id stringlengths 8 8 | category stringclasses 6
values | question stringlengths 86 139 | A stringlengths 4 139 | B stringlengths 4 139 | C stringlengths 4 138 | D stringlengths 4 139 | answer stringclasses 4
values | accepted_answers stringlengths 8 275 | lemma stringlengths 3 16 |
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
gr-00101 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «θερίζω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο; | θέρισε | θέρισαν | θερίζουν | θερίστηκαν | B | ["θέρισαν", "θερίσανε"] | θερίζω |
gr-00102 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «κουτσομπολεύω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, αόριστο, στο α΄ πληθυντικό πρόσωπο; | να κουτσομπολέψουν | να κουτσομπολέψουμε | να κουτσομπολεύουμε | να κουτσομπολέψετε | B | ["να κουτσομπολέψουμε"] | κουτσομπολεύω |
gr-00103 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «σκουπίζω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, ενεστώτα, στο β΄ ενικό πρόσωπο; | σκουπίζει | σκουπίζετε | σκουπίζεις | σκούπισες | C | ["σκουπίζεις"] | σκουπίζω |
gr-00104 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «χτενίζομαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, ενεστώτα, στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο; | χτενίζονται | χτενίστηκαν | χτενίζεται | χτενιζόμαστε | A | ["χτενίζονται"] | χτενίζομαι |
gr-00105 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «λύνομαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, παρατατικό, στο α΄ ενικό πρόσωπο; | λυνόσουν | λυνόταν | λυνόμουν | λύθηκα | C | ["λυνόμουν", "λυνόμουνα"] | λύνομαι |
gr-00106 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «σκεπάζομαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, συνοπτικό μέλλοντα, στο γ΄ ενικό πρόσωπο; | θα σκεπάστηκε | θα σκεπαστεί | θα σκεπάζεται | θα σκεπαστούν | B | ["θα σκεπαστεί"] | σκεπάζομαι |
gr-00107 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «τυλίγομαι» στην παθητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, αόριστο, στο β΄ πληθυντικό πρόσωπο; | να τυλιχτείς | να τυλίγεστε | να τυλιχτούν | να τυλιχτείτε | D | ["να τυλιχτείτε"] | τυλίγομαι |
gr-00108 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «στολίζομαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, παρακείμενο, στο α΄ πληθυντικό πρόσωπο; | έχουν στολιστεί | έχει στολιστεί | έχουμε στολιστεί | είχαμε στολιστεί | C | ["έχουμε στολιστεί"] | στολίζομαι |
gr-00109 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «κουρεύω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, παρακείμενο, στο γ΄ ενικό πρόσωπο; | έχεις κουρέψει | έχουν κουρέψει | είχε κουρέψει | έχει κουρέψει | D | ["έχει κουρέψει"] | κουρεύω |
gr-00110 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «ραντίζω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, ενεστώτα, στο γ΄ ενικό πρόσωπο; | ραντίζει | ραντίζουμε | ραντίζεις | ραντίζουν | A | ["ραντίζει"] | ραντίζω |
gr-00111 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «ζυμώνω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, παρατατικό, στο α΄ ενικό πρόσωπο; | ζύμωνες | ζύμωνε | ζύμωνα | ζυμώναμε | C | ["ζύμωνα"] | ζυμώνω |
gr-00112 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «κλαδεύω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, συνοπτικό μέλλοντα, στο β΄ πληθυντικό πρόσωπο; | θα κλαδεύετε | θα κλαδέψετε | θα κλαδέψεις | θα κλαδέψουν | B | ["θα κλαδέψετε"] | κλαδεύω |
gr-00113 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «στοιβάζω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο; | στοίβαξες | στοίβαξα | στοίβαξαν | στοιβάξαμε | C | ["στοίβαξαν", "στοιβάξανε"] | στοιβάζω |
gr-00114 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «τσαλακώνω» στην ενεργητική φωνή, προστακτική έγκλιση, αόριστο, στο β΄ πληθυντικό πρόσωπο; | τσαλακώσετε | τσαλάκωσε | τσαλακώνετε | τσαλακώστε | D | ["τσαλακώστε"] | τσαλακώνω |
gr-00115 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του αποθετικού ρήματος «τσιμπιέμαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, ενεστώτα, στο β΄ ενικό πρόσωπο; | τσιμπιέσαι | τσιμπιέστε | τσιμπιέται | τσιμπιούνται | A | ["τσιμπιέσαι"] | τσιμπιέμαι |
gr-00116 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «ποτίζομαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, ενεστώτα, στο γ΄ ενικό πρόσωπο; | ποτίζεται | ποτίστηκε | ποτίζονται | ποτίζεσαι | A | ["ποτίζεται"] | ποτίζομαι |
gr-00117 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «ροκανίζω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο α΄ πληθυντικό πρόσωπο; | ροκάνισαν | ροκανίσαμε | ροκάνισες | ροκάνισα | B | ["ροκανίσαμε"] | ροκανίζω |
gr-00118 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «σφραγίζομαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο γ΄ ενικό πρόσωπο; | σφραγίστηκαν | σφραγιζόταν | σφραγίζεται | σφραγίστηκε | D | ["σφραγίστηκε"] | σφραγίζομαι |
gr-00119 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «μουρμουρίζω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, εξακολουθητικό μέλλοντα, στο α΄ ενικό πρόσωπο; | θα μουρμουρίσω | θα μουρμουρίζεις | θα μουρμουρίζει | θα μουρμουρίζω | D | ["θα μουρμουρίζω"] | μουρμουρίζω |
gr-00120 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «ζωγραφίζομαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, παρακείμενο, στο γ΄ ενικό πρόσωπο; | έχει ζωγραφιστεί | είχε ζωγραφιστεί | έχουν ζωγραφιστεί | έχεις ζωγραφιστεί | A | ["έχει ζωγραφιστεί"] | ζωγραφίζομαι |
gr-00121 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «ευδοκιμώ» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, παρατατικό, στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο; | ευδοκιμούσαν | ευδοκιμούσε | ευδοκιμούσαμε | ευδοκιμούσα | A | ["ευδοκιμούσαν"] | ευδοκιμώ |
gr-00122 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «βαστώ» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, αόριστο, στο α΄ ενικό πρόσωπο; | να βαστάξουμε | να βαστάω | να βαστάξεις | να βαστάξω | D | ["να βαστάξω"] | βαστώ |
gr-00123 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «βουρτσίζω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, ενεστώτα, στο β΄ πληθυντικό πρόσωπο; | βουρτσίζουν | βουρτσίζετε | βουρτσίζεις | βουρτσίζει | B | ["βουρτσίζετε"] | βουρτσίζω |
gr-00124 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «βογκώ» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο γ΄ ενικό πρόσωπο; | βόγκηξες | βόγκηξε | βόγκηξα | βόγκηξαν | B | ["βόγκηξε"] | βογκώ |
gr-00125 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «χαϊδεύομαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο α΄ ενικό πρόσωπο; | χαϊδευτήκαμε | χαϊδευόμουν | χαϊδεύτηκε | χαϊδεύτηκα | D | ["χαϊδεύτηκα"] | χαϊδεύομαι |
gr-00126 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «βράζω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, ενεστώτα, στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο; | βράζουν | βράζετε | βράζει | έβρασαν | A | ["βράζουν", "βράζουνε"] | βράζω |
gr-00127 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «τρίβω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, συνοπτικό μέλλοντα, στο β΄ ενικό πρόσωπο; | θα τρίβεις | θα τρίψει | θα τρίψετε | θα τρίψεις | D | ["θα τρίψεις"] | τρίβω |
gr-00128 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «ξυρίζομαι» στην παθητική φωνή, προστακτική έγκλιση, αόριστο, στο β΄ ενικό πρόσωπο; | ξυριστείτε | ξυρίστηκες | ξυρίζεσαι | ξυρίσου | D | ["ξυρίσου"] | ξυρίζομαι |
gr-00129 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «αλέθω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο; | άλεσαν | άλεσα | άλεσες | αλέσαμε | A | ["άλεσαν", "αλέσανε"] | αλέθω |
gr-00130 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «σπρώχνομαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, ενεστώτα, στο α΄ πληθυντικό πρόσωπο; | σπρωχνόμαστε | σπρώχνεστε | σπρωχτήκαμε | σπρώχνονται | A | ["σπρωχνόμαστε"] | σπρώχνομαι |
gr-00131 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «διπλώνω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, αόριστο, στο β΄ ενικό πρόσωπο; | να διπλώσει | να διπλώσεις | να διπλώνεις | να διπλώσετε | B | ["να διπλώσεις"] | διπλώνω |
gr-00132 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «πληγώνομαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, παρατατικό, στο α΄ ενικό πρόσωπο; | πληγωνόμουν | πληγώθηκα | πληγωνόταν | πληγωνόσουν | A | ["πληγωνόμουν", "πληγωνόμουνα"] | πληγώνομαι |
gr-00133 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «μοιράζω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, συνοπτικό μέλλοντα, στο α΄ πληθυντικό πρόσωπο; | θα μοιράζουμε | θα μοιράσει | θα μοιράσουμε | θα μοιράσετε | C | ["θα μοιράσουμε"] | μοιράζω |
gr-00134 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «σφηνώνω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, ενεστώτα, στο β΄ ενικό πρόσωπο; | σφηνώνει | σφηνώνουν | σφηνώνουμε | σφηνώνεις | D | ["σφηνώνεις"] | σφηνώνω |
gr-00135 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «αγκαλιάζομαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο γ΄ ενικό πρόσωπο; | αγκαλιάστηκε | αγκαλιάστηκαν | αγκαλιάζεται | αγκαλιαζόταν | A | ["αγκαλιάστηκε"] | αγκαλιάζομαι |
gr-00136 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «φυσώ» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, παρατατικό, στο γ΄ ενικό πρόσωπο; | φύσηξε | φυσάει | φυσούσα | φυσούσε | D | ["φυσούσε", "φύσαγε"] | φυσώ |
gr-00137 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «ζυμώνομαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, ενεστώτα, στο γ΄ ενικό πρόσωπο; | ζυμώνεται | ζυμώνετε | ζυμώνονται | ζυμωνόμαστε | A | ["ζυμώνεται"] | ζυμώνομαι |
gr-00138 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «σπέρνω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο α΄ ενικό πρόσωπο; | έσπερνα | έσπειρε | σπέρνω | έσπειρα | D | ["έσπειρα"] | σπέρνω |
gr-00139 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «φωτίζομαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, παρακείμενο, στο α΄ πληθυντικό πρόσωπο; | έχουν φωτιστεί | έχει φωτιστεί | έχουμε φωτιστεί | είχαμε φωτιστεί | C | ["έχουμε φωτιστεί"] | φωτίζομαι |
gr-00140 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «χαϊδεύω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο β΄ ενικό πρόσωπο; | χαϊδεύες | χαϊδεύεις | χάιδεψε | χάιδεψες | D | ["χάιδεψες"] | χαϊδεύω |
gr-00141 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «ψιθυρίζω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, παρατατικό, στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο; | ψιθύριζαν | ψιθυρίζουν | ψιθύρισαν | ψιθύριζε | A | ["ψιθύριζαν", "ψιθυρίζανε"] | ψιθυρίζω |
gr-00142 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «τιμωρούμαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, συνοπτικό μέλλοντα, στο γ΄ ενικό πρόσωπο; | θα τιμωρηθούν | θα τιμωρήθηκε | θα τιμωρηθεί | θα τιμωρείται | C | ["θα τιμωρηθεί"] | τιμωρούμαι |
gr-00143 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «αρμέγω» στην ενεργητική φωνή, υποτακτική έγκλιση, αόριστο, στο α΄ πληθυντικό πρόσωπο; | να αρμέξουμε | να αρμέξουν | να αρμέξεις | να αρμέγουμε | A | ["να αρμέξουμε"] | αρμέγω |
gr-00144 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «ενοχλούμαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, παρακείμενο, στο γ΄ πληθυντικό πρόσωπο; | έχεις ενοχληθεί | έχει ενοχληθεί | είχαν ενοχληθεί | έχουν ενοχληθεί | D | ["έχουν ενοχληθεί", "έχουνε ενοχληθεί"] | ενοχλούμαι |
gr-00145 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «εξερευνώ» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, παρατατικό, στο α΄ πληθυντικό πρόσωπο; | εξερευνούσα | εξερευνούσαμε | εξερευνούσαν | εξερευνούσες | B | ["εξερευνούσαμε"] | εξερευνώ |
gr-00146 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «εκφράζω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, ενεστώτα, στο γ΄ ενικό πρόσωπο; | εκφράζεις | εκφράζει | εκφράζουν | εξέφρασε | B | ["εκφράζει"] | εκφράζω |
gr-00147 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του αποθετικού ρήματος «μπαλώνομαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, ενεστώτα, στο β΄ ενικό πρόσωπο; | μπαλώνεται | μπαλώνονται | μπαλώνεστε | μπαλώνεσαι | D | ["μπαλώνεσαι"] | μπαλώνομαι |
gr-00148 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του αποθετικού ρήματος «σκαλίζομαι» στην παθητική φωνή, οριστική έγκλιση, παρατατικό, στο γ΄ ενικό πρόσωπο; | σκαλιζόσουν | σκαλιζόμουν | σκαλίζονταν | σκαλιζόταν | D | ["σκαλιζόταν", "σκαλιζότανε"] | σκαλίζομαι |
gr-00149 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «στραγγίζω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, ενεστώτα, στο β΄ πληθυντικό πρόσωπο; | στραγγίζεις | στραγγίζουν | στραγγίζετε | στραγγίζει | C | ["στραγγίζετε"] | στραγγίζω |
gr-00150 | Verb conjugation: single form | Ποιος είναι ο σωστός τύπος του ρήματος «κουμπώνω» στην ενεργητική φωνή, οριστική έγκλιση, αόριστο, στο γ΄ ενικό πρόσωπο; | κουμπώσαμε | κούμπωσε | κούμπωσα | κούμπωσες | B | ["κούμπωσε"] | κουμπώνω |
gr-00151 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «πυκνός» στο αρσενικό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | ο πυκνός, του πυκνού, τον πυκνό, πυκνέ, οι πυκνοί, των πυκνών, τους πυκνών, πυκνοί | ο πυκνός, του πυκνός, τον πυκνό, πυκνέ, οι πυκνοί, των πυκνών, τους πυκνούς, πυκνοί | ο πυκνός, του πυκνού, τον πυκνό, πυκνέ, οι πυκνοί, των πυκνοί, τους πυκνούς, πυκνοί | ο πυκνός, του πυκνού, τον πυκνό, πυκνέ, οι πυκνοί, των πυκνών, τους πυκνούς, πυκνοί | D | [["πυκνός", "ο πυκνός"], ["πυκνού", "του πυκνού"], ["πυκνό", "τον πυκνό"], ["πυκνέ"], ["πυκνοί", "οι πυκνοί"], ["πυκνών", "των πυκνών"], ["πυκνούς", "τους πυκνούς"], ["πυκνοί"]] | πυκνός |
gr-00152 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «ψυχρός» στο θηλυκό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | η ψυχρή, της ψυχρής, την ψυχρή, ψυχρή, οι ψυχρές, των ψυχρών, τις ψυχρές, ψυχρές | η ψυχρή, της ψυχρής, την ψυχρή, ψυχρή, οι ψυχρές, των ψυχρών, τις ψυχρών, ψυχρές | η ψυχρή, της ψυχρής, την ψυχρή, ψυχρή, οι ψυχρές, των ψυχρές, τις ψυχρές, ψυχρές | η ψυχρή, της ψυχρή, την ψυχρή, ψυχρή, οι ψυχρές, των ψυχρών, τις ψυχρές, ψυχρές | A | [["ψυχρή", "η ψυχρή"], ["ψυχρής", "της ψυχρής"], ["ψυχρή", "την ψυχρή"], ["ψυχρή"], ["ψυχρές", "οι ψυχρές"], ["ψυχρών", "των ψυχρών"], ["ψυχρές", "τις ψυχρές"], ["ψυχρές"]] | ψυχρός |
gr-00153 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «μυωπικός» στο ουδέτερο γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | το μυωπικό, του μυωπικού, το μυωπικό, μυωπικό, τα μυωπικά, των μυωπικά, τα μυωπικά, μυωπικά | το μυωπικό, του μυωπικό, το μυωπικό, μυωπικό, τα μυωπικά, των μυωπικών, τα μυωπικά, μυωπικά | το μυωπικό, του μυωπικού, το μυωπικό, μυωπικό, τα μυωπικά, των μυωπικών, τα μυωπικά, μυωπικά | το μυωπικό, του μυωπικού, το μυωπικό, μυωπικό, τα μυωπικά, των μυωπικών, τα μυωπικών, μυωπικά | C | [["μυωπικό", "το μυωπικό"], ["μυωπικού", "του μυωπικού"], ["μυωπικό", "το μυωπικό"], ["μυωπικό"], ["μυωπικά", "τα μυωπικά"], ["μυωπικών", "των μυωπικών"], ["μυωπικά", "τα μυωπικά"], ["μυωπικά"]] | μυωπικός |
gr-00154 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «αραιός» στο αρσενικό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | ο αραιός, του αραιού, τον αραιό, αραιέ, οι αραιοί, των αραιών, τους αραιών, αραιοί | ο αραιός, του αραιός, τον αραιό, αραιέ, οι αραιοί, των αραιών, τους αραιούς, αραιοί | ο αραιός, του αραιού, τον αραιό, αραιέ, οι αραιοί, των αραιοί, τους αραιούς, αραιοί | ο αραιός, του αραιού, τον αραιό, αραιέ, οι αραιοί, των αραιών, τους αραιούς, αραιοί | D | [["αραιός", "ο αραιός"], ["αραιού", "του αραιού"], ["αραιό", "τον αραιό"], ["αραιέ"], ["αραιοί", "οι αραιοί"], ["αραιών", "των αραιών"], ["αραιούς", "τους αραιούς"], ["αραιοί"]] | αραιός |
gr-00155 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «σεμνός» στο θηλυκό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | η σεμνή, της σεμνής, τη σεμνή, σεμνή, οι σεμνές, των σεμνές, τις σεμνές, σεμνές | η σεμνή, της σεμνής, τη σεμνή, σεμνή, οι σεμνές, των σεμνών, τις σεμνών, σεμνές | η σεμνή, της σεμνής, τη σεμνή, σεμνή, οι σεμνές, των σεμνών, τις σεμνές, σεμνές | η σεμνή, της σεμνή, τη σεμνή, σεμνή, οι σεμνές, των σεμνών, τις σεμνές, σεμνές | C | [["σεμνή", "η σεμνή"], ["σεμνής", "της σεμνής"], ["σεμνή", "τη σεμνή"], ["σεμνή"], ["σεμνές", "οι σεμνές"], ["σεμνών", "των σεμνών"], ["σεμνές", "τις σεμνές"], ["σεμνές"]] | σεμνός |
gr-00156 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «θαμπός» στο αρσενικό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | ο θαμπός, του θαμπού, τον θαμπό, θαμπέ, οι θαμποί, των θαμπών, τους θαμπών, θαμποί | ο θαμπός, του θαμπού, τον θαμπό, θαμπέ, οι θαμποί, των θαμποί, τους θαμπούς, θαμποί | ο θαμπός, του θαμπού, τον θαμπό, θαμπέ, οι θαμποί, των θαμπών, τους θαμπούς, θαμποί | ο θαμπός, του θαμπός, τον θαμπό, θαμπέ, οι θαμποί, των θαμπών, τους θαμπούς, θαμποί | C | [["θαμπός", "ο θαμπός"], ["θαμπού", "του θαμπού"], ["θαμπό", "τον θαμπό"], ["θαμπέ"], ["θαμποί", "οι θαμποί"], ["θαμπών", "των θαμπών"], ["θαμπούς", "τους θαμπούς"], ["θαμποί"]] | θαμπός |
gr-00157 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «φαιδρός» στο ουδέτερο γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | το φαιδρό, του φαιδρού, το φαιδρό, φαιδρό, τα φαιδρά, των φαιδρών, τα φαιδρών, φαιδρά | το φαιδρό, του φαιδρού, το φαιδρό, φαιδρό, τα φαιδρά, των φαιδρά, τα φαιδρά, φαιδρά | το φαιδρό, του φαιδρού, το φαιδρό, φαιδρό, τα φαιδρά, των φαιδρών, τα φαιδρά, φαιδρά | το φαιδρό, του φαιδρό, το φαιδρό, φαιδρό, τα φαιδρά, των φαιδρών, τα φαιδρά, φαιδρά | C | [["φαιδρό", "το φαιδρό"], ["φαιδρού", "του φαιδρού"], ["φαιδρό", "το φαιδρό"], ["φαιδρό"], ["φαιδρά", "τα φαιδρά"], ["φαιδρών", "των φαιδρών"], ["φαιδρά", "τα φαιδρά"], ["φαιδρά"]] | φαιδρός |
gr-00158 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «στρυφνός» στο θηλυκό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | η στρυφνή, της στρυφνής, τη στρυφνή, στρυφνή, οι στρυφνές, των στρυφνών, τις στρυφνών, στρυφνές | η στρυφνή, της στρυφνής, τη στρυφνή, στρυφνή, οι στρυφνές, των στρυφνές, τις στρυφνές, στρυφνές | η στρυφνή, της στρυφνής, τη στρυφνή, στρυφνή, οι στρυφνές, των στρυφνών, τις στρυφνές, στρυφνές | η στρυφνή, της στρυφνή, τη στρυφνή, στρυφνή, οι στρυφνές, των στρυφνών, τις στρυφνές, στρυφνές | C | [["στρυφνή", "η στρυφνή"], ["στρυφνής", "της στρυφνής"], ["στρυφνή", "τη στρυφνή"], ["στρυφνή"], ["στρυφνές", "οι στρυφνές"], ["στρυφνών", "των στρυφνών"], ["στρυφνές", "τις στρυφνές"], ["στρυφνές"]] | στρυφνός |
gr-00159 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «γοργός» στο ουδέτερο γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | το γοργό, του γοργού, το γοργό, γοργό, τα γοργά, των γοργών, τα γοργά, γοργά | το γοργό, του γοργού, το γοργό, γοργό, τα γοργά, των γοργών, τα γοργών, γοργά | το γοργό, του γοργό, το γοργό, γοργό, τα γοργά, των γοργών, τα γοργά, γοργά | το γοργό, του γοργού, το γοργό, γοργό, τα γοργά, των γοργά, τα γοργά, γοργά | A | [["γοργό", "το γοργό"], ["γοργού", "του γοργού"], ["γοργό", "το γοργό"], ["γοργό"], ["γοργά", "τα γοργά"], ["γοργών", "των γοργών"], ["γοργά", "τα γοργά"], ["γοργά"]] | γοργός |
gr-00160 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «χλωμός» στο αρσενικό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | ο χλωμός, του χλωμού, τον χλωμό, χλωμέ, οι χλωμοί, των χλωμών, τους χλωμούς, χλωμοί | ο χλωμός, του χλωμού, τον χλωμό, χλωμέ, οι χλωμοί, των χλωμών, τους χλωμών, χλωμοί | ο χλωμός, του χλωμός, τον χλωμό, χλωμέ, οι χλωμοί, των χλωμών, τους χλωμούς, χλωμοί | ο χλωμός, του χλωμού, τον χλωμό, χλωμέ, οι χλωμοί, των χλωμοί, τους χλωμούς, χλωμοί | A | [["χλωμός", "ο χλωμός"], ["χλωμού", "του χλωμού"], ["χλωμό", "τον χλωμό"], ["χλωμέ"], ["χλωμοί", "οι χλωμοί"], ["χλωμών", "των χλωμών"], ["χλωμούς", "τους χλωμούς"], ["χλωμοί"]] | χλωμός |
gr-00161 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «ζαχαρένιος» στο ουδέτερο γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | το ζαχαρένιο, του ζαχαρένιου, το ζαχαρένιο, ζαχαρένιο, τα ζαχαρένια, των ζαχαρένιων, τα ζαχαρένια, ζαχαρένια | το ζαχαρένιο, του ζαχαρένιο, το ζαχαρένιο, ζαχαρένιο, τα ζαχαρένια, των ζαχαρένιων, τα ζαχαρένια, ζαχαρένια | το ζαχαρένιο, του ζαχαρένιου, το ζαχαρένιο, ζαχαρένιο, τα ζαχαρένια, των ζαχαρένια, τα ζαχαρένια, ζαχαρένια | το ζαχαρένιο, του ζαχαρένιου, το ζαχαρένιο, ζαχαρένιο, τα ζαχαρένια, των ζαχαρένιων, τα ζαχαρένιων, ζαχαρένια | A | [["ζαχαρένιο", "το ζαχαρένιο"], ["ζαχαρένιου", "του ζαχαρένιου"], ["ζαχαρένιο", "το ζαχαρένιο"], ["ζαχαρένιο"], ["ζαχαρένια", "τα ζαχαρένια"], ["ζαχαρένιων", "των ζαχαρένιων"], ["ζαχαρένια", "τα ζαχαρένια"], ["ζαχαρένια"]] | ζαχαρένιος |
gr-00162 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «σκαιός» στο ουδέτερο γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | το σκαιό, του σκαιό, το σκαιό, σκαιό, τα σκαιά, των σκαιών, τα σκαιά, σκαιά | το σκαιό, του σκαιού, το σκαιό, σκαιό, τα σκαιά, των σκαιών, τα σκαιά, σκαιά | το σκαιό, του σκαιού, το σκαιό, σκαιό, τα σκαιά, των σκαιών, τα σκαιών, σκαιά | το σκαιό, του σκαιού, το σκαιό, σκαιό, τα σκαιά, των σκαιά, τα σκαιά, σκαιά | B | [["σκαιό", "το σκαιό"], ["σκαιού", "του σκαιού"], ["σκαιό", "το σκαιό"], ["σκαιό"], ["σκαιά", "τα σκαιά"], ["σκαιών", "των σκαιών"], ["σκαιά", "τα σκαιά"], ["σκαιά"]] | σκαιός |
gr-00163 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «παχουλός» στο αρσενικό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | ο παχουλός, του παχουλού, τον παχουλό, παχουλέ, οι παχουλοί, των παχουλοί, τους παχουλούς, παχουλοί | ο παχουλός, του παχουλός, τον παχουλό, παχουλέ, οι παχουλοί, των παχουλών, τους παχουλούς, παχουλοί | ο παχουλός, του παχουλού, τον παχουλό, παχουλέ, οι παχουλοί, των παχουλών, τους παχουλών, παχουλοί | ο παχουλός, του παχουλού, τον παχουλό, παχουλέ, οι παχουλοί, των παχουλών, τους παχουλούς, παχουλοί | D | [["παχουλός", "ο παχουλός"], ["παχουλού", "του παχουλού"], ["παχουλό", "τον παχουλό"], ["παχουλέ"], ["παχουλοί", "οι παχουλοί"], ["παχουλών", "των παχουλών"], ["παχουλούς", "τους παχουλούς"], ["παχουλοί"]] | παχουλός |
gr-00164 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «φειδωλός» στο ουδέτερο γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | το φειδωλό, του φειδωλού, το φειδωλό, φειδωλό, τα φειδωλά, των φειδωλών, τα φειδωλά, φειδωλά | το φειδωλό, του φειδωλό, το φειδωλό, φειδωλό, τα φειδωλά, των φειδωλών, τα φειδωλά, φειδωλά | το φειδωλό, του φειδωλού, το φειδωλό, φειδωλό, τα φειδωλά, των φειδωλά, τα φειδωλά, φειδωλά | το φειδωλό, του φειδωλού, το φειδωλό, φειδωλό, τα φειδωλά, των φειδωλών, τα φειδωλών, φειδωλά | A | [["φειδωλό", "το φειδωλό"], ["φειδωλού", "του φειδωλού"], ["φειδωλό", "το φειδωλό"], ["φειδωλό"], ["φειδωλά", "τα φειδωλά"], ["φειδωλών", "των φειδωλών"], ["φειδωλά", "τα φειδωλά"], ["φειδωλά"]] | φειδωλός |
gr-00165 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «λεπτός» στο αρσενικό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | ο λεπτός, του λεπτού, τον λεπτό, λεπτέ, οι λεπτοί, των λεπτοί, τους λεπτούς, λεπτοί | ο λεπτός, του λεπτού, τον λεπτό, λεπτέ, οι λεπτοί, των λεπτών, τους λεπτούς, λεπτοί | ο λεπτός, του λεπτός, τον λεπτό, λεπτέ, οι λεπτοί, των λεπτών, τους λεπτούς, λεπτοί | ο λεπτός, του λεπτού, τον λεπτό, λεπτέ, οι λεπτοί, των λεπτών, τους λεπτών, λεπτοί | B | [["λεπτός", "ο λεπτός"], ["λεπτού", "του λεπτού"], ["λεπτό", "τον λεπτό"], ["λεπτέ"], ["λεπτοί", "οι λεπτοί"], ["λεπτών", "των λεπτών"], ["λεπτούς", "τους λεπτούς"], ["λεπτοί"]] | λεπτός |
gr-00166 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «στυγνός» στο θηλυκό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | η στυγνή, της στυγνή, τη στυγνή, στυγνή, οι στυγνές, των στυγνών, τις στυγνές, στυγνές | η στυγνή, της στυγνής, τη στυγνή, στυγνή, οι στυγνές, των στυγνών, τις στυγνές, στυγνές | η στυγνή, της στυγνής, τη στυγνή, στυγνή, οι στυγνές, των στυγνών, τις στυγνών, στυγνές | η στυγνή, της στυγνής, τη στυγνή, στυγνή, οι στυγνές, των στυγνές, τις στυγνές, στυγνές | B | [["στυγνή", "η στυγνή"], ["στυγνής", "της στυγνής"], ["στυγνή", "τη στυγνή"], ["στυγνή"], ["στυγνές", "οι στυγνές"], ["στυγνών", "των στυγνών"], ["στυγνές", "τις στυγνές"], ["στυγνές"]] | στυγνός |
gr-00167 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «αδρός» στο αρσενικό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | ο αδρός, του αδρού, τον αδρό, αδρέ, οι αδροί, των αδρών, τους αδρούς, αδροί | ο αδρός, του αδρού, τον αδρό, αδρέ, οι αδροί, των αδροί, τους αδρούς, αδροί | ο αδρός, του αδρός, τον αδρό, αδρέ, οι αδροί, των αδρών, τους αδρούς, αδροί | ο αδρός, του αδρού, τον αδρό, αδρέ, οι αδροί, των αδρών, τους αδρών, αδροί | A | [["αδρός", "ο αδρός"], ["αδρού", "του αδρού"], ["αδρό", "τον αδρό"], ["αδρέ"], ["αδροί", "οι αδροί"], ["αδρών", "των αδρών"], ["αδρούς", "τους αδρούς"], ["αδροί"]] | αδρός |
gr-00168 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «ζοφερός» στο ουδέτερο γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | το ζοφερό, του ζοφερού, το ζοφερό, ζοφερό, τα ζοφερά, των ζοφερά, τα ζοφερά, ζοφερά | το ζοφερό, του ζοφερού, το ζοφερό, ζοφερό, τα ζοφερά, των ζοφερών, τα ζοφερών, ζοφερά | το ζοφερό, του ζοφερό, το ζοφερό, ζοφερό, τα ζοφερά, των ζοφερών, τα ζοφερά, ζοφερά | το ζοφερό, του ζοφερού, το ζοφερό, ζοφερό, τα ζοφερά, των ζοφερών, τα ζοφερά, ζοφερά | D | [["ζοφερό", "το ζοφερό"], ["ζοφερού", "του ζοφερού"], ["ζοφερό", "το ζοφερό"], ["ζοφερό"], ["ζοφερά", "τα ζοφερά"], ["ζοφερών", "των ζοφερών"], ["ζοφερά", "τα ζοφερά"], ["ζοφερά"]] | ζοφερός |
gr-00169 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «κωφός» στο θηλυκό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | η κωφή, της κωφή, την κωφή, κωφή, οι κωφές, των κωφών, τις κωφές, κωφές | η κωφή, της κωφής, την κωφή, κωφή, οι κωφές, των κωφών, τις κωφών, κωφές | η κωφή, της κωφής, την κωφή, κωφή, οι κωφές, των κωφών, τις κωφές, κωφές | η κωφή, της κωφής, την κωφή, κωφή, οι κωφές, των κωφές, τις κωφές, κωφές | C | [["κωφή", "η κωφή"], ["κωφής", "της κωφής"], ["κωφή", "την κωφή"], ["κωφή"], ["κωφές", "οι κωφές"], ["κωφών", "των κωφών"], ["κωφές", "τις κωφές"], ["κωφές"]] | κωφός |
gr-00170 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «κρυφός» στο αρσενικό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | ο κρυφός, του κρυφός, τον κρυφό, κρυφέ, οι κρυφοί, των κρυφών, τους κρυφούς, κρυφοί | ο κρυφός, του κρυφού, τον κρυφό, κρυφέ, οι κρυφοί, των κρυφοί, τους κρυφούς, κρυφοί | ο κρυφός, του κρυφού, τον κρυφό, κρυφέ, οι κρυφοί, των κρυφών, τους κρυφούς, κρυφοί | ο κρυφός, του κρυφού, τον κρυφό, κρυφέ, οι κρυφοί, των κρυφών, τους κρυφών, κρυφοί | C | [["κρυφός", "ο κρυφός"], ["κρυφού", "του κρυφού"], ["κρυφό", "τον κρυφό"], ["κρυφέ"], ["κρυφοί", "οι κρυφοί"], ["κρυφών", "των κρυφών"], ["κρυφούς", "τους κρυφούς"], ["κρυφοί"]] | κρυφός |
gr-00171 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «έρημος» στο αρσενικό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | ο έρημος, του έρημου, τον έρημο, έρημε, οι έρημοι, των έρημων, τους έρημους, έρημοι | ο έρημος, του έρημος, τον έρημο, έρημε, οι έρημοι, των έρημων, τους έρημους, έρημοι | ο έρημος, του έρημου, τον έρημο, έρημε, οι έρημοι, των έρημοι, τους έρημους, έρημοι | ο έρημος, του έρημου, τον έρημο, έρημε, οι έρημοι, των έρημων, τους έρημων, έρημοι | A | [["έρημος", "ο έρημος"], ["έρημου", "του έρημου"], ["έρημο", "τον έρημο"], ["έρημε"], ["έρημοι", "οι έρημοι"], ["έρημων", "των έρημων"], ["έρημους", "τους έρημους"], ["έρημοι"]] | έρημος |
gr-00172 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «υπόλογος» στο θηλυκό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | η υπόλογη, της υπόλογης, την υπόλογη, υπόλογη, οι υπόλογες, των υπόλογων, τις υπόλογων, υπόλογες | η υπόλογη, της υπόλογης, την υπόλογη, υπόλογη, οι υπόλογες, των υπόλογων, τις υπόλογες, υπόλογες | η υπόλογη, της υπόλογη, την υπόλογη, υπόλογη, οι υπόλογες, των υπόλογων, τις υπόλογες, υπόλογες | η υπόλογη, της υπόλογης, την υπόλογη, υπόλογη, οι υπόλογες, των υπόλογες, τις υπόλογες, υπόλογες | B | [["υπόλογη", "η υπόλογη"], ["υπόλογης", "της υπόλογης"], ["υπόλογη", "την υπόλογη"], ["υπόλογη"], ["υπόλογες", "οι υπόλογες"], ["υπόλογων", "των υπόλογων"], ["υπόλογες", "τις υπόλογες"], ["υπόλογες"]] | υπόλογος |
gr-00173 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «δύσκολος» στο αρσενικό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | ο δύσκολος, του δύσκολου, τον δύσκολο, δύσκολε, οι δύσκολοι, των δύσκολοι, τους δύσκολους, δύσκολοι | ο δύσκολος, του δύσκολος, τον δύσκολο, δύσκολε, οι δύσκολοι, των δύσκολων, τους δύσκολους, δύσκολοι | ο δύσκολος, του δύσκολου, τον δύσκολο, δύσκολε, οι δύσκολοι, των δύσκολων, τους δύσκολων, δύσκολοι | ο δύσκολος, του δύσκολου, τον δύσκολο, δύσκολε, οι δύσκολοι, των δύσκολων, τους δύσκολους, δύσκολοι | D | [["δύσκολος", "ο δύσκολος"], ["δύσκολου", "του δύσκολου"], ["δύσκολο", "τον δύσκολο"], ["δύσκολε"], ["δύσκολοι", "οι δύσκολοι"], ["δύσκολων", "των δύσκολων"], ["δύσκολους", "τους δύσκολους"], ["δύσκολοι"]] | δύσκολος |
gr-00174 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «έμπειρος» στο ουδέτερο γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | το έμπειρο, του έμπειρου, το έμπειρο, έμπειρο, τα έμπειρα, των έμπειρων, τα έμπειρα, έμπειρα | το έμπειρο, του έμπειρο, το έμπειρο, έμπειρο, τα έμπειρα, των έμπειρων, τα έμπειρα, έμπειρα | το έμπειρο, του έμπειρου, το έμπειρο, έμπειρο, τα έμπειρα, των έμπειρα, τα έμπειρα, έμπειρα | το έμπειρο, του έμπειρου, το έμπειρο, έμπειρο, τα έμπειρα, των έμπειρων, τα έμπειρων, έμπειρα | A | [["έμπειρο", "το έμπειρο"], ["έμπειρου", "του έμπειρου"], ["έμπειρο", "το έμπειρο"], ["έμπειρο"], ["έμπειρα", "τα έμπειρα"], ["έμπειρων", "των έμπειρων"], ["έμπειρα", "τα έμπειρα"], ["έμπειρα"]] | έμπειρος |
gr-00175 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «εύκολος» στο θηλυκό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | η εύκολη, της εύκολης, την εύκολη, εύκολη, οι εύκολες, των εύκολες, τις εύκολες, εύκολες | η εύκολη, της εύκολης, την εύκολη, εύκολη, οι εύκολες, των εύκολων, τις εύκολων, εύκολες | η εύκολη, της εύκολης, την εύκολη, εύκολη, οι εύκολες, των εύκολων, τις εύκολες, εύκολες | η εύκολη, της εύκολη, την εύκολη, εύκολη, οι εύκολες, των εύκολων, τις εύκολες, εύκολες | C | [["εύκολη", "η εύκολη"], ["εύκολης", "της εύκολης"], ["εύκολη", "την εύκολη"], ["εύκολη"], ["εύκολες", "οι εύκολες"], ["εύκολων", "των εύκολων"], ["εύκολες", "τις εύκολες"], ["εύκολες"]] | εύκολος |
gr-00176 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «ετοιμοθάνατος» στο αρσενικό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | ο ετοιμοθάνατος, του ετοιμοθάνατος, τον ετοιμοθάνατο, ετοιμοθάνατε, οι ετοιμοθάνατοι, των ετοιμοθάνατων, τους ετοιμοθάνατους, ετοιμοθάνατοι | ο ετοιμοθάνατος, του ετοιμοθάνατου, τον ετοιμοθάνατο, ετοιμοθάνατε, οι ετοιμοθάνατοι, των ετοιμοθάνατοι, τους ετοιμοθάνατους, ετοιμοθάνατοι | ο ετοιμοθάνατος, του ετοιμοθάνατου, τον ετοιμοθάνατο, ετοιμοθάνατε, οι ετοιμοθάνατοι, των ετοιμοθάνατων, τους ετοιμοθάνατων, ετοιμοθάνατοι | ο ετοιμοθάνατος, του ετοιμοθάνατου, τον ετοιμοθάνατο, ετοιμοθάνατε, οι ετοιμοθάνατοι, των ετοιμοθάνατων, τους ετοιμοθάνατους, ετοιμοθάνατοι | D | [["ετοιμοθάνατος", "ο ετοιμοθάνατος"], ["ετοιμοθάνατου", "του ετοιμοθάνατου"], ["ετοιμοθάνατο", "τον ετοιμοθάνατο"], ["ετοιμοθάνατε"], ["ετοιμοθάνατοι", "οι ετοιμοθάνατοι"], ["ετοιμοθάνατων", "των ετοιμοθάνατων"], ["ετοιμοθάνατους", "τους ετοιμοθάνατους"], ["ετοιμοθάνατοι"]] | ετοιμοθάνατος |
gr-00177 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «άπειρος» στο ουδέτερο γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | το άπειρο, του άπειρου, το άπειρο, άπειρο, τα άπειρα, των άπειρων, τα άπειρα, άπειρα | το άπειρο, του άπειρου, το άπειρο, άπειρο, τα άπειρα, των άπειρων, τα άπειρων, άπειρα | το άπειρο, του άπειρο, το άπειρο, άπειρο, τα άπειρα, των άπειρων, τα άπειρα, άπειρα | το άπειρο, του άπειρου, το άπειρο, άπειρο, τα άπειρα, των άπειρα, τα άπειρα, άπειρα | A | [["άπειρο", "το άπειρο"], ["άπειρου", "του άπειρου"], ["άπειρο", "το άπειρο"], ["άπειρο"], ["άπειρα", "τα άπειρα"], ["άπειρων", "των άπειρων"], ["άπειρα", "τα άπειρα"], ["άπειρα"]] | άπειρος |
gr-00178 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «ατάραχος» στο θηλυκό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | η ατάραχη, της ατάραχης, την ατάραχη, ατάραχη, οι ατάραχες, των ατάραχων, τις ατάραχες, ατάραχες | η ατάραχη, της ατάραχης, την ατάραχη, ατάραχη, οι ατάραχες, των ατάραχων, τις ατάραχων, ατάραχες | η ατάραχη, της ατάραχη, την ατάραχη, ατάραχη, οι ατάραχες, των ατάραχων, τις ατάραχες, ατάραχες | η ατάραχη, της ατάραχης, την ατάραχη, ατάραχη, οι ατάραχες, των ατάραχες, τις ατάραχες, ατάραχες | A | [["ατάραχη", "η ατάραχη"], ["ατάραχης", "της ατάραχης"], ["ατάραχη", "την ατάραχη"], ["ατάραχη"], ["ατάραχες", "οι ατάραχες"], ["ατάραχων", "των ατάραχων"], ["ατάραχες", "τις ατάραχες"], ["ατάραχες"]] | ατάραχος |
gr-00179 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «ώριμος» στο ουδέτερο γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | το ώριμο, του ώριμου, το ώριμο, ώριμο, τα ώριμα, των ώριμων, τα ώριμων, ώριμα | το ώριμο, του ώριμο, το ώριμο, ώριμο, τα ώριμα, των ώριμων, τα ώριμα, ώριμα | το ώριμο, του ώριμου, το ώριμο, ώριμο, τα ώριμα, των ώριμα, τα ώριμα, ώριμα | το ώριμο, του ώριμου, το ώριμο, ώριμο, τα ώριμα, των ώριμων, τα ώριμα, ώριμα | D | [["ώριμο", "το ώριμο"], ["ώριμου", "του ώριμου"], ["ώριμο", "το ώριμο"], ["ώριμο"], ["ώριμα", "τα ώριμα"], ["ώριμων", "των ώριμων"], ["ώριμα", "τα ώριμα"], ["ώριμα"]] | ώριμος |
gr-00180 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «άχαρος» στο αρσενικό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | ο άχαρος, του άχαρου, τον άχαρο, άχαρε, οι άχαροι, των άχαροι, τους άχαρους, άχαροι | ο άχαρος, του άχαρου, τον άχαρο, άχαρε, οι άχαροι, των άχαρων, τους άχαρων, άχαροι | ο άχαρος, του άχαρος, τον άχαρο, άχαρε, οι άχαροι, των άχαρων, τους άχαρους, άχαροι | ο άχαρος, του άχαρου, τον άχαρο, άχαρε, οι άχαροι, των άχαρων, τους άχαρους, άχαροι | D | [["άχαρος", "ο άχαρος"], ["άχαρου", "του άχαρου"], ["άχαρο", "τον άχαρο"], ["άχαρε"], ["άχαροι", "οι άχαροι"], ["άχαρων", "των άχαρων"], ["άχαρους", "τους άχαρους"], ["άχαροι"]] | άχαρος |
gr-00181 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «δασύς» στο αρσενικό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | ο δασύς, του δασέος, τον δασύ, δασύ, οι δασείς, των δασέων, τους δασείς, δασείς | ο δασύς, του δασέος, τον δασύ, δασύ, οι δασείς, των δασίων, τους δασείς, δασείς | ο δασύς, του δασύ, τον δασύ, δασύ, οι δασείς, των δασέων, τους δασείς, δασείς | ο δασύς, του δασέος, τον δασύ, δασύ, οι δασείς, των δασέων, τους δασείς, δασύς | A | [["δασύς", "ο δασύς"], ["δασέος", "του δασέος"], ["δασύ", "τον δασύ"], ["δασύ"], ["δασείς", "οι δασείς"], ["δασέων", "των δασέων"], ["δασείς", "τους δασείς"], ["δασείς"]] | δασύς |
gr-00182 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «ευρύς» στο θηλυκό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | η ευρεία, της ευρείας, την ευρεία, ευρεία, οι ευρείες, των ευρέων, τις ευρείες, ευρείες | η ευρεία, της ευρείας, την ευρεία, ευρεία, οι ευρείες, των ευρέων, τις ευρείες, ευρέων | η ευρία, της ευρείας, την ευρεία, ευρεία, οι ευρείες, των ευρέων, τις ευρείες, ευρείες | η ευρεία, της ευρείας, την ευρεία, ευρεία, οι ευρείς, των ευρέων, τις ευρείες, ευρείες | A | [["ευρεία", "η ευρεία"], ["ευρείας", "της ευρείας"], ["ευρεία", "την ευρεία"], ["ευρεία"], ["ευρείες", "οι ευρείες"], ["ευρέων", "των ευρέων"], ["ευρείες", "τις ευρείες"], ["ευρείες"]] | ευρύς |
gr-00183 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «μακρύς» στο ουδέτερο γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | το μακρύ, του μακριού, το μακρύ, μακρύ, τα μακριά, των μακριών, τα μακριών, μακριά | το μακρύ, του μακριού, το μακρύ, μακρύ, τα μακριά, των μακριά, τα μακριά, μακριά | το μακρύ, του μακριού, το μακρύ, μακρύ, τα μακριά, των μακριών, τα μακριά, μακριά | το μακρύ, του μακρίου, το μακρύ, μακρύ, τα μακριά, των μακριών, τα μακριά, μακριά | C | [["μακρύ", "το μακρύ"], ["μακριού", "του μακριού", "μακρύ", "του μακρύ"], ["μακρύ", "το μακρύ"], ["μακρύ"], ["μακριά", "τα μακριά"], ["μακριών", "των μακριών"], ["μακριά", "τα μακριά"], ["μακριά"]] | μακρύς |
gr-00184 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «πλατύς» στο αρσενικό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | ο πλατύς, του πλατιού, τον πλατύ, πλατύ, οι πλατιοί, των πλατιών, τους πλατιούς, πλατιοί | ο πλατύς, του πλατιού, τον πλατύ, πλατύ, οι πλατιοί, των πλατιών, τους πλατιών, πλατιοί | ο πλατύς, του πλατιού, τον πλατύ, πλατύ, οι πλατιοί, των πλατιοί, τους πλατιούς, πλατιοί | ο πλατύς, του πλατύς, τον πλατύ, πλατύ, οι πλατιοί, των πλατιών, τους πλατιούς, πλατιοί | A | [["πλατύς", "ο πλατύς"], ["πλατιού", "του πλατιού", "πλατύ", "του πλατύ"], ["πλατύ", "τον πλατύ"], ["πλατύ"], ["πλατιοί", "οι πλατιοί"], ["πλατιών", "των πλατιών"], ["πλατιούς", "τους πλατιούς"], ["πλατιοί"]] | πλατύς |
gr-00185 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «βαρύς» στο θηλυκό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | η βαριά, της βαριάς, τη βαριά, βαριά, οι βαριές, των βαριών, τις βαριών, βαριές | η βαριά, της βαριά, τη βαριά, βαριά, οι βαριές, των βαριών, τις βαριές, βαριές | η βαριά, της βαριάς, τη βαριά, βαριά, οι βαριές, των βαριές, τις βαριές, βαριές | η βαριά, της βαριάς, τη βαριά, βαριά, οι βαριές, των βαριών, τις βαριές, βαριές | D | [["βαριά", "η βαριά"], ["βαριάς", "της βαριάς"], ["βαριά", "τη βαριά"], ["βαριά"], ["βαριές", "οι βαριές"], ["βαριών", "των βαριών"], ["βαριές", "τις βαριές"], ["βαριές"]] | βαρύς |
gr-00186 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «βραχύς» στο ουδέτερο γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | το βραχύ, του βραχέος, το βραχύ, βραχύ, τα βραχέα, των βραχέων, τα βραχέα, βραχέα | το βραχύ, του βραχέος, το βραχύ, βραχύ, τα βραχιά, των βραχέων, τα βραχέα, βραχέα | το βραχύ, του βραχέος, το βραχύ, βραχύ, τα βραχέα, των βραχέων, τα βραχέα, βραχύ | το βραχύ, του βραχύ, το βραχύ, βραχύ, τα βραχέα, των βραχέων, τα βραχέα, βραχέα | A | [["βραχύ", "το βραχύ"], ["βραχέος", "του βραχέος"], ["βραχύ", "το βραχύ"], ["βραχύ"], ["βραχέα", "τα βραχέα"], ["βραχέων", "των βραχέων"], ["βραχέα", "τα βραχέα"], ["βραχέα"]] | βραχύς |
gr-00187 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «ευσεβής» στο αρσενικό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | ο ευσεβής, του ευσεβούς, τον ευσεβή, ευσεβή, οι ευσεβείς, των ευσεβών, τους ευσεβείς, ευσεβείς | ο ευσεβής, του ευσεβούς, τον ευσεβή, ευσεβή, οι ευσεβείς, των ευσεβών, τους ευσεβών, ευσεβείς | ο ευσεβής, του ευσεβής, τον ευσεβή, ευσεβή, οι ευσεβείς, των ευσεβών, τους ευσεβείς, ευσεβείς | ο ευσεβής, του ευσεβούς, τον ευσεβή, ευσεβή, οι ευσεβείς, των ευσεβείς, τους ευσεβείς, ευσεβείς | A | [["ευσεβής", "ο ευσεβής"], ["ευσεβούς", "του ευσεβούς"], ["ευσεβή", "τον ευσεβή"], ["ευσεβή"], ["ευσεβείς", "οι ευσεβείς"], ["ευσεβών", "των ευσεβών"], ["ευσεβείς", "τους ευσεβείς"], ["ευσεβείς"]] | ευσεβής |
gr-00188 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «προσφιλής» στο θηλυκό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | η προσφιλής, της προσφιλής, την προσφιλή, προσφιλή, οι προσφιλείς, των προσφιλών, τις προσφιλείς, προσφιλείς | η προσφιλής, της προσφιλούς, την προσφιλή, προσφιλή, οι προσφιλείς, των προσφιλών, τις προσφιλών, προσφιλείς | η προσφιλής, της προσφιλούς, την προσφιλή, προσφιλή, οι προσφιλείς, των προσφιλείς, τις προσφιλείς, προσφιλείς | η προσφιλής, της προσφιλούς, την προσφιλή, προσφιλή, οι προσφιλείς, των προσφιλών, τις προσφιλείς, προσφιλείς | D | [["προσφιλής", "η προσφιλής"], ["προσφιλούς", "της προσφιλούς"], ["προσφιλή", "την προσφιλή"], ["προσφιλή"], ["προσφιλείς", "οι προσφιλείς"], ["προσφιλών", "των προσφιλών"], ["προσφιλείς", "τις προσφιλείς"], ["προσφιλείς"]] | προσφιλής |
gr-00189 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «διαφανής» στο θηλυκό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | η διαφανής, της διαφανούς, τη διαφανή, διαφανή, οι διαφανείς, των διαφανείς, τις διαφανείς, διαφανείς | η διαφανής, της διαφανής, τη διαφανή, διαφανή, οι διαφανείς, των διαφανών, τις διαφανείς, διαφανείς | η διαφανής, της διαφανούς, τη διαφανή, διαφανή, οι διαφανείς, των διαφανών, τις διαφανείς, διαφανείς | η διαφανής, της διαφανούς, τη διαφανή, διαφανή, οι διαφανείς, των διαφανών, τις διαφανών, διαφανείς | C | [["διαφανής", "η διαφανής"], ["διαφανούς", "της διαφανούς"], ["διαφανή", "τη διαφανή"], ["διαφανή"], ["διαφανείς", "οι διαφανείς"], ["διαφανών", "των διαφανών"], ["διαφανείς", "τις διαφανείς"], ["διαφανείς"]] | διαφανής |
gr-00190 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «ευλαβής» στο ουδέτερο γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | το ευλαβές, του ευλαβούς, το ευλαβές, ευλαβές, τα ευλαβή, των ευλαβών, τα ευλαβή, ευλαβή | το ευλαβές, του ευλαβούς, το ευλαβές, ευλαβές, τα ευλαβή, των ευλαβή, τα ευλαβή, ευλαβή | το ευλαβές, του ευλαβούς, το ευλαβές, ευλαβές, τα ευλαβή, των ευλαβών, τα ευλαβών, ευλαβή | το ευλαβές, του ευλαβές, το ευλαβές, ευλαβές, τα ευλαβή, των ευλαβών, τα ευλαβή, ευλαβή | A | [["ευλαβές", "το ευλαβές"], ["ευλαβούς", "του ευλαβούς"], ["ευλαβές", "το ευλαβές"], ["ευλαβές"], ["ευλαβή", "τα ευλαβή"], ["ευλαβών", "των ευλαβών"], ["ευλαβή", "τα ευλαβή"], ["ευλαβή"]] | ευλαβής |
gr-00191 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «επιεικής» στο αρσενικό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | ο επιεικής, του επιεικής, τον επιεική, επιεική, οι επιεικείς, των επιεικών, τους επιεικείς, επιεικείς | ο επιεικής, του επιεικούς, τον επιεική, επιεική, οι επιεικείς, των επιεικών, τους επιεικείς, επιεικείς | ο επιεικής, του επιεικούς, τον επιεική, επιεική, οι επιεικείς, των επιεικείς, τους επιεικείς, επιεικείς | ο επιεικής, του επιεικούς, τον επιεική, επιεική, οι επιεικείς, των επιεικών, τους επιεικών, επιεικείς | B | [["επιεικής", "ο επιεικής"], ["επιεικούς", "του επιεικούς"], ["επιεική", "τον επιεική"], ["επιεική"], ["επιεικείς", "οι επιεικείς"], ["επιεικών", "των επιεικών"], ["επιεικείς", "τους επιεικείς"], ["επιεικείς"]] | επιεικής |
gr-00192 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «ευκρινής» στο ουδέτερο γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | το ευκρινές, του ευκρινές, το ευκρινές, ευκρινές, τα ευκρινή, των ευκρινών, τα ευκρινή, ευκρινή | το ευκρινές, του ευκρινούς, το ευκρινές, ευκρινές, τα ευκρινή, των ευκρινών, τα ευκρινή, ευκρινή | το ευκρινές, του ευκρινούς, το ευκρινές, ευκρινές, τα ευκρινή, των ευκρινή, τα ευκρινή, ευκρινή | το ευκρινές, του ευκρινούς, το ευκρινές, ευκρινές, τα ευκρινή, των ευκρινών, τα ευκρινών, ευκρινή | B | [["ευκρινές", "το ευκρινές"], ["ευκρινούς", "του ευκρινούς"], ["ευκρινές", "το ευκρινές"], ["ευκρινές"], ["ευκρινή", "τα ευκρινή"], ["ευκρινών", "των ευκρινών"], ["ευκρινή", "τα ευκρινή"], ["ευκρινή"]] | ευκρινής |
gr-00193 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «ευγενής» στο αρσενικό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | ο ευγενής, του ευγενούς, τον ευγενή, ευγενή, οι ευγενείς, των ευγενών, τους ευγενείς, ευγενείς | ο ευγενής, του ευγενής, τον ευγενή, ευγενή, οι ευγενείς, των ευγενών, τους ευγενείς, ευγενείς | ο ευγενής, του ευγενούς, τον ευγενή, ευγενή, οι ευγενείς, των ευγενών, τους ευγενών, ευγενείς | ο ευγενής, του ευγενούς, τον ευγενή, ευγενή, οι ευγενείς, των ευγενείς, τους ευγενείς, ευγενείς | A | [["ευγενής", "ο ευγενής"], ["ευγενούς", "του ευγενούς"], ["ευγενή", "τον ευγενή"], ["ευγενή"], ["ευγενείς", "οι ευγενείς"], ["ευγενών", "των ευγενών"], ["ευγενείς", "τους ευγενείς"], ["ευγενείς"]] | ευγενής |
gr-00194 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «αμελής» στο θηλυκό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | η αμελής, της αμελούς, την αμελή, αμελή, οι αμελείς, των αμελών, τις αμελείς, αμελείς | η αμελής, της αμελής, την αμελή, αμελή, οι αμελείς, των αμελών, τις αμελείς, αμελείς | η αμελής, της αμελούς, την αμελή, αμελή, οι αμελείς, των αμελών, τις αμελών, αμελείς | η αμελής, της αμελούς, την αμελή, αμελή, οι αμελείς, των αμελείς, τις αμελείς, αμελείς | A | [["αμελής", "η αμελής"], ["αμελούς", "της αμελούς"], ["αμελή", "την αμελή"], ["αμελή"], ["αμελείς", "οι αμελείς"], ["αμελών", "των αμελών"], ["αμελείς", "τις αμελείς"], ["αμελείς"]] | αμελής |
gr-00195 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «ασαφής» στο ουδέτερο γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | το ασαφές, του ασαφές, το ασαφές, ασαφές, τα ασαφή, των ασαφών, τα ασαφή, ασαφή | το ασαφές, του ασαφούς, το ασαφές, ασαφές, τα ασαφή, των ασαφών, τα ασαφή, ασαφή | το ασαφές, του ασαφούς, το ασαφές, ασαφές, τα ασαφή, των ασαφή, τα ασαφή, ασαφή | το ασαφές, του ασαφούς, το ασαφές, ασαφές, τα ασαφή, των ασαφών, τα ασαφών, ασαφή | B | [["ασαφές", "το ασαφές"], ["ασαφούς", "του ασαφούς"], ["ασαφές", "το ασαφές"], ["ασαφές"], ["ασαφή", "τα ασαφή"], ["ασαφών", "των ασαφών"], ["ασαφή", "τα ασαφή"], ["ασαφή"]] | ασαφής |
gr-00196 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «ελλιπής» στο αρσενικό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | ο ελλιπής, του ελλιπούς, τον ελλιπή, ελλιπή, οι ελλιπείς, των ελλιπών, τους ελλιπών, ελλιπείς | ο ελλιπής, του ελλιπής, τον ελλιπή, ελλιπή, οι ελλιπείς, των ελλιπών, τους ελλιπείς, ελλιπείς | ο ελλιπής, του ελλιπούς, τον ελλιπή, ελλιπή, οι ελλιπείς, των ελλιπείς, τους ελλιπείς, ελλιπείς | ο ελλιπής, του ελλιπούς, τον ελλιπή, ελλιπή, οι ελλιπείς, των ελλιπών, τους ελλιπείς, ελλιπείς | D | [["ελλιπής", "ο ελλιπής"], ["ελλιπούς", "του ελλιπούς"], ["ελλιπή", "τον ελλιπή"], ["ελλιπή"], ["ελλιπείς", "οι ελλιπείς"], ["ελλιπών", "των ελλιπών"], ["ελλιπείς", "τους ελλιπείς"], ["ελλιπείς"]] | ελλιπής |
gr-00197 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «εναργής» στο ουδέτερο γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | το εναργές, του εναργούς, το εναργές, εναργές, τα εναργή, των εναργή, τα εναργή, εναργή | το εναργές, του εναργές, το εναργές, εναργές, τα εναργή, των εναργών, τα εναργή, εναργή | το εναργές, του εναργούς, το εναργές, εναργές, τα εναργή, των εναργών, τα εναργών, εναργή | το εναργές, του εναργούς, το εναργές, εναργές, τα εναργή, των εναργών, τα εναργή, εναργή | D | [["εναργές", "το εναργές"], ["εναργούς", "του εναργούς"], ["εναργές", "το εναργές"], ["εναργές"], ["εναργή", "τα εναργή"], ["εναργών", "των εναργών"], ["εναργή", "τα εναργή"], ["εναργή"]] | εναργής |
gr-00198 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «ενδιαφέρων» στο αρσενικό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | ο ενδιαφέρων, του ενδιαφέρων, τον ενδιαφέροντα, ενδιαφέρων, οι ενδιαφέροντες, των ενδιαφερόντων, τους ενδιαφέροντες, ενδιαφέροντες | ο ενδιαφέρων, του ενδιαφέροντος, τον ενδιαφέροντα, ενδιαφέρων, οι ενδιαφέροντες, των ενδιαφερόντων, τους ενδιαφερόντων, ενδιαφέροντες | ο ενδιαφέρων, του ενδιαφέροντος, τον ενδιαφέροντα, ενδιαφέρων, οι ενδιαφέροντες, των ενδιαφερόντων, τους ενδιαφέροντες, ενδιαφέροντες | ο ενδιαφέρων, του ενδιαφέροντος, τον ενδιαφέροντα, ενδιαφέρων, οι ενδιαφέροντες, των ενδιαφέροντες, τους ενδιαφέροντες, ενδιαφέροντες | C | [["ενδιαφέρων", "ο ενδιαφέρων"], ["ενδιαφέροντος", "του ενδιαφέροντος"], ["ενδιαφέροντα", "τον ενδιαφέροντα"], ["ενδιαφέρων"], ["ενδιαφέροντες", "οι ενδιαφέροντες"], ["ενδιαφερόντων", "των ενδιαφερόντων"], ["ενδιαφέροντες", "τους ενδιαφέροντες"], ["ενδιαφέροντες"]] | ενδιαφέρων |
gr-00199 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «επείγων» στο θηλυκό γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | η επείγουσα, της επείγουσας, την επείγουσα, επείγουσα, οι επείγουσες, των επειγουσών, τις επείγουσες, επείγουσες | η επείγουσα, της επείγουσας, την επείγουσα, επείγουσα, οι επείγουσες, των επείγουσες, τις επείγουσες, επείγουσες | η επείγουσα, της επείγουσας, την επείγουσα, επείγουσα, οι επείγουσες, των επειγουσών, τις επειγουσών, επείγουσες | η επείγουσα, της επείγουσα, την επείγουσα, επείγουσα, οι επείγουσες, των επειγουσών, τις επείγουσες, επείγουσες | A | [["επείγουσα", "η επείγουσα"], ["επείγουσας", "της επείγουσας"], ["επείγουσα", "την επείγουσα"], ["επείγουσα"], ["επείγουσες", "οι επείγουσες"], ["επειγουσών", "των επειγουσών"], ["επείγουσες", "τις επείγουσες"], ["επείγουσες"]] | επείγων |
gr-00200 | Adjective declension: full paradigm | Ποια είναι η σωστή κλίση του επιθέτου «προηγούμενος» στο ουδέτερο γένος (ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική — ενικός & πληθυντικός); | το προηγούμενο, του προηγούμενου, το προηγούμενο, προηγούμενο, τα προηγούμενα, των προηγούμενων, τα προηγούμενα, προηγούμενα | το προηγούμενο, του προηγούμενου, το προηγούμενο, προηγούμενο, τα προηγούμενα, των προηγούμενα, τα προηγούμενα, προηγούμενα | το προηγούμενο, του προηγούμενο, το προηγούμενο, προηγούμενο, τα προηγούμενα, των προηγούμενων, τα προηγούμενα, προηγούμενα | το προηγούμενο, του προηγούμενου, το προηγούμενο, προηγούμενο, τα προηγούμενα, των προηγούμενων, τα προηγούμενων, προηγούμενα | A | [["προηγούμενο", "το προηγούμενο"], ["προηγούμενου", "του προηγούμενου"], ["προηγούμενο", "το προηγούμενο"], ["προηγούμενο"], ["προηγούμενα", "τα προηγούμενα"], ["προηγούμενων", "των προηγούμενων"], ["προηγούμενα", "τα προηγούμενα"], ["προηγούμενα"]] | προηγούμενος |
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.