιολογίας με την οποία την απέρριψε, και στη συνέχεια με το να κηρύξει ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο. Πρέπει επομένως, ο σχετικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η! του ΚΠΔ, κατά την κρίση της πλειοψηφίας, αυτού του δικαστηρίου, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη μειοψηφούσα όμως γνώμη του προεδρεύοντος του δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Φράγκου, ο παραπάνω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης της απόφασης, για υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ως παραδεκτή την ασκηθείσα ένδικη έφεση του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου της Λάρισας, κατά της με αρ. 41/2007 αθωωτικής, για ανυποταξία του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, απόφασης του Τριμελούς Στρατοδικείου Λάρισας, έπρεπε να γίνει δεκτός ως βάσιμος, λόγω έλλειψης ειδικής αιτιολογίας στη σχετική έκθεση, να αναιρεθεί η άνω προσβαλλόμενη απόφαση και να απορριφθεί η έφεση αυτή ως απαράδεκτη, διότι από τη διατύπωση της παρ. 3 του άρθρου 486 ΚΠΔ προκύπτει ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου αυτού μέσου, που ασκείται μετά την ισχύ του ν. 2408/1996, αξιώνεται πλέον από τον Εισαγγελέα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση του λόγου έφεσης κατά αθωωτικής κρίσης του δικαστηρίου του πρώτου βαθμού, στον οποίο λόγο πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν δεν αρκεί η παράθεση των αποδεικτικών στοιχείων από τα οποία προκύπτει η ενοχή και στη συγκεκριμένη περίπτωση από το προεκτεθέν περιεχόμενο της εφέσεως αυτής προκύπτει μόνον η εκ μέρους του Εισαγγελέα παράθεση αιτιολογικού ενοχής και δη τι αποδείχθηκε γενικά από την αποδεικτική διαδικασία και παράθεση σκέψεων, από τις οποίες προκύπτει η ενοχή του κατηγορουμένου για ανυποταξία και εντεύθεν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τη στιγμή μάλιστα που έχει αθωωθεί και απαλλαγεί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις για υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως ανικανότητας προς στράτευση και για χρήση πλαστού εγγράφου στην αρμόδια στρατολογική υπηρεσία, πράξεις στις οποίες στηρίζεται και η κρινόμενη ανυποταξία, ήτοι δεν έχει την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία και ειδικότερα δεν εκτίθενται στην έκθεση εφέσεως, όπως θάπρεπε, με σαφήνεια και πληρότητα, ποίες οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση και, ο Εισαγγελέας δεν αντικρούει με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα την εξενεχθείσα πλήρως αιτιολογημένη κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου περί της αθωότητας του εν λόγω αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου. (Ολ.ΑΠ 9/2005, ΑΠ 101, 210/2011). Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ! του ίδιου Κώδικα, απαιτείται: α) ταυτότητα προσώπου, β) ταυτότητα πράξεως και γ) αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση ή παύση της ποινικής δίωξης. Ως ταυτότητα προσώπου νοείται αυτή του κατηγορουμένου, δηλαδή του κατηγορηθέντος ως δράστη της πράξεως. Ως πράξη νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο καθ' όλη τη διαδρομή και καθ 'όλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και αξιολογήσει αυτεπαγγέλτως.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, προβάλλει την πλημμέλεια, ότι το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση του, παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ` αριθ.3690/2009 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτός αθωώθηκε για την αξιόποινη πράξη της χρήσεως πλαστού εγγράφου. Από την παραδεκτή επισκόπηση, του διατακτικού της επικαλούμενης αμετακλήτου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτουν τα εξής: Με την υπ' αρ. 3690/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος του ότι: "στην .., την 1-8-2001 μολονότι γνώριζε ότι η υπ' αρ. 10973/1-8-2001 γνωμάτευση σωματικής ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών, με την οποία είχε κριθεί ακατάλληλος για στράτευση (1-5), επειδή έπασχε από "υποτροπιάζουσα ιριδοκυκλίτιδα Α.Ο. υπό αγωγή", ήταν εξ ολοκλήρου πλαστή, αφού αυτός ουδέποτε προσήλθε για εξέταση στην εν λόγω επιτροπή, η δε γνήσια ταυτάριθμη γνωμάτευση που είχε πράγματι εκδοθεί από αυτήν αφορούσε άλλο πρόσωπο (τον στρατιώτη Μ. Β.), εν τούτοις την παρέλαβε από τον άγνωστο συντάκτη της και την κατέθεσε στο Στρατολογικό Γραφείο Ανατολικής Αττικής με σκοπό να παραπλανήσει τους υπηρετούντες σε αυτό αρμοδίους στρατιωτικούς υπαλλήλους, σχετικά με το γεγονός ότι το περιεχόμενο της συγκεκριμένης γνωμάτευσης ήταν αληθές και να τους πείσει να προβούν στην καταχώρηση στα τηρούμενα από την υπηρεσία τους οικεία μητρώα" Με την προσβαλλόμενη απόφαση το διατακτικό της οποίας προαναφέρθηκε κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξεως της ανυποταξίας σε περίοδο ειρήνης δηλ. του ότι δεν παρουσιάσθηκε να καταταγεί την συγκεκριμένη ημερομηνία που κλήθηκε μετά από ειδική πρόσκληση κατάταξης. Ήτοι δεν υφίσταται ταυτότητα πράξεως μεταξύ των δύο αδικημάτων αφού στηρίζονται επί διαφορετικής και νομικής αιτίας που είναι αναγκαία προϋπόθεση για τη θεμελίωση του δεδικασμένου. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης παραβιάζει το δεδικασμένο που ισχύει από την προαναφερθείσα αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, διότι ασκεί απαραδέκτως κριτική αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι το δεδικασμένο δεν παραβιάζεται ακόμα και στην περίπτωση που το δικαστήριο εκτιμά ελευθέρως περιστατικά αμετακλήτως κριθέντα με άλλη απόφαση, εφόσον αυτά δεν ταυτίζονται κατ' αντικείμενο με την κρινόμενη πράξη που είναι αυτοτελής (ΑΠ 1544/2007),ως εν προκειμένω. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ! του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί. Εξ' άλλου από την ως άνω αξιολόγηση και κρίση της αιτιολογίας της υπ 'αρ. 3690/2007 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία διέλαβε αυτήν (κριτική )προφανώς για την αιτιολογία της ελεύθερης εκτίμησης της, αλλά και διότι ήταν στοιχείο που έπρεπε να ελεγχθεί από το δικαστήριο της ουσίας δεδομένου ότι αποτελούσε ουσιαστικό λόγο της παραδοχής της επαναλήψεως της διαδικασίας, με την υπ' αρ. 888/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, ουδόλως παραβιάσθηκε η αρχή της αθωότητας του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, καθώς και το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη, αφού το δικαστήριο της ουσίας, έπραξε τούτο στα πλαίσια της δικαιοδοτικής του ευχέρειας, για τους ανωτέρω λόγους και ο σχετικός προβαλλόμενος επίσης δεύτερος κατά το ένα σκέλος του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α! σε συνδυασμώ με το άρθρ. 171 παρ.1 στοιχ. Δ! προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης, μ' αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στους ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 3, 11, 32 περ. α! 193, 198, 213 παρ. 1 ΣΠΚ, 3 Ν. 663/77, 3 Ν. 3036/2002, 3, 4, 5 Ν. 2943/2001, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, "ότι ο κατηγορούμενος δεν έσπευσε να καταταγεί στις τάξεις του Στρατού, όπως όφειλε, για να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, ήτοι στο στρατόπεδο του ΚΕΥΠ, σύμφωνα με την υπ` αριθ. 76/2001 πρόσκληση του ΕΔΥΕΘΑ/ΓΕΣ, την 30 -7-2001,αλλά παρουσιάσθηκε την 4-10-2005 προς παροχή εξηγήσεων στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης", ότι "το προηγούμενο πιστοποιητικό τύπου Β! (υπ' αρ. 33306/5-4-2001) του στρατολογικού γραφείου Ανατολικής Αττικής δεν αρκούσε για να απαλλαγεί ο κατηγορούμενος από την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων όταν κλήθηκε να παρουσιασθεί στις τάξεις του Στρατού την 30-7-2001, αφού μέχρι τον Ιούλιο του 2001 είχε τύχει αναβολής κατάταξης" και "ότι το ανωτέρω πιστοποιητικό ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και ότι κατά την ημερομηνία εκδόσεως του πιστοποιητικού δηλ. την 5-4-2001 δεν υπήρχε καμία στρατιωτική υποχρέωση, απαλλαγείς από την στράτευση, χωρίς να αναφέρει ως αιτία απαλλαγής ότι ήταν ακατάλληλος προς στράτευση", από την παραδοχή της προσβαλλομένης ότι "η διάπραξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως όσον αφορά την επίτευξη να μεταβληθεί η καταχώρηση στα τηρούμενα βιβλία στο Στρατολογικό Γραφείο Ανατολικής Αττικής στοιχεία για την στρατολογική κατάσταση του κατηγορουμένου από ικανού προς στράτευση σε ακατάλληλου για στράτευση, ήταν δυνατή και με την μέσω ετέρου προσώπου, ενεργούντος κατ' εντολή και στο όνομα του, κατάθεση της άνω πλαστής γνωμάτευσης σωματικής ανικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών στο εν λόγω Στρατολογικό γραφείο όπου πράγματι κατετέθη και αργότερα διαπιστώθηκε η εξαπάτηση των αρμοδίων υπαλλήλων αυτού του γραφείου και ζητήθηκε από την υπερκείμενη διεύθυνση στρατολογικού ΓΕΕΘΑ η ακύρωση της μεταβολής αυτής που αφορούσε τον κατηγορούμενο" πληρούται, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανυποταξίας σε ειρηνική περίοδο, σύμφωνα με την νομική σκέψη που προπαρατέθηκε. Σημειώνεται ότι ο δόλος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται ειδικότερα αφού αυτός ενυπάρχει, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, και τα ενάντια υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμα και ως εκ τούτου απορριπτέα. Ο λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, ότι το δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του με τον οποίο υποστήριξε, ότι δεν έλαβε ποτέ την ειδική πρόσκληση για κατάταξη στις τάξεις του στρατού, ούτε γνώριζε την ακύρωση της διοικητικής πράξης απαλλαγής του, η οποία έχει ισχύ μέχρι την ανάκληση ή ακύρωση της με δικαστική απόφαση ή διοικητική πράξη, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τούτο διότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν αρνητικός της κατηγορίας τοιούτος, τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε ως εκ περισσού ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία αυτή παρά, το γεγονός ότι δεν υποχρεούταν σε απάντηση του. Εν συνεχεία η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη, διότι δεν παραθέτει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο ίδιος κατέθεσε την πλαστή ιατρική βεβαίωση, για την στρατολογική κατάστασή του από ικανού προς στράτευση σε ακατάλληλο για στράτευση ,αιτιολογεί δε τούτο με την υποθετική κρίση ότι μπορούσε και τρίτος να την καταθέσει κατ' εντολή του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι με την αιτιολογία αυτή στηρίζεται η πλαστότητα του εγγράφου αυτού, η οποία είναι δεδομένη και δεν συνδέεται με τα στοιχεία που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ανυποταξίας σε περίοδο ειρήνης, (που είναι η γενική ή ειδική πρόσκληση για κατάταξη στις ένοπλες δυνάμεις την ορισμένη ημερομηνία και η μη εμφάνιση του υποχρέου κατ 'αυτή για κατάταξη),αλλά η πλαστότητα αυτή και η χρήση του πλαστού εγγράφου από τρίτο, ήταν προπαρασκευαστική πράξη, προκειμένου με την παραπλάνηση των αρμοδίων αρχών, να επιτευχθεί η πράξη απαλλαγής του αναιρεσείοντος από την στρατιωτική του υποχρέωση με την αιτία της σωματικής του ανικανότητας του.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Ε` του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, (περιλαμβανόμενοι στον τρίτο και τελευταίο λόγο αυτής) με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, και εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παράγραφος 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.
Απορρίπτει, την υπ' αρ. πρωτ. 1580/26-2-2013 αίτηση του Σ. Π. - Μ. του Λ., για αναίρεση της υπ` αριθ.87/ 21-2-2012 αποφάσεως του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα(250) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως. Αδίκημα: Ανυποταξία σε περίοδο ειρήνης. Α) Υπέρβαση εξουσίας λόγω παραδοχής εφέσεως του Εισαγγελέα του Στρατοδικείου ως αιτιολογημένης, Β) Παραβίαση δεδικασμένου, Γ) Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω παραβιάσεως του τεκμηρίου της αθωότητας του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, Δ) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, Ε) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Αιτιολογημένη η έφεση του Εισαγγελέα. Δεν υπάρχει ταυτότητα της πράξεως που είναι αναγκαίο στοιχείο για την στοιχειοθέτηση του δεδικασμένου. Επάρκεια αιτιολογίας. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Δεν παραβιάσθηκε το τεκμήριο αθωότητας. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανυποταξία, Τεκμήριο αθωότητας.
| 0
|
Αριθμός 990/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικόλαου Ζαΐρη), Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Δήμητρα Λεοντάρη - Μπουρνάκα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ. Κ. του Ι., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιαννίδη, για αναίρεση της υπ'αριθ.7111/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσες: 1)Π. Α. του Γ., κάτοικος ... που δεν παρέστη και 2)Σ. Ν. του Α., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Κωστούλα.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1309/2012.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 Π Κ "όποιος επιφέρει, από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του πλημμελήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει να καταβάλλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που ήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης από αμέλεια συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή, σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, κατά το οποίο "όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή, ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση του υπαιτίου να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος μπορεί να πηγάζει είτε από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμβαση ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος και πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 1396/1983 "υποχρέωση λήψης και τήρησης μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα", σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολοκλήρου του έργου σε έναν εργολάβο ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί όσο διαρκεί το έργο αυτό, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι. Κύριος δε του έργου κατά το άρθρο 2 § 3 του ίδιου νόμου θεωρείται "ο κύριος, ο νομεύς ή ο κάτοχος του ακινήτου στο οποίο εκτελείται, ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του τεχνικό έργο". Περαιτέρω στο άρθρο 7 § 2 του ίδιου ως άνω νόμου προβλέπονται οι υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού, μεταξύ των οποίων είναι : 1.Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεση τους... 3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες ......5. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4 & 1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου. Επιβλέπων δε μηχανικός σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου αυτού θεωρείται "πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες τάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματος του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης". Προϋποτίθεται ότι ο φερόμενος ως υπαίτιος λόγω της ιδιαίτερης υποχρέωσης του, συνεπεία του επαγγέλματος του, για τη λήψη και την επίβλεψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, έδωσε εντολή για την συγκεκριμένη εργασία ,χωρίς προηγουμένως, να υποδείξει εγγράφως στον κύριο του έργου και τον εργολάβο τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας και να επιβλέψει την εφαρμογή και την τήρηση τους, γεγονός που προϋποθέτει ότι έλαβε γνώση ότι θα εκτελεσθεί η φάση του έργου αυτού. Τέλος κατά το άρθρο 77 του Ν. 1396/1983 οι ηλεκτρικοί πίνακες διανομής και τροφοδοσίας πρέπει να είναι μεταλλικοί ή πλαστικοί, στεγανού τύπου και να φέρουν αυτόματο προστατευτικό διακόπτη διαφυγής.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ" αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αιτιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ.7111/2012 απόφαση του, από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό που θεωρούνται ενιαίο σύνολο, για την καταδίκη του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια παρ' υπόχρεου, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και ειδικότερα ότι: από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του , τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγουσών τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία ότι αποδείχθηκαν -κατά πιστή μεταφορά -τα ακόλουθα: Η Α. Β., ως ιδιοκτήτρια, μετά από αίτησή της προς την Πολεοδομία του Δήμου Μεγάρων έλαβε την …/8-1-2007 άδεια οικοδομής περί αλλαγής χρήσης της πιλοτής διώροφης οικοδομής στα ... επί της οδού ... σε κατοικία 88,76 τμ. Τη σχετική μελέτη, εκτός από εκείνη που αφορούσε τη θέρμανση, συνέταξε ο κατηγορούμενος Χ. Κ., πολιτικός μηχανικός, ο οποίος, κατόπιν συμφωνίας με την ιδιοκτήτρια, ορίστηκε και επιβλέπων μηχανικός. Περί τις αρχές του καλοκαιριού του έτους 2007 η Α. Β. ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι θα γίνει έναρξη των εργασιών κατασκευή της οικίας της και ο τελευταίος επισκέφθηκε την οικοδομή ενώ αυτή βρισκόταν στο στάδιο της τοιχοποιίας. Μετά την ολοκλήρωση της τοιχοποιίας η Α. Β. ανέθεσε στις αρχές Σεπτεμβρίου 2007 την ηλεκτρολογικές εργασίες στον κουμπάρο της Γ. Ν., 38 ετών, ο οποίος εργαζόταν τότε ως ηλεκτρολόγος στη Χαλυβουργική Ελευσίνας και κατείχε πτυχίο Εσωτερικών Ηλεκτρολογικών Εγκαταστάσεων της 1ης Τεχνικής-Επαγγελματικής Σχολής Ελευσίνας από το 1986 και άδεια βοηθητικού προσωπικού ηλεκτρικών εγκαταστάσεων. Ο Γ. Ν. ανέλαβε αμέσως το έργο και εργαζόταν σ' αυτό σχεδόν καθημερινά και όταν οι υπόλοιπες επαγγελματικές του υποχρεώσεις το επέτρεπαν. Στην υπό κατασκευή όμως οικία της Α. Β. δεν υπήρχε παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και κατ' επέκταση αντίστοιχος πίνακας διανομής και τροφοδοσίας. Επειδή όμως ο Γ. Ν. έκανε χρήση και εργαλείων που λειτουργούσαν με ηλεκτρικό ρεύμα, χρησιμοποιούσε ρευματοδότη (πρίζα) από την αποπερατωμένη οικία του πρώτου ορόφου, η οποία ανήκε στον αδελφό της Α. Β. Ε. Β., καθώς και καλώδιο προέκτασης (μπαλαντέζα). Τη μπαλαντέζα συνέδεε κατά την έναρξη της εργασίας του Γ. Ν., όταν υπήρχε ανάγκη, ο Ε. Β. και την αποσυνέδεε μετά το πέρας αυτής, ο πίνακας δε τροφοδοσίας και διανομής που υπήρχε στην οικία του Ε. Β. δεν διέθετε αυτόματο προστατευτικό διακόπτη διαφυγής. Στις 10-10-2007 και ενώ οι ηλεκτρολογικές εργασίες βρίσκονταν στο τέλος, ο Γ. Ν. μετέβη στην οικοδομή περί ώρα 07.30. Ζήτησε από τον Ε. Β. να συνδέσει την μπαλαντέζα στην οικία του και άρχισε να εργάζεται χρησιμοποιώντας μικρό κομπρεσέρ, συνδεδεμένο στη μπαλαντέζα. Για τη στήριξη του ηλεκτρολογικού υλικού στους τοίχους και την κάλυψη των ανοιγμάτων που δημιουργούνταν ο Γ. Ν. χρησιμοποιούσε τσιμέντο το οποίο αναμείγνυε ο ίδιος με νερό στο δάπεδο της οικίας. Το ίδιο έπραξε και στις 10-10-2007 και έτσι το δάπεδο, στο οποίο υπήρχαν και τα καλώδια του κομπρεσέρ και της μπαλαντέζας, ήταν υγρό. Περί 13.00 ώρα περίπου της ίδιας ημέρας ο Γ. Ν. βρέθηκε νεκρός από την ήδη αποβιώσασα ιδιοκτήτρια στο δάπεδο δωματίου διαστάσεων 3,40 Χ 3,40, ξαπλωμένος ανάσκελα επάνω σε νωπό τσιμέντο και νερό, με έγκαυμα στο δεξιό αντίχειρα, ενώ δίπλα του και σε κοντινή απόσταση βρισκόταν το κομπρεσέρ συνδεδεμένο με την μπαλαντέζα, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ήταν συνδεδεμένη στην οικία του πρώτου ορόφου. Το εξωτερικό περίβλημα του θηλυκού φις της μπαλαντέζας (του φις που συνδεόταν με το κομπρεσέρ) ήταν αποκολλημένο από το υπόλοιπο σώμα της και τα ηλεκτροφόρα καλώδια αυτής γυμνά επάνω στο υγρό τσιμέντο. Κατά τη νεκροψία και νεκροτομή που διενεργήθηκε από την ιατροδικαστή Σ. Μ. διαπιστώθηκε ότι ο θάνατος του Γ. Ν. επήλθε από ηλεκτροπληξία. Προκλήθηκε δε η ηλεκτροπληξία από τη διαρροή ηλεκτρικού ρεύματος από τη μπαλαντέζα στο σώμα του Γ. Ν., όταν ο τελευταίος επιχείρησε να αποσυνδέσει το κομπρεσέρ από τη μπαλαντέζα που ήταν φθαρμένη και απλωμένη στο υγρό δάπεδο και κατά την αποσύνδεση λόγω της φθοράς αποκολλήθηκε το εξωτερικό περίβλημα του φις της μπαλαντέζας και απογυμνώθηκαν τα καλώδια της. Για το ατύχημα υπάρχει αμέλεια του κατηγορουμένου, ο οποίος από έλλειψη προσοχής, την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, τις γνώσεις του και το επάγγελμα του έχοντας προς τούτο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, δεν προείδε το παραπάνω αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του. Ειδικότερα, ενώ ήταν επιβλέπων μηχανικός του έργου, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 1396/1983, δεν έδωσε στην ιδιοκτήτρια Α. Β. σαφείς οδηγίες περί των μέτρων ασφαλείας που όφειλε να λάβει για την ηλεκτρική εγκατάσταση. Δεν έδωσε οδηγίες για την εκτέλεση των ηλεκτρολογικών εργασιών από αδειούχο ηλεκτρολόγο και την τοποθέτηση πίνακα διανομής και τροφοδοσίας ηλεκτρικού ρεύματος με αυτόματο προστατευτικό διακόπτη ασφαλείας στην οικία της και σε κάθε περίπτωση τη χρήση ρευματοδότη από πίνακα που να διέθετε αυτόματο προστατευτικό διακόπτη ασφαλείας, ο οποίος θα διέκοπτε αυτόματα την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στη μπαλαντέζα όταν προκλήθηκε η διαρροή και θα αποφευγόταν έτσι η ηλεκτροπληξία του θανόντος. Ακόμη, ενώ όφειλε να επιβλέπει το έργο κατά τακτά χρονικά διαστήματα, δεν το επισκέφθηκε καθόλου καθ' όλη τη διάρκεια του ενός περίπου μηνός που ο θανών εργαζόταν σ' αυτό, ενώ εάν το είχε επισκεφθεί θα διαπίστωνε ότι ο θανών δεν ήταν αδειούχος ηλεκτρολόγος και ότι χρησιμοποιούσε ηλεκτροκίνητα εργαλεία τα οποία συνέδεε με την παροχή του πρώτου ορόφου με φθαρμένη μπαλαντέζα και χωρίς ο αντίστοιχος πίνακας να φέρει προστατευτικό διακόπτη διαφυγής και θα έδιδε οδηγίες τόσο στο θανόντα όσο και στην Α. Β. για τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας που έπρεπε να ληφθούν. Σημειώνεται ότι για την επίβλεψη και επίσκεψη της οικοδομής από τον κατηγορούμενο και κατά το στάδιο των ηλεκτρολογικών εργασιών δεν απαιτούνταν ειδική ειδοποίηση από μέρους της ιδιοκτήτριας, καθόσον ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε νια την έναρξη των εργασιών στις αρχές του καλοκαιριού 2007 και επισκέφθηκε το έργο κατά το στάδιο της τοιχοποιίας, ενώ στη συνέχεια δεν έγινε διακοπή των εργασιών, ώστε να απαιτούνταν νέα ενημέρωσή του αλλά αντίθετα οι εργασίες συνεχίζονταν κανονικά και ο κατηγορούμενος ως εκ της ιδιότητας του επιβλέποντος είχε την υποχρέωση να επιβλέπει το έργο και να δίδει οδηγίες σε κάθε στάδιο αυτού." Ακολούθως τον κήρυξε ένοχο της αξιοποίνου πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια παρ' υπόχρεου και του επέβαλλε ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Έτσι όμως που αποφάνθηκε το δικαστήριο της ουσίας , καθ' όσον αφορά την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δε διέλαβε στην απόφαση του την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία . Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατά το στάδιο της απολογίας του, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι, μετά την εκτέλεση της εργασίας της τοιχοποιϊας στην οικοδομή, κυριότητας της Α. Β., όπου πράγματι είχε εκδώσει την οικοδομική άδεια και ήταν ο επιβλέπων μηχανικός, που έλαβε χώρα τον Αύγουστο του έτους 2007, δεν ενημερώθηκε από κανέναν ότι θα συνέχιζαν τις εργασίες των ηλεκτρολογικών καλωδιώσεων της οικοδομής όπως είθισται. Ο ισχυρισμός αυτός ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, λαμβανομένων υπ' όψη και των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά τις οποίες "η ιδιοκτήτρια της οικοδομής κατά τις αρχές του καλοκαιριού .ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι θα γίνει έναρξη των εργασιών και ο τελευταίος επισκέφθηκε την οικοδομή ενώ αυτή βρισκόταν στο στάδιο της τοιχοποιίας. Μετά την ολοκλήρωση της τοιχοποιίας η Α. Β. ανέθεσε στις αρχές Σεπτεμβρίου 2007, τις ηλεκτρολογικές εργασίες στον κουμπάρο της Γ. Ν., ο οποίος εργαζόταν τότε ως ηλεκτρολόγος στην Χαλυβουργική...." Ήτοι ενώ από το σύνολο των παραδοχών συνάγεται ότι ο θάνατος του ηλεκτρολόγου οφείλεται σε ηλεκτροπληξία από ελαττωματική μπαλαντέζα με γυμνά καλώδια που αυτός χρησιμοποίησε όχι από πίνακα της οικοδομής που δεν υπήρχεν, αλλά από οικοδομή άλλου ορόφου τρίτου και ότι την ανάθεση των ηλεκτρολογικών εργασιών και την εντολή για την εκτέλεση τους, την έδωσε μόνη η ιδιοκτήτρια του έργου, δεν εκτίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση, συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να συνάγεται ότι η ανωτέρω ιδιοκτήτρια της οικοδομής ενημέρωσε όπως όφειλεν τον κατηγορούμενο επιβλέποντα μηχανικό για το χρόνο και τρόπο συνέχισης των ηλεκτρικών εργασιών και μάλιστα αυθαίρετα από μη αδειούχο ηλεκτρολόγο και από παροχή γειτονικού ακινήτου, ήτοι γνώση ή εντολή και του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου μηχανικού για τη συνέχιση της φάσης αυτής της οικοδομής, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας που στοιχειοθετεί και την ποινική του ευθύνη. Η έλλειψη αιτιολογίας ως προς αυτόν τον βασικό αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, δεν μπορεί να καλυφθεί από την γενική κρίση ενοχής που παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "για την επίβλεψη και επίσκεψη της οικοδομής από τον κατηγορούμενο και κατά το στάδιο των ηλεκτρολογικών εργασιών δεν απαιτούνταν ειδική ειδοποίηση από μέρους της ιδιοκτήτριας, καθ' όσον ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε για την έναρξη των εργασιών στις αρχές του καλοκαιριού του 2007 και επισκέφθηκε το έργο κατά το στάδιο της τοιχοποιϊας, ενώ στη συνέχεια δεν έγινε διακοπή των εργασιών, ώστε να απαιτείται νέα ενημέρωση του, αλλά αντίθετα οι εργασίες συνεχίζονταν κανονικά και ο κατηγορούμενος ως εκ της ιδιότητας του επιβλέποντος μηχανικού είχε την υποχρέωση να επιβλέπει το έργο και να δίνει οδηγίες". Τούτο διότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα νομική σκέψη, ο επιβλέπων μηχανικός έχει υποχρέωση να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας και να επιβλέπει την λήψη τους και την τήρηση τους, κατά περίσταση και κατά φάση του έργου, όπως κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έπραξε κατά το στάδιο της τοιχοποιϊας" που ενημερώθηκε για την έναρξη των εργασιών της, και όχι κατά την γενική έναρξη των εργασιών αυτού. Σημειώνεται στο σημείο τούτο, ότι η οικοδομική άδεια αφορούσε μεταβολή της πυλωτής της διώροφης οικίας, σε χώρο κυρίας χρήσεως, οπότε πρώτο στάδιο της οικοδομής ήταν η τοιχοποιία. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ! λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρθρ. 519 ΚΠΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.
Αναιρεί την υπ' αρ. 7111/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.-
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πραγματικά περιστατικά. Εργατικό ατύχημα. Ανθρωποκτονία από αμέλεια παρ' υποχρέου Κανονισμοί ασφαλείας. Ποινική Δικονομία. Λόγοι αναίρεσης: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η ποινική ευθύνη του επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού προϋποθέτει ότι αυτός έδωσε εντολή για τη συγκεκριμένη φάση του οικοδομικού έργου χωρίς να δώσει έγγραφες οδηγίες για τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας στον κύριο του έργου και να επιβλέψει τη λήψη και την τήρηση τους .Δεν υπάρχει επάρκεια αιτιολογίας αν δεν αναφέρονται συγκεκριμένο περιστατικά της ανωτέρω προϋποθέσεως, εν όψει και του βασικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, για την έλλειψη ενημέρωσης του για την αρξαμένη με την πρωτοβουλία της κυρίας του έργου φάση της ηλεκτρικής εγκοταστάσεως στο έργο με πρόσληψη οπό την ίδια του ηλεκτρολόγου. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αναίρεση μερική, Υγιεινή και ασφάλεια εργασίας.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 980/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοϊνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Σ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Οββαδία Ναμία, περί αναιρέσεως της 3807/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 425/13.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, όπως είναι και η επίτευξη χορηγήσεως παρατάσεως της προθεσμίας εξοφλήσεως οφειλής, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, η οποία αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ, 1 του άρθρου 216, στοιχειοθετείται αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον τρίτο και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση του εγγράφου ή και να παραπλανηθεί από αυτό ο τρίτος, ή όταν χρησιμοποιηθεί το πλαστό έγγραφο κατά οποιονδήποτε τρόπο άμεσα ή έμμεσα με άλλο πρόσωπο που διατελεί σε καλή πίστη ως προς την πλαστότητα του εγγράφου. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρ. 13 εδ. γ του ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3807/2012 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα πλαστογραφίας με χρήση, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα. Ειδικότερα, η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, συνίσταται, κατά το διατακτικό της αποφάσεως, στο ότι αυτός: "Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 15.6.2009 μέχρι 22.6.2009, κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Το έγγραφο δε αυτό στη συνέχεια το χρησιμοποίησε. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και σε μη επακριβώς προσδιορισθείσα ημερομηνία του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, κατάρτισε την με ημερομηνία εκδόσεως 22.12.2008 υπ' αριθμ. 353 Διάταξη της 2ης Ειδικής Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία συμπεριέλαβε και το δικό του ονοματεπώνυμο μεταξύ των προσώπων, κατά των οποίων φερόταν ότι είχε εκδοθεί η Διάταξη αυτή που απαγόρευε "την κίνηση των λογαριασμών των προσώπων αυτών που τηρούνται σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό της ημεδαπής, καθώς και το άνοιγμα των θυρίδων του θησαυροφυλακίου των προσώπων αυτών". Κάτω δε από αυτό το κείμενο αυτής της Διάταξης έθεσε χωρίς δικαίωμα την επίσημη στρογγυλή σφραγίδα του Πρωτοδικείου Αθηνών και την υπογραφή της φερομένης ως εκδότριας, ανωτέρω Ανακρίτριας, Σ. Π., που από το 2006 είχε ήδη μετατεθεί από το ως άνω Ανακριτικό Γραφείο. Την πλαστογραφία αυτή την έκανε με σκοπό να παραπλανήσει τον Γ. Μ., πληρεξούσιο δικηγόρο, του κατοίκου Αυστραλίας R. H., στον οποίο όφειλε χρηματικό ποσό 107.000 ευρώ, ότι δήθεν οι τραπεζικοί του λογαριασμοί είχαν δεσμευθεί με την ανωτέρω Διάταξη της Ανακρίτριας και δεν μπορούσε να εξοφλήσει την ως άνω οφειλή του, ώστε να επιτύχει τη χορήγηση παρατάσεως εξοφλήσεώς της. Κατόπιν την ανωτέρω πλαστή Διάταξη της 2ης Ειδικής Ανακρίτριας Πρωτοδικείου Αθηνών την χρησιμοποίησε, παραδίδοντάς την στον ως άνω δικηγόρο Γ. Μ. για να δικαιολογήσει την άρνησή του να καταβάλει το ανωτέρω οφειλόμενο χρηματικό ποσό και να επιτύχει τη χορήγηση παρατάσεως εξοφλήσεώς του". Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, πρότεινε, δια του συνηγόρου του, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, τον ισχυρισμό ότι: "... Στην προκειμένη περίπτωση η σε βάρος μου κατηγορία της πλαστογραφίας δεν στοιχειοθετείται για νομικούς λόγους, δεδομένου ότι δεν υπήρχε σε μένα σκοπός παραπλάνησης για γεγονός δυνάμενο να δημιουργήσει, μεταβάλλει ή να καταργήσει δικαίωμα του μηνυτή. Και τούτο διότι ουδέποτε αρνήθηκα την ύπαρξη της συγκεκριμένης προς αυτόν οφειλής, για την οποία μάλιστα είχα αποδεχθεί και σχετικές συναλλαγματικές που πιστοποιούν την έμπρακτη αναγνώριση της οφειλής μου. Επομένως κατ' ουδένα τρόπο η υπό κρίση διάταξη ήταν πρόσφορη να αλλοιώσει ή να καταργήσει το αδιαμφισβήτητο δικαίωμα του μηνυτή ως προς το οφειλόμενο ποσό. Η μοναδική αντικειμενική συνέπεια του εγγράφου αυτού ήταν να δικαιολογήσει σε επίπεδο επαγγελματικής δεοντολογίας την επιβαλλόμενη για άλλους προσωπικούς μου λόγους, καθυστέρηση καταβολής και του τελευταίου οφειλομένου ποσού η οποία εντέλει και επακολούθησε".
Ο ως άνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ανεξαρτήτως του ότι δεν είναι αυτοτελής, όπως υπολαμβάνει αυτός, αλλά αποτελεί άρνηση υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος της πλαστογραφίας, για το οποίο καταδικάσθηκε, και, συνεπώς, της κατηγορίας, δεν είναι νόμιμος, γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, οι έννομες συνέπειες, τις οποίες μπορεί να έχει η χρήση του πλαστού εγγράφου, είναι δυνατόν να συνίστανται και στη μεταβολή δικαιώματος, η οποία επέρχεται και με την επίτευξη χορηγήσεως παρατάσεως εξοφλήσεως μιας οφειλής, αφού, με τον τρόπο αυτό, μετατίθεται ο χρόνος, κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθεί το οφειλόμενο ποσό. Επομένως, το Πενταμελές Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Παρά ταύτα, τον απέρριψε, με την αιτιολογία ότι: "... ο κατηγορούμενος με την εξ υπαρχής κατάρτιση του άνω εγγράφου και τη χρήση του επιδίωκε την πλάνη του Γ. Μ., ως προς το γεγονός ότι αδυνατούσε, λόγω της δήθεν δέσμευσης των τραπεζικών του λογαριασμών, να εξοφλήσει την άνω ήδη ληξιπρόθεσμη οφειλή του, ώστε να επιτύχει τη χορήγηση παράτασης της προθεσμίας εξόφλησής της, η οποία συνεπαγόταν έννομες συνέπειες, αφού οδηγούσε στη μεταβολή (αλλοίωση) του χρόνου της οφειλόμενης παροχής του. Ο ισχυρισμός, επομένως, του κατηγορουμένου, που υποβλήθηκε εγγράφως και αναπτύχθηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, ότι δεν στοιχειοθετείται νομικά πλαστογραφία, διότι η άνω διάταξη δεν ήταν πρόσφορη να αλλοιώσει ή καταργήσει το δικαίωμα του R. H. ως προς το οφειλόμενο ποσό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος". Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22 Φεβρουαρίου 2013 (με αριθ. πρωτ. 1548/2013) αίτηση (δήλωση) του Ν. Σ. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 3807/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουλίου 2013.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήση. Στοιχεία εγκλήματος, γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, από την παραπλάνηση με το πλαστό, είναι και η μεταβολή δικαιώματος, η οποία επέρχεται και με την επίτευξη χορηγήσεως παρατάσεως εξοφλήσεως οφειλής. Με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε ισχυρισμός για το αντίθετο, ο οποίος είναι όχι αυτοτελής, αλλά αρνητικός υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας. Απόρριψη αιτήσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Πλαστογραφία.
| 0
|
Αριθμός 979/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοΐνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Φ. του Β., κατοίκου ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Λεπίδα, για αναίρεση της υπ'αριθ.1805/2012 και 188/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 361/2013.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ, "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α του ιδίου Κώδικα, απαιτούνται α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο το δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κρατικό οργανισμό ή σε κάποιον άλλον. Το έννομο αγαθό που προστατεύει η διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ και προσβάλλεται με την αξιόποινη πράξη που προβλέπεται από αυτή είναι η λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών και των κρατικών οργανισμών αποκλειστικά προς το συμφέρον της πολιτείας και της κοινωνίας, που έχουν ταχθεί να εξυπηρετούν οι υπάλληλοι με χρηστότητα και καθαρότητα. Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνο αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βουλήσεως και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και όχι απλώς η παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν άλλα συμφέροντα των δημοσίων υπηρεσιών ή οργανισμών, όπως η εύρυθμη λειτουργία αυτών, η τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας κλπ. Ως υπάλληλος κατά το άρθρο 13α του ΠΚ νοείται κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημοσίου δικαίου, τέτοιος δε είναι και ο διοικητής νοσοκομείου του ΕΣΥ (το οποίο αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου - άρθρο 7 ν. 3329/2005). Ο δόλος του δράστη συνίσταται είτε στη θέληση είτε στη γνώση και αποδοχή της παραβάσεως των υπηρεσιακών του καθηκόντων (άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος). Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης συντρέχει όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει παράνομη ωφέλεια ή βλάβη και, συγχρόνως, όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από το δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρθρου 259 του ΠΚ δεν απαιτείται να πραγματοποιηθεί η επιδιωκόμενη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη. Ενώ αν η παράβαση καθήκοντος έγινε για άλλο σκοπό ή με κανένα σκοπό ή η ωφέλεια ή η βλάβη επέρχεται ως συμπτωματική συνέπεια της παραβάσεως, τότε το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται. Τέτοιο παράνομο όφελος, κατά την έννοια του άρθρου 259 του ΠΚ, είναι κάθε όφελος, το οποίο επιδιώκεται με την παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 3 του ν. 3329/2005 "Περιφ. Σύστημα ΕΣΥ και Κοιν. Αλληλεγγύης ΔΥΠΕ - Νοσοκομεία, κ.λπ.", "η θητεία των Προέδρων Γενικών Διευθυντών των Πε.Σ.Υ.Π. και των Διοικητών και Αναπληρωτών Διοικητών των Νοσοκομείων, η οποία λήγει την 28η Φεβρουαρίου 2005, παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι την ημερομηνία έκδοσης των αποφάσεων του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης περί διορισμού των νέων Διοικητών των Δ.Υ.ΠΕ. και των νέων Διοικητών και Αναπληρωτών Διοικητών των Νοσοκομείων, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του νόμου". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 περ. η του ν. 301/1976 "περί της εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσιευομένης ύλης ...", ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της επίδικης πράξεως (πριν, δηλαδή, από την κατάργησή του με τον ν. 3469/2006), στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσιεύονται υποχρεωτικώς, μεταξύ άλλων, και οι πράξεις διορισμού δημοσίων υπαλλήλων και υπαλλήλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α του ίδιου ν. 301/1976, "η εκτέλεσις των κατά νόμον δημοσιευτέων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως πράξεων δεν δύναται να χωρήση προ της κατά το προηγούμενον άρθρον δημοσιεύσεως αυτών". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, συνάγεται ότι η θητεία των Διοικητών των Νοσοκομείων, η οποία έληγε την 28 Φεβρουαρίου του 2005, παρατείνεται μέχρι να δημοσιευθούν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως οι υπουργικές αποφάσεις περί διορισμού των νέων, αφού η έκδοση των αποφάσεων αυτών δεν έχει καμιά έννομη συνέπεια αν δεν επακολουθήσει η δημοσίευση. Δεν μπορεί δε να παραταθεί και πέραν της δημοσιεύσεως και μέχρι την πραγματική ανάληψη από τους νέους Διοικητές των καθηκόντων τους, καθόσον, αν ο Νομοθέτης ήθελε κάτι τέτοιο, θα εκφραζόταν ρητά.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 και 112 του ΠΚ προκύπτει ότι ο χρονικός προσδιορισμός της εκδηλώσεως της ενέργειας του υπαιτίου που συνέχεται με το εγκληματικό αποτέλεσμα, αποτελεί πραγματικό περιστατικό και υπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο μπορεί, εκτιμώντας τις αποδείξεις, να καθορίσει χρόνο τελέσεως της πράξεως διαφορετικό από τον αναφερόμενο στον κατηγορητήριο, ενώ και το εφετείο μπορεί με τις ίδιες προϋποθέσεις να καθορίσει χρόνο τελέσεως διαφορετικό από αυτόν που υπάρχει στο κατηγορητήριο ή που δέχτηκε η πρωτόδικη απόφαση, χωρίς ο ακριβέστερος αυτός καθορισμός να αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, εκτός αν ο προσδιορισμός αυτός ασκεί επιρροή στην ταυτότητα της πράξεως ή στην επελθούσα ήδη παραγραφή του αξιοποίνου αυτής. Ανεπίτρεπτη δε μεταβολή του χρόνου τελέσεως της πράξεως επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατ` άρθρο 171 παρ. 1 περ. β του ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Η εσφαλμένη ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (Ολ ΑΠ 3/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1805/2012 και 188/2013 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα παραβάσεως καθήκοντος, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα. Ειδικότερα, η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, συνίσταται στο ότι αυτός: "Στο …την 13-5-2005 ενώ ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13εδ.α' ΠΚ, με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος και να βλάψει κάποιον άλλον. Συγκεκριμένα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, με την ιδιότητά του ως διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου Κεφαλληνίας, κατά την πρόσληψη προσωπικού στο ανωτέρω νοσοκομείο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου οκτώ (8) μηνών, για την κάλυψη επειγουσών υπηρεσιακών αναγκών, που έλαβε χώρα ύστερα από την με αριθμό πρωτοκόλλου 515/28.3.2005 ανακοίνωση του Γενικού Νοσοκομείου Κεφαλληνίας [περί πρόσληψης δέκα (10) υπαλλήλων με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (8) μηνών], σύμφωνα με την με αριθμό Υ10β/Γ.Π.οικ.9522/3-205/27-1-2005 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και με τις προϋποθέσεις και την διαδικασία του άρθρου 21 του Ν.2190/1994, που καθόριζε την επιλογή των υποψηφίων υπαλλήλων σε Ν.Π.Δ.Δ., ενεργών κατά παράλειψη των υπηρεσιακών του καθηκόντων, μετέβαλε την σειρά πρόσληψης του εποχικού προσωπικού στον πίνακα προσόντων και βαθμολογίας υποψηφίων ΔΕ με ειδικότητα διοικητικού λογιστικού, που του είχε παραδοθεί από τους αρμόδιους υπαλλήλους του νοσοκομείου, τόσο σε έγγραφη, όσο και σε ηλεκτρονική μορφή (δισκέτα ηλεκτρονικού υπολογιστή), αλλοιώνοντας τα κριτήρια πρόσληψης (προσόντα) της Δ. Π. και την αντίστοιχη βαθμολογία, κατά τρόπο ώστε τελικά αυτή να φέρεται ότι διαθέτει 1678,80 μονάδες, αντί του κανονικού 248,80 και να λάβει έτσι την πρώτη θέση στον σχετικό πίνακα πρόσληψης. Ειδικότερα, στον ως άνω πίνακα (προσόντων και βαθμολογίας υποψηφίων ΔΕ με ειδικότητα διοικητικού λογιστικού) εμφάνισε την Δ. Π., ως έχουσα δεκατρείς (13) μήνες ανεργίας, ενώ αυτή δεν είχε δηλώσει χρόνο ανεργίας, αφήνοντας κενή την αντίστοιχη θέση, στην με αριθμό πρωτοκόλλου 1.554/18.4.2005 αίτηση - υπεύθυνη δήλωση της προς το Γενικό Νοσοκομείο Κεφαλληνίας για την πρόσληψη της με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου σε υπηρεσίες του δημοσίου ή νομικά πρόσωπα ή ΟΤΑ ή δημοτικές επιχειρήσεις σε ανταπόκριση της με αριθμό πρωτοκόλλου 515/28.3.2005 ανακοίνωσης και της πρόσθεσε έτσι τον ανώτερο προβλεπόμενο για το συγκεκριμένο κριτήριο πρόσληψης αριθμό των 1.400 μονάδων. Εξάλλου, εμφάνισε την ίδια ως άνω Δ. Π., ως έχουσα δυο (2) ανήλικα τέκνα, ενώ αυτή στην αντίστοιχη θέση της παραπάνω αίτησης είχε δηλώσει ότι έχει ένα (1) ανήλικο τέκνο και της πρόσθεσε έτσι τον προβλεπόμενο γι' αυτό το κριτήριο αριθμό των 30 μονάδων. Αποτέλεσμα αυτών ήταν να ωφεληθεί η Δ. Π., αφού, συγκεντρώνοντας πλέον 1.678,80 μονάδες και λαμβάνοντας έτσι την 1η (πρώτη) θέση στον σχετικό πίνακα προσόντων και βαθμολογίας υποψηφίων ΔΕ με ενότητα διοικητικού λογιστικού, αντί της 10-δέκατης (με 248,80 μονάδες), άφησε στην 2η (δεύτερη) θέση την Ε. Μ. του Σ., η οποία συγκέντρωσε 1.675,45 μονάδες. Την δε τελευταία, με την ως άνω πράξη του, έβλαψε αφενός μεν οικονομικά κατά το χρηματικό ποσό των 900 ευρώ περίπου, που έπρεπε να της καταβληθεί για το χρονικό διάστημα των 25 ημερών εργασίας, που απώλεσε μέχρι την αποκατάσταση της ορθής σειράς από τον νέο διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου Κεφαλληνίας, Σ. Χ. του Ν.". Πρωτοδίκως, όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της 711/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κεφαλληνίας, είχε κριθεί ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται στις 19.5.2005, οπότε, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως αυτής, είχε αυτός την ιδιότητα του Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου Κεφαλληνίας. Δηλαδή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μετέθεσε το χρόνο τελέσεως της πράξεως κατά έξι ημέρες πριν από τη χρονολογία που ο αναιρεσείων κρίθηκε πρωτοδίκως ότι την τέλεσε. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προς τη μετάθεση του χρόνου τελέσεως της ένδικης πράξεως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος με την υπ' αριθμ. ΥΙΟ β/Γ. Π. ο ι κ. 882 2 5/6-9-2004 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθμ. 214/14-9-2004 ΦΕΚ, διορίστηκε Διοικητής πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης του εδρεύοντος στο …Γενικού Νοσοκομείου Κεφαλληνίας, το οποίο είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (άρθρο 7 του ν. 3329/2005 (ΦΕΚ Α' 81/4-4-2005), με θητεία μέχρι 28-2-2005, η οποία παρατάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 3 του ν. 3329/2005 αυτοδικαίως μέχρι την ημερομηνία έκδοσης αποφάσεων του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης περί διορισμού των νέων Διοικητών Δ.Υ.ΠΕ. και νέων Διοικητών και Αναπληρωτών Διοικητών Νοσοκομείων και τελικά έληξε στις 23-5-2005. Με την υπ' αριθμ. Υ10β/Γ.Π.οικ.95225/3-2-2005 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης κατανεμήθηκε το προσωπικό, ..., με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, διάρκειας 8 μηνών, ... Στη συνέχεια δε στις 13-5-2005, ημέρα Παρασκευή, εκτύπωσαν το έγγραφο με τίτλο "ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΕΠΟΧΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΡΟΣΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑΣ ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΔΕ". Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό από τους 14 ονομαστικά αναφερόμενους εκεί υποψηφίους κατηγορίας ΔΕ τα περισσότερα μόρια, ήτοι 1675,45, συγκέντρωνε η Ε. Μ., η οποία κατατάχτηκε στην 1η θέση, ενώ η Δ. Π. κατατάχτηκε στη 10η θέση, συγκεντρώνοντας 248,80 μόρια. Επίσης εκτύπωσαν και το έγγραφο με τίτλο "ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΕΠΟΧΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΠΙΝΑΚΑΣ ΔΙΟΡΙΣΤΕΩΝ ΣΕ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟΥ", στο οποίο αναγραφόταν ως διοριστέα η Ε. Μ. Την ίδια ημέρα (13-5-2005) η Ρ. Κ. άφησε τους πίνακες αυτούς στο γραφείο του κατηγορουμένου για να τους ελέγξει και να τους υπογράψει. Επίσης τους άφησε και σε ηλεκτρονική μορφή, ήτοι σε φορητή συσκευή αποθήκευσης δεδομένων (φλασάκι), όπως της ζήτησε ο κατηγορούμενος. Όμως ο κατηγορούμενος την ημέρα αυτή στο …υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, ... , κατά παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, όπως προβλέπονται από ..., εκτύπωσε νέο πίνακα προσόντων και βαθμολογίας υποψηφίων με την ίδια μορφή όπως και αυτός που του παραδόθηκε από τη Ρ. Κ., στον οποίο μετέβαλε τη σειρά κατάταξης των υποψηφίων κατηγορίας ΔΕ, αλλάζοντας τα κριτήρια πρόσληψης της Δ. Π. και τον αριθμό των μορίων που αυτή συγκέντρωνε, ώστε να φέρεται ότι συγκεντρώνει 1678,80 μόρια, λαμβάνοντας έτσι την 1η θέση. ... Στις 16-5-2005, ημέρα Δευτέρα και ενώ ο κατηγορούμενος δεν είχε επιστρέψει στην ..., η Ρ. Κ. όταν πήγε στο γραφείο του να παραλάβει τους πίνακες, διαπίστωσε την προαναφερόμενη αλλαγή στον πίνακα προσόντων και βαθμολογίας υποψηφίων. Αμέσως ενημέρωσε τη Μ. Κ. και αυτή τον προϊστάμενο διοικητικού του νοσοκομείου Ο. Γ.. ... Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος επέστρεψε στην …και αφού υπέγραψε τον εκτυπωμένο απ` αυτόν πίνακα προσόντων και βαθμολογίας υποψηφίων, καθώς και τον πίνακα διοριστέων, στον οποίο εμφανιζόταν η Δ. Π. ως διοριστέα, στους οποίους πίνακες τέθηκε ως ημερομηνία σύνταξης η 19η-5-2005, προκειμένου να μην απέχει από την ημερομηνία διαβίβασής τους, διαβιβάστηκαν αυτοί με το υπ" αριθμ. πρωτ. 2111/19-5-2005 έγγραφο του Γενικού Νοσοκομείου Κεφαλληνίας, που υπέγραψε ο ίδιος, στο Διοικητή της Δ.Υ.ΠΕ Ιονίων Νήσων και στη συνέχεια εστάλησαν από τον τελευταίο στο Α.Σ.Ε.Π. Βάσει των πινάκων αυτών η Δ. Π. προσλήφθηκε στις 30-5-2005 ... Εν τω μεταξύ με την υπ' αριθμ. ΥΙΟβ/Γ.Π.οικ.47321/9-5-2005 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθμ. 109/16-5-2005 ΦΕΚ, ο κατηγορούμενος είχε διοριστεί Αναπληρωτής Διοικητής του Γενικού Νοσοκομείου "ΑΣΚΛΗΠΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ" και με την υπ' αριθμ. ΥΙΟβ/Γ.Π.οικ.47865/10-5-2005 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθμ. 111/17-5-2005 ΦΕΚ, διορίστηκε Διοικητής του Γενικού Νοσοκομείου Κεφαλληνίας, ο Σ. Χ., ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 25-5-2005. ... Τέλος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι κατά το χρόνο υπογραφής των πινάκων (19-5-2005) από τον ίδιο δεν είχε την ιδιότητα του Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου Κεφαλληνίας, καθόσον από 17-5-2005 είχε ήδη δημοσιευτεί η απόφαση διορισμού του νέου Διοικητή του Νοσοκομείου, δεν είναι βάσιμος, καθόσον αποδείχτηκε ότι αυτός τέλεσε την παραπάνω πράξη στις 13-5-2005, είχε δε την ιδιότητα του Διοικητή του ως άνω Νοσοκομείου έως 23-5-2005, γι' αυτό εξάλλου υπόγραψε στις 19-5-2005 και το προαναφερόμενο διαβιβαστικό έγγραφο. Κατόπιν αυτών πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος ...".
Κατά τις παραδοχές, λοιπόν, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του διορισμού του νέου Διοικητή Σ. Χ. έλαβε χώραν στις 17.5.2005. Από την ημέρα δε εκείνη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, έληξε η θητεία του αναιρεσείοντος και αυτός είχε παύσει να έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου ως Διοικητής του Γενικού Νοσοκομείου Κεφαλληνίας και, επομένως, οποιαδήποτε πράξη που φέρεται ότι τέλεσε αυτός μετά τη χρονολογία αυτή δεν μπορεί να θεμελιώσει το έγκλημα της παραβάσεως καθήκοντος. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι η θητεία του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος παρατάθηκε και μετά τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του διορισμού του νέου Διοικητή Σ. Χ. (17.5.2005) και μέχρι την ανάληψη από τον τελευταίο των καθηκόντων του, ερμήνευσε εσφαλμένως τις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Κατά συνέπειαν, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, τον οποίο ο αναιρεσείων στηρίζει στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, αλλά υποστηρίζει τα αυτά, είναι βάσιμος.
Περαιτέρω, στις 19 Μαΐου 2005, που κρίθηκε, πρωτοδίκως, ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος που του αποδίδεται, όπως αναφέρθηκε, δεν είχε αυτός την ιδιότητα του υπαλλήλου. Επομένως, η, από το Τριμελές Εφετείο, μετάθεση του χρόνου τελέσεως της πράξεως στις 13.5.2005, σε χρόνο, δηλαδή, που δεν είχε δημοσιευθεί, ακόμη, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ο διορισμός του νέου Διοικητή, οπότε εξακολουθούσε να παραμένει Διοικητής ο αναιρεσείων, ήταν ανεπίτρεπτη και επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατ` άρθρο 171 παρ. 1 περ. β του ΚΠοινΔ, κατά παραδοχή του, από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτου λόγου αναιρέσεως, αφού ο προσδιορισμός αυτός ασκεί επιρροή στην ταυτότητα της πράξεως, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, ο αναιρεσείων στις 17.5.2005 είχε ήδη απολέσει την ιδιότητα του υπαλλήλου (Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου Κεφαλληνίας), την οποία διατηρούσε στις 13.5.2005.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 εδ. α του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 του ν. 3160/2003, "αν ασκηθεί αναίρεση επειδή έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ο Άρειος Πάγος δεν παραπέμπει την υπόθεση αλλά εφαρμόζει τη σωστή ποινική διάταξη και, αν δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, το Τριμελές Εφετείο, κάνοντας εσφαλμένη ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 259 του ΠΚ και των διατάξεων των άρθρων 42 παρ. 3 του ν. 3329/2005 και 2 παρ. 1 περ. η και 8 παρ. 1 εδ. α του ν. 301/1976, οι οποίες αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή αυτής, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για παράβαση καθήκοντος που φέρεται ότι τελέστηκε σε χρόνο, κατά τον οποίο αυτός δεν είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου, η μετάθεση δε του χρόνου τελέσεως, αφού επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως, δεν ασκεί καμιά επιρροή. Πρέπει, επομένως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ο αναιρεσείων να κηρυχθεί αθώος για την πράξη που του αποδίδεται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 1805/2012, 188/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πατρών.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ το κατηγορούμενο Ι. Φ. του Β. ΑΘΩΟ του ότι: Στο …την 19-5-2005, ενώ ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ.α' ΠΚ, με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος και να βλάψει κάποιον άλλον. Συγκεκριμένα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, με την ιδιότητά του ως διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου Κεφαλληνίας, κατά την πρόσληψη προσωπικού στο ανωτέρω νοσοκομείο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου οκτώ (8) μηνών, για την κάλυψη επειγουσών υπηρεσιακών αναγκών, που έλαβε χώρα ύστερα από την με αριθμό πρωτοκόλλου 515/28.3.2005 ανακοίνωση του Γενικού Νοσοκομείου Κεφαλληνίας [περί πρόσληψης δέκα (10) υπαλλήλων με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (8) μηνών], σύμφωνα με την με αριθμό Υ10β/Γ.Π.οικ.9522/3-205/27-1-2005 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και με τις προϋποθέσεις και την διαδικασία του άρθρου 21 του Ν.2190/1994, που καθόριζε την επιλογή των υποψηφίων υπαλλήλων σε Ν.Π.Δ.Δ., ενεργών κατά παράλειψη των υπηρεσιακών του καθηκόντων, μετέβαλε την σειρά πρόσληψης του εποχικού προσωπικού στον πίνακα προσόντων και βαθμολογίας υποψηφίων ΔΕ με ειδικότητα διοικητικού λογιστικού, που του είχε παραδοθεί από τους αρμόδιους υπαλλήλους του νοσοκομείου, τόσο σε έγγραφη, όσο και σε ηλεκτρονική μορφή (δισκέτα ηλεκτρονικού υπολογιστή), αλλοιώνοντας τα κριτήρια πρόσληψης (προσόντα) της Δ. Π. και την αντίστοιχη βαθμολογία, κατά τρόπο ώστε τελικά αυτή να φέρεται ότι διαθέτει 1678,80 μονάδες, αντί του κανονικού 248,80 και να λάβει έτσι την πρώτη θέση στον σχετικό πίνακα πρόσληψης. Ειδικότερα, στον ως άνω πίνακα (προσόντων και βαθμολογίας υποψηφίων ΔΕ με ειδικότητα διοικητικού λογιστικού) εμφάνισε την Δ. Π., ως έχουσα δεκατρείς (13) μήνες ανεργίας, ενώ αυτή δεν είχε δηλώσει χρόνο ανεργίας, αφήνοντας κενή την αντίστοιχη θέση, στην με αριθμό πρωτοκόλλου 1.554/18.4.2005 αίτηση - υπεύθυνη δήλωση της προς το Γενικό Νοσοκομείο Κεφαλληνίας για την πρόσληψη της με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου σε υπηρεσίες του δημοσίου ή νομικά πρόσωπα ή ΟΤΑ ή δημοτικές επιχειρήσεις σε ανταπόκριση της με αριθμό πρωτοκόλλου 515/28.3.2005 ανακοίνωσης και της πρόσθεσε έτσι τον ανώτερο προβλεπόμενο για το συγκεκριμένο κριτήριο πρόσληψης αριθμό των 1.400 μονάδων. Εξάλλου, εμφάνισε την ίδια ως άνω Δ. Π., ως έχουσα δυο (2) ανήλικα τέκνα, ενώ αυτή στην αντίστοιχη θέση της παραπάνω αίτησης είχε δηλώσει ότι έχει ένα (1) ανήλικο τέκνο και της πρόσθεσε έτσι τον προβλεπόμενο γι' αυτό το κριτήριο αριθμό των 30 μονάδων. Αποτέλεσμα αυτών ήταν να ωφεληθεί η Δ. Π., αφού, συγκεντρώνοντας πλέον 1.678,80 μονάδες και λαμβάνοντας έτσι την 1η (πρώτη) θέση στον σχετικό πίνακα προσόντων και βαθμολογίας υποψηφίων ΔΕ με ενότητα διοικητικού λογιστικού, αντί της 10-δέκατης (με 248,80 μονάδες), άφησε στην 2η (δεύτερη) θέση την Ε. Μ. του Σ., η οποία συγκέντρωσε 1.675,45 μονάδες. Την δε τελευταία, με την ως άνω πράξη του, έβλαψε αφενός μεν οικονομικά κατά το χρηματικό ποσό των 900 ευρώ περίπου, που έπρεπε να της καταβληθεί για το χρονικό διάστημα των 25 ημερών εργασίας, που απώλεσε μέχρι την αποκατάσταση της ορθής σειράς από τον νέο διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου Κεφαλληνίας, Σ. Χ. του Ν..
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2013.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση διοικητή νοσοκομείου για παράβαση καθήκοντος. Στοιχεία εγκλήματος. Οι θητεία των διοικητών που έληγε στις 28.2.2005 παρατάθηκε μέχρι τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως των υπουργικών αποφάσεων για το διορισμό των νέων και όχι μέχρι την ανάληψη από τους τελευταίους των καθηκόντων τους (άρθρο 42 παρ. 3 ν. 3329/2005 σε συνδ. με 2 παρ. 1 περ. η και 8 παρ. 1 εδ. α ν. 301/1976, που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως). Το Τριμελές Εφετείο, που έκρινε αντιθέτως, εσφαλμένως ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ και τις ανωτέρω που αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή αυτής. Πότε είναι επιτρεπτός ο καθορισμός από το εφετείο διαφορετικού χρόνου τελέσεως της πράξεως από αυτόν που δέχθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Η μετάθεση του χρόνου τελέσεως σε χρονολογία που δεν είχε δημοσιευθεί, ακόμη, η υπουργική απόφαση περί διορισμού νέου διοικητή, οπότε ο αναιρεσείων διατηρούσε την ιδιότητα του υπαλλήλου, είναι ανεπίτρεπτη και επάγεται απόλυτη ακυρότητα. Αναίρεση και κήρυξη του αναιρεσείοντος αθώου, γιατί η πράξη που του αποδίδεται φέρεται ότι τελέστηκε σε χρόνο που είχε παύσει αυτός να έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κατηγορίας μεταβολή, Παράβαση καθήκοντος.
| 0
|
Αριθμός 975/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοΐνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ. Ρ. του Φ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Διαμαντή, για αναίρεση της υπ'αριθ.2597/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Φεβρουαρίου 2013 αίτησή της αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 29 Απριλίου 2013 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 304/2013.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η δε χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας με τη μορφή της νοθεύσεως εγγράφου απαιτείται αντικειμενικώς μεν η νόθευση εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιάς του με μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, εξάλειψη ή αντικατάσταση λέξεων, αριθμών ή σημείων του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες είναι δυνατόν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτον, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Το έγγραφο στη διάταξη αυτή αναφέρεται με την έννοια που προσδιορίζει το άρθρο 13 περ. γ' του ΠΚ, κατά το οποίο έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, ως τέτοιο δε γεγονός νοείται εκείνο, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη. Εκείνος που εξαπατήθηκε δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με αυτόν που ζημιώθηκε.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, από το άρθρο 178 του ΚΠοινΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο ή δικαστικό συμβούλιο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Οφείλει, όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2597/2012 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα πλαστογραφίας (νοθεύσεως) κατ` εξακολούθηση από κοινού και κατά μόνας και απάτης κατ` εξακολούθηση, πράξεις που τέλεσε με το ελαφρυντικό ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά από αυτές, και την καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνους ενώ ήταν φαρμακοποιός, πού διατηρούσε φαρμακείο αρχικά στην ... και κατά τους χρόνους τελέσεως των αποδιδόμενων σ' αυτήν πράξεων στη ... επί της οδού ... και είχε συμβληθεί με τον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) για τη χορήγηση φαρμάκων στους ασφαλισμένους αυτού, με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους του παραπάνω Οργανισμού ότι είχαν εκτελεστεί οι συνταγές και ότι τα αναγραφόμενα σ' αυτές φάρμακα είχαν παραδοθεί στους δικαιούχους ασφαλισμένους α) την 11-7-2005 νόθευσε την με αριθμό ... συνταγή που αφορούσε την ασφαλισμένη του ΟΓΑ, Λ. Ο., κάτοικο ... θέτοντας στην μεν συνταγή που εκτελέστηκε ημερομηνία, τρία σκευάσματα, επικολλώντας παράλληλα σε αυτήν και τις ταινίες των φαρμακευτικών σκευασμάτων Zyprexa 5 mg Tabl IV, Geodon 80 mg Tabl II, Topamac 200mg Tabl II και την υπογραφή και σφραγίδα του θεράποντος ιατρού Ι. Μ., που υπηρετούσε στο Κέντρο Υγείας Αλεξάνδρειας, δίπλα από το κάθε σκεύασμα και το ονοματεπώνυμο της ασφαλισμένης, σε συνταγή που ήταν ήδη σφραγισμένη και υπογεγραμμένη από τον ως άνω ιατρό μόνο στον κάτω χώρο κάτω από την ένδειξη "ο Ιατρός-Υπογραφή-σφραγίδα", συνολικής αξίας εκ 1141,40 ευρώ, ενώ στο στέλεχος ανέγραψε μόνο το ένα σκεύασμα ήτοι το Zyprexa 5 mg Tabl IV και ενώ ο φερόμενος ιατρός βρισκόταν σε κανονική άδεια από 4-7-2005 έως 12-7-2005, τα δε φαρμακευτικά σκευάσματα δεν ανευρέθησαν στην οικία της ασφαλισμένης, β) την 27-7-2005 νόθευσε από κοινού με άγνωστο άτομο την με αριθμό ... συνταγή που αφορούσε την ασφαλισμένη του ΟΓΑ, Κ. Ο., κάτοικο ... θέτοντας στην μεν συνταγή που εκτελέστηκε ημερομηνία, τρία σκευάσματα, επικολλώντας παράλληλα σε αυτήν τις ταινίες γνησιότητας των φαρμακευτικών σκευασμάτων ΖΥΡΡΕΧΑ 5mg TabllV, Abilify 30 mg Tabl Και Ceclor 750 mg Tabl II, θέτοντας την υπογραφή και σφραγίδα του θεράποντα ιατρού Μ. Ι. δίπλα από το κάθε σκεύασμα και το ονοματεπώνυμο της ασφαλισμένης σε συνταγή που ήταν ήδη σφραγισμένη και υπογεγραμμένη από τον ως άνω ιατρό μόνο στο κάτω αριστερό μέρος κάτω από την ένδειξη "ο Ιατρός-Υπογραφή-Σφραγίδα", συνολικής αξίας 1164,30 ευρώ, έθεσε δε και την υπογραφή της παραλήπτριας, ενώ στο στέλεχος ανέγραψε μόνο το ένα σκεύασμα, ήτοι το ΖΥΡΡΕΧΑ των 5 mg Tabl IV και ενώ ο φερόμενος θεράπων ιατρός του Κέντρου Υγείας Αλεξάνδρειας βρισκόταν σε κανονική άδεια, τα δε φαρμακευτικά σκευάσματα δεν ανευρέθησαν στην οικία της ασφαλισμένης, γ) την 21-7-2005 νόθευσε από κοινού με άγνωστο άτομο την με αριθμό ... συνταγή που αφορούσε την ασφαλισμένη ΟΓΑ Σ. Β. κάτοικο ... θέτοντας στην μεν συνταγή που εκτελέστηκε ημερομηνία, τρία σκευάσματα, επικολλώντας παράλληλα σε αυτήν τις ταινίες γνησιότητας των φαρμακευτικών Atacand 10 mg Tabl, Plendil 5 mg Tabl, Abilify 30 mg Tabl, συνολικής αξίας 922,91 ευρώ, θέτοντας υπογραφή της παραλήπτριας, θέτοντας υπογραφή και σφραγίδα του θεράποντα ιατρού Μ. Ι. δίπλα από ΤΟ ονοματεπώνυμο της ασφαλισμένης και δίπλα από το κάθε σκεύασμα σε συνταγή που ήταν ήδη σφραγισμένη και υπογεγραμμένη από τον ως άνω ιατρό μόνο στο κάτω αριστερό μέρος κάτω από την ένδειξη "ο Ιατρός-Υπογραφή-Σφραγίδα", ενώ στο στέλεχος δεν ανέγραψε το Abilify 30 mg Tabl II, ενώ αφενός ο ιατρός βρισκόταν σε κανονική άδεια, η δε ασφαλισμένη δεν έπασχε από κατάθλιψη και δεν βρέθηκαν στην οικία της τα ως άνω σκευάσματα, δ) την 28-7-2005 νόθευσε από κοινού με άγνωστο άτομο την με αριθμό ... συνταγή που αφορούσε την ασφαλισμένη ΟΓΑ Σ. Β. κάτοικο ... θέτοντας στην μεν συνταγή που εκτελέστηκε ημερομηνία, τρία σκευάσματα επικολλώντας παράλληλα σ' αυτήν τις ταινίες γνησιότητας των φαρμάκων Norvasc 5 mg Tabl Sandimun neural 100mg tabl II, Sandimun neural 50 mg Tabl, συνολικής αξίας 477,15 ευρώ θέτοντας την υπογραφή της παρσλήπτριας ασφαλισμένης, θέτοντας την υπογραφή και σφραγίδα του θεράποντα ιατρού Μ. Ι. του Κέντρου Υγείας Αλεξάνδρειας, δίπλα από το ονοματεπώνυμο της ασφαλισμένης και δίπλα από το κάθε σκεύασμα, σε συνταγή που ήταν ήδη σφραγισμένη και υπογεγραμμένη από τον ως άνω ιατρό στην θέση κάτω αριστερά με την ένδειξη "ο Ιατρός-Σφραγίδα-Υπογραφή", ενώ στο στέλεχος της συνταγής ανέγραψε μόνο το πρώτο φάρμακο ήτοι το Norvasc 5 mg Tabl και ενόσω η ασφαλισμένη δεν έπασχε από ψωρίαση αλλά δεν βρέθηκαν τα σκευάσματα αυτά στην οικία της, ε) την 15-2-2006 νόθευσε από μόνη της την με αριθμό ... συνταγή που αφορούσε την ασφαλισμένη ΟΓΑ Σ. Β., κάτοικο ... θέτοντας στην μεν συνταγή που εκτελέστηκε ημερομηνία, τρία σκευάσματα επικολλώντας ταυτόχρονα σ' αυτά και τις ταινίες γνησιότητας των τριών φαρμάκων Τ4 10Ομγ Tabl, Lexotanil 3 mg Tabl, Remeron Tabl, συνολικής αξίας 95,11 ευρώ, θέτοντας την υπογραφή τόσο της παραλήπτριας ασφαλισμένης, όσο και την υπογραφή και σφραγίδα του θεράποντα ιατρού του νευρολόγου-ψυχιάτρου Μ. Γ. ... δίπλα από το ονοματεπώνυμο της ασφαλισμένης, δίπλα από το κάθε σκεύασμα και στον κάτω αριστερό χώρο υπό την ένδειξη "Ο Ιατρός-Σφραγίδα-Υπογραφή" ενώ η ασφαλισμένη δεν έπασχε από κατάθλιψη και δεν βρέθηκαν στην οικία της τα σκευάσματα αυτά, αλλά και στο στέλεχος είχε διαγράψει το τρίτο σκεύασμα το Remeron Tabl. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη με σκοπό ν` αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη και παράλειψη με την εν γνώσει της παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και συγκεκριμένα παρέστησε ψευδώς προς τους προαναφερόμενους ασφαλισμένους ότι οι συνταγές που είχαν προσκομίσει στο φαρμακείο της ανέγραφαν τα φάρμακα που παρέδιδε σε αυτούς και απέκρυψε από αυτούς αφενός ότι έπρεπε να υπογράψουν ως παραλήπτες στις προαναφερόμενες συνταγές και αφετέρου ότι τα φάρμακα ήταν διαφορετικά και τα είχε παρακρατήσει στο φαρμακείο της, αφού προηγουμένως επικόλλησε τις ταινίες γνησιότητας αυτών στις συνταγές των ασφαλισμένων. Ακολούθως προκειμένου να εισπράξει το αντίτιμο των εν λόγω συνταγών, το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Αυγούστου 2005 για τις 4 πρώτες συνταγές και το πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου του 2006 για την τελευταία από αυτές, προσκόμισε κατάσταση των άνω συνταγών στον υπόχρεο προς πληρωμή Οργανισμό (ΟΓΑ) και παραπλανώντας τους αρμόδιους υπαλλήλους, ότι τα αναγραφόμενα στις προσκομιζόμενες συνταγές φάρμακα είχαν παραδοθεί δήθεν στους δικαιούχους ασφαλισμένους, τους έπεισε να της καταβάλλουν την αξία των φαρμάκων, που κατείχε παράνομα, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα στο φαρμακείο της, ανερχόμενη στο χρηματικό ποσό των 3.155,64 ευρώ, κατά το οποίο και ζημιώθηκε ο ως άνω οργανισμός (ΟΓΑ), πού υπέστη βλάβη ισόποση περιουσιακή ζημία. Περί των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών κατηγορηματικά κατέθεσε ο εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυς κατηγορίας - υπάλληλος του ΟΓΑ, χωρίς η κατάθεσή του και η παραπάνω κρίση να αναιρείται από το περιεχόμενο της από Σεπτεμβρίου 2011 προσκομισθείσας από την κατηγορουμένη έκθεσης γραφολογικής γνωμάτευσης του δικαστικού γραφολόγου, Π. Τ., ο οποίος ουδεμία από τις παραπάνω εγγραφές και υπογραφές αποδίδει σ' αυτήν καθώς και από το περιεχόμενο της από 4-02-2009 έκθεσης Γραφολογικής Πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Ε. Ν., η διενέργεια της οποίας παραγγέλθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης στα πλαίσια της διαταχθείσας προκαταρτικής εξέτασης και αποφαίνεται με υψηλή πιθανολόγηση ότι μόνον η υπό στοιχ. (ε') ιατρική συνταγή συμπληρώθηκε ως προς τα χειρόγραφα και αριθμητικά της στοιχεία από την κατηγορουμένη. Τούτο δε διότι, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, ο οποίος ασχολήθηκε υπηρεσιακά με τον πραγματοποιηθέντα στο φαρμακείο της κατηγορουμένης έλεγχο, αφορμή για τον έλεγχο αυτό υπήρξε ακριβώς ο αυξημένος κύκλος εργασιών, πού κατά το επίδικο χρονικό διάστημα παρουσίαζε το φαρμακείο της και ο οποίος κατά το αμέσως μετά τον έλεγχο διάστημα έπεσε κατακόρυφα. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι σε βάρος της κατηγορουμένης και στο παρελθόν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για όμοιες πράξεις (πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση και απάτη κατ' εξακολούθηση) σε βάρος του ΟΓΑ, πού φέρεται ότι τέλεσε στη Χώρα Σφακίων, κατά το χρονικό διάστημα από 30-8-1989 έως 10-10-1989 και για τις οποίες παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης με το υπ' αριθ. 52/1996 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Χανίων, πού αναγνώσθηκε. Κατόπιν τούτων, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη των πράξεων πού κατηγορείται, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της πλαστογραφίας (νοθεύσεως) κατ` εξακολούθηση και της απάτης κατ` εξακολούθηση, για τα οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 και 386 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, αφού: α) Το Τριμελές Εφετείο σαφώς αντικρούει τα συμπεράσματα της πραγματογνώμονος Ε. Ν., την έκθεση της οποίας ρητά μνημονεύει, με την παραδοχή ότι η έκθεση αυτή δεν αναιρεί την κατάθεση του μάρτυρα υπαλλήλου του ΟΓΑ, ο οποίος πραγματοποίησε έλεγχο στο φαρμακείο της κατηγορουμένης, αφορμή για τον οποίο έδωσε ο αυξημένος κύκλος εργασιών αυτού, που έπεσε κατακόρυφα κατά το αμέσως μετά τον έλεγχο χρονικό διάστημα. Ακόμη, εκθέτει με σαφήνεια σε τι συνίστατο η νόθευση των επίμαχων συνταγών, μια από τις οποίες και η πραγματογνώμονας πιθανολογεί νοθευμένη (εκείνη που τελέσθηκα την 15.2.2006 κατά μόνας και αφορούσε την ασφαλισμένη Β. Σ.). β) Σαφώς έγινε δεκτό ότι η κατηγορουμένη εξαπάτησε τόσο τους ασφαλισμένους, με τον τρόπο που αναφέρεται ανωτέρω, όσο και τους υπαλλήλους του ΟΓΑ, ο οποίος και υπέστη τη ζημία, με τη χρήση των νοθευμένων συνταγών και την αναφορά ότι τα αναγραφόμενα σ` αυτές φάρμακα είχαν παραδοθεί στους ασφαλισμένους. Για τη στοιχειοθέτηση δε του εγκλήματος της απάτης αρκούσε η υπογραφή των συνταγών από τους ασφαλισμένους που παραλάμβαναν τα φάρμακα. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε και Δ του ΚΠοινΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι του δικογράφου των παραδεκτώς ασκηθέντων (ενόψει του ότι η ένδικη αίτηση αναιρέσεως περιέχει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως) προσθέτων λόγων, που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα (την 29.4.2013) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την μη αντίκρουση του πορίσματος της ως άνω πραγματογνωμοσύνης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η, εμπεριεχόμενη στον τρίτο πρόσθετο λόγο, αιτίαση περί εσφαλμένης εκτιμήσεως της καταθέσεως του μάρτυρα Γ. Μ., νευρολόγου - ψυχιάτρου, που εξετάστηκε πρωτοδίκως, είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 30§1 εδ. α του ΠΚ ορίζει ότι "η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν αυτός κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης αγνοεί τα περιστατικά που την συνιστούν". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πραγματική πλάνη, που είναι άγνοια (πλάνη σε ευρεία έννοια), με την οποία ταυτίζεται και η εσφαλμένη αντίληψη (πλάνη σε στενή έννοια) του πράττοντος για κάποιον ουσιαστικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, αποκλείει τον καταλογισμό. Επί πραγματικής πλάνης ο δράστης αγνοεί ή εσφαλμένα αντιλαμβάνεται τι πράττει, αναφέρεται δε αυτή σε περιστατικά της εγκληματικής πράξεως και δη όχι μόνο σε γεγονότα ή πραγματικές καταστάσεις, αλλά και σε νομικές ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της πλάνης. Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο από τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του ΠΚ, αφού η αποδοχή του άγει στον μη καταλογισμό της πράξεως στο δράστη και, κατά συνέπειαν, στην αθώωση αυτού. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, μετά την εξέταση του μάρτυρα κατηγορίας και πριν από την ανάγνωση των εγγράφων, πρόβαλε, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό ότι: "Στην πραγματικότητα, όλες οι παραπάνω συνταγές έρχονταν στο φαρμακείο ήδη συμπληρωμένες από τον αρμόδιο ιατρό και υπογεγραμμένες από τον τελευταίο και εκτελούνταν κανονικά. Επισημαίνεται δε ότι συνήθως ο ασθενής ή κάποιος συγγενής του δεν προσκόμιζε στο φαρμακείο ολόκληρο το συνταγολόγιο, ώστε ο φαρμακοποιός να ερευνά (δεν είναι άλλωστε αυτή η δουλεία του!) αν στο κάτω στέλεχος αναγράφονταν τα ίδια φάρμακα που περιείχε η πρώτη σελίδα, αλλά μόνο τη μία και μοναδική σελίδα της συνταγής, όπου αναγράφονται τα φάρμακα. Αυτή η συνταγή λοιπόν εκτελούνταν από το φαρμακείο μου, διότι δεν είχα κανένα λόγο να αμφισβητήσω εάν οι συγκεκριμένες ασθενείς έπαιρναν ή όχι τα συγκεκριμένα φάρμακα (ούτε άλλωστε θα μπορούσα και να το γνωρίζω αυτό!).
Συνεπώς, σε καμία περίπτωση δεν υπήρχε πρόθεση από μέρους μου εξαπάτησης του ΟΓΑ με την προσκόμιση νοθευμένων συνταγών, αφού δεν γνώριζα καν ότι αν αυτές ανταποκρίνονταν ή όχι στην πραγματικότητα. Άλλωστε, το ευτελές του ποσού των συγκεκριμένων συνταγών καθώς και το γεγονός ότι στο φαρμακείο μου δεν βρέθηκαν ούτε συνταγολόγια ασθενών αλλά ούτε και σφραγίδες ιατρών (βλ...), αποδεικνύουν ότι δεν θα μπορούσα ποτέ εν γνώσει μου να παραστήσω ψευδή γεγονότα στον ΟΓΑ προκειμένου να εισπράξω παράνομα χρήματα. Ενόψει αυτών ζητώ να με κηρύξει το Δικαστήριο Σας αθώα για την πράξη της απάτης λόγω πραγματικής πλάνης, διότι σε καμία περίπτωση δεν γνώριζα ότι οι επίδικες συνταγές ήταν νοθευμένες". Ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά αυτοτελή περί πραγματικής πλάνης, όπως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά είναι αρνητικός της κατηγορίας, όπως ορθώς κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού, στην πραγματικότητα, η αναιρεσείουσα αρνείται την υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε, δηλαδή το δόλο της και, επομένως, το Δικαστήριο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Όμως, στην παραδοχή ότι η ίδια η κατηγορουμένη προέβη στη νόθευση των συνταγών εμπεριέχεται και απορριπτική κρίση του ως άνω ισχυρισμού. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, τέταρτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του παραπάνω ισχυρισμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο, ενώ κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου του Κώδικα, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο από το νόμο, την Ε.Σ.Δ.Α. και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται με σαφήνεια, ότι μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, υποχρεωτικά δίδεται ο λόγος στον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, επί της ενοχής, έστω και αν δεν τον ζητήσει. Αν δευτερολογήσει ο εισαγγελέας ή ένας από τους λοιπούς παράγοντες της δίκης, πρέπει πάντοτε να δίδεται ο λόγος στον κατηγορούμενο. Αν δεν δοθεί ο λόγος στον κατηγορούμενο επί της ενοχής ή δεν του ξαναδοθεί μετά από κάποια δευτερολογία, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα (κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ), για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο, η οποία μάλιστα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και στον Άρειο Πάγο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, δόθηκε ο λόγος, κατά σειράν, στην Εισαγγελέα και στο συνήγορο της κατηγορουμένης, ο οποίος ζήτησε την απαλλαγή της εντολέως του, δεν δευτερολόγησε δε κανένας. Μετά δε την απαγγελία της αποφάσεως επί της ενοχής και επί του αυτοτελούς ισχυρισμού για την αναγνώριση ελαφρυντικών, δόθηκε ο λόγος επί της ποινής, κατά σειράν, στην Εισαγγελέα και στο συνήγορο της κατηγορουμένης, ο οποίος ζήτησε να επιβληθεί το ελάχιστο όριο της ποινής.
Συνεπώς, δόθηκε πράγματι ο λόγος στο συνήγορο, ο οποίος εκπροσωπούσε την κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα, για να αναπτύξει την υπεράσπισή του επί της ενοχής και επί της επιβλητέας ποινής, ο οποίος μίλησε τελευταίος. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι δεν δόθηκε ο λόγος, τελευταία, στον συνήγορο της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης για να αναπτύξει την υπεράσπισή του επί της ενοχής και επί της ποινής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Το Δικαστήριο της ουσίας, για τη θεμελίωση του δόλου του κατηγορουμένου, ναι μεν δεν μπορεί να αξιολογήσει την πορεία άλλης ποινικής υποθέσεως σε βάρος του για άλλες κατηγορίες επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί ακόμη ούτε παραπεμπτικό βούλευμα, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που κατοχυρώνεται με το άρθρο 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 παρ.2 του ΔΣΑΠΔ, που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα με το ν.δ. 53/1974 και το ν. 2462/1997, αντιστοίχως, σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπεται άμεση ή έμμεση πρόκριση ενοχής προ της καταδίκης, με αποτέλεσμα να επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ και 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ. Όμως, οι ως άνω διατάξεις δεν απαγορεύουν τη συνεκτίμηση αποφάσεως ή βουλεύματος που εκδόθηκε επί άλλης υποθέσεως, όταν μάλιστα αυτό αναγνώσθηκε στο ακροατήριο χωρίς ο κατηγορούμενος να προβάλει αντιρρήσεις για την ανάγνωσή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων, που αναγνώσθηκαν, περιλαμβάνεται και το υπ` αριθ. 52/1996 παραπεμπτικό της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, για παρόμοιες με τις επίδικες πράξεις, βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χανίων, για την ανάγνωση του οποίου η κατηγορουμένη, δια του συνηγόρου της, δεν πρόβαλε καμιά αντίρρηση. Το Τριμελές Εφετείο μνημόνευσε, κατά τα ανωτέρω, το βούλευμα αυτό στο σκεπτικό, πλην το έλαβε υπόψη όχι για να καταλήξει στην κρίση του περί της ενοχής της κατηγορουμένης, αλλά για να ενισχύσει την κρίση του αυτή, η οποία είχε ήδη διαμορφωθεί από τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Ακόμη, το έλαβε υπόψη του προς ενίσχυση της κρίσεώς του για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού της κατηγορουμένης περί αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, η οποία στηρίχθηκε ιδίως στο ότι "αυτή δεν είχε λευκό ποινικό μητρώο" και "δεν προσαγόταν κάποια πειστική απόδειξη περί επωφελούς για την κοινωνία δράσης και συμπεριφοράς της κατά τον πριν από την τέλεση των πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχη, χρόνο". Επομένως, από τη λήψη του υπόψη δεν παραβιάστηκε το τεκμήριο αθωότητας της αναιρεσείουσας ούτε κάποιο υπερασπιστικό δικαίωμα αυτής και δεν επήλθε καμιά απόλυτη ακυρότητα, ο δε, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση μετά των προσθέτων λόγων αυτής και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15 Φεβρουαρίου 2013 (με αριθ. πρωτ. 1355/2013) αίτηση (δήλωση) της Χ. Ρ. του Φ. μετά των από 29 Απριλίου 2013 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της 2597/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2013.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση φαρμακοποιού για πλαστογραφία (νόθευση ιατρικών συνταγών) και απάτη κατ' εξακολούθηση ασφαλισμένων στον ΟΓΑ, αλλά και των υπαλλήλων του ΟΓΑ. Στοιχεία εγκλημάτων. Επαρκής αιτιολογία της αντίθετης κρίσεως προς την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Πραγματική πλάνη. Ο σχετικός ισχυρισμός φέρει τον χαρακτήρα αρνητικού της κατηγορίας. Ορθώς συνεκτιμήθηκε παραπεμπτικό βούλευμα επί όμοιας υποθέσεως προς ενίσχυση της κρίσεως που είχε ήδη σχηματισθεί από τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Δεν παραβιάστηκε το τεκμήριο αθωότητας της αναιρεσείουσας που κατοχυρώνεται από την ΕΣΔΑ και το ΔΣΑΠΔ. Δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο επί της ενοχής και επί της ποινής, ο οποίος μίλησε τελευταίος. Όχι απόλυτη ακυρότητα. Απόρριψη αιτήσεως και προσθέτων λόγων.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Ε.Σ.Δ.Α., Λόγος στο συνήγορο, Πραγματογνωμοσύνη, Πλάνη, Τεκμήριο αθωότητας.
| 2
|
Αριθμός 973/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοΐνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Σ. του Σ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Διαμαντή, για αναίρεση της υπ'αριθ.59/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενη την Μ. Ζ. του Β.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Φεβρουαρίου 2013 αίτησή της αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 30 Απριλίου 2013 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 275/2013.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331 παρ. 2, 333, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις παρατηρήσεις του για το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), καθώς και παραβίαση των περί προφορικότητας της συζητήσεως στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης αρχών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, από την οποία δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 59/2013 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του Μ. Θ. και την καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Από την επισκόπηση των πρακτικών της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε αποδεικτικώς και την 2033/2003 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και την από 11.2.1999 (αριθ. κατ. 1249/1999) αγωγή αποζημιώσεως της ΕΤΕ, τα οποία έγγραφα δεν αναφέρονται μεταξύ εκείνων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Όμως, ορθώς λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά, γιατί το περιεχόμενό τους προκύπτει από το 466/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο είχε προσκομιστεί από τους συνηγόρους των κατηγορουμένων (αναιρεσείουσας και συγκατηγορουμένων της) και αναγνώσθηκε με αύξ. αριθ. 2, μνημονεύεται δε ρητώς στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Γ' του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος του δικογράφου των παραδεκτώς ασκηθέντων (ενόψει του ότι η ένδικη αίτηση αναιρέσεως περιέχει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως) προσθέτων λόγων, που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα (την 2.5.2013) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την έννοια της παραβιάσεως των αρχών της προφορικότητας και της κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης, επειδή λήφθηκαν υπόψη από το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο τα ανωτέρω δύο έγγραφα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από το άρθρο 365 του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη για τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη αυτή. Αντιθέτως, δεν δημιουργείται καμία ακυρότητα όταν το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως, αναγνώσει στο ακροατήριο μαρτυρική κατάθεση της προδικασίας και αν ακόμη δεν βεβαίωσε ότι η εμφάνιση του μάρτυρα ήταν αδύνατη, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν αντέλεξε στην ανάγνωση αυτή. Περαιτέρω, η ανάγνωση και λήψη υπόψη από το δικαστήριο ένορκης καταθέσεως μάρτυρα, που έχει δοθεί στην προδικασία, παραβιάζει δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ν.δ. 53/1974) και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν.2462/1997), να θέτει ερωτήματα στους μάρτυρες κατηγορίας και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπό την προϋπόθεση ότι η ανάγνωση της μαρτυρικής καταθέσεως, που ακολούθως λήφθηκε υπόψη, έγινε παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, μεταξύ άλλων εγγράφων, και η ένορκη εξέταση της μάρτυρος Π. Α. με ημερομηνία 17.12.2002. Η κατάθεση αυτή προσκομίστηκε από τους συνηγόρους των κατηγορουμένων (αύξ. αριθ. 24 στα έγγραφα που προσκομίστηκαν από αυτούς), κανείς δε, και μάλιστα η αναιρεσείουσα, δια του συνηγόρου της, δεν πρόβαλε αντιρρήσεις στην ανάγνωσή της. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ορθώς αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη, χωρίς να βεβαιώνεται το ανέφικτο της εμφανίσεως της μάρτυρος αυτής, και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από την ανάγνωση και τη συνεκτίμηση και της καταθέσεως αυτής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3904/2010, απόλυτη ακυρότητα προκαλείται, μεταξύ άλλων, και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν "την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα". Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον, συναφή με τους ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, τρίτο (τελευταίο) πρόσθετο λόγο, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί το Πενταμελές Εφετείο, με τη λήψη υπόψη, για την καταδικαστική του κρίση, των ως άνω δύο μη αναγνωσθέντων εγγράφων και της καταθέσεως της μάρτυρος Π. Α., παραβίασε το δικαίωμά της σε δίκαιη δίκη, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, και τα υπερασπιστικά της δικαιώματα, αφού αυτή στερήθηκε του δικαιώματος να αντικρούσει το περιεχόμενο των εγγράφων, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με αυτό και να εξετάσει τη μάρτυρα στο ακροατήριο, υποβάλλοντάς της τις αναγκαίες ερωτήσεις. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα (2033/2003 απόφαση, από 11.2.1999 αγωγή, μαρτυρική κατάθεση που δόθηκε στην προδικασία) και, επομένως, δεν παραβίασε το δικαίωμα της αναιρεσείουσας σε δίκαιη δίκη και τα υπερασπιστικά της δικαιώματα, μη προκαλώντας καμιά ακυρότητα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 εδ. α του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3904/2010, "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο, με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον η επιβληθείσα στον κατηγορούμενο ποινή είναι μικρότερη των τριών ετών, έχει υποχρέωση να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του, διαφορετικά ιδρύεται, από την έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, πέραν του ότι υπερβαίνει αρνητικά την εξουσία του, από την οποία ιδρύεται και ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών μετέτρεψε σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως την επιβληθείσα στην αναιρεσείουσα συνολική ποινή φυλακίσεως των είκοσι (20) μηνών, ήτοι μικρότερη των τριών ετών, επειδή έκρινε κατά λέξη ότι "από την έρευνα του χαρακτήρα της 2ης κατηγορουμένης (αναιρεσείουσας), που κηρύχθηκε ένοχη, και τις άλλες περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρηματική ποινή αρκεί για να την αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων (άρθρο 82 ΠΚ όπως τελικώς αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Νόμου 3904/2010)". Η αιτιολογία αυτή δεν είναι η κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 99 παρ.1 του ΠΚ επιβαλλόμενη για την αιτιολόγηση ειδικώς της αρνητικής κρίσεως του δικαστηρίου ως προς την αναστολή της μη υπερβαίνουσας τα τρία έτη ποινής φυλακίσεως, καθόσον δεν αναφέρει πραγματικά γεγονότα που, επειδή συνέτρεχαν, απέκλειαν την αναστολή εκτελέσεως της ποινής αυτής, δεν μνημονεύει δε τι προκύπτει από το δελτίο ποινικού μητρώου της κατηγορουμένης. Έτσι, λοιπόν, που έκρινε το ανωτέρω Δικαστήριο υπέπεσε στην ελεγχόμενη από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ πλημμέλεια, αλλά και σ` αυτήν της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, αφού προέβη στη μετατροπή της ως άνω ποινής φυλακίσεως χωρίς να έχει αιτιολογήσει ειδικώς την κρίση του για μη αναστολή εκτελέσεως της ποινής αυτής. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη ως προς τη διάταξή της περί μετατροπής της ποινής που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, να παραπεμφθεί δε, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να κρίνει αν συντρέχουν οι όροι της αναστολής της ως άνω ποινής φυλακίσεως, που έχει επιβληθεί στην αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, και, αναλόγως προς τη σχετική κρίση του, είτε να προχωρήσει στην αναστολή εκτελέσεως της ποινής φυλακίσεως των 20 μηνών είτε να αποφανθεί ότι δεν συντρέχουν οι όροι αναστολής, οπότε αυτή θα παραμείνει μετατρέψιμη προς 5 ευρώ ημερησίως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ` αριθ. 59/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και δη ως προς τη διάταξη περί μετατροπής της συνολικής ποινής φυλακίσεως των είκοσι (20) μηνών που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τους από 30.4/2.5.2013 προσθέτους λόγους αναιρέσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2013.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση, κ.λπ. Ορθώς λήφθηκαν υπόψη έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν, το περιεχόμενο των οποίων προέκυπτε από άλλα έγγραφα. Ορθώς αναγνώστηκε προανακριτική κατάθεση μάρτυρα χωρίς να βεβαιώνεται το ανέφικτο της προσελεύσεως του, αφού η κατηγορουμένη δεν πρόβαλε αντιρρήσεις. Όχι απόλυτη ακυρότητα ούτε παραβίαση των αρχών της προφορικότητας και της κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης. Η λήψη υπόψη των μη αναγνωσθέντων εγγράφων και της προανακριτικής μαρτυρικής καταθέσεως δεν παραβίασε το προβλεπόμενο από την ΕΣΔΑ δικαίωμα της κατηγορουμένης σε δίκαιη δίκη. Αναίρεση, για έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας, κατά το μέρος που το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε για τη συνδρομή ή όχι των όρων αναστολής εκτελέσεως της ποινής φυλακίσεως που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα και δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, έστω και αν αυτή δεν υπέβαλε αίτημα (άρθρο 99 παρ. 1 εδ. α ΠΚ, όπως ισχύει), αλλά προέβη σε μετατροπή αυτής, και παραπομπή. Απόρριψη προσθέτων λόγων.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Υπέρβαση εξουσίας, Ε.Σ.Δ.Α., Αναιρέσεως πρόσθετοι λόγοι, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή, Ψευδής καταμήνυση, Δημοσιότητα διαδικασίας, Ποινής μετατροπή, Προανακριτική κατάθεση μάρτυρα.
| 0
|
Αριθμός 972/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοΐνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Π. Ι. το γένος Ε. Β., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενη στο Κατάστημα Κράτησης Ελεώνα Θηβών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βλάχο, για αναίρεση της υπ'αριθ.1216/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που συνεδρίασε σε Συμβούλιο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουλίου 2011 και 2 Σεπτεμβρίου 2011 δύο χωριστές αιτήσεις της αναιρέσεως όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τους από 20 Φεβρουαρίου 2012 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1010/2011.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες με αριθ. εκθ. κατ. 20/22.7.2011 και 23/2.9.2011 αιτήσεις της Ε. Π. συζ. Ι., το γένος Ε. Β., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1216/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που συνεδρίασε σε Συμβούλιο, (Συμβουλίου Εφετών Αθηνών), έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Η δεύτερη αίτηση, ενόψει του ότι δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης, είναι παραδεκτή (άρθρο 514 εδ. γ' ΚΠοινΔ) ως συμπληρωματική της πρώτης, με την οποία συνεξετάζεται. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνο με έγγραφο το οποίο πρέπει να κατατεθεί στο Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και να συνταχθεί έκθεση με την οποία να πιστοποιείται το γεγονός και αν ακόμη κρατείται στη φυλακή ο ασκών την αναίρεση, ο οποίος έχει την ευχέρεια να ασκήσει το προαναφερόμενο δικαίωμά του με αντιπρόσωπο που να έχει ειδική εντολή. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με δήλωσή της στη Διευθύντρια του Καταστήματος Κράτησης Γυναικών Ελεώνα, όπου κρατείτο, άσκησε τους από 20-2-2012 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως. Οι λόγοι αυτοί, όμως, είναι απαράδεκτοι, γιατί δεν τηρήθηκαν οι οριζόμενες από την ανωτέρω διάταξη διατυπώσεις, δηλαδή δεν ασκήθηκαν αυτοί με έγγραφο, το οποίο να κατατεθεί στο Γραμματέα του Αρείου Πάγου, και να συνταχθεί σχετική έκθεση, και, ως τοιούτοι, πρέπει να απορριφθούν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ, "ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα". Περαιτέρω, ο ΚΠοινΔ, στα άρθρα 486, 487, 489 και 492, ορίζει τις περιπτώσεις, στις οποίες ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά αποφάσεων (τις αθωωτικές, μόνο αν έχει αθωωθεί λόγω έμπρακτης μετάνοιας ή με αιτιολογία που θίγει, χωρίς ανάγκη την υπόληψή του, αυτές που κηρύσσουν αναρμοδιότητα, τις καταδικαστικές κατά τις διακρίσεις των διατάξεων του άρθρου 489 και τις αποφάσεις, κατά το μέρος που προβλέπουν απόδοση ή δήμευση κατασχεθέντων). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 7 του ν. 3904/2010 "τροποποίηση ΠΚ, ΚΠοινΔ, ειδ. ποιν. νόμων, ...", "το τριμελές πλημμελειοδικείο του τόπου κράτησης, εφαρμόζει αναλόγως τα άρθρα 99 παρ. 1 και 100 ΠΚ για όλους τους κατάδικους σε ποινές φυλάκισης, εφόσον δεν υπήρχε προηγούμενη καταδίκη τους σε ποινή στερητική της ελευθερίας μεγαλύτερη του έτους με μία ή περισσότερες αποφάσεις". Δικαίωμα εφέσεως κατά της αποφάσεως του τριμελούς πλημμελειοδικείου του τόπου κρατήσεως, με την οποία απορρίφθηκε αίτημα του κατηγορουμένου για αναστολή της ποινής του, δεν προβλέπεται ούτε από τις διατάξεις του ν. 3904/2010 ούτε από αυτές του ΚΠοινΔ που προαναφέρθηκαν. Τέλος, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και το δικαίωμα προσβάσεως στο δικαστήριο. Το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται και από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει". Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ενδίκου μέσου, αρκεί αυτοί και οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετροι σε σημείο ώστε να αναιρούν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο ή να αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας, πράγμα που συμβαίνει, όταν η προβλεπόμενη από το νόμο κύρωση είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη προς την παράβαση της διατάξεως του νόμου. Η αρχή αυτή αναγνωρίζεται ήδη με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος (όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 18.4.2001, μετά την αναθεώρηση από τη Ζ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων), κατά το οποίο οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Ο αποκλεισμός δε, στην ανωτέρω περίπτωση, του δικαιώματος της ασκήσεως από τον κατηγορούμενο του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατά της αποφάσεως, που απορρίπτει αίτησή του για αναστολή της ποινής κατ` άρθρο 33 παρ. 7 του ν. 3904/2010, δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, γιατί αυτό δεν καθιερώνει υποχρέωση του εθνικού νομοθέτη για θέσπιση ενδίκων μέσων υπέρ του κατηγορουμένου, ενώ η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα αναφέρεται στο δικαίωμα επανεξετάσεως από ανώτερο δικαστήριο της καταδικαστικής αποφάσεως ή της αποφάσεως, με την οποία επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ποινή. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως για την οποία δεν προβλέπεται, το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να κρίνει γι` αυτό, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει τούτο απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, με την 245/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θηβών, απορρίφθηκε αίτηση της αναιρεσείουσας για την, κατ` άρθρο 33 παρ. 7 του ν. 3904/2010, αναστολή της συνολικής ποινής φυλακίσεως δεκατεσσάρων (14) μηνών, που της είχε επιβληθεί, για συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή και δυσφήμηση ανώνυμης εταιρίας, με την 11809/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής, η αναιρεσείουσα, μολονότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν εδικαιούτο, άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1216/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που συνεδρίασε σε Συμβούλιο, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως απαράδεκτη. Συγκεκριμένα, η έφεση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε γιατί "η εκκαλούμενη απόφαση δεν συγκαταλέγεται στις αναφερόμενες στα άρθρα 486, 487 και 489 του ΚΠΔ αποφάσεις κατά των οποίων προβλέπεται η άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως, ενώ ο ν. 3904/2010 δεν προβλέπει την άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατά των αποφάσεων που εκδίδονται μετά την κατ` άρθρο 33 παρ. 7 του ιδίου νόμου σχετική αίτηση".
Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών ορθώς, και με την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εφήρμοσε τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, οι οποίες, όπως έχει εκτεθεί, δεν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 6 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, και ο, από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Δ και Ε, σχετικός λόγος των αιτήσεων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' άρθρο 476§2 του ΚΠοινΔ, η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη, προσβάλλεται μόνο με αίτηση αναιρέσεως για οποιονδήποτε λόγο από τους μνημονευόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, οι οποίοι, όμως, πρέπει να αναφέρονται σε πλημμέλειες της εφετειακής αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη και όχι σε πλημμέλειες της πρωτόδικης αποφάσεως ή σε άλλα άσχετα με την απορριπτική αυτή κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου θέματα. Επομένως, ο σχετικός λόγος των αιτήσεων, κατά το σημείο με το οποίο πλήττεται η εκκαλούμενη 245/2011 απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, ήτοι γιατί το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θηβών εσφαλμένως απέρριψε την αίτηση της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται στον κατηγορούμενο από το νόμο, την Ε.Σ.Δ.Α. και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Η απόλυτη αυτή ακυρότητα ανακύπτει σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υπάρχει από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις εκείνες, οι οποίες καθιστούν δυνατή την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών αυτεπαγγέλτως και χωρίς την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, κατ` άρθρο 476 παρ. 1 εδ. β και γ του ΚΠοινΔ, "ο εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας με οποιοδήποτε μέσο (και προφορικώς και τηλεφωνικώς) στην αναγραφόμενη στο ένδικο μέσο διεύθυνση και σημειώνει τούτο στο φάκελο της δικογραφίας". Όταν, λοιπόν, ένδικο μέσο πρόκειται να εισαχθεί στο δικαστήριο, που συνεδριάζει ως συμβούλιο, για να απορριφθεί ως απαράδεκτο, η ειδοποίηση του κατηγορουμένου που το άσκησε γίνεται με τον τρόπο που αναφέρεται στη διάταξη αυτή και δεν απαιτείται να του επιδοθεί σχετική κλήση κατά τις διατάξεις των άρθρων 155 επ. του ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η εκκαλούσα - κατηγορουμένη δεν εμφανίστηκε κατά τη δικάσιμο της 10.5.2011, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για να εκθέσει τις απόψεις της, αν και είχε ειδοποιηθεί νομίμως, κατά την επί του φωτοτυπικού αντιγράφου της εισαγγελικής προτάσεως από 28.4.2011 σχετική επισημείωση της Γραμματέως της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών Σπυριδούλας Χαραμοπούλου. Σύμφωνα δε με τα ανωτέρω, η ειδοποίηση αυτή αρκούσε και δεν απαιτείτο να επιδοθεί στην αναιρεσείουσα ή στον αντίκλητό της οποιαδήποτε κλήση για εμφάνισή της ενώπιον του Δικαστηρίου και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι δεν επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα, κατ` άρθρο 155 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, οποιαδήποτε κλήση με δικαστικό επιμελητή για τη δικάσιμο της 10.5.2001, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις με αριθ. εκθ. κατ. 20/22.7.2011 και 23/2.9.2011 αιτήσεις της Ε. Π. συζ. Ι., το γένος Ε. Β., μετά των προσθέτων αυτών λόγων, για αναίρεση της 1216/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που συνεδρίασε σε Συμβούλιο. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2013.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόφαση με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της αναιρεσείουσας για αναστολή ποινής φυλακίσεως κατ' άρθρο 33 παρ. 7 ν. 3904/2010. Ορθώς απορρίφθηκε, με απόφαση του εφετείου, που συνεδρίασε ως συμβούλιο, έφεση κατ' αυτής ως απαράδεκτη, γιατί δεν προβλέπεται άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου. Οι περιορισμοί στην άσκηση ενδίκων μέσων δεν αντίκεινται στην ΕΣΔΑ και στο άρθρο 14 παρ. 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Όταν εισάγεται, στο δικαστήριο, που συνεδριάζει ως συμβούλιο, ένδικο μέσο για να απορριφθεί ως απαράδεκτο, δεν απαιτείται επίδοση κλήσεως, αλλά η ειδοποίηση του διαδίκου που το άσκησε γίνεται με τον τρόπο που αναφέρεται στο άρθρο 476 παρ. 1 εδ. β και γ ΚΠΔ. Όχι απόλυτη ακυρότητα από την μη επίδοση κλήσεως στην αναιρεσείουσα για να παραστεί ενώπιον του δικαστηρίου που δίκασε την έφεση. Λόγοι αναιρέσεως που αναφέρονται σε πλημμέλειες της πρωτόδικης αποφάσεως είναι απαράδεκτοι.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ε.Σ.Δ.Α., Αναιρέσεως πρόσθετοι λόγοι, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 949/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Μ. - Θ. Β. του Δ., χήρας Η. Ν., 2) Α. Β. του Δ., συζύγου Σ. Α., και 3) Θ.-Ε.-Ι. Β. του Ν., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Μακρυγιάννη.
Της αναιρεσίβλητης: Τ. χήρας Σ. Α., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., ως ενασκούσας τη γονική μέριμνα και την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της Σ. Α. του Σ., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ευφημία Τσαγκαλίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/2/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 128/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 159/2011 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/12/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 22/2/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.- Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη -ενάγουσα απέκτησε από την κληρονομία του πατέρα της, που απεβίωσε την 10-6-2005, την οποία αποδέχθηκε με την αναφερόμενη και νομίμως μεταγραφείσα συμβολαιογραφική πράξη, το περιγραφόμενο οικόπεδο, εμβαδού 971,50 τ.μ., με την υπάρχουσα σ' αυτό οικοδομή, που βρίσκεται στο Ο.Τ. ... περιοχής "..." της πόλεως Κερκύρας, και το οποίο είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχο πατέρα του από την κληρονομία του προαποβιώσαντος υιού του Σ. Α., ο οποίος το είχε αποκτήσει με αγορά δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1989 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κερκύρας Μ. Μάρκου από τους αδελφούς Δ. και Ν. Β., που απεβίωσαν και κληρονομήθηκαν από τις πρώτη και δεύτερη, και την τρίτη, αντίστοιχα, αναιρεσείουσες - εναγόμενες. Εν συνεχεία το Εφετείο δέχεται τα εξής: "Το εν λόγω οικόπεδο, κατά το χρόνο που το αγόρασε ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας, από τους αδελφούς Β., αποτελούσε τμήμα μείζονος εδαφικής έκτασης ιδιοκτησίας τους, πολλών στρεμμάτων (περί τα 110), η οποία είχε ήδη ενταχθεί στο σχέδιο πόλης βάσει του από 20/10-28/11/88 Π.Δ. ΦΕΚ 848Δ (Πολεοδομική μελέτη της Πολεοδομικής ενότητας Παγκρατέϊκων) σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 1337/1983 περί εισφοράς σε γη και αναμένονταν (κατά το χρόνο της αγοραπωλησίας) η τακτοποίηση των οικοπέδων της εν λόγω οικιστικής περιοχής, ανηκόντων στο οικοδομικό τετράγωνο 39. Εξ αυτού του λόγου, ήτοι επειδή αναμενόταν ότι το πωληθέν θα επιβαρυνόταν με εισφορά σε γη και χρήμα, οι συμβληθέντες με το υπ' αριθ. .../1989 συμβόλαιο, δηλαδή ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Σ. Σ. Α., ως αγοραστής, και οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων, ως πωλητές, Ν. και Δ. Β. του Γ., συμπεριέλαβαν ειδική συμφωνία στο εν λόγω συμβόλαιο, με βάση την οποία ορίστηκαν ρητά οι υποχρεώσεις αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών ως προς την εισφορά σε γη και χρήμα που θα προέκυπταν μετά την εφαρμογή στην περιοχή του εγκεκριμένου πολεοδομικού σχεδίου και την με βάση το ρυμοτομικό σχέδιο τακτοποίηση αυτών, εκ του λόγου ότι το πωληθέν οικόπεδο κατ' εφαρμογή του νόμου 1337 θα μειωνόταν σε έκταση και θα υποχρεωνόταν σε εισφορά σε χρήμα. Ειδικότερα συμφωνήθηκαν, αυτολεξεί, τα εξής: 1. Αναλαμβάνεται από τους πωλητές Ν. και Δ. Β. η δέσμευση να μην πωλήσουν, πλην των κατιόντων τους, οι οποίοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση αυτή, για τον προαναφερθέντα χρόνο με το σχετικό συμβόλαιο μεταβίβασης, το εναπομένον τμήμα ...(του μείζονος ακινήτου τους)... πριν ολοκληρωθούν το αργότερο για μία πενταετία από σήμερα οι τακτοποιήσεις των οικοπέδων του οικοδομικού τετραγώνου Ο.Τ. 39 (όπως το οικοδομικό αυτό τετράγωνο ορίσθηκε με την εγκεκριμένη βάσει του από 20/10-28/11/88 ΠΔ ΦΕΚ 848 Δ Πολεοδομικής Ενότητας Παγκρατέϊκων) σύμφωνα με το άρθρο 8 του νόμου 1337 περί εισφοράς σε γη, όπως αυτή θα προκύψει από τη μελέτη-πράξη εφαρμογής, ούτως ώστε σε καμμία περίπτωση να μη θιγεί το πωλούμενο οικόπεδο, αφού συμφωνείται ότι οι τυχόν κατά τα ανωτέρω τακτοποιήσεις θα γίνουν σε βάρος του εναπομένοντος στους πωλητές (και δεσμευομένου όπως μη πωλήσει μέχρι τακτοποιήσεως) τμήματος. 2. Ο αγοραστής Σ. Α. του Σ., δεν έχει καμία απολύτως υποχρέωση για την κατά το άρθρο 8 του ν. 1137 εισφορά σε γη, η οποία βαρύνει εξ ολοκλήρου τους πωλητές. 3. Ως προς την κατά το άρθρο 9 ν. 1337 εισφορά σε χρήμα μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συμφωνείται το εξής: "Ο αγοραστής Σ. Α. του Σ. θα συμβάλει στην εισφορά σε χρήμα με ποσό το ανώτερο μέχρι το 1/100 της αξίας των πρώτων διακοσίων (200) τετραγωνικών μέτρων του πωλουμένου οικοπέδου συν τα 15/100 της αξίας των υπολοίπων 771,50 τ.μ. του πωλουμένου οικοπέδου. Η τυχόν πέραν αυτού του ποσού εισφορά σε χρήμα επιβαρύνει τους πωλητές Ν. και Δ. Β. του Γ.. Η αξία θα είναι αυτή που θα καθορισθεί σύμφωνα με το νόμο". Η ως άνω συμφωνία, που είχε ως σκοπό να μη θιγεί η έκταση του πωληθέντος και να μην επιβαρυνθεί ο αγοραστής με επί πλέον τίμημα, αλλά μόνο εν μέρει με την καταβολή μόνο ενός μέρους της εισφοράς σε χρήμα, είναι απολύτως δεσμευτική για τους πωλητές και τον αγοραστή, καταρτισθείσα στο πλαίσιο της, κατά την έννοια του άρθρου 361 ΑΚ, ελευθερίας των συμβάσεων, εφόσον δεν προσκρούει σε αντίθετη νομική διάταξη ή δικαίωμα τρίτων ούτε είναι αντίθετη στο Σύνταγμα και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, αλλά αποτελεί συμβατική προσωπική ρύθμιση μεταξύ των συμβληθέντων της υποχρέωσης καταβολής των ποσών που θα προέκυπταν από εισφορά σε γη και χρήμα, η οποία όμως δεσμεύει και τους κληρονόμους τους, ήτοι τους διαδίκους.
Συνεπώς, κάθε αντίθετος περί τούτου ισχυρισμός των εναγομένων είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με το από 25-5-1987 π.δ. (ΦΕΚ 554 Δ/19-6-1987), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το από 20-10-1988 π.δ. (ΦΕΚ 848 Δ/24-11-1988), εγκρίθηκε το πολεοδομικό σχέδιο της περιοχής "Παγκρατέϊκα" του Δήμου Κερκυραίων, ενώ με την από 4-2-1997 (ΦΕΚ 330 Δ/21-4-1997) απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Κέρκυρας τροποποιήθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της ΠΕ Παγκρατέϊκων. Με την υπ' αριθ. ΔΧΠΠ/οικ/21.297/27-6-2005 απόφαση του Νομάρχη Κέρκυρας κυρώθηκε η υπ' αριθ. 1/2005 πράξη εφαρμογής της Πολεοδομικής Ενότητας Παγκρατέϊκων του Δήμου Κερκυραίων και μεταγράφτηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Κέρκυρας (τόμ. 1445 και α.α. 83445). Η εν λόγω πράξη εφαρμογής διορθώθηκε και κυρώθηκε με την υπ' αριθ. πρωτ. ΔΧΠΠ/οικ/21435/19-6-2006 απόφαση του Νομάρχη Κέρκυρας, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του αυτού υποθηκοφυλακείου (τόμ. 1480 και α.α. 85176). Με αυτήν (Πράξη Εφαρμογής) καθορίστηκαν οι υποχρεώσεις των εντασσομένων στο σχέδιο πόλης ιδιοκτησιών για εισφορά σε γη και χρήμα προς το Δήμο Κερκυραίων καθώς και οι υποχρεώσεις προς τις εντασσόμενες στο σχέδιο ιδιοκτησίες, μεταξύ των οποίων συμπεριλήφθηκε και η ιδιοκτησία της ενάγουσας, με κτηματολογικό αριθμό 0131018. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. Πρωτ. ΔΧΠΠ/29-508/06 έγγραφη κοινοποίηση του Δήμου Κερκυραίων κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα η πράξη επιβολής εισφοράς για την ιδιοκτησία της και, ειδικότερα, καθορίστηκε η υποχρέωση εισφοράς σε γη σε 480,23 τ.μ., εκ των οποίων 304,82 τ.μ. και 74.96 τ.μ. για το Δήμο Κερκυραίων και 100,46 τ.μ. λόγω τακτοποίησης και 0,01 τ.μ. που έλαβε από την ιδιοκτησία υπ' αριθ. 031005, η δε εισφορά σε χρήμα καθορίστηκε στο ποσό των 33.166,69 ευρώ. Η εισφορά σε γη, κατόπιν μετατροπής της υπό του Δήμου, σε χρήμα και έκπτωση 20% επί του αρχικού ποσού των 112.267,48 ευρώ ανήλθε σε 63.280,63 ευρώ για τα πρώτα 405,27 τ.μ. (βλ. το υπ' αριθ. 3648/8-11-2006 διπλότυπο είσπραξης στο οποίο αναφέρεται αναλυτικά ο τρόπος υπολογισμού), για δε τα υπόλοιπα 74,96 τ.μ., (480,23 - 405,27 = 74,96 Χ 259,50 ευρώ ανά τ.μ.) σε 19.452,12 ευρώ (βλ. το από 28-01-2008 φύλλο εκκαθάρισης της Δ/νσης Τεχν. Υπηρ. του Δήμου Κερκυραίων και συνημμένο απόσπασμα των πρακτικών της 1/10-2007 του Δημοτικού Συμβουλίου για τον υπολογισμό της τιμής μονάδας ανά τ.μ., προς εξαγωγή του ποσού της οφειλομένης αποζημίωσης, που προκλήθηκε με αίτηση της ενάγουσας) και συνολικά σε 82.732,75 ευρώ. Η ενάγουσα, ως κυρία του ακινήτου, υποχρεώθηκε να καταβάλει στο Δήμο το παραπάνω ποσό (βλ. τα υπ' αριθ. 3648/8-11-2006 και 653/8-2-2008 διπλότυπα είσπραξης της Α' ΔΟΥ Κέρκυρας). Η υποχρέωση αυτή όμως (της εισφοράς σε γη, μετατραπείσα σε χρηματική), βάρυνε, με βάση την περιληφθείσα στο ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, συμφωνία των δικαιοπαρόχων των διαδίκων, τους πωλητές και επομένως υπόχρεες είναι οι εναγόμενες ως καθολικές διάδοχοι αυτών. Επίσης, η ενάγουσα προς εκπλήρωση της υποχρέωσης εισφοράς σε χρήμα για το επίδικο ακίνητο κατέβαλε στο Δήμο Κερκυραίων το ποσό των 26.533,35, το οποίο προέκυψε μετά από έκπτωση σε ποσοστό 20% επί του αρχικά καθορισθέντος για την αιτία αυτή, ποσού των 33.166,69 ευρώ (βλ. το υπ' αριθ. 3648/8-11-2006 διπλότυπο είσπραξης της Α' ΔΟΥ Κέρκυρας). Η υποχρέωση του αγοραστή και ήδη της ενάγουσας για την εισφορά σε χρήμα, σύμφωνα με τη σύμβαση (βλ. .../1989 συμβόλαιο) και λαμβανομένης υπόψη της καθορισθείσας ανά τ/μ αξίας των 27.31 ευρώ, εξάγεται ως εξής: α) για τα πρώτα 200 τ.μ. του οικοπέδου στο ποσό των 5.462 ευρώ (100 Χ 27,31) Χ 1/100 τούτου = 54,62 ευρώ και β) για τα υπόλοιπα 771,5 τ.μ. σε 21.069 ευρώ (771,5 Χ 27,31) Χ 15/100 = 3.160,65 και συνολικά σε 3.215,27 ευρώ (54,62 + 3.160,65 = 3.215,27 κατ' ορθό υπολογισμό).
Συνεπώς, οι εναγόμενες είναι υπόχρεες να καταβάλουν το υπόλοιπο εκ του μετά την έκπτωση προκύψαντος για την αιτία αυτή ποσού των 26.533,35 ευρώ, που ανέρχεται σε 23.318,08 ευρώ (26.533,35 - 3.215,27). Ο τρόπος αυτός υπολογισμού προκύπτει σαφέστατα από το συμβόλαιο και δεν χρήζει άλλης ερμηνείας, δεδομένου ότι πρόκειται για ειδική συμφωνία των συμβληθέντων δικαιοπαρόχων των διαδίκων, αδιαφόρως εάν μεταγενέστεροι νόμοι, όπως επικαλούνται οι εναγόμενες, επέφεραν τροποποιήσεις στον τρόπο υπολογισμού της εισφοράς σε γη και χρήμα, καθόσον στην προκειμένη υπόθεση, όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω, είναι ζήτημα ειδικής συμφωνίας που αφορά την εκπλήρωση της οικονομικής υποχρέωσης που προέκυψε για το ακίνητο, με βάση τον καθορισμό υπό του Δήμου, των υποχρεώσεών του σε εισφορά γης και χρήματος υπό του Δήμου, ήτοι πρόκειται για εσωτερική υποχρέωση μεταξύ των συμβληθέντων που αφορούσε μόνο αυτούς και ήδη τους κληρονόμους τους. Επομένως, το συνολικό ποσό εκ των δύο ως άνω αιτιών (εισφοράς σε γη και χρήμα) που οφείλουν να καταβάλουν οι εναγόμενες στην ενάγουσα, διαιρετά και κατά το λόγο της εξ αδιαιρέτου μερίδος εκάστης επί των κληρονομιών των πωλητών Δ. και Ν. Β., ανέρχεται σε 106.050,83 ευρώ (82.732,75 + 23.318,08), απορριπτομένου ως ουσιαστικού αβασίμου κάθε αντιθέτου ισχυρισμού των εναγομένων και ιδίως ότι η καταβολή υπό της ενάγουσας στον Δήμο έγινε αχρεώστητα και ότι, ως εκ τούτου, δεν οφείλουν οι ίδιοι ουδεμία εισφορά στο Δήμο, δεδομένου ότι, όπως ως άνω αναφέρθηκε, η υποχρέωση αυτή πηγάζει από ειδικότερη εσωτερική συμφωνία των δικαιοπαρόχων τους με τον απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας, η οποία γεννά αγώγιμη αξίωση υπέρ της ενάγουσας. Επίσης, για τον ίδιο λόγο είναι αβάσιμο, αλλά και αδιάφορο για την επίδικη αξίωση, αν η υποχρέωση εισφοράς σε γη και χρήμα αφορούσε το ενιαίο οικόπεδο και όχι κάθε οικόπεδο χωριστά και ότι καθορίστηκε ενιαία, όπως επικαλούνται οι εναγόμενες με την έφεση, δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο Δήμος Κερκυραίων κοινοποίησε στην ενάγουσα, ως ιδιοκτήτρια του επιδίκου οικοπέδου, που προέκυψε μετά την υλοποίηση της πράξης εφαρμογής του εγκεκριμένου πολεοδομικού σχεδίου, το σχετικό έγγραφο, με το οποίο καθορίστηκε γι' αυτό (οικόπεδο), μετά την πολεοδομική τακτοποίηση, η υποχρέωση εισφοράς σε γη και χρήμα και επομένως είναι απορριπτέος ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούσες διατείνονται ότι έχουν τακτοποιηθεί οι υποχρεώσεις του ενιαίου οικοπέδου και ότι τούτο δεν οφείλει τίποτε στο Δήμο Κερκυραίων. Απορριπτέος είναι και ο τρίτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εναγόμενες - εκκαλούσες αμφισβητούν τον τρόπο υπολογισμού της εισφοράς σε χρήμα, επικαλούμενες το νόμο 1337/1983 (άρθρο 9 παρ. 2), ως ερειδόμενες επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, δεδομένου ότι η ένδικη υποχρέωση αυτών δεν πηγάζει εκ του νόμου, καθώς επίσης απορριπτέοι ελέγχονται και όλοι οι λοιποί λόγοι, δεδομένου ότι ο τρόπος υπολογισμού που θέλησαν και όρισαν οι συμβληθέντες ως ισχύοντα μεταξύ τους, στην προκειμένη υπόθεση δεν βασίζεται στο νόμο αλλά στην ειδική συμφωνία. Επίσης, απορριπτέος ελέγχεται και ο τέταρτος λόγος, με τον οποίο οι εκκαλούσες προβάλλουν αιτιάσεις ως προς το ύψος της εισφοράς σε χρήμα, επικαλούμενες ότι δεν τις αφορά και ότι το ποσό που πλήρωσε η εφεσίβλητη - ενάγουσα δεν αφορά την έκταση των 971,50 τ.μ. που πωλήθηκε από τους δικαιοπαρόχους τους, αλλά αφορά προσκύρωση επί πλέον 57,50 τ.μ. υπέρ του οικοπέδου της που προέκυψε μετά την τακτοποίηση με βάση το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός, στον οποίο αναφέρεται αυτός ο λόγος, δεν προβλήθηκε παραδεκτώς πρωτοδίκως, αφού δεν εκτέθηκε το ύψος του ποσού που αφορά την (κατά τον ισχυρισμό τους) προσκυρωθείσα στο επίδικο έκταση και ο τρόπος υπολογισμού του ώστε, εφόσον τυχόν ήθελε αποδειχθεί βάσιμος, να αφαιρεθεί από το τελικό ποσό που οφείλουν οι εκκαλούσες, αλλά λόγω της παντελούς αοριστίας τους, απορρίφθηκε σιγή, και ορθά, με την εκκαλουμένη απόφαση. Άλλωστε, εκ των προαναφερομένων εγγράφων του Δήμου Κερκυραίων και της Πολεοδομίας δεν προκύπτει ότι τα καθορισθέντα προς πληρωμή χρηματικά ποσά σε βάρος της εφεσίβλητης αφορούν προσκύρωση των ως άνω τ.μ. (57,50) υπέρ του επιδίκου οικοπέδου, όπως διατείνονται οι εκκαλούσες". Βάσει των παραδοχών αυτών και με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε την υποχρέωση των αναιρεσειουσών να καταβάλουν σ' αυτήν, κατά τον λόγο της κληρονομικής τους μερίδας στην κληρονομία των ως άνω δικαιοπαρόχων τους - πωλητών, το συνολικό ποσό των 106.090,83 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 23.318,08 ευρώ αντιστοιχούσε στην εισφορά εις χρήμα που η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στον Δήμο Κερκυραίων για την ως ανωτέρω τακτοποίηση του οικοπέδου της και η οποία κατά τον σχετικό όρο του προρρηθέντος υπ' αριθμ. .../1989 πωλητηρίου συμβολαίου βάρυνε τους πωλητές και ήδη τις διαδόχου τους αναιρεσείουσες.
ΙΙ.- Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχόμενου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με το άρθρο 561§1 του ίδιου ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω προσάπτεται με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφου και δη ότι το Εφετείο με την παραδοχή του ότι ο τρόπος υπολογισμού της εισφοράς εις χρήμα για το τακτοποιούμενο οικόπεδο της αναιρεσίβλητης, τον οποίο λεπτομερώς, ως ανωτέρω (υπό Ι), αναλύει το Εφετείο, προκύπτει σαφέστατα από το υπ' αριθμ. .../1989 πωλητήριο συμβόλαιο, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του τελευταίου αυτού συμβολαίου, από το οποίο προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών, ότι ο σχετικός όρος του συμβολαίου αυτού δεν έχει το προαναφερθέν περιεχόμενο που δέχθηκε το Εφετείο αλλά το περιεχόμενο ότι ο τρόπος εισφοράς εις χρήμα είναι αυτός που προβλέπεται ειδικά στον νόμο και εν προκειμένω στο άρθρο 10 του ν. 1221/1981, στον οποίο ρητά παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 9 του ν. 1337/1983 που απετέλεσε συμβατικό όρο των συμβληθέντων δικαιοπαρόχων των διαδίκων, ευμενέστερον για τις αναιρεσείουσες, όπως τον προσδιορίζουν στο αναιρετήριο. Από το περιεχόμενο του λόγου αυτού της αναίρεσης προκύπτει ότι το Εφετείο με τις προμνησθείσες παραδοχές του δεν παραμόρφωσε, υπό την ειρημένη έννοια, το περιεχόμενο του ανωτέρω όρου του συμβολαίου, τον οποίο άλλωστε το Εφετείο αναφέρει αυτολεξεί, κατά τα προεκτεθέντα (ανωτ. υπό Ι), αλλ' ότι πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση από το Εφετείο του περιεχομένου του εγγράφου, ως πραγματικού γεγονότος, η οποία όμως, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Επομένως ο προτεινόμενος ως άνω λόγος αναιρέσεως, ως λόγος μεν από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, ως στρεφόμενος δε κατά της ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου, απαράδεκτος. Για τον ίδιο λόγο, ότι δηλαδή αναφέρεται στην εκτίμηση από το Εφετείο του ανωτέρω συμβατικού, κατά το άρθρο 361 του ΑΚ, όρου του υπόψη συμβολαίου, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτος και ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο και υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προαναφερθείσα εκτίμηση του συμβατικού αυτού όρου παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 9 του ν. 1337/83 και 10 του ν. 1221/81 που προαναφέρθηκαν και οι οποίες, κατά τις αναιρεσείουσες, απετέλεσαν συμβατικό όρο ως προς τον υπολογισμό της οφειλόμενης εισφοράς εις χρήμα για την τακτοποίηση του οικοπέδου της αναιρεσίβλητης.
ΙΙΙ.- Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών ή (και) αντιφατικών αιτιολογιών δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είναι αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου, το δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την υποχρέωση των αναιρεσειουσών να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη το ειρημένο ποσό των 23.318 ευρώ της καθορισθείσης εισφοράς εις χρήμα για την τακτοποίηση του οικοπέδου τους και οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 361 του ΑΚ στον οποίο η αναιρεσίβλητη στηρίζει την αξίωση της. Από την ίδια, περαιτέρω, απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και τα έγγραφα τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί ενώπιόν του οι διάδικοι, όπως τούτο ρητώς βεβαιώνεται στην αναιρεσιβαλλομένη, επομένως και την σχετική με τον καθορισμό της ένδικης εισφοράς απόφαση της Επιτροπής του π.δ. 5/86 που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί ως αποδεικτικό μέσο οι αναιρεσείουσες. Κατά συνέπειαν οι αντίστοιχοι προς τα ανωτέρω δεύτερος, από τον αριθμό 19, και τρίτος, από τον αριθμό 11, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγοι του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμοι. Τέλος, ενόψει της προαναφερθείσης (ανωτ. υπό Ι) παραδοχής του Εφετείου ότι ο προβληθείς με τον τέταρτο λόγο της εφέσεως των αναιρεσειουσών ισχυρισμός ότι το ποσό που κατέβαλε η αναιρεσίβλητη ως εισφορά εις χρήμα δεν αφορά την έκταση των 971,50 τ.μ. την οποία η τελευταία είχε αγοράσει από τους δικαιοπαρόχους τους, αλλά αφορά προσκύρωση επιπλέον 57,50 τ.μ. υπέρ του οικοπέδου της, που προέκυψε μετά την τακτοποίηση με βάση το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, δεν είχε προταθεί παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως ειδικότερα και ως ανωτέρω αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη, ορθώς το Εφετείο, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, απέρριψε ως απαράδεκτο τον λόγο αυτόν της εφέσεως και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι δε επίσης αβάσιμα τα αντίθετα που οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν με τον πέμπτο και τελευταίο, από τη διάταξη αυτή, λόγο της αιτήσεώς τους.
ΙV.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183, 191§2 του ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 23-12-2011 αίτηση των Μ.-Θ. Β. κ.λπ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 159/2011 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ένδικο μέσο (Αίτηση αναίρεσης). Αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 11,19, 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αβάσιμοι. Επικυρώνει Εφ.Κέρκ. 159/2011.
|
Κυριότητα
|
Κληρονομία , Κυριότητα.
| 0
|
Αριθμός 948 /2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. χήρας Ε. Γ., το γένος Η. Σ., 2) Ε. Γ. του Ε., 3) Ε. Γ. του Γ., και 4) Η. Γ. του Γ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κοτζαμανίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Α. Α. του Π., κατοίκου ..., 3) Ε. Θ. του Π., κατοίκου ..., 4) Σ. Θ. του Ν., κατοίκου ..., και 5) Π. Θ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καραγεωργάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/4/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5847/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 917/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/10/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 2/1/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, νομή, η οποία μπορεί να οδηγήσει και σε κτήση κυριότητος με χρησικτησία, είναι η φυσική εξουσία που ασκείται πάνω σε πράγμα με πρόθεση κυριότητος, δηλαδή με διάνοια κυρίου. Φυσική εξουσία είναι η άσκηση εξωτερικών εμφανών υλικών πράξεων επί του πράγματος που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, ώστε, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό ευρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα. Κατά δε το άρθρο 981 ΑΚ, όταν αποκτηθεί η νομή διατηρείται, εφόσον εξακολουθούν να υπάρχουν και τα δύο της στοιχεία, το σωματικό και το πνευματικό, χωρίς να είναι αναγκαίο ο νoμέας να ευρίσκεται σε διηνεκή σχέση σωματικής εξουσιάσεως με το πράγμα και σε συνεχή εγρήγορση, έχοντας την διάνοια κυρίου αδιαλείπτως στραμμένη προς το πράγμα. Η νομή εξακολουθεί να υπάρχει και όταν ο νομέας δεν ευρίσκεται σε συνεχή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλ' έχει την επ' αυτού εποπτεία και την δυνατότητα ασκήσεως φυσικής εξουσίας σε κάθε στιγμή. Για την απώλεια της αποκτηθείσης νομής, κατά την έννοια της ιδίας διατάξεως του άρθρου 981 του ΑΚ, απαιτείται να επέλθει οριστική διακοπή της φυσικής εξουσιάσεως επί του πράγματος, αδιαφόρως των λόγων που την επέφεραν, εάν δηλαδή αυτοί συναρτώνται με την βούληση του νομέως ή είναι ανεξάρτητοι από αυτή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 980 παρ. 1 του ΑΚ η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου. Ο τρίτος που ασκεί την νομή ως αντιπρόσωπος του νομέως είναι εκείνος προς τον οποίο ο νομέας έχει παραχωρήσει την κατοχή του πράγματος, οπότε ασκεί την νομή δια μέσου του κατόχου (μισθωτού, χρησαμένου, θεματοφύλακος κ.λ.π.). Κατά δε το άρθρο 1045 του ΑΚ για την απόκτηση κυριότητος επί ακινήτου με έκταση χρησικτησία απαιτείται αδιάλειπτη νομή επ' αυτού επί εικοσαετία. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 982 ΑΚ, αν ο αντιπρόσωπος του νομέα θελήσει να αντιποιηθεί τη νομή, αυτή δεν χάνεται για τον νομέα προτού λάβει γνώση της αντιποιήσεως. Ως αντιποίηση της νομής νοείται η μεταστροφή της βουλήσεως του αντιπροσώπου στην άσκηση της νομής να το εξουσιάζει αποκλειστικά ως κύριος. Η γνωστοποίηση δε της αντιποιήσεως της νομής από τον κάτοχο στον νομέα μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο. Τέλος, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95). Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσης στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικής διατάξεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι-εναγόμενοι, συγκύριοι εξ αδιαιρέτου του αναφερόμενου οικοπέδου, στο οποίο ανήγειραν δια του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Ε. Γ. εργολάβου πολυώροφη οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής, παρέδωσαν στον τελευταίο ως εργολαβικό αντάλλαγμα μεταξύ των άλλων οριζόντιων ιδιοκτησιών και τη νομή μιας εκ των δύο αποθηκών- οριζόντιων ιδιοκτησιών που κατασκευάστηκαν αργότερα, εμβαδού (της παραδοθείσης αποθήκης) 169,20 τ.μ., και της οποίας οι αναιρεσείοντες έγιναν κύριοι με έκτακτη χρησικτησία, δεν παρέδωσαν όμως στον δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων και τη νομή της δεύτερης, εμβαδού 91,80 τ.μ., αποθήκης, της οποίας ο τελευταίος και οι αναιρεσείοντες δεν έγιναν κύριοι με χρησικτησία, όπως είχαν ισχυρισθεί με την αγωγή τους. Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, έκρινε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσειόντων ως προς την ανωτέρω αποθήκη, εμβαδόν 91,80 τ.μ. Ειδικότερα, ως προς την επίδικη αυτή αποθήκη το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ως άνω οικοπεδούχοι ουδέποτε παρέδωσαν με τη βούλησή τους στον καθολικό δικαιοπάροχο των εναγόντων και τη νομή της δεύτερης υπό στοιχ. 1 της αγωγής αποθήκη, εμβαδού 91,80 τ.μ., ο οποίος μετά την αποπεράτωση της οικοδομής (1980) παρέμεινε απλός κάτοχος αυτής. Ειδικότερα οι εναγόμενοι και νυν εφεσίβλητοι, η πρώτη δε εξ αυτών δυνάμει του με αριθμ. .../1980 ειδικού πληρεξουσίου που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ. Παπαγεωργίου Γράψα, χορήγησαν στον δικαιοπάροχο των εναγόντων την εντολή και πληρεξουσιότητα όπως πωλήσει ή εκμισθώσει την υπό στοιχ.1 αποθήκη με οποιοδήποτε τίμημα και όρους που αυτός θα ενέκρινε. Ο τελευταίος στα πλαίσια της εντολής αυτής, ήτοι μέχρι τη εξεύρεση αγοραστή, την χρησιμοποιούσε ο ίδιος αρχικά ως αποθήκη υλικών οικοδομής, το δε έτος 1991, την παραχώρησε χωρίς τη συναίνεση των οικοπεδούχων στον μεταποβιώσαντα γιο του Γ. Γ., προκειμένου να λειτουργήσει σ' αυτή επιχείρηση χρυσοχοΐας. Οι οικοπεδούχοι το έτος 1991 ανακάλεσαν την εντολή δυνάμει της οποίας αυτός κατείχε την υπό στοιχείο 1 αποθήκη, πλην όμως αυτός αρνήθηκε να τους την αποδώσει, αντιποιούμενος τη νομή τους σ' αυτό. Μέχρι τότε (1991) οι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι νέμονταν το κοινό ακίνητο δια του αντιπροσώπου τους Ε. Γ., χωρίς ποτέ να εκδηλώσουν πρόθεση να απεκδυθούν εξουσιάσεώς τους με διάνοια κυρίου. Μάλιστα η πρώτη εναγομένη, με την υπ' αριθμ. .../17-5-1990 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισσάβετ Παναγοπούλου, αποδέχθηκε την κληρονομία του αποβιώσαντος την 24-10-1980 πατέρα της Ν. Γ., μεταξύ της οποίας και η επίδικη υπό στοιχείο 1 αποθήκη, και στις 10-4-1991 υπέβαλε στην αρμόδια εφορία κληρονομική δήλωση φόρου κληρονομίας. Επίσης ο πέμπτος εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος με το υπ' αριθμ. .../1998 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Καστοριάς Στεργίου Τέγα μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στη Ε. Θ. (γ' εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη) το εξ αδιαιρέτου ποσοστό. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από το γεγονός ότι η πρώτη εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη, με την υπ' αριθμ. .../6-12-1991 πράξη ανάκλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Παναγοπούλου, που επιδόθηκε στον καθολικό δικαιοπάροχο των εναγόντων (...), ανακάλεσε την εντολή και πληρεξουσιότητα που χορήγησε στον τελευταίο με το υπ' αριθμ. .../1980 ειδικό πληρεξούσιο που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ. Παπαγεωργίου Γράψα, όπως πωλήσει ή εκμισθώσει την υπό στοιχείο 1 αποθήκη. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Ε. Γ. κατέβαλε στους ιδιοκτήτες της ως άνω αποθήκης μίσθωμα μέχρι το έτος 1991 (...). Επίσης ο ισχυρισμός των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων ότι οι αρχικοί οικοπεδούχοι, αναγνωρίζοντας τα έξοδα και την ταλαιπωρία που υποβλήθηκε ο δικαιοπάροχός τους για την επίλυση των νομικών προβλημάτων του οικοπέδου τους με γειτονικά ακίνητα το μεγάλο διάστημα που εξαιτίας αυτών που μεσολάβησε από το έτος 1980 και των υψηλών ανατιμήσεων όλων των υλικών και των αμοιβών που έγιναν την τριετία αυτή, του παραχώρησαν την υπό στοιχείο 1 της αγωγής αποθήκη, εμβαδού 91,60 τ.μ., που αποτελούσε την αντιπαροχή τους, δεν αποδείχθηκε (...)".
Με αυτά που δέχθηκε, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις όλα τα περιστατικά που πληρούν το πραγματικό των ωςάνω ουσιαστικών διατάξεων, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των. Ειδικότερα, εδέχθη το Εφετείο ότι μέχρι τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 1991 ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων και νυν αναιρεσειόντων ασκούσε την φυσική εξουσία επί του επιδίκου ως κάτοχος, δυνάμει σχέσεως εντολής, αντιπροσωπεύοντας τους εναγομένους και νυν αναιρεσιβλήτους στην άσκηση της νομής, ότι η αντιποίηση της νομής από τον ως άνω δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων και η γνωστοποίηση της εν λόγω αντιποιήσεως προς τους αναιρεσιβλήτους έγιναν τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 1991, καθώς και ότι από του έτους αυτού, που απετέλεσε και το αφετήριο χρονικό σημείο της κτητικής παραγραφής, μέχρι την άσκηση της αγωγής (2006), δεν παρήλθε το χρονικό διάστημα της εικοσαετίας. Δεν εμπεριέχει δε καμία ασάφεια ή αντίφαση η παραδοχή του Εφετείου ότι ο ως άνω δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων βρισκόταν στην κατοχή του πράγματος δυνάμει σχέσεως εντολής, αντιπροσωπεύοντας τους αναιρεσιβλήτους στην άσκηση της νομής, με την παραδοχή ότι η εκτέλεση της εν λόγω εντολής παρέμεινε ανεκτέλεστη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η δε αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση αιτίαση για αντιφατικότητα, διότι το Εφετείο εδέχθη δύο χρονικά σημεία αντιποιήσεως της νομής, δηλαδή και πριν το έτος 1991, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο έκανε δεκτή αντιποίηση της νομής κατά το προαναφερόμενο έτος, ανεξαρτήτως του ότι έννομη σημασία για την απώλεια της νομής έχει ο χρόνος που ο νομέας έλαβε γνώση της αντιποιήσεως της νομής από τον αντιπρόσωπο και όχι εκείνος της αντιποιήσεως. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-10-2010 αίτηση των Κ. Γ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 917/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έννοια νομής και φυσικής εξουσίας. Απόκτηση, άσκηση και απώλεια νομής. Ειδικότερα, άσκηση μέσω άλλου και απώλεια από τη γνώση της αντιποίησης. Απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία. Προϋποθέσεις. Λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.. Πότε ιδρύεται (Επικυρώνει Εφ. Θεσσ. 917/2010)
|
Χρησικτησία
|
Ένδικο μέσο, Νομή, Χρησικτησία.
| 2
|
Αριθμός 952/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Δ. Β. του Ε., και 2) Σ. Κ. του Δ., συζ. Δ. Β., κατοίκων .... Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Καρπέτα και η δεύτερη παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Μ.- Θ. Μ. του Σ. και 2)Ι.- Α. Α. του Ι., κατοίκων ... . Η πρώτη ατομικά και ως κληρονόμος του Ι. Α. του Α.-Λ. και ο δεύτερος ως κληρονόμος του Ι. Α. του Α.-Λ. που απεβίωσε στις 2/1/2012, όπως αναφέρεται στην από 30/6/2012 κλήση, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Σκούρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/4/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 158/2011 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/12/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 28/2/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.- Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 152/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας, εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, και κατά παραδοχήν της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσειόντων - εναγόντων, που είχαν προτείνει οι αναιρεσίβλητοι - εναγόμενοι, απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία οι τελευταίοι ζητούσαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι εξ αδιαιρέτου κατά το 1/2 ο καθένας του επίδικου ακινήτου, ήτοι ενός διαμερίσματος εμβαδού 98 τ.μ., με τα αναλογούντα ποσοστά συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, που βρίσκεται στην πόλη της Κέρκυρας, και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι, που το κατέχουν, να αποδώσουν το επίδικο στους αναιρεσείοντες. Η αγωγή αυτή είχε γίνει δεκτή με την προαναφερθείσα πρωτόδικη απόφαση, με την οποία και είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η προταθείσα ως άνω ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσειόντων, με την αιτιολογία ότι τα περιστατικά που είχαν επικαλεστεί σχετικώς οι αναιρεσίβλητοι δεν ήταν αρκετά για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής.
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, τείνουσα στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί πολύ χρόνο, με αποτέλεσμα να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειας για τον υπόχρεο (Ολομ.ΑΠ 17/1995, 33/2005, ΑΠ 66/2004). Τα περιστατικά δε που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για το αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος υπό την προαναφερόμενη έννοια (ΑΠ 1290/2003). Εξάλλου ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, για τον οποίο, ενόψει των περιστατικών που αναφέρονται στην αγωγή ή στην προβαλλόμενη ένσταση, τα οποία δέχεται το δικαστήριο ως αποδειχθέντα, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Ο δε αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της απόφασης αναφέρονται χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που καλύπτουν όλα τα στοιχεία τα οποία απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο Μ. Μ., που έχει ήδη αποβιώσει και κατοικούσε στην Αθήνα, ήταν δε κουνιάδος του πρώτου εναγομένου και αδελφός της δεύτερης εναγομένης, αγόρασε δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1-7-1963 συμβολαίου (...) ένα οικόπεδο (...) εμβαδού 420,00 τ.μ. (που βρίσκεται στον Δήμο Κερκυραίων). Κατά το έτος 1964 ο ως άνω κύριος του οικοπέδου συμφώνησε προφορικά με τον επ' αδελφή γαμβρό του πρώτο εναγόμενο, κάτοικο …, να του πωλήσει και μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα το 1/4 (25%) εξ αδιαιρέτου του παραπάνω οικοπέδου αντί τιμήματος 35.000 δραχμών, το οποίο ήταν απολύτως εύλογο και καταβλήθηκε από τον πρώτο εναγόμενο ολοσχερώς, χωρίς να συνταχθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο για την αγοραπωλησία αυτή (...), λόγω της υπάρχουσας αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ αγοραστή και πωλητή (...). Ταυτόχρονα, με την ως άνω συναλλαγή, συμφώνησαν ο Μ. Μ. με τον πρώτο εναγόμενο να ανεγείρουν επί του οικοπέδου, με κοινές δαπάνες, οικοδομή αποτελούμενη από ισόγειο και πρώτο όροφο εκ της οποίας ο πρώτος εναγόμενος θα ελάμβανε το 25% των δύο ορόφων που αντιστοιχούσε σε διαμερίσματα αντίστοιχης με το εν λόγω ποσοστό εκ της ωφέλιμης επιφάνειας, καθώς επίσης και το 25% του δικαιώματος αέρος και υψούν. Σε εκτέλεση της παραπάνω συμφωνίας, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1967-1968, με δαπάνες του Μ. Μ. και φροντίδα και επίβλεψη αποκλειστικά του πρώτου εναγομένου, αφού ο Μ. Μ. διέμενε μόνιμα στην Αθήνα, ενώ ο εναγόμενος στην Κέρκυρα, κατασκευάστηκε το ισόγειο της οικοδομής, αποτελούμενο από δύο διαμερίσματα. Σε ένα εκ των δύο αυτών διαμερισμάτων αμέσως μετά την αποπεράτωσή τους εγκαταστάθηκε εξ αρχής ο πρώτος εναγόμενος με τη δεύτερη εναγομένη σύζυγό του προσωρινά, και διέμεναν συνεχώς σ' αυτό μέχρι να κατασκευασθεί και ο πρώτος όροφος. Το έτος 1972 εκδόθηκε με αίτηση και στο όνομα του Μ. Μ. η υπ' αριθ. .../21-9-1972 οικοδομική άδεια, αφού αυτός, κατά τον τίτλο κυριότητος, φερόταν ως αποκλειστικός κύριος του οικοπέδου, και κατασκευάστηκε με δαπάνες και επίβλεψη του πρώτου εναγομένου ο πρώτος όροφος, αποτελούμενος από δύο διαμερίσματα, και στη συνέχεια, κατά το έτος 1973, με φροντίδα πάλι του πρώτου εναγομένου τοποθετήθηκε σε ολόκληρη την οικοδομή κεντρική θέρμανση. Κατά το έτος 1972 που αποπερατώθηκε το ένα εκ των δύο διαμερισμάτων του πρώτου ορόφου, εμβαδού 98 τ.μ., το οποίο είναι επίδικο, προσδιοριζόμενο με τα στοιχεία Α 1, στην πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας που συστήθηκε αργότερα ως προς την εν λόγω οικοδομή, οι εναγόμενοι εκκένωσαν το διαμέρισμα του ισογείου, στο οποίο διέμεναν συνεχώς μέχρι τότε κατόπιν συμφωνίας με τον Μ. Μ. που τους είχε παραχωρήσει άτυπα τη νομή και τη χρήση, και εγκαταστάθηκαν στο επίδικο διαμέρισμα, όπου διαμένουν συνεχώς από τότε μέχρι σήμερα, πάλι μετά από παραχώρηση της νομής του άτυπα υπό του Μ. Μ., που αναγνώριζε πάντοτε τον πρώτο εναγόμενο ως συγκύριο του οικοπέδου και της κατασκευασθείσας επ' αυτού οικοδομής και με την προοπτική να συστήσουν οριζόντια ιδιοκτησία στην οικοδομή και να καταρτίσουν το συμβόλαιο μεταβίβασης της κυριότητας προς τον πρώτο εναγόμενο ανάλογης με το ανωτέρω ποσοστό του επί του οικοπέδου επιφάνειας εκ των αυτοτελών χώρων της και του εν λόγω διαμερίσματος καθώς και του αναλόγου ποσοστού συγκυριότητας που αντιστοιχεί επί του οικοπέδου. Ο πρώτος εναγόμενος και η εξ αυτού, ως σύζυγός του, έλκουσα δικαίωμα κατοχής και χρήσης του επιδίκου διαμερίσματος, διέμεναν σ' αυτό εξ αρχής και πάντοτε με την πεποίθηση ότι είναι κύριος ο πρώτος και πιστεύοντας στις διαβεβαιώσεις του Μ. Μ. ότι θα προβεί στην μεταβίβασή του με συμβολαιογραφικό έγγραφο, προέβη δε ο πρώτος σε βελτιώσεις και δαπάνες, θεωρώντας ότι είναι δικό του, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν. Η οικοδομή αυτή, που αποτελείται από τέσσερα αυτοτελή διαμερίσματα και τον αέρα (δικαίωμα της καθ' ύψος επέκτασης), δεν είχε υπαχθεί εξ αρχής στις διατάξεις του νόμου 3741/1929 "περί οριζοντίου ιδιοκτησίας" αν και το είχαν συμφωνήσει ο Μ. Μ. με τον πρώτο εναγόμενο, καθότι η πράξη αυτή περί σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας αποτελούσε νομική προϋπόθεση ώστε να δημιουργηθούν νόμιμα οι αυτοτελείς ιδιοκτησίες με τις αναλογίες τους επί του οικοπέδου και των κοινοχρήστων χώρων και να προβούν σε διανομή των αυτοτελών ιδιοκτησιών, ώστε να μεταβιβασθεί στον πρώτο εναγόμενο ανάλογο ποσοστό αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών με εκείνο του οικοπέδου που είχε άτυπα αγοραστεί υπ' αυτού (...). Εξαιτίας της (επακολουθήσασας κακής) κατάστασης της υγείας του Μ. Μ. (εγκεφαλικό επεισόδιο), ουδέποτε υλοποιήθηκε η ως άνω συμφωνία του με τον πρώτο εναγόμενο, καθόσον ουδέποτε ανένηψε ούτε βελτιώθηκε η υγεία του, αλλά απεβίωσε στις 28-3-1999. Η σύζυγος και επίτροπος του Μ. Μ. γνώριζε πολύ καλά τη συμφωνία του συζύγου της με τον πρώτο εναγόμενο και ότι αυτός αγόρασε άτυπα το 25% του οικοπέδου αντί τιμήματος 35.000 δραχμών το έτος 1964 και ότι ο σύζυγός της το εισέπραξε. Επίσης γνώριζε ότι αυτός διέμενε με τη δεύτερη εναγομένη στο ως άνω διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, που είναι επίδικο, από τότε που κατασκευάσθηκε (1972), με την πεποίθηση ότι είναι κύριος, και ότι αυτός (ο πρώτος εναγόμενος) επιμελήθηκε εξ αρχής για την κατασκευή ολόκληρης της οικοδομής ενώ η ίδια και ο σύζυγός της απουσίαζαν στην Αθήνα, καθώς και ότι δαπάνησε χρήματα για την κατασκευή του πρώτου ορόφου. Ενώ γνώριζε όλα αυτά και ότι ο σύζυγός της Μ. Μ. ουδέποτε αμφισβήτησε, όσο ήταν καλά στην υγεία του, το δικαίωμα του πρώτου εναγομένου επί του οικοπέδου και της μετέπειτα κατασκευασθείσας οικοδομής και επί του επιδίκου, αποφάσισε για λογαριασμό του και υπό την ιδιότητά της ως επιτρόπου αυτού να πωλήσει τα διαμερίσματα της οικοδομής καθώς και το δικαίωμα της καθ' ύψος επέκτασης αυτής, αδιαφορώντας για τα δικαιώματα των εναγομένων και σε αντίθεση με τη θέληση του αντιπροσωπευομένου συζύγου της. Έτσι, δυνάμει του υπ' αριθ. .../26-5-1988 συμβολαίου-Πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Ιωάννη Τσιώκου, που μεταγράφτηκε νόμιμα (...), και χωρίς να έχει ενημερώσει τους εναγόμενους, προέβη σε σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επί της παραπάνω οικοδομής κατά τις διατάξεις του ν. 3741/1929. Περαιτέρω, μεταβίβασε λόγω πώλησης (...), αρχικά το ένα διαμέρισμα του ισογείου υπό στοιχ. 1-2 στον μάρτυρά τους Π. Μ., και το υπό στοιχ. Ι - 1 διαμέρισμα του ισογείου στον ίδιο και τη σύζυγό του Γ. Ρ. του Δ. με τα υπ' αριθ. .../25-5-1989 και .../6-4-1990 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Ι. Σώκου, νομίμως μεταγραφέντα στα βιβλία του υποθ/κείου Κέρκυρας. Επίσης, με το υπ' αριθ. .../1991 συμβόλαιο της αυτής συμβολαιογράφου, μεταβίβασε στην δεύτερη ενάγουσα το υπό στοιχ. Α-2 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, νομίμως μεταγραφέντος στα ίδια βιβλία μεταγραφών, και με το υπ' αριθ. .../5-6-1992 συμβόλαιο, το δικαίωμα της καθ' ύψος επέκτασης της οικοδομής στους Π. και Γ. Μ., απέμεινε δε μόνο το υπό στοιχ. Α-1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου (επίδικο), στο οποίο διέμεναν και νεμόταν οι εναγόμενοι δυνάμει της ως άνω συμφωνίας περί μεταβίβασης της νομής του στον πρώτο επί τη προόψει σύνταξης του συμβολαίου μεταβίβασης. Η επίτροπος του Μ. Μ., προκειμένου να πωλήσει και μεταβιβάσει ελεύθερη τη χρήση και του τελευταίου αυτού διαμερίσματος, παρά το ότι γνώριζε ότι η νομή του παραχωρήθηκε για τον ανωτέρω λόγο στον πρώτο εναγόμενο υπό του οικοπεδούχου συζύγου της, ότι ο τελευταίος είχε καταβάλει το ποσό των 35.000 δραχμών στο σύζυγό της για την αγορά του 1/4 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου και ότι αυτός με τη σύζυγό του κατοικούσαν εξ αρχής (έτος 1973 που κατασκευάστηκε) σ' αυτό συνεχώς, θεωρώντας ότι ανήκει κατά κυριότητα στον πρώτο, όχλησε τους εναγομένους με την από 30-10-1992 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, ζητώντας να της αποδώσουν τη χρήση του, ισχυρισθείσα ότι το κατέχουν δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου που δήθεν κατήρτισε ο υπ' αυτής εκπροσωπούμενος τότε σύζυγός της Μ. Μ.. Όλα αυτά βέβαια γίνονταν χωρίς ο ίδιος να μπορεί να τα αντιληφθεί λόγω της ανωτέρω βαρειάς ασθένειάς του, συνεπεία της οποίας ήταν και κατάκοιτος. Οι εναγόμενοι απήντησαν άμεσα στην ανωτέρω εξώδικο, διαμαρτυρόμενοι έντονα και με αγανάκτηση, με την από 30-12-1992 όμοια, απευθυνομένη στη δικαστική επίτροπο του Μ. Μ. ως εκπροσώπου του, που της επιδόθηκε νόμιμα στις 22-1-1992 (...), αρνηθέντες να παραδώσουν τη νομή και κατοχή του επιδίκου και προβάλλοντες ως λόγο της άρνησής τους ότι ο Μ. Μ. μεταβίβασε τη νομή στον πρώτο απ' αυτούς το έτος 1973, επειδή αγόρασε άτυπα το 25% του οικοπέδου επί του οποίου κτίσθηκε η οικοδομή όπου βρίσκεται το επίδικο, συνεισφέροντας στις δαπάνες κατασκευής του πρώτου ορόφου, και ότι κατοικεί σ' αυτό με τη δεύτερη εναγομένη συνεχώς από το έτος 1973 και με τη συμφωνία ότι θα του το μεταβίβαζε ο Μ. Μ. με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και το δικαίωμα του υψούν, αφού θα κατόρθωνε να εξεύρει χρήματα για την πληρωμή του φόρου. Μετά απ' αυτά, η επίτροπος του Μ. Μ. άσκησε για λογαριασμό του, εναντίον των εναγομένων, την από 26-1-1994 αγωγή απόδοσης της χρήσης του επιδίκου και καταβολής αποζημίωσης για δήθεν αυθαίρετη χρήση, ισχυρισθείσα τα ίδια, ήτοι ότι καταρτίσθηκε σύμβαση χρησιδανείου μεταξύ του υπ' αυτής εκπροσωπούμενου συζύγου της και του πρώτου εναγομένου, με βάση την οποία του το είχε παραχωρήσει για το αόριστο χρόνο, κατά χρήση, η οποία (σύμβαση) είχε λήξει αφότου αυτή την κατήγγειλε για λογαριασμό του, με την ως άνω εξώδικο, ως εκπρόσωπός του. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε πρωτοδίκως με την υπ' αριθ. 51/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας ως κατ' ουσία αβάσιμη και μετά από άσκηση έφεσης κατ' αυτής υπό του αρχικά ενάγοντος Μ. Μ. (εκπροσωπηθέντος υπό της επιτρόπου συζύγου του), ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ο οποίος απεβίωσε κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας (έτος 1999) και συνεχίστηκε η δίκη υπό των κληρονόμων του, απορρίφθηκε με την υπ' αριθ.162/2007 απόφαση ως αόριστη και μη νόμιμη ως εκ της μη αναφοράς στο δικόγραφο του τρόπου κτήσης κυριότητας του αρχικά ενάγοντος επί του επιδίκου και ότι αγόρασε τούτο από κύριο. Μετά από την ως άνω συμπεριφορά της συζύγου και επιτρόπου του Μ. Μ., ο πρώτος εναγόμενος αντέδρασε με την άσκηση της από 29-11-1994 αγωγής αναγνωριστικής της κυριότητάς του ενώπιον του πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί κύριος κατά ποσοστό 25% επί του οικοπέδου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας καθώς και επί του αυτού ποσοστού της μονόροφης με ισόγειο προαναφερόμενης οικοδομής και του δικαιώματος αέρος και υψούν, την οποία έστρεψε κατά του Μ. Μ., νομίμως εκπροσωπουμένου, και κατά των αγοραστών των λοιπών διαμερισμάτων Π. Β. Μ., Γ. Δ. Ρ., συζ. Π. Μ. και της ήδη δεύτερης ενάγουσας Σ. Κ., συζ. Δ. Β. (ήδη πρώτου ενάγοντος), που, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, αυτή είχε αγοράσει δυνάμει του υπ' αριθ. .../1991 συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγραφέντος, το υπ' στοιχ. Α-2 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου. Ειδικότερα, στην εν λόγω αγωγή ο πρώτος εναγόμενος προέβαλε τους αυτούς ισχυρισμούς με την ένδικη, ήτοι ότι αγόρασε άτυπα το 25% του οικοπέδου το έτος 1964 από τον Μ. Μ. αντί τιμήματος 35.000 δραχμών, το οποίο του κατέβαλε, και ότι συμφώνησαν από τότε να συστήσουν οριζόντια ιδιοκτησία επί της οικοδομής και να αποκτήσει αυτός ανάλογο ποσοστό επί των αυτοτελών ιδιοκτησιών (των διαμερισμάτων) και του δικαιώματος του υψούν. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι αφότου κατασκευάστηκε το ισόγειο κατοίκησε αρχικά με τη σύζυγό του (ήδη δεύτερη εναγομένη), μετά από συμφωνία και άτυπη παραχώρηση με τον οικοπεδούχο Μ. Μ., της νομής, σε ένα εκ των διαμερισμάτων του ισογείου ως οικοπεδούχος και αυτός κατά 25%, μέχρι το έτος 1972 που κατασκευάστηκαν τα δύο διαμερίσματα του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, συμμετέχοντος και του ιδίου στις δαπάνες κατασκευής τους, οπότε μετοίκησε στο επίδικο διαμέρισμα με την ως άνω σύζυγό του πάλι με παραχώριση της νομής του υπό του Μ. Μ. και έκτοτε το νέμεται και το κατέχει με την πεποίθηση ότι είναι κύριος αφού είχε συμφωνήσει με τον τελευταίο εξ αρχής (έτος 1964 που αγόρασε άτυπα το 25%) του οικοπέδου), να καταρτιστεί η σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας και το συμβόλαιο μεταβίβασης (βλ. την από 29-11-1994 και αρ. καταθ. 418/1994 αγωγή). Ενώ διαρκούσε η εκκρεμοδικία επί της αγωγής αυτής, η οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, στρεφόταν και κατά της δεύτερης ενάγουσας ως αγοράστριας του δευτέρου διαμερίσματος (Ι-2) του πρώτου ορόφου, είχε περιέλθει σε γνώση αμφοτέρων των εναγόντων, της μεν δεύτερης ως εναγομένης και του πρώτου ως συζύγου της που συμβίωνε με αυτήν, ότι ο πρώτος εναγόμενος διεκδικούσε από τότε το 25% του οικοπέδου, του δικαιώματος του υψούν και φυσικά και του επιδίκου διαμερίσματος, αφού ανέφερε αυτά στην εν λόγω αγωγή κατά της δεύτερης, καθώς επίσης γνώριζαν ότι κατοικούσε ο εναγόμενος (ενάγων σε εκείνη την αγωγή) στο επίδικο με τη δεύτερη από το έτος 1972-1973, με βάση το δικαίωμα που απέκτησε με την άτυπη πώληση του ποσοστού 25% επί του οικοπέδου, αυτοί δε (ενάγοντες) είχαν ιδία αντίληψη ότι οι εναγόμενοι κατοικούσαν στο επίδικο, συμπεριφερόμενοι ως κύριοι τουλάχιστον από του έτους 1991, που κατοικούσαν στο δεύτερο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου. Παρόλα αυτά όμως αγόρασαν κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου το επίδικο διαμέρισμα, στο οποίο γνώριζαν πολύ καλά ότι κατοικούσαν οι εναγόμενοι, παρά του Μ. Μ., εκπροσωπούμενου πάντοτε υπό της συζύγου του και δικαστικής επιτρόπου του Ε. Μ., αντί τιμήματος 19.000.000 δραχμών, δυνάμει του υπ' αριθ. .../ 14-2-1996 πωλητηρίου συμβολαίου της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου Αθηνών, Ελένης Ι. Τσιώκου, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κέρκυρας. Μάλιστα το ζήτημα τούτο το θεωρούσαν τόσο σοβαρό, ώστε το συμβόλαιο αγοραπωλησίας τέθηκε ως διαλυτική αίρεση ότι το υπόλοιπο του τιμήματος εκ δραχμών 10.500.000 θα το κατέβαλαν οι αγοραστές (ενάγοντες) μετά την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, απορριπτικής κατ' ουσίαν, επί της ως άνω αγωγής και από την επομένη της κοινοποίησης στους αγοραστές της απόφασης αυτής (βλ. αγοραπωλητήριο συμβόλαιο). Την ύπαρξη της αίρεσης αυτής και οι ίδιοι οι ενάγοντες, καθ' υποφορά, συνομολογούν με την ένδικη αγωγή. Βέβαια η αγωγή αυτή του πρώτου εναγομένου απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την υπ' αριθ. 151/1995 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, ήτοι προ της κατάρτισης της αγοραπωλησίας του επιδίκου, όμως προ της κατάρτισης της αγοραπωλησίας του επιδίκου ασκήθηκε έφεση υπό του πρώτου εναγομένου (16-10-1995) ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και έτσι αναβίωσε η εκκρεμοδικία και με την υπ' αριθ. 236/2003 οριστική απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή πάλι ως μη νόμιμη με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, μηδέποτε υπεισελθόντος του Δικαστηρίου στην ουσία της υπόθεσης. Περαιτέρω, πέραν της γνώσης των διακατοχικών πράξεων των εναγομένων στο επίδικο, που αποδείχτηκε, τόσο του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και στη συνέχεια της δικαστικής επιτρόπου του για λογαριασμό του και των ιδίων (εναγόντων) προ της κτήσης υπ' αυτών της κυριότητας του επιδίκου δυνάμει του ως άνω συμβολαίου αγοραπωλησίας (.../1996), αποδείχθηκε ότι ουδέποτε ενοχλήθηκαν οι εναγόμενοι, από του έτους 1967-1968 που κατοικούσαν στην οικοδομή αλλά και από του χρόνου που κατοικούσαν στο επίδικο διαμέρισμα, στην άσκηση της νομής και χρήσης τούτου, αν και το νέμονταν και το κατείχαν επί 20 έτη μέχρι την όχληση αυτών για πρώτη φορά (έτος 1992) δια της προαναφερθείσας εξωδίκου της συζύγου και εκπροσώπου του δικαστικά απαγορευμένου Μ. Μ. ότι το κατέχουν και το χρησιμοποιούν δήθεν δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου, ισχυρισμός που ουδέποτε στο παρελθόν είχε προβληθεί ούτε από τον Μ. Μ. ούτε από τη σύζυγό του, και ουδέποτε είχαν εναντιωθεί στην άσκηση της νομής του πρώτου εναγομένου και της δεύτερης ως έλκουσας υπ' αυτού δικαιώματα λόγω της συζυγικής τους σχέσης. Αντίθετα, η σύζυγος του Μ. Μ. γνώριζε τόσο για την άτυπη αγορά του οικοπέδου κατά το έτος 1964 όσο και για την καταβολή του τιμήματος των 35.000 δραχμών υπό του πρώτου στο σύζυγό της και τις δαπάνες συμμετοχής του στην ανέγερση της οικοδομής καθώς και για τη συμφωνία του συζύγου της με αυτόν να μεταβιβάσει στον πρώτο εναγόμενο ανάλογο ποσοστό συγκυριότητας επί όλης της οικοδομής με συμβολαιογραφικό έγγραφο, μεταβίβαση που δεν είχε γίνει μέχρι το έτος 1988 ενόσω εκείνος ήταν καλά στην υγεία του, για φορολογικούς λόγους αλλά και επειδή υπήρχε μεταξύ τους αμοιβαία εμπιστοσύνη ως εκ της στενής συγγενικής τους σχέσης, αφού η δεύτερη εναγομένη, σύζυγος του πρώτου, και ο Μ. Μ. ήταν αδέλφια, αλλά και για τη συμφωνία για τη σύσταση μεταξύ τους οριζοντίας ιδιοκτησίας και να λάβει ο πρώτος εναγόμενος στην αποκλειστική κυριότητά του το παραπάνω διαμέρισμα, στο οποίο κατοικούσε από το έτος 1972. Άλλωστε οι διακατοχικές πράξεις των εναγομένων στο επίδικο δεν αμφισβητούνται από τους ενάγοντες, δεδομένου ότι είχαν γνωστοποιηθεί τα παραπάνω περιστατικά σε ό,τι αφορά τον προ της αγοραπωλησίας του Α-2 διαμερίσματος χρόνο, με την από 29-11-1994 αναγνωριστική αγωγή του πρώτου εναγομένου, που απευθυνόταν μεταξύ άλλων και κατά της δεύτερης ενάγουσας ως προς το εν λόγω (υπό στοιχ. Α-2) διαμέρισμα, αφορώσας και το οικόπεδο και επομένως και το επίδικο, που τότε δεν είχε ακόμη πωληθεί στους ενάγοντες, αφού οι τελευταίοι κατοικούσαν στο ως άνω διπλανό διαμέρισμα από το έτος 1991 συνεχώς και συνεπώς είχαν άμεση αντίληψη των διακατοχικών πράξεων των εναγομένων στο επίδικο, συμπεριφερομένων ως κυρίων, τουλάχιστον από το έτος 1991. Παρόλα αυτά όμως αποφάσισαν να προβούν στην αγορά του επιδίκου με κίνδυνο να μην αποκτήσουν ποτέ τη νομή και χρήση του. Εκ της παραπάνω συμπεριφοράς του δικαιοπαρόχου τους συνάγεται σαφώς ότι υπήρξε και μακρόχρονη αδράνεια αυτού προς διεκδίκηση του επιδίκου όσο και γνώση των ιδίων (των εναγόντων) πριν αποκτήσουν το επίδικο περί της αδράνειάς του, αλλά και μακροχρόνια αδράνεια των ιδίων, αφού γνώριζαν ότι οι εναγόμενοι ασκούν διακατοχικές πράξεις από το έτος 1972 μέχρι την άσκηση της αγωγής και ότι ουδέποτε προ του έτους 1992 οχλήθηκαν υπό του δικαιοπαρόχου τους σχετικά με την απόδοση της νομής του επιδίκου. Επίσης, αποδείχθηκε και η γνώση αυτών (εναγόντων) πριν αποκτήσουν το επίδικο διαμέρισμα, τουλάχιστον από τότε που αγόρασαν το δεύτερο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου και διέμεναν σ' αυτό, περί των συνθηκών υπό τις οποίες κατοικούσαν οι εναγόμενοι στο επίδικο και συγκεκριμένα ότι ο πρώτος εναγόμενος το νέμεται ως κύριος βάσει του ως άνω δικαιώματος, που αποτέλεσε την αιτία για την παραχώρηση της νομής του σ' αυτόν υπό του δικαιοπαρόχου τους, καθώς και τις σοβαρές δαπάνες στις οποίες είχε υποβληθεί για την αγορά του 25% του οικοπέδου, αλλά και για την ανέγερση του πρώτου ορόφου της οικοδομής. Τα υπ' αυτών υποστηριζόμενα ότι οι νομικοί συμπαραστάτες τους, τους διαβεβαίωναν ότι δεν υπάρχει νομικό πρόβλημα και ότι σε σύντομο χρόνο θα τους αποδοθεί η νομή και χρήση του επιδίκου, είναι παντελώς αβάσιμα και ουδόλως αναιρούν τη γνώση αυτών περί των ως άνω κρισίμων γεγονότων, εκ της οποίας συνάγεται κακοβουλία τους. Εξ άλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι και μετά τη σύσταση της υπ' αριθ. .../6-5-1989 Πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας επί της οικοδομής, μεταγραφείσας νόμιμα στις 9-6-1989, οπότε (από του χρόνου μεταγραφής της) κατέστη νομικά δυνατή η έναρξη χρόνου νομής στο πρόσωπο του πρώτου εναγομένου προς κτήση του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, ήτοι από 9-6-1989 μέχρι τις 27-4-2009 που αυτή (αγωγή) επιδόθηκε στους εναγομένους, οι τελευταίοι συμπλήρωσαν χρόνο νομής σχεδόν εικοσαετίας στο επίδικο, αφού υπολείπονταν ακόμη 12 ημέρες ώστε να συμπληρωθεί εικοσαετία. Υπό τα παραπάνω δεδομένα η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος υπό των εναγόντων υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος αυτού και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική, καθόσον είχε δημιουργηθεί εύλογα στον πρώτο εναγόμενο και στη σύζυγό του, δεύτερη εναγομένη, η πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί σε βάρος τους τέτοια αγωγή, η δε ανατροπή της δημιουργηθείσας καταστάσεως θα επιφέρει σ' αυτούς δυσβάστακτες συνέπειες, αφού θα υποχρεωθούν να στερηθούν τη χρήση του επιδίκου διαμερίσματος, στο οποίο διαμένουν από το έτος 1972 και έχουν δαπανήσει χρηματικά ποσά σημαντικά για την άτυπη αγορά του 25% του οικοπέδου επί του οποίου ανεγέρθηκε η οικοδομή, αλλά και την ανέγερση του πρώτου ορόφου, όπου το επίδικο διαμέρισμα. Επομένως, αποδεικνυομένης ως ουσιαστικά βασίμου της παραδεκτά προβληθείσας στον πρώτο βαθμό, υπό των εναγομένων, καταλυτικής ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος, συνοδευομένου με αίτημα απόρριψης της αγωγής, προς στοιχειοθέτηση της οποίας επικαλέστηκαν τα αυτά ως άνω περιστατικά, τα οποία είναι επαρκή, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ, η ένδικη αγωγή ελέγχεται ως κατ' ουσία αβάσιμη και απορριπτέα". Τα περιστατικά αυτά, τα οποία οι αναιρεσίβλητοι είχαν προτείνει στο πρωτοβάθμιο, αλλά και στο δευτεροβάθμιο, ως εκκαλούντες, δικαστήριο και τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, καθιστούν, σύμφωνα με την προαναφερθείσα έννοια της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσειόντων, ως υπερβαίνουσα προφανώς τα τιθέμενα από τη διάταξη αυτή όρια στην άσκηση των δικαιωμάτων, και η σχετική ένσταση των αναιρεσιβλήτων ήταν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216§1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την ανωτέρω, του άρθρου 281 του ΑΚ, ορισμένη. Τα ίδια αυτά περιστατικά, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου, αναφέρονται χωρίς αντιφάσεις στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της απόφασης, αφού δε τα περιστατικά αυτά έχουν ως έννομη συνέπεια, σύμφωνα με το πραγματικό του ανωτέρω άρθρου 281 του ΑΚ, το οποίο καλύπτουν, να καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του ένδικου δικαιώματος των αναιρεσειόντων την οποία και δέχθηκε το Εφετείο, το τελευταίο τούτο δικαστήριο προσέδωσε στην απόφασή του νόμιμη βάση, με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του ειρημένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 281 ΑΚ), τον οποίο και εφήρμοσε το Εφετείο. Επομένως οι πρώτος, από τον αριθμό 1, και δεύτερος, από τον αριθμό 19, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους προσάπτεται η αιτίαση, αντιστοίχως, ότι το Εφετείο με τις ως ανωτέρω παραδοχές του και με το να κρίνει ορισμένη και κατ' ουσίαν βάσιμη την εκ του άρθρου 281 του ΑΚ προταθείσα ένσταση των αναιρεσιβλήτων αφ' ενός μεν παραβίασε την ουσιαστική δικαίου αυτή διάταξη, αφ' ετέρου δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.
ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 παρ. 16 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου, από τα άρθρα 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει μεταξύ των άλλων ότι το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, στο ζήτημα δηλαδή αν υπάρχει ή δεν υπάρχει το επίδικο ουσιαστικό δικαίωμα και το οποίο επιλύεται με την απόφαση που απορρίπτει την αγωγή ως μη νόμιμη ή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, καθώς και με την απόφαση που δέχεται την αγωγή. Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί πάντως ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολομ.ΑΠ 2/2008).
Εν προκειμένω, με την υπ' αριθμ. 236/2003 απόφαση του ίδιου Εφετείου Κερκύρας, προσκομιζόμενη, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η από 29-11-1994 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ι. Α. κατά των εκεί εναγομένων - κυρίων των διαμερισμάτων του επίδικου ακινήτου, μεταξύ των οποίων και η ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα Σ. σύζ. Δ. Β., με την οποία (αγωγή) ζητούσε να αναγνωρισθεί συγκύριος του ακινήτου αυτού, και δη του οικοπέδου και της επ' αυτού οικοδομής, κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, με την αιτιολογία (απορρίφθηκε η αγωγή) ότι υπό τα επικαλούμενα περιστατικά ο αναιρεσίβλητος -τότε ενάγων δεν είχε γίνει (συγ-) κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, όπως ισχυριζόταν με την αγωγή του. Το ουσιαστικό επομένως ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση αυτή είναι ότι αναιρεσίβλητος δεν είχε γίνει συγκύριος του επιδίκου με τον επικαλούμενο πρωτότυπο τρόπο, ζήτημα τελείως διαφορετικό από εκείνο που κρίθηκε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι δηλαδή η άσκηση του δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου διαμερίσματος της ρηθείσης οικοδομής, το οποίο διεκδικούν οι αναιρεσείοντες με την αγωγή τους, παρίσταται καταχρηστική και απαγορευμένη κατά το άρθρο 281 του ΑΚ. Το τελευταίο αυτό ζήτημα δεν κρίθηκε και δεν μπορούσε να κριθεί, ως εκ του αντικειμένου της δίκης εκείνης, κατά συνέπειαν δε δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της προρρηθείσης υπ' αριθμ. 236/2003 απόφασης του Εφετείου, και το Εφετείο, που με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του δεν δέχθηκε την ύπαρξη τέτοιου δεδικασμένου, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 16 του ΚΠολΔ, και ο σχετικός, από τη διάταξη αυτή, τρίτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Ο δε τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, με το οποίο και υπό την επίκληση του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ υποστηρίζεται ότι το Εφετείο "από εσφαλμένη σύλληψη" του περιεχομένου της (ανωτέρω) υπ' αριθμ. 236/2003 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας απέδωσε σ' αυτήν νόμιμα εντελώς διαφορετικό από το πραγματικό της και εξέλαβε την απόφαση αυτή "ως μη επιληφθείσα της ουσίας και ως εκ τούτου μη δεσμευτική για τα κριθέντα θέματα", και ότι έτσι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της απόφασης αυτής (236/2003) και παρέβλεψε το υπάρχον δεδικασμένο, είναι (ο εξεταζόμενος τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου) απορριπτέος ως απαράδεκτος, αναφερόμενος και μόνον στην ανέλεγκτη, κατά την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δη στην εκτίμηση του περιεχομένου της ανωτέρω αποφάσεως, ως εγγράφου, τούτο δε πέραν του γεγονότος ότι ο λόγος αυτός στηρίζεται και επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η απόφαση αυτή (836/2003) δεν παράγει δεδικασμένο για την παρούσα δίκη.-
IV.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-12-2011 αίτηση των Δ. Β. και Σ. Κ.-Β. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 158/2011 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πότε το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά. Αναιρετικός έλεγχος για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος. Δεδικασμένο. Εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε. Αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1,19,16 και 20 του Κ.Πολ.Δ., αβάσιμοι. (Επικυρώνει Εφ. Κέρκ. 158/2011)
|
Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος
|
Δεδικασμένο, Ένδικο μέσο, Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.
| 0
|
Αριθμός 954 /2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Φ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σάββα Τσαμπή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Χ. του Α., 2) Ν. Χ. του Α., κατοίκων ... και ήδη αγνώστου διαμονής, 3) Ά. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου της Ά. Χ. του Α., 4) Σ. Χ. του Α., κατοίκου ... και ήδη αγνώστου διαμονής, 5) Γ. Χ. του Α., κατοίκου ..., 6) Ι. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 7) Ε. Κ. του Σ., τέως κατοίκου ... και ήδη αγνώστου διαμονής, 8) Σ. συζ. Β. Χ., το γένος Α. Α., 9) Μ. συζ. Ι. Κ., το γένος Α. Χ., 10) Δ. Χ. του Α., 11) Ε. Χ. του Α., 12) Ο. Χ. του Α., κατοίκων ..., 13) Δ. Χ. χήρας Ε., 14) Α. Χ. του Ε., 15) Σ. Χ. του Ε., 16) Ν. - Μ. Χ. του Ε., και 17)Α. Χ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/9/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 305/2003 του ιδίου Δικαστηρίου και 49/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/6/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 25/1/2013 έκθεσή της, με την οποία πρότεινε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως υπ' αριθμ. 48152/23-3-2012, 48142/23-7-2012, 48132/23-7-2012, 48122/23-7-2012, 50022/6-8-2012 με τις συνημμένες σ' αυτή απόδειξη εγχείρισης αντιγράφου θυροκολληθέντος δικογράφου στον Προϊστάμενο του Αστυνομικού Τμήματος Ρόδου και από 6-8-2012 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου ..., 50032/6-8-2012 με τις συνημμένες σ' αυτή από 6-8-2012απόδειξη εγχείρισης αντιγράφου θυροκολληθέντος δικογράφου στον Προϊστάμενο του Αστυνομικού Τμήματος Ρόδου και από 6-8-2012 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου ..., υπ' αριθμ. 50002/6-8-2012 με τις συνημμένες σ' αυτή από 6-8-2012 απόδειξη εγχείρισης αντιγράφου θυροκολληθέντος δικογράφου και από 6-8-2012 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου ..., 50012/6-8-2012 έκθεση επιδόσεως και τις συνημμένες σ 'αυτή από 6-8-2012 έκθεση επιδόσεως και τις συνημμένες σ' αυτή από 6-8-2012 απόδειξη εγχείρισης αντιγράφου θυροκολληθέντος δικογράφου και από 6-8-2012 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου ..., 50052/6-8-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου ..., υπ' αριθμ. 9760Γ/9-1-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθήνας ..., υπ' αριθμ. 48162/23-7-2012 και 50042/6-8-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Ρόδου ..., υπ' αριθμ. 10572/3-8-2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Καλαμάτας ... υπ' αριθμ. 9758Γ/9-1-2012, 9759Γ/9-1-2012, 9757Γ/9-1-2012, 9760Γ/9-1-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθήνας ... και περιλήψεις κοινοποιηθεισών αναιρέσεων στους αναιρεσιβλήτους Νίκη θυγ. Α. Χ. και Ε. Κ. του Σ. του δικαστικού επιμελητού ... στα υπ' αριθμ. 2769/30-3-2012 και 7729/30-3-2012 φύλλα ημερήσιων εφημερίδων "Ελεύθερη Ώρα" και "Ο ΛΟΓΟΣ", επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τις πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή απόφασης συνεδρίαση και κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης. Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο ούτε υπέβαλαν την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση παράστασης τους στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ 2 ΚΠολΔ.
Επειδή, από το άρθρο 61 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου που κυρώθηκε με το υπ' αριθ. 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ ως τυπικό δίκαιο και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή σ' αυτήν της ελληνικής νομοθεσίας με το άρθρο 8 παρ.2 ν. 5140/1947, σαφώς προκύπτει ότι τόσο η αρχική και θεμελιώδης εγγραφή όσο και οι μεταγενέστερες αυτής καταχωρήσεις στο κτηματολογικό βιβλίο δημιουργούν μαχητό τεκμήριο ότι το δικαίωμα ανήκει σ' εκείνον στο όνομα του οποίου έγιναν, αν δε η αρχική εγγραφή καταστεί αμετάκλητη κατά τα άρθρα 37-39 το απ' αυτήν τεκμήριο είναι εφεξής αμάχητο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 του ίδιου πιο πάνω Κτηματολογικού Κανονισμού κατά των εγγραφών του Κτηματολογικού Βιβλίου που αφορούν ακίνητα Ελεύθερης ιδιοκτησίας (μούλκ) συγχωρείται η παραγραφή κατά τις αρχές της ιταλικής νομοθεσίας μετά από δεκαπέντε (15) έτη από την εγγραφή που έγινε, ο δε νομέας που χρησιδέσποσε μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος είτε με πράξη με την οποία συνομολογείται η συνεχής δεκαπενταετής νομή του εκ μέρους του τιτλούχου που είναι εγγεγραμμένος, είτε με δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή αν αυτοί δεν υπάρχουν, του διευθυντή του κτηματολογικού γραφείου ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) με δεκαπενταετή νομή ως προς τα άλλα δε στοιχεία αυτής δηλαδή τις προϋποθέσεις ενάρξεως διαδρομής και συμπληρώσεως της δεκαπενταετούς αυτής κτητικής παραγραφής, η εν λόγω διάταξη παραπέμπει στις "αρχές της ιταλικής νομοθεσίας". Η παραπομπή όμως αυτή που είναι γνήσια, έχει την έννοια ότι η συμπλήρωση της παραπάνω διατάξεως γίνεται όχι με εκείνες της αστικής νομοθεσίας που ίσχυε κατά τη θέσπισή της, αλλά με αυτές που ισχύουν κάθε φορά. Μετά απ' αυτά, ενόψει και του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 3 ΕισΝΑΚ κατά το οποίο στις "περιπτώσεις που στην ισχύουσα νομοθεσία γίνεται παραπομπή σε διατάξεις που καταργούνται με το νόμο αυτό, εφαρμόζονται στις θέσεις τους οι αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικα, είναι σαφές ότι από 30-12-1947 οπότε εισήχθη στη Δωδεκάνησο, με το άρθρο 2 παρ1 στοιχ α' του πιο πάνω ν. 510/1947, ο Αστικός Κώδικας, ο ΕισΝΑΚ και το ν.δ της 7/10-5-1946 "περί αποκαταστάσεως του ΑΚ και του Εισαγωγικού Αυτού Νόμου", η παραπομπή της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 63 παρ 1 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου στις αρχές της Ιταλικής Νομοθεσίας, έχει πλέον την έννοια της παραπομπής στις αντίστοιχες διατάξεις του Ελληνικού ΑΚ που ισχύει πλέον στη Δωδεκάνησο από τις οποίες τώρα διέπεται η δεκαπενταετής κτητική παραγραφή που προβλέπει ο Κανονισμός αυτός ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως, διαδρομής και συμπληρώσεως αυτής (ΟλΑΠ 188/1980). Επομένως, μετά την εισαγωγή της Ελληνικής νομοθεσίας στη Δωδεκάνησο αρκεί κατά τα άρθρα 974, 976, 979 και 1045 ΑΚ προς κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία η επί πλήρη δεκαπενταετία άσκηση νομής με διάνοια κυρίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 974 ΑΚ, εκείνος που απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν έχει αυτή την εξουσία με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής η οποία κατά το άρθρο 983 ΑΚ μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέως επί ακινήτου αποτελούν εμφανείς πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βουλήσεως του νομέως να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέως προορισμό του πράγματος. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 980, 981, 982, 984 και 994 ΑΚ συνάγεται ότι ο συννομεύς ή οι συννομείς αν κατέχουν ολόκληρο το κοινό, θεωρούνται κατέχοντες τούτο και επ' ονόματι των λοιπών και δεν μπορούν να αποκτήσουν την κυριότητα τούτων δια χρησικτησίας και κατά το ανήκον στους λοιπούς κοινωνούς ποσοστό πριν ή καταστήσουν σ' εκείνους γνωστό ότι νέμονται ολόκληρο το κοινό πράγμα ήτοι και κατά το ανήκον σ' εκείνους ποσοστό ώστε της αποφάσεώς του αυτής να λάβουν γνώση καθ' οιονδήποτε τρόπο οι λοιποί κοινωνοί. Τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται όταν οι λοιποί μη ευρισκόμενοι στην κατοχή του κοινού συννομείς, εξεδήλωσαν καθ' οιονδήποτε τρόπο τη βούληση να μην είναι νομείς (συννομείς) πράγμα το οποίο συμβαίνει και επί εκουσίας αποξενώσεως των από το κοινό (ΑΠ 1386/2002). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, Ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν και ήταν εφαρμοστέος στη συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του ή εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που με βάση τις ίδιες παραδοχές δεν έπρεπε να εφαρμόσει. Τέλος κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ολ ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομμένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο ήτοι αγρός καλλιεργήσιμος έκτασης 26.280 τ.μ. κείμενος στην τοποθεσία "..." της κτηματικής περιφέρειας ... Κω με κτηματολογικά στοιχεία τόμος γαιών ... 22, φύλλο 39, μερίδα 471, νομικής φύσης "μούλκ", συνορευόμενος ανατολικά με την κτηματομερίδα 476, δυτικά με τις κτηματομερίδες 506-470, βόρεια με τις κτηματομερίδες 507-508-541 και νότια με την κτηματομερίδα 476-οικοδ-76, φέρεται καταχωρισμένος στο οικείο βιβλίο Ρόδου με αρχική (θεμελιώδη) εγγραφή κατά τη 2.8.1932 στο όνομα της Σ. συζ. Α. Χ., το γένος Ν. Ζ.. Η αρχική αυτή τιτλούχος απεβίωσε το έτος 1935 και κληρονομήθηκε όσον αφορά το επίδικο ακίνητο, από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, το σύζυγό της Α. Χ. του Γ. και τα έξι τέκνα της Μ., Ν., Ά., Α., Σ., και Γ. κατά ποσοστά εξ αδιαιρέτου 6/24 ο σύζυγος και 3/24 έκαστο τέκνο. Ο σύζυγος Α. Χ. απεβίωσε την 11.6.1959 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου όσον αφορά την ιδανική του μερίδα επί του επιδίκου ακινήτου, από την κόρη του από τον πρώτο γάμο του Δ. συζ. Σ., το γένος Α. Χ., από τα πέντε τέκνα του από το δεύτερο γάμο του με την ανωτέρω αρχική τιτλούχο του επιδίκου ακινήτου Σταματία το γένος Ν. Ζ., Μ., Ν., Ά., Σ. και Γ. από τα τρία τέκνα της προαποβιωσάσης κατά την 28.2.1958 άγαμης κόρης του από το δεύτερο γάμο του Α., Ι. Σ. του Σ., Ε. Κ. του Σ. και Σ. Α. του Α. και από τα πέντε τέκνα του από τον τρίτο γάμο του με την προαποβιώσασα κατά το έτος 1958 σύζυγό του Α. το γένος Ε. Π., Ε., Μ. συζ. Ι. Κ., Δ., Ε. και Ο.. Την 27.2.1977 απεβίωσε ο Ε. Χ. του Α., τέκνο από τον τρίτο γάμο του συζύγου της άνω αρχικής τιτλούχου, ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου στην ιδανική του μερίδα επί του επιδίκου ακινήτου, από τη σύζυγό του Δ. χηρ. Ε. Χ. και τα τέσσερα τέκνα του Α., Σ., Ν.-Μ. και Α. κατά ποσοστά 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Την 20.7.1993 απεβίωσε η Δ. Ν. Σ., το γένος Α. Χ. τέκνο από τον πρώτο γάμο του συζύγου της αρχικής τιτλούχου, η οποία, ενόψει του ότι ο σύζυγό της Ν. Σ. του Ε. είχε προαποβιώσει κατά την 22.10.1989, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου στην ιδανική της μερίδα επί του επίδικου ακινήτου από τα επτά τέκνα της Ε., Μ., Ε., Ρ., Ι., Α. και Σ. κατ' ισομοιρία. Μετά τους προαναφερθέντες θανάτους, κληρονόμοι επί του επιδίκου ακινήτου τυγχάνουν οι εναγόμενοι κατά ποσοστά εξ αδιαιρέτου 112/768 έκαστος οι πέντε πρώτοι, 37,33/768 έκαστος οι έκτος, έβδομη και όγδοη, 16/768 έκαστος η δέκατη μέχρι και το δέκατο τρίτο, 4/768 η δέκατη τέταρτη και 3/768 έκαστος η δέκατη Πέμπτη έως και δέκατο όγδοο. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η τρίτη εναγόμενη (Ά. Χ. του Α.) τέκνο της αρχικής τιτλούχου Σ. συζ. Α. Χ., το γένος Ν. Ζ., έλαβε το επίδικο ακίνητο λόγω άτυπης προίκας από το έτος 1941 και έκτοτε ασκούσε επ' αυτού με διάνοια κυρίου διακατοχικές πράξεις νομής, και δη το εκμίσθωνε σε τρίτους ως βοσκότοπο μέχρι το έτος 1990 που το μεταβίβασε σ' αυτόν (ενάγοντα), ο οποίος συνέχισε να το νέμετω με διάνοια κυρίου μέχρι και το χρόνο άσκησης της υπ' αριθμ. καταθ. 703/15.5.2000 ένδικης αγωγής, ασκώντας επ' αυτού τις ίδιες διακατοχικές πράξεις νομής της δικαιοπαρόχου του, κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθ' όσον το επίδικο ακίνητο κατά το έτος 1941 είχε ήδη καταστεί επίκοινο από τον κατά το έτος 1935 θάνατο της αρχικής τιτλούχου μητέρας της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και έκτοτε συγκύριοι του εν λόγω επίδικου ακινήτου ήταν ο σύζυγος της αρχικής δικαιοπαρόχου Α. Χ. και τα έξι τέκνα της Μ., Ν., Ά. (δικαιοπάροχος του ενάγοντος), Α., Σ. και Γ. κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 6/24 ο σύζυγος και 3/24 έκαστο τέκνο, και ως εκ τούτου ο σύζυγος της αρχικής τιτλούχου και πατέρας της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος (Ά. Χ. του Α.) αφού κατά το έτος 1941 ήταν συγκύριος του επιδίκου ακινήτου με ποσοστό 6/24 εξ αδιαιρέτου και όχι αποκλειστικός κύριος αυτού, δεν μπορούσε να το μεταβιβάσει ολόκληρο λόγω άτυπης προίκας στην κόρη του Τρίτη εναγομένη και δικαιοπάροχο του ενάγοντος, άλλωστε αυτή μέχρι και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής ποτέ δεν τέλεσε νόμιμο γάμο, ώστε να λάβει λόγω άτυπης προίκας το επίδικο ακίνητο. Τέλος ο ισχυρισμός του ενάγοντος με την έφεσή του ότι, η νομή της δικαιοπαρόχου του επί του επίδικου ακινήτου, από το 1941 μέχρι το έτος 1990 που το μεταβίβασε σ' αυτόν, προκύπτει από το από 4.12.1979 ιδιωτικό συμφωνητικό του επιδίκου αγρού, που αυτή ως εκμισθώτρια το έχει εκμισθώσει μέχρι την 4.12.1989 στο μισθωτή Σ. Σ. μόνιμο κάτοικο ... και μελισσοτρόφο, αλυσιτελώς προβάλλεται και κρίνεται απορριπτέος, καθ' όσον η δικαιοπάροχος του ενάγοντος ως συγκυρία του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 3/24, θεωρείται ότι κατείχε το επίδικο ακίνητο και ενεργούσε σ' αυτό διακατοχικές πράξεις και επ' ονόματι των λοιπών συνημμένων, και δεν καθίσταται αποκλειστική αυτού νομέας, ούτε δύναται να αντιτάξει κατά των συγκυρίων έκτακτη χρησικτησία κατά το αντιστοιχούν στη συγκυριότητά τους ιδανικό μερίδιο, αφού δεν ισχυρίζεται ο ενάγων ότι την απόφασή της να νέμεται το επίδικο ακίνητο αποκλειστικώς για τον εαυτό της και ότι την απόφασή της αυτή, που αποτελεί την αντιποίηση των λοιπών συγκυρίων, έλαβαν γνώση οι τελευταίοι (βλ. ΑΠ 364/2002 ΧΑ.Ι.Δ. 2002.410, ΑΠ 1386/2002 Ελλ.Δνη 44.506, ΑΠ6 45/2001 Ελλ.Δνη 43.1417, ΑΠ 1573/1997 Ε.Ε.Ν. 1999.359, ΑΠ 689/1996 Ελλ.Δνη 37.1609, ΑΠ 121/1994 Ελλ.Δνη 37.346, Απ 554/1994 Ελλ.Δνη 36369). Μετά απ' αυτά αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, προσμετρώντας στο χρόνο νομής του από το 1990 μέχρι και την άσκηση της υπ' αριθμ. καταθ. 703/15.5.2000 αγωγής το χρόνο νομής της δικαιοπαρόχου του από το 1941 μέχρι το 1990, συμπλήρωσε στο πρόσωπό του το νόμιμο χρόνο της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής του άρθρου 63§1 του ισχύοντος στην Κω Κτηματολογικού κανονισμού, η αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη.
Ακολούθως, το Εφετείο, κατ' επικύρωση της πρωτόδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω έκρινε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί κύριος του περιγραφομένου εκεί ακινήτου κειμένου στην τοποθεσία "..." της κτηματικής Περιφέρειας ... Κω νομικής φύσεως "μούλκ". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Κτηματολογικού Κανονισμού της Δωδεκανήσου και του Αστικού Κώδικα για την κρίση του περί μη κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον αναιρεσείοντα συννομέα της επιμάχου εκτάσεως, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, έναντι των συννομέων της αυτής εκτάσεως, ευθέως ή εκ πλαγίου αφού διαλαμβάνει σ' αυτήν (απόφασή του) επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα. Γι' αυτό και οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ 1 και 19 ΚΠολΔ που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι αυτοί λόγοι αναιρέσεως, κατά τα λοιπά, προσβάλλουν τις ως άνω παραδοχές ως εσφαλμένες γι' αυτό και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι ανάγονται σε εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται αναιρετικά (561 παρ1 ΚΠολΔ).
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.11γ ΚΠολΔ αναιρέσεως είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα μετ' επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και αξιολόγηση χωριστή του καθενός απ' αυτά στην απόφαση εάν παρά τη βεβαίωση αυτή από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή μερικών αποδεικτικών μέσων(ΑΠ 1204/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα του αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σ' αυτή μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσεκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή και όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το εφετείο για να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τον κτηματολογικό τίτλο του ακινήτου στον οποίο φέρονται εγγεγραμμένες οι αγωγές και το συμβόλαιο αγοραπωλησίας. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως κατ' ορθή εκτίμηση εκ του άρθρου 559 αρ 11γ ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος διάδικος κατά το νόμιμο αίτημα του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική του δαπάνη (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-6-2011 αίτηση του Γ. Φ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 49/2009 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορριπτέοι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1, 559 αρ. 19 559 αρ. 8 και 559 αρ. 12 ΚΠολΔ.
|
Κτηματολογικός Κανονισμός Δωδεκανήσου
|
Κτηματολογικός Κανονισμός Δωδεκανήσου.
| 1
|
Αριθμός 945/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Θ. Β. του Χ., κατοίκου ..., 2) Α. - Χ. Β. του Χ., κατοίκου ..., 3) Ι. Β. του Χ., κατοίκου ... και 4) Β. Β. χήρας Χ., το γένος Β. Π., κατοίκου ... . Οι 1η, 2η και 3ος ως νόμιμοι καθολικοί διάδοχοι της Ε. Π. του Β., η οποία απεβίωσε όπως αναφέρεται στην από 20/10/2011 κλήση. Όλοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο - Ευάγγελο Καλαβρό, χωρίς να καταθέσουν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Κ. Π. χήρας Π., το γένος Γ. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Καλφούντζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/3/2007 αγωγή της αρχικής διαδίκου Ελένης Παπαγεωργίου και της ήδη 4ης αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1633/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 439/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 3/3/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 5/10/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 3/3/2010 αίτηση για αναίρεση της 439/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών σε σχέση με τον τρίτο λόγο της και ν' απορριφθεί σε σχέση με τους υπόλοιπους λόγους αυτής.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδ. α' 73, 159 παρ. 2 160 παρ. 1 και 556 αρ. 1 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι αναίρεση η οποία ασκήθηκε επ' ονόματι προσώπου που είχε αποβιώσει κατά το χρόνο της ασκήσεώς της είναι απορριπτέα ως άκυρη για έλλειψη απαραίτητης διαδικαστικής προϋπόθεσης, η ακυρότητα δε αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα Ε. Π. απεβίωσε όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 91/2009 έκθεση αποποίησης κληρονομίας της Β. χας Χ. Β. ενώπιον της Γραμματέως Μεσολογγίου Σοφίας Στέλιου, στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, ήτοι πριν το χρόνο ασκήσεως της αίτησης αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση της Γραμματέως Σταυρούλας Καλιακούδα επί του προσκομιζομένου αντιγράφου αυτής, στο τμήμα ενδίκων Μέσων, του Εφετείου Αθηνών στις 10 Μαρτίου 2010. Επομένως πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς την αναιρεσείουσα Ε. Π., η οποία είχε ήδη αποβιώσει κατά το χρόνο ασκήσεώς της.-
Ι. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ. του ΑΚ, προκύπτει ότι στην ερμηνεία των διαθηκών αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη, σκοπούμενη από άποψη υποκειμενική και όχι αντικειμενική, κατά την έννοια της οποίας η βούληση αυτή θα προσδιοριζόταν κατά τις αντιλήψεις τρίτων, σύμφωνα με τη συναλλακτική καλή πίστη, την προβλεπόμενη από το άρθρο 200 του ίδιου Κώδικα, το οποίο όμως δεν έχει εφαρμογή στην ερμηνεία διαθηκών. Εξάλλου, έδαφος για τέτοια ερμηνεία, που θα αποβλέπει στην αναζήτηση βούλησης διαφορετικής από εκείνη, η οποία εκφράστηκε με τις λέξεις που χρησιμοποίησε ο διαθέτης, δεν παρέχεται, όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η διατύπωση που έγινε με τις παραπάνω λέξεις είναι απόλυτα σαφής και αποδίδει με πληρότητα αυτό που ο διαθέτης θέλησε. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της ύπαρξης ή όχι ανάγκης προσφυγής στις αμέσως πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις, καθώς και περί της αληθινής βούλησης του διαθέτη, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τότε μόνο συγχωρείται η προσφυγή σε γεγονότα και στοιχεία εκτός διαθήκης, όταν το πιο πάνω δικαστήριο κρίνει, ότι η δήλωση της τελευταίας βούλησης εμφανίζει ασαφή και αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται για την αποσαφήνισή τους ερμηνεία προς το σκοπό της εξεύρεσης της αληθινής βούλησης του διαθέτη. Περαιτέρω, ερμηνευτικοί κανόνες των διαθηκών είναι αυτοί που προσδιορίζουν την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, που έγινε με ασάφεια κατά οποιοδήποτε τρόπο. Τέτοιος ερμηνευτικός κανόνας είναι του άρθρου 1790 ΑΚ, κατά τον οποίο, αν ο διαθέτης χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό μνημόνευσε στη διαθήκη του "εξ αδιαθέτου" ή τους "νόμιμους" κληρονόμους του ή τους "συγγενείς" του, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι έχουν τιμηθεί εκείνοι που καλούνται εξ αδιαθέτου κατά το χρόνο της επαγωγής, κατά την αναλογία της μερίδας τους. Από τη διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι ο ερμηνευτικός κανόνας που καθιερώνει μ' αυτήν, προϋποθέτει αμφιβολία για τα πρόσωπα που θέλησε να τιμήσει στη διαθήκη σαν κληρονόμους του ο διαθέτης, που δημιουργείται με τη διαμνημόνευση αυτή με τις αόριστες εκφράσεις που αναφέρονται στη διάταξη ή και με άλλες εξίσου αόριστες, αλλά ταυτόσημες εκφράσεις που δεν αναφέρονται μεν ρητά σ' αυτή, δεν αποκλείονται όμως από τη διατύπωσή της (ΑΠ 543/1986 ΝοΒ 35,350).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ Πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο με το να απορρίψει την ένδικη αναγνωριστική κληρονομικού δικαιώματος αγωγή των αναιρεσειουσών, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 1790 ΑΚ. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 30-8-2006 απεβίωσε στον Πειραιά ο Π. Π. του Β. και κατέλιπε, κατά το χρόνο του θανάτου του, μόνους πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την εναγομένη και τώρα εφεσίβλητη σύζυγό του Κ. Π. και τις ενάγουσες και τώρα εκκαλούσες αδελφές του Ε. Π. του Β. και Β. χήρα Χ. Β., το γένος Β. Π.. Ο παραπάνω αποβιώσας, με την υπ' αριθμ. .../4-7-1995 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Πέππα-Μουστάκα και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 6129 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συνεδρίαση της 1-12-2006, όρισε κατά λέξη τα εξής: "Εγκαθιστώ κληρονόμο μου και αφήνω στη σύζυγό μου Κ. Π. το γένος Γ. Κ., την επικαρπία εφ' όρου ζωής της του ημίσεως εξ αδιαιρέτου του διαμερίσματος του πέμπτου (ε) ορόφου πολυκατοικίας κειμένης στη άνω ... επί της οδού ... αρ. 20, την ψιλή κυριότητα του οποίου διαμερίσματος αφήνω στους νόμιμους κληρονόμους μου". Με τη διαμνημόνευση στη διαθήκη αυτή της αόριστης φράσης "νόμιμους κληρονόμους μου", χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό από το διαθέτη των κληρονόμων του αυτών και των μεριδίων τους, δημιουργείται αμφιβολία για τα πρόσωπα στα οποία θέλησε ο διαθέτης να αφήσει τη ψιλή κυριότητα του ανήκοντος σ' αυτόν 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του μνημονευόμενου στη διαθήκη πιο πάνω διαμερίσματος και για τη μερίδα στην οποία θέλησε να εγκαταστήσει το καθένα.
Συνεπώς για την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως όσον αφορά τα πρόσωπα που θέλησε να τιμήσει ο διαθέτης με την παραπάνω διάταξη της διαθήκης, πρέπει να εφαρμοσθεί, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, ο ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 1790 ΑΚ και να θεωρηθεί ότι έχουν τιμηθεί επί του ημίσεος εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας του μνημονευόμενου στην επίμαχη διαθήκη διαμερίσματος αυτοί που καλούνται εξ αδιαθέτου, κατά το χρόνο του θανάτου του διαθέτη, ήτοι οι ενάγουσες αδελφές του και η εναγομένη σύζυγός του και μάλιστα κατά την αναλογία της εξ αδιαθέτου μερίδας της η καθεμία. Διαφορετική βούληση του διαθέτη και δη ότι ο τελευταίος ήθελε να αφήσει ολόκληρη τη ψιλή κυριότητα του ανήκοντος σ' αυτόν ιδανικού μεριδίου επί του ως άνω διαμερίσματος στις δύο ενάγουσες αδελφές του ως νόμιμους κληρονόμους του κατ' ισομοιρίαν, δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της παραπάνω διαθήκης, αλλά ούτε από άλλα στοιχεία, εκτός αυτής κείμενα. Από το γεγονός δε ότι ο διαθέτης μνημόνευσε χωριστά στη διαθήκη του την εναγομένη σύζυγό του, στην οποία άφησε την επικαρπία εφόρου ζωής της, και χωριστά τους νόμιμους κληρονόμους του, στους οποίους άφησε τη ψιλή κυριότητα, δεν προκύπτει βούληση αυτού να αποκλείσει από τη ψιλή κυριότητα την εναγομένη σύζυγό του, η οποία συμπεριλαμβάνεται, κατά το άρθρο 1820 ΑΚ, στους νόμιμους κληρονόμους του, αλλά απλώς ήθελε, αφήνοντας στη σύζυγό του την επικαρπία εφόρου ζωής της του ανήκοντος σ' αυτόν ιδανικού μεριδίου, να εξασφαλίσει ότι αυτή θα εξακολουθήσει και μετά το θάνατό του να χρησιμοποιεί, χωρίς ενόχληση από τους λοιπούς νόμιμους κληρονόμους του, ως κατοικία της το μνημονευόμενο στη διαθήκη διαμέρισμα, το οποίο, όπως δεν αμφισβητείται, από το έτος 1994 που αγοράσθηκε από αυτούς, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα, χρησίμευε ως οικογενειακή τους στέγη. Τούτο δε ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο διαθέτης διέθεσε με τη διαθήκη του μόνο το παραπάνω διαμέρισμα που χρησίμευε ως οικογενειακή τους στέγη και όχι και τα υπόλοιπα περιουσιακά του στοιχεία, ήτοι το 1/2 εξ αδιαιρέτου α) ενός οικοπέδου, εκτάσεως 860,17 τ.μ., στον οικισμό ... του Δήμου Μακρυνείας, β) ενός διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου της ευρισκόμενης στο ... και επί της οδού ... πολυκατοικίας, μετά της ανήκουσας σ' αυτό κατ' αποκλειστική χρήση θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου, και γ) μίας υπόγειας αποθήκης της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας, τα οποία περιήλθαν σε όλους τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ανάμεσα στους οποίους και η εναγομένη σύζυγός τους, κατά την αναλογία της εξ αδιαθέτου μερίδας τους. Άλλωστε εάν πράγματι η αληθινή βούληση του διαθέτη ήταν να αφήσει τη ψιλή κυριότητα του ιδανικού του μεριδίου επί του παραπάνω διαμερίσματος στις δύο ενάγουσες αδελφές του ως "νόμιμους κληρονόμους" του, ασφαλώς θα είχε κατονομάσει τις τελευταίες στη διαθήκη του, καθόσον αυτός είχε πανεπιστημιακή μόρφωση και συγκεκριμένα ήταν απόφοιτος της Γυμναστικής Ακαδημίας και έτσι γνώριζε ότι στους νόμιμους κληρονόμους του συμπεριλαμβάνεται, εκτός από τις ενάγουσες αδελφές του, και η εναγόμενη σύζυγός του. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω στη ψιλή κυριότητα του ανήκοντος στο διαθέτη 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του μνημονευόμενου στην επίμαχη διαθήκη διαμερίσματος έχουν εγκατασταθεί οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κατά την αναλογία της εξ αδιαθέτου μερίδας τους, ήτοι οι ενάγουσες αδελφές του κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου η καθεμία και η εναγομένη σύζυγός του κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ο διαθέτης με την .../4-7-1995 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Πέππα-Μουστάκα και δημοσιεύθηκε νόμιμα, εγκατέστησε κληρονόμους του επί της ψιλής κυριότητας του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου διαμερίσματος τις ενάγουσες αδελφές του κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου την καθεμία και την εναγομένη σύζυγο του κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου και απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική κληρονομικού δικαιώματος αγωγή των αναιρεσειουσών. Ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των τελευταίων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως, επικυρώνοντας την απόφαση αυτή. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 1790 ΑΚ, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αρχικά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέα και ενόψει του ότι μετά την εφαρμογή της δεν προέκυψε κατά τρόπο αναμφίβολο η αληθινή βούληση του διαθέτη αναφορικά με το ζήτημα ποιους εγκατέστησε κληρονόμους του στο επίδικο εξ αδιαιρέτου ποσοστό διαμερίσματος, αλλά διαπίστωσε ασάφεια και αμφιβολία ως προς το ζήτημα αυτό, στη συνέχεια εφάρμοσε, όπως συνομολογούν και οι αναιρεσείουσες, τη διάταξη του άρθρου 1790 ΑΚ. Επομένως ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ με το να μην την εφαρμόσει, ενώ ήταν εφαρμοστέα, όπως και τη διάταξη του άρθρου 1790 ΑΚ με το να την εφαρμόσει, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός αναίρεσης από την αναφορά ή μη στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή από την επιχειρηματολογία του δικαστηρίου (ΑΠ 16/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί "ενώ το Εφετείο δέχεται ότι οι μόνοι, νόμιμοι κληρονόμοι του διαθέτη είναι η εναγομένη σύζυγός του και οι ενάγουσες αδελφές του, εξ ού σημαίνει ότι αυτός δεν αφήκεν τέκνα, δέχεται εν συνεχεία ότι ο διαθέτης αφήκεν στη σύζυγό του "την επικαρπία εφ' όρου ζωή της" και ότι έτσι "ήθελε να εξασφαλίσει ότι θα εξακολουθήσει και μετά τον θάνατό του να χρησιμοποιεί, χωρίς ενόχληση από τους λοιπούς νόμιμους κληρονόμους του, ως κατοικία της το μνημονευόμενο στη διαθήκη διαμέρισα, το οποίο από του έτους 1994 που αγοράστηκε απ' αυτούς κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα, χρησίμευε ως οικογενειακή στέγη", στη συνέχεια δέχεται ότι στην "ψιλή κυριότητα του ανήκοντος στον διαθέτη 1/2 εξ αδιαιρέτου διαμερίσματος έχουν εγκατασταθεί οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, κατ' αναλογίαν της εξ αδιαθέτου μερίδας τους, ήτοι οι ενάγουσες αδελφές του κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία και η εναγομένη σύζυγός του κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου". Και ότι έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε όχι μόνον ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες και στέρησε την απόφαση του από τη νόμιμη βάση της διότι, αφού δέχτηκε ότι ο διαθέτης ηθέλησε η εναγομένη σύζυγός του να εξασφαλισθεί από απόψεως κατοικίας και διαμονής εις την συζυγικήν οικίαν αφήνοντας εις αυτήν την επικαρπία εφ' όρου ζωής της, τούτο σημαίνει ότι ο διαθέτης ηθέλησε όπως, μετά την λήξη της επικαρπίας, ήτοι μετά τον θάνατο της συζύγου του, οπότε και αποσβέννυται η εν λόγω επικαρπία δια του θανάτου της (1167 Α.Κ.) η κυριότης επί του ιδανικού μεριδίου του διαμερίσματος, μεταβαίνει εις τις ενάγουσας αδελφές του. Δηλαδή, πρόδηλη είναι η βούληση του διαθέτη, όπως, μετά τον θάνατο της συζύγου του, που δεν είχε τέκνα, η πλήρης πλέον κυριότητα του ιδανικού του μεριδίου να περιέλθει στους εξ αίματος συγγενείς του, ήτοι εις τις ενάγουσες αδελφές τους". Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι περιλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα σε αντλούμενα από τις ίδιες επιχειρήματα των αναιρεσειουσών.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγο αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως.
Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος που είχαν προταθεί στον πρώτο βαθμό, αλλά δεν επαναφέρθηκαν στο Εφετείο και έτσι δεν κατέστησαν αντικείμενο της κατ' έφεσης δίκης, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγους αναίρεσης. Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο προσθέτων λόγων σύμφωνα με το άρθρο 520 ΚΠολΔ, μπορούσε να γίνει. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρους του, λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείουσες ψέγονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον παρακάτω ισχυρισμό που είχαν προβάλει πρωτοδίκως, αλλά και με τις προτάσεις τους στο Εφετείο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα τον εξής ισχυρισμό: "Άλλωστε, η βούληση του να περιέλθουν τα δικά του περιουσιακά στοιχεία στην πατρική του οικογένεια, είχε εκφραστεί από αυτόν σε πολλά πρόσωπα του στενού του περιβάλλοντος και στην ίδια την αντίδικο, αλλά και αποδεικνύεται περίτρανα και από τις δικαιοπραξίες εν ζωή, στις οποίες προέβη ο διαθέτης και αφορούν τα υπόλοιπα δικά του περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, μην έχοντας αποκτήσει ο ίδιος τέκνα, θέλησε να περιέλθουν στα τέκνα της δεύτερης εξ ημών, τα μόνα εξ αίματος ανίψια του, και γι' αυτό το λόγο τους τα μεταβίβασε, ...". Όμως από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης και των προσθέτων λόγων έφεσης των αναιρεσειουσών προκύπτει, ότι δεν διαλαμβάνεται σ' αυτά ο προαναφερόμενος ισχυρισμός και συνεπώς, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει ο λόγος αυτός αναίρεσης ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ανεξάρτητα απ' αυτό ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και γιατί ο περιεχόμενος σ' αυτόν ισχυρισμός των αναιρεσειουσών δεν είναι αυτοτελής, με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, που προπαρατέθηκε, αλλά συνιστά επιχείρημα των τελευταίων για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης του διαθέτη.
IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338 - 341 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη χωρίς να είναι όμως ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά. Η παράβαση δε της πιο πάνω υποχρέωσης ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του και τρίτο λόγους αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του το υπ. αρ. .../2-3-1995 συμβόλαιο και την .../26-4-1994 διορθωτική του πράξη ενώπιον του συμ/φου Μακρυνείας Ιωάννη Τσιτσέλη, που μεταγράφηκαν νόμιμα, που οι αναιρεσείουσες επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους ότι ο διαθέτης εγκατέστησε στην μεν επικαρπία την εναγομένη σύζυγο του, στην δε ψιλή κυριότητα του επίμαχου διαμερίσματος τις ενάγουσες αδελφές του. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα ανεξαιρέτως τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός. Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, όπως προαναφέρθηκε, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν και την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Α. Α., η οποία εξετάστηκε με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης και περιέχεται στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείουσες με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση σχετικά με την αληθινή βούληση του διαθέτη αναφορικά με το ζήτημα ποιους εγκατέστησε κληρονόμους του στο επίδικο και στη συνέχεια να απορρίψει την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη. Όμως, από την παραπάνω βεβαίωση του Εφετείου, το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης του και το σύνολο των αιτιολογιών της τελευταίας, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, αλλά αντίθετα καταλείπονται αμφιβολίες για το αν το πιο πάνω δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Α. Α., που εξετάστηκε με επιμέλεια της εναγομένης - αναιρεσίβλητης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πλην όμως μετά την ως άνω επίκληση της από τις αναιρεσείουσες έγινε κοινό αποδεικτικό μέσο (άρθρο 346 ΚΠολΔ ΑΠ 774/1996 Δνη 37,1597). Και τούτο βέβαια γιατί το Εφετείο όχι μόνο δεν κάνει καμιά απολύτως μνεία ή σχολιασμό της κατάθεσης αυτής στην προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως έπραξε για άλλα αποδεικτικά μέσα, κατά την εκτεταμένη επισκόπηση και ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, αλλά αντίθετα ρητά βεβαιώνει ότι η εναγομένη δεν εξέτασε μάρτυρα, παρόλο που από τα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει η εξέταση της ως άνω μάρτυρος. Η κατάθεση της μάρτυρος αυτής, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών, μπορούσε να χρησιμεύσει για την απόδειξη της βούλησης του διαθέτη πού ήταν η εγκατάσταση αυτών ως μόνων κληρονόμων του στην ψιλή κυριότητα του επιδίκου ποσοστού (1/2 εξ αδιαιρέτου) ακινήτου. Επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, κατά το νόμιμο αίτημα της αναιρεσείουσας Β. Β., να καταδικασθούν στη δικαστική της δαπάνη (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 3-3-2010 αίτηση αναίρεσης της Ε. θυγ. Β. Π..
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 439/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς την αναιρεσείουσα Β. Β..
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός απ' αυτούς που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας Β. Β., την οποία καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποβιώσασα αναιρεσείουσα κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης, απαράδεκτη η αίτηση, αναιρεί ως προς δεύτερη αναιρεσείουσα για 11γ ΚΠολΔ.
|
Απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης
|
Απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 932/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύoντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη),Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη, Χρυσούλα Παρασκευά, (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου) και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Λ. του Ι., κατοίκου ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παϊταζόγλου, περί αναιρέσεως της 9397/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον F. A. N. T. E., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Γιαννακόπουλο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ. πρωτ. 8590/24-12-2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 40/13.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α` του Ποινικού κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται, ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ` αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική, β)να μπορούσε ο δράστης, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις, ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 314 παρ. 1 εδ. α` και 315 παρ. 1 εδ. β` του ΠΚ προκύπτει ότι, στην περίπτωση σωματικής βλάβης από αμέλεια, δεν απαιτείται έγκληση, αν ο υπαίτιος της πράξεως ήταν υποχρεωμένος, λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του, να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή. Ως επάγγελμα νοείται οποιαδήποτε ενασχόληση, η οποία, ασχέτως του βιοποριστικού ή μη χαρακτήρα της, προϋποθέτει ιδιαίτερη γνώση, εμπειρία ή τέχνη και περίσκεψη και από τη φύση της εμφανίζει μεγαλύτερο κίνδυνο για τη πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας άλλων ανθρώπων και απαιτεί για την αποφυγή της επελεύσεως του ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, ήτοι υπέρτερη από εκείνη που επιβάλλεται για την αποφυγή του κινδύνου από τις συνήθεις απασχολήσεις. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του ΠΔ 305/1996, σκοπός του οποίου, κατά το άρθρο 1 παρ.1 αυτού, είναι η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/57/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1992 (ΕΕL 245/26892) "σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια" και ως τέτοια θεωρούνται, κατά το άρθρο 2 παρ.1α, "κάθε εργοτάξιο όπου πραγματοποιούνται εργασίες οικοδομικές ή/και πολιτικού μηχανικού και γενικά εκτελείται τεχνικό έργο", για να διαφυλάξουν την ασφάλεια και την υγεία στο εργοτάξιο, και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 6 και 7 του πιο πάνω διατάγματος οι εργολάβοι και υπεργολάβοι λαμβάνουν μέτρα σύμφωνα με τις ελάχιστες προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στο παράρτημα
ΙΙ, αρ. 8 παρ.2α σε συνδ. με το παράρτημα IV - Μέρος Β, Τμήμα
ΙΙ άρθ 5.(Πτώσεις από ύψος). Στο άρθρο 5 αυτού, ορίζεται ότι: "5.1. Οι πτώσεις από ύψος πρέπει να προλαμβάνονται, ιδίως μέσω στερεών κιγκλιδωμάτων με επαρκές ύψος που θα διαθέτουν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο, ή άλλο ισοδύναμο μέσο, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. 5.2. Οι εργασίες σε ύψος μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο με τη βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμούς συλλογικής προστασίας όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας. Σε περίπτωση που η χρήση αυτών των μέσων δεν είναι δυνατή λόγω της φύσης των εργασιών, πρέπει να προβλέπονται τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφαλείας ή άλλες μέθοδοι ασφάλειας με αγκύρωση, με τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας". Μεταξύ δε των υπευθύνων για την λήψη αυτών των μέτρων είναι και ο μηχανικός που αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτελέσεως τεχνικού έργου ή τμήματος του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και τέχνης. Ειδικότερα, στο άρθρο 7( υποχρεώσεις επιβλέποντος) του Ν 1396/1983, οι διατάξεις του οποίου, κατά το άρθρο 1 αυτού "αφορούν αποκλειστικά στη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων και τρίτων κατά την εκτέλεση των οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων, προβλέπονται τα εξής : "Ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις έχει και τις ακόλουθες :1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους. 2. Να δίνει οδηγίες σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρησή τους. 3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες. 4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. 5. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4 & 1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου".
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ` αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 ΚΠΔ προκύπτει, ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης, πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο. Ειδικά, προκειμένου για έφεση εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του ν.2408/1996 και ισχύει από 4-6-1996, "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση (Ολ ΑΠ 9/2005). Όταν η έφεση του εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, δεν έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την κρίνει αιτιολογημένη και τη δέχεται τυπικά και στη συνέχεια προβαίνει στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης ,ενώ έπρεπε ως αναιτιολόγητη να την απορρίψει ως απαράδεκτη, υπερβαίνει θετικά την εξουσία του και έτσι ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η` ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά, το Τριμελές Εφετείο(Πλημμελημάτων) Αθηνών, απέρριψε την ένσταση του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, περί απαραδέκτου της υπ' αρ.3168/8-7-2011 εφέσεως της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατά της υπ'αρ.48325/2011 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και αφού δέχθηκε τυπικά την ως άνω έφεση της Εισαγγελέως κατά της αθωωτικής αυτής αποφάσεως, στη συνέχεια, εξέτασε την ουσία της υποθέσεως και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υποχρέου, τον οποίον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Προκειμένου να απορρίψει την ένσταση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην έκθεση της έφεσης της ανωτέρω Εισαγγελέως (Ευθυμίας Σωτηροπούλου ) δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο αριθμός και η ημερομηνία της προσβαλλόμενης απόφασης , δεδομένου ότι γίνεται από το περιεχόμενο της αντιληπτό ποιά ακριβώς απόφαση προσβάλλεται δηλαδή η 48325 της 30-6-2011 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Περαιτέρω στην έκθεση αυτή περιέχονται οι λόγοι της έφεσης οι οποίοι είναι αιτιολογημένοι ειδικά και εμπεριστατωμένα καθώς επίσης εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση" Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση, της υπ' αρ. 3168/8-7-2011 εκθέσεως εφέσεως της εισαγγελέως πρωτοδικών Αθηνών, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου , η τελευταία διαλαμβάνει τα εξής : "Στην …και στο κατάστημα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών όπου μετά από πρόσκληση ήλθα , σήμερα την 8η του μηνός Ιουλίου του έτους 2011 ημέρα Παρασκευή και ώρα 10.30 ενώπιον εμού της Γραμματέα Πλημμελειοδικών Αθηνών Αντωνακάκη Χριστίνας εμφανίσθηκε η Αντεισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ευθυμία Σωτηροπούλου και ζήτησε την σύνταξη της παρούσας έκθεσης δηλώνοντας ότι ασκεί έφεση κατά τις διατάξεις των άρθρων 462, 463 ,464,473παρ. 3 , 474 και 486 παρ. 3 περ. γ ! του ΚΠΔ , ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά της αποφάσεως με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο τέταρτος κατηγορούμενος Β. Λ. του Ι., κατηγορούμενος για α) σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υποχρέου και β)παράβαση του άρθρου 12 IV μέρους Β τμήμα IIπαρ. 5, 14 του ΠΔ 305/96 και άρθρου 25 του Ν. 224/1994( άρθρ. 12, 26παρ. 1β , 28, 94 314 παρ. 1α , 315 παρ. 1 ΠΚ ) ,αιτούμενη την παραδοχή της παρούσας έφεσης , την εξαφάνιση της απόφασης ως προς αυτόν κατά της οποίας ασκήθηκε η έφεση την κήρυξη του τετάρτου κατηγορουμένου ενόχου των ανωτέρω πράξεων και την καταδίκη αυτού , σε ανάλογη ποινή , για το λόγο ότι έγινε κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο , γιατί δεν έγινε ορθά η εκτίμηση απ' αυτό των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης όπως αυτά προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και έτσι κηρύχθηκε αθώος ο τέταρτος κατηγορούμενος ενώ από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν κατά τρόπο σαφή αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείτο. Ειδικότερα ενώ από τα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος Β. Λ. του Ι., ως υπεύθυνος πολιτικός μηχανικός της ανεγειρομένης πολυόροφης οικοδομής επί της οδού ... στην …, συνιδιοκτησίας πρώτης και τρίτου εκ των κατηγορουμένων , υπόχρεος λόγω του επαγγέλματος του σε καταβολή ιδιαίτερης προσοχής ως προς τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας για την προστασία της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των εκεί εργαζομένων , κατά την εργασία κατασκευής- διαμόρφωσης ξυλοτύπου σε υπερυψωμένες θέσεις εργασίας, ήτοι του υπό κατασκευή φρεατίου ανελκυστήρα ανερχομένου σε πέντε ορόφους δεν τοποθέτησε ασφαλή δάπεδα εργασίας περιβαλλόμενα περιμετρικώς με ανθεκτικά κιγκλιδώματα ύψους τουλάχιστον ενός μέτρου και με θωράκια ύψους 0,15 μέτρων προς αποτροπή κινδύνου πτώσεως των εργαζομένων στο κενό με αποτέλεσμα την 3-8-2005 ο εργάτης Ν. Φ. του Α. , όταν προσέγγισε το στόμιο του φρεατίου στον τρίτο όροφο του κτιρίου προκειμένου να υπολογίσει την απαιτούμενη ξυλεία προς συνέχιση των εργασιών να καταπέσει εντός αυτού από ύψος 10-12 μέτρων και να υποστεί κατάγματα σπονδύλων θ12,01,02 και φτερνών. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της εκκαλουμένης αποφάσεως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στην περί απαλλαγής του τετάρτου κατηγορουμένου απόφαση του για τις ανωτέρω πράξεις αφού έλαβε υπ' όψη του μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων τις επ' ακροατηρίω ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Ν. Φ. και F. A. E. N., Λ. Μ. και τα αναγνωστέα έγγραφα. Ωστόσο από την ορθή εκτίμηση των ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων έπρεπε το Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος διέπραξε τις αποδοθείσες σ' αυτόν πράξεις και ακολούθως να τον κηρύξει ένοχο για τους εξής λόγους: πρώτον διότι πράγματι είχε την γενική επίβλεψη των εργασιών που εκτελούντο στη συγκεκριμένη οικοδομή όπως προκύπτει και από την υπ' αρ. ../17-6-2005 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας του Δήμου Ζωγράφου ενώ η προσκομισθείσα απ' αυτόν επ' ακροατηρίω δήλωση ανάληψης μελετών επιβλέψεως δεν φέρει ημερομηνία όπως και η τοιαύτη της Κ. Ρ. πολιτικού μηχανικού, στην οποία επιχειρεί να γίνει μετακύληση των ευθυνών. Δεύτερον η υπ' αρ. πρωτ. 985Α/16-1-2006 έκθεση έρευνας του τεχνικού επιθεωρητού αναφέρει ως επιβλέποντα μηχανικό τον τέταρτο κατηγορούμενο καθώς και τις διαπιστωθείσες την 3-8-2005 παραλείψεις λήψεως μέτρων ασφαλείας στα δάπεδα εργασίας και στο φρεάτιο ανελκυστήρα τις οποίες έσπευσαν να αποκαταστήσουν, ως εξακριβώθηκε την 11-8-2005 , ημέρα επανελέγχου. Τρίτον εξ αρχής ο παθών ανέφερε τον Β. Λ. ως τον μηχανικό που μαζί με τον ιδιοκτήτη Α. Μ. έδιδαν εντολές των εργασιών γεγονός που επιβεβαιώνει και ο Μ. Χ., υπεργολάβος των εκτελουμένων οικοδομικών εργασιών ως εκ τούτου ψευδής τυγχάνει ο ισχυρισμός του τετάρτου κατηγορουμένου ότι είχε μόνο τη μελέτη και αναλάβει μόνο το αρχιτεκτονικό τμήμα της οικοδομής Από την ορθή εκτίμηση των ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων το Δικαστήριο έπρεπε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο τέταρτος κατηγορούμενος διέπραξε τις αποδοθείσες σ' αυτόν πράξεις και ακολούθως να τον κηρύξει ένοχο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κρίνοντας αντίθετα προς τα ανωτέρω, κατά την γνώμη μου έσφαλε καθόσον δεν έδωσε την δέουσα αποδεικτική βαρύτητα στα καθ' έκαστο αποδεικτικά μέσα και δεν εκτίμησε ορθώς αυτά αλλά πλημμελώς ." Η αιτιολογία αυτή της εφέσεως της Εισαγγελέως, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, διότι, θεμελιώνει τον λόγο της εφέσεως της για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, αφού εκτίθεται σ` αυτήν ποιές είναι οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αθωωτικής αποφάσεως περί την εκτίμηση των αποδείξεων και από ποιά συγκεκριμένα περιστατικά δικαιολογείται η άσκηση της εφέσεως. Ειδικότερα, δεν αρκείται η Εισαγγελέας να αναφέρει στην έφεσή της, τη στερεότυπη έκφραση "για κακή εκτίμηση των αποδείξεων", αλλ` αναφέρεται στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και στα έγγραφα τα οποία αναγνώστηκαν και εκθέτει ότι βάσει των ανωτέρω προέκυψε η ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου, ο οποίος, λόγω της ιδιότητάς του ως επιβλέποντος μηχανικού, της αναφερόμενης οικοδομής δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα, τα οποία ειδικώς ένα προς ένα αναφέρονται στην έφεση, προς αποφυγή του ατυχήματος. Αναφέρει επίσης, τα αποδεικτικά μέσα σύμφωνα με τα οποία, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να πεισθεί για το γεγονός ότι πράγματι αυτός ήταν ο επιβλέπων την οικοδομή πολιτικός μηχανικός, και για τις παραλείψεις του, που συνδέονταν με το επελθόν αποτέλεσμα ώστε να καταλήξει σε καταδικαστική κρίση και γι' αυτόν. Κατά συνέπεια, δεν υπερέβη την εξουσία του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με το να απορρίψει την ένσταση περί απαραδέκτου της εφέσεως και στη συνέχεια με το να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα. Πρέπει, επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η` του ΚΠΔ, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ` αυτόν εγγράφου που περιέχει, μεταξύ άλλων, ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπιση του. Αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά, είναι άκυρο, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ. Η ακυρότητα όμως αυτή είναι σχετική, ως αναγόμενη σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, γι` αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ΚΠΔ, να προταθεί ωσότου εκδοθεί για την κατηγορία η οριστική σε τελευταίο βαθμό, απόφαση, πριν από την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται, κατ άρθρο 174 παρ. 1 του ίδιου κώδικα. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καλύπτεται, αν ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στην δίκη και δεν προβάλλει εναντίωση στην πρόοδο της προτείνοντας την ακυρότητα. Αν προταθεί εγκαίρως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η ακυρότητα και η εκ του λόγου αυτού αντίρρηση προόδου της διαδικασίας το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο την απορρίψει, ο κατηγορούμενος, αν εμμένει σ' αυτήν, πρέπει να επαναφέρει την πρόταση της ακυρότητας και την αντίρρηση κατά της προόδου της διαδικασίας, διαλαμβάνοντας στην έφεση του ειδικό λόγο περί αυτού. Τούτο όμως, προϋποθέτει ότι ο ισχυρισμός προβλήθηκε παραδεκτά στο πρωτόδικο δικαστήριο, διότι σε αντίθετη περίπτωση τούτο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, για τον ίδιο λόγο, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και το εφετείο στον σχετικό λόγο της εφέσεως, διότι αυτός, ως εκ του περιεχομένου του, τυγχάνει απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της υπ' αρ. 48325/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, (πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), που παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, προ πάσης ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, προέβαλε ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, την ένσταση αοριστίας του κλητηρίου θεσπίσματος, συνισταμένη στο ότι, η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 2294/1994 στην οποία παραπέμπει το ΠΔ 305/1996 "περί προδιαγραφών ασφαλείας προσωρινών- κινητών εργοταξίων", καθιερώνει ευθύνη του εργοδότη, κατασκευαστή, παρασκευαστή κλπ και όχι του επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού η οποία καθιερώνεται από το άρθρο 9 του Ν. 1396/ 1983, που δε περιλαμβάνεται στο κλητήριο αυτό θέσπισμα." Το Δικαστήριο εκείνο απέρριψε την ένσταση αυτή ως αβάσιμη. Την ίδια ένσταση, επανέφερε παραδεκτά και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και τον καταδίκασε μόνο για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υποχρέου. Το τελευταίο ,απέρριψε ωσαύτως την ανωτέρω ένσταση του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος με την ακόλουθη αιτιολογία: "Επειδή κατά το άρθρο 321 παρ. 1 περ. δ` ΚΠΔ το κλητήριο θέσπισμα, πλην των άλλων, πρέπει, με ποινή ακυρότητας, (άρθρο 321 παρ. 4), να περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση το κλητήριο θέσπισμα, περιέχει ακριβώς καθορισμό των πράξεων για τις οποίες ο κατηγορούμενος κατηγορείται καθώς και μνεία των άρθρων του ποινικού νόμου που την προβλέπει πρέπει η σχετική ένσταση να απορριφθεί ως αβάσιμη". Από την παραδεκτή επισκόπηση του υπ' αρ. 22453/4-9-2008 κλητηρίου θεσπίσματος, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων-σε σχέση με την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε- κλήθηκε να δικασθεί ως υπαίτιος α)σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο λόγω του επαγγέλματος του, ήτοι του επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού, της ανεγειρομένης πολυορόφου οικοδομής, ( προσθήκης 3ου, 4ου, 5ου ορόφου ) συνιδιοκτησίας των συγκατηγορουμένων του, Μ. Π. και Α., διότι κατά το στάδιο που ήταν υπεργολάβος του έργου ο επίσης συγκατηγορούμενος του Μ. Χ., από έλλειψη της προσοχής που όφειλε να καταβάλει αναφορικά με τη λήψη των μέτρων ασφαλείας για την προστασία της ζωής και σωματικής ακεραιότητας των εργαζομένων εκεί, από απερισκεψία του δεν έλαβε τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας και συγκεκριμένα κατά την εργασία κατασκευής - διαμόρφωσης ξυλοτύπου, σε υπερυψωμένες θέσεις εργασίας , ήτοι του υπό κατασκευή φρεατίου ανελκυστήρα, που ανερχόταν και στους πέντε ορόφους, δεν τοποθέτησε ασφαλή δάπεδα εργασίας, περιβαλλόμενα περιμετρικώς με ανθεκτικά κιγκλιδώματα ύψους τουλάχιστον ενός μέτρου και με θωράκια ύψους 0.15 μέτρων, προς αποτροπή κινδύνου πτώσης των εργαζομένων στο κενό, με αποτέλεσμα όταν ο εργάτης Ν. Φ., μετέβη στο οριζόντιο άνοιγμα του φρεατίου στον τρίτο όροφο του κτιρίου, για να υπολογίσει την απαιτούμενη ξυλεία προς συνέχιση των εργασιών και προσέγγισε στο στόμιο του φρεατίου , κατέπεσε εντός αυτού από ύψος περίπου 10-12 μέτρων και υπέστη κατάγματα σπονδύλων Θ12,01,02 και φτερνών. Στο ανωτέρω κλητήριο θέσπισμα , γίνεται μνεία των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 , 28, 94, 314 παρ. 1α 315 παρ. 1ΠΚ και των άρθρων της παραβάσεως του ΠΔ 305/96,ως αναφέρθηκαν παραπάνω. Ως προβλέπον τη διωκόμενη πράξη ή εφαρμοζόμενο για τον κολασμό αυτής άρθρο του ποινικού νόμου, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των άρθρων 139, 484 παρ. Ι στοιχ. δ` και ε` και 510 παρ. εδ. δ` και η` ΚΠΔ, θεωρείται όχι μόνο το επιβάλλον την ποινή, αλλά και το ορίζον τις προϋποθέσεις της αξιόποινης πράξης, οι οποίες προϋποθέσεις πρέπει να εκτίθενται στο κλητήριο θέσπισμα.Στην προκειμένη περίπτωση, το ανωτέρω κλητήριο θέσπισμα δεν πάσχει ακυρότητας, διότι α) τυποποιείται σ' αυτό το έγκλημα για το οποίο ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παραπέμφθηκε σε δίκη, από την αναφορά του άρθρου 315παρ. 1 ΠΚ ,σε συνδυασμό με τα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται σ' αυτό, ήτοι της ιδιαίτερης υποχρέωσης του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, λόγω της ιδιότητας αυτού ως επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού του έργου, β) διαλαμβάνεται ο επιτακτικός κανόνας του ΠΔ305/2006, τον οποίο ενώ είχε υποχρέωση παρέλειψε να τηρήσει κατά την επίβλεψη αυτού, γ) καθορίζονται οι προϋποθέσεις του αξιοποίνου της πράξεως και δ)η απειλουμένη γι' αυτό ποινή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 314 παρ. 1 και 315 παρ. 1 ΠΚ- και όχι από τη διάταξη του άρθρου25 του νόμου 22241994,- με την οποία τιμωρείται η παράβαση των επιτακτικών κανόνων του ΠΔ 305/1996 , χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη μνεία της διατάξεως του άρθρου 15 ΠΚ και των διατάξεων του νόμου 1396/1983 αφού σε σχέση με το πρώτο, καλύπτεται η έλλειψη του από τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπόχρεος, λόγω του επαγγέλματος του, να επιδείξει ιδιαίτερη επιμέλεια, σε σχέση δε με το δεύτερο δεν ήταν αναγκαία η παράθεση του αφού οι υποχρεώσεις του για τη λήψη των προστατευτικών μέτρων πηγάζουν και εκ μόνης της αναφοράς της ιδιότητας του αυτής (ΑΠ 344/2011). Κατά συνέπεια, το δικαστήριο της ουσίας, που απέρριψε ως αβάσιμη την προβληθείσα ως άνω ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, προχώρησε στην πρόοδο της δίκης και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο , δεν παραβίασε τις διατάξεις της ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και εντεύθεν ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. β! του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων ) Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του, την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ενώ ήταν ο πρώτος και τρίτος των κατηγορουμένων συνιδιοκτήτες ανεγειρόμενης οικοδομής , ο τέταρτος κατηγορούμενος υπεύθυνος πολιτικός μηχανικός και ο δεύτερος κατηγορούμενος υπεργολάβος των εκτελουμένων οικοδομικών εργασιών από απερισκεψία τους δεν έλαβαν τα προβλεπόμενα μέτρα (διαμόρφωση ξυλότυπου σε υπερυψωμένη θέση εργασίας και δεν τοποθέτησαν ασφαλή δάπεδα περιβαλλόμενα από κιγκλιδώματα και έτσι όταν ο πολιτικώς ενάγων προσέγγισε στο στόμιο του φρεατίου κατέπεσε εντός αυτού". Στη συνέχεια το δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, ήτοι τον συνιδιοκτήτη της οικοδομής Α. Μ. , τον υπεργολάβο Χ. Μ. και τον αναιρεσείοντα, για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ'υποχρέου συνισταμένη στο ότι: "Στην …την 3-8-2005, ενώ (ο αναιρεσείων κατηγορούμενος) ήταν υποχρεωμένος λόγω του επαγγέλματος του σε καταβολή ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής, από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε να καταβάλει, προξένησε σε άλλον απλή σωματική κάκωση , χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη του. Συγκεκριμένα ενώ ήταν υπεύθυνος πολιτικός μηχανικός ανεγειρομένης πολυωρόφου οικοδομής (προσθήκη 3ου,4ου, 5ου ορόφου), επί της οδού ... συνιδιοκτησίας Α. Μ. , και υπόχρεος λόγω του επαγγέλματος του σε καταβολή ιδιαίτερης προσοχής αναφορικά με τη λήψη των αναγκαιούντων μέτρων ασφαλείας προς προστασία της ζωής και σωματικής ακεραιότητας των εκεί εργαζομένων, από απερισκεψία του δεν έλαβε τα ως άνω προβλεπόμενα μέτρα , πλέον δε συγκεκριμένα κατά την εργασία κατασκευής - διαμόρφωσης ξυλοτύπου , σε υπερυψωμένες θέσεις εργασίας , ήτοι του υπό κατασκευή φρεατίου ανελκυστήρα που ανήρχετο και στους πέντε ορόφους , δεν τοποθέτησε ασφαλή δάπεδα εργασίας περιβαλλόμενα περιμετρικώς με ανθεκτικά κιγκλιδώματα ύψους τουλάχιστον ενός μέτρου και με θωράκια ύψους 0.15 μέτρων, προς αποτροπή κινδύνου πτώσης των εργαζομένων στο κενό, με αποτέλεσμα όταν ο εργάτης Ν. Φ., μετέβη στο οριζόντιο άνοιγμα του φρεατίου στον τρίτο όροφο του κτιρίου, για να υπολογίσει την απαιτούμενη ξυλεία προς συνέχιση των εργασιών και προσέγγισε στο στόμιο του φρεατίου , κατέπεσε εντός αυτού από ύψος περίπου 10-12 μέτρων και υπέστη κατάγματα σπονδύλων θ12,01,02 και φτερνών". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28, 314 παρ. 1 και 315 παρ. 1α του Π.Κ., σε συνδυασμό με το άρθρο 12 IV μέρους Β τμήμα II παρ. 5, 14 του ΠΔ 305/96 που ορθά εφάρμοσε, και τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό της και αποτελούν ενιαίο σύνολο, εκτίθενται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά και προσδιορίζονται σαφώς οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτός ενήργησε, ενώ περαιτέρω αιτιολογείται η παραδοχή της προσβαλλομένης για την ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του, να παρεμποδίσει την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος, που πηγάζει από το άρθρο 15 του ΠΚ, αφού δέχεται ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων ήταν ο υπεύθυνος πολιτικός μηχανικός της ανεγειρομένης οικοδομής. Επίσης, αιτιολογείται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος, του τραυματισμού του παθόντος, που οφείλεται κατά κύριο λόγο στην παντελή έλλειψη προστατευτικών μέτρων, κατά την εργασία κατασκευής - διαμόρφωσης του ξυλοτύπου, για την κατασκευή του φρεατίου του ασανσέρ της οικοδομής , τα οποία εξειδικεύει ,και τα οποία ήταν επιβεβλημένα από τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΠΔ/τος 305/1996. Αιτιολογείται επίσης, η καταδικαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με την παραδοχή ότι, ο αναιρεσείων, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ως υπεύθυνος Πολιτικός μηχανικός της ανεγειρόμενης οικοδομής, να επιμελείται για τη λήψη των επιβαλλόμενων προστατευτικών μέτρων, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ομαλή εργασία του εργατοτεχνικού προσωπικού, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, δεν έλαβε τα προσήκοντα εκείνα μέτρα και συγκεκριμένα, παρέλειψε να τοποθετήσει ασφαλή δάπεδα εργασίας περιβαλλόμενα περιμετρικώς με ανθεκτικά κιγκλιδώματα ύψους ενός μέτρου και με θωράκια ύψους 0,15 μέτρων προς αποτροπή πτώσεως των εργαζομένων στο κενό από το φρεάτιο του υπό κατασκευή ανελκυστήρα. Περαιτέρω, το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στήριξε την περί ενοχής κρίση του, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προέκυψαν, σε αμέλεια του αναιρεσείοντος, και συγκεκριμένα σε εκείνη υπό τη μορφή της μη συνειδητής αμέλειας, με την έννοια ότι αυτός δεν προέβλεψε το εξ` αυτής επελθόν αποτέλεσμα. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος α) ότι το δικαστήριο της ουσίας, περιλαμβάνει ως συγκατηγορούμενη του στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και την συνιδιοκτήτρια της ανεγειρόμενης οικοδομής Μ. Π., η οποία κηρύχθηκε αθώα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί διότι προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, η αναφορά δε του δικαστηρίου στο πρόσωπο της, με την ιδιότητα της κατηγορουμένης στο αιτιολογικό της αποφάσεως του, έλαβε χώρα από προφανή παραδρομή β) ότι είχαν ληφθεί από τον ίδιο τα απαιτούμενα προστατευτικά μέτρα, που διαλαμβάνονται στον επιτακτικό κανόνα δικαίου και υπήρχαν μέχρι την προτεραία ημέρα του ατυχήματος, κατά την οποία εν αγνοία του και κατ'εντολή των συγκατηγορουμένων του, ήτοι του συνιδιοκτήτη της οικοδομής Μ. Α. και του υπεργολάβου Μ. Χ. αποξηλώθηκαν, προκειμένου οι εργάτες να ρίξουν τα μπάζα στο κενό φρεάτιο του υπό κατασκευή ανελκυστήρα, πρέπει να απορριφθεί διότι συνιστά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, τον οποίο το δικαστήριο απέρριψε με την περί ενοχής του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου κρίση του. γ) οι λοιπές αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ` ακολουθία όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Ε` του ΚΠΔ, προβαλλόμενοι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και, ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ), καθώς και στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του παρασταθέντος κατά την εκφώνηση της υποθέσεως πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 583 ΚΠΔ,176,183Κ.Πολ.Δ), κατά ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.
Απορρίπτει την υπ' αρ. πρωτ. 8590/24-12-2012 αίτηση του Β. Λ. του Ι. , για αναίρεση της υπ` αρ. 9397/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων ) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ και στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος που την ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πραγματικά περιστατικά. Εργατικό ατύχημα. Σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υποχρέου. Κανονισμοί ασφαλείας. Κάταγμα σπονδύλων εργάτη σε οικοδομή οπό πτώση του σε φρεάτιο ανελκυστήρα. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι: Υπέρβαση εξουσίας λόγω παραδοχής τυπικά δεκτής της εφέσεως της εισαγγελέως Πρωτοδικών κατά της αθωωτικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου .Ακυρότητα διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω απορρίψεως της ενστάσεως αοριστίας του κλητηρίου θεσπίσματος από την έλλειψη του άρθρ. 15 ΠΚ και των διατάξεων του νόμου 1396/83 Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Από την αναφορά του αρ. 315 παρ. 1 ΠΚ σε συνδυασμό με το πραγματικά περιστατικό, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπόχρεος λόγω του επαγγέλματός του ως επιβλέποντος την οικοδομή πολιτικού μηχανικού να επιδείξει ιδιαίτερη επιμέλεια και δεν πάσχει το κλητήριο θέσπισμα ακυρότητας από την έλλειψη μνείας των ανωτέρω. Περαιτέρω παρατίθεται σ' αυτό ο επιτακτικός κανόνος δικαίου που παραβιάσθηκε Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Υγιεινή και ασφάλεια εργασίας.
| 1
|
Αριθμός 943/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Μ. του Μ., 2) Κ. Μ. του Μ., 3) Γ. Μ. του Μ., κατοίκων ..., 4) Ε. χήρας Ν. Λ., το γένος Γ. Ν., κατοίκου ..., 5) Κληρονόμων Ν. Λ., ήτοι: α) Ε. χήρας Ν. Λ., β) Ε. χήρας Σ. Μ., το γένος Λ., γ) Γ. Λ. και δ) Ι. Λ.. Οι 1ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Κουβίδη. Οι 2ος, 4η, 5α, 5β, 5γ και 5δ δεν παραστάθηκαν.
Στο σημείο αυτό η δικηγόρος Βασιλική Κουβίδη δήλωσε ότι ο 2ος αναιρεσίβλητος Κ. Μ. απεβίωσε στις 2/2/2012 και κληρονομήθηκε από τους: 1) Σ. χήρα Κ. Μ., το γένος Π. Ζ., 2) Μ. Μ. του Κ. και 3) Ε. Μ. του Κ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από την ίδια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/11/1995 αγωγή των ήδη 1ου και 3ου των αναιρεσιβλήτων και του αρχικού διαδίκου Κ. Μ. και την από 23/9/1996, δια των προτάσεων ασκηθείσα, ανταγωγή της 4ης των αναιρεσιβλήτων και του αρχικού διαδίκου Ν. Λ., οι οποίες κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/1997 μη οριστική, 447/1999 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 462/2000 μη οριστική και 256/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25/2/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 21/10/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 25/2/2010 αίτησης για αναίρεση της 256/2009 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Η πληρεξουσία των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 576§3 εδ. β' του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013 και καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 98§1 του ίδιου ν. 4139/13, "σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, οι υπό τους αριθμούς του αναιρετηρίου 4 Ε. Λ. και 5α-δ' κληρονόμοι Ν. Λ. Ε. Λ. κ.λ.π. δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από τα στοιχεία δε της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι απουσιάζοντες αυτοί αναιρεσίβλητοι κλητεύτηκαν νόμιμα να παραστούν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στην ανωτέρω δικάσιμο, όπως δεν προκύπτει ότι οι ίδιοι αναιρεσίβλητοι, που φέρεται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Αντ. Βγόντζα κατά τη δικάσιμο της 2-11-2011, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την παρούσα, είχαν δώσει εντολή και πληρεξουσιότητα στον ως άνω δικηγόρο να τους εκπροσωπήσει κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως και σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους απουσιάζοντες αυτούς και μη κλητευθέντες αναιρεσιβλήτους, απλούς ομοδίκους των λοιπών αναιρεσιβλήτων, και να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους λοιπούς.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως.
Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος που είχαν προταθεί στον πρώτο βαθμό, αλλά δεν επαναφέρθηκαν στο Εφετείο και έτσι δεν κατέστησαν αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγους αναίρεσης. Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο που περιέχεται στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο πρόσθετων λόγων σύμφωνα με το άρθρο 520 ΚΠολΔ μπορούσε να γίνει. Εξάλλου, το απαράδεκτο του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 619/1994).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης του Ελληνικού δημοσίου προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος - εναγομένου, ότι δηλαδή η επίδικη έκταση περιήλθε στην κυριότητα του ως αδέσποτο, και στη συνέχεια έκανε δεκτές ως κατ' ουσίαν βάσιμες την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, τους οποίους αναγνώρισε συγκυρίους κατά τα 3/5 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, και την ομοίου περιεχομένου ανταγωγή της τετάρτης και του θανόντος ήδη δικαιοπαρόχου των υπ'αριθμ.5α-δ'αναιρεσιβλήτων, τους οποίους και αναγνώρισε συγκυρίους κατά τα 2/5 εξ αδιαιρέτου του ίδιου ακινήτου, και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και την έφεση των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, και, έτσι (υποστηρίζει το αναιρεσείον), στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ. αριθμ. .../1932 συμβολαίου του Σ/φου Ηρακλείου Εμμ. Λασηθιωτάκη, νομίμως μεταγεγραμμένου, ο πάππος των εκκαλούντων - εναγόντων Ι. Μ. αγόρασε από τον Π. Μ. το 1/5 εξ αδιαιρέτου μιάς εκτάσεως (αγριάδας) που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου Αλικαρνασσού Ηρακλείου, εμβαδού, κατά το συμβόλαιο, 20 μουζουρίων, ισοδυναμούντων με 30 στρέμματα περίπου και με νεώτερη καταμέτρηση 27.877,04 τ.μ., με ένα οίκημα και ένα σπήλαιο εντός αυτής, και συνορευόμενο (...). Ο ίδιος πάππος των εκκαλούντων - εναγόντων αγόρασε με το υπ' αριθμ. .../1933 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω Σ/φου, νομίμως μεταγεγραμμένου, από τον ίδιο αγοραστή Π. Μ., επί πλέον 1/5 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου. Επί πλέον με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο ο ίδιος αγοραστής - πάππος των εναγόντων αγόρασε επί πλέον και έτερο ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου, εκτάσεως ενός μουζουρίου, παρακείμενης της προηγουμένης εκτάσεως. Η τρίτη εφεσίβλητη - εναγομένη - αντενάγουσα Ε. Λ. με το υπ' αριθμ. .../1965 συμβόλαιο του Σ/φου Ηρακλείου Ζαχ. Βογιάκη, νομίμως μεταγεγραμμένο, αγόρασε από τον Κ. Ψ. κ.λ.π τα 2/5 εξ αδιαιρέτου της ίδιας πιο πάνω εκτάσεως, που περιείχε άμπελο, ελαιόδενδρα και συκόδενδρα, και τα ανάλογα ποσοστά στην υπάρχουσα σπηλιά, συνορευόμενη (...). Την παραπάνω έκταση είχαν αποκτήσει οι πωλητές της αντενάγουσας εκ κληρονομίας του Ε. Ψ., δυνάμει του .../65 δηλωτικού συμβολαίου αποδοχής κληρονομίας του ίδιου ως άνω Σ/φου Ζαχ. Βογιάκη, νομίμως μεταγεγραμμένου, ο δε Ε. Ψ. είχε αποκτήσει την έκταση αυτή με το υπ' αριθμ. .../1933 συμβόλαιο του Σ/φου Ηρακλείου Αντ. Γιάνναρη, νομίμως μεταγεγραμμένου, εξ αγοράς από τον Γ. Μ.. Την παραπάνω έκταση κατά το ποσοστό που αναφέρθηκε ενέμοντο συνεχώς και αδιαλείπτως οι εκκαλούντες - ενάγοντες από το έτος 1974, όταν ο πατέρας τους Μ. Μ. τους παρεχώρησε την έκταση αυτή, την οποία είχε παραχωρήσει σ' αυτόν άτυπα ο πάππος των εκκαλούντων από το έτος 1951, με διάνοια κυρίων, ενεργώντας πράξεις που προσιδιάζουν σε κύριο, όπως (...). Έτσι αυτοί έγιναν κύριοι κατά το ποσοστό που αναφέρθηκε με παράγωγο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη - αντενάγουσα - εναγομένη Ε. Λ. έγινε κυρία των 2/5 εξ αδιαιρέτου της επίδικης εκτάσεως με παράγωγο τρόπο με την προαναφερόμενη αγοραπωλησία από το έτος 1965 και έκτοτε συνεχώς και αδιαλείπτως ασκεί πράξεις νομής που προσιδιάζουν σε κύριο, όπως (...), γενόμενη έτσι συγκυρία αυτής κατά το ίδιο ποσοστό και με έκταση χρησικτησία. Τέλος, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες - εκκαλούντες έγιναν κύριοι με πρωτότυπο τρόπο και κατά το υπόλοιπο τμήμα του 1/5 εξ αδιαιρέτου της επίδικης εκτάσεως και της παραπλήσιας με το όλο επίδικο ακίνητο εκτάσεως, ασκώντας διανοία κυρίου πράξεις νομής, όπως (...). Περαιτέρω, από τα ίδια προαναφερόμενα περιστατικά ουδόλως απεδείχθη ότι η επίδικη έκταση περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επειδή ήταν ανέκαθεν αδέσποτη από την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, κατά τους ισχυρισμούς του Ελλ. Δημοσίου. Η εξετασθείσα στο πρωτόδικο δικαστήριο μάρτυς του Ελληνικού Δημοσίου προς απόδειξη των ισχυρισμών του καταθέτει ότι επειδή το ακίνητο είναι επικλινές και βραχώδες σε μερικά σημεία του, ανήκει στο Δημόσιο ως αδέσποτο και δεν μπορούν να εφαρμοστούν τίτλοι. Ουδόλως όμως το Ελλ. Δημόσιο προσκομίζει στοιχεία που να αποδεικνύουν την κυριότητά του, η αναφορά δε της μάρτυρός του ότι η περιοχή είναι βραχώδης, δεν προσδίδει κατ' ανάγκη κυριότητα για την έκταση αυτή στο Δημόσιο (...)". Παρεκτός του ότι υπό τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι η επίδικη έκταση δεν περιήλθε στο αναιρεσείον ως αδέσποτο, με το να δεχθεί, μεταξύ άλλων, και ότι δεν αποδείχθηκε ότι "η επίδικη έκταση περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επειδή ήταν ανέκαθεν αδέσποτη από την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα", προσδιορίζοντας έτσι την ανυπαρξία δικαιώματος του αναιρεσείοντος - Δημοσίου στο επίδικο από τους χρόνους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και μετά, χωρίς επομένως να ήταν αναγκαίο η προσβαλλόμενη απόφαση να καθορίζει πράξεις νομής των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο πριν το έτος 1932, όπως αβάσιμα διατείνεται το αναιρεσείον, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, στηριζόμενος σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της έφεσης του αναιρεσείοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, τέτοιος ισχυρισμός, ότι δηλαδή το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του ελληνικού δημοσίου ως αδέσποτο, δεν περιέχεται σ' αυτήν (έφεση), πράγμα άλλωστε που ούτε το αναιρεσείον επικαλείται.
ΙΙΙ.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους υπ' αριθμ. 4 και 5α-δ' αναιρεσιβλήτους Ε. χα Ν. Λ. κ.λ.π.
Διατάσσει το χωρισμό της υποθέσεως ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.
Απορρίπτει ως προς τους τελευταίους αυτούς αναιρεσεσιβλήτους την από 25-2-2010 αίτηση του Ελληνικού δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 256/2009 απόφασης τους Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απλή ομοδικία αναιρεσιβλήτων. Χωρισμός της δίκης ως προς τους απόντες και μη κλητευθέντες από αυτούς. Συζήτηση ως προς τους λοιπούς. Απαράδεκτος αναιρετικός λόγος για ισχυρισμό που δεν έχει προταθεί στο Εφετείο (Επικυρώνει Εφ.Κρ. 256/2009)
|
Χωρισμός υπόθεσης
|
Ομοδικία, Χωρισμός υπόθεσης.
| 0
|
Αριθμός 944/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Κ. του Νικολάου, και 2) Ι. Κ. του Ν., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Μηλιαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσουν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ο. Σ. χήρας Ν., το γένος Γ. Κ., κατοίκου ..., ως νομίμως διορισμένης επιτρόπου του υιού της Α. Σ., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ουρανία - Ράνια Μπουρδάκη, χωρίς να καταθέσουν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18/11/1998 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 425 και 426/2000 του ιδίου Δικαστηρίου, οι οποίες παρέπεμψαν την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων λόγω αρμοδιότητας, 150/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων και 322/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/3/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 21/2/2012 έκθεση την κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 29/3/2010 αίτησης για αναίρεση της 322/2009 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Η πληρεξουσία της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτό δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία). Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Τέλος, η αοριστία της αγωγής εξετάζεται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναιρέσεως από τους παραπάνω πρέπει η αοριστία να προτείνεται στο Εφετείο και να αναγράφεται η πρόταση αυτή στον σχετικό λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπον ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 438/201, ΑΠ 365/2000, ΑΠ 1363/1997). Προκειμένου περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής της κυριότητας ακινήτου απαιτείτο για το ορισμένο της, από απόψεως περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς, ο καθορισμός κατά τρόπον σαφή της θέσεως στην οποία βρίσκεται το ακίνητο και οπωσδήποτε των ορίων του, ώστε να μην γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Δεν απαιτείται δε για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται οι πλευρικές διαστάσεις του επιδίκου ακινήτου και να κατονομάζονται όλοι οι γείτονες ιδιοκτήτες . Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ούτως ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου επιδίκου αντικειμένου, στο Δικαστήριο δε να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως (Α.Π. 2002/2006). Αρκεί δε ο ενάγων να εκθέτει στην αγωγή του ότι ο εναγόμενος κατέχει και νέμεται παράνομα το επίδικο ακίνητο, στοιχείο αναγκαίο για το ορισμένο της διεκδικητικής αγωγής, χωρίς να είναι αναγκαίο να προσδιορίζει και τον τρόπο κατάληψης του επιδίκου από τον εναγόμενο. Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1057 και 1063 Α.Κ. με εκείνες των άρθρων 1102, 1103 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι όταν πρόκειται για επωφελείς δαπάνες, όπως είναι και εκείνη που συνίσταται στην ανέγερση από τον νομέα σε οικόπεδο άλλου οικοδομής με δικά του υλικά, έχει δικαίωμα ο τελευταίος αφού έχασε την κυριότητα των υλικών αυτών ανεξαρτήτως του αν είναι καλής ή κακής πίστεως να απαιτήσει, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, μόνον μέσω του άρθρου 1063 ΑΚ από τον κύριο του οικοπέδου την απόδοση της ωφελείας που απέκτησε από τη μετάθεση προς αυτόν της κυριότητας των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν και ειδικότερα την αξία τους εφόσον με αυτά αυξήθηκε η αξία του οικοπέδου. Επιφυλάσσει όμως το άρθρο 1063 ΑΚ στον νομέα κινητού ή ακινήτου πράγματος το δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση για την όλη δαπάνη ανεγέρσεως της οικοδομής στο ξένο ακίνητο όταν πρόκειται για ακίνητο με τους όρους όμως και τις προϋποθέσεις του άρθρου 1103 ΑΚ, ήτοι να πρόκειται για καλόπιστο νομέα, η δαπάνη να είναι επωφελής, δηλαδή να επήλθε από αυτήν αύξηση της αξίας του πράγματος, η αύξηση αυτή να σώζεται κατά το χρόνο της απόδοσης του πράγματος, η δε δαπάνη να έγινε το διάστημα πριν από την επίδοση της διεκδικητικής αγωγής. Εξάλλου ο νομέας του πράγματος, εναγόμενος με διεκδικητική αγωγή, εφόσον έχει αξίωση κατά του κυρίου για απόδοση δαπανών που έκανε στο πράγμα, έχει και δικαίωμα επισχέσεώς του, σύμφωνα με τα άρθρα 325, 326 και 1106 Α.Κ. Δικαιούται, δηλαδή, να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος μέχρι να ικανοποιηθεί για τις δαπάνες που του οφείλονται. Για να είναι όμως ορισμένη η ένσταση επισχέσεως πρέπει να καθορίζει σαφώς και κατά τρόπον ορισμένο, μεταξύ άλλων, το ύψος κάθε μιας δαπάνης χωριστά με ειδική ονοματοδοσία του περιεχομένου (Ολομ.ΑΠ 1220/1975, ΑΠ 674/1980).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου των ένδικων (δύο) διεκδικητικών αγωγών ακινήτων της αναιρεσίβλητης εναντίον καθενός των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων προκύπτει ότι περιέχονται σ' αυτές όλα τα αναγκαία κατά νόμον (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ), για την πληρότητά τους, στοιχεία και ειδικότερα υπάρχει συγκεκριμένος προσδιορισμός των επιδίκων τμημάτων ακινήτου (550 και 390 τ.μ.) με πλήρη αναφορά του εμβαδού, των ορίων τους και της ακριβούς θέσης τους στο μεγαλύτερης έκτασης (4788 τ.μ.) ακίνητο, ώστε δεν γεννάται καμμία αμφιβολία για την ταυτότητά τους. Επίσης και εν σχέσει με την αναφορά εκ μέρους του ενάγοντος εμφανών πράξεων νομής στα επίδικα ακίνητα, κατ' ορθήν εκτίμηση των δικογράφων, υπολαμβάνονται ως τέτοιες οι εκτιθέμενες στα δικόγραφα των αγωγών ειδικότερα διακατοχικές πράξεις νομής της δικαιοπαρόχου του Μ. Α. Κ.. Τέλος, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στις αγωγές ο τρόπος που οι εναγόμενοι κατέλαβαν τα επίδικα ακίνητα και ειδικότερα ότι αυτοί οικοδόμησαν οικία σ' αυτά, αφού τούτο δεν αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, αναγκαίο στοιχείο των ένδικων διεκδικητικών αγωγών. Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο, που έκρινε τις ένδικες αγωγές ορισμένες, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον περί αοριστίας των αγωγών αυτών ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, γι' αυτό και η σχετική αιτίαση του τρίτου λόγου της αναίρεσης από τον αριθμό 14 (και όχι από τον αριθμό 1, αφού πρόκειται για ποσοτική αοριστία) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμη. Περαιτέρω, όπως δέχθηκε το Εφετείο, προκύπτει δε και από τα δικόγραφα των από 7-2-2005 προτάσεων των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως το περιεχόμενο τους επιτρεπτώς εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι τελευταίοι εκθέτουν αναφορικά με την προβληθείσα από αυτούς ένσταση επισχέσεως των επίδικων ακινήτων για δαπάνες που πραγματοποίησαν σε αυτά από την αγορά τους και εφεξής, συνεπεία των οποίων επήλθε αύξηση της αξίας τους, η οποία σώζεται κατά την άσκηση των αξιώσεών τους, τα ακόλουθα: Α) επί της από 18-11-1998 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 936/20-11-1998 αγωγής ο εναγόμενος Π. Ν. Κ. ισχυρίσθηκε ότι κατέβαλε: α) για την αγορά του επιδίκου ακινήτου κατά το έτος 1986 ως αντίτιμο το ποσό των 200.000 δρχ. ή 586,94 ευρώ, ενώ η σημερινή αγοραία αξία του ανέρχεται στο ποσό των 8.000.000 δρχ. ή 23.477,62 ευρώ (14.545 δρχ. ή 42,69 ευρώ ανά τ.μ. Χ 550 τ.μ.). β) για την ανέγερση ισογείου οικοδομής σ' αυτό 9 έτη πριν από την άσκηση της ως άνω αγωγής, επιφανείας 200 τ.μ., κατέβαλε πλέον των 55.520.000 δρχ. ή 162.934,70 ευρώ από το έτος 1989 και για μία τριετία περίπου, επιμεριζόμενο σε 36.008.000 δρχ. ή 105.672,78 ευρώ ως κόστος αγοράς υλικών και σε 19.512.000 δρχ. ή 57.261,92 ευρώ ως κόστος των εργασιών ανοικοδόμησης, ενώ η σημερινή αξία των δαπανών της οικοδομής αυτής ανέρχεται σε 69.400.000 δρχ. ή 203.668 ευρώ, επιμεριζόμενο στο ποσό των 45.010.000 δρχ. ή 132.090,97 ευρώ και σε 24.390.000 δρχ. ή 71.577,4 ευρώ για υλικά και εργασίες, αντίστοιχα, σύμφωνα με την από 15-7-2000 εκτίμηση κατασκευής του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ. Π., την οποίαν συνάπτει στις προτάσεις του. Β) Επί της από 18-11-1998 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 937/20-11-1998 αγωγής ο εναγόμενος Ι. Ν. Κ. ισχυρίσθηκε ότι κατέβαλε: α) για την αγορά του επίδικου ακινήτου κατά το έτος 1986 ως αντίτιμο το ποσό των 60.000 δρχ. ή 176,08 ευρώ, ενώ η σημερινή αξία του ανέρχεται σε 6.000.000 δρχ. ή 17.608,21 ευρώ (15.384,62 δρχ. ή 45,15 ευρώ ανά τ.μ. Χ 390 τ.μ.), β) για την ανέγερση ισογείου οικοδομής σ' αυτό, επιφανείας 120 τ.μ. κατέβαλε πλέον των 44.920.000 δρχ. ή 131.826,85 ευρώ από το έτος 1989 και για μία τριετία περίπου, επιμεριζόμενο σε 28.912.000 δρχ. ή 84.848,13 ευρώ ως κόστος αγοράς υλικών και σε 15.792.000 δρχ. ή 46.344,83 ευρώ ως κόστος των εργασιών ανοικοδόμησης, ενώ η σημερινή αξία των δαπανών της εν λόγω οικοδομής ανέρχεται στο ποσό των 56.150.000 δρχ. ή 164.783,56 ευρώ επιμεριζόμενο σε 36.410.000 δρχ. ή 106.852,53 ευρώ και σε 19.740.000 δρχ. ή 57.931,03 ευρώ για υλικά και εργασίες, αντίστοιχα σύμφωνα με την από 15-9-2000 εκτίμηση του αυτού ως άνω αρχιτέκτονα - μηχανικού ...".
Με βάση αυτά οι εναγόμενοι πρόβαλαν ένσταση επισχέσεως των επίδικων ακινήτων εωσότου ο ενάγων καταβάλει στον καθένα από αυτούς, νομιμοτόκως, τα ως άνω ποσά. Την ένσταση αυτή απέρριψε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, οι εναγόμενοι δε την επανέφεραν και ενώπιον του Εφετείου με τον τέταρτο λόγο της έφεσής τους.
Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσής τους, από τον αριθμό 14 (και όχι από τον αριθμό 1 που οι ίδιοι επικαλούνται) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι εναγόμενοι παραπονούνται για την απόρριψη της ως άνω ενστάσεως, ισχυριζόμενοι ότι αυτή είναι ορισμένη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, επειδή, με βάση το πιο πάνω περιεχόμενο των προτάσεων τους, η ένσταση αυτή των εναγομένων είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα ως απαράδεκτη. Και τούτο διότι οι εναγόμενοι δεν προσδιορίζουν την κατά την κατάθεση των προτάσεών τους πραγματική αξία των οικοδομικών υλικών και εργασιών, ενόψει του ότι ανάγουν αυτήν στα αναφερόμενα στις προτάσεις τους ποσά κατά την εκτίμηση του ανωτέρω αρχιτέκτονα - μηχανικού, ενώ για να αναγάγουν την αξία των δαπανών που πραγματοποίησαν κατά την ανέγερση των οικοδομών τους στα επίδικα ακίνητα στην κατά την κατάθεση των προτάσεών τους αξία των δαπανών αυτών, ήτοι κατά το χρόνο της απόδοσής τους, δεν επικαλούνται πραγματικά περιστατικά από τα οποία επήλθε σημαντική μεταβολή των συνθηκών που να δικαιολογεί την κατά τα άνω αύξηση της αξίας τους. Επίσης οι εναγόμενοι δεν εξειδικεύουν, πέραν των επικαλουμένων από αυτούς κατ' αποκοπή τιμών, αναφορικά με τη διαμόρφωση του οικοπέδου, τις επί μέρους εργασίες και τα υλικά, με τα κουφώματα, τα ντουλάπια και τα πλακίδια, τον αριθμό των κουφωμάτων, τα μέτρα των ντουλαπιών και τα τετραγωνικά μέτρα των πλακιδίων, ούτε την ποιότητά τους και την τιμή της μονάδας τους, ούτε, εξάλλου, προσδιορίζουν αν οι γενόμενες από αυτούς δαπάνες είναι οι συνήθεις ή πολυτελείς. Ακόμη δεν αναφέρουν την ειδικότερη ποιότητα του σκυροδέματος, των σοβάδων και των υλικών της τοιχοποιΐας, όπως και την τιμή ανά κυβικό μέτρο του σκυροδέματος, εις τρόπον ώστε να καθορισθεί η αξία των υλικών αυτών. Τέλος δεν εξειδικεύουν τις επί μέρους εργασίες ανά αριθμό ημερών ή ωρών εργασίας με αντίστοιχη τιμή μονάδας (ημερομίσθιο ή αμοιβή ανά ώρα εργασίας), τις δαπάνες για την άδεια της οικοδομής, το ΙΚΑ, τη μεταφορά ηλεκτρικού ΔΕΗ και τη συμμετοχή νερού και κοινοτικών δρόμων, εις τρόπον ώστε ο ενάγων να μπορεί να προβάλει την αναγκαία άμυνα και το δικαστήριο να τάξει τις δέουσες αποδείξεις.
II.- Από το άρθρο 180 ΑΚ, που, ρυθμίζοντας τα αποτελέσματα της ακυρότητας δικαιοπραξίας, ορίζει ότι η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε και που έχει την έννοια ότι η άκυρη δικαιοπραξία δεν παράγει τα έννομα αποτελέσματα που επιδιώκονταν με αυτή, μάλιστα δε από τούτο το άρθρο σε αντιπαραβολή προς τα περί ακυρώσεως ορισμένων δικαιοπραξιών άρθρα 154 και 155 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Οι λόγοι της ακυρότητας προβλέπονται άμεσα ή έμμεσα αλλά σαφώς στο νόμο. Η ακυρότητα είναι κατά κανόνα απόλυτη, υπό την έννοια ότι δύναται να την επικαλεστεί όχι μόνο εκείνος που συνήψε τη μονομερή δικαιοπραξία ή τη σύμβαση και, γενικότερα, την πολυμερή δικαιοπραξία, αλλά και οποιασδήποτε άλλος. Κατ' εξαίρεση ωστόσο είναι σχετική, συμβαίνει δε τούτο όταν δύνανται να την επικαλεστούν ορισμένα μόνο πρόσωπα, στα οποία και μόνο αναγνωρίζεται το σχετικό δικαίωμα άμεσα ή έμμεσα αλλά σαφώς στο νόμο. Η ακυρότητα, απόλυτη ή σχετική, προτείνεται κατά κανόνα έναντι οποιουδήποτε και ιδίως έναντι εκείνου που αξιώνει δικαίωμα από την άκυρη δικαιοπραξία, κατ' εξαίρεση ωστόσο δεν προτείνεται έναντι ορισμένου τρίτου ως προς τη δικαιοπραξία προβλεπόμενου άμεσα ή έμμεσα αλλά σαφώς στο νόμο. Η ακυρότητα, απόλυτη ή σχετική, κατά κανόνα επέρχεται αυτοδικαίως, υπό την έννοια ότι δεν απαιτείται να κηρυχθεί με δικαστική απόφαση, κατ' εξαίρεση ωστόσο ο νόμος άμεσα προβλέπει ορισμένες περιπτώσεις επελεύσεως της ακυρότητας με δικαστική απόφαση (Ολομ.ΑΠ 18/2005). Περαιτέρω, το άρθρο 179 ΑΚ ορίζει ότι άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτον, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή. Από αυτή τη διάταξη σε συνδυασμό προς τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η προβλεπόμενη ακυρότητα δεν υπάγεται στις προαναφερόμενες εξαιρέσεις, αλλά υπάγεται, όπως και κάθε δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, στον περί απόλυτης ακυρότητας κανόνα και στους λοιπούς προμνημονεύομενους κανόνες της έναντι παντός προβολής και της αυτοδίκαιης ενέργειας. Εξάλλου κατά το άρθρο 1055 ΑΚ εξαιρούνται από την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία πράγματα που ανήκουν σε πρόσωπα τα οποία τελούν υπό γονική μέριμνα, επιτροπεία ή δικαστική συμπαράσταση ενόσω διαρκούν αυτές οι καταστάσεις. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Με τον παραπάνω, δηλαδή, λόγο ελέγχεται το σφάλμα στη μείζονα πρόταση ή στην υπαγωγή της ελάσσονος στη μείζονα, εφόσον υπάρχει σφάλμα και στο διατακτικό (ΑΠ 483/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προβάλλουν την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 180, 1041, 1045 και 1055 ΑΚ, γιατί το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας, που οι εναγόμενοι πρόβαλαν πρωτοδίκως και επανέφεραν με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους στο Εφετείο, η οποία στηρίζεται τόσο σε παράγωγο τρόπο (άρθρο 1033 ΑΚ), όσο και σε πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία). Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../24-2-1970 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβ/φου Χανίων Εμμανουήλ Κονταδάκη που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων, ο Α. Σ., εκπροσωπούμενος ως ανήλικος από τον πατέρα του Ν., ... από την Μ. Κ. ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 24.969 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του χωριού "..." της πρώην κοινότητας Αρωνίου και ήδη Δήμου Ακρωτηρίου Χανίων και το οποίο συνόρευε (...). Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../30-11-1981 προσυμφώνου του συμβ/φου Κολυμβαρίου Ιωάννη Γιαννουδάκη ο ηλικίας τότε 23 ετών Α. Σ. αφ' ενός υποσχέθηκε να μεταβιβάσει ολόκληρο το προπεριγραφόμενο ακίνητο στον έμπορο Α. Μ. και τον αρχιτέκτονα - μηχανικό Ε. Κ. και δη κατά ποσοστό 2/3 στον πρώτο και 1/3 εξ αδιαιρέτου στον δεύτερο από αυτούς ή και σε τρίτα πρόσωπα που αυτοί θα υποδείκνυαν και αφ' ετέρου διόρισε τον πληρεξούσιο και αντιπρόσωπό του Μ. Σ. Δ. για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου. Ακολούθησε η κατάρτιση των οριστικών συμβολαίων πώλησης του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου μεταξύ των οποίων και του υπ' αριθμ. .../14-12-1981 συμβολαίου, που νόμιμα μεταγράφτηκε, δυνάμει του οποίου ο Μ. Δ. ενεργώντας ως αντιπρόσωπος του ενάγοντος Α. Σ. βάσει της πληρεξουσιότητας που του παρασχέθηκε με το προαναφερόμενο προσύμφωνο μεταβίβασε τμήμα του ως άνω αγροτεμαχίου, επιφανείας κατά τον τίτλο κτήσεως 4.038,50 τ.μ., στη Μ. συζ. Ε. Κ.. Η τελευταία, από το ακίνητο αυτό, το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Δ. Μ., νότια με κρημνόν, νοτιανατολικά με ιδιοκτησία Π. Μ. και νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Ε. Κ., με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. .../12-5-1986 συμβόλαιο της συμβ/φου Χανίων Μαρίας Φαν. Παΐζη πώλησε και μεταβίβασε στον εκκαλούντα - εναγόμενο της υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 93/20-11-1998 αγωγής Π. Ν. Κ. τμήμα του ως άνω ακινήτου, επιφανείας 550 τ.μ., το οποίο συνορεύει (...), και παρέδωσε σ' αυτόν (εναγόμενο αγοραστή) τη νομή του τμήματος αυτού. Επίσης, με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. .../28-6-1983 συμβόλαιο της αυτής ως άνω συμβ/φου Χανίων η Μ. συζ. Ε. Κ. πώλησε και μεταβίβασε στον Ι. Ν. Κ., εναγόμενο στην υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 937/20-11-1998 αγωγή, τμήμα του ως άνω ακινήτου της, επιφανείας 390 τ.μ., το οποίο συνορεύει σύμφωνα με το προσηρτημένο στο συμβόλαιο αυτό σχεδιάγραμμα του μηχανικού Ε. Κ. και τα αναφερόμενα στον εν λόγω τίτλο κτήσης, βόρεια, νότια, ανατολικά και δυτικά με κρημνό, νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Μ. Ε. Κ., νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Π. Μ., βορειανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Ε., και παρέδωσε τη νομή του τμήματος αυτού στον ως άνω εναγόμενο αγοραστή. Με την υπ' αριθμ. 242/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων ο ενάγων τέθηκε σε κατάσταση δικαστικής απαγόρευσης για το λόγο ότι έπασχε από χρονίσασα ψυχωσική συνδρομή, η οποία απέκλειε τη χρήση του λογικού και δεν επέτρεπε σ' αυτόν να φροντίζει για τον εαυτό του και την περιουσία του και διορίσθηκε ως προσωρινή διαχειρίστρια αυτού η μητέρα του Ο. χα Ν. Σ., η οποία ακολούθως διορίσθηκε ως επίτροπος αυτού με την υπ' αριθμ. 134/1990 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων (διαδ. Εκουσίας δικαιοδ.). Με την από 21-8-1989 και με αριθμ. εκθ. καταθ. δικ. 295/1989 αγωγή που εγγράφηκε στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Χανίων στις 20-9-1989, η ως άνω προσωρινή διαχειρίστρια του ενάγοντος ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των δικαιοπραξιών για τις οποίες καταρτίσθηκε το προαναφερόμενο προσύμφωνο συμβόλαιο και τα σχετικά με αυτό πωλητήρια συμβόλαια κυρίως επειδή κατά το χρόνο καταρτίσεώς τους ο τεθείς υπό δικαστική απαγόρευση γιος της (ενάγων) βρισκόταν σε ψυχική διαταραχή που απέκλεισε τη χρήση του λογικού και επικουρικά επειδή με τις δικαιοπραξίες αυτές οι εναγόμενοι με αυτή μεταξύ των οποίων και η Μ. συζ. Εμ. Κ. για το τμήμα των 4.038,50 τ.μ., αντίθετα προς τα χρηστά ήθη εκμεταλλεύθηκαν την κουφότητα και απειρία του γιου της και αποκόμισαν ωφελήματα φανερά δυσανάλογα με τις παροχές τους. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 299/1995 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων που διατάχθηκαν με την υπ' αριθμ. 50/1991 πράξη του Δικαστηρίου εκείνου, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη κατά την επικουρική της βάση και αναγνώρισε ως άκυρες τις προαναφερόμενες δικαιοπραξίες, μεταξύ των οποίων και τις καταρτισθείσες με τα ως άνω .../1981 και .../1981 συμβόλαια του συμβ/φου Κολυμβαρίου Ιωάννη Γιαννουδάκη. Μετά από έφεση των ηττηθέντων εναγομένων κατά της αποφάσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 540/1996 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου Κρήτης), η οποία, αφού δέχθηκε ότι τα περιστατικά που επικαλέσθηκαν οι εναγόμενοι προς αντίκρουση της ανωτέρω αγωγής συνιστούσαν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως αυτής, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, η οποία είχε απορρίψει την εν λόγω ένσταση ως μη νόμιμη, και ακολούθως, αφού απέρριψε την ένσταση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε ότι οι επίμαχες δικαιοπραξίες ήταν άκυρες ως αισχροκερδείς και αναγνώρισε αυτές ότι είναι άκυρες, και διότι είναι άκυρες οι δικαιοπραξίες που περιέχονται στο υπ' αριθμ. .../1981 προσύμφωνο του συμβ/φου Κολυμβαρίου Ιωάννη Γιανναδάκη και τα συμβολαιογραφικά έγγραφα που καταρτίσθηκαν σε εκπλήρωση της υποχρεώσεως που ανέλαβε με αυτό ο ενάγων, μεταξύ των οποίων και το υπ' αριθμ. .../1981 πωλητήριο προς την Μ. συζ. Ε. Κ. συμβόλαιο του αυτού ως άνω συμβ/φου, δικαιοπάροχο των εναγομένων. Η αίτηση αναιρέσεως των εκκαλούντων και τότε εναγομένων κατά της αποφάσεως αυτής του Εφετείου Κρήτης απερρίφθη με την υπ' αριθμ. 1356/1998 απόφαση του Αρείου Πάγου. Η απαγγελθείσα κατά τα άνω ακυρότητα είναι απόλυτη και μπορεί να προταθεί από τον καθέναν που έχει έννομο συμφέρον, αφορά τόσο την υποσχετική, όσο και την εκποιητική δικαιοπραξία, το δε δικαίωμα επίκλησης της ακυρότητας, υφίσταται έναντι παντός, ακόμη και κατά του καλής πίστεως τρίτου, καθόσον πρόκειται για μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου, και θεωρείται η δικαιοπραξία σαν να μην έγινε (Α.Κ. 180). Με βάση τα προεκτεθέντα η Μ. συζ. Ε. Κ. δεν απόκτησε κυριότητα στο προπεριγραφόμενο ακίνητο, επιφανείας 4.038,50 τ.μ., και συνακόλουθα δεν μπορούσε να μεταβιβάσει δικαίωμα που δεν είχε και δη την κυριότητα των επιδίκων εδαφικών τμημάτων στους εναγομένους, καθόσον για μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου απαιτείται ο ίδιος ο μεταβιβάζων να είναι κύριος (ΑΚ 1033). Κατά συνέπειαν, οι εναγόμενοι δεν απόκτησαν κυριότητα των επιδίκων ακινήτων με βάση τα ως άνω υπ' αριθμ. .../1986 και .../1983 συμβόλαιο της συμβ/φου Χανίων Μαρίας Παΐζη, αντίστοιχα, ακόμη και αν κατά την κτήση τους τελούσαν σε καλή πίστη κατά τα προεκτεθέντα. Επομένως, οι εναγόμενοι δεν κατέστησαν κύριοι των επιδίκων ακινήτων με παράγωγο τρόπο. Εξ άλλου την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων δεν απέκτησαν οι εναγόμενοι ούτε με πρωτότυπο τρόπο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία), όπως αυτοί αβάσιμα διατείνονται, καθόσον από το έτος 1986 και 1983 που περιήλθε σε καθέναν από αυτούς, αντίστοιχα, η νομή των επιδίκων ακινήτων, μέχρι το έτος 1998, που ασκήθηκαν οι ένδικες αγωγές επί των οποίων εκδόθηκε η εκκαλουμένη, δεν συνέτρεξαν στο πρόσωπο αυτών οι χρονικές τουλάχιστον προϋποθέσεις της τακτικής, πολύ δε περισσότερα της έκτασης χρησικτησίας, ήτοι δεν συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος κατ' άρθρον 1041 και 1045, αντίστοιχα, χρόνος της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας (δεκαετία και εικοσαετία, αντίστοιχα). Τούτο δε ενόψει του ότι από το έτος 1989 και εφεξής που τέθηκε ο νομίμως εκπροσωπούμενος από την επίτροπο μητέρα του ενάγων σε κατάσταση δικαστικής απαγόρευσης δυνάμει της υπ' αριθμ. 242/1989 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, κατά τα προεκτεθέντα, η ως άνω νομή των εναγομένων δεν μπορούσε πλέον να οδηγήσει αυτούς, κατά παραδοχή και της σχετικής αντενστάσεως του ενάγοντος, στην κτήση της κυριότητας των επιδίκων από αυτούς με χρησικτησία ως εξαιρουμένων τούτων (επιδίκων) έκτοτε (από το έτος 1989) αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1055 ΑΚ κατά την οποίαν "εξαιρούνται από την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία τα πράγματα που ανήκουν σε πρόσωπα, τα οποία τελούν υπό γονική μέριμνα, επιτροπεία ή δικαστική συμπαράσταση ενόσω διαρκούν αυτές οι καταστάσεις". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε την ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων για δική τους κυριότητα και έκανε δεκτές τις ένδικες διεκδικητικές αγωγές του αναιρεσιβλήτου ως βάσιμες κατ' ουσίαν, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 180, 1041, 1045 και 1055 ΑΚ, που προμνημονεύτηκαν, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του, οι δικαιοπραξίες που περιέχονται στο .../1981 προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Κολυμβαρίου Ιωάννη Γιανναδάκη, μεταξύ των οποίων και η πώληση του μείζονος ακινήτου που καταρτίστηκε με το .../1981 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου μεταξύ του ενάγοντος και της Μ. Κ., ήταν άκυρες, κατ' άρθρο 179 ΑΚ, της ακυρότητας αυτής δυναμένης να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον και συνεπώς, η τελευταία, εφόσον δεν απέκτησε την κυριότητα του ως άνω ακινήτου, δεν μπορούσε και να μεταβιβάσει τα επίδικα εδαφικά τμήματα στους εναγομένους. Εξάλλου, όπως δέχθηκε ανέλεγκτα η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν συμπληρώθηκε στο πρόσωπο των εναγομένων ο απαιτούμενος χρόνος για την απόκτηση της κυριότητας των επιδίκων με χρησικτησία, ενόψει και του ότι από το έτος 1989, που, κατά τις παραδοχές της, τέθηκε ο ενάγων υπό καθεστώς δικαστικής απαγόρευσης, η νομή των εναγομένων δεν μπορούσε να οδηγήσει αυτούς σε απόκτηση της κυριότητας των επιδίκων τμημάτων ακινήτου με χρησικτησία. Επομένως ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Εξάλλου, απαιτείται, ενόψει των ειδικών συνθηκών και περιστατικών και της αδράνειας του δικαιούχου, να δημιουργήθηκε ευλόγως στον οφειλέτη η πεποίθηση της μη ενασκήσεως του δικαιώματος του δικαιούχου (Ολομ.ΑΠ 17/1995, Ολομ.ΑΠ 1/1997).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 9 παρ. 1, 25 παρ. 3 του Συντάγματος και 8 της ΕΣΔΑ, γιατί το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένστασή τους, που παραδεκτά προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο Εφετείο με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους, περί καταχρηστικής ασκήσεως των ένδικων διεκδικητικών αγωγών. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, σχετικά με την πιο πάνω ένσταση, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η μητέρα του ενάγοντος Ο. Ν. Σ. προέβη εγκαίρως σε όλες τις αναγκαίες διαδικασίες προς άσκηση των εμπραγμάτων αξιώσεων του επιτροπευομένου υπ' αυτής γιου της για την ανάκτηση της ως άνω ακίνητης περιουσίας του, στην οποίαν περιλαμβάνονται και τα επίδικα ακίνητα στη θέση "..." στην κτηματική περιφέρεια του χωρίου "..." του Δήμου Ακρωτηρίου Χανίων. Ειδικότερα, κατά τα προεκτεθέντα, ευθύς αμέσως μετά τη θέση αυτού σε καθεστώς δικαστικής απαγόρευσης άσκησε την ως άνω από 21-8-1989 και με αριθμ. εκθ. Καταθ. Δικ. 295/1989 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω υπ' αριθμ. 540/1996 αμετάκλητη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που αναγνώρισε ότι είναι άκυρα τα προμνησθέντα συμβόλαια και ακολούθως προέβη στην άσκηση σωρείας διεκδικητικών αγωγών, μεταξύ των οποίων και οι ένδικες, επί των οποίων εκδόθηκε η εκκαλουμένη, προς ανάκτηση της περιουσίας του ενάγοντος γιου της (...). Το γεγονός ότι, ενδεχομένως, δεν διέλαθε της προσοχής της η ανοικοδόμηση των επιδίκων από τους ενάγοντες και το ότι δεν ήλθε σε επικοινωνία μαζί τους, δεν ασκεί οποιασδήποτε έννομη επιρροή στην άσκηση εκ μέρους του ενάγοντος των ενδίκων αξιώσεών του, λαμβανομένης υπ' όψη και της προαναφερθείσας συνολικής και επιμελημένης προσπάθειας της επιτρόπου μητέρας του, η οποία, μάλιστα, και υπό την ιδιότητα της προσωρινής διαχειρίστριας αυτού, είχε κοινοποιήσει την από 10-10-1988 εξώδικη διαμαρτυρία της περί των ανωτέρω στους αρχικά αποκτήσαντες το ακίνητο σε μείζονα έκταση, μεταξύ των οποίων και η φερόμενη ως δικαιοπάροχος των εναγομένων Μ. Ε. Κ.. Άλλωστε, κατά τον χρόνο της ανοικοδόμησης των επιδίκων από τους εναγομένους είχε αρχίσει η δικαστική επιδίωξη των εμπραγμάτων δικαιωμάτων του εκκαλούντος - ενάγοντος, στην οποίαν περιλαμβάνονται και τα επίδικα, γεγονός που ήταν εφικτό να περιέλθει σε γνώση των εναγομένων και τούτο ενόψει της τηρήσεως της αρχής της υπέρ τρίτων δημοσιότητας με την εγγραφή των σχετικών αγωγών στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Χανίων, ενώ το εύρος και η φύση της προκειμένης αντιδικίας κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας περιήλθε σε γνώση εύλογου αριθμού συγχωριανών των εναγομένων μέσα στα περιορισμένα όρια της μικρής κοινωνίας του χωρίου "..." του Δήμου Ακρωτηρίου Χανίων".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης των ένδικων αγωγών. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή υπαγωγή των περιστατικών που δέχθηκε σ' αυτήν, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που σωστά εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά η άσκηση της ένδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου για αναγνώριση της κυριότητάς του στα επίδικα εδαφικά τμήματα και για απόδοσή τους σ' αυτόν, δεν προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και εντεύθεν δεν υπερβαίνει, κατ' αντικειμενική κρίση, και μάλιστα προφανώς, τα από την παραπάνω διάταξη οριζόμενα όρια. Επομένως ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
IV.- Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπον ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, νοούνται μόνο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και αιτιολογία που ανάγεται σε επιχειρήματα τα οποία συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης ούτε, επίσης, οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που υπόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης, όπως εκτιμάται μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, ενώ δέχθηκε ότι "... ενδεχομένως δεν διέλαθε της προσοχής της (Ο. Σ.) η ανοικοδόμηση των επιδίκων από τους εναγομένους", στη συνέχεια δέχθηκε αντιφατικά ότι "άλλωστε, κατά το χρόνο της ανοικοδόμησης των επιδίκων από τους εναγομένους είχε αρχίσει η δικαστική επιδίωξη των εμπραγμάτων δικαιωμάτων του εκκαλούντος - ενάγοντος, στην οποία περιλαμβάνονται και τα επίδικα, γεγονός που ήταν εφικτό να περιέλθει σε γνώση των εναγομένων και τούτο ενόψει της τηρήσεως της αρχής της υπέρ τρίτων δημοσιότητας με την εγγραφή των σχετικών αγωγών στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων ...", ενόψει του ότι, με βάση τις παραδοχές αυτές "θα έπρεπε η πλευρά των αναιρεσειόντων να έχει τη δυνατότητα προσφυγής στα βιβλία του οικείου Υποθηκοφυλακείου (με αφορμή άλλες αντιδικίες), ενώ η αντίδικος πλευρά (κατά την αναιρεσίβλητη) έχει- είχε δικαίωμα να μην γνωρίζει την ανοικοδόμηση των οικιών τους". Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως μεν γιατί η περιεχόμενη σ' αυτόν αιτίαση αναφέρεται σε μη αυτοτελή ισχυρισμό, δηλαδή σε μη ουσιώδες ζήτημα, το οποίο δεν κρίνεται ικανό να στηρίξει την ένσταση των εναγομένων για καταχρηστική άσκηση των ένδικων αγωγών, αλλιώς γιατί η αιτίαση αυτή ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, το από τις οποίες πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
-V.- Ο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο επιλήφθηκε αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, παρά τον νόμο δέχθηκε την ύπαρξη ή την μη ύπαρξή του. Εξάλλου, το δεδικασμένο που προκύπτει από τελεσίδικη απόφαση λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 ΚΠολΔ, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και, συνακόλουθα, ο ισχυρισμός περί της ύπαρξης ή μη του τελευταίου για να θεμελιώσει τον σχετικό λόγο αναιρέσεως πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασής του (Ολομ.ΑΠ 1339/1985). Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε δεδικασμένο, απορρέον από την 299/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που επικυρώθηκε με την 540/1996 απόφαση του Εφετείου Κρήτης και έγινε αμετάκλητη με την 1356/1998 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ότι οι καταρτιθείσες με τα .../1981 και .../1981 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Κολυμβαρίου Ιωάννη Γιαννουδάκη δικαιοπραξίες είναι άκυρες, κατ' άρθρον 179 ΑΚ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, οι οποίοι είχαν ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, περί του ότι δεν υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση δεδικασμένο, προκύπτον από την προμνημονευόμενη αμετάκλητη απόφαση, ο οποίος δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, προτάθηκε παραδεκτά από αυτούς στο Εφετείο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Σε κάθε περίπτωση είναι και απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, αφού, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση του περιεχομένου της από 27-9-2005 έφεσης κατά της 150/2005 απόφασης, τέτοιος ισχυρισμός, δηλαδή αντίστοιχος λόγος έφεσης, δεν περιέχεται σ' αυτήν.
VI. - Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 παρ. 1 εδάφ. β' Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, πρέπει δε να εκτίθεται περαιτέρω στον σχετικό λόγο η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη, και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το δικαστήριο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (Ολομ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον έκτο, από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι κατά το χρόνο της οικοδόμησης από τους ίδιους των επιδίκων τμημάτων ακινήτου και ενώ είχε αρχίσει η δικαστική τους διαμάχη γι' αυτά με τον αναιρεσίβλητο, αυτοί (αναιρεσείοντες) είχαν τη δυνατότητα να λάβουν γνώση της διαμάχης αυτής προσφεύγοντας στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων, αγνοώντας τα διδάγματα της κοινής πείρας, δέχθηκε και ότι ο αναιρεσίβλητος μπορούσε να μην γνωρίζει την ανοικοδόμηση στα επίδικα. Με το περιεχόμενο όμως αυτό ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, αφού η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά ερμηνεία κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-3-2010 αίτηση των Π. Κ. κ.λ.π. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμόν 322/2009 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.-
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Νομική και ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αγωγής. Αναιρετικός έλεγχος. Στοιχεία για το οριστικό διεκδικητικής αγωγής ως προς την περιγραφή του επιδίκου. Αξίωση εναγομένου νομέα για απόδοση δαπανών. Προϋποθέσεις. Ένσταση επισχέσεως. Στοιχεία για να είναι ορισμένη. Ακυρότητα δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς, απόλυτη και σχετική. Χρησικτησία. Εξαίρεση υπέρ προσώπων υπό γονική μέριμνα, επιτροπεία ή δικαστική συμπαράσταση. Κατάχρηση δικαιώματος, προϋποθέσεις. Αναιρετικοί λόγοι από τους αρ.1 και 14 αρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. αβάσιμοι. Πότε ιδρύονται οι αναιρετικοί λόγοι από τους αρ. 19 και 1β΄(διδάγματα της κοινής πείρας) του ίδιου άρθρου (Επικυρώνει Εφ.Κρ. 322/2009)
|
Χρησικτησία
|
Αγωγή διεκδικητική, Αοριστία αγωγής, Δικαιοπραξία , Ένδικο μέσο, Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, Χρησικτησία.
| 1
|
Αριθμός 946/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Κωνσταμονίτου Αγίου Όρους, νόμιμα εκπροσωπούμενης με έδρα το ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ειρήνη Σπεντζοπούλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Γ. του Μ., 2) Γ. Γ. του Κ., 3) Μ. Γ. του Κ., 4) Γ. Ν. του Π., 5) Χ. συζύγου Γ. Ν., το γένος Δ. Δ., κατοίκων ..., 6) Ι. Κ. του Θ., 7) Ρ. συζύγου Ι. Κ., το γένος Ζ. Ά., κατοίκων ..., 8) Ν. συζύγου Α. Π., το γένος Κ. Σ., 9) Κ. Λ. του Δ., 10) Σ. συζύγου Κ. Λ., το γένος Θ. Ζ., κατοίκων ..., 11) Γ. Τ. του Α., κατοίκου ... . Οι 1ος και 2ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αναστασίου, ο 3ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και οι 4ος, 5η, 6ος, 7η, 8η, 9ος, 10η και 11η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/9/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2004 του ιδίου Δικαστηρίου και 2166/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 3/10/2005 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1298/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 2166/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 748/2009 μη οριστική και 1371/2011 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/10/2011 αίτηση και τους από 29/1/2013 πρόσθετους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 21/2/2013 έκθεσή της, με την οποία πρότεινε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων.
Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και ότι για το παραδεκτό αυτών απαιτείται όχι μόνον η κατάθεση αλλά και η επίδοση του σχετικού δικογράφου στον αναιρεσίβλητο τριάντα (30) ημέρες πριν από τη συζήτηση που είχε αρχικά ορισθεί, στις οποίες δεν υπολογίζεται η ημέρα κατάθεσης και επίδοσης και η ημέρα της συζήτησης. Τυχόν μη επίδοση ή μη εκπρόθεσμη επίδοση του δικογράφου καθιστά απαράδεκτως τους προσθέτους λόγους και το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το από 29-1-2013 δικόγραφο των προσθέτων λόγω αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 29-1-2013 και επιδόθηκε στον αντίκλητο πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Βασίλειο Γεωργιάδη στις 31-1-2013 ήτοι τριάντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο και αναφέρεται στην αρχή της απόφασης. Επομένως οι πρόσθετοι λόγοι έχουν ασκηθεί παραδεκτά.
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την πιο πάνω δικάσιμο από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 241 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι τέταρτος, πέμπτη, έκτος, έβδομη, όγδοη, ένατος, δέκατη και ενδέκατη από τους αναιρεσίβλητους αντίστοιχα, οι οποίοι μαζί με τους παρισταμένους πρώτο, δεύτερο και τρίτο αναιρεσιβλήτους επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης.
Συνεπώς, η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 του οποίου οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες χώρες με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 ν. 147/1914, η κυριότητα των αγρών ανήκει στο Δημόσιο, η παραχώρησή τους δε στους ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση τίτλου (ταπίου), με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα όχι κυριότητας αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ). Από δε το άρθρο 78 του ιδίου νόμου "περί γαιών" σε συνδυασμό προς το άρθρο 8 των οδηγιών "περί εγγράφων ταπίων" της 7 Σαμπάν 1276 συνάγεται ότι για την κτήση του δικαιώματος εξουσιάσεως αρκεί μόνη η πραγματική κατάσταση της κατοχής και καλλιέργειας του αγρού από εκείνον που εξουσιάζει αυτόν για χρονικό διάστημα δέκα ετών, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και χωρίς να απαιτείται και η έκδοση, επ' ονόματι αυτού, τίτλου (ταπίου) ο οποίος είναι απλώς αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό στοιχείο. Την κτήση αυτή του δικαιώματος εξουσιάσεως με δεκαετή κατοχή του αγρού, αναγνώρισε και το υπ' αριθμ. 2468 διάταγμα της προσωρινής κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρο 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με το ν.1072/1917 και ν. 2052/1920 (άρθρο 50) εφόσον η δεκαετία έχει συμπληρωθεί μέχρι 20 Μαΐου 1917. Από τις προεκτεθείσες διατάξεις σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 8, 9, 24, 30, 61 και 71 του αυτού ως άνω "περί γαιών" προκύπτει ότι το προμνησθέν άρθρο 78 έχει εφαρμογή μόνον επί καλλιεργησίμων γαιών και όχι επί βοσκοτόπων και δασών τα οποία εξουσιάζονται μόνον με ταπί. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 49 παρ. 1 του ν. 2052/1920, σ' αυτούς που είχαν το παραπάνω δικαίωμα συνεχούς εξουσιάσεως, παραχωρήθηκε κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου το δικαίωμα κυριότητας που ανήκε εξ ολοκλήρου στο δημόσιο και μάλιστα από 20/5/1917 αποκτήθηκε αυτοδικαίως το δικαίωμα αυτό, στη συνέχεια δε με τα άρθρα 101-114 του Δ/τος της 11/12-11-1929 που εκδόθηκε μετά από εξουσιοδότηση του άρθρου 2 ν. 4226/1929, παραχωρήθηκε σ' αυτούς και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα συνεχούς εξουσιάσεως από μία δεκαετία μέχρι 20-5-1917 χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, έγιναν καθ' ολοκληρία κύριος του ακινήτου (ΑΠ 523/2000). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Ως "ζητήματα", τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην ενάγουσα παραχωρήθηκε βάσει δωρεάς με βασιλικό χρυσόβουλο του αυτοκράτορος Ιωάννη Παλαιολόγου του έτους 1351 έκταση δάσους ονομαζόμενη "τόπος του λογγού" ευρισκομένη στην κτηματική περιοχή πρώην Κοινότητας Παρθενώνος και μεταγενεστέρως του Δήμου Σιθωνίας νομού Χαλκιδικής. Το χρυσόβουλο, προσκομιζόμενο σε φωτογραφημένο κατά τις σύγχρονες μεθόδους αντίγραφο, επικυρωμένο από τον αναπληρωτή Διοικητή του Αγίου Όρους ως προς την ακρίβειά της φωτογραφικής τους απεικόνισης με το πρωτότυπο, όπως διατάχθηκε με την ως άνω εν μέρει μη οριστική απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, είναι σε πολλά σημεία του τόσο φθαρμένο, ώστε να καθίσταται δυσανάγνωστο έως μη αναγνώσιμο (σε ορισμένα σημεία). Οι ελλείψεις αυτές δεν είναι δυνατό να αναπληρωθούν από την επισυναπτόμενη σ' αυτό αντιγραφή του από άγνωστο πρόσωπο, η οποία περιλαμβάνει καταγραφή ακόμη και των μη αναγνώσιμων τμημάτων του κειμένου του. Πάντως το αναγνώσιμο τμήμα αναφέρεται σε έκταση που αρχίζει "από το αιγιαλό της θαλάσσης των ... (λέξη εντελώς δυσανάγνωστη, κατά πάσα πιθανότητα "τριών", διότι διακρίνεται η ύπαρξη περισπωμένης) ποταμών". Κατά την εποχή της τουρκοκρατίας εκδόθηκαν τα προσκομιζόμενα σε επικυρωμένα φωτοτυπικά αντίγραφα και συνοδευόμενα από επίσημη μετάφραση φιρμάνια (διατάγματα) των σουλτάνων Μαχμούτ Χαν Α' του έτους 1163 (καθ' ημάς 1750), το 1277 φιρμάνι του Απδούλ - Μεδζίτ Χαν του έτους 1308 (καθ' ημάς 1891) και το 1281 φιρμάνι του Απδούλ - Αζίζ Χαν του ίδιου αμέσως παραπάνω έτους (σύμφωνα με τις συνημμένες στο καθένα τους μεταφράσεις του κειμένου τους, ενώ τα δύο τελευταία φέρονται από την ενάγουσα ως εκδοθέντα τα έτη 1277=1861 και 1281=1865 αντιστοίχως), ενόψει διαφορών που είχαν δημιουργηθεί από αμφισβητήσεις κατοίκων της περιοχής του Παρθενώνος ως προς την κυριότητα της μονής επί μερικότερων μη προσδιοριζόμενων κατά ειδικότερη θέση και όρια εκτάσεων εντασσόμενων στο ως άνω δάσος και τις περιλαμβανόμενες εντός αυτούς εκτάσεις (βοσκότοπους, αγρούς κλπ). Τα ανωτέρω διατάγματα αναφέρονται σε καταχώρηση έκτασης στην περιοχή ως ανήκουσας στην ενάγουσα Μονή στο αυτοκρατορικό κτηματολόγιο (ντεφτερχανέ). Στα δύο τελευταία αναφέρεται ακόμη ότι καταχωρήθηκαν και εκείνα στον οικείο κώδικα, ενώ το πρώτο αναφέρεται και σε βακουφικές γαίες και σε σχετική καταχώρισή τους στον τηρούμενο στο αυτοκρατορικό κτηματολόγιο βακουφικό κώδικα. Τα δύο επικαλούμενα περαιτέρω από την ενάγουσα φιρμάνια δεν προσκομίσθηκαν νομοτύπως και ειδικότερα οι προσκομισθείσες από αυτήν μεταφράσεις τους δεν συνοδεύονται από τουρκικό κείμενο συνημμένο σ' αυτές.
Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής αναγνωρίσθηκαν όμως επίσης σε κατοίκους του χωρίου Παρθενώνα δικαιώματα εξουσιάσεως επί 150 καλλιεργήσιμων στρεμμάτων (τουρκικών) στην περιοχή όπου βρίσκεται και το ανωτέρω μετόχι, το οποίο διατηρούσε η ενάγουσα προς διαφύλαξη και εκμετάλλευση (κυρίως ξύλευση) του δάσους και του κτήματος της γενικότερα, και διατάχθηκε η απόδοση σ' αυτούς των ανωτέρω 150 στρεμμάτων, τα οποία είχαν καταληφθεί από τον τότε επίτροπο της Ιεράς Μονής παρότι δεν της ανήκαν (βλ. ομολογία της ενάγουσας στη σελίδα 4 της αγωγής της και σχετικές αναφορές στις προσκομιζόμενες δικαστικές αποφάσεις, εκδοθείσες σε δίκη μεταξύ της ενάγουσας μονής και κατοίκων του χωρίου Παρθενώνας, η οποία έλαβε χώρα κατά τα έτη 1890-1892 ενώπιον των τουρκικών πολιτικών δικαστηρίων και συγκεκριμένα του τότε Πρωτοδικείου Κασσάνδρας, του τότε Εφετείου Θεσσαλονίκης και του τότε Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου). Από τα 150 αυτά στρέμματα τα 110 βρίσκονται στην περιοχή την ονομαζόμενη "Μετόχ-γερί" ή "Τιρτοτέ" (ονομασία χρησιμοποιούμενη από τους Τούρκους για περιοχή του Τριποτάμου), η οποία ενδιαφέρει εν προκειμένω, και στο σύνορο της εκτάσεως της ανήκουσας στην Ιερά Μονή, ενώ 40 στρέμματα βρίσκονται στην περιοχή "Βουνούχ" ή "Μουνούχ" (ήδη περιοχή Παραδείσου). Στα πλαίσια της δίκης των ετών 1890-1892 συντάχθηκε το 1892 και έκθεση επίσημης καταμέτρησης και ειδικότερου προσδιορισμού των στρεμμάτων αυτών υπογραφόμενη από τους Οσμάν υιό Απδουλ-χαλήμ ως αναπληρωτή του υπαλλήλου του εκτελεστικού τμήματος και του Μουσταφά Νεδζίπ υιό Ιμπραχίμ, γραμματέως επί των ταπίων. Σύμφωνα με αυτή την έκθεση η αποδοτέα στους Παρθενιώτες έκταση των 110 στρεμμάτων που βρισκόταν στην περιοχή του Τριποτάμου άρχιζε "από του άκρου ενός τεμαχίου γης, κείμενης έμπροσθεν του Μετοχίου και συγκείμενης κατά την γενόμενην καταμέτρησιν εκ τεσσαράκοντα δύο εν όλω κατά μήκος και κατά πλάτος (ήτοι τετραγ.) στρεμμάτων καταλήγει κατά μήκος μεν κεκλιμένως εις την θάλασσαν, κατά πλάτος δε διήκει μέχρι των μερών των διαχωριζόντων τα σύνορα του χωρίου Νικήτης". Βάσει της εκθέσεως, το μέρος καταμετρήθηκε με επισήμως σφραγισμένο σχοινίο της Δημαρχίας από τον καταμετρητή Ι. Μ., ο οποίος δήλωσε ότι, αφού αφαιρέθηκαν από το λογαριασμό οι χώροι των καλυβών των χωρικών, που βρίσκονται σε καλή ή αθλία κατάσταση και ανέρχονταν σε δώδεκα συνολικώς, και των κειμένων κοντά τους αλωνοτόπων και των μη καλλιεργούμενων (αγεωργήτων) εξαιτίας συναθροίσεως των υδάτων τόπων, απέμειναν στη συγκεκριμένη τοποθεσία (οριζόμενη ως ανωτέρω) εκατόν δέκα στρέμματα καθαρής γης επί των οποίων τοποθετήθηκαν ορόσημα. Από την αμέσως παραπάνω επίσημη και γενόμενη από αρμόδιο όργανο καταγραφή των ορίων της μη ανήκουσας στη μονή αλλά εξουσιαζόμενης από τους Παρθενιώτες έκτασης αποδεικνύεται ότι: α) αυτή άρχιζε μπροστά από το μετόχι, β) κατέληγε κατηφορίζοντας στη θάλασσα, γ) κατά πλάτος έφθανε μέχρι τα σύνορα με την όμορη περιοχή του χωρίου Νικήτης. Επίσης από την καταμετρηθείσα, με τα μέσα της εποχής εκείνης (σφραγισμένα σχοινίο), περιοχή, δεδομένου ότι η καταμέτρηση αναφερόταν σε καλλιεργήσιμη έκταση των Παρθενιωτών (και όχι σε εκτάσεις που δεν ήταν κατάλληλες για καλλιέργειες), αφαιρέθηκαν οι χώροι των υπαρχουσών επί της εκτάσεως αυτής σε καλή ή και άθλια κατάσταση καλυβών των χωρικών και των πλησίον τους αλωνοτόπων και οι μη καλλιεργούμενοι χώροι στους οποίους μαζεύονταν νερά (θαλάσσια και των υπαρχόντων στην περιοχή ρεμάτων). Μετά δε την αφαίρεση αυτών των τελευταίων εκτάσεων (και προδήλως χωρίς να προσμετρηθούν σ' αυτήν τα ρέματα της περιοχής: βλ. την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης) οριοθετήθηκε και καταμετρήθηκε η έκταση των καλλιεργήσιμων γαιών των Παρθενιωτών στον Τριπόταμο σε 110 τουρκικά στρέμματα. Η ενάγουσα, δεχόμενη ότι η αμέσως παραπάνω έκταση δεν της ανήκει και αποπειρώμενη να στηρίξει τους ισχυρισμούς της ότι τα επίδικα ακίνητα δεν περιλαμβάνονται σ' αυτήν, υποστηρίζει πως τα 110 στρέμματα απείχαν από τη θάλασσα, επειδή, σύμφωνα με την προβαλλόμενη από την ίδια αυθαίρετη ερμηνεία της περιγραφής, που παραλείπει την αναφορά στο ρήμα "κατέληγαν" και εστιάζεται μόνο στο επίρρημα "κεκλιμμένως", η ανωτέρω έκταση των αγροτών έφθανε μέχρι εκεί όπου υπήρχε κατηφορική κλίση του εδάφους και δε συνεχιζόταν στα επόμενα εδάφη μέχρι τον αιγιαλό που δεν είχαν πλέον κλίση και ήταν επίπεδα, στα οποία εντάσσονται και τα επίδικα. Αυτός ο ισχυρισμός της όμως ελέγχεται αβάσιμος, διότι σύμφωνα με τα παραπάνω και κατά τη σαφή περιλαμβανόμενη στην έκθεση περιγραφή των ορίων της, η εξουσιαζόμενη από τους κατοίκους του Παρθενώνα έκταση στην περιοχή όπου βρίσκονταν τα 110 τουρκικά στρέμματα έφθανε μέχρι τη θάλασσα ("κατέληγαν" στη θάλασσα).
Μετά την απελευθέρωση των Νέων Χωρών η πραγματική κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στην περιοχή αναγνωρίσθηκε βάσει των διατάξεων του νόμου 147/1914. Μετά δε την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου 2508/1920, εκδόθηκε η 58/1933 απόφαση του διοικητικού Δικαστηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, η οποία δεχόμενη σχετική αίτηση της ενάγουσας, αναγνώρισε το δάσος στο Μετόχι Τριποτάμου Χαλκιδικής ως ιδιωτικό δάσος που της ανήκε. Η ακριβής έκταση του ιδιωτικού δάσους της ενάγουσας (με τις εντός αυτού μη δασώδεις περιοχές) δεν αποδείχθηκε. Αυτή προσδιορίζεται στην υπό κρίση αγωγή σε 20000 στρέμματα. Στην προγενέστερη όμως από 4-5-1999 αγωγή της ενάγουσας μονής με όμοιο αντικείμενο, στρεφόμενη κατά του Κ. Γ. (πρώτου των εναγομένων και στην παρούσα αγωγή), η οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη με την 64/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής (η οποία κατέστη τελεσίδικη και αμετάκλητη), η έκταση του παραχωρηθέντος δάσους προσδιοριζόταν σε 17000 έως 20000 στρέμματα, ενώ μέσα στο κείμενο της ίδιας αγωγής (βλ. σελ. 3) αναφερόταν και ότι αυτή είχε εκτιμηθεί με την 23312/5863/1922 διαχειριστική έκθεση του Υπουργείου Γεωργίας σε 20000 στρέμματα περίπου και με τη 12971/220/1927 διαχειριστική έκθεση του ίδιου υπουργείου σε 18700 στρέμματα. Στα πλαίσια δε απαλλοτρίωσης εκτάσεων 1970 δεκαδικών στρεμμάτων που ανήκαν στο μετόχι της ενάγουσας, με την 28/1931 απόφαση της επιτροπής απαλλοτριώσεων νομού Χαλκιδικής, η εναπομένουσα στην ενάγουσα έκταση δάσους υπολογιζόταν σε 15000 στρέμματα (βλ. και την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, σελ. 20).
Τα επίδικα, διεκδικούμενα από την ενάγουσα ακίνητα, έχουν έκταση 20730 και 38240, 53 τ.μ. και αποτυπώνονται με περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Α και Λ-Μ-Ν-Ν1-Ν2-Ν3-Ν4-Ξ1-Π1-Π2-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Ω1-Κ-Λ αντιστοίχως στο συνημμένο στην αγωγή σχεδιάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ. Μ., η συνολική αξία τους ανερχόταν δε, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, σε 1.000.000 ευρώ. Αυτά βρίσκονται στην περιοχή Τριποτάμου, όπως συνομολογείται, μεταξύ των δύο από τα τρία ρέματα της περιοχής που απολήγουν στη θάλασσα (των δύο ρεμάτων που βρίσκονται μακρύτερα από το σύνορο της περιοχής με την κτηματική περιοχή Νικήτης) στις ειδικότερες τοποθεσίες Ασκαμνιές και Τσιμπέρι, και συνορεύουν δυτικώς με τον αιγιαλό του κόλπου Κασσάνδρας, δεν συνορεύουν δε μεταξύ τους, καθόσον ανάμεσά τους μεσολαβεί άλλη έκταση. Το πρώτο συνορεύει βορείως με Τριπόταμο και εν μέρει με απαλλοτριωθείσα υπέρ ΣΑΑΚ Παρθενώνος έκταση του ανήκοντος στην ενάγουσα δάσους Τριποτάμου, ανατολικώς δε και νοτίως με εκτάσεις που στην αγωγή φέρονται ότι ανήκουν στην ενάγουσα και καταπατήθηκαν από τρίτους. Το δεύτερο φέρεται στην αγωγή ότι συνορεύει από όλες τις υπόλοιπες πλευρές του (πλην της δυτικής), δηλαδή βορείως, ανατολικώς και νοτίως, με εκτάσεις που ανήκουν επίσης στην ενάγουσα και καταπατήθηκαν από τρίτους.
Τα παραπάνω ακίνητα, ως μικρότερα ακίνητα ή ιδανικά μερίδια μικρότερων ακινήτων, αγοράσθηκαν από τον πρώτο εναγόμενο με σειρά είκοσι τεσσάρων νομίμως μεταγεγραμμένων συμβολαίων, κατά τα έτη 1973-1978 και κατά το έτος 1998 (όσον αφορά ιδανικό μερίδιο ενός τελευταίου ακινήτου) από ιδιώτες. Από αυτά δημιουργήθηκαν στη συνέχεια, μετά από συνενώσεις και κατατμήσεις, πέντε άρτια και οικοδομήσιμα ακίνητα, που αποτελούν το πρώτο επίδικο ακίνητο, και εννέα ακίνητα, που αποτελούν το δεύτερο, για το οποίο εκδόθηκαν άδειες ανοικοδόμησης 38 ισόγειων κατοικιών (με υπόγειο, ισόγειο και στέγη υπό μορφή μεζονέττας). Οι άδειες αυτές εκδόθηκαν όλες το 1996, εκτός μίας που εκδόθηκε το 1998. Από το πρώτο επίδικο ακίνητο ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε ποσοστό εξ αδιαιρέτου 1% στον καθένα από τους δεύτερο και τρίτους εναγομένους. Στο δεύτερο επίδικο ακίνητο ανήγειρε, μέχρι το χρόνο άσκησης της πρώτης ως άνω από 4-5-99 απορριφθείσας αγωγής της ενάγουσας, με δαπάνες του, που έφθασαν τα 70000000 δραχμές, χωρίς να συνυπολογίζεται ο χρόνος και ο κόπος που ο ίδιος κατανάλωσε, 38 κατοικίες, από τις οποίες πώλησε τις πέντε πλήρως αποπερατωμένες στους 3ο - 11ο των εναγομένων. Η πώληση των υπολοίπων δεν κατέστη δυνατή, διότι, μετά την εγγραφή της πρώτης και στη συνέχεια της δεύτερης υπό κρίσης αγωγής στο Υποθ/κείο, το ακίνητο φαινόταν πλέον ως διεκδικούμενο, με συνέπεια να αποτρέπεται η αγορά των κατοικιών από τους υποψήφιους αγοραστές τους. Η ανέγερση των κατοικιών, που είχε αρχίσει μετά την έκδοση των πρώτων οικοδομικών αδειών, ήταν γνωστή στην ενάγουσα και στον ηγούμενό της, που είχε επισκεφθεί, κατά τη διάρκειά της, την περιοχή, αυτή όμως δεν άσκησε αμέσως αγωγή, ούτε υπέβαλε αίτηση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων.
Περαιτέρω, ενόψει της καταχώρισης των ακινήτων στο εθνικό κτηματολόγιο, αναπτύχθηκε αντιδικία, ενώπιον των αρμοδίων επιτροπών, μεταξύ της ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου που αξίωνε την κυριότητά τους. Με την 588/2001 απόφαση της πρωτοβάθμιας επιτροπής ενστάσεων (κατ' άρθρο 7 ν. 2308/1995) απορρίφθηκε η ασκηθείσα από την ενάγουσα ένσταση, διατηρήθηκε όμως επιφύλαξη ως προς την οριστική καταγραφή του Κ. Γ. ως δικαιούχου (ιδιοκτήτη) στους κτηματολογικούς πίνακες για την περίπτωση που θα γινόταν δεκτή από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια η διεκδικητική αγωγή της. Η προσφυγή που άσκησε η ενάγουσα, στη συνέχεια απορρίφθηκε επίσης με την 1/3/6973/20-3-2003 απόφαση της αρμόδιας επιτροπής του Κτηματολογίου υπό την ίδια επιφύλαξη, μετά την εξέταση μαρτύρων και των δύο πλευρών και την εξέταση των προσκομισθέντων ενώπιόν της εγγράφων, με το σκεπτικό ότι από όλα αυτά τα στοιχεία πιθανολογήθηκε πως τα ως άνω ακίνητα δεν ανήκουν στην ιδιοκτησία της ενάγουσας Ιεράς Μονής, αλλά στην έκταση των 110 τουρκικών στρεμμάτων που καταμετρήθηκε και οριοθετήθηκε το 1308 (τουρκικό έτος) και την οποία κατείχαν και ενέμοντο οι χωρικοί του Παρθενώνος, γεγονός που φαίνεται ότι είχε αποδεχθεί και η μονή εφόσον δεν υπήρξε οποιαδήποτε όχληση ή αντιδικία εκ μέρους της για τυχόν δικαιώματά της επ' αυτών. Η ενάγουσα μονή είχε καταθέσει και εκατοντάδες άλλες ενστάσεις επιδιώκοντας τη μη καταχώριση ως δικαιούχων άλλων ιδιωτών που έχουν ακίνητα στη συγκεκριμένη και στην ευρύτερη περιοχή, αλλά παραιτήθηκε απ' αυτές. Δεν αποδείχθηκε περαιτέρω ότι αυτή ήγειρε οποιαδήποτε δικαιώματα ακόμη και για το ακίνητο το ευρισκόμενο μεταξύ των δύο επιδίκων (αυτό που τα χωρίζει), το οποίο έχει και αυτό πρόσοψη στον αιγιαλό.
Από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα εμπίπτουν ακόμη και στην έκταση που είχε παραχωρηθεί στην ενάγουσα με το ως άνω χρυσόβουλο, στο οποίο δεν καθορίζεται το συγκεκριμένο σημείο το συνορεύον με τη θάλασσα, από το οποίο αρχίζει αυτή περιοχή Τριποτάμου (βλ. σχετικώς και την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης σελ. 6) και το οποίο (χρυσόβουλο) δεν αποτελεί ισχύοντα σήμερα τίτλο κυριότητας (καθόσον η αναγνωρισθείσα κατάσταση είναι αυτή που ίσχυε κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, το δε χρυσόβουλο αποτελεί απλώς στοιχείο για τη διαμόρφωση της κρίσης επί της τελευταίας). Αυτά δεν εμπίπτουν περαιτέρω, γεγονός που ενδιαφέρει εν προκειμένω, στην έκταση, (ούτε σε αυτήν διαγράφονται τρείς λέξεις) που αναφέρεται ως καταχωρηθείσα στο τουρκικό κτηματολόγιο στα ως άνω φιρμάνια, τα οποία δεν περιλαμβάνουν οριοθετήσεις των αμφισβητηθεισών εκτάσεων, ή στην ανήκουσα στην ενάγουσα βάσει των προαναφερόμενων εκδοθεισών επί τουρκοκρατίας δικαστικών αποφάσεων. Επίσης τα επίδικα δεν εμπίπτουν στην έκταση του ιδιωτικού δάσους που αναγνωρίσθηκε ότι της ανήκει με την προδιαλαμβανόμενη απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, απόφαση στην οποία ουδόλως αναφέρονται όρια. Αυτά τα ακίνητα ήταν, κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, αγροτικά και αποτελούσαν δημόσιες γαίες εξουσιαζόμενες από τους αγρότες κατοίκους του Παρθενώνα, που τις καλλιεργούσαν ανέκαθεν και αδιαλείπτως μέχρι και τη δεκαετία του 1950, οπότε υποχώρησαν οι καλλιέργειες στην περιοχή λόγω της μετακίνησης μεγάλου μέρους του πληθυσμού προς τις μεγάλες πόλεις. Τα ως άνω ακίνητα εντάσσονται στην ευρύτερη έκταση της συγκεκριμένης περιοχής που εξαιρείτο κατά την εποχή της οθωμανικής κατοχής από τις εκτάσεις τις ανήκουσες στο μετόχι της ενάγουσας και ειδικότερα εντάσσονται στην αναφερόμενη και στις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις των τουρκικών δικαστηρίων, καθώς και στην έκθεση καταμέτρησης, έκταση των 110 τουρκικών στρεμμάτων, που καλλιεργείτο από τους αγρότες του χωρίου Παρθενώνος (βλ. και σαφή κατάθεση του μάρτυρος των εναγομένων, ο οποίος υπήρξε ένας από τους πωλητές έκτασης των επιδίκων προς τον πρώτο εναγόμενο, διετέλεσε πρόεδρος της κοινότητας Παρθενώνος, γεννήθηκε το 1930, καλλιέργησε ο ίδιος, ο πατέρας του και ο πάππος του το πωληθέν στον εναγόμενο κομμάτι και γνωρίζει από διηγήσεις του πατέρα του και παλαιότερων κατοίκων της περιοχής την κατάσταση από τα τέλη του προηγούμενου πριν τη γέννησή του αιώνα). Τα επίδικα, όπως και η ευρύτερη έκταση, καλλιεργούντο κυρίως ως άμπελοι, ενώ από τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα ένα τμήμα τους αποτέλεσε και ελαιώνες. Στις αεροφωτογραφίες του 1945, τις πρώτες ληφθείσες από αέρος φωτογραφίες της περιοχής, αυτά φαίνονται ως καλλιεργούμενα ενώ φαίνονται και τα ελαιόδενδρα σε ένα τμήμα τους, δεν εμφανίζονται δε ως καλυπτόμενα από υδροχαρή βλάστηση, ούτε ως βαλτώδες εκτάσεις. Τέτοιο χαρακτήρα δεν είχαν τα ανωτέρω ακίνητα ούτε προηγουμένως (κατά τους προηγούμενους αιώνες), σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, παρά τη γειτνίασή τους με τον αιγιαλό, η οποία τα καθιστούσε βεβαίως όχι ιδιαίτερα εύφορα, αλλά όχι και ακατάλληλα προς καλλιέργεια, ενόψει μάλιστα και του ότι στην περιοχή υπήρχαν πολύ περιορισμένες εκτάσεις που διετίθεντο στους αγρότες προς καλλιέργεια σε σχέση με το αριθμό των τελευταίων και των μελών των οικογενειών τους. Εκτάσεις οι οποίες κατακλύζονταν από ύδατα υπήρχαν βεβαίως στην περιοχή, όπως αποδεικνύεται από την προδιαλαμβανόμενη έκθεση καταμέτρησης, αυτές όμως δεν περιλαμβάνονταν στα επίδικα, αλλά βρίσκονταν αφενός μεν υψηλότερα, στο σημείο συνάντησης των δύο ρεμάτων που την οριοθετούν, αφετέρου δε στα όμορα απλώς με τα επίδικα σημεία απορροής των ρεμάτων στη θάλασσα. Επίσης εκτάσεις, ακατάλληλες προς καλλιέργεια, όπου συναθροίζοντο ύδατα αποτελούσαν και οι εκτάσεις του αιγιαλού, στις οποίες δεν εκτείνονται τα δύο ακίνητα. Το γεγονός ότι η ευρύτερη περιοχή, είναι, κατά τις σύγχρονες εμβαδομετρήσεις της, μεγαλύτερη των "110" στρεμμάτων, έκταση που καλλιεργείτο από τους κατοίκους του Παρθενώνος σύμφωνα με την καταμέτρηση επί τουρκοκρατίας, δεν ασκεί επιρροή, αφού αποδείχθηκε ότι τα συγκεκριμένα ακίνητα εντάσσονται στα εξουσιαζόμενα νομίμως από τους αγρότες. Αναφέρεται απλώς επιπροσθέτως ότι αυτό το γεγονός εξηγείται πλήρως από τη διαφορετική μονάδα μέτρησης (διαφορά μεταξύ τουρκικών και δεκαδικών στρεμμάτων ιδίως όταν πρόκειται για εμβαδομέτρηση αμπέλων βάσει της πρώτης μονάδας: βλ. και έκθεση πραγματογνωμοσύνης), από την αδυναμία καταμέτρησης μεγάλων εκτάσεων με ακρίβεια με βάση τα μέσα που διέθετε τότε ο καταμετρητής (σφραγισμένο σχοινίο), αλλά και από τη σαφώς αναφερόμενη στην έκθεση καταμέτρησης αφαίρεση από το σύνολο της ευρύτερης έκτασης (και επομένως τη μη καταμέτρηση) των χώρων των καλυβών, των αλωνοτόπων και όσων ήταν ακατάλληλοι προς καλλιέργεια λόγω συναθροίσεως υδάτων. Η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι, ενώ στο μετόχι ήταν εγκατεστημένος μέχρι το ήμισυ του περασμένου αιώνα ένας ή, κατά διαστήματα, και δύο μοναχοί, επιφορτισμένοι με τη φύλαξη της μοναστηριακής περιουσίας στην περιοχή, καθώς και δασοφύλακας-αγροφύλακας αμειβόμενος από την ενάγουσα για τον ίδιο σκοπό, οι οποίοι υπέβαλαν επανειλημμένως μηνύσεις κατά κατοίκων του Παρθενώνος που καταπατούσαν εδάφη του μετοχίου (του δάσους με τις υπαγόμενες σ' αυτό λοιπές εκτάσεις) αποπειρώμενοι να τα καλλιεργήσουν, ακόμη κι όταν τα εδάφη αυτά βρίσκονται σε πιο απομακρυσμένες τοποθεσίες (6-7 χιλιόμετρα μακριά από το χώρο όπου στεγάζονταν οι μοναχοί), αυτοί (μοναχοί και φύλακας) ουδέποτε προέβησαν σε ενέργειες, καταγγελίες ή μηνύσεις για την αποδειχθείσα καλλιέργεια των επιδίκων, τα οποία βρίσκονταν σε πολύ μικρή απόσταση από το χώρο όπου διέμεναν οι μοναχοί και ήσαν υπό την άμεση και καθημερινή εποπτεία τους, αποδεχόμενοι προδήλως, ενόψει και της ισχύουσας από τουρκοκρατίας ήδη κατάστασης, ότι αυτά ανήκαν στους αγρότες του Παρθενώνος (βλ. σχετικώς και κατάθεση μάρτυρος εναγομένων, αλλά και κατάθεση του μάρτυρος της ενάγουσας, ο οποίος προσπάθησε να εξηγήσει το γεγονός, αναφέροντας ότι οι μοναχοί ήταν γέροντες και βρίσκονταν σε αδυναμία να προστατεύσουν τα ακίνητα, χωρίς όμως να μπορεί να δικαιολογήσει γιατί αυτό δε συνέβαινε με άλλα ακίνητα ευρισκόμενα μάλιστα πιο μακριά).
Στο συμπέρασμα ότι τα επίδικα ακίνητα δεν εμπίπτουν στα όρια του μετοχίου κατέληξαν με την πλήρως αιτιολογημένη έγγραφη γνωμοδότησή τους και οι ορισθέντες από το δικαστήριο πραγματογνώμονες, αφού προέβησαν σε ανάλυση όλων των εγγράφων (χρυσόβουλου, εγγράφων των τουρκικών αρχών, μεταγενέστερων εγγράφων ελληνικών δημοσίων αρχών, αεροφωτογραφιών), που τέθηκαν από τους διαδίκους στη διάθεσή τους, και σε σύγκριση των τυχόν αναφερομένων σε αυτά ορίων του μετοχίου και των δημοσίων γαιών που δεν εντάσσονταν σ' αυτό, επί των οποίων είχαν αποκτήσει δικαίωμα εξουσιάσεως αγρότες και τα καλλιεργούσαν, έτσι ώστε να μην απαιτείται η διενέργεια νέας (πραγματογνωμοσύνης), όπως, αβάσιμα, ζητεί η εκκαλούσα. Σύμφωνα με όλα αυτά δεν αποδείχθηκε δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας επί των επίδικων ακινήτων και η αγωγή της πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Σημειώνεται απλώς ότι στην ίδια κατ' αποτέλεσμα κρίση θα είχε οδηγηθεί το δικαστήριο, απορρίπτοντας την αγωγή κατ' ουσίαν, και αν ακόμη δεχόταν ότι η ενάγουσα είχε δικαίωμα κυριότητας επί των ως άνω ακινήτων (πράγμα που δε συμβαίνει), διότι σε εκείνη την περίπτωση θα γινόταν δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η επικουρικώς προβαλλόμενη ένσταση των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων της, η οποία θα υπερέβαινε προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό της. Η ένσταση αυτή θα γινόταν δεκτή ενόψει α) της προπεριγραφόμενης συμπεριφοράς των εκπροσώπων της ενάγουσας που επί σειρά δεκαετιών δεν είχαν προβάλει διεκδικήσεις επί της εκτάσεως των δύο ακινήτων (όπως και του όμορου αυτών ακινήτου του ευρισκομένου ανάμεσά τους), τα οποία, εν γνώσει των τοποτηρητών που είχε ορίσει στην περιοχή, καλλιεργούντο αρχικώς από ιδιώτες, στη συνέχεια δε άρχισαν να πωλούνται με νομίμως μεταγεγραμμένα συμβόλαια, ενώ οι εκπρόσωποί της συνέχισαν να μην προβάλουν οποιαδήποτε αντίρρηση ακόμη και όταν άρχισε η ανοικοδόμησή τους, την οποία εγνώριζαν, ανέμεναν δε την αποπεράτωση των κατασκευών για να ασκήσουν την πρώτη αγωγή τους, και β) της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας που θα συνεπαγόταν αυτή η αδράνειά τους στους εναγόμενους, από τους οποίους ο πρώτος, δικαιοπάροχος και των υπολοίπως, ευλόγως πίστεψε ότι η ενάγουσα δεν θα ασκούσε τέτοια δικαιώματα (εάν είχε γίνε δεκτό ότι υφίσταντο) και αφέθηκε να επενδύσει και να δεσμεύσει σημαντικότατα χρηματικά ποσά, χρόνο και κόπους για την αγορά των ακινήτων και στη συνέχεια για τη μεγάλης έκτασης ανοικοδόμηση του ενός απ' αυτά, ενώ και οι εναγόμενοι αγοραστές των κατοικιών αφέθηκαν να δαπανήσουν και οι ίδιοι σημαντικά επίσης χρηματικά ποσά για την αγορά τους, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες τους προς απόκτηση εξοχικής κατοικίας".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απόρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσείουσας Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Κωνσταμονίτου Αγίου Όρους. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεν παραβίασε με την εσφαλμένη εφαρμογή τους τις αναφερθείσες στη νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" και των οδηγών "περί εγγράφων ταπίων" της 7 Σαμπάν 1276, αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά συντρέχουν σε νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους, μη απαιτουμένης για την κτήση κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων εκδόσεως ταπίου εφόσον πρόκειται περί αγροτικών ακινήτων, τα οποία κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, αποτελούσαν δημόσιες γαίες εξουσιαζόμενες από τους αγρότες κατοίκους του χωρίου Παρθενώνος Χαλκιδικής. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος του με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα α) ότι τα επίδικα ακίνητα δεν εμπίπτουν στην έκταση που είχε παραχωρηθεί στην αναιρεσείουσα Ιερά Μονή με βασιλικό χρυσόβουλο του αυτοκράτορος Ιωάννη Παλαιολόγου του έτους 1351 β) ότι τα επίδικα ακίνητα δεν εμπίπτουν στην έκταση που αναφέρεται ως καταχωρηθείσα στο τουρκικό κτηματολόγιο στα φιρμάνια (διατάγματα) των Σουλτάνων Μαχμούτ Χαν Α' του έτους 1163, το 1277 φιρμάνι του Απδούλ-Μεδζίτ Χαν του έτους 1308 και το 1281 φιρμάνι του Απδούλ Αζίζ Χαν του ιδίου αμέσως παραπάνω έτους γ) ότι τα επίδικα ακίνητα δεν εμπίπτουν στην έκταση του ιδιωτικού δάσους που αναγνωρίσθηκε ότι ανήκει στην αναιρεσείουσα Ιερά Μονή με την προδιαλαμβανόμενη απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου του Υπουργείου Γεωργίας και δ) ότι τα επίδικα ακίνητα, ήσαν αγροτικά αποτελούσαν δημόσιες γαίες εξουσιαζόμενες από τους αγρότες κατοίκους του χωρίου Παρθενώνα Χαλκιδικής που τις καλλιεργούσαν ανέκαθεν και αδιαλείπτως μέχρι τη δεκαετία του έτους 1950 και εντάσσονται στην ευρύτερη έκταση της συγκεκριμένης περιοχής που εξαιρείτο κατά την εποχή της οθωμανικής κατοχής από τις εκτάσεις τις ανήκουσες στο μετόχι της αναιρεσείουσας και ειδικότερα εντάσσονται στις προαναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις των τουρκικών δικαστηρίων καθώς και στην αναφερόμενη στην έκθεση καταμέτρησης έκταση των 110 τουρκικών στρεμμάτων που εκαλλιεργείτο από τους αγρότες του χωρίου Παρθενώνος, περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" και των οδηγιών "περί εγγράφων ταπίων" της 7 Σαμπάν 1276, ως και των άρθρων 49 παρ. 1 ν. 2052/1920 και 101-114 του Δ/τος της 11/12-11-1929 που εκδόθηκε μετά από εξουσιοδότηση του άρθρου 2 ν. 4226/1929.
Συνεπώς, οι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συναφείς λόγοι του κυρίου δικογράφου αναίρεσης πρώτος κατά το δεύτερο μέρος του, δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του και ο δεύτερος λόγος κατά το πρώτο μέρος του του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος "Πράγματα" υπό την έννοια αυτή αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς. Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και του απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ολΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι η έκταση των 110 οθωμανικών στρεμμάτων που είχε παραχωρηθεί προς γεωργική καλλιέργεια στους κατοίκους του χωρίου Παρθενώνα, κατείχετο βάσει τουρκικών τίτλων ιδιοκτησίας (ταπίων) όπως αναφέρεται ρητά στις αποφάσεις των τουρκικών δικαστηρίων (Πρωτοδικείου Κασσάνδρας, Εφετείου Θεσ/κης και Ακυρωτικού Κωνσταντινούπολης) ενώ για τα επίδικα ακίνητα δεν υπήρχαν και πάντως οι αναιρεσίβλητοι δεν επικαλέστηκαν ούτε προσκόμισαν τέτοια "ταπία" στο όνομα των δικαιοπαρόχων τους. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον ο επικαλούμενος ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα" υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια αλλά συνιστά επιχείρημα το οποίο έχει σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων. Με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης του κυρίου δικογράφου, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση επίσης την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι τα δύο επίδικα ακίνητα περιλαμβάνονται στο ιδιόκτητο αυτής "δάσος Τριποτάμου" και ειδικότερα τον ισχυρισμό της ότι μετά την απαλλοτριωθείσα το έτος 1931 έκταση των 1970 δεκαδικών στρεμμάτων που διανεμήθηκε στους κατοίκους της περιοχής προς καλλιέργεια, υπάρχει έκταση συνολικού εμβαδού 262 δεκαδικών στρεμμάτων που φθάνει μέχρι τον αιγιαλό του κόλπου της Κασσάνδρας και στην οποία περιλαμβάνεται ως τμήμα αυτής και η ανωτέρω έκταση των 110 οθωμανικών στρεμμάτων ή 142 δεκαδικών στρεμμάτων που αρχίζει μετά το όριο της απαλλοτριωθείσας έκτασης αλλά δεν φθάνει μέχρι τη θάλασσα αφού απομένει τμήμα 120 δεκαδικών στρεμμάτων που ανήκει στην κυριότητα της Μονής (αναιρεσείουσας) και στην οποία περιλαμβάνονται και τα δύο επίδικα ακίνητα που φθάνουν μέχρι τα όρια του αιγιαλού. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον τον επικαλούμενο ισχυρισμό έλαβε υπόψη το Εφετείο και τον απέρριψε ως εκ του πράγματος αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό δηλαδή ότι τα επίδικα ακίνητα ήσαν αγροτικά, αποτελούσαν δημόσιες γαίες εξουσιαζόμενες από τους αγρότες κατοίκους του χωρίου Παρθενώνα Χαλκιδικής που τα καλλιεργούσαν ανέκαθεν και αδιαλείπτως μέχρι τη δεκαετία του έτους 1950 και δεν ανήκαν στο μετόχι της αναιρεσείουσας, ότι τα επίδικα ακίνητα δεν εμπίπτουν στην έκταση του ιδιωτικού δάσους που αναγνωρίσθηκε ότι ανήκει στην αναιρεσείουσα, δεν εμπίπτει στην έκταση που είχε παραχωρηθεί στην αναιρεσείουσα με βασιλικό Χρυσόβουλο και δεν εμπίπτουν στην έκταση που αναφέρεται ως καταχωρηθείσα στο τουρκικό κτηματολόγιο στα φιρμάνια των Σουλτάνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά στην απόφαση, εκτός αν παρά τη βεβαίωση αυτή από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (ΑΠ 1204/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτήν, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή και όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και 1ον) την από Ιουλίου 2009 τεχνική έκθεση του διορισθέντος τεχνικού συμβούλου των αναιρεσειόντων Β. Κ. συνταξιούχου δασολόγου, 2ον) την από 6-4-2011 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Ι. Κ., 3ον) την από 12-5-2000 προσθήκη των από 8-5-2000 προτάσεων του πρώτου αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής επί προηγούμενης αγωγής της αναιρεσείουσας για τα ίδια ακίνητα, 4ον) το προσκομισθέν σχετικό κτηματολογικό διάγραμμα της περιοχής, 5ον) το από 25-1-1322 (καθ' ημάς 1907) έγγραφο του αρχιμουφετήση των δασών Σαλήχ προς την επί της πράξεως υπαλληλία Κασσάνδρας, 6ον) το από 23-5-1996 πρωτόκολλο αποτερματισμού Δάσους Νικήτης και Τριποτάμου και την απόφαση υπ' αριθμ. 1/20-1-1997 της Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων Ν. Χαλκιδικής, 7ον) τις εννέα (9) εκθέσεις διαχείρισης και εκμετάλλευσης του Δάσους Τριποτάμου με τους συνημμένους σ' αυτές δασοπονικούς χάρτες, 8ον) έγχρωμες φωτογραφίες της περιοχής όπου ευρίσκονται τα επίδικα ακίνητα, 9ον) τα δύο (2) τοπογραφικά διαγράμματα του τοπογράφου-πολιτικού μηχανικού Μ. Μ., από 20-3-1999 και 12-4-2004 αντίστοιχα και τα τοπογραφικά διαγράμματα του αγρονόμου τοπογράφου Χ. Σ. από 12-4-2004 και 10ον) τα πέντε (5) αυτοκρατορικά-τουρκικά φιρμάνια των ετών 1907, 1278, 1281, 1277 και 1163. Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα εκ του άρθρου 559 παρ. 11γ είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, ο δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του όπως απ' αυτή προκύπτει για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα καθώς και το χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγου του έτους 1351 ως και τις προαναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις του Πρωτοδικείου Κασσάνδρας και του Εφετείο Θεσσαλονίκης που επικαλέσθηκε και προσεκόμισε η αναιρεσείουσα και δεν στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση της στα έγγραφα αυτά. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου κατά το τρίτο μέρος του και ο δεύτερος λόγος εκ του δικογράφου των προσθέτων λόγων κατά το δεύτερο μέρος του με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων προσάπτεται αιτίαση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου "έκθεση επίσημης καταμέτρησης και ειδικότερου προσδιορισμού της έκτασης των 110 στρεμμάτων" του έτους 1842, συντεταγμένο στην τουρκική γλώσσα, ως εκ του ότι περιέχει περιστατικά διαφορετικά από εκείνα που περιλαμβάνονται στην συνοδεύουσα τούτο επίσημη μετάφρασή του όπως προκύπτει από την προσκομιζομένη από την αναιρεσείουσα από 28-1-2013 μετάφραση του εγγράφου αυτού από την καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στον Τομέα Ιστορίας Φιλοσοφίας και Κοινωνιολογίας του Δικαίου Σ. Τ.-Τ.. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος εφόσον δεν αποδίδεται, κατά τον παραπάνω τρόπο, σφάλμα στην ανάγνωση του εγγράφου αυτού από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο το οποίο ώφειλε, προκειμένου ξενόγλωσσου εγγράφου, να λάβει υπόψη την επίσημη μετάφραση αυτού επικυρωμένη από το Υπουργείο Εξωτερικών ή άλλο αρμόδιο κατά νόμο πρόσωπο ή από την πρεσβεία ή το προξενείο της Ελλάδας στη χώρα στην περιοχή της οποίας έχει συνταχθεί το έγγραφο ή από την πρεσβεία στην Ελλάδα ή το προξενείο της ίδιας χώρας (άρθρο 454 ΚΠολΔ). Ο τέταρτος λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου και κατά τα πέντε (5) μέρη του με τον οποίον πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης ότι σε περίπτωση κατά την οποία εγένετο δεκτό ότι η αναιρεσείουσα είχε δικαίωμα κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων και πάλι η αγωγή θα απορριπτόταν κατ' ουσίαν διότι τότε θα γινόταν δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η προβαλλομένη ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων της η οποία θα υπερέβαινε προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό τους, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, καθόσον η κύρια αιτιολογία της απόφασης ότι δεν αποδείχθηκε δικαίωμα κυριότητας της αναιρεσείουσας επί των επιδίκων ακινήτων, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης και δεν πλήττεται με κάποιο λόγο αναίρεσης επιτυχώς, αφού οι προαναφερόμενοι λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθεί η ηττωμένη αναιρεσείουσα κατά το νόμιμο (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) αίτημα των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική τους δαπάνη όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 27-10-2011 αίτηση της Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Κωνσταμονίτου Αγίου Όρους και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 1371/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση: Πρόσθετοι λόγοι έχουν ασκηθεί παραδεκτά ερήμην αναιρεσιβλήτων, επισπεύδων οι αναιρεσίβλητοι, λόγοι από το άρθρο 559 αρ. 1, 559 αρ. 19, 559 αρ. 14, 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ 559 αρ. 8 απορριπτέοι.
|
Άσκηση πρόσθετων λόγων
|
Άσκηση πρόσθετων λόγων.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 929/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοΐνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Φ. του Γ., κατοίκου ... που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 39505/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Κ. του Δ.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 70/2013.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Παρασκευαϊδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 111/15.4.2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, την από 20.12.2012 αίτηση του Κ. Φ. του Γ., κατοίκου ... (...), για αναίρεση της 39505/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, και εκθέτω τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1 και 475 παρ. 1 του ΚΠΔ ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που άσκησε, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή το βούλευμα ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος και, αν αυτός κρατείται στη φυλακή, σε εκείνον που τη διευθύνει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι όλες οι προαναφερόμενες περιπτώσεις, που αυτή προβλέπει, όπως είναι και η άσκηση ενδίκου μέσου που δεν περιέχει κανένα σαφή και ορισμένο λόγο, ή εναντίον αποφάσεως που δεν προβλέπεται, καθώς και η νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο, ισοτίμως επάγονται την ίδια έννομη συνέπεια, την απόρριψη δηλαδή του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου. Η δε παραίτηση από το ένδικο μέσο, ως λόγος κηρύξεως αυτού απαράδεκτου, δεν τελεί σε σχέση επικουρικότητας ως προς τους επαγόμενους την αυτή έννομη συνέπεια άλλους λόγους. Κατά λογική συνέπεια αν ο διάδικος παραιτήθηκε νομότυπα από κάποιο ένδικο μέσο κατά αποφάσεως ή βουλεύματος, που αυτός έχει ασκήσει, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, χωρίς να είναι ανάγκη να ερευνηθεί προηγουμένως αν για την άσκηση του έχουν τηρηθεί ή όχι οι νόμιμες διατυπώσεις ή αν στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου περιέχεται ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος (Ολ.ΑΠ 6/2005, ΑΠ 779/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 39505/2012 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων σε φυλάκιση οκτώ (8) μηνών για την πράξη της υπεξαιρέσεως (αρθρ. 375 παρ. 1α του ΠΚ). Κατά της αποφάσεως αυτής (η οποία υπόκειται σε έφεση) ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση από 20.12.2012 αίτηση αναιρέσεως. Ήδη όμως παραιτήθηκε νομίμως από την εν λόγω αίτηση αναιρέσεως, όπως αυτό προκύπτει από την 534/22.3.2013 δήλωση παραιτήσεως του πληρεξουσίου του, Χρήστου Σαμοθράκη, δικηγόρου Αθηνών, στον οποίο έχει δοθεί προς τούτο σχετική εντολή, η οποία επιδόθηκε νομοτύπως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπως δηλαδή επιτάσσουν οι διατάξεις των άρθρων 465, 474 και 475 του ΚΠΔ. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Να απορριφθεί η από 20.12.2012 αίτηση του Κ. Φ. του Γ., κατοίκου ... (...), για αναίρεση της 39505/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Αθήνα, 12 Απριλίου 2013
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473§2, 474§1, 475§1 και 513§1 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που άσκησε είτε αυτοπροσώπως είτε με δικαστικό αντιπρόσωπο που έχει σχετική ειδική εντολή. Η παραίτηση δηλώνεται σύμφωνα με το άρθρο 474§1, μπορεί δε να γίνει και στο ακροατήριο πριν να γίνει η συζήτηση. Κατά δε τη διάταξη του ως άνω άρθρου 474§1 του ΚΠοινΔ, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 473 (άσκηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου πάγου), το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι όταν η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 473 του ΚΠοινΔ, και η παραίτηση από αυτήν μπορεί να γίνει με τον ίδιο τρόπο, ήτοι με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 476§1 του ίδιου Κώδικα, όταν, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με την από 19.12.2012 (με αριθ. πρωτ. 8474/2012) αίτησή του, η οποία επιδόθηκε νομότυπα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (βλ. από 20.12.2012 επισημείωση επ` αυτής του δικαστικού επιμελητή …), ζήτησε την αναίρεση της υπ` αριθ. 39505/2012 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Όμως, δια του πληρεξουσίου του Χρήστου Σαμοθράκη, δικηγόρου Αθηνών, στον οποίο είχε δώσει σχετική, με την από 15.3.2013 ειδική εξουσιοδότησή του, εντολή, με την από 15.3.2013 (με αριθ. πρωτ. 2199/2013) δήλωσή του, η οποία επιδόθηκε νομότυπα και αυτή στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (βλ. από 22.3.2013 επισημείωση επ` αυτής του δικαστικού επιμελητή …), παραιτήθηκε από την αίτησή του. Η παραίτηση, που έγινε με τον τρόπο αυτό, είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, νομότυπη, αφού και η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, και πρέπει, κατά συνέπειαν, μετά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος, κατά την επί του φακέλου σχετική σημείωση της αρμοδίας Γραμματέως, το ένδικο αυτό μέσο να απορριφθεί ως απαράδεκτο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19 Δεκεμβρίου 2012 (με αριθ. πρωτ. 8474/2012) αίτηση του Κ. Φ. του Γ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 39505/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2013.Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2013.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (473§2 ΚΠΔ). Νομότυπη η παραίτηση που έγινε με τον ίδιο τρόπο. Απαράδεκτη η αίτηση.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 925/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοΐνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλου - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ. Τ. του Α., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως χωρίς δικηγόρο για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 6666/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Φεβρουαρίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 230/2013.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Δασούλας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα με αριθμό 83/22.3.2011, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιόν Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527§3 και 528§1 Κ.Π.Δ., την από 19-2-2013 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας του καταδικασθέντος Χ. Τ. του Α., κατοίκου ... (...), κατά της υπ' αριθμ. 6666/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που περατώθηκε αμετάκλητα και με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 16 μηνών για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα (αρ. 229§1, 224§2 ΠΚ) και εκθέτω τα εξής: Κατά το άρθρο 525§1 περ. 2 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασθέντος για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται σ' αυτό και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και, ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και τα έγγραφα της δικογραφίας. Επίσης, απαιτείται οι αποδείξεις να ήταν άγνωστες στον καταδικασθέντα γιατί, διαφορετικά, θα μπορούσε να τις προσκομίσει. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις ή ένορκες βεβαιώσεις παλαιών μαρτύρων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα, ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Αντιθέτως, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. (ΑΠ 605/10 Π.Χ. ΞΑ 196, ΑΠ 2284/08 ΠΧ ΝΘ 838, ΑΠ 1267/07 Π.Χ. ΝΗ 343). Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρ. 528§1 εδ. α' και 527§3 Κ.Π.Δ., αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αφού η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από το Εφετείο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπ' αρ. πρωτ. 149/19-2-13 και 60/19-2-13 πιστοποιητικά της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και του Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα, η υπ' αρ. 6666/12 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Α' Τριμελές Πλημ/των), κατέστη ήδη αμετάκλητη. Με την απόφαση αυτή, ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας καταδικάστηκε για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις που συνίστανται στο ότι: 1) "Εν γνώσει κατεμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει τη δίωξη του για αυτήν και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο (στην …3-3-2006), κατέθεσε σε βάρος του νυν εγκαλούντος Δικηγόρου Αθηνών Γ. Χ., την από 10-2-2006 μήνυση - έγκληση του, με την οποία καταμήνυσε τον ανωτέρω ότι κατά την αγόρευση του κατά την διεξαγωγή ποινικής δίκης που έλαβε χώρα ενώπιον του Γ Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, κατά την συνεδρίαση της 7-12-2005, με κατηγορούμενο τον ίδιο, ισχυρίστηκε για αυτόν ότι είναι αδίστακτος εκβιαστής, πλαστογράφος, μέλος συμμορίας που λυμαίνεται την αγορά, ότι πουλάει παράνομα τιμολόγια, δηλαδή ότι είχε τελέσει εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον ποινικό κώδικα και ειδικούς ποινικούς νόμους και δη αυτά της εξυβρίσεως, της συκοφαντικής δυσφημίσεως και της' παραβίασης των προσωπικών δεδομένων, γνώριζε όμως κατά τον χρόνο κατάθεσης της ανωτέρω έγκλησης ότι οι διαλαμβανόμενοι σ' αυτήν ισχυρισμοί ήταν ψευδείς και ότι ο νυν εγκαλών δεν είχε τελέσει τα ανωτέρω εγκλήματα και παρόλα αυτά υπέβαλε την ανωτέρω έγκληση αποσκοπώντας στην ποινική του δίωξη". 2) Στον ίδιο τόπο και χρόνο εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της από 10-2-2006 έγκλησης του σε βάρος του εγκαλούντος Γ. Χ., τελώντας εν γνώσει του γεγονότος ότι τα ανωτέρω ήταν ψευδή. Ο αιτών, προς ευδοκίμηση της αίτησης του, επικαλείται κυρίως την από 13-2-13 ένορκη βεβαίωση του Β. Β. του Κ. ο οποίος, καταθέτει, μεταξύ άλλων, ότι την 7-12-2005 βρίσκονταν μέσα στην αίθουσα που συνεδρίαζε το Ι' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και άκουσε τον δικηγόρο Γ. Χ., κατά την αγόρευση του, να αποκαλεί των κατηγορούμενο Χ. Τ. "αδίστακτο, εκβιαστή, πλαστογράφο και μέλος συμμορίας που λυμαίνεται την αγορά, πουλάει τιμολόγια, κυνηγάει δικηγόρους...". Επίσης επικαλείται την υπ' αριθμ. 65863/11 εκκαλουμένη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε για τις ίδιες πράξεις και για συκοφαντική δυσφήμιση σε συνολική ποινή φυλάκισης 18 μηνών, καθώς και την από 7-9-12 αίτηση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για άσκηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 6666/12 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία απορρίφθηκε. Ως προς την εκκαλουμένη, υπ' αρ. 65863/11 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αυτή αναγνώστηκε και ελήφθη υπόψη από την προσβαλλομένη, υπ' αρ. 6666/12 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η δε από 7-9-12 αίτηση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για άσκηση αναιρέσεως δεν αποτελεί ούτε νέο γεγονός ούτε νέα απόδειξη κατά την έννοια του αρ. 525§2 του Κ.Π.Δ. Αλλά και η επικαλούμενη από 13-2-13 κατάθεση, που δόθηκε με ένορκη βεβαίωση, αυτή (κατάθεση) προδήλως δεν αποτελεί νέο γεγονός το οποίο αν γνώριζαν οι δικαστές θα έκριναν τον αιτούντα αθώο ή θα επέβαλλαν σ' αυτόν μικρότερη ποινή, δεδομένου ότι τα από αυτόν υποστηριζόμενα έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τις μαρτυρικές καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων Κ. Λ. και Σ. Λ. Άλλωστε ήταν και ο βασικός ισχυρισμός του αιτούντος -κατηγορουμένου και επομένως ερευνήθηκε αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκε από τους Δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, στο δε κατηγορούμενο- αιτούντα ήταν γνωστό το αποδεικτικό άνω μέσο (της μαρτυρίας του Β. Β.) και θα μπορούσε να τον προτείνει μάρτυρα υπεράσπισης. Έτσι, με βάση τα προεκτεθέντα και αν ακόμη η ανωτέρω κατάθεση του μάρτυρα ήταν στους δικάσαντες δικαστές γνωστή, συνεκτιμώμενη με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, δεν καθίσταται φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα, ότι αυτός θα κηρύσσονταν αθώος από το Εφετείο Αθηνών για τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση επανάληψης της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αιτούντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η από 19-2-2013 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας του Χ. Τ. του Α. που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 6666/12 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Ε. Παντιώρας"
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον αυτοπροσώπως παραστάντα αιτούντα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525§1 περ. 2 του ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και, ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, ή, παρόλο που είχαν υποβληθεί, δεν λήφθηκαν υπόψη από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528§1 εδ. α' και 527§3 του ΚΠοινΔ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη, καταδικαστική γι' αυτόν, για πλημμελήματα, υπ' αριθ. 6666/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, για το λόγο ότι, από την αναφερόμενη στην αίτηση νέα και άγνωστη στους δικαστές που τον καταδίκασαν απόδειξη, γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι είναι αθώος των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την 6666/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη (βλ. υπ` αριθ. 149/19.2.2013 και 60/19.2.2013 πιστοποιητικά των Γραμματέων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και του Εφετείου Αθηνών, αντιστοίχως), ο αιτών καταδικάσθηκε για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα σε συνολική ποινή φυλακίσεως δεκαέξι (16) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Καταδικάσθηκε, συγκεκριμένα, για το ότι αυτός: "Στην …στις 3.3.2006: Α) Εν γνώσει καταμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την δίωξή του γι' αυτήν και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο κατέθεσε σε βάρος του νυν εγκαλούντος Δικηγόρου Αθηνών Γ. Χ. την από 10-2-2006 μήνυση-έγκλησή του, με την οποία καταμήνυσε τον ανωτέρω ότι κατά την αγόρευσή του κατά την διεξαγωγή ποινικής δίκης που έλαβε χώρα ενώπιον του Ι' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά τη συνεδρίαση της 7-12-2005, με κατηγορούμενο τον ίδιο, ισχυρίστηκε για αυτόν ότι είναι αδίστακτος εκβιαστής, πλαστογράφος, μέλος συμμορίας που λυμαίνεται την αγορά, ότι πουλάει παράνομα τιμολόγια, δηλαδή ότι είχε τελέσει εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον ποινικό κώδικα και ειδικούς ποινικούς νόμους και δη αυτά της εξυβρίσεως, τη συκοφαντικής δυσφημίσεως και της παραβίασης των προσωπικών δεδομένων, γνώριζε όμως κατά τον χρόνο κατάθεσης της ανωτέρω έγκλησης ότι οι διαλαμβανόμενοι σ' αυτήν ισχυρισμοί ήταν ψευδείς και ότι ο νυν εγκαλών δεν είχε τελέσει τα ανωτέρω εγκλήματα και παρ' όλα αυτά υπέβαλε την ανωτέρω έγκληση αποσκοπώντας στην ποινική του δίωξη. Β) Εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, δηλαδή αρχής αρμόδιας κατά τον Κ.Π.Δ. να παραλαμβάνει εγκλήσεις, και επιβεβαιώνοντας το περιεχόμενο της από 10-2-2006 έγκλησής του σε βάρος του νυν εγκαλούντος Γ. Χ., κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα ότι ο τελευταίος κατά την αγόρευσή του κατά την διεξαγωγή ποινικής δίκης που έλαβε χώρα ενώπιον του Ι' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά την συνεδρίαση της 7-12-2005, με κατηγορούμενο τον ίδιο, ισχυρίστηκε για αυτόν ότι είναι αδίστακτος εκβιαστής, πλαστογράφος, μέλος συμμορίας που λυμαίνεται την αγορά, ότι πουλάει παράνομα τιμολόγια, ενώ η αλήθεια ήταν ότι ο νυν εγκαλών Γ. Χ., ουδέποτε τέλεσε κάποιο από τα ανωτέρω αδικήματα ή οποιοδήποτε άλλο σε βάρος του κατηγορουμένου". Ήδη, επιδιώκων ο αιτών την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την ως άνω 6666/2012 απόφαση, επικαλείται και προσκομίζει, ως νέο στοιχείο, την υπ` αριθ. 1467/13.2.2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Β. Β. του Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών.
Από την ως άνω νέα απόδειξη, εκτιμώμενη καθ` εαυτήν και σε συνδυασμό με εκείνες που έλαβε υπόψη του το Τριμελές Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την ανωτέρω υπ' αριθ. 6666/2012 απόφαση, (καταθέσεις πολιτικώς ενάγοντος Γ. Χ., μαρτύρων Κ. και Σ. Λ., έγγραφα που αναγνώσθηκαν, απολογία κατηγορουμένου - αιτούντος), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο αιτών στις 3.3.2006 κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών σε βάρος του εγκαλούντος δικηγόρου Αθηνών Γ. Χ. την από 10.2.2006 μήνυση - έγκλησή του, με την οποία ισχυρίστηκε ότι ο εγκαλών, κατά την αγόρευσή του, ως συνήγορος του πολιτικώς ενάγοντος Κ. Λ., κατά τη διεξαγωγή ποινικής δίκης ενώπιον του Ι' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά τη συνεδρίαση της 7-12-2005, με κατηγορούμενο τον ίδιο (αιτούντα) (και τον Α. Π.) για πλαστογραφία με χρήση από κοινού κατ` εξακολούθηση, ισχυρίστηκε για τον τελευταίο ότι είναι αδίστακτος εκβιαστής, πλαστογράφος, μέλος συμμορίας που λυμαίνεται την αγορά, ότι πουλάει παράνομα τιμολόγια, δηλαδή ότι ο εγκαλών τέλεσε σε βάρος του αιτούντος τις αξιόποινες πράξεις της εξυβρίσεως, της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της παραβιάσεως των προσωπικών δεδομένων. Οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν ψευδείς, αφού, όπως κατατέθηκε από τους μάρτυρες Κ. και Σ. Λ., που εξετάσθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου, οι οποίοι ήταν παρόντες καθ` όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Ι' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, τίποτε από τα ως άνω δεν ισχυρίστηκε ο εγκαλών, κατά την εν λόγω αγόρευσή του, για τον αιτούντα. Το αυτό βεβαιώνει και ο, συμπαραστάς με τον εγκαλούντα ως συνήγορος πολιτικής αγωγής, δικηγόρος Σ. Δ. του Κ. (που, από παραδρομή, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως Κ. Δ. και, κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία εκδόθηκε αυτή, είχε ήδη αποβιώσει) στις από 22.9 2006 και 29.6.2006 ένορκες προανακριτικές καταθέσεις του ενώπιον της Πταισματοδίκου Αθηνών, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Παρά ταύτα, ο αιτών υπέβαλε την ως άνω μήνυσή του, εν γνώσει της αναληθείας του περιεχομένου της, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του εγκαλούντος, πλην, με την υπ` αριθ. ΕΓ 152-06/261/50Δ/08 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, η οποία δεν προσβλήθηκε με προσφυγή, απορρίφθηκε αυτή, κατά το επίμαχο σημείο. Ο τελευταίος, κατά την ένορκη, στις 3.3.2006, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, εξέτασή του, επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της εγκλήσεώς του σε βάρος του εγκαλούντος δικηγόρου, εν γνώσει της αναληθείας αυτού. Ο αιτών προσκομίζει, όπως αναφέρθηκε, ως νέο στοιχείο, την υπ` αριθ. 1467/2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Β. Β. του Κ., ο οποίος βεβαιώνει ότι παρευρισκόταν στο ακροατήριο του Ι' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 7.12.2005, πλην ο αιτών παρέλειψε να τον προτείνει, ως μάρτυρα υπερασπίσεώς του, λόγω της εντάσεως που είχε δημιουργηθεί, και ότι άκουσε τον εγκαλούντα δικηγόρο να ισχυρίζεται κατά του αιτούντος όσα αναφέρονται παραπάνω. Όμως, η βεβαίωση αυτή δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση, ότι, δηλαδή, το περιεχόμενο της εγκλήσεως του αιτούντος ήταν αληθινό, γιατί, ανεξαρτήτως του ότι ο αιτών έπρεπε να τον προτείνει πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, πριν, δηλαδή, από την πρόκληση της υποτιθέμενης εντάσεως, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και μάλιστα με την ως άνω εισαγγελική διάταξη, με την οποία απορρίφθηκε, όσον αφορά τον εγκαλούντα, η έγκληση του αιτούντος, και με τις παραπάνω μαρτυρικές καταθέσεις. Από όλα τα ανωτέρω, το Συμβούλιο κρίνει ότι δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19 Φεβρουαρίου 2013 (με αριθ. πρωτ. 1374/2013) αίτηση του Χ. Τ. του Α., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της αμετάκλητης υπ' αριθ. 6666/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2013. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2013.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας κατά αμετακλήτου καταδικαστικής, για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου, γιατί το επικαλούμενο αποδεικτικό στοιχείο (ένορκη βεβαίωση) που ως νέο προσκόμισε ο αιτών δεν είναι από μόνο του ή σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση ικανό να οδηγήσει με βεβαιότητα στο ότι ο καταδικασθείς ήταν αθώος.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Επανάληψη διαδικασίας, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα, Ένορκη βεβαίωση.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 915/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Σ. Μ. του Η., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δημητρακόπουλο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 49/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1377/12.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 10 και ημερομηνία 21 Ιανουαρίου 2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριο Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525§1 περ. 2, 527§1,3 και 528 ΚΠΔ, την από 19/12/2012 αίτηση του Σ. Μ. του Η., κατοίκου ... με την οποία αυτός ζητάει την επανάληψη προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της με αριθμό 49/2009 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης 6 ετών και 6 μηνών και χρηματική ποινή 10.000 € για τις αξιόποινες πράξεις της κατοχής, της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών και της οδήγησης αυτοκινήτου υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525§1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο παραπάνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον δίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό, ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νέα γεγονότα ή αποδείξεις, θεωρούνται εκείνες, οι οποίες ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες σ' αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες μόνες τους, ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δίκασαν δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως απορρίφθηκαν και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. (ΑΠ 1222/08, ΑΠ 1126/08, ΑΠ 680/07). II. Στην κρινόμενη υπόθεση, η παραπάνω με αριθμό 49/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, είναι αμετάκλητη δεδομένου ότι με την με αριθμό 1417/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, απορρίφθηκαν οι από τον αιτούντα ασκηθείσες αιτήσεις αναίρεσης. Με την αμετάκλητη απόφαση αυτή ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας καταδικάσθηκε για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις που συνίστανται στο ότι: Α) ΣΤΟ 47° Χ/Μ της ΕΟ Τρίπολης-Καλαμάτας, στις 9-9-2005 και περί ώρα 23.00', με πρόθεση, α) κατείχε και β) μετέφερε εν γνώσει του, με οποιοδήποτε τρόπο μέσα στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας ναρκωτικές ουσίες, χωρίς να είναι τοξικομανής με σκοπό την περαιτέρω διάθεση και συγκεκριμένα κατελήφθη με το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του που οδηγούσε ο ίδιος, να κατέχει στην αριστερή τσέπη του παντελονιού του που φορούσε, ένα σωληνάριο περιέχον ποσότητα κοκαΐνης καθαρού βάρους ενός γραμμαρίου και ογδόντα ενός εκατοστών του γραμμαρίου (1,81gr) και μέσα σε σακβουαγιάζ που μετέφερε με το παραπάνω όχημα βρέθηκαν: 1) ποσότητα αποξηραμένων φυτικών αποσπασμάτων ακατέργαστης ινδικής καννάβεως, καθαρού βάρους τριών γραμμαρίων και πενήντα ενός εκατοστών του γραμμαρίου (3,51 gr), 2) μια νάϋλον συσκευασία περιέχουσα ποσότητα κοκαΐνης καθαρού βάρους επτά γραμμαρίων και πενήντα πέντε εκατοστών του γραμμαρίου (7,55gr), 3) ποσότητα κοκαΐνης καθαρού βάρους δέκα τριών εκατοστών του γραμμαρίου (0,13gr), 4) δύο αυτοσχέδια τσιγαριλίκια περιέχοντα καπνό και αποξηραμένη ινδική κάνναβη καθαρού βάρους δέκα οκτώ εκατοστών του γραμμαρίου (0,18gr) το ένα και τριάντα πέντε εκατοστών του γραμμαρίου (0,35gr) το άλλο και 5) ποσότητα κοκαΐνης καθαρού βάρους ενός χιλιοστού του γραμμαρίου (0,001 gr) εντός πλαστικού σωληναρίου. Τις παραπάνω ποσότητες ναρκωτικών κατείχε και μετέφερε, χωρίς να είναι τοξικομανής με σκοπό την περαιτέρω διάθεση σε τρίτους, ήτοι προς εμπορία. Β) Στην ... στις 10 Σεπτεμβρίου 2005, με πρόθεση, χωρίς να είναι τοξικομανής κατείχε ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την περαιτέρω διάθεση και συγκεκριμένα, κατελήφθη να κατέχει εντός της οικίας του που βρίσκεται επί της οδού ... 1) ποσότητα κοκαΐνης, συσκευασμένη σε σακουλάκι, καθαρού βάρους είκοσι ενός γραμμαρίων και τεσσάρων δεκάτων του γραμμαρίου (21,4gr), 2) ποσότητα φυτικών αποσπασμάτων ινδικής καννάβεως συσκευασμένη σε νάυλον σακουλάκι, συνολικού καθαρού βάρους πέντε γραμμαρίων και επτά δεκάτων του γραμμαρίου (5,7gr) και 3) ποσότητα υπολειμμάτων κοκαΐνης, μη προσδιορισθέντος βάρους, σε γυάλινο πιάτο. Τις παραπάνω ποσότητες ναρκωτικών, κατείχε χωρίς να είναι τοξικομανής με σκοπό την περαιτέρω διάθεση σε τρίτους. Γ) ΣΤΟ 47° Χ/Μ της ΕΟ Τρίπολης-Καλαμάτας, στις 9-9-2005 και περί ώρα 23.00', με πρόθεση, κατελήφθη να οδηγεί χερσαίο μεταφορικό μέσο υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα κατελήφθη να οδηγεί, με το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του να οδηγεί υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα κοκαΐνης (σε συγκέντρωση >5000 ng/ml ούρων) και ινδικής κάνναβης (σε συγκέντρωση >300 ng/ml ούρων). III) Ως νέα γεγονότα για την απόδειξη και την ευδοκίμηση της αίτησης του ο αιτών επικαλείται τις με αριθμούς …/2012 και …/2012 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Σ. Α. και Π. Τ. αντίστοιχα ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Αλμπάνη και οι οποίοι κατέθεσαν ότι: ο πρώτος εξ αυτών Σ. Α. "Στις 10 Σεπτεμβρίου 2005, ημέρα Σάββατο, και περί ώρα 11:25 μετέβην μαζί με την Πταισματοδίκη Αθηνών, κ. Γεωργία Μουτεβέλη, στην κατοικία του Σ. Μ., που βρίσκεται στην ... οδός ... προκειμένου να ερευνήσουμε αν υπάρχουν ναρκωτικά εντός αυτής. Για να ανοίξουμε την θύρα εισόδου στο άνω διαμέρισμα, μας συνέδραμε ο κλειθροποιός (κλειδαράς), κ. Κ. Ρ. και ήταν παρούσα η γειτόνισσα, κ. Π. Τ. Κατά την έρευνα ευρέθησαν: α) ναρκωτική ουσία, πιθανώς κοκαΐνη, συσκευασμένη σε νάιλον σακουλάκι περιτυλιγμένη με αλουμινόχαρτο, συνολικού μεικτού βάρους 21,4 γραμμαρίων, β) ναρκωτική ουσία ινδική κάνναβη συσκευασμένη σε νάιλον σακουλάκι, περιτυλιγμένη με αλουμινόχαρτο, συνολικού μεικτού βάρους 6 γραμμαρίων και γ) ένα γυάλινο πιάτο με υπολείμματα ναρκωτικής ουσίας πιθανώς κοκαΐνη. Τα άνω ναρκωτικά βρέθηκαν στο επάνω μέρος ενός κομοδίνου, δίπλα στο κρεβάτι του Σ. Μ., ήσαν σε εμφανή θέση, περιτυλιγμένα πρόχειρα με αλουμινόχαρτο. Δεν υπήρχαν μικρά σακουλάκια, ούτε ζυγαριά, ούτε άλλα αντικείμενα που να συνδέονται με ναρκωτικά. Η κοκαΐνη και το χασίσι βρέθηκαν σε ξεχωριστές συσκευασίες το καθένα και δεν ήσαν κατανεμημένα- καθ' οιονδήποτε τρόπο-σε μικρότερες ποσότητες. Το γυάλινο πιάτο με τα υπολείμματα κοκαΐνης ήταν πάνω στο κρεβάτι, στο υπνοδωμάτιο του Μ.. και η δευτέρα Π. Τ. ότι: "Τον Σεπτέμβριο του 2005 θυμάμαι είχαν έλθει αστυνομικοί μαζί με έναν κλειδαρά στην τριόροφη κατοικία όπου διαμένω στην οδό ... στην ... και παρέστην ως μάρτυρας κατά την είσοδο τους στο διαμέρισμα του ενοικιαστή και γείτονα μου Σ. Μ. (διέμενε στο επάνω οροφοδιαμέρισμα). Κατά την είσοδο στο διαμέρισμα οι αστυνομικοί διαπίστωσαν σε εμφανές μέρος ναρκωτικές ουσίες καθώς και ένα γυάλινο πιάτο με υπολείμματα ναρκωτικών και γι' αυτό σχολίασαν ότι ο Μ. έκανε χρήση ναρκωτικών. Δεν άκουσα κανένα σχόλιο για εμπόριο ναρκωτικών και θα ήθελα να επισημάνω κι εγώ ότι ως γειτόνισσα για αρκετά χρόνια του κ. Μ. ουδέποτε υπέπεσε στην αντίληψη μου κάτι ύποπτο, πρόκειται δε για ένα μορφωμένο σοβαρό άτομο προερχόμενο από καλή και εύπορη οικογένεια επιστημόνων που προσωπικά θεωρών αδιανόητο να σχετίζεται με εμπορία απαγορευμένων ουσιών". IV. Αυτές οι καταθέσεις όμως προδήλως δεν συνιστούν νέα γεγονότα, τα οποία εάν γνώριζαν οι εκδόσαντες την απόφαση δικαστές θα χαρακτήριζαν την αξιόποινη συμπεριφορά του αιτούντος ως προμήθεια ναρκωτικών για αποκλειστική του χρήση, δεδομένου ότι οι παραδοχές του δικαστηρίου ότι κατείχε και μετέφερε τις ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την περαιτέρω διάθεση τους σε τρίτους, στηρίζονται στο ότι οι ποσότητες των ναρκωτικών που βρέθηκαν ήταν μεγάλες και αναντίστοιχες των αναγκών του για την καθημερινή χρήση τους, ενόψει μάλιστα ότι ο τελευταίος δεν ήταν εξαρτημένος ή "βαρύς" χρήστης. Ως εκ τούτου, το ότι οι ναρκωτικές ουσίες δεν ήταν κατανεμημένες σε δόσεις έτοιμες προς διάθεση και ότι ο αιτών δεν κατείχε ζυγαριά ακριβείας, δεν θα άλλαζαν την απόφαση του δικαστηρίου σε σχέση με την ποινική αξιολόγηση της συμπεριφοράς του ενόψει των ανωτέρω παραδοχών. V. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω εκτεθέντων πρέπει η κρινόμενη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας να απορριφθεί, να επιβληθούν στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα και να απορριφθεί το συνυποβαλλόμενο αίτημα του για αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσης, με την πιο πάνω απόφαση, ποινής, το οποίο απαραδέκτως εισάγεται καθ' όσον ο αιτών δεν κρατείται προς έκτιση αυτής της ποινής.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να απορριφθεί η από 19/12/2012 αίτηση του Σ. Μ. του Η., κατοίκου ... για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την με αριθμό 49/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα και 3) Να απορριφθεί το αίτημα του για αναστολή εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε σ' αυτόν με την πιο πάνω απόφαση.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες, οι οποίες δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως περί επαναλήψεως της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, τα οποία διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ` αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ` αυτούς, έστω και κατ` εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό, το οποίο έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, καθόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Ως βαρύτερο δε έγκλημα, από εκείνο που τέλεσε ο καταδικασθείς, θεωρείται ότι υπάρχει, όταν με το βαρύτερο χαρακτηρισμό, μεταβάλλεται το είδος της αξιόποινη πράξης. Βαρύτερο συνεπώς έγκλημα θεωρείται η κακουργηματική πράξη της προμήθειας και κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία, (άρθρο 20 παρ.1 στοιχ. ζ' Κ.Ν.Ν. ήτοι Ν.3459/2006, όπως ίσχυε πριν από το νέο Ν.4139/20-3-2013 ), από την πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξη της προμήθειας και κατοχής ναρκωτικών ουσιών προς ιδία αποκλειστική χρήση του κατηγορουμένου (άρθρο 29 παρ.1 Κ.Ν.Ν. ήτοι Ν.3459/2006, όπως ίσχυε πριν από το νέο Ν.4139/20-3-2013.) Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη, από 3-12-2012 αίτηση, ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη καταδικαστική με αριθμό 49/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και έξι (6) μηνών και Χρηματική ποινή, 10.000 Ευρώ, για τις αξιόποινες πράξεις α) της κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία β) της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία και γ) της οδήγησης αυτοκινήτου υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών. Ως λόγο επανάληψης της διαδικασίας, προβάλλει με την αίτηση, ότι μετά την οριστική καταδίκη του, προέκυψαν νέα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία επικαλείται και αποδεικνύουν ότι, το Δικαστήριο τον καταδίκασε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από αυτό που πραγματικά τέλεσε, ήτοι για τις κακουργηματικές πράξεις της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, ενώ θα έπρεπε να καταδικαστεί, κατά παραδοχή προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού, για τις πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξεις της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, σε ποσότητες που αποδεδειγμένα εξυπηρετούν αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες. Η αίτηση με το παραπάνω περιεχόμενο είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, παραδεκτά δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ.3, και 528 παρ.1 του Κ.Π.Δ, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσία. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Ο αιτών, Σ. Μ. του Η., καταδικάστηκε με την υπ` αριθ. 49/2009, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, στην προαναφερθείσα ποινή για τις αξιόποινες πράξεις που προαναφέρθηκαν. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, αφού με την υπ` αριθ. 1417/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, απορρίφθηκαν, οι κατ` αυτής ασκηθείσες από 19-3-2009 και 17-7-2009, αιτήσεις αναίρεσης του αιτούντος. Ειδικότερα, με την ως άνω αμετάκλητη απόφαση, καταδικάσθηκε, για το ότι:
Α) ΣΤΟ 47° Χ/Μ της ΕΟ Τρίπολης-Καλαμάτας, στις 9-9-2005 και περί ώρα 23.00', με πρόθεση, α) κατείχε και β) μετέφερε εν γνώσει του, με οποιοδήποτε τρόπο μέσα στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας ναρκωτικές ουσίες, χωρίς να είναι τοξικομανής με σκοπό την περαιτέρω διάθεση και συγκεκριμένα κατελήφθη με το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του που οδηγούσε ο ίδιος, να κατέχει στην αριστερή τσέπη του παντελονιού του που φορούσε, ένα σωληνάριο περιέχον ποσότητα κοκαΐνης καθαρού βάρους ενός γραμμαρίου και ογδόντα ενός εκατοστών του γραμμαρίου (1,81gr) και μέσα σε σακβουαγιάζ που μετέφερε με το παραπάνω όχημα βρέθηκαν: 1) ποσότητα αποξηραμένων φυτικών αποσπασμάτων ακατέργαστης ινδικής καννάβεως, καθαρού βάρους τριών γραμμαρίων και πενήντα ενός εκατοστών του γραμμαρίου (3,51gr), 2) μια νάιλον συσκευασία περιέχουσα ποσότητα κοκαΐνης καθαρού βάρους επτά γραμμαρίων και πενήντα πέντε εκατοστών του γραμμαρίου (7,55gr), 3) ποσότητα κοκαΐνης καθαρού βάρους δέκα τριών εκατοστών του γραμμαρίου (0,13gr), 4) δύο αυτοσχέδια τσιγαριλίκια περιέχοντα καπνό και αποξηραμένη ινδική κάνναβη καθαρού βάρους δέκα οκτώ εκατοστών του γραμμαρίου (0,18gr) το ένα και τριάντα πέντε εκατοστών του γραμμαρίου (0,35gr) το άλλο και 5) ποσότητα κοκαΐνης καθαρού βάρους ενός χιλιοστού του γραμμαρίου (0,001gr) εντός πλαστικού σωληναρίου. Τις παραπάνω ποσότητες ναρκωτικών κατείχε και μετέφερε, χωρίς να είναι τοξικομανής με σκοπό την περαιτέρω διάθεση σε τρίτους, ήτοι προς εμπορία.
Β) Στην ... στις 10 Σεπτεμβρίου 2005, με πρόθεση, χωρίς να είναι τοξικομανής κατείχε ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την περαιτέρω διάθεση και συγκεκριμένα, κατελήφθη να κατέχει εντός της οικίας του που βρίσκεται επί της οδού ... 1) ποσότητα κοκαΐνης, συσκευασμένη σε σακουλάκι, καθαρού βάρους είκοσι ενός γραμμαρίων και τεσσάρων δεκάτων του γραμμαρίου (21,4gr), 2) ποσότητα φυτικών αποσπασμάτων ινδικής καννάβεως συσκευασμένη σε νάιλον σακουλάκι, συνολικού καθαρού βάρους πέντε γραμμαρίων και επτά δεκάτων του γραμμαρίου (5,7gr) και 3) ποσότητα υπολειμμάτων κοκαΐνης, μη προσδιορισθέντος βάρους, σε γυάλινο πιάτο. Τις παραπάνω ποσότητες ναρκωτικών, κατείχε χωρίς να είναι τοξικομανής με σκοπό την περαιτέρω διάθεσή τους σε τρίτους.
Γ) ΣΤΟ 47° Χ/Μ της ΕΟ Τρίπολης-Καλαμάτας, στις 9-9-2005 και περί ώρα 23.00', με πρόθεση, κατελήφθη να οδηγεί χερσαίο μεταφορικό μέσο υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα κατελήφθη να οδηγεί, το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα κοκαΐνης (σε συγκέντρωση > 5000 ng/ml ούρων) και ινδικής κάνναβης (σε συγκέντρωση >300 ng/ml ούρων). Το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του, κατέληξε, στηριζόμενο στις κατά την προδικασία ληφθείσες και αναγνωσθείσες στο ακροατήριο, ένορκες καταθέσεις του μάρτυρα αστυνομικού Κ. Μ., ενώπιον του Α.Τ. Μεγαλόπολης και ενώπιον του Ανακριτή Τρίπολης, στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης Μ. Μ., αδελφής του κατηγορουμένου και Ι. Ξ., ψυχολόγου, και στα αναγνωσθέντα έγγραφα. Ως νέα γεγονότα και αποδείξεις για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αιτήσεώς του, ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει: 1) Την υπ` αριθ. …/28-6-2012 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Σπ.Αλμπάνη, του μάρτυρα Σ. Α., Αστυνομικού, διενεργήσαντος κατά την προανάκριση, κατ` οίκον έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου και υπογράψαντος τη σχετική έκθεση κατ` οίκον έρευνας και κατάσχεσης και 2) Την υπ` αριθ. …/6-11-2012 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του ως άνω συμβολαιογράφου της μάρτυρος Π. Τ., γειτόνισσας του κατηγορουμένου, παραστάσας κατά την ως άνω έρευνα και συνυπογράψασας την ως άνω έκθεση, κατ` οίκον έρευνας και κατάσχεσης. Οι παραπάνω μάρτυρες, οι οποίοι δεν είχαν εξεταστεί στην προηγηθείσα ποινική δίκη, κατέθεσαν: Ο μεν πρώτος εξ αυτών Σ. Α., ότι "Στις 10 Σεπτεμβρίου 2005, ημέρα Σάββατο, και περί ώρα 11:25 μετέβην μαζί με την Πταισματοδίκη Αθηνών, κ. Γεωργία Μουτεβέλη, στην κατοικία του Σ. Μ., που βρίσκεται στην ... οδός ... προκειμένου να ερευνήσουμε αν υπάρχουν ναρκωτικά εντός αυτής. Για να ανοίξουμε την θύρα εισόδου στο άνω διαμέρισμα, μας συνέδραμε ο κλειθροποιός (κλειδαράς), κ. Κ. Ρ. και ήταν παρούσα η γειτόνισσα, κ. Π. Τ. Κατά την έρευνα ευρέθησαν: α) ναρκωτική ουσία, πιθανώς κοκαΐνη, συσκευασμένη σε νάιλον σακουλάκι περιτυλιγμένη με αλουμινόχαρτο, συνολικού μεικτού βάρους 21,4 γραμμαρίων, β) ναρκωτική ουσία ινδική κάνναβη συσκευασμένη σε νάιλον σακουλάκι, περιτυλιγμένη με αλουμινόχαρτο, συνολικού μεικτού βάρους 6 γραμμαρίων και γ) ένα γυάλινο πιάτο με υπολείμματα ναρκωτικής ουσίας πιθανώς κοκαΐνη. Τα άνω ναρκωτικά βρέθηκαν στο επάνω μέρος ενός κομοδίνου, δίπλα στο κρεβάτι του Σ. Μ., ήσαν σε εμφανή θέση, περιτυλιγμένα πρόχειρα με αλουμινόχαρτο. Δεν υπήρχαν μικρά σακουλάκια, ούτε ζυγαριά, ούτε άλλα αντικείμενα που να συνδέονται με ναρκωτικά. Η κοκαΐνη και το χασίσι βρέθηκαν σε ξεχωριστές συσκευασίες το καθένα και δεν ήσαν κατανεμημένα- καθ' οιονδήποτε τρόπο σε μικρότερες ποσότητες. Το γυάλινο πιάτο με τα υπολείμματα κοκαΐνης ήταν πάνω στο κρεβάτι, στο υπνοδωμάτιο του Μ.". Η δεύτερη, Π. Τ. ότι: "Τον Σεπτέμβριο του 2005 θυμάμαι είχαν έλθει αστυνομικοί μαζί με έναν κλειδαρά στην τριώροφη κατοικία όπου διαμένω στην οδό ... στην ... και παρέστην ως μάρτυρας κατά την είσοδο τους στο διαμέρισμα του ενοικιαστή και γείτονά μου Σ. Μ. (διέμενε στο επάνω οροφοδιαμέρισμα). Κατά την είσοδο στο διαμέρισμα οι αστυνομικοί διαπίστωσαν σε εμφανές μέρος ναρκωτικές ουσίες καθώς και ένα γυάλινο πιάτο με υπολείμματα ναρκωτικών και γι' αυτό σχολίασαν ότι ο Μ. έκανε χρήση ναρκωτικών. Δεν άκουσα κανένα σχόλιο για εμπόριο ναρκωτικών και θα ήθελα να επισημάνω κι εγώ ότι ως γειτόνισσα για αρκετά χρόνια του κ. Μ., ουδέποτε υπέπεσε στην αντίληψή μου κάτι ύποπτο, πρόκειται δε για ένα μορφωμένο σοβαρό άτομο προερχόμενο από καλή και εύπορη οικογένεια επιστημόνων που προσωπικά θεωρώ αδιανόητο να σχετίζεται με εμπορία απαγορευμένων ουσιών".
Όμως οι παραπάνω καταθέσεις, που επικαλείται ο αιτών, ως νέα γεγονότα - αποδείξεις, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την ως άνω υπ' αριθ. 49/2009 απόφασή του, της οποίας ζητείται η ακύρωση με την κρινόμενη αίτηση, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν λόγο που μπορεί να δικαιολογήσει την αιτούμενη επανάληψη της διαδικασίας. Συγκεκριμένα, ο αυτοτελής ισχυρισμός του αιτούντα, που αναφέρεται στην παραπάνω αίτησή του, ότι δηλαδή τις ανευρεθείσες ποσότητες κοκαΐνης και ινδικής κάνναβης τις προμηθεύτηκε για δική του αποκλειστικά χρήση τέθηκε υπό την κρίση του δικαστηρίου που εξέδωσε την ως άνω απόφαση, αφού τον προέβαλε και δεν έγινε δεκτός. Ειδικότερα, το δικαστήριο δέχθηκε ότι "κατείχε και μετέφερε τις ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την περαιτέρω διάθεσή τους, στηριζόμενο στο γεγονός ότι οι ποσότητες ναρκωτικών που βρέθηκαν τόσο στο αυτοκίνητο όσο και στην οικία του, ήταν μεγάλες και αναντίστοιχες των αναγκών του για την καθημερινή χρήση τους, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν εξαρτημένος από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών ή βαρύς χρήστης". To γεγονός ότι οι ναρκωτικές ουσίες που βρέθηκαν κατά την έρευνα στην οικία του κατηγορουμένου ήταν σε εμφανές σημείο, σύμφωνα με τις καταθέσεις αμφοτέρων των ως άνω, νέων μαρτύρων, και ειδικότερα, στο πάνω μέρος ενός κομοδίνου δίπλα στο κρεβάτι του, κατά την κατάθεση του μάρτυρα Αστυνομικού, καθώς και το γεγονός της μη ύπαρξης ζυγαριάς ασφαλείας, δεν είναι στοιχεία που να καθιστούν ολοφάνερο ότι η απόφαση του δικαστηρίου θα ήταν διαφορετική σε σχέση με την ποινική αξιολόγηση της συμπεριφοράς του, ήτοι ότι οι εκδόσαντες την απόφαση δικαστές θα χαρακτήριζαν την αξιόποινη συμπεριφορά του αιτούντος ως προμήθεια ναρκωτικών για αποκλειστικά δική του χρήση και θα τον καταδίκαζαν σε βαθμό πλημμελήματος και όχι κακουργήματος που τον καταδίκασαν. Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω καταθέσεις κατά το σημείο τους, που αναφέρουν ότι τα ναρκωτικά που βρέθηκαν στην οικία του κατηγορουμένου, α) ήταν σε εμφανές μέρος και ειδικότερα, "στο επάνω μέρος ενός κομοδίνου δίπλα στο κρεβάτι του", και β) δεν ήταν "κατανεμημένα καθ` οιονδήποτε τρόπο, σε μικρότερες ποσότητες" αναιρούνται από τα στοιχεία της δικογραφίας, και ειδικότερα αναιρούνται, από την από 12-9-2005, απολογία του κατηγορουμένου ενώπιον του Ανακριτή Τρίπολης, στην οποία ο ίδιος, απολογούμενος κατέθεσε επί λέξει: " Η ποσότητα που βρέθηκε στην Αθήνα ήταν συσκευασμένη σε ένα σακουλάκι και τοποθετημένη στο δεύτερο συρτάρι του γραφείου μου και ήταν σε κομματάκια βραχάκια". Επιπρόσθετα, τόσο από τη με χρονολογία 09-09-2005 κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού Κ. Μ., ενώπιον του προανακριτικού υπαλλήλου Σ. Κ., όσο και από την κατάθεση του ιδίου ενώπιον του τακτικού ανακριτή Τριπόλεως, με χρονολογία 28-9-2005, βεβαιώνεται το μεν η ύπαρξη εντός του ταξιδιωτικού του σάκου και σε ξεχωριστές συσκευασίες, διαφορετικών ειδών ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα: α) 3,51 γραμ. κάνναβης, β) 7,55 γραμ. κοκαΐνης, γ) 0,13 γραμ. της αυτής ναρκωτικής ουσίας και 2 αυτοσχέδιων τσιγαριλικίων ινδικής κάνναβης, το δε η απόκρυψη εντός του φιαλιδίου παυσίπονων με την ένδειξη DEPON μικρής ποσότητας κοκαΐνης. Επίσης, από τον ως άνω μάρτυρα, βεβαιώνεται στην ανακριτική του κατάθεση, το γεγονός ότι ο αιτών απόκρυψε την ιδιότητα της ανευρεθείσας στο ως άνω φιαλίδιο ναρκωτικής ουσίας, για την οποία αυτός αρχικά αναληθώς δήλωσε ότι πρόκειται περί αναγκαίας για το βιολογικό εργαστήριο του ουσίας, και μόνον όταν του δηλώθηκε από τα αστυνομικά όργανα, ότι θα προβούν σε έρευνα του αυτοκινήτου του, τότε μόνο παραδέχθηκε ότι πρόκειται περί της ναρκωτικής ουσίας (κοκαΐνης). Δεν αναιρείται δε η κρίση της γνώμης της πλειοψηφίας, από το γεγονός ότι ο αιτών διέθετε πράγματι μεγάλη ακίνητη περιουσία και ότι απολάμβανε αντίστοιχης οικονομικής ευμάρειας, η οποία του επέτρεπε τη δυνατότητα προμήθειας ικανών ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, και για ικανό χρονικό διάστημα, που θα κάλυπταν τις προσωπικές του ανάγκες. Τούτο γιατί: α) η συνολική ποσότητα των 30,89 γραμμαρίων κοκαΐνης, που κατείχε ο αιτών και η οποία κατά μέτριους υπολογισμούς αντιστοιχεί σε μεγάλο αριθμό δόσεων, δε μπορεί να θεωρηθεί ως μικρή ποσότητα προορισμένη να εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο τις προσωπικές του ανάγκες (ΑΠ 1451/2004 και 1223/2007), τη στιγμή μάλιστα που πρόκειται περί μη εξαρτημένου ατόμου, β) ωσαύτως, δεν αναιρείται η κρίση αυτή της πλειοψηφίας από το γεγονός, ότι κατά την υπ' αυτού οδήγηση του Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου του, καταλήφθηκε να οδηγεί υπό την επήρεια κοκαΐνης, που προηγουμένως αυτός είχε κάνει χρήση. Επίσης, δεν αναιρείται η κρίση αυτή από το γεγονός ότι κατά τη γενόμενη κατ' οίκον έρευνα, δεν ανευρέθηκε ζυγαριά ακριβείας, ούτε από την ανυπαρξία κατά το παρελθόν σε βάρος του άλλων στοιχείων, επιβαρυντικών μιας ανάλογης συμπεριφοράς του. Το γεγονός δε ότι με πρόσφατη νομοθετική διάταξη (άρθρο 29 του ν. 4139/2013) καταργήθηκαν τα ποσοτικά όρια προσδιοριστικά των, για αποκλειστική και προσωπική χρήση, ναρκωτικών ουσιών, δεν αναιρεί και πάλι την κρίση της πλειοψηφίας, αφού οι ως άνω ποσότητες δεν δικαιολογούνται μόνο για την ατομική του χρήση.
Επομένως τα στοιχεία αυτά, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, καθιστούν πρόδηλον, ότι δεν αποτελούν νέα άγνωστα, κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ, γεγονότα, τα οποία, από μόνα τους ή συνεκτιμώμενα μετά των λοιπών που αξιολογήθηκαν από το Δικαστήριο, θα οδηγούσαν σε παραδοχή του προβληθέντος από τον κατηγορούμενο αυτοτελούς ισχυρισμού, ότι τις ναρκωτικές ουσίες που βρέθηκαν στην κατοχή του, τις προμηθεύτηκε για δική του αποκλειστικά χρήση, και εντεύθεν σε καταδίκη του σε βαθμό πλημμελήματος και όχι σε βαθμό κακουργήματος που καταδικάστηκε. Με τα δεδομένα αυτά, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, οι επικαλούμενοι ως άνω, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας, είναι αβάσιμοι και επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας δύο μελών του συμβουλίου του δικαστηρίου τούτου, του Κωνσταντίνου Φράγκου, εισηγητή και της Μ. Γαλάνη- Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγιτών, η κρινόμενη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας του αμετάκλητα καταδικασθέντος 36ετούς βιολόγου - ιατρού, έπρεπε να γίνει δεκτή, διότι στην προκειμένη περίπτωση, μετά την οριστική καταδίκη του αιτούντος χρήστη ναρκωτικών, μη τοξικομανούς, σε κάθειρξη έξι ετών, για κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία - διάθεση σε τρίτους, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα και αποδείξεις, τα οποία σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε, καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Τούτο διότι νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 525 ΚΠΔ, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μαρτύρων, με δύο ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον συμβολαιογράφου, συμπληρωματικές και διευκρινιστικές, που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, αποδείξεις εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος, καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Υπάρχει δε βαρύτερο έγκλημα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, όταν τροποποιείται ουσιωδώς ο χαρακτήρας της πράξεως και μεταβάλλεται το είδος αυτής, όπως όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχείρισης του υπαιτίου κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, όχι προς εμπορία, που καταδικάστηκε, για κακουργηματική πράξη, κατά το άρθρο 20 παρ.1 περ. ζ' του ΚΝΝ, αλλά λόγω συνδρομής προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού, προμήθειας και κατοχής ναρκωτικών για αποκλειστική χρήση, που τιμωρείται, κατ'άρθρο 29 παρ.1 του ΚΝΝ, ελαφρύτερα, σε βαθμό πλημμελήματος, με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Σημειούται, ότι επιτρέπεται η προσαγωγή νέων και αγνώστων αποδείξεων προς επίρρωση αυτοτελούς ισχυρισμού περί γεγονότος γνωστού μεν από την αρχή και προβληθέντος στο δικαστήριο, αλλά απορριφθέντος ως αναπόδεικτου, όταν ο ισχυρισμός αυτός κατατείνει στη μεταβολή της πράξεως από κακούργημα σε πλημμέλημα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που ο καταδικασμένος αιτών, προκύπτει από τις δικαστικές αποφάσεις ότι είχε προβάλει τον ως παραπάνω νόμιμο αυτοτελή ισχυρισμό και στον πρώτο και στο δεύτερο βαθμό.
Κατά τη ως παραπάνω μειοψηφούσα γνώμη, τα νέα αυτά αποδεικτικά στοιχεία, αν τα ελάμβανε υπόψη το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, θα οδηγείτο σε αποδοχή του προβληθέντος, από το άρθρο 29 παρ.1 του ΚΝΝ, αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου, ότι τις μικρές πράγματι ποσότητες κοκαΐνης και ινδικής κάνναβης, που βρέθηκαν στην κατοχή του, στο αυτοκίνητό του και στην κατοικία του, τις προμηθεύτηκε για αποκλειστική δική του χρήση για κάλυψη των ατομικών του αναγκών και όχι για εμπορία και θα τιμωρούσε τον κατηγορούμενο σε βαθμό πλημμελήματος και όχι σε βαθμό κακουργήματος που τον καταδίκασε. Ήτοι η κρινόμενη αίτηση θάπρεπε να γίνει δεκτή, σύμφωνα με τα έγγραφα που υπάρχουν στη σχετική δικογραφία, τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν εισφερθεί και εκτιμηθεί στο ποινικό δικαστήριο και με τις προπαρατεθείσες δύο ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που επικαλείται ο αιτών, για τους παρακάτω λόγους:
1) ο κατηγορούμενος, όταν συνελήφθη οδηγών το ΙΧΕ αυτοκίνητό του, στην Εθνική οδό Αθηνών - Καλαμάτας, μεταβαίνοντας στην ιδιαίτερη πατρίδα του την …για διακοπές 10 ημερών, βρισκόταν υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών και δη κοκαΐνης, πράξη αυτοτελή, για την οποία επίσης καταδικάστηκε, διαπιστώθηκε δε αυτό από εργαστηριακή εξέταση που έγινε στα ούρα του, που λήφθηκαν αμέσως μετά τη σύλληψή του, ενώ πάνω στο κρεβάτι του υπνοδωματίου της οικίας του στην ... που έγινε έρευνα, βρέθηκε γιάλινο πιάτο με υπολείμματα κοκαΐνης και άρα πρόκειται αναμφισβήτητα για χρόνιο και όχι ευκαιριακό χρήστη ναρκωτικών ουσιών, που μάλιστα πριν ξεκινήσει για …είχε κάνει χρήση κοκαΐνης. (βλ. 2595/2005 έκθεση τοξικολογικών εξετάσεων Εργαστηρίου Γ.Ν.Πατρών), ενώ δεν είναι εξαρτημένο άτομο με την έννοια του ΚΝΝ, όπως δέχθηκε και το δικαστήριο.
2) Οι κατασχεθείσες ποσότητες, συνολικά 30,89 γραμμ. κοκαΐνης και 9,47 γραμμ. ινδικής κάνναβης, δεν είναι σχετικά μεγάλες, για τις ανάγκες ενός τέτοιου χρήστη και ο κατηγορούμενος, βιολόγος στο επάγγελμα και γόνος εύπορης οικογένειας, είχε την οικονομική δυνατότητα να προμηθευτεί αυτές τις ποσότητες που βρέθηκαν στην κατοχή του, για δική του αποκλειστικά χρήση.
3) Τα ευρεθέντα στην κατοικία του ναρκωτικά ήσαν σε εμφανές μέρος πάνω στο κομοδίνο του δωματίου του και όχι κρυμμένα.
4) Ο ανισοβαρής τρόπος κατανομής των ανευρεθέντων ναρκωτικών, κοκαΐνης και ινδικής κάνναβης, σε διάφορες συσκευασίες και ποσότητες,(0,001 γρ., 0,13 γρ., 1,81 γρ., 7,51 γρ., 21,4 γρ. κοκαϊνης και 3,51, 5,7 γρ. ακατέργαστης κάνναβης, 2 αυτοσχέδια τσιγαριλίκια) , δεν καταδεικνύουν ποσότητες έτοιμες, διαθέσιμες και συσκευασμένες με προορισμό την περαιτέρω διάθεση - πώληση σε τρίτους.
5) Ο καταδικασθείς, εργαζόταν, ως ιατρός βιολόγος στο μικροβιολογικό εργαστήριο της εξετασθείσας στο ακροατήριο του Εφετείου αδελφής του μικροβιολόγου ιατρού Μ. Μ., που κατέθεσε ότι αυτός έκανε χρήση από έτους και προμηθεύθηκε αρκετή κοκαΐνη γιατί δεν μπορούσε να ξαναπάει να προμηθευτεί, ότι δεν κυκλοφορεί σε περιθωριακούς τόπους και ότι έχουν δέκα ακίνητα μεγάλης αξίας από κληρονομιές και γονικές παροχές και δεν είναι άνθρωπος που θα έκανε εμπόριο.
6) στην οικία του και στο αυτοκίνητό του δε βρέθηκε καμία ζυγαριά, που συνήθως κατέχουν οι εμπορευόμενοι ναρκωτικές ουσίες για να διαχωρίζουν αυτές σε μικρές συσκευασίες, έτοιμες και πρόσφορες προς πώληση.
7) Οι άνω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, η ποικιλία και ο τρόπος κατανομής αυτών, που βρέθηκαν στις 9-9-2005 στην Ε.Ο Τρίπολης - Καλαμάτας, μέσα στο ΙΧΕ αυτοκίνητό του, πάνω του και σε σακκίδιο (όχι πάλιν κρυμμένα), ενώ μετέβαινε για διακοπές στην πόλη της καταγωγής του, δε συνάδουν με άνθρωπο που είχε σκοπό την περαιτέρω διάθεση της ποσότητας αυτής ή μέρους αυτής σε τρίτους, δικαιολογείται δε η κατοχή των ποσοτήτων αυτών για ιδία αποκλειστική χρήση του κατά της διακοπές, ενόψει των καθημερινών του αναγκών και του γεγονότος ότι ήταν εύπορος και μπορούσε να προμηθεύεται ικανές ποσότητες για ιδία αποκλειστική χρήση για τις ανάγκες του πολλών ημερών.
8) Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε κάποιο επιβαρυντικό στοιχείο, για προηγούμενη δράση του, κανείς δεν κατέθεσε ότι προμηθεύθηκε ναρκωτικά από τον αιτούντα, ούτε κάν πληροφορίες δεν κατέθεσαν ότι είχαν οι αρχές ασφαλείας σε βάρος του αιτούντος ιατρού για ενασχόληση αυτού και μάλιστα με διακίνηση ναρκωτικών, η δε σύλληψή του οφείλεται σε τυχαίο έλεγχό του στην Ε.Ο. .
9) Όπως προκύπτει από το αντίγραφο του Ποινικού του Μητρώου, ο αιτών έχει μία μικρή μόνο καταδίκη παράβασης του ΚΟΚ και ουδεμία άλλη.
10) Το άρθρο 29 του ΚΝΝ, που προσδιόριζε όρια ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών του χρήστη, που καλύπτουν τις ανάγκες για αποκλειστική ατομική του χρήση, είχεν επιφύλαξη, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει άλλως, αλλά ήδη η διάταξη αυτή καταργήθηκε με το άρθρο 29 του νέου ν. 4139/2013 και το ζήτημα αυτό αφήνεται στην κρίση του δικαστηρίου.
Κατ' ακολουθία, κατά την άνω μειοψηφούσα γνώμη, από τα παραπάνω δύο αποδεικτικά στοιχεία, που είναι νέα, καθίσταται φανερό ότι αυτά, σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως δίδεται διαφορετική εικόνα της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο αιτών, ως προς το σκοπό που κατείχε και μετέφερε τις ναρκωτικές ουσίες που βρέθηκαν στην οικία του και στο αυτοκίνητό του, και δη συνάγεται ότι , με συνεκτίμηση του είδους, της καθαρότητας και της ποσότητας των συγκεκριμένων ναρκωτικών σε συνδυασμό με τη συχνότητα χρήσης, το χρόνο χρήσης, την ημερήσια δόση και τις ιδιαίτερες ανάγκες χρήσης του αιτούντος, τις ουσίες αυτές, που κατείχε και μετέφερε ο αιτών ιατρός ως χρήστης και εύπορος διαθέτων χρήματα για αγορά ικανής ποσότητας ανά μεγάλα χρονικά διαστήματα, τις είχε προμηθευτεί για αποκλειστικά ατομική δική του χρήση και όχι με σκοπό την εμπορία και διακίνηση, όπως καταδικάστηκε, σε βαθμό κακουργήματος, κατά το άρθρο 20 παρ.1 περ.ζ του ΚΝΝ, σε κάθειρξη έξι ετών και μπορούσε και θάπρεπε, αν τα νέα αυτά στοιχεία είχαν τεθεί υπόψη των δικαστών, να είχε γίνει δεκτός ως βάσιμος ο ανωτέρω προβληθείς και νόμιμος, από το άρθρο 29 παρ.1 του ΚΝΝ, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου και να τιμωρηθεί αυτός ελαφρύτερα σε βαθμό πλημμελήματος, με φυλάκιση μέχρι ενός έτους.
Τέλος, πρέπει να απορριφθεί και το συνυποβαλλόμενο αίτημά του, για αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας με την παραπάνω απόφαση ποινής, το οποίο απαραδέκτως εισάγεται, καθόσον ο αιτών δεν κρατείται προς έκτιση της ποινής αυτής, και μετά ταύτα πρέπει να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-12-2012, υπ` αριθ. πρωτ. 8436/19-12-2012, αίτηση του Σ. Μ. του Η., κατοίκου ... οδός ... για επανάληψη προς το συμφέρον του, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθ. 49/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την υπ` αριθ.1417/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Απορρίπτει το αίτημα για αναστολή εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε στον αιτούντα με την παραπάνω απόφαση. Και Επιβάλλει στον αιτούντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας (525 επ. Κ.Π.Δ.). Προϋποθέσεις παραδεκτού της αίτησης. Βαρύτερο έγκλημα θεωρείται η κακουργηματική πράξη της προμήθειας και κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος από την πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξη της προμήθειας και κατοχής ναρκωτικών ουσιών προς ιδία αποκλειστική χρήση. Απαιτούνται νέα άγνωστα στοιχεία που δεν είχαν υποβληθεί στους δικαστές που εξέδωσαν την απόφαση. Προσκόμιση και επίκληση δύο ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων, ως νέων αποδεικτικών στοιχείων. Δεν συνιστούν νέες αποδείξεις που να καθιστούν ολοφάνερη την καταδίκη του κατηγορουμένου για έγκλημα βαρύτερο (προμήθεια και κατοχή ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία), από αυτό που τέλεσε (προμήθεια και κατοχή ναρκωτικών ουσιών προς ιδία αποκλειστική χρήση). Απορρίπτει την αίτηση κατά πλειοψηφία - κατά την άποψη της μειοψηφίας η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή.
|
Ναρκωτικά
|
Ναρκωτικά, Επανάληψη διαδικασίας, Μειοψηφική γνώμη.
| 2
|
Αριθμός 903/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Ζιάκα και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη), Νικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα, Δημήτριο Κόμη και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Η. Τ. του Θ., εως και 58) Α. Δ. του Β., κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην των 23ου και 54ου των αναιρεσειόντων, που δεν παραστάθηκαν, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Νικολουτσόπουλο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι: α) ο 23ος των αναιρεσειόντων Α. Γ. απεβίωσε στις 10-6-2008 και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Ε. χα Α. Γ., Γ. Γ. του Α. και Μ. Γ. του Α., ... που συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο και β) ο 54ος των αναιρεσειόντων Θ. Σ. απεβίωσε στις 7-2-2012 και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του 1) Α. Τ. του Σ., χα Θ. Σ., η οποία ενεργεί για λογαριασμό της και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της Σ. Σ. του Θ., Δ. Σ. του Θ., Δ. Σ. του Θ. και Γ. Σ. του Θ. και 2) Κ. Σ. του Θ., ... που συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Υδρεύσεως - Αποχέτευσης Αγρινίου" (ΔΕΥΑ Αγρινίου), που εδρεύει στο Αγρίνιο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τζοβάρα, καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Κιτσάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και των ήδη αποβιωσάντων Α. Γ. και Θ. Σ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 18-5-2010 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 122/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 2-3-2012 κλήση των καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 3-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ, 62, 73, 313 παρ. 1 περ. δ' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα, που, εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση αποβίωσης κάποιου διαδίκου, πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατός του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το, κατά της απόφασης αυτής, φερόμενο ως ασκηθέν από τον ήδη αποβιώσαντα ασκούμενο ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, από 11-6-2008, ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Αγρινίου Ε. Π., την οποία οι αναιρεσείοντες επικαλούνται και προσκομίζουν, πριν την άσκηση (20-5-2010) της κρινόμενης, από 18-5-2010, αίτησης αναίρεσης και, ειδικότερα, στις 10-6-2008, πέθανε στο …, ο εικοστός τρίτος ενάγων και ήδη αναιρεσείων Α. Γ. του Γ. Επομένως, εφόσον αυτός απεβίωσε πριν την άσκηση της αναίρεσης, η τελευταία, φερομένη ως ασκηθείσα απ' αυτόν (ήδη ανύπαρκτο πρόσωπο) είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, παραδεκτά, υπεισήλθαν και συνεχίζουν τη δίκη, μετά το θάνατο του 54ου αναιρεσείοντος Θ. Σ., που επήλθε στις 7-2-2012, δηλαδή μετά την άσκηση της αναίρεσης, οι μοναδικοί, εξ αδιαθέτου, κληρονόμοι του 1) Α. Τ. του Σ., δι' εαυτήν και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα επί των ανήλικων τέκνων της Σ., Δ., Δ. και Γ. Σ. του Θ. και 2) Κ. Σ. του Θ.
Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, τη συνδρομή των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.
Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής. Εξάλλου, γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών κατηγοριών εργαζομένων, που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες, συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομικό καθεστώς ήτοι, όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν η μία απασχολείται στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή Ν.Π.Δ.Δ. και η άλλη σε Ν.Π.Ι.Δ. ή γενικώς στον ιδιωτικό τομέα. Περαιτέρω, το άρθρο 1 της από 21-12-2000 Κλαδικής ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του, με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου, προσωπικού των ΟΤΑ", που υπεγράφη μεταξύ των εκπροσώπων, αφ' ενός του Δημοσίου και του τότε "Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης" και αφ' ετέρου της "Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Προσωπικού Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΠΟΠ - ΟΤΑ)", ορίζει ότι "στις διατάξεις της υπάγεται το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου όλων των κατηγοριών και ειδικοτήτων, που απασχολείται στους Δήμους, στις Κοινότητες, στους Συνδέσμους, στα Ιδρύματα και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, των Δήμων και Κοινοτήτων και σε Οργανισμούς, που εξαρτώνται ή επιχορηγούνται από τους Δήμους ή τις Κοινότητες, με συμβάσεις εργασίας αορίστου και ορισμένου χρόνου και εφαρμόζεται αποκλειστικά στα μέλη των σωματείων που ανήκουν μόνο στη δύναμη της ΠΟΠ - ΟΤΑ...". Με το άρθρο 5 της ανωτέρω Κλαδικής ΣΣΕ, για τους υπαγομένους στο πεδίο εφαρμογής της, βάσει του ανωτέρω άρθρου 1 αυτής, ισχύει πλέον και η 2/83422/0022/5-12-2000 Κοινή Υπουργική απόφαση Υπουργών Εσωτερικών Δημοσίας Διοίκησης και Αποκέντρωσης & Οικονομικών, εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 5 § 3 Ν. 2685/1999, σύμφωνα με την οποία χορηγείται από 1/3/2000 εφάπαξ αποζημίωση του προσωπικού των ΟΤΑ πρώτης βαθμίδας ποσού δραχμών 396.000 το χρόνο. Ακολούθως εκδόθηκαν και άλλες "ΚΥΑ Υπ ΕΔΔΑ & Υπ Οικ.", δυνάμει της ίδιας εξουσιοδοτικής διάταξης (αρ. 5 § 3 Ν. 2685/1999), που επαύξησαν το ποσό της εφάπαξ αποζημίωσης αυτής, ήτοι εκδόθηκαν η ΚΥΑ 2/71516/0022/12-12-2001 (αύξηση σε δραχμές 480.000 από 1/1/2001), η ΚΥΑ 2/31607/0022/17-6-2002 (αύξηση σε € 2.112 από 1/1/2002), η ΚΥΑ 2/6771/0022/5-2-2004 (αύξηση σε € 206 μηνιαίως από 1/1/2004) και η ΚΥΑ 2/35576/0022/13-7-2005 (αύξηση σε € 238 μηνιαίως από 1/1/ 2005, σε € 270 από 1/7/2005 και σε 325 ευρώ από 1-7-2006, αντίστοιχα). Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αποφάσεις, η αποζημίωση βαρύνει αποκλειστικά τους προϋπολογισμούς των οικείων ΟΤΑ και η καταβολή τους γίνεται με ξεχωριστό τίτλο πληρωμής τμηματικά στο τέλος κάθε μήνα. Την παραπάνω αποζημίωση λαμβάνουν όλοι οι τακτικοί υπάλληλοι των ΟΤΑ, ανεξάρτητα από βαθμό, θέση και ειδικότητα, είτε μετακινούνται για τις ανάγκες της υπηρεσίας, υποβαλλόμενοι με τον τρόπο αυτό σε έξοδα κίνησης, είτε όχι. Τα έξοδα κίνησης, δεδομένου ότι καταβάλλονται σε όλους τους τακτικούς υπαλλήλους των Ο.Τ.Α., χωρίς ειδικά κριτήρια και προϋποθέσεις, λαµβάνουν πλέον το χαρακτήρα ενιαίου τακτικού επιδόματος, χορηγούμενου σε μηνιαία βάση, ως προσαύξηση του μισθού. Όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, βούληση του νοµοθέτη είναι να διατηρηθούν τα έξοδα κίνησης ως πάγιο μέρος του μισθού και όχι ως περιοδική παροχή. Η καταβολή της ως άνω αποζημίωσης ενσωματώθηκε και αποτέλεσε περιεχόμενο των αντίστοιχων συλλογικών συμβάσεων για τους όρους αμοιβής και εργασίας του, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, προσωπικού των ΟΤΑ (ΣΣΕ της 21.12.2000, της 1.7.2001, 18.7.2002, 4.7.2003, 23.7.2004, 31.8.2005, ΔΕΝ 57/80, 58/34, 58/1232, 59/1407, 60/1612, 61/1167 άρθρο 5 και στην τελευταία 7). Εξάλλου, με το Ν. 1069/1980 προβλέφθηκε η σύσταση δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης (ΔΕΥΑ) και ορίσθηκε ότι το προσωπικό των επιχειρήσεων αυτών θα συνδέεται με αυτές με συµβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ οι εργασιακές σχέσεις, συμπεριλαμβανομένων των αποδοχών, θα διέπονται από Οργανισµό Εσωτερικής Υπηρεσίας, ανά επιχείρηση. Συγκεκριμένα, σύµφωνα µε το άρθρο 1 § 1 εδ. α' και β' του ανωτέρω νόµου, "Δια την άσκησιν των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος υδρεύσεως και αποχετεύσεως οικιστικών κέντρων της Χώρας, εξαιρέσει των πόλεων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των µειζόνων αυτών περιοχών, δύναται να συνιστώνται κατά την παράγραφον 3 του παρόντος άρθρου εις έκαστον Δήµον ή Κοινότητα της Χώρας ή υπό πλειόνων Δήµων ή Κοινοτήτων ή Δήµων και Κοινοτήτων ενιαίαι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως. Αι ανωτέρω Επιχειρήσεις αποτελούν ίδια Νοµικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, κοινωφελούς χαρακτήρος, διεπόµενα υπό των κανόνων της Ιδιωτικής οικονομίας, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως υπό νόµου". Με το άρθρο 7 § 1 του ιδίου Νόµου ορίσθηκε ότι "Δι' Οργανισµού Εσωτερικής Υπηρεσίας, συντασσομένου δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συµβουλίου της επιχειρήσεως, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εσωτερικών µετά γνώµην των οικείων Δηµοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, καθορίζεται η οργάνωσις, η σύνθεσις και η αρµοδιότης των υπηρεσιών, ο αριθµός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού, αναλόγως προς τας ανάγκας της επιχειρήσεως, η κατά µισθολογικά κλιµάκια κατανοµή των θέσεων του προσωπικού καθ' οµάδας ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδος εκπαιδεύσεως, αι αποδοχαί, ως και ο τρόπος προσλήψεως και απολύσεως και το αρµόδιον προς τούτο όργανον", ενώ µε την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι "το κατά την προηγουμένην παράγραφον προσωπικόν της επιχειρήσεως συνδέεται µετ' αυτής δια συµβάσεως εργασίας Ιδιωτικού δικαίου...". Περαιτέρω, µε την από 7/7/1998 Κλαδική Συλλογική Σύµβαση Εργασίας, "για τη ρύθµιση των όρων αµοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ΔΕΥΑ όλης της χώρας", η οποία υπεγράφη µεταξύ εκπροσώπων της Ένωσης Δηµοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων στις ΔΕΥΑ και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 12074/14-10-1998 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1042/Β/6-10-1998, καθορίσθηκαν τα μισθολογικά κλιμάκια και τα επιδόματα, που καταβάλλονται στους εργαζομένους των ΔΕΥΑ. Ακολούθως υπεγράφησαν οι Κλαδικές ΣΣΕ της 1/6/2001, της 7/8/2003, της 26/3/2004 και της 19/5/2005, με ανάλογες διατάξεις. Με βάση το άρθρο 7 αυτών, ως ημέρες αργίας των εργαζομένων στις ΔΕΥΑ, ορίζονται οι ισχύουσες στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Επίσης το άρθρο 13 § 1 επαναλαμβάνει την αρχή της ευνοίας υπέρ των εργαζομένων, ορίζοντας ότι τυχόν ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους όροι εργασίας, αποδοχές ή επιδόματα, που προβλέπονται από Νόμους, ΣΣΕ, Διαιτητικές Αποφάσεις, έθιμα ή ΟΕΥ των ΔΕΥΑ, δεν θίγονται από τις Κλαδικές ΣΣΕ των ΔΕΥΑ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την, από 1.10.2006, αγωγή των, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι είναι υπάλληλοι του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΙΔ, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με τις ειδικότητες που ειδικότερα αναφέρονται σ' αυτήν, αμειβόμενοι με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας στις οποίες υπάγεται το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου όλων των κατηγοριών και ειδικοτήτων που απασχολείται στους Δήμους, στις Κοινότητες, στους Συνδέσμους, στα Ιδρύματα και στα ΝΠΔΔ των Δήμων και Κοινοτήτων και σε οργανισμούς που εξαρτώνται ή επιχορηγούνται από τους Δήμους ή τις Κοινότητες, με συμβάσεις αορίστου και ορισμένου χρόνου. Ότι το εναγόμενο δεν τους έχει καταβάλει την αποζημίωση, για τα κατ' αποκοπή έξοδα κίνησης. Με τα ως άνω περιστατικά οι αναιρεσείοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να καταβάλει σε καθένα από αυτούς τα αναφερόμενα, λεπτομερώς, στη αγωγή χρηματικά ποσά, που προβλέπονται και δικαιούνται κυρίως, με τις αναφερόμενες στην αγωγή υπουργικές αποφάσεις και συλλογικές συμβάσεις, επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί ισότητας, αδικοπραξίας και όλως επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 74/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αγρινίου, η οποία τη δέχθηκε, κατά την κύρια βάση της. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκαν μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου ΝΠΙΔ, που συστάθηκε με την 237/1980 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Αγρινίου Ν. Αιτωλοακαρνανίας, η οποία εγκρίθηκε με το 677/19.6.1981 Προεδρικό Διάταγμα, προσλήφθηκαν από το τελευταίο στους χρόνους που ειδικότερα προσδιορίζονται, για να εργαστούν σε αυτό με τις ειδικότητες που αναφέρονται σ' αυτήν. Όμως, συνεχίζει το Πολυμελές Πρωτοδικείο, οι ενάγοντες δεν επικαλέστηκαν, ούτε άλλωστε προσκόμισαν σχετική εγκριτική απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, από την οποία να προκύπτει ότι, όσον αφορά στις αποδοχές του προσωπικού της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Αγρινίου, με βάση τις διατάξεις του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας (Ο.Ε.Υ.), ισχύουν οι εκάστοτε συλλογικές συμβάσεις των Ο.Τ.Α. και η απόφαση 12074/17.9.1998 του Υπουργού Εργασίας, με την οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική η από 7.7.1998 ΣΣΕ για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης όλης της χώρας (σε αντίθεση με τους εργαζομένους στη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Τρικάλων, που προσκόμισαν την 4153/29.3.2000 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Θεσσαλίας). Ως, εκ τούτου, δε δικαιούνται να αξιώσουν την καταβολή και σε αυτούς των εξόδων κίνησης που δικαιούνται οι λοιποί υπάλληλοι των Ο.Τ.Α. Με τις παραδοχές αυτές το Πρωτοδικείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την 74/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αγρινίου και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή. Με βάση, όμως, τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά το αίτημα των εναγόντων να λάβουν την παροχή, που θεσπίζουν οι ανωτέρω ΚΥΑ ΥπΕΔΔΑ & Υπ Οικ. δεν είναι νόμιμο και ειδικότερα: Α) Ως ανήκοντες στο πεδίο εφαρμογής αυτών, διότι δεν ανήκουν πράγματι στο ρυθμιστικό πεδίο των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες χορηγούν αυτή μόνο σε εργαζόμενους στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Β) Mε βάση τη διάταξη του άρθρου 4 § 1 του Συντάγματος, διότι, η μη υπαγωγή των εργαζομένων στις ΔΕΥΑ στο πεδίο εφαρμογής των ΚΥΑ, που θεσπίζουν το επίδομα εξόδων κίνησης, δεν συνιστά αυθαίρετη δυσμενή διάκριση εις βάρος τους, αλλά δικαιολογείται από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, αφού οι εργαζόμενοι στους ΟΤΑ παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε δημόσια νομικά πρόσωπα, υπό διαφορετικές συνθήκες (πρόσληψης, υπηρεσιακής εξέλιξης, μονιμότητας ή μη, λύσης της υπηρεσιακής σχέσης), υπάγονται σε διαφορετικό μισθολογικό καθεστώς, συγκριτικά προς τους εργαζομένους στις ΔΕΥΑ, ισχύουν δηλαδή για αυτούς διαφορετικές Κλαδικές ΣΣΕ, ενώ αντίθετα οι εργαζόμενοι στις ΔΕΥΑ παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε Νομικά Πρόσωπα, "διεπόμενα υπό των κανόνων της Ιδιωτικής οικονομίας", σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 εδ. β' Ν. 1069/1980, συνδέονται άπαντες με αυτό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, έχουν διαφορετικές διαδικασίες πρόσληψης, υπηρεσιακής εξέλιξης, μονιμότητας ή μη, λύσης της υπηρεσιακής σχέσης, αλλά και διαφορετικό μισθολογικό καθεστώς, το οποίο διέπεται από Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας, Επιχειρησιακές ΣΣΕ και διαφορετικές Κλαδικές ΣΣΕ, που συνάπτονται σύμφωνα με τους όρους που διέπουν την Ιδιωτική Οικονομία. Γ) Δυνάμει του άρθρου 22 § 1 εδαφ. β' του Συντάγματος, διότι οι εργαζόμενοι στους ΟΤΑ, για τους οποίους θεσπίσθηκαν οι ΚΥΑ αυτές, έχουν διαφορετικό εργοδότη από τους ενάγοντες, ενώ η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης του άρθρου 22 § 1 εδαφ, β' του Συντάγματος προϋποθέτει ταυτότητα του προσώπου του εργοδότη για τις δύο κατηγορίες εργαζομένων για τους οποίους ζητείται η ίδια μεταχείριση. Δ) Δυνάμει των συλλογικών ρυθμίσεων, που διέπουν τις εργασιακές τους σχέσεις, διότι οι Κλαδικές ΣΣΕ των ΔΕΥΑ, δεν προέβλεψαν παροχή, όπως αυτή, που ζητείται με την αγωγή, ούτε ενσωμάτωσαν ευθέως τις ΚΥΑ, που τη θέσπισαν, δεν παραπέμπουν στις Κλαδικές ΣΣΕ "ΠOE - ΟΤΑ", ως προς τις αμοιβές των εργαζομένων, αλλά μόνον ως προς τις ημέρες αργίας (άρθρο 7), ενώ η διάταξη του άρθρου 13, που επαναλαμβάνει την αρχή της ευνοίας του Ν. 1876/1990, δεν παραπέμπει σε άλλες διατάξεις, αλλά απλώς επαναλαμβάνει ότι ισχύει η πλέον ευνοϊκή για τον εργαζόμενο διάταξη, μεταξύ των διαφόρων κανονιστικών διατάξεων, που ισχύουν επί των εργασιακών σχέσεων των ΔΕΥΑ, είτε α) αυτές ισχύουν, ευθέως, διότι περιλαμβάνουν στο ρυθμιστικό τους πεδίο τους εργαζομένους των ΔΕΥΑ, είτε β) ισχύουν κατά παραπομπή από άλλες διατάξεις, διάφορες του άρθρου13 (όπως επί παραδείγματι οι διατάξεις των Κλαδικών ΣΣΕ "ΠOE - OTA" περί αδειών ισχύουν για τους εργαζομένους στις ΔΕΥΑ λόγω παραπομπής σε αυτές του άρθρου 7 των Κλαδικών ΣΣΕ των ΔΕΥΑ), είτε γ) ισχύουν κατ' εφαρμογήν των αρχών της ισότητας και ίσης μεταχείρισης, που εν προκειμένω δεν ισχύουν. Δεδομένου, ότι οι ΚΥΑ που θεσπίζουν την παροχή, δεν εφαρμόζονται ευθέως στους εργαζομένους των ΔΕΥΑ, ούτε κατά παραπομπή από διάταξη των Κλαδικών ΣΣΕ των ΔΕΥΑ, ούτε με εφαρμογή των άρθρων 4 § 1 και 22 § 1 εδ. β' του Συντάγματος, για το λόγο αυτό η διάταξη του άρθρου 13 των Κλαδικών ΣΣΕ, που επαναλαμβάνει την αρχή της ευνοίας του Ν. 1876/1990, δεν συνιστά νόμιμο έρεισμα για τη χορήγηση αυτής της παροχής. Εξάλλου, το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι στη ΔΕΥΑ Τρικάλων λαµβάνουν αυτή, δεν µπορεί να θεμελιώσει το αίτημά των, για την εφαρµογή της αρχής της ισότητας και ίσης µεταχείρισης, αφού ο Οργανισµός Εσωτερικής Υπηρεσίας της ΔΕΥΑ Τρικάλων στο άρθρο 29, ως προς τις αποδοχές των εργαζομένων στη ΔΕΥΑ Τρικάλων, ρητά παραπέµπει στις εκάστοτε Κλαδικές ΣΣΕ για εργαζομένους στους ΟΤΑ, ήτοι και στις ενσωµατωθείσες σε αυτούς ΚΥΑ ΥπΕΔΔΑ & Υπ Οικ. που προβλέπουν την παροχή αυτή, πλην όµως α) οι εργασιακές σχέσεις των εναγόντων, εργαζομένων στη ΔΕΥΑ Αγρινίου, δεν ανήκουν στο ρυθμιστικό πεδίο του ΟΕΥ της ΔΕΥΑ Τρικάλων, β) οι διατάξεις του ΟΕΥ της ΔΕΥΑ Τρικάλων δεν ισχύουν ούτε κατά παραποµπή, αφού καµία κανονιστική ή άλλη διάταξη, που διέπει τις σχέσεις εργασίας των εναγόντων, δεν παραπέμπει σε αυτόν, γ) οι ενάγοντες δεν δύνανται να ζητούν νoμίμως την αυτή μεταχείριση με τους εργαζομένους στη ΔΕΥΑ Τρικάλων, αφού οι τελευταίοι έχουν διαφορετικό εργοδότη, ενώ η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης του άρθρου 22 § 1 εδαφ. β' του Συντάγματος προϋποθέτει ταυτότητα του προσώπου του εργοδότη για τις δύο κατηγορίες εργαζομένων για τους οποίους ζητείται η ίδια μεταχείριση, όπως προαναφέρεται στη νομική σκέψη της παρούσας, δ) οι ενάγοντες δεν δικαιούνται την παροχή με βάση την αρχή της ισότητας του άρθρου 4 § 1 του Συντάγματος, επικαλούμενοι τη λήψη της από τους εργαζομένους στη ΔΕΥΑ Τρικάλων, διότι έχουν διαφορετικό εργοδότη, υπάγονται σε διαφορετικό μισθολογικό καθεστώς συγκριτικά προς αυτούς (ισχύουν διαφορετικές Επιχειρησιακές ΣΣΕ και Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας, ο οποίος ακριβώς θεσπίζει για τους εργαζομένους της ΔΕΥΑ Τρικάλων έστω κατά παραπομπή στις Κλαδικές ΣΣΕ "ΠΟΕ - ΟΤΑ"), ενώ, εξ άλλου, η διάταξη που με παραπομπή τη χορηγεί στους εργαζομένους της ΔΕΥΑ Τρικάλων ανήκει στον ΟΕΥ της τελευταίας, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 7 § 1 του Νόμου 1069/1980, είναι απόφαση του ΔΣ αυτού, οπότε, αφού μεταξύ των εργαζομένων στη ΔΕΥΑ Τρικάλων και στη ΔΕΥΑ Αγρινίου, υπάρχει διαφορά ως προς το ρυθμιστικό παράγοντα των μισθολογικών καταστάσεων των δύο κατηγοριών, η όποια διαφορά μισθών δεν είναι αυθαίρετη. Πρέπει να σημειωθεί ότι με την παραπάνω ρύθμιση δεν παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 1, 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ, και του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, καθόσον, υπό τις εκτιθέμενες παραδοχές, δεν δικαιούνται πράγματι οι αναιρεσείοντες την επίμαχη παροχή, με βάση τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται, στην προκειμένη περίπτωση, από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ως εργαζόμενοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων των ΟΤΑ, και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., στους οποίους χορηγείται η επίμαχη παροχή. Ακόμη οι ενάγοντες δεν δικαιούνται την εν λόγω παροχή, ούτε με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, διότι η αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης μπορεί, πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση, να επιστηρίξει και αξίωση αποζημίωσης εξ αδικοπραξίας, μόνον εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ενώ, εν προκειμένω, δεν υφίσταται τέτοια ενοχική υποχρέωση. Τέλος, αφού το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δεν είχε την υποχρέωση να καταβάλει αυτή, δεν κατέστη πλουσιότερο. Δεχόμενο, συνεπώς, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ότι η αξίωση των αναιρεσειόντων εξαρτάται από την έκδοση της εγκριτικής απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας και ότι, εφόσον αυτοί δεν επικαλέστηκαν ούτε προσκόμισαν τέτοια απόφαση, δεν δικαιούνται την παραπάνω παροχή, στη συνέχεια δε απορρίπτοντας την αγωγή, εσφαλμένα μεν ερμήνευσε τις παραπάνω διατάξεις, όμως, ορθά, κατ' αποτέλεσμα, έκρινε και, επομένως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 578 ΚΠολΔ, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 18-5-2010, αίτηση των αναιρεσειόντων για την αναίρεση της 22/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Οι αναιρεσείοντες, εργαζόμενοι στην ΔΕΥΑΑ, δεν δικαιούνται τα έξοδα κίνησης, με βάση τις διατάξεις που ισχύουν για τους ΟΤΑ, την αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης. Η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι, ως εργαζόμενοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων των ΟΤΑ, και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., στους οποίους χορηγείται η επίμαχη παροχή.
|
Αποδοχές μισθωτού
|
Αποδοχές μισθωτού.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 900/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη),- Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου .
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ. Π. του Α., κρατουμένου Δικαστικής Φυλακής Κορίνθου, που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 133/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Πατρών. Το Συμβούλιο Πλημ/κών Πατρών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Απριλίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 537/13.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη με αριθμό 134 και ημερομηνία 16 Μαΐου 2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ' αριθ. 9/8-4-2013 αίτηση αναίρεσης του Χ. Π. του Α., προσωρινά κρατουμένου Γενικού Καταστήματος Κράτησης Κεντρικής Μακεδονίας (Νιγρίτας Σερρών), κατά του υπ' αριθ. 133/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών και εκθέτω τα ακόλουθα: Με τη διάταξη άρθ. 34 στοιχ. γ Ν. 3904/10 καταργήθηκε η διάταξη του άρθ. 482 Κ.Π.Δ. που επέτρεπε στους διαδίκους και ειδικότερα στον κατηγορούμενο να ζητήσουν την αναίρεση βουλεύματος. Τέλος κατά το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο εκτός των άλλων και όταν ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Περιφερείας Εφετείου Πατρών που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Πατρών για να δικαστεί ως υπαίτιος 1) σωματεμπορίας κατά ανηλίκου και 2) κατοχής και διάθεσης υλικού πορνογραφίας ανηλίκου και όπως ορθότερα αποδόθηκε από τον Ανακριτή Α' Τμήματος Πλημμελειοδικείου Πατρών, κατοχής και διάθεσης υλικού πορνογραφίας ανηλίκου και δια συστήματος ηλεκτρονικού υπολογιστή και μέσω διαδικτύου. Κατά του βουλεύματος αυτού, ο κατηγορούμενος άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, στις 8-4-2013 με δήλωση του ενώπιον του διευθυντή της παραπάνω φυλακής για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 9/2013 έκθεση αναίρεσης, η οποία, κατά τα προαναφερθέντα, δεν προβλέπεται από το νόμο. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναίρεσης αυτή, αφού ακουσθούν οι διάδικοι, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1-583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Ι) Να απορριφθεί η υπ' αριθ. 9/2013 αίτηση αναίρεσης του Χ. Π. του Α., προσωρινά κρατουμένου Γενικού Καταστήματος Κράτησης Κεντρικής Μακεδονίας (Νιγρίτας Σερρών), κατά του υπ' αριθ. 133/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών και II) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 16-5-2013
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Κωνσταντίνος Παρασκευαϊδης".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 482 ΚΠΔ, το οποίο καθόριζε τις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα ασκήσεως αναίρεσης κατά βουλεύματος, καταργήθηκε με το άρθρο 34 εδ. γ' του ν. 3904/2010, που ισχύει από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατά το άρθρο 38 αυτού (ΦΕΚ 218 Α/ 23-12-2010). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 463 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Επομένως, από την έναρξη ισχύος του άνω νόμου (23-12-2010) και για τα βουλεύματα που εκδόθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του, ο κατηγορούμενος δεν έχει πλέον δικαίωμα αναίρεσης κατά βουλεύματος το οποίο απέρριψε έφεσή του κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος. Περαιτέρω, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει για αυτό, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει του διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει τούτο απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στρέφεται κατά του με αριθμό 133/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών, το οποίο τον παραπέμπει στο ακροατήριο του ΜΟΔ περιφέρειας Εφετείου Πατρών, για να δικαστεί για τη σε αυτό αξιόποινη κακουργηματική πράξη. Το παραπάνω προσβαλλόμενο με την αναίρεση βούλευμα εκδόθηκε, όπως από αυτό προκύπτει, στις 27-3-2013.
Συνεπώς, ενόψει των προεκτεθέντων η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, για τη συζήτηση της οποία ειδοποιήθηκε και δεν παραστάθηκε ο αναιρεσείων κρατούμενος Δ.Φ. Κορίνθου στο παρόν συμβούλιο(βλ. από 20-5-2013 αποδεικτικό επιδόσεως της γραμματέως Δ.Φ.Κορίνθου …), είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι στρέφεται κατά βουλεύματος κατά του οποίου ο κατηγορούμενος δεν δικαιούται σε άσκηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. 9/8-4-2013 αίτηση του Χ. Π. του Α., για αναίρεση του με αριθμό 133/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών . Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2013.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη αναίρεση κατά βουλεύματος από κατηγορούμενο. Από την έναρξη ισχύος του άρ.34 γ του νόμου 3904/23-12-2010 καταργήθηκε το αρ. 482 ΚΠΔ και για τα βουλεύματα που εκδόθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του, ο κατηγορούμενος δεν έχει πλέον δικαίωμα άσκησης αναίρεσης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος και αν ασκήσει αναίρεση, απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
|
Απαράδεκτο αναιρέσεως
|
Απαράδεκτο αναιρέσεως.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 899/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη)- Εισηγητή, Eιρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου και Βασίλειο Καπελούζο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Σ. ή Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 901/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1121/12.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου με αριθμό Βασιλειου Πλιώτα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ.1 και 513 παρ.1 του ΚΠΔ, την από 13-7-2012 αίτηση του Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της 901/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η με αριθ. 215/2009 έφεση του κατά της 1801/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάστηκε με ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5000) ευρώ για άμεση συνεργεία σε παράνομη διενέργεια ηλεκτρονικών παιγνίων, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 1 και 507 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης, όταν ο κατηγορούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τελεσίδικης απόφασης και διαμένει στην ημεδαπή, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την καταχώριση της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του πιο πάνω Κώδικα, αν αυτή είναι μεταγενέστερη από την επίδοση προς εκείνον της απόφασης, άλλως από την εν λόγω επίδοση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ.1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, ή ασκήθηκε εκπροθέσμως, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Βέβαια, κατά την συναγόμενη από το άρθρο 255 Α.Κ. γενική αρχή του δικαίου ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, ο αναιρεσείων μπορεί να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως τον λόγο εξ αιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκηση της καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που τον στηρίζουν, άλλως η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Τέλος κατ' άρθρον 513 § 1 σε συνδυασμό με άρθρο 476 § 1 Κ.Π.Δ , όταν η αναίρεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλομένη με την αναίρεση, με αριθ. 901/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδόθηκε ερήμην της αναιρεσείουσας. Η απόφαση αυτή καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 21-3-2012, επιδόθηκε δε νομίμως, με θυροκόλληση (155 παρ. 1 εδαφ. α ΚΠΔ), στον αναιρεσείοντα στις 15-5-2012, στην διεύθυνση κατοικίας, ..., που δήλωσε αυτός με την έφεση, αντίγραφο δε αυτής επιδόθηκε στην νόμιμα διορισμένη αντίκλητο του Βασιλεία Παπαδοπούλου, δικηγόρο Θεσσαλονίκης, στις 12-6-2012. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 13-7-2012 (βλ. 22/13-7-2012 έκθεση του γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης), δηλαδή μετά την πάροδο της κατά νόμο 10ημερης προθεσμίας από την επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς σ' αυτήν να επικαλείται ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 13-7-2012 αίτηση του Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της 901/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, σε βάρος του αναιρεσείοντα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Η. Πλιώτας".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 1,2,3 ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 3. Η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 507 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, η προθεσμία για την αναίρεση ορίζεται από το άρθρο 473 και κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. α ΚΠΔ, αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Ως περίπτωση δε απαραδέκτου του ενδίκου μέσου προβλέπεται από το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ και όταν τούτο ασκήθηκε εκπρόθεσμα. Εκπρόθεσμο ένδικο μέσο επιτρέπεται μόνο αν συντρέχει ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, με την με αριθμ. 901/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η ασκηθείσα υπ' αυτού έφεση κατά της υπ. αριθμ. 1801/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης , η ερήμην δε απόφαση αυτή, που δημοσιεύθηκε στις 21-2-2012, όπως προκύπτει από σχετική επί του σώματος της απόφασης βεβαίωση του γραμματέα του άνω δικαστηρίου, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο οικείο βιβλίο του άνω Εφετείου στις 21-3-2012, η δε ερήμην απόφαση αυτή επιδόθηκε εγκύρως στον κατηγορούμενο, (και στον διορισθέντα αντίκλητο δικηγόρο του στις 12-6-2012), με νόμιμη θυροκόλληση στις 15-5-2012 στη διεύθυνση κατοικίας που αυτός είχε δηλώσει στην έφεσή του, οπότε και άρχισε η προθεσμία της αναίρεσης μετά δεκαήμερο από της άνω καταχωρήσεως στις 21-3-2012 και των άνω μεταγενέστερων επιδόσεων.
Όμως ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε την κρινόμενη με αρ. εκθ. 22/13-7-2012 αίτηση αναίρεσής του, με δήλωση ενώπιον της δικαστικής γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 13-7-2012, ήτοι εκπρόθεσμα, μετά τη λήξη της άνω δεκαημέρου προθεσμίας, χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλείται στο δικόγραφο της αναίρεσής του κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογεί την άνω εκπρόθεσμη άσκηση της αναίρεσής του.
Επομένως, εφόσον ειδοποιήθηκε ο αναιρεσείων, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως προκύπτει από την επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα στο φάκελο της δικογραφίας, να παραστεί στο παρόν συμβούλιο κατά τη σημερινή δικάσιμο για να εκθέσει τις απόψεις του περί του απαραδέκτου και αυτός δεν παραστάθηκε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης αυτής και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη τη με αρ. εκθ. 22/13-7-2012 αίτηση του Σ. ή Σ. Κ. του Ε. και Γ., για αναίρεση της με αριθμ. 901/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2013.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
|
Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης, ως απαράδεκτη, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα μετά το δεκαήμερο από της καταχωρήσεως και της μεταγενέστερης επίδοσης της ερήμην απόφασης και ελλείψει επίκλησης στο δικόγραφο της αναίρεσης οιουδήποτε λόγου ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο.
|
Αναιρέσεως προθεσμία άσκησης
|
Αναιρέσεως προθεσμία άσκησης.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 898/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη),- Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου και Βασίλειο Καπελούζο, (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Κ. του Ν., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Κουτσούκο, περί αναιρέσεως της 1/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Σ. του Α., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μαντζουράνη.
Το Τριμελές Εφετείο Δωδ/νήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 246/13.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.1, 2 του ΠΚ, που ορίζει ότι "όποιος ως διάδικος σε πολιτική δίκη δίνει εν γνώση του ψευδή όρκο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέμματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, το οποίο είναι διαζευκτικώς (ή υπαλλακτικώς) μικτό πραγματώνεται με πλείονες τρόπους στην ίδια κατάθεση (θετική ψευδής κατάθεση, απόκρυψη, άρνηση), μπορεί δηλαδή να συντελεσθεί είτε με καθένα ξεχωριστά από τους στην άνω διάταξη οριζόμενους τρόπους, είτε και με όλους μαζί οι οποίοι μπορεί να συντρέχουν, γιατί αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής δράσεως, απαιτείται αφενός ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρμοδίας αρχής ψευδή γεγονότα και όχι κρίσεις και αφετέρου ο μάρτυρας να γνωρίζει την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, είναι δε αδιάφορος ο σκοπός που επεδίωκε ή αν θα μπορούσε να επέλθει βλάβη ή όφελος από την ψευδορκία αυτή. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 περ. α του ΠΚ, " με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση και παραγωγή στον άλλον της αποφάσεως για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με προτροπές και παρακλήσεις, που έγιναν με πίεση, πειθώ ή φορτικότητα, υποκειμενικά δε δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως. Για τη θεμελίωση των εγκλημάτων της ψευδορκίας μάρτυρα και της κατ'άρθρο 46 ΠΚ ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία, απαιτείται και άμεσος δόλος. Ειδικά, όταν για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος ο νόμος απαιτεί να έχει τελεστεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή με σκοπό επελεύσεως ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς με παράθεση περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή ή το σκοπό επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος, αλλιώς υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την ύπαρξη του στοιχείου αυτού και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Έτσι, για το αξιόποινο των πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρος και της ηθικής αυτουργίας σε αυτή, απαιτούνται και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, ή ο σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο την γνώση, όσο και το σκοπό, διαφορετικά η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση, περιστατικών.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται, εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν κατά νόμο την έννοια αυτής και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώση ορισμένων περιστατικών, άμεσος δηλαδή δόλος από μέρους του υπαιτίου, όπως και στο έγκλημα της ψευδορκίας, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή, με παράθεση των περιστατικών που τη δικαιολογούν.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αρ. 1/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, εκδοθείσα μετ'αναίρεση προηγούμενης αποφάσεώς του, ο αναιρεσείων Ι. Κ. κηρύχθηκε, σε δεύτερο βαθμό, ένοχος ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, των μαρτύρων Σ. Μ. και Ι. Τ.
Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά : Μεταξύ της πολιτικώς ενάγουσας Α. συζύγου Κ. Σ. το γένος Α.Θ. και του κατηγορουμένου Ι. Κ., ως εργολάβου, καταρτίστηκαν οι από 7.8.2001 και 3.9.2001 προφορικές συμβάσεις πώλησης έτοιμου σκυροδέματος, δυνάμει των οποίων ο ως άνω εργολάβος ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει στην πολιτικώς ενάγουσα έτοιμο σκυρόδεμα 125 κμ. κατηγορίας C 16/20 με την πρώτη σύμβαση και 86 κμ. κατηγορίας C 20/25 με τη δεύτερη σύμβαση, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη σκυροδέτηση της νεοανεγειρόμενης διώροφης οικοδομής της (μονοκατοικίας), που βρίσκεται στην περιοχή ... Οι παραγγελθείσες ποσότητες σκυροδέματος παραδόθηκαν σταδιακά στην πολιτικώς ενάγουσα, η οποία όμως κατόπιν ελέγχου ποιότητας του παραδοθέντος σκυροδέματος, διαπίστωσε ότι αυτό δεν έφερε τη συμφωνηθείσα ιδιότητα, αφού δεν ήταν της κατηγορίας που συμφωνήθηκε και συνεπώς ήταν ακατάλληλο να στηρίξει τον φέροντα οργανισμό της οικοδομής. Μετά από αυτά, άσκησε μετά του συζύγου της Κ. Σ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...υ την από 14.7.2002 αγωγή κατά κατηγορουμένου, ζητώντας αποζημίωση, ύψους 185.513,71 ευρώ, για την εις βάρος τους αδικοπραξία, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ' αριθμ. 171/2003 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν εφέσεις και από τις δύο πλευρές, ενόψει δε της συζητήσεως των εφέσεων αυτών, στις 4.3.2005, στο Εφετείο Δωδεκανήσου, ο κατηγορούμενος ως διάδικος (εναγόμενος- ήδη εκκαλών) προσκόμισε και επικαλέστηκε, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, και τις υπ' αριθμ. .../10.2.2005 και .../10.2.2005 ένορκες βεβαιώσεις των εξετασθέντων ως μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Αριστέας Ηρακλείου Περίδου Σ. Μ. και Ι. Τ. Οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις έγιναν ύστερα από νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου και ειδικότερα μετά από τις από 1.2.2005 γνωστοποιήσεις που έγιναν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αιγέα Μπαφιτη με την με αριθ. .../2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ρόδου (βλ. υπ' αριθ. ... και .../10.2.2005 ένορκες βεβαιώσεις της συμβ/φου Ρόδου Αριστέας Ηρακλείδου Περίδου). Συγκεκριμένα, ο Σ. Μ. κατέθεσε στην υπ' αριθμ. .../10.2.2005 ένορκη βεβαίωση τα εξής: "τον Ιούλιο και Αύγουστο 2001 ρίχναμε μπετόν στην οικοδομή του Σ. στη .... Μεταξύ των οδηγών που κουβαλούσαν το μπετόν ήμουν και εγώ. Το συνεργείο που δούλευε εκεί δεν είχε και πολλές γνώσεις ούτε και εργαζόταν με σοβαρότητα. Μας πίεζαν να ρίχνουμε πολύ νερό στο μπετόν για να μαλακώσει, ώστε να μην κουράζονται στη διάστρωση του, με συνέπεια να μειώνεται η δύναμη του. Επίσης δεν είχαν πουθενά λάστιχα ή παροχή νερού και κατάλαβα ότι δεν υπήρχε νερό, πράγμα που ήταν καταστροφή για το μπετόν, αφού δεν εβρέχετο. Θυμάμαι ότι οι εργάτες ζητούσαν από συναδέλφους μου νερό της μπετονιέρας για να πλύνουν τα χέρια τους μπορέσουν να φάνε. Αλλά και τα δοκίμια που έπαιρναν, τα έπαιρναν με λάθος τρόπο και τους κάναμε παρατήρηση. Τα δοκίμια τα έπαιρναν και τα πετούσαν σε μία χωρίς καμία συντήρηση, χωρίς βρέξιμο και τα έφερναν στο χημείο, όποτε ήθελαν, ιδιοκτήτες δεν ήρθαν καθόλου στην οικοδομή τους, γιατί μένουν στην ... έτσι οι εργάτες έκαναν ό,τι ήθελαν και όταν τελείωνε η ώρα τους έφευγαν και αυτοί στα σπίτια τους που ήταν στην ... περίπου 80 χλμ. απόσταση. Από τον τρόπο που συντηρούσαν το σκυρόδεμα, δεν ήταν δυνατόν να ανέβει η αντοχή του αλλά αντίθετα εξασθενούσε. Ο Ι. Κ. ποτέ σε κανένα έργο δεν είχε πρόβλημα με το μπετόν και το προσωπικό του στο εργοστάσιο, αλλά εμείς οι οδηγοί του ήμασταν εκπαιδευμένοι και ξέραμε τη δουλειά μας...". Στην υπ' αριθμ. .../10.2.2005 ένορκη βεβαίωση ο Ι. Τ., κατέθεσε τα εξής: "τον Ιούλιο και Αύγουστο 2001 ρίξαμε τα μπετόν στην οικοδομή, αλλά εκεί συναντήσαμε παράξενα πράγματα. Πρώτα πρώτα μας έκανε εντύπωση το ότι δεν υπήρχε παροχή νερού, όπως γίνεται σε όλες τις οικοδομές, αφού τούτο είναι το απαραίτητο πράγμα, γιαυτό και από μένα προσωπικά οι εργάτες ζητούσαν νερό για να πλύνουν τα χέρια τους ώστε να μπορέσουν να φάνε. Η κάθε μπετονιέρα κουβαλάει 500-800 λίτρα νερού, που τα χρειάζεται για να νερώνει το μπετόν, όταν χρειάζεται, αλλά και για τον καθαρισμό της. Πολλές φορές όταν ρίχναμε πλάκες στο κτίριο, οι εργολάβοι μας πίεζαν να ρίξουμε πολύ νερό στο μπετόν, για να είναι μαλακό και να μην κουράζονται, όταν το στρώνουν. Αυτό όμως είχε σαν συνέπεια να αδυνατίζει το μπετόν και μειώνεται η αντοχή του. Το πολύ νερό χρειάζεται μετά το στρώσιμο, που είναι πολύ βασικό, να καταβρέχεται το μπετόν συνεχώς πολύ δε περισσότερο όταν οι συνθήκες το καλοκαίρι είναι πιο δύσκολες λόγω της ζέστης. Στην οικοδομή όμως Σ. δεν υπήρχε παροχή νερού έστω και προσωρινή και δεν εβρέχοντο τα μπετά, οπότε έχαναν την αντοχή τους. Αλλά κανένας δεν ενδιαφέρετο για τη συντήρηση του μπετόν, διότι οι ιδιοκτήτες απουσίαζαν στην ... όπου κατοικούν. Υπήρχαν μόνο οι εργολάβοι και οι εργάτες, οι οποίοι έφευγαν στις 2.30', διότι έμεναν μακριά στην Κοινότητα ...ς και πηγαινοέρχονταν. Και τα δοκίμια τα πετούσαν σε μια μεριά, χωρίς να τα καταβρέχουν και τα κατέβαζαν στο χημείο όποτε ήθελαν αυτοί. Όσα χρόνια δούλεψα στην επιχείρηση Κ., ποτέ σε κανένα έργο δεν είχε πρόβλημα με την αντοχή και την ποιότητα του σκυροδέματος...". Από τα ανωτέρω κατατεθέντα, τα ψευδή ήταν ότι δεν υπήρχε παροχή νερού στην οικοδομή, ότι δεν βρεχόταν καθόλου το μπετόν κατά τη σκυροδέτηση, ότι πολλές φορές οι εργαζόμενοι στην οικοδομή εργάτες ζήτησαν νερό από τη μπετονιέρα που οδηγούσε ο Ι. Τ. για να πλύνουν τα χέρια τους όταν ήθελαν να φάνε, ότι τα δοκίμια μπετόν δεν βρέχονταν μέχρι την παράδοση τους μετά από μέρες προς έλεγχο αντοχής σκυροδέματος στην αρμόδια υπηρεσία, ότι δεν υπήρχε κανένας να ενδιαφέρεται για τη συντήρηση του μπετόν, διότι οι ιδιοκτήτες της οικοδομής απουσίαζαν στην ... ενώ η αλήθεια ήταν ότι στο ακίνητο που ανεγείρετο η οικοδομή υπήρχε δίκτυο ύδρευσης, ότι το μπετόν βρεχόταν κατά τη σκυροδέτηση, ότι τα δοκίμια μπετόν βρέχονταν μέχρι την παράδοση τους προς έλεγχο αντοχής στην αρμόδια υπηρεσία και ότι οι ιδιοκτήτες παρευρίσκονταν κατά τις εργασίες της οικοδομής, αλλά και κατά την ημέρα της σκυροδέτησης της πρώτης πλάκας. Το γεγονός της ύπαρξης δικτύου ύδρευσης στο ακίνητο της νεοανεγειρόμενης ομής από το έτος 1994 προκύπτει ιδίως από το υπ' αριθμ. 885/10.2.2005 έγγραφο του Δήμου Νότιας Ρόδου αλλά και από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων. Για τα περιστατικά ότι το μπετόν βρεχόταν κατά τη σκυροδέτηση και ότι τα δοκίμια μπετόν βρέχονταν μέχρι την παράδοση τους προς έλεγχο αντοχής στην αρμόδια υπηρεσία, καταθέτουν σαφώς και οι λοιποί μάρτυρες με σαφήνεια και άμεση γνώση, μεταξύ των οποίων ο επιβλέπων μηχανικός Γ. Δ., που έχει εξειδικευμένες γνώσεις σε θέματα κατασκευής (βλ. σχετική κατάθεση). Για το ότι οι ιδιοκτήτες παρευρίσκονταν στις εργασίες της οικοδομής, αλλά και κατά τη σκυροδέτηση της πλάκας προκύπτει σαφώς, εκτός από τις καταθέσεις των ιδίων, αλλά και από την κατάθεση του αρχιτέκτονα που εξέδωσε την άδεια της οικοδομής Δ. Μ. (βλ. κατάθεση του). Οι Σ. Μ. και Ι. Τ. γνώριζαν την αναλήθεια των όσων κατέθεσαν, εφόσον, όπως οι ίδιοι παραδέχονται, ήταν οδηγοί των αυτοκινήτων- μπετονιέρων που μετέφεραν το έτοιμο σκυρόδεμα στη νεοανεγειρόμενη οικοδομή της πολιτικώς ενάγουσας και παρευρίσκονταν στις εργασίες της οικοδομής. Τα ανωτέρω ψευδή κατέθεσαν εν γνώσει τους και προκειμένου να βοηθήσουν τον κατηγορούμενο -εργοδότη τους-στη δικαστική διένεξη που είχε με την πολιτικώς ενάγουσα, πράγμα που επέτυχαν, καθόσον το Εφετείο Δωδεκανήσου, με την υπ' αριθμ. 231/2005 απόφαση του, που στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων, και στις ως άνω ψευδείς ένορκες καταθέσεις τους (βλ. σελ. 7 της άνω αποφάσεως) δικαιώθηκε ο κατηγορούμενος, καθόσον έγινε δεκτή η έφεση του, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή της πολιτικώς ενάγουσας. Στη συνέχεια, ασκήθηκε αναίρεση κατά της παραπάνω αποφάσεως, η οποία έγινε δεκτή και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο Εφετείο Δωδεκανήσου για νέα εκδίκαση (βλ. την υπ' αριθμ. 1483/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι Σ. Μ. και Ι. Τ. προέβησαν στην παραπάνω άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, μετά από προτροπές, παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα του κατηγορουμένου-εργοδότη τους, ο οποίος μολονότι γνώριζε ως εργολάβος, που παρευρισκόταν στις εργασίες της οικοδομής, και έχοντας ιδία και άμεση αντίληψη για την ύπαρξη δικτύου ύδρευσης της ανεγειρόμενης οικοδομής, για το ότι το μπετόν βρεχόταν κανονικά κατά τη σκυροδέτηση, όπως και τα δοκίμια μπετόν μέχρι να παραδοθούν για έλεγχο αντοχής στην αρμόδια υπηρεσία, αλλά και το ότι οι ιδιοκτήτες παρευρίσκονταν κατά τις εργασίες της οικοδομής, με πρόθεση προκάλεσε στους άνω εργαζομένους του την απόφαση να τελέσουν την άδικη πράξη της ψευδορκίας και να καταθέσουν τα εντελώς αντίθετα από την πραγματική κατάσταση που ο Ίδιος κατά τα άνω γνώριζε, δεδομένου ότι είχε άμεσο έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης και προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή αποζημιώσεως της πολιτικώς ενάγουσας κατ' αυτού, πράγμα που πέτυχε με την έκδοση της προαναφερθείσας αποφάσεως (υπ' αριθμ. 231/2005 του Εφετείου Δωδεκανήσου), εκμεταλλευόμενος τη σχέση εξαρτήσεως των ως άνω μαρτύρων από τον ίδιο. Κατά συνέπεια, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αποδιδομένης σ' αυτόν πράξεως. Ακολούθως, στο διατακτικό της αποφάσεώς του, το άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών με τριετή αναστολή και δη για το ότι: Στη ... και στις 10-02-2005 ο κατηγορούμενος Ι. Κ. του Ν., ενώ οι Σ. Μ. και Ι. Τ. εξετάζοντο ως μάρτυρες ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση, με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε από πρόθεση σε αυτούς την απόφαση να καταθέσουν εν γνώσει τους ψέματα και ειδικότερα να καταθέσουν ενόρκως ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ρόδου Αριστέας Ηρακλείδου - Περίδου συνταχθέντων σχετικώς των υπ'αριθμ. .../2005 και .../2005 ενόρκων βεβαιώσεων, στις οποίες κατέθεσαν μεταξύ άλλων τα περιγραφέντα υπό στοιχείο (Α) και (Β) του παρόντος διατακτικού, τα οποία ήταν ψευδή ο δε κατηγορούμενος ήταν σε γνώση του ψεύδους: [Α] Στη ... την 10.2.2005, ο Σ. Μ., ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατά την ένορκη κατάθεση του ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Αριστέας Ηρακλείου Περίδου, με βάση την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. .../10.2.2005 ένορκη βεβαίωση, κατέθεσε ενόρκως τα εξής: "τον Ιούλιο και Αύγουστο 2001 ρίχναμε μπετόν στην οικοδομή του Σ. στη .... Μεταξύ των οδηγών που κουβαλούσαν το μπετόν ήμουν και εγώ. Το συνεργείο που δούλευε εκεί δεν είχε και πολλές γνώσεις ούτε και εργαζόταν με σοβαρότητα. Μας πίεζαν να ρίχνουμε πολύ νερό στο μπετόν για να μαλακώσει, ώστε να μην κουράζονται στη διάστρωση του, με συνέπεια να μειώνεται η δύναμη του. Επίσης δεν είχαν πουθενά λάστιχα ή παροχή νερού και κατάλαβα ότι δεν υπήρχε νερό, πράγμα που ήταν καταστροφή για το μπετόν, αφού δεν εβρέχετο. Θυμάμαι ότι οι εργάτες ζητούσαν από συναδέλφους μου νερό της μπετονιέρας για να πλύνουν τα χέρια τους και να μπορέσουν να φάνε. Αλλά και τα δοκίμια που έπαιρναν, τα έπαιρναν με λάθος τρόπο και τους κάναμε παρατήρηση. Τα δοκίμια τα έπαιρναν και τα πετούσαν σε μία άκρη χωρίς καμία συντήρηση, χωρίς βρέξιμο και τα έφερναν στο χημείο, όποτε ήθελαν. Οι ιδιοκτήτες δεν ήρθαν καθόλου στην οικοδομή τους, γιατί μένουν στην ... έτσι οι εργάτες έκαναν ό,τι ήθελαν και όταν τελείωνε η ώρα τους έφευγαν και αυτοί στα σπίτια τους που ήταν στην ... περίπου 80 χλμ. απόσταση. Από τον τρόπο που συντηρούσαν το σκυρόδεμα, δεν ήταν δυνατόν να ανέβει η αντοχή του αλλά αντίθετα εξασθενούσε. Ο Ι. Κ. ποτέ σε κανένα έργο δεν είχε πρόβλημα με το μπετόν και το προσωπικό του στο εργοστάσιο, αλλά εμείς οι οδηγοί του ήμασταν εκπαιδευμένοι και ξέραμε τη δουλειά μας...". Από τα ανωτέρω κατατεθέντα, τα ψευδή ήταν ότι δεν υπήρχε παροχή νερού στην οικοδομή, ότι δεν βρεχόταν καθόλου το μπετόν κατά τη σκυροδέτηση, ότι πολλές φορές οι εργαζόμενοι στην οικοδομή εργάτες ζήτησαν νερό από τη μπετονιέρα που οδηγούσε ο Ι. Τ. για να πλύνουν τα χέρια τους όταν ήθελαν να φάνε, ότι τα δοκίμια μπετόν δεν βρέχονταν μέχρι την παράδοση τους μετά από μέρες προς έλεγχο αντοχής σκυροδέματος στην αρμόδια υπηρεσία και ότι δεν υπήρχε κανένας να ενδιαφέρεται για τη συντήρηση του μπετόν, διότι οι ιδιοκτήτες της οικοδομής απουσίαζαν στην ... ενώ τα αληθή ήταν ότι στο ακίνητο που ανεγείρετο η οικοδομή υπήρχε δίκτυο ύδρευσης, ότι το μπετόν βρεχόταν κατά τη σκυροδέτηση, αα δοκίμια μπετόν βρέχονταν μέχρι την παράδοση τους προς έλεγχο αντοχής υπηρεσία και ότι ιδιοκτήτες παρευρίσκονταν κατά τις εργασίες της οικοδομής, αλλά και κατά την ημέρα της σκυροδέτησης της πρώτης πλάκας, και [Β] Στη ... την 10.2.2005, ο Ι. Τ., ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατά την ένορκη κατάθεση του ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Αριστέας Ηρακλείου Περίδου, με βάση την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. .../10.2.2005 ένορκη βεβαίωση, κατέθεσε ενόρκως τα εξής: "τον Ιούλιο και Αύγουστο 2001 ρίξαμε τα μπετόν στην οικοδομή, αλλά εκεί συναντήσαμε παράξενα πράγματα. Πρώτα πρώτα μας έκανε εντύπωση το ότι δεν υπήρχε παροχή νερού, όπως γίνεται σε όλες τις οικοδομές, αφού τούτο είναι το απαραίτητο πράγμα, γιαυτό και από μένα προσωπικά οι εργάτες ζητούσαν νερό για να πλύνουν τα χέρια τους ώστε να μπορέσουν να φάνε. Η κάθε μπετονιέρα κουβαλάει 500-800 λίτρα νερού, που τα χρειάζεται για να νερώνει το μπετόν, όταν χρειάζεται, αλλά και για τον καθαρισμό της. Πολλές φορές όταν ρίχναμε πλάκες στο κτίριο, οι εργολάβοι μας πίεζαν να ρίξουμε πολύ νερό στο μπετόν, για να είναι μαλακό και να μην κουράζονται, όταν το στρώνουν. Αυτό όμως είχε σαν συνέπεια να αδυνατίζει το μπετόν και μειώνεται η αντοχή του. Το πολύ νερό χρειάζεται μετά το στρώσιμο, που είναι πολύ βασικό, να καταβρέχεται το μπετόν συνεχώς, πολύ δε περισσότερο όταν οι συνθήκες το καλοκαίρι είναι πιο δύσκολες λόγω της ζέστης. Στην οικοδομή όμως Σ. δεν υπήρχε παροχή νερού έστω και προσωρινή και δεν εβρέχοντο τα μπετά, οπότε έχαναν την αντοχή τους. Αλλά κανένας δεν ενδιαφέρετο για τη συντήρηση του μπετόν, διότι οι ιδιοκτήτες απουσίαζαν στην ... όπου κατοικούν. Υπήρχαν μόνο οι εργολάβοι και οι εργάτες, οι οποίοι έφευγαν στις 2.30', διότι έμεναν μακριά στην Κοινότητα ...ς και πηγαινοέρχονταν. Και τα δοκίμια τα πετούσαν σε μια μεριά, χωρίς να τα καταβρέχουν και τα κατέβαζαν στο χημείο όποτε ήθελαν αυτοί. Όσα χρόνια δούλεψα στην επιχείρηση Κ., ποτέ σε κανένα έργο δεν είχε πρόβλημα με την αντοχή και την ποιότητα του σκυροδέματος...". Από τα ανωτέρω κατατεθέντα, τα ψευδή ήταν ότι δεν υπήρχε παροχή νερού στην οικοδομή, ότι δεν βρεχόταν καθόλου το μπετόν κατά τη σκυροδέτηση, ότι πολλές φορές οι εργαζόμενοι στην οικοδομή εργάτες ζήτησαν νερό από τη μπετονιέρα που οδηγούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος για να πλύνουν τα χέρια τους όταν ήθελαν να φάνε, ότι τα δοκίμια μπετόν δεν βρέχονταν μέχρι την παράδοση τους μετά από μέρες προς έλεγχο αντοχής σκυροδέματος στην αρμόδια υπηρεσία και ότι δεν υπήρχε κανένας να ενδιαφέρεται για τη συντήρηση του μπετόν, διότι οι ιδιοκτήτες της οικοδομής απουσίαζαν στην ... ενώ τα αληθή ήταν ότι στο ακίνητο που ανεγείρετο η οικοδομή υπήρχε δίκτυο ύδρευσης, ότι το μπετόν βρεχόταν κατά τη σκυροδέτηση, ότι τα δοκίμια μπετόν βρέχονταν μέχρι την παράδοση τους προς έλεγχο αντοχής στην αρμόδια υπηρεσία και ότι οι ιδιοκτήτες παρευρίσκονταν κατά τις εργασίες της οικοδομής, αλλά και κατά την ημέρα της σκυροδέτησης της πρώτης πλάκας. Με την ως άνω πράξη του πλήρωσε τόσο την αντικειμενική όσο και την υποκειμενική υπόσταση της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή.
Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 1/2013 απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 46 παρ. 1 α, 94 και 224 παρ.2, 227 παρ.1 του ΠΚ. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) αιτιολογείται επαρκώς ο άμεσος δόλος του κατηγορουμένου και δη αναφέρεται η γνώση αυτού για τα ψευδή γεγονότα που οι συγκατηγορούμενοί του ως μάρτυρες κατέθεσαν ενόρκως σε ένορκη βεβαίωση μάρτυρος ενώπιον συμβολαιογράφου, αναφέρεται ποία ήσαν τα αληθή στο διατακτικό, παραδεκτά συμπληρούμενου κατά τούτο του αιτιολογικού, αποτελούντος με το διατακτικό ενιαίο σύνολο, β) αναφέρεται στο αιτιολογικό ο τρόπος και τα μέσα που αυτός, ως ηθικός αυτουργός, χρησιμοποίησε και προκάλεσε στους δύο μάρτυρες Σ. Μ. και Ι. Τ. την απόφαση να προβούν στην ανωτέρω ψευδή κατάθεση (ως εργοδότης τους με προτροπές, παραινέσεις, πειθώ και φορτικότητα), για να χρησιμεύσουν σε αστική δίκη αποζημίωσης προκειμένου να απορριφθεί η κατ'αυτού αγωγή αποζημίωσης της πολιτικώς ενάγουσας, πράγμα που μάλιστα πέτυχε, με την έκδοση της με αρ. 231/2005 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου, γ) αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος, όπως και οι μάρτυρες γνώριζαν, από άμεση ιδία αντίληψη, τα αληθή, που είχαν έννομη επιρροή στην παραπάνω αστική διαφορά αποζημίωσης και δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση περιστατικών. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, όπως για την αλήθεια της αστικής διαφοράς των διαδίκων, την ύπαρξη ή μη υδρομετρητή παροχής νερού στην οικοδομή της πολιτικώς ενάγουσας, για αντιφάσεις των παραδοχών του αιτιολογικού προς αναγνωσθέντα έγγραφα και για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και δη των 41 αναγνωσθέντων εγγράφων, αφορούν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της υποθέσεως και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Επομένως, ο συναφής, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, προβαλλόμενος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως του αναιρεσείοντος, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης ως άνω αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε για ανάγνωση ο κατηγορούµενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώµατος αυτού στον κατηγορούµενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, σύµφωνα µε το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και 170 παρ. 2 ΚΠΔ. Η έλλειψη όµως, ακρόασης προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή σαφούς προφορικής αίτησης ή πρότασης, που συνοδεύεται µε την άσκηση του δικαιώµατος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούµενο από το νόµο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αµφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά µόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠΔ. Για να επέλθει όµως, ακυρότητα της διαδικασίας από την έλλειψη αυτή, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισµένο αίτηµα από τον κατηγορούµενο ή τον συνήγορό του και σε περίπτωση παραλείψεως ανάγνωσης, από το διευθύνοντα τη συζήτηση, του εγγράφου που προσκοµίσθηκε και του οποίου την ανάγνωση ζήτησε ο κατηγορούµενος ή ο συνήγορός του κατά την ακροαµατική διαδικασία να προσφύγει αµέσως αυτός σε ολόκληρο το δικαστήριο και σε περίπτωση παραλείψεως τούτου να αποφανθεί ή παρά το νόµο απόρριψης της προσφυγής, τότε μόνον υφίσταται έλλειψη ακρόασης και δηµιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ (ΑΠ 1773/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αρ. 1/2013 απόφαση, προκύπτει ότι ο συνήγορος του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος αμέσως μετά την έναρξη της συζητήσεως ενεχείρισε στο δικαστήριο και ανέπτυξε προφορικώς αυτοτελείς κατ' αυτόν και αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς (βλ. σελ. 5-8 πρακτικών), από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει ότι αναπτύσσει υπερασπιστικά απλώς επιχειρήματα ότι όσα κατέθεσαν οι δύο μάρτυρες στις ένορκες βεβαιώσεις ήσαν αληθή και όχι ψευδή και διηγηματικά αναφέρει ότι με την με αρ. 4/2009 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου ...υ (αντίγραφο της οποίας προσκόμισε για ανάγνωση) αθωώθηκαν όλοι οι κατηγορούμενοι, κατηγορούμενος και δύο Δημοτικοί Υπάλληλοι για το φερόμενο ίδιο ψευδές γεγονός ότι υπήρχε παροχή νερού στο ακίνητο της εγκαλούσας. Από την παραδεκτή επισκόπηση των άνω πρακτικών της δίκης δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του προσκόμισαν στην διευθύνουσα την παραπάνω αθωωτική απόφαση, ούτε ότι υπέβαλαν σαφές και ορισμένο αίτημα για την ανάγνωση του εν λόγω αναφερομένου ως προσκομισθέντος αντιγράφου της αθωωτικής αποφάσεως, που δεν περιλαμβανόταν άλλωστε στα αναφερόμενα στα πρακτικά αυτά ότι αναγνώσθηκαν λοιπά 37 έγγραφα, ούτε περαιτέρω προκύπτει από τα πρακτικά ότι από τον εν λόγω συνήγορο υπερασπίσεως που εκπροσωπούσε τον αναιρεσείοντα, μετά την ανάγνωση των εγγράφων του κατηγορητηρίου και τριών εγγράφων που προσκόμισε και ζήτησε η πολιτική αγωγή, έγινε προσφυγή στο δικαστήριο για παράλειψη ανάγνωσης του προσκομισθέντος εγγράφου της ανωτέρω με αρ. 4/2009 αθωωτικής αποφάσεως από την διευθύνουσα τη δίκη Εφέτη και ότι το δικαστήριο αρνήθηκε να αποφανθεί ή ότι απέρριψε την προσφυγή του. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-1-2013 αίτηση του Ι. Κ. του Ν., περί αναιρέσεως της με αρ. 1/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου
Πλημμελημάτων) Δωδεκανήσου. Και .
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική Αυτουργία σε Ψευδορκία μάρτυρα. 1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. 2. Για να επέλθει ακυρότητα της διαδικασίας από την έλλειψη ακρόασης, λόγω μη ανάγνωσης κάποιου εγγράφου που ζητήθηκε, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και σε περίπτωση παραλείψεως ανάγνωσης, από το διευθύνοντα τη συζήτηση, του εγγράφου που προσκομίσθηκε και του οποίου την ανάγνωση ζήτησε ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του κατά την ακροαματική διαδικασία να προσφύγει αμέσως αυτός σε ολόκληρο το δικαστήριο και σε περίπτωση παραλείψεως τούτου να αποφανθεί ή παρά το νόμο απόρριψης της προσφυγής, τότε μόνον υφίσταται έλλειψη ακρόασης και δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ (ΑΠ 1773/2010).
|
Ψευδορκία μάρτυρα
|
Ηθική αυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 897/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη) - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου και Βασίλειο Καπελούζο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ... Μυταλούλη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 6613/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιανουαρίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 71/2013.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 501 παρ.1 του ΚΠΔ, αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, εφόσον έχει γίνει νομότυπη κλήτευση, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ.2 και 155 παρ.2 του ΚΠΔ, η επίδοση κλήσεως στον εκκαλούντα κατηγορούμενο για να υποστηρίξει την ασκηθείσα έφεσή του κατά καταδικαστικής αποφάσεως, είναι έγκυρη, στην περίπτωση που γίνεται με θυροκόλληση, όταν επακολουθεί νομότυπη κλήτευση και του ορισθέντος με την έκθεση εφέσεως αντικλήτου δικηγόρου αυτού και δη στην αναφερόμενη στην έκθεση αυτή και όχι σε οιαδήποτε άλλη διεύθυνση κατοικίας ή εργασίας. Αν δε γίνει νομότυπη επίδοση και προς τον αντίκλητο η επίδοση στον εκκαλούντα μόνο δεν παράγει αποτελέσματα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, για την έρευνα σχετικού λόγου αναιρέσεως, προκύπτουν τα παρακάτω: Με τη με αρ. 5297/26-4-2004 έκθεση εφέσεως του ερήμην καταδικασθέντος με τη με αρ. 16948/2001 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για το πλημμέλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, νυν αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, δηλώθηκε διεύθυνση κατοικίας αυτού η οδός ... αρ. 5 στη ... και διορίστηκε ως αντίκλητος δικηγόρος αυτού η δικηγόρος Αθηνών Αικατερίνη Ματθαίου, με διεύθυνση κατοικίας την οδό ... των Αθηνών. Με το από 26-11-2004 αποδεικτικό επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ..., επιδόθηκε στον κατηγορούμενο με θυροκόλληση κλήση του εισαγγελέα για τη δικάσιμο της 28-1-2005 στο Ζ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, για να υποστηρίξει την παραπάνω έφεσή του, ενώ με το από 24-12-2004 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ..., η ίδια κλήση του εισαγγελέα επιδόθηκε επίσης με θυροκόλληση στην ανωτέρω ορισθείσα αντίκλητο δικηγόρο του κατηγορουμένου Αικατερίνη Ματθαίου, δικηγόρο Αθηνών, όχι όμως στην ανωτέρω δηλωθείσα διεύθυνση αυτής στην οδό ... των Αθηνών, αλλά στην οδό ... των Αθηνών. Επομένως η κλήτευση της αντικλήτου δικηγόρου ήταν άκυρη και η κλήση με θυροκόλληση του κατηγορουμένου για τη δικάσιμο της 28-1-2005 για να υποστηρίξει την έφεσή του δεν παρήγεν αποτελέσματα και όταν έγινε στο Ζ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών η συζήτηση της εν λόγω εφέσεως του κατηγορουμένου, ερήμην αυτού, ουδόλως παρασταθέντος, το δικαστήριο αυτό, όφειλε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεως και να διαταχθεί η εκ νέου κλήτευση του εκκαλούντος κατηγορουμένου. Παρά ταύτα, το παραπάνω Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με την προσβαλλόμενη με αρ. 6613/28-1-2005 απόφασή του, δεχθέν ότι ο απολειπόμενος εκκαλών κατηγορούμενος και η διορισθείσα με την έφεση αντίκλητος δικηγόρος του είχαν κλητευθεί, με θυροκόλληση, νόμιμα και εμπρόθεσμα, απέρριψε τη με αρ. εκθ. 5297/2004 έφεση του κατηγορουμένου ως ανυποστήρικτη, αντί να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεως, λόγω άκυρης κλήτευσης της αντικλήτου δικηγόρου του εκκαλούντος κατηγορουμένου. Έτσι όμως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας και είναι βάσιμος ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως. Σημειώνεται ότι η προσβαλλόμενη με αρ. 6613/2005 ερήμην απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με τα από 30-10-2006 και από 24-8-2007 αποδεικτικά επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών Αστυφυλάκων ... και ... αντίστοιχα, επιδόθηκε με θυροκόλληση, νόμιμα μεν στον κατηγορούμενο, όχι όμως νόμιμα και στην ίδια ως παραπάνω αντίκλητο δικηγόρο αυτού Αικατερίνη Ματθαίου, διότι η θυροκόλληση έγινε στην διεύθυνση της οδού ... αρ.38 και όχι, όπως έπρεπε στη δηλωθείσα με την έφεση διεύθυνση της αυτής επί της οδού ... των Αθηνών. Επομένως η κοινοποίηση αυτή δεν επέφερε έννομα αποτελέσματα και η προθεσμία αναιρέσεως ουδέποτε εκκίνησε και η κρινόμενη με αρ. εκθ. 1/2-1-2013 αίτηση αναιρέσεως, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων και προτείνει ο εισαγγελέας της έδρας, είναι εμπρόθεσμη και άρα παραδεκτή.
Μετά από αυτά, πρέπει, να γίνει δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η έφεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ), το οποίο και σε περίπτωση τυπικής παραδοχής της εκκρεμούς αυτής εφέσεως, θα κρίνει και την επελθούσα παραγραφή της πράξεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθ. 6613/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που απέρριψεν ως ανυποστήρικτη τη με αρ. εκθ. 5297/2004 έφεση του κατηγορουμένου Γ. Μ. του Α.. Και.
Παραπέμπει την κατά του άνω κατηγορουμένου με αρ. εκθ. 5297/2004 έφεση, για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
|
Υπέρβαση εξουσίας του Εφετείου, διότι το Τριμελές Πλημ/κείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ως ανυποστήρικτη, λόγω νόμιμης κλήτευσης του εκκαλούντος, ενώ η κλήτευση του κατηγορουμένου έγινε με θυροκόλληση και η κλήτευση του αντικλήτου δικηγόρου του επίσης με θυροκόλληση ήταν άκυρη, γιατί δεν έγινε στη δηλωθείσα με την έκθεση εφέσεως διεύθυνση αυτού.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Αναιρέσεως παραδοχή, Υπέρβαση εξουσίας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 896/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη),- Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη , Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου και Βασίλειο Καπελούζο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου) , Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαζαφειρόπουλο, περί αναιρέσεως της 8763/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 41/13.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, που αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1-1-2004, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαία με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς τον χρόνο διαπράξεώς του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως τα πρόστιμα, οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνεται υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, το δε ως άνω προβλεπόμενο αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, σε δόσεις ή εφάπαξ.
Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου στο παραπάνω αδίκημα μη καταβολής χρεών, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος(ΑΠ 1730/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 8763/2012 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά : Η κατηγορουμένη Ε. Μ. ήταν ομόρρυθμο μέλος της εταιρείας με την επωνυμία "...". Στις 24.4.2012, η κατηγορουμένη με την ιδιότητα της αυτή με πρόθεση καθυστέρησε πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή διαφόρων χρεών προς το Δημόσιο, συνολικού ποσού (κατά κεφάλαιο και κάθε είδους προσαυξήσεις) 279.931,23 ευρώ, τα οποία ήταν βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στη ΔΟΥ Αγίας Παρασκευής Αττικής και αναφέρονται αναλυτικά στο πίνακα χρεών της ιδίας ΔΟΥ, ο οποίος συνοδεύει, ως αναπόσπαστο μέρος της, την αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου αυτής κατά της κατηγορουμένης με αριθμό, ειδικού βιβλίου …/2011) και παρατίθεται στο διατακτικό της παρούσης. Από το ανωτέρω ποσό η κατηγορουμένη κατέβαλε μόνο το ποσό των 9.441 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτής προς το Δημόσιο. Βέβαια η κατηγορουμένη ισχυρίστηκε, απολογούμενη, ότι δεν έχει σχέση με την εταιρεία και ότι συμμετείχε σ' αυτήν προκειμένου να αποκατασταθεί επαγγελματικά, επειδή ήταν άνεργη, εκ του λόγου αυτού, ωστόσο, δεν αίρεται η ευθύνη αυτής για τα χρέη της ως άνω εταιρείας, η ίδια δε τελούσε εν γνώσει των ως άνω οφειλών της εταιρείας προς το Δημόσιο, καθότι η εταιρεία ήταν συμφερόντων της οικογενείας της και η ίδια ήταν ομόρρυθμο μέλος αυτής. Στοιχειοθετείται, ως εκ τούτου, η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης στην κατηγορουμένη αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσης. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι στην ως άνω αξιόποινη πράξη της η κατηγορουμένη ωθήθηκε από αίτια μη ταπεινά. Επί πλέον επεδίωξε, μετά την τέλεση αυτής, να μειώσει τις συνέπειες της πράξης της. Πρέπει, ως εκ τούτου, να αναγνωριστούν στην κατηγορουμένη οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2β και 2δ του ΠΚ και να της επιβληθεί ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83 του ιδίου κώδικα. Ακολούθως, στο διατακτικό της αποφάσεώς του, το άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κήρυξε την αναιρεσείουσα κατηγορούμενη ένοχο για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών με τριετή αναστολή και δη για το ότι: Στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012, Η Κατηγορουμένη, όντας οφειλέτης του Δημοσίου κι ενώ τα χρέη της κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα (150.000,00) ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "...." της οποίας τυγχάνει ομόρρυθμο μέλος, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ. Αγίας Παρασκευής, όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αριθμ. ειδ. Βιβλίου …/2011, που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την με αριθμό πρωτ. 20357 από 7/11/2011 Αίτηση Ποινικής Δίωξης του Προϊσταμένου της ανωτέρω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε το ποσό των 279.931,23 ευρώ συνολικά με τις προσαυξήσεις, εκ του οποίου ποσού κατέβαλε μέχρι σήμερα το ποσό των 9.441,00 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτής προς το Δημόσιο, όπως αναφέρεται αναλυτικά παρακάτω Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, η προκύπτουσα από το συνδυασμό του ανωτέρω αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιολογία, είναι η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, με την εκτεθείσα έννοια, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο συνολικού ποσού 270.487,23 ευρώ, ήτοι υπερβαίνοντος τις 120.000 ευρώ, για το οποίο έγκλημα κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα, αφού αφαίρεσε το ποσό των 9.441,00 ευρώ που η αναιρεσείουσα κατέβαλε, αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις,( 34 παρ.1,2 ν. 3220/2004), οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου. Το παραπάνω αιτιολογικό είναι μεν τυπικό και εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, και τα δύο όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχουν και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, αναφερόμενα σε προσαρτώμενο αναλυτικό και ευκρινή πίνακα χρεών(στο διατακτικό) της αρμόδιας φορολογικής αρχής, αποτελούντα ενιαίο σύνολο με το αιτιολογικό, ώστε καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού της αποφάσεως. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση, σύμφωνα και με το συνημμένο και παρατιθέμενο στο διατακτικό αναλυτικό Πίνακα Χρεών της ΔΟΥ Αγίας Παρασκευής, η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών (ΔΟΥ Αγίας Παρασκευής ), το είδος των χρεών αναλυτικά κατά περίπτωση, χρόνο και ποσό (ΦΠΑ, Πρόστιμο ΦΠΑ, εισόδημα, πρόστιμο εισοδήματος, ΦΜΥ), και ο τρόπος πληρωμής τους αναλυτικά, άλλα χρέη εφάπαξ και άλλα σε δόσεις που προσδιορίζονται κατά ποσά και ημερομηνίες λήξεως πρώτης και τελευταίας δόσεως, αναφέρεται επίσης αναλυτικά στον ανωτέρω Πίνακα χρεών και ο χρόνος βεβαιώσεως των οφειλομένων και μη καταβληθέντων πολλών χρεών αυτών και ο ακριβής χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, έπρεπε να καταβληθούν από τον οφειλέτη κατηγορούμενο, ενώ εξειδικεύεται περαιτέρω, το ύψος των εν λόγω επί μέρους χρεών για τα οποία καταδικάστηκε και τα οποία συνολικά υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ και δεν καταβλήθηκαν μετά τη λήξη του ανωτέρω χρόνου καταβολής τους και μετά πάροδο τεσσάρων μηνών από τη λήξη κάθε επί μέρους καταβλητέου εφάπαξ ή σε δόσεις χρέους. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείτο ιδιαίτερη αιτιολογία ως προς το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, γιατί, όπως εκτέθηκε, ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το αξιόποινο του οποίου ο νόμος δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία. Αναφέρεται δε στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογημένα ότι η κατηγορουμένη είναι υπόχρεη σε καταβολή των παραπάνω βεβαιωμένων χρεών της ετερόρρυθμης εταιρείας " ...", ως ομόρρυθμος εταίρος αυτής και ότι ηθελημένα, με γνώση των χρεών, δεν κατέβαλε τα χρέη αυτά με τις προσαυξήσεις, που κατά τα 2/3 του ποσού αφορούσαν μη καταβολή εισπραχθέντος ΦΠΑ, χωρίς να απαιτείται άλλη αιτιολόγηση του δόλου αυτής, αφού κατά το νόμο δεν απαιτείται συνδρομή κακοβουλίας, όπως αιτιάται η αναιρεσείουσα, ενώ είναι άνευ σημασίας η ηλικία, η οικονομική αδυναμία ή το ποσοστό (3%) της κατηγορουμένης επί της εν λόγω εταιρείας ή η παύση πληρωμών της Ε.Ε., αφού η καταδικασθείσα κατηγορουμένη αυτή κατά τον Εμπορικό Νόμο υποχρεούται ως ομόρρυθμος εταίρος σε καταβολή ολοκλήρου του ποσού του χρέους της υπόχρεης Ε.Ε.
Επομένως, ο συναφής, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, προβαλλόμενος μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως της αναιρεσείουσας, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης ως άνω αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-12-2012 αίτηση της Ε. Μ. του Ι., περί αναιρέσεως της με αρ. 8763/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και .
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο (άρθρο 25 παρ. 1, 2, 3 ν. 1882/1990, όπως τροπ. με άρθρο 34 παρ.1 ν. 3220/2004). Απορριπτέος ως αβάσιμος ο προβαλλόμενος μοναδικός από το άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 895/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη),- Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου και Βασίλειο Καπελούζο, (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Ν. Ν. του Γ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αγγελική Γουνοπούλου, περί αναιρέσεως της 1252/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Κοζάνης. Της πολιτικώς ενάγουσας: " ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Κωνσταντίνα Σπουρλή.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Κοζάνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 29/13.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972), ορίζετο ,"εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα, επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 και ορίσθηκε ότι, "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Κατά το ίδιο άρθρο 79 παρ.1 του άνω ν. 5960/1933, περί επιταγής, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/72, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ.1 περ. α του Ν.2408/1996, ορίζεται πλέον ότι "εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από πληρωτή γιατί δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της , τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγούμενης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι, το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν, α) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, β) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, γ) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και δ) έλλειψη αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, δόλος, η ύπαρξη του οποίου δεν απαιτείται να αιτιολογείται ιδιαιτέρως , για δε την ύπαρξή του αρκεί η γνώση του εκδότη για την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων. Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος)δόλος και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως. Άρα, για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα. Ήτοι, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ' αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίησή της από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία τέλος της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1252/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, σε δεύτερο βαθμό, για τη πράξη της εκδόσεως πέντε ακάλυπτων επιταγών(παράβαση του άρθρου 79 του ν. 5960/1933), σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή: " Ο κατηγορούμενος στα ... στις ημερομηνίες που αναφέρονται κατωτέρω στο διατακτικό, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση, ενός και του ιδίου εγκλήματος, ως μοναδικός διαχειριστής της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στα ... και για λογαριασμό της από πρόθεση εξέδωσε επιταγές που δεν πληρώθηκαν από πληρωτή στον οποίο δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο έκδοσης και της πληρωμής αυτών. Ειδικότερα εξέδωσε τις υπ' αριθμ. ... επιταγές, με ημερομηνίες έκδοσης την 20-9-2009, οι δύο πρώτες εξ αυτών, την 15-10-2009, 20-10-2009 και 15-11-2009 αντίστοιχα οι λοιπές, ποσού 37.831,60 ευρώ, 45.660,00 ευρώ, 42.000,00 ευρώ, 35.000,00 ευρώ και 58.302,30 ευρώ αντίστοιχα, πληρωτέες οι τέσσερις πρώτες στην Αγροτική Τράπεζα και η πέμπτη εξ αυτών στη Γενική Τράπεζα, σε διαταγή όλες αυτές της εταιρίας ...., οι οποίες παρά το ότι εμφανίστηκαν νόμιμα προς πληρωμή στις 21-9-2009, 21-9-2009, 15-10-2009, 20-10-2009 και 16-11-2009 αντίστοιχα, δηλαδή εντός της νόμιμης οκταήμερης προθεσμίας στις πληρώτριες τράπεζες, δεν πληρώθηκαν επειδή δεν είχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια σε αυτές κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής, ο κατηγορούμενος δε τελούσε εν γνώσει του γεγονότος ότι στερούνταν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια επομένως, πληρουμένης της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της πράξεως του κατηγορουμένου, ήτοι της παρ. 1 του αρθρ. 79 του Ν 5960/1933 την οποία αυτός τέλεσε κατ' εξακολούθηση, να κηρυχθεί ένοχος. Το Δικαστήριο όμως αναγνωρίζει ότι κινήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια, αλλά λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε κατά την περίοδο εκείνη, τα οποία επιτάθηκαν ενόψει και της οικονομικής κρίσης και αναγνωρίζει σε αυτόν το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων κατ' αρθρ. 84 παρ. 2β ΠΚ".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 1252/2012 απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ως εκδότης μοναδικός διαχειριστής της σε αυτό Ο.Ε., τις αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην αναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933, όπως τροποποιήθηκε, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσης. Δεν ήταν δε αναγκαία και ιδιαίτερη αναφορά στην αιτιολογία, της από μέρους του κατηγορουμένου γνώσεως του ακαλύπτου της αναφερόμενης επιταγής, την οποία αυτός εξέδωσε, ούτε περιστατικών από τα οποία συνάγεται η γνώση αυτή, αφού όπως αναφέρθηκε για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί πλέον (μετά δηλαδή την ισχύ από το έτος 1972 του ν.δ. 1325/1972) ο απλός δόλος και δεν είναι αναγκαίος ο άμεσος δόλος, η εν γνώσει δηλαδή ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, πλέον του ότι στο προεκτεθέν αιτιολογικό αιτιολογείται ρητά και η γνώση αυτή του κατηγορουμένου με την παραδοχή στο αιτιολογικό ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή γνωρίζοντας ότι η εν λόγω Ο.Ε. , της οποίας ήταν διαχειριστής - εκπρόσωπος, δεν έχει διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα, τόσον κατά το χρόνο εκδόσεως, όσον και κατά το χρόνο πληρωμής αυτής . Επομένως τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, με τον εκ του άρθρου 510 παρ 1 περ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, πρώτο και δεύτερο λόγο αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία της αποφάσεως, εκ της μη ειδικής αιτιολογίας του στοιχείου της γνώσεως, από μέρους του κατηγορουμένου, του ακαλύπτου της επιταγής και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας Εμπορικής Τράπεζας Α.Ε. ( άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 3/27-12-2012 αίτηση του Ν. Ν. του Γ. για αναίρεση της με αρ. 1252/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας " ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, εκ ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής (άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933). Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Δεν είναι αναγκαία ιδιαίτερη αναφορά στην αιτιολογία, της από μέρους του κατηγορουμένου γνώσεως του ακαλύπτου της αναφερόμενης επιταγής, την οποία αυτός εξέδωσε, αφού για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί πλέον, μετά δηλαδή την ισχύ το έτος 1972 του ν.δ. 1325/1972, ο απλός δόλος και δεν είναι αναγκαίος ο άμεσος δόλος, η εν γνώσει δηλαδή ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (βλ. ΑΠ 1017/2012, 136/2010, ΑΠ 1/2009, ΑΠ 1117, 1080/2008, ΑΠ 1385/2007).
|
Τραπεζική επιταγή ακάλυπτη
|
Τραπεζική επιταγή ακάλυπτη.
| 0
|
Αριθμός 901/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Ζιάκα και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη), Νικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα, Δημήτριο Κόμη και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Χ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Σπυρίδωνα Μαυρογιάννη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλλιθέας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 216/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση στο Ειρηνοδικείο Αθηνών λόγω αρμοδιότητας, 1253/2008 του Ειρηνοδικείου Αθηνών και 970/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-6-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή, κατά τύπους, η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη. Η αναίρεση ασκείται, όπως όλα τα ένδικα μέσα, με την κατάθεση του δικογράφου σε πρωτότυπο στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ). Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η κατάθεση γίνεται, κατ' άρθρο 566 § 2 ΚΠολΔ, στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλονται η 1253/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 ΚΠολΔ και η 970/2012 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ίδια διαδικασία σε δεύτερο βαθμό, μετά από έφεση και αντέφεση των διαδίκων, κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε, κατά ένα μέρος, δεκτή η αγωγή, ως προς τα αιτήματά της, που αναφέρονται στην καταβολή οδοιπορικών εξόδων και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης. Με την ανωτέρω δεύτερη απόφαση απορρίφθηκε η αντέφεση του αναιρεσείοντος και έγινε δεκτή η έφεση του εναγομένου αναιρεσίβλητου, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος που είχε προσβληθεί με την έφεση και απορρίφθηκε η αγωγή, κατά το μέρος αυτό. Όμως, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αναίρεσης, με το οποίο προσβάλλονται οι αποφάσεις του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αυτό κατατέθηκε, στις 11-6-2012, μόνο στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Επομένως, η κρινόμενη αναίρεση, κατά το μέρος μεν που στρέφεται κατά της απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ασκήθηκε παραδεκτά, κατά το μέρος δε που στρέφεται κατά της 1253/2008 πρωτόδικης απόφασης είναι απαράδεκτη, αφού το δικόγραφό της δεν κατατέθηκε και στη γραμματεία του δικαστηρίου εκείνου, με συνέπεια να είναι απαράδεκτοι οι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που αναφέρονται σε πλημμέλειες της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1, 2 του ισχύοντος Συντάγματος "Στο Συμβούλιο Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως ο νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει". Κατά το άρθρο 1 στοιχ. α' ΚΠολΔ, τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση ιδιωτικών διαφορών, ιδιωτική δε διαφορά υφίσταται όταν το αντικείμενο της δίκης είναι έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή αμφισβήτηση ή έριδα των διαδίκων, περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσης συγκεκριμένου προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 αρ. 12 του ΚΠολΔ, οι διαφορές που αφορούν δικαιώματα ή αποζημιώσεις ή έξοδα µαρτύρων, που εξετάστηκαν σε οποιοδήποτε δικαστήριο, υπάγονται στην εξαιρετική αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, χωρίς διάκριση αξίας. Εξάλλου, η παράλειψη καταβολής νοµοθετηµένων παροχών δε συνιστά διοικητική διαφορά ουσίας, από παράνοµη υλική παράλειψη των οργάνων του Δηµοσίου, εκ της οποίας γεννάται αξίωση αποζηµίωσης, κατά του τελευταίου, κατ' άρθρο 105 Εισ.Ν.ΑΚ. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4, 560 αρ. 3 και 580 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε επί υπόθεσης, που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με την από 26-3-2007 αγωγή του, που κατέθεσε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει, οδοιπορικά έξοδα 184,71 ευρώ, για τη μετάβασή του από την Καλλιθέα Αττικής, ως µάρτυρας στο Μονοµελές Πληµµελειοδικείο Αγνάντων Άρτας και αποζηµίωση, για την παράλειψη των οργάνων του να του τα καταβάλουν, ποσού 195.000 ευρώ, για προσβολή της προσωπικότητάς του, 98.000 ευρώ για περαιτέρω επιδείνωση της κλονισμένης από διαβήτη υγείας του, 1.900 ευρώ για διάφορα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε, 488.000 ευρώ για χρηµατική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και 188.000 ευρώ για διαφυγόν κέρδος από τη µη απασχόλησή του σε άλλες εργασίες, και συνολικά το ποσό των 971.084,71 ευρώ. Το Ειρηνοδικείο Καλλιθέας, με την 216/2008 απόφασή του, παρέπεμψε την εκδίκαση της αγωγής στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, ως κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο. Το τελευταίο, με την 1253/2008 απόφασή του, δέχθηκε, εν µέρει την αγωγή, για το ποσό των 184,71 ευρώ, ως προς τα έξοδα µετάβασης του ενάγοντος ως µάρτυρα, στο ποινικό δικαστήριο και απέρριψε, ως αόριστα, τα υπόλοιπα αιτήµατα, πλην του κονδυλίου περί προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, το οποίο δέχθηκε, εν µέρει, επιδικάζοντας σ' αυτόν χρηµατική ικανοποίηση 10.000 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι διάδικοι, αντίστοιχα, έφεση και αντέφεση, παραπονούμενοι, το μεν εναγόμενο για έλλειψη δικαιοδοσίας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και για την επιδίκαση σε βάρος του χρηματικής ικανοποίησης, ο δε εφεσίβλητος για το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε το λόγο έφεσης, για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και στη συνέχεια δίκασε την αγωγή. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο ένατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, εκ του αρ. 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή το, ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν είχε δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης αγωγής, κατά τα παραπάνω αιτήματά της, είναι αβάσιμος.
Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, καθορίζει, περιοριστικά, τους λόγους αναίρεσης και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς και την εσφαλμένη εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων και η αγωγή, το δε άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, από τους αναφερομένους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. Εξάλλου, οι κανόνες δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι διατάξεις των άρθρων, 1) 327 παρ. 1 ΚΠΔ, 2) 581 ΚΠΔ, 3) 216 ΚΠολΔ, 4) 677, 678 παρ. 5 ΚΠολΔ και 5) 15 παρ. 12 του ίδιου κώδικα, δεν αποτελούν αντικείμενο παραβίασης νόμου, ευθείας ή εκ πλαγίου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης, από τον αριθµό 1 του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, εικοστός πρώτος (κατά το πρώτο μέρος του), και εικοστός πέμπτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, από την παραβίαση των διατάξεων αυτών, είναι απαράδεκτοι. Ειδικότερα, οι εικοστός πρώτος και εικοστός πέμπτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια, ότι το δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένα το δικόγραφο, ως αγωγή, ενώ επρόκειτο για προσφυγή, με αποτέλεσμα να δεχθεί ότι υπόκειται σε τέλος δικαστικού ενσήμου, είναι και αλυσιτελείς, αφού η υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς καταβολή δικαστικού ενσήμου, εξαρτήθηκε από το παραπάνω περιεχόμενο και το αντικείμενο του ασκηθέντος δικογράφου και όχι από τον τυπικό χαρακτηρισμό του, ως "αγωγής" ή "προσφυγής". Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 § 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 560 αριθ. 1). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλειες από το άρθρο 560 αριθ. 1 εδ. β', στις οποίες φέρεται ότι υπέπεσε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με το να μη χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, "ότι κληθείς μάρτυρας και εξετασθείς ενώπιον του δικαστηρίου, έχει δικαίωμα, με το πέρας της δίκης, να λάβει τα έξοδα μαρτύρων και την αποζημίωση". Οι λόγοι αυτοί, είναι απαράδεκτοι, διότι τα περιστατικά που προαναφέρθηκαν δεν θεμελιώνουν παραβίαση διδάγματος κοινής πείρας, αλλά συγκεκριμένης νομικής διάταξης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 502 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 178 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ή 560 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (Ολ.ΑΠ 32/1996). Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται, αυτεπαγγέλτως, ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Ειδικότερα, ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζονται: α) ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι ευθέως ή εκ πλαγίου παραβιάσθηκε, β) τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και υπό τα οποία φέρεται ότι συντελέσθηκε η παραβίαση, όπως και ο πραγματικός ισχυρισμός που αφορούσαν και γ) επί ευθείας παραβίασης το αποδιδόμενο στο δικαστήριο σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 20/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του KΠολΔ, "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη". Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μία από τις σ' αυτή αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναίρεσης είναι παραδεκτός μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 43/1990), ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, αυτεπαγγέλτως, από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/1987). Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, νόμιμος δε τρόπος επαναφοράς στο Εφετείο ισχυρισμού του ηττηθέντος πρωτοδίκως διαδίκου είναι λόγος έφεσης ή αντέφεσης και όχι οι υποβαλλόμενες έγγραφες προτάσεις. Τέλος, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου. Η διάταξη του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 καθιερώνει την υποχρέωση καταβολής του δικαστικού ενσήμου και το άρθρο 15 του κ.ν. 551/1915 ορίζει ότι "οι απαιτήσεις από εργατικό ατύχημα δεν υπόκεινται στο τέλος αυτό". Μετά το ν.δ. 1544/1942 (άρθρο 7 παρ. 1, 2), σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου, κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζήτησής της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην και γι' αυτό, σε περίπτωση παράβασης των σχετικών διατάξεων, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, παρά μόνο αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ και μόνο όταν ο διάδικος δικάστηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση. Στην κρινόμενη υπόθεση ο αναιρεσείων, με τους παρακάτω λόγους αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου των, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, επικαλείται την παραβίαση, διά της μη εφαρμογής: 1) Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, των διατάξεων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, ως προς την καταβολή εξόδων και αποζημίωσης σε μάρτυρες, 2) με τον έβδομο, των διατάξεων που ρυθμίζουν το δικαίωμά του, για τη λήψη των παραπάνω εξόδων και της αποζημίωσης, 3) με τον όγδοο, των διατάξεων που καθορίζουν τη σχετική υποχρέωση του Δημοσίου, 4) με το δέκατο, της διάταξης του άρθρου 1 του Συντάγματος, 5) με τον ενδέκατο των διατάξεων των άρθρων 1, 4, 26 και 95 του Συντάγματος, 6) με το δωδέκατο της διάταξης του άρθρου 2 του Συντάγματος, 7) με το δέκατο τρίτο της διάταξης του άρθρου 26 του ν. 2462/1977, 8) με το δέκατο τέταρτο της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. ΓΠΟΗ' της 3/3.1.1212, 9) με το δέκατο έκτο, της διάταξης του άρθρου 26 του 2462/1997 και 10) με το δέκατο όγδοο, τις διατάξεις του ν. ΓΠΟΗ' της 3/3.1.1212. Όμως, α) στο δικόγραφο της αναίρεσης, δεν αναφέρεται ποια ήταν τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και υπό τα οποία φέρονται ότι συντελέσθηκαν οι ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες της ευθείας παραβίασης ουσιαστικών κανόνων δικαίου και σε τι συνίστανται οι συγκεκριμένες παραβάσεις, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί το αντικείμενο καθεμιάς από τις παραβάσεις αυτές, και β) ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι με λόγο έφεσης, ενώπιον του, ως Εφετείου, δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου, επικαλέστηκε την παραβίαση, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο των παραπάνω διατάξεων και συνεπώς οι προβαλλόμενοι, ως άνω, λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, ως αόριστοι. Ειδικότερα, οι δέκατος τρίτος, δέκατος τέταρτος, δέκατος έκτος και δέκατος όγδοος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 15 του κ.ν. 551/1915, 26 του ν. 2462/ 1977 και του ν. ΓΠΟΗ της 3/3.1.1212, είναι απαράδεκτοι και για τον πρόσθετο λόγο ότι, όπως προαναφέρθηκε, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων αυτών, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, παρά μόνο αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ και μόνο όταν ο διάδικος δικάστηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση.
Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο, 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών κ.λπ., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτές (Ολ.ΑΠ 45/1987), οι οποίες είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους δέκατο πέμπτο, δέκατο έβδομο, δέκατο ένατο, εικοστό, εικοστό πρώτο (κατά το δεύτερο μέρος του), εικοστό δεύτερο, εικοστό τρίτο, εικοστό τέταρτο, εικοστό έκτο, εικοστό έβδομο, εικοστό όγδοο, εικοστό ένατο, τριακοστό και τριακοστό πρώτο λόγους αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου των, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί έφεσης κατά της 1253/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, για τον, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, αφού δεν συγχωρείται η προβολή των, κατά της πληττόμενης απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα περιοριζόμενα, κατά το μέτρο του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 8-6-2012, αίτηση του αναιρεσείοντος, για την αναίρεση της 970/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της 1253/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η αναίρεση που στρέφεται και κατά της πρωτόδικης απόφασης είναι απαράδεκτη, εφόσον το δικόγραφο της δεν κατατέθηκε και στη γραμματεία του δικαστηρίου εκείνου. Οι διαφορές που αφορούν δικαιώματα ή αποζημιώσεις ή έξοδα μαρτύρων, που εξετάστηκαν σε οποιοδήποτε δικαστήριο, υπάγονται στην εξαιρετική αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, χωρίς διάκριση αξίας. Οι κανόνες δικονομικού δικαίου δεν αποτελούν αντικείμενο παραβίασης νόμου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ο λόγος αναίρεσης είναι παραδεκτός μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, αυτεπαγγέλτως, από το δικαστήριο της ουσίας. Σε περίπτωση παράβασης των σχετικών με το δικαστικό ένσημο διατάξεων, ιδρύεται μόνο ο λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ και μόνο όταν ο διάδικος δικάστηκε ερήμην.
|
Έξοδα μαρτύρων
|
Έξοδα μαρτύρων.
| 0
|
Αριθμός 902/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Ζιάκα και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη), Νικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα, Δημήτριο Κόμη και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΑΝΩΤΑΤΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ (ΑΤΕΙ) ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ", που εδρεύει στο δ.δ. Αντικαλάμου του Δήμου Καλαμάτας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευθυμία Παναταζοπούλου.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση: 1) Γ. Γ. του Η., κατοίκου …, 2) Δ. Κ. του Γ., κατοίκου …, 3) Ά. Δ. του Ν., κατοίκου …, 4) Α. Κ. του Α., κατοίκου ... 5) Σ. Κ. του Ν., κατοίκου …, 6) Φ. Κ. του Ι., κατοίκου …, 7) Γ. Ξ. του Ι., κατοίκου ... 8) Δ. Τ. του Γ., κατοίκου …, 9) Σ. Σ. του Σ., κατοίκου ... 10) Κ. Π. του Α., συζ. Ι. Β., κατοίκου … και 11) Ν. Χ. του Ι., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γαβαλά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Σινάνη, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας και συνεκδικάστηκε με την από 17-2-2006 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση για παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 177/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 54/2012 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-11-2012 αίτησή του και το Ελληνικό Δημόσιο με την από 27-3-2013 πρόσθετη παρέμβασή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και της πρόσθετης παρέμβασης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η α) από 2-11-2012 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ανώτατο Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Α.Τ.Ε.Ι.) Καλαμάτας", για αναίρεση της 54/2012 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας και β) από 27-3-2013 πρόσθετη, υπέρ του αναιρεσείοντος, παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που νόμιμα και παραδεκτά ασκήθηκε, για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, με δικόγραφο που επιδόθηκε στους διαδίκους (άρθρ. 80, 81 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας και προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να μειωθούν τα έξοδα αυτής (άρθρ. 573 παρ. 1, 31, 246 ΚΠολΔ). Το επικαλούμενο από το παρεμβαίνον έννομο συμφέρον είναι πρόδηλο, αφού το αναιρεσείον τελεί υπό την εποπτεία του Κράτους και χρηματοδοτείται από το παρεμβαίνον, που έχει επιπλέον την ευθύνη και τη γενικότερη μέριμνα για την αναβάθμιση της ποιότητας των σπουδών, με προσαρμογή τους στις εκάστοτε επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις (άρθρα 68 ΚΠολΔ, 13 Ν. 1403/1983, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρ. 5 παρ. 11 Ν. 2916/2001, 1 παρ. 1 Ν. 1238/1982 όπως ισχύει, άρθρο 1 Ν. 4009/2011). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 94 § 1, 96 §§ 1 και 2 (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 7 § 2 ν. 3994/2011) και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι (α) στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο (β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρχή, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει (γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως (δ) εάν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται με δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την οποία αυτεπάγγελτα ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικά απών. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 305, 440, 438 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από την υπάρχουσα αναφορά στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιο από τους διαδίκους παραστάθηκε ο αναφερόμενος σε αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος του, και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα της απόφασης, ότι το δικαστήριο δίκασε κατ` αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό του εν λόγω δικηγόρου, κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ, ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου που εκπροσωπήθηκε, δεδομένου ότι η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε το δικαστήριο να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 104 ΚΠολΔ. Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 438 ΚΠολΔ, τα δημόσια έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη και παράγουν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο, ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, εφόσον προέρχονται από πρόσωπο που είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση, οπότε επιτρέπεται ανταπόδειξη μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, κατά δε το άρθρ. 449 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αντίγραφα των οποίων η ακρίβεια βεβαιώνεται από τον αρμόδιο υπάλληλο έχουν αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο. Τέλος, κατά το άρθρο 10 παρ. 3 εδ. δ' του ν. 1758/1988, περί Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, ο γραμματέας του δικαστηρίου εκδίδει τα απόγραφα και αντίγραφα, τα πιστοποιητικά και αποσπάσματα, τηρεί και ενημερώνει τα βιβλία και φυλάσσει τα αρχεία και τα άλλα αντικείμενα του δικαστηρίου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι το αντίγραφο δικαστικής απόφασης, που εκδίδει ο αρμόδιος δικαστικός υπάλληλος του οικείου δικαστηρίου, που εξέδωσε την απόφαση, εφόσον βεβαιώνεται η ακρίβειά του από αυτόν, έχει ισχύ επισήμου αντιγράφου και δεν είναι δυνατή η αμφισβήτηση της βεβαίωσης περί της ακριβείας του, εκτός αν προσβληθεί, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, ως πλαστό. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη αίτηση αναίρεσης πλήττεται η 54/2012 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση των αναιρεσίβλητων. Από το ακριβές αντίγραφο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, το οποίο εκδόθηκε από τη γραμματέα του Εφετείου Καλαμάτας Γ. Π., στις 2-11-2012, από το επίσημο που βρίσκεται στο ανωτέρω Εφετείο και ειδικότερα από την υπάρχουσα αναφορά στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι οι εκκαλούντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) παραστάθηκαν ενώπιον του Εφετείου κατά την εκδίκαση της έφεσής των, διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αναστασίου Ορφανού και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα της απόφασης, ότι το δικαστήριο δίκασε κατ` αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό του εν λόγω δικηγόρου, κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ, ως δικαστικού πληρεξουσίου των αναιρεσίβλητων, που εκπροσωπήθηκαν, δεδομένου ότι η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε το δικαστήριο να εξετάσει, αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 104 ΚΠολΔ. Το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αληθώς από τους αρ. 14 (και όχι από τον αρ. 1 όπως, εσφαλμένα, αυτό επικαλείται) και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη, για έλλειψη πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του παραπάνω δικηγόρου, την παράσταση, ενώπιόν του, των αναιρεσίβλητων και την έφεση, με αντιφατικές δε και εσφαλμένες αιτιολογίες απέρριψε την ένστασή του, περί έλλειψης πληρεξουσιότητας. Το αντίγραφο, όμως, της αναιρεσιβαλλομένης δικαστικής απόφασης, που εξέδωσε η παραπάνω αρμόδια γραμματέας του Δικαστηρίου, έχει ισχύ επίσημου αντιγράφου, αφού βεβαιώνεται η ακρίβειά του από αυτήν, και δεν είναι δυνατή η αμφισβήτηση της βεβαίωσης περί της ακρίβειάς του, ειδικά, ως προς το διορισμό του εν λόγω δικηγόρου, κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ, ως δικαστικού πληρεξουσίου των αναιρεσίβλητων, παρά μόνο με την προσβολή του, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, ως πλαστού, πράγμα που δεν πράττει το αναιρεσείον. Επομένως, ο παραπάνω λόγος είναι απαράδεκτος. Από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει, ότι σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύµβαση εργασίας είναι ορισµένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής µέχρις ορισµένου χρονικού σηµείου ή µέχρις την επέλευση ορισµένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, µετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σηµείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Εποµένως, η διάρκεια της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύµβασης εργασίας ορισµένου χρόνου είναι ότι τα µέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σηµείο της λήξης της. Η σύµβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύµφωνα µε το άρθ. 669 § 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα. Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν µε το άρθ. 8 § 3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασµό µε τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρµόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συµβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τοµέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόµου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας µε ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιµα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου, περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Η διάταξη αυτή αξιοποιήθηκε, γενικότερα, για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, µε πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νοµικός χαρακτηρισµός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύµβασης έργου ή εργασίας, ως ορισµένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόµου χαρακτηρισµό της συµβατικής σχέσης ως ορισµένου χρόνου (ΑΕΔ 3/3001, Ολ.ΑΠ 6/2001, 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νοµικός χαρακτηρισµός εκ µέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νοµικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισµένου χρόνου σε αόριστου (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 α' και 1 β' του Ν. 1404/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 του ν. 2916/2001, για την κάλυψη διδακτικών, ερευνητικών ή άλλων επιστημονικών αναγκών των ΤΕΙ µπορεί να προσλαμβάνεται εκπαιδευτικό προσωπικό µε σύµβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισµένου χρόνου, η οποία µπορεί να διαρκεί µέχρι ένα ακαδημαϊκό έτος και να ανανεώνεται µέχρι δύο ακόµη ακαδημαϊκά έτη. Η ενδεχόμενη απασχόληση του προσωπικού αυτού για ένα ή περισσότερα εξάµηνα στο ίδιο ή άλλο ΤΕΙ σε καµιά περίπτωση δεν δημιουργεί δικαίωµα μετατροπής της σύμβασης σε αορίστου χρόνου ή άλλα δικαιώµατα, που δεν προβλέπονται από το νόµο αυτό, έναντι του ΤΕΙ ή του Δηµοσίου. Συνάγεται, περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συµβάσεων έργου ή εργασίας ορισµένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των, κατά την έναρξη της ισχύος του, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά τη φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά το χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, το χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7 και 8/2011). Ενόψει όλων των ανωτέρω, αν η πρόσληψη του προσωπικού του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Καλαμάτας (ΤΕΙ και ήδη ΑΤΕΙ-Κ)" με διαδοχικές συμβάσεις, διαρκώς ανανεούµενες, που καταρτίστηκαν πριν την ισχύ των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, έγινε προσχηματικά, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος, ως εργοδότη, εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης (με την έννοιά τους που προαναφέρθηκαν), κατά προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού αυτού δικαιώματος και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική (άρθρο 281 ΑΚ), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συµβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νοµοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της σύμβασης, των ΠΥΣ 236/94 και 55/98, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994, του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 και του άρθρου 19 παρ. 1 α' και 1 β' του Ν. 1404/1983. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: 1) Ο ενάγων Γ. Γ. προσελήφθη ως έκτακτο μέλος εκπαιδευτικού προσωπικού στη βαθμίδα του επιστημονικού και εργαστηριακού συνεργάτη, των Τμημάτων Φυτικής Παραγωγής και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του ΑΤΕΙ Καλαμάτας, με ανάθεση διδακτικού έργου με ωριαία αντιμισθία, ως ακολούθως: Κατά το ακαδημαϊκό έτος 1997-1998, από 22-9-1997 έως 16-2-1998, από 4-3-1998 έως 15-3-1998 και από 16-3-1998 έως 3-7-1998, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επί έξι διδακτικές ώρες και του εαρινού επί δώδεκα διδακτικές ώρες την εβδομάδα για τα εργαστηριακά μαθήματα Εδαφολογία, Λαχανοκομία Ι και Ειδική Γεωργία
ΙΙ και τα θεωρητικά μαθήματα Ανθοκομία και Γενική Γεωργία στο Τμήμα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 1998-1999, από 13-10-1998 έως 19-2-1999 και από 23-2-1999 έως 2-7-1999, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επί πέντε διδακτικές ώρες και του εαρινού εξαμήνου επί εννέα διδακτικές ώρες την εβδομάδα για τα εργαστηριακά μαθήματα Βοτανική Ι και
ΙΙ και Λαχανοκομία Ι στο Τμήμα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 1999-2000, από 20-9-1999 έως 1-3-2000 και 2-3-2000 έως 3-7-2000, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού και του εαρινού εξαμήνου, επί δέκα τέσσερις διδακτικές ώρες την εβδομάδα για τα εργαστηριακά μαθήματα Βοτανική Ι και
ΙΙ στο Τμήμα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2001-2002, από 24-9-2001 έως 22-2-2002 και 25-2-2002 έως 2-7-2002, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού και του εαρινού εξαμήνου, επί δώδεκα διδακτικές ώρες την εβδοµάδα για τα εργαστηριακά µαθήµατα Βοτανική Ι και
ΙΙ στο Τµήµα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγοµένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2002-2003, από 23-9-2002 έως 14-2-2003 και 24-2-2003 έως 30-6-2003, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειµερινού και του εαρινού εξαµήνου, επί δέκα πέντε διδακτικές ώρες την εβδοµάδα για το εργαστηριακό και θεωρητικό µάθηµα Μετασυλλ. Χειρ. Σπορ. Σποράς και τα εργαστηριακά µαθήµατα Βοτανική Ι και
ΙΙ στα Τµήµατα Φυτικής Παραγωγής και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγοµένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004, από 22-9-2003 έως 16-2-2004 και 1-3-2004 έως 2-7-2004, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειµερινού και του εαρινού εξαµήνου, επί δέκα πέντε διδακτικές ώρες την εβδοµάδα για το εργαστηριακό και θεωρητικό µάθηµα Μετασυλλ. Χειρ. Σπορ. Σποράς και Συστηµατική Βοτανική και το εργαστηριακό µάθηµα Φυσιολογία Φυτών στα Τµήµατα Φυτικής Παραγωγής και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγοµένου. Για το ακαδηµαϊκό έτος 2004-2005, από 11-10-2004 έως 22-2-2005 και 1-3-2004 έως 4-7-2005, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειµερινού και του εαρινού εξαµήνου, επί δέκα πέντε διδακτικές ώρες την εβδοµάδα για τα εργαστηριακά και θεωρητικά µαθήµατα Μετασυλλ. Χειρ. Σπορ. Σποράς και Συστηµατική Βοτανική και το εργαστηριακό µάθηµα Φυσιολογία Φυτών στα Τµήµατα Φυτικής Παραγωγής και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. 2) Η ενάγουσα Δ. Κ. προσελήφθη ως έκτακτο μέλος εκπαιδευτικού προσωπικού στη βαθμίδα του εργαστηριακού συνεργάτη, των τμημάτων Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας, Φυτικής Παραγωγής και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του ΑΤΕΙ Καλαμάτας, με ανάθεση διδακτικού έργου με ωριαία αντιμισθία, ως ακολούθως: Κατά το ακαδημαϊκό έτος 2000-2001, από 25-9-2000 έως 16-2-2001 και 27-2-2001 έως 29-6-2001, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού και του εαρινού εξαμήνου, επί δύο διδακτικές ώρες την εβδομάδα για τα εργαστηριακά μαθήματα Κηποτεχνία -Αρχιτεκτονική Τοπίου στο Τμήμα Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2001-2002, από 24-9-2001 έως 22-2-2002 και 25-2-2002 έως 2-7-2002, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού και του εαρινού εξαμήνου, επί τέσσερις διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για τα εργαστηριακά μαθήματα Ανθοκομία και Κηποτεχνία -Αρχιτεκτονική Τοπίου στα Τμήματα Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας και Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2002-2003, από 23-9-2002 έως 14-2-2003 και 24-2-2003 έως 1-7-2003, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επί οκτώ διδακτικές ώρες και του εαρινού επί έξι διδακτικές ώρες την εβδομάδα για τα εργαστηριακά μαθήματα Ανθοκομία, Κηποτεχνία - Αρχιτεκτονική Τοπίου, Εισαγωγή στη Φυτοτεχνία στα Τμήματα ΤΕΓΕΠ και Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004, από 22-9-2003 έως 16-2-2004 και 1-3-2004 έως 2-7-2004, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού και του εαρινού εξαμήνου, επί δέκα διδακτικές ώρες την εβδομάδα για τα εργαστηριακά μαθήματα Καλλωπιστικά Φυτά και Ανθοκομία Ι στα Τμήματα Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας και Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2004-2005, από 11-10-2004 έως 2-7-2005, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου επί δέκα τρεις διδακτικές ώρες και του εαρινού επί δεκαπέντε διδακτικές ώρες την εβδομάδα για τα εργαστηριακά μαθήματα Εισαγωγή στη Φυτοτεχνολογία, Ανθοκομία IV, Κηποτεχνία - Αρχιτεκτονική Τοπίου και Εισαγωγή στη Φυτοτεχνία στο Τμήμα Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. 3) Ο ενάγων Ά. Δ. προσελήφθη ως έκτακτο μέλος εκπαιδευτικού προσωπικού στη βαθμίδα του επιστημονικού και εργαστηριακού συνεργάτη, των Τμημάτων Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας, Φυτικής Παραγωγής και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του ΑΤΕΙ Καλαμάτας, με ανάθεση διδακτικού έργου με ωριαία αντιμισθία, ως ακολούθως: Κατά το ακαδημαϊκό έτος 2000-2001, από 25-9-2000 έως 16-2-2001 και 27-2-2001 έως 29-6-2001, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού και του εαρινού εξαμήνου, επί τέσσερις διδακτικές ώρες την εβδομάδα για το εργαστηριακό μάθημα Αρχές Μηχανολογίας - Γεωργικά Μηχανήματα στο Τμήμα Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας στη Σχολή Τεχνολογίας - Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2001-2002, από 24-9-2001 έως 12-2-2002 και 25-2-2002 έως 2-7-2002, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού και του εαρινού εξαμήνου, επί δώδεκα διδακτικές ώρες την εβδομάδα για τα εργαστηριακά μαθήματα Γεωργικά Μηχανήματα και Αρχές Μηχανολογίας - Γεωργικά Μηχανήματα στα Τμήματα Φυτικής Παραγωγής και ΤΕΓΕΠ στη Σχολή Τεχνολογίας - Γεωπονίας του εναγομένου. Για το επόμενο ακαδημαϊκό έτος 2002-2003, από 23-9-2002 έως 14-2-2003 και από 24-2-2003 έως 1-7-2003, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού και του εαρινού εξαμήνου, επί δέκα πέντε διδακτικές ώρες την εβδομάδα για τα εργαστηριακά μαθήματα Γεωργικά Μηχανήματα, Αρδεύσεις - Στραγγίσεις και Αρχές Μηχανολογίας - Γεωργικά Μηχανήματα στα Τμήματα Φυτικής Παραγωγής, ΤΕΓΕΠ και Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας, στη Σχολή Τεχνολογίας - Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004, από 22-9-2003 έως 16-2-2004, από 1-3-2004 έως 2-7-2004 και από 16-9-2004 έως 30-9-2004, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειµερινού και του εαρινού εξαµήνου, επί δώδεκα διδακτικές ώρες την εβδοµάδα για τα εργαστηριακά µαθήµατα Γεωργικά Μηχανήματα και Αρδεύσεις - Στραγγίσεις στα Τµήµατα Φυτικής Παραγωγής, ΤΕΓΕΠ και Θερµοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκοµίας, στη Σχολή Τεχνολογίας - Γεωπονίας του εναγοµένου. Για το ακαδηµαϊκό έτος 2004-2005, από 11-10-2004 έως 22-2-2005 και από 7-3-2004 έως 7-7-2005, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειµερινού και του εαρινού εξαµήνου, επί δέκα πέντε διδακτικές ώρες την εβδοµάδα για τα εργαστηριακά µαθήµατα Γεωργικά Μηχανήματα και Αρχές Μηχανολογίας - Γεωργικά Μηχανήματα στα Τµήµατα Φυτικής Παραγωγής, Θερµοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκοµίας και ΤΕΓΕΠ, στη Σχολή Τεχνολογίας - Γεωπονίας του εναγοµένου. 4) Ο ενάγων Α. Κ. προσελήφθη ως έκτακτο µέλος εκπαιδευτικού προσωπικού στη βαθµίδα του επιστηµονικού και εργαστηριακού συνεργάτη, των Τµηµάτων ΤΕΓΕΠ και Θερµοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκοµίας της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του ΑΤΕΙ Καλαµάτας, µε ανάθεση διδακτικού έργου µε ωριαία αντιμισθία, ως ακολούθως: Κατά το ακαδημαϊκό έτος 2000 - 2001, από 5-10-2000 έως 16-2-2001 και από 27-2-2001 έως 29-6-2001, απασχολήθηκε δε κατά τη διάρκεια του χειµερινού εξαµήνου, για το διάστηµα από 5-10-2000 έως 24-10-2000, επί δύο διδακτικές ώρες και για το διάστηµα από 24-10-2000 έως 16-2-2001, επί τρεις διδακτικές ώρες και καθόλη τη διάρκεια του εαρινού εξαμήνου, επί τέσσερις διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για το εργαστηριακό μάθημα Φυσική, στο Τμήμα ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2001-2002, από 24-9-2001 έως 22-2002 και από 25-2-2002 έως 2-7-2002, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επί τρεις διδακτικές ώρες και του εαρινού, επί έξι διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για τα εργαστηριακά μαθήματα Φυσική και Χημεία - Βιοχημεία Γεωργικών Προϊόντων, στο Τμήμα ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004, από 22-9-2003 έως 16-2-2004, από 1-3-2004 έως 2-7-2004 και από 16-9-2004 έως 30-9-2004, απασχολήθηκε δε κατά τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, για το διάστημα από 22-9-2003 έως 2-12-2003, επί τέσσερις διδακτικές ώρες και για το διάστημα από 3-12-2003 έως 16-2-2004, επί οκτώ διδακτικές ώρες και του εαρινού εξαμήνου, επί οκτώ διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για τα εργαστηριακό μάθημα Φυσική, στο Τμήμα ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το επόμενο ακαδημαϊκό έτος 2004-2005, από 11-10-2004 έως 22-2-2005 και από 7-3-2005 έως 4-7-2005, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επί δώδεκα διδακτικές ώρες και του εαρινού, επί δέκα τέσσερις διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για το μάθημα Αξιοποίηση Φυτικών Υπολειμμάτων (εργαστηριακό και θεωρία), καθώς και τα εργαστηριακά μαθήματα Γεωργική Χημεία, Γενική και Ανόργανη Χημεία, και Χημεία - Βιοχημεία Γεωργικών Προϊόντων, στα Τμήματα ΤΕΓΕΠ και Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. 5) Ο ενάγων Σ. Κ. προσελήφθη ως έκτακτο μέλος εκπαιδευτικού προσωπικού στη βαθμίδα του επιστημονικού και εργαστηριακού συνεργάτη, των Τμημάτων Φυτικής Παραγωγής, Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του ΑΤΕΙ Καλαμάτας, με ανάθεση διδακτικού έργου με ωριαία αντιμισθία, ως ακολούθως: Κατά το ακαδημαϊκό έτος 1997-1998, από 22-9-1997 έως 16-2-1998 και από 23-2-1998 έως 3-2-1998, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, αλλά και του εαρινού, επί δώδεκα διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για τα εργαστηριακά και θεωρητικά μαθήματα Κτηνοτροφικά Φυτά και Λαχανοκομία
ΙΙ, καθώς και το θεωρητικό μάθημα Λαχανοκομία IV, στα Τμήματα Φυτικής Παραγωγής και Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 1998-1999, από 22-9-1998 έως 19-2-1999 και από 23-2-1999 έως 2-7-1999, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επί επτά διδακτικές ώρες και του εαρινού, επί εννέα διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για το εργαστηριακό και θεωρητικό μάθημα Ειδική Γεωργία
ΙΙ, καθώς και το εργαστηριακό μάθημα Ειδική Γεωργία Ι, στο Τμήμα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 1999-2000, από 20-9-1999 έως 1-3-2000 και από 2-3-2000 έως 3-7-2000, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, αλλά και του εαρινού, επί ένδεκα διδακτικές ώρες την εβδομάδα για το εργαστηριακό και θεωρητικό μάθημα Ειδική Γεωργία
ΙΙ, το εργαστηριακό μάθημα Ειδική Γεωργία Ι και το θεωρητικό μάθημα Λαχανοκομία V, στο Τμήμα της Φυτικής Παραγωγής και Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2000-2001, από 25-9-2000 έως 16-2-2001 και από 27-2-2001 έως 29-6-2001, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού αλλά και του εαρινού εξαμήνου, επί δώδεκα διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για τα εργαστηριακά και θεωρητικά μαθήματα Ειδική Γεωργία
ΙΙ και IV στο Τμήμα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2001-2002, από 24-9-2001 έως 22-2-2002 και από 25-2-2002 έως 2-7-2002, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, αλλά και του εαρινού, επί δώδεκα διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για τα εργαστηριακά και θεωρητικά μαθήματα Ειδική Γεωργία Ι και
ΙΙ, στα Τμήματα Φυτικής Παραγωγής και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2002-2003, από 23-9-2002 έως 14-2-2003 και από 24-2-2003 έως 30-6-2003, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, αλλά και του εαρινού, επί δέκα τέσσερις διδακτικές ώρες την εβδομάδα για το εργαστηριακό και θεωρητικό μάθημα Ειδική Γεωργία
ΙΙ, καθώς και τα εργαστηριακά μαθήματα Ειδική Γεωργία Ι και IV, Χειμερινά Σιτηρά, Εαρινά Σιτηρά, Σολονώδη και Ψυχανθή και Γενική Γεωργία, στα Τμήματα Φυτικής Παραγωγής και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004, από 22-9-2003 έως 16-2-2004 και από 1-3-2004 έως 2-7-2004, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, αλλά και του εαρινού, επί δέκα πέντε διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για τα θεωρητικά μαθήματα Γενική Γεωργία και Ειδική Γεωργία Ι και
ΙΙ, καθώς και το εργαστηριακό και θεωρητικό μάθημα Χειμερινά Σιτηρά, στα Τμήματα Φυτικής Παραγωγής και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2004-2005, από 11-10-2004 έως 22-2-2005 και από 7-3-2005 έως 4-7-2005, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, αλλά και του εαρινού, επί δέκα πέντε διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για το εργαστηριακό μάθημα Λαχανοκομία, καθώς και το εργαστηριακό και θεωρητικό μάθημα Χειμερινά Σιτηρά, στα Τμήματα Φυτικής Παραγωγής και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Επίσης, εργάστηκε ως επιστημονικός συνεργάτης και στο Πρόγραμμα Σπουδών Επιλογής του εναγομένου ΤΕΙ, κατά τους μήνες Μάιο και lούνιο του διδακτικού έτους 1998-1999 για 20 και 14 ώρες αντίστοιχα, κατά τα διδακτικά έτη 1999, 2000, για 36 ώρες κάθε έτος και κατά το διδακτικό έτος 2001 για 99 ώρες. 6) Ο ενάγων Φ. Κ. προσελήφθη ως έκτακτο μέλος εκπαιδευτικού προσωπικού στη βαθμίδα του επιστημονικού και εργαστηριακού συνεργάτη, των Τμημάτων Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του ΑΤΕΙ Καλαμάτας, με ανάθεση διδακτικού έργου με ωριαία αντιμισθία, ως ακολούθως: Κατά το ακαδημαϊκό έτος 1999-2000, από 20-9-1999 έως 1-3-2000 και από 2-3-2000 έως 3-7-2000, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, αλλά και του εαρινού, επί πέντε διδακτικές ώρες την εβδομάδα για το εργαστηριακό και θεωρητικό μάθημα Αρδεύσεις - Στραγγίσεις, στο Τμήμα Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2000-2001, από 25-9-2000 έως 16-2-2001 και από 27-2-2001 έως 29-6-2001, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επί πέντε διδακτικές ώρες και του εαρινού εξαμήνου επί επτά διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για το εργαστηριακό και θεωρητικό µάθηµα Αρδεύσεις - Στραγγίσεις, στο Τµήµα Θερµοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκοµίας της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγοµένου. Για το ακαδηµαϊκό έτος 2001-2002, από 24-9-2001 έως 22-2-2002 και από 25-2-2002 έως 2-7-2002, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειµερινού εξαµήνου, αλλά και του εαρινού, επί επτά διδακτικές ώρες την εβδοµάδα, για το εργαστηριακό και θεωρητικό µάθηµα Αρδεύσεις - Στραγγίσεις, στο Τµήµα Θερµοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκοµίας της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγοµένου. Για το ακαδηµαϊκό έτος 2002-2003, από 23-9-2004 έως 14-2-2003 και από 24-2-2003 έως 1-7-2003, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειµερινού εξαµήνου, επί δέκα τέσσερις διδακτικές ώρες την εβδοµάδα και του εαρινού επί οκτώ διδακτικές ώρες την εβδοµάδα, για το εργαστηριακό και θεωρητικό µάθηµα Σχεδ. και Εξοπλ. Μονάδων Χειρ. και Επεξ. Φυτικών Προϊόντων και το εργαστηριακό µάθηµα ΕΜ Θερμοκηπίων και Γεωργικά Μηχανήματα, στα Τµήµατα Θερµοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκοµίας και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγοµένου. Για το ακαδηµαϊκό έτος 2003-2004, από 22-9-2003 έως 16-2-2004, από 1-3-2004 έως 2-7-2004 και από 16-9-2004 έως 30-9-2004, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειµερινού εξαµήνου, αλλά και του εαρινού, επί δέκα πέντε διδακτικές ώρες την εβδοµάδα, για τα εργαστηριακά και θεωρητικά µαθήµατα Αρδεύσεις - Στραγγίσεις και Σχεδ. και Εξοπλ. Μονάδων Χειρ. και Επεξ. Φυτικών Προϊόντων και το εργαστηριακό μάθημα Εξοπλ. Λειτουργ. Auτoμ. Θερμοκηπίων, στα Τμήματα Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2004-2005, από 11-10-2004 έως 22-2-2005 και από 7-3-2005 έως 4-7-2005, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επί ένδεκα διδακτικές ώρες και του εαρινού επί δέκα τρεις διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για τα εργαστηριακά και θεωρητικά μαθήματα Αρδεύσεις -Στραγγίσεις και Σχεδ. και Εξοπλ. Μονάδων Χειρ. και Επεξ. Φυτικών Προϊόντων και το εργαστηριακό μάθημα Γεωργικά Μηχανήματα, στα Τμήματα Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. 7) Ο ενάγων Γ. Ξ., προσελήφθη ως έκτακτο μέλος εκπαιδευτικού προσωπικού στη βαθμίδα του επιστημονικού και εργαστηριακού συνεργάτη, των Τμημάτων Φυτικής Παραγωγής, Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του ΑΤΕΙ Καλαμάτας, με ανάθεση διδακτικού έργου με ωριαία αντιμισθία, ως ακολούθως: Κατά το ακαδημαϊκό έτος 1998-1999, από 22-9-1998 έως 19-2-1999 και από 23-2-1999 έως 2-7-1999, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, αλλά και του εαρινού, επί δύο διδακτικές ώρες την εβδοµάδα, το εργαστηριακό µάθηµα Αξιοποίηση Εδαφών, στο Τµήµα Θερµοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκοµίας της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγοµένου. Για το ακαδηµαϊκό έτος 1999-2000, από 20-9-1999 έως 1-3-2000 και από 2-3-2000 έως 3-7-2000, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειµερινού εξαµήνου, επί τέσσερις διδακτικές ώρες και του εαρινού επί επτά διδακτικές ώρες την εβδοµάδα, για το εργαστηριακό και θεωρητικό μάθημα Φυλλοδιαγνωστική, στο Τμήμα Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδηµαϊκό έτος 2000-2001, από 25-9-2000 έως 16-2-2001 και από 27-1-2001 έως 29-6-2001, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειµερινού εξαµήνου, επί πέντε διδακτικές ώρες και του εαρινού, επί οκτώ διδακτικές ώρες την εβδοµάδα, για τα εργαστηριακά µαθήµατα Ειδική Γεωργία V και
ΙΙΙ και τα θεωρητικά µαθήµατα Φυλλοδιαγνωστική και Εδαφολογία, στα Τµήµατα Θερµοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκοµίας και Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγοµένου. Για το ακαδηµαϊκό έτος 2001-2002, από 24-9-2001 έως 22-2-2002 και από 25-2-2002 έως 2-7-2002, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειµερινού εξαµήνου, αλλά και του εαρινού, επί δώδεκα διδακτικές ώρες την εβδοµάδα, για το εργαστηριακό µάθηµα Εδαφολογία, στα Τµήµατα Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας και Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2002-2003, από 23-9-2002 έως 14-2-2003 και από 24-2-2003 έως 30-6-2003, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επί δέκα πέντε διδακτικές ώρες και του εαρινού, επί δέκα τέσσερις διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για τα εργαστηριακά μαθήματα Εδαφολογία και Γενική Δενδροκομία, στα Τμήματα ΤΕΓΕΠ και Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004, από 22-9-2003 έως 16-2-2004 και από 1-3-2004 έως 2-7-2004, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, αλλά και του εαρινού, επί δέκα τέσσερις διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για το θεωρητικό και εργαστηριακό μάθημα Αγενές Πολ/κό Υλικό, τα θεωρητικά μαθήματα Βιομηχανικά Φυτά και Παραγωγή Αγενούς Πολ/κού Υλικού και το εργαστηριακό μάθημα Σολανώδη και Ψυχανθή, στο Τμήμα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2004-2005, από 11-10-2004 έως 22-2-2005 και από 7-3-2005 έως 4-7-2005, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, αλλά και του εαρινού εξαμήνου, επί δέκα πέντε διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για το θεωρητικό μάθημα Βιομηχανικά Φυτά, τα εργαστηριακά μαθήματα Παραγωγή Αγενούς Πολ/κού Υλικού, Σολανώδη και Ψυχανθή και Εαρινά Σιτηρά και το θεωρητικό και εργαστηριακό μάθημα Γενική Γεωργία, στο Τμήμα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Επίσης, εργάστηκε ως επιστημονικός συνεργάτης και στο Πρόγραμμα Σπουδών Επιλογής του εναγομένου ΤΕΙ, κατά τα διδακτικά έτη 2000 (14-1-2000 έως 14-4-2000), 2001 (24-9-2001 έως 24-12-2001 και 2002 (16-4-2002 έως 24-6-2002), για τρεις ώρες την εβδομάδα το έτος 2000, πέντε ( 5) ώρες την εβδομάδα το έτος 2001 και έξι ώρες την εβδομάδα το έτος 2002. 8) Ο ενάγων Δ. Τ. προσελήφθη ως έκτακτο μέλος εκπαιδευτικού προσωπικού στη βαθμίδα του εργαστηριακού συνεργάτη, των Τμημάτων Φυτικής Παραγωγής Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του ΑΤΕΙ Καλαμάτας, με ανάθεση διδακτικού έργου με ωριαία αντιμισθία, ως ακολούθως: Κατά το ακαδημαϊκό έτος 2000-2001, από 25-9-2000 έως 16-2-2001 και από 27-2-2001 έως 29-6-2001, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επί τέσσερις διδακτικές ώρες και του εαρινού επί δέκα πέντε διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για τα εργαστηριακά μαθήματα Αξιοποίηση Εδαφών, Εφαρμοσμένη Φυσιολογία, Γενική Δενδροκομία και Γενική Γεωργία, στα Τμήματα Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2001-2002, από 24-9-2001 έως 22-2-2002 και από 25-2-2002 έως 2-7-2002, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επί δώδεκα διδακτικές ώρες και του εαρινού επί δέκα πέντε διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για τα εργαστηριακά μαθήματα Φυλλοδιαγνωστική, Εφαρμοσμένη Φυσιολογία, Γενική Γεωργία, Λαχανοκομία, Ειδική Δενδροκομία Ι στα Τμήματα Φυτικής Παραγωγής, Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Ακόμη κατά το χρονικό διάστημα από 14-1-2002 έως 14-4-2002 απασχολήθηκε ως εργαστηριακός συνεργάτης στο Πρόγραμμα Σπουδών Επιλογής του Τ.Ε.Ι Καλαμάτας για έξι ώρες την εβδομάδα για το εργαστηριακό μάθημα Ειδική Λαχανοκομία. Για το ακαδημαϊκό έτος 2002-2003, από 23-9-2002 έως 11-11-2002 και από 12-11-2002 έως 1-7-2003, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επί δώδεκα διδακτικές ώρες και του εαρινού επί δέκα πέντε διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για τα εργαστηριακά μαθήματα Ειδική Δενδροκομία Ι, Φυλλοδιαγνωστική, Εισαγωγή στη Φυτοτεχνολογία, Φυλλοβόλα Καρποφόρα Δένδρα στα Τμήματα Φυτικής Παραγωγής και Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004, από 22-9-2003 έως 16-2-2004, 1-3-2004 έως 2-7-2004 και από 16-9-2004 έως και 30-9-2004, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, αλλά και του εαρινού, επί έξι διδακτικές ώρες την εβδοµάδα, για το εργαστηριακό µάθηµα Φυλλοδιαγνωστική, στο Τµήµα Θερµοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκοµίας της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγοµένου. Για το ακαδηµαϊκό έτος 2004-2005, από 11-10-2004 έως 4-7-2005, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειµερινού εξαµήνου επί δέκα πέντε διδακτικές ώρες και του εαρινού επί δώδεκα διδακτικές ώρες την εβδοµάδα, για το εργαστηριακό µάθηµα Φυλλοδιαγνωστική, στο Τµήµα Θερµοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκοµίας της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγοµένου. 9) Ο ενάγων Σ. Σ. προσελήφθη ως έκτακτο µέλος εκπαιδευτικού προσωπικού στη βαθµίδα του επιστηµονικού και εργαστηριακού συνεργάτη, των Τµηµάτων Φυτικής Παραγωγής, Θερµοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκοµίας και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του ΑΤΕΙ Καλαµάτας, µε ανάθεση διδακτικού έργου µε ωριαία αντιμισθία, ως ακολούθως: Κατά το ακαδηµαϊκό έτος 2000-2001, από 25-9-2000 έως 16-2-2001 και από 27-2-2001 έως 29-6-2001, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειµερινού εξαµήνου, επί έξι διδακτικές ώρες και του εαρινού, επί δέκα πέντε διδακτικές ώρες την εβδοµάδα, για τα εργαστηριακά µαθήµατα Βοτανική Ι, Λιπασµατολογία και Εδαφολογία, στα Τµήµατα Φυτικής Παραγωγής και Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2001-2002, από 24-9-2001 έως 22-2-2002 και από 25-2-2002 έως 2-7-2002, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού, αλλά και του εαρινού εξαμήνου, επί δώδεκα διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για τα εργαστηριακά μαθήματα Εδαφολογία, Γενική Δενδροκομία, Γενική Γεωργία και Λαχανοκομία, στα Τμήματα Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2002-2003, από 23-9-2002 έως 14-2-2003 και από 24-2-2003 έως 30-6-2003, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επί δέκα τέσσερις διδακτικές ώρες, αλλά και του εαρινού επί δέκα πέντε διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για το εργαστηριακό μάθημα Εδαφολογία και τα θεωρητικά μαθήματα Ειδική Γεωργία Ι και Λιπασµατολογία, στα Τμήματα Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004, από 22-9-2003 έως 16-2-2004 και από 1-3-2004 έως 2-7-2004, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, αλλά και του εαρινού, επί δέκα πέντε διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για τα εργαστηριακά μαθήματα Εδαφολογία και Εαρινά Σιτηρά, το θεωρητικό και εργαστηριακό μάθημα Φυλλοδιαγνωστική και το θεωρητικό μάθημα Λιπασµατολογία, στα Τµήµατα Φυτικής Παραγωγής και Θερµοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκοµίας της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγοµένου. Για το ακαδηµαϊκό έτος 2004-2005, από 11-10-2004 έως 22-2-2005 και από 7-3-2005 έως 4-7-2005, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειµερινού εξαµήνου, αλλά και του εαρινού, επί δέκα πέντε διδακτικές ώρες την εβδοµάδα, για τα εργαστηριακά µαθήµατα Εδαφολογία και Εαρινά Σιτηρά, το θεωρητικό και εργαστηριακό µάθηµα Φυλλοδιαγνωστική και το θεωρητικό µάθηµα Λιπασµατολογία, στα Τµήµατα Φυτικής Παραγωγής και Θερµοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκοµίας της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγοµένου. 10) Η ενάγουσα Κ. Π. προσελήφθη ως έκτακτο µέλος εκπαιδευτικού προσωπικού στη βαθµίδα του έκτακτου Καθηγητή Εφαρμογών, ειδικότητας Γεωπόνου, µε ελλιπή προσόντα για τα ακαδημαϊκά έτη 1990-1991, 1991-1992, 1992-1993, 1993-1994, 1994-1995 και 1995-1996, του Επιστηµονικού Συνεργάτη για τα ακαδημαϊκά έτη 1996-1997, 1997-1998, 1998-1999, 1999-2000, 2000-2001, 2001-2002 και 2002-2003 και του Εργαστηριακού Συνεργάτη για τα ακαδημαϊκά έτη 2003-2004 και 2004-2005, του Τµήµατος Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του ΑΤΕΙ Καλαµάτας, µε ανάθεση διδακτικού έργου µε ωριαία αντιμισθία, ως ακολούθως: Κατά το ακαδηµαϊκό έτος 1990-1991, από 1-10-1990 έως 1-3-1991 και από 4-3-1991 έως 5-7-1991, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επί έξι διδακτικές ώρες και του εαρινού, επί τέσσερις διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για τα εργαστηριακά μαθήματα Γενική Δενδροκομία - Μονάδα Υπαίθριων Καλλιεργειών και Γενική Δενδροκομία - Ειδική Δενδροκομία, στο Τμήμα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 1991-1992, από 23-9-1991 έως 18-2-1992 και από 24-2-1992 έως 26-6-1992, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού, αλλά και του εαρινού εξαμήνου, επί επτά διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για το εργαστηριακό και θεωρητικό μάθημα Γενική Δενδροκομία και το εργαστηριακό μάθημα Ειδική Δενδροκομία στο Τμήμα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 1992-1993, από 21-9-1992 έως 17-9-1993 και από 22-2-1993 έως 28-6-1993, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επί δύο διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για το εργαστηριακό μάθημα Γενική Δενδροκομία και το θεωρητικό μάθημα Γεωργικές Βιομηχανίες, στο Τμήμα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 1993-1994, από 20-9-1993 έως 18-2-1994 και από 28-2-1994 έως 1-7-1994, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, αλλά και του εαρινού, επί οκτώ διδακτικές ώρες την εβδοµάδα, για το εργαστηριακό µάθηµα Γενική Δενδροκομία και το θεωρητικό και εργαστηριακό µάθηµα Γεωργικές Βιοµηχανίες, στο Τµήµα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγοµένου. Για το ακαδηµαϊκό έτος 1994-1995, από 19-9-1994 έως 17-2-1995 και από 27-2-1995 έως 30-6-1995, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειµερινού εξαµήνου, αλλά και του εαρινού, επί έξι διδακτικές ώρες την εβδοµάδα, για το θεωρητικό και εργαστηριακό µάθηµα Γεωργικές Βιοµηχανίες, στο Τµήµα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγοµένου. Για το ακαδηµαϊκό έτος 1995-1996, από 25-9-1995 έως 23-2-1996 και από 4-3-1996 έως 5-7-1996, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειµερινού εξαµήνου, αλλά και του εαρινού, επί έξι διδακτικές ώρες την εβδοµάδα, για το θεωρητικό και εργαστηριακό µάθηµα Γεωργικές Βιοµηχανίες, στο Τµήµα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγοµένου. Για το ακαδηµαϊκό έτος 1996-1997, από 4-10-1996 έως 23-2-1997 και από 24-2-1997 έως 1-7-1997, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειµερινού εξαµήνου, αλλά και του εαρινού, επί οκτώ διδακτικές ώρες την εβδοµάδα, για το θεωρητικό και εργαστηριακό µάθηµα Γεωργικές Βιοµηχανίες και το θεωρητικό µάθηµα Αγροτική Κοινωνιολογία, στο Τµήµα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 1997-1998, από 22-9-1997 έως 16-2-1998 και από 23-2-1998 έως 3-7-1998, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επί εννέα διδακτικές ώρες και του εαρινού, επί δέκα διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για το θεωρητικό και εργαστηριακό μάθημα Γεωργικές Βιομηχανίες και το θεωρητικό μάθημα Αγροτική Κοινωνιολογία, στο Τμήμα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 1998-1999, από 22-9-1998 έως 19-2-1999 και από 23-2-1999 έως 2-7-1999, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επί έξι διδακτικές ώρες και του εαρινού, επί τρεις διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για το θεωρητικό και εργαστηριακό μάθημα Γεωργικές Βιομηχανίες, στο Τμήμα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 1999-2000, από 22-9-1999 έως 1-3-2000 και από 1-3-2000 έως 3-7-2000, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επί τρεις διδακτικές ώρες και του εαρινού, επί έξι διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για το εργαστηριακό μάθημα Γεωργικές Βιομηχανίες, στο Τμήμα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2000-2001, από 25-9-2000 έως 16-2-2001 και από 27-2-2001 έως 29-6-2001, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, αλλά και του εαρινού, επί έξι διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για το εργαστηριακό και θεωρητικό μάθημα Γεωργικές Βιομηχανίες, στο Τμήμα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2001-2002, από 24-9-2001 έως 22-2-2002 και από 25-2-2002 έως 2-7-2002, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επί έξι διδακτικές ώρες και του εαρινού, επί εννέα διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για το εργαστηριακό και θεωρητικό μάθημα Γεωργικές Βιοµηχανίες στο Τμήμα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2002-2003, από 23-9-2002 έως 27-6-2003, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, αλλά και του εαρινού, επί πέντε διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για το εργαστηριακό μάθημα Γεωργικές Βιομηχανίες, στο Τμήμα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004, από 16-9-2003 έως 2-7-2004, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επί εννέα διδακτικές ώρες και του εαρινού επί ένδεκα διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για το εργαστηριακό μάθημα Γεωργικές Βιομηχανίες, στο Τμήμα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2004-2005, από 11-10-2004 έως 4-7-2005, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επί δύο διδακτικές ώρες και του εαρινού, επί τέσσερις διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για το εργαστηριακό μάθημα Γεωργικές Βιομηχανίες, στο Τμήμα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. 11) Ο ενάγων Ν. Χ. προσελήφθη ως έκτακτο μέλος εκπαιδευτικού προσωπικού στη βαθμίδα του Καθηγητή Εφαρμογών για τα ακαδημαϊκά έτη 1992-1993, 1993-1994, 1994-1995 και 1995-1996 και του Επιστημονικού και Εργαστηριακού Συνεργάτη για τα ακαδημαϊκά έτη 1996-1997, 1997-1998, 1998-1999, 1999-2000, 2000-2001, 2001-2002, 2002-2003 και 2003-2004, των Τμημάτων Φυτικής Παραγωγής Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του ΑΤΕΙ Καλαμάτας, με ανάθεση διδακτικού έργου με ωριαία αντιμισθία, ως ακολούθως: Κατά το ακαδημαϊκό έτος 1992-1993, από 21-9-1992 έως 17-2-1993 και από 22-2-1993 έως 28-6-1993, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επτά διδακτικές ώρες και του εαρινού επί δώδεκα διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για τα εργαστηριακά μαθήματα Βελτίωση Φυτών, Σποροπαραγωγή. Ειδική Γεωργία
ΙΙΙ, Φυλλοδιαγνωστική και Αρδεύσεις - Στραγγίσεις και το εργαστηριακό και θεωρητικό μάθημα Ειδική Δενδροκομία, στο Τμήμα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 1993-1994, από 20-9-1993 έως 18-2-1994 και από 28-2-1994 έως 1-7-1994, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, αλλά και του εαρινού, επί ένδεκα διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για τα εργαστηριακά μαθήματα Βελτίωση Φυτών, Αρδεύσεις - Στραγγίσεις, Γεωργικές Κατασκευές και Θερμοκηπιακές Κατασκευές, στο Τμήμα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 1994-1995, από 19-9-1994 έως 17-2-1995 και από 27-2-1995 έως 30-6-1995, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επί δέκα επτά διδακτικές ώρες και του εαρινού, επί ένδεκα διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για τα εργαστηριακά μαθήματα Ειδική Γεωργία Ι,
ΙΙΙ, IV, Αρδεύσεις - Στραγγίσεις και Λαχανοκομία II, το εργαστηριακό και θεωρητικό μάθημα Λαχανοκομία III και τα θεωρητικά μαθήματα Λιπασµατολογία και Γεωργικές Κατασκευές, στα Τμήματα Φυτικής Παραγωγής και Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 1995-1996, από 25-9-1995 έως 23-2-1996 και από 4-3-1996 έως 5-7-1996, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επί δέκα τρεις διδακτικές ώρες και του εαρινού, επί ένδεκα διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για τα εργαστηριακά μαθήματα Ειδική Γεωργία Ι και II και τα θεωρητικά μαθήματα Λιπασµατολογία και Γεωργικές Κατασκευές, στα Τμήματα Φυτικής Παραγωγής και Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 1996-1997, από 4-10-1996 έως 23-2-1997 και από 24-2-1997 έως 1-7-1997, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, αλλά και του εαρινού, επί οκτώ διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για το εργαστηριακό και θεωρητικό μάθημα Ανθοκομία και το θεωρητικό μάθημα Λαχανοκομία
ΙΙ, στα Τμήματα Φυτικής Παραγωγής και Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 1997-1998, από 22-9-1997 έως 16-2-1998 και από 23-2-1998 έως 3-7-1998, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, αλλά και του εαρινού, επί δώδεκα διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για τα θεωρητικά και εργαστηριακά μαθήματα Λιπασµατολογία, Θερμοκηπιακές Κατασκευές και Λαχανοκομία
ΙΙ και IV και τα εργαστηριακά μαθήματα Λιπασµατολογία και Ανθοκομία, στα Τμήματα Φυτικής Παραγωγής και Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 1998-1999, από 22-9-1998 έως 19-2-1999 και από 23-2-1999 έως 2-7-1999, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, αλλά και του εαρινού, επί δώδεκα διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για το εργαστηριακό και θεωρητικό μάθημα Λαχανοκομία
ΙΙ και τα εργαστηριακά μαθήματα Λιπασµατολογία και Ανθοκομία, στο Τμήμα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 1999-2000, από 20-9-1999 έως 1-3-2000 και από 2-3-2000 έως 3-7-2000, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, επί δέκα τρεις διδακτικές ώρες και του εαρινού, επί ένδεκα διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για το εργαστηριακό και θεωρητικό μάθημα Λαχανοκομία
ΙΙ και το εργαστηριακό μάθημα Ειδική Δενδροκομία, στο Τμήμα Φυτικής Παραγωγής της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2000-2001, από 25-9-2000 έως 16~2-2001 και από 27-2-2001 έως 29-6-2001, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, αλλά και του εαρινού, επί δέκα διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για το εργαστηριακό και θεωρητικό μάθημα Λαχανοκομία
ΙΙ και τα εργαστηριακά μαθήματα Ανθοκομία και Ειδική Δενδροκομία, στα Τμήματα Φυτικής Παραγωγής και Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2001-2002, από 24-9-2001 έως 22-2-2002 και από 25-2-2002 έως 2-7-2002, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου, αλλά και του εαρινού, επί δώδεκα διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για τα εργαστηριακά και θεωρητικά μαθήματα Ειδική Γεωργία V και Γενική Γεωργία και το θεωρητικό μάθημα Λαχανοκομία II, στα Τμήματα Φυτικής Παραγωγής και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2002-2003, από 23-9-2002 έως 14-2-2003 και από 24-2-2003 έως 30-6-2003, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια του χειμερινού εξαμήνου επί δέκα πέντε διδακτικές ώρες και του εαρινού, επί δώδεκα διδακτικές ώρες την εβδομάδα, για το εργαστηριακό και θεωρητικό μάθημα Ειδική Γεωργία Ι και τα εργαστηριακά μαθήματα Γενική Γεωργία, Ειδική Δενδροκομία IV, Ανθοκομία
ΙΙ και Αειθαλή Καρποφόρα Δένδρα, στα Τμήματα Φυτικής Παραγωγής, Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Για το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004, από 22-9-2003 έως 16-2-2004 και από 1-3-2004 έως 2-7-2004, απασχολήθηκε δε καθόλη τη διάρκεια εαρινού εξαμήνου, επί δέκα τέσσερις ώρες την εβδομάδα, για τα εργαστηριακά μαθήματα Ειδική Γεωργία Ι, Φυλλοβόλα Καρποφόρα και Αειθαλή Καρποφόρα, στα τμήματα Φυτικής Παραγωγής και ΤΕΓΕΠ της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του εναγομένου. Οι ενάγοντες εξακολούθησαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους και κατά το ακαδημαϊκό έτος 2005-2006, δυνάμει προφορικών συμβάσεων. Επίσης, η εκπαιδευτική δραστηριότητά των περιελάμβανε, εκτός από τη διδασκαλία και τη συμμετοχή τους σε όλες τις εξεταστικές περιόδους, την εποπτεία των πτυχιακών εργασιών των σπουδαστών, και επίσης συνεισέφεραν στην κατάρτιση του προγράμματος σπουδών. Το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι οι ανάγκες του είναι μεταβλητές και καθορίζονται από τον αριθμό των σπουδαστών, που δηλώνουν κάθε διδακτικό εξάμηνο τα μαθήματα που επιθυμούν να παρακολουθήσουν, αλλά και από τον αριθμό των εισαγομένων - εγγραφόμενων σπουδαστών, ο οποίος είναι κυμαινόμενος ανά έτος, καθώς και τον αριθμό των μονίμων εκπαιδευτικών που διορίζονται. Όμως, όπως προκύπτει από τις σχετικές συμβάσεις εργασίας, τα προγράμματα σπουδών κάθε έτος επαναλήφθηκαν με τον ίδιο τρόπο και δεν προέκυψε λόγος να μην ανανεωθεί σύμβαση λόγω έλλειψης σπουδαστών. Οι παραπάνω δε ανάγκες δεν είναι ούτε απρόβλεπτες, ούτε προσωρινές, αλλά μόνιμες και διαρκείς, η δε εργασία που πρόσφεραν οι ενάγοντες σκόπευε στην ικανοποίηση συνεχών αναγκών του εναγομένου, στον τομέα όπου απασχολούνταν ο καθένας, οι οποίες, εξάλλου, δεν μπορούσαν να αντιμετωπισθούν από διδάσκοντες τακτικούς εκπαιδευτικούς, διότι αυτοί δεν επαρκούσαν. Εξάλλου, δεν μπορεί να γίνει λόγος για κάλυψη παροδικών και έκτακτων αναγκών του εναγομένου, δεδομένου ότι οι συμβάσεις των ανανεώνονται σταθερά με τέτοια συχνότητα και διάρκεια, από την οποία προκύπτει ότι πρόκειται για ανάγκες που συνδέονται με την ομαλή και κανονική λειτουργία του, η δε εργασία τους ήταν πλήρως ενταγμένη στην εκπλήρωση του καταστατικού σκοπού του εναγομένου και εξυπηρετούσαν πάγιες, διαρκείς, τακτικές και προβλέψιμες ανάγκες του. Επίσης η ορισμένη διάρκεια των συμβάσεων δεν δικαιολογείται από τη φύση, ή το είδος, ή το σκοπό της εργασίας που παρείχαν, ούτε από τις συνθήκες λειτουργίας του εναγομένου, αλλά ούτε και από κάποιο άλλο αντικειμενικό λόγο. Αντιθέτως, προκύπτει ότι η ορισμένη χρονική διάρκεια των αλλεπάλληλων συμβάσεων έγινε με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του ν. 2112/1920, με συνέπεια να καθίσταται άκυρος ο όρος αυτών, ως προς το χρονικό περιορισμό της διάρκειάς των και το σύνολο των διαδοχικών συμβάσεών τους με το εναγόμενο να συνιστά μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για κάθε ενάγοντα, με έναρξη την ημερομηνία της αρχικής πρόσληψής του. Το εναγόμενο ισχυρίσθηκε ότι το ασκούμενο με την κρινόμενη αγωγή δικαίωμα των εναγόντων ασκείται καταχρηστικά, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ για το λόγο κυρίως ότι γνωρίζουν αυτοί ότι οι ως άνω συμβάσεις εργασίας τους, δεν υπάγονται στις επικαλούμενες από αυτούς διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των διατάξεων των Π.Δ. 81/2003 και 164/2004, ότι καλύπτουν τις εκάστοτε ανάγκες του εναγομένου και όχι πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, καθώς και ότι μετά την ισχύ του Ν. 3404/2005 με τον οποίο θεσπίσθηκε ως κατώτερος βαθμός πρόσβασης των υποψηφίων στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα το 10, μειώθηκε σημαντικά ο αριθμός των επιτυχόντων σπουδαστών και μάλιστα κινδυνεύει καθ' ολοκληρία η ύπαρξη του εναγομένου. Όμως, οι παραπάνω ενάγοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, ενώ η ορισμένη χρονική διάρκεια των συμβάσεων, έγινε με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του Ν. 2112/1920, οι οποίες στην προκειμένη περίπτωση έχουν εφαρμογή και δεν προέκυψε λόγος να μην ανανεωθεί σύμβαση λόγω έλλειψης σπουδαστών. Με τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε ότι η αγωγή των αναιρεσίβλητων είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 671 και 281 Α.Κ. και αυτές του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος και ακολούθως, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, και αναγνώρισε ότι καθένας από αυτούς συνδέεται με το αναιρεσείον, με ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, από την πρόσληψή του. Κρίνοντας, έτσι το Εφετείο, Α) δεν παραβίασε 1) με τη μη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4, 22, 103 παρ. 2 του Συντάγματος, 21 ν. 2190/1994, 19 παρ. 1 α', 1 β' και 11 β' του Ν. 1404/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 του ν. 2916/2001, 1 και 2 του π.δ. 163/2002, αφού δεν ήταν εφαρμοστέες και 2) με την εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και Β) Διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμά του και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, διότι οι επίμαχες διαδοχικές σχέσεις εργασίας των αναιρεσίβλητων αυτών, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, καταρτίστηκαν πριν την 18-4-2001, και μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, ο δε καθορισμός του είδους των, ως συμβάσεων ορισμένου χρόνου, εξακολουθητικά, δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των αναιρεσίβλητων μισθωτών από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος, να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας τους, και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή. Εποµένως, ο, περί του αντιθέτου, από τον αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 KΠολΔ, δεύτερος, λόγος αναίρεσης, κατά το τμήμα του, µε τα στοιχεία Α, Β, Ε και Ζ, με το οποίο αποδίδονται στο Εφετείο οι σχετικές πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, κατά το 1) από τον αρ. 8, μέρος του, με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ότι α) δεν είναι δυνατή η μετατροπή των επίδικων συμβάσεων σε αορίστου χρόνου, β) οι ενάγοντες δεν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, γ) η άσκηση της αγωγής ήταν καταχρηστική, δ) τα όργανά του εφάρμοζαν αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, ε) υπάρχει αδυναμία υλοποίησης της απόφασης για μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου και στ) δεν υπάρχει κατηγορία εκτάκτων μελών του Ε.Π. των ΤΕΙ, κατά μεν τα με στοιχ. α, β, δ, ε, στ, είναι απαράδεκτος, διότι τα πραγματικά περιστατικά που αυτό επικαλείται δεν θεμελιώνουν αυτοτελείς ουσιώδεις ισχυρισμούς, αλλά αρνητικούς της αγωγής, κατά δε το με στοιχ. γ, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αυτόν και τον απέρριψε. 2) Κατά το, από τον αρ. 11, μέρος του, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις προσκομισθείσες αποφάσεις του Αρείου Πάγου, του ΣΤΕ, του Ελ. Συν. και του ΑΣΕΠ, με τις οποίες κρίθηκε, σε άλλες περιπτώσεις, ότι δεν είναι δυνατή η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 στην κατηγορία των συνεργατών του, είναι απαράδεκτος, διότι οι αποφάσεις αυτές δεν αποτελούν έγγραφα με αποδεικτικό περιεχόμενο. 3) Κατά το από τον αρ. 10 μέρος του είναι απαράδεκτος, διότι γίνεται επίκληση μόνο της διάταξης αυτής, δίχως να προσδιορίζεται ειδικότερα η σχετική πλημμέλεια. 4) Κατά το με στοιχ. Δ τμήμα του, με το οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, η απόφαση δεν περιέχει αντιφατικές διατάξεις. 5) Κατά το, από τον αρ. 19, με στοιχείο ΣΤ μέρος του, είναι απαράδεκτος, διότι, με την επίκληση, ότι εσφαλμένως το Εφετείο δέχθηκε ότι, εκτός από την απασχόλησή τους σε διδακτικό έργο, οι αναιρεσείοντες παρείχαν και άλλες υπηρεσίες, πλήττεται, απαραδέκτως, η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του. Τέλος, κατά το με στοιχ. Γ τμήμα του, από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων εκ μέρους του δικάσαντος Εφετείου, είναι αβάσιμος, διότι η δικαζόμενη διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, μη αποκλειόμενη από την προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία διαπίστωσης της συνδρομής των προϋποθέσεων, που τίθενται από το άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004, για τη μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν 1) η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί δε το αναιρεσείον, ως ηττώμενο, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό και 2) η πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβαση. Δικαστικά έξοδα, υπέρ των καθών η παρέμβαση δεν επιδικάζονται, διότι δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει 1) την, από 2-11-2012, αίτηση του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ανώτατο Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Α.Τ.Ε.Ι.) Καλαμάτας", για την αναίρεση της 54/2012 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας και 2) την από 27-3-2013 πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Από την αναφορά στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιο διάδικο παραστάθηκε ο αναφερόμενος σε αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα της απόφασης, ότι το δικαστήριο δίκασε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό του εν λόγω δικηγόρου, κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ, ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου που εκπροσωπήθηκε. Οι διαδοχικές σχέσεις εργασίας των αναιρεσίβλητων καταρτίστηκαν πριν την 18-4-2001 και μπορούσαν να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση, το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον αυτοί κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, καλυπτόμενες από διδακτικό και μόνο προσωπικό, ο δε καθορισμός του είδους των, ως συμβάσεων ορισμένου χρόνου, εξακολουθητικά, δεν δικαιολογείται, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των αναιρεσίβλητων μισθωτών.
|
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας
|
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 889/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύoντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη),Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη, Χρυσούλα Παρασκευά, (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Μ. του Ι., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Δαλακούρα, περί αναιρέσεως της 43/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Μ. Μ., κάτοικο ... που δεν παρέστη.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 328/13.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 310 του Ποινικού Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 του ίδιου Κώδικα είχε ως επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών (παρ. 1). Βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του (παρ. 2). Αν ο υπαίτιος επιδίωκε το αποτέλεσμα, που προξένησε, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών (παρ.3). Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 308 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει και τιμωρεί την απλή σωματική βλάβη, προκύπτει ότι το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης είναι έγκλημα ευθύνης από το αποτέλεσμα και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται α) ο υπαίτιος να προξένησε με πρόθεση σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, β) να είχε αυτή ως επακόλουθο βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του άλλου, όπως ενδεικτικώς προσδιορίζεται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, γ) να υπάρχει αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απλής σωματικής βλάβης από πρόθεση και της βαριάς που επακολούθησε. Επί πλέον για την κακουργηματική μορφή της βαριάς σωματικής βλάβης απαιτείται ο δράστης να επεδίωκε το επακόλουθο αυτό, δηλαδή να είχε άμεσο δόλο ως προς την επέλευση του βαρύτερου αυτού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ! του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ` αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων και η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ιδιαίτερη αιτιολόγηση επιβάλλεται επίσης, για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, όπως είναι και ο ισχυρισμός εκ του άρθρου 308 παρ. 3 του Π.Κ. (δικαιολογημένη αγανάκτηση) ή για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως , για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό (σιγή απόρριψη), συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β! του Κ.Π.Δ. Όμως, ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να είναι ορισμένος, δηλαδή να περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τον προβλέπει. Τέλος περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε! του ΚΠΔ υπάρχει, όχι μόνο όταν τα πραγματικά περιστατικά δεν υπήχθησαν ορθώς στη διάταξη αυτή, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, όπως όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία της ταυτότητας του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση , το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θράκης, που συνεκδίκασε την υπ' αρ. 2/2007 έφεση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ροδόπης και την υπ' αρ.1/2007 έφεση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, με την προσβαλλόμενη απόφαση του , όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των ενόρκως στο ακροατήριο εξετασθέντων μαρτύρων , την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης , καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης ,την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, ότι αποδείχθηκαν - κατά πιστή μεταφορά-τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο παθών, Α. Μ., διατηρούσε στην πόλη της ... κατάστημα - καφετέρια, με την επωνυμία "ΚΑΦΕ ΚΟΠΑΝΑ". Στο άνω κατάστημα όπου βρισκόταν τις μεταμεσονύκτιες ώρες της 25-12-2005 ο ιδιοκτήτης του με την πρώην σύζυγο του Α. Π., με την οποία συζούσε, καθώς και ένα φιλικό του ζευγάρι και διασκέδαζαν, μετέβη και η γνωστή τους Ε. Κ. και παρέμεινε στη συντροφιά τους, συνδιασκεδάζοντας με αυτούς. Εκεί, η τελευταία δέχτηκε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο Ά. Μ., με τον οποίο παλαιότερα διατηρούσε ερωτικό δεσμό, και μετά τη λήξη του, διατηρούσε φιλικές σχέσεις, ο οποίος, όταν τον πληροφόρησε ότι βρίσκεται στο εν λόγω κατάστημα, κατέφθασε εκεί, συνοδευόμενος από τον Δ. Μ., τότε συγκατηγορούμενό του, και παρέμειναν για διασκέδαση. Σε κάποια στιγμή, ο κατηγορούμενος απηύθυνε στον άνδρα του φιλικού ζευγαριού του ιδιοκτήτη της καφετέριας μια προσβλητική φράση, με αποτέλεσμα να αποχωρήσει και να δημιουργηθεί τεταμένη ατμόσφαιρα και να ζητήσει ο ιδιοκτήτης από τους κατηγορούμενους να αποχωρήσουν. Αφού και ο ίδιος τους συνόδευσε έξω από το κατάστημα, δόθηκαν εξηγήσεις, διευθετήθηκε η παρεξήγηση και επανήλθαν για να συνεχίσουν τη διασκέδαση. Μετά από λίγο χρόνο, ο κατηγορούμενος Μ., είχε έντονη λογομαχία με την Ε. Κ. και ο ιδιοκτήτης - παθών του ζήτησε να αποχωρήσει σε έντονο ύφος, τον ακολούθησε μάλιστα όταν βγήκε από το κατάστημα, ενώ επικρατούσε ένταση και ανταλλάσσονταν ύβρεις, σε βαθμό μάλιστα που η πρώην σύζυγος του παθόντος, φοβούμενη για την έκβαση της παρεξήγησης, μετέβη στο παρακείμενο Αστυνομικό Τμήμα ... για να ζητήσει τη συνδρομή αστυνομικών. Και ενώ το επεισόδιο μεταξύ των ανωτέρω περιοριζόταν σε ανταλλαγή ύβρεων, χωρίς οποιαδήποτε χειρονομία, ο κατηγορούμενος, αιφνιδίως εξήγαγε από το μπουφάν του ένα πτυσσόμενο μαχαίρι (σουγιά) μήκους 17 εκατοστών με λεπίδα μήκους 7 εκατοστών, ήτοι όπλο, κατά την έννοια του νόμου 2168/1993, το οποίο έφερε παράνομα μαζί του και με αυτό, έπληξε με σφοδρότητα επανειλημμένα τον παθόντα Α. Μ. σε ευαίσθητα και ευπαθή σημεία του σώματος του, και συγκεκριμένα, στην κοιλιακή χώρα, την αριστερή ωμοπλάτη και στο αριστερό ημιθωράκιο, προκαλώντας σ' αυτόν: α)ανοιχτό αιμορραγούν τραύμα στο επιγάστριο δεξιά επικοινωνούν με την περιτοναϊκή κοιλότητα, με πλήρη διατομή του δεξιού ορθού κοιλιακού μυός, και μικρό τραύμα της κάψας του ήπατος, β) τραύμα προς τη δεύτερη φάλαγγα του αριστερού αντίχειρα (που έγινε στην προσπάθεια του παθόντος να προστατευθεί από τα κτυπήματα), γ)τραύμα στην αριστερή μασχαλιαία χώρα, μήκους 6 cm, που εκτείνεται σε βάθος μέχρι τις πλευρές, και δ) τραύμα στη ραχιαία επιφάνεια του αριστερού ημιθωρακίου, μήκους επίσης 6 cm, ακριβώς κάτωθεν της γωνίας της ωμοπλάτης, που εκτείνεται σε βάθος μέχρι την υπεζωκοτική κοιλότητα, στη συνέχεια δε αφού παρέδωσε το σουγιά στον συγκατηγορούμενό του Μ. για να το πετάξει, τράπηκε σε φυγή για να αποφύγει τη σύλληψη. Ο παθών διακομίσθηκε αρχικά με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Νοσοκομείο ... , όπου εισήχθη στη Χειρουργική κλινική και υποβλήθηκε σε ερευνητική λαπαροτομία, τοποθετήθηκε σωλήνας παροχετεύσεως στο αριστερό ημιθωράκιό του, συνδέθηκε με συσκευή Billan και έγινε επιθωματισμός των τραυμάτων του θώρακα και στη συνέχεια, με συνοδεία γιατρού, διακομίσθηκε αυθημερόν στο Γ.Π. Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης στη θωρακοχειρουργική κλινική για περαιτέρω αντιμετώπιση, φέροντας πνευμοθώρακα και αιμοθώρακα, εισήχθη στην καρδιοχειρουργική κλινική, υποβλήθηκε σε εγχείρηση στο αριστερό ημιθωράκιο και κατόπιν μεταφέρθηκε υπό καταστολή στη Μ.Ε.Θ. όπου νοσηλεύθηκε μέχρι τις 31-12-2005 και αμέσως μετά νοσηλεύθηκε στην καρδιοχειρουργική κλινική μέχρι τις 5-1-2006, οπότε επαναδιακομίσθηκε στο Νοσοκομείο ... όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις 7-1-2006. Με βάση τα περιστατικά αυτά που αποδείχθηκαν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η τέλεση από τον κατηγορούμενο σε βάρος του παθόντος της εγκληματικής πράξης της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, καθόσον η πρόθεση του ήταν να προξενήσει σε αυτόν (παθόντα) βαριά σωματική βλάβη, λαμβανομένων υπόψη, του μέσου που χρησιμοποίησε (αιχμηρό μαχαίρι), των ευπαθών σημείων του σώματος του τελευταίου τα οποία έπληξε με αυτό (κοιλιακή χώρα, ωμοπλάτη, θωρακική χώρα), τα επανειλημμένα πλήγματα που του κατέφερε και την ένταση αυτών, τα οποία όπως προαναφέρθηκε, είχαν ως επακόλουθο τη βαριά σωματική πάθηση του παθόντος, αφού προκλήθηκε σε αυτόν όχι μόνο κίνδυνος ζωής αλλά παρακωλύθηκε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιήσει το σώμα του και μέχρι σήμερα εμφανίζει αναπνευστικά προβλήματα. Στη συνέχεια το δικαστήριο με την απόφαση του δέχθηκε κατ' ουσία την υπ' αρ. 2/2007 έφεση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ροδόπης απέρριψε την υπ' αρ. 1/2007 έφεση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου και κήρυξε αυτόν ένοχο κατά πλειοψηφία (4-1) του ότι Α) Στην ... την 26-12-2005 από πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση που είχε ως επακόλουθο την βαριά σωματική πάθηση του παθόντος, αφού προξένησε στον παθόντα όχι μόνο κίνδυνο ζωής, αλλά και παρακωλύθηκε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα του, του κατηγορουμένου επιδιώκοντος από την πράξη αυτή, να παραχθεί το βαρύτερο αυτό αποτέλεσμα το οποίο πράγματι επήλθε. Συγκεκριμένα , περί ώρα 04:00 της 26-12-2005 , ευρισκόμενος έξω από το κατάστημα "Καφέ - Κοπάνα" ιδιοκτησίας Μ. Α. του Μ., γεν. το 1961, κατοίκου ... ύστερα από προηγηθείσα φιλονικία μαζί του, τον έπληξε με σφοδρότητα, κατ' επανάληψη, με πτυσσόμενο σουγιά, συνολικού μήκους 17cm και μήκους λεπίδας 7 cm σε ευαίσθητα και ευπαθή σημεία του σώματος του προξενώντας του : 1)ανοικτό αιμορραγούν τραύμα στο επιγάστριο δεξιά, επικοινωνούν με την περιτοναϊκή κοιλότητα, με πλήρη διατομή του δεξιού ορθού κοιλιακού μυός και μικρό τραύμα της κάψας του ήπατος 2) τραύμα προς την δεύτερη φάλαγγα του αριστερού αντίχειρα 3) τραύμα στην αριστερή μασχαλιαία χώρα, μήκους 6 cm που εκτείνεται σε βάθος μέχρι τις πλευρές και 4) τραύμα στην ραχιαία επιφάνεια του αριστερού ημιθωρακίου, μήκους επίσης 6cm ,ακριβώς κάτωθεν της γωνίας της ωμοπλάτης, που εκτείνεται σε βάθος μέχρι την υπεζωκοτική κοιλότητα, εξ αιτίας των οποίων προκλήθηκε στο θύμα πνευμοθώρακας αριστερά, πλευριτικές συλλογές αίματος άμφω και πνευμονικές διηθήσεις των κατωτέρων πνευμονικών πεδίων άμφω, του θύματος περιελθόντος έτσι σε κίνδυνο ζωής, που αντιμετωπίσθηκε όμως με έγκαιρη εγχείρηση, αρχικά στο νοσοκομείο ... και ύστερα στην χειρουργική κλινική του Παν/κού Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης νοσηλευθέντος συνολικά μέχρι την 7-1-2006 και παρακωλυθέντος να χρησιμοποιεί το σώμα του στις συνήθεις ασχολίες του τουλάχιστον για 30 ημέρες. Β)Του ότι στον παραπάνω τόπο και χρόνο έφερε μαζί του τον ως άνω περιγραφέντα σουγιά, που είναι μαχαίρι κατά την έννοια του νόμου, χωρίς να έχει σκοπό να τον χρησιμοποιήσει για οικιακή ή επαγγελματική ή εκπαιδευτική χρήση ή για τέχνη, θήρα, αλιεία ή άλλη συναφή ενασχόληση Γ)με τη χρήση του παραπάνω σουγιά, που είναι μαχαίρι κατά την έννοια του νόμου , τέλεσε το κατά τα ανωτέρω περιγραφέν έγκλημα βαριάς σωματικής -σκοπούμενης σωματικής βλάβης. Ακολούθως δε του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως 7 ετών και χρηματική ποινή 1000 Ευρώ και επιδίκασε στον παρασταθέντα πολιτικώς ενάγοντα το ποσό των 44 Ευρώ,ως χρηματική του ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από τη σε βάρος του τελεσθείσα αδικοπραξία. Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση ,διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, υποθετικές κρίσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω αδικήματος της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης (για το οποίο και μόνον προσβάλλεται η εν λόγω απόφαση), οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε υπαγωγή των στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α ,27 παρ. 1, 310 παρ. 3 ΠΚ ,1 παρ. 2 περ. β!, 10 παρ. 1 και 13 περ. β! 14 του νόμου 2168/1993, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα στο σκεπτικό της, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει τόσο τον αξιούμενο από την παραπάνω διάταξη για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος ,για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, χαρακτηρισμό της βλάβης που προκλήθηκε στον παθόντα ως βαρείας, με την παραδοχή ότι από την ως άνω πράξη του κατηγορουμένου προξενήθηκε στον παθόντα κίνδυνος ζωής αλλά και σημαντική παρακώλυση για πολύ χρόνο, τον οποίο προσδιορίζει σε 30 περίπου ημέρες, να χρησιμοποιήσει το σώμα του στις συνηθισμένες ασχολίες και ότι μέχρι σήμερα εμφανίζει αναπνευστικά προβλήματα. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, αιτιολογείται με την παραδοχή, ότι ο κίνδυνος για τη ζωή του επήλθε από τα πολλαπλά χτυπήματα που δέχθηκε με τον σουγιά σε καίρια σημεία του σώματος του, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει, απέφυγε δε τον κίνδυνο αυτόν χάριν των επιτυχών χειρουργικών επεμβάσεων, στις οποίες υποβλήθηκε τόσο στο νοσοκομείο της ... , όσο και στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Αλεξανδρούπολης στο οποίο σημειωτέον μεταφέρθηκε, προφανώς λόγω της βαρύτητας της κατάστασης του, συνοδευόμενος από ιατρό. Σ' αυτό δε - κατά τις παραδοχές πάντα της προσβαλλόμενης απόφασης- μετά την χειρουργική επέμβαση μεταφέρθηκε υπό καταστολή στη ΜΕΘ, όπου παρέμεινε από 26-12-2005 έως 31-12-2005.Αιτιολογείται επίσης, η κρίση του Δικαστηρίου, ότι παρακωλύθηκε στη χρήση του σώματος του επί 30 ημέρες περίπου ,από το χρόνο της νοσηλείας του, που διήρκεσε από 26-12-2006 μέχρι 7-1-2006 και το λογικό χρόνο της αποθεραπείας του για άλλες τουλάχιστον 20 περίπου ημέρες. Όσο για τον απαιτούμενο για την στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης αυτού άμεσο δόλο, για τον οποίο, δεδομένου, ότι αυτός ενυπάρχει στη παραπάνω παραδοχή πραγματώσεως του ως άνω στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, αρκεί για την αιτιολόγηση αυτού η παραδοχή, ότι ο αναιρεσείων επεδίωκε τον βαρύ τραυματισμό του παθόντος, με την ιδιαίτερη επισήμανση στην παραδοχή αυτή , ότι ο σκοπός αυτός προκύπτει, από το γεγονός ότι επέφερε στον παθόντα καίρια πλήγματα με σουγιά, σε ζωτικά σημεία του σώματος του τα οποία, ως προαναφέρθηκε εξειδικεύει (κοιλιακή χώρα , ωμοπλάτη, θωρακική χώρα). Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου: α)ότι το δικαστήριο της ουσίας, την καταδικαστική του κρίση, στήριξε μόνο στις εκφράσεις της διατάξεως του άρθρου 310 παρ. 3 ΠΚ χωρίς καμία άλλη αιτιολογία ,πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού αυτό διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προαναφέρθηκε β)ότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι, "μέχρι και σήμερα εμφανίζει προβλήματα αναπνευστικά" δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της βαριάς σωματικής βλάβης, πρέπει να απορριφθεί ,διότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης σε σχέση με την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, στηρίζεται στον κίνδυνο της ζωής του παθόντος, καθώς και στην παρακώλυση της χρήσεως του σώματος του ως αιτιολογούνται, το πρόβλημα δε του αναπνευστικού του συστήματος, δέχεται κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ως συνέπεια των κακώσεων που επήλθαν από τα χτυπήματα με τον σουγιά στην αριστερή ωμοπλάτη και το αριστερό ημιθωράκιο γ) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως διότι 1) υφίσταται αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού αυτής, διότι ενώ στο σκεπτικό της δέχεται για την θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος, ότι ο παθών μέχρι την 1-11-2011, ημέρα συνεδρίασης του δικαστηρίου, συνεχίζει να έχει αναπνευστικά προβλήματα, δηλαδή για χρονικό διάστημα 5 ετών, στο διατακτικό της δέχεται ότι υπήρξε παρακώλυση της χρήσης του σώματος του για 30 ημέρες από την τέλεση της, πρέπει να απορριφθεί, διότι τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως αναφέρονται τα ίδια πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος, ο δε χρόνος παρακώλυσης της χρήσης του σώματος του προσδιορίζεται και στο σκεπτικό και στο διατακτικό σε 30 ημέρες . Σημειώνεται ότι από το αναπνευστικό πρόβλημα -που ως προαναφέρθηκε το δέχεται ως συνέπεια των κακώσεων του - δεν παρεμποδίζεται η χρήση του σώματος του. 2) διότι ενώ στο σκεπτικό του δέχεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του αδικήματος για το οποίο καταδικάσθηκε αρκεί απλή πρόθεση προς τέλεση αυτού , στο διατακτικό του, σε αντίφαση με το σκεπτικό δέχεται την ύπαρξη σκοπού ως προς την θεμελίωση του βαρύτερου αποτελέσματος του αδικήματος πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό οι παραδοχές της προσβαλλόμενης ανάγονται στα αυτά πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν, την επίγνωση του αναιρεσείοντος και τον σκοπό του να επιφέρει με τις ενέργειες του (πολλαπλά χτυπήματα σε καίρια σημεία του σώματος του παθόντος με σουγιά), τις βαριές σωματικές κακώσεις που επήλθαν, που με τη θέληση του και την πραγμάτωση τους στοιχειοθετούν από μόνες τους, τον άμεσο δόλο που απαιτείται για την πραγμάτωση της αξιόποινης πράξεως της σε βαθμό κακουργήματος τιμωρουμένης σκοπουμένης βαριάς σωματικής βλάβης. Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ! και Ε! πρώτος και δεύτερος, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Περαιτέρω ο αναιρεσίων-κατηγορούμενος με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης του προβάλλει την αιτίαση ότι οι προβληθέντες από αυτόν αυτοτελείς ισχυρισμοί του α) περί άρσης του αδίκου της πράξεως του, γιατί βρισκόταν σε κατάσταση άμυνας β)περί συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. γ! ΠΚ και γ) περί μεταβολής της κατηγορίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη, απορρίφθηκαν χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς, τον αυτοτελή ισχυρισμό, ότι η αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, δεν ήταν άδικη, διότι τελούσε σε κατάσταση νόμιμης άμυνας συνισταμένης στο ότι: "ο παθών του επιτέθηκε άδικα χωρίς να προκαλέσει ο ίδιος ή να τελέσει άδικη σε βάρος του πράξη, τα δε χτυπήματα κατά του παθόντος από αυτόν ήταν αναγκαία, αφού τον έριξε στο έδαφος, τον έπιασε σφικτά από τον λαιμό, απειλώντας ότι θα τον πνίξει και αυτός λόγω της αναπηρίας του, δεν μπορούσε να απαλλαγεί από τον κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία του παρά μόνο κάνοντας χρήση του αντικειμένου που εκείνη τη στιγμή βρέθηκε τυχαία στα χέρια του που δυστυχώς ήταν το μαχαίρι, δεδομένου ότι η βίαιη και εξαιρετικά επικίνδυνη επίθεση του παθόντος του προκάλεσε φόβο και ταραχή για τη ζωή του.." Ο ισχυρισμός αυτός, που ήταν νόμιμος, απορρίφθηκε από το δικαστήριο της ουσίας, με την παρακάτω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία: "ο περί άμυνας αυτοτελής ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος , καθόσον από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, δεν προέκυψε ότι προηγήθηκε της πράξης του οποιαδήποτε επίθεση εναντίον του από τον παθόντα και δη ότι ο τελευταίος τον έριξε βίαια στο έδαφος τον καταπλάκωσε με το σώμα του και τον έσφιξε με τα χέρια του στο λαιμό, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, ούτε διαπιστώθηκαν (δε ζήτησε ο ίδιος να εξετασθεί από ιατροδικαστή) ίχνη τέτοιας επίθεσης ( μώλωπες , αμυχές ,στο λαιμό του), ενώ εξ άλλου, αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, θα προσέφευγαν σε βοήθεια του οι παρευρισκόμενοι στο επεισόδιο (ο συγκατηγορούμενος του Μ. και η φίλη του Κ. ) και θα απωθούσαν τον παθόντα που ήταν άοπλος". Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, σε σχέση με την παραδοχή αυτή που αιτιολογεί την απόρριψη του ισχυρισμού του , ότι στηρίζεται σε υποθετική κρίση ,πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι η κυρία αιτιολογία της απόρριψης του, είναι ότι δεν έλαβε χώρα προηγούμενη επίθεση του παθόντος κατά του αναιρεσείοντος, η δε αιτιολογία ότι ,αν συνέβαινε αυτό(προηγούμενη επίθεση) θα προσέτρεχαν σε βοήθεια του, οι φίλοι του που ήταν παρόντες, παρατέθηκε ως επικουρική τοιαύτη. Στη συνέχεια, από την ίδια επισκόπηση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων υπέβαλε νόμιμα τον αυτοτελή ισχυρισμό περί μεταβολής της κατηγορίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη, τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως αβάσιμο, με την περί ενοχής του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κρίση του, στην προσβαλλόμενη απόφαση του, με την οποία αιτιολογούνται επαρκώς οι παραδοχές, ότι οι σωματικές κακώσεις που προκλήθηκαν στον παθόντα, είχαν τον χαρακτήρα της βαριάς σωματικής βλάβης και ότι αυτός ενήργησε με σκοπό να επιφέρει αυτές. Ακολούθως ο αναιρεσείων νόμιμα προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί συνδρομής στο πρόσωπο του, της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. γ! ΠΚ, υποστηρίζοντας ότι : στην πράξη μου ωθήθηκα από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος και παρασύρθηκα από οργή και βίαιη θλίψη που μου προκάλεσε η άδικη εναντίον μου πράξη του" επικαλούμενος προηγηθείσα επίθεση εναντίον του, από τον παθόντα, όπως αυτή εκτέθηκε στον περί άμυνας αυτοτελή προηγούμενο ισχυρισμό του. Το δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό με την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ότι: "δεν προέκυψε από τα αποδεικτικά μέσα που ανέφερε ότι ωθήθηκε στην πράξη του από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή από άδικη πράξη του τελευταίου εναντίον του" , αφού προηγουμένως είχε δεχθεί ότι δεν προηγήθηκε επίθεση του παθόντος σε βάρος του. Το γεγονός ότι στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας, δέχεται ότι πριν τη τέλεση της αξιόποινης αυτής πράξης, επικρατούσε ένταση και ανταλλάσσονταν ύβρεις μεταξύ του παθόντος και του αναιρεσείοντος, δηλαδή υπήρξε κάποιος διαπληκτισμός μεταξύ τους, δεν μπορεί να οδηγήσει στην παραδοχή ότι είναι ικανός ο διαπληκτισμός αυτός να στοιχειοθετήσει ανάρμοστη συμπεριφορά ή άδικη πράξη του παθόντος ,σε βάρος του αναιρεσείοντος -δεδομένου ότι οι ύβρεις ανταλλάσσονταν εκατέρωθεν- ώστε να τον ωθήσει στη τέλεση της αξιόποινης αυτής πράξης, διότι κάτι τέτοιο υπερβαίνει τα ακραία όρια της λογικής, και σε καμία περίπτωση η παραδοχή αυτή , δεν τελεί σε αντίφαση με την ως παραπάνω ειδικά αιτιολογημένη απόρριψη του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού. Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ! και Ε! λόγοι της αίτησης αναίρεσης ,για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, σε σχέση με την απόρριψη των προβληθέντων από τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο, αυτοτελών ισχυρισμών του. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.
Απορρίπτει, την υπ' αρ. πρωτ. 1378/2012 από 14-2-2012 αίτηση του Ά. Μ. του Ι., κατοίκου ... οδός ... για αναίρεση της υπ' αρ. 43/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης, που ασκήθηκε με επίδοση δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα , που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250 ) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως. Αδίκημα. Βαριά σκοπουμένη σωματική βλάβη. Λόγοι αναίρεσης: Α) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, Β) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, Γ) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας των αυτοτελών ισχυρισμών που προβλήθηκαν από τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο άρσης του αδίκου της πράξεως λόγω άμυνας. μεταβολής της κατηγορίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη, ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. Γ' ΠΚ. Επάρκεια αιτιολογίας. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης. Επιβάλλει έξοδα.
|
Σωματική βλάβη βαριά
|
Σωματική βλάβη βαριά.
| 0
|
Αριθμός 888/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη), Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη, Χρυσούλα Παρασκευά (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου) και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 7480/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με αιτούσα την F. M. M. του Β., κάτοικο ... που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 5/18 Φεβρουαρίου 2013 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 220/2013.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ.2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώριση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης, οποιουδήποτε δικαστηρίου, και κατά παρεμπίπτουσας απόφασης αλλά και κατά του περί αποδόσεως ή δημεύσεως μέρους της αποφάσεως, για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι αυτή έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 76 παρ.1 ΠΚ αντικείμενα που είναι προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος, το οποίο πηγάζει από δόλο, καθώς και το τίμημα τους, και όσα αποκτήθηκαν με αυτά, επίσης και τα αντικείμενα που χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την εκτέλεση τέτοιας πράξεως μπορούν να δημευθούν, αν αυτά ανήκουν στον αυτουργό ή σε κάποιον από τους συμμετόχους. Για άλλες αξιόποινες πράξεις το μέτρο αυτό μπορεί να ληφθεί μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος. Κατά δε την παρ. 2 αυτού, αν από τα ανωτέρω αντικείμενα προκύπτει κίνδυνος της δημόσιας τάξης, η δήμευση τους επιβάλλεται υποχρεωτικά σε όποιον τα κατέχει , έστω και χωρίς την καταδίκη του προσώπου για την πράξη που τελέσθηκε...... ". Αντίθετα επί αθωώσεως του κατηγορουμένου, διατάσσεται η απόδοση των κατασχεθέντων στον ιδιοκτήμονα κατά τα άρθρα 310 παρ. 2, 370 στοιχ. α' ΚΠΔ. Δηλαδή παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστήριο να διατάξει τη δήμευση αντικειμένων και όταν αθωώνεται ο κατηγορούμενος, εφ' όσον βεβαιωθεί ότι από τα αντικείμενα αυτά προκύπτει κίνδυνος της δημοσίας τάξεως. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 373 ΚΠΔ το δικαστήριο με την τελειωτική του απόφαση, αποφαίνεται υποχρεωτικά και για την τύχη των πραγμάτων και των πειστηρίων που κατασχέθηκαν, επικυρώνοντας ή αίροντας την κατάσχεση και σε περίπτωση που δε συντρέχει λόγος δήμευσης ή καταστροφής αυτών, ανεξάρτητα καταδίκης ή αθώωσης του κατηγορουμένου, πρέπει να διατάξει την άρση της κατάσχεσης και την απόδοση αυτών στον από τη διαδικασία προκύπτοντα ιδιοκτήτη τους, κατονομάζοντας αυτόν ρητά στην απόφαση. Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 4 και 5 Πρ. Δ/τος 25/2004 και 1, 3 και 4 Πρ. Δ/τος 30/2010, συνάγεται ότι τα διαβατήρια ανήκουν στην κυριότητα του κράτους εκδόσεως αυτών και μόνο η κατοχή ανήκει στον δικαιούχο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Την 14-1-2011, συνελήφθη από την αστυνομία η F. M. M. του Β., υπήκοος Γερμανίας, με την κατηγορία της συγκρότησης εγκληματικής τρομοκρατικής οργάνωσης. Την επομένη ημέρα, διενεργήθηκε έρευνα στην οικία της, επί της οδού ... στη ... και κατασχέθηκαν διάφορα αντικείμενα, μεταξύ των οποίων και το υπ' αρ. ... διαβατήριό της, για τα οποία συντάχθηκε η από 15/1/2011 έκθεση έρευνας και κατάσχεσης του αστυνόμου Β' Κ. Ρ. της Δ.Α.ΕΕ.Β/1ο αστυνομικό τμήμα. Στη συνέχεια, με το υπ' αρ. 122/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που κατέστη αμετάκλητο, το Συμβούλιο αυτό αποφάνθηκε να μη γίνει καμία κατηγορία σε βάρος της αλλοδαπής αυτής για τις πράξεις για τις οποίες διώχθηκε. Με την υπ' αρ. 7480/2012 προσβαλλόμενη κατά ένα μέρος της, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκαν οι συγκατηγορούμενοι της απαλλαγείσας με το προαναφερθέν βούλευμα F. M. M., επικυρώθηκε η παραπάνω έκθεση κατασχέσεως και διατάχθηκε η δήμευση του διαβατηρίου της ανωτέρω αλλοδαπής, το οποίο ήταν γνήσιο, με την αιτιολογία ότι: "Περαιτέρω πρέπει να απορριφθεί το αίτημα των κατηγορουμένων για απόδοση των αντικειμένων που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στις οικίες ... και ... διότι αυτά κατασχέθηκαν, επειδή είχαν σχέση με τις ερευνώμενες υποθέσεις των κατηγορουμένων". Με την παραδοχή όμως αυτή, το δικαστήριο της ουσίας, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 76 ΠΚ, διότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, βάσει των οποίων προέβη στη δήμευση του διαβατηρίου αυτού ότι δηλαδή, δεν αποδίδονται τα αντικείμενα που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν κατά την προδικασία στην κατοικία της ανωτέρω απαλλαγείσας αλλοδαπής, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο διαβατήριο, διότι είχε σχέση με τις ερευνώμενες υποθέσεις των κατηγορουμένων, δεν υπάγονται στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 76 του ΠΚ το οποίο για τη στοιχειοθέτηση της δήμευσής του, δεδομένου ότι η ιδιοκτήμονάς του απηλλάγη από κάθε κατηγορία, απαιτεί όπως από την απόδοσή του προκύπτει κίνδυνος για τη δημόσια τάξη, ώστε να δημευθεί ως μέτρο ασφαλείας, που θα συνέτρεχε μόνο αν ήταν πλαστό ή αν χρησίμευσε ή προοριζόταν να χρησιμεύσει για τη τέλεση αξιόποινης πράξης, γεγονότα που δεν αιτιολογούνται ούτε προκύπτει ότι συνέτρεχαν εν προκειμένω. Κατ' ακολουθία, οι εκ του άρθρ. 510 παρ.1 στοιχείο Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με τους οποίος προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής αιτιολογίας και έσφαλλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του αρθρ. 76 ΠΚ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Μετά ταύτα, πρέπει, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε ότι "πρέπει να απορριφθεί το αίτημα των κατηγορουμένων για απόδοση των αντικειμένων που βρέθηκαν στην κατοικία της ..." και κατά τη διάταξή της που διέταξε τη δήμευση των πραγμάτων που αναφέρονται στην από 15-1-2011 έκθεση έρευνας και κατάσχεσης στην οικία της F. M. M. επί της οδού ... του αστυνόμου Β' Κ. Ρ. της Δ.Α.Ε.Ε.Β./1ο Τμήμα, όσο αφορά το διαβατήριο αυτό. Σύμφωνα δε με το άρθρο 518 παρ.1 ΚΠΔ, πρέπει να απαλειφθεί η ανωτέρω διάταξη κατά το τμήμα της που αφορά την επικύρωση της παραπάνω έκθεσης κατάσχεσης του ανωτέρω διαβατηρίου, που βρέθηκε στην οικία της ανωτέρω αλλοδαπής και της δήμευσης αυτού, από την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατ' εφαρμογή δε της σωστής ποινικής διάταξης του άρθρου 373 ΚΠΔ να διαταχθεί η άρση της κατασχέσεως αυτής και να διαταχθεί η απόδοση του διαβατηρίου στην δικαιούχο του F. M. M. του Β.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, την υπ' αρ. 7480/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, κατά το μέρος της που επικύρωσε την από 15-1-2011 έκθεση κατάσχεσης του αστυνόμου Β' Κ. Ρ. της Δ.Α.Ε.Ε.Β/1ο Τμήμα, και διέταξε τη δήμευση του με τα στοιχ. ... διαβατηρίου, που εκδόθηκε την 3-9-2010 από τις Γερμανικές αρχές της F. M. M. του Β. και βρέθηκε στην οικία της, επί της οδού ... στη ....
Απαλείφει την ανωτέρω διάταξη από την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την κατάσχεση και τη δήμευση του διαβατηρίου αυτού.
Διατάσσει την άρση της κατασχέσεως του ανωτέρω διαβατηρίου υπό στοιχεία ... που εκδόθηκε την 3-9-2010 από τις Γερμανικές αρχές και την απόδοσή του στην δικαιούχο αυτού F. M. M. του Β.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου απόφασης κατά τη διάταξη της περί δημεύσεως διαβατηρίου αλλοδαπής. Δίωξη αλλοδαπής για συγκρότηση τρομοκρατικής ομάδας. Αμετάκλητο βούλευμα να μη γίνει κατηγορία εναντίον της. Έκθεση κατασχέσεως πραγμάτων στην οικία της, μεταξύ των οποίων και το διαβατήριο της. Καταδικαστική απόφαση για τους λοιπούς κατηγορουμένους που παραπέμφθηκαν σε δίκη. Επικύρωση εκθέσεως κατασχέσεως και δήμευση και του διαβατηρίου αυτού. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Δεκτός ο λόγος διότι δεν δημεύθηκε ως μέτρο ασφαλείας( άρθρ. 76 παρ.2 ΠΚ), αλλά επειδή κατασχέθηκε κατά την προδικασία ως έχον σχέση με τις ερευνώμενες υποθέσεις. Αναιρεί την απόφαση κατά τη διάταξη περί δημεύσεως του διαβατηρίου. Απαλείφει τη διάταξη αυτή και κατά το άρθρο 373 ΚΠΔ, αίρει την επιβληθείσα κατάσχεση για το διαβατήριο και διατάσσει την απόδοση του στην αλλοδαπή δικαιούχο του.
|
Αίτηση αναίρεσης Εισαγγελέα Α.Π.
|
Αναίρεση μερική, Δήμευση, Αίτηση αναίρεσης Εισαγγελέα Α.Π., Άρση κατάσχεσης.
| 0
|
Αριθμός 887/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικόλαου Ζαΐρη), Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Μαρία Βασιλάκη, Χρυσούλα Παρασκευά (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου) και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Κ. του Γ., κατοίκου ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Στάθη, για αναίρεση της υπ'αριθ.5032/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ζ. Ν., για υποστ.Κατηγ., κάτοικο ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Φέστα.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 867/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 259 του ΠΚ, "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της δημόσιας υπηρεσίας για το γενικότερο συμφέρον, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται α) παράβαση από τον υπάλληλο του υπηρεσιακού του καθήκοντος, όπως αυτό καθορίζεται από το νόμο ή διοικητική πράξη ή από ιδιαίτερες κατά νόμο οδηγίες της Προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του, β) δόλος του δράστη που περιέχεται στη βούλησή του να παραβεί το καθήκον του και γ) σκοπός του δράστη, επιπλέον, να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς όμως να απαιτείται για την πραγμάτωση του εγκλήματος και η επίτευξη του σκοπού αυτού.Το άρθρο 13 Π.Κ. ορίζει ότι "υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου προσώπου δημοσίου δικαίου". Το άρθρο 263α ΠΚ επεκτείνει την υπαλληλική ιδιότητα στους δημάρχους ή προέδρους κοινοτήτων και όσους υπηρετούν μόνιμα ή πρόσκαιρα κα με οποιαδήποτε ιδιότητα σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης. Εντεύθεν, ο Αντιδήμαρχος, θεωρείται υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α και 263α ΠΚ για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 259 ΠΚ.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση καθήκοντος αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ` αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ` αριθμό 5032/2012, προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Αθηνών, που την εξέδωσε, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, της παραβάσεως καθήκοντος, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ.2 α Π.Κ.) και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας , υπεράσπισης, την απολογία του κατηγορουμένου και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "η εγκαλούσα πολιτικώς ενάγουσα Ζ. Ν. είναι κυρία ενός άρτιου και οικοδομήσιμου αγροτεμαχίου που βρίσκεται στην περιοχή "..." του Δήμου ... εκτάσεως 3.684,05 τμ. στη δυτική και βορειοδυτική πλευρά του οποίου υπάρχει μανδρότοιχος από σκυρόδεμα και πλινθοδομή πλάτους 0,50 μέτρων, ύψους 1μ. και μήκους 121,61 μ. τον οποίο η ιδιοκτήτρια αυτού - μηνύτρια είχε κατασκευάσει περιμετρικά του ακινήτου της, προκειμένου να το περιφράξει. Περαιτέρω προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος υπό την ιδιότητά του ως υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α του ΠΚ και συγκεκριμένα, ως αντιδήμαρχος του Δήμου Μάνδρας Αττικής παρέβη με πρόθεση τα καθήκοντά του που προβλέπονται από το νόμο, με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος και να βλάψει την εγκαλούσα - πολιτικώς ενάγουσα. Ειδικότερα στις 4-8-2004 κατά παράβαση των καθηκόντων του ως αντιδημάρχου Μάνδρας που στα καθήκοντά του ενέπιπτε, εκτός των άλλων, και η εύρυθμη λειτουργία της τεχνικής υπηρεσίας του εν λόγω Δήμου και η χρήση των μηχανημάτων αυτών προς όφελος αποκλειστικά και μόνον των δημοτών του, ο κατηγορούμενος έδωσε έντολή στον προϊστάμενο της παραπάνω τεχνικής υπηρεσίας και σε αγνώστων στοιχείων άνδρα που δεν ανήκε στο τεχνικό προσωπικό αυτής, να μεταφέρει ο τελευταίος το υπ'αριθμ. … προωθητικό μηχάνημα (φορτωτή - εσκαφέα) του παραπάνω Δήμου, εκτός των ορίων του τελευταίου, κάτι που γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι δεν επιτρέπετο από τις σχετικές διατάξεις που διέπουν την λειτουργία των μηχανημάτων της σχετικής υπηρεσίας, και στη συνέχεια προέβη στην κατεδάφιση του παραπάνω μανδρότοιχου του προπεριγραφέντος ακινήτου της εγκαλούσας, με σκοπό να βλάψει την τελευταία και να προσπορίσει παράνομο όφελος στον θείο του Χ. Ν., που ήταν ιδιοκτήτης ομόρου με αυτό της εγκαλούσας ακινήτου, με τον οποίο αυτή βρισκόταν σε αντιδικία σχετικά με την οριοθέτηση των συνόρων των δύο ακινήτων". Ακολούθως, κατά το διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "Στην ... στις 04/08/2004, ως υπάλληλος, με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος και να βλάψει άλλον. Ειδικότερα, κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ως αντιδήμαρχος του Δήμου Μάνδρας Αττικής στις αρμοδιότητες του οποίου περιλαμβάνεται και η εύρυθμη λειτουργία της τεχνικής υπηρεσίας του ανωτέρω Δήμου, ενεργώντας κατά παράβαση του προσδιοριζόμενου από το νόμο και ενυπάρχαντος στην φύση της υπηρεσίας του καθήκοντος για την χρήση των μηχανημάτων και της εν γένει περιουσίας του Δήμου προς όφελος των πολιτών του Δήμου Μάνδρας, έδωσε εντολή στα αρμόδια όργανα (Προϊστάμενο της Τεχνικής Υπηρεσίας και τον χειριστή του παρακάτω μηχανήματος (εκσκαφέας - φορτωτής) και συγκεκριμένα στην ... στην θέση "...", όπου βρίσκεται ακίνητο ιδιοκτησίας της εγκαλούσης, Ζ. Ν. και αφού εγκατέστησε σ'αυτό χειριστή άσχετο με το τεχνικό προσωπικό του Δήμου Μάνδρας - αγνώστων λοιπών στοιχείων - να κατεδαφιστεί με το παραπάνω μηχάνημα τμήμα μανδρότοιχοι εκ μπετόν και λιθοδομής πλάτους 0,50 μ. και ύψους 1,00 μ', που είχε ανεγερθεί περιμετρικά επί του ανωτέρω ακινήτου προς περίφραξη τούτου, με σκοπό να βλάψει την εγκαλούσα αλλά και να προσπορίσει παράνομο όφελος στον θείο του Χ. Ν., ιδιοκτήτη όμορου ακινήτου με το επίδικο, με τον οποίο η εγκαλούσα είχε δικαστικές διαμάχες λόγω αμφιβολιών ως προς την οριοθέτηση των συνόρων τους". Με τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν σε δεύτερο βαθμό Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην εν λόγω απόφαση, την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που ανωτέρω αναπτύχθηκε, αφού εκθέτει σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε για τη συνδρομή τους και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ, την οποία ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι α) ο αναιρεσείων, ως Αντιδήμαρχος του Δήμου Μάνδρας Αττικής, είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου με την έννοια του άρθρου 13 περ. α' του ΠΚ, β) αυτός παραβίασε το υπηρεσιακό του καθήκον, το οποίο ενυπήρχε στη φύση της υπηρεσίας του και στις ανατεθείσες σε αυτόν αρμοδιότητες, για εύρυθμη λειτουργία της τεχνικής υπηρεσίας του Δήμου και για χρήση των μηχανημάτων του Δήμου, προς όφελος των πολιτών του Δήμου, με το να δώσει εντολή στα αρμόδια όργανα (Προϊστάμενο της Τεχνικής Υπηρεσίας και χειριστή του μηχανήματος), εκσκαφέας του Δήμου να μεταφερθεί εκτός των ορίων του Δήμου προκειμένου να κατεδαφίσει μανδρότοιχο ιδιοκτησίας της εγκαλούσας, παρά το γεγονός ότι η χρήση των μηχανημάτων του Δήμου, γίνεται προς όφελος αποκλειστικά και μόνο των πολιτών του δήμου και περαιτέρω εγκατέστησε στον εκσκαφέα χειριστή πρόσωπο άσχετο με το τεχνικό προσωπικό του Δήμου, το οποίο και κατεδάφισε τμήμα μανδροτοίχου ακινήτου της εγκαλούσας, γ) ενήργησε με πρόθεση, αλλά και με σκοπό να βλάψει την εγκαλούσα στην οποία ανήκε ο μανδρότοιχος που κατεδαφίστηκε αλλά και να προσπορίσει, παράνομο περιουσιακό όφελος, στο θείο του Χ. Ν., ιδιοκτήτη ομόρου ακινήτου με το επίδικο, με τον οποίο η εγκαλούσα είχε δικαστικές διενέξεις ως προς την οριοθέτηση των ορίων των δύο ακινήτων. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, ότι χωρίς αιτιολογία το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, δέχθηκε, α) το ότι το ως άνω μηχάνημα που χρησιμοποιήθηκε, ανήκε στο Δήμο, υιοθετώντας την κατάθεση της μάρτυρος Α. Α., χωρίς αξιολόγηση των καταθέσεων των λοιπών μαρτύρων, Χ. Ν. και Ν. Α., και β) ότι αυτός είχε την ιδιότητα του Αντιδημάρχου στον παραπάνω Δήμο, ενώ από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν (αρ.31 και 38) σε συνδυασμό με την απολογία του, δεν προέκυπτε η ιδιότητα αυτή, είναι απαράδεκτες καθόσον υπό την επίφαση της έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται, η περί τα πράγματα αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, υπό στοιχεία A1, A3 και Δ' λόγοι αναιρέσεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι Α1 και Α3 και της εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου ο Δ' λόγος της κρινόμενης αιτήσεως.
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ. θεωρούνται, μεταξύ άλλων και, η από το εδάφιο ε' της ως άνω παραγράφου του ιδίου άρθρου ελαφρυντική περίσταση ότι "ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ο αναιρεσείων, κατέθεσε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του εγγράφως, εκτός από τον ισχυρισμό για την αναγνώριση σ` αυτόν της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 § 2 α' Π.Κ, τον οποίο το δικαστήριο έκανε δεκτό, και τον παρακάτω ισχυρισμό, για την αναγνώριση σ` αυτόν της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 § 2 ε' Π.Κ. τον οποίο ανέπτυξε και προφορικώς και ο οποίος, για τη θεμελίωσή του, έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: "από τότε που έγινε η πράξη για την οποία κατηγορείται και μέχρι σήμερα πέρασε μεγάλο χρονικό διάστημα (μεγαλύτερο των οκτώ ετών), κατά την διαδρομή του οποίου συμπεριφέρθηκε άψογα. Μάλιστα, κατά την διάρκεια του διαστήματος αυτού, συνέχισε την εργασία του, ενώ παράλληλα εξακολούθησε και την ενασχόληση του με τα κοινά, τόσο ως Δημοτικός Σύμβουλος όσο και ως Αντιδήμαρχος από τον Ιανουάριο του έτους 2011, επιδεικνύοντας πάντοτε προθυμία και εργατικότητα απέναντι στους συμπολίτες του και στους συνανθρώπους του εν γένει και μην έχοντας δημιουργήσει κανένα πρόβλημα, οιασδήποτε φύσεως σε τρίτο". Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο, ο παραπάνω αυτοτελής ισχυρισμός, ήταν απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού γίνεται επίκληση μη επαρκών περιστατικών για τη θεμελίωση του, καθόσον για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα και απαιτείται, εκτός από το μεγάλο σχετικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών, δηλωτικών της ποιότητας του ήθους του δράστη, της κοινωνικής προδιαθέσεώς του και της αρμονικής διαβίωσής του μετά την πράξη.
Συνεπώς το Τριμελές Εφετείο, δεν είχε υποχρέωσή να απαντήσει στον ως άνω ισχυρισμό, αφού αυτός δεν προτάθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, σύμφωνα με όσα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, αναφέρθηκαν. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ', υπό στοιχείο Α2 λόγος αναίρεσης με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171παρ.2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Α' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο. Η παράσταση αυτή είναι παράνομη, όταν στο πρόσωπο εκείνου που δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, δεν συντρέχουν οι όροι της ενεργητικής νομιμοποίησης του για την άσκηση πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία του ίδιου Κώδικα, ως προς τον τρόπο και το χρόνο άσκησης και υποβολής της πολιτικής αγωγής. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 183 παρ. 1 του Π.Δ.410/1995 "οι δήμαρχοι, οι αντιδήμαρχοι, τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου κ.λ.π. οφείλουν να αποζημιώσουν το Δήμο ή την Κοινότητα για κάθε θετική ζημία που προξένησαν εις βάρος της περιουσίας τους από δόλο ή βαριά αμέλεια". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 3 του Ν. 2800/2000 κατά την αληθή έννοια του άρθρου 183 του Π.Δ. 410/1995 "Περί δημοτικού και κοινοτικού Κώδικα", αλλά και της διάταξης του άρθρου 141 του ν. 3463/2006 και 232 του ν. 3852/2010, "η αστική ευθύνη των οργάνων των πρωτοβαθμίων Ο.Τ.Α. που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, περιορίζεται μόνο στην υποχρέωση προς αποζημίωση των οικείων νομικών προσώπων, για κάθε θετική ζημία που προξενήθηκε εις βάρος της περιουσίας τούτων από δόλο ή βαριά αμέλειά τους, δεν υπέχουν δε ατομική ευθύνη τα ίδια όργανα, προς αποζημίωση τρίτων". Τέλος, με το άρθρο 64 παρ. 2 του ΚΠΔ, ορίζεται ότι, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 89 παρ. 1, όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, περιορίζεται αποκλειστικώς σε τρίτο αστικώς υπεύθυνο, ο κατά το άρθρο 63 νομιμοποιούμενος σε άσκηση πολιτικής αγωγής, μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων, κατά του κατηγορουμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας και μόνον. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι ο αμέσως ζημιωθείς από την πράξη ή παράλειψη, χαρακτηριζόμενη ως ποινικό αδίκημα, (παράβαση καθήκοντος), που τέλεσαν τα ανωτέρω αιρετά όργανα των Ο.Τ.Α, κατά την άσκηση της εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων σε βάρος αυτών, προς υποστήριξη της κατηγορίας και μόνον, αφού τα όργανα αυτά δεν ευθύνονται προσωπικά για την προκληθείσα ζημία σε τρίτο, το δικαίωμα δε αυτό είναι αυτοτελές και διακεκριμένο εκείνου του ΟΤΑ και ανήκει στον αμέσως εκ του αδικήματος παθόντα. (ΑΠ 356/2010, Α.Π.925/2009). Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, η εγκαλούσα Ζ. Ν., παραδεκτά και νόμιμα, με βάση τις παραπάνω διατάξεις, παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγουσα, μόνο για τη στήριξη της κατηγορίας της παράβασης καθήκοντος, ως αμέσως παθούσα εκ του αδικήματος, που φέρεται ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος. Ορθά επομένως, το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, απέρριψε την ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής, αφού η εγκαλούσα νομιμοποιείτο ενεργητικά, να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα στην δευτεροβάθμια δίκη προς υποστήριξη της κατηγορίας και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' εδ. γ' ΚΠΔ, σχετικός Γ' λόγος αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, περί υπέρβασης εξουσίας, από την παραδοχή της πολιτικής αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, (από παραδρομή, στο αναιρετήριο, κατά την αρίθμηση των λόγων αναίρεσης δεν αναφέρεται λόγος υπό το στοιχείο Β' παρά μόνο Α1, Α2, Α3, Γ και Δ) πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας Πολιτικώς ενάγουσας
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-7-2012 υπ` αριθμό πρωτ. 5188/18-7-2012 αίτηση του Π. Κ. του Γ., κατοίκου ... οδός ... περί αναιρέσεως της υπ` αριθ. 5032/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας Πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση καθήκοντος. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Αντιδήμαρχος έδωσε εντολή στα αρμόδια όργανα να μεταφερθεί εκτός των ορίων του Δήμου προωθητικό μηχάνημα (εκσκαφέας) του Δήμου, προκειμένου να κατεδαφίσει μανδρότοιχο ιδιοκτησίας της πολιτικώς ενάγουσας, με σκοπό να τη βλάψει και να ωφελήσει τον θείο του ιδιοκτήτη ομόρου ακινήτου με τον οποίο η εγκαλούσα είχε διαμάχες ως προς το όριο του ακινήτου. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Υπέρβαση εξουσίας λόγω παραδοχής της πολιτικής αγωγής Ο αμέσως ζημιωθείς από την πράξη ή παράλειψη, χαρακτηριζόμενη ως ποινικό αδίκημα, που τέλεσαν τα αιρετά όργανα των Ο.Τ.Α, κατά την άσκηση της εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, δικαιούται να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων σε βάρος αυτών, προς υποστήριξη της κατηγορίας και μόνον, αφού το δικαίωμα αυτό είναι αυτοτελές και διακεκριμένο και ανήκει στον αμέσως εκ του αδικήματος παθόντα. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Παράβαση καθήκοντος
|
Παράβαση καθήκοντος.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 886/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοΐνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενο τον Κ. Σ.. Και εγκαλούσα: Α. Κ.-Θ.-Τ., κάτοικο ... .
Η αίτηση αυτή με αριθμό 155924 και ημερομηνία 25 Φεβρουαρίου 2013, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 282/13.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου-Βασιλοπούλου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό 102 και ημερομηνία 11.4.2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "-Εισάγοντας, ενώπιον Σας, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 εδ. γ ΚΠΔ, την υπ' αριθ. πρωτ.155924/25-2-2013 αίτηση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή της κατωτέρω ποινικής υποθέσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 136 περ. ε' και 137 ΚΠΔ, και εκθέτουμε τα εξής: 1. Ο ανωτέρω Εισαγγελέας με το προαναφερθέν έγγραφο του -μετά της συνημμένης σ' αυτό ΑΒΜ: Δ-13/496 εγκλήσεως της Κ.-Θ.-Τ. Ά. του Α., κατοίκου ..., -που στρέφεται και κατά του υπηρετούντος στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών Κ. Σ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, ζήτησε προκειμένου να γίνει κανονισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή, διότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών -μετά την ίδρυση του Εφετείου Χαλκίδας- δεν υπάγεται πλέον άλλο Πρωτοδικείο.2. Το άρθρο 136 περ. ε' ΚΠΔ ορίζει ότι, "εάν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο (κατά τόπο) σύμφωνα ρε τα άρθρα 122-125 δικαστήριο, διατάσσεται η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές". Σύμφωνα δε με την παράγραφο 1 του άρ.137 ΚΠΔ, "την παραπομπή μπορεί να την ζητήσει και ο Εισαγγελέας (όπως στην κρινομένη περίπτωση) αποφασίζει δε περί αυτής ο Άρειος Πάνος, που συνέρχεται σε Συμβούλιο, εφ' όσον πρόκειται για περιπτώσεις, που δεν διαλαμβάνονται στα εδάφια α' και β' της παραγ. Ι του αρ. 137 ΚΠΔ", συνεπώς και στην περίπτωση της παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα ή από ένα Πρωτοδικείο σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα ή από ένα Πρωτοδικείο σε άλλο, εφ'όσον δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του συγκεκριμένου Εφετείου. Επισημαίνεται ότι η Νομολογία δέχεται ότι η περίπτωση του αρθ. 136 στοιχ. ε' ΚΠΔ αποβλέπει στο αδιάβλητο της δικαστικής κρίσεως στην κοινή συνείδηση, γι' αυτό δε τον λόγο η παραπομπή μπορεί να ανακύψει και στην προδικασία (ΑΠ 840/2005, ΑΠ 733/2003). 3. Επειδή η Κ.-Θ.-Τ. Ά. με την έγκληση της στρέφεται κατά του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Κ. Σ.,, στον οποίο αποδίδει την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος (αρ. 259 ΠΚ). Επειδή όμως -μετά την ίδρυση του Εφετείου Χαλκίδας- στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών υπάγεται μόνο το (εδρεύον στην Αθήνα) Πρωτοδικείο Αθηνών και ως εκ τούτου, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν μπορεί να αποφασίσει την παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο ομοειδές και ισόβαθμο δικαστήριο, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθ. πρωτ. 155924/25-2-2013 έγγραφο του υπέβαλε την αναφορά-αίτησή του στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ώστε να αποφασίσει σχετικώς το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), που είναι, κατά τα εκτεθέντα, "σε κάθε άλλη περίπτωση" αρμόδιο. 4. Επομένως , συντρέχει νόμιμη περίπτωση, να χωρήσει από το Δικαστήριο σας (σε Συμβούλιο) κανονισμός αρμοδιότητας κατά παραπομπή, και να ορισθεί ως αρμόδιος να επιληφθεί της ανωτέρω υποθέσεως και να κρίνει, στα πλαίσια της αρμοδιότητας του, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιώς, καθώς και οι δικαστικές αρχές του Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιώς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: Να διατάξει το Δικαστήριο Σας την παραπομπή της υποθέσεως, -που ζητεί με το υπ' αριθ. πρωτ. 155924/25-2-2013 έγγραφο του, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών και αναφέρεται στην ΑΒΜ: Δ-13/496 έγκληση της Κ.-Θ.-Τ. Ά. του Α. κατοίκου ... κατά του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών Κ. Σ.-, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών, τις Ανακριτικές Αρχές και το Συμβούλιο Πλ/κών Αθηνών, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, Ανακριτικές Αρχές και Συμβούλιο Πλ/κών Πειραιά, για να επιληφθούν ανάλογα με τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα. Αθήνα 11-4-2013 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Κ. Μπόμπολης".
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 136 περ. ε' και 137 παρ. 1 περ. γ' του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, όταν εγκαλών ή αδικηθείς ή κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός, από το βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω, ο οποίος υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 του ίδιου Κώδικα δικαστήριο, διατάσσεται, κατόπιν αιτήσεως του εισαγγελέα ή του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντος, από τον Άρειο Πάγο σε Συμβούλιο, η παραπομπή της υποθέσεως σε άλλο δικαστήριο, ομοειδές και ισόβαθμο, εφαρμοζομένων αναλόγως και των άρθρων 132, 134 και 135 παρ. 1 του ΚΠοινΔ. Η παραπομπή αυτή νοείται όχι μόνο κατά την κυρία διαδικασία, αλλά και κατά την προδικασία, συμπεριλαμβανομένου και του σταδίου ασκήσεως της ποινικής διώξεως, διότι και κατ' αυτό συντρέχει ο αυτός δικαιολογητικός λόγος, ήτοι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσεως του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας μεροληψίας αυτού, εξ αιτίας της συνυπηρετήσεώς του στο ίδιο δικαστήριο με τον εγκαλούντα, παθόντα ή κατηγορούμενο δικαστικό λειτουργό.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Κατόπιν της από 1.2.2013 μηνύσεως της Α. Κ. - Θ.- Τ., ενώπιον του Α.Τ. Σχηματαρίου Βοιωτίας, κατά των Κ. Σ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, και άλλων προσώπων (Α. Τ., Διοικητή Α.Τ. ..., Π. - Ρ. Τ., Υποδιοικητή Α.Τ. ..., Σ. Κ., Αστυφύλακα, Κ. Κ., Διοικητή Τ.Α. ..., Π. Κ., Υποδιοικητή Τ.Α. ..., Α. Π., Αρχιφύλακα, και παντός άλλου υπευθύνου Αστυνομικού του Τ.Α. ...) για παράβαση καθήκοντος, σχηματίσθηκε δικογραφία, η οποία διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Ανακύπτει, λοιπόν, ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας, λόγω του ότι, μεταξύ των καταγγελλομένων με τη μήνυση, περιλαμβάνεται και ο ως άνω Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών. Τον κανονισμό αυτό ζητεί από τον Άρειο Πάγο ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, με την υπ' αριθ. πρωτ. 155924/25.2.2013 αίτησή του, η οποία είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, και κατ' ουσίαν βάσιμη, ενόψει των προεκτεθέντων. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή και να χωρήσει κανονισμός αρμοδιότητας, προκειμένου να αποκλεισθεί κάθε υπόνοια μεροληψίας, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στις Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, ως πλησιέστερου, και της αντίστοιχης Εισαγγελίας, για το χειρισμό της παραπάνω μηνύσεως, και, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση, σε αυτές του Εφετείου Πειραιώς, ενόψει του ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάγεται (μετά την ίδρυση του Εφετείου Ευβοίας και την υπαγωγή σ` αυτό των Πρωτοδικείων Χαλκίδας και Θηβών) άλλο δικαστήριο πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο υπηρετεί ο ανωτέρω εισαγγελικός λειτουργός, και δη ως προς όλους τους καταγγελλομένους λόγω συναφείας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση που αναφέρεται στο σκεπτικό, την οποία αφορά η με ΑΒΜ Δ13/496 μήνυση της Α. Κ. - Θ. - Τ., στις Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς και, αν ήθελε συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση, στις αντίστοιχες Αρχές του Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 28 Μαΐου 2013.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2013.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Μήνυση για παράβαση καθήκοντος σε βάρος Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και άλλων προσώπων. Παραπέμπει στις Δικαστικές, Ανακριτικές και Εισαγγελικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς, δεδομένου ότι στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών δεν υπάγεται άλλο δικαστήριο πλην του Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο υπηρετεί ο εγκαλούμενος, και, αν συντρέξει περαιτέρω νόμιμη περίπτωση, σε αυτές του Εφετείου Πειραιώς, και ως προς τους λοιπούς εγκαλούμενους λόγω συναφείας.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 883/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοϊνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο,- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Φ. του Χ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Κυριακή Ιωαννίδου, περί αναιρέσεως της 5485/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα: Εταιρεία με την επωνυμία "INFOQUEST AEBE", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν παρέστη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1349/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Εξάλλου, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται από το άρθρο 515 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα μπορεί το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μια μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Στη δικάσιμο αυτή όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν σ' αυτή χωρίς νέα κλήτευση και αν ακόμη δεν ήταν παρόντες, όταν δημοσιεύθηκε η απόφαση για την αναβολή. Στην κρινόμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπό εκδίκαση αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανίσθηκε η πολιτικώς ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "INFOQUEST ΑΕΒΕ", η οποία, όπως προκύπτει από το υπό χρονολογία 24 Ιανουαρίου 2013 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου πάγου …κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση κλήσεως στη σύνοικη ενήλικη Δ. Μ. (δικηγόρο εταιρίας UNISYSTEM - θυγατρικής της πολιτικώς ενάγουσας), για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση της 20 Μαρτίου 2013, από την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της αιτήσεως, με την υπ` αριθ. 445/2013 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, για τη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως. Εμφανίσθηκε, όμως, η δικηγόρος Ειρήνη Πεντεδήμου και ζήτησε, για λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας, την αναβολή της συζητήσεως της ένδικης αιτήσεως, διότι, όπως δήλωσε, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Λεωνίδας Σιδηρόπουλος δικάζει, μετά από διακοπή, στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, και δεν μπορεί να παρασταθεί ενώπιον του Αρείου Πάγου. Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, γιατί, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 515§1 του ΚΠοινΔ, δεν συγχωρείται δεύτερη αναβολή της συζητήσεως. Μετά από αυτά, πρέπει το Δικαστήριο αυτό να προχωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως και χωρίς την παρουσία της πολιτικώς ενάγουσας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ. α του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50§5 του ν. 3160/2003, "αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε (άρθρο 515), ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στα στοιχεία Α`, Γ', Δ`, Ε`, ΣΤ` και Η` της παραγράφου 1 του άρθρου 510". Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 138 παρ. 2, 3 και 171 παρ. 1 εδ. β' και δ' του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο εισαγγελέας, ακουσθούν δε και οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως είτε του εισαγγελέα είτε ειδικά του κατηγορουμένου επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ.1 εδ. β' και δ' του ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 5485/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κηρύχθηκε ένοχος εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών κατ` εξακολούθηση, πράξη που τέλεσε με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων, και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, ανασταλείσα. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως αυτής, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις. Το αίτημα επανέλαβε και κατά την αγόρευσή του. Μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, ο Πρόεδρος έδωσε το λόγο στην Εισαγγελέα, η οποία πρότεινε την παραδοχή του αιτήματος αναβολής, χωρίς να προτείνει, ούτε επικουρικά, τίποτε για την ενοχή του κατηγορουμένου. Αφού δε δόθηκε ο λόγος και στους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων (κατηγορουμένου, πολιτικώς ενάγουσας), το Δικαστήριο, σε μυστική διάσκεψη, με την παρουσία και της Γραμματέως, κατάρτισε και, δια του Προέδρου του, δημοσίευσε αμέσως την απόφασή του, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Όσον αφορά, λοιπόν, την κρίση επί της ενοχής, υπάρχει παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως της εισαγγελέως, η οποία, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, επέφερε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο.
Κατά συνέπειαν και εφόσον η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχει παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ (ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ουσία της υποθέσεως και ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής), ο δε αναιρεσείων εμφανίστηκε στο ακροατήριο (εκπροσωπούμενος από πληρεξούσιο δικηγόρο), πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), παρέλκει δε η κατ` ουσίαν έρευνα των εμπεριεχομένων στην αίτηση λόγων αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 5485/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2013.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακαλύπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση. Απόλυτη ακυρότητα γιατί κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο ο Εισαγγελέας δεν διατύπωσε πρόταση σχετικά με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου. Ο λόγος αυτός εξετάζεται αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 511 ΚΠΔ), γιατί η αίτηση περιέχει παραδεκτούς λόγους. Αναίρεση και παραπομπή.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Τραπεζική επιταγή ακάλυπτη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 882/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοϊνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο,- Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Α.-Μ. Π. του Α., 2. Β. Δ. του Χ. και 3. Π. Π. του Α., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Μπίθα, περί αναιρέσεως της 27438/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28 Ιανουαρίου 2013 τρεις χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 241/13.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 28.1.2013 (με αριθ. πρωτ. 946, 947 και 948/2013) αιτήσεις των Α. - Μ. Π. του Α., Β. Δ. του Χ. και Π. Π. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθ. 27438/2012 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του α. ν. 86/1967, όπως ισχύει, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο, οι οποίες υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές προς τους ως άνω Οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τριών τουλάχιστον μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, που υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του α. ν. 1846/1951, ο υπόχρεος, πρέπει, να καταβάλλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Ενόψει αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του α. ν. 86/1967, αποφάσεως, πρέπει να περιέχονται σε αυτήν τα για τη θεμελίωση των δύο παραπάνω αξιοποίνων πράξεων κρίσιμα περιστατικά, που είναι η σε συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ασφαλισμένου στο οικείο Ταμείο προσωπικού, και τα χρηματικά ποσά που, βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο Ταμείο ως εργοδότης, ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (ΟλΑΠ 1/1996) και να γίνεται αναφορά, επί φυσικού προσώπου φερομένου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως, των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποια η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ' αυτήν, όπως αν είναι νόμιμος εκπρόσωπός της, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη. Αντιθέτως, δεν αποτελεί στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως των εν λόγω εγκλημάτων, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποίοι ήταν αυτοί και πόσο χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές καθενός εξ αυτών. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται εκ τούτου ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, με την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού. Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο, ως λογικό συμπέρασμα, καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο σύνολο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσή τους, πλην η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που περιγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 27438/2012 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ και τους καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριάντα τεσσάρων (34) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική ως προς τους Α. - Μ. Π. και Β. Δ. και ανασταλείσα ως προς τον Π. Π., και χρηματική επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ τον καθένα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... προέκυψε και το δικαστήριο πείστηκε ότι κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι". Κατά δε το διατακτικό, οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι του ότι: "Στην Αθήνα την ... 2009 τυγχάνοντες εργοδότες της επιχείρησης με την επωνυμία BCA ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ & ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Α.Ε. είδος επιχείρησης 80221102 ... και έχοντας απασχολήσει κατά την χρονική περίοδο από 01/09/05 έως 31/08/08 στην επιχείρησή του αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές 870.393,18 μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, υπέπεσε στις κατωτέρω αξιόποινες πράξεις: 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιον ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών) ποσού 580.262,12 δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίον οι εισφορές έγιναν απαιτητές, και 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (εργατικές) ποσού 290.131,06 με σκοπό να τις αποδώσει στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ` αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίον έγιναν απαιτητές κατέστη γι` αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. Για την μη καταβολή των εισφορών συντάχθηκε η με αριθμό 063/ΠΕΕ/Α/187?08 Π.Ε.Ε. Στην εν λόγω Π.Ε.Ε. αναγράφονται (73) μισθωτοί με ύψος αποδοχών 1.975.472,79 € συνολικά".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Συγκεκριμένα: α) Η ως άνω αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, αφού το σκεπτικό αναφέρεται εξολοκλήρου στα περιστατικά που περιγράφονται στο κατηγορητήριο, αντιγραφή του οποίου αποτελεί το διατακτικό της αποφάσεως, πράγμα το οποίο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι ανεπίτρεπτο, επιτρεπόμενης μόνο της αλληλοσυμπληρώσεως σκεπτικού και διατακτικού. β) Μολονότι πρόκειται για εταιρική και όχι για ατομική επιχείρηση και μάλιστα ανώνυμη εταιρία, όπως φαίνεται από την επωνυμία της, δεν εκτίθενται ούτε στο διατακτικό πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση κάθε αναιρεσείοντος στην ανώνυμη αυτή εταιρία, η οποία κατά νόμο εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο, ώστε να ανακύπτει και η υποχρέωσή τους για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, αλλά απλώς αναφέρεται στο διατακτικό η ιδιότητά τους ως εργοδοτών, χωρίς άλλη περαιτέρω διευκρίνιση, η οποία, όμως, αναφορά δεν αρκεί, όπως προαναφέρθηκε, για την πληρότητα της αιτιολογίας. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος των αιτήσεων, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), παρέλκει δε η έρευνα του δευτέρου λόγου των αιτήσεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 27438/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2013.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για καθυστέρηση εργοδοτικών και εργατικών εισφορών. Τι πρέπει να περιέχεται στην αιτιολογία της αποφάσεως για την πληρότητα αυτής. Τυπική αιτιολογία με εξ ολοκλήρου παραπομπή στο κατηγορητήριο. Ενώ πρόκειται για ανώνυμη εταιρία, δεν προσδιορίζεται ούτε στο διατακτικό η ιδιότητα και η θέση κάθε αναιρεσείοντος σ' αυτήν. Αναίρεση και παραπομπή.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναιρέσεως παραδοχή, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 881/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαϊρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο,- Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Κ. του Σ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Αβραντίνη, περί αναιρέσεως της 41780/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο: Γ. Κ. του Α.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 86/13.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών) προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω Οργανισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δρχ. Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές αυτών που εργάζονται σ' αυτόν με σκοπό να τις αποδώσει στους άνω Οργανισμούς και δεν τις καταβάλει ή δεν τις αποδίδει στους Οργανισμούς αυτούς μέσα σε ένα μήνα αφότου είχαν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ορίζεται ως χρόνος καταβολής των εισφορών το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, ορίζεται ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Για την πληρότητα της αντικειμενικής υποστάσεως των εν λόγω εγκλημάτων απαιτείται το υποκείμενο των εγκλημάτων αυτών να έχει την ιδιότητα του εργοδότη και σαν τέτοιος νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό οφείλει να προσφέρει την υπηρεσία του. Πρόκειται συνεπώς για γνήσια εγκλήματα, παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, που παρασχέθηκε η εργασία. Ως εργοδότης κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα προσφέρουν την εργασία τους και που αυτός υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Η ποινική δίωξη κατά των υπόχρεων ασκείται αυτεπάγγελτα από τον αρμόδιο Εισαγγελέα κατόπιν υποβολής μηνυτήριας αναφοράς από το ΙΚΑ, η οποία συντάσσεται ταυτόχρονα με τη σύνταξη της καταλογιστικής πράξεως επιβολής εισφορών (ΠΕΕ) κατά των με το νόμο υπευθύνων της επιχειρήσεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της ως άνω διατάξεως του Α.Ν. 86/1967, στερείται της ως άνω αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια, επί εργοδότη νομικού προσώπου και δη ανώνυμης εταιρείας, η ακριβής ιδιότητα και θέση του κατηγορουμένου στην εταιρεία, ώστε να προκύπτει η ιδιότητα του φερόμενου ως υπόχρεου για παρακράτηση ή απόδοση των εισφορών και η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού, ασφαλισμένου σε υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας ασφαλιστικούς οργανισμούς με σχέση εξαρτημένης εργασίας, από τον οποίο (χρόνο απασχολήσεως) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον ασφαλιστικό οργανισμό ως εργοδοτικές ή ως εργατικές εισφορές, και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε. Σε σχέση με το χρόνο τελέσεως της πράξεως, η αναφορά του είναι αναγκαία και ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων είναι κρίσιμος, μόνον όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής (ΑΠ 295/2012,1587/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και με την προσβαλλόμενη με αριθ. 41780/2012 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για παράβαση του Α.Ν. 86/1967, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά: "Προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε, ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι κατά την χρονική περίοδο από 8ο/2004 μέχρι 12ο/2004 αν και ήτο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ δεν κατέβαλε στο ΙΚΑ τις οφειλόμενες εργατικές και εργοδοτικές εισφορές ποσού 358.379 ευρώ οι τελευταίες και 179.185 ευρώ οι εργατικές.
Συνεπώς θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για το ανωτέρω χρονικό διάστημα απορριπτομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού ότι δεν ευθύνεται ποινικά αυτός για τα ανωτέρω χρήματα διότι από 27-6-2006 δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, διότι αυτή τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση του αρ.46 ν.1892/1990, αφού κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα που όφειλε αυτός να καταβάλει τις ανωτέρω εισφορές ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εν λόγω εταιρίας (ΑΠ 282/2012 ΝΟΜΟΣ). Το γεγονός ότι η εργοδότρια εταιρεία έχουν τεθεί υπό εκκαθάριση δεν εξαλείφει το αξιόποινο, ενώ σε κάθε περίπτωση ευθύνη υπέχουν τόσο οι Διευθύνοντες Σύμβουλοι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα όσο και εκκαθαριστές. Περαιτέρω, για το χρονικό διάστημα από 7ο/2004 έως 8ο/2004 έχει επέλθει παραγραφή, και θα πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για το ανωτέρω διάστημα. Τέλος, δεν συντρέχει περίπτωση αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων κατά άρθρο 84α Π.Κ.".
Με βάση αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και με την προσβαλλόμενη 41780/2012 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για παράβαση των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίου έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 ΠΚ, και των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, του άρθρου 31 Ν.Δ. 1160/1972, του άρθρου 1 του ν. 362/1976 και 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951, που κυρώθηκε από τον Ν. 2113/1952 και 16 παρ. 2 και 2 της με αριθμό 55575/1479 από 18/11 - 7/12/1965 αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Σε σχέση με τις προβαλλόμενες ειδικότερες αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος:
α) Δε δημιουργείται ασάφεια και σύγχυση ως προς το χρόνο τελέσεως των παραπάνω δύο αξιοποίνων πράξεων, διότι, ενώ κατά τις παραδοχές, ο χρόνος απασχόλησης του προσωπικού από τη συγκεκριμένη εργοδότρια τεχνική εταιρεία " ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ", ήταν το χρονικό διάστημα από Αυγούστου 2004 έως Δεκεμβρίου 2004, αλλά κατά τις παραδοχές αυτές, και κατά το άρθρο 26 παρ.3 του ΑΝ.1846/1951, οι οφειλόμενες εισφορές, περί των οποίων συντάχθηκε η αναφερόμενη στο διατακτικό με αρ. 71709/2004 ΠΕΕ, με ύψος αποδοχών 1.394.775,51 ευρώ και εργοδοτικές εισφορές ποσού 358.379 ευρώ και με παρακρατηθείσες και μη αποδοθείσες εργατικές εισφορές ποσού 179.185 ευρώ, έπρεπε να καταβληθούν μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, ήτοι τις εισφορές του τελευταίου ως άνω μήνα Δεκεμβρίου 2004, έπρεπε να καταβάλει ο κατηγορούμενος νόμιμος εκπρόσωπος της ΑΕ το αργότερο μέχρι 31-1-2005, οπότε και ο πραγματικός χρόνος τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων συνάγεται κατά τις παραδοχές ότι είναι η 1-2-2005, η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το χρόνο τελέσεως των δύο αξιοποίνων αυτών πράξεων, στο μεν αιτιολογικό αναφέρει απλώς ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τις οφειλόμενες εισφορές της χρονικού περιόδου από μήνα 8o/2004 μέχρι 12o/2004, άρα χρόνος τελέσεως είναι η 1-2-2005, στο δε διατακτικό προσδιορίζει το χρόνο τελέσεως μεταγενέστερα στις 27-11-2006, ενώ και στα δύο αναφέρεται ο ανωτέρω χρόνος απασχόλησης από μήνα 8o/2004 μέχρι 12o/ 2004 και επομένως η υποχρέωση καταβολής των εισφορών στο ΙΚΑ υπήρχε κατά το νόμο μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε ως άνω η εργασία(31-1-2005). Παρά όμως την ασάφεια αυτή, ως προς το χρόνο τελέσεως, δεν επηρεάζεται ο χρόνος παραγραφής των ενδίκων πλημμελημάτων (5 + 3 αναστολής = 8 έτη), σε βάρος του κατηγορουμένου, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος σε αυτόν μετά την πενταετία, η δε υπόθεση εκδικάστηκε στο άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο στις 24-9-2012 και τότε, και υπό την εκδοχή του άνω διαφορετικού πραγματικού χρόνου τελέσεως, της 1-2-2005 και πάλιν, δεν είχε συμπληρωθεί οκταετία και δεν είχαν παραγραφεί οι ανωτέρω πράξεις, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων (ΑΠ 295/2012, 536/2011).
β) Ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, αποφάσεως, για καθυστέρηση καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, απαιτείται να προσδιορίζεται η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση από εργοδότη προσωπικού ασφαλισμένου στο ΙΚΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ίδρυμα, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε, ήτοι η συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών οι οποίες βαρύνουν τους εργαζόμενους σ'αυτόν και η μη καταβολή των σχετικών ποσών, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά, στον ασφαλιστικό οργανισμό, στον οποίο είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό.(βλ.ΟλΑΠ 1/1996). Σε σχέση με το χρόνο τελέσεως της πράξεως, η αναφορά του είναι αναγκαία και ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων είναι κρίσιμος, μόνον όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής(ΑΠ 1587/2011). Επομένως, δεν αποτελεί, στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί, και πόσο χρόνο εργάστηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές του καθενός εξ αυτών. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων είναι κρίσιμος μόνον όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής(βλ. ΑΠ 525/2010).
γ) Από τις παραπάνω παραδοχές του αιτιολογικού, δεν προκύπτει ασάφεια και αντίφαση, ως προς την ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου σε σχέση με την ιδιότητά του στο ΔΣ της υπόχρεης εργοδότριας εταιρείας "ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ", διότι η αναφορά στις παραδοχές, ότι αυτός ήταν Διευθύνων Σύμβουλος της παραπάνω οφειλέτριας εργοδότριας ΑΕ, κατά τη χρονική περίοδο από μήνα 8o/2004 μέχρι 12o/2004 και ότι για τη μη εμπρόθεσμη καταβολή των οφειλομένων εισφορών εκ μέρους της εργοδότριας ΑΕ στο ΙΚΑ, ποινικά υπεύθυνος ήταν ο κατηγορούμενος ως Διευθύνων Σύμβουλος, αλλά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της οφειλέτριας ΑΕ, αυτός εκπροσωπούσε τυπικά την ΑΕ, κατά τον κρίσιμο χρόνο που έπρεπε εντός μηνός και μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, κατά το άρθρο 26 παρ.3 του ΑΝ.1846/1951, να καταβληθούν οι οφειλόμενες εισφορές. Ο προβληθείς στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι η εταιρεία "ΕΜΠΕΔΟΣ ΑΕ", που εκπροσωπούσε με την απόφαση 4732/28-6-2006 του Εφετείου Αθηνών, τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46 του Ν. 1892/1990 και διορίστηκε ειδική εκκαθαρίστρια η εταιρεία " ΑΛΦΑ ΑΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ.." και ως εκ τούτου δεν είχε πλέον αυτός τη δυνατότητα να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια και καταβολή χρημάτων στο ΙΚΑ για λογαριασμό της υπό ειδική διαχείριση και εκκαθάριση εταιρείας, την 27-11-2006, που αναφέρεται στο διατακτικό ως χρόνος τελέσεως, ορθά και με πλήρη αιτιολογία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού ο κατηγορούμενος κατά τον προαναφερθέντα κρίσιμο χρόνο που έπρεπε αυτός εντός μηνός, μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, ήτοι την 1-2-2005, να καταβάλει στο ΙΚΑ τις εργατικές και εργοδοτικές εισφορές που όφειλεν η εταιρεία που εκπροσωπούσε, αυτός ήταν ο Διευθύνων Σύμβουλος και εκπρόσωπος της ΑΕ και είχε τη νομική υποχρέωση και τη δυνατότητα καταβολών σε τρίτους και στο ΙΚΑ, αφού δεν είχεν ακόμα τεθεί η εταιρεία υπό ειδική εκκαθάριση. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (πρώτος, δεύτερος και τρίτος), για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή εκείνους που αν αληθεύουν, συνεπάγονται την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, του αποκλεισμού ή την μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, εφόσον όμως περιέχουν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν αυτούς, διαφορετικά το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεώς του προβάλλει την αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το δικαστήριο απέρριψε αναιτιολόγητα τον παραδεκτά προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του για την αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του πρότερου έντιμου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι η συνήγορος του κατηγορουμένου, κατέθεσε στο ακροατήριο εγγράφως αυτοτελείς ισχυρισμούς, που ανέπτυξε και προφορικά και ζήτησε, πλην άλλων και την αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου των δύο ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων, εκθέτοντας, κατά πιστή μεταφορά, τα παρακάτω: "Β.2. Ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ.2α ΠΚ). Από το Δελτίο Ποινικού Μητρώου του κατηγορουμένου, αλλά και από όλα τα αποδεικτικά στοιχείο, προκύπτει ότι στο παρελθόν δεν έχει τελέσει ποτέ κανένα αδίκημα. Καθ' όλο το χρονικό διάστημα του βίου του έζησε μια ζωή άμεμπτη, πάντοτε στο πλευρό της οικογένειας του σκληρά εργαζόμενος για την εξασφάλιση των προς το ζην τόσο για εκείνον, όσο και για την οικογένεια του που αποτελείται από τη σύζυγο του και τα δύο (2) τέκνα του.
Επίσης, η ηλικία του, αφού είναι σήμερα εβδομήντα ενός (71) ετών, αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα ότι επί πάρα πολλά έτη διήγαγε έντιμο βίο, με κύριο μέλημα την εργασία του και την προσωπική συνδρομή του στη συντήρηση της οικογένειας του και την ανατροφή των τέκνων του. Επί σειρά ετών στον εργασιακό χώρο δεν έχει τελέσει απολύτως κανένα αδίκημα.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η βαρύτητα της πράξης δεν μπορεί να αναιρέσει και να ακυρώσει την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ. γιατί το προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη ελαφρυντικό μπορεί να μην αναγνωριστεί μόνο εάν υπάρχουν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο του χρόνου τέλεσης της πράξης από τα οποία να αποδεικνύεται ότι δεν διήγαγε έντιμο βίο. Τέτοια όμως πραγματικά περιστατικά δεν προέκυψαν από τη διαδικασία ούτε από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν.
Αντιθέτως, από την ακροαματική διαδικασία προέκυψαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία αποδεικνύεται ότι πράγματι ο παρών κατηγορούμενος διήγαγε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, κοινωνική και επαγγελματική ζωή, όντας ένας απόλυτα συνεπής και επιμελής ιδιωτικός υπάλληλος, φροντίζοντας για τη νόμιμη και εύρυθμη λειτουργία των επιχειρήσεων που έχει εργαστεί.
Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν θα πρέπει να κατευθύνουν' την κρίση Σας στην αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ. στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, ότι δηλαδή μέχρι το χρόνο τέλεσης της πράξης έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή.
Β.3. Ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθρου 84§2 εδ. ε Π.Κ.).
Ο παρών κατηγορούμενος για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη συνέχισε να διάγει ένα καθ'όλα έντιμο βίο, ζώντας στο πλευρό της οικογένειάς του. ΟΥΔΕΠΟΤΕ μετά το επίδικο συμβάν, απασχόλησε τις Αστυνομικές Αρχές ή την Ελληνική Δικαιοσύνη, διάγοντας έναν άμεμπτο. ήρεμο και οικογενειακό βίο. Η άριστη κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά του αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα της συνειδητοποιήσεως εκ μέρους του, του σφάλματος στο οποίο υπέπεσε και της προθέσεως του να αποφεύγει κάθε άλλη πιθανή εμπλοκή με οποιαδήποτε παράτυπη και παράνομη συμπεριφορά.
Η μοναδική εμπλοκή του με την Ελληνική Δικαιοσύνη άρχεται και περατούται στη συγκεκριμένη υπόθεση, που σχετίζεται με τα προβληματικά οικονομικά της εταιρείας ΕΜΠΕΔΟΣ. της οποίας διατέλεσε μέλος του Δ.Σ. Έκτοτε, δεν είχε καμία άλλη εμπλοκή με τη δικαιοσύνη και έπαυσε να προσφέρει την οποιαδήποτε υπηρεσία σε οποιαδήποτε εταιρεία, από την οποία θα μπορούσαν να προκληθούν οικονομικές παρατυπίες.
Υπό τα δεδομένα αυτά το Δικαστήριο Σας θα πρέπει να αναγνωρίσει ότι οι ανωτέρω ελαφρυντικές περιστάσεις συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και στοιχειοθετούνται κατά το πραγματικό και νομικό μέρος τους.".
Ο ισχυρισμός αυτός, όπως είναι διατυπωμένος, είναι ορισμένος και νόμιμος κατά το άρθρο 84 παρ.2 α' και ε' του ΠΚ, αναπτύσσεται δε με την παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, που στηρίζουν τις δύο αυτές ζητούμενες ελαφρυντικές περιστάσεις. Παρά ταύτα όμως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό ως αβάσιμο, με μόνη αιτιολογία ότι "τέλος, δε συντρέχει περίπτωση αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων κατά το άρθρο 84 ΠΚ", χωρίς καμία αναφορά στα επικληθέντα από τον κατηγορούμενο πραγματικά περιστατικά. Η αιτιολογία αυτή δεν είναι η απαιτούμενη ως παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά είναι ελλιπής και είναι βάσιμος ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως. Επομένως η κρινόμενη αίτηση, κατά τα παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί όμως η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει, μόνο κατά τις διατάξεις της που αφορούν την επιβληθείσα ποινή για τις δύο αξιόποινες πράξεις που ο αναιρεσείων καταδικάστηκε και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος τούτο, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, γιατί είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Τέλος, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά τα λοιπά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει τη με αρ. 41780/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά τις διατάξεις της που αφορούν μόνο τις επιβληθείσες στον αναιρεσείοντα ποινές, επί μέρους και συνολική .
Παραπέμπει την υπόθεση, μόνο κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 21-12-2012 αίτηση - δήλωση του Ν. Κ. του Σ., περί αναιρέσεως της με αρ. 41780/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη έγκαιρη καταβολή εισφορών ΙΚΑ [αν 86/1967, αν 1846/1951](ΑΠ 295/2012, 1587/2011, 525, 1095/2010). 1. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. 2. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων είναι κρίσιμος μόνον όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής (βλ. ΑΠ 525/2010). 3. Η αιτιολογία «δε συντρέχει περίπτωση αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων κατά το άρθρο 84 Π Κ», χωρίς καμία αναφορά στο επικληθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν είναι η απαιτούμενη ως παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη,και είναι βάσιμος ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και αναιρείται η απόφαση ως προς τις επιβληθείσες ποινές.
|
Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών
|
Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Αναίρεση μερική.
| 0
|
Αριθμός 880/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Ξ. του Ε., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σταυρίδη, για αναίρεση της υπ'αριθ.1377/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1372/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Ενόψει αυτών υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια ασθενούς, στις περιπτώσεις εκείνες που το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από αυτόν των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δε μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργειά ή παράλειψή του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Η ιδιαίτερη δε νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς απορρέει από το νόμο και τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1377/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, κηρύχθηκε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων μαιευτήρας γυναικολόγος ιατρός ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια επιτόκου και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε μηνών, η οποία ποινή και ανεστάλη επί τριετία. Στο αιτιολογικό περί ενοχής του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, διαλαμβάνονται, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, από τις από 25-8-2005, 21-9-2005 και 19-4-2008 εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης των Ι. Μ., Επίκουρου Καθηγητή ΜΓ Κλινικής του ΠΑΓΝΗ, Ε. Κ., Διευθυντή της ΜΓΚλινικής του ΠΑΓΝΗ και Α.Α. Καθηγητή της Μαιευτικής και Γυναικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, την από 25-2-2005 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ιατροδικαστή Π. Κ. και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, από την απολογία του κατηγορουμένου και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η Ά. Μ., σύζυγος του Ε. Κ. αρχές του Ιανουαρίου του έτους 2005 ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί της και παρακολουθείτο καθ' όλο το διάστημα της εγκυμοσύνης της αυτής από τον κατηγορούμενο ιατρό μαιευτήρα - γυναικολόγο. Ο ανωτέρω κατηγορούμενος την παρακολουθούσε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της και στο πρώτο παιδί που απέκτησε το έτος 2002, αλλά και σε προγενέστερη εγκυμοσύνη της, το έτος 2002, που είχε όμως ατυχή έκβαση. Η τρίτη εγκυμοσύνη της ανωτέρω Ά. Μ. εξελισσόταν ομαλά και χωρίς προβλήματα μέχρι τον έβδομο μήνα, οπότε και άρχισε να εμφανίζει κιρσούς στα κάτω άκρα, οι οποίοι σταδιακά επεκτάθηκαν, ενώ κατά τον ένατο μήνα της κυήσεως είχαν μεγαλώσει και είχαν καταλάβει όλη την περιοχή των γεννητικών της οργάνων δημιουργώντας στον οργανισμό της μια επικίνδυνη κατάσταση. Σημειωτέον ότι η εμφάνιση κιρσών στις γυναίκες που βρίσκονται σε κατάσταση προχωρημένης εγκυμοσύνης είναι φαινόμενο ιατρικά γνωστό, ενώ επίσης ιατρικά γνωστό είναι και το γεγονός ότι οι γυναίκες που πάσχουν από χρόνια φλεβική ανεπάρκεια εμφανίζουν επιδείνωση του προβλήματος αυτού λόγω της αύξησης των ορμονών, της αύξησης του βάρους και της αύξησης του μεγέθους της μήτρας με κύρια συνέπεια την επιδείνωση των κιρσών στην ελάσσονα πύελο και τον εντεύθεν κίνδυνο πρόκλησης θρομβώσεων και αιμορραγιών από τη ρήξη τους. Επίσης είναι ιατρικά γνωστό ότι οι κιρσοί του αιδοίου συνδέονται στις περισσότερες των περιπτώσεων με την παρουσία κιρσών και στα εσωτερικά γεννητικά όργανα. Βρισκόμενη στην κατάσταση που προαναφέρθηκε και έχοντας συμπληρώσει την 39η εβδομάδα της κύησης της με καταληκτική ημερομηνία την 15-1-2005 η Ά. Μ. επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στο ιατρείο του στις 10-1-2005. Κατά την επίσκεψη της αυτή ο κατηγορούμενος αφού της διενήργησε υπερηχογράφημα και κολπική εξέταση της συνέστησε εάν δεν εμφανισθούν οδύνες μέχρι την 12-1-2005 να μεταβεί την ημέρα αυτή στην ιδιωτική κλινική του Ηρακλείου " ..." προκειμένου να της προκαλέσει τοκετό με οξυτοκίνη. Στις 12-1-2005 η Ά. Μ. μετέβη στην παραπάνω κλινική σύμφωνα με τις οδηγίες του κατηγορουμένου για την πρόκληση του τοκετού αφού μέχρι την ημέρα εκείνη δεν είχε ξεκινήσει η διαδικασία του φυσιολογικού τοκετού. Στις 8.45 έγινε ρήξη του μητρικού θυλακίου, ακολούθως δε χορηγήθηκαν στην επίτοκο πέντε μονάδες οξυτοκίνης ώστε να προκληθούν τεχνητές ωδίνες και να ξεκινήσει η διαδικασία του τοκετού. Πράγματι αμέσως μετά τη χορήγηση των μονάδων οξυτοκίνης άρχισαν οι συσπάσεις της μήτρας, ενώ στη συνέχεια και ενόψει του αναμενόμενου τοκετού διενεργήθηκε και επισκληρίδιος αναισθησία. Στις 11.45 και ενώ η Ά. Μ. είχε εμφανίσει πλήρη διαστολή και εκ του λόγου αυτού είχε μεταφερθεί στην αίθουσα τοκετού ο κατηγορούμενος διαπίστωσε μετά από κολπική εξέταση ότι η προβολή του εμβρύου ήταν οπίσθια προσωπική, γεγονός που καθιστούσε ανέφικτη την συνέχιση της διαδικασίας του φυσιολογικού τοκετού που είχε αρχίσει, ενώ η χρησιμοποίηση της εμβρυουλκίας ή άλλων βοηθητικών μέσων για την έξοδο του εμβρύου δεν ήταν ενδεδειγμένη λόγω του ενδεχόμενου κινδύνου αλλοίωσης των παλμών του εμβρύου και της δημιουργίας άλλων επιπλοκών. Επίσης η αλλαγή της θέσης του εμβρύου δεν ήταν ιατρικά αναμενόμενη. Κατόπιν τούτων η Ά. Μ. μεταφέρθηκε στο χειρουργείο για τη διενέργεια καισαρικής τομής. Η έξοδος του εμβρύου έγινε τελικά με καισαρική τομή περί τις 12.37 και όπως κατέθεσε ο εξετασθείς μάρτυρας ιατρός Κ. Μ., ο οποίος βοήθησε τον κατηγορούμενο κατά τη πραγματοποίηση της καισαρικής τομής, με τρόπο δυσχερή, καθόσον ήδη αυτό είχε πάρει θέση στο σημείο της λεκάνης που οδηγεί στον κολπικό σωλήνα. Μετά τον τοκετό και αφού είχε ολοκληρωθεί η συρραφή της χειρουργικής τομής και είχε ελεγχθεί πλήρως έστω και καθυστερημένα και η αιμορραγία των αγγείων της μήτρας που είχε παρατηρηθεί λόγω της κοπής κατά την καισαρική τομή των κιρσών, που υπήρχαν στα τοιχώματα της, ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι εν τω μεταξύ είχε επέλθει σοβαρή ρήξη των κιρσών του τραχήλου της μήτρας και του κόλπου, η οποία προκάλεσε στην Ά. Μ. ακατάσχετη αιμορραγία. Η ρήξη των ως άνω κιρσών προκλήθηκε, όπως αποδείχθηκε, από την αύξηση της πίεσης που δέχθηκε το γεννητικό σύστημα της ανωτέρω εγκύου με την πρόκληση και την εξέλιξη κατά τον προαναφερόμενο τρόπο του τοκετού σε συνδυασμό με την προσωπική προβολή του εμβρύου όσο και από την προσπάθεια του πρώτου κατηγορουμένου να απεμπεδώσει το έμβρυο από τον κόλπο και να το ανασύρει από την καισαρική τομή, τη ρήξη δε αυτή των κιρσών δεν αντιλήφθηκε ο κατηγορούμενος την ώρα της καισαρικής τομής και της χειρουργικής συρραφής που ακολούθησε στο σημείο της τομής, η οποία σημειωτέον διήρκησε δύο ώρες περίπου, αντί της μιας ώρας που συνήθως διαρκούσε, όταν δε την αντιλήφθηκε (μετά την ολοκλήρωση της συρραφής περί τις 14.30) είχε μεσολαβήσει σημαντική απώλεια αίματος εξαιτίας της οποίας όπως προκύπτει από τις εξετάσεις - αιμοδιαγράμματα, που διενεργήθηκαν στις 13.30 και στις 15.45, διαταράχθηκαν οι παράγοντες πήξης αυτού. Οι ποσότητες αίματος, που δόθηκαν κατ' απαίτηση του ιδίου του κατηγορουμένου στην Ά. Μ. από τη μονάδα αίματος του Βενιζέλειου Νοσοκομείου και οι δύο μονάδες πλάσματος που επίσης της χορηγήθηκαν, δεν κατέστησαν δυνατή την ασφαλή σταθεροποίηση της κατάστασης της, γι' αυτό και κρίθηκε αναγκαία η μεταφορά της στην εντατική μονάδα του Βενιζέλειου Νοσοκομείου Ηρακλείου για περαιτέρω αντιμετώπιση. Ωστόσο κατά τη διάρκεια της μεταφοράς της και συγκεκριμένα στις 16.10' και πριν από την άφιξη του ασθενοφόρου στο παραπάνω νοσοκομείο απεβίωσε. Ο θάνατος της όπως αποδείχθηκε οφείλεται σε αιμορραγική καταπληξία συνεπεία ακατάσχετης αιμορραγίας από ρήξη κιρσών του κόλπου και του τραχήλου της μήτρας και δευτεροπαθώς σε ανάπτυξη διάχυτης ενδαγγειακής πήξης (βλ. την από 19-1-2005 ιατροδικαστική έκθεση του Ε. Μ., Καθηγητή της Ιατροδικαστικής του Πανεπιστημίου Κρήτης, αλλά και τις από 21-9-2005 και τις από 19-4-2006 εκθέσεις Ιατρικής πραγματογνωμοσύνης των Ε. Κ. και Α. Α. στις οποίες αναφέρεται ως αιτία θανάτου στη μεν πρώτη η αλληλουχία της οξείας αιμορραγίας από τη ρήξη των κιρσών του κόλπου και η δευτεροπαθής θανατηφόρος ανάπτυξη του συνδρόμου της ΔΕΠ και στη δεύτερη η συνεχιζόμενη σοβαρή αιμορραγία με τη δευτερογενή ανάπτυξη του συνδρόμου της ΔΕΠ , αλλά και την από 25-8-2005 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Ι. Μ., στην οποία ως αιτία της αιμορραγίας φέρεται η ρήξη κιρσών και η εγκατάσταση της ΔΕΠ ως επιπλοκή). Η ρήξη των κιρσών του κόλπου και του τραχήλου της μήτρας σύμφωνα με όσα ο ανωτέρω ιατροδικαστής κατέθεσε εξεταζόμενος ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έγινε στο στάδιο των πρώτων ωδίνων, ενώ η αιμορραγία ξεκίνησε σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ιατροδικαστή Π. Κ., του Α.Α., Καθηγητή Μαιευτικής Γυναικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και του Ε. Κ., Διευθυντή της Μαιευτικής - Γυναικολογικής Κλινικής του ΠΑΓΝΗ αμέσως μετά την έξοδο του εμβρύου από τη μήτρα (βλ σχετικές αναφορές του πρώτου στην από 25-2-2005 ιατροδικαστική έκθεση "...η αιμορραγία ξεκίνησε αμέσως μετά την έξοδο του εμβρύου από τη μήτρα..." και του δευτέρου στην από 21-9-2005 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και σχετική περικοπή της κατάθεσης του τρίτου ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου "... Με την απεμπέδωση δημιουργήθηκε η αιμορραγία...."). Είναι βέβαια αληθές ότι ο κατηγορούμενος μόλις αντιλήφθηκε το μέγεθος της αιμορραγίας προέβη σε όλες τις ιατρικά ενδεδειγμένες ενέργειες για την αντιμετώπιση αυτής κάνοντας χρήση αιμοστατικών γαζών, προβαίνοντας και σε απολίνωση ορισμένων εκ των αιμορραγούντων κιρσών και φλεβικών αγγείων, όπως και σε προσπάθεια απολίνωσης της κάτω μητριαίας αρτηρίας, η οποία τροφοδοτεί την περιοχή του κόλπου έστω και κατά 1/3 χωρίς όμως αποτέλεσμα. Η απολίνωση όλων των τροφοδοτούντων την περιοχή αγγείων ήταν αδύνατη, ενώ ιδιαίτερα επικίνδυνη ήταν και η απολίνωση της έσω λαγόνιας αρτηρίας, δεδομένου ότι η ενέργεια αυτή απαιτούσε νέα χειρουργική τομή και καθιστούσε ακόμη δυσκολότερη την κατάσταση της επιτόκου. Επίσης η μεταφορά της θανούσας στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο πραγματοποιήθηκε αφού προηγήθηκαν οι ενδεδειγμένες ιατρικές πράξεις, ήτοι προσπάθεια απολίνωσης των διευρυσμένων αγγείων άμεση χορήγηση αίματος και πλάσματος, οι οποίες συνεχίσθηκαν μέχρι και την 15.45 (βλ. σχετικές αναφορές στην ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του Π. Κ., στην ιατροδικαστική έκθεση του Α. Α. και στην έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Ε. Κ. σε συνδυασμό με τις σχετικές περικοπές των καταθέσεων του Π. Κ. ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου " ...Το ότι έμεινε από τις 13.00 μέχρι τις 16.00 δεν θα έλεγα ότι είναι αμέλεια του γιατρού..." και "...Έγιναν σωστές ενέργειες για να τη σταματήσει..."). Ωστόσο το αποτέλεσμα του θανάτου της επιτόκου Ά. Μ. το οποίο ο κατηγορούμενος δεν προέβλεψε οφείλεται με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, σε αμέλεια του (μη ενσυνείδητη) καθόσον α) δεν κατέβαλε την απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια που κατά την αντικειμενική κρίση όφειλε να καταβάλει ως κάθε μετρίως συνετός και ενσυνείδητος άνθρωπος με βάση τους νομικούς κανόνες τις συνήθειες που επικρατούν και την κοινή πείρα και λογική, β) με βάση τις προσωπικές περιστάσεις και ικανότητες του (ως εκ του επαγγέλματος του) όφειλε και μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα που επέφερε χωρίς να το έχει προβλέψει και γ) ότι η αμελής συμπεριφορά του συνίσταται σε παραλείψεις που συνδέονται αντικειμενικά αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου της επιτόκου. Ειδικότερα ενώ γνώριζε ότι η τελευταία είχε εμφανίσει από τον έβδομο μήνα της κυήσεως κιρσούς, οι οποίοι κατά τον ένατο μήνα είχαν εξελιχθεί σε ευμεγέθεις καταλαμβάνοντας την περιοχή των γεννητικών οργάνων (βλ. σχετική περικοπή της απολογίας του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου "Τους κιρσούς τους είδα στην κολπική εξέταση με τα δάκτυλα στα χείλη του αιδοίου...Τα μεγάλα χείλη του αιδοίου είναι διογκωμένα από τους κιρσούς...") και επιπλέον ότι α) η περιοχή των γεννητικών οργάνων κατά τη διαδικασία του φυσιολογικού τοκετού δέχεται μεγάλες πιέσεις κατά τη διάρκεια των συσπάσεων, γεγονός που εγκυμονεί κινδύνους καθόσον μπορεί να οδηγήσει και στη ρήξη των κιρσών του τραχήλου και του κόλπου της επιτόκου (βλ. σχετική περικοπή της απολογίας του κατηγορουμένου "....Μπορεί να συμβεί αυτόματη διάρρηξη κιρσών του τραχήλου και του κόλπου από την αύξηση της πίεσης..."), β) οι πιέσεις στην παραπάνω περιοχή γίνονται πιο επικίνδυνες όταν για την κίνηση της διαδικασίας του φυσιολογικού τοκετού γίνεται χρήση οξυτοκίνης για την πρόκληση τεχνητών ωδίνων και γ) οι κιρσοί του αιδοίου στις περισσότερες των περιπτώσεων συνδέονται με την παρουσία κιρσών και στα εσωτερικά γεννητικά όργανα (βλ. σχετική περικοπή της απολογίας του "...Όταν υπάρχουν κιρσοί εξωτερικά υποψιαζόμαστε ότι υπάρχουν και εντός στη μήτρα...."), από έλλειψη της επιβαλλόμενης προσοχής και επιμέλειας, που έπρεπε να καταβάλει λόγω της ιδιότητας του ως ιατρού μαιευτήρα γυναικολόγου δεν προέβλεψε ότι η επιλογή της διαδικασίας του φυσιολογικού τοκετού και μάλιστα με την πρόκληση ωδίνων ήταν επικίνδυνη λόγω της σοβαρής και βαριάς μορφής των κιρσών που υπήρχαν σε όλα τα γεννητικά όργανα (βλ. σχετική αναφορά στην από 25-2-2005 ιατροδικαστικής έκθεσης του Π. Κ.), όφειλε δε εκ της ιατρικής του ειδικότητας και της πολυετούς εμπειρίας του να είχε αξιολογήσει καλύτερα και να επιλέξει τη διαδικασία της καισαρικής τομής, η οποία ήταν και η πλέον ενδεδειγμένη, αφού δεν επηρεάζει τους κιρσούς στη γεννητική περιοχή λόγω της μη άσκησης πιέσεων στην περιοχή αυτή εξαιτίας της ανυπαρξίας συσπάσεων της μήτρας και διαστολής του κόλπου (βλ. σχετική αναφορά του εξετασθέντος μάρτυρος Κ. Μ. "..Στον φυσιολογικό τοκετό υφίσταται πιέσεις ο κόλπος και αυξάνεται ο κίνδυνος να σπάσουν οι κιρσοί...."). Αν επέλεγε τη διαδικασία αυτή εξ αρχής και μάλιστα στην αρχή του ένατου μήνα της κύησης δεν θα επέρχονταν η ρήξη των κιρσών του κόλπου και του τραχήλου της μήτρας, η αιμορραγία των οποίων σε συνδυασμό με την εγκατάσταση δευτεροπαθώς της ΔΕΠ επέφερε το θανατηφόρο αποτέλεσμα. Οποιαδήποτε αιμορραγία κατά την καισαρική τομή αφού υπήρχε η δυνατότητα του χειρουργικού ελέγχου, θα ήταν προφανώς αντιμετωπίσιμη, όπως και αντιμετωπίσθηκε εν προκειμένω επιτυχώς. Ο κατηγορούμενος μάλιστα είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, η οποία απορρέει από το σύμπλεγμα των νομικών του καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του, δηλαδή με την ιδιότητα του ως θεράποντος μαιευτήρος ιατρού της θανούσας, επιτόκου Ά. Μ. και εγγυητού της σωματικής της ακεραιότητας και υγείας καθ' όλη τη διάρκεια του σταδίου της εγκυμοσύνης της έως πέρατος του τοκετού. Ισχυρίζεται βέβαια ότι γενικώς μεταξύ των ενδείξεων για εκτέλεση καισαρική τομής δεν περιλαμβάνεται η ύπαρξη κιρσών, ότι η ύπαρξη κιρσών δεν αποτελεί ένδειξη που να επιβάλλει τη διενέργεια καισαρικής τομής αν δεν συντρέχουν και άλλες ενδείξεις και ότι άλλες ενδείξεις οι οποίες να τον οδηγούσαν στην απόφαση για καισαρική τομή δεν υπήρχαν. Ωστόσο στην προκειμένη περίπτωση τέτοιες ενδείξεις υπήρχαν και ήταν η "βαρεία" κατάσταση των κιρσών της επιτόκου και η εμφάνιση αυτών σε όλο το γεννητικό σύστημα (μήτρα, κόλπος, αιδοίο) γεγονός το οποίο συνδυαζόμενο με τη μη έναρξη της διαδικασίας του φυσιολογικού τοκετού κατά την εμφάνιση της θανούσας στην κλινική "..." καθιστούσε επιβεβλημένη την επιλογή της καισαρικής τομής βάσει των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης και σύμφωνα με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, έτσι ώστε να μη διαρραγούν οι κιρσοί του τραχήλου της μήτρας και του κόλπου από τις ωθήσεις και πιέσεις που συνεπάγεται ο φυσιολογικός και οι οποίες με τη χορήγηση οξυτοκίνης καθίστανται ακόμη μεγαλύτερες. Σημειωτέον ότι και ο Ι. Μ., Επίκουρος Καθηγητής Μαιευτικής - Γυναικολογίας της Μαιευτικής - Γυναικολογικής Κλινικής του ΠΑΓΝΗ, αλλά και ο Α. Α., Καθηγητής Μαιευτικής-Γυναικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στις αναγνωσθείσες εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης χαρακτηρίζουν ως ιατρικά ορθή την επιλογή της διαδικασίας του φυσιολογικού τοκετού μόνον εφόσον στο ιστορικό της δεν αναφέρονταν προβλήματα υγείας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ενώ χαρακτηρίζουν ως ενδεδειγμένη την καισαρική τομή με δεδομένη την ύπαρξη κιρσών του κόλπου και της οπίσθιας θέσης της κεφαλής του εμβρύου. Με βάση λοιπόν τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται τόσον αντικειμενικά όσον και υποκειμενικά η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη, όπως αυτή εξειδικεύεται στο διατακτικό της παρούσας γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής να του αναγνωρισθεί όμως το ελαφρυντικό του άρθρου 84παρ.2α ΠΚ, όπως και πρωτοδίκως, καθόσον μέχρι την τέλεση της παραπάνω πράξης έζησε έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και καθ' όλα κοινωνική ζωή".
Με βάση αυτά που δέχθηκε το κατ'έφεση δικάσαν Τριμελές Εφετείο Κρήτης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη με αριθμό 1377/2012 απόφασή του την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις οι οποίες το θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 28, 15 και 302 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσης. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στο αιτιολογικό, αναφέρονται εμπεριστατωμένα και επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και στα οποία στηρίχθηκε το δικαστήριο για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που υπέπεσε ο κατηγορούμενος, υπό την ιδιότητά του, ως μαιευτήρα γυναικολόγου ιατρού, β) στο αιτιολογικό το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ιατρός από έλλειψη της επιβαλλόμενης από το επάγγελμά του προσοχής και επιμέλειας , που έπρεπε να καταβάλει, δεν προέβλεψε ότι η επιλογή της διαδικασίας του φυσιολογικού τοκετού και μάλιστα με την πρόκληση ωδινών στην επίτοκο παθούσα ήταν επικίνδυνη για τη ζωή της, λόγω της σοβαρής και βαριάς μορφής των κιρσών που υπήρχαν σε όλα τα γεννητικά της όργανα και ότι όφειλε, εκ της ιατρικής του ειδικότητας και της πολυετούς εμπειρίας του ως γυναικολόγου, να είχε αξιολογήσει καλύτερα την περίπτωση και να έχει επιλέξει τη διαδικασία της καισαρικής τομής, η οποία ήταν και η πλέον ενδεδειγμένη κατά την ιατρική επιστήμη, αφού δεν επηρεάζει τους κιρσούς στη γεννητική περιοχή, λόγω της μη άσκησης πιέσεων στην περιοχή αυτή εξ αιτίας της ανυπαρξίας συσπάσεων της μήτρας και διαστολής του κόλπου, γ) στο αιτιολογικό το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ιατρός γνώριζε από δακτυλική κολπική εξέταση υπ'αυτού της παθούσας, ότι η παθούσα επίτοκος είχε εμφανίσει από τον έβδομο μήνα της κυήσεως κιρσούς, οι οποίοι κατά τον ένατο μήνα είχαν εξελιχθεί σε ευμεγέθεις, καταλαμβάνοντας την περιοχή των γεννητικών οργάνων, επίσης ότι ως γυναικολόγος γνώριζε ότι η περιοχή των γεννητικών οργάνων κατά τη διαδικασία του φυσιολογικού τοκετού δέχεται μεγάλες πιέσεις κατά τη διάρκεια των συσπάσεων, γεγονός που εγκυμονεί κινδύνους, καθόσον μπορεί να οδηγήσει και στην ρήξη των κιρσών του τραχήλου και του κόλπου της επιτόκου από την αύξηση της πιέσεως, επίσης ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι οι πιέσεις στην παραπάνω περιοχή της επιτόκου γίνονται πιο επικίνδυνες, όταν για την κίνηση της διαδικασίας του φυσιολογικού τοκετού γίνεται χρήση οξυτοκίνης για την πρόκληση τεχνητών ωδίνων και ότι οι κιρσοί του αιδοίου στις περισσότερες των περιπτώσεων συνδέονται με την παρουσία κιρσών και στα εσωτερικά γεννητικά όργανα της γυναίκας, δ) στο αιτιολογικό αναφέρεται και αιτιολογείται επαρκώς ότι ο κατηγορούμενος ιατρός, αν επέλεγε από την αρχή τη διαδικασία της καισαρικής τομής, όπως όφειλε, δεν θα επερχόταν η ρήξη των κιρσών του κόλπου και του τραχήλου της μήτρας, η αιμορραγία των οποίων στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε συνδυασμό με την εγκατάσταση δευτεροπαθώς της ΔΕΠ επέφερε το θανατηφόρο αποτέλεσμα της επιτόκου, αφού οποιαδήποτε τυχόν αιμορραγία κατά την χειρουργική καισαρική τομή, θα ήταν προφανώς αντιμετωπίσιμη, ε) στο αιτιολογικό αναφέρεται ότι πλην των παραπάνω κιρσών υπήρχαν και άλλες ενδείξεις που θάπρεπε να οδηγήσουν τον κατηγορούμενο στην απόφαση επιλογής της καισαρικής τομής, όπως η βαρεία κατάσταση των κιρσών αυτών της επιτόκου και η εμφάνιση αυτών σε όλο το γεννητικό σύστημα της επιτόκου, γεγονός που καθιστούσε ιατρικά, βάσει των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης του, επιβεβλημένη την υπ'αυτού επιλογή της καισαρικής τομής, στ) στο αιτιολογικό δεν υφίσταται επιλεκτική αιτιολογία, αλλά με επαρκή και ειδική αιτιολογία το δικαστήριο αναφέρει όλες τις αναγνωσθείσες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και αντικρούει το αντίθετο πόρισμα των αναγνωσθεισών εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης των ιατρών καθηγητών Ι. Μ. και Α. Α., που χαρακτηρίζουν ορθή την επιλογή της διαδικασίας του φυσιολογικού τοκετού και ζ) δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού από το ότι στο αιτιολογικό αναφέρεται η χορήγηση στην επίτοκο οξυτοκίνης 5 μονάδων, ενώ στο διατακτικό αναφέρεται η χορήγηση οξυτοκίνης 10, αφού μπορεί ο αρ. 10 να μην αναφέρεται σε μονάδες του φαρμάκου.
Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ιατρού, συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των παραπάνω παραδοχών του Εφετείου και αρνητικά της αμέλειάς του υπερασπιστικά επιχειρήματα, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 ΚΠΔ, η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά του παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση, οπότε και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β'του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας για παραβίαση υπερασπιστικού δικαιώματος του κατηγορουμένου, για έλλειψη ακροάσεως του εισαγγελέα, που αρχικά επιφυλάχθηκε και τελικά ουδέν πρότεινε και για μη απάντηση του δικαστηρίου επί των υποβληθέντων αυτών αυτοτελών ισχυρισμών του. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 1377/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, που δίκασε μετά από έφεση του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι μετά την έναρξη της διαδικασίας και την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων, ο κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου του, κατέθεσε πολυσέλιδους αυτοτελείς ισχυρισμούς, όπως τους ονόμασε και οι οποίοι καταχωρήθηκαν στα πρακτικά (σελ. 5 έως και 33) και έχουν ως εξής: "Ακολούθως, ο πληρεξούσιος του κατηγορουμένου, κατέθεσε εγγράφως τους παρακάτω ισχυρισμούς τους οποίους ανέπτυξε στη συνέχεια και προφορικά ήτοι: Α. ΙΣΤΟΡΙΚΟ 1. Με την αποβιώσασα Ά. Μ. συνεργαζόμουν από το 2000. Με την επιστημονική υποστήριξη μου ξεπέρασε τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ύστερα από μια αυτόματη αποβολή, η οποία της συνέβη στους πρώτους μήνες του έγγαμου βίου της. Έτσι, στη συνέχεια με φυσιολογικό τοκετό γέννησε ένα υγιέστατο κορίτσι βάρους 3.250 γραμ. Ξεπέρασε το άγχος, η δεύτερη εγκυμοσύνη ήρθε εντελώς φυσιολογικά και εξελισσόταν ομαλά με τη δική μου πάντα επιστημονική στήριξη. Ήταν απολύτως ευχαριστημένη για τις υπηρεσίες που της προσέφερα, γι' αυτό και πρόσωπα του συγγενικού της περιβάλλοντος ζήτησαν τις υπηρεσίες μου. Λόγω των αρχικών προβλημάτων, τα οποία - όπως είπαμε -προέκυψαν από την αυτόματη αποβολή του πρώτου τριμήνου, των συχνών επισκέψεων στο ιατρείο μου, της επιτυχούς εκβάσεως της πρώτης κυήσεως και της ομαλής και φυσιολογικής πορείας της δεύτερης είχε αναπτυχθεί ανάμεσα μας ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης και αμοιβαίας εκτιμήσεως, έτσι, ο πρόωρος θάνατος της με λύπησε βαθύτατα, όμως παρά το ότι έκανα ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατό και ιατρικώς ενδεδειγμένο στάθηκε αδύνατο να κρατηθεί στη ζωή. Ύστερα από αυτή τη μικρή εισαγωγή, η οποία επιβεβαιώνεται πλήρως από την κατάθεση του συζύγου της Ε. Κ., ο οποίος αναφέρει "ο γιατρός καθ' όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ήταν πολύ καλός και τυπικός....Δεν θυμάμαι αν το υπερηχογράφημα που κάναμε στο τελευταίο ραντεβού (10-1-2005) το πήραμε πάντως έκανε υπερηχογράφημα", αναφέρομαι στο περιεχόμενο του "μαιευτικού ιστορικού", το περιεχόμενο του οποίου επιβεβαιώνω και προσθέτω τα εξής: Οι επισκέψεις της αποβιωσάσης στο ιατρείο μου ήταν τακτικές και κατά τον τελευταίο μήνα μια φορά την εβδομάδα. Στις 10-01-2005 με επισκέφθηκε, επειδή αισθανόταν πιο συχνά και πιο έντονα τις προπαρασκευαστικές ωδίνες. Κατά τον υπερηχογραφικό έλεγχο (το σχετικό υπερηχογράφημα βρίσκεται στα χέρια των συγγενών) διαπιστώθηκε πλακούντας Grade III (3) (υπερώριμος), μείωση του αμνιακού υγρού και κάθετη κεφαλική προβολή του εμβρύου σε εγκάρσια θέση, ευρήματα συμβατά για την τελευταία βδομάδα κύησης. Εξήγησα στην ίδια και το σύζυγο της ότι όλα τα παραπάνω υποδηλώνουν ότι είμαστε πολύ κοντά στην έναρξη του τοκετού και ότι αν σε 48 ώρες δεν έχουμε αυτόματη ρήξη θυλακίου ή έντονη αύξηση της διάρκειας και της συχνότητας των ωδινών να έρθουν στην κλινική στις 12-01-2005, για να προετοιμαστεί ο τοκετός λόγω της υπάρξεως των παραπάνω ευρημάτων. Στις 12-01-2005 και ώρα 8 π.μ. έγινε εισαγωγή στην κλινική. Ακολούθησε ο τακτικός έλεγχος (ακρόαση εμβρυακών παλμών, λήψη ιστορικού, εργαστηριακός έλεγχος, γυναικολογική εξέταση), όπου διαπιστώθηκε κάθετη κεφαλική προβολή, διαστολή 2 cm, μαλακή σύσταση τραχήλου, συνθήκες δηλαδή ιδανικές για έναρξη τοκετού (ευπρεπισμός, υποκλισμός, λήψη δείγματος αίματος, το οποίο εστάλη στο τμήμα αιμοδοσίας του Βενιζελείου Νοσοκομείου για διασταύρωση). Μετά την απόδοση του υποκλισμού οδηγήθηκε στην αίθουσα ωδινών και αφού έγινε καρδιοτοκογραφικός έλεγχος του εμβρύου και εξέταση της μήτρας διαπιστώθηκε η ύπαρξη άστατων ωδινών, γι' αυτό και τοποθετήθηκε ενδοφλεβίως ορός Ringer llit με 5 μονάδες OXYTOCIN. Γύρω στις 9-9.30 άρχισαν να τακτοποιούνται οι, αρχικώς άστατες ωδίνες, την εξέτασα εκ νέου και διαπίστωσα διαστολή 3 cm, προχώρησα σε τεχνητή ρήξη θυλακίου, ώστε να ελεγχθεί η εικόνα του αμνιακού υγρού, το οποίο ήταν διαυγές. Η εξέλιξη ήταν ομαλή και έγινε επισκληρίδιος αναισθησία. Η εξέταση της επιτόκου επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις του Ε. Κ. ενώπιον του Α' Τριμ. Πλημ/κείου Ηρακλείου, όπου αναφέρει: "Την Τετάρτη (12-1-2005) της πήραν αίμα και το πήγα στο Βενιζέλειο. Όταν γύρισα της είχε βάλει ορό και καρδιοτοκογράφο" και της Α. Μ. ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία καταθέτει: "Είμαι προϊσταμένη της μαιευτικής. Ήμουν παρούσα, παρέλαβα την επίτοκο. Ήρθε χωρίς πόνους. Έγινε η προετοιμασία, την πήγα στην αίθουσα οδυνών και της έβαλα ορό. Ήρθε ο γιατρός και την εξέτασε. Παρακολουθούσα την εξέλιξη στην αίθουσα οδυνών. Ο τοκετός εξελισσόταν κανονικά. Την εξέταζε μόνο γιατρός, ο οποίος ήρθε κατά τις 8:30. Πήρα αίμα και το έστειλα στο Βενιζέλειο ....Τη διαστολή την παρακολουθούσε ο ίδιος ο γιατρός......". Η ψυχολογία της επιτόκου βελτιώθηκε λόγω της επισκληριδίου αναισθησίας, έτσι, φτάσαμε γρήγορα σε τελεία διαστολή του τραχήλου γύρω στις 12.00 το μεσημέρι, όπου οδηγήθηκε στην αίθουσα τοκετών για το στάδιο της εξώθησης. Κατά την εξέταση για την τελική θέση της κεφαλής του εμβρύου στην είσοδο της λεκάνης, η οποία γίνεται στο στάδιο της τελείας διαστολής, όπου ολοκληρώνεται η εσωτερική στροφή της κεφαλής του εμβρύου, διαπίστωσα ότι είχε κάνει ανάποδη στροφή και είχε καταλήξει στην οπίσθια θέση και άρχισε να παρουσιάζει (το έμβρυο) αλλοιώσεις των καρδιακών παλμών. Λόγω των ευρημάτων αυτών, ενημέρωσα την ίδια και το σύζυγο της ότι θα πραγματοποιήσω καισαρική τομή. Πριν από την έναρξη της καισαρικής τομής, με την επίτοκο σε άριστη κατάσταση, είχα λάβει προληπτικώς όλα τα μέτρα που απαιτούνται σ' αυτές τις περιπτώσεις. Η καισαρική εξελίχθηκε ομαλά, παρά τις δυσκολίες που είχε λόγω της υπάρξεως κιρσών και στη μήτρα, και όπως δήλωσε στα τοπικά μέσα ο ιατροδικαστής κ. Μ., αλλά και όπως μπορεί να βεβαιώσει κάθε άλλος συνάδελφος μου, έγινε μια άριστη χειρουργική επέμβαση άποψη που επιβεβαιώνει και ο τεχνικός σύμβουλος των εναγόντων Σ. Κ. στην κατάθεση του ενώπιον του Λ' Τριμ. Πλημ/κείου Ηρακλείου, όπου καταθέτει: "Η καισαρική είχε γίνει άρτια, συμφωνώ με αυτό που λέει ο Μ.. Ο θάνατος της, για τον οποίο λυπήθηκα και λυπάμαι βαθύτατα, "οφείλεται σε αιμορραγική καταπληξία... και ανάπτυξη διάχυτης ενδαγγειακής πήξης". Κατέβαλα τεράστιες προσπάθειες για να ελέγξω την αιμορραγία από τη ρήξη των κιρσών του κόλπου και του τραχήλου, όμως η γρήγορη εγκατάσταση και ανάπτυξη της διάχυτης ενδαγγειακής πήξης επέφεραν το θάνατο της, που όπως προκύπτει και από τις δηλώσεις του κ. ιατροδικαστή στις πιεστικές ερωτήσεις των δημοσιογράφων απάντησε ότι μπορεί να φταίει η κακή κατασκευή της κοπέλας ή η θεά τύχη. Είμαι βέβαιος, γι' αυτό έχω απολύτως ήσυχη τη συνείδηση μου ότι έπραξα στο ακέραιο το καθήκον μου για να έρθει στη ζωή το δεύτερο παιδί της οικογένειας Κ. και να σωθεί η ζωή της άτυχης αποβιωσάσης, κατάφερα μόνο το πρώτο και λυπάμαι αφάνταστα γι' αυτό. Το ότι έκανα ότι ήταν ιατρικώς ενδεδειγμένο και ανθρωπίνως δυνατόν επιβεβαιώνεται απολύτως από τις ιατροδικαστικές πραγματογνωμοσύνες, τα συμπεράσματα των οποίων θα αξιολογηθούν στη συνέχεια, την ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία, ιδίως δε από την "ΜΑΙΕΥΤΙΚΗ" του καθηγητή Δ. Α., που αποτελεί σύγχρονο ευαγγέλιο για όλους τους γυναικολόγους της χώρας. Ελέγχομαι από τους ενάγοντες γιατί δεν συμβουλεύθηκα εξειδικευμένο αγγειοχειρουργό, δεν προέβην εξαρχής σε καισαρική τομή, δεν προέβην στην απολίνωση των τροφοδοτούντων με αίμα αγγείων (έσω λαγωνιο αρτηρία) του τραχήλου και του κόλπου, δεν μετέφερα έγκαιρα την αποβιώσασα στο νοσοκομείο. Τα παραπάνω θέματα ετέθησαν υπό την μορφή ερωτημάτων στους πραγματογνώμονες και απαντήθηκαν κατά τρόπο απολύτως κατηγορηματικό και απολύτως πειστικό, παρά ταύτα θα επιχειρήσω να δώσω και τις δικές μου απαντήσεις. A.2. ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΠΕΛΕΞΑ ΕΞ ΑΡΧΗΣ ΤΗ ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙΣΑΡΙΚΗΣ ΤΟΜΗΣ. Ανεξάρτητα αν ο τρόπος του τοκετού του Ιουλίου Καίσαρα - όπως αναφέρει ο Β. Τ., καθηγητής της μαιευτικής - γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών ήταν ο ανωτέρω (η καισαρική τομή), η παράδοση αναφέρει ότι η πρώτη καισαρική τομή σε ζωντανή γυναίκα έγινε στην αρχή του 16ου μ.χ. αιώνα από τον Ελβετό Χοιροβοσκό N., ενώ ένα αιώνα αργότερα, ο Γερμανός ιατρός T. αποφάσισε να εκτελέσει καισαρική τομή. Το παράδειγμα του ελάχιστοι το μιμήθηκαν λόγω της σχεδόν απόλυτης μητρικής θνησιμότητας. Σήμερα η εξέλιξη της εγχειρητικής τεχνικής, της αναισθησίας και της προ και μετεγχειρητικής αγωγής έχουν τοποθετήσει την καισαρική τομή στις ασφαλείς επεμβάσεις, που τείνουν να μηδενίσουν τη μητρική θνησιμότητα. Παρ' όλα αυτά η καισαρική τομή όχι μόνο δεν μπορεί να αντικαταστήσει το φυσιολογικό τοκετό, αλλά ούτε και να δώσει λύση σε όλες τις μαιευτικές επιπλοκές. Η συχνότητα της κυμαίνεται από νοσοκομείο σε νοσοκομείο και από χώρα σε χώρα μεταξύ 5-25%. Στα περισσότερα ιδρύματα στον κόσμο καθώς και στη χώρα μας η συχνότητα της καισαρικής τομής είναι περίπου 12%. Ο ιατρός που αναλαμβάνει την εκτέλεση της καισαρικής τομής πρέπει να γνωρίζει ότι η εγχείρηση αυτή θα συνοδεύει τη γυναίκα καθ1 όλη τη διάρκεια της αναπαραγωγικής της ζωής. Οι ενδείξεις για εκτέλεση της καισαρικής τομής είναι: 1)Κεφαλοπυελική δυσαναλογία (ανώμαλα σχήματα και προβολές του εμβρύου, όγκος της πυέλου, στενωμένη πύελος, αγκύλωση των ισχίων). 2)Ισχιακή προβολή (επί ευμεγέθους εμβρύου, κυρίως επί πρωτοτόκου) 3)Προδρομικός πλακούντας (απόλυτη ένδειξη επί επιπωματικού. Σχετική ένδειξη επί επιχείλιου, παραχείλιου ή σε χαμηλή πρόσφυση που θα εξαρτηθεί από το μέγεθος της αιμορραγίας). 4) Πρόωρη αποκόλληση του πλακούντα (περιφερειακή ή κεντρική). 5)Αδράνεια της μήτρας (Εφόσον έχουν εξαντληθεί όλες οι προσπάθειες για ωδινοποίηση). 6)Αλλοίωση καρδιακών παλμών (Στο 1° στάδιο του τοκετού και στο 2° στάδιο, όταν δεν υπάρχουν προϋποθέσεις για κολπικό τοκετό). 7)Πρόπτωση ομφαλίδας (Στο 1° στάδιο του τοκετού και στο 2° στάδιο, όταν δεν υπάρχουν προϋποθέσεις για κολπικό τοκετό). 8) Νοσήματα της μητέρας (Καρδιοπάθεια, πνευμονική φυματίωση, σακχαρώδης διαβήτης, νεφροπάθεια, εφόσον υπάρχει η σύμφωνη γνώμη του ειδικού παθολόγου για αδυναμία φυσιολογικού τοκετού). 9) Προηγηθείσα κολποπερινεορραφία. 10)Κυστεοκολπικά, ουρηθροκολπικά, ουρητηροκολπικά, ορθοκολπικά συρίγγια. 11) Καρκίνος του τραχήλου της μήτρας. 12)Φλεγμονές των έξω γεννητικών οργάνων (έρπης, βαθρολινίτις). 13)Εκλαμψία (Στο 1° στάδιο του τοκετού και στο 2° στάδιο, όταν δεν υπάρχουν προϋποθέσεις για κολπικό τοκετό). 14) Προηγηθείσα καισαρική τομή (απόλυτη ένδειξη, όταν η προηγούμενη ήταν κάθετη ή υπήρχε ένδειξη δυσαναλογίας ή υπήρχε εμπύρετη πορεία, σχετική ένδειξη, όταν η προηγούμενη ήταν εγκάρσια). 15) Προηγηθείσα διάνοιξη της μητρικής κοιλότητας (Εκπυρήνιση ινομυωμάτων, μητροπλαστική κ.λ.π.). Η ύπαρξη κιρσών δεν αποτελεί ένδειξη που επιβάλλει τη διενέργεια καισαρικής τομής αν δεν συντρέχουν και άλλες ενδείξεις γι αυτό. Άλλες ενδείξεις οι οποίες θα με οδηγούσαν στην απόφαση για καισαρική τομή δεν υπήρχαν. Κατά τον υπερηχογραφικό έλεγχο της 10-5-2005 διαπιστώθηκε πλακούντας Grade III (3) (υπερώριμος), μείωση του αμνιακού υγρού και κάθετη κεφαλική προβολή του εμβρύου σε εγκάρσια θέση, ευρήματα, φυσιολογικά και συμβατά για την τελευταία εβδομάδα της κύησης. Στις 12-1-2005 και ώρα 8 π. μ. έγινε τακτικός έλεγχος (ακρόαση εμβρυακών παλμών, λήψη ιστορικού, εργαστηριακός έλεγχος, γυναικολογική εξέταση), όπου διαπιστώθηκε κάθετη κεφαλική προβολή, διαστολή 2 cm, μαλακή σύσταση τραχήλου, συνθήκες δηλ. ιδανικές για έναρξη τοκετού (ευπρεπισμός, υποκλυσμός, λήψη δείγματος αίματος, το οποίο εστάλη στο τμήμα αιμοδοσίας του Βενιζέλειου Νοσοκομείου για διασταύρωση) (βλ. σχετ. 1 έγγραφο Βενιζέλειου). Για να διαπιστώσει κανείς αν η διάγνωση μου ήταν ορθή και οι εν συνεχεία ενέργειες μου ενδεδειγμένες παραπέμπτω στην "ΜΑΙΕΥΤΙΚΗ" του Δ. Α. στις σελ. 83 έως 88 όπου ο Χ. Σ., επίκουρος καθηγητής Μαιευτικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, περιγράφει λεπτομερώς τις διαδικασίες του φυσιολογικού τοκετού και τις ιατρικώς ενδεδειγμένες ενέργειες. Ενδεικτικά αποσπάσματα. "Ο τοκετός χωρίζεται σε τρία στάδια (σελ. 84). Το πρώτο στάδιο, διαρκεί από την έναρξη του μέχρι την τελεία διαστολή του τραχήλου (τελεία διαστολή διαπιστώθηκε γύρω στις 12 το μεσημέρι). Το δεύτερο στάδιο αρχίζει όταν ο τράχηλος έχει φθάσει στην τέλεια διαστολή και τελειώνει με τη γέννηση του εμβρύου...Το τρίτο στάδιο αρχίζει με τη γέννηση του παιδιού και τελειώνει με την έξοδο του πλακούντος που ονομάζεται υστεροτοκία. Το πρώτο στάδιο του τοκετού - το στάδιο της διαστολής -χωρίζεται σε λανθάνουσα και ενεργό φάση. Η λανθάνουσα φάση, κατά τη διάρκεια της οποίας η διαστολή του τραχήλου φθάνει τα 2 cm, διαρκεί στην πρωτότοκο περίπου 8 ώρες. Η ενεργός φάση, χωρίζεται στα τρία, στη φάση της επιταχύνσεως με διάρκεια περίπου 2 ώρες, στη φάση της μεγίστης ταχύτητας με διάρκεια 2-6 ώρες και διαστολή 9 cm και στη φάση της επιβραδύνσεως με διάρκεια περίπου 1 ώρα, που η διαστολή γίνεται τελεία. Η ενεργός φάση για τις πολύτοκες είναι περίπου 5,4 ώρες". Από την προηγούμενη περιγραφή προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι ο τοκετός στο πρώτο στάδιο, εξελίχθηκε απολύτως ομαλά και δεν συνέτρεχε κανείς λόγος να αποφασίσω τη διενέργεια καισαρικής τομής, όπως άλλωστε βεβαιώνουν όλοι οι πραγματογνώμονες στις αντίστοιχες εκθέσεις τους. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι όφειλα στο στάδιο αυτό να πραγματοποιήσω υπερηχογραφικό έλεγχο, η παράλειψη του οποίου δεν μου επέτρεψε κατά την άποψη τους να διαπιστώσω τη θέση του εμβρύου. Η άποψη αυτή δεν υποστηρίζεται από κανένα, ούτε ακολουθείται από τους μαιευτήρες - γυναικολόγους. Η θέση του εμβρύου ελέγχεται ασφαλώς με απλή γυναικολογική εξέταση. "Η θέση προβολής, μπορεί να καθοριστεί με τη δακτυλική κολπική εξέταση καλύτερο τρόπο καθορισμού της θέσεως προβολής του εμβρύου, αποτελεί η εξωτερική ψηλάφηση της κοιλιάς της επιτόκου χωρίς να γίνεται συχνά κολπική εξέταση" (βλ. Σ. Σ. Μαιευτική Α. σελ. 66). Δεν αναφέρεται πουθενά η διενέργεια υπερηχογραφήματος. Υποστηρίζουν ακόμη για να προκαλέσουν σύγχυση, μη έχοντας άλλα επιχειρήματα, ότι το έμβρυο έχει την τελική του θέση, κατάλληλη ή ακατάλληλη για φυσιολογικό τοκετό, κατά κανόνα ολόκληρο τον τελευταίο μήνα της κυήσεως. Η άποψη αυτή δεν είναι επίσης ορθή. "Στις πολύτοκες ....το κεφάλι παραμένει συνήθως έξω από την πύελο μέχρι την έναρξη του τοκετού" (βλ. σελ. 83 Μαιευτικής Δ. Α.). ενώ από τον υπερηχογραφικό έλεγχο στις 10- 5-2005, δεν διαπιστώθηκε κανένα απολύτως πρόβλημα.
Β. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΙΑΤΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΕΚΘΕΣΕΩΝ Με το υπό χρον. 16-5-2005 υπόμνημα μου (για παροχή διευκρινήσεων στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης κατ' άρθρο 31 παρ. 2 Κ.Π.Δ) ζήτησα τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, το αίτημα μου (όμοιο αίτημα είχε υποβληθεί και από τους πολιτικώς ενάγοντες και ήδη αιτούντες) έγινε δεκτό και ορίσθηκαν ως πραγματογνώμονες ο1 καθηγητές του Πανεπιστημίου Κρήτης Ε. Κ. και Ι. Μ. (βλ. 205/515728-3-2005 εισαγγελική παραγγελία) και ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Α. Α.. Δηλαδή, η Εισαγγελεία Πλημ/κών Ηρακλείου επιδεικνύοντας υπέρμετρη ευαισθησία, δεν εμπιστεύτηκε τους δύο καθηγητές του Πανεπιστημίου Κρήτης, αλλά ζήτησε και εν τέλει διόρισε ως πραγματογνώμονα για τα ίδια θέματα τον καθηγητή της ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Οι εκθέσεις των τριών πραγματογνωμόνων είναι άκρως αποκαλυπτικές της υπερπροσπάθειας που κατέβαλλα προκειμένου να σώσω τόσο την μητέρα όσο και το νεογέννητο παιδί της, χωρίς τελικά να τα καταφέρω χωρίς όμως δική μου υπαιτιότητα.
Β.1. Ο κ. Ε. Κ. διευθυντής της μαιευτικής γυναικολογικής κλινικής του ΠΑΓΝΗ αναφέρει: "Μετά από προσεκτική μελέτη του ιστορικού, του φακέλου της κλινικής, και της ιατροδικαστικής έκθεσης του καθηγητού κ. Μ. που αφορούν την υπόθεση θανάτου της Μ. Ά. και που μου ενεγχείρησε η Πταισματοδίκης Ηρακλείου κ. Μαρία Χαχλιουτάκη, έχω να καταθέσω τα κάτωθι και να απαντήσω στα ερωτήματα που τίθενται. Ια. Η υγεία της θανούσης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης όπως καταγράφεται στο ιστορικό της δεν παρουσίαζε παθολογία στη συστηματική παρακολούθηση που γινόταν από τον θεράποντα ιατρό της. Ο προηγούμενος επίσης τοκετός ήταν φυσιολογικός το 2002 από τον ίδιο γιατρό, με βάρος εμβρύου ως αναφέρεται 3,250 gr ήτοι μεγαλύτερο του δευτέρου που ανήρχετο σε 3,000 gr. Η ακολουθητέα αγωγή πρόκλησης τοκετού εκ μέρους του θεράποντα ιατρού, ήταν ιατρικώς σωστή λόγω της εκπνοής ημερολογιακά της ηλικίας της εγκυμοσύνης (40w). 1β. Η απόφαση ν' ακολουθήσει ο θεράπων ιατρός τη διαδικασία του κολπικού τοκετού και όχι της καισαρικής τομής ήταν η κλασικά ενδεδειγμένη. Αυτό προκύπτει από και την Διεθνή και Ελληνική βιβλιογραφία (επισυνάπτεται σχετική βιβλιογραφία) που δεν αναφέρονται οι κιρσοί του κόλπου στις ενδείξεις Καισαρικής Τομής. Πέραν τούτου η Καισαρική Τομή έχει μεγαλύτερη συχνότητα επιπλοκών μητρικής νοσηρότητας και θνησιμότητας από το Φυσιολογικό Τοκετό (επισυνάπτεται πίνακας και σχετική βιβλιογραφία). 1γ. Η μεταφορά της θανούσης έγινε σύμφωνα πάντα με το ιστορικό και αναισθησιολογικό ιστορικό στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο, αφού προηγήθηκαν οι ενδεδειγμένες ιατρικές πράξεις, ήτοι χορήγηση αίματος, πλάσματος, ορών με παράλληλο εργαστηριακό αιματολογικό έλεγχο και όπως καταγράφεται από το θεράποντα ιατρό και επιβεβαιώνεται από την ιατροδικαστική έκθεση συρραφής των φλεβών του κόλπου για απολίνωση τους και αιμόσταση. Η αλληλουχία της οξείας αιμορραγίας (από τη ρήξη των κιρσών του κόλπου) και η δευτεροπαθής θανατηφόρος ανάπτυξης του συνδρόμου της διάγυτης ενδαγγειακής πήξης σύμφωνα και με την Ιατροδικαστική Εκθεση η αιτία θανάτου, παρά τις προβλεπόμενες και επιμελημένες ιατρικές ενέργειες από τον θεράποντα ιατρό της και τη συνδρομή των παραβρισκόμενων ιατρών".
Β.2. Ο κ. Ι. Μ. επίκουρος καθηγητής αναφέρει: "Όσον αφορά τώρα την επιλογή της πρόκλησης τοκετού έγκειται ή την επιβάλλουν (ύπαρξη εμβρυϊκής δυσχέρειας ή πλακουντιακής ανεπάρκειας, προεκλαμψία, υπέρταση, σακχ. διαβήτης, οξύ υδράμυνο κ.α.). Η δε προοπτική επιτυχίας της καθορίζεται από το βαθμό εξάλειψης τραχήλου, διαστολή, ύψος της προσβάλλουσας μοίρας του εμβρύου στην πύελο, σύσταση τραχήλου, στοιχεία τα οποία υπήρχαν όπως φαίνεται από το μαιευτικό ιστορικό της θανούσης. Εκτιμώντας τα παραπάνω ο συνάδελφος προέβη σε αυτή την επιλογή τηρώντας όλους τους κανόνες εντατικής παρακολούθησης του εμβρύου (Monitoring) με καρδιοτοκογραφικό έλεγχο όπως φαίνεται από το αντίγραφο που υπάρχει στο φάκελο. Δεν επέλεξε να διεκπεραιώσει τον τοκετό με καισαρική τομή γιατί δεν είχε, τουλάχιστον μέχρι τις 12 π. μ. κάποια ένδειξη για διενέργεια καισαρικής τομής όπως αυτές περιγράφονται στη σχετική βιβλιογραφία. Στο δεύτερο στάδιο, όπως αναφέρεται στο μαιευτικό ιστορικό, όταν διαπιστώνεται οπίσθια θέση της κεφαλής, η οποία εκτιμάται σε μεγάλου βαθμού διαστολή του τραχήλου, και με δεδομένη την ύπαρξη των κιρσών του κόλπου, ορθά προχώρησε σε καισαρική τομή γιατί υπό τέτοιες συνθήκες η όποια άλλη επιλογή θέτει σε κίνδυνο τη μητέρα και το έμβρυο. Από την ιατροδικαστική έκθεση προκύπτει ότι η καισαρική τομή έγινε με άψογη τεχνική και όπως φαίνεται και από το χρονοδιάγραμμα του χειρουργείου αλλά και όπως υποστηρίζει ο θεράπων ιατρός στο ιστορικό του η αιμορραγία εγκαταστάθηκε με το πέρας της καισαρικής, από αυτόματη ρήξη κιρσών, που είναι μία σπάνια επιπλοκή που δεν μπορεί να αποφευχθεί εφόσον ιατρογενώς δεν έγιναν μη ενδεδειγμένοι χειρισμοί (εμβρυουλκία-εξώθηση). Από τα στοιχεία και πάλι του χειρουργικού ιστορικού και της ιατροδικαστικής έρευνας προκύπτει ότι έγιναν οι ενδεδειγμένες και απαραίτητες ιατρικές ενέργειες. Δηλαδή άμεση χορήγηση αίματος διασταυρωμένου αλλά και πλάσματος με μεγάλη ροή όπως φαίνεται και από τους καθετηριασμούς (τσιμπήματα της νεκροτομής), εργαστηριακές εξετάσεις ελέγχου παραγόντων πήξης και αιματοκρίτη αλλά και συγχρόνως μεγάλη προσπάθεια ελέγχου του αιτίου αιμορραγίας (ρήξεις κιρσών) με τοποθέτηση πολυάριθμων τολυπίων γαζών στον κόλπο, αλλά και συρραφή πολλών αγγείων (κιρσών) κόλπου για απολίνωση τους και αιμόσταση της περιοχής όπως αναφέρεται στα ευρήματα της νεκροτομής. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Συνάγεται, λοιπόν, από όλα τα παραπάνω ότι: Α) ο θεράπων γιατρός ενήργησε ορθά επιστημονικά, εντούτοις, η οξεία εγκατάσταση της διάγυτης ενδοαγγειακής πήξης η οποία έχει πολύ κακή πρόγνωση, θεωρείται βαριά επιπλοκή και είναι συνήθως θανατηφόρα. Η προαναφερθείσα επιπλοκή δεν οδήγησε στην αποφυγή της κατάληξης της ασθενούς. Η υποστήριξη του Χειρούργου-Μαιευτήρα συναδέλφου φαίνεται να ήταν η ενδεδειγμένη μια και όπως φαίνεται από τα στοιχεία της κλινικής (προδιαγραφές λειτουργίας) αλλά και το χειρουργικό ιστορικό υπήρχαν τα εργαστήρια και οι ειδικότητες που μπορούσαν να στηρίξουν την αντιμετώπιση ενός τέτοιου περιστατικού και τη μεταφορά του στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας όταν σταθεροποιήθηκε η αιμορραγία και κρίθηκε ασφαλής. Τέλος, δεν συνιστά ιατρικό λάθος το ότι ο ιατρός δεν προέβη εξ αργής σε καισαρική τομή.
Β.3. Ο κ. Α. Ι. Α., καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διευθυντής της Α' Μαιευτικής και Γυναικολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών αναφέρει στην υπό χρον. 19-4-2006 έκθεση του. 3.1.Η ιατρική αγωγή που ακολουθήθηκε από τον θεράποντα ιατρό της θανούσης όσον αφορά την πρόκληση τοκετού ήταν η ενδεδειγμένη και η απόφαση για διενέργεια φυσιολογικού τοκετού ήταν ιατρικά σωστή. Η θανούσα ήταν δευτεροτόκος και είχε ένα προηγούμενο φυσιολογικό τοκετό το 2002 και όπως φαίνεται από το ιστορικό της δεν είχε προβλήματα κατά την διάρκεια της δεύτερης εγκυμοσύνης της. 3.2.Εξ' όσων αναγράφονται στο ιστορικό της θανούσης ο τοκετός εξελισσόταν φυσιολογικά. Από την στιγμή όμως που παρουσιάστηκε σχετική δυσαναλογία της κεφαλής λόγω θέσεως κατάσταση η οποία αυξάνει τον κίνδυνο κακώσεων του κόλπου εκ της καθόδου κεφαλής και πιθανής αιμορραγίας λόγω της ύπαρξης κιρσών αιδοίου και κόλπου η απόφαση για καισαρική ήταν η ενδεδειγμένη. 3.3. Η μεταφορά της θανούσης στο Νοσοκομείο όπως φαίνεται από το ιστορικό της θανούσης εγένετο μετά από τη λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων αντιμετώπισης της αιμορραγίας, χορήγηση αίματος και πλάσματος, και μετά από προσπάθεια απολίνωσης των διηυρισμένων αγγείων για τον έλεγχο της αιμορραγίας γεγονός που αναφέρεται και στην ιατροδικαστική έκθεση του Ιατροδικαστού κ. Π. Κ.. 3.4. Από όσα αναφέρονται στο ιστορικό της θανούσης και το αναισθησιολογικό ιστορικό, και όσων αναγράφονται στην ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας και νεκροτομής ο θάνατος οφείλεται στην αιμορραγία η οποία ξεκίνησε μετά την έξοδο του εμβρύου και παρά τους ενδεδειγμένους τρόπους αντιμετώπισης με επιπωματισμό της περιοχής και απολίνωση των κιρσών, η συνεχιζόμενη σοβαρή αιμορραγία με την δευτερογενή ανάπτυξη του συνδρόμου της διάχυτης ενδαγγειακής πήξης οδήγησε σε θάνατο της Μ. Ά.". Και οι τρεις πραγματογνώμονες απάντησαν με σαφή τρόπο ότι όλες οι ενέργειες μου ήταν ιατρικώς οι ενδεδειγμένες, συνεπώς δεν υπάρχουν ενδείξεις ενοχής εις βάρος μου. Μόνοι που υποστηρίζουν το αντίθετο είναι οι αιτούντες και ορισμένοι εκ των συγγενών τους, οι οποίοι δικαιολογημένα δεν μπορούν να ξεπεράσουν τον πρόωρο χαμό της άτυχης αποβιωσάσης, για τον οποίο λυπάμαι μεν αφάνταστα αλλά δεν έχω καμία απολύτως ευθύνη γι αυτόν. Β.4. Ακόμη και ο τεχνικός τους σύμβουλος ιατροδικαστής στο αντίστοιχο εργαστήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Π. Κ. περιορίσθηκε στις παρακάτω παρατηρήσεις: "-Πολλές γυναίκες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης παρουσιάζουν κιρσούς, κυρίως στα κάτω άκρα και πολύ λιγότερο συχνά στο αιδοίο και στον κόλπο. Αυτό συμβαίνει λόγω και των φυσιολογικών ανατομικών, ορμονικών και αιματολογικών αλλαγών που έρχονται με την εγκυμοσύνη. Προκαλούν συμπτώματα, διαφόρου βαρύτητας σε κάθε γυναίκα, και μερικές φορές είναι υπεύθυνοι για επιπλοκές (πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον τοκετό), σπανιότατα όμως θανατηφόρες. Η εικόνα των κιρσών που ανευρέθησαν στον κόλπο της θανούσης αξιολογείται ως βαρεία. Όπως φαίνεται από το μαιευτικό ιστορικό υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο: α) η πρόκληση και η εξέλιξη φυσιολογικού τοκετού και β) η προσωπική προβολή του εμβρύου, να αποτέλεσαν τους εκλυτικούς παράγοντες (με διάφορους μηχανισμούς) για την ρήξη των κιρσών του κόλπου και του τραχήλου της μήτρας. Έχοντας σαν χρονικό σημείο αναφοράς την δηλωμένη ώρα γέννησης του παιδιού, δηλαδή 12:37, και μετά την εξέταση του Μαιευτικού και αναισθησιολογικού ιστορικού και των διαθεσίμων αποτελεσμάτων εργαστηριακών εξετάσεων, θεωρώ πως η αιμορραγία ξεκίνησε αμέσως μετά την έξοδο του εμβρύου από τη μήτρα. - Η ρήξη των κιρσών είχε ως συνέπεια εξωτερική αιμορραγία (εξαγγείωση αίματος προς το εξωτερικό περιβάλλον). Η πολύωρη, συνεχόμενη αιμορραγία (όπως φαίνεται από το αναισθησιολογικό ιστορικό και τα υπάρχοντα αιμοδιαγράμματα), είχε σαν αποτέλεσμα εγκατάσταση αιμορραγικής καταπληξίας. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των τελευταίων διαθέσιμων εργαστηριακών εξετάσεων (Αιμοδιάγραμμα και Αιμορραγική Διάθεση) που έγιναν στο …Κρήτης με την ένδειξη: "Ωρα 15:45", η γυναίκα βρισκόταν σε πολύ εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση, αν όχι προθανάτια, κατά την ώρα λήψης του δείγματος του αίματος που εξετάσθηκε. Σύμφωνα με Ιατρική Γνωμάτευση της 7-2-2005 του Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου "Βενιζέλειο-Πανάνειο" η θανούσα παρελήφθη στις 16:10 της 12-1-2005, κλινικά νεκρή. Ως συμπέρασμα, η ώρα του θανάτου πρέπει να τοποθετηθεί μεταξύ των δύο προαναφερθέντων στιγμών. -Η αιμορραγία επιχειρήθηκε να ελεγχθεί με επιπωματισμό και απολίνωση των ραγέντων αγγείων του τραχήλου και του κόλπου. Δεν βρέθηκε να έχει γίνει προσπάθεια απολίνωσης των τροφοδοτούντων με αίμα, αγγείων της περιοχής. - Αν και αναζητήθηκαν, μακροσκοπικώς και ιστολογικώς, δεν ανευρέθησαν ευρύματα ενδεικτικά Διάχυτης Ενδοαγγειακής Πήξης (ΔΕΠ). - Το εμφύσημα του οπισθοπεριτοναϊκού χώρου οφείλεται πιθανότατα στην είσοδο αέρα από την περιοχή του κόλπου στο χώρο του χαλαρού συνδετικού ιστού της ελάσσονος πυέλου, ο οποίος επικοινωνεί με τον οπισθοπεριτοναϊκό χώρο. Η σχετικά μεγάλη επέκταση του εμφυσήματος (και στο μεσοθωράκιο, μέσω επικοινωνίας του, με τον οπισθοπεριτοναϊκό χώρο) μπορεί να αποδοθεί σε προσπάθειες καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης". Πολύ προσεκτικός στις διατυπώσεις του καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον κ. Μ.: "Ο θάνατος της Α. Μ. επήλθε συνεπεία ρήξεως κιρσών του τραχήλου και του κόλπου της μήτρας", χωρίς να αποδίδει οποιαδήποτε ευθύνη ούτε υπαινικτικά για τα αίτια της ρήξεως των κιρσών, τα οποία προσδιορίζουν με σαφήνεια οι τρεις προηγούμενοι καθηγητές πραγματογνώμονες που ορίστηκαν από την Εισαγγελέα Πλημ/κών Ηρακλείου για το σκοπό αυτό. Πρώτη φορά ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου αναφέρει: "Η αρχική απόφαση να προχωρήσει σε φυσιολογικό τοκετό, και η αντιμετώπιση της αιμορραγίας επί τρεις ώρες ήταν ατελής. Αυτά τα δύο εντοπίζω ως σημεία της αμελείας του". Η εκδοχή όμως αυτή αναιρείται από όσα ο ίδιος υποστηρίζει στην ίδια κατάθεση: "Η ύπαρξη των κιρσών δεν είναι απόλυτη ένδειξη για καισαρική τομή αλλά σχετική" "Δεν κατάφερα να επιβεβαιώσω βιβλιογραφικά θάνατο από κιρσούς". "Η βαριά, μορφή των κιρσών δεν είναι αντέδειξη για φυσιολογικό τοκετό". "Για να χορηγηθεί πλάσμα σημαίνει ότι είχαμε μεγάλη αιμορραγία. Αρχικώς πρέπει να έβαζε τις γάζες τις οποίες βρήκα. Άρα μέχρι εδώ ορθώς έπραξε. Ορθά παρήγγειλε και αίμα Η χορήγηση πλάσματος και αίματος είναι σωστή ενέργεια Η αιμορραγία είναι μία από τις αφορμές της ΔΕΠ. Ακόμα και αν επιχειρήσεις ή αντιμετωπίσεις την ΔΕΠ, δύσκολα αντιμετωπίζεται, έχει μεγάλη θνησιμότητα. Η ύπαρξη κιρσών στα κάτω άκρα δεν εξασφαλίζει ότι θα υπάρχουν και κιρσοί και τον κόλπο και τον τράχηλο. Στην καισαρική κόβομε την μήτρα. Ο Κ. ήταν παρών στη νεκροτομή. Δεν έχομε αντίλογο σ' αυτό που λένε οι μαιευτήρες Κ. και Μ.". Από τα προηγούμενα αποσπάσματα, αλλά και το σύνολο της καταθέσεως του, αναιρείται το αυθαίρετο παραπάνω συμπέρασμα του. Β.5. Οι παραπάνω πραγματογνώμονες κλήθηκαν να απαντήσουν στα παρακάτω θέματα "α. αν ο θάνατος της Ά. Μ. μπορούσε να αποφευχθεί με τις δέουσες ιατρικές ενέργειες από τον θεράποντα ιατρό. β. Αν έπρεπε η θανούσα να μεταφερθεί συντομότερα σε μεγαλύτερο θεραπευτήριο. γ. Αν έπρεπε να ακολουθηθεί διαφορετικό, εξ αρχής, είδος επέμβασης λ.χ. καισαρική τομή, λόγω των κιρσών του κόλπου και αν γενικότερα ο θάνατος οφείλεται σε ιατρικό λάθος και ποιο είναι αυτό". Ο σύζυγος της αποβιωσάσης μου αποδίδει με την υπό χρον. 4-3-2005 έγκληση του τις παρακάτω πλημμέλειες, α. ότι δεν προέβην εξ αρχής σε καισαρική τομή. β. ότι δεν προέβην σε απολίνωση των αιμορραγούντων αγγείων του τραχήλου και του κόλπου, γ. ότι δεν προέβην σε έγκαιρη μεταφορά της σε μεγαλύτερο νοσοκομείο, δ. ότι προκάλεσα εσπευσμένα και πρόωρα τον τοκετό, ε. ότι προκάλεσα τη ρήξη των κιρσών του κόλπου. Οι ορισθέντες ως πραγματογνώμονες απαντούν με σαφήνεια τόσο στα ερωτήματα που ετέθησαν από την κ. Πταισματοδίκη, όσο και στις πλημμέλειες που μου αποδίδουν οι πολιτικώς ενάγοντες και ήδη αιτούντες.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΕΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΠΟΔΙΔΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ (ταυτίζονται σε γενικές γραμμές με τα ερωτήματα που ετέθησαν στους πραγματογνώμονες).
Β.5.1. Ότι δεν προέβην εξ αρχής σε καισαρική τομή.Α. Α.: "Ο τοκετός εξελισσόταν φυσιολογικά. Από την στιγμή που παρουσιάστηκε σχετική δυσαναλογία της κεφαλής η απόφαση για καισαρική ήταν ενδεδειγμένη". Ι. Μ.: "Εκτιμώντας τα παραπάνω ο συνάδελφος προέβη σε αυτή την επιλογή τηρώντας όλους τους κανόνες εντατικής παρακολούθησης του εμβρύου ... Δεν επέλεξε να διεκπεραιώσει τον τοκετό με καισαρική τομή γιατί δεν είχε τουλάχιστον μέχρι τις 12 π.μ. κάποια ένδειξη για διενέργεια καισαρικής τομής, όπως αυτές περιγράφονται στη σχετική βιβλιογραφία". Ε. Κ.: "Η απόφαση ν' ακολουθήσει ο θεράπων ιατρός τη διαδικασία του κολπικού τοκετού και όχι της καισαρικής τομής ήταν κλασσικά ενδεδειγμένη". Ο Π. Κ. (τεχνικός σύμβουλος των πολιτικώς εναγόντων, ουδέν αναφέρει γι αυτό). Β. 5.2. "Ότι δεν προέβην σε απολίνωση των αιμορραγούντων αγγείων του τραχήλου και του κόλπου". Π. Κ.: (τεχνικός σύμβουλος των μηνυτών). "Η αιμορραγία επιχειρήθηκε να ελεγχθεί με επιστωματισμό και απολίνωση των ραγέντων αγγείων του τραχήλου και του κόλπου...". Α. Α.: "Η μεταφορά της θανούσης στο νοσοκομείο ....εγένετο μετά από την λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων αντιμετώπισης της αιμορραγίας, χορήγηση αίματος και πλάσματος, και μετά από προσπάθεια απολίνωσης των διηυρυσμένων αγγείων για τον έλεγχο της αιμορραγίας, γεγονός που αναφέρεται και στην ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή κ. Π. Κ.". Ι. Μ.: "Από τα στοιχεία και πάλι του χειρουργικού ιστορικού και της ιατροδικαστικής έρευνας προκύπτει ότι έγιναν οι ενδεδειγμένες και απαραίτητες ιατρικές ενέργειες. Δηλαδή άμεση χορήγηση αίματος διασταυρωμένου αλλά και πλάσματος με μεγάλη ροή όπως φαίνεται και από τους καθετηριασμούς (τσιμπήματα της νεκροτομής), εργαστηριακές εξετάσεις ελέγχου των παραγόντων πήξης και αιματοκρίτη, αλλά και συγχρόνως μεγάλη προσπάθεια ελέγχου των αιτίων αιμορραγίας (ρήξεις κιρσών) με τοποθέτηση πολυάριθμων τολυπίων γαζών στον κόλπο, αλλά και συρραφή πολλών αγγείων (κιρσών) κόλπου για απολίνωσή τους". Ε. Κ.: Η μεταφορά .της θανούσης έγινε ... αφού προηγήθηκαν οι ενδεδειγμένες ιατρικές πράξεις ήτοι χορήγηση αίματος, πλάσματος, ορών με παράλληλο εργαστηριακό αιματολογικό έλεγχο και όπως καταγράφεται από τον θεράποντα ιατρό και επιβεβαιώνεται από την ιατροδικαστική έκθεση συρραφής των φλεβών του κόλπου για απολίνωση τους και αιμόσταση". Ε.. Μ.: "Στο στόμιο του τραχήλου της μήτρας και του κόλπου έχουν τοποθετηθεί τολύπια γαζών .... Μετά την αφαίρεση τους διαπιστώνεται έντονη αιμορραγική διάθεση της επιφάνειας του κολπικού τμήματος του τραχήλου της μήτρας και του κόλπου καθώς και η παρουσία πολυάριθμου διογκομένων οφιοειδών φλεβικών αγγείων τα οποία αντιστοιχούν σε κιρσούς του τραχήλου της μήτρας και του κόλπου αντίστοιχα. Πολλά εκ των αγγείων αυτών έχουν ραγεί ενώ άλλα είναι συνεραμμένα με σκοπό την απολίνωση τους ως αιμόσταση της περιοχής". Β. 5.3. "Ότι δεν προέβη σε έγκαιρη μεταφορά σε μεγαλύτερο νοσοκομείο". Αρ. Α.: "Η μεταφορά της θανούσης στο νοσοκομείο .... εγένετο μετά την λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων αντιμετώπισης της αιμορραγίας". Ι. Μ.: "Η υποστήριξη του χειρούργου -μαιευτήρα φαίνεται να ήταν η ενδεδειγμένη. Υπήρχαν τα εργαστήρια και οι ειδικότητες που μπορούσαν να στηρίξουν την αντιμετώπιση ενός τέτοιου περιστατικού και τη μεταφορά του στην Μ.Ε. Θ, όταν σταθεροποιήθηκε η αιμορραγία και κρίθηκε ασφαλής". Ε. Κ.: "Η μεταφορά της θανούσης έγινε .... αφού προηγήθηκαν οι ενδεδειγμένες ιατρικές πράξεις...Β.5.4. "Ότι προκάλεσα εσπευσμένα και πρόωρα τον τοκετό". Β.5.5. "Ότι προκάλεσα, την ρήξη των κιρσών του κόλπου". Α. Α.: "Η ιατρική αγωγή που ακολουθήθηκε από τον θεράποντα ιατρό της θανούσης, όσον αφορά την πρόκληση τοκετού ήταν η ενδεδειγμένη και η απόφαση για διενέργεια φυσιολογικού τοκετού ήταν ιατρικά σωστή .... Η αιμορραγία η οποία ξεκίνησε μετά την έξοδο του εμβρύου και παρά τους ενδεδειγμένους τρόπους αντιμετώπισης " Ι.Μ.: "Εκτιμώντας τα παραπάνω ο συνάδελφος προέβη από σε αυτή την επιλογή τηρώντας όλους τους κανόνες εντατικής παρακολούθησης " Ε. Κ.: "Η ακολουθητέα αγωγή πρόκλησης τοκετού, εκ μέρους του θεράποντα ιατρού, ήταν ιατρικώς σωστή λόγω της εκπνοής ημερολογιακά της ηλικίας της εγκυμοσύνης (40 w). Η απόφαση να ακολουθήσει ο θεράπων ιατρός τη διαδικασία του κολπικού τοκετού και όχι της καισαρικής τομής ήταν η κλασικά ενδεδειγμένη". Π. Κ.: "Πολλές γυναίκες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης παρουσιάζουν κιρσούς, κυρίως στα κάτω άκρα και πολύ λιγότερο συχνά στο αιδοίο και στον κόλπο ...προκαλούν συμπτώματα διαφόρου βαρύτητας σε κάθε γυναίκα, και μερικές φορές είναι υπεύθυνοι για επιπλοκές (πριν και κατά τη διάρκεια των τοκετών) σπανιότατα όμως θανατηφόρες.... Θεωρώ ότι η αιμορραγία ξεκίνησε αμέσως μετά την έξοδο του εμβρύου από τη μήτρα" Δηλαδή, ούτε ο τεχνικός σύμβουλος των μηνυτών, ιατροδικαστής Π. Κ., δεν συμφωνεί με τις απόψεις τους, αντιθέτως οι απόψεις του είναι σχεδόν ταυτόσημες με τις απόψεις των λοιπών ιατροδικαστών απλώς δεν είναι το ίδιο σαφείς. Όλοι καταλήγουν ανεπιφύλακτα στο ίδιο συμπέρασμα ότι ως γιατρός ενήργησα άψογα, ουδέν ' παρέλειψα, αντιθέτως έκανα ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν να διασώσω την άτυχη μητέρα και το νεογέννητο παιδί της, χωρίς δυστυχώς να τα καταφέρω. Το Α' Τριμελές Πλημ/κείο Ηρακλείου αξιολογώντας το αποδεικτικό υλικό δέχθηκε τα εξής: "Η ανωτέρω εγκυμονούσα, στις 10-1-2005, και αφού είχε συμπληρώσει την 39η εβδομάδα της κυήσεως με καταληκτική ημερομηνία την 15-1-2005, επισκέφθηκε τον πρώτο κατ/νο στο ιατρείο του, οπότε τελευταίος της διενήργησε υπερηχογράφημα, κολπική εξέταση και της συνέστησε ότι αν δεν εμφανιστούν οδύνες μέχρι την 12-1-2005 να μεταβεί στην ιδιωτική κλινική Ηρακλείου "..." προκειμένου να της προκαλέσει τοκετό. Πράγματι χωρίς καμία ενόχληση η θανούσα μετέβη στις 12-1-2005, τις πρωινές ώρες στην παραπάνω κλινική, όπου κατά τις 08:45' της έγινε ρήξη μητρικού θυλακίου, της χορηγήθηκαν πέντε μονάδες οξυτοκίνης ώστε να προκληθούν (τεχνητές) οδύνες για να ξεκινήσει η διαδικασία του φυσιολογικού τοκετού. Η θανούσα ανταποκρίθηκε και εξελίχθηκε ο τοκετός αρκετά καλά με επώδυνες συσπάσεις της μήτρας οπότε διενεργήθηκε και επισκληρίδιος αναισθησία. Ταυτόχρονα η θανούσα είχε τη ψυχολογική υποστήριξη της δεύτερης κατηγορουμένης μαίας, η οποία την είχε παρακολουθήσει και κατά τη διάρκεια της κυήσεως. Στις 11:45' ενώ η θανούσα είχε κάνει τελεία διαστολή και είχε μεταφερθεί στην αίθουσα τοκετού, ο πρώτο κατηγορούμενος εξετάζοντας αυτή κολπικά διαπίστωσε ότι η προβολή του εμβρύου ήταν οπίσθια προσωπική με υπερέκαμψη, γεγονός που σημαίνει ότι δεν προβάλλεται το κεφάλι του εμβρύου αλλά το πρόσωπο του γιατί στην περίπτωση αυτή το κεφάλι κλίνει προς τον αυχένα και το πηγούνι προς τα πάνω, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτη η εξώθηση δια της διαδικασίας του φυσιολογικού τοκετού. Στο στάδιο αυτό η αλλαγή της θέσης του παιδιού δεν είναι αναμενόμενη αλλά και η χρησιμοποίηση άλλων βοηθητικών μέσων (πχ. εμβρυουλκία κλπ) είναι αποτρεπτική λόγω του ενδεχόμενου κινδύνου αλλοίωσης των παλμών του εμβρύου και της ανάγκης δημιουργίας άλλων επιπλοκών. Τότε αναγκαστικά μετέφερε την επίτοκο στο χειρουργείο για διενέργεια καισαρικής τομής προβαίνοντας άμεσα στη σχετική προετοιμασία. Κατά την εφαρμογή της διαδικασίας αυτής έγινε η έξοδος του παιδιού στις 12.37' και μάλιστα με ιδιαίτερο τρόπο όπως φανερώνουν τα μικροσημάδια που έφερε το έμβρυο στο πρόσωπο από τα χέρια του ιατρού δεδομένου ότι αυτό λόγω της τελείας διαστολής είχε ήδη πάρει θέση στο σημείο της λεκάνης που οδηγεί στον κολπικό σωλήνα και η ανάσυρσή του δεν ήταν ευχερής. Κατά την εφαρμογή της καισαρικής τομής ωστόσο ο πρώτος κατηγορούμενος δέχθηκε τη βοήθεια του συναδέλφου του μαιευτήρα Κ. Μ. (εξετασθέντος ως μάρτυρα στην υπόθεση) ο οποίος επιβεβαίωσε την ιδιαιτερότητα της κατάστασης. Στο στάδιο αυτό της χειρουργικής τομής παρατηρήθηκε αυξημένη αιμορραγία των αγγείων της μήτρας λόγω της συνήθους ύπαρξης στα τοιχώματα αυτής κιρσών στα αγγεία που κόπηκαν από την τομή, γεγονός που αντιμετωπίζεται σε κάθε καισαρική τομή. Στην προκειμένη περίπτωση έστω και καθυστερημένα η αιμορραγία της τομής της μήτρας ελέγχθηκε πλήρως αφού δεν βρέθηκε αίμα στην περιοχή αυτή και έγινε το κλείσιμο αυτής. Ταυτόχρονα όμως είχε επέλθει σοβαρή ρήξη των κιρσών του τραχήλου της μήτρας και του κόλπου που οδήγησε τη θανούσα σε ακατάσχετη αιμορραγία, πράγμα που ο πρώτος κατηγορούμενος αντιλήφθηκε όταν πλέον έκλεισε την τομή της καισαρικής επέμβασης. Ο τράχηλος της μήτρας λόγω της τελείας διαστολής στην οποία είχε επέλθει η θανούσα κατά τη διάρκεια του πρώτου σταδίου όπου της προκλήθηκε φυσιολογικός τοκετός, είχε εξαλειφθεί από την πίεση του εμβρύου να οδηγηθεί προς τον κολπικό σωλήνα οπότε θα ακολουθούσε η εξώθηση του, η οποία όπως προαναφέρθηκε ήταν ανέφικτη λόγω της προσωπικής προβολής και μετέβαλε τη σειρά των πραγμάτων. Με την εξέλιξη της εγκυμοσύνης λόγω της σημαντικής αύξησης του βάρους κατά τις τελευταίες εβδομάδες, είχε δημιουργηθεί πίεση στο σύνολο του γεννητικού συστήματος όπου υπήρχαν οι προαναφερόμενοι ευμεγέθεις κιρσοί, αυτή δε η πίεση αυξήθηκε σημαντικά με την πρόκληση και την εξέλιξη γενικότερα του φυσιολογικού τοκετού που επιβάρυνε τοπικά και σημαντικά τα ανωτέρω σημεία (τράχηλος και κόλπος). Όλα αυτά είχαν σαν αποτέλεσμα να τραυματισθούν οι κιρσοί της τραχήλου της μήτρας και του κόλπου και να αιμορραγήσουν κατά τρόπο ραγδαίο και ανεξέλεγκτο. Ο πρώτος κατηγορούμενος καθόλη την ώρα που ασχολιόταν με το χειρουργικό πεδίο της καισαρικής τομής και είχε σκεπασμένη την θανούσα με το ειδικό χειρουργικό πανί που προβλέπεται σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν αντιλήφθηκε την υπάρχουσα ήδη αιμορραγία του κόλπου και επενέβη στην αντιμετώπιση αυτής καθυστερημένα έτσι ώστε να μεσολαβήσει σημαντική απώλεια αίματος από την περιοχή αυτή που εξελίχθηκε σε μείζον πρόβλημα. Με την αντιμετωπίσιμη ήδη αιμορραγία της μήτρας και με την απώλεια σημαντικής ποσότητας αίματος από την ρήξη των κιρσών του κόλπου διαταράχθηκαν οι παράγοντες πήξης του αίματος όπως προκύπτει από τις εξετάσεις που διενεργήθηκαν στις 13:30' αλλά και στις 15:45' όπου φαίνονται οι τιμές των ζωτικών ενδείξεων, (βλ. σχετικό αιμοδιάγραμμα αντίστοιχα) με συνέπεια κάθε ποσότητα αίματος που κατ'απαίτηση του ιατρού δόθηκε από τη μονάδα αίματος του Βενιζελείου Νοσοκομείου όσο? και δύο μονάδων πλάσματος που χορηγήθηκαν στην ασθενή δεν κατέστησαν δυνατή την ασφαλή σταθεροποίηση της, ώστε κρίθηκε αναγκαία η μεταφορά της στην εντατική μονάδα του παραπάνω (Βενιζελείου) νοσοκομείου Ηρακλείου για περαιτέρω αντιμετώπιση. Από τη στιγμή δε που ο πρώτος κατήγορου μένος αντιλήφθηκε το μέγεθος της αιμορραγίας, προέβη σε όλες τις ιατρικά ενδεδειγμένες ενέργειες για την αντιμετώπιση αυτής κάνοντας χρήση λαβίδων, ταμπονάρισμα, χρησιμοποιώντας μεγάλες ποσότητες από αιμοστατικές γάζες, ραφή και απολίνωση ορισμένων εκ των αιμορραγόντων κιρσών και φλεβικών αγγείων όπως και προσπάθεια καθ' ομολογία του, απολίνωσης της κάτω μητριαίας αρτηρίας, η οποία τροφοδοτεί την περιοχή του κόλπου έστω και κατά το 1/3, αλλά παρά ταύτα η αιμορραγία ήταν συνεχής. Όμως, λόγω της επικινδυνότητας της κατάστασης, η απολίνωση όλων των τροφοδοτούντων την περιοχή αγγείων ήταν αδύνατη και ιδιαίτερα επικίνδυνη ήταν η απολίνωση της έσω λαγονιαίας αρτηρίας που ισχυρίσθηκε η πολιτική αγωγή, δεδομένου ότι η ενέργεια αυτή απαιτούσε νέα χειρουργική τομή και καθιστούσε ακόμα δυσκολότερη την κατάσταση, όπως και η ενέργεια υστερεκτομής που ομοίως υποστηρίχθηκε από την πολιτική αγωγή ήταν για τους ίδιους λόγους αλλά και για το λόγο ότι η αιμορραγία της μήτρας είχε πλέον σταματήσει, αποφευκτέα. Κατά τη διάρκεια όμως της μεταφοράς της με το ασθενοφόρο όπου τη συνόδευαν τόσο ο πρώτος κατηγορούμενος όσο και οι δύο συνοδοί αναισθησιολόγοι της παραπάνω κλινικής η ανωτέρω στις 16:10' απεβίωσε πριν την άφιξη τους αφού παραλήφθηκε στο νοσοκομείο κλινικά νεκρή. Σύμφωνα δε με την από 19.1.2005 ιατροδικαστική έκθεση του Καθηγητή Ιατροδικαστικής του Παν/μίου Κρήτης Ε. Μ., ο θάνατος της ανωτέρω οφείλεται στην ακατάσχετη αιμορραγία και δευτεροπαθώς στη συνυφασμένη με την αιμορραγία ανάπτυξη διάχυτης ενδαγγειακής πήξης. Η αιτία της αιμορραγίας ωστόσο αποδίδεται σαφώς στη ρήξη των κιρσών του τραχήλου της μήτρας και του κόλπου". Το Ποινικό Δικαστήριο, αν και υιοθετεί πλήρως τις ενέργειες μου, όπως αυτές περιγράφονται στο ιατρικό ιστορικό, στο υπόμνημα μου για παροχή εξηγήσεων κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης και την απολογία μου, εν τέλει κατά πλειοψηφία δέχεται ότι "Κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, (κατά την πλειοψηφούσα άποψη) η αιτία της αιμορραγίας των κιρσών του κόλπου και του τραχήλου της μήτρας θα είχε αποφευχθεί, εάν ο πρώτος κατηγορούμενος είχε εξαρχής αξιολογήσει καλύτερα την κατάσταση της επιτόκου, η οποία χαρακτηριζόταν επικίνδυνη λόγω της σοβαρής και βαριάς μορφής των κιρσών που με βεβαιότητα υπήρχαν σε όλα τα γεννητικά της όργανα, εάν είχε εκτιμήσει το γεγονός των ιδιαιτέρων πιέσεων που προκαλούν οι συσπάσεις του φυσιολογικού τοκετού και την επιβάρυνση όλου του γεννητικού συστήματος μέχρι την τελεία διαστολή και είχε προβλέψει τον κίνδυνο που συνεπάγεται η συνάντηση όλων αυτών των δεδομένων, γεγονότα που όφειλε ως εκ της ιατρικής του ειδικότητας και γνώσης να συνεκτιμήσει πριν προβεί στην επιλογή της διαδικασίας του φυσιολογικού τοκετού και μάλιστα με πρόκληση οδυνών και αντί αυτών προγραμμάτιζε νωρίτερα (από την αρχή του ένατου μήνα) τη συγκεκριμένη επίτοκο απευθείας σε καισαρική τομή. Τότε, δεν θα επερχόταν το αιτιώδες γεγονός της ρήξης των κιρσών του κόλπου και του τραχήλου, η αιμορραγία των οποίων επέφερε το θανατηφόρο αποτέλεσμα. Οιαδήποτε αιμορραγία κατά την καισαρική τομή θα ήταν προφανώς αντιμετωπίσιμη όπως και αποδείχθηκε εν προκειμένω, αφού υπάρχει η δυνατότητα του χειρουργικού ελέγχου. (Τούτα αποδείχθηκαν πλήρως τόσο από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων ιατρών, όσο και από την κατάθεση του πραγματογνώμονα Καθηγητή Μαιευτικής Ε. Κ. ο οποίος κατέθεσε "...με την απεμπέδωση δημιουργήθηκε η αιμορραγία. Αν πήγαινε με ραντεβού για καισαρική θα αιμορραγούσαν οι κιρσοί της μήτρας. Για τους κιρσούς του κόλπου δεν ξέρω", την κατάθεση του ιατροδικαστή Ε. Μ. "....η ρήξη είχε επέλθει πριν την καισαρική αν επέλεγε εξαρχής την καισαρική θα ήταν ευεργετικό ....", την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης χειρουργού Θ. Τ. ".... για να αποφύγεις τη διαστολή που κάνει αιμορραγίες πρέπει να πας προγραμματισμένα με καισαρική με την καισαρική δεν έχομε αιμορραγία από τον κόλπο ...."). Εξάλλου, ο ίδιος ο κατηγορούμενος απολογούμενος προσπαθώντας να εξηγήσει την αιτία ρήξης των κιρσών αυτών υποστήριξε ότι η καισαρική τομή αφήνει ανέπαφη την περιοχή του κόλπου και απέδωσε την αιμορραγία σε αυτόματη ρήξη χωρίς να δώσει σαφή εξήγηση για την επικαλούμενη αυτή ιδιοπαθή ρήξη, την αιτία της οποίας δεν έκανε γνωστή. Με αυτά τα δεδομένα και το γεγονός ότι η διαδικασία τοκετού με καισαρική τομή δεν επηρεάζει τους κιρσούς στην ανωτέρω περιοχή δεδομένου ότι δεν επέρχονται συσπάσεις ούτε ασκούνται επιπλέον πιέσεις για να προκληθεί διαστολή, επιβεβαιώνεται ή υποστήριξη της προαναφερόμενης κρίσης ότι με την επιλογή της καισαρικής τομής ως πλέον ενδεδειγμένης θα αποφεύγετο η ρήξη των κιρσών στην αιτιώδη περιοχή και συνακόλουθα ο θάνατος της εν λόγω Ά. Μ.. Ο ισχυρισμός δε του κατηγορουμένου ότι στην ιατρική βιβλιογραφία (τουλάχιστον αυτή του 1989 που προσκομίζεται και όχι επίκαιρη) δεν αναφέρεται η ύπαρξη κιρσών ως ένδειξη για τη διενέργεια καισαρικής τομής, δεν κρίνεται βάσιμος και καταλυτικός καθότι και οι λοιπές περιπτώσεις που τυχόν αναφέρονται δεν καθιστούν αποκλειστικές ενέργειες των ιατρών αλλά αποτελούν απλές ενδείξεις και όχι κανόνα. Δέχεται δηλ. η παραπάνω απόφαση κατά της οποίας έχει ασκηθεί έφεση ότι: Στις 10-1-2005 έγινε υπερηχογράφημα και κολπική εξέταση. Στις 11:45' (12-1-2005) ενώ η θανούσα είχε κάνει τελεία διαστολή και είχε μεταφερθεί στην αίθουσα τοκετού, διαπίστωσα ότι η προβολή του εμβρύου ήταν οπίσθια προσωπική. Στο στάδιο αυτό η αλλαγή της θέσης του παιδιού δεν είναι αναμενόμενη αλλά και η χρησιμοποίηση άλλων βοηθητικών μέσων (εμβρυουλκία κλπ). Δηλαδή, με απόλυτη σαφήνεια υιοθετεί πλήρως τα πραγματικά γεγονότα, όπως τα περιγράφω από την πρώτη στιγμή μέχρι σήμερα, όμως προκειμένου να αιτιολογήσει το αβάσιμο και αναιτιολόγητο συμπέρασμα ότι η αιμορραγία των κιρσών του κόλπου και του τραχήλου της μήτρας θα είχε αποφευχθεί, αναφέρει τα παρακάτω αποσπάσματα των καταθέσεων των κ. Ε. Κ., Ε. Μ., Θ. Τ. Ε. Κ.: "Με την απεμπέδωση δημιουργήθηκε η αιμορραγία...Αν πήγαινε με ραντεβού για καισαρική θα αιμορραγούσαν οι κιρσοί της μήτρας. Για τους κιρσούς του κόλπου δεν ξέρω...". Αγνοεί όμως από την παραπάνω κατάθεση τα εξής: "Η αιμορραγία άρχισε στη συρραφή. Οι κιρσοί του κόλπου στην ελληνική και τη διεθνή βιβλιογραφία δεν αναφέρονται σαν ένδειξη καισαρικής. Απόδειξη ότι το χειρουργείο που αναγκάσθηκε να κάνει καισαρική, προκλήθηκε αιμορραγία. Η ίδια η μήτρα έχει τεράστια αγγεία, τα οποία ήταν διευρυμένα. Αυτά αιμορράγησαν από την τομή. Η διόγκωση των κιρσών προϋπάρχει, αλλά η ρήξη είναι αυτή που δημιουργεί το πρόβλημα. Η ρήξη προκλήθηκε από την καισαρική....Η αιμορραγία της μήτρας αντιμετωπίσθηκε. Με την απεμπέδωση (όχι λόγο της απεμπέδωσης), προκλήθηκε η αιμορραγία ...." Η φράση αυτή προσδιορίζεται το χρονικό σημείο (με την απεμπέδωση) και όχι τα αίτια της αιμορραγίας. Στην προηγούμενη κατάθεση αναφέρεται πράγματι ότι "....Αν πήγαινε με ραντεβού για καισαρική θα αιμορραγούσαν οι κιρσοί της μήτρας. Για τους κιρσούς του κόλπου δεν ξέρω". Όμως στην ίδια κατάθεση αναφέρονται ακόμη "Το κολπικό κομμάτι του τραχήλου είναι εξωτερικό κομμάτι της μήτρας". Η αιμορραγία βασικά προήλθε από τις φλέβες της μήτρας. Έτσι, από την προσεκτική ανάγνωση της κατάθεσης του παραπάνω μάρτυρα προκύπτει ότι ή αποσπασματική αναφορά μερικών μόνον φράσεων, δεν αποτελεί πειστική αιτιολογία, για την κρίση που διατυπώθηκε, ενώ έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης. Κατάθεση Ε. Μ.: Ο κ. Μ. καταθέτει πράγματι ότι: "Κατά τη γνώμη μου, αν επέλεγε εξ αρχής καισαρική θα ήταν ευεργετικό" αλλά συμπληρώνει στη ίδια παράγραφο "Στα επίσημα γυναικολογικά ζητήματα, η γνώμη του γυναικολόγου υπερέχει" "Ενδεχομένως να είχε επιζήσει αν είχε κάνει καισαρική τομή πριν ένα μήνα. Η επιλογή όμως είναι θέμα του συγκεκριμένου γυναικολόγου, ο οποίος γνωρίζει την επίτοκο και τις ειδικές περιστάσεις. Οποιουδήποτε γιατρού δεν μπορεί να του καταλογίσει κανείς γιατί πήρε τη συγκεκριμένη απόφαση" "Α εν έχω υπόψη μου άλλο περιστατικό θανάτου σε τοκετό από κιρσούς. Και ο Κ. μου είπε ότι δεν είχε ξαναδεί τέτοιο περιστατικό" "Είτε επειδή είχε ανασταλεί ο τοκετός επειδή "σκάλωσε" το παιδί, είτε εξ αιτίας της καισαρικής προκλήθηκε η αιμορραγία". Ο κ. Θ. Τ. εκτός των όσων αποσπασματικά αναφέρονται στο σκεπτικό της παραπάνω απόφασης καταθέτει ακόμη: "Όταν βλέπω τους κιρσούς στη λαπαροσκόπηση, σκέφτομαι ο άτυχος ο γυναικολόγος που θα κάνει καισαρική, αν κάνει καισαρική. Τους κιρσούς δεν πρέπει να τους αγγίζει .... Το αίτιο που χειροτέρεψε την αιμορραγία του κόλπου είναι η μεγάλη αιμορραγία από την καισαρική. Όταν έχομε καισαρική έχομε έτσι και αλλιώς αιμορραγία". Η προηγούμενη κατάθεση επιβεβαιώνεται στα σημεία αυτά από την κατάθεση του κ. Π. Ι., γυναικολόγου ο οποίος αναφέρει επί λέξει: "Έχω ξεγεννήσει γυναίκα με τέτοιους κιρσούς φυσιολογικά. Αν είχε προγραμματιστεί για καισαρική δεν θα ήταν πιο εύκολο. Θα ήταν πιο εύκολο να γεννούσε φυσιολογικά". Οι καταθέσεις όλων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του Α' Τριμ. Πλημ/κείου Ηρακλείου, πρέπει να αξιολογηθούν στο σύνολο τους σε συνδυασμό με τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, πρωτίστως δε πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ιατροδικαστικές εκθέσεις των τριών πραγματογνωμόνων που ορίσθηκαν για το σκοπό αυτό. Ιδίως δε για τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που αν και αναγνώσθηκαν αγνοήθηκαν πλήρως, πρέπει να ληφθούν υπόψη ότι αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, που απαιτείται να λαμβάνεται υπόψη και να αξιολογείται χωριστά από το Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, στη δε απόφαση πρέπει να γίνεται ιδιαίτερη μνεία για τη συνεκτίμηση και αξιολόγηση του, άλλως είναι αναιρετέα για έλλειψη αιτιολογίας (βλ. ΑΠ 425/2007 Ποιν. Δικ. 2007 σελ. 1082, Alt 343/2007 Ποιν. Δ. 2007 σελ. 1071). Ο δικαστής έχει. τη δυνατότητα κατ' άρθρο 177 ΚΠΔ να εκτιμά ελευθέρως τις αποδείξεις, υπακούοντας τη φωνή της συνείδησης του, δεν μπορεί όμως να τις ερμηνεύσει αυθαιρέτως και χωρίς αιτιολογία. Ιδίως δε την πραγματογνωμοσύνη η οποία αποτελεί ιδιαίτερο μέσο αποδείξεως. (ΑΠ2262/20Θ5 ΠοινΔ 2006 σελ. 271, ΑΠ. 1690/2005 Ποιν.Δ 2006 σελ. 389, Α.Π 1131/2000 Ποιν.Δ 2001 σελ. 97, Α.Π. 1050/2001 σελ. 1190. Γίνεται μάλιστα δεκτό ότι όταν υπάρχουν δύο ή περισσότερες ιατροδικαστικές πραγματογνωμοσύνης, αντίθετες κατά περιεχόμενο, το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να αιτιολογήσει την κρίση του, αναφορικά με την αποδοχή της μιας από τις δύο, προκειμένου να ελεγχθεί το συμπέρασμα του. Η απόφαση του Πρωτόδικου Ποινικού Δικαστηρίου όχι μόνο δεν αντικρούει τις παραπάνω πραγματογνωμοσύνες, δεν αναφέρεται καθόλου σ' αυτές, αγνοώντας την ύπαρξη τους, αν και βεβαιώνει την ανάγνωσή τους. Αντιθέτως σύμφωνα με την άποψη της μειοψηφίας του παραπάνω δικαστηρίου έπρεπε να κηρυχθώ αθώος για τους παρακάτω λόγους: "Ο ανωτέρω (πρώτος κατηγορούμενος) έλαβε την απόφαση να προχωρήσει σε φυσιολογικό τοκετό, παρά την ύπαρξη σοβαρών κιρσών στην περιοχή του αιδοίου, του κόλπου, και του τραχήλου της θανούσης. Από τα προσκομιζόμενα έγγραφα αλλά και τις μαρτυρικές καταθέσεις, όμως, δεν αποδείχθηκε, ότι, η περίπτωση αυτή αποτελεί ένδειξη για τη διενέργεια καισαρικής. Ούτε καν οι "σοβαροί" κιρσοί αυτής της περιοχής δεν αναφέρονται στη διεθνή και ελληνική ιατρική βιβλιογραφία ως ένδειξη, (ούτε σχετική), καισαρικής τομής.
Συνεπώς, δεν υπάρχει "γενικά αναγνωρισμένος κανόνας της ιατρικής", ο οποίος να επιτάσσει σχετικά. Κατά τα λοιπά, αποδείχθηκε ότι, ουδέποτε στα παγκόσμια ιατρικά χρονικά κατεγράφη θάνατος από ανεξέλεγκτη αιμορραγία κιρσών κόλπου και τραχήλου κατά τη διάρκεια φυσιολογικού τοκετού, στον οποίο προχώρησε ο ιατρός, κατά την κρίση του.
Συνεπώς, είτε δεν συμβαίνουν αιμορραγίες κατά τη διενέργεια των φυσιολογικών τοκετών σε γυναίκες με σοβαρούς κιρσούς στην περιοχή, είτε, οποιαδήποτε αιμορραγία επισυμβεί, δύναται να ελεγχθεί. Περαιτέρω, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν επέδειξε την "αντικειμενικά επιβαλλόμενη επιμέλεια", εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι μπορούσε να πράξει κάτι άλλο το οποίο, από έλλειψη επιμέλεια, δεν έπραξε. Το "αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας", εν προκειμένω, επέβαλε να είναι ενημερωμένος για τη συγκεκριμένη περίπτωση (ήτοι ότι οι κιρσοί εκτείνονταν μέχρι και τον τράχηλο και ίσως περισσότερο) και να προσπαθήσει να εκτιμήσει την κατάσταση όσο καλύτερα μπορεί. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι "όφειλε και μπορούσε" να προβλέψει το αποτέλεσμα του θανάτου, εφόσον ουδέποτε έχει καταγραφεί τέτοιος θάνατος στα ιατρικά χρονικά. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι, ο πρώτος κατηγορούμενος, "δεν ενήργησε βάσει των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής", ούτε ότι "ενήργησε κατά παράβαση του αντικειμενικώς επιβαλλόμενου καθήκοντος επιμελείας", ούτε ότι "όφειλε και μπορούσε να προβλέψει το επελθόν αποτέλεσμα", ήτοι, δεν αποδείχθηκε ότι ενήργησε "αμελώς", κατά την έννοια του νόμου, πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αποδιδόμενης πράξης. Εν πάση περιπτώσει, δεν αποδεικνύεται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αρχικής πρόκλησης φυσιολογικού τοκετού και του θανάτου της άτυχης Ά. Μ.. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι, ο θάνατος της ανωτέρω προκλήθηκε από την εγκατάσταση συνδρόμου διάχυτης ενδοαγγειακής πήξης, δεν αποδείχθηκε, όμως, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής, (ΔΕΠ) και της αρχικής επιλογής του φυσιολογικού τοκετού, αντί της καισαρικής. Συγκεκριμένα: ο πρώτος κατηγορούμενος προγραμμάτισε, ορθά, την Ά. Μ. για φυσιολογικό τοκετό μετά τη συμπλήρωση της 39ης βδομάδας κυήσεως. Για την πρόκληση του τοκετού χορηγήθηκαν πέντε μονάδες οξυτοκίνης, προκειμένου να συσπασθεί η μήτρα και να αρχίσει τεχνητά η διαδικασία. Όταν πλέον επήλθε πλήρης διαστολή του τραχήλου και το παιδί εμπεδώθηκε πλήρως (έλαβε την τελική θέση μέσα στα οστά της λεκάνης και ήταν πλέον η ώρα να αρχίσουν οι εξωθήσεις, προκειμένου αυτό να διέλθει από τον κόλπο και να γεννηθεί), ο ανωτέρω προέβη στην ενδεδειγμένη δακτυλική εξέταση, προκειμένου να διαπιστώσει την τελική θέση της κεφαλής. Στο χρονικό σημείο αυτό, μόνο (όπως συμβαίνει πάντως στην πλειovότητα των περιπτώσεων, εφόσον η κεφαλή του παιδιού στρέφεται μέχρι την τελευταία στιγμή), διαπιστώθηκε ότι το παιδί κατέβαινε με οπίσθια προσωπική προβολή. Το γεγονός αυτό αποτελεί, σήμερα, σχεδόν απόλυτη αντένδειξη για φυσιολογικό τοκετό, προκειμένου να αποφεύγονται τεχνικές όπως η εμβρυουλκία ή μαιευτικοί χειρισμοί για την επίτευξη σωστής θέσης της κεφαλής, οι οποίες ενέχουν διάφορους κινδύνους και για τη μητέρα και για το παιδί. Στην προκειμένη περίπτωση, μάλιστα, που όλη η περιοχή του κόλπου ήταν γεμάτη κιρσούς, η καισαρική τομή κρίθηκε επιβεβλημένη, εφόσον ο εργώδης, υπό τις συνθήκες που προέκυψαν (οπίσθια προσωπική προβολή), φυσιολογικός τοκετός, κρίθηκε επικίνδυνος. Ο πρώτος κατηγορούμενος προέβη στην καισαρική τομή και, διακολπικά, απεμπέδωσε με το χέρι στο έμβρυο. Από το με ημερομηνία 4-2-2005 έγγραφο του Βενιζελείου Νοσοκομείου, προκύπτει ότι στις 13.15 της ημέρας του τοκετού, παραδόθηκαν στο προσωπικό του "Ασκληπιείου" 2 μονάδες αίματος. Με δεδομένη την ώρα γέννησης του τέκνου (12.37), μπορεί, με ασφάλεια, να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι, το αίμα ζητήθηκε για την αντιμετώπιση της ιδιαίτερα μεγάλης αιμορραγίας της καισαρικής τομής (διενέργεια καισαρικής τομής στο χρόνο της γέννησης- μεγάλη αιμορραγία-αίτημα για αίμα-παράδοση του αίματος στις 13.15). Η καισαρική, λόγω της προσπάθειας ελέγχου της αιμορραγίας, ήταν "εργώδης" και η συρραφή της τομής τελείωσε μετά τις 13.30, διάστημα το οποίο από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ήταν αδικαιολόγητα μακρύ. Μετά το πέρας της καισαρικής ο κατηγορούμενος ήλεγξε, όπως επιβάλλουν οι κανόνες της μαιευτικής, τον κόλπο και στο σημείο εκείνο διαπίστωσε ότι η αιμορραγία ήταν παραπάνω από το φυσιολογικό. Προσπάθησε να την ελέγξει κατά τον ενδεδειγμένο ιατρικά τρόπο, πλην όμως αυτό κατέστη αδύνατο, λόγω του ήδη εγκατεστημένου συνδρόμου ΔΕΠ, ως έναυσμα του οποίου λειτούργησε η τομή της καισαρικής, όπως κατωτέρω περιγράφεται. Το σύνδρομο ΔΕΠ, ήταν η αιτία και όχι το αποτέλεσμα της αθρόας και μη ελέγξιμης αιμορραγίας από την περιοχή των κιρσών του τραχήλου και του κόλπου και αποτέλεσε την αιτία θανάτου της Ά. Μ.. Ειδικότερα: Στην από 19/1/2005 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, ο ιατροδικαστής Μ. Μ., αναφέρει ότι "στην περιοχή του κολπικού τμήματος του τραχήλου της μήτρας διαπιστώνεται έντονη αιμορραγική διήθηση αυτού και του κόλπου παρουσία πολυάριθμων φλεβικών αγγείων ....(κιρσών), πολλά εκ των οποίων έχουν ραγεί". Ο τεχνικός σύμβουλος των πολιτικών εναγόντων, στην από 25-2-2005 ιατροδικαστική του έκθεση αναφέρει σχετικά "....ο κόλπος σε όλη του την έκταση παρουσιάζει εκτεταμένη αιμορραγική διήθηση πολλοί κιρσοί έχουν υποστεί ρήξη ...." ενώ στο ακροατήριο κατέθεσε ότι "ήταν σαν να έγινε έκρηξη στην περιοχή". Πλην όμως, δεν παρίσταται λογικό να επήλθε ρήξη τόσο μεγάλου αριθμού κιρσών, από κάποια ενέργεια που σχετιζόταν με το φυσιολογικό τοκετό. Συγκεκριμένα: η χορήγηση οξυτοκίνης προκαλεί την έναρξη του φυσιολογικού τοκετού, ήτοι συσπάσεις του μυομητρίου και διαστολή του τραχήλου, με αποτέλεσμα την εμπέδωση της προβάλλουσας μοίρας του εμβρύου, η οποία γίνεται παθητικά, ως αποτέλεσμα των ανωτέρω διεργασιών. Η χορήγηση οξυτοκίνης, η οποία με την αγγειοκινητική της δράση και την επίδραση στο μυϊκό σύστημα της μήτρας, το οποίο αρχίζει να συσπάται, θα μπορούσε, ίσως, θεωρητικά, να επηρεάσει το κιρσώδες φλεβικό σύστημα και της περιοχής του κόλπου /τραχήλου (θεωρούμενο του όλου φλεβικού συστήματος της περιοχής μήτρας - τραχήλου - κόλπου, ως ενιαίου), δεν φαίνεται, όμως, εν προκειμένω, να προκάλεσε ρήξη των κιρσωδών αγγείων στην συγκεκριμένη περιοχή, εφόσον αιμορραγία από τα σημεία αυτά δεν διαπιστώθηκε αμέσως. Επιπλέον, η θανούσα δεν έλαβε ποτέ οδηγίες να προχωρήσει σε εξωθήσεις, εφόσον ουδέποτε ο φυσιολογικός τοκετός προχώρησε στο στάδιο των εξωθήσεων (όταν προέβαλλε η κεφαλή με οπίσθια προσωπική προβολή, αποφασίσθηκε αμέσως η διενέργεια καισαρικής). Οι οδηγίες, τις οποίες έδινε η δεύτερη κατηγορούμενη στην επίτοκο, όπως κατέθεσε ο σύζυγος της θανούσας ότι είδε να συμβαίνει, ήταν προφανώς για χαλαρωτικές αναπνοές. Πράγματι, η επίτοκος ήταν ιδιαίτερα αγχωμένη, για το λόγο, δε, αυτό, είχαν ζητηθεί οι υπηρεσίες μαίας-ψυχοπροφυλάκτριας. Η ρήξη τόσων αγγείων, δεν μπορεί να αποδοθεί, συνεπώς, σε πιέσεις που ασκήθηκαν σε αυτά, από τις εξωθήσεις, εφόσον εξωθήσεις δεν έγιναν. Η δακτυλική εξέταση, με την οποία διαπιστώθηκε η οπίσθια προσωπική προβολή του εμβρύου και η προσπάθεια του γιατρού να απεμπεδώσει με το χέρι το έμβρυο και να ακόμα προκάλεσαν κάποιο τραυματισμό, αυτός θα ήταν ασφαλώς τοπικά εντοπισμένος. Ακόμα και αν το κεφάλι του παιδιού, κατά την εμπέδωση, προκάλεσε τη ρήξη ορισμένων κιρσών στον τράχηλο, οι οποίοι αιμορράγησαν αμέσως μετά την απεμπέδωση της κεφαλής, ή, αν ο τράχηλος, λόγω της προσκληθείσας διαστολής παρουσίασε αιμορραγίες, πάλι δεν εξηγείται η ρήξη τόσων κιρσών και σε όλη την περιοχή του κόλπου, εφόσον το κεφάλι του παιδιού δεν έφτασε ποτέ εκεί. Το αναμφισβήτητο γεγονός της ρήξης πολυάριθμων κιρσών σε όλη την επιφάνεια του κόλπου και του τραχήλου της μήτρας και της αθρόας αιμορραγίας όλης της περιοχής (η οποία δεν αιμορραγούσε μόνο από τυχόν τραυματισμένα σημεία, αλλά από παντού, "δάκρυζε"), εξηγείται μόνο από την ύπαρξη μίας γενικευμένης οργανικής αιτίας (και όχι μιας αιτίας μηχανικής και τοπικά εντοπισμένης), όπως ήταν, εν προκειμένω, η εγκατάσταση συνδρόμου διάχυτης ενδοαγγειακής πήξης. Η "σκανδάλη" για την εγκατάσταση του συνδρόμου (η ταχύτητα εγκατάστασης τον οποίου εξαρτάται από προδιαθεσικούς παράγοντες του ασθενούς) "πατήθηκε" κατά τη διενέργεια της τομής της καισαρικής, λόγω της μεγάλης τραυματικής επιφάνειας και της έντονης αιμορραγία που προκλήθηκε. Σημειώνεται ότι η μεγάλη αιμορραγία στην προκειμένη περίπτωση καισαρικής, μπορεί, ίσως, να αποδοθεί στην ύπαρξη κιρσών και στο κατώτερο τμήμα της μήτρας, γεγονός ιδιαίτερα πιθανό, ενόψει της δεδομένης κατάστασης του φλεβικού συστήματος της εγκύου από τα πόδια ως τον τράχηλο. Οι κιρσοί αυτοί δεν εντοπίστηκαν κατά τη νεκροτομή, εφόσον κόπηκαν από την καισαρική, έρευσε το αίμα και, στη συνέχεια, έγινε συρραφή αυτών. Οποιοσδήποτε άλλος τραυματισμός/ρήξη αγγείου, κατά την διαδικασία της απόπειρας για φυσιολογικό τοκετό, ήτοι κατά τις συσπάσεις του μυομητρίου, διαστολή, δακτυλική εξέταση, εμπέδωση, απεμπέδωση, ήταν ασφαλώς πολύ μικρότερης έκτασης και ήσσονος σημασίας, σε σχέση με την αιμορραγία που προκάλεσε το τραύμα της καισαρικής και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν το έναυσμα για την εγκατάσταση συνδρόμου ΔΕΠ. Πρέπει να σημειωθεί ότι-πέραν του ότι ήταν αναμενόμενο το ιατρικό προσωπικό να ασχοληθεί με τη μεγαλύτερη αιμορραγία πρώτα και στη συνέχεια να ελέγξει τις μικρότερες-και αν ακόμα η αιμορραγία από τυχόν εντοπισμένους τραυματισμούς, σύμφωνα με τα ανωτέρω (κατά τη διαδικασία της απόπειρας για φυσιολογικό τοκετό), είχε εντοπιστεί και γίνει προσπάθεια να ελεγχθεί νωρίτερα, πάλι δεν θα είχε αποφευχθεί η αθρόα και μη ελέγξιμη αιμορραγία που οδήγησε στο θάνατο την Ά. Μ. η οποία, όπως ανωτέρω περιγράφηκε, οφειλόταν σε μία κατάσταση ενδογενούς αιτιολογίας, η οποία πυροδοτήθηκε από άλλο αίτιο. Σύμφωνα με τα παραπάνω και εφόσον διακόπτεται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της απόπειρας για φυσιολογικό τοκετό και του θανάτου της Ά. Μ., σε κάθε περίπτωση, ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αποδιδόμενης πράξης". Από την αξιολόγηση των παραπάνω αποδείξεων αποδεικνύεται ότι ενήργησα σύμφωνα με τους κοινώς αναγνωρισμένους στην επιστήμη κανόνες επιμελείας και όλες οι ενέργειες μου, ήταν σύμφωνες με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμελείας.
Γ. ΠΟΤΕ ΥΠΑΡΧΕΙ ΙΑΤΡΙΚΗ ΑΜΕΛΕΙΑ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28, 302 παρ, 1 Π.Κ. προκύπτει σαφώς ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτές πλημμελήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτούνται τα εξής στοιχεία: α. Να μην καταβλήθηκε από το δράστη Η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, β. Να μπορούσε αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα ερχόταν, γ. Να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε (Α.Π. 419/2000 Ποιν. Χρον. 2000 σελ. 910, Α.Π. 1019/1999 Ποιν. Χρ. 2000 σελ. 511, Α.Π 1492/1998/Ποιν.Χρ. 1999 σελ. 835). Στη νομολογία του Αρείου Πάγου γίνεται δεκτό σχετικά με την ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια, ότι υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες το αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργεια του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμελείας (Α.Π. 419/2000 Ποιν. Χρ. 2000 σελ. 910, Α.Π. 1492/1998 Ποιν. Χρ. 1999 σελ. 895, Α.Π. 555/1997 Ποιν.Χρ. 1998 σελ. 126, Α.Π. 1337/2005 πραξ. Λογ. Π.Δ. σελ. 287, Α.Π.21/2001".
Από το περιεχόμενο των παραπάνω ισχυρισμών του κατηγορουμένου που κατατέθηκαν εγγράφως και αναπτύχθηκαν προφορικά από το συνήγορο του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι δεν εμπεριέχουν κανένα αυτοτελή ισχυρισμό, που έχρηζε κατά το νόμο πρότασης του εισαγγελέα και αιτιολογημένης απάντησης από το δικαστήριο, αντίθετα, όλα τα εκτενώς αναφερόμενα, ανάγονται σε ανάπτυξη υπερασπιστικών επιχειρημάτων και ισχυρισμών, αρνητικών της ιατρικής αμέλειας και ευθύνης που αποδίδεται στον κατηγορούμενο ιατρό. Άλλωστε και στο δικόγραφο της αναιρέσεως ουδόλως αναφέρεται ποίος συγκεκριμένος αυτοτελής ισχυρισμός ή αίτημα είχε προβληθεί από τον κατηγορούμενο και δεν απαντήθηκε, ούτε αιτιολογηθεί η απόρριψη.
Επομένως, δεν συντρέχει έλλειψη ακροάσεως, ούτε επήλθε καμία ακυρότητα της διαδικασίας και ο συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Β', Δ' και 170 παρ.2 του ΚΠΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-11-2012 αίτηση - δήλωση του Χ. Ξ. του Ε., περί αναιρέσεως της με αρ. 1377/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου(Πλημμελημάτων) Κρήτης. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Ιατρικό ατύχημα γυναικολόγου. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
|
Ιατρική αμέλεια
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Ιατρική αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 879/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Κ. του Α., κατοίκου ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ταγκλή, για αναίρεση της υπ'αριθ.3491/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Θ. Γ. του Μ.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 19 Μαρτίου 2013, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1245/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 3491/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κηρύχθηκε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ μηνών, η οποία ποινή και ανεστάλη επί τριετία. Στο αιτιολογικό περί ενοχής του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, διαλαμβάνονται, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στην …στις 2-5-2006 ενεργώντας από αμέλεια ήτοι από έλλειψη της επιβαλλόμενης προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει, προκάλεσε τον θάνατο άλλου χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που επέφερε η πράξη του. Ειδικότερα ως προϊστάμενος του συνεργείου συντήρησης οχημάτων της ΕΥΔΑΠ έθεσε σε κυκλοφορία το υπ'αρ.κυκλ.... ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της ΕΥΔΑΠ αν και του ελαστικού αυτού είχαν αντικατασταθεί και στη θέση τους είχαν τοποθετηθεί ελαστικά με αναγομωμένη επιφάνεια πέλματος, γεγονός που είχε επιφέρει μεταβολή των τεχνικών χαρακτηριστικών μεταβάλλοντας το δείχτη ταχύτητας και την ικανότητα φόρτισης ανά τροχό, με αποτέλεσμα που από έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις προσοχής δεν προέβλεψε καθόν χρόνον ο οδηγός του εν λόγω οχήματος έβαινε με αυτό στη μεσαία λωρίδα της ... με κατεύθυνση προς …να αποκολληθεί αιφνίδια το πρόσθετο αναγόμωμενο πλέγμα του εμπρόσθιου αριστερού ελαστικού και εκ της ακαριαίας απώλειας του αέρα να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματος, τούτο δε να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και να συγκρουσθεί με το προς την ίδια κατεύθυνση κινούμενο υπ'αρ.κυκλ.... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Γ. Κ., εκ της σφοδρής δε συγκρούσεως να υποστεί ο τελευταίος βαρειές κακώσεις κεφαλής θώρακος, κοιλίας και άνω άκρων, οι οποίες ως μόνης ενεργής αιτίας επέφεραν το θάνατό του. Ο διορισθείς από το τμήμα τροχαίας Αιγάλεω για την διερεύνηση των αιτιών του ένδικου ατυχήματος πραγματογνώμονας Γ.Μ. (τεχνολόγος - μηχανολόγος - μηχανικός) ο οποίος κατέγραψε τις προκληθείσες από τη σύγκρουση βλάβες των οχημάτων, διαπίστωσε ότι όλα τα συστήματα όργανα και εξαρτήματα των οχημάτων λειτουργούσαν κανονικά μετά το ατύχημα και επομένως και πριν από αυτό, ότι τα ελαστικά και των δύο οχημάτων ήταν ικανά και αξιόπιστα για την οδική ασφάλεια εκτός από το εμπρόσθιο αριστερό ελαστικό του φορτηγού το οποίο ήταν αναγομωμένο και έτσι εξηγείται και η πλήρης αποκόλληση του πρόσθετου πέλματος. Μετά δε από εμπεριστατωμένη ανάλυση των αντικειμενικών στοιχείων ο ανωτέρω πραγματογνώμονας καταλήγει ότι η α)συμπεριφορά το0υ εμπρόσθιου αριστερού ελαστικού που ήταν αναγομωμένο ήταν καθοριστική για το ατύχημα, διότι ο οδηγός δεν είχε δυνατότητα ελέγχου ή διόρθωσης της πορείας του οχήματος, εξαιτίας της πλήρους αποκόλλησης της επιφάνειας του πέλματος β)ότι η αποκόλληση πρέπει να έγινε πριν το ατύχημα και οδήγησε σε εκτροπή το όχημα, και τούτο διότι το αποκολλημένο τμήμα του οχήματος βρέθηκε στην αρχή της εμπλοκής των δύο οχημάτων, σφηνωμένο στις προστατευτικές μπάρες γ)από τις διαστάσεις της διάρρηξης του πέλματος συνάγεται ότι υπήρξε και ακαριαίο σχεδόν χάσιμο του αέρα, καθόσον εάν υπήρχε ρήξη του ελαστικού πριν την εμπλοκή των οχημάτων, κάτω από αυτές τις συνθήκες, το ελαστικό θα έπρεπε να είχε σταθερή συμπεριφορά και καλή μηχανική αντοχή, χωρίς να αποκολλώνται κομμάτια του, βοηθώντας έτσι τον οδηγό στην ασφαλή ακινητοποίηση του οχήματος. Αναφέρει επίσης ότι η θέση που ήταν τοποθετημένο το αναγομωμένο ελαστικό (μπροστινός αριστερός διευθυντήριος τροχός) ενδέχεται να απαγορεύεται από τη Νομοθεσία του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και ότι στα εν λόγω ελαστικά έχουν αλλάξει και τα τεχνικά τους χαρακτηριστικά λόγω της αντικατάστασης της επιφάνειας του πέλματος, το οποίο γίνεται σύμφωνα με κάποιες προϋποθέσεις και έτσι στην καλύτερη περίπτωση αναγόμωσης ο δείκτης ταχύτητας και η ικανότητα φόρτισης σε βάρος ανά τροχό, μετά την αναγόμωση έχει αλλάξει περίπου στο μισό. Μνημονεύει επίσης ότι οι ζημιές σε όλη την αριστερή πλευρά του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου έγιναν από την πλευρική του κυρίως σύγκρουση με το τσιμεντένιο προστατευτικό στηθαίο που οδηγήθηκε αναγκαστικά το όχημα και συνεθλίβη μεταξύ του φορτηγού και του στηθαίου (βλ.και υπ'αρ.962/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και υπ'αρ.3983/23-3-2012 πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Αθηνών). Ως εκ τούτου αποδεικνύεται πλήρως η υπαιτιότητα του κατηγορουμένου ο οποίος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος όπως κατηγορείται απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών του κατηγορουμένου ως αβασίμων. Πρέπει επίσης να απορριφθεί το αίτημα περί ελαφρυντικών καθότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του κατηγορουμένου οι προϋποθέσεις εφαρμογής του αρθρ.84 Π.Κ.". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη με αριθμό 3491/2012 απόφασή του την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις οι οποίες το θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 28 και 302 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσης. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) στο αιτιολογικό, αναφέρονται εμπεριστατωμένα και επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και στα οποία στηρίχθηκε το δικαστήριο για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που υπέπεσε ο κατηγορούμενος, υπό την ιδιότητά του, ως προϊστάμενος συνεργείου συντήρησης οχημάτων της κοινωφελούς εταιρείας ΕΥΔΑΠ, που έθεσε σε κυκλοφορία ΙΧΦ αυτοκίνητο της ΕΥΔΑΠ, έχοντας τοποθετήσει σε αυτό ελαστικά με αναγομωμένη επιφάνεια πέλματος, με συνέπεια, να επέλθει μεταβολή των τεχνικών χαρακτηριστικών, στο δείκτη ταχύτητας και στην ικανότητα φόρτισης και να αποκολληθεί αιφνίδια το πρόσθετο αυτό αναγομωμένο πλέγμα του εμπρόσθιου αριστερού τροχού, να απωλέσει ακαριαία τον αέρα του και ο οδηγός του αυτοκινήτου αυτού Θ. Γ. να απωλέσει τον έλεγχο του οχήματος, να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, να συγκρουσθεί με σφοδρότητα με το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και να τραυματισθεί θανάσιμα ο οδηγός του τελευταίου Γ. Κ., β) το αιτιολογικό δεν συνιστά ακριβή αντιγραφή του διατακτικού, περιέχονται πλήρη τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αναφέρονται με σαφήνεια και χωρίς ενδοιαστικές παραδοχές και αντιφάσεις οι περιστάσεις που συνέβη το εν λόγω τροχαίο ατύχημα, στηρίζεται δε λεπτομερώς και στις διαπιστώσεις του ορισθέντος προανακριτικά από την Τροχαία Τεχνολόγου- Μηχανολόγου - Μηχανικού Γ. Μ., που αναφέρεται ως αίτιο, στο βλαβέν αριστερό εμπρόσθιο ελαστικό του αυτοκινήτου της ΕΥΔΑΠ, το οποίο ήταν αναγομωμένο και εκ του λόγου αυτού έγινε, πλήρης αποκόλληση της επιφάνειας του πέλματος του ελαστικού, ακαριαία απώλεια αέρα, εκτροπή του αυτοκινήτου αριστερά και επισυνέβη το εν λόγω θανατηφόρο ατύχημα, γ) δεν υπάρχει αντίφαση στο αιτιολογικό, από την αναφορά στην αρχή και την παραδοχή ότι όλα και τα τέσσερα ελαστικά του ζημιογόνου αυτοκινήτου της ΕΥΔΑΠ είχαν αναγομωμένη επιφάνεια πέλματος και από τη στη συνέχεια αναφορά ότι αναγομωμένο ελαστικό ήταν μόνο το εμπρόσθιο αριστερό, το οποίο επέφερε και το ατύχημα, αφού η αναφορά αυτή γίνεται στην επικληθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Μ., στην οποία αναφέρεται και το δικαστήριο διηγηματικά και έννομη σημασία έχει αν το συγκεκριμένο ελαστικό που εβλάβη επέφερε την εκτροπή του αυτοκινήτου και τη σύγκρουση και το θάνατο του άλλου οδηγού, πράγμα που το δικαστήριο τελικά αποδέχθηκε πλήρως αιτιολογημένα και όχι αν αναγομωμένα ήταν και τα τέσσερα ελαστικά ή μόνο το βλαβέν εμπρόσθιο αριστερό και δ) αιτιολογείται επαρκώς ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος υπευθύνου προϊσταμένου συνεργείου συντήρησης οχημάτων της ΕΥΔΑΠ να θέσει σε κυκλοφορία αυτοκίνητο της ΕΥΔΑΠ με αναγομωμένο ελαστικό, γεγονός που επιφέρει μεταβολή των τεχνικών χαρακτηριστικών, μεταβάλλοντας το δείκτη ταχύτητας και την ικανότητα φόρτισης σε βάρος στο μισό και του επελθόντος εν λόγω τροχαίου ατυχήματος και του θανάτου του οδηγού του ετέρου αυτοκινήτου. Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για εκ πλαγίου παράβαση και στέρηση νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από τη διάταξη του άρθρου 365 του ΚΠΔ συνάγεται ότι ακυρότητα της διαδικασίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη για τους λόγους που ενδεικτικά αναφέρονται σ' αυτή τη διάταξη. Όμως, δεν δημιουργείται καμία ακυρότητα όταν το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση αναγνώσει κατάθεση μάρτυρα της προδικασίας στο ακροατήριο και αν ακόμη δεν βεβαίωσε ότι η εμφάνιση του στο ακροατήριο ήταν αδύνατη, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν αντέλεξε. Εξάλλου, η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο αναγνωσθείσας κατάθεσης μάρτυρα, που έχει ληφθεί στην προδικασία, παραβιάζει δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. ε' της ΕΣΔΑ να θέσει ερωτήματα στους μάρτυρες, μόνο εφόσον έγινε παρά την εναντίωση τούτου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά επισκοπούνται, (σελ. 10) αναγνώσθηκε και η έκθεση ένορκη εξέταση μάρτυρα, που δόθηκε στην προδικασία, χωρίς να είναι αβέβαιη η ταυτότητά του και χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από τον κατηγορούμενο, όπως ρητά σημειώνεται στα πρακτικά αυτά. Επομένως, από την ανάγνωση της καταθέσεως του απόντος ως άνω μάρτυρος δε δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού δεν υπήρξε σχετική εναντίωση του παρόντος κατηγορουμένου, και κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, για παραβίαση των αρχών της προφορικότητας και δημοσιότητας της διαδικασίας, της αμεσότητας και της κατ'αντιδικία διεξαγωγής της δίκης και ότι δεν έτυχε δίκαιης δίκης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, δεν επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας, για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας σε σχέση µε άλλες προεκδοθείσες αναιρετικές αποφάσεις Ποινικών Τμημάτων του Αρείου Πάγου, που έκριναν παρόμοιες κατά τον αναιρεσείοντα περιπτώσεις "ασαφούς ταυτότητας αναγνωσθέντων εγγράφων", ενόψει του ότι κάθε περίπτωση είναι µοναδική και κρίνεται καθεαυτή, ενώ από καμιά διάταξη νόµου ή αρχή του δικαίου δεν επιβάλλεται στα δικαστήρια να ερµηνεύουν το νόµο σύµφωνα µε την ερµηνεία στην οποία προέβησαν µε προηγούµενες αποφάσεις τους.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 ΚΠΔ, η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά του παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση, οπότε και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1Β ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 3491/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε μετά από έφεση του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι μετά την έναρξη της διαδικασίας και την εκφώνηση των ονομάτων των μαρτύρων, ο κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου του, μέσω των κατατεθέντων αυτοτελών ισχυρισμών του, ζήτησε την ανάγνωση της προσκομισθείσας υπ'αυτού εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του τεχνολόγου οχημάτων Γ. Κ., πλην το δικαστήριο, χωρίς να δώσει το λόγο στον εισαγγελέα της έδρας επί του αιτήματος αυτού, δεν απάντησε καθόλου και έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας για παραβίαση υπερασπιστικού δικαιώματος του κατηγορουμένου, αλλά και για έλλειψη ακροάσεως του εισαγγελέα, ενώ με το να μην απαντήσει το δικαστήριο επί του εν λόγω αιτήματός του, υπερέβη σχετικώς την εξουσία του και παραβιάστηκε η αρχή της δίκαιης δίκης και της ισότητας των δικονομικών όπλων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατέθεσε και ανέπτυξε προφορικά αυτοτελείς ισχυρισμούς, από έξι σελίδες, στους οποίους αναφέρεται εξ ολοκλήρου σε επιχειρηματολογία και σχολιασμό των αποδεικτικών στοιχείων και καταλήγει σε αίτημα απαλλαγής από την κατηγορία, ενώ αντικρούοντας το σε βάρος του κατηγορουμένου πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης επί του οχήματος της ΕΥΔΑΠ που συνέταξε ο πραγματογνώμονας που ορίστηκε από την τροχαία Γ. Μ., επικαλέστηκε μία χωρίς αριθμό και ημερομηνία έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τεχνολόγου οχημάτων Γ. Κ., αναφέροντας απλώς και διηγηματικά ότι "προσκομίζεται προς ανάγνωση η από...έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τεχνολόγου οχημάτων Γ. Κ..." (σελ. 16 πρακτικών), χωρίς από τα πρακτικά αυτά να προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου, μαζί με την κατάθεση του σημειώματος των αυτοτελών αυτών ισχυρισμών του, όπως τους ονόμασε ο ίδιος, κατέθεσε και την ανωτέρω έγγραφη έκθεση πραγματογνωμοσύνης για ανάγνωση, ούτε στο τέλος των ισχυρισμών προκύπτει ότι υποβάλει τέτοιο αίτημα ανάγνωσης της πραγματογνωμοσύνης του Γ. Κ., παρά μόνον αναφέρεται στην ουσία εκθέτοντας υπερασπιστικά επιχειρήματα, αιτείται δε στο τέλος την απαλλαγή του, χωρίς να μορφοποιείται στο κατατεθέν και παρατιθέμενο στα πρακτικά κείμενο κάποιος συγκεκριμένος νόμιμος αυτοτελής ισχυρισμός ή κάποιο συγκεκριμένο αίτημα. Στη συνέχεια από τα πρακτικά αυτά του Εφετείου προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκε η παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Κ. και ότι ο εισαγγελέας της έδρας πρότεινε "την απόρριψη των ισχυρισμών του κατηγορουμένου και την ενοχή αυτού", ενώ ο συνήγορος του κατηγορουμένου που στη συνέχεια έλαβε το λόγο, αγόρευσε και ζήτησε, όπως ζητούσε και με τους ονομαζόμενους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς του, "την απαλλαγή του κατηγορουμένου και σε περίπτωση καταδίκης, την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α' και ε' του ΠΚ", χωρίς να αναφερθεί σε αίτημα ανάγνωσης της πραγματογνωμοσύνης αυτής του Γ. Κ. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν υποβλήθηκε στο δικαστήριο σαφές και ορισμένο αίτημα ανάγνωσης της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του Γ. Κ., ούτε προσκομίστηκε στο δικαστήριο επί της έδρας και παραδόθηκε στη διευθύνουσα τη δίκη δικαστή τέτοια έκθεση για να αναγνωσθεί και αυτή αρνήθηκε, ούτε μετά ταύτα ο συνήγορος του κατηγορουμένου, κατά της αρνήσεως αυτής, προσέφυγε για μη ανάγνωση σε ολόκληρο στο δικαστήριο, όπως εδικαιούτο, κατά το άρθρο 335 παρ.2 του ΚΠΔ, ώστε να επέλθει από τη μη ανάγνωση ακυρότητα της διαδικασίας, ενώ σημειώνεται ότι από τα ίδια τα πρακτικά συνεδριάσεως προκύπτει ότι ο πραγματογνώμονας αυτός εξετάστηκε στο ακροατήριο του Εφετείου ως μάρτυρας υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και αναφέρθηκε στην υπ'αυτού συνταχθείσα πραγματογνωμοσύνη, όπως και στην πραγματογνωμοσύνη του Γ. Μ. Επομένως, δε συντρέχει έλλειψη ακροάσεως του εισαγγελέα, ούτε επήλθε καμία ακυρότητα της διαδικασίας και παραβίαση υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και των αρχών της δίκαιης δίκης από τη μη ανάγνωση της παραπάνω εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και ο συναφής πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Β, Η και 170 παρ.2, 171 παρ.1 στοιχ. δ'του ΚΠΔ και 6 της ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών του Εφετείου, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μετά των από 19-3-2013 προσθέτων λόγων αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-10-2012 αίτηση του Ι. Κ. του Α., μετά των από 19-3-2013 προσθέτων λόγων αυτής, περί αναιρέσεως της με αρ. 3491/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Τροχαίο ατύχημα. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Δεν επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας σε σχέση με άλλες προεκδοθείσες αποφάσεις Ποινικών Τμημάτων του Αρείου Πάγου, που έκριναν παρόμοιες κατά τον αναιρεσείοντα περιπτώσεις "ασαφούς ταυτότητας αναγνωσθέντων εγγράφων", ενόψει του ότι κάθε περίπτωση είναι μοναδική και κρίνεται καθεαυτή, ενώ από καμία διάταξη νόμου ή αρχή του δικαίου δεν επιβάλλεται στα δικαστήρια να ερμηνεύουν το νόμο σύμφωνα με την ερμηνεία στην οποία προέβησαν με προηγούμενες αποφάσεις τους.
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 1
|
Αριθμός 878/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Π. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 99/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Δ. Α. του Α., 2) M. H. του A. και 3) A. A. του A..
Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1060/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 Ν. 3386/2005, "Πλοίαρχοι ... ή ... και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας, ή διευκολύνουν την μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β) με φυλάκιση τουλάχιστο δύο ετών και χρηματική ποινή δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ...". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι 1) θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, το οποίο πραγματοποιείται με καθένα από τους ανωτέρω τρόπους από τα πρόσωπα που αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στην χώρα ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν την μεταφορά ή προώθησή τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδό τους ως λαθρομεταναστών, 2) για την εκτέλεση του αδικήματος της μεταφοράς ή της προωθήσεως στο εσωτερικό της χώρας ή της διευκολύνσεως της μεταφοράς ή προωθήσεως αλλοδαπού μη έχοντος δικαίωμα εισόδου στο εσωτερικό της χώρας απαιτείται υποκειμενικώς δόλος είτε άμεσος είτε ενδεχόμενος.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η απαιτούμενη ως παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, την οποία πρέπει να περιέχει η καταδικαστική απόφαση, πρέπει να υπάρχει και να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, όπως είναι και ο αυτοτελής ισχυρισμός πραγματικής πλάνης, που προβλέπεται από το άρθρο 30 παρ.1 α ΠΚ, κατά το οποίο η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν αυτός κατά το χρόνο της τέλεσης της πράξης αγνοεί τα περιστατικά που τη συνιστούν. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 99/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για την αξιόποινη πράξη της διευκόλυνσης προωθήσεως στο εσωτερικό της Χώρας αλλοδαπών υπηκόων τρίτων Χωρών, σε ποινή καθείρξεως επτά ετών και σε χρηματική ποινή 20.000 ευρώ, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την εκτίμηση των μνημονευομένων στο αιτιολογικό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα και τους καταδικασθέντες συγκατηγορουμένους του: "Στις 26.7.2008, στο Τελωνείο Καστανιών, εμφανίστηκε τούρκος υπήκοος με στοιχεία G. V. του S., ο οποίος στους αρμόδιους υπαλλήλους του ελέγχου διαβατηρίων ανέφερε ότι προϊστάμενος του με το όνομα "Ο." στην επιχείρηση μεταφορών που εργαζόταν στην Τουρκία, τον είχε στείλει στην Ελλάδα για να εκτελέσει κάποια δουλειά και όταν έφθασε του αποκάλυψε ότι έπρεπε να παραλάβει ένα φορτηγό και να μεταφέρει με αυτό παράνομους μετανάστες που από την Τουρκία θα είχαν διεκπεραιωθεί στο Ελληνικό έδαφος μέσω του ποταμού Έβρου, σε καθορισμένο σημείο και ότι για τη μεταφορά αυτή θα συνεργαζόταν μαζί του κάποιοι έλληνες. Οι υπάλληλοι του Τελωνείου ειδοποίησαν τους αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Ορεστιάδας, οι οποίοι πληροφορήθηκαν τα ανωτέρω και από αφήγηση του προαναφερόμενου τούρκου υπηκόου, ο οποίος κατά τη διάρκεια της συζήτησης δεχόταν στο κινητό τηλέφωνο που κατείχε, και το οποίο είχε παραδώσει σ' αυτόν για το σκοπό της επικοινωνίας τους και της παροχής οδηγιών για τη συγκεκριμένη δράση του ο προϊστάμενος του, κλήσεις από τον τελευταίο και συζητούσε μαζί του, ενημέρωνε δε ακολούθως τους αστυνομικούς για το περιεχόμενο της συνομιλίας και τους αποκάλυψε ότι θα τον παραλάμβαναν άγνωστα σ' αυτόν άτομα που θα επέβαιναν σε επιβατηγό αυτοκίνητο μάρκας VW τύπου PASSAT, χρώματος ασημί για να του υποδείξουν το χώρο στον οποίο βρίσκονται οι παράνομοι μετανάστες και να τον μεταφέρουν στο φορτηγό με το οποίο θα γινόταν η μεταφορά. Έτσι, ο ανωτέρω τούρκος υπήκοος, συνεργάστηκε με τους αστυνομικούς και όταν παραλήφθηκε και επιβιβάστηκε στο ανωτέρω επιβατηγό αυτοκίνητο, το οποίο τον παρέλαβε από συγκεκριμένο σημείο που ορίστηκε, αφού οι επιβαίνοντες αυτού είχαν επικοινωνήσει μαζί του στο ίδιο κινητό τηλέφωνο, κινήθηκαν επί της Ε.Ο. Ορμενίου-Ορεστιάδας, και στο 21° χιλιόμετρο του υπέδειξαν το μέρος όπου ήταν κρυμμένοι οι μετανάστες και επέστρεψαν και μετέφεραν αυτόν στο χώρο του εργοστασίου ζάχαρης στην Ορεστιάδα, όπου ήταν σταθμευμένο φορτηγό αυτοκίνητο. Το ανωτέρω επιβατηγό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής και τύπου όπως είχε αναφέρει τα στοιχεία αυτά ο τούρκος υπήκοος, είχε αριθμό κυκλοφορίας ... και ανήκε στην κυριότητα του Χ. Σ., κατοίκου .... Οδηγός αυτού ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Π. του Δ. και συνοδηγός ο δεύτερος κατηγορούμενος Δ. Α. του Α.. Κατά τη διαδρομή προς τον τόπο στον οποίο βρισκόταν οι μετανάστες, ο πρώτος κατηγορούμενος έδωσε στον τούρκο υπήκοο το τηλέφωνο του για να μιλήσει με άτομο που είχαν επικοινωνήσει και πραγματικά ο ανωτέρω μίλησε με το άτομο αυτό, ο οποίος του έδωσε οδηγίες και τον ενημέρωσε ότι θα τον κατευθύνει τηλεφωνικά για τον τρόπο που θα ενεργεί. Επίσης, ο πρώτος κατηγορούμενος του έδωσε, όταν τον μετέφεραν στο χώρο που ήταν σταθμευμένο το φορτηγό, τα κλειδιά του φορτηγού αυτοκινήτου. Ο τούρκος υπήκοος, παρέλαβε τα κλειδιά, έθεσε σε κίνηση το φορτηγό αυτοκίνητο και κινήθηκε με αυτό μέχρι τον τόπο που του είχαν υποδείξει ότι αναμένουν για τη μεταφορά οι παράνομοι μετανάστες. Εκεί, όταν έφθασε, οι τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων, βοήθησαν τους μετανάστες να επιβιβαστούν στην καρότσα-θάλαμο του φορτηγού, έκλεισαν την πόρτα του από έξω και στη συνέχεια το φορτηγό αναχώρησε, ενώ οι τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων κινήθηκαν για να επιστρέψουν στην Τουρκία, όμως συνελήφθησαν από τους συνοριακούς φρουρούς οι οποίοι επιτηρούσαν την περιοχή, αφού είχαν αντιληφθεί έγκαιρα την ομάδα των παράνομων μεταναστών που είχε εισέλθει στη χώρα από την Τουρκία και παρακολουθούσαν τις κινήσεις τους. Έτσι, οι συνοριακοί φύλακες του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Ορεστιάδας, είχαν θέσει σε παρακολούθηση με βάρδιες την ομάδα αυτή των μεταναστών και ο συνοριακός φύλακας Γ. Τ. διαπίστωσε ότι ο μεν τρίτος κατηγορούμενος επέβλεπε την ομάδα και την περιοχή, ήλεγχε αυτήν για τον κίνδυνο να εμφανιστούν αστυνομικοί και έδειχνε με τις εν γένει κινήσεις του ότι γνωρίζει την περιοχή, ο δε τέταρτος κατηγορούμενος βρισκόταν πάντοτε με την ομάδα των μεταναστών, επικοινωνούσε τηλεφωνικά με το άτομο που είχε οργανώσει τη μεταφορά των μεταναστών ενημερώνοντας και λαμβάνοντας οδηγίες. Ο τέταρτος κατηγορούμενος αναγνωρίστηκε από κάποιους των παράνομων μεταναστών ως το άτομο που βοηθούσε αυτούς στο πέρασμα του ποταμού και το οποίο τους μετέφερε μέχρι το σημείο στο οποίο έγινε η επιβίβαση τους στο φορτηγό. Κατά τη μεταφορά των παράνομων μεταναστών επί της Ε.Ο. Ορμενίου-Ορεστιάδας, συνοριακοί φύλακες σταμάτησαν το φορτηγό αυτοκίνητο και ελέγχοντας τούτο διαπίστωσαν ότι μεταφέρονταν με αυτό οι 102 παράνομοι μετανάστες που αναφέρονται κατωτέρω. Αστυνομικοί δε σταμάτησαν το προαναφερόμενο επιβατηγό αυτοκίνητο και συνέλαβαν τους δύο πρώτους κατηγορουμένους στα κινητά τηλέφωνα των οποίων διαπιστώθηκε επικοινωνία με τον ίδιο αριθμό κλήσης με εκείνον που καλούσε τον τούρκο υπήκοο, οδηγό του φορτηγού αυτοκινήτου, ήτοι ... . Οι μεταφερόμενοι μετανάστες δήλωσαν ότι για το πέρασμα τους στην Ελλάδα και τη μεταφορά τους με το φορτηγό στην Αθήνα κατέβαλαν ένα ποσό χρημάτων σε άτομο που δεν αποκάλυψαν στην Τουρκία και θα κατέβαλαν το υπόλοιπο, μέχρι το ποσό των 5000 ευρώ καθένας, όταν έφθαναν στον προορισμό τους. Σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι άγνωστα άτομα στην Τουρκία, είχαν σχηματίσει οργάνωση με σκοπό την προώθηση παράνομων μεταναστών από διάφορες χώρες κυρίως από Πακιστάν και Αφγανιστάν στην Ελλάδα, αντί χρηματικής αμοιβής, για την επίτευξη δε του σκοπού αυτού απέστειλαν τον τούρκο υπήκοο G. V. για να οδηγήσει το φορτηγό στο οποίο θα επιβίβαζε τους παράνομους μετανάστες και θα τους μετέφερε στην Αθήνα, έχοντας αφήσει προς τούτο το με αριθμό τουρκικών πινακίδων κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσης φορτηγό αυτοκίνητο με το με αριθμό τουρκικών πινακίδων κυκλοφορίας ... επικαθήμενο, στο χώρο στάθμευσης του εργοστασίου βιομηχανίας ζάχαρης στην Ορεστιάδα, συνεργάστηκαν με τους ενταγμένους στην ομάδα προώθησης παράνομων μεταναστών δύο πρώτους κατηγορούμενους, ώστε οι τελευταίοι να οδηγήσουν στον τόπο όπου θα ανέμεναν οι παράνομοι μετανάστες για επιβίβαση στο φορτηγό καθώς και στον τόπο όπου το τελευταίο ήταν σταθμευμένο ώστε να παραδώσουν τα κλειδιά του στον ανωτέρω οδηγό που θα εκτελούσε τη μεταφορά και να μεριμνήσουν ακολούθως ως προπομποί κατά τη διαδρομή του φορτηγού ώστε να ενημερώνουν αυτόν για τυχόν ύπαρξη αστυνομικών κατά την πορεία του και να αποφύγει τον έλεγχο και την αποκάλυψη της μεταφοράς των παράνομων αλλοδαπών. Η οργάνωση αυτή απέβλεπε σε σημαντικό κέρδος όλων των μελών της δεδομένου ότι η αμοιβή που θα καταβάλλονταν από κάθε μεταφερόμενο ανέρχονταν σε 5000 ευρώ και με τον ανωτέρω τρόπο μεταφέρονταν ταυτόχρονα πολλοί μετανάστες. Η συμμετοχή των δύο πρώτων κατηγορουμένων, με γνώση ότι ενεργούσαν την προώθηση παράνομων, όπως πιο κάτω εκτίθεται, μεταναστών και δόλο για την τέλεση της πράξης αυτής, αποδεικνύεται όχι μόνο από όσα κατά τα'ανωτέρω εξέθεσε ο αρχικά συγκατηγορούμενός τους G. V. στους τελωνειακούς και αστυνομικούς, αλλά από το ότι όλα ενισχύθηκαν από την παρακολούθηση των αστυνομικών των κινήσεων τους, ήτοι της μεταφοράς του ανωτέρω τούρκου υπηκόου στον τόπο όπου κρυβόταν οι παράνομοι μετανάστες, στο χώρο όπου ήταν σταθμευμένο το φορτηγό αυτοκίνητο για να το παραλάβει και ακολούθως μέχρι την επιβίβαση των μεταναστών στο φορτηγό κινούνταν με το επιβατηγό αυτοκίνητο πλησίον του νοτίου κόμβου της Ορεστιάδας και δεν αναχώρησαν, όπως θα συνέβαινε εάν πραγματικά δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με την διακίνηση των παράνομων μεταναστών, καθώς και από το ότι στο τηλέφωνο που είχε στην κατοχή του ο πρώτος κατηγορούμενος υπήρχαν κλήσεις από το ίδιο με αριθμό κλήσεως κινητό τηλέφωνο από το οποίο είχε δεχθεί κλήσεις και ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου τούρκος υπήκοος G. V. από το άτομο το οποίο τον κατεύθυνε στον τρόπο δράσης και ενεργειών σχετικά με την μεταφορά των μεταναστών.
Συνεπώς, οι ισχυρισμοί τούτων ότι δεν αποδεικνύεται η τέλεση της πράξης από αυτούς καθόσον τέτοια κρίση στηρίζεται μόνο στη μαρτυρία του συγκατηγορουμένου τους στην πρωτοβάθμια δίκη G. V., καθώς και περί μη καταλογισμού της πράξης σ' αυτούς λόγω συνδρομής στο πρόσωπο τους πραγματικής πλάνης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, η συμμετοχή των τρίτου και τετάρτου των κατηγορουμένων, αποδεικνύεται από όσα ανωτέρω έγιναν δεκτά, το ότι αυτοί βοήθησαν τους παράνομους μετανάστες για να περάσουν τον ποταμό Έβρο και να εισέλθουν στο ελληνικό έδαφος, πριν από την άφιξη του φορτηγού αυτοκινήτου επέβλεπαν το χώρο όπου κρυβόταν οι παράνομοι μετανάστες, βοήθησαν αυτούς να επιβιβαστούν στο φορτηγό και όταν ολοκληρώθηκε η επιβίβαση έκλεισαν την πόρτα του φορτηγού, η οποία άνοιγε και έκλεινε μόνο εξωτερικά και δεν αληθεύει ο ισχυρισμός τους ότι και αυτοί ήταν μετανάστες που πέρασαν στην Ελλάδα για να προωθηθούν στο εσωτερικό της χώρας, καθόσον μάλιστα δεν επιβιβάστηκαν στο φορτηγό, αλλά αφού επιβίβασαν τους λοιπούς μετανάστες επιχείρησαν πάλι να επιστρέψουν στην Τουρκία. Όταν οι αστυνομικοί σταμάτησαν το φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο τούρκος υπήκοος G. V., διαπίστωσαν ότι με αυτό μεταφέρονταν 102 παράνομοι μετανάστες ήτοι αλλοδαποί υπήκοοι των κατωτέρω αναφερομένων χωρών, οι οποίοι είχαν εισέλθει στην Ελλάδα χωρίς να έχουν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, και χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, δεδομένου ότι δεν είχαν τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα για να είναι νόμιμη η είσοδος τους ήτοι κανονικό και ισχύον διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο που αναγνωρίζεται από διεθνείς συμβάσεις, που να φέρει θεώρηση εισόδου (VISA), είχαν εισέλθει στην Ελλάδα από μη ελεγχόμενη άγνωστη συνοριακή διάβαση των συνόρων με την Τουρκία, χωρίς να υποβληθούν σε έλεγχο κατά την άφιξη τους από τις αρμόδιες για το σκοπό αυτό αστυνομικές αρχές και συγκεκριμένα οι: Αλλοδαπός υπήκοος Αφγανιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1978 στο Αφγανιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Αφγανιστάν, άρρεν, ... γεν, 01/01/1986 στο Αφγανιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοοος Αφγανιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1987 στο Αφγανιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Σομαλίας, άρρεν, ... γεν. 01/01/1972 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματος έγγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Σομαλίας, άρρεν, ... γεν. 01/01/1990 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Σομαλίας, άρρεν, ... γεν. 01/01/1973 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματος έγγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Σομαλίας, άρρεν, ... γεν. 01/01/1956 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματος έγγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Σομαλίας, άρρεν, ... γεν. 01/01/1988 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Σομαλίας, άρρεν, ... γεν. 01/01/1982 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Σομαλίας, άρρεν, ... γεν. 01/01/1986 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Σομαλίας, άρρεν, (... γεν, 01/01/1978 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματος έγγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπηκοότητα Ακαθόριστη εθνικότητα Παλαιστίνης, άρρεν, (Eπ... γεν, 01/01/1971 στην Παλαιστίνη κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπηκοότητα Ακαθόριστη εθνικότητα Παλαιστίνης, άρρεν, ... γεν. 01/01/1982 στην Παλαιστίνη κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπηκοότητα Ακαθόριστη εθνικότητα Παλαιστίνης, άρρεν, ... γεν. 01/01/1980 στην Παλαιστίνη κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπηκοότητα Ακαθόριστη εθνικότητα Παλαιστίνης, άρρεν, ... γεν. 01/01/1973 στην Παλαιστίνη κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1980 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος έγγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1985 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 1/01/1990 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1986 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ, άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1990 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1985 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1987 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1987 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1988 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ.-άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1985 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1985 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1980 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1980 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος έγγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1983 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος έγγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1981 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος έγγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1986 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1990 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1980 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος έγγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1987 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1978 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος έγγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1986 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1977 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1986 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1985 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1985 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματoς άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δηλωσή του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν (ανήλικος), ... γεν. 01/01/1991 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1986 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν, 01/01/1989 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1990 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1986 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1976 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος έγγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1986 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1986 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν (ανήλικος), ... γεν. 01/01/1994 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1990 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος έγγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1990 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν (ανήλικος), ... γεν. 01/01/1992 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν (ανήλικος... γεν. 01/01/1993 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1982 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1979 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1988 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1978 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος έγγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1990 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος άρρεν, ... γεν. 01/01/1983 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν, ... γεν. 01/01/1983 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος έγγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Πακιστάν, άρρεν (ανήλικος), ... γεν. 01/01/1994 στο Πακιστάν κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Μπαγκλαντές, άρρεν, ... γεν. 01/01/1984 στο Μπαγκλαντές κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Μπαγκλαντές, άρρεν, ... γεν. 01/01/1978 στο Μπαγκλαντές κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Μπαγκλαντές, άρρεν, ... γεν. 01/01/1985 στο Μπαγκλαντές κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Μπαγκλαντές, άρρεν (ανήλικος), ... γεν. 01/01/1991 στο Μπαγκλαντές κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Μπαγκλαντές, άρρεν, ... γεν. 01/01/1990 στο Μπαγκλαντές κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Μπαγκλαντές, άρρεν, ... γεν. 01/01/1976 στο Μπαγκλαντές κάτοικος ομοίως, εγγράμματος έγγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχείο ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Μπαγκλαντές, άρρεν (ανήλικος), ... γεν. 01/01/1993 στο Μπαγκλαντές κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Μπαγκλαντές, άρρεν (ανήλικος), ... γεν. 01/01/1993 στο Μπαγκλαντές κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Μπαγκλαντές, άρρεν, ... γεν. 01/01/1988 στο Μπαγκλαντές κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Μπαγκλαντές, άρρεν, ... γεν. 01/01/1988 στο Μπαγκλαντές κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Μπαγκλαντές, άρρεν, ... γεν. 01/01/1983 στο Μπαγκλαντές κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Μπαγκλαντές, άρρεν, ... γεν. 01/01/1988 στο Μπαγκλαντές κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Μπαγκλαντές, άρρεν, ... γεν. 01/01/1987 στο Μπαγκλαντές κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Μπαγκλαντές, άρρεν, ... γεν. 01/01/1988 στο Μπαγκλαντές κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Μπαγκλαντές, άρρεν, ... γεν. 01/01/1986 στο Μπαγκλαντές κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Μπαγκλαντές, άρρεν, ... γεν, 01/01/1980 στο Μπαγκλαντές κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Μπαγκλαντές, άρρεν, ... γεν. 01/01/1984 στο Μπαγκλαντές κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. Άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Μπαγκλαντές, άρρεν, ... γεν. 01/01/1984 στο Μπαγκλαντές κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Σομαλίας, άρρεν, ... γεν. 01/01/1969 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματος έγγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Σομαλίας, άρρεν, ... γεν. 01/01/1985 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματος άγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπός υπήκοος Σομαλίας, άρρεν, ... γεν. 01/01/1962 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματος έγγαμος, μουσουλμάνος, επάγ. άνεργος στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση του. Αλλοδαπή υπήκοος Ερυθραίας, θήλυ, ... γεν. 01/01/1970 στην Ερυθραία κάτοικος ομοίως, εγγράμματη έγγαμη, μουσουλμάνα, επάγ. άνεργη στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση της. Αλλοδαπός υπήκοος Σομαλίας, θήλυ (ανήλικη), ... γεν. 01/01/2004 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματη, άγαμη, μουσουλμάνα, επάγ. άνεργη στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση της. Αλλοδαπή υπήκοος Νιγηρίας, θήλυ, ... γεν. 01/01/1988 στη Νιγηρία κάτοικος ομοίως, εγγράμματη, άγαμη, χριστιανή καθολική, επάγ. άνεργη στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση της. Αλλοδαπή υπήκοος Ερυθραίας, θήλυ, ... γεν. 01/01/1986 στην Ερυθραία κάτοικος ομοίως, εγγράμματη, άγαμη, χριστιανή ορθόδοξη, επάγ. άνεργη στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση της. Αλλοδαπή υπήκοος Νιγηρίας, θήλυ, (... γεν. 01/01/1981 στη Νιγηρία κάτοικος ομοίως, εγγράμματη, άγαμη, χριστιανή καθολική, επάγ. άνεργη στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση της. Αλλοδαπή υπήκοος Νιγηρίας, θήλυ, ... γεν. 01/01/1982 στη Νιγηρία κάτοικος ομοίως, εγγράμματη, άγαμη, χριστιανή καθολική, επάγ. άνεργη στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση της. Αλλοδαπή υπήκοος Σομαλίας, θήλυ, ... γεν. 01/01/1985 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματη έγγαμη, μουσουλμάνα, επάγ. άνεργη στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση της. Αλλοδαπός υπήκοος Σομαλίας, θήλυ (ανήλικη), ... γεν. 01/01/1991 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματη, άγαμη, μουσουλμάνα, επάγ. άνεργη στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση της. Αλλοδαπή υπήκοος Σομαλίας, θήλυ, ... γεν. 01/01/1990 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματη, άγαμη, μουσουλμάνα, επάγ. άνεργη στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση της. Αλλοδαπός υπήκοος Σομαλίας, θήλυ (ανήλικη), ... γεν. 01/01/1992 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματη, άγαμη, μουσουλμάνα, επάγ. άνεργη στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση της. Αλλοδαπός υπήκοος Σομαλίας, θήλυ (ανήλικη), (... γεν. 01/01/1992 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματη, άγαμη, μουσουλμάνα, επάγ. άνεργη στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση της. Αλλοδαπή υπήκοος Σομαλίας, θήλυ, ... γεν. 01/01/1990 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματη, άγαμη, μουσουλμάνα, επάγ. άνεργη στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση της. Αλλοδαπός υπήκοος Σομαλίας, θήλυ (ανήλικη), .... 01/01/1993 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματη, άγαμη, μουσουλμάνα, επάγ. άνεργη στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση της. Αλλοδαπός υπήκοος Σομαλίας, θήλυ (ανήλικη), ... γεν, 01/01/1998 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματη, άγαμη, μουσουλμάνα, επάγ. άνεργη στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση της. Αλλοδαπός υπήκοος Σομαλίας, θήλυ (ανήλικη), ... γεν, 01/01/1995 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματη, άγαμη, μουσουλμάνα, επάγ. άνεργη στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση της. Αλλοδαπός υπήκοος Σομαλίας, θήλυ (ανήλικη), ... γεν. 01/01/1996 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματη, άγαμη, μουσουλμάνα, επάγ. άνεργη στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση της. Αλλοδαπός υπήκοος Σομαλίας, θήλυ (ανήλικη), ... γεν. 01/01/1991 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματη, άγαμη, μουσουλμάνα, επάγ. άνεργη στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση της. Αλλοδαπή υπήκοος Σομαλίας, θήλυ, ... γεν. 01/01/1978 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματη έγγαμη, μουσουλμάνα, επάγ. άνεργη στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση της. Αλλοδαπός υπήκοος Σομαλίας, θήλυ (ανήλικη), ... γεν. 01/01/1993 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματη, άγαμη, μουσουλμάνα, άνεργη στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση της. Αλλοδαπός υπήκοος Σομαλίας, θήλυ (ανήλικη), ... γεν. 01/01/1996 στη Σομαλία κάτοικος ομοίως, εγγράμματη, άγαμη, μουσουλμάνα, άνεργη στοιχεία ληφθέντα κατά δήλωση της. Όλοι οι κατηγορούμενοι, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν για το δόλο και τη μορφή συμμετοχής τους στην οργανωμένη προώθηση των παράνομων αλλοδαπών, γνώριζαν ότι οι μεταφερόμενοι αλλοδαποί παράνομα κατά την εκτεθείσα έννοια είχαν εισέλθει στην Ελλάδα. Εξάλλου, ενόψει της οργάνωσης της επιχειρήσεως που κατέδειξε ότι υπήρχε σχεδιασμός όχι μόνο για την εκτέλεση της συγκεκριμένης προώθησης παράνομων μεταναστών, αλλά με πρόθεση επανειλημμένης με τον ίδιο τρόπο διακίνησης παράνομων μεταναστών προς την Ελλάδα, καθώς και ότι οι κατηγορούμενοι ως μέλη της ομάδας αυτής είχαν κατανεμημένους ρόλους και καθήκοντα, είχαν διαμορφώσει ως ομάδα την απαιτούμενη υποδομή με τη χρήση λέμβων και των αναγκαίων συμμετοχών που θα βοηθούσαν για τη διέλευση του ποταμού από συγκεκριμένα σημεία από τα οποία δεν θα διέτρεχαν κίνδυνο, τη συμμετοχή ατόμων αφενός μεν στην Τουρκία όπου γινόταν η υποδοχή των μεταναστών, η συγκέντρωση τους, ώστε οργανωμένα για πολλούς και όχι για μεμονωμένα άτομα να γίνει η προώθηση στο ελληνικό έδαφος, αφετέρου στην Ελλάδα ώστε οργανωμένα να γίνει η μεταφορά των πολλών τούτων μεταναστών στο εσωτερικό της χώρας με παροχή της αναγκαίας βοήθειας στον οδηγό που θα μετέφερε τους μετανάστες και την εξασφάλιση της αποφυγής κινδύνου εντοπισμού από τις αστυνομικές αρχές και σύλληψης, το Δικαστήριο κρίνει ότι η πράξη τελέστηκε κατ' επάγγελμα, δεδομένου ότι από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι κατηγορούμενοι, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, ενόψει μάλιστα και του σημαντικού ποσού που θα εισέπραταν για κάθε μεταφορά πολλών ατόμων. Κατ' ακολουθία ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης που τους αποδίδεται είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι επιβίβασαν τους παράνομους μετανάστες στο ανωτέρω φορτηγό, του οποίου ο θάλαμος, προορισμένος για μεταφορά προϊόντων, ήταν αεροστεγώς κλεισμένος, ο αέρας αυτού δεν ανανεώνονταν με οποιοδήποτε τρόπο και η μοναδική πόρτα εισόδου σ' αυτόν άνοιγε μόνο εξωτερικά. Λαμβανομένων υπόψη του ότι εντός του θαλάμου αυτού που είχε μήκος 13,60 μέτρα, πλάτος 2,42 μέτρα και ύψος 2,90 μέτρα, είχαν επιβιβαστεί 102 παράνομοι μετανάστες, ήτοι πολύ μεγάλος αριθμός ανθρώπων, την κατάσταση εξάντλησης που αυτοί βρισκόταν, τις δυσχερείς και δυσμενείς καιρικές συνθήκες κατά το χρόνο της μεταφοράς, καθόσον ήταν καλοκαιρινή περίοδος με υψηλές θερμοκρασίες, και στο εσωτερικό του θαλάμου, στον οποίο δεν λειτουργούσε ψυκτικό μηχάνημα, αναπτύσσονταν ακόμη μεγαλύτερες θερμοκρασίες, τη μεγάλη απόσταση στην οποία θα μεταφέρονταν οι επιβαίνοντες, και το γεγονός ότι λόγω της κατασκευής του οχήματος, αφενός μεν δεν υπήρχε δυνατότητα επικοινωνίας μεταξύ του οδηγού και των μεταφερομένων στο θάλαμο παράνομων μεταναστών ώστε αν παρίστατο ανάγκη να ζητηθεί η στάθμευση του φορτηγού αφετέρου δε η πόρτα του θαλάμου στον οποίο μεταφέρονταν αυτοί να μην υπάρχει δυνατότητα να ανοίξει από το εσωτερικό ώστε να αντιμετωπιστεί τυχόν εμφανιζόμενη κατάσταση κινδύνου, το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για τους μεταφερόμενους λόγω προβλημάτων ασφυξίας και εν γένει αναπνευστικών, τον οποίο δεν αναιρούσε η αφαίρεση μιας σανίδας από το δάπεδο του θαλάμου, και τη δημιουργία καταπακτής μήκους 3,85 μέτρων και πλάτους 25 εκατοστών του μέτρου, αφού δεν συνέβαλε στον καλό εξαερισμό αυτού, αλλά επιπλέον και για την περίπτωση ατυχήματος ή απότομης χρήσης του συστήματος πέδησης σοβαρού ή και θανατηφόρου τραυματισμού τους, δεδομένου ότι δεν υπήρχε κανένα μέτρο προστασίας των μεταφερόμενων αλλοδαπών ή στήριγμα για να κρατηθούν, ακόμη και αν βρισκόταν καθήμενοι κάτω στο δάπεδο της καρότσας, όπως προκύπτει από τα αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα και ιδιαίτερα την αναγνωσθείσα από 10.10.2008 πραγματογνωμοσύνη. Κατ' ακολουθία, ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της περιπτώσεως Γ' του άρθρου 88 παρ. 1 του ν. 3386/2005, ήτοι του κινδύνου των μεταφερομένων αλλοδαπών, είναι αβάσιμος. Επομένως, οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορούνται και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτής".
Με βάση αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Θράκης, διέλαβε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης με αρ. 99/2012 αποφάσεώς του, που συμπληρώνεται με το διατακτικό και συνιστούν ενιαίο σύνολο, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος διευκόλυνσης προώθησης από τα εξωτερικά σύνορα στην Ελληνική Επικράτεια λαθρομεταναστών υπηκόων ξένων χωρών, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 45 του ΠΚ και 4, 5, 6, 42, 84, 88 παρ.1 περ. γ' και παρ. 10 του Ν. 3386/2005, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, όσον αφορά τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος: α) αναφέρονται στο αιτιολογικό με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως που καταδικάστηκε, τετελεσμένης μη τελούσας σε στάδιο απόπειρας, αρχής εκτελέσεως και μη συνιστώσας προπαρασκευαστικής πράξεως, αφού τετελεσμένη είναι η πράξη και δια της προωθήσεως στο εσωτερικό της χώρας ή της διευκολύνσεως της μεταφοράς ή προωθήσεως αλλοδαπού μη έχοντος δικαίωμα εισόδου στο εσωτερικό της Χώρας, β) αναφέρονται στο αιτιολογικό, που συμπληρώνεται με το διατακτικό, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την τέλεση της παραπάνω πράξεως κατά συναυτουργία, η δε αιτίαση ότι κατά τις παραδοχές της αποφάσεως φέρεται ως απλός συνεργός, είναι ομοίως απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού κατά τις παραδοχές ενεργούσε ομαδικά με άλλους συναυτουργούς, ως κύκλωμα, απλώς με μεθοδευμένη κατανομή ρόλων, στην από την αρχή με σχεδιασμό διευκόλυνση προώθησης από τα εξωτερικά σύνορα στην Ελληνική Επικράτεια των 102 λαθρομεταναστών υπηκόων ξένων ανατολικών χωρών, γ) με επαρκή εμπεριστατωμένη και εκτενή αιτιολογία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απάντησε εμμέσως πλην σαφώς και απέρριψε ως αβάσιμο τον περί πραγματικής πλάνης προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κάτοικος ... με πρόθεση διευκόλυνε την προώθηση από τα εξωτερικά σύνορα στην Ελληνική Επικράτεια των 102 λαθρομεταναστών υπηκόων ξένων χωρών και δη πραγματοποίησε ένα ταξίδι μεγάλης αποστάσεως προκειμένου να μεταφέρει με τον συναυτουργό του συνοδηγό ΙΧΕ αυτοκινήτου, ένα Τούρκο οδηγό και να του παραδώσουν το κλειδί φορτηγού οχήματος για μεταφορά παράνομα εισελθόντων στη Χώρα αλλοδαπών σε άλλη πόλη, με γνώση ότι τελούν παράνομη πράξη και δ) επαρκώς αιτιολογείται η παραδοχή επιβαρυντικής περίστασης κινδύνου ζωής για άνθρωπο, των μεταφερομένων σε μεγάλη απόσταση παράνομα αλλοδαπών, που είχαν τοποθετηθεί σε γνώση των συγκατηγορουμένων στο εσωτερικό του φορτηγού που τους μετέφερε, χωρίς αυτό να διαθέτει αεραγωγούς που να επιτρέπουν την είσοδο αέρα και οξυγόνου, με μεγάλο κίνδυνο ασφυξίας αυτών.
Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, υπό την επίφαση της ελλείψεως πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με χρονολογία 12-9-2012 αίτηση - δήλωση του Γ. Π. του Δ., περί αναιρέσεως της με αρ. 99/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρο 88 παρ. 1 Ν. 3386/2005. Διευκόλυνση προώθησης από τα εξωτερικά σύνορα στην Ελληνική Επικράτεια λαθρομεταναστών υπηκόων ξένων χωρών (ΑΠ 522, 524/2011). Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή καιερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όσον αφορά την ενοχή και την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού συγγνωστής νομικής πλάνης.
|
Πόθεν έσχες
|
Πόθεν έσχες.
| 0
|
Αριθμός 877/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Μ. του Κ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Μαλανδρίνου, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νίκα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 14/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. συζ. Ε. Λ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Λαμίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 26 Φεβρουαρίου 2013 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 507/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 22-3-2012 (υπ' αριθμό πρωτ.2/2012) αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα, του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση, Δικαστηρίου στρεφομένη κατά της υπ' αριθμό 14/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας, είναι παραδεκτή (άρθρο 474 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ) και γι' αυτό η αίτηση αυτή, καθώς και οι επ' αυτής με χρονολογία 26-2-2013 πρόσθετοι λόγοι, που επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 509 παρ.2), πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 404 παρ. 2 εδ. α και β Π.Κ. σε συνδυασμό με τις παραγράφους 1 και 3 του ίδιου άρθρου τοκογλυφία διαπράττει όποιος κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτο περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου (εδ.α') και όποιος επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν από αυτή την απαίτηση, (εδ.β') τιμωρούμενος, αν επιχειρεί τοκογλυφικές πράξεις, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, μετά την τροποποίηση της παρ.3 του ως άνω άρθρου, με την παρ. 8 του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999, με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, απαιτείται η εκ μέρους του δράστη (δανειστή) συνομολόγηση ή λήψη για τον εαυτό του ή για τρίτο, περιουσιακών ωφελημάτων που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου. Βασικός όρος του αξιοποίνου της συγκεκριμένης συμπεριφοράς είναι τα περιουσιακά ωφελήματα που συνομολογεί ή λαμβάνει ο δράστης να υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου. Το έγκλημα αυτό μπορεί να τελεστεί με δύο τρόπους, οι οποίοι είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητοι μεταξύ τους, τελούν δε σε αληθινή πραγματική συρροή, και ειδικότερα, αφ' ενός μεν με τη συνομολόγηση και λήψη τοκογλυφικών ωφελημάτων, αφ' ετέρου δε με την επιδίωξη εκπλήρωσης των τοκογλυφικών ωφελημάτων που έχουν συνομολογηθεί. Ως κατ' επάγγελμα θεωρείται ότι διαπράττεται η τοκογλυφία, σύμφωνα με το άρθρο 13 στ του ΠΚ, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Για την επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τέλεσης του εγκλήματος της τοκογλυφίας δεν προσαπαιτείται να έχει ο δράστης και προηγουμένως καταδικαστεί για όμοια πράξη, ούτε να παραπέμπεται για περισσότερες τέτοιες πράξεις, δεδομένου ότι κριτήριο συνδρομής του επιβαρυντικού στοιχείου της κατ' επάγγελμα τέλεσης είναι η διαπίστωση είτε ύπαρξης πρόθεσης βιοπορισμού από αυτή, είτε ροπή προς τέλεση αυτής .
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 14/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για την αξιόποινη πράξη της επιδίωξης εκπληρώσεως τοκογλυφικών ωφελημάτων, που υπερβαίνουν το νόμιμο ποσοστό τόκου, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και τον καταδίκασε, σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι τη χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, την απολογία του κατηγορουμένου και τα έγγραφα, δέχθηκε, κατά λέξη, τα εξής: "Η εγκαλούσα Α. Λ. και ο σύζυγος της Ε. Λ. το έτος 1995 είχαν άμεση και επιτακτική ανάγκη από μετρητά χρήματα καθόσον εις βάρος ενός ακινήτου του Ε. Λ., που αποτελούσε και την οικογενειακή τους στέγη απειλείτο αναγκαστικός πλειστηριασμός, που είχε ορισθεί για τις 21-6-1995, δοθέντος ότι προκειμένου να διασώσουν την οικογενειακή τους στέγη είχαν συμφωνήσει να εμφανισθεί ως υπερθεματίστρια η μητέρα της εγκαλούσας Π. χήρα Α. Χ. και έτσι να παραμείνει το ακίνητο σε αυτούς. Έτσι, κατόρθωσαν να συγκεντρώσουν το ποσό των 4,000.000 δραχμών, ως εγγύηση, για τη συμμετοχή της μητέρας της εγκαλούσας στον πλειστηριασμό, από το οποίο 1.000.000 δρχ. δανείσθηκαν από τον Ν. Μ. του Δ., ο οποίος και αντιπροσώπευσε τη μητέρα της εγκαλούσας κατά την ημέρα του πλειστηριασμού. Με την υπ' αριθμ. .../21-6-1955 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού του συμβολαιογράφου Αταλάντης Στέφανου Κατσούδα, που είχε οριστεί υπάλληλος του πλειστηριασμού, το ακίνητο κατακυρώθηκε στην Π. χήρα Α. Χ. (μητέρα της εγκαλούσας), αντί τιμήματος 16.002.000 δραχμών. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού Στέφανος Κατσούδας επέτρεψε την καταβολή του υπολοίπου (πέραν των 4.000.000 δρχ.) πλειστηριάσματος μέσα στην προθεσμία των 15 ημερών, δηλαδή μέχρι 6-7-1995. Ο σύζυγος της εγκαλούσας είχε υποβάλλει αίτηση στην Συνεταιριστική Τράπεζα Λαμίας, προκειμένου να δανειοδοτηθεί από αυτήν με το ποσό των 13.000.000 δρχ., το οποίο και έλαβαν τελικώς, στις 13-7-1995 και ενώ είχε λήξει η προθεσμία που τους είχε δοθεί για την καταβολή του υπολοίπου του πλειστηριάσματος, πλην όμως, από το αιτηθέν ποσό η τράπεζα παρακράτησε 1.500.000 δρχ., 1.000.000 δρχ. επέστρεψαν στον Ν. Μ., που τους το είχε δανείσει και 1.500.000 δρχ. κατέθεσε ο σύζυγος της εγκαλούσας σε τραπεζικό του λογαριασμό και έτσι είχαν στη διάθεση τους πλέον μόνον 9.000.000 δρχ., έναντι του απομένοντος πλειστηριάσματος των 12.000.000 δραχμών, το οποίο τους πίεζε να καταβάλουν ο συμβολαιογράφος - υπάλληλος του πλειστηριασμού, δοθέντος ότι είχε ήδη εκπνεύσει η προθεσμία, που τους είχε δώσει. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος γνώριζε την επιτακτική τους οικονομική ανάγκη προσφέρθηκε να δανείσει στην εγκαλούσα το ποσό των 3.000.000 δραχμών, λέγοντας της, ότι μπορεί να το εξοφλήσει σταδιακά χωρίς χρονικό περιορισμό. Κατ' αυτόν τον τρόπο, αφού πείσθηκε η εγκαλούσα στα λεγόμενα του, στις 13-7-1995, μετέβη με τον κατηγορούμενο στο συμβολαιογραφείο, που διατηρούσε στην Αταλάντη ο υπάλληλος του πλειστηριασμού Στέφανος Κατσούδας, για να συνταχθεί η πράξη κατάθεσης υπολοίπου πλειστηριάσματος και το συμβολαιογραφικό έγγραφο του δανείου. Ο κατηγορούμενος, όμως, που είχε σκοπό να λάβει για τον εαυτό του από το δάνειο, που υποσχέθηκε, περιουσιακά ωφελήματα, που υπερέβαιναν το κατά το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, της ζήτησε να συντάξουν αντί του συμβολαίου δανείου, εικονικό προσύμφωνο πώλησης του ακινήτου, στο οποίο αυτός θα εμφανιζόταν ως αγοραστής, που είχε καταβάλει ως προκαταβολή το ποσό των 8.000.000 δρχ., δηλαδή το ποσό του δανείου εκ 3.000.000 δρχ. προσαυξημένο κατά 5.000.000 δρχ. Στο προσύμφωνο αυτό θα συμφωνούσαν ότι η πωλήτρια-μητέρα της εγκαλούσας, Π. Χ. θα μπορούσε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πωλήσεως, με την προϋπόθεση να επιστρέψει στον κατηγορούμενο την αναφερόμενη προκαταβολή των 8.000.000 δρχ. μέχρι τις 12-12-1995, που θα οριζόταν ως η καταληκτική ημερομηνία υπογραφής του οριστικού συμβολαίου. Σε περίπτωση παρέλευσης της άνω προθεσμίας, ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να μεταβιβάσει με αυτοσύμβαση το ακίνητο στον εαυτό του, αφού πρώτα καταβάλει στην πωλήτρια το υπόλοιπο του τιμήματος ή να επιδιώξει δικαστικά την απόδοση της προκαταβολής, που φερόταν ότι είχε δώσει. Με τη συμφωνία αυτή ο κατηγορούμενος επεδίωκε να αποκτήσει ανταπαίτηση σε βάρος της εγκαλούσας, ποσού 8.000.000 δρχ., για παροχή δανείου, που συνήφθη στις 13-7-1995, ποσού 3.000,000 δρχ., δηλαδή ανταπαίτηση, που ενσωμάτωνε τόκους 5.000.000 δρχ., για χρονικό διάστημα πέντε μηνών (από 13-7-1995 έως 12-12-1995), που ήταν σαφώς ανώτεροι του κατά νόμο θεμιτού ποσοστού του τόκου, εφόσον το επιτόκιο ανερχόταν σε 166%. Κάτω από την έντονη ψυχολογική πίεση για την εξεύρεση χρημάτων, που αντιμετώπιζε η εγκαλούσα, δέχθηκε την πρόταση αυτή και έτσι με το πληρεξούσιο της μητέρας της, που διέθετε, της οποίας τη συναίνεση είχε, καταρτίσθηκε το υπ' αριθμ. .../14-7-1995 εικονικό προσύμφωνο πώλησης του ακινήτου του συμβολαιογράφου Στέφανου Κατσούδα με τους προαναφερόμενους όρους και αναγραφόμενο τίμημα πωλήσεως 25.000.000 δρχ., ενώ ταυτόχρονα συντάχτηκε η υπ' αριθμ. .../14-7-1995 πράξη κατάθεσης υπολοίπου πλειστηριάσματος αυτού. Με την υπ' αριθμ. .../5-12-1995 πράξη του ως άνω συμβολαιογράφου παρατάθηκε η ισχύς του προσυμφώνου μέχρι τις 8-1-1996, πλην όμως, η εγκαλούσα και ο σύζυγος της δεν μπορούσαν να αποδώσουν στον κατηγορούμενο το κεφάλαιο με τους τοκογλυφικούς τόκους δηλ. τα 8.000.000 δρχ. Μετά από αυτά ο κατηγορούμενος άσκησε κατ' αυτών την από 24-1-2001 και με αύξ. αρ. κατάθ. 1733/ΤΜ195/30-5-2001 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία ζητούσε την καταψήφιση αυτών στο ποσό των 8.000.000 δρχ., προερχόμενο από την προκαταβολή, που έδωσε με βάση το προαναφερόμενο προσύμφωνο, στο οποίο υπεκρύπτετο, όπως προελέχθη, τοκογλυφική σύμβαση δανείου, δηλαδή επεδίωξε να εισπράξει τοκογλυφικά ωφελήματα, που πηγάζουν από τοκογλυφική απαίτηση, πράξη, που αποτελεί έναν από τους τρόπους τέλεσης του εγκλήματος της τοκογλυφίας του άρθρου 404 ΠΚ (βλ. ΑΠ 604/2000 Ποιν.Δ. 2000, 920). Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε τοκογλυφικές πράξεις επανειλημμένα με το σκοπό πορισμού εισοδήματος, δοθέντος ότι στην περιοχή ... είχε αναπτύξει παρόμοια δραστηριότητα, το γεγονός δε αυτό καταθέτει η μάρτυρας Δ. Θ., αλλά και ο μάρτυρας Κ. Π., η πρώτη μάλιστα αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος προς εξασφάλιση δανείων, που της χορήγησε, την υποχρέωνε να εκδίδει επιταγές, που ενσωμάτωναν τοκογλυφικούς τόκους, στη συνέχεια δε εξέδιδε διαταγές πληρωμής με βάση τις επιταγές αυτές, κατά των οποίων η μάρτυρας αυτή άσκησε ανακοπές, με τις οποίες ζητούσε την ακύρωση των διαταγών πληρωμής, για το λόγο ότι οι επιταγές με βάση τις οποίες εκδόθηκαν, ενσωμάτωναν τοκογλυφικούς τόκους, εκδόθηκαν δε στη συνέχεια οι υπ' αριθμ. 1394/1997, 135/1998, 1338/1998, 297/1999 και 316/1999 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με τις οποίες ακυρώθηκαν οι διαταγές πληρωμής, που είχαν εκδοθεί, καθόσον οι επιταγές, με βάση τις οποίες εκδόθηκαν αυτές ενσωμάτωναν τοκογλυφικούς τόκους. Επίσης, ο κατηγορούμενος είχε παραπεμφθεί και παλαιότερα στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαμίας με την κατηγορία της τοκογλυφίας κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση μετά από μήνυση του Β. Θ. και της Δ. Θ.. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος του ότι, στη Λαμία, στις 30-5-2001, επεδίωξε την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων, που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, συνομολογηθέντων κατά την παροχή και παράταση της προθεσμίας πληρωμής δανείου, επιχειρεί δε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις αυτού του είδους, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της απόφασης. Κατόπιν αυτών οι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, που στο σύνολο τους συνιστούν άρνηση της κατηγορίας, πρέπει ν' απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι". Στο διατακτικό τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στη Λαμία, στις 30-5-2001, επιδίωξε την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων, δηλαδή περιουσιακών ωφελημάτων που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, συνομολογηθέντων κατά την παροχή και παράταση της προθεσμίας πληρωμής δανείου, επιχειρεί δε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις αυτού του είδους. Ειδικότερα, άσκησε εναντίον της Π. Χ. χας Α., την από 24-1-2001 και με αύξ. αριθμ. εκθ. καταθ. 1733/ΤΜ 195/30-5-2001 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, ζητώντας την απόδοση προς αυτόν του ποσού των 8.000.000 δρχ. ισχυριζόμενος ότι το ποσό αυτό αντιπροσώπευε την προκαταβολή που είχε καταβάλει στην εναγομένη κατά τη γενόμενη προσυμφωνηθείσα μεταξύ τους πώληση προς αυτόν ακινήτου, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../14-7-1995 προσυμφώνου του συμβολαιογράφου Κωνσταντίνου Κατσούδα, λόγω του ότι είχε υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, πλην όμως η ανωτέρω σύμβαση ήταν εικονική, υποκρύπτουσα σύμβαση δανείου που είχε συνάψει με την εγκαλούσα, Α. σύζ. Ε. Λ., μητέρα της εναγομένης, στις 14-7-1995, κατά την οποία είχε συνομολογήσει για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν προφανώς το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, δεδομένου ότι για κεφάλαιο ύψους 3.000.000 δρχ. συναφθέντος στις 14-7-2005, αποδοτέο κατά τη συμφωνία τους αρχικά στις 12-12-1995 και κατόπιν δοθείσας εκ μέρους του προθεσμίας πληρωμής στις 8-1-1996, συνομολόγησε τόκους ύψους 5.000.000 δρχ. (166% επιτόκιο για χρονικό διάστημα πέντε περίπου μηνών). Ο κατηγορούμενος επιχειρεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις αυτού του είδους, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση τους προκύπτει σκοπός για πορισμό μόνιμου και σημαντικού εισοδήματος, καθώς και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του εγκλήματος της τοκογλυφίας, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας στο σκεπτικό όπως αυτό αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω, απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της κακουργηματικής (κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια) επιδίωξης τοκογλυφικών ωφελημάτων, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13στ, 14, 16, 17, 18α, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 52, 79, 404 παράγραφοι 2 περ. β-α και 3 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν τις παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή αιτιολογίες ή με άλλον τρόπο, και έτσι δε στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα κρίσης όλα τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης απόφασης και ειδικότερα όλες τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, μεταξύ των οποίων 1) την 413/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Λαμίας, το γεγονός δε ότι εξαίρονται οι καταθέσεις των μαρτύρων Δ. Θ. και Κ. Π. δεν υποδηλώνει ότι οι καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα δε λήφθηκαν υπόψη, και 2) η 200/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας, το γεγονός δε, ότι δεν εξαίρεται η κατάθεση του μάρτυρα Κ. - Σ. Κ., τότε συμβολαιογράφου Αταλάντης, που περιέχεται σε αυτήν, δεν υποδηλώνει ότι η κατάθεση αυτή δε λήφθηκε υπόψη, β) προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο χρόνος και οι εν γένει περιστάσεις υπό τις οποίες επιδίωξε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων, με την άσκηση της με αρ. κατ. 1733/ΤΜ 195/30-5-2001 αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας κατά της Π. Χ. χας του Α., μητέρας της εγκαλούσας, ζητώντας την απόδοση ποσού 8.000.000 δρχ. ισχυριζόμενος ότι το ποσό αυτό αντιπροσώπευε την προκαταβολή που είχε καταβάλει στην εναγομένη, κατά τη γενομένη προσυμφωνηθείσα μεταξύ τους πώληση προς αυτόν ακινήτου, δυνάμει του .../1995, προσυμφώνου του συμβολαιογράφου Κων/νου Κατσούδα, λόγω του ότι είχε υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, πλην όμως η σύμβαση αυτή ήταν εικονική, υποκρύπτουσα σύμβαση δανείου που είχε συνάψει με την εγκαλούσα Α. Λ., στις 14-7-1995, κατά την οποία είχε συνομολογήσει για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, δεδομένου ότι για κεφάλαιο δανείου 3.000.000 δρχ. συναφθέντος στις 14-7-1995, αποδοτέο κατά τη συμφωνία τους αρχικά στις 12-12-1995 και κατόπιν δοθείσας εκ μέρους του προθεσμίας πληρωμής στις 8-1-1996, συνομολόγησε τόκους ύψους 5.000.000 δρχ. (ποσοστό 166/% για χρονικό διάστημα πέντε μηνών), γ) αιτιολογείται πλήρως η κρίση του δικαστηρίου, με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων ενεργεί τοκογλυφικές πράξεις επανειλημμένα με σκοπό πορισμού εισοδήματος, με την παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών από τα οποία προκύπτει παρόμοια δραστηριότητα που είχε αναπτύξει στην περιοχή ..., όπου διέμενε, περί της οποίας κατέθεσαν οι μάρτυρες Δ. Θ. και Κ. Π., δ) αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι από την επανειλημμένη τέλεση των ως άνω τοκογλυφικών πράξεων, προκύπτει και σταθερή ροπή του αναιρεσείοντος για την τέλεση της πράξεως αυτής, ως στοιχείο της προσωπικότητας του.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. σχετικός, I έως και V λόγοι του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, και Ι έως VII του δικογράφου των προσθέτων λόγων καθώς και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. VIIΙ λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων με τους οποίους, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, όταν διατάχθηκε η αναβολή της δίκης για κρείσσονες (ισχυρότερες) αποδείξεις, στο δικαστήριο της ουσίας ανήκει η κρίση περί του αν μπορεί αυτό να μορφώσει ασφαλή δικανική πεποίθηση για τη δικαζόμενη υπόθεση με τους μάρτυρες που εμφανίσθηκαν. Ενόψει τούτων, το δικαστήριο της ουσίας το οποίο επιλαμβάνεται της υποθέσεως μετά από απόφαση, με την οποία διατάχθηκαν κρείσσονες αποδείξεις, κατά το άρθρο 355 του ΚΠΔ, μπορεί και αν δεν κλητευθούν ή δεν εμφανισθούν οι μάρτυρες των οποίων είχε διατάξει την προσέλευση, να προχωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως και να ανακαλέσει έτσι εμμέσως την προεκδοθείσα απόφασή του, σύμφωνα με το άρθρο 548 του ΚΠΔ, χωρίς να απαιτείται ειδική αιτιολογία (ΑΠ 743/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την 95/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας είχε αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεως για να κληθούν και προσέλθουν οι εκ της διαδικασίας προκύψαντες μάρτυρες Α. Θ., Χ. Σ., Κ. Τ. και Κ. Ζ. και ορίστηκε ρητή δικάσιμος για την 25-1-2012, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο εμφανίσθηκαν μόνο οι δυο από τους παραπάνω μάρτυρες Χ. Σ. και Κ. Τ. και το Δικαστήριο προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως, ανακαλώντας έτσι εμμέσως την προεκδοθείσα απόφαση του, σύμφωνα με το άρθρο 548 του ΚΠΔ, χωρίς να απαιτείται ειδική αιτιολογία, η δε αντίθετη με τα παραπάνω αιτίαση του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν επικαλείται ότι, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως, υπέβαλε αίτημα νέας αναβολής για ισχυρότερες αποδείξεις προς εξέταση των μαρτύρων που δεν εμφανίσθηκαν, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, σύμφωνα και με όσα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρθηκαν.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. σχετικός, ΙV λόγος του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το σκέλος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για τον παραπάνω λόγο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, του άρθρου 404 Π.Κ., όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 14 παρ. 8 του Ν. 2721/3-6-1999, "1. Όποιος σε δικαιοπραξία για την παροχή οποιασδήποτε πίστωσης, ανανέωσής της ή παράταση της προθεσμίας πληρωμής εκμεταλλεύεται την ανάγκη, την πνευματική αδυναμία, την κουφότητα, την απειρία ή την ψυχική έξαψη εκείνου που παίρνει την πίστωση, συνομολογώντας ή παίρνοντας για τον εαυτό του ή για τρίτον περιουσιακά ωφελήματα, που ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις είναι προφανώς δυσανάλογα προς την παροχή του υπαιτίου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή. 2. Με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και: α) όποιος, ανεξάρτητα από τους πιο πάνω όρους, κατά την παροχή ή την παράταση της προθεσμίας πληρωμής, κατά την ανανέωση ή την προεξόφληση δανείου, συνομολογεί ή παίρνει για τον εαυτό του ή για τρίτο περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό του τόκου, β) Όποιος απαλλοτριώνει παραπέρα ή δίνει ως ενέχυρο κάποια απαίτηση που απέκτησε και που είναι του είδους που αναφέρεται στην παρ. 1 ή στην παρ. 2 στοιχ. α' ή επιδιώκει την εκπλήρωση τοκογλυφικών ωφελημάτων που πηγάζουν απ' αυτήν την απαίτηση. 3 Αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις των παρ. 1 και 2, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή. 5. Η ποινική δίωξη των πράξεων των παρ. 1 και 2 ασκείται ύστερα από έγκληση". Με το άρθρο 14 παρ. 8 του Ν. 2721/3-6-1999 επήλθε νομοθετική μεταβολή στις ποινικές κυρώσεις του ανωτέρω εγκλήματος της τοκογλυφίας και ειδικότερα, στη μεν παράγραφο 1 του άρθρου 404 Π.Κ. η φράση "με φυλάκιση μέχρι δύο ετών" αντικαταστάθηκε με τη φράση "με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών", στη δε παράγραφο 3 του άρθρου αυτού η φράση "με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών" αντικαταστάθηκε με τη φράση "με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών", ενώ η παράγραφος 5 του ίδιου άρθρου καταργήθηκε. Όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις, για την ποινική δίωξη της πράξεως της τοκογλυφίας με την επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τέλεσής της, και πριν από την τροποποίηση του άρθρου 404 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ. 8 του ως άνω Ν. 2721/1999 δεν απαιτούνταν έγκληση. Η έγκληση προβλεπόταν μόνο για τις πράξεις της τοκογλυφίας στις παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού (αυτές δηλαδή που δεν τελούνταν κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια κατά την παράγραφο 3), από την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, η οποία καταργήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 8 εδ. γ' του ως άνω Ν. 2721/3-6-1999, από της ισχύος του οποίου για την ποινική δίωξη, κάθε μορφής τοκογλυφίας δεν απαιτείται πλέον έγκληση.
Συνεπώς, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι το Δικαστήριο της ουσίας καταδικάζοντας αυτόν για την πράξη της τοκογλυφίας, αντί να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, αφού είχε εξαλειφθεί το αξιόποινο της πράξεως, λόγω ελλείψεως νομίμου εγκλήσεως, κατά την παρ.5 του άρθρου 404 του ΠΚ όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το Ν. 1721/1999 είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ανωτέρω πράξη της τοκογλυφίας τελέστηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και επομένως, για τη δίωξη αυτής, όπως προαναφέρθηκε, δεν απαιτούνταν έγκληση. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. IX και X πρόσθετοι λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της παραπάνω ουσιαστικής διάταξης, διότι για την ποινική δίωξη της πράξεως αυτής απαιτούνταν έγκληση, η οποία δεν υποβλήθηκε, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες υπό την επίκληση των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως αβάσιμη, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμό πρωτ. 2/22-3-2012 αίτηση του Α. Μ. του Κ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις δικαστικές φυλακές Μαλανδρίνου, και τους από 26-2-2013, Πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 14/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική τοκογλυφία (επιδίωξη εκπλήρωσης τοκογλυφικών ωφελημάτων) κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Σύναψη προσυμφώνου αγοραπωλησίας με υποκρυπτόμενη σύμβαση δανείου με τοκογλυφικό τόκο. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης Εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω μη υποβολής έγκλησης. Η υποβολή έγκλησης δεν απαιτείτο για την κακουργηματική πλαστογραφία (κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση) τόσο υπό την αρχική μορφή του άρθρου 404 Π.Κ, όσο και μετά την τροποποίηση του άρθρου αυτού, με το άρθρο 14 παρ.8 του ν. 1721/1999. Μόνο για τις πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξεις των παρ. 1 και 2 του παραπάνω άρθρου απαιτείτο έγκληση πριν από την ισχύ του Ν. 1721/1999, μετά την ισχύ του ν. αυτού δεν απαιτείται έγκληση ούτε γι αυτές. Το δικαστήριο της ουσίας το οποίο επιλαμβάνεται της υποθέσεως μετά από απόφαση, με την οποία διατάχθηκαν κρείσσονες αποδείξεις, μπορεί και αν δεν κλητευθούν ή δεν εμφανισθούν οι μάρτυρες των οποίων είχε διατάξει την προσέλευση, να προχωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως και να ανακαλέσει έτσι εμμέσως την προεκδοθείσα απόφασή του, σύμφωνα με το άρθρο 548 ΚΠΔ, χωρίς να απαιτείται ειδική αιτιολογία. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Τοκογλυφία
|
Τοκογλυφία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 864/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη),- Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου- Πετρουλάκη, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη- Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Ν., περί αναιρέσεως της 672/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Καστοριάς. Με πολιτικώς ενάγουσα: "PROTON BANK A.E.", που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Πουρνάρα.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Καστοριάς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 84/13.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972), ορίζετο, "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα, επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 και ορίσθηκε ότι, "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Κατά το ίδιο άρθρο 79 παρ.1 του άνω ν. 5960/1933, περί επιταγής, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/72, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ.1 περ. α του Ν.2408/1996, ορίζεται πλέον ότι "εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από πληρωτή γιατί δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της , τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγούμενης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι, το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν, α) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, β) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, γ) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και δ) έλλειψη αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, δόλος, η ύπαρξη του οποίου δεν απαιτείται να αιτιολογείται ιδιαιτέρως , για δε την ύπαρξή του αρκεί η γνώση του εκδότη για την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων. Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος)δόλος και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως. Άρα, για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα. Ήτοι, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ' αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίησή της από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία τέλος της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 672/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καστοριάς, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, σε δεύτερο βαθμό, για τη πράξη της εκδόσεως μίας ακάλυπτης επιταγής ποσού 60.000 ευρώ(παράβαση του άρθρου 79 του ν. 5960/1933), με την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 β ΠΚ, σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή: " Ο κατηγορούμενος στο ... στις 15 Δεκεμβρίου 2009, ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΜΟΝ. ΕΠΕ", εξέδωσε μία επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος με αριθμό ... ποσού εξήντα χιλιάδων ευρώ [60.00] ευρώ, σε χρέωση του υπ' αριθμόν ... λογαριασμού που τηρούσε στην ανωτέρω τράπεζα και σε διαταγή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΛΕΦΩΝΩΝ Α.Ε.". Η τελευταία εμφάνισε την επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα στις 6-11-2009, ωστόσο αυτή δεν πληρώθηκε, διότι στον ανωτέρω υπ'αριθμ. ... λογαριασμό δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της ανωτέρω μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης της επίδικης επιταγής, όσο και κατά το χρόνο πληρωμής αυτής και παρόλα αυτά προχώρησε στην έκδοση της επίδικης επιταγής. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση στοιχειοθετείται η υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης και για το λόγο αυτό ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη αυτή".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη 672/2012 απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ως εκδότης, νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής Μονοπρόσωπης ΕΠΕ, τις αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην αναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933, όπως τροποποιήθηκε, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται νόμιμης βάσης. Δεν ήταν δε αναγκαία και ιδιαίτερη αναφορά στην αιτιολογία, της από μέρους του κατηγορουμένου γνώσεως του ακαλύπτου της αναφερόμενης επιταγής, την οποία αυτός εξέδωσε, ούτε περιστατικών από τα οποία συνάγεται η γνώση αυτή, αφού όπως αναφέρθηκε για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί πλέον (μετά δηλαδή την ισχύ από το έτος 1972 του ν.δ. 1325/1972) ο απλός δόλος και δεν είναι αναγκαίος ο άμεσος δόλος, η εν γνώσει δηλαδή ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, πλέον του ότι στο προεκτεθέν αιτιολογικό αιτιολογείται ρητά και η γνώση αυτή του κατηγορουμένου με την παραδοχή στο αιτιολογικό ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή γνωρίζοντας ότι η εν λόγω ΕΠΕ της οποίας ήταν διαχειριστής, δεν έχει διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Εθνική τράπεζα της Ελλάδος, τόσον κατά το χρόνο εκδόσεως, όσον και κατά το χρόνο πληρωμής αυτής . Επομένως τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, με τον εκ του άρθρου 510 παρ 1 περ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, πρώτο και δεύτερο λόγο αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία της αποφάσεως, εκ της μη ειδικής αιτιολογίας του στοιχείου της γνώσεως, από μέρους του κατηγορουμένου, του ακαλύπτου της επιταγής και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας Α.Ε. ( άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 2/27-12-2012 αίτηση του Γ. Ν. του Ν. για αναίρεση της με αρ. 672/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καστοριάς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας " PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, εκ ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής (άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933). Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου. Δεν είναι αναγκαία ιδιαίτερη αναφορά στην αιτιολογία, της από μέρους του κατηγορουμένου γνώσεως του ακαλύπτου της αναφερόμενης επιταγής, την οποία αυτός εξέδωσε, αφού για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί πλέον, μετά δηλαδή την ισχύ το έτος 1972 του ν.δ. 1325/1972, ο απλός δόλος και δεν είναι αναγκαίος ο άμεσος δόλος, η εν γνώσει δηλαδή ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, πλέον του ότι αιτιολογείται αυτή με την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή με πρόθεση (ΑΠ 1017/2012,136/2010, ΑΠ 1/2009, ΑΠ 1117, 1080/2008, ΑΠ 1385/2007).
|
Τραπεζική επιταγή ακάλυπτη
|
Τραπεζική επιταγή ακάλυπτη.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 863/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη),- Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλο, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Μ. του Δ., κατοίκου ... που παρέστη με την πληρεξουσία δικηγόρο του Παρασκευή Κολιού, περί αναιρέσεως της 28139/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 879/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 353 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι " όποιος δημόσια επιχειρεί ακόλαστη πράξη και προκαλεί μ' αυτήν σκάνδαλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών", συνάγεται ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτούνται: α) ακόλαστη πράξη, β)η πράξη αυτή να γίνεται δημόσια, σε δημόσιο χώρο, γ) η ακόλαστη πράξη να επιχειρείται ενώπιον άλλου και να προσβάλει βάναυσα την αιδώ άλλου και δ) να προκαλεί σκάνδαλο. Ακόλαστη δε πράξη είναι αυτή που ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα και εξεταζόμενη αντικειμενικά προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και της ηθικής, με τις συγκεκριμένες περιστάσεις και τις κρατούσες κατά τόπο κοινωνικές αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Επιπλέον απαιτείται η πράξη αυτή να προσβάλλει βάναυσα την αιδώ του παθόντος, δηλαδή χυδαία και ιδιαίτερα βαριά και να προκαλεί σκάνδαλο. Σκάνδαλο δε είναι η ψυχική αντίδραση του κοινού έναντι της προσβολής της αιδούς και της ηθικής των ανθρώπων που αθελήτως βλέπουν να γίνεται ενώπιόν τους η ακόλαστη πράξη. Δημόσια τελείται η πράξη , όταν μπορεί να υποπέσει στην αντίληψη αόριστου κατ' αριθμό και κύκλο προσώπων, εκτός από εκείνα στα οποία απευθύνεται. Δεν αρκεί μόνη η δημοσιότητα του τόπου ενέργειας, αλλά πρέπει ο δράστης να μπορεί να γίνει αντιληπτός εύκολα και χωρίς ειδική προσπάθεια από αόριστο κύκλο προσώπων που χρησιμοποιούν ακώλυτα το δημόσιο χώρο. Δημόσια μπορεί να είναι η τέλεση και όταν γίνεται σε ιδιωτικό χώρο, λ.χ. σε διαμέρισμα με ανοικτό παράθυρο, σε ιδιωτικό χώρο στάθμευσης ή και μέσα σε ιδιωτικό αυτοκίνητο, αν μπορεί να γίνει αντιληπτός από τους διερχόμενους, από άλλους χρήστες του χώρου ή και από τους γείτονες. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 99 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού. Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο ως λογικό συμπέρασμα καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο όλο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσή τους, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που αναγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υμε αριθ. 28139/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος, για πρόκληση σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, με τριετή αναστολή. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το άνω Εφετείο, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή: συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
Στη συνέχεια το ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: Στο ... στις 17-3-2006, δημόσια επεχείρησε ακόλαστη πράξη και προκάλεσε μ'αυτή σκάνδαλο και συγκεκριμένα αφού στάθμευσε το υπ'αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του στην οδό ... κάτω από το μπαλκόνι του διαμερίσματος της εγκαλούσας Ν. Ε., τοποθέτησε στο ταμπλώ του οχήματος γυμνές φωτογραφίες ανθρώπων και εν συνεχεία κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχό του και εξέθεσε το γεννητικό του μόριο το οποίο βρισκόταν σε στύση προκειμένου να αυνανιστεί δημόσια, προσβάλλοντας έτσι βάναυσα την αιδώ της προαναφερόμενης παθούσας στο πεδίο της γενετήσιας ζωής της, δεδομένου ότι πρόκειται για πράξη που ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα και εξεταζόμενη αντικειμενικά προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και της ηθικής του κοινού, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση η παθούσας, που σκανδαλίστηκε βλέποντας αθέλητα αυτή την πράξη, η οποία επιχειρήθηκε με τρόπο που μπορούσε να υποπέσει στην αντίληψη αόριστου αριθμού ανθρώπων, αφού τελέστηκε μέσα σε αυτοκίνητο στο δρόμο και ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τελούσε δημόσια ακόλαστη πράξη που ήταν ικανή να προκαλέσει σκάνδαλο.
Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διέλαβε στην απόφασή του, την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά η αιτιολογία είναι ελλιπής και ασαφής. Πράγματι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του αιτιολογικού της, προκύπτει ότι η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική και ότι δεν γίνεται σ' αυτό οποιαδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που αφορούν τη συγκεκριμένη πράξη, για την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, ούτε εκτίθενται οι νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στις διατάξεις που εφαρμόσθηκαν και οι ελλείψεις αυτές δεν μπορούν να αναπληρωθούν από όσα περιέχονται στο διατακτικό, στο οποίο παραπέμπει ολικά το αιτιολογικό. Ειδικότερα, δεν εκτίθενται παντελώς κανένα συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό, το οποίο να θεμελιώνει κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά του στοιχεία την ανωτέρω αξιόποινη πράξη της πρόκλησης σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις, για την οποία ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε και τα οποία να στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου για την ενοχή του. Μόνη δε η παραδοχή και η αναφορά στο αιτιολογικό ότι " αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό", δεν είναι ικανή να αναπληρώσει οποιαδήποτε έλλειψη της αιτιολογίας, την οποία επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Σ και 139 του ΚΠΔ. Τούτο γιατί δεν μπορεί να συμπληρωθεί το αιτιολογικό της με την καθολική αναφορά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΑΠ 832/2012). Επίσης από αυτά που περιλαμβάνονται στο διατακτικό, " δημόσια, . .μέσα στο αυτοκίνητό του, .. στο δρόμο ή μέσα σε χώρο σταθμεύσεως, κάτω από το μπαλκόνι διαμερίσματος της εγκαλούσας, .." προκύπτει ασάφεια ως προς τον αν η ανωτέρω αξιόποινη πράξη πρόκλησης σκανδάλου με ακόλαστες πράξεις τελέστηκε, όπως απαιτεί η σχετική διάταξη του άρθρου 353 παρ.1 του ΠΚ, δημόσια ή σε ιδιωτικό χώρο, και δεν αναφέρεται αν, υπό τις συνθήκες και τον τόπο που έγινε, μπορούσε να γίνει αντιληπτός από άλλα πρόσωπα πέραν της εγκαλούσας, και σε ποίων προσώπων την αντίληψη μπορούσε να υποπέσει, η αναφερόμενη ακόλαστη πράξη του κατηγορουμένου.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 28139/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2013
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ. ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι βάσιμος, διότι δεν μπορεί να συμπληρωθεί το αιτιολογικό της με την καθολική αναφορά που κάνει στο διατακτικό της. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας
|
Αναιρέσεως παραδοχή, Προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 860/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη),- Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας -κατηγορουμένης Μ. Μ. του Α., κατοίκου ... που παρέστη στο Συμβούλιο αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 103/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγουσες τις 1. Κ. Μ., 2 Ν. Μ. και 3 Φ. χα Κ. Μ.
Το Συμβούλιο Εφετών Λαρίσης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα -κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουνίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 723/12.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 181 και ημερομηνία 27 Σεπτεμβρίου 2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, στο Δικαστήριο Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476, 485 παρ.1 εδάφιο α και 513 του Κ.Π.Δ την υπ' αριθμ. 4/1-6-2012 αίτηση αναιρέσεως της Μ. Μ. του Α., συζύγου Α. Α., δικηγόρου, κατοίκου ... κατά του υπ' αριθμ. 103/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, εκθέτω τα ακόλουθα: Με την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ ορίζεται ότι "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από αυτό, ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, που θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί, και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε. Περαιτέρω με την διάταξη της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου -όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το Ν. 3160/2003, ορίζεται ότι "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι δεν είναι πλέον επιτρεπτή η άσκηση αναίρεσης από τους διαδίκους σε περίπτωση, κατά την οποία η απόρριψη του ενδίκου μέσου, ως απαραδέκτου, γίνεται με βούλευμα. (Α.Π 53/2011). Τέλος με την διάταξη του άρθρου 34 περίπτωση γ του Ν 3904/2010 (Φ.Ε.Κ Α' 218/23-12-2010), καταργήθηκε το άρθρο 482 του Κ.Π.Δ, το οποίο χορηγούσε στον κατηγορούμενο δικαίωμα αναιρέσεως κατά βουλευμάτων που τον παρέπεμπαν στο ακροατήριο για κακούργημα.
Συνεπώς από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του Ν 3904/2010 (23-12-2010), δεν προβλέπεται πλέον η άσκηση αναίρεσης στον κατηγορούμενο, ακόμη και εναντίον παραπεμπτικών βουλευμάτων. Στην προκειμένη περίπτωση με το υπ' αριθμ. 103/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, κηρύχθηκε απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 2/2012 έφεση που είχε ασκήσει Η Μ. Μ. του Α., δικηγόρος, κάτοικος Λάρισας, κατά του υπ' αριθμ. 26/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, με το οποίο αυτή είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Λάρισας, προκειμένου να δικαστεί για απάτη κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από υπαίτια που τελεί την πράξη κατ' επάγγελμα, από την οποία το συνολικό όφελος που αποκόμισε υπερέβαινε το ποσό των 15.000 ευρώ με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των παθόντων (άρθρα 98, 386 παρ.1 3α Π.Κ.) και έκδοση ακάλυπτης επιταγής (άρθρο 79 παρ.1 του Ν 5960/1033). Κατά του βουλεύματος αυτού, επιδοθέντος στην ίδια την 24-5-2012, άσκησε αυτή την κρινόμενη υπ' αριθμ. 4/1-6-2012 αίτηση αναίρεσης, με δήλωση της ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Λάρισας. Σύμφωνα όμως με όσα αναφέρθηκαν, κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ασκηθέν ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο, δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο αναίρεση (άρθρο 476 παρ.2 Κ.Π.Δ).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, καθόσον στρέφεται κατά βουλεύματος μη υποκειμένου σε αναίρεση. Το αίτημα της αναιρεσείουσας για αυτοπρόσωπη εμφάνιση της ενώπιον του Συμβουλίου Σας, προκειμένου να παράσχει εξηγήσεις, στερείται αντικειμένου, αφού ούτως ή άλλως θα κληθεί υποχρεωτικά κατά την συζήτηση της πρότασης μας για κήρυξη της αναίρεσης της ως απαράδεκτης (άρθρο 476 παρ.1 Κ.Π.Δ). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μετά από κλήτευση και ακρόαση της αναιρεσείουσας, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 4/2012 αίτηση αναιρέσεως της Μ. Μ. του Α., δικηγόρου, κατοίκου ... κατά του υπ' αριθμ. 103/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 482 ΚΠΔ, το οποίο καθόριζε τις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα ασκήσεως αναίρεσης κατά βουλεύματος, καταργήθηκε με το άρθρο 34 εδ. γ' του ν. 3904/ 2010, που ισχύει από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατά το άρθρο 38 αυτού (ΦΕΚ 218 Α/ 23-12-2010). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 463 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Επομένως, από την έναρξη ισχύος του άνω νόμου (23-12-2010) και για τα βουλεύματα που εκδόθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του, ο κατηγορούμενος δεν έχει πλέον δικαίωμα αναίρεσης κατά βουλεύματος το οποίο απέρριψε έφεσή του κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος. Περαιτέρω, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει για αυτό, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει του διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει τούτο απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης δικηγόρου Λάρισας στρέφεται κατά του με αριθμό 103/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, με το οποίο απορρίφθηκε έφεση αυτής κατά του με αριθμό 26/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας, το οποίο την παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας για να δικαστεί για τη σε αυτό αξιόποινη κακουργηματική πράξη απάτης κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα και για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Το παραπάνω προσβαλλόμενο με την αναίρεση βούλευμα εκδόθηκε, όπως από αυτό προκύπτει, στις 21-5-2012 και επιδόθηκε στην κατηγορουμένη στις 24-5-2012.
Συνεπώς, ενόψει των προεκτεθέντων η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, για τη συζήτηση της οποία ειδοποιήθηκε και παραστάθηκε αυτοπροσώπως η αναιρεσείουσα, ως δικηγόρος, αναπτύξασα τις απόψεις της και καταθέσασα και το 23-5-2013 υπόμνημά της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι στρέφεται κατά βουλεύματος κατά του οποίου η κατηγορουμένη δεν δικαιούται σε άσκηση αναίρεσης. Το υποβαλλόμενο αίτημα της αναιρεσείουσας να αρθεί ο επιβληθείς σε αυτήν με το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα περιοριστικός όρος απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. 4/1-6-2012 αίτηση της Μ. Μ. του Α., για αναίρεση του με αριθμό 103/2012 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος από την κατηγορουμένη. Από την έναρξη ισχύος του Ν 3904/23-12-2010 και για τα βουλεύματα που εκδόθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του, ο κατηγορούμενος δεν έχει πλέον δικαίωμα αναίρεσης κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε έφεσή του κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος και αν ασκήσει αναίρεση, απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 858/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύoντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη), Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη, Χρυσούλα Παρασκευά, (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέλιο Τουρβάτσιο, περί αναιρέσεως της 1701/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Σ. Π. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Θεοφύλακτο.
Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιανουαρίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 147/13.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ.1 και 2 ΠΚ όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της υπεξαιρέσεως απαιτείται, αντικειμενικώς: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό, ολικά ή εν μέρει, ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νομίμου δικαιολογητικού λόγου, και για την κακουργηματική μορφή του αδικήματος το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας να το έχουν εμπιστευθεί δε στον δράστη λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητος του εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, υποκειμενικώς δε δόλια προαίρεση, δηλούμενη με οποιαδήποτε ενέργεια του δράστη, που υποδηλώνει εξωτερίκευση της βουλήσεως του να ενσωματώσει το πράγμα στην ατομική του περιουσία χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Αν πρόκειται για χρήματα, που επίσης μπορεί να είναι υλικό αντικείμενο του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, η απόκτηση της κατοχής τους υπό την παραπάνω έννοια δεν πραγματοποιείται μόνο με την παράδοση τους στον δράστη, αλλά και με την κατάθεση τους σε κοινό λογαριασμό, σε τράπεζα του δράστη και του παθόντος χωρίς συναίνεση του τελευταίου, με την οποία γίνεται αυτός (δράστης) συνδικαιούχος και αποκτά δικαίωμα αναλήψεως τους, χωρίς τη σύμπραξη των συνδικαιούχων, των κατατειθεμένων σ' αυτόν χρημάτων, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΝΔ 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 5638/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 ΝΔ 951/1971, είτε σε τραπεζικό λογαριασμό τρίτου από τον οποίο θα αναλαμβάνονταν τα κατατεθειμένα από τον δράστη χρήματα, με βάση την μεταξύ τους έννομη σχέση .Στην περίπτωση αυτή ο εντολοδόχος δεν αποκτά κυριότητα επί των χρημάτων αυτών, γι' αυτό σε περίπτωση μη ανάλωσης και παράνομης ιδιοποίησης αυτών (καταβαλλομένων χρημάτων), ο εντολοδόχος διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης.
Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξ άλλου είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα οποία, παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την υπ' αρ. 1701/2012 απόφαση του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει και ειδικότερα: από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας που εξετάσθηκε στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τη συζήτηση γενικά της υποθέσεως αποδείχθηκαν -κατά πιστή μεταφορά-: "Ο κατηγορούμενος, στη Λάρισα, στις 11-11-2005 ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένα ολικά κινητά πράγματα που περιήλθαν στη κατοχή του, η αξία των οποίων είναι ιδιαίτερα μεγάλη και συγκεκριμένα ενώ έλαβε από την εγκαλούσα, Σ. Π. του Ι. το χρηματικό ποσό των 35.000 Ε. με την εντολή να το καταθέσει για λογαριασμό της στην Αγροτική Τράπεζα, ωστόσο αυτός ο κατηγορούμενος παραβαίνοντας τη σχετική εντολή, κατέθεσε το παραπάνω χρηματικό ποσό σε κοινό λογαριασμό με δικαιούχους τον ίδιο και την εγκαλούσα, εν αγνοία της τελευταίας στη συνέχεια δε, προέβη σε ανάληψη από την παραπάνω τράπεζα ολόκληρου του ποσού, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το οποίο κατακράτησε για δικό του λογαριασμό, χωρίς να το αποδώσει στην εγκαλούσα, αλλά το χρησιμοποίησε για την κάλυψη των δικών του αναγκών και το ενσωμάτωσε έτσι στην ιδιοκτησία του, παρανόμως, ήτοι χωρίς τη συναίνεση της εγκαλούσας στην κυριότητα της οποίας ήταν τα χρήματα και χωρίς άλλο νόμιμο προς τούτο δικαίωμα". Ακολούθως κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στη Λάρισα, στις 11-11-2005 ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένα ολικά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή του, η αξία των οποίων είναι ιδιαίτερα μεγάλη και συγκεκριμένα ενώ έλαβε από την εγκαλούσα Σ. Π. του Ι. το χρηματικό ποσό των 35.000 Ε. με την εντολή να το καταθέσει για λογαριασμό της στην Αγροτική Τράπεζα, ωστόσο αυτός ο κατηγορούμενος παραβαίνοντας τη σχετική εντολή, κατέθεσε το παραπάνω χρηματικό ποσό σε κοινό λογαριασμό με δικαιούχους τον ίδιο και την εγκαλούσα, εν αγνοία της τελευταίας, στη συνέχεια δε, προέβη σε ανάληψη από την παραπάνω τράπεζα, εν αγνοία της ολόκληρου του ποσού, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το οποίο κατακράτησε για δικό του λογαριασμό, χωρίς να το αποδώσει στην εγκαλούσα αλλά το χρησιμοποίησε αυθαίρετα για την κάλυψη των δικών του αναγκών και το ενσωμάτωσε έτσι στην ιδιοκτησία του, παρανόμως, ήτοι χωρίς τη συναίνεση της εγκαλούσας στην κυριότητα της οποίας ήταν τα χρήματα και χωρίς άλλο νόμιμο προς τούτο δικαίωμα". Ήτοι, τον κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (375 παρ. 1β' ΠΚ) και του επέβαλλε την ποινή των 12 μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία, και επιδίκασε στην παρασταθείσα πολιτικώς ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπραξία που τελέσθηκε σε βάρος της το ποσό των 10 Ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με αυτά που αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της oυσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε αυτά στην άνω διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1β' του ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν την παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται ο τρόπος τελέσεως του εγκλήματος τούτου και συγκεκριμένα, με την παραδοχή ότι η πολιτικώς ενάγουσα το ποσό των 35.000 €, το οποίο παρέδωσε κατά τον διαλαμβανόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση χρόνο και τόπο στον κατηγορούμενο, το κατέβαλε ως εντολέας με την συγκεκριμένη εντολή να το καταθέσει στον ατομικό λογαριασμό της στην Αγροτική Τράπεζα, η βούληση δε του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου να ιδιοποιηθεί αυτό ενσωματώνοντας το στην περιουσία του και κατά συνέπεια και η δολία προαίρεση του, εκδηλώθηκε όταν αυτός κατέθεσε αυτό το χρηματικό ποσό, κυριότητας μέχρι τότε της πολιτικώς ενάγουσας, σε κοινό λογαριασμό με την πολιτικώς ενάγουσα, παραβαίνοντας την εντολή της, οπότε κατέστη συνδικαιούχος αυτού με δικαίωμα αναλήψεως του χωρίς τη συναίνεση της όπως και έπραξεν. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) ότι το δικαστήριο της ουσίας έσφαλλε ως προς την εφαρμογή του νόμου (375 παρ. 1β' ΠΚ), διότι με την ανάληψη των χρημάτων από το κοινό λογαριασμό δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω αδικήματος αφού κυρία πλέον των χρημάτων είναι η τράπεζα στην οποία κατατέθηκαν τα χρήματα αυτά, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, καθόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση και κατά την παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως, το εν λόγω αδίκημα συντελέσθηκε τόσο κατά την αντικειμενική όσο και κατά την υποκειμενική του υπόσταση, με την κατάθεση του εν λόγω ποσού σε κοινό λογαριασμό στην Τράπεζα, κατά παράβαση της σχετικής εντολής της εντολέως από τον εντολοδόχο να κατατεθεί σε ατομικό αυτής τραπεζικό λογαριασμό και όχι με την ανάληψη των χρημάτων από τον αναιρεσείοντα από τον κοινό λογαριασμό, χρόνο κατά τον οποίο βεβαίως κυρία των χρημάτων είχε καταστεί η τράπεζα και δεν θα στοιχειοθετείτο με την πράξη αυτή της αναλήψεως η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως (Ολ.ΑΠ 1093/1991). β) ότι κατ' εντολή της πολιτικώς ενάγουσας κατέθεσε τα χρήματα αυτά σε κοινό λογαριασμό, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι συνιστά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της άνω διατάξεως του ΠΚ, λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν. Μετά ταύτα και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) καθώς και στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της παρασταθείσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρ. 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 2/22-1-2013 αίτηση του Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1701/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ και στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της παρασταθείσας πολιτικώς ενάγουσας, που την ορίζει στα πεντακόσια (500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Εντολέας-Εντολοδόχος. Επί υπεξαιρέσεως χρημάτων, η απόκτηση κατοχής δεν πραγματοποιείται μόνο με την παράδοση τους στον δράστη, αλλά και με την κατάθεση από αυτόν σε κοινό λογαριασμό με τον εντολέα κατά παράβαση της εντολής του τελευταίου, οπότε εκδηλώνεται η βούληση του για την παράνομη ιδιοποίηση τους, αφού καθίσταται συνδικαιούχος του λογαριασμού και μπορεί να προβεί στην ανάληψη αυτών χωρίς την συγκατάθεση των λοιπών συνδικαιούχων αυτού. Με την ανάληψη δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της υπεξαίρεσης διότι κυρία πλέον έχει καταστεί η τράπεζα. Λόγοι αναίρεσης: α) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, β) Έλλειψη επαρκούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης. Επιβάλλει δικαστικά έξοδα και επιδικάζει τη δικαστική δαπάνη της παρασταθείσας πολιτικώς ενάγουσας.
|
Υπεξαίρεση
|
Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 850/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΩΣ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Θεοδώρας Γκοΐνη), Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε Συμβούλιο δημόσια στο Κατάστημά του στις 22 και 29 Μαΐου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει, α) την έφεση του εκκαλούντος-εκζητούμενου Ε. Π. του Γ., υπηκόου Ελλάδος, κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Δουκάκη, κατά της υπ' αριθμ. 44/2013 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και β) την αίτηση αντικατάστασης της προσωρινής του κράτησης, με περιοριστικούς όρους.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του 12135000355 από 23.1.2013 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης της Εισαγγελίας του Πρωτοδικείου Λυών Γαλλίας, σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκκαλών-εκζητούμενος, άσκησε την από 2 Απριλίου 2013 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Διαμαντή Δημητρόπουλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 440/2013. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντα-εκζητούμενου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης επί της ως άνω εφέσεως, να ζητηθούν συμπληρωματικές πληροφορίες, να ταχθεί προθεσμία εξήντα ημερών για να περιέλθουν αυτές στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, να ενημερωθεί το κράτος της έκδοσης και η Eurojust για τους λόγους καθυστέρησης της έκδοσης και να αντικατασταθεί η κράτηση του ως άνω εκζητουμένου με περιοριστικούς όρους,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 22 παρ.1 Ν. 3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης", "σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 451 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών". Στη έφεση αυτή πρέπει να διατυπώνονται οι λόγοι για τους οποίους ασκείται.
Συνεπώς, η κρινομένη υπ' αριθμ. εκθ. 4/2 Απριλίου 2013 έφεση κατά της υπ' αριθμ. 44/2013 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αυτό απεφάσισε την εκτέλεση του υπό στοιχεία 12135000355 από 23.1.2013 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που εκδόθηκε από την Εισαγγελία του Πρωτοδικείου Λυών Γαλλίας κατά του εκκαλούντος Ε. Π. του Γ. και Γ., Έλληνα υπηκόου, παραπονούμενου για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, νομίμως και εμπροθέσμως ασκήθηκε ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Εφετείου Αθηνών κατά την ημέρα που δημοσιεύθηκε η άνω απόφαση και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Επί της ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασίας εκδικάσεως της εφέσεως του εκζητουμένου, κατά αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, ο Άρειος Πάγος επιλαμβάνεται και δικάζει σε Συμβούλιο την ασκηθείσα έφεση ως δευτεροβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο και όχι ως ακυρωτικό Δικαστήριο και δεν προβλέπεται από τη σχετική διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3251/2004, αλλά ούτε και από τις σχετικές περί εκδόσεως ή τις γενικές περί ασκήσεως εφέσεως διατάξεις του ΚΠοινΔ, η άσκηση προσθέτων λόγων εφέσεως. Επομένως, οι σχετικοί από 5.5.2013 πρόσθετοι λόγοι εφέσεως του εκκαλούντος, που κατατέθηκαν από αυτόν με το υπό την αυτή χρονολογία υπόμνημά του στη γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 14.5.2013, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του άνω Ν. 3251/2004, "το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη, ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία". Κατά δε την παρ. 2 εδαφ. α' του ιδίου άρθρου, "η εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών που διατυπώνονται στο ισχύον Σύνταγμα και στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση". Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: "α) ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειές της". Στο άρθρο 9 παρ.3 ίδιου νόμου ορίζεται ότι "όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος". Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, "το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών", κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ. α' του νόμου τούτου, "υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται εφόσον α) η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών", ενώ κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου 10, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή (2) αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών (3) ετών, ειδικότερα δε μεταξύ των άλλων και για εγκληματική οργάνωση και πλαστογραφία δημοσίων εγγράφων και εμπορία πλαστών εγγράφων (στοιχ. α, κγ). Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να αναφέρεται είτε σε αλλοδαπούς, είτε σε ημεδαπούς, με βάση δε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο μέρος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις άνω διατάξεις του Ν. 3251/2004, ακόμη και αν αυτός είναι πολίτης του κράτους από το οποίο ζητείται η παράδοσή του, εφ' όσον βέβαια συντρέχουν οι σχετικές θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις (άρθρα 10, 11 και 12 Ν. 3251/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε προφορικά στο ακροατήριο ο εκκαλών, τα οποία περιλαμβάνονται στα πρακτικά της αποφάσεως αυτής, και στο από 5.5.2013 έγγραφο υπόμνημά του, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 44/2013 απόφασή του, διέταξε την εκτέλεση του υπό στοιχεία 12135000355 από 23.1.2013 ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που εκδόθηκε από την Εισαγγελία του Πρωτοδικείου Λυών Γαλλίας κατά του Ε. Π. του Γ. και Γ., Έλληνα υπηκόου, τώρα εκκαλούντος, προκειμένου αυτός να προσαχθεί στην αρμόδια Δικαστική Αρχή της Γαλλίας και να δικαστεί για τις αξιόποινες πράξεις της συνέργειας στα εγκλήματα κατοχής και μεταφοράς απαγορευμένων εμπορευμάτων σε οργανωμένη ομάδα, συνέργειας στο έγκλημα εισαγωγής απαγορευμένων εμπορευμάτων σε οργανωμένη ομάδα, συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση ενόψει προετοιμασίας εγκλήματος τιμωρούμενου με δέκα χρόνια φυλακίσεως και συνέργειας σε πλαστογραφία και χρήση πλαστού εγγράφου. Οι πράξεις, που αποδίδονται στον εκζητούμενο, συνίστανται, σύμφωνα με την περιεχόμενη στο ένταλμα περιγραφή των περιστάσεων τελέσεώς τους, στο ότι: "Στις 2 Αυγούστου 2011 στο Saint Julien en Genevois (αρμοδιότητας της ειδικής διαπεριφερειακής δικαιοδοσίας της Λυών) έγινε έλεγχος σε ένα φορτηγό που οδηγούσε ο Μ. Β., στο εσωτερικό του οποίου ανακαλύφθηκαν 35,529 κούτες με τσιγάρα GOLD CLASSIC (συνολικού βάρους 7,105 τόνων). Κανένα δικαιολογητικό έγγραφο δεν παρουσιάστηκε από τον οδηγό, ο οποίος είχε στην κατοχή του κυρίως σφραγίδες μελάνης με την επιγραφή "SPEDITION E. P. MUNCHEN", ένα μπλοκ τιμολογίων στο όνομα "SPEDITION P.". Ο Μ. Β. ισχυρίσθηκε ότι είχε πλήρη άγνοια για το περιεχόμενο του φορτηγού του, αφού η μεταφορά αυτή του είχε ανατεθεί από τον εργοδότη του Ε. Π.. Ο τελευταίος ήταν διαχειριστής μαζί με τον υιό του Γ., της βουλγαρικής εταιρείας PRINS TRANS OOD με έδρα το ... (BLAGOEVGRAD) (ΑΙΕΝ ΜΑΚ οδός ...) και είχε μία αποθήκη με επιγραφή Μ. ΣΤΗΝ ... (ευρισκόμενη στο google map στη διασταύρωση των οδών ... και ...). Από την άλλη, σύμφωνα με τις γερμανικές αρχές, η αναφερομένη στα τιμολόγια διεύθυνση (..., MUNCHEN) ήταν ψευδής ή ανενεργή από το 2011. Του είχε ανατεθεί στο παρελθόν να κάνει κι άλλες μεταφορές για λογαριασμό του. Τον Ιούλιο του 2011 είχε παραλάβει από τον Ε. Π. το φορτηγό και όντας καθοδόν υποβλήθηκε σε έλεγχο ενώ ήταν φορτωμένο. Μάλιστα, οι συσκευές τηλεφώνου που βρίσκονταν μέσα στο φορτηγό, του είχαν δοθεί από τον Π.. Τέλος, ο Μ. Β. βρέθηκε να έχει στην κατοχή του δικαιολογητικό έγγραφο μεταφοράς που του είχε δοθεί από τον εργοδότη του, το οποίο αποδείχθηκε πλαστό". Το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, το οποίο φέρει χρονολογία εκδόσεως, ονοματεπώνυμο και υπογραφή του Δικαστή MOCANU MARCEL που το εξέδωσε και περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 του ν. 3251/2004 (ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, όνομα, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία της Δικαστικής Αρχής που το εξέδωσε - Αντεισαγγελέα VIRGINIE BRELURUT, φύση, νομικό χαρακτηρισμό και περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων που αποδίδονται στον εκζητούμενο), πληροί τις προϋποθέσεις και τους όρους της τυπικής νομιμότητάς του κατά τον ν. 3251/2004. Οι πράξεις, που αποδίδονται στον εκκαλούντα και για τις οποίες ζητείται η προσαγωγή του στην αρμόδια Γαλλική Δικαστική Αρχή, χαρακτηρίζονται ως συνέργεια στα εγκλήματα κατοχής και μεταφοράς απαγορευμένων αγαθών σε οργανωμένη ομάδα (λαθραία τσιγάρα), συνέργεια στο έγκλημα εισαγωγής απαγορευμένων εμπορευμάτων σε οργανωμένη ομάδα, συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, ενόψει προετοιμασίας εγκλήματος, και συνέργεια στο έγκλημα της πλαστογραφίας και χρήσης πλαστού εγγράφου. Τα εγκλήματα αυτά προβλέπονται από τα άρθρα 121-6, 121-7, 441-1, 441-9, 441 -10, 441-1 1, 450-1, 450-3 και 450-5 του Γαλλικού Ποινικού Κώδικα και 38, 414, 417 επ., 423 επ., 423α, 435 του Γαλλικού Τελωνειακού Κώδικα. Οι ως άνω πράξεις χαρακτηρίζονται από το γαλλικό δίκαιο ως κακουργήματα και τιμωρούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ανώτατο όριο είναι μέχρι δέκα (10) έτη και είναι αξιόποινες και κατά το ελληνικό δίκαιο (άρθρα 187, 216 του ΠΚ, 155 παρ. 1, 157 του ν. 2960/2001, για τις οποίες κατά το άρθρο 10 παρ. 3 περ. α και κγ του ν. 3251/2004 επιτρέπεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου και με μόνη προϋπόθεση να τιμωρούνται στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας τουλάχιστον τριών (3) ετών, ως προς το ανώτατο όριό της, περίπτωση η οποία συντρέχει εν προκειμένω. Και ναι μεν στην Ελλάδα η πράξη της παράνομης εισαγωγής τσιγάρων δεν τιμωρείται κατά το άρθρο 187 παρ.1 και 5 του ΠΚ, ούτε ως κακούργημα της παρ.1, ούτε ως πλημμέλημα της παρ.3 "συμμορία", γιατί το αδίκημα αυτό, ως τελωνειακή παράβαση ή λαθρεμπορία, δεν είναι κακούργημα, δεν συμπεριλαμβάνεται δε σε εκείνα τα αδικήματα που περιοριστικά αναφέρονται στην παρ.1 του 187 ΠΚ, ότι τη διάπραξή τους πρέπει να επιδιώκει η συγκεκριμένη εγκληματική οργάνωση. Όμως, κατά τα άρθρα 5 και 10 παρ.2 εδαφ. α του ν. 3251/2004, η εκτέλεση του άνω εντάλματος επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, γιατί αφορά την αξιόποινη πράξη της εγκληματικής οργανώσεως και η προβλεπόμενη γι' αυτήν ποινή, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του Γαλλικού δικαίου, κατά το ανώτατο όριο, είναι τουλάχιστον τρία έτη και μέχρι δέκα έτη. Ενόψει δε του υψηλού επιπέδου αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών - μελών, η απαίτηση για αναφορά του κειμένου των εφαρμοστέων διατάξεων θα ήταν αντίθετη προς την απλοποίηση της διαδικασίας εκδόσεως που αποτελεί στόχο της αποφάσεως - πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 13.6.2002 "για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών - μελών"). Όπως αναφέρθηκε, στο ένταλμα αναφέρεται σαφώς η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στις ως άνω πράξεις, ότι, δηλαδή, αυτή φέρει τον χαρακτήρα συνέργειας, και δεν απαιτείτο περαιτέρω εξειδίκευση. Ακόμη, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται η ταυτότητα και ο αριθμός των προσώπων που συγκροτούσαν την εγκληματική οργάνωση, ενόψει, μάλιστα, του ότι, κατά τον ελληνικό Ποινικό Κώδικα (άρθρο 187 παρ. 5), και αν αυτή φέρει τον χαρακτήρα συμμορίας, το ανώτατο όριο της προβλεπόμενης ποινής υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. Επίσης, προσδιορίζεται ότι αντικείμενο της πλαστογραφίας ήταν το δικαιολογητικό έγγραφο μεταφοράς των λαθραίων τσιγάρων, χωρίς να ήταν απαραίτητη άλλη διευκρίνιση. Τέλος, προσδιορίζεται και ο χρόνος τελέσεως των πράξεων (2 Αυγούστου 2011 και Ιούλιος 2011). Επομένως, ορθώς το Συμβούλιο Εφετών δεν ζήτησε συμπληρωματικά στοιχεία από τις Γαλλικές Αρχές και ο πρώτος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 3271/2004: "1. Αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας που έχει επιβληθεί με απόφαση εκδοθείσα ερήμην του εκζητουμένου και το πρόσωπο αυτό δεν είχε κλητευθεί αυτοπροσώπως ούτε είχε ενημερωθεί κατ' άλλον τρόπο σχετικά με την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας που οδήγησε στην ερήμην του εκδοθείσα απόφαση, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος θα παράσχει επαρκείς εγγυήσεις, ώστε να διασφαλίζεται ότι ο εκζητούμενος με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης θα έχει τη δυνατότητα να ζητήσει να δικαστεί εκ νέου στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος και να παρίσταται κατά τη λήψη της απόφασης. 2. ... 3. Αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, και πάντως μετά από απόδοση σε αυτό το πρόσωπο συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης, κατοικεί στην Ελλάδα, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι ο εκζητούμενος, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό Κράτος, ώστε να εκτίσει σ' αυτό τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος". Η διάταξη, λοιπόν, της παρ. 1 εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία το ένταλμα εκδόθηκε προς τον σκοπό της εκτελέσεως ποινής ή μέτρου ασφαλείας που έχει επιβληθεί με απόφαση ερήμην του εκζητουμένου, και όχι όταν έχει εκδοθεί αυτό για την άσκηση ποινικής διώξεως, οπότε εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 3, η οποία δεν απαιτεί, ως εγγύηση, την κλήτευση του εκζητουμένου ενώπιον των Αρχών του Κράτους που εξέδωσε το ένταλμα, ώστε να του γνωστοποιηθεί αυτό.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι: Μετά τη λήψη από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών του από 3.3.2013 με αριθ. πρωτ. 5291/4/178-Ρ από 03-03-2013 τηλεομοιοτυπικού σήματος του 3ου τμήματος SIRENE της Διεύθυνσης Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας, με το συνημμένο απόσπασμα του Γαλλικού Γραφείου SIRENE με αριθμό FR335543 και ημερομηνία 31-01-2013, σε μετάφραση, περί εκδόσεως του προαναφερομένου ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως των γαλλικών Δικαστικών Αρχών, εκδόθηκε από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών η με αριθμό 26 από 03-03-2013 εντολή προσωρινής σύλληψης του εκζητουμένου, ο οποίος και συνελήφθη στις 03.03.2013 και προσήχθη ακολούθως ενώπιον του ως άνω Εισαγγελέα. Ο τελευταίος βεβαίωσε την ταυτότητα του εκζητουμένου και τον ενημέρωσε για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του εντάλματος και για τα λοιπά ζητήματα που αναφέρονται στα άρθρα 15§1 και 17§1 του ν. 3251/2004. Από δε το από 8.3.2013 έγγραφο του Εισαγγελέα Πρωτοδικών της Λυών, σε μετάφραση στην ελληνική, προκύπτει ότι, σε περίπτωση επιβολής ποινής στον εκζητούμενο για τις πράξεις που του αποδίδονται από τις γαλλικές Δικαστικές Αρχές, διασφαλίζεται ότι αυτός θα διαμεταχθεί στην Ελλάδα προς έκτιση της ποινής του. Παρέχονται, λοιπόν, στον εκζητούμενο όλες οι προβλεπόμενες εγγυήσεις, ενώ το ένταλμα του γνωστοποιήθηκε νομίμως. Επομένως, ορθώς το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, τον ισχυρισμό του εκκαλούντος ότι δεν του δόθηκαν οι εγγυήσεις που ορίζει το άρθρο 13 του ν. 3251/2004, αφού οι Γαλλικές Αρχές ποτέ δεν τον κλήτευσαν για να του γνωστοποιήσουν την έκδοση του εντάλματος και ο δεύτερος λόγος, της εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 12 περ. ε του ν. 3251/2004, "η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Ελλάδα, και η Ελλάδα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους". Η διάταξη, λοιπόν, αυτή, και ανεξαρτήτως του ότι οι Γαλλικές Αρχές ανέλαβαν την ως άνω δέσμευση, δεν εφαρμόζεται όταν εκδίδεται ένταλμα προς το σκοπό ασκήσεως ποινικής διώξεως και ορθώς το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε το επικουρικό αίτημα του εκκαλούντος να τεθεί ο όρος εκτίσεως των μέτρων ασφαλείας στην Ελλάδα κατ' άρθρο 12 περ. ε του ως άνω νόμου, και ο τρίτος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο αποφάσισε την εκτέλεση του εν λόγω ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως προς το σκοπό προσαγωγής του εκκαλούντος στις αρμόδιες γαλλικές Δικαστικές Αρχές για να ασκηθεί ποινική δίωξη κατ' αυτού για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, δεν έσφαλε και πρέπει η κρινομένη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, να καταδικασθεί δε ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
Τέλος, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 27 του ν. 3251/2004, με τις οποίες ρυθμίζονται τα ζητήματα προσαγωγής του εκζητουμένου, μετά την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως περί εκτελέσεως του εντάλματος, στις αρμόδιες Αρχές του Κράτους που το εξέδωσε, όταν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση του Συμβουλίου, με την οποία διατάσσεται η εκτέλεση του εντάλματος, ο εκζητούμενος, και αν, ακόμη, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 16 παρ. 3 του ίδιου νόμου, είχε απολυθεί υπό όρους, συλλαμβάνεται προς το σκοπό της διαμεταγωγής του στο εκζητούν Κράτος. Επομένως, η με αυτοτελές δικόγραφο, παραδεκτά ασκηθείσα, κατά το άρθρο 16 παρ. 3 του ν. 3251/2004, από 9-4-2013 αίτηση του άνω εκζητουμένου ημεδαπού, να απολυθεί από τις φυλακές, για το λόγο ότι τόσο αυτός όσο και η σύζυγός του αντιμετωπίζουν σοβαρότατα προβλήματα υγείας, πρέπει, μετά την, κατά τα ανωτέρω, απόρριψη της εφέσεώς του, να απορριφθεί ως άνευ αντικειμένου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθμ. εκθ. 4/2 Απριλίου 2013 έφεση του Ε. Π. του Γ. και Γ. κατά της υπ' αριθμ. 44/2013 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και τους από 5 Μαΐου 2013 προσθέτους λόγους αυτής, καθώς και την από 9 Απριλίου 2013 αίτηση αυτού περί αντικαταστάσεως της προσωπικής κρατήσεως με περιοριστικούς όρους. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2013.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έφεση κατά αποφάσεως Συμβουλίου Εφετών περί εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που εκδόθηκε σε βάρος Έλληνα υπηκόου για την άσκηση ποινικής διώξεως από τις Γαλλικές Αρχές για συνέργεια σε κατοχή και μεταφορά απαγορευμένων εμπορευμάτων (τσιγάρων) σε οργανωμένη ομάδα, κ.λπ. Περιεχόμενο του εντάλματος. Δεν απαιτείται η αναφορά του κειμένου των εφαρμοστέων διατάξεων ενόψει του υψηλού επιπέδου εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών. Παροχή εγγυήσεων άρθρου 13 παρ. 3 ν. 3271/2004. Δεν απαιτείται κλήτευση του εκζητουμένου ενώπιον των Αρχών του εκζητούντος Κράτους. Όταν εκδίδεται ένταλμα προς το σκοπό ασκήσεως ποινικής διώξεως δεν εφαρμόζεται το άρθρο 12 περ. ε. Απαράδεκτη η προβολή προσθέτων λόγων εφέσεως. Απόρριψη εφέσεως. Μετά την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως επακολουθεί η σύλληψη του εκζητουμένου για να προσαχθεί στις Αρχές του εκζητούντος κράτους (27 ν. 3251/2004).
|
Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης
|
Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 848/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πέππα, περί αναιρέσεως της 1291/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1359/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 381 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού πιο πάνω εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν αλλοτριότητα του πράγματος, η οποία κρίνεται κατά της περί κυριότητας διατάξεις του Α.Κ., υποκειμενικώς δε γνώση και θέληση (ή αποδοχή) της καταστροφής ή βλάβης κ.λ.π. του πράγματος αυτού. Εξάλλου, κατά το άρθρο 99 του ΝΔ 3030/1954 περί αγροφυλακής", "όστις, εξαιρουμένων των εν των άρθρω 382 στοιχ. γ` ΠΚ περιπτώσεων, καταστρέφει ή βλάπτει κατά τους όρους του άρθρου 381 ΠΚ παντός είδους ξένον (εν όλω ή εν μέρει) ή κοινόχρηστον ακίνητον ή κινητόν αγροτικόν κτήμα, ή άλλως πως καθιστά ανέφικτον την χρήσιν αυτού κλπ τιμωρείται δια κρατήσεως μέχρι τριών μηνών ή δια προστίμου εάν η εκ της καταστροφής κλπ προξενηθείσα ζημία δεν υπερβαίνει τας 500 δραχμάς". Το ποσό αυτό των 500 δρχ. αυξήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 41 παρ. β' αριθ. 2 του ν. 1832/89 σε δραχμές 20.000. Έτσι, εάν η ζημία από την καταστροφή κλπ. υπερβαίνει τις 20.000 δρχ. ο υπαίτιος δικάζεται και τιμωρείται κατά τις διατάξεις περί φθοράς ξένης ιδιοκτησίας του ΠΚ, δηλαδή για την παράβαση του παραπάνω άρθρου 381 αυτού, σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 παρ. 2, 97 παρ. 1, και 99 παρ. 1 του ν.δ. 3030/ 1954, με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν προκειμένου περί καταδικαστικής απόφασης, δεν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας, του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπ' όψη τα άλλα. Στη προκειμένη υπόθεση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Κρήτης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, με συνδυασμό του σκεπτικού και διατακτικού που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων ότι :από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, την απολογία του κατηγορουμένου και γενικά όλη τη συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Στην περιοχή "...", νοτιοδυτικά του οικισμού ... του Δήμου Μουσούρων και κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του έτους 2005 έως το Δεκέμβριο του ιδίου έτους, ο κατηγορούμενος με πρόθεση κατέστρεψε ξένα ολικά αγροτικά κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 3α ΝΔ 3030/1954 "περί αγροφυλακής " πράγματα . Ειδικότερα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, προκειμένου να προβεί σε βιολογική -οικολογική καλλιέργεια (σταμναγκάθι- ραδίκι) και να πιστοποιηθεί αυτή, λόγω της ύπαρξης της οποίας οι καλλιεργούμενες εκτάσεις του απαγορεύονταν να δέχονται ύδατα, τα οποία θα διέρχονταν από άλλες καλλιέργειες που λιπαίνονταν και ψεκάζονταν, ανέτρεψε με ενέργειες του τη φυσιολογική ροή των υδάτων αγροτικού δρόμου παρακείμενου της ιδιοκτησίας του . Ειδικότερα, ενώ ο Δήμος Μουσούρων διάνοιξε στο δρόμο και στις παρακείμενες ιδιοκτησίες ορισμένες ελαφριές εγκάρσιες τομές (κοψιές) κάθε 20-50 μέτρα, ώστε να μη γίνεται συσσωρευτική κίνηση των υδάτων της βροχής, προκειμένου αυτά (ύδατα), να διοχετεύονται ο κατηγορούμενος έκλεισε τις τομές που υπήρχαν στην ιδιοκτησία του, έδωσε κλίση στις βαθμίδες που είχε δημιουργήσει σ' αυτήν (ιδιοκτησία )και δημιούργησε ανάχωμα στο χωράφι και στο όριο του δρόμου και του χαντακιού απορροής των ομβρίων υδάτων, ούτως ώστε τα ύδατα της βροχής να μην εισέρχονται στο δικό του αγρό. Όμως, έτσι και λόγω των συνεχών βροχοπτώσεων, τα ύδατα συσσωρεύονταν και μη βρίσκοντας άλλη διέξοδο λόγω και των παραπάνω ενεργειών του κατηγορουμένου, κατευθύνονταν ορμητικά μέσα από το δρόμο στον αγρό ιδιοκτησίας του Ε. Π. που ήταν χαμηλότερος υψομετρικά, και στη συνέχεια κατέληγαν στο χαντάκι απορροής. Αποτέλεσμα όλων των ανωτέρω, λόγω και της υπάρχουσας μεγάλης ποσότητας υδάτων από τις βροχοπτώσεις και της μεγάλης ορμητικότητας τους προκλήθηκαν μεγάλες καταπτώσεις εδάφους στον αγρό του Ε. Π. και καταστράφηκαν οπωροφόρα δένδρα. Ειδικότερα, οκτώ αχλαδιές ξεριζώθηκαν τελείως και κατέπεσαν στην αμέσως κατώτερη αναβαθμίδα, ένδεκα αχλαδιές καλύφθηκαν κατά 50% οι ανθοφόροι και βλαστοφόροι οφθαλμοί τους και σε δέκα έξι αχλαδιές διαβρώθηκε το έδαφος στήριξης γύρω τους κατά 50% με αποτέλεσμα να διολισθήσουν στην παρακάτω αναβαθμίδα. Η ζημία που προξενήθηκε στον Ε. Π. από όλα αυτά, ανήλθε στο ποσό των 1342,25 Ευρώ. Επίσης καταπλακώθηκε σε πολλά σημεία το ήδη υπάρχον εγκατεστημένο αρδευτικό δίκτυο και προξενήθηκε ζημία 113 Ευρώ. Η συνολική ζημία επομένως που υπέστη ο Ε. Π. από την ενέργεια του κατηγορουμένου ανήλθε στο ποσό των 1445,25 Ευρώ. ... "Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της αγροτικής φθοράς με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' και β' ΠΚ και του επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία .Με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω αδικήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις(άρθρ. 14, 26 παρ. 1α, 27παρ. 1,άρθρ. 97 παρ. 1 και 99του Ν. Δ/τος 3030/1954 σε συνδ. με το άρθρ. 381 παρ. 1 Π.Κ.),τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογεί την καταδικαστική του κρίση, με τις παραδοχές: α) ότι ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, κατέστρεψε - αναφέροντας και τον τρόπο με τον οποίο από τις παράνομες ενέργειες του επήλθε η καταστροφή αυτή- τα αναφερόμενα σ' αυτή (απόφαση) οπωροφόρα δένδρα (αχλαδιές) οι οποίες εξυπακούεται ότι έπαυσαν με τη καταστροφή τους να αναδίδουν την κατά τον προορισμό τους ωφέλεια, και το υπάρχον εγκατεστημένο αρδευτικό δίκτυο, το οποίο καταστράφηκε από την καταπλάκωση του σε πολλά σημεία του από την κατάπτωση του εδάφους β)το ύψος της ζημίας που προκλήθηκε που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 1445,25 Ευρώ γ) την αλλοτριότητα των καταστραφέντων οπωροφόρων δένδρων και του αρδευτικού δικτύου, εκ των οποίων τα δένδρα ήταν φυτευμένα και το αρδευτικό σύστημα ήταν εγκατεστημένο στον αγρό ιδιοκτησίας του Ε. Π. (παθόντος- μηνυτή) δ) τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των παρανόμων ενεργειών του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, τις οποίες εκθέτει αναλυτικά και της επελθούσας καταστροφής .Οι ειδικότερες αιτιάσεις κατά το κεφάλαιο αυτό του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου: α)ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα και τους νομικούς συλλογισμούς βάσει των οποίων οδηγήθηκε στην καταδικαστική γι' αυτόν κρίση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσία, διότι τα αποδεικτικά αυτά μέσα έχουν παρατεθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ' είδος, ως αναφέρθηκαν και στην παρούσα απόφαση, η δε ειδικότερη αναφορά του τί προκύπτει από το καθένα από αυτά δεν είναι αναγκαία, διότι αυτά συνεκτιμώνται και έχουν επίσης αναφερθεί και οι νομικοί συλλογισμοί βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, β)ότι δεν αιτιολογήθηκε ειδικά από το Δικαστήριο της ουσίας το γεγονός, ότι ενώ αθωώθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για τη αξιόποινη πράξη της διακεκριμένης φθοράς, τα πραγματικά περιστατικά της οποίας αποτελούσαν προϋπόθεση για την αξιόποινη πράξη για την οποία τελικώς καταδικάσθηκε, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, προσβάλλεται η κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είναι ανεπίτρεπτη. γ)ότι δεν αιτιολογήθηκε ειδικά ο δόλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι για το αδίκημα για το οποίο καταδικάσθηκε, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία του δόλου, αφού ο νόμος δεν αξιώνει για την ύπαρξή του επιπρόσθετα στοιχεία καθόσον ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκρoτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων .Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', και κατ' εκτίμηση Ε' του ΚΠΔ προβαλλόμενοι τέταρτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επειδή, μεταβολή της κατηγορίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρον 510παρ.1 στοιχ.β', σε συνδυασμώ με το άρθρο 171 παρ.1 εδ. β' του ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής διώξεως, υπάρχει, όταν η πράξη για την οποία επήλθε η καταδίκη του κατηγορουμένου, είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη, κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις, ώστε να αποτελεί αντικειμενικά διαφορετικό έγκλημα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των στοιχείων της δικογραφίας για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι τα πραγματικά περιστατικά, για τα οποία κινήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της απλής φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και της αγροτικής φθοράς του Ν. 3030/1954, "περί αγροφυλακής", για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ουδεμία φέρουν μεταξύ τους διαφορά κατά την αντικειμενική τους υπόσταση .Σημειωτέον ότι αμφότερα τα αδικήματα αυτά προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό, η αγροτική φθορά στοιχειοθετεί ειδικότερη μορφή φθοράς, και το άρθρο 99 του ν. 3030/1954 ως προς τον τρόπο τελέσεως του αδικήματος αυτού παραπέμπει στο άρθρ. 381 παρ.1 του ΠΚ. Το γεγονός ότι η αξιόποινη πράξη της απλής φθοράς ξένης ιδιοκτησίας διώκεται κατ' έγκληση σε αντίθεση με την αγροτική φθορά που διώκεται αυτεπαγγέλτως, δε μπορεί να οδηγήσει σε κρίση ανεπίτρεπτης μεταβολής του ενός αδικήματος στο άλλο, καθόσον κριτήριο μεταβολής αυτής είναι αν όντως τα πραγματικά περιστατικά όπως καταγγέλθηκαν από την αρχή μπορούσαν να κινήσουν την ποινική δίωξη για το αδίκημα της αγροτικής φθοράς. Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την προβληθείσα ενώπιον του από τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, ένσταση περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της έγκλησης του μηνυτή, για την αξιόποινη πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, για την οποία κινήθηκε η ποινική δίωξη και για την οποία εισήχθη σε δίκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και τον καταδίκασε για την αξιόποινη πράξη της αγροτικής φθοράς με την αιτιολογία ότι:" Στην προκειμένη περίπτωση σε βάρος του κατηγορουμένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις πράξεις της διακεκριμένης φθοράς και της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων με την υπ' αρ. 1280/2012 απόφαση του κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο για την πράξη της διακεκριμένης φθοράς έκρινε δε ένοχο αυτόν για την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, αλλά μετά από ακριβέστερο προσδιορισμό και διευκρίνιση των πραγματικών περιστατικών της πράξης κατά την ακροαματική διαδικασία, στοιχεία άλλωστε τα οποία αναφέρονταν και στο κατηγορητήριο και προέκυπταν από αυτό, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, τον έκρινε ένοχο για την πράξη της αγροτικής φθοράς. Για την ως άνω πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος δεν απαιτείται η υποβολή εγκλήσεως εκ μέρους του παθόντος, αφού η ποινική δίωξη κινείται εξ επαγγέλματος και συνεπώς ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν υποβλήθηκε έγκληση εντός τριών μηνών, αφότου ο δικαιούχος έλαβε γνώση της πράξης και του υπαιτίου, χρόνος μετά την πάροδο του οποίου η ασκηθείσα ποινική δίωξη παύει λόγω της επελθούσας αποσβέσεως του αξιοποίνου, είναι απορριπτέος στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος για την πράξη της αγροτικής φθοράς." Με την απορριπτική του αυτή κρίση, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο διέλαβε δε ειδική και πλήρη αιτιολογία στην παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση του. Μετά ταύτα οι προβαλλόμενοι α)από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. α' στοιχ. β'ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και β) από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.δ' ιδίου κώδικα με τον οποίο πλήττεται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της σε σχέση με την απορριπτική του κρίση όσο αφορά την ανωτέρω προβληθείσα ένσταση του( πρώτος και δεύτερος λόγος αναιρέσεως) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επειδή, κατ` άρθρο 57 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, "αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ` αυτή διάφορος χαρακτηρισμός" και παρ. 3 "Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη β) ταυτότητα προσώπου ήτοι του κατηγορουμένου, που δικάσθηκε με την απόφαση που στηρίζει το δεδικασμένο και γ) ταυτότητα πράξεως, ως ιστορικού γεγονότος, στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Η "πράξη" κατά το άρθρο 57 νοείται υπό την έννοια της υλικής ή φυσικής πράξεως του καθημερινού βίου, με οποιονδήποτε νομικό χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε κατ` ουσία, έστω και αν αυτός επιτρεπτά μεταβλήθηκε. Και τούτο διότι και υπό διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό πρόκειται για την ίδια πράξη, αφού απαιτείται το αυτό γεγονός και όχι το αυτό έγκλημα. Για την ταυτότητα πράξεως απαιτείται ταυτότητα τόπου και χρόνου, ενώ ο χρόνος δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως μόνον όταν είναι αποδεδειγμένο ότι αυτή άπαξ τελέσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την πλημμέλεια ότι, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων ) Κρήτης παραβίασε το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απαλλακτική διάταξη της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που τον κήρυξε αθώο για την αξιόποινη πράξη της διακεκριμένης φθοράς και κατά την αθωωτική του αυτή διάταξη κατέστη αμετάκλητη, κηρύσσοντας τον ένοχο για την πράξη της αγροτικής φθοράς που είναι ακριβώς ταυτόσημη κατά τόπο, χρόνο και περιστάσεις. Όπως όμως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για το αδίκημα της αγροτικής φθοράς που συνίσταται στο ότι : "Στην περιοχή "... "νοτιοδυτικά του οικισμού ... του Δήμου Μουσούρων και κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του έτους 2005 έως τον Δεκέμβριο του 2005, με πρόθεση κατέστρεψε ξένα ολικά αγροτικά κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 3α ΝΔ 3030/1954 "περί Αγροφυλακής"πράγματα. Ειδικότερα κατά τον ως άνω τόπο και χρονικό διάστημα ενώ ο Δήμος Μουσούρων διάνοιξε σε αγροτικό δρόμο και στις παρακείμενες αυτού ιδιοκτησίες ορισμένες εγκάρσιες τομές (κοψιές) κάθε 20 -30 μέτρα, ώστε να μη γίνεται συσσωρευτική κίνηση των υδάτων της βροχής, ο κατηγορούμενος έκλεισε τις τομές που υπήρχαν στην ιδιοκτησία του, έδωσε κλίση στις βαθμίδες που είχε δημιουργήσει σ' αυτήν (ιδιοκτησία)και δημιούργησε ανάχωμα στο χωράφι του και στο όριο με το δρόμο, με τις ενέργειες του δε αυτές ανέτρεψε την ροή των υδάτων του αγροτικού δρόμου και του χαντακιού απορροής των ομβρίων υδάτων, ούτως ώστε αυτά (ύδατα) να συσσωρεύονται και να κατευθύνονται στην περιουσία του μηνυτή Ε. Π. με αποτέλεσμα να προκληθούν μεγάλες καταπτώσεις εδάφους λόγω της διαβρώσεως από τα τρεχούμενα νερά τα οποία έβρισκαν διαφυγή μόνο μέσα από το αγροτεμάχιο του μηνυτή με συνέπεια οκτώ αχλαδιές να ξεριζωθούν τελείως και να καταπέσουν στην αμέσως κατώτερη αναβαθμίδα, ένδεκα αχλαδιές να καλυφθούν κατά 50%με χώμα και πέτρες και να καταστραφούν έτι κατά 50% οι ανθοφόροι και βλαστοφόροι οφθαλμοί τους και σε δέκα έξι αχλαδιές να διαβρωθεί το έδαφος στήριξης γύρω τους κατά 50% και να διολισθήσει στην παρακάτω αναβάθμιση, προξενώντας ζημία 1342,25 Ε. και να καταπλακωθεί σε πολλά σημεία το ήδη υπάρχον αρδευτικό δίκτυο του μηνυτή, προξενώντας ζημία 113 Ε. συνολική δηλ. ζημία 1445,25 Ε. Όπως προκύπτει δε από την υπ' αρ. 1280/2012 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου(Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων) ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, αθωώθηκε για το αδίκημα της διακεκριμένης φθοράς. Ειδικότερα του ότι: "Στην περιοχή "..." νοτιοδυτικά του οικισμού ... του Δήμου Μουσούρων, κατά το χρονικό διάστημα από 7ο /2005 έως 12ο/ 2005, με πρόθεση κατάστρεψε πράγμα που χρησιμεύει για κοινό όφελος και ειδικότερα μετά από επέμβαση του είχε γίνει αλλαγή της κλίσης του αγροτικού του αγροτικού δρόμου και είχε ανατραπεί η κλίση από δυτικά προς ανατολικά και με χρήση εσκαπτικού εργαλείου κατέστρεψε το χαντάκι που είχε ανοίξει ο Δήμος Μουσούρων για την απορροή των ομβρίων υδάτων, με αποτέλεσμα τα νερά της βροχής να συσσωρεύονται και να κατευθύνονται στην περιοχή του μηνυτή Ε. Π.." Από την αντιπαραβολή των διατακτικών των δύο αυτών αποφάσεων σε συνδυασμό με το σκεπτικό τους, δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως στις δύο περιπτώσεις, διότι α)στην αθωωτική για τον κατηγορούμενο απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η πράξη για την οποία αθωώθηκε στοιχειοθετεί την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της διακεκριμένης φθοράς του άρθρου 382 παρ. 2 στοιχ. α' ΠΚ, ενώ β) στην καταδικαστική απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, στοιχειοθετεί την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της αγροτικής φθοράς καθόσον διαλαμβάνονται σ' αυτήν η καταστροφή των οπωροφόρων δένδρων, του αρδευτικού δικτύου του αλλοτρίου κτήματος, το σύνολο της χρηματικής ζημίας που υπέστη ο μηνυτής και αναφέρεται διηγηματικά ο τρόπος με τον οποίο επήλθε η φθορά της ιδιοκτησίας του μηνυτή από τις παράνομες ενέργειες αυτού, μεταξύ των οποίων ήταν και η κλίση που έδωσε στις βαθμίδες που είχε δημιουργήσει στην ιδιοκτησία του και το ανάχωμα που δημιούργησε στο όριο αυτής με τον δρόμο. Επομένως δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως μεταξύ του αδικήματος για το οποίο αθωώθηκε ο κατηγορούμενος αμετακλήτως και εκείνου για το οποίο καταδικάσθηκε, τα οποία συρρέουν αληθώς μεταξύ τους. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. γ' τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσβάλλεται η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για παραβίαση του δεδικασμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και αυτός περί συγγνωστής νομικής πλάνης, αφού η παραδοχή του οδηγεί στον μη καταλογισμό της πράξεως στο δράστη και κατά συνέπεια στην απαλλαγή του .Από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 ΠΚ που ορίζει ότι "η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη αυτή είναι συγγνωστή" προκύπτει ότι πλάνη υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τι πράττει, αλλά είτε αγνοεί ότι η πράξη του είναι κατ` αρχήν άδικη, είτε πιστεύει πεπλανημένως ότι δικαιούται να προβεί σ` αυτήν και η πλάνη συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου και υπό τα ειδικώς αναφερόμενα περιστατικά συντρέχει περίπτωση που αποκλείει το αξιόποινο. Επιβάλλεται, όμως, να είναι συγγνωστή η πλάνη για το καταλογισμό του αξιοποίνου, με την έννοια ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε ο αυτουργός δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξεως. Το αρμόδιο δικαστήριο συνεκτιμά τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως που αναφέρονται στην ατομικότητα του δράστη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος όταν του δόθηκε ο λόγος, μετά την πρόταση του Εισαγγελέως που πρότεινε την ενοχή του κατηγορουμένου, πρόβαλε προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης του κατηγορουμένου τον οποίο ανέπτυξε ως ακολούθως: "ο κατηγορούμενος ενεργούσε σύμφωνα με τις επιταγές του νόμου όταν προέβη στην κατασκευή του αναχώματος" Ο ισχυρισμός αυτός όμως, όπως προβλήθηκε, ήταν αόριστος καθόσον δεν επικαλέσθηκε κανένα απολύτως πραγματικό περιστατικό που να ήταν επαρκές κατά το νόμο για να θεμελιώσει αυτόν και ως εκ τούτου το δικάσαν δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει. Παρά ταύτα αυτό απέρριψε, ως εκ περισσού, τον ως άνω ισχυρισμό με πλήρη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που έχει ως εξής: "όσο αφορά τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου για συγγνωστή νομική πλάνη όσο αφορά το παράνομο αυτής σε καμία πλάνη περί το άδικο του παρανόμου της συμπεριφοράς του δεν βρισκόταν, ούτε άλλωστε επικαλείται συγκεκριμένα κάποια πραγματικά περιστατικά. Μάλιστα ούτε ο κατηγορούμενος επικαλείται συγκεκριμένα κάποια πραγματικά περιστατικά που του δημιούργησαν την εσφαλμένη εντύπωση ότι αυτός ενεργούσε σύμφωνα με τις επιταγές του νόμου όταν προέβη στην κατασκευή του αναχώματος . Αντίθετα αποδείχθηκε ότι αυτός πλήρως γνώριζε το παράνομο της συμπεριφοράς του, αφού προέβη σε σειρά από παράνομες ενέργειες (π.χ. μεταβολή ροής υδάτων με διάνοιξη δρόμου με δημιουργία αναχώματος και παροχέτευση υδάτων δια μέσου της ιδιοκτησίας του παθόντος κ.λ.π.". Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ πέμπτος λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σε σχέση με την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα, άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.
Απορρίπτει την υπ' αρ. 8/30-11-2012 αίτηση του Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 1291/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που τα ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αδίκημα. Αγροτική φθορά. Λόγοι αναίρεσης: α) Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου, β) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, γ) Απόλυτη ακυρότητα διαδικασίας στο ακροατήριο, δ) Παραβίαση δεδικασμένου, ε) Έλλειψη αιτιολογίας παρεμπίπτουσας απόφασης. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Επάρκεια αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και του απορριπτικού αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, περί υπάρξεως πραγματικής συγγνωστής πλάνης στο πρόσωπο του. Επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από φθορά ξένης ιδιοκτησίας σε αγροτική φθορά, αφού τα πραγματικά περιστατικά για τα οποία ασκήθηκε η δίωξη και εισήχθη σε δίκη ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος συνάδουν με την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της αγροτικής φθοράς. Οι άδικες πράξεις της διακεκριμένης φθοράς και της απλής φθοράς ξένης ιδιοκτησίας συρρέουν αληθώς και δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως μεταξύ τους ώστε από την αμετάκλητη αθώωση για την πρώτη να πηγάζει δεδικασμένο για την καταδίκη για την δεύτερη.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Κατηγορίας μεταβολή, Πλάνη, Αγροτική φθορά.
| 1
|
Αριθμός 842/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Μουζακίου Νομού Καρδίτσης, νόμιμα εκπροσωπούμενου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χρυσσομάλλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ. Ξ. Τ., κατοίκου ..., 2) Π. Δ. του Λ., κατοίκου ..., 3) Α. συζύγου Γ. Θ., το γένος Π. Δ., κατοίκου ..., και 4) Ρ. συζύγου Ν. Μ., το γένος Π. Δ., κατοίκου ... . Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραμπάτσα και οι 2ος, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/7/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μουζακίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 85/2009 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/9/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 17/1/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Κατά την παρ.3 εδ. β του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε σ' αυτό με το άρθρο 62 του Ν. 4139/20.3.2013 και που κατά το άρθρο 98 παρ.1 του ίδιου νόμου καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Εξάλλου κατά το άρθρο 94 παρ.1 ΚΠολΔικ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 του ίδιου κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά κατά δε τη διάταξη του άρθρου 104, για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΑΠ 181/2013, ΑΠ 190/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από το πινάκιο της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικασίμου, από τα πινάκια της αρχικά ορισθείσας και της μετ' αναβολή δικασίμου της 26.1.2011 και 22.2.2012 αντίστοιχα, από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, παραστάθηκαν ο αναιρεσείων Δήμος, καθώς και ο πρώτος αναιρεσίβλητος, με τους ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτηθέντες πληρεξουσίους δικηγόρους τους Γεώργιο Χρυσομάλλη και Κων/νο Καραμπάτσο, αντίστοιχα. Οι δεύτερος, τρίτη και τέταρτη από τους αναιρεσίβλητους δεν παραστάθηκαν, όπως δεν είχαν παρασταθεί τόσο κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 26.1.2011, όσο και κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της 22.2.2012, ο δε επισπεύδων τη συζήτηση αναιρεσείων Δήμος επικαλείται, αλλά δεν προσκομίζει τις οικείες εκθέσεις επιδόσεως της αναιρέσεως και της κλήσεως προς συζήτηση αυτής για την προαναφερθείσα και αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 26.1.2011, ως προς την οποία και μόνο ήταν απαραίτητη η κλήτευση, καθόσον για τις μετ' αναβολή δικασίμους δεν χρειαζόταν νέα κλήτευση, αφού η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (ΑΠ 495/2013). Εφόσον όμως ο επισπεύδων τη συζήτηση αναιρεσείων δεν αποδεικνύει την κλήτευση των απολιπομένων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους και με τον παριστάμενο αναιρεσίβλητο με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρ. 74 παρ.1 ΚΠολΔικ) καθόσον η ένδικη διαφορά αφορά σε αναγνώριση κυριότητας του αναιρεσείοντος Δήμου επί δημοτικής οδού που κατέστη κοινόχρηστη κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (ΑΠ 156/2009) πρέπει κατά τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 576 παρ.2 και 3 ΚΠολΔικ να χωρισθεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη ως προς τους απολιπομένους αναιρεσιβλήτους, να προχωρήσει νομίμως ως προς τους παρισταμένους νομίμως διαδίκους ήτοι τον αναιρεσείοντα Δήμο και τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ζ. Τ.. Επειδή, στις παρακάτω διατάξεις του Ν. 3463/2006 "Κύρωση Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", που κατά τη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 25 παρ.2 ΚΠολΔικ ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης (23.9.2009) ΑΠ 1395/2009 ορίζονται τα εξής: α) Η Δημαρχιακή Επιτροπή αποφασίζει για την άσκηση όλων των ενδίκων βοηθημάτων και των ενδίκων μέσων (άρθρ. 103 παρ.2 εδ.στ), β) για τις περιπτώσεις στ' ... της προηγούμενης παραγράφου η απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής λαμβάνεται ύστερα από γνωμοδότηση δικηγόρου, η ανυπαρξία της οποίας συνεπάγεται ακυρότητα της σχετικής απόφασης (άρθρο 103 παρ.3 εδ.α) και γ) όταν δημιουργείται άμεσος ή προφανής κίνδυνος ή απειλείται ζημία των δημοτικών συμφερόντων από την αναβολή, ο δήμαρχος μπορεί να λάβει μέτρα για θέματα που ανήκαν στην αρμοδιότητα της Δημαρχιακής Επιτροπής. Στην περίπτωση αυτή οφείλει να υποβάλει προς έγκριση τη σχετική απόφασή του κατά την πρώτη συνεδρίαση της Δημαρχιακής Επιτροπής (άρθρ. 86 παρ.2). Από τις εκτεθείσες διατάξεις σαφώς προκύπτει, ότι για το τυπικά δεκτό της άσκησης, εκτός άλλων και του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως από το Δήμαρχο, ως νόμιμο εκπρόσωπο του Δήμου, απαιτείται απαραιτήτως η ύπαρξη άδειας της Δημαρχικής Επιτροπής, η οποία λαμβάνεται με απόφαση αυτής, επί της άδειας δε αυτής θεμελιώνεται και η αντιπροσωπευτική εξουσία του Δημάρχου για τη διεξαγωγή της δίκης ως αντιπροσώπου του Δήμου (ΑΠ 92/2013). Η άδεια αυτή νομίμως λαμβάνεται και μετά την άσκηση της αίτησης και μέχρι τη συζήτηση της, εγκρινομένης με αυτή της αίτησης που έχει ήδη ασκηθεί, πρέπει δε να προσκομίζεται κατά τη συζήτηση της αίτησης (ΑΠ 1395/2009, ΑΠ 1733/2012). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 73 του ΚΠολΔικ, η έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, γιατί η τήρηση της διατάξεως του άρθρου 103 παρ.2 εδ.στ του Ν. 3463/2006, που αποσκοπεί στην όσο το δυνατό αποτροπή διεξαγωγής ανώφελων δικών, ανάγεται στη δημόσια τάξη (ΑΠ 1733/2012). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔικ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης, αν δε η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 490/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση ο Δήμος Μουζακίου του Νομού Καρδίτσας, νομίμως εκπροσωπούμενος από το Δήμαρχο αυτού, άσκησε στις 23-9-2009 την με την ίδια ημεροχρονολογία αίτηση αναιρέσεις κατά της υπ' αριθμ. 85/2009 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, πλην όμως για την παραδεκτή άσκηση αυτής προσκομίζει την μετά την άσκηση της αναίρεσης ληφθείσα υπ' αριθμ. 183/19.10.2009 απόφαση της Νομαρχιακής Επιτροπής, με την οποία εγκρίνεται η ασκηθείσα από τον Δήμαρχο, ως εκπρόσωπο του Δήμου αίτηση αναιρέσεως, η οποία όμως απόφαση είναι άκυρη, καθόσον όπως προκύπτει από το κείμενό της δεν προηγήθηκε της λήψεώς της, γνωμοδότηση δικηγόρου, η οποία κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 103 παρ.3 εδ.α του Ν. 3463/2006 είναι προϋπόθεση της εγκυρότητάς της. Εφόσον λοιπόν ο εκπροσωπών τον αναιρεσείοντα Δήμος Δήμαρχος του, δεν ήταν εφοδιασμένος με νόμιμα ληφθείσα, εγκριτική της ασκήσεως της αναιρέσεως απόφαση της Νομαρχιακής Επιτροπής, η αναίρεση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει, αυτεπαγγέλτως να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου βαρύνουν τον ηττηθέντα Δήμο (άρθρ.183 και 176 ΚΠολΔικ.) και θα επιβληθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 του Ν. 3463/2006. Εξάλλου, η υποβαλλομένη από τον αναιρεσίβλητο, με τις προτάσεις του, αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που ήταν προτού να εκτελεσθεί η πρωτόδικη, προσωρινά εκτελεστή, απόφαση, η οποία είχε εξαφανισθεί από το Εφετείο, αφού η κατ' αυτής έφεση είχε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν, είναι απαράδεκτη, αφού η κατά το άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔικ αίτηση επαναφοράς δεν παρέχεται στον αναιρεσίβλητο, αλλά μόνο στον αναιρεσείοντα επί αποδοχής της αναιρέσεως του και αφορά σε εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, που έχει γίνει με βάση την αναιρούμενη απόφαση και όχι άλλο τίτλο (ΑΠ 305/2011).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Χωρίζει την υπόθεση ως προς του απολιπομένους και τους παρισταμένους διαδίκους.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους απολιπομένους αναιρεσιβλήτους, ήτοι τους α) Π. Λ. Δ., β) Α. συζ. Γ. Θ., το γένος Π. Δ. και γ) Ρ. σύζυγο Ν. Μ., το γένος Π. Δ..
Απορρίπτει την από 23.9.2009 αίτηση του Δήμου Μουζακίου Νομού Καρδίτσας κατά του Ζ. Ξ. Τ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 85/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας.
Απορρίπτει την υποβληθείσα από τον αναιρεσίβλητο, με τις προτάσεις του, αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ο επισπεύδων Δήμος δεν αποδεικνύει την κλήτευση των απολιπομένων αναιρεσιβλήτων, που είναι απλοί ομόδικοι. Χωρισμός υπόθεσης. Απαράδεκτη η συζήτηση για απολιπομένους. Απαράδεκτη η αναίρεση για παρισταμένους διαδίκους γιατί δεν προσκομίζεται έγκυρη απόφαση της κατά το άρθρο 103 παρ. 2 εδ. στ του Ν. 3463/2006 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής, η οποία πρέπει να ληφθεί ύστερα από γνωμοδότηση δικηγόρου, κατά το άρθρο 103 παρ. 3 εδ. α' του ίδιου νόμου. Η απόφαση της Νομαρχιακής Επιτροπής, που είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως αναιρέσεως μπορεί να ληφθεί και μετά την άσκησή της, εγκρίνουσα αυτήν.
|
Χωρισμός υπόθεσης
|
Κλήτευση , Ομοδικία, Χωρισμός υπόθεσης.
| 2
|
Αριθμός 841/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Π. του Δ. και 2) Ό. συζύγου Δ. Π., το γένος Δ. Τ., κατοίκων ... . Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπακωνστατίνου και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, χωρίς να καταθέσουν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζύγου Α. Τ., το γένος Γ. Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσούγκο, 2) Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ... και 3) Δήμου Μυτιλήνης και ήδη Δήμου Λέσβου, Πρωτοβάθμιου Ο.Τ.Α., νόμιμα εκπροσωπουμένου, που έχει έδρα την Μυτιλήνη, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/12/2004 αγωγή και την από 24/12/2005 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Μυτιλήνης και συν εκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 100/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/11/2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 15/2/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις εκθέσεις επιδόσεως 10239/4-12-2012 και 12219/5-12-2012 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης ..., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσης και με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον καθένα από τους απουσιάζοντες δεύτερον και τρίτο αναιρεσίβλητους. Επομένως και σύμφωνα με το άρθρο 576§2 του ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία των ως άνω κλητευθέντων αναιρεσιβλήτων.
ΙΙ. Με την προσβαλλόμενη απόφαση και με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που την εξέδωσε, δικάζοντας ως Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης και την πρόσθετη, υπέρ της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) αυτής, παρέμβαση του τρίτου αναιρεσιβλήτου Δήμου Μυτιλήνης, αναγνώρισε ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα είναι κοινόχρηστος δρόμος και ανήκει στην κυριότητα της κοινότητας (τότε) Παμφίλων, και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες-εναγομένους να άρουν την αναφερόμενη κατασκευή από την εδαφική αυτή λωρίδα και την εντεύθεν προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, συνισταμένη στην παρεμπόδισή της να χρησιμοποιεί τον επίδικο κοινόχρηστο χώρο, καθώς και να την παραλείπουν στο μέλλον.
ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου υποστηρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης και ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη-εφεσίβλητη Ε. Τ., αφού κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τον δεύτερο εφεσίβλητο-συνενάγοντα Ε. Κ., τον οποίο οι εκκαλούντες ήδη αναιρεσείοντες δεν είχαν καλέσει νομίμως, με τους λοιπούς δε λόγους του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση ανεπαρκούς αιτιολογίας, μη λήψεως υπόψη από το δικαστήριο των αναφερόμενων αποδεικτικών εγγράφων που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι αναιρεσείοντες και λήψεως υπόψη των επίσης αναφερομένων ενόρκων βεβαιώσεων - δικαστικών τεκμηρίων, που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι αναιρεσίβλητοι, προσβάλλεται αληθώς, όπως προκύπτει από το νοηματικό περιεχόμενο των λόγων αυτών, η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την παραδοχή του για τον κοινόχρηστο, ως ανωτέρω, χαρακτήρα της επίδικης εδαφικής λωρίδας και την μη απαίτηση κυριότητας των αναιρεσειόντων επί της λωρίδας αυτής. Ο πρώτος από τους ανωτέρω λόγους είναι απαράδεκτος, επειδή η επικαλούμενη αιτίαση δεν συνιστά κανέναν από τους λόγους αναιρέσεως που προβλέπονται στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ (ούτε άλλωστε από το άρθρο 559 του ίδιου ΚΠολΔ). Οι λοιποί δε λόγοι, ως λόγοι μεν από τους αριθμούς 11 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, τους οποίους υπονοούν οι αναιρεσείοντες, είναι απαράδεκτοι, διότι τέτοιοι (αντίστοιχοι) λόγοι αναιρέσεως δεν προβλέπονται στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ για τις αποφάσεις των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων ως στρεφόμενοι δε κατά της ουσιαστικής ως άνω κρίσεως του δικαστηρίου είναι επίσης απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561§1 του ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται στις αποφάσεις όλων των δικαστηρίων.
IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της παρισταμένης πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-11-2011 αίτηση των Π. Π. και Ό. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 100/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η επίκληση απαραδέκτου της συζητήσεως δεν δημιουργεί λόγον αναιρέσεως. Λόγοι αναιρέσεως, κατά αποφάσεων Ειρηνοδικείου, κατ΄άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. Όχι αντίστοιχοι του άρθρου 559 αρ. 11 και 19 (Επικυρώνει Πολ.Πρ. Μυτ. 100/2010)
|
Κυριότητα
|
Ένδικο μέσο, Κλήτευση , Κυριότητα.
| 1
|
Αριθμός 846/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Α)Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, ως ασκούντος την εποπτεία επί των κοινωφελών σκοπών και ιδρυμάτων εν γένει καταλειπομένων περιουσιών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Xρήστο Μιτκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 2)Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 3)Θ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 4)Α. Κ. του Σ., συζ. Κ. Μ., κατοίκου ... και 5)Α. Κ. του Σ., συζ. Ν. Κ., κατοίκου ..., οι 4η και 5η ως κληρονόμοι της Μ. ή Μ. χήρας Σ. Κ., το γένος Χ. Κ.. Οι 2ος, 4η και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσιρόπουλο. Ο 1ος και ο 3ος απεβίωσαν, όπως αναφέρεται στην από 21/3/2012 κλήση και κληρονομήθηκαν από τους: 1) Α. χήρα Κ. Κ., κάτοικο ..., 2)Χ. Κ. του Β., κάτοικο ..., 3)Α. Κ. του Σ., συζ. Ν. Κ., κάτοικο ..., και 1) Β., χήρα Θ. Κ., κάτοικο ..., 2) Χ. Κ. του Θ., κάτοικο ..., 3)Α. Κ. του Θ., κάτοικο ..., 4) Γ. Κ. του Θ., κάτοικο ..., αντίστοιχα, οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Κοινοποιούμενης της αίτησης αναίρεσης στο ιδρυμα με την επωνυμία "Πατριαρχικό Ίδρυμα Ορθοδόξου Ιεραποστολής Άπω Ανατολής" με έδρα την ..., νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χαραλαμπίδη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Β) Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ιδρύματος με την επωνυμία "Πατριαρχικό Ίδρυμα Ορθοδόξου Ιεραποστολής Άπω Ανατολής" με έδρα την ..., νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χαραλαμπίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 2)Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 3)Θ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 4)Α. Κ. του Σ., συζ. Κ. Μ., κατοίκου ... και 5)Α. Κ. του Σ., συζ. Ν. Κ., κατοίκου ..., οι 4η και 5η ως κληρονόμοι της Μ. ή Μ. χήρας Σ. Κ., το γένος Χ. Κ.. Οι 2ος, 4η και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσιρόπουλο. Ο 1ος και ο 3ος απεβίωσαν, όπως αναφέρεται στην από 21/3/2012 κλήση και κληρονομήθηκαν από τους: 1) Α. χήρας Κ. Κ., κάτοικο ..., 2)Χ. Κ. του Β., κάτοικο ..., 3)Α. Κ. του Σ., συζ. Ν. Κ., κάτοικο ..., και 1)Β. χήρα Θ. Κ., κάτοικο ..., 2)Χ. Κ. του Θ., κάτοικο ..., 3)Α. Κ. του Θ., κάτοικο ..., 4)Γ. Κ. του Θ. αντίστοιχα, οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Κοινοποιούμενης της αίτησης αναίρεσης στο Ελληνικό Δημόσιο, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, ως ασκούντος την εποπτεία επί των κοινωφελών σκοπών και ιδρυμάτων εν γένει καταλειπομένων περιουσιών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Xρήστο Μιτκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/10/1989 αγωγή των αρχικών διαδίκων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 620/1990, 4922/2002 μη οριστικές, 2757/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1935/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν: α)το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 22/3/2010 αίτησή του και β)το αναιρεσείον Πατριαρχικό Ίδρυμα Ορθοδόξου Ιεραποστολής Άπω Ανατολής με την από 23/3/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε τις από 11/3/2013 εκθέσεις της, με τις οποίες εισηγήθηκε την αποδοχή των δύο πρώτων λόγων των αναιρέσεων και την απόρριψη του τρίτου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος της από 22/3/2010 αιτήσεως ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, οι από 22.3.2010 και 23.3.2010 και με αριθμό πράξεως καταθέσεως 302/23.3.2010 και 308/24.3.2010, αντίστοιχα, αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1935/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔικ, το οποίο, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 495/2013), καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας αποφάσεως και αφορούν τους ίδιους διαδίκους, με την δε συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Επειδή, κατά το άρθρο 1718 του ΑΚ, διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε το άρθρο 1719 παρ.4 του ίδιου κώδικα, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 30 του ν. 2447/1996 και εφαρμόζεται ως προς τις διαθήκες που έγιναν υπό το κράτος της ισχύος του, δηλαδή πριν από την 30.12.1996 (άρθρο τρίτο ν. 2447/1996), ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή δεν έχουν τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, έλλειψη της συνείδησης των πραττομένων υπάρχει, όταν ο διαθέτης από θόλωση της διάνοιάς του εξαιτίας κάποιου νοσηρού ή όχι γεγονότος (μέθη, ύπνωση) που συνέβη κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης σε βαθμό συγχύσεως, αδύνατο να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της πράξεως που επιχειρεί, δηλαδή βρίσκεται σε αδυναμία να διαγνώσει ότι συντάσσει διαθήκη ή μπορεί μεν να διαγνώσει ότι συντάσσει διαθήκη, αδυνατεί όμως να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρη έλλειψη της συνειδήσεως, αρκούσας προς τούτο της σε μεγάλο βαθμό συγχύσεως αυτής (ΑΠ 496/2009, ΑΠ 1596/2008, ΑΠ 984/2008). Στέρηση δε της χρήσεως του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας υπάρχει όταν ο διαθέτης εξαιτίας πνευματικής ασθένειας, δηλαδή διανοητικής ή ψυχικής διαταραχής οφειλομένης σε ασθένεια, δεν μπορεί -αδυνατεί- να προσδιορίσει ελεύθερα τη βούλησή του, δηλαδή να διαθέσει την περιουσία του μετά το θάνατό του με λογικούς υπολογισμούς. Δηλαδή ο διαθέτης μπορούσε μεν να έχει επαρκή αντίληψη για το τι έπραττε συντάσσοντας τη διαθήκη, αλλά εξαιτίας ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής δεν ήταν η βούλησή του ελεύθερη στο βαθμό που είναι του ομαλά ψυχικά ανθρώπου, ήτοι αυτός δεν μπορούσε, βρισκόταν σε αδυναμία, -αδυνατούσε- να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερα τη βούλησή του και να αντισταθεί έτσι σε υποβολή προερχόμενη από άλλους. Μετά την τροποποίησή της με τον παραπάνω νόμο (άρθρο 30 Ν. 2447/1996) η διάταξη αυτή απαιτεί απλά ψυχική ή διανοητική διαταραχή περιορίζουσα αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη. Η κατά την προϊσχύσασα διάταξη στέρηση της χρήσεως του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας αποτελεί νομικό όρο που δεν χρησιμοποιείται στην ιατρική δηλαδή, όρο, ο οποίος με δυσχέρεια μπορεί να προσδιορισθεί με ακρίβεια, αφού ως πνευματική ασθένεια δεν νοείται μόνο η πάθηση της νόησης του πνεύματος, αλλά γενικά κάθε ψυχική διαταραχή. Ως ψυχική διαταραχή που κατά την προϊσχύσασα διάταξη, καθιστούσε αδύνατη και κατά την ισχύουσα περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη νοείται ειδικότερα κάθε διαταραχή που αναιρεί ή μειώνει αντίστοιχα την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται ή περιορίζεται αποφασιστικά αντίστοιχα, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων. Οι ασθένειες που μπορούν να προκαλέσουν την πιο πάνω διαταραχή είναι οι ίδιες τόσο κατά την προϊσχύσασα όσο και κατά την υπό ισχύ διάταξη, είναι δε οι γνήσιες ψυχώσεις όπως λ.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οι οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως λ.χ. η γεροντική άνοια, όταν απ' αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, η ολιγοφρένεια κ.ά. Η διακρίβωση πότε στη συγκεκριμένη περίπτωση αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, είναι έργο ιδιαίτερα λεπτό και δυσχερές, ενόψει και του ότι μια εξελικτική οργανική ασθένεια του εγκεφάλου καθιστά, κατά την εξέλιξή της, ανίκανο τον πάσχοντα για σύνταξη διαθήκης. Παρέπεται ότι δεν αποκλείεται κατά νόμο η συνύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη και των δύο περιπτώσεων ανικανότητας, που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 1719 αρ.3 ΑΚ (ΑΠ 1073/2012, ΑΠ 1198/2012, ΑΠ 1420/2010). Η ανικανότητα κρίνεται κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ενώ η μεταγενέστερη επέλευσή της ή η ύπαρξή της σε προγενέστερο χρόνο δεν ασκεί έννομη επιρροή, αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή για βαριά ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη, τότε δεν είναι αναγκαία η απόδειξή της κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αφού τεκμαίρεται αυτή, λόγω της διάρκειάς της (ΑΠ 1420/2010, ΑΠ 1110/2008). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 486/2013, ΑΠ 568/2013). Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 179/2013, 495/2013, 567/2013, 568/2013). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔικ) της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο από τη συνεκτίμηση των νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, σε σχέση με την κύρια βάση της ένδικης αγωγής των τριών πρώτων από τους αρχικούς αναιρεσίβλητους (στη θέση του πρώτου και τρίτου από τους οποίους λόγω θανάτου τους έχουν υπεισέλθει οι συνεχίζοντες τη δίκη κληρονόμοι τους) και της δικαιοπαρόχου των τέταρτης και πέμπτης, στη θέση της οποίας αυτές υπεισήλθαν, περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της από 20.6.1988 ιδιόγραφης διαθήκης της αποβιώσασας Α. θυγ. Χ. Κ., που στηριζόταν στην κατά το άνω άρθρο 1719 παρ.4 ΑΚ ανικανότητα της διαθέτιδος προς σύνταξή της τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Η διαθέτιδα Α. θυγ. Χ. Κ., γεννήθηκε το 1926, είχε γραμματικές γνώσεις γ' τάξης δημοτικού σχολείου, δεν εργαζόταν, παντρεύτηκε το έτος 1963 και αμέσως διαζεύκτηκε, δεν είχε τέκνα, είχε πλησιέστερους συγγενείς τα αδέρφια της και τώρα ενάγοντες, διέμενε με τον πρώτο ενάγοντα αδελφό της μέχρι το έτος 1970 και έκτοτε διέμενε, μέχρι το θάνατο της την 3/12/1988, μόνη της σε ιδιόκτητο διαμέρισμα στο δεύτερο όροφο υπό στοιχεία Β-2 πολυκατοικίας που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... αριθμ. 21 και ... στο Δήμο ..., επιφάνειας 73,50 μ2 αποτελούμενο από τρία κύρια δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους. Η διαθέτιδα με την από 20/6/1988 ιδιόγραφη διαθήκη της, που είχε δοθεί προς φύλαξη στη συμβολαιογράφο Αθηνών Αναστασία Παπακωνσταντίνου, και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 65/1989 Πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καταχωρήθηκε στον τόμο 1282 και αριθμό 65, κατά τη συνεδρίαση της 13/1/1989, κατέλιπε το ανωτέρω διαμέρισμα στο εναγόμενο που ιδρύθηκε με την υπ' αριθμ. .../15-4-1987 Πράξη σύστασης ιδρύματος και εγκρίθηκε με το από 8/6/1989 Π. Δ/γμα με το οποίο εγκρίθηκε η σύσταση και κυρώθηκε ο οργανισμός του εναγομένου κοινωφελούς ιδρύματος (ΦΕΚ 457/12-6-1989). Το πλήρες περιεχόμενο της ανωτέρω διαθήκης έχει ως εξής: "Εγώ η Α. Κ. του Χ. και Α., που γεννήθηκα στο ... το έτος 1926 με πλήρη συναίσθηση των πράξεών μου, θέλω μετά το θάνατό μου το διαμέρισμά μου στου ... που απέκτησα με το .../70 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίου Γ. Δροσοπούλου να περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα στο Πατριαρχικό Ίδρυμα Ορθοδόξου Ιεραποστολής ΑΠΩ Ανατολής που συστήθηκε με το υπ' αριθμ. .../15-4-1987 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αν. Παπακωνσταντίνου Μαλάμου. Δια τον εξής σκοπό: να κτισθεί Ι. Ναός στο όνομα της Αγίας και Πανσόφου Αικατερίνης στη μνήμη των προσφιλών μου κεκοιμημένων και φωτισμό των ζώντων και να διαδοθεί ο λόγος του Ευαγγελίου στα πέρατα του κόσμου. Αθήνα 20 Ιουνίου 1988. Η διαθέτις Α. Χ. Κ.". Η σύνταξη της ιδιόγραφης διαθήκης την 20/6/1988 και ο θάνατος της κληρονομουμένης την 3/12/1988 έγιναν όταν αυτή ήταν ηλικίας 62 ετών. Ο θάνατός της επήλθε κατά τη διάρκεια εξέτασης καρδιολογικής φύσεως, ενόψει του ότι αυτή έπασχε από καρδιολογικό νόσημα. Η διαθέτις μετά το διαζύγιό της αφοσιώθηκε πλήρως στην εκκλησία και τη δράση της, είχε συναναστροφές με πολλούς θρησκευτικούς κύκλους, ήταν συνδρομήτρια πολλών εκκλησιαστικών περιοδικών, ενίσχυε οικονομικά τις εκκλησιαστικές οργανώσεις, διατηρούσε αλληλογραφία με πρόσωπα της εκκλησίας (επίσκοπο - μοναχό) που τη συμβούλευαν και έγραφε συχνά στίχους και προσευχές. Η διαθέτις έχουσα γραμματικές γνώσεις τρίτης δημοτικού σχολείου, μη διαθέτουσα κοινωνική εμπειρία ως ασχολούμενη με τα οικιακά, επηρεάστηκε από τις συναναστροφές της με τους θρησκευτικούς κύκλους που της επέβαλαν την άποψη ότι για να κερδίσεις τη μετά θάνατο ζωή πρέπει να είσαι τίμιος, καλός, σωστός, να βοηθάς τον πλησίον σου αλλά και ό,τι έχεις και δεν έχεις να τα δώσεις στην οργάνωση, και μεταβλήθηκε σε θρησκόληπτο άτομο (διακατείχετο από υπέρμετρο θρησκευτικό ζήλο, υπερβολική αφοσίωση στη θρησκεία), προσπαθούσε να διαδώσει τις θρησκευτικές απόψεις της σε τρίτους (όπως στο μάρτυρα των εναγόντων Χ. Ν. και στη μητέρα του), χρησιμοποιούσε το σπίτι της για ομιλίες των μελών των οργανώσεων. Σαφείς περί των ανωτέρω είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων ιδίως του Χ. Ν., ο οποίος είναι τρίτος, φίλος και οικογενειακός ιατρός των εναγόντων και της θανούσας αδελφής των, ο οποίος γνωρίζοντας από νεαρή ηλικία τη θανούσα καταθέτει ότι η θανούσα του ανέφερε για συναναστροφές της με θρησκευτικούς κύκλους και προσπαθούσε να τον επηρεάσει και έχει τη γνώμη ότι για να συντάξει τη διαθήκη επηρεάστηκε από τους κύκλους με τους οποίους συναναστρέφετο οι οποίοι την είχαν μεταβάλει σε θρησκόληπτο άτομο. Εξάλλου η θανούσα έβλεπε τα πάντα με θρησκευτικό πρίσμα, αδιαφορώντας πλήρως για τους πλησιέστερους συγγενείς της αλλά και για την ίδια προσωπικά. Ενδεικτικό των παραπάνω αποτελεί το γεγονός ότι επέμενε με φορτικότητα να προβεί σε δωρεά εν ζωή του ανωτέρω ακινήτου προς το εναγόμενο, του μοναδικού δηλαδή περιουσιακού της στοιχείου στο οποίο και διέμενε, αδιαφορώντας πλήρως για τις συνέπειες της πράξης της αυτής, ότι δηλαδή στην ηλικία των 62 ετών αντιμετωπίζουσα καρδιολογικής φύσεως προβλήματα υγείας θα έμενε χωρίς κατοικία και χωρίς ένα περιουσιακό στοιχείο το οποίο θα της ήταν αναγκαίο για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της υγείας της. Κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης της η θανούσα τελούσα υπό το προαναφερόμενο καθεστώς συναισθηματικής φόρτισης, διακατεχόμενη από υπέρμετρο θρησκευτικό ζήλο, προέβη στην σύνταξη της ιδιόγραφης διαθήκης της υπό το προαναφερθέν περιεχόμενο το οποίο της υποβλήθηκε καθόσον οι όροι και η φρασεολογία που χρησιμοποιεί δεν ανταποκρίνονται στις γραμματικές της γνώσεις αλλά προσήκουν σε άτομο ανωτάτου επιπέδου γνώσεων. Η ούτως εκφρασθείσα βούληση της θανούσας δεν είναι προϊόν ελεύθερης βούλησής της, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, και συνεπώς η διαθήκη της είναι άκυρη σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις. Ακολούθως το Εφετείο, αφού δέχθηκε την απόφαση, κατά το οικείο της κεφάλαιο, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και αφού αναδίκασε την αγωγή κατά την κύρια βάση της, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την ακυρότητα της από 20.6.1988 ιδιόγραφης διαθήκης.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 1719 αρ. 4 ΑΚ, όπως τούτο ίσχυε κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης, αφού αρκέστηκε σε λιγότερα από όσα η διάταξη αυτή απαιτεί, καθόσον τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού της διατάξεως αυτής, όπως τούτο (πραγματικό) αναλύθηκε στη νομική σκέψη, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε. Ειδικότερα η απόφαση αρκέστηκε σε διαταραγμένη βούληση της διαθέτιδος κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης που είχε διαμορφωθεί υπό την επήρεια θρησκευτικών οργανώσεων και είχε περιορίσει την ικανότητά της για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, δηλαδή αρκέστηκε σε όσα η διάταξη αυτή απαιτεί μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 30 του Ν. 2447/19996, που όμως δεν ήταν εφαρμοστέα, στη συνταχθείσα πριν από την τροποποίηση αυτή ένδικη διαθήκη. Η ισχύουσα κατά τον ένδικο χρόνο διάταξη απαιτούσε να κριθεί αν ο επικαλούμενος θρησκευτικός ζήλος και η από αυτόν συναισθηματική φόρτιση ήταν νοσηρές καταστάσεις που θόλωσαν τη διάνοια της διαθέτιδος και της προκάλεσαν σύγχυση, σε βαθμό που αυτή να περιέλθει σε αδυναμία να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συνέτασσε ή ότι οι καταστάσεις αυτές, ήτοι ο θρησκευτικός ζήλος και η από αυτόν συναισθηματική φόρτιση, την κατέστησαν πνευματικά ασθενή, ήτοι της προκάλεσα διανοητική ή ψυχική διαταραχή και την περιήγαγαν σε αδυναμία να αντισταθεί σε υποβολή προερχομένη από άλλους και να προσδιορίσει, κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης, ελεύθερα τη βούλησή της. Ενόψει τούτων, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι εκ των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ταυτόσημοι δύο πρώτοι λόγοι των αναιρέσεων και να αναιρεθεί η απόφαση, στη δε συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από δικαστές άλλους πλην εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔικ), η οποία δαπάνη όσο αφορά την πρώτη αναίρεση (του Ελληνικού Δημοσίου) θα καταλογισθεί μειωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 13443/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987 (ΑΠ 481/2013), ενώ όσο αφορά το αναιρεσείον της δεύτερης αναίρεσης του οποίου η νομική συμπαράσταση δεν έγινε από το Ν.Σ.Κ. θα καταλογισθούν κατά της γενικές διατάξεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 22.3.2010 και 23.3.2010 αιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου και Ιδρύματος με την επωνυμία "Πατριαρχικό Ίδρυμα Ορθοδόξου Ιεραποστολής Άπω Ανατολής" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1935/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί την υπ' αριθμό 1935/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία καθορίζει για το αναιρεσείον της πρώτης αναιρέσεως (Ελληνικό Δημόσιο) σε τριακόσια (300) ευρώ και για το αναιρεσείον της δεύτερης αναιρέσεως ("Πατριαρχικό Ίδρυμα Ορθοδόξου Ιεραποστολής Άπω Ανατολής") σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση. Ακύρωση διαθήκης κατά 1719 παρ. 4 ΑΚ Ανάλυση διάταξης πριν και μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 30 του Ν, 2447/1996. Αναιρείται η απόφαση γιατί εφαρμόσθηκε η διάταξη, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της, ενώ ως εκ του χρόνου συντάξεως της διαθήκης στις 30.6.1988 ήταν εφαρμοστέα όπως ίσχυε πριν. Λόγοι από 1 και 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
|
Συνεκδίκαση
|
Διαθήκης ακύρωση, Συνεκδίκαση.
| 0
|
Αριθμός 847/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Κ., 2) Ά. Κ., κατοίκων ..., και 3) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ηπειρωτική Βιομηχανία Μαρμάρου - ΗΒΙΟΜ Α.Ε." και έδρα τη ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Χ. του Κ., 2) Δ. Χ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βουκελάτο, και 3) Α. χήρας Κ. Χ., η οποία δεν παραστάθηκε.
Στο σημείο αυτό ο ως άνω δικηγόρος δήλωσε ότι η τρίτη αναιρεσίβλητη απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους 1ο και 2ο των ήδη αναιρεσιβλήτων καθώς και από τις κόρες της: α)Θ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., β) Κ. συζ. Κ. Κ., το γένος Κ. Χ., κατοίκου ... και γ) Ε. χήρας Δ. Κ., το γένος Κ. Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/5/2003 αγωγή των 1ου και 2ου ήδη αναιρεσιβλήτων και της αρχικής διαδίκου Α. Χ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 133/2005 του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων λόγω αρμοδιότητας, 424/2007 μη οριστική και 231/2009 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/12/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 27/9/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Δημάδη με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 1884Γ/5-2-2011, 1885Γ/5-2-2011 και 1886Γ/5-2-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Ιωαννίνων ..., ακριβές αντίγραφο της από 1-12-2009 αιτήσεως αναιρέσεως, μαζί με κλήση για συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 5.10.2011, επιδόθηκε από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση και αρχικά αναιρεσίβλητους προς τους αναιρεσείοντες. Στη συνέχεια μετά από ματαίωση της συζήτησης κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο η συζήτηση επισπεύδεται και πάλι από τους αναιρεσίβλητους και μάλιστα από τους δύο πρώτους ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους της αποβιώσασας στις 21-4-2012 τρίτης αναιρεσίβλητης, καθώς και από τις λοιπές εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τελευταίας και δη τις τρεις θυγατέρες της (βλ. προσκομ. νομιμοποιητικά έγγραφα ήτοι ληξιαρχική πράξη θανάτου, πιστοποιητ. εγγυτέρων συγγενών και πιστοπ. μη δημοσιεύσεως διαθήκης). Οι εν λόγω επισπεύδοντες επέδωσαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσείοντες και μάλιστα ως προς την μετά την άσκηση της αναιρέσεως πτωχεύσασα τρίτη, στον εκπροσωπούντα αυτήν σύνδικό της (βλ. υπ' αριθμ. 211/1-8-2011 απόφαση περί πτωχεύσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων) την από 2.11.2012 αίτηση-κλήση για συζήτηση της αναιρέσεως, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, όπως τούτο προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 4762Γ/20.11.2012, 4761Γ/20.11.2012 και 4760Γ/20.11.2012 εκθέσεις επιδόσεως του προαναφερθέντα δικαστικού επιμελητή Ιωαννίνων ... .
Συνεπώς, αφού οι αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔικ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία αυτών (άρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔικ.).
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.13 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με το ρυθμιζόμενο από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔικ βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφαση θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 373/2012, 636/2012, ΑΠ 987/2012). Ειδικότερα εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως (ΑΠ 233/2011, ΑΠ 1189/2010). Εξάλλου επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής ακινήτου, που στηρίζεται σε πρωτότυπο, με χρησικτησία, τρόπο κτήσεως της κυριότητας, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το επίδικο εξαιρείται της χρησικτησίας, γιατί ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, είτε ως κοινόχρηστο, είτε για κάποιο άλλο νομικό λόγο, συνιστά καταχρηστική ένσταση και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική της βάση, πρέπει να τα επικαλεσθεί και να τα αποδείξει ο ενιστάμενος εναγόμενος (ΑΠ 1189/2010) και για τον λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας του ισχυρισμού αυτού, τις φέρει αυτός και ότι ο ενάγων. Κατά συνέπεια εάν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή νομής του Δημοσίου και επομένως το ανεπίδεκτο κτητικής παραγραφής του ακινήτου, η αγωγή δεν θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως ως προς τον προταθέντα από τους αναιρεσείοντες-εναγομένους ισχυρισμό, ότι το επίδικο ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας, γιατί ανήκε κατά κυριότητα το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Ελληνικού Δημοσίου. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο έκρινε ως αναπόδεικτο και απορριπτέο τον ισχυρισμό αυτό και στη συνέχεια έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη συνιστά ένσταση και επομένως τις συνέπειες και μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως του επικαλουμένου γεγονότος ότι το επίδικο ως δημόσιο κτήμα δεν ήταν επιδεκτικό χρησικτησίας, τις έφεραν οι ενιστάμενοι-αναιρεσείοντες, που ως εναγόμενοι προέβαλαν τον ισχυρισμό και όχι οι αναιρεσίβλητοι -ενάγοντες. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι υλικές και εμφανείς, πάνω σ' αυτό πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να εξουσιάζει το πράγμα ως δικό του. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του και εφόσον πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή της κληρονομίας και η μεταγραφή της, η καταβολή φόρου κληρονομιάς κ.α. χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 92/2013, ΑΠ 649/2012, ΑΠ 991/2012, ΑΠ 210/2011). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 980 ΑΚ η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 983 του ίδιου κώδικα, η νομή, ως δικαίωμα μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στους κληρονόμους του νομέως, κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980-984, 994 και 1113 ΑΚ συνάγεται ότι ο κοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος ακινήτου, αν έχει στη νομή του ολόκληρο το κοινό, λογίζεται ότι κατέχει το κοινό πράγμα στο όνομα και των λοιπών κοινωνών συγκυρίων και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, προτού καταστήσει γνωστή σ' αυτούς την απόφασή του να νέμεται στο εξής ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό ως κύριος (ΑΠ 1171/2012, ΑΠ 928/2012). Εξάλλου μετά την έναρξη ισχύος του ΑΝ 431/1968 (23.5.68) "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της εν γένει εποικιστικής νομοθεσίας κλπ", επιτρέπεται η απόκτηση με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία της κυριότητας του κληροτεμαχίου, εφόσον δεν επέρχεται κατάτμηση αυτού, δηλαδή εφόσον αφορά ολόκληρο το κληροτεμάχιο και όχι τμήμα του, συνακόλουθα δε η κτήση κυριότητας με χρησικτησία διαιρετού τμήματος κληροτεμαχίου δεν επιτρέπεται (ΑΠ 785/2008, ΑΠ 960/2008). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στην εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών του ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 481/2013, 495/2013, 568/21013). Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 193/2013, ΑΠ 197/2013, ΑΠ 567/2013, ΑΠ 568/2013.-
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔικ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων σ' αυτό αποδεικτικών στοιχείων δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτο κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά το έτος 1972 απεβίωσε ο παππούς των δύο πρώτων και πατέρας της τρίτης των εναγόντων Δ. Ζ.. Αυτός κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν κύριος μεταξύ άλλων και ενός ακινήτου εκτάσεως 3500 τ.μ. κατά τον κατωτέρω τίτλο, κατά ακριβή δε νεότερη καταμέτρηση 21.231,59 τ.μ., που βρίσκεται στην Κτηματική Περιφέρεια του Δ.Δ. Αναργύρων του Δήμου Πασσαρώνος. Το εν λόγω ακίνητο είχε παραχωρηθεί στον προαναφερόμενο κληρονομικό νομέα (μπασταινούχο) με το υπ' αριθμ. 2748/1932 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, που νόμιμα μεταγράφηκε στις 4-12-1941. Δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1970 δημόσιας διαθήκης του, που συνετάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Νικολάου Μαντά και δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων (βλ. επικυρωμένο αντίγραφο των υπ' αριθμ. 75/1974 πρακτικών συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου), εγκατέστησε κληρονόμους του μεταξύ άλλων, τους δύο πρώτους ενάγοντες εγγονούς του και κατά ψιλή μόνο κυριότητα, ενώ την επικαρπία την μεταβίβασε στην θυγατέρα του σ' ολόκληρη την ακίνητη περιουσία του, που βρίσκεται στην Περιφέρεια Αναργύρων, μεταξύ της οποίας συμπεριλαμβάνεται και το πιο πάνω ακίνητο. Τούτο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος Αναργύρων του Δήμου Πασσαρώνος, εμφαίνεται στο από Μαΐου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα της Πολιτικού Μηχανικού Β. Μ. με στοιχεία Α1, Α2, A3, Α4, Α5, Α6, Α7, Α8, Α9, Α10, Α11, Α12, Α13, Α14, Α15, Α16, Α17 και Α1 και συνορεύει με ιδιοκτησία των Αδελφών Κ. και πρώην Ι. Ζ., με ιδιοκτησία των αδελφών Κ. και πρώην Μ. Λ., με ιδιοκτησία Γ. Σ., με ιδιοκτησία Γ. Π., με ιδιοκτησία Θ. Β., με ιδιοκτησία Γ. Μ., με ιδιοκτησία Β. Γ. και με αγροτικό δρόμο. Το ανωτέρω ακίνητο άρχισαν να νέμονται με διάνοια ψιλού κυρίου οι δύο πρώτοι των εναγόντων και με διάνοια δικαιούχου επικαρπίας η τρίτη απ' αυτούς αμέσως μετά την κατά τα άνω περιέλευσή του σ' αυτούς (το έτος 1972), διενεργούντες όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και οιονεί νομής αντίστοιχα. Οι διακατοχικές πράξεις που άσκησαν οι ενάγοντες ήταν επίβλεψη, συντήρηση περίφραξης από ξηρολιθιά, καλλιέργεια τμήματος αυτού με σιτάρι, καθώς και εκμίσθωση του σε τρίτους τόσο για βόσκηση ζώων επ' αυτού, όσον και για εξόρυξη μαρμάρων. Η άσκηση της νομής και οιονεί νομής επικαρπίας συνεχίσθηκε μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής. Από τα προαναφερθέντα καθίσταται σαφές ότι το επί του επιδίκου δικαίωμα ψιλής κυριότητας των δύο πρώτων των εναγόντων και επικαρπίας της τρίτης απ' αυτούς στηρίζεται σε αδιάλειπτη νομή και οινεί νομή τους αντίστοιχα από το 1972 μέχρι το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής (21-5-2003). Έτσι οι δύο πρώτοι από τους ενάγοντες έχουν καταστεί ψιλοί συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, η δε τρίτη επικαρπώτρια του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αφού νεμήθηκαν με διάνοια ψιλού κυρίου και δικαιούχου επικαρπίας αντίστοιχα αυτό για χρονικό διάστημα υπέρ την εικοσαετία. Σημειωτέων ότι μετά την ισχύ του Α.Ν 431/1968 (23-5-1968) είναι δυνατόν η χρησιδεσποτεία της μπασταινας και από τρίτους (βλ. Εφ.Ιωαν. 247/1988 αδήμ.). Όμως οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, που έχουν όμορη ιδιοκτησία για πρώτη φορά από τις αρχές Ιουλίου 2001 κατέλαβαν δύο τμήματα της ιδιοκτησίας των εναγόντων ισχυριζόμενοι ότι τα έχουν μισθώσει από το πρώτο εναγόμενο Δημόσιο, στις δε 2-5-2002 κατέλαβαν και τρίτο τμήμα της. Ειδικότερα στις αρχές Ιουλίου 2001 κατέλαβαν εδαφικά τμήματα εμβαδού 520,90 και 1007,39 τ.μ., στις δε 2-5-2002 και άλλο εδαφικό τμήμα εμβαδού 1000 τ.μ. περίπου και προέβησαν σε εξόρυξη μαρμάρων. Ευθύς μετά την πρώτη κατάληψη του ακινήτου τους οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων την από 10-9-2001 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής, η οποία και έγινε δεκτή. Με την 464/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, οι ενάγοντες και συγκεκριμένα οι δύο πρώτοι αναγνωρίστηκαν προσωρινά συννομείς, η δε τρίτη οιονεί νομέας των πιο πάνω τμημάτων και διατάχθηκε η αποβολή των εναγομένων απ' αυτά. Με την 68/2002 έκθεση βίαιας αποβολής και εγκατάστασης της δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ... οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων αποβλήθηκαν από τη νομή και οιονεί νομή των επίδικων τότε τμημάτων και εγκαταστάθηκαν οι ενάγοντες. Στη συνέχεια μετά και την δεύτερη κατάληψη οι ενάγοντες με την από 19-6-2002 αίτηση τους ζήτησαν από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ιωαννίνων την προσωρινή ρύθμιση της νομής του τρίτου τότε επίδικου τμήματος των 1000 τ.μ. Ο Εισαγγελέας με την 6/2002 απόφαση του δέχθηκε την αίτηση και διέταξε την απομάκρυνση των τότε καθών και τώρα εναγομένων καθώς και την προσωρινή παύση των λατομικών εργασιών, που εκτελούντο. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν οι καθών η αίτηση και ήδη εναγόμενοι ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Ιωαννίνων τις από 11-11-2002 και 20-11-2002 ανακοπές, οι οποίες όμως απορρίφθηκαν με την 4/2003 απόφαση του, με το αιτιολογικό ότι ολόκληρη την επίδικη έκταση κατείχαν οι ήδη ενάγοντες. Οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν με τις προτάσεις τους στο Πρωτόδικο Δικαστήριο, επαναφέρουν δε τον ισχυρισμό τους αυτό και στο Δικαστήριο τούτο ότι το επίδικο ως δημόσια δασική έκταση ανήκε στο Τούρκικο Δημόσιο, μετά δε την απελευθέρωση της Ηπείρου το έτος 1913, περιήλθε κατά κυριότητα στον διάδοχο αυτού αιτία πολέμου πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (αρθρ. 2 του ν. 147/1914 και ν. 262/1914). Ο ισχυρισμός αυτός που συνιστά ένσταση (Εφ. Δωδ. 188/2005 Δημ. στη "ΝΟΜΟΣ") πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ειδικότερα οι μάρτυρες των εναγόντων Σ. Γ., (βλ. υπ' αριθμ. 133/2005 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων), και Μ. Λ. (βλ. υπ' αριθμ. .../2001 ένορκη βεβαίωση της Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Σταματίκης Φράγκου - Ζαχαρία), οι οποίοι κατάγονται από την περιοχή όπου βρίσκεται το επίδικο καταθέτουν με λόγο γνώσης ότι ανέκαθεν το επίδικο ήταν καλλιεργήσιμος αγρός, εκαλλιεργείτο δε και από τον ως άνω δικαιοπάροχο των εναγόντων Δ. Ζ.. Άλλωστε κατά των εναγόντων το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο εξέδωκε Πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής από το τμήμα του επιδίκου επιφανείας 1043,83 τ.μ., το οποίο όμως ακυρώθηκε. Αντιθέτως οι καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων περί δασικής εκτάσεως κλπ δεν κρίνονται πειστικές και αξιόπιστες. Σημειωτέον ότι οι μάρτυρες Δ. Κ. και Μ. Γ. κατέθεσαν ότι δεν έχουν προσωπική αντίληψη για το επίδικο και επομένως τα όσα καταθέτουν στην κρινόμενη υπόθεση ελέγχονται ως προς την αξιοπιστία τους. Το ότι το επίδικο δεν ήταν δασική έκταση και δεν συνόρευε με δασική έκταση προκύπτει από το υπ' αριθμ. .../1983 προσύμφωνο πώλησης του τότε Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Κ. Τζάλλα και την με αριθμ. 122/1970 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων όπου αναφέρεται ότι τα ακίνητα του Μ. Λ. και Ι. Ζ. και ήδη Αδελφών Κ. συνορεύουν με ακίνητο Δ. Ζ.. Το ίδιο τέλος προκύπτει και από την πραγματογνωμοσύνη, που διενήργησε κατόπιν εκδόσεως της με αριθμ. 424/2007 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου ο πραγματογνώμονας Γ. Γ., ο οποίος κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα ότι δηλαδή από τα με αριθμούς 2748/1923, 7135/1932, 7116/1932 και 7144/1932 παραχωρητήρια του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και των όμορων ιδιοκτητών προκύπτει ότι η επίδικη έκταση δεν συνορεύει σε κανένα σημείο με δημόσια δασική έκταση. Βασικός ισχυρισμός των εναγομένων είναι ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στον επικαλούμενο από τους ενάγοντες παραχωρητήριο τίτλο (2748/1932) και ότι η ιδιοκτησία τους κείται σε άλλο σημείο που γειτνιάζει με το επίδικο. Τούτο όμως δεν είναι αληθές. Στους υπ' αριθμ. 7116/1932, 7135/1932 και 7144/1932 παραχωρητήριους τίτλους που αφορούν τις όμορες ιδιοκτησίες Μ. Λ., Ι. Ζ. και Β. Γ. αναφέρεται όπως προαναφέρθηκε ότι τα εν λόγω ακίνητα συνορεύουν με ιδιοκτησία Δ. Ζ. δηλαδή του δικαιοπαρόχου των εναγόντων. Με βάση την περιγραφή αυτή και σε συνδυασμό προς τις λοιπές αποδείξεις καθίσταται προφανές και βέβαιο ότι η παραχωρούμενη με το πιο πάνω παραχωρητήριο έκταση ταυτίζεται με το επίδικο. Σ' αυτό οι ενάγοντες και ο δικαιοπάροχος τους Δ. Ζ. ασκούσαν τις προαναφερόμενες πράξεις νομής. Οι εναγόμενοι επιχειρούν να αποδείξουν την μη ταύτιση του επιδίκου με την παραχωρούμενη στον δικαιοπάροχο των εναγόντων έκταση με το γεγονός ότι κατά το παραχωρητήριο η έκταση που παραχωρήθηκε σ' αυτόν (δικαιοπάροχο των εναγόντων) ανέρχεται σε 3.500 τ.μ., ενώ το επίδικο έχει έκταση 21.231,59 τ.μ. Το αληθές όμως είναι ότι με τον 2748/1932 παραχωρητήριο τίτλο, παραχωρήθηκε στον δικαιοπάροχο των εναγόντων έκταση 3.500 τ.μ. εντός των αναφερόμενων ορίων του, τα οποία αναφέρθηκαν παραπάνω και από τα οποία (όρια) προκύπτει ότι η επίδικη έκταση ταυτίζεται με εκείνη που παραχωρήθηκε. Επίσης επιχειρούν να θεμελιώσουν την άνω άποψη τους στο γεγονός ότι η Διεύθυνση Δασών κίνησε τη διαδικασία αποτερματισμού των δημοσίων δασικών εκτάσεων της περιοχής. Η αρμόδια Επιτροπή συνέταξε το από 12-4-1996 πρωτόκολλο οριστικού αποτερματισμού και οροθέτησης με το οποίο αποφάνθηκε ότι το ως άνω (2748/1932) παραχωρητήριο έχει εφαρμογή σε παρακείμενη έκταση εμβαδού 11960 τ.μ. Κατά του εν λόγω πρωτοκόλλου οριστικού αποτερματισμού οι ενδιαφερόμενοι άσκησαν ένσταση. Η κατά το άρθρο 10 παρ. 3 του ν. 998/1979 Επιτροπή επιλύσεων δασικών αμφισβητήσεων απέρριψε την ένσταση με την 1/1997 απόφαση της. Πλην όμως η ως άνω παρεμπίπτουσα κρίση της αρμόδιας Επιτροπής ότι δηλαδή δεν αποδεικνύεται κυριότητα των εναγόντων στη επίδικη έκταση, άλλα σε γειτονική εμβαδού 11.960 τ.μ., αναιρείται από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα αναμφισβήτητα περιστατικά που αναφέρθηκαν. Η επικαλούμενη από τους εναγόμενους εκμίσθωση λατομικού χώρου δεν αποδεικνύεται βάσιμη ενόψει του ότι πρόκειται περί χώρου κείμενου "εκτός του επιδίκου". Στη συνέχεια το Εφετείο, είχε κρατήσει την υπόθεση (άρθρ. 535 ΚΠολΔικ) με την υπ' αριθμ. 424/2007 παρεμπίπτουσα απόφασή του, μετά την εξαφάνιση της εκκληθείσας υπ' αριθμ. 133/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων που είχε κηρύξει εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά το μέρος που είχε κριθεί νόμιμη και αναγνώρισε τους μεν δύο πρώτους από αυτούς ψιλούς κυρίους της επίδικης εδαφικής εκτάσεως την δε τρίτη επικαρπώτρια αυτής, με έκτακτη χρησικτησία. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις μνημονευθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα όλα τα παραγωγικά, με έκτακτη χρησικτησία περιστατικά της ψιλής κυριότητας επί του επιδίκου, όσον αφορά τους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους και της επικαρπίας όσον αφορά την τρίτη από αυτούς, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση η συνεχής από τους αναιρεσιβλήτους από το 1972 και μετά, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, άσκηση νομής στο επίδικο με τις ανωτέρω διακρίσεις και ότι τη νομή αυτή απέκτησαν από τον άμεσο δικαιοπάροχό τους Δ. Ζ. με κληρονομική διαδοχή, ως μόνοι εκ διαθήκης κληρονόμοι του επί του επιδίκου, την οποία αυτός καθώς και την κυριότητα είχε αποκτήσει με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. 2748/1932 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας. Ακόμη εκτίθενται οι επί μέρους διακατατοχικές πράξεις των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και ότι η επ' αυτού χρησικτησία επιτρέπεται μολονότι αφορά μπάσταινα (κλήρο) αφού αναφέρεται σε χρόνο μεταγενέστερο της ισχύος του ΑΝ 431/68 (23.5.68). Περαιτέρω η αιτίαση κατά την οποία το Εφετείο παρέβη ευθέως και εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, γιατί μολονότι δέχθηκε την ύπαρξη και άλλων εκ διαθήκης κληρονόμων επί του επιδίκου και επομένως συννομέων του, δέχθηκε την αγωγή, χωρίς την παραδοχή ότι οι αναιρεσίβλητοι -ενάγοντες νεμόντουσαν το επίδικο εξ ολοκλήρου για δικό τους λογαριασμό, εν γνώσει των λοιπών συγκληρονόμων, συννομέων, είναι απαράδεκτη γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη συγκληρονόμων επί των λοιπών ακινήτων του ως άνω διαθέτη-κληρούχου (μπασταινούχου καλλιεργητή) όχι όμως και επί του επιδίκου, δέχθηκε δηλαδή ότι η με διαθήκη του κληρούχου κληρονομική εγκατάσταση επί του επιδίκου, αφορούσε μόνο τους αναιρεσίβλητους, όχι δε και τους λοιπούς κληρονόμους του. Μάλιστα όσο αφορά την τρίτη αναιρεσίβλητη, ρητά αναφέρεται στην απόφαση, ότι αυτή εγκαταστάθηκε με την υπ' αριθμ. .../1970 νόμιμα δημοσιευθείσα και συνταχθείσα ενώπιον του συμβ/φου Ιωαννίνων Νικολαου Μαντά δημοσία διαθήκη του άνω κληρούχου, ως επικαρπώτρια σε ολόκληρη την ακίνητη περιουσία του, επομένως δε και επί του επιδίκου, ως μέρους αυτής. Ενόψει των προεκτεθέντων ο από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση των εκτιθεμένων στον λόγο αυτό, η ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 3 και 78 του Οθωμανικού Νόμου "Περί Γαιών" της 7ης Ραμαζάν του τούρκικου έτους 1274 (1856), των άρθρων 1248 και 1614 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, του άρθρου 8 των οδηγιών "περί εγγράφων ταπίων" της 7ης Σαμπάν του 1276, των άρθρων 1 και 2 του Ν.147/1914, του άρθρου 12 της από 1/14 Νοεμβρίου του 1914 της Συμβάσεως Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, του άρθρου 21 του από 16-5-1926 Ν.Δ/τος "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της αεροπορικής αμύνης", του άρθρου 4 παρ.1 του ΑΝ 1539/1938, των άρθρων 1,2 και 3 του Β.Δ/τος της 16-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", του άρθρου 2 του Ν.Δ/τος 2468/20-5-1917 της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης, του άρθρου 49 του Ν.2052/1920, των άρθρων 288 και 290 του Αγροτικού Κώδικα, καθώς και του άρθρου 10 παρ.3 του Ν. 998/1979, γιατί μολονότι η επίδικη εδαφική έκταση, συνολικού εμβαδού 21.231,59 τ.μ. δεν ταυτίζεται, ολικά ή μερικά με την αναφερομένη στο εκδοθέν στο όνομα του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Δ. Ζ. υπ' αριθμ. 2748/1932 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, και βρίσκεται σε διαφορετική θέση, τελούσα, ως δασική μέχρι σήμερα, υπό την κυριότητα, νομή και κατοχή του πρώτου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και ούσα ως εκ τούτου εξηρημένη της κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, εν τούτοις το Εφετείο έκρινε ως υποστατό το δικαίωμα συγκυριότητας και επικαρπίας, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το επίδικο, με την προσβαλλομένη απόφαση θεωρήθηκε δασικό, ενώ τούτο δεν συμβαίνει, καθόσον όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως, το επίδικο θεωρήθηκε μη δασικό και καλλιεργήσιμη έκταση, ταυτιζόμενη με αυτήν που παραχωρήθηκε από το Δημόσιο με το αναφερόμενο παραπάνω παραχωρητήριο στον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, με τη δε παραχώρηση αυτή το Ελληνικό Δημόσιο έπαυσε να έχει οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα επί του παραχωρηθέντος και ταυτιζομένου με το επίδικο ακινήτου. Πρέπει λοιπόν και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη των εχόντων κοινή νομική συμπαράσταση αναιρεσιβλήτων (άρθρ.176 και 183 ΚΠολΔικ), και όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-12-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 231/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Eρήμην κληθέντων αναιρεσειόντων. Χρησικτησία έκτακτη. Νομή, ο συννομέας νέμεται για λογαριασμό λοιπών και δεν μπορεί να αντιτάθει κατ΄ αυτών κτητική παραγραφή προτού καταστήσει γνωστή σ΄ αυτούς την πρόθεση του να νέμεται για δικό του λογαριασμό. 559 αρ.13 παράβαση των κανόνων περί βάρους της αποδείξεως, 559 αρ.1 και 19. Ποιες διατάξεις ισχύουν όταν το ακίνητο είναι δασική έκταση ανήκουσα στο Δημόσιο.
|
Χρησικτησία
|
Αγωγή αναγνωριστική, Γαίες, Έλλειψη νόμιμης βάσης, Νομή, Χρησικτησία.
| 1
|
Αριθμός 839/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Κ. του Η., κατοίκου ..., 2) Γ. Κ. του Η., 3)Β. Τ., το γένος Η. Κ., κατοίκου ..., 4) Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., και 5) Π. Κ. συζ. Ε., το γένος Α. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπαδόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Μ. του Χ. και 2) Φ. Μ. συζ. Θ., το γένος Γ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Μήτση.
Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε επί της έδρας και δια του Προεδεύοντός του απέρριψε το αίτημα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/10/1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2004 του ιδίου Δικαστηρίου, 2534/2007 μη οριστική και 1286/2012 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/10/2012 αίτησή τους.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 14/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν, σύμφωνα με το άρθρο 224 του ΚΠολΔ, ο ενάγων νομίμως, υπό την προϋπόθεση δηλαδή ότι δεν μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις του συμπληρώνει, διευκρινίζει ή διορθώνει τους ισχυρισμούς του.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες εξέθεσαν σ' αυτήν ότι με το υπ' αριθμ. .../1999 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σγουρούλας Ψούνη που μεταγράφηκε νόμιμα έγιναν συγκύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας "ενός αγροτικού ακινήτου, με αριθμ. κληροτεμαχίου ..., έκτασης 4.000 τ.μ. (που προήλθε από αγροτική αποκατάσταση)", όπως ειδικότερα κατά θέση και όρια το περιγράφουν στην αγωγή, το οποίο αγόρασαν από το ζεύγος Η. και Ά. Π., που "το ίδιο αυτό αγροτικό ακίνητο", είχαν αγοράσει από τον Ν. Ν. με το υπ' αριθμ. .../13-7-1962 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κων. Κατσάνου που μεταγράφηκε νόμιμα, αυτός δε (Ν. Ν.) ήταν κύριος του ως άνω αγρού από παραχώρηση, ύστερα από οριστική διανομή της Δ/νσης Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας, με τον υπ' αριθμ. .../1959 τίτλο που μεταγράφηκε νόμιμα, και ότι οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες, μετά την εν έτει 1984 απόκτηση γειτονικού ακινήτου, κατέλαβαν και ενσωμάτωσαν, σ' αυτό τμήμα, εμβαδού 679,50 τ.μ., από το ανωτέρω ακίνητο των εναγόντων, κείμενο στην βορειοδυτική γωνία του τελευταίου αυτού ακινήτου, το οποίο (τμήμα) και διεκδίκησαν οι αναιρεσίβλητοι με την ένδικη αγωγή τους κατά το άρθρο 1094 του ΑΚ. Προς απόκρουση της αγωγής αυτής οι αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις τους μεταξύ των άλλων ότι το αγορασθέν από τους αναιρεσιβλήτους και τους δικαιοπαρόχους τους ως άνω ακίνητο, εμβαδού 4000 τ.μ., τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, εμβαδού 679,50 τ.μ., ακίνητο, αποτελούσε τμήμα του υπ' αριθμ. ... κληροτεμαχίου, συνολικού εμβαδού 4945 τ.μ., το οποίο είχε παραχωρηθεί στον αρχικό δικαιοπάροχο του ανωτέρω - κληρούχο Ν. Ν. με το προαναφερθέν παραχωρητήριο, και ότι με την αγορά αυτή επήλθε κατάτμηση του αρχικού κληροτεμαχίου, που απαγορεύεται από τις σχετικές διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας, οι αναιρεσείοντες δε, με τις πρωτόδικες, επίσης, προτάσεις τους, που κατατέθηκαν νομίμως, συμπλήρωσαν την αγωγή, στην οποία, όπως από το προπαρατεθέν περιεχόμενό της προκύπτει, δεν ανέφεραν ότι το αγορασθέν από αυτούς ακίνητο ήταν τμήμα κληροτεμαχίου, αναφέροντας ήδη (στις προτάσεις) ότι η μεταβίβαση προς τους δικαιοπαρόχους τους και τους ιδίους του ακινήτου των 4.000 τ.μ. ήταν νομότυπη και έγκυρη, "μετά την άρσιν των κωλυμάτων του Αγροτικού Κώδικος (άρθρα 208-216 Α.Κ.) διά της προς τούτο εκδοθείσης υπ' αριθμ. 17837/7-7-1962 αποφάσεως του Νομάρχου Χαλκιδικής, η οποία εξεδόθη συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3200/55 κλπ νόμων".
Με τον τελευταίο αυτόν ισχυρισμό τους οι αναιρεσίβλητοι συμπλήρωσαν παραδεκτώς, κατά το άρθρο 224 του ΚΠολΔ, τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους, χωρίς να μεταβάλλεται η βάση της αγωγής (απόκτηση ακινήτου με αγορά από κύριο δυνάμει μεταγραφέντος συμβολαίου), κατά συνέπειαν δε και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη το Εφετείο, που έκρινε νόμιμη και βάσιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη και τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, της παρά τον νόμο δηλαδή λήψεως υπόψη ουσιωδών πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, αφού και όπως προαναφέρθηκε ο ειρημένος ισχυρισμός είχε προταθεί νομίμως από τους αναιρεσιβλήτους - ενάγοντες, είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τον πρώτο, από την ανωτέρω διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς τους.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20. Εξάλλου λόγος αναιρέσεως προβάλλεται αλυσιτελώς όταν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε αιτιολογία που δεν πλήττεται με τον προτεινόμενο αυτόν λόγο.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο, στοιχ. Α', και υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου πλήττεται αληθώς η εξαχθείσα από τις αποδείξεις ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου ως προς την ταυτότητα του επίδικου τμήματος ακινήτου, εμβαδού 679,50 τμ, και ειδικότερα ότι τούτο περιέχεται (εμπίπτει), ως μέρος του, στο προρρηθέν (ανωτ. υπό Ι) ακίνητο των αναιρεσιβλήτων, εμβαδού 4000 τ.μ., που οι τελευταίοι είχαν αγοράσει από τους Η. και Α. Π. με το υπ' αριθμ. .../1999 συμβόλαιο, όχι δε στο γειτονικό ακίνητο των αναιρεσειόντων, το οποίο οι τελευταίοι είχαν αγοράσει από τον Α. Ν. δυνάμει του υπ' αριθμ. .../28-3-1984 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μουδανιών Ιω. Τσανή που μεταγράφηκε νόμιμα. Επομένως και αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, η απόφαση έχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, στις οποίες στηρίζει το ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, ο προαναφερθείς λόγος του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται ότι η κατά τα ανωτέρω ταυτότητα του επίδικου τμήματος έχει κριθεί τελεσίδικα (και αμετάκλητα) με την υπ' αριθμ. 144/1972 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής μεταξύ των τότε διαδίκων Η. και Α. Π., άμεσων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων, ως εναγόντων, αφ' ενός, και του Α. Ν., δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, ως εναγομένου, αφ' ετέρου, όπως αυτή υλοποιήθηκε με το υπ' αριθμ. 26/6-6-1974 πρακτικό συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου Ν. Μουδανιών και τις υπ' αριθμ. .../1974 και .../1981 εκθέσεις βίαιης αποβολής του δικ. Επιμελητή ..., αποτελεί δε δεδικασμένο μεταξύ των νυν διαδίκων - ειδικών διαδόχων των τότε διαδίκων - δικαιοπαρόχων τους. Με τον ίδιο δεύτερο, στοιχ. Β', λόγο του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την ανωτέρω απόφαση ως προς την ταυτότητα (θέση) του επίδικου τμήματος, αφού τούτο (επίδικο) δεν εμπίπτει, κατά τους αναιρεσείοντες στην ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού το Εφετείο εξάγει την κρίση του αυτοτελώς και από τις λοιπές, ως άνω, παραδοχές του (αποδείξεις), οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της απόφασης, αλλά και ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ότι το επίδικο εμπίπτει στην ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων, όπως είχε δεχθεί και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής με την προρρηθείσα απόφασή του, με αποτέλεσμα να πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και το ίδιο κριθέν ουσιαστικό δικαίωμα (αρθρ. 321, 322, 324, 325 αριθ.2 του ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Ο κατά το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι αβάσιμος όταν το Εφετείο δεν εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, του οποίου, ενόψει των πραγματικών παραδοχών του δικαστηρίου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχεται περαιτέρω ότι οι αναιρεσείοντες κατέλαβαν το πρώτον το επίδικο τμήμα το έτος 1984, μετά την απόκτηση από αυτούς του ειρημένου γειτονικού ακινήτου, και το νέμονται έκτοτε, βρισκόμενοι όμως σε κακή πίστη, αφού γνώριζαν ότι τούτο δεν τους ανήκει, μη εμπίπτοντας στην έκταση του γειτονικού ακινήτου που είχαν αγοράσει με το υπ' αριθμ. .../1984 συμβόλαιο που προαναφέρθηκε. Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο απέρριψε τις ενστάσεις της κτήσεως του επιδίκου από τους ιδίους με τακτική χρησικτησία, άλλως με έκτακτη, και της εικοσαετούς παραγραφής, που είχαν προτείνει οι αναιρεσείοντες, με το αιτιολογικό, αντιστοίχως, ότι οι τελευταίοι δεν ενέμοντο το επίδικο ακίνητο με καλή πίστη (άρθρο 1041-1042 του ΑΚ), ενώ από τον κατά τα ανωτέρω χρόνο της καταλήψεώς του από αυτούς (1984) μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (έτος 2000) δεν συμπληρώθηκε ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας και της παραγραφής (εικοσαετία, άρθρα 1045, 247, 249 του ΑΚ), λαμβανομένου υπόψη, κατά τις ίδιες παραδοχές του Εφετείου, ότι ούτε ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων ενέμετο το επίδικο τμήμα προ του 1984 (μεταβίβαση στους αναιρεσείοντες του γειτονικού ακινήτου), ώστε οι τελευταίοι να προσμετρούν στον δικό τους χρόνο χρησικτησίας τον χρόνο χρησικτησίας εκείνου (άρθρ. 1051 του ΑΚ).
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθώς δεν εφήρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ΑΚ, των οποίων και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής και τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη (μη) εφαρμογή, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου, με ελλιπείς αιτιολογίες, είναι δε αβάσιμα και απορριπτέα τα αντίθετα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τους τρίτον και τέταρτο, από τους αριθμούς 1 και 19 (όχι και 8) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγους της αιτήσεώς τους.
IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 178, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-10-2012 αίτηση των Χ. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1286/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρετικός λόγος κατ' άρθρθο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. Δεν δημιουργείται όταν ο ενάγων παραδεκτώς κατ' άρθρθον 224 Κ.Πολ.Δ. συμπληρώνει κλπ την αγωγή. Ανέλεγκτη η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου κατ' άρθρθ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Αβάσιμοι λόγοι αναιρέσεως ιδίως από το αρθρ. 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Επικυρώνει ΕΑ 1286/2012).
|
Μεταβολή βάσεως αγωγής
|
Ανέλεγκτη η ουσιαστική εκτίμηση, Μεταβολή βάσεως αγωγής.
| 0
|
Αριθμός 840/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Β. συζ. Ν., το γένος Π. Μ., 2) Α. Ν. Κ. συζ. Γ., το γένος Π. Μ., 3) Ν. Μ. του Π., 4)Π. Μ. του Ν. και 5) Α. συζ. Π. Μ., το γένος Δ. Ρ., κατοίκων ... . Οι 1η, 2η, 4ος και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καζά και ο 3ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ιερού Ναού Αγίου Νεκταρίου Νέου Ηρακλείου Αττικής, νόμιμα εκπροσωπούμενου, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Τασία Βασιλακοπούλου -Πουλή.
Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου και άσκησε πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού Οικονομικών, ως ασκούντος επιμέλεια επί των υπέρ του κράτους και κοινωφελών σκοπών ή ιδρυμάτων καταλειπομένων περιουσιών και δωρεών, υπέρ του αναιρεσιβλήτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/2/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5271/2000 μη οριστική, 6506/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4997/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/12/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 13/2/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων που παραστάθηκαν ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδάφ. β' ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευσή τους. Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση (ΑΠ 240/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσίβλητο Ιερό Ναό με αριθμό 3842Γ'/10-3-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 22-2-2012, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο της 20-2-2013, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου προς τον τρίτο αναιρεσείοντα Ν. Μ.. Επομένως, εφόσον ο τρίτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ κατά τη σημερινή, νόμιμη μετ' αναβολή δικάσιμο της 20-2-2013, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επειδή, κατά το άρθρο 80 ΚΠολΔ, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 1/1996). Περαιτέρω, από την παραπάνω διάταξη και τον συνδυασμό αυτής με την διάταξη του άρθρου 68 του ιδίου Κώδικα προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση προσθέτου παρεμβάσεως, είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται στο δικόγραφο της παρεμβάσεως κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 126 του Α.Ν. 2039/1939 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ. Ν.ΚΠολΔ, και όπως τούτο έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 10 παρ. 2 του Ν.Δ. 958/1971 "Ο Υπουργός των Οικονομικών δύναται να παρεμβαίνει κατά πάσαν στάσιν της δίκης και άνευ της κοινοποιήσεως δικογράφου παρεμβάσεως, αλλά διά των προτάσεων εις δίκας αφορώσας διεκδίκησιν εν όλω ή εν μέρει της υπέρ του σκοπού ταχθείσης περιουσίας, ή την ακύρωσιν των συστατικών πράξεων ως και εν γένει εις πάσας τας δίκας, αίτινες ενδιαφέρουσιν οπωσδήποτε την υπέρ του σκοπού ή υπέρ κοινωφελούς ιδρύματος άνευ ειδικού σκοπού καταλειπομένων περιουσιών". Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση ο Υπουργός των Οικονομικών παραδεκτώς με τις από 21-2-2013 προτάσεις του ασκεί πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ιερού Ναού, στον οποίο με διαθήκη αφέθηκε περιουσία για τους κοινωφελείς σκοπούς του, και κατά των αναιρεσειόντων. Επειδή, κατά μεν το άρθρο 1718 ΑΚ διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Κατά δε το άρθρο 1719 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, όπως αυτό ίσχυε πριν από τη με το άρθρο 30 του ν. 2447/1996 τροποποίησή του και εφαρμόζεται ως προς τις διαθήκες, που έγιναν υπό το κράτος της ισχύος του, δηλαδή πριν από την 30-12-1996, "ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή δεν έχουν τη χρήση του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, έλλειψη συνειδήσεως των πραττομένων υπάρχει, όταν ο διαθέτης από θόλωση της διάνοιας από κάποιο νοσηρό ή μη αίτιο, σε βαθμό συγχύσεως, αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της πράξεως που επιχειρεί, δηλαδή της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη της συνειδήσεως, αφού αρκεί η σε μεγάλο βαθμό σύγχυση της συνειδήσεως. Στέρηση δε της χρήσεως του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας υπάρχει, όταν συντρέχει διανοητική ή ψυχική διαταραχή, οφειλομένη σε ασθένεια, επιφέρουσα, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αδυναμία λογικής στάθμισης και ελεύθερου προσδιορισμού της βούλησης του διαθέτη, ο οποίος μπορούσε μεν να έχει επαρκή αντίληψη για το τί έπραττε συντάσσοντας τη διαθήκη του, αλλά, εξαιτίας ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής δεν ήταν η βούλησή του ελεύθερη στο βαθμό που είναι του ομαλά ψυχικά ανθρώπου, δηλαδή δεν μπορούσε αυτός να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερα τη βούλησή του και να αντισταθεί, έτσι, σε υποβολή προερχόμενη από άλλους. Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως λ.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως λ.χ. η γεροντική άνοια, όταν απ' αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, η ολιγοφρένεια κ.ά. Για να είναι δε ορισμένη η σχετική αγωγή ακυρότητας της διαθήκης, πρέπει να αναφέρεται ο λόγος της ανικανότητας προς σύνταξη της διαθήκης και τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την ανικανότητα αυτή. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή, ή, αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Αντιθέτως, η ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 14 KΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 8-2-1999 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ιερού Ναού προκύπτει, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, ότι με αυτήν ο τελευταίος ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: Ότι δυνάμει της .../14-6-1994 δημόσιας διαθήκης της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Τσαβδαρίδου - Λαγοπάτη, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, η αποβιώσασα στις 16-12-1996 Σ. Κ. εγκατέστησε γενική κληρονόμο της την αδελφή της Μ. Τ. σε όλη την καταληφθείσα περιουσία της, πλην ενός καταστήματος στον οδό ... στη ..., το οποίο όρισε, ότι θα περιέλθει στον βαφτισιμιό της Α. Χ., συγχρόνως δε όρισε ότι, εφόσον η αδελφή της προαποβιώσει, ολόκληρη η κληρονομιά της, πλην του πιο πάνω καταστήματος, να περιέλθει στον αναιρεσίβλητο Ιερό Ναό. Ότι πράγματι η τιμηθείσα με την ανωτέρω διαθήκη αδελφή της κληρονομουμένης προαποβίωσε αυτής στις 11-3-1995 και ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος κατέστη, δυνάμει της ως άνω διαθήκης, γενικός κληρονόμος επί της κληρονομιαίας περιουσίας, εξαιρουμένου του προαναφερθέντος καταστήματος. Ότι, με την μεταγενέστερη της πιο πάνω προηγούμενης, νέα με αριθμό .../12-1-1995 δημόσια διαθήκη της συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολέττας Γυφτοπούλου - Ψύχου, που επίσης δημοσιεύθηκε νόμιμα, η ίδια κληρονομούμενη εγκατέστησε ως κληρονόμους της τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες σε διάφορα αντικείμενα της κληρονομιαίας περιουσίας, καθώς και τον πιο πάνω βαφτισιμιό της σε ένα μόνο κατάστημα εκ των περιλαμβανομένων στην κληρονομιά ακινήτων, εξαντλώντας με τις διατάξεις της διαθήκης αυτής τον κλήρο. Ότι η τελευταία αυτή διαθήκη είναι άκυρη, διότι κατά το χρόνο της σύνταξής της, η διαθέτιδα ήταν ανίκανη να συντάξει διαθήκη, καθόσον βρισκόταν σε κατάσταση ελλείψεως συνειδήσεως των πραττομένων και δη είχε θολωμένη την διάνοια σε βαθμό συγχύσεως, η οποία της είχε προκληθεί από πολύμηνο κοινωνικό αποκλεισμό και ιδεασμούς, που την είχαν υποβάλλει οι αναιρεσείοντες, σε έδαφος προϊούσας απομείωσης των πνευματικών της ικανοτήτων, τόσο φυσιολογικής λόγω προχωρημένης ηλικίας, όσο και παθολογικής λόγω εξελισσόμενης γεροντικής άνοιας, άλλως ότι βρισκόταν σε κατάσταση αποκλεισμού της χρήσεως του λογικού, από την οποία ήδη έπασχε και ειδικότερα συνεπεία εδραιωμένης βαριάς μορφής γεροντικής άνοιας, σε κάθε δε περίπτωση σε κατάσταση αποφασιστικού περιορισμού της λειτουργίας της βουλήσεώς της, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, αντίστοιχης με τα συμπτώματα της εν λόγω ασθένειας. Ζήτησε δε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της τελευταίας υπέρ των εναγομένων-αναιρεσειόντων δημόσιας διαθήκης της κληρονομουμένης. Η ανωτέρω αγωγή, όπως εκτιμάται, είναι ορισμένη, αφού σ' αυτή αναφέρονται με πληρότητα, όλα τα απαραίτητα κατά νόμο στοιχεία, τόσο για τον αναφερόμενο λόγο ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, όσο και ως προς τα πραγματικά περιστατικά, που τη θεμελιώνουν και ειδικότερα δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή. Επομένως, ο από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται, ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ως ορισμένη την ένδικη αγωγή, παραβίασε, αντίστοιχα, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 4 ΑΚ, όπως ίσχυε, και τη δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Την 16-12-1996 απεβίωσε στη ..., στον οίκο ευγηρίας "..." η Σ. χήρα Κ. Κ., κάτοικος εν ζωή ..., Η ανωτέρω αποβιώσασα, ενόσω ακόμη ζούσε ο σύζυγός της Κ. Κ., με την .../9-2-1972 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ν. Ιωνίας Αττικής Νεόφυτου Φιντάνογλου και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 1254/1997 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο σε όλη την ακίνητη και κινητή περιουσία της τον παραπάνω σύζυγο της, ο οποίος με την υπ' αριθμ. .../9-2-1972 όμοια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον του ιδίου ως άνω Συμβολαιογράφου και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 1939/1986 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε ταυτόχρονα την ανωτέρω αποβιώσασα σύζυγό του μοναδική κληρονόμο του. Ακολούθως την 20-2-1986 απεβίωσε ο Κ. Κ. και η ανωτέρω αποβιώσασα Σ. Κ. με την υπ' αριθμ. .../6-5-1987 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Αττικής Ζάμπιας Παπακαλού και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 1258/1997 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ανακάλεσε την ως άνω προηγούμενη διαθήκη της. Μετά το θάνατο του συζύγου της, η παραπάνω αποβιώσασα Σ. Κ. με την υπ' αριθμ. .../2-4-1990 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ν. Ιωνίας Αττικής
Ζάμπιας Παπακαλού και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 1256/1997 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε κληρονόμους της σε δήλο αντικείμενο της κληρονομιάς τον τέταρτο και την πέμπτη των εναγομένων, γείτονές της, με τους οποίους είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις, και συγκεκριμένα όρισε: "να λάβουν από κοινού μετά το θάνατό της την ισόγεια μονοκατοικία της με το οικόπεδο της, που βρίσκεται στο ... στην οδό ... αριθμ. 10, με την ελπίδα ότι τα αγνά και ανθρώπινα αισθήματα, που τρέφουν απέναντί της, δεν θα αλλάξουν μέχρι τέλους της ζωής της και θα της συμπαρασταθούν σε οποιαδήποτε ανάγκη της". Στη συνέχεια, η ανωτέρω διαθέτης με την υπ' αριθμ. .../28-5-1990 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον της ιδίας ως άνω Συμβολαιογράφου και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 1257/1997 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε κληρονόμους της σε έτερο δήλο αντικείμενο της κληρονομιάς της και τις θυγατέρες των ανωτέρω τέταρτου και πέμπτης των εναγομένων, ήτοι την Β. Β., (πρώτη εναγομένη) και την Α.-Ν. Κ., (δεύτερη εναγομένη ), ορίζοντας να περιέλθει μετά το θάνατό της κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία, ο θάλαμος με το WC του πρώτου ορόφου πάνω από το ισόγειο της τριώροφης οικοδομής της, (κτίριο Ι), που βρίσκεται στη ... επί των οδών ... (πρώην ...) αριθ. 95 και ... αριθ. 43. Μετά την πάροδο τεσσάρων ετών, η ανωτέρω διαθέτιδα Σ. Κ. με την υπ' αριθμ. .../14-6-1994 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Τσαβδαρίδου -Λαγοπάτη στο γειτονικό της οικίας της διαθέτιδας εργαστήριο του Σ. Μ. και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 2001/1997 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ανακάλεσε όλες τις προηγούμενες διαθήκες της και εγκατέστησε κληρονόμους της τον αναδεχτό της Α. Χ. σε ένα ισόγειο κατάστημα επί της οδού ... 95 στη ... και την αδελφή της Μ. Τ., η οποία κατοικούσε στη ..., στην οποία κατέλειπε όλη την υπόλοιπη περιουσία της, κινητή και ακίνητη, όρισε δε ότι σε περίπτωση που η αδελφή της προαποβιώσει, όλη η περιουσία της, εκτός από το παραπάνω κατάστημα, να περιέλθει στον ενάγοντα Ιερό Ναό. Η ανωτέρω αδελφή της διαθέτιδας Μ. Τ., πράγματι προαπεβίωσε την 11-3-1995, έτσι ώστε, σύμφωνα με την τελευταία ως άνω διαθήκη της διαθέτιδας, κληρονόμος της κινητής και ακίνητης περιουσίας της, εκτός από το προαναφερόμενο κατάστημα, κατέστη ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Ιερός Ναός. Όμως λίγο αργότερα η ίδια διαθέτιδα με την υπ' αριθ. .../12-1-1995 νεότερη δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολέττας Γυφτοπούλου, εγκατέστησε και πάλι κληρονόμους της τους προαναφερθέντες εναγομένους, καθώς και τον τρίτο από αυτούς, που ανήκει στην ίδια οικογένεια με τους λοιπούς, ορίζοντας να περιέλθουν ειδικότερα σε καθέναν εξ αυτών τα ακίνητα που αναφέρονται σ' αυτήν (επίδικη διαθήκη ). Επίσης, όρισε πάλι κληρονόμο της και τον αναδεκτό της Α. Χ., στον οποίο κατέλειπε και πάλι ένα κατάστημα, (το υπό στοιχ. Κ-2 στην οδό ... 95 στη ... ). Η διαθήκη αυτή είναι εκείνη, την οποία προσβάλλει με την ένδικη αγωγή του ο ενάγων0αναιρεσίβλητος, λόγω ανικανότητας της διαθέτιδας να συντάξει διαθήκη, κατά τον κρίσιμο χρόνο, κατά τον οποίο έλαβε χώρα η σύνταξη αυτής. Η ανικανότητα οφείλεται, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, σε έλλειψη συνειδήσεως των πράξεων εκ μέρους της διαθέτιδας κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω κληρονομουμένη, κατά το χρόνο συντάξεως της επίδικης διαθήκης, (12-1-1995), διήγε το 84° έτος της ηλικίας της και καταγόταν από την Ρουμανία, από την οποία ήλθε ως ομογενής σε μεγάλη ηλικία στην χώρα μας και έμαθε να μιλά μόνο ελλιπώς τα ελληνικά, όχι όμως και να διαβάζει ή να γράφει, υπέγραφε δε συνήθως με λατινικούς χαρακτήρες. Στενούς συγγενείς στην Ελλάδα, μετά τον θάνατο του συζύγου της, δεν είχε, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η μόνη αδελφή της κατοικούσε μόνιμα στη Ρουμανία. Μόνοι εξ αίματος συγγενείς της στην Ελλάδα ήταν ο μικρανεψιός της Μ. Χ. και ο γιος αυτού Α., τον οποίο είχε μάλιστα βαφτίσει. Λόγω της μεγάλης ηλικίας της και του γεγονότος, ότι δεν γνώριζε πολύ καλά ελληνικά χρειαζόταν φροντίδα, την οποία είχαν αναλάβει η οικογένεια Χ., αλλά και διάφοροι γείτονές της, μεταξύ των οποίων η οικογένεια των εναγομένων καθώς και οι Σ. Μ., Σ. Μ., Ι. (Ρ.) Ι., Ι. Κ. και Κ. Ε.. Η φροντίδα που της παρείχαν ήταν κυρίως παρέα και ηθική συμπαράσταση, παροχή μαγειρεμένου σπιτικού φαγητού, μικροεξυπηρετήσεις σε διάφορες υποθέσεις της κλπ. Η ανασφάλεια που της δημιουργούσε η κατάστασή της, σε συνδυασμό με την εμπιστοσύνη που κατόρθωσε να της εμπνεύσει η οικογένεια των εναγομένων, την έκαναν να εναποθέσει τις ελπίδες της για να γηροκομηθεί αξιοπρεπώς σε αυτούς και με αυτό το κίνητρο συνέταξε τις δύο προς αυτούς διαθήκες της του έτους 1990, το οποίο (κίνητρο) άλλωστε αναφέρεται σαφώς στην πρώτη από αυτές. Οι εναγόμενοι κατόπιν τούτου προσπάθησαν με υποβολές να αποκόψουν την Σ. Κ. από την οικογένεια Χ. και τους λοιπούς γείτονες της, με προφανή σκοπό να αποκλείσουν την περίπτωση να εγκατασταθούν και άλλοι στην κληρονομιά της εκτός από τους ίδιους. Συγχρόνως οι ίδιοι δεν έδειχναν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αξιοπρεπή διαβίωση της "προστατευόμενης" τους, παραμελώντας συχνά αυτήν απεριποίητη, ακάθαρτη και νηστική. Στις 14-6-1994 αγανακτισμένη από την στάση τους κατόρθωσε να διαφύγει από την κατάσταση επιτηρήσεως των εναγομένων και κατέφυγε στο εργαστήριο του γείτονά της Σ. Μ., όπου συνέταξε την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. .../14-6-1994 δημόσια διαθήκη της, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Τσαβδαρίδου-Λαγοπάτη, με μάρτυρες άλλους γείτονες που εναντιώνονταν στην τακτική των εναγομένων, (Ι., Μ., Ν.), με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους της γενικά την αδελφή της και τον Α. Χ. σε ειδικό αντικείμενο της κληρονομιάς, ανακαλώντας τις προηγούμενες υπέρ των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων διαθήκες, ενώ συγχρόνως διέλαβε και την υπέρ του ενάγοντος Ιερού Ναού τελευταία διάταξη, σε περίπτωση προαποβιώσεως της αδελφής της. Οι αναιρεσείοντες όμως κατόρθωσαν και πάλι να θέσουν σύντομα την Κ. υπό την επιρροή τους. Δημιούργησαν έριδες και προστριβές με όσους από τους λοιπούς γείτονες προσπάθησαν να αποσπάσουν αυτήν από την επιρροή τους, (κυρίως με τον Σ. Μ.), της υπέβαλαν ιδέες ότι είναι κακής πίστεως άτομα που θέλουν να την εκμεταλλευθούν και τελικά εγκατέστησαν στην οικία της ως συγκατοίκους μια οικογένεια Αλβανών, δήθεν για να την φροντίζουν, πράγματι όμως για να την επιτηρούν και να εμποδίζουν τις επαφές της με την οικογένεια Χ. και τους λοιπούς γείτονες. Ακολούθως, στις 12-1-1995 η κληρονομουμένη εμφανίζεται να συντάσσει υπέρ των εναγομένων την επίμαχη διαθήκη στην κατοικία του τετάρτου εξ αυτών. Σε σύντομο χρονικό διάστημα από την σύνταξη της τελευταίας διαθήκης και συγκεκριμένα στις 21-10-1995, η διαθέτιδα εξετάσθηκε από τον ψυχίατρο Γ. Δ. και διαγνώσθηκε, ότι παρουσίαζε σαφή έκπτωση στις περισσότερες από τις νοητικές της λειτουργίες και ειδικότερα εμφάνιζε διαταραχές στον τοπικό και κυρίως στον χρονικό προσανατολισμό, διαταραχές στην προσοχή και την συγκέντρωση, έκπτωση της μνήμης, τόσο της βραχύχρονης όσο και της μακρόχρονης, μικρή καχυποψία και δυσκολία στον λόγο όσον αφορά την ονομασία αντικειμένων. Ο ιατρός χαρακτήρισε τα συμπτώματα ως παθολογικά, μη οφειλόμενα μόνο στην φυσιολογική διεργασία της γήρανσης, αλλά και σε γεροντική άνοια αξιολογούμενη ως ελαφρά. Μετά από καταγγελίες των γειτόνων Σ. Μ. και Σ. Μ. για την στάση των αναιρεσειόντων έναντι της διαθέτιδας, είχε διαταχθεί προκαταρκτική εξέταση, στα πλαίσια της οποίας στις 6-9-1995 η τελευταία κατέθεσε στο Α.Τ. του Ν. Ηρακλείου ότι οι καταγγέλλοντες θέλουν να της φάνε την περιουσία, να την βγάλουν τρελή και να την κλείσουν σε ίδρυμα και ότι η ίδια θέλει να αφήσει την περιουσία της στην οικογένεια Μ.. Στα πλαίσια της ίδιας προκαταρκτικής εξέτασης, στις 14-11-1995, επισκέφθηκε την διαθέτιδα στην κατοικία της ο Υπαστυνόμος Β' Γ. Κ., ο οποίος στην υπό ιδία ημερομηνία έκθεσή του αναφέρει ότι σχημάτισε την εντύπωση πως η ανωτέρω "δεν ήταν καλά στα λογικά της" και "δεν καταλάβαινε τις ερωτήσεις που της έκανε", περαιτέρω δε εκτιμά ότι η προηγούμενη κατάθεσή της στις 6-9-1995 είχε επηρεαστεί από τον τέταρτο εναγόμενο. Στις 9-11-1995 συζητήθηκε στο Μον/λές Πρωτοδικείο Αθηνών με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αίτηση του συγγενούς της Κ. Μ. Χ. να διορισθεί ο ίδιος προσωρινός διαχειριστής αυτής, καθόσον η ίδια αδυνατούσε να επιμεληθεί την περιουσία της, ως πάσχουσα από ψυχικό νόσημα που απέκλειε την χρήση του λογικού. Η αίτηση έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 27.489/95 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή αργότερα (27-3-1996) ανακλήθηκε με την υπ' αριθ. 8859/96 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, πλην όμως για τυπικούς μόνο λόγους, (άκυρη ερημοδικία και αναρμοδιότητα). Στις 9-1-1996 συζητήθηκε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αίτηση του Μ. Χ. να τεθεί η Κ. σε δικαστική απαγόρευση λόγω πνευματικής ασθένειας. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 588/96 απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε ματαιωμένη η συζήτηση λόγω απουσίας του αιτούντος. Η απουσία αυτή προκύπτει ότι προκλήθηκε από απειλές, που μετήλθε η οικογένεια των αναιρεσειόντων σε βάρος του Μ. Χ., προκειμένου αυτός να απόσχει από την εκδίκαση της υποθέσεως. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της τελευταίας αποφάσεως η απαγορευτέα προσήλθε στο Δικαστήριο και εξετάσθηκε από αυτό. Η κατάθεσή της είναι ενδεικτική συγχύσεως της διανοίας της, εφόσον κατέθεσε ότι "είναι 70 ετών", ενώ ήταν 85, "το πεντοχίλιαρο γράφει τον αριθμό 5", "έχει εισοδήματα από τον πατέρα της", ενώ εκείνος είχε αποβιώσει προ πολλού και "ο αιτών είναι παγαπόντης και μια μέρα της πέταξε μια τσάντα επάνω της". Ακολούθως στις 24-3-1996 η κληρονομουμένη εισήχθη επειγόντως στο "Σισμανόγλειο Γεν. Περ. Νοσοκομείο Αττικής" και νοσηλεύθηκε μέχρι την 2-4-1996, συνεπεία επιληπτικής κρίσης συνοδευομένης από αδυναμία επικοινωνίας και αφασία εκπομπής. Τα συμπτώματα αυτά αποδόθηκαν από τους ιατρούς σε εκφυλιστικό νόσημα του κεντρικού νευρικού συστήματος συμπίπτον πιθανώς με νόσο του "Alzheimer", (βλ. το από 2-4-1996 πιστοποιητικό του ανωτέρω νοσοκομείου που υπογράφει η ιατρός Σ. Μ.). Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώθηκε και από την μαγνητική τομογραφία της ασθενούς. Από τότε η κατάσταση της κληρονομουμένης δεν βελτιώθηκε ουσιαστικά μέχρι τον θάνατό της στις 16-12-1996. Από όλα τα ανωτέρω περιστατικά συνάγεται, ότι ήδη από τον Σεπτέμβριο τουλάχιστον του 1994 η κληρονομουμένη έπασχε από γοργά εξελισσόμενη γεροντική άνοια, η οποία επιδεινώθηκε σημαντικά μέχρι τον θάνατό της και η οποία της προκαλούσε σύγχυση διανοίας και την έκανε ευάλωτη σε υποβολές ακόμη και παράλογων ιδεών από τρίτους και εν προκειμένω από τους αναιρεσείοντες-εναγομένους. Η κατάσταση αυτή επιβαρυνόταν από το γεγονός ότι οι αναιρεσείοντες, όπως προαναφέρθηκε, την είχαν αποκλείσει κοινωνικά από τον υπόλοιπο κόσμο και την είχαν καταστήσει υποχείριό τους. Προκύπτει συνεπώς ότι αυτή, με επιβαρυμένη πνευματική υγεία και τελούσα υπό την ψυχική πίεση των αναιρεσειόντων, δεν είχε συνείδηση των πράξεών της και ειδικότερα της βαρύτητας και σημασίας των διατάξεων της προσβαλλόμενης διαθήκης, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο την συνέταξε, ήτοι στις 12 - 1 - 1995 και επομένως ήταν ανίκανη να συντάξει διαθήκη κατά την έννοια του νόμου. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται ακόμη και από τα εξής περιστατικά : α) από το ότι οι υπογραφές της διαθέτιδας στην προσβαλλόμενη διαθήκη είναι σκόρπια τρεμάμενα γράμματα, διαφορετικά σε καθεμιά από αυτές και όχι ενιαία με συνοχή υπογραφή, όπως συνήθιζε να υπογράφει αυτή και β) από την κακή προαίρεση των αναιρεσειόντων που προκύπτει εναργώς εκ του ότι οι ίδιοι δεν κατέβαλαν κανένα ποσό για νοσηλεία της διαθέτιδας ενόσω ζούσε, ούτε καν τα έξοδα για την κηδεία της, αλλά αυτά καταβλήθηκαν από τον Μ. Χ.. Πολύ αργότερα δε και εφόσον αυτός αποφάσισε να αποδεχθεί τους αναιρεσείοντες ως κληρονόμους της Κ., οι τελευταίοι του κατέβαλαν τα έξοδα αυτά. Αντίθετα οι υπογραφές της διαθέτιδας σε μισθωτήρια και αποδείξεις εισπράξεως ενοικίων, εντός του κρίσιμου έτους 1995 και πριν από αυτό, δεν αποδεικνύουν ότι αυτή τότε είχε πλήρη πνευματική διαύγεια, διότι πρόκειται για απλές συναλλακτικές πράξεις, που μπορούσε να διεκπεραιώσει η ίδια με μικρή βοήθεια. Κατά συνέπεια η προσβαλλομένη διαθήκη τυγχάνει άκυρη ως συνταχθείσα από πρόσωπο που δεν είχε ικανότητα προς τούτο".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι ήδη από τον Σεπτέμβριο τουλάχιστον του 1994 η κληρονομουμένη έπασχε από γοργά γεροντική άνοια, η οποία της προκαλούσε σύγχυση διανοίας και την καθιστούσε ευάλωτη σε υποβολές ακόμη και παράλογων ιδεών από τους αναιρεσείοντες, και ότι έτσι αυτή με επιβαρυμένη πνευματική υγεία και τελούσα υπό την ψυχική πίεση των εναγομένων-αναιρεσειόντων, δεν είχε συνείδηση των πράξεών της και, ειδικότερα, της βαρύτητας και της σημασίας των διατάξεων της προσβαλλόμενης διαθήκης, κατά το χρόνο που τη συνέταξε στις 12-1-1995 και, επομένως, ήταν ανίκανη να συντάξει διαθήκη. Ακολούθως, δέχτηκε κατά τούτο την αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα περί ανικανότητας της διαθέτιδας προς σύνταξη διαθήκης κατά το χρόνο καταρτίσεώς της, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, σαφείς είναι οι παραδοχές του Εφετείου, ότι η ως άνω διαθέτιδα, κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης στις 12-1-1995, διήγε το 84ο έτος της ηλικίας της και καταγόταν από την Ρουμανία, από την οποία ήλθε στην Ελλάδα σε μεγάλη ηλικία και έμαθε να μιλά μόνο ελλιπώς τα ελληνικά, χωρίς όμως και να διαβάζει ή να γράφει και ότι ήδη από τον Σεπτέμβριο τουλάχιστον του 1994 η κληρονομουμένη έπασχε από γοργά εξελισσόμενη γεροντική άνοια, η οποία της προκαλούσε σύγχυση διανοίας και την καθιστούσε ευάλωτη σε υποβολές ακόμη και παράλογων ιδεών από τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι την είχαν αποκλείσει κοινωνικά από τον υπόλοιπο κόσμο και την είχαν καταστήσει υποχείριό τους και ότι έτσι αυτή με επιβαρυμένη πνευματική υγεία και τελούσα υπό την ψυχική πίεση των εναγομένων-αναιρεσειόντων, δεν είχε συνείδηση των πράξεών της και ειδικότερα της βαρύτητας και της σημασίας των διατάξεων της προσβαλλόμενης διαθήκης, κατά το χρόνο που τη συνέταξε στις 12-1-1995 και, επομένως, ήταν ανίκανη να συντάξει διαθήκη.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 1719 αριθ. 4 του ΑΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 30 του Ν. 2447/1996, και η οποία ως εκ του χρόνου κατά τον οποίο συντάχθηκε η διαθήκη (12-1-1995) έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε περί αυτών απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, καθιερώνεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμιά απόδειξη, όπως επίσης και όταν δεν διέταξε αποδείξεις για όλα τα αμφισβητούμενα περιστατικά της αγωγής ή ένστασης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την αγωγή ή ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1998), όχι όμως η άρνηση της αγωγής ή τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα (Ολ.ΑΠ 469/1984). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα που μνημόνευσε στην απόφασή του ή, όταν δεν συμπίπτουν απολύτως -χωρίς να διαφέρουν ουσιωδώς- τα περιστατικά της αγωγής με όσα έγιναν δεκτά με την απόφαση. Ειδικότερα, κατά το δεύτερο μέρος του ο λόγος αυτός αναιρέσεως καλύπτει όλες εκείνες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες το δικαστήριο δέχεται πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά από καταθέσεις μαρτύρων σε θέμα, για το οποίο δεν είχε διαταχθεί απόδειξη ή από καταθέσεις μαρτύρων σε άλλο θέμα. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, αφενός δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη και αφετέρου δέχτηκε ως αληθινά πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται σε πνευματικούς νόσους της διαθέτιδας, περί των οποίων δεν διατάχτηκε απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον, όσον αφορά το πρώτο τμήμα του, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι μνημονεύονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρας, έγγραφα), που το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, όσο δε αφορά το δεύτερο τμήμα του, από την 5271/2000 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τα ταχθέντα με αυτή θέματα αποδείξεως και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται σε πνευματική νόσο της διαθέτιδας, για τα οποία διατάχτηκε απόδειξη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να γίνει δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση και να καταδικαστoύν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του προσθέτως παρεμβαίνοντος Υπουργού Οικονομικών, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 του ν. 3693/1957, καθώς και του αναιρεσιβλήτου Ιερού Ναού, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-12-2010 αίτηση των αναιρεσειόντων Β. συζ. Ν. Β. κ.λ.π. για αναίρεση της 4997/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Δέχεται την με τις προτάσεις ασκηθείσα πρόσθετη υπέρ του αναιρεσιβλήτου παρέμβαση του Υπουργού των Οικονομικών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ και στα δικαστικά έξοδα του Υπουργού των Οικονομικών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανίκανοι για σύνταξη διαθήκης κατά το άρθρο 1719 παρ. 4 ΑΚ, όπως ισχύε. Αοριστία αγωγής. Λόγοι από 1 και 14: Απορρίπτει. Λόγος από αριθ. 19: Απορρίπτει. Λόγος από αριθ. 10: Απορρίπτει
|
Διαθήκης ακύρωση
|
Διαθήκης ακύρωση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 835/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη) - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την από 13-5-2013 δήλωση αποχής του Αρεοπαγίτη Νικολάου Ζαΐρη-Προέδρου του ΣΤ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, που αφορά τη μη συμμετοχή του στη σύνθεση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος, στο οποίο εισήχθη για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 9-4-2013 η 21-3-2013 αίτηση αναιρέσεως του Μητροπολίτη των ΓΟΧ Γ., κατά κόσμον Ε. Μ. του Μ., κατά της με αρ. 105/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό 131 και ημερομηνία 14 Μαΐου 2013, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, την από 13-5-2013 δήλωση αποχής του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη και εκθέτω τα ακόλουθα: με την από 13-5-2013 δήλωση περί αποχής από την άσκηση των καθηκόντων του προς την Πρόεδρο του εν λόγω Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Νικόλαος Ζαΐρης δήλωσε τα εξής: "Κατά τη δικάσιμο της 9ης Απριλίου 2013 και κατά τη συζήτηση της από 21.3.2013 αιτήσεως αναιρέσεως του νυν Μητροπολίτου των Γ.Ο.Χ. Γ. κατά κόσμον Ε. Μ. του Μ., κατά της υπ' αρ. 105/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, συμμετείχα στη σύνθεση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ως Πρόεδρος. Εισηγήτρια στην υπόθεση αυτή ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ειρήνη Κιουρτσόγλου-Πετρουλάκη. Πριν τη διάσκεψη της υποθέσεως αυτής και κατά τη μελέτη της δικογραφίας από εμένα, διαπιστώθηκαν τ' ακόλουθα: Με τον ήδη αποβιώσαντα, κατά την 25.3.2010, Ι. Π. Ζ., είχαμε συγγενική σχέση (αδελφοί). Όπως δε προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, ο αδελφός μου Ι. Π. Ζ., κάτοικος εν ζωή ... συμπεριλαμβανόταν στον κατάλογο των μαρτύρων κατηγορίας του Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου. Μάλιστα, όπως προκύπτει από τα με χρονολογία 23.9.2008 και 10.8.2009 αποδεικτικά επιδόσεως του ... Ε.Φ. του Τ.Τ. Βούλας και ... Ε.Φ. του ως άνω τμήματος, αντίγραφον της υπ' αριθμ. 117/2008 και ΒΑΤ 91/2008 κλήσεως του Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου, επιδόθηκαν στον αδελφό μου, που κλήθηκε να εμφανισθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, κατά τη δικάσιμο της 06.11.2008 και 24.9.2009. Μάλιστα, σύμφωνα με το από 5.11.2008 τηλεγράφημα του ιδίου προς τον Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου, γνωστοποίησε την αδυναμία εμφάνισης του κατά τη δικάσιμο της 6.11.2008, προκειμένου να εξετασθεί ως μάρτυρας κατηγορίας στην κατά του Γ. Μ. (νυν αναιρεσείοντος) ποινική δίκη. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με ακριβείς πληροφορίες της συζύγου του, Ά. χας Ι. Ζ. και του υιού της Π. Ζ. του Ι., ο αδελφός μου είχε συμβληθεί μετά της Σταυροπηγιακής Ι. Μονής Πάτμου, ως αγοραστής ενός (1) ακινήτου, γεγονός που προφανώς δικαιολογούσε και την κλήτευση του. Σημειώνεται ότι από την έρευνα που διενήργησα στο φάκελο της δικογραφίας, προκύπτει επίσης ότι ο αείμνηστος αδελφός μου είχε κληθεί και εξετασθεί ως μάρτυρας ενώπιον του Ανακριτού Κω την 11.1.2000, στην, κατά του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορία της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, για την οποία και εχώρησε η καταδίκη του σε δεύτερο βαθμό και η επιβολή στον ήδη αναιρεσείοντα καθείρξεως οκτώ (8) ετών.
Συνεπώς συντρέχουν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας που επιβάλλουν την αποχή μου από την άσκηση των καθηκόντων μου".
Συνεπώς, συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 23 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ. και πρέπει να γίνει δεκτή η εν λόγω δήλωση αποχής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω Να γίνει δεκτή η από 13-5-2013 δήλωση αποχής του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη από την άσκηση των καθηκόντων του ως Προέδρου της συνθέσεως του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου που συνεδρίασε στις 9-4-2013 σχετικά με τη συζήτηση της από 21-3-2013 αιτήσεως αναιρέσεως του νυν Μητροπολίτου Γ.Ο.Χ. Γ. κατά κόσμον Ε. Μ. του Μ. κατά της υπ' αριθμ. 105/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής".
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 13-5-2013 δήλωση, η οποία απευθύνεται στην Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο Αντιπρόεδρος του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Νικόλαος Ζαϊρης, δηλώνει ότι σοβαροί λόγοι ευπρέπειας του επιβάλλουν να απόσχει από την άσκηση των καθηκόντων του, κατά την εκδίκαση της από 21 - 3 - 2013 αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου Μητροπολίτη των ΓΟΧ Γ., κατά κόσμον Ε. Μ. του Μ., που έχει ήδη δικαστεί στο εν λόγω ΣΤ' Ποινικό τμήμα που προεδρεύει, κατά τη δικάσιμο της 9-4-2013, καθόσον κατά τη μελέτη της υποθέσεως και πριν την διάσκεψη επ'αυτής διαπίστωσε ότι ο ήδη αποβιώσας αδελφός του δηλούντος Ι. Ζ. του Π., συμπεριλαμβανόταν στον κατάλογο των μαρτύρων κατηγορίας του Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου επί της εν λόγω υποθέσεως και είχεν κληθεί στο ακροατήριο , επί πλέον δε ο ανωτέρω αδελφός του δηλούντος είχε συμβληθεί ως αγοραστής ενός ακινήτου της Σταυροπηγιακής Ι.Μ. Πάτμου, συνεπεία του οποίου και ήταν μάρτυρας κατηγορίας, εξετασθείς μάλιστα και στον Ανακριτή της υποθέσεως αυτής, που αφορά καταδίκη του κατηγορουμένου για κακουργηματική υπεξαίρεση σε δεύτερο βαθμό σε κάθειρξη οκτώ ετών, λόγοι που συνιστούν σοβαρούς λόγους ευπρέπειας και επιβάλλουν την αποχή του ανωτέρω Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου από την άσκηση των καθηκόντων του επί της εν λόγω συζητηθείσας αναιρέσεως. Η δήλωση αυτή παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, που συνεδριάζει ως συμβούλιο, κατά το άρθρο 23 παρ.4 ΚΠΔ, χωρίς τη συμμετοχή του δηλούντος και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία.
Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ.3 του ΚΠΔ, εκτός των στο άρθρο 14 του ιδίου Κώδικα αναγραφομένων λόγων αποκλεισμού, με τη συνδρομή κάποιου των οποίων, τα δικαστικά πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτό δεν δύνανται να ασκήσουν τα καθήκοντά τους ως και του στο επόμενο άρθρο 15 εδ.1 λόγου εξαιρέσεως, που επιβάλλει επίσης την αποχή αυτών από την ενάσκηση των καθηκόντων τους σε ορισμένη υπόθεση, περίπτωση τέτοιας αποχής εμφανίζεται επίσης και όταν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας επιβάλλουν αυτή. Ο όρος "ευπρέπεια" περιέχει κρίση αντικειμενική, ενώ η "ευθιξία" είναι ιδιότητα του ατόμου. Η εξαντλητική απαρίθμηση των σοβαρών λόγων ευπρεπείας είναι αδύνατη γιατί, εάν και πότε υπάρχουν τέτοιοι λόγοι, είναι ζήτημα πραγματικό, για το οποίο θα κρίνει κάθε φορά το αρμόδιο Δικαστήριο ή Συμβούλιο, που επιλαμβάνεται του θέματος, κατά τις κρατούσες δεοντολογικές αντιλήψεις. Γενικά τέτοιοι λόγοι ευπρεπείας συντρέχουν, όταν η συμμετοχή του δικαστικού λειτουργού στην εκδίκαση συγκεκριμένης υποθέσεως μπορεί να δώσει αφορμή σε δυσμενές για αυτόν σχόλιο για την αντικειμενική και ανεπηρέαστη, από ο,τιδήποτε και οποιονδήποτε, διερεύνησή της, σε τρόπο ώστε να τίθεται σε αμφιβολία η ελεύθερη και μη προκατειλημμένη κρίση του. Η άποψη αυτή συμπορεύεται και με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με την οποία καθιερώνεται ''το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη'', όχι με την έννοια της ορθότητας της απόφασης, αλλά της έγκαιρης, ουσιαστικής και αδιάβλητης υπό διαδικαστικές (δικονομικές) εγγυήσεις, διεξαγωγής της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου. Μία από τις εγγυήσεις αυτές είναι η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τον εθνικό νόμο και αποφαίνεται επί της βασιμότητας της ποινικής κατηγορίας αν πρόκειται για ποινική υπόθεση. Άλλωστε, η ύπαρξη αντικειμενικού δικαστή αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικότερης αρχής τους κράτους δικαίου, που απορρέει από το Σύνταγμα και τις καθιερούμενες απ' αυτήν εγγυήσεις υπέρ του πολίτη, ο οποίος έχει αξίωση να δικάζεται από αντικειμενικό αμερόληπτο δικαστή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, ενώπιον του παρόντος ΣΤ' ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, που προεδρεύει ο δηλών δικαστικός λειτουργός, εκκρεμεί και έχει ήδη συζητηθεί υπό την προεδρία του κατά τη δικάσιμο της 9-4-2013, η από 21 -3-2013 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Μητροπολίτη των ΓΟΧ Γ., κατά κόσμον Ε. Μ. του Μ., κατά της με αρ. 105/2011 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Ενόψει δε του ότι κατά την δήλωση αποχής, ο δηλών την αποχή από τα καθήκοντά του, ανωτέρω Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Νικόλαος Ζαΐρης, κατά τη μελέτη της υποθέσεως και πριν την διάσκεψη επ' αυτής διαπίστωσε ότι ο ήδη αποβιώσας αδελφός του Ι. Ζ., συμπεριλαμβανόταν στον κατάλογο των μαρτύρων κατηγορίας του Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου επί της εν λόγω υποθέσεως που αφορά η αναίρεση και είχε κληθεί στο ακροατήριο, επί πλέον δε ο ανωτέρω αδελφός του δηλούντος είχε συμβληθεί ως αγοραστής ενός ακινήτου της Σταυροπηγιακής Ι.Μ. Πάτμου, συνεπεία του οποίου γεγονότος και ήταν μάρτυρας κατηγορίας, εξετασθείς μάλιστα και στον Ανακριτή της υποθέσεως αυτής, που αφορά καταδίκη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για κακουργηματική υπεξαίρεση, καθίσταται σαφές ότι μπορεί να τεθεί σε αμφιβολία η ελεύθερη κρίση ή το απροκατάληπτο του ανωτέρω δικαστικού λειτουργού από τον αναιρεσείοντα.
Συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση, ναι μεν δεν υπάρχει λόγος που να επιβάλλει ευθέως τον αποκλεισμό κατ άρθρο 14 παρ. 3 ΚΠΔ του εν λόγω δικαστικού λειτουργού από την εκτέλεση των καθηκόντων του στην ανωτέρω υπόθεση, υφίστανται όμως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην παραπάνω νομική σκέψη, σοβαροί λόγοι ευπρέπειας, κατά την διάταξη του άρθρου 23 παρ.3 ΚΠΔ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν, να απόσχει από την άσκηση των καθηκόντων του, ως προεδρεύοντος κατά την εκδίκαση και την έκδοση αποφάσεως επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως. Άρα, η κρινόμενη δήλωση αποχής πρέπει να γίνει δεκτή και επειδή η σύνθεση του δικαστηρίου, που μετείχε ο ανωτέρω δηλών Αντιπρόεδρος κατά την εκδίκαση και συζήτηση της 9-4-2013, δεν επαρκεί αριθμητικά για τη νόμιμη, υπό πενταμελή σύνθεση, συγκρότηση του δικαστηρίου, χωρίς τη συμμετοχή του δηλούντος, ώστε να οριστεί άλλος στη θέση του δηλούντος για συμπλήρωση της πενταμελούς σύνθεσης του δικαστηρίου, ώστε να εκδοθεί κανονικά απόφαση επί της συζητηθείσης ήδη υποθέσεως, συντρέχει ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση αναβολής της δίκης.
Συνεπώς, πρέπει, κατ'άρθρο 515 παρ.1 του ΚΠΔ, να αναβληθεί ταυτόχρονα η ήδη συζητηθείσα υπόθεση για να επανασυζητηθεί η αναίρεση σε νέα δικάσιμο που θα οριστεί από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με νέα σύνθεση του ιδίου Τμήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 13-5-2013 δήλωση αποχής του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη.
Αποφαίνεται ότι ο ανωτέρω δικαστικός λειτουργός δεν θα συμμετάσχει ως προεδρεύων στην σύνθεση του ΣΤ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδίκασε, κατά τη δικάσιμο της 9-4-2013, την από 21-3-2013 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Μητροπολίτη των ΓΟΧ Γ., κατά κόσμον Ε. Μ. του Μ., κατά της με αρ. 105/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Αναβάλλει την ήδη συζητηθείσα ως παραπάνω υπόθεση για να επανασυζητηθεί σε νέα δικάσιμο που θα οριστεί από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με νέα σύνθεση, προκειμένου να δικασθεί από σύνθεση στην οποία δεν θα συμμετέχει ο ανωτέρω Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Νικόλαος Ζαΐρης.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δεκτή δήλωση αποχής του προέδρου του ΣΤ' Τμήματος Ν. Ζαΐρη, μετά τη συζήτηση αναίρεσης. Υφίστανται σοβαροί λόγοι ευπρέπειας, κατά την διάταξη του άρθρου 23 παρ.3 ΚΠΔ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν, ο δηλών να απόσχει από την άσκηση των καθηκόντων του, ως προεδρεύοντος κατά την εκδίκαση και την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως αναιρέσεως. Άρα, η κρινόμενη δήλωση αποχής πρέπει να γίνει δεκτή και επειδή η σύνθεση του δικαστηρίου, που μετείχε ο ανωτέρω δηλών Αντιπρόεδρος κατά την εκδίκαση και συζήτηση, δεν επαρκεί αριθμητικά για τη νόμιμη, υπό πενταμελή σύνθεση, συγκρότηση του δικαστηρίου, χωρίς τη συμμετοχή του δηλούντος, ώστε να οριστεί άλλος στη θέση του δηλούντος για συμπλήρωση της πενταμελούς σύνθεσης του δικαστηρίου, ώστε να εκδοθεί κανονικά απόφαση επί της συζητηθείσης ήδη υποθέσεως, συντρέχει ιδιαιτέρως εξαιρετική περίπτωση αναβολής της δίκης, κατ' άρθρο 515 παρ.1 ΚΠΔ, για να επανασυζητηθεί η αναίρεση σε νέα δικάσιμο που θα οριστεί από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με νέα σύνθεση του ιδίου Τμήματος.
|
Αποχής δήλωση
|
Αποχής δήλωση.
| 0
|
Αριθμός 835/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. συζ. Μ. Π., 2) Μ. Π. του Ε., 3) Μ. Κ. του Ν., 4) Σ. Κ. συζ. Μ., το γένος Κ. Ν., 5) Δ. Κ. του Σ., 6) Γ. Κ. του Δ., και 7) Έ. Κ. συζ. Δ., το γένος Γ. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γεωργόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Μ. του Α. και 2) Α. Μ. του Δ., κατοίκων ... . Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χαραλάμπους, χωρίς να καταθέσει προτάσεις και ο 2ος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/6/2008 (με αριθμούς κατάθεσης 6660/2008, 6662/2008 και 6664/2008) αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1418/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 3446/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/10/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 12/1/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 3362Γ'/20.12.2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., με τη συνημμένη σ' αυτή βεβαίωση παραλαβής δικογράφου και αποστολής συστημένης επιστολής, ακριβές αντίγραφο της από 19.10.2010 αναιρέσεως, μαζί με κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο της 25-1-2012, κατά την οποία νόμιμα αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες, προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Α. Δ. Μ.. Νέα κλήτευση του διαδίκου αυτού, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (μετ' αναβολή) δικάσιμο, δεν χρειαζόταν, καθόσον η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρα 575 και 226 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ.) - ΑΠ 495/2013, ΑΠ 181/2013 -.
Συνεπώς εφόσον ο διάδικος αυτός δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία αυτού (αρθρ. 576 Κ.Πολ.Δικ.). Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, που ορίζει ότι "όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου", συνάγεται ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό (CORPUS) και το πνευματικό (ANIMUS DOMINI). Το μεν σωματικό εκδηλώνεται με τη φυσική εξουσίαση (κατοχή) του πράγματος κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτήν, το δε πνευματικό εξωτερικεύεται με τη μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού. Ειδικότερα υπάρχει φυσική εξουσίαση, όταν ασκούνται πάνω στο πράγμα πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, έτσι ώστε το πράγμα, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα (ΑΠ 92/2013, ΑΠ 991/2012 ΑΠ 110/2011, ΑΠ 1613/2010). Υπάρχει επίσης φυσική εξουσία και όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, έχει όμως την εποπτεία και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 976 εδ. α' ΑΚ, για την απόκτηση της νομής πράγματος που βρίσκεται στη νομή άλλου απαιτείται παράδοση του πράγματος στον αποκτώντα, η οποία γίνεται με τη βούληση του έως τώρα νομέα. Ειδικότερα, επί πλειστηριασμού ακινήτου η νομή του εκπλειστηριασθέντος δεν μεταβιβάζεται με την κατακύρωσή του στον υπερθεματιστή ΕΟ IPSO, αλλά απαιτείται παράδοση της νομής στον υπερθεματιστή, είτε εκουσίως από τον μέχρι τούδε νομέα του, σύμφωνα με το άρθρο 976 ΑΚ, είτε με αναγκαστική εκτέλεση της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως, κατά τους ορισμούς των διατάξεων των άρθρων 1005 παρ. 2 και 943 Κ.Πολ.Δικ. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 989 του ιδίου Κώδικα, με την οποία ορίζεται ότι "ο νομέας που διαταράχθηκε παράνομα, έχει δικαίωμα να αξιώσει την παύση της διαταράξεως, καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον", για την παροχή της προβλεπόμενης από αυτήν προστασίας απαιτείται α) νομή του ενάγοντος κατά τη διατάραξη και την άσκηση της αγωγής και β) διατάραξη κατά την ενάσκηση της νομής του από τον εναγόμενο κατά τρόπο παράνομο, δηλαδή χωρίς να το επιτρέπει ο νόμος και παρά τη βούληση του νομέα (ΑΠ 210/2011). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 481/2013, ΑΠ 486/2013, ΑΠ 568/2013). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή τους, καθώς και όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΑΠ 197/2013, ΑΠ 568/2013). Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 483/2013, ΑΠ 567/2013). Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς (ΑΠ 92/2013, ΑΠ 567/2013). Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 197/2013 ΑΠ 481/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ.) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό προσκομισθέντων και επικληθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του .../14.7.1977 προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Εμμανουήλ Μπρουλιδάκη, οι μη διάδικοι στην παρούσα δίκη Σ. Ο., το γένος Κ. Β. και ο Μ. Β. του Κ., ανέθεσαν εργολαβικώς στην Κοινοπραξία των εταιρειών με τις επωνυμίες "Εταιρεία Μελετών και Κατασκευών Α. Τ. και Ν. Ι. ΟΕ" και "Δ. Ζ. και Σια Ε. Ε.", ως εργολήπτρια, την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής επί οικοπέδου τους ευρισκομένου στην Αθήνα επί της οδού ... αρ 41-43, με το σύστημα της αντιπαροχής, στην οποία κοινοπραξία οι πιο πάνω εταιρείες συμμετείχαν με ποσοστό 20% και 80% εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα. Την εν λόγω μέλλουσα να ανεγερθεί πολυκατοικία οι ανωτέρω οικοπεδούχοι και εργολήπτρια υπήγαγαν στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας, δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας .../3-3-1978 Πράξεως Συστάσεως Οριζοντίου Ιδιοκτησίας και Κανονισμού Πολυκατοικίας, σύμφωνα με την οποία η πολυκατοικία αυτή θα αποτελείτο από Υπόγειο, Πυλωτή, Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ και Ζ' ορόφους. Από αυτούς ο Υπόγειος όροφος θα περιλάμβανε εκτός από τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους και τις εξής αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες α) τον Υ-1 χώρο 12,40 τμ, β) τον Υ-2 χώρο 10 τμ γ) τον Υ-3 χώρο 10 τμ και 4) τον Υ-4 χώρο 444,85 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 30/οοο. Κατά τα μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνηθέντα, με την παραπάνω πράξη, στην εργολήπτρια Κοινοπραξία περιέρχονταν ως εργολαβικό αντάλλαγμα, εκτός των άλλων οριζόντιων ιδιοκτησιών, και η με στοιχεία Υ-4 ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία του Υπογείου. Αποδεικνύεται ακόμη ότι η εργολήπτρια εταιρεία το Φεβρουάριο του 1980 είχε αποπερατώσει την ως άνω πολυκατοικία, οι δε οικοπεδούχοι μεταβίβασαν σε τρίτα πρόσωπα, που αυτή τους υπέδειξε, τις περιελθούσες σε αυτήν, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, οριζόντιες ιδιοκτησίες, εκτός από εκείνη του Υπογείου Ορόφου με στοιχεία (Υ4). Της εν λόγω οριζόντιας ιδιοκτησίας διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση, κατόπιν αιτήσεως των ιδιοκτητών οκτώ διαμερισμάτων (οι οικοπεδούχοι παραιτήθηκαν του δικογράφου) με την 17564/1982 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για την εξασφάλιση απαιτήσεώς τους 400.000 δραχμών, από ελαττώματα (κακοτεχνίες), που, κατά τους ισχυρισμούς τους, υπήρχαν στους κοινόχρηστους χώρους της εν λόγω πολυκατοικίας, χωρίς όμως οι τελευταίοι να ασκήσουν αγωγή για την κύρια απαίτησή τους, ούτε εξάλλου ενέγραψαν, με βάση την απόφαση αυτή, συντηρητική κατάσχεση επί της οριζόντιας αυτής ιδιοκτησίας. Αποδεικνύεται επίσης ότι οι οικοπεδούχοι, αφότου η εργολήπτρια κοινοπραξία αποπεράτωσε την πιο πάνω πολυώροφη οικοδομή, παρέδωσαν σε αυτήν την νομή του πιο πάνω υπογείου χώρου (Υ4), έκτοτε δε οι νόμιμοι εκπρόσωποι των εταιρειών, που την αποτελούσαν, άρχισαν να νέμονται αυτόν, ασκώντας συνεχώς και αδιαλείπτως, εμφανείς πράξεις φυσικής εξουσιάσεώς του, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του με διάνοια συγκυρίων, με τη θέληση δηλαδή να τον έχουν δικό τους κατά ποσοστό 20% και 80% εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα. Ειδικότερα οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας "Δ. Ζ. και ΣΙΑ ΕΕ" τον επισκέπτονταν και τον χρησιμοποιούσαν ως αποθηκευτικό χώρο ενώ έστω και αν δεν βρίσκονταν σε διαρκή σωματική επαφή με το ακίνητό τους, είχαν πάντοτε στραμμένη την προσοχή τους σ' αυτό και κάθε στιγμή μπορούσαν να ενεργήσουν πράξεις εξουσιάσεώς του. Ωστόσο, ως μη έχουσα η εν λόγω εταιρεία αποκτήσει συγκυριότητα σε αυτόν, παρά μόνο συννομή και δυνάμενη ως εκ τούτου να τον αξιοποιήσει, επέτρεπε στους ενοίκους της άνω πολυκατοικίας να τον χρησιμοποιούν είτε για τη φύλαξη πραγμάτων τους είτε για τη στάθμευση των αυτοκινήτων τους. Πρέπει να σημειωθεί, ότι τα δικαιώματα της εργολήπτριας στον εν λόγω Υπόγειο χώρο (Υ4) ποτέ δεν αμφισβήτησαν οι οικοπεδούχοι, αλλά και οι κληρονόμοι τους, οι οποίοι όμως, επιδεικνύοντας αδιαφορία, δεν συνέπρατταν στην κατάρτιση του οικείου συμβολαίου, για τη μεταβίβασή του σε αυτήν. Ειδικότερα, η Σ. Ο. στην από 28.2.1994 εξώδικη απάντηση, που επέδωσε στις 1.3.1994 στους νομίμους εκπρόσωπους των πιο πάνω εταιρειών, απαντώντας σε σχετική εξώδικη πρόσκληση - δήλωση των τελευταίων προκειμένου να προσέλθει ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρέα Μπρουλιδάκη για τη σύνταξη του συμβολαίου μεταβίβασης του υπογείου χώρου (Υ4), δήλωσε πρόθυμη προς τούτο, χωρίς όμως τελικά να ανταποκριθεί. Εξάλλου, μετά το θάνατό της, που συνέβη το 2001 οι κληρονόμοι της στις σχετικές με αριθμούς ..., ... και .../22-11-2002 δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αθηνών Φωτεινή Δριλάρη, δεν συμπεριέλαβαν τον ως άνω υπόγειο χώρο (Υ4) μεταξύ των κληρονομιαίων. Αλλά και οι κληρονόμοι του έτερου οικοπεδούχου Μ. Β., ο οποίος απεβίωσε στις ΗΠΑ το 1982, όπου μόνιμα διέμενε με την οικογένειά του, δεν προέβησαν στις απαραίτητες ενέργειες για τη μεταβίβασή του, αφού μέχρι σήμερα δεν έχουν ρυθμίσει τα σχετικά με την κληρονομιά του πατέρα τους. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι στις 19.10.2000 οι νόμιμοι εκπρόσωποι των εταιρειών της πιο πάνω Κοινοπραξίας, επικαλούμενοι ότι δια χρησικτησίας έχουν καταστεί αυτές συγκύριες της προαναφερόμενης Υ4 οριζόντιας ιδιοκτησίας, αφού από το 1980 και εφεξής νέμονται αυτήν, ασκώντας δικαίωμα που προβλέπονταν από την ως άνω .../1978 πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας (άρθρο 16 αυτής), προέβησαν μονομερώς στην κατάργηση της εν λόγω αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας και αντί αυτής δημιούργησαν 15 αυτοτελείς ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες (χώρους στάθμευσης αυτοκινήτων) με ανακατανομή των ανηκόντων σε αυτήν ποσοστών επί του οικοπέδου (30/οοο εξ αδιαιρέτου), δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας .../19-10-2000 πράξεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαυρέττας Πολίτη. Συγκεκριμένα δημιούργησαν τις με στοιχεία Υ4/1, Υ4/2, Υ4/3, Υ4/4, Υ4/5, Υ4/6, Υ4/7, Υ4/8, Υ4/9, Υ4/10, Υ4/11, Υ4/12, Υ4/13, Υ4/14 και Υ4/15 θέσεις στάθμευσης, όπως αυτές εμφανίζονται στο από Αυγούστου 2000 σχέδιο κάτοψης του αρχιτέκτονα μηχανικού Α. Τ., την πώληση των οποίων μάλιστα προς τους ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας διαπραγματεύτηκαν, χωρίς όμως αποτέλεσμα, καθόσον δεν συμφώνησαν ως προς το τίμημα. Αποδεικνύεται ακόμη ότι για οφειλές της πιο πάνω εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Ζ. και ΣΙΑ ΕΕ" κατασχέθηκαν αναγκαστικά κατά το ποσοστό συγκυριότητάς της (80% εξ αδιαιρέτου) οι πιο πάνω Υ4/1 έως και Υ4/12 θέσεις στάθμευσης και από αυτές εκπλειστηριάσθηκαν σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, που διενεργήθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Δημητρέλλου, δυνάμει της .../27-2-2008 εκθέσεως της ίδιας συμβολαιογράφου, οι με στοιχεία Υ4/1, Υ4/2, Υ4/3 και Υ4/4. Κατά τον εν λόγω πλειστηριασμό αναδείχθηκαν υπερθεματιστές κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι στις με στοιχεία Υ4/1, Υ4/2 και Υ4/3 θέσεις, που είναι οι επίδικες. Ακολούθως, η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος εξέδωσε την αριθμ. .../27-2-2008 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως ποσοστού 80% εξ αδιαιρέτου οριζόντιων ιδιοκτησιών, που νόμιμα μεταγράφηκε, σε εκτέλεση της οποίας οι εφεσίβλητοι εγκαταστάθηκαν στη συννομή τούτων, κατά το πιο πάνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της .../18-3-2008 εκθέσεως αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθήνας ..., όμως επισκεπτόμενοι μετά τον πλειστηριασμό τις ιδιοκτησίες τους διαπίστωσαν ότι οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες είχαν σταθμευμένα τα αυτοκίνητά τους σε αυτές. Συγκεκριμένα, παρά τις διαμαρτυρίες των εφεσιβλήτων ο δεύτερος από τους εκκαλούντες Μ. Π., ιδιοκτήτης του με στοιχεία Ε3 διαμερίσματος εξακολουθεί να σταθμεύει εναλλάξ με τη σύζυγό του Χ. Π. πρώτη των εκκαλούντων το αριθμ κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο της τελευταίας μάρκας MAZDA, στην με στοιχεία Υ4/3 θέση στάθμευσης, οι τρίτος και τέταρτη των εκκαλούντων Μ. Κ. και Σ. Κ. αντίστοιχα συνιδιοκτήτες του με στοιχεία Β1 διαμερίσματος σταθμεύουν το με αριθμό κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του πρώτου μάρκας VOLKSWAGEN στη με στοιχεία Υ4/2 θέση στάθμευσης και η έβδομη από τους εκκαλούντες Έ. Κ., ιδιοκτήτρια του με στοιχεία Ε2 διαμερίσματος από κοινού με το σύζυγό της Δ. Κ., πέμπτο από τους εκκαλούντες και τη θυγατέρα τους Γ. Κ. έκτη από τους εκκαλούντες από κοινού σταθμεύουν εναλλάξ τα με αριθμούς κυκλ. ... και ... ΙΧΕ αυτοκίνητά τους μάρκας Alfa Romeo και Huyndai αντίστοιχα στη με στοιχεία Υ4/1 θέση στάθμευσης. Με τον προαναφερόμενο τρόπο οι εκκαλούντες διαταράσσουν τους εφεσιβλήτους-ενάγοντες στην άσκηση της σύννομης τους επί των ένδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών (θέσεων σταθμεύσεως) παράνομα και χωρίς τη θέλησή τους, αν και οι τελευταίοι επανειλημμένα τους ζήτησαν να παύσουν να προσβάλουν τη συννομή τους με τις ενέργειές τους αυτές, καθιστώντας γνωστό σε αυτούς ότι είναι πλέον συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι τούτων κατά ποσοστό 80% εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της πιο πάνω περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως. Πρέπει να αναφερθεί ότι ούτε οι ίδιοι οι εκκαλούντες δεν προβάλλουν δικαίωμα νομής στους επίδικους χώρους, αλλά ισχυρίζονται ότι κάνουν χρήση τούτων με την ανοχή των οικοπεδούχων. Για το κρίσιμο ζήτημα, εάν η δικαιοπάροχος των εναγόντων ετερόρρυθμη εταιρεία "Δ. Ζ. και ΣΙΑ ΕΕ" ασκούσε πράξεις νομής στις επίδικες θέσεις στάθμευσης, η κατάθεση της μάρτυρας των εναγόντων Γ. Μ., η οποία αναφέρει ότι η εν λόγω εταιρεία διά των νομίμων εκπροσώπων της ασκούσε τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις νομής, κρίνεται αξιόπιστη. Η κατάθεση της μάρτυρας αυτής δεν αναιρείται αλλά αντίθετα ενισχύεται από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων Κ. Β., σύμφωνα με την οποία η αποθήκη ανήκε στην εταιρεία, η οποία το έτος 2000 διαπραγματεύτηκε με τους ιδιοκτήτες της πιο πάνω πολυκατοικίας την πώληση σε αυτούς των θέσεων σταθμεύσεως που συνέστησε, χωρίς όμως να καταλήξουν σε οριστική συμφωνία, καθόσον διαφώνησαν ως προς το τίμημα. Πρέπει, εξάλλου, να αναφερθεί ότι οι ενάγοντες μόλις αντιλήφθηκαν τις πιο πάνω ενέργειες των εναγομένων, άσκησαν εναντίον τους τις από 2-4-2008 τρεις αιτήσεις για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων προστασίας της σύννομης τους, λόγω διατάραξης, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Επί των αιτήσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η 2798/2008 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, με την οποία έγιναν δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν οι αιτήσεις, αναγνωρίστηκαν οι αιτούντες προσωρινά συννομείς των επίμαχων Υ4/1, Υ4/2 και Υ4/3 θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων, υποχρεώθηκαν οι καθ' ων οι αιτήσεις και κάθε τρίτος που έλκει από αυτούς δικαίωμα, να απομακρύνουν κάθε όχημά τους από τις εν λόγω θέσεις και να παύσουν να διαταράσσουν τους αιτούντες στην άσκηση της συννομής τους επ' αυτών, ενώ με την 1497/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η έφεση των καθ' ων οι αιτήσεις.
Συνεπώς με βάση όλα όσα πιο πάνω προεκτέθηκαν στις επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες ασκούσαν πράξεις νομής η δικαιοπάροχος των εναγόντων εταιρεία με την επωνυμία "Δ. Ζ. και Σία ΕΕ" από τις αρχές του 1980 και εφεξής μέχρι τον πλειστηριασμό τους, έκτοτε δε εγκαταστάθηκαν στη νομή τους οι ενάγοντες - υπερθεματιστές πλην όμως οι εναγόμενοι παράνομα, δηλαδή χωρίς τη θέλησή τους και χωρίς προς τούτο δικαίωμά τους διαταράσσουν, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο στην άσκηση της συννομής τους".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τις συνεκδικασθείσες τρεις αγωγές των αναιρεσιβλήτων, περί προστασίας της νομής λόγω διαταράξεως, ως και ουσιαστικά βάσιμες και, στη συνέχεια απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 974 και 981 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω, ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Επομένως ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, έτσι, όπως παραπάνω έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ' αυτήν, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την ουσιαστικά βασιμότητα των ένδικων αγωγών των αναιρεσιβλήτων και συνακόλουθα για την εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 974 και 981 ΑΚ, τις οποίες και εφάρμοσε.
Συνεπώς ο έκτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο και υπό την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκειών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το ζήτημα της νομής των επιδίκων εκ μέρους των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων είναι αβάσιμος. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με το γεγονός της νομής των επιδίκων ιδιοκτησιών εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, είναι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη, απαράδεκτος. Επειδή, ο από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν υφίσταται παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον ο κανόνας αυτός απετέλεσε την μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Η προϋπόθεση αυτή δεν συντρέχει όταν ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας, διηγηματικά μόνο αναφέρεται στην απόφαση και μάλιστα με πλεοναστικές και μη στηρίζουσες το διατακτικό αιτιολογίες (ΑΠ 1738/2012, ΑΠ 255/2010, ΑΠ 1542/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αναιρέσεως και με την επίκληση της προλαβούσας διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ δέχθηκε ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι των εταιρειών της Εργολήπτριας Κοινοπραξίας, μπορούσαν μονομερώς και χωρίς τη σύμπραξη των οικοπεδούχων να προβούν στην κατάρτιση της νόμιμα μεταγραφείσας υπ' αριθμ. .../19-10-2000 πράξεως της συμβ/φου Αθηνών, Μαυρέττας Πολίτη, με την οποία αυτοί (νόμιμοι εκπρόσωποι) προέβησαν στην κατάργηση της Υ4 οριζόντιας ιδιοκτησίας και στην δημιουργία αντί γι' αυτής 15 αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών (χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτου), με ανακατανομή των ποσοστών του οικοπέδου, που ανήκαν στις εν λόγω εταιρείες. Ακόμη με την επίκληση της ίδιας διατάξεως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. και με το τρίτο μέρος του ίδιου αναιρετικού λόγου, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι κατά παραβίαση των οικείων περί κτήσεως κυριότητας διατάξεων του Αστικού Κώδικα, δέχθηκε ότι η προαναφερθείσα Εργολήπτρια Κοινοπραξία, έγινε κυρία της αρχικής Υ4 οριζόντιας ιδιοκτησίας με χρησικτησία και στη συνέχεια κυρία των από μετατροπή της αρχικής προκυψάντων, μαζί με άλλες, επιδίκων οριζοντίων ιδιοκτησιών, δυνάμει της ως άνω υπ' αριθμ. .../2000 πράξεως της συμ/φου Αθηνών Μαυρέττας Παυλή. Οι αιτιάσεις όμως αυτές δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως, γιατί αφορούν σε θέματα που διηγηματικά αναφέρονται στην απόφαση και δεν στηρίζουν το διατακτικό της, αφού η απόφαση αυτή έκρινε επί αγωγών νομής και όχι κυριότητας. Ενόψει τούτων ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 εδ.β' Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 179/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 8 εδ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τον προβληθέντα από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμό ότι η μεταβίβαση (της κυριότητας) της επίδικης Υ4 αποθήκης στην εργολήπτρια Κοινοπραξία ή σε τρίτους που αυτή θα υπεδείκνυε, τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της πλήρους αποπερατώσεως της πολυκατοικίας, η οποία όμως δεν πληρώθηκε, αφού το αναληφθέν έργο δεν ολοκληρώθηκε. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, γιατί ο παραπάνω ισχυρισμός, είναι ενόψει του αντικειμένου της προκειμένης δίκης, που αφορά σε διατάραξη νομής (και όχι σε κυριότητα) αλυσιτελής και συνακόλουθα δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ' αυτόν. Επειδή, κατά 559 αρ. 9 περ. β' και γ' Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" αφεθείσα αδίκαστη νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που προκαλεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία ήτοι εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΟλΑΠ 25/2003). Ως "αίτηση" επίσης νοείται και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και συντελεί έτσι στην εξέλιξη της διαδικασίας, για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης, εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης. Έτσι δεν νοείται "αίτηση" με την έννοια του παρόντος άρθρου, ο λόγος εφέσεως, η ένσταση ή αντένσταση και γενικά εκείνη που αναφέρεται σε κάθε είδους "πράγματα" με την έννοια του αριθμού 8 (ΑΠ 179/2013, ΑΠ 946/2012). Το σφάλμα μπορεί να προτείνει μόνο ο διάδικος του οποίου έμεινε αδίκαστο το αίτημα και όχι ο αντίδικός του, ο οποίος δεν έχει έννομο συμφέρον για την προβολή του παρόντος λόγου, ενώ ακόμη δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, εάν το αίτημα ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή μη νόμιμο ή αλυσιτελές (ΑΠ 946/2012, ΑΠ 805/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από τη διάταξη του αριθμού 9 περ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, ότι αναγνώρισε τους αναιρεσιβλήτους κυρίους των ενδίκων οριζόντιων ιδιοκτησιών, ενώ η δίκη αφορούσε σε νομή αυτών. Επίσης με τον ίδιο λόγο της αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από περ. γ' της ίδιας διατάξεως πλημμέλεια και ειδικότερα ότι δεν έκρινε περί της εγκυρότητας της υπ' αριθμ. .../2000 τροποποιητικής πράξεως της συμβ/φου Αθηνών Μαυρέττας Πολίτη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και μάλιστα κατά το πρώτο μέρος του ως αβάσιμος, αφού με την προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρεσίβλητοι αναγνωρίσθηκαν συννομείς και όχι συγκύριοι των ενδίκων οριζοντίων ιδιοκτησιών, κατά δε το δεύτερο μέρος του, - που σημειωτέον αντιφάσκει με το παραπάνω δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου - ως απαράδεκτος, καθόσον ο οικείος ισχυρισμός, που σε κάθε περίπτωση ως εκ του αντικειμένου της αφορώσας σε νομή ένδικης διαφοράς δεν αφορά σε κεφάλαιο δίκης, δεν υποβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες στο δικαστήριο της ουσίας ως "αίτημα" με την αναφερομένη στη νομική σκέψη έννοια, αλλά ως αρνητικός ισχυρισμός, που μάλιστα για τον ίδιο λόγο, ήτοι ως εκ του αντικειμένου της δίκης, ήταν αλυσιτελής, μη ιδρυομένου ως εκ τούτου, ούτε του ερευνωμένου λόγου, αλλά ούτε και εκείνου του άρθρου 8, αφού δεν πρόκειται για "πράγμα" με την απαιτουμένη στη διάταξη αυτή έννοια. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη". Ο λόγος αυτός στηρίζεται στην παράβαση του καθιερωμένου με το άρθρο 106 Κ.Πολ.Δικ. συστήματος συζητήσεως, κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί. Ειδικότερα ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχθηκε "πράγματα", ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει έστω και γενικά από ποια μέσα άντλησε την απόδειξη αυτή. Δεν απαιτείται να αξιολογεί η απόφαση τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξατομικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 87/2013 ΑΠ 567/2013, ΑΠ 1738/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διάταξης του αριθμού 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε ότι η εργολήπτρια Κοινοπραξία απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων οριζοντίων ιδιοκτησιών, χωρίς να έχει προς τούτο γίνει επίκληση κάποιου εγγράφου, ενώ ακόμη οι αναιρεσίβλητοι δεν επικαλέσθηκαν κάποια μαρτυρική κατάθεση που να αποδεικνύει τη νομή της εργολήπτριας Κοινοπραξίας και ότι αντίθετα από την προσκομισθείσα ένορκη βεβαίωση του Δ. Μ. δεν προέκυπτε η νομή αυτή. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον στην προσβαλλομένη απόφαση προσδιορίζονται αναλυτικά τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, από τη συνεκτίμηση των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ενώ κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη δεν χρειαζόταν να αξιολογεί κάθε επί μέρους αποδεικτικό μέσο. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 179/2013). Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 483/2013). Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις κλπ) - ΑΠ 197/2013 - . Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμα αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 13-14-15/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 481/2013, ΑΠ 483/2013, ΑΠ 495/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα μεταξύ άλλων, προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε το ουσιαστικά αβάσιμο των ένδικων αγωγών και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις περί επισκευών και συντηρήσεως της επίδικης Υ4 αποθήκης του υπογείου, καθώς και την κατάθεση του μάρτυρα Κ. Β.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχομένη σ' αυτή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το εκτιθέμενο παραπάνω περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, δεν γεννιέται καμία απολύτως αμφιβολία ότι τα ως άνω αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του εξαχθέντος αποδεικτικού πορίσματός της. Ενόψει τούτων πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αυτός και συνακόλουθα η αναίρεση στο σύνολό της. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος αναιρεσίβλητου (Δ. Α. Μ.) - άρθρ. 183 και 176 Κ.Πολ.Δικ. - και όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Εξάλλου το υποβαλλόμενο με το υπόμνημα των αναιρεσειόντων αίτημα περί αναστολής εκδόσεως της αποφάσεως (αναστολής της δίκης) εωσότου εκδοθεί απόφαση επί συναφούς υποθέσεως και δη αγωγής του διαχειριστή της πολυκατοικίας, στην οποία βρίσκονται οι ένδικες ιδιοκτησίες κατά της Εργολήπτριας Κοινοπραξίας, για ακύρωση της αναφερομένης παραπάνω υπ' αριθμ. .../2000 πράξεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαυρέττας Πολίτη είναι απαράδεκτη, καθόσον η διάταξη του άρθρου 249 Κ.Πολ.Δικ. δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική δίκη, όπως τούτο συνάγεται εξ αντιδιαστολής από τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., που ορίζει τις διατάξεις που εφαρμόζονται στην ενώπιον του Αρείου Πάγου δίκη (ΑΠ 1733/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα περί αναστολής της δίκης, κατά το άρθρο 249 Κ.Πολ.Δικ.
Απορρίπτει την από 19.10.2010 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 3446/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος αναιρεσιβλήτου (Δ. Α. Μ.), την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρα 974, 981, 976,989 ΑΚ. Νομή, άσκηση νομής, πράξεις νομής, απόκτηση νομής, απόκτηση νομής επί πλειστηριασμού, διατάραξη νομής αρθρ. 559 αρ. 1 και 19. Δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 λόγος ότι ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας αναφέρεται διηγηματικά και με πλεοναστικές και μη στηρίζουσες το διατακτικό αιτιολογίες. 559 αρ. 8. Τι είναι "πράγματα". Στον αλυσιτελή λόγο δεν ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο να απαντήσει. 559 αρ. 9 περ. β και γ'. Τι θεωρείται ως αίτηση αφεθείσα αδίκαστη 559 αρ. 10 και 11 γ.
|
Πιλοτή (Pilotis)
|
Νομή, Οριζόντια ιδιοκτησία, Πιλοτή (Pilotis).
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 833/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη) - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Π. του Π., κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Λάρισας, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 3472/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα: Μ. Σ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 160/13.
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος αφού αναφέρθηκε στην από 22 Απριλίου 2013 έκθεση παραιτήσεως του ως άνω αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, με την οποία αυτός δήλωσε ότι παραιτείται από την από 7 Νοεμβρίου 2012 αίτηση αναίρεσης που έχει ασκήσει, πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 475 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 ΚΠοινΔ, ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο το οποίο έχει ασκήσει, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και από εκείνον που την δέχεται, είτε ακόμη και στο ακροατήριο, πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με την αναγνωσθείσα στο ακροατήριο με αρ. 25 /22-4-2013 έκθεση, συνταγείσα νομότυπα στο γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, παραιτήθηκε από την με αριθμ. εκθ. 86/7-11-2012 αίτηση αναιρέσεώς του, που έχει ασκηθεί από αυτόν, καταδικασθέντα, με δήλωση ενώπιον της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, για αναίρεση της με αρ. 3472/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το ένδικο αυτό μέσο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο λόγω της παραπάνω παραίτησης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την με αριθμ. εκθ. 86/7-11-2012 αίτηση του Σ. Π. του Π. για αναίρεση της με αρ. 3472/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, 28 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτει αίτησης αναίρεσης κατηγορουμένου ως απαράδεκτη, λόγω παραίτησης.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 0
|
Αριθμός 833/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Τουριστική Ίου Μονοπρόσωπη Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης" και έδρα τον ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αικατερίνη Γιαμπουράνη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Γεώργιο Βαμβακίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/6/1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/1998 μη οριστική, 3/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 227/2006, 82/2007 μη οριστικές και 167/2009 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/11/2010 αίτηση και τους από 12/5/2010 προσθέτους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 22/9/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατά αποδοχή των ανωτέρω λόγων που κρίνονται βάσιμοι.
Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 569 παρ.2 ΚΠολΔικ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να αφορούν τα ίδια κεφάλαια της αποφάσεως που προσβλήθηκε, καθώς και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαίως συνέχονται με αυτά, ασκούνται δε μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα, πλήρεις, ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, με σύνταξη κάτω από αυτό εκθέσεως, ενώ αντίγραφό του επιδίδεται, πριν από την ίδια προθεσμία, στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 111 παρ.1 και 2, 568 παρ. 2, 3, 4 και 570 παρ.3 του ΚΠολΔικ, συνάγεται ότι η άσκηση των προσθέτων λόγων αναιρέσεως ολοκληρώνεται με την κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως. Για το παραδεκτό όμως της ασκήσεώς τους απαιτείται και επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω, πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως προθεσμία. Ως ημέρα συζητήσεως της αναίρεσης, η οποία αποτελεί το όριο για την κατάθεση και κοινοποίηση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης νοείται, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 569, 568 παρ.3 και 571 ΚΠολΔικ, εκείνη η οποία ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, όχι δε και η μεταγενέστερη που ορίζεται μετ' αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά από ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης (ΑΠ 939/2011, ΑΠ 890/2010). Η παράλειψη της καταθέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, αλλά και της κοινοποιήσεώς τους πριν από την 30ήμερη αυτή προθεσμία σε όλους τους διαδίκους, επάγεται το απαράδεκτο αυτών, λόγω έλλειψης προδικασίας, με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους. Προς τούτο το δικαστήριο ερευνά και αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό της ασκήσεως των προσθέτων λόγων, (ΑΠ 599/2011). Στην προκειμένη περίπτωση οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, των οποίων το δικόγραφο κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και συγκεκριμένα στη 17-6-2011, ήτοι τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από την αρχική ορισθείσα, για την αναίρεση, δικάσιμο της 5.10.2011, δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο, καθόσον η επισπεύσασα τη συζήτηση εκείνη αναιρεσείουσα (κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε) δεν προσκομίζει οικεία έκθεση επιδόσεως. Ενόψει τούτων οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 481/2013, ΑΠ 568/2013). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο περιλαμβάνονται, όπως προεκτέθηκε και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθής βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, καθώς επίσης ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί, η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, αν και ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 495/2013, ΑΠ 355/2011, ΑΠ 604/2011) ακόμη δε και όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, οπότε ο αναιρετικός έλεγχος καταλαμβάνει και την ορθότητα της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με την ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βουλήσεως των μερών, αφού πρόκειται για εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1798/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι ενώ διαπίστωσε την ύπαρξη κενού και ασάφειας στη δήλωση βουλήσεως των συμβληθέντων, στους τίτλους κυριότητας της αναιρεσείουσας και των δικαιοπαρόχων της, αναφορικά με τη μεταβιβασθείσα με αυτά έκταση, δεν προσέφυγε για την ερμηνεία της εν λόγω δήλωσης βούλησης, στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔικ) το περιεχόμενο της οποίας εκτίθεται παρακάτω, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, ουσιαστική κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης των συμβληθέντων διαδίκων και των δικαιοπαρόχων τους και συνεπώς δεν συνέτρεξε λόγος προσφυγής στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες. Ενόψει τούτων, ο λόγος αυτός, πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματος δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους. Έτσι κατά τις διατάξεις των ν. 76 παρ.1 Πανδ (18.1), ν. Κώδ. (7.31) Βασ 50 (10.4) ν.12 Πανδ (2.53) και τις αντίστοιχες με αυτές διατάξεις των άρθρων 1033, 1041 και 1045 ΑΚ, η κυριότητα ακινήτου αποκτάται, κατά παράγωγο μεν τρόπο με σύμβαση που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφεται νόμιμα, πρωτότυπα δε με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν είχε καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (ΑΠ 197/2013, ΑΠ 568/2013). Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη ή όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 495/2013, ΑΠ 567/2013). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 92/2013, ΑΠ 179/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔικ) προκύπτει ότι το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νομίμως προσκομίσθηκαν σ' αυτό, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία, με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΙΟΥ Ε.Π.Ε." με το υπ' αρ. .../11.8.1973 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ίου Γεωργίου Ιωάννου Ζώρζου, που νόμιμα μεταγράφηκε (τομ. ..., α.α. 42 βιβλίων μεταγραφών υποθηκοφυλακείου Ίου-Φολεγάνδρου), αγόρασε από τον Μ. Μ. του Ε. ένα αγροτικό ακίνητο, που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφερείας ... της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας της νήσου Ίου Κυκλάδων, το οποίο περιγράφεται στο ως άνω συμβόλαιο ως "... ακαλλιέργητον - άδενδρον και βραχώδες, εκτάσεως 520 στεμμάτων, συνορευόμενον γύρωθεν βορειοανατολικώς με ιδιοκτησίαν Μ. Λ., ανατολικώς με ιδιοκτησία ομοίως Μ. Λ. εν μέρει και εν μέρει με θάλασσαν, νοτίως με θάλασσαν, νοτιοδυτικά ομοίως, βορειοδυτικώς δε με ιδιοκτησίαν Φ. Μ. ..." εμφαινόμενο με στοιχεία Α, Β και Γ στο από 22.6.1973 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού Ε. Π.. Στο ίδιο παραπάνω συμβόλαιο αγοράς αναγραφόταν ότι από απλή παραδρομή στο υπ' αρ. .../11.6.1950 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ίου Σταύρου Θεοδώρου Μικρού, που νόμιμα μεταγράφηκε, το οποίο είχε ως τίτλο κτήσεως κυριότητας ο προαναφερόμενος δικαιοπάροχός της Μ. Μ. του Ε. από δωρεά εν ζωή του πατέρα του Ε. Ν., αναγράφεται ότι αυτό (επίδικο) είναι "... εκτάσεως τριάκοντα (30) στρεμμάτων ή όσης ήθελε είσθαι", ενώ πράγματι η αληθής έκτασις αυτού, η ανταποκρινόμενη εις την θέσιν και τα όρια του κτήματος ... εξ ων αναμφισβητήτως προκύπτει η ταυτότης του ειρημένου ακινήτου είναι εκείνη των πεντακοσίων είκοσι (520) στρεμμάτων ...". Στο πιο πάνω υπ' αρ. .../11.6.1950 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ίου Σταύρου Θεοδώρου Μικρού, που νόμιμα μεταγράφηκε (τομ. ..., α.α. 250 βιβλίων μεταγραφών υποθηκοφυλακείου Ίου - Φολεγάνδρου), με το οποίο ο παραπάνω δικαιοπάροχος της ενάγουσας Μ. Ε. Μ. είχε αποκτήσει κατά κυριότητα λόγω δωρεάς εν ζωή από τον πατέρα του Ε. Ν. Μπουλούμπαση, αναφέρεται ότι ο τελευταίος δωρίζει στον πρώτο, μεταξύ άλλων, έναν αγρό "... κείμενον εις θέσιν "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητος Ιητών, ακαλλιέργητον, εκτάσεως τριάκοντα (30) στρεμμάτων ή όσης ήθελε είσθαι, συνορευομένου γύρωθεν με κτήματα Ι. Λ., Ε. Δ. Μ. ή Φ. Ε. Μ. και με θάλασσαν περιελθόντα αυτώ εκ Δωρεάς εν ζωή παρά του πατρός του δυνάμει του υπ' αρ. ... της 23ης Ιανουαρίου 1904 έτους προικοσυμφώνου συμβολαίου του συμβολαιογραφείου Ίου...". Περαιτέρω ο ως άνω απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Ε. Ν. Μ. δυνάμει του υπ' αρ. ... της 23ης Ιανουαρίου 1904 έτους προικοσυμφώνου συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδικούντος Γραμματέως Ίου Μιχαήλ Βερώνη, που νόμιμα μεταγράφηκε (τομ. ..., α.α. 171 βιβλίων μεταγραφών υποθηκοφυλακείου Ίου-Φολεγάνδρου), απέκτησε κατά κυριότητα λόγω προίκας, μεταξύ άλλων, έναν αγρόν "... εις θέσιν ... ακάλλιέργητον, απεριτοίχιστον, εκτάσεως τριάκοντα κοιλλών σποράς, συνορεύοντα με ομοίους Ν. Λ., Ν. Μ. και θάλασσαν υπό τον όρον να δικαιούται ο τε προικοδότης εφ' όσον ζή και ο προικοδόχος να συμβόσκωσιν εν αυτώ τα ζώα των μετά δε τον θάνατον του προικοδότου να περιέρχηται και η νομή του αγρού τούτου ολόκληρος εις την αποκλειστικήν κυριότητα και κατοχήν του προικοδόχου ...". Από την αντιπαραβολή των ως άνω τίτλων κτήσεως κυριότητας προκύπτει ότι: 1) Η έκταση του επιδίκου αγροτικού ακινήτου αναγράφεται μόνο στον τελευταίο χρονολογικά τίτλο (υπ' αρ. .../11.8.1973 συμβόλαιο αγοράς) ότι είναι 520 στρέμματα, ενώ στους προγενέστερους ανωτέρω τίτλους των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας (υπ' αρ. .../11.6.1950 δωρητήριο συμβόλαιο και υπ' αρ. 19 της 23ης Ιανουαρίου έτους 1904 προικοσύμφωνο συμβόλαιο), αναγράφεται η έκταση αυτού άλλοτε μεν ότι είναι 30 "κοιλλά" σποράς, προδιοριζόμενη έτσι κατά χωρητικότητα, όπως εθιμικά γινόταν στην περιοχή των Κυκλάδων τουλάχιστον κατά τα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα, άλλοτε δε ότι είναι 30 στρέμματα ή όσα και αν είναι, με αποτέλεσμα έτσι να δεκαεπταπλασιάζεται και πλέον η αγορασθείσα από την ενάγουσα έκταση του επιδίκου. 2) Τα όρια του επιδίκου και στα τρία ως άνω συμβόλαια αναφέρονται γενικά, χωρίς να καθορίζονται οι ειδικότερες πλευρικές διαστάσεις του, που συνορεύουν με τις γειτονικές ιδιοκτησίες. 3) Τα ονοματεπώνυμα των ιδιοκτητών των γειτονικών ιδιοκτησιών εν πολλοίς ταυτίζονται και στα τρία πιο πάνω συμβόλαια, αφού άλλοτε οι ιδιοκτήτες τους είναι οι ίδιοι και άλλοτε, προδήλως, οι κληρονόμοι τους. 4)Τοπογραφικό διάγραμμα για το επίδικο υπάρχει μόνο στο προαναφερθέν υπ' αρ. .../11.8.1973 συμβόλαιο αγοράς. Όμως η καταφανώς πολύ μεγάλη διαφορά της έκτασης του επιδίκου ακινήτου που υπάρχει στο πιο πάνω υπ' αρ. .../11.8.1973 συμβόλαιο αγοράς της ενάγουσας απ' εκείνη των, παραπάνω υπ' αρ. .../11.6.1950 και υπ' αρ. 19 της 23ης Ιανουαρίου 1904 συμβολαίων των δικαιοπαρόχων της, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 αρ.4 ΚΠολΔ), με την εξήγηση όπως αναγράφεται στο ως άνω συμβόλαιο αγοράς, ότι είναι απλή παραδρομή του υπ' αρ. .../11.6.1950 συμβολαίου ως προς την έκταση του επιδίκου, αφού είναι φανερά ότι δεν πρόκειται περί τέτοιας, αλλά περί εμφανέστατης διαφοροποίησής της (δεκαεπταπλασιασμού της και πλέον), η οποία έτσι καθιστά σημαντικότατη την εν λόγω αγορά του επίδικου ακινήτου προδίδουσα μεγάλη αξία σ' αυτό εν όψει της δημιουργούμενης με τον τρόπο αυτό έκτασης του (520 στρέμματα από 30 περίπου στρέμματα) λαμβανομένης υπόψη και της φανερά περίοπτης θέσης του (αναγράφεται μεταξύ των συνόρων του και η θάλασσα). Εξ άλλου δεν είναι σαφής και πειστική η προαναφερθείσα από 4.6.2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονα Π. Κ., Πολιτικού Μηχανικού, που μελετώντας τα τρία πιο πάνω συμβόλαια συμπεραίνει ότι "... Οι συμβαλλόμενοι κατά τη σύνταξη των συμβολαίων δεν απέβλεπαν στον κατά μέτρα προσδιορισμό της έκτασης, αλλά επικρατεί η αντίληψη ... ο κατά τα όρια προσδιορισμός, που σημαίνει ότι πρέπει να δεχθούμε ως επιφάνεια του επιδίκου εκείνη που προκύπτει από την αποτύπωση της έκτασης, όπως αυτή προσδιορίζεται από τα καθορισμένα όρια. Υιοθετώντας την άποψη ότι επικρατεί η αντίληψη ... ο κατά τα όρια προσδιορισμός του επιδίκου, τότε ολόκληρο το επίδικο περιλαμβάνεται στους παραπάνω τίτλους ιδιοκτησίας κατά θέση - όρια και έκταση ...". Στην κρίση αυτή καταλήγει το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι μόνη η γενική αναγραφή στα συμβόλαια των γειτονικών ιδιοκτησιών με ταυτόσημα εν πολλοίς ονοματεπώνυμα των ιδιοκτητών τους, χωρίς όμως ειδικότερη περιγραφή πλευρικών διαστάσεων και μη συνοδευόμενη από τοπογραφικό σχεδιάγραμμα συνταγέν σε ανύποπτο χρόνο, δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή και πλήρη δικανική πεποίθηση, που να δικαιολογεί την προαναφερθείσα πολύ μεγάλη διαφορά των ανωτέρω συμβολαίων ως προς την έκταση του επιδίκου.
Συνεπώς ναι μεν οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας ήταν ιδιοκτήτες γης στη θέση ... της νήσου Ίου των Κυκλάδων τουλάχιστον από το έτος 1904 εκτάσεως 30 περίπου στρεμμάτων, όπως είχαν τη νομική δυνατότητα, αφού η ιδιοκτησία του ήταν σε ιδιωτική γη καθαρής ιδιοκτησίας, η οποία και πριν απ' αυτούς ανήκε σε ιδιώτες και ουδέποτε μετά την Απελευθέρωση κατέστη αδέσποτη, επί της οποίας δεν είχε τίτλους κυριότητας το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με όσα σχετικά προαναφέρθηκαν στην προηγούμενη μείζονα σκέψη, πλην όμως, με βάση και τον κανόνα του Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου ότι κανείς δεν μπορεί να μεταφέρει περισσότερο δίκαιο απ' ότι αυτός έχει (ΑΠ 1995/2008, Ηλεκτρονική Συλλογή "ΝΟΜΟΣ"), η έκταση αυτή δεν ταυτίζεται με την αγορασθείσα από την ενάγουσα έκταση των 520 στρεμμάτων δυνάμει του υπ' αρ. .../11.8.1973 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ίου Γεωργίου Ιωάννου Ζώρζου, ενώ εξάλλου από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν δεν υπήρξε ασφαλής απόδειξη, σε ποιο τμήμα από την ευρύτερη έκταση των 520 στρεμμάτων του επιδίκου βρισκόταν η έκταση των 30 στρεμμάτων που απέκτησε με δωρεά από τον πατέρα του ο δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης, ώστε να αναγνωρισθεί η κυριότητα αυτής στο εν λόγω τμήμα. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον η ενάγουσα δεν απέδειξε την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, όπως όφειλε, έπρεπε, αφού έφερε ως αντικειμενικό βάρος της απόδειξης τον κίνδυνο, που απέρρεε από την αμφιβολία του δικαστηρίου, να απορριφθεί η αγωγή της".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ότι η αναιρεσείουσα είχε γίνει κυρία του επιδίκου ακινήτου εκτάσεως 520 στρεμμάτων με παράγωγο τρόπο και αφού αναδίκασε την αγωγή την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έκτασης και συνακόλουθα της ταυτότητας του επιδίκου ακινήτου, που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων περί παραγώγου τρόπου κτήσεως κυριότητας διατάξεων του ΑΚ και του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Ειδικότερα, ενώ η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι στο 19/23.1.1904 προικοσύμφωνο συμβόλαιο αναγράφεται ότι η έκταση του επιδίκου ακινήτου είναι 30 "κοιλά σποράς", προσδιοριζομένη έτσι κατά χωρητικότητα, στη συνέχεια δέχεται ότι οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσείουσας ήταν από το έτος 1904 ιδιοκτήτες ακινήτου έκτασης 30 περίπου στρεμμάτων, χωρίς να διευκρινίζει αν η έκταση των 30 "κοιλών σποράς" αντιστοιχεί σε εκείνη των 30 στρεμμάτων. Επιπλέον, όπως από την εκτίμηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, το ως άνω πόρισμα, στο οποίο καταλήγει το Δικαστήριο από την εκτίμηση των αποδείξεων, σε σχέση με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή η έκταση του επιδίκου ακινήτου δεν είναι 520 στρέμματα δεν είναι αναμφίβολο, αλλά έχει τη μεγαλύτερη πιθανότητα ορθότητας. Έτσι όμως η προσβαλλομένη απόφαση έχει ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ενόψει τούτων είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο και υπό την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών. Πρέπει λοιπόν να γίνει δεκτός ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 εδ.β' του ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" υπό την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 87/2013). Επομένως πράγματα με την έννοια αυτή αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής, κύρια και επικουρικές και τα για τη θεμελίωση αυτών και των διαφόρων αιτημάτων τους προτεινόμενα περιστατικά (ΑΠ 728/2011). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 εδ.γ' ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" αφεθείσα αδίκαστη νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, προστασίας που προκαλεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, ήτοι εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 179/2013, ΑΠ 946/2012). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ.1 και 536 παρ.2 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από παραδοχή της έφεσης του ηττηθέντος πρωτόδικα εναγομένου, απορρίπτει την αγωγή κατά την κύρια βάση της που είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρέπει, εφόσον πλέον δεν δικάζεται η έφεση, αλλά η αγωγή, να ερευνήσει χωρίς ειδικό παράπονο του ενάγοντος και την επικουρική ή τις επικουρικές βάσεις της αγωγής του, εκτός αν αυτές ερευνήθηκαν και απορρίφθηκαν πρωτοδίκως ως μη νόμιμες, αφού για την περίπτωση αυτή απαιτείται η υποβολή προσηκόντως παραπόνου από τον εφεσίβλητο-ενάγοντα με δική του έφεση, έστω και επικουρικού χαρακτήρα, σε σχέση με την τυχόν παραδοχή της έφεσης του εναγομένου. Δηλαδή η έρευνα των βάσεων, που δεν εξετάστηκαν πρωτοδίκως, γίνεται από το δευτεροβάθμιο οίκοθεν, ήτοι αυτεπαγγέλτως, λόγω της επερχόμενης από το νόμο υποκατάστασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στη θέση του πρωτοβαθμίου και συνεπώς για την εξέταση αυτή δεν απαιτείται έφεση ή αντέφεση ή υποβολή ειδικού αιτήματος εκ μέρους του ενάγοντος τυχόν δε παράλειψη του εφετείου να ερευνήσει τις βάσεις αυτές, εμπίπτει στους αναιρετικούς λόγους των αριθμών 9 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, καθόσον άφησε "αίτηση" αδίκαστη και δεν έλαβε υπόψη "πράγματα", αφού όπως προαναφέρθηκε οι βάσεις της αγωγής είναι "αιτήσεις" με την έννοια του αριθμού 9 και "πράγματα" με την έννοια του αριθμού 8 (ΑΠ 394/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔικ) προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή της ισχυρίστηκε ότι έγινε κυρία του επιδίκου ακινήτου, κυρίως με παράγωγο και επικουρικά με πρωτότυπο τρόπο ήτοι με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με συνυπολογισμό στο χρόνο της νομής της και εκείνου των δικαιοπαρόχων της (άμεσων, απώτερων και απώτατων). Με την πρωτοβάθμια απόφαση, ήτοι την υπ' αριθμ. 3/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, η αγωγή κρίθηκε ως προς όλες τις βάσεις της νομικά και ουσιαστικά βάσιμη. Το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η αγωγή κατά την κύρια βάση της, ήτοι την αφορώσα την κτήση κυριότητας του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και στη συνέχεια αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου-εναγομένου, απέρριψε την αγωγή, χωρίς όμως να εξετάσει και τις επικουρικές βάσεις της περί πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως κυριότητας του επιδίκου (χρησικτησία) από την αναιρεσείουσα. Ενόψει τούτων είναι βάσιμος ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο και υπό την επίκληση των παραπάνω διατάξεων των αριθμών 8 περ.β' και 9 εδ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι με το να μην εξετάσει τις παραπάνω βάσεις της αγωγής δεν έλαβε υπόψη της "πράγματα" που προτάθηκαν και ότι επιπλέον άφησε αδίκαστη "αίτηση". Πρέπει λοιπόν ο αναιρετικός αυτός λόγος να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ως ηττηθέν, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔικ), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν. 3693/1997, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝ ΚΠολΔικ όπως τούτο ισχύει, μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987 (ΑΠ 192/2013, ΑΠ 481/2013).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 167/2009 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αιγαίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Απαράδεκτοι λόγω μη επίδοσής τους. Ερμηνευτικοί κανόνες δικαιοπραξιών άρθρ. 173 και 200 ΑΚ. Πότε ιδρύεται ο λόγος. Ανέλεγκτη η κρίση περί προσφυγής ή όχι στις διατάξεις αυτές αρ. 19 αρθ. 559. Αναιρείται η απόφαση λόγω ελλιπών αιτιολογιών. Μετά την απόρριψη της κυρίας βάσεως της αγωγής, το Εφετείο υποχρεούται να ερευνήσει τις επικουρικές βάσεις αφού πλέον δικάζεται η αγωγή και όχι η έφεση- άρθρα 522, 535 παρ. 1, 536 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. - 559 αρ. 8 και 9. Οι βάσεις της αγωγής είναι " πράγματα" υπό την έννοια του αρ. 8 και αιτήσεις υπό την έννοια του αρ. 3. Η μη εξέταση των επικουρικών βάσεων ιδρύει τους λόγους αυτούς.
|
Προθεσμία
|
Άσκηση πρόσθετων λόγων, Έλλειψη αιτιολογίας, Προθεσμία, Κυριότητα.
| 2
|
Αριθμός 830/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικόλαου Ζαΐρη) - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη, Χρυσούλα Παρασκευά (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου) και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενη την Ε. Μ., Αντ/λέα Πρωτοδικών Πειραιά. Και εγκαλούντα τον Δ. Γ. του Ι..
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 30 Δεκεμβρίου 2012, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 104/2013.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή με αριθμό και ημερομηνία 99/10-4-2013 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω ενώπιον Σας, σύμφωνα με το άρθρο 137§1 β Κ.Π.Δ., της αριθμό 733/30-12-2012 αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς με την οποία ζητεί την παραπομπή της από 11/7/2012 έγκλησης του Δ. Γ. του Ι. σε βάρος της Αντεισαγγελεως Πρωτοδικών Πειραιώς Ε. Μ., για παράβαση καθήκοντος (259 Π.Κ.), από το αρμόδιο Πρωτοδικείο Πειραιώς σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, δεδομένου ότι πλέον στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάγεται άλλο Πρωτοδικείο και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 136 εδ. ε' Κ.Π.Δ. το δικαστήριο που είναι αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ., διατάσσει την παραπομπή, σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, όταν μεταξύ των άλλων λόγων συντρέχει και η περίπτωση του εδαφίου ε', κατά την οποία ο εγκαλών ή ο ζημιούμενος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του Παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο κατά τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ. δικαστήριο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 137§ 1 Κ.Π.Δ., την παραπομπή μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος και ο πολιτικώς ενάγων, ενώ στις περιπτώσεις του άρθρου 136 στοιχ. γ' και δ' Κ.Π.Δ., μόνο ο Εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου αυτεπαγγέλτως ή με παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης. Τέλος για την παραπομπή αποφασίζει α) ... β) ... γ) ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, σε κάθε άλλη περίπτωση. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις συνάγεται ότι δικαιολογητικός λόγος της παραπομπής του εδαφίου ε' του άρθρου 136 Κ.Π.Δ., είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και του αποκλεισμού της υπόνοιας μεροληψίας αυτού λόγω της συνυπηρέτησης του με τα αναφερόμενα στη διάταξη πρόσωπα. Από δε την εννοιολογική παράθεση του άρθρου 136 εδ. ε' προς τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ., στα οποία ρητώς αναφέρεται, συνάγεται ότι ο κανονισμός της αρμοδιότητας κατά παραπομπή, δεν περιορίζεται μόνο στην εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά επεκτείνεται στην άσκηση της ποινικής δίωξης και στη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, αφού και στις περιπτώσεις αυτές συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος, δηλαδή η εξασφάλιση του ανεπηρέαστου και αδιάβλητου των δικαστικών αποφάσεων.
II. Στη προκείμενη περίπτωση η μηνυόμενη είναι Εισαγγελική λειτουργός και υπηρετεί με το βαθμό της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς (βλ. τον με αριθμό 76027/2012 υπηρεσιακή βεβαίωση).
Συνεπώς υφίστανται οι προϋποθέσεις της κατά παραπομπή αρμοδιότητας από τον Άρειο Πάγο, ώστε αντί της κατ' αρχή αρμοδίας Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς να παραπεμφθεί η υπόθεση σε άλλη Εισαγγελία, καθόσον στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς δεν υπάγεται πλέον άλλη Εισαγγελία πλην της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς, δηλαδή του κατά τόπου αρμοδίου δικαστηρίου κατά τα άρθρα 122-125 Κ.Π.Δ., στο οποίο υπηρετεί η εγκαλούμενη.
III. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς να γίνει δεκτή και να παραπεμφθεί η έγκληση του Δ. Γ. του Ιωάννη σε βάρος της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς Ε. Μ. από τις αρμόδιες Εισαγγελικές, Ανακριτικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Πειραιώς στις αντίστοιχες του Πρωτοδικείου Αθηνών για τη δικαστική διερεύνηση.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να παραπεμφθεί η από 11/7/2012 έγκληση του Δ. Γ. του Ιωάννη κατά της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς Ε. Μ. στις αρμόδιες Εισαγγελικές, Ανακριτικές και Δικαστικές Αρχές του Πρωτοδικείου Αθηνών. Αθήνα 1/3/2012 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Π. Παντελής"
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 εδ. ε' του ΚΠΔ "το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο ...". Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα και αν στην περιφέρεια αρμοδιότητας του Εφετείου, που υπάγεται ο μηνυόμενος δικαστικός λειτουργός υπάγεται μόνο ένα Πρωτοδικείο, ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο και όχι το συμβούλιο Εφετών και εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ο Δ. Γ., υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς την ΑΒΜ-Μ12-853/11-7-2012 μηνυτήρια αναφορά - μήνυσή του, στρεφόμενη κατά της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Ε. Μ., που υπηρετεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά, για τη σε αυτή καταγγελλόμενη αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος για την οποία μήνυση είναι κατ' αρχήν αρμόδιος κατά τόπο να αποφανθεί αν θα ασκήσει ή μη ποινική δίωξη ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιά. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πειραιά, με το υπ' αριθμ. πρωτ. 733/30-12-2012 έγγραφό του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητά τον κανονισμό αρμοδιότητας, προκειμένου να ορισθεί άλλος ως αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών για να κρίνει την προμνημονευόμενη μηνυτήρια αναφορά του εγκαλούντος, λόγω της ως άνω προαναφερόμενης ιδιότητας της μηνυόμενης Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιά Ε. Μ. και τον τόπο της υπηρεσίας της στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά. Επομένως, ενόψει του ότι στην περιφέρεια αρμοδιότητας του Εφετείου Πειραιά υπάγεται μόνο το Πρωτοδικείο Πειραιά, συντρέχει αρμοδιότητα του παρόντος συμβουλίου του Αρείου Πάγου και περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας υπ' αυτού κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε' και 137 παρ. 1 εδ. β περ. γ ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ανωτέρω υπόθεσης από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της ανωτέρω μηνυτήριας αναφοράς και αν συντρέξει περίπτωση, στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Αθηνών, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό της υποθέσεως αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως που αναφέρεται στο υπ' αριθμ. πρωτ. 733/30-12-2012 έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά και αφορά την μηνυομένη Ε. Μ., Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, για να κρίνει και αποφανθεί επί της υπ' αρ. ΑΒΜ-Μ12-853/11-7-2012 μηνυτήριας αναφοράς του Δ. Γ. και αν συντρέξει περίπτωση στις ανακριτικές και δικαστικές αρχές της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και Εφετών Αθηνών και του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να κρίνουν και να αποφασίσουν για τον περαιτέρω χειρισμό της υποθέσεως αυτής.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
|
Κανονισμός αρμοδιότητας. Παραπέμπει έγκληση κατά Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά σε Εισαγγελέα πρωτοδικών Αθηνών και αντίστοιχες ανακριτικές και δικαστικές αρχές Αθηνών.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 825/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη),- Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη, Χρυσούλα Παρασκευά (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου) και Μαρία Γαλάνη Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Π. Λ. του Β., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αλεξόπουλο, περί αναιρέσεως της 5432/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες: 1. Α. Δ. του Β., κάτοικο ... και 2. Χ. Δ., κάτοικο ... που δεν παρέστησαν.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1136/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 264 του ΠΚ, "Όποιος με πρόθεση προξενεί πυρκαγιά τιμωρείται: α) με φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών, αν από τη πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, β) με κάθειρξη, αν από τη πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, γ) με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών, αν στην περίπτωση του στοιχ. β' επήλθε θάνατος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του εμπρησμού από πρόθεση απαιτείται : α) πρόκληση πυρκαγιάς με οποιονδήποτε τρόπο η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν εκραγεί πυρ οπωσδήποτε σημαντικό και όχι συνηθισμένης εκτάσεως με τάση εξαπλώσεως και χωρίς να μπορεί εύκολα να κατασβεσθεί και β) δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος σε ευρύτερο και απροσδιόριστο κύκλο εννόμων αγαθών ή σε άνθρωπο. Κίνδυνος δε ανθρώπου υπάρχει, όταν δημιουργείται πιθανότητα προσβολής της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας, έστω και ενός μη κατά πρόσωπον προσδιορισμένου ανθρώπου. Η ύπαρξη ή όχι του κινδύνου κρίνεται βάσει των δεδομένων τα οποία υφίστανται κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως δηλαδή της προκλήσεως της πυρκαγιάς και όχι αυτών που προέκυψαν μετά την τέλεση αυτής. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, συνιστάμενος στη θέληση να προξενηθεί πυρκαγιά και στη γνώση ότι απ' αυτή μπορεί να προκληθεί κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή σε άνθρωπο, αρκούντος και του ενδεχομένου. 2. Από τη διάταξη του άρθρου 381 παρ.1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Όποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών", σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που προσδιορίζει την έννοια του δόλου, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του πλημμελήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η καταστροφή ή η βλάβη ή η με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αχρήστευση ξένου, ολικά ή μερικά πράγματος, η αλλοτριότητα του οποίου κρίνεται κατά τις περί κυριότητας διατάξεις του ΑΚ, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση (ή αποδοχή) της καταστροφής ή βλάβης κ.λπ. του πράγματος αυτού. Καταστροφή του πράγματος υπάρχει όταν τούτο καθίσταται εντελώς διαρκώς άχρηστο για τον προορισμό του, αρκεί δε αυτή να είναι και μερική μόνο, η δε βλάβη συνίσταται είτε στη βλάβη της ουσίας του πράγματος είτε στη μείωση της χρησιμότητάς του σύμφωνα με τον προορισμό του. Το ανέφικτο δε της με οποιοδήποτε άλλο τρόπο χρήσεως του πράγματος καλύπτει τις περιπτώσεις που το πράγμα, εκτός από την καταστροφή ή τη βλάβη του, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον από τον κύριο ή τον κάτοχό του, κατά τη συνήθη πορεία και αντίληψη. Το έγκλημα αυτό της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας που αποβλέπει στην προστασία της ιδιοκτησίας, είναι υπαλλακτικώς μικτό και μπορεί να τελεσθεί με ένα από τους ως άνω τρόπους.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 99 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφήρμοσε αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.5432/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη κηρύχθηκε ένοχος, κατά μεταβολή της κατηγορίας, από εμπρησμό εκ προθέσεως από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος σε ξένα πράγματα, για φθορά ξένης ιδιοκτησίας, με ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α' του ΠΚ, και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών, με τριετή αναστολή. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το άνω Εφετείο, ότι από τα μνημονευόμενα, κατ'είδος, αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή: " Στου ... στις 27-7-2009 η κατ/νη από πρόθεση να θέσει πυρκαγιά αφού περιέλουσε με εύφλεκτο υγρό την εξωτερική ξύλινη επιφάνεια της πόρτας εισόδου του διαμερίσματος ιδιοκτησίας Β. Δ. επί της οδού ... έθεσε φωτιά σε αυτή με αποτέλεσμα να προκληθεί πυρκαγιά από την οποία καταστράφηκε μικρό τμήμα αυτής, ενώ από τους καπνούς ρυπάνθηκε κοινόχρηστος χώρος του ορόφου. Από την πυρκαγιά δε, που έθεσε η κατ/νη, μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, πλην όμως αυτή κατασβέστηκε έγκαιρα από την Πυροσβεστική υπηρεσία. Συγκεκριμένα, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας κατηγορίας Δ. Α., πολιτικώς ενάγων, επί μακρό διάστημα (4-5 χρόνια) κάποιος έβαζε μικροφωτιές στην πόρτα του παραπάνω διαμερίσματος που ανήκει στους γονείς του, μάλιστα σε χρονικά διαστήματα που έλειπαν οι γονείς του σε διακοπές. Η κατηγορουμένη, η οποία έχει γειτονικό διαμέρισμα στον ίδιο όροφο, στο οποίο διαμένει με το σύζυγό της, και διατηρούσε πολύ στενές φιλικές σχέσεις με τους παραπάνω πάντοτε ειδοποιούσε αυτούς για τη φωτιά την οποία ταυτόχρονα έσβηνε πριν επεκταθεί. Μετά από τη συχνότητα των περιστατικών (μία φορά περίπου κάθε χρόνο επί 4-5 χρόνια) αποφάσισαν με την προτροπή της αστυνομίας, να τοποθετήσουν κάμερα, για την οποία δεν ενημερώθηκε η κατ/νη. Από την επισκόπηση των φωτογραφιών που λήφθηκαν από την κάμερα κατά τον επίμαχο χρόνο που εμφανίστηκαν από τη Διεύθυνση εγκληματολογικών ερευνών και βρίσκονται στη δικογραφία αναγνωρίστηκε από τους παθόντες η κατ/νη ως το πρόσωπο που έθεσε την πυρκαγιά κατά τον παραπάνω χρόνο, στην πόρτα εισόδου του διαμερίσματός τους. Εξάλλου κατά τον κρίσιμο χρόνο πρόκλησης της επίμαχης πυρκαγιάς δεν καταγράφηκε άλλο πρόσωπο, πλην της κατ/νης να πλησιάζει στο σημείο εκείνο. Επομένως η κατ/νη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της αξιόποινης πράξης του εμπρησμού από πρόθεση από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος, απορριπτομένων και των αυτοτελών ισχυρισμών της κατ/νης- άρνηση κατηγορίας ότι δεν πληρούται από τα παραπάνω στοιχεία η αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος άλλως πρόκειται για απόπειρα άλλως περί μεταβολής της κατηγορίας σε φθορά ξένης ιδιοκτησίας.
Στην κατηγορουμένη όμως πρέπει ν' αναγνωρισθεί ότι μέχρι το χρόνο τέλεσης της πράξης αυτής έζησε έντιμο, οικογενειακό, ατομικό και κοινωνικό βίο, γεγονός που επιβεβαιώνεται άλλωστε από το λευκό ποινικό της μητρώο." Στη συνέχεια το ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ στο διατακτικό της αποφάσεως σημειώνει ότι απορρίπτει τους προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς της κατηγορουμένης, κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη, κατά μεταβολή της κατηγορίας, φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και δη του ότι: "Στον ... στις 27-7-2009, Με πρόθεση προξένησε πυρκαγιά, από την οποία μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα. Συγκεκριμένα, στις μεν 27-7-2009 αφού περιέλουσε με εύφλεκτο υγρό την εξωτερική ξύλινη επιφάνεια της πόρτας εισόδου του διαμερίσματος πρώτου ορόφου ιδιοκτησίας Β. Δ. που βρίσκεται στην επί της οδού ... πολυκατοικία, με τη χρήση γυμνής φλόγας έθεσε φωτιά σε αυτή, με αποτέλεσμα να προκληθεί πυρκαγιά, από την οποία καταστράφηκε μικρό τμήμα στο κάτω μέρος αυτής, ενώ από τους καπνούς ρυπάνθηκε ο κοινόχρηστος χώρος του ορόφου. Από την πράξη της δε αυτή μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, πλην όμως δεν προέκυψε γιατί η φωτιά κατασβέστηκε έγκαιρα από την Πυροσβεστική Υπηρεσία." Από την αντιπαραβολή του παραπάνω αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ασάφεια, λογικό κενό, όσον και αντίφαση, ως προς την πράξη, για την οποία τελικά κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη. Ειδικότερα, ενώ στο αιτιολογικό δέχεται συνδρομή της υποστάσεως της αξιόποινης πράξης του εμπρησμού διαμερίσματος με πρόθεση και ότι πρέπει να απορριφθούν οι προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί της κατηγορουμένης, (του ότι δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του εμπρησμού, άλλως να μεταβληθεί η κατηγορία σε φθορά ξένης ιδιοκτησίας), στο διατακτικό αναφέρει ότι απορρίπτει μεν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της κατηγορουμένης, αλλά τελικά κηρύσσει ένοχη την κατηγορουμένη, αναφέρουσα μάλιστα, κατά μεταβολή της κατηγορίας, σε φθορά ξένης ιδιοκτησίας, εμπρησμού με πρόθεση, προξενήσασα πυρκαϊά από την οποία μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα. Έτσι όμως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την ασάφεια και αντίφαση αυτή ως προς ποία πράξη τελικά καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, υπέπεσε στην πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης της διάταξης του άρθρου 264 του ΠΚ και έλλειψης νόμιμης βάσης, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και είναι βάσιμοι οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠΔ συναφείς δύο λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου.
Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αρ. 5432/31-5-2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου(Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βάσιμοι οι από το άρθρο 510§1 Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης για ασάφειες και αντιφάσεις αιτιολογικού και διατακτικού. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναιρέσεως παραδοχή, Εμπρησμός με πρόθεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 824/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη),- Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη, Χρυσούλα Παρασκευά (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου) και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου,για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου, περί αναιρέσεως της 977/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγον: ΤΑΜΕΙΟ ΑΡΩΓΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ, που εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Παπαϊωάννου.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Απριλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 18 Δεκεμβρίου 2012 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 579/12.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 256 ΠΚ, ( απιστία σχετική με την υπηρεσία), ο υπάλληλος που κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή την διαχείριση φόρων, δασμών, τελών ή άλλων φορολογημάτων ή οποιονδήποτε εσόδων ελαττώνει εν γνώσει του και για να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος, τη δημόσια, τη δημοτική ή την κοινοτική περιουσία, της οποίας η διαχείρισή του είναι εμπιστευμένη, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν η ελάττωση είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: αα) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και η ελάττωση της περιουσίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανώτερη συνολικά των 15.000 ευρώ ή ββ) το αντικείμενο της πράξης έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των 30.000 ευρώ. (Το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, ενώ το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ με το άρ. 25 του ν. 4055/2012).
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας περί την υπηρεσία απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικώς: αντικειμενικώς μεν η, με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας του εισπράττοντος ή διαχειριζόμενου την περιουσία του Δημοσίου υπαλλήλου, ελάττωση της δημόσιας κλπ περιουσίας, η διαχείριση της οποίας είναι εμπιστευμένη στον υπάλληλο, η ελάττωση να λαμβάνει χώρα κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή κατά τη διαχείριση των φόρων, των δασμών, των τελών ή άλλων φορολογημάτων ή των οιωνδήποτε εσόδων, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος του υπαλλήλου (εν γνώσει, άρθρ. 27 ΠΚ), που συνίσταται στη θέλησή του να ελαττώσει τη δημόσια κλπ περιουσία και τη γνώση του, ότι με την πράξη ή την παράλειψή του επέρχεται η ελάττωση, ως και σκοπός του να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος, ανεξαρτήτως της πραγματοποιήσεώς του. Από την ίδια διάταξη, περαιτέρω, προκύπτει, ότι από τις τρεις αναφερόμενες σ' αυτήν δραστηριότητες του υπαλλήλου προηγείται ο προσδιορισμός, έπεται η είσπραξη και ακολουθεί η διαχείριση των εσόδων, που αφενός εναρμονίζονται μεταξύ τους αλλά και συνδέονται κατά χρονική ακολουθία. Έτσι, είναι προφανές ότι ο "προσδιορισμός" και η "είσπραξη" των εσόδων αναφέρονται στην εισροή αυτών στα δημόσια ταμία, οπότε από το χρόνο της εισροής τους αποτελούν το "δημόσιο χρήμα" και μέρος της δημόσιας υπηρεσίας, στην οποία ενσωματώθηκαν, η δε "διαχείρισή" τους, αναφέρεται λογικά στις διαχειριστικές πράξεις του υπαλλήλου, που λαμβάνουν χώρα μετά την εισροή των εσόδων στα δημόσια ταμεία και την ταυτόχρονη ενσωμάτωσή τους στη δημόσια περιουσία, η οποία (διαχείριση) διαρκεί εφεξής χρονικά μέχρι την εκπλήρωση του συγκεκριμένου κάθε φορά κρατικού σκοπού. Επομένως, η κατά το άρθρο τούτο "διαχείριση των εσόδων" αναφέρεται και καταλαμβάνει αναγκαίως τις διαχειριστικές πράξεις του υπαλλήλου, που έπονται της εισροής, αφού αυτή (εισροή) έχει ήδη επιτευχθεί και σκοπό έχουν (τα έσοδα) την ικανοποίηση των κρατικών αναγκών με διάθεση ή δαπάνη αυτών. Έτσι λοιπόν και, ενόψει του ότι ο σκοπός του Κράτους παραμένει στο διηνεκές ο ίδιος (είσπραξη των εσόδων - διάθεσή τους προς ικανοποίηση των αναγκών του), επιτυγχάνεται δε δια μέσου διαφορετικής κατηγορίας υπαλλήλων, άλλων κατά τον προσδιορισμό και άλλων κατά την είσπραξη, πρέπει να γίνει αναγκαίως δεκτό, ότι με τον όρο "διαχείριση των εσόδων" ο νόμος καταλαμβάνει και τις διαχειριστικές πράξεις των υπαλλήλων εκείνων, που διενεργούνται προς ολοκλήρωση του τελικού σκοπού του Κράτους, ο οποίος είναι, όπως προεκτέθηκε, η ικανοποίηση των αναγκών του, που επιτυγχάνεται με διάθεση ή δαπάνη των εσόδων του. Κατά την παραπάνω διάταξη, ως δημόσια περιουσία νοείται κάθε περιουσιακό στοιχείο του Δημοσίου, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα και το σκοπό που επιτελεί, ενώ η ελάττωση της περιουσίας του λαμβάνει χώρα κατά την υπό του υπαλλήλου διαχείριση αυτής, στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών και διακρίσεων που αναπτύσσει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 258 ΠΚ, υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, που έλαβε ή κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτά, τιμωρείται ... Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, που περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 ΠΚ με επαύξηση της ποινής, απαιτείται όπως το παράνομα ιδιοποιούμενο πράγμα είναι ξένο (εν όλω ή εν μέρει), το οποίο ο υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. Α' ΠΚ έλαβε ή κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα έστω κι αν είναι αναρμόδιος γι' αυτό, ιδιοποίηση δε αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται η ύπαρξη δόλου του δράστη ο οποίος συνίσταται στο ότι αυτός γνωρίζει ότι το πράγμα είναι ξένο (εν όλω ή εν μέρει) και ότι έλαβε ή κατέχει αυτό με την υπαλληλική του ιδιότητα και τη θέληση να ιδιοποιηθεί τούτο παράνομα χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Ιδιαίτερα τεχνάσματα θεωρούνται ενέργειες ή παραλείψεις που τείνουν στην εξαπάτηση της αρχής, όπως ψευδείς εγγραφές σε βιβλία, αλλοιώσεις αριθμών, έκδοση εικονικών εγγράφων, έκδοση ή χρήση ψευδών βεβαιώσεων, με τις οποίες επιδιώκεται να καταστεί δυσχερής ο έλεγχος ή να προκληθεί σύγχυση στους λογαριασμούς και γενικά ό,τι είναι κατά την κοινή πείρα επιτήδειο να εξαπατήσει ή να συγκαλύψει την παράνομη ενέργεια του υπαλλήλου.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 ΠΚ υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια δημόσια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης, το οποίο είναι γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, απαιτείται αντικειμενικά, ο δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ α' και 263Α ΠΚ, αρμόδιος για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ γ' ΠΚ και βεβαίωση στο δημόσιο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, υποκειμενικά δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας) ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου και ότι τα βεβαιούμενα είναι ψευδή και στη θέληση ή αποδοχή αυτού, να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά, που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες. Για την κακουργηματική μορφή της ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται, κατά την παράγραφο 3, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 6 του Ν. 2721/1999, όχι μόνο σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει άλλον παρανόμως, αλλά και το συνολικό όφελος ή η συνολική βλάβη, να υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 € (έγινε ήδη 120.000 € με αρ. 25 παρ.1 ζ του ν. 4055/2012) .
4. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, όπως αντικ. με το άρθρο 4 παρ. 3 του ν. 1738/87, άρθρο 2 του ν. 1887/90, άρθρο 36 ν. 2172/93 και άρθρο 4 παρ. 3 εδ. α' του ν. 2408/96, στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα του ΠΚ που αναφέρονται σ' αυτό, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 258 ΠΚ (υπεξαίρεση στην υπηρεσία), εφόσον στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263 α του ΠΚ και το όφελος που πέτυχε ή επεδίωξε ο δράστης ή η ζημιά που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών, επιβάλλεται κάθειρξη, αν δε συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος, ή το αντικείμενο του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης.
5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.2 του ν. δ. 2576/1953, οσάκις στις περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 1608/1950, το έγκλημα διαπράχθηκε κατ' εξακολούθηση δια πολλών μερικοτέρων πράξεων, δια τον κατά το αυτό άρθρο προσδιορισμό του επιτευχθέντος ή επιδιωχθέντος οφέλους του πράξαντος ή της προσγενομένης ή της οπωσδήποτε απειληθείσης ζημίας, ως επίσης δια τον προσδιορισμό του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπόψη το όλον περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων. Από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 242, 256 και 258 του ΠΚ, προκύπτει ότι οι θεσπιζόμενες με αυτές αξιόποινες πράξεις , διαφέρουν κατά τα συγκροτούντα την κάθε μία από αυτές στοιχεία και δύνανται να συρρέουν κατά την έννοια του άρθρου 94 του ΠΚ.
6. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 977/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος αστυνομικός υπάλληλος κηρύχθηκε ένοχος, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 εδ. δ'του ΠΚ, α) υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση με ιδιαίτερα τεχνάσματα, σε βάρος του Δημοσίου, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε στο Δημόσιο είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών ή 150.000 ευρώ, β) απιστίας στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, με ιδιαίτερα τεχνάσματα, σε βάρος του Δημοσίου, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε στο Δημόσιο είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών ή 150.000 ευρώ και γ) ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, σε βάρος του Δημοσίου, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε στο Δημόσιο είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών ή 150.000 ευρώ, ήτοι για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 26, παρ.1 α, 27 παρ. 1, 46 παρ.1 α, 94, 98, 256 περ.γ, 258 περ.α,γ, 263 Α του ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 1608/1950, όπως ισχύει, και καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως πέντε ετών για καθεμία πράξη και σε συνολική ποινή καθείρξεως επτά ετών.
7. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 977/2012 απόφασή του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που γενικώς κατ' είδος αναφέρει αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος από το έτος 1997 υπηρετεί στην Ελληνική Αστυνομία και έχει προαχθεί διαδοχικά μέχρι το άθυμο του Αστυνόμου Α'. Το έτος 1994 μετατέθηκε στο Τμήμα Αλλοδαπών Παλλήνης που άσκησε αρχικά και μέχρι το έτος 1997 καθήκοντα υποδιοικητή και στη συνέχεια μέχρι το έτος 1998 καθήκοντα διοικητή. Αμέσως μετά υπηρέτησε ως διοικητής στο Τμήμα Ασφαλείας Αμαρουσίου μέχρι τον Μάιο του 2000, οπότε μετατέθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα Ωρωπού Αττικής όπου άσκησε καθήκοντα διοικητή. Με αυτή του την ιδιότητα ως υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 13α του ΠΚ ήταν υπεύθυνος για την διαχείριση των ενσήμων του Ταμείου Αρωγής Αστυνομικών (ΤΑΑΣ) που είχαν χρεωθεί σ' αυτές τις υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και για την απόδοση των ποσών που εισέπραττε από τη μηνιαία ανάλωση του ενσήμου σε ειδικό λογαριασμό του ΤΑΑΣ στην Εθνική Τράπεζα. Ο κατηγορούμενος από τον Σεπτέμβριο 1997 άρχισε να μην αποδίδει στο ΤΑΑΣ το σύνολο των χρηματικών ποσών που εισέπραττε από τη διάθεση των ενσήμων του ΤΑΑΣ αλλά κρατούσε και ιδιοποιείτο παράνομα το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων που εισέπραττε. Την παράνομη αυτή δραστηριότητά του συνέχισε έκτοτε επί μακρό χρόνο και μέχρι τις 29/9/2000 και έτσι ιδιοποιήθηκε το ποσό των 54.366.000 δραχμών βλάπτοντας ισόποσα την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου. Τα παραπάνω προέκυψαν μετά την έκτακτη οικονομική επιθεώρηση που ενήργησε ο αστυνομικός υποδιευθυντής Χ. Γ. σύμφωνα με τη διαταγή αριθμ. 8000/22159/19/13.11.2000 της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας. Ο άνω επιθεωρητής μετέβη στο Αστυνομικό Τμήμα Ωρωπού τον Νοέμβριο του 2000 και διαπίστωσε την ύπαρξη του άνω ελλείμματος στη διαχείριση ενσήμων του ΤΑΑΣ. Ειδικότερα σύμφωνα με τη συνταγείσα έκθεσή του με χρονολογία 27 Νοεμβρίου 2000 πριν από την ανάληψη της διοίκησης του Αστυνομικού Τμήματος Ωρωπού από τον πρώτο κατηγορούμενο και δη στις 30.4.2000 υπήρχαν στο Αστυνομικό Τμήμα ένσημα του ΤΑΑΣ συνολικής αξίας 194.000 δρχ. Στις 30.9.2000 έπρεπε να υπάρχουν ένσημα σύμφωνα με το βιβλίο διακίνησης ενσήμων, ένσημα του ΤΑΑΣ συνολικής αξίας 58.596.000 δραχμών και δη 15.700 τεμ. των 30 δρχ., 25.000 τεμάχια των 500 δρχ., 26.500 τεμ. των 100 δρχ., 6.950 τεμ. των 1000 δρχ. και 9.450 τεμ. των 5.000 δρχ. 'Εκτοτε και μέχρι την ολοκλήρωση του έργου δεν υπήρξε αγορά νέων ενσήμων του ΤΑΑΣ. Είχε δε σταλεί στο ΤΑΑΣ για ανάλωση ενσήμων του ΤΑΣΣ το ποσό των 4.230.000 δραχμών και έτσι έμενε υπόλοιπο 54.366.000 (58.596.000 - 4.230.000) δραχμών. Ο ενεργήσας την επιθεώρηση κάλεσε τον κατηγορούμενο να του δώσει για έλεγχο τα ένσημα του ΤΑΑΣ που είχε στα χέρια του και το χρηματικό ποσό που είχε εισπράξει από διάθεσή τους πλην όμως ο τελευταίος του απάντησε ότι "Δεν υπάρχει τίποτα ούτε ένσημα, ούτε χρήματα, χωρίς όμως περαιτέρω να αρνηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο την παραλαβή και την διάθεση ενσήμων τέτοιου ποσού. Σαφής και κατηγορηματική εξ άλλου είναι η κατάθεση του παραπάνω μάρτυρος αστυνομικού ο οποίος τόσο στην κατάθεσή του στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσο και στη σημερινή αναφέρει μεταξύ άλλων ότι "βρήκα ότι πουλήθηκαν ένσημα 54.000.000 δρχ., δεν έδωσε καμία δικαιολογία, δεν είπε ότι δεν τα παρέλαβε αυτά, σε μένα δεν αρνήθηκε τίποτε, αυτά τα ένσημα τα είχε χρεωθεί, ήταν λογικό το ποσό των ενσήμων για ένα τέτοιο τμήμα, στις 31.8.2000 βρήκα τον πίνακα με 54 εκατομμύρια, τον ρώτησα δεν μου εξήγησε τίποτε, δεν αντέδρασε καθόλου, ο διοικητής ήταν υπεύθυνος για όλα, όφειλε να μου παραδώσει γι' αυτά που ήταν χρεωμένος". Τα παραπάνω ενισχύονται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Γ. Σ. και Α. Α. όπου ο μεν πρώτος ήταν διευθυντής του Ταμείου Αρωγής, ο δεύτερος υποδιευθυντής. Ο πρώτος μεταξύ των άλλων αναφέρει "το έλλειμμα ήταν πραγματικό, φαίνεται ότι παρέλαβε ο Κ. τα ένσημα, δεν ξέρω για εικονικές χρεώσεις, ποτέ καμία υπηρεσία δεν αμφισβήτησε τα ένσημα που έπαιρνε, ένσημα που δεν έχει στείλει το ταμείο δεν σου ζητάει χρήματα, στο Τμήμα Αλλοδαπών Παλλήνης που ήταν διοικητής ο κατηγορούμενος διαπιστώθηκε έλλειμμα 50.000.000 δρχ. και το ίδιο μεταφέρθηκε στο Α.Τ. Ωρωπού. Το έλλειμμα είναι πραγματικό δεν θα μπορούσε να είναι εικονικό, το αποκλείω, κατέληξα ότι αυτά τα χρήματα οφείλονται στο ταμείο κρίνοντας το Ταμείο, τον ισολογισμό. Ο δε δεύτερος μεταξύ άλλων αναφέρει " ο κατηγορούμενος ήταν διοικητής της υπηρεσίας και είχε αναλάβει τη διεύθυνση του ενσήμου, όταν έγινε ο έλεγχος ο Κ. επέστρεψε 5.900.000 δρχ. και έμειναν 54 εκατομμύρια. Έγιναν 27 καταθέσεις στην Τράπεζα. Έχει αποδώσει 45.000.000 δρχ., πιστεύω ότι τα παρέλαβε και αναλώθηκαν τα ένσημα γι' αυτό έκανε και τις καταβολές, δεν είναι εικονικές είναι παράτυπες. Μου προξένησε εντύπωση ότι ο κατηγορούμενος δεν διαμαρτυρήθηκε αφού με γνώριζε ... . Ο κατηγορούμενος από τη στιγμή που έγινε ο έλεγχος κατέθεσε υπέρ του Ταμείου διάφορα ποσά και εγώ (μάρτυρας) θα προτιμούσα να πάω στο Δικαστήριο, όχι να πληρώνω. Τα ένσημα τα διέθεσε ο κατηγορούμενος δηλαδή έγινε ανάλωση εισπράχθηκαν και δεν αποδόθηκαν. Το υπόλοιπο των 54.000.000 δρχ. είναι πραγματικό έλλειμμα". Για τη διάπραξη των πιο πάνω εγκλημάτων του ο κατηγορούμενος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Ειδικότερα στις αρχές Ιανουαρίου 1999 το έλλειμμα που είχε προκύψει ήταν πολύ μεγάλο και υπήρχε κίνδυνος να αποκαλυφθεί. Γι' αυτό για να συνεχίσει την εγκληματική του δράση με πειθώ και φορτικότητα έπεισε τον Κ. Β. που ήταν πολιτικός υπάλληλος του Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως Αστυνομίας και υπηρετούσε στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας και με αυτή του την ιδιότητα ήταν αρμόδιος για την παρακολούθηση της κίνησης των ενσήμων του ΤΑΑΣ και ΜΤΣ και συνέταξε τους αναφερόμενους ειδικότερα στο διατακτικό πίνακες ενσήμων με ημερομηνία 9.1.1999, 11.2.1999, 17.5.1999, 19.6.1999, 13.7.1999, 9.8.1999, 17.9.1999, 9.10.1999, 13.11.1999, 15.12.1999, 1.1.2000, 13.2.2000, 16.3.2000, 21.4.2000, 26.5.2000, 20.6.2000, 3.7.2000, 10.8.2000, 13.8.2000, 19.9.2000 και 16.3.2000, 21.4.2000, 10.8.2000, 15.9.2000 και 13.10.2000 και το έγγραφο με αριθμ. πρωτ. 8015/3/284α/29.9.2000. Με τους εν λόγω είκοσι πέντε (25) πίνακες βεβαίωσε ψέματα ότι τα ένσημα του ΤΑΑΣ που αναφέρονται σ' αυτούς, τα οποία είχε διαθέσει ο κατηγορούμενος και είχε ιδιοποιηθεί το τίμημα που είχε εισπράξει από τη διάθεσή τους είχαν χρεωθεί στο ΑΤ Ηλιούπολης και το ΑΤ Αγίας Παρασκευής. Με το τελευταίο έγγραφο βεβαιώθηκε ψευδώς ότι τα ένσημα που αναφέρονται σ' αυτό συνολικής αξίας 51.275/000 δραχμών είχε δήθεν παραλάβει την ίδια ημέρα το Αστυνομικό Τμήμα Ωρωπού από το Αστυνομικό Τμήμα Ηλιούπολης λόγω αυξημένων αναγκών (αλλοδαποί κλπ), ενώ όλα τα ένσημα αυτά τα είχε διαθέσει ο κατηγορούμενος και είχε ιδιοποιηθεί παράνομα το ποσό που είχε εισπράξει από τη διάθεσή τους. Με τον τρόπο αυτό της παράπλευρης διακίνησης ενσήμων χρεώνοντας και υποχρεώνοντας το ένα Αστυνομικό τμήμα από το άλλο ο κατηγορούμενος εκμεταλλευόμενος προσθέτως και το γεγονός ότι δεν συντασσόταν διαβιβαστικό αποστολής ούτε έγγραφο παραλαβής ενσήμων όπως έπρεπε να τηρείται σύμφωνα με τους κανονισμούς της υπηρεσίας, απέβλεπε με τις παραπάνω εγγραφές στην συγκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του και αποφυγής εντοπισμού του πραγματικού ελλείμματος από την διάθεση και είσπραξη του τιμήματος του ενσήμου για το οποίο είχε πράγματι χρεωθεί. Τούτο ενισχύεται και από την από 15.11.2000 απολογία του στον 2ο Ειδικό Ανακριτή που αναφέρει ότι ζήτησε από τον Κ.Βλάχο να τον βοηθήσει με κάποια λογιστική τακτοποίηση ώστε να μην φαίνεται το έλλειμμα στο Τμήμα Αλλοδαπών Παλλήνης όπου ήταν διαχειριστής. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στις 14 Ιουλίου 2000 κατάσχεσε ως διοικητής του Α.Τ. Ωρωπού τα ποσά των 700.000 δρχ. και 100 δολλαρίων ΗΠΑ που κατείχε ο κατηγορούμενος για πλαστογραφία αλλοδαπός Μ. S. και δεν τα κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων όπως είχε υποχρέωση αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα βλάπτοντας κατά τα ποσά αυτά το Ελληνικό Δημόσιο. Την παραπάνω παράνομη δραστηριότητά του άλλωστε την επιβεβαιώνει με την άνω ομολογία του στον Ανακριτή στην οποία αναφέρει μεταξύ των άλλων ότι βρέθηκε σε δύσκολη- απελπιστική οικονομική κατάσταση και ότι αφού εξάντλησε όλους τους δυνατούς τρόπους αντιμετώπισής της, του πέρασε από το μυαλό να χρησιμοποιήσει προσωρινά χρήματα από τα ένσημα που διαχειριζόταν για μικρό χρονικό διάστημα μέχρι την πώληση της επιχείρησης της συζύγου του και την πώληση του πατρικού του σπιτιού και ότι το ποσό που πήρε συνολικά από την ανάλυση των ενσήμων του ΤΑΑΣ είναι πολύ μικρότερο από αυτό που κατηγορείται δηλαδή σε 43.000.000 δραχμές. Την ύπαρξη οικογενειακού οικονομικού προβλήματος που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος από την επιχείρηση της συζύγου του ομολογεί και η τελευταία αφού στην από 22.11.2000 έκθεση ένορκης εξέτασης της ως μάρτυρος αναφέρει ότι ο σύζυγός της, της είπε ότι πήρε χρήματα από ένσημα που είχε δώσει για να αντιμετωπίσει τις ανάγκες και συγκεκριμένα 21.000.000 δρχ. από ένσημα Τμήματος Αλλοδαπών Παλλήνης και 17.000.000 δρχ. από το Πειραιά. Με την απολογία του ο κατηγορούμενος προσεπάθησε ανεπιτυχώς να ανατρέψει τα παραπάνω αρνούμενος την κατηγορία και ισχυριζόμενος ότι δεν υπήρχε πραγματικό έλλειμμα αλλά ότι τούτο οφείλεται σε εικονικές χρεώσεις που έκανε ο Κ.Β. στα Αστυνομικά Τμήματα που υπηρετούσε (κατηγορούμενος) ερχόμενος έτσι σε πλήρη αντίθεση με όσα ανωτέρω απεδείχθησαν και ομολόγησε ο κατηγορούμενος κατά την άνω απολογία του στον ανακριτή δηλώνοντας μάλιστα ενώπιόν του ότι έχει μετανιώσει για τις πράξεις του και ότι προτίθεται μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να αποκαταστήσει πλήρως τη ζημιά βοηθούμενος από συγγενείς και φίλους όπως και έπραξε καταβάλλοντας το συνολικό ποσό των 27.000.000 δρχ. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που κατηγορείται.
8. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο και υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠΔ.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 63, 64, 82-84 και 87 ίδιου ΚΠΔ προκύπτει, ότι νομιμοποιείται ενεργητικώς να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων κατά την ποινική διαδικασία, εκείνος που κατά το αστικό δίκαιο δικαιούται ν' απαιτήσει αποζημίωση, ως παθών από το έγκλημα, ή χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τέτοιος δε είναι, όπως συνάγεται από τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, εκείνος που ζημιώθηκε άμεσα από το διωκόμενο έγκλημα ή υπέστη άμεσα ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από αυτό, συνεπεία υπαίτιας παρ' άλλου προσβολής δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντός του, προστατευόμενου από κανόνες δικαίου, όχι μόνον αστικής φύσεως, αλλά και διοικητικού ή ποινικού περιεχομένου, που τέθηκαν όμως όχι αποκλειστικά χάριν του γενικού συμφέροντος, αλλά και χάριν ιδιωτικών συμφερόντων. Έτσι δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχουν και το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν και που αφορά και έχει αντίκτυπο στην πίστη, τη φήμη και το κύρος του νομικού προσώπου και των υπηρεσιών του έναντι τρίτων. Το επιτρεπτό δε της παραστάσεως πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο, εξαρτάται και κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωση παραστάσεως και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως κρίνεται από την αποδεικτική διαδικασία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 16 του ν. 1481/1984, τα ένσημα ... και οι εισπράξεις τους θεωρούνται κατά τη διαχείρισή τους, ότι ανήκουν στο Δημόσιο και όσοι τα διαχειρίζονται είναι δημόσιοι υπόλογοι. Επίσης κατά τις διατάξεις των άρθρων 52 του β.δ. της 15-5-1959 " Κανονισμού Οικονομικής Υπηρεσίας Χωροφυλακής", 16 του ν. 1481/1984 "Οργανισμού Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως" και 56 του ν. 2362/1955 " περί Δημοσίου Λογιστικού ελέγχου και δαπανών του κράτους ...", οι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί, καθώς και το λοιπό προσωπικό της ΕΛΑΣ στους οποίους έχει ανατεθεί μονίμως ή προσκαίρως η διαχείριση χρημάτων, αξιών ή υλικών του Δημοσίου, καθίστανται δημόσιοι υπόλογοι και ευθύνονται έναντι του Δημοσίου προς αναπλήρωση του ελλείμματος που δημιουργείται στη διαχείρισή τους από υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις τους ακόμα και αν οφείλονται σε ελαφρά αμέλεια.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης με αρ. 977/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που κατεδίκασε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα για τις παραπάνω τρείς αξιόποινες κακουργηματικές πράξεις, στο ακροατήριο, το Ταμείο Αρωγής Αστυνομικών Υπαλλήλων (ΤΑΑΣ), δήλωσε παράσταση κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ως πολιτικών ενάγον, προς υποστήριξη και μόνον της κατηγορίας, όπως είχεν πράξει και πρωτοδίκως, και το δικαστήριο έκανε δεκτή την παράσταση αυτή και επέτρεψε την παράσταση του εν λόγω νομικού προσώπου καθόλη την ποινική διαδικασία δια του εξουσιοδοτηθέντος προς τούτο και εμφανισθέντος πληρεξουσίου δικηγόρου του Σπυρίδωνα Παπαϊωάννου, ενώ κατά το κατηγορητήριο, και οι τρεις αξιόποινες πράξεις που διώχθηκε και καταδικάστηκε ως παραπάνω ο κατηγορούμενος αστυνομικός υπάλληλος, ως διαχειριστής ενσήμων, αφορούν εγκλήματα στην υπηρεσία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, με ζημία και βλάβη αποκλειστικά σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, έναντι του οποίου είναι υπόλογοι κατά το νόμο, υπό τις περιστάσεις μάλιστα του άρθρου 1 του ν. 1608/1950. Ενόψει των προεκτεθέντων, το πολιτικώς ενάγον Ταμείο Αρωγής Αστυνομικών Υπαλλήλων(ΤΑΑΣ), δε νομιμοποιείτο ενεργητικά να παραστεί στο ποινικό δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγον, ούτε προς υποστήριξη της κατηγορίας, κατ' άρθρο 64 παρ.2 ΚΠΔ, όπως παράνομα έπραξε και έγινε δεκτό από το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού το Ταμείο τούτο(ΝΠΔΔ), είναι έμμεσα ζημιωθέν, ενώ άμεσα παθόν από τα τρία ως παραπάνω κακουργήματα στην υπηρεσία του κατηγορουμένου αστυνομικού υπαλλήλου, που στρέφονται κατά του Ελληνικού Δημοσίου και όχι και κατά του ΤΑΑΣ, και για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων ως διαχειριστής των ενσήμων, αφού κατά το προαναφερθέν άρθρο 16 του ν. 1481/1984, τα ένσημα ... και οι εισπράξεις τους θεωρούνται κατά τη διαχείρισή τους, ότι ανήκουν στο Δημόσιο και όσοι τα διαχειρίζονται είναι δημόσιοι υπόλογοι, είναι μόνον το Ελληνικό Δημόσιο που είναι δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως ως φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί και το οποίο Δημόσιο υπέστη άμεσα και τη ζημία, το δε ΤΑΑΣ του οποίου ένσημα αφορά η απιστία και η υπεξαίρεση και η ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση του κατηγορουμένου αστυνομικού υπαλλήλου δεν ζημιώνεται, αφού τυχόν ζημία του για τα ένσημα αυτά καλύπτεται απολύτως κατά το νόμο από το Ελληνικό Δημόσιο και δεν έχει τούτο αστική αξίωση κατά του άνω υπαλλήλου, κατά του οποίου και πάλιν αστικά μπορεί να στραφεί μόνο το Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, το ΤΑΑΣ έπρεπε να αποβληθεί από την ποινική διαδικασία, κατ' αυτεπάγγελτο έρευνα του δικαστηρίου, αδιάφορα της μη προβολής σχετικής ενστάσεως αποβολής εκ μέρους του κατηγορουμένου (ΑΠ 2409/2009), για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως και συνεπώς, λόγω της ως παραπάνω παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής, συνέτρεξε απόλυτη ακυρότητα της ποινικής διαδικασίας και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, προβαλλόμενος συναφής τέταρτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως, είναι βάσιμος.
9. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, 6 της ΕΣΔΑ και 14 του ΔΣΑΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση ή διαμαρτυρία του κατηγορουμένου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 366 παρ.2 του ΚΠΔ, "αν όσα εκθέτει στην απολογία του ο κατηγορούμενος είναι στο σύνολό τους ή εν μέρει διαφορετικά από όσα ο ίδιος εξέθεσε στην προδικασία, είναι δυνατόν να του διαβαστούν αντίθετες περικοπές της απολογίας του κατά την ανάκριση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ανάγνωση των περικοπών και μόνον της έγγραφης απολογίας του κατηγορουμένου στην προδικασία, είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που στο ακροατήριο απαντά ο κατηγορούμενος κάτι διαφορετικό από εκείνο που έχει καταθέσει στην προδικασία και όχι όταν απλώς αρνείται να απαντήσει σε κάποια ερώτηση, χάριν της πληρέστερης προστασίας του ως παραπάνω καθιερωμένου δικαιώματος σιωπής αυτού. Δυνατότητα ανάγνωσης της απολογίας προς υποβοήθηση της μνήμης του κατηγορουμένου δεν προβλέπεται από την παραπάνω διάταξη. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται η ανάγνωση και ειδικότερα, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά έγγραφα, της κατά την προδικασία ληφθείσας απολογίας του κατηγορουμένου και μάλιστα ολόκληρης, ανεξάρτητα από την τυχόν προβολή ή μη αντιρρήσεων για την ανάγνωσή της εκ μέρους του κατηγορουμένου, διότι παραβιάζεται το δικαίωμα σιωπής και η αρχή της αμεσότητας που πρέπει να διέπει την ποινική διαδικασία. Ήτοι, η ανάγνωση, η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικά εκ μέρους του δικαστηρίου της απολογίας του κατηγορουμένου, η οποία δόθηκε στην προδικασία δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 περ. δ', η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμά του από το άρθρο 223 παρ. 4 ΚΠΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Η θεμελιώδης αυτή αρχή της σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη και από το άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει σε πλήρη ισότητα, μεταξύ των άλλων, και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως( σελ. 15), αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου της ουσίας πριν την απολογία και χωρίς να ερωτηθεί ο κατηγορούμενος και λήφθηκε υπόψη από αυτό μαζί με τα λοιπά αναγνωσθέντα έγγραφα και η από 15-11-2010 έγγραφη απολογία του κατηγορουμένου που δόθηκε στην αρμόδια Ειδική Ανακρίτρια Αθηνών.
Έτσι, η γενόμενη ανάγνωση και αποδεικτική αξιοποίηση της έγγραφης απολογίας αυτής του αναιρεσείοντος, προσβάλλει το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης τούτου, παραβιάζει την αρχή της αμεσότητας της διαδικασίας που εξασφαλίζει η προφορική απολογία και επέφερεν απόλυτη ακυρότητα της ποινικής διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, ανεξάρτητα από τη μη προβολή αντιρρήσεων για την ανάγνωσή της εκ μέρους του κατηγορουμένου.
Συνεπώς, και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ προβαλλόμενος συναφής πρόσθετος λόγος αναιρέσεως του άνω αναιρεσείοντος είναι βάσιμος. Μετά από αυτά, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη από 9-4-2012 αίτηση αναιρέσεως μετά των από 18-12-2012 προσθέτων λόγων αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 977/2012 απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αρ. 977/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
|
1. Το ΤΑΑΣ έπρεπε να αποβληθεί από την ποινική διαδικασία, κατ' αυτεπάγγελτο έρευνα του δικαστηρίου, αδιάφορα της μη προβολής σχετικής ενστάσεως αποβολής εκ μέρους του κατηγορουμένου (ΑΠ 2409/2009), για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως και συνεπώς, λόγω της ως παραπάνω παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής, συνέτρεξε απόλυτη ακυρότητα της ποινικής διαδικασίας και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, προβαλλόμενος συναφής τέταρτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως, είναι βάσιμος. 2. Η γενόμενη ανάγνωση και αποδεικτική αξιοποίηση της έγγραφης απολογίας του αναιρεσείοντος στον Ανακριτή, προσβάλλει το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης τούτου, παραβιάζει την αρχή της αμεσότητας της διαδικασίας που εξασφαλίζει η προφορική απολογία και επέφερεν απόλυτη ακυρότητα της ποινικής διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, ανεξάρτητα από τη μη προβολή αντιρρήσεων για την ανάγνωσή της εκ μέρους του κατηγορουμένου. Συνεπώς, και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ προβαλλόμενος συναφής πρόσθετος λόγος αναιρέσεως του άνω αναιρεσείοντος είναι βάσιμος.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Αναιρέσεως παραδοχή, Αναιρέσεως πρόσθετοι λόγοι, Ηθική αυτουργία, Απιστία, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Πολιτική αγωγή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 826/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Ζαΐρη) - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη, Χρυσούλα Παρασκευά (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου) και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Π. του Β., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καχριμάνη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 897/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Ιουνίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1140/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 τταρ.1 ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημέρες, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Επίσης, κατά τις διατάξεις, του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως επιτρέπεται αναίρεση (παρ. 2). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για το απαράδεκτο, η δε απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως της προσβαλλομένης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, το χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση συγκεκριμένος και ειδικός λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία της εφέσεως(του άρθρου 473 παρ.1 του ΚΠΔ), οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ. ΑΠ 6/1994, 7/1994 και 4/1995). Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει να διαλάβει υποχρεωτικά στη σχετική έκθεση εφέσεως και να προβάλει με την έφεση το λόγο ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, ως εκ του οποίου παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, και ακόμη, να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προκύπτουν. Στην έννοια όμως της ανωτέρας βίας δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός μη γνώσεως από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης ερήμην του εκδοθείσας αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και εντεύθεν μη ενάρξεως καν της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω, και δη κατά τρόπο ορισμένο, στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα, επί εφέσεως, κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προς διερεύνηση της βασιμότητας ή μη σχετικού λόγου αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με το από 19-2-2010 αποδεικτικό επιδόσεως του Υπαρχιφύλακα του Α.Τ. Κατερίνης Δ. Π., επιδόθηκε στις 19-2-2010 στον κατηγορούμενο Γ. Π. πλήρες αντίγραφο της ερήμην του εκδοθείσας με αρ. 4934/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, με νόμιμη θυροκόλληση, με παρουσία και του μάρτυρα αστυνομικού Γ. Μ., διότι στην κατοικία του επί της ... το παραπάνω όργανο βεβαιώνει ότι δε βρήκε στην ανωτέρω κατοικία του τον καταδικασθέντα, ούτε άλλο από τα οριζόμενα στο άρθρο 155 παρ.2 του ΚΠΔ πρόσωπα.
Από τη σχετική με αρ. 4/5-1-2011 έκθεση εφέσεως του Πρωτοδικείου Κατερίνης, προκύπτει ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος, φερόμενος στην έφεση, ως κάτοικος ... επί της ανωτέρω οδού ... προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, προέβαλε με αυτή, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "δεν έλαβα γνώση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία θυροκολλήθηκε τον Φεβρουάριο του 2010, όπως πληροφορήθηκα κατά τη σύλληψή μου την 4-1-2011 στο ΑΤ Κατερίνης". Από τα παραπάνω εκτιθέμενα στην έκθεση εφέσεως του αναιρεσείοντος σαφώς συνάγεται, ότι επικαλείται απλώς ότι δεν έλαβε γνώση της εκδοθείσας ερήμην του πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης. Δηλαδή, επικαλέστηκε απλώς ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης πρωτόδικης αποφάσεως, παρά το πρώτον στις 4-1-2011 που συνελήφθη και δεν επικαλέστηκε στην έφεσή του ακυρότητα της δια θυροκολλήσεως γενομένης επιδόσεως της ανωτέρω εναντίον του εκδοθείσας ερήμην αποφάσεως, ούτε επικαλέστηκε κάποιο άλλο λόγο συγκεκριμένο ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως εκ μέρους του.
Με την προσβαλλόμενη 897/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, όπως απ' αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η ανωτέρω με αριθμό εκθέσεως 4/5-1-2011 έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, κατά της με αρ. 4934/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, με την οποία είχε καταδικασθεί αυτός, ερήμην, σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών, για έκδοση πλαστών φορολογικών στοιχείων, με την παρακάτω, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως που εξετάσθηκε και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν αποδείχθηκαν τα εξής: Η κρινόμενη έφεση κατά της υπ' αριθμ. 4934//2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δεδομένου ότι η παραπάνω απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου επιδόθηκε στον εκκαλούντα κατηγορούμενο στις 19/2/2010 (δια θυροκολλήσεις, όπως προκύπτει από την από 19/2/2010 έκθεση επίδοσης του υπ/κα Δ. Π., που υπηρετεί στο Α.Τ. Κατερίνης) στην ευρισκόμενη επί της οδού ... μόνιμη κατοικία που δήλωσε κατά την προανάκριση αλλά και στις εξουσιοδοτήσεις προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο και η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε στις 5/1/2011, ήτοι μετά την πάροδο της προθεσμίας των δέκα ημερών από την επίδοση της και μόνο κατόπιν της συλλήψεως του κατηγορουμένου για την εν λόγω απόφαση. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του πληρεξουσίου δικηγόρου για λογαριασμό του εκκαλούντα ότι συνέτρεξε περίπτωση ανώτερης βίας, ο οποίος δικαιολογεί το εκπρόθεσμο αυτής, συνιστάμενος στο ότι αυτός δεν έλαβε γνώση της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεις, δεν αποδείχθηκε ότι είναι βάσιμος ουσιαστικά, ενόψει του ότι η επίδοση της εκκαλουμένης ερήμην αποφάσεις έγινε νόμιμα κατά τα ως άνω αναφερόμενα στη μόνιμη κατοικία του εκκαλούντα κατηγορουμένου, στην οποία αυτός δεν διαμένει μόνος αλλά με όλα τα μέλη της οικογενείας του, όπως κατέθεσε ενώπιον του ακροατηρίου και ο μάρτυρας του εκκαλούντος. Πέραν δε τούτων ο εκκαλών δεν επικαλείται στην έφεσή του λόγο ανώτερης βίας που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου (βλ. την από 5/1/2011 και με αριθμό 4 έκθεση εφέσεως).
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η ένδικη έφεση ως εκπρόθεσμη και να επιβληθούν στον κατηγορούμενο τα έξοδα της δίκης που ορίζονται στο διατακτικό κατ' αρθρ. 583 παρ.1 Κ.Π.Δ.".
Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης με αρ.897/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, απορριπτικής της εφέσεως κατά της ως άνω εκκαλουμένης 4934/2009 ερήμην καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού σε αυτήν εκτίθενται όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της άνω εκκαλουμένης αποφάσεως στον κατηγορούμενο, με νόμιμη κατ'άρθρο 155 παρ.2 ΚΠΔ, θυροκόλληση της αποφάσεως στην πόρτα της κατοικίας του επί της οδού ... αφού προηγουμένως το όργανο βεβαιώνει ότι προέβη σε έρευνα, δηλαδή αναζητήθηκε ο ενδιαφερόμενος κατηγορούμενος και δε βρέθηκε αυτός ή άλλο πρόσωπο από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 155 παρ.1 εδ. β'και γ' του ΚΠΔ, στη διεύθυνση επί της οδού ... κατοικία που αναφέρεται και στην παραπάνω έκθεση εφέσεώς του. Στο ίδιο αιτιολογικό διαλαμβάνεται και ο χρόνος της επιδόσεως, η 19-2-2010, αναφέροντας σαφώς ότι η επίδοση έγινε στις 19-2-2010 και αναφέρεται και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως, η 5-1-2011, δηλαδή πολύ μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεως, των 10 ημερών, από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως στον γνωστής διαμονής κατηγορούμενο, που ορίζει το προπαρατεθέν άρθρο 473 παρ.1 του ΚΠΔ. Το δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να διαλάβει αιτιολογία για την επικαλούμενη απλή μη γνώση της ερήμην αποφάσεως, που εμπόδισε την εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, αφού ο εκκαλών, με την ανωτέρω εκτεθείσα έφεσή του, δεν είχε επικαλεσθεί ακυρότητα της επιδόσεως ή κάποιο ειδικό λόγο ανώτερης βίας, για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο, είχε δε μόνον προβάλλει ότι απλώς δεν είχε λάβει γνώση της προσβαλλόμενης αποφάσεως που θυροκολλήθηκε στην πόρτα της κατοικίας του, που κατά τα προαναφερθέντα δεν ενδιαφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση, δε συνιστά ακυρότητα και δεν ασκεί έννομη επιρροή στην προκείμενη δίκη. Παρά ταύτα αιτιολογημένα απέρριψε και τον ισχυρισμό αυτό μη γνώσης ως αβάσιμο. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, πρέπει να λεχθούν τα παρακάτω: α) αιτιολογείται επαρκώς η νομιμότητα της προς τον κατηγορούμενο επιδόσεως της ερήμην πρωτόδικης αποφάσεως, β) αναφέρεται στο αιτιολογικό ρητά το αποδεικτικό επιδόσεως στο βεβαιώθηκε από το αρμόδιο όργανο επιδόσεως, ότι μετά από έρευνα που διενήργησε δεν ανεύρε τον καταδικασθέντα κατηγορούμενο, τη σύζυγο ή τα άλλα οικεία συγγενικά πρόσωπα αυτού ή σύνοικος ή θυρωρός, που ορίζονται στο άρθρο 155 παρ.2 του ΚΠΔ και νόμιμα προέβη σε θυροκόλληση της αποφάσεως, γ) το αιτιολογικό αναφέρεται και στον εξετασθέντα από τον εκκαλούντα μάρτυρα Β. Π. και απέρριψε πλήρως αιτιολογημένα ως αβάσιμο τον ισχυρισμό ότι δεν έλαβε γνώση της θυροκολληθείσας αποφάσεως και απέρριψε στη συνέχεια την έφεση ως εκπρόθεσμη.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, σχετικός και μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, ήτοι για ελλιπή και μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 1/14-6-2012 αίτηση του Γ. Π. του Β., περί αναιρέσεως της με αρ. 897/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορριπτική απόφαση εφέσεως ως εκπρόθεσμης, κληθέντος του κατ/νου εγκύρως ως άγνωστης διαμονής. Ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, για ελλιπή και μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απορριπτικής της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
|
Εφέσεως απαράδεκτο
|
Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 834/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Χ. του Κ., 2) Δ. Χ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βουκελάτο, και 3) Α. χήρας Κ. Χ., η οποία δεν παραστάθηκε.
Στο σημείο αυτό ο δικηγόρος δήλωσε ότι η τρίτη αναιρεσίβλητη απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους 1ο και 2ο των ήδη αναιρεσιβλήτων καθώς και από τις κόρες της: α) Θ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., β) Κ. συζ. Κ. Κ., το γένος Κ. Χ., κατοίκου ..., και γ) Ε. χήρας Δ. Κ., το γένος Κ. Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/5/2003 αγωγή των 1ου και 2ου ήδη αναιρεσιβλήτων και της αρχικής διαδίκου Α. Χ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 133/2005 του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων λόγω αρμοδιότητας, 424/2007 μη οριστική και 231/2009 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16/12/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 27/9/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Δημάδη με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παραγρ. 1 του άρθρου 8 του ΑΝ 1539/1938, ορίζει ότι: "οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο, εκτός της νομής, εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει, πριν υποβάλλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση όπου κείται το ακίνητο, και τα όριά του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος, συνταγμένου από μηχανικό, και τους τίτλους στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση κατοικίας των μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού", καθώς και ότι "αγωγή, που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία, κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο". Γίνεται φανερό ότι με το άρθρο αυτό, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του νόμου τούτου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 28 του ίδιου νόμου) στις 30.7.1999, καθιερώνεται, κατά τροποποίηση της σχετικής ρυθμίσεως του άρθρου 8 παρ.1 του ΑΝ 1539/1938, η τήρηση της προδικασίας της αιτήσεως θεραπείας, πριν από την άσκηση οποιασδήποτε κατά του Δημοσίου διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής ανεξαρτήτως αν το ακίνητο κατέχεται ή όχι από το Δημόσιο. Η νέα αυτή νομοθετική ρύθμιση εναρμονίζεται, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου, πληρέστερα από την συνταγματικώς επιβαλλόμενη προστασία των δασών και του περιβάλλοντος γενικότερα (άρθρα 24 και 117 του Συντάγματος), είναι δε διάταξη δημοσίας τάξεως, ως θεσπισθείσα προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, ενώ παράλληλα , διευκολύνει και τους έναντι του δημοσίου προβάλλοντες εμπράγματα δικαιώματα ιδιώτες, δεν αντίκειται δε στο Σύνταγμα (άρθρ. 4 και 20 παρ.1 αυτού - αρχή της ισότητας και της παροχής εννόμου προστασίας), ούτε στην αρχή της δίκαιης δίκης και της απαγόρευσης διακρίσεων, καθώς και τις προστασίας της περιουσίας των άρθρων 6 και 14 της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής (ΑΠ 1128/2012). Έτσι από τις 30.7.1999 και εφεξής η τήρηση της εν λόγω διοικητικής προδικασίας, αποτελούσα προϋπόθεση του παραδεκτού της σχετικής αγωγής και εξεταζομένη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 1738/2012), απαιτείται όχι μόνο εφόσον το ακίνητο κατέχεται από το Δημόσιο, όπως γινόταν δεκτό από το προηγούμενο καθεστώς, αλλά και όταν δεν κατέχεται από το Δημόσιο (ΑΠ 692/2009). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔικ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων της αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο (ΑΠ 179/2013, ΑΠ 1103/2011). Πρέπει δηλαδή ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 1401/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε αυτεπάγγελτα απαράδεκτη την αγωγή λόγω μη τηρήσεως της προδικασίας της αναφερομένης στη νομική σκέψη διατάξεως του άρθρου 8 του Ν. 1539/1939, όπως τούτο, ενόψει του χρόνου ασκήσεως της αγωγής (2003), ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999. Ο λόγος αυτός, που κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, ανάγεται σε ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη, είναι αόριστος, καθόσον οι αιτιάσεις του περιορίζονται στο ότι το επικαλούμενο απαράδεκτο δεν λήφθηκε υπόψη αυτεπάγγελτα, ενώ δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο εν λόγω ισχυρισμός και τα περιστατικά που τον στηρίζουν υποβλήθηκαν στο Εφετείο και δη είτε με νόμιμη επαναφορά τους (άρθρο 240 ΚΠολΔικ), είτε το πρώτον στο Εφετείο, ενόψει του ότι αφορούν σε ισχυρισμό που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα (άρθρ. 269 και 527 παρ.3 ΚΠολΔικ). Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί με την επισήμανση ότι από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔικ) προκύπτει ότι στις από 1.11.2004 προτάσεις των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων στο πρωτόδικο δικαστήριο γίνεται επίκληση της τηρήσεως της παραπάνω προδικασίας. Επειδή κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 12-13/1995). Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της (ΑΠ 481/2013, ΑΠ 486/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στα πλαίσια της αξιολογήσεως των επί μέρους αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα των καταθέσεων των μαρτύρων, της από 22-5-2002 εκθέσεως αυτοψίας, της από 25-11-2008 εκθέσεως δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την υπ' αριθμ. 424/2007 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου πραγματογνώμονα Γεωργίου Γκούρα, του υπ' αριθμ. 9805/2.11.2004 εγγράφου των υπηρεσιακών απόψεων του Δασαρχείου Ιωαννίνων και του από 12-4-1996 Πρωτοκόλλου Οριστικού Αποτερματισμού και Οριοθέτησης των Δημοσίων και Δασικών Εκτάσεων της Περιφέρειας Κοινότητας Αναργύρων Δωδώνης, κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι η επίδικη εδαφική έκταση ήταν καλλιεργήσιμη και όχι δασική, ήδη από τα χρόνια της τουρκοκρατίας και ότι λόγω της φύσεώς της αυτής ήταν επιδεκτική αποκτήσεως δικαιώματος εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), με την επί συνεχή δεκαετία καλλιέργειά της από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός στον οποίο δεν διαλαμβάνονται οι αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες και τα ζητήματα στα οποία αφορούν και που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφασης της επίκλησης της ελλείψεως νομίμου βάσεως πλήττεται η ορθότητα της εκτιμήσεως των αποδείξεων και η αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Εφετείου. Ειδικότερα η αιτίαση ως προς την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων και την αξιοπιστία τους είναι απαράδεκτη, αφού τούτο ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος, όπως τούτο συνάγεται από την καθιερώνουσα την αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔικ (Ολ.ΑΠ 907/2006, ΑΠ 92/2013, ΑΠ 1740/2012). Επίσης απαράδεκτη είναι η αιτίαση ως προς την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και την μη ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, καθόσον οι επικαλούμενες αυτές ελλείψεις δεν συνιστούν, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού το αποδεικτικό πόρισμα, όπως δεν αμφισβητείται διατυπώνεται σαφώς, ενώ η αιτίαση περί του ότι το πόρισμα αυτό είναι αντίθετο με τις αποδείξεις, πλήττει την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, η οποία κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 92/2013, ΑΠ 193/2013). Αυτά ανεξάρτητα από το ότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η προσβαλλομένη απόφαση στηρίχθηκε στις διατάξεις περί Γαιών της Οθωμανικής Νομοθεσίας (δικαίωμα Εξουσιάσεως κατά το άρθρο 78 του νόμου περί Γαιών της 7ης Ραμαζάν), ενώ τούτο δεν συμβαίνει, καθόσον η κρίση του Εφετείου περί της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, στηρίχθηκε αποκλειστικά στην παραδοχή ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός τους Δ. Ζ., έγινε κύριος και νομέας του επιδίκου, το οποίο ταυτίζεται εξ ολοκλήρου με το περιγραφόμενο στο νόμιμα μεταγεγραμμένο και εκδοθέν στο όνομά του υπ' αριθμ. 2748/1932 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας, με βάση το παραχωρητήριο αυτό, καθώς και στο γεγονός ότι μετά τον θάνατό του, το έτος 1972, οι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες τον διαδέχθηκαν στη νομή του επιδίκου ως κληρονόμοι και ότι άσκησαν τη νομή αυτή επί συνεχή εικοσαετία. Η αναφορά του Εφετείου στη φύση του επιδίκου ως "καλλιεργησίμου εκτάσεως" γίνεται διηγηματικά και στα πλαίσια της γενικότερης πραγματικής επιχειρηματολογίας του προς υποδήλωση και μόνο του γεγονότος ότι το παραχωρηθέν ακίνητο ταυτίζεται με το επίδικο και προς αντίκρουση του αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι δεν υφίσταται η ταύτιση αυτή. Πρέπει λοιπόν και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της να απορριφθούν. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 186 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, (που έχουν κοινή νομική συμπαράσταση), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν. 3693/1997, που διατηρήθηκε σε ισχύ, με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝ ΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει, μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'11/20.1.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 του Ν. 1738/1987 (ΑΠ 481/2013, ΑΠ 193/2013).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.12.2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 231/2009 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Τήρηση προδικασίας αρθρ. 8 Ν. 1539/38, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με Ν. 2732/1999 (αρθρ. 24). Για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης κατά 562 Κ.Πολ.Δικ. πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός και αν ακόμη είναι δημοσίας τάξεως υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. 559 αρ. 19 δεν ιδρύεται ο λόγος όταν υπό την επίφαση της ελλείψεως νόμιμου βάσεως πλήττεται η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
|
Προτάσεις
|
Αγωγή αναγνωριστική, Γαίες, Έλλειψη νόμιμης βάσης, Προτάσεις.
| 0
|
Αριθμός 836/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - (Σε Συμβούλιο)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικόλαου Ζαΐρη) - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Δήμητρα Λεοντάρη - Μπουρνάκα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αδαμόπουλου), Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου, με εγκαλούμενους τους: 1) Α. Γ. - Εφέτη Αθηνών, 2) Γ. Π. - Συντ/χο Δικαστικό, 3) Δ. Λ. - Συντ/χο Δικαστικό, 4) Ε. Κ. - Εφέτη Πατρών, 5) Ε. Λ. - Εφέτη Αθηνών, 6) Ε. Π. - Αντ/λέα Εφετών Αθηνών, 7) Π. Ν. - Αντ/λέα Αρείου Πάγου και 8) Χ. Ζ. - Συντ/χο Δικαστικό. Και προσφεύγων - εγκαλούντα τον Ε. Σ. του Ν..
Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 21 Μαρτίου 2013, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 406/2013.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη με αριθμό και ημερομηνία 115/16-4-2013 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 136 στοιχ ε' και 137§ 1 στοιχ. γ' ΚΠΔ, την υπ' αριθ. 50/21-3-2013 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για κανονισμό αρμοδιότητας κατά παραπομπή και εκθέτω τα ακόλουθα. Κατά την διάταξη αρθ. 136 στοιχ ε' ΚΠΔ το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125, διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, μεταξύ των άλλων και όταν ο ζημιωμένος είναι δικαστικός λειτουργός από τον βαθμό του παρέδρου σε πρωτοδικείο ή εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο, σύμφωνα με τα άρθρα122-125 δικαστήριο. Κατά την διάταξη αρθ. 137§ 1 στοιχ γ' ΚΠΔ, την παραπομπή μπορεί να ζητήσει, πλην άλλων και ο εισαγγελέας του αρμοδίου δικαστηρίου. Για την παραπομπή αποφασίζει, ο Άρειος Πάγος όταν δεν υπάρχει αρμοδιότητα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ή Εφετών.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά του Ε. Σ. του Ν., κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού "Ο Άγιος Παύλος", ασκήθηκε ποινική δίωξη για ψευδή καταμήνυση κατά συρροή (αρθ 94§1, 229§1 ΠΚ) και παραπέμφθηκε με το υπ' αριθμ. Β/2011/1886 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά την δικάσιμο της 26-03-2013, για να δικασθεί για τις παραπάνω πράξεις, που φέρεται ότι τέλεσε στις 27-10-2010 κατά των εξής δικαστικών λειτουργών: 1. Δ. Λ., Προέδρου Εφετών 2. Γ. Π., Εφέτη 3. Χ. Ζ., Εφέτη, οι οποίοι ήδη συνταξιοδοτήθηκαν 4. Π. Ν., Αντεισαγγελέα Εφετών, ο οποίος ήδη υπηρετεί ως Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου 5. Α. Γ., 6. Ε. Λ., Εφετών του Εφετείου Αθηνών, 7. Ε. Κ., Εφέτη του Εφετείου Πατρών και 8. Ε. Π., Αντεισαγγελέα της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών. Κατά του παραπάνω;aκλητηρίου θεσπίσματος ο κατηγορούμενος Ε. Σ. άσκησε την υπ' αριθμ 22/26-3-2013 προσφυγή, κατ' αρθρ. 322 ΚΠΔ. Ενόψει του ότι από τους προαναφερόμενους, οι εν ενεργεία πέμπτη, έκτη και όγδοη δικαστικοί λειτουργοί, διαλαμβάνονται ως ζημιωμένοι και ως μάρτυρες στο κλητήριο θέσπισμα και υπηρετούν, όπως προαναφέρθηκε, η όγδοη στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών και οι πέμπτη και έκτη στο Εφετείο Αθηνών, νόμιμη συντρέχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας κατά παραπομπή από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου και πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, για να επιληφθεί της προσφυγής και εφόσον γίνει δεκτή, η υπόθεση να εισαχθεί στο Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, εφόσον δε απορριφθεί, τότε η υπόθεση να προσδιοριστεί εκ νέου προς εκδίκαση ενώπιον του Τριμ. Πλημ. Αθηνών, στο οποίο είχε εισαχθεί.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω να διατάξει το Δικαστήριο σας την παραπομπή της υπόθεσης που αναφέρεται στην υπ' αριθμ. 50/21-03-2013 αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και αφορά την υπ' αριθμ. 22/26-03-2013 προσφυγή που άσκησε ο κατηγορούμενος Ε. Σ. του Ν., κρατούμενος Νοσοκομείου Κρατουμένων Κορυδαλλού "Ο Άγιος Παύλος", κατά του υπ' αριθμ. Β/2011/1886 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, και εφόσον γίνει δεκτή η προσφυγή, η υπόθεση να εισαχθεί στο Συμβούλιο Πλημμ/κών Αθηνών από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, εφόσον δε απορριφθεί, τότε η υπόθεση να προσδιοριστεί εκ νέου προς εκδίκαση ενώπιον του Τριμ. Πλημμ. Αθηνών, στο οποίο είχε εισαχθεί. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Παρασκευαΐδης".
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 136 εδ. ε' του ΚΠΔ "το δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 διατάζει την παραπομπή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές όταν ο εγκαλών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος είναι δικαστικός λειτουργός από το βαθμό του παρέδρου σε Πρωτοδικείο ή Εισαγγελία και άνω και υπηρετεί στο αρμόδιο σύμφωνα με τα άρθρα 122-125 δικαστήριο ...". Από το δικαιολογητικό λόγο της διάταξης αυτής, που είναι η εξασφάλιση της απόλυτης ανεξαρτησίας της κρίσης του δικαστικού λειτουργού και ο αποκλεισμός κάθε υπόνοιας για μεροληψία του, οφειλομένης στο γεγονός ότι ο παθών ή ο ζημιωμένος ή ο κατηγορούμενος δικαστικός λειτουργός υπηρετεί στο ίδιο δικαστήριο, προκύπτει ότι συντρέχει περίπτωση τέτοιας παραπομπής όχι μόνο κατά το στάδιο της κυρίας διαδικασίας, αλλά και κατ' εκείνο της προδικασίας, και όταν δεν έχει ακόμη ασκηθεί ποινική δίωξη. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 137 παρ. 1 στοιχ. γ' του ίδιου Κώδικα, την παραπομπή στην περίπτωση αυτή, μπορεί να ζητήσει ο Εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο πολιτικώς ενάγων, αποφασίζει δε σχετικώς, αν πρόκειται περί παραπομπής από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών σε άλλον ισόβαθμο Εισαγγελέα, ο Άρειος Πάγος σε συμβούλιο και όχι το συμβούλιο Εφετών και εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 132, 134 και 135 εδ. 1 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι κατά του Ε. Σ., ασκήθηκε ποινική δίωξη για ψευδή καταμήνυση κατά συρροή και παραπέμφθηκε με το Β /2011/1886 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, για να δικαστεί για την παραπάνω πράξη, στρεφόμενη, μετά από έγκληση του ανωτέρω κατηγορουμένου κατά πολλών δικαστικών λειτουργών, μεταξύ των οποίων και δύο εφέτες Αθηνών και μία αντεισαγγελέας εφετών Αθηνών. Κατά του κλητηρίου αυτού ο κατηγορούμενος άσκησε παραδεκτά την με αρ. 22/26-3-2013 προσφυγή, κατ' άρθρο 322 του ΚΠΔ, για την οποία προσφυγή είναι κατ' αρχήν αρμόδιος κατά τόπο να αποφανθεί ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών. Η Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών, με το υπ' αριθμ. πρωτ. 50/2013 έγγραφό της προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζητά τον κανονισμό αρμοδιότητας, προκειμένου να ορισθεί άλλος ως αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών για να κρίνει την προμνημονευόμενη προσφυγή του κατηγορουμένου, λόγω της ως άνω προαναφερόμενης ιδιότητας των φερομένων ως ψευδώς καταμηνυθέντων από τον κατηγορούμενο Ε. Σ. δικαστικών λειτουργών, ορισμένοι των οποίων υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών.
Επομένως, ενόψει των παραπάνω, συντρέχει αρμοδιότητα του παρόντος συμβουλίου του Αρείου Πάγου και περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας υπ' αυτού κατά παραπομπή (άρθρα 136 εδ. ε', 137 παρ. 1 εδ. β περ. γ και 322 παρ. 1,2 ΚΠΔ) και πρέπει να διαταχθεί η παραπομπή της ανωτέρω προσφυγής κατά παραπεμπτικού κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, προκειμένου αυτός να αποφανθεί επί της ανωτέρω προσφυγής , όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την παραπομπή της υποθέσεως που αναφέρεται στο υπ' αριθμ. πρωτ. 50/2013 έγγραφο της Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών, για να κρίνει και αποφανθεί επί της υπ' αρ. 22/ 26-3-2013 προσφυγής του κατηγορουμένου Ε. Σ. κατά του με αρ. Β/ 2011/ 1886 παραπεμπτικού κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, από τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά, προκειμένου αυτός να κρίνει και να αποφανθεί επί της ανωτέρω προσφυγής και για τον περαιτέρω κατά νόμο χειρισμό της υποθέσεως αυτής .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
|
Κανονισμός Αρμοδιότητας. Παραπέμπει προσφυγή κατά παραπεμπτικού κλητηρίου θεσπίσματος εγκαλούντος, για ψευδή καταμήνυση, που αφορά έγκληση αυτού κατά Εφετών και Αντεισαγγελέων Εφετών Αθηνών κλπ δικαστικών από αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών σε Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά.
|
Κανονισμός αρμοδιότητας
|
Κανονισμός αρμοδιότητας.
| 0
|
Αριθμός 837/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Ε. του Κ. και 2) Μ. Ε. συζ. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Παπαχαραλάμπους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/12/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 198/2008 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19/4/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 12/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 577 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ "Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 144 παρ.1 του ίδιου Κώδικα οι προθεσμίες που ορίζονται από τον νόμο ή τα δικαστήρια αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση ή μετά τη συντέλεση του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας και, αν αυτή είναι κατά το νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης μη εξαιρετέας ημέρας, κατά δε το άρθρο 145 παρ.1 του ΚΠολΔ η προθεσμία που προσδιορίζεται σε έτη λήγει μόλις περάσει η αντίστοιχη ημερομηνία του τελευταίου έτους. Εξάλλου, κατά το άρθρο 564 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., αν η απόφαση δεν επιδόθηκε η προθεσμία της αναιρέσεως είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη, η τριετής δε αυτή (καταχρηστική) προθεσμία δεν αναστέλλεται κατά το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου, διότι δεν γίνεται παραπομπή στη διάταξη αυτή από το άρθρο 147 παρ.7 του ίδιου Κώδικα. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 του Κ.Δ/τος της 26-6/10-7-1944 "περί του Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που ισχύει και μετά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ. (άρθρο 50 παρ. 3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ.), σε όλες τις δίκες του Δημοσίου καμία απολύτως προθεσμία δεν τρέχει κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ήτοι από 1/7 έως 16/9 κάθε έτους (άρθρο 11 παρ.2 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων), εις βάρος του για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου. Η αναστολή όμως αυτή, η οποία ισχύει όχι μόνο υπέρ του Δημοσίου αλλά και υπέρ των ιδιωτών διαδίκων (ΟλΑΠ 12/2002), έχει εφαρμογή μόνο στη γνήσια προθεσμία της αναιρέσεως των 30 (ή 90) ημερών από την επίδοση της αποφάσεως του άρθρου 564 παρ.1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., όχι δε και στην καταχρηστική ως άνω τριετή προθεσμία της αναιρέσεως. Η ειδική αυτή ρύθμιση θεσπίσθηκε για να αποφευχθεί ο κίνδυνος απώλειας της προθεσμίας ενδίκων μέσων και της αναιρέσεως ειδικότερα, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών. Αυτός όμως ο κίνδυνος δεν υφίσταται στην περίπτωση της τριετούς προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ. Άλλωστε, όταν θεσπίσθηκε η ως άνω ειδική ρύθμιση δεν προβλεπόταν από τις διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας (άρθρα 752, 757 εδ. γ' και 817, όπως ίσχυαν τότε) προθεσμία προς άσκηση, κατά οριστικής ή τελεσίδικης αποφάσεως, ενδίκων μέσων και ειδικότερα αναιρέσεως, η οποία να αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως, όλες δε οι προβλεπόμενες από αυτές τις διατάξεις προθεσμίες υπολογίζονταν από την επίδοση της αποφάσεως (ΑΠ 1602/2010, 554/2008, 336/1996).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή δημοσιεύθηκε την 18-4-2008, ενώ η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε, με κατάθεση δικογράφου στη Γραμματεία του Εφετείου Θράκης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 198/2008 απόφαση, την 19-4-2011, ημέρα Τρίτη, (αριθμός καταθέσεως 27), ήτοι μετά τη συμπλήρωση της τριετούς ως άνω προθεσμίας, η οποία έληξε την προηγούμενη, 18-4-2008, που ήταν εργάσιμη. Επομένως η αίτηση αναιρέσεως είναι εκπρόθεσμη και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά την αυτεπάγγελτη έρευνα του παραδεκτού της από το δικαστήριο (αρθρ. 577 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-4-2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 198/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Τριετής προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Εφετείου που δεν επιδόθηκε. Ισχύει και για το δημόσιο. Υπολογισμό προθεσμίας. Τρέχει και κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών (Απορρίπτει ως εκπρόθεσμη και εντεύθεν απαράδεκτη έφεση του Ελλ. Δημοσίου κατά Εφ. Θρ. 198/2008.)
|
Προθεσμία
|
Δημόσιο , Ένδικο μέσο, Προθεσμία, Εκπρόθεσμη άσκηση ενδίκου μέσου.
| 2
|
Αριθμός 819/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου M. L. του G., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Πατρών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ντάλτα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 26/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δωδ/νήσου.
Το Πενταμελές Εφετείο Δωδ/νήσου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 934/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή αποτελεί αντιγραφή του αιτιολογικού της πρωτόδικης αποφάσεως ή όταν εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η απαιτούμενη ως παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 26/2012 απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου που την εξέδωσε, καταδίκασε, πλην άλλων, και τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κατοχή 20 χιλιογρ. Ινδικής κάνναβης και για απόπειρα πώλησης 10 χιλιογρ. από την παραπάνω ποσότητα στο συγκατηγορούμενό του Ν. Σ., σε ποινή καθείρξεως είκοσι ετών και σε χρηματική ποινή 50.000 ευρώ. Από το αιτιολογικό της άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το άνω Εφετείο δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή αντιγραφή, πραγματικά περιστατικά, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα (πρώτο κατηγορούμενο) και τους λοιπούς τρεις συγκατηγορουμένους του: "Το βράδυ της 7-6-2010, ο 3ος κατηγορούμενος, μετά από έλεγχο που του διενεργήθηκε από αστυνομικούς της Τροχαίας Ρόδου, στο 8ο χλμ. της Ε.Ο. Ρόδου -Λίνδου, κατελήφθη να κατέχει στο δίκυκλο μοτοποδήλατο που οδηγούσε και μέσα σε δύο πλαστικές σακούλες σκουπιδιών, συνολική ποσότητα 1.029 γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης. Συνελήφθη και οδηγήθηκε στο Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών Ρόδου, όπου ομολόγησε ότι την εν λόγω ποσότητα την είχε αγοράσει από το 2ο κατηγορούμενο με τη μεσολάβηση του 4ου κατηγορούμενου (σημειωτέον ότι ο 3ος με τον 4ο είναι ξαδέλφια, ενώ ο 4ος με το 2ο είναι σύγγαμβροι). Κατόπιν αυτού ακολούθησε έρευνα στην οικία του (στο ξενοδοχείο ... στην Ιαλυσό) όπου κατελήφθη να κατέχει σε αυτοσχέδια πλαστική συσκευασία 8,2 γρ. ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, καθώς και στην οικία του 2ου κατηγορουμένου στον Αρχάγγελο Ρόδου, όπου ανευρέθη το ποσόν των 2.380 ευρώ, εκ των οποίων τα 2.200 ευρώ ήταν το τίμημα, που κατέβαλε ο 3ος κατηγορούμενος για την αγορά των 1.029 γρ. ινδικής κάνναβης. Στη συνέχεια ο 2ος κατηγορούμενος αυτοβούλως οδήγησε τους αστυνομικούς στην παραλία της Τσαμπίκας Ρόδου, όπου τους υπέδειξε ένα εγκαταλελειμμένο αυτοκίνητο, μέσα στο οποίο και σε δύο αυτοσχέδιες πλαστικές συσκευασίες είχε ο ίδιος φυλαγμένα συνολικά 379 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, τα οποία είχε αγοράσει από άγνωστο άτομο έναντι αγνώστου τιμήματος. Ακολούθως, μέσα στο Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών ο 2ος κατηγορούμενος, συνεργασθείς με τα αστυνομικά όργανα, επικοινώνησε με τον 1ο κατηγορούμενο, στο κινητό του τηλέφωνο, τον οποίο γνώριζε, σε ανοικτή ακρόαση και σε επήκοο των αστυνομικών, μεταξύ των οποίων και ο 1ος μάρτυρας Ε. Ρ., και ζήτησε από αυτόν (από τον πρώτο κατηγορούμενο) να αγοράσει ναρκωτικά. Ο πρώτος κατηγορούμενος απάντησε ότι είχε 20 κιλά ακατέργαστης ινδικής κάνναβης κρυμμένη σε αγροτική περιοχή της Ιαλυσού, από την οποία συμφώνησαν να του πουλήσει 10 κιλά, χωρίς να καθοριστεί το τίμημα. Χαρακτηριστικά ο πρώτος κατηγορούμενος είπε στον 2ο τη φράση, "έχω 20 κιλά χόρτο, πόσο θέλεις να σου δώσω;", την οποία άκουσε και κατέθεσε με απόλυτο και πειστικό τρόπο ο πρώτος μάρτυρας. Ακολούθως ο πρώτος και ο δεύτερος κατηγορούμενος έδωσαν ραντεβού για το μεσημέρι της 8-6-2010 επί της Λεωφόρου Ηρακλείδων προκειμένου να γίνει η συναλλαγή. Το ραντεβού πραγματοποιήθηκε με τη διακριτική παρακολούθηση των αστυνομικών. Σε κάποιο σημείο της λεωφόρου περίμενε με μία μοτ/τα ο πρώτος κατ/νος, ο οποίος ζήτησε από το δεύτερο κατ/νο να τον ακολουθήσει, λέγοντας του ακολούθησε με κι εκεί που θα σου δείξω με το χέρι είναι τα "πράγματα". Ο πρώτος κατ/νος οδηγώντας την μοτ/τα προπορευόταν του αυτ/του, του δεύτερου κατ/νου. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής ο πρώτος κατ/νος σταμάτησε, άπλωσε το χέρι του και έδειξε την άκρη ενός χωραφιού. Μετά απ' αυτό οι παρακολουθούντες αστυνομικοί προέβησαν στη σύλληψη του και συγχρόνως έγινε έρευνα στο σημείο του ακινήτου που υπέδειξε στο δεύτερο κατ/νο. Κατά την έρευνα που έγινε στο συγκεκριμένο σημείο που υπέδειξε ο πρώτος κατηγορούμενος βρέθηκαν 10 αυτοσχέδιες πλαστικές συσκευασίες με ακατέργαστη ινδική κάνναβη, συνολικού βάρους 10.580 γραμμαρίων. Στη συνέχεια έγινε έρευνα και στο υπόλοιπο χωράφι και σε απόσταση 50 μέτρων από το πρώτο σημείο ανευρέθησαν μέσα σε θάμνους άλλες 9 πλαστικές συσκευασίες με ακατέργαστη ινδική κάνναβη, συνολικού βάρους 9.140 γραμμαρίων. Σύμφωνα με τα παραπάνω πλήρως αποδειχθέντα περιστατικά, οι κατηγορούμενοι, στους προαναφερόμενους τόπους και χρόνους, τέλεσαν τις ακόλουθες ειδικότερες πράξεις: Α) Ο 1ος κατηγορούμενος της κατοχής 20 κιλών ακατέργαστης ινδικής κάνναβης και της απόπειρας πώλησης στο 2ο κατηγορούμενο 10 κιλών από τη συνολική ποσότητα των 20 κιλών, που κατείχε. Η πράξη της κατοχής αποδεικνύεται από το αναμφισβήτητο γεγονός ότι είχε τη φυσική εξουσία επί της άνω ποσότητας των ναρκωτικών, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούληση του. Η εξουσία του δε αυτή εκφράστηκε ρητά προς τον δεύτερο με τη φράση "έχω 20 κιλά χόρτο, πόσο θέλεις να σου δώσω;". Όσον αφορά δε την πράξη της πώλησης, το γεγονός ότι δεν συμφωνήθηκε το τίμημα δεν εμποδίζει τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, διότι συνήθως σε τέτοιες συναλλαγές δίδεται πρώτα η ποσότητα και μετά το τίμημα, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας αστυνομικός. Η πράξη όμως της πώλησης δεν ολοκληρώθηκε, από λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση του πρώτου κατηγορουμένου, διότι τα αστυνομικά όργανα επενέβησαν πριν ο δεύτερος κατηγορούμενος παραλάβει τα ναρκωτικά. Πρέπει επομένως ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της κατοχής των 20 κιλών και της απόπειρας πώλησης των 10 κιλών ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, χωρίς όμως την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 23 του άνω νόμου, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτός διαπράττει κατ' επάγγελμα, δηλαδή προς πορισμό εισοδήματος τις συγκεκριμένες πράξεις, ούτε κατά συνήθεια, ότι δηλαδή έχει αποκτήσει σταθερή ροπή για την τέλεση των εν λόγω εγκλημάτων. Αντίθετα, πρέπει να κηρυχθεί αθώος της πράξης της αγοράς της άνω ποσότητας, μη αποδειχθέντων περιστατικών για τη στοιχειοθέτηση αυτού του εγκλήματος." Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη με αρ. 26/2012 απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος της παράβασης του νόμου περί ναρκωτικών ουσιών, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 42 παρ.1 του ΠΚ, 1 παρ.1 και 2, 20 παρ.1 β, ζ και παρ. 2, 27, 29, 31, 38 του ν. 3459/2006 (ΚΝΝ), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και η απόφαση δε στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα, αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος πρέπει να λεχθούν τα παρακάτω: α) ορθά ερμηνεύθηκε η έννοια της κατοχής ναρκωτικών και επαρκώς αιτιολογημένα το δικαστήριο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για κατοχή των ναρκωτικών ουσιών, που βρέθηκαν από τα αστυνομικά όργανα σε χωράφι και δη σε σημείο που υπέδειξε ο κατηγορούμενος αυτός στο συγκατηγορούμενό του Ν. Σ., δεχθέν το δικαστήριο στο παραπάνω αιτιολογικό του ότι ο αναιρεσείων είχε τη φυσική εξουσία επί της υποδειχθείσας υπ' αυτού και ανευρεθείσας στο χωράφι αυτό ποσότητας ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, και ότι μπορούσε σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να την διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του, η δε εξουσία του αυτή εκφράστηκε ρητά προς το δεύτερο κατηγορούμενο με τη φράση "έχω 20 κιλά χόρτο, πόσο θέλεις να σου δώσω". β) ορθά ερμηνεύθηκε και εφαρμόστηκε το άρθρο 42 παρ.1 του ΠΚ και ο αναιρεσείων καταδικάστηκε και για απόπειρα πώλησης ναρκωτικών ουσιών και δεν πρόκειται για προπαρασκευαστική πράξη ή για απλή υποσχετική δικαιοπραξία πώλησης, αφού το δικαστήριο στο παραπάνω αιτιολογικό του δέχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ζήτησε από τον αναιρεσείοντα να αγοράσει ναρκωτικά, ο αναιρεσείων του απάντησε ότι είχε 20 κιλά ακατέργαστης ινδικής κάνναβης κρυμμένη σε αγροτική περιοχή της Ιαλυσού, από την οποία συμφώνησαν να του πωλήσει 10 κιλά, χωρίς να καθοριστεί το τίμημα και στη συνέχεια σε ραντεβού τους το μεσημέρι της επομένης 8-6-2010 ο αναιρεσείων τον πήγε στο χωράφι που κατείχε τα ναρκωτικά και του υπέδειξε το σημείο του χωραφιού, προκειμένου να γίνει η συναλλαγή, όπου και βρέθηκαν τα ναρκωτικά, πλην η συναλλαγή αυτή δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση του αναιρεσείοντος, διότι επενέβησαν τα αστυνομικά όργανα και τους συνέλαβαν πριν ο αγοραστής κατηγορούμενος παραλάβει τα αγορασθέντα ναρκωτικά, τούτο δε συνιστά αρχή εκτέλεσης ήτοι απόπειρα πώλησης των ναρκωτικών, για την οποία και ορθά καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, δεύτερος και τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 299 του ΠΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ και 6 της ΕΣΔΑ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορούμενου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Ανακριτική διείσδυση, όπως η διείσδυση προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 25Β του ν. 1729/1987 "Καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών, προστασία των νέων και άλλες διατάξεις" και στο 28 του ν. 3429/2006(ΚΝΝ), και ήδη στο άρθρο 28 του νέου ν.4139/20-3-2013, είναι η κεκαλυµµένη δράση ανακριτικών και αστυνοµικών οργάνων που εµφανίζονται ως πολίτες και δρουν ως agents provocateurs, ήτοι ως ηθικοί αυτουργοί ή συµµέτοχοι τέλεσης εγκληµατικών πράξεων, αιρουµένου του αδίκου χαρακτήρα των πράξεων αυτών, εφόσον γίνονται µε εντολή του προϊσταµένου τους. Οι πράξεις όµως των αστυνοµικών υπαλλήλων που ενεργούν ως agents provocateurs, για ανακάλυψη ή σύλληψη προσώπου που διαπράττει εγκλήματα από τα αναφερόμενα στα άρθρα 20 και 23 του ΚΝΝ, πρέπει, να µη υπερβαίνουν τα όρια της ανωτέρω επιτρεπόµενης κεκαλυµµένης δράσης τους. Δηλαδή, πρέπει τα διωκτικά όργανα που διεισδύουν να περιορίζονται στις πράξεις που είναι απολύτως αναγκαίες για τη διακρίβωση εγκλημάτων παράβασης του ΚΝΝ, την τέλεση των οποίων ο δράστης είχε προαποφασίσει και θα τελούσε προς τρίτους και χωρίς την αστυνομική διείσδυση, ήτοι να µη είναι εκείνοι, οι οποίοι αποκλειστικά παρότρυναν τον κατηγορούµενο να τελέσει την αξιόποινη πράξη, διότι τότε πρόκειται για υφαρπαγή ενοχής και παραβίαση της δίκαιης διαδικασίας, χωρίς να είναι και αναγκαίο να αποδεικνύεται, ότι η αξιόποινη πράξη θα είχε διαπραχθεί ακόµα και εάν δεν είχε µεσολαβήσει η επέµβαση και διείσδυση των αστυνοµικών οργάνων. Διαφορετικά επέρχεται παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης και ειδικότερα της τηρήσεως µιας δίκαιης διαδικασίας, που απαιτεί το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Σε περίπτωση που οι ανακριτικές πράξεις μεταξύ των οποίων και η ανακριτική διείσδυση δεν έγιναν με τις προϋποθέσεις που διαγράφονται στον ανωτέρω νόμο, καθίστανται άκυρες και έτσι τα εξ αυτών συλλεγέντα στοιχεία δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ενώπιον του δικαστηρίου, αλλιώς προκαλείται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ' του ΚΠΔ και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ίδιου Κώδικα. Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς του, ισχυρίζεται ότι έχει παραβιασθεί το θεμελιώδες δικαίωμά του ως κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη, που καθιερώνεται από το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, διότι "από το σύνολο της δικογραφίας προκύπτει ότι οι αστυνομικοί αφενός χρησιμοποίησαν τον δεύτερο κατηγορούμενο Ν. Σ., ιδιώτη, ως υποψήφιο αγοραστή, που τηλεφώνησε στον αναιρεσείοντα και του ζήτησε ναρκωτικά, προκειμένου να παγιδεύσουν αυτόν (τον αναιρεσείοντα) και έτσι άσκησαν επιρροή και προκάλεσαν την τέλεση των πράξεων, δίχως να πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις, αφετέρου ενήργησαν χωρίς να ειδοποιήσουν προηγουμένως έστω και τηλεφωνικά τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και επομένως επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ.δ' του ΚΠΔ και 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, διότι οι πράξεις των αστυνομικών οργάνων υπερέβησαν τα όρια της επιτρεπόμενης καλυμμένης δράσης τους, αφού είναι βέβαιο ότι αν δεν πραγματοποιείτο το τηλεφώνημά τους στον συγκατηγορούμενο Ν. Σ., δε θα μπορούσαν να ενοχοποιήσουν τον αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν θα πήγαινε ποτέ στο επίμαχο σημείο να συναντήσει τον Ν. Σ. και να συλληφθεί από τους παρόντες αστυνομικούς".
Στην προκειμένη περίπτωση, από το προεκτεθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτουν παραδοχές ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Ν. Σ., που είχε συλληφθεί από τα αστυνομικά όργανα για εμπορία ναρκωτικών ουσιών το βράδυ της 7-6-2010, "μέσα στο Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών, συνεργασθείς με τα αστυνομικά όργανα, επικοινώνησε με τον πρώτο κατηγορούμενο (αναιρεσείοντα), στο κινητό του τηλέφωνο, το οποίο γνώριζε, σε ανοικτή ακρόαση και σε επήκοο των αστυνομικών, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος μάρτυρας Ε. Ρ., και ζήτησε από αυτόν να αγοράσει ναρκωτικά και αυτός του απάντησε ότι είχε 20 κιλά ακατέργαστης ινδικής κάνναβης κρυμμένη σε αγροτική περιοχή της Ιαλυσού, από την οποία συμφώνησαν να του πωλήσει 10 κιλά, αυτά δε άκουσε και κατέθεσε με απόλυτο και πειστικό τρόπο ο πρώτος μάρτυρας. Ακολούθως έδωσαν ραντεβού για το μεσημέρι της 8-6-2010, προκειμένου να γίνει η συναλλαγή, το ραντεβού πραγματοποιήθηκε με τη διακριτική παρακολούθηση των αστυνομικών και ο αναιρεσείων οδηγώντας μοτοσυκλέτα οδήγησε τον αγοραστή που οδηγούσε αυτοκίνητο και του υπέδειξε το σημείο κάποιου χωραφιού που είχε κρυμμένα τα ναρκωτικά, όπου πράγματι ανευρέθηκαν από τους αστυνομικούς που επενέβηκαν και συνέλαβαν τους κατηγορουμένους". Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από το δικαστήριο αυτό για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παρασταθείς μετά συνηγόρου, στο ακροατήριο δεν πρόβαλε κανένα αυτοτελή ισχυρισμό, δεν επικαλέστηκε οποιαδήποτε ακυρότητα της διαδικασίας, ούτε παράνομη ανακριτική διείσδυση πράκτορα της Δίωξης Ναρκωτικών σε βάρος του και παραβίαση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, ο δε εξετασθείς πρώτος μάρτυρας αστυνομικός της Δίωξης Ναρκωτικών Ρόδου, κατέθεσε σχετικά ακριβώς όσα ως παραπάνω δέχθηκε το δικαστήριο στο αιτιολογικό του και δη ότι "ο συλληφθείς για κατοχή και εμπορία ναρκωτικών Ν. Σ. τους είπε ότι αγόραζε ναρκωτικά από κάποιο Αλβανό και αυτοί του πρότειναν να επικοινωνήσει τηλεφωνικά μαζί του και να τον ρωτήσει αν έχει ναρκωτικά και ότι η τηλεφωνική επικοινωνία έγινε σε επήκοο αυτών δύο φορές και αυτοί άκουγαν και κλείστηκε η συμφωνία και το ραντεβού, εμείς γνωρίζαμε ότι υπήρχαν τα 20 κιλά κάνναβης, γι' αυτό το λόγο είπαμε στον κατηγορούμενο να παραγγείλει 10 κιλά". Κατά συνέπεια, η παραπάνω συμπεριφορά των αστυνομικών οργάνων της Δίωξης Ναρκωτικών Ρόδου, δεν υπερβαίνει τα όρια της κατά τα προαναφερθέντα επιτρεποµένης κεκαλυµµένης δράσης τους. Δηλαδή, τα διωκτικά όργανα που διείσδυσαν ως παραπάνω σε κύκλωμα εμπορίας ναρκωτικών περιορίστηκαν σε πράξεις που ήταν απολύτως αναγκαίες και νόμιμες για τη διακρίβωση εγκλημάτων παράβασης του ΚΝΝ και δη την ανακάλυψη των εμπόρων διακινητών στη Ρόδο, τη δε τέλεση των συγκεκριμένων πράξεων, κατοχής μεγάλης ποσότητας 20 κιλών ινδικής κάνναβης και απόπειρας πώλησης 10 κιλών κάνναβης, που διέπραξε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο ότι δε θα τελούσε και προς τρίτους και χωρίς την κατά απλή προτροπή των αστυνομικών οργάνων γενόμενη διείσδυση ως αγοραστή του ανωτέρω συγκατηγορουμένου του Ν. Σ.. Επίσης, από καμία διάταξη νόμου προβλέπεται, ότι τα αστυνομικά όργανα πρέπει να ενημερώνουν προηγουμένως σχετικά με την ανωτέρω δράση τους τον αρμόδιο κατά τόπο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων.
Επομένως, και ο παραπάνω συναφής από το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με χρονολογία 23-7-2012 αίτηση - δήλωση του M. L. του G., περί αναιρέσεως της με αρ. 26/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κατοχή και Απόπειρα Πώλησης Ναρκωτικών. 1. Δεν προκλήθηκε η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από τη χρησιμοποίηση των στοιχείων που κατέθεσε ο μάρτυρας αστυνομικός, ούτε πρόκειται για παράνομη ανακριτική διείσδυση πράκτορα συγκατηγορουμένου και γι' αυτό ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, από τα άρθρα 171 παρ.1 α, 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 2. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά.
| 0
|
Αριθμός 818/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 952/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Τρικάλων. Με κατηγορούμενους τους: 1) Α. Α. του Γ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κυριάκο Τριανταφυλλίδη και Κωνσταντίνο Κωλέττη, και 2) Κ. Κ. του Ε., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1) Β. Μ. του Δ., κάτοικος ... και 2)Γ. Μ. του Δ., κάτοικο ..., που αμφότερες παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Νικολιδάκη.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Τρικάλων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 36/22 Οκτωβρίου 2012 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1117/2012.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.2 εδ. α' του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός της ελλείψεως της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά όμως προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (κυρωθείσα με το ν.δ. 73/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεως του. Δεν απαιτείται όμως για την αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης να εκθέτει το δικαστήριο σ' αυτή περιστατικά από τα οποία να πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεδομένου ότι αντικείμενο της απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικά μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικά δε α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος (βλ. Ολ.ΑΠ 3/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 952/2012 απόφαση του, το δίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, που την εξέδωσε, κήρυξε αθώους τους δύο κατηγορούμενους της αποδιδόμενης σε αυτούς αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, σε τροχαίο ατύχημα που αυτοί ενεπλάκησαν ως οδηγοί αυτοκινήτων.
Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι το παραπάνω δικαστήριο, αφού εκτίμησε τα προσδιοριζόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχτηκε στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατά πιστή αντιγραφή, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην ευρύτερη περιοχή του χώρου του ατυχήματος βρίσκεται το Κέντρο Υγείας Καλαμπάκας. Συγκεκριμένα το Κ.Υ. βρίσκεται αριστερά της επ. οδού Ιωαννίνων-Καλαμπάκας, σε σχέση πάντα με τα προς την Καλαμπάκα κινούμενα οχήματα. Κατά κανόνα στο Κ.Υ. προσέρχονται ηλικιωμένα άτομα κυρίως με σκοπό την συνταγογράφηση φαρμάκων, πολλά από τα οποία διαμένουν σε χωριά και για το λόγο αυτό εξυπηρετούνται και με τα λεωφορεία του ΚΤΕΛ. Σημειωτέον ότι το Κ.Υ. Καλ/κας απέχει από τον τερματικό σταθμό του ΚΤΕΛ Καλαμπάκας απόσταση περίπου 3 χλμ, ενώ στο ύψος του Κ.Υ. δεν υπάρχει θεσμοθετημένη, ενδιάμεση στάση των λεωφορείων του ΚΤΕΛ. Αν υπήρχε στάση θα ήταν ικανή να εξυπηρετήσει ανθρώπους που θα ήθελαν είτε να κατευθυνθούν προς το Κ.Υ. είτε να απέλθουν από εκεί. Δεδομένου λοιπόν της μεγάλης απόστασης μεταξύ του τερματικού σταθμού του ΚΤΕΛ και του Κ.Υ. και της δυνάμει αυτής έντονων διαμαρτυριών πολιτών άμεσα συνδεδεμένων είτε με κινητική αδυναμία τους για υπέρμετρο βάδισμα είτε οικονομική τους ανεπάρκεια για την μίσθωση ΤΑΞΙ, ο Δήμος Καλαμπάκας διαμόρφωσε, απέναντι από το Κ.Υ. το χώρο κατάλληλο έτσι ώστε να είναι δυνατόν ένα λεωφορείο να εξέλθει κατά το μεγαλύτερο μέρος του από το οδόστρωμα και να αποβιβάσει επιβάτες από την δεξιά του πλευρά (βλ. φωτογραφίες). Μάλιστα καίτοι παραπλεύρως της οδού έχουν τοποθετηθεί μεταλλικές μπάρες ασφαλείας, που πέραν των άλλων, εμποδίζουν την αυθαίρετη στάση ή στάθμευση οχημάτων στα άκρα του οδοστρώματος στο σημείο εκείνο δεν υπάρχουν μπάρες με αποτέλεσμα λεωφορεία ή και άλλα οχήματα να είναι δυνατόν να σταματούν προσωρινά, χωρίς να εμποδίζουν την κυκλοφορία των λοιπών οχημάτων, καθόσον το μεγαλύτερο μέρος από την δεξιά τους πλευρά βρίσκεται πλέον στο χωμάτινο έρεισμα πέραν του οδοστρώματος, κατά τον χρόνο που αυτά βρίσκονται σε στάση. Στα πλαίσια όλων των παραπάνω τα λεωφορεία του ΚΤΕΛ Τρικάλων, που πραγματοποιούν διαδρομές από χωριά προς την Καλαμπάκα εθιμικά σταματούν προσωρινά στον διευρυμένο χώρο απέναντι από το Κ.Υ. Καλαμπάκας με σκοπό να αποβιβάσουν επιβάτες, κυρίως ηλικιωμένους όπως προαναφέρθηκε, που τελικό τους προορισμό έχουν το Κ.Υ. Ομοίως εθιμικά οι επιβάτες, κατά κανόνα πάντα, γνωρίζουν τη δυνατότητα αυτή και στα πλαίσια αυτά, όσοι επιθυμούν να κατέβουν στο σημείο εκείνο απλά προηγουμένως ενημερώνουν τον οδηγό που αντίστοιχα ανταποκρίνεται. Μετά όμως την κάθοδο των επιβατών από το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, τουλάχιστον των συγκεκριμένων επιβατών που προέρχονται από τα γύρω χωριά και επιθυμούν να προσέλθουν στο Κ.Υ. και όχι κάθε είδους επιβατών, παύει και η ευθύνη του οδηγού αναφορικά με την ασφαλή διακίνηση τους, ήτοι ευθύνη που πλέον την επωμίζονται οι ίδιοι. Ειδικότερα και πλέον του μετέπειτα προορισμού τους οι επιβάτες θα επωμιστούν οι ίδιοι της προσοχής περί του εδάφους που θα κατέλθουν και στην συνέχεια θα κινηθούν ήτοι αν αυτό είναι ομαλό, λασπώδες, καλυμμένο με βάτους ή άλλα υλικά κλπ όπως επίσης οι ίδιοι θα μεριμνήσουν για τον ασφαλή τρόπο διέλευσής τους στο οδόστρωμα καθόσον δεν υπάρχει διάβαση πεζών. Προέκυψε ότι η Σ. Μ. (μετέπειτα θανούσα) που είχε γεννηθεί το έτος 1945, κάτοικος εν ζωή ... είχε χρησιμοποιήσει αρκετές φορές λεωφορείο του ΚΤΕΛ για να μεταβεί από το χωριό στο Κ.Υ. και πάντα αποβιβαζόταν στην ως άνω συγκεκριμένη, πλην όμως άτυπη στάση. Στις 1-6-2011 λοιπόν η αμέσως παραπάνω είχε την πρόθεση να μεταβεί, ομοίως στο Κ.Υ. Στα πλαίσια αυτά η ίδια αλλά και άλλοι επιβάτες, ηλικιωμένοι, γνωστοποίησαν έγκαιρα την πρόθεσή τους αυτή στον οδηγό του υπ' αριθμ. ... ΔΧ λεωφορείου του ΚΤΕΛ, όπου επέβαιναν και δεύτερο κατηγορούμενο Α. Α.. Στη συνέχεια αυτός έθεσε σε λειτουργία τους δείκτες αλάρμ του οχήματος και προοδευτικά οδήγησε αυτό (το όχημα) κατά το μεγαλύτερο μέρος του εκτός του ασφάλτινου οδοστρώματος (βλ. φωτογραφίες). Στη συνέχεια άνοιξε την μπροστινή δεξιά πόρτα του οχήματος και επέτρεψε την αποβίβαση των αντίστοιχων επιβατών, οι οποίοι διαδοχικά άρχισαν να αποβιβάζονται. Όλοι ή τουλάχιστον οι περισσότεροι των επιβατών που αποβιβάζονταν ήταν ηλικιωμένοι και προορισμό τους είχαν το Κ.Υ. Δεδομένου όμως αυτοί έπρεπε να προμηθευτούν και με δελτία προτεραιότητας ανάλογα με τις προτιμήσεις τους, ήδη από την κάθοδό τους επιδείκνυαν βιασύνη αναφορικά με τη μετάβασή τους στο αρμόδιο γραφείο του Κ.Υ. Στα πλαίσια αυτά ένας ηλικιωμένος άνδρας που προηγουμένως είχε κατέλθει από το λεωφορείο, πέρασε ανεπίτρεπτα μπροστά από αυτό, κατά το χρόνο που αυτό βρισκόταν σε στάση, αποβιβάζοντας επιβάτες και διέσχισε γρήγορα το οδόστρωμα. Σε ελάχιστο χρόνο και σε απόσταση περίπου 5-6 μέτρων (κατ' εκτίμηση) τον ακολούθησε και η ως άνω Σ. Μ.. Και αυτή πέρασε μπροστά από το λεωφορείο και επιχείρησε να διασχίσει τρέχοντας το οδόστρωμα για να φθάσει στο Κ.Υ. στην απέναντι πλευρά. Το γεγονός ότι η παραπάνω έτρεχε στο οδόστρωμα το επιβεβαίωσε και η θυγατέρα της, πρώτη μάρτυς κατά το κατηγορητήριο (βλ. κατάθεσή της). Όμως η Σ. Μ. φθάνοντας στο ύψος της αριστερής εμπρόσθιας γωνίας του λεωφορείου δεν σταμάτησε ούτε ήλεγξε προηγουμένως για οχήματα που τυχόν πραγματοποιούσαν προσπέραση του λεωφορείου αλλά συνέχισε να τρέχει. Κατά τον χρόνο εκείνο ο πρώτος κατηγορούμενος Κ. Κ. οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του έβαινε επί της ως άνω οδού με κατεύθυνση προς την Καλαμπάκα. Φθάνοντας πίσω από το ακινητοποιημένο λεωφορείο διαπίστωσε ότι μπροστά του έβαινε ένα ΙΧΕ με πινακίδες ξένου κράτους. Στα πλαίσια αυτά σχεδόν ανέκοψε εντελώς την πορεία του. Μόλις το προπορευόμενο όχημα έφυγε προσπερνώντας το λεωφορείο ο δεύτερος κατηγορούμενος κινήθηκε και αυτός κατά την πρόθεσή του. Σημειωτέον ότι το εύρος του ΙΧΦ αυτοκινήτου είναι τέτοιο ώστε αυτό ευχερώς μπορούσε να διέλθει ανάμεσα στο σταματημένο λεωφορείο και τη διπλή συνεχόμενη διαγράμμιση στο οδόστρωμα χωρίς και να είναι ανάγκη να εισέλθει κατά ένα μέρος στο αντίθετο ρεύμα πορείας. Αφού πέρασε το νοητό μέσον του λεωφορείου ο παραπάνω, με ταχύτητα που (κατ' εκτίμηση) δεν ξεπερνούσε τα 60 χλμ/ώρα, καθόσον όπως προαναφέρθηκε πριν ελάχιστη απόσταση είχε σχεδόν ακινητοποιήσει το όχημα του, συνέχισε την πορεία του μη έχοντας υπόψιν του ότι θα ήταν δυνατόν να βρεθεί άνθρωπος αιφνίδια στην πορεία του. Σημειωτέον ότι ο παραπάνω κατηγορούμενος δεν είχε αντιληφθεί τον ηλικιωμένο άνδρα που είχε προηγηθεί της Σ. Μ., καθόσον, πέραν των άλλων, το οπτικό του πεδίο είχε περιοριστεί από το όχημα που προηγήθηκε. Και ενώ λοιπόν απέμεναν περί τα 2-3 μέτρα για να ολοκληρώσει ο πρώτος κατηγορούμενος την υπέρβαση του λεωφορείου, τότε ήταν που η Σ. Μ. εμφανίστηκε αιφνίδια στο οδόστρωμα, τρέχοντας (κατά τα παραπάνω) και χωρίς προηγουμένως να έχει ελέγξει από αριστερά της. Αμέσως ο κατηγορούμενος την αντιλήφθηκε και φρενάρισε, επιχειρώντας συγχρόνως αριστερά σε σχέση με την πορεία του ελιγμό, με σκοπό να αποφύγει να παρασύρει την παραπάνω. Αυτή όμως δεν αντιλήφθηκε το όχημα, δεν σταμάτησε και έτσι αναπόφευκτα πλέον το ΙΧΦ την παρέσυρε με το εμπρόσθιο αριστερό του μέρος. Στη συνέχεια το σώμα της παραπάνω τινάχτηκε αρκετά μέτρα μπροστά και κατέληξε στο άκρο του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας προς τα Ιωάννινα. Στον αμέσως μεταγενέστερο χρόνο η παραπάνω απεβίωσε εξαιτίας της ως άνω σύγκρουσης (βλ. ιατροδ. έκθεση). Αποκλειστικός υπαίτιος της παράσυρσης κρίνεται η ως άνω θανούσα για τους παρακάτω λόγους. Συγκεκριμένα η παραπάνω ανεπίτρεπτα πέρασε μπροστά από το λεωφορείο ενώ θα έπρεπε να περάσει πίσω απ' αυτό. Το γεγονός δε ότι θα σπαταλούσε τυχόν περισσότερο χρόνο για να διέλθει με τον τρόπο αυτό το οδόστρωμα αδυνατεί να τύχει σχολιασμού. Πέραν τούτου όμως η παραπάνω επέδειξε αδικαιολόγητη επιπολαιότητα εμφανιζόμενη αιφνίδια στο οδόστρωμα έχοντας μάλιστα υπόψιν της ότι εκεί κινούνται πολλά οχήματα, χωρίς και να επιχειρήσει έστω να διαπιστώσει αν ευχερώς μπορούσε να το πράξει. Το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος πιθανώς να είχε υπερβεί ελάχιστα το ανώτατο όριο ταχύτητας στην συγκεκριμένη περιοχή, αδυνατεί να του προσδώσει υπαιτιότητα αναφορικά μες το επελθόν αποτέλεσμα, καθόσον του ήταν αδύνατο να διαβλέψει ότι θα ήταν δυνατόν έμφρων πεζός να διασχίσει ανεξέταστα το οδόστρωμα. Ομοίως ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον δεύτερο κατηγορούμενο, οδηγό του λεωφορείου, καθόσον ενήργησε αφενός μεν εθιμικά αλλά και κατά τη βούληση των επιβατών, ενώ ακινητοποίησε το όχημα που οδηγούσε με τρόπο ώστε να μην παρακωλύει την διέλευση άλλων οχημάτων αλλά και να αποβιβαστούν οι επιβάτες με ασφάλεια. Το γεγονός ότι η μετέπειτα θανούσα κινήθηκε βιαστικά μπροστά από το λεωφορείο, λόγω στενότητας χρόνου, ομοίως αδυνατεί να προσδώσει στον δεύτερο κατηγορούμενο υπαιτιότητα για το επελθόν αποτέλεσμα. Κατόπιν τούτου οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν αθώοι".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δικάσαν δικαστήριο κήρυξε αθώους τους δύο κατηγορουμένους οδηγούς αυτοκινήτων για την ανθρωποκτονία πεζής από αμέλεια τους που κατηγορούντο, περιέλαβε ελλιπή αιτιολογία. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό αυτής, δεν εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν και σημειώνονται στα πρακτικά δεν επαρκούν για την κατάφαση της ενοχής των κατηγορουμένων οδηγών και δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη μη συνδρομή της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της άνω αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια παρασυρθείσας πεζής, όσον αφορά τους δύο αθωωθέντες κατηγορούμενους οδηγούς αυτοκινήτων. Πλέον συγκεκριμένα, το δικαστήριο, που στην προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα της παρασυρθείσας από το ΙΧΦ αυτοκίνητο και θανάσιμα τραυματισθείσας πεζής Σ. Μ. και καμία συνυπαιτιότητα των δύο κατηγορουμένων οδηγών, α) σε σχέση με τον αθωωθέντα οδηγό του ΔΧΕ λεωφορείου, από το οποίο κατέβηκε η παθούσα, επιβάτης και στη συνέχεια παρασυρθείσα πεζή από το ΙΧΦ αυτοκίνητο του άλλου συγκατηγορουμένου οδηγού, δεν εξηγείται επαρκώς πώς παύει η ευθύνη του οδηγού του λεωφορείου, όπως και δέχεται το δικαστήριο στο αιτιολογικό του, που σταμάτησε και αυθαίρετα αποβίβασε επιβάτες, όπως και την Σ. Μ., ηλικίας 66 ετών, στο συγκεκριμένο σημείο της Ε.Ο. Τρικάλων - Ιωαννίνων και στο δεξιό αυτής, όπου δεν υπάρχει και δεν προβλέπεται από το ΚΤΕΛ στάση λεωφορείου ΚΤΕΛ, ούτε και υπάρχει εκεί διάβαση πεζών, ενόψει του υπάρχοντος απέναντι Κέντρου Υγείας Τρικάλων, αλλά και η ευθύνη αυτού ως οδηγού λεωφορείου που σταμάτησε όχι στο άκρο της οδού εκτός οδοστρώματος που μπορούσε, αλλά καταλαμβάνοντας μέρος της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας και εμποδίζοντας την κίνηση και την ορατότητα των λοιπών χρηστών της λεωφόρου που εκινούντο με ιδία με αυτόν κατεύθυνση προς Τρίκαλα, ενώ, κατά τις παραδοχές, στο σημείο αυτό υπάρχει διαμορφωμένο από το Δήμο Τρικάλων χωμάτινο πλάτωμα ικανό για να σταματούν εκεί αυτοκίνητα εκτός οδοστρώματος, με συνέπεια η αποβιβασθείσα επιβάτης, όταν προσπάθησε ανέλεγκτα και απερίσκεπτα να περάσει απέναντι, από το μπροστινό μέρος του λεωφορείου, διασχίζοντας κάθετα το οδόστρωμα, να παρασυρθεί και να τραυματισθεί θανάσιμα από το ΙΧΦ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο άλλος αθωωθείς οδηγός, που εκινείτο προς Τρίκαλα. β) σε σχέση με τον οδηγό του ΙΧΦ αυτοκινήτου, που παρέσυρε την ανωτέρω πεζή, δεν εξηγείται πώς ένας επαγγελματίας οδηγός, που βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων του, όφειλε να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, κινούμενος στην Ε.Ο. και ειδικότερα βλέποντας μπροστά και δεξιά σταθμευμένο ένα λεωφορείο του ΚΤΕΛ, έναντι του Κ.Υ. Τρικάλων, καταλαμβάνοντας μέρος της δεξιάς λωρίδος και έχοντας ανάψει τους διπλούς δείκτες στάσης (αλάρμ) να αποβιβάζει επιβάτες, πώς δεν όφειλε να προβλέψει ως δυνατή και ενδεχομένως αναμενόμενη την επιπόλαιη κίνηση κάποιου αποβιβασθέντος από το λεωφορείο πεζού, να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα , ώστε αυτός να λάβει πρόσθετα μέτρα σαν συνετός οδηγός, όπως όφειλε κατά τον ΚΟΚ, να ρυθμίσει και να ανακόψει ανάλογα την ταχύτητα του ή να προειδοποιήσει την πορεία του με ηχητικά όργανα και να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, μήπως πεταχτεί από το μπροστινό μέρος του προσωρινά σταθμευμένου λεωφορείου ΚΤΕΛ κάποιος πεζός, όπως και έγινε, με συνέπεια αυτός, λόγω και της αυξημένης ταχύτητας του, αφενός δεν αντιλήφθηκε αμέσως την παθούσα , αφετέρου δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά ή αποτελεσματική πέδηση και παρά την πέδηση που πραγματοποίησε παρέσυρε την παθούσα, εκτινάσσοντας το σώμα της αρκετά μέτρα μπροστά, σύμφωνα, με τις παραδοχές. Επίσης, σύμφωνα με τις παραδοχές η ταχύτητα του φορτηγού αυτοκινήτου τη στιγμή του ατυχήματος ήταν 60 χιλ. την ώρα, ήτοι πάνω από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο των 50 χιλ. και υπερβολική για τις περιστάσεις (κατοικημένη περιοχή, έναντι Κ.Υ. Τρικάλων), παρά ταύτα δεν αιτιολογείται πώς η ταχύτητα αυτή δεν συνετέλεσε στην επέλευση του ανωτέρω θανατηφόρου ατυχήματος. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμ. 952/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων.
Παραπέμπει την υπόθεση και ως προς τους δύο κατηγορουμένους για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως αυτήν.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά αποφάσεως Τριμελούς Πλημ/κείου Τρικάλων. Απόφασης που κηρύσσει αθώους τους δύο κατηγορούμενους οδηγούς, για ανθρωποκτονία από αμέλεια, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Δέχεται αίτηση. Αναιρεί. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναιρέσεως παραδοχή, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αναίρεση μερική, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 816/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Ν.- του Ι., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, περί αναιρέσεως της 3313/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1381/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν, οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή, πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ , πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται καθόλου ή παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε μη υποβληθέντα ή απαράδεκτα προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό. Περαιτέρω κατά την αρχή που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 463 ΚΠΔ, το ένδικο μέσο, άρα και αυτό της αναιρέσεως (άρθρο 462 ΚΠΔ), μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος στον οποίο ρητώς ο νόμος παρέχει αυτό το δικαίωμα και έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ενδίκου μέσου (Ολ. ΑΠ 44/1986). Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό με τη προσβαλλόμενη απόφαση του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα -κατηγορούμενο για τις αξιόποινες πράξεις: α)της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, β)της χρήσεως πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση και γ)και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ' Π.Κ. του επέβαλε δε ποινή φυλακίσεως 4 ετών, ήτοι μία ποινή προκειμένου να μη χειροτερεύσει τη θέση του κατηγορουμένου, στον οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε επιβάλλει μία ποινή για τα αληθώς πραγματικώς συρρέοντα ως άνω αδικήματα. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων που δικάσθηκε εκπροσωπούμενος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Ιωάννη Μοροζίνη, δια του εγγράφου υπομνήματος του, που καταχωρήθηκε στα ανωτέρω πρακτικά, ζήτησε να αναγνωρισθεί από το Δικαστήριο της ουσίας, ότι στο πρόσωπο του συντρέχουν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α', δ' και ε' Π.Κ., που στοιχειοθετούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους οποίους ανέπτυξε και προφορικά. Ειδικότερα δε, για τη θεμελίωση του αιτήματος αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του, της υπό στοιχ. δ' ελαφρυντικής περιστάσεως του ως άνω άρθρου, πλέον των λοιπών στοιχείων που εξέθεσε, ζήτησε και την ανάγνωση των βεβαιώσεων κυρίας χρήσεως ακινήτων που εκδόθηκαν από την Υπηρεσία Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων, οι οποίες είχαν προσκομισθεί με το έγγραφο απολογητικό του υπόμνημα και αφορούσαν τις υπ' αρ. 1, 4,5,6,7,9,10,11, 13,15,16,19,20,25,28, πράξεις του κατηγορητηρίου. Το Δικαστήριο της ουσίας με τη προσβαλλόμενη απόφαση του, αναγνώρισε το ελαφρυντικό αυτό με την παρακάτω αιτιολογία: "Περαιτέρω κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του, πρέπει να αναγνωρισθεί η συνδρομή στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περιστάσεως της ΠΚ 84 παρ. 2 εδ. δ', ως ορίζεται στο διατακτικό, καθόσον, ως αποδεικνύεται εκ των υπ' αυτού προσκομιζομένων και επ' ακροατηρίω τόσον του πρωτοδίκου όσο και του δικαστηρίου αυτού αναγνωσθέντων εγγράφων, τα οποία αναφέρονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη και με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοδίκου και του παρόντος δικαστηρίου, προκύπτει, ότι αυτός επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει και να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του, με την έκδοση νέων γνησίων τεχνικών εκθέσεων, επί των εν λόγω ακινήτων από πράγματι υπογράψαντες μηχανικούς με δική του δαπάνη και την χορήγηση με την προσκόμιση τους αληθών βεβαιώσεων κυρίας χρήσης από την ειρημένη πολεοδομική αρχή ". Επομένως το Δικαστήριο της ουσίας χορήγησε το ως άνω ελαφρυντικό, αφού έλαβε υπ' όψη του για τη χορήγηση του, τα αναγνωστέα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ενώπιον του έγγραφα, που αναφέρονται στα πρακτικά αμφοτέρων, ήτοι των νέων γνησίων τεχνικών εκθέσεων που εκδόθηκαν από την πολεοδομία του Δήμου Αθηναίων, με έξοδα του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, βάσει των οποίων εκδόθηκαν από την υπηρεσία αυτή οι βεβαιώσεις κυρίας χρήσεως των ακινήτων, οι οποίες προηγουμένως είχαν εκδοθεί κατόπιν χρήσεως από τον κατηγορούμενο των πλαστών τεχνικών εκθέσεων. Κατ' ακολουθία αυτών, αφού χορηγήθηκε η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση, για τη θεμελίωση της οποίας ο κατηγορούμενος ως προαναφέρθηκε αιτήθηκε την ανάγνωση των εγγράφων αυτών, ελλείπει το έννομο συμφέρον του, για την προβολή αυτής της αιτίασης του κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Εξ άλλου δεν παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα από τη μη ανάγνωση των εγγράφων αυτών, ούτε επήλθε έλλειψη ακρόασης από την παράλειψη του Δικαστηρίου να αποφανθεί για το αίτημα του αυτό, για το οποίο σημειωτέον δεν προσέφυγε στο Δικαστήριο προκειμένου αυτό να κρίνει για την ανάγνωση τους ή μη. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης που ερείδεται στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. β' ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακρόασης (αρθρ. 170 παρ. 2 ΚΠΔ) ,πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως, ως απαράδεκτος. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η πρόσθετη αιτίαση που προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι μετά από το αίτημα του, για την ανάγνωση των εγγράφων αυτών δεν δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα να προτείνει επί του αιτήματος αυτού, το οποίο το δικαστήριο της ουσίας σιγή το απέρριψε, και ως εκ τούτου επήλθε εκ του λόγου αυτού απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, πρέπει επίσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη διότι την ακυρότητα αυτή της διαδικασίας δε μπορεί να την προτείνει ο κατηγορούμενος (ΑΠ 410/2010). Περαιτέρω, όπως προκύπτει και πάλι από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, επικαλέσθηκε για τη χορήγηση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 α' Π.Κ. από το Δικαστήριο της ουσίας τα εξής : "Είμαι ηλικίας 57 ήδη ετών, άτομο επισφαλούς υγείας, έγγαμος και πατέρας δύο τέκνων, τα οποία με βαρύνουν οικονομικά. Το ποινικό μου μητρώο είναι λευκό, είχα υπηρεσία 28 ετών στο Δήμο Αθηναίων, όπου εργαζόμουν στο Τμήμα Αποχέτευσης και είμαι συνταξιούχος εδώ και δύο έτη περίπου. Η συμπεριφορά μου τόσο στην Υπηρεσία όσο και στη κοινωνία ήταν η προσήκουσα. Το ενδιαφέρον μου για την οικογένεια μου ήταν αμέριστο και αυτό ήταν που με οδήγησε να παρασυρθώ στις πράξεις μου για να καλύψω τις οικονομικές ανάγκες της. Πριν τη τέλεση τους είχα ζήσει κατά πάντα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή ώστε δικαιούμαι να μου αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ." Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του με την ακόλουθη αιτιολογία : "Το αίτημα του για την αναγνώριση και της ελαφρυντικής περιστάσεως της ΠΚ 84 παρ. 2 εδ. α', πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο, γιατί μόνον το εκ του επ' ακροατηρίω αναγνωσθέντος ποινικού του μητρώου προκύπτον λευκό ποινικό παρελθόν του και η απουσία επίμεμπτης συμπεριφοράς του, χωρίς την υπ' αυτού επίκληση και απόδειξη θετικών στοιχείων, με αναφορά σε πραγματικά περιστατικά, ικανών να χαρακτηρίσουν τον δράστη έντιμο, δεν μπορούν να θεμελιώσουν το ελαφρυντικό αυτό". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του, περί συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' Π.Κ., διέλαβε στη απόφαση του αυτή την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τούτο διότι αιτιολογείται η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν αρκεί για την παραδοχή του, η ύπαρξη του λευκού ποινικού του μητρώου, αλλ' απαιτείται επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένων στοιχείων με αναφορά σε πραγματικά περιστατικά θετικής συμπεριφοράς στην κοινωνία, πέραν των συνηθισμένων της εργασίας και του εγγάμου βίου, που να μπορούν να χαρακτηρίσουν τον δράστη του εγκλήματος ως έντιμο άτομο στο παρελθόν. Τέτοια δε περιστατικά δεν επικαλέσθηκε ο κατηγορούμενος ο οποίος προσπάθησε να στηρίξει την εντιμότητα του ατομικού, επαγγελματικού, οικογενειακού και κοινωνικού του βίου μόνο στο ότι δημιούργησε οικογένεια και εργάσθηκε 28 έτη, χωρίς επίκληση και απόδειξη άλλων ιδιαιτέρων πραγματικών περιστατικών με θετικές πράξεις προσφοράς του στους τομείς αυτούς που να χαρακτηρίζουν την εντιμότητα του παρελθόντος του.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από τα άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την απορριπτική της κρίση σε σχέση με τον προβληθέντα αυτόν αυτοτελή ισχυρισμό του, είναι αβάσιμος κατ' ουσία και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί. Ακολούθως, εφόσον δεν επήλθε καμία παραβίαση της διαδικασίας στο ακροατήριο που να προσκρούει στα υπερασπιστικά δικαιώματα του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου που του παρέχονται από το νόμο, ώστε η διεξαγωγή της σε βάρος του δίκης να μην ήταν δίκαιη και να έγινε κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α., πρέπει ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, με τον οποίο προβάλλει την αιτίαση αυτή κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. πρωτ. 8109/6-12-2012 αίτηση του Γ. Ν. του Ι., κατοίκου ... οδός ... για αναίρεση της υπ' αρ. 3313/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που ασκήθηκε με δήλωση αναίρεσης που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως. Λόγοι αναίρεσης. Απόλυτη ακυρότητα διαδικασίας διότι δεν αναγνώσθηκαν έγγραφα που είχαν προσκομισθεί από τον κατηγορούμενο. Απορρίπτεται ο λόγος αυτός ως απαράδεκτος ελλείψει εννόμου συμφέροντος, διότι ζητήθηκε η ανάγνωση τους για τη θεμελίωση του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. Δ' ΠΚ, ο οποίος έγινε δεκτός από το Δικαστήριο της ουσίας. Απορρίπτεται ο λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου του άρθρ. 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ. Απορρίπτεται ο λόγος απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, από την παραβίαση του άρθρ. 6 της ΕΣΔΑ.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 815/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ε. Λ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 6721/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Β. του Ι., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαδάκο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Νοεμβρίου 2012 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1327/2012.
Αφού άκουσε
Τους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ, "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Εκείνος που εξαπατήθηκε δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με αυτόν που ζημιώθηκε. Ως περιουσιακή βλάβη νοείται κάθε μείωση της συνολικής αξίας της περιουσίας, αλλά και η απειλή μειώσεως της, όταν δημιουργείται χειροτέρευση της ενεστώσας περιουσιακής καταστάσεως, όπως και η απειλή ή ο κίνδυνος της περιουσίας στο μέλλον. Εξάλλου, κατά το άρθρο 45 Π.Κ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς, σύμπραξη κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικώς, κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο καθένας συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με το δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και να θέλει ή να αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Η σύμπραξη κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται στο ότι ο καθένας πραγματώνει με την επί μέρους πράξη του την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στη δικαστική απόφαση και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς (Ολ.Α.Π. 50/1990). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται, έτσι, λόγος αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 6721/2012, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη για την αξιόποινη πράξη της απάτης με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, από κοινού, σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, εκτίθεται, ότι, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ήτοι την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τις εκθέσεις που αναφέρονται στα πρακτικά, τα αναγνωσθέντα έγγραφα και την απολογία της κατηγορουμένης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η κατηγορουμένη έχει τελέσει την πράξη η οποία της αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη αυτής. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι: Η κατηγορουμένη ήταν γνωστή του εγκαλούντα Γ. Β. οδοντίατρου, ο οποίος της είχε εκμυστηρευτεί, ότι αναζητούσε τρόπο για να εξασφαλίσει τη σίγουρη επιτυχία του υιού του, κατά τη διεξαγωγή των εξετάσεων, τον Ιούλιο του 2005, για την αναγνώριση του αλλοδαπού τίτλου Σπουδών του πτυχίου του ιατρικής από το ΔΙΚΑΤΣΑ. Έτσι στο Γαλάτσι Αττικής, τον Ιούνιο του 2005, ενεργώντας από κοινού με τον Γ. Π., τον οποίο εμφάνισε ως αρραβωνιαστικό της, παρέστησε στον εγκαλούντα, ότι ο Γ. Π. γνώριζε τον Ειδικό Σύμβουλο του Υπουργού Δικαιοσύνης, ιατρό, Κ. Π. και ότι εκ του λόγου αυτού είχε τη δυνατότητα να εξασφαλίσει τη σίγουρη επιτυχία του υιού του κατά τη διεξαγωγή των άνω εξετάσεων από το ΔΙΚΑΤΣΑ, γιατί μέσω του Κ. Π., θα μάθαινε από πριν τα θέματα των εξετάσεων, του ζήτησε δε για τις υπηρεσίες τους αυτές το ποσό των 90.000 ευρώ, για τον χρηματισμό δήθεν διαφόρων προσώπων. Πράγματι, μεταξύ του Γ. Π. και του Κ. Π. ιατρού, ο οποίος αληθώς ήταν ειδικός σύμβουλος του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης Α. Π., υπήρχε σχέση γνωριμίας, σε σημείο που ο πρώτος να κυκλοφορεί οδηγώντας το υπηρεσιακό αυτοκίνητο του δεύτερου. Βλέποντας ιδίως το τελευταίο, ότι δηλαδή ο Π. κυκλοφορούσε με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο του Π., ο εγκαλών πείστηκε στις άνω διαβεβαιώσεις, της κατηγορουμένης και μετά από διαπραγματεύσεις (παζάρια) της κατέβαλε το ποσό των 30.000 ευρώ, μέσω τραπεζικού λογαριασμού, τον οποίο άνοιξε στο όνομα της κοινής τους (με την κατηγορουμένη) φίλης και μάρτυρος Ε. Μ.. Ωστόσο, οι άνω διαβεβαιώσεις της κατηγορουμένης προς τον εγκαλούντα, ότι για τους ανωτέρω λόγους, είχε τη δυνατότητα να εξασφαλίσει τη σίγουρη επιτυχία του υιού του κατά τη διεξαγωγή των εξετάσεων, τον Ιούλιο του 2005, για την αναγνώριση του αλλοδαπού τίτλου Σπουδών του πτυχίου του ιατρικής από το ΔΙΚΑΤΣΑ, αφού θα γνώριζε τα θέματα των εξετάσεων, εφόσον της κατέβαλε το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ για τον χρηματισμό διαφόρων προσώπων, ήταν εν γνώσει της ψευδείς, αφού γνώριζε ότι ο Γ. Π. δεν είχε δυνατότητα να πληροφορηθεί από τον Κ. Π. ή κατ' άλλο τρόπο, τα θέματα πριν τις εξετάσεις, έπραξε δε τούτο προκειμένου να εξαπατήσει τον εγκαλούντα, με αποτέλεσμα, με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις της, ο τελευταίος να ζημιωθεί περιουσιακά κατά το ποσό των 30.000 € και να αποκομίσει η ίδια αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος. Το αίτημα της κατηγορουμένης να κληθεί ο Κ. Π. για να εξεταστεί ως μάρτυρας, πρέπει να απορριφθεί, αφού από το προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχείο, το Δικαστήριο είναι ... να σχηματίσει και πράγματι σχηματίζει, πλήρη δικανική πεποίθηση". Στο διατακτικό την κήρυξε ένοχη του ότι: "Στο Γαλάτσι Αττικής, τον Ιούνιο του 2005, ενεργώντας από κοινού με τον Γ. Π. με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η δε ζημία που προκλήθηκε από την πράξη αυτή είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Ειδικότερα, εν γνώσει τους παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα Γ. Β. του Ι., ιατρό, ότι δήθεν γνώριζε τον Ειδικό Σύμβουλο του Υπουργού Δικαιοσύνης, ιατρό, Κ. Π. και ότι εκ του λόγου αυτού είχε τη δυνατότητα να εξασφαλίσει τη σίγουρη επιτυχία του υιού του κατά τη διεξαγωγή των εξετάσεων, τον Ιούλιο του 2005, για την αναγνώριση του αλλοδαπού τίτλου σπουδών του πτυχίου ιατρικής από το ΔΙΚΑΤΣΑ, αφού θα γνώριζε τα θέματα των εξετάσεων και έτσι τον έπεισαν να τους καταβάλει το χρηματικό ποσό των 30.000 Ευρώ για τον χρηματισμό δήθεν διαφόρων προσώπων, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί περιουσιακά ο εγκαλών κατά το ως άνω ποσό και να αποκομίσουν οι ίδιοι αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος".
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα, της απάτης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 14, 16, 17, 26 παρ.1α, 27 παρ.1 α , 45, και 386 παρ.1 α και β Π.Κ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρει α) τις ψευδείς διαβεβαιώσεις της αναιρεσείουσας β) τη γνώση της ότι ήταν ψευδείς και γ) την ζημία που προκλήθηκε στον εγκαλούντα από τις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις της. Η ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι δεν εκτίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι αυτή τέλεσε την ως άνω πράξη κατά συναυτουργία με τον Γ. Π., και συνεπώς η απόφαση στερείται αιτιολογίας ως προς την παραδοχή της αυτή, είναι αβάσιμη, για τους παρακάτω λόγους : Από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει με σαφήνεια ότι η πράξη της απάτης τελέστηκε από κοινού με τον Γ. Π., συγκατηγορούμενό της, αφού εκτίθεται ότι η κατηγορουμένη εμφάνισε αυτόν ως αρραβωνιαστικό της, και ο τελευταίος δέχθηκε να εμφανισθεί με το ρόλο αυτό ενώπιον του παθόντος Γ. Β., αυτό δε έγινε στα πλαίσια της συναυτουργικής δράσης τους, (από κοινού), επιπροσθέτως δε, αμφότεροι από κοινού, παρέστησαν στον ως άνω παθόντα ότι είχαν τη δυνατότητα, λόγω της σχέσης, του εξ αυτών Π., με τον Ειδικό Σύμβουλο του Υπουργού Δικαιοσύνης, Κ. Π., να εξασφαλίσουν την επιτυχία του υιού του στις εξετάσεις του ΔΙΚΑΤΣΑ, για την αναγνώριση του πτυχίου του της Ιατρικής, γνωστοποιώντας του τα θέματα που επρόκειτο να τεθούν στις σχετικές εξετάσεις, με τις ψευδείς δε αυτές διαβεβαιώσεις τους, παρέπεισαν τον παθόντα και του απέσπασαν το ποσό των 30.000, ευρώ το οποίο και οικειοποιήθηκαν παράνομα.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. τέταρτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ειδικότερα ως προς την κατά συναυτουργία τέλεση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ΚΠΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται, όμως, στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος της κατηγορουμένης- αναιρεσείουσας, κατά το στάδιο εξέτασης του πολιτικώς ενάγοντος, Γ. Β., υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, για κρείσσονες, προκειμένου να κληθεί και να προσέλθει ο μάρτυρας Κ. Π.. Επί λέξει το εν λόγω αίτημα διατυπώθηκε ως ακολούθως: Στο σημείο αυτό ο συνήγορος υπεράσπισης έκανε αίτημα "να έρθει ο Κ. Π. να καταθέσει" (βλ. σελ. 5α πρακτικών). Το δικαστήριο, με την κύρια επί της ενοχής απόφαση και μετά τις παραδοχές του για την ενοχή, απέρριψε το ως άνω αίτημα αναβολής της δίκης, με την διαλαμβανόμενη στο σκεπτικό του αιτιολογία ότι, "το αίτημα της κατηγορουμένης να κληθεί ο Κ. Π. για να εξεταστεί ως μάρτυρας, πρέπει να απορριφθεί, αφού από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, το δικαστήριο είναι σε θέση να σχηματίσει και πράγματι σχηματίζει, πλήρη δικανική πεποίθηση". Όπως υποβλήθηκε το άνω αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις, από τον συνήγορο της ήδη αναιρεσείουσας, στην κατ' έφεση δίκη, ήταν αόριστο, αφού δεν αναφερόταν σ' αυτό, περί τίνος ακριβώς θέματος θα κατέθετε ο εν λόγω μάρτυρας και για ποιους συγκεκριμένους λόγους ήταν αναγκαία η μαρτυρία του.
Συνεπώς, δεν ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει, και μάλιστα ειδικά και αιτιολογημένα, στο ανωτέρω αίτημα της ήδη αναιρεσείουσας, αφού αυτό ήταν αόριστο, εκ περισσού δε, παρά ταύτα το απέρριψε με την παραπάνω αιτιολογία.
Κατ' ακολουθία, δεν πάσχει η απορριπτική του αιτήματος αυτού, ως άνω, απόφαση, από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεν ιδρύθηκε ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως και συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας της παραπάνω απόφασης, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ. θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η από το εδάφιο α' της παραγράφου 2 του άρθρου 84 ΠΚ ελαφρυντική περίσταση "το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, οι συνήγοροι της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας, μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης και την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ποινής, αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησαν "να επιβληθεί στην κατηγορουμένη το ελάχιστο όριο της προβλεπόμενης από το νόμο ποινής, λαμβάνοντας υπόψη και τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 α' και 2δ'Π.Κ.". Έτσι, όμως, όπως διατυπώθηκε ο παραπάνω αυτοτελής ισχυρισμός, ήταν εντελώς αόριστος, αφού για τη θεμελίωσή του οι παραπάνω συνήγοροι δεν επικαλέστηκαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Το δικαστήριο, με την παρεμπίπτουσα επί της ποινής απόφαση και μετά τις παραδοχές του για την προσωπικότητα της κατηγορουμένης και τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε, απέρριψε το αίτημα αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 α' του Π.Κ, (ως προς την απόρριψη του οποίου παραπονείται η αναιρεσείουσα), με την διαλαμβανόμενη στο σκεπτικό του αιτιολογία ότι "κατά τα λοιπά, δεν αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη έζησε έως την τέλεση του εγκλήματος βίο καθόλα έντιμο και ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια μετά την πράξη της και συνεπώς το αίτημα αυτής να της αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις των περιπτώσεων α' και δ' του άρθρου 84 παρ.2 Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί". Όπως υποβλήθηκε το αίτημα αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 α', ήταν αόριστο, αφού γίνεται επίκληση μόνο της νομικής διάταξης που το προβλέπει και όχι επίκληση πραγματικών περιστατικών που το θεμελιώνουν και συνεπώς, δεν ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει και μάλιστα ειδικά και αιτιολογημένα στο ανωτέρω αίτημα, αφού αυτό ήταν αόριστο, εκ περισσού δε, παρά ταύτα το απέρριψε με την παραπάνω αιτιολογία.
Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθόσον αφορά την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 32 παρ.1 του ΚΠΔ καμιά απόφαση του Δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο δεν έχουν κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο εισαγγελέας. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 138 παρ. 2 ΚΠΔ, πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο παίρνουν το λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου ο εισαγγελέας καθώς και οι παρόντες διάδικοι. Τέλος κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου 138, η παράβαση της παραγράφου 2 συνεπάγεται την ακυρότητα της απόφασης. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του ΚΠΔ όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα που πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά στις απαιτήσεις του και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές πρέπει να δίνεται ο λόγος στον Εισαγγελέα της έδρας για να προτείνει επί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου και επί των αιτημάτων του για να μη δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ.1 στοιχ. β' και 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, υπό την προϋπόθεση όμως ότι τα αιτήματα αυτά ή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προβλήθηκαν κατά τρόπο ορισμένο συγκεκριμένο και νόμιμο κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας (άρθρα 350-368 ΚΠΔ) και όχι μετά τη λήξη αυτής, οπότε δεν είναι αναγκαίο να δοθεί ο λόγος στον εισαγγελέα εάν αυτός δεν τον ζητήσει (Α.Π. 739/2012, Α.Π. 679/2009). Από τις ίδιες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας της έδρας, όταν λαμβάνει το λόγο και αναπτύσσει την κατηγορία και προτείνει την ενοχή ή την αθώωση του κατηγορουμένου, σιωπηρώς, προτείνει και την απόρριψη των υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών και αιτημάτων του κατηγορουμένου, επί των οποίων είχε επιφυλαχθεί προηγουμένως και κατά συνέπεια δεν δημιουργείται καμιά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (Α.Π. 1154/2011, 1242/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, τόσο το αίτημα της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, όσο και ο αυτοτελής ισχυρισμός της περί συνδρομής στο πρόσωπό της, της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου, υποβλήθηκαν όλως αορίστως και συνεπώς το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε αυτούς, ως εκ περισσού δε, απάντησε, κατά τα ήδη εκτεθέντα, με αποτέλεσμα η έλλειψη πρότασης του εισαγγελέα, να μην ασκεί έννομη επιρροή στις αποφάσεις με τις οποίες απορρίφθηκαν τα αιτήματα αυτά και να μην δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, εκ του λόγου αυτού. Πέραν των ανωτέρω, καθόσον αφορά το αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, αυτό υποβλήθηκε από τους συνηγόρους της κατηγορούμενης, κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας και ειδικότερα κατά το στάδιο εξέτασης του πολιτικώς ενάγοντος, και συνεπώς, η πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας, επί της κατηγορίας περί "απαλλαγής της κατηγορουμένης λόγω αμφιβολιών", (σελ.15) εμπεριέχει οπωσδήποτε και πρόταση του για την απόρριψη του παραπάνω αιτήματος αναβολής, σύμφωνα με όσα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρθηκαν. Περαιτέρω, καθόσον αφορά την υποβολή του παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού, για την αναγνώριση συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρο 84 παρ.2 εδ. α' ΠΚ, ο ισχυρισμός αυτός υποβλήθηκε από τους συνηγόρους της κατηγορουμένης, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, κατά το στάδιο που τους δόθηκε ο λόγος επί της ποινής και μετά την πρόταση του Εισαγγελέα επί της ποινής, και έτσι δεν ήταν αναγκαίο να δοθεί ο λόγος, επί του ζητήματος της βασιμότητας του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού στον Εισαγγελέα, αφού τέτοιο αίτημα δεν υποβλήθηκε εκ μέρους του τελευταίου, σύμφωνα με όσα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρθηκαν. Κατ' ακολουθία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, από το ότι το Τριμελές Εφετείο απέρριψε το αίτημα αναβολής για κρείσσονες και τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό της κατηγορουμένης, χωρίς να έχει προηγουμένως προτείνει επ' αυτών ο Εισαγγελέας.
Από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει, ότι καμία ακυρότητα δεν δημιουργείται αν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση αναγνώσει στο ακροατήριο κατάθεση μάρτυρα που λήφθηκε κατά την προδικασία και αν ακόμη δεν βεβαιώσει στην απόφασή του ότι συνέτρεξε νόμιμη προς τούτο περίπτωση (αδυναμία εμφάνισης του μάρτυρα κ.λ.π.) εφόσον δεν εναντιώθηκε ο κατηγορούμενος. Η λήψη υπόψη τέτοιας κατάθεσης από το δικαστήριο παραβιάζει το παρεχόμενο από τα άρθρα 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και 6 παρ. 3 στοιχ. Δ' της Ε.Σ.Δ.Α. δικαίωμα του κατηγορουμένου να υποβάλει ερωτήσεις στο μάρτυρα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Α' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η κατάθεση αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, η παράλειψη αναφοράς στην απόφαση της συνδρομής νόμιμης προϋπόθεσης για την ανάγνωση μίας τέτοιας κατάθεσης δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας.
Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, γιατί, απαραδέκτως αναγνώστηκαν, α) η από 30-5-2006 ένορκη εξέταση της μάρτυρος Δ. Α. και 2) η από 25-5-2006 ένορκη εξέταση του μάρτυρα Κ. Π., που δόθηκαν κατά την προδικασία, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι καταθέσεις αυτές αναγνώστηκαν χωρίς εναντίωση της αναιρεσείουσας ή των συνηγόρων της, (βλ. σελ.9 της προσβαλλομένης απόφασης), ενώ η παράλειψη αναφοράς στην απόφαση της συνδρομής νόμιμης προϋπόθεσης, για την ανάγνωση των ως άνω καταθέσεων, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.
Εξάλλου, και η συναφής με τα ανωτέρω αιτίαση, που προβάλλεται με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο, ενόψει των επικαλουμένων σφαλμάτων και πλημμελειών, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. για δίκαιη δίκη είναι απαράδεκτη, γιατί η παραβίαση της δίκαιης δίκης, που καθιερώνεται από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της απόφασης, πέραν των αναφερομένων περιοριστικά στο άρθρο 510 του Κ.Π.Δ. λόγων, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους, ως άνω, λόγους, τους οποίους, όμως, δεν ιδρύουν οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που προαναφέρθηκαν, αφού, όπως αναφέρθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη και το Τριμελές Εφετείο δεν υπέπεσε σε καμιά πλημμέλεια και δεν στέρησε την αναιρεσείουσα από κανένα υπερασπιστικό της δικαίωμα.
Επομένως, ο έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραβίαση του άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, λόγω των από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' του ΚΠΔ πλημμελειών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος ( άρθρα 176,183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 24-11-2012, υπ' αριθμό πρωτ. 7864/27-11-2012, αίτηση, της Ε. Λ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 6721/2012 αποφάσεως του Ε' Τριμελούς Εφετείου, (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία από κοινού. Λόγοι αναίρεσης. Απόλυτη ακυρότητα γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στον εισαγγελέα να προτείνει επί του αιτήματος αναβολής για κρείσσονας και επί του αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Αβάσιμος ο λόγος καθόσον το αίτημα αναβολής και ο αυτοτελής ισχυρισμός προτάθηκαν αορίστως, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, εκ περισσού απάντησε και η έλλειψη πρότασης του Εισαγγελέα δεν επέφερε απόλυτη ακυρότητα. Εξάλλου ακυρότητα δημιουργείται όταν ο ισχυρισμός προβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι μετά τη λήξη αυτής, οπότε και δίνεται υποχρεωτικά ο λόγος στον Εισαγγελέα μόνον εάν αυτός τον ζητήσει. Λόγω αοριστίας των παραπάνω αιτημάτων, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα, εκ περισσού απάντησε και είναι αβάσιμος ο λόγος για έλλειψη αιτιολογίας των παραπάνω παρεμπιπτουσών αποφάσεων. Απόλυτη ακυρότητα λόγω ανάγνωσης κατάθεσης μάρτυρα της προδικασίας Έλλειψη αιτιολογίας ως προς την κατά συναυτουργία τέλεση της πράξης. Παραβίαση άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ λόγω των επικαλούμενων κατά τα άνω ακυροτήτων της διαδικασίας και της έλλειψης αιτιολογίας. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αναβολής αίτημα.
| 0
|
Αριθμός 814/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Κ. του Χ., ... Αθηνών, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κρανιώτη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 570/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Τριπόλεως.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Τριπόλεως με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1123/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, και καταλαμβάνει και την παρούσα περίπτωση, αντικαταστάθηκε εκ νέου το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 και ορίζεται πλέον με αυτό ότι: "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ".
Με το ανωτέρω άρθρο 34 του ν. 3220/2004, όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του τελευταίου, επέρχονται ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις, όσον αφορά την ποινική δίωξη των οφειλετών. 1) Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, μεταξύ άλλων, το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξής του, ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις, όπως οι τόκοι και οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους (παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη, από το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές στα δέκα χιλιάδες (10.000) Ευρώ. Επομένως, με το άρθρο 34 § 1 του Ν. 3220/2004 μεταβλήθηκε ο χρόνος τελέσεως, ο τρόπος υπολογισμού της παραγραφής και εισήχθη η ενιαία αντιμετώπιση των χρεών όσον αφορά το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ. και τα τελωνεία ανεξαρτήτως του ποσού καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ και στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με τη βάσιμη οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις (τόκοι, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ενώ οι ποινές υπολογίζονται με βάση το κατώτερο ποσό συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξαρτήτως του είδους του χρέους παρακρατούμενοι ή εισπραττόμενοι φόροι, δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.), ενώ αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Το έγκλημα της παραβάσεως του άρθρου 25 Ν. 1882/1990 που είναι πλημμέλημα, αφού τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως (άρθρο 18 Π.Κ.), προϋποθέτει δόλο (πρόθεση), αφού δεν καθορίζεται υπό του άνω άρθρου το είδος της υπαιτιότητας. Εντεύθεν και δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία του δόλου ούτε και στην περίπτωση που κάποιος καταδικάσθηκε για την παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 Ν. 1882/1990 αφού και στην περίπτωση αυτή, ο δόλος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει, στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης αυτής πράξεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 570/2012 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τριπόλεως, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, της πράξης, μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, ήτοι, την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν ομόρρυθμος εταίρος στην εταιρεία με την επωνυμία "Ν.Χ. - Κ. Κ. Ο.Ε." καθυστέρησε ηθελημένα την καταβολή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 4 μηνών, βεβαιωμένο σε βάρος του χρηματικό ποσό, συνολικού ύψους 86.922,93 ευρώ, τα οποία έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα από 28.4.2006, με την πράξη βεβαίωσης Δ.Ο.Υ. Τρίπολης 1394/2006, από 30.6.2004 (ποσού 64.641,30 ευρώ) με την πράξη βεβαίωσης 2762/2004 για πρόστιμο Φ.Π.Α. έτους 1991, και από 30.9.2004 (ποσού 22.268,67 ευρώ) με την πράξη βεβαίωσης 4058/2004 για εισόδημα έτους 1992, και δεν έχει καταβάλει (ούτε έχει ρυθμίσει) μέχρι σήμερα. Πρέπει, συνεπώς, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, όπως κατηγορείται, απορριπτομένης της ένστασης περί εκκρεμοδικίας, καθόσον δεν προέκυψε με βεβαιότητα ότι η υπ' αριθμ. 1414/1999 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δυνάμει της οποίας ο κατηγορούμενος αθωώθηκε για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, αφορούσε τα αυτά χρέη, καθόσον μάλιστα προέκυψε ότι δυνάμει των υπ' αριθμ. 290, 291 και 322/2009 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Τρίπολης απορρίφθηκαν τελεσίδικα οι προσφυγές του για τα επίδικα χρέη του προς το Δημόσιο, των οποίων τελικά (αν και δεν απαιτείται για την άσκηση της ποινικής δίωξης) οριστικοποιήθηκε η εγγραφή τους.". Ακολούθως, η προσβαλλομένη απόφαση, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι: "Στην Τρίπολη, στις 9 Απριλίου 2008, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 1882/1990, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα του δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημοσίου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και συγκεκριμένα ενώ είχε βεβαιωθεί σε βάρος του το χρηματικό ποσό των ογδόντα έξι χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι δύο ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών (86.922,93 €) δεν κατέβαλε τα παρακάτω ποσά:
όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αριθμ. 5/2009 ειδ. Βιβλίου) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος την από 9/4/2009 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ογδόντα έξι χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι δύο ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών (86.922,93 €).
Πλην όμως το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη του αυτή από μη ταπεινά αίτια (αρθρ. 84 παρ. 2β' Π.Κ.)." Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο στο σκεπτικό, όπως αυτό αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 25 § 1, 2 Ν. 1882/1990, όπως η παράγραφος 1 ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 34 § 1 Ν. 3220/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση, η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών (ΔΟΥ Τρίπολης), το είδος αυτών, (Φ.Π.Α. 1991 και εισόδημα μη παρακρ. 1992, βάσει δικαστικής απόφασης) το ύψος τους, ο τρόπος πληρωμής τους (εφάπαξ) το πρώτο και σε δύο μηνιαίες δόσεις το δεύτερο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι και οι δύο περιπτώσεις (εφάπαξ ή σε δόσεις) αντιμετωπίζονται πλέον ενιαία, από τον ως άνω νεότερο νόμο, ο χρόνος καταβολής τους, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, μπορούσαν και έπρεπε να καταβληθούν και η καθυστέρηση καταβολής τους, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, ενώ εξειδικεύεται περαιτέρω, το ύψος των εν λόγω επί μέρους χρεών για τα οποία καταδικάστηκε, ο αναιρεσείων. Περαιτέρω αιτιολογείται η νομιμοποίησή του, αφού διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της ως άνω απόφασης, η ιδιότητά του, ως ομορρύθμου εταίρου, της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ν.Χ.-Κ. Κ. Ο.Ε." σε βάρος της οποίας βεβαιώθηκαν τα ως άνω χρέη ενώ στο διατακτικό το οποίο αλληλοσυμπληρώνει το σκεπτικό παρατίθεται αυτούσιος ο πίνακας χρεών από τον οποίο προκύπτει ότι στα με Α/Α, 2 και 3 χρέη (Πρόστιμο Φ.Π.Α. 1991 και μη παρακρατηθέν εισόδημα 1992 δικαστική απόφαση), αντίστοιχα, για τα οποία καταδικάσθηκε, στη στήλη Α.Φ.Μ. αναφέρεται ο αριθμός ..., που αντιστοιχεί στο Α.Φ.Μ της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρείας, όπως συνομολογεί ο αναιρεσείων με το δικόγραφο της αναίρεσης και με το υπόμνημα του, ενώ στην ίδια στήλη αναφέρεται η ένδειξη ΟΜ (δηλαδή ομόρρυθμο μέλος). Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα ότι δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση από το ότι ως χρόνος τελέσεως της κατ' εξακολούθηση πράξεως αναφέρεται στο διατακτικό η ημερομηνία 9- 4-2008 και συντρέχει εκ πλαγίου παράβαση των περί παραγραφής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμη, γιατί από τις υπόλοιπες παραδοχές της απόφασης, σαφώς συνάγεται, ότι ο πραγματικός χρόνος τελέσεως της κατ' εξακολούθηση αξιοποίνου πράξεως καθυστερήσεως δύο χρεών με Α/Α, 2 και 3, για τα οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, είναι το χρονικό διάστημα που ορίζεται μεταξύ των τεσσάρων μηνών από την καθυστέρηση καταβολής του πρώτου χρέους και του τετραμήνου από την καταβολή της τελευταίας δόσης του δεύτερου χρέους, δηλαδή το χρονικό διάστημα μεταξύ 30-10-2004 έως 30-1- 2005 (30-6-2004 ημερομηνία καταβολής του πρώτου χρέους, 30-9-2004 ημερομηνία καταβολής της δεύτερης δόσης του δεύτερου χρέους), από παραδρομή δε, αναφέρεται στο διατακτικό, ως χρόνος τέλεσης η ημερομηνία υποβολής της μηνυτήριας αναφοράς, δηλαδή η 9-4-2008. Προσθέτως, από την αναφορά στο διατακτικό, ως χρόνου τελέσεως του διωκόμενου κατ' εξακολούθηση ως άνω εγκλήματος της μη καταβολής χρεών, της 9-4-2008, δε δημιουργείται ασάφεια, από την επιμήκυνση δε του χρόνου τελέσεως, δεν επηρεάζεται ο χρόνος παραγραφής του ενδίκου πλημμελήματος που είναι οκτώ (8) έτη, συνυπολογιζομένου και του χρόνου αναστολής της παραγραφής (5 + 3), σε βάρος του κατηγορούμενου, αφού αυτός δεν επικαλείται επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος μετά την πενταετία, η δε υπόθεση εκδικάστηκε στο άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο στις 24-5-2012, οπότε και υπό την εκδοχή του άνω πραγματικού χρόνου τελέσεως, (30-10-2004 έως 30-1-2005) και πάλιν, δεν είχε συμπληρωθεί οκταετία και δεν είχε παραγραφεί η ανωτέρω πράξη (ΑΠ 292/2012).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, 4ος λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου, κατ' εκτίμηση, που υποστηρίζουν αντίθετα από τα παραπάνω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του ΚΠΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για παραβίαση του δεδικασμένου, ώστε με τον αναιρετικό αυτό λόγο να διασφαλίζεται η εφαρμογή από τα δικαστήρια της ουσίας του άρθρου 57 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο, αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου "αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου". Για την περίπτωση που έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για ορισμένο έγκλημα και ακολουθήσει άσκηση για το ίδιο νέας ποινικής διώξεως, ο ΚΠΔ δεν περιέχει ρητή ρύθμιση για την εντεύθεν εκκρεμοδικία και την τύχη της δεύτερης ποινικής διώξεως. Όμως, με ανάλογη εφαρμογή των όσων ορίζει το άρθρο 57 παρ. 3 ΚΠΔ για το δεδικασμένο, πρέπει, αν η προηγηθείσα ποινική δίωξη έχει κριθεί οριστικά, όχι όμως και αμετάκλητα, η δεύτερη να κηρύσσεται απαράδεκτη, άλλως, ιδρύεται (με την εκδίκαση και της δεύτερης κατηγορίας) ο αναιρετικός λόγος της υπερβάσεως εξουσίας με την αρνητική της μορφή. Η αρχή της εκκρεμοδικίας, για την οποία όπως προαναφέρθηκε δεν υπάρχει ρητή ρύθμιση στον ΚΠΔ, προκύπτει έμμεσα και από τις διατάξεις των άρθρων 125 και 132 Κ.Π.Δ., οι οποίες αποκλείουν τη σύγχρονη εκδίκαση του ιδίου εγκλήματος από περισσότερα αρμόδια δικαστήρια. Επομένως, για να υπάρχει δεδικασμένο ή εκκρεμοδικία απαιτείται, εκτός των άλλων, και ταυτότητα της πράξεως, η οποία υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, από τα οποία απαρτίζεται, κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της και η προηγούμενη, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, που δόθηκε σε καθεμία απ' αυτές. Η ένσταση περί εκκρεμοδικίας, εφόσον είναι ορισμένη και προσδιορίζεται η εκκρεμής κατηγορία και προσκομίζεται η σχετική απόφαση από την οποία προκύπτει η εκκρεμοδικία, αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό από αυτούς που προτείνονται και στο δικαστήριο της ουσίας είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από το συνήγορο υπερασπίσεως του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου. Για να είναι πλήρης και ορισμένος τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι αναγκαία η αναφορά των πραγματικών περιστατικών που είναι απαραίτητα για τη θεμελίωσή του, χωρίς να αρκεί μόνο η επίκληση της νομικής διατάξεως που τον προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστός στη νομική ορολογία και να αποδεικνύεται η πρότασή του και η περαιτέρω προφορική ανάπτυξή του κατά την ακροαματική διαδικασία από τα οικεία πρακτικά. Η απόρριψη τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού απαιτείται να αιτιολογείται ιδιαιτέρως κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., γιατί διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η παράλειψη απάντησης σε τέτοιο ισχυρισμό, συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. β' Κ.Π..Δ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι ο συνήγορος που εκπροσώπησε τον ήδη αναιρεσείοντα, προέβαλε γραπτώς, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και ανέπτυξε προφορικά, ενώπιον του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου ένσταση, περί κηρύξεως απαραδέκτου της ποινικής διώξεως για την πράξη της μη καταβολής χρεών στο δημόσιο, από εκκρεμοδικία, που δημιουργήθηκε από το ότι για την ίδια πράξη, δηλαδή για τα ίδια χρέη, είχε ασκηθεί σε βάρος του κατηγορουμένου αυτού άλλη ποινική δίωξη και είχε παραπεμφθεί για να δικασθεί στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως, το οποίο επί εκείνης της κατηγορίας εξέδωσε την υπ' αριθ. 1414/1999 αθωωτική του απόφαση. Επί λέξει η παραπάνω ένσταση διατυπώθηκε εγγράφως, ως ακολούθως: "Ένσταση εκκρεμοδικίας. Με την με αριθμό 1414/1999 απόφαση του τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρίπολης, αθωώθηκα για τις ίδιες πράξεις για τις οποίες και είχα παραπεμφθεί. Με την από 20-1-2004 αίτηση του ίδιου Προϊσταμένου υποβλήθηκε όμοια αίτηση ποινικής δίωξης και εκκρεμεί". Την ένσταση αυτή την απέρριψε το δικαστήριο με την παρακάτω αιτιολογία: "Πρέπει συνεπώς να κηρυχθεί ένοχος, όπως κατηγορείται, απορριπτομένης της ένστασης εκκρεμοδικίας, καθόσον δεν προέκυψε με βεβαιότητα ότι η υπ' αριθ. 1414/1999 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δυνάμει της οποίας ο κατηγορούμενος αθωώθηκε για την πράξη της μη καταβολής χρεών στο δημόσιο, αφορούσε τα αυτά χρέη, καθόσον μάλιστα προέκυψε ότι δυνάμει των υπ' αριθ. 290, 291 και 322/2009 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Τρίπολης, απορρίφθηκαν τελεσίδικα οι προσφυγές του για τα επίδικα χρέη προς το Δημόσιο, των οποίων τελικά (αν και δεν απαιτείται για την άσκηση της ποινικής δίωξης), οριστικοποιήθηκε η εγγραφή τους". Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για να κριθεί το βάσιμο ή μη του σχετικού λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι με την υπ' αριθ. 1414/1999 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως, επί της οποίας ο κατηγορούμενος στήριξε την περί εκκρεμοδικίας ένστασή του, το αμετάκλητο της οποίας δεν βεβαιώνεται από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτει ότι αυτός κηρύχθηκε αθώος του ότι "στην Τρίπολη Αρκαδίας στις 24-1-1994 παρέβηκε τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν 1882/1990 "περί μέτρων για την είσπραξη των Δημοσίων Εσόδων". Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου συνολικού ποσού 37.402.678 δραχμών, τα οποία σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις καταβάλλονται εφάπαξ, παραβίασε την προθεσμία καταβολής αυτών πέραν των δύο μηνών από την λήξη του χρόνου καταβολής τους", ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση κηρύχθηκε ένοχος του ότι "στην Τρίπολη, στις 9 Απριλίου 2008, με περισσότερες της μιας πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα υπό την ισχύ του Ν. 1882/1990, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στο δημόσιο χρεών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων ευρώ και συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του το χρηματικό ποσό των ογδόντα έξι χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι δύο ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών (86.922,93, δεν κατέβαλε τα κατωτέρω ποσά ...", παραθέτοντας στη συνέχεια των πίνακα χρεών που αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της μηνυτήριας αναφοράς. Από την αντιπαραβολή των διατακτικών των δύο αυτών αποφάσεων σε συνδυασμό και με το σκεπτικό τους, προκύπτει ότι δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως στις δύο περιπτώσεις, κατά τον χρόνο και τον τόπο τελέσεως αυτής, αφού αυτές αφορούν διαφορετικά χρέη και διαφορετικές αιτίες βεβαίωσης τους, δοθέντος ότι τα χρέη για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων βεβαιώθηκαν με τις μεταγενέστερες της αθωωτικής απόφασης από 8-3-2000 εκθέσεις ελέγχου της Δ.ΟΎ Τρίπολης, μετά την απόρριψη των προσφυγών που ασκήθηκαν κατ' αυτών με τις υπ' αριθ. 360/2003 και 50/2004 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Τρίπολης, οι οποίες επικυρώθηκαν με τις μνημονευόμενος στο σκεπτικό αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Τρίπολης, ενώ οι αρχικές βεβαιώσεις των επίδικων χρεών, ακυρώθηκαν με την υπ' αριθ. 2/1998 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Τρίπολης για τυπικούς λόγους και όχι με την αιτιολογία ότι δεν οφείλονταν αυτά. Ελλείπει λοιπόν το βασικό στοιχείο της ταυτότητας της πράξεως στις δύο περιπτώσεις επί των οποίων έκριναν οι ανωτέρω δύο αποφάσεις, με αποτέλεσμα, όπως προαναφέρθηκε, να μη συντρέχει περίπτωση εκκρεμοδικίας. Ορθά λοιπόν και με την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε η κατά τα άνω, ένσταση εκκρεμοδικίας του κατηγορουμένου, ανεξάρτητα από το απαράδεκτο της, λόγω αοριστίας, αφού δεν εξειδικεύονται οι πράξεις για τις οποίες είχε αθωωθεί ο κατηγορούμενος μη αρκούσης της απλής αναφοράς στην απόφαση με την οποία αυτός αθωώθηκε. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', ΣΤ' και Η' ΚΠΔ, λόγοι της αίτησης 1ος και 3ος, κατά το σκέλος αυτό, (περί έλλειψης αιτιολογίας της παραπάνω απόφασης), παραβίασης δεδικασμένου (εκκρεμοδικίας) και υπέρβασης εξουσίας αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) ... δ) την εμφάνιση την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και πολιτικά Δικαιώματα, όπως η περίπτωση δ' αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν 3904/2010. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, "Παν πρόσωπον κατηγορούμενος επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.) που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2462/1997 " Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο". Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι, όταν πρόκειται για ποινικές υποθέσεις, στην έννοια της δίκαιης δίκης κατοχυρώνεται επί πλέον και το δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου, να θεωρείται (τεκμαίρεται) αθώος εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί νομίμως. Η παραβίαση του ανωτέρω δικαιώματος δημιουργεί την ακυρότητα που αναφέρθηκε, η οποία είναι απόλυτη και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Α' ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον 3ο λόγο αναίρεσης, προβάλλει την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ του λόγου ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του τεκμηρίου αθωότητάς του, από τις παραδοχές στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, για την απόρριψη της ένστασης εκκρεμοδικίας που κατά τα άνω προέβαλε, ότι "δεν προέκυψε με βεβαιότητα ότι η υπ' αριθ. 1414/1999 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δυνάμει της οποίας ο κατηγορούμενος αθωώθηκε για την πράξη της μη καταβολής χρεών στο δημόσιο, αφορούσε τα αυτά χρέη".
Ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος, καθόσον η προσθήκη των λέξεων "δεν προέκυψε με βεβαιότητα...." στο σκεπτικό της απόφασης, δεν καθιστά την αιτιολογία ενδοιαστική ενόψει και των παραδοχών που ακολουθούν στο σκεπτικό και δε συνιστούν αντιστροφή της υποχρέωσης του δικαστηρίου προς απόδειξη της ενοχής και μετακύλυση στον κατηγορούμενο του βάρους απόδειξης της αθωότητάς του, εντεύθεν δε, παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητάς του. Εξάλλου από το σύνολο των παραδοχών του σκεπτικού, όπως αυτό προαναφέρθηκε, προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην περί απόρριψης της παραπάνω ένστασης κρίση, γιατί από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, δεν αποδείχθηκε ταυτότητα των πράξεων. Επομένως, ο 3ος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 εδ. και δ του ΚΠΔ, περί απόλυτης ακυρότητας, η οποία επήλθε λόγω παραβιάσεως του από το άρθρο 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 13/1974) και 14 παρ.2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.) τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και κατά το σκέλος του αυτό.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 32 παρ.1 του ΚΠΔ καμιά απόφαση του Δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο δεν έχουν κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο εισαγγελέας. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 138 παρ. 2 ΚΠΔ, πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο παίρνουν το λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμος ο εισαγγελέας καθώς και οι παρόντες διάδικοι. Τέλος κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου 138, η παράβαση της παραγράφου 2 συνεπάγεται την ακυρότητα της απόφασης. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του ΚΠΔ όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα που πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά στις απαιτήσεις του και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές πρέπει να δίνεται ο λόγος στον Εισαγγελέα της έδρας για να προτείνει επί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου και επί των αιτημάτων του για να μη δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ.1 στοιχ. β' και 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, υπό την προϋπόθεση όμως ότι τα αιτήματα αυτά ή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προβλήθηκαν κατά τρόπο ορισμένο συγκεκριμένο και νόμιμο κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας (άρθρα 350-368 ΚΠΔ) και όχι μετά τη λήξη αυτής, οπότε δεν είναι αναγκαίο να δοθεί ο λόγος στον εισαγγελέα εάν αυτός δεν τον ζητήσει. (Α.Π. 739/2012, Α.Π. 679/2009). Από τις ίδιες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας της έδρας, όταν λαμβάνει το λόγο και αναπτύσσει την κατηγορία και προτείνει την ενοχή ή την αθώωση του κατηγορουμένου, σιωπηρώς, προτείνει και την απόρριψη των υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών και αιτημάτων του κατηγορουμένου, επί των οποίων είχε επιφυλαχθεί προηγουμένως και κατά συνέπεια δεν δημιουργείται καμιά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (Α.Π. 1154/2011, 1242/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου υπέβαλε ενστάσεις - αυτοτελείς ισχυρισμούς: α) ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος β) απαραδέκτου την ποινικής δίωξης, λόγω μη οριστικοποίησης των χρεών και γ) εκκρεμοδικίας. Μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας και αφού είχαν υποβληθεί οι παραπάνω ενστάσεις, η Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο πρότεινε την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις. Στη συνέχεια το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε τις δύο πρώτες από τις παραπάνω ενστάσεις, ήτοι, α) ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και β) απαραδέκτου την ποινικής δίωξης, λόγω μη οριστικοποίησης των χρεών. Αμέσως μετά η Εισαγγελέας αφού πήρε το λόγο, πρότεινε την ενοχή του κατηγορουμένου με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 β' Π.Κ. και αφού δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου το δικαστήριο με την κύρια επί τη ενοχής απόφαση απέρριψε και την τρίτη από τις παραπάνω ενστάσεις περί εκκρεμοδικίας.
Συνεπώς, η πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας, επί της κατηγορίας περί ενοχής (σελ.12) εμπεριέχει οπωσδήποτε και πρόταση του για την απόρριψη όλων των παραπάνω ενστάσεων, σύμφωνα με όσα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη αναφέρθηκαν. Τα παραπάνω ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η εισαγγελέας μετά την υποβολή των παραπάνω ενστάσεων και πριν, από την επί της ενοχής πρότασή της, είχε προτείνει την αναβολή της δίκης για κρείσσονες και συνεπώς της δόθηκε ο λόγος και είχε ακουσθεί. Κατ' ακολουθία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ 3ος λόγος αναιρέσεως, και κατά το σκέλος αυτό, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, από το ότι το Τριμελές Πλημ/κείο απέρριψε τις παραπάνω ενστάσεις της κατηγορουμένης, χωρίς να έχει προηγουμένως προτείνει επ' αυτών ο Εισαγγελέας.
Με τον 2ο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Ν 1882/1990 καταδικάζοντάς τον, μεταξύ των άλλων και για το με αριθμό 1 του σχετικού πίνακα χρέος ύψους 12,96 ευρώ, δηλαδή για ποσό το οποίο είναι κατώτερο του ελάχιστου ορίου των 10.000 ευρώ που προβλεπόταν από το άρθρο 25 παρ.1 του Ν 1882/1990, πέραν του οποίου η πράξη καθίστατο αξιόποινη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για τα υπ' αριθ. 2 και 3 του πίνακα χρέη που αντιστοιχούσαν σε ποσά 64.641,30 και 22.268,67 ευρώ αντιστοίχως, η μη διαγραφή δε του ποσού των 12,96 Ευρώ και ο συνυπολογισμός του στο συνολικό οφειλόμενο ποσό, στο διατακτικό, οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή και δη στην αυτούσια ενσωμάτωση στο διατακτικό (για λόγους πρακτικής διευκόλυνσης) του σχετικού πίνακα χρεών. Συνεπώς και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. παραπάνω 2ος λόγος είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 4-10-2012, υπ' αριθμό πρωτ. 6587/5-10-2012, αίτηση, του Κ. Κ. του Χ., ... ..., για αναίρεση της με αριθμό 570/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τριπόλεως . Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Ποινική ευθύνη οφειλέτη. Πραγματικά περιστατικά. Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο από ομόρρυθμο εταίρο Ο.Ε. Παραβίαση δεδικασμένου (εκκρεμοδικίας). Αβάσιμος ο λόγος γιατί δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεων. Απόλυτη ακυρότητα γιατί δε δόθηκε ο λόγος στον εισαγγελέα να προτείνει επί ενστάσεων που υποβλήθηκαν κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Αβάσιμος ο λόγος καθόσον η πρόταση επί της ενοχής ενέχει και πρόταση απόρριψης των παραπάνω ενστάσεων. Απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εταιρεία ομόρρυθμη, Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 813/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Μ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Καίσαρα Γιατράκο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2533/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Κωνσταντίνα Σπουρλή.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1η Νοεμβρίου 2012 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1224/2012.
Αφού άκουσε
Τους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 513 παρ.3 ΚΠΔ ορίζεται, ότι ο αναιρεσείων παρίσταται στη συζήτηση με συνήγορο. Στο άρθρο 96 ΚΠΔ, ορίζεται, στη μεν παρ.1 ότι κάθε διάδικος δε μπορεί να αντιπροσωπεύεται ή να συμπαρίσταται στη ποινική διαδικασία με περισσότερους από δύο συνηγόρους στην προδικασία και τρεις στο ακροατήριο, στη δε παρ. 2 ότι ο διορισμός συνηγόρου του κατηγορουμένου ή άλλου διαδίκου γίνεται, α) με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ..., ή β) με έγγραφη δήλωση κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ.2 εδ.β' και γ'. Ο διορισμός, παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί το διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνο από τις πράξεις αυτές. Ειδικότερα, το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση του εντολέα και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής αυτού από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Η βεβαίωση αυτή είναι απαραίτητη για να εξασφαλισθεί το κύρος της πληρεξουσιότητας - εξουσιοδότησης και να αποτραπεί οιαδήποτε ενδεχομένη αμφισβήτηση του γεγονότος της παρασχεθείσας εντολής προς αντιπροσώπευση και υπογραφής από τον ίδιο τον εντολέα καθώς και της χρονολογίας αυτής, πράγμα το οποίο έχει επιπτώσεις στην εγκυρότητα της ενεργηθείσας πράξης. Μετά τη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέα από τα προαναφερθέντα πρόσωπα ολοκληρώνεται η πληρεξουσιότητα, αφότου και θεωρείται υπάρχουσα.
Συνεπώς, αν δεν συνάγεται η ύπαρξη πληρεξουσιότητας για παράσταση στο δικαστήριο ή αν δε συντρέξει και η άνω προϋπόθεση προσκομίσεως ειδικής εξουσιοδότησης, με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος κατηγορουμένου, η πληρεξουσιότητα εξουσιοδότηση είναι ελλιπής και ως εκ τούτου η παράσταση με αυτή την παράλειψη δεν είναι νόμιμη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠΔ, εάν ο αναιρεσείων δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου με συνήγορο ή ο παριστάμενος γι' αυτόν ως εκπρόσωπος συνήγορος, δεν έχει νομίμως κατά τα ανωτέρω διορισθεί, ο αναιρεσείων ως μη εκπροσωπούμενος από συνήγορο και ως εκ τούτου θεωρούμενος απών, δικάζεται ερήμην και εφόσον έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. (ΑΠ 397/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την οικεία σειρά του πινακίου, εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Καίσαρ Π. Γιατράκος και παραστάθηκε για λογαριασμό της μη εμφανισθείσας αναιρεσείουσας και συζητήθηκε η υπόθεση. Όμως, από την προσαρτώμενη στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως από 21-10-2012 εξουσιοδότηση της αναιρεσείουσας, που φέρει θεώρηση του γνησίου της υπογραφής αυτής, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα παρέχει στον άνω δικηγόρο εντολή και πληρεξουσιότητα μόνο για άσκηση της αναιρέσεως με επίδοση αυτής στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όχι δε και για παράσταση στον Άρειο Πάγο κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υποθέσεως. Ενόψει αυτών, η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, η οποία κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με θυροκόλληση κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 2 ΚΠΔ, καθόσον δεν ανευρέθη στη δηλωθείσα στην αίτηση αναιρέσεως διεύθυνση κατοικίας της, επί της οδού ..., στη περιοχή ..., ούτε αυτή ούτε κανένα από τα αναφερόμενα στο ανωτέρω άρθρο πρόσωπα, όπως προκύπτει, από το υπό ημερομηνία 26-2-2013 αποδεικτικό επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ..., λόγο για τον οποίο αντίγραφο της σχετικής κλήσης επιδόθηκε επίσης με θυροκόλληση στον διορισθέντα με την αίτηση αναιρέσεώς της, αντίκλητο δικηγόρο Καίσαρα Π. Γιατράκο, ως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 27-2-2013 αποδεικτικό επιδόσεως του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή, προκειμένου να παραστεί κατά την συζήτηση της κρινόμενης περί αναιρέσεως αιτήσεώς της, κατά την στην αρχή της παρούσας αναφερομένη συνεδρίαση, μη παρασταθείσα, μετά ή νομίμως δια συνηγόρου, θεωρείται ως μηδόλως παραστάσα. Συνακόλουθα, η αίτησή της, πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη, σύμφωνα με το άρθρο 514 ΚΠΔ και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παρασταθείσας κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, πολιτικώς ενάγουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος". (αρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ, 176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.
Απορρίπτει την υπ' αρ. πρωτ. 7265/1-11-2012 αίτηση για αναίρεση της 2533/2012 αποφάσεως του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, της Μ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που ασκήθηκε με επίδοση δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ και στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της παρασταθείσας κατά τη συζήτηση πολιτικώς ενάγουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας, με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", που την ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) Ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράσταση στο ακροατήριο συνηγόρου αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, κατά την συζήτηση της αναίρεσης χωρίς να προσκομισθεί διορισμός του, έστω και με απλή έγγραφη δήλωση της διαδίκου, της οποίας η υπογραφή να βεβαιώνεται από δικηγόρο ούτε εμφανίσθηκε και η αναιρεσείουσα για να διορίσει αυτόν με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά. Θεωρείται ότι αυτή δεν παραστάθηκε και η αναίρεση της αφού ελεγχθεί η νομότυπη κλήτευση της για τη συζήτηση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
|
Συνήγορος κατηγορουμένου
|
Συνήγορος κατηγορουμένου, Ερημοδικία αναιρεσείοντος, Πληρεξουσιότητα.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 811/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέα Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Κ. Π. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιωτόπουλο, περί αναιρέσεως της 1654/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες: 1. Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Δημήτριο Ραζέλο και Μαρία Αντωνοπούλου και 2. Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο δεν εκπροσωπήθηκε.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 452/12.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά τη διάταξη του άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ. " "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Οι πιο πάνω πράξεις της πλαστογραφίας λαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ.3 του αυτού άρθρου του ΠΚ, μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 14 παρ. 2α, β του ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου), σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον, οπότε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ). Με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε o υπαίτιος, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης.
II. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Εξάλλου, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999 και επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία ή βλάβη υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ.
III. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α' του ν. 1608/1950 "για τους καταχραστές του Δημοσίου κ.λπ.", όπως είχε τροποποιηθεί με την παρ.5 άρθρ.4 Ν. 1738/1987 και με το άρθρο 2 Ν. 1877/1990, αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.1 του άρθρου 36 του Ν. 2172/1993, στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 216 και 386 ΠΚ, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (μεταξύ των οποίων και οι τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή κατά το νόμο ή το καταστατικό τους, σύμφωνα με την περ. β' του πιο πάνω άρθρου) ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του ΠΚ, και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδία δε όταν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρύ χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο αυτού είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, που το όφελος ή η ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 150.000 ευρώ, αρκεί επιδίωξη οφέλους ή απειλή ζημίας, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξή τους. Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία η πλαστογραφία ή η απάτη στρέφονται κατά του Δημοσίου ή κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των λοιπών νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 263 Π.Κ. και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημιά που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στο δημόσιο ή στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και λοιπά προαναφερθέντα νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχ. (150.000 ευρώ), ανεξάρτητα από τη συνδρομή των περιπτώσεων της παρ. 3 εδ. β' του άρθρου 216 Π.Κ. και της παρ. 3 του άρθρου 386 Π.Κ, για τέλεση της πράξεως κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Εξάλλου, επί της κατ' εξακολούθηση ως άνω κακουργηματικής πλαστογραφίας και της απάτης που στρέφονται κατά του Δημοσίου, ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου για τον προσδιορισμό του οφέλους που επιδιώχθηκε ή της ζημίας που απειλήθηκε καθώς και για τον προσδιορισμό του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπόψη, το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, σύμφωνα με την ειδική διάταξη του άρθρου 16 παρ.2 ν.δ. 2576/1953 που αφορά στα περιοριστικά αναφερόμενα εγκλήματα του άρθρου 1 του ν. 1608/1950 και δεν έχει καταργηθεί ούτε ρητώς ούτε σιωπηρώς από τις διατάξεις των άρθρων 52 παρ.4 ν. 2721/1999 και 98 παρ.2 Π.Κ.(Α.Π. 609/2012, Α.Π. 461/2011). Περαιτέρω, βλάβη ή ζημία του Δημοσίου υπάρχει και όταν τούτο, ένεκα της παραπλανήσεως των οργάνων του διά της χρήσεως του πλαστού εγγράφου, καθίσταται υπόχρεο ν' αποζημιώσει εκείνον προς βλάβη του οποίου επιδιώχθηκε το όφελος από τον δράστη της πράξεως αυτής, ή που ζημιώθηκε άμεσα από την ίδια αξιόποινη πράξη.
IV. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
V. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1654/2011 απόφαση του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για τις αξιόποινες πράξεις α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, από την οποία το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία ανέρχεται σε 187.447.260 δρχ. σε βάρος Τραπεζών και του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" (Ν.Π.Δ.Δ.), και β) της απάτης κατ' εξακολούθηση, από την οποία το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία ανέρχεται σε 210.133.940 δρχ. σε βάρος των ως άνω νομικών προσώπων, ήτοι για πράξεις που το συνολικό όφελος που επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε, αλλά και η ζημία που απειλήθηκε και προξενήθηκε, στα ως άνω, νομικά πρόσωπα, υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ, με την ιδιαζόντως επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 του ως άνω ν. 1608/1950, της τέλεσης των ως άνω πράξεων επί μακρό χρόνο. Τις ως άνω πράξεις, το δικαστήριο δέχθηκε ότι τις τέλεσε ο κατηγορούμενος με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 ε' του Π.Κ. και τον καταδίκασε, σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα τεσσάρων (14) ετών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης και τα έγγραφα, δέχθηκε, κατά λέξη, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος υπήρξε κύριος μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία "Π.Σ.Π. ΜΕDICAL A.E.", με έδρα την ... και εμπορικό σκοπό, μεταξύ άλλων, την εισαγωγή, αντιπροσώπευση, εμπορία και διανομή αντιδραστηρίων και όλων των συναφών προς τούτο ιατρικών ειδών. Με την πιο πάνω ιδιότητά του ο κατηγορούμενος, το έτος 1996, ενεργώντας για λογαριασμό της εν λόγω εταιρείας, υπέγραψε με τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του "ΓΕΝΙΚΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ-Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" (που ήταν τότε Ν. Π.Δ.Δ.) σύμβαση προμήθειας ιατρικού υλικού, βάσει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύει το πιο πάνω νοσοκομείο με αντιδραστήρα ανοσολογικού εργαστηρίου. Στα πλαίσια δε της προαναφερόμενης σύμβασης η εταιρεία εξέδιδε τιμολόγια που αφορούσαν την πώληση του ανωτέρω ιατρικού υλικού προς το νοσηλευτικό αυτό ίδρυμα. Έτσι, μεταξύ άλλων τιμολογίων, εξέδωσε, κατά το έτος 1998, τιμολόγια συνολικής αξίας 22.686.680 δρχ. Επειδή δε είχε χορηγηθεί από την Τράπεζα Εργασίας πίστωση πολλών εκατομμυρίων δραχμών για την κάλυψη των οικονομικών αναγκών της εταιρείας, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας πάντα για λογαριασμό της, υπέγραψε με την παραπάνω Τράπεζα, το ίδιο έτος, αντίστοιχες συμβάσεις συστάσεως ενεχύρου επί της απαιτήσεως αυτής που είχε η εταιρεία έναντι του ως άνω νοσηλευτικού ιδρύματος. Με τον τρόπο αυτό εκχώρησε προς τη δανείστρια Τράπεζα την απαίτηση της εταιρείας του και έδωσε εντολή στην αρμόδια υπηρεσία του νοσοκομείου να καταβάλει απευθείας την απαίτηση στην πιο πάνω Τράπεζα. Αντίγραφα δε των συμβάσεων αυτών κοινοποιήθηκαν από την Τράπεζα, με δικαστικό επιμελητή, στο λογιστήριο και ταμείο του νοσοκομείου. Πλην, όμως, λόγω του μεγάλου όγκου εγγράφων που διακινούντο από τις οικονομικές υπηρεσίες του εν λόγω νοσοκομείου ή της ανεπαρκούς στελέχωσης των υπηρεσιών αυτών, οι σχετικές συμβάσεις παρέπεσαν. Παρά ταύτα, ενώ μόνο η Τράπεζα είχε το δικαίωμα να εισπράξει την παραπάνω απαίτηση της εταιρείας, σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους, ο κατηγορούμενος, παρασιωπώντας το γεγονός αυτό από τους αρμόδιους υπαλλήλους του νοσοκομείου, ζήτησε να εισπράξει το τίμημα που αντιστοιχούσε στα σχετικά τιμολόγια. Οι υπάλληλοι, παραπεισθέντες ότι έπρεπε να καταβάλουν το τίμημα των τιμολογίων, εξέδωσαν τμηματικά, κατά το έτος 1999, τα σχετικά εντάλματα πληρωμής και βάσει αυτών ο κατηγορούμενος εισέπραξε παράνομα την αξία αυτών. Με τον τρόπο αυτό προσπόρισε στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη των συμφερόντων, τόσο της Τράπεζας που ζημιώθηκε με το προαναφερόμενο ποσό, όσο και του νοσοκομείου που κλήθηκε από την Τράπεζα να αποκαταστήσει τη ζημία. Προσέτι, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας με την ίδια και πάλι ιδιότητα, συνήψε το έτος 1996 με την Τράπεζα Αττικής σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό. Στα πλαίσια της συμβάσεως αυτής ο κατηγορούμενος, προκειμένου να παραπλανήσει και πάλι τους αρμόδιους υπαλλήλους της Τράπεζας αυτής και εξασφαλίσει πίστωση ύψους 11.800.000 δρχ., συνέταξε ένα πλαστό τιμολόγιο της εταιρείας την οποία εκπροσωπούσε, με το οποίο εφέρετο ότι πώλησε και παρέδωσε στο πιο πάνω νοσοκομείο αντιδραστήρα ανοσολογικού εργαστηρίου αξίας 11.800.000 δρχ. Κάτω δε από την ένδειξη "παραλαβών", έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή της φαρμακοποιού του αρμοδίου τμήματος του νοσοκομείου (Μ. Τ.), η οποία ήταν αρμόδια για την παραγγελία και παραλαβή του ανωτέρω ιατρικού υλικού. Στη συνέχεια δε το πλαστό αυτό τιμολόγιο προσκόμισε στην Τράπεζα και επέτυχε, παραπλανώντας του αρμόδιους υπαλλήλους της, να συνάψει την από 9.2.2000 έγγραφη σύμβαση εκχώρησης και ενεχύρασης, βάσεις της οποίας ενεχύρασε το παραπάνω τιμολόγιο και χρηματοδοτήθηκε η εταιρεία του με το προαναφερόμενο ποσό. Με τον τρόπο αυτό προσπόρισε και πάλι στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη βλάβη των συμφερόντων, τόσο της Τράπεζας που ζημιώθηκε με το ανωτέρω ποσό, όσο και του νοσοκομείου που κλήθηκε από την Τράπεζα να αποκαταστήσει τη ζημία. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος, ως εκπρόσωπος και πάλι της πιο πάνω εταιρείας, συνήψε στις 27.11.1998 με την Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος "σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων για εγχώριο FACTORING", για το σύνολο των απαιτήσεων της εταιρείας κατά των οφειλετών της, με ποσοστό προεξόφλησης των χρηματοδοτούμενων απαιτήσεων του πελάτη μέχρι 70%. Η χρηματοπιστωτική σύμβαση αυτή κοινοποιήθηκε στο νοσοκομείο μεταγενέστερα και δη στις 30.8.1999 με επιστολή του ιδίου, αλλά και στις 29.11.2000 με δικαστικό επιμελητή. Στα πλαίσια της ως άνω συμβάσεως ο κατηγορούμενος, κατά το έτος 1999, κατήρτισε 45 πλαστά τιμολόγια της εταιρείας που εκπροσωπούσε, με τα οποία εφέρετο ότι πώλησε και παρέδωσε στο νοσοκομείο ιατρικό υλικό (αντιδραστήρα ανοσολογικού εργαστηρίου), συνολικής αξίας 250.924.660 δρχ. Στα τιμολόγια αυτά και κάτω από την ένδειξη ο "παραλαβών" έθεσε ο κατηγορούμενος και πάλι, κατ' απομίμηση, την υπογραφή της ίδιας πιο πάνω φαρμακοποιού του νοσοκομείου (Μ. Τ.). Στη συνέχεια δε τα πλαστά αυτά τιμολόγια προσκόμισε στην Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος και επέτυχε, παραπλανώντας τους υπαλλήλους αυτής της Τράπεζας να ενεχυριάσει τα πλαστά αυτά τιμολόγια και να χρηματοδοτήσουν την εταιρεία του με το ποσό των 175.647.260 δρχ. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να αποκομίσει η πιο πάνω εταιρεία και ουσιαστικά ο κατηγορούμενος, αφού αυτός ήταν ο κύριος μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος αυτής, το προαναφερόμενο ποσό, με βλάβη των συμφερόντων της Τράπεζας. Παράλληλα, όμως, απειλήθηκε αντίστοιχη ζημία και σε βάρος του νοσοκομείου, το οποίο αν δεν γινόταν αντιληπτή η πλαστότητα των παραπάνω τιμολογίων, ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει το εν λόγω ποσό στην τράπεζα. Με βάση, λοιπόν, τα ως άνω περιστατικά που έγιναν δεκτά, θεμελιώνεται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος αυτών, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2ε' ΠΚ (μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά), όπως και πρωτοδίκως, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας, απορριπτομένων ως αβασίμων των ισχυρισμών του κατηγορουμένου ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 περ.α' και δ' ΠΚ (του πρότερου έντιμου βίου και της ειλικρινούς μεταμέλειας), αφού δεν αποδείχθηκαν περιστατικά σχετικά με την εν γένει ζωή του κατηγορουμένου πριν από την τέλεση των ως άνω εγκλημάτων, καθώς και συμπεριφορά αυτού ενδεικτική ειλικρινούς μεταμελείας του".
Στο διατακτικό τον κήρυξε ένοχο του ότι: "Στους παρακάτω χρόνους, με πολλές πράξεις, τέλεσε πολλά εγκλήματα που τιμωρούνται από το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα: 1) Στην Αθήνα κατά το από 13/4/1999 έως 2.3/12/1999 χρονικό διάστημα με πολλές πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετική- με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες των πλαστών δε αυτών εγγράφων έκανε Ι χρήση, η πράξη του αυτή στρέφεται σε βάρος τραπεζών1 και Ν. Π.Δ.Δ, η δε συνολικά προξενηθείσα και απειληθείσα ζημιά, καθώς και το συνολικό όφελος που σκόπευε ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ ή τα 150.000 ευρώ ενώ εξακολούθησε επί μακρόν χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος αυτού και συγκεκριμένα ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "Π.Σ.Π. MEDICAL ΑΕ", η οποία εδρεύει στην ... και επί της οδού ... αριθ. 181, κατάρτισε κατά τους παρακάτω αναλυτικά αναφερόμενους χρόνους τα με τους πιο κάτω αριθμούς τιμολόγια της ως άνω εταιρείας με τα οποία εφέρετο αυτή (εταιρεία) ότι πώλησε στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" το οποίο τότε ήταν Ν. Π.Δ.Δ., εργαστηριακό ιατρικό υλικό και δη αντιδραστήρια ανοσολογητικού εργαστηρίου, κατά τρόπο ώστε να εμφανίζεται προς τρίτους ότι τα αναγραφόμενα στα τιμολόγια αυτά αντιδραστήρια είχαν πράγματι πωληθεί και παραδοθεί στο ως άνω νοσηλευτικό Ίδρυμα και επομένως είχε γεννηθεί απαίτηση της πιο πάνω εταιρείας σε λήψη της τιμήματος της αγοραπωλησίας του υλικού αυτού, "ενώ. καμιά τέτοια αγοραπωλησία δεν είχε συναφθεί και ειδικότερα: 1) Κατά το από 13/4/1999 έως 23/12/1999 χρονικό διάστημα κατάρτισε τα παρακάτω αναφερόμενα πλαστά τιμολόγια συνολικής αξίας 250.924.660 δρχ., τα οποία προσκόμισε στη συνέχεια στη Διεύθυνση Τραπεζικών Εργασιών της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος (ΑΤΕ ΑΕ), με την οποία η ως άνω εταιρεία είχε συνάψει την από 27/11/98 έγγραφη σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων για εγχώριο "FACTORING" και παραπλανώντας τους αρμοδίους υπαλλήλους της ανωτέρω Τράπεζας ότι τα τιμολόγια αυτά ήταν γνήσια πέτυχε τη χρηματοδότηση της ως άνω εταιρείας κατά το ποσό των τιμολογίων, μειωμένο κατά 30%, όσο δηλαδή και το ποσοστό που είχε καθορισθεί με την ανωτέρω σύμβαση πρακτορείας και δη κατά το συνολικό ποσό των 175.647.260 δραχμών. Ειδικότερα: Στις 13/4/1999 κατάρτισε τα υπ' αριθ. 1025/99 αξίας 13.924.000 δρχ., 1026/99 αξίας 1.024.240 δρχ., 1027/99 αξίας 1.024.240 δρχ., 1028/99 αξίας 654.900 δρχ., 1029/99 αξίας 1.024.240 δρχ., 1030/99 αξίας 590.000 δρχ., 1031/99 αξίας 1.180.000 δρχ., 1032/99 αξίας 1.180.000 δρχ. και 1033/99 αξίας 1.652.000 δρχ., τα οποία προσκόμισε αυθημερόν στην Αγροτική Τράπεζα. Στις 22/4/1999 κατάρτισε τα υπ' αριθ. 1040/99 αξίας 7.552.000 δρχ., 1041/99 αξίας 2.950.000 δρχ. και 1042/99 αξίας 1.309.800 δρχ. τιμολόγια, τα οποία., προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 4/5/99 κατάρτισε το υπ' αριθ. 1045/99 αξίας 11.800.000δρχ. τιμολόγιο, το οποίο προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 13/5/1999 κατάρτισε το υπ' αριθ. 1056/99 αξίας 8.850.000 δρχ. τιμολόγιο, το οποίο προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 9/6/1999 κατάρτισε το υπ' αριθ. 1072/99 αξίας 1.198.880 δρχ. τιμολόγιο, το οποίο προσκόμισε στις 15/6/99 στην ίδια Τράπεζα. Στις 15/6/99 κατάρτισε το υπ' αριθ. 1074/99 αξίας 5.900.000 δρχ. τιμολόγιο, το οποίο προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 18/6/99 κατάρτισε το υπ' αριθ. 1076/99 τιμολόγιο, αξίας 5.900.000 δρχ., το οποίο προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 24/6/99 κατάρτισε τα υπ' αριθ. τιμολόγια 1080/99 αξίας 7.434.000 δρχ., 1081/99 αξίας 4.248.000 δρχ., 1082/99 αξίας 2.048.000 δρχ., 1083/99 αξίας 1.180.000 δρχ. και 1084/99 αξίας 2.560.000 δρχ, τα οποία προσκόμισε στις 25/6/99 στην ίδια Τράπεζα. Την 1/7/99 κατάρτισε τα υπ' αριθ. 1086/99 αξίας 11.800.000 δρχ. και 1087/99 αξίας 1.770.000 δρχ. τιμολόγια, τα οποία προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 6/7/99 κατάρτισε τα με αριθμούς τιμολόγια 1089/99 αξίας 3.540.000 δρχ., 1090/99 αξίας 3.540.000 δρχ., 1091/99 αξίας 4.130.000 δρχ., 1092/99 αξίας 4.956.600 δρχ., 1093/99 αξίας 2.560.000 δρχ., 1094/99 αξίας 4.460.000 δρχ. και 1095/99 αξίας 3.717.000 δρχ., τα οποία προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 14/7/99 κατάρτισε τα με αριθμούς τιμολόγια 1104/99 αξίας 7,434.000 δρχ., 1105/99 αξίας 5.121.200 δρχ. και 1106/99 αξίας 8.260.000 δρχ., τα οποία προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 19/7/99 κατάρτισε τα με αριθμούς τιμολόγια 1108/99 αξίας 23.600.000 δρχ., 1109/99 αξίας 4.956.000 δρχ., 1110/99 αξίας 12.508.000 δρχ. και 1111/99 αξίας 2.124.000 δρχ., τα οποία προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 26/7/99 κατάρτισε το υπ' αριθ. 1113/99 τιμολόγιο αξίας 11.800.000 δρχ. το οποίο προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 17/8/99 κατάρτισε το υπ' αριθ. 1120/99 τιμολόγιο αξίας 8.850.000 δρχ., το οποίο προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Την 1/9/99 κατάρτισε το υπ' αριθ. 1127/99 τιμολόγιο αξίας 2.950.000 δρχ., το οποίο προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 8/9/99 κατάρτισε τα με αριθμούς τιμολόγια 1130/99 αξίας 5.900.000 δρχ. και 1131/99 αξίας 5.900.000 δρχ., τα οποία, προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 5/10/1999 κατάρτισε το υπ'αριθ. 1140/99 τιμολόγιο αξίας 11.800.000 δρχ., το οποίο προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στις 7/10/99 κατάρτισε το υπ' αριθ. 1142/99 τιμολόγιο αξίας 3.816.120 δρχ., το οποίο προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα και στις 23/12/1999 κατάρτισε το υπ' αριθ. 1172/99 τιμολόγιο αξίας 8.850.000 δρχ., το οποίο επίσης προσκόμισε αυθημερόν στην ίδια Τράπεζα. Στα τιμολόγια αυτά και υπό την ένδειξη "ο παραλήπτης" έθεσε κατ' απομίμηση και εν αγνοία της την υπογραφή της υπαλλήλου - φαρμακοποιού Μ. Τ., ή οποία εργάζεται στο ανωτέρω Νοσοκομείο και η οποία ήταν αρμόδια για την παραλαβή και παραγγελία των αντιδραστηρίων αυτών και έτσι πέτυχε να παραπλανήσει με τα πλαστά αυτά τιμολόγια τους αρμοδίους υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας, να ενεχυριάσει αυτά, βάσει της ανωτέρω σύμβασης και να χρηματοδοτήσουν την ως άνω εταιρεία κατά το συνολικό ποσό των 175.647.260 δρχ. 2) Την 1/12/1999 κατάρτισε το υπ' αριθ. 001166/99 τιμολόγιο της ίδιας εταιρείας, με το οποίο εφέρετο αυτή να έχει πωλήσει προς το ως άνω Νοσηλευτικό Ίδρυμα αντιδραστήρια ανοσολογικού εργαστηρίου αξίας 11.800.000 δρχ., κάτω δε από την ένδειξη του τιμολογίου αυτού "ο παραλαβών" έθεσε κατ' απομίμηση και εν αγνοία της την υπογραφή της ανωτέρω υπαλλήλου - φαρμακοποιού του Νοσοκομείου, Μ. Τ., ώστε να εμφανίζεται προς τρίτους ότι το αναγραφόμενο σ' αυτό εργαστηριακό υλικό είχε πωληθεί και παραληφθεί από το Νοσοκομείο, ενώ καμιά τέτοια αγοραπωλησία δεν είχε συναφθεί. Στη συνέχεια εμφάνισε το ανωτέρω πλαστό τιμολόγιο στις 9/2/2000 στο κατάστημα Πατησίων της Τράπεζας Αττικής ΑΕ, με την οποία η ως άνω εταιρεία είχε συνάψει την υπ' αριθ. .../10-4-96 έγγραφη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, δυνάμει της οποίας χορήγησε η τελευταία στην εν λόγω εταιρεία πίστωση συνολικού ποσού 240.000.000 δρχ. και παραπλανώντας τους αρμοδίους υπαλλήλους της πέτυχε να συνάψει με την ανωτέρω Τράπεζα την από 9/2/2000 έγγραφη σύμβαση εκχωρήσεως και ενεχυράσεως απαιτήσεως, δυνάμει της οποίας ενεχύρασε για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας το προαναφερόμενο πλαστό τιμολόγιο και εισέπραξε το ως άνω ποσό. Τις ανωτέρω δε πλαστογραφίες τέλεσε ο κατηγορούμενος αυτός με σκοπό να προσπορίσει στην ανωτέρω εταιρεία περιουσιακό όφελος συνολικού ποσού 187.447.260 δρχ. (175.647.260 + 11.800.000), βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου και δη των ανωτέρω Τραπεζών κατά το ποσό των 175.647.260 και 11.800.000 δρχ. αντίστοιχα, ενώ παράλληλα απειλήθηκε ζημιά στην περιουσία του ανωτέρω Νοσοκομείου, το οποίο ήταν τότε Ν. Π.Δ.Δ. ύψους συνολικού ποσού 187.447.260 δρχ., το οποίο, εάν δεν διαπιστώνετο εκ των υστέρων η πλαστότητα των τιμολογίων αυτών ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει στις ανωτέρω Τράπεζες τα αντίστοιχα προαναφερόμενα ποσά, η οποία (ζημιά), είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας αφού υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 187.000.000 δρχ., ενώ εξακολούθησε επί μακρόν την εκτέλεση του εγκλήματος αυτού.
II) Στην Αθήνα στους παρακάτω χρόνους με πολλές πράξεις που συνιστούν, εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με σκοπό να. αποκομίσει ο ίδιος ουσιαστικά, παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την παρασιώπηση αληθινών γεγονότων επί συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου και δη Τραπεζών, και ΝΠΔΔ, η δε προξενηθείσα και απειληθείσα ζημιά, καθώς και το αντίστοιχο όφελος που πέτυχε είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ. ενώ εξακολούθησε επί μακρόν χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος αυτού που τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και συγκεκριμένα ενεργώντας με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της ανωτέρω εταιρείας με την επωνυμία "Π.Σ.Π MEDICAL A.Ε.", και με σκοπό να αποκομίσει αυτή, αλλά κυρίως ο ίδιος προσωπικά, αφού αυτός ήταν ο κύριος μέτοχος της, παράνομο περιουσιακό όφελος παρέπεισε τους αρμοδίους υπαλλήλους των παρακάτω τραπεζών που εδρεύουν στην ημεδαπή, ως και του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "Γ. Γεννηματάς" σε περιουσιακή διάθεση και συγκεκριμένα: 1) Στους παρακάτω χρόνους εμφάνισε δια της συγκατηγορουμένης του, Κ. Σ., η οποία ήταν υπάλληλος και εισπράκτορας των απαιτήσεων της ως άνω εταιρείας, στους αρμόδιους υπαλλήλους της Υπηρεσίας του ως άνω Νοσοκομείου τα παρακάτω αναφερόμενα τιμολόγια, συνολικής αξίας 22.686.680 δρχ., τα οποία είχε εκδόσει επ' ονόματι της ανωτέρω εταιρείας και αφορούσαν πωλήσεις αντιδραστηρίων ανοσολογικού εργαστηρίου προς το Νοσηλευτικό αυτό Ίδρυμα και ζήτησε από αυτούς την εξόφληση τους, παρασιωπώντας από αυτούς αθεμίτως αν και είχε προς τούτο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, ότι δικαιούχος του ανωτέρω ποσού ήταν η Τράπεζα Εργασίας ΑΕ, που εδρεύει στην ημεδαπή και ειδικότερα: α) Στις 23/4/1999 εμφάνισε προς είσπραξη τα υπ' αριθ. 672/27-1-98 και 673/27-1-98 τιμολόγια αξίας 4.012.000 και 1.007.130 δρχ. αντίστοιχα και ζήτησε από τους αρμοδίους υπαλλήλους του Νοσοκομείου την εξόφληση τους για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας, παρασιωπώντας από αυτούς αθεμίτως, ότι τα τιμολόγια αυτά ενεχυράσθηκαν στην ως άνω Τράπεζα δυνάμει της 24/9/98 σύμβασης συστάσεως ενεχύρου και ότι ως εκ τούτου ήταν η μόνη δικαιούχος προς είσπραξη των ανωτέρω ποσών. Έτσι παραπεισθέντες οι ανωτέρω υπάλληλοι κατέβαλαν για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας το συνολικό ποσό των 5.019.076 δρχ., εκδίδοντας προς τούτο το υπ' αριθ. 940/23-4-99 ένταλμα πληρωμής βάσει του οποίου εισέπραξε η εταιρεία το ως άνω ποσό χορηγώντας σ' αυτούς προς τούτο την υπ' αριθμ. 177/22-7-99 σχετική απόδειξη είσπραξης. Β) Την 1/7/99 εμφάνισε προς είσπραξη τα υπ' αριθ. 708/19-2-98 και 709/19-2-98 τιμολόγια ποσού 1.840.800 και 415.950 δρχ. αντίστοιχα και ζήτησε από τους αρμοδίους υπαλλήλους του Νοσοκομείου την εξόφληση τους για λογαριασμό της εταιρείας, παρασιωπώντας από αυτούς αθεμίτως ότι τα τιμολόγια αυτά ενεχυράσθηκαν στην ως άνω Τράπεζα δυνάμει της από 5/3/1998 σύμβασης συστάσεως ενεχύρου και ότι ως εκ τούτου ήταν η μόνη δικαιούχος προς είσπραξη των ανωτέρω ποσών. Έτσι παραπεισθέντες οι ανωτέρω υπάλληλοι κατέβαλαν για λογαριασμό της εταιρείας το συνολικό ποσό των 2.256.750 δρχ., εκδίδοντας προς τούτο το υπ' αριθ. 1593/1-7-99 ένταλμα πληρωμής, βάσει του οποίου καταβλήθηκε στην εταιρεία το ως άνω ποσό, εκδοθείσης προς τούτο της υπ' αριθ. 180/31-8-99 απόδειξης είσπραξης. Και Γ) Στις 3/9/99 εμφάνισε προς είσπραξη τα υπ' αριθ. 724/5-3-98, 725/5-3-98 και 726/5-3-98 τιμολόγια, αξίας 2.548.800, 4.012.000 και 8.850.000 δρχ. αντίστοιχα και ζήτησε από τους ίδιους υπαλλήλους την εξόφληση τους για λογαριασμό της εταιρείας, παρασιωπώντας από αυτούς αθεμίτως ότι τα τιμολόγια αυτά είχαν ενεχυρασθεί στην ως άνω Τράπεζα δυνάμει της από 18/3/1998 σύμβασης συστάσεως ενεχύρου και ότι ως εκ τούτου αυτή ήταν η μόνη δικαιούχος των ανωτέρω ποσών. Έτσι παραπεισθέντες οι ανωτέρω υπάλληλοι κατέβαλαν για λογαριασμό της εταιρείας το συνολικό ποσό 15.410.800 δρχ., εκδίδοντας προς τούτο το υπ' αριθ. 2059/2-9-1999 ένταλμα πληρωμής, βάσει του οποίου καταβλήθηκε στην εταιρεία το ως άνω ποσό, εκδοθείσης προς τούτο της υπ' αριθ. 191/3-11-99 απόδειξης είσπραξης.
Με τις ως άνω πράξεις του ο πρώτος κατηγορούμενος έβλαψε την περιουσία της Τράπεζας Εργασίας κατά το συνολικό ποσό των 22.686.680 δρχ, αφού αποστέρησε από αυτή το δικαίωμα να εισπράξει απευθείας το εν λόγω ποσό, αλλά και του ως άνω Νοσηλευτικού Ιδρύματος, το οποίο υποχρεώθηκε να καταβάλει αυτό στην ανωτέρω ενεχυρούχο Τράπεζα, ενώ αποκόμισε η ως άνω εταιρεία και ουσιαστικά ο ίδιος προσωπικά, ως ο κύριος μέτοχος της, αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος.
2) Στην Αθήνα κατά το από 13/4/99 έως 23/12/1999 χρονικό διάστημα παρέδωσε στην Διεύθυνση Τραπεζικών Εργασιών της Αγροτικής Τράπεζας, με την οποία η ως άνω εταιρεία είχε συνάψει την από 27-11-98 έγγραφη "σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων για εγχώριο FACTORING", στις αναφερόμενες στην ανωτέρω με στοιχ. Α Ι περ. 1 πράξη ειδικότερες ημερομηνίες τα αναφερόμενα ως άνω 45 πλαστά τιμολόγια και παρασιωπώντας από τους αρμοδίους υπαλλήλους της ότι οι απαιτήσεις έναντι του Νοσοκομείου που εφέροντο να προέρχονται από αυτά ήταν ανύπαρκτες, αφού τα τιμολόγια αυτά ήταν πλαστά, παρόλο που είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση λόγω της προαναφερόμενης συναλλακτικής σχέσης ενεχυρούχου δανειστή και ενεχυρικού οφειλέτη και της απορρέουσας από αυτήν υποχρέωσης του σε καλόπιστη εκπλήρωση της εν λόγω σύμβασης, πέτυχε να ενεχυριάσει τα πλαστά αυτά τιμολόγια και να χρηματοδοτηθεί η ως άνω εταιρεία κατά το συνολικό ποσό των τιμολογίων αυτών που ανέρχεται σε 250.942.660 δρχ. μειωμένο κατά 30% όσο δηλαδή και το ποσό που είχε καθορισθεί συμβατικά, βάσει της ανωτέρω σύμβασης, να υπολείπεται η προεξοφλούμενη αξία - των απαιτήσεων ενεχυράζονταν από την ονομαστική τους αξία, κατά το ποσό των 175.647.260 δρχ. συνολικά. Με τις ως άνω μερικότερες πράξεις του έβλαψε την περιουσία της Αγροτικής Τράπεζας κατά το συνολικό αυτό ποσό των 175.647.260 δρχ., με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της ως άνω εταιρείας και κυρίως του ιδίου του πρώτου κατηγορουμένου, ως ουσιαστικά μοναδικού μετόχου αυτής και παράλληλα απειλήθηκε αντίστοιχη βλάβη στην περιουσία του ως άνω Νοσηλευτικού Ιδρύματος, καθόσον, εάν δεν γινόταν αντιληπτή από τα αρμόδια όργανα της η πλαστότητα των εν λόγω τιμολογίων θα ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει στην ανωτέρω Τράπεζα, το εν λόγω ποσό, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
3) Στην Αθήνα στις 9/2/2000 προσκόμισε στην Τράπεζα Αττικής, με την οποία είχε συνάψει η ως άνω εταιρεία τη με αριθμό .../10-4-96 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, βάση της οποίας χορήγησε η τελευταία στην εν λόγω εταιρεία πίστωση συνολικού ποσού 240.000.000 δρχ., το προαναφερόμενο στη με στοιχ. ΑΙ περ. 2 πράξη με αριθ. 001166/1-12-99 τιμολόγιο και παρασιωπώντας από τους αρμόδιους υπαλλήλους της ανωτέρω Τράπεζας ότι οι απαιτήσεις που προερχόταν από αυτές ήταν ανύπαρκτες, αφού το τιμολόγιο αυτό ήταν πλαστό αν και είχε νομική υποχρέωση να τους γνωστοποιήσει τούτο, λόγω της ανωτέρω συναλλακτικής σχέσης πιστωτή και πιστολήπτη και της απορρέουσας από αυτήν υποχρεώσεώς του σε εκπλήρωση της ανωτέρω συμβάσεως, πέτυχε παραπλανώντας αυτούς να συνάψει με την Τράπεζα την από 9/2/2000 έγγραφη "σύμβαση εκχωρήσεως και ενεχυράσεως απαιτήσεως" δυνάμει της οποίας ενεχύρασε για λογαριασμό της το πλαστό αυτό τιμολόγιο και να ωφεληθεί έτσι η εταιρεία και ουσιαστικά ο ίδιος προσωπικά, κατά το ποσό των 11.800.000 δρχ., το οποίο πιστώθηκε σ' αυτόν βάσει της ανωτέρω σύμβασης, με αντίστοιχη βλάβη της ανωτέρω Τράπεζας, που εδρεύει στην ημεδαπή, ενώ παράλληλα απειλήθηκε η περιουσία του ανωτέρω Νοσηλευτικού Ιδρύματος, καθόσον εάν δεν γινόταν αντιληπτή η πλαστότητα του ως άνω τιμολογίου από τα αρμόδια όργανα της, θα ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει στην ανωτέρω εταιρεία το εν λόγω ποσό. Σκοπός δε του κατηγορουμένου ήταν με τις μερικότερες αυτές πράξεις της απάτης να προσπορίσει παράνομο όφελος στην ως άνω εταιρεία και ουσιαστικά στον εαυτό του, αφού αυτός ήταν ο κύριος μέτοχος αυτής, που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 210.133.940 δραχμών, βλάπτοντας παράλληλα την περιουσία των ανωτέρω Τραπεζών που εδρεύουν στην ημεδαπή και δη της Τράπεζας Εργασίας κατά το ποσό των 22.686.680 δρχ., της Αγροτικής Τράπεζας κατά το ποσό των 175.647.260 δρχ. και της Τράπεζας Αττικής κατά το ποσό των 11.800.000 δρχ., ενώ απειλήθηκε ζημιά στο ως άνω Νοσηλευτικό Ίδρυμα που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 210.133.940 δραχμών, η οποία ζημιά που προξενήθηκε και οπωσδήποτε απειλήθηκε και το αντίστοιχο όφελος που πέτυχε ο κατηγορούμενος είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ., ενώ εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος αυτού της απάτης, την οποία τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια.
Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του." Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας στο σκεπτικό όπως αυτό αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα άνω, απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση και της κακουργηματικής πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του ν. 1608/1950, και με την ιδιαζόντως επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ.1 του ως άνω νόμου, της εξακολούθησης τέλεσης των παραπάνω εγκλημάτων επί μακρό χρόνο, και για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. γ', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 98, 263 Α, 216 παρ.1 και 3 εδ.α' και 386 παρ.1 και 3 α και β' του ΠΚ σε συνδυασμό με άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 1608/1950, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα αναφέρει, καθόσον αφορά την πράξη της απάτης, η οποία τελέστηκε κατ' εξακολούθηση, ότι το όφελος που επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε, αλλά και η ζημία που απειλήθηκε και προξενήθηκε στα προαναφερθέντα νομικά πρόσωπα υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ, ανερχόμενο συνολικά σε 210.133.940 δρχ. οπότε τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 1§1 του ν. 1608/1950,και καθόσον αφορά την πράξη της πλαστογραφίας η οποία τελέστηκε κατ' εξακολούθηση, ο σκοπός πλαστογράφησης των τιμολογίων αυτών, που ήταν η είσπραξη των σχετικών ποσών που αναφέρονται στα τιμολόγια, με επιδιωκόμενο όφελος που επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε, αλλά και ζημία που απειλήθηκε και προξενήθηκε στα παραπάνω νομικά πρόσωπα, που υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ, ανερχόμενο συνολικά σε ποσό 187.447.260 δρχ. οπότε και εν προκειμένω, δέχθηκε ότι τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 1§1 του ν. 1608/1950. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθόσον αφορά την παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως για την κατ' εξακολούθηση τέλεση του αδικήματος της απάτης, είναι αβάσιμη καθόσον αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η τέλεση του εγκλήματος της απάτης εξακολούθησε επί μακρό χρόνο και προσδιορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα στο διατακτικό το οποίο αλληλοσυμπληρώνει το σκεπτικό, οι μερικότερες (αυτοτελείς ) πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, καθώς και η περιουσιακή διάθεση εκάστης τούτων ως αποτέλεσμα χωριστής απατηλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Η περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν διέλαβε την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την παραδοχή των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 386 παρ.3 α του Π.Κ. ήτοι της τελέσεως του εγκλήματος της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος (άρθρο 463 εδ. β' του Κ.Π.Δ.), ενόψει των γενόμενων κατά τα άνω δεκτών από το δικαστήριο της ουσίας. Και τούτο γιατί η μη συνδρομή των επιβαρυντικών αυτών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης της απάτης δεν ασκεί επιρροή στη βαρύτητα της πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος και εντεύθεν στην επιβλητέα ποινή. Ειδικότερα, εφόσον το δικαστήριο δέχθηκε ότι η πλαστογραφία και η απάτη στρέφεται κατά Τραπεζών και κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημιά που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στα παραπάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχ. (150.000 ευρώ), με την ιδιαζόντως επιβαρυντική περίσταση της επί μακρό χρόνο τέλεσης της πράξης, ανεξάρτητα από τη συνδρομή της περιπτώσεως της παρ. 3 α' του άρθρου 386 Π.Κ. για τέλεση της πράξεως κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, η προβλεπόμενη ποινή είναι η ποινή της ισόβιας κάθειρξης με την παραδοχή δε της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 ε' Π.Κ. και τη μείωση της ποινής εξ αυτού του λόγου (άρθρο 83 περ. α'), το ελάχιστο επιτρεπόμενο όριο της ποινής είναι η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον δέκα (10) ετών, την οποία και του επέβαλε το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. δεύτερος και τέταρτος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους, κατ' εκτίμηση, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ειδικότερα ως προς την κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, και την κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτού, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠΔ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 63 εδ α' του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την αξιόποινη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Έτσι, το δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχουν και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστησαν από την άδικη πράξη που τελέστηκε εις βάρος τους και η οποία ηθική βλάβη έχει αντίκτυπο στην πίστη στο κύρος και στη φήμη τους έναντι των τρίτων. Στη δήλωση παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος σύμφωνα με το άρθρο 84 ΚΠΔ πρέπει να περιέχεται με ποινή το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία κάποιος παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων και ο λόγος στον οποίο στηρίζει το δικαίωμα παραστάσεως, δηλαδή, αν πρόκειται για υλική ζημία ή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Στη δήλωση του εκπροσώπου του Δημοσίου ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, όταν το τελευταίο παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η βλάβη διότι αυτή αναφέρεται στην προσβολή του κύρους, της πίστεως και της φήμης των έναντι τρίτων (Α.Π. 609/2012). Η δήλωση δε παραστάσεως της πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 1654/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, εμφανίσθηκε ο νομίμως εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος του Γ.Ν.Α "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" (ΝΠΔΔ), και δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής για λογαριασμό του, και συγκεκριμένα για το ποσό των 50 € με επιφύλαξη, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις. Κατά της παραστάσεως αυτής του ανωτέρω Νοσοκομείου, ως πολιτικώς ενάγοντος, ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του προέβαλε αντιρρήσεις τις οποίες εγχείρισε και γραπτώς, επικαλούμενος την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως και ζήτησε την αποβολή του. Ειδικότερα η υποβληθείσα ένστασή του, έχει κατά λέξη ως ακολούθως: "Με την παρούσα αιτούμαι την αποβολή του δηλώσαντος παράσταση πολιτικής αγωγής νοσοκομείου, "ΓΕΝΙΚΟ ΚΡΑΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΑΣ - ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", για τους ακόλουθους νόμιμους, αληθείς και βάσιμους λόγους. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 και 82-84 ΚΠΔ και των άρθρων 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι δικαίωμα δηλώσεως παραστάσεως πολιτικής αγωγής, κατά την ποινική διαδικασία, για αποζημίωση η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, έχει εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως, από το αξιόποινο αδίκημα και όχι εκείνος που δεν ζημιώθηκε ή τυχόν ζημιώθηκε εμμέσως από αυτό. Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950, για τη στοιχειοθέτηση του των αδικημάτων, που διαλαμβάνονται σε αυτές, αρκεί και να απειλήθηκε ζημία σε βάρος του δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή των νομικών προσώπων του άρθρου 263 Α.
Εν προκειμένω, καλούμαι ενώπιον Σας κατηγορούμενος για τα αδικήματα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση σε βάρος τραπεζών και NΠΔΔ με συνολική ζημία άνω των 150.000 ευρώ. Τα ανωτέρω αδικήματα φέρομαι να τέλεσα με την κατάρτιση πλαστών τιμολογίων της εταιρείας της οποίας ετύγχανα, κατά τους επίδικους χρόνους, διευθύνων σύμβουλος, επί των οποίων έθεσα την υπογραφή της φαρμακοποιού ως ανωτέρω νοσοκομείου και με τη χρήση αυτών, ενώπιον των υπαλλήλων της "ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ", επέτυχα να μου διατεθούν από την τράπεζα τα διαλαμβανόμενα στο παραπεμπτικό βούλευμα ποσά.
Ως εκ των ανωτέρω η μόνη αμέσως ζημιωθείσα από την πράξη για την οποία κατηγορούμαι είναι η "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ", το δε ως ανωτέρω νοσοκομείο ουδεμία ζημία και δη άμεση υπέστη.
Περαιτέρω σε βάρος του νοσοκομείου ουδεμία ζημία επαπειλήθηκε. Και τούτο διότι η ύπαρξη ή μη υπογραφής επί τιμολογίου δεν καθιστά αυτό πληρωτέο ή μη.
Εν προκειμένω, για να πληρωθεί ένα τιμολόγιο από το νοσοκομείο, απαιτείται το νοσοκομείο να κατέχει το πρωτότυπο, να έχει καταχωρηθεί αυτό στα επίσημα βιβλία του και να συνοδεύεται από την υπογεγραμμένη παραγγελία του οικείου εργαστηρίου. Ως εκ των ανωτέρω ήταν παντελώς αδύνατο να επέλθει ή να απειληθεί σε βάρος του νοσοκομείου οιαδήποτε ζημία από τις πράξεις για τις οποίας κατηγορούμαι. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ΑΙΤΟΥΜΑΙ Την αποβολή του πολιτικώς ενάγοντος ως ανωτέρω νοσοκομείου, για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, όσον αφορά τις κατηγορίες αυτές σε σχέση με τα φερόμενα πλαστά τιμολόγια της εταιρείας ΠΣΠ." Το παραπάνω δικαστήριο με την προσβαλλόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε την πιο πάνω ένσταση, αποβολής της πολιτικής αγωγής, με την εξής αιτιολογία, μετά την ανάλυση του νομικού μέρους: "Στην προκείμενη περίπτωση, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και της απάτης, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, σε κακουργηματικό βαθμό, σε βάρος Τραπεζών και ΝΠΔΔ. Ειδικότερα, η αποδιδόμενη σ' αυτόν πρώτη ως άνω κατηγορία συνίσταται στο γεγονός ότι, κατά το αναφερόμενο στο βούλευμα χρονικό διάστημα, κατήρτισε, μεταξύ άλλων, 45 πλαστά τιμολόγια της εταιρείας την οποία εκπροσωπούσε, με τα οποία εφέρετο ότι πώλησε και παρέδωσε στο "ΓΕΝΙΚΟ ΚΡΑΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ - Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" ιατρικό υλικό (αντιδραστήρια ανοσολογικού εργαστηρίου), συνολικής αξίας 250.924.660 δρχ. Στη συνέχεια δε τα πλαστά αυτά τιμολόγια φέρεται να προσκόμισε στην Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος και επέτυχε, παραπλανώντας τους υπαλλήλους αυτής της Τράπεζας, να ενεχυράσει τα πλαστά αυτά τιμολόγια και να χρηματοδοτήσουν την εταιρεία του. Την ίδια πράξη φέρεται να έπραξε ο κατηγορούμενος και ως προς την Τράπεζα Αττικής, στην οποία προσκόμισε ένα ακόμη πλαστό τιμολόγιο, αξίας 11.800.000δρχ., με το ίδιο πιο πάνω περιεχόμενο, επιτυγχάνοντας με τον ίδιο και πάλι τρόπο να χρηματοδοτηθεί η εταιρεία του από την παραπάνω τράπεζα. Κατ' αρχήν, από την πράξη αυτή άμεσα παθούσες είναι, αναμφίβολα, οι προαναφερόμενες τράπεζες που ζημιώθηκαν με τη χορήγηση δανείου προς τον κατηγορούμενο. Εκ του λόγου τούτου, όμως, δεν αποκλείεται η ύπαρξη βλάβης επιπρόσθετα και στο προαναφερόμενο νοσοκομείο (ΝΠΔΔ) κατά του οποίου θα μπορούσε, στη συνέχεια, να στραφεί ο κατηγορούμενος για την είσπραξη των χρηματικών ποσών που αναφέρονται στα πλαστά τιμολόγια. Στην περίπτωση αυτή, βέβαια, η βλάβη του τελευταίου δεν είναι άμεση αλλά έμμεση και δη επαπειλούμενη. Και τούτο γιατί ο αποκλεισμός αυτός που είναι, κατ' αρχήν, συνεπής στον προσδιορισμό της έννοιας του βλαβέντος ως φορέα του προσβαλλομένου εννόμου αγαθού κατά την προαναφερόμενη νομική σκέψη, αποτρέπεται στην προκειμένη περίπτωση από τη σαφή βούληση του νομοθέτη, στον οποίο προβλέπεται (άρθρο 1 παρ.1 Ν. 1608/1950) ότι για τον κολασμό, σε βαθμό κακουργήματος του υπαιτίου των εγκλημάτων που αναφέρονται σ' αυτόν, μεταξύ των οποίων είναι και η πλαστογραφία, αρκεί να "απειλήθηκε" για την τέλεσή του ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ανώτερη των 50.000.000 δρχ.
Συνεπώς ως προς την πράξη αυτή (πλαστογραφία μετά χρήσεως, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, σε κακουργηματικό βαθμό, σε βάρος Τραπεζών και ΝΠΔΔ) νομιμοποιείται το παραπάνω νοσοκομείου (ΝΠΔΔ) σε παράσταση πολιτικής αγωγής. Περαιτέρω, από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη της απάτης, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, σε κακουργηματικό βαθμό, σε βάρος Τραπεζών και ΝΠΔΔ, προκύπτει ότι αμέσως παθόν από την εν λόγω πράξη είναι το παραπάνω νοσοκομείο και παριστάμενο ως πολιτικώς ενάγον, το οποίο νομιμοποιείται σύμφωνα με τα άρθρα 63, 64, 68, 83 και 84 του ΚΠΔ, 914, 932 ΑΚ, 64 παρ.2 ΚΠολΔ και 386 παρ.1-3α ΠΚ σε συνδ. με άρθρο 1 παρ.1 Ν. 1608/1950, όπως ισχύει. Κατ' ακολουθίαν των όσων εκτέθηκαν, πρέπει ν' απορριφθεί το αίτημα του κατηγορουμένου περί αποβολής της πολιτικής αγωγής του προαναφερομένου νοσοκομείου".
Η παραπάνω αιτιολογία της προσβαλλομένης, παρεμπίπτουσας, απορριπτικής της ενστάσεως αποβολής της πολιτικής αγωγής, αποφάσεως, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθόσον, για την, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, στοιχειοθέτηση της πλαστογραφίας και απάτης σε βαθμό κακουργήματος, αρκεί η επιδίωξη οφέλους από το δράστη ή απειλή ζημίας στο παραπάνω νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχ. (150.000 ευρώ) και δεν είναι αναγκαία στην περίπτωση αυτή η επίτευξη του οφέλους που επιδιώχθηκε ή η επέλευση της ζημίας, σύμφωνα με όσα στην οικεία νομική σκέψη αναφέρθηκαν. Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή, που το όφελος ή η ζημία είναι μεγαλύτερη του ποσού των 150.000 ευρώ, αρκεί επιδίωξη οφέλους ή απειλή ζημίας, χωρίς να είναι αναγκαία και η επίτευξή τους, αρκεί δηλαδή, ότι δημιουργείται ο κίνδυνος επελεύσεως της ζημίας (ΑΠ 609/2012, 970/2009). Περαιτέρω, η παραπάνω δήλωση του νομίμου εκπροσώπου του Γ.Ν.Α. "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" Ν. Π.Δ.Δ. για παράσταση του ως πολιτικώς ενάγων, έγινε για χρηματική ικανοποίησή του μόνον και είναι σαφής και νόμιμη σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, αφού συνέτρεχαν για το ως άνω νομικό πρόσωπο οι όροι ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης του όσον αφορά την άσκηση πολιτικής αγωγής προς επιδίωξη χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που προήλθε από την προσβολή της πίστεως του κύρους και της φήμης του, και το οποίο ήταν παθόν, αφού με τις ενέργειες του κατηγορουμένου να πλαστογραφήσει τα παραπάνω τιμολόγια, να τα προσκομίσει στις Τράπεζες και να εισπράξει το τίμημα που αυτά αντιπροσώπευαν, δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως ζημίας στο πολιτικώς ενάγον Νοσοκομείο, αφού αυτό στη συνέχεια θα εκκαλείτο από τις Τράπεζες να τους καταβάλει τα αντίστοιχα ποσά που με τα πλαστά τιμολόγια, από παραπλάνησή τους, κατέβαλαν στον παραπάνω. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Γ.Ν.Α. "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" Ν. Π.Δ.Δ. νομιμοποιείτο ενεργητικά να παραστεί ως πολιτικώς ενάγον στην δευτεροβάθμια δίκη και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, κατά το σκέλος του, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 2 ίδιου κώδικα), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθώς και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος περί έλλειψης αιτιολογίας της παραπάνω παρεμπίπτουσας απόφασης.
VII. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον απορριφθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του περί αναγνωρίσεως υπέρ αυτού των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. α' και ε' του ΠΚ, τον οποίο ισχυρισμό του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προέβαλε στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, (βλ. σελ. 18 έως 20 αυτής), είναι απορριπτέος, επίσης ως απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος (άρθρο 463 εδ. β' του ΚΠΔ). Και τούτο διότι κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος τέλεσε τις δυο (2) κακουργηματικές πράξεις, ήτοι της πλαστογραφίας και της απάτης σε βάρος Τραπεζών και ΝΠΔΔ, με τις περιστάσεις (για αμφότερες τις πράξεις), του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, περί καταχραστών δημοσίου, το δε όφελος που επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε, αλλά και η ζημία που απειλήθηκε και προξενήθηκε, στα ως άνω, νομικά πρόσωπα, υπερέβαινε το ποσό των 150.000 ευρώ, με την ιδιαζόντως επιβαρυντική περίσταση του ως άνω ν. της τέλεσης των ως άνω πράξεων επί μακρό χρόνο. Το αρχικό πλαίσιο ποινής, κατά τα ήδη εκτεθέντα, ήταν, σύμφωνα με τη διάταξη των άρθρων 216 παρ.1α-β και 3α, 263Α, 386 παρ. 1 και 3 α' και β' του ΠΚ και άρθρο 1 του ν. 1608/1950, όπως ισχύει, ποινή ισόβιας κάθειρξης με την αναγνώριση δε του ως άνω ελαφρυντικού το πλαίσιο της ποινής ήταν πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών (άρθρο 83 περ.α' Π.Κ.).
Στην προκειμένη περίπτωση, για κάθε μία από τις άνω πράξεις επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο το ελάχιστο όριο ποινής, βάσει του άρθρων 83, ήτοι κάθειρξη δέκα (10) ετών και συνολική, κατά συγχώνευση κάθειρξη, δέκα τεσσάρων (14) ετών, η περαιτέρω δε αποδοχή και άλλου λόγου μειώσεως, ήτοι του προτέρου εντίμου βίου και της ειλικρινούς μεταμέλειας δεν θα είχε νομική επιρροή, αφού η άνω ποινή δεν μπορούσε να μειωθεί περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 85 Π.Κ. κατά την οποία όταν συντρέχουν περισσότεροι από ένας λόγοι για τη μείωση της ποινής κατά το άρ. 83 ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις (άρθρο 84) εφαρμόζεται μόνο μία φορά η μείωση της ποινής σύμφωνα με το μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83, στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνονται υπόψη όλοι οι πιο πάνω λόγοι και ελαφρυντικές περιστάσεις (ΑΠ 747/2000).
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 5-3-2012, υπ' αριθμό πρωτ. 1787/5-3-2012, αίτηση, του Κ. Π. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 1654/2011 αποφάσεως του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταχραστές Δημοσίου. Κακουργηματική πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, με ζημία και αντίστοιχο όφελος άνω των 150.000 € εις βάρος Τραπεζών και ΝΠΔΔ. Κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση, με ζημία και αντίστοιχο όφελος άνω των 150.000 € εις βάρος Τραπεζών και ΝΠΔΔ. Τέλεση των ως άνω πράξεων με την ιδιαζόντως επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950 της επί μακρό χρόνο τέλεσης τους. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Κατάρτιση και χρήση πλαστών τιμολογίων από νόμιμο εκπρόσωπο εταιρείας, με τα οποία εμφάνιζε ότι η παραπάνω εταιρεία είχε πωλήσει εργαστηριακό υλικό (αντιδραστήρια) σε νοσοκομείο. Τα τιμολόγια αυτά στη συνέχεια τα προσκόμιζε σε τράπεζες, με τις οποίες είχε συνάψει σχετικές συμβάσεις πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, και παραπλανώντας του υπαλλήλους ότι ήταν γνήσια, τα ενεχυρίαζε και εισέπραττε την αξία τους, την οποία οι τράπεζες στη συνέχεια θα απαιτούσαν από το Νοσοκομείο. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι: Έλλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Πολιτική αγωγή. Νόμιμα παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγον το νοσοκομείο, αφού νομιμοποιείται ενεργητικά εφόσον από τις ενέργειες του κατηγορουμένου απειλήθηκε ζημία σε βάρος του, υπερβαίνουσα το ποσό των 150.000 ευρώ. Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Αναιτιολόγητη απόρριψη ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων πρότερου έντιμου βίου και ειλικρινούς μεταμέλειας. Απορριπτέος ως απαράδεκτος ο σχετικός λόγος αναίρεσης αφού στον κατηγορούμενο αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 ε' ΠΚ(μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς) και του επιβλήθηκε το ελάχιστο όριο ποινής και συνεπώς η αποδοχή και άλλου λόγου μείωσης της ποινής δεν θα είχε νομική επιρροή. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Πλαστογραφία, Πολιτική αγωγή.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 812/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη
-
Εισηγήτρια και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 10681/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ. Π. του Ε., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Κωνσταντά.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Τζαγκουρνής, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 19 και ημερομηνία 22 Μαρτίου 2012 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 455/2012.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ζήτησε να γίνει απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του κατηγορούμενου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ.2 εδ.α' του ΚΠΔ, ο "Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου κώδικα μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνος της ελλείψεως της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ). Προκειμένου δε για αθωωτική απόφαση, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά κι οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση του. ' Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Η σύμφωνα με τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται όσοι τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, της ικανότητας προς καταλογισμό, τη μείωση της ικανότητας αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός να είναι ορισμένος, δηλαδή, κατά περίπτωση, να αναφέρονται κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη συγκρότηση της νομικής εννοίας του συγκεκριμένου ισχυρισμού, έτσι, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αξιολογήσεως και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει στους αόριστους αυτούς ισχυρισμούς, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της παραβιάσεως του απορρήτου των τηλεφωνημάτων προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό, "Είχα πιστέψει ότι μπορούσα να παρακολουθώ (τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις) λόγω της απόφασης της Αμερικής", ενώ προηγουμένως είχε αναγνωσθεί στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα πρακτικά η επικαλούμενη από 3.7.2006 απόφαση - εντολή του Πρωτοδικείου του Λος Άντζελες των ΗΠΑ επί υποθέσεως ασφαλιστικών μέτρων της Δ. Τ. "να ηχογραφεί συνδιαλέξεις του εγκαλούντος". Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτίμησε ως σαφή και ορισμένο τον παραπάνω ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης και δέχθηκε αυτόν ως βάσιμο, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Όπως απεδείχθη την ηχογράφηση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων του εγκαλούντος έκανε ο κατηγορούμενος πιστεύοντας ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη αυτή, η δε πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή (αρθρ. 31 παρ 2ΠΚ), ως εκ της εντολής του ανωτέρω αλλοδαπού Δικαστηρίου και συνεπώς πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος της εν λόγω αξιοποίνου πράξεως (άρθρ. 370Α παρ 1α ΠΚ)". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την παραδοχή του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού, αφού εκθέτει με σαφήνεια τα στοιχεία της συγγνωστής νομικής πλάνης στην ένδικη περίπτωση, τα οποία πηγάζουν από την εντολή του αλλοδαπού Δικαστηρίου να ηχογραφεί συνδιαλέξεις του εγκαλούντος. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-3-2012 αίτηση (δήλωση) του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της 10681/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση Εισαγγελέως. Αιτιολογία αυτοτελούς ισχυρισμού. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.
|
Ισχυρισμός αυτοτελής
|
Ισχυρισμός αυτοτελής, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου.
| 0
|
Αριθμός 817/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων: 1) Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαραντόπουλο, 2)Ε. Κ. του Δ., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Χαλκίδας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Τζάνογλο και 3) Σ. Γ. - Κ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Τζάνογλο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 232/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Μαΐου 2012 αίτηση αναιρέσεως και στους από 27 Μαρτίου 2013 προσθέτους λόγους του Δ. Κ. και την από 14 Μαΐου 2012 κοινή αίτηση αναιρέσεως των Ε. Κ. και Σ. Γ.-Κ., τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1320/2012.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος, Δ. Κ..
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 14-5-2012 και με αρ. εκθ. 35/4-5-2012 αιτήσεις των κατηγορουμένων: α) Ε. Κ. του Δ., β) Σ. Γ. - συζ. Ε. Κ. και γ) Δ. Κ. του Κ., μετά των από 27-3-2013 Προσθέτων Λόγων του τελευταίου, για αναίρεση της με αριθμ. 232/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει ως συναφείς να συνεκδικαστούν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά. Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη και προκαλεί, διατηρεί ή ενισχύει την πλάνη. Οι ψευδείς δε παραστάσεις πρέπει να είναι πρόσφορες να παραπλανήσουν τον παθόντα. Η απλή έλλειψη της παραστάσεως ενός αληθινού γεγονότος δεν αποτελεί πλάνη, ενώ δεν παραπλανάται εκείνος που τελεί σε γνώση της αναλήθειας των παραστάσεων ή που διέγνωσε την αναλήθειά τους και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Εντεύθεν έπεται, ότι απάτη δύναται να διαπραχθεί και με παραπλάνηση, όταν ο δράστης παραλείπει να ανακοινώσει σε αυτόν αληθινά γεγονότα, τούτου συνιστώντος αθέμιτη παρασιώπηση, αν από το νόμο ή τη σύμβαση τάσσεται αντίθετη υποχρέωση ανακοινώσεως αυτών. Εξάλλου περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή και άλλου καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος. Περαιτέρω, η περιουσιακή βλάβη, που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη. Θα πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος. Επί πλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α' του ν. 1608/1950 "για τους καταχραστές του Δημοσίου κ.λ.π.", ορίζεται: "Στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα (μεταξύ άλλων και 386 του ΠΚ), εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του ΠΚ και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα ή τράπεζες, υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δρχ., επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδία δε όταν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την τέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο αυτού είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης".
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1,2 του ΠΚ, προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες (μικρότερες) ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μια περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι επί απάτης, κατά την οποία ο δράστης προέβη διαδοχικά σε απατηλές διαβεβαιώσεις, κάθε μια από τις οποίες οδήγησε σε χωριστή πλάνη του εξαπατηθέντος και αντίστοιχη ιδιαίτερη περιουσιακή διάθεση από αυτήν, πρόκειται για κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ανωτέρω αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην παραδοχή των επιβαρυντικών περιστάσεων και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους.
Η κατά το άρθρο 178 του ΚΠΔ, απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη και η αυτοψία, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 178 του ΚΠΔ, πρέπει δε, για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, εκτός αν η πραγματογνωμοσύνη ή η αυτοψία δεν διατάχθηκε από ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο, κατ' άρθρο 183 ΚΠΔ, οπότε έκθεση αυτή συνιστά απλό αποδεικτικό έγγραφο. Η αβεβαιότητα δε αυτή επιτείνεται, όταν το δικαστήριο κατέληξε με το αποδεικτικό του πόρισμα, μάλιστα χωρίς αναφορά, άμεση ή έμμεση, στο περιεχόμενο της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, σε συμπεράσματα διαφορετικά εκείνων του πορίσματος της τελευταίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 232/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία οι αναιρεσείοντες, αφού τους αναγνωρίστηκε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.1 εδαφ. α' και ε' αντίστοιχα του ΠΚ, καταδικάσθηκαν, κατά πλειοψηφία(4-1) για κακουργηματική απάτη από κοινού και κατ' εξακολούθηση, ποσού ύψους άνω των 200.000.000 δραχμών, σε βάρος του Δημοσίου, ποσό που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, αλλά και των 120.000 ευρώ (όπως τροπ. το άρθρο 386 ΠΚ, με το άρθρο 25 παρ.1 περ. ιδ' του νέου ν. 4055/12-3-2012, διατηρουμένης λόγου ποσού οφέλους άνω των 120.000 ευρώ και πάλιν της κακουργηματικής μορφής του), αλλά και με την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 1608/1950, λόγω απλώς ποσού υπερβαίνοντος τα 50.000.000 δραχμές, σε ποινή καθείρξεως δέκα ετών ο καθένας, το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των 1ου και 3ου κατηγορουμένων και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι: Με το υπ' αριθμόν .../23-6-1994 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας συζ. Χρ. Καλοήδα συνεστήθη η Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΣΟΦΕΜ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΑΝΤΕΛΟΠΟΙΪΑΣ - ΨΕΥΔΟΚΟΣΜΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΚΕΝΤΗΜΑΤΩΝ" με έδρα το Δήμο της ... και σκοπό την κατασκευή μονάδας βιομηχανικής παραγωγής κεντημάτων, δαντελών υφασμάτων, ψευδοκοσμημάτων, υφαντών λαϊκής τέχνης, αγγραφών, ειδών συσκευασίας καθώς και τη παροχή υπηρεσιών (φασόν), την εκμετάλλευση επιχείρησης πώλησης κάθε είδους εκ των ως άνω προϊόντων, την εισαγωγή και την εξαγωγή των προϊόντων αυτών από και προς χώρες του εξωτερικού κ.λ.π. Ιδρυτές τττς εταιρείας αυτής ήταν: α) η Σ. σύζυγος Ε. Κ., β) ο Ε. Κ. του Δ. και γ) η Α. Κ. του Ε. και Μ., θυγατέρα του κατηγορουμένου Ε. Κ.. Οι ανωτέρω αποτέλεσαν και το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας, της οποίας Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ορίσθηκε η κατηγορούμενη Σ. Γ.-Κ. και Αντιπρόεδρος ο κατηγορούμενος Ε. Κ., ενώ η Α. Κ. ήταν απλό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας. Η κατηγορούμενη Σ. Κ. ήταν μέτοχος της εταιρείας κατά ποσοστό 50% και ο πρώτος κατηγορούμενος μέτοχος αυτής κατά ποσοστό 40%, ενώ μέτοχος κατά ποσοστό 10% και απλό μέλος αυτής ήταν η Α. Κ., κόρη από προηγούμενο γάμο του Ε. Κ.. Η ως άνω εταιρεία με το προαναφερόμενο αντικείμενο υπήχθη στον αναπτυξιακό νόμο 1892/1990 και με την υπ' αρ. πρωτ. ΙΕ/1215/ΝΝ80299/90/26-5-1994 εγκριτική απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης εγκρίθηκε επένδυση συνολικής δαπάνης 295.724.000 δραχμών με επιχορήγηση σε ποσοστό 54,88. Με το ίδιο ποσοστό εγκρίθηκε η επιδότηση του επιτοκίου τραπεζικού δανείου ύφους 92.365.000 δραχμών. Το Νομαρχιακό όργανο Ελέγχου που συγκροτήθηκε με εντολή του Νομάρχη Έβρου, συνέταξε και υπέβαλε τη με ημερομηνία 22-4-1997 έκθεση Νομαρχιακού Ελέγχου Ολοκλήρωσης και Έναρξης Παραγωγικής Λειτουργίας της Επένδυσης. Σύμφωνα με αυτή το τελικό κόστος της επένδυσης ανήλθε σε 361.210.463 δραχμές, δηλαδή αυξήθηκε κατά 71.486.463 σε σχέση με αυτό της εγκριτικής απόφασης.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η με αριθμό ΙΕ/0Ε/1878/ΝΝ80299/Ν1892/90/12-6-1997 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης "Περί ολοκληρώσεως και οριστικοποιήσεως του κόστους και έναρξη της λειτουργίας της παραγωγικής επένδυσης της ΣΟΦΕΜ ΑΕ. Σύμφωνα με την τελευταία αυτή απόφαση ίο ύψος της επιχορήγησης ορίσθηκε στο ποσό των 175.551.000 δραχμών, ποσοστό 54,86% του συνολικού ύψους της ενισχυόμενης επένδυσης ποσού 320.000.000 δραχμών και το ύψος του τραπεζικού δανείου ορίσθηκε στο ποσό των 92.365.000 δραχμών, για το οποίο χορηγήθηκε επιδότηση επιτοκίου ποσοστού 54,86%. Περαιτέρω, για την ίδια ως άνω εταιρεία με την υπ' αριθμόν πρωτ. ΙΕ/1766/ΝΝ80797/Ν1892/90/24-5-1996 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφ. Αν. Μακεδονίας Θράκης εγκρίθηκε δεύτερη επένδυση συνολικής δαπάνης 252.000.000 δραχμών με επιχορήγηση σε ποσοστό 58% και πρόσθετο ποσοστό 7% λόγω αυξημένης ίδιας συμμετοχής και λήψεως δανείου. Το Περιφερειακό Όργανο Ελέγχου που συγκροτήθηκε με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Π.Α.Μ.Θ., συνέταξε και υπέβαλε την από 21-10-1997 Έκθεση Περιφερειακού Οργάνου Ελέγχου - Τελικός Έλεγχος Επένδυσης και Παραγωγικής Λειτουργίας. Σύμφωνα με αυτή, το κόστος της επένδυσης ανήλθε συνολικά στο ποσό των 313.992.595 δραχμών. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η με αριθμό πρωτ.IE/OE/1455/NN80767/N 1892/90/30-10-1997 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Π.Α.Μ.Θ "περί ολοκληρώσεως και οριστικοποιήσεως του κόστους επένδυσης της επιχείρησης ΣΟΦΕΜ Α.Ε.". Σύμφωνα με αυτή, το ύψος της επιχορήγησης ορίσθηκε στο ποσό των 180.960.000 δραχμών, καθώς επίσης επιχορήγηση ύψους 21.840.000 δραχμών, που αποτελεί πρόσθετο ποσοστό 7% επί της παραγωγικής επένδυσης. Το ενισχυόμενο κόστος της επένδυσης οριστικοποιήθηκε στο ποσό των 312.000.000 δραχμών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος Δ. Κ., αρχιτέκτων στο επάγγελμα, είχε εξειδικευθεί σε θέματα επενδύσεων και επιχορηγήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις των σχετικών αναπτυξιακών νόμων και αναλάμβανε την όλη διαδικασία εργολαβικά από τη σύνταξη της σχετική οικονομικοτεχνικής μελέτης, την ταξινόμηση και την υποβολή του φακέλου στην αρμόδια υπηρεσία και μετά την έγκριση υπαγωγής στον αναπτυξιακό νόμο αναλάμβανε την υλοποίηση ανέγερσης των κτιριακών εγκαταστάσεων καθώς και την προμήθεια του μηχανολογικού εξοπλισμού. Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ήλθαν σε διαπραγματεύσεις με τον κατηγορούμενο Δ. Κ. και κατέληξαν σε συμφωνία όπως ο τελευταίος αναλάβει να παραδώσει σε αυτούς το όλο έργο (μελέτες, κατασκευή και παρακολούθηση "με το κλειδί στο χέρι"), ώστε να αρχίσει η παραγωγική λειτουργία του εργοστασίου. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος αυτός ανέλαβε τη σύνταξη της τεχνικοοικονομικής μελέτης, την ολοκλήρωση του φακέλου και την υποβολή του στο Υ.ΠΕΘ.Ο για την υπαγωγή της επένδυσης της ΣΟΦΕΜ Α.Ε. στις διατάξεις του Ν. 1892/1990, τη σύνταξη όλων των επιμέρους μελετών, την επιμέλεια και επίβλεψη της ανέγερσης του εργοστασίου, την προμήθεια όλου του μηχανολογικού εξοπλισμού, τη όλη οικονομική διαχείριση καθώς και τη φροντίδα ενημέρωσης των φορολογικών βιβλίων της ΣΟΦΕΜ Α.Ε. Συντάχθηκε δε προς τούτο μεταξύ των ως άνω προσώπων τα από 1-12-1993 ιδιωτικά συμφωνητικά εκπονήσεως του έργου (δύο), η από 20-6-1994 σύμβαση εργολαβικής ανάληψης κατασκευής και εξοπλισμού εργοστασίου μεταξύ των δύο πρώτων κατηγορουμένων ως εκπροσώπων της ΣΟΦΕΜ Α.Ε. και του Δ. Κ. ως εκπροσώπου της ΕΥΡΟΚΩΜ ΑΕ και το υπ' αριθμόν .../22-2-1995 ειδικό πληρεξούσιο που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αθηνών Φλώρα Ηλία Μπλάνα. Ακόμη αποδείχθηκε ότι το όλο έργο ολοκληρώθηκε τόσο από κατασκευαστικής πλευράς όσον και από πλευράς μηχανολογικού εξοπλισμού του και άρχισε την παραγωγική διαδικασία το εργοστάσιο της ΣΟΦΕΜ , έχοντας λάβει άδεια λειτουργίας από το Υπουργείο Βιομηχανίας και αφού προσέλαβε και προσωπικό που απησχολείτο στην παραγωγή. Ειδικότερα, η εταιρεία ΣΟΦΕΜ λειτούργησε κατά τα έτη 1995 έως 2002 και είχεν συναλλαγές του αντικειμένου της παραγωγικής διαδικασίας, όπως προκύπτει από τα αναγνωσθέντα τιμολόγια αγοράς πρώτων υλών και τα τιμολόγια πωλήσεως προϊόντων της των ως άνω ετών που ενδεικτικά αναφέρονται στις αναγνωσθείσες καταστάσεις, για τις δαπάνες που έγιναν στο σκέλος των κτιριακών κατασκευών, των ειδικών εγκαταστάσεων και του περιβάλλοντος χώρου όπου είχε την ευθύνη κατασκευής η εταιρεία ΕΥΡΟΚΩΜ ΑΕ εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο κατηγορούμενος Δ. Κ., δεν διαπιστώθηκε να υπήρξε κάποιο πρόβλημα σε σχέση με την εγκριθείσα επένδυση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατόπιν σχετικής εντολής του Νομάρχη Έβρου, το Νομαρχιακό Όργανο Ελέγχου Επενδύσεων του άρθρου 8 του Ν. 1892/1990, αποτελούμενο από τους Τ. Δ. πολιτικό μηχανικό, τον Α. Α., φοροτεχνικό της ΔΟΥ ..., τον Γ. Κ. υπάλληλο τότε της Τράπεζας Εργασίας ... και τον Κ. Σ., μηχανολόγο - ηλεκτρολόγο - μηχανικό, διενήργησε αυτοψία στον τόπο υλοποίησης της επένδυσης που ήταν η βιομηχανική περιοχή ... και έλεγχο στα βιβλία, στους φακέλους και στα πάσης φύσεως παραστατικά της ως άνω εταιρείας. Οι ανωτέρω με την ιδιότητα τους αυτή, των μελών του Νομαρχιακού Οργάνου Ελέγχου επενδύσεων του Νομού Έβρου, το οποίο ήταν αρμόδιο να διενεργεί πλήρεις και λεπτομερειακούς ελέγχους της προόδου και της ολοκληρώσεως όσων επενδυτικών έργων είχαν υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 1892/1990 και στη συνέχεια να συντάσσει τις αντίστοιχες εκθέσεις ελέγχου οι οποίες μετά τη σύνταξη τους υποβάλλονταν προς την περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης, προκειμένου οι αρμόδιοι υπάλληλοι της τελευταίας, βάσει των πιστοποιήσεων που οι εκθέσεις αυτές περιείχαν, να προβούν στην εκταμίευση και καταβολή προς τον επενδυτή των ποσών της προβλεπόμενης επιχορήγησης συνέταξαν από κοινού κατόπιν αιτήσεων των επενδυτών Α) Την 10-4-1995 στην ... τη δεύτερη έκθεση Νομαρχιακού Οργάνου ελέγχου, στην οποία βεβαίωσαν ψευδώς προμήθεια καινούργιου μηχανολογικού υλικού αξίας 11.800.000 δραχμών, ήτοι 2 χυτοπρέσσες 0,75 HP, αξίας 2.100.000 δραχμών, 2 λαστιχιέρες 1.5KW αξίας 1.240.000 δραχμών, δύο καμίνια 3KW, αξίας 660.000 δραχμών, 1 αεροσυμπιεστή 4KW αξίας 500.000 δραχμών, 1 αζουρομηχανή 0.25ΗΡ, αξίας 2.320.000 δραχμών, 1 φεστονομηχανή 0.25ΗΡ, αξίας 2.660.000 δραχμών, 2 βούρτσες καθαρισμού 1ΗΡ, αξίας 800.000 δραχμών και ένα σιδερωτήριο ατμού 2 KW, αξίας 900.000 δραχμών. Β) Την 9-6-1995 στην ... την τρίτη έκθεση Νομαρχιακού Οργάνου Ελέγχου, στην οποία βεβαίωσαν προμήθεια μηχανολογικού εξοπλισμού αξίας 26.666.010 δραχμών, ήτοι μία κεντηστική μηχανή TASIMA Ιαπωνίας τύπου TME/TMBE No 1886-3 καινούργια αξίας 26.436.000 δραχμών που αφορούσε παραγγελία του μηχανήματος αυτού. Γ) Την 8-9-1995 στην ... την τέταρτη έκθεση Νομαρχιακού Οργάνου Ελέγχου στην οποία βεβαίωσαν ψευδώς προμήθεια μηχανολογικού εξοπλισμού αξίας 69.134.102 δραχμών, ήτοι μίας μηχανής παραγωγής δαντέλας και κεντήματος τύπου LASSER SAUPER IIS-55 COMPUTER ισχύος 5.5ΗΡ, αξίας 66.534.720 δραχμών που αφορούσε παραγγελία του μηχανήματος αυτού. Δ) Την 22-4-1997 στην ... την έκθεση Νομαρχιακού Οργάνου Ελέγχου ολοκλήρωσης και έναρξης παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης της ΣΟΦΕΜ Α.Ε., στην οποία βεβαίωσαν ψευδώς προμήθεια μηχανολογικού υλικού αξίας 195.617.310 δραχμών ως η σχετική κατάσταση ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ ΕΓΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΑ, που αφορούν την πρώτη από τις ως άνω δύο επενδύσεις. Ε) Την 4-11-1996 στην ... την πρώτη έκθεση Νομαρχιακού Οργάνου Ελέγχου της δεύτερης επένδυσης της ΣΟΦΕΜ Α.Ε. στην οποία βεβαίωσαν ψευδώς προμήθεια μηχανολογικού υλικού αξίας 40.000.000 δραχμών που αφορά προκαταβολή για αγορά μηχανημάτων σύμφωνα με την από 10-10-1996 προσφορά της εταιρείας GAUD TRADE LTD. ΣΤ) Την 16-11-1996 στην ... τη δεύτερη έκθεση Νομαρχιακού Οργάνου Ελέγχου της δεύτερης επένδυσης της ΣΟΦΕΜ Α.Ε. στην οποία βεβαίωσαν ψευδώς προμήθεια μηχανολογικού εξοπλισμού αξίας 87.810.000 δραχμών και συνολικά 127.000.000 δραχμών ως η κατάσταση μηχανημάτων. Ζ) Την 21-2-1997 στην ... την τρίτη έκθεση Νομαρχιακού Οργάνου ελέγχου της δεύτερης επένδυσης της ΣΟΦΕΜ Α.Ε. στην οποία βεβαίωσαν προμήθεια μηχανολογικού εξοπλισμού αξίας 150.472.550 δραχμών που αφορά προκαταβολή για αγορά μηχανημάτων σύμφωνα με την από 10-10-1996 προσφορά της εταιρίας GAUD TRADE LTD. Η) Την 10-10-1997 στην ... την έκθεση Νομαρχιακού Οργάνου Ελέγχου ολοκλήρωσης της επένδυσης της ΣΟΦΕΜ Α.Ε. στην οποία βεβαίωσαν την προμήθεια μηχανολογικού υλικού αξίας 200.253.299 δραχμών. Οι παραπάνω βεβαιώσεις του Νομαρχιακού Οργάνου Ελέγχου Επενδύσεων ήσαν ψευδείς, καθόσον η αλήθεια είναι ότι τα μηχανήματα, που βρέθηκαν στις εγκαταστάσεις της ΣΟΦΕΜ Α.Ε. και βεβαιώθηκαν από το ως άνω νομαρχιακό όργανο ελέγχου επενδύσεων ότι αγοράσθηκαν από την υπεράκτια εταιρεία της ΚΥΠΡΟΥ με την επωνυμία GAUD TRADE LTD, δυνάμει των υπ' αριθμόν 103/28-6-1996 και 105/14-11-1996 τιμολογίων εκδόσεως της ως άνω εταιρείας της Κύπρου, αξίας 175.340.000 και 78.010.000 αντίστοιχα καθώς και από την επίσης υπεράκτια εταιρεία της ΚΥΠΡΟΥ με την επωνυμία B&G BISON LTD δυνάμει του υπ' αριθμόν 106/6-10-1997 τιμολογίου της αξίας 112.000.000 δραχμών αγοράσθηκαν στην πραγματικότητα: 1) από την εταιρεία Δ. Κ. - Α. Ε. Ο.Ε ..., μετά από διαπραγματεύσεις των Κων/νου και Δ. Κ., του πρώτου ενεργούντος κατ' εντολήν και λογαριασμό του πατέρα του (3ου κατηγορούμενου), με τα υπ' αριθμό 363/22-11-1996, 328/21-8-1996, 376/27-12-1996 και 479/13-10-1997 τιμολόγια εκδόσεως της ως άνω ΟΕ αντί συνολικού τιμήματος 5.887.500 δραχμών στο όνομα του Γ. Χ. για λογαριασμό της GAUD TRADE LTD και μεταφέρθηκαν στις εγκαταστάσεις της ΣΟΦΕΜ Α.Ε. από το πρακτορείο μεταφορών της Ι. Κ. "Ο ΕΒΡΟΣ". Στη συνέχεια δε η εταιρεία GAUD TRADE LTD μεταπώλησε τα πιο πάνω πράγματα που περιγράφονται στα ως άνω τιμολόγια στην ΣΟΦΕΜ αντί 57.860.000 δραχμών δυνάμει των προαναφερομένων τιμολογίων της GAUD TRADE LTD, τα οποία όμως είναι εικονικά και πλαστά αφού η ως άνω εταιρεία καθώς και η εταιρεία B&G BISON LTD που τη διαδέχθηκε που είχαν ορίσει φορολογικό εκπρόσωπο στην Ελλάδα τον Γ. Χ., ουδέποτε πώλησαν οποιοδήποτε μηχάνημα στην ΣΟΦΕΜ Α.Ε., η δε υπογραφή του Γ. Χ. στα τιμολόγια εκδόσεως των ως άνω εταιρειών είναι πλαστή καθόσον δεν τέθηκε από τον τελευταίο. 2) από το Δ. Κ. μία κεντητική μηχανή μεταχειρισμένη με το υπ' αριθμό 1/22-8-1996 τιμολόγιο στο όνομα του Γ. Χ. για λογαριασμό της GAUD TRADE LTD, αντί 4.000.000 δραχμών, την οποία στη συνέχεια η GAUD TRADE LTD μεταπώλησε στην ΣΟΦΕΜ Α.Ε. αντί τιμήματος 30.760.000 δραχμών. 3) από τη Σ. Λ. - Χ. Σ. Ο.Ε με έδρα τη ... μία κεντητική μηχανή ΤΑΣΙΜΑ ΤΜ EF-H6 912 με το υπ' αριθμόν 473/15-4-1997 τιμολόγιο στο όνομα του Γ. Χ. για λογαριασμό της GAUD TRADE LTD αντί 500.000 δραχμών την οποία στη συνέχεια η GAUD TRADE LTD μεταπώλησε στη ΣΟΦΕΜ Α.Ε. αντί 44,600.000 δραχμών.4) από την Μ. ΑΕΒΕ, ..., μία μηχανή SHRINK FILM MOD MAYIPACK αξίας 1.318.500 δραχμών με το υπ' αριθμόν 579/15-7-1996 τιμολόγιο στο όνομα του Γ. Χ. για λογαριασμό της GAUD TRADE LTD, αντί 500.000 δραχμών την οποία στη συνέχεια η GAUD TRADE LTD μεταπώλησε στη ΣΟΦΕΜ Α.Ε. αντί 6.800.000 δραχμών. 5) από την Κ. Α. και ΣΙΑ Ο.Ε. ένα κύλινδρο FLLI CAVAL1N αξίας 2.300.000 δραχμών, δύο πάγκους εργασίας αξίας 20.000 δραχμών ένα πλυντήριο υπερήχων 5 Lit Ultrasonic αξίας 170.000 δραχμών, ένα εργάτη Fili Cavalin αξίας 180.000 δραχμών ένα σέγας κυκλικής KAVALIN αξίας 250.000 δρχ. με τα υπ' αριθμούς 6546/8-9-1997 και 658/7-10-1997 τιμολόγια στο όνομα του Γ. Χ. για λογαριασμό της B&G BISON LTD, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλήθηκαν από την GAUD TRADE LTD στη ΣΟΦΕΜ Α.Ε. αντί 57.940.000 δρχ.6) από το Μ. Ι., ... μία υδραυλική πρέσσα αντί 50.000 δραχμών με το υπ' αριθμό 89/17-7-1997 τιμολόγιο στο όνομα του Γ. Χ. για λογαριασμό της GAUD TRADE LTD την οποία στη συνέχεια η GAUD TRADE LTD μεταπώλησε στη ΣΟΦΕΜ Α.Ε. αντί 57.940.000 δραχμών και 7) Η διαδεχθείσα την ως άνω εταιρεία GAUD TRADE LTD εταιρεία της Κύπρου με την επωνυμία B&G BISON LTD πώλησε στη ΣΟΦΕΜ Α.Ε. ένα ηλεκτρονικό σύστημα σχεδίασης αξίας 38.800.000 δραχμών το οποίο το είχαν αγοράσει από την Σ. Τ. Π. ΑΕΒΕ αντί τιμήματος 2.972.000 δραχμών. Ακόμη αποδείχθηκε ότι στην ... το Περιφερειακό Όργανο Ελέγχου επενδύσεων και έναρξις παραγωγικής λειτουργίας του Νομού Έβρου, αποτελούμενο από τους Ν. Λ., υπάλληλο του τμήματος Τεχνικών Υπηρεσιών της Ορεστιάδας, Δ. Μ., ηλεκτρολόγο μηχανικό και Γ. Σ. (12ο των κατηγορουμένων) τότε υπάλληλο της ΔΟΥ ..., με την ως άνω ιδιότητα τους στο προαναφερόμενο όργανο, που ήταν αρμόδιο για τον τελικό έλεγχο της ολοκληρώσεως της επένδυσης της ΣΟΦΕΜ Α.Ε., που είχε υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 1892/1990, και στη σύνταξη στη συνέχεια της αντίστοιχης έγγραφης έκθεσης ελέγχου, η οποία μετά τη σύνταξη της υπεβάλλετο στην Π.Α.Μ. Θράκης, προκειμένου οι υπάλληλοι της τελευταίας με βάση τις πιστοποιήσεις που οι εκθέσεις αυτές περιείχαν να προβούν στην εκταμίευση και καταβολή προς τον επενδυτή των ποσών της προβλεπόμενης επιχορήγησης, συν έταξε στις 21-10-1998 την έκθεση Περιφερειακού Οργάνου Ελέγχου ολοκλήρωσης της επένδυσης της ΣΟΦΕΜ Α.Ε. στην οποία τα ως άνω μέλη βεβαίωσαν την προμήθεια από τη ΣΟΦΕΜ μηχανολογικού υλικού αξίας 200.253.299 δραχμών ως είχεν βεβαιώσει και το Νομαρχιακό Όργανο Ελέγχου επενδύσεων με την ως άνω από 10-10-1997 έκθεση του και ως τα μηχανήματα αυτά φαίνονται στην κατάσταση Ι που περιέχεται στις σελίδες 60 και 61 του κλητηρίου θεσπίσματος και στο διατακτικό. Η ως άνω βεβαίωση του Περιφερειακού Οργάνου Ελέγχου Επενδύσεων ήταν ψευδής καθόσον τα μηχανήματα που βρέθηκαν στις εγκαταστάσεις της ΣΟΦΕΜ Α.Ε. και βεβαιώθηκαν ότι αγοράσθηκαν από τις υπεράκτιες εταιρείας της ... GAUD TRADE LTD και B&G BISON LTD με τα υπ' αριθμόν 105/14-11-1996 και 106/6-10-1997 τιμολόγια εκδόσεως των αγοράσθηκαν στην πραγματικότητα από τις προαναφερόμενες ελληνικές εταιρείες. Σημειώνεται ότι το Περιφερειακό Όργανο Ελέγχου στο τέλος της ως άνω έκθεσης του διετύπωσε την παρατήρηση που έχει ως εξής "Διαπιστώνεται ότι ενώ τα περισσότερα μηχανήματα είναι Ιταλικής κατασκευής έχουν αγορασθεί και εισαχθεί από κάποιους κυπριακούς οίκους (GAUD TRADE LTD ... και B&G BISON LTD ...) εταιρείες περιορισμένης ευθύνης των οποίων δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία. Το γεγονός αυτό δίνει λαβή για περαιτέρω διερεύνηση όσον αφορά την τιμολόγηση των μηχανημάτων αυτών (κόστος μηχανήματος από μητρική εταιρεία κατασκευής και κόστος από εταιρεία περιορισμένης ευθύνης Κύπρου). Σημειώνεται ότι η διερεύνηση αυτή δεν μπορεί να γίνει από το όργανο ελέγχου". Τα μέλη των οργάνων ελέγχου Νομαρχιακού και Επαρχιακού κατά τις επιτόπιες αυτοψίες διεπίστωσαν την προμήθεια του μηχανολογικού εξοπλισμού της εταιρείας ΣΟΦΕΜ Α.Ε. που είχεν υπαχθεί στον αναπτυξιακό νόμο σύμφωνα με την εγκριθείσα σχετική μελέτη καθώς και την ύπαρξη των τιμολογίων με τα οποία αγοράσθηκε ο μηχανολογικός εξοπλισμός καθώς και τα παραστατικά εξόφλησης των σχετικών τιμολογίων που τους δόθηκαν από τους 1ο και 2η των κατηγορουμένων οι οποίοι είχαν αναθέσει κατά τα προαναφερθέντα το όλο έργο στον τρίτο των κατηγορουμένων. Τα μέλη των ως άνω Επιτροπών Ελέγχου των επενδύσεων δεν είχαν κάποια υπόνοια ότι τα τιμολόγια που τους προσκομίσθηκαν ήταν εικονικά όσον αφορά τις προμηθεύτριες αλλοδαπές εταιρείες και δεδομένου ότι η επένδυση τόσο στο κατασκευαστικό στάδιο όσο και στο στάδιο προμήθειας του μηχανολογικού υλικού έβαινε καλώς, ως τούτο άλλωστε προέκυψεν και από το γεγονός ότι το εργοστάσιο της ΣΟΦΕΜ Α.Ε. έλαβε άδεια λειτουργίας από το Υπουργείο Βιομηχανίας και προέβη και σε παραγωγική λειτουργία κατά τα ανωτέρω προέβησαν στις σχετικές βεβαιώσεις χωρίς πρόθεση να βεβαιώσουν ψευδώς γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, που είναι όπως προαναφέρθηκε, οι κύριοι και οι βασικοί μέτοχοι της ανώνυμης εταιρείας ΣΟΦΕΜ Α.Ε., με την ιδιότητα του αντιπροέδρου αυτής ο πρώτος και του Προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ίδιας εταιρείας η δεύτερη κατηγορούμενη και ο 3ος κατηγορούμενος (Δ. Κ.) με την ιδιότητα του εργολάβου, ο οποίος, όπως επίσης προαναφέρθηκε, είχεν αναλάβει δυνάμει συμβάσεως με τους δύο πρώτους συγκατηγορουμένους του την κατασκευή του εργοστασίου της ΣΟΦΕΜ Α.Ε. στην περιοχή της ..., την προμήθεια του μηχανολογικού του εξοπλισμού και την παράδοση αυτού στους δύο πρώτους συγκατηγορουμένους του έτοιμο ("με το κλειδί στο χέρι") προς λειτουργία, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργούντες από κοινού με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών έβλαψαν ξένη περιουσία και μάλιστα αυτήν του Ελληνικού Δημοσίου, πείθοντας τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης (ΠΑΜΘ) σε πράξη, από την οποία επήλθε η ζημία, με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από 10-4-1995 έως 21-10-1998, ενεργώντας με τις πιο πάνω ιδιότητας τους στην ... και την ... οι ως άνω τρεις κατηγορούμενοι από κοινού, και έχοντας υπαχθεί η ως άνω ανώνυμη εταιρεία ΣΟΦΕΜ Α.Ε. στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου 1892/1990 με δύο εγκριτικές αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, ήτοι τη με αριθμό πρωτοκόλλου ΙΕ/1215/ΝΝ80299/Ν 1892/1990/26-5-1994 με την οποία εγκρίθηκε επένδυση συνολικής δαπάνης 295.724.000 δραχμών για τη ΣΟΦΕΜ Α.Ε. με επιχορήγηση επιτοκίου 54,88% και με το ίδιο ποσοστό επιδότησης επιτοκίου για δάνειο ύψους 92.365.000 δραχμών και τη με αριθμό πρωτοκόλλου ΙΕ/1766/ΝΝ80797/Ν 1892/1990/24-5-1996, με την οποία εγκρίθηκε επένδυση (δεύτερη) συνολικής δαπάνης 252.000.000 δραχμών με επιχορήγηση σε ποσοστό 58% και πρόσθετο ποσοστό 7% λόγω αυξημένης ίδιας συμμετοχής και μη λήψεως δανείου, προσκόμισαν στο αρμόδιο Νομαρχιακό Όργανο Ελέγχου και στο αρμόδιο Περιφερειακό Όργανο Ελέγχου, που συγκροτήθηκαν σύμφωνα με το νόμο, καθώς και στον γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης τα υπ' αριθμούς 103/28-6-1996, 105/14-11-1996 και 106/6-10-1997 τιμολόγια πώλησης του Κυπριακού οίκου "GAUD TRADE LTD - B&G BISON LTD" προς την ΣΟΦΕΜ, που ήταν εικονικά κατά την έννοια του άρθρου 31 παρ. 1 περ. ζ του Ν. 1591/1986, που παρέστησαν σε αυτούς ότι με τα ως άνω τιμολόγια είχεν αγοράσει η ΣΟΦΕΜ Α.Ε. τα περιγραφόμενα σε αυτά προϊόντα (μηχανολογικό εξοπλισμό) με τις αναφερόμενες σε αυτά τιμές που ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 365.350.000 δραχμών. Τα ως άνω γεγονότα, ήτοι ότι η ΣΟΦΕΜ Α.Ε. αγόρασε, με τα προαναφερόμενα τιμολόγια, τον περιγραφόμενο σε αυτά μηχανολογικό εξοπλισμό αντί της συνολικής τιμής που αναγράφεται στα εν λόγω τιμολόγια των 365.350.000 δραχμών ήταν ψευδή, οι τρεις κατηγορούμενοι γνώριζαν τούτο και παρέστησαν στους ανωτέρω (όργανα και Περιφερειάρχη) ότι ήσαν αληθινά. Με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις πείστηκε ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας Α. Μακεδονίας και Θράκης και εξέδωσε: Α) την υπ' αριθμόν ΙΕ/ΟΕ/1878/ΝΝ 80299/Ν 1892/90/12-6-1997 απόφαση του "περί ολοκληρώσεως και οριστικοποιήσεως του κόστους και έναρξη λειτουργίας παραγωγικής επένδυσης της ΣΟΦΕΜ Α.Ε.", σύμφωνα με την οποία το ύψος της επιχορήγησης ορίσθηκε στο ποσό των 175.551.000 δραχμών, ποσοστό 54,86% του συνολικού ύψους της ενισχυόμενης επένδυσης ποσού 320.000.000 δραχμών και το ύψος του τραπεζικού δανείου ορίσθηκε στο ποσό των 92.365.000 δραχμών, για το οποίο χορηγήθηκε επιδότηση επιτοκίου ποσοστού 54,86% για την πρώτη επένδυση και Β) την υπ' αριθμόν ΙΕ/ΟΕ/1455/ΝΝ 80767/Ν 1892/1992/90/30-10-1997 "Περί ολοκληρώσεως και οριστικοποιήσεως του κόστους επένδυσης της επιχείρησης "ΣΟΦΕΜ Α.Ε" σύμφωνα με την οποία το ύψος της επιχορήγησης ορίσθηκε στο ποσό των 180.960.000 δραχμών καθώς επίσης και επιχορήγηση ύψους 21.840.000 δραχμών που αποτελεί πρόσθετο ποσοστό 7% επί της παραγωγικής επένδυσης, το ισχυόμενο κόστος της οποίας οριστικοποιήθηκε στο ποσό των 312.000.000 δραχμών (για τη δεύτερη επένδυση), με αποτέλεσμα να λάβει η ως άνω εταιρεία, δια των ως άνω τριών κατηγορουμένων, επιχορήγηση από το Ελληνικό Δημόσιο, για επενδύσεις μηχανολογικού εξοπλισμού ύψους 365.350.000 δραχμών ποσό, με βάση το εγκριθέν ποσοστό και επιδότηση κατά τα προαναφερόμενα, μεγαλύτερο των 200.000.000 δραχμών, το οποίο δεν δικαιούταν και αποτελεί παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας ΣΟΦΕΜ Α.Ε. και των κατηγορουμένων αυτών (1ου, 2ης και 3ου) με αντίστοιχη βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου που υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών. Την ως άνω κρίση του το Δικαστήριο τούτο περί του ότι τα προαναφερθέντα τρία τιμολόγια της υπεράκτιας Κυπριακής εταιρείας GAUD TRADE LTD-B&G BISON LTD είναι εικονικά και ότι δεν υπήρξεν οποιαδήποτε συναλλαγή της εταιρείας αυτής με την εταιρεία ΣΟΦΕΜ Α.Ε. τη στηρίζει: α) στην από 29-9-1999 απαντητική επιστολή της εταιρείας B&G BISON προς το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος της Ελληνικής Δημοκρατίας όπου ρητά αναφέρει ότι τα τιμολόγια με βάση τα οποία φέρεται ότι αυτή πώλησε στην εταιρεία ΣΟΦΕΜ Α.Ε. στην Ελλάδα μηχανήματα αξίας 365.350.000 δραχμών δεν έχουν εκδοθεί από την ίδια, ότι δεν έχει πραγματοποιήσει η ίδια εμπορικές συναλλαγές τα έτη 1996 και 1997 στην Ελλάδα αλλ' ούτε και έχει εισπράξει η ίδια τα ποσά που φέρεται να έχει εισπράξει ο Γ. Χ. φορολογικός αντιπρόσωπος της στην Ελλάδα με τις υπ' αριθμό 258/24-10-1996, 259/12-11-1996 και 273/14-11-1996 αποδείξεις είσπραξης από τη ΣΟΦΕΜ Α.Ε. αντίστοιχα τα ποσά των 40.000.000 δραχμών, 42.000.000 δραχμών και 38.010.000 δραχμών, β) στην κατάθεση του ίδιου του Γ. Χ. στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά την οποία η υπογραφή που φέρεται να έχει τεθεί από τον ίδιο στα δύο τελευταία τιμολόγια της πιο πάνω Κυπριακής εταιρείας δεν έχει τεθεί από αυτόν, ότι δεν γνωρίζει αν πράγματι η GAUDE TRADE-BISON LTD αγόρασαν μηχανήματα στην Ελλάδα από Ελληνικές επιχειρήσεις καθώς και ότι δεν έχει εισπράξει κανένα ποσό από τη ΣΟΦΕΜ για πωλήσεις της υπεράκτιας Κυπριακής εταιρείας προς αυτή ούτε έχει εκδώσει τις προαναφερθείσες αποδείξεις. γ) στο ότι οι αναφερόμενες στις προαναφερθείσες αποδείξεις επιταγές εκδόσεως του 4ου κατηγορουμένου από λογαριασμό του στην Τράπεζα Εργασίας δεν αντιστοιχούν στα ποσά που κατά τα ανωτέρω αναγράφονται στις αποδείξεις αυτές, αλλά έχουν εκδοθεί σε διαταγή άλλων προσώπων για ποσά κατά πολύ μικρότερα από τα αναφερόμενα στις ως άνω αποδείξεις, δ) στο ότι οι κατηγορούμενοι, ο τρίτος των οποίων Δ. Κ. είχε την όλη οικονομική διαχείριση της ΣΟΦΕΜ Α.Ε. και ήταν αυτός που λάμβανε κατά βάση τις επιχορηγήσεις και επιδοτήσεις της ΣΟΦΕΜ Α.Ε. για τις επενδύσεις δυνάμει της μεταξύ τους συμβάσεως και Πρακτικών του Δ.Σ. της ΣΟΦΕΜ Α.Ε., δεν προσκόμισαν κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι κατέβαλαν προς την Κυπριακή εταιρεία οποιοδήποτε ποσό για τις αγορές που φέρεται με τα ως άνω τιμολόγια ότι προμήθευσε αυτή μηχανήματα στη ΣΟΦΕΜ Α.Ε. και ε) στο ότι τα μηχανήματα που προμηθεύτηκε η ΣΟΦΕΜ Α.Ε. και αναφέρονται στα τρία ως άνω τιμολόγια αγοράσθηκαν στην πραγματικότητα από τους ως άνω τρεις κατηγορουμένους από τις Ελληνικές εταιρείες 1) Δ. Κ.-Α. Ε. Ο.Ε. στην οδό ... και έχουν τιμολογηθεί από την GAUD TRADE B&G BISON προς τη ΣΟΦΕΜ Α.Ε. αντί 77.760.800 δραχμών, ενώ τα ίδια μηχανήματα τιμολογήθηκαν από την ως άνω Ο.Ε. προς τον Γ. Χ., ως φορολογικό αντιπρόσωπο της GAUD TRADE-B&G BISON, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει τούτον, αντί 5.887.500 δραχμών. Σημειώνεται ότι τα ως άνω μηχανήματα παραδόθηκαν από την πιο πάνω Ο.Ε. κατευθείαν στη ΣΟΦΕΜ Α.Ε. δια μέσου του πρακτορείου "Έβρος" και ζητήθηκε από τον Δ. Κ. να τιμολογηθούν στον Γ. Χ.. 2) από το Δ. Κ. μία ηλεκτρονική κεντητική μηχανή δώδεκα κεφαλών μεταχειρισμένη με τιμή 4.000.000 δραχμών κατόπιν διαπραγμάτευσης με τον Δ. Κ.. Η μηχανή αυτή περιλαμβάνεται στο υπ' αριθμόν 103/28-6-1996 τιμολόγιο της GAUD TRADE και έχει τιμολογηθεί με το ποσό των 30.760.000 δραχμών. 3) από τον προμηθευτή Σ. Λ.-Χ. Σ., εργαστήριο κεντημάτων, ... μία κεντητική μηχανή TAJIMA TMEF-HG 912 (38212-ΖΕ) αξίας 500.000 δραχμών. Η μηχανή αυτή πωλήθηκε στο Γ. Χ. αντί 500.000 δραχμών, χωρίς να έχει υπάρξει οποιαδήποτε επαφή με αυτόν η πώληση έγινε ύστερα από διαπραγμάτευση με τον Κ. Κ. (πέμπτο κατηγορούμενο) που ενεργούσε για λογαριασμό του πατέρα του τετάρτου κατηγορουμένου. Τόπος προορισμού της ως άνω μηχανής αμέσως μετά την πώληση ήταν η έδρα της εταιρείας ΣΟΦΕΜ Α.Ε. στην ..., ήταν μεταχειρισμένη και περιλαμβάνεται στο υπ' αριθμόν 103/28-6-1996 τιμολόγιο της GAUD TRADE με αξία 44.600.000 δραχμές. 4) από τον προμηθευτή Κ. Α. και Σια Ο.Ε., ... διάφορα μηχανήματα που τιμολογήθηκαν με φερόμενο αγοραστή τον Γ. Χ. αντί 2.920.000 δραχμών, τα οποία περιλαμβάνονται στο υπ' αριθμόν 106/6-10-1997 τιμολόγιο της B&G BISON προς τη ΣΟΦΕΜ Α.Ε. και έχει τιμολογηθεί με το ποσό των 57.940.000 δραχμών και 5) από τον προμηθευτή Μ. Ι. Μ. Α.Ε.Β.Ε., ...-... μία μηχανή SHRINK FILM MOD MAXIPACK, που τιμολογήθηκε στο Χατζόπουλο Γεώργιο αντί 1.318.500 δραχμών, η οποία περιλαμβάνεται στο υπ' αριθμόν 103/28-6-1996 τιμολόγιο της GAUDE TRADE προς τη ΣΟΦΕΜ Α.Ε. και έχει τιμολογηθεί με το ποσό των 6.800.000 δραχμών και 6) από τον προμηθευτή Μ. Ι.-έμπορο, μεταχειρισμένη πρέσσα που τιμολογήθηκε στον Γ. Χ. αντί 50.000 δραχμών και τοποθετήθηκε στο εργοστάσιο της ΣΟΦΕΜ. Η πρέσσα αυτή αποτελεί βασικό τμήμα του αναγραφόμενου εξοπλισμού ως "συγκρότημα χύτευσης και επεξεργασίας αγιογραφίας και αργυροχοϊας" στο υπ' αριθμόν 106/6-10-1997 τιμολόγιο της B&G BISON LTD προς τη ΣΟΦΕΜ Α.Ε. και έχει τιμολογηθεί με το ποσό των 57.940.000 δραχμών, όπως προκύπτει και από τα σχετικά τιμολόγια των ως άνω προμηθευτών προς το Γ. Χ. που αναγνώσθηκαν. Από όλα τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι μεθοδεύτηκε η προαναφερθείσα τριπλή συναλλαγή για να γίνει η υπερτιμολόγηση του μηχανολογικού εξοπλισμού και για το λόγο αυτό, όταν διαπιστώθηκε τούτο, ότι δηλαδή τα αποδεικτικά εξόφλησης που αφορούν τιμολόγια έκδοσης της "GAUD TRADE LTD-B&G BISON LTD", συνολικής αξίας 120.010.000 δραχμών είναι εικονικά, ότι μέρος του εξοπλισμού του εργοστασίου ΣΟΦΕΜ Α.Ε. είναι μεταχειρισμένο, καθώς και ότι με τη μέθοδο της προμήθειας μέρους του εξοπλισμού στο όνομα του Γ. Χ., μοναδικού φορολογικού αντιπροσώπου της ως άνω Κυπριακής εταιρείας και με τη χρήση εικονικών παραστατικών η "ΣΟΦΕΜ Α.Ε." πραγματοποίησε υπερτιμολόγηση, η οποία κατά μέσο όρο υπερβαίνει σε ποσοστό 1000%, με τις υπ' αριθμόν ΙΕ/7051/ΝΝ 80797/Ν 1892/1990/18-11-1999 και IE/7050/NN 80299/N 1892/90/18-11-1999 αποφάσεις του, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης ανακάλεσε τις αποφάσεις του (δύο) με αριθμούς ΙΕ/1215/ΝΝ 80299/Ν 1892/90/26-5-1994 και ΙΕ/1766/ΝΝ 80797/Ν 1892/90/24-5-1996 περί υπαγωγής δύο επενδυτικών προγραμμάτων της ΣΟΦΕΜ Α.Ε. στις διατάξεις του Ν. 1892/1990 και διετάχθη η επιστροφή του συνόλου της καταβληθείσης επιχορήγησης η οποία επιχορήγηση που καταβλήθηκε για τη δεύτερη επένδυση ανέρχεται στο ποσό των 162.240.000 δραχμών. Οι ως άνω αποφάσεις του Γ.Γ. της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης,, με τις οποίες ανακάλεσε τις προηγούμενες αποφάσεις του περί υπαγωγής της ΣΟΦΕΜ Α.Ε. στις διατάξεις του Ν. 1892/1990 ακυρώθηκαν με την υπ' αριθμόν 2941/2010 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, πλην όμως αναπέμφθηκε η υπόθεση στη Διοίκηση με την ίδια ως άνω απόφαση προς νέα νόμιμη κατά το αιτιολογικό κρίση. Έτσι, η απόφαση αυτή του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν αναιρεί την κρίση του Δικαστηρίου τούτου περί του ότι οι κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν εικονικά τιμολόγια για να προβούν σε υπερτιμολογήσεις του μηχανολογικού εξοπλισμού που προμηθεύτηκε η ΣΟΦΕΜ Α.Ε. και να επιτύχουν έτσι μεγαλύτερη επιχορήγηση από το Ελληνικό Δημόσιο, απορριπτόμενου περαιτέρω και του ισχυρισμού των κατηγορουμένων ότι ήταν πραγματικές οι συναλλαγές της GAUD TRADE LTD-B&G BISON LTD με τη ΣΟΦΕΜ Α.Ε., που στηρίζεται στην από 21-9-2001 επιστολή των εγκεκριμένων λογιστών-ελεγκτών της Κύπρου προς τη ΣΟΦΕΜ Α.Ε. περί του ότι τα ως άνω τρία επίμαχα τιμολόγια της GAUD TRADE LTD-B&G BISON LTD έχουν συμπεριληφθεί στις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις και τη δήλωση της εταιρείας BISON προς την αρμόδια φορολογική αρχή της Κύπρου, ενόψει όλων των προεκτεθέντων και κυρίως της αναγνωσθείσης από 29-1-1999 επιστολής της εταιρείας B&G BISON προς το ΣΔΟΕ, ως αβασίμου. Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της απάτης κατ' επακολούθηση σε βάρος του δημοσίου οι ως άνω τρεις κατηγορούμενοι κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο Διατακτικό".
Στην παραπάνω αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα (βλ. σελ. 59), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του "τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, τις απολογίες των πρώτου και τρίτου των κατηγορουμένων , καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και γενικά την όλη αποδεικτική διαδικασία". Όμως στο παραπάνω αιτιολογικό, δεν αναφέρεται καθόλου το δικαστήριο: 1) στην από Σεπτεμβρίου 1999 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Επιτροπής των Ορκωτών Εκτιμητών του Υπουργείου Οικονομικών για την επένδυση της ΣΟΜΕΜ ΑΕ που πιστοποιεί την αξία του συνολικού έργου της επένδυσης στο ποσόν των 665.871.029 δραχμών ή 1.954.133,61 ευρώ και τη δαπάνη αγοράς( αξία) του μηχανολογικού εξοπλισμού στο ποσόν των 375.692.870 δραχμών ή 1.102.546,94 ευρώ, η οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Εφετείου, αναγνώσθηκε στο ακροατήριο(βλ. σελ. 28 πρακτικών), ως απλό έγγραφο και δεν προκύπτει ότι διατάχθηκε από ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο. 2) στις εκθέσεις αυτοψίας του όλου έργου της επένδυσης της Τριμελούς Νομαρχιακής Επιτροπής Ελέγχου επενδυτικών έργων Νομαρχίας Έβρου που αναγνώσθηκαν (βλ. σελ. 29 πρακτικών) ως απλά έγγραφα και δεν προκύπτει ότι διατάχθηκαν από ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο και 3) στην αναγνωσθείσα από 21-9-2001 επιστολή των εγκεκριμένων λογιστών- ελεγκτών της Κύπρου (βλ. σελ. 29 πρακτικών), οι οποίοι κατόπιν ελέγχου των βιβλίων της εταιρείας "B & G BISON LTD", βεβαιώνουν ότι η εταιρεία αυτή προμήθευσε στην εταιρεία των κατηγορουμένων "ΣΟΦΕΜ ΑΕ" τον μηχανολογικό εξοπλισμό της και ότι τα τιμολόγια πώλησης συμπεριλήφθηκαν στις καταστάσεις που υποβλήθηκαν στη Φορολογική Αρχή της Κύπρου, πράγμα που σημαίνει ότι τα παραστατικά αυτά είναι γνήσια και αληθή, ενώ κατά τις παραδοχές όλα τα τιμολόγια είναι εικονικά και παράνομα επιδοτήθηκαν οι επενδύσεις των κατηγορουμένων. Η έκθεση δε αυτή πραγματογνωμοσύνης και οι εκθέσεις αυτοψίας του έργου, καίτοι έχουν τον χαρακτήρα εγγράφου και όχι αυτοτελούς αποδεικτικού μέσου κατά το άρθρο 178 και 183 του ΚΠΔ, όπως επίσης και η ανωτέρω από 21-9-2001 επιστολή των εγκεκριμένων λογιστών- ελεγκτών της Κύπρου, σε αντίθεση με άλλα έγγραφα και την αναγνωσθείσα από 29-1-1999 επιστολή της Κυπριακής αυτής εταιρείας, δεν μνημονεύονται καθόλου και δεν αξιολογούνται σε κανένα σημείο της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ώστε να δύναται να συναχθεί, έστω και εμμέσως, ότι το δικαστήριο τα έλαβε όλα υπόψη του, μολονότι μάλιστα καταλήγει το δικαστήριο σε πόρισμα το οποίο είναι αντίθετο με αυτά, σχετικά με την επένδυση της εταιρείας των κατηγορουμένων και την τελεσθείσα υπ'αυτών απάτη σε βάρος του Δημοσίου, γενόμενη με υπερτιμολόγηση του προμηθευθέντος εργοστασιακού μηχανολογικού εξοπλισμού και παράνομη είσπραξη επιδότησης επένδυσης, ενώ τα αντίθετα προκύπτουν από τα παραπάνω έγγραφα αυτά στοιχεία. Έτσι δεν προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, όπως υποχρεούτο, το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία, ενώ το δικαστήριο κατέληξε με το αποδεικτικό του πόρισμα, (πλειοψηφούσα γνώμη), μάλιστα χωρίς αναφορά, άμεση ή έμμεση, στο περιεχόμενο της ανωτέρω εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και των εκθέσεων αυτοψίας, σε συμπεράσματα δηλαδή διαφορετικά εκείνων του πορίσματος των τελευταίων, στο οποίο και στηρίζει άλλωστε η μειοψηφούσα γνώμη ενός μέλους του Εφετείου την απαλλακτική κρίση της.
Επομένως, ο από το αρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ συναφής λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των κρινόμενων αιτήσεων των τριών αναιρεσειόντων, με τον οποίο προβάλλεται η ελλιπής αιτιολογία της απόφασης, σε σχέση με την αναφορά, την έκθεση και την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που εισφέρθηκαν στην αποδεικτική διαδικασία, είναι βάσιμος και, εφόσον η αναίρεση είναι παραδεκτή, πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί δε η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την είχαν δικάσει προηγουμένως (άρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθ. 232/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη σε βάρος του Δημοσίου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω 50 εκατομ. δρχ., από κοινού και κατ' εξακολούθηση (άρθρα 386 παρ.1 β, 3β ΠΚ και 1 παρ.1 ν. 1608/1950). Βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, ως προς τα αποδεικτικά μέσα.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη.
| 0
|
Αριθμός 821/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Κ. - Γ. του Χ., 2) Α. Γ. του Ι., 3) Ε. Γ. του Ι., κατοίκων ... και 4) Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Μουζακιάρη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 2) Γ. Μ. του Ε., κατοίκου ... και 3) Π. χήρας Σ. Β., το γένος Ε. Μ., κατοίκου ..., ως κληρονόμοι της Δ. χήρας Γ. Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστάθιο Κουτσοχήνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/9/2005 αγωγή της αρχικής διαδίκου Δ. Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10977/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 1010/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των δύο ως άνω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/6/2010 αίτηση και τους από 30/1/2012 πρόσθετους λόγους τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 28/2/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, δήλωσε ότι οι αναιρεσείοντες παραιτούνται της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά της παραπάνω πρωτόδικης απόφασης, ζήτησε δε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, διαθήκη για την οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 του ίδιου Κώδικα, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους. Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δηλαδή α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση κ.λ.π.) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νου και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη. Σε αντίθετη, δηλαδή, με την αρχική διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 4 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2447/1996, που προπαρατέθηκε, η οποία, ως ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης, απαιτούσε, επίσης, τη στέρηση της χρήσης του λογικού από πνευματική ασθένεια, δηλαδή, διανοητική ή ψυχική διαταραχή οφειλόμενη σε ασθένεια, επιφέρουσα, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αδυναμία λογικής στάθμισης και ελεύθερου προσδιορισμού της βούλησης του διαθέτη, ο οποίος μπορούσε μεν να έχει επαρκή αντίληψη για το τι έπραττε, συντάσσοντας τη διαθήκη του, αλλά, εξαιτίας ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, δεν ήταν η βούλησή του ελεύθερη στο βαθμό που είναι του ομαλά ψυχικά ανθρώπου, δηλαδή δεν μπορούσε αυτός να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερα τη βούλησή του και να αντισταθεί, έτσι, σε υποβολή προερχόμενη από άλλους, η ήδη ισχύουσα διάταξη απαιτεί απλά ψυχική ή διανοητική διαταραχή περιορίζουσα αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη, εξαιτίας προφανώς του ότι η στέρηση της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας αποτελεί νομικό όρο που δεν χρησιμοποιείται στην ιατρική, δηλαδή, όρο, ο οποίος με δυσχέρεια μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια, αφού ως πνευματική ασθένεια δεν νοείται μόνο η πάθηση της νόησης του πνεύματος, αλλά γενικά κάθε ψυχική διαταραχή. Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη νοείται, ειδικότερα, κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων. Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι ίδιες, οι οποίες, σύμφωνα με τη ρύθμιση της προϊσχύσασας διάταξης του άρθρου 1719 αριθ. 4 ΑΚ, προκαλούσαν έλλειψη της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας, δηλαδή, οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως λ.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως λ.χ. η γεροντική άνοια, όταν απ' αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης η ολιγοφρένεια κ.ά. Η διακρίβωση πότε σε συγκεκριμένη περίπτωση αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, είναι έργο ιδιαίτερα λεπτό και δυσχερές, ενόψει και του ότι μια εξελικτική οργανική ασθένεια του εγκεφάλου καθιστά, κατά την εξέλιξή της, ανίκανο τον πάσχοντα για σύνταξη διαθήκης. Παρέπεται, ότι δεν αποκλείεται κατά νόμο ή συνύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη και των δύο περιπτώσεων ανικανότητας, που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, δηλαδή, τόσο της έλλειψης συνείδησης των πράξεών του, όσο και της ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής του που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του. Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, προς σύνταξη έγκυρης διαθήκης ο διαθέτης πρέπει να έχει ικανότητα προς τούτο, υπάρχουσα κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και καθόλη τη διάρκειά της. Αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή για βαρειά ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη, τότε δεν είναι αναγκαίο η απόδειξή της κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης, αφού τεκμαίρεται αυτή λόγω της διάρκειάς της (ΑΠ 1110/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο Γ. Κ. του Χ., κάτοικος όσο ζούσε …, συνταξιούχος έμπορος, αποβίωσε στο ..., στις 20-8-2004, σε ηλικία 68 ετών, καταλείποντας, κατά το χρόνο θανάτου του, μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς του και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, την ενάγουσα σύζυγό του, από δεύτερο για τον ίδιο γάμο, Δ. Κ. και τις θυγατέρες του από τον πρώτο του γάμο, που λύθηκε με διαζύγιο, Κ. Κ. και Χ. Κ.. Ο αποβιώσας είχε στην κυριότητά του, κατά το χρόνο του θανάτου του, ικανή ακίνητη περιουσία, ενώ αρκετά έτη πριν το θάνατό του, τα έτη 1997 και 1998, είχε προβεί σε μεταβιβάσεις δύο διαμερισμάτων του, προς τις εκκαλούσες αδερφές του, Μ. Κ. και Α. Κ.. Συγκεκριμένα, στην πρώτη μεταβίβασε λόγω πωλήσεως, με το υπ' αριθμ .../14-7-1998 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αναστασίας Φυλακτού, που μεταγράφηκε νόμιμα, το διαμέρισμα που αποτελούσε τη συζυγική στέγη αυτού και της ενάγουσας και βρίσκεται στην ..., επί της οδού ... αριθμ. 17-19, μικτού εμβαδού 91,17 τ.μ. και στη δεύτερη, με το υπ' αριθμ. .../7-2-1997 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευάγγελου Σαρρή, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω δωρεάς, κατ' επικαρπία, εφ' όρου ζωής της, το ιδανικό του μερίδιο, 1/2 εξ αδιαιρέτου, ενός διαμερίσματος που βρίσκεται στη ..., επί της οδού ... αριθμ. 14, μικτού εμβαδού 66,50 τμ, ακολούθως δε, το επόμενο έτος, με το υπ' αριθμ. .../21-7-1998 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αναστασίας Φυλακτού, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε σ' αυτήν (Α. Κ.), λόγω πωλήσεως, κατά πλήρη κυριότητα, το παραπάνω ιδανικό του μερίδιο επί του εν λόγω διαμερίσματος. Ο Γ. Κ., ήταν στενά συνδεδεμένος με την ενάγουσα σύζυγό του, από το γάμο του με την οποία δεν απέκτησαν τέκνα, αγαπούσε δε και φρόντιζε με στοργή αυτήν, η οποία έπασχε από ετών από τη νόσο Αλτσχάϊμερ και η οποία, ένα περίπου έτος πριν το θάνατό του, είχε τεθεί υπό πλήρη δικαστική συμπαράσταση, με την υπ' αριθμ. 21086/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με δικαστικό συμπαραστάτη της τον ίδιο και διέμενε έκτοτε στο Οικοτροφείο Ηλικιωμένων "..." στο ..., όπου και αποβίωσε, όπως προαναφέρεται, μετά την άσκηση της έφεσης. Επίσης, αυτός έτρεφε αισθήματα αγάπης και για τις θυγατέρες του και φρόντιζε για τις ανάγκες τους, παρότι οι επαφές του μ' αυτές ήταν αραιές και κυρίως τηλεφωνικές. Από ετών, ο Γ. Κ. εμφάνιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και συγκεκριμένα, από το έτος 1979 έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη, προς αντιμετώπιση του οποίου τελούσε υπό ινσουλινοθεραπεία, το έτος 1982 υπέστη έμφραγμα μυοκαρδίου και το έτος 1988 υποβλήθηκε σε αγγειοπλαστική χειρουργική επέμβαση, το έτος 1989 υπέστη κολπική μαρμαρυγή και η κατάστασή του αντιμετωπίσθηκε με τοποθέτηση βηματοδότη, το έτος 1998 νοσηλεύτηκε για καρδιακή ανεπάρκεια και υποβλήθηκε σε επέμβαση τετραπλού by-pass, έπασχε δε και από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, τουλάχιστον από το έτος 1996 και υποβαλλόταν σε συνεχή φαρμακευτική αγωγή για όλες τις παραπάνω παθήσεις. Λόγω της πάθησης του σακχαρώδους διαβήτη εμφάνισε από ετών παναγγειοπάθεια, δηλαδή αγγειοπάθεια όλων των αγγείων του οργανισμού του και τελικώς υπέστη γάγγραινα άνω και κάτω σκελών, λίγες δε ημέρες πριν το θάνατό του και συγκεκριμένα στις 4-8-2004 εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Γ. Παπανικολάου", με πιθανή διάγνωση εισόδου, "κριτική ισχαιμία" και νοσηλεύθηκε δύο μόνο ημέρες, μέχρι 6-8-2008. Την ημέρα της εισόδου του υποβλήθηκε σε ακτινογραφία θώρακος, βιοχημικές εξετάσεις αίματος και αιμοδιάγραμμα, στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του παραπάνω νοσοκομείου και στις 6-8-2004 υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία άνω και κάτω κοιλίας και οπισθοπεριτοναίου. Η κατάστασή του, κατά τη διήμερη νοσηλεία του, περιγράφεται στην από 27-6-2005 ιατρική γνωμάτευση του Διευθυντή της Δ' Χειρουργικής κλινικής του νοσοκομείου αυτού καθηγητή Δ. Μ., ως εξής: "Παναγγειοπάθεια - κριτική ισχαιμία άνω κάτω-σκελών άμφω. Ασθενής με άλγος ηρεμίας και γάγγραινα δακτύλων σκελών άμφω και άκρων χειρών. Εκ του ατομικού αναμνηστικού: Σακχαρώδης διαβήτης (υπό ινσουλινοθεραπεία), 4πλό by-pass επί στεφανιαίας νόσου από το 98. Χρόνια Νεφρική Ανεπάρκεια. Κολπική Μαρμαρυγή. Ο ασθενής κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του υπεβλήθη σε συντηρητική αγωγή με ηπαρίνη χαμηλού Μ.Β., ενώ διενεργήθη αξονική τομογραφία κοιλίας κατά την οποία διαπιστώθηκε ευμέγεθες κυστικό μόρφωμα Αρ. κοιλίας και επασβέστωση των σπλαχνικών αγγείων στα πλαίσια του σακχαρώδη διαβήτη". Στο από 6-8-2004 δε έγγραφο του επιμελητή Αξονικού Τομογράφου του παραπάνω νοσοκομείου Β. Ε., αναφέρεται, ότι διαπιστώθηκε και ατροφικό πάγκρεας και διόγκωση του προστάτη και ότι η παραπάνω ευμεγέθης κύστη ήταν διαστάσεων 14Χ18 cm και για τη σχετική μ' αυτήν διαφορική διάγνωση έπρεπε να ληφθούν υπόψη, η περίπτωση α) της εχινόκοκκου κύστης και β)με ελάχιστες πιθανότητες το κυστικό νέφρωμα, καθώς και ότι διαπιστώθηκε και άλλο κυστικό μόρφωμα αρχόμενο από τον κάτω πόλο του αριστερού νεφρού. Όπως προκύπτει από τα παραπάνω ιατρικά έγγραφα, δεν τέθηκε διάγνωση του ευμεγέθους κυστικού μορφώματος που διαπιστώθηκε, αλλά την ίδια ημέρα (6-8-2004) ο Γ. Κ. εξήλθε από το νοσοκομείο, χωρίς σύσταση για περαιτέρω νοσηλεία του ή υποβολή του σε οποιαδήποτε θεραπευτική αγωγή, διότι όπως αποδείχθηκε και αναφέρεται και στην προσκομιζόμενη από τους εκκαλούντες-αναιρεσείοντες από 9-9-2009 "Γνωμοδότηση" του ψυχιάτρου Δ. Α., η κατάστασή του κρίθηκε μη αναστρέψιμη. Στη γνωμοδότηση αυτή, που συντάχθηκε κατ' εντολή της πρώτης εκκαλούσας Μ. Κ., μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης και η οποία προσκομίζεται παραδεκτά, κατά το άρθρο 529 ΚΠολΔ, στην παρούσα συζήτηση, καθόσον δεν κρίνεται ότι η βραδεία προσκόμισή της γίνεται από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια των εκκαλούντων, ο παραπάνω ψυχίατρος αναφέρει, ότι εξήγαγε τα συμπεράσματα που διατυπώνει σ' αυτήν, λαμβάνοντας υπόψη του, τα προαναφερόμενα έγγραφα που αφορούν την τελευταία νοσηλεία του Γ. Κ. (από 4-6-2004 ως 6-8-2004), στο νοσοκομείο "Γ. Παπανικολάου", καθώς και το βιβλιάριο ασθενείας του, τα προσκομιζόμενα φύλλα του οποίου αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-10-1996 μέχρι 13-10-2003, τη ληξιαρχική θανάτου του, την εκκαλούμενη απόφαση και τα πρακτικά της. Σημειώνει δε, ο εν λόγω ψυχίατρος, ότι "Εδόθησαν οδηγίες και στην φαρμακευτική αγωγή που του συνεστήθη δεν υπήρξε μείζον αναλγητικό", χωρίς να προσδιορίζει τις οδηγίες και το είδος της φαρμακευτικής αγωγής που αναφέρει, από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώνεται το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή κατά την έξοδο του Γ. Κ. από το νοσοκομείο στις 6-8-2004 του δόθηκαν οδηγίες και φαρμακευτική αγωγή, αλλά όπως αποδείχθηκε οι θεράποντες γιατροί του έκριναν, ότι η κατάστασή του δεν επιδεχόταν οποιασδήποτε αντιμετώπισης και ήταν προτιμότερο να παραμείνει στο περιβάλλον της οικίας του, ώστε να καταλήξει εκεί. Αφού εξήλθε από το νοσοκομείο, ο Γ. Κ. μεταφέρθηκε στην εξοχική οικία του στο ..., όπου τη φροντίδα του ανέλαβε η πρώτη εκκαλούσα αδερφή του Μ. Κ., λίγες δε ημέρες αργότερα, στις 20-8-2004 αποβίωσε στην οικία αυτή. Στις 11-8-2004, ο Γ. Κ. προέβη ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευάγγελου Σαρρή στη σύνταξη της υπ' αριθμ. .../11-8-2004 δημόσιας διαθήκης του, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους του την ενάγουσα σύζυγό του, τις εναγόμενες θυγατέρες του, τις εναγόμενες, ήδη εκκαλούσες, αδερφές του Μ. Κ. και Α. Κ. και τα εναγόμενα τέκνα της πρώτης (Μ. Κ.), ήδη δεύτερο και τρίτη εκκαλούντες-αναιρεσείοντες. Συγκεκριμένα, με τη διαθήκη αυτή ο διαθέτης κατέλειπε, στις θυγατέρες του Κ. Κ. και Χ. Κ., στην πρώτη ένα διαμέρισμά του, εμβαδού 80 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στα ... και στη δεύτερη ένα διαμέρισμά του, εμβαδού 82 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στη ... . Στην δε ενάγουσα σύζυγό του όρισε ότι περιέρχεται, ως ανήκουσα σ' αυτόν, η ψιλή κυριότητα του 1/2 εξ αδιαιρέτου του προαναφερόμενου διαμερίσματός του, που βρίσκεται στη ..., επί της οδού ... αριθμ. 14, την επικαρπία του οποίου, όπως έχει ήδη λεχθεί, μεταβίβασε το έτος 1997, λόγω δωρεάς, στην τέταρτη εκκαλούσα αδερφή του Α. Κ., στην οποία ακολούθως το έτος 1998 μεταβίβασε λόγω πωλήσεως, κατά πλήρη κυριότητα, το ιδανικό του αυτό μερίδιο επί του εν λόγω διαμερίσματος. Δηλαδή, με τη διαθήκη του, εγκατέστησε τη σύζυγό του κληρονόμο του σε περιουσιακό στοιχείο που δεν του ανήκε, το ίδιο δε έπραξε όσον αφορά και τη δεύτερη εκκαλούσα αδερφή του Α. Κ., στην οποία όρισε να περιέλθει το διαμέρισμα που βρίσκεται στη …, στα ..., επί της οδού ... αριθμ. 17, το οποίο, όπως επίσης προαναφέρεται, μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, το έτος 1998 στην πρώτη εκκαλούσα αδερφή του Μ. Κ.. Στην τελευταία δε και τα τέκνα της, δεύτερο και τρίτη εκκαλούντες-αναιρεσείοντες, κατέλειπε οικόπεδό του με οικοδομή, συνολικού εμβαδού 255 τ.μ. περίπου, αποτελούμενη από υπόγειο ανώγειο και όροφο πάνω από το ανώγειο, που βρίσκεται στο ..., κατ' ισόβια επικαρπία στην πρώτη και κατά ψιλή κυριότητα στα τέκνα της, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα, προβαίνοντας συγχρόνως με τη διαθήκη του και σε σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών επί της οικοδομής αυτής, η οποία, όπως αποδείχθηκε, αποπερατώθηκε μερικούς μήνες (3-5 κατά το μάρτυρα των τεσσάρων πρώτων εναγόμενων) πριν το θάνατό του. Επίσης, στην πρώτη εκκαλούσα κατέλειπε και ένα γραφείο του, εμβαδού 40 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στη … επί της οδού ... αριθμ. 67 και όρισε να περιέλθει σ' αυτήν και κάθε άλλη κινητή ή ακίνητη περιουσία του που θα βρεθεί μετά το θάνατό του, στην οποία (ακίνητη περιουσία του), όπως αποδείχθηκε, περιλαμβάνεται και άλλη εξοχική κατοικία του στην ..., που με βάση την παραπάνω διάταξη περιέρχεται στην αδερφή του Μ. Κ.. Όπως αποδείχθηκε όμως, ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης αυτής, εξαιτίας της, κατά τα προαναφερόμενα, δυσμενέστατης εξέλιξης της κατάστασης της υγείας του, βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που δεν του επέτρεπε τον ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεώς του με λογικούς υπολογισμούς και αδυνατούσε να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της εν λόγω διαθήκης και των συνεπειών που θα προέκυπταν από αυτήν, για τη σύνταξη της οποίας επιμελήθηκε η πρώτη εκκαλούσα-πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Κ., η οποία είχε την αποκλειστική φροντίδα του και υπό τον έλεγχο και την εποπτεία της οποίας βρισκόταν μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο και μέχρι το θάνατό του, εξαρτώμενος απ' αυτήν. Ειδικότερα, όπως κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο μάρτυρας της ενάγουσας, γιατρός Ν. Θ., κάτοικος ..., τρεις περίπου ημέρες πριν το θάνατο του διαθέτη, κλήθηκε από την αδερφή του Μ. Κ., προκειμένου, όπως του δήλωσε αυτή, να διαπιστώσει ότι ήταν ετοιμοθάνατος και να εκδώσει το πιστοποιητικό θανάτου, όταν ο ασθενής κατέληγε, όπως και συνέβη στη συνέχεια, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 37/21-8-2004 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Γ. Κ., της Ληξιάρχου του Δήμου Ρεντίνας Λαγκαδά Θεσσαλονίκης, η οποία συντάχθηκε με βάση την από 20-8-2004 πιστοποίηση θανάτου του εν λόγω γιατρού, που προσκόμισε στις 21-8-2004 η Μ. Κ. στην παραπάνω Ληξίαρχο. Διαπίστωσε δε ο παραπάνω μάρτυρας, σύμφωνα πάντα με την κατάθεσή του, ότι η κατάσταση του Γ. Κ. ήταν βαρύτατη, δεν ήταν σε θέση να σηκωθεί, να περπατήσει ούτε να μιλήσει και δεν κατόρθωσε να επιτύχει καμία επαφή μ' αυτόν, παρά τις προσπάθειές του, η όλη δε εικόνα του καταδείκνυε ότι υπέφερε από ισχυρότατους πόνους, λόγω της προχωρημένης γάγγραινας των άκρων του, από την οποία είχαν νεκρωθεί τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών του, που όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε "είχαν σαπίσει". Κατέθεσε επίσης, ότι η Μ. Κ., σε σχετικές ερωτήσεις του, γιατί δεν νοσηλεύεται σε νοσοκομείο και αν λαμβάνει κάποια παυσίπονα, του απάντησε ότι η παραμονή του στο νοσοκομείο κρίθηκε από τους γιατρούς άσκοπη, διότι η κατάστασή του δεν επιδεχόταν αντιμετώπισης και επίκειτο ο θάνατός του, ανέλαβε δε τη φροντίδα του η ίδια, η οποία εργάζεται ως γιατρός στην Ιταλία και δεν έχει άδεια εξασκήσεως του επαγγέλματος στην Ελλάδα και ότι του χορηγεί παυσίπονα σε ιταλικά σκευάσματα, τα οποία του επέδειξε, αλλά ήταν άγνωστα σ' αυτόν. Διατύπωσε δε ο παραπάνω μάρτυρας, ο οποίος όπως αποδείχθηκε δεν είχε καμία σχέση, ούτε σε επίπεδο απλής γνωριμίας, με κανέναν από τους διαδίκους ούτε με το διαθέτη, και η κατάθεση του οποίου κρίνεται αξιόπιστη, την προσωπική του γνώμη ως γιατρός, ότι σε επιβαρημένες καταστάσεις, όπως η κατάσταση του διαθέτη, όλα τα αγγεία του οργανισμού του οποίου είχαν προσβληθεί και η οποία πρέπει να υφίστατο από την ημέρα της εξόδου του από το νοσοκομείο, επηρεάζεται σαφώς η διανοητική λειτουργία του ασθενούς, η μνήμη και η κρίση του και ότι ο διαθέτης, ως απόλυτα εξαρτώμενο από τους άλλους άτομο, λόγω της κατάστασής του, μπορούσε να δεχθεί αποφασιστική επιρροή στη σκέψη του. Η κρίση ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης του, αδυνατούσε να διαγνώσει, την ουσία της, το περιεχόμενο και τις συνέπειές της, ενισχύεται και από το ίδιο το περιεχόμενο της διαθήκης. Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρεται, κατέλειπε μ' αυτήν περιουσιακά στοιχεία, τα οποία δεν του ανήκαν από ετών και ουσιαστικά αποκλήρωσε τη σύζυγό του την οποία υπεραγαπούσε και φρόντιζε συνεχώς και μετά τη θέση της υπό δικαστική συμπαράσταση, γεγονός που δεν δικαιολογείται, δεδομένου ότι , όπως επίσης αποδείχθηκε, ο διαθέτης, ο οποίος ήταν έμπορος μηχανημάτων ξυλείας και είχε συνταξιοδοτηθεί τα τελευταία τέσσερα περίπου έτη πριν το θάνατό του, ήταν άτομο ευφυές, δυναμικό, με κοινωνική και συναλλακτική εμπειρία και δραστηριότητα, είχε προβεί αυτοπροσώπως στις προαναφερόμενες μεταβιβαστικές δικαιοπραξίες των δύο ακινήτων του, προς τις αδερφές του, έξι περίπου έτη πριν το θάνατό του και συνεπώς, ασφαλώς και θα έπρεπε να έχει επίγνωση του ότι δεν του ανήκουν και δεν μπορεί να τα διαθέσει με τη διαθήκη του. Ενώ δε, προβαίνει με τη διαθήκη του στην παραπάνω εγκατάσταση κληρονόμων του επί ανύπαρκτων περιουσιακών του στοιχείων, συγχρόνως, αφού περιγράφει το ακίνητό του στο ..., αναφερόμενος και σε λεπτομέρειες, όπως ότι οι όροφοι της οικοδομής επικοινωνούν με εξωτερικές σκάλες και ότι στο εμβαδόν τους, 75 τ.μ του καθενός, περιλαμβάνονται και οι τοίχοι, προβαίνει σε σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών και δικαιώματος επικαρπίας, έννοιες νομικές, που η κατανόησή τους δεν είναι ευχερής για άτομα χωρίς νομική κατάρτιση και απαιτεί πλήρη διαύγεια πνεύματος. Την αντίφαση αυτή, δεν δικαιολόγησε καθόλου ο μάρτυρας των αναιρεσειόντων, Γ. Κ., ο οποίος, όπως δήλωσε ήταν φίλος του διαθέτη και της συζύγου του και ο οποίος συνέπραξε ως μάρτυρας στην προσβαλλόμενη διαθήκη. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας αυτός, υποστηρίζοντας ότι ο διαθέτης, τον οποίο μετέφερε, όπως κατέθεσε, από το … στη …, για τη σύνταξη της διαθήκης του, η αδερφή του Μ. Κ., με το αυτοκίνητο της, το οποίο ακολουθούσε ο ίδιος (ο μάρτυρας) με δικό του αυτοκίνητο, ήταν "πάρα πολύ ήρεμος" και "είχε πάρα πολύ χρήση του λογικού" και ότι κατά την παραμονή του στο γραφείο του συμβολαιογράφου, που διήρκεσε μία-μιάμιση ώρα συνομιλούσε με τον συμβολαιογράφο, με τον ίδιο και τους άλλους δύο μάρτυρες της διαθήκης, δεν δικαιολόγησε το γεγονός ότι διέθεσε τα παραπάνω ακίνητα τα οποία δεν του ανήκαν και ότι έτσι δεν άφησε κανένα περιουσιακό του στοιχείο στη σύζυγό του, την οποία, όπως επίσης κατέθεσε, "οπωσδήποτε" ο διαθέτης με τη διαθήκη του "θα ήθελε να βοηθήσει στη ζωή της άμεσα", αλλά απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, κατέθεσε κατ' επανάληψη, εντελώς ασαφώς, σχετικά με το ζήτημα αυτό, μόνο ότι, "Ίσως κάπου να είχε κάποια επιθυμία", "Ίσως να είχε κάποια επιθυμία", "Θα ήταν η επιθυμία του", "Σας είπα μπορεί να ήταν η επιθυμία του". Σε αντίθετη προς την παραπάνω κρίση, δεν οδηγούν ούτε οι, προσκομιζόμενες από τους εκκαλούντες-αναιρεσείοντες τρεις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, των Ε. Σ., Ε. Σ. και Μ. Γ., οικογενειακών φίλων, όπως δήλωσαν του διαθέτη, οι δύο πρώτοι από τους οποίους, στην κοινή ένορκη βεβαίωσή τους, κατέθεσαν ότι συναντήθηκαν με το διαθέτη τελευταία φορά 3-4 ημέρες πριν το θάνατο του στην οικία του, στο χρόνο δηλαδή που κατέθεσε ο μάρτυρας της ενάγουσας, Ν. Θ. ότι κλήθηκε από την αδερφή του για να διαπιστώσει ότι ήταν ετοιμοθάνατος και ότι "ήπιαν καφέ, συζήτησαν και κάνανε παρέα πολλές ώρες", ότι αυτός "εκινείτο κανονικά, αλλά με πιο αργές κινήσεις από το σύνηθες, όμως πλήρης ήταν η διαύγεια και η κρίση και η μνήμη του", ότι συζήτησαν θέματα πολιτικά και οικονομικά και μάλιστα πρότεινε στον πρώτο να "τον πάρει στη δουλειά του" και ότι απλώς "οι σωματικές του δυνάμεις ήταν λίγο εξασθενημένες". Παρόμοιο είναι και το περιεχόμενο της ένορκης βεβαίωσης της Μ. Γ., η οποία προσέθεσε και ότι στην τελευταία της συνάντηση με το διαθέτη, πέντε ημέρες πριν το θάνατο του, που διήρκεσε έξι ώρες, αυτός "Κανένα πόνο δεν είχε, ούτε τον ελάχιστο και οπωσδήποτε θα το έλεγε εάν πονούσε και μάλιστα αν πονούσε πολύ ή ανυπόφορα". Το περιεχόμενο όμως, των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων, αντικρούεται πλήρως από την προαναφερόμενη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας Ν. Θωμά, αλλά και την προεκτιθέμενη περιγραφή της κατάστασης της υγείας του διαθέτη, στην παραπάνω, από 27-6-2005, ιατρική γνωμάτευση του καθηγητή Δ. Μ., κατά την έξοδο του από το νοσοκομείο "Γ. Παπανικολάου", στις 6-8-2004, δηλαδή πέντε ημέρες πριν τη σύνταξη της διαθήκης του, κατάσταση η οποία, επιδεινούμενη συνεχώς, οδήγησε σε λίγες ημέρες στο θάνατο του, που επήλθε από καρδιακή ανακοπή. Στην παραπάνω, από 9-9-2009 "Γνωμοδότηση", ο ψυχίατρος Δ. Α., αναφέρει ότι, με βάση τα έγγραφα που έλαβε υπόψη του και προαναφέρονται, ο διαθέτης "Εξήλθε από την κλινική στις 6-8-2004 με καλή διανοητική λειτουργία", χωρίς να τεκμηριώνει το συμπέρασμά του αυτό, το οποίο δεν προκύπτει από κανένα από τα υπάρχοντα στη δικογραφία σχετικά ιατρικά έγγραφα, όσον αφορά δε το χρόνο σύνταξης της διαθήκης αναφέρει μόνο, ότι "Ο συμβολαιογράφος δεν παρατήρησε κάποια διανοητική διαταραχή και έτσι προχώρησε στη δικαιοπραξία". Πρέπει να σημειωθεί, ότι κατά του μάρτυρα της ενάγουσας Ν. U., υπέβαλε η πρώτη εκκαλούσα Μ. Κ., λίγες ημέρες πριν την παρούσα συζήτηση, στις 23-10-2009, την από 20-10-2009 μήνυσή της για ψευδορκία, σχετικά με την κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και την, με όμοιο περιεχόμενο, υπ' αριθμ. 8-5-2006 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, στην οποία διατυπώνει και την άποψη, ότι από την κλινική εικόνα του διαθέτη, που ο ίδιος διαπίστωσε κατά την επίσκεψή του στην οικία του, θεωρεί αδύνατο η κατάσταση της υγείας του στις 11-8-2004, δηλαδή ελάχιστες ημέρες πριν, να ήταν τέτοια που να του επιτρέπει να μεταβεί στη Θεσσαλονίκη και να έχει την απαιτούμενη πνευματική διαύγεια να συντάξει τη διαθήκη του. Στη μήνυση της αυτή, επί της οποίας δεν προκύπτει ότι κινήθηκε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, η εκκαλούσα μηνύτρια ισχυρίζεται, ότι δεν κάλεσε τον παραπάνω μηνυόμενο γιατρό για να εξετάσει το διαθέτη ούτε ποτέ τον εξέτασε και "ουδέποτε τον είδε", χωρίς να αναφέρεται καθόλου στο γεγονός ότι, όπως έχει ήδη λεχθεί, ο γιατρός αυτός πιστοποίησε το θάνατο του διαθέτη, όπως αναφέρεται στην υπ' αριθμ …/21-8-2004 ληξιαρχική πράξη θανάτου του, που συντάχθηκε με βάση δήλωση της ίδιας, η οποία προσκόμισε και την από 20-8-2004 πιστοποίηση του εν λόγω γιατρού". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι ο διαθέτης Γ. Κ., κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης του στις 11-8-2004 δεν είχε την ικανότητα να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενό της και να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους πράξεών της, βρισκόμενος σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, εξ αιτίας της βαρύτατης κατάστασης της υγείας του, ήδη από τις 6-8-2004, οπότε εξήλθε από το νοσοκομείο "Γ. Παπανικολάου, βρισκόμενος στα πρόθυρα του θανάτου, και ιδίως της παναγγειοπάθειας, από την οποία έπασχε και είχε προσβάλλει όλα ανεξαιρέτως τα αγγεία του οργανισμού του, δηλαδή και αυτά του εγκεφάλου του, αποκλείοντας τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής του με λογικούς υπολογισμούς, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης του, στην οποία μάλιστα οδηγήθηκε επηρεαζόμενος από την αδελφή του πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Κ.-Γ. και ότι, συνεπώς, η προσβαλλόμενη διαθήκη του είναι άκυρη. Ακολούθως, δέχτηκε κατά τούτο την αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα περί ανικανότητας του διαθέτη προς σύνταξη διαθήκης, κατά το χρόνο καταρτίσεώς της. Ειδικότερα, σαφείς είναι οι παραδοχές του Εφετείου, ότι ο ως άνω διαθέτης ήδη από το έτος 1979 εμφάνιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, πάσχοντας από σακχαρώδη διαβήτη, το έτος 1982 υπέστη έμφραγμα μυοκαρδίου, το έτος 1988 υποβλήθηκε σε αγγειοπλαστική χειρουργική επέμβαση, το έτος 1989 υπέστη κολπική μαρμαρυγή και η κατάστασή του αντιμετωπίστηκε με τοποθέτηση βηματοδότη, από το έτος 1996 έπασχε από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, ενώ το έτος 1998 νοσηλεύτηκε για καρδιακή ανεπάρκεια και υποβλήθηκε σε επέμβαση τετραπλού by-pass. Λόγω της πάθησης του σακχαρώδους διαβήτη εμφάνισε αγγειοπάθεια όλων των αγγείων του οργανισμού του και τελικά υπέστη γάγγραινα άνω και κάτω σκελών και στις 4-8-2004 εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Γ. Παπανικολάου" με πιθανή διάγνωση εισόδου "κριτική ισχαιμία", υποβλήθηκε σε διάφορες ακτινογραφίες καθώς και σε αξονική τομογραφία άνω και κάτω κοιλίας και οπισθοπεριτοναίου, νοσηλεύθηκε όμως μόνο δύο ημέρες, ήτοι μέχρι 6-8-2004, διότι η κατάστασή του κρίθηκε μη αναστρέψιμη και ότι ήταν προτιμότερο να παραμείνει στο περιβάλλον της εξοχικής οικίας του στο ..., ώστε εκεί να καταλήξει, και όπου πράγματι αποβίωσε στις 20-8-2004. Ότι ο ιατρός Ν. Θ., μάρτυρας της αρχικής ενάγουσας, μετά το θάνατο της οποίας υπεισήλθαν στη δικονομική της θέση ως μοναδικοί της κληρονόμοι οι ήδη αναιρεσίβλητοι, που νόμιμα συνεχίζουν τη δίκη, και ο οποίος μάρτυρας τρεις ημέρες πριν το θάνατο του διαθέτη κλήθηκε από την αδελφή του διαθέτη και πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Κ., για να διαπιστώσει, ότι ήταν ετοιμοθάνατος και να εκδώσει το πιστοποιητικό θανάτου, όταν ο διαθέτης κατέληγε, και ο οποίος με λόγο γνώσεως καταθέτει, ότι όλα τα αγγεία του οργανισμού του διαθέτη είχαν προσβληθεί και η προσβολή αυτή πρέπει να υφίστατο από την ημέρα της εξόδου του από το Νοσοκομείου, ότι εξ αυτού επηρεάζεται σαφώς η διανοητική λειτουργία του ασθενούς, η κρίση και η μνήμη του και ότι ο διαθέτης ως απόλυτα εξαρτώμενο από τους άλλους άτομο, μπορούσε να δεχτεί αποφασιστική επιρροή στη σκέψη του. Ότι, έτσι, ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης του δεν είχε την ικανότητα να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενό της και να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους πράξεών της, βρισκόμενος σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, και ότι ενισχυτικό της παραδοχής αυτής είναι και το ίδιο το περιεχόμενο της διαθήκης, αφού κατέλειπε μ' αυτήν περιουσιακά στοιχεία, τα οποία είχε ήδη μεταβιβάσει πριν αρκετά χρόνια και δεν του ανήκαν.
Συνεπώς, οι πρώτος λόγος της αναίρεσης και δεύτερος πρόσθετος λόγος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως "έγγραφα" νοούνται τα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη. Αντίθετα, δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια του προκείμενου λόγου αναιρέσεως, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και η κατά την έννοια του άρθρου 390 ΚΠολΔ ιδιωτική γνωμοδότηση, που συντάσσεται ύστερα από αίτηση διαδίκου και προσάγεται από εκείνον. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης και τρίτο πρόσθετο λόγο προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 9-9-2009 γνωμοδότησης του ψυχιάτρου Α. Δ., που συντάχθηκε κατόπιν αιτήσεως αυτών, οι οποίοι και την προσήγαγαν, με το να δεχτεί, ότι από τη γνωμοδότηση αυτή αποδείχτηκε, ότι ο διαθέτης εξήλθε από το Νοσοκομείο στις 6-8-2004 χωρίς σύσταση για περαιτέρω νοσηλεία του ή υποβολή του σε οποιαδήποτε θεραπευτική αγωγή, διότι η κατάστασή του κρίθηκε μη αναστρέψιμη. Σύμφωνα, όμως, με τα ανωτέρω εκτεθέντα, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το κρίσιμο ζήτημα περί ανικανότητας του διαθέτη προς σύνταξη διαθήκης, κατά το χρόνο καταρτίσεώς της, εκτιμώντας τα προσαχθέντα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων, καθώς και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν στο Εφετείο και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, είτε για άμεση, είτε για έμμεση απόδειξη. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Επειδή, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης", κατά δε και την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης". Εκ τούτων συνάγεται, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης όπως αναφέρεται στο μεταγλωττισμένο στη δημοτική κείμενο του άνω άρθρου 368 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά "ιδιάζουσες" τέτοιες γνώσεις, όπως αναφέρεται στο υπερισχύον, κατά το άρθρο 36 παρ. 3 εδάφιο τελευταίο του ν. 1406/1983, κείμενο της καθαρεύουσας της εν λόγω διάταξης, οπότε οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες. Επομένως, εάν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δέχθηκε την αγωγή, χωρίς να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου να διαπιστωθεί η διανοητική κατάσταση του διαθέτη, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης. Το αίτημα όμως αυτό των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε από το Εφετείο, το οποίο έκρινε, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που συνεκτίμησε, ότι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης του στις 11-8-2004 δεν είχε την ικανότητα να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενό της και να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους πράξεών της, βρισκόμενος σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, εξ αιτίας της βαρύτατης κατάστασης της υγείας του, ήδη από τις 6-8-2004, οπότε εξήλθε από το νοσοκομείο "Γ. Παπανικολάου", βρισκόμενος στα πρόθυρα του θανάτου και ιδίως της παναγγειοπάθειας, από την οποία έπασχε και είχε προσβάλλει όλα ανεξαιρέτως τα αγγεία του οργανισμού του, δηλαδή και αυτά του εγκεφάλου του, αποκλείοντας τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής του με λογικούς υπολογισμούς, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης του, και ότι "δεν τίθεται ζήτημα διενέργειας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί η διανοητική κατάσταση του διαθέτη, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, η οποία άλλωστε πραγματογνωμοσύνη μόνο με βάση τα υπάρχοντα στη δικογραφία ιατρικά έγγραφα μπορούσε να διενεργηθεί και τα έγγραφα αυτά αξιολογήθηκαν και συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία". Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω περί του αντιθέτου λόγος της αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης και τέχνης για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και επομένως η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης επί του άνω ζητήματος ανήκε στην μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κυριαρχική εξουσία του.
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθου 270 παρ. 2 εδάφ. γ' και δ' ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001 και εφαρμόζονται κατά το άρθρ. 524 παρ. 1 εδάφ. α' ΚΠολΔ και στην κατ' έφεση δίκη, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον, αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δυο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση, και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή, για δε την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 3 του άρθρου 237, πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις προσκομιζόμενες. Γενικεύθηκε, έτσι, στην τακτική διαδικασία η χρήση των ένορκων βεβαιώσεων ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες, τέθηκε όμως όριο ως προς τον αριθμό των ένορκων βεβαιώσεων, που κάθε διάδικο μέρος μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη. Ο αριθμητικός αυτός περιορισμός αφορά τον αριθμό των μαρτυρικών καταθέσεων. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον έκτο λόγο της αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη δύο ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισαν με καταθέσεις των μαρτύρων Ε. Σ., Ε. Σ. και Μ. Γ., ληφθείσες ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, δεν έλαβε όμως υπόψη την με αριθμό 1979/27-4-2006 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της ιδίας Ειρηνοδίκου της μάρτυρος Ά. Κ., που ήταν, κατά τους αναιρεσείοντες, τρίτη κατά τη σειρά που με επίκληση τις προσκόμισαν. Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα ανωτέρω, το Εφετείο δεν έσφαλε με το να λάβει υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις, που περιείχαν συνολικά τρεις καταθέσεις μαρτύρων και να μη λάβει υπόψη την επικαλούμενη ένορκη βεβαίωση με την τέταρτη πλέον κατάθεση μάρτυρα. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ο ίδιος πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση για παραβίαση ουσιαστικής διάταξης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την ένστασή τους περί αοριστίας της ένδικης αγωγής. Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη την ένσταση αοριστίας και ρητά την απέρριψε ως αβάσιμη. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και, αφού ληφθεί υπόψη, ότι οι αναιρεσείοντες με τις από 17-2-2012 προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και με δήλωση στο ακροατήριο του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Θεόδωρου Μουζακιάρη, που περιέχεται στα πρακτικά αυτού του Δικαστηρίου, παραιτούνται της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της πρωτόδικης 10977/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης με τους επ' αυτής πρόσθετους λόγους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-6-2010 αίτηση και το από 30-1-2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων των 1) Μ. Κ.-Γ. κ.λ.π. για αναίρεση της 1010/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Απριλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανίκανοι προς σύνταξη διαθήκης κατ' άρθρθο 1719 αρ. 3, όπως ισχύει. Λόγος από αριθ. 19 Απορρίπτει. Λόγος από αριθ. 20 Αβασιμος. Λόγος από αριθμό 10 αβασιμος, Λόγος από 11γ Απορριπτει. Λόγος από 8 περ. β Απορρίπτει.
|
Διαθήκης ακύρωση
|
Διαθήκης ακύρωση.
| 0
|
Αριθμός 784/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Μ. Χ. του Δ. και 2)Κ. Κ. του Γ., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Καπερνάρο, για αναίρεση της υπ'αριθ.335/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Το Τριμελές Εφετείο Ευβοίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2013 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 239/2013.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 224 παρ. 2 σε συνδ. με παρ. 1 του Π.Κ., όπως η παρ. 1 αντικ. από το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας αρχής, τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή. Η ψευδής κατάθεση θα πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα, τα οποία, ανεξαρτήτως αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη, έχουν σχέση με την υπόθεση και να αναφέρεται, προκειμένου μεν για αστική διαφορά στο αποδεικτέο θέμα, προκειμένου δε για ποινική δίκη στα στοιχεία του εγκλήματος που αποτελεί το αντικείμενο αυτής ή σε άλλα περιστατικά που συνδέονται αναποσπάστως με τα γεγονότα αυτά Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς α) πρόκληση στον αυτουργό της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως, με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οιασδήποτε πλάνης, με πειθώ ή φορτικότητα κλπ, αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξεως αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς της, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και β) συνείδηση της ορισμένης πράξεως, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη. Εκείνος που εξαπατήθηκε δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με αυτόν που ζημιώθηκε. Αποτέλεσμα του τελευταίου είναι ότι απάτη μπορεί να τελεσθεί και με την παραπλάνηση του δικαστηρίου σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ' αυτό ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος με προσαγωγή εν γνώσει αναληθών αποδεικτικών μέσων, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση, που συνεπάγεται βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του δράστη. Η απάτη επί δικαστηρίου είναι τετελεσμένη όταν, με τους ψευδείς ισχυρισμούς και με την προσαγωγή αναληθών αποδεικτικών μέσων, εκδίδεται απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη της απάτης και σε βάρος του αντιδίκου του, ενώ είναι σε απόπειρα, όταν, παρά την προσκόμιση των απατηλών στοιχείων, το δικαστήριο δεν εκδίδει τέτοια απόφαση.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, που προβλέπεται από το άρθρο 224§2 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση ότι τα ενόρκως κατατεθέντα είναι ψευδή. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 335/2012 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Ευβοίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες τον μεν Κ. Κ. ψευδορκίας μάρτυρα σε βάρος του Χ. Α. και της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", την δε Μ. Χ. ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και απόπειρας απάτης επί Δικαστηρίου, πράξεις που τέλεσαν με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και τους καταδίκασε τον πρώτο σε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών και τη δεύτερη σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα ως προς αμφοτέρους. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η πρώτη κατηγορουμένη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας την από 9.6.2004 (...) αγωγή, με την οποία επικαλείτο ότι με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..." προσλήφθηκε την 1.1.1998 προκειμένου να εργασθεί με την ειδικότητα της βοηθού λογίστριας στην επιχείρηση της ως άνω εταιρίας εμπορίας ιχθύων στην ιχθυόσκαλα Χαλκίδας, εργαζόμενη επί πενθήμερο 8 ώρες ημερησίως, αντί μισθού προβλεπομένου από τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας των βοηθών λογιστών απασχολουμένων σ` επιχειρήσεις. Ότι κατά το διάστημα από 1.1.1998 - 4.12.2003, οπότε η ως άνω εταιρία της κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, παρείχε τις υπηρεσίες στον προεκτιθέμενο χώρο της επιχειρήσεως της εν λόγω εταιρίας πέρα των ως άνω συμφωνηθέντων, από Δευτέρα έως Σάββατο επί 8ωρο και δη από 08.00 πμ έως 14 και από 18 μμ έως 20.00 μμ και κατά την Κυριακή από 08.00 πμ έως 16.00 με αμοιβή κατώτερη της νομίμου και χωρίς να της καταβάλει αμοιβή για την απασχόληση κατά την ημέρα του Σαββάτου και της Κυριακής, αμοιβή για την χορηγηθείσα υπερεργασία και την υπερωριακή απασχόληση, αποζημίωση αδείας, επιδόματα αδείας των ετών 2000 έως 2003, επιδόματα Χριστουγέννων και Πάσχα από 1999 έως 2003 και αποζημίωση απολύσεως και για τις ως άνω αιτίες ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (εργοδότρια και το ομόρρυθμο μέλος και νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εταιρίας Χ. Α.) να της καταβάλουν, μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, το ποσό των 39.204,90 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην αγωγή. Η αγωγή αυτή συζητήθηκε ... κατά τη δικάσιμο της 14.4.2005, κατά τη συζήτηση αυτή εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας της ενάγουσας (α' κατηγορουμένης) ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος κατέθεσε ότι η ενάγουσα (πρώτη κατηγορουμένη) εργαζόταν ως βοηθός λογιστού στην έδρα της επιχείρησης της εργοδότριας εταιρίας, την εργασία δε αυτή παρείχε υπό τη διεύθυνση και εποπτεία του λογιστού της επιχείρησης και ότι για τα ανωτέρω είχε άμεση αντίληψη διότι ο ίδιος με το αυτοκίνητό του μετέφερε την ενάγουσα (α' κατηγορουμένη) από την οικία της στον ως άνω τόπο εργασίας της και αντίστροφα. Πλην όμως, τα ως άνω κατατιθέμενα από τον εν λόγω κατηγορούμενο είναι ψευδή, διότι ... αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα Μ. Χ. (α' κατηγορουμένη) είχε αναλάβει να συμπληρώνει τις καρτέλες με τα υπόλοιπα οφειλών των πελατών, βάσει των τιμολογίων και των υπολοίπων σημειώσεων, τα οποία προσκόμιζαν στην οικία αυτής (α' κατηγορουμένης) ο Χ. Α. (μηνυτής) και (η) Ά. Χ. συνεταίρος στην εργοδότρια εταιρία και αδελφή της πρώτης κατηγορουμένης, τα προσκομιζόμενα δε ως άνω έγγραφα κατήρτιζε η ως άνω Ά. Χ. η οποία εργαζόταν στο κατάστημα της επιχείρησης της ως άνω εταιρίας. Έτσι η πρώτη κατηγορουμένη δεν απασχολείτο στην προεκτιθέμενη εταιρία κατά τις ημέρες και ώρες που ανέφερε στην αγωγή της, αλλά παρείχε την προεκτιθέμενη εργασία στην οικία της, σε ώρες και κατά τρόπο που αυτή επέλεγε, μη υποκείμενη σε έλεγχο από το λογιστή της ως άνω εταιρίας κατά την παροχή της προεκτιθέμενης εργασίας της. ... Η ανωτέρω εξάλλου κρίση περί της μη παροχής εργασίας της πρώτης κατηγορουμένης, υπό την ιδιότητα της βοηθού λογιστού, στην ως άνω ετερόρρυθμη εταιρία, επιβεβαιώνεται και από την, ήδη αμετάκλητη, με αριθμ. 94/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ..., και με την οποία έγινε δεκτό ότι η συνδέουσα την ενάγουσα (...) και την ως άνω εταιρία σχέση, ήταν αυτή της συμβάσεως έργου και όχι της εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. ... Επομένως τα κατατιθέμενα από το δεύτερο κατηγορούμενο κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής ... ήταν ψευδή. Ενόψει δε της στενής σχέσης του με την α' κατηγορουμένης, διατηρούσαν συναισθηματικό δεσμό, ήδη δε έχουν τελέσει γάμο, γνώριζε τον τρόπο με τον οποίο παρείχε η α' κατηγορουμένη τις υπηρεσίες της στην ως άνω ετερόρρυθμη εταιρία εργαζομένη στο σπίτι της και όχι στην έδρα της ως άνω εταιρίας και τα` αντιθέτως κατατεθέντα απ` αυτόν ότι είναι ψευδή. ... Περαιτέρω ... αποδείχθηκε ότι την απόφαση του ως άνω κατηγορουμένου προς εκτέλεση της ως άνω πράξεως προκάλεσε σ` αυτόν η πρώτη των κατηγορουμένων με πειθώ και προτροπές, εκμεταλλευόμενη την προεκτιθέμενη σχέση τους όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο τελευταίος εξετάσθηκε με επιμέλειά της κατά την συζήτηση της προαναφερομένης αγωγής καταθέτοντας περιστατικά τα οποία ήταν πρόσφορα προς απόδειξη των ως άνω αξιώσεών της. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής επικαλέσθηκε και προσκόμισε τη με αριθμ. .../12.4.2005 ένορκη βεβαίωση του Ι. Ι. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλκίδας, ληφθείσα με επιμέλειά της μετά από νομότυπη κλήτευση των εναγομένων, στην οποία ο ως άνω Ι. Ι. βεβαίωνε ότι είναι πελάτης της ως άνω εταιρίας, επί πολλά έτη, και αγόραζε απ` αυτήν συστηματικά ψάρια, ότι έτσι γνώρισε την εργαζόμενη Μ. Χ. και ότι από την αιτία αυτή γνώριζε ότι εργάσθηκε ως βοηθός λογιστού στην ως άνω έδρα της εταιρίας τις ημέρες και ώρες που αναφέρει στην αγωγή της. Πλην όμως τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν ήταν αληθή, σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες αποδείξεις και επί πλέον ο ως άνω καταθέτων ενόρκως ουδέποτε υπήρξε χονδρέμπορος αλιευμάτων και δεν είχε επισκεφθεί το εταιρικό κατάστημα. Η πρώτη δε κατηγορουμένη μολονότι γνώριζε ότι στην προεκτιθέμενη ένορκη βεβαίωση περιλαμβάνοντο ψευδή γεγονότα προσκόμισε αυτή στο Δικαστήριο ώστε με την παράσταση των ως άνω ψευδών γεγονότων ως αληθινών να το οδηγήσει (Δικαστήριο) σε πεπλανημένη απόφαση προκειμένου να επιτύχει την ικανοποίηση των αγωγικών της αξιώσεων, αν και δεν εδικαιούτο αυτές, πράξη, η οποία όμως δεν ολοκληρώθηκε, όχι με δική της θέληση, αλλά από λόγους ανεξαρτήτους προς αυτήν και συγκεκριμένα διότι το επιληφθέν δικαστήριο, εκτιμώντας τα στοιχεία της δικογραφίας δεν αποδέχθηκε τη βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών". Στο δε διατακτικό, το οποίο, όπως αναφέρθηκε, αποτελεί ενιαίο σύνολο με το σκεπτικό και συμπληρώνει αυτό, αναφέρει ότι: "... Στη Χαλκίδα στις 14 Απριλίου 2005, τέλεσαν τις κατωτέρω πράξεις ...: Α) Ο δεύτερος κατηγορούμενος Κ. Κ. ... Β) 1) Η πρώτη κατηγορουμένη Μ. Χ., στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της ψευδορκίας μάρτυρα, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων Κ. Κ., και της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία και της απόπειρας απάτης επί δικαστηρίου, για τα οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα Μ. Χ., τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 224 παρ.2 - 1, 386 παρ. 1, 46 παρ. 1α και 42 του ΠΚ. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες, αφού: α) Επαρκώς αιτιολογείται ότι ο αναιρεσείων Κ. Κ. γνώριζε ότι όσα κατέθεσε ήταν ψευδή, με την παραδοχή όχι μόνο ότι τα γνώριζε ως εκ του συναισθηματικού του δεσμού με την συγκατηγορουμένη του, ο οποίος οδήγησε σε γάμο, αλλά και ότι είχε καταθέσει ότι είχε άμεση αντίληψη γιατί ο ίδιος την μετέφερε, με το αυτοκίνητό του, από την οικία της στον τόπο εργασίας της, η γνώση, δηλαδή, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση του ίδιου του αναιρεσείοντος και σε δική του πράξη, οπότε δεν απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. β) Σαφώς εκτίθεται ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως επί του αποδεικτέου θέματος, ήτοι επί του αγωγικού ισχυρισμού ότι η συγκατηγορουμένη του απασχολήθηκε στην εγκαλούσα εταιρία με σχέση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως βοηθός λογιστού, ο οποίος δεν ήταν αληθινός, γιατί η σχέση που τη συνέδεε με την εταιρία ήταν αυτή της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών. γ) Στο διατακτικό προσδιορίζεται και ο χρόνος τελέσεως της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία (14 Απριλίου 2005). δ) Προσδιορίζονται τα μέσα και ο τρόπος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη Μ. Χ. προκάλεσε στο συγκατηγορούμενό της την απόφαση να τελέσει την ένδικη αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα (πειθώ, προτροπές, εκμετάλλευση της σχέσεώς τους), δεν απαιτείτο δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, η παράθεση περαιτέρω περιστατικών. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιό έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι- αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενο του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν, δηλαδή, η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα: "Η υπ` αριθμ. .../12.4.05 ένορκη βεβαίωση, η υπ` αριθμ. .../2000 ένορκη βεβαίωση, είκοσι επτά (27) φωτ/πίες προχείρων υπολογισμών και η υπ` αριθμ. ../2012 κλήση". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού των εγγράφων αυτών (ενώπιον ποίου συντάχθηκαν οι βεβαιώσεις, ποιος βεβαίωνε ενόρκως και για ποιο ζήτημα, ποιος και ενώπιον ποίου καλείτο με την κλήση, τι αφορούσαν οι υπολογισμοί, κ.λπ.), αφού, με την ανάγνωσή τους, κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες, οπότε αυτοί, οι οποίοι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν πρόβαλαν, δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, καμιά αντίρρηση για την ανάγνωση των εγγράφων αυτών, είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο αυτών, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Ως εκ τούτου, το Τριμελές Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των ως άνω εγγράφων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7 Φεβρουαρίου 2013 (με αριθ. πρωτ. 1133/2013) αίτηση των Μ. Χ. του Δ. και Κ. Κ. του Γ., για αναίρεση της υπ` αριθ. 335/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ευβοίας. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για ψευδορκία μάρτυρα, ηθική αυτουργία σ' αυτήν και απόπειρα απάτης στο δικαστήριο. Στοιχεία εγκλημάτων. Η ψευδής κατάθεση, προκειμένου για αστική διαφορά, πρέπει να αναφέρεται στο αποδεικτέο θέμα. Επαρκώς αιτιολογείται ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι αυτά που κατέθεσε ήταν ψευδή ως εκ του συναισθηματικού του δεσμού με την αναιρεσείουσα συγκατηγορουμένη του και γιατί όσα κατέθεσε θεμελιώνονταν σε προσωπική του πεποίθηση και δική του πράξη. Προσδιορισμός μέσων και τρόπου, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό της την απόφαση να τελέσει την ψευδορκία. Ο χρόνος της ηθικής αυτουργίας αρκεί ότι αναφέρεται στο διατακτικό, το οποίο αποτελεί με το σκεπτικό ενιαίο σύνολο. Επαρκής προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφων. Όχι απόλυτη ακυρότητα. Απόρριψη αιτήσεως.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Έγγραφα, Απόπειρα, Ηθική αυτουργία, Ψευδορκία μάρτυρα.
| 1
|
Αριθμός 781/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1)Ν. Σ. του Σ., κατοίκου ... 2)Π. Σ. του Δ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαριάννα Σπανουδάκη και 3)Α. Π. του Φ., κατοίκου ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Κοινούση, για αναίρεση της υπ'αριθ.54391/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Δεκεμβρίου 2012 αίτηση αναίρεσης όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 29 Μαρτίου 2013 προσθέτους λόγους των δύο πρώτων αναιρεσειόντων και την από 27 Δεκεμβρίου 2012 αίτηση αναίρεσης του τρίτου αναιρεσείοντος, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 138/2013.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι, 1) από 24.12.2012, (με αριθ. πρωτ. 8597/2012), κοινή των Ν. Σ. του Σ. και Π. Σ. του Δ. μετά των από 29.3.2013 προσθέτων αυτής λόγων, που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα (την 29.3.2013) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), και 2) από 27.12.2012, (με αριθ. πρωτ. 8599/2012), του Α. Π. του Φ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 54391/2012 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2Α του Ν. 2801/2000, για την κατασκευή κεραίας σταθμού στην ξηρά, που χρησιμοποιείται για την εκπομπή ή/και λήψη ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας ή χρησιμοποιείται ως μέρος ενός συστήματος κεφαλής δικτύου καλωδιακής τηλεόρασης, απαιτείται άδεια, η οποία χορηγείται από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, ενώ μετά την ισχύ του Ν. 2867/2000 (19-12-2000) η άδεια αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 14 αυτού, χορηγείται από την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ). Περαιτέρω στην παράγραφο 2 εδ. Ε και ΣΤ του άρθρου 1 του Ν. 2801/2000, ορίζεται ότι επιτρέπεται η κατασκευή οικίσκων για τη στέγαση των μηχανημάτων των σταθμών ραδιοεπικοινωνίας, καθώς και δομικών κατασκευών για την τοποθέτηση της κεραίας, ενώ στην παράγραφο Η του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι για την τοποθέτηση των ανωτέρω εγκαταστάσεων (οικίσκων και δομικών κατασκευών) δεν απαιτείται η έκδοση οικοδομικής άδειας, αλλά έγκριση που χορηγείται από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία ύστερα από έλεγχο των δικαιολογητικών που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, με την ίδια δε απόφαση μπορούν να καθορίζονται οι λεπτομέρειες της διαδικασίας έκδοσης των πολεοδομικών εγκρίσεων και να προσδιορίζονται οι περιπτώσεις για τις οποίες η έγκριση από τον οικείο Νομάρχη των περιβαλλοντικών όρων εγκατάστασης κατασκευών κεραιών αποτελεί προϋπόθεση της πολεοδομικής έγκρισης. Περαιτέρω, στην παράγραφο 5 Α του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών και χρηματική ποινή από επτά χιλιάδες πεντακόσια (7.500) ευρώ έως τριάντα οκτώ χιλιάδες (38.000) ευρώ, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, η εγκατάσταση σταθμού εκπομπής ή/και λήψης ραδιοσήματος και κατασκευής κεραίας χωρίς άδεια ή έγκριση, όπου αυτή απαιτείται. Εξάλλου, από τις αυτές ως άνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι, σε περίπτωση εγκαταστάσεως κεραίας χωρίς την άδεια και έγκριση που προαναφέρθηκε, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί, παραλλήλως, και η διάταξη του άρθρου 17§8 εδ. α του ν. 1337/1983 "επέκταση σχεδίου, οικιστικά, ζώνες", κατά την οποία "οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ μέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, ανάλογα με την αξία του αυθαίρετου έργου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος", γιατί, όπως αναφέρθηκε, για την εγκατάσταση κεραίας δεν απαιτείται η έκδοση οικοδομικής άδειας και, έτσι, ο δράστης της κατασκευής της κεραίας δεν μπορεί να γίνει υποκείμενο και του ανωτέρω εγκλήματος. Τέλος, κατά το άρθρο 46 παρ. 1β` του ΠΚ, "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρείχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης". Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι, για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας στην τελούμενη από άλλον αξιόποινη πράξη, απαιτείται παροχή άμεσης συνδρομής από τον δράστη στον αυτουργό κατά την τέλεση και κατά την διάρκεια εκτέλεσης της κύριας πράξεως και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 54391/2012 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, τους Ν. Σ. και Π. Σ. παραβάσεως του άρθρου 1 παρ. 1, 2, 5 Α ν. 2801/2000, τον Π. Σ. και παραβάσεως του άρθρου 17 παρ. 8 ν. 1337/1983 και τον Α. Π. άμεσης συνέργειας στις ως άνω πράξεις και τους καταδίκασε τον πρώτο σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, ανασταλείσα, τον δεύτερο σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για την εγκατάσταση και λειτουργία της κεραίας και έξι (6) μηνών για την παράβαση του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983 και συνολική ενός (1) έτους και τριών (3) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική, και τον τρίτο σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για την άμεση συνέργεια στην εγκατάσταση και λειτουργία της κεραίας και έξι (6) μηνών για την άμεση συνέργεια στην παράβαση του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983 και συνολική ενός (1) έτους και τριών (3) μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "... προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος κατηγορούμενος, Ν. Σ., από 21-3-2008, οπότε και ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "VODAFONE - ΠΑΝΑΦΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ" (ΦΕΚ ΤΑΕΕΠΕ 1649/21-3-2008), Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος, έως και το Σεπτέμβριο του έτους 2008 και με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της και ο δεύτερος κατηγορούμενος, Π. Σ., από τα μέσα Σεπτεμβρίου του έτους 2005 έως και το Σεπτέμβριο του έτους 2008, ως υπεύθυνος εγκατάστασης και λειτουργίας των σταθμών βάσης κινητής τηλεφωνίας της ως άνω εταιρίας, προέβησαν σε εγκατάσταση και λειτουργία σταθμού βάσης κινητής τηλεφωνίας (κεραίας), με κωδικό αριθμό ..., προς εξυπηρέτηση του λειτουργούντος δικτύου της ως άνω εταιρείας κινητής τηλεφωνίας, στο δώμα οικοδομής, που βρίσκεται στην οδό ..., στη θέση ..., στην ... χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο άδεια της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, παρόλο που αμφότεροι γνώριζαν, ως εκ της ως άνω ιδιότητάς τους, ότι πριν από εγκατάσταση και κατασκευή κεραίας κινητής τηλεφωνίας έπρεπε να είχαν εφοδιαστεί με την σχετική άδεια που εκδίδεται από την παραπάνω Δημόσια Υπηρεσία. Να σημειωθεί δε ότι η ως άνω κεραία κινητής τηλεφωνίας αποτελείτο ... Και ναι μεν ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της μισθώτριας εταιρίας από το Μάρτιο του έτους 2008, πλην όμως και αυτός, αν και γνώριζε ως εκ της ως άνω ιδιότητάς του ότι ο ως άνω σταθμός βάσης λειτουργούσε χωρίς την προβλεπόμενη άδεια από την ΕΕΤΤ, ωστόσο επέτρεψε την εγκατάσταση και τη λειτουργία της χωρίς την άδεια αυτή. Επίσης, ο δεύτερος κατηγορούμενος, περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του έτους 2005, υπό την ως άνω ιδιότητά του και ειδικότερα σύμφωνα με τα υπ' αριθμ. φυλ. 9681/8-9-2005 και 11842/16-11-2005 ΦΕΚ (Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), ως αποκλειστικά αρμόδιος και υπεύθυνος για όλα τα θέματα που αφορούν τους σταθμούς βάσης, όπως ανάμεσα σε άλλα την εγκατάσταση, λειτουργία, καθώς και τον αναγκαίο εξοπλισμό για τη λειτουργία τους και τη διενέργεια όλων των σχετικών ενεργειών, κατασκεύασε σταθμό βάσης κινητής τηλεφωνίας (κεραία), στην ταράτσα της ως άνω οικοδομής, χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο έγκριση της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, η οποία σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ισοδυναμεί με οικοδομική άδεια. Ειδικότερα, στην υπ' αριθμ. Φ3023/08 Α.Υ.80/08 και από 24-7-2008 έκθεση αυτοψίας των υπαλλήλων του Τμήματος Ελέγχου Κατασκευών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Ανατολικού Τομέα της Νομαρχίας Αθηνών αναφέρεται ότι διαπιστώθηκε τοποθέτηση κεραίας κινητής τηλεφωνίας σε δώμα οικοδομής άνευ εγκρίσεως εγκατάστασης δομικών κατασκευών Σταθμών Ραδιοεπικοινωνίας κ.λπ., αποπερατωμένη, πολεοδομικά αυθαίρετο κατά παράβαση του άρθρου 1 του V.2801/00 και του άρθρου 31 του ν.3431/06, καθώς και ότι η ως άνω κατασκευή είναι αυθαίρετη σύμφωνα με το ν. 1337/83 και το άρθρο 22 του ΓΟΚ/85, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το ν.2831/00. Ήτοι στην ως άνω έκθεση αυτοψίας χαρακτηρίσθηκε ως αυθαίρετη και κατεδαφιστέα η εγκατάσταση της παραπάνω κεραίας κινητής τηλεφωνίας και επιβλήθηκαν πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτου. Η πράξη του δε αυτή τελέστηκε από δόλο, καθώς, ως εκ της ως άνω ιδιότητάς του, του υπεύθυνου εγκατάστασης και λειτουργίας των σταθμών βάσης κινητής τηλεφωνίας της ως άνω εταιρείας, γνώριζε ότι η ως άνω κατασκευή ήταν αυθαίρετη και ότι έπρεπε να εφοδιαστεί με την απαραίτητη πολεοδομική έγκριση - οικοδομική άδεια.... Μόνη δε η υποβολή της υπ' αριθμ. πρωτ. 1330/2-3-2006 αίτησης της εταιρίας Vodafone στην Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας για τη σύμφωνη γνώμη της για την τήρηση των ορίων ασφαλείας έκθεσης του κοινού σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία και της από 9-10-2007 αίτησης της εταιρίας αυτής προς τη Διεύθυνση Περιβάλλοντος και Χωροταξίας για την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων, δεν αίρει το δόλο των ως άνω κατηγορουμένων για τη λειτουργία του ως άνω σταθμού χωρίς τις ως άνω νόμιμες προϋποθέσεις, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, γνώριζαν ότι ο ως άνω σταθμός βάσης λειτουργούσε χωρίς την απαιτούμενη νόμιμη άδεια της Ε.Ε.Τ.Τ. Επίσης, ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου ότι δεν στοιχειοθετείται εναντίον του η πράξη της παράβασης του άρθρου 17 παρ.8 του ν. 1337/83, καθόσον ο νόμος 2801/2000 δεν απαιτεί άδεια της πολεοδομίας, αλλά πολεοδομική έγκριση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η έγκριση της πολεοδομικής αρχής ισοδυναμεί με οικοδομική άδεια, η μη ύπαρξη της οποίας καθιστά την εγκατάσταση της κεραίας αυθαίρετη, όπως, άλλωστε έκρινε και η Πολεοδομία χαρακτηρίζοντάς την αυθαίρετη στην από 24-7-2008 έκθεση αυτοψίας. Περαιτέρω, προέκυψε ότι ο τρίτος κατηγορούμενος, Α. Π., παρέσχε άμεση συνδρομή στους πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων, στις ως άνω πράξεις τους. Ειδικότερα, όντας ιδιοκτήτης του διαμερίσματος του τρίτου και τελευταίου ορόφου της παραπάνω πολυκατοικίας, από το οποίο καν μόνο ήταν δυνατή μέσω σκάλας εντός αυτού η πρόσβαση στην ταράτσα, με το από 14-9-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, που συνήψε με την εταιρία "VODAFONE - ΠΑΝΑΦΟΝ ΑΝΏΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ", δυνάμει του οποίου της εκμίσθωσε για 12 έτη και αντί ετησίου μισθώματος 15.000 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος, τμήμα της ταράτσας και τμήμα του τρίτου ορόφου και της βεράντας αυτού, επέτρεψε σ' αυτούς να εγκαταστήσουν και να λειτουργήσουν τον ως άνω σταθμό κινητής τηλεφωνίας, αν και γνώριζε ότι δεν είχαν εφοδιαστεί με τις απαιτούμενες άδειας από την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων και από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. Η γνώση του δε αυτή, προκύπτει από το γεγονός ότι στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό δεν αναγράφονται ότι κατά το χρόνο σύναψης είχαν δοθεί οι ως άνω άδειες, αντίθετα μάλιστα στο άρθρο 1 αυτού οριζόταν ότι η μισθώτρια αναλαμβάνει να διενεργήσει με δαπάνες της τις απαιτούμενες μελέτες που αφορούν την τοποθέτηση και λειτουργία της εγκατάστασής της, στο άρθρο 5 ότι η μισθώτρια βεβαιώνει ότι οι εγκαταστάσεις της και κάθε εκπεμπόμενη από αυτές ακτινοβολία θα είναι σύμφωνη με την κείμενη νομοθεσία περί ορίων ακτινοβολίας και στο άρθρο 13 οριζόταν ότι η μισθώτρια διατηρούσε το δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση στην περίπτωση που δεν επιτύχει να λάβει από τις αρμόδιες υπηρεσίες όλες τις σχετικές άδειες που τυχόν απαιτούνται, προκειμένου να προβεί σε κατασκευές, εγκαταστάσεις κ.λπ. πάνω στο μίσθιο, συμφωνίες από τις οποίες προκύπτει ότι γνώριζε ότι κατά το χρόνο σύναψης του ως άνω συμφωνητικού δεν είχαν εκδοθεί οι απαιτούμενες άδειες, η έκδοση των οποίων θα γινόταν με την επιμέλεια της μισθώτριας. Εξάλλου, το γεγονός ότι είχε συμφωνηθεί ότι όλες οι απαιτούμενες ενέργειες για τη νόμιμη εγκατάσταση της κεραίας θα γίνονταν από τη μισθώτρια, δεν αναιρεί την ποινική ευθύνη του τρίτου κατηγορουμένου για την άμεση συνέργειά του στις παραπάνω πράξεις του πρώτου και του δευτέρου των κατηγορουμένων, αφού η εκμίσθωση του ως άνω ακινήτου του στην μισθώτρια εταιρία, ήταν αναγκαία για την εγκατάσταση του σταθμού βάσης κινητής τηλεφωνίας. Επίσης, την ποινική του ευθύνη για την αποδιδόμενη σ' αυτόν άμεση συνέργεια δεν αναιρεί και η κοινοποίηση στη μισθώτρια των από 7-2-2008 και 24-4-2008 εξώδικων δηλώσεών του, στις 14-2-2008 και στις 30-4-2008 αντίστοιχα, με τις οποίες την καλούσε να λάβει όλες τις σχετικές άδειες, καθόσον οι δηλώσεις αυτές απεστάλησαν 2,5 περίπου έτη μετά τη σύναψη του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, ενόψει του από 11-4-2008 εγγράφου της ΔΕΗ προκειμένου να λάβει η μισθώτρια άδεια για ξεχωριστή ηλεκτρική παροχή από τη ΔΕΗ για την τοποθέτηση της κεραίας και του από 28-1-2008 εγγράφου της Διεύθυνσης Πολεοδομίας που κοινοποιήθηκαν σ` αυτόν για την επίδικη κεραία, η λειτουργία και η αυθαίρετη εγκατάσταση της οποίας άνευ τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων, όπως προαναφέρθηκε, ήταν σε γνώση του, ήδη από 14-9-2005, οπότε και συντάχθηκε το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, χωρίς μάλιστα την ενημέρωση των υπολοίπων συνιδιοκτητών της οικοδομής. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί της γνώσης του τρίτου κατηγορουμένου για την έλλειψη των απαιτούμενων αδειών (από Ε.Ε.Τ.Τ. και Πολεοδομία), ενισχύεται και από τις ένορκες καταθέσεις των ενοίκων της ως άνω οικοδομής και των περιοίκων στο ακροατήριο του δικαστηρίου, ότι όταν αντιλήφθηκαν την εγκατάσταση της κεραίας, ένα χρόνο περίπου μετά την τοποθέτηση της και διαμαρτυρήθηκαν σ' αυτόν σχετικά, δεν κατόρθωσαν να αποξηλωθεί η κεραία, παρά μόνο μετά την κατάθεση της υπ' αριθμ. 54052/4053/14-3-08 αίτησης τους στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ αριθμ.7042/14-8-2008 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Επομένως, ενόψει των προαναφερομένων, ...".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, όσον αφορά την εγκατάσταση και λειτουργία του σταθμού και την άμεση συνέργεια σ` αυτήν, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της παραβάσεως του άρθρου 1 παρ. 1, 2, 5 Α του ν. 2801/2000, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες Ν. Σ. και Π. Σ., και της άμεσης συνέργειας στην ως άνω πράξη, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων Α. Π., τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Οι μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες, αφού: α) Η αναφορά διαφορετικών χρονικών διαστημάτων, κατά τα οποία οι αναιρεσείοντες Ν. Σ. και Π. Σ. τέλεσαν την πράξη της εγκαταστάσεως και λειτουργίας του σταθμού βάσεως κινητής τηλεφωνίας χωρίς νόμιμη άδεια (από Μάρτιο του 2008 ο πρώτος και από μέσα Σεπτεμβρίου του 2005 ο δεύτερος μέχρι Σεπτέμβριο του 2008), δεν ενέχει καμιά αντίφαση, γιατί το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η κεραία εγκαταστάθηκε περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του 2005, πλην ο αναιρεσείων Ν. Σ. ευθυνόταν για τη λειτουργία της μόνο από τότε που ανέλαβε τα καθήκοντά του ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "VODAFONE - ΠΑΝΑΦΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ", ενόψει, μάλιστα, του ότι το έγκλημα είναι διαρκές και διαρκεί μέχρι να παύσει η λειτουργία της κεραίας που τοποθετήθηκε παρανόμως. β) Ορθώς το Τριμελές Πλημμελειοδικείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων Α. Π., με την εκμίσθωση του ακινήτου του στην ως άνω εταιρία, παρέσχε άμεση συνδρομή στους συγκατηγορουμένους του κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξεως της εγκαταστάσεως και λειτουργίας της κεραίας, γιατί η εν λόγω μίσθωση ήταν αναγκαία για την εγκατάσταση αυτής, δέχθηκε δε ότι αυτός γνώριζε ότι κατά την υπογραφή του μισθωτηρίου δεν είχαν εκδοθεί, ακόμη, οι απαιτούμενες άδειες, ενώ όχλησε σχετικώς τη μισθώτρια 21/2 περίπου έτη αργότερα. δ) Το σκεπτικό δεν αποτελεί επανάληψη του διατακτικού, αλλά εκτίθενται σ` αυτό όλα τα περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και στοιχειοθετούν τις άνω πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως των Ν. Σ. και Π. Σ., και πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως του Α. Π.υ, κατά το μέρος που οι τελευταίοι αφορούν στην άμεση συνέργεια στην πράξη της εγκαταστάσεως και λειτουργίας της κεραίας, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 46 παρ. 1 β του ΠΚ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την §2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχείο δ' , ήτοι το ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση, πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα αυτά ως άνω πρακτικά, οι αναιρεσείοντες Ν. Σ. και Π. Σ. ζήτησαν, δια της συνηγόρου τους, μετά την έκδοση της αποφάσεως περί ενοχής, να τους αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μετάνοιας, για τη θεμελίωση του οποίου επικαλέστηκαν ότι προέβησαν αυτοβούλως στην αποκατάσταση της νομιμότητας και, ειδικότερα, ανέθεσαν σε εξειδικευμένο συνεργείο την αποξήλωση της κεραίας και όλων των μηχανημάτων, υπέβαλαν δε και αίτημα στην Πολεοδομία να ενεργήσει νέα αυτοψία, πράγμα που έγινε και εκδόθηκε το υπ` αριθ. πρωτ. 28395/2009 έγγραφο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό με την αιτιολογία ότι: "Ο αυτοτελής ισχυρισμός ... πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά, τα οποία να δείχνουν ότι οι κατηγορούμενοι μεταμελήθηκαν ειλικρινά για την πράξη τους και επεδίωξαν να άρουν ή να μειώσουν τις συνέπειές τους, δεδομένου ότι η θέση του ως άνω σταθμού βάσης 1533 εκτός λειτουργίας, από τις 8.5.2008 δεν έγινε με δική τους πρωτοβουλία, αλλά κατόπιν της υπ` αριθ. 7042/14.8.08 απόφασης του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών (ασφαλ. μέτρα), η οποία εκδόθηκε επί της από 13.3.08 ... αίτησης περιοίκων και διέτασσε την απαγόρευση προσωρινά της λειτουργίας της βάσης του σταθμού και υποχρέωνε τον 3ο κατηγορούμενο και την μισθώτρια εταιρία Vodafone να αφαιρέσουν την κεραία. ...". Η αιτιολογία αυτή είναι η απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, καθόσον εκτίθεται σαφώς ο λόγος, για τον οποίο η εκ των υστέρων, μετά, δηλαδή, την υποβολή της αιτήσεως των περιοίκων, ήτοι μετά τις 13.3.2008, αποξήλωση της κεραίας δεν αποδεικνύει έμπρακτη μετάνοια, δεν αποτελεί δε ασάφεια η παραδοχή ότι αυτό έγινε κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία εκδόθηκε στις 14.8.2008. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως των ανωτέρω, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων, έλαβε, μεταξύ άλλων, υπόψη του και α) την υπ` αριθ. Φ3023/08 Α.Υ.80/08 και από 24.7.2008 έκθεση αυτοψίας των υπαλλήλων του Τμήματος Ελέγχου και Κατασκευών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Ανατολικού Τομέα της Νομαρχίας Αθηνών, β) την υπ` αριθ. πρωτ. 1330/2.3.2006 αίτηση της εταιρίας Vodafone στην Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας για τη σύμφωνη γνώμη της για την τήρηση των ορίων ασφαλείας έκθεσης του κοινού σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία και γ) την υπ` αριθ. 54052/4053/14.3.2008 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, η οποία λήφθηκε υπόψη και για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού των αναιρεσειόντων Ν. Σ. και Π. Σ. περί χορηγήσεως του ως άνω ελαφρυντικού. Τα έγγραφα αυτά δεν αναφέρονται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων ούτε στην προσβαλλόμενη ούτε στην πρωτόδικη υπ` αριθ. 1953/2010 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά τους, αξιολογήθηκαν δε αποδεικτικώς σε βάρος των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων με ρητή μνεία τους στο σκεπτικό. Όμως, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, το περιεχόμενό τους αναφέρεται σε άλλα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν. Συγκεκριμένα, το περιεχόμενο της υπ` αριθ. 54052/4053/14.3.2008 αιτήσεως προκύπτει από την υπ` αριθ. 7042/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (αύξ. αριθ. αναγνωσθέντων 11), της υπ` αριθ. πρωτ. 1330/2.3.2006 αιτήσεως της εταιρίας Vodafone από το με Α.Π.: Μ.ι./411/1241 από 31.7.2006 έγγραφο της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας (αύξ. αριθ. 4) και της υπ` αριθ. Φ3023/08 Α.Υ.80/08 και από 24.7.2008 εκθέσεως αυτοψίας από το υπ` αριθ. πρωτ. 28395/30.11.2009 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Ανατολικού Τομέα (αύξ. αριθ. 5) και από το υπ` αριθ. πρωτ. Φ.863/1922/ΠΕΡ10/09/2.6.2009 έγγραφο του Γραφείου Κεραιών (αύξ. αριθ. 18 πρωτόδικης αποφάσεως). Ακόμη, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως γίνεται μνεία και α) της από 9.10.2007 αιτήσεως της εταιρίας Vodafone προς τη Διεύθυνση Περιβάλλοντος και Χωροταξίας για την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων, β) του από 28.1.2008 εγγράφου της Διευθύνσεως Πολεοδομίας και γ) του από 11.4.2008 εγγράφου της ΔΕΗ. Όπως, όμως, προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής, τα έγγραφα αυτά δεν αξιολογήθηκαν αποδεικτικώς και δεν λήφθηκαν υπόψη για την κρίση περί της ενοχής των αναιρεσειόντων, αλλά αναφέρονται απλώς διηγηματικά και, κατά συνέπειαν, η μνεία τους δεν δημιουργεί ακυρότητα. Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως των αναιρεσειόντων Ν. Σ. και Π. Σ. και πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αιτήσεως του Α. Π., με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο που προκλήθηκε από την αποδεικτική αξιολόγηση σε βάρος τους των ως άνω εγγράφων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, υποβάλλει αίτημα αναγνώσεως εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας ή, κατά το άρθρο 365 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ζητεί την ανάγνωση της προανακριτικής καταθέσεως μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη. Το Δικαστήριο της ουσίας οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει, όμως, από την τελευταία, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από το διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το Δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί. Η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 του ΚΠοινΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Α. Π., με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αιτήσεώς του προβάλλει ότι δεν αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, οι ένορκες καταθέσεις που δόθηκαν στην προδικασία στις περιπτώσεις του άρθρου 365 και τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 364. Ο ισχυρισμός αυτός, εκτιμώμενος ότι στηρίζεται στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, α) αναγνώσθηκε η υπ` αριθ. 1953/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (πρωτόδικη), καθώς και τα επ` αυτής τηρηθέντα πρακτικά και έγγραφα (αύξ. αριθ. 1 αναγνωσθέντων) και β) δεν υποβλήθηκε αίτημα αναγνώσεως οποιασδήποτε προανακριτικής καταθέσεως ή άλλου εγγράφου, πέραν των αναφερομένων ως αναγνωσθέντων, ούτε τα πρακτικά διορθώθηκαν σχετικώς ή προσβλήθηκαν ως πλαστά.
Όσον αφορά, όμως, την παράβαση του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983, η οποία αποδίδεται στον αναιρεσείοντα Π. Σ., το Τριμελές Πλημμελειοδικείο εσφαλμένως εφήρμοσε την ουσιαστική αυτή ποινική διάταξη και καταδίκασε τον ανωτέρω για την πράξη αυτή, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν απαιτείται οικοδομική άδεια για την εγκατάσταση κεραίας κινητής τηλεφωνίας και, επομένως, το εν λόγω έγκλημα δεν στοιχειοθετείται. Εσφαλμένως εφήρμοσε, κατά το σημείο αυτό, και την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 β του ΠΚ και κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Α. Π. για άμεση συνέργεια στην ως άνω πράξη, καθόσον, αν δεν στοιχειοθετείται μια παράνομη πράξη, δεν νοείται άμεση συνέργεια σ` αυτήν και, επομένως, δεν ευθύνεται ο φερόμενος ως συνεργός παρά την αυτοτέλεια της ευθύνης των συμμετόχων κατ` άρθρο 48 του ΠΚ. Κατά συνέπειαν, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων των αναιρεσειόντων Ν. Σ. και Π. Σ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αυτά, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την καταδικαστική της διάταξη για την παράβαση του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983, αυτεπαγγέλτως δε (άρθρο 511 του ΚΠοινΔ) και ως προς την καταδικαστική διάταξη για την άμεση συνέργεια του κατηγορουμένου Α. Π.υ στην πράξη αυτή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 εδ. α του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 του ν.3160/2003, "αν ασκηθεί αναίρεση επειδή έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ο Άρειος Πάγος δεν παραπέμπει την υπόθεση αλλά εφαρμόζει τη σωστή ποινική διάταξη και, αν δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, κάνοντας εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983 καταδίκασε τον αναιρεσείοντα Π. Σ. για παράβαση της διατάξεως αυτής, τον δε Α. Π. για άμεση συνέργεια στην πράξη αυτή. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, οι αναιρεσείοντες αυτοί να κηρυχθούν αθώοι για τις εν λόγω πράξεις.
Μετά από αυτά, πρέπει, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και δη ως προς την καταδικαστική της διάταξη για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983, που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα Π. Σ., και για την άμεση συνέργεια στην πράξη αυτή, που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα Α. Π., αναγκαίως δε και ως προς τις διατάξεις τους που αφορούν τις ποινές για τις πράξεις αυτές και τον καθορισμό συνολικής ποινής, να κηρυχθούν οι αναιρεσείοντες αυτοί αθώοι για τις ως άνω πράξεις, να απαλειφθούν οι διατάξεις που αφορούν την ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών που επιβλήθηκε στους εν λόγω κατηγορουμένους για τις πράξεις αυτές και τις από αυτές προελθούσες συνολικές ποινές φυλακίσεως ενός (1) έτους και τριών (3) μηνών με την επαύξηση της ποινής φυλακίσεως ενός (1) έτους που επιβλήθηκε για το έγκλημα της εγκαταστάσεως και λειτουργίας σταθμού βάσεως κινητής τηλεφωνίας και της άμεσης συνέργειας σ` αυτήν, αντιστοίχως, κατά τρεις (3) μήνες, ώστε να διατηρηθεί μόνο η ποινή φυλακίσεως του ενός (1) έτους και η χρηματική των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για την πράξη της εγκαταστάσεως και λειτουργίας σταθμού βάσεως κινητής τηλεφωνίας και της άμεσης συνέργειας σ` αυτήν, αντιστοίχως, για την οποία δεν αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, και να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως των ανωτέρω, κατά τα λοιπά, του δε Ν. Σ. στο σύνολό της ως αβάσιμες, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων Ν. Σ. στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24.12.2012 (με αριθ. πρωτ. 8597/2012) αίτηση του Ν. Σ. του Σ., για αναίρεση, ως προς αυτόν, της υπ' αριθ. 54391/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον άνω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει, ως προς τους αναιρεσείοντες Π. Σ. του Δ. και Α. Π. του Φ., την υπ' αριθ. 54391/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και δη αναφορικά με α. την καταδίκη των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων αυτών για την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983 και της άμεσης συνέργειας σ` αυτήν, αντιστοίχως, β. την επιβολή ποινών για τις πράξεις αυτές και γ. τον καθορισμό συνολικών ποινών. ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους ως άνω κατηγορουμένους ΑΘΩΟΥΣ του ότι:
Α) Ο κατηγορούμενος Π. Σ. περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του 2005, υπό την ιδιότητα του υπεύθυνου εγκαταστάσεως και λειτουργίας των σταθμών βάσεως κινητής τηλεφωνίας της εταιρίας με την επωνυμία "VODAFONE - ΠΑΝΑΦΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ", κατασκεύασε σταθμό βάσεως κινητής τηλεφωνίας (κεραία) στην ταράτσα της ευρισκομένης στην επί της οδού ..., στην ... πολυκατοικίας, χωρίς την απαιτούμενη από το νόμο άδεια - έγκριση της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας.
Β) Ο κατηγορούμενος Α. Π. παρέσχε άμεση συνδρομή στον άνω κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια τελέσεως από αυτόν της ανωτέρω πράξεως και, συγκεκριμένα, όντας ιδιοκτήτης του διαμερίσματος του τρίτου ορόφου της πολυκατοικίας, που βρίσκεται επί της οδού ..., στην ... επέτρεψε στον άνω συγκατηγορούμενό του, με το από 14.9.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, που συνήψε με την εταιρία "VODAFONE - ΠΑΝΑΦΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ", να κατασκευάσει, στην ταράτσα του διαμερίσματός του αυτού, σταθμό βάσεως κινητής τηλεφωνίας (κεραία), αν και γνώριζε ότι δεν είχε εφοδιαστεί με την απαιτούμενη από το νόμο άδεια - έγκριση της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας.
ΑΠΑΛΕΙΦΕΙ τη διάταξη για την επιβολή ποινής φυλακίσεως έξι (6) μηνών για καθεμιά από τις ανωτέρω πράξεις (παράβαση άρθρου 17 παρ. 8 ν. 1337/1983 και άμεση συνέργεια σ` αυτήν), καθώς και για την επαύξηση της συντρέχουσας ποινής του ενός (1) έτους για την πράξη της εγκαταστάσεως και λειτουργίας της κεραίας κατά τρεις (3) μήνες, διατηρουμένης της ποινής φυλακίσεως ενός (1) έτους (η οποία έχει μετατραπεί σε χρηματική ως προς τον Π. Σ. και έχει ανασταλεί ως προς τον Α. Π.) και χρηματικής δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ που επιβλήθηκε στον καθένα για την τελευταία πράξη.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, τις από 24.12.2012 (με αριθ. πρωτ. 8597/2012) αίτηση του Π. Σ. του Δ. και από 27.12.2012 (με αριθ. πρωτ. 8599/2012) αίτηση του Α. Π. του Φ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 54391/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2013.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Καταδικαστική απόφαση για εγκατάσταση και λειτουργία σταθμού βάσεως κινητής τηλεφωνίας χωρίς άδεια (ν. 2801/2000), παράβαση άρθρου 17 παρ. 8 ν. 1337/1983 και άμεση συνέργεια στις πράξεις αυτές του εκμισθωτή στην εταιρία κινητής τηλεφωνίας του διαμερίσματος του επί της ταράτσας του οποίου εγκαταστάθηκε ο σταθμός. Στοιχεία εγκλημάτων. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς παράβαση ν. 2801/2000 και άμεση συνεργεία σ' αυτήν. Για την εγκατάσταση του σταθμού δεν απαιτείται οικοδομική άδεια και δεν εφαρμόζεται το άρθρο 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983. Αναίρεση, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής νόμου, ως προς φερόμενο ως δράστη της παραβάσεως αυτής, κατά παραδοχήν πρόσθετου λόγου, αυτεπαγγέλτως δε (άρθρ. 511 ΚΠΔ) και ως προς άμεσο συνεργό. Αιτιολογημένη απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικού έμπρακτης μετάνοιας (άρθρ. 84 παρ. 2 δ ΠΚ). Ορθώς λήφθηκαν υπόψη έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν, το περιεχόμενο των οποίων, όμως, προέκυπτε από άλλα έγγραφα. Αναφορά μη αναγνωσθέντων εγγράφων στο σκεπτικό διηγηματικώς και όχι προς στήριξη της καταδικαστικής κρίσεως. Όχι απόλυτη ακυρότητα. Απόρριψη της αιτήσεως του ενός και μερική παραδοχή των αιτήσεων των λοιπών. Αναίρεση ως προς καταδικαστικές διατάξεις για την παράβαση του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983 και την άμεση συνεργεία σ' αυτήν, ως προς τις ποινές που επιβλήθηκαν γι' αυτές και ως προς τις συνολικές ποινές, αθώωση των φερομένων ως δραστών των πράξεων αυτών αναιρεσειόντων (άρθρ. 518 παρ. 1 εδ. α ΚΠΔ) και απάλειψη των σχετικών ποινών.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αναιρέσεως πρόσθετοι λόγοι, Αναίρεση μερική, Συνέργεια, Κτίσμα αυθαίρετο, Κινητή τηλεφωνία.
| 0
|
Αριθμός 775/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ασημίνα Σκιντζόγλου-Λάλα.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Χ. - Ι. Μ. του Δ., 2) Ν. Μ. του Δ., και 3) Α. Μ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/6/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5633/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 8233/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 2/12/2008 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 849/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει η καλούσα με την από 10/9/2012 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 21/4/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις 6672 Γ', 6673 Γ' και 6674 Γ'/15.11.2012 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., σε συνδυασμό με τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και αφορούν σε αλληλογραφία των αρμόδιων Αρχών των Η.Π.Α. με το Ελληνικό Υπουργείο Δικαιοσύνης, που διαβιβάστηκε στην Προϊσταμένη Διεύθυνσης της Γραμματείας του Αρείου Πάγου από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με τα με αριθ. πρωτ. 56, 135, 136, 137, 139 και 140/2013 έγγραφά του, προκειμένου "να συσχετιστούν στη δικογραφία της (αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου της) 20.3.2013 στο Γ' Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου", προκύπτει, ότι ακριβή αντίγραφα της ένδικης από 2.12.2008 αίτησης αναίρεσης και της από 10.9.2012 κλήσης της αναιρεσείουσας, με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο - της 20.3.2013 - και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή της ένδικης από 2.12.2008 αίτησης αναίρεσης, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου - κατά τη διάταξη του άρθρου 134 ΚΠολΔ - για τους αναιρεσιβλήτους, ως γνωστής διαμονής στις Η.Π.Α. και διαβιβάστηκαν στις αρμόδιες αρχές των Η.Π.Α. και επιδόθηκαν - κατά τις διατάξεις της από 15 Νοεμβρίου 1965 συμβάσεως της Χάγης, που υπέγραψαν μεταξύ άλλων η Ελλάδα και οι ΗΠΑ, και κυρώθηκε με το νόμο 1334/1983, έχει δε την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ.1 του συντάγματος και εφαρμόζεται κατά το άρθρο 1 αυτής σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθορίστηκαν δε οι τρόποι επίδοσης δικογράφων σε διαδίκους που δεν κατοικούν στο κράτος όπου διεξάγεται η δίκη και των οποίων είναι γνωστή η διαμονή στο εξωτερικό - νόμιμα και εμπρόθεσμα (στις 18.12.2012, 14.12.2012 και 14.12.2012, αντίστοιχα) στους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η υπόθεση παρά την απουσία τους.
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 3 ΚΠολΔ αναζητείται για τη θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας των ημεδαπών δικαστηρίων η ύπαρξη δωσιδικίας Ελληνικού δικαστηρίου από οποιοδήποτε στοιχείο σύνδεσης αυτού με την υπόθεση. Γενική δωσιδικία (κατοικία κλπ) συντρέχουσα με ειδική ημεδαπού δικαστηρίου ή αποκλειόμενη από ημεδαπή ειδική δεν δημιουργούν ζητήματα δικαιοδοσίας (αλλά μόνο τοπικής αρμοδιότητας). Αντιθέτως, πρόβλημα γεννά η ύπαρξη ημεδαπής γενικής και αποκλειστικής αλλοδαπής δωσιδικίας. Στην τελευταία περίπτωση, η αποκλειστική δωσιδικία των αλλοδαπών δικαστηρίων θεμελιώνει δικαιοδοσία αυτών, η οποία αποκλείει τη δικαιοδοσία των ημεδαπών δικαστηρίων. Εξάλλου, το άρθρο 4 του ΚΠολΔ καθιερώνει τον κανόνα ότι είναι αποκλειστική και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως η δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων και η έλλειψη αυτής α) σε περίπτωση ερημοδικίας του εναγομένου στην πρώτη συζήτηση και β) όταν πρόκειται "για διαφορές που αφορούν ακίνητα που βρίσκονται στο εξωτερικό". Υπό τη διατύπωση αυτή, χαρακτηριστικώς διάφορη της του άρθρου 29 ΚΠολΔ, το άρθρο 4 θεσπίζει διάταξη δικονομικού διεθνούς δικαίου, η οποία, ως lex fori, εφαρμόζεται υποχρεωτικώς και ισχύει τόσο για τη θεμελίωση, όσο και για τον αποκλεισμό της ημεδαπής αποκλειστικής δικαιοδοσίας. Με άλλους λόγους υπάρχει αποκλειστική δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων για διαφορές περί ακινήτων κειμένων στην Ελλάδα, η οποία καθιστά ανεφάρμοστη οιαδήποτε άλλη δικαιοδοσία αλλοδαπού δικαστηρίου, στηριζόμενη σε άλλη αποκλειστική δωσιδικία κατά τον ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αν ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο του θανάτου του είχε κατοικία και διαμονή στην αλλοδαπή δεν συντρέχει μεν διεθνής δικαιοδοσία των ημεδαπών δικαστηρίων για την εκδίκαση των κληρονομικών διαφορών, συνεπεία συνδρομής της αποκλειστικής δωσιδικίας του άρθρου 30 του ΚΠολΔ, δύναται όμως να υπάρχει διεθνής δικαιοδοσία τούτων, συνεπεία συνδρομής της αποκλειστικής δωσιδικίας των ακινήτων (άρθρο 29 ΚΠολΔ - ΑΠ 400/2009, ΑΠ 1245/1996). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και συγκεκριμένα την ένδικη - από 15.6.2005 - αγωγή περί συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας της ήδη αναιρεσείουσας ενάγουσας κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγομένων για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας, παρόλο που αφορά σε κληρονομιαία ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης αγωγής, πρόκειται πράγματι για αγωγή περί συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας της ήδη αναιρεσείουσας ενάγουσας και αφορά σε ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα (διαμερίσματα στο ... και ξενοδοχείο στην ...), το δε Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη για έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας, εφόσον πρόκειται για κληρονομική υπόθεση του άρθρου 30 παρ.1 του ΚΠολΔ και ο κληρονομούμενος πατέρας των διαδίκων κατά το χρόνο του θανάτου του (στις 28.6.2003) ήταν μόνιμος κάτοικος ..., και απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι, όμως που έκρινε - το Εφετείο - υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος και πρέπει γι' αυτό να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι ηττώνται, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 8233/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπάρχει αποκλειστική δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων για διαφορές περί ακινήτων κειμένων στην Ελλάδα, η οποία καθιστά ανεφάρμοστη οιαδήποτε άλλη δικαιοδοσία αλλοδαπού δικαστηρίου, στηριζόμενη σε άλλη αποκλειστική δωσιδικία κατά τον Κ.Πολ.Δ.
|
Διεθνής δικαιοδοσία
|
Διεθνής δικαιοδοσία.
| 0
|
Αριθμός 774/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Ν. Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Β. ή Ν. Κ. του Γ., προσωρινά κατοίκου ..., 2)Χ. Β. ή Χ. Κ. του Γ., 3) Ν. Β. ή Ν. Κ. του Γ., 4) Α. χήρας Γ. Λ., το γένος Γ. Κ., και 5) Μ. συζ. Ν. Σ., το γένος Γ. Κ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χριστόπουλο, ο οποίος ανεκάλεσε την από 20/2/2013 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Β. ή Β. του Ι. και 2) Σ. συζ. Ε. Κ., το γένος Ι. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ι. Φωτίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/7/1996 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 2/10/1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30736/1997 του ιδίου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης λόγω αρμοδιότητας, 24082/1998 μη οριστική, 5198/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 791/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση από τους ήδη αναιρεσίβλητους επί της οποίας εκδόθηκε η 1137/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 237/2012 απόφαση, την αναίρεση της οποίας καθώς και της 5198/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/6/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 6/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (ΟλΑΠ 40/1996, ΟλΑΠ 16/1990). Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναίρεσης, καθ' όσον απευθύνεται κατά της 5563/2004 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η κατά της οποίας έφεση, μετά από εξέταση της ουσίας, απορρίφτηκε με την προσβαλλόμενη 237/2012 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 2, 4, 10, 12, 16, 20 και 70 του από 15/28-7-1939 β.δ. "περί κωδικοποιήσεως της περί αποκαταστάσεως αστών προσφύγων κειμένης νομοθεσίας", συνάγεται ότι, μετά παρέλευση έτους από την πληρωμή ολοκλήρου του τιμήματος ακινήτου που διατέθηκε προς αστική αποκατάσταση πρόσφυγα, ο υπέρ ου η διάθεση αποκτά πλήρες και απεριόριστο δικαίωμα κυριότητας ασχέτως της εκδόσεως παραχωρητηρίου και της μεταγραφής αυτού, η δε οφειλή του για το τίμημα ακινήτου που παραχωρήθηκε προ της 11-11-1944 λογίζεται κατά πλάσμα του νόμου ότι εξοφλήθηκε κατά την ημερομηνία αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 § 2 του ν. 18/1944 και 1§3 του α.ν. 1073/1946. Επομένως, μετά παρέλευση έτους από της κατά τα άνω πλασματικής εξόφλησης του τιμήματος, το ακίνητο που παραχωρήθηκε καθίσταται δεκτικό χρησικτησίας, αφού το Δημόσιο, του οποίου τα ακίνητα από 12-9-1913 και εφεξής είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (ν. ΒΧΗ/1912, ν.δ. 12.4/16.5.1926 ΑΜ.1534/1938), παύει να έχει έκτοτε οποιοδήποτε δικαίωμα επί του ακινήτου. Περαιτέρω, τόσο από τις διατάξεις του ν. 3 κωδ. 734, ν. 42 πανδ. 41, 2, ν. 7 παρ. 5, πανδ. 10.3, ν. 28 πανδ. 10.3, ν. 8 παρ.1 πανδ. 7.39, ν.9 παρ.1, 3α (50.14) του προϊσχύσαντος βυζαντορωμαϊκού δικαίου, όσο και από τα άρθρα 785, 787, 974, 980, 981, 982, 994, 1041, 1045 Α.Κ. προκύπτει, ότι ο συγκοινωνός λογίζεται πως νέμεται το κοινό πράγμα στο όνομα και των λοιπών, κατά των οποίων δεν μπορεί να αντιτάξει κτητική ή αποσβεστική παραγραφή πριν καταστήσει γνωστή την απόφασή του να νέμεται στο εξής το κοινό πράγμα αποκλειστικώς, ως κύριος, στο όνομά του και για δικό του λογαριασμό, διότι σε περίπτωση αντιποίησης της νομής από τον αντιπρόσωπο του νομέα αυτή δεν απόλλυται για το νομέα πριν λάβει γνώση της αντιποίησης. Η ρύθμιση αυτή προϋποθέτει την ύπαρξη της κοινωνίας κατά το χρόνο έναρξης της αποκλειστικής νομής από μέρους εκείνου που προβάλλει τη κτήση της κυριότητας με χρησικτησία, και, επομένως, δεν έχει εφαρμογή όταν κατά την ίδρυση της κοινωνίας, έχει ήδη αρχίσει και εξακολουθεί υφισταμένη η νομή χρησικτησίας, αφού ο αρχικός νομέας έχει ήδη απολέσει τη νομή ενώ ως προς τον χρησιδεσπόζοντα η ίδρυση της κοινωνίας στο δικαίωμα της κυριότητος δεν επιφέρει αυτοδικαίως απώλεια της νομής. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710, 1813 επ., 1846, 1193, 1195 και 1199 ΑΚ προκύπτει, ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική διαδοχή, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Κατά δε την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Δυνάμει της αριθμ. 1258/9/6.10.1934 αποφάσεως της Γενικής Διευθύνσεως Μακεδονίας παραχωρήθηκε στον Ε. Β. ή Β. του Ι. προς αστική αποκατάστασή του ως πρόσφυγας το αριθμ. 43 οικόπεδο του Δ' οικοδομικού τετραγώνου του προσφυγικού συνοικισμού ... Θεσσαλονίκης μετά του επ' αυτού οικήματος, εμβαδού 152,96 τ.μ. ... Στο ακίνητο αυτό εγκαταστάθηκε ο αρχικός κληρούχος με τη σύζυγό του, Δ., που απεβίωσε τον ίδιο χρόνο, και τα πέντε τέκνα τους, Ι., Π., Π., Κ. και Ν., ο οποίος απεβίωσε στις 17-1-1937. Εκεί, εκτός της Π. και του Κ., που ήδη είχαν αποχωρήσει από την πατρική οικία, παρέμειναν οι λοιποί μέχρι τη 18-12-1939, όταν απεβίωσε ο Ε. Β. (αρχικός κληρούχος) και κληρονομήθηκε από τα τέσσερα τέκνα του (Ι., Π., Π., Κ.), τα οποία υπεισήλθαν στην κληρονομιά του κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος. Την 5-5-1944 εκτελέστηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου ο Ι. Β. του Ε., στην κληρονομία του οποίου, κατά το ως άνω μερίδιό του επί του επιδίκου, υπεισήλθαν δια αναμείξεως η σύζυγός του, Ε., το γένος Μ., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και τα τέκνα τους, Σ., η οποία γεννήθηκε το έτος 1937, και Ε., ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1939, αφού η έτερη θυγατέρα τους Φ., είχε προαποβιώσει την 25-8-1942, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου. Μετά το θάνατο του Ι. Β., συνέχισαν να κατοικούν στο επίδικο η χήρα του, Ε. με τα δύο της τέκνα και η Π. με το σύντροφό της, Γ. Κ., που συμβίωναν σε ελεύθερη σχέση και το εκτός γάμου γεννηθέν το έτος 1937 τέκνο τους Ν.. Επειδή η οικογένεια της Π. μεγάλωνε καθώς στη συνέχεια απέκτησε και τα υπόλοιπα παιδιά της, τον Χ. το έτος 1944, την Α. το έτος 1946, τη Μ. το έτος 1949 και το Ν. το έτος 1952, η χήρα του Ι. (Ε.) με τα τέκνα της, εγκαταστάθηκαν σε έναν οικίσκο (παράγκα) που ήταν συνεχόμενος με την προσφυγική κατοικία. Η συγκατοίκηση αυτή συνεχίσθηκε μέχρι το έτος 1951, όταν η Π. με το σύντροφό της εκδίωξαν από το επίδικο την οικογένεια της Ε.ς, χήρας Ι. Β., λόγω του ότι η συγκατοίκηση ήταν αδύνατη εξαιτίας των συνεχών προστριβών. Η απομάκρυνση αυτή έγινε προκειμένου να εξασφαλίσουν περισσότερο χώρο και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης για την πολυμελή οικογένειά τους και όχι διότι η βούληση της Π. ήταν να νέμεται ως αποκλειστική κυρία το επίδικο κληρονομιαίο ακίνητο. Άλλωστε, κάτι τέτοιο δεν προέκυψε ότι δηλώθηκε ποτέ τόσο στους κληρονόμους του Ι., ήτοι τη σύζυγό του Ε. και τα ανήλικα τότε τέκνα τους, όσο και στους λοιπούς συγκληρονόμους, τέκνα του κληρονομουμένου, Ε. Β., Κ. και Π.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ουδέποτε έλαβε χώρα άτυπη δωρεά του επιδίκου εκ μέρους του αρχικού παραχωρησιούχου προς τη θυγατέρα του Π., μάλιστα δε οι σχέσεις τους μέχρι το χρόνο του θανάτου του (18-12-1939) δεν ήταν καλές, λόγω της εκτός γάμου σχέσης της, τα δε παιδιά του ήταν στην ίδια οικονομική κατάσταση. Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι λοιποί συγκληρονόμοι της έλαβαν γνώση της τυχόν βούλησης της Π. να νέμεται το επίδικο ως αποκλειστική κυρία. Βέβαια μετά την απομάκρυνση της οικογένειας της Ε.ς, χήρας Ι. Β. από το επίδικο, η μητέρα των εναγόντων - εναγομένων αντίθετης αγωγής και νυν εκκαλούντων, Π., προέβη, σε ορισμένες εργασίες επισκευής και συντηρήσεώς του, αυτές όμως, όπως αποδείχθηκε, δεν ήταν σημαντικές, έγιναν δε για την εξυπηρέτηση των αναγκών των ιδίων των ενοίκων της οικίας και πάντως όχι για να καταστήσει σαφές ότι νέμεται αυτό ως αποκλειστική κυρία. Εξάλλου, οι ενάγοντες της με αριθμ. καταθ. 35275/1997 αγωγής, Ε. και Σ. Β., το ενδιαφέρον τους για το πατρικό ακίνητο εκδήλωναν με διάφορους τρόπους, αφού ο μεν πρώτος το επισκεπτόταν αρχικά συχνά και προέβαινε σε ενέργειες για την έκδοση του οριστικού παραχωρητηρίου. Συγκεκριμένα υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Κοινωνικής Πρόνοιας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης την από 19-3-1980 αίτησή του, με την οποία ζητούσε πληροφορίες για τον τρόπο προσωρινής παραχώρησης του επιδίκου στον παππού του, Ε. Β., για την οποία έλαβε την αριθμ. πρωτ. ΔΚΠ/Σ3/4683/10.4.1980 απάντηση της ίδιας υπηρεσίας και υπέβαλε την από 22.3.1993 αίτηση στην ως άνω υπηρεσία για την έκδοση του οριστικού παραχωρητηρίου, επιτυγχάνοντας, έτσι, την έκδοση του αριθμ. 12386/21.1.1994 παραχωρητηρίου προς τον αρχικό παραχωρησιούχο, που μετέγραψε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Καλαμαριάς.
Συνεπώς, εφόσον δεν έλαβε χώρα η ως άνω γνωστοποίηση, δεν άρχισε η συγκληρονόμος και μητέρα των (ήδη αναιρειόντων) εναγόντων της με αριθμό καταθέσεως 27282/1996 αγωγής, Π., να χρησιδεσπόζει το ιδανικό μερίδιο των λοιπών συγκληρονόμων του πατέρα τους, Ε. Β., και να τρέχει ο χρόνος παραγραφής της αξιώσεως τόσο των τελευταίων, όσο και της ίδιας αυτής αξιώσεως των (ήδη αναιρεσιβλήτων) εναγόντων της με αριθμό καταθέσεως 35275/1997 αγωγής - κληρονόμων του συγκληρονόμου, Ι. Β. (ΟλΑΠ 482/1982, ΑΠ 398/2009, ΑΠ 1597/2007, ΑΠ 1039/2004, ΑΠ 1410/2003, ΑΠ 795/2001), ούτε οι ίδιοι οι ενάγοντες απέκτησαν ποτέ την κυριότητα του ακινήτου τούτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού από το χρόνο θανάτου των γονέων τους ( η μητέρα τους το 1978 και ο πατέρας τους το 1986) μέχρι το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (1997) δεν παρήλθε εικοσαετία, πέραν του ότι έπρεπε και αυτοί να γνωστοποιήσουν στους λοιπούς συγκληρονόμους ότι νέμονται αποκλειστικά για λογαριασμό τους ολόκληρο το ακίνητο. Οι ενάγοντες και νυν εφεσίβλητοι μέχρι το χρόνο ασκήσεως της αγωγής τους (1997), ενδιαφέρονταν, όπως αναφέρεται παραπάνω, για το επίδικο οικόπεδο, το οποίο ανήκε και σ' αυτούς, λόγω κληρονομικής διαδοχής, μάλιστα δε το έτος 1996 διαμαρτυρήθηκαν προς τους αντιδίκους τους και τον εργολάβο Δ. Χ. που ανέλαβε την ανέγερση στο επίδικο πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, χωρίς τη συμμετοχή αυτών (εναγόντων). Η διαμαρτυρία των εναγόντων έλαβε χώρα αμέσως πριν από την έναρξη των εργασιών του εργολάβου στο επίδικο, οι δε εναγόμενοι αδιαφόρησαν για τη διαμαρτυρία αυτή των εναγόντων και έδωσαν εντολή στον εργολάβο να συνεχίσει τις εργασίες του, όπως και έπραξε. Επομένως, η με αριθμό καταθέσεως 35275/1997 αγωγή των εναγόντων, Ε. Β. και Σ. Β., δεν ασκείται καταχρηστικά και δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Περαιτέρω, την 6-7-1978, απεβίωσε η Π., σύζυγος Γ. Κ., η οποία άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τον ως άνω σύζυγό της με τον οποίο παντρεύτηκε, το έτος 1956, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και τα παιδιά της, Ν., Χ., Α., Μ. και Ν. (εναγομένους της με αριθμό καταθέσεως 35275/199, αγωγής), κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου. Την 5-7-1986 απεβίωσε ο Γ. Κ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα πέντε ως άνω τέκνα του κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου από το καθένα. Στη συνέχεια την 21-4-1985 απεβίωσε ο Κ. Β. του Ε., άτεκνος και αδιάθετος και άφησε μοναδικούς κληρονόμους του στο ιδανικό του μερίδιο επί του επίδικου ακινήτου τα τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του, Ι. (ενάγοντες), κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου τα τέκνα της προαποβιωσάσης αδελφής του Π. (εναγομένους και νυν εκκαλούντες), κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου και τα τέκνα της προαποβιώσης, το έτος 1976 αδελφής του Π., Ε. Β., Ε. Β., Α. Β., Α. Β. και Ε. Β., κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου. Τέλος την 27-7-1992 απεβίωσε η Ε. χήρα Ι. Β. και κληρονομήθηκε κατά το ιδανικό της μερίδιο επί της περιουσίας του συζύγου της, από τα τέκνα της, Ε. Β. ή Β. και Σ., συζ. Ε. Κ. (ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από το καθένα.
Συνεπώς, μετά τις προαναφερθείσες διαδοχές, τα ποσοστά κατά τα οποία κλήθηκαν ως συγκληρονόμοι επί του επιδίκου οι κατωτέρω αναφερόμενοι, διαμορφώθηκαν ως εξής: οι ενάγοντες και εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) Ε. Β. και Σ., συζ. Ε. Κ. (κληρονόμοι του Ι. Β.) κατά ποσοστό 4/32 εξ αδιαιρέτου έκαστος από το μερίδιο του πατέρα τους (1/4 εξ αδιαιρέτου) και 1/24 εξ αδιαιρέτου έκαστος από το μερίδιο του θείου τους Κ., οι εναγόμενοι και εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες) Ν. Β., Χ. Β., Α. συζ. Γ. Λ., Μ. συζ. Ν. Σ. και Ν. Β. (κληρονόμοι της Π. συζ. Γ. Κ.), κατά ποσοστό 4/60 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ήτοι 1/20 από το μερίδιο της μητέρας τους και 1/60 από το μερίδιο του θείου τους, Κ. και οι Ε. Β., Ε. Β., Α. Β., Α. Β. και Ε. Β. (κληρονόμοι της Π., το γένος Ε. Β.), κατά ποσοστό 4/60 εξ αδιαιρέτου έκαστος. Οι ενάγοντες και εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσίβλητοι - κληρονόμοι του Ι. Β.) με την αριθμ. .../13-3-1997 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Βασιλικής Φισεκίδου - Προβατίδου που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... και αριθμό 134 του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς, αποδέχθηκαν νόμιμα τις ως άνω κληρονομίες και έτσι κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 11/192 εξ αδιαιρέτου έκαστος, όπως παραδεκτά αυτοί διόρθωσαν την αγωγή τους με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως προς το ποσοστό συγκυριότητάς τους από 29/192 εξ αδιαιρέτου έκαστος σε 11/192 εξ αδιαιρέτου έκαστος (βλ. υπ' αριθμ. .../97 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βασιλικής Φισεκίδου καθώς και τις σχετικές έγγραφες προτάσεις του ενάγοντος).
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι είναι κατ' ουσίαν αβάσιμες η με αριθμό κατάθεσης 27282/1996 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και οι ενστάσεις τους επί της αντίθετης - με αριθμό 35275/1997 - επίσης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής των αντιδίκων τους ήδη αναιρεσιβλήτων, περί ιδίας κυριότητας (ΑΚ 1045), παραγραφής (ΑΚ 247 και 249) και καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (ΑΚ 281), και ότι είναι κατ' ουσίαν βάσιμη η πιο πάνω - με αριθμό 35275/1997 - αντίθετη αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, ακολούθως δε απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, περιέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τόσο ως προς την απόρριψη της αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων και των πιο πάνω ενστάσεων αυτών, όσο και ως προς την παραδοχή της αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων και συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια των άρθρων 559 παρ. 1 εδαφ. β' και 560 παρ.1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΟλΑΠ 2/2008, 8, 10, 11/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδάφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι "η συγκατοίκηση συνεχίστηκε μέχρι το έτος 1951, όταν η Π. (δικαιοπάροχος των ήδη αναιρεσειόντων) με το σύντροφό της εκδίωξαν από το επίδικο την οικογένεια της Ε. χήρας Ι. Β. (μητέρα των ήδη αναιρεσιβλήτων)... (αλλά, ότι) η απομάκρυνση αυτή έγινε προκειμένου να εξασφαλίσουν περισσότερο χώρο και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης ... και όχι διότι η βούληση της Π. ήταν να νέμεται ως αποκλειστική κυρία το επίδικο κληρονομιαίο ακίνητο. Άλλωστε κάτι τέτοιο δεν προέκυψε ότι δηλώθηκε ποτέ τόσο στους κληρονόμους του Ι., ήτοι τη σύζυγό του Ε. και τα ανήλικα τότε τέκνα τους (ήδη αναιρεσιβλήτους), όσο και στους λοιπούς συγκληρονόμους ....", παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ότι η από κοινωνό "εκδίωξη" άλλων κοινωνών από το κοινό ακίνητο, αποτελεί πράξη που εμπεριέχει και γνωστοποίηση - η οποία κατά τα άνω απαιτείται - περί αντιποίησης της νομής του. Ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού τα αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης.
IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Όμως, ο λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΟλΑΠ 12/1991).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του "δεν έλαβε υπόψη και απέρριψε σιωπηρά και αναιτιολόγητα τη νομίμως προβληθείσα (από τους ήδη αναιρεσείοντες) ένσταση περί παραγραφής της ένδικης αγωγής των αντιδίκων". Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, κατά τα παρατιθέμενα στη με τα στοιχεία ΙΙ προεκτεθείσα σκέψη, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη τον προεκτιθέμενο αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ήτοι την ένστασή τους περί παραγραφής από τα άρθρα 247 και 249 ΑΚ και - όπως κατά τα άνω και οι αναιρεσείοντες αποδέχονται - τον απέρριψε κατ' ουσίαν.
V. Από τα άρθρα 339 και 352 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι δικαστική ομολογία είναι εκείνη που γίνεται από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος προς το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση με σκοπό αποδοχής του και είναι σαφής και ορισμένη, αποτελεί δε πλήρη απόδειξη εναντίον του διαδίκου που ομολόγησε. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη, που καθορίζει ο νόμος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του εν λόγω ισχυρισμού στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνεται μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης.
Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνους των αριθμών 1 και 19, αντίστοιχα, του εν λόγω άρθρου.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, παρά το ότι οι αναιρεσίβλητοι "ήδη διά των πρωτόδικων προτάσεών τους" ομολόγησαν τα θεμελιωτικά της προεκτεθείσας ένστασής τους περί παραγραφής περιστατικά, ήτοι "ότι απώλεσαν τη νομή του επιδίκου ήδη από το έτος 1951 διά της βιαίας εκδιώξεώς των" - ομολογία τους η οποία ως δικαστική αποτελούσε πλήρη απόδειξη εναντίον αυτών - απέρριψε την ένστασή τους αυτή και δέχτηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, παρά το ότι - όπως εκθέτουν - "τον παραπάνω λόγο (που έπρεπε να γίνει δεκτή η ένστασή τους) προέβαλαν ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας και έπρεπε να γίνει δεκτός". Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, πέραν της αοριστίας του, εφόσον οι ηττηθέντες (και) στον πρώτο βαθμό αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο συγκεκριμένα, εάν τον προεκτεθέντα ισχυρισμό, στον οποίο στηρίζουν το λόγο αναίρεσης -και δεν εμπίπτει σε καμία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ- είχαν επαναφέρει νόμιμα στο Εφετείο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο της, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) του - από 16.5.2005 - δικογράφου της έφεσης προκύπτει, ότι λόγος έφεσης, που να περιέχει το προεκτεθέν παράπονό τους κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης, δεν υπάρχει, ούτε, πάντως, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των πρωτόδικων προτάσεων των αναιρεσιβλήτων, με τις οποίες επί του προκειμένου αναφέρουν, ότι "εκδιώχθηκα(ν) διά της βίας ... από την Π., αλλά ουδέ προς στιγμήν άφησ(αν) να εννοήσει ότι παραιτ(ήθηκαν) των δικαιωμάτων τους ... Μάλιστα, (ότι) ο πρώτος (από αυτούς - αναιρεσιβλήτους) επανήλθε σε ένα - δύο χρόνια ... επισημαίνοντας ότι ... δεν παραιτείται από τίποτα. Η μητέρα τους τότε προσπάθησε ... να εξαγοράσει ... το μερίδιό τους, αλλά αυτός αρνήθηκε", προκύπτει ομολογία τους με το προεκτεθέν περιεχόμενο και μάλιστα σαφής και ορισμένη. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι ηττώνται στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.6.2012 αίτηση των 1) Β. Ν. Π. ή Κ. Ν. του Γ. και Π. κ.α. για αναίρεση των αποφάσεων 237/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης και 5198/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Απριλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόκτηση κυριότητας μετά παρέλευση έτους από την πληρωμή ολόκληρου του τιμήματος ακινήτου που διατέθηκε προς αστική αποκατάστασή του. Ο συγκοινωνός κατά το προϊσχύσαν βρδ και τον ισχύοντα ΑΚ λογίζεται πως νέμεται το κοινό πράγμα στο όχημα και των λοιπών.
|
Κυριότητα
|
Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο, Κυριότητα.
| 0
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.