text
stringlengths 2.14k
585k
| summary
stringlengths 1
6.5k
| case_category
stringclasses 399
values | case_tags
stringlengths 5
295
⌀ | subset
float64 0
2
|
|---|---|---|---|---|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1698/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 57/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαϊου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Σαράκη, περί αναιρέσεως της 4540/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Αυγούστου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1416/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η παραβίαση του άρθρου 357 παρ. 4 ΚΠΔ, κατά την οποία, όταν ένας μάρτυρας εξετάζεται στο ακροατήριο, δεν διαβάζεται η κατάθεσή του που είχε δοθεί στην προδικασία, αλλά επιτρέπεται μόνο η ανάγνωση περικοπών της κατάθεσης για να υποβοηθήσει την μνήμη του μάρτυρα ή να επισημανθούν αντιφάσεις του, δεν τάσσεται με ποινή ακυρότητας, ούτε περιλαμβάνεται στις περιπτώσεις απόλυτης ακυρότητας του άρθρου 171 παρ. 1 ΚΠΔ, ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. α' προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 211Α του Κ.Π.Δ, μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου. Από η διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως, για την καταδίκη του κατηγορουμένου, της μαρτυρικής καταθέσεως ή της απολογίας συγκατηγορουμένου, καθώς επίσης και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία, ως μοναδική πηγή πληροφόρησής τους, έχουν τον συγκατηγορούμενο. Δεν παραβιάζεται, όμως, η ανωτέρω διάταξη, όταν το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά, συνδυαστικά, τόσο στη μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου, όσο και στις καταθέσεις των άλλων μαρτύρων, καθώς και στα αναγνωσθέντα έγγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, όχι μόνο στις αναγνωσθείσες ένορκες, από 25.2.2002, καταθέσεις των μαρτύρων Γ1 και Γ2, οι οποίοι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ήταν συγκατηγορούμενοί του, αλλά και σε σειρά άλλων εγγράφων που αναγνώσθηκαν, καθώς και στην κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, ...... . Σημειώνεται, πρώτον ότι η αντίρρηση του αναιρεσείοντος, για την μη ανάγνωση της καταθέσεως της προανακριτικής καταθέσεως της Γ1, προβλήθηκε, το πρώτο μετά την όρκισή της και μόνο όταν ο Εισαγγελέας της έδρας, ζήτησε από το Δικαστήριο, την ανάγνωση περικοπών από την κατάθεσή της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 357 παρ.4 του Κ.Π.Δ, ώστε, από την ανάγνωση περικοπών αυτής, να μην επέρχεται οποιαδήποτε ακυρότητα, σε κάθε δε περίπτωση η Γ2 και η Γ1, δεν υπήρξαν συγκατηγορούμενες με τον ήδη αναιρεσείοντα. Αντίθετα, σε βάρος αυτών είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, για την πράξη της διευκόλυνσης αλλότριας ακολασίας και εισήχθησαν σε δίκη, σε πρώτο βαθμό κατά την αυτόφωρη διαδικασία, ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ενώ, ο αναιρεσείων εισήχθη σε δίκη σε πρώτο βαθμό ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και σε δεύτερο βαθμό, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου(Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις, περί απόλυτης ακυρότητας, ερειδόμενες, στις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1 εδ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 365 παρ.1 εδ α του ΚΠΔ "στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος ( άρθρο 219 παρ.2), ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση, ή ένορκη κατάθεση που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ακυρότητα της διαδικασίας από την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ, προκαλείται όταν, παρά την υποβολή της σχετικής αίτησης από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη. Ακυρότητα της διαδικασίας προκαλείται, επίσης, αν ληφθεί υπόψη τέτοια κατάθεση, χωρίς να αναγνωσθεί ή ο κατηγορούμενος εναντιωθεί στην ανάγνωση της κατάθεσης του μάρτυρα και το δικαστήριο την αναγνώσει και τη λάβει υπόψη του, χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφάνισής του, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα, που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.3 εδ. δ' της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και το άρθρο 14 παρ.3 στοιχ. ε του "Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα" (ν.2462/1997), να εξετάζει τους μάρτυρες και δημιουργείται ακυρότητα από το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' του Κ.Π.Δ. Δεν δημιουργείται, όμως, καμία ακυρότητα, όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση, αναγνώσει και λάβει υπόψη του ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατά την προδικασία, εφόσον βεβαιώσει στην απόφασή του την αδυναμία εμφάνισης του μάρτυρα, έστω και αν ο μάρτυρας εναντιωθεί σχετικά. Η εναντίωση αυτή αποτελεί περιστατικό, το οποίο εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 334 παρ.2 Κ.Π.Δ, και μπορεί να μη λαμβάνεται υπόψη , αν εμποδίζει τη εξακρίβωση της αλήθειας . Τούτο ισχύει , ιδίως, όταν ο μάρτυρας έχει αποβιώσει, ή είναι αδύνατη ή σχετικά δυσχερής η ανεύρεσή του ή η εμφάνισή του στο ακροατήριο και η κατάθεση αυτού που λήφθηκε στην προδικασία, είναι εντελώς αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας. Διαφορετικά, η εναντίωση του κατηγορουμένου ως προς την ανάγνωση τέτοιας κατάθεσης, αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 6 και 18 της ΕΣΔΑ, διότι απολήγει στην παρεμπόδιση διεξαγωγής δίκαιης και ουσιαστικής δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, τούτο ανέγνωσε και έλαβε υπόψη του για την περί ενοχής κρίση του αναιρεσείοντος, την από 25-2-2002 ένορκη κατάθεση του απολιπόμενου μάρτυρα αστυνομικού ......, παρά την εναντίωση του κατηγορούμενου, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι δεν είναι ανέφικτη η παρουσία του, και σε κάθε περίπτωση, υπέβαλε αίτημα αναβολής της προόδου της δίκης, προκειμένου να διαταχθεί η εκ νέου κλήτευσή του. Το Δικαστήριο, προέβη στην ανάγνωση της καταθέσεώς του και απέρριψε τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, με την ακόλουθη αιτιολογία: " Κατά τη διάταξη του άρθρου 365 παρ.1 εδ.α του Κ.Π.Δ, στις περιπτώσεις, που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται Κατά συνέπεια, εφόσον το Δικαστήριο δέχθηκε, αφενός μεν, ότι η κλήτευση και η εμφάνιση του πιο πάνω μάρτυρα στο Δικαστήριο ήταν αδύνατη, αφετέρου δε, θεώρησε την κατάθεση αυτού εντελώς αναγκαία για την εξακρίβωση τη αλήθειας, και ότι δεν συντρέχει λόγος αναβολής της δίκης, προκειμένου να κλητευθεί εκ νέου ο παραπάνω μάρτυρας, δεν δημιουργείται, σύμφωνα και με την πιο πάνω σκέψη, καμία ακυρότητα από την ανάγνωση των πιο πάνω καταθέσεων που δόθηκαν κατά την προδικασία. Οι αιτιάσεις, επομένως, του αναιρεσείοντος ότι σε καμία περίπτωση δεν ήταν επιτρεπτή η ανάγνωση της κατάθεσής του αυτής, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Κατά το άρθρο 349 παρ.3 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 2 του ν. 3064/2002, όποιος κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία προάγει σε πορνεία γυναίκες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δέκα οκτώ μηνών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η προαγωγή σε πορνεία συνίσταται στην παρακίνηση με οποιονδήποτε τρόπο, γυναίκας που δεν έχει ακόμη εκπορνευτεί, να παρέχει κατά συνήθεια σαρκικές ηδονές σε αόριστο αριθμό προσώπων αντί χρημάτων ή άλλης αμοιβής, χωρίς να απαιτείται και το άμεμπτο των ηθών της ή ανηλικότητά της. Δράστης ενεργεί κατ' επάγγελμα, σύμφωνα με το άρθρο 13 εδ.στ του ΠΚ, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει οργανώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος που αρκεί να προέρχεται από μία μόνο γυναίκα, ανήλικη ή ενήλικη , έστω και μία φορά. Κερδοσκοπία υπάρχει όταν ο δράστης αποβλέπει σε πορισμό εισοδήματος, έστω και μία φορά, και δεν είναι αναγκαίο να πορισθεί πράγματι το κέρδος. Είναι δυνατή η τέλεση του εγκλήματος αυτού κατ' επάγγελμα ή και κερδοσκοπία συγχρόνως. Δεν απαιτείται δε απόδειξη και η αναφορά στην απόφαση του συγκεκριμένου προσώπου, το οποίο έναντι αμοιβής, παρέσχε τη σαρκική ηδονή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από, κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος , δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρία πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη.
Εξ' άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί , με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξ' άλλου, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του , δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Αρχές του έτους 2002, περιήλθε, ανωνύμως, μέσω τηλεφώνου, πληροφορία στο Β Α/Τα Περιστερίου, ότι στην οδό....στην περιοχή του ...., υφίσταται γραφείο προώθησης με σκοπό την πορνεία Στη συνέχεια, το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, για την πράξη της μαστροπείας, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση, χωρίς τη συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2ε του Π.Κ, ήτοι της καλής συμπεριφοράς επί μεγάλο χρόνο μετά την τέλεση της πράξεως, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριάντα (30) μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική, προς 4,40 ευρώ την ημέρα, επιπρόσθετα και, σε χρηματική ποινή από 3.000 ευρώ. Με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε γι' αυτό και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους το υπήγαγε στην παραπάνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 349 παρ.3 του Π.Κ, που εφαρμόστηκε, την οποία, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές.
Ειδικότερα, αναφέρονται για το ανωτέρω έγκλημα τα απαιτούμενα για τη στοιχειοθέτηση της υπόστασής του στοιχεία, [αντικειμενικά και υποκειμενικά], ως εξής: Περιέχονται τα περιστατικά εκείνα, σύμφωνα με τα οποία ο κατηγορούμενος στο επίδικο χρονικό διάστημα, διατηρούσε αρχικά σε διαμέρισμα της περιοχής .... και αργότερα σε διαμέρισμα του 5ου ορόφου, κείμενο σε πολυόροφη οικοδομή, στη συμβολή των οδών .... και ...., διατηρούσε γραφείο με πολυάριθμο υπηρετικό και υπαλληλικό προσωπικό, εφοδιασμένο με ένα μεγάλο αριθμό κινητών τηλεφώνων, 28 περίπου τον αριθμό. Επίσης, αιτιολογείται ότι ο αναιρεσείων με τη συνδρομή μιας γυναίκας, με το όνομα ...., αγνώστων λοιπών στοιχείων, αλλά και με μικρές αγγελίες ή με συστάσεις τρίτων αγνώστων προσώπων, και με τη συνδρομή των οργάνων του οδηγών ή τηλεφωνητριών, ερχόταν σε επαφή με άγνωστες αλλοδαπές κατ' εξοχή γυναίκες, τις οποίες προωθούσε με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις, να παρέχουν τις σαρκικές τους ηδονές, σε άγνωστο αριθμό αρρένων προσώπων, αν και ο ίδιος γνώριζε ότι οι γυναίκες αυτές δεν ήσαν πόρνες. Ειδικότερα, αιτιολογείται ότι ο αναιρεσείων, ο οποίος διατηρούσε και πελατολόγιο, με τη συνδρομή των υπαλλήλων του, οδηγών και τηλεφωνητριών, που ενεργούσαν σύμφωνα με τις εντολές και τις υποδείξεις του, συμφωνούσε με τους άνδρες τόσο την αμοιβή που ο καθένας απ' αυτούς θα κατέβαλε για την ερωτική συνάντηση που θα πραγματοποιούσε, με την γυναίκα που θα συνευρίσκονταν, αλλά και σε ποιο σημείο θα γινόταν η καθεμία συνάντηση αυτή, ενώ, ακόμη ο ίδιος ο αναιρεσείων επιμελείτο, για την επιλογή της συντρόφου και καθόριζε την αμοιβή, η οποία ανερχόταν κατά περίπτωση σε 75 ευρώ, από τα οποία ο ίδιος αποκόμιζε 54 ευρώ, ενώ απέδιδε στην γυναίκα το υπόλοιπο από 21 ευρώ. Επιπρόσθετα, αιτιολογείται η παραδοχή σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων, με την προώθηση μεγάλου αριθμού γυναικών, που δεν ήσαν προηγουμένως πόρνες, μεταξύ των οποίων και η ....., απέβλεπε στον πορισμό εισοδήματος, που, άλλωστε, ήταν και ο πρωταρχικός του σκοπός, αφού είχε φροντίσει να έχει δημιουργήσει την κατάλληλη υποδομή. Μετά από αυτά, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε' του Κ.Π.Δ, σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ειδικότερα, για το ότι δε γίνεται ιδιαίτερη μνεία και αναφορά κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά και αφού, δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ως αβάσιμη και να καταδικασθεί, ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ.1 του Κ.Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 313 από 2-8-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμό 4540/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μαστροπεία κατ’ επάγγελμα. Στοιχεία του αδικήματος. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων: της απόλυτης ακυρότητας, β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και γ) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν επιφέρει ακυρότητα η ανάγνωση αποσπασμάτων προανακριτικών μαρτυρικών καταθέσεων (άρθρο 357 παρ. 4 ΚΠΔ) προκειμένου να επισημανθούν αντιφάσεις, ούτε παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας από την ανάγνωσή της, αφού δεν υπήρξε συγκατηγορούμενη του αναιρεσείοντος, πέραν από το γεγονός, ότι δεν ήταν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο. Δεν επήλθε επίσης ακυρότητα από το γεγονός ότι το Δικαστήριο ανέγνωσε την προανακριτική κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο δικαστήριο, δικαιολογημένα ήταν ανέφικτη. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Μαστροπεία.
| 1
|
Αριθμός 1697/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ορισθέντα με την 57/1.4.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαυρομμάτη, περί αναιρέσεως της 2749/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22.1.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 307/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 211 εδ.α' ΚΠΔ, με ποινή ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες κατά την αποδεικτική διαδικασία όσοι άσκησαν και ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση. Η ακυρότητα που επέρχεται από την παράβαση αυτή είναι, σχετική, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 171 παρ.1 ΚΠΔ, καλυπτόμενη, επομένως, αν δεν προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 211 Α του Κ.Π.Δ., που ορίζει ότι "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου", συνάγεται ότι η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία του συγκατηγορουμένου μπορεί να αξιολογείται αποδεικτικά, όχι όμως και να αποτελεί το μοναδικό αποδεικτικό μέσο. Για την παράβαση της διάταξης αυτής δεν απαγγέλλεται ρητά ακυρότητα, πλην όμως η παράβασή της επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι δεν τηρείται διάταξη που καθορίζει την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, κατά το άρθρο 171 παρ.1 περίπτ.δ' Κ.Π.Δ. και επομένως ιδρύεται λόγος αναιρέσεως (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' Κ.Π.Δ.). Εξάλλου η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ.. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες. Έτσι η απορριπτική απόφαση της αιτήσεως του κατηγορουμένου, να μη εξετασθεί μάρτυρας, διότι είχε ασκήσει στην υπόθεση ανακριτικά καθήκοντα, ή να μη ληφθούν υπόψη καταθέσεις και απολογίες συγκατηγορουμένου του, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής βασιμότητας αυτών, πρέπει, εφόσον τα αιτήματα αυτά υποβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων καταδικάσθηκε για παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών (αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών), κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ο συνήγορός του ανέπτυξε προφορικά και κατέθεσε εγγράφως, μεταξύ των άλλων, και ένσταση - αίτημα προκειμένου να μη εξετασθεί στο ακροατήριο ο μάρτυρας αστυνομικός Γ1, επειδή αυτός είχε ασκήσει ανακριτικά καθήκοντα και ειδικότερα είχε υπογράψει, την από ... έκθεση συλλήψεώς του. Επίσης ο κατηγορούμενος αναιρεσείων δια του συνηγόρου του εναντιώθηκε στην ανάγνωση και λήψη υπόψη από το Δικαστήριο, κατά το άρθρο 211Α του ΚΠΔ, "των πάσης φύσεως καταθέσεων και απολογιών του συγκατηγορουμένου του Χ2, ακόμα και αυτής που έδωσε απολογούμενος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο". Στη συνέχεια, ο εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη όλων των αιτημάτων του κατηγορουμένου και το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφανθεί επ' αυτών. Όμως, το Πενταμελές Εφετείο, χωρίς ειδική αιτιολογία και αφού ήδη είχε επιτρέψει την εξέταση του πιο πάνω μάρτυρος, την οποία και έλαβε υπόψη του στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα κρίση του, απέρριψε όλους γενικώς τους ισχυρισμούς αυτού με την εμπεριεχόμενη στο διατακτικό σχετική διάταξη αυτού. Με τον πρώτο λόγο δε της κρινόμενης αιτήσεως ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις ότι "το Δικαστήριο, απαντώντας μονολεκτικά "απορριπτόμενων ισχυρισμών" και "απορρίπτει ισχυρισμούς κατηγορουμένου" στο άνω αίτημά μου, προκάλεσε απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα στο ακροατήριο και (σωρευτικώς) στέρησε την απόφαση του από την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθιστώντας αυτήν αναιρετέα, σύμφωνα με τα ίδια ως άνω άρθρα 510 παρ.ΙΑ) και Δ) ΚΠΔ. Οι αιτιάσεις αυτές, κατά μεν το σκέλος που αφορούν την απόρριψη του αιτήματος αυτού, να μη ληφθούν υπόψη οι "πάσης φύσεως καταθέσεις και απολογίες του συγκατηγορουμένου του Χ2, ακόμα και αυτής που έδωσε απολογούμενος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο", είναι απορριπτέες, ως αόριστες, εφόσον δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ότι η ενοχή του στηρίχθηκε σε μόνη τη μαρτυρική κατάθεση ή την απολογία του συγκατηγορουμένου του, ώστε να στοιχειοθετείται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, ο οποίος, κατά τούτο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατά το σκέλος, όμως, κατά το οποίο απορρίφθηκε το αίτημα αυτού για την μη εξέταση και λήψη υπόψη της καταθέσεως του μάρτυρος αστυνομικού Γ1, χωρίς αιτιολογία, οι πιο πάνω αιτιάσεις είναι βάσιμες και πρέπει να γίνει δεκτός από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ σχετικός λόγος αναίρεσης.
ΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση στερείται της από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν δεν αναφέρονται σ'αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους τα περιστατικά αυτά υπήχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. 'Ελλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και όταν, η έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που δέχεται το δικαστήριο ως αποδειχθέντα στο αιτιολογικό της απόφασής του, έρχεται σε αντίφαση με εκείνα για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στο διατακτικό. Εξάλλου, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠΔ, υπάρχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων στην προσβαλλομένη απόφασή του αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε τα εξής "Ο κατηγορούμενος τέλεσε τις αναφερόμενες στο διατακτικό της παρούσας πράξεις, ήτοι α) της αγοράς ακατέργαστης ινδικής κάνναβης 631,6 γραμμαρίων, σε φυτικά αποσπάσματα και 36,4 γραμμαρίων κοκαΐνης, χωρίς όμως να προκύψει το ακριβές αντίτιμο. Τις ποσότητες δε αυτές τις προόριζε, όχι αποκλειστικά για δική του χρήση, αλλά για περαιτέρω διάθεση σε τρίτους έναντι ανταλλαγμάτων, β) κατείχε το μεν ποσότητα 604 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, που αποτελούσε μέρος της ποσότητας των 631,6 γραμμαρίων σε φυτικά αποσπάσματα, που είχε συσκευασμένα σε φακελάκια βάρους τεσσάρων και τριών γραμμαρίων το καθένα, το δε ποσότητα 36,4 γραμμαρίων κοκαΐνης. Επίσης, κατείχε ποσότητα 27,6 γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης και την πιο πάνω ποσότητα αυτός την προόριζε όχι για δική του χρήση, αλλά για εμπορία. Και γ) πούλησε στον Χ2 ποσότητες ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα την 27-3-2004 ποσότητα 27,6 γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης σε φυτικά αποσπάσματα και την επομένη στον ίδιο άγνωστη ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης και κοκαΐνης αντί του χρηματικού ποσού των 390 ευρώ.
Συνεπώς, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πιο πάνω αξιόποινων πράξεων, απορριπτομένων των ισχυρισμών και αιτημάτων για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων". Με τις πιο πάνω δε σκέψεις το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, για το ότι " Στην Αθήνα κατά τους πιο κάτω χρόνους τέλεσε τα εξής εγκλήματα, τα οποία προβλέπονται και τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές: Ειδικότερα: Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ήτοι της αγοράς απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία, σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο, οπωσδήποτε όμως κατά τον τελευταίο μήνα πριν από τη σύλληψή του (24-3-2004) και σε ημερομηνίες που βρίσκονται εντός του χρονικού αυτού διαστήματος, στην Αθήνα ή σε σημείο της ...., αγόρασε από άγνωστο έως τώρα στην ανάκριση άγνωστες ποσότητες των απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών ακατέργαστης κάνναβης και κοκαΐνης, μέρος των οποίων αποτελούν οπωσδήποτε η ακατέργαστη κάνναβη σε φυτικά αποσπάσματα συνολικού μικτού βάρους 631,6 γραμμαρίων περίπου, και η κοκαΐνη συνολικού μικτού βάρους 36,4 γραμμαρίων περίπου, που βρέθηκε και κατασχέθηκε, αντί αγνώστου τιμήματος η άλλου είδους ανταλλάγματος, με σκοπό την εμπορία. 2) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ήτοι της κατοχής απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία, κατείχε, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, δηλαδή, μπορούσε ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους, με σκοπό την εμπορία, α) Στην Αθήνα εντός της ευρισκομένης επί της οδού ..... ο οικίας του στις 24-3 -2004 περί ώρα 11.25 κατείχε την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία ακατέργαστη κάνναβη σε φυτικά αποσπάσματα συνολικού μικτού βάρους 604 γραμμαρίων περίπου, συσκευασμένη σε τρία αυτοσχέδια φακελάκια βάρους 4 και 3 γραμμαρίων περίπου, τα οποία είχε επιμελώς κρυμμένα εντός ξύλινης κασετίνας στο σαλόνι της οικίας, και 3 γραμμαρίων περίπου, το οποίο είχε επιμελώς κρυμμένο στην κρεβατοκάμαρα δίπλα στο κρεβάτι, και σε τρεις νάιλον σακούλες βάρους 200, 205 και 189 γραμμαρίων, αντίστοιχα, τις οποίες είχε επιμελώς κρυμμένες στο μπαλκόνι της οικίας, καθώς και την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία κοκαΐνη συνολικού μικτού βάρους 36,4 γραμμαρίων περίπου, συσκευασμένη σε ένα φακελάκι, το οποίο περιείχε κοκαΐνη βάρους 0,4 του γραμμαρίου περίπου, και ήταν επιμελώς κρυμμένο στην κρεβατοκάμαρα δίπλα στο κρεβάτι, και σε μια σακούλα, η οποία περιείχε κοκαΐνη βάρους 36 γραμμαρίων σε συμπαγή μορφή, την οποία είχε επιμελώς κρυμμένη στο μπαλκόνι της οικίας, με σκοπό την εμπορία, καθώς και μια ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας μάρκας ΦΙΛΙΠΣ με αριθμό σειράς 02402 και ένα κινητό τηλέφωνο προς διευκόλυνση της εμπορίας των παραπάνω ναρκωτικών ουσιών. β) Στην Αθήνα εντός της ευρισκομένης επί της οδού ..... οικίας του στις 23-3-2004 κατά τις πρωινές ώρες κατείχε την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία ακατέργαστη κάνναβη και συγκεκριμένα κατείχε φυτικά αποσπάσματα ακατέργαστης κάνναβης συνολικού μικτού βάρους 27,6 γραμμαρίων περίπου, με σκοπό την εμπορία και Στην Αθήνα εντός της προαναφερομένης οικίας του σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο οπωσδήποτε όμως εντός του τελευταίου μήνα πριν τη σύλληψή του (24-3-2004) και σε ημερομηνίες που βρίσκονται εντός αυτού του χρονικού διαστήματος κατείχε άγνωστες ποσότητες των απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών ακατέργαστης κάνναβης και κοκαΐνης με σκοπό την εμπορία. Με περισσότερες πράξεις που .συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ήτοι της πώλησης ναρκωτικών ουσιών, α) Στη Αθήνα στις 23-3-2004 κατά τις πρωινές ώρες πώλησε στο συγκατηγορούμενό του Χ2 την απαγορευμένη ναρκωτική ουσία ακατέργαστη κάνναβη και συγκεκριμένα φυτικά αποσπάσματα ακατέργαστης κάνναβης, συνολικού μικτού βάρους 27,6 γραμμαρίων περίπου αντί αγνώστου τιμήματος, η άλλου είδους ανταλλάγματος, και β) Στην Αθήνα η σε άλλο σημείο της ..... σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο οπωσδήποτε όμως κατά τον τελευταίο μήνα πριν τη σύλληψή του (24-3-2004) και σε ημερομηνίες που βρίσκονται εντός του χρονικού αυτού διαστήματος πώλησε στον συγκατηγορούμενό του Χ2 καθώς και σε άλλα άγνωστα ακόμη στην ανάκριση πρόσωπα άγνωστες ποσότητες των ναρκωτικών ουσιών ακατέργαστης κάνναβης σε φυτικά αποσπάσματα και κοκαΐνης αντί αγνώστου τιμήματος ή άλλου είδους ανταλλάγματος, τουλάχιστον όμως αντί του χρηματικού ποσού των 390 ευρώ, που βρέθηκε στην κατοχή του και κατασχέθηκε". Το Πενταμελές δε Εφετείο επέβαλε στον κατηγορούμενο για τις πράξεις του αυτές, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται, όπως έκρινε, από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1,94 παρ.1, 98 παρ.1, ΠΚ και 4 παρ.1 πιν.Αβ Β3, 5 παρ.1β,ζ και 2 του Ν.1721/87, όπως αντικ. με άρ. 10 του Ν.2161/1993, ποινή καθείρξεως δεκατεσσάρων ετών . Από την πιο πάνω αντιπαραβολή του αιτιολογικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο, τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, μεταξύ των άλλων, και για κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών. 'Ομως ενώ, κατά το αιτιολογικό, κρίθηκε, ως προς την πράξη της κατοχής, ότι ο κατηγορούμενος: "β) κατείχε το μεν ποσότητα 604 γρ. ακατέργαστης ινδικής κάνναβης που αποτελούσαν μέρος της ποσότητας των 631,6 γρ. σε φυτικά αποσπάσματα που είχε συσκευασμένα σε φακελάκια βάρους 4 και 3 γρ. το καθένα, το δε ποσότητα 36,4 γρ. κοκαΐνη. Επίσης κατείχε ποσότητα 27,6 γρ. ακατέργαστης ινδικής κάνναβης...", στο διατακτικό καταδικάστηκε και για επιπλέον πράξη, η οποία φέρεται ότι τελέστηκε κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα για το ότι: "Στην Αθήνα εντός της προαναφερόμενης οικίας του σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο οπωσδήποτε όμως εντός του τελευταίου μήνα πριν τη σύλληψη του (24.3.2004) και σε ημερομηνίες που βρίσκονται εντός του αυτού χρονικού διαστήματος κατείχε άγνωστες ποσότητες των απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών ακατέργαστης κάνναβης και κοκαΐνης με σκοπό την εμπορία". Επίσης, ενώ, κατά το αιτιολογικό, κρίθηκε, ως προς την πράξη της πωλήσεως, ότι ο κατηγορούμενος "γ) πώλησε στον Χ2 ποσότητες ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα την 23.3.2004 ποσότητα 27,6 γρ. ακατέργαστης ινδικής κάνναβης σε φυτικά αποσπάσματα και την επομένη στον ίδιο άγνωστες ποσότητες ακατέργαστης ινδικής κάνναβης και κοκαΐνης αντί του χρηματικού ποσού των 390 Ευρώ", στο διατακτικό καταδικάστηκε και για επιπλέον πράξη, η οποία φέρεται ότι τελέστηκε κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα, για το ότι "Στην Αθήνα ή σε άλλο σημείο της ..... σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο, οπωσδήποτε όμως κατά τον τελευταίο μήνα πριν τη σύλληψή του (24-3-2004) και σε ημερομηνίες που βρίσκονται εντός του χρονικού αυτού διαστήματος πώλησε στον συγκατηγορούμενό του Χ2 καθώς και σε άλλα άγνωστα ακόμη στην ανάκριση πρόσωπα άγνωστες ποσότητες των ναρκωτικών ουσιών ακατέργαστης κάνναβης σε φυτικά αποσπάσματα και κοκαΐνης αντί αγνώστου τιμήματος ή άλλου είδους ανταλλάγματος". Επιπλέον επισημαίνεται ότι ενώ στο διατακτικό η κάθε επί μέρους πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος αναιρεσείων (δηλαδή της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών), φέρεται ότι τελέστηκε κατ' εξακολούθηση, εντούτοις στο σκεπτικό δεν γίνεται σχετική αναφορά. Ενόψει των προφανών αυτών, μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, αντιφάσεων, δημιουργείται ασάφεια και σύγχυση, ως προς τις πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με αποτέλεσμα, όχι μόνο η απόφαση να στερείται σαφούς αιτιολογίας, αλλά, επιπλέον, να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει και νόμιμη βάση.
Συνεπώς, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι και κατ' ουσία βάσιμος και γι' αυτό, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί εξ ολοκλήρου πιο ως πάνω απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2749/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση Νόμου περί Ναρκωτικών (αγορά, πώληση και κατοχή). Με ποινή ακυρότητας της επ’ ακροατηρίου διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες κατά την αποδεικτική διαδικασία όσοι άσκησαν και ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέας της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση. Η ακυρότητα που επέρχεται είναι σχετική. Απόρριψη σχετικού αιτήματος χωρίς αιτιολογία. Βάσιμος ο σχετικός λόγος. Μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου. Αόριστος ο λόγος αναίρεσης, αν δεν διαλαμβάνει ότι η ενοχή του αναιρεσείοντος στηρίχθηκε σε μόνη τη μαρτυρική κατάθεση ή την απολογία του συγκατηγορουμένου. Λόγος αναίρεσης για αντιφάσεις μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, εξαιτίας των οποίων δημιουργείται ασάφεια και σύγχυση ως προς τις πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων. Δέχεται αίτηση. Αναιρεί.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά.
| 1
|
Αριθμός 1694/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου .........., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σταθόπουλο, για αναίρεση της 2965/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Απριλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 871/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η απόφαση με την οποία απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο το ένδικο μέσο της έφεσης του κατηγορουμένου κατά της καταδικαστικής απόφασης που εκδόθηκε χωρίς να είναι αυτός παρών, απαιτείται να διαλαμβάνονται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου α) ο χρόνος επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης στον εκκαλούντα, β) ο χρόνος της άσκησης του ένδικου μέσου και γ) το αποδεικτικό επίδοσης της πιο πάνω απόφασης. Σε περίπτωση, όμως, κατά την οποία, με σαφή λόγο εφέσεως, αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, καθώς και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επίδοσης, απαιτείται προσθέτως, να περιλαμβάνεται στην απόφαση η σχετική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 5/1995). Για την πληρότητα αυτής απαιτείται να μνημονεύονται στην απόφαση, έστω κατ' είδος, τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο για να απορρίψει τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου, χωρίς ανάγκη να μνημονεύεται και να αναλύεται καθένα από αυτά, αρκεί μόνο να μη γεννάται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου. Διαφορετικά ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Έτσι, ειδικότερα, εάν στο ακροατήριο εξετάσθηκε μάρτυρας και αναγνώσθηκαν και έγγραφα χωρίς να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τόσο την κατάθεση του μάρτυρα όσο και τα έγγραφα, η απόφαση είναι αναιρετέα για έλλειψη αιτιολογίας. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκειμένου να κριθεί το βάσιμο της αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, με την υπ' αριθμ.2729/1998 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, καταδικάσθηκε ερήμην, σε φυλάκιση τριών (3) ετών και χρηματική ποινή 3.000.000 δραχμών για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση στις 5-6-2001, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι κακώς η εκκαλούμενη απόφαση του επιδόθηκε με τις διατυπώσεις που τηρούνται για την επίδοση σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής, ενώ αυτός είχε γνωστή διαμονή επί της οδού .... στο συνοικισμό ...... Θεσσαλονίκης. Στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επανέλαβε τον ισχυρισμό του αυτόν, προτείνοντας προς απόδειξή του έγγραφα και ως μάρτυρα τον....... ο οποίος και εξετάσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2965/2007 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτό του εκκαλούντος κατηγορουμένου και απέρριψε ακολούθως ως εκπρόθεσμη την έφεσή του, με την αιτιολογία ότι καλώς επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο η εκκαλούμενη απόφαση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς από το σκεπτικό της να προκύπτει ότι έλαβε υπόψη της την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος, τα έγγραφα και τους απολογητικούς ισχυρισμούς του εκκαλούντος-κατηγορουμένου. Έτσι όμως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., λόγος αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ), το δικαστήριο δε της παραπομπής θα κρίνει και το θέμα της τυχόν παραγραφής εάν κρίνει τυπικά παραδεκτή την έφεση.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2965/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη εφέσεως ως απαράδεκτης (εκπρόθεσμης). Αναίρεση για ελλιπή αιτιολογία.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1693/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Νικόλαο Ζαϊρη και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νέστορα Κουράκη, περί αναιρέσεως της 242/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Με πολιτικώς ενάγοντα Ψ, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Πυλιώτη. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 13 Φεβρουαρίου 2007 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1790/2006.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από το άρθρο 216 παρ. 1 Π.Κ. προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας απαιτείται πλέον, κατά την παρ. 3 του άρθρου 216 του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2β' του Ν. 2721/1999, όχι μόνο σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκοπός αυτού να βλάψει άλλον, αλλά και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ) ανεξάρτητα από το εάν επιτεύχθηκε το όφελος που επιδιώχθηκε. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 242 παρ. 1 και 3 του Π.Κ., για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α' και 263 του Π.Κ., αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπο για την σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ' του Κ.Π., και δη δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι όλων για κάθε γεγονός που βεβαιώνεται σ' αυτό, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης και δ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και στη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά. Για την κακουργηματική μορφή της πράξης της ψευδούς βεβαίωσης απαιτείται προσέτι η διαπίστωση ότι ο δράστης ενήργησε με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον αθέμιτο όφελος ή να βλάψει παράνομα κάποιον άλλο, χωρίς να είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός, εφόσον, το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ) Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος.
ΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. 1.Η έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφαρμόσθηκε. Εξάλλου κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένη επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως η με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του εισαγγελέα να διατάξουν πραγματογνωμοσύνη. Η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, κατά την διάταξη αυτή, υπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, το οποίο όμως όταν απορρίπτει το σχετικώς υποβαλλόμενο αίτημα, οφείλει να διαλάβει στην παρεμπίπτουσα απόφασή του ειδική αιτιολογία. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα εξής και ως προς αναιρεσείοντα Χ1: " ... στον Πειραιά την 23.1.1996, οι κατηγορούμενοι, ενεργούντες από κοινού και για να εξασφαλίσουν από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος πίστωση με ανοιχτό λογαριασμό ύψους 600.000.000 δραχμών για να καλυφθεί μέρος της αξίας αγοράς του Ε/Γ-Ο/Γ πλοίου "ΠΑΝΑΓΙΑ ΠΑΞΩΝ" από την εταιρία "ΒΕΝΤΟΥΡΗΣ ΒΟΡΕΙΟΔΥΤΙΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΙ ΙΟΝΙΟΥ ΝΕ", της οποίας ο Χ1 ήταν ο κύριος μέτοχος αυτής και ο Χ2, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ) της, έπεισαν την Α, συμβολαιογράφο Πειραιώς, με την πειθώ που διέθεταν, αλλά και με φορτικότητα και παραινέσεις και υποσχέσεις καταβολής ανταλλαγμάτων προς αυτήν, να χωρήσει στη σύνταξη του υπ' αριθμόν .../23.1.1996 πληρεξουσίου της, με το οποίο ο μηνυτής Ψ φέρεται να έχει εμφανισθεί ενώπιόν της και στο επί της οδού ... του Πειραιώς γραφείο της και να δηλώνει ότι διορίζει γενικό και ειδικό πληρεξούσιο και αντίκλητο αυτού τον δεύτερο των κατηγορουμένων Χ2 και του παρέχει την εντολή, το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα να παρίσταται και να τον αντιπροσωπεύει στα εις αυτό διαλαμβανόμενα δικαστήρια και αρχές και με όλες τις ιδιότητες του διαδίκου να ενεργεί για την υποστήριξη των δικαίων του όλες τις κύριες και παρεπόμενες πράξεις που αναγράφονται στο άρθρο 97 του ΚΠολΔ και σε κάθε εξώδικη ενέργεια. Ειδικότερα φέρεται ότι ο μηνυτής Ψ δίνει στον δεύτερο των κατηγορουμένων Χ2, Πρόεδρο του ΔΣ της διαληφθείσας ναυτιλιακής εταιρίας και νομικό σύμβουλο αυτής, την εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα να παρέχει την προσωπική του εγγύηση για την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση παντός χρεωστικού υπολοίπου, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τόκων υπερημερίας, εξόδων και λοιπών επιβαρύνσεων μίας πιστώσεως με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού των 600.000.000 δραχμών που θα παράσχει η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. (ναυτιλιακό κατάστημα αυτής) στην πιστούχο ως άνω εταιρία "ΒΕΝΤΟΥΡΗΣ ΒΟΡΕΙΟΔΥΤΙΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΙ ΙΟΝΙΟΥ ΝΕ", για την κάλυψη μέρους της αξίας αγοράς του Ε/Γ - Ο/Γ πλοίου "ΠΑΝΑΓΙΑ ΠΑΞΩΝ", υπολογίου Πειραιά 3795, στα πλαίσια της υπ' αριθμόν .../1994 πράξεως του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, μέσω της οποίας η ανωτέρω πιστούχος θα αναλάβει ποσό 2.275.000 δολλαρίων ΗΠΑ, συμβαλλόμενος στη σύμβαση πιστώσεως που θα συναφθεί μεταξύ της Τραπέζης και της πιστούχου ως εγγυητής, συνομολογώντας τους περιλαμβανομένους σ' αυτή όρους εγγυήσεως, μεταξύ των οποίων ότι αναλαμβάνει την ευθύνη των οποίων ότι αναλαμβάνει την ευθύνη σε ολόκληρο με την πιστούχο και τους λοιπούς εγγυητές, ευθυνόμενος ως αυτοφειλέτης και παραιτούμενος από κάθε ένσταση διζήσεως και κάθε δικαίωμα και ευεργέτημα παρεχόμενο κατά νόμο στον εγγυητή, να υπογράφει την περιεχόμενη στην παραπάνω σύμβαση πιστώσεως εγγύηση, τις πρόσθετες πράξεις, συμπληρώματα, αιτήσεις, δηλώσεις και οτιδήποτε άλλο έγγραφο απαιτηθεί σ' εκτέλεση των εν λόγω εντολών του. Επίσης στον διαληφθέν πληρεξούσιο ανεγράφετο ότι τα ανωτέρω διαβάστηκαν στον εντολέα - μηνυτή και αφού βεβαιώθηκαν υπογράφηκαν απ' αυτόν και την εν λόγω συμβολαιογράφο, χωρίς όμως τα προπαρατεθέντα να ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Συγκεκριμένα αποδείχτηκε ότι ο μηνυτής Ψ δεν εμφανίστηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Α και δεν της ζήτησε τη σύνταξη του ως άνω υπ' αριθμόν .../23/1/1996 πληρεξουσίου, αλλ' ούτε δήλωσε ότι διορίζει πληρεξούσιο και αντίκλητό του τον δεύτερο των κατηγορουμένων δικηγόρο Χ2 με τις προαναφερθείσες γενικές και ειδικές εντολές αυτού και δεν του διαβάστηκε το περιεχόμενο του πληρεξουσίου αυτού, το οποίο άλλωστε και δεν υπέγραψε. Όμως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη υπ' αριθμόν 222/2003 απόφασή του, έκρινε, κατά πλειοψηφίαν, ότι η συμβολαιογράφος Α που ήταν συγκατηγορούμενη, εξαπατήθηκε από το δεύτερο των κατηγορουμένων Χ2 σχετικά με το πρόσωπο του Ψ, τον οποίο η ίδια ασφαλώς δεν γνώριζε και ότι, το πρόσωπο που εμφανίσθηκε σ' αυτήν την 23.1.1996 στο γραφείο της ως Ψ, επέδειξε πλαστή ταυτότητα και κατά πλειοψηφίαν την κήρυξε αθώα, ενώ μετά την από μέρους του Εισαγγελέως Εφετών άσκηση εφέσεως σε βάρος της, αυτή απεβίωσε και με την 61/2005 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, έπαυσε οριστικώς την ποινική δίωξή της λόγω θανάτου της. Τα ψευδή δε περιστατικά που προαναφέρθηκαν ότι βεβαίωσε η ως άνω συμβολαιογράφος ηδύναντο να έχουν έννομες συνέπειες, γιατί με το ανωτέρω πληρεξούσιο ο Χ2, ενεργώντας σε συνεννόηση με το συγκατηγορούμενό του Χ1, θα μπορούσε να ενεργήσει, ως εντολοδόχος του μηνυτή Ψ, τις πράξεις που αναφέρονται σ' αυτό, επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ωσάν αυτές να έγιναν απ' αυτόν, γεγονός που εγένετο πράγματι, ενώ οι κατηγορούμενοι, με τις ως άνω πράξεις τους, εσκόπευαν να προσπορίσουν στους εαυτούς τους παράνομο περιουσιακό όφελος, καθότι, για να εξασφαλίσουν την προαναφερθείσα πίστωση ανοιχτού (άλληλόχρεου) λογαριασμού μέχρι του ποσού των 600.000.000 δραχμών από την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, εμφάνισαν το ανωτέρω πληρεξούσιο στο ναυτιλιακό κατάστημα αυτής του Πειραιώς, προκειμένου να καταδείξουν ότι ο μηνυτής παρείχε την προσωπική του εγγύηση προς την Τράπεζα για την πλήρη και εμπρόθεσμη, εξόφληση της παρασχεθείσας πιστώσεως αλληλόχρεου λογαριασμού μέχρι του ποσού των 600.000.000 δραχμών για την αγορά από μέρους της διαληφθείσας ναυτιλιακής εταιρίας του Ε/Γ - Ο/Γ πλοίου "ΠΑΝΑΓΙΑ ΠΑΞΩΝ", βλάπτοντας αντιστοίχως την περιουσία του μηνυτή, αφού τον εμφάνισαν να έχει προσωπικώς εγγυηθεί την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της προαναφερθείσας πιστώσεως, χωρίς τούτο να είναι αληθές, γιατί ποτέ δεν έλαβε χώρα τέτοια προσωπική εγγύηση αυτού. Ετσι, κατά τα προεκτεθέντα και οι δύο κατηγορούμενοι ενεργούντες από κοινού, με πειθώ, φορτικότητα, παραινέσεις και υποσχέσεις καταβολής ανταλλαγμάτων, έπεισαν την συμβολαιογράφο Πειραιώς Ψ, υπάλληλο κατά την έννοια του άρθρου 13 περ. α' του ΠΚ, να βεβαιώσει, χωρίς η ίδια να έχει δόλο, ψευδώς σε δημόσιο έγγραφο, η σύνταξη του οποίου ανάγεται στα καθήκοντά της, τα ανωτέρω περιστατικά που μπορούσαν να έχουν τις διαλφηθείσες έννομες συνέπειες και δη με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους αθέμιτο όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, αφού ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν ο κύριος μέτοχος της ναυτικής εταιρίας "ΒΕΝΤΟΥΡΗΣ ΒΟΡΕΙΟΔΥΤΙΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΙ ΙΟΝΙΟΥ ΝΕ" και ο δεύτερος πρόεδρος του ΔΣ και νομικός σύμβουλος αυτής, αλλά και να βλάψει παράνομα τον μηνυτή Παντελή Παπασταύρου. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι οι κατηγορούμενοι, στον Πειραιά την 23.1.1996, ενεργούντες από κοινού, με την πειθώ που διέθεταν, με φορτικότητα, παραινέσεις και υποσχέσεις καταβολής ανταλλαγμάτων, προκάλεσαν σε άτομο, που δεν διακριβώθηκαν τα στοιχεία της ταυτότητάς του, την απόφαση να μεταβεί στο επί της οδού Φίλωνος 33 του Πειραιώς γραφείο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Α, όπου συνέτασσε το υπ' αριθμόν .../23.1.1996 ως άνω πληρεξούσιο και να εμφανισθεί ως δήθεν Ψ, ο οποίος δήθεν είχε ζητήσει τη σύνταξη του εν λόγω πληρεξουσίου και να θέσει κατ' απομίμηση την υπογραφή του ως δήθεν εντολέως, εν αγνοία του και παρά τη θέλησή του, στο τελευταίο φύλλο του πληρεξουσίου αυτού και κάτω από τη λέξη "ΟΙ ΕΝΤΟΛΕΙΣ", καθώς και κάτω από το κείμενο κάθε σελίδας του, αλλά και κάτω από κάθε παραπομπή, τούτο δε έπραξαν με σκοπό από τη χρήση του εν λόγω καταρτισθέντος πληρεξουσίου να παραπλανηθούν οι αρμόδιοι για την χορήγηση της πιστώσεως ανοιχτού (αλληλοχρέου) λογαριασμού ύψους 600.000.000 δραχμών υπάλληλοι της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ναυτιλιακό κατάστημα Πειραιώς), ότι ο φερόμενος ως εντολοδόχος του μηνυτή δεύτερος των κατηγορουμένων Χ2 ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό αυτού και ότι οι πράξεις του ήσαν σαν να έγιναν από τον ίδιο τον μηνυτή Ψ. Ακολούθως οι κατηγορούμενοι έκαναν χρήση του ως άνω πλαστού εγγράφου, γιατί ύστερα από συναπόφασή τους το εμφάνισαν στους αρμόδιους υπαλλήλους της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και, με βάση αυτό, ο δεύτερος των κατηγορουμένων Χ2 συμβλήθηκε ως εκ τρίτου, ως εγγυητής για την εκπλήρωση κάθε υποχρεώσεως της πιστούχου εταιρίας στην από 19.2.1996 και υπ' αριθμόν ... ιδιωτική σύμβαση πιστώσεως, η οποία υπογράφτηκε μεταξύ της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και της εταιρίας με την επωνυμία "ΒΕΝΤΟΥΡΗΣ ΒΟΡΕΙΟΔΥΤΙΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΙ ΙΟΝΙΟΥ Ν.Ε.", η οποία χωρίς την προσωπική εγγύηση του μηνυτή δεν θα υπεγράφετο και δεδομένου ότι ουδέποτε είχε πρόθεση να συμβληθεί ως εγγυητής στη διαληφθείσα σύμβαση πιστώσεως, γιαυτό και προκάλεσαν την απόφαση στο προαναφερθέν άτομο, που δεν διακριβώθηκαν τα στοιχεία ταυτότητάς του, να μεταβεί στο γραφείο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Α, να εμφανισθεί ως δήθεν ο μηνυτής Ψ και να θέσει κατ' απομίμηση την υπογραφή του, ως δήθεν εντολέως, στο υπ' αριθμόν .../23.1.1996, ως άνω πληρεξούσιο αυτής κατά τα ανωτέρω και έτσι να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του μηνυτή. Κατόπιν των ως άνω αποδειχθέντων και της εδραίας κρίσης και ακριβούς διάγνωσης υπό του Δικαστηρίου περί των προπαρατεθέντων γεγονότων, δεν συντρέχει ανάγκη να αναβληθεί η δίκη για να διαταχθεί η διεξαγωγή γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης επί του διαληφθέντος υπ' αριθμόν .../23.1.1996 πλαστού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Α, γιαυτό και το σχετικό αίτημα των κατηγορουμένων περί αναβολής της δίκης είναι αβάσιμος και απορριπτέο. Εξάλλου και δεδομένου ότι το όφελος στο οποίο απέβλεπε ο κατηγορούμενος Χ1 ήταν η εξασφάλιση της πιστώσεως του ανοιχτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού των 600.000.000 δραχμών από το ναυτιλιακό κατάστημα Πειραιώς της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, αφού ήταν ο κύριος μέτοχος της πιστούχου εταιρίας "ΒΕΝΤΟΥΡΗΣ ΒΟΡΕΙΟΔΥΤΙΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΙ ΙΟΝΙΟΥ Ν.Ε." και εντεύθεν το σκοπούμενο απ' αυτόν όφελος, καθώς και η αντίστοιχη βλάβη του μηνυτή Ψ υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών και, ως εκ τούτου, υπόκειται περίπτωση κακουργημάτων και όχι πλημμελημάτων αναφορικά με τις πράξεις που διέπραξε ο κατηγορούμενος (όπως και ο συγκατηγορούμενός του) και δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή, όπως αβασίμως, επικαλείται ο εν λόγω κατηγορούμενος, γιαυτό και ο πρώτος αυτοτελής ισχυρισμός του είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει 1ον) να απορριφθεί το αίτημα των κατηγορουμένων περί αναβολής της δίκης για να διαταχθεί η διεξαγωγή γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης επί του υπ' αριθμόν .../23.1.1996 πλαστού ως άνω πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Α, 2) να απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 κατά το πρώτο κεφάλαιό του, ως πλημμελημάτων και 3ον) να κηρυχθούν οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 ένοχοι των αξιόποινων πράξεων της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση από κοινού, σε βαθμό κακουργήματος και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση από κοινού, με βλάβη τρίτου, σε βαθμό κακουργήματος, όπως ειδικότερα περί των πράξεων αυτών διαλαμβάνεται στο διατακτικό της παρούσας, του Δικαστηρίου όμως δεχομένου ότι στα πρόσωπα των κατηγορουμένων συντρέχουν τα ελαφρυντικά της ειλικρινούς μετανοίας για τον πρώτον και του άρθρου 84 παρ. 2ε' του ΠΚ για τον δεύτερον, αλλά στο πρόσωπο του πρώτου δεν συντρέχει επί πλέον και το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2ε' του ΠΚ, αφού, μετά τις ένδικες πράξεις, έχουμε μεγάλο αριθμό καταδικών του για πλήθος άλλων αξιόποινων πράξεών του και μεταξύ αυτών και για απόδραση κρατουμένου, συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου και ψευδορκία μάρτυρα, γι' αυτό δεν πρέπει να του αναγνωρισθεί και το εν λόγω ελαφρυντικό, απορριπτομένου του οικείου αυτοτελούς ισχυρισμού του κατά το δεύτερο κεφάλαιό του. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ένοχο και το κατηγορούμενο αναιρεσείοντα με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2δ'του Π.Κ για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση και ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή τριών (3) ετών και τεσσάρων (4) μηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1α, 216 παρ.1-3, 242 παρ.1-3 ΠΚ. που εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν ήταν αναγκαίο να εξειδικεύεται στην απόφαση και τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση αυτών. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της πλαστογραφίας και της ψευδούς βεβαιώσεως και περαιτέρω, δέχεται το δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος με πειθώ, φορτικότητα και την υπόσχεση ανταλλαγμάτων έπεισε τρίτο, άγνωστο άτομο, το οποίο κατείχε πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με τα στοιχεία του μηνυτή Ψ, να εμφανισθεί ενώπιον της συμβολαιογράφου Α με το όνομα του ως άνω μηνυτή και να υπογράψει το από την τελευταία συνταχθέν πληρεξούσιο. Μη αποκλειομένης της ύπαρξης ηθικής αυτουργίας με άγνωστο το πρόσωπο του φυσικού αυτουργού, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται ο φυσικός αυτουργός ούτε να εξειδικεύεται περαιτέρω εις τι συνίστανται οι παραινέσεις και τα ανταλλάγματα για την υπό του τελευταίου τέλεση της πλαστογραφίας. Ομοίως, για τον ίδιο λόγο, αρκεί ότι διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε την πειθώ του, φορτικότητα και υπόσχεση ανταλλαγμάτων προς την συμβολαιογράφο για την από αυτήν σύνταξη του ψευδούς κατά περιεχόμενο πληρεξουσίου. Εξάλλου, δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι με την χρήση του πλαστού πληρεξουσίου και την δι' αυτού φερομένη ως παρεχόμενη εγγύηση από τον μηνυτή, ο αναιρεσείων, ο οποίος ήταν κύριος μέτοχος της εταιρίας η οποία επρόκειτο να δανειοδοτηθεί, απέβλεψε στην εξασφάλιση της πιστώσεως μέχρι του ποσού των 600 εκατ. δραχμών από τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού υπέρ της άνω εταιρίας, αντιστοίχως δε μέχρι του ποσού αυτού επεδίωξε να ωφεληθεί από την κίνηση του λογαριασμού με την πιστώτρια Τράπεζα και το ποσό αυτό τελικά θα παρείχετο ως δάνειο στην εταιρεία εάν δεν είχε αποκαλυφθεί η πλαστότητα. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο που έκρινε ότι το επιδιωχθέν όφελος υπερβαίνει τα 25 εκατ. δραχμές και συνεπώς τόσο η πράξη της πλαστογραφίας όσον και της ψευδούς βεβαιώσεως έχουν κακουργηματικό χαρακτήρα και απέρριψε τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό του κατηγορουμένου, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1,3 και 242 παρ.1,3 του ΠΚ.
Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων που προβάλλεται με το κύριο δικόγραφο της αναιρέσεως και με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο του από 13-2-2007 δικογράφου προσθέτων λόγων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, με αυτά τα οποία, ως ανωτέρω, δέχθηκε το δικαστήριο και απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου για την διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, διέλαβε στην απόφαση του την κατά το Σύνταγμα και το νόμο ειδική αιτιολογία και είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο για έλλειψη αιτιολογίας πρώτος πρόσθετος λόγος. Τέλος από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι αναιρεσείων έπεισε άγνωστο πρόσωπο που κατείχε το δελτίο της αστυνομικής ταυτότητας του Ψ, να εμφανισθεί στην συμβολαιογράφο και να υπογράψει το πληρεξούσιο και ότι ο αυτός αναιρεσείων έπεισε ταυτόχρονα τη συμβολαιογράφο να συντάξει το πληρεξούσιο, ουδεμία αντίφαση δημιουργείται αφού πρόκειται για ηθική αυτουργία σε δύο διακεκριμένες πράξεις και η υπό της συμβολαιογράφου σύνταξη του ψευδούς κατά περιεχόμενου πληρεξουσίου να έγινε κατά προτροπή του αναιρεσείοντος και εν γνώσει της περί του ότι ο ενώπιόν της εμφανισθείς δεν ήταν ο Ψ.
Συνεπώς και κατά τούτο η αιτίαση της αντιφατικής αιτιολογίας που προβάλλεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξεοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και τη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ψ (άρθρα 583 ΚΠΔ, 176 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14/6-7-2006 και τους από 13-2-2007 πρόσθετους λόγους του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 242/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική αυτουργία σε κακουργηματική πλαστογραφία και ψευδή βεβαίωση. Έννοια και στοιχεία των άνω πράξεων. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και αιτιολογημένη καταδίκη. Απόρριψη του αιτήματος διεξαγωγής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης με επαρκή αιτιολογία. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Ηθική αυτουργία, Ψευδής βεβαίωση.
| 2
|
Αριθμός 1691/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Χαράλαμπο Δημάδη, ορισθέντα με την υπ'αριθμό 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις δύο αιτήσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Ρηγόπουλο, περί αναιρέσεως της 984/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικήγορο της Κωνσταντίνο Τσουκαλά.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Απριλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 834/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος α) αφού αναφέρθηκε στην με αριθμό και ημερομηνία 6/30-11-2007 έκθεση παραίτησης του ως άνω αναιρεσείοντος, ο οποίος δήλωσε ότι παραιτείται από την από 17 Απριλίου 2006 αίτηση αναίρεσής του, πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η πιο πάνω αναίρεση και β) πρότεινε να απορριφθεί η από 25 Απριλίου 2007 αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά της υπ' αριθ. 984/2006 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφής την 17-4-2007, ασκήθηκαν από τον κατηγορούμενο Χ1, δύο αιτήσεις αναιρέσεως, μία την 17-4-2006, ενώπιον του Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής Κορυδαλλού και μία την 25-4-2007 με δήλωσή του ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Οι ανωτέρω αναιρέσεις ασκούνται παραδεκτώς εντός της νόμιμης προθεσμίας, ειδικά δε η μεταγενέστερη, εφόσον δεν έχει κριθεί η προηγούμενη κατά της ίδιας αποφάσεως, θεωρείται ως συμπληρωματική της πρώτης και πρέπει να συνεξετασθούν. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 465 παρ. 2, 474 παρ. 1 και 475 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει, άρα και από την αναίρεσή του, αρκεί να έχει τούτο ασκηθεί παραδεκτά. Η παραίτηση δηλώνεται σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. 1, δηλαδή και στον διευθυντή των Φυλακών όπου κρατείται ο δικαιούμενος και αν έγινε νόμιμα, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ).
Στη προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την 984/2006 απόφασή του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε συνολική ποινή καθείρξεως επτά (7) ετών για κακουργηματική απάτη και κακουργηματική πλαστογραφία μετά χρήσεως με την διακεκριμένη περίπτωση του Ν.1608/1950. Κατά της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα αναίρεση, με δήλωσή του ενώπιον του Διευθυντού των Φυλακών Κορυδαλλού για την οποία συντάχθηκε η 324/17-4-2006 έκθεση. Στις 30.11.2007 ενώπιον του ....... Διευθυντού της κλειστής φυλακής Αλικαρνασσού εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων και δήλωσε ότι παραιτείται από την παραπάνω αίτηση αναίρεσης και συντάχθηκε η 6/30.11.2007 έκθεση παραιτήσεως από ένδικο μέσο.
ΙΙΙ. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα και αφού πρόκειται για νόμιμη παραίτηση από ένδικο μέσο που είχε ασκηθεί παραδεκτά, η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα [άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ, σε συνδ. με άρθ. 5 παρ. 4 του ν. 2943/01].
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Στοιχειοθετείται δε αντικειμενικώς όταν αυτός καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και δώσει σ' αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν ο δράστης με παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών γεγονότων πείθει κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία βλάπτεται στην περιουσία του ο τελευταίος ή τρίτος, ανεξάρτητα αν με αυτήν επιτυγχάνεται ή όχι το παράνομο περιουσιακό όφελος στο οποίο αποσκοπούσε ο δράστης, υποκειμενικώς δε όταν ο δράστης γνωρίζει τα ουσιαστικά περιστατικά της πράξης αυτής και θέλει να τα παραγάγει. Είναι δε δυνατόν από τη πράξη αυτή του δράστη άλλο πρόσωπο να παραπλανάται και άλλο να ζημιώνεται. Από αυτά συνάγεται ότι οι παραπάνω πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης συρρέουν πραγματικά και καμία απ' αυτές δεν απορροφάται από την άλλη, γιατί καθεμιά απ' αυτές είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά, δεν αποτελεί δε η μία στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης. Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 παρ. 1α' του όπως ισχύει Ν. 1608/1950, στον ένοχο των αδικημάτων, που προβλέπονται στα εκεί αναγραφόμενα άρθρα του ΠΚ, μεταξύ των οποίων είναι και αυτά των άρθρων 216 και 386 του ίδιου Κώδικα, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 263 α ΠΚ και το όφελος, που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης, ή η ζημία, που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των δραχμών 50.000.000, επιβάλλεται η στην διάταξη αυτή προβλεπόμενη ποινή. Εξάλλου, από το άρθρο 98 παρ. 1 ΠΚ συνάγεται, ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης, ενώ, κατά το όπως ισχύει άρθρο 263 Α ΠΚ ορίσθηκε, ότι για την εφαρμογή των ποινικών διατάξεων, που αριθμούνται στο άρθρο αυτό, θεωρούνται ως υπάλληλοι, εκτός αυτών, που μνημονεύονται στο άρθρο 13 ΠΚ και εκείνοι, που υπηρετούν, μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιαδήποτε ιδιότητα, στις διαλαμβανόμενες επιχειρήσεις, μεταξύ άλλων δε και σε Τράπεζες, που εδρεύουν στην ημεδαπή, κατά τον νόμο ή το καταστατικό τους, χωρίς άλλη διάκριση. Έτσι, με το άρθρο αυτό ορίσθηκε, ειδικώς και αυτοτελώς, ένα είδος δημόσιου τομέα για τις ανάγκες των υπηρεσιακών εγκλημάτων και συνεπώς η επαναοριοθέτηση και περιστολή, που ακολούθησε με το άρθρο 51 παρ. 1 Ν. 1892/1990 στον υπό της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 6 Ν. 1256/1982 προβλεπόμενο δημόσιο τομέα και συγκεκριμένα, ότι αυτός περιλαμβάνει μόνον τις Τράπεζες, που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, δεν επέφερε και αντίστοιχη συστολή του δημόσιου τομέα, που ορίσθηκε με το άρθρο 263Α ΠΚ, δεδομένου ότι απέφυγε να θίξει τούτο ο νομοθέτης. Τέλος, κατά μεν την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 11 Ν. 2721/3-6-1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την εξακολουθητική τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό και στις εν λόγω περιπτώσεις ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που, ανάλογα με το έγκλημα, επήλθε ή σκοπήθηκε, κατά δε το άρθρο 16 παρ. 2 Ν.Δ. 2576/1953, "οσάκις εις τας περιπτώσεις του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 1608/1950 το έγκλημα επράχθη κατ' εξακολούθησιν δια πολλών μερικοτέρων πράξεων, δια τον κατά το αυτό άρθρον προσδιορισμόν του επιτευχθέντος ή επιδιωχθέντος οφέλους του πράξαντος ή της προσγενομένης ή της οπωσδήποτε απειληθείσης ζημίας, ως επίσης δια τον προσδιορισμόν του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπ' όψιν το όλον περιεχόμενον των μερικοτέρων πράξεων". Από την διατύπωση αμφοτέρων των διατάξεων τούτων συνάγεται, ότι ναι μεν αυτές είναι ίσης τυπικής ισχύος, πλην, όμως, διαφέρουν μεταξύ τους, αφού, κατά το άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ, πρέπει ο δράστης ν' αποβλέπει στο συνολικό όφελος ή στην συνολική ζημία, ενώ, κατά το άρθρο 16 παρ. 2 Ν.Δ. 2576/1953, τούτο δεν απαιτείται, η δε τελευταία διάταξη, ως ειδική ειδικού νομοθετήματος, διότι αφορά μόνον στα περιοριστικώς προβλεπόμενα και τιμωρούμενα και υπό τις εις αυτό προϋποθέσεις εγκλήματα του άρθρου 1 παρ. 1 του όπως ισχύει Ν. 1608/1950, κατισχύει της ανωτέρω, γενικής και νεότερης, τοιαύτης του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο .Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά κατ' άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό, συνδυαζόμενο με το διατακτικό, της προσβαλλόμενης απόφασή της, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, μετ' εκτίμηση και αξιολόγηση των στην απόφασή του αυτήν αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, κατά πιστή αντιγραφή τα εξής: Ο κατηγορούμενος Χ1 κατά την ενδιαφέρουσα την παρούσα υπόθεση χρονική περίοδο των ετών 1997-1998 ήταν διαχειριστής και κύριος μέτοχος της εδρεύουσας στο ...... Αττικής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την ενωυμία "........ ΕΠΕ", Βιομηχανία Επεξεργασίας Χαλυβδοταινιών". Με την ιδιότητά του αυτή συνήψε με την Τράπεζα Εργασίας, που εδρεύει στην ημεδαπή, και συγκεκριμένα με το Κατάστημά της στο Παλαιό Φάληρο Αττικής, την υπ'αριθμ. ..... σύμβαση παροχής πιστώσεως σε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με την οποία χορηγήθηκε στην εκπροσωπούμενη απ'αυτόν εταιρία, ως πιστούχο, πίστωση μέχρι 200.000.000 δρχ. με τους ειδικότερους όρους που περιλαμβάνονται σε αυτή. Με όρο της συμβάσεως αυτής, την τήρηση των όρων της οποίας εγγυήθηκε ατομικώς και ο κατηγορούμενος ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος, η παραπάνω πιστούχος εταιρία είχε το δικαίωμα να λαμβάνει χρήματα από την αντισυμβληθείσα Τράπεζα Εργασίας υπό τον όρο ότι αυτή δια του νομίμου εκπροσώπου της θα κατέθετε ταυτόχρονα σε εκείνη, ως καλύμματα των ποσών που θα εκταμίευε, αξιόγραφα (συναλλαγματικές, επιταγές) πελατών της προς είσπραξη και πίστωση του ανοικτού λογαριασμού. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής παροχής πίστωσης σε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ο κατηγορούμενος διαχειριστής της πιστούχου εταιρίας εισέπραξε από τη δανείστρια Τράπεζα για δανειακές ανάγκες της εταιρίας του 65.000.000 δρχ. συμφώνησε δε με τους υπαλλήλους αυτής να καλύψει το ποσό αυτό με "καλύμματα", και συγκεκριμένα είκοσι (20) συναλλαγματικές ολικής ονομαστικής αξίας 60.000.000 δραχμών και μία επιταγή ποσού 5.000.000 δραχμών, που ήταν ήδη κατατεθειμένα για λογαριασμό της πιστούχου εταιρίας στο χαρτοφυλάκιο της στην τράπεζα. Συγκεκριμένα, εμφανίστηκε στους αρμόδιους υπαλλήλους της Τράπεζας Εργασίας, στους παρακάτω χρόνους και εγχείρισε σ'αυτούς τα ακόλουθα αξιόγραφα: α) την 16-3-1997, τη συναλλαγματική έκδοσης Γ1 της 23-5-1997, σε διαταγή του ίδιου, λήξεως 25-4-1998, ποσού 3.000.000 δρχ. και αποδοχής Γ6, β) την 16-5-1997, η συναλλαγματική έκδοσης Γ1 της 26-3-1997, σε διαταγή του ιδίου, λήξεως την 15.3.98, ποσού 3.000.000 δρχ. και αποδοχής Γ2.
γ) Την 16.5.97, τη συναλλαγματική έκδοσης Γ1 της 23.4.97 σε διαταγή ταυ ιδίου λήξεως τη 10.3.98, ποσού 3.000.000 δρχ. και αποδοχής Γ2 .
δ) την 16.5.97 τη συναλλαγματική έκδοσης Γ1 της 26.3.97 σε διαταγή του ιδίου, λήξεως την 10.3.98, ποσού 3.500.000 και αποδοχής Γ3.
ε) Την 16.5.97, τη συναλλαγματική έκδοσης Γ4 της 26.3.97 σε διαταγή του ιδίου, λήξεως την 10.3.98, ποσού 5.000.000 δρχ και αποδοχής Γ5.
στ) Την 16.5.97, τη συναλλαγματική έκδοσης Γ8 της 26.3.97, σε διαταγή του ιδίου, λήξεως την 31.3.98, ποσού 5.000.000 δρχ και αποδοχής Γ1.
ζ) Την 21.8.97, τη συναλλαγματική έκδοσης Γ1, της 14.4.97 σε διαταγή του ιδίου λήξεως τη 15.3.98, ποσού 3.000.000 δρχ. και αποδοχής Γ2.
η) Την 21.8.97, τη συναλλαγματική έκδοσης Γ1 της 26.3.97 σε διαταγή του ιδίου, λήξεως της 15.3. 98, ποσού 3.500.000 και αποδοχής Γ7. θ) Την 19.8.97, τη συναλλαγματική έκδοσης 18.6.97,
σε διαταγή του ιδίου, λήξεως την 25.5.98, ποσού 3.500.000 δρχ., αποδοχής Γ5.
ι) Την 21.8.97, τη συναλλαγματική έκδοσης Γ1 της 22.5.97 σε διαταγή ταυ ιδίου, λήξεως 25.4.98, ποσού 2.000.000 δρχ. και αποδοχής Γ2 . ια) Την 24.9.97, τη συναλλαγματική έκδοσης Γ8 της 14.9 97, σε διαταγή του ιδίου, λήξεως 10.7.98, ποσού 3.500.000 δρχ και αποδοχής Γ1, ιβ) Την 19.11.97, τη συναλλαγματική έκδοσης Γ1 της 22.10.97 σε διαταγή του ιδίου, λήξεως 5.10.99, ποσού 2.000.000 δρχ και αποδοχής Γ3, ιγ) Την 19.11.97, τη συναλλαγματική έκδοσης Γ4 της 22..10.97 σε διαταγή του ιδίου, λήξεωςτη 10.10, 98, ποσού 2.500.000 δρχ και αποδοχής Γ5.
ιδ) Την 19.4.97, τη συν|κή έκδοσης Γ8 της 12.10.97, σε διαταγή του ιδίου, λήξεως 30.9.98, ποσού 1.000.000 δρχ και αποδοχής Γ4. ιε) Την 19.11.97, τη συν|κή έκδοσης Γ8 της 21.10.97, σε διαταγή του ιδίου, λήξεως 5.10.98, ποσού 9.000.000 δρχ και αποδοχής Γ4.
ιστ) την 19.11.97, τη συναλλαγματική έκδοσης Γ8 της 22.10.97, σε διαταγή ταυ ιδίου, λήξεως 5.10.98, ποσού 2.000.000 δρχ και αποδοχής Γ4.
ιζ) Την 19.11.97, τη συν|κή έκδοσης Γ1 της 22.10.97, σε διαταγή του ιδίου, λήξεως 10.10.98, ποσού 2.500.000 δρχ και αποδοχής Γ9. ιη) Την 19.11.97, τη συναλλαγματική έκδοσης Γ1, της 21.10.97, σε διαταγή του ιδίου, λήξεως, 5.10.98, ποσού 3.500.000. δρχ. και αποδοχής Γ10, ιθ) Την 19.11.97, τη συν|κή έκδοσης Γ4 της 22.10.97, σε διαταγή του ιδίου, λήξεως 5.10.98, ποσού 3.000.000. δρχ, και αποδοχής Γ11 κ) τη 19.12.97, συν|κή έκδοσης Γ8, της 10.10.97, σε διαταγή ταυ ιδίου, λήξεως. 30.9.98, ποσού 3.500.000 δρχ και αποδοχής Γ4. και κα)Την 26.3.98, την υπ*αριθμ. ..... μεταχρολογημένη Τραπεζική επιταγή της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος, έκδοσης ...., και ..... ΕΠΕ, την 10.9.98 σε διαταγή Γ12 και ποσού 5.000.000 δρχ. Όμως, τα παραπάνω καλύμματα, ως προς τα κατά τις διατάξεις των Ν.5325/1932 και 5960/1933 ουσιώδη στοιχεία τους, ήταν πλαστά εξολοκλήρου, η δε κατάρτισή τους έγινε από τον κατηγορούμενο με σκοπό να παραπλανήσει τους υπαλλήλους του Καταστήματος της πιο πάνω Τράπεζας. Ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από 16-3-1997 έως 26-3-1998, ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε όλα τα στοιχεία των εντύπων των παραπάνω είκοσι ενός (21) αξιογράφων και στη συνέχεια έθεσε πάνω σε αυτά και στις οικείές θέσεις τις υπογραφές των φερομένων ως εκδοτών, αποδεκτών και οπισθογράφων και τις σφραγίδες τους, κατ'απομίμηση των γνησίων, εν αγνοία τους και χωρίς εξουσιοδότησή τους (όπως άλλωστε και ο ίδιος ομολόγησε), έτσι ώστε τα αξιόγραφα αυτά να εμφανίζονται γνήσια και η εκπροσωπούμενη από αυτόν πιστούχος εταιρία νόμιμη κομίστρια αυτών και δικαιούχος των ενσωματούμενων σε αυτά χρηματικών απαιτήσεων, με σκοπό να επιτύχει την παραπλάνηση των υπαλλήλων της δανείστριας Τράπεζας ως προς τη γνησιότητα αυτών. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος έκανε και χρήση των πλαστών αυτών αξιογράφων προσκομίζοντάς τα κατά την αναφερόμενη παραπάνω και στο διατακτικό της παρούσας για κάθε αξιόγραφο χρονολογία στο κατάστημα της δανείστριας Τράπεζας στο Παλαιό Φάληρο Αττικής και εκεί, αφού παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς (έμμεσα δε, σιωπηρά συναγόμενη παράσταση ψευδών γεγονότων συνιστά και η λειτουργική χρησιμοποίηση των πλαστογραφημένων αξιογράφων, Βλ. και Μυλωνόπουλου, Ποιν.Δίκαιο Ειδ. Μέρος, 2001, 2-1-2 σελ. 441 Εγκλήματα κατά της Περιουσίας), Αθαν. Κονταξή ΠΚ, 2000, τομ.Β' άρθρ. 386 σελ. 3480) στους υπαλλήλους αυτής : α) ότι η εκπροσωπούμενη από τον ίδιο πιστούχος εταιρία ήταν νόμιμη κομίστρια αυτών, β) ότι τα αξόγραφα αυτά ήταν γνήσια, γ) ότι τα αναγραφόμενα σε αυτά ποσά αντιπροσωπεύουν πραγματικές συναλλαγές και οφειλές των αποδεκτών τους και δ) ότι είναι βέβαιη η πληρωμή τους κατά τη λήξη τους, πέτυχε να τους πείσει να χορηγήσουν στην πιστούχο εταιρία σε διάφορες χρονολογίες τα αναφερόμενα παραπάνω και στο διατακτικό επί μέρους ποσά και τελικώς συνολικό δάνειο των 65.000.000 δρχ. και να εισπράξει για λογαριασμό της το ποσό αυτό, που αποτελεί για μεν τον κατηγορούμενο και την πιστούχο εταιρία του το παράνομο περιουσιακό όφελος, για τη δανείστρια δε τράπεζα την αντίστοιχη ισόποση ζημία της. Με βάση όλα τα παραπάνω, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των κακουργηματικών πράξεων Α) της πλαστογραφίας με χρήση κατ'εξακολούθηση με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του ν.1608/1950 "περί καταχραστών του Δημοσίου", αφού η προξενηθείσα σε βάρος της Τράπεζας Εργασίας συνολική ζημία υπερβαίνει τα 50.000.000 δρχ. και Β) Απάτης κατ'εξακολούθηση σε βάρος της ίδιας πιο πάνω Τράπεζας με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του ν.1608/1050 αφού η απ'αυτή προξενηθείσα συνολική ζημία υπερβαίνει τα 50.000.000 δρχ., οι οποίες συρρέουν αληθώς, δεδομένου ότι κάθε ένα έγκλημα είναι αυτοτελές, εφόσον η αντικειμενική του υπόσταση στοιχειοθετείται από ιδιαίτερα περιστατικά και δεν αποτελεί η μία πράξη συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης (ΑΠ 1855/2001 Π Χρ. ΝΒ 647, ΑΠ 1753/2003 ΠΧΡ ΝΔ 635, Μ. Μαργαρίτη, ΠΚ άρθρο 216, αριθ.97 σελ. 530). Τέλος, πρέπει να αναγνωριστούν στον κατηγορούμενο τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α' και ε' ΠΚ όπως πρωτόδικα, απορριπτομένων των λοιπών ισχυρισμών του κατηγορουμένου.
Με τις παραδοχές του αυτές, το προμνημονευθέν Δικαστήριο διέλαβε, στην πληττόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων της κατ' εξακολούθηση κακουργηματικής απάτης και πλαστογραφίας μετά χρήσεως σε βάρος της "Τράπεζα Εργασίας Α.Ε.", οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 94, 98 παρ. 1, 216 παρ. 1β', 263Α περ.β, 386 παρ. 1 ΠΚ, 1 παρ. 1α' του όπως ισχύει Ν. 1608/1950 και 16 παρ. 2 ΝΔ 2576/1953, που εφάρμοσε και τις οποίες, έτσι, ούτε ευθέως, ούτε και εκ πλαγίου, παραβίασε, δεδομένου ότι, κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη, η Τράπεζα Εργασίας Α.Ε. που ζημιώθηκε, δεν έπαυσε να περιλαμβάνεται στις τράπεζες οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 263 Α του Π.Κ και επομένως να προστατεύεται από τον ως άνω ειδικό νόμο 1608/50. αποκρούσαν δε πλήρως αιτιολογημένα, τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί μη εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 Π.Κ. ήτοι περί μη συρροής των ως άνω εγκλημάτων. Κατόπιν αυτών, πρέπει, ως αβάσιμοι, ν' απορριφθούν οι περί του αντιθέτου και από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχεία Δ' και Ε' ΚΠΔ σχετικοί, λόγοι αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και να καταδικασθεί αυτός στην δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας "Τράπεζα E.F.G. Eurobank Ergasias A.E." (άρθρα 176 και 183 ΚπολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 324/17-4-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 984/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 56/25-4-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 984/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στην δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας "Τράπεζα E.F.G. Eurobank Ergasias A.E.", που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Δύο εμπρόθεσμες αναιρέσεις. Νόμιμη παραίτησης της μίας. Συρροή απάτης και πλαστογραφίας. Εφαρμογή της διατάξεως του Ν. 1608/50 και σε τράπεζες που δεν ανήκουν στο Δημόσιο. Απορρίπτει.
|
Πλαστογραφία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Απάτη, Πλαστογραφία, Παραίτηση, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Καταχραστές Δημοσίου.
| 2
|
Αριθμός 1690/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1 και 2)Χ2 , περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 699/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Νοεμβρίου 2006 δύο χωριστές αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 380/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό 341/27-9-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Το συμβούλιο εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 699/2006 βούλευμά του απέρριψε ως ουσία αβάσιμες τις υπ'αριθμ. 18/2006 και 19/2006 -αντίστοιχα εφέσεις των Χ2 και Χ1 κατά του υπ' αριθμ. 3280/2005 βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο και επικύρωσε. Με το τελευταίο είχαν παραπεμφθεί αυτοί στο ακροατήριο του τριμελούς (για κακουργήματα) Εφετείου Αθηνών για να δικαστούν ως υπαίτιοι τελέσεως ο μεν πρώτοs α) απάτης κατεξακολούθηση με συνολικό όφελος που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ? β) πλαστογραφίας με χρήση κατεξακολούθηση από την οποία το συνολικό όφελος -ζημία υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ, η δε δεύτερη απλής συνέργειας στις ανωτέρω πράξεις του πρώτου (386 § § 3 β, 1, 216 § § 3, 1, 98 § § 1,2, 47 § 1 Ποιν.Κ., 94 ΠΚ). Κατά του άνω βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών άσκησαν οι ίδιοι ενώπιον του γραμματέα του τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών στις 16-11-2006, ήτοι προ της επιδόσεως του σ'αυτούς, η οποία έγινε στις 1-3-2007, τις υπ'αριθμ. 135 και 134 αναιρέσεις προβάλλοντες αμφότεροι εσφαλμένη εφαρμογή- ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και δη ότι δεν περιέχει (το προσβαλλόμενο βούλευμα) τα κρίσιμα εκείνα πραγματικά περιστατικά τα οποία δικαιολογούν την εφαρμογήν αυτής και ειδικώτερα δεν περιέχει τα ιδιαίτερα περιστατικά εκάστου των εγκλημάτων για τα οποία παραπέμφθηκαν, αλλά αυτά που παραθέτει είναι τα αυτά χωρίς διαφοροποίηση δι'έκαστον των εγκλήματων (αναφέρονται κυρίως για το έγκλημα της απάτης) - επί πλέον δε η δεύτερη τούτων ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι ενώ δέχεται γι' αυτή ότι "...... Παρέσχε οποιαδήποτε συνδρομή στις πράξεις του (=του πρώτου) αφού εξέδωσε από το δικό της μπλοκ και παρέδωσε στον συγκατηγορούμενό της έξι (6) από τις εν λόγω επιταγές συνολικού ποσού 108.005,45 ευρώ, τελώντας εν γνώσει ότι ουδέποτε τις εν λόγω επιταγές τις είχε αποδεχθεί ο εγκαλών...", δεν προκύπτει ποιά ακριβώς πράξη αποδίδεται σ'αυτή, η οποία να συνιστά τα άνω εγκλήματα, καθόσον η έκδοση 6 επιταγών από ιδικό της μπλοκ ουδόλως συνιστά αξιόποινη συμπεριφορά, πολλώ δε μάλλον όταν δεν εκτίθεται ότι οι επιταγές αυτές ήσαν ακάλυπτες. Επί πλέον διότι το εκτιθέμενο σ'αυτό (=προσβαλλόμενο βούλευμα) ότι την έκδοση των επιταγών την έπραξε "τελώντας εν γνώσει ούτι ουδέποτε τις εν λόγω επιταγές τις είχε αποδεχθεί ο εγκαλών" δεν καθιστά τούτο αιτιολογημένο, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν νοείται αποδοχή επιταγής.
ΙΙ) Επειδή ο λόγος αναίρεσης περί εσφαλμένης ερμηνείας - εφαρμογής συνίσταται όταν το συμβούλιο αποδίδει (-με το προσβαλλόμενο βούλευμά του) στην οικεία ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από αυτή που πράγματι έχει (στην περίπτωση της εσφαλμένης ερμηνείας)- βλ. ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2/2000 ολ, ΑΠ 3/97 ολ. κ.α., Μπουρόπουλο Ερμ. ΚΠΔ τομ. β'σελ. 199, Ζησιάδη Ποινική Δικονομία τόμ. γ σελ. 291, Καρρά Δικονομικό Ποινικό Δίκαιο (2007) σελ. 952- ή όταν υπάγει τα πραγματικά περιστατικά σε διάταξη ποινικού νόμου που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. ΑΠ 1527/2000, ΑΠ 1489/89, ΑΠ 1128/2004 κ.α.) - στην περίπτωση της εσφαλμένης εφαρμογής- πχ διότι δεν συγκεντρώνουν όλους τους όρους του εγκλήματος που προβλέπονται από αυτή (βλ. ΑΠ 240/85, ΑΠ 1489/89 κ.ά.). Έτσι πρέπει να αναφέρονται τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το συμβούλιο και σε τί -σε σχέση με αυτά- συνίσταται το σφάλμα περί την ερμηνεία - εφαρμογή του οικείου ποινικού νόμου (βλ. και ΑΠ 567/2006, ΑΠ 67/2006, ΑΠ2/2000 ολ, ΑΠ 443/2004, ΑΠ 1643/2003 κ.α.) ΑΠ 1339/2005 -διότι άλλως ο σχετικός λόγος είναι ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης και συνεπώς απαράδεκτος (474 § 2, 476 § 1 Κ.Π.Δ.). Στην περίπτωση δε της εσφαλμένης εφαρμογής - ερμηνείας όταν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν αξιόποινη πράξη και έχει εξαντληθεί η κατηγορία (δεν απαιτείται συνεπώς νέα παραπομπή στο συμβούλιο), το συμβούλιο του Αρείου Πάγου αποφαίνεται να μην γίνει κατηγορία -485 § 1 Κ.Π.Δ.- βλ. και ΑΠ 1506/2005, ΑΠ 351/2003, ΑΠ 1281/2002, ΑΠ 227/92, ΑΠ 858/2004, ΑΠ 140/2003 κ.ά.- Επειδή έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ή στην υιοθετουμένη υπ'αυτού εισαγγελική πρόταση -ΑΠ 501/2006, ΑΠ 1762/2006, ΑΠ 1071/2005, ΑΠ 1273/2005 κ.ά.- με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και στηρίζουν την κρίση του συμβουλίου για την ύπαρξη αποχρωσών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για την πράξη που παραπέμπεται ......(βλ. ΑΠ 1128/2002, ΑΠ 1/2005 ολ, ΑΠ 9/2001 ολ. κ.ά.). Και στην περίπτωση αυτή, πρέπει να εκτίθενται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή κλπ-βλ ΑΠ 855/2006, ΑΠ 19/2001 ολ, ΑΠ 1527/2005, ΑΠ 1643/2003 κ.ά.- Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 47 § 1 Π.Κ. όποιος παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως απλός συνεργός (βλ. και ΑΠ 1191/2001, ΑΠ 683/99, ΑΠ 1280/2005, 373/2003 κ.ά.). Για την ύπαρξη απλής συνέργειας υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού που συνιστάται στη γνώση της τελέσεως από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωσή της (ΑΠ 26/95, ΑΠ 382/87, ΑΠ 516/81, ΑΠ 1676/2005, ΑΠ 101/2002, ΑΠ 1588/2000 κ.ά.). Η απλή συνέργεια δύναται να τελεσθή και κατεξακολούθηση (βλ. 794/84, ΑΠ 73/84, ΑΠ 1281/85 κ.ά.), ο δε σκοπός της § 3 του άρθρου 216 ΠΚ πρέπει να υπάρχει και σ'αυτόν, όχι δηλ. μόνο στον αυτουργό, για να υπαχθεί και αυτός στην § 3 του άρθρου 216 ΠΚ, αφού ο σκοπός αυτός ανάγεται στο υποκειμενικό στοιχείο της πράξης (πρ.βλ. ΑΠ 1066/95, ΑΠ 1318/88, ΑΠ 1859/2000, ΑΠ 1246/90, Μυλωνόπουλο, Ποινικό Δίκαιο (2005) σελ. 93). Επειδή για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτείται, μεταξύ των άλλων, όπως από την παράσταση ψευδών γεγονότων κλπ προκληθεί πλάνη στον απατώμενο συνεπεία της οποίας αυτός προβαίνει σε πράξη η παράλειψη ή ανοχή που ενέχει περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα, εξ' αυτής αμέσως πηγάζουσας, τη βλάβη της περιουσίας του πλανωμένου ή άλλου (βλ. Μπουρόπολο Ερμ. ΠΚ τόμ. γ' σελ. 77-78, Αποστολίδου Απάτη- (2000) σελ. 512 επ., όπου και παραπομπές Πατεράκη-Απάτη- (2001) σελ. 72, 133 με παραπομπές, Τούση-Γεωργίου ΠΚ (1967/1056 Νο 17 με παραπομπές, ΑΠ 1642/2002, ΑΠ 858/2004, ΑΠ 1558/91, ΑΠ 1310/2001, ΑΠ 1203/99, ΑΠ 507/97, ΑΠ 1277/90 κ.ά.), εφόσον, σε σχέση με τον άλλον, ο πλανώμενος έχει από το νόμο ή τα πράγματα τη δυνατότητα να διαθέσει την ξένη περιουσία (βλ. ΑΠ 1296/2002, ΑΠ 760/2000, κ.ά.). Επομένως δεν αρκεί όταν η βλάβη είναι έμμεση. Εξ' άλλου το περιουσιακόν όφελος, το οποίο επιδιώκεται με την απατηλή συμπεριφορά, πρέπει να προέρχεται από την βλαβείσα περιουσία (βλ. ΑΠ 2264/2003, ΑΠ 1506/2005, ΑΠ 760/2000 κ.ά., Μυλωνόπουλο ΠΧρ ΜΑ 570, Γάφο τεύχος ΣΤ 153, Σπινέλη-Ειδικό Ποινικό -σελ. 115-6).
ΙΙΙ) Επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε ότι "από το περιεχόμενο της έγκλησης, τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν και εκτιμήθηκαν κάθε μία χωριστά και στο σύνολο τους σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα προέκυψαν τα ακόλουθα: Ο εγκαλών το έτος 2000 είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του στη Φαρμακευτική σχολή του Πανεπιστημίου και συνέχιζε τις σπουδές του στην Ιατρική σχολή καθόσον δεν επιθυμούσε να ασκήσει το επάγγελμα του φαρμακοποιού. Έτσι ο πρώτος κατηγορούμενος, που είναι ιατρός το επάγγελμα, ήλθε σε επαφή με τον εγκαλούντα και του πρότεινε έναντι οικονομικού ανταλλάγματος να του παραχωρήσει την άδεια επαγγέλματος του φαρμακοποιού, ώστε να λειτουργήσει φαρμακείο στη .... Λακωνίας, το οποίο θα εκμεταλλευόταν ο ίδιος μαζί με την δεύτερη κατηγορουμένη και σύζυγο του, η οποία ήδη λειτουργούσε ως φαρμακοποιός ατομική επιχείρηση φαρμακείου στην περιοχή...... Αττικής. Έτσι μεταξύ του εγκαλούντα Ψ1 και του πρώτου κατηγορουμένου καταρτίσθηκε σχετική σύμβαση και συμφωνήθηκε ο εγκαλών να παίρνει κάθε μήνα ένα συγκεκριμένο ποσόν που για τα έτη 2002-2003 ανερχόταν στο ποσό των 300.000 δραχμών και ο πρώτος κατηγορούμενος θα λειτουργούσε το φαρμακείο με αποκλειστικά δικές του δαπάνες, προσλαμβάνοντας ο ίδιος το προσωπικό και αναλαμβάνοντας όλες τις υποχρεώσεις της εμπορικής αυτής δραστηριότητας. Το φαρμακείο λειτούργησε με τους ανωτέρω όρους και ο πρώτος κατηγορούμενος είχε ιδρύσει στο μεταξύ και μια Ε.Π.Ε. με την επωνυμία "....... Ε.Π.Ε." με αντικείμενο εκτός των άλλων τη λειτουργία και εκμετάλλευση φαρμακείων σε διάφορες πόλεις της ελληνικής επικράτειας. Για τις ανάγκες της ανωτέρω δραστηριότητας του ο πρώτος κατηγορούμενος διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό της στην Τράπεζα "ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ", όπως και η δεύτερη κατηγορουμένη προσωπικό λογαριασμό στην ίδια Τράπεζα, από τους λογαριασμούς δε αυτούς είχαν ο καθένας χωριστά αυτοτελές δικαίωμα έκδοσης επιταγών. Ενώ έτσι είχαν τα πράγματα και ο πρώτος κατηγορούμενος είχε εξασφαλίσει ένα εμφανή εταίρο που είχε μεγάλη ακίνητη περιουσία δηλαδή τον εγκαλούντα στην επιχείρηση του φαρμακείου στη ..... Λακωνίας προέβηκε στο όνομα του φαρμακείου στην αγορά ασυνήθιστα μεγάλων ποσοτήτων φαρμάκων από διάφορες εταιρείες και συνεταιρισμούς τις οποίες (ποσότητες φαρμάκων) στη συνέχεια μεταπώληση, σε τιμές χονδρικής σε διάφορα φαρμακεία ενσωματώνοντας στην περιουσία του τις εισπράξεις από τις εν λόγω πωλήσεις, στις οποίες εμφάνιζε ως αγοραστή στους διάφορους προμηθευτές και έτσι οφειλέτη, τον εγκαλούντα. Ειδικότερα; τόσο αυτός όσο και η σύζυγός του (δεύτερη κατηγορουμένη) εξέδωσαν επιταγές από τα ανωτέρω μπλοκ επιταγών σε διαταγή του εγκαλούντα και στη θέση του πρώτου οπισθογράφου ο πρώτος κατηγορούμενος σε όλες τις επιταγές, συνολικά δεκαπέντε (15) έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνεται ότι έχει τεθεί απ' αυτόν, εξαπατώντας έτσι τους προμηθευτές στους οποίους παρέδωσε τις εν λόγω επιταγές ότι το πρόσωπο που συναλλάσσονταν ήταν ο εγκαλών, του οποίου ζημιώθηκε η περιουσία κατά το συνολικό ποσό των επιταγών που ανέρχεται στο ποσό των 175.358,02 ευρώ με αντίστοιχο δικό του παράνομο όφελος και της συγκατηγορουμένης του η οποία παρέσχε οποιαδήποτε συνδρομή στις πράξεις του, δηλαδή της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και της απάτης κατ' εξακολούθηση με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, αφού εξέδωσε από το δικό της μπλοκ και παρέδωσε στον συγκατηγορούμενό της έξι (6) από τις εν λόγω επιταγές συνολικού ποσού 108.005,48 ευρώ, τελώντας εν γνώσει ότι ουδέποτε τις εν λόγω επιταγές τις είχε αποδεχθεί ο εγκαλών. Ειδικότερα, οι επιταγές που εξέδωσαν οι δύο κατηγορούμενοι και στη συνέχεια πλαστογραφήθηκαν ως ανωτέρω από τον πρώτο κατηγορούμενο στη θέση του πρώτου οπισθογράφου είναι οι ακόλουθες: 1) Αριθμ.επιταγής: ......., τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 20-1-2003 Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 8.362,51€ εκδότης: ...... μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στον .... (Συνεταιρισμός Φαρμακοποιών .....). 2) Αριθμ.επιταγής:........, τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 20-2-2003 Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 10.000€ εκδότης: επιχειρήσεις ....... μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στον ..... (Συνεταιρισμός Φαρμακοποιών ......). 3) Αριθμ.επιταγής: ......, τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 20-3-2003 Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 10.000€ εκδότης: επιχειρήσεις ...... μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στον ...... (Συνεταιρισμός Φαρμακοποιών .....). 4) Αριθμ.επιταγής: ......., τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 8-11-2002, Πληρώτρια Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 8.243,4€ εκδότης: επιχειρήσεις ...... μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στην εταιρία με την επωνυμία PHARMAGROUP Α.Ε.. 5) Αριθμ.επιταγής: ......, τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 10-1-2003, Πληρώτρια Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 3.916,34€ εκδότης: επιχειρήσεις ........ μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στην εταιρία με την επωνυμία PHARMAGROUP Α.Ε. 6)Αριθμ.επιταγής: ....., τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 10-2-2003, Πληρώτρια Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 5.480,78€ εκδότης: επιχειρήσεις ...... μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στην εταιρία με την επωνυμία PHARMAGROUP Α.Ε.. 7) Αριθμ.επιταγής: ......., όπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 30-11-2002, Πληρώτρια Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 8.536,90€ εκδότης: επιχειρήσεις ....... μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στην εταιρία με την επωνυμία BOEHRINGER INGELHEIM ΕΛΛΑΣ Α.Ε.. 8) Αριθμ.επιταγής: ......., τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 7-12-2002, Πληρώτρια Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 8.836,62€, εκδότης: επιχειρήσεις ...... μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στην εταιρία με την επωνυμία BOEHRINGER INGELHEIM ΕΛΛΑΣ Α.Ε.. 9) Αριθμ.επιταγής: ......, τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 10-3-2003, Πληρώτρια Τράπεζα:ΑLΡΗΑ BANK, ποσό:12.812,61€, εκδότης: επιχειρήσεις ...... μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στην εταιρία με την επωνυμία GLAXO SMITH KLINE Α.Ε.Β.Ε.. 10) Αριθμ.επιταγής: ....., τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 16-11-2002, Πληρώτρια Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 49.069,84€, εκδότης: Φαρμακείο Χ1 μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στην εταιρία με την επωνυμία GLAXO SMITH KLINE Α.Ε.Β.Ε.. 11) Αριθμ.επιταγής: ....., τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 22-12-2002, Πληρώτρια Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 9.772,85€, εκδότης:Φαρμακείο Χ1 μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στην εταιρία με την επωνυμία GLAXO SMITH KLINE Α.Ε.Β.Ε.. 12) Αριθμ.επιταγής: ......, τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 29-12-2002, Πληρώτρια Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 4.531,04€, εκδότης: Φαρμακείο Χ1 μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στην εταιρία με την επωνυμία GLAXO SMITH KLINE Α.Ε.Β.Ε.. 13) Αριθμ.επιταγής: ......, τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 19-12-2002, Πληρώτρια Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 16.245,68€, εκδότης: Φαρμακείο Χ1 μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στην εταιρία με την επωνυμία ALLEN ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ Α.Ε.. 14) Αριθμ.επιταγής: ....., τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης:11-3-2003, Πληρώτρια Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 20957,17€, εκδότης: Φαρμακείο Χ1 μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στην εταιρία με την επωνυμία PHARMAGROUP Α.Ε.. 15) Αριθμ.επιταγής: ....., τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 2-12-2002, Πληρώτρια Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 7.428,90€, εκδότης: Φαρμακείο Χ1 μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στην εταιρία με την επωνυμία PHARMAGROUP Α.Ε.. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται τις πράξεις των και διατείνονται, ότι οι επίδικες επιταγές αφορούσαν υποχρεώσεις του φαρμακείου στη ..... Λακωνίας που ήταν στο όνομα του εγκαλούντα και ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε τη ρητή συναίνεση του εγκαλούντα προκειμένου να θέσει την υπογραφή του στις επιταγές στη θέση του πρώτου οπισθογράφου, πλην όμως ο ισχυρισμός τους αυτός δεν βρίσκει έρεισμα σε κανένα αξιόπιστο στοιχείο της δικογραφίας. Αντίθετα, το γεγονός ότι οι εν λόγω επιταγές αφορούν αγορές φαρμάκων όπως προεκτέθηκε ασυνήθιστα μεγάλων ποσοτήτων, ήτοι αξίας 175.358,02 ευρώ και καλύπτουν, όπως προκύπτει από τις επιταγές, χρονικό διάστημα ενός τριμήνου περίπου (Νοέμβριος 2002 έως Μάρτιος 2003) είναι φανερό ότι αφορούν αγορές φαρμάκων που εξυπηρετούσαν την ανωτέρω Ε.Π.Ε., χρέη της οποίας μετέθεσαν έτσι στην του εγκαλούντα αφού οι επιταγές, ουδέποτε πληρώθηκαν και οι κομιστές των απαιτήσεων τους σε βάρος του εγκαλούντα. Περαιτέρω και ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων, ότι οι πράξεις φέρουν χαρακτήρα πλημμελήματος αφού πρόκειται για κατ' εξακολούθηση έγκλημα και κάθε μια χωριστά δεν υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ θα πρέπει ν' απορριφθεί αφού κατ' άρθρο 98 παρ.2 Π.Κ., όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.11 Ν.2721/99 η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Επισημαίνεται, ότι το συνολικό ποσό που ζημιώθηκε ο εγκαλών ανέρχεται στο ύψος των 175.358,02 ευρώ με αντίστοιχο περιουσιακό όφελος που σκοπήθηκε και βλάβη που επήλθε συνολικά στην περιουσία του εγκαλούντα αφού και μόνο οι επιταγές που εξέδωσε η δεύτερη κατηγορουμένη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 108.005,48 ευρώ. Επειδή κατόπιν των ανωτέρω το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το να δεχθεί, όπως με το βούλευμα που προσβάλλεται προκύπτει, ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων κατηγορουμένων, που να δικαιολογούν την παραπομπή τους στο ακροατήριο για να δικασθούν για τις αξιόποινες πράξεις: α) της απάτης κατ' εξακολούθηση με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και β) της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση με χρήση με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ (ο πρώτος εκκαλών) και γ) της απλής συνέργειας στις ανωτέρω πράξεις (η δεύτερη εκκαλούσα) (άρθρα 1, 13γ, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 47 παρ.1, 94, 98 παρ.1 και 2, 216 παρ.1 και 3α και 386 παρ.1 και 3β, όπως το εδ.α' της παρ.3 του άρθρου 216 αντικ. με το άρθρο 14 παρ.2α Ν.2721/99 και η παρ.3 του άρθρου 386 αντικ. με το άρθρο 14 παρ.4 Ν.2721/99) σε ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών προέβηκε και ορθά υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Έτσι θα πρέπει ν' απορριφθούν στην ουσία τους οι υπό κρίση εφέσεις και να επικυρωθεί το βούλευμα που προσβάλλεται (άρθρο 319 παρ.3 ΚΠΔ), στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του οποίου επιπρόσθετα αναφέρεται". Ενόψει των ανωτέρω συνάγεται σαφώς ότι ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος αφού δεν γίνεται ειδικώτερη αναφορά των ελλειπόντων μεν πλην απαραιτήτων κατά νόμο πραγματικών περιστατικών. Σε σχέση με τον δεύτερο λόγο είναι αβάσιμος αφού εκτίθενται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν αφενός μεν την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας και της απλής συνέργειας σ'αυτήν -όπως απαιτούν τα άρθρα 216 § § 1-3, 47 § 1,98 ΠΚ, - τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς και οι λόγοι και ειδικώτερα ότι ο πρώτος κατηγορούμενος αφού εξέδωσε (δηλ. υπέγραψε) ως εκδότης με την ιδιότητα του εκπροσώπου της ΕΠΕ της εταιρείας "......." και σε διαταγή του εγκαλούντος τις αναφερόμενες 1 έως και 9 επιταγές, η δε δεύτερη αφού εξέδωσε ως εκδότης και δη ατομικά τις αναφερόμενες 10-15 επιταγές, συνολικού ποσού 108.005,48 ευρώ, σε διαταγή του εγκαλούντος και τις παρέδωσε στον πρώτο, ο τελευταίος έθεσε αυθαίρετα σε όλες στην θέση του πρώτου οπισθογράφου την υπογραφή του εγκαλούντος, ότι δήθεν αυτός τις μεταβίβασε στους αναφερομένους πωλητές φαρμάκων, με σκοπό να παραπλανήσει αυτούς περί της γνησιότητά τους και έτσι δεχθούν αυτές έναντι του τιμήματος της κάθε φορά πωλήσεως αντιστοίχου ποσότητας φαρμάκων προς την επιχείρηση του φαρμακείου που εκμεταλλεύονταν οι κατηγορούμενοι και έτσι παραδώσουν σ'αυτόν -που εμφανιζόνταν αγοραστής- τα πωλούμενα υπ'αυτών φάρμακα, με σκοπό να περιποιήσουν στους εαυτούς τους παράνομα την αντίστοιχη περιουσιακή αξία αυτών, την οποία επιδίωκαν και δη ο πρώτος συνολική αξία 175.358,02 ευρώ, η δε δεύτερη 108.005,48 ευρώ, πράγμα που και πέτυχαν. Ειδικώτερα δε η συγκεκριμένη συμπεριφορά της δεύτερης κατηγορουμένης σαφώς περιγράφεται και δη "έκδοση από το δικό της μπλόκ και παράδοση στον συγκατηγορούμενό της των έξι επιταγών συνολικού ποσού 108.005,48 ευρώ, εν γνώσει τελούσα ότι ουδέποτε τις εν λόγω επιταγές τις είχε αποδεχθεί ο εγκαλών" -Η έννοια του "αποδεχθεί" δεν είναι αυτή που φαίνεται να αποδίδει η αναιρεσείουσα αλλά έχει την έννοια της εκδόσεως αυτών σε διαταγή του εγκαλούντος με τον οποίο δεν είχε συναλλαγή έτσι ώστε να δικαιολογείται η προς αυτόν έκδοση- και της παραδόσεως τους στον πρώτο με σκοπό την χρησιμοποίησή τους. Ρητά δε γίνεται αναφορά στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι οι επιταγές δεν πληρώθησαν (βλ. 8ο φύλλο αυτού). Σε σχέση όμως με την πράξη της απάτης το προσβαλλόμενο βούλευμα εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 386 ΠΚ αφού δεν συντρέχουν εδώ τα στοιχεία αυτού. Συγκεκριμένα δε δεν υπάρχει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης των πλανηθέντων, ήτοι των πωλητών, και της φερομένης βλάβης του εγκαλούντος από πράξη (-παράλειψη-ανοχή) αυτών, ήτοι της αποδοχής των επιταγών από αυτούς. Η πράξη δηλ. των πλανηθέντων συνιστάται στην αποδοχή από αυτούς των επιταγών, η οποία όμως αποδοχή των επιταγών συνεπάγεται άμεση βλάβη αυτών των ιδίων και όχι του εγκαλούντος (όπως δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα). Οι πλανηθέντες δεν διέθεσαν με την αποδοχή των επιταγών κάποια περιουσιακή βλάβη και δη άμεση του εγκαλούντος. Αυτοί διέθεσαν τα εμπορεύματά τους και μόνο. Επομένως όπως έχουν τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, τα οποία και δεν χρήζουν περαιτέρω παραπομπής, δεν νοείται απάτη και συνεπώς συνέργεια σ'αυτή σε βάρος του εγκαλούντος.
Συνεπώς πρέπει γι'αυτή να μην γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων- 485 § 1 ΚΠΔ. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω όπως απορριφθούν οι υπ'αριθμ. 135,134/2006 αναιρέσεις των Χ2 και Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 699/2006 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών, να επικυρωθεί τούτο σε σχέση με την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση και κατεξακολούθηση από την οποί το συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και απλής συνέργειας κατεξακολούθηση σ'αυτή με το αυτός όφελος, και να αναιρεθεί τούτο σε σχέση με την πράξη της απάτης κατεξακολούθηση με συνολικό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και απλής συνεργείας σ'αυτή, την οποία φέρεται ότι τελέστηκε από αυτούς από Νοεμβρίου 2002 έως Μαρτίου 2003 στην Αθήνα σε βάρος του Ψ1, για την οποία δεν πρέπει να γίνει κατ'αυτών κατηγορία. Να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος αυτών. Αθήνα 14 Απριλίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή, και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 216 ΠΚ, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Στην περίπτωση δε τελέσεως πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με το ύψος του οφέλους ή της ζημίας και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 11 του Ν. 2721/1999, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου της πράξεως, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος, και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά την παράγραφο δε 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 386 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α).... β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ήδη 73.000 ευρώ). Μεταξύ των άνω εγκλημάτων της πλαστογραφίας και απάτης υφίσταται αληθής συρροή και δεν απορροφάται το ένα από το άλλο, έστω και αν ο δράστης της πλαστογραφίας χρησιμοποιεί τα πλαστά έγγραφα για να πείσει κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, δεδομένου ότι καθένα από τα εγκλήματα αυτά είναι αυτοτελές, αφού η αντικειμενική υπόσταση αυτών συγκροτείται από διαφορετικά περιστατικά και η μία πράξη δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο η επιβαρυντική περίσταση της άλλης. Τέλος, κατά το άρθρο 47 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγούμενου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης, που διέπραξε ο τελευταίος, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή, υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, που παρέχεται στον αυτουργό πριν ή κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, και που δεν είναι άμεση, εν γνώσει αυτού, που την παρέχει, για την τέλεση από τον αυτουργό ορισμένου εγκλήματος. Η απλή συνέργεια δύναται να τελεσθεί και κατ' εξακολούθηση, επί της συνέργειας δε αυτής σε πράξη κακουργηματικής πλαστογραφία, ο σκοπός του πορισμού παρανόμου περιουσιακού οφέλους από τον φυσικό αυτουργό πρέπει υποκειμενικά να συντρέχει και στο πρόσωπο του απλού συνεργού.
ΙΙ.- Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά, και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό αυτού ή στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση και με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά:
ΒΒΒΒ Ο εγκαλών το έτος 2000 είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του στη Φαρμακευτική σχολή του Πανεπιστημίου και συνέχιζε τις σπουδές του στην Ιατρική σχολή καθόσον δεν επιθυμούσε να ασκήσει το επάγγελμα του φαρμακοποιού. Έτσι ο πρώτος κατηγορούμενος, που είναι ιατρός το επάγγελμα, ήλθε σε επαφή με τον εγκαλούντα και του πρότεινε έναντι οικονομικού ανταλλάγματος να του παραχωρήσει την άδεια επαγγέλματος του φαρμακοποιού, ώστε να λειτουργήσει φαρμακείο στη .... Λακωνίας, το οποίο θα εκμεταλλευόταν ο ίδιος μαζί με την δεύτερη κατηγορουμένη και σύζυγό του, η οποία ήδη λειτουργούσε ως φαρμακοποιός -ατομική επιχείρηση φαρμακείου στην περιοχή ..... Αττικής. Έτσι μεταξύ του εγκαλούντα Ψ1 και του πρώτου κατηγορουμένου καταρτίσθηκε σχετική σύμβαση και συμφωνήθηκε ο εγκαλών να παίρνει κάθε μήνα ένα συγκεκριμένο ποσόν που για τα έτη 2002-2003 ανερχόταν στο ποσό των 300.000 δραχμών και ο πρώτος κατηγορούμενος θα λειτουργούσε το φαρμακείο με αποκλειστικά δικές του δαπάνες, προσλαμβάνοντας ο ίδιος το προσωπικό και αναλαμβάνοντας όλες τις υποχρεώσεις της εμπορικής αυτής δραστηριότητας. Το φαρμακείο λειτούργησε με τους ανωτέρω όρους και ο πρώτος κατηγορούμενος είχε ιδρύσει στο μεταξύ και μια Ε.Π.Ε. με την επωνυμία "......... Ε.Π.Ε." με αντικείμενο εκτός των άλλων τη λειτουργία και εκμετάλλευση φαρμακείων σε διάφορες πόλεις της ελληνικής επικράτειας. Για τις ανάγκες της ανωτέρω δραστηριότητάς του ο πρώτος κατηγορούμενος διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό της στην Τράπεζα "ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ", όπως και η δεύτερη κατηγορουμένη προσωπικό λογαριασμό στην ίδια Τράπεζα, από τους λογαριασμούς δε αυτούς είχαν ο καθένας χωριστά αυτοτελές δικαίωμα έκδοσης επιταγών. Ενώ έτσι είχαν τα πράγματα και ο πρώτος κατηγορούμενος είχε εξασφαλίσει ένα εμφανή εταίρο που είχε μεγάλη ακίνητη περιουσία δηλαδή τον εγκαλούντα στην επιχείρηση του φαρμακείου στη ..... Λακωνίας προέβηκε στο όνομα του φαρμακείου στην αγορά ασυνήθιστα μεγάλων ποσοτήτων φαρμάκων από διάφορες εταιρείες και συνεταιρισμούς τις οποίες (ποσότητες φαρμάκων) στη συνέχεια μεταπώλησε, σε τιμές χονδρικής σε διάφορα φαρμακεία ενσωματώνοντας στην περιουσία του τις εισπράξεις από τις εν λόγω πωλήσεις, στις οποίες εμφάνιζε ως αγοραστή στους διάφορους προμηθευτές και έτσι οφειλέτη, τον εγκαλούντα. Ειδικότερα, τόσο αυτός όσο και η σύζυγός του (δεύτερη κατηγορουμένη) εξέδωσαν επιταγές από τα ανωτέρω μπλοκ επιταγών σε διαταγή του εγκαλούντα και στη θέση του πρώτου οπισθογράφου ο πρώτος κατηγορούμενος σε όλες τις επιταγές, συνολικά δεκαπέντε (15) έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνεται ότι έχει τεθεί απ' αυτόν, εξαπατώντας έτσι τους προμηθευτές στους οποίους παρέδωσε τις εν λόγω επιταγές ότι το πρόσωπο που συναλλάσονταν ήταν ο εγκαλών, του οποίου ζημιώθηκε η περιουσία κατά το συνολικό ποσό των επιταγών που ανέρχεται στο ποσό των 175.358,02 ευρώ με αντίστοιχο δικό του παράνομο όφελος και της συγκατηγορουμένης του η οποία παρέσχε οποιαδήποτε συνδρομή στις πράξεις του, δηλαδή της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και της απάτης κατ' εξακολούθηση με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, αφού εξέδωσε από το δικό της μπλοκ και παρέδωσε στον συγκατηγορούμενό της έξι (6) από τις εν λόγω επιταγές συνολικού ποσού 108.005,48 ευρώ, τελώντας εν γνώσει ότι ουδέποτε τις εν λόγω επιταγές τις είχε αποδεχθεί ο εγκαλών. Ειδικότερα, οι επιταγές που εξέδωσαν οι δύο κατηγορούμενοι και στη συνέχεια πλαστογραφήθηκαν ως ανωτέρω από τον πρώτο κατηγορούμενο στη θέση του πρώτου οπισθογράφου είναι οι ακόλουθες: 1.- Αριθμ.επιταγής: ......, τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 20-1-2003 Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 8.362,51€ εκδότης: επιχειρήσεις ........ μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στον ..... (Συνεταιρισμός Φαρμακοποιών .....).
2.- Αριθμ.επιταγής: ......., τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 20-2-2003 Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 10.000€ εκδότης: επιχειρήσεις ...... μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στον ..... (Συνεταιρισμός Φαρμακοποιών ........). 3.- Αριθμ.επιταγής: ....., τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 20-3-2003 Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 10.000€ εκδότης: επιχειρήσεις ...... μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στον ...... (Συνεταιρισμός Φαρμακοποιών .......), 4.- Αριθμ.επιταγής: ....., τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 8-11-2002, Πληρώτρια Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 8.243,4€ εκδότης: επιχειρήσεις ....... μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στην εταιρία με την επωνυμία ΡΗΑRΜΑGROUP Α.Ε.. 5.- Αριθμ.επιταγής: ...., τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 10-1-2003, Πληρώτρια Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 3.916,346€ εκδότης: επιχειρήσεις ...... μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στην εταιρία με την επωνυμία PHARMAGROUP Α.Ε.. 6.- Αριθμ.επιταγής: ......, τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 10-2-2003, Πληρώτρια Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 5.480,78€ εκδότης: επιχειρήσεις ....... μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στην εταιρία με την επωνυμία ΡΗΑRMAGROUP Α.Ε..
7.- Αριθμ.επιταγής: ......, τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 30-11-2002, Πληρώτρια Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 8.536,90€ εκδότης: επιχειρήσεις ....... μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στην εταιρία με την επωνυμία ΒΟΕΗRINGER INGELHEIM ΕΛΛΑΣ Α.Ε.. 8.- Αριθμ.επιταγής: ......, τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 7-12-2002, Πληρώτρια Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 8.836,62€, εκδότης: επιχειρήσεις ...... μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στην εταιρία με την επωνυμία ΒΟΕΗRINGER ΙΝGΕLΗΕΙΜ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.. 9.- Αριθμ.επιταγής: ......, τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 10-3-2003, Πληρώτρια Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 12.812,61€, εκδότης: επιχειρήσεις ...... μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στην εταιρία με την επωνυμία GLAXO SMITH KLINE Α.Ε.Β.Ε..
10.- Αριθμ.επιταγής: ....., τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 16-11-2002, Πληρώτρια Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 49.069,84€, εκδότης: Φαρμακείο Χ1 μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στην εταιρία με την επωνυμία GLAXO SMITH KLINE Α.Ε.Β.Ε..) 11.- Αριθμ.επιταγής: ......, τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 22-12-2002, Πληρώτρια Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 9.772,85€, εκδότης: Φαρμακείο Χ1 μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στην εταιρία με την επωνυμία GLAXO SMITH KLINE Α.Ε.Β, Ε.
12.- Αριθμ.επιταγής: ......, τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης; 29-12-2002, Πληρώτρια Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 4.531,04€, εκδότης: Φαρμακείο Χ1 μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στην εταιρία με την επωνυμία GLAXO SMITH KLINE A.Ε.Β.Ε.. 13.- Αριθμ.επιταγής: ......., τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 19-12-2002, Πληρώτρια Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 16.245,68€, εκδότης: Φαρμακείο Χ1 μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στην εταιρία με την επωνυμία ΑLLEΝ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ Α.Ε..
14.- Αριθμ.επιταγής: ...., τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 11-3-2003, Πληρώτρια Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 20957,17€, εκδότης: Φαρμακείο Χ1 μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στην εταιρία με την επωνυμία ΡΗΑRΜΑGROUP Α.Ε..
15) Αριθμ.επιταγής: ......, τόπος έκδοσης: Αθήνα, χρόνος έκδοσης: 2-12-2002, Πληρώτρια Τράπεζα: ALPHA BANK, ποσό: 7.428,90€, εκδότης: Φαρμακείο Χ1 μεταβίβαση από τον φερόμενο λήπτη στην εταιρία με την επωνυμία ΡΗΑRΜΑGROUP Α.Ε..
Οι κατηγορούμενοι αρνούνται τις πράξεις των και διατείνονται, ότι οι επίδικες επιταγές αφορούσαν υποχρεώσεις του φαρμακείου στη ..... Λακωνίας που ήταν στο όνομα του εγκαλούντα και ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε τη ρητή συναίνεση του εγκαλούντα προκειμένου να θέσει την υπογραφή του στις επιταγές στη θέση του πρώτου οπισθογράφου, πλην όμως ο ισχυρισμός τους αυτός δεν βρίσκει έρεισμα σε κανένα αξιόπιστο στοιχείο της δικογραφίας. Αντίθετα, το γεγονός ότι οι εν λόγω επιταγές αφορούν αγορές φαρμάκων όπως προεκτέθηκε ασυνήθιστα μεγάλων ποσοτήτων, ήτοι αξίας 175.358,02 ευρώ και καλύπτουν, όπως προκύπτει από τις επιταγές, χρονικό διάστημα ενός τριμήνου περίπου (Νοέμβριος 2002 έως Μάρτιος 2003) είναι φανερό ότι αφορούν αγορές φαρμάκων που εξυπηρετούσαν την ανωτέρω Ε.Π.Ε., χρέη της οποίας μετέθεσαν έτσι στην περιουσία του εγκαλούντα αφού οι επιταγές, ουδέποτε πληρώθηκαν και οι κομιστές στράφηκαν προς ικανοποίηση των απαιτήσεών τους σε βάρος του εγκαλούντα. Περαιτέρω και ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων, ότι οι πράξεις φέρουν χαρακτήρα πλημμελήματος αφού πρόκειται για κατ' εξακολούθηση έγκλημα και κάθε μια χωριστά δεν υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ θα πρέπει ν' απορριφθεί αφού κατ' άρθρο 98 παρ.2 Π.Κ., όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.11 Ν.2721/99 η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Επισημαίνεται ότι το συνολικό ποσό που ζημιώθηκε ο εγκαλών ανέρχεται στο ύψος των 175.358,02 ευρώ με αντίστοιχο περιουσιακό όφελος που σκοπήθηκε και βλάβη που επήλθε συνολικά στην περιουσία του εγκαλούντα αφού και μόνο οι επιταγές που εξέδωσε η δεύτερη κατηγορουμένη υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 108.005,48 ευρώ...".
Με αυτά που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα και απέρριψε τις εφέσεις των κατηγορουμένων κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκτίθενται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον μεν αναιρεσείοντα Χ2, ως φυσικό αυτουργό, στην δε αναιρεσείουσα Χ1 ως απλή συνεργό, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή τους στο ακροατήριο και υπήγαγε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ.1,3, 386 παρ.1,3 και 47 του Π.Κ τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία. Η αιτίαση που αποδίδεται στο βούλευμα και από τους δύο αναιρεσείοντες ότι δεν διαλαμβάνονται σ' αυτό πραγματικά περιστατικά διακεκριμένα για καθένα των εγκλημάτων της πλαστογραφίας και απάτης που να δικαιολογούν την κρίση του συμβουλίου περί αληθούς πραγματικής συρροής μεταξύ των άνω εγκλημάτων είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Δέχεται το βούλευμα ότι η πράξη της πλαστογραφίας συνίσταται στην εν αγνοία του εγκαλούντος θέση της υπογραφής αυτού στη θέση του οπισθογράφου των αναφερομένων επιταγών εκδόσεως των αναιρεσειόντων, το γεγονός δε αυτό είναι διάφορο της παραπλάνησης τρίτων, συνισταμένης στην, μετά την πλαστογράφηση των επιταγών, μεταβίβαση αυτών σε προμηθευτές φαρμάκων από τους οποίους ο πρώτος αναιρεσείων αγόρασε εμπορεύματα ίσης αξίας με το ποσό των επιταγών, από δε την πράξη του αυτή ωφελήθηκε αυτός με αντίστοιχη ισόποση ζημία του εγκαλούντος. Τέλος, και η αιτίαση της αναιρεσείουσας Χ1 για έλλειψη αιτιολογίας του βουλεύματος, συνισταμένης στη μη αναφορά πραγματικών περιστατικών τα οποία θεμελιώνουν απλή συνέργεια αυτής στις πράξεις του συζύγου της και δικαιολογούν την παραπομπή της, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αφού το συμβούλιο δέχεται ότι και αυτή εξέδωσε εις διαταγή του πολιτικώς ενάγοντος έξι (6) από τις δέκα πέντε (15) επιταγές τις οποίες εν συνεχεία παρέδωσε στον σύζυγό της και εκείνος πλαστογράφησε κατά τα ανωτέρω, εξέδωσε δε τις επιταγές αυτές εν γνώσει της ότι ουδεμία συναλλαγή είχε με τον μηνυτή ώστε να δικαιολογείται η απ' αυτήν έκδοση σε διαταγή του, υπ' αυτήν δε την έννοια, την ανυπαρξία δηλαδή οφειλής της, αδοκίμως διαλαμβάνεται στο βούλευμα ότι ο μηνυτής δεν είχε αποδεχθεί τις επιταγές.
Συνεπώς, οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως, με τις οποίες αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 134/16-11-2006 αίτηση της Χ1 και την υπ' αριθμ.135/16-11-2006 αίτηση του Χ2, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 699/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική πλαστογραφία και απάτη και απλή συνέργεια στις πράξεις αυτές. Έννοια και στοιχεία των άνω πράξεων. Ορθή εφαρμογή του νόμου και αιτιολογημένη από το Συμβούλιο παραπομπή.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία.
| 0
|
Αριθμός 1689/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνστντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου x1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, για αναίρεση της με αριθμό 528/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαΐου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 940/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 501 παρ. 1 ΚΠΔ αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη.... Η διάταξη του άρθρου 349 του ίδιου Κώδικα για αναβολή της συζήτησης, εφαρμόζεται και υπέρ του εκκαλούντος που δεν μπόρεσε να εμφανισθεί για λόγους ανώτερης βίας κλπ. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση, με την οποία συμπροσβάλλεται και η προπαρασκευαστική απόφαση που απέρριψε αίτημα αναβολής. Εξ άλλου η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία το δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής απόφασης στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του (Ολ.ΑΠ 7/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 528/2007 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 258/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μουζακίου με την οποία καταδικάσθηκε για κατ' εξακολούθηση έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων. Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της αποδεικνύεται ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δεν εμφανίσθηκε ο εκκαλών κατηγορούμενος, αλλά αντ' αυτού εμφανίσθηκε, ως άγγελος, ο δικηγόρος Τρικάλων Θεόδωρος Μπίτσιος, ο οποίος ανήγγειλε ότι ο κατηγορούμενος αδυνατεί λόγω ασθενείας της αδελφής του να εμφανισθεί στο ακροατήριο και ζήτησε την αναβολή της δίκης. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του προσκόμισε στο δικαστήριο την από 23-3-2007 δήλωση του κατηγορουμένου με το ακόλουθο περιεχόμενο "... Προς το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας. Ο κάτωθι υπογράφων x1 δηλώνω υπεύθυνα ότι από την Παρασκευή 23-3-2007 βρίσκομαι στην Αθήνα και συγκεκριμένα συμπαρίσταμαι στην αδελφή μου η οποία νοσηλεύεται στο νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ. Δεν δύναμε να εμφανισθώ σήμερα στο δικαστήριό σας διότι δεν υπάρχει άλλος πιο κοντινός συγγενής. Παρακαλώ όπως μου δώσετε μια σύντομη αναβολή της υποθέσεώς μου. 23-3-2007. Ο ΔΗΛΩΝ x1.. ". Το δικαστήριο, ακολούθως, απέρριψε το αίτημα αναβολής ως ουσιαστικά αβάσιμο και την έφεση ως ανυποστήρικτη, με την εξής αιτιολογία όσον αφορά την παρεμπίπτουσα απόφαση "...Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 349 παρ.1 ΚΠΔ ο κατηγορούμενος μπορεί να υποβάλλει αίτημα αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων στο πρόσωπό του. Στην προκειμένη περίπτωση το παραπάνω αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως προσχηματικό και ότι υποβάλλεται προς παρέλκυση της δίκης, αλλά και ως αβάσιμο, διότι δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο (η κατάθεση του αγγέλου του κατηγορουμένου δεν ενισχύθηκε από κάποιο έγγραφο όπως λ.χ. εισιτήριο της αδελφής του κατηγορουμένου στο εν λόγω νοσηλευτικό ίδρυμα). Εξάλλου, ο κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να αναθέσει με πληρεξούσιο την υπεράσπισή του σε δικηγόρο... ". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο εκκαλών κατηγορούµενος, είχε κλητευθεί νοµίµως και εµπροθέσµως για να παραστεί κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του, όπως τούτο προέκυπτε από το µε ηµεροµηνία .... αποδεικτικό επιδόσεως του υπηρετούντος στο Α. Τ. Λάρισας Αρχ/κα ....., για την προς τον ίδιο τον εκκαλούντα επίδοση και το από .... αποδεικτικό επιδόσεως του υπηρετούντος στο Α. Τ. Τρικάλων Αρχ/κα ......., προς τον αντίκλητο δικηγόρο του. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, η αιτιολογία της παραπάνω παρεµπίπτουσας αποφάσεως είναι ειδική και εµπεριστατωµένη, αφού, εκτιμώντας το περιεχόμενο της δήλωσης του κατηγορουμένου-εκκαλούντος, το δικαστήριο δέχεται ότι δεν επιβεβαιώνεται το γεγονός που φέρεται ότι συνιστά το σηµαντικό αίτιο αναβολής της δίκης, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Απορρίπτοντας δε, µετά ταύτα, το ίδιο Δικαστήριο ως ανυποστήρικτη την έφεση του µη εµφανισθέντος για να δικασθεί ενώπιόν του εκκαλούντος κατηγορουµένου, ο οποίος είχε κλητευθεί, όπως προαναφέρθηκε, νοµίµως και εµπροθέσµως δεν υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του. Περαιτέρω, αναφορικά με το νόμιμο της κλητεύσεώς του, η προβαλλόμενη αιτίαση ότι είναι άκυρο το από .... αποδεικτικό επιδόσεως σ' αυτόν, από τον Αρχ/κα του Β' Α. Τ. Λαρίσης ........, της κλήσεως του Εισαγγελέα Πληµ/δικών Καρδίτσας, για να εµφανισθεί αυτοπροσώπως ενώπιον του Τριµελούς Πληµµελειοδικείου Καρδίτσας κατά τη δικάσιµο της 26ης Μαρτίου 2007 γιατί δεν διευκρινίζεται σ' αυτό (αποδεικτικό) αν η επίδοση έγινε στον ίδιο προσωπικώς ή σε σύνοικό του ή αν θυροκολλήθηκε στην κατοικία του, είναι αβάσιμη αφού από την απλή επισκόπηση του συγκεκριµένου αποδεικτικού προκύπτει ανενδοιάστως ότι η προαναφερόµενη κλήση θυροκολλήθηκε στην επί της οδού ..... της .... κατοικία του αναιρεσείοντος, παρουσία του µάρτυρα Αστ/κα ......, γιατί δεν βρέθηκε τότε σ' αυτήν ούτε ο ίδιος ο αναιρεσείων προσωπικώς, ούτε άλλο από τα αναφερόµενα στο άρθρο 155 § 2 του ΚΠΔ πρόσωπα, φέρει δε παρά πόδας το ίδιο αποδεικτικό τις υπογραφές τόσο του θυροκολλήσαντος την κλήση οργάνου, όσο και του παραστάντος κατά τη θυροκόλληση µάρτυρα. Περαιτέρω, δεν ήταν απαραίτητη η επίδοση της ως άνω κλήσεως και προς τον φερόµενο ως αντίκλητο δικηγόρο του Θεόδωρο Μπίτσιο, καθόσον δεν υπηρετούσε τότε ο τελευταίος στην έδρα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόµενη απόφαση ή του Δικαστηρίου που δίκασε σε δεύτερο βαθµό, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 155 § 2 εδ. γ' & δ' και 498 εδ. β' του ΚΠΔ, αλλ' ήταν δικηγόρος και κάτοικος Τρικάλων, όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση της συνταχθείσης ενώπιον του Γραµµατέα του Πληµ/κείου Μουζακίου υπ'αριθ. 38/6-10-2006 εκθέσεως εφέσεως του αναιρεσείοντος. Τυχόν ακυρότητες, εποµένως, της επιδόσεως της παραπάνω κλήσεως προς τον προαναφερόµενο δικηγόρο Τρικάλων Θεόδωρο Μπίτσιο, δεν επηρεάζουν την έγκυρη επίδοσή της προς τον αναιρεσείοντα κατηγορούµενο, ο οποίος δεν είχε προβεί στο διορισµό αντικλήτου δικηγόρου στην έδρα των προαναφερόµενων Δικαστηρίων (Μουζάκι και Καρδίτσα).
Συνεπώς, οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'και Η'ΚΠΔ για έλλειψη αιτιολογίας και αρνητική υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμο και απορριπτέοι.
ΙΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 510 παρ.1 στοιχ.Α' σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 Α του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως ο οποίος λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, συνιστά και η απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο ένεκα μη τηρήσεως των διατάξεων οι οποίες καθορίζουν την σύνθεση του δικαστηρίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 γ' του ν. 1756/1988, όπως τροποποιηθείς ισχύει, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται από Πρόεδρο Πρωτοδικών και δύο Πρωτοδίκες και κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών δικαστηρίων προεδρεύει ο ανώτερος κατά βαθμόν ή, αν δεν υπάρχει ή κωλύεται, ο αρχαιότερος δικαστής. Εξ άλλου, με το άρθρο 5 του ίδιου Κώδικα, προβλέπεται η αναπλήρωση των δικαστών, αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται, η οποία γίνεται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, και δη αναπληρώνεται ο πρόεδρος πολυμελούς δικαστηρίου από άλλο δικαστή της ίδιας σύνθεσης ή του ίδιου δικαστηρίου (παρ. 1 Α' γ'). Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών, πολιτικών και ποινικών, δικαστηρίων, εάν οι συνθέσεις τους δεν ορίζονται με κλήρωση, οπότε έχει εφαρμογή το άρθρο 17 του ίδιου Κώδικα, ο πρόεδρος αναπληρώνεται από τον αρχαιότερο δικαστή και αυτός κωλυόμενος από τον αμέσως νεώτερο, η αναπλήρωση δε αυτή είναι θέμα εσωτερικής υπηρεσίας του δικαστηρίου και γίνεται αμέσως μόλις εμφανισθεί το κώλυμα, χωρίς έκδοση σχετικής πράξεως και χωρίς να είναι αναγκαίο, για την εγκυρότητα των πράξεων του αναπληρωτή, να μνημονεύεται σε αυτές ότι ενεργεί λόγω κωλύματος εκείνου, που διευθύνει το δικαστήριο, καθόσον ο νόμος δεν αξιώνει κάτι τέτοιο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας που την εξέδωσε συγκροτήθηκε από τους α) Χρυσαφίνα Ζυγούρη, Προεδρεύουσα Πλημμελειοδίκη, λόγω κωλύματος των Προέδρων β) Παναγιώτα Ράπτη, Πλημμελειοδίκη και γ) Τριανταφυλλιά Φραγκίδα, Πάρεδρο Πρωτοδικών. Η σύνθεση αυτή καταρτίσθηκε νόμιμα, κατά τα προεκτεθέντα, και η προβαλλόμενη με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αιτίαση για κακή σύνθεση του δικαστηρίου, καθόσον δεν μνημονεύεται στα πρακτικά αυτά ότι δεν υπήρχαν ή κωλύονταν πρωτοδίκες οι οποίο ήσαν αρχαιότεροι της Προεδρεύουσας, αν και τέτοιοι αρχαιότεροι δικαστές υπηρετούσαν στο Πρωτοδικείο Καρδίτσας, είναι αβάσιμη και απορριπτέα.
Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-5-2007 αίτηση του x1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 528/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επαρκής αιτιολογία αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται το αίτημα του κατηγορουμένου-εκκαλούντος για αναβολή της δίκης. Από την μετά ταύτα απόρριψη της εφέσεως ως ανυποστήρικτης, το δικαστήριο δεν υπερβαίνει (αρνητικώς) την εξουσία του. Εάν η επίδοση της κλήσης για εμφάνιση του κατηγορούμενου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο έγινε με θυροκόλληση, δεν είναι αναγκαία η επίδοση της κλήσης στον αντίκλητο δικηγόρο, εάν ο ως αντίκλητος διοριζόμενος με την έκθεση εφέσεως δεν υπηρετεί στην έδρα του δικαστηρίου που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση. Εντεύθεν τυχόν ακυρότητες της επίδοσης προς αυτόν δεν λαμβάνονται υπόψη. Δεν συνιστά κακή σύνθεση του δικαστηρίου και δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η παράλειψη αναφοράς στη σύνθεση του δικαστηρίου ότι η προεδρεύουσα Πλημμελειοδίκης, λόγω κωλύματος των Προέδρων Πρωτοδικών, είναι και η αρχαιότερη των υπηρετούντων στο δικαστήριο δικαστών. Απορρίπτει την αίτηση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Αναβολής αίτημα, Εφέσεως ανυποστήρικτο.
| 0
|
Αριθμός 1688/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντι-προέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα, Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 , που παρέστη με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιπποκράτη Μυλωνά και Κωνσταντίνο Λαμπράκη, για αναίρεση της με αριθμό 94/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσια δικηγόρο του Αθηνά Χουρμουζιάδου - Παπαστυλιανού. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2007 αίτησή της, καθώς και στο από 28 Σεπτεμβρίου 2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 656/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. 'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.94/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά "... ο πολιτικώς ενάγων Ψ1 κατά το έτος 1999 εκμεταλλευόταν νυκτερινό κέντρο διασκεδάσεως, επί της Λεωφόρου ...., στο οποίο απασχολούσε και αλλοδαπές. Με τα από ..... δύο ιδιωτικά συμφωνητικά η κατηγορουμένη εξεμίσθωσε σ' αυτόν δύο ημιυπόγεια επιπλωμένα διαμερίσματά της, τα οποία βρίσκονται στην Αθήνα, επί της οδού ...., το μεν πρώτο στον αριθμό 13, το δε δεύτερο στον αριθμό 24, επιφανείας 55 και 72 τ.μ. αντίστοιχα. Σκοπός της εκμισθώσεως ήταν η χρήση των διαμερισμάτων για τη διαμονή του αλλοδαπού προσωπικού, που ο εγκαλών - πολιτικώς απασχολούσε στην επιχείρησή του. Οι μισθώσεις αυτές καταρτίσθηκαν εικονικά η μεν πρώτη στο όνομα του Γ1, η δε δεύτερη στο όνομα του Γ2, ως μισθωτών, τα δε σχετικά μισθωτήρια κατατέθηκαν στην αρμόδια ΔΟΥ στις 16.6.1999. Η κατηγορουμένη για να διασφαλίσει τα εκ των παραπάνω μισθωτικών σχέσεων δικαιώματά της απέναντι στον εγκαλούντα, τον οποίο κατά το χρόνο εκείνο δεν γνώριζε, την επομένη της υπογραφής των μισθωτηρίων, δηλαδή στις 16.6.1999 του ζήτησε να υπογράψει και αυτός πράγματι υπέγραψε και της παρέδωσε την ακόλουθη υπεύθυνη δήλωση .... "Τριτεγγυώμαι υπέρ των 1) Γ1 ΑΔΤ ..... και 2) Γ2 ..... ΑΔΤ, οι οποίοι εμίσθωσαν τα επιπλωμένα διαμερίσματα τα ευρισκόμενα ......τα εξής: 1) Θα αναλάβω να πληρώσω εις το ακέραιον οποτεδήποτε οι κύριοι μισθωτές αυτών δεν σταθούν συνεπείς στις οικονομικές τους υποχρεώσεις προς την Χ1 τα τυχόν οφειλόμενα μηνιαία μισθώματα - ΔΕΚΟ - Κοινόχρηστα - ζημιές, όσον αφορά την εσωτερική επίπλωση αυτών και ζημιές όσον αφορά τα ίδια τα ακίνητα". Την δήλωση αυτή με το πιο πάνω περιεχόμενο ο κατηγορούμενος την υπέγραψε στις 16.6.1999, το δε γνήσιο της υπογραφής του βεβαιώθηκε ενώπιον της Αρχιφύλακος του Τμήματος Άνω Πατησίων Ζ1. Η κατηγορουμένη μέχρι τότε δεν γνώριζε τον εγκαλούντα. Έκτοτε και μέχρι τον Φεβρουάριο του 2000, αυτή, μαζί με τον σύζυγό της ......, πήγαιναν συχνά στο κέντρο διασκεδάσεως του εγκαλούντος, αναπτυχθείσας μεταξύ τους φιλικής σχέσεως, η οποία επέτρεψε στην πρώτη να ζητήσει από τον δεύτερο, κατά τις αρχές Φεβρουαρίου του 2000 δάνειο 1.200.000 δραχμών και μετά από ένα μήνα δάνειο 40.000 δραχμών. Η συμφωνία για το πρώτο δάνειο και η εκ μέρους του εγκαλούντος καταβολή του ποσού του 1.200.000 δρχ. έγιναν μέσα στο εις ..... κατάστημα του τελευταίου, παρουσία των μαρτύρων Β1 και ......, που εξετάστηκαν και στο ακροατήριο, καθώς και των Β2 και ........, των οποίων οι προανακριτικές καταθέσεις αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Οι τρείς τελευταίοι από τους εν λόγω μάρτυρες παρευρίσκοντο στο κατάστημα ως υπάλλληλοι του εγκαλούντος, ενώ ο πρώτος που είναι αστυνομικός και υπηρετούσε τότε στο Α/Τ Ηρακλείου, ως φίλος και κουμπάρος του. Το ποσό του δεύτερου δανείου δόθηκε αρχές Μαρτίου σε καφετέρια που βρίσκεται απέναντι από το Α/Τ Ηρακλείου, ενώπιον των προαναφερθέντων μαρτύρων Β1 και Β2. Για την εξασφάλιση της επιστροφής του πρώτου δανείου η κατηγορ. την ίδια ημέρα της καταρτίσεώς του παρουσία των προαναφερθέντων μαρτύρων, αποδέχθηκε έξι συν/κές εκδόσεως του κατηγορ. ποσού 200.000 δραχμών της καθεμιάς και λήξεως 30.6.2000, 30.9.2000, 30.11.2000, 31.1.2001, 31.3.2001 και 31.5.2001, αντίστοιχα, και τις παρέδωσε σ'αυτόν (βλ. αυτές αναγνωσθείσες σε φωτοτ.). Το δάνειο η κατηγορουμένη το χρειαζόταν για την κάλυψη υποχρεώσεώς της προς τον Ε1, κεφαλαίου 2.015.000 δραχμών, που είχε επιδικασθεί με την υπ'αριθμ. 5592/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, νομιμότοκα, που ήταν προσωρινά εκτελεστή και επιδιωκόταν η αναγκαστική εκτέλεσή της, η οποία τελεσιδίκησε μετά την απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεως με την υπ' αριθμ. 7387/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (βλ.αυτήν αναγν.). Στο τέλος Ιουνίου του 2000 με τη λήξη της πρώτης από τις παραπάνω συν/κές ο εγκαλών ζήτησε την εξόφλησή της, πλην όμως η κατηγορουμένη αρνήθηκε και λίγες μέρες αργότερα, ήτοι στις 10.7.2000 του επέδωσε με δικαστικό επιμελητή την αναγνωσθείσα από 5.7.2000 εξώδικη πρόσκλησή της, στην οποία, το πρώτον, ισχυριζόταν ότι η υποκειμένη αιτία των συν/κών δεν ήταν δάνειο, αλλά ότι αυτές είχαν εκδοθεί χάριν ευκολίας του, ώστε εκείνος να τις θέσεις σε κυκλοφορία και να τύχει πιστώσεως από τρίτους, του ζητούσε δε την επιστροφή της συν/κής που είχε λήξει. Στην εν λόγω εξώδικη πρόσκλησή της η κατηγορ. επικαλέστηκε και επισύναψε φωτοτυπικό αντίγραφο της προαναφερθείσας από 16.6.1999 υπεύθυνης δήλωσης του εγκαλούντος, στην οποία μετά το παραπάνω αρχικό κείμενο είχε προστεθεί η ακόλουθη παράγραφος "Δανείστηκα δε σήμερα παρά της κ.Χ1 τετρακόσιες εξήντα πέντε (465.000) δραχμές ισόποσα των εγγυήσεων με ημερομηνία επιστροφής των την 15.6.2000 και συναλλαγματικές ευκολίας ενός εκατομμυρίου τετρακοσίων χιλιάδων (1.400.000) δραχμών λήξεως30.4.00, 30.6.2000, 30.9.2000, 30.11.2000, 31.1.2001, 31.3.2001 και 31.5.2001, τις οποίες οικονομικά θα καλύψω εγώ και μόνον (200.00 Χ 7=1.400.000)". Η παράγραφος αυτή δεν υπήρχε στο αρχικό κείμενο της υπεύθυνης δήλωσης που υπέγραψε ο εγκαλών στις 16.6.99 ενώπιον της αρχιφύλακος του Α/Τ Πατησίων Ζ1, η οποία και βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής του, αλλά προστέθηκε εκ των υστέρων και συγκεκριμένα στις 30.6.2000 χωρίς την συναίνεσή του. Η γραφή της παραγράφου αυτής ανήκει στην κατηγορ., όπως και εκείνη του αρχικού κειμένου, που είχε υπογράψει ο εγκαλών, είναι όμως πυκνότερη από εκείνη τόσο ως προς τις αποστάσεις μεταξύ των γραμμάτων, όσο και ως προς εκείνες μεταξύ των σειρών και προδίδει την προσπάθεια της κατηγορουμένης να στριμώξει κυριολεκτικά το κείμενο της προσθήκης στο διάκενο μεταξύ του αρχικού κειμένου της δηλώσεως και της σφραγίδας του παραπάνω αστυνομικού τμήματος για τη γνησιότητα της υπογραφής του εγκαλούντος, έτσι ώστε η προσθήκη να καλυφθεί από αυτήν και να αποδοθεί στον εγκαλούντα. Με την προσθήκη αυτή η κατηγορουμένη νόθευσε την από 16.6.1999 υπεύθυνη δήλωση που υπέγραψε ο εγκαλών, εμφανίζοντας ότι οι συναλλαγματικές που αποδέχθηκε και παρέδωσε σε εκείνον δεν αφορούσαν το παραπάνω δάνειο, το οποίο πράγματι της είχε χορηγήσει, αλλά ότι ήταν συναλλαγματικές ευκολίας που του παρέδωσε για να εξυπηρετήσει δικές τους, οικονομικής φύσεως, ανάγκες, δηλαδή αυτή (κατηγ.) μετέβαλε την αιτία έκδοσης και αποδοχής των συν/κών από δάνειο σε συν/κές ευκολίας, προκειμένου να αποφύγει τις εκ του δανείου, έναντι του εγκαλούντος, υποχρεώσεις της. Η κατηγορουμένη στην προσπάθειά της να αποκρούσει την κατηγορία ισχυρίζεται ότι ποτέ δεν δανείστηκε χρήματα από τον εγκαλούντα, αλλά ότι το βράδυ της 15.6.1999, αφού είχαν υπογράψει τα παραπάνω μισθωτήρια και αυτή είχε εισπράξει από τον εγκαλούντα το ποσό των 465.000 δραχμών που αφορούσε τις συμφωνηθείσες γι' αυτά εγγυήσεις καλής εκτελέσεώς τους, ο τελευταίος επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί της και, επικαλούμενος έκτακτες οικονομικές ανάγκες του, της ζήτησε αφενός μεν να του επιστρέψει το παραπάνω ποσό των εγγυήσεων που της είχε ήδη καταβάλει, γιατί το είχε άμεση ανάγκη, αφετέρου δε να του δώσει και μερικές συν/κές ευκολίας για να καλύψει, από την κυκλοφορία τους, ένα μέρος από τις παραπάνω ανάγκες του και ότι την επομένη ημέρα 16.6.1999, πεισθείσα αυτή στις περί φερεγγυότητός του διεβεβαιώσεις, του επέστρεψε το ποσό των εγγυήσεων και του παρέδωσε τις προαναφερθείσες συν/κές ευκολίας για δική του εξυπηρέτηση και ότι, προς απόδειξη της όλης αυτής συμφωνίας τους, του ζήτησε να υπογράψει και αυτός πράγματι υπέγραψε την ένδικη, από 16.9.1999 δήλωση, ενώπιον της Αρχ/κος του Α/Τ Πατησίων καθ' όλο το περιεχόμενό της, ήτοι και ως προς την παραπάνω προσθήκη για την οποία την κατηγορεί ότι έχει νοθεύσει. Ο ισχυρισμός αυτός της κατηγορ. δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα και δεν δικαιολογείται από αυτά, καθόσον επισφαλής ήταν η οικονομική κατάσταση της κατηγορ. κατά τον επικαλούμενο από τον εγκαλούντα χρόνο συνάψεως του δανείου (Φεβρουάριος-Μάρτιος 2000) και όχι εκείνη του τελευταίου τόσο κατά το χρόνο όσο και κατά τον Ιούνιο του 1999. Ειδικότερα από το αναγνωσθέν υπ' αριθμ. .... πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Καλλιθέας προκύπτει ότι στις 2.3.2000 επί του κειμένου επί της οδού ..... στην Καλλιθέα διαμερίσματος της κατηγορ. γράφτηκε αναγκαστική κατάσχεση υπέρ του Ε1 για το ποσό των 3.298.081 δρχ., από δε την αναγνωσθείσα από .... εξοφλητική απόδειξη του πληρεξουσίου δικηγόρου του τελευταίου Κυριάκου Εξαρχάκου προκύπτει ότι η κατηγορ. την εν λόγω οφειλή της την εξόφλησε κατά την ημέρα αυτή (9.10.2000), δηλαδή έξι μήνες μετά την επιβολή της αναγκαστικής κατάσχεσης και αφού προηγουμένως είχε επισπευσθεί αναγκαστικός πλειστηριασμός του κατασχεθέντος ακινήτου. Από αυτά συνάγεται ότι η κατηγορ. τον Φεβρουάριο του 2000 αδυνατούσε πράγματι να εξοφλήσει την παραπάνω οφειλή της και για το λόγο αυτό ζήτησε και πήρε από τον εγκαλούντα το προαναφερθέν δάνειο του 1.600.000 δραχμών (1.200.000 + 400.000 δρχ.). Περαιτέρω, ενώ ο εγκαλών το οικονομικό έτος 2001 δηλώνει στη ΔΟΥ Νέου Ηρακλείου ακαθάριστα έσοδα από εμπορικές επιχειρήσεις 54.877.371 δρχ. και καθαρό συνολικό εισόδημα από ακίνητα και εμπορικές επιχειρήσεις 14.331.270 δρχ., η κατηγορ. δηλώνει προς τη ΔΟΥ Κ' Αθηνών εισόδημα μόνο από ακίνητα 4.473.000 δρχ., ο δε σύζυγός της δηλώνει εισόδημα μόνο από μισθωτές υπηρεσίες 1.595.910 (βλ. αναγν. εκκαθαριστικά σημειώματα). Τούτο δηλώνει ότι από πλευράς οικονομικής ισχύος ο μεν εγκαλών μπορούσε να χορηγήσει δάνειο στην κατηγορουμένη και δεν είχε κανένα λόγο να ζητήσει από αυτήν συναλλαγματικές ευκολίας, ακριβώς επειδή δεν τις είχε ανάγκη, η δε κατηγορουμένη αντιστρόφως είχε λόγο να ζητήσει δάνειο από τον εγκαλούντα και δεν μπορούσε να του χορηγήσει συν/κές ευκολίας, ακριβώς επειδή δεν είχε την απαιτούμενη, για το σκοπό αυτό, οικονομική δυνατότητα. Εξάλλου αν οι εν λόγω συν/κές ήταν ευκολίας, ο εγκαλών θα τις είχε ασφαλώς θέσει σε κυκλοφορία, ήτοι θα τις είχε οπισθογραφήσει σε τρίτους, γιατί μόνο έτσι θα εκπληρωνόταν η υποκείμενη σ'αυτές αιτία αποδοχής τους από την κατηγορ., πράγμα το οποίο όμως ουδέποτε συνέβη, ο δε εγκαλών εξακολουθεί να τις έχει στην κατοχή του, πράγμα που δηλώνει ότι η υποκείμενη, σ' αυτές, αιτία, ήταν το παραπάνω δάνειο, το οποίο ο εγκαλών χορήγησε στην κατηγορ. και η εκ του δανείου αυτού προσωπική της οφειλή έναντι εκείνου και όχι η πρόθεσή της να στηρίξει, χωρίς ευθύνη της, την πιστοληπτική του ικανότητα. Τέλος επισημαίνεται η αντιφατικότητα μεταξύ της πρώτης παραγράφου της ένδικης από 16.6.1999 δήλωσης του εγκαλούντος και της δεύτερης παραγράφου, που η κατηγορ. πρόσθεσε εκ των υστέρων. Έτσι με την πρώτη παράγραφο ο εγκαλών εγγυάται υπέρ της κατηγορ., ενώ με τη δεύτερη η κατηγορ. είναι εκείνη που εγγυάται υπέρ του εγκαλούντος, δηλαδή στην ουσία αντιστρέφονται οι όροι αμφοτέρων, η αντιστροφή δε αυτή επέρχεται, σύμφωνα με τον πιο πάνω ισχυρισμό της κατηγορ., πριν περάσουν 24 ώρες από τη σύναψη των μισθώσεων, ήτοι η κατηγορ. σύμφωνα με τον εν λόγω ισχυρισμό της, επιστρέφει στον εγκαλούντα το ποσό της εγγυήσεως και εγγυάται αυτή πλέον για εκείνον, αποδεχόμενη και παραδίδοντάς του συν/κές ευκολίας ποσού 1.200.000 δρχ., με όλους τους κινδύνους που η ενέργειά της αυτή συνεπάγεται, χωρίς μάλιστα να γνωρίζει την πολιτεία του, πέραν του ότι εκμεταλλεύεται νυκτερινό κέντρο, στο οποίο απασχολεί αλλοδαπές, που θα έκαναν χρήση των εκμισθωθέντων διαμερισμάτων, ήτοι περιστατικά που ήταν αποτρεπτικά της επικαλούμενης συμφωνίας. Η αντιφατικότητα αυτή ανάμεσα στις δύο παραγράφους αποκλείει το ενδεχόμενο να κατέστησαν αμφότερες συγχρόνως περιεχόμενο της δηλώσεως. Από όλα τα παραπάνω, πλήρως αποδεικνύεται ότι η κατηγορ. στις 30.6.2000 νόθευσε την πιο πάνω, από 16.9.1999 υπεύθυνη δήλωση του εγκαλούντος με την προσθήκη στο αρχικό κείμενό της τής δεύτερης παραγράφου που αναφέρεται παραπάνω, ενώ στις 25.1.2002, έκανε και χρήση της με το να την επικαλεστεί, ως αποδεικτικό μέσο, και να την επισυνάψει αυτούσια στην αναγν. από 31.12.2001 και υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 236/25.1.2002 αγωγή της κατά του εγκαλούντος, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Εξάλλου, πρέπει να λεχθεί ότι ο ισχυρισμός της κατηγορ. κατά τον οποίο η σύνταξη της δηλώσεως στο σύνολό της στις 16.6.1999 και πριν από τη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του δηλούντος, ήτοι του εγκαλούντος προκύπτει από τα κατατεθέντα στην αρμόδια Κ' ΔΟΥ Αθηνών δύο μισθωτήρια, που είχαν αριθμό καταχωρ. ... και ....., στα οποία είναι προσαρτημένη η δήλωση, δεν αντικρούσει τα αναφερόμενα παραπάνω. Ειδικότερα, στα χορηγηθέντα από την Εφορία φωτοτυπικά αντίγραφα των κατατεθέντων μισθωτηρίων στην κατηγ., που αναγνώσθηκαν (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. ..... έγγρ. της ΔΟΥ) φαίνεται ότι το με αριθμό καταχ. .... μισθωτήριο, που αφορά το επί της οδού ..... διαμέρισμα και του οποίου είχαν χορηγηθεί δύο πανομοιότυπα φωτοτυπικά αντίγραφα, η δήλωση αποτελεί την τέταρτη σελίδα του μισθωτηρίου, πλην όμως η σφραγίδα της Εφορίας είναι στην άνω δεξιά πλευρά της σελίδας και στη συνέχεια ακολουθεί η δήλωση, το τέλος της οποίας, που είναι και η τελευταία σελίδα του μισθωτηρίου δεν έχει σφραγίδα και υπογραφή της Εφορίας, πράγμα το οποίο θα είχε γίνει αν πράγματι η δήλωση είχε στις 16.6.99 κατατεθεί μαζί με το μισθωτήριο. Από το με αριθμό καταχ. .... μισθωτήριο, που αφορά το επί της οδού .... διαμέρισμα και του οποίου επίσης είχαν χορηγηθεί δύο φωτοτυπικά αντίγραφα, προκύπτει ότι στο ένα δεν είναι προσαρτημένη η δήλωση και έχει στην τελευταία τέταρτη σελίδα και την σφραγίδα της ΔΟΥ αρμοδίως υπογεγραμμένη, ενώ στο άλλο η δήλωση είναι προσαρτημένη τόσο στις ενδιάμεσες σελίδες όσο και στο τέλος, με την επισήμανση ότι η υπογεγραμμένη σφραγίδα της ΔΟΥ είναι στην προηγούμενη σελίδα και στις δύο επόμενες ακολουθεί η φωτοτυπία της δήλωσης, που δεν έχει (όπως στο ..... μισθωτ.) στο τέλος της, που είναι και η τελευταία σελίδα του μισθωτ. σφραγίδα και υπογραφή της Εφορίας, πράγμα που θα είχε γίνει αν πράγματι η δήλωση είχε κατατεθεί στις 16.6.1999 μαζί με το μισθωτήριο. Από αυτά προκύπτει ότι η δήλωση σε χρόνο μεταγενέστερο προσκομίστηκε στην Εφορία και με τη μέθοδο της φωτοτυπίας παρουσιάστηκε ως η τελευταία σελίδα του μισθωτηρίου (Βλ. Ολ.ΑΠ 2/2000 Ποιν.Χρ. Ν 120), ενώ εξάλλου το ότι στα αντίγραφα του ..... μισθωτηρίου το ένα δεν έχει προσαρτημένη καμμία δήλωση και το άλλο έχει προσαρτημένες δύο, υποδεικνύει την επιδειχθείσα σπουδή για προσάρτηση της δηλώσεως σε μεταγενέστερο χρόνο. Ακόμη πρέπει να λεχθεί ότι ο ισχυρισμός του εγκαλούντος κατά τον οποίο η αρχιφύλακας Ζ1, που βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής της στις 16.6.1999 δεν εργαζόταν το πρωΐ, αλλά μετά τις 10 το βράδυ και μάλιστα σε εποχούμενη περιπολία, ήτοι εκτός του Α/Τ είναι χωρίς έννομη επιρροή, αφού τούτο δεν αποκλείει την παρουσία της στο Α/Τ και τη βεβαίωση ενώπιόν της του γνησίου της υπογραφής του δηλούντος. Άλλωστε δεν αμφισβητείται η μετάβαση στο Α/Τ τις πρωϊνές ώρες της 16.6.99 (βλ. αναγν. από .... έγγρ. Α/Τ Πατησίων).
Ενόψει την προεκτεθέντων στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αποδιδομένου στην κατηγορουμένη αδικήματος της πλαστογραφίας (νοθεύσεως εγγράφου) μετά χρήσεως και πρέπει αυτή να κηρυχθεί ένοχη, ενώ ο χρόνος προσαρτήσεως της υπεύθυνης δήλωσης στα μισθωτήρια με τη μέθοδο της φωτοτύπησης, έγινε μετά την κατάρτιση στις 30.6.2000 της νοθευμένης δήλωσης, ήτοι εντός του 2ου 6μήνου του 2000, ενόψει δε του διαλεύσαντος έκτοτε χρόνου και του πλημμεληματικού χαρακτήρα της προκύψασας συμπεριφοράς καθίσταται χωρίς αντικείμενο η εφαρμογή του άρθρου 38 ΚΠοινΔικ. περί αποστολής της αποφάσεως αυτής και των εγγράφων της δικογραφίας στον Εισαγγελέα, ενόψει της συμπληρώσεως της οριζόμενης στο άρθρο 111 αρ. 3 Π.Κ. πενταετίας". Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη για την πράξη της πλαστογραφίας (νόθευση) με χρήση και επέβαλε ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε το Δικαστήριο στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της νόθευσης εγγράφου, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή της κατηγορουμένης, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του Π.Κ την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζεται επακριβώς το έγγραφο το οποίο υπέγραψε την 16-6-1999 ο πολιτικώς ενάγων και παρέδωσε στην κατηγορουμένη, καθώς επίσης προσδιορίζεται η σε μεταγενέστερο χρόνο (30-6-2000) νόθευση του περιεχομένου του από την κάτοχο του εγγράφου κατηγορουμένη, που έγινε από αυτήν εν αγνοία του πολιτικώς ενάγοντος. Περαιτέρω, η απόφαση περιέχει εκτενείς σκέψεις που οδήγησαν το δικαστήριο στο αποδεικτικό συμπέρασμα ότι έγινε νόθευση του παραπάνω εγγράφου και ότι τη νόθευση την πραγματοποίησε η κατηγορουμένη και μνημονεύονται ρητώς, κατ' είδος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα αναφερόμενα περιστατικά και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να είναι αναγκαία και η αναφορά του περιεχομένου και αξιολόγηση της καταθέσεως κάθε μάρτυρα ή των υπόλοιπων αποδεικτικών στοιχείων. Περαιτέρω προσδιορίζεται στην απόφαση η έννομη συνέπεια της νοθεύσεως του εγγράφου, αφού, δέχεται το δικαστήριο, ότι δια της ενσωματώσεως στο αρχικώς γνήσιο έγγραφο των εγγραφών που έγιναν από την κατηγορουμένη, αυτή επεδίωκε με την χρήση του να εμφανίσει τον πολιτικώς ενάγοντα ότι είχε δανεισθεί από αυτήν τα εις την προσθήκη αναφερόμενα χρηματικά ποσά.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, δεύτερος και τρίτος του δικογράφου των προσθέτων λόγων με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ελλειπή αιτιολογία και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι λοιπές αιτιάσεις περί μη ορθής αξιολόγησης των μαρτυρικών καταθέσεων και των προκυπτόντων από τα αναγνωστέα έγγραφα, πλήττουν την περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου κει εκ του λόγου τούτου είναι απαράδεκτες. Τέλος, απαράδεκτη είναι και η αιτίαση, διότι πλήττει την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αναφορικά με τον χρόνο που δέχεται η απόφαση ότι τελέσθηκε η νόθευση του εγγράφου και είναι αυτός της 30-6-2000 και όχι εκείνος της 16-6-1999 που διατείνεται η κατηγορουμένη, ο παραπάνω δε χρόνος τελέσεως δεν μεταβλήθηκε ούτε από την πρωτόδικη ούτε από την προσβαλλόμενη απόφαση και είναι αυτός που διαλαμβάνεται στο κλητήριο θέσπισμα
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 364 παρ.2 του ΚΠΔ μεταξύ των άλλων αναγνωστέων εγγράφων αναγιγνώσκονται τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης. Όμως, η από το δικαστήριο μη ανάγνωση των πρακτικών προηγούμενης αναβλητικής του αποφάσεως δεν προκαλεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 364 παρ.2 ΚΠΔ ακυρότητα, ούτε μπορεί να παρεμποδίσει τον κατηγορούμενο από την άσκηση των δικαιωμάτων του, όπως αναφέρονται στο άρθρο 171 παρ.1, στοιχ.δ' του ΚΠΔ, εφόσον αυτός δεν αποστερείται του δικαιώματος να ζητήσει την ανάγνωση αυτών, ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο γιατί δεν αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της υπ'αριθμ.7183/2006 αναβλητικής αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου που περιείχαν και την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος
ΙΙΙ. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1 δ' και 347 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ προκύπτει ότι στον κατηγορούμενο, του οποίου με απόφαση του Δικαστηρίου διατάχθηκε η προσωρινή απομάκρυνση από τη συνεδρίαση διότι, παρά τις νουθεσίες του Προέδρου, θορυβούσε και δυσχέραινε τη διεξαγωγή της δίκης και του οποίου, μετά ταύτα, διατάχθηκε η επάνοδος στο ακροατήριο, πρέπει να αναγνωσθούν από το γραμματέα, με την υπόδειξη του διευθύνοντος τη συζήτηση, υποχρεωτικώς και απαραιτήτως, όσα έγιναν κατά τη διάρκεια της απουσίας του. Η παράλειψη της διατυπώσεως αυτής δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Α ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, καθ'όσον επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της επ'ακροατηρίου διαδικασίας, που ανάγεται στην παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Αθηνών και τα ταυτάριθμα με αυτήν πρακτικά, κατά τη διάρκεια της αγόρευσης του συνηγόρου της πολιτικής αγωγής, διατάχθηκε από το Δικαστήριο η απομάκρυνση της κατηγορουμένης (ήδη αναιρεσείουσας) από τη συνεδρίαση προσωρινά και μέχρι την ολοκλήρωση της αγορεύσεως τούτου, επειδή αυτή, παρά τις νουθεσίες του Προέδρου και τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις του ότι θα απομακρυνθεί, δεν συμμορφώθηκε. Ακολούθως, μετά την ολοκλήρωση της αγορεύσεως του τελευταίου, διετάχθη η επάνοδος και επανήλθε η κατηγορουμένη στην αίθουσα του Δικαστηρίου και η Προεδρεύουσα γνωστοποίησε σ' αυτήν ότι κατά την απουσία της ολοκληρώθηκε η αγόρευση του συνηγόρου της πολιτικής αγωγής ο οποίος ζήτησε την ενοχή της, ακολούθως δε συνεχίστηκε η διαδικασία επί παρουσία της.
Συνεπώς, εφόσον στην κατηγορούμενη γνωστοποιήθηκαν μετά την επάνοδό της τα λαβόντα χώρα στο ακροατήριο, ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α'του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι αβάσιμος.
VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 470 εδ. α' του Κ.Π.Δ., στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο, εναντίον καταδικαστικής απόφασης, από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Περίπτωση χειροτέρευσης της θέσεως του καταδικασθέντος συνιστά και η μετατροπή, από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε χρηματική, κατά το άρθρο 82 του Π.Κ., στερητικής της ελευθερίας ποινής, η οποία όμως πρωτοδίκως είχε ανασταλεί, κατά το άρθρο 99 του ιδίου Κώδικα. Δεν επέρχεται όμως χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου, εντεύθεν δε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπερβαίνει την εξουσία του, όταν δεν μετατρέπει αλλά αναστέλλει την επιβαλλόμενη ποινή την οποία είχε αναστείλει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού το μέτρο της αναστολής της ποινής είναι προδήλως ευμενέστερο από εκείνο της μετατροπής της.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας (ως εκτιμάται) εκ του ότι το δικαστήριο την επιβληθείσα ποινή των είκοσι (20) μηνών την ανέστειλε και δεν την μετέτρεψε, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ψ1 (άρθρα 583 ΚΠΔ, 176 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-4-2007 αίτηση και τους από 28-9-2007 προσθέτους λόγους της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ.94/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ..
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία με χρήση. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και αιτιολογημένη καταδίκη. Η μη ανάγνωση πρακτικών προηγούμενης αναβλητικής αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου (άρθρο 363 παρ.2) χωρίς υποβολή σχετικού αιτήματος του κατηγορουμένου δεν επάγεται ακυρότητα. Απομάκρυνση θορυβούντος κατηγορουμένου. Ακυρότητα εάν μετά την επάνοδό του δεν γνωστοποιηθούν τα λαβόντα χώρα κατά την απουσία του. Απόρριψη ως αβάσιμου του σχετικού λόγου γιατί έγινε σχετική γνωστοποίηση. Δεν επέρχεται χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου και το δικαστήριο δεν υπερβαίνει την εξουσία του εάν αναστείλει και δεν μετατρέψει την επιβληθείσα ποινή, αφού το μέτρο της αναστολής είναι ευμενέστερο εκείνου της μετατροπής. Απορρίπτει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Κατηγορούμενος.
| 0
|
Αριθμός 1687/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου x1 και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Κέρκυρας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γιατρά, περί αναιρέσεως της 498/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον x2. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28.3.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 654/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- 'Ελλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή, εκείνων που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιους όμως ισχυρισμούς δεν αποτελούν ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εντεύθεν της κατηγορίας καθώς και τα υπερασπιστικά του κατηγορουμένου επιχειρήματα. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό με συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων σ'αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:"... Στις αστυνομικές αρχές είχε περιέλθει ανώνυμη τηλεφωνική καταγγελία ότι άτομο Αλβανικής υπηκοότητας που οδηγεί αυτοκίνητο PEUGΕOT, χρώματος ασημί και με αριθμό κυκλοφορίας ...... διακινεί ποσότητες ηρωΐνης σε τοξικομανείς του Κέντρου Αθηνών και σε μικροεμπόρους ναρκωτικών. Κατόπιν τούτου εντοπίστηκε ο πρώτος κατηγορούμενος και τέθηκε υπό διακριτική παρακολούθηση, διαπιστώθηκε δε ότι ερχόταν σε επαφή και επικοινωνία με τον δεύτερο κατηγορούμενο και ότι επισκεπτόταν τακτικά διαμέρισμα που βρίσκεται στον τέταρτο όροφο της πολυκατοικίας επί της οδού ....., όπου δεν διέμενε κανένας, δοθέντος ότι ο μεν πρώτος κατηγορούμενος διέμενε μονίμως στα .... (......), ο δε δεύτερος στην Αθήνα επί της οδού ....... Τις βραδυνές ώρες της 25.2.2004 ο πρώτος κατηγορούμενος, οδηγώντας το ανωτέρω αυτοκίνητο ................... στο παραπάνω διαμέρισμα. Αφού στάθμευσε πρόσκαιρα το αυτοκίνητο επί της οδού ....., ανέβηκε στο εν λόγω διαμέρισμα, χρησιμοποιώντας τα κλειδιά που κατείχε, και, ακολούθως, κατήλθε κρατώντας μία νάυλον σακκούλα και με ιδιαίτερες προφυλάξεις επιβιβάστηκε στο προαναφερόμενο αυτοκίνητο και μετέβη επί της οδού ....., όπου, ύστερα από προσυνεννόηση, τον περίμενε ο δεύτερος κατηγορούμενος, στον οποίο και παρέδωσε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και, ακολούθως, κινήθηκε πεζός προς την οδό ...... Ο δεύτερος κατηγορούμενος, έχοντας τα κλειδιά του αυτοκινήτου άνοιξε αυτό και πήρε τη νάυλον σακκούλα που υπήρχε μέσα σ' αυτό. Όμως, τη στιγμή αυτή επενέβησαν οι αστυνομικοί που παρακολουθούσαν τους κατηγορουμένους και τους συνέλαβαν. Έτσι, διαπιστώθηκε ότι μέσα στη νάυλον σακκούλα υπήρχε η απαγορευμένη ναρκωτική ουσία ηρωΐνη σε στερεή μορφή (βράχου) μικτού βάρους 464 γραμμαρίων. Αμέσως μετά τη σύλληψή του, ο δεύτερος κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι συνεργαζόταν με τον πρώτο και ότι την παραπάνω ναρκωτική ουσία επρόκειτο να πουλήσουν σε τρίτο άτομο. Αντίθετα, ο πρώτος κατηγορούμενος αρχικά τήρησε αρνητική στάση και απέκρυψε από τους αστυνομικούς τόσο την ύπαρξη του επιβατηγού αυτοκινήτου που χρησιμοποιούσε για τη διακίνηση των ναρκωτικών, όσο και την ύπαρξη του διαμερίσματος το οποίο εχρησιμοποιείτο για τη φύλαξη αυτών. Επακολούθησε έρευνα στο παραπάνω διαμέρισμα και βρέθηκε πάνω από το ντουλάπι της κουζίνας, επιμελώς κρυμμένη ανάμεσα σε άλλες σακκούλες με τρόφιμα, μία νάυλον συσκευασία που περιείχε ηρωΐνη μικτού βάρους 190 γραμμαρίων, καθώς και δύο ηλεκτρονικές ζυγαριές ακριβείας μάρκας "TEFAL" και "ΤΑΝΙΤΑ", κατάλληλες για ζύγιση ναρκωτικών. Επίσης, στην κατοχή του πρώτου κατηγορουμένου βρέθηκε και κατασχέθηκε το ποσό των 320 ευρώ και ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας "ΝΟΚΙΑ", στην κατοχή δε του δεύτερου κατηγορουμένου βρέθηκε το ποσό των 780 ευρώ και 23 δολλαρίων ΗΠΑ και ένα κινητό τηλέφωνο, επίσης μάρκας "ΝΟΚΙΑ". Τα εν λόγω κινητά τηλέφωνα τα χρησιμοποιούσαν οι κατηγορούμενοι για να έρχονται σε επαφή με διάφορους υποψήφιους αγοραστές ναρκωτικών ουσιών, τα δε χρηματικά ποσά που κατείχαν προέρχονταν από την πώληση ναρκωτικών ουσιών. Τούτο ενισχύεται, άλλωστε, και από το γεγονός ότι στα χέρια του δευτέρου κατηγορουμένου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν όχι μόνο χαρτονομίσματα ευρώ αλλά και δολλαρίων ΗΠΑ. Ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι πρέπει ν' απαλλαγεί από την κατηγορία της αγοράς ναρκωτικών ουσιών, καθόσον τα ναρκωτικά που κατασχέθηκαν βρέθηκαν στο διαμέρισμα επί της οδού ......., όπου διέμενε ο αδελφός του, χωρίς να γνωρίζει την προέλευσή τους. Όμως, ο αρνητικός αυτός ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου είναι αβάσιμος, καθόσον ο ίδιος, απολογούμενος ενώπιον του τακτικού Ανακριτή, παραδέχτηκε πως ο ίδιος αγόρασε μισό κιλό ηρωΐνης από άτομο με το όνομα "......", αγνώστων λοιπών στοιχείων. Αλλά και ο δεύτερος κατηγορούμενος αρνείται την αγορά και κατοχή των ναρκωτικών ουσιών και διατείνεται ότι απλά και μόνο διαμεσολάβησε στην πώληση των 464 γραμμαρίων ηρωΐνης. Όμως, και ο παραπάνω αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου είναι αβάσιμος, αφού από τα στοιχεία που αναφέρθηκαν στην αρχή αποδείχθηκε ότι αμφότεροι, οι οποίοι είναι ομοεθνείς (Αλβανοί), γνωρίζονταν καλά και συνεργάζονταν στη διακίνηση ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, γεγονός που περιήλθε σε γνώση της αστυνομίας. Έτσι, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 15ης και 25ης Φεβρουαρίου 2004, στην Αθήνα και σε άλλο σημείο της Αττικής, χωρίς να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, ενεργώντας, ύστερα από συναπόφαση, από κοινού και με κοινό δόλο, αγόρασαν, με σκοπό την εμπορία, άγνωστες ποσότητες απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα ηρωΐνης, από άτομο του οποίου τα στοιχεία δεν διακριβώθηκαν, έναντι αγνώστου τιμήματος ή άλλου ανταλλάγματος. Οπωσδήποτε, οι κατηγορούμενοι αγόρασαν τουλάχιστον 654 γραμμάρια ηρωΐνης που βρέθηκαν στην κατοχή του και κατασχέθηκαν. Από τις ως άνω ποσότητες των ναρκωτικών ουσιών κατείχαν, με σκοπό την εμπορία, οι κατηγορούμενοι, από κοινού, με την έννοια ότι τις εξουσίαζαν φυσικά ο καθένας απ' αυτούς και μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να τις διαθέσουν, κατελήφθησαν δε να κατέχουν από κοινού κατά το χρόνο της συλλήψεώς τους 464 γραμμάρια ηρωΐνης επί της ενταύθα οδού ......, καθώς και 190 γραμμάρια της ιδίας απαγορευμένης ναρκωτικής ουσίας στο διαμέρισμα που προαναφέρθηκε επί της οδού ........, όπου υπήρχαν και οι δύο ηλεκτρονικές ζυγαριές ακριβείας, οι οποίες ήταν κατάλληλες για τη ζύγιση των ναρκωτικών ουσιών. Αντίθετα, από τα στοιχεία που αναφέρθηκαν στην αρχή, δεν προέκυψε ότι από τις προαναφερθείσες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών είχαν προλάβει οι κατηγορούμενοι να πουλήσουν σε τρίτους, επιχείρησαν όμως να πουλήσουν σε τρίτο άτομο - έναντι αγνώστου τιμήματος ή άλλου ανταλλάγματος - 464 γραμμάρια ηρωΐνης, χωρίς να ολοκληρώσουν την πράξη τους, όχι από δική τους θέληση, αλλά γιατί συνελήφθησαν από τους αστυνομικούς. Κατόπιν τούτων, πρέπει αμφότεροι οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, όπως και πρωτοδίκως, και ένοχοι απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών, κατ' επιτρεπτή μεταβίβαση κατηγορίας. Σημειώνεται ότι στους κατηγορουμένους πρέπει να επιβληθεί μία ποινή κατ' άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 1729/87, αφού οι πράξεις για τις οποίες κρίθηκαν ένοχοι αφορούν τις ίδιες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών. Τέλος, τα αιτήματα των κατηγορουμένων για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμα. Πιο συγκεκριμένα, δεν συντρέχει περίπτωση αναγνώρισης του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, αφού αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι έχουν εισέλθει παράνομα στη χώρα, για αρκετό χρονικό διάστημα πριν συλληφθούν, ασχολούνταν με τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και είχαν αναπτύξει έντονη εγκληματική δραστηριότητα, προωθώντας ναρκωτικά σε διαφόρους τοξικομανείς και μικρεμπόρους ναρκωτικών, γεγονός που περιήλθε σε γνώση της αστυνομίας, με αποτέλεσμα να τεθούν υπό παρακολούθηση οι κατηγορούμενοι και να συλληφθούν. Επίσης, δε συντρέχει περίπτωση αναγνώρισης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ (μετέπειτα καλής συμπεριφοράς), αφού οι κατηγορούμενοι από της συλλήψεώς τους και εντεύθεν κρατούνται στις φυλακές και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αναγνωρισθεί στους κατηγορουμένους το ως άνω ελαφρυντικό, αφού η προαναφερθείσα διάταξη αναφέρεται στη διαγωγή του υπαιτίου στην κοινωνία (ΑΠ 268/96 ΠΧ ΚΣΤ/1946, ΑΠ 1553/95 ΠΧ ΚΣΤ/896). Αλλά ούτε και η ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μεταμελείας συντρέχει στο πρόσωπο του δευτέρου κατηγορουμένου (x2), αφού το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε χωρίς επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, οι δε δηλώσεις του κατηγορουμένου, ενώπιον του δικαστηρίου, περί μετανοίας και συγγνώμης, δεν αρκούν για τη θεμελίωση της παραπάνω ελαφρυντικής περίστασης (ΑΠ 1312/93 ΠΧ ΜΓ/1135). Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο στο διατακτικό της αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις πράξεις της αγοράς, κατοχής και απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών και επέβαλε σ' αυτόν μία ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ, επέβαλε στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων και διέταξε την ισόβια απέλασή του από την χώρα μετά την έκτιση της ποινής. Με αυτά που δέχθηκε, αναφορικά με τις πράξεις της από κοινού αγοράς και κατοχής της ναρκωτικής ουσίας "ηρωΐνη" διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων για τα οποία τον κατεδίκασε, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 5 παρ.1β',ζ'και 2 του Ν.1729/1987, όπως ισχύει μετά την κωδικοποίησή του με το Ν.3459/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Άλλωστε για την καταδίκη του για τις πράξεις αυτές, ο αναιρεσείων ουδεμία προσάπτει πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, η αιτιολογία της αποφάσεως για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου με τους οποίους επικαλέσθηκε τη συνδρομή στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου και της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχεται ότι ο κατηγορούμενος είχε παράνομα εισέλθει στη χώρα και συστηματικά ησχολείτο και σε προγενέστερο της συλλήψεώς του χρόνο, με τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, για δε την καλή συμπεριφορά, ότι δεν αποδεικνύεται άλλη πλην εκείνης της υπό το καθεστώς της κρατήσεώς του στις φυλακές. Κατά τούτο επομένως είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Εξάλλου, ορίζοντος του άρθρου 17 παρ.2 του Ν. 1729/1987 ότι επί αλλοδαπού κατηγορουμένου, η καταδίκη του συνεπάγεται υποχρεωτική απέλαση από τη χώρα, εκτός αν συντρέχουν σπουδαίοι προς τούτο λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, με σαφήνεια προκύπτει ότι υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την διατασσόμενη απέλαση, δημιουργείται όταν ο κατηγορούμενος επικαλείται και αποδεικνύει την συνδρομή σπουδαίου λόγου που αποκλείουν την απέλαση. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορουμένου όταν έλαβε τον λόγο επί της ποινής ζήτησε, κατά λέξη ".. για τον α' κατηγορούμενο ο συνήγορος ζήτησε να μην απελαθεί από την χώρα.." χωρίς να προτείνει παντάπασι πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά σπουδαίου λόγου για την μη απέλαση. Επομένως, το δικαστήριο που διέταξε την απέλαση του κατηγορουμένου, δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικώς την απόφασή του και αβασίμως παραπονείται και κατά τούτο ο αναιρεσείων. Καθόσον όμως, αφορά την πράξη της πώλησης ναρκωτικών ουσιών για την οποία επίσης πρωτοδίκως καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος και το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών μετέτρεψε σε απόπειρα πώλησης, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε στο σκεπτικό της ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκείμενη περίπτωση είναι ελλειπής Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ότι οι κατηγορούμενοι την ποσότητα των 464 γραμ. ηρωίνης δεν πρόλαβαν να την πωλήσουν, επεχείρησαν όμως να την πωλήσουν σε τρίτο άτομο έναντι αγνώστου τιμήματος, χωρίς να ολοκληρώσουν την πράξη τους όχι από δική τους θέληση αλλά γιατί συνελήφθησαν από αστυνομικούς. Στο ίδιο όμως σκεπτικό της αποφάσεως διαλαμβάνεται περαιτέρω ότι η σύλληψη των κατηγορουμένων έγινε όχι κατά την διάρκεια κάποιας επαφής αυτών με υποψήφιο αγοραστή, αλλά κατά την έρευνα του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος και την ανεύρεση εντός αυτού της άνω ποσότητος ναρκωτικής ουσίας τοποθετημένης σε νάϋλον σακούλα την οποία ο μη αναιρεσείων κατηγορούμενος x2 κρατούσε στα χέρια του. Και αν είναι αληθές ότι οι κατηγορούμενοι την ποσότητα των ναρκωτικών προόριζαν τελικώς να πωλήσουν, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά δηλωτικά αρχής εκτελέσεως του κακουργήματος της πώλησης ναρκωτικών ουσιών.
Συνεπώς, είναι βάσιμος κατά το σκέλος τούτο ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της έλλειψης αιτιολογίας και πρέπει κατά τούτο και μόνο, για την πράξη της απόπειρας πώλησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, αναγκαίως δε και κατά τη διάταξη αυτής ως προς την ποινή, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, απορριπτομένης της αναιρέσεως κατά τα λοιπά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 498/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και μόνο για την πράξη της απόπειρας πώλησης ναρκωτικών και την περί ποινής διάταξη αυτής.
Παραπέμπει κατά τούτο και μόνο την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αναίρεση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Αναίρεση για ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την πράξη της απόπειρας πώλησης ναρκωτικών ουσιών. Όταν δεν προσβάλλονται συγκεκριμένα περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο για την μη απέλαση αλλοδαπού (Αλβανού) υπηκόου, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει την διατασσόμενη απέλαση. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Αλλοδαπού απέλαση, Απόπειρα.
| 0
|
Αριθμός 1686/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Ιωάννου, για αναίρεση της 1536/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1)..... και 2)......, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Δημητρούκα. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 645/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 πα. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει και όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καθιστά χειρότερη τη θέση του εκκαλούντος κατηγορουμένου (άρθρ. 470 του ΚΠΔ). Χειροτέρευση της θέσης του εκκαλούντος κατηγορουμένου επέρχεται και όταν το δικαστήριο, που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, α) παρά το ότι τον κήρυξε αθώο ή έπαυσε την κατηγορία οριστικά για ένα από τα κεφάλαιά της ή για μερικότερες πράξεις του εξακολουθούντος εγκλήματος για το οποίο είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως, διατήρησε την ίδια ποινή και β) δεν αναγνώρισε στον κατηγορούμενο ένα από τα από το άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ προβλεπόμενα ελαφρυντικά, που του είχε αναγνωριστεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αντί γι' αυτό δε του αναγνώρισε άλλο ελαφρυντικό, προβλεπόμενο από την ίδια διάταξη, αφού η συνδρομή και της δεύτερης ελαφρυντικής περίστασης λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής κατά το άρθρο 85 του ΠΚ. Η από την άνω διάταξη του άρθρου 470 ΚΠΔ πηγάζουσα αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος κατηγορουμένου δεν παραβιάζεται επί πραγματικής συρροής εγκλημάτων, όταν οι για τα τελευταία επιβληθείσες ποινές από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι μικρότερες από εκείνες, οι οποίες καταναγνώσθηκαν από την πρωτόδικη απόφαση, καίτοι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διατηρεί το ίδιο ύψος για την κυρία ποινή, η οποία αποτελεί τη βάση για την επίταση, παρά την αναγνώριση το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη ελαφρυντικής περιστάσεως εφόσον η από το Εφετείο συνολικώς καθοριζόμενη ως εκτιτέα ποινή δεν είναι μεγαλύτερη της καταγνωσθείσας τοιαύτης από την πρωτόδικη απόφαση. Επομένως, ο μόνος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' του ΚΠΔ κατά τον οποίο το εκδόσαν την πληττόμενη απόφαση Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, διότι χειροτέρευσε την θέση του με το να επιμετρήσει την ίδια με την πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή των τριών (3) για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια καίτοι εκκλήτως του αναγνωρίσθηκε το από το άρθρο 84 παρ.2α' ΠΚ ελαφρυντικό, που δεν είχε αναγνωρισθεί πρωτοβαθμίως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος δεδομένου ότι, όπως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο των εγγράφων της δικογραφίας, για τον έλεγχο της βασιμότητας ή όχι λόγου αναίρεσης, στον ανωτέρω αναιρεσείοντα πρωτοδίκως επιβλήθηκε για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και κατ' επαύξηση αυτής από τις ποινές που επιβλήθηκαν για τα συρρέοντα εγκλήματα, συνολική ποινή 3 ετών και 14 μηνών, ενώ η καταγνωσθείσα τοιαύτη από το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση είναι 3 ετών και 6 μηνών. Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 583 ΚΠΔ, 176 Κ.Πολ.Δικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-2-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1536/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Εάν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναγνωρίσει στο πρόσωπο του κατηγορούμενου ελαφρυντική περίπτωση, η οποία δεν είχε αναγνωρισθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και για πλείονα συρρέοντα εγκλήματα επιβάλλει συνολικώς ποινή μικρότερη από εκείνη που επέβαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου και δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος για υπέρβαση εξουσίας, καίτοι η ποινή βάσεως παραμένει η ίδια όπως και πρωτοδίκως.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Ελαφρυντικές περιστάσεις, Υπέρβαση εξουσίας, Ποινή.
| 0
|
Αριθμός 1685/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου x1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπαρμπάτση, για αναίρεση της 69994/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 26 Νοεμβρίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 619/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να κηρυχθεί απαράδεκτη η κατά του αναιρεσείοντος, ασκηθείσα ποινική δίωξη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α' του ν. 2408/1996, εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δρχ. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Σε σχέση με την υποβολή της εγκλήσεως ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 ΚΠοινΔ, στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου η έγκληση γίνεται απ' ευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα, είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της εγκλήσεως. Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικό δύναται να ορίσει ότι ένα ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρεία, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ.1 ότι "το Διοικητικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο ν' αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στην διοίκηση της εταιρείας, στη διαχείριση της περιουσίας αυτής και στην εν γένει επιδίωξητου σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/1995, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας η τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα Δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρείας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ. 1) το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ. 1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190/1920, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσωπήσεως της ΑΕ, επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρίας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχειρίσεως όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας. Αντίθετα, όμως, προς το άρθρο 18 παρ.2 το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη, με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασισθεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3 μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του ΔΣ ή διευθυντές της εταιρίας. Προϋποθέτει, όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας . Υποκατάσταση του Διοικητικού Συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο, προς το οποίο το όργανο της εταιρείας δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατο του Διοικητικού Συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του Διοικητικού Συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδοτήσεως και βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής των μελών του ΔΣ, όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή της εγκλήσεως ή για τη δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση, όμως, που το Διοικητικό Συμβούλιο Ανώνυμης Εταιρείας για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεώς του, αναθέσει σε τρίτον, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξεως που τελέσθηκε σε βάρος της εταιρίας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφαση του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ.1 εδ.γ' ΚΠοινΔ (Ολ. ΑΠ 5/2006). Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία, που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμο όροι.
ΙΙ.- Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος x1 καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 69.994/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, για το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, μετά από έγκληση, που υπέβαλε κατ' αυτού η φερόμενη ως παθούσα ανώνυμη εταιρία µε την επωνυµία " ΑΓΡΟΝΑΤ ΣΤΑΥΡΟΣ ΝΑΤΣΟΣ Α.Ε. Πράγματι, προς τον Εισαγγελέα Πληµµελειοδικών Θεσσαλονίκης υποβλήθηκε από τον δικηγόρο Θεσ/κης Φίλωνα Μάγκο, που είχε εξουσιοδοτηθεί προς τούτο µε το υπ' αριθ. ..... πρακτικό του ΔΣ της άνω ανώνυµης εταιρείας η από 9-10-2000 έγκληση της τελευταίας κατά του ήδη αναιρεσείοντος, για τις πράξεις της εκδόσεως των υπ' αριθ. .... και ..... ακαλύπτων επιταγών, που είχαν εκδοθεί από τον ίδιο και ήταν πληρωτέες από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας, εµφανίστηκαν δε νοµίµως για πληρωµή και δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως διαθεσίµων κεφαλαίων. Στην έγκληση αυτή είχε επισυναφθεί "ακριβές φωτοαντίγραφο εκ του πρωτοτύπου" του προαναφερόµενου πρακτικού ΔΣ, το οποίο (φωτοαντίγραφο) είχε επικυρωθεί από τον πρόεδρο του ΔΣ της εγκαλούσας εταιρείας ........., που δεν ήταν δικηγόρος, χωρίς να βεβαιώνεται, όµως, σ'αυτό είτε από δηµόσια, δηµοτική ή κοινοτική αρχή, είτε από δικηγόρο, ότι οι υπογραφές των υπογραψάντων το αντίστοιχο πρακτικό µελών του ΔΣ αυτής ήταν γνήσιες. Με βάση τα προεκτεθέντα η κατά τα άνω από τον δικηγόρο Φίλωνα Μάγκο για λογαριασµό της ανώνυµης εταιρείας "ΑΓΡΟΝΑΤ -ΣΤΑΥΡΟΣ ΝΑΤΣΟΣ Α.Ε." εις βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουµένου x1 υποβληθείσα έγκληση δεν ήταν νοµότυπη και συνεπώς η µε βάση την έγκληση αυτή κατά τα άνω ασκηθείσα κατ' αυτού για την ως άνω αξιόποινη πράξη ποινική δίωξη, έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη (άρθρα 120 ΠΚ και 370 εδ. γ' του ΚΠΔ). Με το να δεχθεί δε τα αντίθετα το Τριµελές Πληµ/κείο Αθηνών και να χωρήσει, µε την προσβαλλόµενη απόφασή του, στην κατ ουσίαν έρευνα της υποθέσεως και στην καταδίκη του αναιρεσείοντος κατηγορουµένου υπερέβη την εξουσία του και γι' αυτό πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού πρόσθετου λόγου αναιρέσεως του αναιρεσείοντος, ο οποίος, αφού η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νοµότυπα και εµπρόθεσµα και είναι ως εκ τούτου παραδεκτός, παρελκούσης δε της ερεύνης των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόµενη απόφαση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουµένου ασκηθείσα για την ως άνω αξιόποινη πράξη ποινική δίωξη (άρθρο 517 παρ. 2 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 69.994/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος x1 για την αναφερόμενη στην πιο πάνω απόφαση αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση για υπέρβαση εξουσίας. Καταδίκη για έκδοση ακαλύπτων επιταγών για την μη πληρωμή των οποίων δεν υποβλήθηκε νομότυπη έγκληση. Αναιρεί. Κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη.
|
Υπέρβαση εξουσίας
|
Υπέρβαση εξουσίας, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.
| 0
|
Αριθμός 1692/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Χαράλαμπο Δημάδη, ορισθέντα με την υπ'αριθμο 54/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ....... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πλάτωνα Νιάδη, περί αναιρέσεως της 7726/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαΐου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 898/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ'άρθρον 30 παρ.2 του Αγορανομικού Κώδικος (ΝΔ 136/1946) τιμωρείται με φυλάκιση ή χρηματική ποινή ή δι'αμφοτέρων των ποινών τούτων "όστις επιδιώκει ή επιτυγχάνει υπερβολικόν κέρδος καθ'οιονδήποτε τρόπον, ιδία δε ελλιπούς σταθμίσεως ή μετρήσεως πωλήσεως ειδών, τινών κατωτέρας ποιότητος, εις τιμήν αρμόζουσαν εις ανωτέραν ποιότητα, ατελούς εψήσεως ή παρασκευής συνυπολογισμόν βάρους περικαλύμματος, καθ' ας περιπτώσεις απαγορεύεται ούτος, ή χρήσεως περικαλλύματος βάρους ανωτέρου του δι'αγορανομικών ή άλλων διατάξεων καθωρισμένου, καθ άς περιπτώσεις επιτρέπεται ο συνυπολογισμός ούτος ή δι' οιουδήποτε άλλου τεχνάσματος...". Εξάλλου μετά την κατάργηση της παραγράφου 2 του άρθρου 36 του Αγορανομικού Κώδικος (Ν.Δ. 136/1946, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 11 του Ν.802/1978), με το άρθρο 3 παρ.1 του Ν.1401/1983, η οποία καθιέρωνε την ποινική ευθύνη των συμβατικώς οριζομένων ως αγορανομικώς υπευθύνων των επιχειρήσεων, ισχύει η παράγραφος 1 του άνω άρθρου 36 που ορίζει ότι για κάθε αγορανομική παράβαση τελουμένη στα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή καταστήματα, εργοστάσια και εργαστήρια, καθώς και στα δημόσια κέντρα, τιμωρούνται ως αυτουργοί "ο κύριος της επιχειρήσεως, ο διευθυντής και ο επόπτης του καταστήματος, εργοστασίων κλπ". Εξ άλλου η απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, όπως ετροποποιήθη το τελευταίο με το άρθρο 2 παρ.5 του Ν.2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ υπάρχει όταν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, περιέχονται σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στήριξαν την κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που απεδείχθησαν, στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ειδικά ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική κατά είδος τους, αναφορά αυτών χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία εκάστου εκ των αποδεικτικών μέσων και το προκύψαν εξ αυτού συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό. Τέλος η καταδικαστική απόφαση για την άνω αγορανομική παράβαση στερείται αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθεται σ'αυτή ότι ο κατηγορούμενος είχε, κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, μία από τις τρεις ως άνω ιδιότητες, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν και προσδίδουν σ'αυτόν μία από τις ιδιότητες αυτές. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσσαλονίκης με την υπ'αριθμ. 7726/2006 απόφασή του εδέχθη στο σκεπτικό "από τα αποδεικτικά μέσα που αναγράφονται στα πρακτικά της παρούσας (ότι) αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι η κατηγορουμένη διέπραξε την αξιόποινη πράξη που της αποδίδεται και γι'αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος γιατί αποδεικνύεται ότι στη Θεσσαλονίκη την 18/12/2005 χρησιμοποίησε τέχνασμα επιδιώκοντας να εισπράξει μέσω του υποκαταστήματος που αναφέρεται στο διατακτικό υπερβολικό κέδρος, ενεργώντας υπό την ιδιότητά της ως συμβούλου του συγκεκριμένου καταστήματος", μετά ταύτα δε εκήρυξεν ένοχο την κατηγορουμένη για την αγορανομική παράβαση του άρθρου 30 παρ.2 Ν.Δ. 136/1946 και συγκεκριμένα για το ότι: Στη .... στις 18-12-2005 ως αγορανομικά υπεύθυνη και εντεταλμένη σύμβουλος του πολυκαταστήματος "......." (....... Θεσσαλονίκης) επεδίωξε και πέτυχε υπερβολικό κέρδος με τέχνασμα. Συγκεκριμένα η καταναλώτρια ..... κατήγγειλε ότι το Σάββατο 17-12-05 πήγε στο ..... στη στροφή ..... και αγόρασε παιχνίδια για τα παιδιά της. 'Ένα από αυτά το πλήρωσε 39,99 ευρώ. Την επόμενη μέρα, Κυριακή 18/12 το πήγε πίσω γιατί είχε κάποιο πρόβλημα και της έδωσαν απόδειξη επιστροφής για να αγοράσει το ίδιο ή κάποιο άλλο παιχνίδι για 29,99 ευρώ. Σε ερώτηση της γιατί η απόδειξη επιστροφής ήταν μικρότερη από την αξία που πλήρωσε της απάντησαν ότι το πρωΐ της Κυριακής είχαν αλλάξει οι τιμές και αυτό το παιχνίδι το πουλούσαν φθηνότερα. Με αυτά τον τρόπο επεδίωξε και πέτυχε η κατηγορουμένη υπερβολικό κέρδος. 'Όμως από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το μεν δεν μνημονεύονται κατ'είδος τα αποδεικτικά μέσα που έλαβεν υπ'όψη το δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, το δε ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό, που αλληλοσυμπληρώνουν παραδεκτώς την αιτιολογία της αποφάσεως, αναφέρεται εάν η αναιρεσείουσα κατά τον χρόνο τελέσεως της περί ης ο λόγος αγορανομικής παραβάσεως είχε μία από τις προαναφερθείσες ιδιότητες, δηλαδή του κυρίου της επιχειρήσεως ή του διευθυντού ή του επόπτου αυτού, και τούτο αφού η μόνη αναφερομένη ιδιότης της αγορανομικώς υπευθύνου και μάλιστα αντιφατικώς στο μεν σκεπτικό ως συμβούλου του συγκεκριμένου καταστήματος, στο δε διατακτικό ως αγορανομικώς υπευθύνου-εντεταλμένου συμβούλου του πολυκαταστήματος, χωρίς να προσδιορίζεται ούτε καν η μορφή του τελευταίου, δεν μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη της για την άνω αγορανομική παράβαση. Επομένως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων, οι οποίοι δίκασαν (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 7726/2007 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άρθρο 30 § 2 Αγορανομικού Κώδικος (Ν. 136/1946). Μετά την κατάργηση της § 2 του άρθρου 36 Ν. 136/1946 ισχύει η § 1 του άρθρου 36 που ορίζει ποιοι τιμωρούνται ως αυτουργοί. Όχι αγορανομικώς υπεύθυνος. Έλλειψη αιτιολογίας όταν δεν αναφέρει ότι είναι κύριος, διευθυντής, επόπτης καταστήματος εργοστασίου κλπ. Έλλειψη αιτιολογίας όταν δεν αναφέρει κατ’ είδος τα αποδεικτικά μέσα. Αναιρεί δια τις άνω ελλείψεις. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αγορανομικός Κώδικας.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1695/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου x1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 15/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γυθείου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γυθείου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 7 Νοεμβρίου 2007 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1820/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, άλλως, εάν κριθεί παραδεκτή, να γίνει δεκτή.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 473 παρ.1 ΚΠΔ όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Κατά δε την παρ.2 του άνω άρθρου η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ. 1. Η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων συνάγεται ότι, στην περίπτωση που ο εκκαλών κατηγορούμενος διαμένει στην ημεδαπή και ήταν παρών κατά την απαγγελία της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η προθεσμία για την άσκηση από αυτόν αναίρεσης με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι εικοσαήμερη και αρχίζει από τότε που η απόφαση αυτή θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Ως ανώτερη βία, η οποία δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, είτε αντικειμενικό, είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου, που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, , το ένδικο μέσο εναντίον απόφασης ή βουλεύματος απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα, της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για να κριθεί το παραδεκτό της αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 15/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γυθείου, που δίκασε κατ' έφεση, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, εκπροσωπηθείς στη δίκη εκείνη από τους δικηγόρους Γεώργ. Μητσάκο και Δημ. Πολυχρονάκο, σε φυλάκιση δέκα πέντε (15) μηνών, η οποία ανεστάλει, για παράβαση του άρθρου 17 παρ.8 του Ν.1337/1983. Η απόφαση αυτή, δημοσιεύτηκε στις 11-1-2007, καταχωρίστηκε δε στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο στις 27-9-2007, όπως προκύπτει από τη σχετική υπηρεσιακή επισημείωση της Γραμματέως του ποινικού τμήματος του Πρωτοδικείου Γυθείου. Ωστόσο ο κατηγορούμενος άσκησε αναίρεση με δήλωση στο Εισαγγελέα του Αρείου η οποία επιδόθηκε στον τελευταίο την 18-10-2007 δηλονότι μετά την παρέλευση της οριζόμενης στο νόμο εικοσαήμερης προθεσμίας. 'Ετσι όμως η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την παρέλευση της πιο πάνω προθεσμίας από την καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο και για το λόγο αυτόν είναι εκπρόθεσμη. Ο αναιρεσείων, για να δικαιολογήσει τη μη εμπρόθεσμη άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δικόγραφο της αίτησης αυτής, ισχυρίζεται τα εξής: Την τελευταία ημέρα για την άσκηση αναιρέσεως με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δηλαδή την 17-10-2007, καθ' οδόν προς το γραφείο του δικαστικού επιμελητή, προς τον οποίο θα παρέδιδε για επίδοση το συνταχθέν από τον συνήγορό του κείμενο της αναιρέσεως, αισθάνθηκε έντονους και οξείς πόνους στο δεξιό λαγόνιο βόθρο και μεταφέρθηκε στην Γενική Κλινική ΙΑΣΩ. Εκεί υποβλήθηκε σε σωρεία εξετάσεων από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι πάσχει από πιθανό παροξυσμό σκωληκοειδούς απόφυσης και του χορηγήθηκε η ενδεδειγμένη ιατροφαρμακευτική αγωγή και συνταγή για την κατ' οίκον λήψη φαρμάκων.Από την παραπάνω κλινική εξήλθε τις απογευματινές ώρες της άνω ημέρας (17-10-2007) οπότε τόσο το γραφείο του δικαστικού επιμελητή όσο και τα γραφεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ήσαν κλειστά, με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατή η επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως την παραπάνω ημέρα. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του αυτών επικαλείται το από ..... ιατρικό σημείωμα του ιατρού ......, σημείωμα του ίδιου ιατρού με το οποίο προτείνεται η διενέργεια αιματολογικών και λοιπών εξετάσεων και συνταγή του ιδίου για την προμήθεια φαρμάκων. Όμως από τα παραπάνω προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ενόσησε και νοσηλεύθηκε στο άνω θεραπευτήριο την συγκεκριμένη ημέρα, ούτε ότι ενεργήθηκαν εργαστηριακές εξετάσεις σ' αυτό αφού δεν προσκομίζεται βεβαίωση της παραπάνω κλινικής από την οποία να προκύπτει η εισαγωγή του και η διάρκεια παραμονής σ' αυτήν και το είδος των εργαστηριακών εξετάσεων στις οποίες υποβλήθηκε, μπορούσε δε να λάβει και να προσκομίσει τέτοιο πιστοποιητικό. Το γεγονός ότι ο υπογράφων το παραπάνω ιατρικό σημείωμα ιατρός είναι ιατρός στο θεραπευτήριο ΙΑΣΩ και υπογράφει σε έγγραφο στο οποίο αποτυπώνεται ο λογότυπος του άνω θεραπευτηρίου, δεν αναιρεί τα ανωτέρω, ενώ εξάλλου το προσκομιζόμενο από ...... ιατρικό σημείωμα δεν έχει βεβαία χρονολογία.
Συνεπώς, μη αποδεικνυομένης της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου ανώτερης βίας που να δικαιολογούν το εκπρόθεσμο της ασκήσεως, πρέπει, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Συνακολούθως πρέπει να απορριφθούν και οι διαλαμβανόμενοι στο από 7-11-2007 δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, η άσκηση των οποίων προϋποθέτει παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως. Στον αναιρεσείοντα πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα κατά τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Οκτωβρίου 2007 αίτηση και τους από 7 Νοεμβρίου 2007 προσθέτους λόγους του x1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 15/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γυθείου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως ως εκπρόθεσμης. Αβάσιμο προτεινόμενων λόγων ανωτέρας βίας.
|
Ανωτέρα βία
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Ανωτέρα βία.
| 0
|
Αριθμός 1684/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Ιωάννη Παπουτσή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στο Ψυχιατρείο του Νοσοκομείου των Φυλακών Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Σύψα, περί αναιρέσεως της 152, 153/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1734/2006.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- 'Ελλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή, εκείνων που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιους όμως ισχυρισμούς δεν αποτελούν ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εντεύθεν της κατηγορίας καθώς και τα υπερασπιστικά του κατηγορουμένου επιχειρήματα. Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
ΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό με συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων σ'αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Την 26/4/2001 ο Γ1 έκλεισε ραντεβού, με τον Γ2, ο οποίος του τηλεφώνησε, στο ....., όπου συναντήθηκαν σε μία καφετέρια, σ' ένα πεζόδρομο οι ανωτέρω ευρίσκοντο κατά διαστήματα έπιναν καφέ και έκαναν χρήση. Κάποια στιγμή ο Γ2 εδέχθη ένα τηλεφώνημα και είπε στον Γ1 να πάνε κάπου, σε μία δουλειά με το αυτοκίνητο, που ο πρώτος είχε νοικιάσει με πλαστά χαρτιά στο όνομα ........ και μετά θα πήγαιναν στο σπίτι να έπαιρναν ναρκωτικά, όπως έκαναν συχνά μαζί, όπερ και ενδιέφερε περισσότερο τον Γ1. (Ο τελευταίος) αυτός κατάλαβε ότι ο Γ2 ήτο νευριασμένος, γιατί του είχαν βρίσει την κοπέλα του ονόματι ...., προς δε κατάλαβε ότι έκλεισε και κάποιο ραντεβού, ενώ πίστευε ότι απλώς θα συζητούσαν, εκεί που θα πήγαιναν, για το άνω θέμα. Ούτως οι ανωτέρω, Γ2 και Γ1 περί ώραν 21:30' πήγαν με το άνω μισθωμένο ΙΧΕ αυτοκίνητο, υπ' αριθμ. κυκλ. ..... μάρκας HUNDAI ACCENT χρώματος πράσινου στο ραντεβού, με οδηγό τον Γ1 και συνοδηγό τον Γ2, στην περιοχή των ...... Το αυτοκίνητο σταμάτησε επί της οδού ......, απέναντι ακριβώς από τον αριθμόν ...., στον παράδρομο, αφού έκανε αναστροφή και ευρέθη με μέτωπο προς Αθήνα στο δεξιό μέρος της οδού, εν επαφή με την οριογραμμή του κατερχομένου προς Πειραιά τμήματος της Λεωφόρου ...., ενώ προηγουμένως, πριν φθάσουν στην ....., συνήντησαν και άλλο αυτοκίνητο, με το οποίο είχε κλείσει ραντεβού ο Γ2 και τους είπε να τους ακολουθήσουν. Ούτως μόλις έφθασαν, ήλθε πίσω τους και το υπ' αριθμ. ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας HUNDAI COUPE χρώματος μπλε ηλεκτρίκ και στάθμευσε. Από το τελευταίο αυτό βγήκε ο οδηγός του Δ1, πλησίασε τον οδηγό του πρώτου αυτοκινήτου Γ1 και από το ανοιχτό παράθυρό του, μίλησε του Γ2 τότε αυτός εκνευρίστηκε και αφού πήρε μία κασέτα και την έβαλε στο παντελόνι του, βγήκε από το αυτοκίνητο, πλησίασε τον συνοδηγό του πίσω αυτοκινήτου (.....) Χ1, ο οποίος είναι ο κατηγορούμενος και ο οποίος με πρόθεση, ενώ λογομαχούσε με τον Γ2, τον πυροβόλησε με πυροβόλο όπλο, έξω από την δεξιά πόρτα αυτού (... αυτοκινήτου). Ο τραυματισθείς τότε Γ2 προσεπάθησε να απομακρυνθεί, περνώντας δίπλα από το ... (το εμπρός δηλ.) αυτοκίνητο και έτερον σταθμευμένον σε απόσταση 15 μ. περίπου υπ' αριθμ. κυκλ. ..... ΙΧΕ αυτοκινήτου FΙΑΤ, διασχίζοντας διαγώνια την οδόν και επ' ολίγον την οδόν , κατέληξεν εις το επάνω μέρος της πλατείας , όπου και ευρέθη νεκρός.(βλ. την από .... έκθεση αυτοψίας κτλ. του Υπαστυνόμου Α' .....). Εξ άλλου μόλις ο Γ1, με τους πυροβολισμούς που άκουσε, βγήκε από το αυτοκίνητό του για να κατευθυνθεί προς πίσω αυτοκίνητον, ο Χ1 πυροβόλησε και αυτόν με πρόθεση να τον σκοτώσει, πλην όμως απέτυχε του σκοπού του για λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς του, διότι του προκάλεσε διαμπερές τραύμα στον αυχένα στην οσφυϊκή χώρα και στο αριστερό αντιβράχιο και μετεφέρθη εις το νοσοκομείο εγκαίρως, όπου του παρεσχέθη η αναγκαία ιατρική βοήθεια και περίθαλψη (βλ. και ΑΠ 587/1987 Ποιν. Χρον. ΛΖ' 529, ΑΠ 626/1986 Ποιν. Χρον. ΛΣΤ' 706). Η απόφαση του κατηγορουμένου να σκοτώσει τον Γ2 και τον Γ1, η κατά του οποίου πράξη δεν ολοκληρώθηκε, ελήφθη εις ήρεμη ψυχική κατάσταση, που του επέτρεπε την ήρεμη σκέψη και στην κατάσταση αυτή πραγματοποίησε την. απόφασή του τούτο λαμβανομένων υπ' όψη των συνθηκών της πράξεως, προς δε και του ότι το θύμα Γ2 πήγε στο αυτοκίνητο, όπου εκάθητο αυτός ως συνοδηγός, αφού προηγουμένως ο ίδιος ο κατηγορούμενος είχε στείλει εις το αυτοκίνητο, όπου ήτο συνοδηγός το θύμα, τον Δ1 για να συζητήσει μαζί του και προφανώς να τον εκνευρίσει, όπου σημαίνει ότι τις πράξεις του είχε προμελετήσει και προσχεδιάσει επιμελώς, ακριβώς και ηρέμως, ενώ μετά (τις πράξεις του) ετράπη σε φυγή, τουτ' αυτό δε έπραξε και ο Δ1. Ο παθών Γ1 σήμερα δεν μπορεί να θυμηθεί και να καταθέσει εάν είναι ο κατηγορούμενος που τον πυροβόλησε, όμως τον κατηγορούμενο ακριβώς γνώρισε από την φωτογραφία που του επέδειξαν στην Αστυνομία, (είπε ότι) τον γνωρίζει, τον φώναξε με το ψευδώνυμο ".....", ήταν ο συνοδηγός του HOUNDAI COUPE, που σκότωσε τον (εξάδελφό του) Γ2 και πυροβόλησε τον ίδιο (Γ1), προς δε ανεγνώρισε και τον Δ1 ως οδηγό του αυτοκινήτου αυτού. Περαιτέρω ο Γ1 πρωτοδίκως απέκλεισε, κατά 99% να πυροβολήθηκε από τον οδηγό του πίσω αυτοκινήτου διότι αυτός βρισκόταν δίπλα του, δεν γνωρίζει γιατί βρέθηκαν αποτυπώματα του κατηγορουμένου στο πίσω αυτοκίνητο και του φάνηκε πως ο Γ2 είχε διαφορές με τον συνοδηγό του πίσω αυτοκινήτου και όχι με τον οδηγό του (βλ. πρακτικά εκκαλουμένης αποφάσεως). Μετά ταύτα πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση εις βάρος του Γ2 και αποπείρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση εις βάρος του Γ1 κατά πλειοψηφίαν, ως εις το διατακτικό, ήτοι δύο ενόρκων, των Δήμητρας Γορανίτη και Ιωάwη Koλλιvιάτη εχόντων αμφιβολίας περί την ενοχήν του κατηγορουμένου για τις πράξεις αυτές. Επίσης να κηρυχθεί ένοχος ομοφώνως της παράνομης οπλοφορίας, διότι κατά τον αυτόν ως άνω χρόνο και τόπο, έφερε πυροβόλο όπλο χωρίς άδεια της αρμοδίας αστυνομικής αρχής ως και της οπλοχρησίας, διότι το χρησιμοποίησε για να πραγματοποιήσει τις άνω πράξεις, ανθρωποκτονία με πρόθεση και απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση, συντρεχούσης όμως υπέρ αυτού περιστάσεως του άρθρου 133 ΠΚ. (ΑΠ 927/1999 Ποιν. Χρον. Ν' 2000, 433, ΑΠ 1119/1986 Ποιν. Χρον. ΛΖ' 32), εκ του λόγου ότι αυτή είχεν αναγνωρισθεί συντρέχουσα και πρωτοδίκως (Εφ. Αθ. 432/1998 Ποιν. Χρον. ΜΗ' 813). Τέλος (από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία) δεν απεδείχθη η προγενέστερη έντιμη ζωή του κατηγορουμένου, εκ μόνης της υπάρξεως του λευκού ποινικού μητρώου, χωρίς άλλο τι στοιχείο περί αυτής, ούτε, επίσης, απεδείχθη η καλή συμπεριφορά του μετά την πράξη εκ μόνης της διαγωγής του εις την φυλακήν, χωρίς άλλο στοιχείο περί αυτής, κατά τα εκτεθέντα και πρέπει, γι' αυτό να απορριφθούν οι σχετικοί ισχυρισμοί-αιτήματα για την αναγνώριση της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α' και ε' ΠΚ....". Με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο στο διατακτικό της αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας, και αφού δέχθηκε συνδρομή της διατάξεως του άρθρου 133 του Π.Κ. επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή κάθειρξης είκοσι πέντε (25) ετών. Με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων για τα οποία τον κατεδίκασε, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 299 παρ. 1 42, 133 του Π.Κ. 1 παρ. 1 περ. α', 10 παρ. 13 περ. α' και 14 Ν. 2168/1993 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, αιτιολογείται στην απόφαση ο ανθρωποκτόνος σκοπός του αναιρεσείοντος, που προκύπτει από τον τρόπο κατά τον οποίο έδρασε πυροβολώντας από κοντινή απόσταση τα θύματα. Η υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας προβαλλόμενη αιτίαση του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος ότι από κανένα των εξετασθέντων μαρτύρων δεν αναγνωρίσθηκε αυτός ως ο δράστης της ανθρωποκτονίας και απόπειρας ανθρωποκτονίας ούτε καν και από το επιζήσαν θύμα Γ1, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα γιατί πλήττει την περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Συνεπώς, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 152, 153/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για ανθρωποκτονία από πρόθεση, απόπειρα ανθρωποκτονίας, οπλοφορία και οπλοχρησία. Απαράδεκτες αιτιάσεις που πλήττουν την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απόπειρα, Ανθρωποκτονία από πρόθεση.
| 0
|
Αριθμός 1683/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη- Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Ταχμαζίδου, περί αναιρέσεως της 1023/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 401/2007.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 220 παρ.1 του ΠΚ, όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικά που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον, σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία, Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, απαιτείται αντικειμενικά μεν, η εξαπάτηση του δημόσιου υπαλλήλου, με οποιαδήποτε, δηλαδή, απατηλή ενέργεια του δράστη, εξαιτίας της οποίας παρασύρεται ο υπάλληλος από ευπιστία ή και αμέλειά του, σε βεβαίωση ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος υποκειμενικά δε δόλος που συνίσταται στη θέληση να προκαλέσει ο δράστης την ψευδή βεβαίωση και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο σε δημόσιο έγγραφο περιστατικά είναι αναληθές και μπορεί να έχει έννομες συνέπειες για τον εαυτό του ή για άλλον τρίτο. Ενώ δημόσιο έγγραφο, κατά το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην περιοχή του ποινικού δικαίου, γιατί το άρθρο 13 γ' του ΠΚ δεν προσδιορίζει την έννοια του, είναι εκείνο που έχει συνταχθεί από τον καθ'ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2,2,3,5 και 8 παρ.1 του ΠΔ της 3/8-9-1983 "τρόπος έκδοσης οικοδομικών αδειών και έλεγχος των αναγειρόμενων οικοδομών" που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 17 παρ.12 του ν.δ. 1337/1983 και δημοσιεύθηκε στο 394/1983 ΦΕΚ (τεύχος Δ') σε συνδυασμό με το παράρτημα που το συνοδεύει, σαφώς συνάγεται ότι η οικοδομική άδεια, η οποία αποτελεί δημόσιο έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 438 ΚΠολΔ, εκδίδεται μόνο εφόσον βεβαιώνεται σ'άυτήν ότι συντρέχουν όλες οι προς έκδοσή της απαιτούμενες νόμιμες προϋποθέσεις. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ.1 του ΠΚ, όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως είναι κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία οδηγεί ευθέως και αναμφισβητήτως στην πραγμάτωση ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ'αρχήν αναγκαίο, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί τούτου (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την αντικειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένο μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ'εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα, όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος. Τέλος, λόγος αναιρέσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστική ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ'αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας ευθέως το νόμο. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγονται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Δράμας (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο) με την προσβαλλόμενη 1023/2006 απόφασή του κήρυξε κατά πλειοψηφία ένοχη την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη για την πράξη της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και της επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. 'Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της, η πλειοψηφούσε γνώμη του παραπάνω δικαστηρίου δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της, ότι από τις μαρτυρικές καταθέσεις, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, την απολογία της κατηγορουμένης και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής: Η κατηγορουμένη, η οποία είναι πολιτικός μηχανικός στη ..... στη 29-8-2001 υπέβαλε η ίδια στο Γραφείο της Πολεοδομίας Δράμας αίτηση με αριθμ. πρωτ. ..... συνοδευόμενη με ψευδή δικαιολογητικά και αποδεικτικά έγγραφα σχετικά με τη χρήση και την πληρότητα των προϋποθέσεων παθητικής πυροπροστασίας και στατικής μίας μονώροφης οικίας με περίφραξη στους .... Δράμας, προκειμένου να εκδοθεί οικοδομική άδεια της εν λόγω οικίας, ιδιοκτησίας Γ1. Ειδικότερα, τα δικαιολογητικά αυτά που προσκόμισε η κατηγορουμένη και συγκεκριμένα, μελέτη παθητικής πυροπροστασίας κατοικιών, δήλωση αναθέσεων- σύνταξη προϋπολογισμού έργου και διάγραμμα κάλυψης, δεν αφορούσαν την οικία αυτή για την οποία η κατηγορουμένη ζητούσε τη χορήγηση οικοδομικής άδειας, αλλά αφορούσαν ένα άλλο κτίριο-φροντιστήριο στο ....., για το οποίο πριν μερικές ημέρες είχε εκδοθεί οικοδομική άδεια από την ίδια την κατηγορουμένη-μηχανικό. Η κατηγορουμένη έσβησε στη μελέτη πυροπροστασίας με διορθωτικό (μπλάνκο) το όνομα του ιδιοκτήτη του φροντιστηρίου, έγραψε στο ίδιο σημείο το όνομα του ιδιοκτήτη της οικίας στους ..... Γ1 και χρησιμοποίησε τα ίδια ανωτέρω δικαιολογητικά για την έκδοση οικοδομικής αδείας της εν λόγω οικίας, τα οποία σε προγενέστερο χρόνο είχε υποβάλει για την έκδοση οικοδομικής αδείας σε κτίριο-φροντιστήριο στο ...., θέλοντας έτσι να εξαπατήσει τους υπαλλήλους της Δ/νσης Πολεοδομίας Νομαρχίας Δράμας ότι η εν λόγω οικία στους ..... πληροί τις προϋποθέσεις χορήγησης οικοδομικής άδειας, μεταξύ των οποίων είναι και η μελέτη πυροπροστασίας, προκειμένου να προκαλέσει την έκδοση της σχετικής οικοδομικής άδειας. Ωστόσο δεν κατάφέρε να δημιουργήσει λαθεμένες εντυπώσεις με τα προαναφερθέντα ψευδή στοιχεία στους ανωτέρω υπαλλήλους και η οικοδομική άδεια, δεν εκδόθήκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση της κατηγορουμένης, δεδομένου ότι οι ανωτέρω υπάλληλοι αντιλήφθηκαν την εν λόγω ανακολουθία και δεν προέβησαν στην έκδοση της σχετικής οικοδομικής άδειας βεβαιώνοντας τη χρήση και την πληρότητα των προαναφερθεισών προϋποθέσεων, στοιχείο που ήταν κρίσιμο για τη χρησιμοποίηση από πολεοδομικής άποψης του κτιρίου για το οποίο και η κατηγορουμένη ζήτησε την έκδοση άδειας. Η πράξη, όμως, αυτή της κατηγορουμένης περιείχε αρχή εκτελέσεως του πλημμελήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, αφού αυτή ενήργησε όλα τα καθ' εαυτόν και υπολειπόταν μόνο η ενέργεια των υπαλλήλων, γνώριζε δε κατηγορουμένη ότι η οικοδομική άδεια που ζητούσε να εκδοθεί για την οικία στους ....., η οποία και αποτελεί δημόσιο έγγραφο, θα βεβαίωνε αναληθώς τη χρήση και την πληρότητα των προαναφερθεισών προϋποθέσεων, στοιχείο κρίσιμο για τη χρησιμοποίηση από πολεοδομικής άποψης της εν λόγω οικίας. Ακολούθως, με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα περιστατικά στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η αξιόποινη πράξη της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Με αυτά που δέχθηκε η πλειοψηφούσα γνώμη του πιο πάνω δικαστηρίου, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούνε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ.1, 42 και 220 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις : α) δεν είναι ακριβές ότι στο σκεπτικό παρατίθεται μόνο το διατακτικό της απόφασης, αλλά αντιθέτως με πληρότητα αναφέρονται, πέρα από τα στοιχεία του διατακτικού, όπου εκτίθενται όλα τα απαραίτητα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία που συγκροτούν την αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά στις διατάξεις των άρθρων 42 παρ.1 και 220 παρ.1 ΠΚ, β) εκτίθεται με σαφήνεια η απατηλή ενέργεια με την οποία η αναιρεσείουσα επιχείρησε να εξαπατήσει (παραπλανήσει) τους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Πολεοδομίας για να προβούν σε βεβαίωση ψευδούς περιστατικού και προσδιορίζονται οι έννομες συνέπειες τούτου (έκδοση οικοδομικής άδειας) γ) δεν ήταν αναγκαία ειδική αιτιολόγηση του δόλου της αναιρεσείουσας, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή. δ) αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία η πλειοψηφούσα γνώση του Δικαστηρίου συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα στα οποία περιλαμβάνεται και το υπ'αριθμ. .... έγγραφο, το οποίο ρητώς αναφέρεται σ'αυτή (αιτιολογία) ενώ δεν απαιτείται περαιτέρω χωριστή αξιολόγηση και εκτίμηση του περιεχομένου κάθε αποδεικτικού μέσου. Περαιτέρω, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η μη ορθότητα των υποβληθέντων δικαιολογητικών και η έλλειψη των προϋποθέσεων για την έκδοση της ένδικης οικοδομικής άδειας θα διαπιστωνόταν ευχερώς από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Πολεοδομίας και με υπόδειξη αυτών προς την ίδια θα ακολουθείτο η διαδικασία της (διόρθωσης ή συμπλήρωσης των ελλείψεων ή των λαθών" η οποία προβλέπεται από το άρθρο 5 παρ.4 του Π.Δ. της 3/8-9-83 "τρόπος έκδοσης των οικοδομικών αδειών..." που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 17 παρ.12 ν.δ. 1337/83, καθώς και ειδικότερα στα άρθρα 1 παρ.4, 5 και 2 παρ.3,6, 7 της υπ'αριθμ. Υ.Α. Οικ. 8957/2-3-2004 απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, καθόσον η ως άνω διαδικασία της διόρθωσης των λαθών και σφαλμάτων δεν αναιρεί τα στοιχεία της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 42 παρ.1 και 220 παρ.1 του ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ κατά το μέρος που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1023/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχεία υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης. Έννοια απόπειρας. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη της αναιρεσείουσας για απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Απόπειρα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1682/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρου του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη και Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3 , 4. Χ4 και 5. Χ5 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 3448/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και oι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19 Μαρτίου 2007 αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 490/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την υπ'αριθμ. 393/19-10-2007 πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: ? Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 §§ 1 και 4, 138 §2β, 485 §1 Κ.Π.Δ. τις ακόλουθες αιτήσεις αναιρέσεως:1)76/19-3-07 του Χ2 2) 75/19-3-07 του Χ1, 3) υπ' αρ. 77/19-3-07 του Χ3, 4) υπ' αρ. 79/2007 Χ5, 5) υπ' αρ. 78/19-3-07 του Χ4, κατά του υπ' αρ. 3448/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ' ακόλουθα: I) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αρ. 2440/2006 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους ανωτέρω κατηγορούμενους όπως δικασθούν α) οι μεν 1ος και 2ος για κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, β) οι 1ος και 2ος της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και από κοινού, γ) οι 3ος, 4ος, 5ος της άμεσης συνέργειας στην πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας, δ) οι 3ος, 4ος, 5ος της ψευδορκίας μάρτυρα (αρ. 26 §1α, 27 §1, 45, 46 §1β, 94 §1, 98, 224 §§2-1, 227, 375 §§1 και 2α Π.Κ.).
Μετά από έφεση που άσκησαν κατά του βουλεύματος αυτού οι κατηγορούμενοι, εξεδόθη το άνω προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο: α) έπαυσε λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη για ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία σ' αυτήν, β) απερρίφθησαν κατά πλειοψηφίαν οι εφέσεις τους ως προς την κακουργηματική υπεξαίρεση και άμεσης σ' αυτήν συνέργειας και επικυρώθηκε ως προς το κεφάλαιο αυτό το εκκληθέν βούλευμα.
Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών επεδόθη στους αναιρεσείοντες την 9-3-2007 (βλ. σχετικά αποδεικτικά) στην συστεγαζόμενη με αυτούς ενήλικο δικηγόρο Σ. Αγγελοπούλου - Παπαγεωργίου (αρ. 155 §1 Κ.Π.Δ.).
Συνεπώς οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως είναι νομότυπες και εμπρόθεσμες (αρ. 465 §1, 473 §1, 474 §2, 482 §1, 484 §1 Κ.Π.Δ.) αφού ασκήθηκαν δια πληρεξουσίων δικηγόρων ενός εκάστου, το βούλευμα υπόκειται σε αναίρεση και μνημονεύονται ειδικότεροι λόγοι.
II) Οι 1ος και 2ος των αναιρεσειόντων επικαλούνται τους εξής λόγους:
α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι αντιφατικώς εδέχθη ότι υπεξήρεσαν από το ταμείο 60 εκ.δρχ. την 29-9-97 για να τα προκαταβάλουν στον μηνυτή την 28-8-97 (δηλ. ένα μήνα πριν την εκταμίευση έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς μετοχών του. Επίσης είναι λογικώς άτοπο να φέρονται ότι ανέλαβαν 250 εκ.δρχ. από το ως άνω ταμείο την 3-9-97 προκειμένου υποτίθεται να καταβάλλουν εξ' αυτών 190 εκ.δρχ. στον μηνυτή την 1-9-97 δηλ. δύο ημέρες πριν από την εκταμίευση. Η πλειοψηφία του αναιρεσιβαλλομένου αναφέρεται εξ' ολοκλήρου στις σκέψεις της εισαγγελικής προτάσεως και υιοθετεί τα επιχειρήματα του εισαγγελέως για την αβασιμότητα των ισχυρισμών τους, ενώ η μειοψηφία αναπτύσσει το αντίθετο σκεπτικό της με την ρητή κάθε φορά μνεία στο αναιρεσιβαλλόμενο ότι πρόκειται για τις σκέψεις της μειοψηφίας. Τα αναφερόμενα εις την σελίδα 82 είναι ακατάληπτα γιατί αφού απορρίπτονται από την πλειοψηφία του Συμβουλίου οι ουσιώδεις ισχυρισμοί τους ως αβάσιμοι, στην συνέχεια αξιολογούνται ως βάσιμοι και τελικώς εξάγεται παραπεμπτική κρίση από την πλειοψηφία ενώ η παραδοχή των ισχυρισμών αυτών οδηγεί λογικώς σε απαλλακτική κρίση. Οι παραδοχές στις σελ. 15-16, 18-19, 20-21 είναι ασαφείς, αντιφατικές και λογικώς πλημμελείς, διότι δεν διευκρινίζεται ποια ήταν ακριβώς η σύνθεση της κοινοπραξίας ......, ποιοί δηλαδή φορείς συμμετείχαν πλην της ΑΕΓΕΚ και ποιος ο τρόπος συνεργασίας τους, ούτε ποια ήταν η δική τους θέση, ποιες οι εξουσίες και αρμοδιότητές τους σε σχέση με την εν λόγω κοινοπραξία. Μόνη η ιδιότητά τους ως προέδρου του Δ/Σ και δ/ντος συμβούλου αντιστοίχως ουδόλως συνεπάγεται λογικώς ότι αυτοί είχαν τις προαναφερόμενες εξουσίες αφού μάλιστα ο μηνυτής υπήρξε διαχειριστής της ανωτέρω κοινοπραξίας. Επισημαίνουν (σελ. 8-10 αιτιάσεις) ότι οι αντικρούσεις των υπερασπιστικών τους ισχυρισμών από την εισαγγελική πρόταση (που κατά πλειοψηφία εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών), ως προς την καρτέλα λογαριασμού της ΑΕΓΕΚ, μη ύπαρξη παραστατικών λόγω καταστροφής, χρεωστικές εγγραφές στην καρτέλλα λογαριασμού της κοινοπραξίας ....., ποια ήταν η έκβαση επί της από 17-5-99 αιτήσεως του μηνυτή για λήψη ασφαλιστικών μέτρων, δεδομένου ότι αυτός παραιτήθηκε από το δικόγραφο και το σχετικό δικαίωμα την 1-7-99 και 31-8-99.
Επίσης ως προς τον φορολογικό έλεγχο δέχεται ότι έγινε έλεγχος, υφίσταται η από ..... έκθεση του Εθνικού Ελεγκτικού Κέντρου του Υπ. Οικονομικών, η εισαγγελική πρόταση αναφέρει ότι δεν διερευνήθη ειδικώς κατά τον φορολογικό έλεγχο της κοινοπραξίας των οικονομικών χρήσεων από 21-10-92 έως 31-12-07 η ενδεχόμενη εικονικότητα λογιστικών εγγραφών και των σχετικών παραστατικών καθ' όσον σ' αυτήν αναφέρεται ότι οι δαπάνες της ελεγχόμενης κρίνονται ως πραγματικές και καλυπτόμενες από νόμιμα παραστατικά στοιχεία. Οι υπάλληλοι δεν είχαν λόγο να εμβαθύνουν περισσότερο την έρευνα ως προς τις εν λόγω εικονικές εγγραφές, αφού τα ως άνω ποσά θα μπορούσαν πράγματι να αποτελούσαν χρηματοδότηση της ΑΕΓΕΚ Α.Ε. προς την κοινοπραξία ..... καθ' όσον η τελευταία ήταν διαχειρίστρια της κοινοπραξίας περαιτέρω από την υπό χρονολογία ...... έκθεση της ίδιας υπηρεσίας προκύπτει ότι ο έλεγχος ήταν δειγματοληπτικός. Εφ' όσον το πόρισμα δέχεται ότι οι δαπάνες εκρίθησαν από το ελεγκτικό κέντρο του Υπ. Οικονομικών ως πραγματικές και τα παραστατικά στοιχεία ως ειλικρινή και ότι ο έλεγχος ήταν δειγματοληπτικός, η παραδοχή ότι δεν διερευνήθηκε η τυχόν εικονικότητα των λογιστικών εγγραφών είναι αντιφατική διότι τότε τί ήλεγξαν οι φορολογικές αρχές;Είναι ασαφές σε τι συνίστατο ο περισσότερος εξονυχιστικός έλεγχος, είναι ακατανόητο το διαλαμβανόμενο στην εισαγγελική πρόταση ότι δεν προσκομίζεται έκθεση ελέγχου της ΑΕΓΕΚ Α.Ε., που αφορά την χρήση του έτους 1997 αφού το έτος αυτό δεν έχει σχέση με την υπόθεση. Συνιστούν πλημμέλεια οι παραδοχές ότι ο μηνυτής υπήρξε διαχειριστής της κοινοπραξίας, τούτο όμως δεν αποδεικνύει ότι γνώριζε τις συγκεκριμένες εικονικές εγγραφές στην καρτέλα λογαριασμού, αφού δεν υπήρξε πραγματική εισροή των ως άνω ποσών από την ΑΕΓΕΚ Α.Ε. στο ταμείο της κοινοπραξίας ...... Αφού δεν εγνώριζε εισροή χρημάτων δεν μπορεί να συνιστά λόγον αγνοίας ή εφησυχασμού του μηνυτή. Στην εισαγγελική πρόταση που ενσωμάτωσε το συμβούλιο στο προσβαλλόμενο βούλευμα (σελ. 27) αναφέρεται αντιφατικότητα στην συμπεριφορά του μηνυτή "με αποκορύφωμα την υπ' αρ. ..... πράξη καταθέσεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Βικτωρίας Παπαευαγγέλου στην οποία αυτός αμφισβητεί τις εν συνεχεία δοθείσες έγγραφες δηλώσεις του περί πλήρους αναγνωρίσεως των συμφωνιών τους περί συννόμου των ενεργειών τους περί της νομίμου προελεύσεως του τιμήματος που του κατέβαλαν για την αγορά των μετοχών του". β) Υπέρβαση εξουσίας και απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω προσβολής του τεκμηρίου της αθωότητας, διότι το Συμβούλιο Εφετών εξέφερε ουσιαστική κρίση περί ενοχής για την πράξη της ψευδορκίας και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν, μολονότι δεν είχε δικαιοδοσία να το πράξει λόγω της συμπληρώσεως του χρόνου της παραγραφής για τις πράξεις αυτές.
γ) Υπέρβαση εξουσίας λόγω παραβάσεως του δεδικασμένου σε σχέση με την πράξη της υπεξαιρέσεως, διότι επί των αυτών, κατά βάση, πραγματικών περιστατικών έχει εκδοθεί το αμετάκλητον υπ' αρ. 924/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών το οποίο είχε το αυτό κατά βάση ιστορικό γεγονός ήτοι τα πραγματικά περιστατικά σχετικά με την εκταμίευση από το ταμείο της ΑΕΓΕΚ 620 εκ.δρχ. και της χρησιμοποιήσεως των ιδίων για την εξόφληση του τιμήματος πωλήσεως 500.000 μετοχών του μηνυτή προς τους 1ο και 2ο των αναιρεσειόντων την 1-9-97. Το πραγματικό γεγονός της εκταμιεύσεως του ανωτέρω ποσού από το ταμείον της ΑΕΓΕΚ αποτελεί την κοινή ιστορική βάση τόσον του αδικήματος της παράνομης λήψεως δανείου κατά τα άρθρα 23α και 58α Ν.2190/20 όσον και εκείνου της υπεξαιρέσεως στην παρούσα υπόθεση. Αφού δεν είχε υπάρξει (σελ.15 αιτήσεως αναιρέσεως) εκταμίευση χρημάτων όπου εδέχθη αμετακλήτως το ανωτέρω απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών δεν μπορεί να υπάρξει και υπεξαίρεση των ιδίων.
δ) Εκ πλαγίου παραβίαση του αρ. 375 §2 Π.Κ. λόγω ασαφείας σε σχέση με την ιδιότητά τους ως διαχειριστές ξένης περιουσίας, διότι δεν εκθέτει κανένα πραγματικό περιστατικό σε σχέση με την διαχειριστική τους εξουσία επί της περιουσίας της ΑΕΓΕΚ Α.Ε. και της εμπιστεύσεώς τους σ' αυτούς. Επίσης η ασάφεια επιτείνεται και από την παράλληλη παραδοχή του αναιρεσιβαλλομένου ότι την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας είχαν και οι δεύτερος έως πέμπτος κατηγορούμενοι που ήσαν ταμίες ή προϊστάμενοι του λογιστηρίου της κοινοπραξίας ..... ή της ΑΕΓΕΚ Α.Ε. χωρίς καμία διευκρίνιση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την εν λόγω ιδιότητά τους κατ' αντιδιαστολή προς εκείνα που θεμελιώνουν την εν λόγω ιδιότητα στο δικό τους πρόσωπο. III) Οι 3ος, 4ος, 5ος των αναιρεσειόντων επικαλούνται τους ακολούθους λόγους:
α) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι εις τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται κατ' είδος δεν γίνεται αναφορά και των ανωμοτί καταθέσεων του πολιτικώς ενάγοντος.
β) Έλλειψη αιτιολογίας και νομίμου βάσεως.
Το προσβαλλόμενο βούλευμα και η ενσωματωθείσα σ' αυτό εισαγγελική πρόταση δεν διευκρινίζουν: βα) Αν ως συνεργοί με τις προεκτεθείσες ιδιότητές τους είχαν την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας είτε επί της ΑΕΓΕΚ Α.Ε. είτε επί της περιουσίας της κοινοπραξίας ...... ββ) Αν μπορούσαν να διενεργήσουν ή διενεργούσαν όχι μόνο την σύνταξη του ισολογισμού και την διενέργεια των εγγραφών αλλά και νομικές πράξεις έστω και μιας, ή ότι τους είχε δοθεί η νομική εξουσία προς διενέργεια νομικών πράξεων και η υλική δυνατότητα προς τούτο, ούτε προσδιορίζεται η σχέση των ως άνω νομικών πράξεων με την σύνταξη του ισολογισμού και την διενέργεια εγγραφών στα προηγούμενα βιβλία και στοιχεία είτε της Α.Ε. είτε της κοινοπραξίας.
βγ) Αν απέκτησαν την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας με σύμβαση ή εν τοις πράγμασι και σε τελευταία περίπτωση και τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν αυτήν την εν τοις πράγμασι διαχείριση.
βδ) Αν απέκτησαν άλλη ιδιότητα από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στην διάταξη του αρ. 375 §2 Π.Κ. (δηλ. εντολοδόχου, επιτρόπου, κηδεμόνος ή μεσεγγυούχου).
βε) Πώς διεχειρίζετο την κοινοπραξία ..... η ΑΕΓΕΚ και κατά ποίο τρόπο θα ήτο λογικώς ή πρακτικώς εφικτή, με την παρέμβαση στα βιβλία και στοιχεία αυτής της κοινοπραξίας η διενέργεια υπεξαιρέσεως. βστ) Από πού προέκυψε ότι οι τρεις φερόμενοι ως συνεργοί γνώριζαν ή μπορούσαν να γνωρίζουν την δήθεν υπεξαιρετική δραστηριότητα των συγκατηγορουμένων τους 1ου και 2ου. γ) Υπέρβαση εξουσίας λόγω παραβιάσεως του δεδικασμένου αλλά συγχρόνως και έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του προβληθέντος ισχυρισμού ο οποίος είναι αυτός με τον εις υπό στοιχ. II γ της παρούσας αναφερόμενο που προέβαλαν οι 1ος και 2ος. IV) Με τα από 22-6-07 συμπληρωματικά τους υπομνήματα οι 3ος, 4ος, 5ος επικαλούνται και προσκομίζουν αντίγραφα των βουλευμάτων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών: α) υπ' αρ. 787/2007 με το οποίο παραπέμπεται ο Ψ1(νυν μηνυτής) για κακουργηματική απάτη σε βάρος των 1ου και 2ου των αναιρεσειόντων,β) υπ' αρ. 1281/2007 με το οποίο το συμβούλιο απεφάνθη όπως μη γίνει κατηγορία κατά των 1ου και 2ου (Χ2,Χ1) για κακουργηματική υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση, κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση και κατά των 3ου, 4ου, 5ου για άμεση συνέργεια σε κακουργηματική υπεξαίρεση έπειτα από μήνυση του Ψ1 (νυν μηνυτή).
Δεν προκύπτει όμως ότι τα ανωτέρω βουλεύματα είναι αμετάκλητα και δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη, ει μη μόνον ως στοιχείον σφοδρής αντιδικίας των δύο πλευρών.
V) α) Η απαιτούμενη από τα άρ. 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα που ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προέκυψαν οι αποχρώσες ενδείξεις (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 2090/2005).
Το βούλευμα περιλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και όταν αναφέρεται στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, εφ' όσον η τελευταία διαλαμβάνει τα απαραίτητα στοιχεία (Συμβ. Α.Π. 96/2004 Π. Δ/σύνη 2004/617, Συμβ. Α.Π. 2168/05 Π.Δ/σύνη 2006/732). β) Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτήν από εκείνη που πραγματικά έχει. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχτηκε στην διάταξη που εφαρμόστηκε (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 9/2001), όταν δηλ. το συμβούλιο υπάγει τα πραγματικά περιστατικά στην έννοια του νόμου, τα οποία όμως υπάγονται σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στην συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Π. 727/88, Α.Π. 179/87, Ποιν.Χρ. 1987/5, 07).
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του συμβουλίου από την ανάκριση, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση ή ασάφεια ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 2043/85 Π.Χρ. 1986/368, Β. Ζησιάδη "Η εκ πλαγίου παράβαση του ποινικού νόμου" σελ. 12-13, 42-43, 50).
γ) Υφίσταται ουσιαστικό δεδικασμένο που συνεπάγεται την κήρυξη ως απαράδεκτης της νέας ποινικής δίωξης κατά του ίδιου κατηγορουμένου όταν υπάρχει: α) αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα που αποφαίνεται για την βασιμότητα της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου (κατηγορουμένου) και γ) ταυτότητα πράξεως, υπό την έννοια του ίδιου εν συνόλω πραγματικού γεγονότος, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή είτε αυτή συνάπτεται αμέσως προς τον δράστη (τυπικό έγκλημα) είτε είναι επακόλουθο αυτής (ουσιαστικό έγκλημα Α.Π. 60/99 Ποιν.Δικ/σύνη 1999/319). Ταυτότητα πράξεως υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα αυτά περιστατικά, δηλαδή από τα ίδια κατά τον χρόνο και τον τόπο τελέσεως, ιστορικά γεγονότα, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία αυτής (Συμβ. Α.Π. 1306/98 Π.Χρ. 1999/716). Δεν υφίσταται ταυτότητα πράξεως εφ' όσον από την αντιπαραβολή των αξιοποίνων πράξεων προκύπτει διαφορά χρόνου τελέσεως (Α.Π. 246/93 ... περ. 1993/578).
VI) Κατά την διάταξη του αρ. 375 §§ 1 και 2α Π.Κ., όπως η παρ. 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 §3α Ν. 1729/99 και η παρ. 2 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 §9 Ν. 2408/96, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 Ευρώ) ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του, ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά την φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό ολικά ή εν μέρει ξένο με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον εκτός από τον δράστη (Α.Π. 1144/98 Π.Χρ. ΜΘ/662). Κινητό πράγμα είναι και τα χρήματα, και ξένο θεωρείται το κινητό το ευρισκόμενο σε ξένη σε σχέση με τον δράστη κυριότητα όπως αυτή διαπλάσσεται κατά το δίκαιο (Α.Π. 728/2000 Π.Χρ. ΝΑ/64) γ) η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη (Α.Π. 728/2000 Π.Χρ. ΝΑ/64) δ) παράνομη ιδιοποίηση από τον υπαίτιο που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νομίμου δικαιολογητικού λόγου (Α.Π. 1596/2000 Π.Χρ. ΝΑ/639, Α.Π. 134/98 Π.Χρ. ΜΜ/772) ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και επιπλέον να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες μεταξύ των οποίων και του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Τέτοια ιδιότητα υπάρχει, όταν αυτός ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, την οποία εξουσία μπορεί να έλκει είτε από τον νόμο είτε από την σύμβαση? επιπλέον το υπεξαιρεθέν να περιήλθε στην κατοχή του δράστη λόγω της ιδιότητάς του (Α.Π. 289/2001 Π.Χρ. ΝΑ/334 Α.Π. 974/2001 Π.Χρ. ΝΑ/972). Ως διαχειριστής να είναι και ο εν τοις πράγμασι (de facto) έχων την διαχείριση (Α.Π. 46/98 Π.Χρ. ΜΜ/758). Τέλος κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγρ. 2 του αυτού άρθρου: Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξεως του προηγουμένου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) δραχμές (73.000 Ευρώ), τούτο συνιστά επιβαρυντική περίσταση. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος ο οποίος συνίσταται εις την θέληση ή αποδοχή του δράστη να ενσωματώσει το ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα στην περιουσία του, που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, με την οποία εκδηλώνεται η πρόθεσή του αυτή. Ενδεχόμενος δόλος αρκεί (Τούση-Γεωργίου Ερμ. Π.Κ. έκδοση Γ υπ' αρ. 375 σελ. 1016 παρ. 19 εδαφίου, ειδικό μέρος τεύχος ΣΤ σελ. 57 επομ.)Άμεση συνέργεια είναι η παροχή με πρόθεση άμεσης συνδρομής στον δράστη κατά την διάρκεια της πράξεως του αυτουργού και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως, απαιτεί οποιαδήποτε συνδρομή υλικής φύσεως και να είναι μόνο κατά την πράξη και όχι πριν ή μετά την τέλεση αυτής. Με βάση τον περιορισμένο παρακολουθηματικό χαρακτήρα της συμμετοχής πρέπει η πράξη του αυτουργού να είναι άδικη και να πληροί τα αντικειμενικά στοιχεία. Δηλ. πρέπει ο αυτουργός να διαπράξει άδικη πράξη ή να αποπειραθεί αυτήν. Απαιτείται να υπάρχει δόλος στον αναγκαίο συνεργό εγκείμενος στην ηθελημένη παραδοχή συνδρομής στον πράττοντα, εν γνώσει του ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της άδικης πράξεως (Α.Π. 1533/99 Π.Χρ. Ν/789, Α.Π. 67/94 Π.Χρ. ΜΔ 455), δεν απαιτείται όμως να επιδιώκεται επιπλέον, και από τον συμμέτοχο ίδιο περιουσιακό όφελος (Α.Π. 1281/85 Π.Χρ. ΛΣΤ/272). Αρκεί ενδεχόμενος δόλος του συνεργού, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί για την κύρια πράξη ορισμένο δόλο, οπότε απαιτείται η ίδια διαβάθμιση και για τον δόλο του άμεσου συνεργού. Η συνέργεια θα πρέπει να παρασχεθεί από τον συνεργό κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς την βοήθεια αυτού να μην ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις περιστάσεις που διαπράχθηκε Α.Π. 359/2002 Π.Δ/σύνη 2002/802, Α.Π. 857/2000 Π.Χρ. ΝΑ/149, Α.Π. 207/95 Π.Χρ. ΜΕ/482, περί της εννοίας του αρ. 46 §ιβ Π.Κ. εις Συστηματική Ερμηνεία Π.Κ. εκδ. Π. Σάκκουλα - σχόλια Α. Δημάκης σελ. 92 επομ., Τούση-Γεωργίου Ερμ. Π.Κ. έκδοση Γ υπ' αρ. 46 σελ. 175 επομ.).
Το κατ' εξακολούθηση έγκλημα απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, που κάθε μία περιέχει πλήρη στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, αλλά όλες συνδέονται με την ταυτότητα της αποφάσεως για την εκτέλεσή τους (Μπουροπούλου Ερμ. Κ.Π.Δ. Α' σελ. 257). Κατά την παράγραφο 2 του αρ. 98 Π.Κ. ως αυτή προσετέθη με αρ.14 §1 Ν. 2721/99): Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση την συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. VII) Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών κατά πλειοψηφία με παραδεκτή (στο φύλλο 27 σελ.α) αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση της εισαγγελέως εφετών εδέχθη ότι:
Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων και αυτού του μηνυτή, καθώς και από τα υπομνήματά του, τις απολογίες όλων των κατηγορουμένων (και αυτών των συμπληρωματικών), καθώς και τα υπομνήματα των τελευταίων και όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία προέκυψαν κατά τη γνώμη μας τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι και ο μηνυτής υπήρξαν από το έτος 1982 μέτοχοι της εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία Γενικών Κατασκευών ΑΕΓΕΚ Α.Ε.", της οποίας η έδρα βρίσκεται στο Χολαργό Αττικής. Από τους ανωτέρω κατηγορουμένους ο μεν πρώτος από αυτούς, Χ2, υπήρξε Πρόεδρος του Δ.Σ. της προαναφερόμενης εταιρείας, ο δε δεύτερος, Χ1, Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, ενώ ο μηνυτής,Ψ1, ετύγχανε μέλος του Δ.Σ. και Αντιπρόεδρος αυτής.
Το έτος 1993 η ανωτέρω εταιρεία εισήλθε στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και οι ως άνω τρεις μέτοχοι αποφάσισαν με πάση θυσία να κρατήσουν υπό έλεγχο το 51% τουλάχιστον των μετοχών της εταιρείας, ώστε να μπορούν να εφαρμόζουν απερίσπαστα την πολιτική τους. Με το σκεπτικό αυτό χαράσσουν κοινή στρατηγική στο θέμα της πώλησης των μετοχών ενός εκάστου και συναποφασίζουν ως ασφαλή τρόπο υλοποίησης αυτής της απόφασής τους, τη δέσμευση πακέτων μετοχών με αναλογική συμμετοχή ενός εκάστου, τις οποίες φύλαξαν εντός κοινού χρηματοκιβωτίου με τρία κλειδιά ξένα για τον καθένα.
Όμως παρά την ανωτέρω συμφωνία ο μηνυτής σταδιακά από την 29/1/1996 ζήτησε την αποδέσμευση από το κοινό πακέτο μετοχών, προκειμένου να επιλύσει τα οικονομικά του προβλήματα, τα ο ποία προερχόταν από δραστηριότητες εκτός της ανωτέρω εταιρείας. Έτσι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι αποδεχόμενοι το αίτημα του μηνυτή αγόρασαν από αυτόν μέρος του κοινού πακέτου των μετοχών κατά τις ημερομηνίες 29/1/97, 27/3/96, 4/7/96, 10/10/96, 3/2/97, 4/4/97, 25/6/97 και 11/8/97 και το ποσοστό συμμετοχής του μηνυτή στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας είχε πλέον περιορισθεί πολύ λιγότερο του 5%, ενώ το δεσμευμένο πακέτο μετοχών των τριών μετόχων λόγω της συνεχούς μειώσεως του αριθμού των μετοχών του μηνυτή είχε φθάσει σε οριακά επίπεδα. Στη συνέχεια ο τελευταίος με την από ... επιστολή του προς τους ανωτέρω κατηγορουμένους ζήτησε από αυτούς λόγω των συνεχιζόμενων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε να διευκολυνθεί από την ΑΕΓΕΚ με προσωρινό δάνειο 160.000.000 δρχ., το οποίο θα επέστρεφε μέχρι την 10/10/97. Στην άρνηση όμως των κατηγορουμένων να ικανοποιήσουν το ανωτέρω αίτημά του με την από ... νέα επιστολή του πρότεινε σ' αυτούς να τους μεταβιβάσει το επ' ονόματί του πακέτο 500.000 μετοχών που ήταν δεσμευμένο στο χρηματοκιβώτιο της εταιρείας στην τιμή των 1.000 δρχ. εκάστη, η οποία αποτελούσε τη λογιστική αξία κάθε μετοχής, λαμβάνοντας καθένας από αυτούς (δύο πρώτους κατηγορουμένους) από 250.000 μετοχές και καταβάλλοντας στο μηνυτή ο καθένας το ποσό των 250.000.000 δρχ. Παράλληλα δε ο μηνυτής ζήτησε με την ανωτέρω επιστολή του να παρασχεθεί σ' αυτόν η δυνατότητα να ξαναγοράσει το ανωτέρω πακέτο μετοχών μέχρι την 9/12/1998 επιστρέφοντας το παραπάνω ποσό εντόκως με επιτόκιο 15%. Τελικώς οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι αποδέχθηκαν την ανωτέρω πρόταση στις 28/8/97 και συμφωνήθηκε η σταδιακή πώληση των ανωτέρω 500.000 μετοχών. Έναντι της αγοράς αυτής οι προαναφερόμενοι δύο κατηγορούμενοι κατέβαλαν προκαταβολικά στο μηνυτή το ποσό των 60.000.000 δρχ. έκαστος και υπέγραψαν και οι τρεις την από ... πρόχειρη απόδειξη βάσει της οποίας δεσμεύθηκαν να συντάξουν ιδιωτικό συμφωνητικό στο οποίο θα καταγράφοντο οι λεπτομέρειες της εν λόγω αγοραπωλησίας. Κατόπιν τούτου την .... υπεγράφη από τους ανωτέρω συμβαλλόμενους το σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο συμφωνείται μεταξύ των άλλων η αγορά από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους των ανωτέρω 500.000 μετοχών του μηνυτή στη λογιστική τους αξία των 1.000 δρχ. εκάστη και η δυνατότητα στον τελευταίο μέχρι την 31/12/1998 να επανακτήσει το τελευταίο πακέτο των μετοχών του, αφού τους καταβάλει το ίδιο χρηματικό ποσό προσαυξημένο κατά 15% λόγω τοκοφορίας. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι κατέβαλαν επιπρόσθετα στο μηνυτή το ποσό των 380.000.000 δρχ., δηλαδή έκαστος από αυτούς το ποσό των 190.000.000 δρχ. Όμως μετά από έρευνα που πραγματοποίησε ο μηνυτής αργότερα σε σχετική καρτέλα λογαριασμού της Κοινοπραξίας ......, η οποία είχε αναλάβει το Υδροηλεκτρικό Έργο ..... στο ...., το οποίο εκτελούσε και διαχειριζόταν η ΑΕΓΕΚ, διαπίστωσε ότι στην καρτέλα αυτή υπήρχαν, μεταξύ άλλων εγγραφές διαφόρων ποσών σε χρέωση της ΑΕΓΕΚ και δη στις 29/8/97 60.000.000 δρχ., την 1/9/97 επίσης 60.000.000 δρχ. και στις 3/9/97 500.000.000 δρχ., παραπλεύρως των οποίων αναγράφοντο τα αρχικά του ονοματεπώνυμου του μηνυτή (Ψ1.), δηλωτικά ότι έχει λάβει αυτός τα εν λόγω ποσά. Δηλαδή με την εγγραφή αυτή και υπό την ένδειξη Ψ1, φαινόταν ότι τα ανωτέρω ποσά προερχόταν από την ΑΕΓΕΚ και ότι στη συνέχεια χρεώθηκαν στην Κ/Ξ .... από την ΑΕΓΕΚ για να μην εμφανίζει αντίστοιχο έλλειμμα το ταμείο της, η δε Κ/Ξ ..... για να μην εμφανίζει και αυτή έλλειμμα στο ταμείο της, παρουσίασε τα ποσά αυτά ως επιταγές εισπρακτέες από την ανωτέρω Κοινοπραξία.
Από τα παραπάνω εκτεθέντα καθίσταται σαφές ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι με τις ανωτέρω ιδιότητές τους, του Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντος Συμβούλου αντίστοιχα της εταιρείας ΑΕΓΕΚ Α.Ε., ενεργούντες ως διαχειριστές της περιουσίας αυτής, βάσει των σχετικών αποφάσεων του Διοικητικού της Συμβουλίου, ανέλαβαν από το ταμείο της χωριστά ο καθένας από αυτούς τα ποσά των 60.000.000 δρχ. την 29/9/1997 και των 250.000.000 δρχ. την 3/9/1997, δηλαδή 310.000.000 δρχ. ο καθένας, τα οποία ανήκαν κατά κυριότητα στην εν λόγω εταιρεία και τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Καθένα δε από τα επιμέρους ποσά αλλά και στο σύνολό τους που ιδιοποιήθηκαν παράνομα οι κατηγορούμενοι είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Από το σύνολο δε των ποσών αυτών διέθεσαν συνολικά 500.000.000 δρχ. (250.000.000 δρχ. καθένας από αυτούς) για την αγορά των ως άνω μετοχών του μηνυτή, ενώ τα υπόλοιπα 120.000.000 δρχ. ευθυλάκωσαν παράνομα και ενσωμάτωσαν στην περιουσία τους προς κάλυψη προσωπικών εξυπηρετήσεών τους.
Στη διάπραξη όμως του ανωτέρω εγκλήματος συνέβαλαν άμεσα και αποφασιστικά οι λοιποί κατηγορούμενοι Χ3, Χ5 και Χ4, οι οποίοι απασχολούντο ο μεν πρώτος από αυτούς ως ταμίας και Προϊστάμενος του Λογιστηρίου της Κοινοπραξίας ......, την οποία, όπως προαναφέραμε, διαχειριζόταν η ΑΕΓΕΚ Α.Ε., ο δεύτερος ως ταμίας της τελευταίας (ΑΕΓΕΚ Α.Ε.) και ο τελευταίος ως προϊστάμενος του λογιστηρίου της ίδιας εταιρείας. Έτσι οι ανωτέρω τρεις κατηγορούμενοι όντες υπεύθυνοι λόγω των ως άνω ιδιοτήτων τους για την σύνταξη του ισολογισμού, των καταχωρήσεων και εγγραφών, καθώς και τον έλεγχο των προς καταχώρηση δικαιολογητικών και παραστατικών στα βιβλία της ανωτέρω Κοινοπραξίας και εταιρείας αντίστοιχα και να διαφυλάττουν έτσι τα συμφέροντά τους, αυτοί παρείχαν εξακολουθητικά άμεση συνδρομή στους συγκατηγορουμένους τους. Ειδικότερα οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, ενώ εγνώριζαν την πρόθεση των δύο πρώτων συγκατηγορουμένων τους να ιδιοποιηθούν τα ανωτέρω ποσά και προκειμένου να βοηθήσουν αυτούς να τα αναλάβουν από το ταμείο της ΑΕΓΕΚ Α.Ε. και των οποίων είχαν την διαχείρισή τους, ως εκ των ανωτέρω ιδιοτήτων τους, συνέταξαν ψευδή έγγραφα και προέβησαν σε ψευδείς καταχωρήσεις στα βιβλία και στοιχεία της ανωτέρω Κοινοπραξίας και εταιρείας αντίστοιχα, ώστε τα εν λόγω ποσά να φαίνονται εικονικώς ως χρεωμένα στην Κοινοπραξία ......., και παράλληλα να μην εμφανίζεται έλλειμμα στο ταμείο της εταιρείας ΑΕΓΕΚ Α.Ε. Ειδικότερα ο πρώτος από αυτούς, Χ3, ως ταμίας και Προϊστάμενος του λογιστηρίου της Κοινοπραξίας ....., την οποία, όπως προαναφέραμε, διαχειριζόταν η εταιρεία ΑΕΓΕΚ Α.Ε., καταχώρησε ψευδώς στα βιβλία και στοιχεία της ότι εισέπραξε με επιταγές από την τελευταία (ΑΕΓΕΚ Α.Ε.) τα ανωτέρω ποσά την 29/8/97, 1/9/97 και 3/9/97, ενώ παράλληλα οι λοιποί δύο κατηγορούμενοι κατέγραψαν ψευδώς και εικονικά στα αντίστοιχα βιβλία της "ΑΕΓΕΚ Α.Ε." ότι τα ανωτέρω ποσά δια επιταγών δόθηκαν στην Κοινοπραξία προς κάλυψη των αναγκών της τελευταίας, η οποία είχε αναλάβει το Υδροηλεκτρικό Έργο στον ...... Είναι βέβαιο λοιπόν ότι χωρίς την συνδρομή των ανωτέρω τριών κατηγορουμένων δεν ήταν δυνατή μετά βεβαιότητας η διάπραξη της υπεξαίρεσης από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους υπό τις περιστάσεις που τελέσθηκε.
Όλοι οι κατηγορούμενοι κατά την απολογία τους στον Ανακριτή, καθώς και με τα επισυναπτόμενα υπομνήματά τους αρνούνται τις σε βάρος τους κατηγορίες, ισχυριζόμενοι ότι όλες οι σχετικές εγγραφές στα βιβλία της Κοινοπραξίας και της "ΑΕΓΕΚ Α.Ε." ήταν αληθείς και έλαβαν χώρα βάσει νομίμων παραστατικών, οι δε λογιστικές εγγραφές με τις ανωτέρω ημερομηνίες 29/8/97, 1/9/97 και 3/9/97, με τις οποίες φέρεται να χρεώνεται η Κοινοπραξία από την ΑΕΓΕΚ με ποσά 60.000.000, 60.000.000 και 500.000.000 δρχ. αντίστοιχα αφορούν δοσοληπτικούς λογαριασμούς και χρεωπιστώσεις μεταξύ της ανωτέρω εταιρείας και της Κοινοπραξίας. Οι δε δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι το ανωτέρω τίμημα κατεβλήθηκε από δικά τους κεφάλαια και όχι από ανάληψη χρημάτων από το ταμείο της ΑΕΓΕΚ. Όμως οι ισχυρισμοί τους αυτοί διαψεύδονται από την προσκομιζόμενη από το μηνυτή καρτέλα λογαριασμού της Κοινοπραξίας ... που τηρείται μηχανογραφικά και από την οποία προκύπτουν με σαφήνεια εγγραφές στις 28/9/97, την 1/9/97 και στις 3/9/97 με τις οποίες χρεώνεται η εν λόγω Κοινοπραξία από την "ΑΕΓΕΚ Α.Ε." με τα ποσά των 60.000.000 δρχ., 60.000.000 δρχ. και 500.000.000 δρχ. αντίστοιχα. Από την καρτέλα δε αυτή προκύπτει εμφανώς ότι δίπλα στις ανωτέρω εγγραφές έχει αναγραφεί ως αιτιολογία της χρεωστικής εγγραφής σε βάρος της Κοινοπραξίας η ένδειξη "ΑΠΟ ΑΕΓΕΚ (Ψ1)". Τα αρχικά δε αυτά με την ένδειξη (Ι.Μ.) αναφέρονται στο ονοματεπώνυμο του μηνυτή. Το γεγονός δε ότι τα ανωτέρω ποσά των 60.000.000 και 60.000.000 δρχ. ταυτίζονται με αυτά που κατέβαλε ο καθένας από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους στο μηνυτή ως προκαταβολή για την αγορά των ανωτέρω μετοχών, το δε άλλο ποσό των 500.000.000 δρχ. υπερκαλύπτει το εναπομένον τίμημα, σε συνδυασμό με το ότι οι χρονολογίες των εγγραφών συμπίπτουν με αυτές της καταβολής στο μηνυτή από τους κατηγορουμένους του συμφωνηθέντος τιμήματος αποδεικνύει, κατά την άποψή μας, ότι οι εγγραφές αυτές είναι εικονικές και ότι η ανάληψη των χρημάτων για την εξόφληση των εν λόγω μετοχών έγινε από το ταμείο της ΑΕΓΕΚ. Τούτο άλλωστε επιβεβαιώνεται και από την αναγραφή των αρχικών στοιχείων του ονοματεπώνυμου του μηνυτή (Ψ1) δίπλα σε καθένα από τα ανωτέρω ποσά, προς ένδειξη και υπενθύμιση ότι τα ποσά αυτά έλαβε ο μηνυτής και όχι η Κοινοπραξία. Παρά το γεγονός δε ότι διενεργήθηκε συμπληρωματική κυρία ανάκριση , που διετάχθηκε με το υπ' αριθ.14/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, προκειμένου, πέραν των άλλων, να διευκρινίσουν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι από πού άντλησαν το ποσό των 500.000.000 δρχ. για την αγορά των μετοχών, οι τελευταίοι δεν δίνουν επ' αυτού σαφείς εξηγήσεις και δεν προσκομίζουν σχετικά παραστατικά βάσει των οποίων να προκύπτει η καταβολή τόσο μεγάλου ποσού. Απλά περιορίζονται σε γενικές παρατηρήσεις ως προς τη λειτουργία του εν λόγω δοσοληπτικού λογαριασμού και τις εν γένει καταβολές προς την Κοινοπραξία για τις οικονομικές ανάγκες του έργου. Επιπρόσθετα ισχυρίζονται ότι τα ποσά αυτά έχουν επιστραφεί στην ΑΕΓΕΚ και επικαλούνται τις από 8/9/1997 και 22/12/1997 σχετικές εγγραφές στην ίδια καρτέλα ποσού 120.000.000 και 500.000.000 δρχ. αντίστοιχα, χωρίς όμως και πάλι να προσδιορίζουν την αιτία των καταβολών αυτών και χωρίς να προσκομίζουν σχετικά παραστατικά. Βέβαια οι ίδιοι διατείνονται ότι δεν διαθέτουν τα παραστατικά αυτά, καθόσον παρήλθε το χρονικό διάστημα των έξι (6) ετών από την λήξη της χρήσεως του έτους 1997, κατά το οποίο όφειλαν να τα τηρούν και επομένως τα κατέστρεψαν και δεν τα έχουν πλέον στην κατοχή τους. Ακόμη δε διατείνονταν ότι τα φορολογικά τους βιβλία και στοιχεία έχουν ελεγχθεί από τις αρμόδιες φορολογικές αρχές, ότι έχουν οριστικοποιηθεί οι έλεγχοι, χωρίς να ανακύψει κάποιο πρόβλημα και χωρίς να προκύψει οποιαδήποτε εικονική εγγραφή. Όμως ο εν λόγω ισχυρισμός τους περί αδυναμίας προσκομίσεως των επίμαχων παραστατικών, τόσο για τις χρεωστικές εγγραφές της 29/8/97, 1/9/97 και 3/9/97, όσο και για τις πιστωτικές εγγραφές της 8/9/1997 και 22/12/1997 δεν είναι αξιόπιστα, διότι οι κατηγορούμενοι, προκειμένου να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους, είχαν έννομο συμφέρον να διατηρήσουν τα εν λόγω παραστατικά έγγραφα ή έστω φωτοαντίγραφα αυτών, αφού γνώριζαν ότι από το έτος 1998 και μέχρι σήμερα υφίσταται σφοδρή αντιδικία μεταξύ αυτών και του μηνυτή ενώπιον των ποινικών και πολιτικών Δικαστηρίων για θέματα που άπτονται κυρίως της ανωτέρω εταιρείας. Άλλωστε ο μηνυτής με την από 17/5/1999 αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος των δύο πρώτων κατηγορουμένων είχε αναφέρει μεταξύ των άλλων και τα εξής: "το τίμημα ... μου το κατέβαλαν ... αφού το ανέλαβαν παρανόμως από το ταμείο της ΑΕΓΕΚ". Αυτό και μόνο το στοιχείο αρκούσε, κατά την άποψή μας, για να διατηρήσουν τα επίμαχα παραστατικά έγγραφα οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, ώστε να είναι σε θέση να αντικρούσουν την εν λόγω κατηγορία, αντί αυτού όμως προέβηκαν στην καταστροφή τους, όπως αναληθώς ισχυρίζονται. Έπειτα από την 27/6/2001 έκθεση ελέγχου του Εθνικού Ελεγκτικού Κέντρου του Υπουργείου Οικονομικών προκύπτει ότι δεν διερευνήθηκε ειδικά, κατά τον φορολογικό έλεγχο της Κοινοπραξίας των οικονομικών χρήσεων από 21/10/1992 έως 31/12/1997, η ενδεχόμενη εικονικότητα λογιστικών εγγραφών και των σχετικών παραστατικών, καθ' όσον σ' αυτή αναφέρεται ότι: "... οι δαπάνες της ελεγχόμενης κρίνονται ως πραγματικές και καλυπτόμενες από νόμιμα παραστατικά στοιχεία... ". Είναι δε βέβαιο ότι το αποτέλεσμα των αρμοδίων υπαλλήλων θα ήταν διαφορετικό, εάν επισημαίνετο ότι οι εν λόγω εγγραφές ήταν εικονικές, διότι ο έλεγχος θα ήταν περισσότερο εξονυχιστικός και λεπτομερής. Άλλωστε οι ανωτέρω υπάλληλοι δεν είχαν λόγο να εμβαθύνουν περισσότερο την έρευνα ως προς τις εν λόγω εικονικές εγγραφές, αφού τα ως άνω ποσά θα μπορούσαν πράγματι να αποτελούσαν χρηματοδότηση της ΑΕΓΕΚ προς την Κοινοπραξία, καθόσον η τελευταία ήταν διαχειρίστρια της Κοινοπραξίας ......
Επιπρόσθετα ως προς τον φορολογικό έλεγχο της ΑΕΓΕΚ Α.Ε., εκτός του ότι δεν προσκομίζεται σχετική έκθεση για την χρήση 1997, από την προσκομισθείσα με ημερομηνία ..... σχετική έκθεση της ίδιας Υπηρεσίας, προκύπτει ότι ο έλεγχος είναι δειγματοληπτικός. Το γεγονός δε ότι ο μηνυτής υπήρξε διαχειριστής της ανωτέρω Κοινοπραξίας δυνάμει του υπ' αριθ. ... πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Μεγάρων, Αναστασίας Ρόντου, δεν αποδεικνύει ότι γνώριζε τις συγκεκριμένες εικονικές εγγραφές στην "καρτέλα λογαριασμού" αυτής, πολύ περισσότερο μάλιστα, αφού δεν υπήρξε πραγματική εισροή των ως άνω ποσών από το ταμείο της εταιρείας ΑΕΓΕΚ Α.Ε. στο ταμείο της Κοινοπραξίας ......
Επιπρόσθετα από τους αντιφατικούς ισχυρισμούς των δύο πρώτων κατηγορουμένων, ως προς την ακριβή προέλευση των χρημάτων που κατεβλήθηκαν στο μηνυτή για την αγορά των 500.000 μετοχών, επιβεβαιώνεται ότι αυτά υπεξαιρέθηκαν από το ταμείο της "ΑΕΓΕΚ Α.Ε.". Ειδικότερα στις από 22/2/2006 συμπληρωματικές τους απολογίες ενώπιον του 20ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών σε σχετική ερώτηση του τελευταίου, ποια ήταν η πηγή των χρημάτων με τις οποίες αγόρασαν τις μετοχές απάντησαν ότι προερχόταν αποκλειστικά από δικά τους χρήματα και συγκεκριμένα από μερίσματα του μετοχικού τους πακέτου στην ΑΕΓΕΚ, ενώ στο υπόμνημα της ίδιας ως άνω ημερομηνίας αναφέρουν ότι τα ανωτέρω ποσά κατεβλήθηκαν από τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους. Επίσης στο από 26/6/2006 υπόμνημά τους ενώπιον του Συμβουλίου ισχυρίζονται ότι από τις φορολογικές τους δηλώσεις, των χρήσεων 1996, 1997 και 1998, προκύπτει ότι είχαν επαρκή εισοδήματα για την καταβολή του τιμήματος και ότι επιπροσθέτως έλαβαν δάνειο από την Εθνική Τράπεζα Ελλάδος, ενώ ο μάρτυράς τους Γ1, ενώπιον του Εισηγητή του Πολυμελούς Δικαστηρίου Αθηνών ένορκα ανέφερε ότι το ανωτέρω ποσό δανείσθηκαν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι από Τράπεζα του εξωτερικού. Όμως πέραν των αντιφατικών αυτών δηλώσεων οι κατηγορούμενοι δεν προσκομίζουν κάποιο παραστατικό έγγραφο που να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς τους, δηλαδή ούτε τα σχετικά δανειστικά συμβόλαια, ούτε την κίνηση των τραπεζικών λογαριασμών τους, από τους οποίους να προκύπτει η εκταμίευση των ανωτέρω ποσών ή η είσπραξη των εκδοθέντων από αυτούς επιταγών ούτε επίσης η εξαγορά των μερισμάτων τους. Έπειτα θα πρέπει να επισημανθεί ότι η καταβολή του ανωτέρω τιμήματος έγινε από αυτούς εντός τριών ημερών από την πώληση των μετοχών, χρόνος που δεν δικαιολογεί σε καμιά περίπτωση την λήψη δανείου και μάλιστα από Τράπεζα στο εξωτερικό. Επιπλέον ο ισχυρισμός τους ότι διέθεταν μεγάλα χρηματικά ποσά από εισπραχθέντα μερίσματα και από καταθέσεις τους στην Τράπεζα έρχεται σε αντίθεση με αυτό της περί λήψεως δανείου από την Τράπεζα. Άλλωστε η οικονομική τους αδυναμία προκύπτει σαφώς από το .... ιδιωτικό συμφωνητικό που υπεγράφη μεταξύ αυτών και του μηνυτή, βάσει του οποίου συμφωνήθηκε η πώληση των 500.000 μετοχών, όπου αναφέρονται μεταξύ των άλλων και τα εξής: "... Στις ..... οι κ.κ. Χ2 και Χ1 εξαντλώντας τα οικονομικά τους αποθέματα και την υπομονή τους υποκύπτουν στις πιέσεις του Ψ1 και αγοράζουν νέο αριθμό μετοχών ...". Όμως ενώ δηλώνεται σαφώς με το ανωτέρω συμφωνητικό ότι εξάντλησαν την 25/6/97 τα οικονομικά τους αποθέματα, παρά ταύτα, όπως προκύπτει από το ίδιο συμφωνητικό, αγόρασαν την 11/8/97 νέο αριθμό μετοχών από τον μηνυτή και την 1/9/1997 το υπόλοιπο πακέτου των 500.000 κοινών μετοχών του τελευταίου αντί του ποσού των 500.000.000 δρχ. Βέβαια από το σύνολο των δηλώσεων και του μηνυτή διαφαίνεται κάποια αντιφατικότητα στη συμπεριφορά του με αποκορύφωμα τη με αριθμό ...... πράξη καταθέσεως εγγράφου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Βικτωρίας Παπαευαγγέλου, με την οποία, μεταξύ των άλλων, δήλωσε ότι τα έγγραφα που κατέθεσε σ' αυτή, που αποτελούσαν κείμενα δηλώσεων του ίδιου ή αυτού και των δύο πρώτων κατηγορουμένων και τα οποία επρόκειτο να υπογραφούν από όλους αυτούς προς διευθέτηση των διαφορών τους, αποτελούν προϊόν κατασκευής των ως άνω αντισυμβαλλομένων και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και στην πραγματική του βούληση και ότι οι συμφωνίες που καταγράφονται σ' αυτά και πρόκειται να υπογραφούν και να καταρτισθούν τις θεωρεί παράνομες και άκυρες για τους λόγους που αναφέρει στην πράξη αυτή. Η ανωτέρω δε συμβολαιογραφική πράξη συντάχθηκε ενόψει της από 31/8/1989 δήλωσης του μηνυτή, στα πλαίσια εξώδικης διευθετήσεως και πάσης φύσεως μεταξύ τους εκκρεμοτήτων, δηλαδή οικονομικών, δικαστικών κ.λ.π., βάση της οποίας δήλωσης ο μηνυτής αναγνώρισε ότι το καταβληθέν σ' αυτόν τίμημα αποτελεί προϊόν τραπεζικού δανείου που έλαβαν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι κατόπιν "εξαντλήσεως των οικονομικών αποθεμάτων τους".
Όμως τα ανωτέρω εκτεθέντα δεν αναιρούν το γεγονός ότι το ανωτέρω ποσό των 620.000.000 δρχ. παράνομα εκταμιεύθηκε από το ταμείο της εταιρείας ΑΕΓΕΚ Α.Ε. και ότι το ιδιοποιήθηκαν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι διαθέτοντας από αυτό τα 500.000.000 δρχ. (250.000.000 δρχ. έκαστος) για την αγορά των μετοχών του μηνυτή, το δε υπόλοιπο των 120.000.000 δρχ. (από 60.000.000 δρχ. έκαστος) για την κάλυψη άλλων προσωπικών τους αναγκών.
Επιπρόσθετα οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι ως προς την πράξη της υπεξαίρεσης υπάρχει δεδικασμένο, που καθιστά απαράδεκτη την παρούσα ποινική δίωξη κατά το άρθρο 57 Κ.Π.Δ., καθόσον για το αυτό ακριβώς ιστορικό γεγονός έχουν απαλλαγεί αμετακλήτως με το υπ' αριθμό 924/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Επί του ισχυρισμού αυτού θα πρέπει να εκθέσουμε τα εξής:
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 57 §1 Κ.Π.Δ.: Αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του ποινική δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός.
Από το άρθρο αυτό συνάγεται ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου που οδηγεί στην κήρυξη της δεύτερης ποινικής δίωξης ως απαράδεκτης απαιτούνται: α) αμετάκλητη δικαστική απόφαση που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή όχι της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη ή την κηρύσσει απαράδεκτη. β) ταυτότητα πράξεως, η οποία υπάρχει όταν οι δύο πράξεις ταυτίζονται κατά τα θεμελιούντα αυτές πραγματικά περιστατικά και γ) ταυτότητα προσώπου (Α.Π. 1185/2004 Π.Χ. ΝΕ 520, Α.Π. 2309/03 Π.Χ. ΝΔ 814, Α.Π. 232/98 Π.Χ. ΜΗ 884).
Στην προκειμένη περίπτωση κατόπιν της από 21/6/99 μηνύσεως του Ψ1 με ΑΒΜ Α99/2754, με την οποία ισχυρίσθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι το επίμαχο ως άνω τίμημα αποτελούσε προϊόν ατόκου δανείου από την ΑΕΓΕΚ Α.Ε. προς τους μετόχους και τα μέλη του Δ.Σ. της, που συνήφθη κατά παράβαση των άρθρων 23α, 58α του Ν.2190/20, και ότι με σκοπό να αποκομίσουν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησαν σ' αυτόν ψευδώς ότι για να διατηρηθεί εκ μέρους τους το 51% του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΕΓΕΚ Α.Ε. έπρεπε να τους μεταβιβάσει 500.000 κοινές ονομαστικές μετοχές αντί τιμήματος 1.000 δρχ. για καθεμιά, αν και η χρηματιστηριακή τους τιμή ήταν διπλάσια και έτσι τον έπεισαν να προβεί στη συγκεκριμένη μεταβίβαση, ενώ η αλήθεια είναι ότι δεν διέθεταν το 51%, ασκήθηκε σε βάρος των δύο πρώτων κατηγορουμένων ποινική δίωξη για τις πράξεις: α) της απάτης από κοινού και κατ' επάγγελμα με συνολική ζημιά και αντίστοιχο όφελος άνω των 5.000.000 δρχ. β) της απιστίας από κοινού και γ) της παράβασης του άρθρου 58α εδ.β του Ν. 2190/20 "Περί ανωνύμων εταιρειών", πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν την 1/9/1997. Προς υποστήριξη της ανωτέρω μήνυσης ο ήδη μηνυτής επικαλέσθηκε την μαρτυρία των τριών τελευταίων κατηγορουμένων οι οποίοι πράγματι εξετάσθηκαν κατά τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση στις 25/9/2001, ενώπιον του Ανακριτή του 17ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών, χωρίς να επιβεβαιώσουν τους ισχυρισμούς του περί δανείου και αποκρύπτοντας παράλληλα την παράνομη ανάληψη του ανωτέρω ποσού. Αποτέλεσμα ήταν βάσει των ενόρκων αυτών καταθέσεων των ως άνω κατηγορουμένων, για τις οποίες αυτοί παραπέμπονται για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα με το εκκαλούμενο βούλευμα, να εκδοθεί το ανωτέρω απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (με αριθμό 924/2004), το οποίο έκρινε ότι "δεν μπορεί να γίνει λόγος για παράσταση ψευδών γεγονότων και βλάβη ξένης περιουσίας εκ μέρους των κατηγορουμένων, ούτε βέβαια συνάγεται από κάποιο στοιχείο της παρούσας δικογραφίας ζημία της περιουσίας της ΑΕΓΕΚ ή παράνομη λήψη δανείου από αυτήν".
Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα καθίσταται σαφές ότι δεν υπάρχει εν προκειμένω για την ύπαρξη δεδικασμένου η απαιτούμενη από την διάταξη του άρθρου 57 §1 Κ.Π.Δ. ταυτότητα της πράξης. Τούτο, καθόσον ανεξάρτητα αν γίνεται και στις δύο αυτές ποινικές αγωγές αναφορά στην πώληση των μετοχών του μηνυτή στους δύο πρώτους κατηγορουμένους, καθεμιά από τις πράξεις αυτές (ακόμη και αυτές της απάτης και υπεξαίρεσης) στηρίζεται σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά και ιστορικά γεγονότα και απαρτίζεται από διαφορετικά στοιχεία, ενώ καθεμιά από αυτές στρέφεται κατά διαφορετικού υλικού αντικειμένου. Ειδικότερα δε η πράξη της απάτης έχει ως υλικό αντικείμενο τις μετοχές ενώ της υπεξαίρεσης έχει ως υλικό αντικείμενο το προαναφερόμενο εκταμιευθέν ποσό από το ταμείο της εταιρείας ύψους 620.000.000 δρχ.
Συνεπώς δεν συντρέχει εν προκειμένω θέμα δεδικασμένου και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο εν λόγω ισχυρισμός των κατηγορουμένων ως προς την πράξη της υπεξαίρεσης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω που εκθέσαμε στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων α) της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας κατ' εξακολούθηση για την οποία κατηγορούνται οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι και β) της άμεσης συνέργειας από κοινού στην ανωτέρω πράξη η οποία τελέσθηκε από τους λοιπούς κατηγορουμένους, με την ιδιότητά τους ως διαχειριστών ξένης περιουσίας, οι οποίες πράξεις προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 §1α, 27 §1, 116 §1β, 49, 45, 51, 52, 98 και 375 §§ 1β, 2 Π.Κ. όπως η παράγραφος 2 αντικατ. με άρθρο 1 §9 του Ν. 2408/96 και προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος των κατηγορουμένων για τις πράξεις αυτές και κατά συνέπεια οι υπό κρίση εφέσεις τους θα πρέπει κατά την άποψή μας ως προς τις εν λόγω πράξεις να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσία, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα κατά το μέρος αυτό και σε σχέση μόνο προς τις ανωτέρω κακουργηματικές πράξεις.
Επειδή εξ' άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 111 §§1,3 112 και 113 §2 Π.Κ. προκύπτει ότι το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, η προθεσμία δε της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία χρόνια για τα πλημμελήματα. Η παραγραφή δε είναι θεσμός δημοσίας τάξεως και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας ακόμη και από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 571/95 Π.Χ. ΜΕ 895, Α.Π. 597/95 Π.Χ. ΜΕ 932).
Στην προκειμένη υπόθεση οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι παραπέμπονται με το εκκαλούμενο βούλευμα για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή και από κοινού, οι δε λοιποί για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν από αυτούς την 25/9/2001. Επειδή οι πράξεις αυτές φέρουν το χαρακτήρα πλημμελήματος, αφού τιμωρούνται με φυλάκιση, και έχει ήδη παρέλθει πενταετία από τον χρόνο τελέσεώς τους, έχουν συνεπώς υποπέσει σε παραγραφή, αφού έχει παρέλθει πενταετία από τον χρόνο τελέσεώς τους, χωρίς να έχει ανασταλεί η προθεσμία της παραγραφής.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω που εκθέσαμε οι υπό κρίση εφέσεις των κατηγορουμένων σε σχέση με τα ανωτέρω πλημμελήματα θα πρέπει να γίνουν και ουσιαστικά δεκτές, να μεταρρυθμισθεί το εκκαλούμενο βούλευμα ως προς τις πράξεις αυτές και να παύσει οριστικά η κατ' αυτών ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω εξαλείψεως του αξιοποίνου, λόγω παραγραφής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 309 §1β, 310 §1, 317 §1 και 318 Κ.Π.Δ. και ως εκ τούτου παρέλκει να αποφανθούμε επί της νόμιμης ή μη παράστασης της πολιτικής αγωγής του μηνυτή για τις πράξεις αυτές.
Επίσης το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών κατά πλειοψηφία με ίδιες σκέψεις ως προς την προβολή λόγου υπάρξεως δεδικασμένου εδέχθη ότι στην προκειμένη περίπτωση κατόπιν της από 21.6.99 μηνήσεως του Ψ1 με ABM A99/2754, με την οποία ισχυρίσθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι το επίμαχο ως άνω τίμημα αποτελούσε προϊόν ατόκου δανείου από την "ΑΕΓΕΚ ΑΕ" προς τους μετόχους και τα μέλη του ΔΣ της, που συνήφθη κατά παράβαση των άρθρων 23α, 58α του Ν. 2190/20 και ότι με σκοπό να αποκομίσουν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησαν σ' αυτόν ψευδώς ότι για να διατηρηθεί εκ μέρους τους το 51% του μετοχικού κεφαλαίου της "ΑΕΓΕΚ ΑΕ" έπρεπε να τους μεταβιβάσει 500.000 κοινές ονομαστικές μετοχές αντί τιμήματος 1.000 δραχμών για καθεμιά, αν και η χρηματιστηριακή τους τιμή ήταν διπλάσια και έτσι τον έπεισαν να προβεί στη συγκεκριμένη μεταβίβαση, ενώ η αλήθεια είναι ότι δεν διέθεταν το 51%, ασκήθηκε σε βάρος των δύο πρώτων κατηγορουμένων ποινική δίωξη για τις πράξεις α) της απάτης από κοινού και κατ' επάγγελμα με συνολική ζημία και αντίστοιχο όφελος άνω των 5.000.000 δρχ. β) της απιστίας από κοινού και γ) της παράβασης του άρθρου 58α' εδ. β' του Ν. 2190/20 "περί ανωνύμων εταιρειών", πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν την 1.9.1997. Προς υποστήριξη της ανωτέρω μήνυσης ο ήδη μηνυτής επικαλέσθηκε την μαρτυρία των τριών τελευταίων κατηγορουμένων οι οποίοι πράγματι εξετάσθηκαν κατά τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση στις 25.9.2001, ενώπιον του Ανακριτή του 17ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών, χωρίς να επιβεβαιώσουν τους ισχυρισμούς του περί δανείου και αποκρύπτοντας παράλληλα την παράνομη ανάληψη του ανωτέρω ποσού. Αποτέλεσμα ήταν βάσει των ενόρκων αυτών καταθέσεων των ως άνω κατηγορουμένων, για τις οποίες αυτοί παραπέμπονται για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα με το εκκαλούμενο βούλευμα, να εκδοθεί το ανωτέρω απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (με αριθμό 924/2004), το οποίο έκρινε ότι "δεν μπορεί να γίνει λόγος για παράσταση ψευδών γεγονότων και βλάβη ξένης περιουσίας εκ μέρους των κατηγορουμένων, ούτε βέβαια συνάγεται από κάποιο στοιχείο της παρούσας δικογραφίας ζημία της περιουσίας της ΑΕΓΕΚ ή παράνομη λήψη δανείου από αυτήν".
Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα καθίσταται σαφές ότι δεν υπάρχει εν προκειμένω για την ύπαρξη δεδικασμένου η απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 57§ 1 ΚΠΔ ταυτότητα της πράξης.
VIII) Με αυτά που εδέχθη η πλειοψηφία του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με την ενσωματωθείσα σ' αυτό εισαγγελική πρόταση και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο υπ' αρ. 3448/2006 βούλευμά του τις εφέσεις των κατηγορουμένων κατά του βουλεύματος (2440/2006) του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών το οποίο επεκύρωσε ως προς τιςκακουργηματικές πράξεις, ενώ για τις πλημμεληματικές (ψευδορκίας και ηθικής σ' αυτή αυτουργίας) έπαυσε την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, διέλαβε, σ' αυτό, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (αρ. 93 §3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., αφού, με αναφορά στα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος, εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία και την περαιτέρω τοιαύτη ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως της κατ' εξακολούθηση υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο ως διαχειριστή ξένης περιουσίας (οι 1ος και 2ος) και άμεσης σ' αυτήν συνέργειας από διαχειριστή ξένης περιουσίας (οι 3ος, 4ος, 5ος) ενώ παραθέτει σκέψεις επάλληλες που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση με την οποία συντάσσεται η κρίση της πλειοψηφίας του Συμβουλίου, ως και συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις (αρ. 26 §1α, 27 §1, 46 §1β, 98, 375 §§1-2α Π.Κ. Τις παραπάνω διατάξεις το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών ορθώς ερμήνευσε, εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Η πλειοψηφία του συμβουλίου με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωθείσα στο προσβαλλόμενο βούλευμα κρισιολόγησε σε συνδυασμό μεταξύ τους όλα τα νόμιμα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά για την ύπαρξη ενδείξεων ενοχής των κατηγορουμένων και απέρριψε τις εφέσεις τους. Το βούλευμα αναφέρεται στην ίδρυση της εταιρείας ΑΕΓΕΚ Α.Ε. στις μεταξύ των εταίρων σχέσεις και με την κοινοπραξία ...., στην οικονομική δυσχέρεια του μηνυτή, στην συμφωνία όπως οι 1ος και 2ος αγοράσουν τις μετοχές του, τις καταβολές για την εξαγορά τους, το ότι με την άμεση συνδρομή των 3ου, 4ου, 5ου υπεξαιρέθηκε εξακολουθητικώς από το ταμείο της εταιρείας το συνολικό ποσό των 310.000.000 δρχ. έκαστος (ήτοι εν συνόλω 620.000.000 δρχ. ) αναφέρει τις ψευδείς καταχωρήσεις εις τα βιβλία και στοιχεία της εταιρείας, προσδιορίζει την θέση εκάστου στην εταιρεία και των καθηκόντων του που του προσδίδει την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, την δράση του 1ου και 2ου κατά την τέλεση της πράξεως την άμεση συνδρομή σ' αυτούς των λοιπών, προκύπτει το υποκειμενικό στοιχείο της δράσεως ενός εκάστου και ότι χωρίς την συνδρομή τους (φύλλο 10 σελ.α) δεν θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητας η διάπραξη της υπεξαιρέσεως από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε.
Γίνεται εκτενής αναφορά στους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων οι οποίοι με επάλληλους συλλογισμούς αντικρούονται. Επισημαίνεται (φύλλο 11ο σελ.α) ότι παρά την διενεργηθείσα συμπληρωματική κυρία ανάκριση (που διετάχθη με το υπ' αρ. 14/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών) προκειμένου, πέραν των άλλων, να διευκρινίσουν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι από πού άντλησαν το ποσό των 500.000.000 δρχ. για την αγορά των μετοχών, οι τελευταίοι δεν δίνουν επ' αυτού σαφείς εξηγήσεις και δεν προσκομίζουν σχετικά παραστατικά βάσει των οποίων να προκύπτει η καταβολή τόσο μεγάλου ποσού. Υποστηρίζουν ότι τα ποσά έχουν επιστραφεί στην ΑΕΓΕΚ Α.Ε. χωρίς και πάλι να προσδιορίζουν την αιτία των καταβολών αυτών και χωρίς να προσκομίζουν σχετικά παραστατικά. Εξηγεί για ποιους λόγους οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων για την μη διατήρηση των παραστατικών δεν είναι αξιόπιστοι διότι εν όψει της σφοδρής αντιδικίας τους με τον μηνυτή αρκούσε για να διατηρηθούν από αυτούς τα επίμαχα παραστατικά έγγραφα για να αντικρούσουν την κατηγορία. Επισημαίνει αντιφατικότητα ισχυρισμών των δύο πρώτων κατηγορουμένων (φύλλο 13ο σελ.α) σε σχέση με κατάθεση μάρτυρά τους (Γ1) ενώπιον του εισηγητή του Πολυμελούς Δικαστηρίου Αθηνών και για την πληρότητα επισημαίνει τις αντιφάσεις του μηνυτή με την υπ' αρ. ...... πράξης καταθέσεως εγγράφου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Βικτωρίας Παπαευαγγέλου.
Ως προς την απόρριψη του προβληθέντος λόγου ότι υπάρχει δεδικασμένον τόσο η εισαγγελική πρόταση 15ο φύλλο, όσο και το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με ίδιες σκέψεις (φύλλο 28) με ειδική αιτιολογία χωρίς αντιφάσεις ή κενά απέρριψαν τον σχετικό λόγο. Από την παράθεση δε των στοιχείων δεν προκύπτει υπέρβαση εξουσίας.
Η αναφορά, στις υπό κρίσεις αιτήσεις αναιρέσεως, περί ελλείψεως αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος και περί αντιφάσεων της εισαγγελικής προτάσεως που ενσωματώθηκε σ' αυτό, δεν συνιστούν έλλειψη αιτιολογίας ούτε αντιφάσεως. Ελήφθησαν εκ μέρους των αναιρεσειόντων επιλεκτικώς και μεμονομένως, τμήματά της πλην όμως η δομή της όλης προτάσεως ως σύνολο με την λογική αλληλουχία, επάλληλους συλλογισμούς κρισιολογήσεως και επεξηγήσεις προσδίδουν σ' αυτήν την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Ως προς τον προβληθέντα λόγον υπερβάσεως εξουσίας, λόγω προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας διότι το συμβούλιο εξέφερε ουσιαστική κρίση περί ενοχής ως προς την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και ηθικής σ' αυτήν αυτουργίας, ενώ έδει να περιοριστεί μόνο εις την παύση της ποινικής διώξεως λόγω παραγραφής είναι αβάσιμος για τους ακολούθους λόγους: Οι σκέψεις του περί ψευδορκίας δεν άπτονται της ουσίας της σχετικής κατηγορίας, αλλά αναπτύσσονται στο οικείο μέρος (φύλλο 28 σελ.α,β) περί μη υπάρξεως λόγω δεδικασμένου προς στήριξη της εκδοχής του. Εξάλλου το Συμβούλιο εδέχθη και ενεσωμάτωσε την εισαγγελική πρόταση εις το βούλευμα. Εις την πρόταση της εισαγγελέως Εφετών δεν διατυπούται οιαδήποτε κρίση επί της ουσίας της κατηγορίας της ψευδορκίας, αλλά γίνεται μόνο αναφορά επί του αναφυέντος λόγου της παραγραφής και το Συμβούλιο Εφετών (φύλλο 46, σελ.α) αναφέρεται στην εισαγγελική πρόταση για την παραγραφή των πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα και ηθικής σ' αυτήν αυτουργίας, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία της. Κατά συνέπεια ορθώς το Συμβούλιο Εφετών έκρινε και οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως θα πρέπει ν' απορριφθούν κατ' ουσίαν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων.
Για τους λόγους αυτούς
ΠροτείνωΑ) Να απορριφθούν οι υπ' αρ. 76, 75, 77, 79, 78/19-3-07 αντιστοίχως αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ2, 2) Χ1, 3) Χ3, 4) Χ5, 5) Χ4 κατά του υπ' αρ. 3448/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων.
Αθήνα 31-7-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) οι ακόλουθες αιτήσεις αναιρέσεως ? 1)υπ' αριθμ. 76/19-3-2007 του Χ2, 2) υπ' αριθμ.75/19-3-2007 του Χ1, 3)υπ' αρίθμ.77/19-3-2007 του Χ3, 4) υπ' αριθμ. 79/19-3-2007 του Χ5, και 5) υπ' αριθμ.78/19-3-2007 του Χ4, οι οποίες στρέφονται κατά του υπ' αριθμ. 3448/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Κατά το άρθρο 375 παρ.1 και 2 εδ. α' του ΠΚ, όπως η παρ.1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ.3α του Ν.2721/1999 και η παρ.2 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.9 του Ν.2408/1996, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης απαιτείται αντικειμενικώς, α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από το δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον, να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή ανεξαρτήτως αυτών, αν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών ή 73.000 ευρώ κατά το άρθρο 5 του Ν. 2943/2001, με το οποίο δόθηκε η επίσημη αντιστοιχία, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη θέληση ή αποδοχή του δράστη να ενσωματώσει το ξένο ολικά ή μερικά κινητό πράγμα στην περιουσία του, που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, με την οποία εκδηλώνεται η πρόθεσή του αυτή. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαίρεσης καθίσταται και ο εντολοδόχος, ο οποίος, κατά το άρθρο 713 ΑΚ έχει την υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση, νομικής ή υλικής φύσεως, που του ανατέθηκε από τον εντολέα και αρνείται να αποδώσει στον τελευταίο το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κινητό πράγμα, που αυτός του εμπιστεύθηκε, καθώς και ο διαχειριστής ξένης περιουσίας, ο οποίος ενεργεί, όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία μπορεί να έλκει είτε από τον νόμο, είτε από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται να προέρχεται η εξουσία αυτή και από τη δημιουργία μιας πραγματικής καταστάσεως. Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος, αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν στο πόρισμα αυτού, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, διαλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα, (αρκούσης της κατ' είδος αναφοράς τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά), από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά εκείνα που πείστηκε το συμβούλιο για την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Ενώ εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μη είναι εφικτός από τον 'Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με δικές του σκέψεις, αλλά και με επιτρεπτή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη σε αυτό εισαγγελική πρόταση, προκειμένου να καταλήξει, κατά πλειοψηφία, στην παραπεμπτική για τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες κρίση του, δέχτηκε ανελέγκτως ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι και ο μηνυτής υπήρξαν μέτοχοι της εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία Γενικών Κατασκευών ΑΕΓΕΚ", της οποίας η έδρα βρίσκεται στο Χολαργό Αττικής. Από τους ανωτέρω κατηγορουμένους ο μεν πρώτος από αυτούς, Χ2 υπήρξε Πρόεδρος του ΔΣ της προαναφερόμενης εταιρείας, ο δε δεύτερος, Χ1, Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, ενώ ο μηνυτής, Ψ1, ετύγχανε μέλος του ΔΣ και Αντιπρόεδρος αυτής.
Το έτος 1993 η ανωτέρω εταιρεία εισήλθε στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, και οι ως άνω τρεις μέτοχοι αποφάσισαν με κάθε θυσία να κρατήσουν υπό τον έλεγχο το 51% τουλάχιστον των μετοχών της εταιρείας, ώστε να μπορούν να εφαρμόζουν απερίσπαστα την πολιτική τους. Με το σκεπτικό αυτό χαράσσουν κοινή στρατηγική στο θέμα της πώλησης των μετοχών ενός εκάστου και συναποφασίζουν ως ασφαλή τρόπο υλοποίησης αυτής της απόφασής τους, τη δέσμευση πακέτων μετοχών, με αναλογική συμμετοχή ενός εκάστου, τις οποίες φύλαξαν εντός κοινού χρηματοκιβωτίου με τρία κλειδιά, ένα για τον καθένα. 'Όμως παρά την ανωτέρω συμφωνία ο μηνυτής σταδιακά από την 29-1-1996 ζήτησε την αποδέσμευση από το κοινό πακέτο μετοχών, προκειμένου να επιλύσει τα οικονομικά του προβλήματα, τα οποία προερχόταν από δραστηριότητες εκτός της ανωτέρω εταιρείας. 'Ετσι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι αποδεχόμενοι το αίτημα του μηνυτή αγόρασαν από αυτόν μέρος του κοινού πακέτου των μετοχών κατά τις ημερομηνίες 29/1/97, 27/3/96, 4/7/96, 10/10/96, 3/2/97, 4/4/97, 25/6/97 και 11/8/97 και το ποσοστό συμμετοχής του μηνυτή στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας είχε πλέον περιορισθεί πολύ λιγότερο του 5%, ενώ το δεσμευμένο πακέτο μετοχών των τριών μετόχων, λόγω της συνεχούς μειώσεως του αριθμού των μετοχών του μηνυτή είχε φθάσει σε οριακά επίπεδα. Στη συνέχεια ο τελευταίος με την από .... επιστολή του προς τους ανωτέρω κατηγορουμένους ζήτησε από αυτούς, λόγω των συνεχιζομένων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε να διευκολυνθεί από την ΑΕΓΕΚ με προσωρινό δάνειο 160.000.000 δρχ., το οποίο θα επέστρεφε μέχρι την 10/10/97. Στην άρνηση όμως των κατηγορουμένων να ικανοποιήσουν το ανωτέρω αίτημά του, με την από .... νέα επιστολή του, πρότεινε σ'αυτούς να τους μεταβιβάσει το επ'ονόματι του πακέτο 500.000 μετοχών, που ήταν δεσμευμένο στο χρηματοκιβώτιο της εταιρείας, στην τιμή των 1000 δρχ. εκάστη, η οποία αποτελούσε τη λογιστική αξία κάθε μετοχής, λαμβάνοντας καθένας από αυτούς (δύο πρώτους κατηγορουμενους) από 25.000 μετοχές και καταβάλλοντας στο μηνυτή ο καθένας το ποσό των 250.000.000 δρχ. Παράλληλα δε ο μηνυτής ζήτησε, με την ανωτέρω επιστολή του, να παρασχεθεί σ'αυτόν η δυνατότητα να ξαναγοράσει το ανωτέρω πακέτο μετοχών μέχρι την 9-12-1998, επιστρέφοντας το παραπάνω ποσό, εντόκως, με επιτόκιο 15%. Τελικώς, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι αποδέχθηκαν την ανωτέρω πρότασή του στις 28-8-97, και συμφωνήθηκε η σταδιακή πώληση των ανωτέρω 500.000 μετοχών. 'Εναντι της αγοράς αυτής οι προαναφερόμενοι δύο κατηγορούμενοι κατέβαλαν προκαταβολικά στο μηνυτή το ποσό των 60.000.000 δρχ. έκαστος και υπέγραψαν και οι τρεις την από .... πρόχειρη απόδειξη, βάσει της οποίας δεσμεύθηκαν να συντάξουν ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο θα κατεγράφοντο οι λεπτομέρειες της εν λόγω αγοραπωλησίας. Κατόπιν τούτου, την ..... υπεγράφη από τους ανωτέρω συμβαλλόμενους το σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφωνείται, μεταξύ των άλλων, η αγορά από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους των ανωτέρω 500.000 μετοχών του μηνυτή στη λογιστική τους αξία των 1.000 δρχ. εκάστη και η δυνατότητα στον τελευταίο, μέχρι την 31-12-1998, να επανακτήσει το τελευταίο πακέτο των μετοχών του, αφού τους καταβάλει το ίδιο χρηματικό ποσό, προσαυξανόμενο κατά 15%, λόγω τοκοφορίας. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι κατέβαλαν επιπρόσθετα στο μηνυτή το ποσό των 380.000.000 δρχ., δηλαδή έκαστος από αυτούς το ποσό των 190.000.000 δρχ. Όμως μετά από έρευνα που πραγματοποίησε ο μηνυτής αργότερα σε σχετική καρτέλλα λογαριασμού της Κοινοπραξίας ...., η οποία είχε αναλάβει το Υδροηλεκτρικό έργο ... στο ...., το οποίο εκτελούσε και διαχειριζόταν η ΑΕΓΕΚ, διαπίστωσε ότι στην καρτέλλα αυτή υπήρχαν, μεταξύ άλλων, εγγραφές διαφόρων ποσών σε χρέωση της ΑΕΓΕΚ και δη στις 29/8/97, 60.000.000 δρχ. την 1/9/97 επίσης 60.000.000 δρχ. και στις 3/9/97 500.000.000 δρχ., παραπλεύρως των οποίων ανεγράφοντο τα αρχικά του ονοματεπώνυμου του μηνυτή (Ψ1), δηλωτικό ότι έχει λάβει αυτός τα εν λόγω ποσά. Δηλαδή με την εγγραφή αυτή και υπό την ένδειξη Ψ1, φαινόταν ότι τα ανωτέρω ποσά προερχόταν από την ΑΕΓΕΚ και ότι στη συνέχεια χρεώθηκαν στην Κ/Σ ... από την ΑΕΓΕΚ για να μην εμφανίζει αντίστοιχο έλλειμα το ταμείο της, η δε Κ/Σ ..... για να μην εμφανίζει και αυτή έλλειμμα στο ταμείο της, παρουσίασε τα ποσά αυτά ως επιταγές εισπρακτέες από την ανωτέρω Κοινοπραξία. Από τα εκτεθέντα καθίσταται σαφές ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι με τις ανωτέρω ιδιότητές τους, του Προέδρου του ΔΣ και Διευθύνοντος Συμβούλου αντίστοιχα της εταιρείας ΑΕΓΕΚ ΑΕ, ενεργούντες ως διαχειριστές της περιουσίας αυτής, βάσει των σχετικών αποφάσεων του Διοικητικού της Συμβουλίου, ανέλαβαν από το ταμείο της, χωριστά ο καθένας από αυτούς τα ποσά των 60.000.000 δρχ. την 29-9-97 και των 250.000.000 δρχ. την 3-9-1997, δηλαδή 310.000.000 δρχ. ο καθένας, τα οποία ανήκαν κατά κυριότητα στην εν λόγω εταιρεία και τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Καθένα δε από τα επί μέρους ποσά, αλλά και στο σύνολό τους, που ιδιοποιήθηκαν παράνομα οι κατηγορούμενοι είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Από το σύνολο δε των ποσών αυτών διέθεσαν συνολικά 500.000.000 δρχ. (250.000.000 δρχ. καθένας από αυτούς) για την αγορά των ως άνω μετοχών του μηνυτή, ενώ τα υπόλοιπα 120.000.000 δρχ. ενθυλάκωσαν παράνομα και ενσωμάτωσαν στην περιουσία τους, προς κάλυψη προσωπικών εξυπηρετήσεών τους. Στη διάταξη όμως του ανωτέρω εγκλήματος συνέβαλαν, άμεσα και αποφασιστικά οι λοιποί κατηγορούμενοι Χ3, Χ5 και Χ4, οι οποίοι απασχολούντο ο μεν πρώτος από αυτούς ως ταμίας και προϊστάμενος του Λογιστηρίου της Κοινοπραξίας ...., την οποία, όπως προαναφέραμε, διαχειριζόταν η ΑΕΓΕΚ ΑΕ, ο δεύτερος ως ταμίας της τελευταίας (ΑΕΓΕΚ ΑΕ) και ο τελευταίος ως προϊστάμενος του λογιστηρίου της ίδιας εταιρείας. 'Ετσι οι ανωτέρω τρεις κατηγορούμενοι, όντες υπεύθυνοι, λόγω των ως άνω ιδιοτήτων τους, για τη σύνταξη του ισολογισμού, των καταχωρήσεων και εγγραφών, καθώς και τον έλεγχο των προς καταχώρηση δικαιολογητικών και παραστατικών στα βιβλία της ανωτέρω Κοινοπραξίας και εταιρείας, αντίστοιχα, και να διαφυλάττουν έτσι τα συμφέροντά τους, αυτοί παρείχαν εξακολουθητικά άμεση συνδρομή στους συγκατηγορουμένους τους. Ειδικότερα, οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, ενώ γνώριζαν την πρόθεση των δύο πρώτων συγκατηγορουμένων τους να ιδιοποιηθούν τα ανωτέρω ποσά και προκειμένου να βοηθήσουν αυτούς να τα αναλάβουν από το ταμείο της ΑΕΓΕΚ ΑΕ και των οποίων είχαν τη διαχείρισή τους, ως εκ των ανωτέρω ιδιοτήτων τους, συνέταξαν ψευδή έγγραφα και προέβησαν σε ψευδείς καταχωρήσεις στα βιβλία και στοιχεία της ανωτέρω Κοινοπραξίας και εταιρείας, αντίστοιχα, ώστε τα εν λόγω ποσά να φαίνονται εικονικώς, ως χρεωμένα στην Κοινοπραξία .... και παράλληλα να μην εμφανίζεται έλλειμμα στο ταμείο της εταιρείας ΑΕΓΕΚ ΑΕ. Ειδικότερα, ο πρώτος από αυτούς Χ3, ως ταμίας και προϊστάμενος του λογιστηρίου της Κοινοπραξίας ...., την οποία, όπως προαναφέραμε, διαχειριζόταν η εταιρεία ΑΕΓΕΚ ΑΕ". Καταχώρησε ψευδώς στα βιβλία και στοιχεία της ότι εισέπραξε με επιταγές από την τελευταία (ΑΕΓΕΚ ΑΕ) τα ανωτέρω ποσά την 29-8-97, 1-9-97 και 3-9-97, ενώ παράλληλα οι λοιποί δύο κατηγορούμενοι κατέγραψαν ψευδώς και εικονικά στα αντίστοιχα βιβλία της "ΑΕΓΕΚ ΑΕ" ότι τα ανωτέρω ποσά δια επιταγών δόθηκαν στην Κοινοπραξία προς κάλυψη των αναγκών της τελευταίας, η οποία είχε αναλάβει το Υδροηλεκτρικό έργο στον ..... Είναι βέβαιο λοιπόν ότι χωρίς τη συνδρομή των ανωτέρω τριών κατηγορουμένων δεν ήταν δυνατή μετά βεβαιότητας η διάπραξη της υπεξαίρεσης από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, υπό τις περιστάσεις που τελέσθηκε. 'Ολοι οι κατηγορούμενοι, κατά την απολογία τους στον Ανακριτή, καθώς και με τα επισυναπτόμενα υπομνήματά τους, αρνούνται τις σε βάρος τους κατηγορίες, ισχυριζόμενοι ότι όλες οι σχετικές έγγραφες στα βιβλία της Κοινοπραξίας και της "ΑΕΓΕΚ ΑΕ" ήταν αληθείς και έλαβαν χώρα βάσει νομίμων παραστατικών, οι δε λογιστικές εγγραφές με τις ανωτέρω ημερομηνίες 29-8-97, 1-9-97 και 3-9-97, με τις οποίες φέρεται να χρεώνεται η Κοινοπραξία από την ΑΕΓΕΚ με ποσά 60.000.000, 60.000.000 και 500.000.000 δρχ. αντίστοιχα αφορούν δοσοληπτικούς λογαριασμούς και χρεωπιστώσεις μεταξύ της ανωτέρω εταιρείας και της Κοινοπραξίας. Οι δε δύο πρώτοι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι το ανωτέρω τίμημα κατεβλήθηκε από δικά τους κεφάλαια και όχι από ανάληψη χρημάτων από το ταμείο της ΑΕΓΕΚ. 'Όμως οι ισχυρισμοί τους αυτοί διαψεύδονται από την προσκομιζόμενη από το μηνυτή καρτέλλα λογαριασμού της Κοινοπραξίας ...., που τηρείται μηχανογραφικά και από την οποία προκύπτουν με σαφήνεια εγγραφές στις 28-9-97, την 1-9-97 και στις 3-9-97, με τις οποίες χρεώνεται η εν λόγω Κοινοπραξία από την "ΑΕΓΕΚ ΑΕ" με τα ποσά των 60.000.000 δρχ, 60.000.000 δρχ. και 500.000.000 δρχ. αντίστοιχα, εμφανώς ότι δίπλα στις ανωτέρω εγγραφές έχει αναγραφεί ως αιτιολογία της χρεωστικής εγγραφής σε βάρος της Κοινοπραξίας η ένδειξη "ΑΠΟ ΑΕΓΕΚ (Ψ1)". Τα αρχικά δε αυτά με την ένδειξη (Ψ1) αναφέρονται στο ονοματεπώνυμο του μηνυτή. Το γεγονός δε ότι τα ανωτέρω ποσά των 60.000.000 και 60.000.000 δρχ. ταυτίζονται με αυτά που κατέβαλε ο καθένας από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους στο μηνυτή ως προκαταβολή για την αγορά των ανωτέρω μετοχών, το δε άλλο ποσό των 500.000.000 δρχ. υπερκαλύπτει το εναπομένον τίμημα, σε συνδυασμό με το ότι οι χρονολογίες των εγγραφών συμπίπτουν με αυτές της καταβολής στο μηνυτή από τους κατηγορουμένους του συμφωνηθέντος τιμήματος αποδεικνύει ότι οι εγγραφές αυτές είναι εικονικές και ότι η ανάληψη των χρημάτων για την εξόφληση των εν λόγω μετοχών έγινε από το ταμείο της ΑΕΓΕΚ. Τούτο άλλωστε επιβεβαιώνεται και από την αναγραφή των αρχικών στοιχείων του ονοματεπωνύμου του μηνυτή (Ψ1) δίπλα σε καθένα από τα ανωτέρω ποσά, προς ένδειξη και υπενθύμιση ότι τα ποσά αυτά έλαβε ο μηνυτής και όχι η κοινοπραξία. Παρά το γεγονός δε ότι διενεργήθηκε συμπληρωματική κυρία ανάκριση, που διατάχθηκε με το υπ'αριθ. 14/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, προκειμένου, πέρα των άλλων, να διεκρινίσουν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι από που άντλησαν το ποσό των 500.000.000 δρχ. για την αγορά των μετοχών, οι τελευταίοι δεν δίνουν επ'αυτού σαφείς εξηγήσεις και δεν προσκομίζουν σχετικά παραστατικά, βάσει των οποίων να προκύπτει η καταβολή τόσο μεγάλου ποσού. Απλά περιορίζονται σε γενικές παρατηρήσεις ως προς τη λειτουργία του εν λόγω δοσοληπτικού λογαριασμού και τις εν γένει καταβολές προς την Κοινοπραξία για τις οικονομικές ανάγκες του έργου. Επιπρόσθετα ισχυρίζονται ότι τα ποσά αυτά έχουν επιστραφεί στην ΑΕΓΕΚ και επικαλούνται τις από 8-9-1997 και 22-12-1997 σχετικές εγγραφές στην ίδια καρτέλλα ποσού 120.000.000 και 500.000.000 δρχ. αντίστοιχα, χωρίς όμως και πάλι να προσδιορίζουν και την αιτία των καταβολών αυτών και χωρίς να προσκομίζουν σχετικά παραστατικά. Βέβαια, οι ίδιοι διατείνονται ότι δεν διαθέτουν τα παραστατικά αυτά, καθόσον παρήλθε το χρονικό διάστημα των έξι (6) ετών, από τη λήξη της χρήσεως του έτους 1997, κατά το οποίο όφειλαν να τα τηρούν και επομένως να κατέστρεψαν και τα έχουν πλέον στην κατοχή τους. Ακόμη δε διατείνονται ότι τα φορολογικά τους βιβλία και στοιχεία έχουν ελεγχθεί από τις αρμόδιες φορολογικές αρχές, ότι έχουν οριστικοποιηθεί οι έλεγχοι, χωρίς να ανακύψει κάποιο πρόβλημα και χωρίς να προκύψει οποιαδήποτε εικονική εγγραφή. 'Όμως, ο εν λόγω ισχυρισμός τους περί αδυναμίας προσκομίσεως των επίμαχων παραστατικών, τόσο για τις χρεωστικές εγγραφές της 29-8-97, 1-9-97 και 3-9-97, όσο και για τις πιστωτικές εγγραφές της 8-9-1997 και 22-12-1997 δεν είναι αξιόπιστος, διότι οι κατηγορούμενοι, προκειμένου να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους, είχαν έννομο συμφέρον να διατηρήσουν τα εν λόγω παραστατικά έγγραφα ή έστω φωτοαντίγραφα αυτών, αφού γνώριζαν ότι από το έτος 1998 και μέχρι σήμερα υφίσταται σφοδρή αντιδικία μεταξύ αυτών και του μηνυτή ενώπιον των ποινικών και πολιτικών Δικαστηρίων, για θέματα που άπτονται κυρίως της ανωτέρω εταιρείας. 'Αλλωστε, ο μηνυτής, με την από 17-5-1999 αίτησή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος των δύο πρώτων κατηγορουμένων, είχε αναφέρει μεταξύ των άλλων και τα εξής: "το τίμημα... μου το κατέβαλαν ... αφού το ανέλαβαν παρανόμως από το ταμείο της ΑΕΓΕΚ". Αυτό και μόνο το στοιχείο αρκούσε να διατηρήσουν τα επίμαχα παραστατικά έγγραφα οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, ώστε να είναι σε θέση να αντικρούσουν την εν λόγω κατηγορία, αντί αυτού όμως προέβησαν στην καταστροφή τους, όπως αναληθώς ισχυρίζονται. 'Επειτα από την .... έκθεση ελέγχου του Εθνικού Ελεγκτικού Κέντρου του Υπουργείου Οικονομικών προκύπτει ότι δεν διερευνήθηκε ειδικά, κατά το φορολογικό έλεγχο της Κοινοπραξίας των οικονομικών χρήσεων από 21-10-1992 έως 31-12-1997, η ενδεχόμενη εικονικότητα λογιστικών εγγραφών και των σχετικών παραστατικών, καθόσον σ'αυτή αναφέρεται ότι: "... οι δαπάνες της ελεγχόμενης κρίνονται ως πραγματικές και καλυπτόμενες από νόμιμα παραστατικά στοιχεία...".Είναι δε βέβαιο ότι το αποτέλεσμα των αρμοδίων υπαλλήλων θα ήταν διαφορετικό, εάν επισημαίνετο ότι οι εν λόγω εγγραφές ήταν εικονικές, διότι ο έλεγχος θα ήταν περισσότερο εξονιχιστικός και λεπτομερής. 'Αλλωστε, οι ανωτέρω υπάλληλοι δεν είχαν λόγο να εμβαθύνουν περισσότερο την έρευνα ως προς τις εν λόγω εικονικές εγγραφές, αφού τα ως άνω ποσά θα μπορούσαν πράγματι να αποτελούσαν χρηματοδότηση της ΑΕΓΕΚ προ της Κοινοπραξία, καθόσον η τελευταία ήταν διαχειρίστρια της Κοινοπραξίας ..... Επιπρόσθετα ως προς το φορολογικό έλεγχο της ΑΕΓΕΚ ΑΕ, εκτός του ότι δεν προσκομίζεται σχετική έκθεση για τη χρήση 1997, από την προσκομισθείσα με ημερομηνία .... σχετική έκθεση της ίδιας Υπηρεσίας, προκύπτει ότι ο έλεγχος είναι δειγματοληπτικός. Το γεγονός δε ότι ο μηνυτής υπήρξε διαχειριστής της ανωτέρω Κοινοπραξίας δυνάμει του υπ'αριθ. ..... πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Μεγάρων Αναστασίας Ρόντου, δεν αποδεικνύει ότι γνώριζε τις συγκεκριμένες εικονικές εγγραφές στην "καρτέλλα λογαριασμού αυτής", πολύ περισσότερο μάλιστα, αφού δεν υπήρξε πραγματική εισροή των ως άνω ποσών από το ταμείο της εταιρείας ΑΕΓΕΚ ΑΕ στο ταμείο της Κοινοπραξίας ......
Επιπρόσθετα, από τους αντιφατικούς ισχυρισμούς των δύο πρώτων κατηγορουμένων, ως προς την ακριβή προέλευση των χρημάτων που καταβλήθηκαν στο μηνυτή για τη αγορά των 500.000 μετοχών, επιβεβαιώνεται ότι αυτά υπεξαιρέθηκαν από το ταμείο της ΑΕΓΕΚ ΑΕ". Ειδικότερα, στις από 22-2-2006 συμπληρωματικές τους απολογίες ενώπιον του 20ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών, σε σχετική ερώτηση του τελευταίου, ποιά ήταν η πηγή των χρημάτων με τις οποίες αγόρασαν τις μετοχές απάντησαν ότι προερχόταν αποκλειστικά από δικά τους χρήματα και συγκεκριμένα από μερίσματα του μετοχικού τους πακέτου στην ΑΕΓΕΚ, ενώ στο υπόμνημα της ίδιας ως άνω ημερομηνίας αναφέρουν ότι τα ανωτέρω ποσά καταβλήθηκαν από τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους. Επίσης στο από 26-6-2006 υπόμνημά τους ενώπιον του Συμβουλίου ισχυρίζονται ότι από τις φορολογικές τους δηλώσεις, των χρήσεων 1996, 1997 και 1998, προκύπτει ότι είχαν επαρκή εισοδήματα για την καταβολή του τιμήματος και ότι επιπροσθέτως έλαβαν δάνειο από την Εθνική Τράπεζα Ελλάδος, ενώ ο μάρτυράς τους Γ1, ενώπιον του Εισηγητή του Πολυμελούς Δικαστηρίου Αθηνών, ένορκα ανέφερε ότι το ανωτέρω ποσό δανείσθηκαν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι από Τράπεζα του εξωτερικού. 'Όμως, πέραν των αντιφατικών αυτών δηλώσεων, οι κατηγορούμενοι δεν προσκομίζουν κάποιο παραστατικό έγγραφο που να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς τους, δηλαδή ούτε τα σχετικά δανειστικά συμβόλαια, ούτε την κίνηση των τραπεζικών λογαριασμών τους, από τους οποίους να προκύπτει η εκταμίευση των ανωτέρω ποσών ή η είσπραξη των εκδοθέντων από αυτούς επιταγών, ούτε επίσης η εξαγορά των μερισμάτων τους. 'Επειτα θα πρέπει να επισημανθεί, ότι η καταβολή του ανωτέρω τιμήματος έγινε από αυτούς εντός τριών ημερών από την πώληση των μετοχών, χρόνος που δεν δικαιολογεί σε καμιά περίπτωση τη λήψη δανείου και μάλιστα από τράπεζα στο εξωτερικό. Επί πλέον ο ισχυρισμός τους ότι διέθεταν μεγάλα χρηματικά ποσά από εισπραχθέντα μερίσματα και από καταθέσεις τους στην Τράπεζα έρχεται σε αντίθεση με αυτό της περί λήψεως δανείου από την Τράπεζα. 'Αλλωστε, η οικονομική τους αδυναμία προκύπτει σαφώς από το από .... ιδιωτικό συμφωνητικό που υπεγράφη μεταξύ αυτών και του μηνυτή, βάσει του οποίου συμφωνήθηκε η πώληση των 500.000 μετοχών, όπου αναφέρονται μεταξύ των άλλων και τα εξής: "...Στις ... οι κ.κ. Χ2 και Χ1 εξαντλώντας τα οικονομικά τους αποθέματα και την υπομονή τους υποκύπτουν στις πιέσεις του Ψ1 και αγοράζουν νέο αριθμό μετοχών...". 'Όμως, ενώ δηλώνεται σαφώς με το ανωτέρω συμφωνητικό ότι εξάντλησαν την 25-6-97 τα οικονομικά τους αποθέματα, παρά ταύτα, όπως προκύπτει από το ίδιο συμφωνητικό, αγόρασαν την 11-8-97 νέο αριθμό μετοχών από το μηνυτή και την 1-9-1997 το υπόλοιπο πακέτου των 500.000 κοινών μετοχών του τελευταίου, αντί του ποσού των 500.000.000 δρχ. Βέβαια, από το σύνολο των δηλώσεων και του μηνυτή διαφαίνεται κάποια αντιφατικότητα στη συμπεριφορά του με αποκορύφωμα τη με αριθμό ...... πράξη καταθέσεως εγγράφου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Βικτώριας Παπαευαγγέλου, με την οποία, μεταξύ των άλλων, δήλωσε ότι τα έγγραφα που κατέθεσε σ'αυτήν, που αποτελούσαν κείμενα δηλώσεων του ίδιου ή αυτού και των δύο πρώτων κατηγορουμένων και τα οποία επρόκειτο να υπογραφούν από όλους αυτούς προς διευθέτηση των διαφορών τους, αποτελούν προϊόν κατασκευής των ως άνω αντισυμβαλλομένων και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και στην πραγματική του βούληση και ότι οι συμφωνίες που καταγράφονται σ'αυτό και πρόκειται να υπογραφούν και να καταρτισθούν τις θεωρεί παράνομες και άκυρες, για τους λόγους που αναφέρει στην πράξη αυτή. η ανωτέρω δε συμβολαιογραφική πράξη συντάχθηκε ενόψει της από 31-8-1989 δήλωσης του μηνυτή, στα πλαίσια εξώδικης διευθετήσεως των πάσης φύσεως μεταξύ των εκκρεμοτήτων, δηλαδή οικονομικών, δικαστικών κλπ. βάσει της οποίας δήλωσης ο μηνυτής αναγνώρισε ότι το καταβληθέν σ'αυτόν τίμημα αποτελεί προϊόν τραπεζικού δανείου που έλαβαν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι κατόπιν "εξαντλήσεως των οικονομικών αποθεμάτων τους". 'Όμως τα ανωτέρω εκτεθέντα δεν αναιρούν το γεγονός ότι το ανωτέρω ποσό των 620.000.000 δρχ. παράνομα εκταμιεύθηκε από το ταμείο της εταιρείας ΑΕΓΕΚ ΑΕ και ότι το ιδιοποιήθηκαν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι διαθέτοντας από αυτό τα 500.000.000 δρχ. (250.000.000 δρχ. έκαστος) για την αγορά των μετοχών του μηνυτή, το δε υπόλοιπο των 120.000.000 δρχ. (από 60.000.000 δρχ. έκαστος) για την κάλυψη άλλων προσωπικών τους αναγκών".
Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκαν παραπεμπτέοι στο ακροατήριο οι αναιρεσείοντες, για να δικαστούν οι μεν δύο πρώτοι, δηλαδή ο Χ2 και ο Χ1 για κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στους υπαίτιους ως διαχειριστές ξένης περιουσίας, οι δε λοιποί για την πράξη της άμεσης συνέργειας από κοινού στην ανωτέρω πράξη, η οποία τελέστηκε από αυτούς με την ιδιότητά τους ως διαχειριστών ξένης περιουσίας, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ.1α, 27 παρ. 1, 45, 46 παρ. 1β, 49 51, 52, 98 και 375 παρ.1β, 2 του ΠΚ, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε με άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, προσδιορίζει τη θέση του καθένα στην εταιρεία και των καθηκόντων του, που τους προσδίδει την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, τη δράση του 1ου και του 2ου κατά την τέλεση της πράξεως, όπως και την άμεση συνδρομή σ' αυτούς των λοιπών, χωρίς τη συνδρομή των οποίων δεν θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητας η διάπραξη της υπεξαιρέσεως από τους δύο πρώτους κατηγορουμένους, υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε. Η πλειοψηφία αναφέρεται εξ ολοκλήρου στις σκέψεις της εισαγγελικής πρότασης και άρα υιοθετεί τα επιχειρήματα της Εισαγγελέως για την αβασιμότητα των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων και τελικώς από την πλειοψηφία εξάγεται παραπεμπτική κρίση.
Συνεπώς από προφανή παραδρομή στο φύλλο 41 το προσβαλλόμενο βούλευμα διαλαμβάνει ότι "οι ισχυρισμοί αυτοί των κατηγορουμένων κρίνονται...βάσιμοι", ενώ από το σύνολο των σκέψεων της πλειοψηφίας, και την παραπομπή τους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει το αντίθετο. Με την αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση ότι "στην προκείμενη περίπτωση από τις καταθέσεις των μαρτύρων και αυτή του μηνυτή...", προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και οι ανωμοτί καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος. Δεν είναι ουσιώδης η αντίφαση μεταξύ παραπεμπτικού και πληττόμενου βουλεύματος ως προς τις ημερομηνίες που οι δύο πρώτοι από τους αναιρεσείοντες ανέλαβαν τα χρήματα από το ταμείο της ΑΕΓΕΚ, ο οποίος στο φύλλο 8 προσδιορίζεται ως εξής?στις 29-8-1997 60.000.000 δρχ. την 1-9-1997 επίσης 60.000.000 δρχ. και στις 3-9-1997 500.000.000 δρχ., εφόσον δεν τίθεται θέμα παραγραφής. Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε, με την έννοια της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβιάσεως αυτής, όπως και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και των πέντε αναιρεσειόντων, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε, που με το δεύτερο από αυτούς, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου, είναι απαράδεκτοι και, ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν.
Ως προς τις πλημμεληματικές πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, κατά συρροή και από κοινού, που παραπέμφθηκαν οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1, οι δε λοιποί τρεις, ως άνω, για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία τους. Έγινε αναφορά στο φύλλο 16 του 924/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, για τον αποκλεισμό της ενστάσεως περί δεδικασμένου. Το τελευταίο όμως βούλευμα θα συνεκτιμηθεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως.
Για τους λόγους αυτούς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο λόγος αναιρέσεως της υπερβάσεως εξουσίας και απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας με την αιτιολογία ότι το Συμβούλιο Εφετών εξέφρασε ουσιαστική κρίση περί ενοχής για την πράξη της ψευδορκίας και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν, ενώ έπρεπε να περιορισθεί μόνο στην παύση της ποινικής δίωξης. Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι ως προς την πράξη της υπεξαιρέσεως υπάρχει δεδικασμένο, που καθιστά απαράδεκτη την παρούσα ποινική δίωξη κατά το άρθρο 57 ΚΠΔ, καθόσον για το αυτό ακριβώς ιστορικό γεγονός έχουν απαλλαγεί αμετακλήτως με το υπ'αριθμό 994/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. Επί του λόγου αυτού λεκτέα τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 57 παρ.1 ΚΠΔ: Αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του ποινική δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ'αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Από το άρθρο αυτό συνάγεται ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου που οδηγεί στην κήρυξη της δεύτερης ποινικής δίωξης ως απαράδεκτης απαιτούνται: α) αμετάκλητη δικαστική απόφαση που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή όχι της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη ή την κηρύσσει απαράδεκτη, β) ταυτότητα πράξεως, η οποία υπάρχει όταν οι δύο πράξεις ταυτίζονται κατά τα θεμελιούντα αυτές πραγματικά περιστατικά και γ) ταυτότητα προσώπου. Στην προκειμένη περίπτωση το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχτηκε: ότι "Κατόπιν της από 21/6/99 μηνύσεως του Ψ1, με ΑΒΜ Α99/2754, με την οποία ισχυρίσθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι το επίμαχο ως άνω τίμημα αποτελούσε προϊόν ατόκου δανείου από την ΑΕΓΕΚ ΑΕ προς τους μετόχους και τα μέλη του ΔΣ της, που συνήφθη κατά παράβαση των άρθρων 23α, 58α του Ν.2190/20 και ότι μ σκοπό να αποκομίσουν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησαν σ'αυτόν ψευδώς ότι για να διατηρηθεί εκ μέρους τους το 51% του μετοχικού κεφαλαίου της ΑΕΓΕΚ ΑΕ έπρεπε να τους μεταβιβάσει 500.000 κοινές ονομαστικές μετοχές, αντί τιμήματος 1000 δραχμών για καθεμιά, αν και η χρηματιστηριακή τους τιμή ήταν διπλάσια και έτσι τον έπεισαν να προβεί στη συγκεκριμένη μεταβίβαση, ενώ η αλήθεια είναι ότι δεν διέθεταν το 51%, ασκήθηκε σε βάρος των δύο πρώτων κατηγορουμένων ποινική δίωξη για τις πράξεις: α) της απάτης από κοινού και κατ'επάγγελμα με συνολική ζημία και αντίστοιχο όφελος άνω των 5.000.000 δρχ. β) της απιστίας από κοινού και γ) της παράβασης του άρθρου 58α εδ.α' του Ν.2190/20 "περί ανωνύμων εταιρειών", πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν την 1-9-1997. Προς υποστήριξη της ανωτέρω μήνυσης ο ήδη μηνυτής επικαλέσθηκε τη μαρτυρία των τριών τελευταίων κατηγορουμένων, οι οποίοι πράγματι εξετάσθηκαν κατά τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση στις 25-9-2001, ενώπιον του Ανακριτή του 17ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών, χωρίς να επιβεβαιώσουν τους ισχυρισμούς του περί δανείου και αποκρύπτοντας παράλληλα την παράνομη ανάληψη του ανωτέρω ποσού. Αποτέλεσμα ήταν βάσει των ενόρκων αυτών καταθέσεων των ως άνω κατηγορουμένων, για τις οποίες αυτοί παραπέμπονται για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα με το εκκαλούμενο βούλευμα, να εκδοθεί το ανωτέρω απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών (με αριθμό 924/2004), το οποίο έκρινε ότι "δεν μπορεί να γίνει λόγος για παράσταση ψευδών γεγονότων και βλάβη ξένης περιουσίας εκ μέρους των κατηγορουμένων, ούτε βέβαια συνάγεται από κάποιο στοιχείο της παρούσας δικογραφίας ζημία της περιουσίας της ΑΕΓΕΚ ή παράνομη λήψη δανείου από αυτήν". Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα καθίσταται σαφές ότι δεν υπάρχει εν προκειμένω για την ύπαρξη δεδικασμένου η απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 57 παρ.1 ΚΠΔ ταυτότητα της πράξης. Τούτο, καθόσον ανεξάρτητα αν γίνεται και στις δυο αυτές ποινικές αγωγές αναφορά στην πώληση των μετοχών του μηνυτή στους δύο πρώτους κατηγορουμένους, καθεμιά από τις πράξεις αυτές (ακόμη και αυτές της απάτης και υπεξαίρεσης), στηρίζεται σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά και ιστορικά γεγονότα και απαρτίζεται από διαφορετικά στοιχεία, ενώ καθεμιά από αυτές στρέφεται κατά διαφορετικού υλικού αντικειμένου. Ειδικότερα δε η πράξη της απάτης, έχει ως υλικό αντικείμενο τις μετοχές, ενώ η υπεξαίρεση έχει ως υλικό αντικείμενο το προαναφερόμενο εκταμιευθέν ποσό από το ταμείο της εταιρείας ύψους 620.000.000 δρχ.
Συνεπώς δεν συντρέχει εν προκειμένω θέμα δεδικασμένου και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο εν λόγω ισχυρισμός των κατηγορουμένων ως προς την πράξη της υπεξαίρεσης". Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, κατά πλειοψηφία, εκτός από την παραπομπή στο σχετικό ως άνω μέρος περί δεδικασμένου της Εισαγγελικής πρότασης διέλαβε και την ακόλουθη δική του σκέψη: "Στην προκειμένη περίπτωση κατόπιν της από 21-6-99 μηνύσεως του Ψ1 με ABM A99/2754, με την οποία ισχυρίσθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι το επίμαχο ως άνω τίμημα αποτελούσε προϊόν ατόκου δανείου από την "ΑΕΓΕΚ ΑΕ" προς τους μετόχους και τα μέλη του ΔΣ της, που συνήφθη κατά παράβαση των άρθρων 23α, 58α του Ν. 2190/20 και ότι με σκοπό να αποκομίσουν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησαν σ' αυτόν ψευδώς ότι για να διατηρηθεί εκ μέρους τους το 51% του μετοχικού κεφαλαίου της "ΑΕΓΕΚ ΑΕ" έπρεπε να τους μεταβιβάσει 500.000 κοινές ονομαστικές μετοχές, αντί τιμήματος 1.000 δραχμών για καθεμιά, αν και η χρηματιστηριακή τους τιμή ήταν διπλάσια και έτσι τον έπεισαν να προβεί στη συγκεκριμένη μεταβίβαση, ενώ η αλήθεια είναι ότι δεν διέθεταν το 51%, ασκήθηκε σε βάρος των δύο πρώτων κατηγορουμένων ποινική δίωξη για τις πράξεις: α) της απάτης από κοινού και κατ' επάγγελμα με συνολική ζημία και αντίστοιχο όφελος άνω των 5.000.000 δρχ. β) της απιστίας από κοινού και γ) της παράβασης του άρθρου 58α' εδ. β' του Ν. 2190/20 "περί ανωνύμων εταιρειών", πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν την 1.9.1997. Προς υποστήριξη της ανωτέρω μήνυσης ο ήδη μηνυτής επικαλέσθηκε τη μαρτυρία των τριών τελευταίων κατηγορουμένων, οι οποίοι πράγματι εξετάσθηκαν κατά τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση στις 25.9.2001, ενώπιον του Ανακριτή του 17ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών, χωρίς να επιβεβαιώσουν τους ισχυρισμούς του περί δανείου και αποκρύπτοντας παράλληλα την παράνομη ανάληψη του ανωτέρω ποσού. Αποτέλεσμα ήταν βάσει των ενόρκων αυτών καταθέσεων των ως άνω κατηγορουμένων, για τις οποίες αυτοί παραπέμπονται για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα με το εκκαλούμενο βούλευμα, να εκδοθεί το ανωτέρω απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (με αριθμό 924/2004), το οποίο έκρινε ότι "δεν μπορεί να γίνει λόγος για παράσταση ψευδών γεγονότων και βλάβη ξένης περιουσίας εκ μέρους των κατηγορουμένων, ούτε βέβαια συνάγεται από κάποιο στοιχείο της παρούσας δικογραφίας ζημία της περιουσίας της ΑΕΓΕΚ ή παράνομη λήψη δανείου από αυτήν".
Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα καθίσταται σαφές ότι δεν υπάρχει εν προκειμένω για την ύπαρξη δεδικασμένου η απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 57§ 1 ΚΠΔ ταυτότητα της πράξης".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές καθίσταται σαφές ότι δεν υπάρχει στην προκείμενη περίπτωση η απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 του ΚΠοινΔ ταυτότητα της πράξης. Τούτο, καθόσον ανεξάρτητα αν γίνεται και στις δύο ποινικές αγωγές αναφορά στην πώληση των μετοχών του μηνυτή στους δύο πρώτους αναιρεσείοντες, κάθε μια από τις πράξεις αυτές (απάτης, υπεξαίρεσης και απιστίας) στηρίζονται σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά και ιστορικά γεγονότα και απαρτίζεται από διαφορετικά στοιχεία, ενώ κάθε μια στρέφεται κατά διαφορετικού υλικού αντικειμένου. Ειδικότερα, η πράξη της απάτης έχει ως υλικό αντικείμενο τις μετοχές, ενώ της υπεξαίρεσης έχει ως υλικό αντικείμενο το προαναφερόμενο εκταμιευθέν ποσό από το ταμείο της εταιρείας ύψους 620.000.000 δρχ. Εξάλλου, από το γράμμα και την έννοια των άρθρων 375 και 390 ΠΚ σαφώς προκύπτει ότι τα αδικήματα τα οποία προβλέπονται με αυτά, δηλαδή της υπεξαίρεσης και της απιστίας διαφέρουν κατά τα στοιχεία τα οποία τα συγκροτούν και είναι ανεξάρτητοι μεταξύ τους και αυτοτελώς εγκληματικές πράξεις και υπάρχει αληθής κατ' ιδέαν συρροή όταν έχουν διαφορετικό υλικό αντικείμενο, και παραπέρα καμιά από τις πράξεις αυτές δεν εξαντλείται στην έννοια της άλλης, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση.
Συνεπώς δεν υπάρχει στην προκείμενη περίπτωση δεδικασμένο και ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως περί υπερβάσεως της εξουσίας, με την απόρριψη της ενστάσεως περί δεδικασμένου, ως προς την πράξη της υπεξαιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν οι υπό κρίση πέντε αιτήσεις αναιρέσεως στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις υπ' αριθμ. 75-79/19-3-2007 αιτήσεις αναιρέσεως.
Απορρίπτει τις ως άνω αιτήσεις των? 1)Χ1, 2) Χ2, 3)Χ3, 4) Χ4 και 5) Χ5, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 3448/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Που το είχαν εμπιστευθεί στους υπαίτιους ως διαχειριστές ξένης περιουσίας και άμεση συνέργεια από κοινού στην ανωτέρω πράξη, η οποία τελέστηκε από αυτούς, με την ιδιότητά τους ως διαχειριστών ξένης περιουσίας. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι από το άρθρ. 484 παρ.1 στοιχ. β΄ και δ΄ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως. Δεν υπάρχει ταυτότητα μεταξύ των πράξεων της απάτης, της απιστίας και της υπεξαιρέσεως και για το λόγο αυτό απορρίπτεται ο λόγος περί δεδικασμένου από προηγούμενο βούλευμα, με το οποίο απαλλάχτηκαν για τις δύο πρώτες πράξεις. Το βούλευμα αυτό θα συνεκτιμηθεί με τις άλλες αποδείξεις κατά τη συζήτηση της υποθέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση, Δεδικασμένο.
| 0
|
Αριθμός 1681/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1 και ήδη κρατούμενος στις Δικαστικές Φυλακές Λάρισας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Παπαλόη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 2537-3395/1997 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Απριλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 662/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 382/16-10-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' άρθρο 528 & 1 ΚΠΔ την με ημερομηνία 18- 4-2007 αίτηση του Χ1 και νυν κρατουμένου στις Δικαστικές φυλακές Λάρισας με την οποία ζητάει την ακύρωση της με αριθμ.2537-3395/29-9-1997 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 5 ετών και χρηματική ποινή για λαθρεμπορία και την επανάληψη της διαδικασίας και εκθέτω τ' ακόλουθα: Η αίτηση αυτή υποβαλλόμενη στο αρμόδιο κατ' άρθρο 528 § 1 ΚΠΔ Συμβούλιο Αρείου Πάγου από πληρεξούσιους οι οποίοι έχουν ειδική προς τούτο εντολή, περιέχουσα τους λόγους για τους οποίους ζητά την επανάληψη της διαδικασίας κατά το άρθρο 527 § 1 ΚΠΔ, οι οποίοι είναι η επίκληση νέων μετά την δίκη προκυψάντων γεγονότων, τα οποία καθιστούν φανερό ότι είναι αθώος των κατηγοριών βάσει των οποίων καταδικάστηκε στην παραπάνω ποινή για λαθρεμπορία και στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών όπως προκύπτει από την με αριθμ. 2537-3395/29-9-97 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και το με αριθμ. 8367/18-6-2007 έγγραφο του Εφετείου Αθηνών από το οποίο προκύπτει ότι κατά του με αριθμ. 3171/6-4-2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η με αριθμ.1053/25-7-2006 έφεση του αιτούντα κατά της παραπάνω απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων της οποίας ζητείται η ακύρωση με την υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως είναι νόμιμη και παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί στην ουσία της, για την οποία εκθέτω τα παρακάτω. Από τη διάταξη του άρθρου 525§1 αριθμ. 2 κατά την οποία '' Η ποινική διαδικασία η οποία περατώθηκε δι' αμετακλήτου αποφάσεως επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασθέντα για πλημ/μα η κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις 1...... 2) Εάν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις οι οποίες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που έχουν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε ....... 3........ ''' προκύπτει ότι κατ' αληθή έννοια τής διάταξης αυτής για να υπάρξει περίπτωση επανάληψης διαδικασίας η οποία είναι έκτακτο ένδικο βοήθημα και αποσκοπεί στην κατά το δυνατό αποτροπή αδικιών σε βάρος των καταδικασθέντων, την απονομή ουσιαστικής δικαιοσύνης και την αποτροπή απαραδέκτων για το συναίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων πρέπει να συντρέξουν οι κατά την παραπάνω διάταξη περιοριστικά αναφερόμενες προϋποθέσεις μεταξύ των οποίων είναι, 1) ο κατηγορούμενος να έχει καταδικασθεί για πλημμέλημα ή κακούργημα, 2) η απόφαση να είναι αμετάκλητη και 3) να προκύψουν μετά την οριστική καταδίκη του νέα γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία είτε μόνα είτε σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.. Νέα δε γεγονότα και αποδείξεις κατά την έννοια τής διάταξης αυτής θεωρούνται και εκείνα τα οποία υπήρχαν μεν κατά τον χρόνο τής εκδίκασης πλην όμως δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο που τον δίκασε και έτσι παρέμειναν άγνωστα στους δικαστές που δίκασαν . Τέτοια είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων, ακόμη και νεώτερες εκείνων που έχουν εξετασθεί προηγουμένως, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές όσων είχαν τεθεί υπ' όψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε καθιστούν φανερό και όχι πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για βαρύτερη πράξη όπως και νεώτερες αποφάσεις εκ των οποίων εκ πλαγίου και όχι ευθέως, γιατί τότε δεν πρόκειται περί νέου γεγονότος αλλά νέας δικαστικής απόφασης κατά την &4 του άρθρου 325 ΚΠΔ, να προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος (ΑΠ 63/1995 ΠΧ ΜΕ 333, ΑΠ 246/1996 ΠΧ ΜΣΤ 1109, ΑΠ 1668/1993 ΠΧ ΜΔ 60, ΑΠ 1744/1993 ΠΧ ΜΔ 76, ΑΠ 1/1994 ΠΧ ΜΔ 209, ΑΠ 842/1994 ΠΧ ΜΔ 810). Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών δια των πληρεξουσίων δικηγόρων του με την παραπάνω μνημονευθείσα αίτηση του στρεφόμενος κατά της με αριθμ.2537-3395/29-9-1997 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 5 ετών και χρηματική ποινή για λαθρεμπορία αναφέρει ότι μετά την αμετάκλητη καταδίκη του προέκυψαν νέα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι κακώς καταδικάστηκε και ότι αν τα στοιχεία αυτά τα είχε υπ' όψη του ο δικαστής του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών θα τον κήρυσσε αθώο της κατηγορίας της λαθρεμπορίας. Συγκεκριμένα επικαλείται το γεγονός ότι με την με αριθμ. 3767/11-12-2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών με την οποία απαλλάχθηκε λόγω αμφιβολιών από τις υπόλοιπες κατηγορίες της πλαστογραφίας και της υπεξαίρεσης για τις οποίες είχε κατηγορηθεί συγχρόνως με την πράξη της λαθρεμπορίας και ως εκ τούτου υποστηρίζει ότι αν ο δικαστής του ίδιου δικαστηρίου που τον καταδίκασε για την πράξη της λαθρεμπορίας τις είχε υπ' όψη θα τον κήρυσσε αθώο. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο αιτών είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών με το με αριθμ.3247/1993 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για να δικαστεί για τις πράξεις της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση κατά συναυτουργία μετά των Χ2, Χ3 με άμεσο συνεργό τη Χ4 κ.λ.π η οποία τελέστηκε είτε κατά μόνας είτε κατά συναυτουργία και με άμεση συνέργια της Χ4 κ.λ.π, για ηθική αυτουργία στη νόθευση εγγράφου με σκοπό το αθέμιτο όφελος, , και μαζί με τους συναυτουργούς του, Χ2 και Χ3 για πλαστογραφία με χρήση με σκοπό το όφελος κατ' εξακολούθηση και για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερη μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση εις βάρος του δημοσίου με ποσό οφέλους που υπερέβαινε το ποσό των 5.000.000. Συγκεκριμένα οι κατηγορίες συνοπτικά συνίσταντο. Η πράξη της λαθρεμπορίας .στο ότι.. Ο αιτών με τους συγκατηγορουμένους του και κατά μόνας κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 1991 μέχρι τις αρχές Μαρτίου του 1993 διέπραξε το αδίκημα της λαθρεμπορίας συνιστάμενο στην κατοχή και πώληση της κατά λαθραίο τρόπο εισαχθείσης ποσότητας 1.336.612 κιλών χρυσού και για το σκοπό αυτό χρησιμοποίησε και εφεύρε ιδιαίτερα τεχνάσματα και συγκεκριμένα την χρησιμοποίηση εικονικών τιμολογίων. Ωσαύτως κατείχε και πώλησε με τον αυτόν τρόπο μαζί με τους συγκατηγορουμένους του λαθραίως εισαχθείσα ποσότητα χρυσού 367, 200 κιλών . Επίσης κατά τον αυτόν τρόπο κατά το αυτό χρονικό διάστημα κατείχε και πώλησε μαζί με τους συγκατηγορουμένους του λαθραίως εισαχθείσα ποσότητα 969, 412 κιλών χρυσού, ως και ποσότητα 48, 010 κιλά χρυσού, Η πράξη της ηθικής αυτουργίας σε νόθευση εγγράφου στο ότι με τον συγκατηγορούμενο Χ2 προκάλεσαν την απόφαση σε άγνωστο υπάλληλο της Οικονομικής Υπηρεσίας Πειραιά φορολογίας Α.Ε να νοθεύσει το βιβλίο καταχώρησης θεωρουμένων βιβλίων και επιτηδευματιών έτους 1987 από το Ν. 1 έως 5399 και στη θέση των αλλοιωμένων εγγράφων να καταχωρήσει θεώρηση και στοιχεία άλλα επ' ωφελεία τους προκειμένου με αυτό τον τρόπο να καλύψουν και να δικαιολογήσουν στις τελωνειακές υπηρεσίες την προμήθεια και περαιτέρω διακίνηση των παραπάνω ποσοτήτων χρυσού Η πράξη της πλαστογραφίας στο ότι κατάρτισαν εξ υπαρχής πλαστές χρηματικές αποδείξεις προκειμένου να δικαιολογήσουν την διακίνηση των ποσοτήτων αυτών του χρυσού και της υπεξαίρεσης στο ότι ιδιοποιήθηκαν τον ΦΠΑ που είχαν εισπράξει από τις γενόμενες πωλήσεις της παραπάνω ποσότητας χρυσού. Ο αιτών και ο Χ2 κατά την εκδίκαση των κατ' αυτών κατηγοριών φυγοδίκησαν και το Τριμελές Εφετείο Αθηνών αφού ανέστειλε την κατ' αυτών ποινική διαδικασία για τις κακουργηματικές πράξεις προχώρησε στην εκδίκαση της εναντίον τους κατηγορία της λαθρεμπορίας και κατά των συγκατηγορουμένων του όπως είχε το κατηγορητήριο και εξέδωσε την παραπάνω απόφαση της οποίας ο αιτών ζητά την ακύρωση και την επανάληψη της ως προς αυτόν Με την απόφαση αυτή του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κηρύχθηκαν ένοχοι οι Χ2, Χ3 και ο αιτών για λαθρεμπορία και η Χ4 για άμεση συνέργια στην λαθρεμπορία και αθώα των κατηγοριών της πλαστογραφίας και της υπεξαίρεσης η Χ3 Στην συνέχεια με την με αριθμ. 923/1998 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών μετά από έφεση των Χ3 και της Χ4, η Χ3 αθωώθηκε της κατηγορίας της λαθρεμπορίας και μειώθηκε η ποινή Χ4 για άμεση συνέργια σε λαθρεμπορία από 4 χρόνια φυλάκιση σε δύο χρόνια. Η απόφαση αυτή δέχεται ότι τελέστηκε πράξη της λαθρεμπορίας από τους Γ1 και Χ2 και στην πράξη αυτή άμεσος συνεργός ήταν και η παραπάνω καταδικασθείσα Ειδικότερα αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης αυτής ότι η παραπάνω παρέσχε άμεση συνδρομή στους Χ2 και Γ1 κατά την διάπραξη του εγκλήματος της λαθρεμπορίας η οποία συνίστατο στην κατοχή και την πώληση χρυσού εισαχθέντος και τεθέντος στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα αυτό, μεταχειριζόμενοι προς τούτο ιδιαίτερα τεχνάσματα και ότι οι φόροι και δασμοί που στερήθηκε το δημόσιο ανέρχονται σε σημαντικό ποσό όπως επίσης εκτίθεται και αναλύεται ο τρόπος δράσης της κατηγορουμένης για άμεση συνέργια στην λαθρεμπορία και των συγκατηγορουμένων της, αναφέροντας ότι η διακίνηση των ποσοτήτων αυτών χρυσού έγινε με τα αναφερόμενα στο διατακτικό της απόφασης εικονικά τιμολόγια αγοράς της εταιρείας Μπράουν Μπόβερικ Ελλάς η οποία εταιρεία δεν εμπορεύτηκε ποτέ χρυσό. Ο αιτών συνελήφθη βάσει της παραπάνω απόφασης η οποία είχε αναστείλει την κατ' αυτού ποινική διαδικασία για τις κακουργηματικές πράξεις και γα την έκτιση της ποινής την οποία του είχε επιβάλλει για την πράξη της λαθρεμπορίας. Και για μεν το καταδικαστικό μέρος της άσκησε έφεση ή οποία απορρίφθηκε σαν απαράδεκτη με το με αριθμ. 3171/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών λόγω του ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα, για δε τις υπόλοιπες κατηγορίες για τις οποίες είχε ανασταλεί η κατ' αυτού ποινική διαδικασία, δηλ. της ηθικής αυτουργίας σε νόθευση εγγράφου με σκοπό το αθέμιτο όφελος, που φέρεται ότι τέλεσε με τον Χ2, της πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό το όφελος κατ' εξακολούθηση και της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερη μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση εις βάρος του δημοσίου με ποσό οφέλους που υπερέβαινε το ποσό των 5.000.000 . που φέρεται ότι τέλεσε μαζί με τους συναυτουργούς του Χ2 και Χ3 και με την άμεση συνέργια της Χ4 κατ' αυτού ποινική διαδικασία συνέχισε με την εκδίκαση τους από το αρμόδιο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών και για τις οποίες πράξεις αθωώθηκε λόγω αμφιβολιών. Μετά την κατά τα παραπάνω αθώωση του για τις πράξεις αυτές υπέβαλλε την υπό κρίση αίτηση υποστηρίζοντας ότι αφού απαλλάχθηκε των κατηγοριών για τις πράξεις αυτές για τις οποίες λέγει ότι είναι συναφείς και υποστηρικτικές στην πράξη της λαθρεμπορίας πρέπει να αθωωθεί και της πράξης της λαθρεμπορίας. Από το παραπεμπτικό βούλευμα και την απόφαση της οποίας ζητά την ακύρωση και την επανάληψη της προκύπτει ότι η κατηγορία της λαθρεμπορίας συνίσταται στο ότι ο αιτών κατείχε και πώλησε είτε μόνος είτε μαζί με τον Χ2 και την αθωωθείσα Χ3 ποσότητες χρυσού οι οποίες είχαν εισαχθεί κατά λαθραίο τρόπο και λαθραία κατέχονταν και ότι οι ποσότητες αυτές για να δικαιολογηθούν και να διακινηθούν χρησιμοποιήθηκαν εικονικά τιμολόγια. Περαιτέρω από την παραπάνω αναφερθείσα αμετάκλητη με αριθμ. 923/1998 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι κατά τον χρόνο της εκδίκασης της έφεσης της καταδικασθείσας για άμεση συνέργια στην πράξη της λαθρεμπορίας ρητά αναφέρεται ότι οι ποσότητες χρυσού που κατέχονταν από τον κατηγορούμενο και τον Χ2 λαθρεμπορικά όπως και ότι κατά λαθραίο τρόπο είχαν εισαχθεί στην Ελλάδα και στην συνέχεια διοχετεύτηκαν στην αγορά χωρίς την καταβολή των αντιστοίχων δασμών τους οποίους η συγκεκριμένη απόφαση αναφέρει και προσδιορίζει . Περαιτέρω η απαλλαγή του αιτούντα δεν έγινε γιατί δεν τελέστηκαν οι συγκεκριμένες πράξεις άλλα γιατί τα στοιχεία κρίθηκαν ανεπαρκή και το δικαστήριο που τον αθώωσε για τις πράξεις αυτές τον απάλλαξε λόγω αμφιβολιών. Σχετικά με τον ισχυρισμό του ότι οι πράξεις για τις οποίες αθωώθηκε είναι συναφείς με την πράξη της λαθρεμπορίας πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι πράξεις αυτές είναι συναφείς κατά την έννοια του άρθρου 128 του ΚΠΔ σαν πράξεις που τελέστηκαν στον αυτόν τόπο και χρόνο από αυτόν, άλλα δεν αποτελούν συστατικά στοιχεία της πράξης της λαθρεμπορίας ώστε να εξαρτάται ή να συγκροτείται η πράξη της λαθρεμπορίας από αυτές, η οποία πράξη όπως αναφέρθηκε και παραπάνω συγκροτείται από την κατοχή της κατά λαθραίο τρόπο εισαχθείσης ποσότητας χρυσού και την διακίνηση και πώληση της ποσότητας αυτής στην αγορά με εικονικά τιμολόγια πράξεις που η κάθε μια από αυτές συγκροτεί αυτοτελή πράξη λαθρεμπορίας. Κατ' ακολουθία των παραπάνω η απαλλαγή του αιτούντα για τις πράξεις αυτές δεν καθιστά όχι μόνο βεβαία την αθωότητα του όπως υποστηρίζει ο αιτών αλλά ούτε καν πιθανολογούμενη και για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί η σχετική του αίτηση. Δια ταύτα Προτείνω όπως Να γίνει δεκτή τυπικά και να απορριφθεί στην ουσία της η με ημερομηνία 18- 4-2007 αίτηση του Χ1 και νύν κρατουμένου στις Δικαστικές φυλακές Λάρισας με την οποία ζητάει την ακύρωση της με αριθμ.2537-3395/29-9-1997 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών και την επανάληψη της διαδικασίας Αθήνα την 10-10-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΙωάννης Χρυσός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 525 § 1 περιπτ. 2 Κ.Ποιν.Δ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό περιοριστικά και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις"είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 528 § 1 εδ. α' και 527 § 3 Κ.Ποιν.Δ, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Εφετείο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη, καταδικαστική γι' αυτόν για πλημμέλημα, 2537 - 3395/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, για το λόγο ότι, από την αναφερόμενη στην αίτηση νέα και άγνωστη στους δικαστές που τον καταδίκασαν απόδειξη (δικαστική απόφαση) γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με το 3247/1993 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών, εκτός άλλων, και ο ήδη αιτών Χ1 για α)ηθική αυτουργία σε νόθευση δημοσίου εγγράφου, σε βαθμό κακουργήματος- σε βάρος του Δημοσίου, β)πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση, σε βαθμό κακουργήματος, σε βάρος του Δημοσίου, γ)υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση, σε βαθμό κακουργήματος σε βάρος του Δημοσίου και δ) λαθρεμπορία κατ' εξακολούθηση με ιδιαίτερα τεχνάσματα. Μη εμφανισθείς κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 29-9-1997 ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου, διατάχθηκε με τη 2537-3375/1997 απόφασή του, η αναστολή της διαδικασίας στο ακροατήριο ως προς τις κακουργηματικές πράξεις και η σύλληψη και προσωρινή κράτησή του (εν συλλήψει), εχώρησε δε η πρόοδος της δίκης ως προς την πλημμεληματική πράξη της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση, για την οποία και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή. Από την εν λόγω απόφαση, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, δι' απορρίψεως ως απαράδεκτης της κατ' αυτής ασκηθείσης εκπροθέσμως εφέσεως του ανωτέρω, με την 3171/2006 απόφαση (σε Συμβούλιο) της Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε αναίρεση, προκύπτει ότι η ως άνω λαθρεμπορία, για την οποία καταδικάσθηκε ο αιτών, συνίσταται στην υπ' αυτού κατοχή και περαιτέρω διάθεση στην εσωτερική αγορά 1766,981 κιλών χρυσού συνολικώς και δη α)430, 369 κιλών κατά την περίοδο από Ιανουαρίου 1991 μέχρι Μαρτίου 1992 και β)1336, 612 κιλών κατά το εν συνεχεία διάστημα από Μαρτίου 1992 μέχρι Μαρτίου 1993, ποσότητες που εισήχθησαν εντός των συνόρων της Χώρας λαθραία, κατ' άγνωστο τρόπο, από τη δραστηριότητά του δε αυτή στερήθηκε το Δημόσιο δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων, ανερχομένων στο σημαντικό ποσόν των 813.694.911 δρχ. Την πράξη αυτή καταδικάσθηκε ο αιτών ότι τέλεσε μεταχειρισθείς ιδιαίτερα τεχνάσματα, για να καταστήσει νομιμοφανή τη διακίνηση του λαθρεμπορεύματος, χρησιμοποιώντας, ειδικότερα, "και εικονικά τιμολόγια αγοράς". Εκ τούτων είναι σαφές ότι η καταδίκη του αιτούντος για λαθρεμπορία δεν περιλαμβάνει και την εισαγωγή του ανωτέρω λαθρεμπορεύματος. Περαιτέρω προκύπτει ότι, με την 3767/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών, ο αιτών κηρύχθηκε αθώος, λόγω αμφιβολιών, για τις κακουργηματικές ως άνω πράξεις, για τις οποίες είχε παραπεμφθεί και ως προς τις οποίες είχε ανασταλεί η διαδικασία στο ακροατήριο, κατά τα προεκτεθέντα. Ήδη, επιδιώκων ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την ως άνω 2537-3395/1997 αμετάκλητη απόφαση, επικαλείται και προσκομίζει, ως "νέα απόδειξη", την προαναφερθείσα αθωωτική απόφαση, από την οποία γίνεται φανερή, όπως υποστηρίζει, η αθωότητά του για τη λαθρεμπορία, για την οποία καταδικάσθηκε. Από την εν λόγω 3767/2006 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών προκύπτει ότι ο αιτών κηρύχθηκε αθώος του ότι Α) κατά το Φεβρουάριο του 1987 προκάλεσε την απόφαση σε άγνωστο υπάλληλο της ΦΑΕ Πειραιώς να νοθεύσει το βιβλίο καταχωρήσεως θεωρουμένων βιβλίων και στοιχείων επιτηδευματιών έτους 1987, που του είχαν εμπιστευθεί και του ήταν προσιτό λόγω της υπηρεσίας του, καταχωρώντας σ' αυτό θεώρηση στοιχείων της εταιρίας BRAWN BOVERIK NORMELEK AE στις πράξεις με τους αριθμούς ... και ...., αλλοιώνοντας προς τούτο το περιεχόμενο των πράξεων αυτών, εκείνος δε τέλεσε την πράξη αυτή με σκοπό να προσπορισθεί ο αιτών παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας το Δημόσιο κατά το ποσόν των 813.694, 111 δρχ. Β)κατά το χρονικό διάστημα από 17-3-1992 έως 20-2-1993, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατήρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση αυτών, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη του Δημοσίου μεγαλύτερη των 5.000.000 δρχ. και δη α)κατήρτισε εξ υπαρχής 56 πλαστά τιμολόγια πωλήσεως - δελτία αποστολής, στα οποία ανεγράφετο ψευδώς ότι η ως άνω εταιρία BRAWN BOVERIK NORMELEK AE, που ήταν ανύπαρκτη, πώλησε στην εταιρία ...... ΟΕ τις σ' αυτά αναφερόμενες ποσότητες χρυσού (1300 κιλά συνολικά) αντί του εκεί τιμήματος, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους τις αρμόδιες αρχές για το νόμιμο της προμήθειας και της εν συνεχεία διακινήσεως στην αγορά των συγκεκριμένων ποσοτήτων χρυσού, έκαμε δε χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων με την επίδειξη τους στην ΕΥΤΕ (Ειδική Υπηρεσία Τελωνειακών Ερευνών) προς απόδειξη του νομίμου της κατοχής των ποσοτήτων αυτών χρυσού, σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος συνιστάμενο στην αποφυγή πληρωμής των αναλογούντων στις ποσότητες αυτές χρυσού δασμών και φόρων, ανερχομένων συνολικώς σε 813.694.111 δρχ., βλάπτοντας κατά το ποσόν αυτό το Δημόσιο και β)κατήρτισε εξ υπαρχής 123 πλαστές αποδείξεις πληρωμής, στις οποίες ανεγράφετο ψευδώς ότι η εταιρία ...... ΟΕ πλήρωσε στην εταιρία BRAWN BOVERIK NORMELEK AE, προς εξόφληση των ως άνω 56 πλαστών τιμολογίων, τα αναφερόμενα σ' αυτές ποσά, προκειμένου να παραπλανήσει με τη χρήση τους, σε συνδυασμό με τα πλαστά τιμολόγια, ως προς το νόμιμο της προμήθειας και της εν συνεχεία διακινήσεως στην αγορά των στα τιμολόγια αναφερομένων ποσοτήτων χρυσού, καθώς και της εξοφλήσεως του τιμήματος αυτών, έκαμε δε χρήση των αποδείξεων αυτών με την επίδειξή τους στην ΕΥΤΕ, με σκοπό να παραπλανήσει τα όργανά της ως προς την πληρωμή του τιμήματος του εμπορεύματος και το νόμιμο της κατοχής του, σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο ως άνω υπό α' με την εκεί βλάβη του Δημοσίου, Γ)κατά το δεύτερο 15θήμερο του Φεβρουαρίου 1987 κατήρτισε εξ υπαρχής το από Φεβρουαρίου 1987 "Σημείωμα Θεώρησης Βιβλίων και Στοιχείων"προς τη ΦΑΕ Πειραιώς στο οποίο ανέγραψε ψευδώς ως αιτούμενη τη θεώρηση στοιχείων επιτηδευματία την ανύπαρκτη εταιρία BRAWN BOVERIK NORMELEK AE, υπέβαλε δε τούτο στην άνω οικονομική εφορία επιτυγχάνοντας έτσι τη θεώρηση 4 στελεχών τιμολογίων-δελτίων αποστολής (από 1έως 200) και 5 στελεχών δελτίων αποστολής (από 1 έως 250), σκοπεύοντας να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος αναφορικά με τη διακίνηση ποσότητας χρυσού εμφανίζοντας αυτήν ως νομίμως κτηθείσα, συνιστάμενο ως άνω υπό α' με την εκεί βλάβη του Δημοσίου και Δ) κατά το διάστημα από Ιανουαρίου 1991 μέχρι Μαρτίου 1993 ιδιοποιήθηκε παρανόμως τον αναλογούντα ΦΠΑ που εισέπραξε από την πώληση 1766,981 κιλών χρυσού, εισαχθέντος λαθραία στη Χώρα, τον οποίο δεν απέδωσε στο Δημόσιο, βλάπτοντας αυτό κατά το ισόποσον, ύψους 691.044,14 δρχ. συνολικά. Η εν λόγω απόφαση, εντούτοις, και η δι' αυτής αθώωση κατά τα ανωτέρω του αιτούντος, προσκομιζόμενη ως μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο για τη θεμελίωση της κρινόμενης αιτήσεως, τόσον από μόνη της, όσον και συνεκτιμώμενη με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί και είχαν ληφθεί υπόψη από το δικάσαν τη λαθρεμπορία Τριμελές Εφετείο, δεν καθιστά φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της λαθρεμπορίας για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα 1)δεν ασκεί επιρροή στο αν τελέσθηκε ή όχι απ' τον αιτούντα ή ως άνω λαθρεμπορία το γεγονός της απαλλαγής του από τις ανωτέρω Α' και Γ' πράξεις, καθόσον αυτές, φερόμενες μάλιστα ως τελεσθείσες σε χρόνο κατά τέσσερα έτη προγενέστερο της λαθρεμπορίας, δεν σχετίζονται με αυτή κατά οποιοδήποτε τρόπο, β)το ότι ο αιτών αθωώθηκε για την υπεξαίρεση του ποσού του ΦΠΑ επί του τιμήματος του διατεθέντος χρυσού, δεν σημαίνει ότι δεν διαπράχθηκε η ανωτέρω λαθρεμπορία, διότι το ποσόν του φερομένου ως υπεξαιρεθέντος ΦΠΑ δεν συνάπτεται με την ιδιότητα του εν λόγω χρυσού ως λαθρεμπορεύματος ή όχι γ)οι 123 αποδείξεις πληρωμής, για την πλαστογράφηση των οποίων κηρύχθηκε αθώος ο αιτών, δεν μνημονεύονται παντάπασι ως τεχνάσματα ή ως σχετιζόμενες κατά οποιοδήποτε άλλο τρόπο με τη λαθρεμπορία και δ) τα 56 τιμολόγια πωλήσεως-δελτία αποστολής, για την πλαστογραφία των οποίων απηλλάγη ο αιτών, είναι πρόδηλο ότι δεν είναι τα "εικονικά τιμολόγια αγοράς"που μνημονεύονται ότι χρησιμοποιήθηκαν ως τεχνάσματα στην πράξη της λαθρεμπορίας, διότι η αθωωτική ως άνω απόφαση δεν τα χαρακτήρισε ως εικονικά, ούτε δέχθηκε ότι δεν είναι πλαστά, αλλά περιορίσθηκε απλώς (χωρίς να άρει το χαρακτηρισμό τους ως πλαστών) στο να εκφράσει αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον ο κατηγορούμενος, ήδη αιτών, είναι ο δράστης της πλαστογραφίας αυτών. Ούτε, πολύ περισσότερο, δέχθηκε η εν λόγω αθωωτική απόφαση ότι δεν ήταν λαθρεμπόρευμα ο διατεθείς στην αγορά χρυσός, για τον οποίο η καταδίκη του αιτούντος για λαθρεμπορία. Άλλωστε, τα 56 αυτά τιμολόγια αφορούν σε 1300 κιλά χρυσού, ενώ η λαθρεμπορία σε 1766,981 κιλά. Κατ' ακολουθίαν, ο επικαλούμενος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, συνακολούθως δε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18 Απριλίου 2007 αίτηση του καταδικασμένου Χ1 , κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Λάρισας, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την 2537-3395/1997 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επανάληψη διαδικασίας. Έννοια νέων γεγονότων ή αποδείξεων. Απορρίπτεται η περί επαναλήψεως της διαδικασίας αίτηση του καταδικασθέντος για λαθρεμπορία, διότι από την υπ’ αυτού προσκομισθείσα, ως μοναδικό νέο στοιχείο, (μεταγενέστερη) αθωωτική απόφαση για κακουργηματική ηθική αυτουργία σε νόθευση εγγράφου, κακουργηματική πλαστογραφία και κακουργηματική υπεξαίρεση, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε.
|
Επανάληψη διαδικασίας
|
Επανάληψη διαδικασίας.
| 0
|
Αριθμός 1680/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ-Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1 και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Τριπόλεως, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, και 2)Χ2 και ήδη κρατούμενου στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Αυλώνος, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημαρέση, για αναίρεση της 286/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Ανηλίκων) Καλαμάτας. Με συγκατηγορούμενο τον Χ3, και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο (Ανηλίκων) Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1493/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του παραστάντος αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί α)η αίτηση αναίρεσης του δευτέρου αναιρεσείοντος και β)ως ανυποστήρικτη η από 10 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του Κ.Ποιν.Δ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήτευση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά δε το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα αν ο αναιρεσείων δεν εμφανιστεί η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από το με ημερομηνία .... αποδεικτικό επιδόσεως της ....... ο αναιρεσείων Χ1, κρατούμενος στη Δικαστική Φυλακή Τρίπολης, κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανιστεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, πλην όμως δεν εμφανίστηκε κατ' αυτή και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του άνω αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΙΙ.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. γ' του Κ.Ποιν.Δ δεν επιτρέπεται δεύτερη αίτηση αναιρέσεως κατά της ίδιας αποφάσεως, με την προϋπόθεση βέβαια ότι έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης, Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτώς ασκείται εντός της νόμιμης προθεσμίας δεύτερη αίτηση, η οποία θεωρείται συμπληρωματική της πρώτης και εξετάζεται με αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος Χ2, ήσκησε εμπρόθεσμα με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του ποινικού τμήματος του Εφετείου Καλαμάτας και σύνταξη σχετικής εκθέσεως την από 11-7-2007 αίτηση αναιρέσεως κατά της 286/2007 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Ανηλίκων) Καλαμάτας. Την 10-9-2007 ο ίδιος πιο πάνω κατηγορούμενος άσκησε εμπρόθεσμα, επίσης, με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του ποινικού Τμήματος του Εφετείου Καλαμάτας και σύνταξη σχετικής εκθέσεως, την ταυτόχρονη αίτηση αναιρέσεως, στρεφομένης κατά της ίδιας ως άνω σε βάρος του εκδοθείσας αποφάσεως. Με βάση τα προεκτεθέντα, η δεύτερη από τις παραπάνω αιτήσεις αναιρέσεως, εφόσον η πρώτη απ' αυτές δεν έχει ακόμη κριθεί είναι παραδεκτή και πρέπει να συνεκδικαστεί με την προηγούμενη, της οποίας θεωρείται συμπληρωματική.
ΙΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, τιμωρείται με κάθειρξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται: α)εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξεως, που συντρέχει όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του, υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή σε επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξεως και β)ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου ή με σωματική βία που είναι η φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέλησή του σαρκική συνάφεια ή να επιχειρήσει ή ανεχθεί ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει με καθένα από τους παραπάνω τρόπους ή και με τους δύο, δηλαδή και τη χρήση σωματικής βίας και με απειλή κατά τα προεκτεθέντα. Ως ασελγής πράξη νοείται εκείνη που αντικειμενικώς προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση ή αποδοχή των άνω στοιχείων του εγκλήματος του βιασμού, δηλαδή στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί εξαναγκάσει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο "άλλος" δεν συναινεί στη συνουσία ή την ασελγή πράξη. Κατά δε το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεώς και υποκειμενικά κοινός δόλος των συμπραττόντων. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας συναυτουργός πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, δεν είναι δε αναγκαία να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς, εκτός αν πρόκειται για έγκλημα πολύπρακτο ή σύνθετο εν στενή εννοία, οπότε η αναφορά αυτή είναι επιβεβλημένη. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 126 παρ. 3 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7 του ν. 3189/2003 σε ανήλικο που τέλεσε αξιόποινη πράξη και έχει συμπληρώσει το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας του επιβάλλονται αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα, αν δεν υπάρχει περίπτωση να υποβληθεί ο ανήλικος σε ποινικό σωφρονισμό κατά το επόμενο άρθρο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 127 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 8 του ν. 3189/2003, αν το δικαστήριο ερευνώντας τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη και την όλη προσωπικότητα του ανηλίκου που έχει συμπληρώσει το δέκατο τρίτο έτος της ηλικίας του κρίνει ότι είναι αναγκαίος ο ποινικός σωφρονισμός του για να συγκρατηθεί από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, τον καταδικάζει σε περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων (παρ. 1). Στην απόφαση του δικαστηρίου ορίζεται επακριβώς ο χρόνος παραμονής του ανηλίκου στο κατάστημα αυτό σύμφωνα με το άρθρο 54 (παρ. 2). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, ή εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Ανηλίκων) Καλαμάτας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης 286/2007 απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό της δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς κατ' είδος αναφέρει (χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα και την απολογία των παρόντων κατηγορουμένων), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι Χ3, Χ1 και Χ2 , που γεννήθηκαν στις 10-4-1987, 2-4-1986 και 3-8-1988 αντιστοίχως, είναι Αλβανικής υπηκοότητας και το 2003 διέμειναν στο ..... Μεσσηνίας. Ο παθών, Ψ1, που γεννήθηκε το 1987, διαμένει στο .....Μεσσηνίας με τους γονείς του. Κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2003 έως 10-8-2003 και κατά τις βραδυνές ώρες, ο παθών μετέβη στην τοποθεσία "....." του ..., για να δει, όπως είπε την πόλη από ψηλά, τρώγοντας σουβλάκια. Στην ως άνω τοποθεσία μετέβησαν και οι κατηγορούμενοι, που ήταν φίλοι και οι οποίοι ενεργώντας από κοινού, δηλαδή ύστερα από συναπόφαση, με σωματική βία εξανάγκασαν τον άνω Ψ1 σε ανοχή ασελγούς πράξεως. Ειδικότερα, έλαβαν την απόφαση να τελέσουν την παρακάτω αξιόποινη πράξη, αφού προηγουμένως, όπως είπε ο πρώτος από αυτούς "συχνά πηγαίναμε στο ζαχαροπλαστείο του θείου του Ψ1 για καφέ και ερχόταν (σ.σ. ο Ψ1) και μας κοιτούσε πονηρά" (βλέπε πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης). Έτσι, αφού οδήγησαν τον παθόντα πίσω από την υπάρχουσα στην τοποθεσία εκείνη δεξαμενή και τον ακινητοποίησαν, κρατώντας τον από τα χέρια, έκαμψαν, υπό το κράτος της ανωτέρω σωματικής βίας, την εκδηλωθείσα αντίστασή του και τέλεσαν διαδοχικώς παρά φύση ασέλγεια εις βάρος του, εισάγοντας τα πέη τους στον πρωκτό του. Τα παραπάνω προκύπτουν με σαφήνεια, κυρίως από τις καταθέσεις του παθόντος, τόσον ενώπιον του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, όσον και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που κρίνονται πειστικές. Πρέπει, ακόμη, να σημειωθεί ότι ο παθών εκλήθη στις 23-11-2003 στο Αστυνομικό Τμήμα Μελιγαλά για να αναγνωρίσει, μεταξύ των εκεί ευρισκομένων αλλοδαπών, Αλβανικής υπηκοότητας, τους δράστες της εις βάρος του, κατά τον παραπάνω χρόνο, τελεσθείσας αξιόποινης πράξης, τους οποίους και ανέφερε με τα μικρά ονόματά τους, Χ3, Χ1 και Χ2 αντιστοίχως, με τα οποία είναι γνωστοί στην περιοχή του ...... Το άλλοθι που επικαλέσθηκαν οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων, ότι, τάχα, κατά τον επίδικο χρόνο ο πρώτος ευρίσκετο για δουλειές στη .. και ο δεύτερος διέμεινε στην Αθήνα, όπου εργάζετο, δεν αποδείχθηκε. Επομένως, οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων που τέλεσαν την πράξη, αφού είχαν συμπληρώσει το 13ο έτος της ηλικίας τους, αλλά εισήχθησαν στη δίκη (27-10-2005) μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (84 § 2α ΠΚ), όπως στο διατακτικό. Εξάλλου, ο τρίτος που είχε συμπληρώσει το 13ο έτος της ηλικίας του όταν τέλεσε την πράξη, αλλά εισήχθη στη δίκη (27-10-2005) πριν τη συμπλήρωση του 18ου έτους, τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται με την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου βίου (84 § 2α ΠΚ), όπως στο διατακτικό. Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ενόχους βιασμού κατά συναυτουργία τους πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων, ενώ δέχθηκε ότι ο τρίτος κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων (Χ2) τέλεσε την πράξη του βιασμού κατά συναυτουργία. Στη συνέχεια το Δικαστήριο, αναφορικά με τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο που εδώ ενδιαφέρει, αφού έλαβε υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος που αυτός έχει τελέσει και την προσωπικότητά του, ως και ότι κατά την τέλεση της πράξης ήταν άνω των 13 ετών και κατά την εκδίκαση κάτω των 18 ετών και λόγω του ότι κρίνεται αναγκαίος ο εγκλεισμός του σε κατάστημα νέων, τον καταδίκασε σε περιορισμό του σε σωφρονιστικό κατάστημα νέων για τρία (3) έτη. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο (Ανηλίκων) Καλαμάτας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τον αναιρεσείοντα, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του βιασμού κατά συναυτουργία, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 126, 127 και 336 παρ. 1 του Π.Κ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις, υπάρχει πλήρης αιτιολογία ως προς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν, με την αναφορά αυτών (αποδεικτικών μέσων) γενικά κατά το είδος τους (χωρίς όρκο κατάθεση πολιτικώς ενάγοντος, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αναγνωσθέντα έγγραφα και πρακτικά πρωτοβάθμιας απόφασης και απολογία παρόντων κατηγορουμένων δηλαδή και του ήδη αναιρεσείοντος), αρκούσης της αναφοράς αυτής, χωρίς να είναι απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης να εκτίθεται σ' αυτή και τι προέκυψε από το κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών μέσων. Από το γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρεται η κατάθεση του παθόντος πολιτικώς ενάγοντος δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αγνοήθηκαν οι λοιπές αποδείξεις, αφού βεβαιώνεται σ' αυτή ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη. Περαιτέρω, με την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης, ότι λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, σαφώς συνάγεται ότι τα έγγραφα αυτά είναι όσα ρητώς μνημονεύονται στο οικείο μέρος των ενσωματωμένων σ' αυτή πρακτικών. Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στο περί ποινής τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης τις προϋποθέσεις του άρθρου 127 παρ. 1 του Π.Κ., με βάση τις οποίες και ενόψει του ότι δέχθηκε, κατά τα ανωτέρω, ότι συντρέχει υπέρ του αναιρεσείοντος, κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 § 2α ΠΚ), επέβαλε σ' αυτόν την προσήκουσα, κατά την κυριαρχική κρίση του, ποινή του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων για τρία (3) χρόνια. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων, με τους οποίους προβάλλεται η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 127 και 336 παρ. 1 του ΠΚ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, οι οποίες με την επίκληση, κατ' επίφαση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νομίμου βάσεως, πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση αυτών, είναι απαράδεκτες και ως τέτοιες, πρέπει να απορριφθούν. Κατά το άρθρο 210 του Κ.Ποιν.Δ, όποιος διενεργεί ανάκριση ή και το δικαστήριο μπορεί να μην εξετάσει κάποιο μάρτυρα που είναι παράφρονας ή βλάκας ή βρίσκεται προφανώς σε τέτοια διανοητική κατάσταση, ώστε να μην είναι σε θέση να παραστήσει τα γεγονότα όπως έχουν συμβεί. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στην κρίση του εξετάζοντος απόκειται η εξέταση μάρτυρα παράφρονα, βλάκα κ.λ.π με γνώμονα τη διαπίστωση κατά πόσο ο μάρτυρας είναι σε θέση να παραστήσει τα γεγονότα όπως έχουν συμβεί, γι' αυτό και η εξέταση ενός τέτοιου μάρτυρα, χωρίς μάλιστα εναντίωση του κατηγορουμένου, δεν θεμελιώνει λόγο ακυρότητας κατ' άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ, που αναφέρεται στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Ενόψει τούτων, ο συναφής λόγος αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έπρεπε να εξετάσει ως μάρτυρα τον παθόντα πολιτικώς ενάγοντα επειδή η διανοητική του κατάσταση δεν του επέτρεπε να παραστήσει τα γεγονότα όπως είχαν συμβεί και από τα σχετικά πιστοποιητικά προέκυπτε ότι ο παθών πολιτικώς ενάγων ήταν οριακής διανοητικής κατάστασης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 93 παρ. 2 του Συντάγματος, οι συνεδριάσεις κάθε δικαστηρίου είναι δημόσιες, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 329 παρ. 1 εδ. Α' του Κ.Ποιν.Δ, η συζήτηση στο δικαστήριο, καθώς και η απαγγελία της αποφάσεως, γίνεται δημόσια σε όλα τα ποινικά δικαστήρια και επιτρέπεται στον καθένα να παρακολουθεί ανεμπόδιστα τις συνεδριάσεις, η παράβαση δε των διατάξεων αυτών, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του Συντάγματος νόμοι ορίζουν τα σχετικά με δικαστήρια ανηλίκων, στα οποία επιτρέπεται να μην εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 2 και 97. Οι αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών μπορεί να μην απαγγέλονται δημόσια. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3315/της 26 Ιουλίου - 1 Αυγούστου 1955 "περί συμπληρώσεως των περί Δικαστηρίων ανηλίκων..." "Τα Δικαστήρια ανηλίκων (ήτοι Μονομελή και Τριμελή), εφόσον δεν γίνεται διάκριση βλ. και υπό 329, 360 ΚΠΔ), συνεδριάζουν κεκλεισμένων των θυρών. Πλην των διαδίκων, των συνηγόρων και των επιμελητών ανηλίκων, δύνανται να παρίστανται οι γονείς ή οι κηδεμόνες και αντιπρόσωποι της οικείας εταιρείας προστασίας ανηλίκων". Ο αναιρεσείων με λόγο αναιρέσεως της δεύτερης ένδικης αίτησης προβάλλει την αιτίαση ότι, ενώ διεξήχθη η δίκη κεκλεισμένων των θυρών, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα το Δικαστήριο με εντολή του Προέδρου διέτασσε να παραμείνουν στο ακροατήριο και ότι η απόφαση εξεδόθη κεκλεισμένων των θυρών. Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης η συνεδρίαση του Τριμελούς Εφετείου (Ανηλίκων) Καλαμάτας έγινε με κλειστές τις πόρτες και κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της δίκης οι εξεταζόμενοι μάρτυρες δεν παρέμειναν μέσα στην αίθουσα συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, ανεξαρτήτως του ότι η παρά την απόφαση περί διεξαγωγής της δίκης κεκλεισμένων των θυρών παραμονή ακροατών στην αίθουσα δεν επιφέρει ακυρότητα, η δε απόφαση του άνω Δικαστηρίου συννόμως δεν απαγγέλθηκε δημόσια. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' του Κ.Ποιν.Δ πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 233 και 236 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ προκύπτει, ότι για την εξέταση του κατηγορουμένου που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, στο ακροατήριο, διορίζεται από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, διερμηνέας. Ο μη διορισμός στην περίπτωση αυτή, διερμηνέα στον κατηγορούμενο καθώς και η διερμήνευση ή η ατελής διερμήνευση σ' αυτόν, όλων όσων κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας έγιναν από την ελληνική γλώσσα στη γλώσσα, που αυτός ομιλεί και αντίστροφα, αποτελεί παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του, ως κατηγορουμένου και επιφέρουν απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 εδ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως που εκδίδεται εις βάρος του. Για να διοριστεί όμως διερμηνέας πρέπει ο κατηγορούμενος να δηλώσει τη μη επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση να το διαπιστώσει με οποιοδήποτε τρόπο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων κατηγορούμενος που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, δεν δήλωσε άγνοια ή μη επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας, ούτε ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου διαπίστωσε κάτι τέτοιο, από δε την απολογία του προκύπτει με σαφήνεια ότι αυτός (αναιρεσείων) είχε επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας, καθόσον αυτή (απολογία του) διακρίνεται για την πληρότητα της ελληνικής γλώσσας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' συναφής λόγος αναιρέσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα από το μη διορισμό διερμηνέα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο της πρώτης αίτησης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε την απόρριψη του αιτήματός του για αναστολή εκτέλεσης της άνω ποινής που του επιβλήθηκε. Η αιτίαση αυτή του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη, διότι στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπέβαλε αυτός ή ο συνήγορός του σχετικό, κατά τη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ αίτημα. Εφόσον δε πρόκειται περί ποινής (βάσης) άνω των δύο ετών, το Δικαστήριο, αν δεν υποβληθεί σχετικό αίτημα, δεν είναι υποχρεωμένο να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή των προϋποθέσεων της αναστολής αυτής και να αιτιολογήσει την τυχόν αρνητική κρίση του. Επομένως, ο προαναφερόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει οι υπό κρίση αιτήσεις να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Αυγούστου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 286/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Ανηλίκων) Καλαμάτας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 286/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Ανηλίκων) Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχεία βιασμού. Έννοια συναυτουργίας. Ανήλικοι ποινικώς υπεύθυνοι. Ανήλικος που έχει συμπληρώσει το 13ο έτος της ηλικίας του όταν τέλεσε την πράξη και εισάγεται σε δίκη πριν τη συμπλήρωση του 18ου έτους. Το δικαστήριο αν κρίνει ότι είναι αναγκαίος ο ποινικός σωφρονισμός του, τον καταδικάζει σε περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων. Ορθή και αιτιολογημένη η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ανήλικος τέλεσε την πράξη του βιασμού κατά συναυτουργία και, αφού έκρινε ότι είναι αναγκαίος ο ποινικός σωφρονισμός του για να συγκρατηθεί από των τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων, τον καταδίκασε σε περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων. Η εξέταση μάρτυρα ευρισκόμενου σε διανοητική κατάσταση, ώστε να μην είναι σε θέση να παραστήσει τα γεγονότα όπως έχουν συμβεί, δεν συνιστά λόγο ακυρότητας καθόσον εξαρτάται από την κρίση του δικαστηρίου. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως του κατηγορουμένου περί παραβιάσεων των διατάξεων για μη δημοσιότητα στο ακροατήριο. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως του κατηγορουμένου για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω μη διορισμού διερμηνέα για την εξέτασή του επειδή δεν γνώριζε επαρκώς την ελληνική γλώσσα. Απορρίπτεται ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το δικάσαν δικαστήριο απέρριψε αναιτιολόγητα το αίτημά του για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επέβαλε, αφού ούτε αυτός ούτε ο συνήγορός του υπέβαλαν τέτοιο αίτημα.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανήλικοι εγκληματίες, Ποινής αναστολή, Συναυτουργία, Βιασμός.
| 2
|
Αριθμός 1678/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Παύλου, περί αναιρέσεως της 5693/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ευριπίδης Τσιτσέλης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3.9.2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1555/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως αβάσιμη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ. 1), εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 321 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, δηλαδή θα πρέπει στο κλητήριο θέσπισμα να περιγράφεται με σαφήνεια και ακρίβεια η πράξη για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, ήτοι να καθορίζονται επακριβώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση εγκλήματος, όπως αυτό τυποποιείται στο νόμο, για να είναι σε θέση ο κατηγορούμενος να λάβει γνώση της αποδιδόμενης σ' αυτόν κατηγορίας και να προετοιμάσει ανάλογα την υπεράσπισή του. Τα ίδια προβλέπονται και από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α' και β' της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και αποτελεί εγχώριο δίκαιο, το οποίο ορίζει ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα α) να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα την οποία εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας και β) να διαθέτει το χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισής του. Αν δεν περιέχεται στο κλητήριο θέσπισμα ο ακριβής καθορισμός της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, τότε αυτό και μαζί του η κλήτευση του τελευταίου στο ακροατήριο, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠοινΔ. Την ακυρότητα αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, δηλαδή αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη (173 παρ. ΚΠοινΔ). Εξάλλου, ο ν. 253/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις" τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής α) τη μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΔΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18) και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Και τα τρία αυτά αδικήματα φοροδιαφυγής τα διαπλάσσει σε βαθμό πλημμελήματος και κακουργήματος, αναλόγως με το ύψος του ποσού που αποκρύφθηκε, παρακρατήθηκε ή της αξίας των φορολογικών στοιχείων. Ειδικότερα, το άρθρο 17 παρ. 1, 2α του πιο πάνω νόμου, ορίζει ότι "1. Αδίκημα φοροδιαφυγής στη φορολογία εισοδήματος διαπράττει, όποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, παραλείπει να υποβάλλει δήλωση, ή υποβάλλει ανακριβή δήλωση, αποκρύπτοντας καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή εισοδήματος ........... 2. Ο δράστης του αδικήματος αυτού τιμωρείται α) ..... και β) .....". Στην ως άνω διάταξη, περιγράφεται με σαφήνεια η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος φοροδιαφυγής που τελείται με τη μορφή της παράλειψης υποβολής δήλωσης ή με την υποβολή ανακριβούς δήλωσης. Ειδικότερα, περιγράφεται η υποκειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος, κατά την οποία η παράλειψη υποβολής ή η υποβολή ανακριβούς δήλωσης στοιχειοθετείται μόνο, αν ο φορολογούμενος ενήργησε "προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος". Από τη χρήση της θέσης "προκειμένου" στο κείμενο του νόμου, συνάγεται ότι στην περίπτωση αυτή διαπλάθεται έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υποστάσεως (έγκλημα σκοπού) και ο φορολογούμενος πρέπει να ενεργεί με υπερχειλή δόλο (άρθρο 27 παρ. 2 ΠΚ) και συγκεκριμένα, θα πρέπει με την πράξη της υποβολής ανακριβούς δήλωσης ή την παράλειψη της υποβολής δήλωσης, να αποκρύπτει καθαρά εισοδήματα, γνωρίζοντας έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου και επιδιώκοντας να αποφύγει την πληρωμή του φόρου εισοδήματος. Αν δεν υπάρχει ο ανωτέρω εγκληματικός σκοπός στο πρόσωπο του φορολογουμένου, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα του άρθρου 17 του ανωτέρω νόμου. Επομένως, θα πρέπει και στο κλητήριο θέσπισμα ο συγκεκριμένος σκοπός (αποφυγής πληρωμής φόρου εισοδήματος) να περιγράφεται ρητά και με σαφήνεια, αφού πρόκειται για στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του αδικήματος του άρθρου 17 του ν. 2523/1997. Περαιτέρω, στο άρθρο 18 του ν. 2523/1997 με σαφήνεια περιγράφεται η υποκειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος, κατά την οποία η μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών στοιχειοθετείται μόνο αν ο φορολογούμενος ενήργησε "προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών", δηλαδή για να αποφύγει την πληρωμή αυτών. Από τη χρήση της λέξης "προκειμένου" στο κείμενο του νόμου συνάγεται ότι και στην περίπτωση αυτή διαπλάθεται έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υποστάσεως (έγκλημα σκοπού) και ο φορολογούμενος πρέπει να ενεργεί με δόλο α' βαθμού (άρθρο 27 παρ. 2 ΠΚ) και συγκεκριμένα, θα πρέπει με την πράξη της υποβολής ανακριβούς δήλωσης για την Απόδοση στο Δημόσιο του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, να μην αποδίδει ΦΠΑ γνωρίζοντας, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, και επιδιώκοντας να αποφύγει την πληρωμή του. Επομένως, θα πρέπει και στο κλητήριο θέσπισμα ο συγκεκριμένος σκοπός (αποφυγή πληρωμής ΦΠΑ και λοιπών φόρων) αφενός να εξειδικεύεται (σκοπός αποφυγής πληρωμής ΦΠΑ ή Φόρου Κύκλου Εργασιών ή παρακρατουμένων και επιρριπτόμενων φόρων) και αφετέρου να περιγράφεται ρητά και με σαφήνεια, αφού πρόκειται για στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος του άρθρου 18 του ν. 2523/1997. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας των λόγω αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το από 9.12.2004 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ1 παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικαστεί για τα αδικήματα της φοροδιαφυγής με τη μορφή της παράλειψης υποβολής και υποβολής ανακριβούς δήλωσης στη φορολογία εισοδήματος κατ' εξακολούθηση και με τη μορφή της μη απόδοσης ΦΠΑ, τα οποία προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 17 και 18 του ν. 2523/1997. Η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη είχε προτείνει κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πιο πάνω Δικαστήριο ένσταση ακυρότητας του επιδοθέντος σ' αυτήν από 9.12.2004 κλητηρίου θεσπίσματος, σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 1 και 4 του ΚΠοινΔ, και για το λόγο ότι δεν υπήρχε σ' αυτό ακριβής καθορισμός των πράξεων για τις οποίες κατηγορούνταν και συγκεκριμένα όσον αφορά μεν το αδίκημα της φοροδιαφυγής με την παράλειψη υποβολής και υποβολής ανακριβούς δήλωσης στη φορολογία εισοδήματος κατ' εξακολούθηση, λόγω μη αναφοράς στο συγκεκριμένο στοιχείο του "σκοπού αποφυγής πληρωμής φόρου εισοδήματος" που συνιστά στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, όσον αφορά δε το αδίκημα της φοροδιαφυγής με την πράξη της υποβολής ανακριβούς δήλωσης για μη απόδοση ΦΠΑ, λόγω μη αναφοράς στο συγκεκριμένο στοιχείο του "σκοπού αποφυγής πληρωμής του ΦΠΑ", αφού πρόκειται για στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με την παρεμπίπτουσα υπ' αριθ. 10726/2006 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο ακολούθως δίκασε την υπόθεση και με την ταυτάριθμη οριστική απόφασή του κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη των αποδοθεισών σε αυτήν αξιοποίνων πράξεων της φοροδιαφυγής με την παράλειψη υποβολής και την υποβολή ανακριβούς δήλωσης στη φορολογία εισοδήματος, κατ' εξακολούθηση και της φοροδιαφυγής με μη απόδοση ΦΠΑ (άρθρα 17 και 18 του ν. 2523/1997). Κατά της απόφαης αυτής η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη άσκησε έφεση, με λόγο της οποίας παραπονέθηκε, εκτός άλλων, και για την απόρριψη της νομοτύπως προβληθείσας στο πρωτόδικο Δικαστήριο ενστάσεώς του για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος κατά το άρθρο 321 παρ. 1 και 4 του ΚΠοινΔ. Από την επισκόπηση του αντίτυπου του κλητηρίου θεσπίσματος που υπάρχει στη δικογραφία, στην οποία παραδεκτώς προβαίνει ο Άρειος Πάγος, κατά το άρθρο 321 παρ. 5 του ΚΠοινΔ, για την έρευνα του προβαλλόμενου λόγου ακυρότητάς του, προκύπτει ότι τούτο διέλαβε στο περιεχόμενό του ότι "...... Στη Θεσσαλονίκη, κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους στα πλαίσια λειτουργίας ατομικής επιχείρησης με την επωνυμία "......", με έδρα ......... με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα. Συγκεκριμένα: α) Την 20.04.2000, την 28.02.2001 και στις αρχές του 2002, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση υπέβαλε ανακριβείς δηλώσεις φόρου, αποκρύπτοντας καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή εισοδήματος αλλά και σε μία περίπτωση) παρέλειψε να υποβάλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος, διαπράττοντας έτσι το αδίκημα της φοροδιαφυγής στη φορολογία εισοδήματος, ο δε φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο τις δέκα πέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ. Ειδικότερα: 1) Την 20.04.2000 υπέβαλε την με αριθμό ..... δήλωση φορολογίας εισοδήματος για τη διαχειριστική περίοδο 1-1/31-12-1999, με βάση την οποία το φορολογητέο εισόδημα που δηλώθηκε ανερχόταν στο ποσό των 10.206.912 δρχ. με αναλογούντα φόρο 2.310.240 δρχ., ενώ από τον έλεγχο που διενεργήθηκε προέκυψε ότι το φορολογητέο εισόδημα ανερχόταν στο ποσό των 24.615.072 δρχ., ο δε φόρος που αναλογεί στο εισόδημα αυτό ανέρχεται στο ποσό των 8.492.507 (24.922,98 ευρώ), όπως αναφέρεται στο με αριθμό .... οριστικό φύλλο ελέγχου προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου Θεσσαλονίκης, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παρόντος. 2) Την 28.02.2001 υπέβαλε την με αριθμό ...... δήλωση φορολογίας εισοδήματος για τη διαχειριστική περίοδο 1-1/31-12-2001, με βάση την οποία το φορολογητέο εισόδημα που δηλώθηκε ανερχόταν στο ποσό των 21.798.309 δρχ. με αναλογούντα φόρο 7.218.239 δρχ., ενώ από τον έλεγχο που διενεργήθηκε προέκυψε ότι το φορολογητέο εισόδημα ανερχόταν στο ποσό των 112.186.685 δρχ., ο δε φόρος που αναλογεί στο εισόδημα αυτό ανέρχεται στο ποσό των 47.893.008 δρχ. (140.551,75 ευρώ), όπως αναφέρεται στο με αριθμό .... οριστικό φύλλο ελέγχου προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου Θεσσαλονίκης, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παρόντος. 3) Περί τις αρχές του έτους 2002, παρέλειψε να υποβάλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος για τη διαχειριστική περίοδο 1-1/31-05-2001 (οπότε και έγινε διακοπή των εργασιών της επιχείρησης), από τον έλεγχο δε που διενεργήθηκε προέκυψε ότι το φορολογητέο εισόδημα της περιόδου αυτής ανερχόταν στο ποσό των 78.680.000 δρχ., με αναλογούντα φόρο 27.174.122 δρχ. (79.747,97 ευρώ), όπως αναφέρεται στο με αριθμό ..... οριστικό φύλλο ελέγχου προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου Θεσσαλονίκης, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παρόντος. Β) Κατά τη διαχειριστική περίοδο 1.1.2001 έως 31.05.2001, με πρόθεση υπέβαλε ανακριβή δήλωση για την απόδοση του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ), διαπράττοντας έτσι το αδίκημα της φοροδιαφυγής για μη απόδοση ΦΠΑ, το δε ποσό του φόρου αυτού που δεν απέδωσε υπερβαίνει σε ετήσια βάση τις τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ. Ειδικότερα, από τον έλεγχο που διενεργήθηκε προέκυψε ότι υπέβαλε ανακριβή δήλωση απόδοσης του ΦΠΑ, με αποτέλεσμα τον προσδιορισμό του οφειλόμενου φόρου στο ποσό των 14.631.229 δρχ. (42.938,31 ευρώ), όπως αναφέρεται (με την ένδειξη "χρεωστικό υπόλοιπο ελέγχου") στην με αριθμό ... οριστική πράξη προσδιορισμού ΦΠΑ του Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου Θεσσαλονίκης του Υπουργείου Οικονομικών, το οποίο αποτελεί μέρος του παρόντος. Ενόψει τούτων είναι προφανές ότι στο κλητήριο θέσπισμα δεν περιγράφονται με σαφήνεια και ακρίβεια οι πράξεις για τις οποίες κατηγορείται η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, δηλαδή σ' αυτό δεν καθορίζονται επακριβώς τα εγκλήματα κατά τα πραγματικά περιστατικά που τα συνιστούν και τα κατά το νόμο συστατικά αυτών στοιχεία, προκειμένου η κατηγορουμένη να λάβει γνώση της αποδιδόμενης σ' αυτήν κατηγορίας και να προετοιμάσει ανάλογα την υπεράσπισή της. Ειδικότερα, στο κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχονται επακριβώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία πληρούν την υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων και δη όσον αφορά το έγκλημα της φοροδιαφυγής με την παράλειψη υποβολής και την υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος, δεν αναγράφεται το στοιχείο "του σκοπού αποφυγής πληρωμής φόρου εισοδήματος", όσον αφορά δε το έγκλημα της φοροδιαφυγής με μη απόδοση ΦΠΑ δεν αναγράφεται το στοιχείο του "σκοπού αποφυγής πληρωμής του ΦΠΑ". Άρα, το επιδοθέν στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη από 9.12.2004 κλητήριο θέσπισμα ήταν άκυρο και έπρεπε να κηρυχθεί ως τέτοιο, κατά το βάσιμο σχετικό ισχυρισμό τούτης. Όμως το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5693/2007 παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμη την εν λόγω ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία η αναιρεσείουσα εγκαίρως είχε προβάλει στον πρώτο βαθμό και μετά την απόρριψή της κατ' ουσίαν, την επανέφερε στο Δικαστήριο αυτό με την έφεση. Ακολούθως, το Δικαστήριο τούτο προχώρησε, με βάση το ανωτέρω άκυρο κλητήριο θέσπισμα, στη συζήτηση της υποθέσεως και με την ταυτάριθμη οριστική απόφασή του κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη των πράξεων, της φοροδιαφυγής με την παράλειψη υποβολής και την υποβολή ανακριβούς δήλωσης στη φορολογία εισοδήματος κατ' εξακολούθηση και φοροδιαφυγής με μη απόδοση ΦΠΑ και της επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και έξι (6) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Έτσι, όμως, που αποφάνθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, έσφαλε, δεδομένου ότι εμφιλοχώρησε σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία δεν καλύφθηκε και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να αναιρεθούν οι ταυτάριθμες, παρεμπίπτουσα και οριστική, αποφάσεις του, κατά το βάσιμο περί τούτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και να κηρυχθεί άκυρο το προσβαλλόμενο από 9.12.2004 κλητήριο θέσπισμα. Μετά την αναίρεση των πιο πάνω αποφάσεων για τον προεκτεθέντα λόγο και ακυρουμένου του κλητηρίου θεσπίσματος, συντρέχει περίπτωση, όπως, αδυνάτου εντεύθεν καθισταμένης της παραπομπής της υποθέσεως προς νέα συζήτηση στο αυτό ή άλλο δικαστήριο κατά το άρθρο 519 ΚΠοινΔ, παραπεμφθεί η υπόθεση αυτή στον αρμόδιο Εισαγγελέα για την περαιτέρω νόμιμη ενέργεια, σύνταξης και επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5693/2007 οριστική και την ταυτάριθμη παρεμπίπτουσα αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Κηρύσσει άκυρο το από 9.12.2004 (Β.ΩΡ. ΕΓ8-04/31/2657 κατηγορητήριο του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ1, και με το οποίο κλήθηκε αυτή στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, για να δικαστεί για τις πράξεις της φοροδιαφυγής με την παράλειψη υποβολής και την υποβολή ανακριβούς δήλωσης στη φορολογία εισοδήματος κατ' εξακολούθηση και φοροδιαφυγής με μη απόδοση ΦΠΑ, που φέρονται ότι τελέστηκαν την 20.4.2004, 28.2.2001, αρχές του έτους 2002 και από 1.1.2001 έως 31.5.2001.
Παραπέμπει την υπόθεση στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης για την περαιτέρω νόμιμη ενέργεια σύνταξης και επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κλητήριο θέσπισμα. Απαιτείται να περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξεως. Σχετική ακυρότητα μη καλυφθείσα. Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για παράβαση των άρθρων 17 και 18 του Ν. 2523/1997 (φοροδιαφυγή με την παράλειψη υποβολής και την υποβολή ανακριβούς δήλωσης στη φορολογία εισοδήματος και φοροδιαφυγή με μη απόδοση ΦΠΑ) λόγω μη ακριβούς περιγραφής των πράξεων.
|
Φοροδιαφυγή
|
Φοροδιαφυγή, Κλητήριο θέσπισμα, Ακυρότητα σχετική.
| 1
|
Ε.Σ
Αριθμός 1677/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη και Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2102/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους 1)Χ2 2) Χ3 και 3)Χ4. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 387/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, με αριθμό 311/28-8-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1+4, 138 παρ. 2β, 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αρ. 34/20-2-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 , κατά του υπ'αρ. 2102/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής:
Ι) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απερρίφθη κατ'ουσίαν η υπ'αρ. 608/2005 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ'αρ. 3087/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο παρεπέμφθη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) για α) υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. εμπιστευμένου στον υπαίτιο, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης ιδιοκτησίας και β) υπεξαγωγή εγγράφων.
ΙΙ) Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα την 20-2-2007 και νομότυπα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1+2 Κ.Π.Δ., με την ως άνω από 20-2-2007 δήλωση του αναιρεσείοντος στην Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ'αρ. 34/2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε προ πάσης επιδόσεως του προσβαλλομένου ως άνω βουλεύματος και είναι, ως εκ τούτου, τυπικά δεκτή.
ΙΙΙ) Λόγοι αναιρέσεως. α) Διότι απερρίφθη το υποβληθέν δια της εφέσεως αίτημά του όπως παραστεί ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών για να παράσχει διευκρινήσεις καίτοι το Συμβούλιο ήταν υποχρεωμένο να το πράξει, και χωρίς να συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα, τους οποίους ουδόλως αναφέρει, και την ύπαρξη των οποίων ουδόλως αντικαθιστά η ανύπαρκτη αιτιολογία ότι δεν προκύπτει ειδικός λόγος που να δικαιολογεί την εμφάνιση στο Συμβούλιο και εξέθεσε με το υπόμνημα τις απόψεις του. Επικαλείται δε λόγον ακυρότητας και ελλείψεως αιτιολογίας (αρ. 484 παρ. 1α, δ Κ.Π.Δ.). β) Διότι κατά παράκαμψη των εις την δικογραφία επικαλουμένων εγγράφων δια των οποίων πέραν των άλλων βεβαιούται η κατάσχεση των μνημονευομένων εις το βούλευμα πέντε επιταγών (τις οποίες αναφέρει) αποφαίνεται και αποδέχεται υπεξαγωγή των άνω εγγράφων ενώ δεν ευρίσκονται στην κατοχή του. Παράλληλα δέχεται, ότι αυτός ήταν εκπρόσωπος της εταιρείας ..... η οποία συγχωνευθείσα με την .... δεν έχει νόμιμη υπόσταση στην Ελλάδα, γεγονός το οποίο ουδόλως αξιολογεί, αλλά αν τούτο συνέβαινε και αυτός κρατούσε τις άνω επιταγές τις κρατούσε από νόμιμη αιτία και συνεπώς δεν υφίσταται υπεξαγωγή εγγράφων.
Συνεπώς ως προς την παράβαση του αρ. 222 Π.Κ. το προσβαλλόμενο βούλευμα το μεν διέλαβε αντιφατική και μη νόμιμη αιτιολογία, το δε εσφαλμένα εφήρμοσε την άνω διάταξη. IV) Από την παρ. 2 του αρ. 309 σε συνδ. με εκείνη του αρ. 318 εδ. α' και 171 παρ. 1δ Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι το συμβούλιο των Εφετών, αν υποβληθεί προς αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, υποχρεούται να διατάξει την εμφάνιση αυτού ενώπιόν του για παροχή οποιασδήποτε διασαφήσεως σε σχέση με την υπόθεση, μπορεί δε να απορρίψει την αίτηση αυτή μόνο αν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι ειδικώς αναφερόμενοι στο βούλευμα, η δε παραβίαση της διατάξεως αυτής αναφερόμενη στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση δικαιωμάτων που του ανήκουν, επιφέρουν απόλυτη ακυρότητα (Α.Π. 1667/87 Π.Χρ. ΛΖ/223, Α.Π. 1818/87 Π.Χρ. ΛΗ'/363, ΑΠ 1679/87 Π.Χρ. ΛΗ/272). V) Από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ. Π.Δ. (όπως το τελ. συμπληρώθηκε με αρ. 2 § 5 Ν.2408/1996) προκύπτει ότι έχει το παραπεμπτικό βούλευμα την υπό τούτων απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρ. 484 § 1δ Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλ'αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η αιτιολογία δε αυτή επιτρεπτώς γίνεται και με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 1687/2002 σε Συμβούλιο Ποιν. Χρ. ΝΓ/638, Α.Π. 336/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΝΒ/978). Κατά το άρθρο 484 § 1β του Κ.Ποιν.Δ. λόγον αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π.1307/2004 Π.Χρ. ΝΕ/535). VI) Κατά την έννοια του άρθρου 222 Π.Κ., για την θεμελίωση της υπεξαγωγής εγγράφου, που είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό με προστατευόμενο αντικείμενο το έγγραφο ως μέσο αποδεικτικό, απαιτούνται: α) έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό κατά την έννοια του άρθρου 13γ Π.Κ. προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο, να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού, αλλά να έχει υποχρέωση κατά τις διατάξεις του Α.Κ. προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον και δ) να ενήργησε ο δράστης με σκοπό την βλάβη τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοσή του, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός, αφού το εν λόγω έγκλημα είναι απλώς διακινδυνεύσεως που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη της βλάβης, η οποία μπορεί να είναι είτε περιουσιακή είτε υλική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο (Α.Π. 71/2005 Π.Χρ. ΝΕ/902). VII) Το προσβαλλόμενο βούλευμα με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση εδέχθη ότι:
Στην προκειμένη περίπτωση, από το αποδεικτικό υλικό που συγκέντρωσε η ανάκριση και συγκεκριμένα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και τη απολογία του κατηγορουμένου, προκύψαν κατά κρίση μου τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά. Το έτος 1998 έλαβε άδεια εγκατάστασης στην Ελλάδα, υποκαταστήματος της αλλοδαπής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία ..... που είχε την έδρα της στο Rodgan-Nierder-Roden Γερμανίας και αντικείμενο εργασιών τις χρονοναυλώσεις, διαμεταφορές και leasing μεταφορικών μέσων. Από τον Απρίλιο 1999 λόγω σοβαρού τραυματισμού του νομίμου εκπροσώπου της άνω εταιρείας Χ3 και της αδυναμίας του να ασκήσει τις αρμοδιότητες εκπροσώπησης της άνω εταιρείας, ανατέθηκε από τον ίδιο μέρος αυτών στο γνωστό του και φίλο του Χ1. Το Νοέμβριο 1999 στον Χ3, που είχε πλέον αναλάβει από τον τραυματισμό του, η διοίκηση της μητρικής εταιρείας στη Γερμανία, (της οποίας ήταν μέτοχος) ανέθεσε την ανάπτυξη των υποκαταστημάτων της, ανά την Ευρώπη. Αποτέλεσμα της ανάθεσης των νέων αυτών αρμοδιοτήτων ήταν ο Χ3 να βρίσκεται σε αδυναμία κάλυψης των παγίων υποχρεώσεων του υποκαταστήματος της στην Αθήνα, και έτσι αναγκάστηκε εν γνώσει της μητρικής εταιρείας και αποδοχής του Χ1 να ανατεθούν σ' αυτόν πάγιες υποχρεώσεως με χρήματα που κατέβαλε περιοδικά ο Χ3 εκ μέρους της προρρηθείσας εταιρείας προς αυτόν, περιοδικά, για το σκοπό αυτό. Αργότερα όμως και μέσα στο έτος 2001, μετά από πρόταση του Χ1, η οποία έγινε δεκτή και από τη μητρική εταιρεία, συμφωνήθηκε η συνεργασία του με αυτήν και η δημιουργία κύκλου εργασίιών στην Ελλάδα. Ειδικότερα συμφωνήθηκε να αναλάβει την διενέργεια μεταφορών για λογαριασμό της εταιρείας δοκιμαστικά μέχρι 31-12-2002, οπότε στο τέλος της δοκιμαστικής περιόδου, να λάβει ποσοστό 50% επί των κερδών της εταιρείας με την έκδοση εκ μέρους του των σχετικών νομίμων παραστατικών προς εκταμίευση του ποσού. Συμφωνήθηκε επίσης ότι αν η δραστηριότητα πετύχαινε, θα συστήνονταν νέα εταιρεία με το ίδιο αντικείμενο στην οποία αυτός μπορούσε να μετάσχει με το ως άνω ποσοστό. Τον Ιούνιο του 2002 η άνω αλλοδαπή εταιρεία "....."συγχωνεύτηκε δι'εξαγοράς από την γερμανική εταιρεία με την επωνυμία "....."και η εταιρεία που προήλθε από τη συγχώνευση αυτή έφερε πλέον την επωνυμία της τελευταίας. Στα πλαίσια αυτά αποφασίστηκε μεταξύ άλλων: α) τροποποίηση της επωνυμίας του υποκαταστήματος στην Αθήνα αντίστοιχα με την επωνυμία της εταιρείας στη Γερμανία και εξουσιοδοτήθηκε η διαχείριση να δηλώσει την τροποποίηση αυτή στο αρμόδιο Εμπορικό Μητρώο Αθηνών, β) η ανάκληση του έως τη στιγμή εκείνη διαχειριστή του υποκαταστήματος στην Αθήνα Χ3 και ο διορισμός ως νέας διαχειρίστριας, της ....... Η τελευταία, υπό την ως άνω ιδιότητα της. πριν υποβληθούν στην αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχίας Αθηνών τα απαραίτητα δικαιολογητικά και επακολουθήσει σχετική δημοσίευση των ως άνω τροποποιήσεων, κατόπιν παροτρύνσεων του Χ3 , που έτρεφε μεγάλη εμπιστοσύνη προς τον Χ1, εξουσιοδότησε τον τελευταίο να την εκπροσωπήσει και να δεσμεύσει το υποκατάστημα αντικαθιστώντας την και εκ μέρους της ενώπιον των Ελληνικών Αρχών, υπογράφοντας υπό την εταιρική επωνυμία. Την 1-11-2002 που ο Χ3 μετέβη στα γραφεία του υποκαταστήματος επί της Λεωφόρου ....., διαπίστωσε ότι ο Χ1, είχε αναλάβει όλο το ταμείο και είχε υπεξαγάγει διάφορα έγγραφα αυτής σχετικά με το παγκόσμιο πελατολόγιο της. το επενδυτικό της πρόγραμμα και τα οικονομικά της στοιχεία αλλά και επιταγές πελατείας και διεθνείς φορτωτικές τον οποίων αυτή ήταν δικαιούχος με σκοπό να την βλάψει με την πρόκληση λογιστικής σύγχυσης που θα επέρχονταν στο υποκατάστημα της στην Αθήνα από την έλλειψη των εγγράφων αυτών αλλά και οικονομικής ζημίας της λόγω αδυναμίας είσπραξης των ανωτέρω αξιόγραφων. Μεταξύ, δε των επιταγών που υπεξήγαγε και απέκρυψε, όπως διαπιστώθηκε ήταν και οι ακόλουθες Ι) η υπ' αριθμ. .... της Alpha Bank, ποσού 3.075.45 ευρώ συρόμενη στο λογαριασμό .... 2) η υπ' αριθμ. ....ρόμενη στο λογαριασμό ..... της Alpha Bank, 3) η υπ' αριθμ. ... της Ε.Τ.Ε, ποσού 3.894 ευρώ. συρόμενη στον λογαριασμό ...., 4) η υπ' αριθμ. ...2 της τράπεζας Εργασίας ποσού 7.500 ευρώ, συρόμενη στο λογαριασμό.....και 5) η υπ αριθμ. ... της τράπεζας Εργασίας, ποσού 7.500 ευρώ, συρόμενη στον ίδιο ως άνω λογαριασμό. Ο Χ3 θορυβημένος από το γεγονός και αισθανόμένος υπεύθυνος έναντι των συνεταίρων του στη Γερμανία, λόγω της εμπιστοσύνης που είχαν δείξει προς το ανωτέρω μετά από δική του παρακίνηση, αναθέτοντάς του την διαχείριση των υποθέσεων του υποκαταστήματος της μηνύτρίας εταιρείας στην Αθήνα, άτυπα (προφορικά) ήδη από τα μέσα του 2001 γραπτούς δε με το ως άνω από 1 1-9-02 ειδικό πληρεξούσιο της εταιρείας υπό την νέα της επωνυμία που όμως ακόμη δεν είχε νομική ισχύ στην Ελληνική έννομη τάξη, αφού αυτή δεν είχε νομιμοποιηθεί στην Ελλάδα με τις αναγκαίες δημοσιεύσεις επικοινώνησε αμέσως μαζί του. Ο Χ1 όχι μόνο αρνήθηκε να επιστρέψει τα χρήματα και τα έγγραφα αλλά επιπλέον ισχυρίστηκε ότι καμμία δεν είχε αρμοδιότητα αυτός (Χ3) να τον ελέγξει, αφού τυπικά, λόγω καταστατικών αλλαγών, δεν εκπροσωπούσε πλέον την εγκαλούσα εταιρεία και προσπάθησε να καλυφθεί πίσω από το προαναφερόμενο προς αυτόν πληρεξούσιο της....... που ήταν όπως ειπώθηκε η νέα νόμιμη εκπρόσωπος του υποκαταστήματος της εταιρείας στην Αθήνα, υπό την νέα της επωνυμία, που όμως δεν είχε ακόμη λάβει υπόσταση στον Ελληνικό χώρο, ελλείψει των σχετικών δημοσιεύσεων. Ορθώς συνεπώς έκρινε το αποδεικτικό υλικό, το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 3087/05 βούλευμα και ορθή τυγχάνει η παραπομπή του εκκαλούντα Χ1 δια του προσβαλλόμενου βουλεύματος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί για τις πράξεις που του αποδίδονται και αβάσιμη στην ουσία της κρίνεται η υπό κρίση 608/05 έφεση και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί, διατασσομένης της επικύρωσης του προσβαλλόμενου βουλεύματος, και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος του εκκαλούντα ύψους 210€. Στο στάδιο αυτό της διαδικασίας ο εκκαλών Χ1 με την από 16-12-06 αίτηση του ζητεί να εμφανιστεί δια του πληρεξουσίου του ενώπιον Σας και να δώσει σχετικές διασαφήσεις για την κατηγορία. Επειδή από τα στοιχεία της δικογραφίας όχι μόνο δεν προκύπτει κανένας ειδικός λόγος που να δικαιολογεί την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του αιτούντα στο Συμβούλιο σας αλλά αντίθετα φρονώ ότι δεν είναι χρήσιμη η προφορική δια πληρεξουσίου του για την κατηγορία, γιατί με υπομνήματα επαρκώς εξέθεσε τις απόψεις του (αρθρ. 3 16 § § 2-1 και 309 § 2 Κ.Π.Δ.). Επίσης το συμβούλιο Εφετών Αθηνών (φύλλο 10 σελ. α) διέλαβε πρόσθετες σκέψεις ως προς την απόρριψη του αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του αναιρεσείοντος ενώπιόν του προς παροχή διευκρινίσεων. Ειδικότερα επισημαίνεται: "..... πρέπει όμως στη συνέχεια να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού ο κατηγορούμενος αυτός έχει αναπτύξει διεξοδικά και με πληρότητα τις απόψεις του με τα υποβληθέντα κατά το στάδιο της προανάκρισης και της κυρίας ανάκρισης, αλλά και ενώπιον του Συμβουλίου τούτου υπομνήματά του, έτσι ώστε η αυτοπρόσωπη εμφάνισή των δεν έχει να συνεισφέρει τίποτε περισσότερο από τα ήδη εκ μέρους του εκτεθέντα". VIII) Με τις παραδοχές αυτές το συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προκειμένου να απορρίψει το αίτημα του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, αφού αναφέρει ότι έχει αναπτύξει διεξοδικά και με πληρότητα της απόψεις του με τα υπομνήματα καθ'όλα τα στάδια και μέχρι την ενώπιόν του διαδικασία και εξηγεί ότι η εμφάνισή του δεν θα μπορούσε να συνεισφέρει τίποτε περισσότερο. Με αυτές τις σκέψεις δεν υπήρξε έλλειψη ακροάσεώς του διότι το συμβούλιο μνημονεύει όλα τα υπομνήματά του τα οποία και έλαβε υπόψη αφού αποτελούν ενιαίο σύνολο με την απολογία την οποία μνημονεύει εις τα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα (φύλλο 4ο σελ. α). ΙΧ) Ο αναιρεσείων δεν προσέβαλλε το προαναφερθέν βούλευμα κατά το μέρος που τον παραπέμπει για κακουργηματική υπεξαίρεση, αλλά μόνο ως προς την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων για την οποία διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη (αρ. 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ.) αιτιολογία αφού με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του αποδιδομένου στον κατηγορούμενου ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από τα αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, πραγματικά περιστατικά υφίστανται αποχρώσες ενδείξεις ενοχής του ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας ορθά την διάταξη του αρ. 222 Π.Κ. την οποία ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε, και κατ'ακολουθία απέρριψε την έφεσή του. Χ) Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θα πρέπει να απορριφθεί κατ'ουσία και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. ΧΙ)
Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω ----------------------- 1) Να απορριφθεί η υπ'αρ. 34/20-2-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 κατά του υπ'αρ. 2102/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα 20-6-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Η κρινόμενη 34/2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 κατά του υπ' αριθμ. 2102/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσίαν έφεσή του κατά του 3087/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για α)υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ εμπιστευμένου στον υπαίτιο, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας και β)υπεξαγωγή εγγράφων, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, γι' αυτό, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
ΙΙ.- Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κυρία ή προανάκριση), στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της εν λόγω αιτιολογίας αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι η παραίτηση η αξιολογική συσχέτιση σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται πιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι κατ' επιλογή μερικά από αυτά. Έτσι, η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων-έστω και εσφαλμένη, δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ανάκριση (κυρία ή προανάκρισης πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Ποιν.Δ, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη δε ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίασή της γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του συμβουλίου από την ανάκριση (κυρία ή προανάκριση) που διενεργήθηκε ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση στην ίδια την αιτιολογία ή μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, σε τρόπο ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 222 του ΠΚ για την θεμελίωση της υπεξαγωγής εγγράφου, που είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό με προστατευόμενο έννομο αγαθό το έγγραφο ως μέσο αποδεικτικό, απαιτούνται: α)έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό κατά την έννοια του άρθρου 13 γ' ΠΚ προορισμένο ή πρόσφορο, έστω και ως δικαστικό τεκμήριο, να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β)απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ)να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού, αλλά να έχει υποχρέωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον και δ) να ενήργησε ο δράστης με σκοπό την βλάβη τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοσή του, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός, αφού το εν λόγω έγκλημα είναι απλώς διακινδυνεύσεως που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη βλάβης, η οποία μπορεί να είναι είτε περιουσιακή είτε υλική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο. Τέλος, κατά το άρθρο 309 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., το Συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιον του με την παρουσία και του Εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το Συμβούλιο οφείλει να απαντήσει επί της αιτήσεως αυτής του κατηγορουμένου και σε περίπτωση απορρίψεως της να αιτιολογήσει με την αναφορά των συγκεκριμένων λόγων οι οποίοι δικαιολογούν τη μη εμφάνιση σ' αυτό του κατηγορουμένου για την παροχή διευκρινήσεων. Αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει επί του αιτήματος αυτού ή αν απορρίψει τούτο χωρίς να εκθέσει τους ορισμένους αυτούς λόγους, ήτοι χωρίς αιτιολογία, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' του Κ.Ποιν.Δ, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, για μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών και μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Το έτος 1998 έλαβε άδεια εγκατάστασης στην Ελλάδα, υποκαταστήματος της αλλοδαπής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία ......., που είχε την έδρα της στο Rodgan-Nierder-Roden Γερμανίας και αντικείμενο εργασιών τις χρονοναυλώσεις, διαμεταφορές, και leasing μεταφορικών μέσων. Από τον Απρίλιο 1999 λόγω σοβαρού τραυματισμού του νομίμου εκπροσώπου της άνω εταιρείας, Χ3 και της αδυναμίας του να ασκήσει τις αρμοδιότητες εκπροσώπησης της άνω εταιρείας, ανατέθηκε από τον ίδιο μέρος αυτών στο γνωστό του και φίλο του Χ1. Το Νοέμβριο 1999 στον Χ3ο, που είχε πλέον αναλάβει από τον τραυματισμό του, η διοίκηση της μητρικής εταιρείας στη Γερμανία, (της οποίας ήταν μέτοχος) ανέθεσε την ανάπτυξη των υποκαταστημάτων της, ανά την Ευρώπη. Αποτέλεσμα της ανάθεσης των νέων αυτών αρμοδιοτήτων ήταν ο Χ3 να βρίσκεται σε αδυναμία κάλυψης των παγίων υποχρεώσεων του υποκαταστήματος της στην Αθήνα, και έτσι αναγκάστηκε εν γνώσει της μητρικής εταιρείας και αποδοχής του Χ1 να ανατεθούν σ'αυτόν πάγιες υποχρεώσεως με χρήματα που κατέβαλε περιοδικά ο Χ3 εκ μέρους της προρρηθείσας εταιρείας προς αυτόν, περιοδικά, για το σκοπό αυτό. Αργότερα όμως και μέσα στο έτος 2001, μετά από πρόταση του Χ1, η οποία έγινε δεκτή και από τη μητρική εταιρεία, συμφωνήθηκε η συνεργασία του με αυτήν και η δημιουργία κύκλου εργασιών στην Ελλάδα. Ειδικότερα συμφωνήθηκε να αναλάβει την διενέργεια μεταφορών για λογαριασμό της εταιρείας δοκιμαστικά μέχρι 31-12-2002, οπότε στο τέλος της δοκιμαστικής περιόδου, να λάβει ποσοστό 50% επί των κερδών της εταιρείας με την έκδοση εκ μέρους του των σχετικών νομίμων παραστατικών προς εκταμίευση του ποσού. Συμφωνήθηκε επίσης ότι αν η δραστηριότητα πετύχαινε, θα συστήνονταν νέα εταιρεία με το ίδιο αντικείμενο στην οποία αυτός μπορούσε να μετάσχει με το ως άνω ποσοστό. Τον Ιούνιο του 2002 η άνω αλλοδαπή εταιρεία "......." συγχωνεύτηκε δι' εξαγοράς από την γερμανική εταιρεία με την επωνυμία "...." και η εταιρεία που προήλθε από τη συγχώνευση αυτή έφερε πλέον την επωνυμία της τελευταίας. Στα πλαίσια αυτά αποφασίστηκε μεταξύ άλλων: α) τροποποίηση της επωνυμίας του υποκαταστήματος στην Αθήνα αντίστοιχα με την επωνυμία της εταιρείας στη Γερμανία και εξουσιοδοτήθηκε η διαχείριση να δηλώσει την τροποποίηση αυτή στο αρμόδιο Εμπορικό Μητρώο Αθηνών, β) η ανάκληση του έως τη στιγμή εκείνη διαχειριστή του υποκαταστήματος στην Αθήνα Χ3 και ο διορισμός ως νέας διαχειρίστριας, της ...... Η τελευταία, υπό την ως άνω ιδιότητα της, πριν υποβληθούν στην αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχίας Αθηνών τα απαραίτητα δικαιολογητικά και επακολουθήσει η σχετική δημοσίευση των ως άνω τροποποιήσεων, κατόπιν παροτρύνσεων του Χ3, που έτρεφε μεγάλη εμπιστοσύνη προς τον Χ1, εξουσιοδότησε τον τελευταίο να την εκπροσωπήσει και να δεσμεύσει το υποκατάστημα αντικαθιστώντας την και εκ μέρους της, ενώπιον των Ελληνικών Αρχών, υπογράφοντας υπό την εταιρική επωνυμία. Την 1-11-2002, που ο Χ3 μετέβη στα γραφεία του υποκαταστήματος επί της Λεωφόρου /....., διαπίστωσε ότι ο Χ1, είχε αναλάβει όλο το ταμείο και είχε υπεξαγάγει διάφορα έγγραφα αυτής σχετικά με το παγκόσμιο πελατολόγιό της, το επενδυτικό της πρόγραμμα και τα οικονομικά της στοιχεία, αλλά και επιταγές πελατείας και διεθνείς φορτωτικές. των οποίων αυτή ήταν δικαιούχος με σκοπό να την βλάψει με την πρόκληση λογιστικής σύγχυσης που θα επέρχονταν στο υποκατάστημά της στην Αθήνα από την έλλειψη των εγγράφων αυτών, αλλά και οικονομικής ζημίας της, λόγω αδυναμίας είσπραξης των ανωτέρω αξιόγραφων. Μεταξύ, δε των επιταγών που υπεξήγαγε και απέκρυψε, όπως διαπιστώθηκε ήταν και οι ακόλουθες 1) η υπ' αριθμ. .... της Αlpha Βanκ, ποσού 3.075,45 ευρώ συρόμενη στο λογαριασμό .... 2) η υπ' αριθμ. ..... ποσού 10.000 ευρώ συρόμενη στο λογαριασμό ..... της Αlpha Βanκ, 3) η υπ' αριθμ. ... της Ε.Τ.Ε, ποσού 3.894 ευρώ, συρόμενη στον λογαριασμό ...., 4) η υπ' αριθμ. .... της τράπεζας Εργασίας ποσού 7.500 ευρώ. συρόμενη στο λογαριασμό ... και 5) η υπ' αριθμ. .... της τράπεζας Εργασίας, ποσού 7.500 ευρώ, συρόμενη στον ίδιο ως άνω λογαριασμό. Ο Χ3 θορυβημένος από το γεγονός και αισθανόμενος υπεύθυνος έναντι των συνεταίρων του στη Γερμανία, λόγω της εμπιστοσύνης που είχαν δείξει προς το ανωτέρω μετά από δική του παρακίνηση, αναθέτοντάς του την διαχείριση των υποθέσεων του υποκαταστήματος της μηνύτριας εταιρείας στην Αθήνα, άτυπα (προφορικά) ήδη από τα μέσα του 2001 γραπτώς δε με το ως άνω από 11-9-02 ειδικό πληρεξούσιο της εταιρείας υπό την νέα της επωνυμία που όμως ακόμη δεν είχε νομική ισχύ στην Ελληνική έννομη τάξη, αφού αυτή δεν είχε νομιμοποιηθεί στην Ελλάδα. με τις αναγκαίες δημοσιεύσεις, επικοινώνησε αμέσως μαζί του. Ο Χ1 όχι μόνο αρνήθηκε να επιστρέψει τα χρήματα και τα έγγραφα, αλλά επιπλέον ισχυρίστηκε ότι καμμία δεν είχε αρμοδιότητα αυτός (Χ3) να τον ελέγξει, αφού τυπικά, λόγω καταστατικών αλλαγών, δεν εκπροσωπούσε πλέον την εγκαλούσα εταιρεία και προσπάθησε να καλυφθεί πίσω από το προαναφερόμενο προς αυτόν πληρεξούσιο της ....., που ήταν όπως ειπώθηκε η
νέα νόμιμη εκπρόσωπος του υποκαταστήματος της εταιρείας στην Αθήνα, υπό την νέα της επωνυμία, που όμως δεν είχε ακόμη λάβει υπόσταση στον Ελληνικό χώρο, ελλείψει των σχετικών δημοσιεύσεων. Ορθώς συνεπώς έκρινε το αποδεικτικό υλικό, το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 3087/05 βούλευμα και ορθή τυγχάνει η παραπομπή του εκκαλούντα Χ1, δια του προσβαλλόμενου βουλεύματος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί για τις πράξεις που του αποδίδονται και αβάσιμη στην ουσία της κρίνεται η υπό κρίση 608/05 έφεση και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί, διατασσομένης της επικύρωσης του προσβαλλόμενου βουλεύματος, και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος του εκκαλούντα ύψους 210 €. Στο στάδιο αυτό της διαδικασίας ο εκκαλών Χ1 με την από 16-12-06 αίτηση του ζητεί να εμφανιστεί δια του πληρεξουσίου του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών και να δώσει σχετικές διασαφήσεις για την κατηγορία. Επειδή από τα στοιχεία της δικογραφίας, όχι μόνο δεν προκύπτει κανένας ειδικός λόγος που να δικαιολογεί την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του αιτούντα στο Συμβούλιο, αλλά αντίθετα δεν είναι χρήσιμη η προφορική δια πληρεξουσίου του για την κατηγορία, γιατί με υπομνήματα επαρκώς εξέθεσε τις απόψεις του (αρθρ. 316 § § 2-1 και 309 § 2 Κ.Π.Δ.". Επίσης το Συμβούλιο Εφετών (φύλλο 10) διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα πρόσθετες σκέψεις ως προς την απόρριψη του αιτήματος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του αναιρεσείοντος ενώπιον του προς παροχή διευκρινίσεων. Ειδικότερα διαλαμβάνεται σ' αυτό ότι "η αίτηση του πιο πάνω κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου κρίνεται παραδεκτή και νόμιμη (άρθρ. 309 παρ. 2, 318 ΚΠΔ), πρέπει όμως στη συνέχεια να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού ο κατηγορούμενος αυτός έχει αναπτύξει διεξοδικά και με πληρότητα τις απόψεις του με τα υποβληθέντα κατά το στάδιο της προανάκρισης και της κύρια ανάκρισης, αλλά και ενώπιον του Συμβουλίου τούτου υπομνήματά του. έτσι ώστε η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του δεν έχει να συνεισφέρει τίποτε περισσότερο από τα ήδη εκ μέρους του εκτεθέντα". Με τις πιο πάνω παραδοχές του Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως δεν πλήττει το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά το μέρος που του παραπέμπει για κακουργηματική υπεξαίρεση, αλλά μόνο ως προς την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, αναφορικά με την τελευταία αυτή πράξη την κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα αυτό (με επιτρεπτή καθολική αναφορά του στην πρόταση του εισαγγελέα εφετών), με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες (σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του ως άνω αναιρεσείοντος στο ακροατήριο και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 222 του ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Περαιτέρω, το προσβαλλόμενο βούλευμα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Δεν επήλθε, επομένως, στην προκείμενη περίπτωση απόλυτη ακυρότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ούτε υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εξαιτίας της απόρριψης του προαναφερόμενου αιτήματος του αναιρεσείοντος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α', β' και δ' του Κ.Ποιν.Δ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, με τους οποίους προσάπτονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 34/20-2-2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του 2102/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχεία υπεξαγωγής εγγράφων (αρ. 222 ΠΚ). Αιτιολογημένο το παραπεμπτικό βούλευμα. Αιτιολογημένη η απόρριψη αιτήματος αυτοπρόσωπης εμφάνισης του αναιρεσείοντος ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Υπεξαγωγή εγγράφων.
| 1
|
Αριθμός 1675/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη και Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 60/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιάς. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιάς, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2.3.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 368/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 379/16.10.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 §§1 και 4, 138 §2β, 485 §1 Κ.Π.Δ. των υπ' αρ. 3/2-3-07 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ' αρ. 60/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και εκθέτω τα εξής:
I) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απερρίφθη κατ' ουσίαν η υπ' αρ. 55/2006 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ' αρ. 875/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς με το οποίο αυτός παρεπέμφθη στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς όπως δικασθεί για: α) υπεξαίρεση στην υπηρεσία από υπαίτιο που μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των 15.000 Ευρώ. β) πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση (αρ. 26 §1α, 27 §1, 94 §1, 98, 216 §1, 258 παρ. γ εδ. αα Π.Κ.). και επεκυρώθη το πρωτόδικο βούλευμα.
II) Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση (αρ. 473 §1, 474 §2, 482 §§1 και 2 Κ.Π.Δ.) με την από 2-3-07 δήλωση του αναιρεσείοντος ενώπιον Γραμματέως του Εφετείου Πειραιώς για την οποία συντάχθηκε η υπ' αρ. 3/2007 έκθεση αναιρέσεως ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα του επεδόθη την 20-2-2007 (με θυροκόλληση) και στον αντίκλητο δικηγόρο του επίσης την 20-2-2007.
III) Λόγοι αναιρέσεως:
α) Διότι το εκδόν το βούλευμα Συμβούλιο εσφαλμένως παρέλειψε την αναγραφή των σχετικών άρθρων του ποινικού νόμου δια των οποίων αφ' ενός απορρίπτεται η έφεσή του και αφ' ετέρου παραπέμπεται να δικασθεί.
β) Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι δεν υπάρχει αναφορά στον αριθμό του άρθρου του Ποινικού Νόμου για παράβαση των οποίων παραπέμπεται να δικασθεί κάνει ρητή αναφορά στους λόγους που εκθέτει η εισαγγελέας τους οποίους θεωρεί ορθούς, νόμιμους και βάσιμους, αν όμως είχε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία θα έπρεπε να κάμει δεκτούς τους ισχυρισμούς της εφέσεώς του. Δεν υφίσταται εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την θεμελίωση της εκ μέρους του χρησιμοποιήσεως ιδιαιτέρων τεχνασμάτων, μεταξύ άλλων ότι δεν τηρούσε νομότυπα τις αποδείξεις προκαταβολών αφού άλλες δεν έφεραν ημερομηνία εκδόσεως, άλλες ήταν πλαστογραφημένες, άλλες δεν έφεραν την υπογραφή του Διευθυντή κ.λ.π. διότι εκείνο που είχε σημασία για την θεμελίωση του αδικήματος της υπεξαιρέσεως είναι η από μέρους του παράνομη ιδιοποίηση των χρημάτων και όχι αν έχουν συνταχθεί νομότυπα ή μη οι αποδείξεις που καταδεικνύουν το αντίθετο. Αρνήθηκε την διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης για τις αποδείξεις με τις υπογραφές των υπαλλήλων Γ1 και Γ2. Απέρριψε τον αποδεχθέντα ισχυρισμό του περί μη υπάρξεως ελλείμματος, αλλά της υπάρξεως προκαταβολών προς υπαλλήλους οι οποίες αποτελούν απαίτηση των ΕΛΤΑ εις βάρος τους, ότι κληροδοτήθηκε σ' αυτόν από την προηγούμενη διαχείριση έλλειμμα 9.164,20 Ευρώ. Δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του προηγούμενου διαχειριστή στην οποία κάνει ρητή αναφορά το ίδιο το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι υπήρχαν προκαταβολές 1.500.000 δρχ., δεν έκανε αναφορά στην κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως Ε1, δεν αξιολογεί πώς χρεώθηκε έλλειμμα τις ημέρες που απουσίαζε από την Υπηρεσία.
Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ως προς τον λόγο του αρ. 484 §1 δ' Κ.Π.Δ. πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
IV) Απαράδεκτο 1ου λόγου αναιρέσεως:
Ο προβαλλόμενος κατά τ' ανωτέρω λόγος (ως εκτίθεται στην παράγραφο 111 εδαφ. α' της παρούσας) είναι απαράδεκτος ως μη προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 484 §1 Κ.Π.Δ. (ως η παρ. δ' καταργήθηκε και αναριθμήθηκαν οι λοιπές με αρ. 42 §2,3 Ν. 3160/2003). Εξάλλου εις την ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση διαλαμβάνονται οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις βάσει των οποίων παρεπέμφθη ο αναιρεσείων με ειδικότερη ανάπτυξη αυτών. V) Από την διάταξη του άρθρου 258 Π.Κ. (ως η περ. γ' αντ. από το άρθρο 14 §5β του Ν. 2721/99) που ορίζει ότι: Υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του και αν ακόμη δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών γ) με κάθειρξη μέχρι 10 ετών, αν: α) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των δέκα πέντε (15.000) Ευρώ ή β) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) Ευρώ, συνάγεται ότι για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής μορφής της περιπτώσεως γ εδαφ. β του εν λόγω άρθρου απαιτείται α) ιδιότητα υπαλλήλου υπό την έννοια του άρθρου 13α και 263α τέτοιος δε είναι αυτός που υπηρετεί στα ΕΛΤΑ (Α.Π. 35/88 Π.Χρ. ΛΗ/449, Μπιτζιλέκη Υπηρεσιακά Εγκλήματα σελ. 96), β) παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων ή άλλων κινητών πραγμάτων, δηλ. απαιτείται να συντρέχουν τα αντικειμενικά στοιχεία της υπεξαιρέσεως του αρ. 375 (Α.Π. 53/99 Π.Χρ. ΜΘ 229) δηλ. οποιαδήποτε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη με την οποία εκδηλώνεται η θέλησή του να έχει τα χρήματα ή τα πράγματα σαν να ήταν κύριος αυτών. Τα χρήματα πρέπει να είναι ξένα (ολικά ή μερικά), τέτοια είναι δε εκείνα που βρίσκονται σε ξένη σε σχέση με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή προσδιορίζεται στο αστικό δίκαιο (Α.Π. 703/97 Ν.Ο.Β. 1998/263). Ειδικώς μνημονεύονται τα χρήματα, για να δηλωθεί ότι παρόλο που είναι αντικαταστατά πράγματα, δεν περιέχονται κατά κυριότητα στον υπάλληλο. γ) Τα εν λόγω πράγματα ο υπάλληλος να τα έλαβε ή να τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του και αν ακόμη είναι αναρμόδιος γι' αυτό (Α.Π. 53/99 Π.Χρ. ΜΘ/229). δ) Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, συνιστάμενος στην γνώση του δράστη ότι τα χρήματα ή κινητά πράγματα τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω της υπαλληλικής ιδιότητάς του και είναι ξένα, ως μη ανήκοντα κατά κυριότητα σ' αυτόν και στην θέλησή του να τα ιδιοποιηθεί παρανόμως χωρίς την συγκατάθεση εκείνου στον οποίον ανήκουν αυτά (Α.Π. 53/99 Π.Χρ. ΜΘ/229). Ενδεχόμενος δόλος αρκεί. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών κατά το εδαφ. γ περ. β άνω άρθρου αν το αντικείμενο της πράξεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 Ευρώ και ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Ως τέτοια θεωρούνται κρυφές υλικές ενέργειες και μέθοδοι μη εμφανώς διακριτές, με τις οποίες καθίσταται δυσχερής η αποκάλυψη και οι οποίες αποσκοπούν στην δυσχέρανση ή παρεμπόδιση του ελέγχου με σύγχρονη εξαπάτηση τρίτων προσώπων και δη των προϊσταμένων ή ελεγκτών, που θεωρούν τις ενέργειες ως κατ' αρχήν νόμιμες. Τέτοια τεχνάσματα είναι λ.χ. ψευδείς εγγραφές, αλλοίωση αριθμών σε βιβλία ή λογαριασμούς, έκδοση εικονικών εγγράφων, η δημιουργία ψεύτικων ή πλαστών παραστατικών (Τούση-Γεωργίου Ερμ. Π.Κ. έκδοση Γ υπ' αρ. 258 σελ. 687 επ, Μπιτζιλέκη Υπηρεσιακά εγκλήματα σελ. 558 επομ., Αιτιολογική Έκθεση σχ. Π.Κ. σελ. 281 έκδοση Ζαχαρόπουλου, Α.Π. 1191/2001 Π.Χρ. ΝΒ/422, Α.Π. 1844/97 Π.Χρ. ΜΗ/618).
VI) Από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 193 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την υπό τούτων απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 §1δ Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλ' αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η αιτιολογία δ' αυτή επιτρεπτώς γίνεται και με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, η οποία καλύπτει και το κεφάλαιο της μνείας των αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 1687/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΝΓ/638, Α.Π. 336/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΜΒ/978).
VII) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς που το εξέδωσε με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση της Εισαγγελέως Εφετών (Α.Π. 1608/2001 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΝΒ/623, Α.Π. 348/1996 Π.Χρ. ΜΖ/33), εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, ότι από συνεκτίμηση των αναφερομένων κατ' είδος σ' αυτό αποδεικτικών μέσων (καταθέσεων μαρτύρων, συνημμένων στην δικογραφία εγγράφων και απολογίας του κατηγορουμένου) προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ1 προσελήφθη στα Ελληνικά Ταχυδρομεία, τον Μάϊο του 1985 όπου και παρέμεινε εργαζόμενος με σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου έως τον Ιανουάριο του 1988. Στη συνέχεια η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, και στις 31-5-88 ο ίδιος έγινε μόνιμος υπάλληλος των ΕΛΤΑ και έλαβε τον βαθμό του Προϊσταμένου "4" ενώ από 21 Μαΐου 1996 που προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη εργάσθηκε στην κεντρική Διεύθυνση των ΕΛΤΑ. Στις 28-2-01 η περιφερειακή Διεύθυνση Αιγαίου των ΕΛΤΑ απέκτησε αυτόνομη διαχείριση και αμέσως μετά και συγκεκριμένα την 1η Μαρτίου 2001, ο κατηγορούμενος ανέλαβε διαχειριστής-υπεύθυνος της μισθοδοσίας του προσωπικού της περιφερειακής Διεύθυνσης αυτής, όπου εργάσθηκε μέχρι τις 10-1-2003 οπότε και παραιτήθηκε από την Υπηρεσία. Τα Ελληνικά Ταχυδρομεία δυνάμει του ΝΔ 496/1970, του Ν. 2414/96 σε συνδ. με την ΥΛ 83588/253/12-12-1996, ιδρύθηκαν και λειτουργούν ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (ανώνυμη εταιρεία) με τον διακριτικό τίτλο "ΕΛΤΑ", έχουν ως σκοπό την οργάνωση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη της ταχυδρομικής υπηρεσίας κατά προνομιακή και αποκλειστική παραχώρηση του Ελληνικού Δημοσίου, που συμμετέχει στο κεφάλαιο του παραπάνω νομικού προσώπου, χρηματοδοτώντας και επιχορηγώντας αυτό. Επομένως τα ΕΛΤΑ εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 263 Α Π.Κ. και οι εργαζόμενοι σε αυτά, έχουν την ιδιότητα του "υπαλλήλου" που απαιτείται για την εφαρμογή του άρθρου 258 Π.Κ. Ο εκκαλών κατηγορούμενος ανέλαβε τα καθήκοντα του διαχειριστή της περιφερειακής Δ/νσης Αιγαίου την 1-3-01, διαδεχθείς στον τομέα αυτό τον Ζ1, Διαχειριστή του Κεντρικού Ταχυδρομείου Πειραιά, που μέχρι την αυτονόμηση της Δ/σης Αιγαίου, διαχειριζόταν μαζί με άλλη διεύθυνση και αυτήν του Αιγαίου. Το ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος ανέλαβε την διαχείριση της Δ/νσης Αιγαίου στις 1-3-01 προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο από την κατάθεση του μάρτυρα Ζ1 τις από ... έως .... πορισματικές αναφορές του Β1 και Β2, Επιθεωρητών της Δ/νσης Επιθεωρήσεως των ΕΛΤΑ, συνομολογείται και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο στην απολογία του ενώπιον του Ανακριτή, αλλά και στις "εξηγήσεις" που κατέθεσε εγγράφως στις 9-1-04 ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιά, δια της ενεργούσης την Προκαταρκτική εξέταση Πταισματοδίκου, του 8ου τμ. Πειραιά.
Το αντικείμενο της εργασίας του κατηγορουμένου ως διαχειριστή της περιφερειακής Δ/νσης Αιγαίου των ΕΛΤΑ, ήταν η καταβολή της τακτικής μισθοδοσίας των υπαλλήλων της περιφερειακής αυτής Δ/νσης. Ο ίδιος, ως υπεύθυνος διαχειριστής, είχε την υποχρέωση να τηρεί "ημερήσια φύλλα συναλλαγών" (Η.Φ.Σ.) στα οποία έπρεπε να καταχωρεί αφ' ενός μεν τις χρηματοδοτήσεις της Δ/νσης, που προήρχοντο από το Κεντρικό Ταχυδρομείο Πειραιά, για την καταβολή της μισθοδοσίας των υπαλλήλων, αφ' ετέρου δε όλες τις περιοδικές καταβολές του μισθού προς τους υπαλλήλους της Δ/νσης Αιγαίου, που πραγματοποιούσε ο διαχειριστής. Ο μηνιαίος μισθός των εργαζομένων καταβαλλόταν ανά δεκαπενθήμερο, ήτοι την 1η και 16η εκάστου μηνός. Όμως πέρα από τις παραπάνω καταβολές είχε επικρατήσει η πρακτική, από την εποχή που η Δ/νση Αιγαίου υπήγετο στην Κεντρική Διαχείριση των ΕΛΤΑ Πειραιά, να δίδονται προκαταβολές χρηματικών ποσών μισθοδοσίας, για υπηρεσιακούς λόγους (εκτός έδρας, μετακινήσεις) ή για αντιμετώπιση προσωπικών αναγκών, ασθενείας κ.λ.π. Οι προκαταβολές που δίδονταν στους υπαλλήλους της Περιφερειακής Δ/νσης Αιγαίου, δεν μπορούσαν να υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 1.500.000 - 1.800.000 δρχ. ανά δεκαπενθήμερο, για όλους τους υπαλλήλους που απασχολούντο στην εν λόγω Δ/νση συνολικά, δίδονταν σε κάθε υπάλληλο που ζητούσε προκαταβολή, μετά από έγκριση του αρμοδίου περιφερειακού διευθυντή, που υπέγραφε την σχετική αίτηση του ενδιαφερομένου. Τα ποσά που δίδονταν ως προκαταβολή παρακρατούντο εκ μέρους του υπευθύνου - διαχειριστή της μισθοδοσίας του υπαλλήλου, άλλοτε από το μισθό του αμέσως επομένου δεκαπενθημέρου και κάποτε από τους μισθούς του επομένου μηνός. Για να διευκολυνθεί η διαδικασία είχαν τυπωθεί έντυπες αποδείξεις χορήγησης προκαταβολής προς τους εργαζομένους, τις οποίες οι τελευταίοι αφού συμπλήρωναν εις διπλούν τις υπέγραφαν, έπαιρναν την έγκριση του διευθυντή της Υπηρεσίας όπου εργάζονταν και στην συνέχεια, το μεν ένα αντίτυπο της απόδειξης προκαταβολής παρέδιδαν στην διαχείριση της περιφερειακής διεύθυνσης, το δε δεύτερο στην διαχείριση του Κεντρικού Ταχυδρομείου Πειραιά, (στην οποία τότε υπήγετο χρηματικά και η περιφερειακή διεύθυνση Ν. Αιγαίου), από την οποία ελάμβαναν οι ίδιοι οι υπάλληλοι την προκαταβολή, η οποία κατεχωρείτο στο ημερήσιο φύλλο συναλλαγών. Κατά την ημερομηνία των επομένων μισθοδοσιών ο διαχειριστής της περιφερειακής διεύθυνσης, αφαιρούσε από το συνολικό χρηματικό ποσό της μισθοδοσίας το οποίο έπρεπε να λάβει από την Κεντρική Διαχείριση των ΕΛΤΑ Πειραιά, το ποσό των προκαταβολών, βάσει των αντιγράφων των αποδείξεων που είχε στα χέρια του και εισέπραττε από την Κεντρική Διαχείριση, το υπόλοιπο χρηματικό ποσό. Στη συνέχεια κατέβαλε σε έκαστο λήπτη της προκαταβολής υπάλληλο, την διαφορά μεταξύ πληρωτέου ποσού και ληφθείσης προκαταβολής και επέστρεφε στον τελευταίο και την απόδειξη της προκαταβολής ως απόδειξη της εξόφλησης. Τα γεγονότα αυτά προκύπτουν από την κατάθεση του μάρτυρα Ζ2 βοηθού διαχειριστή μισθοδοσίας ΕΛΤΑ Πειραιά, Ζ1 διαχειριστή της ίδιας υπηρεσίας, του Ζ3, τις συνημμένες στη δικογραφία αποδείξεις προκαταβολών, όπως επίσης και από τις καταθέσεις του Ζ1,Ζ3 και Ζ4 ενώπιον του επιθεωρητού των ΕΛΤΑ που έδωσαν κατά την ένορκη διοικητική εξέταση που διενεργήθη και επισυνάφθηκαν στην δικογραφία. Την ίδια παραπάνω διαδικασία ακολούθησε και ο κατηγορούμενος, όπως ο ίδιος συνομολογεί στις από 9-1-04 εξηγήσεις του προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, μέχρις ότου ήρθε σχετική απαγορευτική εγκύκλιος της Υπηρεσίας και η πρακτική αυτή σταμάτησε. Μετά την αποχώρηση του κατηγορουμένου - διαχειριστή από την υπηρεσία, διενεργήθηκε έλεγχος από επιθεωρητή της Δ/νσης εσωτερικού ελέγχου των ΕΛΤΑ στη διαχείριση της Δ/σης Αιγαίου, όπου διαπιστώθηκαν τα εξής:
Από 1-3-2001 έως 31-12-2001 η περιφερειακή διεύθυνση νήσων Αιγαίου παρέλαβε ως χρηματοδότηση, από την κεντρική διαχείριση του Κεντρικού Ταχυδρομείου Πειραιά, το συνολικό ποσό των 130.805.000 δρχ. και από 1-1-02 έως 31-12-02 το ποσό των 456.574 Ευρώ συνολικά. Τα χρηματικά αυτά ποσά καταχωρήθηκαν από τον κατηγορούμενο στα ημερήσια φύλλα συναλλαγών, με αποτέλεσμα σε γενικό σύνολο το παραληφθέν χρηματικό ποσό το παραπάνω χρονικό διάστημα, να είναι ισοσκελισμένο με το ποσό που υπήρχε καταχωρημένο στα ημερήσια φύλλα ελέγχου. Μετά από έλεγχο όμως και επεξεργασία των ποσών μισθοδοσίας και προκαταβολών μονίμου προσωπικού της Δ/νσης Αιγαίου, στα από τον κατηγορούμενο συσταγέντα ημερήσια φύλλα συναλλαγών, που στάλθηκαν προς επεξεργασία στην Διεύθυνση Οικονομικών των ΕΛΤΑ, κατά το χρονικό διάστημα της θητείας του κατηγορουμένου, ως υπευθύνου - διαχειριστή μισθοδοσίας της Δ/νσης Αιγαίου, η ως άνω διαχείριση παρουσίασε συνολικό έλλειμμα χρηματικού ποσού 5.089,58 Ευρώ. Και πιο συγκεκριμένα από το χρονικό διάστημα από 1-3-01 έως 31-12-01 το έλλειμμα προσδιορίσθηκε στο ποσό των 30.882,58 Ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1-1-02 έως 10-1-03 το έλλειμμα ανήλθε στο ποσό των 20.000 Ευρώ. Διαπιστώθηκαν ειδικότερα τα εξής: Κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-01 έως 31-12-01 καταχωρήθηκε στις σχετικές μισθολογικές καταστάσεις όσον αφορά τη Δ/νση Αιγαίου, από την Κεντρική Δ/νση ΕΛΤΑ, τα εξής ποσά για την πληρωμή των μισθών των υπαλλήλων της Δ/νσης αυτής κατά μήνα: Μάρτιος 2001
το ποσό των
13.712.700 δρχ.
Απρίλιος 2001
ποσό συνολικά
12.906.400 δρχ.
Μάϊος 2001
ποσό συνολικά
4.415.600 δρχ.
Ιούνιος 2001
ποσό συνολικά
16.922.500 δρχ.
Ιούλιος 2001
ποσό συνολικά
3.974.200 δρχ.
Αύγουστος 2001
ποσό συνολικά
11.342.900 δρχ.
Σεπτέμβριος 2001
ποσό συνολικά
3.751.200 δρχ.
Οκτώβριος 2001
ποσό συνολικά
7.452.000 δρχ.
Νοέμβριος 2001
ποσό συνολικά
11.653.300 δρχ.
Δεκέμβριος 2001
ποσό συνολικά
17.689.400 δρχ.
Δηλαδή το συνολικό χρηματικό ποσό που ανεγράφη στις μισθολογικές καταστάσεις για την περίοδο από 1-3-01 έως 31-12-01 ήταν 103.820.200 δρχ. Από το ποσό αυτό διαγράφτηκαν στις 1-6-01 το ποσό των 1.100 δρχ., στις 16-7-01 το ποσό των 191.500 δρχ. και στις 30-12-01 το ποσό των 113.800 δρχ. και συνολικά το ποσό των 306.400 δρχ. Έτσι το ποσό που διαμορφώθηκε τελικά στην εν λόγω μισθολογική κατάσταση το οποίο και έπρεπε να καταβληθεί στους υπαλλήλους της εν λόγω διεύθυνσης, για μισθοδοσία, ήταν 103.513.800 δρχ. Τα ποσά που καταχωρήθηκαν στα λογιστικά βιβλία (Ημερήσια Φύλλα Συναλλαγών) της Περιφερειακής Δ/νσης Ν.Αιγαίου, ήτοι χρηματικά ποσά μισθοδοσίας και προκαταβολών προς τους υπαλλήλους της Δ/νσης αυτής, από τον κατηγορούμενο κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, ήταν τα ακόλουθα: Μάρτιος 2001
18.828.600 δρχ.
Απρίλιος 2001
11.086.900 δρχ.
Μάϊος 2001
7.126.530 δρχ.
Ιούνιος 2001
19.222.794 δρχ.
Ιούλιος 2001
10.560.315 δρχ.
Αύγουστος 2001
6.868.200 δρχ.
Σεπτέμβριος 2001
4.956.100 δρχ.
Οκτώβριος 2001
7.185.000 δρχ.
Νοέμβριος 2001
8.630.200 δρχ.
Δεκέμβριος 2001
458.300 δρχ.
Δηλαδή το συνολικό χρηματικό ποσό το οποίο καταχωρήθηκε από τον κατηγορούμενο στα ημερήσια φύλλα συναλλαγών ως καταβεβλημένο για μισθοδοσία και προκαταβολές προς τους υπαλλήλους της περιφερειακής Δ/νσης Αιγαίου των ΕΛΤΑ κατά τη χρονική περίοδο από 1-3-01 έως 31-12-01 προσδιορίζεται σε 114.037.039 δρχ. Μεταξύ του ποσού των 103.513.800 δρχ. που ανεγράφετο στις μισθολογικές καταστάσεις και του καταχωρηθέντος στα Η.Φ.Σ. ποσού των 114.037.039 δρχ. υφίσταται διαφορά 10.523.239 δρχ. ή 30.882,58 Ευρώ.
Το ως άνω επιπλέον χρηματικό ποσό, καταχωρήθηκε από τον κατηγορούμενο στα Η.Φ.Σ. ως προκαταβολές προς τους υπαλλήλους, της Δ/νσης Αιγαίου, πλην όμως οι φερόμενες ως προκαταβολές αυτών, δεν συνοδεύτηκαν από κάποιο παραστατικό στοιχείο όπως έπρεπε, από το οποίο να δικαιολογούνται, με συνέπεια να υφίσταται κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα στη Διαχείριση της Δ/νσης Αιγαίου, έλλειμμα ίσο προς την παραπάνω διαφορά των 30.882,58 Ευρώ. Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 16-1-2003 εστάλησαν για την πληρωμή του προσωπικού της Δ/νσης Αιγαίου τα παρακάτω ποσά που αναφέρονταν στις μισθολογικές καταστάσεις:
Ιανουάριος 2002
12.435 ΕυρώΦεβρουάριος 2002
25.235,22 ΕυρώΜάρτιος 2002
27.720 ΕυρώΑπρίλιος 2002
52.790 Ευρώ Μάϊος 2002
26.950 ΕυρώΙούνιος 2002
10.895 Ευρώ Ιούλιος 2002
37.525 Ευρώ Αύγουστος 2002
36.396,96 Ευρώ Σεπτέμβριος 2002
11.165 ΕυρώΟκτώβριος 2002
22.790 ΕυρώΝοέμβριος 2002
40.735 ΕυρώΔεκέμβριος 2002
52.170 ΕυρώΙανουάριος 2003
12.910 ΕυρώΔηλαδή το συνολικό ποσό που αναφερόταν στις μισθολογικές καταστάσεις προσδιορίζεται σε 369.717,18 Ευρώ. Αφαιρουμένου του χρηματικού ποσού των 8.666,96 Ευρώ που αφορά σε διαγραφές που έγιναν από τις μισθολογικές καταστάσεις της παραπάνω μισθολογικής περιόδου για τα .... ποσά των 720, 385, 2160, 655, 555, 4190, 0, 98 και 0,18 που έχουν καταχωρηθεί κατά τις ημερομηνίες 15-3-02, 29-4-02, 29-4-02, 6-5-02, 31-5-02, 1-7-02, 1-8-02 και 16-8-02 αντίστοιχα, το γενικό σύνολο προς τους δικαιούχους υπαλλήλους του καταβληθέντος ποσού μισθοδοσίας ανέρχεται σε 361.050,22 Ευρώ. Αν αφαιρεθεί επίσης και το ποσό των 12.910 Ευρώ που αφορούσε τις μισθολογικές καταβολές της 16-1-03 που ο κατηγορούμενος δεν ήταν πλέον διαχειριστής, το καθαρό ποσό της μισθοδοσίας από 1-1-02 έως 10-1-03 προσδιορίζεται σε 348.140,22 Ευρώ. Τα ποσά μισθοδοσίας και προκαταβολών που καταχώρησε στα Η.Φ.Σ. ο κατηγορούμενος προς τους υπαλλήλους της Δ/νσης Αιγαίου από 1-1-02 έως 10-1-03 ήταν τα ακόλουθα:
Ιανουάριος 2002
14.499,73 ΕυρώΦεβρουάριος 2002
25.250,49 ΕυρώΜάρτιος 2002
30.020 ΕυρώΑπρίλιος 2002
47.690 Ευρώ Μάϊος 2002
23.195 ΕυρώΙούνιος 2002
31.845 Ευρώ Ιούλιος 2002
32.890 Ευρώ Αύγουστος 2002
34.690 Ευρώ Σεπτέμβριος 2002
15.475 ΕυρώΟκτώβριος 2002
23.225 ΕυρώΝοέμβριος 2002
37.199 ΕυρώΔεκέμβριος 2002
49.070 ΕυρώΙανουάριος 2003
3.100 ΕυρώΔηλαδή το συνολικό χρηματικό ποσό που καταχωρήθηκε στα Η.Φ.Σ., ως καταβεβλημένο για μισθοδοσία και προκαταβολές προς τους υπαλλήλους της Περιφερειακής Δ/νσης Αιγαίου των ΕΛΤΑ, κατά την χρονική περίοδο από 1-1-02 έως τις 10-1-03, όπου αποχώρησε ο κατηγορούμενος της Υπηρεσίας, ήταν 368.149,22 Ευρώ. Μεταξύ της αναγραφόμενης γενικού συνόλου των 348.140,22 Ευρώ στις καταστάσεις μισθοδοσίας (μέχρι τις 10-1-03) και του ποσού που καταχωρήθηκε στα Η.Φ.Σ. στην ίδια χρονική περίοδο (από 1-1-02 έως 10-1-03) υφίσταται διαφορά 20.009 Ευρώ, που αποτελεί έλλειμμα. Η ύπαρξη των ελλειμμάτων αυτών προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο από τις συνημμένες στη δικογραφία πορισματικές αναφορές των επιθεωρητών των ΕΛΤΑ Β2 και Β1, και τις συνημμένες σε αυτές καταστάσεις χρηματοδότησης και εγγραφής ποσών μισθοδοσίας και προκαταβολών προσωπικού της Δ/νσης Αιγαίου. Τα ποσά αυτά ο κατηγορούμενος διαχειριστής ενώ τα εμφάνιζε ως προκαταβολές προς υπαλλήλους στην πραγματικότητα δεν τα κατέβαλλε στους υπαλλήλους αλλά τα κρατούσε για δικούς του σκοπούς και τα ιδιοποιείτο. Για να επιτύχει την παραπάνω ιδιοποίηση και να συγκαλύψει το έλλειμμα, ο εκκαλών κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε διάφορα τεχνάσματα και ειδικότερα δεν τηρούσε νομότυπα τις αποδείξεις προκαταβολών, καθώς άλλες από αυτές δεν έφεραν ημερομηνία έκδοσης, άλλες όπως οι από 2-4-02 ποσού 530 Ευρώ και 1.100 Ευρώ προς τους Γ1 και Γ2, ήταν πλαστογραφημένες, άλλες από αυτές δεν έφεραν την υπογραφή και επομένως την έγκριση του εκάστοτε διευθυντή, ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν φρόντιζε να αφαιρεί τις προκαταβολές από τις επόμενες μισθοδοσίες, με αποτέλεσμα να υπάρχει σύγχυση και να δημιουργούνται δυσκολίες στον έλεγχο των προκαταβολών και στη διαπίστωση των ελλειμμάτων τα οποία τελικά καρπωνόταν ο διαχειριστής, και τα ιδιοποιείτο. Τα γεγονότα αυτά προκύπτουν από τα παραπάνω πορίσματα των επιθεωρητών, το υπ' αριθμ. πρωτ. .... έγγραφο της Δ/νσης επιθεώρησης των ΕΛΤΑ που υπογράφουν οι επιθεωρητές Β2 και Β1 προς τον 8ο Πταισματοδίκη Πειραιά, τα αντίγραφα των αποδείξεων προκαταβολών που υπάρχουν στη δικογραφία αλλά και τις καταθέσεις των μαρτύρων Γ1 και Γ2. Είναι βεβαίως γεγονός ότι ο κατηγορούμενος διαχειριστής ισχυρίζεται πως δεν υπάρχει έλλειμμα και επομένως παράνομη ιδιοποίηση του ποσού που αντιστοιχεί σε αυτήν από τον ίδιο διότι πράγματι τα ποσά αυτά των προκαταβολών μισθοδοσίας δόθηκαν στο σύνολό τους σε διαφόρους υπαλλήλους οι οποίοι δεν τα επέστρεψαν στα ΕΛΤΑ, αλλά τα οφείλουν και επομένως αυτά πρέπει να γίνουν απαιτητά από αυτούς, και όχι από τον ίδιο, ο οποίος σε καμία υπεξαίρεση κανενός χρηματικού ποσού δεν προέβη. Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι μέρος του εμφανιζόμενου ελλείμματος οφείλεται στην διαχείριση του προηγουμένου διαχειριστή Ζ1 ο οποίος του "κληρονόμησε υπηρεσιακές προκαταβολές" που δεν είχαν παρακρατηθεί και επομένως έλλειμμα συνολικού ύψους 3.122.700 δρχ. ή 9.164,20 Ευρώ. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του αυτών ο εκκαλών κατηγορούμενος προσκομίζει α) 13 αποδείξεις προκαταβολών προς υπαλλήλους της Δ/νσης Αιγαίου που συντελέσθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 8-2-2000 έως 21-2-2001 κατά το οποίο ο ίδιος δεν ήταν διαχειριστής, που ισχυρίζεται ότι ήταν ανεξόφλητες. β) 13 αποδείξεις προκαταβολών προς τους υπαλλήλους Γ1, Δ1, Ζ3, Ζ5, Γ2, Δ2, Ζ4, Δ3, Δ4, Δ5, Δ6 ποσού 6.919.000 δρχ. οι ισχυρισμοί όμως αυτοί ανατρέπονται από τις καταθέσεις α) του μάρτυρος Ζ1 ο οποίος αρνείται κατηγορηματικά και ένορκα, ενώπιον του Ζ' Ανακριτή Πειραιώς, ότι παρέδωσε τέτοιο έλλειμμα προς τον κατηγορούμενο, β) από την κατάθεση του μάρτυρος Ζ2 βοηθού κεντρικού διαχειριστή της Κεντρικής Διαχείρισης του Κεντρικού Ταχυδρομείου Πειραιά, ο οποίος βεβαιώνει ότι κατά το διάστημα από 17-2-01 έως 28-2-01 η συνολική οφειλή των ανεξόφλητων προκαταβολών δεν ξεπερνούσε τις 15.000.000 δρχ. Εξάλλου η άποψη ότι παρέλαβε ο ίδιος ο εκκαλών κατηγορούμενος από τον προκάτοχό του διαχειριστή, αδιαμαρτύρητα, χωρίς καμιά καταγραφή στο πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής και κυρίως χωρίς να απαιτήσει ο ίδιος την άμεση διευθέτηση - τακτοποίηση του ελλείμματος αυτού από τους υπόλογους υπαλλήλους, που ήταν υψηλό και θα μπορούσε να τον εκθέσει άμεσα σε τυχόν έλεγχο, είναι ελάχιστα πειστική όχι μόνο διότι είναι όψιμη αλλά και δεν αντέχει στον έλεγχο της λογικής. Η αποδεικτική σημασία τέλος των αποδείξεων που προσκόμισε ο κατηγορούμενος (που σημειωτέον δεν καλύπτουν όλο το ποσό) αποδυναμώνεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων Γ2 και Γ1, όπου ομιλούν για πλαστογράφηση της υπογραφής τους στις αποδείξεις που τους αφορούν, αλλά και των μαρτύρων Ζ3, Ζ5, Ζ4 που βεβαιώνουν ένορκα ότι δεν έχουν καμία οφειλή προς τα ΕΛΤΑ και πως τις σχετικές αποδείξεις των προκαταβολών που είχαν υπογράψει δεν τις παρέλαβαν. Επομένως σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω υπάρχουν ανεπαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντος κατηγορουμένου για τις πράξεις για τις οποίες παραπέμφθηκε για να δικαστεί με το εκκαλούμενο βούλευμα το οποίο έκρινε ορθά τις αποδείξεις. Επομένως η υπό κρίση έφεση του κατηγορουμένου κατ' αυτού θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα.
VIII) Ως προς την πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, επειδή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή (ως ήδη εξετέθη παραγρ. III) και η εν λόγω πράξη συνιστά πλημμέλημα, φέρεται ότι ετελέσθη την 2-4-2002 έχει ήδη υποπέσει στην πενταετή παραγραφή των πλημμελημάτων (αρ. 111 §3, 216 §1 Π.Κ.), καθ' όσον δεν προέκυψε λόγος αναστολής αυτής, θα πρέπει το Υμέτερο Δικαστήριο σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 370 εδαφ. β Κ.Π.Δ. να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη για την άνω πράξη (Α.Π. 71/98 Ποιν. Δικ/σύνη 1998/25, Α.Π. Ολομ. 1/98 Ελ. Δικ. 1998/1456, Α.Π.1526/99 Υπερ. 2000/541).
IX) Ως προς την πράξη της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία από υπαίτιο που μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των 15.000 Ευρώ:
Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος στο ακροατήριο ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις (των άρθρων 13, 26 §1α, 27 §1, 98, 258 γ. περ. β, 263Α Π.Κ.), τις οποίες ορθώς ερμήνευσε, εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και συνεπώς οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για λόγους αναιρέσεως κατ' αρ. 484 §1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμες.
Ειδικότερα το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς εις το προσβαλλόμενο βούλευμα με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση αναφέρει αναλυτικά το χρονικό διάστημα (1-3-2001 έως 10-1-2003) που ετέλεσε κατ' εξακολούθηση την πράξη, την ιδιότητά του ως υπαλλήλου των ΕΛΤΑ την υπαγωγή του προσωπικού του στην έννοια της διατάξεως του αρ. 263Α Π.Κ., τα καθήκοντά του στην υπηρεσία, το συνολικό ποσό (ιδιαίτερα μεγάλης αξίας) που ιδιοποιήθηκε παράνομα (49.424,23 Ευρώ), πως περιήλθε σ' αυτόν και περιγράφει με πληρότητα και σαφήνεια τα ιδιαίτερα τεχνάσματα που μετεχειρίσθη για την επίτευξη και συγκάλυψη του εν λόγω εγκλήματος ενώ παραθέτει τους λόγους που θεμελιώνεται το υποκειμενικό στοιχείο. Κρισιολογεί όλα τα αποδεικτικά μέσα, αναφέρεται στο πόρισμα των επιθεωρητών και στους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς τους οποίους αντικρούει με ειδική αιτιολογία και αναφορά σε καταθέσεις μαρτύρων (φύλλο 23 σελ. β).
Κατά συνέπεια θα πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα.
X)
Για τους λόγους αυτούς
Προτείνω1) Να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής κατά του αναιρεσείοντα Χ1 , για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση που φέρεται ότι ετελέσθη από αυτόν στον Πειραιά την 2-4-2002 σε βάρος των υπαλλήλων ΕΛΤΑ Γ1 και Γ2 .
2) Να απορριφθεί κατά τα λοιπά η υπ' αρ. 3/2-3-07 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 κατά του υπ' αρ. 60/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.
3) Επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα 7-6-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 258 του ΠΚ, όπως η περ. γ' αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 5 β' του Ν. 2721/1999, υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, και γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν: αα) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δρχ. ή των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία, ή ββ) το αντικείμενο της πράξης έχει αξία μεγαλύτερη των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπ' αυτής προβλεπομένου εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, που περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ υπεξαιρέσεως με επαύξηση της ποινής, απαιτείται όπως το παράνομα ιδιοποιούμενο πράγμα (χρήματα ή άλλο κινητό) είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει) τέτοιο δε θεωρείται αυτό που βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με το δράστη κυριότητα, με την έννοια που εκλαμβάνεται αυτή στο αστικό δίκαιο, το οποίο ο υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263α του ΠΚ έλαβε ή κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, έστω και αν είναι αναρμόδιος γι' αυτό, ιδιοποίηση δε αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και να διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται η ύπαρξη δόλου, που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει) και ότι το έλαβε ή το κατέχει ο δράστης υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, ως και τη θέληση να ιδιοποιηθεί τούτο παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του κυρίου ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο. Ενδεχόμενος δόλος αρκεί. Για τη στοιχειοθέτηση, εξάλλου, της κακουργηματικής μορφής της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, που προβλέπεται από το πρώτο εδάφιο της περιπτώσεως γ' του άρθρου 258 του ΠΚ, απαιτείται να μεταχειρίστηκε ο υπαίτιος ιδιαίτερα τεχνάσματα και, επιπροσθέτως, να είναι το αντικείμενο αυτής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 ευρώ. Ως ιδιαίτερα τεχνάσματα, τα οποία, εφόσον συντρέχουν, καθιστούν την παραπάνω πράξη υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κακούργημα, θεωρούνται ενέργειες και παραλείψεις του δράστη υπαλλήλου, που τείνουν στην εξαπάτηση της αρχής, όπως ψευδείς εγγραφές σε βιβλία, μη καταχώρηση εισπραττομένων στα βιβλία, αλλοιώσεις αριθμών, έκδοση εικονικών εγγραφών κτλ, με τις οποίες επιδιώκεται να καταστεί δυσχερής ο έλεγχος ή να προκληθεί σύγχυση στους λογαριασμούς και γενικά, ό,τι είναι κατά την κοινή πείρα επιτήδειο να συγκαλύψει την παράνομη ενέργεια του υπαλλήλου. Περαιτέρω, από το άρθρο 263α του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν. 1738/1987 προκύπτει ότι για την εφαρμογή των αναφερομένων σ' αυτό άρθρων, στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 258 ΠΚ, ως υπάλληλοι θεωρούνται, εκτός από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 13 εδ. α' ΠΚ και όσοι υπηρετούν μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιαδήποτε ιδιότητα: α) σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς που ανήκουν στο Κράτος, σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου και που εξυπηρετούν με αποκλειστική ή προνομιακή εκμετάλλευση την προμήθεια ή την παροχή στο κοινό νερού, φωτισμού, θερμότητας, κινητήριας δύναμης ή μέσων συγκοινωνίας ή μαζικής ενημέρωσης. Τέτοια επιχείρηση είναι κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ν.δ. 496/1970 και ο ΕΛΤΑ (Ελληνικά Ταχυδρομεία) που λειτουργεί υπό τη μορφή του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (ανώνυμη εταιρεία) και στον οποίο ανατέθηκε η προνομιακή εκμετάλλευση και ανάπτυξη της ταχυδρομικής υπηρεσίας. Περιλαμβάνονται, επομένως, οι τελευταίοι στα απαριθμούμενα στο άρθρο 263α ΠΚ νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και εξομοιώνονται, κατόπιν τούτου, οι υπάλληλοι αυτού προς δημοσίους υπαλλήλους για την εφαρμογή, εκτός των άλλων, της διατάξεως του άρθρου 258 ΠΚ. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κυρία ή προανάκριση) για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί να αναφέρονται αυτά γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά ή να αξιολογούνται καθ' έκαστον ή να συσχετίζονται ειδικώς ή να συγκρίνονται μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική εκάστου βαρύτητα. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει και όταν το παραπεμπτικό βούλευμα αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ίδιου βουλεύματος, εφόσον αυτή περιέχει τις ανωτέρω διαλαμβανόμενες αναγκαίες αναφορές. Δεν ιδρύει, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στην περίπτωση αυτή, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στην διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠοινΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την παράθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 60/2007 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με επιτρεπτή καθολική αναφορά του στην ενσωματωμένη στο βούλευμα αυτό πρόταση της Εισαγγελέως Εφετών έκρινε, ότι το πρωτοβάθμιο συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιώς, προκειμένου να δικαστεί για τις αξιόποινες πράξεις α) της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, που διαπράχθηκε από υπαίτιο που μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και της οποίας το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 ευρώ και β) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση. Δέχθηκε, ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που επιτρεπτώς, γενικώς κατά το είδος σ' αυτό αναφέρονται και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ1 προσελήφθη στα Ελληνικά Ταχυδρομεία, τον Μάϊο του 1985 όπου και παρέμεινε εργαζόμενος με σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου έως τον Ιανουάριο του 1988. Στη συνέχεια η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, και στις 31-5-88 ο ίδιος έγινε μόνιμος υπάλληλος των ΕΛΤΑ και έλαβε τον βαθμό του Προϊσταμένου "4" ενώ από 21 Μαΐου 1996 που προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη εργάσθηκε στην κεντρική Διεύθυνση των ΕΛΤΑ. Στις 28-2-01 η περιφερειακή Διεύθυνση Αιγαίου των ΕΛΤΑ απέκτησε αυτόνομη διαχείριση και αμέσως μετά και συγκεκριμένα την 1η Μαρτίου 2001, ο κατηγορούμενος ανέλαβε διαχειριστής-υπεύθυνος της μισθοδοσίας του προσωπικού της περιφερειακής Διεύθυνσης αυτής, όπου εργάσθηκε μέχρι τις 10-1-2003 οπότε και παραιτήθηκε από την Υπηρεσία. Τα Ελληνικά Ταχυδρομεία δυνάμει του ΝΔ 496/1970, του Ν. 2414/96 σε συνδ. με την ΥΛ 83588/253/12-12-1996, ιδρύθηκαν και λειτουργούν ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (ανώνυμη εταιρεία) με τον διακριτικό τίτλο "ΕΛΤΑ", έχουν ως σκοπό την οργάνωση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη της ταχυδρομικής υπηρεσίας κατά προνομιακή και αποκλειστική παραχώρηση του Ελληνικού Δημοσίου, που συμμετέχει στο κεφάλαιο του παραπάνω νομικού προσώπου, χρηματοδοτώντας και επιχορηγώντας αυτό. Επομένως τα ΕΛΤΑ εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 263 Α Π.Κ. και οι εργαζόμενοι σε αυτά, έχουν την ιδιότητα του "υπαλλήλου" που απαιτείται για την εφαρμογή του άρθρου 258 Π.Κ. Ο εκκαλών κατηγορούμενος ανέλαβε τα καθήκοντα του διαχειριστή της περιφερειακής Δ/νσης Αιγαίου την 1-3-01, διαδεχθείς στον τομέα αυτό τον Ζ1, Διαχειριστή του Κεντρικού Ταχυδρομείου Πειραιά, που μέχρι την αυτονόμηση της Δ/σης Αιγαίου, διαχειριζόταν μαζί με άλλη διεύθυνση και αυτήν του Αιγαίου. Το ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος ανέλαβε την διαχείριση της Δ/νσης Αιγαίου στις 1-3-01 προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο από την κατάθεση του μάρτυρα Ζ1 τις από 18-4-03 έως 27-8-03 πορισματικές αναφορές του Β1 και Β2, Επιθεωρητών της Δ/νσης Επιθεωρήσεως των ΕΛΤΑ, συνομολογείται και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο στην απολογία του ενώπιον του Ανακριτή, αλλά και στις "εξηγήσεις" που κατέθεσε εγγράφως στις 9-1-04 ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιά, δια της ενεργούσης την Προκαταρκτική εξέταση Πταισματοδίκου, του 8ου τμ. Πειραιά.
Το αντικείμενο της εργασίας του κατηγορουμένου ως διαχειριστή της περιφερειακής Δ/νσης Αιγαίου των ΕΛΤΑ, ήταν η καταβολή της τακτικής μισθοδοσίας των υπαλλήλων της περιφερειακής αυτής Δ/νσης. Ο ίδιος, ως υπεύθυνος διαχειριστής, είχε την υποχρέωση να τηρεί "ημερήσια φύλλα συναλλαγών" (Η.Φ.Σ.) στα οποία έπρεπε να καταχωρεί αφ' ενός μεν τις χρηματοδοτήσεις της Δ/νσης, που προήρχοντο από το Κεντρικό Ταχυδρομείο Πειραιά, για την καταβολή της μισθοδοσίας των υπαλλήλων, αφ' ετέρου δε όλες τις περιοδικές καταβολές του μισθού προς τους υπαλλήλους της Δ/νσης Αιγαίου, που πραγματοποιούσε ο διαχειριστής. Ο μηνιαίος μισθός των εργαζομένων καταβαλλόταν ανά δεκαπενθήμερο, ήτοι την 1η και 16η εκάστου μηνός. Όμως πέρα από τις παραπάνω καταβολές είχε επικρατήσει η πρακτική, από την εποχή που η Δ/νση Αιγαίου υπήγετο στην Κεντρική Διαχείριση των ΕΛΤΑ Πειραιά, να δίδονται προκαταβολές χρηματικών ποσών μισθοδοσίας, για υπηρεσιακούς λόγους (εκτός έδρας, μετακινήσεις) ή για αντιμετώπιση προσωπικών αναγκών, ασθενείας κ.λ.π. Οι προκαταβολές που δίδονταν στους υπαλλήλους της Περιφερειακής Δ/νσης Αιγαίου, δεν μπορούσαν να υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 1.500.000 - 1.800.000 δρχ. ανά δεκαπενθήμερο, για όλους τους υπαλλήλους που απασχολούντο στην εν λόγω Δ/νση συνολικά, δίδονταν σε κάθε υπάλληλο που ζητούσε προκαταβολή, μετά από έγκριση του αρμοδίου περιφερειακού διευθυντή, που υπέγραφε την σχετική αίτηση του ενδιαφερομένου. Τα ποσά που δίδονταν ως προκαταβολή παρακρατούντο εκ μέρους του υπευθύνου - διαχειριστή της μισθοδοσίας του υπαλλήλου, άλλοτε από το μισθό του αμέσως επομένου δεκαπενθημέρου και κάποτε από τους μισθούς του επομένου μηνός. Για να διευκολυνθεί η διαδικασία είχαν τυπωθεί έντυπες αποδείξεις χορήγησης προκαταβολής προς τους εργαζομένους, τις οποίες οι τελευταίοι αφού συμπλήρωναν εις διπλούν τις υπέγραφαν, έπαιρναν την έγκριση του διευθυντή της Υπηρεσίας όπου εργάζονταν και στην συνέχεια, το μεν ένα αντίτυπο της απόδειξης προκαταβολής παρέδιδαν στην διαχείριση της περιφερειακής διεύθυνσης, το δε δεύτερο στην διαχείριση του Κεντρικού Ταχυδρομείου Πειραιά, (στην οποία τότε υπήγετο χρηματικά και η περιφερειακή διεύθυνση Ν. Αιγαίου), από την οποία ελάμβαναν οι ίδιοι οι υπάλληλοι την προκαταβολή, η οποία κατεχωρείτο στο ημερήσιο φύλλο συναλλαγών. Κατά την ημερομηνία των επομένων μισθοδοσιών ο διαχειριστής της περιφερειακής διεύθυνσης, αφαιρούσε από το συνολικό χρηματικό ποσό της μισθοδοσίας το οποίο έπρεπε να λάβει από την Κεντρική Διαχείριση των ΕΛΤΑ Πειραιά, το ποσό των προκαταβολών, βάσει των αντιγράφων των αποδείξεων που είχε στα χέρια του και εισέπραττε από την Κεντρική Διαχείριση, το υπόλοιπο χρηματικό ποσό. Στη συνέχεια κατέβαλε σε έκαστο λήπτη της προκαταβολής υπάλληλο, την διαφορά μεταξύ πληρωτέου ποσού και ληφθείσης προκαταβολής και επέστρεφε στον τελευταίο και την απόδειξη της προκαταβολής ως απόδειξη της εξόφλησης. Τα γεγονότα αυτά προκύπτουν από την κατάθεση του μάρτυρα Ζ2 βοηθού διαχειριστή μισθοδοσίας ΕΛΤΑ Πειραιά, Ζ1 διαχειριστή της ίδιας υπηρεσίας, του Ζ3, τις συνημμένες στη δικογραφία αποδείξεις προκαταβολών, όπως επίσης και από τις καταθέσεις του Ζ1, Ζ3 και Ζ4 ενώπιον του επιθεωρητού των ΕΛΤΑ που έδωσαν κατά την ένορκη διοικητική εξέταση που διενεργήθη και επισυνάφθηκαν στην δικογραφία. Την ίδια παραπάνω διαδικασία ακολούθησε και ο κατηγορούμενος, όπως ο ίδιος συνομολογεί στις από 9-1-04 εξηγήσεις του προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, μέχρις ότου ήρθε σχετική απαγορευτική εγκύκλιος της Υπηρεσίας και η πρακτική αυτή σταμάτησε. Μετά την αποχώρηση του κατηγορουμένου - διαχειριστή από την υπηρεσία, διενεργήθηκε έλεγχος από επιθεωρητή της Δ/νσης εσωτερικού ελέγχου των ΕΛΤΑ στη διαχείριση της Δ/σης Αιγαίου, όπου διαπιστώθηκαν τα εξής:
Από 1-3-2001 έως 31-12-2001 η περιφερειακή διεύθυνση νήσων Αιγαίου παρέλαβε ως χρηματοδότηση, από την κεντρική διαχείριση του Κεντρικού Ταχυδρομείου Πειραιά, το συνολικό ποσό των 130.805.000 δρχ. και από 1-1-02 έως 31-12-02 το ποσό των 456.574 Ευρώ συνολικά. Τα χρηματικά αυτά ποσά καταχωρήθηκαν από τον κατηγορούμενο στα ημερήσια φύλλα συναλλαγών, με αποτέλεσμα σε γενικό σύνολο το παραληφθέν χρηματικό ποσό το παραπάνω χρονικό διάστημα, να είναι ισοσκελισμένο με το ποσό που υπήρχε καταχωρημένο στα ημερήσια φύλλα ελέγχου. Μετά από έλεγχο όμως και επεξεργασία των ποσών μισθοδοσίας και προκαταβολών μονίμου προσωπικού της Δ/νσης Αιγαίου, στα από τον κατηγορούμενο συσταγέντα ημερήσια φύλλα συναλλαγών, που στάλθηκαν προς επεξεργασία στην Διεύθυνση Οικονομικών των ΕΛΤΑ, κατά το χρονικό διάστημα της θητείας του κατηγορουμένου, ως υπευθύνου - διαχειριστή μισθοδοσίας της Δ/νσης Αιγαίου, η ως άνω διαχείριση παρουσίασε συνολικό έλλειμμα χρηματικού ποσού 5.089,58 Ευρώ. Και πιο συγκεκριμένα από το χρονικό διάστημα από 1-3-01 έως 31-12-01 το έλλειμμα προσδιορίσθηκε στο ποσό των 30.882,58 Ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1-1-02 έως 10-1-03 το έλλειμμα ανήλθε στο ποσό των 20.000 Ευρώ. Διαπιστώθηκαν ειδικότερα τα εξής: Κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-01 έως 31-12-01 καταχωρήθηκε στις σχετικές μισθολογικές καταστάσεις όσον αφορά τη Δ/νση Αιγαίου, από την Κεντρική Δ/νση ΕΛΤΑ, τα εξής ποσά για την πληρωμή των μισθών των υπαλλήλων της Δ/νσης αυτής κατά μήνα: Μάρτιος 2001
το ποσό των
13.712.700 δρχ.
Απρίλιος 2001
ποσό συνολικά
12.906.400 δρχ.
Μάϊος 2001
ποσό συνολικά
4.415.600 δρχ.
Ιούνιος 2001
ποσό συνολικά
16.922.500 δρχ.
Ιούλιος 2001
ποσό συνολικά
3.974.200 δρχ.
Αύγουστος 2001
ποσό συνολικά
11.342.900 δρχ.
Σεπτέμβριος 2001
ποσό συνολικά
3.751.200 δρχ.
Οκτώβριος 2001
ποσό συνολικά
7.452.000 δρχ.
Νοέμβριος 2001
ποσό συνολικά
11.653.300 δρχ.
Δεκέμβριος 2001
ποσό συνολικά
17.689.400 δρχ.
Δηλαδή το συνολικό χρηματικό ποσό που ανεγράφη στις μισθολογικές καταστάσεις για την περίοδο από 1-3-01 έως 31-12-01 ήταν 103.820.200 δρχ. Από το ποσό αυτό διαγράφτηκαν στις 1-6-01 το ποσό των 1.100 δρχ., στις 16-7-01 το ποσό των 191.500 δρχ. και στις 30-12-01 το ποσό των 113.800 δρχ. και συνολικά το ποσό των 306.400 δρχ. Έτσι το ποσό που διαμορφώθηκε τελικά στην εν λόγω μισθολογική κατάσταση το οποίο και έπρεπε να καταβληθεί στους υπαλλήλους της εν λόγω διεύθυνσης, για μισθοδοσία, ήταν 103.513.800 δρχ. Τα ποσά που καταχωρήθηκαν στα λογιστικά βιβλία (Ημερήσια Φύλλα Συναλλαγών) της Περιφερειακής Δ/νσης Ν.Αιγαίου, ήτοι χρηματικά ποσά μισθοδοσίας και προκαταβολών προς τους υπαλλήλους της Δ/νσης αυτής, από τον κατηγορούμενο κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, ήταν τα ακόλουθα: Μάρτιος 2001
18.828.600 δρχ.
Απρίλιος 2001
11.086.900 δρχ.
Μάϊος 2001
7.126.530 δρχ.
Ιούνιος 2001
19.222.794 δρχ.
Ιούλιος 2001
10.560.315 δρχ.
Αύγουστος 2001
6.868.200 δρχ.
Σεπτέμβριος 2001
4.956.100 δρχ.
Οκτώβριος 2001
7.185.000 δρχ.
Νοέμβριος 2001
8.630.200 δρχ.
Δεκέμβριος 2001
458.300 δρχ.
Δηλαδή το συνολικό χρηματικό ποσό το οποίο καταχωρήθηκε από τον κατηγορούμενο στα ημερήσια φύλλα συναλλαγών ως καταβεβλημένο για μισθοδοσία και προκαταβολές προς τους υπαλλήλους της περιφερειακής Δ/νσης Αιγαίου των ΕΛΤΑ κατά τη χρονική περίοδο από 1-3-01 έως 31-12-01 προσδιορίζεται σε 114.037.039 δρχ. Μεταξύ του ποσού των 103.513.800 δρχ. που ανεγράφετο στις μισθολογικές καταστάσεις και του καταχωρηθέντος στα Η.Φ.Σ. ποσού των 114.037.039 δρχ. υφίσταται διαφορά 10.523.239 δρχ. ή 30.882,58 Ευρώ.
Το ως άνω επιπλέον χρηματικό ποσό, καταχωρήθηκε από τον κατηγορούμενο στα Η.Φ.Σ. ως προκαταβολές προς τους υπαλλήλους, της Δ/νσης Αιγαίου, πλην όμως οι φερόμενες ως προκαταβολές αυτών, δεν συνοδεύτηκαν από κάποιο παραστατικό στοιχείο όπως έπρεπε, από το οποίο να δικαιολογούνται, με συνέπεια να υφίσταται κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα στη Διαχείριση της Δ/νσης Αιγαίου, έλλειμμα ίσο προς την παραπάνω διαφορά των 30.882,58 Ευρώ. Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 16-1-2003 εστάλησαν για την πληρωμή του προσωπικού της Δ/νσης Αιγαίου τα παρακάτω ποσά που αναφέρονταν στις μισθολογικές καταστάσεις:
Ιανουάριος 2002
12.435 ΕυρώΦεβρουάριος 2002
25.235,22 ΕυρώΜάρτιος 2002
27.720 ΕυρώΑπρίλιος 2002
52.790 Ευρώ Μάϊος 2002
26.950 ΕυρώΙούνιος 2002
10.895 Ευρώ Ιούλιος 2002
37.525 Ευρώ Αύγουστος 2002
36.396,96 Ευρώ Σεπτέμβριος 2002
11.165 ΕυρώΟκτώβριος 2002
22.790 ΕυρώΝοέμβριος 2002
40.735 ΕυρώΔεκέμβριος 2002
52.170 ΕυρώΙανουάριος 2003
12.910 ΕυρώΔηλαδή το συνολικό ποσό που αναφερόταν στις μισθολογικές καταστάσεις προσδιορίζεται σε 369.717,18 Ευρώ. Αφαιρουμένου του χρηματικού ποσού των 8.666,96 Ευρώ που αφορά σε διαγραφές που έγιναν από τις μισθολογικές καταστάσεις της παραπάνω μισθολογικής περιόδου για τα .... ποσά των 720, 385, 2160, 655, 555, 4190, 0, 98 και 0,18 που έχουν καταχωρηθεί κατά τις ημερομηνίες 15-3-02, 29-4-02, 29-4-02, 6-5-02, 31-5-02, 1-7-02, 1-8-02 και 16-8-02 αντίστοιχα, το γενικό σύνολο προς τους δικαιούχους υπαλλήλους του καταβληθέντος ποσού μισθοδοσίας ανέρχεται σε 361.050,22 Ευρώ. Αν αφαιρεθεί επίσης και το ποσό των 12.910 Ευρώ που αφορούσε τις μισθολογικές καταβολές της 16-1-03 που ο κατηγορούμενος δεν ήταν πλέον διαχειριστής, το καθαρό ποσό της μισθοδοσίας από 1-1-02 έως 10-1-03 προσδιορίζεται σε 348.140,22 Ευρώ. Τα ποσά μισθοδοσίας και προκαταβολών που καταχώρησε στα Η.Φ.Σ. ο κατηγορούμενος προς τους υπαλλήλους της Δ/νσης Αιγαίου από 1-1-02 έως 10-1-03 ήταν τα ακόλουθα:
Ιανουάριος 2002
14.499,73 ΕυρώΦεβρουάριος 2002
25.250,49 ΕυρώΜάρτιος 2002
30.020 ΕυρώΑπρίλιος 2002
47.690 Ευρώ Μάϊος 2002
23.195 ΕυρώΙούνιος 2002
31.845 Ευρώ Ιούλιος 2002
32.890 Ευρώ Αύγουστος 2002
34.690 Ευρώ Σεπτέμβριος 2002
15.475 ΕυρώΟκτώβριος 2002
23.225 ΕυρώΝοέμβριος 2002
37.199 ΕυρώΔεκέμβριος 2002
49.070 ΕυρώΙανουάριος 2003
3.100 Ευρώ Δηλαδή το συνολικό χρηματικό ποσό που καταχωρήθηκε στα Η.Φ.Σ., ως καταβεβλημένο για μισθοδοσία και προκαταβολές προς τους υπαλλήλους της Περιφερειακής Δ/νσης Αιγαίου των ΕΛΤΑ, κατά την χρονική περίοδο από 1-1-02 έως τις 10-1-03, όπου αποχώρησε ο κατηγορούμενος της Υπηρεσίας, ήταν 368.149,22 Ευρώ. Μεταξύ της αναγραφόμενης γενικού συνόλου των 348.140,22 Ευρώ στις καταστάσεις μισθοδοσίας (μέχρι τις 10-1-03) και του ποσού που καταχωρήθηκε στα Η.Φ.Σ. στην ίδια χρονική περίοδο (από 1-1-02 έως 10-1-03) υφίσταται διαφορά 20.009 Ευρώ, που αποτελεί έλλειμμα. Η ύπαρξη των ελλειμμάτων αυτών προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο από τις συνημμένες στη δικογραφία πορισματικές αναφορές των επιθεωρητών των ΕΛΤΑ Β2 και Β1, και τις συνημμένες σε αυτές καταστάσεις χρηματοδότησης και εγγραφής ποσών μισθοδοσίας και προκαταβολών προσωπικού της Δ/νσης Αιγαίου. Τα ποσά αυτά ο κατηγορούμενος διαχειριστής ενώ τα εμφάνιζε ως προκαταβολές προς υπαλλήλους στην πραγματικότητα δεν τα κατέβαλλε στους υπαλλήλους αλλά τα κρατούσε για δικούς του σκοπούς και τα ιδιοποιείτο. Για να επιτύχει την παραπάνω ιδιοποίηση και να συγκαλύψει το έλλειμμα, ο εκκαλών κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε διάφορα τεχνάσματα και ειδικότερα δεν τηρούσε νομότυπα τις αποδείξεις προκαταβολών, καθώς άλλες από αυτές δεν έφεραν ημερομηνία έκδοσης, άλλες όπως οι από 2-4-02 ποσού 530 Ευρώ και 1.100 Ευρώ προς τους Γ1 και Γ2, ήταν πλαστογραφημένες, άλλες από αυτές δεν έφεραν την υπογραφή και επομένως την έγκριση του εκάστοτε διευθυντή, ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν φρόντιζε να αφαιρεί τις προκαταβολές από τις επόμενες μισθοδοσίες, με αποτέλεσμα να υπάρχει σύγχυση και να δημιουργούνται δυσκολίες στον έλεγχο των προκαταβολών και στη διαπίστωση των ελλειμμάτων τα οποία τελικά καρπωνόταν ο διαχειριστής, και τα ιδιοποιείτο. Τα γεγονότα αυτά προκύπτουν από τα παραπάνω πορίσματα των επιθεωρητών, το υπ' αριθμ. πρωτ. ...... έγγραφο της Δ/νσης επιθεώρησης των ΕΛΤΑ που υπογράφουν οι επιθεωρητές Β2 και Β1 προς τον 8ο Πταισματοδίκη Πειραιά, τα αντίγραφα των αποδείξεων προκαταβολών που υπάρχουν στη δικογραφία αλλά και τις καταθέσεις των μαρτύρων Γ1 και Γ2. Είναι βεβαίως γεγονός ότι ο κατηγορούμενος διαχειριστής ισχυρίζεται πως δεν υπάρχει έλλειμμα και επομένως παράνομη ιδιοποίηση του ποσού που αντιστοιχεί σε αυτήν από τον ίδιο διότι πράγματι τα ποσά αυτά των προκαταβολών μισθοδοσίας δόθηκαν στο σύνολό τους σε διαφόρους υπαλλήλους οι οποίοι δεν τα επέστρεψαν στα ΕΛΤΑ, αλλά τα οφείλουν και επομένως αυτά πρέπει να γίνουν απαιτητά από αυτούς, και όχι από τον ίδιο, ο οποίος σε καμία υπεξαίρεση κανενός χρηματικού ποσού δεν προέβη. Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι μέρος του εμφανιζόμενου ελλείμματος οφείλεται στην διαχείριση του προηγουμένου διαχειριστή Ζ1 ο οποίος του "κληρονόμησε υπηρεσιακές προκαταβολές" που δεν είχαν παρακρατηθεί και επομένως έλλειμμα συνολικού ύψους 3.122.700 δρχ. ή 9.164,20 Ευρώ. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του αυτών ο εκκαλών κατηγορούμενος προσκομίζει α) 13 αποδείξεις προκαταβολών προς υπαλλήλους της Δ/νσης Αιγαίου που συντελέσθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 8-2-2000 έως 21-2-2001 κατά το οποίο ο ίδιος δεν ήταν διαχειριστής, που ισχυρίζεται ότι ήταν ανεξόφλητες. β) 13 αποδείξεις προκαταβολών προς τους υπαλλήλους Γ1, Δ1, Ζ3, Ζ5, Δ2, Δ3, Ζ4, Δ4, Δ5, Δ6 ποσού 6.919.000 δρχ. οι ισχυρισμοί όμως αυτοί ανατρέπονται από τις καταθέσεις α) του μάρτυρος Ζ1 ο οποίος αρνείται κατηγορηματικά και ένορκα, ενώπιον του Ζ' Ανακριτή Πειραιώς, ότι παρέδωσε τέτοιο έλλειμμα προς τον κατηγορούμενο, β) από την κατάθεση του μάρτυρος Ζ2 βοηθού κεντρικού διαχειριστή της Κεντρικής Διαχείρισης του Κεντρικού Ταχυδρομείου Πειραιά, ο οποίος βεβαιώνει ότι κατά το διάστημα από 17-2-01 έως 28-2-01 η συνολική οφειλή των ανεξόφλητων προκαταβολών δεν ξεπερνούσε τις 15.000.000 δρχ. Εξάλλου η άποψη ότι παρέλαβε ο ίδιος ο εκκαλών κατηγορούμενος από τον προκάτοχό του διαχειριστή, αδιαμαρτύρητα, χωρίς καμιά καταγραφή στο πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής και κυρίως χωρίς να απαιτήσει ο ίδιος την άμεση διευθέτηση - τακτοποίηση του ελλείμματος αυτού από τους υπόλογους υπαλλήλους, που ήταν υψηλό και θα μπορούσε να τον εκθέσει άμεσα σε τυχόν έλεγχο, είναι ελάχιστα πειστική όχι μόνο διότι είναι όψιμη αλλά και δεν αντέχει στον έλεγχο της λογικής. Η αποδεικτική σημασία τέλος των αποδείξεων που προσκόμισε ο κατηγορούμενος (που σημειωτέον δεν καλύπτουν όλο το ποσό) αποδυναμώνεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων Γ2 και Γ1, όπου ομιλούν για πλαστογράφηση της υπογραφής τους στις αποδείξεις που τους αφορούν, αλλά και των μαρτύρων Ζ3, Ζ5, Ζ4 που βεβαιώνουν ένορκα ότι δεν έχουν καμία οφειλή προς τα ΕΛΤΑ και πως τις σχετικές αποδείξεις των προκαταβολών που είχαν υπογράψει δεν τις παρέλαβαν. Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, υπάρχουν ανεπαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντος κατηγορουμένου για τις πράξεις για τις οποίες παραπέμφθηκε για να δικαστεί με το εκκαλούμενο βούλευμα το οποίο έκρινε ορθά τις αποδείξεις. Επομένως, η υπό κρίση έφεση του κατηγορουμένου κατ' αυτού θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα. Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις περί τελέσεως από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο των αξιοποίνων πράξεων της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, που διαπράχθηκε από υπαίτιο που μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και της οποίας το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των 5.000.000 δρχ. ή των 15.000 ευρώ και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως (που δεν είχε υποκύψει σε παραγραφή), και για το λόγο αυτόν απέρριψε την υπ' αυτού ασκηθείσα κατά του υπ' αριθ. 875/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς έφεσή του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία στην κακουργηματική της μορφή, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία στην κακουργηματική της μορφή, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες (σοβαρές) ενδείξεις για την παραπομπή αυτού (κατηγορουμένου) στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. α', 98, 258 περ. γ' και 263α' του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως, αλλ' ούτε και εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με οποιουδήποτε άλλο τρόπο. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών στο προσβαλλόμενο βούλευμα με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση αναφέρει αναλυτικά το χρονικό διάστημα (1.3.2001 έως 10.1.2003) που ο αναιρεσείων κατηγορούμενος τέλεσε κατ' εξακολούθηση την πράξη, την ιδιότητά του ως υπαλλήλου των ΕΛΤΑ, την υπαγωγή του προσωπικού του στην έννοια της διατάξεως του άρθρου 263α ΠΚ, τα καθήκοντά του στην υπηρεσία, το συνολικό ποσό (ιδιαίτερα μεγάλης αξίας) που ιδιοποιήθηκε παράνομα (49.424,23 ευρώ), πως περιήλθε σ' αυτόν και περιγράφει με πληρότητα και σαφήνεια τα ιδιαίτερα τεχνάσματα που μεταχειρίστηκε για την επίτευξη και συγκάλυψη του εν λόγω εγκλήματος, ενώ παραθέτει τους λόγους που θεμελιώνεται το υποκειμενικό στοιχείο. Μνημονεύει κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, στα οποία περιλαμβάνεται και η κατάθεση της μάρτυρος υπερασπίσεως Ε1 χωρίς να είναι αναγκαία η ρητή αναφορά στην κατάθεσή της. Κρισιολογεί όλα τα αποδεικτικά μέσα, αναφέρεται στο πόρισμα των επιθεωρητών και στους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς τους οποίους αντικρούει ειδική αιτιολογία και αναφορά σε καταθέσεις μαρτύρων (φύλλο 23 σελ. β).
Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για: α) εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 258 περ. γ' του ΠΚ και β) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε, που με το δεύτερο από αυτούς με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν.
ΙΙ. Από το άρθρο 183 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ανήκει στην απόλυτη κρίση του συμβουλίου και δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ενώ εξάλλου η αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος για πραγματογνωμοσύνη δεν συνεπάγεται ακυρότητα, ούτε ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 ΚΠοινΔ. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ο σχετικός λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο το Συμβούλιο απέρριψε σιωπηρώς το αίτημα του αναιρεσείοντος για διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης.
ΙΙΙ. Η διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1δ' του ΚΠοινΔ, που προέβλεπε λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος για παράλειψη αναγραφής του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου, καταργήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 42 του Ν. 3160/2003 (από 30.6.2003). Εντεύθεν, ο συναφής λόγος αναιρέσεως για τη μη παράθεση στο προσβαλλόμενο βούλευμα των άρθρων του ΠΚ, με βάση τα οποία παραπέμπεται ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ανεξαρτήτως του ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα που επικύρωσε το πρωτόδικο δεν είχε υποχρέωση να παραθέσει τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, οι οποίες εν πάση περιπτώσει περιέχονται στο πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα, καθώς και στο προσβαλλόμενο (φύλλο 2ο).
IV. Κατά το άρθρο 111 παρ. 1 και 3 και 112 του ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία στα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία τελέστηκε το έγκλημα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1β', 370 στοιχ. β' και 485 του ΚΠοινΔ συνάγεται, ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα συμβούλια σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου ως συμβουλίου, ο οποίος αν διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της και μετά την άσκηση της αναίρεσης κατά του βουλεύματος οφείλει να αναιρέσει τούτο και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να είναι παραδεκτή. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παραπέμπεται και για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, την οποία φέρεται ότι διέπραξε στον Πειραιά την 2.4.2002. Όμως η πράξη αυτή έχει χαρακτήρα πλημμελήματος και τιμωρείται στο νόμο με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών (άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ).
Συνεπώς, από την τέλεση της εν λόγω πράξης, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών, δίχως στο μεταξύ να μεσολαβήσει λόγος αναστολής και εξαλείφθηκε το αξιόποινο αυτής λόγω παραγραφής. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, αυτόν της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠοινΔ), πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί κατά το μέρος που αφορά την παραπάνω πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για την άνω πράξη, λόγω παραγραφής. Κατά τα λοιπά, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει το υπ' αριθ. 60/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και δη ως προς την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, Χ1, σε βαθμό πλημμελήματος πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, την οποία φέρεται ότι τέλεσε στον Πειραιά την 2 Απριλίου 2002.
Παύει οριστικά την ασκηθείσα κατ' αυτού ποινική δίωξη για την παραπάνω αξιόποινη πράξη λόγω παραγραφής. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπ' αριθ. 3/2.3.2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 κατά του υπ' αριθ. 60/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχεία υπεξαίρεσης και υπεξαίρεσης στην υπηρεσία. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή για κακουργηματική κατ’ εξακολούθηση υπεξαίρεση στην υπηρεσία με τη χρήση ιδιαιτέρων τεχνασμάτων του αναιρεσείοντος, ο οποίος ως υπάλληλος των ΕΛΤΑ στο πλαίσιο των διαχειριστικών και ταμειακών αρμοδιοτήτων του ιδιοποιήθηκε παρανόμως το συνολικό ποσό των 49.424,23 ευρώ. Η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ανήκει στην απόλυτη κρίση του συμβουλίου και δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ενώ η αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος για πραγματογνωμοσύνη δεν συνεπάγεται ακυρότητα. Η διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 δ΄ του ΚΠΔ που προέβλεπε λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος για παράλειψη αναγραφής του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου, καταργήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 42 του Ν. 3160/2003. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Υπεξαίρεση, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1674/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Mιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βλασία Σεργάκη, περί αναιρέσεως της 841/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων), με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 784/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 259 του ΠΚ, υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη. Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικοτέρου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, αυτουργός του οποίου μπορεί να είναι μόνο υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263Α του ίδιου Κώδικα απαιτούνται: α) παράβαση, όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται από το νόμο ή τη διοικητική πράξη ή τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας, β) δόλος του δράστη, συνιστάμενος, αφενός μεν στη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας) της παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και αφετέρου, στη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να παραβεί το καθήκον του αυτό και γ) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, αδιαφόρου όντος, αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο όρος με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον, λογικά σημαίνει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο) και επιπλέον ότι η βούληση του δράστη (υποκειμενικό στοιχείο) κατευθύνεται στην απόκτηση του οφέλους ή στην πρόκληση της βλάβης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από το καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων, και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Η αιτιολογία της απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγος αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 841/2007 απόφαση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο χ1 για παράβαση καθήκοντος και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της, το παραπάνω Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που επιτρεπτώς κατ' είδος αναφέρει αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στην οδό ....... σε οικόπεδο στον οικοδομικό αριθμό .... στο ....., ιδιοκτησίας γ1 και γ2 εντός του οικοδομικού τετραγώνου .... έγιναν εργασίες εκσκαφών εντός του μηνός Ιανουαρίου 2002 προκειμένου να ανεγερθεί οικοδομή από υπόγεια αποθήκη και χώρους στάθμευσης αυτοκινήτων από ισόγειο κατάστημα και δύο ορόφους γραφείων. Εγινε αντιληπτό μετά την εκσκαφή εκείνη από τον εξετασθέντα ως μάρτυρα στο ακροατήριο ......, αρχιτεχνίτη στις εκσκαφές της Β' Εφορείας Αρχαιοτήτων ότι στον χώρο του άνω οικοπέδου που περιλαμβάνονταν στην αρχαιολογικού ενδιαφέροντος περιοχή εντός του σχεδίου πόλεως του Δήμου Κορωπίου από τις εκσκαφές που είχαν γίνει είχαν καταστραφεί κατά ένα μέρος δύο αρχαίοι τάφοι στη βορειοανατολική πλευρά του οικοπέδου στις πλευρές του σκάμματος από όπου και κατέβηκε και περισυνέλεξε τεμάχια από θρυμματισμένα αγγεία. Στη συνέχεια δε ο ανωτέρω μάρτυρας ενημέρωσε τους υπεύθυνους της Β' Εφορείας Αρχαιοτήτων και έγινε έλεγχος στις 30.1.2002 από τον αρχαιολόγο της παραπάνω υπηρεσίας Δ1, ο οποίος εξετάσθηκε, επίσης ως μάρτυρας στο ακροατήριο και εβεβαίωσε ότι το οικόπεδο στο οποίο είχε γίνει η εκσκαφή ευρίσκετο εντός αρχαιολογικής ζώνης και ότι ανεύρε στον πυθμένα της εκσκαφής όστρακα που περισυνέλεξε. Τόσο ο άνω μάρτυρας που ήταν έκτακτος αρχαιολόγος στην άνω αρχαιολογική υπηρεσία όσο και η έτερη μάρτυρας Δ2 που ήταν αρχαιολόγος της Β' Εφορείας Αρχαιοτήτων, αρμόδια για την περιοχή .... και εβεβαίωσε και αυτή την καταστροφή μισού αρχαίου τάφου από την εκσκαφή στο άνω οικόπεδο και την ανεύρεση 14 αγγείων έκαναν στις καταθέσεις τους στο ακροατήριο την παρατήρηση ότι είχαν γίνει οι εργασίες εκσκαφών στο παραπάνω οικόπεδο χωρίς άδεια της αρχαιολογικής υπηρεσίας παρά το ότι το παραπάνω οικόπεδο ήταν εντός περιοχής που είχε κηρυχθεί αρχαιολογικός χώρος με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού που είχε δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως από το έτος 1995. Ήταν επομένως γνωστό, στους κατοίκους της περιοχής και στους υπαλλήλους του Πολεοδομικού Γραφείου Μαρκοπούλου οι περιοχές της πόλεως Κορωπίου που χαρακτηρίζονταν αρχαιολογικοί χώροι και οι μάρτυρες Δ1 και Δ2 ανέφερε ότι επρόκειτο για μικρής εκτάσεως χώρο στον οποίο ενέπιπτε και το οικόπεδο ιδιοκτησίας γ1 και γ2 στο οποίο οι εκσκαφές γίνονταν μετά από σχετική οικοδομική άδεια που είχε εκδοθεί από το Πολεοδομικό Γραφείο Μαρκόπουλου ως αρμόδιο για την έκδοση τέτοιων αδειών και για ακίνητα εντός της περιοχής Κορωπίου. Με βάση την .... οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Μαρκοπούλου είχαν γίνει εργασίες εκσκαφής εντός του άνω οικοπέδου ιδιοκτησίες γ2 και γ1 από τον εργολάβο .... και τον εργοδηγό ... υπό την επίβλεψη του μηχανικού ...... Με το ..... έγγραφο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας που απευθυνόταν στο Α.Τ. Κορωπίου διατάχθηκε διακοπή των εργασιών εκσκαφής στο ακίνητο των γ2 και γ1. Από την Β' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων με το υπ' αριθμ. πρωτ. ...... έγγραφο της για λόγους προστασίας παρακειμένης οικοδομής επί της οδού .... αριθμ. .... προς νότο της ιδιοκτησίας των άνω αδελφών Γ στη λεωφόρο .... αριθμ. ... στο .... εντός του αρχαιολογικού χώρου επετράπη η κατασκευή τοίχου αντιστήριξης σε όλο το μήκος της βόρειας πλευράς του υπάρχοντος γειτονικού κτιρίου. Αργότερα από το Πολεοδομικό Γραφείο Μαρκοπούλου με το υπ' αριθμ. πρωτ. .... έγγραφο του προς το Α/Τα Κορωπίου επετράπη η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών στην ιδιοκτησία Γ1 και Γ2 στο ... μεταξύ των οδών ... και ..... μετά το υπ' αριθμ. πρωτ. ..... έγγραφο της Β' Εφορείας Προϊσταμένων και Κλασσικών Αρχαιοτήτων που ενημέρωσε του ιδιοκτήτες ότι μπορούσαν να προχωρήσουν στις εκσκαφές εργασίας μόνο στο ήδη ανασκαμμένο ανατολικό τμήμα του οικοπέδου των υπό την παρακολούθηση υπαλλήλου της αρχαιολογικής υπηρεσίας ενώ στο δυτικό τμήμα του οικοπέδου στη θέση κατασκευής βόθρου και ράμπας όπου είχαν εντοπισθεί αρχαία τα οποία χρειάζονταν περαιτέρω έρευνα, αυτή θα γινόταν από την αρχαιολογική υπηρεσία το έτος 2003. Οι κατηγορούμενοι ήταν υπάλληλοι στο Πολεοδομικό Γραφείο Μαρκόπουλου κατά τον χρόνο που υποβλήθηκε η από .... αίτηση των αδελφών Γ1 και Γ2 δια την έκδοση οικοδομικής άδειας προς ανέγερση ισογείου καταστήματος και δύο ορόφων γραφείων με υπόγεια αποθήκη και θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτου στο οικόπεδο της στο οικοδομικό τετράγωνο ... στο .... μεταξύ ... και .... ο πρώτος από αυτούς Χ1 ήταν τοποθετημένος ως υπεύθυνος στον τομέα τοπογραφικού και όρων δόμησης, ο δεύτερος από αυτούς Χ2 ήταν τοποθετημένος ως υπεύθυνος στον Τομέα Εκδοσης Οικοδομικών Αδειών. Παρά την ύπαρξη πινακίδων και χαρτών στην Πολεοδομική Υπηρεσία Μαρκοπούλου από τους οποίους προέκυπτε, ότι απαιτείτο προηγούμενη άδεια από την αρχαιολογική υπηρεσία για να επιτραπεί από το Πολεοδομικό Γραφείο Μαρκοπούλου με έκδοση σχετικής άδειας ανέγερσης οικοδομής η εκτέλεση οικοδομικών Εργασιών μεταξύ των οποίων και εκσκαπτικών εντός του πιο πάνω οικοπέδου ιδιοκτησίας Γ1 και Γ2. Ο κατηγορούμενος χ1 υπό την άνω υπαλληλική ιδιότητά του παρέλειψε τις δέουσες ενέργειες που περιέχονταν στον κύκλο των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί από τον προϊστάμενο του Πολεοδομικού Γραφείου Μαρκοπούλου με την υπ' αριθμό πρωτοκόλλου οικ. ..... απόφαση. Δεν ζήτησε ο κατηγορούμενος χ1 να προσκομισθεί από τους ενδιαφερόμενους ιδιοκτήτες εκτός των άλλων και έγκριση της αρμόδιας αρχαιολογικής υπηρεσίας εφόσον εζητείτο έκδοση οικοδομικής άδειας για ακίνητο κείμενο εντός της περιορισμένης εντός του σχεδίου της πόλεως του Κορωπίου περιοχής αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Ο κατηγορούμενος Χ2 στηρίχθηκε σε όσα σημειώθηκαν στην φάση που προηγήθηκε στο φύλλο ελέγχου του φακέλου της άδειας από τον άνω συγκατηγορούμενο του και προχώρησε στην έκδοση της άδειας θεωρώντας ότι το προς ανοικοδόμηση οικόπεδο δεν περιλαμβανόταν στην εντός του Κορωπίου περιοχή που ήταν υπό αρχαιολογική επιτήρηση. Η πιο πάνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου χ1 κατέτεινε στην εξυπηρέτηση των ιδιοκτητών που ζήτησαν να εκδοθεί αυτή η οικοδομική άδεια να μη αναμείνουν την πάροδο ικανού διαστήματος μέχρι να ελεγχθεί από αρχαιολόγους το υπό ανοικοδόμηση ακίνητο για το εάν υπήρχαν εντός αυτού αρχαιότητες που έπρεπε να προστατευθούν και δεν δύναται να αποδοθεί σε αβλεψία ούτε σε παράλειψη από φόρτο εργασίας αφού ήταν περιορισμένης εκτάσεως η εντός της πόλεως του Κορωπίου περιοχή αρχαιολογικού ενδιαφέροντος συνέτρεχαν επομένως τα κατά νόμο στοιχεία από αντικειμενική και υποκειμενική άποψη, για να αξιολογηθεί ότι συνιστούσε παράβαση καθήκοντος η άνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου χ1 που πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής λόγω του σκοπού του να ωφελήσει κατά τον άνω τρόπο τους ενδιαφερομένους Γ1 και Γ2 να ανεγείρουν την άνω οικοδομή εντός του προαναφερθέντος οικοπέδου χωρίς να αναμείνουν προηγουμένως να εγκρίνει η αρχαιολογική υπηρεσία την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών στο άνω οικόπεδο και του ότι μπορούσε αυτή η συμπεριφορά του εν λόγω κατηγορουμένου να συμβάλει ουσιαστικά στην επίτευξη του άνω σκοπού του. Δεν διαπιστώνεται αντίθετα ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 ενήργησε και εκδόθηκε η οικοδομική άδεια με τέτοιο σκοπό να ωφελήσει τους ενδιαφερομένους οικοπεδούχους και πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αποδιδομένης πράξεως. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφορικά με τον ανωτέρω αναιρεσείοντα, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της παραβάσεως καθήκοντος για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1 και 2 και 259 Π.Κ., που εφήρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Δικαστήριο της ουσίας προσδιορίζει την ιδιότητα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13α' ΠΚ στο Πολεοδομικό Γραφείο Μαρκοπούλου και τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί με τη υπ' αριθμό Πρωτοκόλλου οικ.......απόφαση του Προϊσταμένου του άνω Πολεοδομικού Γραφείου και συνίσταντο στον έλεγχο των φακέλλων εκδόσεως οικοδομικών αδειών με έκδοση φύλλου ελέγχου (για να εκδίδονται στη συνέχεια οι άδειες από άλλο υπάλληλο). Περαιτέρω, προσδιορίζει το καθήκον που ο αναιρεσείων έχει παραβεί, το οποίο συνίσταται στο ότι παρέλειψε τις δέουσες ενέργειες που αναφέρονται στον κύκλο των καθηκόντων του και δεν ζήτησε να προσκομιστεί από τους ενδιαφερόμενους ιδιοκτήτες, εκτός των άλλων, και έγκριση της αρμόδιας αρχαιολογικής υπηρεσίας, εφόσον εζητείτο η έκδοση οικοδομικής άδειας για ακίνητο κείμενο εντός του κηρυγμένου (με απόφαση του ΥΠΟ) αρχαιολογικού χώρου και έτσι έτερος υπάλληλος στηρίχθηκε στο φύλλο ελέγχου του φακέλλου της άδειας που είχε συντάξει ο αναιρεσείων, και προχώρησε στην έκδοση οικοδομικής άδειας θεωρώντας ότι το υπό ανοικοδόμηση οικόπεδο δεν περιλαμβάνεται στην εντός του Κορωπίου αρχαιολογική ζώνη. Επίσης αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα το δόλο του αναιρεσείοντος με την παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι από την ύπαρξη πινακίδων και χαρτών στην Πολεοδομική Υπηρεσία Μαρκοπούλου ήταν γνωστές στους κατοίκους της περιοχής και στους υπαλλήλους του Πολεοδομικού Γραφείου Μαρκοπούλου οι περιοχές της πόλεως Κορωπίου που χαρακτηρίζονταν αρχαιολογικοί χώροι και ότι η ως άνω παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος του αναιρεσείοντος δεν δύναται να αποδοθεί σε αβλεψία, ούτε σε παράλειψη από φόρτο εργασίας, αφού ήταν περιορισμένης εκτάσεως η εντός της πόλεως Κορωπίου περιοχή αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Τέλος, επαρκώς αιτιολογεί τον σκοπό του αναιρεσείοντος, που συνίσταται στον προσπορισμό προς τους ενδιαφερόμενους ως άνω ιδιοκτήτες του προαναφερόμενους οικοπέδου παράνομης ωφέλειας, η οποία ήταν η έκδοση της οικοδομικής άδειας χωρίς οι ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήτες για την έκδοση αυτής να αναμείνουν την πάροδο ικανού χρονικού διαστήματος μέχρι να ελεγχθεί από αρχαιολόγους το ακίνητο για το αν υπήρχαν εντός αυτού αρχαιότητες που έπρεπε να προστατευθούν. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ κατά το μέρος που με την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας ψέγεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Μετά από όλα αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Απριλίου 2007 αίτηση του χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 841/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαϊου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για παράβαση καθήκοντος του αναιρεσείοντος, ο οποίος ως υπάλληλος Πολεοδομικού Γραφείου επιφορτισμένος με τον έλεγχο των φακέλων έκδοσης οικοδομικών αδειών με έκδοση φύλλου ελέγχου, παρέλειψε τις δέουσες ενέργειες που περιέχονταν στον κύκλο των καθηκόντων του και δεν ζήτησε να προσκομιστεί από τους ενδιαφερόμενους ιδιοκτήτες για έκδοση οικοδομικής άδειας εκτός άλλων, και έγκριση της αρμόδιας αρχαιολογικής υπηρεσίας για το αν το προς ανοικοδόμηση ακίνητο βρίσκεται ή όχι εντός του κηρυγμένου (με απόφαση του Υ.Π.Ο.) αρχαιολογικού χώρου, με σκοπό να προσδιορισθεί στους ιδιοκτήτες του εν λόγω ακινήτου παράνομη ωφέλεια, η οποία ήταν η έκδοση οικοδομικής αδείας χωρίς οι ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήτες τούτου (ακινήτου) να αναμείνουν την πάροδο ικανού χρονικού διαστήματος μέχρι να ελεχθεί από αρχαιολόγους το ακίνητο για το αν υπήρχαν εντός αυτού αρχαιότητες που έπρεπε να προστατευθούν. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παράβαση καθήκοντος.
| 0
|
Αριθμός 1673/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειου Κουρκάκη- Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Πατεράκη, περί αναιρέσεως της 912/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με συγκατηγορούμενο τον χ2. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1.ψ1, η οποία παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Τσούμα και 2. ψ2 η οποία παρέστη με τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Φίλιππο Σαμαρά και Γεώργιο Κακκαλή.
Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Απριλίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 873/2000.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 302 παρ.1 του ΠΚ, η οποία ορίζει ότι, όποιος από αμέλεια επιφέρει το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση θανατώσεως άλλου, υποκειμενικώς δε: α) μη καταβολή από το δράστη, της επιβαλλόμενης, κατ'αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προβολής είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτά διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από προηγούμενη πράξη του υπαίτιου (ενέργεια ή παράληψη) συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ'αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία για την πληρότητα αυτής, να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής. Ισχυρισμός όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση του αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και εντεύθεν της κατηγορίας, δεν είναι αυτοτελής και το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει, επί του ισχυρισμού αυτού, ούτε να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 331 και 141 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στον διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, μόνον εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του. Διαφορετικά, ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σ'αυτόν και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Τέλος, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη 91/2007 απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό αυτής σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι από τα αποδεικτικά μέσα που επιτρεπτώς κατ'είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν ως προς την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 1-12-2000 και περί ώρα 20.30' η πρώτη κατηγορουμένη (χ1) οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...... ΙΧΕ αυτ/το εκινείτο επί της ..... οδού από τη διασταύρωση ... προς διασταύρωση ..... Στο 19° χλμ του τμήματος αυτού Κοίλων Κοζάνης κόμβου .... αν και ήταν υποχρεωμένη, ως οδηγός, να επιδεικνύει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, δεν κατέβαλe την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει και επέφερε, χωρίς να το προβλέψει, τον θάνατο των ψα, και ψβ. Συγκεκριμένα: οδηγούσε το πιο πάνω αυτ/το της στην προαναφερθείσα οδό, με κατεύθυνση προς τον κόμβο ....., χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή της και επιπλέον βαίνοντας, καίτοι ήταν νύχτα, και δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός. Έτσι επιχειρώντας να πραγματοποιήσει προσπέραση προπορευόμενου οχήματος έχασε τον έλεγχο του οχήματος της, το οποίο εκτράπηκε της πορείας του, πρώτα αρχικά προς τα δεξιά και εν συνεχεία, αφού εν των μεταξύ προσέκρουσε στα υπάρχοντα στο άκρο δεξιό της οδού μεταλλικά κιγκλιδώματα, ακολούθως προς τα αριστερά, προσέκρουσε δε στο διαχωρίζον τα δύο ρεύματα πορείας τσιμεντένιο στηθαίο και ακινητοποιήθηκε σε θέση κάθετη προς τον άξονα του οδοστρώματος, αποκλείοντας ολόκληρη την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας πλάτους 3,90 μ. από τις δύο ίσων διαστάσεων που έχει το ρεύμα πορείας στο οποίο εκινείτο, με συνέπεια να δημιουργηθεί, λόγω του επικρατούντος σκότους, του αποκλεισμού ολόκληρου του οδοστρώματος της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας από το στερούμενο πλέον παντελώς φώτων αυτ/το της και της στάθμευσης στο άκρο της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας άλλων οχημάτων, των οποίων οι οδηγοί και επιβαίνοντες προσέτρεξαν προς βοήθεια της ιδίας και των επιβατών του οχήματος της, ιδιαίτερα επικίνδυνη για την κυκλοφορία των οχημάτων κατάσταση. Παρά την ύπαρξη όμως της επικίνδυνης αυτής κατάστασης η κατηγορουμένη αυτή δεν έλαβε μέτρα για να προειδοποιήσει τα χρησιμοποιούντα την οδό οχήματα για την ακινητοποίηση του οχήματος της και τον περιορισμό του πλάτους του ελεύθερου οδοστρώματος και ειδικότερα δεν τοποθέτησε καθόλου τρίγωνο σε απόσταση 100 μέτρων από το ακινητοποιημένο όχημα ή άλλη κατάλληλη συσκευή, όπως φακό κρατούμενο και ανακινούμενο από την ίδια σε κατάλληλη θέση ώστε να προειδοποιούνται οι οδηγοί για την ύπαρξη του εμποδίου, αλλά, αφού ακινητοποιήθηκε το όχημα της, εξήλθε αυτού και συζητούσε με τους σταθμεύσαντες και προστρέξαντες σε βοήθεια της οδηγούς, ζητώντας από αυτούς κινητό τηλέφωνο για επικοινωνία με εταιρία οδικής βοήθειας και τους οικείους της, ενέργειες που μπορούσε να κάνει αφού προηγουμένως είχε προβεί στις ανωτέρω αναγκαίες για την ασφάλεια των διερχομένων ενέργειες Αποτέλεσμα της δημιουργηθείσας ιδιαίτερα επικίνδυνης για την ασφάλεια της κυκλοφορίας κατάστασης εξαιτίας της αμελούς συμπεριφοράς της να μη επισημάνει το ακινητοποιημένο όχημά της σε συνδυασμό με τα σταθμεύσαντα οχήματα που καταλάμβαναν το μισό περίπου πλάτος της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, ήταν, να περιοριστεί στα δύο περίπου μέτρα το τμήμα της οδού που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη διέλευση οχημάτων και να δυσχερανθεί έτσι η κυκλοφορία με συνέπεια αφενός μεν να παρασυρθεί από τα αυτ/το του συγκατηγορουμένου της και να θανατωθεί, κατά τα εκτιθέμενα παρακάτω, ο σταθμεύσας ήδη το όχημα του και προστρέξας για βοήθεια, ψα, αφετέρου δε να προσκρούσει στο ακινητοποιημένο και μη σημαινόμενο αυτοκίνητό της ο γ1, με το ..... αυτοκίνητο που οδηγούσε και εκινείτο προς την ίδια κατεύθυνση, να εκτραπεί ακολούθως το αυτοκίνητο του τελευταίου της πορείας του προς τα δεξιά και να παρασύρει τον έχοντα ήδη σταθμεύσει το αυτοκίνητό του για να προσφέρει βοήθεια και ευρισκόμενο πεζό επί του οδοστρώματος, ψβ και να του προκαλέσει βαρύτατες κακώσεις θώρακα και αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, οι οποίες ως μόνη ενεργή αιτία επέφεραν το θάνατό του, το αποτέλεσμα δε αυτό της αμελούς συμπεριφοράς της δεν προέβλεψε πιστεύοντας ότι δεν θα προκληθεί άλλο ατύχημα από τη δική της εκτροπή". Ακολούθως κήρυξε την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, ένοχη ανθρωποκτονίας από μη συνειδητή αμέλεια κατά συρροή και της επέβαλε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών για κάθε ανθρωποκτονία και συνολικά ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε επί τρία χρόνια. Με αυτά που δέχτηκε το τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφορικά με την ανωτέρω αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 28 και 302 παρ.1 του ΠΚ που εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο παραβίασε. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Δικαστήριο της ουσίας εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας πραγματικά περιστατικά και προσδιορίζει σαφώς τη μορφή της μη συνειδητής αμέλειας αυτής. Περαιτέρω, με τα παραπάνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, στοιχειοθετείται το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια το οποίο τελέστηκε με άδικη και καταλογιστή πράξη σύμφωνα με τις διατάξεις των μνημονευθέντων άρθρων 28 και 302 ΠΚ, και όχι με παράλειψη, ώστε να απαιτείται ιδιαίτερη νομική υποχρέωση της αναιρεσείουσας για την αποτροπή του επελθόντος αποτελέσματος η οποία να πηγάζει από άλλη διάταξη νόμου. Η παράλειψη της αναιρεσείουσας να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να προειδοποιήσει τους λοιπούς που χρησιμοποιούν την οδό, εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 28 ΠΚ, δηλαδή στη μη καταβολή της προσοχής από την αναιρεσείουσα που αυτή όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει και δεν έχει έδαφος εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση η υπό του άρθρου 15 ΠΚ προσδιοριζόμενη έννοια της ειδικής παραλείψεως, η οποία προϋποθέτει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, προσδιοριζομένη από επιτακτικό κανόνα δικαίου. 'Ετσι, αφού το Εφετείο, δεν δέχθηκε ότι έλαβε χώρα έγκλημα από αμέλεια, που τελέστηκε με παράλειψη, αλλά με πλημμελή ενέργεια, δεν χρειαζόταν να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και να αιτιολογείται η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας να παρεμποδίσει την επέλευση του αξιόποινου αποτελέσματος, καθώς και ο επιτακτικός κανόνας από τον οποίο πηγάζει η υποχρέωση αυτή, κατά το άρθρο 15 του ΠΚ. Εξάλλου, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε στους προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς της που κατέθεσε γραπτώς και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά και που συνίστανται : α) στη μη στοιχειοθέτηση της παραλείψεως της αναιρεσείουσας, β) στη μη συνδρομή αμέλειας στο πρόσωπο της και γ) στην ανυπαρξία αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ένδικης συμπεριφοράς της και του επελθόντος αποτελέσματος, λόγω διακοπής του αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως της και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος, εξ αιτίας της παρεμβληθείσας συμπεριφοράς τρίτων προσώπων, με την οποία συνδέεται αιτιωδώς το εγκληματικό αποτέλεσμα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, αφού οι εν λόγω ισχυρισμοί στο σύνολό τους συνιστούν άρνηση της κατηγορίας και όχι αυτοτελείς ισχυρισμούς και για το λόγο αυτό το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψή τους. 'Άλλωστε, αιτιολογείται η απόρριψή τους με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο σκεπτικό αυτής για την ενοχή της. Πέραν τούτων οι πιο πάνω ισχυρισμοί υποβλήθηκαν από τους συνηγόρους υπεράσπισης της αναιρεσείουσας εγγράφως, χωρίς να αναπτυχθούν προφορικά από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης και συνεπώς προβλήθηκαν απαραδέκτως και ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν είχε, όπως προαναφέρθηκε, υποχρέωση να απαντήσει σε απαράδεκτους ισχυρισμούς. Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι λόγο της ένδικης αίτησης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για : α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 28 και 302 παρ.1 του ΠΚ, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με τον πρώτο από αυτούς με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν.
Από τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.2 ΚΠοινΔ, κατά την οποία "σε κάθε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι" προκύπτει ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση αυτής και από τους λόγους της, μπορεί δε να είναι είτε καθολικό, όταν προσβάλλεται το σύνολο της αποφάσεως, είτε μερικό, όταν πλήττονται ορισμένα κεφάλαιά της. Το καθολικό ή μερικό της μεταβιβάσεως μπορεί να προκύπτει ρητώς από τη δήλωση του εκκαλούντος ή να συνάγεται σιωπηρώς από τους προσβαλλόμενους λόγους. Αν από τη δήλωση του εκκαλούντος ή από τη φύση των προβαλλομένων λόγων εφέσεως, δεν προκύπτει με σαφήνεια ότι πλήττεται μέρος μόνον της αποφάσεως, η μεταβίβαση θεωρείται καθολική. 'Όταν ο εκκαλων-κατηγορούμενος παραπονείται με την έφεση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την κατηγορία γενικά, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα είναι καθολικό και το Εφετείο οφείλει να κρίνει ολόκληρη την απόφαση. Εξάλλου, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί εκκληθέντων μερών της πρωτόδικης απόφασης, υπερβαίνει αρνητικά την εξουσίά του και ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, από το δικόγραφο της εφέσεως και από την πρωτόδικη υπ'αριθμ. 2543/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται από τον 'Αρειο Πάγο, αφού αυτό είναι αναγκαίο για την έρευνα της βασιμότητας του τελευταίου λόγου αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη καταδικάστηκε πρωτοδίκως με την υπ'αριθμ. 2543/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης όχι μόνο για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή με παθόντες τους ψα και ψβ, αλλά και για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο κατά συρροή, με παθόντες τους 1) ....., 2) γ1 3) .... 4) ..... και 5) χ2, για την οποία της επιβλήθηκαν αυτοτελώς οι εξής ποινές: α) φυλάκιση έξι (6) μηνών για τη σωματική βλάβη σε βάρος του γ1 και β) φυλάκιση τεσσάρων (4) μηνών για κάθε μία από τις υπόλοιπες τέσσερες σωματικές βλάβες. Οι ποινές αυτές συνεπιμετρήθηκαν με τις ποινές φυλακίσεως που της επιβλήθηκαν για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και καθορίστηκε συνολική ποινή φυλακίσεως τριάντα πέντε (35) μηνών, που ανεστάλη επί τριετία. Κατά της ανωτέρω υπ'αριθμ. 2543/2002 καταδικαστικής αποφάσεως η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη άσκησε, όπως εδικαιούτο, την με αριθμό εκθέσεως 220/20-11-2002 έφεση με το ακόλουθο περιεχόμενο "... ασκεί έφεση κατά 2543/2002 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης με την οποία καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία ψβ, ανθρωποκτονία ψα, για σωματική βλάβη γ1 και για κάθε άλλη σωματική βλάβη σε Σ.Π.Φ. (35) μηνών. Η έφεση να έχει ανασταλτική δύναμη. Αναστέλει 3ετία-χρ. ικανοποίηση η αιτηθείσα και στα έξοδα της δίκης, και ζήτησε την παραδοχή της έφεσης του και την εξαφάνιση της παραπάνω απόφασης γιατί το παραπάνω δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία και εφάρμοσε εσφαλμένα το νόμο, και έτσι κήρυξε αυτήν ένοχη για έγκλημα που δεν έκανε και της επέβαλε πολύ μεγάλη ποινή". Με το περιεχόμενο αυτό της εν λόγω εφέσεως συνάγεται με σαφήνεια και κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι με την έφεσή της αυτή η αναιρεσείουσα κατηγορούμενη πλήττει την πρωτόδικη υπ'αριθμ. 2543/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης στο σύνολό της, δηλαδή όχι μόνο για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, αλλά και για τις πράξεις των σωματικών κακώσεων από αμέλεια κατά συρροή και για τον λόγο αυτό το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της ανωτέρω εφέσεως είναι καθολικό. Το επιληφθέν της εφέσεως Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας αντί να ερευνήσει, σύμφωνα με το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα του ενδίκου αυτού μέσου, την υπόθεση στο σύνολό της, περιορίστηκε μόνο στην έρευνα της κατηγορίας για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και παρέλειψε να αποφανθεί επί του άλλου κεφαλαίου της προσβληθείσας με την έφεση αποφάσεως, δηλαδή για τις πράξεις των σωματικών κακώσεων από αμέλεια κατά συρροή. Με τον τρόπο όμως αυτός υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του κατά τον βάσιμο περί τούτου τελευταίο λόγο της ένδικης αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠοινΔ.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει κατά τούτο η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο για να ασκήσει την εξουσία του (προβαίνοντας αν χρειαστεί, και σε καθορισμό συνολικής ποινής με τις παραμένουσες για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή ποινές), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Κατά τα λοιπά η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 91/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας, μόνο κατά το μέρος που παρέλειψε να αποφανθεί επί του εκκληθέντος από την αναιρεσείουσα καταδικαστικού, για σωματικές κακώσεις από αμέλεια κατά συρροή κεφαλαίου της 2543/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, για να ασκήσει την αναφερόμενη στο σκεπτικό εξουσία του και να προβεί, αν αυτό χρειαστεί, σε καθορισμό νέας κατά τα εν τω σκεπτικώ συνολικής ποινής. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 20 Απριλίου 2007 αίτηση της χ1 για αναίρεση της ίδιας (91/2007) απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης για ανθρωποκτονία από αμέλεια μη συνειδητή, η οποία δεν έλαβε μέτρα για να προειδοποιήσει τα χρησιμοποιούντα την οδό οχήματα για την ακινητοποίηση του οχήματός της και τον περιορισμό του ελευθέρου οδοστρώματος, με αποτέλεσμα αφενός να παρασυρθεί από διερχόμενο αυτοκίνητο και να θανατωθεί ο σταθμεύσας ήδη το όχημά του και προστρέξας για βοήθεια οδηγός του και αφετέρου να προσκρούσει στο ακινητοποιημένο και μη σημαινόμενο αυτοκίνητό της οδηγός άλλου αυτοκινήτου και να θανατωθεί. Το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση αυτής και των λόγων εφέσεως και μπορεί να είναι είτε μερικό, όταν προσβάλλονται ορισμένα μόνο από τα κεφάλαια της απόφασης, είτε καθολικό όταν προσβάλλεται ολόκληρη η απόφαση, στη δεύτερη δε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει επί όλων των κεφαλαίων της πρωτόδικης απόφασης, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας. Αναιρείται εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Αναίρεση μερική.
| 0
|
Αριθμός 1672/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη και Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 περί αναιρέσεως του με αριθμό 1418/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1692/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την με αριθμό 509/17.12.2007 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ' αρθρ. 485 &1 ΚΠΔ την με αριθμ. 198/20-9-2007 αίτηση της Χ1 για αναίρεση του με αριθμ. 1418/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών , το οποίο δέχθηκε κατ' ουσία την με αριθμ. 70/16-2-2007 έφεση του πολιτικώς ενάγοντα κατά του με αριθμ.430/2007 απαλλακτικού για την αναιρεσείουσα βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και την παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για απάτη κατ' εξακολούθηση, με περιουσιακή ζημία άνω των 73.370 ευρώ και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από κατηγορούμενη με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και συντάχθηκε η με αριθμ. 198/2007 έκθεση αναίρεσης στην οποία περιέχονται οι συγκεκριμένοι λόγοι και οι πλημμέλειες κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος και στρέφεται κατά βουλεύματος που την παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη (άρθρ. 484 & 1 περ δ, ΚΠΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Ο μοναδικός προβαλλόμενος λόγος συνίσταται όπως αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικά ότι δεν υπάρχουν πραγματικά περιστατικά προς υποστήριξη της υποκειμενικής υπόστασης της πράξης της απάτης αλλά το προσβαλλόμενο βούλευμα στηρίχθηκε σε υποθετικούς συλλογισμούς που εμπεριέχονται μόνο στην κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εκτίθενται σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να θεμελιώνονται οι ενδείξεις ενοχής της και ότι δεν περιέχονται αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν την υπαγωγή τους στην διάταξη του 386 &1-3 ΠΚ που εφαρμόστηκε. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και να πραγματοποιήσει το όφελος αυτό, β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παράγωγο αίτιο, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Ως γεγονότα δε νοούνται τα αναφερόμενα σε πραγματικά περιστατικά, παρελθόντα ή τουλάχιστον υπάρχοντα κατά το χρόνο της παράστασης από το δράστη ως αληθινών, όχι δε και τα δυνάμενα να συμβούν στο μέλλον, εκτός αν οι στο μέλλον αναφερόμενες διαβεβαιώσεις παρίστανται ως απλή συνέπεια μιας συγχρόνως παριστάμενης παρούσας ή παρελθούσας πραγματικής κατάστασης (ΑΠ,1913 /2000,ΑΠ 1820/ 2003, ΑΠ 55/20041944/2003 ΑΠ 190/2005). Εξάλλου κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/96, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Η παράγραφος όμως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/99, που άρχισε να ισχύει από 3 Ιουνίου 1999 ως εξής: "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή β) το περιουσιακό όφελος ή ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών". Από τη διατύπωση της τελευταίας αυτής διάταξης προκύπτει ότι για να είναι πλέον η απάτη κακούργημα πρέπει ο υπαίτιος ή να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή, χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιπτώσεων κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ΑΠ 2200/2002 ΑΠ 692/200). Εξάλλου επί της κατ' εξακολούθηση απάτης για το χαρακτηρισμό αυτής ως κακουργήματος με βάση το ως άνω ποσό του οφέλους ή της βλάβης λαμβάνεται υπόψη, το συνολικό όφελος αυτού ή η συνολική ζημία των παθόντων αν ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις απέβλεπε στο αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 32/2003, ΑΠ 1307/2002, ΑΠ 2900/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ανέλεγκτα ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει, προέκυψαν τα εξής: Στις αρχές Απριλίου 2000 οι Χ2 και Χ3 συνδεόμενοι με πολυετή φιλία με τους μηνυτές σε συζήτηση που είχαν τους πληροφόρησαν ότι είχαν κάνει επικερδή επένδυση ενός ποσού 15.000 δολ. ΗΠΑ στον διεθνή επενδυτικό οργανισμό ''.......'' με εγγυημένες μηνιαίες αποδόσεις της τάξης 1,5 έως 1,9 % και ότι εκπρόσωπος του επενδυτικού οίκου ήταν η αναιρεσείουσα η οποία μέχρι πρότινος ήταν στην Κύπρο και ότι είχε έρθει στην Ελλάδα λόγω του γάμου της με τον ....... και ότι τα γραφεία του επενδυτικού οίκου στην Ελλάδα τα οποία και διηύθυνε η αναιρεσείουσα βρισκόταν στον οδό ..... και ότι η παραπάνω είχε αναλάβει την προώθηση των εργασιών του διεθνούς ομίλου που αναφέρθηκε παραπάνω στην Νότια Ευρώπη . Οι μηνυτές συνάντησαν την αναιρεσείουσα στην οικία των παραπάνω και θέλησαν να πληροφορηθούν σχετικά με αυτόν τον επενδυτικό οργανισμό, τις αποδόσεις των επενδύσεων και την ασφάλειά τους . Η αναιρεσείουσα τους πληροφόρησε για τα επενδυτικά προγράμματα του οργανισμού τους παρέστησε ότι είναι εκπρόσωπος του οργανισμού αυτού , τους ανέφερε ότι το ύψος των αποδόσεων για ποσό επένδυσης 100.000 δολ. ΗΠΑ ανερχόταν στο ύψος του 1,5-1,9% ότι η ελάχιστη διάρκεια της επένδυσης ήταν δωδεκάμηνη, ότι προσφέρονταν η δυνατότητα επιλογής της ετησίας ή της μηνιαίας απόληψης του προϊόντος της επένδυσης τους και ότι η επένδυσης τους ήταν απόλυτα ασφαλής και εγγυημένη λόγω της φερεγγυότητας του παραπάνω οργανισμού και των δισεκατομμυριούχων ιδρυτών του Γ1 και Γ2 με τους οποίους βρισκόταν σε διαρκή επικοινωνία , μάλιστα δε για την ενίσχυση των ανωτέρω δήθεν εμπιστευτικά τους είπε ότι ο οργανισμός αυτός μπορούσε και έδινε τέτοια ποσοστά κέρδους γιατί ο οργανισμός αυτός έδιδε βραχυχρόνιες πιστώσεις με υψηλά επιτόκια σε κρατικούς οργανισμούς και πολυεθνικές επιχειρήσεις και τραπεζικά ιδρύματα και προέβη σε σχετική απαρίθμηση κρατών κα μεγάλων εταιρειών και τους συνέστησε να επιλέξουν την επένδυση με μηνιαία κεφαλαιοποίηση για μεγιστοποίηση της απόδοσης της επένδυσης τους . Σε σχετική ερώτηση του μηνυτή περί του ότι αυτό τον επενδυτικό οργανισμό τον αγνοούσε , του απάντησε και τον διαβεβαίωσε ότι ο οργανισμός αυτός δεν ήταν υπεράκτια εταιρεία (off shore ) αλλά διεθνής επενδυτικός οργανισμός με έδρα το Λονδίνο τους κάλεσε δε στα γραφεία της εταιρείας για περισσότερες λεπτομέρειες και για πληρέστερη ενημέρωση. Ο μηνυτές πράγματι την επισκέφτηκαν στα γραφεία της εταιρείας στην .... όπου και επανέλαβε τις ίδιες διαβεβαιώσεις για την επένδυση που αυτοί επιθυμούσαν να κάνουν τους έδωσε σχετικά φυλλάδια για επενδυτικά πλάνα και προϊόντα με υψηλές αποδόσεις και τους υποσχέθηκε ότι θα έκανε διαπραγματεύσεις για λογαριασμό τους με την εταιρεία στο Λονδίνο προκειμένου να επιτύγχανε για λογαριασμό τους μεγαλύτερη απόδοση. Μετά από αυτά οι μηνυτές πείστηκαν και έκαναν επένδυση του ποσού των 100.000 με μηνιαία κεφαλαιοποίηση και για το σκοπό υπογράφηκε προετοιμασμένη σύμβαση την όποία από πλευράς της εταιρείας υπήρχε υπογραφή αγνώστου σ' αυτούς ατόμου άλλα προσυπεγράφη και από την αναιρεσείουσα. Στην σύμβαση αυτή αναφέρονταν μεταξύ των άλλων και η δωδεκάμηνη διάρκεια της επένδυσης, το εγγυημένο της απόδοσης, το ποσοστό της μηνιαίας απόδοσης και ο όρος του ανατοκισμού. Ακολούθησε χρονικό διάστημα μέχρι του μηνός Ιουνίου 2000 κατά το οποίο γινόταν τακτική ενημέρωση για την επένδυση τους και οι μηνυτές ζήτησαν την τροποποίηση της σύμβασης ώστε αντί να κεφαλοποιείται το ποσοστό απόδοσης κεφαλαίου να αποδίδεται ανά μήνα. Η αναιρεσείουσα το απέκλεισε λέγουσα ότι τα κεφάλαια τους είχαν επενδυθεί σε επενδυτικό πρόγραμμα της...... LtD και τους παρότρυνε να επενδύσουν πλέον στον οργανισμό αυτό με μηνιαία απόδοση 1,5% και τους παρέστησε ότι και ο οργανισμός αυτός ήταν φερέγγυος. Μετά από αυτά οι μηνυτές αποφάσισαν να συνάψουν νέα επενδυτική σύμβαση με την εταιρεία αυτή . Μετά ταύτα και κατά τον μήνα Δεκέμβριο 2000 μετά από το ''περπάτημα ''της προηγούμενης σύμβασης η αναιρεσείουσα παρότρυνε και οι μηνυτές πείστηκαν να προβούν σε νέα επένδυση άλλων 50.000 δολ. ΗΠΑ στην νέα εταιρεία στο ίδιο επενδυτικό προϊόν Κατά τον Απρίλιο 2001 η αναιρεσείουσα με την λήξη των επενδυτικών συμβάσεων παρότρυνε τους μηνυτές και οι μηνυτές δέχθηκαν λόγω των βεβαιώσεων και της καλλιεργημένης σ' αυτούς πίστης για την ασφάλεια της επένδυσης τους να μην αναλάβουν το ποσό των 150.000 αλλά να το επανεπενδύσουν με εγγυημένη απόδοση 1,833% και να μεταφέρουν την ετήσια απόδοση του κεφαλαίου τους σε ένα άλλο λογαριασμό για τον οποίο και υπέγραψαν σχετική σύμβαση. Ο μηνυτές κατά τον Μάρτιο για δικός τους λόγους θέλησαν να μην ανανεώσουν την επένδυση τους των 150.000 και ζήτησαν την επιστροφή του ποσού αυτού επιδίδοντας σχετική επιστολή παρά τις προσπάθειες της αναιρεσείουσα να τους αποτρέψει. Μετά ταύτα και μετά την πάροδο της 45ήμερης συμβατικής προθεσμίας επιστροφής του κεφαλαίου τους και ενώ ανέμεναν της επιστροφή του κεφαλαίου τους η αναιρεσείουσα τους ενημέρωσε τηλεφωνικά ότι η εταιρεία αδυνατούσε να τους επιστρέψει τα χρήματα τους γιατί έλαβαν χώρα απρόβλεπτα γεγονότα και τα περιουσιακά στοιχεία της δεσμεύτηκαν και τους συνέστησε υπομονή. Λίγες μέρες αργότερα τους πληροφόρησε ότι σε συνεννόηση με τους συνιδιοκτήτες της ..... είχε φροντίσει να μεταφέρει την επένδυση τους σε νέο επενδυτική εταιρεία με μεγάλη ακίνητη περιουσία και ότι η σταδιακή εκποίηση της θα έδινε την ευκαιρία να τους επιστρέψουν την επένδυση τους αρκεί να υπέγραφαν διετή σύμβαση επένδυσης των κεφαλαίων τους, γεγονός που έγινε μπροστά στον κίνδυνο να χάσουν τα χρήματα τους υπογράψαντες νέα σύμβαση με την επενδυτική εταιρεία ...... LtD στην εταιρεία .... LtD και στη συνέχεια μετά από υπόδειξη της αναιρεσείουσας υπέγραψαν νέα σύμβαση για μεταφορά της επένδυσης όλως των επενδυτικών τους λογαριασμών στην εταιρεία ''..... '' και την ... υπέγραψαν σύμβαση εκχώρησης μετά από υπόδειξη της αναιρεσείουσας των δικαιωμάτων τους στην τελευταία εταιρεία. Τελικά το ποσό των χρημάτων τους που είχαν επενδύσει μετά από τις συστάσεις τις κατευθύνσεις και τις παραστάσεις της αναιρεσείουσας το απώλεσαν γιατί κανένα ποσό δε τους επιστράφηκε από την έρευνα δε που έκαναν διαπιστώθηκε ότι η αρχική εταιρεία που τους συνέστησε ήταν υπεράκτια εταιρεία και ότι οι διευθύνοντες σύμβουλοι κηρύχθηκαν σε κατάσταση πτώχευσης και ότι η εταιρεία αυτή είχε εμπλακεί σε σκανδαλώδεις επενδυτικές δραστηριότητες γι' αυτό και αποτέλεσε αντικείμενο έλεγχο με συνέπεια να μεταφέρει την έδρα της από τις Μπαχάμες που ήταν και όχι στο Λονδίνο στην Γρενάδα των Δυτικών Ινδιών και ότι από τις αρχές διαφόρων κρατών η εταιρεία αυτή ουσιαστικά εκπροσωπούσε οργανισμό υπόπτων δραστηριοτήτων . και ότι όλα αυτά η αναιρεσείουσα τα γνώριζε και παρά ταύτα τα απέκρυπτε , παριστάνοντας άλλα και για τον λόγο κάθε φορά που προέκυπτε σχετικό πρόβλημα κατηύθυνε την επένδυση των μηνυτών σε άλλη εταιρεία γνωρίζοντας το αφερέγγυο της κάθε μιάς από αυτές τις εταιρείες με συνέπεια οι μηνυτές να χάσουν τα χρήματα τους . Το προσβαλλόμενο βούλευμα περαιτέρω ασχολείται και απαντά στους απολογητικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας τονίζοντας το ότι η αναιρεσείουσα ενεργούσε σαν εκπρόσωπος των εταιρειών αυτών, παρίστανε την υγιή επενδυτική δραστηριότητα τους, παρίστανε και εγγυόταν την φερεγγυότητα των εταιρειών αυτών όπως και το εξασφαλισμένο της επιστροφής των χρημάτων των μηνυτών τελούσα σε γνώση περί των αντιθέτων , ότι αυτή ενεργούσε σαν εκπρόσωπος - μεσίτης και ότι έπαιρνε και ποσοστά από τις καταρτιζόμενες συμβάσεις. πλέον της μηνιαίας αμοιβής της. Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει πλήρη σαφή και συγκεκριμένη αιτιολογία και ότι ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις παρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 98 και 386&1-3β με τις οποίες κατηγορήθηκε και ότι καμία αντίφαση δεν παρατηρείται στο σκεπτικό ούτε και υπάρχουν αντιφάσεις στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί η με αριθμ. η με αριθμ. 198/20-9-2007 αίτηση της Χ1 για αναίρεση του με αριθμ. 1418/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο δέχθηκε κατ ουσία την με αριθμ. 70/16-2-2007 έφεση του πολιτικώς ενάγοντα κατά του με αριθμ.430/2007 απαλλακτικού για την αναιρεσείουσα βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και την παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για απάτη κατ' εξακολούθηση , με περιουσιακή ζημία άνω των 73.370 ευρώ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αναιρεσείουσας. Αθήνα την 30-11-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται : α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όντος αδιαφόρου, αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός και β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημιά στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα, που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή ανάγονται στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις, εκτός αν οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα από ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση βάσει της εμφανιζομένης ψευδούς πραγματικής καταστάσεως, μελλοντικής εκπληρώσεως από το δράστη, που έχει ειλημμένη εξ υπαρχής την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, οπότε αυτές, κατά την αληθινή έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αποτελούν γεγονός και θεμελιώνουν, συντρεχόντων και των λοιπών απαιτουμένων συστατικών όρων, την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1.1 του Ν.2408/1996 και την εκ νέου αντικατάστασή της με άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η ζημία συνολική υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή 15.000 ευρώ και β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' του Π.Κ., όπως το εδάφιο προστέθηκε από το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν.2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής.
Συνεπώς, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τελέσεως του εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεσή του, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το ίδιο έγκλημα. Κατ' επάγγελμα δε τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι, όμως, ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν.2721/1999 και άρχισε να ισχύει από τις 3.6.1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ήτο περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην περίπτωση της απάτης κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 98 του ΠΚ. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από τον άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κυρία ή προανάκριση) για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κ.λ.π.), χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικονομικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι κατ' επιλογή μερικά από αυτά. Έτσι η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων - έστω και εσφαλμένη δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω, λόγω αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠοινΔ, αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφήρμοσε. Περίπτωση τέτοιας εφαρμογής υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1418/2007 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με δικές του σκέψεις, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που επιτρεπτώς, γενικώς κατά το είδος σ' αυτό αναφέρονται και συγκεκριμένα "από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, συμπεριλαμβανομένων και των ανωμοτί καταθέσεων των εγκαλούντων - πολιτικώς εναγόντων, τα επισυναπτόμενα στη δικογραφία έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται όλα ανεξαιρέτως υπόψη και αν δεν γίνεται ειδικότερη μνεία αυτών, σε συνδυασμό με την απολογία των κατηγορουμένων και τα απολογητικά υπομνήματα που υπέβαλαν αυτοί, λαμβανομένων υπόψη και των ισχυρισμών των μηνυτών που περιέχονται στην ένδικη μήνυση, το περιεχόμενο της οποίας βεβαίωσαν ενόρκως αυτοί, προέκυψαν ως προς την αναιρεσείουσα κατηγορούμενη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις αρχές Απριλίου του έτους 2000, οι δύο τελευταίο κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3, οι οποίοι είναι σύζυγοι και διατηρούσαν πολυετή οικογενειακή φιλία με το ζεύγος των εγκαλούντων Ψ1 (εκκαλούντα) και ......., επισκέφθηκαν τους τελευταίους στην οικία τους, όπου τους ανακοίνωσαν ότι είχαν τοποθετήσει το ποσό των 150.000 δολλαρίων ΗΠΑ σε μια εξαιρετικά επικερδή και απόλυτα ασφαλή επένδυση που διαχειρίζεται ο διεθνής επενδυτικός οργανισμός "......." με εγγυημένες μηνιαίες αποδόσεις της τάξεως του 1,50 - 1,90% κατά την προηγούμενη πενταετία. Ως εκπρόσωπο του ανωτέρω επενδυτικού οίκου που είχε αναλάβει την προώθηση των εργασιών του ανωτέρω διεθνούς οργανισμού στη Νότια Ευρώπη, παρουσίασαν την πρώτη κατηγορουμένη Χ1, βρετανίδα υπήκοο, η οποία είναι κουμπάρα τους. Η τελευταία, η οποία μέχρι την εγκατάσταση της το πρώτον στην Ελλάδα, το έτος 1999, λόγω του γάμου της με το δεύτερο κατηγορούμενο, αντιπροσώπευε τον ως άνω επενδυτικό οίκο στην Κύπρο, αμέσως μετά την εγκατάσταση της στη χώρα μας, ενεργώντας ως εκπρόσωπος του εν λόγω επενδυτικού οργανισμού στην Ελλάδα, άνοιξε σε συνεργασία με δικηγόρους, οι οποίοι επιλήφθηκαν των σχετικών νομικών θεμάτων, υποκατάστημα του ως άνω επενδυτικού ομίλου ("....") στεγαζόμενο σε πολυτελή γραφεία στην οδό ......, το οποίο διηύθυνε η ίδια, η οποία είχε αναλάβει την προώθηση των εργασιών του ανωτέρω διεθνούς ομίλου στη Νότια Ευρώπη. Οι εγκαλούντες, μόλις πληροφορήθηκαν από τους δυο τελευταίους κατηγορούμενους για την κατά τα ανωτέρω εξαιρετικά επικερδή και απόλυτα ασφαλή επένδυση του κεφαλαίου τους μέσω του διεθνούς επενδυτικού οργανισμού (".....") θέλησαν να ενημερωθούν από την πρώτη κατηγορουμένη Χ1 για τα επενδυτικά προγράμματα του εν λόγω επενδυτικού οίκου. Πράγματι, έπειτα από ένα τριήμερο, επισκέφθηκαν την κατοικία του ζεύγους Χ2 όπου συνάντησαν την πρώτη κατηγορουμένη. Εκεί η πρώτη κατηγορουμένη τους περιέγραψε συνοπτικά στην αγγλική γλώσσα, την οποία γνώριζαν καλά λόγω του ότι επί πολλά χρόνια ήταν εγκατεστημένοι στην Αμερική, το επενδυτικό πρόγραμμα της "......") εξηγώντας τους ότι ο επενδυτικός οργανισμός της προσφέρει για κεφάλαια 100.000 δολλαρίων ΗΠΑ εγγυημένη απόδοση 1,50% με 1,90% το μήνα, ότι η ελάχιστη διάρκεια της επενδύσεως είναι δωδεκάμηνη, ότι η επένδυση των κεφαλαίων τους διασφαλίζεται πλήρως στο 100%, του επενδυτικού οργανισμού αναλαμβάνοντος την υποχρέωση με τη λήψη της αντίστοιχης έγγραφης εντολής, να επιστρέψει την επένδυση τους σε αξία όχι μικρότερη του 100%, ότι προσφέρεται η επιλογή ανάμεσα στο δικαίωμα αναλήψεως της μηνιαίας αποδόσεως οποτεδήποτε και στη μηνιαία κεφαλαιοποίηση της αποδόσεως χωρίς δικαίωμα αναλήψεως και ότι χιλιάδες ιδιώτες επενδυτές σε όλες τις ηπείρους έχουν επωφεληθεί από τα προγράμματα της "....." και ακολούθως τους διαβεβαίωσε ότι η προτεινόμενη επένδυση και η μηνιαία απόδοση του κεφαλαίου τους είναι απόλυτα ασφαλείς και εγγυημένες λόγω της φερεγγυότητας του διεθνούς οργανισμού της "...." και των δισεκατομμυριούχων ιδρυτών της, Γ1 και Γ2, με τους οποίους, όπως τους εξήγησε ήταν σε διαρκή επαγγελματική επικοινωνία και κυρίως συνδεόταν με χρόνιους δεσμούς φιλίας. Ακολούθως, αφού τους "εκμυστηρεύτηκε" ότι ο επενδυτικός οργανισμός της έχει τη δυνατότητα να προσφέρει αποδόσεις της τάξεως του 1,90%, μηνιαίως, διότι παρέχει προνομιακά βραχυπρόθεσμες πιστώσεις με εξαιρετικά υψηλό επιτόκιο σε κρατικούς οργανισμούς, πολυεθνικές επιχειρήσεις και τραπεζικά ιδρύματα, αναφέροντας ενδεικτικά τις περιπτώσεις του Βρετανικού Στρατού και της Βritish Airways, τελικά τους συμβούλευσε να επιλέξουν τη μηνιαία κεφαλαιοποίηση της αποδόσεως για αυξημένα κέρδη, της τάξεως του 1,90% το μήνα. Σε σχετική ερώτηση του εκκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος της δήλωσε ότι αγνοούσε την "......." λόγω της απειρίας τους σε ιδιόμορφες επενδυτικές συναλλαγές, η πρώτηκατηγορουμένη τους διαβεβαίωσε ότι δεν επρόκειτογια υπεράκτια (off shore) εταιρία αλλά για διεθνή επενδυτικό οργανισμό με έδρα το Λονδίνο, υποσχέθηκε ότι θα έλεγχε προσωπικά την πορεία του επενδυτικού λογαριασμού τους, επικαλούμενη ως περαιτέρω εγγύηση την ιδιότητα της ως παγκοσμίου φήμης επενδυτικής συμβούλου με εμπειρία στιςασφαλείς επενδύσεις υψηλών αποδόσεων σεσυνδυασμό με την ηγετική θέση της στην ".....", και τελικά τους κάλεσε ναεπισκεφτούν τα γραφεία του ως άνω επενδυτικούοργανισμού στη ..., αφού τους έδωσε σχετικήκάρτα με τη διεύθυνση των εν λόγω γραφείων.
Πράγματι μετά από λίγες ημέρες οι εγκαλούντεςεπισκέφτηκαν την πρώτη κατηγορουμένη σταπολυτελή γραφεία του ως άνω επενδυτικούοργανισμού στην οδό ......., όπου η τελευταία προς επίρρωση τωνως άνω διαβεβαιώσεών της τους έδωσε σχετικόδιαφημιστικό
φυλλάδιο
της "...") αναφερόμενο στις αποδόσεις των επενδυόμενων στην τελευταία κεφαλαίων, αφού τους υποσχέθηκε ότι θα ερχόταν σε διαπραγματεύσεις με την εταιρία στα κεντρικόγραφεία της, προκειμένου να επιτύχει την υψηλότερη πιθανή μηνιαία απόδοση για την επένδυση τους. Πεισθέντες από όλες τις παραπάνω διαβεβαιώσεις της πρώτης κατηγορουμένης, οι μηνυτές αποφάσισαν να συνάψουν επενδυτική σύμβαση δωδεκάμηνης διάρκειας με την εταιρία ".... LtD", που ανήκε στον ως άνω όμιλο και να καταβάλουν προς επένδυση στον εν λόγω επενδυτικό οργανισμό το ποσό των 100.000 δολλαρίων ΗΠΑ, αφού δήλωσαν στην πρώτη κατηγορουμένη ότι επιλέγουν τη μηνιαία κεφαλαιοποίηση της αποδόσεως, αρχομένης από τηλήψη των κεφαλαίων στο λογαριασμό της επενδυτικής εταιρίας. Προς υλοποίηση του εν λόγω προγράμματος, την 17-4-2000, ανέβασαν το ποσό των 100.000 δολαρίων ΗΠΑ σε τραπεζικό λογαριασμό της επενδυτικής εταιρίας με την επωνυμία ".... LtD" επί της .... LtD, που τους υπέδειξε η πρώτη κατηγορουμένη (βλ. την από ..... αίτηση εμβάσματος της Citibank καθώς και από το από ... έγγραφο της ".... LtD" που βεβαιώνει τη λήψη του κατατιθέμενου ποσού). Ακολούθως, υπάλληλος της πρώτης κατηγορουμένης κάλεσε τηλεφωνικά τους μηνυτές να μεταβούν στο παραπάνω υποκατάστημα να υπογράψουν το έντυποτης σχετικής με ημερομηνία ... επενδυτικήςσύμβασης, η οποία έφερε τα στοιχεία .... με την "..LtD", που εστάλη από το Λονδίνο, όπωςτους δήλωσε. Κατόπιν τούτου, προσήλθαν σταπολυτελή γραφεία της Χ1 επί της οδού ..... στη .... καιυπέγραψαν το αντίτυπο της ως άνω συμβάσεως, στηνοποία ήταν προεκτυπωμένα τα βασικά στοιχείααυτής, και η οποία, ήταν υπογεγραμμένη από κάποιοεκπρόσωπο της συμβαλλόμενης εταιρίας, ηταυτότητα του οποίου δεν προσδιοριζόταν στησύμβαση,
ενώ η πρώτη
κατηγορουμένη προσυπέγραψε στο κάτω μέρος της σύμβασης αυτής ως μάρτυρας. Στη σύμβαση δε αυτή, η οποία φέρει τον τίτλο "Συμφωνία προστατευόμενης τοποθέτησης κεφαλαίου σταθερής ανάπτυξης (με ανατοκισμό)" αναφέρονται όλοι οι συνομολογούμενοι όροι, μεταξύ των οποίων η δωδεκάμηνη διάρκεια της, η εγγυημένη μηνιαία απόδοση του κεφαλαίου τους σε ποσοστό 1,902303% το μήνα με ανατοκισμό των μηνιαίων αυτών αποδόσεων (όρος 3.1), ο όρος περί εγγυήσεως του κεφαλαίου τους (όρος 4.1), σύμφωνα με τον οποίο "ο Κύριος διασφαλίζει την επένδυση των κεφαλαίων του πελάτη πλήρως, στο 1 00%, σύμφωνα Ιμε το προασάρτημα 1 της Συμβάσεως", κατά το οποίο προσάρτημα 1 η συμβαλλόμενη επενδυτική εταιρία "αναλαμβάνει την υποχρέωση ότι με τη λήψη της αντίστοιχης έγγραφης εντολής της θα επιστρέψει στους συμβαλλόμενους επενδυτές (πελάτες) την επένδυση της σε αξία, όχι μικρότερη του 100%", και γενικά οι όροι που τους είχε περιγράψει προφορικά η πρώτη κατηγορουμένη. Κατά το χρονικό διάστημα που επακολούθησε μετά την κατάρτιση της ως άνω συμβάσεως η σύμβαση αυτή φαινόταν ότι λειτουργούσε κανονικά, δεδομένου ότι οι μηνυτές λάμβαναν τακτικά τις μηνιαίες καταστάσεις (statements) της ..... LtD για τον .... επενδυτικό λογαριασμό που τους απέστειλλε ή παρέδιδε η τελευταία στο γραφείο της πρώτης κατηγορουμένης και στις οποίες διαλαμβανόταν εξ ολοκλήρου η συμφωνημένη μηνιαία απόδοση, γεγονός το οποίο όχι μόνο δεν επέτρεπε την ελάχιστη υποψία στους εγκαλούντες για τυχόν αναλήθεια των διαβεβαιώσεων της πρώτης κατηγορουμένης, αλλά και τους ενέπνευσε ακόμη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο της εν λόγω κατηγορουμένης. Στις αρχές Ιουνίου 2000 οι εγκαλούντες, παρακινηθέντες από τους δύο τελευταίους κατηγορούμενους οι οποίοι τους ενημέρωσαν ότι ήδη εισπράττουν τακτικά τη συμφωνημένη μηνιαία απόδοση του επενδυθέντος κεφαλαίου τους, αφού δεν είχαν επιλέξει τη μηνιαία κεφαλαιοποίηση της αποδόσεως, ζήτησαν από την πρώτη κατηγορουμένη την τροποποίηση της ισχύουσας επενδυτικής σύμβασης τους προκειμένου να αποκτήσουν δικαίωμα αναλήψεως της μηνιαίας απόδοσης του κεφαλαίου τους, πλην, όμως η τελευταία αφού τους εξήγησε ότι δικαίωμα αναλήψεως συνεπάγεται χαμηλότερη απόδοση (της τάξεως του 1,50% το μήνα) και τους δήλωσε ότι τα κεφάλαια τους είχαν ήδη δεσμευτεί σε διαδοχικές πιστώσεις της "...... LtD", τους παρότρυνε με πειστικότητα να τοποθετήσουν νέα κεφάλαια σε επενδυτικό πρόγραμμα της ".... LtD", με δικαίωμα αναλήψεως της μηνιαίας αποδόσεως για να "γεύονται τους καρπούς των χρημάτων τους" και τους προσέφερε εγγυημένη μηνιαία απόδοση της τάξεως του 1,50%. Συνεπεία των πιο πάνω παροτρύνσεων της πρώτης κατηγορουμένης, και ενόψει των προηγηθεισών κατά τα ανωτέρω διαβεβαιώσεων της προς αυτούς σχετικά με τη φερεγγυότητα του ως άνω επενδυτικού ομίλου, αλλά και του γεγονότος της τακτικής λήψεως των μηνιαίων καταστάσεων (statements) της "... LtD" για τον πρώτο υπ' αριθμ. ..... επενδυτικό λογαριασμό τους, οι εγκαλούντες Ι αποφάσισαν να συνάψουν νέα επενδυτική σύμβαση, με την εταιρία "...... LtD", δωδεκάμηνης διάρκειας και να καταβάλουν προς επένδυση στον εν λόγωεπενδυτικό οργανισμό το ποσό τω 100.000δολλαρίων ΗΠΑ, με δικαίωμα αναλήψεως τηςμηνιαίας αποδόσεως, ύψους 1,50%, συνταχθείσηςπρος τούτο της υπ' αριθμ. .... σύμβασηςτων εγκαλούντων με την "...... LtD", η οποία φέρει τον τίτλο "Συμφωνία προστατευόμενης τοποθέτησης σταθερής ανάπτυξης", την οποία και υπέγραψαν αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη και προσυπέγραψε επίσης ως μάρτυρας η πρώτη κατηγορουμένη, στην οποία επίσης περιλαμβάνεται ο προαναφερόμενος όρος εγγυήσεως του κεφαλαίου και ειδικότερα περί διασφαλίσεως της επένδυσης των κεφαλαίων του πελάτη πλήρως, στο 1ΟΟ%, και αναλήψεως υποχρεώσεως της εταιρίας με τη λήψη της αντίστοιχης έγγραφης εντολής της να επιστρέψει στους συμβαλλόμενους επενδυτές (πελάτες) την επένδυσή τους σε αξία, όχι μικρότερη του 100%", και γενικά οι όροι που τους είχε περιγράψει προφορικά η πρώτη κατηγορουμένη (βλ. την από ... υπ' αριθμ. .... σύμβαση των εγκαλούντων με την "...... LtD", καθώς και το από το από.... έγγραφο της "...... LtD" που βεβαιώνει τη λήψη του ως άνω κεφαλαίου). Κατά τον ίδιο παραπάνω τρόπο, το γραφείο της πρώτης κατηγορουμένης απέστελλε στους εγκαλούντες τακτικά τις μηνιαίες καταστάσεις (statements) της "..... LtD" για τον ....... επενδυτικό λογαριασμό τους, στις οποίες διαλαμβανόταν εξ ολοκλήρου η συμφωνημένη μηνιαία απόδοση, και επί πλέον τους εστάλη πιστωτική κάρτα Mastercard για την ανάληψη της συμφωνημένης μηνιαίας αποδόσεως. Ακολούθως, στις αρχές Δεκεμβρίου 2000 η πρώτη κατηγορουμένη τους παρότρυνε να επενδύσουν νέα κεφάλαια, διότι, όπως τους εξήγησε οι αποδόσεις των επενδυτικών προγραμμάτων της "...... LtD" επρόκειτο να μειωθούν από τις αρχές του 2001 λόγω τα απότομης συσσώρευσης επενδυτικών κεφαλαίων. Πράγματι οι εγκαλούντες πείστηκαν ότι δεν έπρεπε να απωλέσουν την ευκαιρία που τους προσέφερε η πρώτη κατηγορουμένη και τοποθέτησαν με έμβασμα επί πλέον ποσό 50.000 δολλαρίων ΗΠΑ στον πρώτο υπ' αριθμ..... της ".... LtD" επενδυτικό λογαριασμό της "..... LtD", όπως προκύπτει από την από .... αίτηση εμβάσματος της Citi Bank και το από ..... έγγραφο της "....LtD" για τον ίδιο επενδυτικό λογαριασμό που βεβαιώνει τη λήψη των πρόσθετων Κεφαλαίων τους (Αdditional Funds Received US $ 50.000), στην επιλογή δε του πρώτου επενδυτικού λογαριασμού τους χωρίς δικαίωμα αποδόσεως, για την κατάθεση του ως άνω πρόσθετου ποσού των 50.000 δολλαρίων ΗΠΑ, προέβησαν οι εγκαλούντες, αφού ουσιαστικά δεν αναλάμβαναn τα ποσά των αποδόσεων του δεύτερου .... επενδυτικού λογαριασμού τους, που προέβλεπε δικαίωμα αναλήψεως της μηνιαίας αποδόσεως. Τον Απρίλιο του 2001, ενόψει της επικείμενης λήξεως της διάρκειας της πρώτης υπ' αριθμ. ...... επενδυτικής συμβάσεως τους με τη μηνιαία κεφαλαιοποίηση της αποδόσεως, η πρώτη κατηγορουμένη παρότρυνες τους εγκαλούντες να μην αναλάβουν το κεφάλαιο τους και τις μηνιαίες αποδόσεις του κεφαλαίου τους, αλλά να ανανεώσουν την επένδυση των 150.000 δολλαρίων ΗΠΑ με εγγυημένη απόδοση 1,833%το μήνα και να μεταφέρουν μόνο την ετήσια απόδοση των 27.906,56 δολλαρίων ΗΠΑ στο δεύτερο υπ' αριθμ. ..... επενδυτικό λογαριασμό τους που προέβλεπε δικαίωμα αναλήψεως της μηνιαίας αποδόσεως. Οι εγκαλούντες υπάκουσαν με προθυμία, αφού όλα φαίνονταν ότι έβαιναν ομαλά, και έτσι υπέγραψαν τη νέα από ... υπ' αριθμ. ... επενδυτική σύμβαση με την "..... LtD", ανήκουσα επίσης στον ως άνω επενδυτικό όμιλο, σε ανανέωση της .... συμβάσεως με την "...... LtD". Και μετά την κατάρτιση τα συμβάσεως αυτής, κατά τον ίδιο παραπάνω τρόπο, το γραφείο της πρώτης κατηγορουμένης απέστελλε στους εγκαλούντες τακτικά τις μηνιαίες καταστάσεις της "....LtD" για τον υπ' αριθμ. ..... επενδυτικό λογαριασμό, στις οποίες διαλαμβανόταν ες ολοκλήρου η συμφωνημένη μηνιαία απόδοση, ώστε τίποτε να μην μπορεί να κινήσει τις υποψίες των εγκαλούντων ότι οι επενδυτικές συμβάσεις τους, οι οποίες φαίνονταν εξαιρετικά επικερδείς, όπως τους είχε διαβεβαιώσει η πρώτη κατηγορουμένη, δεν λειτουργούσαν ομαλά. Έτσι, στις αρχές Αυγούστου 2001, υπάκουσαν και πάλι στις υποδείξεις της πρώτης κατηγορουμένης να ανανεώσουν επίσης τη δεύτερη υπ' αριθμ..... επενδυτική σύμβασή τους, η οποία είχε λήξει. Προς τούτο υπέγραψαν τη νέα από ... υπ' αριθμ. ... σύμβαση με την ".... LtD", για επενδυθέν κεφάλαιο ποσού 127.906,56 δολλαρίων ΗΠΑ, που προκύπτει από το αρχικά επενδυθέν κεφάλαιο των 100.000 δολλαρίων ΗΠΑ του υπ' αριθμ. ... επενδυτικού λογαριασμού, στον οποίο μεταφέρθηκε ακολούθως η απόδοση των 27.906,56 δολλαρίων ΗΠΑ από τον .... επενδυτικό λογαριασμό.
Στις αρχές Μαρτίου 2002 η πρώτη κατηγορουμένη παρότρυνε τους εγκαλούντες να της συστήσουν νέους επενδυτές υποσχόμενη σ' αυτούς ως αντάλλαγμα, ποσοστά από την προμήθεια την οποία θα λάμβανε από τις συναφθησόμενες επενδυντικές συναλλαγές. Οι εγκαλούντες, κατά τον παραπάνω χρόνο, για λόγους υγείας του πρώτου απ' αυτούς, πολιτικώς ενάγοντος, αποφάσισαν να μην ανανεώσουν την υπ' αριθμ..... επενδυτική σύμβαση, ποσού 150.000 δολλαρίων ΗΠΑ με εγγυημένη απόδοση 1,833% το μήνα, χωρίς δικαίωμα αναλήψεως της μηνιαίας αποδόσεως του κεφαλαίου, που έληγε τον Απρίλιο του 2002. Η πρώτη κατηγορουμένη τους αντιπρότεινε επένδυση με εγγυημένη απόδοση 1,916% το μήνα και τελικά δέχτηκαν να επανεπενδύσουν μέρος της ετήσιας αποδόσεως του .... λογαριασμού. Έτσι, στις 17-4-2002, της παρέδωσαν έγγραφη εντολή για την επιστροφή του ποσού των 160.000 δολλαρίων ΗΠΑ (150.000 δολλ. ΗΠΑ κεφάλαιο + 10.000 δολλ. ΗΠΑ μέρος της ετήσιας αποδόσεως της υπ' αριθμ. ..... επενδυτικής σύμβασης), για την απόδοση του οποίου έπρεπε να αναμείνουν 45 ημέρες σύμφωνα με το όρο 6.1 της οικείας συμβάσεως. Ακολούθως υπέγραψαν την από ... υπ' αριθμ. .... σύμβαση με τη διάδοχο της αρχικής εταιρίας "......LtD" για την επανεπένδυση του ποσού των 26.598,13 δολλαρίων ΗΠΑ, που αποτελούσε το υπόλοιπο μέρος της ετήσιας αποδόσεως της υπ' αριθμ. ...... επενδυτικής σύμβασης, για την οποία (νέα σύμβαση) εκδόθηκε η από 15-5-2002 μηνιαία κατάσταση του οικείου επενδυτικού λογαριασμού Ένα δεκαήμερο μετά την κατάρτιση της τελευταίας αυτής συμβάσεως, και ενώ οι εγκαλούντες ανέμεναν την απόδοση σ' αυτούς από την επενδυτική εταιρία "..... LtD" του ζητηθέντος ποσού των 160.000 δολλαρίων ΗΠΑ, η πρώτη κατηγορουμένη τους ενημέρωσε τηλεφωνικά, ότι η εταιρία δεν μπορούσε να τους αποδώσει το παραπάνω ποσό, δεδομένου ότι αιφνιδίως προέκυψε αλυσίδα απρόβλεπτων και δυσάρεστων γεγονότων, διότι δεσμεύτηκαν τα περιουσιακά στοιχεία της "...." και εισήλθαν στον επενδυτικό οργανισμό ορκωτοί λογιστές, συνεπεία ενός πρόσφατου κακόβουλου άρθρου εφημερίδας, συνιστώντας τους υπομονή και διαβεβαιώνοντας τους ότι οι έμπειροι δικηγόροι του οργανισμού είχαν αναλάβει δράση κατά των συκοφαντών.
Λίγες ημέρες μετά, η πρώτη κατηγορουμένη κάλεσε τους εγκαλούντες στα γραφεία της στη ..., όπου τους εξήγησε ότι, σε συνεννόηση με τους συνιδιοκτήτες της "...", είχε φροντίσει να μεταφέρει τις επενδύσεις τους σε νέα επενδυτική εταιρία με μεγάλη ακίνητη περιουσία, η σταδιακή εκποίηση της οποίας επρόκειτο να τους ικανοποιήσει, υπό την προϋπόθεση να δεσμεύσουν εκ νέου τα κεφάλαια τους για δύο έτη. Μη έχοντας άλλη επιλογή πλέον, προκειμένου να διασώσουν, τουλάχιστον τα επενδυθέντα κεφάλαια τους, από το να υπογράψουν ό,τι τους υποδείκνυε η πρώτη κατηγορουμένη με την ελπίδα της επιστροφής των χρημάτων τους, αποδέχτηκαν την πρόταση της πρώτης κατηγορουμένης, κι έτσι στις .... υπέγραψαν σύμβαση για τη μεταφορά της ..... επενδυτικής σύμβασης τους και του ποσού των 186.598,13 δολλαρίων ΗΠΑ (160.000 δολλάρια ΗΠΑ που είχαν ζητήσει να αποδοθούν + 26.598,13 δολλάρια ΗΠΑ που φέρονταν ότι είχαν μεταφερθεί στον .... επενδυτικό λογαριασμό της "...... LtD" στην εταιρία " .... LtD" και σε κλειστή διετή σύμβαση (βλ.σχετ. το από .... έντυπο, που φέρει τον ιδιόχειρο γραφικό χαρακτήρα της πρώτης κατηγορουμένης, η οποία το συμπλήρωσε).
Ακολούθως στις 18-6-2002 οι εγκαλούντες, με υπόδειξη της πρώτης κατηγορουμένης, υπέγραψαν νέο έντυπο για τη μεταφορά στην εταιρία "....." του ίδιου ως άνω Ομίλου, όλων των επενδυτικών λογαριασμών τους, συνολικού ποσού 338.732 δολλαρίων ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων και των καταβληθέντων κεφαλαίων τους, συνολικού ποσού 250.000 δολλαρίων ΗΠΑ(100.000 + 1000.000 + 50.000 δολλάρια ΗΠΑ, ενώ στις 5-8-2002 πάντοτε με υπόδειξη της πρώτης κατηγορουμένης, υπέγραψαν σύμβαση εκχώρησης των δικαιωμάτων τους από την ... επενδυτική σύμβαση στην εταιρία "......", του ίδιου επίσης επενδυτικού ομίλου.
Στις 18-10-2002 η πρώτη κατηγορουμένη, αποφεύγοντας να έρχεται σε απ' ευθείας επαφή με τους εγκαλούντες, ενόψει των έντονων διαμαρτυριών των τελευταίων προς αυτή για τη μη επιστροφή των χρημάτων τους, απέστειλε κατάσταση του νέου υπ' αριθμ. .....επενδυτικού λογαριασμού τους με την "....", κατά την οποία η επένδυση τους φέρει αξία 338.258,89 δολλαρίων HΠΑ μέσω FAX στο φιλικό τους ζεύγος των τρίτου και τέταρτης των κατηγορουμένων, από τους οποίους και τους παραδόθηκε η εν λόγω κατάσταση, ενώ όμοια κατάσταση τους παραδόθηκε τον Ιούνιο του 2003 από τους τελευταίους (τρίτο και τέταρτη κατηγορούμενους), στους οποίους απεστάλη επίσης μέσω FAX από την πρώτη κατηγορουμένη. Τελικά, το ως άνω ποσό των 338.258,89 δολλαρίων ΗΠΑ, ουδέποτε αποδόθηκε στους εγκαλούντες, με αποτέλεσμα αυτοί να απωλέσουν, όχι μόνο την εγγυημένη απόδοση των κεφαλαίων τους, αλλά και αυτά τα επενδυθέντα αρχικά κεφάλαια τους, συνολικού ποσού 250.000 δολλαρίων ΗΠΑ για τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε περιληφθεί στις σχετικές συμβάσεις ο όρος "εγγυήσεως του κεφαλαίου" και ειδικότερα περί διασφαλίσεως της επένδυσης των κεφαλαίων του πελάτη πλήρως, στο (100%, και αναλήψεως υποχρεώσεως της εταιρίας με τη λήψη της αντίστοιχης έγγραφης εντολής του συμβαλλόμενου επενδυτή (πελάτη) να επιστρέψει στους συμβαλλόμενους επενδυτές (πελάτες) την επένδυση τους σε αξία, όχι μικρότερη του 100%", καθόσον, όπως προέκυψε εκ των υστέρων, οι ανωτέρω εταιρίες αποτελούσαν μια καλά οργανωμένη απάτη σε βάρος ανυποψίαστων επενδυτών πουδρούσαν διεθνώς, γεγονός που αποκαλύφθηκε από τιςαρχές της Μ. Βρετανίας. Μάλιστα δε, αποδείχτηκεαπό την έρευνα που διενεργήθηκε από τουςαρμόδιους φορείς, ότι ο όμιλος των εταιριών".....", στον οποίοανήκουν οι προαναφερόμενες εταιρίες με τις οποίεςσυμβλήθηκαν οι μηνυτές, οι οποίες ήταν υπεράκτιεςκαι εξ ολόκληρους αφερέγγυες εταιρίες μεπαράνομους σκοπούς, καταχράστηκε πάνω από 300εκατομμύρια δολλάρια ΗΠΑ από τους πελάτες τους.
Κύριοι δε ιδρυτές του ανωτέρω ομίλου καιδιευθύνοντες σύμβουλοι των ανωτέρω εταιριών ήτανοι Γ1 και Γ2, οι οποίοι κηρύχτηκαν σε πτώχευση από τοΠεριφερειακό Πρωτοδικείο της επαρχίας GRIMSΒΥτης Αγγλίας στις 2-5-2003, αλλά και με προηγούμενηαπόφαση ο πρώτος εξ αυτών το έτος 1996 περίπου.
Ακόμη προέκυψε ότι η ".....", ήδη δε από το 1998 είχε εμπλακεί σεαπατηλές
και σκανδαλώδεις επενδυτικές δραστηριότητες, γιατο λόγο δε αυτό είχε αναγκαστεί από το έτος 1999 να μεταφέρει την έδρα της από τις Μπαχάμες στη Γρενάδα των Δυτικών Ινδιών, όπου ο κρατικός έλεγχος ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτος (βλ. το από ... δημοσίευμα της διαδικτυακής εφημερίδας ..., ιδιοκτησίας της αμερικάνικης εταιρίας ......) Ότι τότε θυγατρική εταιρία της υπεβλήθη σε έκτακτο έλεγχο της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Κεφαλαιοαγοράς των ΗΠΑ και υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση 1.670.000 δολλάρια ΗΠΑ. Ότι ήδη από το έτος 1999 η Επιτροπή Κεφαλαιοαγοράς της Νέας Ζηλανδίας είχε απαγορεύσει στην ..... την προώθηση ακριβώς των ίδιων επίμαχων επενδυτικών προγραμμάτων της, τα οποία προωθούσε η πρώτη κατηγορουμένη, και μάλιστα εξέδωσε ανακοίνωση προς το κοινό για αυτά με τον τίτλο "ΠΡΟΣΟΧΗ ΑΠΑΤΗ",ότι στην πραγματικότητα τα επίμαχα επενδυτικά προγράμματα της ....., στα οποία η πρώτη κατηγορουμένη έπεισε τους μηνυτές να τοποθετήσουν τα κεφάλαια τους, δεν είχαν το ελάχιστο ιστορικό επιτυχιών αλλά επρόκειτο για απατηλά μέσα εκμετάλλευσης ανυποψίαστων ιδιωτών επενδυτών, προφανώς δε, δεν ήταν τυχαία η σύσταση νέας (διάδοχης) επενδυτική εταιρίας κάθε φορά που αποκαλυπτόταν η παράνομη δράση της προηγούμενης. Ακόμη προέκυψε, ότι ο ανωτέρω όμιλος προωθούσε σε όλο τον κόσμο μέσω μιας σειράς πωλητών που πληρώνονταν με προμήθεια, επενδυτικά προϊόντα, τα οποία εμφάνιζε ότι είχαν ως βασικά χαρακτηριστικά: 1) την ασφάλεια και προστασία του επενδυτή, 2) τις εγγυημένες αποδόσεις, σημαντικά υψηλότερες από τα επιτόκια της αγοράς, 3) την ανάπτυξη του κεφαλαίου με ρυθμούς σημαντικά υψηλότερους από εκείνους της αγοράς και 4) ελάχιστους κινδύνους, ενώ κανένα από αυτά τα χαρακτηριστικά δεν υπήρχε την πραγματικότητα. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από την εκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού και κυρίως τα προσκομιζόμενα έγγραφα, τα οποία έχουν επίσημα μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα και αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι όλες οι ως άνω, διαβεβαιώσεις, παραστάσεις και εξηγήσεις της πρώτης κατηγορουμένης προς τους μηνυτές εξ αιτίας των οποίων παρασύρθηκαν στη σύναψη των επίμαχων συμβάσεων ότι δηλ. η εταιρία επενδύσεων ".... LtD", της οποίας αυτή ήταν εκπρόσωπος στο υποκατάστημα της στην Ελλάδα καθώς και οι διάδοχες αυτής εταιρίες..... LtD, ......LTD, ... του ομίλου ....., είναι φερέγγυες, με μεγάλο κύκλο εργασιών, βρετανικές εταιρίες, υποβαλλόμενες σε αυστηρούς τακτικούς ελέγχους ορκωτών λογιστών, ότι τα προσφερόμενα απ' αυτές επενδυτικά προγράμματα είναι απόλυτα ασφαλή, ότι η ασφάλειατων προσφερόμενων επενδυτικών προγραμμάτωνενισχύεται
από
τη φερεγγυότητα των δισεκατομμυριούχων ιδρυτών
της ".....", ότι για κεφάλαιο ύψους 100.000 $ ΗΠΑ η εν λόγω επενδυτική εταιρία "..... LTD" προσφέρει εγγυημένη απόδοση 1,50% έως 1,9% μηνιαίως, όπως αναληθές ήταν και το ότι αυτή ήταν παγκοσμίου φήμης και έμπειρη επενδυτική σύμβουλος, αφού η αλήθεια, την οποία εάν γνώριζαν οι μηνυτές δεν θα κατέβαλαν προς επένδυση τα ως άνω ποσά στην εταιρία και δεν θα ανανέωναν στη συνέχεια τις συμβάσεις τους περί επενδύσεων των χρημάτων τους, είναι ότι η εταιρία επενδύσεων "... LTD" καθώς και οι διάδοχες αυτής εταιρίες ..... LTD, ..... LTD, ......, δεν ήταν φερέγγυες και αντιμετώπιζαν προβλήματα οικονομικής φύσεως και έναντι των κρατικών αρχών, ότι επρόκειτο για υπεράκτιες (off shore) εταιρίες και όχι βρετανικές εταιρίες, που υπόκεινται σε αυστηρούς ελέγχους, ότι οι ιδρυτές του ως άνω επενδυτικού ομίλου...... ήταν αφερέγγυοι και μάλιστα ο ένας απ' αυτούς είχε ήδη από το 1996 κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, ότι τα προσφερόμενα επενδυτικά προγράμματα δεν είχαν το ελάχιστο ιστορικό επιτυχιών, ότι αυτή δεν ήταν έμπειρη στις επενδυτικές συναλλαγές, Εξάλλου, ερευνητέο είναι στην προκειμένη περίπτωση, αν η πρώτη κατηγορουμένη γνώριζε, όπως 5ιατείνονται οι εγκαλούντες το καλοστημένο σχέδιο εξαπάτησης των ιδιοκτητών των εταιριών και παρά ταύτα τους παρέστησε τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα, βάσει των οποίων απαγγέλθηκε σε βάρος της κατηγορία, κατά τα προεκτεθέντα, για να τους πείσει να επενδύσουν τα χρήματα τους σ' αυτές. Η τρωτή κατηγορουμένη κατά την απολογία της στον ως άνω Ανακριτή αρνήθηκε τη σε βάρος της κατηγορία ισχυριζόμενη ότι αγνοούσε την παράνομη δραστηριότητα των ως άνω εταιριών, δεδομένου ότι χυτή ήταν απλή υπάλληλος του ανωτέρω ομίλου αμειβόμενη με μηνιαίο μισθό, ο οποίος μαζί με τα λειτουργικά έξοδα του υποκαταστήματος στο οποίο εργαζόταν, το οποίο θα ήταν ένα βοηθητικό γραφείο για τη μητρική εταιρία, αποστελλόταν με εμβάσματα από τη μητρική εταιρία και ότι ο ρόλος της ήταν καθαρά διεκπεραιωτικός στη συνομολόγηση των επίμαχων συμβάσεων και απλά παρουσίαζε και ανέλυε τους όρους των συμβάσεων στους υποψήφιους επενδυτές, ειδικότερα δε τα καθήκοντα της ήταν να λαμβάνει ονόματα από μελλοντικούς πελάτες, ναπαραδίδει διαφημιστικά φυλλάδια στους πελάτες τηςεταιρίας να τους ενημερώνει και να αποστέλλει ταστοιχεία αυτά στην κεντρική εταιρία, με την οποία οιυποψήφιοι επενδυτές, αν αποφάσιζαν να προβούνστην επένδυση, θα έρχονταν σε συνεννοήσεις καιαπευθείας σε επικοινωνία, να παραδίδει στουςπελάτες όλες τις μηνιαίες ανακοινώσεις που τουςέστελνε η μητρική εταιρία από τις Μπαχάμες καθώςκαι την αλληλογραφία. Ο ισχυρισμός αυτός τηςκατηγορουμένης δεν
ανταποκρίνεται
στην πραγματικότητα, αν ληφθεί υπόψη ότι αυτή όπως προέκυψε ήταν το μοναδικό πρόσωπο που διηύθυνε αποκλειστικά το ως άνω υποκατάστημα, που είχε αναλάβει την προώθηση των εργασιών της .... στη Νότια Ευρώπη, την ίδρυση και λειτουργία του οποίου επιμελήθηκε προσωπικά, συνεργασθείσα με δικηγόρους οι οποίοι επιλήφθηκαν του νομικού μέρους και έκλεισε τελικά κατόπιν δικής της επιλογής, όταν αποκαλύφθηκε στους Έλληνες επενδυτές η απατηλή δραστηριότητα των ως άνω εταιριών, ανέθετε σε τρίτους, ως "μεσίτες", παρά τα αντιθέτως απ' αυτή υποστηριζόμενα, την προσέλκυση, αντί προμήθειας, υποψήφιων επενδυτών στον επενδυτικό όμιλο που αντιπροσώπευε, όπως επιχείρησε να πράξει και με τους μηνυτές, τους Ι οποίους στις αρχές Μαρτίου 2002 παρότρυνε να της συστήσουν νέους επενδυτές υποσχόμενη ποσοστά από τα κέρδη της, πράγμα το οποίο δεν θα συνέβαινε αν ήταν μία απλή υπάλληλος, και ο ρόλος της στη συνομολόγηση των επίμαχων συμβάσεων ήταν απλά διεκπεραιωτικός, όπως ισχυρίζεται, το γεγονός δε ότι αυτή κατά την επίδικη περίοδο τυπικά φερόταν ότι απασχολείτο με σχέση εξαρτημένης εργασίας από την εταιρία ".... LΤD" (θυγατρική εταιρία του ως άνω επενδυτικού ομίλου), όντας ασφαλισμένη στο ΙΚΑ, δεν αναιρεί τον ενεργό ρόλο που διαδραμάτιζε αυτή στον ως άνω όμιλο, λαμβάνοντας επί πλέον και ποσοστά επί του ύψους των συναλλαγών που εξασφάλιζε για τον επενδυτικό όμιλο που εκπροσωπούσε, όπως προκύπτει και από το γεγονός ότι παρότρυνε τους μηνυτές να της συστήσουν νέους επενδυτές υποσχόμενη "ποσοστά από τα κέρδη της", αν ληφθεί υπόψη ότι τα προαναφερόμενα πολυτελή γραφεία στην ...., τα οποία διηύθυνε αυτή, δεν αποτελούσαν μόνο γραφείο στην Ελλάδα της εταιρίας "..... LΤD", στην οποία φέρεται ότι απασχολείτο με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως απλή υπάλληλος, αλλά και υποκατάστημα του ως άνω επενδυτικού ομίλου στην Ελλάδα, με σκοπό την προώθηση των απατηλών και μη εχόντων το ελάχιστο ιστορικό επιτυχίας επενδυτικών προγραμμάτων του στη Νότια Ευρώπη, τα οποία παρά ταύτα αυτή εμφάνιζε ως επικερδή και απόλυτα ασφαλή. Εξάλλου, ναι μεν η κατηγορουμένη δεν υπέγραφε η ίδια τις σχετικές συμβάσεις επενδύσεων ως εκπρόσωπος των εταιριών, αφού αυτές έφεραν δυσανάγνωστες υπογραφές τρίτων προσώπων, φερομένων ως νομίμων εκπροσώπων των εκάστοτε συμβαλλομένων εταιριών, των οποίων τεχνηέντως δεν αναφέρονταν στις συμβάσεις τα στοιχεία ταυτότητας, πλην, όμως οι ως άνω συμβάσεις υπογράφονταν από τους επενδυτές παρουσία της στα γραφεία της....., και μάλιστα αυτή προσυπέγραψε τις συμβάσεις αυτές, ως μάρτυρας.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η πρώτη κατηγορουμένη αποτελούσε διευθυντικό στέλεχος του ως άνω ομίλου εταιριών, λόγω δε της θέσης της αυτής, αλλά και του γεγονότος ότι αυτή διετέλεσε αντιπρόσωπος του εν λόγω ομίλου στην Κύπρο, έχοντας προηγουμένως εργαστεί επί πολλά έτη για τον οίκο αυτό προφανώς γνώριζε..κατά την κατάρτιση των επίμαχων επενδυτικών συμβάσεων την παράνομη δραστηριότητα και έλλειψη φερεγυότητας των ως άνω εταιριών, και των ιδρυτών τους, αφού ο όμιλος αυτός, ήδη από το έτος 1998, είχε εμπλακεί σε απατηλές δραστηριότητες, οι οποίες είχαν πάρει διαστάσεις σκανδάλου, δι' ο λόγο από το έτος 1999, όταν η κατηγορουμένη διηύθυνε το ως άνω γραφείο στη Γλυφάδα, είχε αναγκαστεί να μεταφέρει την έδρα του, από τις Μπαχάμες στη Γρενάδα, όπου ο κρατικός έλεγχος ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτος, τα προσφερόμενα από τις ως άνω εταιρίες επενδυτικά προγράμματα τα οποία εμφάνιζε στους υποψήφιους επενδυτές ως απόλυτα ασφαλή και επικερδή, διανέμοντας σ' αυτούς και σχετικά διαφημιστικά φυλλάδια, δεν είχαν το ελάχιστο ιστορικό επιτυχίας, και μάλιστα, κατά τα προαναφερόμενα, είχε απαγορευτεί η προώθηση τους, και είχε εκδοθεί σχετική ανακοίνωση ότι επρόκειτο για απάτη, ακόμη δε ήταν γνωστό σ' αυτή ότι οι εταιρίες του επενδυτικού ομίλου "....", κάθε φορά που αποκαλυπτόταν η απατηλή δραστηριότητά τους συνιστούσαν διάδοχες εταιρίες, για, τη μεταφορά των επενδύσεων από τις αρχικές εταιρίες, πράγμα το οποίο συνέβη και στην περίπτωση των μηνυτών, τους οποίους η πρώτη κατηγορουμένη στις 18.4.2001 και στις 3-8-2001 έπεισε να μην αναλάβουν τα χρήματά τους κατά το χρόνο λήξης των δύο ως άνω συμβάσεων (.... και ....) αλλά να ανανεώσουν τις συμβάσεις αυτές με την εταιρία "..... LTD", διάδοχο της ".... LTD" και τέλος στις 18.6.2002 να μεταφέρουν στην εταιρία ..... διάδοχο της αρχικής εταιρίας, όλους τους επενδυτικούς λογαριασμούς τους, γνωρίζοντας ότι η αρχική εταιρία ..... LTD δεν ήταν σε θέση να eπιστρέψει στους εγκαλoύντες τα χρήματα των επενδύσεων τους και παρά ταύτα παρέστησε στους εγκαλούντες τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα, για να τους πείσει να επενδύσουν τα χρήματα τους σ'αυτές, αποτέλεσμα, δε της ως άνω δόλιας συμπεριφοράς της κατηγορουμένης (ήταν να ωφεληθεί παράνομα η εν λόγω επενδυτική εταιρία και οι προαναφερόμενες διάδοχες αυτής εταιρίες το ως άνω συνολικό ποσό των 250.000 $ΗΠΑ που κατέβαλαν οι μηνυτές προς επένδυση, το ισάξιο του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία των μηνυτών.
Περαιτέρω, καθόσον αφορά τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της πράξεως της απάτης, από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων που προαναφέρθηκαν, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά : Η τέλεση της αποδιδόμενης στην κατηγορουμένη παραπάνω αξιόποινης πράξης, για την οποία κατηγορείται, δεν ήταν ευκαιριακή, αλλά αποτέλεσμα οργανωμένου σχεδιασμού που είχε ως απώτερο σκοπό όχι μόνο την εξαπάτηση των συγκεκριμένων εγκαλούντων από τους οποίους απέσπασε το ποσό των 250.000 δολλαρίων ΗΠΑ, προκειμένου να αποκομίσει η επενδυτική εταιρία .... LTD και οι προαναφερόμενες διάδοχες αυτής εταιρίες παράνομο περιουσιακό όφελος, αλλά και άλλων ανυποψίαστων μελλοντικών επενδυτών, όπως άλλωστε έπραξε και με τους δύο τελευταίους κατηγορούμενους, οι οποίοι ήταν και αυτοί επενδυτές που έχασαν τα χρήματα τους, σε βάρος των οποίων σχεδίαζε να επαναλαμβάνει την επιδειχθείσα στους μηνυτές αξιόποινη συμπεριφορά της, προκειμένου με τη δραστηριότητα της αυτή αποκομίζουν οι ως άνω εταιρίες, που ανήκαν στον εκπροσωπούμενο απ' αυτή στην Ελλάδα επενδυτικό όμιλο ..... υπέρογκα παράνομα περιουσιακά οφέλη σε βάρος της περιουσίας τους, αποβλέποντας στον πορισμό εισοδήματος. Τούτο, προκύπτει σαφώς από το γεγονός ότι η κατηγορουμένη, για την ευόδωση του εγκληματικού σκοπού της, εμφανιζόταν ψευδώς στον κύκλο των επενδυτών ως παγκοσμίου φήμης επενδυτική σύμβουλος, έμπειρη στις επενδυτικές συναλλαγές, ενεργούσα για λογαριασμό δήθεν φερέγγυων και με μεγάλο κύκλο εργασιών αλλοδαπών εταιριών, οι οποίες προσέφεραν απόλυτα ασφαλή επενδυτικά προγράμματα, επιδείκνυε στους υποψήφιους επενδυτές τα ως άνω πολυτελή γραφεία στα οποία αναπτυσσόταν η παράνομη δραστηριότητα της, μέσω αυτής της ιδίας, ως διευθύντριας των ως άνω γραφείων, το άνοιγμα των οποίων είχε επιμεληθεί προσωπικά η ίδια, όπως ομολόγησε με το απολογητικό υπόμνημα της ενώπιον της ως άνω Ανακρίτριας και τελικά έκλεισε κατόπιν δικής της επιλογής, όταν αποκαλύφθηκε ο απατηλός σκοπός των εταιριών που αντιπροσώπευε, αν και απλή υπάλληλος, ενεργούσα πάντοτε κατ' εντολή και υπόδειξη των νομίμων εκπροσώπων των εταιριών, όπως αβασίμως ισχυρίζεται. Ακόμη, προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών της σχετικά με την αποδοτικότητα των επενδύσεων τις οποίες προωθούσε και τη φερεγγυότητα των επικαλούμενων απ' αυτήν εταιριών, τις οποίες φερόταν ότι αντιπροσώπευε, η κατηγορουμένη είχε εφοδιαστεί για διανομή στο επενδυτικό κοινό, με ενημερωτικά διαφημιστικά φυλλάδια συντεταγμένα στην αγγλική, αναφερόμενα στις αποδόσεις των επενδυόμενων κεφαλαίων αντίτυπα των οποίων παρέδωσε στους μηνυτές, παρά το γεγονός ότι οι επενδύσεις αυτές στο παρελθόν δεν είχαν παρουσιάσει κέρδη. Με τα δεδομένα αυτά υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι η ως άνω κατηγορουμένηείχε διαμορφώσει τις προϋποθέσεις (υποδομή) γιαεπανειλημμένη τέλεση της πράξεως της απάτης, ώστεστο μέλλον να ενεργεί ως αυτουργός ή υπόοποιαδήποτε συμμετοχική,
ιδιότητα
στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ίδιου εγκλήματος, αποσκοπώντας με την ενέργεια της αυτή στον πορισμό εισοδήματος (αρθρ.13 εδ. στ' του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996). Η κατηγορουμένη, όχι μόνο είχε πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης της απάτης σε βάρος ανυποψίαστων πολιτών, όπως προκύπτει από την υποδομή που είχε διαμορφώσει, αλλά και επιχειρούσε πράγματι επαναληπτικά τέτοιες πράξεις, όπως προκύπτει και από το γεγονός, το οποίο άλλωστε και η ίδια συνομολογεί, ότι οι επενδυτές των ως άνω εταιριών "έπεσαν θύματα απάτης χάνοντας χρήματα", αλλά και από την ενεργό ανάμιξη της στην εγκληματική δραστηριότητα της εταιρίας αυτής, και ειδικότερα για την προώθηση απατηλών επενδύσεων παρά το γεγονός, ότι γνώριζε εξαρχής, όπως κατά τα ανωτέρω έγινε δεκτό, την απατηλή δραστηριότητα των εταιριών για λογαριασμό των οποίων συναλλασσόταν, αποσκοπώντας και σε ίδιο περιουσιακό όφελος" Τέλος, από την κατά τα ανωτέρω, εξακολουθητική τέλεση της ως άνω πράξης της απάτης από την κατηγορουμένη, συνάγεται ότι αυτή έχει αποκτήσει σταθερή ροπή προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείου της προσωπικότητάς της". Με βάση τις παραδοχές αυτές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις περί της τελέσεως από την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη της αξιόποινης πράξεως της απάτης κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα με σκοπούμενο όφελος και προξενηθείσα αντίστοιχη ζημία άνω των 73.000 ευρώ και για το λόγο αυτό έκανε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ασκηθείσα έφεση του πολιτικώς ενάγοντος Ψ1, κατά του υπ' αριθμ. 430/2007 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών καθόσον αφορά την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ1, μεταρρύθμισε το εκκαλλούμενο πρωτόδικο βούλευμα ως προς την απαλλακτική του διάταξη, που αφορά την παραπάνω κατηγορουμένη και παρέπεμψε αυτήν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών προκειμένου για να δικαστεί για την ως άνω πράξη. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αναφορικά με την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα αξιόποινη πράξη της απάτης στην κακουργηματική της μορφή, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες (σοβαρές) ενδείξεις για την παραπομπή αυτής (κατηγορουμένης) στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. α', 27 παρ. 2, 98 και 386 παρ. 1β - α και 3α, β, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με άρθρο 1 παρ. 11 του Ν.2408/1996 και στη συνέχεια, με άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα αιτιολογείται με πληρότητα η τέλεση του εγκλήματος της απάτης από την αναιρεσείουσα με την ιδιότητά της ως εκπροσώπου της βρετανικής εταιρίας επενδύσεων .... LTD στο υποκατάστημά της στην Ελλάδα. Περαιτέρω στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, πλην άλλων α) τα ψευδή γεγονότα, που εν γνώσει της η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη παρέστησε σαν αληθινά, με τα οποία παραπλανήθηκαν οι εγκαλούντες, β)ο σκοπός της αναιρεσείουσας να αποκομίσουν η ως άνω επενδυτική εταιρία και οι διάδοχες αυτής εταιρίες..... LTD, ......, .... του Ομίλου .... παράνομο περιουσιακό όφελος, ύψους 250.000 δολλαρίων ΗΠΑ, που κατέβαλαν οι μηνυτές προς επένδυση, το ισάξιο του οποίου σε ευρώ, υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία των μηνυτών και γ) τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως της απάτης. Επίσης στο προσβαλλόμενο βούλευμα μνημονεύονται κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το Συμβούλιο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη κρίση για την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής της αναιρεσείουσας, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τί προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αρκεί ότι τα εξετίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Κατ' ακολουθίαν, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 παρ 1β-α και 3α, β' του ΠΚ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 198/20.9.2007 αίτηση της Χ1 , για αναίρεση του υπ'αριθμ. 1418/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχεία κακουργηματικής απάτης τελεσθείσας κατ’ επάγγελμα. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή της αναιρεσείουσας για κακουργηματική απάτη κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 1669/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στις Δικαστικές Φυλακές Πατρών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Τσόλια, περί αναιρέσεως της 8/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 477/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη, κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δικ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δικ., λόγον αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφήρμοσε. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία κάθε αποδεικτικού μέσου, ούτε του τι προέκυψε από εκάστον εξ αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβεν υπ' όψη και συνεκτίμησε για τον σχηματισμόν αυτής όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 & 178 Κ.Ποιν.Δικ. (ολ. ΑΠ 1/2005).
Περαιτέρω από τον συνδυασμό των άρθρων 148 έως 153, 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1, 509 § 1 και 510 Κ.Ποιν.Δικ. προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεων, πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται εκ των περιοριστικώς αναφερομένων εις το άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δικ. Ειδικότερα για το ορισμένο του εκ του άρθρου αυτού, 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δικ. λόγον αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως άνω, πρέπει α) εάν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία να διαλαμβάνεται εις τον σχετικόν λόγον η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως και β) εάν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον με την αίτηση αναιρέσεως εις τι συνίσταται η έλλειψη σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, ποίες οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής (ολ. ΑΠ 2/2002, 19/2001). Δεν αποτελεί λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, διότι εις την περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κατά τ'άνω απαιτουμένη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή εάν η έκδοσή τους αφήνεται στην διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστού που τις εξέδωσε. Ούτως η απορριπτική του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, για να κληθούν μάρτυρες και να διορίσει συνήγορο παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή η απόρριψη μιας τοιαύτης αιτήσεως, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτο του δικαστηρίου κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση υπ'αριθμ. 8/2007 του Πενταμελούς Εφετείου Δυτ. Μακεδονίας, ο κατηγορούμενος "ζήτησε την αναβολή της δίκης, διότι θέλει να διορίσει συνήγορο υπεράσπισής του τον δικηγόρο Κοζάνης Δημήτριο Μπάτζιο, αλλά οι συγγενείς του (του κατηγορουμένου δηλαδή), οι οποίοι θα καταθέσουν και σαν μάρτυρες, δεν μπόρεσαν να βγάλουν βίζα και δεν ήρθαν, οπότε δεν έφεραν και τα χρήματα να πληρώσει τον δικηγόρο, θέλει δε να τον υπερασπιστεί αυτός. Ο δικηγόρος έστειλε έγγραφο στο Ελληνικό Προξενείο στην ...., για να βγάλουν ολιγοήμερη βίζα οι:Γ1 και Γ2, πλην όμως το Προξενείο δεν έχει απαντήσει μέχρι σήμερα, προσκόμισε δε την από .... επιστολή του δικηγόρου αυτού προς το Ελληνικό Προξενείο στην ...., η οποία και αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. To Δικαστήριο απέρριψε το άνω αίτημα με την εξής αιτιολογία: Επειδή, ο κατηγορούμενος προέβαλε το αίτημα της αναβολής της δίκης, για το λόγο ότι, είχε ζητήσει με την από 5-1-2007 αίτηση που υπέβαλε, ο τότε πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Μπάτζιος προς το Ελληνικό Προξενείο της ...., προκειμένου να χορηγηθεί άδεια εισόδου στην Ελλάδα, των Αλβανών υπηκόων Γ1 και Γ2, οι οποίοι θα κατέθεταν ως μάρτυρες στην κατ' έφεση δίκη (σημερινή), ότι τα ναρκωτικά τα οποία βρέθηκαν, ύστερα από αστυνομικό έλεγχο, στο αυτοκίνητό του, τα έβαλαν τρίτα πρόσωπα εν αγνοία του, και ότι δεν έλαβε ακόμα σχετική απάντηση, αλλά και για το λόγο ότι δεν έχει χρήματα προκειμένου να καταβάλει ως αμοιβή στον ανωτέρω δικηγόρο (Δημήτριο Μπάτζιο), ο οποίος τον είχε υπερασπισθεί πρωτοδίκως, πλην όμως το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί και ως προς τα δύο σκέλη του. Και ως προς μεν το πρώτο, για το λόγο ότι δεν αποδεικνύεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, ποία η τύχη της προαναφερθείσας αίτησης, για τη χορήγηση άδειας εισόδου στη χώρα των παραπάνω ατόμων, Αλβανών υπηκόων, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο Γ1, κατέθεσε στο πρωτόδικο δικαστήριο, οπότε υπάρχει δυνατότητα ανάγνωσης της κατάθεσής του, από τα πρακτικά της εκκαλουμένης απόφασης, ως προς το δεύτερο δε (σκέλος), για το λόγο ότι η μη δυνατότητα του κατηγορουμένου να καταβάλει την αμοιβή του εκτεθέντος δικηγόρου, ο οποίος και τον υπεράσπισε πρωτοδίκως, προκειμένου να τον υπερασπίσει και στην έκκλητη δίκη, μπορεί να θεραπευθεί με τον αυτεπάγγελτο διορισμό άλλου δικηγόρου από το παρόν (δευτεροβάθμιο) Δικαστήριο. Η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το άνω Δικαστήριο της ουσίας, στην απορριπτική του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης παρεμπίπτουσα απόφασή του, είναι η απαιτουμένη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δικ. ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο αυτό οδηγήθηκε στην άνω περί απορρίψεως κρίση του, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα που έλαβεν υπ'όψη του το Δικαστήριο για να στηρίξει την απορριπτική του κρίση, αφού μόνον ο υποβαλών το αίτημα κατηγορούμενος προσκόμισε την αναγνωσθείσα από 5/1/2007 επιστολή ως άνω, στην παρεμπίπτουσα δε περί ης ο λόγος απόφαση παρατίθεται αυτούσιο το αίτημά του και το περιεχόμενο της ανωτέρω επιστολής.
Συνεπώς τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι εις την ουσία είναι εις, η αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος αναβολής για την προσέλευση μαρτύρων και την δυνατότητα της παραστάσεως του κατηγορουμένου δια συνηγόρου, τον οποίον "θα διόριζε", είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Επίσης και η αιτίαση του αναιρεσείοντος κατά την οποίαν η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε το αίτημα αναβολής και ανέγνωσε τις καταθέσεις μαρτύρων, χωρίς να ερευνηθεί εάν είχαν κλητευθεί προηγουμένως και εάν είναι αδύνατη η εμφάνισή των, πρέπει να απορριφθεί, ερειδομένη επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού ουδεμία κατάθεση των συγκεκριμένων μαρτύρων ανεγνώσθη, πλην των εις τα αναγνωσθέντα πρακτικά της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως, οι δε μάρτυρες δεν περιελαμβάνοντο εις τους κλητευτέους τοιούτους, όπως εκ της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει. Εξ άλλου και η συναφής αιτίαση ότι παρεβιάσθη το άρθρο 20 § 1 και το άρθρο 6 §§1-3 της Ε.Σ.Δ.Α. όσον αφορά το δικαίωμα υπερασπίσεώς του, αφού τα άρθρα αυτά "του διασφαλίζουν το δικαίωμα να αναπτύξει τις απόψεις και κάθε νομικό και πραγματικό ζήτημα στην ποινική δίκη" είναι αβάσιμη και απορριπτέα, διότι ακριβώς εφηρμόσθη το άρθρο 6 § 3 της ΕΣΔΑ και εφόσον δεν διέθετε τα μέσα να πληρώσει συνήγορον, του παρεσχέθη τοιούτος δωρεάν, ήτοι του διώρισε το άνω Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως δικηγόρον, για τον οποίον μάλιστα ουδεμία αντίρρηση προέβαλε, όπως εκ της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, πέραν του ότι οι διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, δεν έχουν ουσιαστικό ποινικό περιεχόμενο, ενώ και η παράβασή τους καθ' εαυτή δεν ιδρύει λόγον αναιρέσεως. Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίον ο κατηγορούμενος "εκηρύχθη ένοχος των πράξεων που του αποδίδονται χωρίς εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την προσβαλλομένη δε απόφαση το Πενταμελές Εφετείο επανέλαβε κατά λέξη το διατακτικό, χωρίς περαιτέρω ανάλυση πραγματικών περιστατικών, με τις απαραίτητες σκέψεις και συλλογισμούς και έτσι η απόφαση δεν έχει αιτιολογία" δεν διατυπώνεται κατά τρόπον σαφή και ορισμένο, αφού δεν προσδιορίζεται εις τι συνίσταται η έλλειψη αιτιολογίας, ούτε από ποίες συγκεκριμένες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει η τοιαύτη έλλειψη. Διό και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προς δε και καθ' ο μέρος με την επίφαση του λόγου αυτού προβάλλονται αιτιάσεις κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου. Τέλος η κατά τ' άνω απαιτουμένη αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς οι ισχυρισμοί. εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 170 § 2 & 333 § 2 Κ.Ποιν.Δικ. στο δικαστήριο της ουσίας, από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφ' όσον όμως προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για την κατά νόμον θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνον η επίκληση της νομικής διατάξεως, η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίον είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία· και τούτο δια να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Ούτως, εάν ο αυτοτελής ισχυρισμός περί της συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως της διατάξεως του άρθρου 84 § 2α' Π.Κ. δηλ., ότι υπαίτιος έζησε έως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, ανεπτύχθη προφορικώς κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του, ώστε να γίνει αντικείμενο ερεύνης κατά την συζήτηση και παρεδόθη γραπτώς εις τον διευθύνοντα την συζήτηση κατεχωρίσθη δε στα πρακτικά (άρθρ. 141 § 2 Κ.Ποιν.Δικ.) και περιλαμβάνει τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για την θεμελίωσή του, ως ορισμένος, το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποίαν εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος εζήτησε και δια του συνηγόρου του κατά την αγόρευσή του "να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 § 2α' Π.Κ.). Κατά τοιούτον τρόπον όμως υποβληθείς ο ισχυρισμός αυτός και χωρίς επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών σχετικά με τον ανωτέρω βίον του, είναι αόριστος και το δικαστήριο δεν είχεν υποχρέωση να απαντήσει, πέραν του ότι ως εκ περισσού απήντησε και δη: "Τέλος πρέπει να απορριφθεί και ο αυτοτελής ισχυρισμός που προέβαλε ο κατηγορούμενος περί αναγνώρισης σ'αυτόν του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, ως αόριστος, ενόψει του ότι δεν εκτίθενται σ'αυτόν καθόλου πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται ότι αυτός διήγε πράγματι, πριν από την πράξη του, έντιμο καθόλου ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό βίο, μη αρκούντος του γεγονότος ότι αυτός έχει λευκό ποινικό μητρώο (Α.Π. 373/2003, ΠΧ ΝΔ, 29, ΑΠ 1690/2003 Π.Χ. ΝΔ' 531)". Εντεύθεν και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά πάντα ταύτα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Ποιν.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21/2/2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθμ. 8/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτ. Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πότε καταδικαστική απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ο λόγος της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος. Η ειδική αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και στην παρεμπίπτουσα περί αναβολής απόφαση του δικαστηρίου (για να μην υπάρχει υπέρβαση εξουσίας [αρνητική], όταν χωρίς την άνω αιτιολογία προχώρησε στην περί ενοχής απόφαση). Εφαρμογή του άρθρου 6 § 3 στοιχ. γ’ ΕΣΔΑ. Παρέχεται δικηγόρος δωρεάν εις τον κατηγορούμενο, όταν δεν διαθέτει τα μέσα να πληρώσει. Η ειδική αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και στην απόφαση που απορρίπτει τους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Ποιοι οι αυτοτελείς ισχυρισμού, οίοι και οι περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αναβολής αίτημα.
| 2
|
Αριθμός 1668/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασιλείου Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Χ1, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Νεστορίδη, 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Δαλακούρα, 3) Χ3, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Νεστορίδη, για αναίρεση της 188/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Με συγκατηγορουμένη την Χ4. Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20 Δεκεμβρίου 2007, 20 Δεκεμβρίου 2007 και 21 Δεκεμβρίου 2007, τρεις χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 125/2008
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες με αριθμούς, 11.373/24-12-2007, 11.374/24-12-2007 και 11.375/24-12-2007, αιτήσεις αναιρέσεως, των κατηγορουμένων Χ1, Χ3 και Χ2, στρεφόμενες κατά της υπ' αριθμό 188/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου(Πλημμελημάτων) Θράκης, των οποίων οι λόγοι είναι ταυτόσημοι και πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της συνάφειάς τους, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 3 εδ. 1 του Π.Κ., ''όποιος κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία, προάγει στην πορνεία γυναίκες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δέκα οκτώ μηνών και με χρηματική ποινή''. Η αναφερόμενη διάταξη δεν θίγηκε με το άρθρο 7 του ν. 3064/2002 και απλώς προστέθηκε εδ. 2, που προβλέπει την τέλεση της πράξεως από υπάλληλο, ως επιβαρυντική περίσταση. Προαγωγή στην πορνεία νοείται η με οποιονδήποτε τρόπο (παροτρύνεις, πιέσεις, συστάσεις κ.λ.π.) και με οποιαδήποτε μέσα (παροχή καταλύματος, ανεύρεση ερωτικών συντρόφων, άσκηση ψυχολογικής βίας κ.λ.π.), παρακίνηση της γυναίκας, που δεν είναι ακόμη πόρνη, να τραπεί στην πορνεία ή και η ενίσχυση της τυχόν ειλημμένης και μη πραγματοποιηθείσης ακόμη απόφασης αυτής, να πράξει τούτο. Δράστης μπορεί να είναι, είτε άνδρας, είτε γυναίκα, θύμα όμως μόνο γυναίκα, αδιακρίτως ηλικίας, ανήλικος δηλαδή ή ενήλικος. Δεν είναι αναγκαίο να υπάρχουν πλείονες γυναίκες θύματα (ούτε εκ της χρήσεως του όρου ''γυναίκες'', προκύπτει το αντίθετο), ούτε επίσης η γυναίκα να είναι ''αμέμπτων'' ηθών. Είναι όμως αναγκαίο, να μην είναι αυτή ήδη πόρνη, με την έννοια που αναφέρεται παρακάτω. Στοιχείο επομένως, του εγκλήματος της μαστροπείας είναι, η προαγωγή στην πορνεία να αφορά γυναίκα, που δεν είναι ήδη πόρνη. Πορνεία είναι η παράδοση του ιδίου σώματος, σε περισσότερα πρόσωπα άνευ εκλογής, έναντι χρηματικής ή άλλης υλικής αμοιβής. Η προαγωγή στην πορνεία, πρέπει επίσης να γίνεται κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία ή και από τα δύο αυτά. Κατ' επάγγελμα άσκηση της μαστροπείας υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός αυτού για τον πορισμό εισοδήματος, ενώ από κερδοσκοπία άσκηση υπάρχει, όταν ο δράστης ενεργεί με κίνητρο και σκοπό τον προσπορισμό αθεμίτου περιουσιακού ωφελήματος ή ενός αθεμίτου κέρδους, θετικού ή αποθετικού, αποτιμητού, όμως, σε χρήμα, ανεξάρτητα από την επίτευξή του.
Εξ' άλλου, από την διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1β' Π.Κ., στην οποία ορίζεται ότι, με την ποινή του αυτουργού, τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κυρίας πράξης, συνάγεται, ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος, που, με πρόθεση, παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και την διάρκεια της κυρίας πράξης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς αυτήν την συνδρομή, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, ενώ ο δόλος του άμεσου συνεργού περιλαμβάνει την θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κύρια πράξη και την γνώση της συγκεκριμένης πράξης, στην οποία παρέχει την συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ίδιας πράξης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 235 του Π.Κ, στην οποία ορίζεται η έννοια της παθητικής δωροδοκίας, ''τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, ο υπάλληλος, ο οποίος, κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψή που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας), απαιτείται, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ . α' και 263Α του Π.Κ., η από μέρους αυτού του ιδίου ή δια μέσου άλλου, απαίτηση ή αποδοχή ωφελημάτων που δεν δικαιούται ή αποδοχή υπόσχεσης προς παροχή αυτών (ωφελημάτων), για ενέργεια ή παράλειψή του που ανάγεται ή αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του. Είναι δε αδιάφορο αν η ενέργεια ή η παράλειψη του υπαλλήλου πραγματοποιήθηκε ή αν αυτός σκόπευε ειλικρινά να την πραγματώσει (Ολ. ΑΠ 6/1998, 1778/1993). Πρόκειται για έγκλημα σχετικό με την υπηρεσία και υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του που ορίζονται στο νόμο, μπορούν να εναλλαχθούν, σε περίπτωση δε συνδρομής περισσότερων τρόπων, πραγματώνεται ένα μόνον έγκλημα. Οι πλείονες δε τρόποι πραγματώσεως του εγκλήματος, είναι: α') η απαίτηση του ωφελήματος, β') η αποδοχή και γ') η αποδοχή υπόσχεσης για την παροχή του ωφελήματος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 236 περ.α' του ίδιου Κώδικα, με την ποινή του άρθρου 235 τιμωρείται όποιος υπόσχεται ή παρέχει σε υπάλληλο, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, οποιασδήποτε φύσεως ωφελήματα για τον εαυτό του ή για τρίτο, προκειμένου ο υπάλληλος, κατά παράβαση των καθηκόντων του, να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη, που αναφέρεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά. Επειδή, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξ' άλλου, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του, ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, περιστατικά, κατά πιστή μεταφορά: "Ο πρώτος των κατηγορουμένων (Χ3) στην ... κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Ιούνιο του 2002 έως τα μέσα του μηνός Απριλίου 2003 με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα μαστροπείας, προάγοντας κατ' επάγγελμα γυναίκες στην πορνεία. Συγκεκριμένα, παραλλήλως με τη λειτουργία του λογιστικού του γραφείου που διατηρεί στην ... λειτουργούσε επί της οδού ... αριθμ. 37 της ίδιας πόλης κατάστημα-καφετέρια με τον διακριτικό τίτλο "..." στο οποίο έχοντας δημιουργήσει την κατάλληλη υποδομή επιτύγχανε με την βοήθεια της αλλοδαπής υπαλλήλου του Χ1 (δεύτερης των κατηγορουμένων) να ανευρίσκει νεαρές αλλοδαπές γυναίκες στη Ρωσία τις οποίες έπειθε να έλθουν στην Ελλάδα για να εργαστούν ως σερβιτόρες στο άνω κατάστημά του και να κρατούν συντροφιά στους άρρενες θαμώνες αυτού ενώ προσφέρονταν παραλλήλως να εξασφαλίσει σ' αυτές βίζα για τη νόμιμη είσοδό τους στη χώρα και να αναλάβει τις δαπάνες της μετάβασής τους στην Ελλάδα. Τις εν λόγω αλλοδαπές παραλάμβανε από τη ... μαζί με την δεύτερη των κατηγορουμένων (Χ1), την οποία και χρησιμοποιούσε για την επικοινωνία του με αυτές, ως μεταφράστρια. Στη συνέχεια μετέφερε αυτές με το ΙΧΕ αυτοκίνητό του στην ... και παρείχε σ' αυτές κατάλυμα σε διαμέρισμα, επί της οδού ..., το οποίο είχε μισθώσει από την εκμισθώτρια Α, για το σκοπό αυτό και στην οποία κατέβαλε ο ίδιος το μίσθωμα. Στο εν λόγω διαμέρισμα διέμενε μονίμως και με σκοπό την επιτήρηση των αλλοδαπών γυναικών η δεύτερη των κατηγορουμένων, η οποία είτε τις επιτηρούσε από τον εξώστη κατά την προσωρινή έξοδο αυτών για την αγορά ειδών από παρακείμενο κατάστημα είτε τις συνόδευε κατά τις μετακινήσεις τους στην πόλη της ... ενώ οι ίδιες δεν διέθεταν κλειδί του διαμερίσματος. Περαιτέρω για την νομιμοποίηση της παραμονής αυτών στην Ελλάδα εξασφάλισε την τέλεση των γάμων τους με έλληνες υπηκόους, που τελούνταν κατά τον πολιτικό τύπο, κατ' επίφαση όμως, με συζύγους που εξεύρισκε ο ίδιος, έναντι αμοιβής. Έτσι προσέλαβε ως σερβιτόρες για το άνω κατάστημά του τις Β που γεννήθηκε στο ... στις ..., και Γ, που γεννήθηκε στις ..., επίσης στο ..., και η οποία εργαζόταν στη χώρα της ως δασκάλα πιάνου και οι οποίες μέχρι το χρόνο της προσλήψεώς τους δεν είχαν παραδοθεί στην πορνεία, την μεν πρώτη κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Ιούνιο του 2002 έως τον μήνα Φεβρουάριο του 2003, την δε δεύτερη κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Ιούλιο του 2002 έως τα μέσα του μηνός Απριλίου του 2003 και αφού για την νομιμοποίηση της παραμονής της στην Ελλάδα μερίμνησε για την τέλεση πολιτικών γάμων με έλληνες υπηκόους, της μεν πρώτης στις 28-6-2002 με τον Δ, κάτοικο ..., που γεννήθηκε το έτος ..., της δε δεύτερης στις 10-7-2002, με τον Ε, κάτοικο ..., που γεννήθηκε το έτος ...- οι γάμοι αυτοί τελέσθηκαν στο Κοινοτικό κατάστημα ... με μάρτυρες και στους δύο τον πρώτο κατηγορούμενο και τον Ζ στον πρώτο και τον Δ στον δεύτερο, έγιναν δε κατ' επίφαση και μόνο προς τον άνω σκοπό αφού οι άνω αλλοδαπές ουδέποτε συμβίωναν με τους συζύγους τους, τους τελευταίους δε εξηύρε ο άνω κατηγορούμενος και τους έπεισε στην τέλεση των εικονικών αυτών γάμων έναντι αμοιβής κατέβαλε δε στον πρώτο άγνωστο ποσό και στον δεύτερο 600 ευρώ και 300 ευρώ για κάθε περαιτέρω μήνα διάρκειας αυτού. Παρακίνησε της ανωτέρω και τις ενθάρρυνε για κατά συνήθεια και χωρίς επιλογή παροχή σαρκικών ηδονών σε αόριστο αριθμό ανδρών-πελατών του καταστήματός του. Προς τον σκοπό αυτό χρησιμοποιούσε τόσο την πειθώ της δεύτερης των κατηγορουμένων, η οποία έλεγε σ' αυτές ότι οι άνω δραστηριότητες ανάγονταν στα καθήκοντα της εργασίας τους όσο και τις ψυχικές και έμμεσες σωματικές πιέσεις του προς αυτές, στις οποίες παριστούσε ότι μεριμνά για την νομιμοποίησή τους και ότι του οφείλουν τις δαπάνες που κατέβαλε για την έλευσή τους στην Ελλάδα (αγορά εισιτηρίων βίας κλπ), εκμεταλλευόμενος, παράλληλα, το γεγονός ότι οι άνω αλλοδαπές αφενός αγνοούσαν την Ελληνική γλώσσα και αφετέρου ότι παρακρατούσε τα διαβατήριά τους ώστε να μην έχουν τη δυνατότητα απομακρύνσεως, επιπλέον δε ότι τους παρείχε τροφή, ένδυση και κατάλυμα, στοιχεία που σε συνδυασμό μεταξύ τους εξασφάλιζαν τον πλήρη έλεγχο αυτών. Η προαγωγή στην πορνεία των ανωτέρω ελάμβανε χώρα ως εξής: Οι θαμώνες του καταστήματος που επιθυμούσαν ερωτική συνεύρεση με τις αλλοδαπές απευθυνόταν άλλοτε στον ίδιο και άλλοτε στους υπαλλήλους του καταστήματός του, Χ1 και Η (δεύτερη και τρίτο των κατηγορουμένων - ως προς τον τελευταίο κατά τα ανωτέρω έπαυσε οριστικώς η ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω θανάτου του) οι οποίοι και μετέφεραν στον ίδιο τις άνω διαθέσεις, σε περίπτωση δε απουσίας του επιμελούνταν οι ίδιοι τις σχετικές συναντήσεις επιπλέον δε ο μεν Η εισέπραττε για λογαριασμό του τις αμοιβές η δε δεύτερη των κατηγορουμένων, που διέμενε, όπως προαναφέρεται με τις αλλοδαπές στο διαμέρισμα επί της οδού ..., επόπτευε και μεριμνούσε αφενός για την πραγματοποίηση των τηλεφωνικών εντολών αυτού για την κατά τη διάρκεια της ημέρας ερωτικών συνευρέσεων που ζητούσαν οι πελάτες με τηλεφωνική επικοινωνία και προγραμμάτιζε αυτές. Ως τις αρχές του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2002 ο εν λόγω κατηγορούμενος (πρώτος) εξωθούσε τις αλλοδαπές σε ερωτικές συνευρέσεις σε διάφορα ξενοδοχεία της περιοχής (όπως στο "..." - "...") με τους πελάτες που εξεδήλωναν σχετική επιθυμία και οι οποίοι προέβαιναν σε συχνή και μεγάλη κατανάλωση ποτών, από την οποία (κατανάλωση) ο ίδιος εισέπραττε επτά (7) ευρώ για το μονό ποτό, δέκα τρία (13) ευρώ για το διπλό και είκοσι πέντε (25) ευρώ για τη σαμπάνια, απέδιδε δε στις ανωτέρω, αντιστοίχως 2,4 και 6 ευρώ. Στη συνέχεια εξωθούσε αυτές, την μεν πρώτη κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του μηνός Σεπτεμβρίου του 2002 μέχρι τον μήνα Φεβρουάριο του 2003, την δε δεύτερη από τις αρχές του μηνός Σεπτεμβρίου 2002 μέχρι τα μέσα Απριλίου 2003, στους προαναφερόμενους χώρους, σε συνεύρεση με άρρενες πελάτες έναντι αμοιβής 100 ευρώ για κάθε συνεύρεση την οποία εισέπραττε ο ίδιος, είτε ο τρίτος κατηγορούμενος, συνεργάτης του, για λογαριασμό του ιδίου (πρώτου). Από το ποσό αυτό απέδιδε στην καθεμιά 25 ευρώ για κάθε συνεύρεση και το υπόλοιπο το καρπωνόταν ο ίδιος. Οι εν λόγω κατ' εξώθηση συνευρέσεις γινόταν κατά τα άνω διαστήματα με συχνότητα για την καθεμιά άπαξ κάθε ημέρα, για κάθε δε συνεύρεση παρείχε σ' αυτές χρόνο τριών (3) ωρών περίπου, την τήρηση του οποίου παρακολουθούσε η δεύτερη των κατηγορουμένων, κατ' ανάθεση του πρώτου, η οποία γνώριζε τα στοιχεία του εκάστοτε πελάτη, επέβαλε δε στις άνω αλλοδαπές, καθ' υπόδειξη του πρώτου, πρόστιμο 100 ευρώ για την περίπτωση αρνήσεως αυτών να προβούν σε ερωτική συνεύρεση, το οποίο και παρακρατούσε κατά την πληρωμή της αμοιβής της που γινόταν στο τέλος κάθε εβδομάδος (βλ. περί των ανωτέρω καταθέσεις πρώτης και δεύτερης των μαρτύρων κατηγορίας). Υπό τα ανωτέρω περιστατικά αποδεικνύεται τέλεση της πράξης κατ' επανάληψη και διαμόρφωση υποδομής από την οποία προκύπτει σκοπός προς πορισμό σταθερού εισοδήματος και βιοπορισμού. 2.- Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά αποδείχθηκε ότι ο ίδιος κατηγορούμενος αμέσως μόλις προσέλαβε την ως άνω Γ στο κατάστημά του, αφαίρεσε από αυτήν το υπ' αριθμ. ..... διαβατήριό της, εκδόσεως των Ρωσικών Αρχών, το οποίο και παρακράτησε χωρίς τη θέλησή της, κατά το χρονικό διάστημα από 3-6-2002 έως 19-4-2003 και τη δέσμευσε έτσι έμμεσα να παραμείνει και να εργάζεται στο κατάστημά του αφού εξαιτίας της στερήσεως του διαβατηρίου της δεν είχε αυτή την δυνατότητα να κινηθεί στην Ελλάδα να νομιμοποιήσει την παραμονή της, να εξεύρει εργασία ή να επανακάμψει στην πατρίδα της".
3.- Επίσης αποδείχθηκε ότι ο ίδιος κατηγορούμενος στην ... τον μήνα Ιούνιο του έτους 2002 υποσχέθηκε στον έκτο των κατηγορουμένων υπάλληλο, και ανθ/μο της ΕΛΑΣ που υπηρετούσε στο Γραφείο Αλλοδαπών του Τμήματος Ασφαλείας ... από το έτος 1985 και έως τον άνω χρόνο την παροχή δωρεάν ψυχαγωγίας, με συντροφιά οποιασδήποτε νεαρής αλλοδαπής, απασχολούμενης ως σερβιτόρας στην καφετέριά του ("...") και όσων ποτών κατανάλωναν αυτός και η εκάστοτε παρέχουσα σ' αυτόν συντροφιά αλλοδαπή, τα οποία πλήρωναν οι λοιποί πελάτες του καταστήματος, ο τελευταίος δε (έκτος των κατηγορουμένων) αποδέχθηκε τα άνω ωφελήματα με αντάλλαγμα να φροντίσει για τη χορήγηση παρατάσεως παραμονής στην Ελλάδα της Ρωσίδας υπηκόου Γ, της οποίας η νόμιμη παραμονή για τουρισμό έληγε στις 2-7-2002 και δεν μπορούσε νομίμως (άρθρο 38 ν. 2910/2001) να ανανεωθεί αφού δεν είχε έλθει στην πραγματικότητα για τουρισμό, ούτε συνέτρεχε εξαιρετική περίπτωση. Ο τελευταίος δε πράγματι φρόντισε για τη χορήγηση της παρατάσεως παραμονής της ανωτέρω, υποβάλλοντας ως δήθεν νόμιμα, χωρίς προηγούμενο έλεγχο και διασταύρωση όπως είχε καθήκον τη σχετική αίτηση και τα δικαιολογητικά, στον αρμόδιο Αστυνομικό Διευθυντή ..., σε αντάλλαγμα δε της ενέργειάς του αυτής επισκεπτόταν 2-3 φορές εβδομαδιαίως το άνω κατάστημα ψυχαγωγούμενος δωρεάν με την συντροφιά κυρίως της Β ή της Γ αλλά και της Θ και την δωρεάν κατανάλωση ποτών με τις ανωτέρω.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των ως άνω πράξεων και η δεύτερη ένοχος παροχής άμεσης συνδρομής στην υπό στοιχείο 1 πράξη (Μαστροπεία). Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο έκτος των κατηγορουμένων (Χ2) στην ... κατά το χρονικό διάστημα Ιουνίου 2002-τέλη Δεκεμβρίου 2002 τέλεσε περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ματαιώνοντας τη δίωξη άλλου για πλημμέλημα που διέπραξε. Συγκεκριμένα ενώ ήταν Ανθ/μος της ΕΛΑΣ και συνεπώς έφερε την ιδιότητα του γενικού ανακριτικού υπαλλήλου, υπηρετώντας δε από το 1985 συνεχώς στο Γραφείο Αλλοδαπών του Τμήματος Ασφαλείας ... και ενώ ήταν τακτικό θαμώνας του καταστήματος (καφετέρια με τον τίτλο "...") του πρώτου των κατηγορουμένων, καθόσον επισκεπτόταν αυτό 2-3 φορές εβδομαδιαίως και γνώριζε από ιδία αντίληψη την γενετήσια εκμετάλλευση των αλλοδαπών γυναικών που εργαζόταν εκεί ως σερβιτόρες, όπως αυτή περιγράφεται στην υπό στοιχείο 1 πράξη που αφορά στον πρώτο των κατηγορουμένων, και μάλιστα όχι μόνο της Β και Γ αλλά και των Θ και Ι, από τις οποίες μια των τριών πρώτων κάθε φορά καλούσε για συντροφιά καταναλώνοντας ποτά, συμβούλευε δε συχνά τον πρώτο (κατηγορούμενο) για ζητήματα νομιμοποιήσεως της παραμονής των αλλοδαπών, που απασχολούνταν στο άνω κατάστημα, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ως εκ της άνω ιδιότητάς του και υπηρεσίας του δεν κατάγγειλε την γενετήσια εκμετάλλευση των αλλοδαπών γυναικών.
2.- Στην ... τον μήνα Ιούνιο του 2002 όντας υπάλληλος στον οποίο είχε ανατεθεί η άσκηση υπηρεσίας, όπως αυτή προαναφέρεται, δέχθηκε την υπόσχεση δώρων για τον εαυτό του προκειμένου, παραβαίνοντας την άσκηση των καθηκόντων του, να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που αντίκειται στο υπηρεσιακό του καθήκον. Συγκεκριμένα κατά τον άνω τόπο και χρόνο ο πρώτος των κατηγορουμένων ως ιδιοκτήτης επιχειρήσεως καφετέριας και τον τίτλο "..." επί της οδού ... στην οποία απασχολούσε νεαρές αλλοδαπές γυναίκες ως σερβιτόρες κονσοματρίς, επιπλέον δε προέβαινε στην γενετήσια εκμετάλλευσή της, όπως προεκτίθεται στην υπό στοιχείο 1 πράξη που αφορά στον κατηγορούμενο αυτό (πρώτο)υποσχέθηκε σ' αυτόν (έκτο των κατηγορουμένων), ανθ/μο στην ΕΛΑΣ και συνεπώς ως γενικό ανακριτικό υπάλληλο που υπηρετούσε από το έτος 1985 συνεχώς στο Γραφείο Αλλοδαπών του Τμ. Ασφαλείας ..., και ως εκ τούτου νευραλγική θέση, δωρεάν ψυχαγωγία οποτεδήποτε επιθυμούσε στο κατάστημά του, με συντροφιά εντός του καταστήματος οποιαδήποτε νεαρή αλλοδαπή που απασχολείτο σ' αυτό και παροχή δωρεάν ποτών που ανάλωσε ο ίδιος και η εκάστοτε αλλοδαπή, την αξία των οποίων κατέβαλαν οι άλλοι πελάτες στην περίπτωση συντροφευόταν από αλλοδαπή σερβιτόρα και μάλιστα κατέβαλαν 7 ευρώ για απλό ποτό, 13 για διπλό και 25 ευρώ για σαμπάνια, ο κατηγορούμενος δε αποδέχθηκε την υπόσχεση των ωφελημάτων αυτών προκειμένου να φροντίζει για την χορήγηση παρατάσεως παραμονής στην Ρωσίδα υπήκοο Γ που είχε φέρει στην Ελλάδα ο πρώτος κατηγορούμενος, όπως προαναφέρεται στις 2-6-2002 με τουριστική θεώρηση (VISA) ενός μηνός στην πραγματικότητα όμως για να εργασθεί ως κονσοματρίς στο κατάστημά του και προς γενετήσια εκμετάλλευση και της οποίας η νόμιμη (για τουρισμό και όχι εργασία) παραμονή έληγε στις 2-7-2002, χωρίς κατά το γράμμα και πνεύμα του νόμου να μπορεί να ανανεωθεί (άρθρο 38 ν. 2910/2001) αφού αυτή δεν είχε έλθει για τουρισμό ούτε διέθετε επάρκεια προς τούτο πόρων, ούτε συνέτρεχε άλλη εξαιρετική περίπτωση, παραλαμβάνοντας δε αυτός με την άνω ιδιότητα την σχετική αίτηση, ανεξαρτήτως των όποιων δικαιολογητικών και υποβάλλοντας αυτά ως νόμιμα και επαρκή χωρίς προηγούμενο έλεγχο και διασταύρωση στον αρμόδιο Αστυνομικό Διευθυντή ... . Προς εκτέλεση της συμφωνίας αυτής με τον πρώτο των κατηγορουμένων, φρόντισε να χορηγηθεί η αιτηθείσα παράταση παραμονής της αλλοδαπής Γ, σε αντάλλαγμα δε επισκεπτόταν 2-3 φορές εβδομαδιαίως το κατάστημα του πρώτου, ψυχαγωγούμενος δωρεάν, καλώντας για παρέα τις απασχολούμενες εκεί αλλοδαπές Β, Γ ή Θ, έχοντας στη διάθεσή του δωρεάν τα ποτά που ανάλωνε ο ίδιος και οι παρέχουσες σ' αυτόν συντροφιά (βλ. καταθέσεις των δύο πρώτων μαρτύρων κατηγορίας.
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος.
Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προς κατάφαση της τέλεσης των άνω πράξεων από τους κατηγορουμένους αποδεικνύεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με τα αναγνωσθέντα έγγραφα και δεν αναιρούνται από τις απολογίες τους. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι οι καταθέσεις των αλλοδαπών γυναικών μαρτύρων κατηγορίας είναι ψευδείς και οφείλονται στην επιθυμία της να εξασφαλίσουν την μη απέλασή τους εκμεταλλευόμενος τις ευεργετικές διατάξεις του νόμου. Ο ισχυρισμός όμως αυτός αποκρούεται από τις λεπτομερείς καταθέσεις αυτών κατά τόπο, χρόνο και γεγονότα , επιβεβαιώνονται δε από την πρωτοβουλία και επιμέλεια του πρώτου των κατηγορουμένων τέλεση κατ' επίφαση πολιτικών γάμων της Γ με τον Ε, και της Β με το Δ, και της Ι με τον Κ, οι οποίοι γάμοι μάλιστα έγιναν με την παρουσία ως μάρτυρα του 1ου των κατηγορουμένων καταβολή από αυτόν χρημάτων στις εικονικές συζύγους, σε τόπο δε που δεν είχε συνάφεια με τις μελλονύμφους. Επίσης επιστρατεύθηκε ο Λ. Από τον πρώτο για την υποβολή υπεύθυνης δήλωσης προς νομιμοποίηση της παραμονής της Γ, την οποία ο τελευταίος δεν γνώριζε (βλ. κατάθεση αυτού)".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους, και ειδικότερα, τον Χ3, για τις πράξεις: α) της μαστροπείας, κατά συρροή, κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία, β) για υπεξαγωγή εγγράφων, και γ) για ενεργητική δωροδοκία, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ, και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης τριών(3) ετών και 2 μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική, προς 5 ευρώ την ημέρα, επιπρόσθετα και, σε χρηματική ποινή 3.500 ευρώ, την Χ1, για την πράξη της άμεσης συνέργειας, στην πράξη της μαστροπείας κατά συρροή και κατ' επάγγελμα, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ, και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) έτη και, τέλος, τον τρίτο κατηγορούμενο Χ2, για τις πράξεις α) της υπόθαλψης εγκληματία και β) παθητικής δωροδοκίας και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης 28 μηνών, την εκτέλεση της οποίας, ανέστειλε για τρία(3) έτη. Με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 46 παρ.1β, 51-53, 83, 84 παρ.2α, 94 παρ.1, 222, 231, 235 και 236 του Π.Κ, όπως αντ. με άρθρο 2 ν.2802/2000, 349 παρ.3 του Π.Κ, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αναφέρονται για το καθένα από τα ανωτέρω εγκλήματα τα απαιτούμενα για τη στοιχειοθέτηση της υπόστασής τους στοιχεία, [αντικειμενικά και υποκειμενικά], ως εξής:
1) Για την μαστροπεία κατά συρροή, κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία. Περιέχονται τα περιστατικά εκείνα, σύμφωνα με τα οποία ο κατηγορούμενος Χ3, στην ..., στο επίδικο χρονικό διάστημα, από τα μέσα του μηνός Ιουνίου 2002 έως τα μέσα Απριλίου 2003, λειτουργούσε κατάστημα-καφετέρια. Στο κατάστημα αυτό, είχε δημιουργήσει την κατάλληλη υποδομή, και επιτύγχανε με την βοήθεια της αλλοδαπής υπαλλήλου του, Χ1, να ανευρίσκει αλλοδαπές νεαρές γυναίκες από τη Ρωσία, τις οποίες αυτός έπειθε να έλθουν στην Ελλάδα, αφού προσφερόταν να τους εξασφαλίσει τα αναγκαία ταξιδιωτικά έγγραφα για την είσοδό τους στην Ελληνική Επικράτεια, με δευτερεύουσα επιδίωξή του, να εργασθούν στην επιχείρησή του, ως βοηθοί, κυρίως, όμως, να κρατούν ερωτική συντροφιά με άρρενες θαμώνες του καταστήματός του. Τις νεαρές αλλοδαπές γυναίκες, ο ως άνω κατηγορούμενος, τις παρελάμβανε από τη ..., συνοδευόμενος πάντοτε, από την συγκατηγορούμενή του, την οποία και χρησιμοποιούσε και ως διερμηνέα. Στο επίδικο λοιπόν, χρονικό διάστημα, ο κατηγορούμενος Χ3, προσέλαβε ως σερβιτόρες στο κατάστημά του, τις προερχόμενες από τη Ρωσία, αλλοδαπές γυναίκες, Β και Γ, που γεννήθηκαν αντίστοιχα στις ... και ..., οι οποίες, μέχρι το χρόνο της πρόσληψής του από τον κατηγορούμενο, δεν είχαν παραδοθεί στην πορνεία. Τις γυναίκες αυτές, ο κατηγορούμενος, τις εγκατέστησε στο επί της οδού ... της ..., μισθωμένο από τον ίδιο διαμέρισμα, στο οποίο είχε εγκατασταθεί και η συγκατηγορούμενή του Χ1, ενώ, o ίδιος είχε φροντίσει και για την νόμιμη εγκατάστασή τους στην Ελλάδα, αφού, τις παρέπεισε, κατ' επίφαση, να προβούν στη σύναψη πολιτικού γάμου, η πρώτη με ημεδαπό και η δεύτερη με μουσουλμάνο της περιοχής του, ενώ ο ίδιος συνέπραξε και ως μάρτυρας, στο μυστήριο του γάμου, αναλαμβάνοντας παράλληλα και τις σχετικές δαπάνες τους. Περαιτέρω, αιτιολογείται η παραδοχή, ότι ο προαναφερθείς κατηγορούμενος, τις ως άνω αλλοδαπές γυναίκες, με προσωπικές του πιέσεις, ότι δεν θα τους παραδώσει τα νομιμοποιητικά τους έγγραφα, τα οποία αυτός παρακρατούσε, προκειμένου να δυσχερανθεί η απομάκρυνσή τους, τις εξανάγκαζε και τις παρακινούσε στην πορνεία, με άγνωστο αριθμό θαμώνων του καταστήματός του, και ειδικότερα, με την από μέρους αυτών, παροχή σαρκικών ηδονών, σε διάφορα ξενοδοχεία της πόλεως, έναντι αμοιβής, η οποία κατά περίπτωση ανερχόταν σε 100 ευρώ, από το οποίο ο ίδιος παρακρατούσε το ποσό των 75 ευρώ και απέδιδε σε καθεμία απ' αυτές το ποσό των 25 ευρώ, για καθεμία ερωτική συνεύρεσή τους. Προς επίτευξη του σκοπού του αυτού, ο κατηγορούμενος, είτε με τη συνδρομή της συγκατηγορούμενής του, είτε και άλλων συνεργατών του, οι οποίοι εργαζόντουσαν στο κατάστημά του, παρακινούσε τις αλλοδαπές αυτές γυναίκες, να συνευρίσκονται με θαμώνες του καταστήματός του, οι οποίοι εκδήλωναν τη σχετική επιθυμία τους, αφού προηγουμένως γινόταν η σχετική κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών, με αντίστοιχη συμμετοχή των γυναικών αυτών, οι οποίες ελάμβαναν μικρό ποσοστό, επί των εισπράξεων, ώστε να είναι πλέον ελκυστική, και επωφελής γι' αυτές η συνεύρεσή τους. Στην από μέρους του κατηγορουμένου αυτού, τέλεση της ως άνω πράξεως, για την οποία, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτός είχε διαμορφώσει την κατάλληλη υποδομή και απέβλεπε, στην επίτευξη εισοδήματος, άμεση συνεργάτιδα είχε τη συγκατηγορούμενή του, η οποία, δεν περιοριζόταν μόνο στην ανεύρεση γυναικών προερχομένων από την Ρωσία, τις οποίες έπειθε να έλθουν στην Ελλάδα, προκειμένου να εργασθούν ως σερβιτόρες στην επιχείρηση του πρώτου των κατηγορουμένων Χ3, αλλά και να κρατούν ερωτική συντροφιά σε άγνωστο αριθμό προσώπων-θαμώνων του καταστήματος του συγκατηγορούμενού της, Χ3. Επιπρόσθετα, αιτιολογείται η παραδοχή, ότι προκειμένου αυτή, να συνδράμει τον συγκατηγορούμενο της, η ίδια διέμενε στο μισθωμένο από τον τελευταίο διαμέρισμα, και στο οποίο είχαν εγκατασταθεί και οι αλλοδαπές γυναίκες, τις κινήσεις των οποίων παρακολουθούσε η ίδια, ώστε να μην καταστεί δυνατή η διαφυγή τους, ενώ παράλληλα η ίδια μεριμνούσε τηλεφωνικώς, για την πραγματοποίηση των rendez-vous, με τους άρρενες, με τους οποίους επρόκειτο αυτές να συνευρεθούν.
2. Για την παράβαση του άρθρου 222 του Π.Κ. Περιέχονται τα περιστατικά εκείνα, σύμφωνα με τα οποία ο ίδιος κατηγορούμενος, ευθύς με την πρόσληψη της Γ, αφαίρεσε το διαβατήριό της, που είχε εκδοθεί από τις Ρωσικές αρχές, το οποίο και παρακράτησε, χωρίς, να της το αποδίδει, με μοναδικό σκοπό, να κάμψει την αντίστασή της, ώστε να εξαναγκαστεί αυτή και να παραμείνει εγγύς αυτού, εργαζόμενη για τον σκοπό που αυτός ήθελε.
3. Για την ενεργητική δωροδοκία. Περιέχονται τα περιστατικά εκείνα, σύμφωνα με τα οποία, ο ως άνω κατηγορούμενος, Χ3, υποσχέθηκε στο συγκατηγορούμενό του, Χ2, που κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου, με το βαθμό του ανθυπαστυνόμου της ΕΛ.ΑΣ, και που υπηρετούσε στο Τμήμα Ασφαλείας ..., την παροχή δωρεάν ψυχαγωγίας, αλλά και ερωτικής συντροφιάς με τις αλλοδαπές γυναίκες του καταστήματός του, καθώς και με την ελεύθερη κατανάλωση ηδύποτων και άλλων αλκοολούχων ποτών, τα οποία απολάμβανε αυτός, με αντάλλαγμα τη μεσολάβησή του, για την απρόσκοπτη παράταση του χρόνου παραμονής της Γ στη Ελλάδα. Αιτιολογείται, επίσης, η παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι για τα ανταλλάγματα που αυτός απολάμβανε, επιμελήθηκε των ενεργειών, που απαιτούνταν, για την παράταση του χρόνου παραμονής τους, χωρίς να έχει ελέγξει προηγουμένως, εάν πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις. 4. Για την υπόθαλψη εγκληματία. Περιέχονται τα περιστατικά εκείνα, σύμφωνα με τα οποία, ο κατηγορούμενος Χ2, παρά την ιδιότητά του, ως ανθυπαστυνόμου της ΕΛ.ΑΣ, αν και γνώριζε, λόγω των συχνών επισκέψεών του, στο κέντρο που διατηρούσε ο συγκατηγορούμενός του, Χ3, ότι εργάζονταν αλλοδαπές γυναίκες, οι οποίες, έναντι αμοιβής, παρείχαν σε άγνωστο αριθμό αρρένων προσώπων σαρκικές ηδονές, δεν κατάγγειλε στην υπηρεσία του, ως όφειλε το γεγονός αυτό, της εκμετάλλευσής τους, από τον Χ3.
5. Για την παθητική δωροδοκία. Περιέχονται τα περιστατικά εκείνα, σύμφωνα με τα οποία, ο κατηγορούμενος Χ2, με την ιδιότητα που προαναφέρθηκε, αυτή του υπαλλήλου και ειδικότερα του ανθυπαστυνόμου της ΕΛ.ΑΣ, κατά παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, και προκειμένου να απολαμβάνει ο ίδιος των διάφορων ωφελημάτων, από μέρους του Χ3, ηθελημένα, όχι μόνο δεν ενεργούσε σύμφωνα με το υπηρεσιακό του καθήκον, αλλά και παρέλειπε αυτό, αν και γνώριζε ότι ο συγκατηγορούμενός του Χ3, όχι μόνο απασχολούσε στην επιχείρησή του αλλοδαπές γυναίκες, αλλά και παρείχαν έναντι αμοιβής σε άγνωστο αριθμό αρρένων προσώπων τις σαρκικές τους ηδονές. Μετά από αυτά, οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε' του Κ.Π.Δ, σχετικοί λόγοι αναιρέσεως και δη, τόσο ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως του Χ3, όπως, και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως της Χ1, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, και τέλος, οι αντίστοιχοι λόγοι αναιρέσεως του Χ2, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και ειδικότερα, για το ότι δε γίνεται ιδιαίτερη μνεία και αναφορά κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως, ως αβάσιμες και να καταδικασθούν, οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία θα πρέπει να επιβληθούν χωριστά για τον καθένα (583 παρ.1 του Κ.Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις με αριθμούς 11.373, 11.374 και 11.375 από 24-12-2007 αιτήσεις των Χ1, Χ3 και Χ2, κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 188/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα απ' αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2008 και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μαστροπεία κατ’ επάγγελμα. Άμεση συνέργεια. Ενεργητική και παθητική δωροδοκία. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει αναιρέσεις.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δωροδοκία, Μαστροπεία.
| 2
|
Αριθμός 1679/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Αναγνωστοπούλου, για αναίρεση της με αριθμό 1076/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιανουαρίου 2007 αίτησή του, καθώς και στο από 30 Μαΐου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 282/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 29.1.2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1076/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, πρέπει να συνεκδικαστούν και οι από 30.5.2007 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα, βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας) απαιτείται α) δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α'ή 263α του Π.Κ., αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' Π.Κ. και δη δημόσιο και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, αναγόμενες στη γεύση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή μίας έννομης σχέσεως ή καταστάσεως. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται σε διάταξη του Ποινικού Κώδικα, γι' αυτό έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο το άρθρο 438 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων, όχι δε εκείνο το οποίο αφορά την εσωτερική υπηρεσία των δημοσίων Αρχών. Από την ευρεία διατύπωση της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 13 εδ. α' του Π.Κ. συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για τον προσδιορισμό της έννοιας του υπαλλήλου κατά το ποινικό δικαίωμα και για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης αποτελεί το είδος και η φύση της ανατιθέμενης σ' αυτόν υπηρεσίας και ιδιαίτερα, αν αυτή ανάγεται στην εξυπηρέτηση κρατικών σκοπών και δημοσίου συμφέροντος και όχι το έμμισθο ή άμισθο ή το τιμητικό της θέσεώς του ή ο τρόπος ανάθεσης των καθηκόντων, που μπορεί να γίνει με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου. Για την ιδιότητα του υπαλλήλου στο ποινικό δίκαιο δεν απαιτείται η σχέση υποταγής και εξάρτησης του διοικητικού δικαίου. Έτσι περιλαμβάνονται και υπάλληλοι που δεν υπόκεινται σε ιεραρχική εξάρτηση με την έννοια των δημοσίων υπαλλήλων, όπως επίσης και αυτοί που δεν υπόκεινται καν σε ιεραρχική εξάρτηση. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όντος αδιαφόρου, αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός και β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, είναι κάθε ενέργεια του δράστη, η οποία οδηγεί ευθέως και αναμφισβήτως στην πραγμάτωσή του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεσης σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ανακοπεί από κάποιον άλλο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, αρκεί να προκύπτει ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής, έλαβε υπόψη του και εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για να προσκομισθούν νέες αποδείξεις. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του. Διαφορετικά, αν δηλαδή, απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη (ουσιαστικού δικαίου) που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1076/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, σε δεύτερο βαθμό, εκπροσωπηθείς στη δίκη από συνήγορο για τις πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και της απόπειρας απάτης κατ' εξακολούθηση, σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι δύο (22) μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου πριν από την εξέταση των μαρτύρων υπέβαλε προς το δικαστήριο αίτημα αναβολής της δίκης για να κληθούν και εξεταστούν στο ακροατήριο οι μάρτυρες ...., ..., .... και .... Ο Εισαγγελέας πρότεινε ν' απορριφθεί το αίτημα αναβολής της δίκης και το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε ν' αποφανθεί επί του αιτήματος αυτού. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό της, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς κατά το είδος τους μνημονεύει (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα) αποδείχθηκε ότι "ο κατηγορούμενος ιατροδικαστής στα καθήκοντα του οποίου ήταν η εξέταση μετά από εντολή των αρμοδίων προανακριτικών υπαλλήλων διαφόρων παθόντων από εγκληματικές ενέργειες ή από τροχαία ατυχήματα και η σύνταξη των σχετικών ιατροδικαστικών εκθέσεων, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, την ..., ...., ..., .... και ..... συνέταξε οκτώ εκθέσεις σε εκτέλεση των αναφερομένων στο διατακτικό παραγγελιών του Α.Τ. Αμαλιάδας, στις οποίες βεβαίωνε ότι με την ιδιότητα του ειδικού ιατροδικαστή εξέτασε τους παθόντες που αναγράφονται σ' αυτές και ότι από την εξέταση αυτή διαπίστωσε για τον καθένα τις μνημονευόμενες σωματικές βλάβες. Πλην όμως τα αναφερόμενα σ' αυτές ήταν ψευδή, καθόσον ο κατηγορούμενος ουδέποτε εξέτασε τους παθόντες για την κατάσταση της υγείας τους, σύμφωνα με τις σχετικές παραπάνω παραγγελίες των προανακριτικών υπαλλήλων, αλλά αντέγραφε στις ιατροδικαστικές εκθέσεις που συνέταξε τις καταχωρημένες γνωματεύσεις των ιατρών των εξωτερικών ιατρείων του Νοσοκομείου Αμαλιάδας στο ειδικό βιβλίο που τηρείται σ' αυτό και οι οποίοι είχαν περιθάλψει τους παθόντες που προσήλθαν μετά τον τραυματισμό τους. 'Ετσι φαινόταν, ότι η διάγνωσή του που αναγραφόταν στις σχετικές εκθέσεις του ήταν αποτέλεσμα της προσωπικής εξέτασης των παθόντων, αποκρύπτοντας το παραπάνω γεγονός, ότι δηλαδή ουδέποτε είχε εξετάσει αυτούς. Ο κατηγορούμενος γνώριζε και θέλησε να βεβαιώσει τα προαναφερόμενα ψευδή περιστατικά, που ως έννομη συνέπεια θα είχαν την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει τη νόμιμη αμοιβή του. Τα ίδια ψευδή περιστατικά ο κατηγορούμενος παρέστησε προς τους αρμόδιους Εισαγγελικούς λειτουργούς με σκοπό να πετύχει την έγκριση της αμοιβής του, που ανερχόταν στο ποσό των 320.000 δραχ. που θα εισέπραττε από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών. 'Ετσι υπέβαλε προς την Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αμαλιάδας, Δ.Παπαδοπούλου, τις από 25.12.00 και 27.12.00 αιτήσεις του, επισυνάπτοντας μεταξύ άλλων ως δικαιολογητικά τις προαναφερόμενες ιατροδικαστικές εκθέσεις και άλλες τέσσερες, που δεν είναι επίδικες, με τις οποίες ζητούσε να αμειφθεί με το ποσόν των 480.000 δραχ. από το οποίο οι 320.000 δραχ. αφορούν τις παραπάνω οκτώ πραγματογνωμοσύνες. Η αντεισαγγελές εξέλαβε ως αληθείς τις αιτήσεις και τις διαβίβασε στον Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, προκειμένου να θεωρηθούν από αυτόν και να διαβιβασθούν αρμοδίως, ώστε να εισπράξει ο κατηγορούμενος το παραπάνω ποσόν. Όμως, δεν ολοκληρώθηκε η πράξη του αυτή, από λόγους ανεξάρτητους από τη βούλησή του και ειδικότερα, επειδή ο Εισαγγελέας Εφετών δεν πείσθηκε για την αλήθεια των αναγραφομένων και ζήτησε τη δικαστική διευρεύνηση της υπόθεσης για να εξακριβωθεί αν είχαν πράγματι εξετασθεί από τον κατηγορούμενο οι αναγραφόμενοι στις εκθέσεις του παθόντες, οπότε και διαπιστώθηκε η αναλήθεια του περιεχομένου τους.
Συνεπώς, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος κατ' εξακολούθηση της πράξης της ψευδούς βεβαίωσης και απόπειρας απάτης. Περαιτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αίτημά του για την κλήτευση μαρτύρων που είχε προτείνει με τα απολογητικά του υπομνήματα. Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση και του επέβαλε την αναφερόμενη συνολική ποινή φυλάκισης. Με τις παραδοχές του αυτές το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. α' και γ', 27, 42, 242 παρ. 1 και 386 παρ. 1α του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, βάσει των παραδοχών αυτών καθίσταται σαφές ότι α) ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε κατά τους κρίσιμους χρόνους τέλεσης της πράξεως της κατ' εξακολούθηση ψευδούς βεβαιώσεως την ιδιότητα του υπαλλήλου με την έννοια του άρθρου 13 εδ. α' και του άρθρου 242 παρ. 1 του Π.Κ., και δη του ειδικού ιατροδικαστή, ο οποίος διενεργεί ιατροδικαστικές πράξεις ως πραγματογνώμων σύμφωνα με το άρθρ. 183 επ. ΚΠοινΔ, την οποία είχε αποκτήσει κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό νόμιμο τρόπο, ήτοι με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αμαλιάδας και στα καθήκοντά του ήταν η ιατρική εξέταση μετά από εντολή των αρμοδίων προανακριτικών αστυνομικών υπαλλήλων του Α.Τ. Αμαλιάδας διαφόρων παθόντων και από τροχαία ατυχήματα και η σύνταξη των σχετικών ιατροδικαστικών εκθέσεων, β) οι οκτώ (8) ιατροδικαστικές εκθέσεις που συνέταξε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε εκτέλεση των αναφερομένων στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης παραγγελιών του Α.Τ. Αμαλιάδας, στις οποίες βεβαιώνει τα αναφερόμενα πιο πάνω ψευδή γεγονότα, συντάχθηκαν εντός των ορίων της καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητας αυτού στα πλαίσια της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί. Γίνεται δε ιδιαίτερη μνεία στην αιτιολογία για τις έννομες συνέπειες που μπορούσαν να έχουν τα προαναφερόμενα ψευδή γεγονότα, ήτοι την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο τη νόμιμη αμοιβή του. Επίσης στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιολογείται ειδικά ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος γνώριζε την αναλήθεια των προαναφερομένων γεγονότων, με την παραδοχή ότι αυτός ουδέποτε είχε εξετάσει τους παθόντες, και ότι αυτός τα εν λόγω ψευδή γεγονότα παρέστησε προς τους αρμόδιους εισαγγελικούς λειτουργούς με σκοπό να πετύχει την έγκριση της αμοιβής του, που ανερχόταν στο ποσό των 320.000 δραχμών που θα εισέπραττε από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών. Αναφέρονται, τέλος, και τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που αναφέρθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, δεν υπήρχε δε ανάγκη αναφοράς και του τί προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε αξιολόγησής τους. Εξάλλου το Δικαστήριο, με ιδιαίτερη σκέψη που διέλαβε στο τέλος του σκεπτικού της απόφασής του κρίνοντας προδήλως ότι δεν υπάρχει ανάγκη για κρείσσονες αποδείξεις, μετά δηλαδή την αξιολόγηση στο σκεπτικό όλων των αποδεικτικών μέσων, όπως είχε επιφυλαχθεί, απέρριψε αιτιολογημένα το αίτημα αναβολής της δίκης, διαλαμβάνοντας σ' αυτό ειδικότερα ότι "πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αίτημά του για την κλήτευση μαρτύρων, που είχε προτείνει με τα απολογητικά του υπομνήματα". Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, σε σχέση όχι μόνο με την ενοχή του αναιρεσείοντος για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις αλλά και με την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης, και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 13 εδ. α' και γ' και 242 παρ. 1 του Π.Κ., είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, οι οποίες με την επίκληση, κατ' επίφαση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση αυτών, είναι απαράδεκτες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της μαζί με τους πρόσθετους λόγους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Ιανουαρίου 2007 αίτηση και τους από 30 Μαΐου 2007 πρόσθετους επ' αυτής λόγους αναιρέσεως του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1076/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχεία ψευδούς βεβαίωσης (αρ. 242 παρ.1 ΠΚ). Δράστης του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης μπορεί να είναι μόνο υπάλληλος. Αποφασιστικό κριτήριο για την ιδιότητα του υπαλλήλου κατά το ποινικό δίκαιο έχει το είδος και η φύση της ανατιθεμένης σ’ αυτόν υπηρεσίας και ιδιαίτερα αν αυτή ανάγεται στην εξυπηρέτηση κρατικών σκοπών και δημοσίου συμφέροντος και όχι το έμμισθο ή άμισθο ή τιμητικό της θέσεώς του ή ο τρόπος ανάθεσης των καθηκόντων του. Στοιχεία απάτης. Έννοια απόπειρας. Αίτημα αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις. Αιτιολογημένα απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση αίτημα αναβολής της δίκης προκειμένου να κληθούν μάρτυρες. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη του αναιρεσείοντος για ψευδή βεβαίωση και απόπειρα απάτης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναβολής αίτημα, Ψευδής βεβαίωση.
| 0
|
Αριθμός 1667/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-08 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 3035/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Καλλιόπη Φιλοκαλιώτου και πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 45/25-7-2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Αγγελικής Ανυφαντή και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1330/2007.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους διαδίκους που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, δικαιούται να ασκεί αναίρεση για κάθε απόφαση, αθωωτική ή καταδικαστική, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Προκειμένου δε για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/74), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας συντρέχει και όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά της αξιόποινης πράξης και οι λόγοι από τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας, αδυνατεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική ή υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που του αποδίδεται. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμό 3035/2006 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο (για Πλημμελήματα) Θεσσαλονίκης, κήρυξε με αυτή αθώο τον κατηγορούμενο, της αξιόποινης πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα με την εξής αιτιολογία: Συγκεκριμένα, το άνω δικαστήριο δέχθηκε ότι: "Από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντα, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν τέλεσε την παράνομη πράξη της ψευδορκίας, δοθέντος ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, η ένορκη κατάθεση του δράστη πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς αναληθή. Ως αντικειμενικώς ψευδές θεωρείται το περιστατικό, όχι μόνο όταν είναι αντίθετο με την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνο που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε (ΑΠ 1257/2004 Ποιν. Δικ. 2004-1215). Ειδικότερα, όταν ο κατηγορούμενος, την 18-11-1998, κατέθεσε ενόρκως ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευαγγελίας Κούρου και βεβαίωσε ότι: την νύχτα που έλαβε χώρα ο εμπρησμός στο γραφείο του κ. Ψ, εγώ ευρισκόμουν στην καφετέρια "...", η οποία βρίσκεται απέναντι από το δικηγορικό του γραφείο. Γνώριζα, ότι εκεί υπήρχε κάποιο δικηγορικό γραφείο επειδή είμαι θαμώνας της καφετέριας, αλλά έμαθα ότι ανήκει στον κ. Ψ μετά το συμβάν. Το βράδυ εκείνο ευρισκόμουν με τη φίλη μου Α, η οποία εργαζόταν εκεί και έβλεπα προς το δρόμο. Κάποια στιγμή η φίλη μου, μου είπε, ότι της φάνηκε ότι κάποιος νεαρός που περνούσε απέναντι πέταξε κάτι προς το γραφείο του. Γύρισα και εγώ και πράγματι είδα ένα νεαρό να περπατάει γρήγορα, να στρίβει σε ένα στενό και να απομακρύνεται. Καθ' όλη τη διάρκεια που τον παρατηρούσα μέχρι που απομακρύνθηκε, δεν έτρεξε καθόλου, αλλά περπατούσε, είχε τρομερή ψυχραιμία και ανεπιφύλακτα δηλώνω ότι δεν είδα κάποιον να τον κυνηγά. Μετά την απομάκρυνση του νεαρού σιγά-σιγά εκδηλώθηκε η πυρκαγιά την οποία παρακολουθήσαμε και ήταν εύκολο να την βλέπουμε στην ανάπτυξή της, διότι το εσωτερικό του γραφείου, στο οποίο εκδηλώθηκε δεν ήταν φωτισμένο. Εγώ με άλλους θαμώνες της καφετέριας, βοηθήσαμε στην κατάσβεσή της. Ειδοποιήθηκε ο ιδιοκτήτης του γραφείου κ. Ψ, αλλά κατά την κατάσβεση της, δεν ήταν παρών, τα οποία επιβεβαίωσε και ενόρκως την 29-6-1999, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκου Θεσσαλονίκης (Β τμήμα), ήταν αληθή, όπως αποδεικνύεται από τις μετά λόγου γνώσεως καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης Β, Γ και Δ, οι οποίοι εξεταζόμενοι ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατέθεσαν μεταξύ άλλων και τα εξής: Α) Β: "Είμαι ο ιδιοκτήτης της καφετέριας ... . Εκείνο του βράδυ κλείσαμε η ώρα 03.00 πρωϊνή. Εκείνο το βράδυ όταν ξέσπασε η πυρκαγιά έδωσα οδηγίες στη σύζυγό μου να τηλεφωνήσει και να καλέσει την αστυνομία και την πυροσβεστική. Εμείς πήραμε και ειδοποιήσαμε εκτός από την αστυνομία την πυροσβεστική και τον κ. Ψ", Β) Γ: "Είμαι σύζυγος του Β. Εκείνο το βράδυ του συμβάντος ήμουνα στην καφετέρια και συγκεκριμένα στην ταμειακή μηχανή. Κλείσαμε αργά το κατάστημα. Όταν ξέσπασε η φωτιά αμέσως είδαμε τη φλόγα. Στην καφετέρια ήταν και η Α και είπε ότι είδε κάποιο άτομο να πετά κάτι στο γραφείο. Εγώ τηλεφώνησα στον κ. Ψ και μίλησα η ίδια μαζί του και τον ειδοποίησα για το τι είχε συμβεί. Ο κατηγορούμενος εκείνο το βράδυ ήταν στην καφετέρια και η κοπέλα του εργαζόταν στο ΜΠΑΡ και περίμενε να σχολάσουν για να φύγουν μαζί." Γ) Δ: " Εκείνο το βράδυ που συνέβη ο εμπρησμός ήμουν στην καφετέρια με το σύζυγό μου και ένα φιλικό μας ζευγάρι. Θυμάμαι ότι είδα τον κατηγορούμενο στην καφετέρια. Κάποιοι είδαν και φωτιά, προκλήθηκε αναστάτωση και βγήκαμε έξω από τη καφετέρια για να δούμε τι συνέβαινε. Αργότερα ο κατηγορούμενος είπε ότι είδε κάποιο άτομο". Ενόψει όλων των ανωτέρω αποδεικνύεται αδιαμφισβήτητα ότι όσα ο κατηγορούμενος κατέθεσε ένορκα ενώπιον της ανωτέρω συμβολαιογράφου στις 18-11-1998, αλλά και στις 29-6-1999 ενώπιον της Β' Πταισματοδίκου Θεσσαλονίκης, ήταν αληθή και δεν αντικρούονται από την αναληθή κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Ε, αστυνομικού, ο οποίος κατέθεσε ότι ήταν παρών εκείνη τη νύχτα της πυρκαγιάς, διότι είχε ειδοποιηθεί υπηρεσιακά, ενώ προκύπτει από τους πίνακες διάταξης Υπηρεσίας της 8-2-1996, 9-2-96 και 10-2-96 ότι ήταν εκτός υπηρεσίας( βλ. σχετικά έγγραφα).
Συνεπώς, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος". Σύμφωνα με τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την έννοια που αναπτύχθηκε, αφού περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους το Δικαστήριο έκρινε αθώο τον κατηγορούμενο. Ειδικότερα, αναφέρεται στην αιτιολογία, ότι λήφθηκαν υπόψη, όχι μόνο η χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, αλλά και οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως. Η ιδιαίτερη αποσπασματική αναφορά, κατά τις οικείες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στους μάρτυρες υπερασπίσεως, Β, Γ και Δ, οι οποίοι εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αποτελούσε εξειδίκευση σε όσα πραγματικά περιστατικά κατέθεσαν αυτοί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε και τις λοιπές μαρτυρικές αποδείξεις και πολύ περισσότερο, ότι απέκλεισε τους μάρτυρες κατηγορίας, τη στιγμή μάλιστα που δέχεται ειδικά η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι έλαβε υπόψη της και την μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας, αστυνομικού, Ε. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν δεόντως, όχι μόνο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, με τα αναφερόμενα σ' αυτά και αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά και το σύνολο των εγγράφων, που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και οπωσδήποτε δεν κατέληξε στην απαλλακτική του κρίση, μόνο από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, αλλά σε συνδυασμό και με τους λοιπούς μάρτυρες κατηγορίας και από το σύνολο όλων των εγγράφων, που αναγνώσθηκαν. 'Ετσι, ουδεμία πλέον, αμφιβολία δημιουργείται, αντίθετα, με βεβαιότητα, προκύπτει, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, επιπλέον δε αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και από την επισκόπησή της, προκύπτει ότι έγινε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η επιβαλλόμενη από το συνδυασμό των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται παραπάνω και δεν λήφθηκαν επιλεκτικά υπόψη ορισμένα μόνο αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος και πρέπει, να απορριφθεί. Μετά από αυτά, και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει αυτή να απορριφθεί και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμό 53/19-10-2007 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά της 3035/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την αθώωση του κατηγορουμένου για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επάρκεια αιτιολογίας. Λήφθηκαν υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και δεν έγινε επιλεκτική χρήση αυτών. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Ψευδορκία μάρτυρα, Απόφαση αθωωτική.
| 0
|
Αριθμός 1666/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ορισθέντα με την 57/1.4.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Σταυριανάκη, περί αναιρέσεως της 2073/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7.5.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 922/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2073/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της κλοπής από κοινού (άρθρα 45, 372 παρ. 1α του ΠΚ), δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Την 1-3-2003 και περί ώρα 03.00, ο κατηγορούμενος μαζί με τους ανήλικους Α, Β και τέταρτο άγνωστο πρόσωπο, εισήλθαν στην επί της οδού ... αριθμός 15 πυλωτή πολυκατοικίας και αφού παραβίασαν την κλειδαριά του μοτοποδηλάτου με αριθμό κυκλοφορίας ..., ιδιοκτησίας του Γ, που ήταν εκεί σταθμευμένο, το πήραν και άρχισαν να απομακρύνονται. Όμως έγιναν αντιληπτοί από τον Δ, ο οποίος κατοικεί στην απέναντι πολυκατοικία και ο οποίος ειδοποίησε την 'Αμεσο Δράση. Πράγματι μετά δεκάλεπτο έφθασε στο σημείο περιπολικό με πλήρωμα τον μάρτυρα Ε, που συνέλαβε τους τρεις από τους τέσσερις δράστες, στους οποίους συμπεριλαμβανόταν και ο παρών κατηγορούμενος, τον οποίο αναγνώρισε ο ως άνω Δ στο οικείο Αστυνομικό Τμήμα. Η αφαίρεση του μοτοποδηλάτου από την κατοχή του ως άνω κυρίου αυτού από το χώρο, που το είχε σταθμεύσει στην πυλωτή της πολυκατοικίας που κατοικούσε, έγινε από τον κατηγορούμενο, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Ο ισχυρισμός του ότι δεν συμμετείχε στην αφαίρεση του μοτοποδηλάτου, αλλά απλώς πήγε να βοηθήσει τους προαναφερόμενους να το σπρώξουν, γιατί δεν είχε καύσιμα, είναι απορριπτέος, γιατί είναι κατηγορηματική η κατάθεση του μάρτυρα Δ, ότι δηλαδή τον είδε, μαζί με τους προαναφερόμενους συναυτουργούς, να το αφαιρούν και να απομακρύνονται. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Όμως πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1983 στην Ιταλία, κατά τον χρόνο που τέλεσε την ως άνω αξιόποινη πράξη είχε μεν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του όχι όμως και το 21ο [ΠΚ 133]". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κλοπής από κοινού, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 και 372 παρ. 1α του ΠΚ. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, το γεγονός ότι εξαίρεται η κατάθεση του μάρτυρος Δ, ο οποίος αντελήφθηκε τον αναιρεσείοντα με τους ανήλικους συνεργούς του να αφαιρούν το μοτοποδήλατο, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, περιλαμβάνονται δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς ασάφειες, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τη συμμετοχή του αναιρεσείοντος, με τη μορφή της συναυτουργίας, δηλαδή τη με κοινό δόλο άμεση σύμπραξη στην τέλεση του εγκλήματος της κλοπής από κοινού (είσοδος αυτού και των ανηλίκων στην πυλωτή της επί της οδού ... αριθ. 15 πολυκατοικίας, παραβίαση της κλειδαριάς του υπ' αριθ. κυκλ. ... μοτοποδηλάτου, αφαίρεση αυτού και παράνομη ιδιοποίηση), περιστατικά τα οποία επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.
Συνεπώς, ο μοναδικός, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος της ένδικης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αριθ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 295/2007 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2073/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κλοπή από κοινού. Απορρίπτει αναίρεση για παράβαση του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Κλοπή.
| 0
|
Αριθμός 1665/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νινόπουλο, περί αναιρέσεως της 1631/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Δεκεμβρίου 2005 αίτηση αναιρέσεως καθώς και στους από 28 Απριλίου 2006 και 26 Ιανουαρίου 2007 προσθέτους λόγους αυτής, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 31/2006.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H υπό κρίση υπόθεση εισάγεται προς εκδίκαση, μετ'αναπομπή, μετά την έκδοση της 4/2008 αποφάσεως της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αναίρεσης και ο συναφής πρώτος από τους από 26-1-2007 πρόσθετους αυτής λόγους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ για σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, διότι εξετάσθηκαν μάρτυρες στο ακροατήριο πρόσωπα που διενήργησαν διοικητική εξέταση, προκειμένου να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης της απόφασης είναι και η έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 170 παρ.2 ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' Κ.Π.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 1947/1991 και άρθρο 34 παρ. 2 ν. 2172/1993, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριo αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 Κ.Π.Δ. υποβάλλει αίτημα επιδείξεως σ` αυτόν πειστηρίου, που χρειάζεται να αναγνωρίσει. Αν δεν απαντήσει το δικαστήριο επί του πιο πάνω αιτήματος του κατηγορουμένου, υφίσταται έλλειψη ακροάσεως αυτού κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου κώδικα λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, από το Αρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας ή μη των λόγων αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής. Με την προσβαλλόμενη 1631/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα Χ, καταδικάστηκε, σε συνολική ποινή φυλάκισης έξι ετών για πλαστογραφία μετά χρήσεως, κατ'εξακολούθηση, που στρεφόταν κατά του Δημοσίου με ζημία αυτού που υπερβαίνει τα 50 εκατ. δραχμές, απιστία σχετικά με την υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση, όπου ο υπαίτιος μετήλθε ιδιαίτερα τεχνάσματα και η ελάττωση της περιουσίας του Δημοσίου υπερβαίνει τα 50 εκατ. δραχμές και υπεξαίρεση στην υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση, με ζημία του Δημοσίου που υπερβαίνει τα 50 εκατ. δραχμές, (26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.1,3, 256 περ.γ', 258 περ.γ ΠΚ , άρθρο 1 Ν.1608/1950, όπως ισχύει) με τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 περ, α, δ και ε. Κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και μετά την προβολή αντιρρήσεων ως προς την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας Α και Β, διότι, όπως ισχυρίσθηκε, "είχαν διενεργήσει προανακριτικά καθήκοντα κατά το άρθρο 211 ΚΠΔ", ο αυτός πληρεξούσιος, υπέβαλε αίτημα αναβολής της υποθέσεως, "προκειμένου να προσκομισθούν τα πειστήρια, δηλαδή τα 1833 διπλότυπα, τα οποία κατά το κατηγορητήριο πλαστογράφησε η κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα και έκανε χρήση. Ακολούθως δε, όπως αναφέρεται στα πρακτικά της δίκης, ο πληρεξούσιος της κατηγορουμένης-αναιρεσείουσας προέβαλε προφορικά και κατέθεσε εγγράφως, για καταχώρηση στα πρακτικά, μεταξύ άλλων, και τα παρακάτω αιτήματα "......α. Προσκομιδής πειστηρίων και β. Διενεργείας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης". Στη συνέχεια αφού ανάπτυξε τους λόγους για τους οποίους προέβαλε τα αιτήματα αυτά , ζήτησε "1) ........ κατ' αρ. 364 § 1 β' & 171 § 1 δ' Κ.Π.Δ., να προσκομισθούν τα 1833 διπλότυπα τα υπάρχοντα και φυλασσόμενα εις την Δ.Ο.Υ. Κηφισίας, εν οίς και τα ειδικώτερα 744 διπλότυπα που απετέλεσαν τα μόνα αντιπαραβληθέντα και περιεχόμενα εις την έκθεσιν Γ, ως συνιστώντα πειστήρια του εγκλήματος......, ώστε να δυνηθεί να ασκήσει σε καθένα εξ αυτών τα κατ' αρ. 357 § 4, 358 Κ.Π.Δ. ατομικά υπερασπιστικά του δικαιώματα και το Δικαστήριο αυτοψίαν, θέτοντας εις έλεγχο την αξιοπιστίαν του επιθεωρητού -μηνυτού και των μαρτύρων, 2) Να διαταχθή λογιστική πραγματογνωμοσύνη από ανεξαρτήτους ορκωτούς ελεγκτές του Σ.Δ.Ο.Ε. ή άλλους επιθεωρητές εκτός Αθηνών επί των 744 διπλοτύπων που τα ποσά τους προκύπτουν εξ αντιπαραβολής και περιέχονται εις την έκθεσιν του τεχνικού μου συμβούλου με το ερώτημα κλπ". Ακολούθως η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα, αφού εξέθεσε τα ερωτήματα επί των οποίων έπρεπε να διαταχθεί η λογιστική πραγματογνωμοσύνη, ζήτησε να αναβληθεί η δίκη για το λόγο αυτό. Επι των αιτημάτων αυτών, ο μεν ο Εισαγγελέας, "πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος της αναβολής για προσκομιδή των πειστηρίων και διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, το δε Δικαστήριο, στο περί της ενοχής σκεπτικό της αποφάσεώς του, αφού εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους πείστηκε για την ενοχή της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι "ύστερα από αυτά το αίτημα της κατηγορουμένης για αναβολή της δίκης, προκειμένου να προσκομισθούν τα πειστήρια και να διενεργηθεί λογιστική πραγματογνωμοσύνη είναι αβάσιμα και απορριπτέα". Για την πλαστογράφηση (παραποίηση) των 1833 αυτών εγγράφων (διπλοτύπων Α) κρίθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα και από την αντιπαραβολή αυτών (στελέχους και αντιγράφου) προέκυπτε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το ποσό των 58.257.729 δραχμών, για το οποίο κρίθηκε ότι αυτή ιδιοποιήθηκε παρανόμως, με αντίστοιχη ζημία του ελληνικού Δημοσίου. Το σαφές και ορισμένο, όμως, αίτημα, της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας για την επίδειξη των πειστηρίων του εγκλήματος, προκειμένου να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Π.Δ. υπερασπιστικά της δικαιώματα δεν ταυτίζεται με το αίτημα αυτής να αναβληθεί η δίκη προκειμένου να διενεργηθεί λογιστική πραγματογνωμοσύνη επ' αυτών. Η κατηγορουμένη δε, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, υπέβαλε παραλλήλως και τα δύο αυτά αιτήματα, πλην όμως, ο μεν εισαγγελέας πρότεινε, το δε Δικαστήριο απάντησε μόνο επί του δευτέρου αιτήματος (της αναβολής της δίκης). Η απορριπτική δε του αιτήματος της αναβολής αιτιολογία δεν δύναται να αποτελέσει και αιτιολογία απορρίψεως του αιτήματος για την επίδειξη των πειστηρίων, αφού, πλην άλλων, η παραδοχή ή η απόρριψη του εν λόγω αιτήματος λογικώς προηγείται της περί ενοχής αποφάσεως. Ούτε, άλλωστε, το δικαίωμα αυτό της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας δύναται να εξαρτηθεί από το εάν η ενοχή της αποδεικνύεται και από άλλα, πλην των πειστηρίων, αποδεικτικά στοιχεία. Τούτο δε, διότι και για τον επιπλέον λόγο, όπως και η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, με την προσκόμιση των πειστηρίων αυτών και με την επιδιωκόμενη αντιπαραβολή τους, θα προέβαινε σε έλεγχο των όσων υποστήριξαν οι μάρτυρες-επιθεωρητές (στις καταθέσεις των οποίων κυρίως στηρίχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, όπως ρητώς σε αυτή αναφέρεται) ως προς το ύψος του υπεξαιρεθέντος ποσού, το οποίο και προσδιόρισε τον κακουργηματική χαρακτήρα των πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του ν.1608/1950. Συνεπώς, εφόσον, επί του νομίμου αυτού αιτήματος της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας, δεν απάντησε καθόλου το Δικαστήριο (ούτε ο Εισαγγελέας προέτεινε), είναι βάσιμος ο συναφής λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, για έλλειψη ακροάσεως, και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το άρθρο 519 ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1631/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση, απιστία σχετικά με την υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση, υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση, με την επιβαρυντική περίσταση του Ν. 1608/50. Λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, διότι ο κατηγορούμενος ζήτησε να ασκήσει το δικαίωμα που του παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα, όπως όταν σύμφωνα με το άρθρο 364 §1 ΚΠΔ, υποβάλλει αίτημα επιδείξεως σ’ αυτόν πειστηρίου. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Ακροάσεως έλλειψη
|
Πλαστογραφία, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Ακροάσεως έλλειψη, Καταχραστές Δημοσίου, Απιστία περί την υπηρεσία.
| 0
|
Αριθμός 1664/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 2069, 2099/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενους τους 1) Χ1, 2) Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ευθύμιο Καυκόπουλο και Αθανάσιο Ζαχαριάδη και 3) Χ3, κάτοικο ..., που παρέστη με τους αυτούς ως άνω πληρεξούσιους δικηγόρους. Και πολιτικώς ενάγοντες τους 1) Ψ1, 2) Ψ2, κατοίκων ..., 3) Ψ3, κάτοικο ... και 4) Ψ4, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σεραφείμ Πολυχρόνη.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 53/19-10-2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σοφρωνιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1764/2007.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το αρ. 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως, μέσα στην προθεσμία του αρθρου 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του αρ. 473 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του αρθ. 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της, από τα αρθρα. 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 τη ΕΣΔΑ (ν.δ 53/74), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει τον από τον άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα ειδικότερα, αρκεί ο προσδιορισμός τους κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 2069, 2099/2007 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, κήρυξε με αυτή αθώους τους κατηγορούμενους, 1) Χ2, 2) Χ3 και 3) Χ1, της πράξεως της απάτης από κοινού, κατ' εξακολούθηση, με την εξής κατά λέξη αιτιολογία: "ΕΠΕΙΔΗ από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία των κατηγορουμένων στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: Η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑΓΚΡΟΒΕΤ ... ΕΤΑΙΡΙΑ - ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", η οποία αντιπροσώπευε και εμπορευόταν ζωοτροφές, φάρμακα, κτηνοτροφικά γάλατα, κλπ, συμφώνησε με τους επαγγελματίες προβατοτρόφους που διατηρούσαν μονάδες αναπαραγωγής προβάτων της φυλής Χίου, Ψ4, Ψ1, Ψ3 και Ψ2 μέσω του πλασιέ Α, να τους πωλήσουν και παραδώσουν κτηνοτροφικό γάλα εισαγωγής από την Ολλανδία με την ονομασία ΑLPUR-O για τη διατροφή των προβάτων τους, έναντι τιμήματος 600 δραχμών κατά κιλό [1,76 ευρώ], το οποίο, κατά τον παρασκευαστή έφερε όλα τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά (πρωτεΐνες, λίπος κλπ) στο κατάλληλο ποσοστό (λίπος τουλάχιστον 24%· και πρωτεΐνες τουλάχιστον 25%), ήταν δε κατάλληλο για την διατροφή αμνοεριφίων κατά την περίοδο του τεχνητού απογαλακτισμού. Οι εγκαλούντες ισχυρίζονται ότι αντί του αγορασθέντος πιο πάνω προϊόντος, παραδόθηκε στον καθένα απ' αυτούς ποσότητα άλλου προϊόντος με την ονομασία ΑLPIUR-Ο συσκευασμένο σε τσουβάλια, που παράγεται στην Ελλάδα και συσκευάζεται από "την ίδια πιο πάνω εταιρία, η αξία του οποίου κατά μονάδα ήταν μικρότερη από εκείνη που κατέβαλαν ως τίμημα για την αγορά του παραπάνω αλλοδαπού προϊόντος τουλάχιστον κατά το ποσό των 0,60 λεπτών [204,50 δρχ], και η ποιότητα αυτού χαμηλότερη από εκείνη του αγορασθέντος προϊόντος, αφού είχε χαμηλή περιεκτικότητα σε λίπος (16,1)και σε πρωτεΐνες (17,3), ήταν δε κατάλληλο για την διατροφή μοσχαριών. Όμως το επικαλούμενο απ' αυτούς πιο πάνω γεγονός, δηλαδή της παραδόσεως άλλου προϊόντος από το αγορασθέν, δεν επιβεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, παρά μόνο από τις καταθέσεις των ιδίων που κατέθεσαν ενώπιον του δικαστηρίου ως μάρτυρες.
Συνεπώς δημιουργούνται στο δικαστήριο πολλές αμφιβολίες ως προς το αν πράγματι παραδόθηκε σ' αυτούς άλλο προϊόν αντί του αγορασθέντος, που ήταν μικρότερης αγοραστικής αξίας και χαμηλότερης ποιότητας απ' αυτό όπως ισχυρίζονται. Τη κρίση του αυτή στηρίζει το δικαστήριο ιδιαίτερα στο γεγονός ότι από τη φωτογραφία του εν λόγω προϊόντος που τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου, σαφώς προκύπτει ότι επί της συσκευασίας των φερόμενων ως παραδοθέντων σ' αυτούς τσουβαλιών, αναγράφονταν ευκρινέστατα και με κεφαλαία γράμματα η ονομασία ΑLPIUR-Ο, χωρίς αυτή να επικαλύπτεται τεχνηέντως με την παραπλήσια του αυθεντικού προϊόντος ονομασία, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη. Έτσι ο καθένας μπορούσε ευχερώς να διαπιστώσει κατά τη στιγμή της παράδοσης ή και αργότερα τη διαφορά και να ζητήσει την επιστροφή της ποσότητας στη πωλήτρια εταιρία. Τέτοιο όμως ισχυρισμό ουδέποτε προέβαλαν οι εγκαλούντες. Επί πλέον το μικρό καρτελλάκι που έχει συρραφεί στο τσουβάλι που εμφανίζεται στην παραπάνω φωτογραφία και φέρει την ονομασία ΑLPIUR-Ο, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι τέθηκε από την πωλήτρια εταιρία για την παραπλάνηση των όποιων αγοραστών δεδομένου ότι τούτο ευχερώς μπορούσε να έχει τεθεί από άλλον άγνωστο πωλητή που διακινεί στην αγορά το εν λόγω προϊόν [ΑLPIUR-Ο] της εν λόγω εταιρίας με πρόθεση εξαπάτησης του καταναλωτικού κοινού και από τον οποίο, είναι ενδεχόμενο να έχουν αγοράσει οι εγκαλούντες ανάλογες ποσότητες. Ενόψει αυτών εφόσον δεν αποδεικνύεται η εκ μέρους των κατηγορουμένων προς τους εγκαλούντες ψευδής παράσταση γεγονότων ως αληθινών, κατά τη πώληση και παράδοση σ' αυτούς των ποσοτήτων του πωληθέντος προϊόντος, δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η πράξη που τους αποδίδεται και συνεπώς πρέπει να κηρυχθούν αθώοι". Σύμφωνα με τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, με την έννοια που αναπτύχθηκε, αφού περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και τους συλλογισμούς με τους οποίους το Δικαστήριο έκρινε αθώους τους κατηγορουμένους. Ειδικότερα, αναφέρεται στην αιτιολογία ότι λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως και όχι μόνο των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως, καθώς και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Μάλιστα δε, στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, περιλαμβάνονται και οι με αριθμούς 1, 5, 10, 15 σχετικές κτηνιατρικές γνωματεύσεις -βεβαιώσεις, όπως και τα με αριθμούς 3, 13, 18, δελτία αποστολής-τιμολόγια, καθώς, επίσης, επισκοπήθηκαν και οι σχετικές φωτογραφίες. Η αιτίαση, ότι το Δικαστήριο δεν εκτίμησε προσηκόντως τα τιμολόγια και τις αντίστοιχες κτηνιατρικές γνωματεύσεις-βεβαιώσεις, χωρίς να προσδιορίσει σ' αυτά το είδος των προϊόντων, και αν αυτά που αναγράφονται στα ως άνω έγγραφα, που αναγνώσθηκαν, ταυτίζονται ή όχι με εκείνα τα προϊόντα που παρέλαβαν οι εγκαλούντες, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη, γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση αυτών, προκύπτει, ότι προσδιορίζεται το είδος των αναγραφόμενων σ' αυτά προϊόντων. Έτσι, ουδεμία πλέον αμφιβολία δημιουργείται, αντίθετα, με βεβαιότητα, προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, επιπλέον δε αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και από την επισκόπησή της, προκύπτει ότι έγινε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η επιβαλλόμενη από το συνδυασμό των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται παραπάνω και δεν λήφθηκαν επιλεκτικά υπόψη ορισμένα μόνο αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος και πρέπει, επομένως να απορριφθεί. Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει αυτή να απορριφθεί και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμό 53/19-10-2007 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά της 2069, 2099/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της απαλλακτικής για τους κατηγορούμενους απόφασης, για απάτη από κοινού και κατ’ εξακολούθηση με την επίκληση του αναιρετικού λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.
| 1
|
Αριθμός 1663/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αναγνωστόπουλο, για αναίρεση της 35624/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Αυγούστου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1536/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Ο ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής. α) τη μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18), και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα το άρθρο 19 παρ.1 του πιο πάνω νόμου, (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ.1 του ν.3220/2004), ορίζει ότι "1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. 2. Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου. Κατά δε την παράγραφο 4 του αυτού άρθρου, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής καθώς και εκείνο που εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο στη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής, θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής, θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου, "η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της". Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ίσχυε και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου, έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκούταν άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 12 παρ. 3 του ν. 2753/1999, με βάση τα πορίσματα. του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Με τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004 "για την αντικειμενικοποίηση του φορολογικού ελέγχου κ.λ.π.", μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη κατά την οποία, "ειδικά όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή, στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται, α') με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β') με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ". Η ρύθμιση όμως αυτή είναι δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο της προηγούμενης και δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 "περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.", στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, "στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο". Η τελευταία όμως αυτή ρύθμιση είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου 2001, λαμβανομένου υπόψη ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν την έναρξη και τη διάρκεια της παραγραφής (όχι πότε και πως λαμβάνεται αυτή υπόψη από το Δικαστήριο), είναι ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Η διάταξη δε του άρθρου 2 παρ. 9 του ίδιου νόμου (2954/2001), κατά την οποία η αμέσως ανωτέρω διάταξη, ισχύει ανάλογα "και για τα αδικήματα των περιπτώσεων ζ' και η' της παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 1591/1986, για τα οποία κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, δεν έχει επέλθει παραγραφή, κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα", δεν έχει (ανάλογη) εφαρμογή και στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, για τα οποία ισχύει πάντοτε ο επιεικέστερος αυτός νόμος σε σχέση με το χρόνο έναρξης της παραγραφής και δεν τίθεται ζήτημα συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής τους, προ της ισχύος του νόμου. Εξ' άλλου, η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι όπως αναφέρθηκε θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του Π.Κ., πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και πολύ περισσότερο όταν προβάλλεται (με αυτοτελή ισχυρισμό), η αιτιολογία δε της καταδικαστικής απόφασης, όταν τίθεται ζήτημα παραγραφής της πράξεως, πρέπει να εκτείνεται και στα περιστατικά, που αφορούν την έναρξη και τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής. Διαφορετικά ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., για ελλιπή αιτιολογία." Εξ' άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 35624/2007 απόφασή του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του, τα εξής: "Ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις που του αποδίδει το κατηγορητήριο, για το διάστημα από 19-9-2000 και εντεύθεν και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι αποδείχθηκαν τα κατά τόπο και χρόνο πραγματικά περιστατικά, όπως αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Τα ανωτέρω, αποδείχθηκαν ιδίως από τις καταθέσει των μαρτύρων κατηγορίας, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και από την ανωτέρω έκθεση ελέγχου. Ειδικότερα, αποδείχθηκε, ότι ο κατηγορούμενος, στην Αθήνα στις 7-11-2003, χρόνο κατά τον οποίο θεωρήθηκε η συνημμένη από 16-10-2003 έκθεση ελέγχου του διενεργήσαντος τον έλεγχο Σ.Δ.Ο.Ε, διαπιστώθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 18-10-2000 έως 12-12-2000, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής και ειδικότερα απεδέχθη εικονικά φορολογικά στοιχεία, ήτοι φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Συγκεκριμένα με την ιδιότητά του, σαν φορέα ασκούντος ατομική επιχείρηση με αντικείμενο την "ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΡΕΑΤΩΝ", ζήτησε, έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία της πιο πάνω επιχείρησης τα παρακάτω φορολογικά στοιχεία, τα οποία είναι εικονικά, διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους, γεγονός, το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος, και παρά ταύτα απεδέχθη αυτά, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Τα φορολογικά αυτά στοιχεία, είναι τα παρακάτω, εκδόσεως της επιχείρησης Α. Για το έτος 2000 1) ΔΑ-Τιμολόγιο .../18-10-2000 καθαρής αξίας 7.119.000 δραχμές, 2)ΔΑ-Τιμολόγιο .../21-11-2000 καθαρής αξίας 3.174.500 δραχμές, 3)ΔΑ-Τιμολόγιο .../22-11-2000 καθαρής αξίας 8.580.000 δραχμές, 4)ΔΑ-Τιμολόγιο .../23-11-2000 καθαρής αξίας 1.808.000 δραχμές, 5)ΔΑ-Τιμολόγιο .../28-11-2000 καθαρής αξίας17.850.050 δραχμές, εκδόσεως της επιχείρησης ΜΑΡΕ ΕΠΕ και 6) ΔΑ 6473-ΤΙΜ .../12-12-2000 καθαρής αξίας 5.773.905 δραχμές.
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο, ένοχο της πράξεως του άρθρου 19 του ν.2523/1997, κατ' εξακολούθηση, για τις μερικότερες πράξεις, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 18-10-2000 έως 12-12-2000, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 12 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη, ενώ έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, για τις μερικότερες πράξεις, που ανάγονται μέχρι και την 18-9-2000. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 19 του ν. 2523/1997, της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκε (19 παρ.1, 4 Ν. 2523/97, και 98 του ΠΚ), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 εδ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως και ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-7-2007 αίτηση (δήλωση με αριθμό πρωτ. 7670/29-8-2007), του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 35.624/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του άρθρου 19 Ν. 2523/1997 με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία.
| 0
|
Αριθμός 1662/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Παπαδάκη και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, για αναίρεση της 1360Α, 1424, 1458/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ3 και πολιτικώς ενάγοντες τους 1) Ψ1 και 2) Ψ2, κατοίκους Ρουμανίας, που δεν παρέστησαν. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30 Μαΐου 2007 και 4 Ιουλίου 2007 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1332/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες 36/ 30-5-2007 από 4/7/2007( με αρ. πρωτ. 6323/9-7-2007), αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκου ..., για αναίρεση της 1360Α, 1424,1458/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως , και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
ΙΙ. Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, πρέπει, στη δήλωση ασκήσεώς της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484, προκειμένου περί βουλευμάτων, και 510 του ΚΠΔ, προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως εκ τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 484 στοιχείο δ, ή 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει: α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος ή αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως. Στην κρινόμενη 36/ 30-5-2007 έκθεση αναιρέσεως του Χ1, κατά της 1360Α, 1424,1458/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης εννέα ετών για από κοινού αρπαγή ανηλίκων (υποστήριξης εκούσιας διαφυγής), με το σκοπό μεταχειρίσεως των ανηλίκων σε ανήθικες ασχολίες , ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους εξής αναφερόμενους στην αίτησή του, κατά λέξη , λόγους "1) Δεν έλαβε (η προσβαλλόμενη απόφαση) υπόψη ουδεμίαν από τις συντρέχουσες ελαφρυντικές περιστάσεις και 2) δεν ητιολόγησεν ειδικώς και εμπεριστατωμένως την απόφαση περί επιβολής της βαρύτατης αυτής ποινής και προσθέτει και για όσους λόγους θα προσθέσει μετά την καθαρογραφή της ανωτέρω αποφάσεως". Έτσι, όμως, όπως έχουν διατυπωθεί οι λόγοι αυτοί, χωρίς να προσδιορίζεται, αν υποβλήθηκε σαφές και ορισμένο αίτημα για την αναγνώριση ελαφρυντικών (και ποιό), το οποίο απορρίφθηκε, και σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της απορριπτικής αιτιολογίας του, καθώς, επίσης και σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της περί ποινής αιτιολογίας της αποφάσεως, πρέπει, να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας αυτών. Μετά από αυτά πρέπει, να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η πιο πάνω αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Χ1 στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων , αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ2, σε ποινή κάθειρξης εννέα ετών για ηθική αυτουργία σε από κοινού αρπαγή ανηλίκων (υποστήριξης εκούσιας διαφυγής), με το σκοπό μεταχειρίσεως των ανηλίκων σε ανήθικες ασχολίες (άρθρα 46 παρ. 1α, , 94 παρ. 1 και 324 παρ. 1 και 2 ΠΚ. Για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση του το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά "αποδείχθηκαν από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγουσών, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα πρακτικά των πρωτοβαθμίων δικών που επίσης αναγνώσθηκαν, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη διαδικασία". Από τα πρακτικά όμως της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν πλην άλλων και, εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και ειδικότερα α) η από 25.11.98 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και β) η από 27.11.98 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Α, όπως επίσης και γ) η από 27.11.98 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αυτού πραγματογνώμονας (σελ. 46 πρακτικών αριθμ. 21 και 22 και σελ. 49 αριθμ. 110).- Από τη γενόμενη δε παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο του παραδεκτού των λόγων της κρινόμενης αναιρέσεως, προκύπτει ότι οι πιο πάνω εκθέσεις αφορούν εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκαν κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ. Περί των εκθέσεων αυτών, που αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στη ποινική διαδικασία, δεν γίνεται καμία μνεία, ούτε στην αρχή της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα ληφθέντα αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια, όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Πενταμελές Εφετείο, στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα κρίση του, αλλά ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως συνάγεται, αν οι εκθέσεις αυτές λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ή όχι και για πιο λόγο. Επίσης, κατά τις παραδοχές του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, το πιο πάνω έγκλημα της αρπαγής ανηλίκων τέλεσαν από κοινού, ως φυσικοί αυτουργοί, οι Χ3 και Χ1, τους οποίους ο κατηγορούμενος αναιρεσείων Χ2, ως ηθικός αυτουργός, έπεισε να τελέσουν το έγκλημα αυτό, χωρίς σε οποιοδήποτε σημείο του σκεπτικού, να γίνεται μνεία, για οποιαδήποτε συμμετοχή στην τέλεση του εγκλήματος αυτού των Β και του Γ, τα ονόματα των οποίων ούτε καν αναφέρονται στο σκεπτικό της αποφάσεως. Κατά αναφερόμενα όμως στο διατακτικό της προσβαλλόμενη απόφασης ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων Χ2, κηρύχθηκε ένοχος, ως ηθικός αυτουργός, όχι μόνο των δύο πρώτων, αλλά και των δύο τελευταίων, στην από κοινού τέλεση του εν λόγω κακουργήματος. Κατ' αυτόν όμως τον τρόπο, δεν καθίσταται σαφές για ποίων αυτουργών τις πράξεις κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, ως ηθικός αυτών αυτουργός. Επισημαίνεται δε ότι και ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος Χ1 κρίθηκε ένοχος για το ότι "ενεργώντας από κοινού με άλλους (Χ3, Β και Γ)" τέλεσε την πράξη της αρπαγή ανηλίκων (υποστήριξης εκούσιας διαφυγής), με το σκοπό μεταχειρίσεως των ανηλίκων σε ανήθικες ασχολίες, που αναφέρεται στο διατακτικό, χωρίς τα ονόματα των δύο τελευταίων να αναφέρονται στο σκεπτικό της αποφάσεως, ενώ ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος Ηλία Τόσκας κρίθηκε ένοχος για το ότι "ενεργώντας από κοινού με άλλους (Χ1, Γ και Β)" για την αυτή πράξη. Ενόψει των ελλείψεων αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ με τα στοιχεία γ και ε λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι ελλείψεις αυτές, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθρο 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
VII. Περαιτέρω, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 469 ΚΠΔ, να επεκταθεί το αποτέλεσμα της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και ως προς τους Χ3 και τον Χ1, που καταδικάστηκαν ως συμμέτοχοι τoυ αναιρεσείοντος ( με την έννοια των άρθρων 45 και 46 παρ.1α ΠΚ) για την πιο πάνω πράξη, και ο μεν πρώτος δεν άσκησε αναίρεση, του δε δευτέρου η αναίρεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα πιο πάνω, οι εν λόγω συγκατηγορούμενοι του αναιρεσείοντος καταδικάστηκαν ως συναυτουργοί της πιο πάνω πράξεως της αρπαγή ανηλίκων , ο δε αναιρεσείων ως ηθικός αυτουργός αυτών, και οι προτεινόμενοι και γενόμενοι δεκτοί λόγοι αναίρεσης δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος και, συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί και ως προς αυτούς, η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την 36/30-5-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, για αναίρεση της 1360Α, 1424, 1458/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον πιο πάνω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Δέχεται την από 4/7/2007( με αρ. πρωτ. 6323/9-7-2007) αίτηση αναιρέσεως του Χ2, κατοίκου ... .
Αναιρεί την 1360Α, 1424, 1458/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Επεκτείνει το αποτέλεσμα της από 4/7/2007 αιτήσεως ( δηλώσεως) αναιρέσεως ( με αρ. πρωτ. 6323/9-7-2007) του Χ2, κατοίκου ..., και κατά της πιο πάνω αποφάσεως και ως προς τους συναυτουργούς της πράξεως Χ3, και αναιρεί και ως προς αυτούς, την πιο πάνω απόφαση.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συνεκδίκαση δύο αναιρέσεων. Απόρριψη της πρώτης ως απαράδεκτης (αόριστης). Ηθική αυτουργία σε αρπαγή ανηλίκων (υποστήριξης εκούσιας διαφυγής), κατά συρροή τελεσθείσης με σκοπό μεταχειρίσεως των ανηλίκων σε ανήθικες ασχολίες (άρθρα 46 § 1α, 94 § 1 και 324 §§ 1 και 2 ΠΚ). Δεν προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη αναγνωσθείσες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης. Ασάφεια εκ του ότι ενώ στο σκεπτικό ο αναιρεσείων φέρεται ηθικός αυτουργός δύο αυτουργών, στο διατακτικό φέρεται τεσσάρων. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας. Επεκτατικό αποτέλεσμα αναίρεσης. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Επεκτατικό αποτέλεσμα, Αρπαγή ανηλίκου.
| 0
|
Αριθμός 1661/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/01.04.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καχριμάνη, περί αναιρέσεως της 1/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 488/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 551 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις, για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη συρροή και κατά τη διάταξη της παρ. 3 εδ. τελευταίο του ίδιου άρθρου του Κώδικα, κατά της αποφάσεως με την οποία καθορίζεται συνολική ποινή, επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης στον κατηγορούμενο και τον Εισαγγελέα. Η αναίρεση είναι επιτρεπτή, για όλους τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και εκείνος της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθ. 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ.). Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 107, 108 και 109 του έκτου κεφαλαίου (
ΙΙ) του ΠΚ, που αφορά την "απόλυση του καταδίκου υπό όρο", προκύπτει ότι στο κεφάλαιο αυτό του ποινικού κώδικα, προβλέπεται, μεταξύ άλλων, αφενός, η ανάκληση της απόλυσης αυτής, η οποία μπορεί να γίνει μόνο μέσα στο χρονικό διάστημα του άρθρου 109 και, σύμφωνα με το άρθρο 110 παρ. 2, πάντοτε με απόφαση του δικαστικού συμβουλίου του τόπου έκτισης της ποινής και έχει ως αποκλειστικό λόγο (μετά το ν. 2207/94) το ότι ο κατάδικος που απολύθηκε δεν συμμορφώθηκε με τους όρους που του επιβλήθηκαν και αφετέρου, η "άρση της απόλυσης", που προβλέπεται στο άρθρο 108, και επέρχεται αυτοδικαίως χωρίς τη μεσολάβηση δικαστικής απόφασης από μόνο το γεγονός ότι ο κατάδικος που απολύθηκε, μέσα στο χρόνο της δοκιμασίας, που προβλέπεται στο άρθρο 109 και είναι ίσος με το κατά την απόλυση υπολειπόμενο για την απότιση της ποινής χρονικό διάστημα σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι ανώτερο της τριετίας ή ίσο με τρία χρόνια αν το υπολειπόμενο χρονικό διάστημα είναι κατώτερο των τριών ετών, διέπραξε έγκλημα από δόλο, για το οποίο του επιβλήθηκε οποτεδήποτε ποινή φυλάκισης ανώτερη από έξι μήνες. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η προβλεπόμενη αθροιστική έκτιση ολόκληρου του υπολοίπου της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει ο κατάδικος κατά το χρόνο της προσωρινής απόλυσης, έχει εφαρμογή και όταν η προσωρινή απόλυση ανακλήθηκε υπό τους όρους του άρθρου 107, ο δε κατάδικος διέπραξε το έγκλημα που συνεπάγεται την αυτοδίκαιη άρση της απόλυσης μέσα στο χρονικό διάστημα της δοκιμασίας και ενόσω δεν είχε ακόμη συλληφθεί για να εκτίσει μετά την ανάκληση το υπόλοιπο της ποινής του. Και τούτο, διότι από καμία διάταξη νόμου δεν τίθεται, ως προϋπόθεση (αρνητική), να μην έχει προηγουμένως ανακληθεί με απόφαση του δικαστικού συμβουλίου η απόλυση υπό όρο προκειμένου να επέλθουν τα αποτελέσματα που προβλέπει το άρθρο 108, αν ο κατάδικος μέσα στο χρονικό διάστημα του άρθρου αυτού διαπράξει έγκλημα από δόλο για το οποίο του επιβλήθηκε αμετακλήτως οποτεδήποτε ποινή φυλάκισης ανώτερη από έξι μήνες. Ευλόγως δε, διότι, ενώ οι δύο θεσμοί, της ανάκλησης της απόλυσης υπό όρο και της αυτοδίκαιης άρσης της απόλυσης, επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, δηλαδή τον επανεγκλεισμό στις φυλακές του κατάδικου για την έκτιση του υπολοίπου της ποινής του, η αυτοδίκαιη άρση για σοβαρό έγκλημα έχει ως συνέπεια, που δικαιολογεί την αυτόνομη λειτουργία της, την αθροιστική έκτιση του υπολοίπου της ποινής με τη νέα ποινή που σημαίνει ότι, η πρώτη δεν συγχωνεύεται με τη νέα ή άλλη μεταγενέστερη για πράξη που τέλεσε έως τη σύλληψή του. Έτσι η άρση της απόλυσης σύμφωνα με το άρθρο 108 δεν εμποδίζεται από το γεγονός ότι έως ότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση για το νέο έγκλημα που τελέστηκε μέσα στο χρόνο του άρθρου 109, εξαιτίας της οποίας επέρχεται η άρση της προσωρινής απόλυσης, έχει ήδη ανακληθεί η απόφαση που τη χορήγησε. Η ανάκληση αυτή, που, ας σημειωθεί, έχει ως αποτέλεσμα, όπως και η αυτοδίκαιη άρση, να μην υπολογίζεται ως χρόνος έκτισης της ποινής το χρονικό διάστημα από την απόλυση έως τη σύλληψη του καταδίκου συνεπεία της ανάκλησης ή άρσης (άρθρ. 107 παρ. 2 και 108 ΠΚ), δεν καθιστά χωρίς αντικείμενο την αυτοδίκαιη άρση της απόλυσης κατά το άρθρο 108, διότι ο πρόδηλος σκοπός και η ουσία της διάταξης αυτής είναι να επιβάλει στον κατάδικο, για λόγους αντεγκληματικής πολιτικής, την κύρωση που δικαιολογείται από την βαρειά εκτροπή του, δηλαδή την αθροιστική έκτιση του κατά τον χρόνο της απόλυσης υπό όρο υπολοίπου της ποινής του, για μόνον το λόγο ότι μέσα στο χρονικό διάστημα που προβλέπεται ως χρόνος δοκιμασίας του διέπραξε βαρύ έγκλημα από δόλο, που τιμωρήθηκε οποτεδήποτε με ποινή φυλάκισης ανώτερη από έξι μήνες. Η αντίθετη άποψη ότι μετά την ανάκληση της απόλυσης υπό όρο δεν μπορεί πια να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 108 ΠΚ για αυτοδίκαιη άρση της ανάκλησης και αθροιστική έκτιση του υπολοίπου της ποινής, όχι μόνο είναι αδικαιολόγητη και αντίθετη προς τον προφανή σκοπό του νομοθέτη, αλλά καταλήγει και στο εντελώς παράλογο αποτέλεσμα να αποφεύγει ο κατάδικος την αθροιστική έκτιση του υπολοίπου της ποινής του για μόνο το λόγο ότι έχει επιπλέον παραβεί και τους όρους της περί απολύσεως απόφασης, ώστε να ανακληθεί με απόφαση η απόλυσή του. Επομένως, για μεν το μέρος της ποινής που δεν είχε εκτιθεί κατά την απόλυση υπό όρο θα γίνει και στην παραπάνω περίπτωση αθροιστική έκτιση, ενώ για το τμήμα της ίδιας ποινής που είχε ήδη εκτιθεί κατά το χρόνο της απόλυσης του καταδίκου υπό όρο δεν μπορεί να γίνει καθορισμός συνολικής ποινής κατά το άρθρο 97 του ΠΚ, που ορίζει ότι η διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 (που αφορά την επιβολή μιας συνολικής ποινής σε περίπτωση περισσότερων στερητικών της ελευθερίας ποινών) εφαρμόζεται και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικαστεί για άλλη αξιόποινη πράξη οποτεδήποτε και αν τελέστηκε αυτή, και τούτο, διότι ακριβώς το τμήμα της ποινής πριν από την απόλυση υπό όρο έχει εκτιθεί κατά το χρόνο της νέας καταδίκης.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την προσβαλλόμενη 1/2008 απόφασή του, αφού, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 105-109 του ΠΚ, κατέληξε στα αυτά κατά βάση συμπεράσματα, δέχτηκε στη συνέχεια τα εξής: "....Ο αιτών κατάδικος με το υπ' αριθ. 1621/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης απολύθηκε υπό τον όρο της ανάκλησης από τις φυλακές, όπου εξέτιε ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και τεσσάρων (4) μηνών δυνάμει της υπ' αριθ. 32/2003 συγχωνευτικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Επίσης, με το υπ' αριθ. 1195/2005 βούλευμα του ίδιου ως άνω Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης απολύθηκε υπό τον όρο της ανάκλησης από τις φυλακές, όπου εξέτιε ποινή φυλάκισης τεσσάρων [4] ετών δυνάμει της υπ' αριθ. 786/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Α' βαθμού. Με την υπ' αριθ. 346/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Α' βαθμού ο αιτών καταδικάσθηκε τελεσίδικα σε στερητική της ελευθερίας ποινή κάθειρξης δέκα ετών για τις πράξεις της κατοχής, μεταφοράς και πώλησης ναρκωτικών ουσιών της αυτής ποσότητας [παρ. αρθρ. 5 παρ. 1β, ζ, 2, 8, 13 Ν. 1729/1987 όπως ίσχυε], τις οποίες τέλεσε την 3-2-2006, δηλαδή μέσα στο χρονικό διάστημα που προβλέπει το άρθρο 109 ΠΚ. Η καταδίκη αυτή έχει ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα πιο πάνω, την αθροιστική έκτιση των προηγούμενων ποινών για τις οποίες ο αιτών έχει απολυθεί υπό όρο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι με το υπ' αριθ. 1173/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης έχει χωρήσει ανάκληση των υπό όρο απολύσεων, αφού αυτός για τις προηγούμενες ποινές συνέχισε να είναι εκτός φυλακών, δεν μπορεί δε να γίνει συνυπολογισμός ούτε για το εκτιθέν μέρος κατ' άρθρο 97 ΠΚ. Περαιτέρω, δεν είναι δυνατή η συγχώνευση της ποινής των έξι [6] μηνών, που επιβλήθηκε στον αιτούντα με την υπ' αριθ. 1939/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, καθόσον αφορά την πράξη της απόδρασης κρατουμένου και εκτελείται ολόκληρη [αρθρ. 173 παρ. 1 ΠΚ]. Εξάλλου, από το υπ' αριθ. ..... έγγραφο της Δικαστικής Φυλακής Θεσσαλονίκης προκύπτει, ότι ο αιτών κρατείται μόνο με την υπ' αριθ. 346/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης" Κατά συνέπεια, η ένδικη αίτηση του αιτούντος για συγχώνευση ποινών είναι μη νόμιμη και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί....". Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε το αίτημα του αιτούντος αναιρεσείοντος για συγχώνευση των ποινών που του επιβλήθηκαν με τις παρακάτω αποφάσεις: 1)Της συνολικής ποινής κάθειρξης των δώδεκα (12) ετών και τεσσάρων μηνών και της συνολικής χρηματικής ποινής των 1.614 ευρώ, που το επιβλήθηκαν με την υπ' αριθ. 32/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτ. Μακεδονίας (συγχωνευτική), 2) της ποινής κάθειρξης των δέκα (10) ετών και χρηματικής ποινής των 40.000 ευρώ, που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθ. 346/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Θεσσαλονίκης και 3) της ποινής φυλάκισης των τεσσάρων (4) ετών, που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθ. 786/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, 4) της ποινής φυλάκισης των έξι (6) μηνών, μετατρεπομένης προς 4,40 Ευρώ ημερησίως, που του επιβλήθηκε με την υπ' αριθ. 1939/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας.
ΙΙΙ. Ο αιτών αναφέρει στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ότι με το 1173/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης ανακλήθηκε η απόλυση υπό όρο που του είχε χορηγηθεί βάσει των 1195/2005 και 1621/203 βουλευμάτων του ίδιου Συμβουλίου (διότι παραβίασε τους όρους που του είχαν τεθεί με τα βουλεύματα αυτά) και διέταξε τη σύλληψή του προκειμένου να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής που του είχε επιβληθεί με την 32/2003 συγχωνευτική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και με την 786/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Υποστηρίζει δε, ότι η αίτησή του για τη συγχώνευση των ποινών έπρεπε να γίνει δεκτή, διότι στην συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για ανάκληση υπό όρο απόλυσης και όχι για διάπραξη νέου εγκλήματος και νέα καταδίκη και ότι η άρση της υπό όρο απόλυσης και η επακολουθούσα αθροιστική έκτιση της ποινής, δεν εφαρμόζεται αν συμπέσει με το θεσμό της ανάκλησης της απόλυσης, καθώς επίσης ότι το τμήμα της προηγούμενης ποινής και η νέα ποινή που του επιβλήθηκε μπορούν να προσμετρηθούν για να καθοριστεί μια συνολική ποινή, αφού συντρέχει η προϋπόθεση της συνάντησης των συντρεχουσών ποινών κατά την εκτέλεση και το νέο αδίκημα πραγματοποιήθηκε μετά το γενεσιουργό γεγονός της ανάκλησης της απόλυσης. Οι αποδιδόμενες, με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς, πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμες, σύμφωνα με όσα έγινα δεκτά πιο πάνω και το Πενταμελές Εφετείο, με τις πιο πάνω παραδοχές του, διέλαβε στην απόφασή του πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 107, 108, 109 και 110 του ΠΚ και 551 ΚΠΔ, ούτε υπερέβη την εξουσία του και οι αντίθετοι, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ, Ε' και Η του ΚΠΔ, λόγοι της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 2/15-2-2008 έκθεση αναιρέσεως κατά της 1/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας του χ1 και ήδη κρατουμένου της Δικαστικής Φυλακής Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συγχώνευση ποινών. Από τις διατάξεις των άρθρων 107, 108 και 109 του έκτου κεφαλαίου (ΙΙ) του ΠΚ, προκύπτει ότι προβλέπεται: 1) η ανάκληση της απόλυσης καταδίκου υπό όρο, πάντοτε με απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου, εφόσον ο κατάδικος που απολύθηκε δεν συμμορφώθηκε με τους όρους που του επιβλήθηκαν, και 2) η ‘άρση της απόλυσης’, που επέρχεται αυτοδικαίως. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η προβλεπόμενη αθροιστική έκτιση ολόκληρου του υπολοίπου της προηγούμενης ποινής, το οποίο έπρεπε να εκτίσει ο κατάδικος κατά το χρόνο της προσωρινής απόλυσης, έχει εφαρμογή και όταν η προσωρινή απόλυση ανακλήθηκε υπό τους όρους του άρθρου 107 ΠΚ. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 107, 108, 109 και 110 ΠΚ και υπέρβαση εξουσίας. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Απόλυση υφ' όρο.
| 1
|
Αριθμός 1660/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη- Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων 1. χ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τη Θεόδωρο Μαντά και 2. χ2 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ασημακόπουλο, περί αναιρέσεως της 321/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ψ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημήτραινα. Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες-κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Δεκεμβρίου 2007 και 6 Δεκεμβρίου 2007 αιτήσεις τους καθώς και στους από 22 Απριλίου 2008 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 59/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση της χ1 και να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης της χ2.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι κρινόμενες από 10/12/2007 αιτήσεις (δηλώσεις) αναιρέσεως της χ2 και της χ1 (με αρ. πρωτ. 10914/10-12-2007 και 10919/10-12-2007, αντίστοιχα,) στρεφόμενες κατά της 321/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του ο πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ. .Άλλες πλημμέλειες στην παράσταση της πολιτικής αγωγής, όπως αυτές που αφορούν την παράσταση και την εκπροσώπηση, όπως τούτο συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία αυτός που παραστάθηκε ως εκπρόσωπος της εταιρίας που ζημιώθηκε, δεν έχει εξουσία εκπροσωπήσεως, δεν επάγονται απόλυτη ακυρότητα. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 63, 64, και 68 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, στην άσκηση της πολιτικής αγωγής για την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης νομιμοποιούνται μόνο όσοι έχουν ζημιωθεί αμέσως από το διωκόμενο έγκλημα. Από τα ανωτέρω παρέπεται, ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα και όταν η πολιτική αγωγή ασκηθεί, χωρίς να έχει αποβληθεί, για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου ή από το ίδιο πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) υπό ιδιότητα όμως διαφορετική από εκείνη που είχε παραστεί πρωτοδίκως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της 3774/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου εμφανίσθηκε ο ψ1 και δήλωσε ότι "παρίσταται ως πληρεξούσιος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Καπνοβιομηχανία Καρέλια" με τον διακριτικό τίτλο ΚΑΡΕΛΙΑ και πολιτικώς ενάγων κατά της κάθε παραπάνω κατηγορούμενης και ζήτησε να υποχρεωθούν να του καταβάλουν κάθε μία σαράντα τέσσερα (44) ευρώ, με επιφύλαξη, ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί η εταιρία και ειδικότερα, διότι από τις πράξεις των κατηγορουμένων επλήγη η πίστη και αξιοπιστία του νομικού προσώπου". Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, το οποίο έκρινε ένοχες τις αναιρεσείουσες, για παράβαση της διατάξεως του άρθρου 394 ΠΚ κατ' εξακολούθηση, έκανε δεκτή τη δήλωση και επιδίκασε υπέρ της πολιτικώς εναγούσας εταιρίας, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που είχε υποστεί, το παραπάνω ποσό, που ζητήθηκε σε βάρος της κάθε μίας από τις κατηγορούμενες που καταδικάστηκαν πρωτοδίκως. Ακολούθως, κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν εφέσεις και από τις ήδη αναιρεσείουσες και, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης, κατά την εκδίκαση των εφέσεων αυτών, εμφανίσθηκε και πάλι ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας ο ψ1, ο οποίος, "ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΡΕΛΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και με το διακριτικό τίτλο "ΚΑΡΕΛΙΑ" και δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, δυνάμει του υπ' αριθμ. 20/2007 πρακτικού του ΔΣ της ως άνω εταιρίας, κατά των τριών πρώτων ως άνω κατ/νων, για χρηματική ικανοποίηση σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ, ως πρωτοδίκως, με ρητή επιφύλαξη παντός δικαιώματος του, για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί η εταιρία, λόγω της μείωσης του κύρους και της αξιοπιστίας της...". Το Τριμελές Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε και πάλι ένοχες τις αναιρεσείουσες, για παράβαση της διατάξεως του άρθρου 394 ΠΚ κατ' εξακολούθηση, έκανε δεκτή τη δήλωση αυτή της πολιτικώς ενάγουσας και επιδίκασε σ' αυτήν το αυτό της χρηματικής ικανοποιήσεως, που ζητήθηκε για την ηθική της βλάβη. Επομένως η παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, δια του νομίμου εκπροσώπου της, έγινε όπως και πρωτοδίκως υπό την αυτή ιδιότητα και για την αυτή αιτία, δηλαδή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία και της επιδικάσθηκε όπως και πρωτοδίκως. Η γενόμενη από την πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία επιφύλαξη, τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό, δεν αφορά το ποσό το οποίο ζήτησε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής αυτής βλάβη, αλλά τις επιπλέον αξιώσεις αυτής. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Α του ΚΠΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως της αναιρεσείουσας χ2, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (171 αρ. 2 ΚΠΔ), διότι η πολιτικώς ενάγουσα παρέστη παράνομα σε αυτή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, σύμφωνα με τα όσα έγινα δεκτά πιο πάνω απορριπτέος είναι και ο συναφής τέταρτος λόγος της ίδιας αναιρεσείουσας, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι, κατά τους ισχυρισμούς της, η παρασταθείσα ως πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία δεν ήταν αμέσως ζημιωθείσα από την πράξη για την οποία καταδικάστηκε, αλλά αμέσως ζημιωθέν από την πράξη αυτή ήταν το Ελληνικό Δημόσιο. Τούτο δε διότι, όπως υποστηρίζει, τα αναφερόμενα ως προϊόντα αποδοχής εγκλήματος (λαθραία σιγαρέτα), αφαιρέθηκαν από χώρο του οποίου τον έλεγχο είχε το Δημόσιο . Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού κατά τις παραδοχές της αποφάσεως (που εκτίθενται λεπτομερέστερα σε επόμενη παραγραφο), η πράξη για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα αφορούσε αποδοχή προϊόντων κλοπής, που ανήκαν στην ιδιοκτησία της πολιτικώς ενάγουσας. Επίσης η αναιρεσείουσα χ1, με τον πρώτο λόγο της συνεκδικαζόμενης αίτησης αναιρέσεως, προβάλλει τις αιτιάσεις: Α) Ότι, κατά την υποβολή της κατ'αυτής εγκλήσεως, δεν προσκομίστηκαν νομιμοποιητικά έγγραφα της εγκαλούσας εταιρίας "ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΡΕΛΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", και συνεπώς, εφόσον δεν υποβλήθηκε νομίμως κατ' αυτής έγκληση, το Δικαστήριο καθ' υπέρβαση της εξουσίας του προέβη στην καταδίκη αυτής. Ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Η του ΚΠΔ λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού το έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα (άρ. 394 παρ.1 ΠΚ), διώκεται αυτεπαγγέλτως και όχι κατ' έγκληση και Β) Ότι τα προσκομισθέντα εκ μέρους της πολιτικής αγωγής νομιμοποιητικά έγγραφα και δη το πρακτικό του Δ.Σ. της εγκαλούσας ανωνύμου εταιρίας δεν έφερε βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ. και ότι ο ψ1, ο οποίος παρείχε την πληρεξουσιότητα στον γ1 να καταθέσει την επίδικη έγκληση και να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής για λογαριασμό της Καπνοβιομηχανίας Καρέλια Α.Ε., δεν είχε από το καταστατικό της εταιρείας την προς τούτο αρμοδιότητα, ως υποκατάστατος του Διοικητικού Συμβουλίου, όπως αυτό προκύπτει από το καταστατικό της εταιρείας (άρθρο 18) και το 8854/19-8-2003 ΦΕΚ στο οποίο περιγράφεται με σαφήνεια η ανάθεση των εξουσιών στον Γενικό Διευθυντή (ψ1).
Συνεπώς, κατά τις αιτιάσεις της εν λόγω αναιρεσείουσας " μη νομίμως και κατά παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δηλώθηκε εκ μέρους της Καπνοβιομηχανίας Καρέλια Α.Ε., παράσταση πολιτικής αγωγής, ενώ το Δικαστήριο του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας, αποδεχόμενο αυτήν, δια της χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απόρριψης των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών, υπέπεσε σε υπέρβαση εξουσίας". Το Τριμελές, όμως, Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς της αναιρεσείουσας με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στην οποία διέλαβε μεταξύ άλλων και τα εξής. "Στην προκειμένη περίπτωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου που δικάζει την έφεση κατά της υπ' αριθμ. 3774/14-12-2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κειου Καλαμάτας τόσο των καταδικασθείσων τριών πρώτων κατηγορουμένων (χ3, χ4 και χ2) όσο και την έφεση του Εισαγγελέα κατά του αθωωτικού τμήματος της άνω αποφάσεως αναφορικά με την 4η κατηγορουμένη (χ1), δηλούται παράσταση πολιτικής αγωγής για λογαριασμό του Ν.Π. της ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΚΑΡΕΛΙΑ Α.Ε. ως αμέσως παθόντος από τις πράξεις που αποδίδονται στις κατηγορούμενες (δηλαδή της κλοπής κατ' εξακολούθηση για τις δύο πρώτες και της απόδοσης προϊόντων εγκλήματος για τις λοιπές). Η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής γίνεται από τον ψ1, μέλος του Δ.Σ. της εταιρίας, ως πρόσωπο που ενεργεί κατ' ανάθεση της εκπροσώπησης της εταιρίας από το Δ.Σ. αυτής ως καταστατικό όργανο αυτής στα πλαίσια δοθείσης από το τελευταίο προς αυτόν (ψ1) ειδικής εντολής και πληρεξουσιότητας. Κατά τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής ο ανωτέρω ψ1 προσεκόμισε προς νομιμοποίησή του το υπ' αριθμ. .... πρακτικό του Δ.Σ. της άνω παθούσης ανώνυμης εταιρίας το οποίο φέρει υπογραφές όλων των μελών του Δ. Σ. αυτής με νομότυπη βεβαίωση της γνησιότητάς τους (βλ. προσκομιζόμενο). Δυνάμει του άνω πρακτικού χορηγήθηκε στον ψ1 η ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να παραστεί για λογαριασμό του Ν.Π. ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής α) για ποσό 44 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης σε βάρος των τριών πρώτων κατηγορουμένων που καταδικάσθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση για τις αναλυτικά στο ανωτέρω πρακτικό μνημονευόμενες πράξεις και β) προς υποστήριξη της κατηγορίας σε βάρος της 4ης κατηγορουμένης ενόψει της ασκηθείσης εφέσεως εκ μέρους του εισαγγελέα κατά του αθωωτικού σκέλους της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Ομοίως προσκομίστηκε και το αντίστοιχο ΦΕΚ (με αριθμ. 8854/19-8-03) απ' όπου προκύπτει η εκπροσώπηση της παθούσης εταιρίας και καθορίζεται η σύνθεση του Δ.Σ. αυτής που ταυτίζεται πράγματι με εκείνη που συντάσσει και υπογράφει το ανωτέρω πρακτικό του Δ.Σ.. Ενόψει των ανωτέρω η δήλωση παράσταση πολιτικής αγωγής από τον ψ1 στο όνομα και για λογαριασμό της παθούσης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΡΕΛΙΑ Α.Ε." κρίνεται νόμιμη και παραδεκτή και η τα αντίθετα υποστηρίζουσα σχετική ένσταση της τρίτης κατηγορουμένης χ2 κρίνεται αβάσιμη".
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ.δ Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας των πιο πάνω ισχυρισμών της εν λόγω αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ανεξαρτήτως αυτού, με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις δεν αμφισβητείται ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως αυτής για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠΔ, ούτε ότι δεν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠΔ και συνακόλουθα η παράσταση της παθούσας εταιρείας στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ήταν παράνομη. Η αναφερόμενη δε από την αναιρεσείουσα τυχόν πιο πάνω πλημμέλεια παραστάσεως της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας, συνιστά κακή εκπροσώπηση αυτής και δεν δημιουργεί την κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ.2 ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει το από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως. Επομένως και ο από τη διάταξη αυτή λόγος προβαλλόμενος πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. III. Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης πρέπει να περιέχει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 11 του Ν. 2408/1996 και ισχύει από 4-6-1996 "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρ. 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του ένδικου αυτού μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αξιολόγηση από τον Εισαγγελέα των λόγων έφεσης στην οποία πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν δε η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμια Δικαστήριο τη δέχεται κατά τύπους και προβαίνει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως δεν υπερβαίνει την εξουσία του και δεν ιδρύεται στην περίπτωση αυτή ο από το άρθρο 510 παραγρ. 1 στοιχ. Η' λόγος αναίρεσης . Εξάλλου, η απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, εκτείνεται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της ενστάσεως του κατηγορουμένου, περί απαραδέκτου της εφέσεως που ασκήθηκε από τον εισαγγελέα, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 321/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Kαλαμάτας και τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία αυτή εκδόθηκε, το Δικαστήριο που την εξέδωσε δέχθηκε τυπικά την 268/05 έφεση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καλαμάτας κατά της 3774/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, με την οποία κηρύχθηκε αθώα η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα χ1 για το αδίκημα της κατ' εξακολούθηση αποδοχής και διαθέσεως προϊόντων εγκλήματος, κατ' άρθρο 394 παρ. 1 Π.Κ.. H αναιρεσείουσα χ1, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο Τριμελές Εφετείο, δια του συνηγόρου της, υπέβαλε ένσταση απαραδέκτου της 268/2005 εφέσεως, που ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καλαμάτας κατά της 3774/14-12-2005 αθωωτικής υπέρ αυτής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, για το αδίκημα της κατ' εξακολούθηση αποδοχής και διαθέσεως προϊόντων εγκλήματος, κατ' άρθρο 394 παρ. 1 Π.Κ., διότι αυτή δεν περιείχε την απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 486 παρ.3 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεδομένου ότι δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση, σχετικά με το λόγο απαλλαγής της και επιπλέον τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και των υποκειμενικών όρων της πράξεως της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, ενώ δεν αντικρούει, με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα αποδεικτικά μέσα, την αθωωτική για αυτήν κρίση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, επιπλέον δε, όλως απαραδέκτως ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Καλαμάτας για να θεμελιώσει το λόγο της εφέσεώς του επικαλείται την από 17-2-2005 κλήση της χ2 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που δεν ελήφθη υπόψη από το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Η ένσταση αυτή της κατηγορουμένης- απορρίφθηκε από το Τριμελές Εφετείο με την εξής αιτιολογία: " ......Στη προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελημάτων Καλαμάτας μεταξύ των άλλων κηρύχθηκε αθώα η 4η κατηγορούμενη (Β. Λόντου) κατά πλειοψηφία, του ότι κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο 2000 έως 12-3-2001 με πρόθεση δέχθηκε στη κατοχή της πράγματα που προήλθαν από αξιόποινη πράξη ......... Κατά του ως άνω αθωωτικού σκέλους της προσβαλλόμενης αποφάσεως ασκήθηκε η κρινόμενη υπ' αριθμ. 268/05 έφεση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καλαμάτας με λόγο την κακή εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αναφορικά με την συγκεκριμένη πράξη που αποδίδεται στη 4η κατηγορούμενη (χ1). Στην άνω έφεση του Εισαγγελέως εκτίθενται τα εξής: "Από την εκτίμηση και αξιολόγηση του προανακριτικού υλικού αλλά και την στο ακροατήριο εξέταση των μαρτύρων, την ανάγνωση των εγγράφων, αποδείχθηκε ότι η πιο πάνω κατηγορουμένη (χ2) έλαβε στη κατοχή της μαζί με την κατηγορουμένη χ2 τα αναφερόμενα με λεπτομέρεια στο κατηγορητήριο 112 πακέτα τσιγάρων παραγωγής της εγκαλούσας ανώνυμης "Καπνοβιομηχανία ΚΑΡΕΛΙΑ Α.Ε." και με το διακριτικό τίτλο ΚΑΡΕΛΙΑ, που εδρεύει στην Καλαμάτα - Ασπρόχωμα επί της οδού Αθηνών και εκπροσωπείται νόμιμα από το γενικό διευθυντή της ψ1, ενώ τελούσε σε πλήρη γνώση ότι αυτά αποτελούν προϊόν κλοπής, πράξη για την οποία και καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενες χ3 και χ4 σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών με τριετή αναστολή. Αναλυτικότερα τα γεγονότα αυτά προέκυψαν και από το περιεχόμενο της από 17.2.2005 κλήσης της χ2 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, και κυρίως από τις καταθέσεις στο ακροατήριο των μαρτύρων ψ1, ζ1, ....., αλλά και από την απολογία της ίδιας στο Δικαστήριο, από τις οποίες προκύπτει αβίαστα ότι η χ1 έλαβε στην κατοχή της παρανόμως τα προαναφερόμενα πακέτα τσιγάρων ενώ γνώριζε ότι ήταν προϊόντα κλοπής, απλά δεν το ανέφερε φοβούμενη τις συνέπειες των πράξεων της. Από τα παραπάνω προκύψαντα γεγονότα το Δικαστήριο έπρεπε να αχθεί σε καταδικαστική σε βάρος της απόφαση, παρά ταύτα από κακή εκτίμηση των αποδείξεων αθώωσε αυτήν για την αποδιδόμενη πράξη της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, μολονότι θεμελιώθηκε η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω αδικήματος.......". Έτσι όπως έχει η έκθεση αυτή της έφεσης, περιέχει την κατά τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ απαιτούμενη για την άσκηση της ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον ο Εισαγγελέας, στη συνταχθείσα ως άνω έκθεση, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τις συγκεκριμένες πραγματικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η 4° κατηγορούμενη (χ1 ) κηρύχθηκε αθώα της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος και, επιπλέον, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, όπως και τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η ενοχή της κατηγορουμένης και εντεύθεν η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ας σημειωθεί εδώ ότι πράγματι ο ασκήσας την έφεση Εισαγγελέας προς θεμελίωση της καταδικαστικής γνώμης του και κατ' επέκταση προς απόδειξη της βασιμότητας της εφέσεως του επικαλέσθηκε και την από 7-3-05 κλήση της 3ης κατηγορουμένης (χ2) ενώπιον Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας στην οποία συνημμένως υπεβλήθη και σχετική αποζημιωτική αγωγή της τελευταίας, η οποία κλήση δεν αποτέλεσε αναγνωστέο έγγραφο κατά την Πρωτοβάθμια δίκη, πλην όμως, από το περιεχόμενο της ανωτέρω κλήσης και της συνημμένης σε αυτή αγωγής, προκύπτουν πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και ουδέν επιπλέον στοιχείο εισέφεραν προκειμένου να διατυπωθεί η καταδικαστική γνώμη του εκκαλούντος Εισαγγελέως αλλά απλά ο τελευταίος κατά την διατύπωση της ανωτέρω εφέσεως του ανέφερε ως εκ περισσού και τη μη αναγνωστέα κλήση της 3ης κατηγορουμένης προ το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας προς επίρρωση και μόνον αυτών των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν, κατά τη γνώμη του, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που παραδεκτώς ετέθη υπ' όψη του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενώ ουδόλως προκύπτει από το περιεχόμενο της εφέσεως του ότι αυτός προκειμένου να διατυπώσει την καταδικαστική άποψη του στηρίχθηκε αποκλειστικώς στο ανωτέρω μη αναγνωσθέν έγγραφο.
Συνεπώς, πρέπει η σχετική ένσταση περί απαράδεκτης εφέσεως του Εισαγγελέως να απορριφθεί ως αβάσιμη".
Με τις πιο πάνω σκέψεις το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα διαλαμβανόμενα στην έφεση του Εισαγγελέα στοιχεία, τα οποία καθιστούν αυτήν πλήρως αιτιολογημένη, με την πιο πάνω έννοια του άρθρου 486 παρ.3 του ΚΠΔ. Πράγματι, στην έφεση του Εισαγγελέα, όπως το περιεχόμενο αυτής εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, διαλαμβάνονται οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αθωωτικής απόφασης περί την εκτίμηση των αποδείξεων και οι αποδείξεις από τις οποίες προκύπτει, κατά την γνώμη του εκκαλούντος, η ενοχή της κατηγορουμένης, η μνεία δε σε αυτήν του μη αναγνωσθέντος εγγράφου (από 7/3/2005 κλήσεως), όπως και στην πιο πάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται, έγινε εκ περισσού, αφού, τα όσα σε αυτό αναφέρονται προέκυψαν και από τα λοιπά μνημονευόμενα στην έφεση αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, το Τριμελές Εφετείο, απέρριψε με την προαναφερόμενη παρεμπίπτουσα απόφασή του την ένσταση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης περί απαραδέκτου της εφέσεως του Εισαγγελέα Πρωτοδικών κατά της αθωωτικής πρωτόδικης απόφασης, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης της αναιρεσείουσας χ1 είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω δε, εφόσον η πιο πάνω έφεση της Εισαγγελέα έχει την απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 486 παρ.3 ΚΠΔ αιτιολογία, το Τριμελές Εφετείο, με το να μη την απορρίψει ως απαράδεκτη, δεν υπερέβη την εξουσία του και ο διαλαμβανόμενος, όπως εκτιμάται, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠΔ, , λόγος αναίρεσης είναι και αυτός αβάσιμος και απορριπτέος. IV. Κατά τη διάταξη του 394 παρ.1 του ΠΚ "όποιος με πρόθεση αποκρύπτει, αγοράζει, λαμβάνει ως ενέχυρο ή με άλλο τρόπο δέχεται στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη ή μεταβιβάζει σε άλλον την κατοχή τέτοιου πράγματος ή συνεργεί στη μεταβίβαση ή με οποιονδήποτε τρόπο ασφαλίζει την κατοχή του σε άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση, ανεξάρτητα αν είναι τιμωρητέος ή όχι ο υπαίτιος του εγκλήματος, από το οποίον προέρχεται το πράγμα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος, το οποίο είναι ιδιώνυμο, αυτοτελές και υπαλλακτικώς μικτό, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η με ένα από τους ανωτέρω αναφερόμενους τρόπους τέλεση αυτού και προέλευση του πράγματος από αξιόποινη πράξη, που προσβάλλει, έστω και εμμέσως, ξένη περιουσία, με την έννοια ότι αρκεί κάθε εγκληματική πράξη, η οποία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η συστηματική της τοποθέτηση, πρακτικώς προσβάλλει ξένα περιουσιακά δικαιώματα, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και τη θέληση αυτού, παρά την ενδεχόμενη εγκληματική προέλευση του πράγματος, να πραγματώσει με ένα από τους αναφερόμενους τρόπους την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση όπου η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητήριου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ.2 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.1 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη και το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ'εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και με τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε . Η εξειδίκευση των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος απαιτείται μόνο όταν αυτή ασκεί επιρροή στην παραγραφή ή στην ταυτότητα της πράξεως, ή στην περίπτωση κατά την οποία για μία από ή για περισσότερες τις επί μέρους πράξεις συντρέχει λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου ή απαραδέκτου ή αναστολής της διώξεως ή ανεγκλήτου κλπ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, που δίκασε τις εφέσεις των αναιρεσειουσών κατηγορουμένων, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 589/2004 απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "...: Στην Καλαμάτα Μεσσηνίας, στις 12-3-2001, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΡΕΛΙΑ ΑΕ", ψ1, επιθυμώντας να διερευνήσει ανώνυμες καταγγελίες αλλά και τα όσα μετέφερε το ήδη αποβιώσαν στέλεχος της επιχειρήσεως, γ1, σχετικά με την ύπαρξη ποσοτήτων σιγαρέτων στο κυλικείο του εργοστασίου (όπου σύμφωνα με τον κανονισμό λειτουργίας της εταιρίας απαγορεύεται η πώληση σιγαρέτων), τα οποία είχαν παρανόμως μεταφερθεί εκεί εξαχθέντα από το χώρο παραγωγής, χωρίς τη προηγουμένη τήρηση των νομίμων φορολογικών διατυπώσεων, μετέβη στο χώρο του κυλικείου προκειμένου να πιστοποιήσει και ο ίδιος την αλήθεια των καταγγελιών, συνοδευόμενος από τον Διευθυντή παραγωγής μάρτυρα ζ1. Ο χώρος του κυλικείου είναι ανεξάρτητος του χώρου παραγωγής και αποθήκευσης σιγαρέτων και η εποπτεία του ανήκε στις 3η και 4η των κατηγορουμένων. Κατά την επίσκεψη στο κυλικείο ήταν παρούσα η 4η κατηγορουμένη η οποία, όταν ρωτήθηκε σχετικά με την ύπαρξη σιγαρέτων στο κυλικείο, καταρχήν αρνήθηκε κάτι τέτοιο. Στη συνέχεια, όμως, παρουσία της τελευταίας ανακαλύφθηκε πίσω από το μπαρ του κυλικείου σε προθήκη μη εκτεθειμένη σε κοινή θέα όπου τόσο η 4η όσο και η 3η κατηγορουμένη εναπέθεταν προσωπικά τους αντικείμενα, ένα χάρτινο κιβώτιο με 112 πακέτα τσιγάρων, απ' τα οποία άλλα ήταν σφραγισμένα και άλλα ανοικτά και επί των οποίων δεν υπήρχε επικολημμένη η ένσημη ταινία φορολόγησης, γεγονός που αποδείκνυε ότι τα συγκεκριμένα πακέτα ευρίσκοντο παρανόμως εκεί και είχαν λάθρα εξαχθεί από το χώρο παραγωγής χωρίς προηγούμενο έλεγχο. Τα αναφερθέντα τσιγάρα ήταν παραγωγής της εν λόγω Καπνοβιομηχανίας και συγκεκριμένα 26 πακέτα CΑΜΕL, 4 πακέτα GR ΚΑΡΕΛΙΑΣ, 81 πακέτα SLIMS (εξωτερικής αγοράς) και 1 πακέτο ULTRA LOW 100s), συνολικής αξίας 78.000 δρχ. Τα συγκεκριμένα σιγαρέτα που ανευρέθησαν είχαν εκφύγει από το χώρο αποθηκεύσεως μετά τη παραγωγή τους, κατά παράκαμψη της διαδικασίας φορολογήσεώς τους που διεξάγεται μετά την παραγωγή και πριν αποθήκευση, με αποτέλεσμα αυτά να ευρίσκονται ως προϊόντα κλοπής σε χώρο στον οποίο οποιοσδήποτε μπορούσε να τα διαθέσει ελεύθερα σε τρίτους. Τη κατοχή των ανωτέρω 112 πακέτων τσιγάρων είχαν αποκλειστικά οι 3η και 4η των κατηγορουμένων, αφού αυτές είχαν την αποκλειστική ευθύνη του κυλικείου. Με δεδομένο, λοιπόν, ότι τα ανωτέρω πακέτα ευρέθησαν σε χώρο εκτός της φορολογικής αποθήκης και χωρίς να φέρουν την ειδική ένσημη ταινία φορολόγησης τους, αποτελούν προϊόντα κλοπής. Οι ισχυρισμοί της 3ης και 4ης των κατηγορουμένων ότι τα ανωτέρω πακέτα δεν ήταν προϊόντα κλοπής αλλά επρόκειτο για πακέτα σιγαρέτων ξεχασμένα από διάφορους θαμώνες του κυλικείου (εργάτες εργοστασίου ή οδηγούς φορτηγών) δεν κρίνεται πειστικός, αφού από την ανευρεθείσα ποσότητα δεν δικαιολογείται η εκδοχή αυτή να γίνεται κατά σύστημα, πέρα από το ότι στα περισσότερα πακέτα ήσαν πακέτα που προορίζονταν για κατανάλωση στο εξωτερικό (SLIM) και δεν ήσαν απ' αυτά που η Καπνοβιομηχανία ΚΑΡΕΛΙΑ διέθετε στους εργαζόμενους της ανά μήνα. Περαιτέρω και ο ισχυρισμός των αυτών ως άνω κατηγορουμένων ότι δεν γνώριζαν ότι τα ανευρεθέντα στο χώρο του κυλικείου πακέτα ήταν προϊόντα κλοπής δεν αποδείχθηκε βάσιμος αφού και μόνη η ανυπαρξία της ένσημης ειδικής ταινίας φορολόγησης απ' αυτά απεδείκνυε ότι αποτελούσαν παραγόμενα τσιγάρα που είχαν εκφύγει των φορολογικών διατυπώσεων μετά τη παραγωγή τους και πριν την αποθήκευση τους, γεγονός γνωστό - όπως αποδείχθηκε- σε όλους τους εργαζόμενους στη Καπνοβιομηχανία ΚΑΡΕΛΙΑΣ. Άλλωστε από το είδος της πρώτης αντίδρασης των παραπάνω κατηγορουμένων (η μεν χ1 αρνήθηκε την ύπαρξη σιγαρέτων στο κυλικείο παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι υπήρχαν αποθηκεμένα σε ερμάριο προσωπικής χρήσεώς της η δε χ2 ζήτησε συγνώμη από τον κ. ψ1) αποδεικνύει τη γνώση τους ότι αυτά είχαν λάθρα αφαιρεθεί παράνομα από το χώρο παραγωγής τους χωρίς τη συναίνεση του νομίμου εκπροσώπου της ανωτέρω παραγωγού ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ και παρά ταύτα αποδέχονταν κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο 2000 έως και 12-3-2001 να τα κατέχουν και να τα αποκρύπτουν σε ερμάριο του κυλικείου που συνεπόπτευαν τοποθετώντας τα ανάμεσα σε αντικείμενα προσωπικής τους χρήσεως. Κατά συνέπεια πρέπει η 3η και 4η απ' τις κατηγορούμενες να κηρυχθούν ένοχες της πράξης της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κατ' εξακολούθηση. ......" Κατ' ακολουθία του αιτιολογικού αυτού, το Εφετείο κήρυξε ένοχες τις κατηγορούμενες αναιρεσείουσες, για αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος " κατ' εξακολούθηση (26 παρ.1α, 27, 98, και 394 παρ.1 του ΠΚ) και ειδικότερα του ότι: στην Καλαμάτα, κατά το χρονικό διάστημα του Δεκεμβρίου 2000 έως 12-3-2001, με πρόθεση δέχθηκαν στην κατοχή τους πράγματα που προήλθαν από αξιόποινη πράξη και πιο συγκεκριμένα έχουσες την ιδιότητα της υπεύθυνης κυλικείου στην προαναφερθείσα καπνοβιομηχανία με πρόθεση δέχθηκαν στην κατοχή τους και δη στον αποθηκευτικό χώρο του κυλικείου 112 πακέτα τσιγάρων παραγωγής της εν λόγω καπνοβιομηχανίας και δη 26 πακέτα CΑΜΕL, 4 πακέτα GR ΚΑΡΕΛΙΑΣ, 81 πακέτα SLIMS (εξωτερικής αγοράς) και 1 πακέτο ULTRA LOW 100s), συνολικής αξίας 78.000 δρχ., τα οποία προηγουμένως είχαν αφαιρεθεί παράνομα και άνευ τινός δικαιώματος από τον χώρο παραγωγής του εργοστασίου, παρότι τελούσαν σε πλήρη γνώση ότι τα εν λόγω πακέτα τσιγάρων αποτελούσαν προϊόντα κλοπής, ως αφαιρεθέντα παρανόμως". Επέβαλε δε σε κάθε μία ποινή φυλάκισης πέντε μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια. V. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενες και ήδη αναιρεσείουσες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, με όσα εκθέτει στο σκεπτικό και διατακτικό, που αλληλοσυμπληρώνονται, με σαφήνεια αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι, οι κατηγορούμενες αναιρεσείουσες τέλεσαν την πράξη της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος, κατ'εξακολούθηση. Συγκεκριμένα η κατ' εξακολούθηση τέλεση των πράξεων αυτών προκύπτει ιδιαίτερα από τις παραδοχές του σκεπτικού ότι οι κατηγορούμενες αναιρεσείουσες, ενώ γνώριζαν ότι οι πιο πάνω ποσότητες σιγαρέτων ήταν προϊόντα κλοπής "··· παρά ταύτα αποδέχονταν κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο του 2ΟΟΟ έως και 12-3-2001 να τα κατέχουν και να τα αποκρύπτουν σε ερμάριο του κυλικείου που συνεπόπτευαν τοποθετώντας τα ανάμεσα σε αντικείμενα προσωπικής τους χρήσεως", σε συνδυασμό με την ρητή αναφορά στο διατακτικό ότι αυτές πρέπει "να κηρυχθούν ένοχες της πράξης των αποδοχής προϊόντων εγκλήματος κατ'εξακολούθηση",χωρίς να προκύπτει ουδεμία αντίφαση ή ασάφεια από το ότι δεν αναφέρεται και στο σκεπτικό ότι κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο του 2ΟΟΟ έως και 12-3-2001 οι πράξεις αποδοχής τελέστηκαν "κατ'εξακολούθηση", αρκεί η αναφορά ότι το εν λόγω έγκλημα τελέστηκε με περισσότερες πράξεις, χωρίς να απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός των επιμέρους αυτών πράξεων, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν προκύπτει ζήτημα παραγραφής. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως της χ2, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της προαναφερθείσας ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 394 παρ. 1 ΠΚ σε συνδυασμό με άρθρο 98 ΠΚ, πρέπει, να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
VI. Kατά το άρθρο 45 ΠΚ, το οποίο ορίζει ότι, "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης" συνάγεται ότι συναυτουργία είναι η άμεση και αυτοπρόσωπη, ταυτόχρονη ή διαδοχική σύμπραξη δύο ή περισσοτέρων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους που έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεσή της, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή της και γνωρίζει ότι και ο άλλος ενεργεί με δόλο τέλεσης της και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με την δράση των άλλων. Εάν ελλείπει το στοιχείο της συναποφάσεως τότε έχουμε τυχαία συναυτουργία (παραυτουργία). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις αυτές πιο πάνω αλλησυμπληρούμενες παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως σαφώς προκύπτει ότι οι κατηγορούμενες αναιρεσείουσες ούτε παραπέμφθησαν, αλλά ούτε και καταδικάστηκαν για αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος, κατά συναυτουργία, αλλά κατά τυχαία συναυτουργία, αφού πουθενά δεν αναφέρεται ότι αυτές συνέπραξαν στην εκτέλεση της πράξεως αυτής μετά από συναπόφαση, οπότε και μόνο θα υπήρχε συναυτουργία. Ειδική αναφορά και αιτιολογία θα απαιτείτο μόνο στην περίπτωση κατά την οποία γινόταν δεκτό ότι οι αναιρεσείουσες είχαν ενεργήσει "από κοινού". Είναι δε προφανές ότι αφού στην απόφαση δεν γίνεται παρόμοια αναφορά (ούτε άλλωστε αυτές είχαν κατηγορηθεί ως συναυτουργοί), δεν ήταν ανάγκη να διευκρινισθεί ότι αυτές δε είχαν κοινό δόλο(συναπόφαση). Επίσης το γεγονός ότι αυτές ενήργησαν κατά τον πιο πάνω τρόπο, η απόφαση δε στερείται αιτιολογίας από την μη "αναφορά και εξειδίκευση των συγκεκριμένων πράξεων που ενήργησε" κατ' εξακολούθηση η κάθε μία, καθώς και "η έκταση (ποσό) της φυσικής εξουσιάσεως που κατείχε από τη συνολική ποσότητα των σιγαρέτων κλπ". Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, όλες πράξεις αυτές τελέστηκαν και από τις δύο αναιρεσείουσες (χωρίς όμως να έχει υπάρξει "συναπόφαση" προς τούτο).
Συνεπώς, ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγος της αναιρέσεως της χ2, καθώς και ο πρόσθετος αυτής λόγος της ίδιας, με τους οποίους αυτή, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. VII. Μετά από αυτά, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως και ο από 22-4-2008 πρόσθετος λόγος της Σ.Κουλελέ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες στο σύνολό τους και να επιβληθούν στις αναιρεσείουσες τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας, που παραστάθηκε (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ και 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 10/12/2007 αιτήσεις (δηλώσεις) αναιρέσεως 1) της χ2 και 2) της χ1 (με αρ. πρωτ. 10914/10-12-2007 και 10919/10-12-2007, αντίστοιχα), κατοίκων Καλαμάτας, καθώς και τον από 22-4-2008 πρόσθετο λόγο της πρώτης, στρεφόμενες κατά της 321/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για την καθεμία και στην δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Καπνοβιομηχανία Καρέλια Α.Ε.", που ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος κατ’ εξακολούθηση. Στοιχεία αδικημάτων. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Πολιτική αγωγή. Απόλυτη ακυρότητα επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως, και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής. Άλλες πλημμέλειες στην παράσταση της πολιτικής αγωγής, όπως αυτές που αφορούν την παράσταση και την εκπροσώπηση, δεν επάγονται απόλυτη ακυρότητα. Επέρχεται απόλυτη ακυρότητα και όταν η πολιτική αγωγή ασκηθεί, για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου ή από το ίδιο πρόσωπο υπό ιδιότητα όμως διαφορετική από εκείνη που είχε παραστεί πρωτοδίκως. Έφεση του εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης. Πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Αν η έφεση δεν έχει αιτιολογία και κριθεί παραδεκτή και καταδικασθεί ο κατηγορούμενος, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας. Κατ’ εξακολούθηση έγκλημα. Αρκεί η αναφορά ότι το εν λόγω έγκλημα τελέστηκε με περισσότερες πράξεις, χωρίς να απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων. Συναυτουργία. Έννοια. Εάν ελλείπει το στοιχείο της συναποφάσεως, τότε έχουμε τυχαία συναυτουργία (παραυτουργία). Απόρριψη λόγων αναίρεσης. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, Πολιτική αγωγή.
| 0
|
Αριθμός 1659/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ορισθέντα με την υπ' αριθμό 57/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χειρδάρη, περί αναιρέσεως της 560/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ....., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1574/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 222 ΠΚ για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, που είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό με προστατευόμενο αντικείμενο το έγγραφο ως μέσο αποδεικτικό, απαιτούνται: α) έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' του ΠΚ, προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο, να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού αλλά να έχει υποχρέωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον και δ) να ενήργησε ο δράστης προς τον σκοπό της βλάβης τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοσή του, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός, αφού το έγκλημα αυτό είναι απλώς διακινδύνευσης, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη βλάβης, η οποία μπορεί να είναι είτε περιουσιακή είτε ηθική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο. Εξ' άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, που παραδεκτώς συμπληρώνει το πρώτο, της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άμφισσας, που δίκασε κατ' έφεση και την εξέδωσε, δέχθηκε, για τον αναιρεσείοντα, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα, από την ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, από όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκε ότι μεταξύ του κατηγορουμένου, του πολιτικώς ενάγοντος και των Γ1, Γ2, Γ3, ....., ...., ...., Γ4, ...., ... και ..... συστήθηκε αφανής εταιρεία με την επωνυμία "......", προκειμένου να συνεργαστεί αυτή με την εταιρεία "Α.Ε.Ε. Αργυρομεταλλευμάτων και Βαρυτίνης", υπογράφηκε δε προς το σκοπό αυτό μεταξύ των ως άνω δώδεκα εταίρων το από .... ιδιωτικό συμφωνητικό "σύσταση και εταιρικό αφανούς εταιρείας" και ορίστηκε διαχειριστής και εκπρόσωπος της εταιρείας ο κατηγορούμενος, με αναπληρωτή τον ..... . Στη συνέχεια δυνάμει του υπ' αριθμ. ....... συμβολαιογραφικού εγγράφου του συμβολαιογράφου Άμφισσας Γεωργίου Κιούπη, συστήθηκε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..... ΕΠΕ", η οποία δημοσιεύθηκε την ... με εταίρους τους τέσσερις από τους ανωτέρω και συγκεκριμένα τον κατηγορούμενο και τους Γ1, Γ2 και Γ3, η οποία επείχε θέση εμφανούς εταίρου της ως άνω αφανούς εταιρείας, ενώ οι λοιποί (μεταξύ των οποίων και ο πολιτικώς ενάγων) πλην των ανωτέρω τεσσάρων εταίρων προκειμένου να μην απολέσουν τα ασφαλιστικά τους δικαιώματα, υπέγραψαν με την ΕΠΕ εικονικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. Διαχειριστές και εκπρόσωποι της ανωτέρω εταιρείας περιορισμένης ευθύνης ορίστηκαν ο κατηγορούμενος και ο Γ1, ενεργούντες από μόνος του ο καθένας. Κατά το έτος 2001 ανέκυψε διαφωνία μεταξύ του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος αποφάσισε λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε να αποχωρήσει και του κατηγορουμένου με τις ανωτέρω ιδιότητες τους. Ο πολιτικώς ενάγων ζήτησε από τον κατηγορούμενο ως διαχειριστή και εκπρόσωπο της εταιρείας (ΕΠΕ) κατά τα ανωτέρω να του χορηγηθεί αντίγραφο μεταξύ άλλων και του προαναφερθέντος από ...... ιδιωτικού συμφωνητικού σύστασης της αφανούς εταιρείας με την επωνυμία ".....", προκειμένου να διαφυλάξει τα δικαιώματα του που απέρρεαν από την προαναφερθείσα ιδιότητά του και να αποδείξει τη συμμετοχή του στα κέρδη αυτής κατά την εταιρική του μερίδα, καθόσον η διαφορά που είχε ανακύψει μεταξύ αυτού και της εταιρείας ".... ΕΠΕ" αφορούσε στην καταβολή σ' αυτόν των αναλογούντων στην εταιρική του μερίδα κερδών της εταιρικής χρήσης 6-12-1999 έως 31-12-2000, ενώ η ανωτέρω εταιρεία ισχυριζόταν ότι δεν λειτούργησε μεταξύ αυτής και των λοιπών ως άνω αναφερόμενων μεταξύ των οποίων και ο πολιτικώς ενάγων η αφανής εταιρεία αλλά ότι αυτοί (μεταξύ των οποίων και ο πολιτικώς ενάγων) εργάσθηκαν σ' αυτήν ("..... ΕΠΕ") με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό είχε στην κατοχή του ο κατηγορούμενος, ο οποίος πήρε αυτό μετά την υπογραφή του από τους εταίρους ως διαχειριστής της αφανούς εταιρείας. Ο πολιτικώς ενάγων απηύθυνε αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας σε βάρος της ανωτέρω ΕΠΕ και του κατηγορουμένου με την ιδιότητά του ως διαχειριστή και εκπροσώπου αυτής με την οποία ζητούσε την χορήγηση εγγράφων που είχαν σχέση με την λειτουργία της εταιρείας (ΕΠΕ) και την απόδειξη των κερδών που αυτή πραγματοποίησε ως εμφανής εταίρος της αφανούς εταιρείας, μεταξύ των οποίων ζητούσε και την χορήγηση αντιγράφου του επίδικου από ..... ιδιωτικού συμφωνητικού με θέμα "σύσταση και εταιρικό αφανούς εταιρείας". Δικάσιμος της εν λόγω αίτησης ορίστηκε η 13-9-2001. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την χορήγηση αντιγράφου (το οποίο περιλαμβάνεται στην έννοια του εγγράφου, ΟλΑΠ 2/2000 ΠοινΔνη 2000.480) του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού το οποίο είχε στην κατοχή του, με την ως άνω ιδιότητα του (του διαχειριστή της εταιρείας) αποκρύπτοντας αυτό με προφανή σκοπό βλάβης του πολιτικώς ενάγοντος και του οποίου δεν ήταν αποκλειστικός κύριος ο ίδιος αλλά είχε δικαίωμα και ο πολιτικώς ενάγων ως εταίρος της αφανούς εταιρείας που είχε συσταθεί της οποίας εμφανής εταίρος ήταν η συσταθείσα ως άνω ".... ΕΠΕ". Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης Γ1, ο οποίος κατέθεσε ότι ο ίδιος (μάρτυρας υπεράσπισης) πέταξε το συγκεκριμένο έγγραφο. Η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα δεν κρίνεται πειστική αφού σε σημείο της κατάθεσης του αναφέρει ότι "..... ήταν χαρτί χωρίς καμία ισχύ και το πέταξα .......", ενώ στη συνέχεια καταθέσει ότι ....... το είχα και το έχασα.......", ενώ ο κατηγορούμενος στην από 13-9-2001 έγγραφη δήλωση του αναφέρει ότι ο ίδιος (κατηγορούμενος) έχει απωλέσει αυτό. Ο πολιτικώς ενάγων αλλά και ο μάρτυρας Γ4 καταθέτουν με σαφήνεια και κατηγορηματικά ότι το συγκεκριμένο ιδιωτικό συμφωνητικό βρισκόταν στην κατοχή του κατηγορουμένου, ενώ ο ίδιος ο κατηγορούμενος τους είχε πει όταν παρέλαβε αυτό κατά τα ανωτέρω ότι θα το έχει αυτός για όποιον το χρειαστεί. Έκτοτε ο πολιτικώς ενάγων ενεπλάκη σε μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα με την ανωτέρω εταιρεία ("..... ΕΠΕ") και τον κατηγορούμενο με αντικείμενο τη διάγνωση της σχέσης που τους συνέδεε και τη διεκδίκηση κατ' ακολουθία της συμμετοχής του πολιτικώς ενάγοντος στα κέρδη αυτής ("..... ΕΠΕ") και τελικά εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2/2006 απόφαση του Εφετείου Λαμίας η οποία δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν αφανής εταίρος της ανωτέρω εταιρείας και ότι επομένως δικαιούται να λάβει με την ιδιότητα του αυτή το ποσό των 26.626 ευρώ το οποίο αντιστοιχεί στη συμμετοχή του στα καθαρά κέρδη προς διανομή στους αφανείς εταίρους για το χρονικό διάστημα από 6-12-1999 έως 31-12-2000. Επομένως, ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και των όσων πιο πάνω στη νομική σκέψη διαλαμβάνονται πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για την ανωτέρω πράξη. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφου και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω αδικήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, (άρθρα 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 222 του ΠΚ), τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας είναι αρκετό ότι αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους και δεν είναι αναγκαία η αναφορά για κάθε περιστατικό που δέχεται, του αποδεικτικού μέσου από το οποίο προκύπτει, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Περαιτέρω, αιτιολογούνται οι παραδοχές, σύμφωνα με τις οποίες, α) τόσο ο εγκαλών, όσο και ο αναιρεσείων συνυπήρξαν με άλλους, μέλη της αφανούς εταιρείας με την επωνυμία "..... ΕΠΕ", β) ότι ο αναιρεσείων, που είχε την ιδιότητα του διαχειριστή και εκπροσώπου της ως άνω αφανούς εταιρείας, και, για τη σύσταση της οποίας, είχε υπογραφεί το, από ...., ιδιωτικό συμφωνητικό, αρνήθηκε να του παραδώσει, αντίγραφο του ως άνω συμφωνητικού, αν και είχε δικαίωμα σύμφωνα με τις διατάξεις του αστικού δικαίου, γ) η πρόθεση του αναιρεσείοντος, να προκαλέσει βλάβη στον εγκαλούντα, ο οποίος, επιθυμώντας να αποχωρήσει από τη εταιρεία αυτή, γιατί αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, ζήτησε τη χορήγηση του επίμαχου αντιγράφου, από το οποίο θα προέκυπτε η συμμετοχή του στην εταιρεία, και, αντίστοιχα θα δικαιολογούσε τη συμμετοχή του στα κέρδη της εταιρείας, και δ) η απόκρυψη του αντιγράφου, από τον αναιρεσείοντα, που αρνήθηκε να χορηγήσει στον εγκαλούντα, αντίγραφο του ως άνω ιδιωτικού εγγράφου, με αποτέλεσμα να προσφύγει ο εγκαλών στη Δικαιοσύνη, και, τελικά να διαταχθεί η χορήγησή του, με την υπ' αριθμό 2/2006 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, υποστάς με τον τρόπο αυτό ο εγκαλών αναμφισβήτητα βλάβη.
Συνεπώς, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με αυτόν πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των ως άνω αποδείξεων περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση, του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, δημιουργεί, η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ δ' του ίδιου Κώδικα, ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις, που καθορίζουν, μεταξύ των άλλων, την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου, ως και την άσκηση των δικαιωμάτων, που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, παραπονείται, α) γιατί, το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, τον κήρυξε ένοχο, χωρίς, να δοθεί α λόγος στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που τον εκπροσώπησε, για να απολογηθεί, και β) ότι η διευθύνουσα, κήρυξε την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, χωρίς να δοθεί ο λόγος στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, προκειμένου να διατυπώσει συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ερωτήσεις. Όσον μεν αφορά τις ως άνω αιτιάσεις του, η μεν πρώτη απαραδέκτως προβάλλεται και είναι απορριπτέα, καθόσον, όπως συνομολογεί ο αναιρεσείων, αλλά και από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της εφέσεως του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε, από τον πληρεξούσιο συνήγορο του, ο οποίος και δεν μπορούσε να απολογηθεί για λογαριασμό του εντολέα του. Όσον δε αφορά τη δεύτερη αιτίαση του, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, γιατί από την ίδια την απόφαση, (σελίδα 19), προκύπτει, ότι "η Προεδρεύουσα κήρυξε την λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και τελευταία έδωσε το λόγο στο συνήγορο του κατηγορουμένου, ο οποίος αγόρευσε και ζήτησε την αθώωση του εντολέα του". Επομένως, είναι απορριπτέος ο τέταρτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει, να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 2 από 7-9-2007 αίτηση του X1, για αναίρεση της υπ' αριθμό 560/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαγωγή εγγράφων 222 ΠΚ. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Επάρκεια αιτιολογίας. Δεν επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας το γεγονός ότι δεν δόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο να απολογηθεί για λογαριασμό του εντολέα του, που τον εκπροσώπησε, ούτε ότι δεν δόθηκε ο λόγος για την υποβολή συμπληρωματικών ερωτήσεων. Απορρίπτει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαγωγή εγγράφων.
| 0
|
Αριθμός 1657/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ορισθέντα με την 57/1.4.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Δαλιάνη, περί αναιρέσεως της 6388/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ......, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Σιώρο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30.10.2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1917/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός άλλων, εναντίον απόφασης για την οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που θα εμφανιστούν, το κηρύσσει απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της υπ' αριθμό 6388/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την οποία έπαυσε υφ' όρο κατά το άρθρο 31 του Ν. 3346/2005, η ποινική δίωξη, για την πράξη της εξύβρισης, είναι απαράδεκτη, γιατί η απόφαση αυτή, δεν μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης(άρθρο 504 παρ. 1 του Κ.Π.Δ). Επειδή, κατά το άρθρο 362 ΠΚ, όποιος με οποιοδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Κατά δε το άρθρο 363 ΠΚ εάν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει, ότι για την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη, γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να εγνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, η οποία προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της ανακοίνωσης που γίνεται από άλλον. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρόν ή παρελθόν, το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθεί, αντίκειται δε στην ηθική και την ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή ή η υπόληψη του φυσικού προσώπου, η οποία θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, που πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης και χαρακτηρισμοί οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας. Έτσι, για τη θεμελίωση και αυτού του εγκλήματος απαιτείται, εκτός των ως άνω στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία την ηθελημένη ενέργεια της διάδοσης και τη γνώση ότι η τέτοια διάδοση δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη εκείνου στον οποίο αποδίδεται, ακόμη δε τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές. Η ύπαρξη τέτοιου άμεσου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή.
Εξ άλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά όμως για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 6388/21-9-2007 απόφαση, το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όσον αφορά την πράξη της αντίστασης, δέχτηκε, κατά, την ανέλεγκτη, αναιρετική, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτή αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "από την χωρίς όρκο κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και τις καταθέσεις των μαρτύρων της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία της κατηγορουμένης και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με αφορμή την από 12 Μαρτίου 2001 και με αριθ. πρωτ. ...... αναφορά του εγκαλούντος Ψ, εργολάβου κηδειών, ο οποίος διατηρεί γραφείο τελετών από πολλών ετών επί της οδού ...... αριθ. ..., έμπροσθεν του Α' Νεκροταφείου, η οποία (αναφορά) απευθυνόταν προς τον τότε Δήμαρχο Αθηναίων Α, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της κατηγορουμένης Χ, τότε Διευθύντριας του Α' και Β' Νεκροταφείου Αθηνών, για τις πράξεις της απιστίας σχετικά με την υπηρεσία και παθητικής δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση, πράξεις για τις οποίες αθωώθηκε με την με αριθ. 8968/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, και η οποία εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα με αριθ. 45732/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως προς την πράξη της παθητικής δωροδοκίας (για την πράξη της απιστίας περί την υπηρεσία η κατηγορουμένη είχε αθωωθεί με την πρωτόδικη απόφαση). Με βάση την ως άνω αναφορά, διενεργήθηκε σε βάρος της κατηγορουμένης ένορκη διοικητική εξέταση (ΕΔΕ), με το πόρισμα της οποίας κρίθηκε ότι υπάρχουν αμφιβολίες ως προς τον χρηματισμό της κατηγορουμένης, που κατήγγειλε ο εγκαλών, και συνακόλουθα δεν προέκυπτε θέμα επιβολής διοικητικής ποινής. Στα πλαίσια της διενεργηθείσα ΕΔΕ κλήθηκε η κατηγορουμένη να απαντήσει στα καταγγελλόμενα σε βάρος της και κατόπιν τούτου υπέβαλε προς τον Δήμαρχο Αθηναίων δια της διευθύνσεως προσωπικού το από 2 Απριλίου 2001 έγγραφό της, που έλαβε αριθμό πρωτ. ......, με το αναγραφόμενο στο διατακτικό της παρούσας (μεταξύ άλλων) περιεχόμενο, με το οποίο (έγγραφό της), χωρίς να απαντά επί της ουσίας των καταγγελλομένων, ισχυρίσθηκε για τον εγκαλούντα ψευδή πραγματικά γεγονότα, τα οποία ήσαν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του εγκαλούντος, την οποία και πράγματι έβλαψαν. Ειδικότερα η κατηγορουμένη, θέτοντας στο ως άνω έγγραφο ρητορικές ερωτήσεις και χρησιμοποιώντας τις αναγραφόμενες στο διατακτικό οξύτατες φράσεις, προκειμένου να επιτείνει την βαρύτητα των αναφερομένων για τον εγκαλούντα περιστατικών, χαρακτηρίζει τον τελευταίο "ψυχικά ασθενή, που για να αποκτήσει υπόσταση βυσσοδομεί κατά πάντων καθ' έξιν και κατ' επάγγελμα", ενώ σε άλλο σημείο αναφέρει "ότι περιφέρεται όλες τις ώρες στους χώρους του κοιμητηρίου, ως ...... που διαθέτει, ανυποληψία, δολιότητα, διανοητική διαστροφή, αναξιοπιστία και τις άλλες αρετές του ...". Τα περιστατικά αυτά, που μπορούσαν να βλάψουν την ηθική και κοινωνική αξία του εγκαλούντος, ως προσώπου και επιχειρηματία, ήταν ψευδή, αφού αυτός είναι επί πολλά έτη (άνω των 40) εργολάβος κηδειών, διατηρεί μεγάλο γραφείο τελετών με σημαντική πελατεία πλησίον του χώρου του νεκροταφείου, δεν σκευωρεί κατά πάντων προκειμένου να αποκτήσει υπόσταση, αφού είναι καταξιωμένος επιχειρηματίας, ούτε περιφέρεται χωρίς λόγο στους χώρους του κοιμητηρίου όλες τις ώρες, ούτε είναι ψυχικά ασθενής. Των ως άνω ισχυρισμών της κατηγορουμένης περί του εγκαλούντος έλαβαν γνώση τρίτοι και ειδικότερα ο Δήμαρχος Αθηναίων, στον οποίο απευθύνεται το πιο πάνω έγγραφο, ο διευθυντής προσωπικού Β, η προϊσταμένη προσωπικού Γ και άλλοι υπάλληλοι της Δ/νσεως προσωπικού του Δήμου Αθηναίων, ως και τα διενεργήσαντα την ΕΔΕ πρόσωπα. Η κατηγορουμένη γνώριζε ότι τα ως άνω περιστατικά ήταν ψευδή, ως εκ της ιδιότητας της διευθύντριας του Α και Β Κοιμητηρίου Αθηνών και της καθημερινής επαφής της με εργολάβους κηδειών, του εγκαλούντος περιλαμβανομένου. Μάλιστα η ίδια στο ως άνω έγγραφό της, αν και αναφέρει ότι δεν γνωρίζει τον εγκαλούντα ούτε έχει ανταλλάξει μαζί του έστω και μία τυπική καλημέρα, παρά ταύτα τον χαρακτηρίζει γυρολόγο, που τριγυρνά όλες τις ώρες χωρίς λόγο στους χώρους του κοιμητηρίου. Επί πλέον, η γνώση προκύπτει και εκ του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος διατηρεί επί πολλά έτη γραφείο τελετών στην περιοχή του Α' Νεκροταφείου, η δε κατηγορουμένη διαμένει πλησίον της ως άνω περιοχής. Επίσης η ίδια γνώριζε, ενόψει των προεκτεθέντων, ότι ο εγκαλών δεν τριγυρνούσε χωρίς λόγο στον χώρο του κοιμητηρίου και ότι, παρά την μεταξύ τους διαμάχη, δεν ήταν ψυχικά ασθενής ούτε βυσσοδομούσε έναντι όλων, προκειμένου να αποκτήσει υπόσταση. Επί πλέον η κατηγορουμένη, λόγω και της ιδιότητάς της ως διευθύντριας, ήτοι ατόμου με μόρφωση και κοινωνική θέση, γνώριζε ότι οι περιεχόμενοι στο πιο πάνω έγγραφο προαναφερθέντες ισχυρισμοί της ήταν ικανοί να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του παθόντος. Ο εγκαλών έλαβε γνώση του ανωτέρω εγγράφου στις 25 Φεβρουαρίου 2004, όταν κλήθηκε ως κατηγορούμενος ενεργητικής δωροδοκίας κατ' εξακολούθηση, στα πλαίσια διενεργηθείσας προανακρίσεως, με βάση τις καταγγελίες του, ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, οπότε ζήτησε και έλαβε τα έγγραφα της δικογραφίας, στα οποία περιελαμβάνετο και το ανωτέρω από 2.4.2001 έγγραφο. Εξ άλλου ο προταθείς από την κατηγορουμένη ισχυρισμός ότι ενήργησε για την διαφύλαξη δικαιώματος για να αμυνθεί κατά των καταγγελιών του εγκαλούντος αναφορικά με την πράξη της παθητικής δωροδοκίας, πρέπει να απορριφθεί, αφού η διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ, κατά την οποία αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως, δεν εφαρμόζεται εάν οι κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν, όπως στην προκειμένη περίπτωση τα στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμισης (άρθρο 367 παρ. 2α ΠΚ). Στη συνέχεια το Δικαστήριο, με την απόφαση που εξέδωσε, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα, για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης και της επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε η απόφαση, δεν διέλαβε στην απόφασή του, την κατά τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, για το ότι η αναιρεσείουσα- κατηγορούμενη, είχε γνώση της αναλήθειας όσων γεγονότων, αυτή διέλαβε, στην, κατά του πολιτικώς ενάγοντος, αναφορά της, που υπέβαλε στο Δήμαρχο Αθηναίων, και όσων ισχυρίσθηκε για τον εγκαλούντα, καίτοι, από όσα εκτίθενται στο σκεπτικό, δεν είναι καθόλου αυτονόητη η γνώση σης της αυτή. Σε σχέση δε, με το στοιχείο αυτό του άμεσου δόλου (γνώσης), η προσβαλλόμενη απόφαση, περιορίζεται να παραθέσει στο σκεπτικό της, τις φράσεις α) "ότι η κατηγορούμενη γνώριζε, ότι τα ως άνω περιστατικά ήταν ψευδή, ως εκ της ιδιότητάς της, ως διευθύντριας του Α και Β Κοιμητηρίου Αθηνών και της καθημερινής της επαφής με εργολάβους οικοδομών, συμπεριλαμβανομένου του εγκαλούντος", γνώση, την οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ενίσχυε το γεγονός ότι η ίδια η αναιρεσείουσα, στο επίμαχο έγγραφο, δηλοί ότι δεν γνωρίζει τον εγκαλούντα, β) ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε την αναλήθεια των ισχυρισμών της, από το γεγονός, ότι ο πολιτικώς ενάγων διατηρεί, επί πολλά έτη γραφείο τελετών, στην περιοχή του Α Νεκροταφείου Αθηνών, η δε αναιρεσείουσα διαμένει πλησίον της άνω περιοχής και γ) ότι γνώριζε ότι δεν τριγυρνούσε ο πολιτικώς ενάγων, χωρίς λόγο στο χώρο του κοιμητηρίου και ότι δεν ήταν ψυχικά ασθενής", χωρίς όμως, να αιτιολογεί από ποια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, συνάγεται η γνώση της αυτή, σε σχέση με την αναλήθεια των περιστατικών, τα οποία η κατηγορούμενη- αναιρεσείουσα, περιέλαβε στην αναφορά της κατά του εγκαλούντος. Τούτο, γιατί, μόνο η παραδοχή ότι η κατηγορούμενη, λόγω της ιδιότητάς της, ως διευθύντριας του Α' Κοιμητηρίου Αθηνών, είχε καθημερινή επαφή με τους εργολάβους κηδειών, συμπεριλαβανομένου του εγκαλούντος, χωρίς να εξειδικεύονται άλλα περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται, ότι αυτή είχε οποιαδήποτε σχέση με τον πολιτικώς ενάγοντα, για τον οποίο άλλωστε, είχε δηλώσει την άγνοιά της, για το συγκεκριμένο πρόσωπο, δεν είναι ικανά να οδηγήσουν στην παραδοχή, της άμεσης γνώσης της. Δεύτερο, γιατί μόνο το γεγονός ότι ο πολιτικώς ενάγων διατηρούσε, εγγύς του χώρου εργασίας της, γραφείο τελετών, και ως εκ τούτου, η αναιρεσείουσα ήταν γνώστης του προσώπου του εγκαλούντος, προσέτι δε γιατί η ίδια διέμενε εγγύς της περιοχής, χωρίς να εξειδικεύονται ειδικότερα τα αντίστοιχα αυτά περιστατικά, δεν είναι ικανά να προδώσουν σ' αυτήν το στοιχείο της άμεσης γνώσης. Είναι, συνεπώς, βάσιμος ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, με τον οποίο αποδίδεται η παραπάνω πλημμέλεια στην απόφαση και πρέπει κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε μετά από αυτά, η έρευνα του ετέρου λόγου αναιρέσεως. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο όμως, από δικαστές άλλους από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 9711 από 31-10-2007 αίτηση της Χ, κατοίκου ......, για αναίρεση της υπ' αριθμό 6388/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που έπαυσε υφ' όρον κατά το άρθρο 31 του ν.3346/2005, την ποινική δίωξη, για την πράξη της εξύβρισης.
Αναιρεί κατά ένα μέρος την υπ' αριθμό 6388/21-9-2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και,
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Συκοφαντική δυσφήμηση. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς τη γνώση. Αναιρεί εν μέρει. Παραπέμπει. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναίρεση μερική, Δυσφήμηση συκοφαντική.
| 0
|
Αριθμός 1656/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 57/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μάρκου, για αναίρεση της 343/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1119/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η έλλειψη της, κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 περ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η έκθεση των περιστατικών αυτών είναι ελλιπής ή ασαφής ή αντιφατική, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, που δίκασε, ως εφετείο, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, και ειδικότερα, από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου, και από την υπόλοιπη συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε, ότι "ο κατηγορούμενος, στις ..., την 25-6-2005, τέλεσε την πράξη για την οποία κατηγορείται, όπως τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως αυτής, αναφέρονται στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσας και συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, σε νομότυπο αστυνομικό έλεγχο, που έλαβε χώρα την 06.00 ώρα, κατελήφθη να οδηγεί το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... Ε.Ι.Χ αυτοκίνητο, ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, καθόσον στο αίμα του βρέθηκε ποσότητα αλκοόλης σε ποσοστό γραμ. 0,59 χιλιοστών του γραμμαρίου, ανά λίτρο, που έγινε στον εκπνεόμενο αέρα, με αντίστοιχη συσκευή διερεύνησης μέθης (αλκοολόμετρο), η οποία πληρούσε τις προϋποθέσεις του νόμου, διότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε, το αντίθετο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος.
Συνεπώς, πρέπει ο κατηγορούμενος, να κηρυχθεί ένοχος για την ανωτέρω πράξη". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, για την πράξη του άρθρου 42 παρ.1, 7 εδ. β του Ν. 2696/1999, όπως αντικ. με άρθρο 43 Ν. 2963/2001, και τον καταδίκασε σε πρόστιμο τριακοσίων (300)ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α και 2 του Π.Κ, και άρθρο 42 παρ. 1, 7 εδ. β του ν. 2696/1999, όπως αντικ. με άρθρο 43 ν. 2963/2001. Ειδικότερα, αιτιολογείται ότι ο αναιρεσείων καταλήφθηκε να οδηγεί την 06.00 πρωϊνή της 25-6-2005 στις ..., το ιδιωτικής χρήσεως αυτοκίνητό του, υπό την επίδραση αλκοόλης, αφού διαπιστώθηκε η ύπαρξη οινοπνεύματος σε ποσοστό 0, 59 χιλιοστών του γραμμαρίου, ανά λίτρο αίματος, που έγινε με τη συσκευή διερεύνησης της μέθης. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εκτίμησε προσηκόντως τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και συγκεκριμένα, ότι η συσκευή διερεύνησης μέθης (αλκοολόμετρο), δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που τάσσει η σχετική υπουργική απόφαση με αριθμό 43.500/5691(ΦΕΚ Β'1055/12-8-2002), πέραν του ότι ανάγεται στην ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του, έλαβε υπόψη του, το σύνολο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, μεταξύ των οποίων και εκείνα που προσκόμισε ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα τα με αριθμούς 3, 5, 6 και 7 του καταλόγου των αναγνωστέων εγγράφων, ήτοι α) δυο εκτυπώσεις αλκοολόμετρου, β) την υπ' αριθμό 224/2006 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Σερρών, γ)το με στοιχεία Lion SD-400 και δ) το με αριθμό πρωτ. 157/2007 έγγραφο της Αστυνομικής Διεύθυνσης Σερρών. Επομένως, ο σχετικός μοναδικός λόγος αναιρέσεως(άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, και υποστηρίζονται με αυτόν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και καθό μέρος με αυτόν πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 Κ.Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 4 από 8 Ιουνίου 2007 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 343/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι(220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράβαση άρθρου 42 Ν. 2696/1999 - οδήγηση υπό την επήρεια μέθης. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Κ.Ο.Κ..
| 0
|
ΕΛΣ.Μ.
Αριθμός 1654/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -----
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη - Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 1833/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1817/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 151/3.4.2008 έγγραφη πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με το άρθρο 485§1 Κ.Π.Δ., την παραδεκτώς, κατά τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρ. 465 § 1, 474, 482 §1 στοιχ. α' και 484§1 στοιχ. β', δ' Κ.Π.Δ., την με αριθμ. 218/19-10-2007 αίτησιν αναιρέσεως, ασκηθείσαν υπό της κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της δυνάμει του από 18-10-2007 πληρεξουσίου, κατά του υπ'αριθ. 1833/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που εξεδόθη κατόπιν εφέσεώς της κατά του υπ'αριθ. 169/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθ. 169/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε την κατηγορουμένη εις το ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων) για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, του οποίου η συνολική αξία υπερβαίνει του ποσού των 73.000 ευρώ (άρθρ. 375 §§ 1, 2 Π.Κ., ως αντικ. δι'άρθρ. 1 § 9 ν. 2408/96 και συνεπληρώθη δι'άρθρ. 14 § 3β ν. 2721/99). Κατά του ως άνω βουλεύματος ησκήθη η με αριθ. 195/23-4-2007 έφεση της κατηγορουμένης επί της οποίας εξεδόθη το προσβαλλόμενο βούλευμα δια του οποίου απερρίφθη κατ'ουσίαν η παραπάνω έφεσις και επεκυρώθη το εκκαλούμενο ως άνω βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως ησκήθη νομοτύπως και εμπροθέσμως δια δηλώσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου της κατηγορουμένης ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου του Εφετείου Αθηνών και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης και δη: α) της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρ. 484§1 στοιχ. Β' και δ' Κ.Π.Δ.) και επομένως πρέπει να εξετασθεί κατ'ουσίαν.
ΙΙ) Κατά το άρθρ. 375/1 όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, ενώ κατά το εδαφ. β' της παρ. 1 του άρθρ. 375, όπως προσετέθη δι'άρθρ. 14 § 3α ν. 2721/99, που ισχύει από 3-6-99, αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται: α)το κινητό πράγμα να είναι ξένο ολικά ή μερικά, τέτοιο δε θεωρείται αυτό που βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με τον δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται εις το αστικό δίκαιο, β)να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, γ)να έγινε παράνομη ιδιοποίηση αυτού από τον δράστη, δηλαδή να έγινε χωρίς συναίνεση του ιδιοκτήτη, ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται εις αυτόν από τον νόμο. Ιδιοποίηση δε αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει την θέληση αυτού να εξουσιάσει και διαθέτει το πράγμα σαν να ήτο κύριος, δ)η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης να υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και ε)να υπάρχει δολία προαίρεσης του δράστη, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του το ξένο κινητό πράγμα που βρίσκεται στην κατοχή του.
Συνεπώς και ο μισθωτής κινητού πράγματος, ο οποίος υποχρεούται, σύμφωνα με το άρθρ. 599§1 Α.Κ., να αποδώσει στον εκμισθωτή κατά την λήξη της μίσθωσης το μίσθιο πράγμα στην κατάσταση που το παρέλαβε, διαπράττει υπεξαίρεση, εάν, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, αρνείται μετά την λήξη του χρόνου της μίσθωσης την απόδοση στον εκμισθωτή του πράγματος, το οποίο κατακρατεί έτσι με πρόθεση ιδιοποιήσεώς του (Α.Π. 321/98 Ποιν.Χρ. ΜΗ' σελ. 972, Α.Π. 9/2003 Ποιν.Χρ. ΝΓ' σελ.831. Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρ. 93/3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως από το άρθρ. 484§1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή στην ουσιαστική διάταξη όπου εφηρμόσθη και εκρίθη ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η επιβαλλομένη αυτή από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. αιτιολογία, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ'αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσονται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Όταν, όμως, ασκείται έφεση από τον κατηγορούμενο κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών έχει μεν την δυνατότητα για να στηρίξει τις δικές του σκέψεις να παραπέμπει συμπληρωματικώς στο πρωτόδικο βούλευμα, δεν συγχωρείται όμως το Συμβούλιο Εφετών να μη διαλαμβάνει τίποτα για τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά και τις σκέψεις με τις οποίες απεφάνθη ότι υπάρχουν αποχρώσες (επαρκείς) ενδείξεις και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις που εφήρμοσε αλλά απλώς να αναφέρεται εξ ολοκλήρου στα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις και τις σκέψεις του πρωτοδίκου βουλεύματος ή και στην ενσωματωμένη σ'αυτό (πρωτόδικο βούλευμα) εισαγγελική πρόταση, κατά μείζονα δε λόγο όταν ο εκκαλών κατηγορούμενος έχει υποβάλλει υπόμνημα προς το Συμβούλιο εφετών, δια του οποίου προβάλλονται συγκεκριμένοι λόγοι που αναιρούν την εις βάρος του κατηγορία και παραλείπεται η συγκριτική αξιολόγησις των μετά των λοιπών αποδείξεων (Α.Π. 732/2005 Ποιν.Χρ. ΝΕ' σελ. 1014, Α.Π. 1074/2006 Ποιν.Χρ. ΝΖ' σελ. 405 και τις υπ'αυτήν παραπομπές, (Α.Π. 2179/2003 Ποιν.Χρ. ΝΔ' σελ. 791). Με τον τρόπο αυτό εκμηδενίζεται η δικαιοδοτική του εξουσία και απεκδύεται αυτό της προβλεπόμενης από τον νόμο δευτέρου βαθμού κρίσεως, η οποία έχει ανάγκη δικής της αιτιολογίας για την αντιμετώπιση των παραπόνων του κατηγορουμένου κατά της παραπεμπτικής κρίσεως του πρωτοδίκου βουλεύματος, με αποτέλεσμα στην περίπτωση αυτή το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών να στερείται παντελώς της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ότι προέκυψαν στην διάταξη που εφηρμόσθη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο διατακτικό και στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειας, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π. 614/2000 Ποιν.Χρον. ΝΑ' σελ. 19).
ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δια της καθολικής αναφοράς στην εισαγγελική πρόταση, έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις από τα στοιχεία της δικογραφίας που συγκεντρώθηκαν κατά την κυρία ανάκριση και ειδικότερον από τα αναφερόμενα κατ'είδος και κατηγορία αποδεικτικά στοιχεία, για την παραπομπή της κατηγορουμένη εις το ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων), ως αρμοδίου καθ'ύλην και κατά τόπον δικαστηρίου, δια την πράξιν της υπεξαίρεσης, αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που υπερβαίνει του ποσού των 73.000 ευρώ, ενώ παράλληλα απέρριψε την με αριθ. 195/23-4-2007 έφεση της αναιρεσείουσας και επεκύρωσε, ως προς τις λοιπές διατάξεις του το προαναφερόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, για τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Η κατηγορουμένη, Χ, υπήρξε νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνουσα Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "JURBI INTERNATIONAL ΔΙΑΙΤΟΛΟΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΔΥΝΑΤΙΣΜΑΤΟΣ Α.Ε.", που είχε έδρα το Χαλάνδρι Αττικής επί της Λεωφ. Κηφισίας αριθ. 250-254 και η οποία είναι νομίμως εγγεγραμμένη στο μητρώο ανωνύμων εταιριών. Με την ανωτέρω ιδιότητά της η κατηγορουμένη στις 21-1-2002 συνήψε με την μηνύτρια εταιρία με την επωνυμία "Γενική Χρηματοδοτικές Μισθώσεις Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα (Λεωφ. Μεσογείων αριθ. 109-111) την με αριθ. 3097/21-1-2002 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing) και τα παραρτήματα αυτής Α και Β. Με την σύμβαση αυτή η μηνύτρια εκμίσθωσε στην ανωτέρω εταιρία, που εκπροσωπείται από την κατηγορουμένη τα παραπάνω αναλυτικά αναφερόμενα αντικείμενα επί των οποίων η μηνύτρια διετήρησε την κυριότητά τους καθόλη την διάρκεια της μίσθωσης, ενώ η μισθώτρια εταιρία είχε μόνο δικαίωμα χρήσης των πραγμάτων αυτών. Η διάρκεια δε της σύμβασης αυτής και του σχετικού παραρτήματος ορίστηκε σε πέντε έτη και το μίσθωμα διαιρέθηκε σε 60 μηνιαία μισθώματα. Έτσι βάσει της ανωτέρω σύμβασης η κατηγορουμένη ως εκπρόσωπος της ως άνω εταιρίας έλαβε στην κατοχή της τα παρακάτω κινητά πράγματα συνολικής αξίας 862.604,37 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. εκ 18%, τα οποία, όπως προαναφέραμε ανήκουν κατά κυριότητα στην εκμισθώτρια ως άνω εταιρία. Ειδικώτερα τα αντικείμενα αυτά είναι α εξής:
Περιγραφή ειδώντεμάχιαΜνήμη 128 ΜΒ Dim 100 M22Εκτυπωτής STAR3Εκτυπωτής STARLL 1003Εκτυπωτής HEROX LASER1Εκτυπωτής PRIML 521 ELITE3Εκτυπωτής EPSON ST 440 COLDA4CPUT III 500 M21CPUT III 550 M24CPUT III 600 M26CPUCELIERON 335 HaD DISK6, 5GBFU5SUPER SONIC BASE1Πολυθρόνα Relax1Σκαμπό με πλάτη1Μηχάνημα Over Simol1Εξοπλισμός789Trans1Κρεββάτι σπαστό2Συσκευή lipotherm1NEW pro 20 unit1Τραπεζάκι1Bella ηλεκτροθερμ.
1Πολυθρόνα relax1Σκαμπό με πλάτη1Μηχάνημα Over Stimol1Θερμοκουβέρτα1Εξοπλισμός2709Over stimol μηχάνημα1Μηχάνημα body reflect1Mηχάνημα over stimol2Μηχάνημα Over stimol1Quiqk slim1Μηχάνημα laser1Beam με οθόνη lcdΘάλαμος υπερβαρικός1Κρεββάτι9Πολυθρόνα relax3New pro 20 units1Pulse ultra sound1Super sonic base1Τραπεζάκι11Interslim1Αναστημόμετρο1Πολυθρόνα relax1Σκαμπό με πλάτη1Νηχάνημα over stimol4Μηχάνημα Lift master1Συσκευή ιονισμού1Υψίσυχνα επιτραπέζ.
2Συσκευή lipotherm3Επιτρ. Μεγεθυντής2Τροχήλατες βάσεις2Κεριέρα depileve1Avon 800 6rcold1Κλίβανοι αποστείρωσης ster 3no3008022630313Υπερβαρικό Pantliermal10Βελόνες Τα-3200Κλίβανοι αποστείρωσης ster-sn106190, 106208106203, 101186, 7180, 10080224, 223, 222, 22510Συσκευή cobinal1Thermotherapy tonnel1Εξ/μα περιφέρειας 12014Εξ/μα μηρών 12014Ηλεκτρόδιο ολόσωμο κομπλέ3Παραβάν τρίφυλλα5May pealing7Συσκευή lipotherm sn 1116046010New pro 20 unit sn 2613-14, 2617, 2618, 261515Συσκευή lipmaster sn15Συσκευή αποτρίχωσης210Τραπεζάκι pc10Xpup-rvl1Sterilisator ps uv, ακτίνες sn13May pealling sn3Κεριέρα τύπου xanitalia4Super pro 20 unit2Linfopres kalos2Τερμ.ρολ.παρουσ. in time1Αριθμ. casio dr 320 gr.
1Αριθμ. casio dr 320 gr.
1Αριθμ. casio dr 320 gr.
1Γραφείο 160 Χ 8 Χ 753Καθίσματα εργασίας9Καθίσματα εργασίας3Καθίσματα εργασίας4Καθίσματα εργασίας4Ερμάρια4Ερμάρια2Τροχήλατα συρταροθήκη6Τραπεζάκι με κρύσταλλο1Βιβλ. Μελ.οξιάς 4 Χ 2,619Γραφείο 1,2 Χ 0,821Ερμάρια13Έπιπλα recption1Καλόγερος1Πολυθρόνα luc buffalo3Συρταριέρα 3 συρτ. μεγάλα3Συρταριέρα 2 συρτ.
1Συρταριέρα τροχήλατη3Ψυχγείο1Αριθμομηχανές18Φωτ/φο μηχ/των herox1Πληκτρολόγιο W-982Τηλεφ. Συσκευή3Dorphone Kx-T30865X1Τηλεφ. Συσκ. KY-T55MX W2Man power μισθοδοσία1Ηλεκτρονικός υπολογιστής1Οθόνη 17, rel. 770 G MPR1Εκτυπωτής Epson 890 strhot1Ms widowsς 98 dsp greek1Ms Office 2000 prodse greek1Fax panasonic1Fax panasonic1Fax panasonic1Τηλ. General elecric19Οθόνη 17 view sonic10Οθόνη 151Προγρ. Eurofasma1Προγρ. Μητρώο παγίων1Eurofasma γεν.α1Eurofasma διαχ. Παγ.αναβ.
1Αριθμομηχανές casio pr-320 g gr4Συσκευή κεριού1Lis1Κρεββάτι σπαστό13Πολυθρόνα relax2New pro 20 unit3Bella ηλεκ.
2Quick slim2Lipomax2Body analyzer1Ηλεκτρ. Ζυγαριά2Ionavat3Σκαμπό με πλάτη5Σκαμπό χωρίς πλάτη5Sterilux1Pulse ultra sound1Super sonic base1Linfopress Kalos1Τραπεζάκι ps9Συσκευή αποτρίχωσης1Θάλαμος υπερβαρικός1Hard disk8, 4 gb4Hard 13,5 gb w2Hard " 27,2 6BW7Hard disk1Hard disk 96B IBM1Mouse ps/2addison13Mouse ps/" microintel2Mouse ps/" quiqkchic 203Mouse ps/clever 25 122Οθόνη 141Οθόνη 152Οθόνη 15 hudai3Οθόνη 17 tatung3Πληκτρολόγιο 10411Πληκτρολόγιο 65123MTEK ps 1123Κάρτα ορυκτού ΝΕ 200010/1005Κάρτα ορυκτού ΝΕ 200010/100 RL-13Κάρτα ορυκτού ΝΕ 200010/100 c.etherlin7Κάρτα ορυκτού ΝΕ 200010/100 ead2Κάρτα ορυκτού ΝΕ 200010/100 im pcl2Κάρτα ορυκτού 1Μνήμη 64MZ dim100 MHZ6Mνήμη 128 ΜΒ9Μνήμη 128 64 ΜΒ1Μνήμη 128 ΜΒSP ram2Max peeling10Κεριέρα τύπου Xanitalia16Serilisator ps uv auriv6Supper pro 20 unit13Συσκευή lipotherm2Ολόσωμο ηλεκτρόδιο2Κομπλέ Συσκευή lipotherm8Εξ/μα περιφερείας 12016Εξ/μα μηρών 12016Linfopress Kalos8Παραβάν τρίφυλλο35Tunelie lux3Συσκευή cobinal3 Όμως επειδή η ανωτέρω μισθώτρια εταιρία της οποίας, όπως αναφέρθηκε η κατηγορουμένη είναι νόμιμη εκπρόσωπος, παρά το γεγονός ότι παρέλαβε τα ανωτέρω πράγματα, δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα τα συμφωνημένα μισθώματα που αφορούν το από 21-4-2002 έως 23-5-2003 χρονικό διάστημα και τα οποία ανέρχονται εις το ποσό των 42.55,29 ευρώ. Μετά ταύτα η εκμισθώτρια εταιρία με την από 10-6-2003 εξώδικη καταγγελία - δήλωση της προέβη σε καταγγελία της εν λόγω σύμβασης, η οποία της επιδόθηκε την 13-6-2003 και ζήτησε με αυτήν να της αποδοθούν τα ανωτέρω κινητά πράγματά της. Πλην όμως η κατηγορουμένη απομάκρυνε αυτά από την έδρα της μισθώτριας εταιρίας της και έτσι όταν η μηνύτρια προσήλθε για να παραλάβει τα εν λόγω κινητά πράγματα την 11-7-2003, διαπίστωσε ότι αυτή τα είχε εξαφανίσει και τα είχε ιδιοποιηθεί παράνομα σαν να ήταν δικά της...". Έτσι όμως που το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών εστήριξε την απορριπτική της εφέσεως της κατηγορουμένης κρίσιν του, με την τυπική αυτή καθολική αναφορά εις τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία που περιέχονται στην ενσωματωμένη εις αυτό εισαγγελική πρόταση, χωρίς να προκύπτει εξ αυτής ότι ελήφθη υπ'όψιν και αξιολογήθηκε το περιεχόμενον του υπό της κατηγορουμένης υποβληθέντος, ενώπιον του ως άνω Συμβουλίου, υπομνήματος και οι δι'αυτού προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί της και επί πλέον, χωρίς να διαλαμβάνεται καμία σκέψη που να στηρίξει την δευτεροβάθμια κρίση του Συμβουλίου Εφετών, έτσι που να υπάρχει ανεπίτρεπτη υποκατάσταση της δικαιοδοτικής του εξουσίας, κατά παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης, το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της επιβαλλομένης από το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει να αναιρεθεί κατά παραδοχή, ως ουσιαστικώς βασίμων, των εκ του άρθρ. 484§1 στοιχ. Δ' και ε' Κ.Π.Δ. λόγω αναιρέσεως και να παραπεμφθεί για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, διότι είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστάς (άρθρ. 485 και 519 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να αναιρεθεί το υπ'αριθ. 1833/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δια του οποίου παρεπέμφθη η αναιρεσείουσα εις το ακροατήριον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί κακουργημάτων) για να δικασθεί για την πράξιν της υπεξαίρεσης αντικειμένων, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστάς. Αθήναι τη 20-3-2008
Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Aντώνιος Μύτης".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του ΠΚ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 εδ. β' του άνω ν. 1721/1999 "αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα είκοσι πέντε εκατομμύρια [25.000.000] δραχμές, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου. Η δυνάμει συμβάσεως κατοχή του πράγματος και η μη επιστροφή του στον κύριο, μετά την παρέλευση συμβατικής προθεσμίας, δεν αρκεί για να πραγματωθεί η υπεξαίρεση. Απαιτείται η κατακράτηση του ξένου πράγματος και η άρνηση της αποδόσεως αυτού παρά τη γενόμενη προς τούτο όχληση του κυρίου, και ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, να συντρέχει δε επιπλέον στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή ανεξαρτήτως αυτών, η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 1.833/2007 βούλευμα , με καθολική αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Αντεισαγγελέα Εφετών και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά:
"Η κατηγορουμένη, Χ, υπήρξε νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνουσα σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "JURBY INTERNAΤΙΟΝΑL ΔΙΑΙΤΟΛΟΠΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΔΥΝΑΤΙΣΜΑΤΟΣ Α.Ε.", που είχε έδρα το Χαλάνδρι Αττικής επί της Λεωφ. Κηφισίας αρ. 250- 254 και η οποία είναι νομίμως εγγεγραμμένη στο μητρώο ανωνύμων εταιριών. Με την ανωτέρω ιδιότητα της η κατηγορουμένη στις 21/1/2002 συνήψε με την μηνύτρια εταιρία με την επωνυμία "Γενική Χρηματοδοτικές Μισθώσεις Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα (Λ. Μεσογείων αρ. 109- 111) τη με αριθ. 3097/21-1-2002 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης (ΐ638Ϊη§) και τα παρατήματα αυτής Α και Β.
Με την σύμβαση αυτή η μηνύτρια εκμίσθωσε στην ανωτέρω εταιρία, που εκπροσωπείται από την κατηγορουμένη τα παρακάτω αναλυτικά αναφερόμενα αντικείμενα επί των οποίων η μηνύτρια διατήρησε την κυριότητα τους καθόλη την διάρκεια της μίσθωσης, ενώ η μισθώτρια εταιρία είχε μόνο το δικαίωμα χρήσης των πραγμάτων αυτών. Η διάρκεια δε της σύμβασης αυτής και του σχετικού παραρτήματος ορίστηκε σε πέντε έτη και το μίσθωμα διαιρέθηκε σε 60 μηνιαία μισθώματα. Έτσι βάσει της ανωτέρω σύμβασης η κατηγορουμένη ως εκπρόσωπος της ως άνω εταιρίας έλαβε στην κατοχή της τα παρακάτω κινητά πράγματα συνολικής αξίας 862.604,37 Ευρώ πλέον (18% ΦΠΑ), τα οποία όπως προαναφέραμε ανήκουν κατά κυριότητα στην εκμισθώτρια ως άνω εταιρία. Ειδικότερα τα αντικείμενα αυτά είναι τα εξής:
Περιγραφή ειδώντεμάχιαΜνήμη 128 ΜΒ Dim 100 M22Εκτυπωτής STAR3 Εκτυπωτής STARLL 100 3 Εκτυπωτής HEROX LASER 1 Εκτυπωτής PRIML 521 ELITE 3 Εκτυπωτής EPSON ST 440 COLDA 4 CPUT III 500 M2 1 CPUT III 550 M2 4 CPUT III 600 M2 6 CPUCELIERON 33 5 HaD DISK6, 5GBFU 5 SUPER SONIC BASE 1 Πολυθρόνα Relax 1 Σκαμπό με πλάτη 1 Μηχάνημα Over Simol 1 Εξοπλισμός 789 Trans 1 Κρεββάτι σπαστό 2 Συσκευή lipotherm 1 NEW pro 20 unit 1 Τραπεζάκι 1 Bella ηλεκτροθερμ.
1 Πολυθρόνα relax 1 Σκαμπό με πλάτη 1 Μηχάνημα Over Stimol 1 Θερμοκουβέρτα 1 Εξοπλισμός 2709 Over stimol μηχάνημα 1 Μηχάνημα body reflect 1 Mηχάνημα over stimol 2 Μηχάνημα Over stimol 1 Quiqk slim 1 Μηχάνημα laser 1 Beam με οθόνη lcd Θάλαμος υπερβαρικός 1 Κρεββάτι 9 Πολυθρόνα relax 3 New pro 20 units 1 Pulse ultra sound 1 Super sonic base 1 Τραπεζάκι 11 Interslim 1 Αναστημόμετρο 1 Πολυθρόνα relax 1 Σκαμπό με πλάτη 1 Νηχάνημα over stimol 4 Μηχάνημα Lift master 1 Συσκευή ιονισμού 1 Υψίσυχνα επιτραπέζ.
2 Συσκευή lipotherm 3 Επιτρ. Μεγεθυντής 2 Τροχήλατες βάσεις 2 Κεριέρα depileve 1 Avon 800 6rcold 1 Κλίβανοι αποστείρωσης ster 3no 300802263031 3 Υπερβαρικό Pantliermal 10 Βελόνες Τα-3 200 Κλίβανοι αποστείρωσης ster-sn 106190, 106208 106203, 101186, 7180, 10080224, 223, 222, 225 10 Συσκευή cobinal 1 Thermotherapy tonnel 1 Εξ/μα περιφέρειας 120 14 Εξ/μα μηρών 120 14 Ηλεκτρόδιο ολόσωμο κομπλέ 3 Παραβάν τρίφυλλα 5 May pealing 7 Συσκευή lipotherm sn 11160460 10 New pro 20 unit sn 2613-14, 2617, 2618, 2615 15 Συσκευή lipmaster sn 15 Συσκευή αποτρίχωσης 210 Τραπεζάκι pc 10 Xpup-rvl 1 Sterilisator ps uv, ακτίνες sn 13 May pealling sn 3 Κεριέρα τύπου xanitalia 4 Super pro 20 unit 2 Linfopres kalos 2 Τερμ.ρολ.παρουσ. in time 1 Αριθμ. casio dr 320 gr.
1 Αριθμ. casio dr 320 gr.
1 Αριθμ. casio dr 320 gr.
1 Γραφείο 160 Χ 8 Χ 75 3 Καθίσματα εργασίας 9 Καθίσματα εργασίας 3 Καθίσματα εργασίας 4 Καθίσματα εργασίας 4 Ερμάρια 4 Ερμάρια 2 Τροχήλατα συρταροθήκη 6 Τραπεζάκι με κρύσταλλο 1 Βιβλ. Μελ.οξιάς 4 Χ 2,6 19 Γραφείο 1,2 Χ 0,8 21 Ερμάρια 13 Έπιπλα recption 1 Καλόγερος 1 Πολυθρόνα luc buffalo 3 Συρταριέρα 3 συρτ. μεγάλα 3 Συρταριέρα 2 συρτ.
1 Συρταριέρα τροχήλατη 3 Ψυχγείο 1 Αριθμομηχανές 18 Φωτ/φο μηχ/των herox 1 Πληκτρολόγιο W-98 2 Τηλεφ. Συσκευή 3 Dorphone Kx-T30865X 1 Τηλεφ. Συσκ. KY-T55MX W 2 Man power μισθοδοσία 1 Ηλεκτρονικός υπολογιστής 1 Οθόνη 17, rel. 770 G MPR 1 Εκτυπωτής Epson 890 strhot 1 Ms widowsς 98 dsp greek 1 Ms Office 2000 prodse greek 1 Fax panasonic 1 Fax panasonic 1 Fax panasonic 1 Τηλ. General elecric 19 Οθόνη 17 view sonic 10 Οθόνη 15 1 Προγρ. Eurofasma 1 Προγρ. Μητρώο παγίων 1 Eurofasma γεν.α 1 Eurofasma διαχ. Παγ.αναβ.
1Αριθμομηχανές casio pr-320 g gr 4 Συσκευή κεριού 1 Lis 1 Κρεββάτι σπαστό 13 Πολυθρόνα relax 2 New pro 20 unit 3 Bella ηλεκ.
2 Quick slim 2 Lipomax 2 Body analyzer 1 Ηλεκτρ. Ζυγαριά 2 Ionavat 3 Σκαμπό με πλάτη 5 Σκαμπό χωρίς πλάτη 5 Sterilux 1 Pulse ultra sound 1 Super sonic base 1 Linfopress Kalos 1 Τραπεζάκι ps 9 Συσκευή αποτρίχωσης 1 Θάλαμος υπερβαρικός 1 Hard disk8, 4 gb 4 Hard 13,5 gb w 2 Hard " 27,2 6BW 7 Hard disk 1 Hard disk 96B IBM 1 Mouse ps/2addison 13 Mouse ps/" microintel 2 Mouse ps/" quiqkchic 20 3 Mouse ps/clever 25 12 2 Οθόνη 14 1 Οθόνη 15 2 Οθόνη 15 hudai 3 Οθόνη 17 tatung 3 Πληκτρολόγιο 104 11 Πληκτρολόγιο 6512 3 MTEK ps 112 3 Κάρτα ορυκτού ΝΕ 200010/100 5 Κάρτα ορυκτού ΝΕ 200010/100 RL-1 3 Κάρτα ορυκτού ΝΕ 200010/100 c.etherlin 7 Κάρτα ορυκτού ΝΕ 200010/100 ead 2 Κάρτα ορυκτού ΝΕ 200010/100 im pcl 2 Κάρτα ορυκτού 1 Μνήμη 64MZ dim 100 MHZ 6 Mνήμη 128 ΜΒ 9 Μνήμη 128 64 ΜΒ 1 Μνήμη 128 ΜΒSP ram 2 Max peeling 10 Κεριέρα τύπου Xanitalia 16 Serilisator ps uv auriv 6 Supper pro 20 unit 13 Συσκευή lipotherm 2 Ολόσωμο ηλεκτρόδιο 2 Κομπλέ Συσκευή lipotherm 8 Εξ/μα περιφερείας 120 16 Εξ/μα μηρών 120 16 Linfopress Kalos 8 Παραβάν τρίφυλλο 35 Tunelie lux 3 Συσκευή cobinal 3 Όμως επειδή η ανωτέρω μισθώτρια εταιρία της οποίας, όπως αναφέρθηκε η κατηγορουμένη είναι νόμιμη εκπρόσωπος, παρά το γεγονός ότι παρέλαβε τα ανωτέρω πράγματα, δεν κατέλαβε εμπρόθεσμα τα συμφωνημένα μισθώματα που αφορούν το από 21/4/2002 έως 23/5/2003 χρονικό διάστημα και τα οποία ανέρχονται στο ποσό των 42.555,29 Ευρώ.
Μετά ταύτα η εκμισθώτρια εταιρία με την από 10/6/2003 εξώδικη καταγγελία- δήλωση της προέβη σε καταγγελία της εν λόγω σύμβασης, η οποία της επιδόθηκε την 13/6/2003 και ζήτησε με αυτήν να της αποδοθούν τα ανωτέρω κινητά πράγματα της. Πλην όμως η κατηγορουμένη απομάκρυνε αυτά από την έδρα της μισθώτριας εταιρίας της και έτσι όταν η μηνύτρια προσήλθε για να παραλάβει τα εν λόγω κινητά πράγματα την 11-7-2003, διαπίστωσε ότι αυτή τα είχε εξαφανίσει και τα είχε ιδιοποιηθεί παράνομα σαν να ήταν δικά της.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω που εκθέσαμε υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος της κατηγορουμένης που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ, η οποία θεμελιώνεται κατά την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση και προβλέπεται από τις διατάξεις 26 §1α, 27§1, 375 §1 εδ β ΠΚ όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με νόμο 2721/1999.
Συνεπώς η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία,'να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να επιβληθούν στην εκκαλούσα τα δικαστικά έξοδα Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί, κατά τα διαλαμβανόμενα στο υπ' αριθμ. 169/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο και επικύρωσε απορρίπτοντας την έφεση αυτής. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, δεν διέλαβε, στο προσβαλλόμενο βούλευμα, την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθ' όσον δεν εκθέτει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξεως της κακουργηματικής υπεξαίρεσης. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η μηνύτρια εκμισθώτρια εταιρία για την μη καταβολή των μισθωμάτων από 21-4-2003 (από προφανή παραδρομή αναγράφεται 21-4-2002) μέχρι 23-5-2003 κατήγγειλε τη σύμβαση μισθώσεως την 13-6-2003, με επίδοση σχετικής εξώδικης δήλωσης, και ζήτησε από την κατηγορουμένη την απόδοση των κινητών πραγμάτων που αποτέλεσαν το αντικείμενο της χρηματοδοτικής μίσθωσης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι εξετίμησε όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και τους απολογητικούς ισχυρισμούς της κατηγορουμένης που διαλαμβάνονται στο υποβληθέν από 25-7-2007 υπόμνημά της, σύμφωνα με τους οποίους, κατά τους όρους της έγγραφης σύμβασης για να παρέχεται δικαίωμα καταγγελίας εκ μέρους της εκμισθώτριας, έπρεπε η καθυστέρηση να είναι μεγαλύτερη από τις 90 ημέρες από τότε που το πρώτο οφειλόμενο μίσθωμα κατέστη ληξιπρόθεσμό, χρόνος που ως επικαλείται η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη δεν είχε παρέλθει κατά την άνω καταγγελία της συμβάσεως. Υπάρχει, συνεπώς, ασάφεια ως προς την έκθεση των περιστατικών, που αποτελούν προϋπόθεση για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως της πράξεως για την οποία παραπέμπεται η κατηγορουμένη και για το λόγο αυτό, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το αν εφαρμόσθηκε ορθώς το άρθρο 375 παρ. 1γ ΠΚ. Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.β'και δ' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 375 του Π.Κ. είναι βάσιμοι. Ακολούθως, πρέπει, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως. (άρθρ.485 παρ.1, 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το υπ' αριθμ.1.833/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και.
Παραπέμπει την υπόθεση προς νέα κρίση στο αυτό Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική υπεξαίρεση. Αναίρεση για ασαφή αιτιολογία και εκ πλαγίου παράβαση. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 1652/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 45/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βέροιας. Με κατηγορουμένη την Χ, κάτοικο ... .
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βέροιας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 17/28.3.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 552/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 176/11.4.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 ΚΠΔ, την 17/28-3-08 αίτηση αναιρέσεως του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία ζητά την αναίρεση του 45/08 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βέροιας, το οποίο παραπέμπει την κατηγορουμένη Χ, δικηγόρο, κάτοικο ..., για απλή συνέργεια σε συκοφαντική δυσφήμιση και προσβολή μνήμης νεκρού, δια του τύπου,[άρθρα 47,362-363,364,365 και 369 ΠΚ], και επειδή τούτη εξεταζόμενη από τυπικής και ουσιαστικής απόψεως κρίνεται ορθή για τους λόγους που σαφώς και εμπεριστατωμένα εκτίθενται στο περιεχόμενό της, στο οποίο εξ ολοκλήρου αναφέρομαι, προτείνω να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή.
2-Συμπληρωματικά εκθέτω τα εξής:
α-Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ακόμη κινηθεί ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης για την πιο πάνω αναφερόμενη αξιόποινη πράξη με έναν από τους διαλαμβανόμενους στο άρθρο 43 παρ.1 ΚΠΔ νόμιμους τρόπους και δη με παραγγελία του αρμόδιου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βέροιας προς διενέργεια προανάκρισης ή κύριας ανάκρισης ή με εισαγωγή της υπόθεσης με απευθείας κλήση στο ακροατήριο, όπου αυτό προβλέπεται.
β-Επίσης, η υπόθεση βρίσκεται ακόμη στην προδικασία και δεν έχει πραγματοποιηθεί η αμετάκλητη παραπομπή της στο ακροατήριο, καθόσον ούτε έχει επιδοθεί στην κατηγορουμένη κλητήριο θέσπισμα και έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία προσφυγής στον Εισαγγελέα Εφετών, κατ' άρθρο 322 ΚΠΔ, [ΑΠ.1259/1260/00 ΠΧΡ.ΝΑ/44], ούτε έχει επιδοθεί σ' αυτήν παραπεμπτικό βούλευμα και έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία προσβολής του με τα επιτρεπόμενα από του νόμο ένδικα μέσα [άρθρο 314 ΚΠΔ].
γ-Συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι οι αναφερόμενες στο άρθρο 171 ΚΠΔ απόλυτες ακυρότητες, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, δεν έχουν καλυφθεί και μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο,[άρθρο 173 παρ.2 ΚΠΔ].
δ-Το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο κηρύσσοντας την ακυρότητα, διατάσσει την επανάληψη των άκυρων πράξεων αν το κρίνει αναγκαίο και εφικτό,[άρθρο 176 παρ.2 ΚΠΔ], πράγμα που σημαίνει ότι αν την ακυρότητα την κηρύξει ο Άρειος Πάγος ενώπιον του οποίου ήχθη με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος, ο Άρειος Πάγος παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο που εξέδωσε το παραπεμπτικό βούλευμα προκειμένου τούτο να διατάξει την επανάληψη των άκυρων πράξεων αν το κρίνει αναγκαίο και εφικτό.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Α-Να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η 17/08 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Β-Να αναιρεθεί το 45/08 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμ/κών Βέροιας, Και
Γ-Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βέροιας, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, προς νέα συζήτηση της υποθέσεως.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Με την υπ' αριθμ. 17/28-3-2008 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ζητείται η αναίρεση του υπ' αριθ 45/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βέροιας με το οποίο παραπέμφθηκε στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης η δικηγόρος Αθηνών Χ για άμεση συνέργεια στις πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης και της προσβολής της μνήμης νεκρού, οι οποίες φέρεται ότι τελέσθηκαν δια του τύπου. H αίτηση αναιρέσεως, με λόγους την απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας και την έλλειψη αιτιολογίας, έχει νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθεί και πρέπει να ερευνηθεί και κατ' ουσίαν.
ΙΙ.- Με την παράγραφο 1 του άρθρου µόνου Ν. 2243/1994 ορίσθηκε ότι διατηρείται εν ισχύϊ η διάταξη του άρθρού 47 ΑΝ 1092/1938, όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 4 § 2 Ν. 1738/1987. Το άρθρο 47 ΑΝ 1092/1938 μετά την κατά τα άνω αντικατάστασή του διαµορφώθηκε ως εξής: "τα αδικήµατα που πράττονται δια του τύπου παραγράφονται µετά 18 µήνες από την τέλεση της πράξης. Η προθεσµία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο σύµφωνα µε διάταξη νόµου δεν µπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη και για όσο χρονικό διάστηµα διαρκεί η κύρια διαδικασία ώσπου να γίνει αµετάκλητη η καταδικαστική απόφαση. Σε κάθε περίπτωση ο χρόνος της αναστολής δεν µπορεί να υπερβεί τα δύο έτη". Η ειδική αυτή παραγραφή δια τα αδικήµατα του Τύπου κατισχύει της παραγραφής των άρθρων 111 και 113 Π.Κ. ( Ολ.ΑΠ 1364/1984 ). Εξάλλου, η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 308 εποµ. 314, 320, 321, 339, 340 και 343 Κ.Π.Δ., αρχίζει είτε µε την έναρξη της προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή µε την επίδοση στον κατηγορούµενο της κλήσεως (αφού το παραπεµπτικό βούλευµα καταστεί αµετάκλητο) ή του κλητηρίου θεσπίσµατος µε το οποίο καλείται στο ακροατήριο, είτε µε την εµφάνιση του κατηγορουµένου και τη µη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασµό και µε εκείνες των άρθρων 310 § 1εδ. β', 370 εδ. β', 484 § 2, 511 και 512 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσµός δηµοσίας τάξεως εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής δίκης, ακόµη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συµπλήρωσή της και µετά την άσκηση της αναίρεσης κατά βουλεύµατος υποχρεούται να αναιρέσει τούτο και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, κατ 'ανάλογη εφαρµογή του άρθρου 310 § ιβ' του Κ. Π.Δ., αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να έχει ασκηθεί παραδεκτώς και να περιέχεται σε αυτήν ένας τουλάχιστον σαφής καιι ορισµένος λόγος αναιρέσεως από εκείνους· που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 του ιδίου Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, η πράξη της άμεσης συνέργειας σε συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου και της προσβολής της μνήμης νεκρού δια του τύπου, για την οποία με το προσβαλλόμενο βούλευμα παραπέμπεται η κατηγορουμένη Χ, φέρεται ότι τελέσθηκε την 4η Σεπτεμβρίου 2006, με την δημοσίευση στο υπ' αριθμ. 1731 φύλλο της ημερήσιας εφημερίδας Espresso κειμένου συντάκτης του οποίου είναι ο δημοσιογράφος Α. 'Ηδη, όμως, από τον παραπάνω χρόνο τέλεσης του εγκλήματος και μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (18-4-2008) παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των δέκα οκτώ (18) μηνών και εφόσον δεν άρχισε η κυρία διαδικασία, εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο της πράξεως. Επομένως, αφού η ένδικη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περιέχει παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατ' αυτής για την άνω πράξη, λόγω παραγραφής, κατά τα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ι.- Αναιρεί το υπ' αριθμ.45/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βέροιας. Και
ΙΙ.- Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης Χ, δικηγόρου Αθηνών για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε συκοφαντική δυσφήμηση και προσβολή της μνήμης νεκρού, που φέρεται ότι τελέσθηκε δια του τύπου στην ... την 4η Σεπτεμβρίου 2006.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άμεση συνέργεια σε συκοφαντική δυσφήμηση και προσβολή μνήμης νεκρού, που φέρεται ότι τελέσθηκε δια του τύπου. Αναίρεση από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου παραπεμπτικού βουλεύματος για απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας και για έλλειψη αιτιολογίας. Οριστική παύση ποινικής δίωξης λόγω παρόδου 18μήνου από την τέλεση της πράξης. Αναιρεί.
|
Τύπος
|
Βούλευμα παραπεμπτικό, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Δυσφήμηση συκοφαντική, Τύπος, Προσβολή μνήμης νεκρού.
| 0
|
Αριθμός 1651/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Νικόλαο Ζαΐρη (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με τη με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δαμιανάκη, για αναίρεση της με αριθμό 14/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 294/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο, πλην άλλων, και όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα, κατά δε της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνον αναίρεση, με την οποία, όμως, μπορούν να προβληθούν λόγοι που ενέχουν αιτιάσεις μόνο για το ότι η απόρριψη του ένδικου μέσου ως απαράδεκτου είναι παράνομη, χωρίς και να πλήττουν την ουσία της υπόθεσης. Εξάλλου, κατά το άρ. 473 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ένδικου μέσου, άρα και της έφεσης, στην περίπτωση που ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, είναι δέκα ημέρες, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή οπότε η προθεσμία είναι τριάντα (30) ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Στην τελευταία περίπτωση της διαμονής του δικαιουμένου για την άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως στην αλλοδαπή η προθεσμία είναι 30 ημέρες υπό την προυπόθεση ότι η επίδοση της αποφάσεως έγινε σ' αυτή (αλλοδαπή) όπως τούτο προκύπτει από τη φράση της ανωτέρω διατάξεως "αρχίζει από την επίδοση" και συνάγεται από το σκοπό της παροχής της (μεγαλύτερης) αυτής προθεσμίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 223/2006 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λασηθίου, ως απαράδεκτη, διότι δέχτηκε ότι η έφεση ασκήθηκε την 25-5-2006 και η εκκαλούμενη ως άνω απόφαση επιδόθηκε στον κατηγορούμενο, που ήταν απών κατά την απαγγελία αυτής, την 25-4-2006 και έτσι είχε παρέλθει η ως άνω νόμιμη προθεσμία των δέκα (10) ημερών, χωρίς στην έκθεση εφέσεως να εκτίθεται λόγος που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμο. Όπως, δε, προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του κρίσιμου αποδεικτικού επιδόσεως του Αρχιφύλακα του Α.Σ. ... Σητείας Κρήτης ... η υπ' αριθμ. 223/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λασηθίου επιδόθηκε νομίμως στον κατηγορούμενο Χ στις 25 Απριλίου 2006 στον ... Σητεία Κρήτης, παρέλαβε δε αυτήν ο ίδιος, υπογράψας και το σχετικό αποδεικτικό.
Συνεπώς, εφόσον η επίδοση της ανωτέρω απόφασης έγινε στην ημεδαπή, η προθεσμία άσκησης της έφεσης του ήταν 10 ημέρες σύμφωνα με τη μείζονα νομική σκέψη και ως εκ τούτου η ασκηθείσα την 25-4-2006 έφεσή του είναι εκπρόθεσμη και έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Έτσι το Τριμελές Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας και ο μοναδικός λόγος αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος όπως και η αναίρεση στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 1/30-1-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 14/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Η προθεσμία της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως για τον διαμένοντα στην αλλοδαπή είναι τριάντα ημέρες υπό την προϋπόθεση ότι η επίδοση της αποφάσεως έγινε σ’ αυτή (αλλοδαπή). Απορρίπτει.
|
Προθεσμία
|
Προθεσμία, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
Αριθμός 1653/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο (ο οποίος ορίστηκε, προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πετρόπουλο, για αναίρεση της 21344/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 981/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος για αναβολή της δίκης. Η αναβολή εζητείτο γιατί εκκρεμούσαν στο Σ.τ.Ε αιτήσεις αναιρέσεως κατά των μνημονευομένων αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών οι οποίες εκδόθηκαν επί προσφυγών του που αφορούν το προς το Δημόσιο χρέος, τις αιτήσεις δε και αποφάσεις ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέσθηκε. Το δικαστήριο προκειμένου να αχθεί στην απόρριψη του περί αναβολής αιτήματος, στην άνω παρεμπίπτουσα απόφασή του διέλαβε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα ".... άλλες από τις προσφυγές έχουν απορριφθεί τελεσίδικα και άλλες έχουν γίνει εν μέρει δεκτές ως προς τη μείωση και όχι την ακύρωση του επιβληθέντος προστίμου του άρθρου 31 του Ν.820/1978, γεγονός που θα ληφθεί υπόψη, όταν κατ' ουσίαν κρίνει το δικαστήριο αυτό....". Και ενώ αυτά δέχθηκε ανωτέρω, στο κυρίως σκεπτικό της αποφάσεως ουδεμία γίνεται μνεία περί μη οφειλομένων από τον κατηγορούμενο ποσών δυνάμει των αποφάσεων του διοικητικού Εφετείου, αλλά τόσο στο αιτιολογικό δέχεται όσο και στο διατακτικό κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο για όλο το ποσό της οφειλής του. Και ναι μεν παραλλήλως κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο για τις αναφερόμενες στο σκεπτικό και διατακτικό μερικότερες πράξεις, την προς τούτο όμως απαλλακτική κρίση του στήριξε στο ανέγκλητο των πράξεων αυτών και όχι στη μη οφειλή των αντιστοίχων χρεών προς το Δημόσιο. Όμως, με τις παραδοχές, αυτές, η αιτιολογία της αποφάσεως είναι ασαφής και αντιφατική και δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι τελικώς έλαβε υπόψη του το δικαστήριο και συνεκτίμησε τις αναγνωσθείσες αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ως δέχεται στο σκεπτικό της παρεμπίπτουσας αποφάσεως του.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ σχετικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 21.344/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για ασαφή και αντιφατική αιτιολογία. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή.
| 0
|
Αριθμός 1658/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Σταυριανακη, περί αναιρέσεως της 8512/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.Ε.", που εδρεύει στην Ερμούπολη Σύρου και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. "VIVARTIA A.B.E.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. "ΔΕΛΤΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΑΓΩΤΟΥ Α.Ε." που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπαστεφανάκη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Μαΐου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 945/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι
.
Κατά τη διάταξη της παρ.2 του άρθ. 171 του ΚΠΔ, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα αυτή, που δημιουργεί τον από το άρ.510 παρ.1 στοιχ.Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως επέρχεται, αφενός μεν όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως αυτού, αφετέρου δε όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το αρ.68 του ίδιου Κώδικα, ως προς τον τρόπο και το χρόνο άσκησης και υποβολής της πολιτικής αγωγής. Εξάλλου, κατά τα άρ. 63, 64, 68, 82, 84 ΚΠΔ και 914, 932 ΑΚ, η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι δυνατόν να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από το πρόσωπο που ζημιώθηκε άμεσα από το έγκλημα μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, χωρίς να προηγηθεί έγγραφη προδικασία. Η δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρ. 84 ΚΠΔ, να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμά του, δηλαδή όλα τα στοιχεία της νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος, καθώς και τα περιστατικά που συγκροτούν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αξιόποινης πράξης και της ηθικής βλάβης. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι, απόλυτη ακυρότητα επέρχεται και όταν η πολιτική αγωγή ασκηθεί, χωρίς να αποβληθεί, το πρώτον ενώπιον του Εφετείου ή από το ίδιο πρόσωπο (φυσικό ή νομικό), υπό την ιδιότητα όμως διαφορετική από εκείνη που είχε παρασταθεί πρωτοδίκως.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την πρωτοβάθμια υπ'αρ. 62.789 α/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον 'Αρειο Πάγο, για την έρευνα της βασιμότητας λόγου αναίρεσης, πρωτοδίκως παρέστη, ως πολιτικώς ενάγων, για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από τις αξιόποινες πράξεις της κλοπής, της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης που φέρεται ότι τέλεσε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, ατομικώς για τον εαυτό του ο Ψ και επιδικάστηκε σ'αυτόν το αιτηθέν ποσό των 44 ευρώ. Κατά την εκδίκαση όμως έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης, δήλωσε παράσταση και παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα, η εταιρεία με την επωνυμία "..... Ο.Ε.", δια του νομίμου εκπροσώπου της Ψ, που είναι το πρόσωπο που παρέστη ατομικά, ως πολιτικώς ενάγων, στην πρωτόδικη δίκη και της επιδικάστηκε το ποσό των 44 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από τις πράξεις της πλαστογραφίας, μετά χρήσεως και της απάτης, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, δε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων. 'Ετσι, όμως, η δήλωση και η παράσταση της εταιρείας, με την επωνυμία "..... ΟΕ", ως πολιτικώς ενάγουσας, έγινε το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και εφόσον δεν αποβλήθηκε, επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο τούτου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια, πρέπει να αναιρεθεί η προβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ. 8512/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παράνομη παράσταση πολιτικής αγωγής στο ακροατήριο. Στο πρωτόδικο Δικαστήριο παρέστη ατομικά φυσικό πρόσωπο και στο δευτεροβάθμιο Νομικό Πρόσωπο. Δεκτή αναίρεση για απόλυτη ακυρότητα. Παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Πολιτική αγωγή.
| 0
|
Αριθμός 1650/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ειρήνη Αθανασίου (η οποία ορίστηκε, προς συμπλήρωση της συνθέσεως, με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Φραγκίσκο Ραγκούση και Δέσποινα Σβερώνη, περί αναιρέσεως της 263/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 120/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως, ως προς τη διάταξη για την ποινή που επιβλήθηκε για τις πράξεις της αγοράς και αποθήκευσης ναρκωτικών ουσιών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 34 του Π.Κ. η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν, όταν την διέπραξε, λόγω νοσηρής διαταράξεως των πνευματικών λειτουργιών ή διαταράξεως της συνειδήσεως, δεν είχε την ικανότητα ν' αντιληφθεί το άδικο της πράξεώς του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπό τον όρον διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών περιλαμβάνονται όλες οι μορφές παραφροσύνης ή φρενοπάθειας υπό την ευρεία έννοια, ενώ υπό τον όρο διατάραξη της συνειδήσεως περιλαμβάνονται όλες οι ψυχικές διαταράξεις οι οποίες δεν πηγάζουν από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, αλλά εμφανίζονται σε ψυχικά υγιή άτομα και είναι πάντοτε παροδικές. Αν εξαιτίας μιας από τις ψυχικές αυτές καταστάσεις ο δράστης δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξεώς του, δηλαδή να διακρίνει το δίκαιο από το άδικο αυτό, δηλαδή να ενεργήσει λογικά, τότε η πράξη στην δεν καταλογίζεται στον πράξαντα. Εξάλλου από το άρθρο 13 παρ. 4 του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 2β του ν. 2408/1966, προκύπτει ότι η τοξικομανία αυτή και μόνη δεν οδηγεί σε έλλειψη της ικανότητας προς καταλογισμό αν δεν συντρέχει μία από τις αναφερόμενες πιο πάνω καταστάσεις. Τέλος η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Στην τελευταία αυτή περίπτωση υπάγεται και ο περί ελλείψεως ικανότητας προς καταλογισμόν, αφού σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς του έχει ως συνέπεια το ατιμώρητο του δράστη. Για την πληρότητα όμως του ισχυρισμού αυτού δεν αρκεί ο κατηγορούμενος να επικαλεσθεί τις σχετικές μόνο διατάξεις του Π.Κ. αλλά πρέπει και να αναφέρει τα πραγματικά εκείνα περιστατικά επί των οποίων θεμελιώνει κάθε περίπτωση νοσηρής διαταράξεως των πνευματικών λειτουργιών, ώστε ο δικαστής ύστερα από αξιολόγηση και τυχόν αποδοχή αυτών να κρίνει αν συντρέχει περίπτωση ελλείψεως ικανότητας προς καταλογισμόν, η οποία όπως είναι φυσικό προϋποθέτει διάγνωση μιας από τις ψυχικές καταστάσεις που προαναφέρθηκαν, ο αποκλεισμός της οποίας καθιστά μάταιη την περαιτέρω έρευνα της ικανότητας του δράστη να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 263/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε κατά πλειοψηφία σε συνολική ποινή κάθειρξη 10 ετών και συνολική χρηματική ποινή 31.000 ευρώ για τις πράξεις της αγοράς και αποθήκευσης ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα και συνήθεια από τοξικομανή και παράνομη κατοχή όπλων και πολεμικού υλικού με σκοπό τη διάθεσή τους σε τρίτους για διάπραξη κακουργήματος, δια των πληρεξουσίων δικηγόρων του κατέθεσε εγγράφως τον πιο κάτω ισχυρισμό, τον οποίο ανέπτυξαν και προφορικώς: "Στον κατηγορούμενο θα πρέπει να μη καταλογισθούν οι πράξεις καθόσον όταν τις διέπραξε λόγω νοσηρός διαταράξεως των πνευματικών λειτουργιών του δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο των πράξεων του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο αυτών. Ειδικότερα πάσχει από ετών από διπολική νόσο (μανιοκαταθλιπτική ψύχωση) η οποία προκαλεί σοβαρή έκπτωση της κριτικής ικανότητας, με αποτέλεσμα την αδυναμία αντιλήψεως του αδίκου χαρακτήρα των πράξεων και την έλλειψη ικανότητας προς καταλογισμό κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεων που του αποδίδονται... έχει υπηρετήσει μόνο τρεις μήνες από τη στρατιωτική του θητεία και μετά από αναβολές έλαβε απολυτήριο Ι5, λόγω ψυχωτικής συνδρομής (σχιζοφρενικής ψύχωσης). Τα τελευταία επτά - οκτώ έτη παρηκολουθείτο ψυχιατρικά από το Αιγινήτειο Ψυχιατρείο. Το έτος 2002 νοσηλεύθηκε ξανά στο ΨΚΚ με τη διάγνωση της διπολικής ψύχωσης με υπερθυμία (μανιοκατάθλιψη) ότε και ελάμβανε αντιψυχωτική φαρμακευτική αγωγή. Περνά από κύκλους ή φάσεις έντονης μανίας (υπέρμετρη έξαρση, υπερκηνητικότητα, διαταραγμένη σκέψη, παρανοϊκότητα) που εναλλάσονται με κύκλους ή φάσεις βαθειάς κατάθλιψης (μελαγχολιτικό συναίσθημα διαταραχή των βιολογικών σταθερών, επηρεασμένη κρίση, απώλεια βάρους κλπ) όπως τα ανωτέρω αναφέρονται στην ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη διεξαχθείσα κατόπιν της 44/2005 διατάξεως της Ανακρίτριας του Β' Τμήματος Πλημμελειοδικών Λαρίσης υπό των Ψυχιάτρων Α και Β. Το πιο πάνω ισχυρισμό το Δικαστήριο της ουσίας τον απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την εξής κατά πιστή μεταφορά αιτιολογία: "Ο ίδιος (κατηγορούμενος) ενεφάνισε ψυχολογικά προβλήματα, πάσχων από μανιοκαταθλιψία, τα οποία όμως δεν οδηγούν στην άρση ή μείωση του καταλογισμού του". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλομένης αποφάσεως η οποία δεν διαλαμβάνει ποία πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν και αποκλείουν τη συνδρομή των όρων συγκροτήσεως του ισχυρισμού αυτού του αναιρεσείοντος και αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της κατά τα άνω εκφρασθείσης γνώμης τους, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη όπως επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού αναιτιολόγητα, είναι βάσιμος.
Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 263/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού ως προς τη συνδρομή του άρθρου 34 ΠΚ. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Καταλογισμού έλλειψη.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1648/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη και Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1776/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1863/07.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 81/13.2.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ την υπ'αριθμ. 223/2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 1776/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ'αριθμ. 2055/2006 βούλευμά του, παρέπεμψε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για να δικασθεί για υπεξαίρεση κατ'εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 € (αρ. 98, 375 παρ. 1 εδ. τελευταίο ΠΚ, όπως προσ. μ αρ. 14 παρ. 3α ν. 2721/99). Μετά από έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 1776/2007 βούλευμα, το οποίο απέρριψε κατ'ουσία την έφεση αυτού και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων, με την κρινομένη αίτησή του,η οποία ασκήθηκε από τον ίδιο, στις 24-10-2007, νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως, εφόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση στις 15-10-2007, στον δε αντίκλητό του δικηγόρο επίσης με θυροκόλληση στις 5-11-2007 (ήτοι προ πάσης επιδόσεως) και περιέχει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (αρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ). Το βούλευμα δε αυτό υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπεται ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για κακούργημα (αρ. 462, 463, 473 παρ. 1, 474 παρ. 1 και 482 παρ. 1α, 2 ΚΠΔ).
Συνεπώς, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ'ουσία.
Η έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας παραπεμπτικού βουλεύματος η οποία ιδρύει τον κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Ε1 του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανακριτική διαδικασία και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής και την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και oι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτήν από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε, στην διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ποινικής διάταξης που συνιστά λόγον αναίρεσης κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώραν εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ανακριτική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας κα του διατακτικού του βουλεύματος ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (εν όλω ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως αντικ. από το άρθρ. 1, παρ. 9 του ν. 2408/4-6-96, αν το αντικείμενο της της ως άνω πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος η ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Περαιτέρω με το άρθρ. 14 παρ. 3 του ν. 2721/3-6-99 στην μεν παρ. 1 του άνω άρθρου 375 προστέθηκε εδάφιο κατά το οποίο "αν η συνολική αξία της πράξης υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δρχ., ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών", στη δε παρ. 2 του ίδιου άρθρ. εδάφιο κατά το οποίο "αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγουμένου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000), τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Ακόμη κατά το άρθρ. 98 ΠΚ, όπως ίσχυε προ του ν. 2721/99, αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρ. 94 παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Στο άρθρο αυτό με το αρθρ. 14 παρ. 1 ν. 2721/99 προστέθηκε παράγραφος κατά την οποία, η αξία του αντικείμενου της πράξης και περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης· απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή ζημία ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε.
Κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις και ειδικότερα κατά τα ισχύσαντα πριν από την τελευταία τροποποίηση του αρθρ. 98 ΠΚ, οι κατ' ιδίαν πράξεις δεν συναριθμούνταν και συνεπώς η παλαιά ρύθμιση ως επιεικέστερη θα εφαρμοσθεί για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την 3-.6-99 (Ολ. ΑΠ 5/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο βούλευμα, μετά από εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Μεταξύ της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "EUROSTATUS ΜΕΣΙΤΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΑΕ" που έχει ως αντικείμενο εργασιών των πρακτόρευση ασφαλειών και του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΕΩΝ INSURANEE COUGR" καταρτίστηκε η από 28.2.1999 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας με την οποία ο τελευταίος, ανέλαβε, πλην άλλων, υπό την ανωτέρω ιδιότητα του, έναντι προμήθειας την πρακτόρευση των ασφαλιστικών εργασιών της εγκαλούσας δηλαδή τη διαμεσολάβηση στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων, μεταξύ αυτής και τρίτων (ασφαλισμένων) καθώς και την είσπραξη για λογαριασμό της των ασφαλίστρων, η απόδοση των οποίων θα γινόταν το αργότερο εντός προθεσμίας εβδομήντα πέντε (75) ημερών από το τέλος του μήνα που εκδόθηκαν τα αντίστοιχα ασφαλιστήρια έγγραφα, αφαιρουμένου του ποσού της δικαιούμενης προμήθειας η οποία καθορίστηκε σε ποσοστό 30% για τον κλάδο πυρός και 20% για τον κλάδο αυτοκινήτων. Επιπλέον συμφωνήθηκε ότι τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα θεωρούνται παρακαταθήκη και ότι η εκπροσωπούμενη από τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο εταιρεία ευθύνεται για την απόδοση αυτών στην εγκαλούσα ως θεματοφύλακας. Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής ο εκκαλών-κατηγορούμενος άρχισε υπό την προεκτεθείσα ιδιότητα του να διαμεσολαβεί στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων και να εισπράττει τα ασφάλιστρα για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας. Η βεβαίωση και η εκκαθάριση των υποχρεώσεων του εκκαλούντος-κατηγορουμένου γινόταν μέσω μηνιαίων "εκκαθαριστικών σημειωμάτων λογαριασμού" τα οποία εξέδιδε η εγκαλούσα στο τέλος κάθε μήνα και στα οποία αποτυπώνονταν τόσο τα μικτά και καθαρά ασφάλιστρα κατά κλάδο παραγωγής, όσο και το ποσό της προμήθειας που εδικαιούτο και τα ακυρωθέντα από τους πελάτες του ασφαλιστήρια συμβόλαια, το δε τελικό χρεωστικό υπόλοιπο που αποτυπωνόταν σ' αυτά ήταν και το ποσό το οποίο ώφειλε να αποδώσει ο εκκαλών-κατηγορούμενος για τη χρήση του συγκεκριμένου μήνα, είτε τοις μετρητοίς είτε με την παράδοση προς την εταιρεία επιταγών του ως εγγύηση για την οφειλή του. Για τη λογιστική παρακολούθηση των δοσοληψιών αυτών ετηρείτο μεταξύ των συμβαλλομένων απλός δοσοληπτικός λογαριασμός στον οποίο αποτυπώνονταν σε συνεχή βάση με λεπτομέρεια όλες οι πιστοχρεώσεις (αριθμός συμβολαίου, όνομα πελάτη, ποσό ασφαλίστρων, προμηθειών, ακυρωθέντα συμβόλαια, ποσά καθαρών ασφαλίστρων προς απόδοση).
Περαιτέρω προέκυψε ότι από το μήνα Φεβρουάριο 1999 μέχρι και το μήνα Ιούλιο 2003 (όταν διακόπηκε η προαναφερόμενη συνεργασία) ο εκκαλών-κατηγορούμενος ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας "INSURANCE COVER" παρέλαβε από την εγκαλούσα εταιρεία ασφαλιστήρια συμβόλαια τα οποία παρέδωσε στους ασφαλισμένους πελάτες του, εισέπραξε δε για λογαριασμό της εγκαλούσας τα αναλογούντα ασφάλιστρα, μέρος των οποίων ποσού 447.106,42 ευρώ (καθαρά ασφάλιστρα) δεν της απέδωσε, ως ώφειλε, αλλά τα παρακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Έτσι οι αλλεπάλληλες σχετικές οχλήσεις της εγκαλούσας για απόδοση των παραπάνω ασφαλίστρων δεν είχαν αποτέλεσμα και για το λόγο αυτό η τελευταία με την από 23.7.2003 εξώδικη δήλωση της η οποία επιδόθηκε αυθημερόν στην εταιρεία "INSURANCE COVER", προέβη σε καταγγελία της μεταξύ τους συμβάσεως (βλ. υπ' αριθμ. .../23.7.2003 έκθεση επιδόσεως δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Πειραιώς ...) και αξίωσε, σύμφωνα με όσα είχαν συνομολογηθεί, την άμεση απόδοση όλων των εισπραχθέντων για λογαριασμό της, ασφαλίστρων. Ο εκκαλών-κατηγορούμενος, ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας "INSURANCE COVER" είχε αναγνωρίσει μέρος της οφειλής αυτής ύψους 148694 ευρώ, όπως προκύπτει και από την με ημερομηνία 21.11.2002 επιστολή του, προς την εγκαλούσα. Για το οφειλόμενο ως άνω ποσό των 447.10j5,42 ευρώ είχε παραδώσει στην εγκαλούσα (ως εγγύηση) τις εξής επιταγές: 1) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 7.100 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 17.3.2003 στην Αθήνα, 2) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 8000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 25.4.2003 στην Αθήνα 3) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 8000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 30.4.2003 στην Αθήνα, 4) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ASPIS BANK ποσού 5000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 30.4.2003 στην Αθήνα, 5) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού 10.000 ευρώ της ASPIS BANK, με ημερομηνία εκδόσεως 12.8.2003 στην Αθήνα, 6) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 5.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 30.8.2003 στην Αθήνα, 7) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 15000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 15.9.2003 στην Αθήνα, 8) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 6000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 25-9-2003 στην Αθήνα, 9) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της EUROBANK, ποσού 15000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 30-9-2003 στην Αθήνα, 10) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ" ποσού 8000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 30.9.2003 στην Αθήνα, 11) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 15000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 15.10.2003 στην Αθήνα, 12) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ASPIS BANK ποσού 15000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 22.10.2003 στην Αθήνα, 13) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ" ποσού 15000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 30.10.2003, 14) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ" ποσού 8000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 31.10.2003, 15) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ASPIS BANK ποσού 15000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 15.11.2003 στην Αθήνα, 16) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ASPIS BANK με ημερομηνία εκδόσεως ποσού 15000 ευρώ 22.11.2003 στην Αθήνα, 17) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ" ποσού 15000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 30.11.03 στην Αθήνα, 18) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 5865 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 15.12.2003 στην Αθήνα, 19) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 15000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 15.12.2003 στην Αθήνα, 20) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", ποσού 10.000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 18.12.2003 στην Αθήνα, 21) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 14913,48 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 18.12.2003 στην Αθήνα, 22) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ASPIS BANK, ποσού 10.000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 31.12.2003 στην Αθήνα, 23) την υπ' αριθμ. .....επιταγή της ASPIS BANK ποσού 7000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 31.12.2003 στην Αθήνα, 24) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΛΑΪΚΗΣ τράπεζας, ποσού 10.000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 15.5.2003 στην Αθήνα, 25) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΛΑΪΚΗΣ Τράπεζας, ποσού 15000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 31.5.2003 στην Αθήνα, 26) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΛΑΪΚΗΣ Τράπεζας ποσού 18000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 20.6.2003 στην Αθήνα, 27) την υπ'αριθμ. ..... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", 15000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 30.6.2003 στην Αθήνα, 28) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", ποσού 15000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 10.7.2003, 29) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", ποσού 20.000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 20.7.2003, 30) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΛΑΪΚΗΣ Τράπεζας ποσού 20.000 ευρώ με ημερομηνία εκδόσεως 30.7.2003, 31) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή, ποσού 15.000 ευρώ της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ" με ημερομηνία εκδόσεως 30.7.2003 στην Αθήνα καθώς και μία συvαλλαγματική πoσoύ 15.000 ευρώ, λήξεως 10.10.2003 αποδοχής της εταιρείας "ENSURANCE COUGR". Πλην όμως οι ως άνω επιταγές κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή δεν πληρώθηκαν από τις πληρώτριες Τράπεζες και σφραγίστηκαν καθώς επίσης δεν πληρώθηκε και η συναλλαγματική. Για το λόγο αυτό εκδόθηκαν με βάση τα παραπάνω αξιόγραφα σε βάρος του εκκαλούντος-κατηγορουμένου οι υπ' αριθμ. 9134/2003, 10277/2004 και 1043/2004 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών παράλληλα δε έχουν κατατεθεί εναντίον του και οι από 24.12.2003 και 3.3.2004 μηνύσεις της καλούσας εταιρείας για το αδίκημα της εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών. Βέβαια ο εκκαλών κατηγορούμενος ισχυρίζεται συνοπτικά ότι δεν οφείλει στην εγκαλούσα ασφάλιστρα ύψους 447.106,42 ευρώ και ότι οι προαναφερθείσες επιταγές καθώς και η συναλλαγματική [στην εγκαλούσα αφενός μεν για την ασφαλιστική παραγωγή που θα πραγματοποιούσε η εταιρεία του "ΙNSURANCE COVER" στο προσεχείς,, μέλλον, η οποία δεν πραγματοποιήθηκε από υπαιτιότητα·" της εγκαλούσας η οποία προέβη στην ακύρωση όλων των συμβολαίων της παραγωγής του μετά τη διακοπή της συνεργασίας τους (23.7.2003) με συνέπεια να υποχρεωθεί αυτός και οι συνεργάτες του να καταβάλουν διάφορα χρηματικά ποσά στους ασφαλισμένους αφετέρου δε για την κάλυψη προηγουμένων οφειλών του προς την εγκαλούσα από ασφάλιστρα η οποία δεν δημιουργήθηκε από υπαιτιότητα του αλλά οφείλετο στις καθυστερήσεις καταβολής οφειλομένων ασφαλίστρων από συνεργαζόμενους πράκτορες του ύψους 103.298,3 3 ευρώ. Πλην όμως από κανένα πειστικό αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών. Αντίθετα από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας προέκυψαν ως προς τους ισχυρισμούς αυτούς τα ακόλουθα: Στην καρτέλα λογαριασμού (αναλυτικό καθολικό) για το έτος 2003 στην αρχή (από μεταφορά) φαίνεται η οφειλή της εκπροσωπούμενης από τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο εταιρείας "INSURANCE COVER" για το έτος 2002 η οποία ανερχόταν στο ποσό των 2.0.316,94 ευρώ, μέρος της οποίας ύψους 148.694 ευρώ αναγνώρισε ως οφειλόμενη η τελευταία με την από 21.11.2002 επιστολή της όπως προαναφέρθηκε. Στη συνέχεια στο "αναλυτικό καθολικό" των ετών 2002 και 2003 είχαν εγγραφεί ως καταβολές (στη στήλη πίστωση) τα ποσά για τα οποία ο εκκαλών-κατηγορούμενος παρέδωσε στην εγκαλούσα υπό την προεκτεθείσα ιδιότητα του επιταγές οι οποίες ουδέποτε πληρώθηκαν. Τα ποσά των επιταγών αυτών που δεν πληρώθηκαν και έχουν αναγραφεί στο "αναλυτικό καθολικό" ως καταβολή (στη στήλη πίστωση), προστιθέμενα με το αρχικό (για το έτος 2002) οφειλόμενο ποσό των 250.416,94 ευρώ, αθροίζονται στο συνολικά οφειλόμενο και υπεξαιρεθέν από τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο ποσό των 447.106,42 ευρώ, αιτήματος του κυρίας απορριπτόμενου εντεύθεν του αιτήματος (επικουρικού) για διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως επί του θέματος αυτού ως αβασίμου. Περαιτέρω προέκυψε ότι οι ως άνω επιταγές δόθηκαν από τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο για να καλύψουν οφειλή της εταιρείας του "INSURANCE COVER" από την είσπραξη ασφαλίστρων για λογαριασμό της εγκαλούσας, αποκλειστικά μέχρι και το μήνα Δεκέμβριο 2002. Δηλαδή οι εγγραφείς που εμφανίζονται στο "αναλυτικό καθολικό" ως πίστωση στο έτος 2003, αφορούν μεταχρονολογημένες επιταγές για ασφάλιστρα μέχρι το μήνα Δεκέμβριο 2002 που εισέπραξε ο εκκαλών-κατηγορούμενος για λογαριασμό της εγκαλούσας και δε της απέδωσε. Όσον δε αφορά τις ακυρώσεις συμβολαίων που επικαλείται ο εκκαλών-κατηγορούμενος προέκυψε ότι αυτές αφορούν ασφάλιστρα από 1.1.2003 μέχρι τη διακοπή της συνεργασίας τους (23.7,2003) και δεν συμπεριλαμβάνονται στις ως άνω επιταγές. Σε κάθε περίπτωση, προέκυψε ότι οι εν λόγω επιστροφές-ακυρώσεις ήλθαν σε πίστωση πρόσθετου χρεωστικού υπολοίπου της εταιρείας "INSURANCE COVER" έναντι της εγκαλούσας που δημιουργήθηκε μέσα στο έτος 2003 και δεν αφορούν το χρεωστικό υπόλοιπο αυτής μέχρι το έτος 2002, ύψους 447.106,42 ευρώ, το οποίο καλύφθηκε με τις προαναφερθείσες τριάντα μία (31) επιταγές και τη συναλλαγματική ποσού 15000 ευρώ. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος-κατηγορουμένου ότι κατέβαλε ο ίδιος και οι συνεργάτες του σημαντικά χρηματικά ποσά στους ασφαλισμένους λόγω των ως άνω ακυρώσεων, και αληθής υποτιθέμενος, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον ο ίδιος και οι συνεργάτες του ήταν υπεύθυνοι έναντι των ασφαλισμένων, δοθέντος ότι, κατά τα προαναφερθέντα, είχαν εισπράξει τα ασφάλιστρα από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια του έτους 2003 τα οποία δεν απέδωσαν ως ώφειλαν στην εγκαλούσα εταιρεία η οποία αναγκάστηκε να ακυρώσει τα συμβόλαια και να καταγγείλει τη σύμβαση με την εταιρεία του εκκαλούντος-κατηγορουμένου "INSURANCE COVER" η οποία έκτοτε έκλεισε τα γραφεία της και έπαυσε να λειτουργεί. Ο εκκαλών-κατηγορούμενος προς επίρρωση των ισχυρισμών του, αναφέρει διάφορους συνεργάτες του (Α, Β, Γ, Δ, κλπ) οι οποίοι, όπως ισχυρίζεται, του οφείλουν χρηματικά ποσά από ασφάλιστρα, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει αν τα ποσά αυτά αφορούν ασφάλιστρα από ασφαλιστήρια συμβόλαιο της εγκαλούσας εταιρείας ή προέρχονται από άλλες εταιρείες με τις οποίες συνεργάζονταν οι ως άνω οφειλέτες του και ο ίδιος (Πχ ασφαλιστική εταιρεία ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΚΗ, ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ, ΩΜΕΓΑ κλπ). Τέλος ο εκκαλών-κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βάρος του διότι μεταξύ της εγκαλούσας και της εταιρείας "INSURANCE COVER" συνήφθη σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού κατά την έννοια των άρθρων 361.873, 874 ΑΚ, 112 Εισ. ΝΑΚ, 669 ΕμπΝ και 64-67 του ν.δ. της 17.7/17.8.1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" του οποίου το χρεωστικό κατάλοιπο κατά το οριστικό κλείσιμο του δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο υπεξαιρέσεως διότι δεν αποτελεί ξένο πράγμα, στοιχείο απαραίτητο για τη στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου εγκλήματος. Ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται βάσιμος διότι όπως προαναφέρθηκε αλλά προέκυψε και από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας (λογιστικές καταστάσεις καταθέσεις μαρτύρων) μεταξύ της εγκαλούσας και της εταιρείας "INSURANCE COVER" λειτούργησε για την εξυπηρέτηση της συμβάσεως απλός δοσοληπτικός λογαριασμός κατά τον οποίο η τελευταία ήταν μόνο οφειλέτρια και για κάθε ασφαλιστική περίοδο η συναλλαγή της με την εγκαλούσα ήταν αυτοτελής και προσμετράτο ξεχωριστά στο χρεωστικό υπόλοιπο, όπως άλλωστε συνάγεται και από το γεγονός ότι ο εκκαλών-κατηγορούμενος εξέδωσε τις επιταγές που προαναφέρθηκαν σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα και όχι κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, όπως θα έπραττε αν τηρείτο μεταξύ τους αλληλόχρεος λογαριασμός.
Με τις παραδοχές όμως αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ περιέχει, αντιφάσεις και ασάφειες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το αν ορθώς ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 98 και 375 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΠΚ.
Ειδικώτερα: α) ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων από το μήνα Φεβρουάριο 1999 μέχρι και το μήνα Ιούλιο 2003 παρέλαβε από την εγκαλούσα εταιρεία ασφαλιστήρια συμβόλαια τα οποία παρέδωσε στους ασφαλισμένους πελάτες του και εισέπραξε για λογαριασμό της εγκαλούσας τα αναλογούντα ασφάλιστρα, μέρος των οποίων ποσού 447.106,42 ευρώ (καθαρά ασφάλιστρα) δεν της απέδωσε, ως ώφειλε, αλλά τα παρακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, στη συνέχεια εκθέτει, αντιφατικά, ότι το ως άνω ποσό, αποτελούσε χρεωστικό υπόλοιπο μέχρι το έτος 2002 και β) ενώ δέχεται ότι το κρινόμενο έγκλημα της υπεξαίρεσης, τελέσθηκε κατ'εξακολούθηση από Φεβρουάριο 1999 μέχρι 23 Ιούλιο 2003 (όπως και το πρωτόδικο βούλευμα), δηλαδή και πριν την ισχύ των διατάξεων του ν. 2721/3-6-99, παρά ταύτα έκρινε το ίδιο έγκλημα ως κακούργημα αναφορικά με τις μερικότερες πράξεις που φέρονται ότι έλαβαν χώρα από Φεβρουάριο 1999 έως 3-6-1999, συμπεριλαμβάνοντας στο συνολικό ποσό της υπεξαίρεσης και τα ποσά των μερικοτέρων αυτών πράξεων, που με μόνο την αξία του αντικειμένου τους, αποτελούν πλημμέλημα, χωρίς όμως να ερευνά αν το αντικείμενο τουλάχιστο μιας από τις μερικότερες αυτές πράξεις είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και ακόμη αν η υποχρέωση όπως δέχεται, του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου προς απόδοση των ασφαλίστρων προς την εγκαλούσα εταιρεία, αποτελούσε και υποχρέωση εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας (ΑΠ 1982/01). 'Ετσι όμως δημιουργείται και ασάφεια ως προς το ύψος του συνολικού ποσού, που φέρεται ότι υπεξαιρέθηκε από την ισχύ του ν. 2721/99, δηλαδή από 3-6-99, οπότε η υπεξαίρεση αναβαθμίζεται σε κακούργημα, αν η συνολική αξία της πράξης υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €υρώ.
Συνεπώς, το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, κατά τους βάσιμους λόγους αναιρέσεως που περιλαμβάνονται στην κρινομένη αίτηση και πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση ενώπιον του ίδιου Συμβουλίου Εφετών Αθηνών χωρίς τη συμμετοχή των ιδίων δικαστών.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Α) Να γίνει δεκτή η υπ'αριθμ. 223/2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 1776/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, ενώπιον του ιδίου Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, χωρίς τη συμμετοχή των ιδίων δικαστών.
Αθήνα 22 Ιανουαρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται το περιεχόμενο κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προκύπτει απ' αυτό και να προσδιορίζονται οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία επιτρεπτώς γίνεται με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, καλύπτει δε η αναφορά αυτή και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 484 παρ. 1β του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του, με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 8 του νόμου 2408/1996, αν το αντικείμενο της ως άνω πράξεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, η ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Περαιτέρω, με το άρθρο 14 παρ. 3 του νόμου 2721/3.6.99, στην μεν παράγραφο 1 του άνω άρθρου 375 προστέθηκε εδάφιο, κατά το οποίο "αν η συνολική αξία της πράξης υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δρχ., ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών", στη δε παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, εδάφιο κατά το οποίο "αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγουμένου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000)δρχ. τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 του Ποινικού Κώδικα, όπως ίσχυε πριν την προσθήκη σ' αυτό δεύτερης παραγράφου με το άρθρο 14 παρ. 11 του Νόμου 2721/1999 "αν περισσότερες πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 να επιβάλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Τέλος, με την παράγραφο 11 του άρθρου 14 του Νόμου 2721/1999, προστέθηκε δεύτερη παράγραφος στο άρθρο 98 του Ποινικού Κώδικα, που έχει ως εξής: "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συν ολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις και ειδικότερα, κατά τα ισχύσαντα πριν από την τελευταία τροποποίηση του άρθρου 98 του Ποινικού Κώδικα, οι κατ' ιδίαν πράξεις δεν συναριθμούνταν και, συνεπώς η παλαιά ρύθμιση, ως επιεικέστερη, θα εφαρμοσθεί για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από τις 3 Ιουνίου 1999 (ΟλΑΠ 5/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το βούλευμα, το οποίο αναιρεσιβάλλεται, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με δικές του σκέψεις, δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "EUROSTATUS ΜΕΣΙΤΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΑΕ",που έχει ως αντικείμενο εργασιών την πρακτόρευση ασφαλειών και του εκκαλουντος -κατηγορουμένου, Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΕΩΝ INSURANCE COUGR" καταρτίστηκε η από 28.2.1999 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με την οποία ο τελευταίος ανέλαβε, πλην άλλων, υπό την ανωτέρω ιδιότητα του, έναντι προμήθειας, την πρακτόρευση των ασφαλιστικών εργασιών της εγκαλούσας, δηλαδή τη διαμεσολάβηση στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων, μεταξύ αυτής και τρίτων (ασφαλισμένων) καθώς και την είσπραξη για λογαριασμό της των ασφαλίστρων, η απόδοση των οποίων θα γινόταν το αργότερο εντός προθεσμίας εβδομήντα πέντε (75) ημερών από το τέλος του μήνα που εκδόθηκαν τα αντίστοιχα ασφαλιστήρια έγγραφα, αφαιρουμένου του ποσού της δικαιούμενης προμήθειας, η οποία καθορίστηκε σε ποσοστό 30% για τον κλάδο πυρός και 20% για τον κλάδο αυτοκινήτων. Επιπλέον συμφωνήθηκε ότι τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα θεωρούνται παρακαταθήκη και ότι η εκπροσωπούμενη από τον εκκαλούντα -κατηγορούμενο εταιρεία ευθύνεται για την απόδοση αυτών στην εγκαλούσα ως θεματοφύλακας. Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής, ο εκκαλών - κατηγορούμενος άρχισε, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητα του, να διαμεσολαβεί στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων και να εισπράττει τα ασφάλιστρα για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας. Η βεβαίωση και η εκκαθάριση των υποχρεώσεων του εκκαλούντος κατηγορουμένου γινόταν μέσω μηνιαίων "εκκαθαριστικών σημειωμάτων λογαριασμού", τα οποία εξέδιδε η εγκαλούσα στο τέλος κάθε μήνα και στα οποία αποτυπώνονταν τόσο τα μικτά και καθαρά ασφάλιστρα κατά κλάδο παραγωγής, όσο και το ποσό της προμήθειας που εδικαιούτο και τα ακυρωθέντα από τους πελάτες του ασφαλιστήρια συμβόλαια, το δε τελικό χρεωστικό υπόλοιπο που αποτυπωνόταν σ' αυτά ήταν και το ποσό που όφειλε να αποδώσει ο εκκαλών κατηγορούμενος για τη χρήση του συγκεκριμένου μήνα, είτε τοις μετρητοίς είτε με την παράδοση προς την εταιρεία επιταγών του, ως εγγύηση για την οφειλή του. Για τη λογιστική παρακολούθηση των δοσοληψιών αυτών, ετηρείτο μεταξύ των συμβαλλομένων απλός δοσοληπτικός λογαριασμός, στον οποίο αποτυπώνονταν σε συνεχή βάση με λεπτομέρεια όλες οι πιστοχρεώσεις (αριθμός συμβολαίου, όνομα πελάτη, ποσό ασφαλίστρων, προμηθειών, ακυρωθέντα συμβόλαια, ποσά καθαρών ασφαλίστρων προς απόδοση). Περαιτέρω, προέκυψε ότι, από το μήνα Φεβρουάριο 1999 μέχρι και το μήνα Ιούλιο 2003 (όταν διακόπηκε η προαναφερόμενη συνεργασία), ο εκκαλών - κατηγορούμενος, ως Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας "INSURANCE COVER" παρέλαβε από την εγκαλούσα εταιρεία ασφαλιστήρια συμβόλαια τα οποία παρέδωσε στους ασφαλισμένους πελάτες του, εισέπραξε δε για λογαριασμό της εγκαλούσας τα ασφάλιστρα, μέρος των οποίων, ποσού 447.106,42 ευρώ (καθαρά ασφάλιστρα), δεν της απέδωσε, ως όφειλε, αλλά τα παρακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Έτσι, οι αλλεπάλληλες σχετικές οχλήσεις της εγκαλούσας για απόδοση των παραπάνω ασφαλίστρων δεν είχαν αποτέλεσμα και για το λόγο αυτό η τελευταία, με την από 23.7.2003 εξώδικη δήλωση της, η οποία επιδόθηκε αυθημερόν στην εταιρεία "INSURANCE COVER", προέβη σε καταγγελία της μεταξύ τους συμβάσεως (βλ. υπ' αριθμ. .../23.7.2003 έκθεση επιδόσεως δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Πειραιώς ...) και αξίωσε, σύμφωνα με όσα είχαν συνομολογηθεί, την άμεση απόδοση όλων των εισπραχθέντων για λογαριασμό της ασφαλίστρων. Ο εκκαλών -κατηγορούμενος, ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας "INSURANCE COVER" είχε αναγνωρίσει μέρος της οφειλής αυτής, ύψους 148.694 ευρώ, όπως προκύπτει και από την με ημερομηνία 21.12.2002 επιστολή του προς την εγκαλούσα. Για το οφειλόμενο ως άνω ποσό των 407.105,42 ευρώ είχε παραδώσει στην εγκαλούσα (ως εγγύηση) τις εξής επιταγές: 1) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΑSPIS ΒΑΝΚ, ποσού 7.100 ευρώ, (με ημερομηνία εκδόσεως 17.3.2003, στην Αθήνα, 2) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΑSPIS ΒΑΝΚ, ποσού 8.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 25.4.2003 στην Αθήνα, 3) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΑSPIS ΒΑΝΚ, ποσού 8.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 30.4.2003, στην Αθήνα, 4) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΑSPIS ΒΑΝΚ, ποσού 5.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 30.4.2003, στην Αθήνα, 5) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή ποσού 10.000 ευρώ της ΑSPIS ΒΑΝΚ, με ημερομηνία εκδόσεως 12.8.2003, στην Αθήνα, 6) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΑSPIS ΒΑΝΚ, ποσού 5.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 30.8.2003, στην Αθήνα, 7) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΑSPIS ΒΑΝΚ, ποσού 15.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 15.9.2003, στην Αθήνα, 8) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΑSPIS ΒΑΝΚ, ποσού 6.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 25.9.2003, στην Αθήνα, 9) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΕURΟΒΑΝΚ, ποσού 8.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 30.9.2003, στην Αθήνα, 10) την υπ' αριθμ. .... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", ποσού 8.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 30.9.2003, στην Αθήνα, 11) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΑSPIS ΒΑΝΚ, ποσού 15.000 ευρώ, (με ημερομηνία εκδόσεως 15.10.2003, στην Αθήνα, 12) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΑSPIS ΒΑΝΚ, ποσού 15.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 22.10.2003 στην Αθήνα, 13) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", ποσού 15.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 30.10.2003, 14) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ" ποσού 8.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 31.10.2003, 15) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΑSPIS ΒΑΝΚ, ποσού 15.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 15.11.2003, (στην Αθήνα, 16) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΑSPIS ΒΑΝΚ, ποσού 15.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 22-11-2003, στην Αθήνα, 17) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή τηςΤράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", ποσού 15.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 30.11.03 στην Αθήνα, 18) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΑSPIS ΒΑΝΚ, ποσού 5865 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 15.12.2003, στην Αθήνα, 19) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΑSPIS ΒΑΝΚ, ποσού 15.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 15.12.2003, στην Αθήνα, 20) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", ποσού 10.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 18.12.2003, στην Αθήνα, 21) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΑSPIS ΒΑΝΚ, ποσού 14.913,48 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 18.12.2003, στην Αθήνα, 22) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΑSPIS ΒΑΝΚ, ποσού 10.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 31.12.2003, στην Αθήνα, 23) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΑSPIS ΒΑΝΚ, ποσού 7.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 31.12.2003, στην Αθήνα, 24) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΛΑΪΚΗΣ Τράπεζας, ποσού 10.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 15.5.2003, στην Αθήνα, 25) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΛΑΪΚΗΣ Τράπεζας, ποσού 15.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 15.5.2003, στην Αθήνα, 26) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΛΑΪΚΗΣ Τράπεζας, ποσού 18.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 20.6.2003, στην Αθήνα, 27) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", 15.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 30.6.2003, στην Αθήνα, 28) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", ποσού 15.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 10.7.2003, 29) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", ποσού 20.000 ευρώ, (με ημερομηνία εκδόσεως 20.7.2003, 30) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της ΛΑΪΚΗΣ Τράπεζας, ποσού 20.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως 30.7.2003, 31) την υπ' αριθμ. ..... επιταγή ποσού 15.000 ευρώ, της Τράπεζας "ΕΓΝΑΤΙΑ", με ημερομηνία εκδόσεως 30.7.2003, στην Αθήνα, καθώς και μία συναλλαγματική ποσού 15.000 ευρώ, αποδοχής της εταιρείας "ENSURANCE COUGR". Πλην όμως οι ως άνω επιταγές, κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, δεν πληρώθηκαν από τις πληρώτριες Τράπεζες και σφραγίστηκαν καθώς επίσης δεν πληρώθηκε και η συναλλαγματική. Για το λόγο αυτό εκδόθηκαν, με βάση τα παραπάνω αξιόγραφα, σε βάρος του εκκαλούντος -κατηγορουμένου οι υπ' αριθμ. 9134/2003, 10277/2004 και 1043/2004 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών παράλληλα δε έχουν κατατεθεί εναντίον του και οι από 24.12.2003 και 3.3.2004 μηνύσεις της καλούσας εταιρείας για το αδίκημα της εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών. Βέβαια, ο εκκαλών κατηγορούμενος ισχυρίζεται συνοπτικά ότι δεν οφείλει στην εγκαλούσα ασφάλιστρα ύψους 447.106,42 ευρώ και ότι οι προαναφερθείσες επιταγές καθώς και η συναλλαγματική παραδόθηκαν στην εγκαλούσα, αφ' ενός μεν, (για την ασφαλιστική παραγωγή που θα πραγματοποιούσε η εταιρεία του "ΙΝSURANCE COVER" στο προσεχές μέλλον, η οποία δεν πραγματοποιήθηκε από υπαιτιότητα της εγκαλούσας, η οποία προέβη στην ακύρωση όλων των συμβολαίων της παραγωγής του, μετά τη διακοπή της συνεργασίας τους (23.7.2003), με συνέπεια να υποχρεωθεί αυτός και οι συνεργάτες του να καταβάλουν διάφορα χρηματικά ποσά στους ασφαλισμένους, αφετέρου δε, για την κάλυψη προηγουμένων οφειλών του προς την εγκαλούσα από ασφάλιστρα, η οποία δεν δημιουργήθηκε από υπαιτιότητα του, αλλά οφείλετο στις καθυστερήσεις καταβολής οφειλομένων ασφαλίστρων από συνεργαζόμενους πράκτορές του, ύψους 103.298,33 ευρώ. Πλην όμως από κανένα πειστικό αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών. Αντίθετα, από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας, προέκυψαν ως προς τους ισχυρισμούς αυτούς, τα ακόλουθα: Στην καρτέλα λογαριασμού (αναλυτικό καθολικό) για το έτος 2003 στην αρχή (από μεταφορά) φαίνεται η οφειλή της εκπροσωπούμενης από τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο εταιρείας "INSURANCE COVER" για το έτος 2002, η οποία ανερχόταν στο ποσό των 250.316,94 ευρώ, μέρος της οποίας, ύψους 148.694 ευρώ αναγνώρισε ως οφειλόμενη η τελευταία με την από 22.11.2002 επιστολή της, όπως προαναφέρθηκε. Στη συνέχεια, στο "αναλυτικό καθολικό" των ετών 2002 και 2003 είχαν εγγραφεί ως καταβολές (στη στήλη πίστωση) τα ποσά για τα οποία ο εκκαλών -κατηγορούμενος παρέδωσε στην εγκαλούσα υπό την προεκτεθείσα ιδιότητα του επιταγές, οι οποίες ουδέποτε πληρώθηκαν. Τα ποσά των επιταγών αυτών που δεν πληρώθηκαν και έχουν αναγραφεί στο "αναλυτικό καθολικό" ως καταβολή (στη στήλη πίστωση), προστιθέμενα με το αρχικό (για το έτος 2002) οφειλόμενο ποσό των 250.416,94 ευρώ, αθροίζονται στο συνολικά οφειλόμενο και υπεξαιρεθέν από τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο ποσό των 447.106,42 ευρώ, απορριπτόμενου εντεύθεν του αιτήματος του (επικουρικού) για διενέργεια περαιτέρω ανακρίσεως επί του θέματος αυτού ως αβασίμου. Περαιτέρω, προέκυψε ότι οι ως άνω επιταγές δόθηκαν από τον εκκαλούντα -κατηγορούμενο για να καλύψουν οφειλή της εταιρείας του "INSURANCE COVER" από την είσπραξη ασφαλίστρων για λογαριασμό της εγκαλούσας, αποκλειστικά μέχρι και το μήνα Δεκέμβριο 2002. Δηλαδή, οι εγγραφές που εμφανίζονται στο "αναλυτικό καθολικό" ως πίστωση στο έτος 2003, αφορούν μεταχρονολογημένες επιταγές για ασφάλιστρα μέχρι το μήνα Δεκέμβριο 2002 που εισέπραξε ο εκκαλών - κατηγορούμενος για λογαριασμό της εγκαλούσας και δε της απέδωσε. Όσον δε αφορά τις ακυρώσεις συμβολαίων που επικαλείται ο εκκαλών - κατηγορούμενος, προέκυψε ότι αυτές αφορούν ασφάλιστρα από 1.1.2003 μέχρι τη διακοπή της συνεργασίας τους (23.7.2003) και δεν συμπεριλαμβάνονται στις ως άνω επιταγές. Σε κάθε περίπτωση προέκυψε ότι οι εν λόγω επιστροφές -ακυρώσεις ήλθαν σε πίστωση πρόσθετου χρεωστικού υπολοίπου της εταιρείας "INSURANCE COVER" έναντι της εγκαλούσας, που δημιουργήθηκε μέσα στο έτος 2003 και δεν αφορούν το χρεωστικό υπόλοιπο αυτής μέχρι το έτος 2002, ύψους 447.106,42 ευρώ, το οποίο καλύφθηκε με τις προαναφερθείσες τριάντα μία (31) επιταγές και τη συναλλαγματική ποσού 15000 ευρώ. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος -κατηγορουμένου ότι κατέβαλε ο ίδιος και οι συνεργάτες του σημαντικά χρηματικά ποσά στους ασφαλισμένους λόγω των ως άνω ακυρώσεων, και αληθής υποτιθέμενος, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον ο ίδιος και οι συνεργάτες του ήταν υπεύθυνοι έναντι των ασφαλισμένων, δοθέντος ότι, κατά τα προαναφερθέντα, είχαν εισπράξει τα ασφάλιστρα από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια του έτους 2003, τα οποία δεν απέδωσαν, ως όφειλαν στην εγκαλούσα εταιρεία, η οποία αναγκάστηκε να ακυρώσει τα συμβόλαια και να καταγγείλει τη σύμβαση με την εταιρεία του εκκαλούντος - κατηγορουμένου "INSURANCE COVER" η οποία έκτοτε έκλεισε τα γραφεία της και έπαυσε να λειτουργεί. Ο εκκαλών - κατηγορούμενος, προς επίρρωση των ισχυρισμών του, αναφέρει διάφορους συνεργάτες του ( Α, Β, Γ, Δ, κλπ), οι οποίοι, όπως ισχυρίζεται, του οφείλουν χρηματικά ποσά από ασφάλιστρα, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει αν τα ποσά αυτά αφορούν ασφάλιστρα από ασφαλιστήρια συμβόλαια της εγκαλούσας εταιρείας ή προέρχονται από άλλες εταιρείες, με τις οποίες συνεργάζονταν οι ως άνω οφειλέτες του και ο ίδιος (π.χ. ασφαλιστική εταιρεία ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΚΗ, ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ, ΩΜΕΓΑ κλπ). Τέλος, ο εκκαλών - κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βάρος του, διότι μεταξύ της εγκαλούσας και της εταιρείας "INSURANCE COVER" συνήφθη σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού, κατά την έννοια των άρθρων 361, 873, 974 ΑΚ, 112 Εισ.Ν.Α.Κ. 669 Εμπ.Ν. και 64 - 67 του ν.δ. της 17.7/17.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών, του οποίου το χρεωστικό κατάλοιπο κατά το οριστικό κλείσιμο του δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο υπεξαιρέσεως, διότι δεν αποτελεί ξένο πράγμα, στοιχείο απαραίτητο για τη στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου εγκλήματος. Ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται βάσιμος. Διότι, όπως προαναφέρθηκε αλλά προέκυψε και από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας (λογιστικές καταστάσεις, καταθέσεις μαρτύρων), μεταξύ της εγκαλούσας και της εταιρείας "INSURANCE COVER" λειτούργησε για την εξυπηρέτηση της συμβάσεως απλός δοσοληπτικός λογαριασμός, κατά τον οποίο η τελευταία ήταν μόνον οφειλέτρια και για κάθε ασφαλιστική περίοδο η συναλλαγή της με την εγκαλούσα ήταν αυτοτελής και προσμετράτο ξεχωριστά στο χρεωστικό υπόλοιπο, όπως άλλωστε συνάγεται και από το γεγονός ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος εξέδωσε τις επιταγές που προαναφέρθηκαν σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα και όχι κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, όπως θα έπραττε αν τηρείτο μεταξύ τους αλληλόχρεος λογαριασμός". Με τις παραδοχές όμως αυτές, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει την απαιτούμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ περιέχει αντιφάσεις και ασάφειες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το αν ορθώς ερμηνεύτηκαν και εφαρμόσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 98 και 375 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Ποινικού Κώδικα. Έτσι, ενώ δέχεται ότι το κρινόμενο έγκλημα της υπεξαιρέσεως τελέσθηκε κατ' εξακολούθηση από τον Φεβρουάριο του έτους 1999 μέχρι τις 23 Ιουλίου 2003 (όπως και το πρωτόδικο βούλευμα), δηλαδή και πριν την ισχύ των διατάξεων του Νόμου 2721/3.6.99, εν τούτοις, έκρινε ότι το ίδιο έγκλημα, ως κακούργημα, αναφορικά με τις μερικότερες πράξεις που φέρονται τελεσθείσες από τον Φεβρουάριο του 1999 μέχρι τις 3 Ιουνίου 1999, συμπεριλαμβάνοντας στο συνολικό ποσό της υπεξαιρέσεως και τα ποσά των μερικότερων αυτών πράξεων, που, με μόνο την αξία του αντικειμένου τους, αποτελούν πλημμέλημα, χωρίς όμως να ερευνά αν το αντικείμενο μίας τουλάχιστον από τις μερικότερες αυτές πράξεις είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και ακόμη εάν (όπως δέχεται το βούλευμα) η υποχρέωση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου προς απόδοση των ασφαλίστρων στην εγκαλούσα εταιρεία αποτελούσε και υποχρέωση εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας. Έτσι, όμως δημιουργείται και ασάφεια ως προς το ύψος του συνολικού ποσού που φέρεται ότι υπεξαιρέθηκε και μετά τον χρόνο ισχύος έναρξης της ισχύος του νόμου 2721/1999, δηλαδή από τις 3 Ιουνίου 1999, οπότε η υπεξαίρεση αναβαθμίζεται σε κακούργημα, αν το αντικείμενο της πράξεως έχει συνολική αξία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ.
ΕΠΕΙΔΗ, ενόψει των ανωτέρω, το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως και πρέπει, κατά παραδοχή των βάσιμων λόγων αναιρέσεων, που περιλαμβάνονται στην κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση ενώπιον του ίδιου Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την 223/24.10.2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά του 1776/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Αναιρεί το ως άνω βούλευμα.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα κρίση, στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, σύμφωνα με τόσα ορίζονται στο αιτιολογικό του παρόντος.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Υπεξαίρεση κατ’ εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Δέχεται την αίτηση και αναιρεί το προσβαλλόμενο βούλευμα. Παραπέμπει.
|
Υπεξαίρεση
|
Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση.
| 2
|
Αριθμός 1649/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ... και 4) Χ4, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 161/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 1 Ιουνίου 2007, 22 Ιουνίου 2007, 22 Ιουνίου και 31 Μαΐου 2007, τέσσερις (4) τον αριθμό, αυτοτελείς αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1212/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 42/30.1.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ τις υπ'αριθμ. 11/1-6-2007, 12/22-6-2007, 13/22-6-2007 και 10/31-5-2007 αιτήσεις αναιρέσεως, αντίστοιχα, των 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ... και 4) Χ4, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 161/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και εκθέτω τα εξής: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς με το υπ'αριθμ. 1840/2001 βούλευμά του παρέπεμψε ενώπιον του ακροατηρίου του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου που θα οριστεί στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς από τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, τους ανωτέρω τρεις πρώτους από τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, προκειμένου να δικασθούν για ανθρωποκτονία κατά συρροή από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο, καθώς και για πρόκληση ναυαγίου από πρόθεση από την οποία επήλθε θάνατος ανθρώπων. Το ίδιο δε Συμβούλιο Πλημμελειοδικών με το υπ'αριθμ. 1309/2002 βούλευμά του παρέπεμψε ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου τον τέταρτο από τους παραπάνω αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους, προκειμένου να δικασθεί για άμεση συνέργεια με ενδεχόμενο δόλο στις ως άνω εγκληματικές πράξεις των συγκατηγορουμένων του. Κατά των εν λόγω βουλευμάτων οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι άσκησαν εφέσεις ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, το οποίο με το υπ'αριθμ. 212/2005 βούλευμά του απέρριψε κατ'ουσίαν τις εφέσεις των τριών πρώτων αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων κατά του 1840/2001 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς και επικυρώθηκε έτσι αυτό. Την έφεση δε του τετάρτου αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου την έκανε το ανωτέρω δικαστικό συμβούλιο κατ'ουσίαν δεκτή, αφού μετέβαλε το νομικό χαρακτηρισμό της άμεσης συνέργειας αυτού στις παραπάνω πράξεις των συγκατηγορουμένων του, σε απλή συνέργεια στις ίδιες εγκληματικές πράξεις των τριών πρώτων, με ενδεχόμενο δόλο και στη συνέχεια παρέπεμψε και αυτόν στο ακροατήριο του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, προκειμένου να δικασθεί για τις πράξεις του αυτές. Και οι τέσσερις κατηγορούμενοι άσκησαν αναιρέσεις κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος (212/2005) και επ' αυτών εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 1269/2006 απόφαση του Δικαστηρίου σας, με την οποία αναιρέθηκε το παραπάνω βούλευμα και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών συντιθέμενο από άλλες δικαστές. Μετά ταύτα το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς εξέδωσε το υπ'αριθμ. 161/2007 βούλευμά του, με το οποίο Α) παρέπεμψε ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, που θα ορίσει ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς, τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4, για να δικασθούν ως υπαίτιοι του ότι, οι μεν τρεις πρώτοι, με πρόθεση προκάλεσαν τη βύθιση πλοίου, από την οποία πράξη τους μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους και επήλθε θάνατος ανθρώπων, που οφείλεται σε αμέλειά τους, ο δε τέταρτος παρέσχε με πρόθεση στους τρεις πρώτους απλή συνδρομή στην πρόκληση ναυαγίου, από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους και επήλθε θάνατος ανθρώπων για τον οποίο βαρύνεται και ο ίδιος με αμέλεια. Και Β) αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των τριών πρώτων για ανθρωποκτονία κατά συρροή με ενδεχόμενο δόλο και κατά του τετάρτου για άμεση συνέργεια με ενδεχόμενο δόλο στην εν λόγω πράξη της ανθρωποκτονίας κατά συρροή με ενδεχόμενο δόλο. Κατά της παραπεμπτικής διατάξεως του Εφετειακού αυτού βουλεύματος (161/2007) στρέφονται πλέον οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι με τις υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες ασκήθηκαν νομότυπα, παραδεκτά, αφού παραπέμπονται για κακούργημα, και εμπρόθεσμα (εφόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα επεδόθη, αντίστοιχα, στους αναιρεσείοντες στις 22-5-2007, 19-6-2007, 19-6-2007 και 22-5-2007 ενώ αυτές ασκήθηκαν απ'αυτούς στις 1-6-2007, 22-6-2007, 22-6-2007 και 31-5-2007) και πρέπει να συνεδικασθούν διότι είναι συναφείς. Περιέχουν δε όλες ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επί πλέον δε η δεύτερη και τρίτη του δευτέρου και τρίτου αναιρεσείοντος την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και την εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και επιπροσθέτως η τέταρτη του τετάρτου αναιρεσείοντος την απόλυτη ακυρότητα κατά το αρ. 309 εδ. τελευταίο ΚΠΔ και την έλλειψη νομίμου βάσεως (αρ. 484 παρ. 1 στοιχ. α', β' και δ' ΚΠΔ). Τέλος στην αίτηση αναίρεσης του τετάρτου Χ4 περιέχεται και αίτημα αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου σας, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι με την ένδικη αίτησή του, αναπτύσσει πλήρως και διεξοδικώς τις απόψεις του, δίχως να απομένει κανένα αδιευκρίνιστο σημείο, και δεν υπάρχει ανάγκη για την παροχή περαιτέρω προφορικών εξηγήσεων και διευκρινίσεων. Έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που απεδείχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την πληρότητα τέτοιας αιτιολογίας α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα απ' αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο (ή το Δικαστικό Συμβούλιο) έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης και όχι μερικά απ' αυτά (ΑΠ 1010/1997, Π.Χ. ΜΗ/354, ΑΠ 108/2000, Π.Χ. Ν/313, ΑΠ 1303/2002, Π.Χ. ΝΓ/496, ΑΠ 1304/2003, Π.Χ. ΝΔ/517). Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1565/2002, ΑΠ 1011/2000). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 2253/02 Π.Χ ΝΓ 795). Ακόμη για την πληρότητα της αιτιολογίας στο απαλλακτικό ή παραπεμπτικό βούλευμα, είναι επιτρεπτή η αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών (ΑΠ 417/1999, Π.Χ. Ν/40, ΑΠ 1608/2001, Π.Χ. ΝΒ/623). Εξάλλου εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση που ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. β ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν το πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μη είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση ή το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 2275/2002 Π.Χ. ΝΓ/808, ΑΠ 351/2003 Π.Χ. ΝΔ/206).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 277 ΠΚ "όποιος με πρόθεση προκαλεί βύθιση ή προσάραξη πλοίου τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, β) με κάθειρξη, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, γ) με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών, αν στην περίπτωση του στοιχείο β" επήλθε θάνατος". Από τη διάταξη αυτή του άρθρου 277 Π.Κ. συνάγεται, ότι για την θεμελίωση του εγκλήματος της πρόκλησης ναυαγίου απαιτείται αντικειμενικώς η πλήρης καταβύθιση του πλοίου ή η προσάραξη τούτου κατά τρόπο που να μη μπορεί να πλέει, καθώς και η από τη βύθιση ή προσάραξη του πρόκληση δυνατότητος κοινού κινδύνου σε ξένα πράγματα ή κινδύνου ανθρώπου. Ο κίνδυνος δε αυτός μπορεί να είναι κοινός και στην εν λόγω περίπτωση (πρόκληση ναυαγίου πλοίου), διότι ναι μεν ο αριθμός των ανθρώπων που κινδυνεύουν είναι ορισμένος (οι επιβάτες του πλοίου), πλην όμως δεν είναι από πριν ορισμένο ποίοι απ'αυτούς θα πνιγούν. Η ενδεχόμενη βλάβη λοιπόν πρέπει να είναι αόριστη (να μη μπορεί να προσδιοριστεί κατ'άτομο από πριν) και όχι ο απειλούμενος ως δυνατότητα κίνδυνος, ο οποίος μπορεί και να εντοπίζεται σε ορισμένα μόνο πρόσωπα. Υποκειμενικώς δε απαιτείται πρόθεση (και υπό την μορφή του ενδεχομένου δόλου) που ενέχει τη γνώση ότι από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος ανθρώπου και τη θέληση της βύθισης ή της προσάραξης του πλοίου (ΑΠ 500/2003, Π.Χ. ΝΓ/122, Μανωλεδάκης, Πρακτικά θέματα σελ. 174). Επομένως ο δόλος πρέπει να καλύπτει τόσο την πρόκληση ναυαγίου, όσο και τον κοινό κίνδυνο που μπορεί να προκύψει σε ξένα πράγματα και ανθρώπους. Όταν όμως στην εν λόγω περίπτωση του ναυαγίου η συγκεκριμένη συμπεριφορά του δράστη προκάλεσε παραπέρα βαρύτερο αποτέλεσμα, δηλαδή προκλήθηκε θάνατος, που συνεπάγεται την επιβολή της βαρύτερης ποινής (άρθρο 277 περ. γ' Π.Κ), τότε έχει συντελεσθεί το "εκ του αποτελέσματος" έγκλημα της θανατηφόρου πρόκλησης ναυαγίου. Πρόκειται, δηλαδή για την λεγόμενη "ευθύνη εκ του αποτελέσματος", η οποία προβλέπεται στο άρθρο 29 Π.Κ. και η οποία ορίζει σχετικά ότι η βαρύτερη ποινή επιβάλλεται μόνο όταν το παραπέρα αποτέλεσμα μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του δράστη, υπό την έννοια δηλαδή των διατάξεων του άρθρου 28 Π.Κ. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρέπει να παρατίθενται και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αμέλεια, καθώς και το είδος αυτής (βλ. σχ. ΑΠ 300/1998, Π.Χ. ΜΗ/909). Ενεργητικό υποκείμενο του ως άνω εγκλήματος μπορεί να είναι οιοσδήποτε, δηλαδή και ο πλοιοκτήτης ή μέλος του πληρώματος ή και τρίτο πρόσωπο εκτός του πλοίου ευρισκόμενο. Η βύθιση ή η προσάραξη μπορεί να τελεσθεί με οποιοδήποτε τρόπο, ακόμη και με παράλειψη, όταν το υποκείμενο της πράξης είναι πρόσωπο που έχε! ιδιαίτερη νομικά υποχρέωση για την ασφάλεια του πλοίου. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της σχετικής παράλειψης ή ενέργειας και του επελθόντος βλαπτικού αποτελέσματος για το πλοίο και τους επιβαίνοντες σ'αυτό (ΑΠ 500/2003, Π.Χ. ΝΓ/122, ΑΠ 1153/2000, Π.Χ. ΝΑ7358). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 161/2007 (παραπεμπτικό) βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τη συνεκτίμηση των αναφερομένων σ'αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις μαρτύρων, την από 4-10-2002 πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα Α και Β, που διενεργήθηκε σε εκτέλεση του υπ'αριθμ. 301/2002 βουλεύματος του ιδίου Συμβουλίου Εφετών, τις απολογίες κατηγορουμένων, σε συνδυασμό προς τα απολογητικά αυτών υπομνήματα και τα υποβληθέντα απ'αυτούς έγγραφα, υπομνήματα, προέκυψαν τα ακόλουθα: Την 17η Ιανουαρίου 1998, στη θαλάσσια περιοχή νοτιοδυτικά της Ιταλικής νήσου Σαρδηνίας και σε απόσταση είκοσι (20) ναυτικών μιλίων από αυτή, ενώ επικρατούσαν δυσμενείς καιρικές συνθήκες, ήτοι βορειοδυτικοί άνεμοι εντάσεως 8 Beaufort (με τοπικές ριπές εντάσεως 9-10 Beaufort), με αντίστοιχο θαλάσσιο κυματισμό, βυθίσθηκε και απωλέσθηκε το υπό σημαία Ονδούρας φορτηγό (γενικού φορτίου) πλοίο " ...", πλοιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία "Golden Dragon Shipping Company S.A.", με καταστατική έδρα την Ονδούρα και πραγματική τον Πειραιά, από όπου ασκούσε το σύνολο των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων, δια των τριών πρώτων των κατηγορουμένων, οι οποίοι ήταν οι νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές της, κατέχοντες στο απαρτιζόμενο από αυτούς διοικητικό της συμβούλιο τις θέσεις του ταμία - διευθυντή ο χ1, του γραμματέα - διευθυντή ο Χ2 και του προέδρου - διευθυντή ο Χ3. Προκύπτει και από το από 26-1-1998 πρακτικό του - αποτελουμένου από τους τρεις πρώτους των κατηγορουμένων, υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητες τους - διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας "Golden Dragon Shipping Company S.A.", με το οποίο εξουσιοδοτείται ο Χ1 να υποβάλει έγκληση κατά του Σπ. Κοκόλη για συκοφαντική δυσφήμηση της εταιρείας, το μεν ότι πλοιοκτήτρια του πλοίου " ..." ήταν η εν λόγω εταιρεία, ως ρητώς αναφέρεται στο υπόψη πρακτικό, γεγονός που σημαίνει ότι η εταιρεία αυτή εκμεταλλευόταν η ίδια το άνω πλοίο της και δεν ασκούσε τον εφοπλισμό αυτού κάποιο άλλο πρόσωπο και μάλιστα ο Χ1, όπως οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ3 ισχυρίζονται, το δε ότι την ανωτέρω εταιρεία εκπροσωπούσαν και οι τρεις πρώτοι των κατηγορουμένων, ενεργώντας συλλογικά, και όχι μόνον ο τρίτος Χ3, όπως ο Χ1 ισχυρίζεται. Και οι τρεις ήταν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της ανωτέρω εταιρείας, ήλεγχαν και διοικούσαν αυτή και ήταν και οι διαχειριστές αυτής και δι'αυτής, του βυθισθέντος πλοίου της. Το παραπάνω πλοίο " ...", πρώην "Kavo Pappas" απέκτησε με αγορά η εταιρεία "Golden Dragon Shipping Company S.A." στις 25-5-1995. Ήταν νηολογίου San Lorenzo με αριθμό L-... και HQK19, είχε ολική χωρητικότητα 4598,91 κόρων και καθαρή ΔΔΣ χωρητικότητα 895,01 κόρων, ολικό μήκος 79,52 μέτρων, πλάτος 13,50 μέτρων και ύψος 6,65 μέτρων. Ήταν κατασκευής έτους 1972, με χώρα κατασκευής την Γερμανία και έφερε δύο κύτη φορτίου με δύο στόμια κυτών έκαστο με καλύμματα. Κατά τον χρόνο του ναυαγίου (17-1-1998) διάνυε τα 26 έτη ζωής του, ήταν δηλαδή πλοίο ενεργό πέραν της 25ετίας. Την 15η Ιανουαρίου 1998, το πλοίο αυτό αναχώρησε από το λιμάνι Castellon de la Plana της Ισπανίας, φορτωμένο με 2.800 τόνους θεϊκού αμμωνίου, χύδην, με προορισμό το λιμάνι Vasto της Ιταλίας, στην Αδριατική. Το πλήρωμά του απετελείτο από εννέα άτομα. Την 17η Ιανουαρίου 1998 και περί ώρα 15.00 και ενώ το προαναφερόμενο πλοίο έπλεε κοντά στις ακτές της Σαρδηνίας, με συνθήκες σφοδρής θαλασσοταραχής, και ο πλοίαρχος είχε αποφασίσει να κατευθυνθεί προς το λιμάνι του San Antiocho της Ιταλίας, προκειμένου να προστατεύσει το πλοίο και το πλήρωμα του από την κακοκαιρία, ένα μεγάλο σε έκταση και ένταση κύμα, κτύπησε το πλοίο στην αριστερή του πλευρά και του προξένησε ρήγμα στο σημείο της γωνιακής συνδέσεως του καταστρώματος με το αμπάρι No 2, στο ύψος στηρίξεως της κουπαστής, η οποία αποκολλήθηκε στο σημείο της πόρτας του πλοηγού, δημιουργώντας έτσι μεγάλο ρήγμα στο έλασμα του εξωτερικού περιβλήματος λόγω θραύσεων των ενισχυτικών στηρίξεων (νομέων), που δεν άντεξαν τη δύναμη του μεγάλου κυματισμού, εξ αιτίας της διαβρώσεως και φθοράς αυτών, με συνέπεια την άμεση και αιφνίδια εισροή μεγάλης ποσότητας θαλασσίου ύδατος και κλίση του πλοίου προς την αριστερή πλευρά. Τότε ο πλοίαρχος, αντιλαμβανόμενος την κρισιμότητα της καταστάσεως, εξέπεμψε σήμα κινδύνου, το σήμα δε αυτό ελήφθη από το "Ράδιο Κάλιαρι". Ταυτόχρονα, λόγω της αυξανομένης κλίσεως του πλοίου, συνεπεία πληρώσεως του αμπαριού με θαλάσσια ύδατα, η οποία ενετείνετο και από τη μετατόπιση του φορτίου του, έδωσε διαταγή εγκαταλείψεως αυτού από το πλήρωμα, το οποίο και πήδησε στη θάλασσα, ενώ το πλοίο βυθιζόταν 20 ναυτικά μίλια ΝΔ της Σαρδηνίας και στο στίγμα Γ. Πλάτος : 38° 50' Β, Γ. Μήκος : 007° 59' Α (διεθνή ύδατα). Το πλήρωμα δεν είχε αρκετό χρόνο να κατεβάσει τη σωστική λέμβο και τις δύο πνευστές σχεδίες (βαρελάκια) τις παρέσυρε ο άνεμος μακριά πριν προλάβουν να επιβιβασθούν. Από το εννεαμελές πλήρωμα δύο μόνο διασώθηκαν και παρελήφθησαν από ελικόπτερο, που προσέτρεξε σε βοήθεια. Αυτοί είναι ο Έλληνας Α' μηχανικός Γ1 και ο Πακιστανός ναύτης Γ2. Τα υπόλοιπα επτά μέλη του πληρώματος, δηλαδή οι Γ3, πλοίαρχος (Ελληνας), Γ4, υποπλοίαρχος ('Ελληνας), Γ5, Β' μηχανικός (Πακιστανός), Γ6, βοηθός Μηχανικού (Πακιστανός), Γ7, ναύτης (Έλληνας), Γ8, ναύτης (Πακιστανός) και Γ9, λιπαντής (Πακιστανός) πνίγηκαν. Το εν λόγω πλοίο αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα από την έλλειψη συντηρήσεως του, η οποία επηρέαζε αμέσως την ασφαλή πλεύση τούτου και επέφερε τη βύθιση του. Ως προς την κατάσταση της αξιοπλοΐας του, το πλοίο παρακολουθούσε από την κατά το έτος 1972 ναυπήγηση του μέχρι τον μήνα Οκτώβριο 1978 ο Γερμανικός νηογνώμονας, ακολούθως δε ο Ιταλικός νηογνώμονας "Rina S.A.". Επειδή το πλοίο βρισκόταν ήδη στην τρίτη δεκαετία από τη ναυπήγηση του, η ανωτέρω εταιρεία του Ιταλικού νηογνώμονα, προκειμένου να χορηγήσει τα εκ της διεθνούς ναυσιπλοΐας προβλεπόμενα πιστοποιητικά αξιοπλοΐας του, ζήτησε από την τότε πλοιοκτήτρια εταιρεία να προβεί σε εκτεταμένες επισκευές επί του πλοίου, και επειδή αυτές δεν έγιναν ανέστειλε αρχικά την κλάση του πλοίου κατά το χρονικό διάστημα από 19-4-1995 έως 21-2-1996, επιβεβαίωσε δε την αναστολή αυτή στις 22-2-1996 και ακολούθως, στις 6-6-1997, απέσυρε την κλάση του πλοίου. Εν τω μεταξύ, μετά την αναστολή της κλάσης του πλοίου από τον Ιταλικό νηογνώμονα, το πλοίο περιήλθε στην εταιρεία "Golden Dragon Shipping Company S.A." και οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής, τρεις πρώτοι των κατηγορουμένων, προκειμένου να εξασφαλίσουν τα πιστοποιητικά αξιοπλοΐας του πλοίου, προσέφυγαν στον Ελληνικό νηογνώμονα, εταιρεία "Ελληνικός Νηογνώμονας Α.Ε.", και από τις αρχές Ιουνίου 1995 το πλοίο παρακολουθείτο από τον Νηογνώμονα αυτόν, ο οποίος και χορήγησε προσωρινά πιστοποιητικά που ίσχυαν μέχρι 31-10-1997 κα αφορούσαν την ασφάλεια-αξιοπλοΐα του πλοίου (πιστοποιητικά κλάσης, γραμμής φόρτωσης, ασφάλειας κατασκευής, ασφάλειας εξαρτισμού και ραδιοτηλεφωνίας). Χορηγήθηκαν προσωρινά, γιατί επέκειντο περιοδικές κα ειδικές επιθεωρήσεις από τον Ελληνικό Νηογνώμονα. Δεν προσέφεραν όμως οι τρεις πρώτοι των κατηγορουμένων το πλοίο για τις απαιτούμενες για την ανανέωση των πιστοποιητικών κλάσεως περιοδικές (γραμμής φορτώσεως, ασφάλειας κατασκευής και προλήψεως ρυπάνσεως) και ειδικές (πενταετείς σκάφους και μηχανής) επιθεωρήσεις και ο Ελληνικός Νηογνώμονας ανέστειλε την κλάση του πλοίου από 31-10-1997. Γνώριζαν οι τρεις πρώτοι των κατηγορουμένων ότι χωρίς τις άνω επιθεωρήσεις δεν θα εξέδιδε ο Ελληνικός Νηογνώμονας τα σχετικά πιστοποιητικά αξιοπλοΐας του πλοίου και θα ανέστελλε την κλάση αυτού και πριν προβεί ο τελευταίος στην αναστολή της κλάσεως του πλοίου, προσέφυγαν σε νέα εταιρεία, ήτοι στην εταιρεία "Honduras Maritime inspection", της οποίας επιθεωρητής και εκπρόσωπος στην Ελλάδα ήταν ο τέταρτος των κατηγορουμένων Χ4. Η εταιρεία "Honduras Maritime inspection" είναι εξουσιοδοτημένη να εκδίδει ναυτιλιακά πιστοποιητικά ασφάλειας για λογαριασμό της Κυβερνήσεως της Ονδούρας για σκάφη που έχουν τη σημαία της Ονδούρας. Χωρίς να υποδείξει και απαιτήσει την εκτέλεση των ενδεδειγμένων και απολύτως αναγκαίων επισκευών του πλοίου, επομένως δε κατά τρόπο επιλήψιμο, εξέδωσε ο τέταρτος των κατηγορουμένων, υπό την ανωτέρω ιδιότητα του, τα εξής πιστοποιητικά με ημερομηνία εκδόσεως 18-9-1997 και λήξεως 17-2-1998 1) διεθνές πιστοποιητικό γραμμής φορτώσεως, 2) πιστοποιητικό ασφάλειας κατασκευής φορτηγού πλοίου, 3) πιστοποιητικό ασφάλειας εξαρτισμού φορτηγού πλοίου, 4) πιστοποιητικό ασφάλειας ραδιοτηλεφωνίας, 5) διεθνές πιστοποιητικό αποφυγής ρυπάνσεως, επί πλέον δε τα υπό στοιχεία CHCC/GR7124/97 προσωρινό πιστοποιητικό κλάσεως σκάφους και CCMCC/GR/124/97 προσωρινό πιστοποιητικό κλάσεως μηχανημάτων. Με βάση τα παραπάνω πιστοποιητικά της εταιρείας "Honduras Maritime inspection" το πλοίο μπορούσε τυπικά να εκτελεί πλόες υπό την αυτονόητη, βεβαίως, προϋπόθεση ότι η πραγματική κατάσταση του ανταποκρίνεται κατ' ουσία σ' αυτά. Τα πιστοποιητικά αυτά, εν τούτοις, έχουν περιεχόμενο αναληθές. Εκδόθηκαν χωρίς να προηγηθούν οι απαιτούμενες εκτεταμένες αντικαταστάσεις ελασμάτων και ενισχυτικών μερών της κατασκευής του σκάφους και εργασίες συντηρήσεως μηχανών και μηχανημάτων, οι οποίες μάλιστα έπρεπε να διενεργηθούν με τις οδηγίες ειδικής κεντρικής υπηρεσίας και με μεγάλη αυστηρότητα του επιθεωρητή. Γνώριζε δε ο τέταρτος των κατηγορουμένων, καθόσον έλεγξε αυτό, ότι το πλοίο, λόγω της παλαιότητας του, πέραν των ατελειών που διαπίστωσε ο Ιταλικός Νηογνώμονας, παρουσίασε και περαιτέρω φθορές και διατρήσεις στο κατάστρωμα και στη μεταλλική-του κατασκευή. Οι φθορές στη σιδηροκατασκευή του πλοίου ήταν πάρα πολλές και συγκεκριμένα μεγάλες φθορές υπήρχαν στα κουβούσια (στόμια αμπαριών), στις σωληνώσεις δικτύου πυρκαϊάς, στα εξαεριστικά των δεξαμενών έρματος και στους μετρητές τους, επίσης στους μετρητές σεντινών και αμπαριών και πιο σημαντικό από όλα στο εξωτερικό περίβλημα του πλοίου. Εξ αιτίας εξωτερικού ρήγματος στη No 2 αριστερή δεξαμενή διπυθμένων, έμπαιναν νερά στο πλοίο, με αποτέλεσμα αυτό να βυθισθεί κατά ένα μέτρο περίπου από το όριο ασφαλείας, στον Σταυρό Θεσσαλονίκης, κατά μήνα Οκτώβριο 1997. Ακολούθως στον Πειραιά έγιναν πρόχειρη επισκευή του ρήγματος, πρόχειρες επισκευές των στομίων των αμπαριών και των καπακιών τους, μερική αντικατάσταση των πρυμναίων εξαεριστικών των δεξαμενών έρματος, πρόχειρη στεγανοποίηση των εσωτερικών ρηγμάτων των αμπαριών. Τα καπάκια των αμπαριών δεν έκλειναν και τα σκέπαζαν με μουσαμάδες. Το ότι στο πλοίο έμπαινε θαλασσινό νερό, δέχεται και ο μάρτυρας πρώην πλοίαρχος Δ. Ο διασωθείς δε Πακιστανός ναύτης αναφέρει ότι αυτός και τα υπόλοιπα μέλη του πληρώματος ανησυχούσαν για την κακή κατάσταση του πλοίου, ότι τούτο δεν θα άντεχε πολύ, πράγμα που συνέβη. Ο διασωθείς Έλληνας μηχανικός του πλοίου προσπαθεί να αποδώσει το ναυάγιο σε υπερφόρτωση, κατά 300 τόνους ,επί πλέον, του πλοίου με εμπόρευμα, πράγμα που οι αρχές της Ισπανίας θα αντιλαμβάνοντο αμέσως και θα απαγόρευαν τον απόπλου. Επίσης προσπαθεί να εμφανίσει το ναυάγιο ως τυχαίο και απρόβλεπτο γεγονός, αφού η αποκόλληση της κουπαστής δεν μπορεί να επιφέρει ρήγμα στο κατάστρωμα, διότι οι νομείς (παραπέτο-κουπαστή) δεν είναι συνεχόμενοι εκείνων της πλευράς του πλοίου ή του καταστρώματος, αλλά είναι μόνον συγκολλημένοι επί του καταστρώματος. Τούτο και κατά τους πραγματογνώμονες είναι αληθές. Αλλά επίσης και κατ' αυτούς (πραγματογνώμονες), εάν η αποκόλληση του παραπέτου επιφέρει και αποκόλληση του καταστρώματος, τούτο σημαίνει ότι το κατάστρωμα στις περιοχές των κολλήσεων των ενισχυτικών της κουπαστής επί του καταστρώματος ήταν σαθρό, μειωμένου πάχους κα αντοχής λόγω υπερβολικών φθορών (ασχέτως των παχυμετρήσεων), με αποτέλεσμα η αποκόλληση του παραπέτου να αποσπάσει τμήμα του καταστρώματος, να δημιουργηθούν ρήγματα και εξ αυτών να κατακλυσθεί το No 2 κύτος με νερό, δεδομένης δε της ισχυράς θαλασσοταραχής και του ολίγου ύψους του καταστρώματος από την επιφάνεια της θάλασσας (1,30 μ.), το οποίο ευκόλως ο ολίγον πλάγιος κυματισμός των 8-10 μπωφόρ υπερβαίνει και υπερκαλύπτει αυτό (κατάστρωμα), να εισρεύσει θάλασσα, όχι τόσο από τα εξαεριστικά (σωλήνες διαμέτρου μόλις 7,5 εκατ. περίπου), αλλά από τα ρήγματα του καταστρώματος, που δημιουργήθηκαν από την αποκόλληση του παραπέτου. Λόγω δε της διαλυτότητας του φορτίου (σβόλιασμα), προκλήθηκε μετατόπιση αυτού, εισροή περισσότερου θαλασσινού νερού, γρήγορη κλίση του πλοίου και εξ αυτής η εντός ολίγων λεπτών (00,30') βύθιση του. Τόσον ο Χ1, όσον και ο επιθεωρητής Χ4, ισχυρίζονται, ότι κατά Σεπτέμβριο-Δεκέμβριο 1997, στο πλοίο έγιναν εκτεταμένες επισκευές στον Πειραιά, οπότε τούτο ήταν αξιόπλοο. Σοβαρή επισκευή δεν έλαβε χώρα, όσες δε επισκευές επουσιώδεις έγιναν, έγιναν προχείρως. Το Λιμεναρχείο Περάματος και Πειραιά γνωστοποιεί με έγγραφο του, ότι ουδεμία επισκευή του πλοίου δηλώθηκε σ' αυτό, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Οι δε πραγματογνώμονες επισημαίνουν, ότι όποια τέτοια δικαιολογητικά υπάρχουν, είναι εκ του πονηρού και δεν λαμβάνονται υπόψη. Από τις καταθέσεις των συγγενών των θυμάτων προκύπτει, ότι οι πνιγέντες διαβεβαίωναν αυτούς, ότι το πλοίο δεν ήταν αξιόπλοο. Οι δε Δ και Γ1 (διασωθείς) παραδέχονται, ότι το πλοίο είχε "τρύπα" (ο α') και ότι η κουπαστή ήταν αδύνατη (ο β'). Η βύθιση του πλοίου που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο των προαναφερομένων ναυτικών, ήταν αποτέλεσμα μη τηρήσεως εκ μέρους τριών πρώτων των κατηγορουμένων Χ1, Χ2 και Χ3, ως νομίμων εκπροσώπων και διαχειριστών της πλοιοκτήτριας εταιρείας "Golden Dragon Shipping Company S.A." των όρων ασφαλείας των εργαζομένων στο πλοίο ναυτικών αλλά κα του πλοίου. Συγκεκριμένα, η Διεθνής Σύμβαση "Περί της ασφάλειας της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα 74/1978" στο Κεφάλαιο Ι του Κανονισμού 10 "Περί επιθεωρήσεως σκάφους, μηχανής και εξαρτισμού φορτηγών πλοίων" ορίζει ότι "Το σκάφος, οι μηχανές και εξαρτισμός ενός φορτηγού πλοίου θα επιθεωρούνται μετά τη συμπλήρωση της κατασκευής αυτών και κατόπιν κατά τέτοιο τρόπο και χρονικά διαστήματα ως η Αρχή ήθελε κρίνει αναγκαίο για να εξασφαλισθεί, ότι η κατάσταση αυτών είναι από πάσης φύσεως ικανοποιητική..." και στον Κανονισμό 11 "Περί τηρήσεως των όρων μετά την επιθεώρηση" ορίζει ότι "η κατάσταση του πλοίου και του εξαρτισμού του θα διατηρείται συμφώνως προς τις διατάξεις της Σύμβασης και του παρόντος πρωτοκόλλου, ώστε να εξασφαλίζεται, ότι από πάσης φύσεως το πλοίο θα παραμείνει ικανό να ανοιγεί στη θάλασσα, χωρίς κανένα κίνδυνο για το ίδιο κα τους επιβαίνοντες αυτού". Ο δε Κανονισμός 1 της Σύμβασης περί Διεθνών Γραμμών Φόρτωσης 1966 "Περί αντοχής του περιβλήματος του σκάφους" ορίζει ότι "Η Αρχή θα πρέπει να ικανοποιείται πως η γενική κατασκευαστική αντοχή του περιβλήματος του σκάφους είναι ικανή στο βύθισμα που αντιστοιχεί στα προσδιορισμένα έξαλα του πλοίου. Πλοία κατασκευασμένα και συντηρούμενα με τις απαιτήσεις ενός νηογνώμονα αναγνωρισμένου από την Αρχή μπορεί να θεωρηθεί ότι διαθέτουν ικανή αντοχή". Τις ανωτέρω διατάξεις των ως άνω Διεθνών Συμβάσεων, που έχει κυρώσει και η Ονδούρα, ήτοι το Κράτος της σημαίας του υπόψη πλοίου ( βλ. το από 24-2-2005 πιστοποιητικό του Γενικού Διευθυντή της Γενικής Διευθύνσεως του Υπουργείου Ναυτιλίας της Ονδούρας, που προσκόμισε ο τέταρτος των κατηγορουμένων), οι τρεις πρώτοι των κατηγορουμένων, όργανα εκπροσωπήσεως της πλοιοκτήτριας εταιρείας "Golden Dragon Shipping Company S.A.", παραβίασαν και επέτρεψαν το συγκεκριμένο απόπλου του πλοίου, από τον Πειραιά προς Ισπανία και στη συνέχεια Ιταλία, αν και γνώριζαν ότι το πλοίο ήταν καθ' όλα αναξιόπλοο (εξ ου και είχε ανασταλεί δύο φορές η κλάση του από δύο διαφορετικούς νηογνώμονες, οι οποίοι και απέσυραν τελικώς την κλάση του) και η συνέχιση των πλόων του θα είχε ως αναγκαία συνέπεια τη βύθιση του με κίνδυνο για τη ζωή των μελών του πληρώματος. Οι τρεις πρώτοι των κατηγορουμένων είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για την ασφάλεια του πλοίου και των μελών του πληρώματος. Η παράλειψη τους να μην συντηρήσουν καλώς το πλοίο, ώστε τούτο να είναι ανά πάσα στιγμή αξιόπλοο, ακόμη και σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες, είχε ως αποτέλεσμα τη βύθιση αυτού και την πρόκληση κινδύνου για ανθρώπους καθώς και τον θάνατο (πνιγμό) των ανωτέρω ναυτικών, μελών του πληρώματος. Μεταξύ της άνω παραλείψεως και του επελθόντος ανωτέρω αποτελέσματος, συντρέχει αιτιώδης συνάφεια, γιατί αν γινόταν η επιβεβλημένη ενέργεια (καλή συντήρηση του πλοίου) που δεν έγινε, τότε με πιθανότητα που εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα δεν θα επερχόταν. Τη βύθιση του πλοίου με κίνδυνο ανθρώπων δεν επεδίωκαν μεν οι τρεις πρώτοι των κατηγορουμένων, προέβλεψαν όμως ότι η παράλειψη συντηρήσεως του πλοίου θα είχε ως αναγκαία συνέπεια, εάν συνεχίζοντο οι πλόες του, τη βύθιση του με κίνδυνο για ανθρώπους, και παρά αυτά δεν ακινητοποίησαν το πλοίο για συντήρηση και επισκευές, ώστε να έχει αυτό ικανότητα ασφαλούς πλεύσεως, αλλά επέτρεψαν τον συγκεκριμένο πλου με το παραπάνω μοιραίο αποτέλεσμα. Ενήργησαν, δηλαδή, ως προς την πρόκληση ναυαγίου, από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους, με αναγκαίο δόλο (άμεσο δόλο β' βαθμού). Το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα, δηλαδή ο θάνατος των επτά μελών του πληρώματος δεν οφείλεται σε δόλο, έστω και με την μορφή του ενδεχομένου, αλλά σε αμέλεια των τριών πρώτων των κατηγορουμένων. Από έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής που ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος θα κατέβαλλε κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, σύμφωνα με τους κρατούντες και ρυθμίζοντες την άσκηση του ορισμένου επαγγέλματος νομικούς κανόνες και τις κρατούσες στον οικείο τομέα δραστηριότητας συνήθειες και της κοινής, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρας και λογικής, και μπορούσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση να καταβάλουν οι τρεις πρώτοι των κατηγορουμένων, σύμφωνα με τις προσωπικές τους ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα αυτό (θάνατος των επτά μελών του πληρώματος), το οποίο ναι μεν προέβλεψαν ως δυνατό, όμως το απέκρουσαν και ενήργησαν όπως ενήργησαν, γιατί πίστευσαν ότι δεν θα επερχόταν. Ο τέταρτος των κατηγορουμένων Χ4, επιθεωρητής και εκπρόσωπος στην Ελλάδα της εταιρείας του νηογνώμονα της Ονδούρας "Honduras Maritime inspection", χωρίς να υποδείξει και απαιτήσει την εκτέλεση των ενδεδειγμένων και απολύτως αναγκαίων επισκευών του, χορήγησε τα προαναφερθέντα πιστοποιητικά αξιοπλοΐας του πλοίου, που ήσαν αναληθή. Χωρίς τα πιστοποιητικά αυτά το υπόψη πλοίο δεν θα μπορούσε να εκτελεί πλόες. Με την χορήγηση τους, επομένως, στις 18-9-1997, ο εν λόγω κατηγορούμενος απλά συνήργησε στην πράξη των τριών πρώτων των κατηγορουμένων, της προκλήσεως ναυαγίου (δηλαδή στο βασικό έγκλημα), ώστε πρέπει επιτρεπτά να μεταβληθεί η σε βάρος του αρχικά διατυπωθείσα κατηγορία της άμεσης συνέργειας και να χαρακτηρισθεί σε απλή τοιαύτη ως προς την άνω πράξη των τριών πρώτων των κατηγορουμένων. Η συνεργεία του αυτή έγινε με αναγκαίο δόλο (άμεσο δόλο β' βαθμού) σύμφωνα με όσα περί δόλου αναφέρθηκαν ανωτέρω για την πράξη των τριών πρώτων των κατηγορουμένων, διότι και αυτός γνώριζε ότι το πλοίο διάνυε την τρίτη δεκαετία από τη ναυπήγηση του και έπρεπε να υποστεί εκτεταμένες επισκευές, αφού λόγω της παλαιότητας του, είχε μειωμένη αντοχή οφειλομένη σε διαβρώσεις και στη μακροχρόνια καταπόνηση. Γνώριζε εντεύθεν ότι το πλοίο, εκτελώντας πλόες χωρίς να είναι κατάλληλο προς τούτο, ήταν βέβαιο ότι θα βυθισθεί και ότι από τη βύθιση αυτού, μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για τα μέλη του πληρώματος, ο οποίος και προέκυψε, προσθέτως δε προέκυψε κα ο θάνατος μελών του πληρώματος, των προαναφερομένων επτά. Το επελθόν αυτό βαρύτερο αποτέλεσμα δεν οφείλεται σε δόλο, έστω και με τη μορφή του ενδεχομένου, αλλά σε αμέλεια και του τέταρτου των κατηγορουμένων. Από έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής που ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος θα κατέβαλλε κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, σύμφωνα με τους κρατούντες κα ρυθμίζοντες την άσκηση του ορισμένου επαγγέλματος νομικούς κανόνες και τις κρατούσες στον οικείο τομέα δραστηριότητας συνήθειες και της κοινής, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρας και λογικής, και μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να καταβάλει ο τέταρτος των κατηγορουμένων, σύμφωνα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα αυτό, (θάνατος των επτά μελών του πληρώματος),το οποίο ναι μεν προέβλεψε ως δυνατό, όμως το απέκρουσε και ενήργησε όπως ενήργησε, γιατί πίστευσε ότι δεν θα επήρχετο. Σημειωτέον, ότι η αποδοχή αμέσου δόλου β' βαθμού στο αδίκημα της προκλήσεως ναυαγίου, από το οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους και στην απλή συνεργεία στο αδίκημα της προκλήσεως ναυαγίου, από το οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους, δεν έρχεται σε αντίθεση με την απουσία δόλου για το τελικό αποτέλεσμα των θανάτων από αμέλεια, δεδομένου ότι το αντικείμενο της αποδοχής είναι διαφορετικό (σχετ. ΑΠ 2313/2004 Ποιν. Χρ. ΝΕ. 796). Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν κατηγορία εναντίον των τριών πρώτων αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων για θανατηφόρο πρόκληση ναυαγίου από κοινού ως προς το βασικό έγκλημα και εναντίον του τετάρτου αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου για απλή συνέργεια στην πρόκληση ναυαγίου, από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους, προσθέτως δε προέκυψε και ο θάνατος ανθρώπων, για τον οποίο βαρύνεται και ο ίδιος με αμέλεια, εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 6 παρ. 1, 14, 16, 18 εδ. α', 19, 26, 27 παρ. ια, 28, 29, 45, 47 παρ. 1 και 2, 51 παρ. 1, 52, 94 παρ. 2, 277 στοιχ. β', γ' ΠΚ, 267, 268, 270 του Π.Κ. της Ονδούρας. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με αυτά που δέχθηκε, αναφορικά με τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς (σοβαρές) ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων στο ακροατήριο, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα αιτιολογεί πλήρως τόσο τη συνδρομή στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων του αναγκαίου για την υποκειμενική συγκρότηση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων στοιχείου του δόλου, δηλαδή του άμεσου β' βαθμού (ή αναγκαίου) δόλου, ως προς την πρόκληση ναυαγίου (βύθιση πλοίου) και την απλή συνέργεια στην πράξη αυτή, από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους, όσο και την ύπαρξη της συνειδητής αμέλειας που επέδειξαν αυτοί ως προς το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα, δηλαδή το θάνατο των επτά μελών του πληρώματος. Εκθέτει δε ειδικά και την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση που είχαν οι τρεις πρώτοι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι για την ασφάλεια του πλοίου και των μελών του πληρώματος, που πηγάζει από τις αναφερόμενες σ'αυτό διεθνείς συμβάσεις (που έχει κυρώσει και η Ονδούρα, ήτοι το Κράτος της σημαίας του υπόψη πλοίου) τις οποίες οι εν λόγω αναιρεσείοντες ως όργανα εκπροσωπήσεως της πλοιοκτήτριας εταιρείας, παρεβίασαν, ενώ αιτιολογεί πλήρως ότι η παράλειψή τους να μην συντηρήσουν καλώς το πλοίο, ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή αξιόπλοο, ακόμη και σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες, είχε ως αποτέλεσμα τη βύθιση αυτού και την πρόκληση κινδύνου για ανθρώπους καθώς και τον θάνατο (πνιγμό) των επτά μελών του πληρώματος, παράλειψη που συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν ανωτέρω αποτέλεσμα, γιατί, όπως αναφέρει, αν γινόταν η επιβεβλημένη ενέργεια (καλή συντήρηση του πλοίου) που δεν έγινε, τότε με πιθανότητα που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα δεν θα επερχόταν. Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν το προσβαλλόμενο βούλευμα έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και το ότι δεν τα μνημονεύει ρητώς δεν σημαίνει ότι δεν τα έλαβε υπόψη. Η σχετική δε αιτίαση των τριών τελευταίων αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων στις κρινόμενες αιτήσεις τους, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν συναξιολόγησε και δεν συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα της δικογραφίας είναι αβάσιμη, ενώ με το πρόσχημα αυτό, δηλαδή της ελλείψεως της αιτιολογίας, πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του Συμβουλίου Εφετών η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Τέλος, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών, που το εξέδωσε, έλαβε υπόψη του κατά τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και τα έγγραφα τα οποία προσκομίσθησαν από τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο Χ3, ενώ με το υπ'αριθμ. 72/2005 βούλευμα του ιδίου Συμβουλίου εφετών, κλήθηκαν οι λοιποί κατηγορούμενοι να λάβουν γνώση των εγγράφων αυτών και να επιφέρουν, εάν επιθυμούσαν, εντός προθεσμίας 10 ημερών, εγγράφως τις παρατηρήσεις τους, ενώ, όπως σημειώνεται, "μετά την υποβολή των εγγράφων αυτών, δεν υπέβαλε άλλα έγγραφα ο ανωτέρω κατηγορούμενος, ούτε άλλος διάδικος, και ως εκ τούτου δεν ανακύπτει θέμα εφαρμογής του άρθρου 309 παρ. 2 ΚΠΔ αναφορικώς προς άλλα έγγραφα, πέραν εκείνων για τα οποία εκδόθηκε το υπ'αριθμ. 72/05 βούλευμα".
Συνεπώς δεν στερήθηκε ο αναιρεσείων Χ4 του υπερασπιστικού του δικαιώματος όπως αβασίμως υποστηρίζει.
Κατ' ακολουθία αυτών οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψη νομίμου βάσεως καθώς και για απόλυτη ακυρότητα είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Πρέπει λοιπόν να απορριφθούν οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω:Α) Να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος Χ4 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Δικαστηρίου σας, Β) να απορριφθούν οι υπ'αριθμ. 11/1-6-2007, 12/22-6-2007, 13/22-6-2007 και 10/31-5-2007 αιτήσεις αναιρέσεως, αντίστοιχα, των 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ... και 4) Χ4, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 161/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και Γ) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε καθένα από τους αναιρεσείοντες. Αθήνα 24 Οκτωβρίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά του υπ' αριθμ. 161/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκήθηκαν οι με στοιχεία 11/1-6-2007, 12/22-6-2007, 13/22-6-2007 και 10/31/5-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των δια του άνω βουλεύματος παραπεμπομένων κατηγορουμένων α) Χ1, β) Χ2, γ) Χ3 και δ) Χ4 αντιστοίχως.
Συνεπώς, πρέπει οι αιτήσεις να γίνουν τυπικά δεκτές και συνεκδικαζόμενες να εραυνηθούν κατ' ουσίαν.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 309 παρ.2 Κ.Π.Δ το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, διατάσσει υποχρεωτικά την ενώπιον αυτού εμφάνιση του αιτούντος για να παράσχει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Στην προκείμενη περίπτωση, το αίτημα του αναιρεσείοντος Χ4 διατυπούμενο κατά λέξη στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως "..να διατάξετε την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Αρείου Πάγου προς παροχή διευκρινίσεων και να επιτρέψετε και την προφορική ανάπτυξη της υπόθεσης από τον συνήγορό του, εφόσον το Συμβούλιό σας μετά την λήψη υπόψη και του ως άνω υπομνήματος και των προσκομισθέντων εγγράφων διατηρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ή ερωτηματικό σχετικά με τους ισχυρισμούς του ..." παρεκτός της ενδοιαστικής υποβολής (... εφόσον το Συμβούλιο διατηρεί οποιαδήποτε αμφιβολία..) και της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται έστω και συνοπτικά τα ζητήματα για τα οποία προτίθεται να παράσχει διευκρινίσεις, προεχόντως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί με το δικόγραφο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αυτός διεξοδικά προβάλλει και αναλύει τους λόγους αναιρέσεως κατά του βουλεύματος, ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρίνιση αυτών.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ. με δόλο (πρόθεση) πράττει, όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης όποιος γνωρίζει, ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και τα αποδέχεται". Από τη διατύπωση αυτή στην παραπάνω διάταξη, συνάγεται, ότι καθορίζονται στο νόμο δύο μορφές δόλου, ο άμεσος και ο ενδεχόμενος. Με άμεσο δόλο ενεργεί εφενός μεν εκείνος που επιδιώκει να πραγματώσει με την πράξη του την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, αφετέρου δε και αυτός που δεν το επιδιώκει, αλλά προβλέπει ότι η συμπεριφορά του θα έχει ως αναγκαία συνέπεια το εγκληματικό αποτέλεσμα, και παρά αυτά δεν απέχει απ' αυτή. Ενώ με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος ο οποίος γνωρίζει ως ενδεχόμενη την από την πράξη του παραγωγή των κατά το νόμο απαρτιζόντων την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης περιστατικών και παρόλα αυτά την αποδέχεται. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από την άνω διάταξη προκύπτει ότι για την ύπαρξη αμελείας στην επέλευση εγκληματικού αποτελέσματος απαιτείται: α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 277 Π.Κ., "Όποιος με πρόθεση προκαλεί βύθιση ή προσάραξη πλοίου τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, β) με κάθειρξη, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, γ) με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών, αν στην περίπτωση του στοιχείο β' επήλθε θάνατος". Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι για την θεμελίωση του εγκλήματος της πρόκλησης ναυαγίου απαιτείται αντικειμενικά η πλήρης καταβύθιση του πλοίου ή η προσάραξη τούτου κατά τρόπο που να μη μπορεί να πλέει, καθώς και η από τη βύθιση ή προσάραξή του πρόκληση δυνατότητας κοινού κινδύνου σε ξένα πράγματα ή κινδύνου ανθρώπου. Ο κίνδυνος δε αυτός μπορεί να είναι κοινός και στην εν λόγω περίπτωση (πρόκληση ναυαγίου πλοίου), διότι ναι μεν ο αριθμός των ανθρώπων που κινδυνεύουν είναι ορισμένος (οι επιβάτες του πλοίου), πλην όμως δεν είναι από πριν ορισμένο ποιοι απ' αυτούς θα πνιγούν. Η ενδεχόμενη βλάβη λοιπόν πρέπει να είναι αόριστη (να μη μπορεί να προσδιοριστεί κατ' άτομο από πριν) και όχι ο απειλούμενος ως δυνατότητα κίνδυνος, ο οποίος μπορεί και να εντοπίζεται σε ορισμένα μόνο πρόσωπα. Υποκειμενικά δε απαιτείται πρόθεση (και υπό τη μορφή του ενδεχομένου δόλου) που ενέχει τη γνώση ότι από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος ανθρώπου, και τη θέληση της βύθισης ή της προσάραξης του πλοίου. Επομένως, ο δόλος πρέπει να καλύπτει τόσο την πρόκληση ναυαγίου, όσο και τον κοινό κίνδυνο που μπορεί να προκύψει σε ξένα πράγματα και ανθρώπους. Όταν όμως στην εν λόγω περίπτωση του ναυαγίου η συγκεκριμένη συμπεριφορά του δράστη προκάλεσε περαιτέρω βαρύτερο αποτέλεσμα, δηλαδή προκλήθηκε θάνατος, που συνεπάγεται την επιβολή της βαρύτερης ποινής (άρθρο 277 περ. γ' Π.Κ), τότε έχει συντελεσθεί το "εκ του αποτελέσματος" έγκλημα της θανατηφόρου πρόκλησης ναυαγίου. Πρόκειται, δηλαδή για την λεγόμενη "ευθύνη εκ του αποτελέσματος", η οποία προβλέπεται στο άρθρο 29 Π.Κ., και η οποία ορίζει σχετικά ότι η βαρύτερη ποινή επιβάλλεται μόνο όταν το περαιτέρω αποτέλεσμα μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του δράστη, υπό την προαναφερθείσα έννοια της διατάξεως του άρθρου 28 Π.Κ. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρέπει να παρατίθενται και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αμέλεια, καθώς και το είδος αυτής. Ενεργητικό υποκείμενο του ως άνω εγκλήματος μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, δηλαδή και ο πλοιοκτήτης ή μέλος του πληρώματος ή και τρίτο πρόσωπο εκτός του πλοίου ευρισκόμενο. Η βύθιση ή η προσάραξη μπορεί να τελεσθεί με οποιοδήποτε τρόπο, ακόμη και με παράλειψη, όταν το υποκείμενο της πράξης είναι πρόσωπο που έχει ιδιαίτερη νομικά υποχρέωση για την ασφάλεια του πλοίου. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της σχετικής παράλειψης ή ενέργειας και του επελθόντος βλαπτικού αποτελέσματος για το πλοίο και τους επιβαίνοντες σ' αυτό.
IV. To παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν, από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ.(Ολ.ΑΠ 1/2005). Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την προδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: "....Την 17η Ιανουαρίου 1998, στη θαλάσσια περιοχή νοτιοδυτικά της Ιταλικής νήσου Σαρδηνία και σε απόσταση είκοσι (20) ναυτικών µιλίων από αυτή, ενώ επικρατούσαν δυσµενείς καιρικές συνθήκες, ήτοι βορειοδυτικοί άνεµοι εντάσεως 8 Beaufort (µε τοπικές Ριπές εντάσεως 9-10 Beaufort), µε αντίστοιχο θαλάσσιο κυµατισµό, βυθίσθηκε και απωλέσθηκε το υπό σηµαία Ονδούρας φορτηγό (γενικού φορτίου) πλοίο "...", πλοιοκτησίας της εταιρείας µε την επωνυµία "Golden Dragon Shipping Company S.A.", µε καταστατική έδρα την Ονδούρα και πραγµατική τον Πειραιά, από όπου ασκούσε το σύνολο των επιχειρηµατικών της δραστηριοτήτων, δια των τριών πρώτων των κατηγορουµένων, οι οποίοι ήταν οι νόµιµοι εκπρόσωποι και διαχειριστές της, κατέχοντες στο απαρτιζόµενο από αυτούς διοικητικό της συµβούλιο τις θέσεις του ταµία - διευθυντή ο Χ1, του γραµµατέα - διευθυντή ο Χ2 και του προέδρου - διευθυντή ο Χ3. Προκύπτει και από το από 26-1-1998 πρακτικό του - αποτελουµένου από τους τρεις πρώτους των κατηγορουµένων, υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητες τους - διοικητικού συµβουλίου της εταιρείας "Golden Dragon Shipping Company S.A.", µε το οποίο εξουσιοδοτείται ο Χ1 να υποβάλει έγκληση κατά του Ε για συκοφαντική δυσφήµηση της εταιρείας, το µεν ότι πλοιοκτήτρια του πλοίου "..." ήταν η εν λόγω εταιρεία, ως ρητώς αναφέρεται στο υπόψη πρακτικό, γεγονός που σηµαίνει ότι η εταιρεία αυτή εκµεταλλευόταν η ίδια το άνω πλοίο της και δεν ασκούσε τον εφοπλισµό αυτού κάποιο άλλο πρόσωπο και µάλιστα ο Χ1 , όπως οι κατηγορούµενοι Χ2 και Χ3 ισχυρίζονται, το δε ότι την ανωτέρω εταιρεία εκπροσωπούσαν και οι τρεις πρώτοι των κατηγορουµένων, ενεργώντας συλλογικά, και όχι µόνον ο τρίτος Χ3, όπως ο Χ1 ισχυρίζεται. Και οι τρεις ήταν οι νόµιµοι εκπρόσωποι της ανωτέρω εταιρείας, ήλεγχαν και διοικούσαν αυτή και ήταν και οι διαχειριστές αυτής και δι' αυτής, του βυθισθέντος πλοίου της. Το παραπάνω πλοίο "...", πρώην "Kavo Pappas" απέκτησε µε αγορά η εταιρεία "Golden Dragon Shipping Company S.A." στις 25-5-1995. Ήταν νηολογίου San Lorenzo µε αριθµό L-... και HQK19, είχε ολική χωρητικότητα 4598,91 κόρων και καθαρή ΔΔΣ χωρητικότητα 895,01 κόρων, ολικό µήκος 79,52 µέτρων, πλάτος 13,50 µέτρων και ύψος 6,65 µέτρων. Ήταν κατασκευής έτους 1972, µε χώρα κατασκευής την Γερµανία και έφερε δύο κύτη φορτίου µε δύο στόµια κυτών έκαστο µε καλύµµατα. Κατά τον χρόνο του ναυαγίου (17-1-1998) διάνυε τα 26 έτη ζωής του, ήταν δηλαδή πλοίο ενεργό πέραν της 25ετίας. Την 15η Ιανουαρίου 1998, το πλοίο αυτό αναχώρησε από το λιµάνι Castellon de la Plana της Ισπανίας , φορτωμένο µε 2.800 τόνους θειϊκού αμμωνίου, χύδην, µε προορισµό το λιµάνι Vasto της lταλίας, στην Αδριατική. Το πλήρωµά του απετελείτο από εννέα άτοµα. Την 17η Ιανουαρίου 1998 και περί ώρα 15.00 και ενώ το προαναφερόµενο πλοίο έπλεε κοντά στις ακτές της Σαρδηνίας, µε συνθήκες σφοδρής θαλασσοταραχής, και ο πλοίαρχος είχε αποφασίσει να κατευθυνθεί προς το λιµάνι του San Antiocho της lταλίας, προκειµένου να προστατεύσει το πλοίο και το πλήρωµα του από την κακοκαιρία, ένα µεγάλο σε έκταση και ένταση κύµα, κτύπησε το πλοίο στην αριστερή του πλευρά και του προξένησε ρήγµα στο σηµείο της γωνιακής συνδέσεως του καταστρώµατος µε το αµπάρι Νο 2, στο ύψος στηρίξεως της κουπαστής, η οποία αποκολλήθηκε στο σηµείο της πόρτας του πλοηγού, δηµιουργώντας έτσι µεγάλο ρήγµα στο έλασµα του εξωτερικού περιβλήµατος λόγω θραύσεων των ενισχυτικών στηρίξεων (νοµέων), που δεν άντεξαν τη δύναµη του µεγάλου κυµατισµού, εξ αιτίας της διαβρώσεως και φθοράς αυτών, µε συνέπεια την άµεση και αιφνίδια εισροή µεγάλης ποσότητας θαλασσίου ύδατος και κλίση του πλοίου προς την αριστερή πλευρά. Τότε ο πλοίαρχος, αντιλαµβανόµενος την κρισιµότητα της καταστάσεως, εξέπεµψε σήµα κινδύνου, το σήµα δε αυτό ελήφθη από το "Ράδιο Κάλιαρι". Ταυτόχρονα, λόγω της αυξανοµένης κλίσεως του πλοίου, συνεπεία πληρώσεως του αµπαριού µε θαλάσσια ύδατα, η οποία ενετείνετο και από τη µετατόπιση του φορτίου του, έδωσε διαταγή εγκαταλείψεως αυτού από το πλήρωµα, το οποίο και πήδησε στη θάλασσα, ενώ το πλοίο βυθιζόταν 20 ναυτικά µίλια ΝΔ της Σαρδηνίας και στο στίγµα Γ. Πλάτος: 38ο 50' Β, Γ. Μήκος : 007ο 59' Α (διεθνή ύδατα). Το πλήρωµα δεν είχε αρκετό χρόνο να κατεβάσει τη σωστική λέµβο και τις δύο πνευστές σχεδίες (βαρελάκια) τις παρέσυρε ο άνεµος µακριά πριν προλάβουν να επιβιβασθούν. Από το εννεαµελές πλήρωµα δύο µόνο διασώθηκαν και παρελήφθησαν από ελικόπτερο, που προσέτρεξε σε βοήθεια. Αυτοί είναι ο Έλληνας Α' µηχανικός Γ1 και ο Πακιστανός ναύτης Γ2. Τα υπόλοιπα επτά µέλη του πληρώµατος, δηλαδή οι Γ3, πλοίαρχος ('Ελληνας), Γ4, υποπλοίαρχος ('Έλληνας), Γ5, Β' µηχανικός (Πακιστανός), Γ6, βοηθός Μηχανικού (Πακιστανός), Γ7, ναύτης (Έλληνας), Γ8, ναύτης (Πακιστανός) και Γ9, λιπαντής (Πακιστανός) πνίγηκαν. Το εν λόγω πλοίο αντιµετώπιζε σοβαρό πρόβληµα από την έλλειψη συντηρήσεως του, η οποία επηρέαζε αµέσως την ασφαλή πλεύση τούτου και επέφερε τη βύθιση του. Ως προς την κατάσταση της αξιοπλοϊας του, το πλοίο παρακολουθούσε από την κατά το έτος 1972 ναυπήγησή του µέχρι τον µήνα Οκτώβριο 1978 ο Γερµανικός νηογνώµονας, ακολούθως δε ο Ιταλικός νηογνώµονας "Rina S.A.". Επειδή το πλοίο βρισκόταν ήδη στην τρίτη δεκαετία από τη ναυπήγηση του, η ανωτέρω εταιρεία του Ιταλικού νηογνώµονα, προκειµένου να χορηγήσει τα εκ της διεθνούς ναυσιπλοϊας προβλεπόµενα πιστοποιητικά αξιοπλοϊας του, ζήτησε από την τότε πλοιοκτήτρια εταιρεία να προβεί σε εκτεταµένες επισκευές επί του πλοίου, και επειδή αυτές δεν έγιναν ανέστειλε αρχικά την κλάση του πλοίου κατά το χρονικό διάστηµα από 19-4-1995 έως 21-2-1996, επιβεβαίωσε δε την αναστολή αυτή στις 22-2-1996 και ακολούθως, στις 6-6-1997, απέσυρε την κλάση του πλοίου. Εν τω µεταξύ, µετά την αναστολή της κλάσης του πλοίου από τον Ιταλικό νηογνώµονα, το πλοίο περιήλθε στην εταιρεία "Golden Dragon Shipping Company S.A." και οι νόµιµοι εκπρόσωποι αυτής, τρεις πρώτοι των κατηγορουµένων, προκειµένου να εξασφαλίσουν τα πιστοποιητικά αξιοπλοϊας του πλοίου, προσέφυγαν στον Ελληνικό νηογνώµονα, εταιρεία "Ελληνικός Νηογνώµονας Α.Ε.", και από τις αρχές lουνίου 1995 το πλοίο παρακολουθείτο από τον Νηογνώµονα αυτόν, ο οποίος και χορήγησε προσωρινά πιστοποιητικά που ίσχυαν µέχρι 31-10-1997 και αφορούσαν την ασφάλεια-αξιοπλοϊα του πλοίου (πιστοποιητικά κλάσης, γραµµής φόρτωσης, ασφάλειας κατασκευής, ασφάλειας εξαρτισµού και ραδιοτηλεφωνίας). Χορηγήθηκαν προσωρινά, γιατί επέκειντο περιοδικές κα ειδικές επιθεωρήσεις από τον Ελληνικό Νηογνώµονα. Δεν προσέφεραν όµως οι τρεις πρώτοι των κατηγορουµένων το πλοίο για τις απαιτούµενες για την ανανέωση των πιστοποιητικών κλάσεως περιοδικές (γραµµής φορτώσεως, ασφάλειας κατασκευής και προλήψεως ρυπάνσεως) και ειδικές (πενταετείς σκάφους και µηχανής) επιθεωρήσεις και ο Ελληνικός Νηογνώµονας ανέστειλε την κλάση του πλοίου από 31-10-1997. Γνώριζαν οι τρεις πρώτοι των κατηγορουµένων ότι χωρίς τις άνω επιθεωρήσεις δεν θα εξέδιδε ο Ελληνικός Νηογνώµονας τα σχετικά πιστοποιητικά αξιοπλοϊας του πλοίου και θα ανέστελλε την κλάση αυτού και πριν προβεί ο τελευταίος στην αναστολή της κλάσεως του πλοίου, προσέφυγαν σε νέα εταιρεία, ήτοι στην εταιρεία "Honduras Maritime inspection", της οποίας επιθεωρητής και εκπρόσωπος στην Ελλάδα ήταν ο τέταρτος των κατηγορουµένων Ουµβέρτος Μακρής. Η εταιρεία "Honduras Maritime inspection" είναι εξουσιοδοτηµένη να εκδίδει ναυτιλιακά πιστοποιητικά ασφάλειας για λογαριασµό της Κυβερνήσεως της Ονδούρας για σκάφη που έχουν τη σηµαία της Ονδούρας. Χωρίς να υποδείξει και απαιτήσει την εκτέλεση των ενδεδειγµένων και απολύτως αναγκαίων επισκευών του πλοίου, εποµένως δε κατά τρόπο επιλήψιµο, εξέδωσε ο τέταρτος των κατηγορουµένων, υπό την ανωτέρω ιδιότητα του, τα εξής πιστοποιητικά µε ηµεροµηνία εκδόσεως 18-9-1997 και λήξεως 17-2-1998 1) διεθνές πιστοποιητικό γραµµής φορτώσεως, ασφάλειας κατασκευής φορτηγού πλοίου, 3) πιστοποιητικό ασφάλειας εξαρτισµού φορτηγού πλοίου, 4) πιστοποιητικό ασφάλειας ραδιοτηλεφωνίας, 5) διεθνές πιστοποιητικό αποφυγής ρυπάνσεως, επί πλέον δε τα υπό στοιχεία CHCC/GR7124/97 προσωρινό πιστοποιητικό κλάσεως σκάφους και CCMCC/GR/124/97 προσωρινό πιστοποιητικό κλάσεως µηχανηµάτων. Με βάση τα παραπάνω πιστοποιητικά της εταιρείας "Honduras Maritime inspection" το πλοίο µπορούσε τυπικά να εκτελεί πλόες υπό την αυτονόητη, βεβαίως, προϋπόθεση ότι η πραγµατική κατάστασή του ανταποκρίνεται κατ' ουσία σ' αυτά. Τα πιστοποιητικά αυτά, εν τούτοις, έχουν περιεχόµενο αναληθές. Εκδόθηκαν χωρίς να απαιτούµενες εκτεταµένες αντικαταστάσεις ελασµάτων και ενισχυτικών µερών της κατασκευής του σκάφους και εργασίες συντηρήσεως µηχανών και µηχανηµάτων, οι οποίες µάλιστα έπρεπε να διενεργηθούν µε τις οδηγίες ειδικής κεντρικής υπηρεσίας και µε µεγάλη αυστηρότητα του επιθεωρητή. Γνώριζε δε ο τέταρτος των κατηγορουµένων, καθόσον έλεγξε αυτό, ότι το πλοίο, λόγω της παλαιότητας του, πέραν των ατελειών που διαπίστωσε ο Ιταλικός Νηογνώµονας, παρουσίασε και περαιτέρω φθορές και διατρήσεις στο κατάστρωµα και στη µεταλλική του κατασκευή. Οι φθορές στη σιδηροκατασκευή του πλοίου ήταν πάρα πολλές και συγκεκριµένα µεγάλες φθορές υπήρχαν στα κουβούσια (στόµια αµπαριών), στις σωληνώσεις δικτύου πυρκαϊάς, στα εξαεριστικά των δεξαµενών έρµατος και στους µετρητές τους, επίσης στους µετρητές σεντινών και αµπαριών και πιο σηµαντικό από όλα στο εξωτερικό περίβληµα του πλοίου. Εξ αιτίας εξωτερικού ρήγµατος στη Νο 2 αριστερή δεξαµενή διπυθµένων, έµπαιναν νερά στο πλοίο, µε αποτέλεσµα αυτό να βυθισθεί κατά ένα µέτρο περίπου από το όριο ασφαλείας, στον Σταυρό Θεσσαλονίκης, κατά µήνα Οκτώβριο 1997. Ακολούθως στον Πειραιά έγιναν πρόχειρη επισκευή του ρήγµατος, πρόχειρες επισκευές των στοµίων των αµπαριών και των καπακιών τους, µερική αντικατάσταση των πρυµναίων εξαεριστικών των δεξαµενών έρµατος, πρόχειρη στεγανοποίηση των εσωτερικών ρηγµάτων των αµπαριών. Τα καπάκια των αµπαριών δεν έκλειναν και τα σκέπαζαν µε µουσαµάδες. Το ότι στο πλοίο έµπαινε θαλασσινό νερό, δέχεται και ο µάρτυρας πρώην πλοίαρχος Δ. Ο διασωθείς δε Πακιστανός ναύτης αναφέρει ότι αυτός και τα υπόλοιπα µέλη του πληρώµατος ανησυχούσαν για την κακή κατάσταση του πλοίου, ότι τούτο δεν θα άντεχε πολύ, πράγµα που συνέβη. Ο διασωθείς Έλληνας µηχανικός του πλοίου προσπαθεί να αποδώσει το ναυάγιο σε υπερφόρτωση, κατά 300 τόνους, επί πλέον, του πλοίου µε εµπόρευµα, πράγµα που οι αρχές της Ισπανίας θα αντιλαµβάνοντο αµέσως και θα απαγόρευαν τον απόπλου. Επίσης προσπαθεί να εµφανίσει το ναυάγιο ως τυχαίο και απρόβλεπτο γεγονός, αφού η αποκόλληση της κουπαστής δεν µπορεί να επιφέρει ρήγµα στο κατάστρωµα, διότι οι νοµείς (παραπέτο-κουπαστή) δεν είναι συνεχόµενοι εκείνων της πλευράς του πλοίου ή του καταστρώµατος, αλλά είναι µόνον συγκολληµένοι επί του καταστρώµατος. Τούτο και κατά τους πραγµατογνώµονες είναι αληθές. Αλλά επίσης και κατ' αυτούς (πραγµατογνώµονες), εάν η αποκόλληση του παραπέτου επιφέρει και αποκόλληση του καταστρώµατος, τούτο σηµαίνει ότι το κατάστρωµα στις περιοχές των κολλήσεων των ενισχυτικών της κουπαστής επί του καταστρώµατος ήταν σαθρό, µειωµένου πάχους κα αντοχής λόγω υπερβολικών φθορών (ασχέτως των παχυµετρήσεων), µε αποτέλεσµα η αποκόλληση του παραπέτου να αποσπάσει τµήµα του καταστρώµατος, να δηµιουργηθούν ρήγµατα και εξ αυτών να κατακλυσθεί το Νο 2 κύτος με νερό, δεδοµένης δε της ισχυράς θαλασσοταραχής και του ολίγου ύψους του καταστρώµατος από την επιφάνεια της θάλασσας (1,30 µ.), το οποίο ευκόλως ο ολίγον πλάγιος κυµατισµός των 8-10 µπωφόρ υπερβαίνει και υπερκαλύπτει αυτό (κατάστρωµα), να εισρεύσει θάλασσα, όχι τόσο από τα εξαεριστικά (σωλήνες διαµέτρου µόλις 7,5 εκατ. περίπου), αλλά από τα ρήγµατα του καταστρώµατος, που δηµιουργήθηκαν από την αποκόλληση του παραπέτου. Λόγω δε της διαλυτότητας του φορτίου (σβόλιασµα), προκλήθηκε µετατόπιση αυτού, εισροή περισσότερου θαλασσινού νερού, γρήγορη κλίση του πλοίου και εξ αυτής η εντός ολίγων λεπτών (00.30') βύθιση του. Τόσον ο Χ1, όσον και ο επιθεωρητής Χ4, ισχυρίζονται, ότι κατά Σεπτέµβριο-Δεκέµβριο 1997, στο πλοίο έγιναν εκτεταµένες επισκευές στον Πειραιά, οπότε τούτο ήταν αξιόπλοο. Σοβαρή επισκευή δεν έλαβε χώρα, όσες δε επισκευές επουσιώδεις έγιναν, έγιναν προχείρως. Το Λιµεναρχείο Περάµατος και Πειραιά γνωστοποιεί µε έγγραφο του, ότι ουδεµία επισκευή του πλοίου δηλώθηκε σ' αυτό, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστηµα. Οι δε πραγµατογνώµονες επισηµαίνουν, ότι όποια τέτοια δικαιολογητικά υπάρχουν, είναι εκ του πονηρού και δεν λαµβάνονται υπόψη. Από τις καταθέσεις των συγγενών των θυµάτων προκύπτει, ότι οι πνιγέντες διαβεβαίωναν αυτούς, ότι το πλοίο δεν ήταν αξιόπλοο. Οι Δ και Γ1 (διασωθείς) παραδέχονται, ότι το πλοίο είχε "τρύπα" (ο α') και ότι η κουπαστή ήταν αδύνατη (ο β'). Η βύθιση του πλοίου που είχε ως αποτέλεσµα τον θάνατο των προαναφεροµένων ναυτικών, ήταν αποτέλεσµα µη τηρήσεως εκ µέρους τριών πρώτων των κατηγορουµένων Χ1, Χ2 και Χ3, ως νοµίµων εκπροσώπων και διαχειριστών της πλοιοκτήτριας εταιρείας "Golden Dragon Shipping Company S .Α." των όρων ασφαλείας των εργαζοµένων στο πλοίο ναυτικών αλλά και του πλοίου. Συγκεκριµένα, η Διεθνής Σύµβαση "Περί της ασφάλειας της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα 74/1978" στο Κεφάλαιο Ι του Κανονισµού 10 "Περί επιθεωρήσεως σκάφους, µηχανής και εξαρτισµού φορτηγών πλοίων" ορίζει ότι "Το σκάφος, οι µηχανές και εξαρτισµός ενός φορτηγού πλοίου θα επιθεωρούνται µετά τη συµπλήρωση της κατασκευής αυτών και κατόπιν κατά τέτοιο τρόπο και χρονικά διαστήµατα ως η Αρχή ήθελε κρίνει αναγκαίο για να εξασφαλισθεί, ότι η κατάσταση αυτών είναι από πάσης φύσεως ικανοποιητική ... " και στον Κανονισµό 11 "Περί τηρήσεως των όρων µετά την επιθεώρηση" ορίζει ότι "η κατάσταση του πλοίου και του εξαρτισµού του θα διατηρείται συµφώνως προς τις διατάξεις της Σύµβασης και του παρόντος πρωτοκόλλου, ώστε να εξασφαλίζεται, ότι από πάσης φύσεως το πλοίο θα παραµείνει ικανό να ανοιγεί στη θάλασσα, χωρίς κανένα κίνδυνο για το ίδιο κα τους επιβαίνοντες αυτού". Ο δε Κανονισµός 1 της Σύµβασης περί Διεθνών Γραµµών Φόρτωσης 1966 "Περί αντοχής του περιβλήµατος του σκάφους" ορίζει ότι "Η Αρχή θα πρέπει να ικανοποιείται πως η γενική κατασκευαστική αντοχή του περιβλήµατος του σκάφους είναι ικανή στο βύθισµα που αντιστοιχεί στα προσδιορισµένα έξαλα του πλοίου. Πλοία κατασκευασµένα και συντηρούµενα µε τις απαιτήσεις ενός νηογνώµονα αναγνωρισµένου από την Αρχή µπορεί να θεωρηθεί ότι διαθέτουν ικανή αντοχή". Τις ανωτέρω διατάξεις των ως άνω Διεθνών Συµβάσεων, που έχει κυρώσει και η Ονδούρα, ήτοι το Κράτος της σηµαίας του υπόψη πλοίου ( βλ. το από 24-2-2005 πιστοποιητικό του Γενικού Διευθυντή της Γενικής Διευθύνσεως του Υπουργείου Ναυτιλίας της Ονδούρας, που προσκόµισε ο τέταρτος των κατηγορουµένων), οι τρεις πρώτοι των κατηγορουµένων, όργανα εκπροσωπήσεως της πλοιοκτήτριας εταιρείας "Golden Dragon Shipping Company S.A.", παραβίασαν και επέτρεψαν το συγκεκριµένο απόπλου του πλοίου, από τον Πειραιά προς Ισπανία και στη συνέχεια lταλία, αν και γνώριζαν ότι το πλοίο ήταν καθ' όλα αναξιόπλοο (εξ ου και είχε ανασταλεί δύο φορές η κλάση του από δύο διαφορετικούς νηογνώµονες, οι οποίοι και απέσυραν τελικώς την κλάση του) και η συνέχιση των πλόων του θα είχε ως αναγκαία συνέπεια τη βύθιση του µε κίνδυνο για τη ζωή των µελών του πληρώµατος. Οι τρεις πρώτοι των κατηγορουµένων είχαν ιδιαίτερη νοµική υποχρέωση για την ασφάλεια του πλοίου και των µελών του πληρώµατος. Η παράλειψη τους να µην συντηρήσουν καλώς το πλοίο, ώστε τούτο να είναι ανά πάσα στιγµή αξιόπλοο, ακόµη και σε δυσµενείς καιρικές συνθήκες, είχε ως αποτέλεσµα τη βύθιση αυτού και την πρόκληση κινδύνου για ανθρώπους καθώς και τον θάνατο (πνιγµό) των ανωτέρω ναυτικών, µελών του πληρώµατος. Μεταξύ της άνω παραλείψεως και του επελθόντος ανωτέρω αποτελέσµατος, συντρέχει αιτιώδης συνάφεια, γιατί αν γινόταν η επιβεβληµένη ενέργεια (καλή συντήρηση του πλοίου) που δεν έγινε, τότε µε πιθανότητα που εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας το συγκεκριµένο εγκληµατικό αποτέλεσµα δεν θα επερχόταν. Τη βύθιση του πλοίου µε κίνδυνο ανθρώπων δεν επεδίωκαν µεν οι τρεις πρώτοι των κατηγορουµένων, προέβλεψαν όµως ότι η παράλειψη συντηρήσεως του πλοίου θα είχε ως αναγκαία συνέπεια, εάν συνεχίζοντο οι πλόες του, τη βύθιση του µε κίνδυνο για ανθρώπους, και παρά αυτά δεν ακινητοποίησαν το πλοίο για συντήρηση και επισκευές, ώστε να έχει αυτό ικανότητα ασφαλούς πλεύσεως, αλλά επέτρεψαν τον συγκεκριµένο πλού µε το παραπάνω µοιραίο αποτέλεσµα. Ενήργησαν, δηλαδή, ως προς την πρόκληση ναυαγίου, από την οποία µπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους, µε αναγκαίο δόλο (άµεσο δόλο β' βαθµού). Το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσµα, δηλαδή ο θάνατος των επτά µελών του πληρώµατος δεν οφείλεται σε δόλο, έστω και µε την µορφή του ενδεχοµένου, αλλά σε αµέλεια των τριών πρώτων των κατηγορουµένων. Από έλλειψη της επιµέλειας και προσοχής που ο µέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος θα κατέβαλλε κάτω από τις ίδιες πραγµατικές περιστάσεις, σύµφωνα µε τους κρατούντες και ρυθµίζοντες την άσκηση του ορισµένου επαγγέλµατος νοµικούς κανόνες και τις κρατούσες στον οικείο τοµέα δραστηριότητας συνήθειες και της κοινής, κατά τη συνήθη πορεία των πραγµάτων, πείρας και λογικής, και µπορούσαν στη συγκεκριµένη περίπτωση να καταβάλουν οι τρεις πρώτοι των κατηγορουµένων, σύµφωνα µε τις προσωπικές τους ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσµα αυτό (θάνατος των επτά µελών του πληρώµατος), το οποίο ναι µεν προέβλεψαν ως δυνατό, όµως το απέκρουσαν και ενήργησαν όπως ενήργησαν, γιατί πίστευσαν ότι δεν θα επερχόταν. Ο τέταρτος των κατηγορουµένων Χ4, επιθεωρητής και εκπρόσωπος στην Ελλάδα της εταιρείας του νηογνώµονα της Ονδούρας "Honduras Maritime inspection", χωρίς να υποδείξει και απαιτήσει την εκτέλεση των ενδεδειγµένων και απολύτως αναγκαίων επισκευών του, χορήγησε τα προαναφερθέντα πιστοποιητικά αξιοπλοϊας του πλοίου, που ήσαν αναληθή. Χωρίς τα πιστοποιητικά αυτά το υπόψη πλοίο δεν θα µπορούσε να εκτελεί πλόες. Με την χορήγηση τους, εποµένως, στις 18-9-1997, ο εν λόγω κατηγορούµενος απλά συνήργησε στην πράξη των τριών πρώτων των κατηγορουµένων, της προκλήσεως ναυαγίου (δηλαδή στο βασικό έγκληµα), ώστε πρέπει επιτρεπτά να µεταβληθεί η σε βάρος του αρχικά διατυπωθείσα κατηγορία της άµεσης συνέργειας και να χαρακτηρισθεί σε απλή τοιαύτη ως προς την άνω πράξη των τριών πρώτων των κατηγορουµένων. Η συνεργεία του αυτή έγινε µε αναγκαίο δόλο (άµεσο δόλο β' βαθµού) σύµφωνα µε όσα περί δόλου αναφέρθηκαν ανωτέρω για την πράξη των τριών πρώτων των κατηγορουµένων, διότι και αυτός γνώριζε ότι το πλοίο διάνυε την τρίτη δεκαετία από τη ναυπήγηση του και έπρεπε να υποστεί εκτεταµένες επισκευές, αφού λόγω της παλαιότητας του, είχε µειωµένη αντοχή οφειλοµένη σε διαβρώσεις και στη µακροχρόνια καταπόνηση. Γνώριζε εντεύθεν ότι το πλοίο, εκτελώντας πλόες χωρίς να είναι κατάλληλο προς τούτο, ήταν βέβαιο ότι θα βυθισθεί και ότι από τη βύθιση αυτού, µπορούσε να προκύψει κίνδυνος για τα µέλη του πληρώµατος, ο οποίος και προέκυψε, προσθέτως δε προέκυψε και ο θάνατος µελών του πληρώµατος, των προαναφεροµένων επτά. Το επελθόν αυτό βαρύτερο αποτέλεσµα δεν οφείλεται σε δόλο, έστω και µε τη µορφή του ενδεχοµένου, αλλά σε αµέλεια και του τέταρτου των κατηγορουµένων. Από έλλειψη της επιµέλειας και προσοχής που ο µέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος θα κατέβαλλε κάτω από τις ίδιες πραγµατικές περιστάσεις, σύµφωνα µε τους κρατούντες και ρυθµίζοντες την άσκηση του ορισµένου επαγγέλµατος νοµικούς κανόνες και τις κρατούσες στον οικείο τοµέα δραστηριότητας συνήθειες και της κοινής, κατά την συνήθη πορεία των πραγµάτων, πείρας και λογικής, και µπορούσε στη συγκεκριµένη περίπτωση να καταβάλει ο τέταρτος των κατηγορουµένων, σύµφωνα µε τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσµα αυτό, (θάνατος των επτά µελών του πληρώµατος), το οποίο ναι µεν προέβλεψε ως δυνατό, όµως το απέκρουσε και ενήργησε όπως ενήργησε, γιατί πίστευσε ότι δεν θα επήρχετο. Σηµειωτέον, ότι η αποδοχή αµέσου δόλου β' βαθµού στο αδίκηµα της προκλήσεως ναυαγίου, από το οποίο µπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους και στην απλή συνεργεία στο αδίκηµα της προκλήσεως ναυαγίου, από το οποίο µπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους, δεν έρχεται σε αντίθεση µε την απουσία δόλου για το τελικό αποτέλεσµα των θανάτων από αµέλεια, δεδοµένου ότι το αντικείµενο της αποδοχής είναι διαφορετικό (σχετ. ΑΠ 2313/2004 Ποιν. Χρ. ΝΕ. 796)....".
Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, μεταρρυθμίζοντας εν μέρει τα πρωτόδικα υπ'αριθμ. 1840/2001 και 1309/2002 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημ/κών Πειραιώς, έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Χ1, Χ2 και Χ3 για την πράξη της από πρόθεση πρόκλησης ναυαγίου από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος ανθρώπων και επήλθε εξ αυτής θάνατος ανθρώπων, οφειλόμενος σε αμέλεια τους, του δε κατηγορουμένου Χ4 για απλή συνέργεια στην άνω πράξη, ενώ αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των άνω τριών πρώτων για ανθρωποκτονία κατά συρροή με ενδεχόμενο δόλο και κατά του τετάρτου για άμεση συνέργεια στην τελευταία πράξη αναφορικά με τα επτά θύματα του ναυαγίου. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στους κατηγορουμένους-αναιρεσείοντες πιο πάνω αξιόποινη πράξη για την οποία κατά τα άνω τους παραπέμπει και από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης αυτής πράξεως, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή αυτών στο ακροατήριο , καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων άρθρων 26§ια, 27§1, 28,45, 47 και 277 περ.β' και γ' του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το Συμβούλιο Εφετών συνήγαγε την κρίση του ότι α) η βύθιση του αναφερομένου πλοίου, που ως αποτέλεσμα είχε τον πνιγμό των επτά μελών του πληρώματος, οφείλεται σε άμεσο δόλου δευτέρου βαθμού των τριών πρώτων κατηγορουμένων, συνδιαχειριστών της εταιρίας, στην κυριότητα της οποίας ανήκε το πλοίο β) εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που συνιστούν παραλείψεις των αυτών ως άνω κατηγορουμένων, από τα οποία το συμβούλιο καταλήγει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η παράλειψη συντηρήσεως του πλοίου θα είχε ως αναγκαία συνέπεια, εάν συνεχίζοντο οι πλόες του, τη βύθισή του µε κίνδυνο για ανθρώπους, και παρά αυτά δεν ακινητοποίησαν αυτό για συντήρηση και επισκευές, ώστε να έχει αυτό ικανότητα ασφαλούς πλεύσεως, αλλά επέτρεψαν τον συγκεκριµένο πλού µε το παραπάνω αποτέλεσμα γ) ότι οι τρείς πρώτοι κατηγορούμενοι ήσαν νόμιμοι εκπρόσωποι και συνδιαχειριστές της πλοιοκτήτριας του πλοίου εταιρίας και με την ιδιότητά τους αυτή είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λάβουν μέτρα ασφαλείας του πλοίου, τα οποία και παρέλειψαν να λάβουν στην συγκεκριμένη περίπτωση, προσδιορίζονται δε οι επιτακτικοί κανόνες οι οποίο επέβαλαν την υποχρέωση της λήψης μέτρων. Τέλος, επαρκώς αιτιολογείται με παράθεση πραγματικών περιστατικών η αμέλεια των αυτών κατηγορουμένων στην επέλευση του βαρύτερου εγκληματικού αποτελέσματος και προσδιορίζεται το είδος της αμελείας αυτής ως συνειδητής. Εξάλλου και για τον κατηγορούμενο Χ4, το προσβαλλόμενο βούλευμα παραθέτει πραγματικά περιστατικά προσδιοριστικά της συνδρομής αυτού στην τέλεση της πράξης, από τα οποία το Συμβούλιο δέχεται αφενός μεν ότι στοιχειοθετείται αντικειμενικώς η συμμετοχή του ως απλού συνεργού στην πράξη της βύθισης του πλοίου, αφετέρου δε υποκειμενικώς ο άμεσος δόλος δευτέρου βαθμού στην παραπάνω πράξη και περαιτέρω, για το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα του θανάτου των μελών του πληρώματος, διαλαμβάνεται στο βούλευμα ότι ενήργησε αυτός από συνειδητή αμέλεια τα στοιχεία της οποίας προσδιορίζονται. Ενόψει των προεκτεθέντων ο εκ του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. δ'του Κ.Π.Δ λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ1, με τον οποίο αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η έλλειψη αιτιολογίας και ειδικότερα κατά το πρώτο σκέλος του με το οποίο πλήττεται το βούλευμα ως προς την αιτιολογία αναφορικά με τον δόλο στο έγκλημα της πρόκλησης ναυαγίου, κατά το δεύτερο σκέλος για ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς την αμέλεια για το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα του πνιγμού των επτά μελών του πληρώματος, και κατά το τρίτο και τέταρτο σκέλος που αναφέρονται στη μη τήρηση των μέτρων ασφαλείας και τον προσδιορισμό του επιτακτικού κανόνα δικαίου από τον οποίο προέκυπτε η υποχρέωση για λήψη μέτρων ασφαλούς πλεύσεως του πλοίου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ομοίως, αβάσιμοι και απορριπτέοι είναι και ο πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, των ταυτόσημων αιτήσεων του Χ2 και Χ3 για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη από το προσβαλλόμενο βούλευμα ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αναφορικά με το υποκειμενικό στοιχείο, καθώς ήδη αναφέρθηκε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του στοιχείου του δόλου, δεν ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνονται στο βούλευμα σκέψεις, ως αβασίμως υποστηρίζουν οι άνω αναιρεσείοντες, α) ότι η βύθιση του πλοίου θα απέληγε εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των ιδίων, β) ότι από την μη πραγματοποίηση επισκευών και το μη αξιόπλοο του πλοίου δεν θα υπήρχε ενδιαφέρον για τη ναύλωση αυτού ούτε πληρώματα προσφερόμενα να ναυτολογηθούν και γ) να δίδεται εξήγηση στο βούλευμα γιατί το έμπειρο πλήρωμα δέχθηκε να ταξιδεύσει με αναξιόπλοο πλοίο. Εξάλλου, κατά τα προεκτεθέντα, ορθώς το βούλευμα δέχεται ότι η επέλευση του βαρύτερου εγκληματικού αποτελέσματος ( άρθρο 29 Π.Κ) πρέπει να οφείλεται σε αμέλεια του δράστη, την οποία για τους αναιρεσείοντες αυτούς δέχεται ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση και κατά τούτο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις, οι παραδοχές δε αυτές δεν είναι αντίθετες με εκείνες περί απουσίας δόλου, έστω και υπό την μορφή του ενδεχομένου, για το τελικό αποτέλεσμα, παραδοχές στις οποίες και στήριξε την απαλλακτική του διάταξη για το έγκλημα της κατά συρροή ανθρωποκτονίας. Οι αιτιάσεις ότι έγιναν επισκευές επί του πλοίου, ότι το πλοίο για ορισμένο χρονικό διάστημα είχε παραμείνει " αργό ", ότι για το πλοίο έγινε έναρξη της 5ης ειδικής επιθεώρησης και επιθεωρήθηκε τον Σεπτέμβριο 1996, ότι εκτός από τον νηογνώμονα το πλοίο είχε κατά καιρούς επιθεωρηθεί και από τις Αρχές των λιμανιών στα οποία προσέγγιζε χωρίς να διαπιστωθούν ελλείψεις, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες γιατί πλήττουν την διαφορετική περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου. Εξάλλου, για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος, αναφορικά με την έκθεση των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο και στα οποία στήριξε την παραπεμπτική του κρίση, στο προσβαλλόμενο βούλευμα διαλαμβάνονται τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο, ειδικώς δε αναφέρεται μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και ξεχωριστά από τα λοιπά έγγραφα, η από 4-10-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Β και Α οι οποίοι διορίσθηκαν με διάταξη του ανακριτή και το ίδιο βούλευμα στο σκεπτικό του αξιολογεί το πόρισμα των πραγματογνωμόνων, για δε τα λοιπά έγγραφα δεν είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική αναφορά σε καθένα από αυτά και αξιολογική εκτίμηση του περιεχομένου τους ώστε εκ της μη ειδικής αναφοράς καθενός εξ αυτών να συνάγεται ότι αγνοήθηκαν. Εντεύθεν και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως των ιδίων αναιρεσειόντων για έλλειψη αιτιολογίας συνιστάμενος στη μη λήψη υπόψη της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και των υπό στοιχεία α' έως στ' στις αιτήσεις αναιρέσεως μνημονευομένων εγγράφων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, για την παραπομπή του αναιρεσείοντος Χ4, το ίδιο βούλευμα έχει την κατά το Σύνταγμα και το νόμο ειδική αιτιολογία, αφού διαλαμβάνονται σ' αυτό πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις που δικαιολογούν την παραπομπή του για απλή συνέργεια στην πράξη των λοιπών κατηγορουμένων. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος αυτού ότι τα πιστοποιητικά τα οποία αυτός ως νηογνώμων εξέδωσε ήσαν αληθή, ότι έγιναν πραγματικές επιθεωρήσεις του πλοίου, ενώ δεν χρειαζόταν υποβρύχια επιθεώρηση, πλήττουν την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου και εκ του λόγου αυτού είναι απαράδεκτες. Περαιτέρω, από τις παραδοχές του βουλεύματος αναφορικά με τους Ιταλικό και Ελληνικό νηογνώμονα που παρακολουθούσαν προηγουμένως το πλοίο, ουδεμία προκύπτει ασάφεια και αντίθεση και σε κάθε περίπτωση, κρίσιμα περιστατικά επί των οποίων στηρίζεται το βούλευμα για τη θεμελίωση και της δικής του ποινικής ευθύνης είναι η ανυπαρξία πραγματικού ελέγχου της καταστάσεως και του αξιόπλοου του πλοίου από του χρονικού σημείου από του οποίου ανέλαβε ως επιθεωρητής και εκπρόσωπος του νηογνώμονα τον έλεγχο αυτού και η υπ' αυτού έκδοση αναληθών πιστοποιητικών. Εξάλλου, το βούλευμα, ως προαναφέρθηκε, έχει ειδική αιτιολογία με παράθεση πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την εξ αμελείας ευθύνη του και προσδιορίζουν το είδος της συμμετοχής του στο έγκλημα της πρόκλησης ναυαγίου με το επακόλουθο βαρύτερο αποτέλεσμα τον πνιγμό των αναφερομένων ναυτικών. Η αιτίαση ότι το συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα που εκείνος προσκόμισε, καθώς και την πραγματογνωμοσύνη και ότι δεν εξετίμησε το περιεχόμενο αυτών, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Η προβαλλόμενη αιτίαση με την οποία ουσιαστικώς γίνεται από αυτόν διαφορετική αξιολόγηση και εκτίμηση του πορίσματος των επιθεωρητών, αποσπάσματα του οποίου (πορίσματος) παρατίθενται στο αναιρετήριο, πλήττει την ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου και είναι απαράδεκτη.
Συνεπώς οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται το βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων τις οποίες εφάρμοσε, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο, υπό την επίφαση απόλυτης ακυρότητας, ουσιαστικώς πλήττεται το βούλευμα για έλλειψη αιτιολογίας, συνιστάμενη στη μη λήψη υπόψη από το Συμβούλιο Εφετών του από 15-3-2005 υπομνήματός του και των συνημμένων εγγράφων τα οποία αυτός κατέθεσε εντός της προς τούτο ταχθείσης προθεσμίας, αφού κατά τα προεκτεθέντα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών διαλαμβάνει ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία κατ' είδος αναφέρει, μεταξύ δε αυτών, και ξεχωριστά από τα έγγραφα, μνημονεύει και τα υπομνήματα των διαδίκων που υποβλήθηκαν κατά τα διαδικαστικά στάδια.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ι. Απορρίπτει το αίτημα του Χ4 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο.
ΙΙ. Απορρίπτει τις με στοιχεία 11/1-6-2007, 12/22-6-2007, 13/22-6-2007 και 10/31/5-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των α) Χ1, β) Χ2, γ) Χ3 και δ) Χ4, αντιστοίχως, για αναίρεση του υπ' αριθμ.161/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πρόκληση ναυαγίου από πρόθεση με επακόλουθο τον πνιγμό μελών του πληρώματος. Έννοια και στοιχεία της διατάξεως του άρθρου 277 του Π.Κ. Έννοια αμέσου και ενδεχομένου δόλου. Συνδρομή αμελείας ως προς το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το προσβαλλόμενο βούλευμα και αιτιολογημένη παραπομπή. Απορρίπτει αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Ναυαγίου πρόκληση.
| 0
|
Αριθμός 1647/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Μπέλτσιο, περί αναιρέσεως της 203/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως και στους από 13 Μαρτίου 2008 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 17/08.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη των άρθρων 170 παρ. 2, 171 παρ. 1 εδ. δ', 349, 501 παρ. 1 και 510 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προκύπτει ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, απόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου, το οποίο, αν υποβληθεί τέτοιο αίτημα, οφείλει να απαντήσει σ' αυτό, διότι άλλως δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από τα άρθρα 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα. Για την απόρριψη του αιτήματος αυτού, μέχρι μεν την ισχύ (4.6.1996) του Νόμου 2408/1996, που με το άρθρο του 2 παρ. 5 συμπλήρωσε το άρθρο 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην απόφαση του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, μετά δε την ισχύ του νόμου αυτού, ο οποίος (συμπληρώνοντας το άρθρο 139 ΚΠΔ) ρητώς όρισε ότι αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, το δικαστήριο, προκειμένου να απορρίψει ως αβάσιμο το αίτημα αυτό, οφείλει να διαλάβει στην απόφαση του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι διαφορετικά δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ως άνω Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, στα οποία είναι ενσωματωμένη και η προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα Χ, κατά την έναρξη συζητήσεως της υποθέσεως της ενώπιον του Πενταμελούς εφετείου Πειραιώς, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, προέβαλε το ακόλουθο αίτημα: "Ζητάω αναβολή, διότι ο συνήγορος μου Α, που τον είχα στην προδικασία, σήμερα υπερασπίζεται πελάτη του στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να έρθει σήμερα στο παρόν δικαστήριο και ζήτησε να εξετασθεί ως μάρτυρας η Β". Συγχρόνως προσκόμισε στο Δικαστήριο την από 22.5.2007 βεβαίωση του ανωτέρω δικηγόρου, την από 21.5.2007 υπηρεσιακή βεβαίωση της γραμματέως της έδρας του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών ... και την από 22.5.2007 υπηρεσιακή βεβαίωση της γραμματέως της έδρας του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ..., οι οποίες αναγνώσθηκαν. Ακολούθως εξετάσθηκε η προταθείσα από την αναιρεσείουσα μάρτυς Β, δικηγόρος Αθηνών, η οποία κατέθεσε ενόρκως τα ακόλουθα: "Είμαι συνεργάτης του Α. Έχει ξεκινήσει δίκη στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών από τις 14.5.2007 και συνεχίζεται σήμερα, επίσης σήμερα ξεκίνησε άλλο Δικαστήριο στο Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, που εισάγεται σήμερα μετά από δύο αναβολές. Για το λόγο αυτό ζητά αναβολή της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης". Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, απέρριψε το παραπάνω αίτημα της αναιρεσείουσας, με την αιτιολογία ότι "Από την κατάθεση της μάρτυρος Β, που εξετάστηκε στο ακροατήριο και από τις προσκομιζόμενες από την κατηγορουμένη έγγραφες βεβαιώσεις, που αναγνωστηκαν, προκύπτει ότι η εκδίκαση της ως άνω υπόθεσης στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, στις 14.5.2007, ήταν γνωστή για την πολυπλοκότητά της και το χρονοβόρο της διαδικασίας στον ανωτέρω συνήγορο της κατηγορουμένης και κατ' επέκταση και στην ίδια. Επίσης, στον ανωτέρω συνήγορο, αλλά και κατ' επέκταση και στην τελευταία -κατηγορουμένη ήταν γνωστή και η εκδίκαση της ως άνω υπόθεσης στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κατά τη σημερινή ημέρα και ότι αυτή παρουσίαζε τα επικαλούμενα προβλήματα και είχε επανειλημμένως αναβληθεί. Παρά ταύτα, όμως, η κατηγορουμένη, αποσκοπώντας την παρέλκυση της προκειμένης δίκης, που έχει ως αντικείμενο εκδίκαση αδικήματος (πλαστογραφία μετά χρήσεως σε βαθμό πλημμελήματος), που διαπράχθηκε στις 16, 19 και 20 Σεπτεμβρίου 2002, παρέλειψε να διορίσει άλλο συνήγορο υπεράσπισης, που να μην αντιμετωπίζει τα ως άνω προβλήματα, που ήδη αντιμετωπίζει ο επικαλούμενος από αυτήν συνήγορος της Α. Άλλωστε, είχε τη δυνατότητα να επιμεληθεί για τον διορισμό άλλου συνηγόρου για την υπεράσπιση της, δεδομένου ότι από την αρχική της κλήτευση (6.2.2006) έως σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα 16 περίπου μηνών, ήτοι αρκετό για να φροντίσει για την αναπλήρωση του. Υπόψη ότι κατ' αίτηση της είχε και πάλι αναβληθεί στη δικάσιμο της 6.2.2006 για τη σημερινή κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ (βλ. σχ. την υπ' αριθ. 251/2006 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού). Έτσι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η απουσία του κατά την επίκληση της κατηγορουμένης διορισμένου δικηγόρου, δεν αποτελεί σημαντικό αίτιο αναβολής της δίκης, ενόψει της δυνατότητας αναπληρώσεώς του. Πρέπει να επισημανθεί, ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η κατηγορουμένη είχε και πάλι επιδείξει παρελκυστική συμπεριφορά, στο οποίο υπόψη δεν είχε διορίσει τον ανωτέρω δικηγόρο Α. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών το αίτημα της κατηγορουμένης περί αναβολής της δίκης πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο". Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην πιο πάνω παρεμπίπτουσα απόφαση του την κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθεται σ' αυτήν τα στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα του παραπάνω αιτήματος, οι συλλογισμοί, (με βάση τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή, καθώς και οι αποδείξεις που τη στηρίζουν. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζονται οι αποδείξεις που έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση ότι το κώλυμα του δικηγόρου της αναιρεσείουσας ήταν γνωστό στην ίδια πολλές ημέρες πριν την έναρξη της συγκεκριμένης δίκης και ήταν σε θέση αυτή να αναθέσει την υπεράσπιση της σε άλλο δικηγόρο και ότι είχε επιδείξει η ίδια παρελκυστική συμπεριφορά και κατά την εκδίκαση της αυτής υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Περαιτέρω, δεν καθίσταται σαφές, αν το εφετείο δέχθηκε ή όχι ότι το προβληθέν από την αναιρεσείουσα κώλυμα του μοναδικού συνηγόρου υπερασπίσεως της ήταν πραγματικό (υπαρκτό) και παρεμπόδιζε την εμφάνιση του ενώπιον του Δικαστηρίου προς υπεράσπιση της, κατά τη συγκεκριμένη συνεδρίαση, δεδομένου ότι η επιλογή του προσώπου του συνηγόρου αποτελεί δικαίωμα του κατηγορουμένου. Το γεγονός δε ότι η αναιρεσείουσα είχε λάβει και άλλη αναβολή για την ίδια υπόθεση δεν αποτελεί λόγο απορρίψεως του νέου αιτήματος αναβολής, η επίκληση δε και του γεγονότος αυτού από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνιστά την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής της αναιρεσείουσας. Μετά όμως την αναίρεση της ως άνω αποφάσεως λόγω ελλείψεως αιτιολογίας, πρέπει να αναιρεθεί στη συνέχεια και η καταδικαστική για την αναιρεσείουσα απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, διότι το τελευταίο, προχωρώντας στην εκδίκαση της υποθέσεως και την έκδοση της κύριας προσβαλλόμενης αποφάσεως, χωρίς να έχει αιτιολογήσει επαρκώς την απόρριψη του αιτήματος της αναβολής της δίκης, υπερέβη την εξουσία του και υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, κατά τον επίσης βάσιμο περί τούτου λόγο αναιρέσεως (οπότε παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, κύριων και πρόσθετων). Ακολούθως η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 203/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείο Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την άνω υπόθεση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται να υπάρχει σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις δικαστικές αποφάσεις, επομένως και στις παρεμπίπτουσες. Δέχεται την αναίρεση και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απόφαση παρεμπίπτουσα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1646/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1588/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με συγκατηγορούμενους τους: 1.Χ4 και 2. Χ5.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Σεπτεμβρίου 2007, 11 Σεπτεμβρίου 2007 και 1η Οκτωβρίου 2007 αίτησή των, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1717/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 10/11-1-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ. τις υπ'αριθμ. 185/10-9-2007, 190/11-9-2007 και 203/1-10-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Χ1 , κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, 2) Χ2 και 3) Χ3, αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθμ. 1588/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής:
1) Με το βούλευμα αυτό, που εκδόθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 Κ.Π.Δ. (όπως συμπληρώθηκε με το αρ. 15 § 1 του ν.3472/2006) παραπέμπονται οι αναιρεσείοντες (μαζί με τους Χ4 και Χ5) στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθούν: Ο πρώτος Χ1 για α) κατάχρηση εξουσίας και β) νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και δη παθητική δωροδοκία δικαστή κατ'εξακολούθηση και κατ'επάγγελμα, ο δεύτερος Χ2 για α) ηθική αυτουργία με κατάχρηση εξουσίας, β) νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και δη παθητική δωροδοκία δικαστή, γ) απόπειρα απάτης με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 73.000 ευρώ, δ) παράβαση του άρθρου 11 του ν.5227/1931 "περί μεσαζόντων, τετελεσμένη από κοινού και εν αποπείρα, ε) απόπειρα εκβίασης και στ) απάτη από κοινού. Και ο τρίτος Χ3, για α) νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και δη παθητική δωροδοκία δικαστή, β) απάτη από κοινού και γ) παράβαση του άρθρου 11 του ν.5227/1931 "περί μεσαζόντων" από κοινού. Οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρ. 473 § 1 και 474 § 1 Κ.Π.Δ.), από δικαιούμενα σε άσκηση αναιρέσεως πρόσωπα (αρ. 463 και 482 § 1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ.) και περιέχουν συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως, ήτοι της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της απόλυτης ακυρότητας η αναίρεση του πρώτου Χ1 (άρθ. 484 § ια', β' και δ' Κ.Π.Δ.) της υπέρβασης εξουσίας και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας η αναίρεση του δευτέρου Χ2 (άρ. 484 § ιδ' και στ' Κ.Π.Δ.), της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, της απόλυτης ακυρότητας και της υπέρβασης εξουσίας η αναίρεση του τρίτου Χ3.Συνεπώς είναι τυπικά παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 239 του ΠΚ, υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη ή η ανάκριση αξιοποίνων πράξεων α)......β) αν εν γνώσει του εξέθεσε σε δίωξη ή τιμωρία κάποιον αθώο ή παρέλειψε να διώξει κάποιον υπαίτιο ή προκάλεσε την απαλλαγή του από την τιμωρία, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη. Δράστης του εγκλήματος της κατάχρησης εξουσίας μπορεί να είναι υπάλληλος με την έννοια των άρθρων 13 α και 263 Α του ΠΚ, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η άσκηση ποινικής δίωξης, δηλαδή οι εισαγγελείς και οι δημόσιοι κατήγοροι, ή η διενέργεια ανάκρισης (και προανάκρισης ή προκαταρκτικής εξέτασης) για αξιόποινες πράξεις, δηλαδή ο ανακριτής και οι γενικοί ή ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι. Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος στην κακουργηματική του μορφή απαιτείται ο δράστης α) είτε να εξέθεσε σε δίωξη ή τιμωρία κάποιον αθώο, δηλαδή να ενέβαλε σε κίνδυνο δίωξης ή τιμωρίας κάποιον, ο οποίος δεν τέλεσε καμία αξιόποινη πράξη ή ο οποίος τέλεσε άλλη αξιόποινη πράξη και όχι τη συγκεκριμένη πράξη για την οποία ασκήθηκε η δίωξη ή εκείνος υπέρ του οποίου υπάρχει λόγος που αποκλείει το άδικο ή την ενοχή ή προσωπικός λόγος που αποκλείει την επιβολή ποινής και β) είτε να παρέλειψε να διώξει κάποιον υπαίτιο ή να προκάλεσε την απαλλαγή του από την τιμωρία. Στην τελευταία περίπτωση απαιτείται η απαλλαγή του υπαιτίου να επήλθε ως αποτέλεσμα της πράξης (ενέργειας ή παράλειψης) δράστη, ενώ με την απαλλαγή του υπαιτίου ισοδυναμεί και η παραγραφή του αξιοποίνου (ΑΠ 273/2000 ΠΧρ. Ν. σελ. 881 και ΑΠ 1117/81 ΠΧρ ΛΒ σελ. 425). Επίσης, απαιτείται ο δράστης να έχει άμεσο δόλο, δηλαδή να γνωρίζει ότι εκείνος του οποίου προκάλεσε την απαλλαγή είχε τελέσει τη σχετική αξιόποινη πράξη (ΑΠ 1193/87 ΠΧρ ΛΖ σελ. 995), ενώ δεν απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτός που απαλλάσσεται να είναι εξατομικευμένο πρόσωπο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2331/1995, "για την πρόληψη καθ καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες" (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3424/2005), "με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται, όποιος από κερδοσκοπία ή για να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. α' εδ. αιζ' του ίδιου νόμου, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 16 του ν. 2479/1997 (και αναριθμήθηκε με το άρθρο έκτο παρ. 1 του ν. 2696/1998), ο όρος "εγκληματικές δραστηριότητες" περιλαμβάνει (μεταξύ άλλων) και τα εγκλήματα (καλούμενα εφεξής βασικά εγκλήματα) τα προβλεπόμενα και τιμωρούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 235, 236 και 237 του Ποινικού Κώδικα" και κατά τη διάταξη της παρ γ' του ίδιου άρθρου του νόμου, με τον όρο "περιουσία" νοούνται περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άυλα, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων. Με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3424/ 2005, η διάταξη του άρθρου 1 παρ. α' του ν. 2331/1995, όπως είχε αντικατασταθεί, αντικαταστάθηκε περαιτέρω και αντί του εδ. αιζ' (εγκλήματα προβλεπόμενα και τιμωρούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 235, 236 κα ι 237 του Π.Κ.), τέθηκε στοιχείο δδ', στο οποίο αναφέρεται συναφώς (ως έγκλημα περιλαμβανόμενο στον όρο "εγκληματικές δραστηριότητες") μόνον η παθητική δωροδοκία (άρθρο 235 Π.Κ.), στην έννοια όμως της οποίας περιλαμβάνεται και το έγκλημα της παρ. 1 του άρθρου 237 του Π.Κ. (παθητική δωροδοκία δικαστή), αποκλεισθείσης μόνον της ενεργητικής δωροδοκίας (άρθρα 236 και 237 παρ. 2 του Π.K.), προδήλως ως μη αποφέρουσας εισόδημα. Και κατά τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 1 του Π.Κ. (όπως ίσχυε προ της αντικαταστάσεως του με τη δυσμενέστερη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 7 του ν. 3327/2005, ισχύοντος από της 11-3-2005), "1. Εκείνος που καλείται κατά νόμο να εκτελέσει δικαστικά καθήκοντα ή ο διαιτητής, αν απαιτήσουν ή δεχθούν δώρα ή άλλα ωφελήματα που δεν δικαιούνται ή την υπόσχεση ότι θα λάβουν, με το σκοπό να διεξαχθεί ή να κριθεί μια υπόθεση που τους έχει ανατεθεί, υπέρ ή εναντίον κάποιου, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ("ξέπλυμα βρώμικου χρήματος") προϋποθέτει, αντικειμενικά μεν (εναλλακτικά), την αγορά, απόκρυψη, λήψη με την μορφή εμπράγματης ασφάλειας, αποδοχή της κατοχής, απόκτηση οπωσδήποτε δικαιώματος, μετατροπή ή μεταβίβαση, οποιαδήποτε περιουσίας, που αποκτήθηκε με εγκληματική δραστηριότητα, υποκειμενικά δε δόλο, έστω και ενδεχόμενο και περαιτέρω σκοπό κερδοσκοπίας ή συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης της περιουσίας αυτής ή παροχής συνδρομής σε άλλον, ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα και αποκτήσαντα από αυτή περιουσία, για τη συγκάλυψη της αληθούς προέλευσης της περιουσίας αυτής. Πρόκειται δηλαδή για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό και με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, έγκλημα δηλαδή σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην επιδίωξη κερδοσκοπίας ή συγκάλυψης της προέλευσης περιουσίας ή παροχής σε άλλον συνδρομής για κερδοσκοπία ή συγκάλυψη. Διευκρινίζεται στο νόμο αναλυτικά, τι νοείται με τους όρους ''εγκληματική δραστηριότητα'' και ''περιουσία'', στην έννοια δε της τελευταίας, περιλαμβάνεται και το χρήμα, υπό υλική ή άυλη μορφή. Προϋποθέτει επίσης, την τέλεση ενός άλλου βασικού (καλούμενου) εγκλήματος (που συνιστά την εγκληματική δραστηριότητα), εκ του οποίου κάποιος (υπαίτιος ή άλλος) αποκόμισε παράνομα έσοδα (περιουσία) και το οποίο, όταν αυτουργός της πράξεως είναι το ίδιο πρόσωπο, πράγμα που δεν αποκλείεται από οιαδήποτε διάταξη του νόμου (εκτός από την περίπτωση που το έγκλημα τελείται υπό τη μορφή της ''παροχής συνδρομής'' σε άλλο πρόσωπο ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα, οπότε αποκλείεται η ταυτοπροσωπία εννοιολογικά) ή άλλη διάταξη, συρρέει με εκείνο πραγματικά, αφού πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά κατά τα στοιχεία τους εγκλήματα, με διακεκριμένη και διαφορετική καθένα απαξία. Κατ' εξοχήν δε ο νόμος τιμωρεί τις πράξεις συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης, εκείνου που απόκτησε ο ίδιος περιουσία από εγκληματικές δραστηριότητες, ενώ τον άλλον (εκτός από τον αποκτήσαντα) τον θεωρεί συνεργό και τον τιμωρεί ως αυτουργό της πράξεως. Η τέλεση του βασικού εγκλήματος, αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων. Τα εγκλήματα αυτά, καλούμενα όπως αναφέρθηκε βασικά, προσδιορίζονται στο νόμο (άρθρο 1 παρ. α' ν. 2331) περιοριστικά, περιλαμβάνεται δε μεταξύ αυτών και η παθητική δωροδοκία (δωροληψία) δικαστή, αποτελούσα ειδικότερη περίπτωση παθητικής δωροδοκίας, η οποία ρητά προβλέπεται στο νόμο και μετά την τροποποίηση του. Τέλεση του εγκλήματος κατ' επάγγελμα, νοείται υπό την έννοια του άρθρου 13 περ. στ' του Π.Κ., όταν δηλαδή από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός αυτού, για τον πορισμό εισοδήματος. Το έγκλημα δε της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας) δικαστή, που ήταν (προ της ισχύος του ν. 3327/2005) πλημμέλημα, προϋποθέτει εκτός από τη δικαστική ιδιότητα του υπαίτιου, απαίτηση ή αποδοχή από αυτόν δώρου ή άλλου ωφελήματος, που δεν το δικαιούται ή έστω αποδοχή υπόσχεσης παροχής δώρου ή ωφελήματος. Kαι το έγκλημα δηλαδή της παθητικής δωροδοκίας, είναι υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του (απαίτηση ή αποδοχή δώρου ή ωφελήματος ή υπόσχεσης παροχής), αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής δραστηριότητας και μπορεί να εναλλαχθούν, σε περίπτωση δε συνδρομής περισσότερων τρόπων τέλεσης, τελείται ένα μόνον έγκλημα, του οποίου μάλιστα χρόνος τέλεσης, είναι ο χρόνος που εκδηλώθηκε ο πρώτος τρόπος (τέλεσης). Από υποκειμενική δε άποψη, εκτός από το δόλο, που αρκεί να είναι και ενδεχόμενος, απαιτείται και περαιτέρω σκοπός του υπαίτιου, για διεξαγωγή ή κρίση μιας υπόθεσης που του έχει ανατεθεί, υπέρ ή εναντίον κάποιου. Kαι η παθητική δηλαδή δωροδοκία (δωροληψία) δικαστή, είναι έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 το έγκλημα της απάτης διαπράττει όποιος με σκοπό ν' αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών τιμωρούμενος με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος, στη βασική του υπόσταση, απαιτούνται, α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη των αληθινών ή παρασιώπηση τους, εξαιτίας των οποίων, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, γ) βλάβη ξένης περιουσίας η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και διαβεβαιώσεις (ΑΠ 2353/2002 Ποιν.Δικ. 2003, σελ. 448, ΑΠ 405/2004 Ποιν.Δικ. 2004 σελ. 79, Απ 59/2005 ΠΧ ΝΕ-887, ΑΠ 587/2006 ΠΧ ΝΖ-57). Η πράξη της απάτης κατά την παρ. 3 εδ. β', ιδίου άρθρου, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2721/99, προσλαμβάνει το χαρακτήρα κακουργήματος αν το περιουσιακό όφελος ή η προκληθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ. Περί μιας δε πράξεως πρόκειται όταν γίνονται ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί στο εξαπατώμενο πρόσωπο η επιδιωκόμενη πλάνη, εξαιτίας της οποίας (άπαξ πλάνης) προβαίνει ο εξαπατώμενος σε μία ή και περισσότερες επιζήμιες πράξεις (ΑΠ 471/2003 Ποιν.Δικ. 2003 σελ. 862, ΑΠ 2251/2002. Ποιν. Δικ. 2003 σελ. 577, ΑΠ 935/2003 Ποιν.Δικ. 2003, σελ. 1160, ΑΠ 2203/2006, ΠΧ ΝΖ-209, Μπουρόπουλος, Ερμηνεία ΠΚ, Τόμος Γ, σελ. 82, Κ. Σταμάτης, σε ΠΧ ΛΔ-98).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 11 του ν. 5227/1931 "περί μεσοζόντων", "με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή (10.000 μέχρι 1.000.000 δρχ.) τιμωρείται όποιος παριστάνει ψευδώς ή αληθώς, ότι ως εκ των σχέσεων αυτού μπορεί να πετύχει υπέρ άλλου ή και υπέρ εαυτού, αλλά για λογαριασμό άλλου, τη σύναψη οιασδήποτε συμβάσεως μετά του Δημοσίου ή των λοιπών αναφερομένων στο άρθρ, 1 του παρόντος προσώπων ή και ασχέτως προς πάσα σύμβαση, προκαλέσει οιασδήποτε πράξη ή παράλειψη των προσώπων αυτών, των υπαλλήλων αντιπροσώπων ή των οργάνων αυτών, λαμβάνει αμοιβή ή άλλο αντάλλαγμα ή αποσπά υπόσχεση τέτοιας αμοιβής ή ανταλλάγματος, υπέρ εαυτού ή τρίτου". Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος που προβλέπει η διάταξη αυτή απαιτείται μεταξύ άλλων, λήψη αμοιβής ή ανταλλάγματος ή απόσπαση αμοιβής ή ανταλλάγματος (ΑΠ 646/99 ΠΧ Ν-233, ΑΠ 40/2005 ΠΧ ΝΕ 829, ΑΠ 505/2005 ΠΧ ΝΕ-991). Απόπειρα στοιχειοθετείται εφόσον η αμοιβή ή το αντάλλαγμα (ή η υπόσχεση αυτών) δεν δοθεί (ΑΠ 1716/82 ΠΧ ΛΓ-617, ΑΠ 1429/83 ΠΧ ΛΔ-403). Το έγκλημα του άρθρου 11 ν. 5227/31 συρρέει αληθώς με το έγκλημα της απάτης, γιατί το πρώτο έγκλημα έχει αυτοτελή υπόσταση, η αντικειμενική υπόσταση καθενός από τα δύο εγκλήματα δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίσταση του άλλου, ούτε το απορροφά και γιατί στρέφονται κατά διαφορετικών εννόμων αγαθών, αφού η απάτη στρέφεται κατά περιουσιακών δικαίων, ενώ η παράβαση του νόμου περί μεσαζόντων κατά της ηθικής τάξεως και χρηστής διοικήσεως (ΑΠ 1049/89 ΠΧ Μ-327, ΑΠ 587/94, Υπέρ. 1984 σελ. 859 επ. ΑΠ 40/2005, οπ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 385& 1 περ. γ' Π.Κ. "Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 3 80, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου τιμωρείται.....γ) σε κάθε άλλη περίπτωση με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την θεμελίωση του άνω εγκλήματος σε βαθμό πλημμελήματος απαιτείται: α) ο εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στη περιουσία αυτού που εξαναγκάζεται ή κάποιου άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης αυτού που εξαναγκάζεται και γ) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Παράνομο περιουσιακό όφελος υπάρχει όταν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα δεν αποτελεί νόμιμη αξίωση του δράστη ή του άλλου που ωφελείται κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή η παράλειψη αυτού δεν αποτελεί έκφραση του περιεχομένου από τα άρθρα 5 παρ. 1,2 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 361 του Α.Κ. στο πρόσωπο δικαιώματος της αυτονομίας της βουλήσεώς του και της εντεύθεν ελευθερίας στις συναλλαγές (ΑΠ 265/96, ΠΧ ΜΣΤ-1638, ΑΠ 1553/2001, Ποιν.Δικ. 2002, 219, ΑΠ 1661/2005, ΠΧ ΝΣΤ, 434, ΑΠ 824/2006, Ποιν.Δικ. 2006, 1225). Το πρόσωπο του εξαναγκαζομένου δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που περιουσιακά ζημιώνεται και έτσι υπάρχει εκβίαση και όταν ο εξαναγκαζόμενος είναι πρόσωπο άλλο από το περιουσιακά βλαπτόμενο, αρκεί ο εξαναγκαζόμενος να μπορεί από τα πράγματα ή από το νόμο να ενεργήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη.
Ως απειλή δύναται να χρησιμεύσει και η δήλωση ασκήσεως από τον απειλούντα δικαιώματος που νομίμως μπορεί να ασκήσει, διότι εκβίαση συνιστά όχι καθ' εαυτήν η άσκηση του δικαιώματος, αλλά η απειλή ασκήσεώς του (Α.Π. 1313/2002 ΠΧ ΝΓ/2003 σελ. 434 Α.Π. 2269/2002 ΠΧ ΝΓ/2003 σελ. 803). Η απειλή μπορεί ακόμη να είναι και σιωπηρή (ΑΠ 2269/2002). Αν η ασκηθείσα βία ή απειλή δεν προκαλέσουν στον απειλούμενο φόβο ή δεν επιφέρουν σ' αυτόν περιουσιακή ζημία, το έγκλημα της εκβιάσεως δεν είναι τετελεσμένο και η βία ή η απειλή που ασκήθηκε συνιστούν απόπειρα εκβιάσεως, κατά το άρθρο 42 Π.Κ., εφόσον περιέχουν τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς του (Α.Π. 2321/2003 ΠΧ ΝΔ/2004 σελ. 821 ΑΠ 1661/2005, ΠΧ ΝΣΤ', 434). Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον, μπορεί δε να συνίσταται και στη παράλειψη εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης, αρκεί να είναι ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης του εξαναγκαζομένου (ΑΠ 534/2004 ΠΧ ΝΕ/2005 σελ. 159).
Εξάλλου κατά το άρθρο 45 ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο καθένας συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που διαπράττεται, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι ενεργούν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει με την επί μέρους πράξη του την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο ν' αναφέρονται (στη δικαστική απόφαση ή το βούλευμα) και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς (ΑΠ 462/2000 ΠΧ Ν-928, ΑΠ 598/2005 ΠΧ ΝΕ-998, ΑΠ 1264/2005 ΠΧ ΝΣΤ-227, ΑΠ 810/2006 ΠΧ ΝΣΤ-222). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1β ΠΚ στην οποία ορίζεται ότι με την ποινή του αυτουργού, τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, συνάγεται ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος, που, με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και στη διάρκεια της κυρίας πράξης κατά τέτοιο τρόπο ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, ενώ ο δόλος του άμεσου συνεργού περιλαμβάνει τη θέληση ή αποδοχή για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κυρία πράξη και τη γνώση της συγκεκριμένης πράξης στην οποία παρέχει τη συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ίδιας πράξης (ΑΠ 1235/2005 ΠΧ ΝΣΤ-216, ΑΠ 1280/2005 ΠΧ ΝΣΤ 233, ΑΠ 160/2006 ΠΧ ΝΣΤ-721). Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ' (νέα αρίθμηση) του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση ή την προανάκριση, σε σχέση με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και oι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε και κρίθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Όταν δε πρόκειται για έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, έγκλημα δηλαδή σκοπού, όπως είναι και η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και η παθητική δωροδοκία δικαστή, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο σκοπό αυτό. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, ούτε προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία τέλος του βουλεύματος, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό του, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος συνιστά, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' του Κ.Π.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 1588/2007 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε με δικές του σκέψεις, αλλά και με συμπληρωματική αναφορά του στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών (ΑΠ Συμ. 1608/01, Π. Χρ. ΝΒ 623, ΑΠ 348/96, Π. Χρ. ΜΖ 33), δέχτηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τη συνεκτίμηση των αναφερομένων σ'αυτό κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Συγκεκριμένα, από το ως άνω αποδεικτικό υλικό, προέκυψαν τα εξής: Ο από τους κατηγορούμενος Χ1 , πρώην δικαστικός λειτουργός, εισήλθε στο δικαστικό σώμα στις 16-1-1985 και υπηρέτησε σ' αυτό μέχρι τις 16-6-2005, οπότε παύθηκε οριστικά από το λειτούργημα του, ενώ έφερε το βαθμό του προέδρου Πρωτοδικών, λόγω ανεπάρκειας υπηρεσιακού ήθους, με την υπ' αριθμ. 15/2005 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Κατά τη χρονική περίοδο από 16-9-1997 έως 15-9-2001 άσκησε καθήκοντα ανακριτή στο 23° Ανακριτικό Τμήμα του Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού πέτυχε με αίτηση του να ανανεωθεί η αρχική θητεία του με απόφαση της Ολομέλειας του Πρωτοδικείου Αθηνών.- Με την τελευταία αυτή ιδιότητα του, ο κατηγορούμενος Χ1 ανέλαβε κατά το χρονικό διάστημα από 17-11-2000 έως 31-1-2001 τη διενέργεια κυρίας ανακρίσεως σε βάρος των Γ1 και Χ4(ήδη συγκατηγορούμενού του) εναντίον των οποίων είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, εκτός άλλων αξιοποίνων πράξεων και για την κακουργηματικού χαρακτήρα αξιόποινη πράξη της εκρήξεως κατά συρροή με πρόθεση, από την οποία πράξη ήταν δυνατόν να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, σε βάρος του πρώτου από τους κατηγορούμενους στην υπόθεση αυτή, Γ1 και για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή σε βάρος του δεύτερου Χ4. Η πράξη που αποδιδόταν στους τελευταίους, είχε επισυμβεί στις 27-6-2000 στη συμβολή των οδών ..... και .... στην Αθήνα, στις 3-8-2000 στην οδό ... αριθμ. ....., στον Πειραιά και στις 10-10-2000 στην οδό ......, στον ....... Αττικής, με εκρήξεις που είχαν προκληθεί νυκτερινές ώρες, σε καταστήματα ηλεκτρονικών παιχνιδιών που εκμεταλλευόταν ο Ζ1, εναντίον του οποίου είχε εκδηλώσει επαγγελματική αντιζηλία ο Χ4 που είχε αναπτύξει συναφή δραστηριότητα με επίκεντρο τον Πειραιά.
Ο ανωτέρω Ζ1 και ο συνεταίρος του Ζ2 με την από 23-10-2000 αίτηση τους και αναφορά παραπόνων προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά δήλωσαν ότι δέχονται πολλά απειλητικά για τη ζωή και την περιουσία τους και περί ενοχοποιήσεώς τους για δήθεν εγκληματικές ενέργειες τηλεφωνήματα, και ότι θεωρούν ως κυρίως ύποπτο για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Χ4, ασκούντα όμοια με εκείνων εμπορική δραστηριότητα (κατάστημα ηλεκτρονικών παιγνίων στον Πειραιά), ισχυριζόμενοι και ότι αυτός έχει απειλήσει "ευθέως και προσωπικώς" το δεύτερο απ' αυτούς (Ζ2), ώστε ν' αποτραπεί η μίσθωση του ανωτέρω, επί της οδού .... στον Πειραιά καταστήματος. Κατά την αυτεπαγγέλτως διενεργηθείσα προανάκριση επί της ως άνω υποθέσεως εξετάστηκαν ως μάρτυρες οι ιδιωτικοί αστυνομικοί Δ1 και Δ2, οι οποίοι κατέθεσαν ότι εργαζόμενοι ως ιδιωτικοί αστυνομικοί προς φύλαξη του επί των οδών ... και ..... πολυκαταστήματος "...." αντελήφθησαν πριν από την πρώτη των εκρήξεων, δύο άτομα επιβαίνοντα εντός αυτοκινήτου το οποίο εστάθμευσε επί της οδού ..., εκ του οποίου εξήλθε το ένα και κατευθύνθηκε στην οδό ...... και παρέλαβε μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού, στην οποία επεβιβάσθη και απεμακρύνθη, αφού εκινήθη περιμετρικώς του καταστήματος. Μετά δε από την εν λόγω έκρηξη, το ίδιο άτομο, με την ίδια μοτοσυκλέτα διήλθε εκ νέου από τον τόπο της εκρήξεως. Οι ίδιοι μάρτυρες κατέθεσαν, επίσης προανακριτικώς, ότι εις επιδειχθείσα σ' αυτούς φωτογραφία και βιντεοσκόπηση ότι αναγνωρίζουν το ανωτέρω άτομο. Το άτομο δε αυτό είναι ο τότε κατηγορούμενος Γ1, αλλοδαπός (Βούλγαρος υπήκοος), ο οποίος απολογούμενος δέχεται ότι "δουλεύει" για τον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του Χ4 "σε ένα μαγαζί του με ηλεκτρονικά παιγνίδια ... στον Πειραιά". Κατά τη διενέργεια κύριας ανάκρισης από τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1, επί της ως άνω υποθέσεως, δηλ. για την κακουργηματικού χαρακτήρα αξιόποινη πράξη της εκρήξεως κατά συρροή με πρόθεση, από την οποία πράξη ήταν δυνατόν να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, σε βάρος του πρώτου από τους κατηγορούμενους στην υπόθεση αυτή Γ1 και για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή σε βάρος του δεύτερου Χ4, ο τότε και τώρα κατηγορούμενος Χ4 προκειμένου να αναιρέσει τα κατατεθέντα από τους ως άνω αυτόπτες μάρτυρες περί των κινήσεων του μοτοσυκλετιστή, πρότεινε προς εξέταση ως μάρτυρα υπερασπίσεως τον Ο1, συνάδελφο των ανωτέρω δύο μαρτύρων, απασχολούμενο ως προϊστάμενο-αρχιφύλακα στη φύλαξη του ως άνω καταστήματος, ο οποίος δεν είχε εξεταστεί κατά την προανάκριση, αφού δεν προέκυψε ως ουσιώδης μάρτυρας και προφανώς προσήλθε το πρώτον να καταθέσει μετά από παρώθηση του κατηγορουμένου Χ4, και ο οποίος κατέθεσε σχετικά με τις κινήσεις του ως άνω μοτοσυκλετιστή ότι ουδέν αντελήφθη, απέκλεισε να συνέβη κάτι τέτοιο, επικαλούμενος ότι οι συνάδελφοι θα του το ανέφεραν οπωσδήποτε και μάλιστα θα έπρεπε μάλιστα να γραφτεί και στο σχετικό βιβλίο αναφοράς που τηρούσε. Παρά το γεγονός, ότι ο προταθείς από τον κατηγορούμενο Χ4 μάρτυρας Ο1, αν και δεν είχε προσωπική αντίληψη, διέψευδε στην ουσία τις καταθέσεις των δύο αυτόπτων μαρτύρων, οι οποίοι είχαν κυριολεκτικά αναγνωρίσει στο πρόσωπο του τότε κατηγορουμένου Γ1 το φυσικό αυτουργό των ως άνω εκρήξεων, και ως εκ τούτου, ενόψει και της διαπιστωθείσας και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της υπ' αριθμ. 36/15-1-2001 διάταξής του, για την οποία γίνεται λόγος παρακάτω, "διαμετρικά αντίθετης από εκείνες των συναδέλφων του Δ1 και Δ2 κατάθεσης του μάρτυρος Ο1", της σπουδαιότητας των καταθέσεων των ως άνω αυτόπτων μαρτύρων και των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών των κατηγορουμένων, επιβαλλόταν κατ' άρθρο 248 παρ. 3 ΚΠΔ για τη διερεύνηση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων και την αποκάλυψη των ενόχων, ο ως άνω Ανακριτής και ήδη κατηγορούμενος Χ1 να καλέσει και να εξετάσει κατά τη διενεργούμενη απ' αυτόν κυρία ανάκριση, προς διευκρίνιση και συμπλήρωση των καταθέσεων τους τόσο τους ως άνω αυτόπτες μάρτυρες Δ1 και Δ2, των οποίων η ταυτότητα προέκυπτε από τα στοιχεία της δικογραφίας αφού είχαν εξετασθεί ως μάρτυρες κατά την προηγηθείσα προανάκριση, όσο και τους αστυνομικούς Δ3, Δ4 της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής και Ιδιοκτησίας και Δ5 του Αστυνομικού Τμήματος Ασφαλείας Ομονοίας, που κατ' εντολήν της υπηρεσίας τους είχαν συλλέξει στοιχεία που βεβαίωναν την τέλεση των πράξεων και τους υπαιτίους, στους οποίους, προφορικά οι δύο πρώτοι ανωτέρω μάρτυρες, είχαν αναφέρει όσα και εγγράφως κατά την αυτεπάγγελτη προανάκριση είχαν καταθέσει, εν τούτοις ο κατηγορούμενος Χ1προσπαθώντας να καταδείξει ότι οι καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων (της έκρηξης) Δ2 και Δ1 ήταν αναξιόπιστες, αλλά και να δώσει την ευκαιρία στον κατηγορούμενο Χ4 να τους πείσει, αργότερα, όταν οι συνθήκες θα το επέτρεπαν, να τις ανακαλέσουν, παρέλειψε να πράξει τούτο. Η παράλειψη δε αυτή του κατηγορούμενου Χ1 έγινε συνειδητά στα πλαίσια μάλιστα σχεδίου για την απαλλαγή των υπαιτίων, και εν γνώσει του ότι οι παραπάνω κατηγορούμενοι ήταν υπαίτιοι των πράξεων που τους αποδίδονται, αν ληφθεί υπόψη, αφ' ενός μεν ότι αυτός, ως ανακριτής στο 23° Τμήμα Πλημμελειοδικών Αθηνών, είχε λάβει από τον Χ4, με τη μεσολάβηση του συγκατηγορούμενού του Χ2, όπως εκτίθεται παρακάτω, μεγάλο χρηματικό ποσό προκειμένου να χειριστεί ευνοϊκά την ως άνω υπόθεση του και να μην επιβάλει σ' αυτόν προσωρινή κράτηση, αμέσως μετά την ενώπιον του απολογία του για την κακουργηματική πράξη της ηθικής αυτουργίας στην αξιόποινη πράξη της εκρήξεως κατά συρροή με πρόθεση, από την οποία πράξη ήταν δυνατόν να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, όπως και έπραξε, επιβάλλοντας σε βάρος του περιοριστικούς όρους, όπως γίνεται λόγος παρακάτω, αφ' ετέρου δε ότι τα συλλεγέντα από την προανάκριση εις βάρος τους στοιχεία της δικογραφίας ήταν συντριπτικά, ενόψει της ανεπιφύλακτης αναγνώρισης του φερόμενου ως αυτουργού της εκρήξεως Γ1 από δύο αυτόπτες μάρτυρες, της παραδοχής από τον τελευταίο, κατά τη διενεργηθείσα τότε ανάκριση ότι "δουλεύει" για τον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του Χ4 "σε ένα μαγαζί του με ηλεκτρονικά παιγνίδια στον Πειραιά", ανεύρεσης κατά τις διενεργηθείσες έρευνες, στις 16-11-2000, στην επί της οδού .... στο ..... Αττικής οικία του κατηγορουμένου Χ4 και στο επί της οδού ...... στον Πειραιά γραφείο αυτού, όπλων και πυρομαχικών, κατεχόμενων από αυτόν χωρίς άδεια της αστυνομικής αρχής, καταγγελίας από τον προαναφερόμενο Ζ1 και το συνεταίρο του Ζ2 με την από 23-10-2000 αίτηση του και αναφορά παραπόνων προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά ότι δέχονται πολλά τηλεφωνήματα απειλητικά για τη ζωή και την περιουσία τους και περί ενοχοποιήσεώς τους για δήθεν εγκληματικές ενέργειες, και δήλωσης τους ότι θεωρούν ως κυρίως ύποπτο για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Χ4, ασκούντα όμοια με εκείνων εμπορική δραστηριότητα (κατάστημα ηλεκτρονικών παιγνίων στον Πειραιά), καθώς και ότι αυτός έχει απειλήσει "ευθέως και προσωπικώς" το δεύτερο απ' αυτούς (Ζ2), ώστε ν' αποτραπεί η μίσθωση του ανωτέρω, επί της Λεωφ. ..., αριθμ. .... στον Πειραιά καταστήματος. Την παράλειψη δε εξετάσεως τους κατά το στάδιο της ανακρίσεως, εκμεταλλεύτηκαν οι δύο πρώτοι μάρτυρες Δ1 και Δ2, οι οποίοι προφανώς παρωθούμενοι από τον Χ4, στις 6-4-2001, ο πρώτος, και 8-6-2001, ο δεύτερος, έδωσαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά τις υπ' αριθμ. 1610/6-4-2001 και 2485/8-6-2001 ένορκες βεβαιώσεις τους, αντίστοιχα, με τις οποίες ισχυρίστηκαν ότι οι προανακριτικές τους καταθέσεις ήταν προϊόν υποβολής και επιβολής από τους αστυνομικούς προανακριτικούς υπαλλήλους και ειδικότερα ότι ο φερόμενος ως ύποπτος της ανωτέρω εκρήξεως αλλοδαπός υπεδείχθη σ' αυτούς από αστυνομικούς προανακριτικούς υπαλλήλους, οι οποίοι τους έπεισαν να καταθέσουν όλα όσα κατέθεσαν και ότι ουδέποτε είχαν δει τον εν λόγω αλλοδαπό (βλ. τις υπ' αριθμ. 1610 και 2485/2001 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών), ισχυρισμούς τους οποίους, προέβαλαν το πρώτον μετά την ανάκριση και δη μετά την παραπεμπτική προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών Εισαγγελική πρόταση επί της ουσίας της υποθέσεως, πράγμα το οποίο δεν θα μπορούσαν να πράξουν, ή και αν το έπρατταν δεν θα μπορούσαν να γίνουν πιστευτοί, εάν είχαν κληθεί να διευκρινίσουν και να συμπληρώσουν τις καταθέσεις τους κατά την ανάκριση, τόσο οι ίδιοι, όσο και οι μάρτυρες αστυνομικοί Δ4 και Δ3, ιδίως σχετικά με ζητήματα που αφορούσαν τον έλεγχο της αξιοπιστίας τους, όπως αυτά για τα οποία κατέθεσε ο εξετασθείς το πρώτον κατά την ανάκριση μάρτυρας Ο1. Αποτέλεσμα των ως άνω παραλείψεων του κατηγορουμένου Χ1 κατά τη διενέργεια απ' αυτόν της κύριας ανάκρισης για την ως άνω υπόθεση, ήταν να προκληθεί πράγματι η απαλλαγή των κατηγορουμένων στην υπόθεση αυτή Γ1 και Χ4, για την κακουργηματικού χαρακτήρα αξιόποινη πράξη της εκρήξεως κατά συρροή με πρόθεση, από την οποία πράξη ήταν δυνατόν να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, σε βάρος του πρώτου (Γ1) και ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή σε βάρος του δεύτερου (Χ4), για τους οποίους το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το υπ' αριθμ. 2608/2001 βούλευμα του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος τους για τις ως άνω πράξεις για έλλειψη σοβαρών ενδείξεων, μεταρρυθμίζοντας το υπ' αριθμ. 2781/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, μετά από έφεση των ιδίων, με το οποίο αυτοί είχαν παραπεμφθεί να δικαστούν για την πράξη της εκρήξεως κατά συρροή, στο αρμόδιο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο, αφού για την κρίση του αυτή το ως άνω Συμβούλιο Εφετών, στηρίχθηκε, αφ' ενός μεν στο ότι "ο μάρτυρας Ο1, συνάδελφος των ανωτέρω δύο μαρτύρων, απασχολούμενος συγχρόνως με αυτούς στη φύλαξη του ανωτέρω πολυκαταστήματος, ως προϊστάμενος αρχιφύλακας, κατέθεσε κατά την κυρία ανάκριση, σε σχέση προς τους ως άνω ισχυρισμούς εκείνων, περί των κινήσεων μοτοσυκλετιστού, ότι ουδέν αντελήφθη και συνέχισε: "Θα έλεγα μάλιστα ότι αποκλείεται να συνέβη κάτι τέτοιο, διότι εάν επρόκειται για τον ίδιο μοτοσυκλετιστή, ο οποίος θα εμφανιζόταν και μετά την έκρηξη, οι συνάδελφοι θα μου το ανέφεραν οπωσδήποτε. Αυτό θα έπρεπε μάλιστα να γραφτεί και στο σχετικό βιβλίο αναφοράς που τηρούσε. Κάτι τέτοιο, όμως δεν έγινε", αφ' ετέρου δε στο ότι "Και οι δύο προαναφερόμενοι μάρτυρες (Δ1 και Δ2), δια των από 6-4-2001 και 8-6-2001 ενόρκων βεβαιώσεων, αντιστοίχως, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, ισχυρίζονται ότι ο φερόμενος ως ύποπτος της ανωτέρω εκρήξεως αλλοδαπός υπεδείχθη σ' αυτούς από αστυνομικούς, οι οποίοι τους έπεισαν να καταθέσουν όλα όσα κατέθεσαν και ότι ουδέποτε είχαν δει τον εν λόγω αλλοδαπό (βλ. υπ' αριθμ. 1610 και 2485/2001 ενόρκους βεβαιώσεις)".
Χαρακτηριστικό της σχεδιασμένης επιδιώξεως του κατηγορουμένου Χ2 να καταστήσει αναξιόπιστες τις καταθέσεις των ως άνω αυτόπτων μαρτύρων και να προκαλέσει την απαλλαγή των κατηγορουμένων στην υπόθεση αυτή Γ1 και Χ4, ως φυσικού και ηθικού αυτουργού, αντίστοιχα, για την κακουργηματικού χαρακτήρα αξιόποινη πράξη της εκρήξεως κατά συρροή με πρόθεση, από την οποία πράξη ήταν δυνατόν να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, είναι και το σκεπτικό της υπ' αριθμ. 36/15-1-2001 διάταξης του με την οποία, αντικατέστησε, μετά από μερική παραδοχή της από 22-12-2000 αιτήσεως του φερόμενου ως φυσικού αυτουργού της ως άνω πράξεως Γ1, την επιβληθείσα σε βάρος του, αμέσως μετά την ενώπιον του απολογία του, με το εκδοθέν απ' αυτόν υπ' αριθμ. 29/24-11-2000 ένταλμα, προσωρινή κράτηση με περιοριστικούς όρους, στο οποίο αναφέρει τα εξής: "Επειδή ναι μεν και καθόσον αφορά την ουσία, συμπληρωματικά με όσα αναφέρονται, στην ύπερθεν εισαγγελική πρόταση, δεν εξέλιπαν οι λόγοι για τους οποίους επιβάλλαμε με το υπ' αριθμ. 29/2000 ένταλμα μας την προσωρινή του κράτηση στον κατηγορούμενο-αιτούντα, δοθέντος ότι οι εναντίον του ενδείξεις ενοχής για τα εγκλήματα της εκρήξεως και κατασκευής εκρηκτικών υλών και βομβών με σκοπό τη χρησιμοποίηση τους για να προξενηθεί κίνδυνος σε ανθρώπους, διατηρούνται, εξ αιτίας κυρίως των καταθέσεων των ιδιωτικών φυλάκων της ..... Δ1 και Δ2, που αναφέρουν ότι τον είδαν να περιφέρεται στην περιοχή της έκρηξης (οδός .....) ορισμένες ώρες πριν και μετά από αυτήν. Εν τούτοις, όμως, κρίνεται ότι τον σκοπό για τον οποίο επιβάλαμε το επαχθές μέτρο της προσωρινής κράτησης στον κατηγορούμενο, μπορούν πλέον να επιτελέσουν περιοριστικοί μόνο όροι σε βάρος της ελευθερίας και των εν γένει κινήσεων του συνεκτιμωμένων α) ... β) των ελαχίστων, πλην, όμως υπαρκτών αμφιβολιών που καταλείπονται για τη διάπραξη εκ μέρους του των πράξεων που κατηγορήθηκε, ενόψει της καταθέσεως του επίσης ιδιωτικού αρχιφύλακα της ..... Ο1, ήτις είναι διαμετρικά αντίθετη από εκείνες των συναδέλφων του Δ1 και Δ2 ...". Με βάση τα περιστατικά που προαναφέρθηκαν προκύπτουν σε βάρος του κατηγορουμένου Χ1 σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της κατάχρησης εξουσίας. Και ναι μεν ο κατηγορούμενος Χ1 αρνούμενος την αποδιδόμενη σ' αυτόν παραπάνω αξιόποινη πράξη ισχυρίζεται ότι όφειλε στα πλαίσια των ανακριτικών καθηκόντων του να εξετάσει τον προταθέντα από τον κατηγορούμενο μάρτυρα υπερασπίσεως Ο1, ότι δεν ευθύνεται αυτός αν οι ως άνω μάρτυρες Δ1 και Δ2 ανακάλεσαν κατόπιν ενώπιον άλλης αρχής τις καταθέσεις τους, ότι υπήρχαν στη δικογραφία οι καταθέσεις των αστυνομικών που επιλήφθηκαν της υποθέσεως, και ότι η υπόθεση χρεώθηκε σ' αυτόν ως συνοδεία και ως εκ τούτου όφειλε να καλέσει τάχιστα σε απολογία τους κατηγορούμενους με βάση το υπάρχον αποδεικτικό υλικό, πλην, όμως οι ως άνω ισχυρισμοί του δεν είναι βάσιμοι και δεν δύνανται να αποδυναμώσουν την εις βάρος του κατηγορία, αν ληφθεί υπόψη ότι αυτός δεν ελέγχεται απλώς για την ενέργεια του να εξετάσει τον προταθέντα από τον κατηγορούμενο Χ4 μάρτυρα υπερασπίσεως, αλλά για την παράλειψη του, να εξετάσει, παράλληλα με τον ως άνω μάρτυρα, προς συμπλήρωση των καταθέσεων τους και τους προαναφερόμενους μάρτυρες που εξετάστηκαν μόνο κατά την προανάκριση, ακόμη δε, αφ' ενός μεν ότι με βάση τα προκύψαντα κατά τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, η ανάκληση των καταθέσεων που έδωσαν κατά την προανάκριση από τους αυτόπτες μάρτυρες Δ1 και Δ2 είναι καταφανώς αποτέλεσμα της ως άνω σκόπιμης παράλειψης του κατηγορουμένου, που οδήγησε στην αποδυνάμωση αυτών, και κατέστησε ευνοϊκό το έδαφος για την ανάκληση τους, αφ' ετέρου δε ότι το γεγονός ότι η υπόθεση χρεώθηκε σ' αυτόν ως συνοδεία, και ότι υπήρχαν στη δικογραφία οι καταθέσεις των αστυνομικών που επιλήφθηκαν της υποθέσεως δεν αναιρούσε την απορρέουσα από το άρθρο 248 παρ. 3 ΚΠΔ παραπάνω υποχρέωση του, αν ληφθεί υπόψη ότι η κυρία ανάκριση επιδιώκει μια λεπτομερέστερη και πληρέστερη σε σύγκριση προς την προανάκριση, που είναι συνοπτική εξακρίβωση των αποδεικτικών στοιχείων, με την οποία κατορθώνεται ο ακριβέστερος προσδιορισμός του χαρακτήρα της πράξεως, η διαφώτιση της ενοχής του κατηγορουμένου, και η πληρέστερη εξακρίβωση της προσωπικότητας του (Ηλ. Γάφος, Ποινική Δικονομία, τεύχ. Β', 13, Φ. Ανδρέου, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας Β' Έκδ. (2005), άρθρο 246, σελ. 734).
Εξάλλου από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι την απόφαση στον Χ1 να τελέσει την άδικη πράξη της κατάχρησης εξουσίας, όπως αυτή αμέσως προηγουμένως παρατίθεται, προκάλεσαν, με πρόθεση, στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 17-11-2000 μέχρι 24-11-2000, οι κατηγορούμενοι 1) Χ2, του οποίου έχει αρθεί η ασυλία για την δίωξη των διωκομένων πράξεων και 2) Χ4, οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι σχέση γνωριμίας που είχαν μεταξύ τους ο πρώτος απ' αυτούς και ο Χ1, με προτροπές, και προσφορά οικονομικού ανταλλάγματος προκάλεσαν σ' αυτόν την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της καταχρήσεως εξουσίας, όπως αυτή αμέσως προηγουμένως παρατίθεται. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος Χ2 Βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου από το έτος 2000 μέχρι σήμερα και Δικηγόρος Πειραιώς, διατηρών από ετών δικηγορικό γραφείο στον Πειραιά με ευρύτατο κύκλο υποθέσεων και εργασιών, το οποίο συνέχισε να λειτουργεί και μετά την ανάδειξη του ως βουλευτή, στο οποίο απασχολούνται ως συνεργάτες διάφοροι δικηγόροι, στους οποίους χρεώνεται ο χειρισμός των υποθέσεων του ως άνω γραφείου, μεταξύ των οποίων, και οι συγκατηγορούμενοί του Χ3 και Χ5, από ετών διατηρούσε γνωριμία με τον πρώην δικαστικό λειτουργό Χ1, η μητέρα του οποίου, σημειωτέρον, καταγόταν από το ίδιο χωριό, την .... Φωκίδας, με τη σύζυγο του κατηγορούμενου, γνωριμία την οποία και ο ίδιος ο κατηγορούμενος Χ2 παραδέχτηκε κατά την αρχική απολογία του στις 8-12-2005 ερωτηθείς σχετικά από τον Ειδικό Ανακριτή - Εφέτη, αναφέροντας μάλιστα ότι είχε επικοινωνήσει μαζί του και εκτιμούσε την ευστροφία του και τη νομική του κατάρτιση (βλ. σχετ. την εν λόγω απολογία του, κατά την οποία κατέθεσε "Εγώ γνώριζα τον κ. Χ1, έχω συνομιλήσει μαζί του, δεν έχουμε κάνει καμία ιδιαίτερη παρέα, έχω επικοινωνήσει μαζί του, εκτιμούσα ιδιαίτερα, από ότι ήξερα και από ότι είχα καταλάβει, την ευστροφία του και τη νομική του κατάρτιση").
Επίσης, ο κατηγορούμενος Χ2 διατηρούσε γνωριμία από πολλών ετών, με το συγκατηγορούμενό του Χ4 ο οποίος μάλιστα με την ιδιότητα του εκδότη δύο ημερησίων εφημερίδων του Πειραιώς, του "...." και του "....." κατά τη χρονική περίοδο από τον Απρίλιο 2002 και μέχρι πρόσφατα, προέβαλε το έργο του και την προσωπικότητα του, αρχικώς ως υποψηφίου βουλευτού και αργότερα ως βουλευτού της Α' Πειραιώς, έχοντας αφιερώσει στο πρόσωπο του 150 άρθρα (βλ. τις ανακριτικές απολογίες - αρχική και συμπληρωματική - του κατηγορούμενου Χ4). Το Νοέμβριο του 2000, και ενώ διενεργείτο η ως άνω ανάκριση, ο Χ4, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε κατηγορείτο τότε, εκτός άλλων, και για την κακουργηματική πράξη της ηθικής αυτουργίας σε εκρήξεις με χρήση εκρηκτικών υλών, από τις οποίες μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, η ανάκριση της οποίας εκκρεμούσε ενώπιον του Ανακριτή του 23ου Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών Χ1, ενόψει της επικείμενης απολογίας του ενώπιον του ως άνω Ανακριτή, και θεωρώντας βέβαιη, λόγω της βαρύτητας της ως άνω πράξεως για την οποία κατηγορείτο την επιβολή προσωρινής κρατήσεως σ' αυτόν, απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο Χ2 αποβλέποντας αποκλειστικά στη μεσολάβηση του λόγω των σχέσεων του και των γνωριμιών του ως πολύ γνωστού δικηγόρου και βουλευτή με δικαστικούς λειτουργούς, αφού κατά το χρόνο εκείνο είχε αναθέσει την υπεράσπιση του σε δύο δικηγόρους (Αρ. Οικονομίδη και Μ. Αγαπηνό), να προκαλέσει ευνοϊκή αντιμετώπιση της υποθέσεως του, ζητώντας του τη συνδρομή του, για την μη έκδοση εντάλματος προσωρινής κρατήσεως σε βάρος του κατά την εμφάνιση του ενώπιον του εν λόγω Ανακριτή, προκειμένου να απολογηθεί, και γενικά για τον ευνοϊκό χειρισμό της υποθέσεως του από τον τελευταίο, προσφερθείς προς τούτο στην καταβολή χρηματικού ανταλλάγματος στον ως άνω Ανακριτή. Κατόπιν τούτου, ο κατηγορούμενος Χ2 παρενέβη σχετικώς στον ως άνω Ανακριτή, με τον οποίο, όπως προαναφέρθηκε διατηρούσε γνωριμία, προτρέποντας αυτόν, ο ίδιος προσωπικά, αλλά και για λογαριασμό του Χ4, με την προσφορά οικονομικού ανταλλάγματος εκ μέρους του τελευταίου, το οποίο στη συνέχεια δέχτηκε να λάβει και έλαβε πράγματι, κατά τον τρόπο που εκτίθεται παρακάτω, να χειριστεί ευνοϊκώς την ως άνω υπόθεση του Χ4 που εκκρεμούσε ενώπιον του και να μην επιβάλει σ' αυτόν μετά την απολογία του προσωρινή κράτηση. Ενδίδοντας δε στις προτροπές αυτές οδηγήθηκε στην απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της καταχρήσεως εξουσίας, όπως αυτή αμέσως προηγουμένως παρατίθεται. Επομένως, προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε κατάχρηση εξουσίας που διέπραξε ως αυτουργός αυτής ο Χ1.
Περαιτέρω, συνεχίζει το Συμβούλιο Εφετών, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος Χ1 αφού αποφάσισε να ενδώσει στις πιο πάνω προτροπές των συγκατηγορουμένων του Χ2 και Χ4 και να τελέσει την άδικη πράξη της καταχρήσεως εξουσίας, όπως παραπάνω περιγράφεται, απαίτησε από τον Χ4, μέσω του κατηγορούμενου Χ1, προκειμένου να χειριστεί ευνοϊκά την ως άνω υπόθεση του πρώτου που εκκρεμούσε ενώπιον του, αρχικά το ποσό των 50.000.000 δραχμών, το οποίο στη συνέχεια μείωσε σε 30.000.000 δραχμές, τις οποίες ο Χ4 υποσχέθηκε μέσω του κατηγορούμενου Χ2 να του τις καταβάλει για τον ίδιο σκοπό, όπως και έπραξε, καταβαλών το ποσό αυτό, καθ' υπόδειξη προς αυτόν του κατηγορούμενου Χ1 μέσω του Χ2 όχι απευθείας στον Χ1 ή σε λογαριασμό του τελευταίου, αλλά στον κατηγορούμενο Χ2, προκειμένου να το μεταβιβάσει στη συνέχεια στον Χ1 ο οποίος κατά το χρόνο εκείνο δεν φαινόταν να χειρίζεται εκκρεμή υπόθεση του πρώτου. Τον παραπάνω τρόπο μεταβιβάσεως σ' αυτόν του ποσού των 30.000.000 δραχμών από τον Χ4 υπέδειξε ο κατηγορούμενος Χ1, με σκοπό να συγκαλύψει την αληθινή προέλευση του πιο πάνω ποσού ως προερχόμενου εν γνώσει του από την πράξη της παθητικής δωροδοκίας δικαστή, αφού ο κατηγορούμενος Χ2 και το δικηγορικό του γραφείο κατά το χρόνο εκείνο δεν φαίνονταν να έχουν εκκρεμή υπόθεση ενώπιον του ως άνω Ανακριτή. Πράγματι δε, ο κατηγορούμενος Χ2, δέχτηκε να λάβει από τον Χ4, και ο τελευταίος να παραδώσει στον πρώτο για την περαιτέρω μεταβίβαση του στον Χ1, το ως άνω ποσό των 30.000.000 δραχμών, που αποτελούσε προϊόν δωροληψίας του τελευταίου, οδηγώντας με τη συμπεριφορά τους αυτή, στη δημιουργία συνθηκών συγκάλυψης της παράνομης προέλευσης αυτού από την ως άνω παράνομη συναλλαγή. Από το ποσό των 30.000.000 δραχμών που δέχτηκε να λάβει από τον Χ4 ο κατηγορούμενος Χ2, για περαιτέρω μεταβίβαση του στον Χ1, ποσό 23.000.000 δραχμών παραδόθηκε από τον ίδιο προσωπικά τον κατηγορούμενο Χ2 στο συγκατηγορούμενό του Χ1, στις 24-11-2000, ημέρα κατά την οποία ο Χ4 απολογήθηκε ενώπιον του τελευταίου (Ανακριτή), ο οποίος, σημειωτέον, ενώ κατά του κατηγορούμενου ως φυσικού αυτουργού Γ1, αρχικά, μετά την ενώπιον του απολογία του, εξέδωσε ένταλμα προσωρινής κρατήσεως, κατά του κατηγορουμένου για ηθική αυτουργία στις ίδιες πράξεις Χ4, αμέσως μετά την απολογία του στις 24-11-2000 εξέδωσε την υπ' αριθμ. 54/24-11-2000 διάταξη, με την οποία του επέβαλε μόνον περιοριστικούς όρους, μεταξύ των οποίων και εγγυοδοσία ποσού 20.000.000 δραχμών, το ποσό της οποίας, μετά από λίγες ημέρες (στις 6-12-2000) και ύστερα από δύο αιτήσεις του τελευταίου, από τις οποίες η πρώτη απορρίφθηκε ως απαράδεκτη για τυπικούς λόγους (μη προσκόμιση εγγράφου χορήγησης πληρεξουσιότητας από την καταθέσασα την αίτηση δικηγόρο) με την υπ' αριθμ. 555/1-12-2000 διάταξη του με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, η δε δεύτερη έγινε εν μέρει δεκτή, με την υπ' αριθμ. 568/6-12-2000 διάταξη του, μετά από απορριπτική της αιτήσεως αυτής εισαγγελική πρόταση, μείωσε σε 5.000.000 δραχμές, με το σκεπτικό "Δοθέντος ότι το αρχικώς επιβληθέν ποσό της εγγυοδοσίας, ύψους 20.000.000 δραχμών είναι ιδιαίτερα υψηλό, και ενόψει και της από 23-11-2000 καταθέσεως του παθόντος Ζ1 ενώπιον μας, ο οποίος δεν επιβεβαίωσε την εμπλοκή του κατηγορουμένου-αιτούντος στην υπόθεση, αλλά απλώς εξέφρασε υπόνοιες εναντίον του, χωρίς να είναι σίγουρος για κάτι (αγνοώντας τις καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων και των ως άνω αστυνομικών), δέον το προαναφερθέν ποσό της εγγυοδοσίας να μειωθεί στο προσήκον μέτρο των 5.000.000 δραχμών, ... και β) το υπόλοιπο ποσό των 7.000.000 δραχμών κατατέθηκε, από τον κατηγορούμενο Χ3, δικηγόρο, συνεργάτη στο δικηγορικό γραφείο του Χ2 στον Πειραιά μετά από εντολή και υπόδειξη του τελευταίου (Χ2), που του παρέδωσε το ποσό, προερχόμενο, όπως αναφέρθηκε από τον Χ4, στο λογαριασμό με αριθμό .... που τηρούσε στην Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος ο Χ1, ο οποίος δέχτηκε και έλαβε κατά τον ως άνω τρόπο στην κατοχή του το ποσό που αναφέρθηκε και που αποτελούσε το υλικό αντικείμενο της παθητικής δωροδοκίας που είχε τελέσει. Με την ως άνω συμπεριφορά τους, που έχει σχέση με τη μεταβίβαση του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού των 30.000.000 δραχμών στον Χ1, το οποίο και πράγματι μεταβίβασαν στο τελευταίο κατά τον τόπο που προαναφέρθηκε, οι κατηγορούμενοι Χ4, Χ2 και Χ3, αποσκοπούσαν να παράσχουν συνδρομή στον Χ1 και να συγκαλύψουν την αληθινή προέλευση του ως άνω χρηματικού ποσού, προερχόμενου εν γνώσει τους από την τέλεση της πράξεως της παθητικής δωροδοκίας δικαστή, δηλαδή εγκληματικής δραστηριότητας του άρθρου 1 περ. αιζ του ν. 2331/1995, όπως τροπ. με τα άρθρα 2 και 3 του ν. 3424/2005, που είχε τελεστεί με την, εκ μέρους του Χ1 απαίτηση από το Χ4, ως δώρου του ποσού των 30.000.000 δραχμών για να χειριστεί ευνοϊκά την ποινική του υπόθεση που προαναφέρθηκε και να προσδώσουν σ' αυτό νομιμοφανή υπόσταση. Επιχειρώντας να αντικρούσουν τις εις βάρος τους κατηγορίες, τις οποίες αρνούνται, α) ο κατηγορούμενος Χ4 ισχυρίστηκε κατά την απολογία του κατά την ανάκριση, αφού παραδέχτηκε την πολυετή γνωριμία του με τον Χ2, και το γεγονός ότι απευθύνθηκε στον τελευταίο πριν από την απολογία του ενώπιον του Ανακριτή Χ1, ότι όταν ήλθε η στιγμή της απολογίας του ενώπιον του Ανακριτή Χ1 για την προαναφερόμενη υπόθεση και θεωρώντας πιθανή, ένεκα της επιδειχθείσας συμπεριφοράς του την προφυλάκιση του από εκείνον, ζήτησε πράγματι από το Χ2 να μεριμνήσει ώστε, σε περίπτωση προσωρινής του κράτησης, να τύχει κατά το δυνατόν ανθρώπινης μεταχείρισης, δοθέντος ότι η υγεία του ήταν σοβαρά κλονισμένη λόγω διαβήτη και υψηλής αρτηριακής πίεσης, να έχει την πρέπουσα νοσοκομειακή συνδρομή, ότι απεναντίας ποτέ δεν παρακάλεσε το Χ2 να ζητήσει από το Ζ1 να μεσολαβήσει για να χαλαρώσει η μεταξύ τους αντιδικία, ενώ τον παρακάλεσε να ζητήσει από εκείνον (Ζ1), να διερευνήσει ο τελευταίος καλύτερα και σε μεγαλύτερο βάθος το θέμα που είχε δημιουργηθεί και να ψάξει αλλού να βρει τους πραγματικούς εχθρούς του, τέλος δε, ότι πέραν της ανωτέρω γενομένης συζητήσεως και των όσων σ' αυτή ζήτησε από τον Χ2, ο τελευταίος ουδεμία άλλη σχέση είχε με την υπόθεση του" β) ο δε κατηγορούμενος Χ2 μη μπορώντας να αποκρύψει ότι του είχε ζητηθεί η συνδρομή από τον Χ4 και τη γνωριμία του με τον Χ1, προέβαλε τον ισχυρισμό, ότι "του ζητήθηκε η πολιτική και ανθρώπινη παρέμβαση του", ότι κατά δήλωση του αδελφού του Κ1 του μεταφέρθηκε η άποψη "ότι ήταν πεπεισμένοι όλοι τους, ότι ο Χ4 θα προφυλακιζόταν...", ότι "του ζήτησαν να βοηθήσει στην όσο το δυνατό καλύτερη μεταχείριση του εντός των φυλακών......." και ότι τον παρακάλεσαν, λόγω και της πολιτικής του ιδιότητας, να ζητήσει από το Ζ1, γνωστό δικό του και κομματικό στέλεχος, να χαλαρώσει την αντιδικία με τον Χ4, ώστε να μην έχουν προβλήματα γιατί επιχειρηματικά είχαν αντιδικίες, πράγμα το οποίο και έκανε ... αρνούμενος κατά τα λοιπά την κατηγορία. Οι παραπάνω αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί των κατηγορουμένων, καθόσον αναφέρονται στην αιτία για την οποία ζητήθηκε από τον Χ4 η παρέμβαση του Χ2, είναι ελάχιστα πειστικοί, δεδομένου ότι δεν μπορεί να γίνει πιστευτό, ότι ο πρώτος, όντας βέβαιος για την αθωότητα του και έχοντας αναθέσει κατά το χρόνο εκείνο σε δύο ικανούς δικηγόρους (Αρ. Οικονομίδη και Μ. Αγαπητό) τη νομική υπεράσπιση του, έσπευσε, πριν καν απολογηθεί ενώπιον του Ανακριτή και πολύ περισσότερο να του έχει επιβληθεί προσωρινή κράτηση να ζητήσει τη μεσολάβηση του Χ2 για την όσο το δυνατόν καλύτερη μεταχείριση του στις φυλακές, πέραν του ότι είναι και αντιφατικοί μεταξύ τους, αφού ο μεν Χ2 ισχυρίζεται ότι τον παρακάλεσαν, λόγω και της πολιτικής του ιδιότητος, να ζητήσει από το Ζ1, γνωστό δικό του και κομματικό στέλεχος, να χαλαρώσει την αντιδικία με τον Χ4, ώστε να μην έχουν προβλήματα γιατί επιχειρηματικά είχαν αντιδικίες, πράγμα το οποίο και έκανε, ο δε Χ4 ότι απεναντίας ποτέ δεν παρακάλεσε τον Χ2 να ζητήσει από το Ζ1 να μεσολαβήσει για να χαλαρώσει η μεταξύ τους αντιδικία. Άλλωστε το γεγονός ότι ο Χ4 είχε συμβουλευθεί, μεταξύ άλλων γνωστών δικηγόρων, και το Δικηγόρο Πειραιώς Χ2, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο εξασφάλισε τη μη επιβολή προσωρινής κρατήσεως σε βάρος του μετά την απολογία του ενώπιον του ως άνω Ανακριτή, εμπιστεύθηκε ο ίδιος ο Χ4, σε ανύποπτο χρόνο, στο μετέπειτα εντολέα του για την ίδια υπόθεση Λ1, ο οποίος κατέθεσε ως μάρτυρας κατά την ανάκριση. Ειδικότερα με το από 1-7-2005 υπόμνημα παροχής εξηγήσεων των δικηγόρων Αθηνών Λ1 και Λ2, ενώπιον της Πταισματοδίκου του 801 Προανακριτικού Τμήματος Αθηνών, το οποίο διαβιβάστηκε στον Ειδικό Ανακριτή-Εφέτη με το υπ' αριθμ. πρωτ. ΕΠ 1201/14-12-2005 έγγραφο του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, οι προαναφερόμενοι Λ1 και Λ2 ανέφεραν ότι ο εκ των κατηγορουμένων Χ4, είχε, κατά τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονταν στο υπόμνημα, συμβουλευθεί και το Δικηγόρο Πειραιώς Χ2, ως προς την τύχη της υποθέσεως του, και επί πλέον α) "... μας ομολόγησε λεπτομερώς τον τρόπο και τα μέσα, δια των οποίων σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του εξασφάλισε τη μη προφυλάκιση του μετά από την απολογία του ενώπιον του Χ1.., ο οποίος στην υπόθεση της ηθικής αυτουργίας σε διακεκριμένες εκρήξεις κατά συρροή κ.λ.π., ενώ εξέδωσε ένταλμα προσωρινής κρατήσεως σε βάρος του τότε κατηγορουμένου ως φυσικού αυτουργού, στο μηνυτή, ο οποίος, όπως ήδη εκτέθηκε, κατηγορείτο ως ηθικός αυτουργός επέβαλε μόνον περιοριστικούς όρους και δη μείωσε το ποσό της επιβληθείσας εγγύησης από 20.000.000 σε 5.000.000 δρχ...", β) "... μας δήλωσε ότι τον είχε δικαίως τιμωρήσει ο Θεός εξ' αιτίας της συμπεριφοράς του προς τους συνανθρώπους του, τους οποίους θεωρούσε σκουλήκια, βαίνοντας επί των πτωμάτων των οποίων αποκόμιζε χρήματα ...", γ) μας εκλιπάρησε να τον λυπηθούμε και να αναλάβουμε την υπεράσπιση του...", δ) ... και ε) "... μας ανέφερε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εν Αθήναις ποινικολογούντων δικηγόρων και δη οι πλέον γνωστοί εξ αυτών, τους οποίους είχε επισκεφθεί και κατονόμασε, τον είχαν συμβουλεύσει να μην ασκήσει ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστικού συμβουλίου έφεση κατά του τυχόν παραπεμπτικού για κακούργημα και πλημμελήματα πρωτοδίκου βουλεύματος...". Επειδή δε, ορισμένες αναφορές του υπομνήματος σε ισχυρισμούς του κατηγορουμένου Χ4 συνέπιπταν με καταθέσεις μαρτύρων, που είχαν δοθεί ενώπιον του Ειδικού Ανακριτή -Εφέτη σε ανύποπτο χρόνο, όπως π.χ. αυτή του Δικηγόρου Αθηνών Λ3, ο οποίος στην από 14/6/2005 ανακριτική του κατάθεση ανέφερε ότι είχε συμβουλεύσει τον Χ4 να μην ασκήσει έφεση κατά του επιδίκου βουλεύματος, κλήθηκε από τον ως άνω Ειδικό Ανακριτή ως μάρτυρας ο εκ των συντακτών του ως άνω υπομνήματος, Λ2, ο οποίος στην από 23/1/2006 ένορκη κατάθεση του, επιβεβαίωσε το περιεχόμενο του υπομνήματος και ανέφερε ότι ο Χ4 είχε ... "συμβουλευθεί, μεταξύ των άλλων, και τον κατηγορούμενο Χ2, από τον οποίο είχε, λόγω της πολιτικής του ιδιότητας, ζητήσει να τον βοηθήσει και επί πλέον για γεγονότα, τα οποία επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 49 του Κωδικός περί Δικηγόρων, δεν υποχρεούτο να απαντήσει". Μετά από αυτά, και αφού προηγουμένως παρασχέθηκε, κατόπιν αιτήσεων του Ειδικού Ανακριτή-Εφέτη άδεια στους δικηγόρους Αθηνών Λ2 και Λ1 από το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, οι τελευταίοι κατέθεσαν εξεταζόμενοι ενώπιον του ως άνω Ειδικού Ανακριτή, ότι ο Χ4 τους είχε εμπιστευθεί, κατ' επανάληψη, ότι πριν την απολογία του είχε ζητηθεί από τον Χ1 το ποσό των 50.000.000 δραχμών και ότι τελικώς κατέβαλε 30.000.000 δραχμές για να μην εκδοθεί κατ' αυτού ένταλμα προσωρινής κράτησης. Σε σχετική δε ερώτηση που υποβλήθηκε στο Λ2, για το εάν είχε αναφερθεί σε αυτόν το πρόσωπο στο οποίο έγινε πρόταση για την καταβολή χρημάτων ή εάν αυτός ήταν δικηγόρος, ο Λ2 απάντησε ότι "...κατά τη διάρκεια της συζητήσεως ανέφερε, πιθανώς λόγω και της πολιτικής του ιδιότητος, στην οποία απέβλεπε, τον κ. Χ2. Το ίδιο ως άνω γεγονός, μας εμπιστεύθηκε και κατά την εκτέλεση της εντολής και τη διεξαγωγή των υποθέσεων του, ένα ή δύο μήνες αργότερα". Εξάλλου, καθόσον αφορά την κατάθεση του ποσού των 7.000.000 δραχμών, οι κατηγορούμενοι Χ2, Χ3 και Χ1, προβάλλοντας όλως αντιφατικές αιτιολογίες προσπάθησαν να αποδώσουν την κατάθεση του εν λόγω ποσού σε νόμιμη συναλλαγή του τελευταίου. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος Χ1, επιχειρώντας να δικαιολογήσει την κατάθεση του ποσού αυτού (των 7.000.000 δραχμών), το οποίο μόνο, και όχι το μεγαλύτερο ποσό των 30.000.000 δραχμών με το οποίο κατά τα ανωτέρω δωροδοκήθηκε, είχε αποκαλυφθεί μέχρι τότε, αναφέρθηκε, ενώπιον μεν της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που συγκλήθηκε στις 16-6-2005 για την οριστική του παύση λόγω ανεπάρκειας υπηρεσιακού ήθους, στην κατάρτιση συμβάσεως αγοραπωλησίας ενός αυτοκινήτου BMW με τον Χ3, ο οποίος όπως κατέθεσε δεν είναι δικηγόρος ("ο Χ3 δεν είναι δικηγόρος, είχα αγοράσει ένα αυτοκίνητο BMW από αυτόν"), ενώπιον δε του Ειδικού Ανακριτή - Εφέτη κατά την απολογία του, στις 14-10-2005, ότι "κατά τα τέλη Νοεμβρίου 2000 κατέληξε σε συμφωνία με ένα νεαρό άτομο 35 ετών περίπου, ονόματι Ν1, για την πώληση του αυτοκινήτου του, μάρκας ALFA ROMEO ....., αντί τιμήματος 8.000.000 δραχμών ... ότι ο ανωτέρω (Ν1) του τηλεφώνησε και του είπε ότι έχει καταθέσει 7.000.000 δραχμές στο λογαριασμό του ... ότι την επομένη θα ερχόταν με 1.000.000 δραχμές ακόμη σε μετρητά για να παραλάβει το αυτοκίνητο, όπως και έγινε ... ότι με την παράδοση ανταλλάξανε μεταξύ τους υπεύθυνες δηλώσεις του ν. 1599/1986 για να ολοκληρώσουν τυπικά τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου στη ΙΖ. Δ.Ο.Υ. Αθηνών... ότι μετά από επτά ημέρες δέχτηκε τηλεφώνημα από το Ν1, γιατί το αυτοκίνητο ρετάρει ... ότι συναντηθήκανε, μετά από αυτά, και ο Ν1 αντέδρασε ... ότι το βράδυ της ίδιας ημέρας δέχτηκε στο σπίτι του τηλεφώνημα από κάποια κυρία ....., αν θυμάται καλά, η οποία του δήλωσε ότι ήταν δικηγόρος και θεία του Ν1 και ότι αυτή είχε δώσει τα λεφτά για να πάρει το παιδί το αυτοκίνητο... και ότι... μετά από δύο τρεις ημέρες επέστρεψε στον Ν1 τα χρήματα του (8.000.000 δρχ.) .. κατέστρεψαν τις υπεύθυνες δηλώσεις... και πήρε πίσω το αυτοκίνητο..." χωρίς να λάβει απόδειξη για το ποσό των 7.000.000 δραχμών, το οποίο ισχυριζόταν ότι επέστρεψε στον Ν1, με την απολογία ότι δεν ήταν αναγκαίο να έχει απόδειξη, γιατί πήρε πίσω το αυτοκίνητο, και σχίστηκαν στη συνέχεια οι αποδείξεις, λόγω ματαιώσεως της αγοραπωλησίας. Ο κατηγορούμενος Χ3, κατά την απολογία του, που δόθηκε αρχικώς την 1-7-2005 και συμπληρωματικώς στις 30-9-2005, ανέφερε ότι δεν γνώριζε τον Χ1, ότι δεν θυμόταν αν είχε καταθέσει στην Αγροτική Τράπεζα αυτά τα χρήματα, πλην, όμως δήλωσε ότι "δεν μπορώ να το αρνηθώ, εφόσον προκύπτει". Κατέθεσε δε περαιτέρω ότι στο γραφείο, όπου παρείχε την εργασία του, διενεργούσε, εκτός από δικαστικές, και εξωδικαστικές εργασίες, γιατί "είναι σε ένα γραφείο με ευρύτατο κύκλο υποθέσεων και εργασιών", διευκρινίζοντας αμέσως μετά ότι το γραφείο στο οποίο εργάζεται είναι το γραφείο του βουλευτού και δικηγόρου κ. Χ2, ότι αν θυμάται καλά, η κατάθεση του ως άνω ποσού έγινε μετά από εντολή της συνεργάτιδας του γραφείου Μ1, που είχε αποβιώσει λίγες ημέρες πριν από την απολογία του, το κατέβαλε δε αυτός, γιατί η ίδια ήταν "υπέργηρη περί τα 65 έτη τότε, με κινητικά προβλήματα, και λόγω της ανασφάλειας που ένιωθε να μεταφέρει τέτοια χρηματικά ποσά, στα πλαίσια μιας αγοραπωλησίας, δικής της ή άλλου, που δεν γνωρίζει, αλλά και ούτε πήγε το μυαλό του σε κάποια παράνομη αιτία, τούτο δε γιατί είχε ξανακαταθέσει και αυτός και άλλοι συνάδελφοι του γραφείου συναφή χρηματικά ποσά ..". Τέλος δε ο κατηγορούμενος Χ2 κατά την αρχική του απολογία, στις 8-12-2005, αναφέρθηκε στις αιτιολογίες του κατηγορουμένου Χ3, επικαλούμενος άγνοια της αιτίας της καταθέσεως, ενώ περαιτέρω μη μπορώντας να αποκρύψει ότι του είχε ζητηθεί η συνδρομή από τον Χ4 και τη γνωριμία του με τον Χ1, προέβαλε τον προαναφερόμενο ισχυρισμό περί πολιτικής και ανθρώπινης παρεμβάσεως του για την καλύτερη μεταχείριση του Χ4 στις φυλακές και παρεμβάσεως του στο Ζ1 για τη χαλάρωση της αντιδικίας του με τον Χ4. Όμως η Μ1, η οποία κατά το χρόνο καταβολής του ως άνω χρηματικού ποσού των 7.000.000 δραχμών ήταν 72 ετών και αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, δεν ήταν δυνατόν να έχει οποιαδήποτε συναλλαγή με τον κατηγορούμενο Χ1, δεδομένου ότι αυτή έπασχε, ήδη από του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2000, από γεροντική άνοια, όπως τούτο προκύπτει από τη με αριθμό ........ ιατρική γνωμάτευση του Νευρολόγου-Ψυχιάτρου ......, που είχε προσκομιστεί από τη συνεργάτιδα του δικηγορικού γραφείου του Χ2, Μ2 προς υποστήριξη της από 28-1-2004 αίτησης της Β1, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για να τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση η Μ1, η οποία παρουσίαζε από τότε, δηλαδή από τον Οκτώβριο του έτους 2000 έντονες διαταραχές μνήμης (πρόσφατης και άμεσης) κρίσης και αντίληψης, με αποτέλεσμα να μην έχει τη δυνατότητα να επιμεληθεί τα του εαυτού της και της περιουσίας της. Κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών συζήτηση της αιτήσεως, με την οποία η αιτούσα πρότεινε, καθ' υπόδειξη του δικηγορικού γραφείου, ως μέλη του συμβουλίου της εποπτείας της δικαστικής συμπαράστασης της Μ1 τους Δικηγόρους Α1, Χ3, δηλαδή τον ως άνω κατηγορούμενο και τον Χ5, εξετάστηκε ως μάρτυρας η Ξ1, η οποία κατέθεσε ότι η Μ1 "δεν είχε στενούς συγγενείς, δεν καταλαβαίνει, δεν έχει πόρους, δεν φρόντισε να κολλήσει τα ένσημα της, ζει με φιλανθρωπία, της πηγαίνουν φαγητό, τη βοηθάει η Εκκλησία και τελευταία ζητιάνευε". Προς απόδειξη μάλιστα του περί ανυπαρξίας συγγενών γεγονότος προσκομίστηκε, εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου, και η με αριθμό 988/2004 ένορκη βεβαίωση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στην οποία ανεφέρετο από το μάρτυρα Ξ2 ότι η Μ1 "δεν είχε εν ζωή εγγύτερους συγγενείς, ήτοι σύζυγο, γονείς και τέκνα, αλλά ούτε και αδέλφια". Στη συνέχεια δε εκδόθηκε η με αριθμό 1771/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και διόρισε τη Β1 προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη της. Κατά την ανάκριση εξετάστηκε, ως μάρτυρας, εκτός των άλλων, και η ως άνω Ξ1, σύνοικος της Μ1 στην πολυκατοικία της οδού ......., η οποία ανέφερε ότι η τελευταία περί το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2000, όπως όλοι είχαν αντιληφθεί στην πολυκατοικία δεν "πήγαινε καλά στην πνευματική της διαύγεια", συγκεκριμένα δε "επαναλάμβανε διαρκώς το ίδιο πράγμα, που μόλις προηγουμένως είχε εκφράσει, αδυνατούσε να καταλάβει τι της έλεγαν, ξεχνούσε που είχε τοποθετήσει τα πράγματα της και παραπονιόταν ότι δεν έβρισκε τις ουρίτσες από τα ένσημα, για να τα χρησιμοποιήσει για τη σύνταξη της". Με την πάροδο του χρόνου η Μ1 ήταν παντελώς ανήμπορη και τη φροντίδα για τη διατροφή της είχε αναλάβει μέσω του εφημερίου του Ιερού Ναού του ......., η Β1, μάλιστα δε όταν επισκέφθηκε την Μ1 η Δικηγόρος Μ2, μετά από παρέμβαση των συνοίκων της πολυκατοικίας, τη βρήκε γυμνή στο διαμέρισμα της, το οποίο ήταν γεμάτο κόπρανα, και η ίδια ήταν αδύνατη. Το γεγονός ότι η Μ1 είχε αρχίσει από το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2000 να έχει προβλήματα διαταραχής μνήμης, κρίσης και αντίληψης ενισχύεται και από το ότι οι παραστάσεις της μειώθηκαν στα πολιτικά και διοικητικά δικαστήρια, στα οποία τυπικώς παρίστατο, συνοδευόμενη από τους νεότερους συνεργάτες του γραφείου, από 68 που ήταν το έτος 1999 σε 12 κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2000, σε 4 κατά το β' εξάμηνο του ιδίου έτους, καθώς και σε 6 μέχρι του μηνός Μαΐου του έτους 2001. Από τα ανωτέρω είναι φανερό ότι ο ισχυρισμός τόσο του κατηγορουμένου Χ3 περί του ότι η Μ1, η οποία το Νοέμβριο του έτους 2000 ήταν 72 ετών, και όχι, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται 65 ετών, παρέδωσε το χρηματικό ποσό των 7.000.000 δραχμών "για να το καταθέσει στο λογαριασμό του Χ1 λόγω της ανασφάλειας που ένιωθε να μεταφέρει τέτοια χρηματικά ποσά, στα πλαίσια μίας αγοραπωλησίας, δικής της ή άλλου", όσο και του κατηγορουμένου Χ1 περί του ότι το ποσό αυτό των 7.000.000 δραχμών αποτελούσε μέρος του τιμήματος, το οποίο καταβλήθηκε για τη δήθεν αγορά του ως άνω αυτοκινήτου από την πάμπτωχη Μ1, για λογαριασμό ανυπάρκτου ανηψιού, ήταν αναληθής, και δεν μπορεί να γίνει πιστευτός. Ο κατηγορούμενος Χ3, διαβλέποντας τις αντιφάσεις αυτές και πιστεύοντας προφανώς ότι αδίκως είχε εμπλακεί στην υπόθεση, με το από 28-12-2006 υπόμνημα του που υπέβαλε στον Ειδικό Ανακριτή-Εφέτη, μετά την απολογία του ενώπιον του τελευταίου, επιχειρεί να απεμπλακεί δηλώνοντας άγνοια και πάλι για την αιτία που κατέθεσε τα χρήματα, δεχόμενος, όμως, ότι προέρχονταν από το γραφείο του Χ2. Ειδικότερα, ο εν λόγω κατηγορούμενος στο από 28-12-2006 υπόμνημα του που υπέβαλε μετά την απολογία του ενώπιον του Ειδικού Ανακριτή-Εφέτη, αναφέρει χαρακτηριστικά, αναιρώντας τον αρχικό του ισχυρισμό, περί του ότι δηλαδή κατέβαλε το ανωτέρω χρηματικό ποσό στο λογαριασμό του Χ1 εκ μέρους της Μ1 ... "ότι η κατάθεση των 7.000.000 δραχμών, που έγινε στο λογαριασμό του Χ1, επειδή πραγματοποιήθηκε το 2000 ... και όταν μετά από πέντε περίπου χρόνια κλήθηκα να καταθέσω σχετικά, όπως είναι λογικό, δεν ήμουν σε θέση να θυμάμαι ποιος από τους προϊσταμένους δικηγόρους μου είχε αναθέσει τη συγκεκριμένη εργασία. Έτσι, συνειρμικά και υποθετικά κατέθεσε ότι ίσως τα χρήματα να μου είχαν δοθεί από την κ. Μ1 λόγω της Αγροτικής τραπέζης. Ο συγκεκριμένος συνειρμός μου δεν αποτελεί ισχυρισμό μου, αλλά μία απλή υπόθεση που τότε έκανα, στην οποία ούτε εμμένω ούτε επιμένω, αφού δεν μπορώ να είμαι σίγουρος, δεν μπορώ να την αποδείξω, ούτε, όμως και να την αποκλείσω. Εξίσου δεν μπορώ να αποκλείσω και την περίπτωση να μην μου έχουν δοθεί από την Μ1 τα χρήματα αλλά από τον κ.Χ2 ή από άλλον ιεραρχικά προϊστάμενο μου". Όλες οι παραπάνω αντιφάσεις, αποδεικνύουν το αβάσιμο των αρνητικών ισχυρισμών των κατηγορουμένων σε σχέση με τη νομιμοποίηση του ποσού των 7.000.000 δραχμών, οι οποίοι δεν δύνανται να κλονίσουν τη βασιμότητα της εις βάρος τους σχετικής κατηγορίας.
Με βάση όσα προαναφέρθηκαν, οι κατηγορούμενοι Χ1 , Χ2, Χ3 και Χ4, κατέστησαν υπαίτιοι του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, με βασικό έγκλημα αυτό της παθητικής δωροδοκίας δικαστή, και μάλιστα ο πρώτος απ' αυτούς κατ' εξακολούθηση, αφού, όπως προέκυψε οι μερικότερες πράξεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα που διέπραξε ο Χ1 (ποσού 23.000.000 δραχμών και 7.000.000 δραχμών, αντίστοιχα), συνδέονται με ενότητα δόλου, συνιστώντας κατ' εξακολούθηση έγκλημα. Ενήργησε δε ο Χ1 κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής, και ειδικότερα από την τέλεση αυτής σε περισσότερες από μιας περιπτώσεις, όπως παραπάνω παρατίθεται, αλλά και την κατά το παρελθόν τέλεση απ' αυτόν πληθώρας όμοιων πράξεων σε πολλές περιπτώσεις με κίνητρο την κερδοσκοπία και τον παράνομο πλουτισμό για τις οποίες ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη και απαγγέλθηκε κατηγορία, αλλά και από την υποδομή (προϋποθέσεις) που είχε διαμορφώσει για επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ώστε στο μέλλον να ενεργεί ως αυτουργός στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ίδιου εγκλήματος (δράση όχι ευκαιριακά αλλά με οργανωμένο σχέδιο και ετοιμότητα με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης με την εκμετάλλευση της δικαστικής του ιδιότητας, την επιδίωξη γνωριμιών και επαφών κυρίως με δικηγόρους και την αξιοποίηση των γνωριμιών και επαφών του αυτών για την κατόπιν προσυμφωνημένης μεταξύ τους δράσης, επίτευξη του σκοπού του, καθώς και την χρησιμοποίηση και εκμετάλλευση του τραπεζικού συστήματος - για κατ' επανάληψη τέλεση της πράξης), μαρτυρείται σκοπός πορισμού εισοδήματος αλλά και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του, όπως προκύπτει από τη μεγάλη ευκολία, σταθερή εμμονή και τάση αυτού να διαπράττει την ως άνω εγκληματική πράξη. Επίσης, δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, ότι από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτουν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο Χ2 αξιόποινες πράξεις της απόπειρας απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας, της απόπειρας εκβίασης και της παράβασης του άρθρου 11 του ν.5227/1931 "περί μεσαζόντων", σε βάρος της Ε1 (που από παραδρομή το τελευταίο φέρεται ως τετελεσμένο, αντί του ορθώς εν αποπείρα). Ειδικότερα, η Ε1, κάτοικος ...... και ο Η1, κάτοικος Ιταλίας, ασκούσαν συγγενείς επαγγελματικές δραστηριότητες, η πρώτη στην Αθήνα και ο δεύτερος στην Ιταλία, που περιελάμβαναν κυρίως την αναγνώριση τίτλων σπουδών χορηγούμενων από Πανεπιστήμια της Ιταλίας και την ισοτιμία μεταξύ πανεπιστημιακών τίτλων σπουδών. Μεταξύ τους, με σύνδεσμο το μάρτυρα Θ1, για τα συναφή με την επαγγελματική τους ενασχόληση θέματα και την εγγραφή Ελλήνων φοιτητών σε Πανεπιστήμια της Ιταλίας, αναπτύχθηκε επαγγελματική συνεργασία, κατά πολύ επιλήψιμη, που κατέληξε σε μεταξύ τους έχθρα και τέλεση αξιοποίνων πράξεων και δη αρπαγής, ληστείας και εκβίασης, με παθόντα το Η1 για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά της Ε1 και λοιπών προσώπων και πλαστογραφίας κατά συρροή, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του Η1 με παθόντες τη Ε1 και άλλα πρόσωπα. Οι ποινικές αυτές διώξεις ασκήθηκαν από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 15-5-2003 και 9-12-2003, με παραγγελία για κύρια ανάκριση. Ο κατηγορούμενος Χ2 εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι το δικηγορικό του γραφείο είχε αναλάβει τη νομική υπεράσπιση του Η1 και την εκδηλωμένη ανησυχία της Ε1 για τη δικονομική εξέλιξη και την τελική έκβαση της ποινικής της υποθέσεως που εκκρεμούσε ενώπιον του Ανακριτή του 1301 Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο οποίος διενεργούσε την κυρία ανάκριση επιχείρησε κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη Οκτωβρίου 2003 μέχρι το τέλος Μαρτίου 2004, σε αλλεπάλληλες διαδοχικές τηλεφωνικές επικοινωνίες αλλά και προσωπικές επαφές που είχε μαζί της να αποσπάσει από την τελευταία το ποσό των 100.000.000 δραχμών, το οποίο σε κάθε περίπτωση ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο από τη συνολική ζημία που φέρεται ότι υπέστη ο Η1 από την αποδιδόμενη στη Ε1 αξιόποινη συμπεριφορά, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 5000/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, δυνάμει του οποίου παραπέμφθηκε η Ε1 να δικαστεί για την πράξη της εκβιάσεως, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να προκληθεί ζημία εις βάρος της περιουσίας του Η1 κατά το ποσό των 45.000 ευρώ, για το οποίο ο τελευταίος είχε εξαναγκαστεί να υπογράψει εννέα ισόποσες συναλλαγματικές, των 5.000 ευρώ, ως και κατά τα ποσά των 4.000.000 δραχμών και 110.000 ευρώ, δηλ. συνολική ζημία 58.520.000 δραχμών, τα οποία (ποσά) είχε εξαναγκασθεί, σύμφωνα με τα περιστατικά που εκτίθενται στο ως άνω βούλευμα, να καταβάλει στη Ε1, και να αποκομίσει έτσι (ο Χ2) περιουσιακό όφελος υπερβαίνον μάλιστα το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, παριστώντας σ' αυτήν εν γνώσει ψευδώς ότι εκ των σχέσεων του και της ιδιότητας του ως δικηγόρου και βουλευτή, της επιρροής του εν γένει και του κύρους του και ακόμη με γνωριμίες με δικαστικούς λειτουργούς, μπορούσε, εάν η ίδια του κατέβαλε ποσό εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών να παρέμβει, χωρίς μάλιστα δυσχέρειες στους δικαστικούς λειτουργούς, επιληφθέντες και επιληφθησόμενους της ποινικής της υποθέσεως και να επιτύχει ευνοϊκή γι' αυτήν εξέλιξη και τελική αθώωση, ενώ αληθές ήταν ότι δεν είχε δυνατότητα παρέμβασης για να προκαλέσει οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη των αρμοδίων δικαστικών λειτουργών και να επιτύχει τα επιθυμητά για την παθούσα αποτελέσματα, πλην, όμως, δεν πέτυχε το σκοπό του και δεν αποκόμισε το παράνομο, επιδιωκόμενο, ανώτερο των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, ανερχόμενο στο ποσό των εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών περιουσιακό όφελος με ζημία, αντίστοιχη της Ε1, όχι από δική του θέληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια και συγκεκριμένα γιατί η παθούσα δεν πείστηκε και δεν κατέβαλε το ποσό. Ειδικότερα, μετά το τέλος Οκτωβρίου του έτους 2003 και ενώ η Ε1 είχε απολογηθεί ενώπιον του Ανακριτή του 13ου Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, για τις κατηγορίες που αποδίδονταν σε βάρος της από το Η1, ο μάρτυρας Θ1 ανέφερε στην παραπάνω ότι την αναζητούσε ο Χ2 λέγοντας της συγκεκριμένα να επικοινωνήσει με το γραφείο του γιατί του είχε μεταφερθεί και από τo Η1 αλλά και γιατί ο ίδιος το πίστευε ότι ο Χ2 έχει μια πολύ καλή λύση για να τελειώσει η παραπάνω ιστορία. Επειδή η Ε1 δεν επιδίωξε επικοινωνία με τον Χ2, επικοινώνησε μαζί της ο κατηγορούμενος Χ3, συνεργάτης του Χ2, ο οποίος σε τηλεφωνική κλήση που πραγματοποίησε προς αυτήν στο σταθερό τηλέφωνο της οικίας της της ζήτησε να επικοινωνήσει με τον Χ2, λέγοντας της "περιμέναμε πολύ καιρό να επικοινωνήσετε μαζί μας και τελικά παίρνω εγώ την πρωτοβουλία να το κάνω για να μπορέσει να υπάρξει μια επαφή με εσάς και τον κ. Χ2 προς όφελος και των δύο πλευρών". Μετά από αρκετό καιρό, και επειδή η Ε1 δεν είχε έλθει σε επικοινωνία με τον Χ2 δέχτηκε παρόμοια πρόταση από το ..... ερευνητή, προσωπικό της φίλο και γνωστό του Χ2, όπως την πληροφόρησε, με τη μεσολάβηση του οποίου, κανονίστηκε συνάντηση μεταξύ αυτής και του Χ2, η οποία συμφωνήθηκε να γίνει καφέ "...." στο ..., λίγες ημέρες μετά τις εκλογές της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, κατά τις οποίες ο Χ2 εξελέγη και πάλι βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου. Στη συνάντηση αυτή, ο κατηγορούμενος Χ2 της είπε ότι "βρίσκεσαι σε πολύ δυσχερή θέση, όπως καταλαβαίνεις" ... "εσύ δεν είχες καλή υπεράσπιση όπως είχε ο πελάτης μου, και τελικώς εσύ κινδυνεύεις να καταλήξεις στη φυλακή"...... ότι θέλει να σκεφτεί, να ψάξει λίγο την υπόθεση και να της απαντήσει σε κάποιες ημέρες πολύ σύντομα, ..." και ακολούθως ανανέωσαν το ραντεβού τους μετά δύο ημέρες στο ίδιο σημείο. Στη συνάντηση που ακολούθησε, κατά τα λεπτομερώς στις καταθέσεις της Ε1 αναφερόμενα ο κατηγορούμενος της είπε ότι "... για να κλείσει όλη η υπόθεση και να μην ανοίξει ούτε μύτη θα χρειαστεί το ποσό των 100.000.000 δραχμών..., το οποίο μάλιστα δεν το είπε προφορικά (φοβούμενος προφανώς τυχόν μαγνητοφώνηση της συνομιλίας τους), αλλά το έγραψε πάνω σε ένα χαρτί που είχε μπροστά του, το οποίο το έσκισε", σε σχετική δε παρατήρηση της ίδιας "ότι και όλα αν πουλήσω, δεν μπορώ να συγκεντρώσω το ποσό των 100.000.000 δραχμών", ο Χ2 έδειξε να είναι γνώστης όλων των περιουσιακών της στοιχείων, και μάλιστα γνώριζε ένα project (πρότζεκτ) που είχε ετοιμαστεί για να εφαρμοστεί μέσω του αναπτυξιακού νόμου σε μια έκταση που της ανήκε στην ......, πιστεύοντας ότι ήδη είχε υλοποιηθεί", επί πλέον δεν την επέπληξε λέγοντας της ότι "... δεν είναι δυνατόν με περιουσία 4 δις να μην μπορείς να εξασφαλίσεις 100.000.000 δραχμές για να σωθείς". Ακόμη κατά τη συνάντηση αυτή της ανέφερε ότι "τα χρήματα αυτά τα χρειαζόταν για να δοθούν σε διάφορους ανθρώπους, που γνώριζε, και που θα χειρίζονταν αυτή την υπόθεση, για να σωθεί αυτή", μάλιστα δε σε σχετική ερώτηση της για το ποσό που της ζητούσε απάντησε χαρακτηριστικά "γνωρίζεις πολύ καλά ότι οι δικαστές που θα χειριστούν αυτή την υπόθεση δεν θα βάλουν το κεφάλι τους στο ντορβά για πενταροδεκάρες, για να σωθείς εσύ". Μη πεισθείσα από τις παραπάνω παραστάσεις του Χ2 σχετικά με τις δυνατότητες του να παρέμβει στους δικαστικούς λειτουργούς που χειρίζονταν ή επρόκειτο να χειριστούν την εκκρεμούσα σε βάρος της ποινική υπόθεση, εκμεταλλευόμενος τις γνωριμίες του με δικαστικούς λειτουργούς για να επιτύχει την ευνοϊκή εξέλιξη της υποθέσεως της και τελικά την αθώωση της, οι οποίες άλλωστε, όπως προέκυψε ήταν αναληθείς εν γνώσει του, όπως προαναφέρθηκε, η Ε1 του δήλωσε ότι θα σκεφτεί και θα του απαντήσει, στη συνέχεια δε ενημέρωσε το δικηγόρο της Η, ο οποίος τη συμβούλευσε να αγνοήσει τον Χ2 και να μην ασχοληθεί μαζί του, όπως και έπραξε. Έτσι, ο σκοπός του κατηγορουμένου Χ2 δεν επιτεύχθηκε, όχι από δική του θέληση αλλά γιατί η παθούσα δεν πείστηκε από τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις του να του καταβάλει το ποσό των 100.000.000 δραχμών κι έτσι οι πράξεις της απάτης από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό και της παράβασης του άρθρου 11 του ν. 5227/31, περί μεσαζόντων, με παθούσα τη Ε1 παρέμειναν στο στάδιο της απόπειρας. Διαπιστώνοντας ο κατηγορούμενος Χ2 την αδυναμία του να αποσπάσει με εξαπάτηση από την παθούσα Ε1 το προαναφερόμενο ποσό των 100.000.000 δραχμών, αφού η τελευταία δεν πειθόταν από τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις του να του καταβάλει τούτο, πραγματοποίησε στη συνέχεια αλλεπάλληλα διαδοχικά τηλεφωνήματα προς την παθούσα, κατά τα οποία της ζητούσε εκβιαστικά να του καταβάλει το ποσό των 100.000.000 δραχμών, ακόμη και σε επιταγές, χρησιμοποιώντας την απειλή, προκειμένου να την εξαναγκάσει στην καταβολή του ως άνω ποσού, ότι εάν δεν του το κατέβαλε θα οδηγούσε αυτήν και το σύζυγο της Ε, συγκατηγορούμενο αυτής, για πράξη εκβίασης σε βάρος του Η1 στη φυλακή, το ανήλικο δε τέκνο τους σε ίδρυμα. Στο τελευταίο από τα τηλεφωνήματα αυτά που έγινε στην οικία της, ο κατηγορούμενος της είπε: "άκουσε να σου πω, δεν έχω μάθει να ζητάω χρήματα και να μη μου τα δίνουν, και μάλιστα όταν με αυτά τα χρήματα θα σώσω εσένα, δεν με ενδιαφέρει αν με μαγνητοφωνείς, δεν με ενδιαφέρει αν χρησιμοποιήσεις αυτά που λέω, πρόσεξε καλά, όπως μπορώ να σε αθωώσω, μπορώ να σε κλείσω στη φυλακή, τις δυνατότητες του γραφείου μου τις είδες ήδη από την ανάκριση, θα σε κλείσω στη φυλακή, θα κλείσω και τον άνδρα σου στη φυλακή και το παιδί σου σε ίδρυμα" και της έκλεισε το τηλέφωνο. Το περιεχόμενο της τελευταίας αυτής επικοινωνίας επιβεβαιώνουν επί πλέον και η μάρτυρας Θ2, η οποία εξ ιδίας αντιλήψεως καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τη Ε1, μάλιστα δε η ίδια απάντησε στη σχετική τηλεφωνική κλήση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο κατηγορούμενος, δηλώνοντας της τα στοιχεία της ταυτότητας του, ζήτησε να επικοινωνήσει με τη Ε1, στην οποία ανέφερε, παρουσία της μάρτυρος, την απαίτηση του για την καταβολή του αιτηθέντος ποσού, και ότι αμέσως μετά τη λήξη της επικοινωνίας η τελευταία (Ε1) ήταν κάτωχρη και φοβισμένη και όταν την ρώτησε, την ενημέρωσε ότι "ο Χ2 για μια ακόμη φορά της είχε ζητήσει τα 100.000.000 δραχμές, απειλώντας την ότι σε αντίθετη περίπτωση θα κινδύνευε η ίδια και ο σύζυγος της, το δε παιδί της θα κλεινόταν σε ίδρυμα", ως και ο μάρτυρας Ε, σύζυγος της Ε1, ο οποίος παρίστατο και αυτός κατά την ως άνω τηλεφωνική επικοινωνία. Αμέσως μετά την επικοινωνία αυτή η Ε1, τηλεφώνησε στο δικηγόρο της Η και τον ενημέρωσε. Ο τελευταίος, ήρθε σε επικοινωνία με τον κατηγορούμενο Χ2 με τον οποίο συμφώνησε να συναντηθούν και οι τρεις στην καφετέρια "..." στο .... Κατά τη συνάντηση αυτή, προς απόδειξη της οποίας προσκομίζονται και σχετικές φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζεται η μεταξύ των ενδιαφερομένων συνάντηση, που έλαβε χώρα στην καφετέρια "....", κατά την κατάθεση της μάρτυρος Ε1, ο Η ρώτησε τον κατηγορούμενο "... Χ2, τι είναι αυτά τα 100.000.000 ή 80.000.000 δραχμές που ζητάς, εγώ δεν γνωρίζω ότι υπάρχουν δικαστές που πληρώνονται, που θα τα δώσεις για να μπορέσω και εγώ να συζητήσω με τους πελάτες μου και να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε", ο κ. Χ2 επιβεβαίωσε ότι είχε πει και απάντησε ... ότι "δεν χρειάζεται να γνωρίζετε που ακριβώς θα δοθούν αυτά τα χρήματα, πρέπει να μου δείξετε εμπιστοσύνη, και δεν πρόκειται να ανοίξει μύτη ...". Τα όσα εξ ιδίας αντιλήψεως και με σαφήνεια καταθέτει η Ε1, επιβεβαιώνονται όχι μόνο από τα καταθέσεις των μαρτύρων Θ2 και Ε, αλλά και από την κατάθεση του Η, ο οποίος επιβεβαιώνει εμμέσως μεν, πλην σαφώς, την κατάθεση της Ε1, ο οποίος κατά την ένορκη εξέταση του ως μάρτυρος κατά την ανάκριση, κατέθεσε σχετικά: "Συναντηθήκαμε πράγματι, ο Χ2, εγώ και η κ. Ε1, και αμέσως μετά την πρώτη μας επαφή, γνωτοποίησα στον Χ2 ότι η κ. Ε1 μου έχει κάνει γνωστή την απαίτηση του, για τα 100.000.000 δραχμές, τα οποία της έχει ζητήσει, και τον ρώτησα εάν αυτό αφορά απαίτηση για τη ζημιά την οποία φέρεται ότι έχει προκαλέσει εις τους αντιδίκους της η κ. Ε1, και αν σε αυτό περιλαμβάνεται και η δική του αμοιβή, αυτός απέφυγε να μου απαντήσει, αν θυμάμαι καλά, και μου είπε "θα τα βρούμε" αφού συζητήσει το θέμα από την πλευρά των εντολέων του και μετά από λίγο έφυγε...περίμενα να ενημερωθώ από την κ. Ε1 είτε από τον Χ2, για το ποιες θα είναι οι μελλοντικές μας κινήσεις, αφού αυτοί επικοινωνούσαν μεταξύ τους, παρά το ότι είχε ενοχληθεί γιατί ο Χ2 επικοινωνούσε απευθείας με την κ. Ε1 και δεν επικοινωνούσε με εμένα, όπως απαιτεί και ο Κώδικας Δικηγόρων", ακόμη δε ερωτηθείς ειδικά κατά την ως άνω εξέταση του, εάν έλαβε πράγματι χώρα ο διάλογος μεταξύ αυτού και του Χ2, για τον οποίο κατέθεσε η μάρτυρας Ε1 ή άλλος παρεμφερής και συγκεκριμένα εάν υπέβαλε στον Χ2 την ερώτηση, " Χ2, τι είναι αυτά τα 100.000.000 δραχμές ή 80.000.000 δραχμές που ζητάς; Εγώ δεν γνωρίζω ότι υπάρχουν δικαστές που πληρώνονται, που θα τα δώσεις για να μπορέσω και εγώ να συζητήσω με τους πελάτες μου, για να συζητήσουμε τι θα κάνουμε;" απάντησε σχετικά: "Είναι αλήθεια ότι υπήρχε μια συγκεχυμένη αιτιολογία της καταβολής του ποσού αυτού και εγώ δεν είχα αντιληφθεί που θα πήγαιναν αυτά τα χρήματα που ζητούσε, αλλά δυστυχώς και το τονίζω στην κυριολεξία, δεν είμαι σε θέση να διαβεβαιώσω ότι η εντύπωση που είχα ήταν θα πήγαιναν σε δικαστές, χωρίς να μπορώ να το αποκλείσω και να απαξιώσω τα όσα ισχυρίζεται η κ. Ε1, επειδή είναι πολύ σοβαρό το θέμα, ορκίστηκα και θέλω να είμαι απολύτως σίγουρος για να το επιβεβαιώσω".
Τελικά, ο σκοπός του κατηγορούμενου Χ2 να αποκομίσει το πιο πάνω παράνομο περιουσιακό όφελος των 100.000.000 δραχμών δεν επιτεύχθηκε, όχι από δική του θέληση αλλά γιατί η παθούσα δεν υπέκυψε στις παραπάνω απειλές κι έτσι και η πράξη της εκβιάσεως παρέμεινε στο στάδιο της απόπειρας. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι κατά τη διάρκεια των ανωτέρω συναντήσεων έγινε προσπάθεια, προκειμένου να επιτευχθεί συμβιβασμός μεταξύ των αντιδίκων πλευρών Ε1 και Η1, και ότι κατά τη διάρκεια των συζητήσεων αυτών ζήτησε να του καταβληθεί το ποσό των 80.000.000 δραχμών, δεν δίδει, όμως, καμία επαρκή εξήγηση για ποιο λόγο το ποσό αυτό που ζητούσε, το οποίο κατά τη σαφή κατάθεση της Ε1 ανερχόταν σε 100.000.000 δραχμές και όχι σε 80.000.000 δραχμές, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που αναφέρεται στο διατακτικό του με αριθμό 5000/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, δυνάμει του οποίου παραπέμπεται η Ε1 να δικαστεί για την πράξη της εκβιάσεως, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να προκληθεί ζημία εις βάρος της περιουσίας του Η1 κατά το ποσό των 45.000 ευρώ, για το οποίο ο τελευταίος είχε εξαναγκαστεί να υπογράψει εννέα ισόποσες συναλλαγματικές των 5.000 ευρώ, ως και κατά τα ποσά των 4.000.000 δραχμών και 110.000 ευρώ, τα οποία είχε εξαναγκασθεί, σύμφωνα με τα περιστατικά που εκτίθενται στο ως άνω βούλευμα να καταβάλει στη Ε1. Το γεγονός δε ότι η τελευταία με την από ..... επιστολή της, την οποία απηύθυνε αναρμοδίως προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, ανακαλεί τα όσα είχε αναφέρει σε βάρος του κατηγορουμένου Χ2, δίνοντας διαφορετική εξήγηση στα όσα είχε καταγγείλει αρχικά με την υποβληθείσα ενώπιον του Εισαγγελέως αναφορά της, δεν είναι δυνατόν να οδηγήσει σε αντίθετο συμπέρασμα ως προς τη βασιμότητα των καταγγελθέντων απ' αυτή, και την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του, δοθέντος ότι σε αυτήν δεν περιέχονται ικανά στοιχεία που θα μπορούσαν να ανατρέψουν τα όσα η ίδια αυθορμήτως κατέθεσε ενώπιον των ανακριτικών αρχών, μετ' επιμονής, και με πλήρη αναφορά στις συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις του κατηγορουμένου, τις οποίες επιβεβαίωσαν πλέον της ίδιας, και οι υπόλοιποι μάρτυρες (Θ2, Ε και Η). Άλλωστε, η ως άνω Ε1, κατά τη συμπληρωματική ένορκη εξέταση της ενώπιον Ειδικού Ανακριτή - Εφέτη Ιωάννη Σίδερη, που πραγματοποιήθηκε στις 2-3-2007, μετά την ανάκληση με την πιο πάνω επιστολή των όσων είχε αναφέρει σε βάρος του κατηγορούμενουΧ2, έδωσε λεπτομερείς εξηγήσεις για ποιο λόγο απέστειλε προς την Εισαγγελία Αθηνών την από 23-11-2006 επιστολή της. Συγκεκριμένα η κατηγορουμένη κατέθεσε τα εξής:
"Κατ' αρχήν βρίσκομαι εδώ σήμερα για να πω την αλήθεια. Αλήθεια είπα και την πρώτη φορά που είχα εμφανιστεί ενώπιον σας. Δεν σας είπα ούτε ένα ψέμα. Έχοντας φτάσει σε πολύ μεγάλο οικονομικό αδιέξοδο, και περισσότερο νιώθοντας ένοχη απέναντι στην οικογένεια μου, για την κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει, δέχτηκα πρόταση από το γραφείο του κ. Χ2 για οικονομική βοήθεια, προκειμένου να αποσύρω την καταγγελία μου. Πήγα στο γραφείο του κ. Χ2 στον Πειραιά, για να συζητήσουμε τον τρόπο με τον οποίο θα γινόταν όλη αυτή η συναλλαγή. Προσπάθησε να με πείσει ότι η συνάντηση στο .... δεν αποσκοπούσε σε εκβιασμό αλλά σε βοήθεια. Δεν πείστηκα αλλά και δεν συνέχισα την όποια συζήτηση πάνω σε αυτό το θέμα, γιατί δεν είχε νόημα. Η βοήθεια του κ.Χ2 συνίστατο στην καταβολή αρκετών χιλιάδων ευρώ, το συγκεκριμένο ποσό ανερχόταν σε 800.000 ευρώ, με τα οποία θα μπορούσα να καλύψω τα έξοδα ενός επιχειρησιακού πλάνου, για να λύσω έτσι μελλοντική επαγγελματική αποκατάσταση, και επίσης στην αγορά μιας κατοικίας. Δεν τα ζήτησα ήταν δικές του προτάσεις. Μάλιστα από το ίδιο το βράδυ προσπαθούσε να με φέρει σε επαφή με διάφορους επενδυτές, οι οποίοι θα εμφανίζοντανως συνεργάτες μου, αντ' αυτού στην υλοποίηση του επιχειρησιακού μου πλάνου. Είχα ένα πολύ μεγάλο ενδοιασμό, σχετικά με το αν θα έπρεπε να συμφωνήσω να αποσύρω τις συγκεκριμένες καταγγελίες γιατί με τον τρόπο αυτό θεωρώ ότι θα "άδειαζα" ένα σημαντικό αριθμό ανθρώπων που με εμπιστεύτηκαν και με πίστεψαν, είτε από την πλευρά της δικαιοσύνης, είτε από το δημοσιογραφικό χώρο... Μου πήρε περίπου δύο εβδομάδες για να αποφασίσω να στείλω την εν λόγω δεύτερη επιστολή της ..., την οποία και αντέγραψα από έντυπο που μου δόθηκε από το γραφείο του κ. Χ2. Συνειδησιακά το μόνο που μπορούσα να αλλάξω από την επιστολή που μου δόθηκε, ήταν να αλλάξω τη φράση "είπα ψέματα" σε "δεν είπα την αλήθεια". Επειδή ο τρόπος γραφής δεν ήταν δικός μου, ήταν απλά ο αντίλογος σε αυτά που είχε γράψει, πίστευα αν θέλετε μέσα μου, ότι οποιοσδήποτε το έπαιρνε στα χέρια του θα το καταλάβαινε. Εξάλλου, ερωτηθείσα σχετικά με το χρόνο κατά τον οποίο επισκέφθηκε το γραφείο του Χ2, η Ε1 απάντησε: "Δύο εβδομάδες πριν από την κατάθεση της εν λόγω επιστολής. Στο γραφείο του κ. Χ2 πήγα μόνη μου. Τα χρήματα τα οποία μου υποσχέθηκε δεν τα πήρα όλα, πήρα μόνο τμηματικά τα ποσά των 5.000 ευρώ, 6.000 ευρώ, 3.900 ευρώ, 3.750 ευρώ, 5.000 ευρώ και 2.500 ευρώ, εκ των οποίων πήρα 5.000 ευρώ πριν την αποστολή της επιστολής, επαναλαμβάνω χωρίς να ζητήσω εγώ τα χρήματα, και τα υπόλοιπα τα πήρα μετά την αποστολή και μέχρι πριν από ένα μήνα. Πριν έλθω σε οποιαδήποτε επαφή με τον κ. Χ2 ενημέρωσα το δημοσιογράφο κ. ....., ο οποίος δεν συμφώνησε με την κίνηση που θα έκανα αλλά τον κρατούσα ενήμερο για όλες μου τις κινήσεις και γνωρίζει τις λεπτομέρειες των συναντήσεων και συνομιλιών αυτών. Εκ των υστέρων πληροφορήθηκα ότι ο κ. Χ2, σε συναντήσεις που είχε με τρίτα πρόσωπα, ανέφερε πλέον ότι δεν θα μπορούσε να ανακαλέσω τη δεύτερη κατάθεση μου, γιατί θα ήμουν πλέον κατάπτυστη έναντι της δικαιοσύνης".
Ο κατηγορούμενος Χ2, κατά την απολογία του κατά την ανάκριση αρνήθηκε τις σχετικές κατηγορίες που τον βαρύνουν και ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη κινήθηκε μεθοδευμένα, στέλνοντας προς τον Εισαγγελέα την από 18-1-2006 επιστολή της, στην οποία όσα αναφέρει είναι ψευδή και συκοφαντικά, έχοντας προφανή στόχο να αναστρέψει το κλίμα σε δίκες που είχε με διάφορους αντιδίκους της σε σχέση με τη δραστηριότητα της, στο φροντιστήριο ξένων γλωσσών που διατηρούσε, αλλά και ιδιαίτερα με το δικαστήριο του τότε εντολέως του Η1, πράξεις για τις οποίες ήταν κατηγορούμενη για βαριά κακουργήματα, υπόθεση την οποία δεν είχε χειριστεί ουσιαστικά αυτός αλλά οι συνεργάτες του. Ότι η μάρτυρας και τότε κατηγορουμένη Ε1 ήταν αυτή που επιδίωξε τη συνάντηση μαζί του μέσω του ...., ότι κατά τη συνάντηση αυτή που πραγματοποιήθηκε στο εστιατόριο "....." στο ...., η οποία δεν είχε τίποτε το επιλήψιμο, και για την οποία είχε ενημερώσει το Η1, ο οποίος ως αποζημίωση για τις βλάβες που είχε υποστεί, ήθελε να διεκδικήσουν πολύ μεγάλα χρηματικά ποσά, συμφώνησε με τη Ε1 να μεταφέρει στον Η1 ότι προτίθεται να δώσει ως αποζημίωση του, για την ηθική βλάβη που υπέστη, αλλά και για τα χρήματα τα οποία όφειλε το ποσό των 80.000.000 δραχμών, και μάλιστα τον ευχαρίστησε λέγοντας του ότι θα προβεί σε κάποιες ενέργειες πωλήσεως, ίσως της διαχειρίσεως, κάποιου κτήματος της στη ...... Ότι από εκεί και πέρα δεν είχε καμιά επαφή μαζί της, περιμένοντας την απάντηση της, ώσπου μετά από καιρό του τηλεφώνησε ο συνάδελφος του Η, λέγοντας του ότι χειρίζεται πλέον την υπόθεση της Ε1 και ότι θέλουν να συναντηθούν σαν φίλοι και σαν συνάδελφοι, ότι κατά συντάντησή τους αυτή που πραγματοποιήθηκε στο εστιατόριο ... στο ....., όπως του ζήτησαν, είχαν μια ενδιαφέρουσα συζήτηση που αφορούσε τις αστικές αξιώσεις του Η1 , κατά την οποία συμφώνησαν απλά να μεταφέρει και πάλι στον Η1, ότι η Ε1 θα του καταβάλει, όταν μπορέσει 80.000.000 δραχμές, τέλος δε αρνήθηκε ειδικά, παραλείποντας να αναφερθεί στις προηγούμενες τηλεφωνικές επικοινωνίες του με τη Ε1, την τελευταία τηλεφωνική τους επικοινωνία, για την οποία κατέθεσε η μάρτυρας Θ2, λέγοντας ότι η Ε1 μετέφερε προφανέστατα στην κ. Θ2, που δεν άκουγε την τηλεφωνική επικοινωνία, που δεν έγινε ποτέ μαζί μου, ό,τι τη συνέφερε για να δημιουργήσει αυτό το μύθευμα. Οι ως άνω αρνητικοί ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, και ως εκ τούτου δεν δύναται να αναιρέσουν τη βασιμότητα των εις βάρος του σχετικών κατηγοριών, τις οποίες, σημειωτέον, ενισχύει και επιλήψιμος τρόπος, με τον οποίο ο κατηγορούμενος, μεθόδευσε την ανάκληση των εις βάρος του καταγγελθέντων από τη Ε1.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορούμενου Χ2 και για τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας απάτης από την οποία η προξενηθείσα ζημία και το αντίστοιχο όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73.000.000 ευρώ, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της αρχικής κατηγορίας (απόπειρας απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας), της απόπειρας εκβίασης, ως και της παραβάσεως του άρθρου 11 του Ν. 5227/1931 (περί μεσαζόντων), που φέρεται ότι έχουν τελεσθεί από αυτόν εις βάρος της Ε1. Τέλος δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, ότι καθόσον αφορά της πράξεις της απάτης και παράβασης του άρθρου 11 του ν.5227/1931 "περί μεσαζόντων" σε βάρος της Ι1, από την εκτίμηση του ίδιου ως άνω αποδεικτικού υλικού προέκυψαν τα εξής: Στις 13-10-2005 συνελήφθη για παράβαση του νόμου ναρκωτικών ο Ι, η μητέρα του οποίου Ι1, ενεργώντας για λογαριασμό του, καθ' ον χρόνο αυτός κρατείτο στο Αστυνομικό Τμήμα, ανέθεσε την υπεράσπιση του στο δικηγόρο Αθηνών Σ1. Ο τελευταίος αμέσως μετά την ενημέρωση του από την αστυνομική υπηρεσία, όπου κρατείτο ο ως άνω συλληφθείς, ως προς τις συνθήκες τελέσεως εκ μέρους του τελευταίου της πράξεως, που του αποδιδόταν, ενημέρωσε τη μητέρα του κατηγορουμένου Ι1 ότι η κατηγορία που αντιμετώπιζε ο γυιός της ήταν σοβαρή και ότι θα έπρεπε να αναμένει την προφυλάκιση του, γιατί κατ' αυτόν "οι πιθανότητες να αφεθεί ελεύθερος ήταν μηδενικές". Μετά την εμφάνιση του συλληφθέντος στον Εισαγγελέα, ο οποίος άσκησε ποινική δίωξη σε βάρος του για αγορά, κατοχή, και πώληση ναρκωτικών κατ' εξακολούθηση και στη συνέχεια ενώπιον του Ανακριτή του 28ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, στον οποίον προσήχθη για να απολογηθεί συνοδευόμενος από τον ως άνω δικηγόρο του, επιβεβαιώθηκε η αρχική εκτίμηση του εν λόγω δικηγόρου ότι επρόκειτο για σοβαρότατες κατηγορίες, δεδομένου ότι ασκήθηκε ποινική δίωξη και για εμπορία ναρκωτικών, Κατά την προσαγωγή του στον παραπάνω ανακριτή ο κατηγορούμενος Ι ζήτησε και έλαβε προθεσμία για τις 17-10-2005 για να απολογηθεί και ο συνήγορος του έλαβε αντίγραφα για να ετοιμαστεί για την υπεράσπιση του εντολέα του, Μετά τη λήψη αντιγράφων της δικογραφίας ο ως άνω δικηγόρος ενημέρωσε λεπτομερέστερα τη μητέρα του κατηγορουμένου Ι, επιβεβαιώνοντας την εκτίμηση ότι ως έχει η εικόνα της δικογραφίας η προφυλάκιση είναι περίπου βέβαιη και ότι είναι πολύ πιθανή η εκδοχή αυτή να διαρκέσει μέχρι την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο, ακολούθως δε ο ως άνω δικηγόρος συνεννοήθηκε με τη μητέρα του κατηγορουμένου να συναντηθούν τη Δευτέρα 17/10/2005 και ώρα 9η πρωινή στο ανακριτικό γραφείο, όπου επρόκειτο να απολογηθεί ο γυιός της. Την επομένη ημέρα, όμως, (14-10-2005), η Ι1 τηλεφώνησε στο δικηγόρο Σ1 και ανακάλεσε τη δοθείσα στον τελευταίο εντολή νομικής υπεράσπισης του γιου της, δηλώνοντας του αυτολεξεί: "ξέρετε κ. Σ1, δεν έχω κανένα παράπονο με εσάς, και μου φανήκατε πολύ ειλικρινής και σωστός δικηγόρος, αλλά ξέρετε ανεμείχθη και ο αδελφός μου και απευθύνθηκε στον κ. Χ2, ο οποίος του είπε ότι έχει τρόπο να βοηθήσει το παιδί να γλιτώσει τη φυλακή" (βλ. την κατάθεση του ως άνω μάρτυρα). Ερωτηθείσα σχετική η Ι1 κατά την κατάθεση της ενώπιον του Ειδικού Ανακριτή Εφέτη επιβεβαίωσε, αφ' ενός μεν ότι ο προαναφερόμενος δικηγόρος Σ1 της είπε ότι " κίνδυνος να προφυλακιστεί" ο γιος της, αφ' ετέρου δε αυτό; το οποίο ο ίδιος μάρτυρας - δικηγόρος κατέθεσε, δηλαδή ότι "ο αδελφός της απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο Χ2, ο οποίος του είπε ότι έχει τρόπο να βοηθήσει το παιδί για να γλιτώσει τη φυλακή". Ακολούθως, κατά τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας, και αφού προηγουμένως, είχε λάβει τη διαβεβαίωση από τον Χ2, αρχικά μέσω του αδελφού της Ι2 και στη συνέχεια σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε η ίδια μαζί του ότι "είχε τον τρόπο να βοηθήσει το παιδί να μην πάει φυλακή" η παραπάνω, συνοδευόμενη από το γυιό της Ια επισκέφθηκε το δικηγορικό γραφείο του Χ2, προκειμένου, να συζητήσει την υπόθεση του κρατούμενου γυιού της με το συνεργάτη του ως άνω γραφείου Χ5, ο οποίος την προηγουμένη, τις απογευματινές ώρες, κατ' εντολή του Χ2, είχε επισκεφθεί το γυιό της στη ΓΑΔΑ, όπου κρατείτο και συνομίλησε μαζί του για την υπόθεση του. Πρέπει να αναφερθεί εδώ, ότι ο προαναφερόμενος Χ5, την προηγουμένη ημέρα, κατά τις απογευματινές ώρες και ενώ βρισκόταν με το συνάδελφο του Π1 στο αυτοκίνητο του, δέχτηκε τηλέφωνο από τον Χ2, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι ένας νεαρός με το όνομα Ι, είναι κρατούμενος στη ΓΑΔΑ, για παράβαση του Νόμου περί Ναρκωτικών και του έδωσε τα τηλέφωνα της μητέρας του Ι1, και του αδελφού του Ια, σταθερό και κινητό, με τους οποίους επικοινώνησε και συναντήθηκαν έξω από τη ΓΑΔΑ για να επισκεφθεί τον κρατούμενο. Κατά την παραπάνω επίσκεψη της Ι1 στο δικηγορικό του Χ2, ο Χ5 επανέλαβε τη δοθείσα σ' αυτή διαβεβαίωση από τον Χ2, ότι το δικηγορικό του γραφείο είχε τη δυνατότητα παρεμβάσεως στον Ανακριτή της υπόθεσης, ώστε να μην κρατηθεί προσωρινά ο γυιός της μετά την απολογία του, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι "με δύο τηλέφωνα θα λυθεί η υπόθεση", η οποία "γι' αυτούς είναι μια πολύ απλή υπόθεση, υπόθεση ρουτίνας". Τα σχετικά με την επίσκεψη αυτή κατατέθηκαν από το μάρτυρα Ι2, ο οποίος, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του Ειδικού Ανακριτή-Εφέτη κατέθεσε ότι "κατά την επίσκεψη της στο ως άνω γραφείο, όπου μετέβη με τον ανηψιό του Ια η αδελφή του ένιωσε υπερβολικά ευχαριστημένη, γιατί της είπαν ότι "με δύο τηλέφωνα θα είχε λυθεί η υπόθεση", η οποία "γι' αυτούς είναι μια πολύ απλή υπόθεση, υπόθεση ρουτίνας". Τις ως άνω διαβεβαιώσεις προς την Ι1 επανέλαβαν έκτοτε και μέχρι την απολογία του κρατούμενου γυιού της Ι στις 17-1-2005, τόσο ο Χ5, όσο και ο συγκατηγορούμενός του Χ3, ο οποίος τελικά παραστάθηκε κατά την απολογία του Ι, και έλαβε πριν από την απολογία του από την Ι1 το ποσό που είχε απαιτήσει απ' αυτήν ο συγκατηγορούμενός του Χ5 κατ' εντολήν του Χ2. Ειδικότερα, στις 15-10-2005, ημέρα Σάββατο, κατά τις απογευματινές ώρες, ο Χ5, μετέβη στη ΓΑΔΑ, για να επισκεφτεί τον κρατούμενο, όπου συνταντήθηκε με την Ι1 και το γυιό της Ια. Στη συνάντηση αυτή ο κατηγορούμενος Χ5 απαίτησε από την Ι1, μετά από συνεννόηση με τον Χ2, ως αμοιβή το ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο όπως ανέφερε αργότερα ο Χ5 στον αδελφό της Ι1, Ι2, τον οποίο συμβουλεύθηκε η τελευταία, για το αν έπρεπε να καταβάλει ένα τόσο μεγάλο ποσό, προοριζόταν για να μην επιβληθεί στον κατηγορούμενο Ι προσωρινή κράτηση μετά την απολογία του, δεδομένου ότι έπρεπε να δώσουν σε δικούς τους ανθρώπους χρήματα για να μην κρατηθεί προσωρινά ο κατηγορούμενος, την απάντηστα-δε αυτή ο Χ5 την έδωσε, προκειμένου να δικαιολογήσει το ύψος της αμοιβής, για το λόγο ότι η Ι1, η οποία είναι χήρα, είχε περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες. Σχετικά με την αιτία για την οποία ζητήθηκε το ως άνω ποσό, είναι διαφωτιστική η κατάθεση του αδελφού της Ι1, Ι2, ενώπιον του Ειδικού Ανακριτή - Εφέτη, ο οποίος κατέθεσε σχετικά: "...Όταν ζήτησαν τα 5.000 ευρώ, η αδελφή μου με συμβουλεύτηκε και προσπαθώντας να καταλάβω που πάνε αυτά τα χρήματα, μίλησα στο τηλέφωνο με τον κ. Χ5, για να μου εξηγήσει για ποιο λόγο χρειάζονται αυτά τα χρήματα. Και η απάντηση του ήταν "αν θέλεις να τον βγάλουμε, θα πρέπει να δώσουμε σε δικούς μας ανθρώπους χρήματα, προκειμένου να βοηθήσουν να τον βγάλουν...". Στις 16-10-2005, ημέρα Κυριακή, ο Χ5, συνοδευόμενος από το Χ3, ο οποίος είχε ήδη ενημερωθεί για την υπόθεση, δεδομένου ότι επρόκειτο να αναπληρώσει στα καθήκοντα του ως υπερασπιστή κατά την απολογία του Ι το Χ5, ο οποίος την επομένη, 17-10-2005, που είχε οριστεί ως ημέρα απολογίας, επρόκειτο να παρασταθεί ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και αδυνατούσε να παρασταθεί κατά την ανάκριση, συναντήθηκε εκ νέου με την Ι1 και το γυιό της Ια, με τους οποίους, αφού τους ενημέρωσαν για το ως άνω κώλυμα και την αναπλήρωση του Χ5 από το Χ3, συζήτησαν το θέμα της προσωρινής κρατήσεως του κατηγορουμένου, δίνοντας τις διαβεβαιώσεις που προαναφέρθηκαν. Ο ισχυρισμός των εν λόγω κατηγορουμένων, περί ενημερώσεως κατά την ως άνω συνάντηση των παραπάνω συγγενών του κρατούμενου, αλλά και του τελευταίου για τη σχεδόν μετά βεβαιότητος, αναμενόμενη προσωρινή κράτηση του, δεν κρίνεται πειστικός, αφού είναι προφανές ότι η Ι1, αν της είχε αναφερθεί κάτι τέτοιο, δεν θα δεχόταν να καταβάλει, όπως έπραξε την επομένη, την υπερβολικά υψηλή για τη συγκεκριμένη ανακριτική πράξη (απλή παράσταση κατά την απολογία χωρίς σύνταξη υπομνήματος) (βλ. σχετικά την απολογία του Χ3) αμοιβή που απαίτησαν απ' αυτήν οι κατηγορούμενοι, αν ληφθεί υπόψη ότι ο αποκλειστικός λόγος για τον οποίο ανακάλεσε την εντολή προς τον προηγούμενο δικηγόρο και ανέθεσε τη νομική υπεράσπιση του γυιού της στο δικηγορικό γραφείο του Χ2 αντί της ως άνω υπερβολικά υψηλής αμοιβής ήταν οι υποσχέσεις που δόθηκαν σ' αυτή, περί δυνατότητας του ως άνω δικηγορικού γραφείου να επιτύχει μη επιβολή προσωρινής κρατήσεως στο γυιό της, αμέσως μετά την απολογία του, πράγμα το οποίο, όμως, ήταν ψευδές εν γνώσει των ως άνω κατηγορουμένων, αλλά και του συγκατηγορουμένου τους Χ2, αφού αληθές ήταν ότι αυτοί δεν είχαν οποιαδήποτε δυνατότητα παρέμβασης για να προκαλέσουν, κατά την εμφανιζόμενη βούληση τους, πράξη ή παράλειψη δικαστικών λειτουργών και του ανακριτή που είχε επιληφθεί της ανακρίσεως, ώστε αυτός να μην ενεργήσει κατά συνείδηση και να μην επιβάλει εφόσον συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις προσωρινή κράτηση σε βάρος του Ι, με συνέπεια, η παθούσα, να πειστεί και να καταβάλει σ' αυτούς, όπως αμέσως παρακάτω εκτίθεται, το προαναφερόμενο ποσό και να υποστεί ζημία που είναι ιδιαίτερα μεγάλη, αν ληφθεί υπόψη η συναλλακτική αξία του ποσού. Πράγματι, το πρωί της επομένης, 17-10-2005, ημέρα Δευτέρα, ο κατηγορούμενος Χ3, εμφανίστηκε στα Δικαστήρια της οδού Ευελπίδων, όπου συναντήθηκε με τη μητέρα του κρατούμενου Ι1 και τον αδελφό του Ια, η πρώτη των οποίων του κατέβαλε, πριν από την απολογία του γυιού της, το συμφωνηθέν ποσό των 5.000 ευρώ. Την ημέρα εκείνη, όμως, ο ανακριτής διέταξε, μετά την απολογία του Ι, στην οποία παρέστη ο ως άνω δικηγόρος ως συνήγορος υπερασπίσεως, την προσωρινή κράτηση αυτού, αυτός δε ήταν και ο λόγος που λίγες μέρες μετά, και συγκεκριμένα στις 24-10-2005, ο αδελφός του Ια, ανακάλεσε την εντολή που είχε δοθεί στο ως άνω δικηγορικό γραφείο, και μαζί με το θείο του Ι2 ανέθεσαν την υπεράσπιση ^ στο δικηγόρο Δημήτριο Πανοτόπουλο. Μετά την ανάκληση της ως άνω εντολής, ο δικηγόρος Χ5, ενεργώντας για λογαριασμό του δικηγορικού γραφείου Χ2 παρέδωσε στο Ια όλα τα έγγραφα του φακέλου του Ι καθώς και την από ..... Βεβαίωση-Δήλωση στην οποία αναγράφεται ότι "Ο υπογραφόμενος δικηγόρος Πειραιώς Χ5, ενεργών επ' ονόματι και δια λογαριασμό του Δικηγορικού Γραφείου Χ2, δηλώνω ότι παρέδωσα σήμερα 24 Οκτωβρίου 2005, άπαντα τα έγγραφα του φακέλου του Ι στο Ια (αδελφό του Ι), κάτοικο ..... Αττικής, οδός ........ και ότι δεν διατηρείται καμία οικονομική αξίωση εκατέρωθεν". Το γεγονός ότι η ως άνω υπόθεση ανατέθηκε στον Χ2, και όχι στο Χ5, ως προσωπική του υπόθεση, όπως ισχυρίζεται ο πρώτος, πέραν της ως άνω βεβαιώσεως, στην οποία ο τελευταίος αναφέρει, ότι ενεργεί για λογαριασμό του Χ2, ο οποίος ουσιαστικά διηύθυνε το εν λόγω γραφείο, προκύπτει και από το ότι η υπόθεση του Ι ανατέθηκε στο Χ5 από τον ίδιο τον κατηγορούμενο Χ2, ο οποίος πριν αναλάβει αυτή τον ενημέρωσε σχετικά και του έδωσε τα στοιχεία και τα τηλέφωνα της Ι1, καθώς και από το γεγονός ότι το ποσό των 5.000 ευρώ που εισέπραξε ο κατηγορούμενος Χ3 για λογαριασμό του δικηγορικού γραφείου που εργαζόταν λίγο πριν από την απολογία του Ι, αποδόθηκε στον Χ2, μετά από αφαίρεση μέρους αυτού για έξοδα γραμματίου προείσπραξης, λοιπά έξοδα και αμοιβές των ως άνω συνεργατών του (βλ. σχετ. την από 6-7-2006 απολογία του κατηγορουμένου Χ3). Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής των κατηγορουμένων και για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς αμέσως παραπάνω πράξεις της απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας, της απόπειρας εκβίασης, ως και της παράβασης του άρθρου 11 του Ν. 5227/1931 (περί μεσαζόντων), που φέρεται ότι έχουν τελεσθεί από αυτόν εις βάρος της Ι1.
Επιχειρώντας να αντικρούσει την εις βάρος του κατηγορία σε σχέση με την υπόθεση της Ι1 ο κατηγορούμενος Χ2 ισχυρίζεται ότι για την υπόθεση αυτή δεν έχει μιλήσει και δεν έχει συναντήσει ποτέ ούτε τη μητέρα του κατηγορουμένου, ούτε το θείο του Ι2, αλλά ούτε και τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ακόμη δε ότι η ως άνω υπόθεση αποτελεί προσωπική υπόθεση του συνεργάτη του Χ5 τον οποίο σύστησε ως δικηγόρο, δίνοντας το τηλέφωνο του, όταν του ενώ βρισκόταν στο κομμωτήριο για να κουρευτεί, από τη βοηθό της κομμώτριας που διατηρούσε το κομμωτήριο, να τη βοηθήσει συστήνοντας της κάποιο δικηγόρο, προκειμένου να αναλάβει την υπεράσπιση του φίλου της Ι1, ο οποίος επρόκειτο να απολογηθεί στον ανακριτή τις επόμενες ημέρες, χωρίς να γνωρίζει, έκτοτε, οτιδήποτε για την τύχη της ως άνω υποθέσεως, για την οποία έγινε σχετική καταγγελία, στις 14-10-2005, όταν ξέσπασε θόρυβος γύρω από το πρόσωπο του. Οι αρνητικοί της κατηγορίας παραπάνω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου Χ2, δεν μπορούν να κλονίσουν την εις βάρος του κατηγορία, ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, σχετικά με την αιτία ανακλήσεως της δοθείσας προς δικηγόρο Σ1 εντολής, της ανάθεσης απ' αυτόν στο συγκατηγορούμενό του Χ5 του χειρισμού της ως άνω υποθέσεως, του καθορισμού απ' αυτόν της συμφωνηθείσας αμοιβής, την απόδοση στον ίδιο της εισπραχθείσας από την Ι1 αμοιβής, μετά από αφαίρεση μέρους αυτής για έξοδα γραμματίου προείσπραξης και αμοιβές των ως άνω συνεργατών του, ενώ εξάλλου, τα σχετικά με την έλλειψη οποιασδήποτε επικοινωνίας του με την Ι1, αναιρούνται απ0 τΤ1ν ένορκη κατάθεση ενώπιον του Ειδικού Ανακριτή- Εφέτη του μάρτυρος Ι2, ο οποίος κατέθεσε σχετικά, ότι η αδελφή του "δεν είδε προσωπικά τον Χ2, "αλλά στην αρχή-αρχή μίλησε τηλεφωνικά μαζί του και την καθησύχασε ότι όλα θα πάνε καλά".
..............Τέλος, ενόψει, όλων όσων προαναφέρθηκαν, σε σχέση με τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, στερούνται ουσιαστικής βασιμότητας και οι αρνητικοί των σε βάρος του κατηγοριών ισχυρισμοί του κατηγορούμενου Χ3, ο οποίος συμμετείχε ενεργά κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε στη διάπραξη των ως άνω αδικημάτων και είναι μάλιστα εκείνος, από τον οποίο εισπράχθηκε, πριν από την απολογία του Ι, η καθορισθείσα κατ' εντολή του Χ2 αμοιβή, μέρος της οποίας ύψους 1000 ευρώ περιήλθε σ' αυτόν. Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών κατέληξε ότι πρέπει να παραπεμφθούν οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι για τις αποδιδόμενες σ'αυτούς ως άνω αξιόποινες πράξεις, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 13 εδ. στ', 26 § 1, 27 § 1, 42, 45, 46 § ια, 51, 52, 53, 60, 61, 63, 79, 83, 94 § 1, 98 § 1, 239 περ. β', 385 § ιγ', 386 § § 1,3 β' Π.Κ. και αρ. 1 § 1α, εδ. αιζ'και 2 § 1 ν.2331/95, όπως το εδ. αιζ' προστ. με άρ. 2 παρ. 16 ν.2479/97, τα αρ. 1 και 2 του ν.2332/95 αντικ. με αρ. 2 και 3, αντίστοιχα, του ν.3424/2005, η § 3 του αρ. 386, όπως αντικ. με το άρ. 14 § 4 του ν.2721/1999 και 11 ν.5227/1931.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών αφενός διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που εκτέθηκε στη νόμιμη σκέψη της παρούσας, αφετέρου δε ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, αφού δεν έδωσε στις διατάξεις αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχουν και σωστά υπήγαγε σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την κυρία ανάκριση, ενώ δεν ενεφιλοχώρησε οποιαδήποτε αντίφαση, ασάφεια ή λογικό κενό στην αιτιολογία του βουλεύματος ή μεταξύ αυτού και του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Επομένως, ο προβαλλόμενος από τους αναιρεσείοντες λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο προβαλλόμενος από τους πρώτο και τρίτο αναιρεσείοντες λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτω απορριπτέοι, ενώ για την πληρότητα της αιτιολογίας είναι αρκετή η παραδοχή του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι είχε αρθεί η βουλευτική ασυλία του δευτέρου αναιρεσείοντος για την δίωξη των ως άνω πράξεων και δεν απαιτείται, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο εν λόγω αναιρεσείων, να διαλαμβάνει πότε ήρθη η ασυλία, ούτε αν η απόφαση της Βουλής ελήφθη εντός της τρίμηνης προθεσμίας από της υποβολής της σχετικής αιτήσεως. Οι αιτιάσεις δε των αναιρεσειόντων, που με το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου είναι απαράδεκτες και ως τέτοιες απορριπτέες. Περαιτέρω επί των λοιπών λόγων αναιρέσεως των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων Α) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ1. Ι. Απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας.
Κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της προδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις, που καθορίζουν, μεταξύ των άλλων, την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου ως και την άσκηση των δικαιωμάτων, που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 173 παρ.2 του ΚΠΔ από τις απόλυτες ακυρότητες, που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. Κατά δε το άρθρο 174 παρ.1 του ΚΠΔ ακυρότητα, που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, καλύπτεται. Τέλος, κατά το άρθρο 176 παρ.1 του ΚΠΔ αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το Δικαστικό Συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, κύριας και προπαρασκευαστικής, το Δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας, [Α.Π.1260/00 ΕΛΛ.ΔΙΚ.41/1465]. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.1 ΕΣΔΑ, παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου. Από την παρ.1 του άρθρου αυτού συνάγεται ότι σ' αυτήν καθιερώνεται αφενός μεν ένα γενικό δικαίωμα του κατηγορουμένου να δικασθεί δικαίως, αφετέρου δε επί μέρους δικαιώματα του ιδίου. Στην παρ.3 του αυτού άρθρου απαριθμούνται και άλλα δικαιώματα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο μιας δίκαιης διαδικασίας, όπως α) δικαίωμα γνώσεως της κατηγορίας, β) δικαίωμα υπερασπίσεως, γ) δικαίωμα κλητεύσεως και εξετάσεως μαρτύρων και δ) δικαίωμα διερμηνείας. [Η. Αναγνωστόπουλος Η παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης, Η ΕΣΔΑ Ένωση Ελλήνων Ποινικολόγων 2004 σ.143]. Τέτοιο υπερασπιστικό δικαίωμα του κατηγορουμένου είναι και το τεκμήριο αθωότητας, το οποίο αναφέρεται στη διασφάλιση της μεταχείρισης αυτού τόσον από τα κρατικά όργανα, όσο και από τρίτα πρόσωπα, ως αθώου μέχρι να αποδειχθεί νομίμως η ενοχή του. Μία από τις εκδηλώσεις του τεκμηρίου αθωότητας αποτελεί η απαγόρευση στους παράγοντες διαμόρφωσης της δικανικής πεποίθησης να προβαίνουν σε δηλώσεις, με τις οποίες προεξοφλείται η ενοχή του κατηγορουμένου πριν αυτή αποδειχθεί νομίμως στο πλαίσιο μιας δίκης. Με την κρινομένη αίτησή του ο εν λόγω αναιρεσείων προβάλλει ακυρότητα της προδικασίας για το λόγο ότι ο τότε Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λινός με σχετική δήλωσή του στα ΜΜΕ, που δημοσιεύτηκε σε όλες τις εφημερίδες, υποστήριξε ότι θεωρούσε βάσιμη μια ανώνυμη καταγγελία, που περιήλθε σ'αυτόν, περί του ότι διατηρούσε δήθεν (ο αναιρεσείων) δύο δισεκατομμύρια δραχμές σε μυστικούς λογαριασμούς στην Ελβετία, χρήματα, προερχόμενα από ύποπτες δραστηριότητες, παραβιάζοντας έτσι βάναυσα το τεκμήριο αθωότητάς του, αφού τον εμφάνισε ως "διεφθαρμένο" δικαστή, ενώ ταυτόχρονα του καταρράκωσε την προσωπικότητα δημιουργώντας ένα καταστροφικό αρνητικό επικοινωνιακό κλίμα σε βάρος του. Επίσης ότι παραβίασε το τεκμήριο της αθωότητάς του και στις 15-6-2005 ενώπιον της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, όπου παραδέχτηκε ότι προέβη, στις ως άνω δηλώσεις του. 'Όμως, τέτοιες δηλώσεις και δημοσιεύματα δεν μπορούν να ιδρύσουν λόγο αναιρέσεως, αφού δεν συνδυάζονται με άλλη πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 484 Κ.Π.Δ. (ΑΠ 1611/2007, ΑΠ 951/2006). Συνεπώς, ο προβαλλόμενος αυτός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα είναι αβάσιμος και ως τέτοιος απορριπτέος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 31 § 2 Κ.Π.Δ. όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (πριν αντικατασταθεί με το αρ. 5 του ν.3346/17-6-05) εάν η προκαταρκτική εξέταση γίνεται ύστερα από μήνυση η έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή εάν κατά τη διενέργεια αυτής αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης, το πρόσωπο αυτό καλείται πριν από 48 ώρες για παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται ανωμοτί. Το άτομο αυτό έχει, εκτός των άλλων, το δικαίωμα να παρίσταται με συνήγορο και να λάβει προθεσμία μέχρι σαράντα οκτώ ώρες για την παροχή εξηγήσεων και να ζητήσει να του χορηγηθούν αντίγραφα της μήνυσης ή της έγκλησης, ενώ μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 2 με το άρ. 5 του ν.3346/05, που ισχύει από 17-6-05, έχει δικαίωμα να ζητήσει αντίγραφα όλης της δικογραφίας.
Με την υπό κρίση αίτηση του, ο αναιρεσείων Χ1 προβάλλει ακυρότητα της προδικασίας για το λόγο ότι αν και κλήθηκε από τον τότε Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιο Σανιδά ως πρόσωπο κατά του οποίου αποδιδόταν η τέλεση αξιοποίνων πράξεων, ενώπιον του οποίου και εξετάστηκε ανωμοτί στις 12-3-05 κατά τη διενεργούμενη υπ'αυτού προκαταρκτική εξέταση, ο ανωτέρω δεν του χορήγησε 48ώρη προθεσμία προς εξέταση, αλλά μόνο 24ώρη, ενώ δεν του χορήγησε, αν και το ζήτησε ρητά, αντίγραφα των καταγγελιών, που τον αφορούσαν, και συγκεκριμένα των Η, δικηγόρου, ......, ....... και ....... 'Όμως από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η ανωτέρω ανωμοτί εξέταση του αναιρεσείοντος, αφορά την προκειμένη υπόθεση, αφού τέτοια κατάθεση δεν υπάρχει στη δικογραφία, ούτε άλλωστε μνημονεύεται στο σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, ενώ, όπως προκύπτει από το τελευταίο (σελ. 77) ο παραπάνω δικηγόρος Η δεν υπήρξε μηνυτής ( ή εγκαλών) αλλά κατέθεσε ως απλός μάρτυρας στην προκειμένη υπόθεση, με την οποία τα λοιπά ως άνω πρόσωπα δεν έχουν καμία σχέση, γι'αυτό και δεν υπάρχουν στη δικογραφία καταγγελτήριες αναφορές ή καταθέσεις αυτών σε βάρος του εν λόγω αναιρεσείοντος.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος σχετικός λόγος αναιρέσεως αυτού, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος απορριπτέος.
Β) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ2. Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποφάνθηκε για υπόθεση, που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του ή, μεταξύ άλλων, παρέπεμψε σε δίκη τον κατηγορούμενο για έγκλημα για το οποίο δεν δόθηκε η άδεια δίωξης (άρ. 54 Κ.Π.Δ.). Κατά το άρθρο 54 Κ.Π.Δ., ακόμη και στις περιπτώσεις που χρειάζεται άδεια για δίωξη μπορεί να ενεργηθεί ανάκριση για τη βεβαίωση του εγκλήματος και πριν χορηγηθεί η άδεια. Δεν επιτρέπεται μόνο να ενεργηθούν ανακριτικές πράξεις που θίγουν το πρόσωπο για τη δίωξη του οποίου χρειάζεται άδεια. Η διάταξη δε του εδ. α' του ως άνω άρθρου δεν είναι αντισυνταγματική, αφού, κατά τη βασική αρχή του ποινικού δικονομικού μας δικαίου, η ποινική δίωξη κινείται inrem και όχι in persona (ΑΠ 904/80 Π.Χρ. ΛΑ'39 Μπουρόπουλος τόμ. Α'σελ. 87). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 62 του Συντάγματος, που καθιερώνει την ονομαζόμενη συνήθως "Βουλευτική ασυλία" (βλ. Καρρά Π. Χρ. ΜΔ 577), οι Βουλευτές κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου δεν διώκονται (ούτε συλλαμβάνονται, φυλακίζονται ή περιορίζονται με οποιονδήποτε τρόπο) χωρίς άδεια του Σώματος, εκτός αν πρόκειται για "αυτόφωρο" κακούργημα. Επίσης δεν διώκεται βουλευτής της διαλυθείσης Βουλής για πολιτικά εγκλήματα από τη διάλυσή της έως την ανακήρυξη των Βουλευτών της νέας Βουλής. Η άδεια θεωρείται ότι δεν χορηγήθηκε, αν η Βουλή δεν αποφανθεί μέσα σε προθεσμία τριών μηνών, που αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των διακοπών της Βουλής, από τη διαβίβαση της αιτήσεως δίωξης του Εισαγγελέα στον Πρόεδρο της Βουλής. Η εν λόγω άδεια, αφορά σε πράξεις ή παραλείψεις του Bουλευτή, που είναι άσχετες με τα καθήκοντά του (αρ. 60 και 61 του Συντάγματος) και στοιχειοθετούν οποιοδήποτε έγκλημα, ενώ σκοπός της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως είναι η εξασφάλιση της ελεύθερης άσκησης των Βουλευτικών καθηκόντων, που θα παρεμποδιζόταν σε μεγάλο βαθμό, αν με το πρόσχημα δήθεν τέλεσης αξιοποίνων πράξεων ήταν δυνατή η δίωξη των Βουλευτών (βλ. Σγουρίτσα, Συνταγματικό Δίκαιο τ. Α' 1965 σελ. 290 και 293, Καρρά ό. α). Εξάλλου, κατά το άρθρο 83 § § 1,2 και 6 του κανονισμού της Βουλής, οι αιτήσεις της εισαγγελικής αρχής για τη χορήγηση άδειας άσκησης ποινικής δίωξης κατά Βουλευτή, σύμφωνα με τα άρθρα 61 § 2 και 62 § 1 του Συντάγματος, αφού ελεγχθούν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υποβάλλονται στη Βουλή δια του Υπουργού Δικαιοσύνης και καταχωρίζονται σε ιδιαίτερο βιβλίο κατά τη σειρά της υποβολής τους (παρ. 1). Οι αιτήσεις αυτές αμέσως μετά την υποβολή τους, παραπέμπονται από τον Πρόεδρο της Βουλής στην Επιτροπή Κοινοβουλευτικής Δεοντολογίας του αρ. 43 Α παρ. 1 περ. ε'(παρ. 2) και οι αιτήσεις για την άρση της Βουλευτικής ασυλίας εγγράφονται στην ημερησία διάταξη της Ολομελείας της Βουλής μετά την υποβολή της έκθεσης της Επιτροπής. Σε κάθε περίπτωση οι αιτήσεις εγγράφονται υποχρεωτικά στην ημερησία διάταξη τουλάχιστον δέκα ημέρες πριν από την εκπνοή των προθεσμιών που προβλέπονται από τα άρθρα 61 § 2 και 62 § 1 του Συντάγματος (παρ. 6). Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι στην περίπτωση που το Σώμα συνεδρίασε για παροχή ή μη αδείας μετά το τρίμηνο, αφότου διαβιβάστηκε στον Πρόεδρο της Βουλής, η σχετική αίτηση του αρμοδίου Εισαγγελέα, τότε θεωρείται ότι η απόφαση της Βουλής, με την οποία παρεσχέθη τελικά η άδεια δίωξης, έχει ληφθεί μέσα στην προθεσμία του άρθρου 62 του Σώματος, αφού, σύμφωνα με τον κανονισμό της Βουλής (αρ. 83 § 6) οι αιτήσεις δίωξης εγγράφονται υποχρεωτικά στην ημερησία διάταξη τουλάχιστον δέκα ημέρες πριν από την εκπνοή της ως άνω τρίμηνης προθεσμίας. Στην εν λόγω δε προθεσμία, κατά την ακολουθούμενη πρακτική της Βουλής, δεν συνυπολογίζονται οι ημέρες κατά τις οποίες δεν μπόρεσε η Ολομέλεια του Σώματος να συνεδριάσει, όπως λόγω εορτών, λόγω Δημοτικών Εκλογών κλπ, οπότε και παρεκτείνεται, αντίστοιχα, η προθεσμία του τριμήνου (βλ. περικοπές πρακτικών συνεδριάσεως της Βουλής της 1-11-2006 που σημειώνονται στη γνωμοδότηση των καθηγητών ........, ..... και ......., που επισυνάπτεται στην αίτηση αναίρεσης του δευτέρου αναιρεσείοντος).
Συνεπώς το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της σχετικής υποθέσεως δεν έχει αρμοδιότητα να ερευνήσει αν η Βουλή νομίμως ή όχι παρέκτεινε την κατά τον κανονισμό της (αρ. 83 § 6) ημερομηνία συνεδριάσεως προκειμένου να συζητήσει σχετική αίτηση του αρμοδίου Εισαγγελέα για παροχή άδειας δίωξης, αφού αυτό ανάγεται στα interna corporis της Βουλής, και ως εκ τούτου ο τρόπος λήψης της απόφασης του Σώματος, με την οποία παρεσχέθη τελικά η άδεια δίωξης σε βάρος Βουλευτή, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικού ελέγχου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας και ειδικότερα από τα υπ'αριθμ. ..... και ...... έγγραφα της Προέδρου της Βουλής Ξ1, η Ολομέλεια της Βουλής κατά τη συνεδρίαση της 30 Νοεμβρίου 2005 και κατά τη συνεδρίαση επίσης της 1ης Νοεμβρίου 2006 αποφάσισε τη χορηγήση της αιτηθείσας εκ μέρους του αρμοδίου Εισαγγελέα από 15-11-05 και 4-7-06, αντίστοιχα, άδειας δίωξης σε βάρος του δευτέρου αναιρεσείοντος και Βουλευτή κατά τον κρίσιμο χρόνο Χ2. Επισημαίνεται ότι η δεύτερη άδεια δίωξης χορηγήθηκε για τις πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, με βασικό έγκλημα τη παθητική δωροδοκία δικαστή και της ηθικής αυτουργίας σε κατάχρηση εξουσίας, ενώ η πρώτη άδεια δίωξης για τις λοιπές ως άνω πράξεις.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από τον εν λόγω αναιρεσείοντα, με την κρινομένη αίτησή του, λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας για το λόγο ότι η από 1-11-2006 (δεύτερη) άδεια δίωξης της Βουλής, χορηγήθηκε εκπρόθεσμα, αφού η σχετική αίτηση του αρμοδίου εισαγγελέα διαβιβάσθηκε στη Βουλή στις 4-7-2006, οπότε θεωρείται ως μη δοθείσα και ως εκ τούτου έπρεπε το προσβαλλόμενο βούλευμα να κηρύξει απαράδεκτη την (δεύτερη) κατ'αυτού ποινική δίωξη και να μην προχωρήσει στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως παραπέμπτοντάς τον στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Γ) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ3 Ι) Κατά το άρθρο 3 § 1 στοιχ. δ'εδ. δ'του ν.3424/05 "αν εχώρησε καταδίκη του υπαιτίου για βασικό έγκλημα, η τυχόν ποινή κατ'αυτού ή τρίτου για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που προέκυψαν από αυτό το βασικό έγκλημα δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα ποινή για διάπραξη του βασικού εγκλήματος". Κατά το προτελευταίο εδάφιο του στοιχείου δ' του αυτού ως άνω άρθρου 3 § 1 ρητώς ορίζεται ότι "οι ανωτέρω διατάξεις του παρόντος στοιχείου δ' ισχύουν με την επιφύλαξη των διατάξεων του στοιχείου β'". Κατά το στοιχείο δε β' του άρθρου 3 § 1 του ν.3424/05 (που με το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε το αρ. 2 § 1 του ν.2331/95) ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο υπαίτιος των πράξεων του στοιχείου α' τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών αν ασκεί τέτοιου είδους πράξεις κατ'επάγγελμα, ενώ κατά το στοιχείο α' του ως άνω άρθρου τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών ο υπαίτιος των πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. 'Ετσι, όταν οι πράξεις αυτές τελούνται από τον υπαίτιο του βασικού εγκλήματος κατ'επάγγελμα, δεν έχει εφαρμογή το παραπάνω άρθρο 3 § 1 στοιχ. δ' εδ. δ' του ν.3424/05, ενώ παράλληλα διατηρούν και με το καθεστώς του νόμου αυτού (3424/05) τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα και οι πράξεις νομιμοποίησης εσόδων, που τελούνται από τρίτα για το βασικό έγκλημα πρόσωπα.
Αυτό δε συνάγεται, α contrario, και από το άρθρο 3 § 1 στοιχ. δ'εδ. τελευταίο του ν.3424/05, κατά το οποίο "σε περίπτωση εξάλειψης του αξιοποίνου ή απαλλαγής του υπαιτίου για το βασικό έγκλημα, αν αυτό τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, αίρεται το αξιόποινο ή απαλλάσσεται αντίστοιχα ο υπαίτιος και για τις πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 στοιχείο β". 'Ετσι, όταν το βασικό έγκλημα επισύρει ποινή φυλάκισης ανώτερη του ενός έτους, όπως εν προκειμένω η παθητική δωροδοκία δικαστή, που ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο πλημμέλημα, τιμωρούμενο με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, η εξάλειψη του αξιοποίνου (με παραγραφή ή για άλλο λόγο) του βασικού εγκλήματος ή απαλλαγή του υπαιτίου δεν επιφέρουν τις αντίστοιχες έννομες συνέπειες και υπέρ του υπαιτίου τέλεσης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από τον εν λόγω αναιρεσείοντα λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας για το λόγο ότι, εφόσον ως βασικό αδίκημα φέρεται η παθητική δωροδοκία, η οποία ως πλημμέλημα τιμωρείται με ποινή φυλάκισης, τότε και το αδίκημα της νομιμοποίησης καθίσταται, ως εκ της επαπειλούμενης, κατά το αρ. 3 § 1 στοιχ. δ' του ν.3424/05, ποινής πλημμέλημα (αρ. 18 Π.Κ.), το οποίο από διετίας έχει παραγραφεί και επομένως το προσβαλλόμενο βούλευμα έπρεπε να παύσει οριστικά την κατ'αυτού ποινική δίωξη ως προς την κατηγορία αυτή και να μην τον παραπέμψει στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
ΙΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 273 § 2 και 171 § ιδ Κ.Π.Δ., όταν αυτός που ενεργεί την εξέταση του κατηγορουμένου, ανακριτής ή ανακριτικός υπάλληλος κατά την προανάκριση, δεν εξηγεί σ'αυτόν τα δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος (άρ. 103 Κ.Π.Δ.), και δεν του εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια την πράξη για την οποία κατηγορείται, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως κατά βουλεύματος, διότι κατ'αυτόν τον τρόπο θίγεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου προς υπεράσπισή του (ΑΠ 105/98 Π Χρ. ΜΗ 754).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, αλλά και από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ3 απηγγέλθη, μεταξύ άλλων από τον Ειδικό Εφέτη Ανακριτή, κατηγορία για ενεργητική δωροδοκία δικαστή και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και συγκεκριμένα: α) ότι στις 27-11-2000 υποσχέθηκε δώρο 7.000.000 δρχ. στην Χ1, προκειμένου ο τελευταίος ως δικαστής στο Πρωτοδικείο Αθηνών να χειριστεί ευνοϊκά υπόθεση πελάτη του και β) ότι στις 29-11-2000 με σκοπό να συγκαλύψει την αληθινή προέλευση των χρημάτων που αναφέρονται στην προηγούμενη πράξη, προερχομένων από την ενεργητική δωροδοκία που είχε τελέσει ο ίδιος και την παθητική δωροδοκία του αναφερομένου δικαστή, κατέθεσε σε λογαριασμό του τελευταίου στην Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος το ποσό των επτά εκατομμυρίων (7.000.000) δραχμών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, εφαρμόζοντας ορθά το νόμο 3424/05, αφού, μετά την επελθούσα με το άρθρο 2 του εν λόγω νόμου, αντικατάσταση του στοιχ. α' του άρθρου 1 ν.2331/95, η ενεργητική δωροδοκία έπαυσε πλέον να συγκαταλέγεται μεταξύ των βασικών εγκλημάτων που αποτελούν προϋπόθεση συγκρότησης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατ'αυτού (όπως και κατά των λοιπών αναιρεσειόντων) για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα ως προς το μέρος που το εγκληματικό προϊόν φέρεται προερχόμενο από ενεργητική δωροδοκία και συγκεκριμένα από ενεργητική δωροδοκία δικαστή που φέρεται ότι τελέστηκε στις 29-11-2000 από τον πρώτο αναιρεσείοντα και στις 27-11-2000 από τους λοιπούς, ενώ έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατ'αυτού και του δευτέρου αναιρεσείοντος Χ2 για ενεργητική δωροδοκία δικαστή, που φέρεται ότι τελέστηκε στις 27-11-2000 λόγω παραγραφής. Στην ως άνω δε απαγγελθείσα κατηγορία για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα αναφέρεται με σαφήνεια ότι το εγκληματικόν προϊόν προέρχεται τόσο από την ενεργητική δωροδοκία του ιδίου, όσο και από την παθητική δωροδοκία του δικαστή.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα Χ3 λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα για το λόγο ότι παραπέμφθηκε για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και δη από παθητική δωροδοκία δικαστή, χωρίς να έχει απολογηθεί για την πράξη αυτή, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 Π.Κ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 § ιβ', 370 στοιχ. β', 484 § 2 και 511 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το συμβούλιο ή το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον 'Αρειο Πάγο, ο οποίος διαπιστώνοντας τη συμπλήρωσή της και μετά την άσκηση της αναίρεσης κατά βουλεύματος υποχρεούται να αναιρέσει τούτο και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, αρκεί η αίτηση αναίρεσης να ασκηθεί παραδεκτώς και να περιέχεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 του Κ.Π.Δ. (Ολ. ΑΠ 382/92).
Συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών, που με το προσβαλλόμενο Βούλευμά του έπαυσε οριστικώς λόγω παραγραφής την κατά των αναιρεσειόντων Χ2 και Χ3 ποινική δίωξη για ενεργητική δωροδοκία δικαστή και την κατά του αναιρεσείοντα Χ1 ποινική δίωξη για παθητική δωροδοκία δικαστή, δεν παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας των ανωτέρω, που πηγάζει από το άρθρο 6 § 2 της ΕΣΔΑ, και ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα Χ3 σχετικός λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 484 § 1 στοιχ. α', 171 § ιδ' Κ.Π.Δ.) είναι αβάσιμος και ως τέτοιος απορριπτέος.
Τέλος, οι αναιρεσείοντες Χ1 και Χ3 ζητούν με τις κρινόμενες αιτήσεις τους την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου σας για την παροχή διευκρινίσεων κατά τα άρθρα 309 § 2 και 485 § 1 Κ.Π.Δ. Το αίτημά τους αυτό είναι παραδεκτό και νόμιμο, πλην όμως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού οι αναιρεσείοντες με τις αναιρέσεις τους αναπτύσσουν κατά τρόπο διεξοδικό και εκτενώς τους λόγους αναιρέσεως και συνεπώς παρέλκει η περαιτέρω παροχή από αυτούς άλλων αναλύσεων και διευκρινίσεων.
Κατ'ακολουθία αυτών πρέπει να απορριφθούν οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1, Χ2 και Χ3 στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι εν λόγω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Α) να απορριφθούν οι υπ'αριθμ. 185/10-9-2007, 190/11-9-2007 και 203/1-10-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Χ1, κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, 2) Χ2 και 3) Χ3, αντίστοιχα, κατά του υπ'αριθμ. 1588/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και Β) να απορριφθεί το αίτημα των ως άνω κατηγορουμένων Χ1 και Χ3 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου σας και Γ) να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 28 Δεκεμβρίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΓεώργιος Βλάσσης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες, με αριθμούς, 185/10-9-2007, 190/11-9-2007 και 203/1-10-2007, αιτήσεις αναιρέσεως, των κατηγορουμένων Χ1 , Χ2 και Χ3, κατά του υπ' αριθμό 1588/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που εκδόθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 Κ.Π.Δ, (όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 παρ.1 του ν. 3472/2006), με το οποίο παραπέμπονται οι αναιρεσείοντες, με τους μη διαδίκους στην παρούσα δίκη Χ4 και Χ5, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν: ο μεν Χ1, για τις πράξεις: α) της κατάχρησης εξουσίας και β) νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και δη παθητικής δωροδοκίας Δικαστή κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, ο δε Χ2, για τις πράξεις: α) της ηθικής αυτουργίας σε κατάχρηση εξουσίας, β) νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και δη παθητικής δωροδοκίας Δικαστή, γ) απόπειρας απάτης με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 73.000 ευρώ, δ) παράβασης του άρθρου 11 του ν. 5227/1931, περί μεσαζόντων, από κοινού τετελεσμένης και σε απόπειρα, ε) απόπειρας εκβίασης και στ) απάτης από κοινού και τέλος, ο Χ3, για τις πράξεις: α) της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, και δη παθητικής δωροδοκίας Δικαστή, β) απάτης από κοινού, και γ) παράβασης του άρθρου 11 του ν. 5227/1931, περί μεσαζόντων, από κοινού, τελεσμένη και σε απόπειρα, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, (άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 περ. α, και 484 παρ.1 περ. β' του Κ.Π.Δ), γι' αυτό πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητά τους, συνεκδικαζόμενες, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους. Με τα δικόγραφα των εν λόγω αιτήσεων, οι, εκ των αναιρεσειόντων, Χ1 και Χ3, υποβάλλουν αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισής τους, ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, προς παροχή διευκρινίσεων. Το αίτημα του καθένα απ' αυτούς είναι μεν νόμιμο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 485 παρ. 1 και 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ, πρέπει, όμως, να απορριφθεί κατ' ουσία, γιατί οι ως άνω αναιρεσείοντες, τόσο με τα αναιρετήρια, όσο και με τα από, 14-10-2005, 8-6-2006, και 25-1-2008 υπομνήματα του πρώτου και από 3.10.2006, 28-11-2006 και 28-12-2006, υπομνήματα του δευτέρου που υπέβαλαν, αναπτύσσουν επαρκώς και διεξοδικώς τους ισχυρισμούς τους, για όλα τα κρίσιμα ζητήματα της δικαζόμενης υπόθεσης, έτσι, ώστε δεν ανακύπτει ανάγκη οποιασδήποτε περαιτέρω διευκρίνισης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν 2331/1995 "περί προλήψεως και καταστολής της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες", με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία, που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Η εγκληματική όμως αυτή δραστηριότητα, η οποία αναγκαίως ερευνάται παρεμπιπτόντως, δεν πρέπει να εικάζεται ή να πιθανολογείται, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται επαρκώς, αν δε συνίσταται στην παράβαση της παραπάνω διάταξης του άρθρου 237 παρ. 1 ΠΚ, πρέπει να συνδέεται με συγκεκριμένη ή συγκεκριμένες υποθέσεις, επί των οποίων ο δράστης άσκησε δικαιοδοτικά καθήκοντα. Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής. Κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, σύμφωνα με το άρθρο 13 περ. στ' του Π.Κ, όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1, που προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 στοιχ. δ' του Ν. 3424/2005, η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες της παραγράφου αυτής. Εάν το βασικό έγκλημα τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, ο ανωτέρω υπαίτιος ή τρίτος τιμωρείται για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν χώρησε καταδίκη του υπαιτίου για το βασικό έγκλημα, η τυχόν ποινή κατ' αυτού ή τρίτου για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που προέκυψαν από αυτό, δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα ποινή για τη διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Αν επιβάλλονται διαφορετικές ποινές σε δύο ή περισσότερους υπαιτίους για το ίδιο βασικό έγκλημα, η τυχόν ποινή του κάθε υπαιτίου για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που προέκυψαν από αυτό, δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα κατ' αυτού ποινή για διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Εάν, στην περίπτωση αυτή, τρίτος διέπραξε ή συμμετείχε στο αδίκημα της νομιμοποίησης από εγκληματικές δραστηριότητες, η ποινή κατ' αυτού για το αδίκημα αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει την υψηλότερη ποινή που επιβλήθηκε κατά του υπαιτίου για διάπραξη του βασικού εγκλήματος. Σε περίπτωση εξάλειψης του αξιοποίνου ή απαλλαγής του υπαιτίου για το βασικό έγκλημα, αν αυτό τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, αίρεται το αξιόποινο ή απαλλάσσεται αντίστοιχα ο υπαίτιος και για τις πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 στοιχείο β. Ο Ν. 2331/1995 αναφέρεται στην πρόληψη και στην καταστολή της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή στο "ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος", όπως έχει επικρατήσει να περιγράφεται το φαινόμενο της νομιμοποιήσεως εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, συνήθως βαριάς μορφής, με τον όρο δε αυτόν περιγράφεται η διαδικασία, μέσω της οποίας αποκρύπτεται η ύπαρξη, η παράνομη πηγή ή η παράνομη χρήση εσόδων, τα οποία, στη συνέχεια, μεταμφιέζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε η προέλευσή τους να εμφανίζεται ως νόμιμη. Για να μπορεί να γίνει λόγος για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, απαιτείται να έχει προηγηθεί μία άλλη εγκληματική δραστηριότητα, γεγονός που σημαίνει ότι δημιουργείται έτσι μία σχέση κύριας και επόμενης πράξεως, στην οποία κύρια πράξη (βασικό έγκλημα) υπάγονται τα εγκλήματα, τα οποία περιοριστικώς αναφέρονται στο άρθρο 1 του Ν. 2331/1995, μεταξύ των οποίων και το έγκλημα της δωροδοκίας, το οποίο προβλέπεται στην περίπτωση του άρθρου 1 παρ.α'εδ. αιζ', η οποία προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 16 του Ν, 2479/1997. Από τη γραμματική διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995, σαφώς συνάγεται ότι αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού αδικήματος από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με το δράστη του επόμενου αδικήματος της νομιμοποιήσεως των εσόδων αυτών, μόνο στην περίπτωση της παροχής συνδρομής σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα και αυτό, για το λόγο ότι, μιλώντας ο νομοθέτης για παροχή συνδρομής με ενεχόμενο σε εγκληματική δραστηριότητα πρόσωπο, προφανώς αναφέρεται σε τρίτο πρόσωπο, το οποίο είναι το ενεργητικό υποκείμενο μιας εκ των πράξεων του άρθρου 1 του Ν. 2331/1995, με συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, να αποκλείεται η ταύτιση του ενεργητικού υποκειμένου του βασικού εγκλήματος από το οποίο προήλθαν τα παράνομα έσοδα, με τον υπαίτιο του επομένου αξιόποινου αδικήματος της νομιμοποιήσεως των εσόδων αυτών. Από αυτό συνάγεται ότι, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, αφού ο νόμος δεν διακρίνει και, επιπλέον, χρησιμοποιεί την έκφραση "όποιος", ενεργητικό υποκείμενο του αδικήματος του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995 μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ακόμη και ο αυτουργός ενός από τα βασικά εγκλήματα, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 1 του νόμου αυτού. Τούτο, καθόσον, τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 του Ν. 2331/1995 αδικήματα, τελούν σε πραγματική συρροή με τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου αδικήματα και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι αναφερόμενες στο άρθρο 2 αξιόποινες ενέργειες αποτελούν μη τιμωρητές ύστερες πράξεις, όταν μάλιστα αυτές τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος, ενώ πολλές βασικές αξιόποινες πράξεις τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος. Εκτός αυτού, δεν τίθεται θέμα επικουρικότητας των προβλεπόμενων από τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 2331/1995 αδικημάτων, σε σχέση με τα αδικήματα που προβλέπονται από το άρθρο 1 του νόμου αυτού, αφού δεν πρόκειται για περισσότερες μορφές συμμετοχής στο ίδιο αδίκημα, αλλά περί τελέσεως δύο αυθύπαρκτων, διακρινόμενων μεταξύ τους, αδικημάτων, το κάθε ένα από τα οποία συγκροτείται από ιδιαίτερα στοιχεία. Ούτε, όμως, περί απορροφήσεως αδικήματος προβλεπόμενου από το άρθρο 2 του Ν. 2331/1995 από αδίκημα προβλεπόμενο από το άρθρο 1 του νόμου αυτού μπορεί να γίνει λόγος και αυτό, γιατί εφαρμογή της αρχής της απορροφήσεως υπάρχει, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η ύστερη πράξη συνάπτεται σε ενότητα προς άλλη προηγούμενη, συνιστώσα απλώς εξασφάλιση ή χρησιμοποίηση του, με την προηγούμενη πράξη, κτηθέντος, χωρίς, όμως, να προσβάλλει άλλα έννομα αγαθά του ίδιου ή άλλου προσώπου ή της κοινωνικής ολότητας, γιατί μόνο σ' αυτή την περίπτωση μπορεί να υποστηριχθεί, ότι η εφαρμογή της πρώτης προβλέψεως καλύπτει όλη την απαξία, αντικειμενική και υποκειμενική, της εγκληματικής δράσεως του υπαιτίου. Τα αδικήματα, όμως, του άρθρου 1 του Ν. 2331/1995, πολλά εκ των οποίων είναι πλημμελήματα, δεν καλύπτουν την όλη "απαξία των αδικημάτων του άρθρου 2 του νόμου αυτού, τα οποία είναι όλα κακουργήματα, ούτε έχουν ιστορική ενότητα μεταξύ τους. Εξ' άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 239 του Π.Κ., ''υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη ή η ανάκριση αξιοποίνων πράξεων: α) ......, β) ''αν εν γνώσει του εξέθεσε σε δίωξη ή τιμωρία κάποιον αθώο ή παρέλειψε να διώξει κάποιον υπαίτιο ή προκάλεσε την απαλλαγή του από την τιμωρία, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών''. Δράστης του εγκλήματος της κατάχρησης εξουσίας, μπορεί να είναι υπάλληλος με την έννοια των άρθρων 13α και 263 Α του ΠΚ, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η άσκηση ποινικής δίωξης, δηλαδή οι εισαγγελείς και οι δημόσιοι κατήγοροι, ή η διενέργεια ανάκρισης(και προανάκρισης ή προκαταρτικής εξέτασης), για αξιόποινες πράξεις, δηλαδή ο ανακριτής και οι γενικοί ή ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι. Η διάταξη αυτή του εδ. β' προβλέπει δύο ιδιαίτερα και ανεξάρτητα μεταξύ τους εγκλήματα, ήτοι 1) την έκθεση σε δίωξη ή τιμωρία κάποιου αθώου και 2) την παράλειψη διώξεως ή πρόκληση απαλλαγής από την τιμωρία, κάποιου υπαίτιου. Το έγκλημα δε της περιπτώσεως 2, είναι σωρευτικά μικτό και τελείται με δύο διαφορετικούς τρόπους, δηλαδή i) την παράλειψη διώξεως, η οποία τελείται μόνο από πρόσωπο που δικαιούται στην άσκηση ποινικής διώξεως (εισαγγελέα ή δημόσιο κατήγορο) και ii) την πρόκληση απαλλαγής από την τιμωρία, η οποία μπορεί να τελεσθεί από εισαγγελέα, ανακριτή ή ανακριτικό (προανακριτικό) υπάλληλο. Οι δύο αυτοί τρόποι, δεν μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους, αλλά κάθε τρόπος συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως. Η τέλεση δε της πράξεως με την μορφή της ''προκλήσεως απαλλαγής'' του υπαίτιου από την τιμωρία, δεν προϋποθέτει την προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως, γιατί ο όρος ''απαλλαγή'', τίθεται εδώ με την ''γενική'' και όχι την ''ποινική'' του σημασία (η οποία άλλωστε, κατά κυριολεξία, προϋποθέτει απόφαση δικαστηρίου ή βούλευμα δικαστικού συμβουλίου), αφού πρόκληση απαλλαγής από την τιμωρία, νοείται καθ' οιονδήποτε τρόπο (εκτός από την παράλειψη ασκήσεως ποινικής διώξεως), ούτε άλλωστε γίνεται λόγος για ''απαλλαγή'' από την ''ποινή'' (η οποία προϋποθέτει την άσκηση ποινικής διώξεως), αλλά για ''απαλλαγή'' από την ''τιμωρία''. Η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή η ''απαλλαγή'' προϋποθέτει, προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως και, επί ελλείψεως αυτής, θεμελιώνεται ενδεχομένως το αδίκημα της παραβάσεως καθήκοντος του άρθρου 259 του Π.Κ., προσκρούει στην αντίληψη, ότι δεν είναι δυνατό να διαφοροποιείται η ποινική μεταχείριση του υπαλλήλου, που ενεργεί αυτεπάγγελτη προανάκριση και η μεν συμπεριφορά του μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης, να τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, ως κατάχρηση εξουσίας, η προγενέστερη δε της δίωξης συμπεριφορά του, να τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, ως παράβαση καθήκοντος, όταν μάλιστα και στις δύο περιπτώσεις, το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό είναι το ίδιο, δηλαδή το συμφέρον της πολιτείας να τιμωρείται η τέλεση αξιόποινων πράξεων, ίδια δε και η απαξία της πράξεως. Υποκείμενο του εγκλήματος της κατάχρησης εξουσίας, υπό τη μορφή της προκλήσεως ''απαλλαγής'' του υπαίτιου από την ''τιμωρία'', μπορεί να είναι, όχι μόνον ο δικαιούμενος στην άσκηση ποινικής διώξεως (όπως όταν το έγκλημα τελείται υπό την μορφή της παραλείψεως διώξεως), αλλά και κάθε (γενικός ή ειδικός) ανακριτικός ή προανακριτικός υπάλληλος. Υποκειμενικά δε απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται, στη γνώση της τελέσεως αξιοποίνου πράξεως και του υπαιτίου αυτής, καθώς και τη γνώση ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά, προκαλεί την απαλλαγή του και τη θέληση να προκληθεί η απαλλαγή αυτή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περαιτέρω, κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ. Το έγκλημα αυτό είναι δεκτικό απόπειρας, για την ύπαρξη της οποίας απαιτείται, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 Π.Κ., όπως ο δράστης επιχειρήσει πράξη, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης αυτού, δηλαδή προβεί σε ενέργεια η οποία αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και οδηγεί κατ' ευθεία στην πραγμάτωσή του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 του ν. 5227/1931 "περί μεσαζόντων" με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή (10.000 έως 1.000.000) δραχμών, τιμωρείται όποιος παριστάνει ψευδώς ή αληθώς, ότι ως εκ των σχέσεών του μπορεί να επιτύχει υπέρ άλλου ή και υπέρ εαυτού, αλλά για λογαριασμό άλλου, τη σύναψη οιασδήποτε συμβάσεως μετά του Δημοσίου ή των λοιπών αναφερομένων στο άρθρο 1 του παρόντος προσώπων ή και ασχέτως προς πάσα σύμβαση, προκαλέσει οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη των προσώπων αυτών, των υπαλλήλων αντιπροσώπων ή των οργάνων αυτών, λαμβάνει αμοιβή ή άλλο αντάλλαγμα ή αποσπά υπόσχεση τέτοιας αμοιβής ή ανταλλάγματος, υπέρ αυτού ή τρίτου". Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος που προβλέπει η διάταξη αυτή απαιτείται, μεταξύ άλλων, λήψη αμοιβής ή ανταλλάγματος ή απόσπαση αμοιβής ή ανταλλάγματος. Απόπειρα στοιχειοθετείται, εφόσον η αμοιβή ή το αντάλλαγμα(ή η υπόσχεση αυτών) δεν δοθεί. Το έγκλημα του άρθρου 11 του ν. 5227/1931 συρρέει αληθώς με το έγκλημα της απάτης, γιατί το πρώτο έγκλημα έχει αυτοτελή υπόσταση, η αντικειμενική υπόσταση καθενός από τα δύο εγκλήματα δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίσταση άλλου, ούτε το απορροφά, γιατί στρέφονται κατά δυο διαφορετικών εννόμων αγαθών, αφού η απάτη στρέφεται κατά περιουσιακών δικαίων, ενώ η παράβαση του νόμου περί μεσαζόντων κατά της ηθικής τάξεως και χρηστής διοικήσεως. Κατά το άρθρο 385 παρ. 1 στοιχ. γ του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβίασης σε βαθμό πλημμελήματος, απαιτούνται: α) ο εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία αυτού που εξαναγκάζεται ή κάποιου άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασής του εξαναγκαζόμενου και γ) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή κάποιος άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει, δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης, δηλαδή δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή παράλειψη αυτού που εξαναγκάζεται δεν αποτελεί έκφραση του παρεχόμενου, από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 ΑΚ στο πρόσωπο, δικαιώματος της βούλησής του και της ελευθερίας στις συναλλαγές. Ο εξαναγκασμός, ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης, έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής, δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο και ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζόμενου και να οδηγηθεί, είτε ο ίδιος είτε άλλος, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η απειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζόμενου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, εφόσον εκβίαση συνιστά, όχι αυτή καθ' εαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή άσκησής τους, προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 Π.Κ., δηλαδή την κάμψη της θέλησης του εξαναγκαζόμενου, ώστε δι' αυτής να αχθεί ή ο ίδιος ή άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον ή ακόμη και να είναι σιωπηρή, όταν συνάγεται από τον τρόπο εκδήλωσης και συμπεριφοράς του δράστη, είναι δε αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή, ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή, ενώ η πράξη, παράλειψη ή ανοχή μπορεί να απορρέει, είτε από τον ίδιο τον εξαναγκαζόμενο, είτε από άλλον, στη βούληση του οποίου ο εξαναγκαζόμενος υπό το κράτος της απειλής, επενέργησε. Το έγκλημα αυτό είναι δεκτικό απόπειρας, για την ύπαρξη της οποίας απαιτείται, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 Π.Κ., όπως ο δράστης επιχειρήσει πράξη, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης αυτού, δηλαδή προβεί σε ενέργεια η οποία αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και οδηγεί κατ' ευθεία στην πραγμάτωσή του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο. Επομένως, αν η απειλή αυτή δεν προκάλεσε στον απειλούμενο φόβο και αυτός δεν ενέδωσε, προβαίνοντας, εξαναγκαζόμενος, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή ή δεν επέφερε σ' αυτόν περιουσιακή ζημία, το έγκλημα της εκβίασης δεν είναι τελεσμένο και η βία ή η απειλή που ασκήθηκε συνιστούν απόπειρα εκβίασης, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 Π.Κ, εφόσον περιέχουν τουλάχιστον αρχή εκτέλεσής του.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου, προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Εξ' άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικά, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του παθόντος, με πειθώ ή φορτικότητα ή προτροπές ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος υφίσταται, στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε (ευθεία παραβίαση) και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με δικές του σκέψεις, αλλά και με επιτρεπτή συμπληρωματική αναφορά του, στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση και μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων, υπομνήματα), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: " Ο, από τους κατηγορούμενους, Χ1, πρώην δικαστικός λειτουργός, εισήλθε στο δικαστικό σώμα, στις 16-1-1985 και υπηρέτησε σ' αυτό μέχρι τις 16-6-2005, οπότε παύθηκε οριστικά από το λειτούργημα του, ενώ έφερε το βαθμό του προέδρου Πρωτοδικών, λόγω ανεπάρκειας υπηρεσιακού ήθους, με την υπ' αριθμ. 15/2005 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Κατά τη χρονική περίοδο, από 16-9-1997 έως 15-9-2001, άσκησε καθήκοντα ανακριτή στο 23° Ανακριτικό Τμήμα του Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού πέτυχε, με αίτηση του, να ανανεωθεί η αρχική θητεία του, με απόφαση της Ολομέλειας του Πρωτοδικείου Αθηνών.- Με την τελευταία αυτή ιδιότητά του, ο κατηγορούμενος Χ1, ανέλαβε, κατά το χρονικό διάστημα από 17-11-2000 έως 31-1-2001, τη διενέργεια κυρίας ανακρίσεως σε βάρος των Γ1 και Χ4 (ήδη συγκατηγορούμενού του), εναντίον των οποίων είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, εκτός άλλων αξιοποίνων πράξεων και για την κακουργηματικού χαρακτήρα αξιόποινη πράξη της εκρήξεως κατά συρροή με πρόθεση, από την οποία πράξη ήταν δυνατόν να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, σε βάρος του πρώτου από τους κατηγορούμενους στην υπόθεση αυτή, Γ1 και για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή σε βάρος του δεύτερου Χ4. Η πράξη, που αποδιδόταν στους τελευταίους, είχε επισυμβεί στις 27-6-2000 στη συμβολή των οδών .... και ..... στην Αθήνα, στις 3-8-2000 στην οδό .... αριθμ. ......., στον Πειραιά και στις 10-10-2000 στην οδό ...., στον ..... Αττικής, με εκρήξεις που είχαν προκληθεί νυκτερινές ώρες, σε καταστήματα ηλεκτρονικών παιχνιδιών, που εκμεταλλευόταν ο Ζ1, εναντίον του οποίου είχε εκδηλώσει επαγγελματική αντιζηλία, ο Χ4, που είχε αναπτύξει συναφή δραστηριότητα με επίκεντρο τον Πειραιά.
Ο ανωτέρω Ζ1 και ο συνεταίρος του Ζ2, με την από 23-10-2000 αίτησή τους και αναφορά παραπόνων προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, δήλωσαν ότι δέχονται πολλά απειλητικά για τη ζωή και την περιουσία τους και περί ενοχοποιήσεώς τους για δήθεν εγκληματικές ενέργειες τηλεφωνήματα, και ότι θεωρούν ως κυρίως ύποπτο για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Χ4, ασκούντα όμοια με εκείνων εμπορική δραστηριότητα (κατάστημα ηλεκτρονικών παιγνίων στον Πειραιά), ισχυριζόμενοι και ότι αυτός έχει απειλήσει "ευθέως και προσωπικώς" το δεύτερο απ' αυτούς (Ζ2), ώστε ν' αποτραπεί η μίσθωση του ανωτέρω, επί της οδού ..... στον Πειραιά καταστήματος. Κατά την αυτεπαγγέλτως διενεργηθείσα προανάκριση, επί της ως άνω υποθέσεως, εξετάστηκαν ως μάρτυρες οι ιδιωτικοί αστυνομικοί Δ1 και Δ2, οι οποίοι κατέθεσαν ότι, εργαζόμενοι ως ιδιωτικοί αστυνομικοί προς φύλαξη του επί των οδών .... και ...., πολυκαταστήματος "...", αντελήφθησαν, πριν από την πρώτη των εκρήξεων, δύο άτομα επιβαίνοντα εντός αυτοκινήτου, το οποίο εστάθμευσε επί της οδού ..., εκ του οποίου εξήλθε το ένα και κατευθύνθηκε στην οδό .... και παρέλαβε μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού, στην οποία επεβιβάσθη και απεμακρύνθη, αφού εκινήθη περιμετρικώς του καταστήματος. Μετά δε από την εν λόγω έκρηξη, το ίδιο άτομο, με την ίδια μοτοσυκλέτα, διήλθε εκ νέου από τον τόπο της εκρήξεως. Οι ίδιοι μάρτυρες κατέθεσαν, επίσης προανακριτικώς, εις επιδειχθείσα σ' αυτούς φωτογραφία και βιντεοσκόπηση, ότι αναγνωρίζουν το ανωτέρω άτομο. Το άτομο δε αυτό είναι ο τότε κατηγορούμενος Γ1, αλλοδαπός (Βούλγαρος υπήκοος), ο οποίος, απολογούμενος, δέχεται ότι "δουλεύει" για τον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του Χ4 "σε ένα μαγαζί του με ηλεκτρονικά παιγνίδια ... στον Πειραιά". Κατά τη διενέργεια κύριας ανάκρισης, από τον πρώτο κατηγορούμενο Χ1, επί της ως άνω υποθέσεως, δηλ. για την κακουργηματικού χαρακτήρα αξιόποινη πράξη της εκρήξεως κατά συρροή με πρόθεση, από την οποία πράξη ήταν δυνατόν να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, σε βάρος του πρώτου από τους κατηγορούμενους στην υπόθεση αυτή Γ1 και για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή σε βάρος του δεύτερου Χ4, ο τότε και τώρα κατηγορούμενος Χ4, προκειμένου να αναιρέσει τα κατατεθέντα από τους ως άνω αυτόπτες μάρτυρες περί των κινήσεων του μοτοσυκλετιστή, πρότεινε προς εξέταση ως μάρτυρα υπερασπίσεως τον Ο1, συνάδελφο των ανωτέρω δύο μαρτύρων, απασχολούμενο ως προϊστάμενο-αρχιφύλακα στη φύλαξη του ως άνω καταστήματος, ο οποίος δεν είχε εξεταστεί κατά την προανάκριση, αφού δεν προέκυψε ως ουσιώδης μάρτυρας και προφανώς προσήλθε το πρώτον να καταθέσει μετά από παρώθηση του κατηγορουμένου Χ4, και ο οποίος κατέθεσε, σχετικά με τις κινήσεις του ως άνω μοτοσυκλετιστή, ότι ουδέν αντελήφθη, απέκλεισε να συνέβη κάτι τέτοιο, επικαλούμενος ότι οι συνάδελφοι θα του το ανέφεραν οπωσδήποτε και μάλιστα θα έπρεπε μάλιστα να γραφτεί και στο σχετικό βιβλίο αναφοράς που τηρούσε. Παρά το γεγονός, ότι ο προταθείς από τον κατηγορούμενο Χ4 μάρτυρας Ο1, αν και δεν είχε προσωπική αντίληψη, διέψευδε στην ουσία τις καταθέσεις των δύο αυτόπτων μαρτύρων, οι οποίοι είχαν κυριολεκτικά αναγνωρίσει στο πρόσωπο του τότε κατηγορουμένου Γ1 το φυσικό αυτουργό των ως άνω εκρήξεων, και, ως εκ τούτου, ενόψει, και της διαπιστωθείσας και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της υπ' αριθμ. 36/15-1-2001 διάταξής του, για την οποία γίνεται λόγος παρακάτω, "διαμετρικά αντίθετης από εκείνες των συναδέλφων του Δ1 και Δ2 κατάθεσης του μάρτυρος Ο1", της σπουδαιότητας των καταθέσεων, των ως άνω αυτοπτών μαρτύρων και των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών των κατηγορουμένων, επιβαλλόταν, κατ' άρθρο 248 παρ. 3 ΚΠΔ, για τη διερεύνηση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων και την αποκάλυψη των ενόχων, ο ως άνω Ανακριτής και ήδη κατηγορούμενος Χ1, να καλέσει και να εξετάσει κατά τη διενεργούμενη απ' αυτόν κυρία ανάκριση, προς διευκρίνιση και συμπλήρωση των καταθέσεών τους, τόσο τους ως άνω αυτόπτες μάρτυρες Δ1 και Δ2, των οποίων η ταυτότητα προέκυπτε από τα στοιχεία της δικογραφίας, αφού είχαν εξετασθεί ως μάρτυρες, κατά την προηγηθείσα προανάκριση, όσο και τους αστυνομικούς Δ3, Δ4 της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής και Ιδιοκτησίας και Δ5 του Αστυνομικού Τμήματος Ασφαλείας Ομονοίας, που, κατ' εντολήν της υπηρεσίας τους, είχαν συλλέξει στοιχεία που βεβαίωναν την τέλεση των πράξεων και τους υπαιτίους, στους οποίους, προφορικά οι δύο πρώτοι ανωτέρω μάρτυρες, είχαν αναφέρει όσα και εγγράφως κατά την αυτεπάγγελτη προανάκριση είχαν καταθέσει, εν τούτοις ο κατηγορούμενος Χ1, προσπαθώντας να καταδείξει ότι οι καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων (της έκρηξης) Δ2 και Δ1 ήταν αναξιόπιστες, αλλά και να δώσει την ευκαιρία στον κατηγορούμενο Χ4 να τους πείσει, αργότερα, όταν οι συνθήκες θα το επέτρεπαν, να τις ανακαλέσουν, παρέλειψε να πράξει τούτο. Η παράλειψη δε αυτή του κατηγορούμενου Χ1, έγινε συνειδητά, στα πλαίσια μάλιστα σχεδίου για την απαλλαγή των υπαιτίων, και εν γνώσει του ότι οι παραπάνω κατηγορούμενοι ήταν υπαίτιοι των πράξεων που τους αποδίδονται, αν ληφθεί υπόψη, αφ' ενός μεν, ότι αυτός, ως ανακριτής στο 23° Τμήμα Πλημμελειοδικών Αθηνών, είχε λάβει από τον Χ4, με τη μεσολάβηση του συγκατηγορούμενού του Χ2, όπως εκτίθεται παρακάτω, μεγάλο χρηματικό ποσό, προκειμένου να χειριστεί ευνοϊκά την ως άνω υπόθεσή του και να μην επιβάλει σ' αυτόν προσωρινή κράτηση, αμέσως μετά την ενώπιόν του απολογία του για την κακουργηματική πράξη της ηθικής αυτουργίας στην αξιόποινη πράξη της εκρήξεως κατά συρροή με πρόθεση, από την οποία πράξη ήταν δυνατόν να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, όπως και έπραξε, επιβάλλοντας σε βάρος του περιοριστικούς όρους, όπως γίνεται λόγος παρακάτω, αφ' ετέρου δε, ότι τα συλλεγέντα από την προανάκριση εις βάρος τους στοιχεία της δικογραφίας, ήταν συντριπτικά, ενόψει της ανεπιφύλακτης αναγνώρισης του φερόμενου ως αυτουργού της εκρήξεως Γ1, από δύο αυτόπτες μάρτυρες, της παραδοχής από τον τελευταίο, κατά τη διενεργηθείσα τότε ανάκριση, ότι "δουλεύει" για τον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του Χ4 "σε ένα μαγαζί του με ηλεκτρονικά παιγνίδια στον Πειραιά", ανεύρεσης κατά τις διενεργηθείσες έρευνες, στις 16-11-2000, στην επί της οδού ...., στο ..... Αττικής οικία, του κατηγορουμένου Χ4 και στο, επί της οδού ........, στον Πειραιά, γραφείο αυτού, όπλων και πυρομαχικών, κατεχόμενων από αυτόν χωρίς άδεια της αστυνομικής αρχής, καταγγελίας από τον προαναφερόμενο Ζ1 και το συνεταίρο του Ζ2 με την από 23-10-2000 αίτησή του και αναφορά παραπόνων προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά, ότι δέχονται πολλά τηλεφωνήματα απειλητικά για τη ζωή και την περιουσία τους και περί ενοχοποιήσεώς τους, για δήθεν εγκληματικές ενέργειες, και δήλωσής τους ότι θεωρούν ως κυρίως ύποπτο για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Χ4, ασκούντα όμοια με εκείνων εμπορική δραστηριότητα (κατάστημα ηλεκτρονικών παιγνίων στον Πειραιά), καθώς και, ότι αυτός έχει απειλήσει "ευθέως και προσωπικώς" το δεύτερο απ' αυτούς (Ζ2), ώστε ν' αποτραπεί η μίσθωση του ανωτέρω, επί της Λεωφ. ..., αριθμ. .... στον Πειραιά καταστήματος. Την παράλειψη δε εξετάσεώς τους, κατά το στάδιο της ανακρίσεως, εκμεταλλεύτηκαν οι δύο πρώτοι μάρτυρες Δ1 και Δ2, οι οποίοι, προφανώς παρωθούμενοι από τον Χ4, στις 6-4-2001, ο πρώτος, και 8-6-2001, ο δεύτερος, έδωσαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά τις υπ' αριθμ. 1610/6-4-2001 και 2485/8-6-2001 ένορκες βεβαιώσεις τους, αντίστοιχα, με τις οποίες ισχυρίστηκαν ότι οι προανακριτικές τους καταθέσεις, ήταν προϊόν υποβολής και επιβολής από τους αστυνομικούς προανακριτικούς υπαλλήλους, και ειδικότερα ότι ο φερόμενος ως ύποπτος της ανωτέρω εκρήξεως αλλοδαπός, υπεδείχθη σ' αυτούς από αστυνομικούς προανακριτικούς υπαλλήλους, οι οποίοι τους έπεισαν να καταθέσουν, όλα όσα κατέθεσαν και ότι ουδέποτε είχαν δει τον εν λόγω αλλοδαπό (βλ. τις υπ' αριθμ. 1610 και 2485/2001 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών), ισχυρισμούς τους οποίους, προέβαλαν το πρώτον μετά την ανάκριση και δη μετά την παραπεμπτική, προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, Εισαγγελική πρόταση επί της ουσίας της υποθέσεως, πράγμα το οποίο δεν θα μπορούσαν να πράξουν, ή, και αν το έπρατταν, δεν θα μπορούσαν να γίνουν πιστευτοί, εάν είχαν κληθεί να διευκρινίσουν και να συμπληρώσουν τις καταθέσεις τους κατά την ανάκριση, τόσο οι ίδιοι, όσο και οι μάρτυρες αστυνομικοί Δ4 και Δ3, ιδίως σχετικά με ζητήματα που αφορούσαν τον έλεγχο της αξιοπιστίας τους, όπως αυτά για τα οποία κατέθεσε ο εξετασθείς το πρώτον κατά την ανάκριση μάρτυρας Ο1. Αποτέλεσμα των ως άνω παραλείψεων του κατηγορουμένου Χ1 κατά τη διενέργεια απ' αυτόν της κύριας ανάκρισης για την ως άνω υπόθεση, ήταν να προκληθεί πράγματι η απαλλαγή των κατηγορουμένων στην υπόθεση αυτή Γ1 και Χ4, για την κακουργηματικού χαρακτήρα αξιόποινη πράξη της εκρήξεως κατά συρροή με πρόθεση, από την οποία πράξη. ήταν δυνατόν να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, σε βάρος του πρώτου (Γ1). και ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή σε βάρος του δεύτερου (Χ4), για τους οποίους το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το υπ' αριθμ. 2608/2001 βούλευμα του. αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος τους. για τις ως άνω πράξεις για έλλειψη σοβαρών ενδείξεων, μεταρρυθμίζοντας το υπ' αριθμ. 2781/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, μετά από έφεση των ιδίων, με το οποίο αυτοί είχαν παραπεμφθεί να δικαστούν για την πράξη της εκρήξεως κατά συρροή, στο αρμόδιο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο, αφού για την κρίση του αυτή το ως άνω Συμβούλιο Εφετών, στηρίχθηκε, αφ' ενός μεν στο ότι "ο μάρτυρας Ο1, συνάδελφος των ανωτέρω δύο μαρτύρων, απασχολούμενος συγχρόνως με αυτούς στη φύλαξη του ανωτέρω πολυκαταστήματος, ως προϊστάμενος αρχιφύλακας, κατέθεσε κατά την κυρία ανάκριση, σε σχέση προς τους ως άνω ισχυρισμούς εκείνων, περί των κινήσεων μοτοσυκλετιστού, ότι ουδέν αντελήφθη και συνέχισε: "Θα έλεγα μάλιστα ότι αποκλείεται να συνέβη κάτι τέτοιο, διότι, εάν επρόκειται για τον ίδιο μοτοσυκλετιστή, ο οποίος θα εμφανιζόταν και μετά την έκρηξη, οι συνάδελφοι θα μου το ανέφεραν οπωσδήποτε. Αυτό, θα έπρεπε μάλιστα να γραφτεί και στο σχετικό βιβλίο αναφοράς που τηρούσε. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν έγινε", αφ' ετέρου δε, στο ότι "Και οι δύο προαναφερόμενοι μάρτυρες (Δ1 και Δ2), δια των από 6-4-2001 και 8-6-2001 ενόρκων βεβαιώσεων, αντιστοίχως, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, ισχυρίζονται ότι, ο φερόμενος ως ύποπτος της ανωτέρω εκρήξεως αλλοδαπός, υπεδείχθη σ' αυτούς από αστυνομικούς, οι οποίοι τους έπεισαν να καταθέσουν όλα όσα κατέθεσαν και ότι ουδέποτε είχαν δει τον εν λόγω αλλοδαπό (βλ. υπ' αριθμ. 1610 και 2485/2001 ενόρκους βεβαιώσεις)".
Χαρακτηριστικό της σχεδιασμένης επιδιώξεως του κατηγορουμένου Χ1 να καταστήσει αναξιόπιστες τις καταθέσεις των ως άνω αυτοπτών μαρτύρων και να προκαλέσει την απαλλαγή των κατηγορουμένων στην υπόθεση αυτή Γ1 και Χ4, ως φυσικού και ηθικού αυτουργού, αντίστοιχα, για την κακουργηματικού χαρακτήρα αξιόποινη πράξη της εκρήξεως κατά συρροή με πρόθεση, από την οποία πράξη ήταν δυνατόν να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, είναι και το σκεπτικό της υπ' αριθμ. 36/15-1-2001 διάταξής του, με την οποία, αντικατέστησε, μετά από μερική παραδοχή της από 22-12-2000 αιτήσεως του φερόμενου ως φυσικού αυτουργού της ως άνω πράξεως Γ1, την επιβληθείσα σε βάρος του, αμέσως μετά την ενώπιόν του απολογία του, με το εκδοθέν απ' αυτόν υπ' αριθμ. 29/24-11-2000 ένταλμα, προσωρινή κράτηση με περιοριστικούς όρους, στο οποίο αναφέρει τα εξής: "Επειδή ναι μεν και καθόσον αφορά την ουσία, συμπληρωματικά με όσα αναφέρονται, στην ύπερθεν εισαγγελική πρόταση, δεν εξέλιπαν οι λόγοι για τους οποίους επιβάλαμε, με το υπ' αριθμ. 29/2000 ένταλμά μας, την προσωρινή του κράτηση στον κατηγορούμενο-αιτούντα, δοθέντος ότι οι εναντίον του ενδείξεις ενοχής για τα εγκλήματα της εκρήξεως και κατασκευής εκρηκτικών υλών και βομβών με σκοπό τη χρησιμοποίηση τους για να προξενηθεί κίνδυνος σε ανθρώπους, διατηρούνται, εξ αιτίας κυρίως των καταθέσεων των ιδιωτικών φυλάκων της ....., Δ1 και Δ2, που αναφέρουν ότι τον είδαν να περιφέρεται στην περιοχή της έκρηξης (οδός .......), ορισμένες ώρες πριν και μετά από αυτήν. Εν τούτοις, όμως, κρίνεται ότι τον σκοπό για τον οποίο επιβάλαμε το επαχθές μέτρο της προσωρινής κράτησης στον κατηγορούμενο, μπορούν πλέον να επιτελέσουν περιοριστικοί μόνο όροι σε βάρος της ελευθερίας και των εν γένει κινήσεων του συνεκτιμωμένων α) ... β) των ελαχίστων, πλην όμως, υπαρκτών αμφιβολιών που καταλείπονται για τη διάπραξη εκ μέρους του των πράξεων που κατηγορήθηκε, ενόψει της καταθέσεως του επίσης ιδιωτικού αρχιφύλακα της ....., Ο1, ήτις είναι διαμετρικά αντίθετη από εκείνες των συναδέλφων του Δ1 και Δ2 ...". Με βάση τα περιστατικά που προαναφέρθηκαν, προκύπτουν, σε βάρος του κατηγορουμένου Χ1, σοβαρές ενδείξεις ενοχής για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της κατάχρησης εξουσίας. Και ναι, μεν ο κατηγορούμενος Χ1, αρνούμενος την αποδιδόμενη σ' αυτόν παραπάνω αξιόποινη πράξη, ισχυρίζεται ότι όφειλε, στα πλαίσια των ανακριτικών καθηκόντων του, να εξετάσει τον προταθέντα από τον κατηγορούμενο μάρτυρα υπερασπίσεως Ο1, ότι δεν ευθύνεται αυτός αν οι ως άνω μάρτυρες Δ2 και Δ1 ανακάλεσαν κατόπιν ενώπιον άλλης αρχής τις καταθέσεις τους, ότι υπήρχαν στη δικογραφία οι καταθέσεις των αστυνομικών που επιλήφθηκαν της υποθέσεως, και ότι η υπόθεση χρεώθηκε σ' αυτόν ως συνοδεία και ως εκ τούτου όφειλε να καλέσει τάχιστα σε απολογία τους κατηγορούμενους, με βάση το υπάρχον αποδεικτικό υλικό, πλην, όμως, οι ως άνω ισχυρισμοί του δεν είναι βάσιμοι και δεν δύνανται να αποδυναμώσουν την εις βάρος του κατηγορία, αν ληφθεί υπόψη ότι αυτός δεν ελέγχεται απλώς για την ενέργειά του να εξετάσει τον προταθέντα από τον κατηγορούμενο Χ4 μάρτυρα υπερασπίσεως, αλλά για την παράλειψή του, να εξετάσει, παράλληλα με τον ως άνω μάρτυρα, προς συμπλήρωση των καταθέσεων τους, και τους προαναφερόμενους μάρτυρες, που εξετάστηκαν μόνο κατά την προανάκριση, ακόμη δε, αφ' ενός μεν, ότι, με βάση τα προκύψαντα κατά τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, η ανάκληση των καταθέσεων που έδωσαν κατά την προανάκριση από τους αυτόπτες μάρτυρες Δ2 και Δ1, είναι καταφανώς αποτέλεσμα της ως άνω σκόπιμης παράλειψης του κατηγορουμένου, που οδήγησε στην αποδυνάμωση αυτών, και κατέστησε ευνοϊκό το έδαφος για την ανάκλησή τους, αφ' ετέρου δε, ότι το γεγονός ότι η υπόθεση χρεώθηκε σ' αυτόν ως συνοδεία, και ότι υπήρχαν στη δικογραφία οι καταθέσεις των αστυνομικών που επιλήφθηκαν της υποθέσεως, δεν αναιρούσε την απορρέουσα από το άρθρο 248 παρ. 3 ΚΠΔ παραπάνω υποχρέωσή του, αν ληφθεί υπόψη ότι η κυρία ανάκριση, επιδιώκει μια λεπτομερέστερη και πληρέστερη σε σύγκριση προς την προανάκριση, που είναι συνοπτική εξακρίβωση των αποδεικτικών στοιχείων, με την οποία κατορθώνεται ο ακριβέστερος προσδιορισμός του χαρακτήρα της πράξεως, η διαφώτιση της ενοχής του κατηγορουμένου, και η πληρέστερη εξακρίβωση της προσωπικότητάς του (Ηλ. Γάφος, Ποινική Δικονομία, τεύχ. Β', 13, Φ. Ανδρέου, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας Β' Έκδ. (2005), άρθρο 246, σελ. 734).
Εξάλλου, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό προέκυψε ότι την απόφαση στον Χ1 να τελέσει την άδικη πράξη της κατάχρησης εξουσίας, όπως αυτή αμέσως προηγουμένως παρατίθεται, προκάλεσαν, με πρόθεση, στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 17-11-2000 μέχρι 24-11-2000, οι κατηγορούμενοι 1) Χ2, Βουλευτής, του οποίου έχει αρθεί η ασυλία για την δίωξη των διωκομένων πράξεων και 2) Χ4, οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι σχέση γνωριμίας που είχαν μεταξύ τους ο πρώτος απ' αυτούς και ο Χ1, με προτροπές, και προσφορά οικονομικού ανταλλάγματος, προκάλεσαν σ' αυτόν την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της καταχρήσεως εξουσίας, όπως αυτή αμέσως προηγουμένως παρατίθεται. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος Χ2, Βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου από το έτος 2000 μέχρι σήμερα και Δικηγόρος Πειραιώς, διατηρών από ετών δικηγορικό γραφείο στον Πειραιά με ευρύτατο κύκλο υποθέσεων και εργασιών, το οποίο συνέχισε να λειτουργεί και μετά την ανάδειξή του ως βουλευτή, στο οποίο απασχολούνται, ως συνεργάτες, διάφοροι δικηγόροι, στους οποίους χρεώνεται ο χειρισμός των υποθέσεων του ως άνω γραφείου, μεταξύ των οποίων, και οι συγκατηγορούμενοί του, Χ3 και Χ5, από ετών διατηρούσε γνωριμία με τον πρώην δικαστικό λειτουργό Χ1, η μητέρα του οποίου, σημειωτέρον, καταγόταν από το ίδιο χωριό, την ..... Φωκίδας, με τη σύζυγο του κατηγορούμενου, γνωριμία την οποία και ο ίδιος ο κατηγορούμενος Χ2, παραδέχτηκε, κατά την αρχική απολογία του, στις 8-12-2005, ερωτηθείς σχετικά από τον Ειδικό Ανακριτή - Εφέτη, αναφέροντας μάλιστα ότι είχε επικοινωνήσει μαζί του και εκτιμούσε την ευστροφία του και τη νομική του κατάρτιση (βλ. σχετ. την εν λόγω απολογία του, κατά την οποία κατέθεσε "Εγώ γνώριζα τον κ. Χ1, έχω συνομιλήσει μαζί του, δεν έχουμε κάνει καμία ιδιαίτερη παρέα, έχω επικοινωνήσει μαζί του, εκτιμούσα ιδιαίτερα, από ό,τι ήξερα και από ό,τι είχα καταλάβει, την ευστροφία του και τη νομική του κατάρτιση").
Επίσης, ο κατηγορούμενος Χ2, διατηρούσε γνωριμία από πολλών ετών, με το συγκατηγορούμενό του Χ4, ο οποίος μάλιστα με την ιδιότητα του εκδότη δύο ημερησίων εφημερίδων του Πειραιώς, του "....." και του "....", κατά τη χρονική περίοδο από τον Απρίλιο 2002 και μέχρι πρόσφατα, προέβαλε το έργο του και την προσωπικότητα του, αρχικώς ως υποψηφίου βουλευτού και αργότερα ως βουλευτού της Α' Πειραιώς, έχοντας αφιερώσει στο πρόσωπο του 150 άρθρα (βλ. τις ανακριτικές απολογίες - αρχική και συμπληρωματική - του κατηγορούμενου Χ4). Το Νοέμβριο του 2000, και ενώ διενεργείτο η ως άνω ανάκριση, ο Χ4, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, κατηγορείτο τότε, εκτός άλλων, και για την κακουργηματική πράξη της ηθικής αυτουργίας σε εκρήξεις με χρήση εκρηκτικών υλών, από τις οποίες μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, η ανάκριση της οποίας εκκρεμούσε, ενώπιον του Ανακριτή του 23ου Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, Χ1, ενόψει της επικείμενης απολογίας του ενώπιον του ως άνω Ανακριτή, και θεωρώντας βέβαιη, λόγω της βαρύτητας της ως άνω πράξεως για την οποία κατηγορείτο την επιβολή προσωρινής κρατήσεως σ' αυτόν, απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο Χ2, αποβλέποντας αποκλειστικά στη μεσολάβησή του, λόγω των σχέσεων του και των γνωριμιών του, ως πολύ γνωστού δικηγόρου και βουλευτή με δικαστικούς λειτουργούς, αφού κατά το χρόνο εκείνο είχε αναθέσει την υπεράσπιση του σε δύο δικηγόρου (Αρ. Οικονομίδη και Μ. Αγαπηνό), να προκαλέσει ευνοϊκή αντιμετώπιση της υποθέσεώς του, ζητώντας του, τη συνδρομή του, για την μη έκδοση εντάλματος προσωρινής κρατήσεως σε βάρος του, κατά την εμφάνισή του ενώπιον του εν λόγω Ανακριτή, προκειμένου να απολογηθεί, και γενικά για τον ευνοϊκό χειρισμό της υποθέσεώς του από τον τελευταίο, προσφερθείς προς τούτο στην καταβολή χρηματικού ανταλλάγματος στον ως άνω Ανακριτή. Κατόπιν τούτου, ο κατηγορούμενος Χ2 παρενέβη σχετικώς στον ως άνω Ανακριτή, με τον οποίο, όπως προαναφέρθηκε, διατηρούσε γνωριμία, προτρέποντας αυτόν, ο ίδιος προσωπικά, αλλά και για λογαριασμό του Χ4, με την προσφορά οικονομικού ανταλλάγματος εκ μέρους του τελευταίου, το οποίο στη συνέχεια δέχτηκε να λάβει και έλαβε πράγματι, κατά τον τρόπο που εκτίθεται παρακάτω, να χειριστεί ευνοϊκώς την ως άνω υπόθεση του Χ4 που εκκρεμούσε ενώπιόν του και να μην επιβάλει σ' αυτόν μετά την απολογία του προσωρινή κράτηση. Ενδίδοντας δε στις προτροπές αυτές, οδηγήθηκε στην απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της καταχρήσεως εξουσίας, όπως αυτή αμέσως προηγουμένως παρατίθεται. Επομένως, προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε κατάχρηση εξουσίας που διέπραξε ως αυτουργός αυτής ο Χ1.
Περαιτέρω, συνεχίζει το Συμβούλιο Εφετών, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος Χ1, αφού αποφάσισε να ενδώσει στις πιο πάνω προτροπές των συγκατηγορουμένων του Χ2 και Χ4 και να τελέσει την άδικη πράξη της καταχρήσεως εξουσίας, όπως παραπάνω περιγράφεται, απαίτησε από τον Χ4, μέσω του κατηγορούμενου Χ2, προκειμένου να χειριστεί ευνοϊκά την ως άνω υπόθεση του πρώτου που εκκρεμούσε ενώπιον του, αρχικά το ποσό των 50.000.000 δραχμών, το οποίο στη συνέχεια μείωσε σε 30.000.000 δραχμές, τις οποίες ο Χ4 υποσχέθηκε, μέσω του κατηγορούμενου Χ2 , να του τις καταβάλει για τον ίδιο σκοπό, όπως και έπραξε, καταβαλών το ποσό αυτό, καθ' υπόδειξη προς αυτόν του κατηγορούμενου Χ1 μέσω του Χ2 όχι απευθείας στον Χ1 ή σε λογαριασμό του τελευταίου, αλλά στον κατηγορούμενο Χ2, προκειμένου να το μεταβιβάσει στη συνέχεια στον Χ1, ο οποίος κατά το χρόνο εκείνο δεν φαινόταν να χειρίζεται εκκρεμή υπόθεση του πρώτου. Τον παραπάνω τρόπο μεταβιβάσεως σ' αυτόν του ποσού των 30.000.000 δραχμών από τον Χ4 υπέδειξε ο κατηγορούμενος Χ1, με σκοπό να συγκαλύψει την αληθινή προέλευση του πιο πάνω ποσού, ως προερχόμενου, εν γνώσει του, από την πράξη της παθητικής δωροδοκίας δικαστή, αφού ο κατηγορούμενος Χ2 και το δικηγορικό του γραφείο κατά το χρόνο εκείνο δεν φαίνονταν να έχουν εκκρεμή υπόθεση ενώπιον του ως άνω Ανακριτή. Πράγματι δε, ο κατηγορούμενος Χ2, δέχτηκε να λάβει από τον Χ4, και ο τελευταίος να παραδώσει στον πρώτο για την περαιτέρω μεταβίβασή του στον Χ1, το ως άνω ποσό των 30.000.000 δραχμών, που αποτελούσε προϊόν δωροληψίας του τελευταίου, οδηγώντας, με τη συμπεριφορά τους αυτή, στη δημιουργία συνθηκών συγκάλυψης της παράνομης προέλευσης αυτού από την ως άνω παράνομη συναλλαγή. Από το ποσό των 30.000.000 δραχμών, που δέχτηκε να λάβει από τον Χ4, ο κατηγορούμενος Χ2, για περαιτέρω μεταβίβασή του στον Χ1, ποσό 23.000.000 δραχμών παραδόθηκε από τον ίδιο προσωπικά τον κατηγορούμενο Χ2 στο συγκατηγορούμενό του Χ1, στις 24-11-2000, ημέρα κατά την οποία ο Χ4 απολογήθηκε ενώπιον του τελευταίου (Ανακριτή), ο οποίος, σημειωτέον, ενώ κατά του κατηγορούμενου ως φυσικού αυτουργού Γ1, αρχικά, μετά την ενώπιον του απολογία του, εξέδωσε ένταλμα προσωρινής κρατήσεως, κατά του κατηγορουμένου για ηθική αυτουργία στις ίδιες πράξεις Χ4, αμέσως μετά την απολογία του, στις 24-11-2000, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 54/24-11-2000 διάταξη, με την οποία του επέβαλε μόνον περιοριστικούς όρους, μεταξύ των οποίων και εγγυοδοσία ποσού 20.000.000 δραχμών, το ποσό της οποίας, μετά από λίγες ημέρες (στις 6-12-2000) και ύστερα από δύο αιτήσεις του τελευταίου, από τις οποίες η πρώτη απορρίφθηκε ως απαράδεκτη για τυπικούς λόγους (μη προσκόμιση εγγράφου χορήγησης πληρεξουσιότητας από την καταθέσασα την αίτηση δικηγόρο), με την υπ' αριθμ. 555/1-12-2000 διάταξή του, με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, η δε δεύτερη έγινε εν μέρει δεκτή, με την υπ' αριθμ. 568/6-12-2000 διάταξή του, μετά από απορριπτική της αιτήσεως αυτής εισαγγελική πρόταση, μείωσε σε 5.000.000 δραχμές, με το σκεπτικό "Δοθέντος ότι το αρχικώς επιβληθέν ποσό της εγγυοδοσίας, ύψους 20.000.000 δραχμών, είναι ιδιαίτερα υψηλό, και ενόψει και της από 23-11-2000 καταθέσεως του παθόντος Ζ1 ενώπιόν μας, ο οποίος δεν επιβεβαίωσε την εμπλοκή του κατηγορουμένου-αιτούντος στην υπόθεση, αλλά απλώς εξέφρασε υπόνοιες εναντίον του, χωρίς να είναι σίγουρος για κάτι (αγνοώντας τις καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων και των ως άνω αστυνομικών), δέον το προαναφερθέν ποσό της εγγυοδοσίας να μειωθεί στο προσήκον μέτρο των 5.000.000 δραχμών, ... και β) το υπόλοιπο ποσό των 7.000.000 δραχμών κατατέθηκε, από τον κατηγορούμενο Ζ1, δικηγόρο, συνεργάτη στο δικηγορικό γραφείο του Χ2 στον Πειραιά, μετά από εντολή και υπόδειξη του τελευταίου (Χ2), που του παρέδωσε το ποσό, προερχόμενο, όπως αναφέρθηκε από τον Χ4, στο λογαριασμό με αριθμό .... που τηρούσε στην Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος, ο Χ1, ο οποίος δέχτηκε και έλαβε κατά τον ως άνω τρόπο στην κατοχή του, το ποσό που αναφέρθηκε και που, αποτελούσε το υλικό αντικείμενο της παθητικής δωροδοκίας, που είχε τελέσει. Με την ως άνω συμπεριφορά τους, που έχει σχέση με τη μεταβίβαση του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού των 30.000.000 δραχμών, στον Χ1, το οποίο και πράγματι μεταβίβασαν στο τελευταίο, κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, οι κατηγορούμενοι Χ4, Χ2 και Χ3, αποσκοπούσαν να παράσχουν συνδρομή στον Χ1 και να συγκαλύψουν την αληθινή προέλευση του ως άνω χρηματικού ποσού, προερχόμενου, εν γνώσει τους, από την τέλεση της πράξεως της παθητικής δωροδοκίας δικαστή, δηλαδή εγκληματικής δραστηριότητας του άρθρου 1 περ. αιζ του ν. 2331/1995, όπως τροπ. με τα άρθρα 2 και 3 του ν. 3424/2005, που είχε τελεστεί με την, εκ μέρους του Χ1 απαίτηση από το Χ4, ως δώρου, του ποσού των 30.000.000 δραχμών, για να χειριστεί ευνοϊκά την ποινική του υπόθεση που προαναφέρθηκε και να προσδώσουν σ' αυτό νομιμοφανή υπόσταση. Επιχειρώντας να αντικρούσουν τις εις βάρος τους κατηγορίες, τις οποίες αρνούνται, α) ο κατηγορούμενος Χ4, ισχυρίστηκε, κατά την απολογία του κατά την ανάκριση, αφού παραδέχτηκε την πολυετή γνωριμία του με τον Χ2, και το γεγονός ότι απευθύνθηκε στον τελευταίο πριν από την απολογία του, ενώπιον του Ανακριτή Χ1, ότι, όταν ήλθε η στιγμή της απολογίας του ενώπιον του Ανακριτή Χ1 για την προαναφερόμενη υπόθεση και θεωρώντας πιθανή, ένεκα της επιδειχθείσας συμπεριφοράς του, την προφυλάκισή του από εκείνον, ζήτησε πράγματι από το Χ2 να μεριμνήσει ώστε, σε περίπτωση προσωρινής του κράτησης, να τύχει κατά το δυνατόν ανθρώπινης μεταχείρισης, δοθέντος ότι η υγεία του ήταν σοβαρά κλονισμένη λόγω διαβήτη και υψηλής αρτηριακής πίεσης, να έχει την πρέπουσα νοσοκομειακή συνδρομή, ότι απεναντίας ποτέ δεν παρακάλεσε το Χ2 να ζητήσει από το Ζ1 να μεσολαβήσει για να χαλαρώσει η μεταξύ τους αντιδικία, ενώ τον παρακάλεσε να ζητήσει από εκείνον (Ζ1), να διερευνήσει ο τελευταίος καλύτερα και σε μεγαλύτερο βάθος το θέμα που είχε δημιουργηθεί και να ψάξει αλλού να βρει τους πραγματικούς εχθρούς του, τέλος δε, ότι πέραν της ανωτέρω γενομένης συζητήσεως και των όσων σ' αυτή ζήτησε από τον Χ2, ο τελευταίος ουδεμία άλλη σχέση είχε με την υπόθεσή του" β) ο δε κατηγορούμενος Χ2, μη μπορώντας να αποκρύψει ότι του είχε ζητηθεί η συνδρομή από τον Χ4 και τη γνωριμία του με τον Χ1, προέβαλε τον ισχυρισμό, ότι "του ζητήθηκε η πολιτική και ανθρώπινη παρέμβασή του", ότι, κατά δήλωση του αδελφού του Κ1, του μεταφέρθηκε η άποψη "ότι ήταν πεπεισμένοι όλοι τους, ότι ο Χ4 θα προφυλακιζόταν...", ότι "του ζήτησαν να βοηθήσει στην όσο το δυνατό καλύτερη μεταχείριση του εντός των φυλακών......." και ότι τον παρακάλεσαν, λόγω και της πολιτικής του ιδιότητας, να ζητήσει από το Ζ1, γνωστό δικό του και κομματικό στέλεχος, να χαλαρώσει την αντιδικία με τον Χ4, ώστε να μην έχουν προβλήματα, γιατί επιχειρηματικά είχαν αντιδικίες, πράγμα το οποίο και έκανε ... αρνούμενος κατά τα λοιπά την κατηγορία. Οι παραπάνω αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί των κατηγορουμένων, καθόσον αναφέρονται στην αιτία για την οποία ζητήθηκε από τον Χ4 η παρέμβαση του Χ2, είναι ελάχιστα πειστικοί, δεδομένου ότι δεν μπορεί να γίνει πιστευτό, ότι ο πρώτος, όντας βέβαιος για την αθωότητά του και έχοντας αναθέσει κατά το χρόνο εκείνο σε δύο ικανούς δικηγόρους (Αρ. Οικονομίδη και Μ. Αγαπητό) τη νομική υπεράσπισή του, έσπευσε, πριν καν απολογηθεί ενώπιον του Ανακριτή και πολύ περισσότερο να του έχει επιβληθεί προσωρινή κράτηση, να ζητήσει τη μεσολάβηση του Χ2 για την όσο το δυνατόν καλύτερη μεταχείρισή του στις φυλακές, πέραν του ότι είναι και αντιφατικοί μεταξύ τους, αφού ο μεν Χ2 ισχυρίζεται ότι τον παρακάλεσαν, λόγω και της πολιτικής του ιδιότητος, να ζητήσει από το Ζ1, γνωστό δικό του και κομματικό στέλεχος, να χαλαρώσει την αντιδικία με τον Χ4, ώστε να μην έχουν προβλήματα, γιατί επιχειρηματικά είχαν αντιδικίες, πράγμα το οποίο και έκανε, ο δε Χ4, ότι, απεναντίας, ποτέ δεν παρακάλεσε τον Χ2 να ζητήσει από το Ζ1 να μεσολαβήσει για να χαλαρώσει η μεταξύ τους αντιδικία. Άλλωστε, το γεγονός ότι ο Χ4 είχε συμβουλευθεί, μεταξύ άλλων γνωστών δικηγόρων, και το Δικηγόρο Πειραιώς Χ2, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο εξασφάλισε τη μη επιβολή προσωρινής κρατήσεως σε βάρος του μετά την απολογία του ενώπιον του ως άνω Ανακριτή, εμπιστεύθηκε ο ίδιος ο Χ4 σε ανύποπτο χρόνο, στο μετέπειτα εντολέα του για την ίδια υπόθεση Λ2, ο οποίος κατέθεσε ως μάρτυρας κατά την ανάκριση. Ειδικότερα, με το από 1-7-2005 υπόμνημα παροχής εξηγήσεων των δικηγόρων Αθηνών Λ1 και Λ3, ενώπιον της Πταισματοδίκου του 801 Προανακριτικού Τμήματος Αθηνών, το οποίο διαβιβάστηκε στον Ειδικό Ανακριτή-Εφέτη με το υπ' αριθμ. πρωτ. ΕΠ 1201/14-12-2005 έγγραφο του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, οι προαναφερόμενοι Λ1 και Λ2 ανέφεραν, ότι ο, εκ των κατηγορουμένων, Χ4, είχε, κατά τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονταν στο υπόμνημα, συμβουλευθεί και το Δικηγόρο Πειραιώς, Χ2, ως προς την τύχη της υποθέσεώς του, και επί πλέον α) "... μας ομολόγησε λεπτομερώς τον τρόπο και τα μέσα, δια των οποίων, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του, εξασφάλισε τη μη προφυλάκισή του μετά από την απολογία του ενώπιον του Χ1.., ο οποίος στην υπόθεση της ηθικής αυτουργίας σε διακεκριμένες εκρήξεις κατά συρροή κ.λ.π., ενώ εξέδωσε ένταλμα προσωρινής κρατήσεως σε βάρος του τότε κατηγορουμένου ως φυσικού αυτουργού, στο μηνυτή, ο οποίος, όπως ήδη εκτέθηκε, κατηγορείτο ως ηθικός αυτουργός, επέβαλε μόνον περιοριστικούς όρους και δη μείωσε το ποσό της επιβληθείσας εγγύησης από 20.000.000 σε 5.000.000 δρχ...", β) "... μας δήλωσε ότι τον είχε δικαίως τιμωρήσει ο Θεός εξ' αιτίας της συμπεριφοράς του προς τους συνανθρώπους του, τους οποίους θεωρούσε σκουλήκια, βαίνοντας επί των πτωμάτων των οποίων αποκόμιζε χρήματα ...", γ) μας εκλιπάρησε να τον λυπηθούμε και να αναλάβουμε την υπεράσπισή του...", δ) ... και ε) "... μας ανέφερε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εν Αθήναις ποινικολογούντων δικηγόρων και δη οι πλέον γνωστοί εξ αυτών, τους οποίους είχε επισκεφθεί και κατονόμασε, τον είχαν συμβουλεύσει να μην ασκήσει ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστικού συμβουλίου έφεση κατά του τυχόν παραπεμπτικού για κακούργημα και πλημμελήματα πρωτοδίκου βουλεύματος...". Επειδή δε, ορισμένες αναφορές του υπομνήματος σε ισχυρισμούς του κατηγορουμένου Χ4, συνέπιπταν με καταθέσεις μαρτύρων, που είχαν δοθεί ενώπιον του Ειδικού Ανακριτή -Εφέτη σε ανύποπτο χρόνο, όπως π.χ. αυτή του Δικηγόρου Αθηνών Λ3, ο οποίος, στην από 14/6/2005 ανακριτική του κατάθεση, ανέφερε ότι είχε συμβουλεύσει τον Χ4, να μην ασκήσει έφεση κατά του επιδίκου βουλεύματος, κλήθηκε από τον ως άνω Ειδικό Ανακριτή ως μάρτυρας ο εκ των συντακτών του ως άνω υπομνήματος, Λ2, ο οποίος, στην από 23/1/2006 ένορκη κατάθεση του, επιβεβαίωσε το περιεχόμενο του υπομνήματος και ανέφερε ότι ο Χ4 είχε ... "συμβουλευθεί, μεταξύ των άλλων, και τον κατηγορούμενο Χ2, από τον οποίο είχε, λόγω της πολιτικής του ιδιότητας, ζητήσει να τον βοηθήσει και επί πλέον για γεγονότα, τα οποία, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 49 του Κώδικος περί Δικηγόρων, δεν υποχρεούτο να απαντήσει". Μετά από αυτά, και αφού προηγουμένως παρασχέθηκε, κατόπιν αιτήσεων του Ειδικού Ανακριτή-Εφέτη, άδεια στους δικηγόρους Αθηνών Λ2 και Λ1 από το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, οι τελευταίοι κατέθεσαν εξεταζόμενοι ενώπιον του ως άνω Ειδικού Ανακριτή, ότι ο Χ4 τους είχε εμπιστευθεί, κατ' επανάληψη, ότι πριν την απολογία του είχε ζητηθεί από τον Χ1 το ποσό των 50.000.000 δραχμών και ότι τελικώς κατέβαλε 30.000.000 δραχμές, για να μην εκδοθεί κατ' αυτού ένταλμα προσωρινής κράτησης. Σε σχετική δε ερώτηση που υποβλήθηκε στο Λ2, για το εάν είχε αναφερθεί σε αυτόν το πρόσωπο στο οποίο έγινε πρόταση για την καταβολή χρημάτων ή εάν αυτός ήταν δικηγόρος, ο Λ2 απάντησε ότι "...κατά τη διάρκεια της συζητήσεως ανέφερε, πιθανώς λόγω και της πολιτικής του ιδιότητος, στην οποία απέβλεπε, τον κ. Χ2. Το ίδιο ως άνω γεγονός, μας εμπιστεύθηκε και κατά την εκτέλεση της εντολής και τη διεξαγωγή των υποθέσεών του, ένα ή δύο μήνες αργότερα".
Εξάλλου, καθόσον αφορά την κατάθεση του ποσού των 7.000.000 δραχμών, οι κατηγορούμενοι Χ2, Χ3 και Χ1, προβάλλοντας όλως αντιφατικές αιτιολογίες, προσπάθησαν να αποδώσουν την κατάθεση του εν λόγω ποσού σε νόμιμη συναλλαγή του τελευταίου. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος Χ1, επιχειρώντας να δικαιολογήσει την κατάθεση του ποσού αυτού (των 7.000.000 δραχμών), το οποίο μόνο, και όχι το μεγαλύτερο ποσό των 30.000.000 δραχμών με το οποίο κατά τα ανωτέρω δωροδοκήθηκε, είχε αποκαλυφθεί μέχρι τότε, αναφέρθηκε, ενώπιον μεν της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που συγκλήθηκε στις 16-6-2005 για την οριστική του παύση λόγω ανεπάρκειας υπηρεσιακού ήθους, στην κατάρτιση συμβάσεως αγοραπωλησίας ενός αυτοκινήτου BMW με τον Χ3, ο οποίος, όπως κατέθεσε, δεν είναι δικηγόρος ("ο Χ3 δεν είναι δικηγόρος, είχα αγοράσει ένα αυτοκίνητο BMW από αυτόν"), ενώπιον δε του Ειδικού Ανακριτή - Εφέτη κατά την απολογία του, στις 14-10-2005, ότι "κατά τα τέλη Νοεμβρίου 2000, κατέληξε σε συμφωνία με ένα νεαρό άτομο 35 ετών περίπου, ονόματι Ν1, για την πώληση του αυτοκινήτου του, μάρκας ALFA ROMEO ...., αντί τιμήματος 8.000.000 δραχμών ... ότι ο ανωτέρω (Ν1) του τηλεφώνησε και του είπε ότι έχει καταθέσει 7.000.000 δραχμές στο λογαριασμό του ... ότι την επομένη θα ερχόταν με 1.000.000 δραχμές ακόμη σε μετρητά για να παραλάβει το αυτοκίνητο, όπως και έγινε ... ότι με την παράδοση ανταλλάξανε μεταξύ τους υπεύθυνες δηλώσεις του ν. 1599/1986 για να ολοκληρώσουν τυπικά τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου στη ΙΖ. Δ.Ο.Υ. Αθηνών... ότι, μετά από επτά ημέρες, δέχτηκε τηλεφώνημα από το Ν1, γιατί το αυτοκίνητο ρετάρει ... ότι συναντηθήκανε, μετά από αυτά, και ο Ν1 αντέδρασε ... ότι το βράδυ της ίδιας ημέρας δέχτηκε στο σπίτι του τηλεφώνημα από κάποια κυρία ....., αν θυμάται καλά, η οποία του δήλωσε ότι ήταν δικηγόρος και θεία του Ν1 και ότι αυτή είχε δώσει τα λεφτά για να πάρει το παιδί το αυτοκίνητο... και ότι... μετά από δύο τρεις ημέρες επέστρεψε στον Ν1 τα χρήματα του (8.000.000 δρχ.) .. κατέστρεψαν τις υπεύθυνες δηλώσεις... και πήρε πίσω το αυτοκίνητο..." χωρίς να λάβει απόδειξη για το ποσό των 7.000.000 δραχμών, το οποίο ισχυριζόταν ότι επέστρεψε στον Ν1, με την αιτιολογία ότι δεν ήταν αναγκαίο να έχει απόδειξη, γιατί πήρε πίσω το αυτοκίνητο, και σχίστηκαν στη συνέχεια οι αποδείξεις, λόγω ματαιώσεως της αγοραπωλησίας. Ο κατηγορούμενος Χ3, κατά την απολογία του, που δόθηκε αρχικώς την 1-7-2005 και συμπληρωματικώς στις 30-9-2005, ανέφερε ότι δεν γνώριζε τον Χ1, ότι δεν θυμόταν αν είχε καταθέσει στην Αγροτική Τράπεζα αυτά τα χρήματα, πλην, όμως δήλωσε ότι "δεν μπορώ να το αρνηθώ, εφόσον προκύπτει". Κατέθεσε δε περαιτέρω, ότι στο γραφείο, όπου παρείχε την εργασία του, διενεργούσε, εκτός από δικαστικές, και εξωδικαστικές εργασίες, γιατί "είναι σε ένα γραφείο με ευρύτατο κύκλο υποθέσεων και εργασιών", διευκρινίζοντας αμέσως μετά ότι το γραφείο στο οποίο εργάζεται είναι το γραφείο του βουλευτού και δικηγόρου κ. Χ2, ότι, αν θυμάται καλά, η κατάθεση του ως άνω ποσού έγινε μετά από εντολή της συνεργάτιδας του γραφείου Μ1, που είχε αποβιώσει, λίγες ημέρες πριν από την απολογία του, το κατέβαλε δε αυτός, γιατί η ίδια ήταν "υπέργηρη περί τα 65 έτη τότε, με κινητικά προβλήματα, και λόγω της ανασφάλειας που ένιωθε να μεταφέρει τέτοια χρηματικά ποσά, στα πλαίσια μιας αγοραπωλησίας, δικής της ή άλλου, που δεν γνωρίζει, αλλά και ούτε πήγε το μυαλό του σε κάποια παράνομη αιτία, τούτο δε γιατί είχε ξανακαταθέσει και αυτός και άλλοι συνάδελφοί του γραφείου συναφή χρηματικά ποσά ..". Τέλος δε ο κατηγορούμενος Χ2, κατά την αρχική του απολογία, στις 8-12-2005, αναφέρθηκε στις αιτιολογίες του κατηγορουμένου Χ3, επικαλούμενος άγνοια της αιτίας της καταθέσεως, ενώ περαιτέρω, μη μπορώντας να αποκρύψει ότι του είχε ζητηθεί η συνδρομή από τον Χ4 και τη γνωριμία του με τον Χ1, προέβαλε τον προαναφερόμενο ισχυρισμό περί πολιτικής και ανθρώπινης παρεμβάσεώς του για την καλύτερη μεταχείριση του Χ4 στις φυλακές και παρεμβάσεώς του στο Ζ1 για τη χαλάρωση της αντιδικίας του με τον Ζ4. Όμως, η Μ1, η οποία κατά το χρόνο καταβολής του ως άνω χρηματικού ποσού των 7.000.000 δραχμών, ήταν 72 ετών και αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, δεν ήταν δυνατόν να έχει οποιαδήποτε συναλλαγή με τον κατηγορούμενο Χ1, δεδομένου ότι αυτή έπασχε, ήδη από του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2000, από γεροντική άνοια, όπως τούτο προκύπτει από τη με αριθμό ........ ιατρική γνωμάτευση του Νευρολόγου-Ψυχιάτρου ......., που είχε προσκομιστεί από τη συνεργάτιδα του δικηγορικού γραφείου του Χ2, Μ2 προς υποστήριξη της από 28-1-2004 αίτησης της Β1, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για να τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση η Μ1, η οποία παρουσίαζε από τότε, δηλαδή από τον Οκτώβριο του έτους 2000, έντονες διαταραχές μνήμης (πρόσφατης και άμεσης) κρίσης και αντίληψης, με αποτέλεσμα να μην έχει τη δυνατότητα να επιμεληθεί τα του εαυτού της και της περιουσίας της. Κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών συζήτηση της αιτήσεως, με την οποία η αιτούσα πρότεινε, καθ' υπόδειξη του δικηγορικού γραφείου, ως μέλη του συμβουλίου της εποπτείας της δικαστικής συμπαράστασης της Μ1 τους Δικηγόρους ......, Χ3, δηλαδή τον ως άνω κατηγορούμενο και τον Χ5, εξετάστηκε ως μάρτυρας η Ξ1, η οποία κατέθεσε ότι η Μ1 "δεν είχε στενούς συγγενείς, δεν καταλαβαίνει, δεν έχει πόρους, δεν φρόντισε να κολλήσει τα ένσημα της, ζει με φιλανθρωπία, της πηγαίνουν φαγητό, τη βοηθάει η Εκκλησία και τελευταία ζητιάνευε". Προς απόδειξη μάλιστα του περί ανυπαρξίας συγγενών γεγονότος προσκομίστηκε, εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου, και η με αριθμό 988/2004 ένορκη βεβαίωση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στην οποία ανεφέρετο από το μάρτυρα Ξ2 ότι η Μ1 "δεν είχε εν ζωή εγγύτερους συγγενείς, ήτοι σύζυγο, γονείς και τέκνα, αλλά ούτε και αδέλφια". Στη συνέχεια δε εκδόθηκε η με αριθμό 1771/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και διόρισε τη Β1, προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη της. Κατά την ανάκριση εξετάστηκε, ως μάρτυρας, εκτός των άλλων, και η ως άνω Ξ1, σύνοικος της Μ1 στην πολυκατοικία της οδού ........., η οποία ανέφερε ότι η τελευταία περί το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2000, όπως όλοι είχαν αντιληφθεί στην πολυκατοικία, δεν "πήγαινε καλά στην πνευματική της διαύγεια", συγκεκριμένα δε "επαναλάμβανε διαρκώς το ίδιο πράγμα, που μόλις προηγουμένως είχε εκφράσει, αδυνατούσε να καταλάβει τι της έλεγαν, ξεχνούσε που είχε τοποθετήσει τα πράγματα της και παραπονιόταν ότι δεν έβρισκε τις ουρίτσες από τα ένσημα, για να τα χρησιμοποιήσει για τη σύνταξη της". Με την πάροδο του χρόνου, η Μ1 ήταν παντελώς ανήμπορη και τη φροντίδα για τη διατροφή της είχε αναλάβει, μέσω του εφημερίου του Ιερού Ναού του ......, η Β1, μάλιστα δε όταν επισκέφθηκε την Μ1 η Δικηγόρος Μ2, μετά από παρέμβαση των συνοίκων της πολυκατοικίας, τη βρήκε γυμνή στο διαμέρισμα της, το οποίο ήταν γεμάτο κόπρανα, και η ίδια ήταν αδύνατη. Το γεγονός ότι η Μ1 είχε αρχίσει, από το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2000, να έχει προβλήματα διαταραχής μνήμης, κρίσης και αντίληψης ενισχύεται και από το ότι οι παραστάσεις της μειώθηκαν στα πολιτικά και διοικητικά δικαστήρια, στα οποία τυπικώς παρίστατο, συνοδευόμενη από τους νεότερους συνεργάτες του γραφείου, από 68 που ήταν το έτος 1999 σε 12 κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2000, σε 4 κατά το β' εξάμηνο του ιδίου έτους, καθώς και σε 6 μέχρι του μηνός Μαΐου του έτους 2001. Από τα ανωτέρω είναι φανερό ότι ο ισχυρισμός τόσο του κατηγορουμένου Χ3 περί του ότι η Μ1, η οποία το Νοέμβριο του έτους 2000 ήταν 72 ετών, και όχι, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται 65 ετών, παρέδωσε το χρηματικό ποσό των 7.000.000 δραχμών "για να το καταθέσει στο λογαριασμό του Χ1, λόγω της ανασφάλειας που ένιωθε να μεταφέρει τέτοια χρηματικά ποσά, στα πλαίσια μίας αγοραπωλησίας, δικής της ή άλλου", όσο και του κατηγορουμένου Χ1 περί του ότι το ποσό αυτό των 7.000.000 δραχμών αποτελούσε μέρος του τιμήματος, το οποίο καταβλήθηκε για τη δήθεν αγορά του ως άνω αυτοκινήτου από την πάμπτωχη Μ1, για λογαριασμό ανυπάρκτου ανηψιού, ήταν αναληθής, και δεν μπορεί να γίνει πιστευτός. Ο κατηγορούμενος Χ3, διαβλέποντας τις αντιφάσεις αυτές και πιστεύοντας προφανώς ότι αδίκως είχε εμπλακεί στην υπόθεση, με το από 28-12-2006 υπόμνημά του που υπέβαλε στον Ειδικό Ανακριτή-Εφέτη, μετά την απολογία του ενώπιον του τελευταίου, επιχειρεί να απεμπλακεί, δηλώνοντας άγνοια και πάλι για την αιτία που κατέθεσε τα χρήματα, δεχόμενος, όμως, ότι προέρχονταν από το γραφείο του Χ2. Ειδικότερα, ο εν λόγω κατηγορούμενος, στο από 28-12-2006 υπόμνημά του, που υπέβαλε μετά την απολογία του ενώπιον του Ειδικού Ανακριτή-Εφέτη, αναφέρει χαρακτηριστικά, αναιρώντας τον αρχικό του ισχυρισμό, περί του ότι δηλαδή κατέβαλε το ανωτέρω χρηματικό ποσό στο λογαριασμό του Χ1 εκ μέρους της Μ1, ... "ότι η κατάθεση των 7.000.000 δραχμών, που έγινε στο λογαριασμό του Χ1, επειδή πραγματοποιήθηκε το 2000 ... και όταν μετά από πέντε περίπου χρόνια κλήθηκα να καταθέσω σχετικά, όπως είναι λογικό, δεν ήμουν σε θέση να θυμάμαι ποιος από τους προϊσταμένους δικηγόρους μου είχε αναθέσει τη συγκεκριμένη εργασία. Έτσι, συνειρμικά και υποθετικά κατέθεσε ότι ίσως τα χρήματα να μου είχαν δοθεί από την κ. Μ1, λόγω της Αγροτικής τραπέζης. Ο συγκεκριμένος συνειρμός μου δεν αποτελεί ισχυρισμό μου, αλλά μία απλή υπόθεση που τότε έκανα, στην οποία ούτε εμμένω ούτε επιμένω, αφού δεν μπορώ να είμαι σίγουρος, δεν μπορώ να την αποδείξω, ούτε, όμως και να την αποκλείσω. Εξίσου δεν μπορώ να αποκλείσω και την περίπτωση να μην μου έχουν δοθεί από την κ. Μ1 τα χρήματα αλλά από τον κ. Χ2 ή από άλλον ιεραρχικά προϊστάμενό μου". Όλες οι παραπάνω αντιφάσεις, αποδεικνύουν το αβάσιμο των αρνητικών ισχυρισμών των κατηγορουμένων σε σχέση με τη νομιμοποίηση του ποσού των 7.000.000 δραχμών, οι οποίοι δεν δύνανται να κλονίσουν τη βασιμότητα της εις βάρος τους σχετικής κατηγορίας.
Με βάση όσα προαναφέρθηκαν, οι κατηγορούμενοι Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4, κατέστησαν υπαίτιοι του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, με βασικό έγκλημα αυτό της παθητικής δωροδοκίας δικαστή, και μάλιστα ο πρώτος απ' αυτούς κατ' εξακολούθηση, αφού, όπως προέκυψε οι μερικότερες πράξεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα που διέπραξε ο Χ1 (ποσού 23.000.000 δραχμών και 7.000.000 δραχμών, αντίστοιχα), συνδέονται με ενότητα δόλου, συνιστώντας κατ' εξακολούθηση έγκλημα. Ενήργησε δε ο Χ1 κατ' επάγγελμα, αφού, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής, και ειδικότερα από την τέλεση αυτής σε περισσότερες από μία περιπτώσεις, όπως παραπάνω παρατίθεται, αλλά και την κατά το παρελθόν τέλεση απ' αυτόν πληθώρας όμοιων πράξεων σε πολλές περιπτώσεις με κίνητρο την κερδοσκοπία και τον παράνομο πλουτισμό, για τις οποίες ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη και απαγγέλθηκε κατηγορία, αλλά και από την υποδομή (προϋποθέσεις) που είχε διαμορφώσει για επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ώστε στο μέλλον να ενεργεί ως αυτουργός στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ίδιου εγκλήματος (δράση όχι ευκαιριακά, αλλά με οργανωμένο σχέδιο και ετοιμότητα με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης με την εκμετάλλευση της δικαστικής του ιδιότητας, την επιδίωξη γνωριμιών και επαφών κυρίως με δικηγόρους και την αξιοποίηση των γνωριμιών και επαφών του αυτών για την κατόπιν προσυμφωνημένης μεταξύ τους δράσης, επίτευξη του σκοπού του, καθώς και την χρησιμοποίηση και εκμετάλλευση του τραπεζικού συστήματος - για κατ' επανάληψη τέλεση της πράξης), μαρτυρείται σκοπός πορισμού εισοδήματος αλλά και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, όπως προκύπτει από τη μεγάλη ευκολία, σταθερή εμμονή και τάση αυτού να διαπράττει την ως άνω εγκληματική πράξη. Επίσης, δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, ότι, από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτουν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο Χ2 αξιόποινες πράξεις της απόπειρας απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας, της απόπειρας εκβίασης και της παράβασης του άρθρου 11 του ν.5227/1931 "περί μεσαζόντων", σε βάρος της Ε1 (που από παραδρομή το τελευταίο φέρεται ως τετελεσμένο, αντί του ορθού εν αποπείρα) Ειδικότερα, η Ε1, κάτοικος ..... Αττικής, οδός ..... και ο Η1, κάτοικος Ιταλίας, ασκούσαν συγγενείς επαγγελματικές δραστηριότητες, η πρώτη στην Αθήνα και ο δεύτερος στην Ιταλία, που περιελάμβαναν κυρίως την αναγνώριση τίτλων σπουδών χορηγούμενων από Πανεπιστήμια της Ιταλίας και την ισοτιμία μεταξύ πανεπιστημιακών τίτλων σπουδών. Μεταξύ τους, με σύνδεσμο το μάρτυρα Θ1, για τα συναφή με την επαγγελματική τους ενασχόληση θέματα και την εγγραφή Ελλήνων φοιτητών σε Πανεπιστήμια της Ιταλίας, αναπτύχθηκε επαγγελματική συνεργασία, κατά πολύ επιλήψιμη, που κατέληξε σε μεταξύ τους έχθρα και τέλεση αξιοποίνων πράξεων και δη αρπαγής, ληστείας και εκβίασης, με παθόντα το Η1, για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά της Ε1 και λοιπών προσώπων και πλαστογραφίας κατά συρροή, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του Η1 με παθόντες τη Ε1 και άλλα πρόσωπα. Οι ποινικές αυτές διώξεις ασκήθηκαν από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 15-5-2003 και 9-12-2003, με παραγγελία για κύρια ανάκριση. Ο κατηγορούμενος Χ2, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι το δικηγορικό του γραφείο είχε αναλάβει τη νομική υπεράσπιση του Η1 και την εκδηλωμένη ανησυχία της Ε1 για τη δικονομική εξέλιξη και την τελική έκβαση της ποινικής της υποθέσεως, που εκκρεμούσε ενώπιον του Ανακριτή του 13ου Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο οποίος διενεργούσε την κυρία ανάκριση, επιχείρησε, κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη Οκτωβρίου 2003 μέχρι το τέλος Μαρτίου 2004, σε αλλεπάλληλες διαδοχικές τηλεφωνικές επικοινωνίες, αλλά και προσωπικές επαφές που είχε μαζί της, να αποσπάσει από την τελευταία το ποσό των 100.000.000 δραχμών, το οποίο σε κάθε περίπτωση ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο από τη συνολική ζημία που φέρεται ότι υπέστη ο Η1 από την αποδιδόμενη στη Ε1 αξιόποινη συμπεριφορά, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 5000/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, δυνάμει του οποίου παραπέμφθηκε η Ε1 να δικαστεί για την πράξη της εκβιάσεως, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να προκληθεί ζημία εις βάρος της περιουσίας του Η1 κατά το ποσό των 45.000 ευρώ, για το οποίο ο τελευταίος είχε εξαναγκαστεί να υπογράψει εννέα ισόποσες συναλλαγματικές, των 5.000 ευρώ, ως και κατά τα ποσά των 4.000.000 δραχμών και 110.000 ευρώ, δηλ. συνολική ζημία 58.520.000 δραχμών, τα οποία (ποσά) είχε εξαναγκασθεί, σύμφωνα με τα περιστατικά που εκτίθενται στο ως άνω βούλευμα, να καταβάλει στη Ε1, και να αποκομίσει έτσι (ο Χ2) περιουσιακό όφελος υπερβαίνον μάλιστα το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, παριστώντας σ' αυτήν εν γνώσει ψευδώς ότι εκ των σχέσεων του και της ιδιότητας του ως δικηγόρου και βουλευτή, της επιρροής του εν γένει και του κύρους του και ακόμη με γνωριμίες με δικαστικούς λειτουργούς, μπορούσε, εάν η ίδια του κατέβαλε ποσό εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών να παρέμβει, χωρίς μάλιστα δυσχέρειες, στους δικαστικούς λειτουργούς, επιληφθέντες και επιληφθησόμενους της ποινικής της υποθέσεως και να επιτύχει ευνοϊκή γι' αυτήν εξέλιξη και τελική αθώωση, ενώ αληθές ήταν ότι δεν είχε δυνατότητα παρέμβασης για να προκαλέσει οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη των αρμοδίων δικαστικών λειτουργών και να επιτύχει τα επιθυμητά για την παθούσα αποτελέσματα, πλην, όμως, δεν πέτυχε το σκοπό του και δεν αποκόμισε το παράνομο, επιδιωκόμενο, ανώτερο των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, ανερχόμενο στο ποσό των εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών περιουσιακό όφελος με ζημία, αντίστοιχη της Ε1, όχι από δική του θέληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια και συγκεκριμένα γιατί η παθούσα δεν πείστηκε και δεν κατέβαλε το ποσό. Ειδικότερα, μετά το τέλος Οκτωβρίου του έτους 2003 και ενώ η Ε1 είχε απολογηθεί ενώπιον του Ανακριτή του 13ου Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, για τις κατηγορίες που αποδίδονταν σε βάρος της από το Η1, ο μάρτυρας Θ1 ανέφερε στην παραπάνω ότι την αναζητούσε ο Χ2, λέγοντας της συγκεκριμένα να επικοινωνήσει με το γραφείο του γιατί του είχε μεταφερθεί και από τo Η1, αλλά και γιατί ο ίδιος το πίστευε ότι ο Χ2 , έχει μια πολύ καλή λύση για να τελειώσει η παραπάνω ιστορία. Επειδή, η Ε1 δεν επιδίωξε επικοινωνία με τον Χ2, επικοινώνησε μαζί της ο κατηγορούμενος Χ3, συνεργάτης του Χ2, ο οποίος, σε τηλεφωνική κλήση που πραγματοποίησε προς αυτήν στο σταθερό τηλέφωνο της οικίας της, της ζήτησε να επικοινωνήσει με τον Χ2, λέγοντας της "περιμέναμε πολύ καιρό να επικοινωνήσετε μαζί μας και τελικά παίρνω εγώ την πρωτοβουλία να το κάνω για να μπορέσει να υπάρξει μια επαφή με εσάς και τον κ. Χ2 προς όφελος και των δύο πλευρών". Μετά από αρκετό καιρό, και επειδή η Ε1 δεν είχε έλθει σε επικοινωνία με τον Χ2, δέχτηκε παρόμοια πρόταση από το ..... ερευνητή, προσωπικό της φίλο και γνωστό του Χ2, όπως την πληροφόρησε, με τη μεσολάβηση του οποίου, κανονίστηκε συνάντηση μεταξύ αυτής και του Χ2, η οποία συμφωνήθηκε να γίνει καφέ "......." στο Κολωνάκι, λίγες ημέρες μετά τις εκλογές της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, κατά τις οποίες ο Χ2 εξελέγη και πάλι βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου. Στη συνάντηση αυτή, ο κατηγορούμενος Χ2 της είπε ότι "βρίσκεσαι σε πολύ δυσχερή θέση, όπως καταλαβαίνεις" ... "εσύ δεν είχες καλή υπεράσπιση, όπως είχε ο πελάτης μου, και τελικώς εσύ κινδυνεύεις να καταλήξεις στη φυλακή"...... ότι θέλει να σκεφτεί, να ψάξει λίγο την υπόθεση και να της απαντήσει σε κάποιες ημέρες πολύ σύντομα, ..." και ακολούθως ανανέωσαν το ραντεβού τους μετά δύο ημέρες στο ίδιο σημείο. Στη συνάντηση που ακολούθησε, κατά τα λεπτομερώς στις καταθέσεις της Ε1 αναφερόμενα, ο κατηγορούμενος της είπε ότι "... για να κλείσει όλη η υπόθεση και να μην ανοίξει ούτε μύτη θα χρειαστεί το ποσό των 100.000.000 δραχμών..., το οποίο μάλιστα δεν το είπε προφορικά (φοβούμενος προφανώς τυχόν μαγνητοφώνηση της συνομιλίας τους), αλλά το έγραψε πάνω σε ένα χαρτί που είχε μπροστά του, το οποίο το έσκισε", σε σχετική δε παρατήρηση της ίδιας "ότι και όλα αν πουλήσω, δεν μπορώ να συγκεντρώσω το ποσό των 100.000.000 δραχμών", ο Χ2 έδειξε να είναι γνώστης όλων των περιουσιακών της στοιχείων, και μάλιστα γνώριζε ένα project (πρότζεκτ) που είχε ετοιμαστεί για να εφαρμοστεί μέσω του αναπτυξιακού νόμου σε μια έκταση που της ανήκε στην ....., πιστεύοντας ότι ήδη είχε υλοποιηθεί", επί πλέον δε την επέπληξε, λέγοντάς της ότι "... δεν είναι δυνατόν με περιουσία 4 δις να μην μπορείς να εξασφαλίσεις 100.000.000 δραχμές για να σωθείς". Ακόμη, κατά τη συνάντηση αυτή, της ανέφερε ότι "τα χρήματα αυτά τα χρειαζόταν για να δοθούν σε διάφορους ανθρώπους, που γνώριζε, και που θα χειρίζονταν αυτή την υπόθεση, για να σωθεί αυτή", μάλιστα δε, σε σχετική ερώτησή της για το ποσό που της ζητούσε, απάντησε χαρακτηριστικά "γνωρίζεις πολύ καλά ότι οι δικαστές που θα χειριστούν αυτή την υπόθεση δεν θα βάλουν το κεφάλι τους στο ντορβά για πενταροδεκάρες, για να σωθείς εσύ". Μη πεισθείσα από τις παραπάνω παραστάσεις του Χ2, σχετικά με τις δυνατότητές του, να παρέμβει στους δικαστικούς λειτουργούς που χειρίζονταν ή επρόκειτο να χειριστούν την εκκρεμούσα σε βάρος της ποινική υπόθεση, εκμεταλλευόμενος τις γνωριμίες του με δικαστικούς λειτουργούς για να επιτύχει την ευνοϊκή εξέλιξη της υποθέσεώς της και τελικά την αθώωσή της, οι οποίες, άλλωστε, όπως προέκυψε, ήταν αναληθείς εν γνώσει του, όπως προαναφέρθηκε, η Ε1 του δήλωσε ότι θα σκεφτεί και θα του απαντήσει, στη συνέχεια δε, ενημέρωσε το δικηγόρο της Η, ο οποίος τη συμβούλευσε να αγνοήσει τον Χ2 και να μην ασχοληθεί μαζί του, όπως και έπραξε. Έτσι, ο σκοπός, του κατηγορουμένου Χ2 δεν επιτεύχθηκε, όχι από δική του θέληση, αλλά γιατί η παθούσα δεν πείστηκε από τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις του να του καταβάλει το ποσό των 100.000.000 δραχμών κι έτσι οι πράξεις της απάτης από την οποία το συνολικό περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία, υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό και της παράβασης του άρθρου 11 του ν. 5227/31, περί μεσαζόντων, με παθούσα τη Ε1 παρέμειναν στο στάδιο της απόπειρας. Διαπιστώνοντας ο κατηγορούμενος Χ2 την αδυναμία του να αποσπάσει με εξαπάτηση από την παθούσα Ε1, το προαναφερόμενο ποσό των 100.000.000 δραχμών, αφού η τελευταία δεν πειθόταν από τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις του να του καταβάλει τούτο, πραγματοποίησε στη συνέχεια αλλεπάλληλα διαδοχικά τηλεφωνήματα προς την παθούσα, κατά τα οποία της ζητούσε εκβιαστικά να του καταβάλει το ποσό των 100.000.000 δραχμών, ακόμη και σε επιταγές, χρησιμοποιώντας την απειλή, προκειμένου να την εξαναγκάσει στην καταβολή του ως άνω ποσού, ότι, εάν δεν του το κατέβαλε, θα οδηγούσε αυτήν και το σύζυγό της Ε, συγκατηγορούμενο αυτής, για πράξη εκβίασης σε βάρος του Η1 στη φυλακή, το ανήλικο δε τέκνο τους σε ίδρυμα. Στο τελευταίο από τα τηλεφωνήματα αυτά, που έγινε στην οικία της, ο κατηγορούμενος της είπε: "άκουσε να σου πω, δεν έχω μάθει να ζητάω χρήματα και να μη μου τα δίνουν, και μάλιστα όταν με αυτά τα χρήματα θα σώσω εσένα, δεν με ενδιαφέρει αν με μαγνητοφωνείς, δεν με ενδιαφέρει αν χρησιμοποιήσεις αυτά που λέω, πρόσεξε καλά, όπως μπορώ να σε αθωώσω, μπορώ να σε κλείσω στη φυλακή, τις δυνατότητες του γραφείου μου τις είδες ήδη από την ανάκριση, θα σε κλείσω στη φυλακή, θα κλείσω και τον άνδρα σου στη φυλακή και το παιδί σου σε ίδρυμα" και της έκλεισε το τηλέφωνο. Το περιεχόμενο της τελευταίας αυτής επικοινωνίας, επιβεβαιώνουν επί πλέον και η μάρτυρας Θ2, η οποία εξ' ιδίας αντιλήψεως καταθέτει, ότι ο κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τη Ε1, μάλιστα δε, η ίδια απάντησε στη σχετική τηλεφωνική κλήση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο κατηγορούμενος, δηλώνοντάς της τα στοιχεία της ταυτότητάς του, ζήτησε να επικοινωνήσει με τη Ε1, στην οποία ανέφερε, παρουσία της μάρτυρος, την απαίτησή του για την καταβολή του αιτηθέντος ποσού, και ότι αμέσως μετά τη λήξη της επικοινωνίας, η τελευταία (Ε1) ήταν κάτωχρη και φοβισμένη και, όταν την ρώτησε, την ενημέρωσε ότι "ο Χ2 για μια ακόμη φορά της είχε ζητήσει τα 100.000.000 δραχμές, απειλώντας την ότι σε αντίθετη περίπτωση θα κινδύνευε η ίδια και ο σύζυγός της, το δε παιδί της θα κλεινόταν σε ίδρυμα", ως και ο μάρτυρας Ε, σύζυγος της Ε1, ο οποίος παρίστατο και αυτός κατά την ως άνω τηλεφωνική επικοινωνία. Αμέσως μετά την επικοινωνία αυτή, η Ε1, τηλεφώνησε στο δικηγόρο της Η και τον ενημέρωσε. Ο τελευταίος, ήρθε σε επικοινωνία με τον κατηγορούμενο Χ2, με τον οποίο συμφώνησε να συναντηθούν και οι τρεις στην καφετέρια "..." στο Κολωνάκι. Κατά τη συνάντηση αυτή, προς απόδειξη της οποίας προσκομίζονται και σχετικές φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζεται η μεταξύ των ενδιαφερομένων συνάντηση, που έλαβε χώρα στην καφετέρια ".....", κατά την κατάθεση της μάρτυρος Ε1, ο Η, ρώτησε τον κατηγορούμενο "... Χ2, τι είναι αυτά τα 100.000.000 ή 80.000.000 δραχμές που ζητάς, εγώ δεν γνωρίζω ότι υπάρχουν δικαστές που πληρώνονται, που θα τα δώσεις για να μπορέσω και εγώ να συζητήσω με τους πελάτες μου και να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε", ο κ.Χ2 επιβεβαίωσε ότι είχε πει και απάντησε ... ότι "δεν χρειάζεται να γνωρίζετε που ακριβώς θα δοθούν αυτά τα χρήματα, πρέπει να μου δείξετε εμπιστοσύνη, και δεν πρόκειται να ανοίξει μύτη ...". Τα όσα εξ ιδίας αντιλήψεως και με σαφήνεια καταθέτει η Ε1, επιβεβαιώνονται όχι μόνο από τα καταθέσεις των μαρτύρων Θ2 και Ε, αλλά και από την κατάθεση του Η, ο οποίος επιβεβαιώνει, εμμέσως μεν, πλην σαφώς, την κατάθεση της Ε1, ο οποίος, κατά την ένορκη εξέτασή του ως μάρτυρος κατά την ανάκριση, κατέθεσε σχετικά: "Συναντηθήκαμε πράγματι, ο Χ2, εγώ και η κ. Ε1, και, αμέσως μετά την πρώτη μας επαφή, γνωτοποίησα στον Χ2, ότι η κ. Ε1 μου έχει κάνει γνωστή την απαίτησή του, για τα 100.000.000 δραχμές, τα οποία της έχει ζητήσει, και τον ρώτησα εάν αυτό αφορά απαίτηση για τη ζημιά την οποία φέρεται ότι έχει προκαλέσει εις τους αντιδίκους της η κ. Ε1, και αν σε αυτό περιλαμβάνεται και η δική του αμοιβή, αυτός απέφυγε να μου απαντήσει, αν θυμάμαι καλά, και μου είπε "θα τα βρούμε" αφού συζητήσει το θέμα από την πλευρά των εντολέων του και μετά από λίγο έφυγε...περίμενα να ενημερωθώ από την κ. Ε1, είτε από τον Χ2, για το ποιες θα είναι οι μελλοντικές μας κινήσεις, αφού αυτοί επικοινωνούσαν μεταξύ τους, παρά το ότι είχα ενοχληθεί γιατί ο Χ2 επικοινωνούσε απευθείας με την κ. Ε1 και δεν επικοινωνούσε με εμένα, όπως απαιτεί και ο Κώδικας Δικηγόρων", ακόμη δε, ερωτηθείς ειδικά κατά την ως άνω εξέτασή του, εάν έλαβε πράγματι χώρα ο διάλογος μεταξύ αυτού και του Χ2, για τον οποίο κατέθεσε η μάρτυρας Ε1 ή άλλος παρεμφερής και συγκεκριμένα εάν υπέβαλε στον Χ2 την ερώτηση, " Χ2, τι είναι αυτά τα 100.000.000 δραχμές ή 80.000.000 δραχμές που ζητάς; Εγώ δεν γνωρίζω ότι υπάρχουν δικαστές που πληρώνονται, που θα τα δώσεις για να μπορέσω και εγώ να συζητήσω με τους πελάτες μου, για να συζητήσουμε τι θα κάνουμε;" απάντησε σχετικά: "Είναι αλήθεια ότι υπήρχε μια συγκεχυμένη αιτιολογία της καταβολής του ποσού αυτού και εγώ δεν είχα αντιληφθεί που θα πήγαιναν αυτά τα χρήματα που ζητούσε, αλλά δυστυχώς και το τονίζω στην κυριολεξία, δεν είμαι σε θέση να διαβεβαιώσω ότι η εντύπωση που είχα ήταν θα πήγαιναν σε δικαστές, χωρίς να μπορώ να το αποκλείσω και να απαξιώσω τα όσα ισχυρίζεται η κ. Ε1, επειδή είναι πολύ σοβαρό το θέμα, ορκίστηκα και θέλω να είμαι απολύτως σίγουρος για να το επιβεβαιώσω".
Τελικά, ο σκοπός του κατηγορούμενου Χ2 να αποκομίσει το πιο πάνω παράνομο περιουσιακό όφελος των 100.000.000 δραχμών δεν επιτεύχθηκε, όχι από δική του θέληση αλλά γιατί η παθούσα δεν υπέκυψε στις παραπάνω απειλές κι έτσι και η πράξη της εκβιάσεως παρέμεινε στο στάδιο της απόπειρας. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι, κατά τη διάρκεια των ανωτέρω συναντήσεων, έγινε προσπάθεια, προκειμένου να επιτευχθεί συμβιβασμός μεταξύ των αντιδίκων πλευρών Ε1 και Η1, και ότι, κατά τη διάρκεια των συζητήσεων αυτών, ζήτησε να του καταβληθεί το ποσό των 80.000.000 δραχμών, δεν δίδει, όμως, καμία επαρκή εξήγηση για ποιο λόγο το ποσό αυτό που ζητούσε, το οποίο κατά τη σαφή κατάθεση της Ε1 ανερχόταν σε 100.000.000 δραχμές και όχι σε 80.000.000 δραχμές, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που αναφέρεται στο διατακτικό του με αριθμό 5000/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, δυνάμει του οποίου παραπέμπεται η Ε1 να δικαστεί για την πράξη της εκβιάσεως, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να προκληθεί ζημία εις βάρος της περιουσίας του Η1 κατά το ποσό των 45.000 ευρώ, για το οποίο ο τελευταίος είχε εξαναγκαστεί να υπογράψει εννέα ισόποσες συναλλαγματικές των 5.000 ευρώ, ως και κατά τα ποσά των 4.000.000 δραχμών και 110.000 ευρώ, τα οποία είχε εξαναγκασθεί, σύμφωνα με τα περιστατικά που εκτίθενται στο ως άνω βούλευμα να καταβάλει στη Ε1. Το γεγονός δε ότι η τελευταία, με την από 23-11-2006 επιστολή της, την οποία απηύθυνε αναρμοδίως προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, ανακαλεί τα όσα είχε αναφέρει σε βάρος του κατηγορουμένου Χ2, δίνοντας διαφορετική εξήγηση στα όσα είχε καταγγείλει αρχικά με την υποβληθείσα ενώπιον του Εισαγγελέως αναφορά της, δεν είναι δυνατόν να οδηγήσει σε αντίθετο συμπέρασμα ως προς τη βασιμότητα των καταγγελθέντων απ' αυτή, και την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του, δοθέντος ότι σε αυτήν δεν περιέχονται ικανά στοιχεία που θα μπορούσαν να ανατρέψουν τα όσα η ίδια αυθορμήτως κατέθεσε ενώπιον των ανακριτικών αρχών, μετ' επιμονής, και με πλήρη αναφορά στις συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις του κατηγορουμένου, τις οποίες επιβεβαίωσαν, πλέον της ίδιας, και οι υπόλοιποι μάρτυρες (Θ2, Ε και Η). Άλλωστε, η ως άνω Ε1, κατά τη συμπληρωματική ένορκη εξέτασή της ενώπιον Ειδικού Ανακριτή - Εφέτη Ιωάννη Σίδερη, που πραγματοποιήθηκε στις 2-3-2007, μετά την ανάκληση με την πιο πάνω επιστολή των όσων είχε αναφέρει σε βάρος του κατηγορούμενου Χ2, έδωσε λεπτομερείς εξηγήσεις για ποιο λόγο απέστειλε προς την Εισαγγελία Αθηνών την από 23-11-2006 επιστολή της. Συγκεκριμένα η κατηγορουμένη κατέθεσε τα εξής:
"Κατ' αρχήν βρίσκομαι εδώ σήμερα για να πω την αλήθεια. Αλήθεια είπα και την πρώτη φορά που είχα εμφανιστεί ενώπιον σας. Δεν σας είπα ούτε ένα ψέμα. Έχοντας φτάσει σε πολύ μεγάλο οικονομικό αδιέξοδο, και περισσότερο νιώθοντας ένοχη απέναντι στην οικογένειά μου, για την κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει, δέχτηκα πρόταση από το γραφείο του κ. Χ2 για οικονομική βοήθεια, προκειμένου να αποσύρω την καταγγελία μου. Πήγα στο γραφείο του κ. Χ2 στον Πειραιά, για να συζητήσουμε τον τρόπο με τον οποίο θα γινόταν όλη αυτή η συναλλαγή. Προσπάθησε να με πείσει ότι η συνάντηση στο Κολωνάκι δεν αποσκοπούσε σε εκβιασμό αλλά σε βοήθεια. Δεν πείστηκα, αλλά και δεν συνέχισα την όποια συζήτηση πάνω σε αυτό το θέμα, γιατί δεν είχε νόημα. Η βοήθεια του κ. Χ2 συνίστατο στην καταβολή αρκετών χιλιάδων ευρώ, το συγκεκριμένο ποσό ανερχόταν σε 800.000 ευρώ, με τα οποία θα μπορούσα να καλύψω τα έξοδα ενός επιχειρησιακού πλάνου, για να λύσω έτσι μελλοντική επαγγελματική αποκατάσταση, και επίσης στην αγορά μιας κατοικίας. Δεν τα ζήτησα, ήταν δικές του προτάσεις. Μάλιστα από το ίδιο το βράδυ προσπαθούσε να με φέρει σε επαφή με διάφορους επενδυτές, οι οποίοι θα εμφανίζονταν ως συνεργάτες μου, αντ'αυτού, στην υλοποίηση του επιχειρησιακού μου πλάνου. Είχα ένα πολύ μεγάλο ενδοιασμό, σχετικά με το αν θα έπρεπε να συμφωνήσω να αποσύρω τις συγκεκριμένες καταγγελίες γιατί με τον τρόπο αυτό θεωρώ ότι θα "άδειαζα" ένα σημαντικό αριθμό ανθρώπων που με εμπιστεύτηκαν και με πίστεψαν, είτε από την πλευρά της δικαιοσύνης, είτε από το δημοσιογραφικό χώρο... Μου πήρε περίπου δύο εβδομάδες για να αποφασίσω να στείλω την εν λόγω δεύτερη επιστολή της ......, την οποία και αντέγραψα από έντυπο που μου δόθηκε από το γραφείο του κ. Χ2. Συνειδησιακά το μόνο που μπορούσα να αλλάξω από την επιστολή που μου δόθηκε, ήταν να αλλάξω τη φράση "είπα ψέματα" σε "δεν είπα την αλήθεια". Επειδή ο τρόπος γραφής δεν ήταν δικός μου, ήταν απλά ο αντίλογος σε αυτά που είχε γράψει, πίστευα αν θέλετε μέσα μου, ότι οποιοσδήποτε το έπαιρνε στα χέρια του θα το καταλάβαινε. Εξάλλου, ερωτηθείσα σχετικά με το χρόνο κατά τον οποίο επισκέφθηκε το γραφείο του Χ2, η Ε1 απάντησε: "Δύο εβδομάδες πριν από την κατάθεση της εν λόγω επιστολής. Στο γραφείο του κ. Χ2 πήγα μόνη μου. Τα χρήματα τα οποία μου υποσχέθηκε δεν τα πήρα όλα, πήρα μόνο τμηματικά τα ποσά των 5.000 ευρώ, 6.000 ευρώ, 3.900 ευρώ, 3.750 ευρώ, 5.000 ευρώ και 2.500 ευρώ, εκ των οποίων πήρα 5.000 ευρώ πριν την αποστολή της επιστολής, επαναλαμβάνω χωρίς να ζητήσω εγώ τα χρήματα, και τα υπόλοιπα τα πήρα μετά την αποστολή και μέχρι πριν από ένα μήνα. Πριν έλθω σε οποιαδήποτε επαφή με τον κ.Χ2, ενημέρωσα το δημοσιογράφο κ. ......., ο οποίος δεν συμφώνησε με την κίνηση που θα έκανα αλλά τον κρατούσα ενήμερο για όλες μου τις κινήσεις και γνωρίζει τις λεπτομέρειες των συναντήσεων και συνομιλιών αυτών. Εκ των υστέρων πληροφορήθηκα ότι ο κ. Χ2, σε συναντήσεις που είχε με τρίτα πρόσωπα, ανέφερε πλέον ότι δεν θα μπορούσε να ανακαλέσω τη δεύτερη κατάθεσή μου, γιατί θα ήμουν πλέον κατάπτυστη έναντι της δικαιοσύνης".
Ο κατηγορούμενος Χ2, κατά την απολογία του κατά την ανάκριση, αρνήθηκε τις σχετικές κατηγορίες που τον βαρύνουν και ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη κινήθηκε μεθοδευμένα, στέλνοντας προς τον Εισαγγελέα την από 18-1-2006 επιστολή της, στην οποία όσα αναφέρει είναι ψευδή και συκοφαντικά, έχοντας προφανή στόχο να αναστρέψει το κλίμα σε δίκες που είχε με διάφορους αντιδίκους της, σε σχέση με τη δραστηριότητα της, στο φροντιστήριο ξένων γλωσσών που διατηρούσε, αλλά και ιδιαίτερα με το δικαστήριο του τότε εντολέως του Η1, πράξεις για τις οποίες ήταν κατηγορούμενη για βαριά κακουργήματα, υπόθεση την οποία δεν είχε χειριστεί ουσιαστικά αυτός αλλά οι συνεργάτες του. Ότι η μάρτυρας και τότε κατηγορουμένη Ε1 ήταν αυτή που επιδίωξε τη συνάντηση μαζί του μέσω του......, ότι κατά τη συνάντηση αυτή που πραγματοποιήθηκε στο εστιατόριο "......." στο Κολωνάκι, η οποία δεν είχε τίποτε το επιλήψιμο, και για την οποία είχε ενημερώσει το Η1, ο οποίος, ως αποζημίωση για τις βλάβες που είχε υποστεί, ήθελε να διεκδικήσουν πολύ μεγάλα χρηματικά ποσά, συμφώνησε με τη Ε1 να μεταφέρει στον Η1 ότι προτίθεται να δώσει ως αποζημίωσή του, για την ηθική βλάβη που υπέστη, αλλά και για τα χρήματα τα οποία όφειλε το ποσό των 80.000.000 δραχμών, και μάλιστα τον ευχαρίστησε, λέγοντάς του ότι θα προβεί σε κάποιες ενέργειες πωλήσεως, ίσως της διαχειρίσεως, κάποιου κτήματος της στη ........ Ότι από εκεί και πέρα δεν είχε καμιά επαφή μαζί της, περιμένοντας την απάντησή της, ώσπου, μετά από καιρό του τηλεφώνησε ο συνάδελφος του Η, λέγοντας του ότι χειρίζεται πλέον την υπόθεση της Ε1 και ότι θέλουν να συναντηθούν σαν φίλοι και σαν συνάδελφοι, ότι κατά συνάντησή τους αυτή, που πραγματοποιήθηκε στο εστιατόριο ....... στο Κολωνάκι, όπως του ζήτησαν, είχαν μια ενδιαφέρουσα συζήτηση, που αφορούσε τις αστικές αξιώσεις του Η1, κατά την οποία συμφώνησαν απλά να μεταφέρει και πάλι στον Η1, ότι η Ε1 θα του καταβάλει, όταν μπορέσει, 80.000.000 δραχμές, τέλος δε, αρνήθηκε ειδικά, παραλείποντας να αναφερθεί στις προηγούμενες τηλεφωνικές επικοινωνίες του με τη Ε1, την τελευταία τηλεφωνική τους επικοινωνία, για την οποία κατέθεσε η μάρτυρας Θ2, λέγοντας ότι η Ε1 μετέφερε προφανέστατα στην κ. Θ2, που δεν άκουγε την τηλεφωνική επικοινωνία, που δεν έγινε ποτέ μαζί μου, ό,τι τη συνέφερε για να δημιουργήσει αυτό το μύθευμα. Οι ως άνω αρνητικοί ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, και ως εκ τούτου δεν δύνανται να αναιρέσουν τη βασιμότητα των εις βάρος του σχετικών κατηγοριών, τις οποίες, σημειωτέον, ενισχύει και ο επιλήψιμος τρόπος, με τον οποίο ο κατηγορούμενος, μεθόδευσε την ανάκληση των εις βάρος του καταγγελθέντων από τη Ε1.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορούμενου Χ2 και για τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας απάτης από την οποία η προξενηθείσα ζημία και το αντίστοιχο όφελος υπερβαίνει το ποσό των 73.000.000 ευρώ, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της αρχικής κατηγορίας (απόπειρας απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας), της απόπειρας εκβίασης, ως και της παραβάσεως του άρθρου 11 του Ν. 5227/1931 (περί μεσαζόντων), που φέρεται ότι έχουν τελεσθεί από αυτόν εις βάρος της Ε1. Τέλος, δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, ότι, καθόσον αφορά της πράξεις της απάτης και παράβασης του άρθρου 11 του ν.5227/1931 "περί μεσαζόντων" σε βάρος της Ι1, από την εκτίμηση του ίδιου ως άνω αποδεικτικού υλικού προέκυψαν τα εξής: Στις 13-10-2005, συνελήφθη για παράβαση του νόμου ναρκωτικών ο Ι, η μητέρα του οποίου Ι1, ενεργώντας για λογαριασμό του, καθ' ον χρόνο αυτός κρατείτο στο Αστυνομικό Τμήμα, ανέθεσε την υπεράσπισή του στο δικηγόρο Αθηνών Σ1. Ο τελευταίος, αμέσως μετά την ενημέρωση του από την αστυνομική υπηρεσία, όπου κρατείτο ο ως άνω συλληφθείς, ως προς τις συνθήκες τελέσεως εκ μέρους του τελευταίου της πράξεως, που του αποδιδόταν, ενημέρωσε τη μητέρα του κατηγορουμένου Ι1 ότι η κατηγορία που αντιμετώπιζε ο γυιός της ήταν σοβαρή και ότι θα έπρεπε να αναμένει την προφυλάκισή του, γιατί, κατ' αυτόν, "οι πιθανότητες να αφεθεί ελεύθερος ήταν μηδενικές". Μετά την εμφάνιση του συλληφθέντος στον Εισαγγελέα, ο οποίος άσκησε ποινική δίωξη σε βάρος του για αγορά, κατοχή, και πώληση ναρκωτικών κατ' εξακολούθηση και στη συνέχεια ενώπιον του Ανακριτή του 28ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, στον οποίον προσήχθη για να απολογηθεί, συνοδευόμενος από τον ως άνω δικηγόρο του, επιβεβαιώθηκε η αρχική εκτίμηση του εν λόγω δικηγόρου, ότι επρόκειτο για σοβαρότατες κατηγορίες, δεδομένου ότι ασκήθηκε ποινική δίωξη και για εμπορία ναρκωτικών, Κατά την προσαγωγή του στον παραπάνω ανακριτή, ο κατηγορούμενος Ι ζήτησε και έλαβε προθεσμία για τις 17-10-2005 για να απολογηθεί και ο συνήγορός του έλαβε αντίγραφα για να ετοιμαστεί για την υπεράσπιση του εντολέα του. Μετά τη λήψη αντιγράφων της δικογραφίας, ο ως άνω δικηγόρος ενημέρωσε λεπτομερέστερα τη μητέρα του κατηγορουμένου Ι, επιβεβαιώνοντας την εκτίμηση ότι, ως έχει η εικόνα της δικογραφίας, η προφυλάκιση είναι περίπου βέβαιη και ότι είναι πολύ πιθανή η εκδοχή αυτή να διαρκέσει μέχρι την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο, ακολούθως δε ο ως άνω δικηγόρος συνεννοήθηκε με τη μητέρα του κατηγορουμένου να συναντηθούν τη Δευτέρα 17/10/2005 και ώρα 9η πρωινή στο ανακριτικό γραφείο, όπου επρόκειτο να απολογηθεί ο γυιός της. Την επομένη ημέρα, όμως, (14-10-2005), η Ι1 τηλεφώνησε στο δικηγόρο Σ1 και ανακάλεσε τη δοθείσα στον τελευταίο εντολή νομικής υπεράσπισης του γιου της, δηλώνοντας του αυτολεξεί: "ξέρετε κ. Σ1, δεν έχω κανένα παράπονο με εσάς, και μου φανήκατε πολύ ειλικρινής και σωστός δικηγόρος, αλλά ξέρετε ανεμείχθη και ο αδελφός μου και απευθύνθηκε στον κ. Χ2, ο οποίος του είπε ότι έχει τρόπο να βοηθήσει το παιδί να γλιτώσει τη φυλακή" (βλ. την κατάθεση του ως άνω μάρτυρα). Ερωτηθείσα σχετικά η Ι1 κατά την κατάθεσή της ενώπιον του Ειδικού Ανακριτή Εφέτη επιβεβαίωσε, αφ' ενός μεν, ότι ο προαναφερόμενος δικηγόρος Σ1 της είπε ότι " κίνδυνος να προφυλακιστεί" ο γιος της, αφ' ετέρου δε αυτό, το οποίο ο ίδιος μάρτυρας - δικηγόρος κατέθεσε, δηλαδή ότι "ο αδελφός της απευθύνθηκε στον κατηγορούμενο Χ2, ο οποίος του είπε ότι έχει τρόπο να βοηθήσει το παιδί για να γλιτώσει τη φυλακή". Ακολούθως, κατά τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας, και αφού προηγουμένως, είχε λάβει τη διαβεβαίωση από τον Χ2, αρχικά μέσω του αδελφού της Ι2 και στη συνέχεια, σε τηλεφωνική επικοινωνία, που είχε η ίδια μαζί του ότι "είχε τον τρόπο να βοηθήσει το παιδί να μην πάει φυλακή" η παραπάνω, συνοδευόμενη από το γυιό της Ια, επισκέφθηκε το δικηγορικό γραφείο του Χ2, προκειμένου, να συζητήσει την υπόθεση του κρατούμενου γυιού της, με το συνεργάτη του ως άνω γραφείου Χ5, ο οποίος, την προηγουμένη, τις απογευματινές ώρες, κατ' εντολή του Χ2, είχε επισκεφθεί το γυιό της στη ΓΑΔΑ, όπου κρατείτο και συνομίλησε μαζί του για την υπόθεση του. Πρέπει να αναφερθεί εδώ, ότι ο προαναφερόμενος Χ5, την προηγουμένη ημέρα, κατά τις απογευματινές ώρες και ενώ βρισκόταν με το συνάδελφό του Π1 στο αυτοκίνητό του, δέχτηκε τηλέφωνο από τον Χ2, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι ένας νεαρός με το όνομα Ι, είναι κρατούμενος στη ΓΑΔΑ, για παράβαση του Νόμου περί Ναρκωτικών και του έδωσε τα τηλέφωνα της μητέρας του Ι1, και του αδελφού του Ια, σταθερό και κινητό, με τους οποίους επικοινώνησε και συναντήθηκαν έξω από τη ΓΑΔΑ για να επισκεφθεί τον κρατούμενο. Κατά την παραπάνω επίσκεψη της Ι1 στο δικηγορικό του Χ2, ο Χ5 επανέλαβε τη δοθείσα σ' αυτή διαβεβαίωση από τον Χ2, ότι το δικηγορικό του γραφείο είχε τη δυνατότητα παρεμβάσεως στον Ανακριτή της υπόθεσης, ώστε να μην κρατηθεί προσωρινά ο γυιός της μετά την απολογία του, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι "με δύο τηλέφωνα θα λυθεί η υπόθεση", η οποία "γι' αυτούς είναι μια πολύ απλή υπόθεση, υπόθεση ρουτίνας". Τα σχετικά με την επίσκεψη αυτή κατατέθηκαν από το μάρτυρα Ι2, ο οποίος, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του Ειδικού Ανακριτή-Εφέτη κατέθεσε ότι "κατά την επίσκεψη της στο ως άνω γραφείο, όπου μετέβη με τον ανηψιό του Ια, η αδελφή του ένιωσε υπερβολικά ευχαριστημένη, γιατί της είπαν ότι "με δύο τηλέφωνα θα είχε λυθεί η υπόθεση", η οποία "γι' αυτούς είναι μια πολύ απλή υπόθεση, υπόθεση ρουτίνας". Τις ως άνω διαβεβαιώσεις προς την Ι1 επανέλαβαν έκτοτε και μέχρι την απολογία του κρατούμενου γυιού της Ι στις 17-1-2005, τόσο ο Χ5, όσο και ο συγκατηγορούμενός του Χ3, ο οποίος τελικά παραστάθηκε κατά την απολογία του Ι, και έλαβε πριν από την απολογία του από την Ι1, το ποσό που είχε απαιτήσει απ' αυτήν ο συγκατηγορούμενός του Χ5, κατ' εντολήν του Χ2. Ειδικότερα, στις 15-10-2005, ημέρα Σάββατο, κατά τις απογευματινές ώρες, ο Χ5 μετέβη στη ΓΑΔΑ, για να επισκεφτεί τον κρατούμενο, όπου συνταντήθηκε με την Ι1 και το γυιό της Ια . Στη συνάντηση αυτή, ο κατηγορούμενος Χ5 απαίτησε από την Ι1, μετά από συνεννόηση με τον Χ2, ως αμοιβή το ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο, όπως ανέφερε αργότερα ο Χ5 στον αδελφό της Ι1, Ι2, τον οποίο συμβουλεύθηκε η τελευταία, για το αν έπρεπε να καταβάλει ένα τόσο μεγάλο ποσό, προοριζόταν για να μην επιβληθεί στον κατηγορούμενο Ι προσωρινή κράτηση μετά την απολογία του, δεδομένου ότι έπρεπε να δώσουν σε δικούς τους ανθρώπους χρήματα για να μην κρατηθεί προσωρινά ο κατηγορούμενος, την απάντηση δε αυτή ο Χ5 την έδωσε, προκειμένου να δικαιολογήσει το ύψος της αμοιβής, για το λόγο ότι η Ι1, η οποία είναι χήρα, είχε περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες. Σχετικά με την αιτία για την οποία ζητήθηκε το ως άνω ποσό, είναι διαφωτιστική η κατάθεση του αδελφού της Ι1, Ι2, ενώπιον του Ειδικού Ανακριτή - Εφέτη, ο οποίος κατέθεσε σχετικά: "...Όταν ζήτησαν τα 5.000 ευρώ, η αδελφή μου με συμβουλεύτηκε και, προσπαθώντας να καταλάβω που πάνε αυτά τα χρήματα, μίλησα στο τηλέφωνο με τον κ. Χ5, για να μου εξηγήσει για ποιο λόγο χρειάζονται αυτά τα χρήματα. Και η απάντηση του ήταν "αν θέλεις να τον βγάλουμε, θα πρέπει να δώσουμε σε δικούς μας ανθρώπους χρήματα, προκειμένου να βοηθήσουν να τον βγάλουν...". Στις 16-10-2005, ημέρα Κυριακή, ο Χ5, συνοδευόμενος από το Χ3, ο οποίος είχε ήδη ενημερωθεί για την υπόθεση, δεδομένου ότι επρόκειτο να αναπληρώσει στα καθήκοντά του ως υπερασπιστή κατά την απολογία του Ι το Χ5, ο οποίος, την επομένη, 17-10-2005, που είχε οριστεί ως ημέρα απολογίας, επρόκειτο να παρασταθεί ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και αδυνατούσε να παρασταθεί κατά την ανάκριση, συναντήθηκε εκ νέου με την Ι1 και το γυιό της Ια, με τους οποίους, αφού τους ενημέρωσαν για το ως άνω κώλυμα και την αναπλήρωση του Χ5 από το Χ3, συζήτησαν το θέμα της προσωρινής κρατήσεως του κατηγορουμένου, δίνοντας τις διαβεβαιώσεις που προαναφέρθηκαν. Ο ισχυρισμός των εν λόγω κατηγορουμένων, περί ενημερώσεως κατά την ως άνω συνάντηση των παραπάνω συγγενών του κρατούμενου, αλλά και του τελευταίου για τη σχεδόν μετά βεβαιότητος, αναμενόμενη προσωρινή κράτησή του, δεν κρίνεται πειστικός, αφού είναι προφανές ότι η Ι1, αν της είχε αναφερθεί κάτι τέτοιο, δεν θα δεχόταν να καταβάλει, όπως έπραξε την επομένη, την υπερβολικά υψηλή για τη συγκεκριμένη ανακριτική πράξη (απλή παράσταση κατά την απολογία χωρίς σύνταξη υπομνήματος) (βλ. σχετικά την απολογία του Χ3) αμοιβή, που απαίτησαν απ' αυτήν οι κατηγορούμενοι, αν ληφθεί υπόψη ότι ο αποκλειστικός λόγος για τον οποίο ανακάλεσε την εντολή προς τον προηγούμενο δικηγόρο και ανέθεσε τη νομική υπεράσπιση του γυιού της στο δικηγορικό γραφείο του Χ2 αντί της ως άνω υπερβολικά υψηλής αμοιβής ήταν οι υποσχέσεις που δόθηκαν σ' αυτή, περί δυνατότητας του ως άνω δικηγορικού γραφείου να επιτύχει μη επιβολή προσωρινής κρατήσεως στο γυιό της, αμέσως μετά την απολογία του, πράγμα το οποίο, όμως, ήταν ψευδές, εν γνώσει των ως άνω κατηγορουμένων, αλλά και του συγκατηγορουμένου τους Χ2, αφού αληθές ήταν ότι αυτοί δεν είχαν οποιαδήποτε δυνατότητα παρέμβασης για να προκαλέσουν, κατά την εμφανιζόμενη βούλησή τους, πράξη ή παράλειψη δικαστικών λειτουργών και του ανακριτή που είχε επιληφθεί της ανακρίσεως, ώστε αυτός να μην ενεργήσει κατά συνείδηση και να μην επιβάλει, εφόσον συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, προσωρινή κράτηση σε βάρος του Ι, με συνέπεια, η παθούσα, να πειστεί και να καταβάλει σ' αυτούς, όπως αμέσως παρακάτω εκτίθεται, το προαναφερόμενο ποσό και να υποστεί ζημία που είναι ιδιαίτερα μεγάλη, αν ληφθεί υπόψη η συναλλακτική αξία του ποσού. Πράγματι, το πρωί της επομένης, 17-10-2005, ημέρα Δευτέρα, ο κατηγορούμενος Χ3, εμφανίστηκε στα Δικαστήρια της οδού Ευελπίδων, όπου συναντήθηκε με τη μητέρα του κρατούμενου Ι1 και τον αδελφό του Ια, η πρώτη των οποίων του κατέβαλε, πριν από την απολογία του γυιού της, το συμφωνηθέν ποσό των 5.000 ευρώ. Την ημέρα εκείνη, όμως, ο ανακριτής διέταξε, μετά την απολογία του Ι, στην οποία παρέστη ο ως άνω δικηγόρος ως συνήγορος υπερασπίσεως, την προσωρινή κράτηση αυτού, αυτός δε ήταν και ο λόγος που, λίγες μέρες μετά, και συγκεκριμένα στις 24-10-2005, ο αδελφός του Ια, ανακάλεσε την εντολή που είχε δοθεί στο ως άνω δικηγορικό γραφείο, και μαζί με το θείο του Ι2 ανέθεσαν την υπεράσπιση ^ στο δικηγόρο Δημήτριο Πανοτόπουλο. Μετά την ανάκληση της ως άνω εντολής, ο δικηγόρος Χ5, ενεργώντας για λογαριασμό του δικηγορικού γραφείου Χ2, παρέδωσε στο Ια όλα τα έγγραφα του φακέλου του Ι καθώς και την από 24-10-2005 Βεβαίωση-Δήλωση, στην οποία αναγράφεται ότι "Ο υπογραφόμενος δικηγόρος Πειραιώς Χ5, ενεργών επ' ονόματι και δια λογαριασμό του Δικηγορικού Γραφείου Χ2, δηλώνω ότι παρέδωσα σήμερα 24 Οκτωβρίου 2005, άπαντα τα έγγραφα του φακέλου του Ι στο Ια (αδελφό του Ι), κάτοικο .... Αττικής, οδός ...... και ότι δεν διατηρείται καμία οικονομική αξίωση εκατέρωθεν". Το γεγονός ότι η ως άνω υπόθεση ανατέθηκε στον Χ2, και όχι στο Χ5, ως προσωπική του υπόθεση, όπως ισχυρίζεται ο πρώτος, πέραν της ως άνω βεβαιώσεως, στην οποία ο τελευταίος αναφέρει, ότι ενεργεί για λογαριασμό του Χ2, ο οποίος ουσιαστικά διηύθυνε το εν λόγω γραφείο, προκύπτει και από το ότι η υπόθεση του Ι ανατέθηκε στο Χ5 από τον ίδιο τον κατηγορούμενο Χ2, ο οποίος πριν αναλάβει αυτή τον ενημέρωσε σχετικά και του έδωσε τα στοιχεία και τα τηλέφωνα της Ι1, καθώς και από το γεγονός ότι το ποσό των 5.000 ευρώ που εισέπραξε ο κατηγορούμενος Χ3 για λογαριασμό του δικηγορικού γραφείου που εργαζόταν λίγο πριν από την απολογία του Ι, αποδόθηκε στον Χ2, μετά από αφαίρεση μέρους αυτού για έξοδα γραμματίου προείσπραξης, λοιπά έξοδα και αμοιβές των ως άνω συνεργατών του (βλ. σχετ. την από 6-7-2006 απολογία του κατηγορουμένου Χ3). Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής των κατηγορουμένων και για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς αμέσως παραπάνω πράξεις της απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης ζημίας, της απόπειρας εκβίασης, ως και της παράβασης του άρθρου 11 του Ν. 5227/1931 (περί μεσαζόντων), που φέρεται ότι έχουν τελεσθεί από αυτόν εις βάρος της Ι1.
Επιχειρώντας να αντικρούσει την εις βάρος του κατηγορία σε σχέση με την υπόθεση της Ι1, ο κατηγορούμενος Χ2 ισχυρίζεται ότι για την υπόθεση αυτή δεν έχει μιλήσει και δεν έχει συναντήσει ποτέ ούτε τη μητέρα του κατηγορουμένου, ούτε το θείο του Ι2, αλλά ούτε και τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ακόμη δε ότι η ως άνω υπόθεση αποτελεί προσωπική υπόθεση του συνεργάτη του Χ5, τον οποίο σύστησε ως δικηγόρο, δίνοντας το τηλέφωνό του, ενώ βρισκόταν στο κομμωτήριο για να κουρευτεί, από τη βοηθό της κομμώτριας που διατηρούσε το κομμωτήριο, να τη βοηθήσει συστήνοντάς της κάποιο δικηγόρο, προκειμένου να αναλάβει την υπεράσπιση του φίλου της Ι1, ο οποίος επρόκειτο να απολογηθεί στον ανακριτή τις επόμενες ημέρες, χωρίς να γνωρίζει, έκτοτε, οτιδήποτε για την τύχη της ως άνω υποθέσεως, για την οποία έγινε σχετική καταγγελία, στις 14-10-2005, όταν ξέσπασε θόρυβος γύρω από το πρόσωπό του. Οι αρνητικοί της κατηγορίας παραπάνω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου Χ2 , δεν μπορούν να κλονίσουν την εις βάρος του κατηγορία, ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, σχετικά με την αιτία ανακλήσεως της δοθείσας προς δικηγόρο Σ1 εντολής, της ανάθεσης απ' αυτόν στο συγκατηγορούμενό του Χ5 του χειρισμού της ως άνω υποθέσεως, του καθορισμού απ' αυτόν της συμφωνηθείσας αμοιβής, την απόδοση στον ίδιο της εισπραχθείσας από την Ι1 αμοιβής, μετά από αφαίρεση μέρους αυτής για έξοδα γραμματίου προείσπραξης και αμοιβές των ως άνω συνεργατών του, ενώ, εξάλλου, τα σχετικά με την έλλειψη οποιασδήποτε επικοινωνίας του με την Ι1, αναιρούνται από την ένορκη κατάθεση ενώπιον του Ειδικού Ανακριτή- Εφέτη, του μάρτυρος Ι2, ο οποίος κατέθεσε σχετικά, ότι η αδελφή του "δεν είδε προσωπικά τον Χ2, "αλλά στην αρχή-αρχή μίλησε τηλεφωνικά μαζί του και την καθησύχασε ότι όλα θα πάνε καλά".
..............Τέλος, ενόψει, όλων όσων προαναφέρθηκαν, σε σχέση με τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, στερούνται ουσιαστικής βασιμότητας και οι αρνητικοί των σε βάρος του κατηγοριών ισχυρισμοί του κατηγορούμενου Χ3, ο οποίος συμμετείχε ενεργά, κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, στη διάπραξη των ως άνω αδικημάτων και είναι μάλιστα εκείνος, από τον οποίο εισπράχθηκε, πριν από την απολογία του Ι, η καθορισθείσα, κατ' εντολή του Χ2, αμοιβή, μέρος της οποίας ύψους 1000 ευρώ περιήλθε σ' αυτόν. Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, κατέληξε ότι πρέπει να παραπεμφθούν οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, για τις αποδιδόμενες σ'αυτούς ως άνω αξιόποινες πράξεις, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 13 εδ. στ', 26 § 1, 27 § 1, 42, 45, 46 § ια, 51, 52, 53, 60, 61, 63, 79, 83, 94 § 1, 98 § 1, 239 περ. β', 385 § ιγ', 386 § § 1,3 β' Π.Κ. και αρ. 1 § 1α, εδ. αιζ'και 2 § 1 ν.2331/95, όπως το εδ. αιζ' προστ. με άρ. 2 παρ. 16 ν.2479/97, τα αρ. 1 και 2 του ν.2332/95 αντικ. με αρ. 2 και 3, αντίστοιχα, του ν.3424/2005, η § 3 του αρ. 386, όπως αντικ. με το άρ. 14 § 4 του ν.2721/1999 και 11 ν.5227/1931. Με τις παραδοχές του αυτές, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε, την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς καμιά αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία παραπέμπει τους αναιρεσείοντες-κατηγορούμενους, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων, 1, 13 εδ. στ, 26 παρ.1, 27 παρ1, 42, 45, 46 ια, 51, 52, 53, 60, 61, 63, 79, 83, 94 παρ.1, 98 παρ.1, 239 περ. β', 385 παρ.1γ, 386 παρ.1, 3β του Π.Κ, και αρθ.1 παρ.1α, εδ. αιζ' και 2 παρ.1 του ν.2331/1995 όπως το εδ. αιζ' προστ. με άρθρο 2 παρ.16 ν.2479/1997, άρθ. 1 και 2 του ν. 2332/1995 αντικ. με αρ. 2 και 3 αντίστοιχα του ν. 3424/2005, η παρ.3 του άρθρου 386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ.4 του ν.2721/1999 και άρθρο 11 του ν.5227/1931, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, αναφέρονται για το καθένα από τα ανωτέρω εγκλήματα τα απαιτούμενα για τη στοιχειοθέτηση της υπόστασής τους στοιχεία, [αντικειμενικά και υποκειμενικά], ως εξής:
Α) Για την κατάχρηση εξουσίας, τελεσμένη. Περιέχονται τα περιστατικά εκείνα, σύμφωνα με τα οποία ο κατηγορούμενος Χ1, με την ιδιότητα του 23ου τακτικού ανακριτή, προκάλεσε ή επιχείρησε να προκαλέσει την απαλλαγή από την τιμωρία συγκεκριμένων κατηγορουμένων, παραλείποντας τη διενέργεια ανακριτικών πράξεων κατά τη διάρκεια της κυρίας ανάκρισης, που του είχε ανατεθεί, τόσο με την παράλειψή του, να εξετάσει ουσιώδεις μάρτυρες, και συγκεκριμένα τους ιδιωτικούς αστυνομικούς, Δ1 και Δ2, που είχαν εξεταστεί προανακριτικά, όσο και με την παράλειψή του να εξετάσει τους μάρτυρες αστυνομικούς της υποδιεύθυνσης Δίωξης Εγκλημάτων κατά της Ζωής, Δ3, Δ4 και Δ5 του Τμήματος Ασφαλείας Ομονοίας, οι οποίοι είχαν άμεση και ίδια αντίληψη για ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, που συνέχονταν με την εμπλοκή και την υπαιτιότητα των Χ4 και Γ1, κατηγορουμένων για κακουργηματικές πράξεις, όσο και για τη γνώση του και τη θέλησή του, για πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων αυτός, αν και γνώριζε ότι οι προαναφερθέντες κατηγορούμενοι,
Γ1 και Χ4, τελούσαν υπό κακουργηματική κατηγορία (έκρηξη κατά συρροή, από την οποία ήταν δυνατό να προκύψει κίνδυνος ανθρώπου, άρθρο 270 εδ. β του Π.Κ), και η συγκεκριμένη υπόθεση είχε ανατεθεί στον αναιρεσείοντα, για τη διενέργεια κυρίας ανάκρισης, προκάλεσε, εν γνώσει του, με συγκεκριμένες παραλείψεις του, στα πλαίσια των ανακριτικών του καθηκόντων, την απαλλαγή αυτών, για τους οποίους το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το υπ' αριθμό 2608/2001 βούλευμά του, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία, ελλείψει σοβαρών ενδείξεων, μεταρρυθμίζοντας το υπ' αριθμό 2781/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, με το οποίο αυτοί είχαν παραπεμφθεί να δικαστούν για την πράξη της εκρήξεως κατά συρροή, στο αρμόδιο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο. 'Οσον αφορά δε τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι ενήργησε συννόμως και δεν βαρύνει αυτόν οποιαδήποτε παράλειψη, στην άσκηση των ανακριτικών του καθηκόντων και συγκεκριμένα: α) ότι η απαλλαγή των ως άνω κατηγορουμένων, που εχώρησε σύμφωνα με τις παραδοχές του υπ' αριθμό 2608/2001 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, δεν οφείλεται σε ηθελημένες παραλείψεις του, και μάλιστα στη μη εξέταση των ως άνω μαρτύρων, αλλά και στο γεγονός ότι ο φερόμενος ως παθών Ζ1, διατηρούσε επιφυλάξεις ως προς τη συμμετοχική δράση του Χ4, β) ότι δεν ήταν αναγκαία η διενέργεια συμπληρωματικών ανακριτικών πράξεων, ενόψει του ότι ήδη είχε προηγηθεί η διενέργεια προανάκρισης, και γ) ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων, μετά την απολογία αυτών, οδηγήθηκε, το μεν, στην έκδοση εντάλματος προσωρινής κράτησης σε βάρος του Γ1, το δε, στην επιβολή περιοριστικών όρων σε βάρος του πρώτου, Χ4, και δη της εγγυοδοσίας, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Το προσβαλλόμενο βούλευμα, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διαλαμβάνει τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, που συνέχονται με τη δόλια προαίρεσή του, να προκαλέσει την απαλλαγή των ως άνω κατηγορουμένων. Τούτο, γιατί, και ανεξάρτητα από τη διαφορετική κρίση στην οποία είχε καταλήξει το πρωτοβάθμιο συμβούλιο Πλημμελειοδικών, το οποίο είχε παραπέμψει τους κατηγορούμενους, στο ακροατήριο του Μ.Ο. Δικαστηρίου, βέβαιον είναι ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, στήριξε την απαλλακτική κρίση του, κυρίως στις καταθέσεις των μαρτύρων Δ1 και Δ2, καθώς και σε εκείνη του μάρτυρα υπερασπίσεως Ο1, που προτάθηκε από τον κατηγορούμενο Χ4, οι δυο πρώτοι των οποίων, για ευνόητους λόγους, αφού τελούσαν σε σχέση υπηρεσιακής εξαρτήσεως με τον Χ4, αναίρεσαν με τις μεταγενέστερες ένορκες βεβαιώσεις τους, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, με χρονολογία 6-4-2001 και 8-6-2001, αντίστοιχα, εκείνα τα περιστατικά, που είχαν καταθέσει ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων, από τα οποία είναι πλέον ή βέβαιον, ότι δεν θα ήταν ευχερές γι' αυτούς να αποστούν, από εκείνα που είχαν καταθέσει, κατά τη διενέργεια της προανακρίσεως, εάν εκαλούντο από τον αναιρεσείοντα, στα πλαίσια της κυρίας ανάκρισης, που διενεργούσε ο ίδιος και ετίθεντο υπό τη βάσανο αυτής. Πέραν τούτων, υπήρξε σκόπιμη η παράλειψη του πρώτου των αναιρεσειόντων, να μην προβεί στην εξέταση των αστυνομικών Δ3, Δ4, της Υποδιεύθυνσης Εγκλημάτων κατά της Ζωής και του Δ5, προς τους οποίους οι Δ1 και Δ2, είχαν αποκαλύψει επιβαρυντικά στοιχεία, κυρίως με τη συμμετοχική δράση του Γ1, τον οποίον οι τελευταίοι, είχαν αναγνωρίσει ως το δράστη της εκρήξεως, που είχε επισυμβεί στις 26-7-2000, στη συμβολή των οδών .... και ....., σε κατάστημα ηλεκτρονικών παιγνιδιών που εκμεταλλευόταν ο Ζ1, με τον οποίο, ο Χ4, βρισκόταν σε επαγγελματική αντιζηλία, οπότε, λόγω της σοβαρότητας της κατηγορίας, θα έπρεπε ο αναιρεσείων, όχι μόνο να προβεί στην εξέτασή τους, αλλά και να προβεί και στην κατ' αντιπαράσταση εξέτασή τους, με τους πρόσθετους αστυνομικούς, Δ1 και Δ2, οπότε θα ήταν πλέον ή βέβαιο ότι η κρίση του Συμβουλίου Εφετών, θα ήταν διαφορετική, από εκείνη που κατέληξε, ενόψει μάλιστα του, όχι τυχαίου γεγονότος, αυτού δηλαδή του χρόνου που επέλεξαν οι παραπάνω μάρτυρες Δ1 και Δ2, να αναιρέσουν ενόρκως στις οικείες εκθέσεις τους, όσα αυτοί προανακριτικά είχαν καταθέσει και μάλιστα μετά την υποβολή της παραπεμπτικής πρότασης του αρμόδιου εισαγγελικού λειτουργού. 'Αλλωστε, ανάλογη δικονομική δυνατότητα, να προσκαλέσει, και εξετάσει στη συνέχεια την ομάδα των ως άνω αστυνομικών, πρόσθετων και μη, παρεχόταν στον ως άνω κατηγορούμενο, από τη διάταξη του άρθρου 248 παρ.3 του Κ.Π.Δ, σύμφωνα με την οποία, όφειλε να ενεργήσει εκ νέου τις αναγκαίες ανακριτικές πράξεις, που ήδη είχαν γίνει στα πλαίσια της προανακρίσεως, με τη συμπληρωματική εξέταση των ως άνω μαρτύρων, ακριβώς λόγω της σοβαρότητας της κατηγορίας και να μην περιοριστεί στις προανακριτικές ενέργειες, οι οποίες λόγω της φύσεώς τους, δεν μπορεί να εμφανίζουν την πληρότητα εκείνων της κυρίας ανάκρισης. Δεν αναιρούνται δε οι παραδοχές αυτές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, περί των συγκεκριμένων παραλείψεών του, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, από το γεγονός ότι αυτός, προέβη στην έκδοση του οικείου εντάλματος προσωρινής κρατήσεως σε βάρος του Γ1 και στην επιβολή του περιοριστικού όρου της χρηματικής εγγυοδοσίας σε βάρος του Χ4, ύψους 20.000.000 δρχ, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη το γεγονός, που προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, ότι ο ως άνω κατηγορούμενος, όπως είχε αναφαίρετο δικαίωμα, προέβη το μεν, σε αντικατάσταση της προσωρινής κρατήσεως του πρώτου, μετά πάροδο 1 μηνός και 20 ημερών από της επιβολής της, παρά τη βαρύτητα της πράξεως, το δε στη μείωση της εγγυοδοσίας των 20.000.000 δραχμών, κατά το μέρος που αφορούσε τον Χ4, σε 5.000.000 δραχμές, μετά πάροδο μόνο 10 ημερών από της επιβολής της.
Β) για την ηθική αυτουργία σε κατάχρηση εξουσίας. Περιέχονται με πληρότητα και σαφήνεια τα περιστατικά εκείνα, σύμφωνα με τα οποία ο κατηγορούμενος Χ2, προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό του, Χ1, την απόφαση, να τελέσει την άδικη πράξη της κατάχρησης εξουσίας, σε σχέση με τον εντολέα του-κατηγορούμενο, Χ4, με συνεχείς παραινέσεις και προτροπές του, που έγιναν με πειθώ και φορτικότητα, χωρίς να είναι αναγκαία στην προκείμενη περίπτωση, η συνδρομή και άλλων στοιχείων για τη θεμελίωση της ηθικής αυτουργίας, όσο και εκείνα (περιστατικά), που συνδέονται με τη γνώση του και με τη θέληση του ίδιου (Χ2), να πραγματώσει το έγκλημα αυτό. Ειδικότερα, αιτιολογείται η παραδοχή του βουλεύματος, σύμφωνα με την οποία με λεπτομερή παράθεση και αναφορά, εκτίθενται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία ο αναιρεσείων, Χ2, προκειμένου να επιτύχει την ευνοϊκή αντιμετώπιση του εντολέα του, Χ4, από μέρος του ως άνω δικαστικού λειτουργού, Χ1, εκμεταλλεύθηκε τόσο την βουλευτική του ιδιότητα, όσο και την πολύχρονη γνωριμία του, με το συγκατηγορούμενό του και προκάλεσε με τον τρόπο αυτό στον τελευταίο, την απόφαση να τελέσει αυτός, το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας. Προς τούτο, και προκειμένου να επιτύχει του σκοπού του αυτού, με προσωπική του παρέμβαση κατέβαλε στον ως άνω δικαστικό λειτουργό, το συνολικό ποσό των 30.000.000 δραχμών, από χρήματα του εντολέα του Χ4, και συγκεκριμένα ο ίδιος μεν, Χ2, το ποσό των 23.000.000 δραχμών, στις 24-11-2000, με την παρέμβαση δε του συνεργάτη του γραφείου του, δικηγόρου Χ3, ο οποίος κατέθεσε, μετά από εντολή και υπόδειξη του Χ2, σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του Χ1, με αριθμό ....., που τηρούσε στην Α.Τ.Ε, το ποσό των 7.000.000 δραχμών, το οποίο σε καμία περίπτωση, σύμφωνα με τις παραδοχές του βουλεύματος, δεν αντιπροσώπευε τίμημα αγοραπωλησίας του αυτοκινήτου του. Γ) για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Περιέχονται τα περιστατικά εκείνα, σύμφωνα και με όσα παραπάνω εκτέθηκαν υπό στοιχείο Β, και κατά οποία, τόσον ο κατηγορούμενος Χ1, δέχθηκε τη μεταβίβαση προς αυτόν χρηματικών καταβολών, από 23.000.000 και 7.000.000 δραχμές αντίστοιχα, από τους συγκατηγορούμενούς του Χ2 και Χ3, σε μετρητά από τον πρώτο και με κατάθεση σε τραπεζικό του λογαριασμό από τον δεύτερο, με σκοπό να συγκαλύψει την προέλευση των ποσών αυτών από την εγκληματική δραστηριότητα, αυτού της παθητικής δωροδοκίας, από την οποία προέρχονταν, όσο και τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών τούτων.
Δ) για την απόπειρα απάτης με περιουσιακό όφελος και ζημία μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ, σε βάρος της Ε1 και της τελεσμένης απάτης από κοινού, σε βάρος της Ε1. Περιέχονται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει, το μεν ότι ο κατηγορούμενος Χ2, σκόπευε να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος μεγαλύτερο των 73.000 ευρώ, με την παράσταση ψευδών γεγονότων, σε βάρος της Ε1, εναντίον της οποίας εκκρεμούσε ποινική δίωξη για κακουργηματικές πράξεις, από την οποία απαίτησε το χρηματικό ποσό των 100.000.000 δραχμών, παριστάνοντας της ψευδώς, ότι έχει εξασφαλίσει την ευνοϊκή αντιμετώπισή της, λόγω των γνωριμιών του με δικαστικούς κύκλους, η οποία, όμως, πράξη του δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του, δεδομένου ότι η παθούσα δεν ενέδωσε στις αξιώσεις του, το δε ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, Χ2 και Χ3, παρέστησαν ψευδώς στην Ι1, ότι μπορούσαν να επηρεάσουν τους δικαστικούς λειτουργούς, προκειμένου ο γιος της Ι, ο οποίος είχε κατηγορηθεί για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, να αντιμετωπισθεί ευνοϊκά, από απόψεως ποινικής μεταχειρίσεως, με αποτέλεσμα να πεισθεί η παθούσα στις ψευδείς διαβεβαιώσεις τους, και να τους καταβάλει το ποσό των 5.000 ευρώ, με αντίστοιχη ωφέλεια αυτών. Ε) για την απόπειρα εκβιάσεως σε βάρος της Ε1. Περιέχονται τα περιστατικά εκείνα, σύμφωνα με τα οποία, τόσον ότι ο αναιρεσείων, Χ2, ο οποίος, χωρίς να έχει οποιαδήποτε νόμιμη αξίωση, εναντίον της Ε1, επιχείρησε να εξαναγκάσει αυτή, απειλώντας την ίδια και τον σύζυγό της, ότι θα οδηγηθούν στο ακροατήριο, ως κατηγορούμενοι, με τον εντολέα του, Η1, με τον οποίο αυτή βρίσκονταν σε έντονη δικαστική διαμάχη, εάν δεν του καταβάλει προηγουμένως η Ε1, το ποσό των 100.000.000 δραχμών, κατά το ισόποσο του οποίου θα ζημιωνόταν η περιουσία της, όσο και τη γνώση του και τη θέλησή του (Χ2), να πραγματώσει το έγκλημα αυτό, το οποίο όμως δεν ολοκλήρωσε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του, γιατί η παθούσα Ε1, δεν ενέδωσε στην απειλή του. Ζ) για την παράβαση του νόμου περί μεσαζόντων, σε απόπειρα και τετελεσμένη. Περιέχονται τα περιστατικά εκείνα, σύμφωνα με τα οποία ο αναιρεσείων Χ2, παρέστησε ψευδώς στην Ε1, ότι λόγω της ιδιότητάς του, ως βουλευτή και ως Δικηγόρου, και των γνωριμιών του με δικαστές, εάν του κατέβαλλε αυτή, το ποσό των 100.000.000 δραχμών, με προσωπικές του παρεμβάσεις, μπορούσε να επιτύχει την αθώωσή της, καθώς και τη γνώση και τη θέλησή του να το πραγματώσει, το οποίο όμως δεν ολοκλήρωσε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του, όσο και τα περιστατικά εκείνα, που αφορούσαν την Ι1, όπως προαναφέρθηκαν.
Κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ δ'του ΚΠΔ, ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της προδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις, που καθορίζουν, μεταξύ των άλλων, την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου, ως και την άσκηση των δικαιωμάτων, που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 173 παρ.2 του ΚΠΔ, από τις απόλυτες ακυρότητες, που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται, ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. Κατά δε το άρθρο 174 παρ.1 του ΚΠΔ, ακυρότητα, που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, καλύπτεται. Τέλος, κατά το άρθρο 176 παρ.1 του ΚΠΔ αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το Δικαστικό Συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, κυρίας και προπαρασκευαστικής, το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται της εκδίκασης της κατηγορίας. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.1 ΕΣΔΑ, παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου. Από την παρ.1 του άρθρου αυτού συνάγεται ότι σ' αυτήν καθιερώνεται αφενός μεν ένα γενικό δικαίωμα του κατηγορουμένου να δικασθεί δικαίως, αφετέρου δε επί μέρους δικαιώματα του ίδιου. Στην παρ.3 του αυτού άρθρου απαριθμούνται και άλλα δικαιώματα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο μιας δίκαιης διαδικασίας, όπως α) δικαίωμα γνώσεως της κατηγορίας, β) δικαίωμα υπερασπίσεως, γ) δικαίωμα κλητεύσεως και εξετάσεως μαρτύρων και δ)δικαίωμα διερμηνείας. Τέτοια υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου είναι και το τεκμήριο αθωότητας και το δικαίωμα κλητεύσεως και εξετάσεως μαρτύρων.
α- Προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας. Το τεκμήριο αθωότητας αναφέρεται στη διασφάλιση της μεταχείρισης του κατηγορουμένου τόσον από τα κρατικά όργανα, όσο και από τρίτα πρόσωπα, ως αθώου, μέχρι να αποδειχθεί νομίμως η ενοχή του. Μία από τις εκδηλώσεις του τεκμηρίου αθωότητας αποτελεί η απαγόρευση στους παράγοντες διαμόρφωσης της δικανικής πεποίθησης να προβαίνουν σε δηλώσεις, με τις οποίες προεξοφλείται η ενοχή του κατηγορουμένου πριν αυτή αποδειχθεί νομίμως στο πλαίσιο μιας δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει ακυρότητα της προδικασίας, λόγω του ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Δ. Λινός, στις 28-2-05, προέβη δημόσια σε δηλώσεις, τις οποίες επανέλαβε με την ως άνω ιδιότητά του, ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, κατά τη συνεδρίαση της 15-6-2005, που του πρόσβαλαν το δικαίωμα της αθωότητάς του. Συγκεκριμένα αναφέρει, ότι ο ως άνω Εισαγγελικός Λειτουργός, δήλωσε ότι περιήλθε στα χέρια του μια ανώνυμη επιστολή, που ανέγραφε ότι ο κατηγορούμενος διατηρεί σε μυστικούς τραπεζικούς λογαριασμούς στην Ελβετία δύο δισεκατομμύρια δρχ., που προέρχονται από ύποπτες δραστηριότητες. Έτσι, υποστηρίζει, ότι ο Τύπος τον εμφάνισε κατά το μάλλον ή ήττον, ως διεφθαρμένο δικαστή και του καταρράκωσε την προσωπικότητά του, δημιουργώντας ένα καταστροφικό καταλυτικό κλίμα σε βάρος του. Τέτοιες, όμως, δηλώσεις και δημοσιεύματα, δεν μπορούν να ιδρύσουν λόγο αναιρέσεως, εάν δεν συνδυάζονται με άλλη πλημμέλεια, που προβλέπεται από τα άρθρα 484 ΚΠΔ, αφού, μόνη η ιδιότητα του ως άνω Εισαγγελικού Λειτουργού, χωρίς να επηρεάζει η συγκεκριμένη ενέργειά του, την κρίση του Συμβουλίου, δεν παράγει λόγο απόλυτης ακυρότητας, από εκείνους που προβλέπει η παραπάνω διάταξη.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.α' του ίδιου Κώδικα, προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, για απόλυτη ακυρότητα, είναι απαράδεκτος, και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 31 παρ. 2, όπως τούτο ίσχυε με την προσθήκη της παρ.2 που έγινε με το άρθρο 2 παρ.1 Ν.3160/03 και πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 5 Ν.3346/17-6-05, του ΚΠΔ, στις 9-3-2005 κατά την οποία προσήλθε ο αναιρεσείων στον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου,Γεώργιο Σανιδά για να εξετασθεί ως ύποπτος κατά τη διενεργούμενη υπ' αυτού ποινική προκαταρκτική εξέταση στα πλαίσια του άρθρου 29 ΚΠΔ, εάν η προκαταρκτική εξέταση γίνεται ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή εάν κατά τη διάρκεια αυτής αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης, το πρόσωπο αυτό καλείται πριν από 48 ώρες για παροχή εξηγήσεων και εξετάζεται χωρίς όρκο. Το άτομο αυτό έχει, εκτός των άλλων, το δικαίωμα να ζητήσει να του χορηγηθούν αντίγραφα της μήνυσης ή της εγκλήσεως. [τώρα μετά την αντικατάσταση με το άρθρο 5 Ν.3346/05, αντίγραφα όλης της δικογραφίας]. Στην προκειμένη περίπτωση, ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας, για το λόγο ότι ο αναιρεσείων, στερήθηκε του δικαιώματος να του χορηγηθούν αντίγραφα των καταγγελτηρίων εγγράφων, κατά την εξέτασή του στην προκαταρκτική εξέταση, είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, γιατί δεν διευκρινίζει ο αναιρεσείων ποιο αντίγραφο του καταγγελτηρίου εγγράφου, δεν του δόθηκε από τον ανωτέρω εισαγγελικό λειτουργό, ώστε να κριθεί εάν παραβιάσθηκε το σχετικό του δικαίωμα, της πληροφόρησής του, δηλαδή, για την κατηγορία, για την οποία παρέσχε τις ζητούμενες εξηγήσεις του.
Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποφάνθηκε για υπόθεση, που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του ή και στην περίπτωση ακόμη που παρέπεμψε σε δίκη τον κατηγορούμενο για έγκλημα, για το οποίο δεν δόθηκε η άδεια δίωξης (άρθρο 54 Κ.Π.Δ). Κατά το ως άνω δε άρθρο, ακόμη και στις περιπτώσεις που χρειάζεται άδεια για δίωξη, μπορεί να ενεργηθεί ανάκριση για τη βεβαίωση του εγκλήματος και πριν χορηγηθεί η άδεια. Η διάταξη δε του εδ. α' του ως άνω άρθρου δεν είναι αντισυνταγματική, αφού, κατά τη βασική αρχή του ποινικού δικονομικού μας δικαίου, η ποινική δίωξη κινείται in rem και όχι in persona. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 62 του Συντάγματος, που καθιερώνει την ονομαζόμενη συνήθως "βουλευτική ασυλία", όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος ο βουλευτής δεν διώκεται, ούτε συλλαμβάνεται, ούτε φυλακίζεται, ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται, χωρίς άδεια του Σώματος, εκτός αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα. Το ακαταδίωκτο των βουλευτών, που κατοχυρώνουν οι διατάξεις περί βουλευτικής ασυλίας του άρθρου 62 Σ, καθιερώθηκε για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας του νομοθετικού σώματος και όχι προς το ιδιωτικό συμφέρον των βουλευτών. Επίσης, δεν διώκεται βουλευτής της διαλυθείσας Βουλής, για πολιτικά εγκλήματα, από τη διάλυσή της, έως την ανακήρυξη των βουλευτών της νέας Βουλής. Η άδεια θεωρείται ότι δεν χορηγήθηκε, αν η Βουλή δεν αποφανθεί μέσα σε προθεσμία τριών μηνών, που αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των διακοπών της Βουλής, από τη διαβίβαση της αιτήσεως δίωξης του Εισαγγελέα στον Πρόεδρο της Βουλής. Η εν λόγω άδεια, αφορά σε πράξεις ή παραλείψεις του βουλευτή, που είναι άσχετες με τα καθήκοντά του, ως βουλευτή (άρθρα 60 και 61 του Συντάγματος) και στοιχειοθετούν οποιοδήποτε έγκλημα, ενώ σκοπός της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως, είναι η εξασφάλιση της ελεύθερης άσκησης των βουλευτικών του καθηκόντων, που θα παρεμποδιζόταν σε μεγάλο βαθμό, αν, με το πρόσχημα δήθεν τέλεσης αξιόποινων πράξεων, ήταν δυνατή η δίωξη των βουλευτών.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 83 § § 1,2 και 6 του κανονισμού της Βουλής, οι αιτήσεις της εισαγγελικής αρχής για τη χορήγηση άδειας άσκησης ποινικής δίωξης κατά Βουλευτή, σύμφωνα με τα άρθρα 61 § 2 και 62 § 1 του Συντάγματος, αφού ελεγχθούν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, υποβάλλονται στη Βουλή, διά του Υπουργού Δικαιοσύνης και καταχωρίζονται σε ιδιαίτερο βιβλίο κατά τη σειρά της υποβολής τους (παρ. 1). Οι αιτήσεις αυτές, αμέσως μετά την υποβολή τους, παραπέμπονται από τον Πρόεδρο της Βουλής στην Επιτροπή Κοινοβουλευτικής Δεοντολογίας του αρ. 43 Α παρ. 1 περ. ε' (παρ. 2) και οι αιτήσεις για την άρση της Βουλευτικής ασυλίας εγγράφονται στην ημερησία διάταξη της Ολομελείας της Βουλής μετά την υποβολή της έκθεσης της Επιτροπής. Σε κάθε περίπτωση, οι αιτήσεις εγγράφονται υποχρεωτικά στην ημερησία διάταξη, τουλάχιστον δέκα ημέρες πριν από την εκπνοή των προθεσμιών, που προβλέπονται από τα άρθρα 61 § 2 και 62 § 1 του Συντάγματος (παρ. 6). Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, προκύπτει ότι, στην περίπτωση που το Σώμα συνεδρίασε για παροχή ή μη αδείας μετά το τρίμηνο, αφότου διαβιβάστηκε στον Πρόεδρο της Βουλής, η σχετική αίτηση του αρμοδίου Εισαγγελέα, τότε θεωρείται ότι η απόφαση της Βουλής, με την οποία παρασχέθηκε τελικά η άδεια δίωξης, έχει ληφθεί μέσα στην προθεσμία του άρθρου 62 του Σώματος, αφού, σύμφωνα με τον κανονισμό της Βουλής (αρ. 83 § 6), οι αιτήσεις δίωξης εγγράφονται υποχρεωτικά στην ημερησία διάταξη τουλάχιστον δέκα ημέρες πριν από την εκπνοή της ως άνω τρίμηνης προθεσμίας. Στην εν λόγω δε προθεσμία, κατά την ακολουθούμενη πρακτική της Βουλής, δεν συνυπολογίζονται οι ημέρες κατά τις οποίες δεν μπόρεσε η Ολομέλεια του Σώματος να συνεδριάσει, όπως λόγω εορτών, λόγω Δημοτικών Εκλογών κλπ, οπότε και παρεκτείνεται, αντίστοιχα, η προθεσμία του τριμήνου (βλ. περικοπές πρακτικών συνεδριάσεως της Βουλής της 1-11-2006). Το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της σχετικής υποθέσεως, δεν έχει αρμοδιότητα να ερευνήσει, αν η Βουλή νομίμως ή όχι παρεξέτεινε την κατά τον κανονισμό της (αρ. 83 § 6) ημερομηνία συνεδριάσεως, προκειμένου να συζητήσει σχετική αίτηση του αρμοδίου Εισαγγελέα για παροχή άδειας δίωξης, αφού αυτό ανάγεται στα interna corporis της Βουλής, και ως εκ τούτου ο τρόπος λήψης της απόφασης του Σώματος, με την οποία παρασχέθηκε τελικά η άδεια σε βάρος βουλευτή, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικού ελέγχου. Πράγματι οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους των δικαστικών αρχών, να ελέγξουν την ορθότητα ή μη των όποιων αποφάσεων της Βουλής, αναμφισβήτητα θα προσέκρουε στην αρχή της διακρίσεως των εξουσιών και θα αποτελούσε ευθεία και άμεση παρέμβαση της Δικαστικής εξουσίας, στο έργο της Νομοθετικής εξουσίας, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συντρέξει. Πέραν αυτών, δεν θα πρέπει, να παροραθεί το γεγονός, που συνέχεται με τη μη βασιμότητα του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος Χ2, ως προς το παραδεκτό ή μη της χορήγησης της σχετικής άδειας της Βουλής. Ότι δηλαδή, σύμφωνα και με ανάλογη δήλωση της ίδιας της Προέδρου της Βουλής, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά της Βουλής, κατά την ίδια συνεδρίαση της 1ης Νοεμβρίου 2006, και με αφορμή το αυτό γεγονός της άρσης ή μη της ασυλίας του μέλους του Ελληνικού Κοινοβουλίου και ήδη αναιρεσείοντος, Χ2, η προθεσμία του τριμήνου παρεκτεινομένου, λήγει στις 16.11.2006. Η δήλωση αυτή, δεν στερείται έννομης συνέπειας, αν ληφθεί υπόψη, ότι η Ολομέλεια του Σώματος, που χορήγησε την άδεια άρσης της βουλευτικής ασυλίας του παραπάνω αναιρεσείοντος, κατέληξε στην απόφασή της, με την παραδοχή της σχετικής αιτήσεως του Εισαγγελέα, και δέχθηκε, ότι χορηγήθηκε αυτή εμπροθέσμως, αφού εκτίμησε προφανώς, ότι είχαν μεσολαβήσει οι διακοπές των εργασιών της Βουλής, λόγω της θερινής περιόδου και, συνεπώς είχαν ανασταλεί, σύμφωνα με το άρθρο 62 παρ.1 περ.γ του Κανονισμού της, οι εργασίες της, οι οποίες επαναλήφθηκαν, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 22 του Κανονισμού της Βουλής, την πρώτη Δευτέρα του μηνός Οκτωβρίου του 2006 και στην υπόψη περίπτωση, την 2 Οκτωβρίου του αυτού έτους, οπότε η άδεια της Βουλής για την άρση της ασυλίας του ήδη αναιρεσείοντος, που χορηγήθηκε την 1 Νοεμβρίου 2006, να θεωρείται ότι αναμφισβήτητα χορηγήθηκε, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 3 μηνών από της καταθέσεως της σχετικής αιτήσεως. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας και συγκεκριμένα από τα υπ'αριθμ. ...... και ........ έγγραφα της Προέδρου της Βουλής Ξ1, η Ολομέλεια της Βουλής, κατά τη συνεδρίαση της 30 Νοεμβρίου 2005 και κατά τη συνεδρίαση επίσης της 1ης Νοεμβρίου 2006, αποφάσισε τη χορήγηση της αιτηθείσας εκ μέρους του αρμοδίου Εισαγγελέα από 15-11-05 και 4-7-06, αντίστοιχα, άδειας δίωξης σε βάρος του δευτέρου αναιρεσείοντος και Βουλευτή κατά τον κρίσιμο χρόνο Χ2. Επισημαίνεται ότι η δεύτερη άδεια δίωξης, χορηγήθηκε για τις πράξεις της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, με βασικό έγκλημα τη παθητική δωροδοκία δικαστή και της ηθικής αυτουργίας σε κατάχρηση εξουσίας, ενώ η πρώτη άδεια δίωξης για τις λοιπές ως άνω πράξεις.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από τον εν λόγω αναιρεσείοντα, με την κρινομένη αίτησή του, λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας, για το λόγο ότι η από 1-11-2006 (δεύτερη) άδεια δίωξης της Βουλής, χορηγήθηκε εκπρόθεσμα, αφού η σχετική αίτηση του αρμοδίου εισαγγελέα διαβιβάσθηκε στη Βουλή στις 4-7-2006, οπότε θεωρείται ως μη δοθείσα και ως εκ τούτου έπρεπε το προσβαλλόμενο βούλευμα να κηρύξει απαράδεκτη την (δεύτερη) κατ'αυτού ποινική δίωξη και να μην προχωρήσει στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως παραπέμποντάς τον στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Γ) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ3 Ι) Κατά το άρθρο 3 § 1 στοιχ. δ'εδ. δ'του ν.3424/05, "αν εχώρησε καταδίκη του υπαιτίου για βασικό έγκλημα, η τυχόν ποινή κατ'αυτού ή τρίτου για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που προέκυψαν από αυτό το βασικό έγκλημα δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα ποινή για διάπραξη του βασικού εγκλήματος". Κατά το προτελευταίο εδάφιο του στοιχείου δ' του αυτού ως άνω άρθρου 3 § 1 ρητώς ορίζεται ότι "οι ανωτέρω διατάξεις του παρόντος στοιχείου δ' ισχύουν με την επιφύλαξη των διατάξεων του στοιχείου β'". Κατά το στοιχείο δε β' του άρθρου 3 § 1 του ν.3424/05 (που με το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε το αρ. 2 § 1 του ν.2331/95) ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο υπαίτιος των πράξεων του στοιχείου α' τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών αν ασκεί τέτοιου είδους πράξεις κατ'επάγγελμα, ενώ, κατά το στοιχείο α' του ως άνω άρθρου, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών ο υπαίτιος των πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. 'Ετσι, όταν οι πράξεις αυτές τελούνται από τον υπαίτιο του βασικού εγκλήματος κατ'επάγγελμα, δεν έχει εφαρμογή το παραπάνω άρθρο 3 § 1 στοιχ. δ' εδ. δ' του ν.3424/05, ενώ παράλληλα διατηρούν και με το καθεστώς του νόμου αυτού (3424/05) τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα και οι πράξεις νομιμοποίησης εσόδων, που τελούνται από τρίτα για το βασικό έγκλημα πρόσωπα.
Αυτό δε συνάγεται, α contrario, και από το άρθρο 3 § 1 στοιχ. δ'εδ. τελευταίο του ν.3424/05, κατά το οποίο "σε περίπτωση εξάλειψης του αξιοποίνου ή απαλλαγής του υπαιτίου για το βασικό έγκλημα, αν αυτό τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, αίρεται το αξιόποινο ή απαλλάσσεται αντίστοιχα ο υπαίτιος και για τις πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 στοιχείο β". 'Ετσι, όταν το βασικό έγκλημα επισύρει ποινή φυλάκισης ανώτερη του ενός έτους, όπως εν προκειμένω η παθητική δωροδοκία δικαστή, που ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο πλημμέλημα, τιμωρούμενο με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, η εξάλειψη του αξιοποίνου (με παραγραφή ή για άλλο λόγο) του βασικού εγκλήματος ή απαλλαγή του υπαιτίου δεν επιφέρουν τις αντίστοιχες έννομες συνέπειες και υπέρ του υπαιτίου τέλεσης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από τον εν λόγω αναιρεσείοντα λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας για το λόγο ότι, εφόσον ως βασικό αδίκημα φέρεται η παθητική δωροδοκία, η οποία, ως πλημμέλημα, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης, τότε και το αδίκημα της νομιμοποίησης καθίσταται, ως εκ της επαπειλούμενης, κατά το αρ. 3 § 1 στοιχ. δ' του ν.3424/05, ποινής πλημμέλημα (αρ. 18 Π.Κ.), το οποίο από διετίας έχει παραγραφεί και επομένως το προσβαλλόμενο βούλευμα έπρεπε να παύσει οριστικά την κατ'αυτού ποινική δίωξη ως προς την κατηγορία αυτή και να μην τον παραπέμψει στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
ΙΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 273 § 2 και 171 § ιδ Κ.Π.Δ., όταν αυτός που ενεργεί την εξέταση του κατηγορουμένου, ανακριτής ή ανακριτικός υπάλληλος κατά την προανάκριση, δεν εξηγεί σ'αυτόν τα δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος (άρ. 103 Κ.Π.Δ.), και δεν του εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια την πράξη για την οποία κατηγορείται, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως κατά βουλεύματος, διότι κατ'αυτόν τον τρόπο θίγεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου προς υπεράσπισή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, αλλά και από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας, κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ3 απαγγέλθηκε, μεταξύ άλλων από τον Ειδικό Εφέτη Ανακριτή, κατηγορία για ενεργητική δωροδοκία δικαστή και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και συγκεκριμένα: α) ότι στις 27-11-2000 υποσχέθηκε δώρο 7.000.000 δρχ. στην Χ1, προκειμένου ο τελευταίος ως δικαστής στο Πρωτοδικείο Αθηνών να χειριστεί ευνοϊκά υπόθεση πελάτη του και β) ότι στις 29-11-2000, με σκοπό να συγκαλύψει την αληθινή προέλευση των χρημάτων που αναφέρονται στην προηγούμενη πράξη, προερχομένων από την ενεργητική δωροδοκία που είχε τελέσει ο ίδιος και την παθητική δωροδοκία του αναφερομένου δικαστή, κατέθεσε σε λογαριασμό του τελευταίου στην Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος το ποσό των επτά εκατομμυρίων (7.000.000) δραχμών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, εφαρμόζοντας ορθά το νόμο 3424/05, αφού, μετά την επελθούσα με το άρθρο 2 του εν λόγω νόμου, αντικατάσταση του στοιχ. α' του άρθρου 1 ν.2331/95, η ενεργητική δωροδοκία έπαυσε πλέον να συγκαταλέγεται μεταξύ των βασικών εγκλημάτων που αποτελούν προϋπόθεση συγκρότησης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατ'αυτού (όπως και κατά των λοιπών αναιρεσειόντων) για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα ως προς το μέρος που το εγκληματικό προϊόν φέρεται προερχόμενο από ενεργητική δωροδοκία και συγκεκριμένα από ενεργητική δωροδοκία δικαστή που φέρεται ότι τελέστηκε στις 29-11-2000 από τον πρώτο αναιρεσείοντα και στις 27-11-2000 από τους λοιπούς, ενώ έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατ'αυτού και του δευτέρου αναιρεσείοντος Χ2 για ενεργητική δωροδοκία δικαστή, που φέρεται ότι τελέστηκε στις 27-11-2000 λόγω παραγραφής. Στην ως άνω δε απαγγελθείσα κατηγορία για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα αναφέρεται με σαφήνεια ότι το εγκληματικό προϊόν προέρχεται τόσο από την ενεργητική δωροδοκία του ίδιου, όσο και από την παθητική δωροδοκία του δικαστή.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα Χ3 λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, για το λόγο ότι παραπέμφθηκε για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και δη από παθητική δωροδοκία δικαστή, χωρίς να έχει απολογηθεί για την πράξη αυτή, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 Π.Κ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 § ιβ', 370 στοιχ. β', 484 § 2 και 511 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξεως εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το συμβούλιο ή το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη δε και από τον 'Αρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωσή της και μετά την άσκηση της αναίρεσης κατά βουλεύματος υποχρεούται να αναιρέσει τούτο και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, αρκεί η αίτηση αναίρεσης να ασκηθεί παραδεκτώς και να περιέχεται σ'αυτήν ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης, από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 484 του Κ.Π.Δ. (Ολ. ΑΠ 382/92).
Συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών, που με το προσβαλλόμενο Βούλευμά του, έπαυσε οριστικώς λόγω παραγραφής την κατά των αναιρεσειόντων Χ2 και Χ3 ποινική δίωξη για ενεργητική δωροδοκία δικαστή και την κατά του αναιρεσείοντα Χ1 ποινική δίωξη για παθητική δωροδοκία δικαστή, δεν παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας των ανωτέρω, που πηγάζει από το άρθρο 6 § 2 της ΕΣΔΑ, και, ως εκ τούτου, ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα Χ3 σχετικός λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 484 § 1 στοιχ. α', 171 § ιδ' Κ.Π.Δ.) είναι αβάσιμος και ως τέτοιος απορριπτέος.
Ενόψει αυτών, όλοι οι λόγοι των αιτήσεων αναιρέσεως α) περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος, β) περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, γ) περί υπερβάσεως εξουσίας, και δ) περί απόλυτης ακυρότητας, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα, άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία θα επιβληθούν χωριστά για τον καθένα από αυτούς (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα των αναιρεσειόντων, Χ1 και Χ3, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους, ενώπιον του Συμβουλίου αυτού.
Απορρίπτει τις με αριθμό 185/10-9-2007, 190/11-9-2007 και 203/1-10-2003 αιτήσεις αναιρέσεως των, Χ1 και ήδη κρατούμενου των Δικαστικών Φυλακών Κορυδαλλού, Χ2 και Χ3, για αναίρεση του υπ' αριθμό 1588/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται για τον καθένα απ' αυτούς, σε διακόσια είκοσι ( 220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2008.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά παραπεμπτικού βουλεύματος. Κατάχρηση εξουσίας. Ηθική αυτουργία σε κατάχρηση εξουσίας. Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα με βασικό έγκλημα την παθητική δωροδοκία δικαστή. Απάτη τετελεσμένη και σε απόπειρα. Απόπειρα εκβίασης. Παράβαση του νόμου περί μεσαζόντων. Αναίρεση βουλεύματος με την επίκληση των λόγων αναιρέσεως: α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, γ) απόλυτη ακυρότητα (παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας, από δηλώσεις του Εισαγγελέα του Α.Π. και από μη χορήγηση αντιγράφων της προκαταρκτικής), δ) υπέρβαση εξουσίας (χορήγηση άδειας της Βουλής μετά τρίμηνο από της υποβολής της σχετικής αίτησης). Επάρκεια αιτιολογίας ως προς όλα τα αδικήματα και ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα και δεν παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας, από δηλώσεις του Εισαγγελέα του Α.Π. Απαραδέκτως προβάλλονται οι σχετικές αιτιάσεις. Παραδεκτώς χορηγήθηκε η άδεια της Βουλής για την άρση της ασυλίας μέλους του Κοινοβουλίου, μετά πάροδο τριμήνου από της υποβολής της αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (αδυναμία ελέγχου από τα Δικαστήρια, αφού ανήκει στα interna corporis της Βουλής), αλλά και λόγω της αναστολής των εργασιών της, μη υφισταμένης δυνατότητας του Συμβουλίου να υπεισέλθει στα εσωτερικά θέματα της Βουλής. Απορρίπτει αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους. Απορρίπτει αναιρέσεις.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Νομιμοποίηση εσόδων, Κατάχρηση εξουσίας.
| 0
|
Αριθμός 1645/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης X1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Σδούκο, περί αναιρέσεως της 16/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με συγκατηγορούμενο τον X2. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαΐου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 918/07.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. ζ' του Νόμου 1729/1987, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Νόμου 2161/1993 και ίσχυε, κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων, "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών τιμωρείται όποιος ζ) Κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της επικράτειας είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο". Με την παραπάνω διάταξη τιμωρείται η κατοχή των ναρκωτικών. Η έννοια της κατοχής στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από τις έννοιες της νομής και της κατοχής του Αστικού Δικαίου. (ΟλΑΠ 1093/91). Στο ειδικότερο πεδίο της ποινικής καταστολής των εγκλημάτων που αφορούν τις ναρκωτικές ουσίες, έχει επικρατήσει στη Νομολογία ο ακόλουθος βασικός τύπος ορισμού της έννοιας της "κατοχής ναρκωτικών": Κατοχή ναρκωτικών ουσιών είναι η φυσική εξουσίασή τους από τον δράστη, κατά τρόπο ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος της κατοχής ναρκωτικής ουσίας είναι αναγκαία η εξακρίβωση και η διαπίστωση της πραγματικής πρακτικής κυριαρχίας πάνω στην ναρκωτική ουσία, διότι στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου έχει σημασία η πραγματική και όχι πλασματική σχέση με το πράγμα που είναι το αντικείμενο της κατοχής και δεν υπάρχει κατοχή χωρίς υλικό στοιχείο.
Συνεπώς είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός του προσώπου που έχει την πραγματική εξουσία διαθέσεως της ναρκωτικής ουσίας. Ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, πρέπει να παρατηρηθεί ότι για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας της κατοχής ναρκωτικής ουσίας είναι αναγκαία, αλλά και επαρκής η βούληση του προσώπου για φυσική εξουσίαση της ναρκωτικής ουσίας. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 89/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, για εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια, κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών, υπό περιστάσεις ιδιαίτερης επικινδυνότητας και καταδικάστηκε σε ποινή ισόβιας καθείρξεως και χρηματική ποινή 200.000 ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, η οποία προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, διαλαμβάνεται ότι "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που περιέχονται παραπάνω, όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, την απολογία του κατηγορουμένου και όλη γενικά τη διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος X2, την 5.12.2003, στη ..... Ιωαννίνων, κατελήφθη από άνδρες του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Ιωαννίνων να κατέχει 4 κιλά ηρωίνης, μέσα σε 8 δέματα, επιμελώς συσκευασμένη και τοποθετημένη σε ειδική προς τούτο κρύπτη στο μασπιέ του με αριθμό κυκλοφορίας ..... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου του, το οποίο οδηγούσε ο ίδιος. Την ανωτέρω ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας, ο κατηγορούμενος την εισήγαγε από την Αλβανία και την μετέφερε με το ως άνω αυτοκίνητο του με προορισμό την Αθήνα. Μόλις συνελήφθη ο κατηγορούμενος, δέχθηκε να συνεργαστεί με τα αστυνομικά όργανα, προκειμένου να συλληφθούν εκείνοι που θα παραλάμβαναν την εν λόγω ναρκωτική ουσία. Έτσι, την 16.12.2003, συνοδεία της Δίωξης Ναρκωτικών Ιωαννίνων, μεταφέρθηκε στην Αθήνα. Εκεί, παρουσία των παραπάνω αστυνομικών, τηλεφώνησε στη δεύτερη κατηγορουμένη X1 και κανόνισε μ' αυτή να της παραδώσει την ηρωίνη. Ακολούθως, όλοι μαζί, ήτοι ο πρώτος κατηγορούμενος και οι ανωτέρω αστυνομικοί, μετέβησαν στην οικία της δεύτερης κατηγορουμένης. Φθάνοντας στο μέρος αυτό, ο πρώτος κατηγορούμενος εισήλθε εντός της ανωτέρω οικίας και παρέδωσε τα ναρκωτικά στην δεύτερη κατηγορουμένη. Σχεδόν αμέσως επακολούθησε και η είσοδος των αστυνομικών οργάνων, οι οποίοι συνέλαβαν την τελευταία, που είχε πλέον στην κατοχή της την προαναφερόμενη ποσότητα ηρωίνης. Ο πρώτος κατηγορούμενος ομολογεί τις πράξεις του, η δε δεύτερη κατηγορουμένη υποστηρίζει ότι αυτή δεν έχει καμία σχέση με τα ναρκωτικά, ούτε γνώριζε ότι τα πράγματα που θα της παρέδιδε ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν ναρκωτικά. Τα ανωτέρω όμως υποστηριζόμενα απ' αυτήν κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, διότι, από την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί της ο πρώτος κατηγορούμενος, παρουσία των αστυνομικών οργάνων, γινόταν λόγος για την παράδοση της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας και φάνηκε από την συνομιλία της αυτή ότι ήταν γνώστης της υποθέσεως και το πρόσωπο που θα παραλάμβανε την ηρωίνη. Την ίδια δε κατονομάζει, ως παραλήπτη των παραπάνω ναρκωτικών, από την στιγμή της συλλήψεως του και ο πρώτος κατηγορούμενος, της οποίας γνώριζε και τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου της για την κατά τα ανωτέρω επικοινωνία τους. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει ο μεν πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχτεί ένοχος των αξιοποίνων πράξεων την εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια, μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, η δε δεύτερη κατηγορουμένη της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, για τις οποίες κατηγορούνται, δεδομένου ότι η τελευταία από τη στιγμή της παραδόσεως σ' αυτή της ηρωίνης είχε και τη φυσική εξουσίασή της και θα μπορούσε να τη διαθέσει σε τρίτους, εάν δεν μεσολαβούσε το γεγονός της συλλήψεως της, απορριπτόμενου ως αβασίμου του επικουρικού ισχυρισμού της ότι η τελεσθείσα απ' αυτή αξιόποινη πράξη, φέρει το χαρακτήρα της απλής συνέργειας στην πράξη της κατοχής που τελέστηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο, αφού δεν αποδείχτηκε ότι τελικός παραλήπτης των ναρκωτικών θα ήταν ο κατονομαζόμενος απ' αυτή ομοεθνής της ..... και ότι εκείνη με την παραλαβή αυτών (ναρκωτικών) απλώς διευκόλυνε τον ως άνω κατηγορούμενο σε τρόπο ώστε να περιέλθει η εν λόγω ναρκωτική ουσία στα χέρια του ως άνω παραλήπτη". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω αναφερόμενες και αναλυόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Πλήρως επίσης αιτιολογείται και η απόρριψη των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας περί απλής συνέργειας (και όχι συναυτουργίας της/ και περί συνδρομής και άλλης ελαφρυντικής περίστασης, πέραν εκείνης που της αναγνωρίστηκε, και αυτό ανεξάρτητα από την αόριστη διατύπωση του δεύτερου ισχυρισμού. Ακόμη, προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, αφού αρκεί ότι τα εξετίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που προβάλλονται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμες. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Μαΐου 2007 αίτηση της X1 για αναίρεση της αποφάσεως 16/2007 του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια.
| 0
|
Αριθμός 1643/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Βασίλειο Λυκούδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1 και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Πρεβαντορίου Άμφισσας, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Τσακίρη και Νικόλαο Μαυρομμάτη, 2) Χ2 και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νάρη και 3) Χ3 και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Πατρών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δημητρακόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 185/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 31 Μαρτίου 2006, 31 Μαρτίου 2006 και 3 Απριλίου 2006 αιτήσεις του, καθώς και στο από 1 Φεβρουαρίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων του πρώτου αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 737/2006.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι του πρώτου εκ των αναιρεσειόντων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση από 31 Μαρτίου 2006, 31 Μαρτίου 2006 και 3 Απριλίου 2006 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, αντιστοίχως, οι οποίες στρέφονται κατά της αυτής αποφάσεως, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους. Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. α' και ζ' του ν.1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες αθροιστικώς σ' αυτό ποινές, όποιος εισάγει στην Επικράτεια, κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά, μεταξύ των οποίων, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 3 πιν. Α' αριθ. 6 του ίδιου νόμου (1729/1987), περιλαμβάνεται η ινδική κάνναβη, με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο και στο έδαφος, εκτός των άλλων, της Επικράτειας. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα εγκλήματα αυτά πραγματώνονται αντικειμενικώς, το πρώτο, της εισαγωγής ναρκωτικών, με την παράνομη είσοδό τους μέσω των συνόρων εντός της Ελλάδος, όπου και υπάρχει βούληση να παραμείνουν, το δεύτερο, της κατοχής ναρκωτικών, με τη φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, έτσι ώστε αυτός να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τα διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του και το τρίτο, της μεταφοράς ναρκωτικών, με τη διακίνησή τους εντός της Ελλάδας με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, ενώ για την υποκειμενική θεμελίωσή τους απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν, τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της ιδιότητάς τους, ως ναρκωτικών και αφετέρου, τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει την πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική τους υπόσταση. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο της πληρότητας της αιτιολογίας επί καταδικαστικής αποφάσεως, ως προς την κατά συναυτουργία τέλεση του εγκλήματος, πρέπει να εκτίθεται στο αιτιολογικό ή και σε συνδυασμό αυτού με το διατακτικό της, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική πλευρά της συναυτουργίας, να αναφέρεται δηλαδή ειδικά ο τρόπος συμμετοχής εκάστου συναυτουργού στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και πως συναποφάσισε με τον άλλον τη διάπραξη αυτού (Ολ.ΑΠ 50/1990), χωρίς να είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η δράση των συναυτουργών, εκτός αν πρόκειται για πολύπρακτο ή σύνθετο εν στενή εννοία έγκλημα. Τέλος, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της κύριας πράξης. Από τη διάταξη αυτή; προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται, αντικειμενικώς, παροχή από τον άμεσο συνεργό στον αυτουργό άμεσης συνδρομής κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της άδικης πράξης, ως τοιαύτης νοούμενης της συνιστώσης την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, μη καλυπτόμενης iη cοηcreto από λόγο αίροντα τον άδικο χαρακτήρα αυτής, η οποία συνίσταται στην παροχή άμεσης υποστήριξης στον αυτουργό κατά τη διάρκεια και την εκτέλεση της κύριας πράξης, η οποία συνδέεται προς την τελευταία, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς τη συνδρομή αυτή, δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις συνθήκες που αυτό διαπράχτηκε, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στην ηθελημένη παροχή συνδρομής και στη γνώση του άμεσου συνεργού ότι παρέχει αυτήν κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης. Ο δόλος αυτός μπορεί να είναι και ενδεχόμενος, εκτός αν, για την τέλεση της κύριας πράξης, απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος (άρθρο 27 παρ. 2 ΠΚ), οπότε στην περίπτωση αυτή, πρέπει, ο άμεσος συνεργός να πράττει με το δόλο αυτό.
H καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωση τους και αναπτύχθηκαν προφορικώς στο ακροατήριο, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, διότι, αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές ΕφετείοΛάρισας, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 185/2005απόφαση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της,συμπληρούμενο παραδεκτώς από το διατακτικό της,δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματακρίση του, ότι, από τα μνημονευόμενα στο σκεπτικό κατ'είδος αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, ανάγνωση πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, απολογίες των κατηγορουμένων), αποδείχθηκαν τα εξής σε σχέση με τους τρείς πρώτους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες: "Στις 15-1-2002 και περί ώρα 03,45 (πρωινή), αρμόδιοι αστυνομικοί του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Χασίων Τρικάλων που .εκτελούσαν διατεταγμένη περιπολία επί της Εθνικής οδού ...-.... στη θέση "...", επειδή θεώρησαν ύποπτο το επί της ιδίας οδού και με κατεύθυνση από ... προς .... κινούμενο υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... Ι.Χ.Φ. κλειστό αυτοκίνητο, μάρκας ...., λόγω του ότι ήταν έμφορτο και κινούνταν με μικρή ταχύτητα, έκαναν αναστροφή επί της οδού με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν και ακολούθησαν το ΙΧΦ αυτό αυτοκίνητο, προκειμένου να το ελέγξουν. Ο οδηγός του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου πρώτος κατηγορούμενος, Χ3 μόλις αντιλήφθηκε πίσω του το αστυνομικό αυτοκίνητο ανέπτυξε μεγάλη ταχύτητα, προσπαθώντας να διαφύγει, πλην όμως οι αστυνομικοί τον καταδίωξαν με το αστυνομικό αυτοκίνητο και τελικά, στο 32° χιλιόμετρο της άνω Εθνικής οδού προσπέρασαν το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο που οδηγούσε και τον ανάγκασαν να το ακινητοποιήσει. Πριν την ακινητοποίηση του εν λόγω Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, ο οποίος, κατά τον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο, οδηγούσε το υπ' αριθμ κυκλοφ, .... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του, μάρκας ..., τύπου ..., χρώματος σκούρου μπλε, στο οποίο επέβαινε και η πέμπτη κατηγορουμένη Χ4, και προπορευόταν του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, προσπάθησε να παρεμποδίσει το αστυνομικό αυτοκίνητο, κατά τη στιγμή που πραγματοποιούσε το προσπέρασμα του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, κινηθείς αιφνιδίως με το δικό του αυτοκίνητο προς το αριστερό ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, στη συνέχεια δε ανέπτυξε ταχύτητα και εξαφανίσθηκε. Κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε ακολούθως από τους αστυνομικούς στο ακινητοποιημένο Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος Χ3 και το οποίο ανήκε στην ιδιοκτησία του πατέρα του, Κ1 διαπιστώθηκε ότι συνεπέβαιναν σ' αυτό οι τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι Χ1 και Χ5, Αλβανοί υπήκοοι, οι οποίοι είχαν εισέλθει παρανόμως στην Ελλάδα από αφύλακτη διάβαση των Ελληνοαλβανικών συνόρων, στη συνέχεια δε βρέθηκε από τους αστυνομικούς μέσα στο αυτοκίνητο αυτό και κατασχέθηκε ποσότητα αποξηραμένης ινδικής κάνναβης, συνολικού βάρους 168, 250 κιλών, αρίστης ποιότητας, που ήταν συσκευασμένη σε 167 ανισοβαρή δέματα, περιτυλιγμένα με πλαστική ταινία και ευρισκόμενα μέσα σε εννέα (9) πλαστικούς σάκους με ιμάντες (τσουβάλια), οι οποίοι ήταν επιμελώς τοποθετημένοι στο πίσω περίκλειστο μέρος του αυτοκινήτου. Την ποσότητα αυτή των 168,250 κιλών ινδικής κάνναβης την εισήγαγε προηγουμένως, στις 9-1-2002 από τα Ελληνοαλβανικά σύνορα στην Ελλάδα ο τρίτος κατηγορούμενος Χ1 με τη βοήθεια εννέα ομοεθνών του (Αλβανών υπηκόων), μεταξύ των οποίων ήταν και ο τέταρτος κατηγορούμενος Χ5. Κατά το χρόνο δε που έγινε ο αστυνομικός έλεγχος στο ΤΗ 4011 Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, την ως άνω ποσότητα ινδικής κάνναβης την κατείχαν από κοινού και τη μετέφεραν από κοινού με το εν λόγω αυτοκίνητο από δασική περιοχή του χωριού ... Γρεβενών με προορισμό τη ..., ο πρώτος κατηγορούμενος Χ3 που οδηγούσε αυτό το αυτοκίνητο και ο ως άνω τρίτος κατηγορούμενος Χ1, που συνεπέβαινε σ' αυτό ως συνοδηγός. Οι δύο αυτοί κατηγορούμενοι, οι οποίοι σε τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχαν προηγουμένως μεταξύ τους, μέσω των κινητών τηλεφώνων τους, είχαν προσυνεννοηθεί για τον τρόπο που θα πραγματοποιούσαν μαζί τη μεταφορά της παραπάνω ποσότητας ινδικής κάνναβης από τη δασική περιοχή ... στη ..., αλλά και για τον τρόπο που αυτοί θα τη διέθεταν περαιτέρω, είχαν κατά τον πιο πάνω τόπο και χρόνο κοινό δόλο φυσικής εξουσίασης της ποσότητας ινδικής κάνναβης που μετέφεραν και τη δυνατότητα να τη διαθέτουν κατά τη βούληση τους. Εξάλλου, ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ2 που οδηγούσε το ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, προπορευόμενος του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, παρέσχε με πρόθεση άμεση συνδρομή στους κατηγορουμένους Χ3 και Χ1 κατά την εκτέλεση και κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης από αυτούς των αξιοποίνων πράξεων της κατοχής και μεταφοράς από κοινού των ναρκωτικών, αφού, όπως θα εκτεθεί πιο κάτω, χωρίς τη δική του συνδρομή δεν θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητας η διάπραξη των εγκλημάτων τούτων από τους συγκατηγορουμένους του, Χ3 και Χ1. Ειδικότερα, αναφορικά με τον τρόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκαν οι ως άνω αξιόποινες πράξεις, αποδείχθηκαν τα εξής : Ο κατηγορούμενος, Χ1 και εννέα άλλοι Αλβανοί υπήκοοι, που τελούσαν υπό τις εντολές και υπό την καθοδήγηση αυτού, μεταξύ των οποίων ήταν και ο κατηγορούμενος Χ5, στις 9-1-2002, ερχόμενοι πεζή από την Αλβανία και μεταφέροντας στους ώμους τους τούς εννέα πλαστικούς σάκους με την ινδική κάνναβη, συνολικού βάρους 168,250 κιλών, εισήγαγαν αυτήν στο Ελληνικό έδαφος, μέσω δύσβατης αφύλακτης περιοχής της Ελληνοαλβανικής μεθορίου, και ακολούθως, έπειτα οπό πεζοπορία τεσσάρων ημερών, έφθασαν στις 13-1-2002 σε δασώδη περιοχή του χωριού .... Γρεβενών, όπου απέκρυψαν τους σάκους με την ινδική κάνναβη. Στην περιοχή αυτή παρέμεινε ο κατηγορούμενος Χ1, μαζί με τον κατηγορούμενο Χ5 και έναν ακόμη άγνωστο Αλβανό υπήκοο, ονόματι ΑΝΤΙ (ενώ οι υπόλοιποι άγνωστοι Αλβανοί επέστρεψαν στην Αλβανία), αναμένοντας τον κατηγορούμενο Χ3, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον κατηγορούμενο Χ1 και είχαν συμφωνήσει να μεταβεί ο πρώτος με αυτοκίνητο στην πιο πάνω περιοχή για να τους παραλάβει μαζί με τους εννέα σάκους που περιείχαν την ινδική κάνναβη. Ο κατηγορούμενος Χ3, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ασφαλής μεταφορά από τη δασική περιοχή της ... στη Λάρισα της παραπάνω ποσότητας ινδικής κάνναβης, αλλά και των ανωτέρω τριών αλλοδαπών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, ζήτησε τη συνδρομή του δευτέρου κατηγορουμένου Χ2, με τον οποίο συνδεόταν με στενή φιλία και ο τελευταίος δέχθηκε να τον βοηθήσει. Προς το σκοπό αυτό, κατά τις νυκτερινές ώρες της 14-1-2002, ο κατηγορούμενος Χ3, , αφού παρέλαβε στο ανωτέρω Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο την πέμπτη κατηγορουμένη Χ4, ηλικίας τότε 24 ετών, με την οποία διατηρούσε ερωτικό δεσμό, μετέβησαν από τη ... στα ..., όπου συναντήθηκαν με το δεύτερο κατηγορούμενο Χ2, , ο οποίος πήγε εκεί με το προαναφερόμενο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του, τύπου .... Από τα... οι εν λόγω κατηγορούμενοι, αφού προηγουμένως η κατηγορουμένη Χ4 μετεπιβιβάσθηκε στο Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο του Χ2, μετέβησαν με τα δύο αυτοκίνητα στη δασική περιοχή της ...., όπου βρίσκονταν οι συγκατηγορούμενοί τους Χ1 και Χ5. Εκεί, όλοι μαζί οι κατηγορούμενοι, Χ3, Χ2, Χ1 και Χ5 φόρτωσαν τους εννέα σάκους με την ινδική κάνναβη στο Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος (Χ3) και στη συνέχεια, αφού επιβιβάσθηκαν σ' αυτό οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ5 και ο άγνωστος, ονόματι ΑΝΤΙ, τα ως άνω δύο αυτοκίνητα αναχώρησαν περί το μεσονύκτιο της 14/15-1-2002 με προορισμό τη .... 'Οταν έφθασαν στα ... ο άγνωστος Αλβανός υπήκοος, ονόματι Δ1, κατέβηκε οπό το Ι.Χ.Φ., που οδηγούσε ο Χ3, ενώ οι υπόλοιποι, δηλαδή οι πέντε κατηγορούμενοι, συνέχισαν να κινούνται με τα δύο αυτοκίνητα μέχρι το 32° χιλιόμετρο της Ε.Ο. ...-..., όπου κατά το προαναφερόμενα ακινητοποιήθηκε το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος Χ3 από τους περιπολούντες αστυνομικούς και βρέθηκε μέσα σ' αυτό η πιο πάνω ποσότητα ινδικής κάνναβης. Καθόλη την ανωτέρω διαδρομή, δηλαδή από τη δασική περιοχή .... μέχρι το 32° χιλιόμετρο της Ε.Ο. ...-..., ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2, οδηγώντας το Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο του, τύπου ..., στο οποίο επέβαινε και η πέμπτη κατηγορουμένη Χ4, προπορευόταν του Ι.Χ.Φ αυτοκινήτου, με το οποίο μεταφέρονταν η ποσότητα ινδικής κάνναβης και οι αλλοδαποί κατηγορούμενοι Χ1 και Χ5, ελέγχοντας και κατοπτεύοντας την οδό αυτή, προκειμένου να ειδοποιήσει τον οδηγό του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, κατηγορούμενο Χ3, μέσω των κινητών τηλεφώνων τους, για ενδεχόμενη παρουσία των αστυνομικών, ώστε να αποφευχθεί ο έλεγχος και η σύλληψη τους. 'Οταν δε στο 32° χιλιόμετρο της άνω Ε.Ο. είδε το αστυνομικό αυτοκίνητο να καταδιώκει το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, επιχείρησε να παρεμποδίσει την κίνηση αυτού κάνοντας με το αυτοκίνητο του αιφνίδιο ελιγμό προς το αριστερό ρεύμα της οδού, στη συνέχεια δε, προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη του, ανέπτυξε ταχύτητα και εξαφανίσθηκε. Όλα τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας αστυνομικών και τα αναγνωσθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων. Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ3, στην απολογία του ενώπιον του Ανακριτή, αλλά και κατά τις απολογίες του στο πρωτοβάθμιο και το παρόν Δικαστήριο, αποδέχθηκε τις κατηγορίες της παράνομης μεταφοράς των ναρκωτικών και της προώθησης των αλλοδαπών στη χώρα, ενώ αρνήθηκε την πράξη της κατοχής από κοινού των ναρκωτικών, ισχυριζόμενος ότι διενήργησε τη μεταφορά των ναρκωτικών και την προώθηση των αλλοδαπών συγκατηγορουμένων του κατ' εντολή και για λογαριασμό κάποιου Αλβανού υπηκόου, ονόματι "Δ2", επειδή ο τελευταίος, σε τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχαν μεταξύ τους απείλησε αυτόν και την οικογένεια του. Ο ισχυρισμός όμως αυτός του κατηγορουμένου Χ3 δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Εξάλλου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο ισχυρισμός του ίδιου κατηγορουμένου περί μειωμένου καταλογισμού του. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 κατά τις απολογίες του στον Ανακριτή ενώπιον του δικαστηρίου, αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή του στις πράξεις της κατοχής και μεταφοράς των ναρκωτικών και της προώθησης των αλλοδαπών στη χώρα, ισχυριζόμενος ότι, τις νυκτερινές ώρες της 14-1-2002, μετά από τηλεφώνημα του πρώτου κατηγορουμένου Χ3, μετέβη με το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του, μάρκας ...., ..., στα ... και, αφού παρέλαβε εκεί από τον κατηγορούμενο αυτόν τη φίλη tου Χ4(πέμπτη κατηγορουμένη), επέστρεψε μαζί με αυτήν στη ..., περί την 3η πρωινή ώρα της 15-1-2002. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου Χ2, πέραν του ότι δεν είναι πειστικός, αναιρείται από τις συγκλίνουσες καταθέσεις όλων των μαρτύρων κατηγορίας αστυνομικών, από τις οποίες δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία για το γεγονός, ότι, όταν, περί ώρα 3.45 πρωινή της 15-1-2002, οι αστυνομικοί καταδίωξαν με το υπηρεσιακό τους αυτοκίνητο, στο 32° χιλιόμετρο της Ε.Ο. ... - ..., το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο του Χ3, ο ανωτέρω κατηγορούμενος (Χ2) κινούνταν με το Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο του (μάρκας ..., ...) επί της ιδίας οδού ως "προπομπός", δηλαδή, μπροστά από το Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο, με σκοπό να ελέγχει το δρόμο και να ενημερώνει τον Χ3 που ακολουθούσε με το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο για ενδεχόμενη παρουσία αστυνομικών. Ο τρίτος κατηγορούμενος Χ1 στις από 15-1-2002 προανακριτικές απολογίες του, αποδέχθηκε τις κατηγορίες της εισαγωγής των ναρκωτικών από την Αλβανία στην Ελλάδα και της μεταφοράς τούτων από κοινού με τον πρώτο κατηγορούμενο Χ3 από τη δασική περιοχή .... Γρεβενών μέχρι το 32° χιλιόμετρο της Ε.Ο. ...-...., περιγράφοντας μάλιστα αναλυτικά τον τρόπο με τον οποίο εισήγαγε με τη βοήθεια των εννέα ομοεθνών του στην Ελλάδα την ποσότητα της ινδικής κάνναβης, καθώς και τον τρόπο κατά τον οποίο μαζί με τον κατηγορούμενο Χ3 διενήργησαν τη μεταφορά αυτής από τη δασική περιοχή ... Γρεβενών με προορισμό τη .... Ο εν λόγω κατηγορούμενος (Χ1), στις ίδιες προανακριτικές απολογίες του, αλλά και κατά τις απολογίες του στον Ανακριτή και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι την ποσότητα της ινδικής κάνναβης την εισήγαγε μαζί με τους εννέα ομοεθνείς του στην Ελλάδα κατ' εντολή και για λογαριασμό του Αλβανού υπηκόου Ν1, κατοίκου Αλβανίας, ο οποίος, σύμφωνα με προηγηθείσα συμφωνία τους, θα του κατέβαλε στη Λάρισα, ως αμοιβή, το ποσό των 300.000 δραχμών. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός του κατηγορουμένου τούτου δεν αποδείχθηκε, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο Ν1 είναι υπαρκτό πρόσωπο και πολύ περισσότερο ότι είναι το πρόσωπο στο οποίο οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ3 θα παρέδιδαν, όταν έφθαναν στη Λάρισα, τη μεταφερόμενη με το αυτοκίνητο του δευτέρου ποσότητα ινδικής κάνναβης".
Στη συνέχεια με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το δικαστήριο έκρινε ότι α) οι πρώτος και τρίτος κατηγορούμενοι, Χ3 και Χ1, διέπραξαν τις αποδιδόμενες σ' αυτούς αξιόποινες πράξεις, της κατοχής από κοινού και μεταφοράς από κοινού ναρκωτικών και της προώθησης αλλοδαπών στο εσωτερικό της χώρας ο πρώτος και της εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια, κατοχής από κοινού και μεταφοράς από κοινού ναρκωτικών και παράνομης εισόδου στη χώρα ο τρίτος και β) ο δεύτερος κατηγορούμενος,Χ2, διέπραξε την πράξη της άμεσης συνέργειας στις πράξεις της κατοχής από κοινού και μεταφοράς από κοινού ναρκωτικών που τέλεσαν οι κατηγορούμενοι Χ3 και Χ1 και στην πράξη της προώθησης αλλοδαπών στο εσωτερικό της χώρας που τέλεσε ο κατηγορούμενος Χ3 και ότι, πρέπει οι κατηγορούμενοι αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι των παραπάνω πράξεων. Οι ισχυρισμοί των τριών πρώτων κατηγορουμένων να αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις, στον πρώτο, Χ3, του άρθρου 84 παρ. 2α, δ και ε του Π.Κ, στο δεύτερο Χ2, του άρθρου 84 παρ. 2α, β και ε του Π.Κ. και στον τρίτο, Χ1 του άρθρου 84 παρ. 2α, δ και ε του Π.Κ. και του άρθρου 24 παρ. 1 και 4 του ν. 1729/1987 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 21 του ν. 2161/1993), πέραν του ότι είναι αόριστοι, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι δεν συντρέχουν στα πρόσωπα τους οι απαιτούμενες για κάθε περίπτωση ελαφρυντικών ουσιαστικές προϋποθέσεις. Ειδικότερα α) αναφορικά με τον πρότερο έντιμο βίο, οι δύο πρώτοι δεν έχουν λευκό ποινικό μητρώο, ενώ για τον τρίτο, που είναι Αλβανός υπήκοος, εκτός από το αντίγραφο ποινικού του μητρώου (εκδοθέν υπό του Υπουργείου Δικαιοσύνης), που είναι λευκό, δεν προσκομίζεται κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ο έντιμος αυτού βίος προ της τελέσεως των πράξεών του, β) αναφορικά με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας, δεν αποδείχθηκε ότι οι πρώτος και τρίτος κατηγορούμενοι έδειξαν ειλικρινή μετάνοια για τις πράξεις τους και επιδίωξαν να άρουν ή να μειώσουν τις συνέπειες των πράξεων τους, γ) αναφορικά με το ελαφρυντικό των ταπεινών αιτίων, αποδείχθηκε ότι τα αίτια από τα οποία ωθήθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος στην τέλεση των πράξεών του ήταν οπωσδήποτε ταπεινά, δ) αναφορικά με την καλή συμπεριφορά των κατηγορουμένων για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις πράξεις τους, μόνη η καλή διαγωγή που έδειξαν αυτοί ενώ κρατούνταν στη φυλακή, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει την ελαφρυντική αυτή περίσταση και ε) αναφορικά με την ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται στο άρθρο 24 παρ. 1 και 4 του ν. 1729/1987, δεν πιθανολογήθηκε ότι ο τρίτος κατηγορούμενος, με τις ομολογίες του που έκανε στις προανακριτικές και ενώπιον του Ανακριτή απολογίες του, συνετέλεσε στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακινήσεως ναρκωτικών.
Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκληματικών πράξεων, για τις οποίες οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, οι αποδείξεις, από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 περ. α' και ζ' του ν.1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 10 του ν. 2161/1993, 50 παρ. 1 και 54 ν.2910/2001, 45 και 46 παρ. 1 εδ. β' ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, αιτιολογείται με πληρότητα η εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια από τον τρίτο κατηγορούμενο, Χ1, ολόκληρης της ποσότητας αποξηραμένης ινδικής κάνναβης, βάρους 168,250 κιλών, με την αναφορά στο σκεπτικό, ότι την εν λόγω ποσότητα ινδικής κάνναβης εισήγαγε ο τρίτος κατηγορούμενος Χ1 στις 9.1.2002 από το ελληνοαλβανικά σύνορα στην Ελλάδα με τη βοήθεια εννέα ομοεθνών του (αλβανών υπηκόων), μεταξύ των οποίων ήταν και ο τέταρτος κατηγορούμενος, οι οποίοι τελούσαν υπό τις εντολές και την καθοδήγησή του και την μετέφεραν με τους ώμους τους εντός εννέα πλαστικών σάκκων με ιμάντες. Περαιτέρω, αιτιολογείται με πληρότητα η κατοχή της ανωτέρω ποσότητας και μεταφορά της από τον παραπάνω κατηγορούμενο Χ1 από κοινού με το συγκατηγορούμενό του, Χ3, με την αναφορά στο σκεπτικό, ότι "Κατά το χρόνο που έγινε ο αστυνομικός έλεγχος στο .... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, την ως άνω ποσότητα ινδικής κάνναβης την κατείχαν από κοινού και την μετέφεραν από κοινού με το εν λόγω αυτοκίνητο από δασική περιοχή του χωριού ..... Γρεβενών με προορισμό τη ... ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ3 που οδηγούσε αυτό το αυτοκίνητο και ο ως άνω τρίτος κατηγορούμενος, Χ1, που συνεπέβαινε σ'αυτό, ως συνοδηγός. Οι δύο αυτοί κατηγορούμενοι, οι οποίοι σε τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχαν προηγουμένως μεταξύ τους, μέσω των κινητών τους τηλεφώνων, είχαν προσυνεννοηθεί για τον τρόπο που θα πραγματοποιούσαν μαζί τη μεταφορά της παραπάνω ποσότητας ινδικής κάνναβης από τη δασική περιοχή ..... στη Λάρισα, αλλά και για τον τρόπο που αυτοί θα τη διέθεταν περαιτέρω, είχαν δε κατά τον πιο πάνω τόπο και χρόνο κοινό δόλο φυσικής εξουσίασης της ποσότητας ινδικής κάνναβης που μετέφεραν και τη δυνατότητα να τη διαθέτουν κατά τη βούλησή τους". Επίσης αιτιολογείται με πληρότητα η αξιόποινη συμμετοχή του εκ των κατηγορουμένων, Χ2 με τη μορφή της άμεσης συνέργειας στις άδικες πράξεις της κατοχής από κοινού και μεταφοράς από κοινού της ανωτέρω ποσότητας ινδικής κάνναβης που τέλεσαν οι κατηγορούμενοι Χ3 και Χ1 και στην άδικη πράξη της προώθησης αλλοδαπών στο εσωτερικό της Χώρας που τέλεσε ο κατηγορούμενος, Χ3, με την αναφορά στο σκεπτικό "Καθόλη την ανωτέρω διαδρομή, δηλαδή από τη δασική περιοχή ..... μέχρι το 32ο χιλιόμετρο της Ε.Ο. .... - ..., ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ2, οδηγώντας το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του, τύπου ..., στο οποίο επέβαινε και η πέμπτη κατηγορουμένη, Χ4, προπορευόταν του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, με το οποίο μεταφερόταν η ποσότητα ινδικής κάνναβης και οι αλλοδαποί κατηγορούμενοι, Χ1 και Χ5, ελέγχοντας και κατοπτεύοντας την οδό αυτή, προκειμένου να ειδοποιήσει τον οδηγό του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, κατηγορούμενο Χ3, μέσω των κινητών τηλεφώνων τους, για ενδεχόμενη παρουσία αστυνομικών, ώστε να αποφευχθεί ο έλεγχος και η σύλληψή τους, χωρίς δε τη συνδρομή του αυτή, δεν θα ήταν δυνατή μετά βεβαιότητος η διάπραξη των εγκλημάτων αυτών από τους συγκατηγορουμένους του, Χ3 και Χ1". Περαιτέρω, για την απόδειξη, ότι και οι εννέα σάκκοι περιείχαν αποξηραμένη ινδική κάνναβη, δεν ήταν απαραίτητη η λήψη δείγματος και από τους εννέα σάκκους και η εξέτασή του από κάποια χημική υπηρεσία, αφού από καμμιά διάταξη του ν.1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το ν. 2161/1993, δεν συνάγεται, ότι για την απόδειξη της ουσίας, ως ναρκωτικής, απαιτείται προηγούμενη γνωμάτευση χημικής υπηρεσίας, της κρίσεως του δικαστηρίου για το ζήτημα αυτό δυναμένης να σχηματισθεί από όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, ενώ αποδείχθηκε ότι η εν λόγω συνολική ποσότητα ήταν ενιαία. Περαιτέρω, αναφορικά με την αιτιολογία της απορριπτικής κρίσεως του Δικαστηρίου σε σχέση με τους προβληθέντες από τους αναιρεσείοντες αυτοτελείς ισχυρισμούς για αναγνώριση σ' αυτούς ελαφρυντικών περιστάσεων από το άρθρο 84 ΠΚ και 24 ν. 1729/1987, όπως αντικ. με άρθρο 21 ν.2161/1993, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Α) Αναφορικά προς τον αναιρεσείοντα, Χ1: Αυτός ισχυρίστηκε, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά της δίκης ότι "μέχρι την ημεροχρονολογία τέλεσης των άνω πράξεων, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, όπως προκύπτει από το λευκό ποινικό μητρώο του, που υπάρχει στη δικογραφία. Πρέπει, επομένως, να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου (84 παρ. 2α Π.Κ.). Πλήρως αποδείχθηκε ότι, ευθύς εξαρχής ομολόγησε στους Αστυνομικούς τα πάντα και συνέβαλε αποτελεσματικά στην ανακάλυψη της αλήθειας, όπως δέχθηκε και ο Ανθυπαστυνόμος ......, καταθέτοντας στο Δικαστήριό Σας. Η σύλληψη του 2ου και της 5ης κατηγορουμένων έγινε με τη δική του πρωτοβουλία και με τις απολογίες του (προανακριτική και ανακριτική). Άλλως δεν θα είχαν συλληφθεί, αφού κατά το μπλόκο οι αστυνομικοί τους άφησαν και έφυγαν. Επομένως, συντρέχουν στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις του άρθρου 24, όπως τροποποιήθηκε με άρθρο 21 του Νόμου περί ναρκωτικών. Άλλως, συντρέχει στο πρόσωπό του η ειλικρινής μεταμέλεια του άρθρου 84 παρ. 2δ' Π.Κ., διότι απ' αρχής ομολόγησε τις πράξεις του και θέλησε, τοιουτοτρόπως, αν όχι να άρει, τουλάχιστον να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων αυτών και τέλος, για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, μετά τις πράξεις του αυτές, συμπεριφέρθηκε πολύ καλά, όπως αυτό προκύπτει και από το πιστοποιητικό της φυλακής που αναγνώσατε".
Το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τους ανωτέρω προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς, με την εξής αιτιολογία: "Οι ισχυρισμοί του εκ των κατηγορουμένων Χ1 να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α, δ' και ε' και του άρθρου 24 παρ. 1 και 4 ν.1729/1987, όπως αντικ. με άρθρο 21 ν.2161/1993, πέραν του ότι είναι αόριστοι, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι απαιτούμενες, για κάθε περίπτωση ελαφρυντικών, ουσιαστικές προϋποθέσεις. Ειδικότερα, α) αναφορικά με τον πρότερο έντιμο βίο, εκτός, από το αντίγραφο ποινικού του μητρώου, που είναι λευκό, δεν προσκομίζεται κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ο έντιμος βίος προ της τελέσεως των πράξεών του, β) αναφορικά με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας, δεν αποδείχθηκε ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια για τις πράξεις του και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειές των πράξεών του, γ) αναφορικά με την καλή συμπεριφορά του για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις του. μόνη η καλή διαγωγή που έδειξε στη φυλακή δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει την ελαφρυντική αυτή περίσταση και δ) αναφορικά με την ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται στο άρθρο 24 παρ. 1 και 4 ν.1729/1987, δεν πιθανολογήθηκε ότι ο κατηγορούμενος, με τις ομολογίες του που έκανε στις προανακριτικές και ενώπιον του Ανακριτή απολογίες του, συνετέλεσε στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακινήσεως ναρκωτικών". Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού α) για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του πρότερου έντιμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2α Π.Κ.), απαιτείται ο υπαίτιος να έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, της οποίας περιστατικά δεν επικαλέστηκε ο αναιρεσείων Χ1, μη αρκούσης για την απόδειξη της ζωής αυτής, μόνον της υπάρξεως του λευκού του ποινικού μητρώου, β) αναφορικά με την ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μεταμέλειας (άρθρο 84 παρ.2δ' Π.Κ.), διότι, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων αυτός επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του, εν όψει του ότι στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ γίνεται δεκτό, ότι αυτός ισχυρίστηκε ότι εισήγαγε την προαναφερθείσα ποσότητα αποξηραμένης ινδικής κάνναβης κατ' εντολή και για λογαριασμό του αλβανού υπηκόοου, Ν1, ο οποίος, κατά την προηγηθείσα συμφωνία τους, θα του κατέβαλλε στη ... ως αμοιβή το ποσό των 300.000 δραχμών και στον οποίο, αυτός και ο συγκατηγορούμενός του, Χ3, θα παρέδιδαν στη ... τη μεταφερόμενη ως άνω ποσότητα ινδικής κάνναβης, παρακάτω γίνεται δεκτό, ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι ο Ν1 είναι υπαρκτό πρόσωπο, γ) αναφορικά με την ελαφρυντική περίσταση, ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του ενώ εκρατείτο στη Φυλακή (άρθρο 84 παρ. 2ε' Π.Κ.), διότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στη διαγωγή του υπαιτίου υπό καθεστώς ελευθερίας, ούτε δε αρκεί γενικώς για την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως η παθητική συμπεριφορά του και η συμμόρφωσή του προς τους κανονισμούς της Φυλακής και δ) αναφορικά με την ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται στο άρθρο 24 παρ. 1 και 4 του ν.1729/1987, όπως αντικ. με άρθρο 21 ν. 2161/1993, κατά τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης "δεν πιθανολογήθηκε, ότι ο εν λόγω αναιρεσείων με τις ομολογίες του που έκανε στις προανακριτικές και ενώπιον του Ανακριτή απολογίες του, συνετέλεσε στην ανακάλυψη ή εξάρθρωση συμμορίας διακινήσεως ναρκωτικών".
Αναφορικά με τον αναιρεσείοντα, Χ3, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά της δίκης, αυτός προέβαλε "τον αυτοτελή ισχυρισμό του μειωμένου καταλογισμού, ζήτησε δε, σε περίπτωση καταδίκης, να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου και ότι μετά την πράξη διήγε στη Φυλακή έντιμο και αξιοπρεπή βίο, δηλαδή έδειξε καλή συμπεριφορά και σε κάθε περίπτωση ειλικρινά μετανόησε για τις πράξεις που κατηγορείται" και Αναφορικά με τον αναιρεσείοντα, Χ2, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά της δίκης, οι συνήγοροί του ζήτησαν επικουρικώς "να του αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α, β' και ε' Π.Κ.". Το Δικαστήριο, δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την απόρριψη των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών για αναγνώριση στους ανωτέρω αναιρεσείοντες, 1) Χ3 και 2) Χ2, των ζητηθέντων ως άνω ελαφρυντικών, αφού οι ισχυρισμοί τους αυτοί δεν είχαν προβληθεί παραδεκτώς, εν όψει του ότι δεν είχαν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διότι δεν συνοδευόταν από τα κατά νόμο αναγκαία για τη θεμελίωσή τους πραγματικά περιστατικά. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ προβαλλόμενοι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο, ως προς το κεφάλαιο της ενοχής των αναιρεσειόντων, όσο και ως προς το κεφάλαιο αυτής για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων σ'αυτούς α) για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμενη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να απορριφθούν. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτες. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ, 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορούμενου, εγγράφων, που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ, Α' του ΚΠΔ, εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς ιστορικώς στο αιτιολογικό της απόφασης ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο ή άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν νομίμως υπόψη από το δικαστήριο, γιατί αποστερείται έτσι, ο κατηγορούμενος, της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της δίκης, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι, μεταξύ των άλλων εγγράφων που αναγνώσθηκνα, αναγνώσθηκαν προς κατάδειξη αντιφά-σεων, περικοπές από την από ..... έκθεση εξετάσεως του αναιρεσείοντος, ως κατηγορουμένου, Χ1, ενώπιον του Υ/Α ...... του Τ.Α. Τρικάλων, καθώς και από την από 16.1.2002 απολογία του, ενώπιον του Ανακριτή του Α' Τμήματος Πλημμελειοδικών Τρικάλων, στην οποία γίνεται ρητή μνεία ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος αναφέρεται συμπληρωματικώς στην προαναφερθείσα προανακριτική του απολογία, καθώς και στην από 15.1.2002 συμπληρωματική απολογία του ενώπιον του Ανθ/μου, ....., των οποίων το περιεχόμενο επιβεβαίωσε. Περαιτέρω, από τα ίδια πρακτικά, προκύπτει ότι το Δικαστήριο, κατά το σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής του κατηγορουμένου, Χ1, αξιοποίησε αποδεικτικά και έλαβε υπόψη του τις προανακριτικές του απολογίες, που είναι οι ανωτέρω δύο, δηλαδή αυτή ενώπιον του Υ/Α ..... του Τ.Α. Τρικάλων, περικοπές της οποίας αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και εκείνη ενώπιον του Ανθ/μου, ....., η οποία, ναι μεν δε αναγνώσθηκε, πλην όμως το περιεχόμενό της προκύπτει από το περιεχόμενο της ανωτέρω ανακριτικής του απολογίας, όπου γίνεται συμπληρωματική αναφορά στις προαναφερθείσες προανακριτικές του απολογίες. Επομένως, δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από την αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου, Χ1, της ανωτέρω από 15.1.2002 συμπληρωματικής απολογίας του ενώπιον του Ανθ/μου, ....., η οποία δεν αναγνώσθηκε, το περιεχόμενο της οποίας όμως προκύπτει από την από 16.1.2002 απολογία του ενώπιον του Ανακριτή του Α' Τμήματος Πλημμελειοδικών Τρικάλων, περικοπές της οποίας αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο από το διευθύνοντα τη συζήτηση προς κατάδειξη αντιφάσεων. Τέλος, η ανάγνωση περικοπών από τις απολογίες της προδικασίας πρέπει να προκύπτει από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύονται στις αιτιολογίες της απόφασης οι περικοπές που αναγνώσθηκαν και μάλιστα με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται, ούτε από τη διάταξη του άρθρου 366 παρ. 2 ΚΠΔ, ούτε και από άλλη διάταξη του ίδιου Κώδικα. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων του Χ1, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, τόσον επειδή το Δικαστήριο που την εξέδωσε, έλαβε υπόψη του κατά το σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής του, προανακριτική του απολογία, που δεν αναγνώσθηκε, όσο και διότι δεν εξειδικεύθηκαν (καταχωρήθηκαν) στα πρακτικά της δίκης οι περικοπές των απολογιών του που λήφθηκαν κατά την προδικασία, οι οποίες αναγνώσθηκαν προς κατάδειξη αντιφάσεων. Μετά από αυτά, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθούν οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως στο σύνολό τους και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 31 Μαρτίου 2006, 31 Μαρτίου 2006 και 3 Απριλίου 2006 αιτήσεις των: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, αντιστοίχως, και τους πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθ. 185/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ναρκωτικά. Έννοια εισαγωγής, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών. Έννοια συναυτουργίας και άμεσης συνέργειας. Αυτοτελείς ισχυρισμοί. Πότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να τους απαντήσει και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως και ως προς την κατά συναυτουργία τέλεση του εγκλήματος. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή. (Ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινής διατάξεως). Απόλυτη ακυρότητα από τη λήψη υπ’ όψη για την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε. Δεν επάγεται απόλυτη ακυρότητα η μη εξειδίκευση στα πρακτικά περικοπών προανακριτικών απολογιών του κατηγορουμένου για την κατάδειξη αντιφάσεων σε σχέση με την απολογία του στο ακροατήριο. Δεν αρκεί το λευκό ποινικό μητρώο για αναγνώριση ελαφρυντικής περιστάσεως. Απορρίπτει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Συναυτουργία, Συνέργεια.
| 0
|
Αριθμός 1642/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη και 2) Χ2 και ήδη κρατουμένου στις Αγροτικές Φυλακές Κασσάνδρας, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειο Βασιλειάδη και Ανθούλα Ανάσογλου, περί αναιρέσεως της 3000/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19.11.2007, 12.11.2007 και 20.11.2007 αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1946/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά της υπ' αριθμ. 3000/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι με αυτήν καταδικασθέντες α) Χ1 και β) Χ2 άσκησαν ο μεν πρώτος, με δήλωση στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την από 19-11-2007 αίτηση αναιρέσεως, ο δε δεύτερος, την από 12-11-2007 αίτηση με δήλωση στον γραμματέα του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου, εν συνεχεία δε και πριν την συζήτηση αυτής, την από 20-11-2007 δεύτερη αίτηση αναιρέσεως με δήλωση απευθυνόμενη στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Οι αιτήσεις έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει συνεκδικαζόμενες να ερευνηθούν και κατ' ουσίαν.
ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης, πρέπει να περιέχει ορισμένους λόγους. Ειδικώς, προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 Κ.Π.Δ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του Ν. 2408/1996, η άσκηση έφεσης πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου αυτού μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση από τον Εισαγγελέα των λόγων της έφεσης, στους οποίους πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν δε η έφεση του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω απαιτούμενη αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, τη δεχθεί τυπικά προχωρήσει δε στην εξέταση της ουσίας και κηρύξει ένοχο τον κατηγορούμενο, υπερβαίνει την εξουσία του και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, ο κατηγορούμενος Γ. Τζιάτζιος υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά ένσταση περί απαραδέκτου της εφέσεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σερρών κατά της υπ' αριθμ. 650/2006 αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών με την οποία οι κατηγορούμενοι -αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν αθώοι για την πράξη της μαστρωπείας κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα. Την ένσταση αυτή την απέρριψε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια, αφού προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, κήρυξε ενόχους τους άνω κατηγορουμένους. Στην υπ' αριθμ.115/17-5-2006 έκθεση εφέσεως του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σερρών, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την εξέταση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, αναφέρεται, ότι ο εν λόγω Εισαγγελέας ".... εκκαλεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης την υπ' αριθμ. 650 από 8-5-2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Σερρών, διότι από λάθος εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία οδηγήθηκε σε αθωωτική για τους κατηγορουμένους 1) Χ1 2) Χ2 3) ..... και 4) ......, απόφαση ενώ έπρεπε να τους κηρύξει ενόχους σύμφωνα με το κατηγορητήριο, επιβάλλοντας την ποινή που έπρεπε και ζητά να γίνει δεκτή η έφεσή του, να εξαφανισθεί η απόφαση που εκκαλείται και να κηρυχθούν ένοχοι οι εφεσίβλητοι για την κατηγορία της μαστρωπείας κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση που τους αποδίδεται. Ειδικότερα, το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την από 1-3-2002 έκθεση ένορκης εξέτασης της μάρτυρος Γ1 ενώπιον του Ανθ/μου της ΔΑΘ/Τμήμα Ηθών Δ1, παρότι προτάθηκε από τον Εισαγγελέα η ανάγνωσή της, αφού ήταν άγνωστη η διαμονή της και δεν ήταν εφικτή η εμφάνισή της στο ακροατήριο, λόγω αναχωρήσεώς της σε άγνωστη διεύθυνση, όπως προκύπτει από την από ..... βεβαίωση της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ......, από την κατάθεση της οποίας σε συνδυασμό με την κατάθεση του αστυνομικού ..... αποδεικνύεται η τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης από τους κατηγορουμένους ...". Έτσι όπως έχει η έκθεση αυτή της έφεσης, περιέχει την, από τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ, απαιτούμενη για την άσκησή της ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού διαλαμβάνεται σ' αυτήν η συγκεκριμένη πλημμέλεια της αθωωτικής απόφασης συνιστάμενη στην, παρά την υποβληθείσα σχετικώς αίτηση του εισαγγελέα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, παράλειψη του δικαστηρίου εκείνου να αναγνώσει, σύμφωνα με τη διάταξη το άρθρου 365 του Κ.Π.Δ, την κατάθεση της αναφερομένης μάρτυρα που εξετάσθηκε στην προδικασία, η κατάθεση της οποίας, ο εκκαλών εισαγγελέας υποστηρίζει στην έφεσή του ότι έπρεπε να αναγνωσθεί, αφού ήταν ανέφικτη η εμφάνιση αυτής στο ακροατήριο. Κατ' ακολουθίαν, η έφεση, στην οποία αβασίμως ο αναιρεσείων Χ2 διατείνεται ότι δεν αναφέρεται η πράξη για την οποία ζητείται η καταδίκη του, είναι παραδεκτή, το Τριμελές Εφετείο δε, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απορρίπτοντας την παραπάνω ένσταση, δέχθηκε τυπικά την έφεση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σερρών κατά της πρωτόδικης αθωωτικής αποφάσεως και στη συνέχεια προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, δεν υπερέβη την εξουσία του και ο περί του αντιθέτου σχετικός από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Η'του Κ.Π.Δ δεύτερος λόγος της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ1 και δεύτερος λόγος, σε αμφότερα τα αναιρετήρια, του αναιρεσείοντος Χ2 είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Συναφώς προς τα ανωτέρω, απορριπτέος είναι και ο προβαλλόμενος από τον δεύτερο αναιρεσείοντα Χ2 με το πρώτο δικόγραφο (από 12-11-2007) πρώτος λόγος αναιρέσεως για σχετική ακυρότητα της διαδικασίας λόγω έλλειψης ακροάσεως, αφού το δικαστήριο απήντησε επί της υποβληθείσης ενστάσεως αυτού για το προβαλλόμενο απαράδεκτο της εφέσεως του εισαγγελέως και απέρριψε αυτήν, δεχόμενο δε το τύποις παραδεκτό της εφέσεως, το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και επί των επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος αυτού που εμπεριέχονται στην ένστασή του [ μη τήρηση της διαδικασίας κλητεύσεως ως αγνώστου διαμονής της προαναφερομένης μάρτυρος ] και προβλήθηκαν για να καταδείξουν το αναιτιολόγητο της εισαγγελικής εφέσεως. Περαιτέρω, αβάσιμη είναι η με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως του ιδίου αναιρεσείοντος προβαλλόμενη αιτίαση περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, εγκείμενη στο ότι δεν δόθηκε σ' αυτόν ο λόγος μετά την πρόταση του εισαγγελέα για απόρριψη της παραπάνω ενστάσεώς του. Και τούτο διότι ανέπτυξε τους θεμελιωτικούς της ενστάσεως ισχυρισμούς του, από δε την επισκόπηση των πρακτικών της αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος αυτός, μετά την απορριπτική πρόταση του εισαγγελέα , ζήτησε να δευτερολογήσει (άρθρο 369 παρ.2 και 3 ΚΠΔ) και το δικαστήριο του αρνήθηκε το δικαίωμα αυτό.
ΙΙΙ._ Κατά τη διάταξη του άρθρου 365 παρ.1 εδ α' του ΚΠΔ στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος (άρθρο 219 παρ.2), ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση, ή ένορκη κατάθεση που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ακυρότητα της διαδικασίας από την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ, προκαλείται όταν, παρά την υποβολή της σχετικής αίτησης από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη. Ακυρότητα της διαδικασίας προκαλείται, επίσης, αν ληφθεί υπόψη τέτοια κατάθεση χωρίς να αναγνωσθεί ή ο κατηγορούμενος εναντιωθεί στην ανάγνωση της κατάθεσης του μάρτυρα και το δικαστήριο την αναγνώσει και τη λάβει υπόψη του, χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφάνισής του, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.3 εδ.δ' της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και το άρθρο 14 παρ.3 στοιχ.ε του "Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα" (ν.2462/1997), να εξετάζει τους μάρτυρες και δημιουργείται ακυρότητα από το άρθρο 171 παρ.1 περ.δ' του ΚΠοινΔ. Δεν δημιουργείται όμως καμία ακυρότητα, όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση, αναγνώσει και λάβει υπόψη του ένορκη κατάθεση. μάρτυρα κατά την προδικασία, εφόσον βεβαιώσει στην απόφασή του την αδυναμία εμφάνισης του μάρτυρα, έστω και αν ο κατηγορούμενος εναντιωθεί σχετικά. Η εναντίωση αυτή αποτελεί βουλητική εκδήλωση η οποία εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 334 παρ.2 ΚΠοινΔ και μπορεί να μη λαμβάνεται υπόψη, αν τείνει στη παρεμπόδιση εξακρίβωσης της αλήθειας. Τούτο ισχύει, ιδίως, όταν ο μάρτυρας έχει αποβιώσει, ή είναι αδύνατη ή σχετικά δυσχερής η ανεύρευσή του ή η εμφάνισή του στο ακροατήριο και η κατάθεση αυτού που λήφθηκε στην προδικασία είναι εντελώς αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας. Διαφορετικά, η εναντίωση του κατηγορουμένου ως προς την ανάγνωση τέτοιας κατάθεσης, αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 6 και 18 της ΕΣΔΑ, διότι απολήγει στην παρεμπόδιση διεξαγωγής δίκαιης και ουσιαστικής δίκης και στην ανεύρεση της αλήθειας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών συνεδριάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, τούτο ανέγνωσε και έλαβε υπόψη του για την περί ενοχής κρίση των αναιρεσειόντων την από 1-3-2002 μαρτυρική κατάθεση της Γ1 που αυτή είχε δώσει κατά την προανάκριση, παρά τη ρητή εναντίωση των κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσειόντων. Το Δικαστήριο προέβη στην ανάγνωση των καταθέσεων αυτών, αποδεχόμενο σχετικό αίτημα του Εισαγγελέως, αφού προηγουμένως απέρριψε τις πιο πάνω αντιρρήσεις των κατηγορουμένων με την εξής αιτιολογία στην παρεμπίπτουσα απόφασή του ".... Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το ήδη αναγνωσθέν προεισαγωγικό τμήμα της από 1-3-2002 ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος. Γ1 ενώπιον του Ανθ/μου της ΔΑΘ/Τμήμα Ηθών Δ1, αυτή δεν έχει μόνιμη κατοικία στην Ελλάδα, πλέον δε τούτου από την επίσης αναγνωσθείσα από ... βεβαίωση της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ....., είναι αγνώστου διαμονής.
Συνεπώς, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του Εισαγγελέα της έδρας, η εν λόγω κατάθεση που δόθηκε στην προδικασία, πρέπει να αναγνωσθεί, αφού πλήρως προκύπτει το ανέφικτο της ανεύρεσης και κλήσης αυτής να εμφανισθεί τόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου όσον και ενώπιον του παρόντος και η ανάγνωση αυτής είναι ουσιώδης και εντελώς αναγκαία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, για την ανακάλυψη της αλήθειας, απορριπτομένων των υποβληθεισών σχετικών αντιρρήσεων..."... Κατά συνέπεια, εφόσον το Δικαστήριο δέχθηκε, με πληρότητα αιτιολογίας, αφενός μεν, ότι η κλήτευση και η εμφάνιση της πιο πάνω μάρτυρος στο Δικαστήριο ήταν αδύνατη, αφετέρου δε, θεώρησε την κατάθεση αυτής εντελώς αναγκαία για την εξακρίβωση τη αλήθειας, δεν δημιουργείται, σύμφωνα και με την πιο πάνω σκέψη, καμία ακυρότητα από την ανάγνωση, παρά την αντίρρηση των αναιρεσειόντων, της πιο πάνω καταθέσεως που δόθηκε κατά την προδικασία.
Συνεπώς, η αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ2, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από την ανάγνωση της προαναφερομένης καταθέσεως, προβαλλόμενη με τον τρίτο λόγο της δεύτερης (από 20-11-2007) αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Κατά το άρθρο 349 παρ. 3 του ΠΚ, όποιος κατ' επάγγελμα ή από κερδοσκοπία προάγει στην πορνεία γυναίκες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δεκαοκτώ μηνών και με χρηματική ποινή. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η προαγωγή στην πορνεία συνίσταται στην παρακίνηση, με οποιονδήποτε τρόπο, γυναίκας, που δεν ήταν προηγουμένως πόρνη, να παρέχει κατά συνήθεια σαρκικές ηδονές σε αόριστο αριθμό προσώπων αντί χρημάτων ή άλλης αμοιβής, χωρίς να απαιτείται και το άμεμπτο των ηθών της ή η ανηλικότητά της. Ο δράστης ενεργεί κατ' επάγγελμα όταν προβαίνει στην πράξη με τη θέληση να αποτελεί γι' αυτόν η επανάληψή της πηγή βιοπορισμού, ενώ από κερδοσκοπία ενεργεί αυτός, όταν αποβλέπει σε πορισμό εισοδήματος, που αρκεί να προέρχεται και από μία μόνο γυναίκα, ανήλική ή ενήλικη, έστω και μία φορά. Είναι δυνατή η τέλεση του εγκλήματος αυτού κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία συγχρόνως, γι' αυτό και δεν δημιουργείται ασάφεια στην καταδικαστική απόφαση από την παραδοχή ότι η συγκεκριμένη πράξη έχει τελεστεί κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία. Επίσης, δεν απαιτείται η απόδειξη και αναφορά στην απόφαση του συγκεκριμένου προσώπου, στο οποίο, έναντι αμοιβής. παρέσχε η παρακινούμενη σαρκικές ηδονές. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όχι μόνον, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται σε συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, τα εξής: " ... ο πρώτος και ο δεύτερος κατηγορούμενος, ενεργώντας κατ' επάγγελμα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, προήγαγαν στην πορνεία γυναίκα, η οποίας όπως αποδείχθηκε δεν είχε προηγουμένως την ιδιότητα της πόρνης ούτε είχε χαρακτηρισθεί ως εκδιδόμενη επ' αμοιβή. Συγκεκριμένα, με σκοπό να πορισθούν από τις πράξεις αυτές εισόδημα για βιοπορισμό, υποχρέωσαν την υπήκοο Ουκρανίας Γ1 να παρέχει έναντι χρημάτων σαρκικές ηδονές σε αόριστο αριθμό προσώπων, με τα οποία την έφερναν σε επαφή με τους παρακάτω τρόπους. Α) Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 σε ανεξακρίβωτη ημερομηνία του μήνα Ιουνίου 2001, αφού παρέλαβε την ανωτέρω υπήκοο Ουκρανίας από το αεροδρόμιο της ...., την μετέφερε με το υπ' αριθμ. .... αυτοκίνητό του στο μπάρ με την επωνυμία " ..... " στη ... όπου και την υποχρέωσε να παραμείνει εκεί προκειμένου να εργασθεί ως σερβιτόρα, αλλά και να κάνει έρωτα με πελάτες του καταστήματος επ' αμοιβή την οποία αυτός καρπώνονταν αποκλειστικά, εξαναγκάζοντάς την να προβεί στις παραπάνω πράξεις παρακρατώντας το διαβατήριό της και απειλώντας την ότι δεν θα της το επιστρέψει εάν δεν συμμορφωθεί. Η ανωτέρω δε, έκανε έρωτα με αόριστο αριθμό ατόμων-πελατών του καταστήματος χωρίς να λάβει αμοιβή. Β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2 α) κατά τον μήνα Ιούνιο του 2002 παρέλαβε την ανωτέρω από το μπαρ " ... " και την μετέφερε με αυτοκίνητο σ' ένα διαμέρισμα στην ....., το ακριβές σημείο του οποίου δεν εξακριβώθηκε κατά τη διενεργηθείσα προανάκριση, όπου και διέμεινε για χρονικό διάστημα περίπου δύο μηνών. Στο παραπάνω δε διάστημα την παρελάμβανε από το παραπάνω διαμέρισμα και με το πρόσχημα ότι είχε καταθέσει τα απαραίτητα έγγραφα στην αρμόδια υπηρεσία προκειμένου να εκδοθεί άδεια παραμονής και εξακολουθώντας ο πρώτος Χ1 [σε συνεννόηση μαζί του] να παρακρατά το διαβατήριό της, την οδηγούσε είτε ο ίδιος είτε με άλλα τρίτα πρόσωπα, σε σπίτι ή σε ξενοδοχείο, όπου και την εξέδιδε σε αόριστο αριθμό πελατών, αφού καθόριζε ο ίδιος τον τόπο συνάντησης, έναντι ποσού ύψους 20.000 δρχ. το οποίο παρακρατούσε αποδίδοντας τις 5.000 δραχ. β) κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2001 την μετέφερε σε μία βίλα στην ..... Κατερίνης, όπου την υποχρέωσε να διαμένει με άλλες τρεις αλλοδαπές γυναίκες και να εκδίδεται με αόριστο αριθμό πελατών κατά τον ανωτέρω τρόπο. Την κρίση του αυτή στηρίζει το δικαστήριο ιδιαίτερα στην κατάθεση της ανωτέρω αλλοδαπής, η οποία όχι μόνο δεν αναιρείται από αντίθετα αποδεικτικά στοιχεία, αλλ' ενισχύεται και από την κατάθεση του πρώτου μάρτυρα κατηγορίας... Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι δύο πρώτο κατηγορούμενοι της αξιόποινης πράξης της μαστρωπείας κατ' εξακολούθηση που τους αποδίδεται, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό....".
Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και επέβαλε σε καθένα από αυτούς ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 349 παρ. 3 του ΠΚ. που εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι η αλλοδαπή γυναίκα δεν ήταν προηγουμένως ούτε είχε χαρακτηρισθεί ως πόρνη, με τις παραδοχές δε ότι και οι δύο κατηγορούμενοι, σε συνεννόηση μεταξύ τους παρακρατούσαν το διαβατήριο αυτής, το δικαστήριο οδηγείται στο αποδεικτικό συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι την υπεχρέωναν όχι απλώς να εργάζεται ως σερβιτόρα, αλλά να εκδίδεται σε αόριστο αριθμό ατόμων. Με την κατ' εξακολούθηση από τους κατηγορουμένους τέλεση της πράξης και την παρακράτηση του μεγαλύτερου μέρους της αμοιβής, που εκείνη εισέπραττε από τα πρόσωπα με τα οποία συνευρίσκετο, το δικαστήριο δέχεται εκ του πράγματος την κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ1, ο δεύτερος λόγος στην από 12-11-2007 αίτηση του Χ2 και πρώτος του ιδίου αναιρεσείοντος στην από 20-11-2007 αίτησή του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ2 που προβάλλεται με τον τελευταίο λόγο, ότι το δικαστήριο στο οποίο προσέφυγε κατά διατάξεως του διευθύνοντος τη συζήτηση, με την οποία του αφαιρέθηκε προσωρινά ο λόγος, χωρίς μυστική διάσκεψη και χωρίς ειδική αιτιολογία απέρριψε την προσφυγή του, είναι αβάσιμη. Από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης προκύπτει ότι το δικαστήριο διασκέφτηκε μυστικά επί της έδρας του, περαιτέρω δε, δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικώς την απορριπτική της προσφυγής απόφαση του, αφού ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, ως εκ των πρακτικών δείκνυται, την προσφυγή του στο δικαστήριο πρόβαλε αορίστως χωρίς να προτείνει οποιονδήποτε λόγο δικαιολογητικό της προσφυγής του κατά της απορριπτικής διατάξεως του προεδρεύοντος.
Μετά από αυτά, πρέπει οι ένδικες αιτήσεις να απορριφθούν και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-11-2007 αίτηση του Χ1 και τις από 12-11-2007 και 20-11-2007 αιτήσεις του Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ.3000/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Επάρκεια αιτιολογίας της εφέσεως του Εισαγγελέα και απόρριψη λόγου αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας. Είναι επιτρεπτή, παρά την εναντίωση του κατηγορουμένη, η ανάγνωση προανακριτικής καταθέσεως μάρτυρα, εφόσον ζητείται η ανάγνωση αυτής από τον εισαγγελέα και βεβαιώνεται η αδυναμία εμφανίσεως του μάρτυρα στο δικαστήριο. Η απόφαση του δικαστηρίου η οποία εκδίδεται επί προσφυγής κατά διατάξεως του διευθύνοντος τη συζήτηση, δεν χρήζει ειδικής αιτιολογίας εάν ο προσφεύγων αορίστως προσφεύγει στο δικαστήριο χωρίς να διαλαμβάνει στην προσφυγή του οποιοδήποτε λόγο. Έννοια και στοιχεία μαστροπείας. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και αιτιολογημένη καταδίκη. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Μαστροπεία.
| 1
|
Αριθμός 1641/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Φίλια, για αναίρεση της με αριθμό 5073/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Ιουλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1312/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης, αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως είναι δέκα ημέρες, εκτός αν η διαμονή του δικαιούμενου είναι άγνωστη, οπότε είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως, η οποία πρέπει να γίνεται, όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επ. του ίδιου Κώδικα. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στη ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της εκκαλούμενης απόφασης αν ο εκκαλών δεν είχε εμφανισθεί ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δεν είχε εκπροσωπηθεί στη δίκη αυτή από συνήγορο, εκείνον της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (Ολ.Α.Π. 6/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5073/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η υπ' αριθμ. 1435/23.2.2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της το' αριθμ. 100/1999 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποίαν καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών και τριάντα έξι (36) μηνών και χρηματική ποινή 218.695.631 δραχμών για υπεξαγωγή εγγράφων κατ' εξακολούθηση, υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση, χρήση ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και λαθρεμπορία κατ' εξακολούθηση με ιδιαίτερο τέχνασμα. Από την σχετική υπ' αριθμ. 1435/23.2.2007 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος επί της οδού ...... (...... Αττικής) προκειμένου να αιτιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του, προέβαλε με αυτήν τα εξής κατά πιστή μεταφορά: "Την 19.2.07 για πρώτη φορά έλαβα γνώση της σε βάρος μου απόφασης αυτής, αφού ούτε την απόφαση αυτή ούτε την κλήση για το Δ/ριο είχα λάβει, δεδομένου ότι δεν κατοικούσα στη διεύθυνση που κλητεύθηκα σαν αγνώστου διαμονής, αλλά στο ..... Αττικής, οδός ....., στην οποία ελάμβανα και όλα τα έγγραφα, Δ/νση που ήταν γνωστή στις Δημόσιες Υπηρεσίες και έτσι νόμιμα εμπρόθεσμα ασκών την παρούσα έφεση". Είχε δηλαδή προβάλλει με την έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, εξαιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής και ως εκ τούτου μη γνώση απ' αυτόν της εκκαλούμενης απόφασης. Δεν αναφέρει, όμως, στην έφεσή του, αν την φερόμενη αυτή, ως τελευταία γνωστή κατοικία του, είχε δηλώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο και στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Εξάλλου, στην αιτιολογία για την απόρριψη της εφέσεως αυτής το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στην κρινόμενη υπόθεση από το έγγραφο, που αναγνώσθηκαν και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριό του, καθώς και την απολογία και τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος αποδεικνύονται τ' ακόλουθα: Ο εκκαλών - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, ερήμην, με την 100/7.1.1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή 218.695.631 δρχ., για τις αξιόποινες πράξεις της λαθρεμπορίας, υπεξαγωγής εγγράφων, υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και χρήσης ψευδούς βεβαιώσεως, που φέρονται ότι τελέσθηκαν, κατ' εξακολούθηση τα έτη 1993 και 1994. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 28.6.1999 ως αγνώστου διαμονής κατά το άρθρο 156 παρ. 1 ΚΠΔ σε συνδυασμό με την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, αφού όπως αναφέρεται στο οικείο και με ίδια ημερομηνία αποδεικτικό επιδόσεως του αρμοδίου Επιμελητή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, ........, ο κατηγορούμενος δεν βρέθηκε στην τελευταία γνωστή κατοικία του στην οδό ...... στο Δήμο Αγίου Δημητρίου Αττικής, αλλά ούτε και κανένα από τα αναφερόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 156 ΚΠΔ πρόσωπα και η διαμονή του ήταν άγνωστη. Να σημειωθεί ότι, ο κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε κατά την προανάκριση ούτε είχε προβεί σε δήλωση της κατοικίας του, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ. Η διεύθυνση στην οποία αναζητήθηκε είχε δηλωθεί ως τόπος κατοικίας του, με την από 6.10.1997 (αρ. πρ. ......) μηνυτήρια αναφορά του Τελωνείου Αθηνών προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον Δήμαρχο Αγίου Δημητρίου και ειδικότερα στην ορισθείσα υπ' αυτού, για τον πιο πάνω σκοπό, υπάλληλο του Δήμου, Γ1, η οποία αυθημερόν (28.6.1999) επιμελήθηκε της τοιχοκολλήσεως της αποφάσεως στο δημοσιότερο σημείο του Δήμου, ενώ υπέγραψε και τη σχετική έκθεση. Και ναι μεν στο αποδεικτικό επιδόσεως αναγράφεται ότι "....παρέδωσα την απόφαση αυτή στο Δήμαρχο Αγίου Δημητρίου ή στον αρμόδιο από αυτόν υπάλληλο, Γ1", πλην όμως η διαζευκτική αυτή διατύπωση και η μη διαγραφή των λέξεων "...στον Δήμαρχο" που οφείλεται σε προφανή παραδρομή του δικαστικού Επιμελητή, δεν προκαλεί σύγχυση, όσον αφορά το πρόσωπο που παρέλαβε την απόφαση και την ιδιότητα που ενήργησε και συνακόλουθα, δεν επάγεται ακυρότητα της επίδοσης (πρβλ. ΑΠ 830/01 και 591/1994). Άλλωστε, η ιδιότητα αυτής (Τμηματάρχης - Κλάδος, ΠΕ1 Διοικητικού), αποτυπώνεται, με μηχανική σφραγίδα κάτω από την υπογραφή της στην οικεία έκθεση επιδόσεως και τοιχοκολλήσεως και είναι αναμφίβολο ότι ως εντεταλμένη υπάλληλος παρέλαβε την απόφαση και ενήργησε τα όσα αναφέρονται στην έκθεση. Σε κάθε περίπτωση, η ως άνω διατυπωθείσα ιδιότητα δεν αφορά προφανώς το Δήμαρχο, αλλά εκείνον που είχε ορισθεί απ' αυτόν, για την παραλαβή των εγγράφων αυτών. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε, εγκύρως, στον κατηγορούμενο και η επίδοση αυτή ολοκληρώθηκε στις 28.6.1999 και από τότε άρχισε η διαδρομή της προβλεπόμενης από το άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠΔ προθεσμίας για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης. Περαιτέρω, από την με αρ. πρωτ. 1435/2007 έκθεση της κρινομένης έφεσης, προκύπτει ότι αυτή υποβλήθηκε στον αρμόδιο γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 23.2.2007, δηλαδή μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, με αποτέλεσμα να είναι εκπρόθεσμη. Στην έκθεση εφέσεώς του ο εκκαλών υποστηρίζει ότι "στις 19.2.07 για πρώτη φορά έλαβε γνώση της σε βάρος του απόφασης, αφού ούτε την απόφαση, ούτε την κλήση για το Δικαστήριο έλαβε, δεδομένου ότι δεν κατοικούσε στη διεύθυνση που κλητεύθηκε σαν αγνώστου διαμονής, αλλά στο ...., οδός ..... στην οποία ελάμβανε και όλα τα έγγραφα. Διεύθυνση που ήταν γνωστή στις Δημόσιες υπηρεσίες....". Ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός δεν είναι πλήρης και ορισμένος, και συνακόλουθα απορριπτέος, καθόσον δεν ισχυρίζεται για την πληρότητά του, για να καταστεί αντικείμενο ουσιαστικής έρευνας, ότι η διεύθυνσή του αυτή ήταν γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή, που παράγγειλε την επίδοση. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, εφόσον δεν υπόκειται άλλος λόγος, σαφής και ορισμένος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη στο σύνολό της η κρινόμενη έφεση". Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που επιβάλλεται για την απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, αφού εκτίθενται σ'αυτήν όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν, ως αναγκαία για την πληρότητά της, ήτοι ο χρόνος επιδόσεως και το αποδεικτικό επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης και ο χρόνος άσκησης της έφεσης κατ' αυτής. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, καθώς και τον τρόπο, με τον οποίο κατέστησε την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας τους, νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη γνωστή στην εισαγγελία διεύθυνση, ως τελευταία γνωστή κατοικία του και δεν υπεχρεούτο το δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το αν αυτός διέμενε ή όχι στην παραπάνω διεύθυνση (.......), την οποία όμως το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε κατά τα ως άνω αναφερόμενα, εκ περισσού δε εξετάσθηκαν σχετικά με το ζήτημα αυτό και μάρτυρες στο ακροατήριο. Επίσης σημειώνεται, ότι το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει αιτιολογία για την ακυρότητα της επίδοσης της απόφασης του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, γιατί από το αποδεικτικό επιδόσεως αυτής δεν προέκυψε ότι αυτή έγινε στο Δήμαρχο Αγίου Δημητρίου ή στον ορισμένο από αυτόν υπάλληλο, αφού αυτή δεν προβαλλόταν με την έφεση, αλλά προβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της εφέσεως. Παρόλα αυτά όμως το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε σχετικώς πλήρη αιτιολογία κατά τα ως άνω αναφερόμενα. Επομένως, κατόπιν τούτων, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Ιουλίου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5073/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογημένα απέρριψε το δικάσαν δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς του την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που του επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής, αφού μνημονεύεται σε αυτήν τόσο ο χρόνος της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει αυτή, όσο και ο χρόνος ασκήσεως της ως άνω έφεσης. Αόριστος ο ισχυρισμός ότι ήταν γνωστής διαμονής. Ήταν άγνωστης, αφού αναζητήθηκε και δεν ανευρέθη στη διεύθυνση της τελευταίας γνωστής διαμονής στην Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση κατοικίας του, ενώ δεν γνωστοποίησε στην Εισαγγελία τη νέα του κατοικία. Εφόσον δεν προβλήθηκε με την έφεση ότι η επίδοση της πρωτόδικης απόφασης ως αγνώστου διαμονής ήταν άκυρη αλλά το πρώτον ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου, το τελευταία δε ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει αιτιολογία για αυτό.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1640/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη και Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1 και 2)Χ2 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 805/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ3.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 18 Μαΐου 2007 δύο χωριστές αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 998/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού, με αριθμό 445/6-11-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, τις από 18-5-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων α) Χ1 και β) Χ2, κατά του υπ'αριθμ. 805/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσες, εκθέτω τα εξής: Α) Διά του παραπεμπτικού μέρους του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), δια να δικασθούν δι' απάτη από κοινού, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, εκ της οποίας η ζημία του παθόντος και το αντίστοιχο συνολικό όφελος του εξ αυτών Χ1 υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Προβάλλουν δε, ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και την απόλυτη ακυρότητα, προσδιορίζοντες επαρκώς τις σχετικές αναιρετικές αιτιάσεις. Β) Κατά τις διατάξεις του άρθρ. 386 § § 1,3 Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίση ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (ή των 5.000.000 δρχ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (ή των 25.000.000 δρχ.). Ως γεγονότα, κατά την στο ανωτέρω άρθρο έννοια, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, αναφερομένων στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τρόπον, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, βάσει της εμφανιζομένης ψευδούς καταστάσεως, από τον δράστη ο οποίος έχει ειλημμένη την πρόθεση να μη εκπληρώση την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (ΑΠ 51/2007). Εξ' άλλου, συμφώνως προς το άρθρ. 13 εδ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάση σχεδίου, δηλ. όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Ενώ κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστου προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητός του. Είναι φανερό ότι τόσο η "κατ' επάγγελμα", όσο και η "κατά συνήθεια" τέλεση αποτελούν νομικές έννοιες, των οποίων η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, δι'ό και το παραπεμπτικό βούλευμα πρέπει να θεμελιώνη σε πραγματικά περιστατικά την αντικοινωνικότητα και την ροπή του δράστου προς διάπραξη άλλων εγκλημάτων στο μέλλον, διαφορετικά είναι αναιρετέο δι' έλλειψη αιτιολογίας (ΑΠ 2200/2002). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι ετέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, έκαστος τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ότι έκαστος συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζων ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι έκαστος πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. (Ολ. ΑΠ 50/1990, ΑΠ 66/2007). Τέλος, από το άρθρ. 98 ΠΚ προκύπτει, ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι το τελούμενο από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικώς μεταξύ τους, προσβάλλουσες το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς τέλεσή τους αποφάσεως και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα. Έτσι, προκειμένου περί απάτης, τότε μόνο θα υπήρχαν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους θα αποτελούσαν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη ήταν αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. 'Όμως, τελείται μία πράξη απάτης και όταν γίνονται συνεχιζόμενες ψευδείς παραστάσεις που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθή στο εξαπατηθέν πρόσωπο ή επιδιωκομένη πλάνη, ο δε χρόνος τελέσεως της απάτης συμπίπτει με την τελική ολοκλήρωση της απατηλής συμπεριφοράς και είναι αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη. Μία επίσης πράξη απάτης υπάρχει και όταν, συνεπεία της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατηθείς προβαίνει εις πλείονες και εις διαφόρους χρόνους επιζήμιες πράξεις (ΑΠ 1639/2002, εις ΠΧ/ΝΓ'/609). Γ) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, δια το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Η αιτιολογία αυτή υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα και όταν αυτό δεν έχει δικές του σκέψεις, αλλά αναφέρεται, ακόμη και εξ ολοκλήρου, στις σκέψεις της ενσωματωμένης στο βούλευμα εισαγγελικής προτάσεως, εφ' όσον βέβαια αυτή πληροί τις αναφερόμενες προϋποθέσεις, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος (ΑΠ 66/2007). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπ' όψη από το συμβούλιο, για την παραπεμπτική κρίση του, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά. Και δεν ιδρύουν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 23/2007). Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθή, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου, εκ του λόγου ότι στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 114/2004, εις ΠΧ/ΝΕ'/29). Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 171 § 1 περ. δ' Κ.Π.Δ., ακυρότητα λαμβανομένη και αυτεπαγγέλτως υπ' όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, κατά δε το άρθρο 309 § 2 Κ.Π.Δ., το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, είναι υποχρεωμένο να διατάσση την εμφάνισή τους ενώπιόν του, με την παρουσία και του εισαγγελέα, για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψη την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Μόνον δε όταν το συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του ή αρνηθή αναιτιολόγητα την εμφάνιση αυτή, γεννάται απόλυτη ακυρότητα και δημιουργείται ο αναιρετικός λόγος του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ. (ΑΠ 1399/2003, ΑΠ 576/2003). Δ) Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από την εκτίμηση των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: Κατά μήνα Απρίλιο του 2000, ο αναιρεσείων Χ1, ο οποίος διατηρούσε τεχνικό γραφείο στην ......, και ο συγκατηγορούμενός του Χ3 μετέβησαν στο γραφείο του μηνυτού Ψ1 κτηματομεσίτου. Αιτία της επίσκεψης ήταν η συζήτηση για την ανάθεση στον τελευταίο της εξεύρεσης έκτασης για τις εγκαταστάσεις του ".....". Κατά την επίσκεψη ο πρώτος των κατηγορουμένων εμφανίσθηκε και από τους δύο αυτούς κατηγορουμένους, ως καταξιωμένος αρχιτέκτονας - μηχανικός, ο οποίος είχε αναλάβει πλήθος μελετών μεγάλων τουριστικών και βιομηχανικών συγκροτημάτων, ότι είναι ιδρυτής του κοινωφελούς ιδρύματος με το διακριτικό τίτλο "....." και μέλος του ΔΣ αυτού και ότι για τις ανάγκες του ιδρύματος αναζητείτο έκταση για να ανεγερθούν επ' αυτής οι εγκαταστάσεις προς πραγματοποίηση των σκοπών του ιδρύματος (βλ. κατάθεση της Γ1). Οι μεταξύ του μηνυτή και του πρώτου των ανωτέρω συναντήσεις συνεχίσθηκαν στα γραφεία της επιχείρησης του κατηγορουμένου Χ1, όπου επίσης εργαζόταν σε διαμορφωμένο δικό του (γραφειακό) χώρο και ο κατηγορούμενος Χ3 (βλ. ρητές περί τούτου καταθέσεις των μαρτύρων Γ2 και Γ1) στα δε γραφεία αυτά εργάζονταν και διαφορά αλλά άτομα και οι δυο αυτοί κατηγορούμενοι παρίσταναν στο μηνυτή ότι ο κατηγορούμενος (Χ1) είχε μεγάλο κύκλο εργασιών, ήταν πρόσωπο με υψηλό κύρος και μεγάλη επιρροή, ως μέλος της Πενταμελούς Επιτροπής Έγκρισης Κοινοτικών Επιχορηγήσεων μεγάλων τουριστικών και Βιομηχανικών έργων, έργα τα οποία επιδοτούντο από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στα πλαίσια αυτής της γνωριμίας και της προαναφερόμενης συνεργασίας τους ο μηνυτής και ο πρώτος κατηγορούμενος άρχισαν συζητήσεις συνεργασίας με τη μορφή ανώνυμης τεχνικής εταιρείας, στην οποία θα μετείχε ο μηνυτής και η σύζυγος του πρώτου κατηγορουμένου Χ2 (τρίτη κατηγορουμένη) λόγω δήθεν κωλύματος του πρώτου κατηγορουμένου ως μέλος (δήθεν) της ανωτέρω πενταμελούς επιτροπής στην οποία ουσιαστικά όμως μέλος θα ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος. Εξάλλου οι μεταξύ του μηνυτή και του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 σχέσεις αναπτύχθηκαν και σε φιλικό επίπεδο κι έτσι κατά το μήνα Αύγουστο του 2000 η οικογένεια του Χ1 φιλοξενήθηκε επί 20-25 ημέρες σε μισθωμένη από τον Ψ1 εξοχική κατοικία ιδιοκτησίας Δ1, στη ..... Αττικής. Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω φιλοξενίας τους τόσον ο κατηγορούμενος Χ1 όσον και η συγκατηγορουμένη σύζυγος του συνέχισαν να επαναλαμβάνουν τα ανωτέρω ως προς την επαγγελματική δραστηριότητα και κοινωνική του κατάσταση και επιρροή του Χ1 και έτσι ο μηνυτής αποφάσισε, τελικά, τη σύσταση ανώνυμης τεχνικής εταιρίας μεταξύ αυτού και της τρίτης κατηγορουμένης Χ2. Μάλιστα, ο Χ1 παρέστησε ψευδώς στο μηνυτή ότι ο ίδιος δεν μπορούσε νομίμως και εμφανώς να συμμετέχει στην ως άνω συσταθησόμενη (δήθεν) εταιρία λόγω της (δήθεν επίσης) ως άνω ιδιότητας του ως μέλους της ανωτέρω (πενταμελούς) επιτροπής και έτσι ο μηνυτής πείσθηκε και με τη νέα αυτή ψευδή παράσταση. Τέλος, καθ' όλο το χρονικό διάστημα από του μηνός Αυγούστου 2000 έως του μηνός Μαΐου 2001 αμφότεροι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι (Χ1 και Χ3) είπαν στο μηνυτή ότι μέρος των αμοιβών από την ανάθεση διαφόρων μελετών τις οποίες είχε ο Χ1 αναλάβει αυτός (Χ1) θα το διέθετε και αυτό θα επενδύονταν στο ενεργητικό της υπό σύσταση (δήθεν) ανώνυμης εταιρίας και ότι οι μελέτες αυτές (δήθεν) αφορούσαν μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες στην Κρήτη στην Κεφαλονιά, στην Κέρκυρα, τις ανεγέρσεις των κτιριακών εγκαταστάσεων στο ..... και το συγκρότημα Πτηνοτροφείων και Παστερίωσης "........", από τις οποίες οι αμοιβές θα ανέρχονταν σε πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια δραχμές. Τις ίδιες ψευδείς διαβεβαιώσεις από κοινού με το σύζυγο της Χ1, όσον αφορά τις ανωτέρω μελέτες των προαναφερομένων (ξενοδοχειακών και μη) επιχειρήσεων, των αναφερομένων από τις μελέτες αυτές μεγάλων αμοιβών, που θα' επένδυε ο πρώτος κατηγορούμενος, στη δήθεν συσταθησομένη ΑΕ και των διασυνδέσεων και επαγγελματικού και κοινοτικού κύρους του πρώτου κατηγορουμένου και αναμενομένων αμοιβών έδιδε προς το μηνυτή και η αναιρεσείουσα Χ2, σύζυγος του πρώτου κατηγορουμένου Χ1, κατά το χρονικό διάστημα της φιλοξενίας της ήτοι της επί 20-25νθήμερο φιλοξενίας της κατά το μήνα Αύγουστο 2000, στη μισθωμένη οικία του μηνυτή στη ...... Οι ανωτέρω υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις, αντίστοιχα, των κατηγορουμένων ανάγονται μεν στο μέλλον όμως συνοδεύονταν ταυτόχρονα με τις ως άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις του Χ1, Χ3, Χ2 που αναφέρονταν σε γεγονότα στο παρόν και στο παρελθόν και έτσι αυτές δημιούργησαν στον μηνυτή την εντύπωση της βέβαιης μελλοντικής εκπλήρωσης, με βάση την εμφανιζόμενη από αυτούς (κατηγορουμένους) ψευδή κατάσταση, ενώ ο κατηγορούμενος Χ1 είχε ήδη ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, όπως εγνώριζαν και συμφωνούσαν με τον τελευταίο οι λοιποί δύο κατηγορούμενοι. Έτσι, στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής ο Χ1 άρχισε να αποσπά από το μηνυτή διάφορα χρηματικά ποσά, ως δήθεν απαραίτητα για την ολοκλήρωση των μελετών των έργων, που είχε αναλάβει. Ειδικότερα ο μηνυτής μετά ταύτα παρέδωσε, στον κατηγορούμενο τα εξής χρηματικά ποσά είτε με αυτούσια καταβολή τους εκ μέρους του μηνυτή είτε με παράδοση τραπεζικών επιταγών εκ μέρους του μηνυτή ή της θυγατέρας του Γ1 ή του υπαλλήλου του γραφείου του μηνυτή Γ2, τις οποίες στη συνέχεια ο κατηγορούμενος Χ1 εξαργύρωνε με ανάληψη των αντίστοιχων ποσών τους από τις τράπεζες, στις οποίες είχαν αυτές εκδοθεί. Ειδικότερα, ο μηνυτής κατέβαλε στον κατηγορούμενο διάφορα ποσά στις ακόλουθες ημερομηνίες: 1) Στις 30.8.2000 το ποσό των 5.000.000 δρχ. με τη με αριθμό ....... επιταγή πληρωτέα στην τράπεζα EUROBANK. 2)Στις 14.9.2000 το ποσό των 5.000.000 δρχ. σε μετρητά που κατέβαλε στον Χ1 επ' ονόματι και για λογαριασμό του μηνυτή ο συνεργάτης - υπάλληλος στο γραφείο του τελευταίου Γ2. 3) Στις 26.9.2000 το ποσό των 5.000.000 δρχ. με τραπεζική επιταγή με αριθμό ....... πληρωτέα στην τράπεζα EUROBANK. 4) Στις 2.10.2000 το ποσό των 5.000.000 δρχ. σε μετρητά που κατέβαλε στον Χ1 στο γραφείο αυτού επ' ονόματι και για λογαριασμό του μηνυτή ο αυτός ως ανωτέρω συνεργάτης-υπάλληλος του γραφείου του μηνυτή Γ2. 5) Στις 24.10.2000 το ποσό των 5.000.000 δρχ. με την μεταβίβαση και οπισθογράφηση από αυτόν (μηνυτή) προς τον Χ1 της με αριθμό ..... τραπεζικής επιταγής πληρωτέας στην αμέσως ανωτέρω τράπεζα. 6) Στις 8.11.2000 το ποσό των 10.000.000 δρχ. με την εκ μέρους του (δηλ. του μηνυτή) οπισθογράφηση και μεταβίβαση προς τον Χ1 της με αριθμό ...... τραπεζικής επιταγής της αυτής ως άνω τράπεζας. 7) Στις 28.11.2000 το ποσό των 5.000.000 δρχ. με οπισθογράφηση και προς τον Χ1 από το μηνυτή μεταβίβαση της με αριθμό ..... τραπεζικής επιταγής πληρωτέας στην ίδια ως άνω πληρώτρια τράπεζα. 8) Στις 20.12.2000 το ποσό των 10.000.000 δρχ. με οπισθογράφηση και μεταβίβαση της με αριθμό ...... τραπεζικής επιταγής πληρωτέας στην αυτή τράπεζα από το μηνυτή προς τον Χ1 σε διαταγή του. 9) Στις 11.1.2001 το ποσό των 3.000.000 δρχ. σε μετρητά που κατέβαλε στον Χ1 στο γραφείο του επ' ονόματι και για λογαριασμό του μηνυτή η θυγατέρα του τελευταίου Γ1. 10) Στις 12.2.2001 το ποσό των 2.000.000 δρχ. σε μετρητά, που κατέβαλε στον Χ1, στο γραφείο του για λογαριασμό του μηνυτή η αυτή θυγατέρα του μηνυτή. 11) Στις 23.2.2001 το ποσό των 2.000.000 δρχ. σε μετρητά, που κατέβαλε στον Χ1, στο γραφείο του επίσης για λογαριασμό του μηνυτή η προαναφερόμενη θυγατέρα του Γ1. 12) Στις 19.3.2001 το ποσό των 3.000.000 δρχ. σε μετρητά, που, ομοίως, κατέβαλε στον Χ1, στο γραφείο του για λογαριασμό του μηνυτή, η θυγατέρα του μηνυτή Γ1. 13) Στις 12.4.2001 το ποσό των 2.000.000 δρχ. σε μετρητά, που κατέβαλε στον Χ1, στο γραφείο του, για λογαριασμό του μηνυτή, η αυτή ως άνω θυγατέρα του τελευταίου. 14) Στις 27.4.2001 το ποσό των 2.000.000 δρχ. σε μετρητά, που κατέβαλε στον Χ1, στο γραφείο του, κατ'εντολή και για λογαριασμό του μηνυτή, η αυτή ως άνω θυγατέρα του Γ1. 15) Στις 3.5.2001 το ποσό των 2.000.000 δρχ., δυνάμει εξουσιοδοτήσεως του μηνυτή προς τον Χ1 να εισπράξει το ποσό αυτό από το λογαριασμό του μηνυτή στην Τράπεζα EUROBANK και τα οποία ποσά αυτός (Χ1) εισέπραξε από το υποκατάστημα EUROBANK στην Αγία Παρασκευή Αττικής (ήτοι καταβολές που αναφέρονται στο στοιχείο Γ του κατηγορητηρίου και του διατακτικού του εκκαλουμένου βουλεύματος. Ακόμη στα πλαίσια των συμφωνηθέντων για τη σύσταση της ΑΕ ο μηνυτής κατά το μήνα .... ανέθεσε στη συμβολαιογράφο Αθηνών Δέσποινα Τριτσιμπίδα τη σύνταξη του καταστατικού σύστασης της τεχνικής εταιρείας, όπως του είχε υποδείξει ο 1ος κατηγορούμενος η οποία προέβη στη σύνταξή του, χωρίς να συμπληρώσει την ακριβή ημερομηνία και τον αριθμό του συμβολαιογραφικού εγγράφου, το οποίο όμως δεν υπογράφηκε, για διαφορετικούς λόγους που προβάλλονται από κάθε πλευρά. Ο μηνυτής ακόμη προέβη στη μίσθωση ακινήτου στο ... Αττικής, για να στεγασθούν τα γραφεία της εταιρείας, "ως τεχνικό - μεσιτικό γραφείο", μετά δε την έγκριση από τον Χ1 ο μηνυτής υποβλήθηκε σε σειρά εξόδων για την οργάνωση της υποδομής της υπό σύσταση εταιρείας στο μισθωμένο χώρο, προβαίνοντας σε αγορά επίπλων, σχεδιαστηρίων κλπ, ανερχομένων συνολικά στο ποσόν των 58.694 ευρώ περίπου. Επιπλέον ο μηνυτής στις 5-12-2000 κατέβαλε στον εκ των οικοπεδούχων το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος αρραβώνα εκ δρχ. 13.000.000, διά της υπ' αριθ. ......επιταγής της EUROBANK. Προσέτι στις 20-5-2001 ο Χ1 έδωσε εντολή στο μηνυτή, σε αντικατάσταση της από 25-4-2000 εντολής του και αλλαγής του τίτλου του ιδρύματος από "......." σε "......", όπως διαπραγματευθεί για την αγορά του ως άνω κτήματος. Η πραγματοποίηση όμως όλων των από τον τρίτο των κατηγορουμένων υποσχεθέντων καθυστερούσε, ήτοι η υπογραφή του καταστατικού σύστασης της ως άνω εταιρείας, η μεταβίβαση της έκτασης στον ..., η μετεγκατάσταση του τεχνικού γραφείου του κατηγορουμένου αυτού στο μισθωθέν ακίνητο στο ..., αλλά και η ολοκλήρωση των μελετών τις οποίες όπως ισχυριζόταν ο τελευταίος είχε αναλάβει. Ο κατηγορούμενος Χ1 εξάλλου, παραδέχθηκε ότι δεν υπήρχε κοινωφελές ίδρυμα, αλλά σωματείο τη μετατροπή του οποίου σε ίδρυμα επεδίωκε και προς επίρρωση των ισχυρισμών αυτών επέδειξε στον παθόντα, το από ... έγγραφο του Υφυπουργού Υγείας - Πρόνοιας προς το Υπουργείο Οικονομικών, σύμφωνα με το οποίο το πρώτο γνωστοποιούσε στο δεύτερο ότι δεν έχει αντίρρηση για τη σύσταση του ιδρύματος και την κύρωση του οργανισμού του, είπε δε ο Χ1 στο μηνυτή ότι είχε ήδη εγκριθεί ο οργανισμός του ιδρύματος. Μετά ταύτα ο μηνυτής αντελήφθη ότι τα πράγματα δεν ήταν έτσι όπως του τα είχε εμφανίσει ο πρώτος των κατηγορουμένων και προέβη σε έρευνα, στην οποία συμμετείχε και η θυγατέρα του - μάρτυρας Γ1. Από την έρευνα προέκυψε ότι κατηγορούμενος δεν ήταν μέλος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (βλ. την υπ' αριθ. πρωτ. .... απάντηση της υπηρεσίας αυτής σε αίτηση της Γ1), στο μητρώο του οποίου εγγράφονται υποχρεωτικά όλοι οι ελληνικής ιθαγένειας ή έχοντες την ιθαγένεια κράτους - μέλους της ΕΕ, διπλωματούχοι πολυτεχνικών σχολών της χώρας ή ισοτίμων σχολών του εξωτερικού, μετά τη λήψη της άδειας επαγγέλματος. Ακόμη ο αυτός κατηγορούμενος Χ1, μόλις την 11-6-2001 προέβη στη σύσταση μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης κεφαλαίου 17.608,22 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθ. .... σύστασης της συμβολαιογράφου Ν. Ιωνίας Πηνελόπης Παπατριανταφύλλου, με την επωνυμία: "....... - ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και με το διακριτικό τίτλο "....." και προέβη σε έναρξη εργασιών στη ΔΟΥ Αγ. Παρασκευής, με την από .... δήλωση του, από 14-6-2001, προφανώς δε η επιχείρηση του λειτουργούσε παρανόμως κατά τα προγενέστερο χρονικό διάστημα. Από το με αριθμό μητρώου σωματείου .... καταστατικό του Πολιτιστικού, Αλληλοβοηθητικού, Λαογραφικού, Φιλαθλητικού, Φιλανθρωπικού Σωματείου ".....¨το οποίο αναγνωρίσθηκε με την υπ' αριθ. ... απόφαση και τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. ... ο μαία, ρ πρώτος των κατηγορουμένων δεν ήταν ιδρυτής του σωματείου (το οποίο βέβαια δεν ήταν ίδρυμα), ούτε μέλος αυτού, τακτικό ή αναπληρωματικό από την ίδρυσή του έως τον χρόνο τέλεσης των, ως άνω πράξεων, ούτε μέλος της ως άνω Επιτροπής (βλ. σχετικά έγγραφα) ενώ σημειωτέον μέλος του σωματείου ..... ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ3 (βλ. αντίγραφο καταστατικού του ως άνω σωματείου). Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι όλοι οι κατηγορούμενοι ψευδώς και κατ' εξακολούθηση, παρέστησαν στον εγκαλούντα τα ανωτέρω, τελώντας εν γνώσει της αναληθείας τους, με σκοπό να τον παραπλανήσουν, όπως και τον παραπλάνησαν και να καρπωθεί ο κατηγορούμενος Χ1 όπως και καρπώθηκε παρανόμως το χρηματικό ποσόν των 66.000.000 δρχ. ή 193.690,38 ευρώ. Οι κατηγορούμενοι με τις μερικότερες αυτές πράξεις τους απέβλεπαν στο αποτέλεσμα αυτό, στην παράνομη δηλαδή περιουσιακή του ωφέλεια, η οποία είναι μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ, αλλά και των 15.000 ευρώ, επιφέροντας αντίστοιχη ζημία στην περιουσία του μηνυτή. Ο εγκαλών παραπλανήθηκε από τις ψευδείς παραστάσεις και κατέβαλε στον κατηγορούμενο Χ1 το ως άνω συνολικό ποσόν, αν δε γνώριζε την αναλήθεια των ισχυρισμών, δεν θα προέβαινε στην καταβολή του. Τις ανωτέρω πράξεις τους οι κατηγορούμενοι τελούσαν κατ' εξακολούθηση, για μεγάλο χρονικό διάστημα, με ετοιμότητα για επανειλημμένη τέλεση, αλλά και με σχεδιασμό, προς επίτευξη δε του σκοπού τους και διατήρηση της πλάνης του παθόντα, προσέθεταν και νέα ψευδή πραγματικά ενώ οικοδόμησαν φιλικές σχέσεις με το μηνυτή και κλίμα εμπιστοσύνης, γεγονότα που αποδεικνύουν, ότι είχαν αναγάγει σε επάγγελμα την τέλεση των ανωτέρω κακουργηματικών πράξεων, εξασφαλίζοντας εισόδημα, ο Χ1 για τον εαυτό του, ομοίως και η σύζυγος του τρίτη κατηγορουμένη η οποία συμβιούσε ως σύζυγος με τον πρώτο κατηγορούμενο και είχε πρόδηλο συμφέρον στην αύξηση των οικογενειακών τους εισοδημάτων αλλά και ο τρίτος κατηγορούμενος ο οποίος συνεργαζόταν στην επιχείρηση του πρώτου κατηγορουμένου προφανώς με κάποια αμοιβή ή ποσοστά στον πορισμό των οποίων απέβλεπε αυτός. Προκύπτει, ακόμη, η σταθερή ροπή τους για διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον, η οποία αποδεικνύεται από τη βαρύτητα του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο διώκονται, τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσης τους και τα αίτια που τους ώθησαν, κατά τα προεκτεθέντα. Δεν είναι άλλωστε, "τυχαίο, ότι ο 3ος κατηγορούμενος αυτός (Χ1) είχε στο καταδικαστεί παρελθόν για απάτες και για υπεξαιρέσεις, ήτοι είχε σταθερή ροπή προς διάπραξη του εγκλήματος της απάτης. Όμως, με τις παραδοχές αυτές, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών περιλαμβάνει στο προσβαλλόμενο βούλευμα αντιφάσεις και ασάφειες. Ειδικότερα, ενώ στην αρχή του σκεπτικού του βουλεύματος δέχεται ότι ο εκ των αναιρεσειόντων Χ1 διατηρούσε τεχνικό γραφείο στην ......, όπου εργαζόταν και ο κατηγορούμενος Χ3, ως και διάφορα άλλα άτομα, στο διατακτικό δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες (και ο μη ασκήσας αναίρεση συγκατηγορούμενος των Χ3) παρέστησαν ψευδώς στον μηνυτή Ψ1 ότι ο εξ αυτών Χ1 διατηρούσε μεγάλο τεχνικό γραφείο στην Αγία Παρασκευή και επί της οδού ...... Επίσης, δεν διευκρινίζει γιατί η επιχείρηση του αναιρεσείοντος Χ1 λειτουργούσε παρανόμως, προ της συστάσεως της μονοπρόσωπης εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης "..........-ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ". Περαιτέρω, ενώ δέχεται τέλεση της απάτης κατ' εξακολούθηση, δηλαδή με περισσότερες πράξεις, αφήνει αδιευκρίνιστο, αν κάθε επιζήμια πράξη απάτης είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης, που έχει προκληθή από χωριστή απατηλή συμπεριφορά των κατηγορουμένων. Εξ άλλου, ως προς την αναιρεσείουσα Χ2, δέχεται, αφ' ενός μεν ότι αυτή έδιδε ψευδείς διαβεβαιώσεις προς τον παθόντα μόνο κατά τον μήνα Αύγουστο 2000 και αυτός, μέχρι τέλος Αυγούστου 2000, προέβη μόνο εις μία επί μέρους επιζήμια δι' αυτόν πράξη (διάθεση επιταγής 5.000.000 δρχ.), αφ' ετέρου δε, ότι διαπράττει απάτες κατά συνήθεια, χωρίς, όμως, να εκτίθενται άλλες πράξεις απάτης ως τελεσθείσες από αυτή. Αλλά με τις ως άνω αντιφάσεις και ασάφειες, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών εστέρησε το προσβαλλόμενο βούλευμα της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως και νομίμου βάσεως και, επομένως, είναι βάσιμοι οι ανωτέρω, εκ του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. β' και δ' Κ.Π.Δ., σχετικοί λόγοι αναιρέσεως. Όμως, ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, περί απολύτου ακυρότητος, λόγω αναιτιολογήτου απορρίψεως της αιτήσεως των αναιρεσειόντων να εμφανισθούν αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών προς παροχή διευκρινίσεων, είναι αβάσιμος, αφού, εν αντιθέσει προς τον σχετικό ισχυρισμό αυτών, τέτοια αίτηση δεν περιέχεται στις εκθέσεις των εφέσεών των. Οι δε λοιπές αιτιάσεις, πλήττουσες την ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων και ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, είναι απαράδεκτες. Κατ'ακολουθία, πρέπει να αναιρεθή, κατά το παραπεμπτικό μέρος του, το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα, επεκτεινομένου του αναιρετικού αποτελέσματος και στον μη ασκήσαντα αναίρεση κατηγορούμενο, αφού οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως δεν αναφέρονται αποκλειστικώς στα πρόσωπα των αναιρεσειόντων, και να παραπεμφθή η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς νέα κρίση, στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, συμφώνως προς τα άρθρ. 469, 485 § 1 και 519 Κ.Π.Δ.
Για τους λόγους αυτούς-Προτείνω Να αναιρεθή, κατά το παραπεμπτικό μέρος του, το υπ'αριθμ. 805/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, επεκτεινομένου του αναιρετικού αποτελέσματος και στον μη ασκήσαντα αναίρεση κατηγορούμενο. Να παραπεμφθή η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστές.
Αθήναι 18 Σεπτεμβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος- Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Οι υπό κρίση δύο αιτήσεις αναιρέσεως, από 18-5-2007, των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, με αριθμούς εκθέσεων 113 και 114/2007, αντιστοίχως, οι οποίες είναι παραδεκτές, στρεφόμενες δε κατά του αυτού με αριθμό 805/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που έκρινε σε δεύτερο βαθμό, πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας. Οι λόγοι αναιρέσεως των δύο αιτήσεων είναι ταυτόσημοι και αναφέρονται στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος, στην εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και στην απόλυτη ακυρότητα. Δεν είναι επομένως αναγκαία η χωριστή για κάθε αίτηση αναφορά τους.
ΙΙ.- Με το υπ' αριθμ. 1926/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι μαζί με τον Χ3 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν ως υπαίτιοι απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από την οποία η ζημία και το αντίστοιχο όφελος υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρο 386 παρ. 1 και 3 εδ. α' και β' ΠΚ), την οποία φέρεται ότι διέπραξαν με περισσότερες από μία μερικότερες πράξεις κατά τον μήνα Απρίλιο του έτους 2000 στη .... Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2000 έως τον Οκτώβριο του 2000 στην Αθήνα και στη..... και κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2000 μέχρι τον Μάιο του 2001 στην Αθήνα και στη .... σε βάρος του Ψ1. Κατά του βουλεύματος αυτού οι ήδη αναιρεσείοντες και ο πιο πάνω συγκατηγορούμενος άσκησαν εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε το 805/2007 βούλευμα του Συμβουλίου εφετών Αθηνών, με το οποίο έγιναν εν μέρει δεκτές κατ' ουσίαν οι εφέσεις και ειδικότερα κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για δύο μερικότερες πράξης απάτης (τις φερόμενες ως τελεσθείσες στη .... Αττικής κατά τον μήνα Απρίλιο του έτους 2000 και στην Αθήνα και στη ..... κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του έτους 2000 έως τον Οκτώβριο του 2000). Περαιτέρω κρίθηκε ότι ορθώς είχαν παραπεμφθεί οι αναιρεσείοντες και ο συγκατηγορούμενός τους στο ακροατήριο του ως άνω Εφετείου για την μερικότερη πράξη της κατ' εξακολούθηση απάτης που φέρεται τελεσθείσα κατά το χρονικό διάστημα από του μηνός Ιουνίου 2000 μέχρι του Μαΐου του έτους 2001 στην Αθήνα και στη .... Αττικής, ως προς την οποία απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις και παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες μαζί με τον συγκατηγορούμενό τους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, επαναδιατυπωθείσας της κατηγορίας. Ήδη, κατά της παραπεμπτικής αυτής διάταξης του 805/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών οι άνω κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, άσκησαν τις κρινόμενες αιτήσεις και ζητούν την αναίρεσης του ως προς τη διάταξη αυτή, για τους προαναφερόμενους λόγους.
ΙΙΙ.- Από τη διάταξη το άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α)σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όντος αδιαφόρου, αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός και β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν δηλαδή ανάγονται στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις, εκτός αν οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα από ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση βάσει της εμφανιζομένης ψευδούς πραγματικής καταστάσεως, μελλοντικής εκπληρώσει από το δράστη, που έχει ειλημμένη εξ υπαρχής την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, οπότε αυτές, κατά την αληθινή έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αποτελούν γεγονός και θεμελιώνουν, συντρεχόντων και των λοιπών απαιτουμένων συστατικών όρων, την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 1.1 του Ν. 2408/1996 και την εκ νέου αντικατάστασή της με άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα: α)αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα η κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή 15.000 ευρώ και β)αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' του Π.Κ., όπως το εδάφιο προστέθηκε από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδοχή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής.
Συνεπώς για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τελέσεως του εγκλήματος κατ' επάγγελμα απαιτείται, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεσή του, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το ίδιο έγκλημα. Κατ' επάγγελμα δε τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι, όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999 και άρχισε να ισχύει από τις 3-6-1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβαλε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην περίπτωση της απάτης κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 98 του Π.Κ. Περαιτέρω κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος των συμπραττόντων. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας συναυτουργός πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, δεν είναι δε αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου ή στο βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς, εκτός αν πρόκειται για έγκλημα πολύπρακτο ή σύνθετο εν στενή εννοία, οπότε η αναφορά αυτή είναι επιβεβλημένη. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κύρια ή προανάκριση) για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος του (μάρτυρες, έγγραφα, κ.λ.π) χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσεως, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι κατ' επιλογή μερικά από αυτά. Έτσι, η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων-έστω και εσφαλμένη- δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Ποιν.Δ, αποτελεί και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως η οποία υπάρχει, όταν το συμβούλιο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως προκύψαντα στη διάταξη που εφήρμοσε. Περίπτωση τέτοιας εφαρμογής υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 805/2007 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε με δικές του σκέψεις, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που επιτρεπτώς, γενικώς κατά το είδος σ' αυτό αναφέρονται και συγκεκριμένα "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, την χωρίς όρκο κατάθεση του εγκαλούντα, τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα απολογητικά τους υπομνήματα" προέκυψαν τα εξής κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: Κατά μήνα Απρίλιο του 2000, ο αναιρεσείων Χ1, ο οποίος διατηρούσε τεχνικό γραφείο στην ..... και ο συγκατηγορούμενός του Χ3 μετέβησαν στο γραφείο του μηνυτού Ψ1, κτηματομεσίτου. Αιτία της επίσκεψης ήταν η συζήτηση για την ανάθεση στον τελευταίο της εξεύρεσης έκτασης για τις εγκαταστάσεις του "....". Κατά την επίσκεψη ο πρώτος των κατηγορουμένων εμφανίσθηκε και από τους δύο αυτούς κατηγορουμένους, ως καταξιωμένος αρχιτέκτονας-μηχανικός, ο οποίος, είχε αναλάβει πλήθος μελετών μεγάλων τουριστικών και βιομηχανικών συγκροτημάτων, ότι είναι ιδρυτής του κοινωφελούς ιδρύματος με το διακριτικό τίτλο "...." και μέλος του ΔΣ αυτού και ότι για τις ανάγκες του ιδρύματος αναζητείτο έκταση για να ανεγερθούν επ' αυτής οι εγκαταστάσεις προς πραγματοποίηση των σκοπών του ιδρύματος (βλ. κατάθεση της Γ1). Οι μεταξύ του μηνυτή και του πρώτου των ανωτέρω συναντήσεις συνεχίσθηκαν στα γραφεία της επιχείρησης του κατηγορουμένου Χ1, όπου επίσης εργαζόταν σε διαμορφωμένο δικό του (γραφειακό) χώρο και ο κατηγορούμενος Χ3(βλ. ρητές περί τούτου καταθέσεις των μαρτύρων Γ2 και Γ1) στα δε γραφεία αυτά εργάζονταν και διαφορά αλλά άτομα και οι δυο αυτοί κατηγορούμενοι παρίσταναν στο μηνυτή ότι ο κατηγορούμενος (Χ1) είχε μεγάλο κύκλο εργασιών, ήταν πρόσωπο με υψηλό κύρος και μεγάλη επιρροή, ως μέλος της Πενταμελούς Επιτροπής Έγκρισης Κοινοτικών Επιχορηγήσεων μεγάλων τουριστικών και Βιομηχανικών έργων, έργα τα οποία επιδοτούντο από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στα πλαίσια αυτής της γνωριμίας και της προαναφερόμενης συνεργασίας τους ο μηνυτής και ο πρώτος κατηγορούμενος άρχισαν συζητήσεις συνεργασίας με τη μορφή ανώνυμης τεχνικής εταιρείας, στην οποία θα μετείχε ο μηνυτής και η σύζυγος του πρώτου κατηγορουμένου Χ2 (τρίτη κατηγορουμένη) λόγω δήθεν κωλύματος του πρώτου κατηγορουμένου ως μέλος (δήθεν) της ανωτέρω πενταμελούς επιτροπής στην οποία ουσιαστικά όμως μέλος θα ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος. Εξάλλου οι μεταξύ του μηνυτή και του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 σχέσεις αναπτύχθηκαν και σε φιλικό επίπεδο κι έτσι κατά το μήνα Αύγουστο του 2000 η οικογένεια του Χ1 φιλοξενήθηκε επί 20-25 ημέρες σε μισθωμένη από τον Ψ1 εξοχική κατοικία ιδιοκτησίας Δ1, στη .....Αττικής. Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω φιλοξενίας τους τόσον ο κατηγορούμενος Χ1 όσον και η συγκατηγορουμένη σύζυγος του συνέχισαν να επαναλαμβάνουν τα ανωτέρω ως προς την επαγγελματική δραστηριότητα και κοινωνική του κατάσταση και επιρροή του Χ1 και έτσι ο μηνυτής αποφάσισε, τελικά, τη σύσταση ανώνυμης τεχνικής εταιρίας μεταξύ αυτού και της τρίτης κατηγορουμένης Χ2. Μάλιστα, ο Χ1 παρέστησε ψευδώς στο μηνυτή ότι ο ίδιος δεν μπορούσε νομίμως και εμφανώς να συμμετέχει στην ως άνω συσταθησόμενη (δήθεν) εταιρία λόγω της (δήθεν επίσης) ως άνω ιδιότητας του ως μέλους της ανωτέρω (πενταμελούς) επιτροπής και έτσι ο μηνυτής πείσθηκε και με τη νέα αυτή ψευδή παράσταση. Τέλος, καθ' όλο το χρονικό διάστημα από του μηνός Αυγούστου 2000 έως του μηνός Μαΐου 2001 αμφότεροι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι (Χ1 και Χ3) είπαν στο μηνυτή ότι μέρος των αμοιβών από την ανάθεση διαφόρων μελετών τις οποίες είχε ο Χ1 αναλάβει αυτός (Χ1) θα το διέθετε και αυτό θα επενδύονταν στο ενεργητικό της υπό σύσταση (δήθεν) ανώνυμης εταιρίας και ότι οι μελέτες αυτές (δήθεν) αφορούσαν μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες στην Κρήτη στην Κεφαλονιά, στην Κέρκυρα, τις ανεγέρσεις των κτιριακών εγκαταστάσεων στο .... και το συγκρότημα Πτηνοτροφείων και Παστερίωσης "....", από τις οποίες οι αμοιβές θα ανέρχονταν σε πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια δραχμές. Τις ίδιες ψευδείς διαβεβαιώσεις από κοινού με το σύζυγο της Χ1, όσον αφορά τις ανωτέρω μελέτες των προαναφερομένων (ξενοδοχειακών και μη) επιχειρήσεων, των αναφερομένων από τις μελέτες αυτές μεγάλων αμοιβών, που θα' επένδυε ο πρώτος κατηγορούμενος, στη δήθεν συσταθησομένη ΑΕ και των διασυνδέσεων και επαγγελματικού και κοινοτικού κύρους του πρώτου κατηγορουμένου και αναμενομένων αμοιβών έδιδε προς το μηνυτή και η αναιρεσείουσα Χ2 , σύζυγος του πρώτου κατηγορουμένου Χ1, κατά το χρονικό διάστημα της φιλοξενίας της ήτοι της επί 20-25νθήμερο φιλοξενίας της κατά το μήνα Αύγουστο 2000, στη μισθωμένη οικία του μηνυτή στη ..... Οι ανωτέρω υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις, αντίστοιχα, των κατηγορουμένων ανάγονται μεν στο μέλλον όμως συνοδεύονταν ταυτόχρονα με τις ως άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις του Χ1, Χ3, Χ2 που αναφέρονταν σε γεγονότα στο παρόν και στο παρελθόν και έτσι αυτές δημιούργησαν στον μηνυτή την εντύπωση της βέβαιης μελλοντικής εκπλήρωσης, με βάση την εμφανιζόμενη από αυτούς (κατηγορουμένους) ψευδή κατάσταση, ενώ ο κατηγορούμενος Χ1 είχε ήδη ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, όπως εγνώριζαν και συμφωνούσαν με τον τελευταίο οι λοιποί δύο κατηγορούμενοι. Έτσι, στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής ο Χ1 άρχισε να αποσπά από το μηνυτή διάφορα χρηματικά ποσά, ως δήθεν απαραίτητα για την ολοκλήρωση των μελετών των έργων, που είχε αναλάβει. Ειδικότερα ο μηνυτής μετά ταύτα παρέδωσε, στον κατηγορούμενο τα εξής χρηματικά ποσά είτε με αυτούσια καταβολή τους εκ μέρους του μηνυτή είτε με παράδοση τραπεζικών επιταγών εκ μέρους του μηνυτή ή της θυγατέρας του Γ1 ή του υπαλλήλου του γραφείου του μηνυτή Γ2, τις οποίες στη συνέχεια ο κατηγορούμενος Χ1 εξαργύρωνε με ανάληψη των αντίστοιχων ποσών τους από τις τράπεζες, στις οποίες είχαν αυτές εκδοθεί. Ειδικότερα, ο μηνυτής κατέβαλε στον κατηγορούμενο διάφορα ποσά στις ακόλουθες ημερομηνίες: 1.- Στις 30.8.2000 το ποσό των 5.000.000 δρχ. με τη με αριθμό ....... επιταγή πληρωτέα στην τράπεζα EUROBANK. 2.- Στις 14.9.2000 το ποσό των 5.000.000 δρχ. σε μετρητά που κατέβαλε στον Χ1 επ' ονόματι και για λογαριασμό του μηνυτή ο συνεργάτης - υπάλληλος στο γραφείο του τελευταίου Γ2. 3.- Στις 26.9.2000 το ποσό των 5.000.000 δρχ. με τραπεζική επιταγή με αριθμό ....... πληρωτέα στην τράπεζα EUROBANK. 4.- Στις 2.10.2000 το ποσό των 5.000.000 δρχ. σε μετρητά που κατέβαλε στον Χ1 στο γραφείο αυτού επ' ονόματι και για λογαριασμό του μηνυτή ο αυτός ως ανωτέρω συνεργάτης-υπάλληλος του γραφείου του μηνυτή Γ2. 5.- Στις 24.10.2000 το ποσό των 5.000.000 δρχ. με την μεταβίβαση και οπισθογράφηση από αυτόν (μηνυτή) προς τον Χ1 της με αριθμό ...... τραπεζικής επιταγής πληρωτέας στην αμέσως ανωτέρω τράπεζα. 6.- Στις 8.11.2000 το ποσό των 10.000.000 δρχ. με την εκ μέρους του (δηλ. του μηνυτή) οπισθογράφηση και μεταβίβαση προς τον Χ1 της με αριθμό ...... τραπεζικής επιταγής της αυτής ως άνω τράπεζας. 7.- Στις 28.11.2000 το ποσό των 5.000.000 δρχ. με οπισθογράφηση και προς τον Χ1 από το μηνυτή μεταβίβαση της με αριθμό .... τραπεζικής επιταγής πληρωτέας στην ίδια ως άνω πληρώτρια τράπεζα. 8.- Στις 20.12.2000 το ποσό των 10.000.000 δρχ. με οπισθογράφηση και μεταβίβαση της με αριθμό ..... τραπεζικής επιταγής πληρωτέας στην αυτή τράπεζα από το μηνυτή προς τον Χ1 σε διαταγή του. 9.- Στις 11.1.2001 το ποσό των 3.000.000 δρχ. σε μετρητά που κατέβαλε στον Χ1 στο γραφείο του επ'ονόματι και για λογαριασμό του μηνυτή η θυγατέρα του τελευταίου Γ1. 10.- Στις 12.2.2001 το ποσό των 2.000.000 δρχ. σε μετρητά, που κατέβαλε στον Χ1, στο γραφείο του για λογαριασμό του μηνυτή η αυτή θυγατέρα του μηνυτή. 11.- Στις 23.2.2001 το ποσό των 2.000.000 δρχ. σε μετρητά, που κατέβαλε στον Χ1, στο γραφείο του επίσης για λογαριασμό του μηνυτή η προαναφερόμενη θυγατέρα του Γ1. 12.- Στις 19.3.2001 το ποσό των 3.000.000 δρχ. σε μετρητά, που, ομοίως, κατέβαλε στον Χ1, στο γραφείο του για λογαριασμό του μηνυτή, η θυγατέρα του μηνυτή Γ1. 13.- Στις 12.4.2001 το ποσό των 2.000.000 δρχ. σε μετρητά, που κατέβαλε στον Χ1, στο γραφείο του, για λογαριασμό του μηνυτή, η αυτή ως άνω θυγατέρα του τελευταίου. 14.- Στις 27.4.2001 το ποσό των 2.000.000 δρχ. σε μετρητά, που κατέβαλε στον Χ1, στο γραφείο του, κατ'εντολή και για λογαριασμό του μηνυτή, η αυτή ως άνω θυγατέρα του Γ1. 15.- Στις 3.5.2001 το ποσό των 2.000.000 δρχ., δυνάμει εξουσιοδοτήσεως του μηνυτή προς τον Χ1 να εισπράξει το ποσό αυτό από το λογαριασμό του μηνυτή στην Τράπεζα EUROBANK και τα οποία ποσά αυτός (Χ1) εισέπραξε από το υποκατάστημα EUROBANK στην Αγία Παρασκευή Αττικής (ήτοι καταβολές που αναφέρονται στο στοιχείο Γ του κατηγορητηρίου και του διατακτικού του εκκαλουμένου βουλεύματος. Ακόμη στα πλαίσια των συμφωνηθέντων για τη σύσταση της ΑΕ ο μηνυτής κατά το μήνα .... ανέθεσε στη συμβολαιογράφο Αθηνών Δέσποινα Τριτσιμπίδα τη σύνταξη του κατασταστικού σύστασης της τεχνικής εταιρείας, όπως του είχε υποδείξει ο 1ος κατηγορούμενος η οποία προέβη στη σύνταξή του, χωρίς να συμπληρώσει την ακριβή ημερομηνία και τον αριθμό του συμβολαιογραφικού εγγράφου, το οποίο όμως δεν υπογράφηκε, για διαφορετικούς λόγους που προβάλλονται από κάθε πλευρά. Ο μηνυτής ακόμη προέβη στη μίσθωση ακινήτου στο ... Αττικής, για να στεγασθούν τα γραφεία της εταιρείας, "ως τεχνικό - μεσιτικό γραφείο", μετά δε την έγκριση από τον Χ1 ο μηνυτής υποβλήθηκε σε σειρά εξόδων για την οργάνωση της υποδομής της υπό σύσταση εταιρείας στο μισθωμένο χώρο, προβαίνοντας σε αγορά επίπλων, σχεδιαστηρίων κλπ, ανερχομένων συνολικά στο ποσόν των 58.694 ευρώ περίπου. Επιπλέον ο μηνυτής στις 5-12-2000 κατέβαλε στον εκ των οικοπεδούχων το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος αρραβώνα εκ δρχ. 13.000.000, δια της υπ' αριθ. ..... επιταγής της EUROBANK. Προσέτι στις 20-5-2001 ο Χ1 έδωσε εντολή στο μηνυτή, σε αντικατάσταση της από 25-4-2000 εντολής του και αλλαγής του τίτλου του ιδρύματος από "....." σε ".....", όπως διαπραγματευθεί για την αγορά του ως άνω κτήματος. Η πραγματοποίηση όμως όλων των από τον τρίτο των κατηγορουμένων υποσχεθέντων καθυστερούσε, ήτοι η υπογραφή του καταστατικού σύστασης της ως άνω εταιρείας, η μεταβίβαση της έκτασης στον ..., η μετεγκατάσταση του τεχνικού γραφείου του κατηγορουμένου αυτού στο μισθωθέν ακίνητο στο ..., αλλά και η ολοκλήρωση των μελετών τις οποίες όπως ισχυριζόταν ο τελευταίος είχε αναλάβει. Ο κατηγορούμενος Χ1 εξάλλου, παραδέχθηκε ότι δεν υπήρχε κοινωφελές ίδρυμα, αλλά σωματείο τη μετατροπή του οποίου σε ίδρυμα επεδίωκε και προς επίρρωση των ισχυρισμών αυτών επέδειξε στον παθόντα, το από ... έγγραφο του Υφυπουργού Υγείας - Πρόνοιας προς το Υπουργείο Οικονομικών, σύμφωνα με το οποίο το πρώτο γνωστοποιούσε στο δεύτερο ότι δεν έχει αντίρρηση για τη σύσταση του ιδρύματος και την κύρωση του οργανισμού του, είπε δε ο Χ1 στο μηνυτή ότι είχε ήδη εγκριθεί ο οργανισμός του ιδρύματος.
Μετά ταύτα ο μηνυτής αντελήφθη ότι τα πράγματα δεν ήταν έτσι όπως του τα είχε εμφανίσει ο πρώτος των κατηγορουμένων και προέβη σε έρευνα, στην οποία συμμετείχε και η θυγατέρα του - μάρτυρας Γ1. Από την έρευνα προέκυψε ότι κατηγορούμενος δεν ήταν μέλος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (βλ. την υπ' αριθ. πρωτ. ...... απάντηση της υπηρεσίας αυτής σε αίτηση της Γ1), στο μητρώο του οποίου εγγράφονται υποχρεωτικά όλοι οι ελληνικής ιθαγένειας ή έχοντες την ιθαγένεια κράτους - μέλους της ΕΕ, διπλωματούχοι πολυτεχνικών σχολών της χώρας ή ισοτίμων σχολών του εξωτερικού, μετά τη λήψη της άδειας επαγγέλματος. Ακόμη ο αυτός κατηγορούμενος Χ1, μόλις την ... προέβη στη σύσταση μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης κεφαλαίου 17.608,22 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθ. .... σύστασης της συμβολαιογράφου Ν. Ιωνίας Πηνελόπης Παπατριανταφύλλου, με την επωνυμία: "..... - ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και με το διακριτικό τίτλο "....." και προέβη σε έναρξη εργασιών στη ΔΟΥ Αγ. Παρασκευής, με την από .... δήλωση του, από 14-6-2001, προφανώς δε η επιχείρηση του λειτουργούσε παρανόμως κατά τα προγενέστερο χρονικό διάστημα. Από το με αριθμό μητρώου σωματείου ..... καταστατικό του Πολιτιστικού, Αλληλοβοηθητικού, Λαογραφικού, Φιλαθλητικού, Φιλανθρωπικού Σωματείου ".....", το οποίο αναγνωρίσθηκε με την υπ' αριθ. .... απόφαση και τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. ... ο μαία, ο πρώτος των κατηγορουμένων δεν ήταν ιδρυτής του σωματείου (το οποίο βέβαια δεν ήταν ίδρυμα), ούτε μέλος αυτού, τακτικό ή αναπληρωματικό από την ίδρυσή του έως τον χρόνο τέλεσης των, ως άνω πράξεων, ούτε μέλος της ως άνω Επιτροπής (βλ. σχετικά έγγραφα) ενώ σημειωτέον μέλος του σωματείου .... ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ3 (βλ. αντίγραφο καταστατικού του ως άνω σωματείου). Περαιτέρω προέκυψε ότι ο πρώτος των κατηγορουμένων απολογούμενος, αλλά και με το υπόμνημά του που υπέβαλε με την κρινόμενη έφεση του, αρνήθηκε την κατηγορία, ισχυριζόμενος ότι τις επιταγές τις παρέδωσε ο μηνυτής ως νόμιμη αμοιβή του γραφείου του, για την εκπόνηση μελετών των σχεδίων επέκτασης του εργοστασίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία: "ΤΕΧΤILIA A.E" στους Αγίους Θεοδώρους Θηβών, την οποία εκπροσωπεί ο Ζ1, την εξοχική κατοικία του οποίου επεδίωκε να αποκτήσει, ότι φοίτησε στη Σχολή Μηχανικών του Δήμου Νίκαιας και στη συνέχεια στην Πολυτεχνική Σχολή του Ντάρμσταντ της Δυτικής Γερμανίας, ότι η επιχείρηση του στεγάζεται από πενταετίας στο γραφείο επί της οδού ......., ότι εκπονεί μελέτες επί 35 έτη, ότι το ίδρυμα είναι υπαρκτό και είναι μέλος του ΔΣ αυτού και ότι ο μηνυτής στην κατωτέρω αναφερόμενη αγωγή στηρίζει επικουρικά την απαίτησή του σε δανεισμό. Και οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου κρίνονται αναληθείς και τούτο διότι: 1.- Δεν ήταν αρχιτέκτονας ή πολιτικός μηχανικός. 2. Μόλις κατά το μήνα Ιούνιο του 2001, νομιμοποίησε την επιχειρηματική του δραστηριότητα, κατά τα προεκτεθέντα και ενώ είχε αρέσει η αντιδικία του με το μηνυτή. 3. Δεν προσκόμισε κάποιο δημόσιο έγγραφο, όπως αντίγραφο της φορολογικής του δήλωσης, αποδείξεις παροχής. υπηρεσιών- κλπ για να αποδείξει ότι ήταν φερέγγυος, ότι είχε αναλάβει πλήθος μελετών, ότι είναι μέλος της επιτροπής που προαναφέρθηκε κλπ. 4. Οι επιταγές δεν εδόθησαν για τον ανωτέρω λόγο, διότι στην υπ' αριθ. 6454/2001 αγωγή της εταιρείας συμφερόντων Ζ1, κατά του μηνυτή, αναφέρεται μεταξύ των άλλων ότι: "...Οι δ' απειλές του συνιστάμενες σε διαβολές σε τρίτους ότι αυτός χρηματοδότησε το έργο, ότι του χρωστάγαμε λεφτά...". Ο ίδιος ο Ζ1 εξάλλου, καταθέτοντας στα πλαίσια άλλης ποινικής διαδικασίας, δεν ανέφερε κάτι που να ενισχύει την τελευταία θέση του κατηγορουμένου (βλ. αντίγραφο της από 17-9-2001 ένορκης: κατάθεσης του τελευταίου). Αθροιζόμενα δε τα ως άνω ποσά διαμορφώνουν το ως άνω συνολικό χρηματικό ποσόν, για το οποίο γίνεται λόγος και στην από 20-6-2001 μήνυση περί εκβίασης του Χ1 κατά του μηνυτή και άγνωστου δράστη (βλ. αντίγραφα της μήνυσης, του κατηγορητηρίου και των λοιπών εγγράφων που αναφέρονται στη μήνυση αυτή). 5. Οι μελέτες που επισύναψε ο κατηγορούμενος στη δικογραφία, δεν φέρουν υπογραφές, σφραγίδες κλπ, από κανένα δε δημόσιο έγγραφο, όπως αποδείξεις καταβολής αμοιβής από τους εντολείς του, δεν ενισχύονται οι ισχυρισμοί του περί αναθέσεως μελετών, κερδών πολλών εκατοντάδων εκατομμυρίων δραχμών κλπ. 6. Το ότι στην ως άνω αγωγή του ο μηνυτής έχει και επικουρική βάση, δεν σημαίνει ότι ανατρέπονται τα ανωτέρω. 7. Στην παρούσα δικογραφία επισυνάφθηκαν αντίγραφα έξι αποφάσεων, με τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος σε ποινές φυλάκισης για υπεξαίρεση και απάτη, συνισταμένη) η τελευταία στο ότι ο Χ1 εμφανιζόταν και ως πολιτικός μηχανικός (βλ. αντίγραφα των αποφάσεων), γεγονός που αποδεικνύει την αφερεγγυότητά του και την κακή κοινωνική και επαγγελματική του κατάσταση. Εξάλλου ο δεύτερος των κατηγορουμένων Χ3 απολογούμενος ισχυρίσθηκε, εκτός των άλλων, ότι κατά το μήνα Απρίλιο του 2000 επισκέφθηκε, πραγματικά, μαζί με τον συγκατηγορούμενό του το κτηματομεσιτικό γραφείο του μηνυτή, ουδέποτε όμως έκτοτε του παρέστησε ψευδή γεγονότα σαν αληθή, ότι ουδεμία ωφέλεια είχε και ότι ψεύδεται η κόρη του μηνυτή, ισχυριζόμενη, ότι αυτός είχε δήθεν εγκατασταθεί στο γραφείο του συγκατηγορουμένου του (δηλ. του Χ1). Παρά ταύτα, από τις καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων Γ1 και Γ2, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της ανωτέρω μήνυσης, που κρίνονται αξιόπιστα, προκύπτει, ότι, πράγματι, ο ως άνω δεύτερος κατηγορούμενος Χ3 κατά το χρονικό διάστημα από Αυγούστου 2000 έως 3.5.2001, προκειμένου να ωφελήσει τον συγκατηγορούμενό του Χ1, (στα γραφεία επιχείρησης του οποίου διέθετε ο ίδιος - Χ3- και δικό του γραφειακό χώρο, ως συνεργάτης του Χ1) και σε βάρος της περιουσίας του μηνυτή, για να αποσπάσει ο Χ1 τα ανωτέρω αναφερόμενα υπό στοιχεία Γ του κατηγορητηρίου από το μηνυτή ποσά και δη αυτός Χ3) εξακολούθησε να δίνει προς το μηνυτή τις ίδιες ως άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις, ότι δηλαδή ο συγκατηγορούμενος του Χ1 ήταν καταξιωμένος Αρχιτέκτων Μηχανικός, ο οποίος είχε αναλάβει πλήθος μελετών μεγάλων τουριστικών και βιομηχανικών συγκροτημάτων ότι είναι ιδρυτής του Κοινωφελούς Ιδρύματος με τον διακριτικό τίτλο "......." και μέλος του ΔΣ αυτού και ότι, περαιτέρω, λόγω των ανωτέρω ψευδών προς αυτόν (μηνυτή) παραστάσεων του δευτέρου κατηγορουμένου ο μηνυτής προέβη στις ανωτέρω (15) με επιταγές και δια μετρητών καταβολές του προς τον 1° κατηγορούμενο. Η τρίτη κατηγορούμενη, εξάλλου Χ2 ναι μεν απολογούμενη ισχυρίσθηκε, ότι αυτή δεν έλαβε μέρος στις οποίες συζητήσεις του συζύγου της Χ1 με το μηνυτή δεν αναμείχθηκε ποτέ στα επαγγελματικά του θέματα και το μόνο που αυτή έπραξε ήταν να αποτρέψει το σύζυγό της από του να συνεταιριστεί με το μηνυτή για τους λόγους που αυτή επικαλείται στο απολογητικό της υπόμνημα. Όμως, οι ως άνω απολογητικοί της ισχυρισμοί κατά το μέρος που αυτοί αφορούν την ανωτέρω υπό στοιχείο Γ του κατηγορητηρίου πράξη, δεν κρίνονται αληθείς καθ' όσον πλήρως κατά περιεχόμενο καταρρίπτονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων Γ1 (θυγατέρας του μηνυτή) και Γ2 (συνεργάτη - υπαλλήλου του γραφείου του μηνυτή), δεδομένου ότι αμφότεροι οι αμέσως ανωτέρω μάρτυρες στις από 22.3.2004 και 23.3.2004 αντίστοιχες ένορκες καταθέσεις τους, επιβεβαιώνουν τα όσα, ομοίως, κατήγγειλε σχετικώς με την από 6.2.2002 μήνυσή του και κατά της ανωτέρω κατηγορουμένης ο ίδιος ο μηνυτής. Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι όλοι οι κατηγορούμενοι ψευδώς και κατ' εξακολούθηση, παρέστησαν στον εγκαλούντα τα ανωτέρω, τελώντας εν γνώσει της αναληθείας τους, με σκοπό να τον παραπλανήσουν, όπως και τον παραπλάνησαν και να καρπωθεί ο κατηγορούμενος Χ1 όπως και καρπώθηκε παρανόμως το χρηματικό ποσόν των 66.000.000 δρχ. ή 193.690,38 ευρώ. Οι κατηγορούμενοι με τις μερικότερες αυτές πράξεις τους απέβλεπαν στο αποτέλεσμα αυτό, στην παράνομη δηλαδή περιουσιακή του ωφέλεια, η οποία είναι μεγαλύτερη των 73.000 ευρώ, αλλά και των 15.000 ευρώ, επιφέροντας αντίστοιχη ζημία στην περιουσία του μηνυτή. Ο εγκαλών παραπλανήθηκε από τις ψευδείς παραστάσεις και κατέβαλε στον κατηγορούμενο Χ1 το ως άνω συνολικό ποσόν, αν δε γνώριζε την αναλήθεια των ισχυρισμών, δεν θα προέβαινε στην καταβολή του. Τις ανωτέρω πράξεις τους οι κατηγορούμενοι τελούσαν κατ' εξακολούθηση, για μεγάλο χρονικό διάστημα, με ετοιμότητα για επανειλημμένη τέλεση, αλλά και με σχεδιασμό, προς επίτευξη δε του σκοπού τους και διατήρηση της πλάνης του παθόντα, προσέθεταν και νέα ψευδή πραγματικά ενώ οικοδόμησαν φιλικές σχέσεις με το μηνυτή και κλίμα εμπιστοσύνης, γεγονότα που αποδεικνύουν, ότι είχαν αναγάγει σε επάγγελμα την τέλεση των ανωτέρω κακουργηματικών πράξεων, εξασφαλίζοντας εισόδημα, ο Χ1 για τον εαυτό του, ομοίως και η σύζυγος του τρίτη κατηγορουμένη η οποία συμβιούσε ως σύζυγος με τον πρώτο κατηγορούμενο και είχε πρόδηλο συμφέρον στην αύξηση των οικογενειακών τους εισοδημάτων αλλά και ο τρίτος κατηγορούμενος, ο οποίος συνεργαζόταν στην επιχείρηση του πρώτου κατηγορουμένου προφανώς με κάποια αμοιβή ή ποσοστά στον πορισμό των οποίων απέβλεπε αυτός. Προκύπτει, ακόμη, η σταθερή ροπή τους για διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον, η οποία αποδεικνύεται από τη βαρύτητα του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο διώκονται, τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσής τους και τα αίτια που τους ώθησαν, κατά τα προεκτεθέντα. Δεν είναι άλλωστε, τυχαίο, ότι ο 3ος κατηγορούμενος αυτός (Χ1) είχε καταδικαστεί στο παρελθόν για απάτες και για υπεξαιρέσεις, ήτοι είχε σταθερή ροπή προς διάπραξη του εγκλήματος της απάτης. Με βάση τις παραδοχές αυτές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις περί της τελέσεως από τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους της μερικότερης πράξης της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπούμενο όφελος και προξενηθείσα αντίστοιχη ζημία άνω των 73.000 ευρώ και για το λόγο αυτό παρέπεμψε αυτούς ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν για την ως άνω πράξη. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, αναφορικά με τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους και την ως άνω μερικότερη κακουργηματική πράξη της απάτης, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος 9 και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στους αναιρεσείοντες αξιόποινη πράξη της απάτης στην κακουργηματική της μορφή, μνημονεύει δε τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και σχημάτισε την κρίση για την ύπαρξη αποχρωσών ενδείξεων παραθέτει, τέλος, τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 136 στοιχ. στ', 27 παρ. 2, 45 98 και 386 παρ. 1 β-α και 3α, β ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996 και στη συνέχεια με άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, τις οποίες ορθά εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, αιτιολογείται με πληρότητα η τέλεση του εγκλήματος της απάτης από τους αναιρεσείοντες. Περαιτέρω, στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται σαφώς και ορισμένως τα ψευδή γεγονότα, που εν γνώσει τους οι αναιρεσείοντες και ο συναυτουργός τους παρέστησαν από κοινού ως αληθινά, από τα οποία πείσθηκε ο παθών να καταβάλει τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά στον αναιρεσείοντα, Χ1, τα πραγματικά περιστατικά για τον σκοπό των συναυτουργών να αποκομίσει, ο ως άνω αναιρεσείων (Χ1) παράνομο περιουσιακό όφελος με βλάβη της περιουσίας του παθόντος και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της απάτης προσδιορίζεται δε η ζημία του παθόντος, το ύψος της και πως επήλθε, τελούσα σε συνάφεια προς τις ψευδείς ως άνω παραστάσεις. Ακόμη, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων αναφέρονται και τα έγγραφα, τα απολογητικά υπομνήματα των αναιρεσειόντων και τα συνημμένα σ' αυτά έγγραφα, άρα και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο του αναιρεσείοντος Χ1 τοιαύτα, και δεν ήταν αναγκαίο να εξειδικεύεται η ταυτότητα των εγγράφων τα οποία συνεκτίμησε το Συμβούλιο, ούτε να γίνεται συγκριτική αξιολόγηση και στάθμιση αυτών. Η αιτίαση του ως άνω αναιρεσείοντος ως προς την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων, απαραδέκτως προβάλλεται, καθόσον πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και ε' του Κ.Ποιν.Δ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 13 περ. στ' και 386 παρ. 1 β-α και 3 α, β του ΠΚ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' Κ.Ποιν.Δ ακυρότητα λαμβανομένη υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, κατά δε το άρθρο 309 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ, το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιον του, με την παρουσία και του εισαγγελέα, για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Μόνον δε όταν το συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του ή αρνηθεί αναιτιολόγητα την εμφάνιση αυτή, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα και δημιουργείται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α' Κ.Ποιν.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως των ένδικων αιτήσεων, περί απολύτου ακυρότητος, λόγω αναιτιολογήτου απορρίψεως του αιτήματος των αναιρεσειόντων να εμφανιστούν αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών προς παροχή διευκρινίσεων, είναι αβάσιμος, αφού εν αντιθέσει προς τον σχετικό ισχυρισμό αυτών, τέτοια αίτηση δεν περιέχεται στις εκθέσεις των εφέσεών τους. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση στις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, πρέπει αυτές να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. 113/18-5-2007 και 114/18-5-2007 αιτήσεις των : 1Χ1 και 2)Χ2, αντιστοίχως, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 805/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας, λόγω αιτιολόγησης απόρριψης της αιτήσεως αναιρεσειόντων να εμφανιστούν ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που επελήφθη της υποθέσεώς τους προς παροχή διευκρινήσεων, αφού, εν αντιθέσει προς τον σχετικό ισχυρισμό αυτών, τέτοια αίτηση δεν περιέχεται στις εκθέσεις των εφέσεών τους. Στοιχεία κακουργηματικής απάτης από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Έννοια συναυτουργίας. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή των αναιρεσειόντων για κακουργηματική απάτη από κοινού κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ ή 73.000 ευρώ.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση.
| 0
|
Αριθμός 1639/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κακαρούνα, περί αναιρέσεως της 1005/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαΐου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 987/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως δημιουργεί η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚποινΔ. Τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, υπάρχει και όταν κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που ανάγονται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, παρατηρείται, είτε στην αυτοτελή αιτιολογία της αποφάσεως, είτε μεταξύ των εκτιθεμένων στο αιτιολογικό της και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό, ασάφεια ή αντίφαση. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοια τους, όπως είναι η κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως, η οποία συντρέχει, η μεν πρώτη όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, η δε δεύτερη όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του (άρθρο 13 στοιχ.στ ΠΚ). Ιδιαίτερα, επίσης, πρέπει να αιτιολογείται η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, όπως είναι και ο περί πλάνης ισχυρισμός, υπό την προϋπόθεση ότι προτάθηκαν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚποινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1005/2007 απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα απόπειρας απάτης σε βάρος του Δημοσίου, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελεσθείσα, με επιδιωχθέν όφελος και αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουσα τα 15.000 ευρώ, και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο ετών και έξι μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Ειδικότερα, κατά το διατακτικό της αποφάσεως, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος διότι: "... έχοντας αποφασίσει από κοινού με το συγκατηγορούμενο του Χ2 να τελέσει το έγκλημα της απάτης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου επεχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του αδικήματος αυτού. Την πράξη δε της απόπειρας της απάτης διαπράττει κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, ενώ το όφελος που επεδίωξε να επιτύχει και αντίστοιχα η ζημία που μπορούσε να προκληθεί είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Συγκεκριμένα με την από 15 Οκτωβρίου του 2000 αίτηση που υπέβαλε φαινομενικά επ'ονόματί του. στην πραγματικότητα όμως ενεργώντας και ως όργανο του συγκατηγορουμένου του, προς τον αρμόδιο υποθηκοφύλακα Κρωπίας, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον παραπάνω υπάλληλο ότι το παραπάνω ακίνητο ήταν αυτοτελής ιδιωτική έκταση και ζήτησε να χορηγηθεί πιστοποιητικό βαρών που να αφορά αποκλειστικά το εν λόγω ακίνητο, και με τον τρόπο αυτό, δηλαδή με την εν γνώσει του προβολή του προαναφερθέντος ψευδούς ισχυρισμού και την επίσης εν γνώσει του προσαγωγή, προς υποστήριξη του ισχυρισμού του αυτού, γνησίων μεν αλλά αναληθών κατά το περιεχόμενο εγγράφων και εγγράφων που εκδόθηκαν μετά από εξαπάτηση των δικαστικών αρχών, ήτοι του υπ'αριθ ...... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων|νου. Μητρέλη, της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και της υπ'αριθ. 946|00 απόφασης του .Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών -τμήμα εκούσιας δικαιοδοσίας. πέτυχε την παραπλάνηση του ανωτέρω υπαλλήλου, ώστε αυτός να εκδώσει το υπ'αριθ. ..... πιστοποιητικό βαρών για το εν λόγω ακίνητο, για να το χρησιμοποιήσει για την διενέργεια πλειστηριασμού του ακινήτου, ο οποίος τελικά απεφεύχθη από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεώς του και συγκεκριμένα γιατί ο υποθηκοφύλακας γνωστοποίησε τα παραπάνω γεγονότα στον Εισαγγελέα Αθηνών με την υπ'αριθ. πρωτ. .... αναφορά του, ο οποίος με το από... έγγραφό του ενημέρωσε τον Πρόεδρο του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου και αυτός με την σειρά του τα μέλη του συλλόγου, μεταξύ δε αυτών και την ορισθείσα υπάλληλο επί του πλειστηριασμού ......., την οποία επιχείρησε να εξαπατήσει στις 25.11.98 (κατά την αρχικώς ορισθείσα ημερομηνία του πλειστηριασμού) και στις 21.4.00 (κατά την μετ'αναβολή ορισθείσα νέα ημερομηνία του πλειστηριασμού), κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, ήτοι με την παράσταση των παραπάνω ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και με την προσκόμιση των παραπάνω γνησίων μεν, αλλά αναληθών κατά περιεχόμενο εγγράφων. Στις ανωτέρω παράνομες ενέργειες του προέβη, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος ο ίδιος, ο συγκατηγορούμενός του και άλλοι με την καταπάτηση της παραπάνω δημόσιας δασικής έκτασης, χρησιμοποιώντας, για την επίτευξη του σκοπού του αυτού, νομιμοφανείς διαδικασίες με την εξαπάτηση των ανωτέρω δικαστικών αρχών και υπαλλήλων. Το συνολικό δε όφελος και η αντίστοιχη ζημία, που μπορούσε να προκληθεί σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου από την παραπάνω πράξη του κατηγορούμενου, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Ειδικότερα δε η ζημία που απειλήθηκε σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ζημία ισούται με την αξία του ακινήτου που ταυτίζεται με το παράνομο περιουσιακό όφελος που επεδίωξε, ενώ η παραπάνω ζημία του Δημοσίου δε συνίσταται στην αξία του ακινήτου, εφόσον δεν έλαβε χώρα ο πλειστηριασμός και η μεταβίβαση του, αλλά στη μείωση της αγοραίας αξίας του που επέρχεται από το γεγονός ότι εμφανίζεται το ακίνητο αυτό αμφισβητούμενο, και σε κάθε άλλη δαπάνη που θα απαιτηθεί για τη δικαστική εκκαθάριση της, αφού η κατά τ.μ ζημία σε βάρος του δημοσίου ανέρχεται σε 88 ευρώ. Την πράξη δε της απόπειρας διαπράττει κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια όπως προκύπτει από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, αλλά και από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ενεργώντας με βάση οργανωμένου σχεδίου". Στο σκεπτικό της αποφάσεως, αφού αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το Δικαστήριο εκτίθενται, κατά λέξη, τα εξής: "ο κατηγορούμενος την .... υπέβαλε κατ' επίφαση μεν στο όνομά του, στην πραγματικότητα όμως ενεργώντας ως όργανο του Χ2, αίτηση προς τον αρμόδιο υποθηκοφύλακα Κρωπίας με την οποία παρέστησε ψευδώς ότι το αναφερόμενο στο διατακτικό της παρούσας ακίνητο αποτελούσε αυτοτελή ιδιωτική έκταση και ζήτησε από τον υποθηκοφύλακα να του χορηγήσει πιστοποιητικό βαρών που να αφορά το ακίνητο αυτό. Δηλαδή με την εν γνώσει του προβολή του ψευδούς ισχυρισμού και στη συνέχεια προσκομιδή του πιστοποιητικού προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού του που ήταν όμως σε γνώση του αναληθές κατά το περιεχόμενό του, παραπλανήθηκε ο ως άνω υποθηκοφύλακας και εξέδωσε το με αριθμό ...... πιστοποιητικό βαρών, προκειμένου στη συνέχεια να το χρησιμοποιήσει ο κατηγορούμενος στον επικείμενο πλειστηριασμό του ακινήτου. Όμως ο πλειστηριασμός αυτός δεν πραγματοποιήθηκε από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεως του ιδίου του κατηγορούμενου και του Χ2, για λογαριασμό του οποίου ενεργούσε, γιατί ο υποθηκοφύλακας παρόλο που υποχρεώθηκε να εκδώσει το σχετικό πιστοποιητικό βαρών σε εκτέλεση της υπ' αριθμό 946/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενημέρωσε τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών με την σχετική αναφορά που του υπέβαλε. Έτσι αποτράπηκε η διενέργεια του πλειστηριασμού αφού ο Πρόεδρος του οικείου Συμβολαιογραφικού συλλόγου ενημέρωσε την αρμόδια επί του πλειστηριασμού υπάλληλο με αποτέλεσμα να μην πραγματοποιηθεί αυτός. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της κακουργηματικής απάτης σε βάρος του δημοσίου σε μη τετελεσμένη μορφή, όπως τα ειδικότερα περιστατικά αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, δεδομένου ότι με την πράξη του απέβλεπε να προσπορίσει στον εαυτό του εισόδημα. Πρέπει δε να απορριφθεί ως αβάσιμος ο προβαλλόμενος αυτοτελής ισχυρισμός περί πλάνης πραγματικής και νομικής. Αντίθετα δεν προέκυψε από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία ότι τέλεσε τις πράξεις της απάτης σε βάρος του δημοσίου, όπως τα ειδικότερα περιστατικά αυτής αναφέρονται στο διατακτικό και λόγω των ελαχίστων αμφιβολιών, πρέπει να κηρυχθεί αθώος αυτών".
Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, καθόσον περιέχει ασάφειες και αντιφάσεις, οι οποίες καθιστούν συγχρόνως ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο αν εφαρμόσθηκε ορθώς η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 ,3 ΠΚ (σε συνδυασμό προς το άρθρο 42 ΠΚ). Συγκεκριμένα α) ενώ δέχεται το Πενταμελές Εφετείο ότι ο υποθηκοφύλακας Κρωπίας παραπλανήθηκε και εξέδωσε το ...... πιστοποιητικό βαρών από την ψευδή παράσταση του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, που έγινε με την από .... αίτησή του προς αυτόν (υποθηκοφύλακα) ότι το ακίνητο για το οποίο επρόκειτο είναι αυτοτελής ιδιωτική έκταση, ενώ είναι δημόσια δασική, δέχεται παραλλήλως, αντιφατικά ότι το ίδιο πιστοποιητικό ο υποθηκοφύλακας υποχρεώθηκε να το εκδώσει κατόπιν της 946/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (εκουσίας δικαιοδοσίας), δηλαδή αποφάσεως που εκδίδεται επί αρνήσεως του υποθηκοφύλακα να δεχθεί αίτηση χορηγήσεως πιστοποιητικού (άρθρο 79 παρ.5 ΚΠολΔ), β) ενώ δέχεται, περαιτέρω, το Πενταμελές Εφετείο, ότι η ψευδής παράσταση προς τον υποθηκοφύλακα, από την οποία παραπλανήθηκε αυτός και εξέδωσε το ως άνω πιστοποιητικό, έγινε στις ..., το εν λόγω πιστοποιητικό, εντούτοις, φέρεται στην απόφαση υπό χρονολογία ....., ήτοι προγενέστερη της ψευδούς παραστάσεως, γ) δεν προσδιορίζεται παντάπασι το ακίνητο για το οποίο η ανωτέρω ψευδής παράσταση, (το σκεπτικό παραπέμπει σχετικώς στο διατακτικό, το οποίο ομιλεί για "το παραπάνω ακίνητο", χωρίς άλλη αναφορά), στοιχείο αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας αφού από το χαρακτήρα αυτού, ως ιδιωτικής εκτάσεως ή δημόσιας δασικής, προσδιορίζεται η ταυτότητα της απόπειρας απάτης, για την οποία η καταδίκη του αναιρεσείοντος, αλλά και η εξ αυτής ζημία του Δημοσίου, η οποία, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, ανέρχεται σε 88 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, δ) δεν αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα η συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως, καθόσον δεν παρατίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και υποδηλώνουν ότι η πράξη τελέσθηκε υπό τις εν λόγω επιβαρυντικές περιστάσεις, αλλά παρατίθεται μόνον στο μεν σκεπτικό η φράση "με την πράξη του απέβλεπε να προσπορίσει στον εαυτό του εισόδημα", στο δε διατακτικό η φράση "την πράξη της απόπειρας απάτης διαπράττει κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια όπως προκύπτει από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, αλλά και από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ενεργώντας με βάση οργανωμένο σχέδιο" και ε) ενώ ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως, προέβαλε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με προφορική ανάπτυξή του, αυτοτελή ισχυρισμό περί πλάνης κατά την έννοια του άρθρου 31 παρ.1 και 2 ΠΚ, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία, με τη φράση "πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αυτοτελής ισχυρισμός περί πλάνης πραγματικής και νομικής". Επομένως, είναι βάσιμοι οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για τις ως άνω πλημμέλειές της και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 1005/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το καταδικαστικά μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές, άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έλλειψη αιτιολογίας της καταδικαστικής για κακουργηματική απάτη αποφάσεως λόγω αντιφάσεως και ασάφειας κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών για τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος. Έλλειψη αιτιολογίας της παραδοχής επιβαρυντικών περιστάσεων. Έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού περί πλάνης. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Ισχυρισμός αυτοτελής, Επιβαρυντική περίσταση, Πλάνη.
| 0
|
Αριθμός 1638/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ-Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ1 και 2. Χ2, που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Μωραΐτη, περί αναιρέσεως της 8640/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 Ιουνίου 2007 αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1173/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες δύο αιτήσεις αναιρέσεως, από 4-6-2007, των Χ1 και Χ2, κατά της 8640/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει, ως συναφείς, να συνεκδικασθούν.
Η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, περιλαμβάνει και τη μνεία των αποδεικτικών μέσων κατά το είδος τους, τα οποία έλαβε υπόψη το δικαστήριο για το σχηματισμό της καταδικαστικής ή αθωωτικής ή όποιας άλλης κρίσεώς του. Ειδικότερη αναφορά των αποδεικτικών μέσων (όπως τα ονόματα μαρτύρων κλπ) δεν είναι αναγκαία, όπως δεν είναι αναγκαία και παράθεση του τι προέκυψε από καθένα εξ αυτών. Πρέπει, όμως, να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά. Επομένως, η αναφορά στην αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις άλλες αποδείξεις "οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας", δεν βεβαιώνει αναμφίβολα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, εκτός εάν κατά τρόπο αναμφισβήτητο προκύπτει, από το όλο περιεχόμενο της αιτιολογίας της αποφάσεως, ότι λήφθηκαν υπόψη και οι καταθέσεις αυτές.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη 8640/2006 απόφασή του, κήρυξε ενόχους τους ήδη αναιρεσείοντες για έκδοση ψευδών ιατρικών πιστοποιητικών κατ'εξακολούθηση και επέβαλε στον καθένα ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με την αιτιολογία ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία παραθέτει για τη θεμελίωση της ενοχής των κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων προέκυψαν "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν στον ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, τα έγγραφα...". 'Όπως, όμως, προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και μάρτυρες υπερασπίσεως των εν λόγω κατηγορουμένων και ειδικότερα ο ..... για τον κατηγορούμενο Χ2 και ο ........ για τον κατηγορούμενο Χ1, οι καταθέσεις των οποίων, ούτε από την ανωτέρω μνεία περί των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων, ούτε από άλλη αναφορά του όλου περιεχομένου της αποφάσεως, προκύπτει, είτε ευθέως είτε διηγηματικώς, ότι λήφθηκαν πράγματι υπόψη από το δικαστήριο. 'Ετσι, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, πλημμέλεια η οποία προβάλλεται με το δεύτερο λόγο των ένδικων αιτήσεων, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του ετέρου λόγου αναιρέσεως των αιτήσεων. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους αναιρεσείοντες (για τους συγκατηγορουμένους τους ήταν αθωωτική) και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, δεδομένου ότι η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 8640/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών κατά το μέρος της που αφορά στους αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, διότι από την αναφορά σ’ αυτήν των αποδεικτικών μέσων δεν προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ’ όψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσεώς του και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, αφού αναφέρονται μόνον οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ούτε και συνάγεται κάτι τέτοιο από το συνολικό περιεχόμενο του σκεπτικού. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα.
| 0
|
Αριθμός 1637/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη και Αντώνιο Αθηναίο-Εισηγητή, (ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 87/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 895/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 17 Ιανουαρίου 2008 δύο χωριστές αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 323/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου, με αριθμό 208/18-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, κατά τα άρθρα 482 και 485 παρ. 1 ΚΠΔ, τις με αριθμό 1/2008 και 2/2008 αιτήσεις των α) Χ1 και β) Χ2 και επί της οδού ......, για αναίρεση του υπ' αριθμόν 895/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, δια του οποίου απορρίφθησαν κατ' ουσίαν οι υπ' αριθμόν 22/15-3-2007 και 23/15-3-2007, αντίστοιχα, εφέσεις των κατά του υπ' αριθμόν 92/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που τους παρέπεμψε ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς, για τα κακουργήματα, Εφετείου Θεσσαλονίκης για να δικαστούν ο μεν πρώτος για απάτη με προξενηθείσα ζημία άνω των 73.000 Ευρώ και για απιστία, η δε δεύτερη για απλή συνέργεια σε απάτη με προξενηθείσα ζημία άνω των 73.000 Ευρώ και διατήρησε την ισχύ των υπ' αριθμόν 56/2006 και 57/2006 διατάξεων του Ανακριτή του Α' τμήματος Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, με τις οποίες επιβλήθηκαν στους άνω κατηγορουμένους περιοριστικοί όροι. Οι υπό κρίση αιτήσεις έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους κατηγορουμένους και στρέφονται κατά βουλεύματος που τους παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχουν συγκεκριμένους λόγους και δη την εσφαλμένη εφαρμογή, άλλως ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρα 484 παρ. 1 εδ. β' και δ' Κ.Π.Δ.). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτές και ερευνητέες κατ' ουσίαν. Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται, 1) ως αναφέρονται στην αίτηση του Χ1, στο ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα α) δεν αναφέρονται οι υποκειμενικές και αντικειμενικές προϋποθέσεις τέλεσης των άνω πράξεων της απάτης και της απιστίας β) δεν αιτιολογείται ο σκοπός του να περιποιήσει στον εαυτόν του ή σε τρίτο παράνομο περιουσιακό όφελος και δεν αιτιολογείται ότι με γνώση ζημίωσε τη περιουσία των εγκαλουσών, γ) χωρίς αιτιολογία δέχεται ότι η πράξη της απάτης τελέσθηκε και σε ελληνικό έδαφος και δη στη ..., αφού οι ενέργειές του έγιναν στα Σκόπια και δ) δεν αιτιολογείται η απόρριψη του αιτήματός του περί ανακλήσεως της υπ' αριθμό 56/2006 Διάταξης του άνω ανακριτού, δια του οποίου του επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι, 2) ως αναφέρονται στην αίτηση της Χ2, στο ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα α) δεν αναφέρονται οι υποκειμενικές και αντικειμενικές προϋποθέσεις της πράξεως για την οποία παραπέμπεται β) χωρίς αιτιολογία δέχεται ότι η πράξη της τελέστηκε σε ελληνικό έδαφος και δη στη Θεσσαλονίκη και γ) δεν αιτιολογείται η απόρριψη του αιτήματος της περί ανακλήσεως της υπ' αριθμ. 57/2007 ως άνω Διατάξεως, δια της οποίας της επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι. Επειδή έλλειψη της κατά το άρθρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδομένη στο κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο από το σχηματισμό δικανικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογή. Τέλος εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι προέκυψαν από την ανάκριση ή τη προανάκριση, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν το πόρισμα του συμβουλίου που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό του βουλεύματος και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός λόγος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου και να μη έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (Ολομ. Α.Π. 1/2005 Π.Χ. ΝΕ σελ. 781). Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ. προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και να πραγματοποιήσει το όφελος αυτό, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποίαν, ως παράγωγο αίτιο, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας. Εξ άλλου κατά την παραγρ. 3 του ιδίου άρθρου "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών ...β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 Ευρώ". Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 390 ΠΚ συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η επέλευση βλάβης στη περιουσία τρίτου προσώπου, της οποίας ο δράστης έχει τη διαχείριση ή την επιμέλεια με βάση το νόμο ή τη δικαιοπραξία, υποκειμενικώς δε δόλος και δη άμεσος, δηλαδή γνώση του δράστη, ότι με την πράξη του αυτή επιφέρει ζημία στη περιουσία τρίτου προσώπου (Α.Π. 1672/2002). Τέλος κατά το άρθρο 47 παρ. 1 ΠΚ, όποιος εκτός από τη περίπτωση της παρ .1 στοιχ. β' του άρθρου 46 παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από τη τέλεση ή κατά τη τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε ο τελευταίος, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή, υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, που παρέχεται στον αυτουργό πριν ή κατά τη τέλεση της αξιόποινης πράξης και που δεν είναι άμεση, εν γνώσει αυτού, που τη παρέχει, για τη τέλεση από τον αυτουργό ορισμένου εγκλήματος (Α.Π. 416/2005 Π.Χ. ΝΕ/2005 σελ. 981). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης "από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων" και από τη ρητή αναφορά του στα αναφερόμενα στην εισαγγελική πρόταση, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα: "Κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2003 ο πρώτος εκκαλών κατηγορούμενος Χ1 δήλωσε ψευδώς προς τους εκπροσώπους της εδρεύουσας στην Καλλιθέα Αττικής εταιρίας με την επωνυμία "Άλφα -Κόπυ- Μετοχική Εταιρία Εμπορίας ΑΕ" Γ1, γενικό διευθυντή της εταιρίας, και Νικόλαο Κυριαζή, εσωτερικό ελεγκτή αυτής, ότι έχει επιτύχει την κατάρτιση επωφελών συμφωνιών πωλήσεως φορητών τηλεφώνων σε οικονομικά ισχυρούς και απολύτως φερέγγυους πελάτες όπως η στρατιωτική δύναμη KFOR, ο οργανισμός UNMNIK και το κυβερνών κόμμα DVI ούτως ώστε να καθίσταται αναγκαία, για την υλοποίηση της προβαλλομμένης συμφωνίας η άμεση παράδοση προς αυτόν κι αποστολής στη θυγατρική εταιρία Άλφα Κόπυ ΔΟΟΕΛ, μεγάλου αριθμού φορητών τηλεφώνων προς άμεση παράδοση στους αγοραστές με πίστωση μάλιστα του συμφωνηθέντος τιμήματος την καταβολή του οποίου παράστησε ως βεβαία κατ' απόκλισιν από την πρακτική της Άλφα Κόπυ ΑΕ να εισπράττει άμεσα το τίμημα εκάστης πωλήσεως, η οποία δικαιολογείτο και επεβάλλετο από το ύψος της συναλλαγής και την επέκταση των δραστηριοτήτων της, με συνέπεια να παραπλανήσει τους υπευθύνους αυτής δια των ανωτέρω ψευδών δηλώσεων του, διότι σε ουδεμία συμφωνία είχε έλθει με τους ανωτέρω οργανισμούς, και να προβεί η Άλφα Κόπυ ΑΕ στην αποστολή στις 29-9-2003 φορητών τηλεφώνων σε αριθμό 3.242 συνολικής αξίας 820.554 ευρώ, που περιήλθαν στην κατοχή του, τα οποία διέθεσε εν τέλει ο ίδιος σε τρίτα πρόσωπα αμέσως μετά την παραλαβή τους εισπράττοντας 1.200.640,16 ευρώ και ζημιώνοντας την περιουσία της "Άλφα Κόπυ ΑΕ" κατά το ποσό αυτό, Στην παραπάνω δε ενέργεια της αποστολής των εμπορευμάτων και την πώληση τους δίχως άμεση καταβολή του τιμήματος δεν θα προέβαινε η "Άλφα Κόπυ ΑΕ" εάν γνώριζε ότι η ανάθεση τους θα γίνονταν στην .... και όχι στους οργανισμούς ...., ... και ...., όπως αναληθώς δηλώθηκε από αυτόν. Περαιτέρω ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος Χ1, στα Σκόπια και στη..... κατά το χρονικό διάστημα από μήνα Σεπτέμβριο 2003 έως Φεβρουάριο 2004, ως διευθυντής της "Άλφα Κόπυ ΔΟΟΕΛ" βάσει του από ... καταστατικού της και της από .... συμβάσεως εργασίας δικαιούμενος να καταρτίσει συμβάσεις για λογαριασμό της και να διαχειρίζεται την περιουσία της, κατάρτισε συμβάσεις πωλήσεως φορητών τηλεφώνων με νομικά και φυσικά πρόσωπα στα Σκόπια με πίστωση του τιμήματος και όχι καταβολής τοις μετρητοίς, ως όφειλε να πράξει, το τίμημα των οποίων δεν εισέπραξε, προβαίνοντας σε πίστωση αυτού, δίχως να εξασφαλίσει κατ' ουδένα τρόπο εγγυήσεις αποπληρωμής του δι' εμπραγμάτου ασφαλείας εγγυητικών επιστολών, ή άλλο τρόπο ζημιώνοντας έτσι κατά τα ανωτέρω ποσά την περιουσία της "Άλφα Κόπυ ΔΟΟΕΛ", που ο ίδιος επιμελείτο και διαχειρίζετο. Όσον αφορά την δεύτερη εκκαλούσα - κατηγορούμενη Χ2 συνέδραμε τον συγκατηγορούμενό της υλικώς δια της τηρήσεως των λογιστικών βιβλίων και των εγγραφών των πιστώσεων, που αφορούσαν άμεσα στο να εμφαίνεται ως οικονομικώς και λογιστικώς σωστή η "Άλφα Κόπυ ΔΟΟΕΛ" και ψυχικώς δια της εξασφαλίσεως εκ μέρους της σιγής ως προς τα σχέδια και τη δράση του στη μεταβίβαση προς την BOSS Gradba 3.242 τεμαχίων κινητών τηλεφώνων, που επέφερε σ' αυτόν παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 1.200.640,00 Ευρώ με αντίστοιχη ζημία της "Άλφα Κόπυ ΑΕ" ". Ακολούθως το βούλευμα ασχολείται με τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, τους οποίους και απορρίπτει. Ακόμη το άνω βούλευμα αναφέρει ότι "πρέπει να σημειωθεί ότι το αδίκημα της απλής συνέργειας της δεύτερης κατηγορουμένης αναφέρεται σε συνδρομή της στην αξιόποινη πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, που φέρεται ότι διέπραξε ο πρώτος κατηγορούμενος και σε ελληνικό έδαφος και συγκεκριμένα και στη .... (άρθρο 5 παρ. 1 ΠΚ). Από τα άνω διαλαμβανόμενα προκύπτει σαφώς ότι το πληττόμενο βούλευμα αναφέρει όλα εκείνα τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκομένων εγκλημάτων. Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει πλήρη, σαφή και συγκεκριμένη αιτιολογία και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις παρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 47, 386 παρ. 3 περ. β και 390 ΠΚ και δεν παρατηρείται μεταξύ του διατακτικού και του σκεπτικού καμία αντίφαση και δεν υφίσταται έλλειψη αιτιολογίας. Επειδή από το άρθρο 482 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι κατά της διάταξης του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, με την οποίαν αυτό αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να αρθούν οι περιοριστικοί όροι των άρθρων 282 επομ. ΚΠΔ, δεν συγχωρείται αίτηση με την οποίαν να ζητείται η αναίρεσή της.
Συνεπώς και ο λόγος αυτός που προβάλλουν οι αναιρεσείοντες ότι σιωπηρά το πληττόμενο βούλευμα απέρριψε την αίτησή των περί ανακλήσεως των υπ' αριθμόν 56/2005 και 57/2005 διατάξεων του ανακριτή Θεσσαλονίκης, δια των οποίων τους επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι, και για το λόγο αυτό πρέπει να αναιρεθεί το άνω πληττόμενο βούλευμα για παραβίαση του άρθρου 282 Κ.Π.Δ. και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος (ΑΠ 1532/1986 Π.Χ. ΛΖ σελ. 194 εν τέλει).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:1) να απορριφθούν οι υπ' αριθμόν 1/2008 και 2/2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμόν 895/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και 2) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας αυτής στους άνω αιτούντας. Αθήνα 19-3-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α)σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και να πραγματοποιήσει το όφελος αυτό, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρουση ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία ως παράγωγο αίτιο παραπλανήθηκε κάποιος και προέβησαν επιζήμία για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ)βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος και η οποία (βλάβη) υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Εξ' άλλου, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.....β)αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ". Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 390 ΠΚ συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η επέλευση βλάβης στη περιουσία τρίτου προσώπου της οποίας ο δράστης έχει τη διαχείριση ή την επιμέλεια με βάση το νόμο ή την δικαιοπραξία, υποκειμενικώς δε δόλος και μάλιστα άμεσος δηλαδή γνώση, ότι με την πράξη του αυτή επιφέρει ζημία στην περιουσία τρίτου προσώπου. Τέλος, κατ' άρθρο 47 παρ. 1 ΠΚ όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του άρθρου 46 παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιοδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά τη τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε ο τελευταίος τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή, υλικά ή ψυχικά, θετική ή αποθετική, που παρέχεται στον αυτουργό πριν ή κατά τη τέλεση της αξιόποινης πράξης και που δεν είναι άμεση, εν γνώσει αυτού, που την παρέχει, για την τέλεση από τον αυτουργό ορισμένου εγκλήματος. Περαιτέρω, έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, απαιτουμένης ειδικούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη δε ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων, ούτε απαιτείται και προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο, για το σχηματισμό δικανικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά απ' αυτά κατ' επιλογήν. Εξάλλου, ως αιτιολογία αρκεί και αναφορά του Συμβουλίου στην συσωματωμένη πρόταση του Εισαγγελέα, όταν αυτή έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εάν όμως αυτή (πρόταση του Εισαγγελέα) είναι αναιτιολόγητη, τότε και το αναφερόμενο σ' αυτή βούλευμα, είναι αναιρετέο. Περαιτέρω ο δόλος δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως επί απάτης τον σκοπό του δράστη να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος ο ίδιος ή τρίτος και την "εν γνώσει" επαγωγή ζημίας στην περιουσία άλλου, επί απιστίας. Η ύπαρξη του σκοπού του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή τρίτος παράνομο περιουσιακό όφελος, προκειμένου περί απάτης, καθώς και η ύπαρξη τέτοιου δόλου, προκειμένου περί απιστίας πρέπει να αιτιολογούνται ειδικώς στο παραπεμπτικό βούλευμα, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν αφενός την ύπαρξη του σκοπού να αποκομίσει ο δράστης ή τρίτος παράνομο περιουσιακό όφελος, επί απάτης, και αφετέρου την γνώση επαγωγής της ζημίας στην περιουσία άλλου επί απιστίας, διαφορετικά το βούλευμα στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά την ανωτέρω έννοια. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων"και από τη ρητή αναφορά του στα αναφερόμενα στην εισαγγελική πρόταση, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα: "Κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2003 ο πρώτος εκκαλών κατηγορούμενος Χ1 δήλωσε ψευδώς προς τους εκπροσώπους της εδρεύουσας στην Καλλιθέα Αττικής εταιρίας με την επωνυμία "Άλφα -Κόπυ- Μετοχική Εταιρία Εμπορίας ΑΕ" Γ1, γενικό διευθυντή της εταιρίας, και Νικόλαο Κυριαζή, εσωτερικό ελεγκτή αυτής, ότι έχει επιτύχει την κατάρτιση επωφελών συμφωνιών πωλήσεως φορητών τηλεφώνων σε οικονομικά ισχυρούς και απολύτως φερέγγυους πελάτες, όπως η στρατιωτική δύναμη ..., ο οργανισμός ... και το κυβερνών κόμμα .... ούτως ώστε να καθίσταται αναγκαία, για την υλοποίηση της προβαλλομμένης συμφωνίας η άμεση παράδοση προς αυτόν κι αποστολής στη θυγατρική εταιρία Άλφα Κόπυ ΔΟΟΕΛ, μεγάλου αριθμού φορητών τηλεφώνων προς άμεση παράδοση, στους αγοραστές με πίστωση μάλιστα του συμφωνηθέντος τιμήματος, την καταβολή του οποίου παράστησε ως βεβαία κατ' απόκλισιν από την πρακτική της Άλφα Κόπυ ΑΕ να εισπράττει άμεσα το τίμημα εκάστης πωλήσεως, η οποία δικαιολογείτο και επεβάλλετο από το ύψος της συναλλαγής και την επέκταση των δραστηριοτήτων της, με συνέπεια να παραπλανήσει τους υπευθύνους αυτής δια των ανωτέρω ψευδών δηλώσεων του, διότι σε ουδεμία συμφωνία είχε έλθει με τους ανωτέρω οργανισμούς, και να προβεί η Άλφα Κόπυ ΑΕ στην αποστολή στις 29-9-2003 φορητών τηλεφώνων σε αριθμό 3.242, συνολικής αξίας 820.554 ευρώ, που περιήλθαν στην κατοχή του, τα οποία διέθεσε εν τέλει ο ίδιος σε τρίτα πρόσωπα αμέσως μετά την παραλαβή τους εισπράττοντας 1.200.640,16 ευρώ και ζημιώνοντας την περιουσία της "Άλφα Κόπυ ΑΕ" κατά το ποσό αυτό. Στην παραπάνω δε ενέργεια της αποστολής των εμπορευμάτων και την πώληση τους δίχως άμεση καταβολή του τιμήματος δεν θα προέβαινε η "Άλφα Κόπυ ΑΕ" εάν γνώριζε ότι η ανάθεση τους θα γίνονταν στην ..... και όχι στους οργανισμούς ....., .... και ..., όπως αναληθώς δηλώθηκε από αυτόν. Περαιτέρω ο πρώτος εκκαλών -κατηγορούμενος Χ1, στα Σκόπια και στη ..... κατά το χρονικό διάστημα από μήνα Σεπτέμβριο 2003 έως Φεβρουάριο 2004, ως διευθυντής της "Άλφα Κόπυ ΔΟΟΕΛ" βάσει του από ..... καταστατικού της και της από ... συμβάσεως εργασίας δικαιούμενος να καταρτίσει συμβάσεις για λογαριασμό της και να διαχειρίζεται την περιουσία της, κατάρτισε συμβάσεις πωλήσεως φορητών τηλεφώνων με νομικά και φυσικά πρόσωπα στα Σκόπια με πίστωση του τιμήματος και όχι καταβολής τοις μετρητοίς, ως όφειλε να πράξει, το τίμημα των οποίων δεν εισέπραξε, προβαίνοντας σε πίστωση αυτού, δίχως να εξασφαλίσει κατ' ουδένα τρόπο εγγυήσεις αποπληρωμής του δι' εμπραγμάτου ασφαλείας εγγυητικών επιστολών, ή άλλο τρόπο ζημιώνοντας έτσι κατά τα ανωτέρω ποσά την περιουσία της "Άλφα Κόπυ ΔΟΟΕΛ", που ο ίδιος επιμελείτο και διαχειρίζετο. Όσον αφορά την δεύτερη εκκαλούσα - κατηγορούμενη Χ2 συνέδραμε τον συγκατηγορούμενό της υλικώς δια της τηρήσεως των λογιστικών βιβλίων και των εγγραφών των πιστώσεων, που αφορούσαν άμεσα στο να εμφαίνεται ως οικονομικώς και λογιστικώς σωστή η "Άλφα Κόπυ ΔΟΟΕΛ" και ψυχικώς δια της εξασφαλίσεως εκ μέρους της σιγής ως προς τα σχέδια και τη δράση του στη μεταβίβαση προς την .... 3242 τεμαχίων κινητών τηλεφώνων, που επέφερε σ' αυτόν παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 1.200.640,00 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία της "Αλφα Κόπυ ΑΕ" που έθεσε στη διάθεσή του τα παραπάνω εμπορεύματα, προκειμένου να πωληθούν σε διεθνείς οργανισμούς και πολιτικά κόμματα, εξ αιτίας της παραπλάνησης των υπευθύνων της από τις ψευδείς δηλώσεις του πρώτου εκκαλούντος κατηγορουμένου - Χ1". Ακολούθως το προσβαλλόμενο βούλευμα ασχολείται με τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων τους οποίους και απορρίπτει. Τέλος το ως άνω βούλευμα με δική του αυτοτελή σκέψη αναφέρει ότι "πρέπει να σημειωθεί ότι το αδίκημα της απλής συνέργειας της δεύτερης κατηγορουμένης αναφέρεται σε συνδρομή της στην αξιόποινη πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, που φέρεται ότι διέπραξε ο πρώτος κατηγορούμενος και σε Ελληνικό έδαφος και συγκεκριμένα και στη Θεσσαλονίκη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του (υπ' αριθμ. 895/2007) έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις περί της τέλεσης από τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, Χ1 και Χ2, των αποδιδομένων σ' αυτούς πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων και για μεν τον πρώτο απ' αυτούς α)της απάτης με προξενηθείσα ζημία άνω των 73.000 ευρώ (κακουργηματικής απάτης) και β)της απιστίας κατ' εξακολούθηση για δε τη δεύτερη της απλής συνέργειας στην πράξη της απάτης με προξενηθείσα ζημία άνω των 73.000 ευρώ, του πρώτου απ' αυτούς και για το λόγο αυτό απέρριψε την ασκηθείσα από κάθε ένα από τους αναιρεσείοντες έφεση κατά του υπ' αριθμ. 92/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το ως άνω βούλευμα. Με αυτά όμως που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, την κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού δεν υπάρχει στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία αναφέρεται το προσβαλλόμενο βούλευμα κατά το μεγαλύτερο μέρος του, αλλ' ούτε στο αιτιολογικό αυτού σε σχέση με την αυτοτελή παραδοχή που διαλαμβάνεται αλλ' ούτε στο διατακτικό αυτού, ειδική αιτιολογία του σκοπού αποκόμισης παράνομου περιουσιακού οφέλους του αναιρεσείοντος, Χ1, ως προς την απάτη σε βαθμό κακουργήματος, ούτε της γνώσης αυτού επαγωγής ζημίας στη περιουσία της εγκαλούσας εταιρείας, με την επωνυμία "Άλφα Φωτοτυπική" και τον διακριτικό τίτλο "Άλφα Κόπυ ΑΕ" ως προς την απιστία. Συγκεκριμένα, όχι μόνο δεν εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία το Συμβούλιο Εφετών συνήγαγε αφενός μεν την ύπαρξη του ως άνω σκοπού ως προς την κακουργηματική απάτη και αφετέρου την ύπαρξη της ανωτέρω γνώσης, ως προς την απιστία αναφορικά με τον προαναφερθέντα αναιρεσείοντα, αλλ' ούτε και γίνεται μνεία σ' αυτό (προσβαλλόμενο βούλευμα) ότι προέκυψε ότι αυτός είχε σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, προκειμένου περί της απάτης (κακουργηματικής), και ότι εγνώριζε ότι ζημίωσε την περιουσία της προεκτεθείσας εγκαλούσας εταιρείας προκειμένου περί της απιστίας. Κατ' ακολουθία, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης που προέβαλε ο ανωτέρω αναιρεσείων (Χ1) από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς τον ως άνω αναιρεσείοντα, εν συνεχεία όμως πρέπει να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό, και ως προς την άλλο αναιρεσείουσα Χ2, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της πράξης για την οποία αυτή παραπέμφθηκε, σε σχέση με την πράξη της κακουργηματική απάτης, για την οποία παραπέμφθηκε ο πρώτος αναιρεσείων (απλή συνέργεια στη ανωτέρω πράξη της κακουργηματικής απάτης), παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης του αναιρεσείοντος Χ1 , αλλά και αυτών (λόγων αναίρεσης) της αναιρεσείουσας,Χ2. Μετά ταύτα δε πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο (Εφετών Θεσσαλονίκης), για εκ νέου συζήτηση, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, εφόσον αυτό είναι εφικτό (άρθρα 481 παρ. 1, 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ το υπ' αριθμ. 895/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί όμως από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη κακουργηματική κατ’ εξακολούθηση, απιστία σε βαθμό πλημμελήματος. Παραπομπή 1ου αναιρεσείοντος για τις πράξεις αυτές με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, καθώς και 2ης αναιρεσείουσας για απλή συνέργεια στην πράξη της κακουργηματικής απάτης. Αιτιολογία βουλεύματος ως προς την πράξη της κακουργηματικής απάτης κατ’ εξακολούθηση. Μεταξύ των άλλων, πρέπει να αναφέρονται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ο σκοπός περιποίησης στο δράστη ή σε άλλον παρανόμου περιουσίας και οφέλους. Αιτιολογία βουλεύματος ως προς την πράξη της απιστίας. Πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς η εν γνώσει του δράση επέλευση ζημίας στην περιουσία άλλου του οποίου αυτός έχει τη διαχείριση, από τις ενέργειές του. Αν ελλείπει η ανωτέρω αιτιολογία ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ αναιρετικός λόγος. Αναιρείται το παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών γιατί ελλείπει η ανωτέρω αιτιολογία, καθώς και ως προς τη διάταξη αυτού που αφορά τη δεύτερης αναιρεσείουσα, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της πράξης για την οποία αυτή παραπέμφθηκε (απλή συνέργεια στην πράξη της κακουργηματικής απάτης κατ’ εξακολούθηση, για την οποία παραπέμφθηκε ο πρώτος αναιρεσείων), παρελκούσας της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Απιστία.
| 1
|
Αριθμός 1636/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Νικόλαο Ζαΐρη (ορισθέντα με την υπ' αριθμό 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Νικόλαο Λεοντή [(ορισθέντα με την υπ' αριθμό 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Βασιλείου Κουρκάκη)] και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου χ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Συμπέθερο, περί αναιρέσεως της 1029/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου. Με πολιτικώς ενάγουσα την ...... που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αγρινίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Νοεμβρίου 2007 αίτηση αναιρέσεώς του, καθώς και στο από 4 Φεβρουαρίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1961/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 358 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπ' αυτής προβλεπομένου εγκλήματος της παραβιάσεως της προς διατροφήν υποχρεώσεως απαιτούνται υποχρέωση του δράστη προς διατροφήν άλλου, επιβεβλημένη από το νόμο, αναγνώριση της υποχρεώσεως με δικαστική απόφαση, έστω και προσωρινώς, παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής από κακοβουλία, ήτοι από κακεντρέχεια ή κακή θέληση, για να στερήσει το δικαιούχο των μέσων προς ικανοποίηση των βιοτικών του αναγκών και όχι απλώς από λησμοσύνη ή οικονομική αδυναμία και περιέλευση εντεύθεν του δικαιουμένου σε κατάσταση στερήσεων ή ανάγκης να δεχθεί τη βοήθεια άλλων.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή τω αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για παραβίαση της προς διατροφήν υποχρεώσεως αποφάσεως, απαιτείται να αναφέρονται σ'αυτήν, εκτός των άλλων, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά από τα οποία συνάγεται ότι ο υπόχρεος είχε την οικονομική δυνατότητα καταβολής της οφειλόμενης διατροφής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1029/2007 απόφασή του, το κατ' έφεση δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αγρινίου κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για παραβίαση της υποχρεώσεώς του προς διατροφήν των δύο ανηλίκων τέκνων του, κατά συρροήν και κατ' εξακολούθηση, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο 2004 μέχρι το Μάρτιο 2005 και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Δέχθηκε, ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει κατά το είδος τους, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, "αν και υποχρεώθηκε να καταβάλλει με την υπ' αριθ. 296/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε μετά από έφεση κατά της υπ' αριθ. 9/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου... το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα διατροφή 350 ευρώ για την ανήλικη θυγατέρα του ..... και 330 ευρώ για τον ανήλικο γιό του ......, ενεργώντας με κακοβουλία δεν κατέβαλε τη διατροφή αυτή για το διάστημα από 5.7.2004 έως 5.3.2005 ήτοι το συνολικό ποσόν των 6.120 ευρώ (9 μήνες Χ 350 + 9 μήνες Χ 330), με αποτέλεσμα οι ως άνω δικαιούχοι να υποστούν στερήσεις και να αναγκασθούν να δεχθούν τη βοήθεια άλλων".
Με αυτές τις παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προεκτέθηκε, αφού δέχεται ότι ο αναιρεσείων είναι ένοχος των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε χωρίς να αναφέρει τα περιστατικά εκείνα από τα οποία προκύπτει ότι αυτός είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει τη διατροφή που είχε επιδικασθεί στα ανήλικα τέκνα του, στοιχείο το οποίο είναι απαραίτητο για τη θεμελίωση του εγκλήματος του άρθρου 358 ΠΚ, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Η έλλειψη αυτή δεν συμπληρώνεται επιτρεπτώς από την επίκληση που γίνεται, στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αόριστη άλλωστε, των επί του ζητήματος αυτού παραδοχών της αποφάσεως του πολιτικού δικαστηρίου που αναγνώρισε την προς διατροφήν των τέκνων του υποχρέωση του αναιρεσείοντος. Επομένως είναι βάσιμος κατ' ουσίαν ο συναφής, κατ' εκτίμηση, λόγος της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ και ο όμοιος, δεύτερος, του δικογράφου των παραδεκτώς ασκηθέντων προσθέτων λόγων, που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την ως άνω πλημμέλεια. Πρέπει, κατόπιν αυτού, να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί για τον ανωτέρω λόγο η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, δεδομένου ότι η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 1029/2007 αίτηση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παραβίαση της προς διατροφή υποχρεώσεως. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού. Πότε υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας. Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για κακόβουλη παραβίαση της υποχρεώσεως προς διατροφή λόγω ελλείψεως αιτιολογίας, διότι δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ο υπόχρεος - αναιρεσείων είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει την επιδικασθείσα στα τέκνα του διατροφή. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Διατροφής υποχρέωση.
| 0
|
Αριθμός 1635/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με τη με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων προσωρινά ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Παπακωνσταντίνου, για αναίρεση της με αριθμό 8291/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ3.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 28 Ιανουαρίου 2008, δύο (2) τον αριθμό, αυτοτελείς αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 255/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνουν δεκτές εν μέρει οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση υπ' αριθμ. 26 και 27/28-1-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ1 και 2) Χ2, αντιστοίχως, οι οποίες στρέφονται κατά της αυτής, υπ ' αριθμ. 8291/2007, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους, πρέπει να συνεκδικασθούν. Κατά το άρθρο 233 παρ.1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η δεύτερη παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.10 ν. 2408/96, όταν πρόκειται να εξεταστεί κατηγορούμενος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, εκείνος που διενεργεί την ανάκριση, ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση διορίζει διερμηνέα. Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται κάθε χρόνο, όπως αναλυτικά προβλέπει η προαναφερόμενη διάταξη. "Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατό να διοριστεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στον σχετικό πίνακα, μπορεί να διορισθεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε επίσης με τον ανωτέρω νόμο και ορίζει ότι "αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο, ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε", προκύπτει ότι και η διάταξη του διευθύνοντος, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν περιέχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το ανωτέρω άρθρο 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ.2, 3 και αυτές του άρθρου 171 παρ.1 εδ. β' και δ' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο εισαγγελέας, ακουσθούν δε και οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως είτε του εισαγγελέα, είτε ειδικά του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ.1β',δ', η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία οι κατηγορούμενοι (ήδη αναιρεσείοντες) καταδικάστηκαν για ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία με χρήση και σε υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, προκύπτει ότι, κατά την έναρξη της συζητήσεως, και μετά την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων, "Ο Πρόεδρος, επειδή αντιλήφθηκε ότι οι κατηγορούμενοι δεν ομιλούν την Ελληνική γλώσσα, αλλά την Ρωσική διόρισε ως διερμηνείς τους ευρισκομένους στο ακροατήριο 1) Α και 2) Β'' . Η διάταξη όμως αυτή του προέδρου, για τον διορισμό διερμηνέων εκτός του οικείου πίνακα, εκδόθηκε, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω πρακτικά της δίκης, χωρίς να προτείνει σχετικώς ο Εισαγγελέας της έδρας και δίχως να πάρουν τον λόγο, εκθέτοντας τις απόψεις τους, οι κατηγορούμενοι, με αποτέλεσμα να προκληθεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Εξάλλου και η αιτιολογία που περιέχεται στην προαναφερομένη διάταξη του Προέδρου, δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δεν διαλαμβάνεται σ' αυτήν ο λόγος που δικαιολογούσε το ανέφικτο του διορισμού των διερμηνέων από τον οικείο πίνακα, ήτοι δεν προσδιορίζεται για ποια αιτία υπήρξε αδυναμία να διοριστούν άλλοι διερμηνείς από τους περιλαμβανομένους στον οικείο πίνακα, ούτε επί πλέον αναφέρεται κάποια επείγουσα περίπτωση που επέβαλε την πρόοδο της διαδικασίας με διερμηνείς εκτός του οικείου πίνακα.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' ΚΠΔ προβαλλόμενοι συναφείς λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για α) απόλυτη ακυρότητα και β) έλλειψη της επιβαλλομένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αντιστοίχως, είναι βάσιμοι και πρέπει κατά παραδοχή αυτών να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ.8291/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Διορισμός διερμηνέων εκτός οικείου καταλόγου - απόλυτη ακυρότητα και έλλειψη αιτιολογίας. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Ακυρότητα απόλυτη, Διερμηνέα διορισμός.
| 0
|
Αριθμός 1633/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ... και 4) Χ4, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 175/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγουσες τις 1) Ψ1, κάτοικο ..., και 2) Ψ2, κάτοικο ... .
Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 27 Ιουλίου 2007, 23 Ιουλίου 2007 και 23 Ιουλίου 2007 τρεις αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1483/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, με αριθμό 57/6-2-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ. τις υπ'αριθμ. 11/2007, 10/2007, 9/2007 και 13/2007 αιτήσεις αναιρέσεως, αντίστοιχα, των κατηγορουμένων 1) Χ4, 2) Χ2, 3) Χ3, κατοίκων ... και 4) Χ1, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 175/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, ως και το αίτημα αυτών για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο Συμβούλιό σας, και εκθέτω τα εξής: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρεθύμνης, με το 112/2006 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του αρμοδίου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου τους κατηγορουμένους Χ4 και Χ2 για να δικασθούν ως υπαίτιοι, ο μεν πρώτος για ανθρωποκτονία με πρόθεση, που τελέστηκε με ήρεμη ψυχική διάθεση, οπλοχρησία, ασκόπους πυροβολισμούς οπλοφορία κατ'εξακολούθηση και κατοχή όπλου, η δε δεύτερη για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία με πρόθεση και υπεξαίρεση. Με το ίδιο βούλευμα κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων Χ3 και Χ1 για άμεση συνέργεια στην ως άνω πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν έφεση οι κατηγορούμενοι Χ4 και Χ2 για το σύνολο των παραπεμπτικών διατάξεων, αλλά και οι πολιτικώς ενάγουσες για την απαλλακτική ως προς κατηγορουμένους Χ3 και Χ1 διάταξή του και ως προς την παραπομπή της κατηγορουμένης Χ2. Παράλληλα έφεση άσκησε και ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ρεθύμνου, κατά του μέρους του βουλεύματος που έκρινε ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία σε βάρος των κατηγορουμένων Χ3 και Χ1 και κατά του μέρους της παραπομπής της Χ2 για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία με πρόθεση. Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης με το υπ'αριθμ. 289/2006 βούλευμά του, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των Χ4 και Χ2, απέρριψε ως απαράδεκτες τις εφέσεις των πολιτικώς εναγουσών, όσον αφορά την παραπομπή της Χ2, δέχθηκε όμως αυτές ως ουσιαστικά βάσιμες, καθώς και την έφεση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρεθύμνου και μεταρρυθμίζοντας το πρωτόδικο βούλευμα ως προς τα ζητήματα αυτά παρέπεμψε στο ακροατήριο την μεν Χ2 για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, τον δε Χ3 και Χ1 για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία με πρόθεση. Κατόπιν αιτήσεων αναιρέσεως που άσκησαν οι κατηγορούμενοι κατά του ως άνω εφετειακού βουλεύματος εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 93/2006 απόφαση του δικαστηρίου σας, με την οποία αναιρέθηκε για έλλειψη αιτιολογίας το υπ'αριθμ. 289/06 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους από κείνους που δίκασαν προηγουμένως. Μετά ταύτα, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, εξέδωσε το υπ'αριθμ. 157/2007 βούλευμά του, με το οποίο: Α) 1) απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των κατηγορουμένων Χ4 και Χ2, 2) δέχθηκε: α) τυπικά και κατ'ουσία την από 28-7-2006 έφεση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρεθύμνης κατά του υπ'αριθμ. 112/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρεθύμνης και β) εν μέρει τυπικά και κατ'ουσία τις από 8-8-2006 εφέσεις των Ψ1 και Ψ2 πολιτικώς εναγουσών, κατά του αυτού ως άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρεθύμνης, κατά το μέρος της απαλλακτικής για τους Χ3 και Χ1 διάταξης, Β) απέρριψε ως απαράδεκτες τις από 8-8-2006 εφέσεις των ως άνω πολιτικώς εναγουσών κατά του ανωτέρω πρωτοδίκου βουλεύματος κατά το σκέλος της παραπεμπτικής διάταξης για την Χ2 ως προς την απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, Γ) κήρυξε άκυρο το προσβαλλόμενο 112/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρεθύμνης, ως προς τις παραπεμπτικές του διατάξεις, διακράτησε την υπόθεση και εξαφάνισε αυτό ως προς την απαλλακτική διάταξη, αναφορικά με τους Χ3 και Χ1 για άμεση συνέργεια κατά συναυτουργία σε ανθρωποκτονία από πρόθεση και, Δ) παρέπεμψε ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης, που θα οριστεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης τους κατηγορουμένους: 1) Χ4, κάτοικο ..., 2) Χ2, κάτοικο ..., 3) Χ3, κάτοικο ... και 4) Χ1, κάτοικο ..., για να δικαστούν ως υπαίτιοι του ότι: Α) Ο Χ4 με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, που τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές και χρηματική ποινή και ειδικότερα: 1) στην περιοχή ... στις 31-7-2005 και περί ώρα 16.10 με πρόθεση σκότωσε άλλον και συγκεκριμένα ενώ βρισκόταν εντός του υπ'αρ. 328 δωματίου (σουίτας) του ξενοδοχείου "..." εξήγαγε το υπ'αρ. ... πιστόλι τύπου JERICHO 941 FL; διαμετρήματος εννέα (9) χιλιοστομέτρων και πυροβόλησε κατά του Α σε δύο χρονικά στάδια, ρίπτοντας κατ'αυτού πέντε (5) βολές, από τις οποίες τις δύο βολές έρριψε όταν ο παθών είχε ήδη καταρρεύσει στον καναπέ, τοιουτοτρόπως δε προκάλεσε σ'αυτόν κακώσεις των σπλάχνων, του θώρακα και της κοιλίας του, με συνέπεια τον θάνατο του εξ αιτίας αιμορραγικής καταπληξίας, ενώ τελούσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά το χρόνο λήψεως της αποφάσεως να θανατώσει το θύμα του και κατά το χρόνο εκτελέσεως της πράξεως, 2) στα ... στις 31-7-2005 με τη χρήση όπλου, διέπραξε κακούργημα και ειδικότερα έκανε χρήση του υπ'αρ. ... πιστολιού, τύπου JERICHO 941 FL, διαμετρήματος εννέα (9) χιλιοστομέτρων, για τη διάπραξη του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, 3) στον ... (δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου ...) Ρεθύμνης, κατά τις νυκτερινές ώρες της 29ης και 30ης Ιουλίου 2005 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση τoυ αυτού εγκλήματος; ενώ ήταν στρατιωτικός (λιμενικός), με πρόθεση πυροβόλησε αυτοβούλως και χωρίς εύλογη αιτία, σε ειρηνική περίοδο και συγκεκριμένα, ενώ ήταν λιμενοφύλακας, έλαβε μέρος σε εορταστικές εκδηλώσεις και πυροβόλησε πολλές φορές, όχι κατακαθορισμένου στόχου με το υπ7 αρ. ... πιστόλι, τύπου JERICHO 941 FL, διαμετρήματος εννέα (9) χιλιοστομέτρων και με πολυβόλο όπλο τύπου Καλάζνικωφ, 4) στον ... (δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου ...) Ρεθύμνης κατά τις νυκτερινές ώρες της 29ης και 30ης Ιουλίου 2005, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, αν και απαγορεύεται να φέρονται όπλα, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, έφερε πυροβόλο όπλο τύπου Καλάζνικωφ, χωρίς να έχει εφοδιαστεί με την ανωτέρω άδεια, 5) στον ... (δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου ...) Ρεθύμνης σε χρόνο προγενέστερο της 29ης και 30ης Ιουλίου 2005, αν και η κατοχή όπλου απαγορεύεται χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, κατείχε πυροβόλο όπλο τύπου Καλάζνικωφ, χωρίς να έχει εφοδιαστεί με την πιο πάνω άδεια . -Β) Η Χ2 με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές κα< ειδικότερα :1) στην περιοχή ... στις 31-7-2005 με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη- πράξη που διέπραξε και ειδικότερα εκμεταλλευόμενη το γεγονός της συγγενικής σχέσης και με τον τρόπο που θα περιγραφεί, παρώθησε τον αδελφό της Χ4, να πραγματώσει το έγκλημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, όπως αυτό αναφέρθηκε παραπάνω, αφού ύστερα από φιλονικία με το σύζυγο της Α με τον οποίο είχε τελέσει νόμιμο γάμο την προτεραία (30-7-2005), ενημέρωσε μέλη του στενού οικογενειακού της περιβάλλοντος, με τελικό αποδέκτη τον Χ4, για την εκφρασθείσα σ; αυτήν βούληση του συζύγου της Α να αναχωρήσει μόνος του για τη ... και ανέμενε έξω από το ξενοδοχείο "...", στο οποίο εκείνη με το σύζυγο της είχαν διανυκτερεύσει κατά την πρώτη νύκτα του γάμου τους, τον Χ4, ενώ γνώριζε τον ευερέθιστο χαρακτήρα του και τη συνήθεια που είχε να μην αποχωρίζεται το όπλο του, όταν δε ο τελευταίος κατέφθασε στο ξενοδοχείο ,συζήτησε για λίγο μαζί του και ακολούθως κατόπιν προσκλήσεως της ,τον οδήγησε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου (αριθμ. 328), όπου είχαν διανυκτερεύσει και βρισκόταν ο Α, προς το οποίο η διέλευση του από το χώρο υποδοχής του ξενοδοχείου θα ήταν ανεπίτρεπτη και παρέστη κατά την τέλεση της ανθρωποκτονίας, χωρίς να επιδιώξει την αποτροπή της, παρεμποδίζοντας τον Χ4 να ρίψει τους πιο πάνω πυροβολισμούς κατά του Α και εν συνεχεία μετά τη ρίψη των πυροβολισμών απομακρύνθηκε από το ξενοδοχείο ψύχραιμα, μαζί με τον αυτουργό, γεγονός ενισχυτικό της κατηγορίας της ηθικής αυτουργίας, ενώ τελούσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση τόσο κατά το χρόνο λήψεως της απόφασης να καταστεί ηθική αυτουργός στην ανθρωποκτονία με πρόθεση του Α, όσο και κατά τον χρόνο πραγματώσεως της ηθικής αυτουργίας και 2) στα ... και στον ... κατά το χρονικό διάστημα από τις 31-7-2005 έως τις 15-12-2005 και σε ημερομηνία που δεν εξακριβώθηκε επακριβώς, με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένα ολικά κινητά πράγματα, που περιήλθαν στην κατοχή της και συγκεκριμένα εξαιτίας της θανατώσεως του συζύγου της Α, περιήλθαν στην κατοχή της ορισμένα κοσμήματα, που ανήκαν στην κυριότητα του τελευταίου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν μία χρυσή πλακέτα, που απεικόνιζε τον Άγιο Γεώργιο, ένα χρυσό δακτυλίδι, ένας χρυσός σταυρός και μία χρυσή αλυσίδα, πράγματα τα οποία ήταν εξ ολοκλήρου ξένα προς την Χ2 και ανήκαν στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Α και δη στις εγκαλούσες Ψ1 και Ψ2, μητέρα και αδελφή του αντίστοιχα, καθώς και σε άλλους, πλην όμως η Χ2, αν και αποποιήθηκε την κληρονομιά στις 28-11-2005, τα παρακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παρανόμως, η δε υπεξαίρεση έγινε από σύζυγο στην περιουσία, που άφησε ο σύζυγος της. Γ) Ο Χ3 και ο Χ1 στην περιοχή ... στις 31-7-2005, με πρόθεση καθένας εξ αυτών παρέσχε απλή (ψυχική) συνδρομή σε άλλον, πριν από την τέλεση και κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε ο άλλος και ειδικότερα ο Χ3 μετέβη μαζί με τον Χ4 στο ξενοδοχείο "..." προκειμένου να επιλυθεί το πρόβλημα της Χ2 , που είχε ανακύψει από την φιλονικία της με τον Α- σύζυγο της, ο οποίος είχε δηλώσει προηγουμένως σ' αυτήν να αποστεί από την έγγαμη συμβίωση και να μεταβεί μόνος του στη ..., όπου βρισκόταν η συζυγική οικία, ενώ έξω από το ξενοδοχείο συναντήθηκαν με τον Χ1, ο οποίος είχε μεταβεί εκεί προκειμένου να συναντηθεί με την Χ2 και οι δύο δε (Χ3 και Χ1) τον συνόδευσαν στο δωμάτιο του Α, μολονότι γνώριζαν τον οξύθυμο χαρακτήρα του Χ4 και τη συνήθεια του να κυκλοφορεί οπλισμένος, παρά ταύτα όμως ουδέν έπραξαν προκειμένου να αποφευχθεί η χρήση του όπλου του, δίδοντας έτσι στον αυτουργό την πεποίθηση της επιδοκιμασίας της επιλογής του και της ανεπιφύλακτης υποστήριξης των ενεργειών του. Πράγματι δε αυτοί, εντός του δωματίου δεν παρενέβησαν για την αποτροπή της ρίψεως των πυροβολισμών κατά του Α, ακόμη και στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των διαφορετικών χρόνων ρίψεως των πυροβολισμών, αλλά αντίθετα αναχώρησαν μαζί του από το δωμάτιο του ξενοδοχείου μετά το τέλος των πυροβολισμών με ψυχραιμία και βοήθησαν στη διαφυγή του, τοιουτοτρόπως δε με ενεργό συμπεριφορά, παρείχαν με πρόθεση ψυχική συνδρομή στον Χ4, πριν και κατά την τέλεση της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ενισχύοντας την απόφαση του να τελέσει το εν λόγω έγκλημα, με τη δημιουργία συνθηκών μείζονος ασφαλείας και βεβαιότητας, ενώ τελούσαν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά το χρόνο λήψεως της, αποφάσεως να συνεργήσουν στην ανθρωποκτονία με πρόθεση και κατά το χρόνο υλοποιήσεως της απλής συνδρομής. Κατά του ανωτέρω υπ'αριθμ. 175/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης στρέφονται ήδη οι αναιρεσείοντες Χ4, Χ2, Χ3 και Χ1, με τις υπ'αριθμ. 11/2007, 10/2007, 9/2007 και 13/2007, αντιστοίχως αιτήσεις αναιρέσεως. Οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, (εφόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στους τρεις πρώτους στις 13-7-07 και στον τελευταίο στις 18-7-07, ενώ οι αναιρέσεις ασκήθηκαν αντίστοιχα στις 23-7-07 και 27-7-07) από πρόσωπα δικαιούμενα σε άσκηση αναιρέσεως και περιέχουν συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως, ήτοι της απόλυτης ακυρότητας, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπέρβασης εξουσίας (αρ. 462, 463, 473, 474, 482 § 1 στοιχ. α', 484 § 1 α', δ' και στ' Κ.Π.Δ.).
Συνεπώς, είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. ε' (και ήδη στοιχ. δ') του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα, όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους κατέληξε το δικαστικό συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιο δικαστηρίου. Παραπέρα, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 484 § 1 στοιχ. ζ' (και ήδη στοιχ. στ') του ΚΠΔ, υπάρχει υπέρβαση εξουσίας όταν το δικαστικό συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται, κατά το νόμο, για την άσκηση της ή όταν παραλείπει να ασκήσει δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενες, για την άσκηση της, προϋποθέσεις. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 299 § 1 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη", ενώ κατά τη διάταξη της § 2 του ίδιου άρθρου "αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για την κατά το νόμο θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ανθρώπινης ζωής με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης κατά νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος (άρθρο 27 § 1 του ΠΚ), που συνίσταται στη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης της στην τέλεση καταστροφής της ζωής άλλου ανθρώπου, αρκεί δε και ο ενδεχόμενος δόλος, που συνίσταται στο ότι, παρά το γεγονός ότι ο δράστης προέβλεψε ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα της πράξης ή παράλειψης του το θάνατο άλλου, εντούτοις δεν απέστη, αποδεχόμενος την πραγμάτωση τούτου. Από τη διατύπωση της § 2 του άρθρου 299 του ΠΚ συνάγεται ότι, για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και σε απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά τη λήψη της απόφασης, είτε κατά την εκτέλεση της πράξης, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να ευρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης και αυτό γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι της § 2 του άρθρου 299 του ΠΚ για την προβλεπόμενη "απ' αυτή επιεική μεταχείριση. Ως βρασμός ψυχικής ορμής νοείται η ψυχική υπερδιέγερση που προκαλείται από την αιφνίδια υπερένταση κάποιου συναισθήματος (π.χ. οργής, φόβου, πάθους), η οποία, χωρίς να φθάσει μέχρι τη διατάραξη της συνείδησης (άρ. 34 και 36 Π.Κ.) ώστε να αποκλείει ή να μειώνει την ικανότητα προς καταλογισμό, αποκλείει τη σκέψη για στάθμιση των αιτίων που κινούν στην πράξη ή συγκρατούν από την τέλεση αυτής. 'Όταν συνεπώς το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο δέχεται ότι από τις αποδείξεις προέκυψε ότι ο δράστης ενήργησε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση συνάγεται ότι απέκλεισε το βρασμό ψυχικής ορμής (ΑΠ 1536/06, ΑΠ 2447/03). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 22 του ΠΚ, συνάγεται ότι, για την ύπαρξη άμυνας, ως λόγου που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, απαιτείται, εκτός των άλλων, άδικη επίθεση που στρέφεται κατά του αμυνόμενου ή άλλου και εκθέτει σε άμεσο κίνδυνο έννομα αγαθά αυτών, εφόσον είναι παρούσα, δηλαδή έχει αρχίσει και συνεχίζεται ή έληξε, αλλά υπάρχει κίνδυνος συνέχισης ή επανάληψης της προσβολής- Επομένως δεν θεωρείται παρούσα η επίθεση όταν εξέλιπεν εντελώς ο κίνδυνος που απείλησε τα έννομα αγαθά, γιατί κατέπαυσε κάθε ενέργεια εκ μέρους του επιτεθέντος, οπότε η μετά απ' αυτήν αντίδραση του προσβληθέντος δεν είναι άμυνα, αλλά εκδίκηση ανεπίτρεπτη. Σύμφωνα δε με το άρθρο 23 του ΠΚ, "όποιος υπερβαίνει τα όρια της άμυνας, τιμωρείται, αν η υπέρβαση έγινε με πρόθεση, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83) και αν έγινε από αμέλεια, σύμφωνα με τις διατάξεις τις σχετικές με αυτήν. Μένει ατιμώρητος και δεν του καταλογίζεται η υπέρβαση, αν ενήργησε μ' αυτόν τον τρόπο εξαιτίας του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 46 § ια ΠΚ για την ύπαρξη της ηθικής αυτουργίας απαιτούνται α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, β) διάπραξη από τον άλλο της πράξης αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης. Τέλος, από τη διάταξη του άρ. 47 § 1 Π.Κ. σε συνδυασμό με το αρ. 299 Π.Κ. προκύπτει ότι απλός συνεργός σε τετελεσμένη ανθρωποκτονία από πρόθεση είναι όποιος με θετική ή αποθετική του ενέργεια, με πρόθεση παρέχει στον αυτουργό πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως την οποία ο τελευταίος τελεί, οποιαδήποτε υλική ή ψυχική συνδρομή, η οποία χωρίς να είναι άμεση συντελεί στην τέλεση της πράξεως από τον αυτουργό. Ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στην γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση ορισμένης άδικης πράξεως, που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα (ανθρωποκτονία εκ προθέσεως) και τη βούληση να συμβάλλει στην τέλεση αυτής από τον αυτουργό. Η συνδρομή του απλού συνεργού δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική. Η ψυχική συνδρομή δύναται να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξεως, με την ενίσχυση της απόφασης που ο αυτουργός έχει πάρει για την τέλεση της πράξεως καθώς και με την ενθάρρυνση αυτού καθ'οιονδήποτε τρόπο και την παρότρυνση για την τέλεση της πράξεως. Κατ'αρχήν, το αίτημα όλων των αναιρεσειόντων, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου σας προς παροχή διευκρινίσεων και ανάπτυξη των υπερασπιστικών τους επιχειρημάτων, είναι παραδεκτό και νόμιμο (αρ. 309 § 2, 485 § 1 Κ.Π.Δ.) αλλά πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού οι αναιρεσείοντες κατά τρόπο διεξοδικό αναπτύσσουν τις απόψεις τους στις αναιρέσεις τους, ώστε η παρουσία τους στο Συμβούλιό σας να μη προσφέρει οτιδήποτε με δεδομένα τα θέματα που κρίνονται στην παρούσα διαδικασία. Το έτερο δε αίτημα των αναιρεσειόντων όπως επιτραπεί στους συνηγόρους τους να αναπτύξουν προφορικά την υπόθεση στο συμβούλιό σας είναι εντελώς αόριστο και ως εκ τούτου απορριπτέο, αφού δεν προσδιορίζονται τα σημεία του προσβαλλομένου βουλεύματος, τα οποία ενόψει των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως έχουν ανάγκη προφορικής ανάπτυξης εκ μέρους των συνηγόρων των αναιρεσειόντων, δεδομένου ότι στο δικαστήριο σας σε Συμβούλιο δεν ερευνάται η ουσία της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει, από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 157/2007 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, που το εξέδωσε, αφού προσδιορίζει κατ'είδος τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε την κρίση του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Στις 30-7-2005 τελέσθηκε ο γάμος των Α, Χ2, κατοίκων ..., στο ..., ιδιαίτερη πατρίδα της νύμφης, επακολούθησε δε γαμήλια συνεστίαση, στην οποία παρευρέθηκε και ο αδελφός της Χ4, που επιδόθηκε σε ρίψη ασκόπων πυροβολισμών (στρατιωτικός ων, σε ειρηνική περίοδο), με το υπ'αριθμ. ... πιστόλιο τύπου JERICHO 941 FL διαμετρήματος εννέα χιλιοστομέτρων, νομίμως κατεχόμενο, καθώς και με πυροβόλο όπλο τύπου ΚΑΛΑΖΝΙΚΩΦ, το οποίο έφερε παράνομα, αλλά και κατείχε παράνομα, σε προγενέστερο χρόνο, ενώ εξ άλλου έκαστο των ποινικών αδικημάτων των ασκόπων πυροβολισμών από στρατιωτικό και της παράνομης οπλοφορίας, πραγματώθηκε κατ'εξακολούθηση με ενότητα δόλου, δεδομένου ότι ο Χ4 είχε πυροβολήσει αναιτίως, με τα δύο πυροβόλα όπλα (εκ των οποίων το όπλο τύπου ΚΑΛΑΝΖΝΙΚΩΦ έφερε παράνομα) και σε άλλη εορταστική εκδήλωση, που έλαβε χώρα στις 29-7-2005, παραμονή του γάμου. Οι νεόνυμφοι κατέλυσαν στο ξενοδοχείο ..., που ευρίσκεται στα ..., σημειώθηκε ωστόσο φιλονικία μεταξύ τους και περί ώρα 14.40 της 31ης-7-2005, η Χ2 ενημέρωσε τηλεφωνικά τον Β, φίλο του συζύγου της και της ιδίας, εν συνεχεία δε γνωστοποίησε τη βούληση του Α να επιστρέψει μόνος του στη ... στον επ' αδελφή γαμβρό της Χ1 (ο οποίος μετέβη προς συνάντηση της έξωθεν του ξενοδοχείου) και σε άλλα μέλη του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος, με τελικό αποδέκτη το Χ4, τον οποίο ανέμενε, μαζί με το Χ1 και ο οποίος έσπευσε στο ξενοδοχείο, μαζί με τον αδελφό τους Χ3, προκειμένου να επιλυθεί το πρόβλημα της Χ2, ενώ εξ άλλου, κατόπιν κλήσεως της τελευταίας, όλοι μαζί κατευθύνθηκαν στο υπ' αριθμ. 328 δωμάτιο του ξενοδοχείου, όπου ευρισκόταν ο Α, σημειωτέον μάλιστα ότι η διέλευση των υπολοίπων προς το δωμάτιο, από το χώρο της υποδοχής του ξενοδοχείου, θα ήταν ανεπίτρεπτη, εάν δεν οδηγούντο υπό της Χ2, σύμφωνα με τα τηρούμενα στο ξενοδοχείο. Εντός του δωματίου διαμείφθηκε συζήτηση είκοσι λεπτών περίπου και τότε ο Χ4 εξήγαγε το πιστόλιο του, που έφερε μολονότι ευρισκόταν εκτός υπηρεσίας και περί ώρα 16.10, πυροβόλησε κατά του Α, σε δύο χρονικές φάσεις, ρίπτοντας πέντε βολές, (βλ και την υπ'αριθμ. πρωτ. .../13/15477α/2005 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Ε.ΛΛ.ΑΣ), από τις οποίες τις δύο βολές έρριψε όταν ο παθών είχε ήδη καταρρεύσει στον καναπέ, τοιουτοτρόπως δε, όπως εξάγεται από την υπ' αριθμ. πρωτ. 87/2006 ιατροδικαστική έκθεση της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Κρήτης, προκάλεσε κακώσεις των σπλάγχνων, του θώρακα και της κοιλίας του, ! με συνέπεια το θάνατο του, εξ αιτίας αιμορραγικής καταπληξίας, ενώ η ανθρωποκτόνος πρόθεση του Χ4 καταδεικνύεται από τον αριθμό των πυροβολισμών και τη στόχευση στα καίρια όργανα του παθόντος. Ο Χ4 διαμόρφωσε την απόφαση του να αποκτείνει το Α, καθ' όλο το διάστημα, αφ' ότου πληροφορήθηκε τη θέληση του να αποστεί του εγγάμου βίου, μέχρι τη στιγμή της διαπιστώσεως, εντός του ξενοδοχείου, ότι παρά τις παραινέσεις των τριών επισκεπτών του, ενέμενε στη θέση της χωριστής, από τη σύζυγο του, διαβιώσεως, τελούσε δε ο κατηγορούμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατά το χρόνο λήψεως της αποφάσεως να θανατώσει το θύμα του, αλλά και κατά το χρόνο εκτελέσεως της πράξεως, όπως συνάγεται από τη μετάβαση του στο ξενοδοχείο με το όπλο του έτοιμο προς πυροδότηση, την άνευ του ελαχίστου ενδοιασμού ή οίκτου, χρήση του και τη ψύχραιμη αποχώρηση από το ξενοδοχείο, με τη συνοδεία των υπολοίπων κατηγορουμένων και την απόκρυψη του έως τις 2-8-2005, οπότε συνελήφθη, έπειτα από προσέλκυση στο Τμήμα Ασφαλείας Ρεθύμνου, ενώ συνδρομή βρασμού ψυχικής ορμής, λόγω αιφνίδιας υπερδιεγέρσεως των συναισθημάτων του, ως συνέπεια της συμπεριφοράς του Α, προς τον ίδιο και την αδελφή του, η οποία επλήγη στο πρόσωπο, αποκλείεται, εφ' όσον και αληθών υποτιθεμένων των περιστατικών του επικαλείται, δεν δικαιολογούν την ένταση των συναισθημάτων, σε βαθμό επηρεασμού της λογικής σκέψεως, ούτε εξηγούν την πρακτική της αντεκδικήσεως, για λόγους οικογενειακούς και προσωπικούς, την οποία ο Χ4 εφήρμοσε η τη φυγή τούτου, με εγκατάλειψη του θύματος. Οι ισχυρισμοί του Χ4 περί ελλείψεως καταλογισμού ένεκα διαταράξεως των πνευματικών λειτουργιών, της συνειδήσεως και ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό, αποκλεισμού αδίκου, σε άμυνα και υπέρβαση των ορίων της, (που δεν προβλήθηκαν με την απολογία του στον Ανακριτή, αλλά μεταγενεστέρως), πέραν της αντιφατικής σωρρεύσεως, είναι αβάσιμοι, καθ' όσον εις ουδεμία σύγχυση - θόλωση περιήλθε, ούτε ηδύνατο να περιέλθει, οπλισμένος τυγχάνων και εκπαιδευμένος στη χρήση του όπλου, ενώ ο Α ήταν άοπλος, ως προς δε τον ισχυρισμό αμύνης και υπερβάσεως αυτής, δεν υφίστατο παρούσα επίθεση του τελευταίου, αντίθετα ο Χ4 και η αδελφή του, είχαν τη συμπαράσταση των δύο συνεργών, ενώ άλλωστε είχαν εκδηλώσει τη διάθεση εξόδου τους από το δωμάτιο, πράγμα το οποίο και ο Α επιζητούσε. Περαιτέρω η Χ2 συντέλεσε αποφασιστικά στο σχηματισμό της αποφάσεως του φυσικού αυτουργού, να θανατώσει το Α, όπως εναργώς εξάγεται από την αλληλουχία των κάτωθι γεγονότων, δηλαδή, α) γνωρίζοντας τον ευέξαπτο χαρακτήρα του αδελφού της και τη συνήθεια να μην αποχωρίζεται το πυροβόλο όπλο, για την οποία στο παρελθόν είχε εκφράσει την ανησυχία της, στην οικογένεια του Α, μερίμνησε να ενημερωθεί αυτός για το διαπληκτισμό με το σύζυγο της, β) καταλήφθηκε να αναμένει την έλευση του έξωθεν του ξενοδοχείου, γ) αν και για την τελική συνομιλία με το Α, προφανώς αρκούσε η παρουσία του μεγαλύτερου αδελφού της Χ3 και του Χ1, εκείνη εξασφάλισε την είσοδο στο δωμάτιο του ξενοδοχείου και του Χ4, αφού προηγουμένως συζήτησε μαζί του, δ) η παράσταση της στο δωμάτιο, κατά το χρόνο της ανθρωποκτονίας, την οποία δεν επιδίωξε να αποτρέψει όταν άρχισε η εκδήλωση της ή έστω στο μεσοδιάστημα παύσεως (προσωρινά) των πυροβολισμών, αλλά και η φυγή της, αμέσως μετά το τέλος των πυροβολισμών κατά του Α, ομού μετά του αυτουργού και των υπολοίπων, διατηρώντας την αυτοκυριαρχία της, συνιστούν συμπεριφορά, που ενισχύει την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας. Επιβεβαιώθηκε συνεπώς ότι η Χ2 παρακίνησε το Χ4 να πραγματώσει την ανθρωποκτονία με πρόθεση, δια του προμνησθέντος τρόπου και με μέσο, την εκμετάλλευση της συγγένειας, ενώ εξ άλλου τελούσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τόσο κατά το χρόνο λήψεως της αποφάσεως, να καταστεί ηθική αυτουργός στην ανθρωποκτονία με πρόθεση του Α, όσο και κατά το χρόνο πραγματώσεως της ηθικής αυτουργίας, παρατηρείται δε ότι εσφαλμένως το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών την παρέπεμψε σε δίκη για απλή συνεργεία στην ανθρωποκτονία με πρόθεση, μεταβάλλοντας την ηθική αυτουργία (στην ανωτέρω πράξη), για την οποία είχε ασκηθεί ποινική δίωξη. Ετέρωθεν οι Χ3, Χ1 με πρόθεση προσέφεραν απλή (ψυχική) συνδρομή στον αυτουργό, πριν και κατά την τέλεση της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, δεδομένου ότι ο Χ3 μετέβη μαζί με το Χ4 στο ξενοδοχείο και αμφότεροι τον συνόδευσαν στο σωμάτιο του Α, γνωρίζοντας τον οξύθυμο χαρακτήρα του Χ4 και τη συνήθεια να κυκλοφορεί οπλισμένος, παρά ταύτα ουδέν έπραξαν για να αποφευχθεί η χρήση του όπλου του, δίδοντες στον αυτουργό την πεποίθηση της επιδοκιμασίας της επιλογής του και της ανεπιφύλακτης υποστηρίξεως των ενεργειών του, πράγματι δε αυτοί, εντός του δωματίου δεν παρενέβησαν για την αποτροπή της ρίψεως πυροβολισμών κατά του Α ακόμα και στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των διαφορετικών χρονών των πυροβολισμών, αλλά αντίθετα αναχώρησαν μαζί του από το δωμάτιο του ξενοδοχείου, μετά το τέλος των πυροβολισμών, με ψυχραιμία και βοήθησαν στη διαφυγή του, ούτως δε, με ενεργό συμπεριφορά, παρείχαν με πρόθεση, ψυχική συνδρομή στο Χ4, πριν και κατά την τέλεση της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, ενισχύοντας την απόφαση του να τελέσει το εν λόγω έγκλημα, με τη δημιουργία συνθηκών μείζονος ασφαλείας και βεβαιότητος. Η παραπομπή των Χ3, Χ1 για απλή συνεργεία, αποτελεί επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας άμεσης συνέργειας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, για την οποία είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, ενώ άλλωστε οι απλοί συνεργοί τελούσαν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τόσο κατά το χρόνο λήψεως της αποφάσεως τους να συνεργήσουν στην ανθρωποκτονία με πρόθεση, όσο και κατά το χρόνο υλοποιήσεως της απλής συνδρομής. Εξ ετέρου ο Γεώργιος Ιντζεϊδης κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, μεταξύ άλλων, από τις νυν εγκαλούσες Ψ1, μητέρα, και Ψ2, αδελφή, η Χ2 όμως, στην οποία, ένεκα της θανατώσεως του συζύγου της περιήλθαν ορισμένα κοσμήματα, ιδιοκτησίας του τελευταίου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνοντο χρυσή πλακέτα, που απεικόνιζε τον Άγιο Γεώργιο, χρυσό δακτυλίδιο, χρυσός σταυρός και χρυσή αλυσίδα, στη χρονική, περίοδο από τις 31-7-2005 έως τις 15-12-2005, σε ημερομηνία που δεν εξακριβώθηκε εντελώς, τα παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα, μολονότι αποποιήθηκε την κληρονομιά στις 28-11-2005, ο δε ισχυρισμός της ότι εμπίπτουν στο εξαίρετο, είναι ανακριβής, αφού δεν συνήχθη χρησιμοποίηση τους εκ μέρους και των δύο συζύγων η μόνο της Χ2, ούτε πάντως δικαιούτο στο εξαίρετο, εξ αιτίας της αποποιήσεως της κληρονομιάς (άρθρο 1820 Α.Κ.), ενώ η πράξη φέρει τη μορφή υφαιρέσεως - υπεξαιρέσεως από σύζυγο, στην περιουσία που άφησε ο σύζυγος του (άρθρο 378 β Π.Κ. βλ. σχετ. Εφ. Δωδ. 45/1991, Π.Χ. MB'. 598). Όσον αφορά στην αιτίαση για οικειοποίηση χρηματικού ποσού, οι απλές πιθανολογήσεις, που περιέχονται στην έγκληση, δεν επαληθεύθηκαν από άλλα αποδεικτικά στοιχεία και εντεύθεν το σχετικό τμήμα της κατηγορίας για υπεξαίρεση, πρέπει να απαλειφθεί (χωρίς να χρειάζεται απαλλακτική διάταξη, διότι η υπεξαίρεση έχει διαρθρωθεί ως μία ενιαία πράξη). Ως είναι γνωστό, η αποδεικτική αξιοποίηση των μαρτυρικών καταθέσεων του κατηγορουμένου, επάγεται απόλυτη ακυρότητα (βλ. σχετ. ΑΠ 1/2004 (Ολομ.), Π.Χ. ΝΕ\ 113), εφ' όσον δε στο πληττόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, α) αξιολογήθηκε η από 13-2-2006 ανώμοτη κατάθεση του Χ4, που λήφθηκε κατά τη διαδρομή προκαταρκτικής εξετάσεως εναντίον του για το αδίκημα των άσκοπων πυροβολισμών, καίτοι ήταν ήδη κατηγορούμενος για την ίδια αξιόποινη πράξη και β) αξιολογήθηκε η από 4-8-2005 ένορκη μαρτυρική κατάθεση του μετέπειτα κατηγορουμένου Χ3, που δόθηκε στο πλαίσιο αυτοψίας του Ανακριτή του Ναυτοδικείου Χανίων, το εκδοθέν βούλευμα πάσχει εξ απολύτου ακυρότητος, α) ως προς την παραπεμπτική διάταξη για το αδίκημα των άσκοπων πυροβολισμών κατ' εξακολούθηση, β) ως προς όλες τις παραπεμπτικές διατάξεις και απαιτείται η κήρυξη του ως ακύρου, έστω και εάν η ακυρότητα δεν έχει προβληθεί με λόγο εφέσεως από τους Χ4, Χ2 (βλ. σχετ. Συμβ. Εφ. Πειρ. 72/2001. Πρ. Λογ. ΓΟΛ 2001. 145). Επειδή κατ' ακολουθία όσων αναλύθηκαν έως τώρα, ακυρουμένου του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρεθύμνης, αναφορικά με τις παραπεμπτικές διατάξεις, γεννώνται σοβαρές ενδείξεις προς παραπομπή σε δίκη, του κατηγορουμένου Χ4 με τις κατηγορίες της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, της υπεξαιρέσεως - υφαιρέσεως (με απάλειψη της υπεξαιρέσεως χρηματικού ποσού), εξαφανιζομένου δε του ιδίου βουλεύματος, ως προς την απαλλακτική διάταξη για άμεση συνεργεία κατά συναυτουργία σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, γεννώνται σοβαρές ενδείξεις προς παραπομπή σε δίκη, των κατηγορουμένων Χ3λάκη, με τις προκείμενες κατηγορίες, ως και της κατηγορουμένης Χ2, Χ1, για απλή συνεργεία σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, αναφορικά με τις αποδιδόμενες στους αναιρεσείοντες αξιόποινες πράξεις, ήτοι στον μεν πρώτο Χ4 της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, της παράνομης οπλοχρησίας, της παράνομης οπλοφορίας κατ'εξακολούθηση, της παράνομης κατοχής πολεμικού όπλου και των ασκόπων πυροβολισμών από στρατιωτικό σε ειρηνική περίοδο κατ'εξακολούθηση, στη δε δεύτερη Χ2 της ηθικής αυτουργίας στην ανθρωποκτονία από πρόθεση και της υπεξαίρεσης- υφαίρεσης και στους τρίτο και τέταρτο Χ3 και Χ1 της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εφόσον εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ενεργηθείσαν ανάκριση και στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες σ'αυτούς ως άνω αξιόποινες πράξεις, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή των ανωτέρω κατηγορουμένων στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 18, 26 § 1α, 27 § 1, 46 § 1α, 471 § 1, 94 § 1, 98, 299 § 1, 375 § 1α-378 β ΠΚ, 1α, 7 § 1, 2 και 8α, 10 § 1, 2 και 13α, 14 του ν. 2168/93 και 66 α του ν. 2287/95 του Σ.Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε και εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο προβαλλόμενος από όλους τους αναιρεσείοντες λόγο αναιρέσεως της ελλείψεως αιτιολογίας. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών, αναφέρει λεπτομερώς τον τρόπον και τα μέσα με τα οποία ο αναιρεσείων Χ4 διέπραξε τα ως άνω εγκλήματα και ιδία εκείνο της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, αιτιολογημένα δε απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς αυτού περί διαταράξεως της συνειδήσεώς του, όταν τέλεσε την πράξη της ανθρωποκτονίας, που του στέρησε τη δυνατότητα να αντιληφθεί το άδικο και να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του γι'αυτό, άλλως της ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό, άλλως ότι τέλεσε την πράξη αυτή σε βρασμό ψυχικής ορμής και ότι σε κάθε περίπτωση ενήργησε ευρισκόμενος σε άμυνα, υπό το κράτος φόβου και ταραχής. Επίσης με τις παραπάνω παραδοχές αιτιολογημένα στήριξε την κρίση του περί ηθικής αυτουργίας εκ μέρους της αναιρεσείουσας Χ2 και περί απλής συνέργειας εκ μέρους των λοιπών αναιρεσειόντων στην ως άνω πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Η αιτίαση δε των αναιρεσειόντων ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται αιτιολογίας , διότι δεν συνεκτίμησε και δεν έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, είναι αβάσιμη, και απορριπτέα, αφού, όπως προαναφέρεται, το προσβαλλόμενο προσδιορίζει τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη, κατά το είδος τους, ενώ αρκεί για την ύπαρξη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας, η γενική κατά το είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων, χωρίς να απαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού μέσου, ούτε τί προέκυψε από καθένα απ'αυτά, ούτε και να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Επομένως είναι αβάσιμη και απορριπτέα η αιτίαση των δύο πρώτων αναιρεσειόντων ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν έλαβε υπόψη του το από 31-7-2005 ιατρικό σημείωμα του Ιατρού της Χειρουργικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Ρεθύμνης Γ, καθώς και η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Συμβούλιο τούτο δεν έλαβε υπόψη του το ιδιόχειρο σημείωμα του συζύγου της που μνημονεύεται στην από 1-8-2005 έκθεση αυτοψίας του Διευθυντή του Τμήματος Ασφάλειας Ρεθύμνου. Περαιτέρω, ο προβαλλόμενος από όλους τους αναιρεσείοντες λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα για το λόγο ότι το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε αναιτιολόγητα το αίτημά τους για αυτοπρόσωπη ενώπιόν του εμφάνισή τους και για προφορική ανάπτυξη της υποθέσεως από τους συνηγόρους τους, είναι αβάσιμος διότι το Συμβούλιο Εφετών, εκθέτοντας ότι "καθόσον αυτοί (κατηγορούμενοι) έχουν διατυπώσει με επάρκεια τις απόψεις τους και ειδικότερα ο Χ4 και Χ2 μετις από 3-8-2006 διεξοδικές εφέσεις τους, επιπλέον δε η Χ2 και με το από 28-4-2006 απολογητικό της υπόμνημα, που έχει υπογραφεί και από τους συνηγόρους της, ενώ ο Χ3 και ο Χ1 με τα λεπτομερή απολογητικά υπομνήματά τους, τα οποία έχουν υπογραφεί και από τους συνηγόρους τους, ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρίνιση αυτών (απόψεων)" αιτιολογημένα απέρριψε στο σχετικό αίτημα των αναιρεσειόντων και συνεπώς δεν παρεβίασε το άρθρο 309 § 2 ΚΠΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 171 § 1 δ' ΚΠΔ (ΑΠ 1104/95), πέραν του ότι απόλυτη ακυρότητα δημιουργείται μόνον όταν το Συμβούλιο δεν απαντά καθόλου στο αίτημα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης του κατηγορουμένου (ΑΠ 310/96, ΑΠ 1441/97). Επίσης ο προβαλλόμενος από τους αναιρεσείοντες Χ2, Χ3 και Χ1 λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας (αντί του ορθού απόλυτης ακυρότητας) διότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δη το υπ'αριθμ. 17/2005 βούλευμα του Ναυτοδικείου Χανίων, είναι αβάσιμος, και ως εκ τούτου απορριπτέος. Διότι από την επιτρεπτή επισκόπηση του ως άνω βουλεύματος για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο του Ναυτοδικείου Χανίων με το ως άνω βούλευμά του κήρυξε εαυτό καθύλη αναρμόδιο προς εκδίκαση της κατά του πρώτου αναιρεσείοντος ποινικής υπόθεσης, λόγω της διαφαινόμενης κατά την κρίση του συμμετοχής και ιδιωτών (δηλαδή των λοιπών αναιρεσειόντων) στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και παρέπεμψε την υπόθεση στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρεθύμνης.
Συνεπώς, αποτελεί το βούλευμα αυτό νόμιμο στοιχείο της δικογραφίας. Όπως δε συνάγεται από το προσβαλλόμενο βούλευμα, ελήφθη υπόψη από το Συμβούλιο Εφετών όχι για τη στήριξη της παραπεμπτικής του κρίσης, αλλά για τον έλεγχο της καθύλη αρμοδιότητας και του λόγου της ιδιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος ως λιμενικού, αφού αναφέρεται διηγηματικά και μόνο στο σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος. Επίσης η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το προσβαλλόμενο δεχόμενο την ύπαρξη των καταθέσεων, που δεν έλαβε υπόψη, στη δικογραφία, παραβίασε το αρ. 31 § 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 171 § 1δ ΚΠΔ, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αφού η τοιαύτη παραμονή δεν επιφέρει ακυρότητα (ΑΠ 976/04) και επομένως το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας. Τέλος, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το προσβαλλόμενο υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας διότι αφενός δέχθηκε ως παραδεκτές τις από 8-8-2006 εφέσεις των πολιτικώς εναγουσών Ψ1 και Ψ2, (μητέρας και αδελφής του θανόντος) κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρεθύμνης ως προς την απαλλακτική του διάταξη, με την οποία αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων Χ3 και Χ1 για άμεση συνέργεια κατά συναυτουργία σε ανθρωποκτονία από πρόθεση και στη συνέχεια ερεύνησε κατ'ουσία την υπόθεση, ενώ έπρεπε να τις απορρίψει ως απαράδεκτες, αφετέρου απέρριψε αυτές (εφέσεις) ως προς την παραπομπή της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ2 ως απλής συνεργού στην ανθρωποκτονία από πρόθεση, γιατί κατά το σκέλος αυτό δεν είχαν (οι πολιτικώς ενάγουσες) δικαίωμα εφέσεως. Προς υποστήριξη δε των ισχυρισμών τους αυτών αιτιώνται ότι η δήλωση των ως άνω πολιτικώς εναγουσών για παράσταση πολιτικής αγωγής δεν ήταν νομότυπη για το λόγο ότι στη μήνυσή τους δήλωσαν ότι "παρίστανται ως πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, ποσού 44 ευρώ η καθεμία" και διόρισαν αντίκλητο τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης Θωμά Νισύριο, δηλαδή αντίκλητο εκτός της έδρας του Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, ενώ κατά την εξέτασή τους ως μάρτυρες στις 13-3-2006, ενώπιον του Ανακριτή Ρεθύμνης, δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής "για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για ποσό 44 ευρώ" και διόρισαν αντίκλητό τους τον δικηγόρο Ρεθύμνης Θωμά Λεχωβίτη, χωρίς να αναφέρουν ότι ο τελευταίος είναι και κάτοικος ... . Οι αιτιάσεις όμως αυτές είναι απαράδεκτες και ως εκ τούτου απορριπτέες. Διότι κατά το άρθρο 171 § 1 ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, επιφέρει η παράσταση παρά το νόμο του πολιτικώς ενάγοντος μόνο κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, από την οποία απόλυτη ακυρότητα καθιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 § 1 στοιχ. α' ΚΠΔ, όχι όμως και όταν η εν λόγω παράβαση γίνεται στην προδικασία, η οποία περατώνεται με την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και συνεπώς περιλαμβάνει και τη διαδικασία ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου (αρ. 309, 318 και 320 ΚΠΔ). Και αυτό γιατί η πλημμέλεια αυτή δεν εμπίπτει σε κανένα λόγο αναίρεσης του βουλεύματος, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 ΚΠΔ (ΑΠ 1254/05, ΑΠ 497/81). Πέραν όμως αυτών, η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής των ως άνω πολιτικώς εναγουσών που έγινε ενώπιον του Ανακριτή Ρεθύμνης είναι νομότυπη, αφού περιέχει όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 84 ΚΠΔ στοιχεία, ενώ δεν επηρεάζεται το κύρος της δηλώσεώς τους από την αναφορά σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αντί του ορθού "λόγω ψυχικής οδύνης" (σχετ. ΑΠ 2396/04, ΑΠ 1277/80). Ακόμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ3 ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα έλαβε υπόψη του μαρτυρική κατάθεσή αυτού, που είχε ληφθεί από τον Ανακριτή του Ναυτοδικείου Χανίων κατά τη διενέργεια της αυτοψίας στις 4-8-2005 πριν αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, είναι αβάσιμη, αφού στο σκεπτικό του βουλεύματος ρητώς εκτίθεται ότι η κατάθεση αυτή του εν λόγω αναιρεσείοντος δεν λαμβάνεται υπόψη.
Συνεπώς το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας (31 § 2 171 § 1δ και 484 § 1α' ΚΠΔ). Κατ'ακολουθία αυτών όλοι οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί το αίτημα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου σας καθώς για προφορική ανάπτυξη της υποθέσεως εκ μέρους των συνηγόρων τους και 2) να απορριφθούν οι υπ'αριθμ. 11/2007, 10/2007, 9/2007 και 13/2007 αιτήσεις αναιρέσεως, αντιστοίχως, των 1) Χ4, 2) Χ2, 3) Χ3, κατοίκων ... και 4) Χ1, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 175/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 14 Νοεμβρίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 299 ΠΚ και της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, συνάγεται ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, απαιτείται αντικειμενικώς η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου και, υποκειμενικώς, δόλος, του οποίου γίνεται διάκριση σε προμελετημένο, απαιτουμένης σε αυτήν την περίπτωση, ψυχικής ηρεμίας του δράστη, είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως και απρομελέτητο, οπότε απαιτείται, για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, περιέλευση τούτου σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξεως, προς ύπαρξη δε βρασμού ψυχικής ορμής, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια υπερδιέγερση συναισθήματος ή πάθους, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση να φθάνει σε ψυχική κατάσταση αποκλείουσα τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα σταθμίσεως των αιτίων που κινούν στην πράξη ή απωθούν από αυτήν. Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1α ΠΚ, συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς, α) πρόκληση στον αυτουργό να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, γενόμενη με οιονδήποτε τρόπο, αρκούντος ότι το μέσο που χρησιμοποιήθηκε, παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξεως ή επιχείρηση πράξεως που περιέχει αρχή εκτελέσεώς της και υποκειμενικός, δόλος, που έγκειται στην ηθελημένη παραγωγή στον αυτουργό της αποφάσεως, με γνώση και βούληση ή αποδοχή της πράξεως. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρ. 47 § 1 Π.Κ. σε συνδυασμό με το αρ. 299 Π.Κ., προκύπτει ότι απλός συνεργός σε τελεσμένη ανθρωποκτονία από πρόθεση είναι όποιος με θετική ή αποθετική του ενέργεια, με πρόθεση παρέχει στον αυτουργό πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως την οποία ο τελευταίος τελεί, οποιαδήποτε υλική ή ψυχική συνδρομή, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, συντελεί στην τέλεση της πράξεως από τον αυτουργό. Ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στην γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση ορισμένης άδικης πράξεως, που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα (ανθρωποκτονία εκ προθέσεως) και τη βούληση να συμβάλει στην τέλεση αυτής από τον αυτουργό. Η συνδρομή του απλού συνεργού δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική. Η ψυχική συνδρομή δύναται να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξεως, με την ενίσχυση της απόφασης που ο αυτουργός έχει πάρει για την τέλεση της πράξεως καθώς και με την ενθάρρυνση αυτού καθ'οιονδήποτε τρόπο και την παρότρυνση για την τέλεση της πράξεως. Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 22 του ΠΚ, συνάγεται ότι, για την ύπαρξη άμυνας, ως λόγου που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, απαιτείται, εκτός των άλλων, άδικη επίθεση, που στρέφεται κατά του αμυνόμενου ή άλλου και εκθέτει σε άμεσο κίνδυνο έννομα αγαθά αυτών, εφόσον είναι παρούσα, δηλαδή έχει αρχίσει και συνεχίζεται ή έληξε, αλλά υπάρχει κίνδυνος συνέχισης ή επανάληψης της προσβολής. Επομένως, δεν θεωρείται παρούσα η επίθεση όταν εξέλιπε εντελώς ο κίνδυνος που απείλησε τα έννομα αγαθά, γιατί κατέπαυσε κάθε ενέργεια εκ μέρους του επιτεθέντος, οπότε η μετά απ' αυτήν αντίδραση του προσβληθέντος δεν είναι άμυνα, αλλά εκδίκαση ανεπίτρεπτη. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες κρίθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο .Δεν απαιτείται δε για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού στοιχείου σε συνδυασμό με το τι αποδείχθηκε από το καθένα, αλλά αρκεί η γενική αναφορά τους στο σύνολο του είδους τους. Η μη ορθή εκτίμηση των αποδείξεων από το Συμβούλιο, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ, καθ' όσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου . Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ αιτιολογία γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ'αυτή, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνάγονται αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την παραπεμπτική κρίση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών.
Κατ' αρχάς στις υπ'αρ. 9, 10, 11 και 13/2007 αιτήσεις αναιρέσεως κατά του υπ' αρ. 175/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης διατυπώνεται το αίτημα όλων των αναιρεσειόντων, το μεν για την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, για την παροχή διευκρινίσεων και ανάπτυξη σχετικών υπερασπιστικών τους επιχειρημάτων, το δε για να επιτραπεί στο συνήγορό τους να αναπτύξει προφορικά την υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο. Το πρώτο αίτημα είναι νόμιμο, κατ' άρθρο 309 παρ. 2 και 485 Κ.Π.Δ., πλην, όμως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, ενόψει του ότι οι αναιρεσείοντες κατά τρόπο διεξοδικό αναπτύσσουν τις απόψεις τους στις πολυσέλιδες αναιρέσεις τους, ώστε η παρουσία τους το Συμβούλιο να μην προσφέρει οτιδήποτε επιπλέον. Αντιθέτως, το δεύτερο αίτημα, είναι μη νόμιμο, αφού από καμία διάταξη νόμου δεν παρέχεται η δυνατότητα στο συνήγορο του κατηγορουμένου να αναπτύσσει προφορικά την υπόθεση ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο ως άνω, βούλευμα, του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, που το εξέδωσε, έκρινε, ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις σε βάρος των αναιρεσειόντων, για τις πράξεις, της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, που τελέσθηκε σε ήρεμη ψυχική διάθεση, οπλοχρησίας, ασκόπων πυροβολισμών, οπλοφορίας κατ' εξακολούθηση και κατοχής όπλου για τον Χ4, της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση και της υφαιρέσεως-υπεξαιρέσεως η Χ2 και της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση για τους Χ3 και Χ1, ήτοι για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1, 14, 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1α, 47 παρ. 1, 94 παρ. 1, 98, 299 παρ. 1, 375 παρ. 1α - 378 παρ. β' ΠΚ, 1α, 7 παρ. 1, 2 και 8α, 10 παρ. 1, 2 και 13α, 14 του Ν. 2168/93 και 66α του Ν. 2287/1995.
Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, αφού προσδιορίζει κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε την κρίση του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Στις 30-7-2005 τελέσθηκε ο γάμος των Α, Χ2, κατοίκων ..., στο ..., ιδιαίτερη πατρίδα της νύμφης, επακολούθησε δε γαμήλια συνεστίαση, στην οποία παρευρέθηκε και ο αδελφός της Χ4, που επιδόθηκε σε ρίψη άσκοπων πυροβολισμών (στρατιωτικός ων, σε ειρηνική περίοδο), με το υπ'αριθμ. ... πιστόλιο τύπου JERICHO 941 FL, διαμετρήματος εννέα χιλιοστομέτρων, νομίμως κατεχόμενο, καθώς και με πυροβόλο όπλο τύπου ΚΑΛΑΖΝΙΚΩΦ, το οποίο έφερε παράνομα, αλλά και κατείχε παράνομα, σε προγενέστερο χρόνο, ενώ, εξ άλλου, έκαστο των ποινικών αδικημάτων των άσκοπων πυροβολισμών από στρατιωτικό και της παράνομης οπλοφορίας, πραγματώθηκε κατ'εξακολούθηση με ενότητα δόλου, δεδομένου ότι ο Χ4 είχε πυροβολήσει αναιτίως, με τα δύο πυροβόλα όπλα (εκ των οποίων το όπλο τύπου ΚΑΛΑΝΖΝΙΚΩΦ έφερε παράνομα) και σε άλλη εορταστική εκδήλωση, που έλαβε χώρα στις 29-7-2005, παραμονή του γάμου. Οι νεόνυμφοι κατέλυσαν στο ξενοδοχείο ..., που ευρίσκεται στα ..., σημειώθηκε ωστόσο φιλονικία μεταξύ τους και περί ώρα 14.40 της 31ης-7-2005, η Χ2 ενημέρωσε τηλεφωνικά τον Β, φίλο του συζύγου της και της ιδίας, εν συνεχεία δε γνωστοποίησε τη βούληση του Α να επιστρέψει μόνος του στη ... στον επ' αδελφή γαμβρό της Χ1 (ο οποίος μετέβη προς συνάντησή της έξωθεν του ξενοδοχείου) και σε άλλα μέλη του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος, με τελικό αποδέκτη το Χ4, τον οποίο ανέμενε, μαζί με το Χ1 και ο οποίος έσπευσε στο ξενοδοχείο, μαζί με τον αδελφό τους Χ3, προκειμένου να επιλυθεί το πρόβλημα της Χ2, ενώ, εξ άλλου, κατόπιν κλήσεως της τελευταίας, όλοι μαζί κατευθύνθηκαν στο υπ' αριθμ. 328 δωμάτιο του ξενοδοχείου, όπου ευρισκόταν ο Α, σημειωτέον μάλιστα ότι η διέλευση των υπολοίπων προς το δωμάτιο, από το χώρο της υποδοχής του ξενοδοχείου, θα ήταν ανεπίτρεπτη, εάν δεν οδηγούντο υπό της Χ2, σύμφωνα με τα τηρούμενα στο ξενοδοχείο. Εντός του δωματίου διαμείφθηκε συζήτηση είκοσι λεπτών περίπου και τότε ο Χ4 εξήγαγε το πιστόλιό του, που έφερε μολονότι ευρισκόταν εκτός υπηρεσίας και περί ώρα 16.10, πυροβόλησε κατά του Α, σε δύο χρονικές φάσεις, ρίπτοντας πέντε βολές, (βλ και την υπ'αριθμ. πρωτ. .../13/15477α/2005 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Ε.ΛΛ.ΑΣ), από τις οποίες τις δύο βολές έρριψε, όταν ο παθών είχε ήδη καταρρεύσει στον καναπέ τοιουτοτρόπως δε, όπως εξάγεται από την υπ' αριθμ. πρωτ. 87/2006 ιατροδικαστική έκθεση της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Κρήτης, προκάλεσε κακώσεις των σπλάγχνων, του θώρακα και της κοιλίας του, με συνέπεια το θάνατο του, εξ αιτίας αιμορραγικής καταπληξίας, ενώ η ανθρωποκτόνος πρόθεση του Χ4 καταδεικνύεται από τον αριθμό των πυροβολισμών και τη στόχευση στα καίρια όργανα του παθόντος. Ο Χ4 διαμόρφωσε την απόφασή του να αποκτείνει το Α, καθ' όλο το διάστημα, αφ' ότου πληροφορήθηκε τη θέλησή του να αποστεί του εγγάμου βίου, μέχρι τη στιγμή της διαπιστώσεως, εντός του ξενοδοχείου, ότι παρά τις παραινέσεις των τριών επισκεπτών του, ενέμενε στη θέση της χωριστής, από τη σύζυγο του, διαβιώσεως, τελούσε δε ο κατηγορούμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατά το χρόνο λήψεως της αποφάσεως να θανατώσει το θύμα του, αλλά και κατά το χρόνο εκτελέσεως της πράξεως, όπως συνάγεται από τη μετάβασή του στο ξενοδοχείο με το όπλο του έτοιμο προς πυροδότηση, την άνευ του ελαχίστου ενδοιασμού ή οίκτου, χρήση του και τη ψύχραιμη αποχώρηση από το ξενοδοχείο, με τη συνοδεία των υπολοίπων κατηγορουμένων και την απόκρυψή του έως τις 2-8-2005, οπότε συνελήφθη, έπειτα από προσέλευση στο Τμήμα Ασφαλείας Ρεθύμνου, ενώ συνδρομή βρασμού ψυχικής ορμής, λόγω αιφνίδιας υπερδιεγέρσεως των συναισθημάτων του, ως συνέπεια της συμπεριφοράς του Α, προς τον ίδιο και την αδελφή του, η οποία επλήγη στο πρόσωπο, αποκλείεται, εφ' όσον, και αληθών υποτιθεμένων των περιστατικών του επικαλείται, δεν δικαιολογούν την ένταση των συναισθημάτων, σε βαθμό επηρεασμού της λογικής σκέψεως, ούτε εξηγούν την πρακτική της αντεκδικήσεως, για λόγους οικογενειακούς και προσωπικούς, την οποία ο Χ4 εφήρμοσε ή τη φυγή τούτου, με εγκατάλειψη του θύματος. Οι ισχυρισμοί του Χ4 περί ελλείψεως καταλογισμού ένεκα διαταράξεως των πνευματικών λειτουργιών, της συνειδήσεως και ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό, αποκλεισμού αδίκου, σε άμυνα και υπέρβαση των ορίων της, που προβλήθηκαν (όχι με την απολογία του στον Ανακριτή, αλλά μεταγενεστέρως), πέραν της αντιφατικής σωρρεύσεως, είναι αβάσιμοι, καθ' όσον εις ουδεμία σύγχυση - θόλωση περιήλθε, ούτε ηδύνατο να περιέλθει, οπλισμένος τυγχάνων και εκπαιδευμένος στη χρήση του όπλου, ενώ ο Α ήταν άοπλος, ως προς δε τον ισχυρισμό αμύνης και υπερβάσεως αυτής, δεν υφίστατο παρούσα επίθεση του τελευταίου, αντίθετα ο Χ4 και η αδελφή του, είχαν τη συμπαράσταση των δύο συνεργών, ενώ άλλωστε είχαν εκδηλώσει τη διάθεση εξόδου τους από το δωμάτιο, πράγμα το οποίο και ο Α επιζητούσε. Περαιτέρω η Χ2 συντέλεσε αποφασιστικά στο σχηματισμό της αποφάσεως του φυσικού αυτουργού, να θανατώσει το Α, όπως εναργώς εξάγεται από την αλληλουχία των κάτωθι γεγονότων, δηλαδή, α) γνωρίζοντας τον ευέξαπτο χαρακτήρα του αδελφού της και τη συνήθεια να μην αποχωρίζεται το πυροβόλο όπλο, για την οποία στο παρελθόν είχε εκφράσει την ανησυχία της, στην οικογένεια του Α, μερίμνησε να ενημερωθεί αυτός για το διαπληκτισμό με το σύζυγό της, β) καταλήφθηκε να αναμένει την έλευσή του έξωθεν του ξενοδοχείου, γ) αν και για την τελική συνομιλία με το Α, προφανώς αρκούσε η παρουσία του μεγαλύτερου αδελφού της Χ3 και του Χ1, εκείνη εξασφάλισε την είσοδο στο δωμάτιο του ξενοδοχείου και του Χ4, αφού προηγουμένως συζήτησε μαζί του, δ) η παράστασή της στο δωμάτιο, κατά το χρόνο της ανθρωποκτονίας, την οποία δεν επιδίωξε να αποτρέψει όταν άρχισε η εκδήλωσή της ή έστω στο μεσοδιάστημα παύσεως (προσωρινά) των πυροβολισμών, αλλά και η φυγή της, αμέσως μετά το τέλος των πυροβολισμών κατά του Α, ομού μετά του αυτουργού και των υπολοίπων, διατηρώντας την αυτοκυριαρχία της, συνιστούν συμπεριφορά, που ενισχύει την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας. Επιβεβαιώθηκε, συνεπώς, ότι η Χ2 παρακίνησε το Χ4 να πραγματώσει την ανθρωποκτονία με πρόθεση, δια του προμνησθέντος τρόπου και με μέσο, την εκμετάλλευση της συγγένειας, ενώ, εξ άλλου, τελούσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τόσο κατά το χρόνο λήψεως της αποφάσεως, να καταστεί ηθική αυτουργός στην ανθρωποκτονία με πρόθεση του Α, όσο και κατά το χρόνο πραγματώσεως της ηθικής αυτουργίας, παρατηρείται δε ότι εσφαλμένως το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών την παρέπεμψε σε δίκη για απλή συνέργεια στην ανθρωποκτονία με πρόθεση, μεταβάλλοντας την ηθική αυτουργία (στην ανωτέρω πράξη), για την οποία είχε ασκηθεί ποινική δίωξη. Ετέρωθεν οι Χ3, Χ1 με πρόθεση προσέφεραν απλή (ψυχική) συνδρομή στον αυτουργό, πριν και κατά την τέλεση της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, δεδομένου ότι ο Χ3 μετέβη μαζί με το Χ4 στο ξενοδοχείο και αμφότεροι τον συνόδευσαν στο δωμάτιο του Α, γνωρίζοντας τον οξύθυμο χαρακτήρα του Χ4 και τη συνήθεια να κυκλοφορεί οπλισμένος, παρά ταύτα ουδέν έπραξαν για να αποφευχθεί η χρήση του όπλου του, δίδοντες στον αυτουργό την πεποίθηση της επιδοκιμασίας της επιλογής του και της ανεπιφύλακτης υποστηρίξεως των ενεργειών του, πράγματι δε αυτοί, εντός του δωματίου δεν παρενέβησαν για την αποτροπή της ρίψεως πυροβολισμών κατά του Α, ακόμα και στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των διαφορετικών χρόνων των πυροβολισμών, αλλά, αντίθετα, αναχώρησαν μαζί του από το δωμάτιο του ξενοδοχείου, μετά το τέλος των πυροβολισμών, με ψυχραιμία και βοήθησαν στη διαφυγή του, ούτω δε, με ενεργό συμπεριφορά, παρείχαν με πρόθεση, ψυχική συνδρομή στο Χ4, πριν και κατά την τέλεση της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, ενισχύοντας την απόφασή του να τελέσει το εν λόγω έγκλημα, με τη δημιουργία συνθηκών μείζονος ασφαλείας και βεβαιότητος. Η παραπομπή των Χ3, Χ1 για απλή συνεργεία, αποτελεί επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας άμεσης συνέργειας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, για την οποία είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, ενώ, άλλωστε, οι απλοί συνεργοί τελούσαν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τόσο κατά το χρόνο λήψεως της αποφάσεώς τους να συνεργήσουν στην ανθρωποκτονία με πρόθεση, όσο και κατά το χρόνο υλοποιήσεως της απλής συνδρομής. Εξ ετέρου ο Α κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, μεταξύ άλλων, από τις νυν εγκαλούσες Ψ1, μητέρα, και Ψ2, αδελφή, η Χ2 όμως, στην οποία, ένεκα της θανατώσεως του συζύγου της περιήλθαν ορισμένα κοσμήματα, ιδιοκτησίας του τελευταίου, μεταξύ των οποίων .περιλαμβάνοντο χρυσή πλακέτα, που απεικόνιζε τον Άγιο Γεώργιο, χρυσό δακτυλίδιο, χρυσός σταυρός και χρυσή αλυσίδα, στη χρονική, περίοδο από τις 31-7-2005 έως τις 15-12-2005, σε ημερομηνία που δεν εξακριβώθηκε εντελώς, τα παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα, μολονότι αποποιήθηκε την κληρονομιά στις 28-11-2005, ο δε ισχυρισμός της ότι εμπίπτουν στο εξαίρετο, είναι ανακριβής, αφού δεν συνήχθη χρησιμοποίησή τους εκ μέρους και των δύο συζύγων ή μόνο της Χ2, ούτε πάντως δικαιούτο στο εξαίρετο, εξ αιτίας της αποποιήσεως της κληρονομιάς (άρθρο 1820 Α.Κ.), ενώ η πράξη φέρει τη μορφή υφαιρέσεως - υπεξαιρέσεως από σύζυγο, στην περιουσία που άφησε ο σύζυγος του (άρθρο 378 β Π.Κ. βλ. σχετ. Εφ. Δωδ. 45/1991, Π.Χ. ΜΒ 598). Όσον αφορά στην αιτίαση για οικειοποίηση χρηματικού ποσού, οι απλές πιθανολογήσεις, που περιέχονται στην έγκληση, δεν επαληθεύθηκαν από άλλα αποδεικτικά στοιχεία και εντεύθεν το σχετικό τμήμα της κατηγορίας για υπεξαίρεση, πρέπει να απαλειφθεί (χωρίς να χρειάζεται απαλλακτική διάταξη, διότι η υπεξαίρεση έχει διαρθρωθεί ως μία ενιαία πράξη). Ως είναι γνωστό, η αποδεικτική αξιοποίηση των μαρτυρικών καταθέσεων του κατηγορουμένου, επάγεται απόλυτη ακυρότητα (βλ. σχετ. ΑΠ 1/2004 (Ολομ.), Π.Χ. ΝΕ 113), εφ' όσον δε στο πληττόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, α) αξιολογήθηκε η από 13-2-2006 ανώμοτη κατάθεση του Χ4, που λήφθηκε κατά τη διαδρομή προκαταρκτικής εξετάσεως εναντίον του για το αδίκημα των άσκοπων πυροβολισμών, καίτοι ήταν ήδη κατηγορούμενος για την ίδια αξιόποινη πράξη και β) αξιολογήθηκε η από 4-8-2005 ένορκη μαρτυρική κατάθεση του μετέπειτα κατηγορουμένου Χ3, που δόθηκε στο πλαίσιο αυτοψίας του Ανακριτή του Ναυτοδικείου Χανίων, το εκδοθέν βούλευμα πάσχει εξ απολύτου ακυρότητος, α) ως προς την παραπεμπτική διάταξη για το αδίκημα των άσκοπων πυροβολισμών κατ' εξακολούθηση, β) ως προς όλες τις παραπεμπτικές διατάξεις και απαιτείται η κήρυξη του ως ακύρου, έστω και εάν η ακυρότητα δεν έχει προβληθεί με λόγο εφέσεως από τους Χ4, Χ2 (βλ. σχετ. Συμβ. Εφ. Πειρ. 72/2001. Πρ. Λογ. ΓίΛ 2001. 145). Επειδή κατ' ακολουθία όσων αναλύθηκαν έως τώρα, ακυρουμένου του βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρεθύμνης, αναφορικά με τις παραπεμπτικές διατάξεις, γεννώνται σοβαρές ενδείξεις προς παραπομπή σε δίκη, του κατηγορουμένου Χ4, με τις προκείμενες κατηγορίες, ως και της κατηγορουμένης Χ2 με τις κατηγορίες της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, της υπεξαιρέσεως υφαιρέσεως (με απάλειψη της υπεξαιρέσεως χρηματικού ποσού), εξαφανιζομένου δε του ιδίου βουλεύματος, ως προς την απαλλακτική διάταξη για άμεση συνεργεία κατά συναυτουργία σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, γεννώνται σοβαρές ενδείξεις προς παραπομπή σε δίκη, των κατηγορουμένων Χ3, Χ1, για απλή συνεργεία σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση".
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, αναφορικά με τις αποδιδόμενες στους αναιρεσείοντες αξιόποινες πράξεις που προαναφέρθηκαν, την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αδικημάτων, για τα οποία κρίθηκαν παραπεμπτέοι οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτός στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1α, 47 παρ. 1, 94 παρ.1, 98, 299 παρ. 1, 375 παρ. 1α - 378 β' του ΠΚ, 1α, 7 παρ. 1, 2 και 8α, 10 παρ. 1, 2 και 13α, 14 του Ν. 2166/93 και 66α του Ν. 2287/95, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, περιγράφει λεπτομερώς τον τρόπο και τα μέσα, με τα οποία ο εκ των αναιρεσειόντων Χ4 διέπραξε τα εγκλήματα που του αποδίδονται και ιδία εκείνο της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, στο οποίο εστιάζονται και οι σχετικοί λόγοι της υπ' αυτού ασκηθείσας αναίρεσης, απορρίπτονται δε αιτιολογημένα οι αυτοτελείς του ισχυρισμοί, περί διαταράξεως της συνειδήσεώς του, κατά τον χρόνο τέλεσης της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, της ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό, του ότι τέλεσε την πράξη αυτή σε βρασμό ψυχικής ορμής και του ότι, σε κάθε περίπτωση, ενήργησε ευρισκόμενος σε άμυνα υπό το κράτος φόβου και ταραχής, με κυριότερη παράθεση πραγματικών περιστατικού, το ότι ο αναιρεσείων ήταν οπλισμένος και εκπαιδευμένος στη χρήση των όπλων, είχε δε και τη συμπαράσταση των συνεργών του, ενώ το θύμα ήταν μόνο του, άοπλο και το μόνο που επιζητούσε ήταν να αποχωρήσουν από το δωμάτιο του ξενοδοχείου ο αναιρεσείων και οι συνεργοί του και, ως εκ τούτου, καμία διάθεση για επίθεση, μόνος εναντίον τεσσάρων, δεν μπορούσε να εκδηλώσει και ούτε άλλωστε εκδήλωσε. Επίσης, με τις προαναφερθείσες παραδοχές, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, αιτιολογημένα στήριξε την κρίση του περί ηθικής αυτουργίας εκ μέρους της αναιρεσείουσας Χ2 και περί απλής συνέργειας εκ μέρους των λοιπών αναιρεσειόντων στην ως άνω πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, με κυριότερη παράθεση πραγματικών περιστατικών, αναφορικά μεν με την ηθική αυτουργό, το ότι αυτή, μετά το επεισόδιο με το σύζυγό της, φρόντισε να το πληροφορηθεί ο αυτουργός της ανθρωποκτονίας αδελφός της Χ4, ο οποίος ήταν ευερέθιστος χαρακτήρας και πάντοτε οπλοφορούσε, κατάσταση για την οποία είχε εκφράσει στο παρελθόν την έντονη ανησυχία της ακόμη και στο περιβάλλον του συζύγου της, περίμενε να έλθει στην είσοδο του ξενοδοχείου, κουβέντιασε μαζί του, τον προσκάλεσε δε, μαζί με τους άλλους, να μεταβούν στο δωμάτιο όπου διέμενε με το σύζυγό της, μεσολάβησε δε, διότι άλλως ήταν αδύνατη η διεύλευση του αδελφού της, να εισέλθουν εντός του ξενοδοχείου και, τέλος, κατά τη διάρκεια των πυροβολισμών, ουδεμία διάθεση αποτροπής της ανθρωποκτονία, εκδήλωσε, ως ενισχυτικό δε στοιχείο της όλης συμπεριφοράς της, αναφέρεται και το γεγονός ότι, μετά την ανθρωποκτονία, διατηρώντας ανεπηρέαστη την ψυχραιμία της, αποχώρησε μαζί με τους άλλους, από το ξενοδοχείο, αναφορικά δε με τους απλούς συνεργούς Χ3 και Χ1, ως κυριότερο πραγματικό περιστατικό, αναφέρεται το ότι αυτοί, πέραν της γνώσεως του ευερέθιστου χαρακτήρα του Χ4 και του γεγονότος ότι πάντοτε οπλοφορούσε, τον συνόδευσαν στο ξενοδοχείο, μετέβησαν μαζί του στο δωμάτιο όπου διέμεναν οι νεόνυμφοι, ενισχύοντας έτσι την απόφαση του αυτουργού, με την παρουσία τους στο δωμάτιο και τη μη αποτροπή των πυροβολισμών, στο να διαπράξει το ήδη αποφασισμένο έγκλημα, περιστατικά τα οποία όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων που αποδίδονται στους αναιρεσείοντες. Είναι αβάσιμη η περαιτέρω αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει αιτιολογία, διότι δεν εκτίμησε και δεν έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, προσδιορίζει τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη, κατά το είδος τους, ενώ είναι αρκετή, για την ύπαρξη της απαιτούμενης αιτιολογίας, η γενική, κατά το είδος, αναφορά των αποδεικτικών μέσων, χωρίς να απαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού μέσου, ούτε τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε και θα γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Στα πλαίσια αυτά, είναι αβάσιμη η αιτίαση των εκ των αναιρεσειόντων Χ4 και Χ2, ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν έλαβε υπόψη του το από 31-7-2005 ιατρικό σημείωμα του ιατρού της Χειρουργικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Ρεθύμνης Γ, καθώς και το ιδιόγραφο σημείωμα του θύματος, που μνημονεύεται στην από 1-8-2005 έκθεση αυτοψίας του Δ/ντή του Τμήματος Ασφαλείας Ρεθύμνου. Με τα δεδομένα αυτά, ο προβαλλόμενος από όλους τους αναιρεσείοντες λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ.- Επειδή, απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος, κατά τη διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1δ' του ΚΠΔ., η οποία δημιουργεί λόγον αναιρέσεως κατά του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. α' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν το συμβούλιο παραλείψει αδικαιολόγητα να διατάξει την αυτοπρόσωπη ενώπιόν του εμφάνιση του κατηγορουμένου, ο οποίος τη ζήτησε, όχι όμως και όταν το αίτημα αυτό απορρίφθηκε για ορισμένους λόγους, οι οποίοι αναφέρονται στο σχετικό βούλευμα. Στην προκειμένη περίπτωση, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με δικές του σκέψεις, δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι (αναιρεσείοντες), έχουν διατυπώσει τις απόψεις τους και ειδικότερα, ο Χ4 και Χ2, με τις από 3-8-2006 διεξοδικές εφέσεις τους, επιπλέον δε η Χ2 και με το από 28-4-2006 απολογητικό της υπόμνημα, που έχει υπογραφεί και από τους συνηγόρους της, οι δε Χ3 και Χ1, με τα λεπτομερή απολογητικά τους υπομνήματα, τα οποία επίσης έχουν υπογραφεί και από τους συνηγόρους τους, ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρινίσεις αυτών (απόψεων) και απέρριψε σχετικό αίτημα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιόν του και για προφορική ανάπτυξη της υποθέσεως από τους συνηγόρους τους. Ενόψει τούτων, αιτιολογημένα απέρριψε το Συμβούλιο Εφετών το ως άνω αίτημα των αναιρεσειόντων και, συνεπώς, δεν παρεβίασε το άρθρο 309 παρ.2, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1δ' του Κ.Π.Δ., ο δε σχετικός λόγος όλων των αιτήσεων αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης, ο προβαλλόμενος, από τους αναιρεσείοντες Χ2, Χ3 και Χ1, λόγος αναίρεσης, για υπέρβαση εξουσίας, στην πραγματικότητα όμως για απόλυτη ακυρότητα, καθόσον, το Συμβούλιο Εφετών, έλαβε υπόψη του απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο, δηλαδή το υπ' αρ. 17/2005 βούλευμα του Ναυτοδικείου Χανίων, με το οποίο, το τελευταίο κηρύχθηκε αναρμόδιο προς εκδίκαση της κατά του Χ4 ποινικής υπόθεσης, συνεπεία της διαφενόμενης συμμετοχής στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και ιδιωτών (λοιπών αναιρεσειόντων), είναι αβάσιμος, διότι, το ως άνω βούλευμα, λήφθηκε υπόψη, όχι για τη στήριξη της παραπεμπτικής του κρίσης, αλλά για τον έλεγχο τόσο της καθ' ύλη αρμοδιότητάς του, όσο και της ιδιότητας του Χ4 ως λιμενικού οργάνου.
ΙΙΙ.- Επειδή, όπως προκύπτει από τα άρθρα 31 παρ. 2 και 105 Κ.Π.Δ., η παραμονή στη δικογραφία της ληφθείσας, κατά την προκαταρκτική εξέταση, έγγραφης κατάθεσης του κατηγορουμένου, χωρίς να αξιοποιηθεί σε βάρος του αποδεικτικώς, δεν επιφέρει καμία ακυρότητα, δεδομένου ότι η παραπάνω διάταξη του άρθρου 31 παρ. 2 Κ.Π.Δ δεν απαγγέλει τέτοια ακυρότητα και απλώς ορίζει, ότι δεν μπορεί να αποτελέσει αξιοποιήσιμο μέρος της δικογραφίας, παραμένοντας στο γραφείο της Εισαγγελίας.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας Χ2, ότι, ναι μεν δεν επήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο Εφετών οι μαρτυρικές καταθέσεις της κατά το στάδιο της προανάκρισης, που διενήργησε το Τμήμα Ασφαλείας Ρεθύμνου και ο Ανακριτής του Ναυτοδικείου Χανίων, πλην, όμως, αυτές παρέμειναν στη δικογραφία και έτσι επήλθε η επικαλούμενη εκ του άρθρου 171 παρ. 1δ' του Κ.Π.Δ ακυρότητα, συνεπεία της εκ του άρθρου 31 παρ. 2 απορρέουσας απαγόρευσης παραμονής αυτών στη δικογραφία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Στο σημείο αυτό, αναφορικά με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της αναίρεσης του Χ3, σύμφωνα με τον οποίο επήλθε απόλυτη ακυρότητα, ενόψει του ότι, το Συμβούλιο Εφετών, δεν έλαβε μεν υπόψη του, με ρητή περί τούτου αναφορά την μαρτυρική του κατάθεση ενώπιον του Ανακριτή του Ναυτοδικείου Χανίων, πλην όμως έλαβε υπόψη του την από 4-8-2005 έκθεση αυτοψίας του ως άνω Ανακριτή, ενώ έδει και αυτών να μη λάβει υπόψη του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, η ως άνω έκθεση αυτοψίας, μπορεί μεν να διενεργήθηκε από αναρμόδιο όργανο, διατηρεί όμως την εγκυρότητά της κατά τη ρητή περί τούτου διάταξη του άρθρου 127 Κ.Π.Δ και συνεπώς, εγκύρως λήφθηκε υπόψη από το Συμβούλιο Εφετών.
IV.- Η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος η οποία προβλέπεται από το άρθρο 171 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., αποτελεί λόγο αναίρεσης κατ' αποφάσεων σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του ίδιου Κώδικα, εφόσον γίνεται στη διαδικασία του ακροατηρίου, εάν όμως γίνει στην προδικασία, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά βουλεύματος, διότι δεν εμπίπτει σε κάποιον από τους αναφερομένους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 484 Κ.Π.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, όλοι οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας, καθόσον έκρινε παραδεκτές τις από 8-8-2006 εφέσεις των πολιτικώς εναγουσών Ψ1 και Ψ2 (η πρώτη είναι η μητέρα και η δεύτερη αδελφή του θύματος) κατά του πρωτόδικου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρεθύμνου, ως προς την απαλλακτική του διάταξη, η οποία αφορούσε τους κατηγορουμένους Χ3 και Χ1, ενώ έπρεπε να τις κηρύξει απαράδεκτες, διότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, η δήλωση των ως άνω πολιτικώς εναγουσών, για παράσταση πολιτικής αγωγής δεν ήταν νομότυπη, για το λόγο ότι, στη μήνυσή τους δήλωσαν ότι "παρίστανται ως πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης ποσού 44 ευρώ η καθεμία" και διόρισαν αντίκλητο τον δικηγόρο Θεσ/νίκης Θωμά Νισύριο, δηλαδή αντίκλητο εκτός της έδρας του Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, ενώ, κατά την εξέτασή τους ως μάρτυρες, στις 13-3-2006, ενώπιον του ανακριτή Ρεθύμνου, δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής "για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για ποσό 44 ευρώ" και διόρισαν αντίκλητο δικηγόρο τους, τον δικηγόρο Ρεθύμνου Θωμά Λεχωβίτη, χωρίς, όμως, να αναφέρουν ότι ο τελευταίος είναι και κάτοικος ... . Οι αιτιάσεις αυτές και ο σχετικός λόγος αναίρεσης, ενόψει του ότι η φερόμενη απόλυτη ακυρότητα, για παρά το νόμο παράσταση πολιτικής αγωγής, αφορά εν προκειμένω το στάδιο της προδικασίας, η οποία περιλαμβάνει και τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου, και όχι κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι, σύμφωνα με όσα προπαρατέθηκαν, απαράδεκτες και απορριπτέες, σημειουμένου και του γεγονότος ότι, η ως άνω δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής που έγινε στον Ανακριτή Ρεθύμνου, είναι νομότυπη κατ' άρθρον 84 Κ.Π.Δ., ενώ δεν επηρεάζεται το κύρος της δήλωσης από την αναφορά σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αντί του ορθού "λόγω ψυχικής οδύνης".
Μετά από όλα αυτά και εφόσον κανένας λόγος των ενδίκων αιτήσεων αναίρεσης δεν γίνεται ουσιαστικά δεκτός, πρέπει αυτές να απορριφθούν στο σύνολό τους, ως αβάσιμες και θα καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει Το αίτημα των αναιρεσειόντων για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, αφενός μεν για παροχή διασαφήσεων και αφετέρου για προφορική ανάπτυξη της υποθέσεως εκ μέρους των συνηγόρων τους.
Απορρίπτει τις υπ' αρ. 11/2007, 10/2007 9/2007 και 13/2007 αιτήσεις αντιστοίχως, των 1) Χ4, 2) Χ2, 3) Χ1, κατοίκων ... και 4)Χ2, Κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αρ. 175/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία με πρόθεση που τελέσθηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία με πρόθεση. Απορρίπτει αναίρεση βουλεύματος για πλημμέλεια εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ ΚΠΔ. Δεν υφίσταται ακυρότητα όταν το Συμβούλιο αιτιολογημένα απορρίπτει αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου και των συνηγόρων του. Η παραμονή στη δικογραφία της έγγραφης κατάθεσης του κατηγορουμένου που λήφθηκε κατά την προκαταρκτική εξέταση, δεν δημιουργεί ακυρότητα. Η έκθεση αυτοψίας που διενεργήθηκε από αναρμόδιο όργανο διατηρεί την εγκυρότητά της κατ’ άρθρο 127 ΚΠΔ. Η παρά το νόμο παράσταση πολιτικής αγωγής στην προδικασία, δεν αποτελεί λόγω αναιρέσεως κατά βουλεύματος. Απορρίπτει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ηθική αυτουργία, Ανθρωποκτονία από πρόθεση, Συνέργεια, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
| 0
|
Αριθμός 1634/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα - Σ Ε ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 11 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) χ1 και 2) χ2, περί αναιρέσεως του με αριθμό 352/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας.
Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 17 Ιανουαρίου 2008, δύο (2) τον αριθμό, αυτοτελείς αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 175/2008. Έπειτα η Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 153/3.4.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 § 1 του Κ.Π.Δ., τις υπ'αριθ. 2 και 3/17-1-2008 αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων α)χ1 και β) χ2, κατά του υπ'αριθ. 352/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βόλου με το υπ'αριθ. 284/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας για να δικασθούν για την αξιόποινη πράξη της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανωτέρας των 15.000 ευρώ, κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα, κατ'επάγγελμα (άρθρα 13 στ, 98, 45 και 386 § § ιβ'και 3α' Π.Κ.). Κατά του παραπάνω παραπεμπτικού βουλεύματος, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι άσκησαν τις υπ'αριθμ. 4 και 5/5-10-2007 εφέσεις τους επί των οποίων εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα με το οποίο έγιναν αυτές τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ'ουσία. Κατά του ως άνω εφετειακού βουλεύματος στρέφονται ήδη οι αναιρεσείοντες με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες ασκήθηκαν εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς από δικαιούμενα στην άσκησή τους πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 463, 465 § 1, 473 § 1, 474 § 1 και 482 § ια του Κ.Π.Δ., όπως η παράγραφος 1 του άρθρου 482 αντικ. με το άρθρο 41 § 1 του ν.3160/2003. Διαλαμβάνεται δε στην αίτηση αυτή αναίρεσης σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης και συγκεκριμένα αυτός της απόλυτης ακυρότητας (άρθρο 484 § 1 α και 171 § ιβ' Κ.Π.Δ.). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 484 § ια'και 171 § ιβ' Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν, (β) την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 386 § ι Π.Κ., "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτείται η πρόκληση και επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου προσώπου, με σκοπό την απόκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους του υπαίτιου ή τρίτου, η οποία επιτυγχάνεται με την παραπλάνηση άλλου, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή την παρασιώπηση αληθινών γεγονότων. Η παραπλάνηση δηλαδή, του άλλου πραγματώνεται με τρεις διαφορετικούς εννοιολογικά τρόπους (παράσταση-απόκρυψη-παρασιώπηση), που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς με παράλειψη ήτοι την παράλειψη ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοίνωσης, από το νόμο, τη σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαίτιου. Το πρόσωπο αυτού που παραπλανά δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζεται με εκείνο που ωφελείται, ούτε το πρόσωπο που παραπλανήθηκε με εκείνο του ζημιωθέντος (ΑΠ 760/2000 ΠοινΧρ, 2001-109) Πράγματι από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης είναι φανερό ότι το παραπλανώμενο πρόσωπο πρέπει να είναι αυτό που προβαίνει στην περιουσιακή διάθεση με πράξη, παράλειψη ή αντοχή του, άσχετα αν έτσι διαθέτει δική του περιουσία ή ξένη. Διαθέτων δηλαδή και εξαπατώμενος πρέπει να ταυτίζονται κατά το άρθρο 386 ΠΚ, άσχετα αν δεν χρειάζεται να ταυτίζονται διαθέτων και βλαπτόμενος (βλ. Μαρία Καϊάφα-Γκμάντι,Εμβάθυνση στην ποινική Νομολογία,έκδ. 2006, σελ.508). Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικά μεικτό, υπό την έννοια ότι οι περισσότεροι τρόποι πραγμάτωσης του μπορούν να εναλλαχθούν και σε περίπτωση συνδρομής περισσότερων τρόπων υπάρχει ένα μόνο έγκλημα (ΑΠ 587/2006 ΠοινΧρ. 2007-57, ΑΠ 1551/2006 ΠρΛογ 2006-501). Σύμφωνα με την τυποποιημένη συμπεριφορά του άρθρου 386 ΠΚ η αντικειμενική υπόσταση της απάτης περιλαμβάνει, σε αιτιώδη μεταξύ τους αλληλουχία, περισσότερα του ενός αποτελέσματα, τα οποία είναι προσδιοριστικά του άδικου χαρακτήρα της, αφού εν τέλει συγκλίνουν στη ζημιογόνο περιουσιακή διάθεση. Το πρώτο αποτέλεσμα της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη είναι να πείσει εκείνον με τον οποίο έρχεται σε επαφή. Από την επιρροή αυτή παράγεται αιτιωδώς η περιουσιακή διάθεση (πράξη, παράλειψη, ανοχή) που είναι το δεύτερο αποτέλεσμα και από αυτήν η βλάβη της περιουσίας που είναι το τρίτο αποτέλεσμα. Γι' αυτό και σωστά η απάτη εντάχθηκε στα λεγόμενα "εγκλήματα αποτελέσματος από ειδική συμπεριφορά" ( βλ. σχετικώς Ανδρουλάκη, Ποινικά Varia, ΠοινΧρ. 1995-681), με την έννοια ότι το εγκληματικό αποτέλεσμα παράγεται όχι από μια οποιαδήποτε συμπεριφορά αλλά από μια ειδικά περιγραφόμενη στο νόμο αλληλουχία συμπεριφοράς. Το γεγονός ότι για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης απαιτείται πρόσθετος σκοπός προσπορισμού παράνομου περιουσιακού οφέλους καθιστά την απάτη έγκλημα σκοπού και υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης. Το έγκλημα ολοκληρώνεται τυπικά με την επέλευση της βλάβης, ενώ ο προσπορισμός του παράνομου περιουσιακού οφέλους συνεπάγεται την ουσιαστική αποπεράτωση του εγκλήματος. Το έγκλημα της απάτης είναι έγκλημα περιουσιακής μετατόπισης: ό,τι ζημιώνεται ο ένας το ωφελείται ο άλλος (βλ. ΣυμβΕφΘεσ 308/97, όπου και παρατηρήσεις Ι. Μανωλεδάκη), με άλλα λόγια το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος πρέπει να προέρχεται από τη βλαπτόμενη περιουσία δηλ. να αποτελεί κατά κάποιο τρόπο ανάστροφη όψη αυτής (βλ. Χρ. Μυλωνόπουλου, όπ.παρ. σελ. 505). Το τρίτο αποτέλεσμα στην αντικειμενική διαδρομή (αλληλουχία) της απάτης είναι η περιουσιακή βλάβη. Η βλάβη της ξένης περιουσίας προσδιορίζει τη φυσιογνωμία της απάτης, αφού η επέλευση της σημαίνει και τυπική αποπεράτωση του εγκλήματος. Με βάση τις προϋποθέσεις της κρατούσας οικονομικής έννοιας της περιουσίας, βλάβη έχουμε από τη στιγμή που θα επέλθει η μείωση (: διαφορά προς το χειρότερο) της συνολικής χρηματικής αξίας της περιουσίας. Η διάγνωση αυτή θα κινηθεί στο πεδίο μιας σύγκρισης της αποτίμησης της περιουσίας αμέσως πριν από την εγκληματική πράξη και μετά την πράξη. Εφόσον το αποτέλεσμα είναι παθητικό, η περιουσιακή βλάβη φαίνεται δεδομένη. Κατά την έννοια της διάταξης απαιτείται η επέλευση της βλάβης να είναι το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς στην οποία προέβη ο δράστης (ΣυμβΑΠ 1277/90, ΠοινΧρ. ΜΑ-565, όπου και παρατηρήσεις Χρ. Μυλωνόπουλου) . Ακόμη ένα σημαντικής πρακτικής αξίας ζήτημα που απασχόλησε τη Νομολογία και τη Θεωρία είναι η σχέση διακινδύνευσης της περιουσίας με την περιουσιακή βλάβη. Έγινε δεκτό ότι η περιουσιακή βλάβη μπορεί να συνιστά και η διακινδύνευση της περιουσίας, όταν η δημιουργία κινδύνου προκαλεί μείωση της ενεστώσας αξίας της, έτσι ώστε να μπορεί να αποτιμηθεί ως ήδη επελθούσα βλάβη (βλ. περισσότερα Α. Παπαδαμάκη, Τα περιουσιακά εγκλήματα, σελ. 141). Επιβάλλεται όμως να διευκρινισθεί ότι η συνάφεια κινδύνου της περιουσίας και μείωσης της ενεστώσας αξίας της δεν μεταβάλει την απάτη σε έγκλημα διακινδύνευσης αλλά καλύπτει και τις παρυφές της ίδιας της περιουσιακής βλάβης. Τέλος κατά την παράγραφο 3 εδ. α του άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14§4 Ν. 2721/99, η απάτη τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000€. Έτσι η κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεση απάτης, το συνολικό ποσό της οποίας δεν υπερβαίνει τις 15.000€ θεμελιώνει μόνο το βασικό έγκλημα της απάτης. Αν όμως η πράξη τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000€, κακουργηματική απάτη στοιχειοθετείται ακόμη και αν ο δράστης δεν απέβλεπε στο ποσό αυτό, εκτός αν συγχρόνως πρόκειται για έγκλημα κατ' εξακολούθηση, οπότε εφαρμόζεται και το άρθρο 98§2 ΠΚ. Τέλος ορθά ο Άρειος Πάγος εντοπίζει το χαρακτηριστικό της κατ' επάγγελμα τέλεσης στο ότι οι δράστες δεν ενήργησαν ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου και είχαν τελέσει παρεμφερείς πράξεις απάτης και σε βάρος άλλων (ΑΠ 1199/1999 ΠΝΑΠ 99-366,) καθώς και την έννοια της υποδομής, έχει δε δεχθεί ότι υποδομή συνιστά και η συστηματική, οργανωμένη και μεθοδευμένη δραστηριότητα του δράστη (ΑΠ 637/99 ΠΝΑΠ 99-190). Κατά δε το άρθρο 45 Π.Κ. "Αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο υπό του Αρείου Πάγου της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 Π.Κ., πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (ΑΠ 50/1990 (σε ολομ.) και ΑΠ 810/2006 Π.Χρ. NZ/222). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 ΠΚ, ως αντικ. με άρ. 14 παρ. 1 Ν2721/1999, ορίζεται ότι αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή, που έχει θεσπισθεί προς το σκοπό της επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία (συρροή) όμως το δικαστήριο μπορεί, αντί να καταγνώσει στο δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή .λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων (ΑΠ 59/2004, Ποιν. Χρ. ΝΔ/512). Κατά δε την παρ. 2 του αρ. 98 ΠΚ, όπως προστέθηκε με αρ. 14 παρ. 1 Ν.2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό, και στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 352/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, το Συμβούλιο που το εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, ότι από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε κατά την κύρια ανάκριση και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: 0 ψ1 (εγκαλών) έχει ένα εστιατόριο στη ..... Μαγνησίας, όπου το 2002 γνώρισε, στο κατάστημα του, τους κατηγορουμένους χ1 και χ2. Οι κατηγορούμενοι του εμφανίστηκαν ως ζεύγος με μεγάλη οικονομική επιφάνεια. Ειδικότερα ο πρώτος δήλωσε ότι ήταν οικονομολόγος και χρηματιστής με μεγάλο κύκλο εργασιών, με γραφεία στη Λαμία και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, ενώ η δεύτερη ότι είχε υψηλές διασυνδέσεις με πολιτικούς και επιχειρηματίες και ότι διετέλεσε ιδιαιτέρα γραμματέας του Νομάρχη Μαγνησίας, ενώ όλα αυτά ήταν ψευδή. Επίσης, οι κατηγορούμενοι εύκολα αντιλήφθηκαν ότι ο εγκαλών και η οικογένεια του είναι άνθρωποι θρησκευόμενοι. Άρχισαν λοιπόν και αυτοί να προσποιούνται το ίδιο. Έτσι κάποια μέρα ο δεύτερος κατηγορούμενος τρώγοντας στο εστιατόριο του εγκαλούντος τον κάλεσε και του εξιστόρησε ένα "θαύμα" που δήθεν έζησε. Του διηγήθηκε ότι κάποτε είχε κοπεί ο τένοντας του ποδιού του. και θεραπεύτηκε χωρίς εγχείρηση μόνο με τις προσευχές του. 0 εγκαλών μετά από αυτό εντυπωσιάστηκε. Στη συνέχεια άρχισε να του υποβάλει την ιδέα ότι η συνάντηση τους δεν είναι τυχαία αλλά οφειλόταν σε θέληση του Θεού. Έτσι (κάνοντας μάλιστα και πολλές προσευχές προ του φαγητού) κατόρθωσαν να κερδίσουν την απόλυτη εμπιστοσύνη του εγκαλούντος, των γονέων του και της μνηστής του Γ1, κατοίκου ...... που τον βοηθούσαν στο εστιατόριο. Στις αρχές Μαρτίου 2003, όταν πλέον οι σχέσεις τους είχαν γίνει εξαιρετικά φιλικές, οι κατηγορούμενοι άρχισαν να τον προτρέπουν βαθμιαία να λάβει μέρος σε δήθεν κερδοφόρες εργασίες λ.χ. αγοραπωλησίες ακινήτων, τις οποίες αυτοί τεχνηέντως εμφάνιζαν ως αποδοτικές και πολύ συμφέρουσες με άμεσο κέρδος. Με σκοπό λοιπόν να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος τον διαβεβαίωσαν ότι έχουν οργανώσει ένα δίκτυο κτηματομεσιτικών συναλλαγών. Τον διαβεβαίωσαν επίσης ότι λόγω και της θέσης τους γνώριζαν άριστα τις κτηματομεσιτικές συναλλαγές και τον προέτρεψαν να επενδύσει σ' αυτές για να αποκομίσει πολλά κέρδη. Τον διαβεβαίωσαν επί πλέον ότι το κέρδος του κεφαλαίου που θα επένδυε ήταν σίγουρο, εξασφαλισμένο και ότι θα ήταν ανάλογο με το κεφάλαιο που τελικά θα επένδυε και το οποίο (κεφάλαιο) θα παρέμενε δεσμευμένο στις αγοραπωλησίες, αλλά αυτός θα απολάμβανε το κέρδος. Την 16 Μαρτίου 2003 η κατηγορουμένη χ1 στη .... στο προαναφερόμενο εστιατόριο πρότεινε στον εγκαλούντα να της δώσει κεφάλαιο 1.000.000 δρχ για να συμμετάσχει και αυτός στην αγορά ενός ακινήτου αξίας 18.000.000 δρχ, την οποία δήθεν θα έκανε στη .... με προσύμφωνο, αλλά στη συνέχεια θα πουλούσε αντί 25.000.000 δρχ σε κάποιον τρίτον αγοραστή που ήδη είχε εξασφαλίσει. Του είπε επίσης ότι αν βρίσκει ενδιαφέρουσα την πρόταση της να μεταβεί με τη μνηστή του στην οικία της για να συζητήσουν το όλο θέμα. Ο εγκαλών που ήταν εύπιστος αλλά και άσχετος με τέτοιες κτηματομεσιτικές εργασίες εντυπωσιάστηκε από τις διαβεβαιώσεις της κατηγορουμένης και αμέσως αποδέχθηκε την πρόταση της. Την ίδια κιόλας ημέρα μετέβη με τη μνηστή του στην οικία της κατηγορουμένης στο Βόλο. Μόλις μπήκαν στο σπίτι της, η κατηγορουμένη για να επηρεάσει θετικά προς το σκοπό της και τη μνηστή του εγκαλούντος κάθισε δίπλα της, την αγκάλιασε λέγοντας ότι "είναι πολύ καλή κοπέλα και ότι προστάτης της είναι ο Ιησούς και η Παναγία". Όταν εκείνη τη ρώτησε πώς το γνωρίζει, η κατηγορουμένη απάντησε ότι η ίδια έχει προστάτιδα την Αγία Παρασκευή και πως έχει "ενόραση" με την Αγία. Αφού κέρδισε την εμπιστοσύνη τους, άρχισε να τους εισάγει στο θέμα. Έκανε λόγο για το διαμέρισμα στη .... τονίζοντας ότι αυτό θα γραφόταν δήθεν στα ονόματα τους ενώπιον συμβολαιογράφου, ο οποίος και θα προσδιόριζε τα ποσοστά κέρδους του καθένα ανάλογα με το ποσό που θα της επένδυαν. Ήδη οι κατηγορούμενοι με τις προαναφερόμενες διαβεβαιώσεις τους που ήταν όλες ψευδείς είχαν πείσει τον εγκαλούντα να κάνει τις κατάλληλες ενέργειες για να εκδοθεί στο όνομα του άδεια άσκησης επαγγέλματος μεσίτη και εν τέλει τον έπεσαν την 24-3-2003 να δηλώσει στη Β' Δ.Ο.Υ. Βόλου ότι στο εξής, παράλληλα με το εστιατόριο, θα ασχολείται πλέον επαγγελματικά και με αγοραπωλησίες κτιρίων, κατοικιών, οικοπέδων για κτίρια κατοικιών. Για να είναι πιο πειστικοί κατασκεύασαν και μια σφραγίδα με το όνομα του και το νέο του επάγγελμα. Την επόμενη ημέρα (17-3-2003) η πρώτη κατηγορουμένη τηλεφώνησε στον εγκαλούντα και του ζήτησε να εκταμιεύσει από τον τραπεζικό λογαριασμό του το ταχύτερο δυνατόν 9.000 € για να μεταβούν στην ..... για την αγορά δήθεν του διαμερίσματος. Ο εγκαλών και η μνηστή του μετέβησαν στην Εμπορική Τράπεζα και ανέλαβαν 9.000 €. Ακολούθως μετέβησαν στην οικία της πρώτης κατηγορουμένης στο ..., όπου αυτή χάρισε ένα δερμάτινο μπουφάν στη μνηστή για να κερδίσει την εμπιστοσύνη της. Οι κατηγορούμενοι παρέλαβαν πάραυτα το χρηματικό ποσό (9.000 €) και όταν ο εγκαλών ζήτησε απόδειξη τον διαβεβαίωσαν ότι την επόμενη θα του έδιναν ισόποση επιταγή για την "κάλυψη" του. Φυσικά τέτοιο πράγμα ουδέποτε έπραξαν. Λίγες ημέρες αργότερα, την 28-3-2003, οι κατηγορούμενοι μετέβησαν εκ νέου στο εστιατόριο του εγκαλούντος και του ζήτησαν να μεταβούν αμέσως στην ... στη μνηστή του γιατί δήθεν προέκυψε έκτακτα μια νέα "καλή δουλειά". Στην .... παρέστησαν στο ζευγάρι ψευδώς ότι στη .... γίνονταν ένας διαγωνισμός για την εκποίηση ακινήτου εκτάσεως 17 στρεμμάτων στη Βιομηχανική Περιοχή Θεσσαλονίκης, στον οποίο εκείνοι θα συμμετείχαν. Τους ρώτησαν τεχνηέντως αν έχουν και άλλα χρήματα για να τους τα δώσουν προς επένδυση ώστε να τα προσθέσουν στο κέρδος που ήδη τους είχε αποφέρει το πρώτο κεφάλαιο των 9.000 €. Ο εγκαλών έχοντας πεισθεί ότι ήδη είναι κερδισμένος από την πρώτη μεσιτική πράξη δέχθηκε. Έτσι ο δεύτερος κατηγορούμενος συνόδευσε τη μνηστή του εγκαλούντος στον ..., όπου αυτή έκανε ανάληψη από τον κοινό λογαριασμό τους στην Εμπορική Τράπεζα 5.000 €, τα οποία στη συνέχεια παρέδωσαν στους κατηγορουμένους. Πλέον αυτών η κατηγορούμενη χ1 την 24.3.2003 έπεισε τον εγκαλούντα να εφοδιαστεί με στέλεχος (μπλοκ) επιταγών. Μόλις ο εγκαλών έλαβε από το υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας Αλμυρού το μπλοκ των επιταγών, που είχε δέκα φύλλα (υπ' αριθ. ...., ..., ...., ....., ....., ..., ...., ...., ... και ....), η κατηγορουμένη τον έπεισε να υπογράψει ως εκδότης σε όλα τα φύλλα διότι, όπως τον διαβεβαίωσε, θα έδινε τις επιταγές σε γνωστούς της βουλευτές, οι οποίοι θα αποκόμιζαν διάφορα ποσά. Τον διαβεβαίωσε επίσης ότι γι' αυτή την εξυπηρέτηση ήταν βέβαιο ότι εκείνος ως εκδότης είχε εξασφαλισμένο κέρδος 100.000 δρχ για κάθε φύλλο επιταγής. Δύο από τις επιταγές αυτές (υπ' αριθ. .... και ....., ποσών 700 και 300 € αντιστοίχως) τις εμφάνισε προς πληρωμή στην Τράπεζα και εισέπραξε τα ποσά αυτών. Το γεγονός αυτό το ομολογεί η ίδια. Γι.' αυτό είναι αδιάφορος ο ισχυρισμός της ότι εσφαλμένα το βούλευμα δέχεται ότι η είσπραξη των επιταγών έγινε την 29-6-2003 που ήταν Κυριακή αντί του ορθού την 24-3-2003. Αντίθετα, ερμηνευτικό της απατηλής συμπεριφοράς της κατηγορουμένης είναι η δικαιολογία που εκείνη παρέχει για την είσπραξη των ποσών αυτών, ότι δηλαδή ο εγκαλών προθυμοποιήθηκε να αγοράσει από αυτήν ένα δερμάτινο παλτό, το οποίο της είχε δωρίσει η πεθερά της, αξίας 2000 € αντί του ποσού των 1.000€ και ότι την αξία του παλτού, που χάρισε στη μνηστή του, πλήρωσε με τις δύο παραπάνω επιταγές. Ο ισχυρισμός της είναι ψευδής διότι το παλτό αυτό είναι εκείνο που οι κατηγορούμενοι είχαν δήθεν χαρίσει στην μνηστή του την 17-3-2003 όταν εισέπραξαν τα 9.000 €. Όταν κάποτε ο εγκαλών άρχισε να αναζητά τα κεφάλαια του, τον καθησύχαζαν και τον διαβεβαίωναν ότι η αγορά της Θεσσαλονίκης καθυστερεί. Μάλιστα έδωσαν στη μνηστή του ως δήθεν κέρδη 300 € και στον ίδιο 500 €, ποσά που το πρωτόδικο βούλευμα ναι μεν δεν αφαίρεσε από την ζημία του Ψ1 πλην όμως η επιστροφή των μικρών αυτών ποσών δεν αναιρεί το σύνολο της εγκληματικής δράσης των κατηγορουμένων αφού ήταν προσχηματική. Όμως οι κατηγορούμενοι δεν περιορίστηκαν στην εξαπάτηση μόνο του εγκαλούντα. Εκδήλωσαν την εγκληματική τους δράση και σε άλλον. Στις αρχές Απριλίου 2003 επισκέφθηκαν την επιχείρηση εμπορίας αυτοκινήτων της Δ1 στη ..... Στην επιχείρηση απασχολείται και ο γιος της Δ2, τον οποίο οι κατηγορούμενοι είχαν γνωρίσει τον μήνα Φεβρουάριο 2003. Στον Δ2 οι κατηγορούμενοι παρέστησαν ψευδώς ότι είναι έμποροι ακινήτων αλλά παράλληλα δραστηριοποιούνται και με την εμπορία μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. Τον διαβεβαίωσαν επίσης ότι έχουν μεγάλα κεφάλαια και πολυπληθή πελατεία στη Θεσσαλία. Φυσικά όλα αυτά ήταν ψευδή. Για να τον πείσουν περί της φερεγγυότητας τους ζήτησαν να αγοράσουν ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο CITROEN ΧΑΝΤΗΙΑ (υπ' αριθ. .....) από την έκθεση τους αντί 7.250 €, για το τίμημα του οποίου παρέδωσαν μία ισόποση επιταγή (υπ' αριθ. .... με ημερομηνία έκδοσης 15-7-2003) του συνεταίρου τους, όπως είπαν, Ψ1, δηλαδή του εγκαλούντος. Εκδήλωσαν δε ενδιαφέρον και για ένα άλλο ΙΧΕ αυτοκίνητο ROVER ... (υπ' αριθ. ....), για την αγορά του οποίου είπαν ότι θα συνεννοηθούν με το συνεταίρο τους. Αργότερα περί τα μέσα Απριλίου η πρώτη κατηγορουμένη επικοινώνησε με τον Δ2 και του είπε ότι δήθεν ο συνεταίρος της ενδιαφερόταν να αγοράσει το ROVER αντί 9.500 €. Για να προχωρήσει η μεταβίβαση ο Δ2 ζήτησε να του στείλει ο "αγοραστής" επικυρωμένο αντίγραφο της αστυνομικής του ταυτότητας και έγγραφη εξουσιοδότηση θεωρημένη για το γνήσιο της υπογραφής, καθώς και μία ισόποση επιταγή για το τίμημα. Μετά από λίγες ημέρες παρέλαβε τα ζητηθέντα έγγραφα και την υπ' αριθ. .... επιταγή της Εμπορικής τράπεζας ποσού 9.500€ με ημερομηνία έκδοσης 7-7-2003 έκδοσης τουΨ1. Στις 6-5-2003 αφού έγινε η μεταβίβαση ο Δ2 μαζί με τον εξάδελφο του Δ μετέφεραν το αυτοκίνητο στο Βόλο για να το παραδώσουν στον αγοραστή Ψ1. Κατά την παράδοση του αυτοκινήτου παρευρίσκονταν οι κατηγορούμενοι και ο εγκαλών με τη μνηστή του. Όταν έμειναν μόνοι, οι κατηγορούμενοι πρότειναν στον Δ2 να συστήσουν εταιρία εμπορίας μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, παριστάνοντας εν γνώσει τους ψευδώς ότι δήθεν έχουν εξασφαλισμένα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα σε συμφέρουσα τιμή, αλλά και ένα οικόπεδο στην ..... Βόλου για την αγορά του απ' αυτόν. Του έδειξαν μάλιστα ένα ξένο ακίνητο και του άρεσε. Για να τον πείσουν για την επιτυχία της επιχείρησης που θα έκαναν παρέστησαν και σ' αυτόν ψευδώς ότι δήθεν έχουν μεγάλες γνωριμίες με πολιτικά πρόσωπα του Βόλου, ότι η πρώτη κατηγορουμένη έχει διατελέσει ιδιαιτέρα γραμματέας του Νομάρχη Μαγνησίας, ότι έχει πολλές γνωριμίες και συγγενή της στο Τμήμα Ασφάλειας Βόλου και άλλα τέτοια γεγονότα, αλλά όλα ήταν ψευδή. Με τον τρόπο αυτό κατόρθωσαν να του αποσπάσουν τις υπ' αριθ. ... και .... μεταχρονολογημένες επιταγές, ποσού 20.000 € η κάθε μία με ημερομηνίες έκδοσης 16-8-2003 και 30-9-2003, πληρωτέες σε διαταγή της πρώτης κατηγορουμένης στην Τράπεζα Κύπρου από λογαριασμό της μητέρας του Δ1. Ωστόσο, αφού οι κατηγορούμενοι, παρέλαβαν τις επιταγές, πλήρης ήταν η αδιαφορία τους για την επίτευξη των συμφωνηθέντων. Την 29 Ιουνίου 2003 η πρώτη κατηγορουμένη επικοινώνησε με τον εγκαλούντα Ψ1 και του ζήτησε να έλθει στο .... στην οικία της ο πατέρας του Ψ. Όταν αυτός μετέβη, η κατηγορουμένη προσποιήθηκε ότι είχε ανάγκη και του ζήτησε 9.000 € για να βοηθήσει δήθεν την αδελφή της που ήταν βαριά ασθενής. Για να τον πείσει του είπε ότι δήθεν πριν λίγες ημέρες είχε δεσμεύσει 250.000.000 δρχ σε τραπεζικό λογαριασμό και γι' αυτό δεν μπορούσε να αναλάβει κάποιο ποσό. Ωστόσο, ο Ψ δεν της έδωσε τα ζητηθέντα χρήματα διότι αντιλήφθηκε ότι κάτι ύποπτο συμβαίνει. Ανάγκασε δε στη συνέχεια το γιο του να του αποκαλύψει όλα όσα είχαν συμβεί και διαπιστώνοντας την απάτη προσπάθησε να μειώσει τη ζημία του διότι οι επιταγές βρισκόταν ήδη σε χέρια τρίτων. Την επόμενη ημέρα (30 Ιουνίου 2003) ο Ψ1 αντιληφθείς πλέον την εξαπάτηση δήλωσε στην Εμπορική τράπεζα ότι "είχε χάσει" οκτώ επιταγές, δηλαδή τις υπ' αριθ. ....., ...., ....., ....., ......, ..., .... και ... (τις υπ' αριθ. .... είχε ήδη εισπράξει η πρώτη κατηγορουμένη). Μετά τη δήλωση αυτή, όταν ο Δ2 εμφάνισε προς πληρωμή τις δύο επιταγές (υπ' αριθ......και ......., ποσών 7.250 και 9.500 € αντιστοίχως) που του είχαν δώσει οι κατηγορούμενοι, αυτές δεν πληρώθηκαν λόγω της ανακλήσεως. Όμως, η εγκαλούσα Δ1 ως νόμιμη κομίστρια αυτών, αγνοώντας βέβαια ότι ο Ψ1 ήταν και αυτός θύμα των κατηγορουμένων, με αίτηση της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθ. 189/2003 διαταγής πληρωμής και κοινοποίησε στον εγκαλούντα αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού με επιταγή προς πληρωμή. Στη συνέχεια όμως, κατόπιν αμοιβαίων εξηγήσεων, έγινε αντιληπτό ότι τόσο ο Ψ1 όσο και η Δ1 και ο γιος της Δ2 ήταν θύματα της εγκληματικής δράσης των κατηγορουμένων. Έτσι οι παθόντες διευθέτησαν τις μεταξύ τους διαφορές και oι επιταγές επιστράφηκαν στον Ψ1. Ο Δ2 εν τω μεταξύ αναζητούσε επίμονα τους κατηγορουμένους, για να του επιστρέψουν τις υπ' αριθ. .... και ..... επιταγές ποσού 20.000 € η κάθε μία της μητέρας του. Κατάφερε όμως να λάβει μόνο την πρώτη, ενώ τη δεύτερη η πρώτη κατηγορουμένη δεν την επέστρεψε αλλά την εμφάνισε προς πληρωμή στη Συνεταιριστική Τράπεζα Λαμίας. Δεν πληρώθηκε τελικά διότι η Δ1 είχε προβεί στην ανάκληση της. Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα, οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τα ακόλουθα εγκλήματα:α) Της ιδιαίτερα διακεκριμένης απάτης κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Ψ1, αφού ενεργώντας από κοινού τον έπεισαν με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών να προβεί στις προαναφερόμενες καταβολές και στην παράδοση του μπλοκ των δέκα επιταγών, δύο από τις οποίες συνολικού ποσού 1.000 € εισέπραξε η πρώτη κατηγορουμένη, προκαλώντας του ζημία 15.000 € (9.000+5.000+1000) και επιπλέον περιουσιακή βλάβη, δηλαδή μείωση της περιουσίας του κατά το μέρος που ασκήθηκαν ενοχικές αξιώσεις σε βάρος του δυνάμει της υπ' αριθ. 189/2003 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου από την Δ1 ύψους 16.750 € (7.250+9.500) και επομένως του προξένησαν συνολική ζημία 31.750 € (επί πλέον της δικαστικής ή άλλης δαπάνης στην οποία υποβλήθηκε), στο σύνολο της οποίας απέβλεπαν με τις μερικότερες πράξεις τους με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος αντίστοιχου ύψους, πράγμα το οποίο και πέτυχαν. β) Της απόπειρας ιδιαίτερα διακεκριμένης απάτης κατά συναυτουργία στην περίπτωση της Δ1, αφού έπεισαν τον γιο της Δ2 με την εν γνώσει παράσταση ψεύτικων γεγονότων ως αληθινών να τους παραδώσει την προαναφερόμενη επιταγή των 20.000€, έκδοσης της μητέρας του, που σύρονταν σε λογαριασμό της τελευταίας και την οποία η πρώτη κατηγορούμενη επιχείρησε να εισπράξει, πλην όμως η πράξη της δεν ολοκληρώθηκε όχι γιατί υπαναχώρησε εκουσίως αλλά από εξωτερικά εμπόδια διότι η εκδότρια προέβη στην ανάκληση της. Τα ανωτέρω δε τέλεσαν κατ' επάγγελμα λόγω α) της επανειλημμένης τέλεσης πράξεων απάτης βάσει οργανωμένου σχεδίου και ύστερα από επιμελή προπαρασκευή της κατά τρόπο μεθοδικό και αποτελεσματικό, καθώς και β) της υποδομής που οι ίδιοι διαμόρφωσαν (συστηματική, οργανωμένη και μεθοδευμένη δραστηριοποίηση τους) με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, σε σχέση με τις αποδιδόμενες στους αναιρεσείοντες κατηγορίες, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν το αδίκημα της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανωτέρας των 15.000 ευρώ, κατά συναυτουργία, κατ'εξακολούθηση και κατ'επάγγελμα, για το οποίο παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες να δικασθούν με το προσβαλλόμενο βούλευμα. Περαιτέρω δε οι προβαλλόμενο λόγοι αναιρέσεως της απόλυτης ακυρότητας, συνιστάμενοι στο ότι α) δεν συνενώθηκαν τόσο ουσιαστικά όσο και τυπικά οι δύο δικογραφίες με στοιχεία ΑΒΜ ΖΟ3-541 ( και 203-974) και ΑΟ3/2444, γεγονός που κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων είχε ως συνέπεια να παραβιασθούν τα υπερασπιστικά τους δικαιώματα, διότι δεν τους δόθηκε η δυνατότητα να αντιτάξουν τους ισχυρισμούς τους στο σύνολο των σε βάρος τους κατηγοριών και β) στο γεγονός ότι έγινε ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας διότι η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος τους και η κατηγορία που απαγγέλθηκε αφορούσε τη διακεκριμένη απάτη σε σχέση με τις υπ'αριθ. .... και .... επιταγές ποσών 7.250 € και 9.500 € και όχι την απόπειρα απάτης στην περίπτωση της υπ'αριθμ ..... επιταγής ποσού 20.000 €, για την οποία παραπέμπονται χωρίς να έχουν απολογηθεί επ'αυτής, είναι αβάσιμοι, διότι το μεν οι παραπάνω δικογραφίες συνενώθηκαν, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου των εγγράφων της δικογραφίας, το δε απαγγέλθηκε και για την τρίτη των πιο πάνω επιταγών, κατηγορία κατά των αναιρεσειόντων και απολογήθηκαν αυτοί γι'αυτήν, και δη για απόπειρα απάτης και όχι για τετελεσμένη, πράγμα που είναι επιτρεπτό, αφού η κατηγορία για απάτη επιτρέπεται να μεταβληθεί σε απόπειρα, διότι η επιταγή αυτή υπ'αριθ. 07053274 ποσού 20.000 €, εμφανίσθηκε προς πληρωμή στην Συνεταιριστική Τράπεζα Λαμίας και λόγω ανάκλησής της δεν πληρώθηκε. Κατά τα λοιπά, ουχί απολύτως σαφώς, οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης αναφέρονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του προσβαλλομένου βουλεύματος. Κατ'ακολουθία των παραπάνω εκτιθεμένων είναι στο σύνολό τους αβάσιμες οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.). Εξ άλλου πρέπει να απορριφθεί το αίτημά τους για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σας, διότι ήδη οι αναιρεσείοντες με τα πολυσέλιδα απολογητικά υπομνήματά τους, τα έγγραφα που προσκόμισαν ενώπιον του ανακριτή, το περιεχόμενο των εφέσεών τους και το περιεχόμενο των αναιρέσεών τους, πλήρως εξέθεσαν τις απόψεις τους και ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Ι. Να απορριφθούν κατ'ουσία ως αβάσιμες οι υπ'αριθμ. 2 και 3 /17-1-2008 αντίστοιχες αιτήσεις αναίρεσης των κατηγορουμένων α) χ1 και β)χ2 , κατά του υπ'αριθμ. 352/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών των Λάρισας και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα. Και
ΙΙ. Να απορριφθεί το αίτημά τους για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σας.Αθήνα 19 Φεβρουαρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος".
Αφού άκουσε την παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, η οποία αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση αυτοτελείς αιτήσεις α) υπ' αριθμ. 2/17-1-2008 της κατηγορουμένης χ1 και β) υπ' αριθμ. 3/17-1-2008 του κατηγορουμένου χ2, για αναίρεση του 352/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας , πρέπει να συνεξεταστούν .
Κατά το άρθρο 309 παρ.2 ΚΠοινΔ που εφαρμόζεται και στον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 485 του ίδιου Κώδικα, το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, διατάσσει υποχρεωτικά την ενώπιον αυτού εμφάνιση του αιτούντος για να παράσχει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Στην προκείμενη περίπτωση, τα αιτήματα των αναιρεσειόντων διατυπούμενα κατά λέξη στις ανωτέρω ταυτόσημες κατά το περιεχόμενο αιτήσεις αναιρέσεως "..δηλώνουμε ότι επιθυμούμε να παραστούμε ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου για να αναπτύξουμε τις απόψεις μας προφορικά ...'' πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, γιατί με τα δικόγραφα των αναιρέσεων οι αναιρεσείοντες διεξοδικά προβάλλουν και αναλύουν τους λόγους αναιρέσεως του βουλεύματος, ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρίνιση αυτών.
Με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 352/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας ,απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 284/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου, με το οποίο παραπέμφθηκαν αυτοί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, για να δικασθούν για απάτη τετελεσμένη και σε απόπειρα κατά συναυτουργία κατ' εξακολούθηση και από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος που απεκόμισαν και η συνολική ζημία που υπέστησαν οι παθόντες υπερβαίνουν τα ποσά των 15.000 ευρώ (άρθρ. 1, 13 στοιχ. στ', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 42, 45, 51, 52, 98,και 386 παρ. 1 εδ. α και 3 εδ. α Π.Κ.) πράξεις που φέρονται από αυτούς τελεσθείσες α) στη ... στις αρχές Μαρτίου 2003 και β) στη .... τον Απρίλιο του 2003, αντίστοιχα. Για τους λόγους που εκτίθενται στην εισαγγελική πρόταση, στους οποίους ως ορθούς, νομίμους και βασίμους και το Συμβούλιο αυτό αναφέρεται εξ ολοκλήρου για την αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως , αφού οι περιεχόμενοι σ' αυτές λόγοι από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' και δ' ΚΠΔ και συγκεκριμένα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 42,45,98, και 386 παρ.1 εδαφ. α' και 3 εδαφ. α' Π.Κ. είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και αναφέρονται διεξοδικώς στην εισαγγελική πρόταση διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στους αναιρεσείοντας ως άνω αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις, για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, καθώς επίσης και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42,45,98, και 386 παρ.1 εδαφ. α' και 3 εδαφ. α' Π.Κ., τις οποίες εφάρμοσε σωστά, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Αλλά περαιτέρω και γιατί, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση, οι λόγοι αναιρέσεως που αναφέρονται σε απόλυτη ακυρότητα που συνίστανται στο ότι α) δεν συνενώθηκαν τόσο ουσιαστικά όσο και τυπικά οι δύο δικογραφίες με στοιχεία ΑΒΜ ΖΟ3541 και (ΖΟ3-974) και ΑΟ3/2444, γεγονός που κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων είχε ως συνέπεια να παραβιασθούν τα υπερασπιστικά τους δικαιώματα, διότι δεν τους δόθηκε η δυνατότητα να αντιτάξουν τους ισχυρισμούς τους στο σύνολο των σε βάρος τους κατηγοριών και β) στο γεγονός ότι έγινε ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας διότι η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος τους και η κατηγορία που απαγγέλθηκε αφορούσε τη διακεκριμένη απάτη σε σχέση με τις υπ' αριθμ. .... και ... επιταγές ποσών 7.250 και 9.500 ευρώ, αντίστοιχα και όχι την απόπειρα απάτης στην περίπτωση της υπ' αριθμ. ..... επιταγής ποσού 20.000 ευρώ, για την οποία παραπέμπονται χωρίς να έχουν απολογηθεί επ' αυτής είναι αβάσιμοι, και τούτο διότι αφενός μεν οι παραπάνω δικογραφίες συνενώθηκαν, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου των εγγράφων της δικογραφίας αφετέρου δε απαγγέλθηκε και για την τρίτη των πιο πάνω επιταγών, κατηγορία κατά των αναιρεσειόντων όπως τούτο προκύπτει από το κατηγορητήριο που απήγγειλε σε βάρος τους η ανακρίτρια του Α' τμήματος του Πρωτοδικείου Βόλου το πρωτόδικο δε βούλευμα το οποίο επικυρώθηκε από το προσβαλλόμενο την απάτη σε σχέση με την επιταγή αυτή από τετελεσμένη την μετέτρεψε σε απόπειρα, πράγμα που είναι επιτρεπτό, αφού η κατηγορία για απάτη επιτρέπεται να μεταβληθεί σε απόπειρα. Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που υπό την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου Εφετών είναι απαράδεκτες, εφόσον ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 484 ΚΠΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών. Επομένως, μετά την απόρριψη των αιτήσεων αναίρεσης, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 17-1-2008 αιτήσεις των χ1 και χ2 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου. Και
Απορρίπτει τις υπ' αριθμ.2, και 3/17-1-2008 αιτήσεις των ανωτέρω χ1 και χ2, αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 352/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στα διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αιτιολογία βουλεύματος για κακουργηματική απάτη από κοινού. Απορρίπτει αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1644/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 750/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1361/07.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 513/18.12.07, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Συμβούλιό σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής:
Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 5007/2004 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών "για κακουργήματα" τον κατηγορούμενο Χ1, για να δικαστεί ως υπαίτιος α) απάτης από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ και β) έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκε νομοτύπως από τον κατηγορούμενο έφεση, όμως το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το 665/2005 βούλευμα, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε το παραπεμπτικό πρωτόδικο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις του. (βλ. βουλεύματα).Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκε νομοτύπως από τον κατηγορούμενο αναίρεση που έγινε δεκτή με την 2141/2006 απόφαση του Δικαστηρίου σας. Η υπόθεση τέθηκε εκ νέου υπό τη κρίση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο με το 750/2007 βούλευμα, αφού δέχθηκε τυπικά την παραπάνω έφεση ,την απέρριψε εκ νέου ως ουσιαστικά αβάσιμη , επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα και το συμπλήρωσε παραθέτοντας τον χρόνο τέλεσης της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (βλ. την 2141/2006 απόφαση σας και το 750/2007 εφετειακό βούλευμα).
II. Το 750/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών επιδόθηκε νομοτύπως στον μεν κατηγορούμενο στις3-7-2007, στον δε αντίκλητο δικηγόρο του Ιωάννη Πίκουλα στις ... (βλ. σχετικά αποδεικτικά επιδόσεως). Στις 10-7-2007 ο κατηγορούμενος Χ1 βουλεύματος και έτσι συντάχθηκε η 148/10-7-2007 έκθεση αναίρεσης, στην οποία ως λόγοι αναίρεσης αναφέρονται η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 484 παρ. 1 εδ. δ' και β' Κ.Π.Δ.).Η αναίρεση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ουσιαστικά, γιατί πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, από διάδικο που είχε το σχετικό δικαίωμα, αφού με το προσβαλλόμενο βούλευμα ο αναιρεσείων παραπέμπεται για μια τουλάχιστον κακουργηματικού χαρακτήρα πράξη.
III. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο δεδικασμένο. Η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, υπό την προϋπόθεση, ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ" αυτήν διαφορετική έννοια απ' αυτήν που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν ο δικαστής χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε στην διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.
IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, οι οποίες έγιναν προς το σκοπό της επίτευξης παρανόμου οφέλους με δόλια παραπλάνηση, όπως τη διαγράφει ο Νόμος.
Συνεπώς για τη συντέλεση αυτού πρέπει να υπάρχει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αφενός της απατηλής ενέργειας του δράστη και της απ' αυτήν δημιουργηθείσης πλάνης του παθόντος και αφετέρου της πλάνης αυτής και της ενέργειας στην οποία παραπείσθηκε ο απατηθείς, η οποία ενέχει περιουσιακή διάθεση, που επάγεται αναγκαίως περιουσιακή βλάβη του εαυτού του ή τρίτου. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση της εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του και τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (βλ. ΑΠ 59/2005). Περαιτέρω κατά το άρθρο 386 παρ. 3 εδ. β' του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.248/1996 και άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το όφελος ή η ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ.
Εξάλλου κατά το άρθρο 79 παράγραφος 1 του ν. 5960/33, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή, η οποία δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστο τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστο 10.000 δρχ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την θεμελίωση του πλημμελήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, απαιτείται αφενός η έκδοση έγκυρης επιταγής και αφετέρου η γνώση του εκδότη της ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον πληρωτή κατά τον χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής και τέλος η μη πληρωμή της επιταγής λόγω έλλειψης των αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων, είτε κατά τον χρόνο της έκδοσης είτε κατά τον χρόνο πληρωμής της επιταγής. Προσαπαιτείται ακόμη και η εμφάνιση της επιταγής μέσα σε προθεσμία οκτώ ημερών από την επόμενη της έκδοσης της επιταγής, εφόσον αυτή εκδόθηκε και είναι πληρωτέα στην Ελλάδα.
V. Προκειμένου το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών να καταλήξει στην παραπεμπτική του κρίση, δέχθηκε, με καθ' ολοκληρίαν παραδεκτή αναφορά, στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του αρμόδιου Εισαγγελέα Εφετών, ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας (καταθέσεις μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και με όσα εκθέτει στους λόγους εφέσεως του), προέκυψαν τα ακόλουθα:
Ο κατηγορούμενος εργαζόταν αρχικά ως γεωπόνος στην εταιρεία "ΓΕΩΧΗΜ ΑΕΒΕ" με έδρα την Μαγούλα Αττικής και με αντικείμενο την εμπορία γεωργικών εφοδίων , επί δέκα οκτώ έτη. Περί το έτος 1998 έγινε Πρόεδρος Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος αυτής, μεγαλομέτοχος δε της ανωτέρω εταιρείας ήταν ο Γ1. Ως δε ισχυρίζεται ο εν λόγω κατηγορούμενος έγινε Πρόεδρος του ΔΣ και δ/νων σύμβουλος κατόπιν προτάσεως του ως άνω Γ1, για φορολογικούς κυρίως λόγους. Όμως αργότερα και περί τα μέσα Μαΐου του έτους 2002 με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, δια βλάβης ξένη περιουσίας, ζήτησε από τον εγκαλούντα Ψ1, ο οποίος τυγχάνει παιδικός φίλος του ως άνω μεγαλομετόχου Γ1, δάνειο ύψους "213.000" Ευρώ για λογαριασμό δήθεν της προαναφερόμενης εταιρείας, η οποία παρουσίαζε πρόσκαιρα οικονομικά προβλήματα, με ημερομηνία αποδόσεως του δανείου στις 3-3-2003. Προς κατοχύρωση του δε θα του παρέδιδε την υπ' αριθμ. .....μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού "213.000" Ευρώ, με ημερομηνία 3-3-2003, συρρομένη εκ του υπ'αριθμ. ..... Λογαριασμού της ανωτέρω εταιρείας στην Αγροτική Τράπεζα, υπογραφομένη από τον ίδιο, υπό την ρηθείσα ιδιότητα του, σε διαταγή του εγκαλούντα. Κατά την σύναψη του δανείου αυτού παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον ανωτέρω Ψ1 ότι το χρηματικό αυτό ποσό του δανείου, προοριζόταν για τις ανάγκες δήθεν της εταιρείας και ότι υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο έκδοσης της επιταγής στο λογαριασμό της εταιρείας, όπως επίσης θα υπήρχαν αντίστοιχα κεφάλαια και κατά τον χρόνο εμφάνισης της επιταγής. Συγχρόνως όμως απέκρυψε από τον εγκαλούντα ότι αγνοούσε ο μεγαλομέτοχος της εταιρείας και προσωπικός φίλος αυτού (εγκαλούντα) Γ1 την λήψη του δανείου αυτού, όπως επίσης και τα της εκδόσεως της επιταγής. Πεισθείς ο ανωτέρω Ψ1 στις ψευδείς παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις του κατηγορουμένου παρέδωσε σ' αυτόν το ζητηθέν ποσόν των "213.000" Ευρώ, λαμβάνοντας και την σχετική επιταγή, υπογραφομένη από τον ανωτέρω κατηγορούμενο, κατά τα ως άνω συμφωνηθέντα.
Όταν όμως αργότερα πριν από τον χρόνο επιστροφής των χρημάτων, ο εγκαλών ενημέρωσε τον Γ1 περί του δοθέντος δανείου για τις ανάγκες της εταιρίας του τελευταίου, όπως τουλάχιστον πίστευε ενόψει της απατηλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, ο ανωτέρω Γ1 του εξέθεσε, αφ' ενός μεν την παντελή άγνοια του περί του θέματος αυτού, αφ' ετέρου δε ότι το ποσό αυτό ουδέποτε είχε κατατεθεί στο ταμείο της εταιρίας από τον κατηγορούμενο, ούτε φυσικά είχε διατεθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο για τις ανάγκες αυτής. Κατόπιν τούτου, όπως ήταν φυσικό, η εταιρία " ΓΕΩΧΗΜ ΑΕΒΕ" δεν επέστρεψε στον εγκαλούντα το ποσόν αυτό του φερομένου δανείου , αφού ουδέποτε είχε λάβει τέτοιο ποσό ως δάνειο και ως εκ τούτου δεν υπήρχε αντίστοιχη υποχρέωση της προς πληρωμή αυτού. Η δε ως άνω επιταγή αποκρούστηκε στις 3 Μαρτίου 2003 από την πληρώτρια τράπεζα (Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος - Κεντρικό Κατάστημα) λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, όταν εμπροθέσμως ενεφανίσθη αυτή κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία από τον εγκαλούντα -κομιστή αυτής Ψ1. [Βλέπε σχετικώς στο φωτοαντίγραφο της επιταγής με αναγραφόμενα στη θέση πρώτης οπισθογραφήσεως των στοιχείων του ως άνω εγκαλούντος και κάτω από αυτά βεβαίωση του υπαλλήλου της Αγροτικής Τραπέζης Β1 με ημεροχρονολογία Αθήνα ...., όπου βεβαιώνεται ότι : "Η εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής και η απόκρουση της πληρωμής της ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων"]. Έτσι το ποσό αυτό που- ουδέποτε ο κατηγορούμενος εισέφερε για τις ανάγκες της εταιρίας (ώστε να υπάρχει αντίστοιχη υποχρέωση αυτής προς πληρωμή της επιταγής), το ιδιοποιήθηκε παρανόμως ο ίδιος, με αντίστοιχη ζημία (περιουσιακή) του εγκαλούντος, το συνολικό δε ποσό οφέλους - ζημίας υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ . ή τα 73.000 ευρώ. Είναι δε σαφές ότι ο εγκαλών κατέβαλε το ανωτέρω ποσόν στον κατηγορούμενο θεωρώντας ότι αυτό δίδεται για τις ανάγκες της εταιρείας και ότι έτσι εξυπηρετεί τον προσωπικό του φίλο Γ1, ο οποίος κατά το διάστημα αυτό της συνάψεως του δανείου (οπωσδήποτε πάντως μετά την 14-5-2002) απουσίαζε στο εξωτερικό. Αν δηλαδή εγνώριζε ότι το ποσό θα το ελάμβανε ο κατηγορούμενος ουδέποτε θα προέβαινε στην παροχή δανείου, ούτε φυσικά και θα δεχόταν την ρηθείσα επιταγή, έστω και εις διαταγήν του, υπογραφομένη από τον ανωτέρω κατηγορούμενο, ως εκπρόσωπο της εταιρείας. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις καταθέσεις του μηνυτού Ψ1 και των εξετασθέντων μαρτύρων Γ1, μεγαλομετόχου της ανωτέρω εταιρείας και Γ2, ταμία αυτής. Ο τελευταίος ρητά καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος ζητούσε χρήματα από πολλούς χωρίς να υπάρχουν αποφάσεις του Δ.Σ. και ουδέποτε εισέφερε στο ταμείο της εταιρείας το υπό κρίση ποσό των (213) χιλ. ευρώ (βλ. στις καταθέσεις των ανωτέρω).
Επίσης τα ανωτέρω προκύπτουν ιδιαίτερα από αυτήν καθ' εαυτήν την επιταγή των (213) χιλ. ευρώ η οποία φέρει την υπογραφή του κατηγορουμένου , όπως άλλωστε απεφάνθη περί αυτού η διορισθείσα με διάταξη της αρμοδίας ανακρίτριας, δικαστική γραφολόγος ....., στην από ... υπ' αυτής συνταγείσα έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Σ' αυτήν και στα τελικά συμπεράσματα στην σελίδα 22 εκτίθενται τα εξής :
"...Η υπογραφή στην υπ' αριθ. .... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, φέρει όλα τα γραφικά γνωρίσματα μιας φυσικής και αυθόρμητης υπογραφής πρωτογενούς χάραξης χωρίς την ύπαρξη αντικειμενικών ενδείξεων πλαστογραφήσεως ή αλλοίωσης της στο γραφικό χώρο. Διατυπώνεται δε σύμφωνα με τις γνήσιες υπογραφές του Χ1 (κατηγορουμένου), όπως έχουν τεθεί στα προς σύγκριση έγγραφα (δείγματα ετών 2002-2003), αποδεικνύοντας έτσι ότι η υπό έλεγχο υπογραφή είναι γνήσια , δηλαδή ότι έχει τεθεί με το χέρι αυτού...". [ βλ. στην έκθεση ]. Δέον να σημειωθεί εν προκειμένω ότι αρχικά ο κατηγορούμενος είχε αρνηθεί ότι η υπογραφή είναι δική του εκθέτοντας ότι αυτή έχει τεθεί κατ' απομίμηση κλπ [βλ. στην απολογία του στον ανακριτή]. Εν τούτοις όμως, στη συνέχεια υπαναχωρεί εν μέρει εκ της αρχικής θέσεως του εκθέτοντας ότι "την επιταγή την συμπλήρωσε ο Γ1 και ότι ο ίδιος , εκτελώντας εντολές του ανωτέρω μεγαλομετόχου, μπορεί να την υπέγραψε απλώς, χωρίς να γνωρίζει περί τινός επρόκειτο" κλπ. Ειδικότερα ο ανωτέρω κατηγορούμενος τόσο σε μεταγενέστερο υπόμνημα του προς τον ανακριτή όσο και στους λόγους εφέσεως του, εκθέτει τους εξής ισχυρισμούς:
Πρώτον. Ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε χρήματα από τον μηνυτή παριστώντας σ' αυτόν ψευδή περιστατικά κ.λ.π., ενόψει μάλιστα και του ότι ο μηνυτής και ο Γ1 είναι φίλοι από παιδιά και συνεπώς θα μπορούσε κάλλιστα ο πρώτος να ενημερώσει τον δεύτερο περί της παροχής του δανείου, χάριν της εταιρείας του.
Κάτι βέβαια που δεν έγινε και κατά πάσα περίπτωση προκύπτει από που πήρε τα χρήματα αυτά ο εγκαλών και τα έδωσε ως δάνειο (εάν δηλαδή τα είχε στην Τράπεζα, σε ομόλογα κ.λ.π.). Ισχυρίζεται ακόμη ότι δεν ευσταθούν όσα εκθέτει ο εγκαλών, δηλαδή ότι "δεν επικοινώνησε αμέσως με τον φίλο του Γ1, προκειμένου να τον ενημερώσει για το δάνειο, καθ' όσον ο τελευταίος ευρίσκετο στο εξωτερικό συνεχώς". Και τούτο διότι "ως αποδεικνύεται εξ εγγράφων, ο ανωτέρω (Γ1) ευρίσκετο την εποχή εκείνη στην Ελλάδα, υπογράφοντας συμβάσεις κ.λ.π." (βλέπε σελίδες 8 και 9 των λόγων εφέσεως).
Τέλος ότι πρόκειται για μήνυση αντιπερισπασμού "υποβληθείσα καθ' υπαγόρευση και σε εκτέλεση οδηγιών του ηθικού αυτουργού της εναντίον του ψευδούς μηνύσεως Γ1 κ.λ.π.". [ βλ. σελίδα 8 των λόγων εφέσεως ]. Επί των ισχυρισμών αυτών λεκτέα τα ακόλουθα. Είναι γεγονός ότι υφίσταται σφοδρή αντιδικία μεταξύ του κατηγορουμένου και του μεγαλομετόχου της εταιρείας Γ1 με μηνύσεις αγωγές κ.λ.π. . 'Όμως από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι εχρησιμοποιήθη ο μηνυτής από τον φίλο του Γ1, ώστε να χαλκευθεί τέτοια κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου. Όσο και φίλοι να ήσαν οι ανωτέρω, δεν κρίνεται ότι ο μηνυτής θα μπορούσε να δεχθεί "να παίξει" ένα τέτοιο ρόλο , να μηνύσει δηλαδή κάποιον ότι τον εξηπάτησε και τον εζημίωσε με το ποσόν των (213) χιλ. ευρώ εμπλεκόμενος έτσι σε πολύχρονες και ψυχοφθόρες δίκες μόνο και μόνο για να εξυπηρετήσει τον φίλο του Γ1. Όσον αφορά δε τη προέλευση των χρημάτων είναι γεγονός ότι ο μηνυτής δεν προσκομίζει στοιχεία από όπου να προκύπτει ότι αυτά αν ελήφθησαν από τράπεζες ή ρευστοποίηση ομολόγων κ.λ.π. Τούτο όμως δεν μπορεί να κριθεί ως το κρίσιμο σημείο της υπό κρίση υποθέσεως, δεδομένου ότι ο ανωτέρω μηνυτής ενδεχομένως να μη θέλει να αιτιολογήσει την προέλευση των χρημάτων, γιατί έτσι θα εξηναγκάζετο να άρει ο ίδιος το απόρρητον των λογαριασμών του και εν πάση περιπτώσει δεν ελέγχεται εν προκειμένω "το πόθεν έσχες" αυτού.
Εξάλλου, αναφορικά με την μη ενημέρωση για μεγάλο διάστημα περί της παροχής του δανείου εκ μέρους του μηνυτού, ο τελευταίος εννοεί τον εαυτό του όταν λέγει ότι έλλειπε στο εξωτερικό και έτσι δεν μπόρεσε να ενημερώσει τον φίλο του Γ1, καθ' όσον ο ίδιος (μηνυτής) και η σύζυγος του εργάζονται στο εξωτερικό. Τούτο σαφώς προκύπτει από την ίδια την μήνυση (βλ. 1ο σελίδα αυτής). Δεν εννοεί δε τον Γ1, για τον οποίο εκθέτει ότι αυτός (Γ1) έλλειπε στο εξωτερικό ειδικά κατά τον συγκεκριμένο χρόνο της παραδόσεως των χρημάτων (μέσα Μαΐου 2002 - βλ. στο μέσον περίπου της 1ος σελίδος της μηνύσεως) και έτσι δεν μπόρεσε να τον ενημερώσει περί του δανείου κτλ. Ο κατηγορούμενος αντιτείνει ότι στις 14/5/2002 ο Γ1 ήταν στην Αθήνα, δεδομένου ότι την ημεροχρονολογία αυτή υπέγραψε κάποια σύμβαση με την "ΑΤΕ ΛΗΖΙΓΚ" και συνεπώς θα μπορούσε ο εγκαλών να θέσει υπόψη του το ζητηθέν από τον ίδιο (κατηγορούμενο) δάνειο. Εν τούτοις, όμως, ο ανωτέρω Γ1 ευρίσκετο μεν πράγματι στην Αθήνα στις 14/5/2002, κάλλιστα, όμως, θα μπορούσε να είχε φύγει για το εξωτερικό αμέσως μετά την υπογραφείσα στις 14/5/2002 ως άνω σύμβαση και ως εκ τούτου κρίνεται βάσιμος ο ανωτέρω ισχυρισμός του εγκαλούντος , ο οποίος εμμένει ότι τα χρήματα αυτά εδόθησαν στον κατηγορούμενο περί τα μέσα Μαΐου 2002, καθ' ον χρόνον δηλαδή έλειπε στο εξωτερικό ο Γ1, ο δε ίδιος (εγκαλών) έτυχε να ευρίσκεται στην Ελλάδα. Εξάλλου, εάν επρόκειτο περί συμπαιχνίας εγκαλούντος και Γ1 ως διατείνεται ο κατηγορούμενος, ουδείς λόγος υπήρχε ώστε να εμμένει ο εγκαλών στην ως άνω άποψη του, δεδομένου ότι θα μπορούσε να αναφέρει οποιονδήποτε άλλον χρόνον παραδόσεως των χρημάτων που να συνέπιπτε ώστε ο Γ1 πράγματι να ευρίσκετο στο εξωτερικό, χωρίς έτσι να γεννηθεί κανένα πρόβλημα. Κατά πάσα περίπτωση είναι απολύτως φυσικό να μην είχε ενημερωθεί αμέσως για το δάνειο ο εν λόγω μεγαλομέτοχος ακριβώς διότι ο εγκαλών παρεπλανήθη θεωρώντας ότι είχε δανείσει ένα φίλο του, μέσω μάλιστα του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας αυτού, από τον οποίο (φίλο του) δεν είχε φόβο να χάσει τα χρήματα του και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία τέτοια "υπενθύμιση", στην αρχή τουλάχιστον, κάτι βέβαια που έγινε αργότερα ως σαφώς εκθέτει στη μήνυση του.
Δεύτερον. Εμμένει ο κατηγορούμενος στην άποψη ότι το μπλοκ των επιταγών το είχε ο Γ1, ο οποίος διαφέντευε τα πάντα και ότι ο ίδιος (κατηγ/νος) "ήταν το παιδί για τα θελήματα". Κατ' αρχήν ο ισχυρισμός αυτός προκαλεί έντονο προβληματισμό, καθ όσον δεν είναι νοητό να μη έχει πρόσβαση ο δ/νων σύμβουλος μιας εταιρείας στο μπλοκ των επιταγών. Πέραν τούτου όμως και κατά πάσα περίπτωση ο ανωτέρω κατηγορούμενος και νουν είχε και εμπειρία, αλλά και επίγνωση της θέσεως του (ως κατ' εξοχήν υπεύθυνος) και ως εκ τούτου είναι ακατανόητος ο ισχυρισμός του " ότι υπέγραφε ό,τι του έφεραν" χωρίς να ερευνήσει περαιτέρω την πορεία μιας εκάστης των υποθέσεων για τις οποίες έθετε την υπογραφή του.
Συνεπώς κρίνεται αβάσιμος ο ισχυρισμός του περί αγνοίας κ.λ.π. Τρίτον. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι τα λοιπά στοιχεία της επιταγής (πλην της υπογραφής του δηλαδή), δεν είναι δικά του, δέον να λεχθούν τα εξής: Κατ' αρχήν η έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν αποκλείει τούτο, αλλά απλώς πιθανολογεί ότι έχουν τεθεί και αυτά δια χειρός του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα στην έκθεση εκτίθενται τα εξής: "Ως προς τη γραφή, με την οποία έχουν συμπληρωθεί τα (λοιπά) στοιχεία της υπό έλεγχο επιταγής, η γνώμη μου είναι ότι έχει γραφεί, κατά πιθανολόγηση με το χέρι του υπογράφοντα αυτή Χ1. Η ως άνω επιφύλαξη μου οφείλεται στο ότι : Η υπό έλεγχο γραφή συνίσταται από κεφαλαία γράμματα χωρίς ιδιαίτερη ατομικότητα. Υπάρχουν ομοιότητες και διάφορες μεταξύ αυτής και της προς σύγκριση γραφής του Χ1, οι οποίες αξιολογούμενες, δεν δύνανται να οδηγήσουν σε βέβαιο και αναμφισβήτητο συμπέρασμα.
Συνεπώς, εκτιμώντας τα γραφικά ευρήματα της διενεργηθείσης συγκριτικής αντιπαραβολής και τον βαθμό σύνδεσης των στοιχείων των υπό αντιπαραβολή γραφών που προέκυψαν από τη διερεύνηση της ταυτότητος του γραφέα της υπό έλεγχο επιταγής, καταλήγω στο συμπέρασμα με επιφύλαξη για λόγους δεοντολογίας σύμφωνα με τις αρχές της Δικαστικής Γραφολογίας" (βλ. στις σελίδες 22 και 23 της εκθέσεως).
Τέλος θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι τα χρήματα αυτά εδόθησαν πράγματι ως δάνειο στην εταιρεία εν γνώσει και με την έγκριση του Δ.Σ. και φυσικά του Γ1 και εξεδόθη πράγματι η επιταγή αυτή υπογεγραμμένη από τον κατηγορούμενο "εντός των ουσιαστικών ορίων της προς τούτο εξουσιοδοτήσεως της εταιρείας", ως συνέβη με άλλες πέντε επιταγές της εταιρείας, υπογεγραμμένες από τον κατηγ/νο, σύμφωνα με όσα εδέχθη η υπ' αριθ. 539/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία πιστωτικών τίτλων), που απέρριψε σχετική ανακοπή της εν λόγω εταιρείας "ΓΕΩΧΗΜ ΑΕΒΕ" κατά της καθ' ης "SOFTCCMER ΑΕ", με αφορμή εκδοθείσα διαταγή πληρωμής σε βάρος της (βλ. στην απόφαση αυτή). Δέχτηκε δηλαδή η ανωτέρω απόφαση στο σκεπτικό της ότι στην υπόθεση εκείνη, οι εκεί επίδικες πέντε επιταγές "είχαν υπογραφεί (από τον Χ1, νυν κατηγορούμενο) με πλήρη γνώση και έγκριση του Διοικητικού Συμβουλίου της ανακόπτουσας "ΓΕΩΧΗΜ" και του βασικού μετόχου της Γ1 και εκδόθηκαν στα πλαίσια συνεργασίας των διαδίκων εταιριών". Όμως, τέτοιος ισχυρισμός δεν διατυπώθη ποτέ από τον κατηγορούμενο για την επίδικη επιταγή, αλλά, ως εξετέθη, αρχικώς μεν διετείνετο ότι πλαστογραφήθηκε η επιταγή του, μεταγενεστέρως δε ( και αφού απεδείχθη ότι η υπογραφή στην επίδικη επιταγή είναι δική του), ισχυρίσθη ότι δήθεν υπέγραψε "ό,τι του έφεραν χωρίς να γνωρίζει" ή ότι δήθεν "η μήνυση υπεβλήθη καθ' υπαγόρευση του ηθικού αυτουργού Γ1" .
Πέραν τούτων δέον να σημειωθεί εν προκειμένω ότι από αυτό καθ' εαυτό το σκεπτικό της ανωτέρω αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εμμέσως πλην σαφώς προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, όχι μόνο είχε πρόσβαση αλλά και κατείχε εις χείρας του το μπλοκ των επιταγών (και την επίδικη βεβαίως που ο ίδιος υπέγραψε), τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα υπ' αυτού ως προς το ζήτημα αυτό, κρίνονται αβάσιμα. Είναι, συνεπώς, σαφές ότι ο κατηγορούμενος παρέδωσε την επίδικη επιταγή στον εγκαλούντα, όχι βεβαίως στα πλαίσια κάποιας οικονομικής συνεργασίας, ως συνέβη με τις ως άνω πέντε επιταγές προς τρίτους (επί των οποίων η ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου), αλλά προς παραπλάνηση και μόνο του εγκαλούντα προκειμένου να ιδιοποιηθεί το ποσό που έλαβε από αυτόν κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα.
Επειδή από όλα όσα εξετέθησαν στοιχειοθετούνται υποκειμενικά και αντικειμενικά οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες εδιώχθη ο εκκαλών κατηγορούμενος. Δηλαδή της κακουργηματικής απάτης συνολικού ποσού οφέλους - ζημίας άνω των ( 25 ) εκατ Δρχμ. Και της παραβάσεως του νόμου περί επιταγής ως οι έννοιες αυτές ανεπτύχθησαν ανωτέρω. Επομένως, ορθώς εξετιμήθησαν τα πραγματικά περιστατικά και εφηρμόσθησαν οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις από το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις προς στήριξη κατηγορίας σε βάρος του κατηγορουμένου - εκκαλούντα και παρέπεμψε αυτόν να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (για τα κακουργήματα).
Δέον, όμως, όπως συμπληρωθεί το ανωτέρω πρωτόδικο βούλευμα όσον αφορά τον χρόνο τελέσεως της δευτέρας πράξεως για την οποία παραπέμπεται ο κατηγορούμενος (παράβαση του Νόμου περί επιταγής) και συγκεκριμένα να τεθεί ως χρόνος τελέσεως, πλην "τα μέσα Μαΐου 2002" που αναφέρεται στο πρωτόδικο βούλευμα (χρόνος δηλαδή εκδόσεως της επιταγής), και η 3/3/2003, ότε δηλαδή ενεφανίσθη και δεν πληρώθη η εν λόγω επιταγή . Και τούτο διότι από τη διάταξη του άρθρου 79 Ν . 5960/1933 προκύπτει ότι χρόνος τελέσεως είναι και εκείνος κατά τον οποίο ενεφανίσθη και δεν πληρώθη η επιταγή ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων ως συνέβη εν προκειμένω (Α.Π. 1918/03 Ποιν. Χρ. ΛΔ/674). VI. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο 750/2007 βούλευμα του, ως αβάσιμη στην ουσία της, την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της κακουργηματικής απάτης και της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, για τις οποίες παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για κακουργήματα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων, 94 παρ. 1, 386 παρ. 1 και 3 β' του Π.Κ. και 79 Ν.5960/1933 ,όπως ισχύουν. Τις παραπάνω διατάξεις το Συμβούλιο Εφετών ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίως. Από το ίδιο βούλευμα προκύπτει ότι το συμβούλιο παραθέτει μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη και "καταθέσεις μαρτύρων" και ως εκ τούτου δεν προκύπτει ασάφεια ως προς τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν από το Συμβούλιο, ενώ ρητώς προκύπτει επίσης από την αναφορά στο σκεπτικό αυτούσιων των συμπερασμάτων της ότι εκτιμήθηκε μεταξύ των αποδεικτικών μέσων και η από .... έκθεση δικαστικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της γραφολόγου ...., ενώ προσδιορίζεται ως παθών ο εγκαλών Ψ1, καθώς και ο τρόπος παραπλάνησης του και ως εκ τούτου όσα αντίθετα προβάλλονται ως λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμα.
Συνεπώς, τόσον ο από το άρθρο 484 παρ. 1β' Κ.Π.Δ. προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας του άρθρου 386 ΠΚ, όσον και από το άρθρο 484 παρ. 1 δ' ίδιου Κώδικα, προβαλλόμενος λόγος, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι αβάσιμοι, ενώ απαραδέκτως αμφισβητείται κατά τα λοιπά η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων και οι ουσιαστικές παραδοχές του Συμβουλίου. Πρέπει συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω Ι. Να απορριφθεί η με αριθμό 148/10-7-2007 αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ1 κατά του 750/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και II. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 17-12-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΒασίλειος Μαρκής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 386 του ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται τοέγκλημα της απάτης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 παρ. 3 εδ. β' του Ποινικού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 24081996 και άρθρο 14 παρ. 4 του Νόμου 2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν το όφελος ή η ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Νόμου 5960/33, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή, η οποία δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του πλημμελήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, απαιτείται αφ' ενός η έκδοση έγκυρης επιταγής και αφ' ετέρου, η γνώση του εκδότη της ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον πληρωτή, κατά τον χρόνο της εκδόσεως και της πληρωμής και τέλος, η μη πληρωμή της επιταγής, λόγω ελλείψεως των αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων, είτε κατά τον χρόνο της εκδόσεως, είτα κατά τον χρόνο της πληρωμής της επιταγής. Προσαπαιτείται ακόμη και η εμφάνιση της επιταγής, μέσα σε προθεσμία οκτώ ημερών από την επομένη της εκδόσεως της επιταγής, εφ' όσον αυτή εκδόθηκε και είναι πληρωτέα στην Ελλάδα. Εξάλλου, έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος αυτού δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και του τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, αλλ' αρκεί η αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Συμβούλιο. Η αιτιολογία αυτή επιτρεπτώς γίνεται με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση, καλύπτει δε η αναφορά αυτή και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην εν λόγω πρόταση. Εξάλλου, κατά το άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφάρμοσε το βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το βούλευμα, το οποίο αναιρεσιβάλλεται, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με καθολική και παραδεκτή αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει κατ' είδος, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος εργαζόταν αρχικά ως γεωπόνος στην εταιρεία "ΓΕΩΧΗΜ ΑΕΒΕ" με έδρα την Μαγούλα Αττικής και με αντικείμενο την εμπορία γεωργικών εφοδίων, επί δεκαοκτώ έτη. Περί το έτος 1998, έγινε Πρόεδρος Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος αυτής, μεγαλομέτοχος δε της ανωτέρω εταιρείας ήταν ο Γ1. Ως δε ισχυρίζεται ο εν λόγω κατηγορούμενος έγινε Πρόεδρος του Δ.Σ. και δ/νων σύμβουλος κατόπιν προτάσεως του ως άνω Γ1, για φορολογικούς κυρίως λόγους. Όμως αργότερα και περί τα μέσα Μαΐου του έτους 2002 με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, δια βλάβης ξένης περιουσίας, ζήτησε από τον εγκαλούντα Ψ1, ο οποίος τυγχάνει παιδικός φίλος του ως άνω μεγαλομετόχου Γ1, δάνειο, ύψους "213.000" ευρώ για λογαριασμό δήθεν της προαναφερόμενης εταιρείας, η οποία παρουσίαζε πρόσκαιρα οικονομικά προβλήματα, με ημερομηνία αποδόσεως του δανείου στις 3.3.2003. Προς κατοχύρωση του δε, θα του παρέδιδε την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού "213.000" ευρώ, με ημερομηνία 3.3.2003, συρομένη εκ του υπ' αριθμ. .... Λογαριασμού της ανωτέρω εταιρείας στην Αγροτική Τράπεζα, υπογραφόμενη από τον ίδιο, υπό την ρηθείσα ιδιότητα του, σε διαταγή του εγκαλούντα. Κατά την σύναψη του δανείου αυτού, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον ανωτέρω Ψ1, ότι το χρηματικό ποσό του δανείου, προοριζόταν για τις ανάγκες δήθεν της εταιρείας και ότι υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο έκδοσης της επιταγής στο λογαριασμό της εταιρείας, όπως επίσης θα υπήρχαν αντίστοιχα κεφάλαια και κατά τον χρόνο εμφάνισης της επιταγής. Συγχρόνως όμως απέκρυψε από τον εγκαλούντα ότι αγνοούσε ο μεγαλομέτοχος της εταιρείας και προσωπικός φίλος αυτού (εγκαλούντα) Γ1 την λήψη του δανείου αυτού, όπως επίσης και τα της εκδόσεως της επιταγής. Πεισθείς ο ανωτέρω Γ1 στις ψευδείς παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις του κατηγορουμένου, παρέδωσε σ' αυτόν το ζητηθέν ποσόν των "213.000" ευρώ, λαμβάνοντας και την σχετική επιταγή, υπογραφομένη από τον ανωτέρω κατηγορούμενο, κατά τα ως άνω συμφωνηθέντα. Όταν όμως αργότερα, πριν από τον χρόνο επιστροφής των χρημάτων, ο εγκαλών ενημέρωσε τον Γ1 περί του δοθέντος δανείου για τις ανάγκες της εταιρείας του τελευταίου, όπως τουλάχιστον πίστευε, ενόψει της απατηλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, ο ανωτέρω Γ1 του εξέθεσε, αφ' ενός μεν, την παντελή άγνοια του περί του θέματος αυτού, αφ' ετέρου δε ότι το ποσό αυτό ουδέποτε είχε κατατεθεί στο ταμείο της εταιρείας από τον κατηγορούμενο, ούτε φυσικά είχε διατεθεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο, για τις ανάγκες αυτής. Κατόπιν τούτου, όπως ήταν φυσικό, η εταιρεία "ΓΕΩΧΗΜ ΑΕΒΕ" δεν επέστρεψε στον εγκαλούντα το ποσόν αυτό του φερομένου δανείου, αφού ουδέποτε είχε λάβει τέτοιο ποσό ως δάνειο και ως εκ τούτου δεν υπήρχε αντίστοιχη υποχρέωση της προς πληρωμή αυτού. Η δε ως άνω επιταγή αποκρούστηκε στις 3 Μαρτίου 2003 από την πληρωτρια Τράπεζα (Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος - Κεντρικό Κατάστημα), λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, όταν εμπροθέσμως ενεφανίσθη αυτή κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία από τον εγκαλούντα - κομιστή αυτής Ψ1 (Βλέπε σχετικώς στο φωτοαντίγραφο της επιταγής μες αναγραφόμενα στη θέση πρώτης οπισθογραφήσεως των στοιχείων του ως άνω εγκαλούντος και κάτω από αυτά βεβαίωση του υπαλλήλου της Αγροτικής Τραπέζης Β1 με ημεροχρονολογία Αθήνα ...., όπου βεβαιώνεται ότι: "Η εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής και η απόκρουση της πληρωμής της ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων"). Έτσι, το ποσό αυτό που - ουδέποτε ο κατηγορούμενος εισέφερε για τις ανάγκες της εταιρείας (ώστε να υπάρχει αντίστοιχη υποχρέωση αυτής προς πληρωμή της επιταγής), το ιδιοποιήθηκε παρανόμως ο ίδιος, με αντίστοιχη ζημία (περιουσιακή) του εγκαλούντος, το συνολικό δε ποσό οφέλους -ζημίας υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή τα 73.000 ευρώ. Είναι δε σαφές ότι ο εγκαλών κατέβαλε το ανωτέρω ποσόν στον κατηγορούμενο θεωρώντας ότι αυτό δίδεται για τις ανάγκες της εταιρείας και ότι έτσι εξυπηρετεί τον προσωπικό του φίλο Γ1, ο οποίος κατά το διάστημα αυτό της συνάψεως του δανείου (οπωσδήποτε πάντως μετά την 14.5.2002) απουσίαζε στο εξωτερικό. Αν δηλαδή εγνώριζε ότι το ποσό θα το ελάμβανε ο κατηγορούμενος ουδέποτε θα προέβαινε στην παροχή δανείου, ούτε φυσικά και θα δεχόταν την ρηθείσα επιταγή, έστω και εις διαταγήν του, υπογραφομένη από τον ανωτέρω κατηγορούμενο, ως εκπρόσωπο της εταιρείας. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις καταθέσεις του μηνυτού Ψ1 και των εξετασθέντων μαρτύρων Γ1, μεγαλομετόχου της ανωτέρω εταιρείας και Γ2, ταμία αυτής. Ο τελευταίος ρητά καταθέτει ότι ο κατηγορούμενος ζητούσε χρήματα από πολλούς, χωρίς να υπάρχουν αποφάσεις του Δ.Σ. και ουδέποτε εισέφερε στο ταμείο της εταιρείας το υπό κρίση ποσό των (213) χιλ. ευρώ (βλ. στις καταθέσεις των ανωτέρω). Επίσης τα ανωτέρω προκύπτουν ιδιαίτερα από αυτήν καθ' εαυτήν την επιταγή των (213) χιλ. ευρώ η οποία φέρει την υπογραφή του κατηγορουμένου, όπως άλλωστε απεφάνθη περί αυτού η διορισθείσα με διάταξη της αρμοδίας ανακρίτριας, δικαστική γραφολόγος ...., στην από 5.1.2003 υπ' αυτής συνταγείσα έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Σ' αυτήν και στα τελικά συμπεράσματα στην σελίδα 22 εκτίθενται τα εξής: "...Η υπογραφή στην υπ' αριθ. .... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, φέρει όλα τα γραφικά γνωρίσματα μιας φυσικής και αυθόρμητης υπογραφής πρωτογενούς χάραξης χωρίς την ύπαρξη αντικειμενικών ενδείξεων πλαστογραφήσεως ή αλλοίωσης της στο γραφικό χώρο. Διατυπώνεται δε σύμφωνα με τις γνήσιες υπογραφές του Χ1 (κατηγορουμένου), όπως έχουν τεθεί στα προς σύγκριση έγγραφα (δείγματα ετών 2002 - 2003), αποδεικνύοντας έτσι ότι η υπό έλεγχο υπογραφή είναι γνήσια, δηλαδή ότι έχει τεθεί με το χέρι αυτού..." (βλ. στην έκθεση). Δέον να σημειωθεί εν προκειμένω ότι αρχικά ο κατηγορούμενος είχε αρνηθεί ότι η υπογραφή είναι δική του, εκθέτοντας ότι αυτή έχει τεθεί κατ' απομίμηση κλπ (βλ. στην απολογία του στον ανακριτή). Εν τούτοις όμως, στη συνέχεια υπαναχωρεί εν μέρει εκ της αρχικής θέσεως του, εκθέτοντας ότι "την επιταγή την συμπλήρωσε ο Γ1 και ότι ο ίδιος, εκτελώντας εντολές του ανωτέρω μεγαλομετόχου, μπορεί να την υπέγραψε απλώς, χωρίς να γνωρίζει περί τίνος επρόκειτο" κλπ. Ειδικότερα, ο ανωτέρω κατηγορούμενος, τόσο σε μεταγενέστερο υπόμνημα του προς τον ανακριτή, όσο και στους λόγους εφέσεως του, εκθέτει τους εξής ισχυρισμούς: Πρώτον. Ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε χρήματα από τον μηνυτή, παριστώντας σ' αυτόν ψευδή περιστατικά κλπ., ενόψει μάλιστα και του ότι ο μηνυτής και ο Γ1 είναι φίλοι από παιδιά και συνεπώς θα μπορούσε κάλλιστα ο πρώτος να ενημερώσει τον δεύτερο περί της παροχής του δανείου, χάριν της εταιρείας του. Κάτι βέβαια που δεν έγινε και κατά πάσα περίπτωση προκύπτει από πού πήρε τα χρήματα αυτά ο εγκαλών και τα έδωσε ως δάνειο (εάν δηλαδή τα είχε στην Τράπεζα, σε ομόλογα κλπ). Ισχυρίζεται ακόμη ότι δεν ευσταθούν όσα εκθέτει ο εγκαλών, δηλαδή ότι "δεν επικοινώνησε αμέσως με τον φίλο του Γ1, προκειμένου να τον ενημερώσει για το δάνειο, καθ' όσον ο τελευταίος ευρίσκετο στο εξωτερικό συνεχώς". Και τούτο, διότι "ως αποδεικνύεται εξ εγγράφων, ο ανωτέρω (Γ1) ευρίσκετο την εποχή εκείνη στην Ελλάδα, υπογράφοντας συμβάσεις κ.λ.π." (βλέπε σελίδες 8 και 9 των λόγων εφέσεως). Τέλος, ότι πρόκειται για μήνυση αντιπερισπασμού "υποβληθείσα καθ' υπαγόρευση και σε εκτέλεση οδηγιών του ηθικού αυτουργού της εναντίον του ψευδούς μηνύσεως Γ1 κ.λ.π." (βλ. σελίδα 8 των λόγων εφέσεως). Επί των ισχυρισμών αυτών, (λεκτέα τα ακόλουθα: Είναι γεγονός ότι υφίσταται σφοδρή αντιδικία μεταξύ του κατηγορουμένου και τουμεγαλομετόχου της εταιρείας Γ1, με μηνύσεις, αγωγές κλπ. Όμως, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι εχρησιμοποιήθη ο μηνυτής από τον φίλο του Γ1, ώστε να χαλκευθεί τέτοια κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου. Όσο και φίλοι να ήσαν οι ανωτέρω, δεν κρίνεται ότι ο μηνυτής θα μπορούσε να δεχθεί "να παίξει" ένα τέτοιο ρόλο, να μηνύσει δηλαδή κάποιον ότι τον εξηπάτησε και τον εζημίωσε με το ποσό των (213) χιλ. ευρώ, εμπλεκόμενος έτσι σε πολύχρονες και ψυχοφθόρες δίκες μόνο και μόνο για να εξυπηρετήσει τον φίλο του Γ1. Όσον αφορά δε την προέλευση των χρημάτων, είναι γεγονός ότι ο μηνυτής δεν προσκομίζει στοιχεία από όπου να προκύπτει ότι αυτά ανελήφθησαν από τράπεζες ή ρευστοποίηση ομολόγων κλπ. Τούτο όμως δεν μπορεί να κριθεί ως το κρίσιμο σημείο της υπό κρίση υποθέσεως, δεδομένου ότι ο ανωτέρω μηνυτής ενδεχομένως να μη θέλει να αιτιολογήσει την προέλευση των χρημάτων, γιατί έτσι θα εξηναγκάζετο να άρει ο ίδιος το απόρρητον των λογαριασμών του και εν πάση περιπτώσει δεν ελέγχεται εν προκειμένω το "πόθεν έσχες" αυτού. Εξάλλου, αναφορικά με την μη ενημέρωση για μεγάλο διάστημα περί της παροχής του δανείου εκ μέρους του μηνυτού, ο τελευταίος εννοεί τον εαυτό του όταν λέγει ότι έλειπε στο εξωτερικό και έτσι δεν μπόρεσε να ενημερώσει τον φίλο του Γ1, καθ' όσον ο ίδιος (μηνυτής) και η σύζυγος του εργάζονται στο εξωτερικό. Τούτο σαφώς προκύπτει από την ίδια την μήνυση (βλ. 1ο σελίδα αυτής). Δεν εννοεί δε τον Γ1, για τον οποίο εκθέτει ότι αυτός (Γ1) έλειπε στο εξωτερικό ειδικά κατά τον συγκεκριμένο χρόνο της παραδόσεως των χρημάτων (μέσα Μαΐου 2002 - βλ. στο μέσο περίπου της 1ος σελίδος της μηνύσεως) και έτσι δεν μπορούσε να τον ενημερώσει περί του δανείου κτλ. Ο κατηγορούμενος αντιτείνει ότι στις 14.5.2002 ο Γ1 ήταν στην Αθήνα, δεδομένου ότι την ημεροχρονολογία αυτή υπέγραψε κάποια σύμβαση με την "ΑΤΕ ΛΗΖΙΓΚ" και συνεπώς θα μπορούσε ο εγκαλών να θέσει υπόψη του το ζητηθέν από τον ίδιο (κατηγορούμενο) δάνειο, εν τούτοις, όμως, ο ανωτέρω Γ1 ευρίσκετο μεν πράγματι στην Αθήνα στις 14.5.2002, κάλλιστα, όμως, θα μπορούσε να είχε φύγει για το εξωτερικό αμέσως μετά την υπογραφείσα στις 14.5.2002 ως άνω σύμβαση και ως εκ τούτου κρίνεται βάσιμος ο ανωτέρω ισχυρισμός του εγκαλούντος, ο οποίος εμμένει ότι τα χρήματα αυτά εδόθησαν στον κατηγορούμενο περί τα μέσα Μαΐου 2002, καθ' ον χρόνον δηλαδή έλειπε στο εξωτερικό ο Γ1, ο δε ίδιος (εγκαλών) έτυχε να ευρίσκεται στην Ελλάδα. Εξάλλου, εάν επρόκειτο περί συμπαιγνίας εγκαλούντος και Γ1, ως διατείνεται ο κατηγορούμενος, ουδείς λόγος υπήρχε ώστε να εμμένει ο εγκαλών στην ως άνω άποψη του, δεδομένου ότι θα μπορούσε να αναφέρει οποιονδήποτε άλλον χρόνον παραδόσεως των χρημάτων που να συνέπιπτε ώστε ο Γ1 πράγματι να ευρίσκετο στο εξωτερικό, χωρίς έτσι να γεννηθεί κανένα πρόβλημα. Κατά πάσα περίπτωση, είναι απολύτως φυσικό να μην έχει ενημερωθεί αμέσως νια το δάνειο ο εν λόγω μεγαλομέτοχος, ακριβώς διότι ο εγκαλών παρεπλανήθη, θεωρώντας ότι είχε δανείσει ένα φίλο του, μέσω μάλιστα του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας αυτού, από τον οποίο (φίλο του) δεν είχε φόβο να χάσει τα χρήματα του και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία τέτοια "υπενθύμιση", στην αρχή τουλάχιστον, κάτω βέβαια που έγινε αργότερα, ως σαφώς εκθέτει στη μήνυση του. Δεύτερον. Εμμένει ο κατηγορούμενος στην άποψη ότι το μπλοκ των επιταγών το είχε ο Γ1, ο οποίος διαφέντευε τα πάντα και ότι ο ίδιος (κατηγορούμενος) "ήταν το παιδί για τα θελήματα". Κατ' αρχήν, ο ισχυρισμός αυτός προκαλεί έντονο προβληματισμό, καθ' όσον δεν είναι νοητό να μη έχει πρόσβαση ο διευθύνων σύμβουλος μιας εταιρείας στο μπλοκ των επιταγών. Πέραν τούτου όμως, και κατά πάσα περίπτωση, ο ανωτέρω κατηγορούμενος και νουν είχε και εμπειρία, αλλά και επίγνωση της θέσεως του (ως κατ' εξοχήν υπεύθυνος" και ως εκ τούτου είναι ακατανόητος ο ισχυρισμός του "ότι υπέγραφε ό,τι του έφεραν" χωρίς να ερευνήσει περαιτέρω την πορεία μιας εκάστης των υποθέσεων για τις οποίες έθετε την υπογραφή του.
Συνεπώς, κρίνεται αβάσιμος ο ισχυρισμός του περί αγνοίας κλπ. Τρίτον. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι τα λοιπά στοιχεία της επιταγής (πλην της υπογραφής του δηλαδή) δεν είναι δικά του, δέον να λεχθούν τα εξής: Κατ' αρχήν η έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν αποκλείει τούτο, αλλά απλώς πιθανολογεί ότι έχουν τεθεί και αυτά δια χειρός του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα, στην έκθεση εκτίθενται τα εξής: "Ως προς τη γραφή, με την οποία έχουν συμπληρωθεί τα (λοιπά) στοιχεία της υπό έλεγχο επιταγής, η γνώμη μου είναι ότι έχει γραφεί, κατά πιθανολόγηση με το χέρι του υπογράφοντα αυτή Χ1. Η ως άνω επιφύλαξη μου οφείλεται στο ότι: Η υπό έλεγχο γραφή συνίσταται από κεφαλαία γράμματα, χωρίς ιδιαίτερη ατομικότητα. Υπάρχουν ομοιότητες και διαφορές μεταξύ αυτής και της προς σύγκριση γραφής του Χ1, οι οποίες, αξιολογούμενες, δεν δύνανται να οδηγήσουν σε βέβαιο και αναμφισβήτητο συμπέρασμα.
Συνεπώς, εκτιμώντας τα γραφικά ευρήματα της διενεργηθείσης συγκριτικής αντιπαραβολής και τον βαθμό σύνδεσης των στοιχείων των υπό αντιπαραβολή γραφών, που προέκυψαν από τη διερεύνηση της ταυτότητος του γραφέα της υπό έλεγχο επιταγής, καταλήγω στο συμπέρασμα με επιφύλαξη για λόγους δεοντολογίας, σύμφωνα με τις αρχές της Δικαστικής Γραφολογίας" (βλ. στις σελίδες 22 και 23 της εκθέσεως). Τέλος, θα μπορούσε να υποστηριχθεί, (ότι τα χρήματα αυτά εδόθησαν πράγματι ως δάνειο στην εταιρεία εν γνώσει και με την έγκριση του Δ.Σ. και φυσικά του Γ1 και εξεδόθη πράγματι η επιταγή αυτή, υπογεγραμμένη από τον κατηγορούμενο "εντός των ουσιαστικών ορίων της προς τούτο εξουσιοδοτήσεως της εταιρείας", ως συνέβη με πέντε άλλες επιταγές της εταιρείας, υπογεγραμμένες από τον κατηγορούμενο, σύμφωνα με όσα εδέχθη η υπ' αριθ. 539/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία πιστωτικών τίτλων), που απέρριψε σχετική ανακοπή της εν λόγω εταιρείας "ΓΕΩΧΗΜ ΑΕΒΕ" κατά της καθ' ης "SOFTCCMER ΑΕ", με αφορμή εκδοθείσα διαταγή πληρωμής σε βάρος της (βλ. στην απόφαση αυτή). Δέχτηκε δηλαδή η ανωτέρω απόφαση στο σκεπτικό της ότι στην υπόθεση εκείνη, οι εκεί επίδικες πέντε επιταγές "είχαν υπογραφεί (από τον Χ1, νυν κατηγορούμενο) με πλήρη γνώση και έγκριση του Διοικητικού Συμβουλίου της ανακόπτουσας "ΓΕΩΧΗΜ" και του βασικού μετόχου της Γ1 και εκδόθηκαν στα πλαίσια συνεργασίας των διαδίκων εταιρειών". Όμως, τέτοιος ισχυρισμός δεν διατυπωθη ποτέ από τον κατηγορούμενο για την επίδικη επιταγή, αλλά, ως εξετέθη, αρχικώς μεν διετείνετο ότι πλαστογραφήθηκε η επιταγή του, μεταγενεστέρως δε (και αφού απεδείχθη ότι η υπογραφή στην επίδικη επιταγή είναι δική του), ισχυρίσθη ότι δήθεν υπέγραψε "ό,τι του έφεραν χωρίς να γνωρίζει" ή ότι δήθεν "η μήνυση υπεβλήθη καθ' υπαγόρευση του ηθικού αυτουργού Γ1". Πέραν τούτων, δέον να σημειωθεί εν προκειμένω, ότι, από αυτό καθ' εαυτό το σκεπτικό της ανωτέρω αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εμμέσως πλην σαφώς προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, όχι μόνο είχε πρόσβαση αλλά και κατείχε εις χείρας του το μπλοκ των επιταγών (και την επίδικη βεβαίως, που ο ίδιος υπέγραψε), τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα υπ' αυτού ως προς το ζήτημα αυτό, κρίνονται αβάσιμα. Είναι, συνεπώς, σαφές ότι ο κατηγορούμενος παρέδωσε την επίδικη επιταγή στον εγκαλούντα, όχι βεβαίως στα πλαίσια κάποιας οικονομικής συνεργασίας, ως συνέβη με τις ως 'άνω πέντε επιταγές προς τρίτους (επί των οποίων η ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου), αλλά προς παραπλάνηση και μόνο του εγκαλούντα, προκειμένου να ιδιοποιηθεί το ποσό που έλαβε από αυτόν κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Επειδή, από όλα όσα εξετέθησαν, στοιχειοθετούνται υποκειμενικά και αντικειμενικά οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες εδιώχθη ο εκκαλών κατηγορούμενος. Δηλαδή της κακουργηματικής απάτης συνολικού ποσού οφέλους - ζημίας άνω των (25) εκατ. Δρχμ. Και της παραβάσεως του νόμου περί επιταγής, ως οι έννοιες αυτές ανεπτύχθησαν ανωτέρω. Επομένως, ορθώς εξετιμήθησαν τα πραγματικά περιστατικά και εφηρμόσθησαν οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις προς στήριξη κατηγορίας σε βάρος του κατηγορουμένου - εκκαλούντα και παρέπεμψε αυτόν να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (για τα κακουργήματα). Δέον, όμως, όπως συμπληρωθεί το ανωτέρω πρωτόδικο βούλευμα, όσον αφορά τον χρόνο τελέσεως της δευτέρας πράξεως για την οποία παραπέμπεται ο κατηγορούμενος (παράβαση του Νόμου περί επιταγής) και συγκεκριμένα να τεθεί ως χρόνος τελέσεως, πλην "τα μέσα Μαΐου 2002" που αναφέρεται στο πρωτόδικο βούλευμα (χρόνος δηλαδή εκδόσεως της επιταγής), και η 3.3.2003, ότε δηλαδή ενεφανίσθη και δεν πληρώθη η εν λόγω επιταγή. Και τούτο, διότι, από τη διάταξη του άρθρου 79 Ν. 5960/1933 προκύπτει ότι χρόνος τελέσεως είναι και εκείνος κατά τον οποίο ενεφανίσθη και δεν επληρώθη η επιταγή ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, ως συνέβη εν προκειμένω (Α.Π. 1918/03 Ποιν.Χρ. ΛΔ7674)". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, απορρίπτοντας στη συνέχεια, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, διέλαβε σ' αυτό (προσβαλλόμενο βούλευμα του) την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της κακουργηματικής απάτης και της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για τις οποίες παραπέμφθηκε να δικασθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 386 παρ. 1, 386 παρ. 1 και 3 β' του Ποινικού Κώδικα και 79 του Νόμου 5960/1933, όπως ισχύουν, τις οποίες το Συμβούλιο Εφετών ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Από το ίδιο βούλευμα, προκύπτει ότι σ' αυτό παρατίθενται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο Εφετών και οι καταθέσεις των μαρτύρων και ως εκ τούτου δεν προκύπτει ασάφεια, ως προς τα εκτιμηθέντα αποδεικτικά μέσα, ενώ προκύπτει επίσης από την αναφορά στο σκεπτικό αυτούσιων των συμπερασμάτων της, ότι εκτιμήθηκε μεταξύ των αποδεικτικών μέσων και η από .... έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της γραφολόγου ...., ενώ προσδιορίζεται ως παθών ο εγκαλών Ψ1, καθώς και ο τρόπος παραπλανήσεως του και τα αντίθετα που προβάλλει ως λόγον αναιρέσεως ο αναιρεσείων είναι αβάσιμα. Κατ' ακολουθίαν, οι από το άρθρο 484 παρ. 1β' και δ' ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 386 του Ποινικού Κώδικα και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αντιστοίχως, με τους οποίους πλήττεται το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, είναι αβάσιμοι, ενώ απαραδέκτως αμφισβητείται, κατά τα λοιπά, η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων και οι ουσιαστικές παραδοχές του Συμβουλίου.
ΕΠΕΙΔΗ, ενόψει αυτών, είναι αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 148/10.7.2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του 750/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη σε βαθμό κακουργήματος και έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Λόγοι αναιρέσεως: Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών και ειδικών διατάξεων και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτονται και οι δύο λόγοι, διότι με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτό με σαφήνεια, κλπ τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της κακουργηματικής απάτης και της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις αναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Από το ίδιο βούλευμα προκύπτει ότι σ’ αυτό παρατίθενται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο Εφετών και οι καταθέσεις μαρτύρων και ως εκ τούτου δεν προκύπτει ασάφεια ως προς τα εκτιμηθέντα αποδεικτικά μέσα, ενώ προκύπτει επίσης από την αναφορά στο σκεπτικό αυτούσιων των συμπερασμάτων της, ότι εκτιμήθηκε μεταξύ των αποδεικτικών μέσων και η έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, ενώ προσδιορίζεται και ως παθών ο εγκαλών, καθώς και ο τρόπος παραπλανήσεώς του. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Τραπεζική επιταγή.
| 0
|
Αριθμός 1632/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή, Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γεωργακάκη, περί αναιρέσεως της 140/2007 αποφάσεως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Το Αναθεωρητικό Δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 18 Δεκεμβρίου 2007 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1891/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν, η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. H απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αρ. 140.2007 απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους, ανασταλείσαν επί τριετίαν, για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου, ανελέγκτως, τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά: "Την 19η Νοεμβρίου 2005, το Υποβρύχιο [Υ/Β] "ΠΟΣΕΙΔΩΝ" στο οποίο υπηρετούσε ο κατηγορούμενος με τα καθήκοντα του Υπολόγου της Επιστασίας Άρμενων (καθήκοντα Ναυκλήρου), βρισκόταν ελλιμενισμένο [εν ορμώ, όχι υπό κατάδυση αλλά στην επιφάνεια της θάλασσας] στο Ναύσταθμο Κρήτης με σκοπό την εκτέλεση επ' αυτού εργασιών συντήρησης και επισκευής. Στα πλαίσια της διαδικασίας συντήρησης και επισκευής του Υ/Β, ο κατηγορούμενος, Ανθυπασπιστής (ΑΡΜ) είχε ορισθεί Υπόλογος της Επιστασίας Άρμενων [ναύκληρος] και εκτελούσε ως εκ τούτου κατά την διαδικασία αυτή καθήκοντα ναυκλήρου. Περί ώρα 12.00' της ανωτέρω ημερομηνίας, ορισμένα από τα μέλη του πληρώματος μεταξύ των οποίων ο κατηγορούμενος και ο βοηθός του [βοηθός ναυκλήρου], Κελευστής Α, μετέβησαν στη Λέσχη του Ναυστάθμου Κρήτης, προκειμένου να συμμετάσχουν σε αποχαιρετιστήρια δεξίωση, ενόψει του ότι, μετά από μακρόχρονη ακινησία για εργασίες επισκευής και συντήρησης, το Υ/Β επρόκειτο την επομένη να αποπλεύσει. Μετά το πέρας αυτής και περί ώρα 14.30', ο κατηγορούμενος, φορώντας το επίσημο ένδυμά του, επέστρεψε στο χώρο του Υποβρυχίου, όπου συνάντησε τον ανωτέρω βοηθό του, ο οποίος στο μεταξύ είχε φορέσει τη φόρμα εργασίας του. Κατά τη συνομιλία που ακολούθησε επί του πλοίου, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας στο πλαίσιο των καθηκόντων και υποχρεώσεων του, υπέδειξε στον ανωτέρω Κελευστή ορισμένα σημεία στο εξωτερικό μέρος του Υ/Β καθώς και εσωτερικό χώρο της υπερκατασκευής (SAIL) του Υ/Β, που έχρηζαν συντήρησης (βαφής) και, αφού του έδωσε εντολή να ξεκινήσει άμεσα εργασίες βαφής, αρχίζοντας από το εσωτερικό της υπερκατασκευής (SAIL), απομακρύνθηκε από το Υποβρύχιο. Ήταν δηλαδή στα καθήκοντα της επιστασίας του κατηγορουμένου ως Ναυκλήρου του Υ/Β να μεριμνήσει για την συντήρηση αυτή [βαφή], λόγος για τον οποίο αρμοδίως έδωσε την εντολή αυτή στο βοηθό του, ο οποίος φυσικά όφειλε να την εκτελέσει. Ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην προβλήτα και ο Κελευστής (ΑΡΜ) Α είχε ήδη εισέλθει στο χώρο της υπερκατασκευής για να εκτελέσει εργασίες βαφής, ανακοινώθηκε από Μηχανικό του Υ/Β δοκιμή στεγανότητας στο Υ/Β, με σκοπό τον έλεγχο στεγανότητας των θαλάμων σωσιβίων λέμβων, που παρουσίαζαν σχετικό πρόβλημα. Η δοκιμή δεν ήταν προγραμματισμένη και μάλιστα είχαν προηγηθεί αυτής την ίδια ημέρα για την ίδια αιτία άλλες δύο παρόμοιες δοκιμές, που διενεργήθηκαν η πρώτη την 11.30 ώρα και η δεύτερη την 14.00 ώρα. Η δοκιμή αυτή πραγματοποιείτο με τον χειρισμό-κίνηση [κάθοδο-άνοδο] ιστού και δη του ιστού αναπνευστήρας εντός της υπερκατασκευής (SAIL). Η τρίτη αυτή δοκιμή ανακοινώθηκε στο εσωτερικό του Υ/Β με αναγγελία από τα μεγάφωνα, επειδή δε δεν υπήρχε δυνατότητα να ακουσθεί η κατ' αυτό τον τρόπο αναγγελία στον προβλήτα και στα εξωτερικά μέρη του Υ/Β [κατάστρωμα, υπόλοιπο τμήμα αυτού, το αποκαλούμενο και ανθεκτικό του Υ/Β κ.λ.π.], η ενημέρωση στα μέρη αυτά για την επικείμενη δοκιμή έγινε προφορικά και όχι δια μεγαφώνου από αρμόδια όργανα του Υ/Β, πλην όμως ως προς την προβλήτα έγινε αντιληπτή από τους ευρισκομένους ακριβώς απέναντι επί του προβλήτος και όχι και από τους ευρισκομένους καθόλο το μήκος αυτού. Έτσι ούτε ο κατηγορούμενος [που βρισκόταν στην προβλήτα όχι όμως και στο τμήμα αυτού που έγινε αντιληπτή η ανακοίνωση] ούτε ο βοηθός του Κ/στής Α [που βρισκόταν εντός του χώρου της υπερκατασκευής (SAIL) και ήταν άπειρος πάνω στα ζητήματα αυτά] αντιλήφθηκαν ότι θα εκτελείτο η τρίτη αυτή δοκιμή. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η οποιαδήποτε εργασία εντός της υπερκατασκευής (SAIL) ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη, καθόσον πρόκειται για χώρο πολύ στενό, όπου υπάρχουν πολλές και διάφορες κατασκευές από σίδηρο και άλλα παρεμφερή υλικά και εντός του οποίου γίνεται και διακίνηση ιστών, όπως είναι ο ιστός αναπνευστήρας, το κινητό μέρος του οποίου είναι ιδιαίτερα ογκώδες. Ο κατηγορούμενος μη γνωρίζοντας ότι επρόκειτο να εκτελεσθεί η δοκιμή στεγανότητας, επέτρεψε την είσοδο του θανόντος στο χώρο της υπερκατασκευής, δίχως προηγουμένως να επιδείξει επιμέλεια ως προς την λήψη μέτρων ασφαλείας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4204 παρ. 1α' των Διατάξεων του Πολεμικού Ναυτικού μέρος Β, που κυρώθηκαν με την υπ' αριθμό Φ-002/1/10/93/Σ.2750/6-10-93 απόφαση Υ.ΕΘ.Α. [το Α Μέρος κυρώθηκε με Πρ. Διάταγμα 210/1993] "Ο Υπόλογος Επιστασίας Αρμένων ευρίσκεται συχνά στο κατάστρωμα κατά την ημέρα και τη νύκτα, εφόσον λαμβάνουν χώρα κινήσεις και εργασίες, που έχουν σχέση με την Επιστασία του, δια να βεβαιώνεται, ότι όλα είναι ευθετημένα και ότι οι εργασίες και οι κινήσεις γίνονται μεθοδικός και ασφαλώς". Εξάλλου, σύμφωνα και με το άρθρο 0322 [υπό τον τίτλο "Μέτρα ασφαλείας όταν το Υ/Β βρίσκεται εν ορμώ"] παρ. 5 εδ. ιγ του Βιβλίου Μάχης του ως άνω Υ/Β "το προσωπικό που ασχολείται με εργασίες στο εξωτερικό του σκάφους, στην υπερκατασκευή και στους ιστούς, πρέπει απαραίτητα να παρακολουθείται από Υπαξιωματικό", και τούτο διότι, μεταξύ των άλλων, η εν λόγω παρακολούθηση έχει ως ευεργετικό αποτέλεσμα να γίνεται αμέσως αντιληπτή από το υπαξιωματικό αυτό τόσο η ανακοίνωση της τυχόν επικείμενης δοκιμής στεγανότητας και χειρισμού των ιστών όσο και η σχετική κινητοποίηση του προσωπικού του Υ/Β για την διενέργεια της δοκιμής και του χειρισμού των ιστών, πράγμα που οδηγεί βεβαίως στην λήψη των καταλλήλων μέτρων ασφαλείας για την αποφυγή ατυχήματος, αφού ο εν λόγω υπαξιωματικός αμέσως θα καταστήσει γνωστό ότι ευρίσκεται άνθρωπος εντός της υπερκατασκευής, έτσι δε επιτυγχάνεται από μέρους και των οργάνων του Υ/Β που είναι υπεύθυνα για την είσοδο προσώπου εντός της υπερκατασκευής η αποτελεσματική εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 εδ. δ [8] του Κεφαλαίου Γ του Κανονισμού Εκπαίδευσης Σχολείου Υ-2 της Σχολής Υποβρυχίων του Πολεμικού Ναυτικού, κατά την οποία "απαγορεύεται ο χειρισμός των ιστών πριν ή εξασφαλιστεί ότι δεν εργάζεται άνθρωπος εις το SAIL". Η απαγόρευση αυτή αφορά βεβαίως ευθέως τα όργανα του Υ/Β που έχουν την ευθύνη της πραγματοποιήσεως της δοκιμής στεγανότητας και γενικά χειρισμού των ιστών, πλην όμως αφορά εμμέσως, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και τα όργανα του Υ/Β, όπως εν προκειμένω ο κατηγορούμενος, που έχουν την ευθύνη για τη είσοδο ατόμων στο εσωτερικό της υπερκατασκευής και μάλιστα ανεξαρτήτως αν όντως επίκειται η διενέργεια της δοκιμής αυτής και των χειρισμών των ιστών και τούτο, διότι ουδόλως αποκλείεται σε κάποια στιγμή να πραγματοποιηθεί όντως τέτοια δοκιμή και να κινηθούν ιστοί, στο μέτρο που πρόκειται για υποβρύχιο, όπου λαμβάνουν χώρα τέτοιες δοκιμές και χειρισμοί, πολύ μάλιστα περισσότερο στην προκειμένη περίπτωση, όπου επρόκειτο για Υ/Β που ακινητούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα για επισκευή και συντήρηση και τέτοιου είδους δοκιμές και χειρισμοί ήταν σύνηθες φαινόμενο και ως εκ τούτου είχε υποχρέωση να λάβει τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας έτσι ώστε, στην περίπτωση που ήθελε ενδεχομένως επακολουθήσει δοκιμή στεγανότητας και χειρισμός ιστών, (να εξασφαλιζόταν προηγουμένως ότι δεν υπήρχε άνθρωπος στο εσωτερικό της υπερκατασκευής. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σαφώς προέκυπτε η υποχρέωση του κατηγορουμένου να λάβει μέτρα ώστε εκ του ασφαλούς και ακινδύνως να περαιωθούν οι εργασίες αυτές, όφειλε δηλαδή να λάβει τα εξής μέτρα ασφαλείας, που, ως εκ της πείρας του, γνώριζε ότι σε εκτέλεση των παραπάνω διατάξεων λαμβάνονταν σε τέτοιου είδους περιπτώσεις στα υποβρύχια, δηλαδή όφειλε α] να τοποθετήσει στους πίνακες χειρισμού των ιστών σχετική προειδοποιητική πινακίδα απαγόρευσης χειρισμών των, β] να αδρανοποιήσει το υδραυλικό σύστημα λειτουργίας των ιστών του Υ/Β [ώστε να καταστήσει αδύνατη την χρήση τους] και, επιπλέον, να βρίσκεται στο εξωτερικό μέρος της υπερκατασκευής [SAIL], ως επιβλέπων αξιωματικός [στην περίπτωση που δεν όριζε κάποιον υπαξιωματικό για να παρακολουθεί την εργασία αυτής εντός της υπερκατασκευής], προς εξασφάλιση της ασφαλούς εκτέλεσης των εργασιών στην υπερκατασκευή. Όφειλε δε να λάβει τα μέτρα αυτά ένεκα και μόνο της εισόδου του βοηθού του στην υπερκατασκευή (SAIL) ανεξαρτήτως αν επρόκειτο όντως να επακολουθήσει δοκιμή στεγανότητας και γενικά να γίνει χειρισμός ιστών, ακριβώς γιατί ουδόλως αποκλειόταν [όπως λόγω της εμπειρίας του γνώριζε] σε κάποια στιγμή να πραγματοποιηθεί όντως τέτοια δοκιμή και να κινηθούν ιστοί, όπως ήδη πιο πάνω επισημάνθηκε. Δηλαδή ουσιαστικά, με τα μέτρα αυτά, εγνωστοποιείτο στα αρμόδια όργανα του Υ/Β ότι υπάρχει άνθρωπος στην υπερκατασκευή [αυτή είναι η ουσία των μέτρων] ώστε να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας αν σε οποιαδήποτε στιγμή αποφάσιζαν να πραγματοποιήσουν δοκιμή στεγανότητας και γενικά να χειριστούν ιστούς. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου να λάβει τα ως άνω μέτρα ασφαλείας, θεμελιώνεται όχι μόνο, στις ως άνω διατάξεις αλλά και στην προηγούμενη επικίνδυνη συμπεριφορά του, που επέδειξε, με το να δώσει εντολή σε ένα άπειρο ως προς τα ζητήματα αυτά υφιστάμενο του να εισέλθει και να εργαστεί σε ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο χώρο όπως αυτός του εσωτερικού της υπερκατασκευής. Ο κατηγορούμενος όμως από απερισκεψία και επιπολαιότητα του, δεν έλαβε τα μέτρα αυτά [και γενικά δεν έλαβε κάποιο μέτρο ασφαλείας] και απομακρύνθηκε από τον χώρο της υπερκατασκευής, με αποτέλεσμα, όταν περί ώρα 15.30, κατά τη τρίτη αυτή δοκιμή στεγανότητας με τον ιστό αναπνευστήρα, το ογκώδες κινητό μέρος του εκτέλεσε κάθοδο [εκτέλεσε κίνηση "υφές" είναι η χαρακτηριστική ναυτική έκφραση], να εγκλωβίσει υπό το βάρος του τον ως άνω Κελευστή, προκαλώντας σε αυτόν τέλειο διαχωριστικό κάταγμα μεταξύ 7ου αυχενικού και 1ου θωρακικού σπονδύλου μετά διατομής του νωτιαίου μυελού, κατάγματα ανωτέρω πλευρών δεξιού ημιθωρακίου με αμφόπλευρο αιμοθώρακα και τραυματικές ρήξεις αμφοτέρων των πνευμόνων, από τις οποίες βαριές κακώσεις προκλήθηκε ακαριαίως ο θάνατος του. Ο κατηγορούμενος, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβολές δεν προέβλεψε το εκ της πράξεως του παραχθέν αποτέλεσμα και επέφερε τον θάνατο του ως άνω βοηθού του. Η ως άνω βέβαια συμπεριφορά του τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα, γιατί, αν ελάμβανε τα ως άνω μέτρα ασφαλείας, τότε έγκαιρα θα επληροφορούντο τα όργανα που είχαν την ευθύνη για την διενέργεια της δοκιμής στεγανότητας ότι υπάρχει άνθρωπος εντός της υπερκατασκευής και έτσι θα αποτρεπόταν μετά βεβαιότητας το θανατηφόρο αυτό αποτέλεσμα. Εξάλλου ^όφειλε τα ως άνω προληπτικά μέτρα να μεριμνήσει και ο παθών ώστε να ληφθούν και κατά τούτο αμελώς έπραξε, αμέλεια όμως που δεν αίρει την ευθύνη του κατηγορουμένου, καθόσον έχουμε να κάνουμε με συντρέχουσες αμελείς συμπεριφορές. Στο σημείο αυτό το Δικαστήριο εκθέτει και τα εξής: Η διενέργεια τέτοιου είδους δοκιμής στεγανότητας είναι τόσο σοβαρή και επικίνδυνη ώστε το παραπάνω Βιβλίο Μάχης του ως άνω Υ/Β στο άρθρο 0334 παρ. 6α [με τίτλο "ΔΟΚΙΜΗ ΣΤΕΓΑΝΟΤΗΤΑΣ"] ρητώς κα σαφώς προβλέπει και επιβάλλει ως μέτρο ασφαλείας το να παίρνει το προσωπικό του Υ/Β πριν και κατά την εκτέλεση της δοκιμής στεγανότητας τις θέσεις συναγερμού. Αυτό σημαίνει ότι κάθε μέλος του Υ/Β πρέπει να βρίσκεται στη θέση του, πράγμα που έχει ως συνέπεια, αν τυχόν κάποιο μέλος δεν βρίσκεται στη θέση του, να αναζητείται πριν την διενέργεια τη δοκιμής και αφού διαπιστωθεί που βρίσκεται ακολούθως να διενεργείται η δοκιμή στεγανότητας. Με τον τρόπο δηλαδή αυτό, εξασφαλίζεται, μεταξύ των άλλων, πριν την δοκιμή, η διαπίστωση αν τυχόν υπάρχει κάποιο άτομο εντός της υπερκατασκευής. Έτσι, αν ελάμβανε χώρα εν προκειμένω συναγερμός, θα διαπιστωνόταν ότι ο Κελευστής Α δεν ήταν στη θέση του πηδαλιούχου, που όφειλε να καταλαμβάνει κατά τον συναγερμό, σύμφωνα και με την ειδικότητά του και έτσι θα αναζητείτο και θα απετρέπετο το θανατηφόρο αυτό συμβάν. Η υποχρέωση αυτή για την διενέργεια συναγερμού ισχύει είτε το Υ/Β βρίσκεται εν πλω είτε εν ορμώ [όπως εν προκειμένω]. Στην πράξη, όταν το Υ/Β βρισκόταν εν ορμώ, το προληπτικό αυτό μέτρο του συναγερμού δεν εφαρμοζόταν. Είναι όμως αυτονόητο ότι, αν δεν εφαρμοζόταν, έστω για λόγους πρακτικούς, το μέτρο αυτό εν ορμώ, τουλάχιστον έπρεπε να ληφθεί άλλο μέτρο εξίσου αποτελεσματικό, που να εξασφάλιζε ό,τι και ο συναγερμός, ότι δηλαδή πριν την δοκιμή δεν υπάρχει άτομο εντός της υπερκατασκευής, όπως είναι η με αυτοψία εντός αυτής από αρμόδιο όργανο εξασφάλιση ότι δεν βρίσκεται στην υπερκατασκευή κάποιο άτομο, με παράλληλη τοποθέτηση κάποιου οργάνου έξω από την υπερκατασκευή, έτσι ώστε να μην εισέλθει κανείς εντός αυτής κατά την εκτέλεση της δοκιμής στεγανότητας. Άλλωστε, όπως ήδη προαναφέρθηκε, υπήρχε και η διάταξη του άρθρου 1 εδ. δ [8] του Κεφαλαίου Γ του Κανονισμού Εκπαίδευσης Σχολείου Υ-2 της Σχολής Υποβρυχίων του Πολεμικού Ναυτικού, σύμφωνα με την οποία "απαγορεύεται ο χειρισμός των ιστών πριν ή εξασφαλιστεί ότι δεν εργάζεται άνθρωπος εις το SAIL", [με την δοκιμή στεγανότητας γίνεται, όπως προαναφέρθηκε, χειρισμός ιστών], απαγόρευση που αφορά βεβαίως ευθέως τα όργανα του Υ/Β που έχουν την ευθύνη της πραγματοποιήσεως της δοκιμής στεγανότητας και εμμέσως και τα όργανα που έχουν την ευθύνη της εισόδου προσώπου στην υπερκατασκευή [όπως ο κατηγορούμενος], ενώ αντίθετα η διενέργεια του συναγερμού αφορά μόνο τα όργανα του Υ/ Β που έχουν την ευθύνη της πραγματοποιήσεως της δοκιμής στεγανότητας και όχι και τα όργανα [όπως ο κατηγορούμενος εν προκειμένω] που έχουν την ευθύνη της εισόδου προσώπου στην υπερκατασκευή, κι αυτό γιατί δεν μπορεί να διατάσσεται συναγερμός κάθε φορά που εισέρχεται κάποιος στην υπερκατασκευή.
Συνεπώς, τα όργανα του Υ/Β που είχαν την ευθύνη της πραγματοποιήσεως της δοκιμής στεγανότητας, είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λάβουν τα ως άνω μέτρα ασφαλείας [συναγερμός, διενέργεια της δοκιμής μόνο αν υπήρχε βεβαιότητα ότι δεν βρισκόταν κανένα άτομο στο SAIL], για να αποτρέψουν έτσι οποιανδήποτε κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία και την σωματική ακεραιότητα των μελών του Υ/ Β αλλά και τρίτων. Υπάρχουν βέβαια και άλλες διατάξεις, που καθορίζουν και άλλα καθήκοντα και υποχρεώσεις σε καθένα ξεχωριστά από τα όργανα αυτά, που έχουν την ευθύνη για την διενέργεια της δοκιμής στεγανότητας, ουσιαστικά όμως και αυτές αποβλέπουν και κατατείνουν στο να μην γίνει δοκιμή στεγανότητας αν πρώτα δεν εξασφαλιστεί ότι δεν υπάρχει άτομο στο SAIL. Από τα προδιαληφθέντα αποδεικτικά μέσα, προέκυψε ότι τα τελευταία αυτά όργανα του Υ/Β [δηλαδή τόσο αυτά που ενημερώθηκαν ότι θα γίνει η δοκιμή στεγανότητας, έδωσαν εντολή και ανέθεσαν τη διενέργεια της δοκιμής όσο και αυτά που είτε επιμελήθηκαν, είτε όφειλαν να επιμεληθούν, είτε διενήργησαν τη δοκιμή αυτή], επέστρεψαν, επιμελήθηκαν και εν τέλει διενήργησαν την δοκιμή αυτή χωρίς να θέσουν το Υ/Β σε κατάσταση συναγερμού ή να λάβουν αντ' αυτού κάποιο άλλο εξίσου αποτελεσματικό μέτρο ασφαλείας και εν γένει χωρίς προηγουμένως να λάβουν πρόνοια και να μεριμνήσουν ώστε να πραγματοποιηθεί η δοκιμή μόνο αν υπήρχε βεβαιότητα ότι δεν βρισκόταν κανένα άτομο στο SAIL και, έτσι, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το εκ της πράξεώς τους παραχθέν ως άνω αποτέλεσμα και επέφεραν τον ως άνω θάνατο. Άλλωστε, σαφώς συνδέεται η συμπεριφορά τους αυτή αιτιωδώς με το θανατηφόρο αποτέλεσμα, γιατί, αν πράγματι πριν την δοκιμή μεριμνούσαν να γίνει έλεγχος και εντέλει έλεγχαν αν υπήρχε άτομο εντός της υπερκατασκευής, όπως είχαν υποχρέωση, τότε μετά βεβαιότητας θα απετρέπετο το εν λόγω αποτέλεσμα.
Συνεπώς ο ισχυρισμός του συνηγόρου υπεράσπισης, ότι υφίσταται αμελής συμπεριφορά των ως άνω οργάνων που είχαν την ευθύνη για την διενέργεια της δοκιμής στεγανότητας, είναι βάσιμος κατά τούτο, πλην όμως αβάσιμος είναι κατά το δεύτερο τμήμα του, που συνίσταται στο ότι η παραπάνω αμελής συμπεριφορά των οργάνων αυτών ήταν αποκλειστική και ως εκ τούτου, δεν υφίσταται, κατά τον υπερασπιστικό αυτό ισχυρισμό, καμία ευθύνη και υπαιτιότητα του κατηγορουμένου για το εν λόγω θανατηφόρο αυτό αποτέλεσμα. Και τούτο, διότι ούτε η συμπεριφορά αυτή των οργάνων του Υ/Β που είχαν την ευθύνη για την διενέργεια της δοκιμής διέκοψε την αιτιώδη διαδρομή που διέγραψε η προαναφερθείσα αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου προς το θανατηφόρο αποτέλεσμα, ούτε και η τελευταία ομοίως διέκοψε την αιτιώδη διαδρομή που διέγραψε η προαναφερθείσα αμελής συμπεριφορά των άλλων οργάνων προς το αυτό αποτέλεσμα, καθόσον, από τα προδιαληφθέντα αποδεικτικά μέσα και από τα προπαρατεθέντα πραγματικά περιστατικά, σαφώς προκύπτει ότι η αμελής αυτή συμπεριφορά των άλλων οργάνων του Υ/Β δεν εξουδετέρωσε ούτε και κατέστησε ανενεργή την συμπεριφορά του κατηγορουμένου, λόγος για τον οποίο και δεν την διέκοψε και έτσι προωθήθηκε αυτή προς το θανατηφόρο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε, λόγος για τον οποίο έχουμε να κάνουμε με συντρέχουσες αμελείς συμπεριφορές. Το αυτό εξάλλου ισχύει και ως προς την υπαιτιότητα του παθόντα. Μόλις πρέπει να επισημανθεί ότι το παρόν Δικαστήριο είχε υποχρέωση να ερευνήσει αν και κατά πόσο υφίστατο αμελής συμπεριφορά και άλλων οργάνων του Υ/Β και σε καταφατική περίπτωση αν αυτή ήταν αποκλειστική, καθόσον στην περίπτωση αυτή δεν θα υφίστατο ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου για το θανατηφόρο αποτέλεσμα και θα όφειλε το Δικαστήριο να αχθεί σε αθωωτική απόφαση. Άλλωστε, προβλήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης και σχετικός ισχυρισμός, ότι υπάρχει αμελής συμπεριφορά και δη αποκλειστική των άλλων οργάνων του Υ/Β [αποκλειόμενης έτσι της ευθύνης του κατηγορουμένου] και όφειλε, ως εκ τούτου, να απαντήσει και σ' αυτόν το Δικαστήριο, καθόσον πρόκειται για αυτοτελή ισχυρισμό. Επομένως όφειλε να προβεί το Δικαστήριο στην έρευνα αυτή, αφού αυτή αφορά την ενοχή ή μη του παρόντος κατηγορουμένου και την διαπίστωση της ευθύνης που του αναλογεί, κάτι που έχει να κάνει όχι απλώς με το αντικείμενο της παρούσης δίκης αλλά με το πυρήνα του αντικειμένου αυτού. Πρέπει, ως εκ τούτου, κατά την κρατήσασα γνώμη των μελών του Δικαστηρίου, να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται. Δύο μέλη του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα οι Αναθεωρητές Γ', Β και Γ, έχουν την γνώμη ότι πρέπει να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος λόγω αμφιβολιών ως προς την υπαιτιότητα, γιατί απεδείχθη αμελής συμπεριφορά των προαναφερθέντων οργάνων του Υ/Β, που είχαν την ευθύνη της πραγματοποιήσεως της δοκιμής στεγανότητας, όπως δέχεται η πλειοψηφούσα άποψη και ο Εισαγγελέας, πλην όμως όσον αφορά τον παρόντα κατηγορούμενο δεν αποδείχθηκε μετά πλήρους βεβαιότητος η ενοχή του, καθόσον διεκόπη ο αιτιώδης σύνδεσμος, αφού, όπως προέκυψε, δεν ενημερώθηκε περί της δοκιμής στεγανότητας που επρόκειτο να διενεργηθεί, λόγος για τον οποίο εξουδετερώθηκε και κατέστη ανενεργής η αιτιώδης διαδρομή της συμπεριφοράς του προς το θανατηφόρο αποτέλεσμα. Ως προς το συνακόλουθα προκύπτον ζήτημα αν πρέπει να ανακοινωθεί στον Εισαγγελέα του Ναυτοδικείου Χανίων, κατ' άρθρο 38 ΚΠΔ, η ως άνω επιδειχθείσα αμελής συμπεριφορά και των άλλων οργάνων του υποβρυχίου, το Δικαστήριο κρίνει όχι δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, καθόσον η συντρέχουσα αυτή υπαιτιότητα και ευθύνη προέκυπτε ήδη, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, από το στάδιο της προδικασίας της προκειμένης υποθέσεως, αναφέρεται δηλαδή η διαπίστωση της υπαιτιότητας αυτής σε παρελθόντα χρόνο. Δεν ανεφάνη δηλαδή και δεν ανέκυψε κατά τη διάρκεια της παρούσας δίκης κάποιο νέο συμβάν και περιστατικό που δεν προϋπήρχε και που να ενίσχυσε όντως κατά τέτοιο τρόπο τα αποδεικτικά στοιχεία και τα εξ αυτών προκύπτοντα πραγματικά περιστατικά, που είχε υπόψη του ο Εισαγγελέας του Ναυτοδικείου Χανίων, από τη δικογραφία που είχε σχηματισθεί όταν ασκούσε την ποινική δίωξη, αλλά και από την ακροαματική διαδικασία της πρωτοβάθμιας δίκης, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για έγκλημα που ανεφάνη κατά τη διάρκεια της παρούσας δίκης [βλ. και Α. Κονταξή "ΚΟΜΕΝΤΑR ΚΠΔ", εκδ. 1985, σελ. 197, ο οποίος τονίζει ότι "Το άρθρο 38 καθιστά υποχρεωτική την υπό του δικαστού σύνταξιν εκθέσεως περί των κατά την διάρκεια της δίκης συμβάντων, τα οποία δύνανται να χαρακτηρισθούν ως έγκλημα. Ουχί αναφερόμενα στο παρελθόν."]. Κατά την έννοια αυτή, τυχόν ανακοίνωση, κατ' άρθρο 38 ΚΠΔ, των κατά την κρίση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου συντρεχουσών ως άνω αμελών συμπεριφορών δεν θα σήμαινε τίποτε άλλο παρά υποβολή στον Εισαγγελέα του Ναυτοδικείου Χανίων ουσιαστικά των αυτών στοιχείων και των αυτών πραγματικών περιστατικών που τα έχει ήδη κρίνει και αξιολογήσει και στο πλαίσιο της πρωτοβάθμιας απόφασης, για να κρίνει τώρα και αξιολογήσει εκ νέου κατά τρόπο διαφορετικό και δη σύμφωνο με την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου. Δεν είναι όμως αυτή η έννοια της ανακοινώσεως του άρθρου 38 ΚΠΔ. Το παρόν Δικαστήριο σέβεται όντως την αντίθετη άποψη του Εισαγγελέα του Ναυτοδικείου Χανίων, στο μέτρο που ο ΚΠΔ αλλά και τα άλλα θεσμικά κείμενα προβλέπουν, κατοχυρώνουν και επιβάλλουν την ανεξαρτησία της γνώμης των δικαστικών λειτουργών και κατ' επέκταση την διαφορετική εκτίμηση των αυτών αποδεικτικών στοιχείων, πράγμα που συνέβη εν προκειμένω. Σε κάθε πάντως περίπτωση, από την απόφαση του Δικαστηρίου, ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 38 ΚΠΔ, δεν κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, που παρίσταται δια του Αντεισαγγελέως του στην παρούσα δίκη και λαμβάνει γνώση της αποφάσεως αυτής, εφόσον κρίνει ότι πρέπει να προχωρήσει περαιτέρω την υπόθεση σε σχέση και με άλλα όργανα του υποβρυχίου (στο μέτρο που και ο ίδιος δέχθηκε με την πρότασή του επί της ενοχής, ότι συντρέχει όντως αμελής συμπεριφορά και των οργάνων αυτών του υποβρυχίου), να ενεργήσει σύμφωνα με τα άρθρα 31, 35 και 43 ΚΠΔ, στο πλαίσιο των καθηκόντων και υποχρεώσεων του λόγω αρμοδιότητος, ούτε φυσικά κωλύεται ο Εισαγγελέας του Ναυτοδικείου Χανίων να ενεργήσει αυτός, κατά τον ως άνω τρόπο, στο πλαίσιο των καθηκόντων και υποχρεώσεών του λόγω αρμοδιότητας. Κρίνει, ως εκ τούτου, παμψηφεί, το Δικαστήριο ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 38 ΚΠΔ. Ως προς τον υπερασπιστικό ισχυρισμό, ότι η έκθεση αυτοψίας πάσχει από ακυρότητα, γιατί διενεργήθηκε από αναρμόδιο όργανο, παρατηρούνται τα εξής. Κατά το άρθρο 201 ΣΠΚ "1. Προανάκριση για τα εγκλήματα αρμοδιότητας των στρατοδικείων ενεργούν αξιωματικοί με παραγγελία του αρμοδίου εισαγγελέα του στρατοδικείου, ο οποίος κατ' εξαίρεση μπορεί να αναθέτει την ενέργεια προανάκρισης και σε γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο [άρθρα 33 και 34 ΚΠΔ], εκτός από τους πταισματοδίκες και ειρηνοδίκες. 2. Οι προανακριτικοί υπάλληλοι της προηγούμενης παραγράφου, καθώς και οι διοικητές σωμάτων με διοικητική αυτοτέλεια ή οι αξιωματικοί τους οποίους αυτοί ορίζουν, ενεργούν προανάκριση, χωρίς παραγγελία του εισαγγελέα, για τα εγκλήματα που διαπράττουν οι στρατιωτικοί α] αν είναι αυτόφωρα, β] αν από την αναβολή υπάρχει κίνδυνος να ματαιωθεί ή δυσχερανθεί η βεβαίωση του εγκλήματος ή η ανακάλυψη του δράστη ή η αποκατάσταση της βλάβης...". Ο ισχυρισμός αυτός αφορά την από 20-11-2003 έκθεση αυτοψίας, που διενεργήθηκε την ημερομηνία αυτή [επομένη του θανατηφόρου συμβάντος] στο Υ/Β, δηλαδή στο Ναύσταθμο Κρήτης [ΝΚ] από τον Αντιπλοίαρχο του Πολεμικού Ναυτικού Δ. Αναγράφεται στην έκθεση αυτή, ότι την διενήργησε ο ως άνω Αξιωματικός, παρόντος του Πλωτάρχη Ε, που προσλήφθηκε ως Γραμματεύς [βλ. παρ. 3 ως άνω άρθρου], σύμφωνα με τα άρθρα 213 ΣΠΚ και 180 ΚΠΔ, στο πλαίσιο αυτεπάγγελτης [χωρίς δηλαδή παραγγελία του Εισαγγελέα] προανάκρισης, που διενεργούσε ο ίδιος για το προκείμενο θανατηφόρο συμβάν, χωρίς να διευκρινίζεται με την έκθεση αυτή υπό ποία περαιτέρω ιδιότητα [ως αξιωματικός ποιας Μονάδος] και με εντολή ποίου διοικητού Μονάδος διενήργησε την προανάκριση αυτή και άρα την αυτοψία. Από το όλο περιεχόμενο της έκθεσης, προκύπτει πάντως ότι διενεργήθηκε η αυτοψία και γενικά η προανάκριση, ενόψει του ότι, από την αναβολή της, υπήρχε κίνδυνος να ματαιωθεί ή να δυσχερανθεί η βεβαίωση του εγκλήματος ή η ανακάλυψη του δράστη, διενεργήθηκε δηλαδή βάσει της παρ. 2β του άρθρου 201 ΣΠΚ, έστω και αν το άρθρο αυτό δεν αναφέρεται ρητά στην έκθεση αυτή. Από τα προπαρατεθέντα στην αρχή του παρόντος σκεπτικού αποδεικτικά μέσα, προκύπτει ότι ο εν λόγω Ανώτερος Αξιωματικός υπηρετούσε τότε στη Διοίκηση Υποβρυχίων [είναι Μονάδα με διοικητική αυτοτέλεια] ως Επιστολέας, στην οποία βεβαίως υπαγόταν το ως άνω Υ/Β και ότι, υπό την ιδιότητά του αυτή, διενήργησε την ως άνω προανάκριση και συνεπώς και την αυτοψία, όπως επίσης συνάγεται και εκτιμάται από την όλη συναξιολόγηση και εκτίμηση των παραπάνω αποδεικτικών μέσων, ότι, με την προφορική έγκριση του Διοικητού της Μονάδας του διενήργησε την προανάκριση [και κατά την έννοια αυτή ορισθείς υπ' αυτού, στο μέτρο που το άρθρο 201 του ΣΠΚ δεν επιβάλλει ο ορισμός αυτός να είναι γραπτός, σε αντίθεση με την προανάκριση που διατάσσει ο εισαγγελέας, εντολή η οποία σύμφωνα με το άρθρο 213 παρ. 1 ΣΠΚ σε συνδ. με το άρθρο 243 παρ. 1 ΚΠΔ πρέπει να είναι γραπτή]. Ως ανώτερος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και μάλιστα Μονάδας στην οποία υπαγόταν το Υ/Β, φυσικά ήταν προανακριτικός υπάλληλος, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 201 του ΣΠΚ και, ως εκ τούτου, είχε δικαίωμα να διενεργήσει αυτεπαγγέλτως [χωρίς δηλαδή παραγγελία του εισαγγελέα] προανάκριση, ορισθείς από τον Διοικητή της Μονάδας αυτής. Βεβαίως στην έκθεση αυτοψίας δεν αναγράφεται ως αξιωματικός ποιας Μονάδος και με εντολή ποίου διοικητού Μονάδος και τι είδους εντολή διενήργησε την αυτοψία, πλην όμως έστω και αν ήθελε θεωρηθεί ότι πάσχει για το λόγο αυτό από ακυρότητα η προανακριτική αυτή πράξη της αυτοψίας και η έκθεση της, όπως επίσης έστω και αν ήθελε θεωρηθεί ότι πάσχουν από ακυρότητα γιατί δεν ορίσθηκε εγγράφως από την Διοικητή του ο ως άνω Αντιπλοίαρχος να διενεργήσει την αυτοψία [και γενικά την προανάκριση αυτή]ή ακόμα και γιατί, έστω καθ' υπόθεση, δεν υπήρχε ούτε προφορική εντολή του Διοικητή του, σημασία έχει [και αυτό είναι το προέχον], κατά την άποψη του Δικαστηρίου, ότι τυχόν τέτοιου είδους ακυρότητες καλύφθηκαν [στο μέτρο που πάντως επί αυτεπαγγέλτως διενεργούμενης προανάκρισης επιτρεπτώς λαμβάνει χώρα αυτοψία] και απαράδεκτος προβάλλονται στο στάδιο αυτό, αφού αφορούν πράξη [αυτοψία] της προδικασίας και προτάθηκαν για πρώτη φορά σήμερα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, είτε απόλυτες ακυρότητες θεωρηθούν είτε σχετικές, καλύφθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 174 παρ. 1 [σε συνδ. με το άρθρο 173 ΚΠΔ], στο μέτρο που ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε σε δίκη για την προκειμένη πράξη με κλητήριο θέσπισμα κατά του οποίου δεν άσκησε προσφυγή και μάλιστα κατά την εκδίκαση πρωτοβαθμίως της υποθέσεώς του αυτής παρέστη αυτοπροσώπως χωρίς να προβάλει καμία αντίρρηση στην πρόοδο της δίκης είτε ο ίδιος είτε ο συνήγορός του. Πρέπει, ως εκ τούτου, κατά την ομόφωνη άποψη των μελών του Δικαστηρίου, να απορριφθεί η ένστασή του αυτή. Ως προς τον υπερασπιστικό ισχυρισμό για πλαστότητα της αυτής εκθέσεως αυτοψίας, παρατηρούνται τα εξής: Σαφώς προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της εκθέσεως και μάλιστα και από την γραμματική της διατύπωση ότι, με τα όσα αναγράφει ο Αντιπλοίαρχος στην παράγραφο 3 της εκθέσεως ["Επίσης αναφέρεται ότι τις απογευματινές ώρες της 19ης Νοεμβρίου, μετά το ατύχημα σε σχετικό έλεγχο του μέρους του ατυχήματος ανευρέθη αριστερά από την θέση Σ1 σχεδιαγράμματος Α, μικρό πλαστικό δοχείο με κόκκινο χρώμα και πινέλο."] δεν βεβαιώνει ότι κατά την διενέργεια της αυτοψίας την 20-11-2003 υπέπεσε στην αντίληψή του ότι αριστερά από την θέση "Σ1 υπήρχε μικρό πλαστικό δοχείο με κόκκινο χρώμα και πινέλο", αλλ' απλώς πληροφοριακά και μόνο αναφέρει ότι την προηγουμένη ημέρα βρέθηκαν στην θέση αυτή τα ως άνω αντικείμενα. Το ότι δεν αναφέρει από ποιο πρόσωπο βρέθηκαν δεν έχει να κάνει με πλαστότητα της εκθέσεως αυτοψίας αλλά με το εάν και κατά πόσο είναι αόριστη, έχει δηλαδή να κάνει με την αξιοπιστία της, πράγμα που θα εκτιμήσει το Δικαστήριο, όπως επίσης το εάν και κατά πόσο επιβεβαιώνεται στο σημείο αυτό η έκθεση αυτοψίας από μαρτυρική κατάθεση δεν έχει επίσης να κάνει με πλαστότητά της αλλά με την αξιοπιστία της, πράγμα που θα εκτιμήσει το Δικαστήριο εάν και σε ποιο βαθμό είναι αξιόπιστη. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να εκτεθούν και τα εξής: Κατά το άρθρο 152 του ΚΠΔ, με τον υπότιτλο "Αποδεικτική δύναμη της έκθεσης" "Η έκθεση έχει αποδεικτική δύναμη ωσότου αποδειχθεί το αντίθετο. Για όσα όμως βεβαιώνονται σ' αυτήν ότι έγιναν από δημόσιο υπάλληλο η έκθεση έχει αποδεικτική δύναμη ωσότου προσβληθεί για πλαστότητα. Αυτό δεν εμποδίζει πάντως το δικαστή να εκτιμήσει το περιεχόμενο της έκθεσης ελεύθερα.". Από το άρθρο αυτό, προκύπτει ότι, για όσα βεβαιώνονται με την έκθεση ότι ενεργήθηκαν από τον δημόσιο υπάλληλο, η έκθεση αποδεικνύει μέχρι να προσβληθεί για πλαστότητα (αυξημένη αποδεικτική δύναμη της έκθεσης) και, ως εκ τούτου, αν δεν προσβληθεί για πλαστότητα, δεν χωρεί ανταπόδειξη, χρησιμοποίηση δηλαδή άλλων αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να αποδειχθούν περιστατικά διαφορετικά απ' αυτά που βεβαιώνονται με την έκθεση ότι έγιναν από τον δημόσιο υπάλληλο, ενώ, για όλα τα άλλα, ακόμα και για αυτά που βεβαιώνει ότι υπέπεσαν στην αντίληψή του, επιτρέπεται ανταπόδειξη, η οποία μπορεί να γίνει με όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα (βλ. Άγγελου Κωνσταντινίδη "Η έννοια και λειτουργία του εγγράφου στο ουσιαστικό και δικονομικό ποινικό δίκαιο", σελ 191-192). Πρέπει όμως να επισημανθεί, ότι η προσβολή αυτή για πλαστότητα της έκθεσης δεν αποτελεί απλά έναν ισχυρισμό που βάλλει μόνο κατά της αποδεικτικής αξίας της έκθεσης αλλά αποτελεί μήνυση η έγκληση (βλ. Γ. Συλίκο "Κώδικα Ποινικής Δικονομίας", έκδ. 2002, σελ. 51) για πλαστογραφία, με όποια ευθύνη αυτό συνεπάγεται τόσο για τον καταμηνύοντα όσο και για τον καταμηνυόμενο, καθόσον καταγγέλλεται με τον τρόπο αυτό αξιόποινη πράξη, λόγος για τον οποίο οφείλει κατά νόμο το δικαστήριο να διαβιβάσει την προσβολή αυτή για πλαστότητα, δηλαδή την μήνυση ή την έγκληση, στον αρμόδιο εισαγγελέα για τα περαιτέρω.
Συνεπώς πρέπει να προκύπτει, κατά τρόπο ευθύ, πασιφανή, ξεκάθαρο και αναμφίβολα, ότι όντως δεν πρόκειται απλά για ισχυρισμό, με τον οποίο τίθεται μόνο εν αμφιβάλω η αποδεικτική αξία του εγγράφου (βλ Γ. Συλίκου, ο.π., σελ. 49), αλλά για ευθεία και σαφή προσβολή αυτού ως πλαστού με την έννοια της μηνύσεως ή της εγκλήσεως. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση που έκρινε ο Άρειος Πάγος, με την υπ' αριθμ. 620/1983 Απόφαση του [Ποιν.Χρον. ΛΓ/898], ο οποίος τη δήλωση του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου, σύμφωνα με την οποία "η ερμηνεία της αεροφωτογραφίας είναι ψευδής. Ο μηνυτής ή το εξουσιοδοτημένο υπ' αυτού πρόσωπον δι' αθέμιτων μέσων - πιθανόν αντί καταβολής χρηματικού ποσού - υποχρέωσε τον αρμόδιον υπάλληλον να προβή εις την νόθευσιν του εν λόγω δημοσίου και απορρήτου τούτου εντύπου και την έκδοσιν της ψευδούς ταύτης βεβαιώσεως", δεν την θεώρησε ως προσβολή κάποιου εγγράφου ως πλαστού, αλλά απλώς ότι αμφισβητήθηκε η αποδεικτική του αξία, με αποτέλεσμα το δικαστήριο [εφετείο] νομίμως να λάβει αυτό υπόψη του, παρά το γεγονός ότι οι εκφράσεις της δηλώσεως αυτής ήταν ιδιαίτερα αιχμηρές και επιθετικές με ευθεία αναφορά στην γραμματική διατύπωση της νομοτυπικής μορφής των εγκλημάτων της πλαστογραφίας και της ψευδούς βεβαιώσεως. Μάλιστα ο Α. Κωνσταντινίδης, στο ως άνω σύγγραμμά του [σελ. 321, σημ. 14], (συμφωνεί με την κρίση αυτή του Αρείου Πάγου.
Εν προκειμένω η υπεράσπιση του κατηγορουμένου δεν προέβαλε, αν και παρεστάθη πρωτοβαθμίως, τέτοιο ισχυρισμό πλαστότητας στο Ναυτοδικείο, ούτε και υπέβαλε μέχρι σήμερα κάποια μήνυση σε βάρος του ως άνω Αντιπλοιάρχου [ή κατά του παραστάντος Γραμματέως] για πλαστότητα της εκθέσεως αυτοψίας, μολονότι για άλλα ζητήματα υπέβαλε σχετική μήνυση [βλ. αυτή που παρατίθεται σε όλο της το κείμενο παραπάνω], ούτε επίσης στην παρούσα δίκη, όταν αναγιγνωσκόταν μαζί με τα άλλα έγγραφα η ως άνω έκθεση αυτοψίας [πριν την εξέταση του μάρτυρα υπεράσπισης], προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό ώστε να αποτρέψει την ανάγνωσή της για να μην ληφθεί έτσι υπόψη, αλλ' απεναντίας, χωρίς καμία αντίρρηση, δέχθηκε την ανάγνωση αυτή και μάλιστα επέτρεψε κατά τον τρόπο αυτό, να ληφθεί υπόψη από τον παρόντα Εισαγγελέα, κατά την αγόρευσή του επί της ενοχής, ο οποίος, κατόπιν τούτου, νομίμως καθόλα την έλαβε υπόψη του και την συναξιολόγησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία για να καταλήξει στην πρόταση του να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, μόλις δε το πρώτον με την αγόρευση του επί της ενοχής, ο συνήγορος υπεράσπισης έκανε λόγο για πλαστότητα της εκθέσεως αυτοψίας, πράγμα που βεβαίως είχε δικαίωμα να πράξει, πλην όμως, ενόψει των ως άνω δεδομένων αλλά και εκ του όλου περιεχομένου του υπερασπιστικού αυτού ισχυρισμού, το Δικαστήριο κρίνει ότι, μ' αυτόν, δεν υποβάλλεται σε βάρος του Αντιπλοιάρχου μήνυση για πλαστότητα της εκθέσεως αυτοψίας [με την έννοια της ψευδούς βεβαιώσεως), δεν προκύπτει δηλαδή ότι έχουμε να κάνουμε με προσβολή της εκθέσεως αυτοψίας ως πλαστής, κατά την έννοια που προεξετέθη, αλλά πρόκειται για ισχυρισμό που βάλλει μόνο κατά της αξιοπιστίας της εκθέσεως και τίποτα περισσότερο. Πρέπει, ως εκ τούτου, κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του Δικαστηρίου, να απορριφθεί ο ισχυρισμός αυτός ως αβάσιμος".
Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ'αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάσει τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικίες ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1β, 28 και 302 παρ. 1 Π.Κ., τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις, εκτίθεται ότι η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος συνιστά μη συνειδητή αμέλεια και προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος, η οποία πηγάζει από τις αναφερόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση διατάξεις, αλλά και στην προηγούμενη επικίνδυνη συμπεριφορά που αυτός επέδειξε, με το να δώσει εντολή σε ένα εντελώς άπειρο υφιστάμενό του να εισέλθει εντός του υποβρυχίου και να εργασθεί σε ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο χώρο, όπως είναι αυτός ο χώρος του εσωτερικού της υπερκατασκευής. Πέρα από αυτά, ρητά εκτίθεται ότι η συμπεριφορά, κατά τα άνω, του αναιρεσείοντος, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε και ότι, εάν ελάμβανε αυτός τα αναφερόμενα μέτρα ασφαλείας, τότε μετά βεβαιότητος θα αποτρεπόταν το θανατηφόρο αποτέλεσμα. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν ανέβαλε την εκδίκαση της υποθέσεως, λόγω υποβληθείσας από τον ίδιο, από 28.3.2006, μηνύσεως κατά παντός υπευθύνου στρατιωτικού του Πολεμικού Ναυτικού, για υπεξαγωγή της αρχικής κατάθεσης του μάρτυρα Ζ και ανακατασκευή της με άλλη, με επιβαρυντικά γι' αυτόν στοιχεία, ούτε και αποφάνθηκε επί της καταγγελίας του αυτής, είναι αβάσιμη, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν υποβλήθηκε κανένα αίτημα τόσο περί της αναβολής όσο και περί της καταγγελίας, σημειουμένου και του γεγονότος ότι, η, κατ' άρθρον 59 Κ.Π.Δ., αναβολή προϋποθέτει απαραιτήτως την άσκηση ποινικής δίωξης για την δεύτερη δίκη, η οποία αποτελεί προδικαστικό ζήτημα για την κυρία δίκη. Είναι αβάσιμη επίσης η αιτίαση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, σύμφωνα με την οποία, ενώ ρητά η προσβαλλομένη απόφαση αναφέρει ότι δεν έλαβε υπόψη της την από 19.11.2003 κατάθεση, επί διενεργηθείσας ΕΔΕ, του μάρτυρα κατηγορίας Ζ, εντούτοις επέτρεψε την ενώπιον του ακροατηρίου εξέταση του τελευταίου και έλαβε υπόψη της, για το σχηματισμό της περί ενοχής κρίσης τη, την σχετική κατάθεση του τελευταίου, η οποία είχε ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο με την από 19.11.2003 (εξαιρεθείσα) κατάθεσή του, διότι κάτι τέτοιο δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 211 εδ. β' του Κ.Π.Δ. το οποίο απαγορεύει, με ποινή ακυρότητας, την εξέταση, ως μαρτύρων, προσώπων που κηρύχθηκαν ένοχοι για την πράξη που εκδικάζεται και κάτι τέτοιο δεν υφίστατο εν προκειμένω, με τον αναφερόμενο μάρτυρα, σημειουμένου και του γεγονότος ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ούτε και σχετική αντίρρηση, αναφορικά με την εξέταση του ως άνω μάρτυρα, υποβλήθηκε από την πλευρά του κατηγορουμένου. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η από 20.11.2003 έκθεση αυτοψίας πάσχει από ακυρότητα, γιατί διενεργήθηκε από αναρμόδιο όργανο, αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, απήντησε αιτιολογημένα στον ισχυρισμό αυτό, εκθέτοντας τις σχετικές παραδοχές στο αιτιολογικό που προπαρατέθηκε, σύμφωνα με τις οποίες, ο διενεργήσας αυτών Αντιπλοίαρχος του Πολεμικού Ναυτικού Η, ενήργησε με προφορική εντολή του Διοικητή της Μονάδος, ενόψει του ότι από την αναβολή της υπήρχε κίνδυνος να ματαιωθεί ή να δυσχερανθεί η βεβαίωση του εγκλήματος ή η ανακάλυψη του δράστη και ότι ως εκ τούτου αυτή ήταν έγκυρη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 201 παρ. 2β του Σ.Π.Κ., σημειουμένου και του γεγονότος ότι και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί αναρμόδιο το ως άνω όργανο, που διενήργησε αυτεπαγγέλτως προανάκριση και στα πλαίσια αυτής και τη ρηθείσα έκθεση αυτοψίας, η έκθεση αυτή και τα άλλα έγγραφα που συντάχθηκαν νομότυπα, διατηρούν την εγκυρότητά τους, σύμφωνα με τη ρητή επιταγή της διάταξης του άρθρου 127 Κ.Π.Δ. Επίσης, αναφορικά με τον ίδιο ισχυρισμό, ότι η έκθεση αυτοψίας διαλαμβάνει ότι "όπως αναφέρεται, τις απογευματινές ώρες της 19ης Νοεμβρίου, μετά το ατύχημα, σε σχετικό έλεγχο του μέρους του ατυχήματος, ανευρέθη, αριστερά, στη θέση Σ1 σχεδιαγράμματος <Α>, μικρό πλαστικό δοχείο με κόκκινο χρώμα", ενώ αυτό δεν συνέβη, διότι δεν βεβαιώθηκε από τις καταθέσεις και τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας και στην παρατήρησή του αυτή δεν απήντησε το Δικαστήριο, αυτός είναι αβάσιμος για δύο λόγους, πρώτον μεν, διότι τέτοια παρατήρηση (αίτημα) δεν υποβλήθηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, άσχετα αν το σχετικό αίτημα άπτεται της ανέλεγκτης περί τα πράγματα ουσιαστικής κρίσης του Δικαστηρίου, δεύτερον δε, διότι οι αναφερόμενες επισημάνσεις της έκθεσης αυτοψίας είναι μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων που παρέχεται στα όργανα που διενεργούν την αυτοψία, από τη διάταξη του άρθρου 180 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. να επισημαίνουν την κατάσταση που δημιουργήθηκε ήδη ή διαπιστώνεται κατά την αυτοψία. Τέλος, αναφορικά με τον προβαλλόμενο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τον οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, προσβλήθηκε βάναυσα το δικαίωμά του για μια "δίκαιη δίκη", κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι, όπως έχει καταγγείλει και στο Πρωτοβάθμιο και στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, η κατηγορία σε βάρος του ήταν κατασκευασμένη, σημειώθηκαν παρατυπίες τόσο κατά την προανάκριση, όσο και κατά τη διάρκεια της διενεργηθείσας ΕΔΕ, κατασκευάσθηκαν καταθέσεις, η με ημερομηνία 19.11.2003 κατάθεση του Πλωτάρχη Ζ συντάχθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο κ.λ.π., αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, όλα τα· αναφερόμενα, λήφθηκαν υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση, εξαιρέθηκε η ως άνω κατάθεση του μάρτυρα Ζ, διερευνήθηκε σε βάθος ο ισχυρισμός του περί ύπαρξης άλλων υπευθύνων προσώπων και αναφέρθηκε εκτενώς η αμελής συμπεριφορά και των άλλων οργάνων του υποβρυχίου, με τη διευκρίνιση ότι και η δική του αμελής συμπεριφορά συντέλεσε στην επέλευση του ως άνω εγκληματικού αποτελέσματος, στοιχεία από τα οποία προκύπτει αναμφίβολα ότι δεν παραβιάσθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, σημειουμένου και του γεγονότος ότι, όπως ήδη σημειώθηκε, οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες, στα πλαίσια των λόγων αναίρεσης του άρθρου 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., δεν κρίθηκαν βάσιμες και, ως εκ τούτου, ούτε η ως άνω διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ παραβιάστηκε.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, λόγοι του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγων της ένδικης αναίρεσης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι και, συνακόλουθα και η αναίρεση, με τους πρόσθετους αυτής λόγους, ο δε αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 5/2007 αίτηση και τους από 18.12.2007 πρόσθετους λόγους του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 140/2007 απόφασης του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και για παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ε.Σ.Δ.Α., Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 0
|
Αριθμός 1631/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 336/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με κατηγορουμένη την Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Παπαναστασόπουλο και Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Λεπίδα.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 24/7.5.2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 799/2007.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού Δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν.δ. 57/74), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στ' Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει, είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το Δικαστήριο γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αληθινά, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 336/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η κατηγορουμένη ιατρός κηρύχθηκε αθώα της κατηγορίας της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Ως αιτιολογία δε της απαλλακτικής του κρίσης, το Εφετείο Πατρών διέλαβε τα εξής: "Ο Ψ, ηλικίας 27 ετών και κάτοικος ..., την 6.1.2001, τις πρωινές ώρες, εμφάνισε υψηλό πυρετό (39-40ο C), έντονη κεφαλαλγία και εμετούς. Τα συμπτώματα αυτά, παρά τη λήψη αντιπυρετικών (Depon), συνεχίσθηκαν μέχρι και το μεσημέρι. Έτσι μεταφέρθηκε, με τη συνοδεία δύο συγγενικών του προσώπων, στα εξωτερικά ιατρεία του Περιφερειακού Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών, περί την 15.30 ώρα της ίδιας ημέρας. Εκεί εξετάσθηκε τόσον από την ειδικευόμενη ιατρό Α, όσον και από την κατηγορουμένη, επιμελήτρια της Β' Παθολογικής Κλινικής, οι οποίες τον υπέβαλαν σε κλινικό έλεγχο, κατά τον οποίο διαπιστώθηκε, εκτός από τα παραπάνω συμπτώματα, και ερυθρότητα στον φάρυγγα και του έβαλαν φυσιολογικό ορό. Επίσης διαπιστώθηκε έλλειψη δερματικών εξανθημάτων και αυχενικής δυσκαμψίας, καθώς και ότι ο ασθενής διατηρούσε καλό επίπεδο συνείδησης και είχε κανονική αρτηριακή πίεση, 120/80. Ακολούθως, η κατηγορουμένη, τον υπέβαλε σε εργαστηριακό έλεγχο, με ακτινογραφία θώρακος, ηλεκτροκαρδιογράφημα, γενική εξέταση αίματος και ούρων και σε βιοχημικό έλεγχο, ανέθεσε δε την παρακολούθηση του στην παραπάνω γιατρό, που θα ενεργούσε με τις οδηγίες της. Παράλληλα και αναμένοντας τα αποτελέσματα του εργαστηριακού ελέγχου, παρέπεμψε τον ασθενή για εξέταση στον εφημερεύοντα επιμελητή ωτορινολαρυγγολόγο Β. Ο τελευταίος, αφού τον εξέτασε, διαπίστωσε ήπια ερυθρότητα των παρισθμίων, δηλαδή ήπιας μορφής φαρυγγοαμυγδαλίτιδα, τη διάγνωση του δε αυτή διατύπωσε εγγράφως σε σχετικό σημείωμα, με την παρατήρηση ότι το παραπάνω σύμπτωμα δεν δικαιολογεί την υψηλή πυρετική κίνηση και τον παρέπεμψε για περαιτέρω έλεγχο στην παθολογική κλινική. Η κατηγορουμένη, μετά την ενημέρωσή της σε σχέση με την εξέταση του ασθενούς από τον ωτορινολαρυγγολόγο, του χορήγησε ενδοφλεβίως αντιπυρετικό φάρμακο, παρακεταμόλη, και τον έθεσε υπό παρακολούθηση της προαναφερομένης ειδικευόμενης γιατρού. Εν τω μεταξύ, ολοκληρώθηκαν οι εργαστηριακές εξετάσεις, τα αποτελέσματα των οποίων υπήρξαν φυσιολογικά. Μετά την παρέλευση δύο ωρών και περίπου, την 20.00 ώρα, τα συμπτώματα υποχώρησαν, δηλαδή έπεσε ο πυρετός, στα φυσιολογικά όρια, υποχώρησε η κεφαλαλγία, δεν είχε ναυτία ο ασθενής, ούτε έκανε εμετούς. Για την κατάσταση της υγείας του ενημερώθηκε η κατηγορουμένη από την ειδικευόμενη γιατρό και αφού επανεκτιμήθηκε κλινικώς ο ασθενής από την ίδια, η οποία διαπίστωσε τη βελτίωση της κατάστασής του, σε σχέση με την αρχική της εισόδου του στο Νοσοκομείο, κατέληξε στη διάγνωση της απλής ίωσης και ελαφριάς αμυγδαλίτιδας, συνταγογράφησε αντιβίωση (Claricid), ανέφερε στον ασθενή και τους συνοδούς του, ότι μπορούσαν να αποχωρήσουν, καθώς και ότι σε περίπτωση επιδείνωσης των συμπτωμάτων, να επανέλθει στο Νοσοκομείο. Έτσι ο ασθενής, περί την 21.00 ώρα της ίδιας ημέρας, με τους συνοδούς του αποχώρησε, προκειμένου να επιστρέψει στο χωριό του. Πλην όμως, καθ' οδόν, έκανε εμετό και οι συνοδοί του, του ζήτησαν να επιστρέψουν στο Νοσοκομείο, εκείνος όμως αρνήθηκε και συνέχισαν τη διαδρομή, όταν, έφθασαν δε στο σπίτι τους και ενώ ο ασθενής επιχειρούσε να εξέλθει από το αυτοκίνητο, έχασε τις αισθήσεις του και κατέληξε. Την επομένη ημέρα διενήργησε στον θανόντα νεκροψία -νεκροτομή ο ιατροδικαστής Γ, ο οποίος, επειδή, από τη μακροσκοπική εξέταση του θανόντος, δε διαπίστωσε ειδικά ευρήματα στα όργανα του σώματός του, με αποτέλεσμα την αδυναμία του να προσδιορίσει την αιτία του θανάτου, ζήτησε τη διενέργεια ιστολογικών και τοξικολογικών εξετάσεων που πράγματι έγιναν από το Εργαστήριο ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από τις εξετάσεις αυτές, διαπιστώθηκαν αλλοιώσεις μηνίγγων, δηλαδή του εξωτερικού περιβλήματος του εγκεφάλου, συμβατές με μηνιγγίτιδα, πιθανόν ιογενούς αιτιολογίας. Έτσι ο ιατροδικαστής, στην σχετική έκθεση που συνέταξε, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο θάνατος του παραπάνω ασθενούς επήλθε συνεπεία μηνιγγίτιδας. Η ιατροδικαστική αυτή έκθεση, σ' ότι αφορά το συμπέρασμα του ιατροδικαστή ως προς τα αίτια θανάτου, είναι ατελής και δεν τεκμηριώνεται επιστημονικά, καθ' όσον η ιογενής μηνιγγίτιδα, αυτή καθεαυτή, δεν αποτελεί πρωτογενώς αιτία θανάτου του πάσχοντος. Τούτο καταθέτουν όλοι οι μάρτυρες γιατροί που εξετάστηκαν. Η ιογενής μηνιγγίτιδα είναι μια ιογενής λοίμωξη του οργανισμού, καλοήθης, που αντιμετωπίζεται συμπτωματικά και αυτοϊάται, σε αντίθεση με τη βακτηριακή, που είναι θανατηφόρα. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η ιογενής μηνιγγίτιδα πρόσβαλε δευτερογενώς κάποιο ζωτικό όργανο του ασθενούς, που επέφερε το θάνατο αυτού. Οι μάρτυρες γιατροί πιθανολογούν, ως αιτία θανάτου, μυοκαρδίτιδα, που επήλθε δευτερογενώς από ιογενή λοίμωξη, η οποία προκάλεσε καρδιακή αρρυθμία, που επέφερε το θάνατο. Ο μάρτυρας γιατρός Δ, ο οποίος, μετά το θάνατο του ασθενούς, κλήθηκε από την οικογένειά του, να γνωμοδοτήσει για την αιτία θανάτου, κατέθεσε ότι πιθανή αιτία είναι ο εγκολεασμός του προμήκους μυελού -στελέχους, δηλαδή, λόγω της ιογενούς λοίμωξης η είσοδος του εγκεφάλου στο στενό σημείο στον αυχένα, που επέδρασε στην αναπνοή και την καρδιακή λειτουργία και επέφερε το θάνατο. Επίσης κατέθεσε ότι μακροσκοπικά διαπιστώνεται ο εγκολεασμός κατά την νεκροψία νεκροτομή. Πλην όμως, στην ιατροδικαστική έκθεση δεν αναφέρεται ότι επήλθε εγκολεασμός. Με βάση τα δεδομένα αυτά, δεν αποδείχθηκε η αιτία θανάτου του ασθενούς. Σε κάθε περίπτωση όμως, οι προαναφερόμενες ενέργειες της κατηγορουμένης, για την αντιμετώπιση του τελευταίου, ενόψει των συμπτωμάτων που παρουσίαζε κατά την παραμονή του στο Νοσοκομείο, ήταν οι ενδεδειγμένες και σύμφωνες με τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Η αντιμετώπισή του βασίσθηκε στη συνεκτίμηση των κλινικών και εργαστηριακών δεδομένων, σύμφωνα με τα οποία, ο ασθενής δεν εμφάνιζε διαταραχή συνειδήσεως, ούτε αυχενική δυσκαμψία, κινητικές ή αισθητικές διαταραχές, εμετούς με σφοδρή έξοδο (ρουκετοειδείς), στη δε εξέταση αίματος δεν διαπιστώθηκε λευκοκυττάρωση, ούτε ανευρέθηκαν διαταραχές των μυοκαρδιακών ενζύμων, κατά το βιοχημικό έλεγχο, συμπτώματα τα οποία, είτε όλα, είτε κάποια από αυτά, παραπέμπουν σε σοβαρή λοίμωξη του οργανισμού και στην ανάγκη να υποβληθεί ο ασθενής σε οσφυονωτιαία παρακέντηση, για την ασφαλή διάγνωση της ιογενούς λοίμωξης, στην οποία γι' αυτούς τους λόγους και δεν τον υπέβαλε η κατηγορουμένη. Εξάλλου, δεν ήταν απαραίτητη η διενέργεια βυθοσκόπησης, από την οποία θα προέκυπτε η ύπαρξη ενδοκράνιας πίεσης, γεγονός που παραπέμπει σε σοβαρή λοίμωξη, επειδή η βυθοσκόπηση δεν είναι, κατ' αρχήν, αυτοτελής διαγνωστική μέθοδος, αλλά απαιτείται να γίνει πριν από την οσφυονωτιαία παρακέντηση, καθόσον, στην περίπτωση της διαπίστωσης ενδοκράνιας πίεσης, δεν γίνεται παρακέντηση, επειδή μπορεί να οδηγήσει και στο θάνατο.
Συνεπώς, αφού η κατηγορουμένη δεν είχε αποφασίσει να προβεί σε παρακέντηση, λόγω των προαναφερομένων δεδομένων, κλινικών και εργαστηριακών, δεν είχε λόγους να προβεί σε βυθοσκόπηση. Σε κάθε περίπτωση δε, η βυθοσκόπηση, που αυτοτελώς θα οδηγούσε στη διαπίστωση ενδοκράνιας πίεσης και συνεπώς στην ύπαρξη σοβαρής λοίμωξης, όπως κατέθεσε ο νευροχειρουργός Ε, δεν εμφανίζει την ενδοκράνια πίεση αν δεν έχουν παρέλθει τουλάχιστον 24-36 ώρες από την εκδήλωση του πυρετού, της κεφαλαλγίας και των εμετών. Επομένως, στην παρούσα υπόθεση, η βυθοσκόπηση θα ήταν αναποτελεσματική. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δεν ήταν δυνατή η πρόβλεψη της εξέλιξης της πορείας της υγείας του ασθενούς, σύμφωνα με τις προσωπικές περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες της κατηγορουμένης και με βάση τα δεδομένα του χρόνου αποχώρησής του από το Νοσοκομείο, ενόψει του ότι είχαν υποχωρήσει τα συμπτώματα που προαναφέρθηκαν, είχε καλό επίπεδο συνείδησης, χωρίς προηγούμενο ιστορικό με προβλήματα υγείας, έτσι ώστε δεν κρίθηκε αναγκαία η παραμονή του στο Νοσοκομείο.
Συνεπώς και αφού αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη ενήργησε κατά το επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας ως ιατρού, εφαρμόσθηκαν δε για την αντιμετώπιση του ασθενούς οι κοινώς αναγνωρισμένοι κανόνες της ιατρικής επιστήμης και δεν αποδείχθηκε παράλειψη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, που να συνδέεται αιτιωδώς με το θάνατο του τελευταίου, πρέπει να κηρυχθεί αθώα". Με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τα μέσα αυτά με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι δεν πείσθηκε για την ενοχή της κατηγορουμένης, για την τέλεση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, πράξη η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ. 1β, 28, 302 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση, αιτιολογούνται πλήρως οι ενδεδειγμένες ενέργειες στις οποίες προέβη η κατηγορουμένη, προκειμένου να αντιμετωπισθούν τα συμπτώματα, τα οποία παρουσίαζε ο ασθενής, δηλαδή, αρχικά, τον υπέβαλε σε κλινικό έλεγχο, από τον οποίο διαπιστώθηκε ερυθρότης του φάρυγγα και, στη συνέχεια, μετά την επιστροφή του από τον ωρορινολαρυγγολόγο Β, τον υπέβαλε σε εργαστηριακές εξετάσεις και σε βιοχημικό έλεγχο, οι οποίες είχαν φυσιολογικά αποτελέσματα, ο δε ασθενής δεν εμφάνιζε διαταραχή συνειδήσεως, ούτε αυχενική δυσκαμψία, κινητικές ή αισθητικές διαταραχές, εμετούς με σφοδρή έξοδα (ρουκετοειδείς), στη δε εξέταση αίματος δεν διαπιστώθηκε λευκοκυττάρωση, ούτε ανευρέθησαν διαταραχές των μυοκαρδιακών ενζύμων, κατά το βιοχημικό έλεγχο, συμπτώματα, τα οποία παραπέμπουν σε σοβαρή λοίμωξη του οργανισμού και στην ανάγκη να υποβληθεί ο ασθενής σε οσφυονωτιαία παρακέντηση, για την ασφαλή διάγνωση της ιογενούς λοίμωξης, λόγοι για τον οποίο και δεν υπέβαλε τον ασθενή η κατηγορουμένη στην ως άνω εξέταση. Αιτιολογείται, επίσης, πλήρως, γιατί δεν ήταν απαραίτητη η διενέργεια βυθοσκόπησης, από την οποία θα προέκυπτε η ύπαρξη ενδοκράνιας πίεσης, σύμπτωμα το οποίο παραπέμπει σε σοβαρή λοίμωξη, αφού τα προπεριγραφόμενα ευρήματα των ως άνω εξετάσεων απέκλειαν αυτό το ενδεχόμενο, αλλά και για δύο επιπρόσθετους λόγους. Πρώτον, διότι, στην περίπτωση ενδοκράνιας πίεσης, η βυθοσκόπηση, που δεν είναι αυτοτελής διαγνωστική μέθοδος, έπρεπε να συνδυασθεί με την οσφυονωτιαία παρακέντηση, η οποία (παρακέντηση) όμως, σε περίπτωση ύπαρξης ενδοκράνιας πίεσης, μπορεί να οδηγήσει και στο θάνατο, και δεύτερον διότι, η ενδοκράνια πίεση, δεν εμφανίζεται πριν περάσουν τουλάχιστον 24-36 ώρες από την εκδήλωση του πυρετού, της κεφαλαλγίας και των εμετών, με αποτέλεσμα, ακόμα και αν την επιχειρούσε η κατηγορουμένη, στη δεδομένη στιγμή, αυτή να μην ήταν αποτελεσματική. Επίσης, πλήρως αιτιολογείται, ενόψει των προαναφερθέντων, ότι ήταν αδύνατη η πρόβλεψη της εξέλιξης της πορείας του ασθενούς και ότι η κατηγορουμένη εφάρμοσε για την αντιμετώπιση της ασθενείας, τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, χωρίς να αποδειχθεί κάποια παράλειψη, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, που να συνδέεται αιτιωδώς με τον επελθόντα θάνατο. Είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός, ότι ο ωρορινολαρυγγολόγος Β, στον οποίο, ως εφημερεύοντα, παρέπεμψε τον ασθενή η κατηγορουμένη, συνέστησε, μετά την εξέταση του ασθενούς, την εισαγωγή του στην Παθολογική Κλινική του ως άνω Νοσοκομείου και η κατηγορουμένη αδιαφόρησε, με το να στείλει τον ασθενή στην οικία του. Το μόνο το οποίο έκανε ο αναφερόμενος ιατρός ήταν να συστήσει περαιτέρω έλεγχο στην Παθολογική Κλινική, επιμελήτρια της οποίας ήταν η κατηγορουμένη, από όπου και παραπέμφθηκε σ' αυτόν ο ασθενής, η δε κατηγορουμένη, όπως προειπώθηκε, συνέχισε τις εκτεταμένες και αναλυτικές εξετάσεις. Τέλος, δεν υπάρχει αντίφαση από τις παραδοχές της εκκαλουμένης σχετικά με την αιτία θανάτου, για τους εξής λόγους: Η προσβαλλομένη δέχεται ότι η ιατροδικαστική έκθεση, με την οποία γίνεται δεκτό ότι αιτία θανάτου ήταν η μηνιγγίτιδα, πιθανόν ιογενούς μορφής, είναι ατελής, διότι η μηνιγγίτιδα, ιογενούς μορφής, είναι καλοήθης, αντιμετωπίζεται συμπτωματικά και αυτοϊάται, σε αντίθεση με την βακτηριακή, η οποία είναι θανατηφόρα, πράγμα, όμως, που δεν διαπίστωσε ο ιατροδικαστής, λόγος για τον οποίο η έκθεσή του κρίθηκε ατελής. Περαιτέρω, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση ότι η αιτία του θανάτου του ασθενούς δεν αποδείχθηκε, απορρίπτει αιτιολογημένα τις απόψεις, τόσο των ιατρών που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ο θάνατος οφείλεται σε μυοκαρδίτιδα, που επήλθε δευτερογενώς από ιογενή λοίμωξη, όσο και του ιατρού της οικογενείας του θύματος Δ, ο οποίος υποστηρίζει, ότι πιθανή αιτία θανάτου ήταν ο εγκολεασμός του προμήκους μυελού - στελέχους, δηλαδή, λόγω της ιογενούς λοίμωξης, είσοδος του εγκεφάλου στο στενό σημείο του αυχένα και αυτό διότι, η μεν πρώτη άποψη δεν συνοδεύεται από ευρήματα προσβολής κάποιου ζωτικού οργάνου του ασθενούς, η δε δεύτερη άποψη, διότι, ο φερόμενος εγκολεασμός, δεν επιβεβαιώθηκε από την ως άνω ατελή ιατροδικαστική έκθεση και όχι ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, ασπάζεται αντιφατικά, άλλοτε τη μία άποψη και άλλοτε την άλλη, καταλήγοντας έτσι σε αλληλοσυγκρουόμενα συμπεράσματα.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι της νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσας αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, όπως και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 24/2007 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 337/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ανθρωποκτονία από αμέλεια διαπραχθείσα από ιατρό. Απορρίπτεται η αναίρεση του Εισαγγελέα για έλλειψη αιτιολογίας απόφασης και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ποινικής διάταξης.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1630/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χρυσίνη, περί αναιρέσεως της 517/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 543/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περιπτ. Ε του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου επειδή δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 517/2006 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος ήταν πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού ..., επομένως υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 263Α περίπτωση δ ΠΚ. Ο εν λόγω συνεταιρισμός διέθετε τραπεζικό λογαριασμό στην ΑΤΕ. Δικαίωμα για την ανάληψη οιουδήποτε ποσού εξ' αυτού του λογαριασμού, με βάση το καταστατικό του συνεταιρισμού, είχε μόνον ο ταμίας του συνεταιρισμού, μετά από παροχή σχετικής εξουσιοδοτήσεως από τον εκάστοτε πρόεδρο. (βλ. το άρθρο 28 περίπτωση α του καταστατικού). Στις 25-5-2000, χωρίς να έχει οποιαδήποτε εξουσιοδότηση από το διοικητικό συμβούλιο του συνεταιρισμού ή να έχει ενημερώσει τα όργανα του συνεταιρισμού ή να συνοδεύεται από τον ταμία, μετέβη στο υποκ/μα της ΑΤΕ στην ... και έκανε ανάληψη από τον λογαριασμό που τηρούσε εκεί ο συνεταιρισμός το ποσό των 8.000.000 Δρχ. ή 23.478 Ευρώ. Στις 12-6-2000, κατέθεσε μήνυση ενώπιον του Ανθ/μου του Α.Τ. ... ....., με την οποία ισχυρίστηκε ότι άγνωστοι σ' αυτόν δράστες έκλεψαν το εν λόγω αναληφθέν ποσό των 8.000.000 δρχ. από την αποθήκη της οικίας του, όπου το εφύλασσε και το ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Η εν λόγω κατ' αγνώστων μήνυση του κατ/νου είναι ψευδής, καθόσον το εν λόγω χρηματικό ποσό δεν το αφαίρεσαν άγνωστοι, αλλά το παρακράτησε ο ίδιος και το ιδιοποιήθηκε παράνομα, με αντίστοιχη ζημία του συνεταιρισμού, υπέβαλε δε αυτή (μήνυση) προκειμένου, αφενός μεν, να δικαιολογηθεί προς τα μέλη και τα όργανα του συνεταιρισμού για την απώλεια του ποσού αυτού και να μην αναζητηθούν απ' αυτόν ευθύνες, αφετέρου δε, να στρέψει τις έρευνες των αστυνομικών αρχών κατ' αγνώστων δραστών. Το ότι δεν έγινε διάρρηξη της αποθήκης του προκύπτει από το ότι η αστυνομία, που επελήφθη, δεν διεπίστωσε ίχνη παραβίασης της αποθήκης του, ούτε αναστάτωση στο χώρο αυτής. Περαιτέρω απεδείχθη ότι μόλις οι εξηγήσεις του δεν έγιναν πιστευτές από τα όργανα και τα μέλη του συνεταιρισμού, επέστρεψε το ποσό των 8.000.000 δρχ. ισχυριζόμενος ότι προέρχεται εξ ιδίων χρημάτων. Όπως όταν εκλήθη να αποδείξει την προέλευση των χρημάτων αυτών ως προερχομένων εκ της ιδίας του περιουσίας, π.χ. καταθέσεων σε τράπεζες, πώληση περιουσιακού του στοιχείου, δάνειο από τρίτους κ.λ.π., εδήλωσε αδυναμία να δηλώσει πόθεν κατείχε το ποσό αυτό και βεβαίως δεν προσεκόμισε κάποιο στοιχείο. Τέλος δεν έδωσε κάποια πειστική εξήγηση, γιατί έκανε κρυφά ανάληψη του ποσού αυτού από την τράπεζα και κυρίως γιατί το κρατούσε, όπως ο ίδιος υποστηρίζει τόσες ημέρες στην αποθήκη του". Με τις σκέψεις αυτές, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία και της ψευδής καταμήνυσης. Για τις πράξεις του δε αυτές, οι οποίες, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ. 1, 230, 258 περ. β και 263 Α Π.Κ., καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα εννέα (19) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Με τις πιο πάνω παραδοχές, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Αβασίμως υποστηρίζεται ότι παρανόμως δεν εφαρμόσθηκαν οι περί πλάνης και έμπρακτης μετάνοιας διατάξεις, καθόσον, σχετικοί, περί αυτών, ισχυρισμοί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, δεν υπεβλήθησαν. Ο περαιτέρω ισχυρισμός, ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, έπρεπε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 379 Π.Κ., ενόψει το ότι ήδη ο αναιρεσείων επέστρεψε το ποσό των 8.000.000 δραχμών στο Συνεταιρισμό ..., είναι αβάσιμος, διότι, το ως άνω άρθρο 379 Π.Κ. εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις των άρθρων 372 επ. και 375 επ. Π.Κ., όχι δε και στην περίπτωση του άρθ. 258 Π.Κ., δηλαδή στην υπεξαίρεση στην υπηρεσία, όπως εν προκειμένω.
Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε Κ.Π.Δ. πρώτοι και δεύτεροι λόγοι της ένδικης αναίρεσης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των αρ. 474, 476 παρ. 1 και 498 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης πρέπει κατ' αρχήν να περιέχει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση τω αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (αρ. 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από τη διατύπωση αυτή, προκύπτει ότι η αξιούμενη αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου αυτού μέσου και αξιώνει από τον Εισαγγελέα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων της έφεσης, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση. Αν δε η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και, παρά ταύτα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την κρίνει παραδεκτή και, εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης, καταλήγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρ. 510 παρ. 1 στ. Η' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη, ως άνω, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου και τα πρακτικά της δίκης, το εν λόγω Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά τη με αριθμό 226/2.12.2005 έφεση του Αντεισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κορίνθου "διότι η εκκαλουμένη απόφαση κατά κακή εκτίμηση του εν γένει αποδεικτικού υλικού και κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του Νόμου ήχθη σε απαλλακτική για τον κατηγορούμενο κρίση, ενώ έπρεπε να κηρύξει αυτόν ένοχο, καθ' όσον, εκ της ακροαματικής διαδικασίας, προέκυψε ότι ο κατ/νος στα ..., στις 12 Ιουνίου 2000, με την ιδιότητά του ως πρόεδρος του αγροτικού συνεταιρισμού ... παρανόμως και άνευ ουδεμιάς εξουσιοδοτήσεως εκ μέρους του Δ.Σ του συνεταιρισμού ούτε καν ενημερώσεως αυτού, προέβη στην ανάληψη του ποσού των 8.000.000 δραχμών από το λογαριασμό του συνεταιρισμού που τηρείτο στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, το οποίο άνευ εμφανούς αιτίας μετέφερε στην οικία του, και κατά τον τρόπο αυτό το ιδιοποιήθηκε παρανόμως, ήτοι το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, άνευ νομίμου λόγου. Εν συνεχεία και προκειμένου να καλύψει την πράξη του αυτή, την 12 Ιουνίου 2000, ειδοποίησε το αστυνομικό τμήμα ... και παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς προς τους αρμόδιους αστυνομικούς υπαλλήλους, ότι το ανωτέρω ποσό που τάχα φύλαττε στην οικία του και συγκεκριμένα στην αποθήκη αυτής είχε κλαπεί από αγνώστους. Κατά την απολογία του, ο κατ/νος ισχυρίστηκε, ότι προέβη στην ανάληψη του ανωτέρω ποσού, προκειμένου να μην πληρωθεί δια των χρημάτων αυτών, εκδοθείσα υπό του συνεταιρισμού επιταγή εις διαταγήν εταιρίας από την οποία είχε αγοράσει ο συνεταιρισμός μηχανήματα ελαιοτριβείου, τούτο δε διότι, η εν λόγω εταιρία δεν είχε πληρώσει, όπως είχε συμφωνηθεί το ΦΠΑ, σχετικά με πωληθέντα προς αυτή παλαιά μηχανήματα. Ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός, που υποστηρίχθηκε μόνο από τον κατ/νο, ουδένα έρεισμα βρήκε επ' ακροατηρίω, έτι δε περαιτέρω, οι εκπρόσωποι της εταιρίας, κατά την διεξαχθείσα στο στάδιο της προδικασίας κυρία ανάκριση, δήλωσαν άγνοια ως προς τους ισχυρισμούς του κατ/νου. Κατά τον αυτό τρόπο, απορριπτέοι τυγχάνουν οι ισχυρισμοί αυτού περί κλοπής του ανωτέρω ποσού, καταγγελία καθαρά προσχηματική, προκειμένου να ευρεθεί δικαιολογία για την απώλεια του ποσού αυτού και να καλυφθεί η ιδιοποίησή του, το πόρισμα δε αυτό ουδόλως κλονίστηκε από την προσαγόμενη και επικαλούμενη από τον κατ/νο μήνυση, στην οποία υποδεικνύεται κάποιο άτομο ως υπαίτιο της κλοπής, η οποία κατατέθηκε τον Σεπτέμβριο του τρέχοντος έτους, ήτοι σημαντικό χρονικό διάστημα μετά από την "καταγγελθείσα" από τον κατ/νο κλοπή, έτι δε περαιτέρω, μέχρι της στιγμής της δίκης, δεν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον ουδενός για την κατηγορία αυτή. Κατ' ακολουθία αυτών, το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των στοιχείων της υποθέσεως προέβη στην αθώωση του κατ/νου, ο οποίος έπρεπε να κριθεί ένοχος των πράξεων που κατηγορείτο, της πρώτης δε εξ αυτών, με την αναγνώριση του ελαφρυντικού των μη ταπεινών αιτίων".
Η έφεση αυτή του Εισαγγελέα, όπως έχει, κατά τα ανωτέρω, περιέχει την απαιτούμενη, κατά τα προεκτεθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτεί ο νόμος, αφού εκτίθενται σ' αυτήν οι συγκεκριμένες πλημμέλειες της αθωωτικής απόφασης, περί την εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνεπώς, ο, κατά τα άνω, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στ Η Κ.Π.Δ., τρίτος λόγος αναίρεσης, με το οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθούν και τα ακόλουθα: Από προφανή παραδρομή, η οποία δεν πλήττει κανένα δικαίωμα του κατηγορουμένου, γίνεται αναφορά στα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση "για έφεση του κατηγορουμένου" αντί του "Εισαγγελέως" και αυτό ενισχύεται από τη διατύπωση του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης, όπου γίνεται ρητή αναφορά στην υπ' αρ. 226/2005 έφεση του Αντεισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κορίνθου, η οποία έγινε τυπικά δεκτή.
ΙΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 364 Κ.Π.Δ., έγγραφα, τα οποία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, αν προηγουμένως δεν αναγνωσθούν στο ακροατήριο, με ποινή απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, η οποία συνεπάγεται την αναίρεση της απόφασης (αρ. 17) παρ. 1δ και 510 παρ. 1 Α Κ.Π.Δ.), θεωρούνται μόνον εκείνα, που αναφέρονται στην ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου, η μη ανάγνωση δε της έκθεσης έφεσης του κατηγορουμένου ή του εισαγγελέως, δεν δημιουργεί ακυρότητα, διότι πρόκειται περί διαδικαστικών εγγράφων, τα οποία δεν αναφέρονται στην ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της ένδικης αναίρεσης, ο εκ του άρ. 510 παρ. 1 Α Κ.Π.Δ. με τον οποίο προβάλλεται ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της μη αναγνώσεως της έφεσης του Εισαγγελέως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, σημειουμένου και του γεγονότος ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η υπ' αριθ. 226/2.12.2005 έφεση του Αντεισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κορίνθου, αναπτύχθηκε προφορικά στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη, από την Αντεισαγγελέα Εφετών, που συμμετείχε στην σύνθεση του ως άνω Δικαστηρίου.
ΙV. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 59 Κ.Π.Δ., όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση, για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. Από αυτήν, σαφώς προκύπτει ότι για να τύχει εφαρμογής η περί αναβολής της δίκης διάταξη του ως άνω άρθρου, απαιτούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Υπαρξη δύο ποινικών δικών, ήτοι αυτής που αφορά το προδικαστικό ζήτημα και αυτής που αφορά την κυρία δίκη, β) εκκρεμότητα των δικών αυτών. Εκκρεμότητα δεν δημιουργεί μόνη η υποβολή εγκλήσεως, αλλά απαιτείται και η άσκηση ποινικής δίωξης και γ) εξάρτηση μεταξύ αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της ένδικης αναίρεσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι είχε υποβάλει μήνυση κατά του A, για κλοπή του ποσού των 8.000.000 δραχμών, που αυτός (αναιρεσείων) φέρεται ότι ο ίδιος υπεξαίρεσε από τον Αγροτικό Συνεταιρισμό ... και ότι σχηματίσθηκε ποινική δικογραφία με αριθμό ΑΒΜ Α05/99 88α, επί της οποίας διενεργείται προκαταρκτική εξέταση και επομένως το Εφετείο Ναυπλίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη, θα έπρεπε κατ' άρθρον 59 του Κ.Π.Δ., να αναβάλει την εκδίκαση της σε βάρος του κατηγορίας, έως ότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της εκ μέρους του υποβληθείσας, κατά του ανωτέρω, μήνυσης και έτσι κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα, κατ' άρθρον 510 παρ. 1 στ. Β και Η Κ.Π.Δ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, επί της μηνύσεώς του διενεργείτο προκαταρκτική εξέταση, χωρίς θα έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και, ως εκ τούτου, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου δεν είχε υποχρέωση, συνεπεία της ως άνω ελλείψεως, να αναβάλει την εκδίκαση της σε βάρος του κατηγορίας, σημειουμένου και του γεγονότος ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, δεν υποβλήθηκε και σχετικό αίτημα αναβολής από την πλευρά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, προκειμένου να αποφανθεί επ' αυτού το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντα ετέρου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 6/2007 αίτηση του X, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 517/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
1) Υπεξαίρεση στην Υπηρεσία. 2) Ψευδής καταμήνυση κατ’ αγνώστου. Απορρίπτει αναίρεση για παραβάσεις του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ. Τι πρέπει να περιέχει η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως. Έγγραφα κατ’ άρθ. 364 ΚΠΔ θεωρούνται εκείνα που αναφέρονται στην ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου. Η έφεση του κατηγορουμένου ή του Εισαγγελέα είναι διαδικαστικό έγγραφο, η μη ανάγνωση της οποίας δεν δημιουργεί ακυρότητα της διαδικασίας. Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 59 ΚΠΔ. Απορρίπτει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση στην υπηρεσία, Αναβολής αίτημα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1629/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 , κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε και 2. Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καλαφάντη, περί αναιρέσεως της 885-886/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 23 Ιουλίου 2007 αιτήσεις τους, καθώς και στους από 25 Φεβρουαρίου 2008 προσθέτους λόγους του δευτέρου αναιρεσείοντος, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1415/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του παραστάντος αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η αίτηση αναίρεσης του Χ1 και να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι του Χ2.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 19 Σεπτεμβρίου 2007 αποδεικτικό επίδοσης του ..., γραμματέα Κ. Φ. Τρικάλων, ο πρώτος αναιρεσείων Χ1 κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση υπ' αρ. 15/23.7.2007 αίτηση αναίρεσης του αναφερομένου, πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναφερόμενο αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. στ' του Ν. 1729/1987, όπως ισχύει σήμερα, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών, τιμωρείται όποιος καλλιεργεί οποιοδήποτε φυτό του γένους της κάνναβης. Από τη διάταξη αυτή, συνάγεται, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καλλιέργειας ινδικής κάνναβης, η οποία υπάγεται στα ναρκωτικά, απαιτείται η, μετά από δημιουργία, με οποιονδήποτε τρόπο, καταλλήλων συνθηκών, σπορά σπόρων ή φύτευση δενδρυλλίων αυτής, πότισμα και γενικά περιποίηση των δενδρυλλίων της, για την παραγωγή της. Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό, κατά τέτοιο τρόπο, που να καθίσταται ανέφικτος από τον Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αρ. 885-886/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος μνημονεύονται, ο δεύτερος αναιρεσείων Χ2, καθώς και ο μη εμφανισθείς πρώτος αναιρεσείων Χ1, καταδικάστηκαν, ο μεν Χ2 σε συνολική ποινή κάθειρξης εννέα (9) ετών, ο δε Χ1 σε συνολική ποινή κάθειρξης ένδεκα (11) ετών, για καλλιέργεια από κοινού δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης και κατοχής από κοινού ναρκωτικών ουσιών, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά:
"Κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό της παρούσας τόπο και χρόνο, αστυνομικά όργανα της ομάδας διώξεως ναρκωτικών του Τμήματος Ασφαλείας της Εδεσσας, αξιοποιώντας ασφαλείς πληροφορίες, διενήργησαν νομότυπη έρευνα στην πατρική οικία των κατηγορουμένων, στην οποία διέμεναν με τη μητέρα τους, στο ... . Κατά την έρευνα αυτή, στην οποία ήταν παρών ο δεύτερος κατηγορούμενος, ανακάλυψαν σε αποθηκευτικό χώρο που βρίσκεται στον αύλειο περιφραγμένο χώρο της οικίας αυτής, και δίπλα ακριβώς από την οικία του, μία (1) νάϋλον σακούλα, που ήταν επιμελώς κρυμμένη πίσω από διάφορα βιβλία, στην οποία υπήρχαν επτά 97) δέματα με ηρωϊνη, περιτυλιγμένα με πλαστική ταινία το καθένα, συνολικού βάρους δύο (2) κιλών. Κατά την ίδια έρευνα και σε διπλανή αποθήκη ιδιοκτησίας τους, ανακαλύφθηκαν ακόμη ογδόντα επτά (87) δενδρύλλια ινδικής κάνναβης, τα οποία βρισκόταν στο στάδιο της αποξήρανσης, ύψους από 2,5 έως 3 μ., το καθένα, τα οποία είχαν κρεμασθεί ανάποδα από την ξύλινη οροφή της αποθήκης. Και τέλος, ποσότητα είκοσι τριών κιλών και επτακοσίων πενήντα γραμμαρίων (23.750) ακατέργαστης ινδικής κάνναβης σε φούντα, που είχε κατανεμηθεί σε δεκαπέντε χαρτοκιβώτια τοποθετημένα στο δάπεδο της αποθήκης. Με τη βοήθεια του δευτέρου κατηγορουμένου, την ίδια ημέρα (24.10.2002), ακολούθησε και άλλη έρευνα στη θέση ..., της αγροτικής περιοχής ... Ν. ..., και διαπιστώθηκε ότι είχαν καλλιεργηθεί από τους κατηγορουμένους εκατόν εβδομήντα ένα (171) συνολικά δενδρύλλια ινδικής κάνναβης, από τα οποία, δώδεκα (12) δενδρύλλια ινδικής κάνναβης, ύψους από 2 έως 3 μ. το καθένα, είχαν φυτευθεί, ανάμεσα στα μηλεόδενδρα του αγροτικού τους κτήματος, άλλα εβδομήντα δύο (72) δενδρύλλια ινδικής κάνναβης, ύψους από 2 έως 3 μ., το καθένα, σε παρακείμενο αγρό, ιδιοκτησίας τους, ο οποίος ήταν σπαρμένος με καλαμπόκια. Τα προηγούμενα πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύονται από την σαφή, κατηγορηματική και χωρίς αντιφάσεις κατάθεση του αστυνομικού και μάρτυρα κατηγορίας ..., στον οποίο, κατά τη σύλληψή του, ο πρώτος κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι ήταν δική του η ποσότητα της ηρωϊνης, που βρέθηκε στην αποθήκη της πατρικής τους οικίας, σε συνδυασμό με τα άλλα αναμφισβήτητα πραγματικά γεγονότα και συγκεκριμένα τα σημεία όπου βρέθηκαν οι διάφορες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, στα οποία είχαν πρόσβαση και εξουσία να εισέρχονται και να εξέρχονται ακωλύτως μόνο οι ίδιοι. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων, ότι οι ποσότητες αυτές, ανήκαν σε Αλβανούς εργάτες που απασχολούνταν στα κτήματά τους, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη, ότι ο χώρος που φιλοξενούνταν κάποιοι από αυτούς, αναφερόταν σε άλλη αποθήκη των κατηγορουμένων. Το γεγονός δε ότι ο πρώτος από αυτούς Χ1, αποκάλυψε την ταυτότητα του Αλβανού, από τον οποίο προμηθευόταν την ηρωϊνη, γεγονός άλλως τε που συνετέλεσε και στη σύλληψη εκείνου, και την κατάσχεση 2.770 γρ. ηρωϊνης και 118 γρ. κοκαϊνης, επιβεβαιώνει πλήρως τα όσα αληθινά και πειστικά κατέθεσε ο αστυνομικός και μάρτυρας κατηγορίας, Χ2. Με βάση όσα γίνονται πιο πάνω δεκτά, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων της καλλιέργειας των δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης, που αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας και της κατοχής της ποσότητας ηρωϊνης και ινδικής κάνναβης που αναφέρεται εκεί, πράξεις, τις οποίες διέπραξαν από κοινού. Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος αναβολής προκειμένου να προσέλθει και ο απολειπόμενος μάρτυρας Β. Εξάλλου, η όλη στάση των κατηγορουμένων κατά το χρόνο της συλλήψεώς τους, σε συνδυασμό με τους χώρους που βρέθηκαν οι διάφορες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, δεν αφήνουν κανένα ίχνος αμφιβολίας, ότι και οι δύο κατηγορούμενοι ενεργούσαν με κοινό δόλο ως συναυτουργοί. Τέλος, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι και οι δύο κατηγορούμενοι έζησαν, έως το χρόνο που τέλεσαν τις πιο πάνω πράξεις, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Οσον αφορά δε τον δεύτερο των κατηγορουμένων, αποδείχθηκε ακόμη ότι αυτός, καθόλο το χρονικό διάστημα που βρισκόταν εκτός των χώρων των φυλακών, λόγω χορηγήσεως αναστολής εκτελέσεως της επιβληθείσης πρωτοδίκως ποινής του, για μεγάλο σχετικά διάστημα, μετά την πράξη του, επέδειξε καλή συμπεριφορά. Πρέπει συνεπώς να αναγνωρισθεί και στους δύο κατηγορουμένους η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, (άρθρο 84 παρ. 2α) και στο δεύτερο από αυτούς και εκείνη του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ)".
Με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σε αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της από κοινού καλλιέργειας δενδρυλλίου ινδικής κάνναβης. Συγκεκριμένα, ως προς το αναφερόμενο έγκλημα, δεν διαλαμβάνεται σ' αυτήν αν ο αναιρεσείων Χ2, καθώς και ο συγκατηγορούμενός του Χ1, προέβησαν χωρίς την άδεια της αρχής, στη σπορά, πότισμα, λίπανση και γενικά στη περιποίηση των δενδρυλλίων, για την παραγωγή της ινδικής κάνναβης, πράξεις που, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, απαρτίζουν την έννοια της καλλιέργειας, η δε ανυπαρξία των περιστατικών αυτών, καθιστά πρόδηλον ότι δεν ερμηνεύθηκε ορθώς και συνακόλουθα και ότι δεν εφαρμόσθηκε επίσης ορθώς η ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. στ' του Ν. 1729/1987.
Συνεπώς, οι, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., πρώτος και δεύτερος, λόγοι, της ένδικης αίτησης αναίρεσης, αναφορικά με το έγκλημα, της από κοινού καλλιέργειας δενδυλλίων ινδικής κάνναβης, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Αντιθέτως, οι λόγοι αυτοί κατά το μέρος που αυτοί αφορούν τη από κοινού κατοχή ναρκωτικών ουσιών, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, διότι πλήρως αιτιολογείται η από κοινού φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον αναιρεσείοντα και το συγκατηγορούμενό του, καθώς και ο κοινός δόλος αυτών για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ως άνω αδικήματος.
ΙΙΙ. Η εκ των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. επιβαλλόμενη αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων, απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται από νόμο ειδικά ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στην διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Επομένως και η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, για κρείσσονες αποδείξεις, μολονότι η κρίση του Δικαστηρίου, για το αν πρέπει να αναβληθεί ή όχι η δίκη, είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος υπέβαλε προφορικά το αίτημα της αναβολής για κρείσσοντες αποδείξεις, προκειμένου να προσέλθει ο νομίμως κλητευθείς, απολειπόμενος μάρτυρας, Β, "προκειμένου να καταδειχθούν αντιφάσεις στη σημερινή κατάθεση του μάρτυρα, συναδέλφου του αστυνομικού, Α", αίτημα το οποίο επανέλαβαν προφορικώς και γραπτώς, δια των συνηγόρων τους, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, ο αναιρεσείων και ο συγκατηγορουμενός του. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης, το αίτημα αυτό απορρίφθηκε, με μόνη αιτιολογία "Ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος αναβολής, προκειμένου να προσέλθει και ο απολειπόμενος μάρτυρας Β". Η αιτιολογία, όμως, αυτή, ενόψει του ότι το αίτημα της αναβολής διατυπώθηκε σαφώς και ορισμένως, δεν ήταν ειδική και εμπεριστατωμένη, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις και επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' Κ.Π.Δ. μοναδικός λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας, όπως αυτός εκτιμάται, των προσθέτων λόγων αυτής, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, δόθηκε, ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων, κατά σειρά ο λόγος στον Εισαγγελέα και στη συνέχεια στους συνηγόρους υπεράσπισης, οι οποίοι αγόρευσαν τελευταίοι, μετέπειτα δε, μετά την κήρυξη ως ενόχων των κατηγορουμένων, δόθηκε και πάλι ο λόγος, αναφορικά με την επιβλητέα ποινή, τόσο στον Εισαγγελέα, όσο και στους συνηγόρους των κατηγορουμένων.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ., τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου της ένδικης αναίρεσης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης, για τους εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. κατά τα προαναφερόμενα, λόγους, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου, από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (άρ. 519 Κ.Π.Δ.). Το ως άνω αποτέλεσμα θα επεκταθεί κατ' άρθρου 469 Κ.Π.Δ. και στον συγκατηγορούμενό του αναιρεσείοντα Χ1, καθόσον, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης που έγιναν δεκτοί, δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. 15/2007 αίτηση του Χ2, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αρ. 885-886/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα αυτού στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 885-886/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και ως προς τον αναιρεσείοντα Χ2 και ως προς τον συγκατηγορούμενό του Χ1.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαϊου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
1) Καλλιέργεια από κοινού δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης. 2) Κατοχή από κοινού ναρκωτικών. Η πρώτη αναίρεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Η δεύτερη γίνεται δεκτή για παράβαση του άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ αναφορικά με το πρώτο αδίκημα. Επίσης δεκτή η αναίρεση για αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις. Επεκτατικό αποτέλεσμα. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
| 0
|
Αριθμός 1628/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ......, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2611/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορουμένοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 2 Μαρτίου 2007, δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 747/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 342/27.09.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι) Το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 2611/2006 βούλευμά του αφενός μεν απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμες τις υπ'αριθμ. 163/2006 και 164/2006 εφέσεις των Χ1 και Χ2 κατά του υπ'αριθμ. 516/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών αφετέρου επικύρωσε αυτό με ποίαν τινά προσθήκη και δη σε σχέση με το ποσό εκάστης συν/κης (=πρόσθεσε τη φράση "ποσού 12.000 ευρώ εκάστης"-). Με το τελευταίο αυτό βούλευμα έχουν παραπεμφθεί οι ανωτέρω για να δικαστούν ως υπαίτιοι τελέσεως απάτης ενώπιον δικαστηρίου, τετελεσμένης και σε απόπειρα, από την οποία η ζημιά υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (ο α), και απλής συνέργειας σ'αυτή και κατεξακολούθηση απιστίας (ηβ) - 386 § § 1, 3β ΠΚ, 42, 47, 98, 390 ΠΚ-Το βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Αθηνών επιδόθηκε στους ανωτέρω στις 23-2-2007 και 16-3-2007 αντίστοιχα και κατ'αυτού άσκησαν αμφότεροι δια πληρεξουσίου -δυνάμει των από 26-2-2007 εξουσιοδοτήσεών τους - στις 2-3-2007 και ενώπιον του γραμματέα Εφετείου Αθηνών τις υπ'αριθμ. 54/2007 και 55/2007 αναιρέσεις ισχυριζόμενοι ότι το βούλευμα στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή-ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και δη διότι "δεν αναφέρει με πληρότητα και σαφήνεια σε τί συνίσταται ακριβώς η βλάβη της εταιρείας, δηλαδή με ποιό τρόπο υπέστη η εταιρεία βλάβη και ποιά ακριβώς είναι αυτή, αφού αναφέρεται η πρόθεσή του (του Α) να αποκομίσει όφελος, όμως δεν αναφέρεται εάν τελικώς το αποκόμισε με την είσπραξη των χρημάτων αυτών από την εταιρία. Επί πλέον όμως αυτού δεν υπάρχει βλάβη ξένης περιουσίας, αφού όπως δέχεται εν συνεχεία και το ίδιο το βούλευμα ανεστάλη ... η εκτέλεση της ...... διαταγής πληρωμής ... . Και εν συνεχεία μάλιστα ακυρώθηκε ....".
Ενόψει των ανωτέρω και των άρθρων 462, 465, 473, 474, 482, 484 Κ.Ποιν.Δ. οι αναιρέσεις αυτές είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να ερευνηθούν στην ουσία τους.
ΙΙ. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 εδ. α, 3 εδ β Π.Κ. τιμωρείται για απάτη αυτός που με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακόν όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθων κάποιον -που μπορεί να διαθέσει ξένη περιουσία και δη είτε από το νόμο είτε από τα πράγματα- με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών σε πράξη από την οποία επέρχεται η περιουσιακή ζημία, και η ωφέλεια του άλλου.
Εάν δε το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών- το τελευταίο εδάφιο της § 3 του άρθρου 386 ΠΚ προστέθηκε με το άρθρο 14 § 4 ν.2721/99.
Επειδή για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης δεν απαιτείται να υπάρχει ταυτότητα πλανωμένου και ζημιωμένου. Είναι δηλ. δυνατόν άλλο πρόσωπο να παραπλανάται και άλλο να ζημιώνεται από την συνεπεία της παραπλανήσεώς του πράξη-παράλειψη-ανοχή αυτού βλ. ΑΠ 2264/2003, ΑΠ 760/2000, ΑΠ 164/2001 κ.ά. καθίσταται δυνατή η τέλεση αυτής (απάτης) και στην πολιτική δίκη -που έχει αντικείμενο περιουσιακό- δια παραπλανήσεως του δικαστού (που διαθέτει από το νόμο ξένη περιουσία) οσάκις υποβάλλεται σ'αυτόν αίτηση προς παροχήν δικαστικής προστασίας (20 Συντ.) -που είναι και η αίτηση του φερομένου ως δικαιούχου αιτήσεως προς έκδοση διαταγής πληρωμής (623 επ. Κ.Πολ.Δ.)- υποστηριζόμενη δι'επικλήσεως και προσαγωγής εν γνώσει γνησίων μεν αναληθών όμως κατά το περιεχόμενο -βλ. ΑΠ 2078/2005, ΑΠ 1981/2001, ΑΠ 762/2000, ΑΠ 659/2000 κ.ά. - αποδεικτικών μέσων πχ συναλλαγματική το ποσό της οποίας δεν όφειλε ο παθών (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ ΠΚ τομ. γ σελ. 80 κείμενο και σημ. 37 ΑΠ 229/76 Π Χρ ΚΣΤ 656) και ο δικαστής παραπλανήθηκε από αυτά και εξέδωσε βλαπτική για τα περιουσιακά συμφέροντα του αντιδίκου του απόφαση (βλ. ΑΠ 1647/99, ΑΠ 1348/2000, ΑΠ 45/2001, ΑΠ 2078/2005, ΑΠ 1109/2005 κ.ά.) -όπως με την έκδοση διαταγής πληρωμής (βλ. ΑΠ 229/76 ο.π. Μυλωνόπουλο-Ειδικό ποινικό (2006) σελ. 498 πρ βλ ΑΠ 1415/81), η οποία δεν απαιτείται να καταστεί αμετάκλητη.
Απλά στη περίπτωση αυτή η διάθεση της ξένης περιουσίας ολοκληρώνεται με την εντολή προς τον δικαστικό επιμελητή και την εκτέλεσή της.
Στο έγκλημα της απάτης ως βλάβη περιουσίας θεωρείται και η απειλή κατ'αυτής όταν αυτή δημιουργεί χειροτέρευση της παρούσης περιουσιακής καταστάσεως (βλ. ΑΠ 229/76, -αναφέρεται σε έκδοση διαταγής πλήρωμής- ΑΠ 1180/75, ΑΠ 1516/2001, ΑΠ 79/2001, ΑΠ 1612/86 κ.ά.). 'Ετσι η βλάβη δεν απαιτείται να είναι οριστική, ούτε αίρεται εκ του ότι ο βλαπτόμενος κατέφυγε στο δικαστήριο και απεφεύχθη αυτή (βλ. και ΑΠ 1850/93 ΕλΔνη 1994 σελ. 725 Νο30, ΑΠ 353/64 Π Χρ ΙΕ σελ. 16, ΑΠ 625/2005, ΑΠ 79/2001 κ.ά.), ούτε απαιτείται όπως πραγματωθεί και το επιδιωχθέν παράνομο περιουσιακόν όφελος, που αποτελεί την ουσιαστική αποπεράτωση του εγκλήματος. Όπως είναι γνωστόν στο κατεξακολούθηση έγκλημα εκάστη μερικώτερη πράξη πρέπει, αυτοτελώς εξεταζόμενη, να στοιχειοθετεί το περί ου πρόκειται εκάστοτε έγκλημα.
Επειδή το έγκλημα της απάτης είναι στιγμιαίο, οι δε μετά την εξαπάτηση ψευδείς παραστάσεις του δράστη προς διατήρηση του οφέλους που πέτυχε με την αρχική εξαπάτηση και εφόσον δεν οδηγούν σε νέα διαφορετική βλάβη στην περιουσία του αυτού παθόντος δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν νέο έγκλημα απάτης (βλ. ΑΠ 405/2004, ΑΠ 965/2005, ΑΠ 593/88) αλλά συντιμωρητές επόμενες πράξεις (βλ. και Σπινέλη-Ειδικό Ποινικό τεύχος β(1985) σελ. 120)-Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 390 ΠΚ -όπως αντικ. με το άρθρο 36 § 2 ν.2172/93 -όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) τιμωρείται με φυλάκιση. Ο φορέας της βλαβείσης περιουσίας είναι ο παθών. Υποκείμενο του άνω εγκλήματος είναι ο οποιοσδήποτε διαχειριστής της ξένης γι'αυτόν περιουσίας (βλ. ΑΠ 970/2006) και δη ο διαχειριστής ΟΕ (βλ. ΑΠ 1739/85, ΑΠ 367/57 κ.ά.) που τελεί πράξη στα πλαίσια της διαχειρίσεώς του (αντιπροσωπευτικής του δηλ. εξουσίας) και δη εξωτερική τοιαύτη, δηλ. έναντι των τρίτων (βλ. ΑΠ 614/2000, ΑΠ 2266/2002, ΑΠ 300/2001, ΑΠ 1277/90, Μπουρόπουλο τομ. γ' σελ. 99, Χωραφά Ποινικό Δίκαιο (1966) σελ. 270). Τέλος μεταξύ των εγκλημάτων της συνέργειας σε απάτη και της απιστίας (390 Π.Κ.) υπάρχει αληθής συρροή (βλ. ΑΠ 1316/83 Π Χρ ΛΔ 260 πρ βλ. Μπουρόπουλο τόμ. γ σελ. 1001-101, ΑΠ 951/82 Π Χρ. ΛΓ 277).
ΙΙΙ) Επειδή το συμβούλιο εφετών με επιτρεπτή καθολική αναφορά (υιοθέτηση) στην πρότασή του εισαγγελέα εφετών, δέχθηκε ότι από τα αναφερόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα (=όλα της δικογραφίας) προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο εγκαλών Ψ μετά της εν διαστάσει συζύγου του β' κατηγορουμένης-εκκαλούσας Χ2 συνέστησαν δυνάμει του από 26-3-97 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο δημοσιεύθηκε νομίμως στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αύξοντα αριθμό ......, ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Ψ-Χ2 ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Ο.Ε.", με έδρα το ...... επί της οδού ......, αρ. ..., όπου ήταν και η συζυγική οικία τους και με σκοπό την απόκτηση και εκμετάλλευση τουριστικών επαγγελματικών σκαφών. Εκπρόσωποι και διαχειριστές της άνω εταιρίας, σύμφωνα με το καταστατικό της, ήσαν αμφότερα τα ομόρρυθμα μέλη αυτής, ήτοι ο εγκαλών και η σύζυγός του Χ2, οι οποίοι ενεργούσαν είτε από κοινού είτε ο καθένας χωριστά κάθε πράξη διοίκησης, διαχείρισης και διάθεσης, που αναγόταν στο σκοπό και στο αντικείμενο της εταιρικής επιχείρησης και σε όλο το φάσμα της λειτουργίας της. Στην πραγματικότητα όμως ουσιαστική διαχείριση ασκούσε ο εγκαλών. Η ανωτέρω εταιρία απέκτησε ένα επαγγελματικό-τουριστικό σκάφος, με το όνομα "...... ΙΙ", με διεθνές διακριτικό σήμα ......, νηολογημένο στα βιβλία Α' κλάσης του Λιμένα Πειραιά, κόρων ολικής χωρητικότητας 22,65 και καθαρής 14,13, το οποίο είναι ελλιμενισμένο στη ...... . Το σκάφος αυτό ναυλωνόταν σε τρίτους, απ'όπου απεκόμιζε η ως άνω ιδιοκτήτρια εταιρία κέρδη και ουδέποτε από της συστάσεώς της είχε δημιουργήσει χρέη. Την 24-3-04 και ενώ ο εγκαλών ήταν ήδη σε διάσταση μετά της συζύγου του, β' κατηγορουμένης, από το Μάιο του 2003, ότε και απεχώρησε της συζυγικής στέγης, μετά από οικογενειακά προβλήματα που αντιμετώπιζαν, πληροφορήθηκε έκπληκτος από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιά, ως νόμιμος εκπρόσωπος της άνω ομόρρυθμης εταιρίας, ότι είχε απαγορευθεί ο απόπλους του ανωτέρω πλοίου και κάθε μετακίνηση αυτού, για το λόγο ότι είχε επιβληθεί επ'αυτού αναγκαστική κατάσχεση με επίσπευση του 1ου κατηγορουμένου Χ1, αδελφού της εν διαστάσει συζύγου του. Μετά ταύτα, ο εγκαλών έσπευσε να ερευνήσει, προκειμένου να ενημερωθεί για το τί ακριβώς είχε συμβεί, οπότε και διαπίστωσε ότι ο 1ος κατηγορούμενος-Χ1 με την από 7-1-04 αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας "Ψ-Χ2 ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Ο.Ε" ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση οκτώ (8) συναλλαγματικές, εκδόσεως του ιδίου ποσού 12.000 Ε εκάστης πληρωτέες εις διαταγήν του ιδίου, με ημερομηνία λήξεως 2-9-03, 16-9-03, 2-10-03, 16-10-03, 2-11-03, 16-11-03, 2-12-03, και 16-12-03, οι οποίες εφέροντο να είναι αποδοχής της άνω εταιρίας και δη εφέρετο να είχε αποδεχθεί αυτές η β' κατηγορουμένη Χ2, ως νόμιμος εκπρόσωπος της παραπάνω εταιρίας, την 15-4-03, η οποία είχε θέσει, εν αγνοία του εγκαλούντα, την υπογραφή της και σφραγίδα με την επωνυμία της ως άνω εταιρείας, ουδεμία σχέση έχουσα με την πραγματική σφραγίδα της εν λόγω εταιρίας, στη θέση του αποδέκτη, παριστάνοντας αυτός (α'κατηγορούμενος) εν γνώσει του ψευδώς στο Δικαστή του ανωτέρω Δικαστηρίου ότι οι συναλλαγματικές αυτές ενσωμάτωναν νόμιμη απαίτηση αυτού (α' κατηγορουμένου) κατά της προρηθείσας εταιρίας και έτσι παρέπεισε τον παραπάνω Δικαστή και προέβηκε στην έκδοση της υπ'αριθμ. 68/2004 διαταγής πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει η ως άνω ομόρρυθμη εταιρία σ'αυτόν το ποσόν των 96.000 €, νομιμοτόκως από της επομένης της λήξεως κάθε συναλλαγματικής μέχρι της εξόφλησής τους, καθώς και ποσό 2.165,00 € για δικαστική δαπάνη. Στην πραγματικότητα όμως, ουδεμία οφειλή είχε η πιο πάνω εταιρία στον ανωτέρω κατηγορούμενο βάσει των ως άνω συναλλαγματικών, γεγονός που αν εγνώριζε ο παραπάνω δικαστής, δεν θα έκανε δεκτή την άνω αίτησή του, προέβηκε δε στην πράξη του αυτή ο εν λόγω κατηγορούμενος, προκειμένου να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος και δη το ως άνω συνολικό ποσό των 96.000 €, πλέον τόκων, βλάπτοντας αντίστοιχα την εταιρία "Ψ-Χ2 ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΟΕ", με τη συνδρομή της συγκατηγορουμένης του Χ2, η οποία, ενεργώντας, εν γνώσει της, προς βλάβη της προρηθείσας εταιρίας, της οποίας ετύγχανε διαχειρίστρια και νόμιμος εκπρόσωπος, υπέγραψε τις άνω συναλλαγματικές στη θέση του αποδέκτη, εν αγνοία του εγκαλούντα, για ανύπαρκτη οφειλή και τις παρέδωσε στον 1ο κατηγορούμενο-αδελφό της Χ1 για να επιτύχει την έκδοση της ως άνω υπ'αριθμ. 68/2004 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος της παραπάνω εταιρίας. Ακολούθως, την 9-1-04, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξουσίας δικηγόρου του 1ου κατηγορουμένου Ε, επιδόθηκε στην έδρα της ανωτέρω εταιρείας, ήτοι επί της οδού ......, αρ. ... στο ......, ακριβές φωτοτυπικό επικυρωμένο αντίγραφο από α' απόγραφο εκτελεστό της άνω διαταγής πληρωμής μετ'επιταγής προς πληρωμή, το οποίο παρέλαβε η β' κατηγορουμένη, Χ2, ως εκπρόσωπος της άνω εταιρίας, η οποία μετά τη διακοπή της συμβίωσής της με τον εγκαλούντα εξακολουθούσε να διαμένει στην ως άνω οικία με τα ανήλικα τέκνα τους (βλ. φωτοαντίγραφο της υπ'αριθμ. ...... έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, που επισυνάπτεται στη δικογραφία). Πλην όμως, η ανωτέρω κατηγορουμένη δεν ενημέρωσε τον εγκαλούντα, επίσης νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας, για την ως άνω επίδοση, με αποτέλεσμα αυτός να μην ασκήσει την κατά το άρθρο 632 Κ.Π.Δ. προβλεπόμενη ανακοπή εντός της δεκαπενθήμερης προθεσμίας από της επίδοσης της προαναφερθείσας διαταγής πληρωμής. Επακολούθησε, την 2-2-04, δεύτερη επίδοση της εν λόγω διαταγής πληρωμής κατά τον ίδιο τρόπο στην ίδια ως άνω διεύθυνση, χωρίς και πάλι η β' κατηγορουμένη να ενημερώσει τον εγκαλούντα. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να εκπνεύσει και η δεκαήμερη προθεσμία ασκήσεως της ανακοπής του άρθρου 633 Κ.Πολ.Δ. και η διαταγή πληρωμής να αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου (άρθρ. 633 Κ.Πολ.Δ.). Με βάση τον ανωτέρω εκτελεστό τίτλο ακολούθησε κατάσχεση του προαναφερθέντος πλοίου και ορίστηκε ημέρα για τη διενέργεια πλειστηριασμού αυτού η 5-5-04, συνταγείσης της υπ'αριθμ. ...... έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητού Πρωτοδικείου Αθηνών ...... . Μετά ταύτα, ο εγκαλών αφού είχε ενημερωθεί από τους αρμοδίους υπαλλήλους του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά περί της απαγορεύσεως του απόπλου του πλοίου λόγω της επιβληθείσας ως άνω κατάσχεσης και έλαβε γνώση εκ του φακέλου της διαταγής πληρωμής των σχετικών εγγράφων υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 14-4-04 ανακοπή και αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, κατ'άρθρον 152 Κ.Πολ.Δ., ως και την με ιδία ημερομηνία αίτηση αναστολής εκτέλεσης της ως άνω διαταγής πληρωμής μέχρις εκδόσεως τελεσιδίκου αποφάσεως επί της προρηθείσας ανακοπής. Κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης αναστολής την 22-4-04 και με το από 27-4-04 σημείωμα που κατέθεσε ο α' κατηγορούμενος Χ1 προς απόκρουση της αιτήσεως αυτής, ισχυρίσθηκε εν γνώσει του ψευδώς στον δικάσαντα Δικαστή, ότι δήθεν, την 15-4-03 καταρτίσθηκε σύμβαση δανείου μεταξύ αυτού, ως δανειστού και της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρίας "Ψ-Χ2 ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΟΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τη β' κατηγορουμένη, αδελφή του και εν διαστάσει σύζυγο του εγκαλούντα, Χ2, ως οφειλέτιδα, ότι κατέβαλε λόγω δανείου στην τελευταία, ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας, το ποσόν των 96.000 € και ότι προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς του αυτής εξέδωσε οκτώ (8) συναλλαγματικές, ποσού εκάστης 12.000 €, τις οποίες αποδέχθηκε η ομόρρυθμη εταιρία δια της νομίμου εκπροσώπου της. Προς θεμελιώση μάλιστα του ισχυρισμού του αυτού και προκειμένου να παραπλανήσει το Δικαστή περί της, δήθεν, ύπαρξης της οφειλής αυτής και ότι οι ως άνω συναλλαγματικές, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η παραπάνω διαταγή πληρωμής, ενσωμάτωναν, δήθεν, πραγματική απαίτηση αυτού κατά της άνω εταιρίας, επικαλέσθηκε και προσκόμισε το από 15-4-2003 εικονικό "ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου", το οποίο εφέρετο ότι είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτού και της άνω εταιρείας, εκπροσωπουμένης από τη συγκατηγορουμένη του, σύμφωνα με το οποίο εφέρετο ότι, δήθεν, παρέδωσε αυτός λόγω δανείου, άτοκα, το ποσόν των 96.000 € στην παραπάνω εταιρία και η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να του αποδώσει το ποσόν αυτό σε οκτώ (8) άτοκες δόσεις των 12.000 € εκάστης κατά τις ημερομηνίες 1/9/03, 15/9/03, 1/10/03, 15/10/03, 1/11/03, 15/11/03, 1/12/03 και 15/12/03 αντίστοιχα και ότι προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς του αυτής εξέδωσε αυτός και αποδέχθηκε η ως άνω εταιρία οκτώ (8) ισόποσες συναλλαγματικές, ποσού 12.000 € εκάστης, με ημερομηνίες λήξεως 2-9-03, 16-9-03, 2-10-03, 16-10-03, 2-11-03, 16-11-03, 2-12-03 και 16-12-03. Το εν λόγω "ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου" υπέγραψε ο ίδιος, ως δήθεν, δανειστής και η β' κατηγορουμένη αδελφή του, ως νόμιμος εκπρόσωπος της δήθεν, οφειλέτιδας εταιρείας εν αγνοία του εν διαστάσει συζύγου της εγκαλούντα, νομίμου εκπροσώπου επίσης της εταιρείας, καίτοι αυτή (β' κατηγορουμένη) εγνώριζε ότι η ανωτέρω εταιρία ουδέν ποσόν έλαβε από τον α' κατηγορούμενο, λόγω δανείου, και ότι με την ενέργειά της αυτή ζημιωνόταν η περιουσία της εγκαλούσας εταιρείας. Στην ενέργειά του αυτή προέβηκε ο ως άνω κατηγορούμενος Χ1 με τη συνδρομή της συγκατηγορουμένης του, προκειμένου να παραπείσει τον παραπάνω Δικαστή και ν'απορρίψει την ως άνω αίτηση αναστολής της ομόρρυθμης εταιρίας "Ψ-Χ2 ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΟΕ" και τον Ψ, πλην όμως δεν κατόρθωσε να πραγματώσει τον τελικό σκοπό του, καθόσον ο ανωτέρω Δικαστής έκανε δεκτή με την υπ'αριθμ. 3079/04 απόφαση την ως άνω αίτηση αναστολής και ανέστειλε την εκτέλεση της υπ'αριθμ. 68/2004 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μέχρις εκδόσεως τελεσίδικης απόφασης επί της ασκηθείσας ανακοπής (βλ. το από 15-4-03 ιδιωτ. συμφωνητικό σύναψης δανείου, το από 27-10-04 σημείωμα του α' κατηγορούμενου Χ1 και την υπ'αριθμ. 3079/04 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που υπάρχουν στη δικογραφία).
Οι κατηγορούμενοι διατείνονται ότι δεν είναι εικονικό το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου, ότι πράγματι χορηγήθηκε δάνειο στην παραπάνω ομόρρυθμη εταιρία από τον α'κατηγορούμενο την 15-4-03 ποσού 96.000 € για το οποίο καταρτίσθηκε το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό και ότι η απαίτηση που ενσωμάτωναν οι προαναφερθείσες συναλλαγματικές, τις οποίες αποδέχθηκε η β' κατηγορουμένη Χ2, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, προς εξασφάλιση του α' κατηγορουμένου-δανειστή, ήταν πραγματική, προς δε, ήταν σε γνώση του εγκαλούντα, εν διαστάσει συζύγου της, Ψ η σύναψη του δανείου αυτού, τον οποίον και ενημέρωσε για την ως άνω διαταγή πληρωμής ευθύς ως της επεδόθη. Οι παραπάνω ισχυρισμοί όμως των κατηγορουμένων δεν αποδεικνύονται εκ των στοιχείων της δικογραφίας, αλλά ούτε και ενισχύονται από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας. Αντίθετα, αποδυναμώνονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων Α, Β και Γ, λογιστή της άνω εταιρείας, ο οποίος καταθέτει ότι δεν υπήρχε ανάγκη δανεισμού της εταιρίας και ότι η σφραγίδα που έχει τεθεί στη θέση του αποδέκτη, ως σφραγίδα της εταιρείας, δεν είναι της εταιρείας, η οποία (γνήσια σφραγίδα) ευρίσκεται στο λογιστικό του γραφείο, είναι μοναδική και κανείς δεν του την είχε ζητήσει για να τη χρησιμοποιήσει (βλ. κατάθεση Γ). Επίσης αποδυναμώνονται οι ως άνω ισχυρισμοί των κατηγορουμένων και από το ότι δεν είναι λογικοφανές και διόλου πειστικό να είχε στα χέρια του ο α' κατηγορούμενος τη συγκεκριμένη ημέρα, ήτοι την 15-4-03, ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό, 96.000 €, το οποίο παρέδωσε στην αδελφή του, χωρίς να υπάρχει περί αυτού κάποιο παραστατικό έγγραφο, πολύ δε περισσότερο, ενόψει του ισχυρισμού του, ότι ένα μεγάλο μέρος αυτού, ήτοι 40.000 €, προήρχετο από συνεισφορά τρίτου, φίλου του και συγκεκριμένα κάποιου επιχειρηματία Δ, του οποίου δεν επικαλείται τη μαρτυρία, ούτε κατέστησε γνωστά τα λοιπά στοιχεία του, ώστε να μπορέσει να διασταυρωθεί ο ισχυρισμός του αυτός. Ενώ, θα πρέπει, προσέτι, να επισημανθεί η αντίφαση που υπάρχει ως προς το χρόνο και τον τρόπο καταβολής του δανείου στο από 27-4-04 σημείωμα αυτού ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέθεσε προς αντίκρουση της από 14-4-2004 αιτήσεως αναστολής του εγκαλούντα και της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας κατά της υπ'αριθμ. 68/04 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου εκθέτει στην 5η σελίδα επακριβώς το εξής "... προέβαινα συχνά σε άτοκο δανεισμό τους ήδη από τα τέλη του 2002. Προς εξασφάλισή μου δε, και με δεδομένο ότι έως τον Απρίλιο του 2003 οι ομόρρυθμοι εταίροι της ως άνω εταιρίας είχαν δανειστεί από εμένα διάφορα ποσά, την 15-4-03 υπεγράφη μεταξύ εμού και της Χ2 ενεργούσης ως νόμιμης διαχειρίστριας της ως άνω εταιρείας κατ'εντολή και με τη σύμφωνη γνώμη του συζύγου της το από 15-4-03 ιδιωτικό συμφωνητικό δανείου ...".
Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων πραγματικών περιστατικών και σκέψεων, προκύπτουν, σοβαρές ενδείξεις ενοχής των παραπάνω κατηγορουμένων Χ1 και Χ2 για τις πράξεις, που τους αποδίδονται, ήτοι: α) της από της ενώπιον δικαστηρίου τετελεσμένης και σε απόπειρα από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 73.000 € στον α' εξ αυτών και β) της απλής συνέργειας στις ως άνω πράξεις ως και γ) της απιστίας κατ'εξακολούθηση στη β' τούτων.
'Ετσι απέρριψε τις άνω εφέσεις και επεκύρωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα και συμπλήρωσε το διατακτικό αυτού και δη στο 10 φύλλο και στο 16ο στίχο μετά την ημερομηνία "16-12-2003", με την φράση "ποσού 12.000 ευρώ εκάστης".
Με αυτά που δέχθηκε το συμβούλιο εφετών με το άνω βούλευμά του ορθά έκρινε ότι στοιχειοθετείται για μεν τον πρώτο το έγκλημα της απάτης στο δικαστήριο με την αίτηση του πρώτου κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος στις 7-1-2004, την οποία ενίσχυσε με την προσκόμιση των οκτώ συναλλαγματικών που ήσαν αναληθείς κατά το περιεχόμενό τους, ήτοι ότι αντιπροσώπευαν δάνειο της εταιρείας προς αυτόν, ενώ αυτό ήταν ψευδές και αμφότεροι οι αναιρεσείοντες τελούσαν σε γνώση τούτου και σκοπούσαν να περιποιήσουν στον πρώτον από αυτούς παράνομα το αντίστοιχο περιουσιακόν όφελος και με βλάβη της εταιρείας, για δε την δεύτερη απλή συνέργεια στην άνω απάτη και αφετέρου απιστία, με την έκδοση, ήτοι υπογραφή για λογαριασμό της εταιρείας και παράδοση των άνω συναλλαγματικών στον πρώτο, εν γνώσει ότι ο τελευταίος θα τις χρησιμοποιούσε στο δικαστήριο για τον αναφέροντα σκοπό και ότι με την αποδοχή των συναλλαγματικών αυτών για λογαριασμό της εταιρείας και με την ιδιότητά της του διαχειριστού αυτής επέρχεται ζημία στην περιουσία της για ανύπαρκτο χρέος της.
Στο άνω βούλευμα περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τα εγκλήματα αυτά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και με έξαρση ορισμένων εξ αυτών (αποδεικτικών μέσων) και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στις διατάξεις που αναφέρονται (386, 47, 390 Π.Κ.).
Ειδικώτερα δε εκτίθενται και σε τί συνίσταται η βλάβη της εταιρείας, ήτοι η σε βάρος της έκδοση διαταγής πληρωμής για ανύπαρκτο χρέος της, 96.000 ευρώ (και δικαστικά έξοδα για εκκαθάριση της κατάστασης αυτής) με κίνδυνο απώλειας αντιστοίχου περιουσιακού της στοιχείου σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς αυτή (διαταγή πληρωμής). Με άλλες λέξεις και μόνη η έκδοση διαταγής πληρωμής συνιστά επέλευση βλάβης, ήτοι βλάβης παρούσης, χωρίς να χρειάζεται εκτέλεσή της. Το αντίστοιχο δε αυτής περιουσιακόν όφελος επεδίωκαν οι αναιρεσείοντες να περιποιήσουν στον πρώτο από αυτούς, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση αυτού.
Επίσης εκτίθεται και η ζημία της εταιρείας σε σχέση με το έγκλημα της απιστίας, ήτοι με μόνη την αποδοχή και παράδωση των συναλλαγματικών για λογαριασμό αυτής (εταιρείας) για ανύπαρκτο χρέος αυτής, εν γνώσει τούτου. Το γεγονός ότι επρόκειτο για ΟΕ είναι αδιάφορο αφού το νομικό πρόσωπο αυτής είναι αυτοτελές των εταίρων.
Σε σχέση όμως α) με τη μερικώτερη πράξη της απόπειρας απάτης και απλής συνέργειας σ'αυτήν που συνίσταται στο ότι ο πρώτος την 27-4-2004 παρέστησε στο μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών με το από 27-4-2004 σημείωμά του που κατέθεσε επί της συζητηθείσης την 22-4-2004 αιτήσεως του εγκαλούντος περί αναστολής εκτελέσεως της προαναφερθείσης διαταγής πληρωμής σε βάρος της εταιρείας και προς απόκρουση αυτής ισχυρίστηκε ότι οι άνω συναλλαγματικές εκδόθησαν προς εξασφάλιση δανείου που έγινε μεταξύ της εταιρείας, εκπροσωπήθηκε από την δεύτερη αναιρεσείουσα και αυτόν και ενίσχυσε τον ισχυρισμόν αυτόν με την προσκόμιση του από 15-4-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ τούτων, το οποίο ήταν ψευδές κατά περιεχόμενο, εν γνώσει τελούντες αμφότεροι τούτων -που όμως δεν πείστηκε ο άνω δικαστής και έκανε δεκτή την αίτηση αναστολής- β) και της μερικώτερης πράξης της απιστίας της δεύτερης που συνίσταται στην κατάρτιση και υπογραφή στις 22-4-2004 του ρηθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού, εσφαλμένα δέχθηκε ότι αποτελούν αυτοτελείς αξιόποινες πράξεις αφού αυτές αποτελούν μέρη του αυτού ιστορικού συμβάντος και συνάπτονται με ενότητα- ταυτότητα σκοπού και δη του αρχικού σκοπού αμφοτέρων (=σκοπού περιποιήσεως στον πρώτο του άνω ποσού και βλάβης της εταιρείας) χωρίς να έχουμε από αυτές νέα περιουσιακή βλάβη ή επαύξηση της αρχικής βλάβης του αρχικού ή άλλου παθόντος. Επομένως γι'αυτές ως συντιμώρητες επόμενες πράξεις δεν πρέπει να γίνει κατηγορία (485 § 1 Κ.Π.Δ.). Για το αυτοτελές αξιόποινο των πράξεων τούτων μπορεί να γίνει λόγος μόνο εάν για οποιονδήποτε λόγο π.χ. παραγραφή δεν θα ήταν ενεργό το αξιόποινο των προηγηθεισών πράξεων, γι'αυτό και η εδώ σχετική κρίση περί μη αξιοποίνου αυτών δεν παράγει δεδικασμένο και περιλαμβάνονται διηγηματικά στην κατηγορία.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω όπως γίνουν τυπικά δεκτές οι υπ'αριθμ. 54/2007 και 55/2007 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2 κατά του υπ'αριθμ. 2611/2006 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών και απορριφθούν στην ουσία τους.
Αναιρεθεί αυτεπαγγέλτως το βούλευμα αυτό σε σχέση με την απόπειρα απάτης, αφενός και απλής συνέργειας σ'αυτή και απιστίας αφετέρου που τέλεσαν οι ανωτέρω στις 27-4-2004 και 22-4-2004 αντίστοιχα κατά της εταιρείας "Ψ-Χ2 Ναυτιλιακή ΟΕ" και να μη γίνει κατηγορία κατ'αυτών γι'αυτές.
Να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος αυτών.
Αθήνα 7 Μαΐου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κονταξής"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι δύο αιτήσεις αναιρέσεως υπ'αριθμ. 54/2-3-2007 και 55/2-3-2007 των Χ1 και Χ2, αντιστοίχως στρεφόμενες κατά του υπ'αριθμ. 2611/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απερρίφθησαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις αυτών κατά του υπ'αριθμ. 516/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο παρέπεμψε αυτούς στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών προκειμένου να δικασθούν για την πράξη της απάτης επί δικαστηρίου τετελεσμένης και σε απόπειρα από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000€) ο εξ αυτών 1ος Χ1 και της απλής συνεργείας σ'αυτή και απιστίας κατ' εξακολούθηση η εξ αυτών 2α Χ2, είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικασθούν.
Κατά το άρθρο 386 § 1 Π.Κ. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών· και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Ούτω για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστου να περιποιήσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος η πραγματοποίηση του οποίου, εντεύθεν, και δεν απαιτείται, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία παρεπλανήθη κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστου και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της αξίας της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της. Περιουσιακή βλάβη μπορεί να συνιστά και συγκεκριμένη απειλή ή διακινδύνευση της περιουσίας όταν επιφέρει μείωση της ενεστώσας αξίας αυτής και μπορεί έτσι να αποτιμηθεί ως επελθούσα βλάβη. Περιουσιακή βλάβη στην απάτη συντρέχει ακόμη και όταν η επιδίωξη της ικανοποιήσεως (της αξιώσεως) του βλαπτομένου απαιτεί εμπλοκή σε δικαστικούς αγώνες. Ο σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου ("υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση") και συνεπώς εδώ αξιώνεται ορισμένος δόλος. "Περιουσιακό όφελος" είναι κάθε οικονομική βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως, υπάρχει δε περιουσιακό όφελος όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του δράστου ή άλλου καθώς και κάθε ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσίας αυτού. Το επιδιωκόμενο όφελος πρέπει να αποτελεί τον αντίποδα της βλάβης του παθόντος και συνήθως ισούται με αυτό, ήτοι η βλάβη της περιουσίας πρέπει να αντιστοιχεί στο παράνομο περιουσιακό όφελος που ο υπαίτιος επεδίωξε και να είναι άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του υπαιτίου. Ο παραπλανώμενος δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με τον βλαπτόμενο, αρκεί να μπορεί από τον νόμο ή από τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτομένου, στην διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Περαιτέρω μετά την αντικατάσταση της § 3 του άρθρου 386 ΠΚ με το άρθρο 14 § 4 Ν. 2721/1999 η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και στην περίπτωση κατά την οποίαν το παράνομο περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προεκλήθη υπερβαίνει το ποσόν των (νυν) 73.000 €. Στην πολιτική δίκη μπορεί ο δράστης να παραπλανήσει τον δικαστή οπότε συντελείται αντικειμενικώς το έγκλημα της απάτης δια της προβολής ψευδούς ισχυρισμού, ο οποίος να υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσκομιδή ψευδών αποδεικτικών μέσων ήτοι πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων ή γνησίων μεν ψευδών όμως κατά περιεχόμενον, από τα οποία ο δικαστής πλανηθείς εξέδωσε οριστική απόφαση από την οποίαν επήλθε βλάβη στον διάδικο. Εντεύθεν η πράξη της απάτης στο δικαστήριο τελείται και με την αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση ψευδείς κατά περιεχόμενο συναλλαγματικές, το ποσόν των οποίων δεν ώφειλεν ο παθών και ο δικαστής παραπλανήθηκε από αυτές και εξέδωσε την βλαπτική για τα συμφέροντα του αντιδίκου του διαταγή πληρωμής συνεπεία της οποίας, αποτελούσης εκτελεστό τίτλο (άρθρο 631 ΚΠολΔικ), επέρχεται βλάβη εις την περιουσίαν ή και απειλή κατά της περιουσίας, όταν αυτή δημιουργεί χειροτέρευση της παρούσης περιουσιακής καταστάσεως του αντιδίκου του δράστου.
Εκ του άρθρου 17 Π.Κ. κατά το οποίον "χρόνος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίον ο υπαίτιος ενήργησε ή ώφειλε να ενεργήσει. Ο χρόνος κατά τον οποίον επήλθε το αποτέλεσμα είναι αδιάφορος, εκτός αν ορίζεται άλλως", σε συνδυασμό με το άρθρο 112 Π.Κ. κατά το οποίον "η προθεσμία της παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη εκτός αν ορίζεται άλλως" προκύπτει ότι και επί εγκλημάτων για την αντικειμενική υπόσταση των οποίων, ως τετελεσμένων απαιτείται κατά νόμον ως στοιχείο η επέλευση ορισμένου αποτελέσματος, ως χρόνος τελέσεως της πράξεως θεωρείται εκείνος κατά τον οποίον ο υπαίτιος ενήργησε ή ώφειλε να ενεργήσει είναι δε αδιάφορος ο χρόνος κατά τον οποίον επήλθε το αποτέλεσμα, εκτός αν εξαιρετικώς ορίζεται άλλως στο νόμο. Οι μετά την εξαπάτηση πράξεις μπορούν να θεωρηθούν ως απάτες που τελούνται με σκοπό να διατηρήσει ο δράστης τα οφέλη που απέκτησε ήδη από την πρώτη εξαπάτηση (απάτη εξασφαλίσεως), εφ' όσον με αυτές δεν προκαλείται νέα και διαφορετική βλάβη στην περιουσία του θύματος. Σε αντίθετη περίπτωση θα επρόκειτο για αληθή πραγματικώς συρροή. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 ΠΚ, όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Το έγκλημα της απάτης μπορεί να τελεσθεί και με τη μορφή απόπειρας, τόσο όταν ο δράστης επιχειρήσει πράξη που κατευθύνεται στην παραπλάνηση του άλλου και κατά την πρόθεσή του οδηγεί στην περιουσιακή διάθεση, πλην όμως δεν ολοκληρώθηκε ή ολοκληρώθηκε μεν, αλλά δεν προκάλεσε πλάνη ή περιουσιακή ζημία, όσο και όταν η συμπεριφορά του δράστη τελεί σε τέτοια αναγκαία και άμεση συνάφεια προς την αντικειμενική υπόσταση της απάτης, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε ανακοπεί για οποιονδήποτε λόγο. Για την στοιχειοθέτηση της απόπειρας απάτης απαιτείται να συντρέχει πλήρως και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, δηλαδή ο δράστης πρέπει να έχει γνώση ως προς το ψευδές των παραστάσεων και να επιδιώκει την επίτευξη παράνομου περιουσιακού οφέλους. Και εις την απάτη στο δικαστήριο είναι νοητή η απόπειρα, αν δεν παρεπλανήθη το δικαστήριο παρά την επιχειρηθείσα απάτη υπό του διαδίκου και εκδίδει απορριπτική απόφαση για τον προβληθέντα ισχυρισμό. Η κατά το άρθρο 47 § 1 Π.Κ. απλή συνέργεια είναι η παροχή με πρόθεση στον δράστη οποιασδήποτε βοηθείας πριν ή κατά την εκτέλεση της αδίκου πράξεως την οποίαν ετέλεσεν εκείνος ή απεπειράθη τουλάχιστον να τελέσει, ψυχικής, υλικής θετικής ή αποθετικής. Ο δόλος του απλού συνεργού συνίσταται στην γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση ή απόπειρα τελέσεως ορισμένης αδίκου πράξεως που αντικειμενικά συνιστά έγκλημα και στην βούλησή του να συμβάλει στην τέλεσή του από τον αυτουργό, η δε συνδρομή πρέπει να συνδέεται αιτιωδώς με την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Περαιτέρω κατά το άρθρο 390 § 1 ΠΚ όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη, τιμωρείται με φυλάκιση. Ούτω για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας απαιτούνται: α) ο δράστης (να) είναι μόνο πρόσωπο που έχει την επιμέλεια ή διαχείριση της περιουσίας άλλου, η ιδιότητα δε του διαχειριστού ή επιμελητού να πηγάζει από δικαιοπραξία ή εκ του νόμου, όπως ο διαχειριστής νομικού προσώπου (ΟΕ) οπότε η περιουσία είναι ξένη για τον διαχειριστή β) η εν λόγω ιδιότητα (πρέπει) να υπάρχει κατά τον χρόνο της τελέσεως της πράξεως, η πράξη δε του δράστου να εμφανίζεται ως εξωτερική και δικαιοπρακτική και να επιφέρει ζημία στην ξένη περιουσία, θετική ή αποθετική, οίαν συνιστά και η διακινδύνευση, προκαλουμένη με την κατάχρηση της εξουσίας του δράστου ως διαχειριστού, γ) δόλος ορισμένος και δεν αρκεί ο ενδεχόμενος, αφού η διατύπωση του άρθρου "με γνώση" ("υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση") περιλαμβάνει τη γνώση και την θέληση επαγωγής ζημίας ήτοι βλάβης της περιουσίας, αρκούσης και της πιθανότητος ως προς την επέλευση του κινδύνου, δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας και της παραβιάσεως των κανόνων της επιμελούς διαχειρίσεως. Στην αληθή πραγματική συρροή εγκλημάτων υφίστανται περισσότερες από μία αυτοτελείς πράξεις εκάστη των οποίων απαρτίζεται από διαφορετικά στοιχεία και στρέφεται κατά διαφορετικού υλικού αντικειμένου, το αυτό δε ισχύει και στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα όπου επίσης οι μερικότερες πράξεις διατηρούν την αυτοτέλειά τους ως προς την ύπαρξη έγκλησης και την παραγραφή, και όπου η καταδίκη για μία εξ αυτών δεν κωλύει την δίωξη για τις λοιπές λόγω δεδικασμένου. Όταν όμως οι πράξεις του υπαιτίου απέχουν μεν χρονικώς μεταξύ τους αλλά συνάπτονται σε μία ενότητα η μία με την άλλη, και δεν προσβάλλει έκαστη τούτων έτερα έννομα αγαθά του ιδίου ή άλλου προσώπου, αλλά στρέφονται κατά του ίδιου υλικού αντικειμένου, τότε δεν υφίσταται αληθής συρροή εγκλημάτων (ή έγκλημα κατ'εξακολούθηση) αλλά μία ενιαία πράξη στην οποία η πρώτη επί μέρους ενέργεια του δράστη διευρύνεται δια προσθήκης ενός νέου τμήματος συμπεριφοράς (φυσική ενότητα της όλης πράξης). Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ 1 και 178 ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δικ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποίαν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Τέλος η κατά το άρθρο 484 § 1 περίπτ. β) Κ.Ποιν.Δικ. εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη ότι προέκυψαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 2611/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απερρίφθησαν οι ασκηθείσες από τους αναιρεσείοντες εφέσεις κατά του πρωτοδίκου υπ'αριθμ. 516/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (αφού συνεπληρώθη το τελευταίο τούτο κατά τινα περικοπή όπως εις το άνω εφετειακό βούλευμα αναφέρεται), με το οποίο έχουν παραπεμφθεί οι αναιρεσείοντες να δικασθούν για απάτη επί δικαστηρίου, τετελεσμένη και εν αποπείρα, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 73.000 ευρώ ο πρώτος και για απλή συνέργεια στην άνω πράξη και απιστία κατ' εξακολούθηση η δευτέρα τούτων (άρθρ. 26 § 1α, 27 § 1, 42 § 1, 47, 94 § 1, 98, 386 §1-3β 390 Π.Κ.). Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του εισαγγελική πρόταση και δι'αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην ενσωματωμένη εις αυτό εισαγγελική πρόταση και με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων εδέχθη ότι απεδείχθησαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών Ψ μετά της εν διαστάσει συζύγου του β' κατ/νης - εκκαλούσας Χ2 συνέστησαν δυνάμει του από 26-3-97 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο δημοσιεύθηκε νομίμως στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αύξοντα αριθμό ......, ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Ψ-Χ2 ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Ο.Ε.", με έδρα το ...... επί της οδού ...... αρ. ..., όπου ήταν και η συζυγική οικία τους και με σκοπό την απόκτηση και εκμετάλλευση τουριστικών επαγγελματικών σκαφών. Εκπρόσωποι και διαχειριστές της άνω εταιρίας, σύμφωνα με το καταστατικό της, ήσαν αμφότερα τα ομόρρυθμα μέλη αυτής, ήτοι ο εγκαλών και η σύζυγός του Χ2, οι οποίοι ενεργούσαν είτε από κοινού είτε ο καθένας χωριστά κάθε πράξη διοίκησης, διαχείρισης και διάθεσης, που αναγόταν στο σκοπό και στο αντικείμενο της εταιρικής επιχείρησης και σε όλο το φάσμα της λειτουργίας της. Στην πραγματικότητα όμως ουσιαστική διαχείριση ασκούσε ο εγκαλών. Η ανωτέρω εταιρία απέκτησε ένα επαγγελματικό - τουριστικό σκάφος, με το όνομα "...... ΙΙ", με διεθνές διακριτικό σήμα ......, νηολογημένο στο βιβλίο Α' κλάσης του Λιμένα Πειραιά, κόρων ολικής χωρητικότητας 22,65 και καθαρής 14,13, το οποίο είναι ελλιμενισμένο στη ...... . Το σκάφος αυτό ναυλωνόταν σε τρίτους, απ' όπου απεκόμιζε η ως άνω ιδιοκτήτρια εταιρία κέρδη και ουδέποτε από της συστάσεώς της είχε δημιουργήσει χρέη. Την 24-3-04 και ενώ ο εγκαλών ήταν ήδη σε διάσταση μετά της συζύγου του, β' κατ/νης, από το Μάϊο του 2003, ότε και απεχώρησε της συζυγικής στέγης, μετά από οικογενειακά προβλήματα που αντιμετώπιζαν, πληροφορήθηκε έκπληκτος από το Κεντρικό Λιμεναρχείο Πειραιά, ως νόμιμος εκπρόσωπος της άνω ομόρρυθμης εταιρίας, ότι είχε απαγορευθεί ο απόπλους του ανωτέρω πλοίου και κάθε μετακίνηση αυτού, για το λόγο ότι είχε επιβληθεί επ' αυτού αναγκαστική κατάσχεση με επίσπευση του 1ου κατ/νου Χ1, αδελφού της εν διαστάσει συζύγου του. Μετά ταύτα, ο εγκαλών έσπευσε να ερευνήσει, προκειμένου να ενημερωθεί για το τι ακριβώς είχε συμβεί, οπότε και διαπίστωσε ότι ο 1ος κατ/νος - Χ1 με την από 7-1-04 αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας "Ψ-Χ2 ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Ο.Ε." ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση οκτώ (8) συναλλαγματικές, εκδόσεως του ιδίου, ποσού 12.000 € εκάστης, πληρωτέες εις διαταγήν του ιδίου, με ημερομηνία λήξεως 2-9-03, 16-9-03, 2-10-03, 16-10-03, 2-11-03, 16-11-03, 2-12-03 και 16-12-03, οι οποίες εφέροντο να είναι αποδοχής της άνω εταιρίας και δη εφέρετο να είχε αποδεχθεί αυτές η β' κατ/νη Χ2, ως νόμιμος εκπρόσωπος της παραπάνω εταιρίας, την 15-4-03, η οποία είχε θέσει, εν αγνοία του εγκαλούντα, την υπογραφή της και σφραγίδα με την επωνυμία της ως άνω εταιρίας, ουδεμία σχέση έχουσα με την πραγματική σφραγίδα της εν λόγω εταιρίας, στη θέση του αποδέκτη, παριστάνοντας αυτός (α' κατ/νος) εν γνώσει του ψευδώς στο Δικαστή του ανωτέρω Δικαστηρίου ότι οι συναλλαγματικές αυτές ενσωμάτωναν νόμιμη απαίτηση αυτού (α' κατ/νου) κατά της προρηθείσας εταιρίας και έτσι παρέπεισε τον παραπάνω Δικαστή και προέβηκε στην έκδοση της υπ' αριθμ. 68/2004 διαταγής πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει η ως άνω ομόρρυθμη εταιρία σ'αυτόν το ποσόν των 96.000 €, νομιμοτόκως από της επομένης της λήξεως κάθε συναλλαγματικής μέχρι της εξόφλησής τους, καθώς και ποσό 2.165,00 €, για δικαστική δαπάνη. Στην πραγματικότητα όμως, ουδεμία οφειλή είχε η πιο πάνω εταιρία στον ανωτέρω κατηγορούμενο βάσει των ως άνω συν/κών, γεγονός που αν εγνώριζε ο παραπάνω Δικαστής, δεν θα έκανε δεκτή την άνω αίτησή του, προέβηκε δε στην πράξη του αυτή ο εν λόγω κατ/νος, προκειμένου να αποκομίζει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος και δη το ως άνω συνολικό ποσό των 96.000 €, πλέον τόκων, βλάπτοντας αντίστοιχα την εταιρία "Ψ-Χ2 ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Ο.Ε.", με τη συνδρομή της συγκατηγορουμένης του, Χ2, η οποία, ενεργώντας, εν γνώσει της, προς βλάβη της προρηθείσας εταιρείας, της οποίας ετύγχανε διαχειρίστρια και νόμιμος εκπρόσωπος, υπέγραψε τις άνω συναλλαγματικές στη θέση του αποδέκτη, εν αγνοία του εγκαλούντα, για ανύπαρκτη οφειλή και τις παρέδωσε στον 1ο κατ/νο - αδελφό της Χ1 για να επιτύχει την έκδοση της ως άνω υπ' αριθμ. 68/2004 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος της παραπάνω εταιρίας. Ακολούθως, την 9-1-04, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξουσίας δικηγόρου του 1ου κατ/νου Ε, επιδόθηκε στην έδρα της ανωτέρω εταιρίας, ήτοι επί της οδού ...... αρ. ... στο ......, ακριβές φωτοτυπικό επικυρωμένο αντίγραφο από α' απόγραφο εκτελεστό της άνω διαταγής πληρωμής μετ' επιταγής προς πληρωμή, το οποίο παρέλαβε η β' κατ/νη Χ2, ως εκπρόσωπος της άνω εταιρίας, η οποία μετά τη διακοπή της συμβίωσής της με τον εγκαλούντα εξακολουθούσε να διαμένει στην ως άνω οικία με το ανήλικο τέκνο τους. (βλ. φωτοαντίγραφο της υπ' αριθμ. ...... έκθεσης επίδοσης της δικ. επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, που επισυνάπτεται στη δικογραφία). Πλην όμως, η ανωτέρω κατηγορουμένη δεν ενημέρωσε τον εγκαλούντα, επίσης νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας, για την ως άνω επίδοση, με αποτέλεσμα αυτός να μην ασκήσει την κατά το άρθρο 632 Κ.Π.Δ. προβλεπόμενη ανακοπή εντός της δεκαπενθήμερης προθεσμίας από της επίδοσης της προαναφερθείσας διαταγής πληρωμής. Επακολούθησε, την 2-2-04, δεύτερη επίδοση της εν λόγω διαταγής πληρωμής κατά τον ίδιο τρόπο στην ίδια ως άνω διεύθυνση, χωρίς και πάλι η β' κατηγορουμένη να ενημερώσει τον εγκαλούντα. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να εκπνεύσει και η δεκαήμερη προθεσμία ασκήσεως της ανακοπής του άρθρου 633 Κ.Πολ.Δ. και η διαταγή πληρωμής να αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου (άρθρ. 633 Κ.Πολ.Δ.). Με βάση τον ανωτέρω εκτελεστό τίτλο ακολούθησε κατάσχεση του προαναφερθέντος πλοίου και ορίστηκε ημέρα για τη διενέργεια πλειστηριασμού αυτού η 5-5-04, συνταγείσης της υπ' αριθμ. ...... έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...... . Μετά ταύτα, ο εγκαλών αφού είχε ενημερωθεί από τους αρμοδίους υπαλλήλους του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά περί της απαγορεύσεως του απόπλου του πλοίου λόγω της επιβληθείσας ως άνω κατάσχεσης και έλαβε γνώση εκ του φακέλου της διαταγής πληρωμής των σχετικών εγγράφων υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 14-4-04 ανακοπή και αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, κατ' άρθρον 152 Κ.Πολ.Δ., ως και την με ιδία ημερομηνία αίτηση αναστολής εκτέλεσης της ως άνω διαταγής πληρωμής μέχρις εκδόσεως τελεσιδίκου αποφάσεως επί της προρηθείσας ανακοπής. Κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης αναστολής την 22-4-04 και με το από 27-4-04 σημείωμα που κατέθεσε ο α' κατ/νος Χ1 προς απόκρουση της αιτήσεως αυτής, ισχυρίσθηκε εν γνώσει του ψευδώς στον δικάσαντα Δικαστή, ότι, δήθεν, την 15-4-03 καταρτίσθηκε σύμβαση δανείου μεταξύ αυτού, ως δανειστού και της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρίας "Ψ-Χ2 ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Ο.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τη β' κατ/νη, αδελφή του και εν διαστάσει σύζυγο του εγκαλούντα Χ2, ως οφειλέτιδα, ότι κατέβαλε λόγω δανείου στην τελευταία, ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας, το ποσόν των 96.000 € και ότι προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς του αυτής εξέδωσε οκτώ (8) συναλλαγματικές, ποσού εκάστης 12.000 €, τις οποίες αποδέχθηκε η ομόρρυθμη εταιρία δια της νομίμου εκπροσώπου της. Προς θεμελίωση μάλιστα του ισχυρισμού του αυτού και προκειμένου να παραπλανήσει το Δικαστή περί της, δήθεν, ύπαρξης της οφειλής αυτής και ότι οι ως άνω συναλλαγματικές, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η παραπάνω διαταγή πληρωμής, ενσωμάτωναν, δήθεν, πραγματική απαίτηση αυτού κατά της άνω εταιρίας, επικαλέσθηκε και προσκόμισε το από 15-4-2003 εικονικό "ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου", το οποίο εφέρετο ότι είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτού και της άνω εταιρίας, εκπροσωπουμένης από τη συγκατηγορουμένη του, σύμφωνα με το οποίο εφέρετο ότι, δήθεν, παρέδωσε αυτός λόγω δανείου, άτοκα, το ποσόν των 96.000 € στην παραπάνω εταιρία και η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να του αποδώσει το ποσόν αυτό σε οκτώ (8) άτοκες δόσεις των 12.000 € εκάστης κατά τις ημερομηνίες 1/9/03, 15/9/03, 1/10/03, 15/10/03, 1/11/03, 15/11/03, 1/12/03 και 15/12/03 αντίστοιχα και ότι προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς του αυτής εξέδωσε αυτός και αποδέχθηκε η ως άνω εταιρία οκτώ (8) ισόποσες συν/κές, ποσού 12.000 € εκάστης, με ημερομηνίες λήξεως 2-9-03, 16-9-03, 2-10-03, 16-10-03, 2-11-03, 16-11-03, 2-12-03 και 16-12-03. Το εν λόγω "ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου" υπέγραψε ο ίδιος, ως δήθεν, δανειστής και η β' κατηγορουμένη αδελφή του, ως νόμιμος εκπρόσωπος της, δήθεν, οφειλέτιδας εταιρίας, εν αγνοία του εν διαστάσει συζύγου της εγκαλούντα, νομίμου εκπροσώπου επίσης της εταιρίας, καίτοι αυτή (β' κατ/νη) εγνώριζε, ότι η ανωτέρω εταιρία ουδέν ποσόν έλαβε από τον α' κατ/νο, λόγω δανείου, και ότι με την ενέργειά της αυτή ζημιωνόταν η περιουσία της εγκαλούσας εταιρίας. Στην ενέργειά του αυτή προέβηκε ο ως άνω κατ/νος Χ1 με τη συνδρομή της συγκατηγορουμένης του, προκειμένου να παραπείσει τον παραπάνω Δικαστή και ν' απορρίψει την ως άνω αίτηση αναστολής της ομόρρυθμης εταιρίας "Ψ-Χ2 ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Ο.Ε." και του Ψ, πλην όμως δεν κατόρθωσε να πραγματώσει τον τελικό σκοπό του, καθόσον ο ανωτέρω Δικαστής έκανε δεκτή με την υπ' αριθμ. 3079/04 απόφαση την ως άνω αίτηση αναστολής και ανέστειλε την εκτέλεση της υπ' αριθμ. 68/2004 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μέχρις εκδόσεως τελεσίδικης απόφασης επί της ασκηθείσας ανακοπής (βλ. το από 15-4-03 ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου, το από 27/10/04 σημείωμα του α' κατ/νου Χ1 και την υπ' αριθμ. 3079/04 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που υπάρχουν στη δικογραφία). Οι κατηγορούμενοι διατείνονται ότι δεν είναι εικονικό το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου, ότι πράγματι χορηγήθηκε δάνειο στην παραπάνω ομόρρυθμη εταιρία από τον α' κατ/νο, την 15-4-03 ποσού 96.000 € για το οποίο καταρτίσθηκε το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό και ότι η απαίτηση που ενσωμάτωναν οι προαναφερθείσες συν/κές, τις οποίες αποδέχθηκε η β' κατ/νη Χ2, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας, προς εξασφάλιση του α' κατ/νου - δανειστή, ήταν πραγματική, προς δε, ήταν σε γνώση του εγκαλούντα, εν διαστάσει συζύγου της, Ψ η σύναψη του δανείου αυτού, τον οποίον και ενημέρωσε για την ως άνω διαταγή πληρωμής ευθύς ως της επεδόθη. Οι παραπάνω ισχυρισμοί όμως των κατηγορουμένων δεν αποδεικνύονται εκ των στοιχείων της δικογραφίας, αλλά ούτε και ενισχύονται από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας. Αντίθετα, αποδυναμώνονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων Α, Β και Γ, λογιστή της άνω εταιρίας, ο οποίος καταθέτει ότι δεν υπήρχε ανάγκη δανεισμού της εταιρίας και ότι η σφραγίδα που έχει τεθεί στη θέση του αποδέκτη, ως σφραγίδα της εταιρίας, δεν είναι της εταιρίας, η οποία (γνήσια σφραγίδα) ευρίσκεται στο λογιστικό του γραφείο, είναι μοναδική και κανείς δεν του την είχε ζητήσει για να τη χρησιμοποιήσει (βλ. κατάθεση Γ). Επίσης αποδυναμώνονται οι ως άνω ισχυρισμοί των κατ/νων και από το ότι δεν είναι λογικοφανές και διόλου πειστικό να είχε στα χέρια του ο α' κατ/νος τη συγκεκριμένη ημέρα, ήτοι την 15-4-03, ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό, 96.000 €, το οποίο παρέδωσε στην αδελφή του, χωρίς να υπάρχει περί αυτού κάποιο παραστατικό έγγραφο, πολύ δε περισσότερο, εν όψει του ισχυρισμού του, ότι ένα μεγάλο μέρος αυτού, ήτοι 40.000 €, προήρχετο από συνεισφορά τρίτου, φίλου του και συγκεκριμένα κάποιου επιχειρηματία Δ, του οποίου δεν επικαλείται τη μαρτυρία, ούτε κατέστησε γνωστά τα λοιπά στοιχεία του, ώστε να μπορέσει να διασταυρωθεί ο ισχυρισμός του αυτός. Ενώ, θα πρέπει, προσέτι, να επισημανθεί, η αντίφαση που υπάρχει ως προς το χρόνο και τον τρόπο καταβολής του δανείου, στο από 27-4-04 σημείωμα αυτού ενώπιον του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέθεσε προς αντίκρουση της από 14-4-2004 αιτήσεως αναστολής του εγκαλούντα και της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας κατά της υπ' αριθμ. 68/04 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου εκθέτει στην 5η σελίδα επακριβώς τα εξής: "... προέβαινα συχνά σε άτοκο δανεισμό τους ήδη από τα τέλη του 2002. Προς εξασφάλισή μου δε, και με δεδομένο ότι έως τον Απρίλιο του 2003 οι ομόρρυθμοι εταίροι της ως άνω εταιρίας είχαν δανειστεί από εμένα διάφορα ποσά, την 15-4-03 υπεγράφη μεταξύ εμού και της Χ2 ενεργούσα ως νόμιμη διαχειρίστρια της ως άνω εταιρίας κατ' εντολή και με τη σύμφωνη γνώμη του συζύγου της ... το από 15-4-03 ιδιωτικό συμφωνητικό δανείου ...". Κατόπιν αυτών έκρινε ότι στοιχειοθετείται για μεν τον πρώτο κατ/νον το έγκλημα της απάτης επί δικαστηρίου με την αίτησή του προς έκδοση διαταγής πληρωμής την 7/1/2004, την οποίαν υπέβαλε και με την προσκομιδή των οκτώ (8) συναλλαγματικών εκδόσεώς του, οι οποίες ήσαν αναληθείς κατά το περιεχόμενό των, ήτοι ότι ενσωμάτωναν απαίτησή του κατά της εταιρίας και αντιπροσώπευαν δάνειο αυτού προς αυτή, ενώ τούτο ήτο ψευδές και αμφότεροι οι αναιρεσείοντες ετέλουν εν γνώσει τούτου και εσκόπουν να περιποιήσουν εις τον αναιρεσείοντα παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη της εταιρίας, για δε την δευτέρα αφ' ενός για το έγκλημα της απλής συνεργείας στην άνω απάτη και αφ'ετέρου για απιστία, με την υπογραφή την 15/4/2003 για λογαριασμό της εταιρίας, ως αποδέκτου των άνω συναλλαγματικών και την παράδοση στον αναιρεσείοντα εν γνώσει ότι αυτός θα τις εχρησιμοποίει για έκδοση διαταγής πληρωμής, καίτοι ουδεμία οφειλή της εταιρίας υφίστατο προς αυτόν, με ζημία της περιουσίας της τελευταίας, της οποίας η δευτέρα κατ/νη ετύγχανε διαχειρίστρια και νόμιμος εκπρόσωπος. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔικ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες επείσθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άνω άρθρων τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, όσον αφορά το σκέλος της απάτης του Χ1 και της απλής συνεργείας σ'αυτήν της Χ2 προς δε και της απιστίας της τελευταίας αυτής κατά την 15/4/2003 δια της υπογραφής των συναλλαγματικών. Ειδικότερα προσδιορίζεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα εις τι συνίσταται η βλάβη της εταιρίας ήτοι η εις βάρος της έκδοση διαταγής πληρωμής για ανύπαρκτο χρέος εξ 96.000 € με κίνδυνο απωλείας αντιστοίχου περιουσιακού της στοιχείου, εις περίπτωση μη συμμορφώσεώς της προς αυτήν, αφού, κατά τ' άνω εκτεθέντα και μόνη η έκδοση διαταγής πληρωμής συνιστά επέλευση βλάβης και δη βλάβης παρούσης, χωρίς να απαιτείται η εκτέλεσή της, το αντίστοιχο δε περιουσιακό όφελος επεδίωκαν οι αναιρεσείοντες, χωρίς να απαιτείται και η πραγματοποίησή του. Επίσης εκτίθεται και η ζημία της εταιρίας εν σχέσει με το έγκλημα της απιστίας ήτοι με την αποδοχή υπό της δευτέρας κατηγορουμένης των συναλλαγματικών δια λογαριασμόν της εταιρίας και την παράδοσή των στον πρώτο κατ/νο, για ανύπαρκτο χρέος της τελευταίας αυτής, εν γνώσει τούτου. Εν σχέσει όμως α) με την μερικότερη πράξη της αποπείρας απάτης του πρώτου κατηγορουμένου και της απλής συνεργείας σ'αυτήν που συνίστανται στο ότι ο μεν πρώτος την 27/4/2004 παρέστησεν εν γνώσει του ψευδώς στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με το υπό την αυτήν ημεροχρονολογίαν σημείωμά του, που κατέθεσεν επί της συζητηθείσης την 22/4/2004 αιτήσεως του εγκαλούντος περί αναστολής εκτελέσεως της προαναφερθείσης διαταγής πληρωμής εις βάρος της εταιρίας και προς απόκρουση της αιτήσεως αυτής ότι την 15/4/2003 κατηρτίσθη, σύμβαση δανείου μεταξύ αυτού ως δανειστού και της εταιρίας, εκπροσωπουμένης υπό της δευτέρας κατηγορουμένης - αναιρεσειούσης, ως οφειλέτιδος, προς εξασφάλιση του οποίου εξεδόθησαν οι άνω συναλλαγματικές, προς υποστήριξη δε του ισχυρισμού αυτού ούτος (πρώτος κατηγορούμενος) προσεκόμισε το από 15/4/2003 "ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου" ψευδές κατά περιεχόμενο και εν γνώσει τελών του ψευδούς, χωρίς όμως να πεισθεί ο άνω δικαστής, ο οποίος ανέστειλε την εκτέλεση της υπ'αριθμ. 68/2004 διαταγής πληρωμής, η δε δευτέρα υπέγραψε το άνω από 15/4/2003 "ιδιωτικό συμφωνητικό σύναψης δανείου" και β) της μερικότερης πράξης της απιστίας της δευτέρας κατηγορουμένης που συνίσταται στην κατάρτιση και υπογραφή την 22/4/2004 του ως άνω από 15/4/2003 "ιδιωτικού συμφωνητικού σύναψης δανείου", το Συμβούλιο Εφετών εσφαλμένα εδέχθη ότι αποτελούν αυτοτελείς αξιόποινες πράξεις, αφού αυτές αποτελούν μία ενότητα σκοπού (=περιποιήσεως εις τον πρώτον περιουσιακού οφέλους προς βλάβην της εταιρίας), χωρίς να υπάρχει εξ αυτών νέα περιουσιακή βλάβη ή επαύξηση της αρχικής του αυτού ή άλλου παθόντος.
Συνεπώς πρέπει το παρόν Δικαστήριο συμπληρουμένου κατά τούτο· του λόγου της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και αναιρουμένου ως προς τις πράξεις αυτές του προσβαλλομένου βουλεύματος, να αποφανθεί αυτεπαγγέλτως ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για τις πράξεις αυτές, απορριφθούν δε κατά τα λοιπά οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως ως κατ' ουσίαν αβάσιμες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί αυτεπαγγέλτως το υπ' αριθμ. 2611/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, όσον αφορά την απόπειρα απάτης αφ'ενός και την απλή συνέργεια σ'αυτήν και απιστία αφετέρου που φέρεται ότι τέλεσαν οι αναιρεσείοντες την 27/4/2004 και 22/4/2004 αντιστοίχως εις βάρος της εταιρίας "Ψ-Χ2 Ναυτιλιακή Ο.Ε.".
Αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία γι'αυτές.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις υπ' αριθμ. 54 και 55/2-3-2007 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 για αναίρεση του υπ'αριθμ. 2611/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πότε κακουργηματική απάτη επί δικαστηρίου. Τι είναι περιουσιακή βλάβη. Ακόμη και όταν η επιδίωξη της ικανοποιήσεως του βλαπτομένου από την εμπλοκή σε δικαστικούς αγώνες. Χρόνος τέλεσης της απάτης άρθρο 17 ΠΚ. Οι μετά την εξαπάτηση πράξεις μπορούν να θεωρηθούν ως απάτες με σκοπό να διατηρήσει ο δράστης τα οφέλη που απέκτησε ήδη από την πρώτη εξαπάτηση, εφόσον με αυτές δεν προκαλείται νέα και διαφορετική βλάβη στην περιουσία του θύματος. Όταν οι πράξεις του υπαιτίου συνάπτονται σε μία ενότητα η μία με την άλλη και δεν προσβάλλει εκάστη αυτών έτερα έννομα αγαθά του ιδίου ή άλλου προσώπου, αλλά στρέφονται κατά του ιδίου υλικού αντικειμένου, τότε δεν υπάρχει έγκλημα κατ’ εξακολούθηση, αλλά μία ενιαία πράξη. Αναιρεί εν μέρει - Να μη γίνει κατηγορία. Απορρίπτει κατά τα λοιπά αναιρέσεις.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Αναίρεση μερική.
| 0
|
Αριθμός 1626/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλκιβιάδη Γρηγοριάδη και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία του δικηγόρο Αθανασία Χαλβαντζή, περί αναιρέσεως της 944-945/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9.7.2007 και 16.7.2007 δύο αυτοτελείς αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1494/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι αιτήσεις αναιρέσεως, από 9.7.2007 του Χ1, δια δηλώσεως στον γραμματέα του (δικαστηρίου τού) Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και από 16.7.2007 του Χ2 δια δηλώσεως επιδοθείσης εις τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στρέφονται κατά της υπ' αριθμ. 944-945/2007 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατεχωρίσθη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στην άνω γραμματεία την 29.6.2007. Πρέπει αυτές να συνεκδικασθούν και να εξετασθούν περαιτέρω.
Κατ' άρθρον 5 παρ. 1 εδ. β', στ' και ζ' Ν. 1729/1987 (όπως ίσχυε προ της κωδικοποιήσεως του Ν. 3459/2006) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών τιμωρείται όποιος, εκτός των άλλων, αγοράζει ή καλλιεργεί ή κατέχει ναρκωτικά. Ως αγορά νοείται η μεταβίβαση της κυριότητος από τον πωλητή προς τον αγοραστή που γίνεται με την προς τον τελευταίο παράδοση των ναρκωτικών αντί συμφωνηθέντος τιμήματος, με δε τον όρο "κατοχή" νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και κατά την δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά.
Για την αιτιολόγηση της τελέσεως των εγκλημάτων της αγοράς και της κατοχής δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός α) της ποσότητος (βάρους) των ναρκωτικών ουσιών που είναι αδιάφορη για την στοιχειοθέτηση του άνω εγκλήματος, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεση της αγοράς, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με αυτήν (ποσότητα), β) του συμφωνηθέντος και επιτευχθέντος τιμήματος και γ) της ταυτότητος πωλητών ή αγοραστών. Δεν απαιτείται επίσης ιδιαίτερη αιτιολογία για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, εκτός εάν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή εάν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστου να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και επομένως εξυπακούεται ότι υπάρχει αυτός εις την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Εξ άλλου, ως καλλιέργεια νοείται η σπορά, η περιποίηση, η λίπανση, καθώς και κάθε άλλη πράξη, που υπηρετεί την ανάπτυξη του φυτού. Κατά το άρθρο 45 ΠΚ, "εάν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς.
Περαιτέρω, κατ' άρθρον 8 ιδίου νόμου, "με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών μέχρι διακοσίων εκατομμυρίων (200.000.000) δραχμών τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6, 7 αν, "μεταξύ άλλων", ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ του ΠΚ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/96, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχουν προηγηθεί και καταδίκες, υποκειμενικά δε, σκοπός του δράστη να πορισθεί εντεύθεν εισόδημα. Στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα (αρ. 98 ΠΚ), αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, ενυπάρχει οπωσδήποτε το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενός και του αυτού εγκλήματος. Κατ' επάγγελμα επίσης τέλεση συντρέχει και όταν μία φορά διεπράχθη η πράξη, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔικ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ των συσχετίσεως αξιολογικώς, καθόσον εις τις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. ε' ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη στην διάταξη που εφηρμόσθη, περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, όπερ συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε τις εφέσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και δη τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξητάσθησαν ενώπιόν του, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβαθμίου δίκης, τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, τις απολογίες των κατηγορουμένων στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 944-945/2007 καταδικαστικής αποφάσεώς του, εδέχθη τα εξής πραγματικά περιστατικά: Στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Ναρκωτικών Θεσσαλονίκης είχε περιέλθει η πληροφορία ότι ο γνωστός στις Αρχές τοξικομανής Χ2 (1ος κατηγορούμενος), ο οποίος είχε αποφυλακισθεί πάλι για υπόθεση ναρκωτικών, διακινούσε ναρκωτικά σε τοξικομανείς της Θεσσαλονίκης. Ετέθη υπό παρακολούθηση και τις βραδυνές ώρες της 11.6.2004 εθεάθη στη διασταύρωση των οδών Ι. Δραγούμη και Μητροπόλεως να συναντάει τον 2ο κατηγορούμενο (Χ1), με τον οποίο εισήλθε στην επί της οδού Μητροπόλεως αριθ. 6 οικοδομή, μετέβησαν στον 8ο όροφο, όπου λειτουργούσε εργαστήριο χρυσοχοΐας και, μετά από λίγο, βγήκαν από την οικοδομή και ο 2ος κατηγορούμενος επιβιβάσθηκε σ' ένα αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε προς την Περαία, ενώ ο 1ος κατευθύνθηκε προς την οδό Ι. Δραγούμη πεζός, σταμάτησε σε κάποιο παρκαρισμένο αυτοκίνητο, το άνοιξε με τα κλειδιά που είχε στην τσέπη του και άφησε ένα δέμα στη θέση του οδηγού. Ενώ προσπαθούσε να απομακρυνθεί, ακινητοποιήθηκε από τα Αστυνομικά Όργανα, σε νομότυπο δε έλεγχο που έγινε στο αυτοκίνητο διαπιστώθηκε ότι το δέμα περιείχε 304 χάπια ECSTASY, τα οποία και κατασχέθηκαν. Στους Αστυνομικούς παραδέχθηκε ότι το αυτοκίνητο ήταν δικό του και ότι τα χάπια είχε αγοράσει από κάποιον Βούλγαρο ονόματι Νίκο α.λ.σ. Επάνω του βρέθηκε και το ποσό των 100 ευρώ. Όταν του είπαν ότι θα έκαναν έρευνα στο σπίτι του, οικειοθελώς τους παρέδωσε ένα μικροδέμα που περιείχε χασίς βάρους 3,6 γρ. Ο 2ος κατηγορούμενος ακινητοποιήθηκε από τους Αστυνομικούς στο δρόμο της Περαίας και παραδέχθηκε ότι είχε συναντηθεί με τον 1ο, ότι είχαν μεταβεί στο εργαστήριο χρυσοχοΐας και ότι ο 1ος είχε πάρει κάποια χάπια ECSTASY από ένα δέμα που είχε αφήσει προς φύλαξη. Ο 2ος είπε, ακόμη, στους Αστυνομικούς, ότι στο εργαστήριο υπήρχαν και άλλα χάπια που ο 1ος είχε αφήσει προς φύλαξη. Πήγαν στο εργαστήριο και ο 2ος τους παρέδωσε ένα δέμα που περιείχε 679 χάπια ECSTASY, τα οποία, όπως τους είπε, ανήκαν στον 1ο κατηγορούμενο. Ο 2ος είχε στο σπίτι του στην ... δύο δέματα χασίς με φούντα, συνολικού βάρους περίπου 280 γρ. και τρία μικρά δενδρύλλια ινδικής κάνναβης που καλλιεργούσε, τα οποία παρέδωσε στους Αστυνομικούς. Ο 1ος κατηγορούμενος δήλωσε στους Αστυνομικούς ότι τα χάπια ECSTASY κατείχε προς πώληση προς 6 ευρώ το καθένα και ήταν υπόλοιπο από 1000 χάπια που είχε προμηθευθεί από τον Βούλγαρο. Σημειωτέον ότι ο 2ος κατηγορούμενος για πρώτη φορά απασχόλησε τις Αρχές, ενώ, όπως σαφώς καταθέτει ο μάρτυρας αστυνομικός Α, συμμετοχή του στην αγορά δεν προκύπτει, πράγμα που επιβεβαιώνεται από το ότι ο 1ος κατηγορούμενος ομολόγησε ότι αυτός αγόρασε τα χάπια από τον Βούλγαρο. Αποδείχθηκε, λοιπόν, ότι οι κατηγορούμενοι κατείχαν τις ως άνω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, δηλαδή τις είχαν στη φυσική τους εξουσία και μπορούσαν να τις διαθέσουν κατά την πραγματική βούλησή τους. Ο δε 1ος αγόρασε από τον ως άνω Βούλγαρο τις προαναφερόμενες ποσότητες με σκοπό την εμπορία, ενώ ο 2ος καλλιέργησε τα τρία δενδρύλλια, φυτεύοντας σπόρους σε ισάριθμες γλάστρες που τοποθέτησε στην οικία του και, στην συνέχεια, τα περιποιόταν ποτίζοντάς τα με αποτέλεσμα κατά το χρόνο της σύλληψής του να έχουν ύψος 25 μέχρι 45 εκ., η δε καλλιέργεια άρχισε από τον Απρίλιο του 2004. Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι ο 1ος κατηγορούμενος ενεργούσε κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης (όπως αναφέρθηκε είχε μόλις αποφυλακιστεί πάλι για ναρκωτικά) προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Άλλωστε τις συναλλαγές του με τον Βούλγαρο ομολογεί και ο ίδιος. Δεν προέκυψε, όμως ότι τέλεσε τις πράξεις κατά συνήθεια, ούτε ότι πρέπει να χαρακτηρισθεί ως ιδιαίτερα επικίνδυνος. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθούν ένοχοι α) ο 1ος κατηγορούμενος για αγορά κατ' εξακολούθηση και κατοχή ναρκωτικών ουσιών, ως τοξικομανής, με την επιβαρυντική περίσταση ότι ενέργησε κατ' επάγγελμα και β) ο 2ος για κατοχή και καλλιέργεια ναρκωτικών ουσιών, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Ακόμη, στον 2ο πρέπει να αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ, όπως πρωτοδίκως. Εξάλλου, το αίτημα του 1ου κατηγορουμένου να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ' και ε' πρέπει να απορριφθεί, γιατί α) από καμία ενέργειά του (αυθόρμητη εξ αρχής ομολογία, αποκάλυψη συνενόχων κλπ) δεν προκύπτει ειλικρινής μεταμέλειά του και β) ανεξαρτήτως του ότι από τη σύλληψή του εκρατείτο στις Φυλακές, το διάστημα που παρήλθε από την τέλεση των πράξεών του, λαμβανομένης υπόψη και της βαρύτητας της εγκληματικής δραστηριότητός του δεν μπορεί να θεωρηθεί αρκετά μεγάλο. Μετά ταύτα είπε στο διατακτικό της: ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον 1° κατηγορούμενο Χ2 ένοχο του ότι: Στον παρακάτω τόπο και χρόνο, όντας τοξικομανής κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. 1 Ν. 1729/1987, Α] στη Θεσσαλονίκη κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες πράξεις, που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ενεργώντας μεμονωμένα αγόρασε ναρκωτικά, ενώ είναι πρόσωπο που αγοράζει ναρκωτικά κατ' επάγγελμα. Συγκεκριμένα, στη Θεσσαλονίκη α] ένα μήνα πριν τη σύλληψή του στις 11.6.2004, ενεργώντας με δόλο αγόρασε με σκοπό περαιτέρω διάθεσης -εμπορίας, από άγνωστο μέχρι σήμερα άτομο Βουλγαρικής υπηκοότητας ονόματι "Νίκο" αντί τιμήματος 5.000 ευρώ, ποσότητα 995 δισκίων ΕΚΣΤΑΣΗ, ποσότητα που είχε εισάγει στην Ελλάδα ο Βούλγαρος πωλητής και β] ένα έτος περίπου πριν τη σύλληψή του αγόρασε από άγνωστο μέχρι σήμερα άτομο, αντί τιμήματος το ύψος του οποίου δεν προσδιορίστηκε επακριβώς, ποσότητα ινδικής κάνναβης, το βάρος της οποίας δεν προσδιορίστηκε επακριβώς, τμήμα δε αυτής της ποσότητας βάρους 3,6 γραμμαρίων κατείχε εντός της οικίας του στην οδό Τσιμισκή 3, κατά την ημέρα της σύλληψής του. Β] Στους παρακάτω τόπους και χρόνους με περισσότερες πράξεις, που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας αφενός από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Χ1 και αφετέρου μεμονωμένα κατείχε ναρκωτικά, ενώ είναι πρόσωπο που κατέχει ναρκωτικά κατ' επάγγελμα. Συγκεκριμένα, στη Θεσσαλονίκη στις 11.6.2004 α] ενεργώντας με κοινό δόλο και κοινή απόφαση με τον συγκατηγορούμενό του είχαν στη φυσική τους εξουσίαση και μπορούσαν να διαθέσουν κατά την πραγματική τους βούληση [με σκοπό περαιτέρω διάθεσης-εμπορίας] την προαναφερθείσα υπό στοιχ. Α ποσότητα 995 δισκίων ΕΚΣΤΑΣΗ τμήμα της οποίας και δη 691 δισκία απέκρυψαν στο εργαστήριο χρυσοχοΐας του συγκατηγορουμένου του επί της οδού Μητροπόλεως 6, και έτερο τμήμα αυτής και δη 304 δισκία, αφού τα παρέλαβε λίγο πριν τη σύλληψή του από το ως άνω εργαστήριο, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν κατά τη σύλληψή του εντός του με αριθμό κυκλοφορίας ..... ιδιωτικής χρήσης αυτοκινήτου του και β) είχε στη φυσική του εξουσίαση και μπορούσε να διαθέσει κατά την πραγματική του βούληση την προαναφερθείσα υπό στοιχ. Α ποσότητα των 3,6 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης. Είναι δε πρόσωπο που τέλεσε τις παραπάνω πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα, από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής τους, υποδομή που καταδεικνύεται κυρίως από τα στοιχεία της συνεργασίας του με τον άγνωστο Βούλγαρο υπήκοο καθώς και με τον συγκατηγορούμενό του, για την κατοχή της λίαν σημαντικότατης προαναφερθείσας ποσότητας των 995 δισκίων ΕΚΣΤΑΣΗ υψηλοτάτης οικονομικής αξίας, με σκοπό την περαιτέρω πώλησή της σε τρίτα πρόσωπα και τον πορισμό παράνομου εισοδήματος, στοιχεία που καταδεικνύουν την ύπαρξη οργανωμένου κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και δη δισκίων ΕΚΣΤΑΣΗ, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. ΣΗΜΕΙΩΝΕΤΑΙ ότι οι ως άνω υπό στοιχ.Α και Β περιγραφείσες και τελεσθείσες πράξεις αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών.
Είναι δε τα χάπια ΕΚΣΤΑΣΗ και η ινδική κάνναβη ναρκωτικές ουσίες, αφού δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου απ' αυτές. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ το αίτημα του ανωτέρω κατηγορουμένου για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84§2δ' και ε' του Π. Κ., στο πρόσωπό του.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον 2° κατηγορούμενο Χ1 ένοχο του ότι : Α] Στους παρακάτω τόπους και χρόνους με περισσότερες πράξεις, που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ενεργώντας αφενός από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Χ2 και αφετέρου μεμονωμένα κατείχε ναρκωτικά. Συγκεκριμένα στη Θεσσαλονίκη στις 11/12.6.2004 α] ενεργώντας με κοινό δόλο και κοινή απόφαση με τον συγκατηγορούμενό του είχαν στη φυσική τους εξουσίαση και μπορούσαν να διαθέσουν κατά την πραγματική τους βούληση [με σκοπό περαιτέρω διάθεσης-εμπορίας] την προαναφερθείσα υπό στοιχ. Α ποσότητα 995 δισκίων ΕΚΣΤΑΣΗ, τμήμα της οποίας και δη 691 δισκία απέκρυψαν στο δικό του εργαστήριο χρυσοχοΐας επί της οδού Μητροπόλεως 6, και έτερο τμήμα αυτής και δη 304 δισκία, αφού τα παρέλαβε λίγο πριν τη σύλληψή του από το ως άνω εργαστήριο στον συγκατηγορούμενό του, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν κατά τη σύλληψή του εντός του με αριθμό κυκλοφορίας ..... ιδιωτικής χρήσης αυτοκινήτου του συγκατηγορουμένου του και β] είχε στη φυσική του εξουσίαση και μπορούσε να διαθέσει κατά την πραγματική του βούληση την προαναφερθείσα υπό στοιχ. Α ποσότητα των 288 γραμμαρίων ινδικής κάνναβης, η οποία ήταν μοιρασμένη σε δύο συσκευασίες βάρους της καθεμίας 233 και 53 γραμμάρια αντίστοιχα.
Είναι δε τα χάπια ΕΚΣΤΑΣΗ και η ινδική κάνναβη, ναρκωτικές ουσίες, αφού δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση του ατόμου απ' αυτές.
Β] Στον παρακάτω τόπο και χρόνο καλλιέργησε φυτά του γένους της κάνναβης. Συγκεκριμένα, στην Επανωμή Θεσσαλονίκης, κατά το διάστημα από Απρίλιο 2004 μέχρι τη σύλληψή του [12.6.2004] καλλιέργησε τρία [3] δενδρύλια ινδικής κάνναβης, φυτεύοντας αντίστοιχα σπόρους σε ισάριθμες γλάστρες που τοποθέτησε στην οικία του και εν συνεχεία όλο αυτό το διάστημα τα περιποιόταν ποτίζοντάς τα, με αποτέλεσμα, κατά το χρόνο της σύλληψής του να είναι σε ύψος 25 μέχρι 45 εκατοστά.
Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο 2ος κατηγορούμενος Χ1 μέχρι το χρόνο τελέσεως της πράξεώς του έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84§2αΠΚ).
Με αυτά που εδέχθη το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες επείσθη, καθώς και τις σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά τα οποία εδέχθη, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 περ. β', στ' και ζ' και παρ. 2 Ν. 1729/1987, τις οποίες εφήρμοσε και τις οποίες δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα σ' αυτήν περιλαμβάνονται τα στοιχεία της αγοράς, της καλλιεργείας, της κατοχής ως και της συγκατοχής υπό των κατηγορουμένων αναιρεσειόντων, η γνώση και η θέληση του ενός να τελέσει την πράξη και να συμπράξει με τον άλλον ως συναυτουργός, με αναφορά μάλιστα, των συγκεκριμένων υλικών ενεργειών εκάστου αυτών, η συνδρομή των στοιχείων της κατ' επάγγελμα τελέσεως της πράξεως χωρίς να απαιτούνται και τα της κατά συνήθεια τοιούτα, αφού η απόφαση δέχεται μόνον κατ' επάγγελμα και όχι και κατά συνήθεια.
Συνεπώς, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες λόγοι των αναιρέσεων περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 5 και 8 του Ν. 1729/1987 είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Καθ' ό δε μέρος με τους λόγους αυτούς προβάλλονται αιτιάσεις κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Δια του Ν. 3459 της 19/5-25/5/2006 Κώδικας Νόμων για τα Ναρκωτικά (ΚΝΝ) (Α'103) και με το άρθρο πρώτο "κυρώνεται σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 7 του Συντάγματος ο παρών Κώδικας νόμων για τα ναρκωτικά με τον οποίο κωδικοποιούνται οι ισχύουσες διατάξεις". Ούτω το άνω άρθρο 5 Ν. 1729/1987 έλαβεν αριθμό 20 και κατά την παρ. 1 αυτού με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) ευρώ μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ τιμωρείται όποιος ........... β) αγοράζει .......... στ) καλλιεργεί ......... ζ) κατέχει ..... ναρκωτικά, ορίζεται δηλαδή με αυτό ό,τι και με το άρθρο 5 του κωδικοποιηθέντος Ν. 1729/1987. Η ισχύς του Κ.Ν.Ν. αρχίζει, κατά το άρθρο δεύτερο αυτού, έναν μήνα από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Συνεπώς, δια του Κ.Ν.Ν. δεν κατηργήθησαν οι ισχύουσες διατάξεις περί ναρκωτικών, αλλ' εκωδικοποιήθησαν και η αιτίαση του αναιρεσείοντος Χ2 με τον σχετικό λόγον αναιρέσεως, ότι με την προσβαλλομένη απόφαση, εκδοθείσα την 13.6.2007, εδικάσθη για την πράξη της παραβάσεως Ν. περί ναρκωτικών με καταργηθέντα νόμο, είναι αβάσιμος και απορριπτέα.
Ι.- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. α' και 510 παρ. 1 στοιχ. α' του ΚΠοινΔικ, προκύπτει ότι λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως ιδρύει η κακή σύνθεση του δικαστηρίου που την εξέδωσε, η οποία υπάρχει όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που την καθορίζουν, μεταξύ των οποίων και εκείνη του άρθρου 4 παρ. 1 εδάφ. η του Κώδικος Οργανισμού των δικαστηρίων και Κατάστασης δικαστικών λειτουργών (Ν. 1756/1988, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει), η οποία ορίζει ότι το Πενταμελές Εφετείο συντίθεται από Πρόεδρο Εφετών και τέσσερις εφέτες. Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 17 περ. Β', παρ. 2, 3 και 5, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 παρ. 4 του ν. 2479/1997, σε όσα πρωτοδικεία ή εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε (15) τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες σε συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση. Ο δικαστής ή ο Πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία, καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και αριθμητική σειρά τα ονόματα: Στο εφετείο: α) Όλων των προέδρων εφετών, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των μικτών ορκωτών εφετείων και των πενταμελών εφετείων, β) των αρχαιοτέρων εφετών, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των Τριμελών εφετείων, γ) όλων των υπολοίπων εφετών από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των μικτών ορκωτών και των πενταμελών και τριμελών εφετείων. Στην Εισαγγελία Εφετών: α) όλων των εισαγγελέων από τους οποίους κληρώνονται εισαγγελείς των μικτών ορκωτών, των πενταμελών και ανάλογος αριθμός από τους εισαγγελείς των τριμελών εφετείων, β) όλων των αντεισαγγελέων από τους οποίους κληρώνονται οι εισαγγελείς των υπολοίπων Τριμελών εφετείων. Με βάση τους άνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός. Με την ίδια διαδικασία ορίζονται οι αναπληρωματικοί δικαστές και εισαγγελείς και οι συμπάρεδροι δικαστές και δεύτεροι εισαγγελείς. Από τις διατάξεις προκύπτει ότι το Πενταμελές ποινικό Εφετείο Θεσσαλονίκης, στο οποίο προβλέπεται οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των δέκα πέντε εφετών, συγκροτείται υπό την προεδρία του Προέδρου Εφετών και των τεσσάρων εφετών, ως μελών που έχουν κληρωθεί και με τη συμμετοχή του κληρωθέντος επίσης εισαγγελέα Εφετών και ότι η αναπλήρωση αυτών γίνεται από τους κληρωθέντες αναπληρωματικούς, χωρίς μάλιστα να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην εκδιδομένη απόφαση ότι εκείνοι που μετέχουν στη σύνθεση του δικαστηρίου είναι αυτοί που κληρώθηκαν ή αναπληρωματικοί των κληρωθέντων τακτικών, αλλ' ούτε και η αρχαιότης αυτών ούτε και ο λόγος της αναπληρώσεως.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔικ σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ2, κατά τον οποίον η σύνθεση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση δεν ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις του οργανισμού των δικαστηρίων, διότι δεν αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως ο λόγος της αναπληρώσεως της εφέτου κας Δ. Μπαλιάκα από την Εφέτη Ανθή Σουλτάνα "που δεν είναι και το αρχαιότερο αναπληρωματικό μέλος της συνθέσεως" (χωρίς μάλιστα να λέγει, εις πάσα περίπτωση, ποίο είναι το αρχαιότερο αναπληρωματικό μέλος), ούτω δε προέκυψεν απόλυτη ακυρότης κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος.
Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως του Χ1, κατά τον οποίο η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε αναιτιολόγητα το αίτημά του περί αναστολής εκτελέσεως της επιβληθείσης εις αυτόν ποινής των τριών (3) ετών συνολικώς, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι υπάρχει αιτιολογία και δη "ναι μεν ο 2ος κατηγορούμενος έχει λευκό ποινικό μητρώο, πλην η βαρύτητα των πράξεών του δεν δικαιολογεί την αναστολή κατ' άρθρο 100 παρ. 1 ΠΚ και το αίτημά του πρέπει να απορριφθεί". Το απορριπτικό δε αυτό αίτημα αιτιολογείται κατά το άνω άρθρο 100 η κατά το οποίο χορήγηση της αναστολής είναι δυνητική, οι δε εις αυτό προϋποθέσεις είναι ενδεικτικές.
Μετά πάντα ταύτα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις να απορριφθούν, καταδικασθεί δε έκαστος των αναιρεσειόντων εις τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 16.7.2007 και 9.7.2007 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, αντιστοίχως, για αναίρεση της υπ' αριθ. 944-945/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει έκαστον των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έννοια κατοχής - συγκατοχής, καλλιέργειας ναρκωτικών ουσιών. Κοινός δόλος - συναπόφαση - από κοινού. Πότε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και πότε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Ο δόλος εμπεριέχεται στα πραγματικά περιστατικά περί ενοχής. Ο ν. 3459/2006 κωδικοποίησε τις ισχύουσες διατάξεις περί ναρκωτικών και δεν τις κατήργησε. Σε περίπτωση αναπληρώσεως δικαστού μέλους του Πενταμελούς Εφετείου, δεν είναι ανάγκη να αναφέρεται ότι ο κληρωθείς είναι αναπληρωματικός του τακτικού, η σειρά αρχαιότητας του αναπληρωματικού ως και ο λόγος αναπληρώσεως. Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 100 § 1 ΠΚ. Πότε αιτιολογία πλήρης. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ναρκωτικά, Ποινής αναστολή, Δόλος, Δικαστηρίου σύνθεση.
| 1
|
Αριθμός 1624/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χ. Κ., για αναίρεση της με αριθμό 41-42/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαρτίου 2007 αίτησή του, καθώς και στο από 18 Δεκεμβρίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 623/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 13 Μαρτίου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 41-42/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, πρέπει να συνεκδικαστούν και οι από 18.12.2007 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. στ' και ζ' του Ν.1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993, τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος με τις στη διάταξη αυτή προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος καλλιεργεί ή συγκομίζει και οποιοδήποτε φυτό του γένους της κάνναβης και όποιος κατέχει ναρκωτικά, όπως είναι η ινδική κάνναβη κατά το άρ. 4 παρ. 3 πιν. Α' αριθμ. 6 του ίδιου νόμου. Ως καλλιέργεια νοείται η σπορά, η περιποίηση, το πότισμα, η λίπανση, καθώς και κάθε άλλη πράξη, που τείνει στην ανάπτυξη και απόδοση του φυτού μέχρι τη συγκομιδή, η οποία αποτελεί χωριστή αξιόποινη πράξη. Η κατοχή πραγματώνεται, με τη φυσική επί των ουσιών τούτων εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 του Ν.1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 του Ν.2161/1993 με τις προβλεπόμενες σ'αυτό (βαρύτερες) ποινές τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του ίδιου νόμου αν, εκτός άλλων περιπτώσεων, είναι υπότροπος. Ως υπότροπος θεωρείται κατά τη διάταξη αυτή όποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος εντός της προηγούμενης δεκαετίας ή σε βαθμό πλημμελήματος εντός της προηγούμενης πενταετίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, όποιος για δική του αποκλειστικά χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η εν λόγω αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως είναι αυτές που αναφέρονται στο ως άνω άρθρο 8 του Ν.1729/1993 και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους. Ιδιαίτερα, επίσης, πρέπει να αιτιολογείται η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, εφόσον είναι πράγματι αυτοτελείς και όχι αρνητικοί της κατηγορίας, στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντά. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι καλλιεργούσε δενδρύλλιο ινδική κάνναβης και κατείχε τα ναρκωτικά για δική του αποκλειστικά χρήση. Τέλος λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος δι' αυτής, σε δεύτερο βαθμό, καλλιέργειας ινδικής κάνναβης και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, ως υπότροπος, με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας, αφού απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του ότι καλλιεργούσε τα δενδρύλλια ινδικής κάνναβης και κατείχε τα ναρκωτικά για δική του αποκλειστικά χρήση, και του επιβλήθηκε (ενιαία) ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή 4.000 ευρώ. Στην αιτιολογία της απόφα-σης προκύπτουσα από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της αναφέρεται, ότι από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάσθηκε στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων των εγγράφων που φέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα, καθώς και την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος, αγρότης και κάτοικος ..... Πύργου, χωρίς να είναι τοξικομανής και όντας υπότροπος, δοθέντος ότι έχει αμετάκλητα καταδικαστεί με την υπ' αριθμ. 56-57/2000 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών σε ποινή καθείρξεως οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή 1.000.000 δραχμών για παράβαση του Νόμου περί ναρκωτικών, σε βαθμό κακουργήματος, με πρόθεση τέλεσε τα παρακάτω εγκλήματα: Στο Συνοικισμό ..... - Νομού Ηλείας στις 30.7.2004 καλλιεργούσε 16 φυτά ινδικής κάνναβης, κρυμμένα ανάμεσα σε υπάρχουσα άμπελό του, τα οποία με τις κατάλληλες φροντίδες αυτού είχαν αναπτυχθεί σε ύψος 1,80 μέτρων περίπου, εκ των οποίων τα δύο είχε ο ίδιος εκριζώσει και συγκομήσει. Επίσης, στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο, κατείχε 75 γραμμάρια ινδικής κάνναβης εκ των οποίων είκοσι (20) γραμμ. τα είχε τοποθετήσει μέσα στο καπέλο που φορούσε και τα υπόλοιπα 55 τα είχε τοποθετήσει μέσα σε ένα καλάθι άπλυτων ρούχων, στην οικία του, δηλαδή κρυμμένα, όπου βρέθηκαν κατ' υπόδειξή του. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε την άνω καλλιέργεια και κατοχή ινδικής κάνναβης, πλην ισχυρίζεται ότι τα είχε για ιδίαν αυτού αποκλειστική χρήση. Όμως, κατά την κρίση του δικαστηρίου ο κατηγορούμενος, μη όντας τοξικομανής, αλλά απλός χρήστης, καλλιεργούσε και κατείχε τα ναρκωτικά αυτά με σκοπό την εμπορία, όπως κατέθεσε και ο έμπειρος μάρτυρας αστυνομικός της Δίωξης Ναρκωτικών Πύργου, ο οποίος προσέθεσεν ότι είχαν και πληροφορίες ότι ο κατηγορούμενος διακινεί ναρκωτικά, γι' αυτό πήγαν και ερεύνησαν το σπίτι και το κτήμα του. Η άνω βρεθείσα ποσότητα καλλιεργούμενων δενδρυλλίων κάνναβης είναι αρκετά μεγάλη και θα αρκούσαν για δική του χρήση 5-6 δενδρύλλια. Ο σκοπός δε της εμπορίας για κέρδος, συνάγεται και εκ του ότι είχε ήδη συγκομίσει 2 από τα δενδρύλλια αυτά και βρέθηκαν καλά κρυμμένα σε σακουλάκι, 55 γραμμ. κάνναβης, σε ημίχλωρη κατάσταση και άλλα 20 γραμμάρια, επίσης χλωρής κάνναβης στο καπέλο του, ενώ, αν πράγματι τα είχε για αποκλειστική του χρήση για τις ατομικές του ανάγκες, προφανώς θα είχε συγκομίσει πολύ μικρότερη ποσότητα και θα έκοβε ένα - ένα δενδρύλλιο, επίσης τη χλωρή κάνναβη, θα την είχε εναποθέσει κάπου αλλού για ξήρανση και δεν θα την είχε μέσα σε σακουλάκι, όπου υγραίνεται. Τα δύο δε ως άνω δενδρύλλια αποδίδουν πολύ μεγαλύτερη ποσότητα των 55 ή 75 γραμμ. και αφού ήδη ο κατηγορούμενος είχε στο σπίτι του κάνναβη, αυτήν είχε για αποκλειστική του χρήση, δεν υπήρχε λόγος να συλλέξει την ημέρα που συνελήφθη στο αμπέλι του και άλλα 20 γραμμ. κάνναβης μαζί με φύλλα, που είχε μέσα στο καπέλο του. Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω αναφερομένων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί ιδίας αποκλειστικής χρήσης και ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος, με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μετάνοιας (άρθρ. 84 παρ. 2δ' Π.Κ.) που του είχε δοθεί και πρωτοδίκως". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, τόσον ως προς την κατηγορία με την επιβαρυντική περίσταση της υποτροπής, όσον και ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ότι αυτός καλλιεργούσε τα ανωτέρω δενδρύλλια ινδικής κάνναβης και κατείχε την ανωτέρω ποσότητα ναρκωτικών που κατασχέθηκε για δική του αποκλειστική χρήση, αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις στο πόρισμά της. Ειδικότερα, σε σχέση με την υποτροπή, αναφέρεται ρητώς ότι ο αναιρεσείων ευρίσκετο σε κατάσταση υποτροπής αφού είχε αμετακλήτως καταδικαστεί με την υπ' αριθμ. 56-57/2000 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών σε κάθειρξη οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή 1.000.000 δραχμών για παράβαση του Νόμου περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι δεν προέκυψε ότι η απόφαση αυτή του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών κατέστη αμετάκλητη, αφού δεν έγινε σχετική έρευνα από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, ο δε Άρειος Πάγος ελέγχου τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω, επαρκώς αιτιολογείται η απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού κατά τις κρίσιμες παραδοχές της αποφάσεως "η άνω βρεθείσα ποσότητα καλλιεργουμένων δενδρυλλίων κάνναβης είναι αρκετά μεγάλη και θα αρκούσαν για δική του χρήση 5-6 δενδρύλλια. Ο σκοπός δε της εμπορίας για κέρδος συνάγεται..... δεν υπήρχε λόγο να συλλέξει την ημέρα που συνελήφθη στο αμπέλι του και άλλα 20 γραμμάρια κάνναβης μαζί με φύλλα, που είχε μέσα στο καπέλο του" σε συνδυασμό με τις πληροφορίες που είχαν οι αστυνομικοί της Δίωξης Ναρκωτικών Πύργου ότι ο κατηγορούμενος διακινεί ναρκωτικά". Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, κατά το μέρος δε που με αυτούς με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση της υποθέσεως, είναι απαράδεκτοι.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 224 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 9 του ν. 2408/1996, αν ο μάρτυρας δεν κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, η κατάθεσή του δεν λαμβάνεται υπόψη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι υποχρεούται μεν το δικαστήριο να μην αξιοποιήσει μία τέτοια μαρτυρική κατάθεση, που έγινε κατά παράβαση του νόμου, όμως η εκτίμηση και αυτής μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία δεν συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας, διότι δικονομική κύρωση για την παραβίαση της εν λόγω διάταξης του άρθρου 226 παρ. 2 ΚΠοινΔ δεν προβλέπεται. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον ταυτόσημο κατά περιεχόμενο λόγο αναίρεσης του κυρίου δικογράφου της ένδικης αίτησης και του δικογράφου των προσθέτων, προβάλλει την πλημμέλεια ότι δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο από το γεγονός ότι λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο η κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας αστυνομικού, που εξετάσθηκε στο ακροατήριό του, ο οποίος δεν αποκάλυψε την πηγή των πληροφοριών του ότι αυτός (αναιρεσείων) διακινεί ναρκωτικά. Σύμφωνα όμως, με όσα προαναφέρθηκαν, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Ανεξαρτήτως τούτου, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, ότι έλαβε υπόψη του και την κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού ....., ο οποίος κατέθεσε στο ακροατήριο "Τον Ιούλιο του 2004 είχαμε πληροφορίες ότι ο κατηγορούμενος καλλιεργεί και διακινεί ινδική κάνναβη στην περιοχή ..... Ηλείας. Στις 30 Ιουλίου 2004 τον βρήκαμε στο κτήμα του και σε έρευνα που κάναμε, μας είπε ότι στο σπίτι του είχε κρύψει ποσότητα ινδικής κάνναβης στο καλάθι με τα άπλυτα ρούχα. Επιστρέψαμε σπίτι του και πράγματι βρήκαμε ένα σακουλάκι και περιείχε 55 γραμμάρια χασίς σε ημίχλωρη κατάσταση, που μας είπε ότι συγκομίσει από 2 δενδρύλλια. Μέσα στο καπέλο που φορούσε είχε άλλα 20 γραμμάρια χασίς μαζί με φύλλα. Μετά πήγαμε μαζί στο αμπέλι του και καταμεσής είχε φυτεία. Βρήκαμε 14 δενδρύλλια ινδικής κάνναβης σε πλήρη ανάπτυξη και τους κορμούς από τα 2 δενδρύλλια ινδικής κάνναβης από τα οποία είχε συγκομίσει τα 55 γραμμάρια που βρέθηκαν σπίτι του. Πιστεύω ότι η ποσότητα που θα συγκόμιζε ήταν μεγάλη και θα την προόριζε για εμπορία. Η φυτεία του ήταν επιμελημένη". Όμως από το περιεχόμενο της καταθέσεως αυτής δεν προκύπτει ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν κατονόμασε την πηγή των πληροφοριών του. Άλλωστε, αμέσως μετά την κατάθεσή του δόθηκε ο λόγος στον συνήγορο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για να απευθύνει ερωτήσεις προς τον μάρτυρα, εκείνος δε υπέβαλε ερωτήσεις και ο μάρτυρας απάντησε στις ερωτήσεις αυτές. Επομένως, ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε από το υπερασπιστικό του δικαίωμα, που προκύπτει από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ. Σημειώνεται ότι η κρίση του δικαστηρίου στηρίχθηκε όχι στην περικοπή αυτή της κατάθεσης του ανωτέρω μάρτυρα "ότι δηλαδή είχε πληροφορίες πως ο κατηγορούμενος καλλιεργεί και διακινεί ινδική κάνναβη", αλλά στα λοιπά περιστατικά που κατέθεσε και που υπέπεσαν στην προσωπική του αντίληψη και δεν περιήλθαν σε γνώση του από πληροφορίες. IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 407 παρ. 1 του ΚΠοινΔ όταν απαγγελθεί η απόφαση, ο πρόεδρος ανακοινώνει σ' εκείνον που καταδικάστηκε ότι έχει το δικαίωμα να ασκήσει έφεση ή αναίρεση μέσα στη νόμιμη προθεσμία. Όσα χρειάζονται, ώστε να είναι έγκυρα και τυπικά δεκτά αυτά τα ένδικα μέσα εξηγούνται σε συντομία στον καταδικασμένο. Η μη τήρηση όμως της διατάξεως αυτής δεν επάγεται ακυρότητα της αποφάσεως. Άλλωστε, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο στα Μικτά Ορκωτά Δικαστήρια και στα Μικτά Ορκωτά Εφετεία, ενώ στην προκείμενη περίπτωση πρόκειται για απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Επομένως, ο συναφής λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου της ένδικης αίτησης, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, επειδή ο πρόεδρος του Δικαστηρίου δεν ανακοίνωσε στον αναιρεσείοντα, όπως είχε υποχρέωση, ότι έχει το δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατά της ως άνω απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως στο κύριο δικόγραφο και το δικόγραφο των προσθέτων προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, μαζί με τους πρόσθετους λόγους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Μαρτίου 2007 αίτηση και τους από 18 Δεκεμβρίου 2007 πρόσθετους επ' αυτής λόγους αναιρέσεως του Χ1, για αναίρεση της 41-42/2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έννοια καλλιέργειας και κατοχής ναρκωτικών ουσιών. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη του αναιρεσείοντος για καλλιέργεια και κατοχή ινδικής κάνναβης, για εμπορία με την επιβαρυντική περίσταση της υποτροπής. Το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων καλλιεργούσε τα δενδρύλλια ινδικής κάνναβης και κατείχε την ποσότητα που κατασχέθηκε για δική του αποκλειστική χρήση. Απορρίπτεται ως απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο επειδή λήφθηκε υπόψη από το δικάσαν δικαστήριο κατάθεση μάρτυρα που δεν απεκάλυψε την πηγή των πληροφοριών του, αφού καίτοι υποχρεούται το δικαστήριο να μην αξιοποιήσει μια τέτοια μαρτυρική κατάθεση, η εκτίμηση και αυτής μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία δεν συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας. Δεν υπάρχει υποχρέωση του Προέδρου του Δικαστηρίου να ενημερώσει τον κατηγορούμενο ότι έχει δικαίωμα άσκησης αναίρεσης. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά.
| 0
|
Αριθμός 1623/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1326/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7.9.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1685/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 36/29.1.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι) Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 1326/2007 βούλευμά του απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την υπ'αριθμ. 107/9-3-2007 έφεση του Χ κατά του υπ'αριθμ. 3576/2006 βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο και επικύρωσε και με το οποίο είχε παραπέμψει αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί ότι στην Αθήνα στις 25-2-2003 τέλεσε το κακούργημα της υπεξαιρέσεως και δη αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί σ'αυτόν ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, και υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ. -375 παρ. 2-1, 18, 19 ΠΚ - Συγχρόνως το αυτό συμβούλιο Εφετών με το αυτό βούλευμά του επαναδιατύπωσε και την κατηγορία ως προς τον χαρακτηρισμό της ιδιότητας υπό την οποία τέλεσε το άνω έγκλημα - βλ. πιο κάτω - Το άνω βούλευμα επιδόθηκε στον παραπάνω στις 25-8-2007 (βλ. το από 25-8-2007 αποδεικτικό του Επιμελητή δικαστηρίων ...) - κατ'άρθρο 155 παρ. 2 εδ. τελ. ΚΠοινΔ - και κατ'αυτού άσκησε δια της δικηγόρου Αθηνών, ως ειδική πληρεξουσία αυτού δυνάμει της από 5-9-2007 συνημμένης εξουσιοδοτήσεώς του- στην οποία βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του από δικηγόρο Αθηνών -ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών την υπ'αριθμ. 179/2007 αίτηση αναίρεσης προβάλλων ως λόγους αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 375 ΠΚ κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του και με επιτρεπτή (βλ. ΑΠ 1762/2006, ΑΠ 501/2006, ΑΠ 658/2006, ΑΠ 1381/2005, ΑΠ 1401/2003, ΑΠ 2253/2002, ΑΠ 1390/2001 κ.α.) καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών και μετά από αξιολογική εκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και δη "από τις καταθέσεις των μαρτύρων και του πολιτικώς ενάγοντος, τα έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου προφορικά και με υπόμνημα", δέχθηκε "Συγκεκριμένα, ενώ ο μηνυτής Ψ, νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "..... ΕΠΕ", με το υπ" αρ. .../1-10-2002 πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Μητρέλη του χορήγησε την πληρεξουσιότητα να ασκεί όλες τις πράξεις διαχειρίσεως και εκπροσωπήσεως που προβλέπονται από το καταστατικό της άνω εταιρείας, εν τούτοις στα πλαίσια της διαχειρίσεως αυτής προέβη σε ανάληψη χρηματικού ποσού 989.000 ευρώ από τον υπ' αρ. ..... τραπεζικό λογαριασμό, του οποίου ήταν δικαιούχος η άνω εταιρεία που διατηρούσε στην Τράπεζα EUROBANK ERGASIAS και το ιδιοποιήθηκε παράνομα χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, καθ' όσον δεν το διέθεσε, όπως όφειλε για λογαριασμό της εταιρείας προς εκπλήρωση των οικονομικών της υποχρεώσεων, το δε αντικείμενο της υπεξαιρέσεως αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ, αφού ανέρχεται σε 989.000 ευρώ. Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου με τους οποίους αυτός αρνείται παντελώς την κατηγορία, επικαλούμενος ότι με το ποσόν των 980.000 ευρώ εξόφλησε οφειλή του μηνυτή προς το Α, χρηματοδότη των εργασιών εκσκαφής που ανέλαβε ο μηνυτής στην περιοχή ... και προς τον ίδιο (κατηγορούμενο) λόγω δικαιώματος συμψηφισμού, συνεπεία προϋπάρχουσας απαιτήσεως του από οφειλή τιμήματος πέντε φορτηγών και τεσσάρων ρυμουλκούμενων οχημάτων. ελέγχονται ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθ' ότι ο κατηγορούμενος ενεργώντας υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της άνω εταιρείας όφειλε προεχόντως να αποδώσει το ως άνω ποσό στην εντολέα "... ΕΠΕ" και ακολούθως να διεκδικήσει την απαίτησή του αυτή".
...........Περαιτέρω........ "πρέπει να επαναδιατυπωθεί η σε βάρος του κατηγορουμένου κατηγορία της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, με την οποία παραπέμφθηκε δια του εκκαλουμένου βουλεύματος, ο εκκαλών κατηγορούμενος ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, σύμφωνα με το διατακτικό" και κατά το οποίο (διατακτικό) "Επαναδιατυπώνει τη σε βάρος του ως άνω εκκαλούντος κατηγορουμένου κατηγορία της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, με την οποία παραπέμφθηκε δια του εκκαλουμένου ως άνω βουλεύματος ο προαναφερόμενος εκκαλών Χ, ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ώστε να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι: Στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2003, (25/2/03) ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένο ολικά κινητό πράγμα, ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 73.000 ευρώ, το οποίο του είχαν εμπιστευθεί, λόγω, της ιδιότητας του, ως εντολοδόχου, ο οποίος είχε εντολή, για διενέργεια νομικών και υλικών διαχειριστικών πράξεων, κατά διακριτική ευχέρεια, κατά την εκτέλεση της συγκεκριμένης εντολής, με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα του, την οποία αντλούσε από σύμβαση και συγκεκριμένα, ότι: Ο ΑΝΩΤΕΡΩ, ΚΑΙΤΟΙ, ΔΥΝΑΜΕΙ, του υπ' αριθμ. .../1-10-02 ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟ του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Δημητρίου Μητρέλη. δια του οποίου. ο Ψ "ενεργώντας, ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "... ΕΠΕ", "τον είχε διορίσει, ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρείας και του είχε δώσει την ειδική εντολή. το δικαίωμα και τη πληρεξουσιότητα, να ασκεί όλες τις πράξεις του διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας, που προβλέπονται, από το καταστατικό της και ειδικότερα να υπογράφει συμβάσεις ανάληψης έργων, να εισπράττει, για λογαριασμό της, τις πάσης φύσεως πληρωμές, να παραλαμβάνει επιταγές, για λογαριασμό της, και να τις εισπράττει από τις Τράπεζες και γενικά, να την εκπροσωπεί, ενώπιον, οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, για την εκτέλεση των παραπάνω εντολών, υπογράφοντας κάθε αναγκαίο έγγραφο ή απόδειξη, καθώς επίσης και να την εκπροσωπεί, ενώπιον, κάθε Δημόσιας Αρχής, για τη διαχείριση οποιασδήποτε υπόθεσης της αλλά και να ενεργεί κάθε άλλη πράξη μέσα, στα πλαίσια των παραπάνω εντολών, ακόμη, και αν δεν αναφέρονταν ρητά στο πληρεξούσιο", ΕΙΧΕ ΕΙΣΠΡΑΞΕΙ (για λογαριασμό, της εταιρείας "... ΕΠΕ"), το χρηματικό ποσό των "995.154,67" ευρώ, με την υπ' αριθμ. ..... δίγραμμη επιταγή, που είχε εκδοθεί, εις διαταγήν της εταιρείας "... ΕΠΕ", από την εταιρεία "Lamda Olympia Village AE", και εσύρετο, επί του υπ' αριθμ. ..... λογαριασμού της τελευταίας στη Τράπεζα Κύπρου, προς εξόφληση πιστοποιήσεως, που αφορούσε σε εργασίες εκσκαφών, που γίνονταν σε Γήπεδο, στο ..., για την ανέγερση του "ΧΩΡΙΟΥ ΤΥΠΟΥ 2004", τις οποίες είχε αναλάβει η εταιρεία "Lamda Olympia Village AE", πρώην Δημοτική Επιχείρηση Αξιοποίησης Ακίνητης Περιουσίας του Δήμου ..., με ΑΝΑΔΟΧΟ την εταιρεία "... ΕΠΕ", η οποία, όμως, ως εργολάβος του εν λόγω έργου, εκπροσωπείτο από αυτόν, (από τον κατηγορούμενο Χ, τον οποίο, εξ αυτού του λόγου, είχε καταστήσει, δια του ως άνω .../1-10-02 ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΥ του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Δημητρίου Μητρέλη, ειδικό πληρεξούσιο, αντίκλητο, αντιπρόσωπο, εντολοδόχο και διαχειριστή, σύμφωνα, με τα ειδικώς, ήδη, μνημονευθέντα), και ενώ, κατ' αρχήν, κατέθεσε, ως όφειλε, το εισπραχθέν ποσό των "995.154,67" ευρώ, στον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό, όψεως-άτοκο, που διατηρούσε, στη Τράπεζα EFG EUROBANK-ERGASIAS ΑΕ, η εντολοδόχος του εταιρεία "... ΕΠΕ", στην οποία, όπως και ο ίδιος γνώριζε, ανήκε, κατά πλήρη κυριότητα, αυτό το ποσό, ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΗΜΕΡΑ, ΑΝΕΛΑΒΕ, εκ του ανωτέρω ποσού, "989.00,00" ευρώ και μετά ταύτα, ενεργώντας, όλως παρανόμως, καθ' υπέρβαση των τυπικών και των ουσιαστικών ορίων των εντολών και των δικαιωμάτων που του είχαν δοθεί με το προαναφερόμενο, υπ" αριθμ. .../1-10-02 πληρεξούσιο, και παρά την προς τούτο, αληθή βούληση της εντολοδόχου εταιρείας "... ΕΠΕ", ΚΑΤΑΚΡΑΤΗΣΕ αυτά τα "989.000.00" ευρώ, ΤΑ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΕ ΠΑΡΑΝΟΜΑ στη περιουσία του, τα κατέθεσε εν συνεχεία σε λογαριασμό, τρίτου προσώπου, που ονομαζόταν "Α" και παρά τις εντονότατες και συνεχείς οχλήσεις του Ψ, εκπροσώπου της εγκαλούσας εταιρείας "... ΕΠΕ", δεν τα επέστρεψε σ' αυτήν". Στην οικεία εισαγγελική πρόταση γίνεται δεκτόν ότι ".....αυθημερόν, ανέλαβε από αυτόν (=λογαριασμό όψεως που διατηρούσε η εταιρεία - ... ΕΠΕ-) το ποσό των 989.000,00 ευρώ, το οποίο, εν συνεχεία, μετέφερε αυτοβούλως, εν αγνοία και χωρίς την προς τούτο βούληση της εταιρείας, για λογαριασμό της οποίας το είχε εισπράξει και στην οποία ανήκε αυτό κατά κυριότητα, σε λογαριασμό τρίτου προσώπου, ονόματι Α ...." και ότι: "...... δ) Η κατά τα ανωτέρω, "κατά διακριτική ευχέρεια, εκτέλεση υλικών και νομικών διαχειριστικών πράξεων, με αντιπροσώπευση της εντολέως του", έπρεπε να γίνεται, από τον εκκαλούντα, πάντοτε, για λογαριασμό, της εταιρείας "... Ε.Π.Ε ", διότι, από κανένα στοιχείο του υπ'αριθμ. .../02 Πληρεξουσίου δεν μπορεί να δημιουργηθεί, έστω και εμμέσως, η ελαχίστη εντύπωση, περί του ότι, ο Χ, στο πλαίσιο των εντολών, που του παρείχοντο με αυτό, αποκτούσε το δικαίωμα, να προβαίνει, σε εισπράξεις χρημάτων ή σε οιασδήποτε άλλης φύσεως ενέργειες, προκειμένου, να ικανοποιήσει, δι'αυτών, δικές του αξιώσεις, στρεφόμενες, κατά της εντολέως του ή καθ'οιουδήποτε άλλου. Δηλαδή, από κανένα στοιχείο του πληρεξούσιου δεν προκύπτει το επικαλούμενο, από τον κατηγορούμενο, δικαίωμα "συμψηφισμού", (βλ. τη σελ. 2 του απολογ. Υπομν.). Αντιθέτως, από το ιστορικό της όλης συναλλαγής, προκύπτει, ότι το επίμαχο πληρεξούσιο χορηγήθηκε, προς, εξασφάλιση της διαχειρίσεως των εσόδων, από το συγκεκριμένο έργο εκσκαφών και όχι, προκειμένου, να κρατήσει, για προσωπικό του λογαριασμό, ο κατηγορούμενος, μέσω, των εισπραχθησομένων πιστοποιήσεων, το χρηματικό ποσό, που του οφείλετο, (κατά τους ισχυρισμούς του), από την εγκαλούσα, (βλ. σχετ.ανωτ. τη σελ. 2 της από 15ης / 11/05, εν κατάθ. του Ψ).
Εκ των προαναφερθέντων, κατά λογική αναγκαιότητα, συνάγεται, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 713 επόμ. Α.Κ., τόσο, σε πραγματικό, όσο, και σε νομικό επίπεδο, ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος, ανεξαρτήτως, του βασίμου ή μη των δικών του αστικών αξιώσεων, κατά της εταιρείας "... ΕΠΕ", δια της μη επιστροφής σ'εκείνη, παρά, τις εντονότατες οχλήσεις της, του επιδίκου ποσού των "989.000,00" ευρώ, το οποίο της ανήκε, κατά κυριότητα και το οποίο ο ίδιος, κατ' αρχήν, νομίμως, είχε, εισπράξει, καταθέσει και, εν συνεχεία, αναλάβει, από λογαριασμό της στη Τράπεζα "EFG EUROBANK - ERGASΙAS Α.Ε", (και πριν, καταθέσει αυτό σε λογαριασμό του Α), προέβη σε διαχειριστική πράξη την οποία τέλεσε: Α) εκτός των ορίων : ι ) της εξουσίας προς αντιπροσώπευση της, που του είχε χορηγηθεί, δια του, υπ' αρίθμ. .../ 02 Πληρεξουσίου, και ιι ) των εντολών, που περιλαμβάνονταν σ' αυτό, ως αναγκαίες, για την υλοποίηση της, εν λόγω, αντιπροσωπεύσεως, Β) χωρίς να προκύπτει, αμέσως ή εμμέσως, από οιοδήποτε στοιχείο, ότι η ανωτέρω "υπέρβαση", επί της ουσίας, ήταν εναρμονισμένη, προς την αληθή βούληση του εντολέα, υπό την έννοια ότι η εντολέας εταιρεία, (νομίμως εκπροσωπούμενη), είτε, γνώριζε, εκ των προτέρων, αυτή την ενέργεια και την επέτρεψε, είτε, εάν τη γνώριζε θα την επέτρεπε και Γ) παρά το γεγονός, ότι ο ίδιος είχε πλήρη γνώση, των, ως άνω, νομικών και πραγματικών δεδομένων, υπό το κράτος των οποίων, δεν είχε δικαίωμα, να προχωρήσει στην επίμαχη ενεργεία του .......όμως, κατόπιν, όσων εξετέθησαν, θα πρέπει, να γίνει ορθότερος νομικός χαρακτηρισμός αυτού του εγκλήματος και ν' αναδιατυπωθεί η κατηγορία, η οποία θα του αποδοθεί, σύμφωνα, με τα προαναφερθέντα, ως προς το χαρακτηρισμό της ιδιότητας, υπό την οποία, τέλεσε αυτό. Συγκεκριμένα, είναι αναγκαίο, ν' αναγραφεί, ως πλέον δόκιμο, ότι ο Χ ενήργησε: "υπό την ιδιότητα του εντολοδόχου, ο οποίος προέβαινε σε υλικές και νομικές διαχειριστικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, κατά διακριτική ευχέρεια, κατά την εκτέλεση της συγκεκριμένης εντολής", και να προσδιορισθεί επακριβώς, ότι "τα υπεξαιρεθέντα χρήματα ανήκαν, κατά κυριότητα στην εταιρεία "... Ε.Π.Ε".
Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι η ανάληψη του άνω ποσού από τον κατηγορούμενο έγινε με την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρείας - ... ΕΠΕ- δηλ. περιήλθε στην κατοχή του, δια της αναλήψεως του ποσού αυτού με την ιδιότητά του αυτή, λόγω της ιδιότητας του αυτής και αφετέρου η ιδιοποίησή του ποσού αυτού, έγκειται όχι αυτοτελώς στην ανάληψή του (με την οποία απέκτησε την κατοχή) αλλά στην εν συνεχεία ιδιοποίησή του για ίδιο λογαριασμό, η οποία και συγκεκριμενοποιείται στην μεταβίβασή του κατά κυριότητα στο λογαριασμό τρίτου προσώπου.
Επίσης καθίσταται σαφές ότι το συμβούλιο Εφετών δέχεται ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με την ιδιότητα, όχι απλά του εντολοδόχου αλλά του εντολοδόχου-διαχειριστή, ενώ το πρωτόδικο βούλευμα είχε, δεχθεί μόνο την ιδιότητα του διαχειριστή.
Επίσης το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων στα πλαίσια της εντολής-διαχείρισης είχε ως περιεχόμενο μόνο την είσπραξη των εσόδων από το συγκεκριμένο έργο. Τέλος, καθίσταται σαφές ότι το συμβούλιο Εφετών με τις σκέψεις ότι "οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου με τους οποίους αυτός αρνείται παντελώς την κατηγορία, επικαλούμενος ότι με το ποσόν των 980.000 ευρώ εξόφλησε οφειλή του μηνυτή προς τον Α χρηματοδότη των εργασιών εκσκαφής που ανέλαβε ο μηνυτής στην περιοχή ... και προς τον ίδιο (κατηγορούμενο) λόγω δικαιώματος συμψηφισμού, συνεπεία προϋπάρχουσας απαιτήσεώς του από οφειλή τιμήματος πέντε φορτηγών και τεσσάρων ρυμουλκουμένων οχημάτων, ελέγχονται ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι καθ'ότι ο κατηγορούμενος ενεργώντας υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της άνω εταιρείας όφειλε προεχόντως να αποδώσει το ως άνω ποσό στην εντολέα ... ΕΠΕ και ακολούθως να διεκδικήσει την απαίτησή του αυτή".
Υιοθετεί στην ουσία το οικείο μέρος της εισαγγελικής πρότασης ότι ο αναιρεσείων δεν είχε δικαίωμα συμψηφισμού και συνεπώς δεν υφίσταται κάποια αντίφαση -βλ. και πιο κάτω πρβλ. και ΑΠ 1592/88 ΠΧρΛΘ 404.
ΙΙ) Ο αναιρεσείων προβάλλει με την έκθεση αναίρεσης α) εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης - 484 παρ. 1 εδ. β ΚΠΔ - δηλ. του άρθρου 375 ΠΚ αφού είχε ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά της εταιρείας και δη σ'αυτόν (και στον Α και στον Β) πολύ περισσότερα χρήματα και ότι το ληξιπρόθεσμο της αξίωσής του το δέχονται αμφότερα τα συμβούλια (και οι Εισαγγελείς) και συνεπώς δεν υπάρχει το παράνομο της ιδιοποίησης και αφού με την ανάληψη των χρημάτων απέκτησε την κυριότητα των χρημάτων και συνεπώς δεν συντρέχει το στοιχείο "ξένο" του άρθρου 375 ΠΚ β) 'Ελλειψη νόμιμης βάσης - 484 παρ. 1 εδ. β ΚΠΔ και γ) 'Ελλειψη ειδικής αιτιολογίας (484 παρ. 1 περ. 4 ΚΠΔ) και δη ενώ ο μηνυτής έχει ρητά επιβεβαιώσει (φύλλο 5 του βουλεύματος), όπως και προκύπτει από το ίδιο το 9799/2002 πληρεξούσιο, ότι υπήρχε πράγματι νόμιμος διαχειριστής της εταιρείας και είχε τη δυνατότητα να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια διαχείρισης εσόδων ή εξόδων αυτής (συνεπώς και των πιστωτών αυτής), τελείως αυθαίρετα και δη με την αόριστη έκφραση "από το ιστορικό της όλης συναλλαγής" και από το επίμαχο πληρεξούσιο δέχεται ότι μπορούσε να διαχειρίζεται μόνο τα έσοδα της εταιρείας.
ΙΙΙ) Επειδή εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το βούλευμα αποδίδει στη διάταξη έννοια διαφορετική από αυτή που πράγματι έχει (βλ. ΑΠ 259/2006, ΑΠ 1371/2006, ΑΠ 67/2006 κ.α.), ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν δεν υπήχθησαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (βλ. ΑΠ 1371/2006, ΑΠ 259/2006), περίπτωση δε εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου εκ του ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, το οποίο περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος του Αρείου Πάγου της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης (βλ. ΑΠ 9/2001 Ολ. ΑΠ 259/2006, ΑΠ 1128/2004, ΑΠ 957/2002, ΑΠ 2/2000 Ολ. κ.α.).
Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας συνιστά λόγον αναίρεσης (484 παρ. 1 περ. δ ΚΠΔ), όταν εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση σχετικά με την αποδιδομένη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη για την οποία και η παραπομπή, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το συμβούλιο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο - βλ. ΑΠ 1/2005 Ολ, ΑΠ 1698/2007, ΑΠ 1668/2007, ΑΠ 1573/2007 κ.α.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να γίνεται συγκεκριμένη αναφορά και προσδιορισμός κατά κατηγορία (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), στην αξιολόγηση των οποίων στηρίχθηκε το συμβούλιο, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη χωριστή μνεία του καθενός από αυτά, ούτε ξεχωριστή αξιολόγηση του περιεχομένου τους, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του όλα τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα (βλ. ΑΠ 2142/2006).
Λόγον αναίρεσης δεν συνιστά η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (εγγράφων-μαρτύρων κλπ). Ειδικά για την εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων -βλ. μόνο την ΑΠ 674/85 ΠΧρ ΛΕ 908-. Ο 'Αρειος Πάγος δεν προβαίνει σε εκτίμηση αποδεικτικών μέσων, αφού δεν ελέγχει την ουσία της υπόθεσης.
Η άνω αιτιολογία απαιτείται και επί απορρίψεως αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου που, αληθής υποτιθέμενος, αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, ή αποκλείει ή μειώνει την ικανότητα για καταλογισμό, ή οδηγεί στην απόσβεση του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής (-βλ. ΑΠ 1855/2001, ΑΠ 234/2003 κ.α.). Δηλ. επί ισχυρισμών που ασκούν αυτοτελώς επίδραση στην στοιχειοθέτηση συστατικού στοιχείου του εγκλήματος - βλ. ΑΠ 1284/87, εφόσον, βέβαια προβάλλεται κατά τρόπον σαφή και ορισμένο, δηλ. με επίκληση όλων εκείνων των πραγματικών ισχυρισμών που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή του (βλ. ΑΠ 1709/90, ΑΠ 5/97 πρβλ ΑΠ 1405/2005, ΑΠ 1519/2005 κ.α.).
Επειδή για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται όπως λάβει χώραν ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος, που βρισκόταν στην κατοχή του δράστη, πλην όμως δεν αρκεί μόνον αυτό αλλά απαιτείται όπως η ιδιοποίηση είναι και παράνομος. Εάν δεν υφίσταται και το στοιχείο αυτό δεν συγκροτείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος (βλ. ΑΠ 1447/86 Π.Χρ. ΛΖ' 173). Το στοιχείο τούτο είναι αυτοτελές και αυθύπαρκτον στοιχείο του εγκλήματος της υπεξαίρεσης (βλ. ΑΠ 395/67 Π. Χρ. ΙΖ 585, ΑΠ 1447/86 ΠΧρΛΖ 173, Σπινέλης- Ειδικό Ποινικό Α σελ. 91), το οποίο και πρέπει έτσι να βεβαιούται στην απόφαση-βούλευμα, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση ή παραπεμπτικό βούλευμα αντίστοιχα (βλ. τις αμέσως προηγούμενες παραπομπές). Ελλείπει δε το στοιχείο τούτο όταν η ιδιοποίηση έλαβε χώραν μετά από συναίνεση του ιδιοκτήτη του πράγματος ή άλλου νομίμου δικαιώματος ή εξουσίας που παρέχεται από το νόμο (βλ. ΑΠ 543/2003, ΑΠ 492/2003, ΑΠ 1164/2002, ΑΠ 474/79, ΑΠ 1020/87, ΑΠ 573/90 κ.α.) ή συμβάσεως (βλ. ΑΠ 865/90, ΑΠ 963/90 κ.α.). 'Ετσι, υπάρχοντος και ασκηθέντος νομίμως δικαιώματος συμψηφισμού (440 ΑΚ, 20 Π.Κ.) αναιρείται το παράνομο της ιδιοποιήσεως (βλ. Γάφο Ειδικό Ποινικό τεύχος ΣΤ 68, Μπιτζιλέκης (Μανωλεδάκης) - Ειδικό Ποινικό (2004) σελ. 226, Μυλωνόπουλος Ειδικό Ποινικό (2006) σελ. 206, Καρανίκα Ειδικό Ποινικό τόμ. γ' σελ. 448, Σπινέλη, Ειδικό ποινικό Α' σελ. 91, ΑΠ 742/74 Π Χρ ΚΕ 118, ΑΠ 447/69 ΠΧρ.Κ 18 όπου και σχόλιο Ανδρουλάκη πρβλ ΑΠ 1052/2004 ΠοινΔ 2004 σελ. 939, ΑΠ 195/89 ΠΧρ ΛΘ 765, ΑΠ 531/2002 ΠΧρ.ΝΓ 27) και συνεπώς δεν υφίσταται έγκλημα ιδιοποιήσεως.
Εδώ υποστηρίζεται και ότι ο ισχυρισμός περί συμψηφισμού οδηγεί στην άρση του άδικου της πράξης (πρ.βλ ΑΠ 1052/2004 -αναιρεί-ποινικός Λόγος σελ. 1326)-Σε σχέση με τον ισχυρισμό-δικαίωμα συμψηφισμού πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι κατά το άρθρο 450 ΑΚ δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά απαιτήσεως που προέρχεται από αδίκημα που διαπράχθηκε δολίως, κατά μείζονα λόγο από αξιόποινη πράξη (έγκλημα), όπως είναι οπωσδήποτε το αντικείμενο της υπεξαίρεσης (βλ. ΑΠ 1671/95 ΠΧρ ΜΣΤ 1057, ΑΠ 419/87 ΠΧρ ΛΖ 722, ΑΠ 1066/2004 Ποινικός Λόγος σελ. 1339 (όπου πρόκειται μάλιστα για ισόποσες απαιτήσεις), πρβλ ΑΠ 531/2002 ΠΧρ ΝΓ 27, Τούση Γεν Ενοχ. (1974) σελ. 490-1-, Πολυζωγόπουλο σε ΑΚ υπό 450 Νο8). Δεν μπορεί δηλ. ο οφειλέτης, αυτός που είναι ο δράστης του (αδικήματος ή) εγκλήματος -εδώ της υπεξαίρεσης- να προτείνει συμψηφισμό της απαιτήσεως που προήλθε από αυτό. Η άνω όμως, αναγκαστικού δικαίου, διάταξη προϋποθέτει ότι έχει τελεσθεί ήδη το (αδίκημα εκ δόλου ή) έγκλημα όταν προτείνεται ο ισχυρισμός? δεν μπορεί δηλαδή να θεωρηθεί ως τέτοιο έγκλημα το κρινόμενο διότι τότε το ζητούμενο το θεωρούμε ως δεδομένο. Εξάλλου για την ύπαρξη του δικαιώματος συμψηφισμού απαιτείται η σχετική απαίτηση να είναι ληξιπρόθεσμη κατά το χρόνο συναντήσεώς της με την άλλη, επομένως να είναι και ορισμένη (κατά ποσό και πόθεν πηγάζει) -πρβλ ΑΠ 1592/88 ΠΧρ ΛΘ 404 - και να αναφέρεται ακριβής χρόνος και τρόπος και τον οποίον έγινε ο συμψηφισμός -ΑΠ 1592/88 πρβλ ΑΠ 531/2002 Π Χρ ΝΓ 27 (αναιρεί αθωωτικό βούλευμα).
Να σημειωθεί εδώ ότι άλλο είναι το δικαίωμα επίσχεσης (=αναβολή εκπλήρωσης της υποχρέωσης) και άλλο το δικαίωμα συμψηφισμού, αφού στην τελευταία περίπτωση επέρχεται ικανοποίηση του περιεχομένου του δικαιώματος. 'Ετσι στην περίπτωση της υπεξαίρεσης το δικαίωμα του συμψηφισμού σημαίνει ιδιοποίηση του ξένου κινητού πράγματος, πράγμα όμως που δεν δικαιολογείται από το νόμο (πρβλ ΑΠ 674/85 ΠΧρ ΛΕ 908).
Ιδιοποίηση συνιστά και η άνευ δικαιώματος μεταφορά του ξένου κινητού πράγματος σε ίδιον λογαριασμό (βλ. ΑΠ 548/89, ΑΠ 74/2000, ΑΠ 46/2001 κ.α.) ή σε ξένο (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ ΠΚ τομ. γ σελ. 30, Τούση-Γεωργίου ΠΚ (1967) σελ. 1014 Νο 15), αφού και στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος μεταβιβάζει και δη οριστικά την κυριότητα του ξένου κινητού πράγματος και συνεπώς ιδιοποιείται αυτό αφού συμπεριφέρεται ως ιδιοκτήτης, έστω και αν ο τρίτος έχει κατά τους κανόνες του αστικού δικαίου αξίωση έναντι του ιδιοκτήτη, εφόσον ο τελευταίος δεν συμφωνεί (βλ. και Μπιτζιλέκη-Μανωλεδάκη-Εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας (2004) σελ. 225).
Επειδή δεν απαιτείται ειδικότερα αιτιολογία του δόλου υπεξαιρέσεως, ενυπάρχοντος στην περί ενοχής κρίση και στην παραγωγή των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη, όπως περιγράφεται και προκύπτει από αυτή (ΑΠ 372/2003 ΠΧρ ΝΓ 1081, ΑΠ 741/2002 ΝοΒ 2002.1762).
Επειδή διαχειριστής κατά την έννοια του άρθρου 375 παρ. 2 ΠΚ είναι και ο εντολοδόχος αν έχει διοικητική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής (βλ. ΑΠ 1307/2004, ΑΠ 114/2004, ΑΠ 1579/2002, ΑΠ 292/2003, ΑΠ 974/2001, ΑΠ 1296/2003 κ.α.).
Ο εντολοδόχος δεν αποκτά κυριότητα των χρημάτων τα οποία απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής είτε αυτά αποκτά σε μετρητά είτε με κατάθεση σε προσωπικό λογαριασμό του (βλ. ΑΠ 891/2004, ΑΠ 115/2004, ΑΠ 1426/2004 ΑΠ 1516/2001 κ.α.). 'Ετσι και ο διαχειριστής ξένης περιουσίας (βλ. ΑΠ 1101/74, ΑΠ 85/65 κ.α.) κατ' εξαίρεση του άρθρου 1034 ΑΚ.
Διαχειριστής είναι αυτός που διενεργεί νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα και αναπτύξεως πρωτοβουλίας, ως και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού, αρνούμενος όλα αυτά είτε από το νόμο είτε από σύμβαση (βλ. ΑΠ 1120/2006, ΑΠ 1164/2002, ΑΠ 2374/2002, ΑΠ 1600/2004 κ.α.) ή de facto (=Εν τοις πράγμασι) - βλ. ΑΠ 666/2001, ΑΠ 457/2001, ΑΠ 292/2003, ΑΠ 1928/2003, ΑΠ 1320/2005 κ.α.) και εφόσον το ιδιοποιηθέν ξένο κινητό πράγμα περιήλθε στην κατοχή του λόγω της ιδιότητάς του αυτής - βλ. ΑΠ 1600/2004, ΑΠ 5/2004 κ.α.
Ενόψει των ανωτέρω τελεί υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος (άρθρο 375 παρ. 1, 2 ΠΚ - όπως ισχύει) όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και περιήλθε στην κατοχή του λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ή αν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης που ιδιοποιήθηκε ο υπαίτιος υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ.
Καθίσταται συνεπώς φανερόν ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού αναφέρει σαφώς, με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία και τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και τους λόγους-σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε αυτά στην οικεία ουσιαστική ποινική διάταξη (= 375 ΠΚ) και ότι συντρέχουν οι απαιτούμενες αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου.
Να σημειωθεί εδώ ότι η αναγραφή-καταγραφή των καταθέσεων και των ισχυρισμών του κατηγορουμένου κλπ στην οποία προβαίνει η εισαγγελική πρόταση (σελ. 8 επ.) δεν δημιουργεί ασάφεια περί του τί δέχεται αφού στη συνέχεια σαφώς λαμβάνει θέση τί δέχεται (πρβλ. ΑΠ 1240/92, ΑΠ 1302/95).
Ενόψει των δεκτών γενομένων από το προσβαλλόμενο βούλευμα καθίσταται σαφές ότι ο σχετικός ισχυρισμός περί συμψηφισμού είναι αβάσιμος αφού γίνεται δεκτόν ότι ο αναιρεσείων δεν είχε τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση εντολής-διαχείρισης και δέχεται ρητά ότι η ιδιοποίηση είναι παράνομη αφού δεν δικαιολογείται νόμιμα.
Ανεξαρτήτως όμως τούτου ο σχετικός ισχυρισμός είναι και αόριστος αλλά και διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν δέχεται τις προϋποθέσεις αυτού.
Ειδικώτερα δεν προκύπτει, ούτε δέχεται κάτι τέτοιο το προσβαλλόμενο βούλευμα, ότι ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε -πρβλ έκθεση έφεσης αυτού-, ότι έχει συγκεκριμένη ή συγκεκριμένες απαιτήσεις τουλάχιστον από απόψεως ποσού, όπως επίσης πότε κατέστησαν και πώς ληξιπρόθεσμες (έτσι ώστε να μπορεί να γίνει λόγος περί "συναντήσεως"-) - πρβλ. ΑΠ 531/2002 ΠΧρ ΝΓ 27 που αναιρεί αθωωτικό βούλευμα - πότε και κατά ποιό τρόπο προεβλήθη ο συμψηφισμός? το αυτό σε σχέση με απαίτηση ή απαιτήσεις του Α. 'Ετσι ο σχετικός ισχυρισμός αλυσιτελώς προβάλλεται, ανεξαρτήτως της νόμιμης ή μη αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος, επί του θέματος αυτού.
Επίσης αβάσιμος είναι και ο έτερος ισχυρισμός ότι ο αναιρεσείων κατέστη κύριος των αναληφθέντων χρημάτων (-όχι μόνο διότι στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, ότι δηλ. είναι ισχυρός και νόμιμος ο συμψηφισμός- αλλά και) διότι η ανάληψη των χρημάτων αυτών έγινε με την ιδιότητα του διαχειριστή, ήτοι για λογαριασμό της εταιρείας, αφού άλλως δεν μπορούσε να τα αναλάβει.
Τέλος, η άλλη αιτίαση περί ελλείψεως αιτιολογίας είναι απαράδεκτη αφού ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφου, η οποία δεν ελέγχεται, όπως ελέχθη, αναιρετικά. 'Αλλωστε είναι και αβάσιμη αφού δεν απαιτείται, για να τελεστεί η συγκεκριμένη πράξη, όπως ο αναιρεσείων είχε αποκτήσει και δη νόμιμα την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρείας και δη κατ' αποκλεισμό του υπάρχοντος διαχειριστή (=μηνυτή), αφού αρκεί ότι ενήργησε με την άνω ιδιότητα, όπως και ενήργησε όντως.
Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση.
Δ Ι Α Τ Α Υ Τ ΑΠ ρ ο τ ε ί ν ω όπως απορριφθεί η υπ'αριθμ. 179/2007 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του υπ' αριθμ. 1326/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος αυτού.
Αθήνα 8 Νοεμβρίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 375 ΠΚ παρ. 1: όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσόν των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δρχ., ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Παρ. 2 Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγουμένου εδαφίου υπερβαίνει τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) δρχ. (73.000 ευρώ), τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς α) το υλικό αντικείμενο αυτής να είναι κατά την φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοιαν ότι ανήκει η κυριότητα αυτού, κατά το αστικό δίκαιο, εις άλλον εκτός του δράστου, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, η κατοχή εδώ ξένου πράγματος διαφέρει της αντιστοίχου εννοίας του αστικού δικαίου και συνίσταται στην πραγματική σχέση, η οποία καθιστά δυνατή, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών την εξουσίαση του πράγματος από τον δράστη κατά την βούλησή του, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτου ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νομίμου δικαιολογητικού λόγου. Ούτως υπάρχοντος και ασκηθέντος νομίμως δικαιώματος συμψηφισμού (άρθρα 20 ΠΚ, 440 ΑΚ) αναιρείται το παράνομο της ιδιοποιήσεως και συνεπώς δεν υφίσταται έγκλημα υπεξαιρέσεως, ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και να έχουν εμπιστευθεί το πράγμα στον υπαίτιο λόγω συνδρομής μιας τουλάχιστον περιπτώσεως από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στη διάταξη της παρ. 2 ως άνω, όπως εκείνες του εντολοδόχου ή του διαχειριστού ξένης περιουσίας. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής διαχειριστής τοιαύτης περιουσίας είναι εκείνος ο οποίος ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέως με δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεως με κίνδυνο και ευθύνη αυτού. Την εξουσία αυτή μπορεί να έλκει, είτε από τον νόμο, είτε από σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται να προέρχεται και από την δημιουργία μιας πραγματικής καταστάσεως. Ούτως εάν η πράξη ετελέσθη από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσεως, η εντολή εμπεριέχεται στη διαχείριση. Ο εντολοδόχος μπορεί να είναι και διαχειριστής αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Εξ άλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 721 και 719 ΑΚ, ο μεν εντολέας έχει υποχρέωση να προκαταβάλει τις δαπάνες που απαιτούνται για την εκτέλεση της εντολής, ο δε εντολοδόχος να αποδώσει στον εντολέα ό,τι έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν αποκτά κυριότητα επί των προκαταβαλλομένων σ' αυτόν χρημάτων ή αυτών που απέκτησε κατά την εκτέλεση της εντολής, αλλά μόνο κατοχή, είτε η προκαταβολή ή η απόκτηση γίνεται με παράδοση αυτών είτε με λογιστική μεταφορά τους στον προσωπικό λογαριασμό του εντολοδόχου σε τράπεζα, με την οποία γίνεται αυτός δικαιούχος και αποκτά δικαίωμα αναλήψεώς των, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 Ν.Δ. της 17-7/17.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών". Γι' αυτό τον λόγο σε περίπτωση μη αναλώσεως των χρημάτων κατά τους σχετικούς όρους της εντολής και επακολουθησάσης παρανόμου ιδιοποιήσεως αυτών, ο άνω εντολοδόχος διαπράττει το αδίκημα της υπεξαιρέσεως του άρθρου 375 ΠΚ. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη θέληση ή αποδοχή του δράστου να ενσωματώσει το ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο στην περιουσία του με οποιονδήποτε τρόπο.
Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔικ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔικ λόγον αναιρέσεως, όταν, αναφέρονται σ' αυτήν στο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση σχετικά με την αποδιδομένη εις τον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Εξ άλλου, η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Η θεμελιούμενη με τον τρόπο αυτό αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της δίκαιας δίκης που καθιερώνει το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και υπερισχύει των ελληνικών νόμων (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ούτε παραβιάζει το από το άρθρο 2 παρ. 1 του έβδομου πρωτοκόλλου της ίδιας πιο πάνω Σύμβασης, που υπογράφτηκε στο Στρασβούργο στις 21-11-1984 και κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, δικαίωμα αυτού που δικάζεται για εγκληματική ενέργεια να προσφεύγει σε δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο, ώστε να κριθεί από εμπειρότερους δικαστές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ή δικαστικού συμβουλίου, αφού στην περίπτωση αυτή η αναφορά γίνεται στην ειδικά αιτιολογημένη πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, με την οποία αξιολογείται εκ νέου το αποδεικτικό υλικό που προέκυψε από την ανάκριση ή την προανάκριση. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ.1 περ. β' του ΚΠΔ, συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το Συμβούλιο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά τους τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάστηκε εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 1326/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απερρίφθη η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθ. 3576/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο διαπιστωθεισών επαρκών ενδείξεων παρεπέμφθη ούτος να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που του έχουν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητός του ως διαχειριστού ξένης περιουσίας συνολικής αξίας υπερβαινούσης το ποσό των 73.000 ευρώ, αφού επαναδιετυπώθη η κατ' αυτού κατηγορία της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και υπερβαινούσης το ποσόν των 73.000 ευρώ, που του είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής συμπληρωματικά στο πρωτόδικο βούλευμα με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπ'όψη του (προκαταρκτική εξέταση και κυρία ανάκριση) και ειδικότερα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και ανωμοτί του πολιτικώς ενάγοντος τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην δικογραφία, την απολογία του κατηγορουμένου προφορικά και με υπόμνημα, εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: "Από την προκαταρκτική εξέταση και από τη κυρία ανάκριση, που διενεργήθηκαν, για τη παρούσα υπόθεση, ειδικότερα δε, από τις ένορκες και από τις ανωμοτί καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν, από τα έγγραφα, που επισυνάπτονται στη δικογραφία, σε συνδυασμό και με την απολογία του εκκαλούντα -κατηγορουμένου, προέκυψαν, πλέον ή επαρκώς, τα εξής: Στις αρχές του έτους 2002, ο μηνυτής Ψ, ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", με έδρα, επί της οδού Μεσογείων 256, στο Χολαργό Αττικής, και σκοπό "την εκτέλεση Οικοδομικών και Χωματουργικών Εργασιών, καθώς και Τεχνικών Έργων, Ιδιωτικών και Δημοσίων, και την Ανάληψη υπεργολαβιών εκτελέσεως Δημοσίων Έργων", (βλ. ΦΕΚ 3269/ 3-12-84, στοιχ. 7 σελ. 4), αγόρασε από τον εκκαλούντα -κατηγορούμενο Χ, έμπορο αυτοκινήτων και μηχανημάτων, πέντε φορτηγά αυτοκίνητα, καταβάλλοντος το ποσό των "120.000" ευρώ, σε μετρητά, όπως ανέφερε ίδιος. Τον Αύγουστο του ιδίου έτους, ο εκκαλών - κατηγορούμενος του πρότεινε, να εκτελέσει εκείνος, (ο μηνυτής), τις εργασίες εκσκαφών στο Γήπεδο, που βρίσκεται στο ..., προς ανέγερση, του "ΧΩΡΙΟΥ ΤΥΠΟΥ 2004" (ΕΡΓΟ), τις οποίες είχε αναλάβει η εταιρεία "LAMDA OLYMPIA VILLAGE Α.Ε", πρώην Δημοτική Επιχείρηση Αξιοποίησης Ακίνητης Περιουσίας του Δήμου ... . Ο μηνυτής ζήτησε από τον κατηγορούμενο, να του πουλήσει ακόμη, εννέα (9) φορτηγά αυτοκίνητα, τα οποία ήταν αξίας 350.000 ευρώ, περίπου. Ο κατηγορούμενος δέχθηκε, αλλά ζήτησε, να τον καταστήσει πληρεξούσιο, για να διαχειρισθεί το συγκεκριμένο έργο, υποστηρίζοντας, ότι, επειδή τον είχε συστήσει εκείνος, στη "LAMDA OLYMPIA VILLAGE Α.Ε ", έπρεπε να εξασφαλισθεί, έναντί της. Την 1η Οκτωβρίου του 2002, υπογράφηκε το ιδιωτικό Συμφωνητικό Εκτελέσεως του ανωτέρω Έργου, μεταξύ της "LAMDA OLYMPIA VILLAGE Α.Ε ", (ΕΡΓΟΔΟΤΗ), και του Χ, ως εκπροσώπου του ΕΡΓΟΛΑΒΟΥ, "... ΕΠΕ". Κατά την ιδία, ως άνω ημέρα, (1η/10/02), καταρτίσθηκε το υπό ιδίαν ημερομηνία, υπ' αριθ. .../02 ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟ του Συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Μητρέλη, δια του οποίου ο Ψ "ενεργώντας, ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "... Ε.Π.Ε", διόρισε ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο της εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρείας, τον εκκαλούντα Χ και του έδωσε την ειδική εντολή, το δικαίωμα και τη πληρεξουσιότητα, να ασκεί όλες τις πράξεις του διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας, που προβλέπονται, από το καταστατικό της και ειδικότερα, να υπογράφει συμβάσεις ανάληψης έργων, να εισπράττει, για λογαριασμό της, τις πάσης φύσεως πληρωμές, να παραλαμβάνει επιταγές, για λογαριασμό της, και να τις εισπράττει από τις Τράπεζες και γενικά να την εκπροσωπεί, ενώπιον οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, για την εκτέλεση των παραπάνω εντολών, υπογράφοντας κάθε αναγκαίο έγγραφο ή απόδειξη, καθώς επίσης και να την εκπροσωπεί, ενώπιον κάθε Δημόσιας Αρχής, για τη διαχείριση οποιασδήποτε υπόθεσής της. Να ενεργήσει κάθε άλλη πράξη, μέσα στα πλαίσια των παραπάνω εντολών, ακόμη και αν δεν αναφέρονται ρητά στο πληρεξούσιο" (οι εντολές μεταφέρθηκαν αυτολεξεί). (Βλ. την από 15ης/11/05 ανωμοτί κατάθεση του Ψ, το από 9ης/9/02, Πρωτόκολλο Εγκατάστασης Εργολάβου, σχετ. 16, το από 1ης/10/02 Ιδιωτικό Συμφωνητικό, σχετ. 20 και το υπ' αριθ. .../02 Πληρεξούσιο). Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, οι πιστοποιήσεις του προαναφερομένου έργου εισπράττονταν από τον κατηγορούμενο, η τελευταία δε εξ αυτών του καταβλήθηκε για ποσό "995.154,67" ευρώ, με την υπ' αριθ. ..... δίγραμμη επιταγή, εις διαταγήν της εταιρείας "... Ε.Π.Ε" και εκδόσεως της εταιρείας "LAMDA OLYMPIA VILLAGE Α.Ε ", που εσύρετο, επί του υπ' αριθ. ..... λογαριασμού της τελευταίας στην Τράπεζα Κύπρου. Στις 25/2/03, ο κατηγορούμενος κατέθεσε, κατ' αρχήν, ολόκληρο το προαναφερόμενο ποσό στον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό, όψεως - άτοκο, που διατηρούσε η εταιρεία "..... Ε.Π.Ε", στην Τράπεζα EFG EUROBANK - ERGASIAS Α.Ε, αλλά, αυθημερόν, ανέλαβε από αυτόν το ποσό των "989.000,00" ευρώ, το οποίο, εν συνεχεία, μετέφερε, αυτοβούλως, εν αγνοία και χωρίς την προς τούτο βούληση της εταιρείας, για λογαριασμό της οποίας το είχε εισπράξει και στην οποία ανήκε αυτό, κατά κυριότητα, σε λογαριασμό τρίτου προσώπου, ονόματι, Α. (Βλ. συνημ. την ανωτ. επιταγή, την υπ' αριθ. ... Απόδειξη Είσπραξης 995.154,67 ευρώ της εταιρείας "... Ε.Π.Ε ", και το έντυπο - απόσπασμα κινήσεως του υπ' αριθ. ..... λογαριασμού, όψεως - άτοκου, που διατηρούσε στην Τράπεζα EFG EUROBANK - ERGASIAS Α.Ε η εταιρεία "... Ε.Π.Ε"). Στις 26 Φεβρουαρίου του 2003, ο Χ, ενεργώντας, υπό την ιδιότητά του και νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" ανακάλεσε, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Μητρέλη, το προηγούμενο, υπ' αριθ. .../1-10-02 Πληρεξούσιό του και συγκεκριμένα, δήλωσε, επί λέξει, ότι: "αίρει και ανακαλεί όλες τις γενικές και ειδικές εντολές, που έδωσε στον Χ με το υπ' αριθ. .../1-10-02 Πληρεξούσιό του, το οποίο θεωρεί από σήμερα και στο εξής άκυρο και ανίσχυρο και ότι ουδεμία επάγεται, για τον εντολοδόχο έννομη συνέπεια, παραγγέλλει δε κάθε αρμόδιο δικαστικό επιμελητή να παραδώσει αντίγραφο του παρόντος στον εντολοδόχο Χ ...". Όμως, παρά την, εν λόγω, ανάκληση και παρά τις οχλήσεις του μηνυτή, ο εκκαλών -κατηγορούμενος δεν επέστρεψε το ποσό των "989.000,00" ευρώ στην εταιρεία "ΑΦΟΙ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΙ Ε.Π.Ε". Ο Ψ διατείνεται, ότι κοινοποίησε αυθημερόν το ανακληθέν, στις 26/2/03 Πληρεξούσιό του, στον ίδιο τον Χ, στην εταιρεία "LAMDA OLYMPIA VILLAGE Α.Ε", στην εταιρεία του επιβλέποντος το έργο και στην Τράπεζα Εργασίας, ότι η εταιρεία του ουδέποτε είχε δοσοληψίες με τον Α, ότι το πληρεξούσιο .../02 δόθηκε για να εξασφαλισθεί η εξόφληση των αυτοκινήτων στον Χ, μέσω της διαχειρίσεως, από τον ίδιο, του έργου της "LAMDA OLYMPIA VILLAGE Α. Ε ", ότι ο Χ είχε ως μοναδικό στόχο την ιδιοποίηση του επίμαχου χρηματικού ποσού, ότι η μόνη οφειλή της εταιρείας του έναντι του Χ περιοριζόταν στην αξία των τριών τελευταίων φορτηγών αυτοκινήτων, για τα οποία είχαν βγάλει πινακίδες αξίας 120.000 ευρώ και τα οποία, όμως, ήταν κλεμμένα, ότι τα υπόλοιπα έξι τα μετέφερε, κατ' αρχήν, στο χώρο του έργου και, εν συνεχεία, σε κάποιες αποθήκες και έκτοτε εξαφανίσθηκαν, αλλά και αυτά ήταν κλεμμένα (γι' αυτό δεν έβγαλε πινακίδες), ως και ότι τα χρήματα, που εισέπραξε ο Χ, από την "LAMDA OLYMPIA VILLAGE Α.Ε", ανέρχονταν στα 3 εκατομμύρια ευρώ και αντιστοιχούσαν στο εργολαβικό αντάλλαγμα, πλέον των 200.000 ευρώ, που του είχε δώσει με επιταγές, με τις οποίες έπρεπε να είχε εξοφλήσει τα έξοδα, από τις εισπράξεις του έργου. Ο Γ, αδελφός του μηνυτή και μέτοχος της εταιρείας "... Ε.Π.Ε", με την από 15ης/11/05 ένορκη κατάθεσή του, ενώπιον της 21ης Τακτικής Ανακρίτριας, επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς του Ψ και, μεταξύ των άλλων, ανέφερε, ότι η εταιρεία τους δεν είχε κάποια σχέση με τον Α, ο οποίος ήταν φίλος με τον Χ,ως και ότι ο Χ ουδέποτε έδωσε χρήματα για λογαριασμό τους, για την εξόφληση των αυτοκινήτων, για πληρωμή εργατών ή για ασφαλιστικές εισφορές. Ο ίδιος ο Α, υποστήριξε, ότι, επειδή ο Ψ (απ' ό, τι ξέρει, είχε δυσμενή στοιχεία στον ΤΕΙΡΕΣΙΑ αλλά και χρέη προς τον Χ), του ζήτησε να τον βοηθήσει οικονομικά, προκειμένου να μπορέσει ο τελευταίος να εισπράξει τα οφειλόμενα μισθώματα, ότι έτσι μπόρεσαν ν' αναλάβουν το επίμαχο χωματουργικό έργο στο ..., με εργοδότρια την εταιρεία "LAMDA OLYMPIA VILLAGE Α.Ε", που ζήτησε εγγυήσεις για τη καλή εκτέλεση του έργου, οι οποίες παρεσχέθηκαν από τον Χ με δικές του εγγυητικές επιστολές, για ποσό 133.000 ευρώ, από την Τράπεζα Εργασίας - ΕUROΒΑΝΚ αλλά, και με άλλα περίπου 20.000 ευρώ, για τη EUROBUS, ότι, καθ' όλη τη διάρκεια αυτού του έργου, τους είχε παραχωρήσει τα γραφεία και τα τηλέφωνά του, ότι για την κάλυψη των αναγκών της εκτελέσεώς του αγόρασαν και άλλα τρία φορτηγά που πληρώθηκαν με δικές του επιταγές, ότι, μέχρι το τέλος αυτού, βοηθούσε οικονομικά, ότι, όταν ο ίδιος δεν είχε πλέον δυνατότητα για παροχή οικονομικής βοήθειας, προκειμένου να ολοκληρωθεί και για να μη χάσουν τα χρήματα, που είχαν τοποθετήσει σε αυτό, ενισχύθηκαν οικονομικά από κάποιον Β, ως και ότι, προκειμένου να εξοφλήσουν όλους τους εργάτες, ώστε να λάβουν τη τελευταία πιστοποίηση, εξέδωσε ο ίδιος μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικού ύψους "760.000" ευρώ, το ποσό των οποίων δεν αφορούσε μόνον στη κάλυψη των ποσών των μεταχρονολογημένων αλλά και άλλων, προηγουμένων επιταγών, που είχε εκδώσει κατά το παρελθόν. Ο εν λόγω μάρτυς διευκρίνισε, ότι από την επιταγή των "989.000" ευρώ περίπου, έδωσε, κατ' εντολήν, του Χ, "328.000" ευρώ (με επιταγή) στον Β, (για τη κάλυψη των χρημάτων που τους είχε δανείσει) και "150.000" ευρώ στον Χ, για την κάλυψη αναγκών του έργου, και κράτησε τα υπόλοιπα ο ίδιος, για να καλύψει τις μεταχρονολογημένες επιταγές, που είχε εκδώσει αλλά και δικές του προηγούμενες, που είχαν ήδη πληρωθεί, τόνισε δε ότι δεν γνωρίζει αλλά υπολογίζει, ότι το σύνολο των πιστοποιήσεων ανέρχεται στο ποσό του "1.700.000" ευρώ, ότι από αυτό το έργο "μπήκαν όλοι μέσα", ως και ότι, χωρίς δικό του όφελος, εξυπηρέτησε το φίλο του, για να μη χάσει τα χρήματα του. Τέλος, με τη κατάθεση του μάρτυρα Δ, υπαλλήλου του Χ και Προέδρου και Δ. Συμβούλου της εταιρείας "ΑΛΙΚΗ ΠΑΡΑΝΤΑΪΣ Α.Ε", επιβεβαιώθηκαν οι ισχυρισμοί του Α, σύμφωνα με τους οποίους ο Χ του μεταβίβασε την επιταγή της εταιρείας "LAMDA", προς επιστροφή χρημάτων, που του όφειλε, τα οποία του είχε δώσει εκείνος (ο Α), προκειμένου, να τον διευκολύνει οικονομικά, για να ολοκληρώσει την εκτέλεση του αναληφθέντος έργου. (Βλ. όλες τις, ως άνω μνημονευόμενες, καταθέσεις). Ο κατηγορούμενος Χ απολογούμενος, αρνήθηκε κατηγορηματικά την ενοχή του, τονίζοντας ότι ουδέποτε υπήρξε διαχειριστής της εταιρείας του μηνυτού, (σύμφωνα, με τους όρους, που είναι καταγεγραμμένοι στο καταστατικό της), ότι, κατ' αρχήν, εισέπραξε το επίδικο χρηματικό ποσό, νομίμως και με τη συναίνεση του εντολέα του Ψ, ότι, εν συνεχεία, κατείχε αυτό, απολύτως δικαιολογημένα, λόγω υφισταμένου εκ μέρους του δικαιώματος συμψηφισμού, "ήδη προσυμφωνημένου, μεταξύ τους", στηριζόμενου, επί προϋπάρχουσας οικονομικής αξιώσεώς του έναντι του μηνυτού, προερχομένης από την οφειλή του τιμήματος πέντε φορτηγών και τεσσάρων ρυμουλκούμενων οχημάτων, τα οποία είχαν μεταβιβασθεί, με παρακράτηση της κυριότητας από την εταιρεία "ΑΛΙΚΗ ΠΑΡΑΝΤΑΪΣ Α.Ε", (συμφερόντων του ιδίου του Χ και εκπροσωπούμενη από τον Δ, της οποίας μέτοχος ήταν και ο Α, προς την εταιρεία "... Ε.Π.Ε", ότι, επειδή ουδεμία πληρωμή είχε γίνει από το μηνυτή, του πρότειναν ν' αναλάβει το έργο στο ..., ως και ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, του έδωσε δέκα επιταγές, για την εξασφάλιση του ποσού που του όφειλε και τον έκανε πληρεξούσιο γι' αυτό το έργο, ώστε να το χρηματοδοτήσει, χωρίς ενδοιασμούς, εφ' όσον, δια των χρημάτων που θα εισέπραττε για λογαριασμό του από την εταιρεία "LAMDA AE", όχι μόνον θα καλύπτονταν οι οικονομικές απαιτήσεις του από εκείνον, αλλά θα είχε και κέρδος της τάξεως του 30%. Ο κατηγορούμενος έκανε λεπτομερή μνεία συγκεκριμένων χρηματικών ποσών, των οποίων η ειδικότερη παράθεση δεν κρίνεται σκόπιμη, εν προκειμένω. Ο ανωτέρω αφέθη ελεύθερος, με σύμφωνη γνώμη Ανακριτού και Εισαγγελέα. (Βλ. όλα τα μνημονευθέντα έγγραφα, τα οποία επισυνάπτονται στη παρούσα δικογραφία). Κατόπιν όσων, κατά τα ανωτέρω, παρατέθηκαν, συνάγεται ότι καλώς κρίθηκαν με το προσβαλλόμενο βούλευμα ως επαρκείς οι ενδείξεις που προέκυψαν (στο βαθμό που απαιτείται για τη παραπομπή στο ακροατήριο) εις βάρος του εκκαλούντος για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, ως και ότι, γενικά, ορθώς υπήχθησαν, κατ' αρχήν, τα προαναφερόμενα πραγματικά στοιχεία στο νομικό κανόνα του άρθρου 375 παρ. 2αβ - 1 Π.Κ. Όμως, για τη πληρότητα των προαναφερθεισών πραγματικών και νομικών αξιολογήσεων, κρίνουμε απαραίτητο ν' αναφέρουμε και τα ακόλουθα: Είναι προφανές ότι γενεσιουργός αιτία της υπό κρίσιν υποθέσεως υπήρξε μια διαφορά αστικής φύσεως, προερχομένη, από επαγγελματικές - οικονομικές συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ, αφ' ενός μεν του κατηγορουμένου, των συνεργατών του, Δ και Α) και εταιρειών δικού του ενδιαφέροντος, (όπως της "ΑΛΙΚΗ ΠΑΡΑΝΤΑΪΣ Α.Ε"), αφ' ετέρου δε του μηνυτή (Ψ), της εταιρείας "... Ε.Π.Ε" και της εταιρείας "LAMDA OLYMPIA VILLAGE Α.Ε". Από τη σαφή διατύπωση και από την εξ αυτής γραμματική ερμηνεία του υπ' αριθ. .../1-10-02 ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΥ του συμβ/φου Δημ. Μητρέλη, προκύπτει με απόλυτη βεβαιότητα ότι, δι' αυτού, ο Ψ, ενεργήσας υπό την ιδιότητα "του διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "... Ε.Π.Ε", μεταξύ των άλλων, "έδωσε στον κατηγορούμενο Χ την ειδική εντολή, το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα να ασκεί όλες τις πράξεις του διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας του ... να ενεργήσει κάθε άλλη πράξη μέσα στα πλαίσια των παραπάνω εντολών, ακόμη και αν δεν αναφέρονται ρητά στο πληρεξούσιο" (βλ. ανωτ. την αντ/χη αυτολεξεί παράθεση). Από νομικής απόψεως, το κείμενο του εν λόγω ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΥ έχει την έννοια ότι: α) Ο Ψ, ο οποίος, ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "... Ε.Π.Ε", "ενεργεί νομικές και υλικές διαχειριστικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, (δηλ. της εν λόγω εταιρείας), την οποία αντλεί, από το υπ' αριθμ. .../20.11.84 συμβόλαιο (δηλ. από σύμβαση) της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Σταματάκη - Καρπούζου", με το οποίο συνεστήθη αυτή, έδωσε ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στον Χ "να ενεργεί υλικές και νομικές διαχειριστικές πράξεις, κατά διακριτική ευχέρεια, κατά την εκτέλεση της συγκεκριμένης εντολής, με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα του, (δηλ. η εντολή προήλθε από το νομικό πρόσωπο της εταιρείας "... Ε.Π.Ε" και εξωτερικεύθηκε δια του φυσικού προσώπου, Ψ), (βλ. σχετικώς, την ΑΠ 974/2001, ΠΧΡ ΝΒ/ 2002, σελ. 334). β) Ο Χ αντλούσε το δικαίωμα για άσκηση, κατά διακριτική ευχέρεια, υλικών και νομικών διαχειριστικών πράξεων, με αντιπροσώπευση της εντολέως του, ("... Ε.Π.Ε"), από το ως άνω .../02 Πληρεξούσιο. γ) Ο Χ ούτε διορίσθηκε διαχειριστής της εταιρείας "... Ε.Π.Ε" με κάποιο όρο του καταστατικού της, (όπως και ο ίδιος, ορθώς, ισχυρίσθηκε), ούτε με το πληρεξούσιο .../02 απέκτησε τέτοιο δικαίωμα, ούτε όμως με το πρωτόδικο βούλευμα κρίθηκε, υπό τέτοια ιδιότητα. Το υπ' αριθ. .../02 Πληρεξούσιο χορηγήθηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της εταιρείας, προκειμένου, εκτός από τον ίδιο αλλά και παράλληλα με αυτόν, "ν' ασκούνται, κατά διακριτική ευχέρεια, νομικές και υλικές διαχειριστικές πράξεις" και από τον Χ.
Συνεπώς, δι' αυτού του πληρεξουσίου, ο τελευταίος δεν κατέστη "διαχειριστής της εταιρείας κατ' αποκλειστικότητα", και δεν υποκατέστησε, εν μέρει, τον Ψ, δια της συγχρόνου, εκ μέρους του τελευταίου, αποποιήσεως αντιστοίχων δικαιωμάτων του επί ορισμένων αρμοδιοτήτων, συνυφασμένων με τη προαναφερθείσα ιδιότητά του. (Εξ άλλου, δεν θα ήταν νόμιμο κάτι τέτοιο, διότι, για αλλαγές αυτής της φύσεως, οι οποίες συνιστούν επέμβαση στους όρους του καταστατικού, απαιτείται τροποποίηση τούτου). δ) Η κατά τα ανωτέρω, "κατά διακριτική ευχέρεια, εκτέλεση υλικών και νομικών διαχειριστικών πράξεων, με αντιπροσώπευση της εντολέως του", έπρεπε να γίνεται από τον εκκαλούντα πάντοτε για λογαριασμό της εταιρείας "... Ε.Π.Ε", διότι από κανένα στοιχείο του υπ' αριθ. .../02 Πληρεξουσίου δεν μπορεί να δημιουργηθεί, έστω και εμμέσως, η ελαχίστη εντύπωση περί του ότι, ο Χ, στο πλαίσιο των εντολών που του παρείχοντο με αυτό, αποκτούσε το δικαίωμα, να προβαίνει, σε εισπράξεις χρημάτων ή σε οιασδήποτε άλλης φύσεως ενέργειες, προκειμένου να ικανοποιήσει, δι' αυτών δικές του αξιώσεις, στρεφόμενες κατά της εντολέως του ή καθ' οιουδήποτε άλλου. Δηλαδή, από κανένα στοιχείο του Πληρεξουσίου δεν προκύπτει το επικαλούμενο από τον κατηγορούμενο δικαίωμα "συμψηφισμού" (βλ. τη σελ. 2 του απολογ. Υπομν.). Αντιθέτως, από το ιστορικό της όλης συναλλαγής, προκύπτει, ότι το επίμαχο πληρεξούσιο χορηγήθηκε προς εξασφάλιση της διαχειρίσεως των εσόδων από το συγκεκριμένο έργο εκσκαφών και όχι προκειμένου να κρατήσει για προσωπικό του λογαριασμό ο κατηγορούμενος, μέσω των εισπραχθησομένων πιστοποιήσεων, το χρηματικό ποσό που του οφείλετο (κατά τους ισχυρισμούς του), από την εγκαλούσα, (βλ. σχετ. ανωτ. τη σελ. 2 της από 15ης/11/05, εν. κατάθ. του Ψ). Εκ των προαναφερθέντων, κατά λογική αναγκαιότητα, συνάγεται, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 713 επόμ. Α.Κ, τόσο, σε πραγματικό όσο και σε νομικό επίπεδο, ότι ο εκκαλών - κατηγορούμενος, ανεξαρτήτως του βασίμου ή μη των δικών του αστικών αξιώσεων κατά της εταιρείας "... Ε.Π.Ε", δια της μη επιστροφής σ' εκείνη, παρά τις εντονότατες οχλήσεις της, του επιδίκου ποσού των "989.000,00" ευρώ, το οποίο της ανήκε κατά κυριότητα και το οποίο ο ίδιος, κατ' αρχήν, νομίμως είχε εισπράξει, καταθέσει και εν συνεχεία αναλάβει, από λογαριασμό της στη Τράπεζα "EFG EUROBANK-ERGASIAS Α.Ε" (και πριν καταθέσει αυτό σε λογαριασμό του Α), προέβη σε διαχειριστική πράξη, την οποία τέλεσε: Α) εκτός των ορίων : ι) της εξουσίας προς αντιπροσώπευσή της, που του είχε χορηγηθεί δια του υπ' αριθ. .../02 Πληρεξουσίου, και ιι) των εντολών που περιλαμβάνονταν σ' αυτό ως αναγκαίες, για την υλοποίηση της εν λόγω αντιπροσωπεύσεως. Β) χωρίς να προκύπτει, αμέσως ή εμμέσως, από οποιοδήποτε στοιχείο, ότι η ανωτέρω "υπέρβαση" επί της ουσίας ήταν εναρμονισμένη προς την αληθή βούληση του εντολέα, υπό την έννοια ότι η εντολέας εταιρεία, (νομίμως εκπροσωπουμένη), είτε γνώριζε εκ των προτέρων αυτή την ενέργεια και την επέτρεψε, είτε, εάν τη γνώριζε, θα την επέτρεπε και Γ) παρά το γεγονός ότι ο ίδιος είχε πλήρη γνώση των ως άνω νομικών και πραγματικών δεδομένων, υπό το κράτος των οποίων δεν είχε δικαίωμα να προχωρήσει στην επίμαχη ενέργειά του (βλ. το εν λόγω πληρεξ. αλλά και τα αμέσως κατωτ. παρατιθέμενα). Στο σημείο αυτό, δεν πρέπει να παραβλεφθεί το νομικό καθεστώς, που διέπει την "Πληρεξουσιότητα" και συγκεκριμένα, ότι η "Πληρεξουσιότης" αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία, δια της οποίας χορηγείται εξουσία προς αντιπροσώπευση, ότι η Εντολή, αυτή καθ' εαυτή, δεν παρέχει αντιπροσωπευτική εξουσία προς τον εντολοδόχο, ότι, όταν, προκειμένου, να εκτελεσθεί η εντολή, απαιτείται η κατάρτιση δικαιοπραξίας εν ονόματι του εντολέως, τότε, ο εντολέας βαρύνεται με την χορήγηση πληρεξουσιότητας, ότι "το άμισθο" αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της εντολής, ότι αντίθετη συμφωνία, μεταβάλλει το χαρακτήρα της συμβάσεως, (π.χ. σε μίσθωση εργασίας ή έργου), ως και ότι ο εντολοδόχος δικαιούται να παρεκκλίνει των ορίων της εντολής, μόνον όταν αδυνατεί να ειδοποιήσει τον εντολέα, αλλ' όμως είναι φανερό ότι ο εντολέας θα επέτρεπε αυτό, εάν γνώριζε τα περιστατικά που προκάλεσαν την παρέκκλιση (βλ. άρθρο 717 Α.Κ, ως και επί όλων των ανωτ. Παύλου Φίλιου, Ενοχικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, έκδ. Εκδ. Οίκος Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 1976, Κεφ. Γ, παρ. 18, σελ. 254 - 269). Δια της υπαγωγής των υπό κρίσιν, πλέον ή επαρκώς, προκυψάντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 375 παρ. 2αβ - 1 Π.Κ, (όπως το τελ. εδάφ. της παρ. 1 προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α Ν. 2721/99 και όπως το εδάφ. β της παραγρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 Ν. 2408/96 και προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3β Ν. 2721/99), συνάγεται ότι εις βάρος του παρόντος κατηγορουμένου στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, ως υπαίτιος της οποίας αυτός παραπέμφθηκε με το εκκληθέν βούλευμα 3576/06 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, για να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, όμως, κατόπιν όσων εξετέθησαν, θα πρέπει να γίνει ορθότερος νομικός χαρακτηρισμός αυτού του εγκλήματος και ν' αναδιατυπωθεί η κατηγορία, η οποία θα του αποδοθεί, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ως προς τον χαρακτηρισμό της ιδιότητας, υπό την οποία τέλεσε αυτό. Συγκεκριμένα, είναι αναγκαίο ν' αναγραφεί ως πλέον δόκιμο, ότι ο Χ ενήργησε: "υπό την ιδιότητα του εντολοδόχου, ο οποίος προέβαινε σε υλικές και νομικές διαχειριστικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα, κατά διακριτική ευχέρεια, κατά την εκτέλεση της συγκεκριμένης εντολής", και να προσδιορισθεί επακριβώς ότι "τα υπεξαιρεθέντα χρήματα ανήκαν κατά κυριότητα στην εταιρεία "... Ε.Π.Ε". Επισημαίνεται ότι η, κατά τα ανωτέρω, βελτίωση της γραμματικής και της συντακτικής δομής της επίδικης κατηγορίας: ι) Δεν συνιστά μεταβολή κατηγορίας, και μάλιστα ανεπίτρεπτη, δεδομένου ότι δι' αυτής απλώς συντελείται σαφέστερος προσδιορισμός των στοιχείων της, μέσω διατυπώσεων, των οποίων οι εννοιολογικές διαστάσεις είναι, τοις πράγμασι, μικρότερες εκείνων που "φαίνεται" να προκύπτουν από το κείμενο του κατηγορητηρίου του Ανακριτού, (όπως προκύπτει από το απολογητικό υπόμνημα, (βλ. ανωτ. 1 η σελίδα αυτού), στον εκκαλούντα δόθηκε η εντύπωση "ότι κατηγορείται" ως διαχειριστής, γενικώς, της εταιρείας, ενώ, αυτό δεν είναι ακριβές, βλ. ανωτ.), και οι οποίες περιλαμβάνουν στοιχεία ήδη γνωστά και ληφθέντα υπ' όψιν από τον εκκαλούντα κατά την απολογία του, και ιι) θεωρούμενη και υπό το πρίσμα της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 3α της ΕΣΔΑ, δεν έρχεται σε σύγκρουση με αυτήν, εφ' όσον δεν περιέχει στοιχεία που δεν γνώριζε ο κατηγορούμενος όταν απελογείτο και, ως εκ τούτου, δεν γεννάται θέμα απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας, λόγω παραβιάσεως του άρθρου 171 παρ. 1δ Κ.Π.Δ, (ως προς την υπεράσπιση του κατηγορουμένου), λαμβανομένης υπ' όψιν και αυτεπαγγέλτως και δυναμένης να προβληθεί μέχρι της αμετακλήτου παραπομπής (άρθρο 173 παρ. 2 Κ.Π.Δ), (κατ' αναλ. Βλ. σχετ. ΕΔΔΑ απόφ. της 25.99. επί υποθ. Pellisier κατά Γαλλίας και απόφ. 10.2.95 κατά Ισπανίας.
Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔικ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκρίθη ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα πραγματικά αυτά περιστατικά καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1, 2 ΠΚ, τις οποίες δεν παρεβίασεν, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ούτε με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, εκτίθενται τα περιστατικά της εντολής και της ιδιότητος του αναιρεσείοντος ως εντολοδόχου, της υπεξαιρέσεως υπό την τελευταίαν αυτήν ιδιότητά του, το παράνομον της ιδιοποιήσεως, αφού δεν απεδείχθη η απαίτησή του κατά του μηνυτού προς συμψηφισμόν. Εντεύθεν και αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και εσφαλμένης εφαρμογής υπ' αυτού της άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως ευθέως και εκ πλαγίου, λόγος ο οποίος εις την κρινομένη αίτηση εκτείνεται, κατά τρία σκέλη, εις την εσφαλμένη παραδοχή α) της μη υπάρξεως απαιτήσεως προς συμψηφισμόν, β) των στοιχείων της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως και γ) της μη αντιφατικότητος των γενομένων δεκτών υπό του Συμβουλίου, κατά παραπομπήν (επιτρεπτώς) εις την εισαγγελική πρόταση σχετικά με την ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως εντολοδόχου διαχειριστού, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ' ό δε μέρος με αυτούς προβάλλονται αιτιάσεις κατά της ουσιαστικής κρίσεως του Συμβουλίου είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Κατ' ακολουθίαν αυτών, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.9.2007 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ' αριθ. 1326/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Κακουργηματική υπεξαίρεση - Στοιχεία αυτής. Εάν το εμπιστευθέν ποσό εις εντολοδόχο - διαχειριστή υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρ. 375 ΠΚ). Πότε διαχειριστής - εντολοδόχος. Πότε παράνομη η ιδιοποίηση. Αίρεται εάν υπάρχει και αποδεικνύεται αίτησή του προς συμψηφισμό. Πότε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Απορρίπτεται αναίρεση διότι διαλαμβάνονται πλήρως τα συγκροτούντα την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση στοιχεία του εγκλήματος. Απαράδεκτοι οι λόγοι αφορώντες την ουσία.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 1622/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2414/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ... .
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 1 Δεκεμβρίου 2006, δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1944/06. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, με αριθμό 405/24-10-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω στο Δικαστήριο σας την προκειμένη δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, κάτοικοι ..., άσκησαν τις με αριθμό 146 και 147/1-12-2006 αντίστοιχες αιτήσεις αναιρέσεως κατά του με αριθμό 2414/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Η σχετική δικογραφία υποβλήθηκε στο Δικαστήριο σας με την 137/28-3-2007 πρόταση μας (Αντεισαγγελέας Π. Καίσαρης), που είχε το εξής περιεχόμενο:
"Εισάγω κατ'άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ. τις υπ'αρ.146 και 147/1-12-2006 αιτήσεις αναίρεσης των Χ1 και Χ2, κατοίκων ..., (δυνάμει της από 30-11-2006 εξουσιοδότησης τους προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθηνών Αλέξανδρο Στρίμπερη), κατά του υπ'αριθ. 2414/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής : Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκαν κατ'ουσία οι υπ'αρ. 373 και 372/2005 εφέσεις των τώρα αναιρεσειόντων κατά του υπ'αρ. 2132/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν αυτοί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοιvού και κατ' επάγγελμα, με συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη της εγκαλούσας, που υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των 73.000 ευρώ και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Β) Oι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473§1, 474 και 482 παρ.1 & 3 Κ.Π.Δ., με τις ως άνω από 1-12-2006 δηλώσεις των αναιρεσειόντων στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για τις οποίες συντάχθηκαν oι υπ'αρ. 146 και 147/2006 εκθέσεις αναίρεσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα τους είχε επιδοθεί την 30-11-2006 και είναι τυπικά δεκτές. Με το υπό κρίση ένδικο μέσο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και την υπέρβαση εξουσίας. Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ'άρ.93 § 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, ενώ Δ) Εσφαλμένη μεν ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ιδρύουσα λόγον αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ'αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π.252/04 και 2200/02, Π.Χ. ΝΓ/762). Ε) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στις αιτήσεις αναίρεσης ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός των αιτήσεων είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π.1457/2000 & 591/2001, Π.Χ. ΝΑ/537 & ΝΒ/131). ΣΤ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με μνεία, όλων κατ'είδος, των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα, ειδικά αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη, εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ειδικότερα προέκυψε ότι τον Σεπτέμβριο του έτους 2002 στην οικία της εγκαλούσας στα ... οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι, που είναι αντρόγυνο και διατηρούσαν οικογενειακές σχέσεις και μακρόχρονη φιλία με την εγκαλούσα από κοινού ενεργώντας δολίως παρέστησαν ψευδώς στην εγκαλούσα ότι είχαν άμεση ανάγκη χρημάτων προκειμένου να καλύψουν επείγουσες οικογενειακές ανάγκες. Προκειμένου δε να άρουν τις οποιεσδήποτε αντιρρήσεις και αμφιβολίες της εγκαλούσας ενόψει του γεγονότος ότι το χρηματικό ποσό ήταν μεγάλο διαβεβαίωσαν ψευδώς την εγκαλούσα ότι ήταν κάτοχοι ποσού ύψους 1.000.000 ευρώ σε δεσμευμένο στην τράπεζα λογαριασμό μέχρι την 28-2-2003 και ότι μέχρι την ίδια ημερομηνία ανέμεναν ποσό 500.000 ευρώ περίπου από την επαγγελματική δραστηριότητα του δευτέρου ως ασφαλιστή. Έτσι έπεισαν από κοινού την εγκαλούσα να τους καταβάλει διαδοχικά το συνολικό ποσό των 183.800 ευρώ, ήτοι κατέθεσε κατά το από του μηνός Σεπτεμβρίου 2002 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2002 χρονικό διάστημα σε κατάστημα των ... της ALFA BANK σε κοινό λογαριασμό των εκκαλούντων συνολικό ποσό 146.000 ευρώ (βλ. αντίγραφα καταθέσεων στον κοινό λογαριασμό με αριθμ. 1-11), περαιτέρω δε τους κατέβαλε σε μετρητά ποσό 20.000 ευρώ την 10-10-2002 και ποσό 17.300 ευρώ την 20-10-2002. Κατά το ίδιο ανωτέρω χρονικό διάστημα oι κατηγορούμενοι επέστρεψαν στην εγκαλούσα διάφορα χρηματικά ποσά στο τέλος Δεκεμβρίου του 2002 όφειλαν να επιστρέψουν συνολικά το ποσό των 146.000 ευρώ, το οποίο την είχαν διαβεβαιώσει ψευδώς ως ανωτέρω ότι θα το επέστρεφαν τον Φεβρουάριο του 2003. Οι κατηγορούμενοι που διαβιούσαν λίαν πολυτελώς τέλεσαν την ανωτέρω πράξη τους κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός αυτών για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητας των. Χαρακτηριστικές εν προκειμένω είναι oι καταθέσεις των μαρτύρων 1) Β και 2) Γ, εκ των οποίων η πρώτη παρότι έχει συγγενικό δεσμό αίματος με την πρώτη των κατηγορουμένων (πρώτη εξαδέλφη) όχι μόνο επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας κατά τρόπο απόλυτο αλλά περαιτέρω επίσης επιβεβαιώνουν ότι και η πρώτη εξ αυτών (Β) έπεσε θύμα εξαπάτησης κατά τον ίδιο τρόπο και κατά τον ίδιο χρόνο των κατηγορουμένων αφού πείσθηκε στις ίδιες ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων και τους κατέβαλε ως δάνειο το ποσό των 25.000 ευρώ και το οποίο ιδιοποιήθηκαν παρανόμως. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται την πράξη των και διατείνονται, πλην αβασίμως, όλως αορίστως ότι τόσον η εγκαλούσα όσο και η ανωτέρω μάρτυρας είχαν συμφωνήσει από κοινού με τον δεύτερο τα ανωτέρω χρήματα να δανείζουν σε παίκτες του καζίνου με υψηλό επιτόκιο μέσω του δευτέρου, χωρίς άλλες λεπτομέρειες. Οι ισχυρισμοί αυτοί των κατηγορουμένων παρότι επιβεβαιώνονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων: α) Α (αδελφής της πρώτης κατηγορουμένης) και 2) Δ, δεν είναι δυνατόν να γίνουν δεκτοί ως αληθείς κυρίως από το γεγονός ότι αν πράγματι τόσον η εγκαλούσα, η μάρτυρας Β και οι κατηγορούμενοι απώλεσαν τα χρήματα τους που είχαν δανείσει μέσω του δευτέρου κατηγορουμένου σε παίκτες του καζίνου αορίστως για ποιο λόγο τότε η πρώτη κατηγορουμένη αποδέχθηκε με τριτεγγυητή τον δεύτερο κατηγορούμενο είκοσι (20) συναλλαγματικές με ημερομηνία λήξης την 13η κάθε μήνα με έναρξη την 13 Οκτωβρίου 2003, ποσών αντιστοίχως, 8.000, 8.000, 8.000, 8.000, 8.000, 8.000, 8.000, 8.000, 8.000, 8.000, 3.000, 7.000, 7.000, 7.000, 7.000, 7.000, 7.000, 7.000, 7.000 και 7.000 ευρώ (βλ. στοιχεία αντίγραφα συναλλαγματικών) και οι οποίες (συναλλαγματικές) ουδέποτε εξοφλήθηκαν. Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι ορθά παραπέμφθηκαν με το πρωτόδικο βούλευμα οι κατηγορούμενοι στο ακροατήριο για την ως άνω πράξη.
Ζ) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκαν παραπεμπτέοι στο ακροατήριο οι αναιρεσείοντες, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 εδ. στ', 14, 26 § ια, 27 § 1 και 386 παρ. 1β και 3 εδ. α, β Π.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως oι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για λόγους αναίρεσης κατ'άρθρ.484 § 1 στοιχ. β', δ' και στ' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμες. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ : Η) Δεν απαιτείται χωριστή αξιολόγηση και εκτίμηση (Α.Π.193/88, Π.Χ. ΛΗ/498) του περιεχομένου κάθε αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1334 & 1424/89, Π.Χ. Μ/586 & 705), καθόσον αρκεί η λήψη αυτών συνολικά (Α.Π. 798/88, Π.Χ. ΛΗ/889) και δεν είναι ανάγκη να εξειδικεύεται τι συνήχθη από το καθένα (ΑΠ 1140/89, Π.Χ. Μ/424), όπως δε προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα (ανωτέρω υπό ΣΤ'), το Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε όλα κατ'είδος τ'αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1825/99, Π.Χ. Ν/810) και επομένως oι αντίθετες αιτιάσεις των 2 (πανομοιότυπων κατά το περιεχόμενο) αιτήσεων αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθούν ως αβάσιμες. ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ Θ) Ορθά και αιτιολογημένα, και όχι με ελλιπή αιτιολογία, όπως υποστηρίζεται, απορρίφθηκε το αίτημα περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης των κατηγορουμένων στο συμβούλιο προς παροχή διευκρινίσεων. Ι) Εκτός αναιρετικού ελέγχου είναι επίσης οι αιτιάσεις που αμφισβητούν τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της απάτης, καθώς και την αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων ή των εγγράφων, όπως ήδη εξετέθη, αλλά και τις έννοιες της από κοινού (ά. 45 Π.Κ.) και "κατ'επάγγελμα"τέλεσης της πράξης, που όλα αυτά εκτίθενται αναλυτικά και εμπεριστατωμένα στο προσβαλλόμενο βούλευμα. ΙΑ) Τέλος το αίτημα των αναιρεσειόντων ενώπιον του Συμβουλίου σας προς παροχή διευκρινίσεων πρέπει ν'απορριφθεί, διότι με πληρότητα εκθέτουν στις αναιρέσεις τους τα επιχειρήματα και τους ισχυρισμούς τους σχετικά με την παραπάνω πράξη, έτσι ώστε να μην υπάρχει ανάγκη κάποιας άλλης συμπλήρωσης. ΓΙ'ΑΥΤΟ Προτείνω: 1) Ν'απορριφθούν οι υπ'αρ. 146 και 147/1-12-2006 αιτήσεις αναίρεσης των Χ1 ΚΑΙ Χ2, κατοίκων ..., (δυνάμει της από 30-11-2006 εξουσιοδότησης τους προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθηνών Αλέξανδρο Στρίμπερη), κατά του υπ'αρ. 2414/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Ν'απορριφθεί το αίτημα τους για αυτοπρόσωπη εμφάνιση τους προς παροχή διευκρινίσεων στο Συμβούλιό σας και 3) Να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα."(βλ. πρόταση). II. Το Δικαστήριο σας με την 1500/2007 απόφαση απείχε να αποφανθεί επί της υποθέσεως γιατί δέχθηκε ότι εκτός της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οι κατηγορούμενοι είχαν προσβάλλει το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών και για υπέρβαση εξουσίας και ως προς τον λόγο αυτό δεν υπήρχε πρόταση.(βλ. απόφαση).
ΙΙΙ. Σε σχέση λοιπόν με τον περί υπερβάσεως εξουσίας κοινό λόγο αναιρέσεως σας εκθέτω τα εξής: Ο περί υπερβάσεως εξουσίας λόγος αναίρεσης, στηρίζεται κατά τους αναιρεσείοντες σε δύο (2) βάσεις και συγκεκριμένα στο ότι: α) Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών προχώρησε στην ουσιαστική εκτίμηση της υπόθεσης και απόρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις που είχαν ασκήσει οι ήδη αναιρεσείοντες κατά του 2132/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, χωρίς προηγουμένως να κρίνει αν ήταν ορθή ή όχι η με το ίδιο βούλευμα απόρριψη των αιτήσεων τους για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου (βλ. παράγρ. 4, 1 των αναιρέσεων). Από την επισκόπηση των σχετικών εγγράφων, που παραδεκτώς γίνεται για την εκτίμηση της βασιμότητας του λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι πράγματι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 2132/2005 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο τους ήδη αναιρεσείοντες για να δικαστούν για κακουργηματική απάτη από κοινού και απέρριψε την από 4-2-2005 αίτησή τους για αυτοπρόσωπη εμφάνιση (βλ. 2132/2005 βούλευμα). 'Όμως οι κατηγορούμενοι στις με αριθμό 373/1-9-2005 (Χ1) και 372/1-9-2005 (Χ2) εφέσεις κατά του βουλεύματος, επικαλέσθηκαν ως λόγο έφεσης το ότι ".....Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών δεν εκτίμησε ορθά τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και με το προσβαλλόμενο βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για να δικαστούν για απάτη κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια σε βαθμό κακουργήματος, ενώ σύμφωνα με ορθή εκτίμηση όλων των στοιχείων της δικογραφίας, έπρεπε να τους απαλλάξει από κάθε κατηγορίας...."(βλ. εκθέσεις εφέσεως). Με βάση αυτό το περιεχόμενο των εφέσεων, ορθώς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης, γιατί: α) οι κατηγορούμενοι δεν είχαν εκκαλέσει το πρωτόδικο βούλευμα και ως προς τη διάταξή του αυτή, αφού οι εκκαλούντες ρητώς αναφέρουν στις εκθέσεις εφέσεως ότι παραπονούνται μόνον για λανθασμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού. Δεν υπήρξε λοιπόν υπέρβαση εξουσίας στην προκειμένη περίπτωση και ο σχετικός λόγος αναίρεσης, που ερείδεται στο ζήτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. β) Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες για βαρύτερη πράξη από εκείνη για την οποία είχαν παραπεμφθεί, αφού δέχθηκε ότι η πράξη είχε τελεστεί "κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια", ενώ το πρωτόδικο βούλευμα είχε δεχθεί μόνο τη συνδρομή της "κατ'επάγγελμα" τέλεσης. Ο λόγος αυτός είναι επίσης αβάσιμος, γιατί ανεξάρτητα του ότι το Συμβούλιο Εφετών είχε το δικαίωμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 319 Κ.Π.Δ. να προσθέσει την επιβαρυντική περίσταση, χωρίς αυτό να αποτελεί ανεπίτρεπτη χειροτέρευση της θέσης των κατηγορουμένων, στην προκειμένη περίπτωση, από το διατακτικό του 2414/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών προκύπτει, ότι το Συμβούλιο απέρριψε ως αβάσιμες τις εφέσεις και επικύρωσε την παραπεμπτική διάταξη του 2132/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών, πράγμα που σημαίνει ότι δεν έγινε η προσθήκη και άλλης επιβαρυντικής περίπτωσης, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή, το γεγονός ότι στο σκεπτικό αναφέρεται πράγματι, από προφανή παραδρομή ότι η πράξη τελέστηκε "κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια".
Συνεπώς και ως προς τις δύο βάσεις του ο περί υπερβάσεως εξουσίας, κοινός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
ΙV.- Με βάση τις σκέψεις αυτές, αλλά και όσα περιλαμβάνονται στην παραπάνω 137/28-3-2007 πρότασή μας, στο περιεχόμενο της οποίας αναφέρομαι. Προτείνω Ι. Να απορριφθούν οι με αριθμό 146 και 147/1-12-2006 αιτήσεις αναίρεσης, που ασκήθηκαν αντιστοίχως από τους κατηγορουμένους Χ1 και Χ2, κατοίκων ..., δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλεξάνδρου Στρίμπερη, κατά του με αριθμό 2414/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
ΙΙ. Να απορριφθεί το αίτημά τους για αυτοπρόσωπη εμφάνιση τους προς παροχή διευκρινίσεων στο Συμβούλιο σας και
ΙΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες. Αθήνα 24 Σεπτεμβρίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι αιτήσεις αναιρέσεως υπ' αριθ. 146 και 147.1-12-2006 των Χ1 και Χ2 στρεφόμενες κατά του υπ' αριθμ. 2414/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν και να εξετασθούν περαιτέρω κατ' ουσίαν. Πρέπει να σημειωθεί ότι η συζήτηση των εν λόγω αναιρέσεων λαμβάνει χώρα μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1500/2007 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου σε Συμβούλιο, δια της οποίας τούτο απέσχε να αποφανθεί επ' αυτών.
Κατά το άρθρο 386 § 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Ούτω για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α)σκοπός του δράστου να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλο παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος. Ο σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου ("υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση") και συνεπώς εδώ αξιώνεται ορισμένος δόλος' "περιουσιακό όφελος" είναι κάθε οικονομική βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως υπάρχει δε περιουσιακό όφελος όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του δράστου ή άλλου καθώς και κάθε ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσίας του β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τοιούτο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζομένη ψευδή κατάσταση από τον δράστη που έχει ειλημμένη απ' αρχής την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης, γ)βλάβη ξένης περιουσίας (ζημία) η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστου και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της αξίας της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της. Περιουσιακή βλάβη μπορεί να συνιστά και συγκεκριμένη απειλή ή διακινδύνευση της περιουσίας όταν επιφέρει μείωση της ενεστώσης αξίας αυτής και μπορεί έτσι να αποτιμηθεί ως επελθούσα βλάβη. Τον αντίποδα βλάβης του παθόντος πρέπει να αποτελεί το περιουσιακό όφελος, η οποία συνήθως ισούται με αυτό, ήτοι η βλάβη της περιουσίας πρέπει να αντιστοιχεί στο παράνομο περιουσιακό όφελος που ο υπαίτιος επεδίωξε και να είναι άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του υπαιτίου. Ο παραπλανώμενος δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με τον βλαπτόμενο, αρκεί να μπορεί από τον νόμο ή τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτομένου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς. Περαιτέρω μετά την αντικατάσταση της § 3 του άρθρου 386 ΠΚ με το άρθρο 14 § 4 Ν. 2721/1999 η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα (και) στην περίπτωση κατά την οποίαν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια το δε παράνομο περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προεκλήθη υπερβαίνει το ποσόν των (νυν) 73.000 ευρώ. Κατά την διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' ΠΚ κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Αποτελεί συνήθως επιβαρυντική περίσταση που επιτείνει την τιμώρηση του βασικού εγκλήματος, για τον χαρακτηρισμό δε της κατ' επάγγελμα τελέσεως αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση και δεν είναι αναγκαία η προηγουμένη καταδίκη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστου να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Εάν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ' επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός του πορισμού εισοδήματος. Περαιτέρω κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστου προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητός του. Είναι δυνατή η τέλεση του εγκλήματος αυτού κατ' επάγγελμα και από συνήθεια συγχρόνως γι' αυτό και δεν δημιουργείται ασάφεια στο παραπεμπτικό βούλευμα, όταν ο κατ/νος φέρεται ότι έχει τελέσει την πράξη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Τέλος, κατά το άρθρο 45 Π.Κ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 Π.Κ. πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. (Ολ. ΑΠ 50/1990). Απάτη μπορεί να τελεστεί και κατά συναυτουργία, όταν οι συναυτουργοί προβαίνουν στις ψευδείς παραστάσεις είτε συγχρόνως από κοινού είτε διαδοχικά, κατόπιν όμως κοινής συναποφάσεως δηλαδή με κοινό δόλο, και με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους. Ακόμη ο κοινός δόλος αρκεί, χωρίς να υπάρχει ανάγκη εξειδικεύσεως των επί μέρους τυπικών ενεργειών εκάστου συναυτουργού.
Έλλειψη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δικ. απαιτουμένη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 § 1 εδ. δ' Κ.Ποιν.Δικ λόγον αναιρέσεως υπάρχει όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ανάκριση ή προανάκριση πραγματικά περιστατικά σχετικά με την αποδιδομένη εις τον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, στα οποία, δηλαδή στηρίχθηκε ή κρίση του συμβουλίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων αυτής, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά κατ' επιλογήν όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 Κ.Ποιν.Δικ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελεί όμως λόγον αναιρέσεως ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων και η παράλειψη της δι' αυτήν μεταξύ των αξιολογήσεως, καθ' όσον υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, στην οποίαν εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Ειδικότερα για την πληρότητα της αιτιολογίας όσον αφορά το έγκλημα της απάτης πρέπει στο παραπεμπτικό βούλευμα, όχι μόνο να εκτίθεται απλώς ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία, αλλά να προσδιορίζεται εις τι συνίσταται αυτή και να δικαιολογείται ο τρόπος με τον οποίον πραγματοποιήθηκε. Τέλος κατά το άρθρο 484 § 1 περ. β' Κ.Ποιν.Δικ. συνιστά λόγον αναιρέσεως ή εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Και εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη στην διάταξη που εφήρμοσε (ευθεία παράβαση) καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο πόρισμα του βουλεύματος κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη με αποτέλεσμά να μη καθίσταται εφικτός ο έλεγχος υπό του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 2414/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών απερρίφθησαν οι ασκηθείσες υπό των αναιρεσειόντων εφέσεις κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 2132/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο διαπιστωθεισών επαρκών ενδείξεων, παρεπέφθησαν ούτοι για να δικασθούν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού κατ' επάγγελμα, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 €. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβεν υπ' όψη του (περιεχόμενο της εγκλήσεως, καταθέσεις μαρτύρων που εξετάσθηκαν και εκτιμήθηκαν κάθε μία χωριστά και στο σύνολό τους τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και τα σχετικά υπομνήματα) εδέχθη ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τον Σεπτέμβριο του έτους 2002 στην οικία της εγκαλούσας στα ... οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι, που είναι αντρόγυνο και διατηρούσαν οικογενειακές σχέσεις και μακρόχρονη φιλία με την εγκαλούσα από κοινού ενεργώντας δολίως παρέστησαν ψευδώς στην εγκαλούσα ότι είχαν άμεση ανάγκη χρημάτων προκειμένου να καλύψουν επείγουσες οικογενειακές ανάγκες. Προκειμένου δε να άρουν τις οποιεσδήποτε αντιρρήσεις και αμφιβολίες της εγκαλούσας ενόψει του γεγονότος ότι το χρηματικό ποσό ήταν μεγάλο διαβεβαίωσαν ψευδώς την εγκαλούσα ότι ήταν κάτοχοι ποσού ύψους 1.000.000 ευρώ σε δεσμευμένο στην τράπεζα λογαριασμό μέχρι την 28-2-2003 και ότι μέχρι την ίδια ημερομηνία ανέμεναν ποσό 500.000 ευρώ περίπου από την επαγγελματική δραστηριότητα του δευτέρου ως ασφαλιστή. Έτσι έπεισαν από κοινού την εγκαλούσα να τους καταβάλει διαδοχικά το συνολικό ποσό των 183.800 ευρώ, ήτοι κατέθεσε κατά το από του μηνός Σεπτεμβρίου 2002 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2002 χρονικό διάστημα σε κατάστημα των ... της ΑLPHA, ΒΑΝΚ σε κοινό λογαριασμό των εκκαλούντων συνολικό ποσόν 146.000 ευρώ (βλ. αντίγραφα καταθέσεων στον κοινό λογαριασμό με αριθμ. 1-11) περαιτέρω δε τους κατέβαλε σε μετρητά ποσό 20.000 ευρώ την 10-10-2002 και ποσό 17.300 ευρώ την 20-10-2002. Κατά το ίδιο ανωτέρω χρονικό διάστημα οι κατηγορούμενοι επέστρεψαν στην εγκαλούσα διάφορα χρηματικά ποσά στο τέλος Δεκεμβρίου του 2002 όφειλαν να επιστρέψουν συνολικά το ποσό των 146.000 ευρώ, το οποίο την είχαν διαβεβαιώσει ψευδώς ως ανωτέρω ότι θα το επέστρεφαν τον Φεβρουάριο του 2003. Οι κατηγορούμενοι που διαβιούσαν λίαν πολυτελώς τέλεσαν την ανωτέρω πράξη τους κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός αυτών για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του εγκλήματος της απάτης ως στοιχείο της προσωπικότητάς των. Χαρακτηριστικές εν προκειμένω είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων 1) Β και 2) Γ, εκ των οποίων η πρώτη παρότι έχει συγγενικό δεσμό αίματος με την πρώτη των κατηγορουμένων (πρώτη εξαδέλφη) όχι μόνο επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας κατά τρόπο απόλυτο αλλά περαιτέρω επίσης επιβεβαιώνουν ότι και η πρώτη εξ αυτών (Β) έπεσε θύμα εξαπάτησης κατά τον ίδιο τρόπο και κατά τον ίδιο χρόνο των κατηγορουμένων αφού πείσθηκε στις ίδιες ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων και τους κατέβαλε ως δάνειο το ποσό των 25.000 ευρώ και το οποίο ιδιοποιήθηκαν παρανόμως. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται την πράξη των και διατείνονται, πλην αβασίμως, όλως αορίστως ότι τόσον η εγκαλούσα όσο και η ανώτερω μάρτυρας είχαν συμφωνήσει από κοινού με τον δεύτερο τα ανωτέρω χρήματα να δανείζουν σε παίκτες του καζίνου με υψηλό επιτόκιο μέσω του δευτέρου, χωρίς άλλες λεπτομέρειες. Οι ισχυρισμοί αυτοί των κατηγορουμένων παρότι επιβεβαιώνονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων: α) Α (αδελφής της πρώτης κατηγορουμένης) και 2) Δ, δεν είναι δυνατόν να γίνουν δεκτοί ως αληθείς κυρίως από το γεγονός ότι αν πράγματι τόσον η εγκαλούσα, η μάρτυρας Β και οι κατηγορούμενοι απώλεσαν τα χρήματα τους που είχαν δανείσει μέσω του δευτέρου κατηγορουμένου σε παίκτες του καζίνου αορίστως για ποιο λόγο τότε η πρώτη κατηγορουμένη αποδέχθηκε με τριτεγγυητή τον δεύτερο κατηγορούμενο είκοσι (20) συναλλαγματικές με ημερομηνία λήξης την 13η κάθε μήνα με έναρξη την 13 Οκτωβρίου 2003, ποσών αντιστοίχως, 8.000, 8.000, 8.000, 8.000, 8.000, 8.000, 8.000, 8.000, 8.000, 8.000, 3.000, 7.000, 7.000, 7.000, 7.000, 7.000, 7.000, 7.000, 7.000 και 7.000 ευρώ (βλ. στοιχεία αντίγραφα συναλλαγματικών) και οι οποίες (συναλλαγματικές) ουδέποτε εξοφλήθηκαν. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δικ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθεται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία εκρίθη ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα πραγματικά αυτά περιστατικά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 386 §§ 1, 3α ΠΚ τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Εντεύθεν και αμφότεροι οι κοινοί λόγοι των αναιρέσεων περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο βούλευμα και περί εσφαλμένης εφαρμογής υπ' αυτού ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ευθέως αλλά και εκ πλαγίου, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Καθ' ο δε μέρος με αυτούς προβάλλονται αιτιάσεις κατά της ουσιαστικής κρίσεως του Συμβουλίου είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 § 1 στοιχ. στ' Κ.Ποιν.Δικ. λόγον αναιρέσεως του βουλεύματος υπάρχει όταν το συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπερβάσεως αυτής σε θετική και αρνητική. Ούτω θετική υπέρβαση εξουσίας υφίσταται όταν το συμβούλιο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει από τον νόμο δικαιοδοσία ή υπάρχει μεν τοιαύτη δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι που του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση αρνητική δε υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το Συμβούλιο αρνείται να αποφασίσει κάτι, για το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του (Ολ. ΑΠ 9/2001, 3/2005). Εξ άλλου όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 502 §§§ 1, 2, 4 Κ.Ποιν.Δ μετά την παραδοχή τυπικά της εφέσεως, με την οποία προσεβλήθη στο σύνολό του το πρωτόδικο βούλευμα, το τελευταίο αυτό ατονεί και το Εφετείο εις το οποίον επανέρχεται η υπόθεση για κατ' ουσίαν συζήτηση στην πριν από την έκδοση του πρωτοδίκου βουλεύματος στάση, επανεξετάζει την υπόθεση όπως και το πρωτοβάθμιο συμβούλιο, τόσο ως προς την νομική, όσο και ως προς την ουσιαστική βάση, έχον εξουσίαν δηλ. να κρίνει κατά την διάταξη του άρθρου 502 § 2 Κ.Ποιν.Δικ., μόνο επί εκείνων των μερών στα οποία αναφέρονται οι λόγοι εφέσεως. Εντεύθεν το Εφετείο δεν είναι υποχρεωμένο να ασχοληθεί με ισχυρισμό η αιτίαση σχετικά με ό, τι υπεβλήθη στο πρωτοβάθμιο συμβούλιο εάν δεν υποβληθεί εκ νέου εις αυτό (Εφετείο) με την έφεση. Από τις διατάξεις των άρθρων 27, 43, 309, 317 και 318 Κ.Ποιν.Δικ., προκύπτει ότι δεν αποτελεί μεταβολή της κατηγορίας, από την οποίαν ιδρύεται ο εκ του άρθρου 484 § 1 στοιχ. στ' Κ.Ποιν.Δικ., ως άνω λόγος αναιρέσεως, της υπερβάσεως εξουσίας, η παραδοχή ακόμη και το πρώτον, από το Συμβούλιο Εφετών επιβαρυντικών περιστάσεων της πράξεως και η χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου και όταν εισάγεται σ' αυτό η υπόθεση μετά από έφεση του κατηγορουμένου, αφού κατά το άρθρο 318 Κ.Ποιν.Δικ. το Συμβούλιο Εφετών όταν επιλαμβάνεται της υποθέσεως κατόπιν εφέσεως του κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, μπορεί να διατάξει όσα και το Συμβούλιο Πλημ/κών και δεν εμποδίζεται από τη διάταξη του άρθρου 470 § 1 του αυτού Κώδικος, που καθιερώνει την αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος κατηγορουμένου που έχει εφαρμογή επί ασκήσεως ενδίκου μέσου μόνο κατά των καταδικαστικών αποφάσεων και όχι και κατά παραπεμπτικών βουλευμάτων. Ούτε υπάρχει μεταβολή όταν με το βούλευμα συμπληρώνονται και προσδιορίζονται σαφέστερα τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την πράξη και με αυτό γίνεται ορθότερος νομικός χαρακτηρισμός αυτής, στα πλαίσια της λειτουργικής του Συμβουλίου Εφετών αρμοδιότητος, αρκεί βέβαια να μην επηρεάζεται η ταυτότης της πράξεως και να μην αποκλείεται υπάρχουσα παραγραφή. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται με τον τρίτο λόγο των κρινομένων αναιρέσεων, κατά μεν το εν σκέλος του, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο έκρινε κατόπιν εφέσεων των αναιρεσειόντων κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος προχώρησε στην κατ' ουσίαν απόρριψη των εφέσεών των, χωρίς προηγουμένως να αποφανθεί εάν ορθώς ή όχι απερρίφθη η αίτησή των περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς των εις το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατά δε το έτερον σκέλος του ότι αυτό (το Συμβούλιο Εφετών) εδέχθη ότι πρόκειται για απάτη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, προσέθεσε δηλαδή και άλλη επιβαρυντική περίσταση στην πράξη για την οποίαν παραπέμφθησαν οι αναιρεσείοντες. Όμως όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των υπ' αριθμ. 373 και 372/1-9-2005 εφέσεων των νυν αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2, ούτοι επεκαλέσθησαν ως μόνον λόγον εφέσεως των "την μη ορθή εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από την ανάκριση" και ουδέν έτερον. Εν όψει δε του ότι κατά τ' άνω εκτεθέντα, με την παραδοχή από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών των εφέσεων των αναιρεσειόντων κατά του πρωτοδίκου του Συμβουλίου, ήτοι, Πλημμελειοδικών Αθηνών, βουλεύματος, το τελευταίο αυτό ατόνησε και η υπόθεση εξητάσθη εκ νέου από το δευτεροβάθμιο συμβούλιο στο σύνολό της ανεκκλήτως δια του προσβαλλομένου βουλεύματος, το Εφετείο δεν ήτο υποχρεωμένο να ασχοληθεί με την ορθή ή όχι απόρριψη του αιτήματος περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς των από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, αφού σχετικός ισχυρισμός δεν υπεβλήθη και πάλι προς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών. Δι' ό και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω με το να κριθεί με το προσβαλλόμενο Εφετειακό βούλευμα ότι υπάρχουν ενδείξεις για απάτη τελεσθείσα κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια κατ' ορθότερο δηλαδή χαρακτηρισμό της πράξεως, χωρίς αυτό να επηρεάζει την ταυτότητα της περί ης ο λόγος πράξεως και για την οποίαν η προβλεπομένη μάλιστα ποινή είναι η αυτή και εάν συντρέχουν σωματικώς αμφότερες οι επιβαρυντικές περιστάσεις ήτοι και κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια δεν επέφερε ανεπίτρεπτο μεταβολή της κατηγορίας και δεν υπερέβη την εξουσία του το Συμβούλιο Εφετών. Δι' ό και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως κατά το σχετικό σκέλος του, υποστηρίζων τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά ταύτα πρέπει, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, καταδικασθεί δε έκαστος των αναιρεσειόντων εις τα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. 146 και 147/1-12-2006 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 2414/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει εις διακόσια είκοσι (220) ευρώ δι' έκαστον αυτών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απάτη - Στοιχεία κακουργηματικής απάτης. Πότε από κοινού κατ’ άρθρ. 45 Π.Κ. Συναπόφαση και κοινός δόλος - Οι συμμέτοχοι συμπράττουν με ταυτόχρονες ή διαδοχικές πράξεις, χωρίς να είναι απαραίτητη η αναφορά των κατ’ ιδίαν ενεργειών των. Πότε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία Εφετειακού βουλεύματος που απορρίπτει την έφεση για κακουργηματική απάτη. Υπάρχει και με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση, όταν αυτή είναι ειδικά αιτιολογημένη. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο επί εκείνων των μερών του πρωτοδίκου βουλεύματος, στα οποία αναφέρονται οι λόγοι εφέσεως. Όχι υπέρβαση εξουσίας εάν το Εφετείο απαντήσει σε λόγο που δεν επαναφέρεται με την έφεση. Όχι μεταβολή κατηγορίας ούτε χειροτέρευση της θέσεως κατηγορουμένου, όταν γίνεται ορθότερος νομικός χαρακτηρισμός της πράξεως. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Υπέρβαση εξουσίας, Κατηγορίας μεταβολή.
| 2
|
Αριθμός 1621/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Κούκλη και Βιολέττας Κυτέα - Εισηγήτριας, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ... και 3) ..., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 33/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου.
Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 31.5.2007, 4.6.2007 και 6.6.2007 αιτήσεις αναιρέσεως, αντιστοίχως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1080/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 387/16.10.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., τις υπ'αριθ. 1/31-5-2007, 2) 4-6-2007 και 3) 6-6-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1, κατοίκου ..., Χ2, κατοίκου ... και ..., κατοίκου ..., αντιστοίχως, οι οποίες ασκήθηκαν στο όνομα και για λογαριασμό τους από τον δικηγόρο Κορίνθου Χρήστου Τσιράκη του Νικολάου, δυνάμει των από 28-5-2007, 28-5-2007 και 6-6-2007, αντιστοίχως, προσαρτημένων στις εκθέσεις αναιρέσεως και νομίμως θεωρημένων εξουσιοδοτήσεων και στρέφονται κατά του υπ'αριθμ. 33/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, εκθέτω δε τα ακόλουθα:
1.- Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ναυπλίου με το υπ'αριθ. 616/2006 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους Χ1, Χ2 και Χ3 (καθώς και τους μη ασκήσαντας αναίρεση Χ4 και Χ5), προκειμένου να δικασθούν: α) Ο Χ1 για την πράξη της απάτης κατά συναυτουργία, με ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, από δράστη που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα, β) Ο Χ3για ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη της απάτης, με τις επιβαρυντικές επίσης περιστάσεις ότι είναι πρόσωπο που ενεργεί κατ'επάγγελμα και γ) Ο Χ2 για απλή συνέργια στην ανωτέρω πράξη της απάτης, με τις επιβαρυντικές επίσης περιστάσεις ότι είναι πρόσωπο που ενεργεί κατ'επάγγελμα. Κατά του παραπάνω βουλεύματος οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι άσκησαν εφέσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες με το υπ'αριθ. 33/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφονται πλέον οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι με τις κρινόμενες αιτήσεις τους. 2.- Και αναφορικά με την υπ'αριθμ. 3/6-6-2007 αίτηση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου Χ3, πρέπει να σημειωθούν τα εξής:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 18 Ν.2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, που τυχόν θα εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1, 473 παρ. 1 και 482 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 παρ. 1 Ν.3160/2003, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά βουλεύματος είναι δεκαήμερη και αρχίζει, εφόσον πρόκειται για ανέκκλητο βούλευμα, από τη νόμιμη επίδοσή του στον δικαιούχο και έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, ενώ τυχόν εκπρόθεσμη άσκηση τότε μόνο συγχωρείται, όταν στην κατά το άρθρο 474 Κ.Π.Δ. συντασσόμενη έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου γίνεται επίκληση των περιστατικών, τα οποία συνιστούν την ανώτερη βία ή το ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησαν αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή του, καθώς και των μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά, διαφορετικά η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, από το με ημερομηνία 14-5-2007 αποδεικτικό επιδόσεως του Ανθυπαστυνόμου ... προκύπτει ότι το προσβαλλόμενο υπ'αριθ. 33/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου επιδόθηκε νομοτύπως στον αναιρεσείοντα Χ3 την ανωτέρω ημερομηνία (14-5-2007). Συγκεκριμένα παραδόθηκε στον ίδιο τον αναιρεσείοντα. 'Όμως ο τελευταίος (Χ3) άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως με δήλωσή του ενώπιον του Γραμματέα του Συμβουλίόυ Εφετών Ναυπλίου, την 6-6-2007, δηλαδή πολύ μετά την πάροδο της κατά τα ανωτέρω νόμιμης προθεσμίας των δέκα ημερών από την επίδοση προς αυτόν του προσβαλλομένου βουλεύματος, χωρίς μάλιστα να επικαλείται συγκεκριμένους λόγους ανώτερης βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη υπ'αριθμ. 3/6-6-2007 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντα Χ3, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της και να επιβληθούν σ'αυτόν τα δικαστικά έξοδα.
3.- Περαιτέρω και αναφορικά με τις υπ' αριθ. 1/31-5-2007 και 2/4-6-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2, αντιστοίχως, κατά του ίδιου υπ'αριθ. 33/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, εκθέτω τα ακόλουθα:
Οι κρινόμενες αιτήσεις ασκήθηκαν νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς. Συγκεκριμένα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε την 21-5-2007 στον πρώτο αναιρεσείοντα Χ1 (βλ. το από 21-5-2007 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας δικαστηρίων ...) και την 29-5-2007 στον δεύτερο αναιρεσείοντα Χ2 (βλ. το από 29-5-2007 αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα ...), οι δε αιτήσεις ασκήθηκαν την 31-5-2007 από τον Χ1 και την 4-6-2007 από τον Χ2. Περαιτέρω οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν ενώπιον του Γραμματέα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, συνετάγησαν δε από εκείνον οι υπ'αριθ. 1/31-5-2007 και 2/4-6-2007 εκθέσεις, στις οποίες διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι, για τους οποίους ασκήθηκαν και συγκεκριμένα, όπως εκτιμάται, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους για κακούργημα.
Κατόπιν των ανωτέρω οι κρινόμενες υπ'αριθ. 1/31-5-2007 και 2/4-6-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και περαιτέρω να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. 4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ. όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστο δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Ως περιουσιακή βλάβη νοείται κάθε μείωση της ενεστώσας περιουσιακής καταστάσεως του βλαπτομένου, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση αυτής, καθώς και η απειλή ή ο κίνδυνος της περιουσίας στο μέλλον, λόγω εμπλοκής σε δικαστικούς αγώνες προς απόκρουση της παράνομης καταστάσεως από τις ενέργειες του δράστη, όπως και κάθε δαπάνη που δημιουργείται εξαιτίας των δικαστικών αγώνων (ΑΠ 1633/2002 ΠΧ ΝΓ' 602, ΑΠ 520/1998 ΠΧ ΜΗ' 1101). Η περιουσιακή βλάβη δεν αναιρείται από το γεγονός ότι υφίσταται αξίωση του βλαπτομένου προς επανόρθωση ή αν αυτή αίρεται από άλλο μεταγενέστερο γεγονός (ΑΠ 1697/1993 ΠΧ ΜΔ 157), ενώ, περαιτέρω, περιουσιακή βλάβη συνιστά και η διακινδύνευση περιουσιακού στοιχείου (ΑΠ 326/1996 ΠΧ ΜΖ' 27). Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. 'Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου για τη στοιχειοθέτηση της απάτης και για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, το ουσιώδες είναι η πρόκληση της παραπλανήσεως και δεν απαιτείται η παραπλανητική ενέργεια του δράστη να είναι η μοναδική αιτία της πλάνης. Γι'αυτό είναι γενικά αδιάφορο αν ο απατώμενος μπορούσε, καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια και προσοχή, να αποφύγει την πλάνη. Η τυχόν συντρέχουσα αμέλεια αυτού δεν αίρει τον αιτιώδη σύνδεσμο και δεν επηρεάζει την αντικειμενική υπόσταση της απάτης, αλλά μπορεί να συναξιολογηθεί στη δικαστική επιμέτρηση της ποινής (ΑΠ 1296/2002). Περαιτέρω κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου 386 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν.2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' Π.Κ., όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν.2408/1996, συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Επίσης κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 1074/2006, ΑΠ 1445/2004, ΑΠ 1820/2003, ΑΠ 865/2003). Συνιστά δε τέτοια υποδομή και η επανειλημμένη συνάντηση του δράστη με τους εξαπατηθέντες, καθώς και η χρησιμοποίηση τρίτου προσώπου (συνεργού) προς ενίσχυση των ψευδών παραστάσεων, με τις οποίες διαμόρφωσε την κατάλληλη εκείνη υποδομή, που και με την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής σκοπό είχε να προσπορισθεί σταθερό εισόδημα (ΑΠ 1795/2001). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 Π.Κ., όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγουμένου άρθρου (46), παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως αυτουργός με ποινή ελαττωμένη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή, υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, παρέχεται στον αυτουργό με γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της τελέσεως από αυτόν ορισμένης άδικης πράξεως και με τη βούληση ή αποδοχή του συνεργού να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος (ΑΠ 540/2006, ΑΠ 431/2006). 5.- To παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 544/2005 ΠΧ ΝΣΤ 19, ΑΠ 114/2004 ΠΧ ΝΒ' 29), β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006 ΠΧ ΝΣΤ'819, ΑΠ 345/2006 ΠΧ ΝΣΤ' 829). Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 1071/2005 ΠΧ ΝΣΤ 135, ΑΠ 1364/2006).
Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 1074/2006).
6.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, έκρινε, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, ιδίως δε των Α και Β, τα έγγραφα, κυρίως δε την από 3/5/2004 αίτηση για χορήγηση καταναλωτικού δανείου, την ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου και το από 4/5/2004 ένταλμα πληρωμής της Εμπορικής Τράπεζας και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα εξής: Σε νομότυπη κατ' οίκον έρευνα στην οικία του Χ4 στις 6-5-2004, βρέθηκαν εκτός από ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, το χρηματικό ποσό των 500 ευρώ, η υπ' αριθμ. .../4-5-2004 σύμβαση καταναλωτικού δανείου χωρίς εξασφαλίσεις, ύψους 25.000 ευρώ, με συμβαλλόμενους τον Χ4 και την Εμπορική Τράπεζα Αιγίου, το υπ' αριθμ. .../4-5-2004 ένταλμα πληρωμής, ποσού 25.000 ευρώ της ίδιας Τράπεζας στο όνομα Χ4 και ένα γραμμάτιο είσπραξης 150 ευρώ που κατέβαλε ο Χ4 στην ίδια Τράπεζα την 4-5-2004, ως εφάπαξ δαπάνη για την εκταμίευση 25.000 ευρώ. Από την αστυνομική προανάκριση που ακολούθησε και από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε κατά την κυρία ανάκριση που ακολούθησε προέκυψε ότι ο Χ3, υλοποιώντας σχέδιο που είχαν καταστρώσει με τους Χ1 και Χ2, προκειμένου να εξασφαλίζουν εισόδημα με λήψη καταναλωτικών δανείων στο όνομα άλλων, τα χρήματα των οποίων θα μοιραζόντουσαν μεταξύ τους, στο ... στα τέλη Απριλίου του 2004 ανακάλυψε έναν νέο άνεργο, χρήστη ναρκωτικών ουσιών, τον Χ4 και τον έπεισε ότι μπορούσε με τη βοήθεια του να πάρει δάνειο γύρω στα 25.000 ευρώ, με τη συμφωνία να μοιραστούν τα χρήματα ο ίδιος και οι άλλοι τρεις. Του πρότεινε μάλιστα να βρει και άλλα άτομα για να κάνουν το ίδιο. Ο Χ4 ανέλαβε να βρει εγγυητή, ο οποίος χρειαζόταν για τη λήψη του δανείου και έτσι απευθύνθηκε στην Χ5, χρήστη ομοίως ναρκωτικών ουσιών, η οποία δέχθηκε να παίξει αυτό το ρόλο με την υπόσχεση ότι θα έπαιρνε και αυτή στη συνέχεια δάνειο με εγγυητή τον Χ4. Έτσι ο Χ2 στις 28/4/2004 μετέφερε με το αυτοκίνητο του, μάρκας BMW, στο οποίο επέβαινε και ο Χ3, τους Χ4 και Χ5 από το ... στο ..., όπου τους έφερε σε επαφή με τον Χ1, αδελφό της γυναίκας του, τον οποίο αυτοί δεν γνώριζαν, φιλοξενήθηκαν μάλιστα όλοι στο σπίτι του ανωτέρω. Ο Χ1 είχε βρει κάποιον λογιστή, ονόματι Γ, με τον οποίο ο Χ4 και η Χ5 μετέβησαν στην Α' Δ.Ο.Υ. Πατρών και κατέθεσαν ψευδείς φορολογικές δηλώσεις, σύμφωνα με τις οποίες ο μεν πρώτος ήταν κάτοικος ..., με εισοδήματα από την εργασία του για το έτος 2003 ύψους 34.000 ευρώ και η δεύτερη ότι ήταν επίσης κάτοικος ..., με εισοδήματα για το ίδιο έτος ύψους 26.000 ευρώ. Στις 3/5/2004 ο Χ4 και η Χ5, συνοδευόμενοι από τον Χ1 μετέβησαν στην Εμπορική Τράπεζα του Αιγίου. Ο Χ1 ήταν γνωστός στους υπαλλήλους της Τράπεζας από προηγούμενες συναλλαγές και συγκεκριμένα από σύμβαση δανείου που είχε υπογράψει στις 26-4-2004 ως εγγυητής με πρωτοφειλέτη τον Δ, αλλά και από δάνειο που είχε λάβει η σύζυγος του. Εκεί ο Χ4 και η Χ5 υπέβαλαν την από 3/5/2004 αίτηση για χορήγηση καταναλωτικού δανείου με πρωτοφειλέτη τον πρώτο και εγγυήτρια τη δεύτερη, ύψους 25.000 ευρώ και μεταξύ των δικαιολογητικών κατέθεσαν τις ανωτέρω ψευδείς φορολογικές δηλώσεις καθώς και την από 3-5-04 υπεύθυνη δήλωση του Χ4 ότι το δηλωθέν εισόδημα του είναι αληθινό. Με τον τρόπο αυτό παρέστησαν και οι τρεις ψευδώς προς τους υπαλλήλους που παρέλαβαν την αίτηση και συγκεκριμένα προς τον υποδιευθυντή Α και τη σύμβουλο πελατείας Β ότι οι ανωτέρω αιτούντες έχουν οικονομική επιφάνεια και ειδικότερα τα εισοδήματα που δήλωσαν και τη δυνατότητα να εξοφλούν τις δόσεις του δανείου. Ο Χ1 μάλιστα είχε αναφέρει στον υποδιευθυντή ψευδώς ότι το δάνειο αυτό το ήθελε ο Χ4 προκειμένου να αγοράσει το αυτοκίνητο του, μάρκας "BMW". Έτσι έπεισαν τους ανωτέρω υπαλλήλους να προβούν στη σύναψη της με αριθμό 2203587120 σύμβασης καταναλωτικού δανείου για 25.000 ευρώ, εξοφλητέας σε 60 δόσεις με ποσό δόσης 544,81 ευρώ. Ο Χ4 εισέπραξε την ίδια ημέρα από το ταμείο το ποσό των 25.000 ευρώ και μετά από πίεση έδωσε αυτό στον Χ1, ο οποίος του επέστρεψε μόνο 2000 ευρώ, ενώ καμία πώληση αυτοκινήτου δεν πραγματοποιήθηκε. Η Τράπεζα δε ζημιώθηκε κατά το ως άνω ποσό των 25.000 ευρώ, αφού οι δόσεις δεν καταβάλλονται. Τέλος προέκυψε ότι οι εκκαλούντες είχαν καταστρώσει σχέδιο, προκειμένου να βρίσκουν άτομα πρόθυμα να προβούν σε ψευδείς δηλώσεις εισοδήματος και λήψη δανείων με απάτη και να μοιράζονται τα παρανόμως κτηθέντα ποσά. Ο Χ1 δε είχε βρει και λογιστή με τη βοήθεια του οποίου εμφάνιζε ότι τα άτομα αυτά είχαν εισοδήματα, προέτρεψε μάλιστα τον Χ4 να βρει και αυτός άλλα άτομα για να επαναλάβουν την πράξη της απάτης σε βάρος της Τράπεζας, ενώ στις 26/4/2004 προέβη στη σύναψη δανείου με την ίδια Τράπεζα με πρωτοφειλέτη τον Δ και εγγυητή τον ίδιο για ποσό 25.000 ευρώ, προβαίνοντας στις ίδιες ψευδείς παραστάσεις, πως είναι σε θέση να εξοφλήσουν το δάνειο, ενώ δεν κατέβαλαν καμία δόση, και λίγες μέρες μετά την 4-5-2004 προσήλθε στην ίδια Τράπεζα με τον Ε για λήψη δανείου, το οποίο δεν χορηγήθηκε γιατί πλέον η Τράπεζα είχε αμφιβολίες για την αλήθεια των οικονομικών στοιχείων που δηλώθηκαν. Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι πρόκειται για αστική διαφορά και δεν στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη της απάτης που τους αποδίδεται, δεδομένου ότι η σύμβαση δανείου που συνήφθη με την Εμπορική Τράπεζα περιέχει Γενικούς Όρους Συναλλαγών που είναι καταχρηστικοί και επομένως ελέγχονται ως προς την εγκυρότητα τους. Εξάλλου η αποπληρωμή του δανείου ορίστηκε να γίνει σε εξήντα (60) μηνιαίες δόσεις, δηλ. σε πέντε χρόνια, επομένως μόνο με την πάροδο της προαναφερόμενης πενταετίας και εφόσον δεν είχε εξοφληθεί το δάνειο θα μπορούσε να γίνει λόγος για τέλεση του εγκλήματος της απάτης. Τέλος επικαλούνται την 422/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου με αιτούσα την Εμπορική Τράπεζα για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, στρεφόμενη κατά του Χ1, του Χ4 και της Χ5. Με την ως άνω απόφαση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αίτηση όσον αφορά την εγγυητική ευθύνη του Χ1 από τη δανειακή σύμβαση που υπέγραψε ο Χ4, λόγω του ότι δεν συντρέχουν προϋποθέσεις αδικοπραξίας, έγινε όμως δεκτή για μία άλλη δανειακή σύμβαση (...) που υπεγράφη την 26/4/2004 (μόλις 8 ημέρες πριν την επίδικη), την αναφερομένη ανωτέρω με πρωτοφειλέτη τον Δ και εγγυητή τον Χ1, στη δε απόφαση αυτή αναφέρθηκε ότι η πρώτη δόση του ληφθέντος δανείου είχε ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμη. Σχετικά με τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων παρατηρούμε τα εξής: Η εγκυρότητα ή όχι της δανειακής σύμβασης δεν είναι κρίσιμο στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, δεδομένου ότι η ζημιά επήλθε στην Τράπεζα με την εκταμίευση και παραλαβή από τον Χ4 όλου του ποσού του δανείου, του οποίου οι δόσεις δεν καταβάλλονται, ήταν δε αυτή (η ζημιά) το αποτέλεσμα της παραπλάνησης των αρμοδίων υπαλλήλων της Τράπεζας αφενός με την προσκομιδή από τους Χ4, Χ5 και Χ1 των ψευδών φορολογικών δηλώσεων των δύο πρώτων και αφετέρου με τις προφορικές διαβεβαιώσεις του τρίτου για τη φερεγγυότητα του δανειολήπτη, ο οποίος ήθελε δήθεν το δάνειο για να αγοράσει το αυτοκίνητο του ανωτέρω. Με τα δεδομένα αυτά και εν όψει του ότι, όπως προεκτέθηκε, οι δόσεις δεν καταβάλλονται, είναι αυτονόητο ότι δεν απαιτείται να παρέλθει η πενταετία που ορίστηκε για την αποπληρωμή του δανείου προκειμένου να διαπιστωθεί η τέλεση του εγκλήματος της απάτης. Περαιτέρω, αναφορικά με την 422/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, κατ' αρχάς με αυτήν εξετάζεται η αστική ευθύνη του Χ1 στα πλαίσια μιας σύμβασης και όχι η τυχόν ποινική ευθύνη αυτού. Βεβαίως σύμφωνα με την απόφαση αυτή "προφορικές διαβεβαιώσεις από τρίτους για την φερεγγυότητα του οφειλέτη δεν προβλέπονται ούτε μπορούν να επηρεάσουν την κρίση των υπαλλήλων της Τράπεζας στη χορήγηση ή μη της χρηματοδότησης", πλην όμως, όπως συνάγεται από την κατάθεση της Β, τόσο αυτή όσο και ο υποδιευθυντής της Τράπεζας επηρεάστηκαν από τις προφορικές αυτές διαβεβαιώσεις του Χ1. Συγκεκριμένα η ανωτέρω μάρτυρας καταθέτει: "...Τόσο όμως εμένα όσο και στον κ. Α (τον υποδιευθυντή) μας έκανε εντύπωση ότι εφέροντο (ο Χ4 και η Χ5) να έχουν υψηλά εισοδήματα ως εργάτες. Αυτός ήταν και ο λόγος που ζητήσαμε πληροφορίες από τη ΔΟΥ Αιγίου για να δούμε πως μπορούμε να προχωρήσουμε στην δανειοδότηση τους. (Σε άλλο σημείο της καταθέσεως της η μάρτυρας είχε αναφέρει ότι η Εφορία είχε απαντήσει ότι δεν υπήρχε τρόπος να εξακριβωθεί ότι οι φορολογικές δηλώσεις των ανωτέρω ήταν αληθινές). Ο Χ1 όμως επέμενε ότι τους γνώριζε και ότι τα εισοδήματα στις φορολογικές τους δηλώσεις είναι πραγματικά". Εξάλλου ο Χ1, όπως προεκτέθηκε, παίζει ρόλο καθοριστικό στην όλη υπόθεση, έχοντας διαμορφώσει την κατάλληλη υποδομή για τη διάπραξη απατών σε βάρος της Τράπεζας μαζί με τους Χ3 και Χ2, με τους οποίους κατέστρωσε σχέδιο προκειμένου να βρίσκουν άτομα για να παίρνουν δάνεια από την Τράπεζα και στη συνέχεια να καρπώνονται αυτοί μέρος του ποσού του δανείου. Είχε τις γνώσεις που χρειαζόντουσαν σχετικά με τη χορήγηση των δανείων, είχε βρει λογιστή, ο οποίος θα συνέτασσε ψευδείς δηλώσεις εισοδήματος, ενώ ο ισχυρισμός του κατά την απολογία του ότι η γνωριμία του με τον Χ4 έγινε με την πρωτοβουλία του τελευταίου, ο οποίος ενδιαφέρθηκε να αγοράσει το αυτοκίνητο του όταν είδε σ' αυτό σχετική ένδειξη "πωλείται", δεν είναι πειστικός, αφού, όπως ορθά αναφέρεται στο εκκαλούμενο βούλευμα, δεν μπόρεσε να εξηγήσει για ποιο λόγο προσφέρθηκε με ιδιαίτερο ζήλο να εξασφαλίσει στον μελλοντικό αγοραστή του αυτοκινήτου του τα χρήματα για την αγορά του αυτοκινήτου του, όταν θα μπορούσε να το πουλήσει σε άλλο ενδιαφερόμενο αγοραστή, ο οποίος θα διέθετε και το αιτούμενο τίμημα της πωλήσεως. Ούτε γιατί επελέγη η Εμπορική τράπεζα Αιγίου, αφού ο Χ4 είναι κάτοικος ... Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, τουλάχιστον άλλες δύο φορές προσπάθησε να κερδίσει χρήματα με απάτη σε βάρος της τράπεζας. Οι δε Χ3 και Χ2 είναι αυτοί που, σύμφωνα με το σχέδιο που καταστρώθηκε, ο μεν πρώτος βρήκε στην κρινόμενη περίπτωση τα κατάλληλα άτομα που θα μπορούσαν να πάρουν δάνειο από την Τράπεζα και να μοιραστούν τα χρήματα με τους υπόλοιπους (Χ4 και Χ5), ο δε δεύτερος μετέφερε τα άτομα αυτά στο ... και τα έφερε σε επαφή με τον Χ1 προκειμένου να διαπράξουν την αξιόποινη πράξη της απάτης σε βάρος της Τράπεζας. Ενόψει αυτών, ορθώς κρίθηκαν ως επαρκείς οι ενδείξεις σε βάρος των εκκαλούντων με το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, στις ορθές και νομίμους σκέψεις του οποίου και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση συμπληρωματικά αναφερόμεθα.
Συνεπώς πρέπει οι κρινόμενες εφέσεις να απορριφθούν κατ'ουσίαν και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα.
Στην συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με δικές του σκέψεις δέχθηκε και τα εξής: Περαιτέρω δε προς επίρρωση της ανωτέρω κρίσεως του Συμβουλίου πρέπει να παρατηρηθούν και τα ακόλουθα: Α) Με βάση τα γενόμενα δεκτά από το εκκαλούμενο βούλευμα η επίμαχη δανειακή σύμβαση μεταξύ της πιστώτριας Εμπορικής Τράπεζας (Υποκαταστήματος Αιγίου) και του δανειολήπτη συγκατηγορουμένου των εκκαλούντων Χ4, με εγγυήτρια την τελευταία συγκατηγορουμένη τους Χ5, ύψους 25.000 ευρώ, καταρτίσθηκε αφού οι αρμόδιοι υπάλληλοι της τράπεζας παραπλανήθηκαν σχετικά με την δήθεν φερεγγυότητα δανειολήπτη και εγγυήτριας από ψευδείς παραστάσεις που μετήλθαν οι τελευταίοι, από κοινού με τον πρώτο κατηγορούμενο -εκκαλούντα Χ1, βασισμένες στην προσαγωγή ψευδών φορολογικών δηλώσεων των αντισυμβαλλομένων της τράπεζας. Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι πρόκειται για αστική διαφορά μεταξύ της τράπεζας και των αντισυμβαλλομένων της, η οποία εστιάζεται στην ακυρότητα της δανειακής συμβάσεως, διότι αυτή περιέχει καταχρηστικούς όρους, τους οποίους προσδιορίζουν ειδικότερα, έτσι ώστε δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί απάτη ελλείψει βλάβης. Ο λόγος αυτός των εφέσεων παρίσταται ως αλυσιτελής, μη νόμιμος και αβάσιμος, ως εκ τούτου δε απορριπτέος για τους εξής, εκτός των άλλων, λόγους: α') Ακόμη και αν είναι άκυρη η σύμβαση στο σύνολο της συνεπεία των φερομένων ως καταχρηστικών όρων της, τα χρήματα του "ακύρου" δανείου εκταμιεύθηκαν πάντως προς τον Χ4 από τον ταμία της τράπεζας με την πεποίθηση ότι δίδονται σε εκτέλεση εγκύρου συμβάσεως, συνεπώς δημιουργείται σε κάθε περίπτωση απαίτηση της τράπεζας για άμεση επιστροφή των καταβληθέντων δυνάμει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού από της γνώσεως του λήπτη για την ακυρότητα (αρθρ. 904 επ., 910, 911 του ΑΚ), ανεξαρτήτως των δανειακών δόσεων που είχαν συμφωνηθεί. Δυνατότητα όμως του λήπτη του πλουτισμού να αποδώσει αυτόν δεν προκύπτει, ούτε και οι ίδιοι οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι υπάρχει. Δηλαδή η παραπλάνηση ως προς την φερεγγυότητα του λήπτη οδήγησε σε κάθε περίπτωση στην υλική τουλάχιστον πράξη της καταβολής έστω και για μη νόμιμη (άκυρη) αιτία και συνεπώς στην αποξένωση της τράπεζας από το καταβληθέν ποσό χωρίς πιθανότητα ανακτήσεως του ούτε με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με αποτέλεσμα την επέλευση ισόποσης περιουσιακής βλάβης σ' αυτή, οπότε στοιχειοθετείται η απάτη υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια.- β') Εξάλλου οι ενδεχομένως καταχρηστικοί όροι σε μία σύμβαση δεν καθιστούν αυτήν συνολικά άκυρη σε κάθε περίπτωση, παρά μόνο εάν τα μέρη δεν θα είχαν επιχειρήσει αυτήν χωρίς το άκυρο μέρος της (αρθρ. 181 ΑΚ). Στην προκειμένη περίπτωση οι εκκαλούντες, προβάλλοντας την ακυρότητα του δανείου συνεπεία καταχρηστικών όρων σε βάρος δανειολήπτη και εγγυήτριας για λογαριασμό των τελευταίων, δεν εννοούν προφανώς ότι αυτοί υποχρεούνται σε άμεση απόδοση των ληφθέντων με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αλλά ότι δικαιούνται να κρατήσουν αυτά μη δεσμευόμενοι από τους καταχρηστικούς όρους και να αποπληρώσουν σταδιακά τις δόσεις που θα καταστούν ληξιπρόθεσμες στο μέλλον από κοινού με τις ήδη ανεξόφλητες, συμπληρώνουν δε ότι δεν έχει επέλθει ακόμη η βλάβη για τις μη εισέτι ληξιπρόθεσμες δόσεις. Επομένως θεωρούν μερικώς άκυρο το δάνειο ως προς τους φερόμενους ως καταχρηστικούς όρους και έγκυρο κατά τα λοιπά. Τότε όμως δεν αίρεται η βλάβη της τράπεζας, αφού η οικονομική αδυναμία των συγκατηγορουμένων τους, δανειολήπτη και εγγυήτριας αντίστοιχα του δανείου, να αποπληρώσουν αυτό (έστω κατά κεφάλαιο μόνο) είναι δεδομένη και δεν αναμένεται βάσιμα ότι η οικονομική τους κατάσταση θα βελτιωθεί στο μέλλον, ενόψει του ότι ανήκουν στον χώρο των εξαρτημένων από τα ναρκωτικά ατόμων και στερούνται δικής τους περιουσίας. Η βλάβη δε αυτή εκτείνεται οπωσδήποτε και στις μη ακόμη ληξιπρόθεσμες δανειακές δόσεις, αφού ο απειλούμενος γι' αυτές κίνδυνος πρόκειται με μεγάλη βεβαιότητα να πραγματωθεί, [πρβλ. ΑΠ (συμβ.) 236/86 ΠΧρ. ΛΣΤ' 565], ανεξαρτήτως του ότι έχουν και αυτές ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμες με την καθυστέρηση των δόσεων που έχουν ήδη λήξει, δυνάμει ρητού συμβατικού όρου, ως προς τον οποίο δεν συντρέχει λόγος να κριθεί καταχρηστικός και ως εκ τούτου άκυρος.
Β) Όσον αφορά τους δεύτερο και τρίτο των εκκαλούντων δημιουργούνται σοβαρές ενδείξεις σε βάρος τους για εμπλοκή τους ως ηθικού αυτουργού και απλού συνεργού αντίστοιχα στην αξιόποινη πράξη της απάτης, που αποδίδεται στους συγκατηγορουμένους τους, ενόψει κυρίως των όσων εξέθεσαν στις απολογίες τους οι εκ των τελευταίων Χ4 και Χ5. Η λήψη υπόψη στο παρόν στάδιο της διαδικασίας των απολογιών αυτών σε βάρος των εν λόγω εκκαλούντων δεν αντίκειται στο άρθρο 211 Α' του ΚΠΔ, διότι η απαγόρευση που περιέχεται σ' αυτό για την μη ενοχοποίηση συγκατηγορουμένου γίνεται δεκτό ότι ισχύει μόνο στην επ' ακροατηρίω διαδικασία και δεν εφαρμόζεται κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού στην ενώπιον των δικαστικών συμβουλίων ενδιάμεση διαδικασία, (βλ. ΑΠ 1213/97 Ποιν.Δικ. 1998, 99, ΑΠ 1413/98 ΠΧρ. ΜΘ' 746 και Εφ.Θεσσαλ, 891/03 Ποιν.Δικ 2004, 264). Αφετέρου σε κάθε περίπτωση η απαγόρευση δεν ισχύει όταν οι περιεχόμενες σε απολογία ενοχοποιητικές συγκατηγορουμένου μαρτυρίες συνδυάζονται και με άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη δε περίπτωση υφίστανται τέτοια μέσα και συγκεκριμένα είναι οι ενδείξεις που δημιουργούνται από τα ανεπιτυχή άλλοθι, που επικαλούνται και υποστηρίζουν με την εξέταση μαρτύρων υπερασπίσεως οι εκκαλούντες, καθόσον η απασχόληση του πρώτου σε μετακόμιση και του δεύτερου στην κατασκευή βόθρου στις 5-5-2004 δεν επιβεβαιώνεται από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και ούτε θα ήταν αρκετή σε κάθε περίπτωση να εμποδίσει τον μεν πρώτο να ενεργήσει, στα τέλη Απριλίου 2004, ως ηθικός αυτουργός για την αποδιδόμενη στον Χ4 απάτη, τον δε δεύτερο να ενεργήσει ως απλός συνεργός στην ίδια πράξη, με τη μορφή ειδικότερα της μεταφοράς των φυσικών αυτουργών στον τόπο τελέσεως του εγκλήματος στις 3 και 4 Μαΐου 2004 με το αυτοκίνητο του.
Ενόψει όλων των ανωτέρω ορθώς έκρινε το προσβαλλόμενο βούλευμα, παραπέμποντας τους εκκαλούντες στο ακροατήριο του αρμοδίου για κακουργήματα Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, προκειμένου να δικασθούν για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις και πρέπει το βούλευμα αυτό να επικυρωθεί, απορριπτόμενων των κρινόμενων εφέσεων ως αβασίμων κατ'ουσία.
7.- Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των εν λόγω αναιρεσειόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου, προκειμένου να δικασθούν, ο μεν Χ1 ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, ο δε Χ2 ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της απλής συνέργειας στην ανωτέρω πράξη της απάτης, σε βαθμό επίσης κακουργήματος.
Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι κρίθηκαν παραπεμπτέοι, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ', 26, 27, 47 και 386 παρ. 1 και 3 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα το Συμβούλιο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του κατά κατηγορίες τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για να σχηματίσει την παραπάνω κρίση του και δεν ήταν απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας του, να αναφέρει ποιά παραδοχή προκύπτει από καθένα από αυτά χωριστά, αρκεί ότι τα έλαβε υπόψη του και τα αξιολόγησε στο σύνολό τους για να σχηματίσει την παραπάνω κρίση του. Στο βούλευμα εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι ψευδείς διαβεβαιώσεις του αναιρεσείοντα Χ1, με τις οποίες, αυτός και οι συγκατηγορούμενοί του, πέτυχαν να δημιουργήσουν στους αρμοδίους υπαλλήλους της Εμπορικής Τράπεζας Αιγαίου την πεπλανημένη εντύπωση ότι πρόκειται για φερέγγυα πρόσωπα με οικονομική επιφάνεια και ικανά εισοδήματα και έτσι τους έπεισαν να χορηγήσουν προς τον κατηγορούμενο Χ4 δάνειο ύψους 25.000 ευρώ, το οποίο αυτοί παρανόμως προσπορίσθηκαν. Η βλάβη δε αυτή βρίσκεται σε πρόδηλη αιτιώδη συνάφεια προς τις παραπλανητικές ενέργειες του αναιρεσείοντα και των συγκατηγορουμένων του και προς την αθέμιτη περιουσιακή ωφέλεια, την οποία αυτοί αποσκοπούσαν και πράγματι πέτυχαν. Εξάλλου, ως προς την επιβαρυντική περίσταση στα πρόσωπα και των δύο αναιρεσειόντων της κατ'επάγγελμα τελέσεως της πράξεως της απάτης και της απλής σ'αυτήν συνέργειας, το Συμβούλιο στήριξε την κρίση του με πλήρη αιτιολογία στην υποδομή που αυτοί είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως των πράξεων αυτών (κατάστρωση σχεδίου, προκειμένου να βρίσκουν άτομα πρόθυμα να προβούν σε ψευδείς δηλώσεις εισοδήματος και λήψη δανείων, το αντικείμενο των οποίων διένειμαν μεταξύ τους, εξεύρεση ειδικού λογιστή κ.λ.π.). Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που προβάλλονται στα πλαίσια των παραπάνω λόγων αναιρέσεως, με τις οποίες επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Τέλος, με βάση όλα τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετείται πλήρως το έγκλημα της απάτης και της απλής σ'αυτήν συνέργειας, με τις επιβαρυντικές περιστάσεις ότι και οι δύο αναιρεσείοντες είναι πρόσωπα που ενεργούν κατ' επάγγελμα και επομένως ορθώς υπήχθησαν στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες το Συμβούλιο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι δεν στοιχειοθετείται η πράξη της απάτης επειδή είναι άκυρη η δανειακή σύμβαση που συνομολογήθηκε, αφού η εγκυρότητα της εν λόγω συμβάσεως δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απάτης. Δεν ευσταθεί επίσης ούτε ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι οι προφορικές ψευδείς διαβεβαιώσεις των αναιρεσειόντων δεν ήταν ικανές να επηρεάσουν την κρίση των αρμοδίων υπαλλήλων της δανείστριας Τράπεζας στη χορήγηση ή μη της χρηματοδοτήσεως, αφού, σύμφωνα με τα όσα εξετέθησαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, για τη στοιχειοθέτηση της απάτης, αρκεί η πρόκληση της παραπλανήσεως και είναι αδιάφορο αν ο απατώμενος μπορούσε, καταβάλλοντας την ενδεδειγμένη επιμέλεια και προσοχή, να αποφύγει την πλάνη. Τέλος για τη συντέλεση του εγκλήματος της απάτης δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι δεν παρήλθε η συμφωνηθείσα πενταετία για την αποπληρωμή του δανείου, αφού αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος ο κίνδυνος της περιουσίας στο μέλλον, σύμφωνα δε με τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος ήδη οι πρώτες απαιτητές δόσεις του δανείου δεν καταβλήθηκαν.
Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, που να δικαιολογεί την αναίρεση του προσβαλλομένου βουλεύματος, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις των εν λόγω δύο αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Χ1 και Χ2 και να επιβληθούν στον καθένα από αυτούς τα δικαστικά έξοδα.
Με τις κρινόμενες αιτήσεις τους όλοι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι ζητούν να εμφανισθούν αυτοπροσώπως ενώπιον του Συμβουλίου σας για να παράσχουν σχετικές διευκρινήσεις. Και αναφορικά με τον αναιρεσείοντα Χ3, πρέπει να απορριφθεί το αίτημά του αυτό, ως απαράδεκτο, διότι από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 309 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 485 παρ. 1, 3 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το αίτημα του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) προϋποθέτει άσκηση παραδεκτού ενδίκου μέσου (ΑΠ 1497/2006) ήδη δε προτείνεται να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του εν λόγω αναιρεσείοντα ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, αναφορικά με τους άλλους δύο αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2, πρέπει επίσης να απορριφθεί το ανωτέρω αίτημά τους, καθόσον αυτοί με τις πολυσέλιδες αιτήσεις αναιρέσεως διεξοδικώς και με κάθε λεπτομέρεια αναπτύσσουν τα επιχειρήματα και τους ισχυρισμούς τους, ώστε η αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου σας κρίνεται εντελώς άσκοπη και περιττή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΠ ρ ο τ ε ί ν ω:
Α) Να απορριφθεί το αίτημα των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου σας.
Β) Να απορριφθούν οι υπ'αριθ. 1/31-5-2007, 2/4-6-2007 και 3/6-6-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Χ1, κατοίκου ..., Χ2, κατοίκου ... και Χ3, κατοίκου ... αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθμ. 33/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. ΚαιΓ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον καθένα από τους αναιρεσείοντες.
Αθήνα 2 Οκτωβρίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος Χ3.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς κρίση οι υπ' αριθ. 1/31.5.2007, 2/4.6.2007 και 3/6.6.2007 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1, Χ2 και Χ3, κατά του υπ' αριθ. 33/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Επί της υπ' αριθ. 3/6.6.2007 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ3:
Από τις διατάξεις μεν του άρθρου 473 ΚΠοινΔ σαφώς προκύπτει ότι όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά βουλεύματος είναι δέκα ημέρες και αρχίζει, προκειμένου για ανέκκλητο τοιούτο, από την επίδοσή του στον δικαιούμενο, έχοντα γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, κατά δε την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ιδίου Κώδικος, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός των άλλων εις αυτό περιπτώσεων, εκπροθέσμως, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει ......... και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Βέβαια, κατά την συναγομένη από το άρθρο 255 ΑΚ γενική αρχή του δικαίου, ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, ο αναιρεσείων μπορεί να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως λόγον, εξαιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που τον στηρίζουν. Τέλος, κατ' άρθρον 513 παρ. 1 σε συνδ. με άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όταν η αναίρεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτον.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημεροχρονολογία 14/5/2007 αποδεικτικό επιδόσεως του Ανθυπαστυνόμου ..., το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 33/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου επεδόθη εις τον αναιρεσείοντα Χ3 την αυτήν 14.5.2007, ο οποίος το παρέλαβε, ήσκησε δε την κρινομένη υπ' αριθ. 3/2007 αίτηση αναιρέσεως κατ' αυτού την 6.6.2007, ήτοι μετά την πάροδον της άνω δεκαημέρου προθεσμίας από της επιδόσεώς του χωρίς να εκθέτει λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της.
Συνεπώς, και μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος αυτού να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και την μη εμφάνισή του, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως του Χ3 να απορριφθεί ως απαράδεκτη, παρελκούσης της ερεύνης του αιτήματός του περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, διότι τούτο προϋποθέτει παραδεκτώς ασκηθείσα αναίρεση, επιβληθούν δε τα έξοδα στον αναιρεσείοντα αυτόν (άρθρα 476, 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
Επί των υπ' αριθ. 1/31.5.2007 και 2/4.6.2007 αιτήσεων αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, αντιστοίχως:
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών' και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Ούτω, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται α) σκοπός του δράστου να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος. Ο σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου ("υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση") και συνεπώς εδώ αξιώνεται ορισμένος δόλος' "περιουσιακό όφελος" είναι κάθε οικονομική βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως, υπάρχει δε περιουσιακό όφελος όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του δράστου ή άλλου, καθώς και κάθε ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσίας του, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποίαν ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τοιούτο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από τον δράστη που έχει ειλημμένη απ' αρχής την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης, γ) βλάβη ξένης περιουσίας (ζημία), η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστου και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της αξίας της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της. Περιουσιακή βλάβη μπορεί να συνιστά και συγκεκριμένη απειλή ή διακινδύνευση της περιουσίας, όταν επιφέρει μείωση της ενεστώσης αξίας αυτής και μπορεί έτσι να αποτιμηθεί ως επελθούσα βλάβη. Περιουσιακή βλάβη στην απάτη συντρέχει ακόμη και όταν η επιδίωξη της ικανοποιήσεως της αξιώσεως του βλαπτομένου απαιτεί εμπλοκή σε δικαστικούς αγώνες. Τον αντίποδα της βλάβης του παθόντος πρέπει να αποτελεί το περιουσιακό όφελος, η οποία συνήθως ισούται με αυτό, ήτοι η βλάβη της περιουσίας πρέπει να αντιστοιχεί στο παράνομο περιουσιακό όφελος που ο υπαίτιος επεδίωξε και είναι άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του υπαιτίου. Ο παραπλανώμενος δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με τον βλαπτόμενο, αρκεί να μπορεί από τον νόμο ή τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος, που επεδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτομένου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς. Περαιτέρω, μετά την αντικατάσταση της παρ. 3 του άρθρου 386 ΠΚ με το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα (και) στην περίπτωση κατά την οποίαν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το παράνομο περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προεκλήθη υπερβαίνει το ποσόν των (νυν) 15.000 ευρώ.
Κατά την διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Αποτελεί συνήθως επιβαρυντική περίσταση που επιτείνει την τιμώρηση του βασικού εγκλήματος, για τον χαρακτηρισμό δε της κατ' επάγγελμα τελέσεως αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση και δεν είναι αναγκαία η προηγουμένη καταδίκη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστου να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Εάν δεν υπάρχει επανειλημμένη τέλεση, αρκεί για το κατ' επάγγελμα να διαπιστώνεται ότι η αξιόποινη πράξη τελείται μεν για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν, από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως προκύπτει σκοπός του πορισμού εισοδήματος. Συνιστά τοιαύτη υποδομή και η επανειλημμένη συνάντηση του δράστου με τους εξαπατηθέντες καθώς και η χρησιμοποίηση τρίτου προσώπου (συνεργού) προς ενίσχυση των ψευδών παραστάσεων, με τις οποίες διεμόρφωσε την κατάλληλη εκείνη υποδομή, που με την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής σκοπόν είχε να προσπορισθεί σταθερό εισόδημα. Κατά το άρθρο 45 ΠΚ, "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 Π.Κ. πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. (Ολ. ΑΠ 50/1990). Απάτη μπορεί να τελεστεί και κατά συναυτουργία, όταν οι συναυτουργοί προβαίνουν στις ψευδείς παραστάσεις είτε συγχρόνως από κοινού είτε διαδοχικά, κατόπιν όμως κοινής συναποφάσεως, δηλαδή με κοινό δόλο, και με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους. Ακόμη ο κοινός δόλος αρκεί, χωρίς να υπάρχει ανάγκη εξειδικεύσεως των επί μέρους τυπικών ενεργειών εκάστου συναυτουργού.
Κατ' άρθρον 47 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγουμένου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ηλαττωμένη (άρθρο 83). Εκ της διατάξεως αυτής συνάγεται ότι η αντικειμενική υπόσταση της απλής συνέργειας πραγματώνεται με οποιαδήποτε βοηθητική της κυρίας πράξεως ενέργεια ή παράλειψη, θετική ή αποθετική υλική ή (και) ψυχική. Η υλική συνέργεια τελείται με υλικές πράξεις, ακόμη και κατά την προπαρασκευής του εγκλήματος, όπως με την μεταφορά στον τόπο του εγκλήματος, ψυχική δε είναι η βοήθεια που παρέχεται στον δράστη με συμβουλές ή υποδείξεις για τον τρόπο τελέσεως. Για να υπάρχει απλή συνέργεια, θα πρέπει ο αυτουργός να τέλεσε ή να απεπειράθη τουλάχιστον να τελέσει την ποινικά άδικη πράξη, για την εξ υποκειμένου δε στοιχειοθέτηση της απλής συνέργειας απαιτείται δόλος του συνεργού, συνιστάμενος εις την γνώση της υπό του αυτουργού τελέσεως ορισμένης αξιοποίνου πράξεως και εις την βούληση ή αποδοχή να συμβάλει δια της συνδρομής του εις την πραγμάτωση του εγκλήματος, χωρίς να είναι ανάγκη να γνωρίζει λεπτομέρειες της πράξεως και ιδίως πότε, πού, καθώς και υπό ποίες ειδικές συνθήκες θα τελεσθεί από τον αυτουργό της πράξεως. Έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ανάκριση ή προανάκριση πραγματικά περιστατικά σχετικά με την αποδιδομένη εις τον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, στα οποία, δηλαδή, στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων αυτής, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε αυτό ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελεί όμως λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων και η παράλειψη της δι' αυτήν μεταξύ των αξιολογήσεως, καθόσον, υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, στην οποίαν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας όσον αφορά το έγκλημα της απάτης, πρέπει στο παραπεμπτικό βούλευμα, όχι με το να εκτίθεται απλώς ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία, αλλά να προσδιορίζεται εις τι συνίσταται αυτή και να δικαιολογείται ο τρόπος με τον οποίον πραγματοποιήθηκε. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' ΚΠοινΔ, συνιστά λόγον αναιρέσεως ή εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Και εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη στην διάταξη που εφήρμοσε (ευθεία παράβαση), καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στο πόρισμα του βουλεύματος κατά τρόπο σαφή, πλήρη, ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται εφικτός ο έλεγχος υπό του Αρείου Πάγου για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 33/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου απερρίφθησαν οι ασκηθείσες υπό των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 εφέσεις κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθ. 616/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, με το οποίο, διαπιστωθεισών επαρκών ενδείξεων, παρεπέμφθησαν ούτοι για να δικασθούν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου (για κακουργήματα), ο μεν πρώτος για απάτη από κοινού, κατ' επάγγελμα και με συνολικό όφελος ή συνολική ζημία υπερβαίνουσα το ποσόν των 15.000 ευρώ, ο δε δεύτερος για απλή συνέργεια, τελεσθείσα κατ' επάγγελμα, στην άνω πράξη.
Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου εδέχθη, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής στο εκκαλούμενο βούλευμα και στην ενσωματωμένη εις αυτό εισαγγελική πρόταση, και με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπόψη του και δη από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και περατώθηκε νόμιμα και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, ιδίως δε των Α και Β. τα έγγραφα, κυρίως δε την από 3/5/2004 αίτηση για χορήγηση καταναλωτικού δανείου, την 2203587120 σύμβαση καταναλωτικού δανείου και το από 4/5/2004 ένταλμα πληρωμής της Εμπορικής Τράπεζας και τις απολογίες των κατηγορουμένων (εδέχθη) ότι προέκυψαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: Σε νομότυπη κατ' οίκον έρευνα στην οικία του Χ4 στις 6-5-2004, βρέθηκαν, εκτός από ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, το χρηματικό ποσό των 500 ευρώ, η υπ' αριθμ. .../4-5-2004 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, χωρίς εξασφαλίσεις, ύψους 25.000 ευρώ, με συμβαλλόμενους τον Χ4 και την Εμπορική Τράπεζα Αιγίου, το υπ' αριθμ. .../4-5-2004 ένταλμα πληρωμής, ποσού 25.000 ευρώ της ίδιας Τράπεζας, στο όνομα Χ4 και ένα γραμμάτιο είσπραξης 150 ευρώ που κατέβαλε ο Χ4 στην ίδια Τράπεζα την 4-5-2004, ως εφάπαξ δαπάνη για την εκταμίευση 25.000 ευρώ. Από την αστυνομική προανάκριση που ακολούθησε και από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε κατά την κυρία ανάκριση που ακολούθησε, προέκυψε ότι ο Χ3, υλοποιώντας σχέδιο που είχαν καταστρώσει με τους Χ1και Χ2, προκειμένου να εξασφαλίζουν εισόδημα με λήψη καταναλωτικών δανείων στο όνομα άλλων, τα χρήματα των οποίων θα μοιραζόντουσαν μεταξύ τους, στο ... στα τέλη Απριλίου του 2004, ανακάλυψε έναν νέο άνεργο, χρήστη ναρκωτικών ουσιών, τον Χ4 και τον έπεισε ότι μπορούσε με τη βοήθειά του να πάρει δάνειο γύρω στα 25.000 ευρώ, με τη συμφωνία να μοιραστούν τα χρήματα ο ίδιος και οι άλλοι τρεις. Του πρότεινε μάλιστα να βρει και άλλα άτομα για να κάνουν το ίδιο. Ο Χ4 ανέλαβε να βρει εγγυητή, ο οποίος χρειαζόταν για τη λήψη του δανείου και έτσι απευθύνθηκε στην Χ5, χρήστη ομοίως ναρκωτικών ουσιών, η οποία δέχθηκε να παίξει αυτό το ρόλο, με την υπόσχεση ότι θα έπαιρνε και στη συνέχεια δάνειο με εγγυητή τον Χ4. Έτσι ο Χ2, στις 28/4/2004 μετέφερε με το αυτοκίνητό του, μάρκας ΒΜW, στο οποίο επέβαινε και ο Χ3, τους Χ4 και Χ5 από το ... στο ..., όπου τους έφερε σε επαφή με τον Χ1, αδελφό της γυναίκας του, τον οποίο αυτοί δεν γνώριζαν, φιλοξενήθηκαν μάλιστα όλοι στο σπίτι του ανωτέρω. Ο Χ1 είχε βρει κάποιον λογιστή, ονόματι Γ, με τον οποίο ο Χ4 και η Χ5 μετέβησαν στην Α' Δ.Ο.Υ. Πατρών και κατέθεσαν ψευδείς φορολογικές δηλώσεις, σύμφωνα με τις οποίες ο μεν πρώτος ήταν κάτοικος ..., με εισοδήματα από την εργασία του για το έτος 2003 ύψους 34.000 ευρώ και η δεύτερη ότι ήταν επίσης κάτοικος ..., με εισοδήματα για το ίδιο έτος ύψους 26.000 ευρώ. Στις 3/5/2004 ο Χ4 και η Χ5, συνοδευόμενοι από τον Χ1 μετέβησαν στην Εμπορική Τράπεζα του Αιγίου. Ο Χ1 ήταν γνωστός στους υπαλλήλους της Τράπεζας από προηγούμενες συναλλαγές και συγκεκριμένα από σύμβαση δανείου που είχε υπογράψει στις 26-4-2004 ως εγγυητής με πρωτοφειλέτη τον Δ, αλλά και από δάνειο που είχε λάβει η σύζυγός του. Εκεί ο Χ4 και η Χ5 υπέβαλαν την από 3/5/2004 αίτηση για χορήγηση καταναλωτικού δανείου με πρωτοφειλέτη τον πρώτο και εγγυήτρια την δεύτερη, ύψους 25.000 ευρώ και μεταξύ των δικαιολογητικών κατέθεσαν τις ανωτέρω ψευδείς φορολογικές δηλώσεις καθώς και την από 3-5-04 υπεύθυνη δήλωση του Χ4, ότι το δηλωθέν εισόδημά του είναι αληθινό. Με τον τρόπο αυτό παρέστησαν και οι τρεις ψευδώς προς τους υπαλλήλους που παρέλαβαν την αίτηση και συγκεκριμένα προς τον υποδιευθυντή, Α, και τη σύμβουλο πελατείας Β ότι οι ανωτέρω αιτούντες έχουν οικονομική επιφάνεια και ειδικότερα τα εισοδήματα που δήλωσαν και τη δυνατότητα να εξοφλούν τις δόσεις του δανείου. Ο Χ1 μάλιστα είχε αναφέρει στον υποδιευθυντή ψευδώς ότι το δάνειο αυτό το ήθελε ο Χ4 προκειμένου να αγοράσει το αυτοκίνητό του, μάρκας "ΒΜW". Έτσι έπεισαν τους ανωτέρω υπαλλήλους να προβούν στη σύναψη της με αριθμό 2203587120 σύμβασης καταναλωτικού δανείου για 25.000 ευρώ εξοφλητέας σε 60 δόσεις με ποσό δόσης 544,81 ευρώ. Ο Χ4 εισέπραξε την ίδια ημέρα από το ταμείο το ποσό των 25.000 ευρώ και μετά από πίεση έδωσε αυτό στον Χ1, ο οποίος του επέστρεψε μόνο 2000 ευρώ, ενώ καμία πώληση αυτοκινήτου δεν πραγματοποιήθηκε. Η Τράπεζα δε ζημιώθηκε κατά το ως άνω ποσό των 25.000 ευρώ, αφού οι δόσεις δεν καταβάλλονται. Τέλος προέκυψε ότι οι εκκαλούντες είχαν καταστρώσει σχέδιο προκειμένου να βρίσκουν άτομα πρόθυμα να προβούν σε ψευδείς δηλώσεις εισοδήματος και λήψη δανείων με απάτη και να μοιράζονται τα παρανόμως κτηθέντα ποσά. Ο Χ1 δε είχε βρει και λογιστή, με τη βοήθεια του οποίου εμφάνιζε ότι τα άτομα αυτά είχαν εισοδήματα, προέτρεψε μάλιστα τον Χ4 να βρει και αυτός άλλα άτομα για να επαναλάβουν την πράξη της απάτης σε βάρος της Τράπεζας, ενώ στις 26/4/2004 προέβη στη σύναψη δανείου με την ίδια Τράπεζα, με πρωτοφειλετη τον Δ και εγγυητή τον ίδιο, για ποσό 25.000 ευρώ, προβαίνοντας στις ίδιες ψευδείς παραστάσεις πως είναι σε θέση να εξοφλήσουν το δάνειο, ενώ δεν κατέβαλαν καμία δόση, και λίγες μέρες μετά, την 4-5-2004, προσήλθε στην ίδια Τράπεζα με τον Ε για λήψη δανείου, το οποίο δεν χορηγήθηκε, γιατί πλέον η Τράπεζα είχε αμφιβολίες για την αλήθεια των οικονομικών στοιχείων που δηλώθηκαν. Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι πρόκειται για αστική διαφορά και δεν στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη της απάτης που τους αποδίδεται, δεδομένου ότι η σύμβαση δανείου που συνήφθη με την Εμπορική Τράπεζα περιέχει Γενικούς Όρους Συναλλαγών που είναι καταχρηστικοί και επομένως ελέγχονται ως προς την εγκυρότητά τους. Εξάλλου η αποπληρωμή του δανείου ορίστηκε να γίνει σε εξήντα (60) μηνιαίες δόσεις, δηλ. σε πέντε χρόνια, επομένως μόνο με την πάροδο της προαναφερόμενης πενταετίας και εφόσον δεν είχε εξοφληθεί το δάνειο θα μπορούσε να γίνει λόγος για τέλεση του εγκλήματος της απάτης. Τέλος, επικαλούνται την 422/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, με αιτούσα την Εμπορική Τράπεζα για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στρεφόμενη κατά του Χ1, του Χ4 και της Χ5. Με την ως άνω απόφαση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αίτηση όσον αφορά την εγγυητική ευθύνη του Χ1 από τη δανειακή σύμβαση που υπέγραψε ο Χ4, λόγω του ότι δεν συντρέχουν προϋποθέσεις αδικοπραξίας, έγινε όμως δεκτή για μία άλλη δανειακή σύμβαση (...) που υπεγράφη την 26/4/2004 (μόλις 8 ημέρες πριν την επίδικη), την αναφερομένη ανωτέρω, με πρωτοφειλέτη τον Δ και εγγυητή τον Χ1, στη δε απόφαση αυτή αναφέρθηκε ότι η πρώτη δόση του ληφθέντος δανείου είχε ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμη. Σχετικά με τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων παρατηρούμε τα εξής: Η εγκυρότητα ή όχι της δανειακής σύμβασης δεν είναι κρίσιμο στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, δεδομένου ότι η ζημιά επήλθε στην Τράπεζα με την εκταμίευση και παραλαβή από τον Χ4 όλου του ποσού του δανείου, του οποίου οι δόσεις δεν καταβάλλονται, ήταν δε αυτή (η ζημιά) το αποτέλεσμα της παραπλάνησης των αρμοδίων υπαλλήλων της Τράπεζας, αφενός με την προσκομιδή από τους Χ4, Χ5 και Χ1 των ψευδών φορολογικών δηλώσεων των δύο πρώτων και αφετέρου με τις προφορικές διαβεβαιώσεις του τρίτου για τη φερεγγυότητα του δανειολήπτη, ο οποίος ήθελε δήθεν το δάνειο για να αγοράσει το αυτοκίνητο του ανωτέρω. Με τα δεδομένα αυτά και εν όψει του ότι, όπως προεκτέθηκε, οι δόσεις δεν καταβάλλονται, είναι αυτονόητο ότι δεν απαιτείται να παρέλθει η πενταετία που ορίστηκε για την αποπληρωμή του δανείου, προκειμένου να διαπιστωθεί η τέλεση του εγκλήματος της απάτης. Περαιτέρω, αναφορικά με την 422/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, κατ' αρχάς με αυτήν εξετάζεται η αστική ευθύνη του Χ1 στα πλαίσια μιας σύμβασης και όχι η τυχόν ποινική ευθύνη αυτού. Βεβαίως, σύμφωνα με την απόφαση αυτή "προφορικές διαβεβαιώσεις από τρίτους για την φερεγγυότητα του οφειλέτη δεν προβλέπονται ούτε μπορούν να επηρεάσουν την κρίση των υπαλλήλων της Τράπεζας στη χορήγηση ή μη της χρηματοδότησης", πλην όμως, όπως συνάγεται από την κατάθεση της Β, τόσο αυτή όσο και ο υποδιευθυντής της Τράπεζας επηρεάστηκαν από τις προφορικές αυτές διαβεβαιώσεις του Χ1. Συγκεκριμένα, η ανωτέρω μάρτυρας καταθέτει: "...Τόσο όμως εμένα όσο και στον κ. Α (τον υποδιευθυντή) μας έκανε εντύπωση ότι εφέροντο (ο Χ4 και η Χ5) να έχουν υψηλά εισοδήματα ως εργάτες. Αυτός ήταν και ο λόγος που ζητήσαμε πληροφορίες από τη ΔΟΥ Αιγίου, για να δούμε πώς μπορούμε να προχωρήσουμε στην δανειοδότησή τους. (Σε άλλο σημείο της καταθέσεώς της η μάρτυρας είχε αναφέρει ότι η Εφορία είχε απαντήσει ότι δεν υπήρχε τρόπος να εξακριβωθεί ότι οι φορολογικές δηλώσεις των ανωτέρω ήταν αληθινές). Ο Χ1 όμως επέμενε ότι τους γνώριζε και ότι τα εισοδήματα στις φορολογικές τους δηλώσεις είναι πραγματικά". Εξάλλου, ο Χ1, όπως προεκτέθηκε, παίζει ρόλο καθοριστικό στην όλη υπόθεση, έχοντας διαμορφώσει την κατάλληλη υποδομή για τη διάπραξη απατών σε βάρος της Τράπεζας μαζί με τους Χ3 και Χ2, με τους οποίους κατέστρωσε σχέδιο, προκειμένου να βρίσκουν άτομα για να παίρνουν δάνεια από την Τράπεζα και στη συνέχεια να καρπώνονται αυτοί μέρος του ποσού του δανείου. Είχε τις γνώσεις που χρειαζόντουσαν σχετικά με τη χορήγηση των δανείων, είχε βρει λογιστή, ο οποίος θα συνέτασσε ψευδείς δηλώσεις εισοδήματος, ενώ ο ισχυρισμός του κατά την απολογία του ότι η γνωριμία του με τον Χ4 έγινε με την πρωτοβουλία του τελευταίου, ο οποίος ενδιαφέρθηκε να αγοράσει το αυτοκίνητό του όταν είδε σ' αυτό σχετική ένδειξη "πωλείται", δεν είναι πειστικός, αφού, όπως ορθά αναφέρεται στο εκκαλούμενο βούλευμα, δεν μπόρεσε να εξηγήσει για ποιο λόγο προσφέρθηκε με ιδιαίτερο ζήλο να εξασφαλίσει στον μελλοντικό αγοραστή του αυτοκινήτου του τα χρήματα για την αγορά του αυτοκινήτου του, όταν θα μπορούσε να το πουλήσει σε άλλο ενδιαφερόμενο αγοραστή, ο οποίος θα διέθετε και το αιτούμενο τίμημα της πωλήσεως. Ούτε γιατί επελέγη η Εμπορική τράπεζα Αιγίου, αφού ο Χ4 είναι κάτοικος ... Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, τουλάχιστον άλλες δύο φορές προσπάθησε να κερδίσει χρήματα με απάτη σε βάρος της τράπεζας. Οι δε Χ3 και Χ2 είναι αυτοί που, σύμφωνα με το σχέδιο που καταστρώθηκε, ο μεν πρώτος βρήκε στην κρινόμενη περίπτωση τα κατάλληλα άτομα που θα μπορούσαν να πάρουν δάνειο από την Τράπεζα και να μοιραστούν τα χρήματα με τους υπόλοιπους (Χ4 και Χ5), ο δε δεύτερος μετέφερε τα άτομα αυτά στο ... και τα έφερε σε επαφή με τον Χ1, προκειμένου να διαπράξουν την αξιόποινη πράξη της απάτης σε βάρος της Τράπεζας. Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με δικές του σκέψεις εδέχθη και τα εξής: Περαιτέρω, προς επίρρωση της ανωτέρω κρίσεως του Συμβουλίου, πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα: Α) Με βάση τα γενόμενα δεκτά από το εκκαλούμενο βούλευμα, η επίμαχη δανειακή σύμβαση μεταξύ της πιστώτριας Εμπορικής Τράπεζας (Υποκαταστήματος Αιγίου) και του δανειολήπτη συγκατηγορουμένου των εκκαλούντων Χ4, με εγγυήτρια την τελευταία συγκατηγορουμένη τους Χ5, ύψους 25.000 ευρώ, καταρτίσθηκε αφού οι αρμόδιοι υπάλληλοι της τράπεζας παραπλανήθηκαν σχετικά με την δήθεν φερεγγυότητα δανειολήπτη και εγγυήτριας από ψευδείς παραστάσεις που μετήλθαν οι τελευταίοι, από κοινού με τον πρώτο κατηγορούμενο -εκκαλούντα Χ1, βασισμένες στην προσαγωγή ψευδών φορολογικών δηλώσεων των αντισυμβαλλομένων της τράπεζας. Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι πρόκειται για αστική διαφορά μεταξύ της τράπεζας και των αντισυμβαλλομένων της, η οποία εστιάζεται στην ακυρότητα της δανειακής συμβάσεως, διότι αυτή περιέχει καταχρηστικούς όρους, τους οποίους προσδιορίζουν ειδικότερα, έτσι ώστε δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί απάτη, ελλείψει βλάβης. Ο λόγος αυτός των εφέσεων παρίσταται ως αλυσιτελής, μη νόμιμος και αβάσιμος, ως εκ τούτου δε απορριπτέος για τους εξής εκτός των άλλων λόγους: α) Ακόμη και αν είναι άκυρη η σύμβαση στο σύνολό της συνεπεία των φερομένων ως καταχρηστικών όρων της, τα χρήματα του "άκυρου" δανείου εκταμιεύθηκαν πάντως προς τον Χ4 από τον ταμία της τράπεζας, με την πεποίθηση ότι δίδονται σε εκτέλεση εγκύρου συμβάσεως, συνεπώς δημιουργείται σε κάθε περίπτωση απαίτηση της τράπεζας για άμεση επιστροφή των καταβληθέντων, δυνάμει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού από της γνώσεως του λήπτη για την ακυρότητα (άρθρα 904 επ., 910, 911 του ΑΚ), ανεξαρτήτως των δανειακών δόσεων που είχαν συμφωνηθεί. Δυνατότητα όμως του λήπτη του πλουτισμού να αποδώσει αυτόν δεν προκύπτει, ούτε και οι ίδιοι οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι υπάρχει. Δηλαδή, η παραπλάνηση ως προς την φερεγγυότητα του λήπτη οδήγησε σε κάθε περίπτωση στην υλική τουλάχιστον πράξη της καταβολής έστω και για μη νόμιμη (άκυρη) αιτία και συνεπώς στην αποξένωση της τράπεζας από το καταβληθέν ποσό χωρίς πιθανότητα ανακτήσεώς του ούτε με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με αποτέλεσμα την επέλευση ισόποσης περιουσιακής βλάβης σ' αυτή, οπότε στοιχειοθετείται η απάτη υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια. β) Εξάλλου οι ενδεχομένως καταχρηστικοί όροι σε μία σύμβαση δεν καθιστούν αυτήν συνολικά άκυρη, σε κάθε περίπτωση παρά μόνο εάν τα μέρη δεν θα είχαν επιχειρήσει αυτήν, χωρίς το άκυρο μέρος της (άρθρο 181 ΑΚ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούντες, προβάλλοντας την ακυρότητα του δανείου συνεπεία καταχρηστικών όρων σε βάρος δανειολήπτη και εγγυήτριας για λογαριασμό των τελευταίων, δεν εννοούν προφανώς ότι αυτοί υποχρεούνται σε άμεση απόδοση των ληφθέντων με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αλλά ότι δικαιούνται να κρατήσουν αυτά, μη δεσμευόμενοι από τους καταχρηστικούς όρους, και να αποπληρώσουν σταδιακά τις δόσεις που θα καταστούν ληξιπρόθεσμες στο μέλλον από κοινού με τις ήδη ανεξόφλητες, συμπληρώνουν δε ότι δεν έχει επέλθει ακόμη η βλάβη για τις μη εισέτι ληξιπρόθεσμες δόσεις. Επομένως, θεωρούν μερικώς άκυρο το δάνειο ως προς τους φερόμενους ως καταχρηστικούς όρους και έγκυρο κατά τα λοιπά. Τότε όμως δεν αίρεται η βλάβη της τράπεζας, αφού η οικονομική αδυναμία των συγκατηγορουμένων τους, δανειολήπτη και εγγυήτριας αντίστοιχα, του δανείου, να αποπληρώσουν αυτό (έστω κατά κεφάλαιο μόνο) είναι δεδομένη και δεν αναμένεται βάσιμα ότι η οικονομική τους κατάσταση θα βελτιωθεί στο μέλλον, ενόψει του ότι ανήκουν στον χώρο των εξαρτημένων από τα ναρκωτικά ατόμων και στερούνται δικής τους περιουσίας. Η βλάβη δε αυτή εκτείνεται οπωσδήποτε και στις μη ακόμη ληξιπρόθεσμες δανειακές δόσεις, αφού ο απειλούμενος γι' αυτές κίνδυνος πρόκειται με μεγάλη βεβαιότητα να πραγματωθεί, [πρβλ. ΑΠ (συμβ.) 236/86 ΠΧρ. ΛΣΤ' 565], ανεξαρτήτως του ότι έχουν και αυτές ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμες με την καθυστέρηση των δόσεων που έχουν ήδη λήξει, δυνάμει ρητού συμβατικού όρου, ως προς τον οποίο δεν συντρέχει λόγος να κριθεί καταχρηστικός και ως εκ τούτου άκυρος. Β) Όσον αφορά τους δεύτερο και τρίτο των εκκαλούντων, δημιουργούνται σοβαρές ενδείξεις σε βάρος τους για εμπλοκή τους ως ηθικού αυτουργού και απλού συνεργού αντίστοιχα στην αξιόποινη πράξη της απάτης, που αποδίδεται στους συγκατηγορουμένους τους, ενόψει κυρίως των όσων εξέθεσαν στις απολογίες τους οι εκ των τελευταίων Χ4 και Χ5. Η λήψη υπόψη στο παρόν στάδιο της διαδικασίας των απολογιών αυτών σε βάρος των εν λόγω εκκαλούντων, δεν αντίκειται στο άρθρο 211 Α' του ΚΠΔ, διότι η απαγόρευση που περιέχεται σ' αυτό για την μη ενοχοποίηση συγκατηγορουμένου γίνεται δεκτό ότι ισχύει μόνο στην επ' ακροατηρίω διαδικασία και δεν εφαρμόζεται κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού στην ενώπιον των δικαστικών συμβουλίων ενδιάμεση διαδικασία, (βλ. ΑΠ 1213/97 Ποιν.Δικ. 1998, 99, ΑΠ 1413/98 ΠΧρ. ΜΘ' 746 και Εφ.Θεσσαλ. 891/03 Ποιν.Δικ 2004. 264). Αφετέρου, σε κάθε περίπτωση η απαγόρευση δεν ισχύει όταν οι περιεχόμενες σε απολογία ενοχοποιητικές συγκατηγορουμένου μαρτυρίες συνδυάζονται και με άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη δε περίπτωση, υφίστανται τέτοια μέσα και συγκεκριμένα είναι οι ενδείξεις που δημιουργούνται από τα ανεπιτυχή άλλοθι, που επικαλούνται και υποστηρίζουν με την εξέταση μαρτύρων υπερασπίσεως οι εκκαλούντες, καθόσον η απασχόληση του πρώτου σε μετακόμιση και του δεύτερου στην κατασκευή βόθρου στις 5-5-2004 δεν επιβεβαιώνεται από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και ούτε θα ήταν αρκετή σε κάθε περίπτωση να εμποδίσει τον μεν πρώτο να ενεργήσει, στα τέλη Απριλίου 2004, ως ηθικός αυτουργός για την αποδιδόμενη στον Χ4 απάτη, τον δε δεύτερο να ενεργήσει ως απλός συνεργός στην ίδια πράξη, με τη μορφή ειδικότερα της μεταφοράς των φυσικών αυτουργών στον τόπο τελέσεως του εγκλήματος στις 3 και 4 Μαΐου 2004 με το αυτοκίνητό του.
Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στο βούλευμα εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία εκρίθη ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα πραγματικά αυτά περιστατικά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 386 παρ. 1, 3α, 45, 47 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασεν ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα προσδιορίζονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα τα ψευδή γεγονότα και οι ψευδείς διαβεβαιώσεις υπό του αναιρεσείοντες Χ1 και των συγκατηγορουμένων του Χ4 και Χ5, από τα οποία παρεπλανήθησαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Εμπορικής Τραπέζης Αιγίου και εχορήγησαν εις τον Χ4 δάνειο ύψους 25.000 ευρώ, η εξ αυτού βλάβη της Τραπέζης και το παράνομο περιουσιακό όφελος των αναιρεσειόντων ως και των Χ3, Χ4 και Χ5 και η αιτιώδης συνάφεια αυτών με τις παραπλανητικές ενέργειες του αναιρεσείοντος Χ1 και των συγκατηγορουμένων, τα περιστατικά της συμμετοχικής δράσεως αμφοτέρων των αναιρεσειόντων, ως αυτουργού της απάτης και απλού συνεργού αυτής, προς δε τα στοιχεία της συνδρομής της κατ' επάγγελμα τελέσεως της απάτης και της απλής συνεργείας σ' αυτήν ως κατάστρωση σχεδίου, προκειμένου να εξευρίσκουν άτομα πρόθυμα να προβούν σε ψευδείς φορολογικές δηλώσεις και λήψη δανείων, τα οποία διένειμαν μεταξύ των, εξεύρεση λογιστού κλπ. Ούτως, η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών υιοθετεί την ενσωματωμένη εις αυτό εισαγγελική πρόταση, η οποία είναι απόλυτα εσφαλμένη, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Εντεύθεν και οι κοινοί δύο λόγοι αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο βούλευμα και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής υπ' αυτού ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Καθ' ό μέρος δε με αυτούς προβάλλονται αιτιάσεις κατά της εσφαλμένης αξιολογήσεως των αποδεικτικών μέσων και ιδία της δανειακής συμβάσεως, με εκτενή ανάλυση του Ν. 2251/1994, και των περί δανείου διατάξεων του ΑΚ, της υπ' αριθ. 422/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, αυτές, αφορώσαι την ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά ταύτα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως να απορριφθούν στο σύνολό τους, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) έκαστος (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
Κατά το άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠοινΔ, το οποίο εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 485, και στον Άρειο Πάγο, το συμβούλιο με αίτηση ενός των διαδίκων είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του ......... για να δώσουν κάθε διευκρίνιση ...... Τότε μόνον μπορεί να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Στην προκειμένη περίπτωση, το αίτημα των αναιρεσειόντων, διατυπούμενο κατά λέξη στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ενός εκάστου "να διαταχθεί να εμφανισθούν αυτοπροσώπως στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, ώστε να δώσουν και προφορικά της απαραίτητες διευκρινίσεις", παρεκτός της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται έστω και συνοπτικά τα ζητήματα για τα οποία προτίθεται να παράσχει είς έκαστος διευκρινίσεις, προεχόντως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί με τα δικόγραφα των αναιρέσεων οι αναιρεσείοντες διεξοδικά προβάλλουν και αναλύουν τους λόγους αναιρέσεως του βουλεύματος, ώστε να είναι περιττή η αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρίνιση αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις υπ' αριθ. 1/31.5.2007, 2/4.6.2007 και 3/6.6.2007 αιτήσεις των Χ1, Χ2 και Χ3, αντιστοίχως, για αναίρεση του υπ' αριθ. 33/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου.
Απορρίπτει το αίτημα των αναιρεσειόντων περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς των ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Και
Καταδικάζει έκαστον των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1621/2008 - σελ. 212
|
Κακουργηματική απάτη - Στοιχεία αυτής. Τι απαιτείται να περιέχει το παραπεμπτικό βούλευμα. Πότε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Πότε από κοινού διάπραξη (45 Π.Κ.). Συναπόφαση - κοινός δόλος. Δεν είναι απαραίτητη η αναφορά των κατ’ ιδίαν ενεργειών των συμμετόχων. Αιτιολογία υπάρχει και με αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, όταν αυτή είναι ειδικά αιτιολογημένη. Απορρίπτει αναίρεση δι’ έλλειψη αιτιολογίας και δι’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αναίρεση κατά παραπεμπτικού βουλεύματος όταν ησκήθη μετά πάροδο δεκαημέρου από της επιδόσεώς του, χωρίς να γίνεται επίκληση λόγων ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος άρθρ. 474 ΚΠΔ). Απορρίπτει αίτημα αυτοπροσώπου εμφανίσεως διότι προϋποθέτει παραδεκτώς ασκηθείσα αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Εισαγγελική Πρόταση.
| 0
|
Αριθμός 1620/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλκιβιάδη Ξενικάκη και 2) Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Τομαρά, περί αναιρέσεως της 88/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 30 Μαΐου 2007 και 29 Μαΐου 2007 αιτήσεις τους αναιρέσεως αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1073/2007.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να γίνει δεκτή η αίτηση του πρώτου αναιρεσείοντος, β) να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση ως προς τον δεύτερο, μόνο ως προς τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση και υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και γ) να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής ως προς τις μερικότερες πράξεις της ψευδούς βεβαιώσεως και ηθικής σ'αυτήν αυτουργίας οι οποίες τελέσθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο έως 21-11-1999.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή οι υπό κρίση από 30 Μαΐου 2007 και 29 Μαΐου 2007 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ1 και 2) Χ2 αντιστοίχως, κατά της υπ' αριθμ. 88/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, είναι παραδεκτές και εν πολλοίς ταυτόσημοι, πρέπει, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας) απαιτείται α) δράστης να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263 α του Π.Κ., αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' Π.Κ. και δη δημόσιο και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες αναγόμενες στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή μιας έννομης σχέσεως ή καταστάσεως. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται σε διάταξη του Ποινικού Κώδικα, γι'αυτό έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο το άρθρο 438 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων, όχι δε και εκείνο το οποίο αφορά την εσωτερική υπηρεσία των δημοσίων Αρχών. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για να τελεστεί η αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας πρέπει να συντρέξουν α) με οποιοδήποτε τρόπο εκ προθέσεως, δηλαδή η θελημένη, παραγωγή (πρόκληση) αποφάσεως από κάποιον σε άλλον για διάπραξη ορισμένης άδικης πράξεως και β) ο άλλος να διαπράξει την άδικη πράξη, την οποία αποφάσισε με τον παραπάνω τρόπο, γιατί στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή όταν δεν τελεστεί αντικειμενικά αξιόποινη πράξη από τον αυτουργό, δεν νοείται, παρά την αυτοτέλεια του αξιόποινου των συμμετόχων, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο ηθικός αυτουργός που καθιερώνει το άρθρο 48 ΠΚ, ευθύνη του ηθικού αυτουργού για ανύπαρκτο έγκλημα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που να εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση και μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο χρησιμοποιείται το έγγραφο αμέσως ή εμμέσως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 220 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν η, με εξαπάτηση του δημόσιου υπαλλήλου, με οποιαδήποτε, δηλαδή, απατηλή ενέργεια του δράστη, εξαιτίας της οποίας παρασύρεται ο υπάλληλος από ευπιστία ή και αμέλειά του, σε βεβαίωση ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη θέληση να προκαλέσει ο δράστης την ψευδή βεβαίωση και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο σε δημόσιο έγγραφο περιστατικό είναι αναληθές και μπορεί να έχει έννομες συνέπειες για τον εαυτό του είτε για άλλον τρίτο. Ενώ δημόσιο έγγραφο, κατά το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην περιοχή του ποινικού δικαίου, γιατί το άρθρο 13γ' του ΠΚ δεν προσδιορίζει την έννοιά του, είναι εκείνο που έχει συνταχθεί από τον καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ), χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε στο αιτιολογικό της ότι από τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 1999 έως το 2000 οι κατηγορούμενοι υπηρετούσαν ο μεν πρώτος, Χ1, ως Αρχιφύλακας και Διοικητής του Αστυνομικού Σταθμού Νάουσας, ο δε δεύτερος, Χ2 ως Αστυφύλακας. Τον Οκτώβριο 1999 ο δεύτερος κατηγορούμενος, ζήτησε και έλαβε από τον πρώτο κατηγορούμενο δύο καρτέλες-αιτήσεις έκδοσης δελτίων αστυνομικής ταυτότητας ασυμπλήρωτες και στη συνέχεια παρέδωσε στον πρώτο κατηγορούμενο συμπληρωμένες με δακτυλικά αποτυπώματα των αλλοδαπών Β1 και Β2, με πλαστές υπογραφές μάρτυρα στην πίσω όψη των καρτελών, με χειρόγραφο απλό χαρτί, στο οποίο αναγραφόταν τα στοιχεία ταυτότητας των μαρτύρων, το ύψος και το χρώμα των οφθαλμών των αιτούντων και πλαστά πιστοποιητικά γέννησης με τα στοιχεία αυτών, στα ονόματα των οποίων θα εκδίδονταν οι αστυνομικές ταυτότητες. Στη συνέχεια, ο πρώτος κατηγορούμενος παρέδωσε δύο βεβαιώσεις κατάθεσης δικαιολογητικών στον δεύτερο κατηγορούμενο και διέταξε τον Γ1 Αστυφύλακα του Α.Σ. Νάουσας, να παραλάβει τα παραπάνω δικαιολογητικά, να βεβαιώσει την ακρίβεια των στοιχείων και να συμπληρώσει τα στοιχεία στις καρτέλες. Αποτέλεσμα των ως άνω ενεργειών ήταν να εκδοθούν σχετικά δελτία ταυτότητας στα ονόματα των πιο πάνω αιτούντων, οι οποίοι ουδέποτε εμφανίστηκαν ενώπιον του πρώτου κατηγορουμένου. Το Μάρτιο 2000, οι ως άνω κατηγορούμενοι ενήργησαν κατά τον ίδιο ως άνω προαναφερόμενο τρόπο για τους αλλοδαπούς Β3 , Β4 και Β5, με αποτέλεσμα να εκδοθούν επίσης τα σχετικά δελτία ταυτότητας, πλην όμως οι τρεις τελευταίοι δεν τα παρέλαβαν, όπως οι υπόλοιποι, καθόσον δεν είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία παράδοσης τους, όταν έγιναν αντιληπτές οι παράνομες ως άνω ενέργειες, ενώ όσον αφορά τους λοιπούς τα δελτία ταυτότητας τους είχαν παραδοθεί στον δεύτερο κατηγορούμενο. Τον Ιούνιο 2000 και ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε αποσπαστεί στην ...., ζήτησε τηλεφωνικά και παρέλαβε από τον πρώτο κατηγορούμενο καρτέλες-αιτήσεις για πέντε άτομα, την πλάκα λήψης αποτυπωμάτων και τον κύλινδρο επίστρωσης μελάνης. Ακολούθως, οι σχετικές καρτέλες επιστράφηκαν στον πρώτο κατηγορούμενο με πλαστά πιστοποιητικά γέννησης και πλαστές υπογραφές μαρτύρων, στην πίσω όψη των καρτελών και, ακολούθως, ο πρώτος κατηγορούμενος παρέδωσε στον δεύτερο πέντε προσωρινά δελτία ταυτότητας για τους αλλοδαπούς Β6, Β7, Β8, Β9 και Β10. Ο δεύτερος κατηγορούμενος έπεισε τον πρώτο κατηγορούμενο να προβεί στις πιο πάνω ενέργειες λέγοντάς του ότι δεν θα προέβαινε σε παρανομία, αλλά σε διευκόλυνση των αναφερόμενων πιο πάνω πολιτών και ότι είναι ενήμεροι και αστυνομικοί που υπηρετούν στο υπασπιστήριο του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ., αλλά και χορηγώντας στον ίδιο πιο πάνω συγκατηγορούμενό του (Χ1) αμοιβή πενήντα-εκατό χιλιάδων δραχμών για κάθε ταυτότητα. Τα παραπάνω προκύπτουν από το σύνολο των αποδεικτικών ως άνω στοιχείων και προεχόντως από τις καταθέσεις των μαρτύρων και την 5/2004 απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου Ανθυπαστυνόμων-Αρχιφυλάκων και Αστυφυλάκων. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ1, για την πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση, που κατηγορείται και ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ2, της ηθικής αυτουργίας στην ως άνω πράξη. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ2, στη ...... Πάρου στις 21-9-1999, 7-4-2000, 22-2-2000, 24-3-2000, 4-7-2000, 26-7-2000 και 27-6-2000, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατήρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με τη χρήση τους και στη συνέχεια έκανε χρήση αυτών. Ειδικότερα, στις 21-9-1999 συνέταξε δύο υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/86 σύμφωνα με τις οποίες ο Ζ1 και Ζ2 τον εξουσιοδοτούν να καταθέσει δικαιολογητικά αντ' αυτών προς έκδοση διαβατηρίου και παραλαβή αυτών, και στη συνέχεια θεώρησε το γνήσιο της υπογραφής των εξουσιοδοτούντων, όχι ως Χ2, αλλά ως Δ1 Αστυνομικός, θέτοντας και την προσωπική σφραγίδα αυτού. Επίσης, στις 7-4-2000 συνέταξε τρεις υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/86, σύμφωνα με τις οποίες οι Β3, Β4 και Β5, τον εξουσιοδοτούν να καταθέσει δικαιολογητικά αντ' αυτών προς έκδοση διαβατηρίου και παραλαβή αυτών, και στη συνέχεια θεώρησε το γνήσιο της υπογραφής των εξουσιοδοτούντων, όχι ως Χ2, αλλά ως Δ2, Ανθυπαστυνόμος, θέτοντας και την προσωπική σφραγίδα αυτού. Στη συνέχεια, χρησιμοποίησε τις εξουσιοδοτήσεις στις αρμόδιες υπηρεσίες προς κατάθεση δικαιολογητικών και παραλαβή διαβατηρίων, εφόσον έφεραν θεώρηση γνησίου της υπογραφής των εξουσιοδοτούντων, παραπλανώντας τους υπαλλήλους ως προς τη νόμιμη παρουσία των αιτούντων στο Α.Τ. προς θεώρηση του γνησίου της υπογραφής τους. Εξάλλου, κατήρτισε τα με αριθ. πρωτ. ...., ...., ....., ....., ..., ....., ..... και .... πιστοποιητικά που αναφέρονται ότι έχουν εκδοθεί από το Γραφείο Δημοτολογίου Δήμου Πάρου για τους Β3, Β4, Β5, Β6, Β7, Β8, Β10 και Β9, για άτομα που δεν είναι εγγεγραμμένα στο Δημοτολόγιο, με ανύπαρκτους αριθμούς πρωτοκόλλου και με υπογραφή διάφορη της αρμόδιας υπαλλήλου. Των πλαστών αυτών πιστοποιητικών έκανε χρήση κατά την υποβολή των δικαιολογητικών προς έκδοση δελτίου ταυτότητας των ως άνω αλλοδαπών. Κατόπιν αυτών, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ2 της πράξης της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση. Επιπλέον, ο ίδιος ως άνω δεύτερος κατηγορούμενος, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, με την τέλεση των αμέσως πιο πάνω πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, πέτυχε με εξαπάτηση την έκδοση διαβατηρίων για τους Ζ1 (αριθ. ..... διαβατήριο), Ζ2 (αριθ. .... διαβατήριο), Β3 (αριθ.... διαβατήριο), Β4 (... διαβατήριο), Β5 (... διαβατήριο), Β6 (... διαβατήριο), Β7 (αριθ. ...ήριο), οι οποίοι δεν το δικαιούνταν. Ειδικότερα, στις αρχές Απριλίου 2000 ανέθεσε στον Κ1, ιδιοκτήτη γραφείων εκπαίδευσης οδηγών αυτοκινήτων και κατέθεσε στο Επαρχείο Νάξου όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά και τις σχετικές πλαστές ως άνω εξουσιοδοτήσεις για έκδοση διαβατηρίων για τους αλλοδαπούς Β3, Β4 και Β5, παρέλαβε δε τα ως άνω διαβατήρια από τον παραπάνω Κ1. Όσον αφορά δε τους αλλοδαπούς Ζ1 και Ζ2, μετέβη ο ίδιος ο δεύτερος κατηγορούμενος στο Επαρχείο Νάξου περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 1999 και κατέθεσε τα σχετικά δικαιολογητικά και ως άνω εξουσιοδοτήσεις, πετυχαίνοντας την παραλαβή των ως άνω διαβατηρίων των εν λόγω αλλοδαπών, τα οποία δεν δικαιούνταν. Ενώ, καθόσον αφορά τους αλλοδαπούς Β6 καιΒ7 ανέθεσε, περί τα τέλη Ιουνίου 2000, στον Ν1 και κατέθεσε στο Επαρχείο Νάξου τα σχετικά δικαιολογητικά και τις εξουσιοδοτήσεις για έκδοση διαβατηρίων, πετυχαίνοντας την παραλαβή των ως άνω διαβατηρίων των εν λόγω αλλοδαπών, τα οποία δεν δικαιούνταν. Για την εν λόγω "εξυπηρέτηση", ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε χορηγήσει στον Ν1 το ποσό των 1.400 δολαρίων ΗΠΑ. Κατόπιν αυτών, τα οποία αποδείχθηκαν από τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο δεύτερος κατηγορούμενος, Χ2, της πράξης της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση.". Στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελεί ενιαίο σύνολο με το αιτιολογικό διαλαμβάνεται "
Κηρύσσει τον πρώτο κατηγορούμενο, Χ1, ένοχο του ότι στη ..... Πάρου κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο του έτους 1999 ως του 2000, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ως υπάλληλος που στα καθήκοντα του αναγόταν η σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, από πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς σε τέτοια έγγραφα περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα ως Αρχιφύλακας υπηρετών στον Αστυνομικό Σταθμό Νάουσας Πάρου ως Διοικητής αυτού και υπεύθυνος για την παραλαβή δικαιολογητικών για την έκδοση δελτίων ταυτότητας, από πρόθεση βεβαίωσε ψευδώς ότι οι: 1) Β3, 2) Β4, 3) Β5, 4) Β6, 5) Β7, 6) Β8, 7) Β9, , 8) Β10, 9) Β1 και 10) Β2, έχουν καταθέσει τα νόμιμα δικαιολογητικά προς έκδοση αστυνομικής ταυτότητας, ότι δηλαδή προσήλθαν και προσκόμισαν α) πιστοποιητικό γέννησης, β) δύο φωτογραφίες, γ) ληξιαρχική πράξη γάμου αν επρόκειτο για έγγαμο, δ) έναν μάρτυρα για να πιστοποιήσει το πρόσωπο του και ε) λήψη δακτυλικού αποτυπώματος του δεξιού δείκτη στο δελτίο ταυτότητας και στις τρεις καρτέλες στις οποίες υπογράφει ο ενδιαφερόμενος και ο μάρτυρας, με αποτέλεσμα να εκδοθούν για τους ως άνω προσωρινά δελτία και στη συνέχεια αστυνομικές ταυτότητες, που τους ήταν απαραίτητες για την έκδοση διαβατηρίου, ενώ στην πραγματικότητα τα ως άνω άτομα δεν είχαν παρουσιαστεί ποτέ στον Αστυνομικό Σταθμό, ούτε ήταν κάτοικοι ...... Πάρου, ώστε να πιστοποιηθεί το πρόσωπο τους και παρά αυτό το γεγονός, οι: 1) Β3 εφοδιάστηκε με το υπ' αριθ. ..... Δ.Α.Τ. 2) Β4, εφοδιάστηκε με το υπ' αριθ. ... Δ.Α.Τ. 3) Β5, εφοδιάστηκε με το υπ' αριθ. .... Δ.Α.Τ. 4) Β6, εφοδιάστηκε με το υπ' αριθ...... Δ.Α.Τ. 5) Β7, εφοδιάστηκε με το υπ' αριθ. .... Δ.Α.Τ. 6) Β8, εφοδιάστηκε με το υπ' αριθ. ... Δ.Α.Τ. 7) Β9, εφοδιάστηκε με το υπ' αριθ. ...Δ.Α.Τ. 8) Β10, εφοδιάστηκε με το υπ' αριθ. .... Δ.Α.Τ. 9) Β1, εφοδιάστηκε με το υπ' αριθ. .... Δ.Α.Τ. και 10) Β2, εφοδιάστηκε με το υπ' αριθ. ...... Δ.Α.Τ. και στη συνέχεια, οι 1ος, 2ος, 3η, 4ος και 5η, πέτυχαν να τους χορηγηθεί διαβατήριο.
Κηρύσσει τον δεύτερο κατηγορούμενο, Χ2, ένοχο του ότι: Α) Στη .... Πάρου κατά το χρονικό διαστήματα από Σεπτέμβριο του έτους 1999 ως του 2000, προκάλεσε σε άλλον την απόφαση, να διαπράξει άδικη πράξη που εκτέλεσε και ειδικότερα από πρόθεση προκάλεσε στον Χ1 την απόφαση να διαπράξει την αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση. Ειδικότερα, με ιδιαίτερη πειθώ ως προς το γεγονός ότι δεν τίθεται θέμα παρανομιών, αλλά διευκόλυνσης, ότι είναι ενήμεροι και οι αστυνομικοί που υπηρετούν στο υπασπιστήριο του Αρχηγού, και με τη χορήγηση αμοιβής περίπου εκατό χιλιάδων για κάθε ταυτότητα, τον έπεισε να του δίνει καρτέλες τις οποίες επέστρεφε συμπληρωμένες για να βγάλει άμεσα ταυτότητα σε άτομα που δεν δικαιούνταν, εφόσον δεν ήταν κάτοικοι .... Πάρου, διαβεβαιώνοντας τον ταυτόχρονα ότι στα προσκομιζόμενα πιστοποιητικά θα φαίνονταν κάτοικοι .... Πάρου. Στην πράξη του αυτή προέβη από πρόθεση, ώστε μετά να προχωρήσει στην κατάθεση των δικαιολογητικών προς έκδοση διαβατηρίων για τα αναφερόμενα στην παραπάνω πράξη πρόσωπα. Β) Στη ..... Πάρου την 21-9-99, 7-4-2000, 22-2-2000, 24-3-2000, 4-7-2000, 26-7-2000, 27-6-2000, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν επακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατήρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με τη χρήση τους και στη συνέχεια έκανε χρήση αυτών. Ειδικότερα την 21-9-1999 συνέταξε δύο υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/86 σύμφωνα με τις οποίες ο Ζ1 και Ζ2 τον εξουσιοδοτούν να καταθέσει δικαιολογητικά αντ' αυτών, προς έκδοση διαβατηρίων και παραλαβή αυτών, και στη συνέχεια θεώρησε το γνήσιο της υπογραφής των εξουσιοδοτούντων, όχι ως Χ2, αλλά ως Δ1, Αστυνομικός, θέτοντας και την προσωπική σφραγίδα αυτού. Ομοίως, την 7-4-2000 συνέταξε τρεις υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/86 σύμφωνα με τις οποίες ο Β3, Β4 και Β5, τον εξουσιοδοτούν να καταθέσει δικαιολογητικά αντ' αυτών προς έκδοση διαβατηρίων και παραλαβή αυτών, και στη συνέχεια θεώρησε το γνήσιο της υπογραφής των εξουσιοδοτούντων, όχι ως Χ2, αλλά ως Δ2 , Ανθυπαστυνόμος, θέτοντας και την προσωπική σφραγίδα αυτού. Στη συνέχεια χρησιμοποίησε τις εξουσιοδοτήσεις στις αρμόδιες υπηρεσίες προς κατάθεση δικαιολογητικών και παραλαβή διαβατηρίων, εφόσον έφεραν θεώρηση γνησίου της υπογραφής των εξουσιοδοτούντων, παραπλανώντας τους υπαλλήλους ως προς την νόμιμη παρουσία των αιτούντων στο Α.Τ. προς θεώρηση του γνησίου της υπογραφής τους. Ομοίως, κατάρτισε τα με αριθ. πρωτ. ...., ....., ....., ....., ....., ...., ...... και ..... πιστοποιητικά που φέρονται ότι έχουν εκδοθεί από το Γραφείο Δημοτολογίου Δήμου Πάρου για τους Β3, Β4, Β5, Β6, Β7, Β8, Β10 και Β9, για άτομα που δεν είναι εγγεγραμμένα στο Δημοτολόγιο, με ανύπαρκτους αριθμούς πρωτοκόλλου και με υπογραφή διάφορη της αρμοδίας υπαλλήλου. Των πλαστών αυτών πιστοποιητικών έκανε χρήση κατά την υποβολή των δικαιολογητικών προς έκδοση δελτίου ταυτότητας των ως άνω. Γ) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα με την τέλεση των υπό στοιχείο Α και Β πράξεων πέτυχε με εξαπάτηση την έκδοση διαβατηρίων για τους: 1) Ζ1(υπ' αριθ. .... διαβατήριο), 2)Ζ2 (υπ' αριθ. .... διαβατήριο), 3) Β3 (υπ' αριθ. ... διαβατήριο), 4) Β4 (υπ' αριθ. .... διαβατήριο), 5) Β5 (υπ' αριθ. .... διαβατήριο), 6) Β6 (υπ' αριθ. ... διαβατήριο), 7) Β7 (υπ' αριθ. ... διαβατήριο), οι οποίοι δεν το δικαιούνταν. Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους και δη τον μεν πρώτο (Χ1) ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση επιβάλλοντας ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών ανασταλείσα επί τριετία, στο δε δεύτερο (Χ2) ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, επιβάλλοντας ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών, δέκα οκτώ (18) μηνών και δώδεκα (12) μηνών, αντιστοίχως, και συνολικά ποινή φυλακίσεως τριάντα τριών (33) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Με αυτές τις αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο δεύτερος από τους αναιρεσείοντες Χ2 τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε για τη συνδρομή τους και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1 εδ. α' και 220 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζονται σαφώς τα καταρτισθέντα πλαστά έγγραφα. Περαιτέρω ως προς το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως των προδιαληφθέντων εγκλημάτων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, ο οποίος περιλαμβάνει και τον ενδεχόμενο δόλο, δεν ήταν αναγκαία ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού αυτός εν υπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των εν λόγω εγκλημάτων και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς των, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογούνται αφενός μεν ο σκοπός του εν λόγω αναιρεσείοντος να παραπλανήσει με τη χρήση των μνημονευομένων εγγράφων τους αρμόδιους υπαλλήλους των αναφερομένων υπηρεσιών ως προς τα προαναφερόμενα γεγονότα και αφετέρου προσδιορίζονται οι έννομες συνέπειες τόσο της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, όσο και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της ένδικης αίτησης του αναιρεσείοντος Χ2 σε σχέση με τις ανωτέρω πράξεις, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, κατά το μέρος δε που με αυτούς με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και νομίμου βάσεως πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 στοιχ. δ', 329, 331, 364 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι τότε μόνο επέρχεται η συνιστώσα λόγο αναιρέσεως απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του μη δημοσίως αναγνωσθέντα έγγραφα, πλην όμως τέτοια ακυρότητα δεν συνεπάγεται η μη ανάγνωση στο ακροατήριο εγγράφων και η λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο για την αναγκαία κρίση του, τα οποία συνιστούν στοιχεία του κατηγορητηρίου και συνεπώς αναπόσπαστο μέρος της εις βάρος του κατηγορουμένου ποινικής διώξεως για κάποιο έγκλημα, αφού αυτός προς αντίκρουση των εγγράφων τούτων μπορεί κατ' άρθρο 358 του ΚΠολΔ να εκθέσει τις απόψεις του και να δώσει τις περί αυτών αναγκαίες εξηγήσεις. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Χ2 περί ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία επήλθε από το ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως του επί της ενοχής του εν λόγω κατηγορουμένου για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, έλαβε υπόψη του α) τα Δελτία Αστυνομικής ταυτότητας με αριθμούς ...., ....., ......, ....... ....., ....., ...., ..... και ......, β) δύο υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/86 του Ζ1 και Ζ2, τρεις υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/86 των Β3, Β4, Β5, τα υπ' αρ. ...., ...., ...., ..., ....., ....., .... και ..... πιστοποιητικά του Δήμου Πάρου και γ) τα υπ' αρ. ...., ...., ...., ...., ...., .... και ...., αν και τα ανωτέρω έγγραφα δεν αναγνώστηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος γιατί τα ως άνω έγγραφα αποτελούν το υλικό αντικείμενο (σώμα του εγκλήματος) των προαναφερθέντων εγκλημάτων (πλαστογραφίας μετά χρήσεως και υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης) για τα οποία καταδικάστηκε ο εν λόγω αναιρεσείων, από δε τη μη ανάγνωση αυτών στο ακροατήριο δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, αφού ο άνω αναιρεσείων κατηγορούμενος μπορούσε να εκθέσει σχετικά με τα έγγραφα αυτά τις αναγκαίες δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις του.
Εξάλλου, σε σχέση με το έγκλημα της ψευδούς βεβαίωσης και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτό που καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, Χ1 και Χ2, αντιστοίχως, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι η απαιτούμενη, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι δεν προσδιορίζονται ούτε στο σκεπτικό της, ούτε στο διατακτικό της ποία είναι τα δημόσια έγγραφα στα οποία ο πρώτος τούτων (Χ1) βεβαίωσε ψευδή περιστατικά, ώστε να υφίστανται όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων, που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 242 παρ. 1 και 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, ως προς τα εγκλήματα της ψευδούς βεβαίωσης και της ηθικής αυτουργίας σ'αυτήν είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Μετά από αυτά, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί κατά το μέρος της που αφορά στην καταδίκη των αναιρεσειόντων Χ1 για ψευδή βεβαίωση και Χ2 για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση καθώς και στην επιβληθείσα στον τελευταίο συνολική ποινή εφόσον συντρέξει προς τούτο νόμιμη περίπτωση και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως του Χ2 πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 88/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου, μόνον κατά το μέρος της που καταδίκασε τους αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2 για ψευδή βεβαίωση τον πρώτο και για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση τον δεύτερο ως και κατά την επιβληθείσα στον δεύτερο αναιρεσείοντα συνολική ποινή, εφόσον συντρέξει νόμιμη προς τούτο περίπτωση.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 29 Μαΐου 2007 αίτηση του Χ2, για αναίρεση της 88/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Στοιχεία ψευδούς βεβαίωσης. Στοιχεία ηθικής αυτουργίας. Δεν υφίσταται ηθική αυτουργία όταν δεν τελέστηκε η άδικη πράξη από τον φυσικό αυτουργό. Στοιχεία πλαστογραφίας. Στοιχεία υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο του δικάσαντος δικαστηρίου, διότι ελήφθησαν υπόψη έγγραφα που δεν αναγνώστηκαν αφού τα έγγραφα αυτά αποτελούσαν τη βάση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και μπορούσε αυτός να εκθέσει προς αντίκρουσή των τις απόψεις του και να προβεί στις περί αυτών αναγκαίες δηλώσεις και παρατηρήσεις του. Αιτιολογημένη η καταδίκη του αναιρεσείοντος ως προς τις πράξεις της πλαστογραφίας και υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης. Αναιρείται εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης και της ηθικής αυτουργίας σ’ αυτή. Παραπέμπει. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Πλαστογραφία, Αναίρεση μερική, Ηθική αυτουργία, Ψευδής βεβαίωση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1619/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 105/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Νικόλαο Ζαϊρη (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 105/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιουνίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καλλίγερο, περί αναιρέσεως της 927-928/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ευθύμιος Τσάκας.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 897/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 235 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το Ν 2802/2000, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ο υπάλληλος, ο οποίος, κατά παράβαση των καθηκόντων του, ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσεως ή δέχεται υπόσχεση τούτων, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψη που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σ' αυτά. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του προβλεπομένου απ' αυτήν εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας) απαιτείται, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263 α ΠΚ, απαίτηση ή αποδοχή, από τον ίδιο τον υπάλληλο ή μέσω άλλου, ωφελημάτων που δεν δικαιούται, ή αποδοχή υποσχέσεως περί παροχής τέτοιων ωφελημάτων, για μελλοντική ενέργεια ή παράλειψή του, η οποία ανάγεται ή αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του, την υπηρεσιακή του σχέση ή της φύση της υπηρεσίας του. Είναι δε αδιάφορο αν η ενέργεια ή η παράλειψη του υπαλλήλου πραγματοποιήθηκε ή όχι, ή αν αυτός σκόπευε πράγματι να την πραγματώσει (Ολ. ΑΠ 6/1998). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ, η οποία ορίζει ότι υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη, προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παραβιάσεως καθήκοντος, δράστης των οποίων είναι μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια των ως άνω άρθρων 13 στοιχ. α' και 263 α του ίδιου κώδικα, απαιτούνται: 1) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται από το νόμο ή τη διοικητική πράξη ή τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη θέληση της παραβιάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας του και γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο το δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλο. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικώς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως όταν δεν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστά υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 927/2007 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, κήρυξε ένοχη την ήδη αναιρεσείουσα παραβάσεως καθήκοντος, αφενός, κατ' εξακολούθηση (από κοινού με τον συγκατηγορούμενό της Χ2 και κατά μόνας) και παθητικής δωροδοκίας, αφετέρου, κατ' εξακολούθηση και την επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο ετών και έξι μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεώς του αυτής, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η κατηγορουμένη Χ1 (αναιρεσείουσα) υπηρετούσε κατά το διάστημα των ετών .. και ... στη ΔΟΥ Σκάλας ως Προϊσταμένη αυτής. Κατά το ίδιο διάστημα ως υπάλληλος της ίδιας Υπηρεσίας υπηρετούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ2. Το καλοκαίρι του έτους 1999 η ΔΟΥ Σκάλας άρχισε να ενεργεί φορολογικούς ελέγχους εφαρμόζοντας την ΠΟΛ 1144/1998 ΑΥΟ, στους οποίους ελάμβαναν μέρος πρωταρχικά (και ενδεχομένως και μόνον) οι δύο κατηγορούμενοι, ο δεύτερος ως ελεγκτής της εν λόγω Υπηρεσίας, και η δεύτερη ως προϊσταμένη αυτής που είχε την αρμοδιότητα της διοικητικής επίλυσης των φορολογικών διαφορών ήτοι τον κυρίαρχο ρόλο στην τηρούμενη και κοινώς λεγόμενη διαδικασία του συμβιβασμού με τον φορολογούμενο. Ούτως, την 16-8-1999 η πρώτη κατηγορούμενη εξέδωσε προς το δεύτερο κατηγορούμενο εντολή ελέγχου με την οποία του ανέθεσε το φορολογικό έλεγχο 21 επιτηδευματιών αρμοδιότητας της ΔΟΥ Σκάλας για την ελεγχόμενη περίοδο 1993-1998, μεταξύ των οποίων και η επιχείρηση (κρεοπωλείο) του εγκαλούντα και ήδη πολιτικώς ενάγοντα Ψ1. Στο πλαίσιο του εν λόγω ελέγχου ο δεύτερος κατηγορούμενος επέδωσε την 27-9-1999 στην ανωτέρω επιχείρηση την από 17-8-1999 πρόσκληση του προκειμένου να του προσκομίσει ο εγκαλών για έλεγχο τα τηρούμενα βιβλία. Την 30-9-1999 ο λογιστής της επιχείρησης Γ1 μαζί με τον Ψ, υιό του εγκαλούντα, προσήλθαν στη ΔΟΥ και κατόπιν τηλεφωνικής εντολής της πρώτης κατηγορούμενης προς το δεύτερο κατηγορούμενο, της παρέδωσαν (στα χέρια της ίδιας της πρώτης κατηγορούμενης) τα βιβλία προκειμένου να διενεργήσει η ίδια σχετικό έλεγχο. Την ίδια περίοδο, δηλαδή Σεπτέμβριο του έτους 1999, κατόπιν αιτήματος της, συναντήθηκε σε καφενείο της Σπάρτης με το λογιστή του εγκαλούντα, ο οποίος σημειωτέον ήταν και λογιστής άλλων επιχειρήσεων, και του πρότεινε να της πάει τους πελάτες του (6) το γραφείο της, προκειμένου να κλείσει με όφελος (χρηματικό κέρδος) τόσο των επιτηδευματιών - ως προς τα ποσά των οφειλόμενων φόρων 5ετίας 1993-1998 τα οποία προφανώς θα φρόντιζε να μην εισπράττονται - όσο και της ίδιας. Περί τα τέλη (Δεκέμβριο) του 1999 και πριν καν αρχίσει ο έλεγχος των βιβλίων απαίτησε μέσω του ανωτέρω λογιστή (Γ1) να της καταβάλει ο εγκαλών και 3.500.000 δρχ. για την ίδια προκειμένου να μην προχωρήσει στην κατά νόμο επιβολή των προστίμων όπως όφειλε από την υπηρεσία σε βάρος του εγκαλούντα. Για την πράξη της δε αυτή της απόπειρας εκβίασης (φερόμενη ότι την τέλεσε κατά συναυτουργία με τον ήδη δεύτερο κατηγορούμενο και κατ' εξακολούθηση ήτοι και σε βάρος τρίτου προσώπου και συγκεκριμένα του ....... που επίσης διατηρούσε στην περιοχή κρεοπωλείο) η κατηγορούμενη καταδικάσθηκε. Ο τελευταίος αρνήθηκε να υποκύψει στον κατά τα ανωτέρω εκβιασμό και να καταβάλει μη οφειλόμενα χρήματα, οπότε η κατηγορούμενη σε συνεργασία με το συγκατηγορούμενό της, προέβη σε έλεγχο της υπόθεσης με βάση τις διατάξεις της ΠΟΛ 1144/98 ΑΥΟ. Στις αρχές Ιουλίου του έτους 2000 (και πριν από το στάδιο του συμβιβασμού των φορολογικών υποθέσεων του εγκαλούντα) ενημέρωσε ψευδώς τον τελευταίο, ότι από τον έλεγχο που διενήργησαν προέκυπταν φόροι 56.000.000 δρχ. ή 58.000.000 δρχ. ενώ το αληθές ήταν ότι με βάση τα με ημερομηνία ..... ειδικά σημειώματα ελέγχου όλων των φορολογιών, με τα οποία προσδιορίζονταν τα ακαθάριστα έσοδα και τα καθαρά κέρδη της επιχείρησης και κατ' επέκταση και οι οφειλόμενοι φόροι, που είχαν υπογράψει και οι δύο κατηγορούμενοι προέκυπταν φόροι 30.536.975 δρχ. Στη συνέχεια δε (κατά την ίδια χρονική περίοδο ήτοι αρχές Ιουλίου 2000) απαίτησε μέσω τρίτων και ειδικότερα μέσω των Γ1 (λογιστή της επιχείρησης του), Ψα (σύζυγό του) και άλλων, να λάβει από τον εγκαλούντα το ποσό των 3.500.000 δρχ. προκειμένου να μειώσει προς όφελος του το ποσό των καταλογισθέντων φόρων κατά το δοκούν σε 35.000.000 δρχ. ή σε 25.000.000 δρχ. ή σε 18.000.000 δρχ., τα οποία ο εγκαλών πάλι δεν κατέβαλε. Στις 7-7-2000 οι κατηγορούμενοι κοινοποίησαν στον ελεγχόμενο - εγκαλούντα τα ανωτέρω δύο σημειώματα ελέγχου και ο κατηγορούμενος (προδήλως εννοείται ο ελεγχόμενος) αυθημερόν, υπέβαλε αίτηση διοικητικού συμβιβασμού. Στις 14 Ιουλίου 2000, οπότε θα ελάμβανε χώρα η συζήτηση περί φορολογικού συμβιβασμού των υποθέσεων του εγκαλούντα, η σύζυγος του τελευταίου, Ψα, επισκέφθηκε την πρώτη κατηγορούμενη στο γραφείο της στη ΔΟΥ Σκάλας και της πρότεινε να δεχθεί να συμβιβάσει την υπόθεση του συζύγου της προς όφελος του, χωρίς να προβεί στις υπό του νόμου οφειλόμενες ενέργειες έναντι ποσού 2.500.000 δρχ. το οποίο θα της κατέβαλε. Εξάλλου, οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι συνέταξαν και υπέγραψαν τα από ...... ειδικά σημειώματα ελέγχου όλων των φορολογιών, με τα οποία προσδιορίζονταν τα ακαθάριστα έσοδα και τα καθαρά κέρδη της επιχείρησης του εγκαλούντα και κατ' επέκταση οι οφειλόμενοι φόροι, δεν εφάρμοσαν σωστά τις διατάξεις της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας, με αποτέλεσμα να επιβάλλουν ανύπαρκτες παραβάσεις ΚΒΣ και σε διαφορετική περίπτωση να μην επιβάλλουν παραβάσεις ΚΒΣ, οι οποίες έπρεπε να επιβληθούν, με συνέπεια να καταλογίσουν στον εγκαλούντα ποσό φόρων 30.536.975 δρχ. ενώ έπρεπε να καταλογίσουν σε αυτόν ποσό φόρων 40.801.612 δρχ. βλάπτοντας ούτως το Δημόσιο κατά το ποσό των, μετά τον ακριβέστερο υπολογισμό, 8.611.005 δρχή 25.270,74 ευρώ, σύμφωνα και με διορθωτική δήλωση της νομικής εκπροσώπου του Δημοσίου, όπως προέκυψε από το νομοτύπως διενεργηθέντα επανέλεγχο όλων των βιβλίων και στοιχείων του εγκαλούντα από τους εφοριακούς Ζ1 και Ζ2 υπό τον έλεγχο και του Ζ3 οικονομικού επιθεωρητή της Οικονομικής Επιθεώρησης Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, για τις χρήσεις των ετών 1994-1999, (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. ...... πόρισμα ανωτέρω επιθεωρητή). Περαιτέρω, καθόσον δεν ευοδώθηκε ο συμβιβασμός των φορολογικών υποθέσεων του διοικούμενου εγκαλούντα και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. Β' της ΠΟΛ 1144/98 η πρώτη κατηγορούμενη εξέδωσε εντολή τακτικού ελέγχου αυτού. Ο εν λόγω τακτικός έλεγχος διεξήχθη σύμφωνα με τις διατάξεις του αρ. 66 Ν. 2238/1994 βασιζόμενος στα βιβλία και στοιχεία που είχαν ήδη προσκομισθεί από τον ελεγχόμενο για τον έλεγχο της ΠΟΛ 1144/98 χωρίς να κοινοποιηθεί, πριν την έναρξη αυτού, πρόσκληση στον ελεγχόμενο να προσκομίσει βιβλία και στοιχεία που αρχικά δεν είχε επιδείξει. Προς τούτο συντάχθηκε από τους κατηγορουμένους η από .... έκθεση ελέγχου ΚΒΣ, η οποία υπογράφηκε από το δεύτερο κατηγορούμενο και θεωρήθηκε από την πρώτη στις 26-2-2001 και εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. ... και ... αποφάσεις επιβολής προστίμων ΚΒΣ, οι οποίες θυροκολλήθηκαν στις 2-4-2001 στην οικία του ελεγχόμενου - εγκαλούντα από τον επιμελητή της ΔΟΥ .... παρουσία του δεύτερου κατηγορουμένου. Και στην περίπτωση αυτή, οι κατηγορούμενοι με πρόθεση κατά τον έλεγχο των φορολογικών παραβάσεων της επιχείρησης του εγκαλούντα δεν εφάρμοσαν σωστά τις διατάξεις της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας, με αποτέλεσμα σε ορισμένες περιπτώσεις να επιβάλλουν ανύπαρκτες παραβάσεις ΚΒΣ και σε άλλες παραβάσεις που δεν έπρεπε να επιβληθούν με συνέπεια να καταλογίσουν στον εγκαλούντα, και με σκοπό να βλάψουν αυτόν, φόρους συνολικού ύψους 184.606.873 δρχ. ήτοι 541.766,32 ευρώ, ενώ έπρεπε να καταλογίσουν σε αυτόν φόρους συνολικού ύψους 175.747.018 δρχ. ήτοι 515.765,28 ευρώ, δηλαδή καταλόγισαν ποσό φόρων 8.859.855 δρχ. ήτοι 26.001,04 ευρώ επιπλέον. Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι καταλόγισαν ποσά φόρων για ελεγχόμενη περίοδο οικονομικών ετών 1994 έως 1999 διαχειρίσεων ετών 1993 έως 1998, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2238/1994 ως εξής: α) ΚΒΣ: 86.130.700 δρχ. (συνολικά για έτη 1993 έως και 1998), β) ΕΙΣΟΔΗΜΑ: 29.827.871 δρχ. (συνολικά για έτη 1994 έως και 1999), γ) ΦΠΑ: 67.765.855 (συνολικά για έτη1993 έως και 1998) και δ) ΕΛΓΑ: 882.447 δρχ. (συνολικά για έτη 1993 έως και 1998), ενώ όπως προέκυψε από το νομοτύπως διενεργηθέντα επανέλεγχο όλων των βιβλίων και στοιχείων του εγκαλούντα από τους εφοριακούς Ζ1 και Ζ2 υπό τον έλεγχο και του Ζ3, οικονομικού επιθεωρητή της Οικονομικής Επιθεώρησης Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, τα ποσά που έπρεπε να καταλογισθούν κατά τις διατάξεις του Ν. 2238/1994 ανέρχονται συνολικά και για τις ίδιες ως άνω χρονικές περιόδους σε α) ΚΒΣ: 63.874.170 δρχ., β) ΕΙΣΟΔΗΜΑ: 35.205.577 δρχ., γ) ΦΠΑ: 73.643.840 δρχ. και δ) ΕΛΓΑ: 3.023.431 δρχ. (βλ. μεταξύ άλλων ιδίως ενημερωτικό σημείωμα τακτικού ελέγχου ανωτέρω δύο εφοριακών υπαλλήλων επιχείρησης του εγκαλούντα, που προσκομίσθηκε και αναγνώσθηκε κατά πρόταση του πολιτικώς ενάγοντα Δημοσίου σε συνδ. με κατάθεση μάρτυρα Ζ3 σε ταυτάριθμα πρακτικά και με υπ' αριθμ. πρωτ. .... πόρισμα ανωτέρω επιθεωρητή). Ο εγκαλών υπέβαλε εμπρόθεσμα την 31-5-2001 προσφυγές με αίτημα συμβιβασμού και ορίσθηκε από την πρώτη κατηγορούμενη η 11 Ιουνίου 2001 ως ημερομηνία συζήτησης αυτού. Την ορισθείσα ως άνω ημερομηνία προσήλθαν στη ΔΟΥ οι υιοί του εγκαλούντα μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Οικονομόπουλο και άρχισε η συζήτηση, η οποία διακόπηκε λόγω πέρατος ωραρίου εργασίας και συμφωνήθηκε να ορισθεί νέα συνάντηση, το χρόνο της οποίας θα καθόριζε η πρώτη κατηγορούμενη και θα ανακοίνωνε τηλεφωνικά στον πληρεξούσιο δικηγόρο του εγκαλούντα. Πλην όμως η τελευταία, επικοινώνησε με τον εν λόγω δικηγόρο και του ανακοίνωσε να μην προσέλθει στη ΔΟΥ διότι είχε παρέλθει οριστικά η προθεσμία του συμβιβασμού. Στις εκδηλωθείσες δε αντιρρήσεις του τελευταίου, η κατηγορούμενη επικαλέσθηκε σχετική εντολή της Προϊστάμενης της Οικονομικής Επιθεώρησης Πελοποννήσου Ζ4, γεγονός το οποίο η ίδια αρνείται (βλ. σχετ. ένορκη κατάθεση της σε ταυτάριθμα πρακτικά). Ούτως η τελευταία ενήργησε κατά παράβαση των οριζομένων στις διατάξεις του άρθρου 70 του Ν. 2238/1994 και της ΠΟΑ 1206/1990 ΑΥΟ, που αναφέρεται στον τρόπο λειτουργίας των οικείων επιτροπών και αναβάλλοντας επί σκοπώ ματαιώσεως τη διοικητική επίλυση των φορολογικών υποθέσεων του εγκαλούντα, παρέπεμψε την υπόθεση στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Τρίπολης, όπου εισέτι εκκρεμεί, αρνούμενη να ολοκληρώσει τη διαδικασία του συμβιβασμού προς βλάβη των συμφερόντων του διοικούμενου - εγκαλούντα. Τέλος, η πρώτη κατηγορούμενη αρχές του έτους 2002 αρνήθηκε να χορηγήσει φορολογική ενημερότητα στον εγκαλούντα για πώληση κινητού, παρότι δεν είχε δικαίωμα να αρνηθεί αυτή (παρά μόνον σε περίπτωση μεταβίβασης ακινήτου) με σκοπό να βλάψει τον τελευταίο. Υπό το φως των ανωτέρω πλήρως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, που ενισχύονται και από το υπ' αριθμ. .... πόρισμα του επιθεωρητή Ζ3, οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις κατά το κατηγορητήριο αποδιδόμενες σε αυτούς κατηγορίες, για τις οποίες πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι κατά τα στο διατακτικό διαλαμβανόμενα".- Κατά το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως η αναιρεσείουσα και ο συγκατηγορούμενός της κηρύχθηκαν ένοχοι διότι "Στη ..... Λακωνίας... με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος υπάλληλοι τυγχάνοντες, με πρόθεση παρέβησαν τα καθήκοντα της υπηρεσίας τους με σκοπό να προσπορίσουν σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος και να βλάψουν το κράτος. Συγκεκριμένα: α) Στις 16 Ιουνίου 2000 υπό την ιδιότητα τους η πρώτη κατηγορουμένη της Προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ. Σκάλας και ο δεύτερος κατηγορούμενος του υπαλλήλου της Δ.Ο.Υ. Σκάλας, από κοινού ενεργώντας, συνέταξαν και συνυπέγραψαν τα με ημερομηνία ..... Ειδικά σημειώματα ελέγχου όλων των φορολογιών, με τα οποία προσδιορίζονταν τα ακαθάριστα έσοδα και τα καθαρά κέρδη της επιχείρησης (κρεοπωλείο) του Ψ1 και κατ' επέκταση οι οφειλόμενοι φόροι, τα οποία κοινοποίησαν στον ελεγχόμενο Ψ1 στις 7-7-2000 και στα οποία με πρόθεση δεν εφάρμοσαν σωστά τις διατάξεις της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας, με αποτέλεσμα να επιβάλλουν ανύπαρκτες παραβάσεις Κ.Β.Σ. και σε διαφορετική περίπτωση να μην επιβάλλουν παραβάσεις Κ.Β.Σ. οι οποίες έπρεπε να επιβληθούν, με συνέπεια να καταλογίσουν στον ελεγχόμενο Ψ1 ποσό φόρων 30.536.975 δραχμών (89.616,95 ευρώ) ενώ έπρεπε να καταλογίσουν σ' αυτόν ποσό φόρων 40.801.612 δραχμών (119.740,61 ευρώ) βλάπτοντας το Δημόσιο κατά το ποσό των 8.611.005 δραχμών (25.270,74 ευρώ) που συνιστά τη διαφορά μεταξύ του ποσού φόρων που καταλογίσθηκε στον Ψ1 και αυτού που έπρεπε να καταλογισθεί σ' αυτόν, με αντίστοιχο παράνομο όφελος του Ψ1.
β) Κατά το μήνα Φεβρουάριο 2001 και οι .δύο κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 υπό την παραπάνω ιδιότητα τους, από κοινού ενεργώντας, συνέταξαν εκθέσεις τακτικού ελέγχου όλων των φορολογιών και κατά τον έλεγχο, με πρόθεση, δεν εφάρμοσαν σωστά τις διατάξεις της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας, με αποτέλεσμα να επιβάλλουν ανύπαρκτες παραβάσεις Κ.Β.Σ. ή σε διαφορετική περίπτωση να μην επιβάλλουν παραβάσεις Κ.Β.Σ. που έπρεπε να επιβληθούν, με συνέπεια να καταλογίσουν στον Ψ1, φόρους συνολικού ύψους 184.606.873 δραχμών (541.766,32 ευρώ), ενώ έπρεπε να καταλογίσουν σ' αυτόν φόρους συνολικού ύψους 175.747.018 δραχμών (515.765,28 ευρώ), δηλαδή καταλόγισαν ποσό φόρων 8.859.855 δραχμών (26.001,04 ευρώ) επιπλέον, σε βάρος του Ψ1, ενήργησαν δε κατά τον παραπάνω τρόπο με σκοπό να βλάψουν το Ψ1.Επίσης η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη και των ακολούθως μερικοτέρων πράξεων του ίδιου εγκλήματος ήτοι "α) Στη Σκάλα στις 11 Ιουνίου 2001 υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα της ύστερα από τις υποβληθείσες στην Δ.Ο.Υ. Σκάλας με ημερομηνία ... εμπρόθεσμες προσφυγές με αίτημα συμβιβασμού από τον ελεγχόμενο Ψ1, με πρόθεση απέφυγε να προβεί σε διαγραφή των μη νομίμως επιβληθέντων προστίμων Κ.Β.Σ. και σε τυχόν μείωση των προσδιορισθέντων ακαθαρίστων εσόδων και καθαρών κερδών και αφού διέκοψε τη συζήτηση του συμβιβασμού και την συνεχιζόμενη διαδικασία της διοικητικής επίλυσης των φορολογικών διαφορών, παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο Διοικητικό Πρωτοδικείο.
β) Κατά τις αρχές του έτους 2002 υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα της, ύστερα από σχετική αίτηση του Ψ1 αρνήθηκε τη χορήγηση σ' αυτόν φορολογικής ενημερότητας για πώληση κινητού παρότι δεν είχε δικαίωμα να αρνηθεί τη χορήγηση φορολογικής ενημερότητας για πώληση κινητού αλλά μόνο σε περίπτωση μεταβίβασης ακινήτων, ενήργησε δε κατά τον παραπάνω τρόπο με σκοπό να βλάψει τον Ψ1". Ακόμη η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη του ότι: "Κατά τους παρακάτω χρόνους, υπάλληλος τυγχάνουσα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατά παράβαση των καθηκόντων της, ζήτησε, με τη μεσολάβηση τρίτων για τον εαυτό της ωφελήματα και δέχθηκε υπόσχεση τούτων προκειμένου να προβεί σε ενέργεια που ανάγεται στα καθήκοντα της και συγκεκριμένα: α) Κατά τις αρχές Ιουλίου του 2000 και πριν από το στάδιο του συμβιβασμού των φορολογικών υποθέσεων του Ψ1, ενημέρωσε ψευδώς τον Ψ1 ότι από τον έλεγχο της προέκυπταν φόροι 56.000.000 δρχ. (164.343,36 ευρώ) ή 58.000.000 δρχ. (170.212,77 ευρώ), ενώ σύμφωνα με τα προαναφερόμενα βάσει των σημειωμάτων, προέκυπταν φόροι 30.536.975 δρχ. (89.616,95 ευρώ) και στη συνέχεια μέσω τρίτων και ειδικότερα μέσω του Γ1, της Ψα, συζύγου του Ψ1 και άλλων τρίτων απαίτησε από τον Ψ1 το ποσό των 3.500.000 δρχ. (10.271,46 ευρώ) προκειμένου να μειώσει προς όφελος του το ποσό των καταλογισθέντων φόρων σε 35.000.000 δρχ. (102.714,60 ευρώ) ή 25.000.000 δρχ. (73.367,57 ευρώ) ή 18.000.000 δρχ. (52.824,65 ευρώ) και β) Στις 14 Ιουλίου 2000 κατά τη συζήτηση του συμβιβασμού των φορολογικών υποθέσεων του Ψ1, η οποία έγινε δίχως την παρουσία του Ψ1 αλλά με την παρουσία της συζύγου του Ψα, δέχθηκε την πρόταση της Ψα να της καταβάλει του ποσό των 2.500.000 δραχμών (7.336,76 ευρώ) προκειμένου να συμβιβάσει την υπόθεση προς όφελος του Ψ1, χωρίς να προβεί στις υπό του Νόμου προβλεπόμενες ενέργειες".
Με τις παραδοχές της αυτές, σκεπτικού και διατακτικού, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, σύμφωνα με τις επιταγές των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, περιέχει δε ασάφειες και κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο αν εφαρμόσθηκαν ορθώς οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 235 και 259 ΠΚ. Συγκεκριμένα Α) Ως προς την παθητική δωροδοκία κατ' εξακολούθηση υπάρχει ελλιπής και ασαφής αιτιολογία καθόσον δεν εκτίθεται αν ο εγκαλών Ψ1 είχε απορρίψει την, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, προβληθείσα στις αρχές Ιουλίου 2000 απαίτηση της αναιρεσείουσας να της δοθούν 3.500.000 δρχ. (αυτό που μνημονεύεται στο σκεπτικό ότι ο εγκαλών "πάλι δεν κατέβαλε" το ποσόν αυτό δεν σημαίνει εννοιολογικώς τέτοια απόρριψη), στοιχείο το οποίο είναι κρίσιμο, διότι αν η εν λόγω απαίτηση της αναιρεσείουσας είχε απορριφθεί από τον εγκαλούντα, τότε, η κατά τις ίδιες παραδοχές αποδοχή από την αναιρεσείουσα, στις 14.7.2000, της προτάσεως της συζύγου του εγκαλούντος Ψα περί 2.500.000 δρχ. αποτελεί δεύτερη (μετά μεσολάβηση ειρηνεύσεως του δια της απαιτήσεως των 3.500.000 δρχ. θιγέντος εννόμου αγαθού) πράξη δωροδοκίας. Αν, αντιθέτως, η απαίτηση από την αναιρεσείουσα των 3.500.000 δρχ. παρέμενε εκκρεμής, τότε, η πρόταση της Ψα για 2.500.000 δρχ. βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την προηγηθείσα απαίτηση των 3.500.000 δρχ., η δε αποδοχή αυτής από την αναιρεσείουσα, λόγω του υπαλλακτικώς μικτού του εγκλήματος, αποτελεί τη μόνη τελεσθείσα πράξη δωροδοκίας και δεν πρόκειται περί κατ' εξακολούθηση εγκλήματος δωροδοκίας εκ δύο μερικωτέρων πράξεων, (απαιτήσεως 3.500.000 δρχ. στις αρχές Ιουλίου 2000 και αποδοχής προτάσεως για 2.500.000 δρχ. στις 14.7.2000), όπως καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα. Και Β) Ως προς την παράβαση καθήκοντος κατ' εξακολούθηση υπάρχει ελλιπής και ασαφής αιτιολογία και ότι α) για τις μερικώτερες πράξεις που καταδικάσθηκαν ότι τέλεσαν από κοινού η αναιρεσείουσα και ο Χ2, με το να μην εφαρμόσουν σωστά, από πρόθεση, τις διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας "με αποτέλεσμα να επιβάλλουν ανύπαρκτες παραβάσεις Κ.Β.Σ. και σε διαφορετική περίπτωση να μην επιβάλλουν παραβάσεις Κ.Β.Σ. οι οποίες έπρεπε να επιβληθούν", διότι δεν εκτίθενται, ούτε στο σκεπτικό της αποφάσεως, ούτε στο διατακτικό της, τόσον σε σχέση με τα ειδικά σημειώματα των φορολογιών του Ψ1 όσον και αναφορικά με τις εκθέσεις τακτικού ελέγχου των αυτών φορολογιών, ποιές είναι οι ανύπαρκτες παραβάσεις του Κ.Β.Σ., που επέβαλαν οι κατηγορούμενοι στον Ψ1 κατά παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος και ποιες είναι οι παραβάσεις του Κ.Β.Σ. που έπρεπε να επιβάλλουν σ' αυτόν και δεν του επέβαλαν, ήτοι στοιχεία που ανάγονται στην ταυτότητα της πράξεως, β) για τη μερικώτερη πράξη που καταδικάστηκε ότι τέλεσε μόνη η αναιρεσείουσα στις 11.6.2001, διότι δεν παρατίθεται σχετικώς καμία αιτιολογία κατά το μέρος που η πράξη αυτή συνίσταται στο ότι η αναιρεσείουσα "απέφυγε να προβεί σε διαγραφή των μη νομίμως επιβληθέντων προστίμων Κ.Β.Σ. και σε τυχόν μείωση των προσδιορισθέντων ακαθαρίστων εσόδων και καθαρών κερδών" ενώ συγχρόνως με τη χρήση της λέξεως "τυχόν" εκφράζονται ενδοιασμοί περί του αν συνέτρεχε πράγματι περίπτωση μειώσεως των εσόδων και κερδών, για τα οποία η καταδίκη και γ) για την τελευταία μερικώτερη πράξη, που επίσης καταδικάσθηκε ότι τέλεσε μόνη η αναιρεσείουσα διότι δεν διευκρινίζεται στην απόφαση, ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της η σκοπηθείσα βλάβη του εγκαλούντος, αν δηλαδή είναι υλική η ηθική και ποια.
Συνεπώς, είναι βάσιμοι οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως και πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την αναιρεσείουσα παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων της αιτήσεως. Ακολούθως αφού οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 469 ΚΠοινΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, ήτοι και κατά τις διατάξεις της με τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος παραβάσεως καθήκοντος κατ' εξακολούθηση ο Χ2, ο οποίος δικάσθηκε παρών και δεν άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως. Τέλος, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 927-928/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου στο σύνολό της. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Παθητική δωροδοκία - Στοιχεία. Παράβαση καθήκοντος - Στοιχεία. Αναιρείται η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση για δωροληψία και παράβαση καθήκοντος λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και νόμιμης βάσης. Επεκτατικό αποτέλεσμα της αναιρέσεως και προς τον συγκατηγορούμενο που καταδικάστηκε για από κοινού με την αναιρεσείουσα παράβαση καθήκοντος. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δωροδοκία, Παράβαση καθήκοντος, Επεκτατικό αποτέλεσμα.
| 0
|
Αριθμός 1616/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ορισθέντα με την 57/1.4.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου X1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας. Το Συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24.1.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 239/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 170/8.4.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 1/24-1-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου X1, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 2/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, εκθέτω δε τα ακόλουθα:
1. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Γρεβενών με το υπ'αριθμ. 15/2007 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο X, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των αξιοιποίνων πράξεων: α) της απάτης κατ'εξακολούθηση, τετελεσμένης και σε απόπειρα, από δράστη που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, η δε συνολική ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 15.000 δραχμών και β) της ψευδορκίας μάρτυρα. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο παραπεμφθείς αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το υπ'αριθμ. 2/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 18-1-2008, η δε αίτηση ασκήθηκε την 24-1-2008 (άρθρ. 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), αυτοπροσώπως από τον ίδιο ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, συνετάγη δε από εκείνον η υπ'αριθ. 1/24-1-2008 έκθεση, όπου διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι, για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η παραβίαση του δεδικασμένου και η απόλυτη ακυρότητα. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα, επεκτείνεται δε και στο συναφές πλημμέλημα της ψευδορκίας μάρτυρα (άρθρ. 482 παρ. 1 εδ. α' Κ.Π.Δ.). Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ. όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση αποζημιώσεως, τελεί δε σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις (ΑΠ 1844/2007). Με την έννοια αυτή περιουσιακή βλάβη θεωρείται τόσο η οριστική απώλεια ενός περιουσιακού στοιχείου, όσο και ο συγκεκριμένος κίνδυνος της οριστικής απώλειας αυτού. Η απειλή μειώσεως της περιουσίας είναι ενεστώσα ζημία, που συνίσταται σε πραγματική μείωση των οικονομικών δυνατοτήτων του φορέα της περιουσίας. Περαιτέρω, ενόψει του ότι δεν απαιτείται ταύτιση του απατωμένου και του βλαπτομένου, υπάρχει απάτη και όταν ο απατώμενος είναι πρόσωπο διάφορο του βλαπτομένου, αρκεί ο παραπλανηθείς να μπορεί εκ των πραγμάτων ή κατά νόμο να προβεί σε επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη. Εντεύθεν έπεται ότι παραπλανόμενος μπορεί να είναι και ο συμβολαιογράφος, όταν από τις ψευδείς παραστάσεις του δράστη, ότι αυτός ή ο δικαιοπάροχός του είναι κύριος του ακινήτου που δεν ανήκει πραγματικά σ'αυτόν, πείθεται και προβαίνει στη σύνταξη συμβολαίου μεταβιβάσεως κυριότητας σε τρίτο πρόσωπο ή στον ίδιο, από τη σύνταξη του οποίου ζημιώνεται ο αληθής κύριος. Ειδικότερα το έγκλημα της απάτης συντελείται αντικειμενικώς και όταν ο δράστης προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις προς Δημόσια αρχή και πείθει έτσι αυτήν να προβεί σε ενέργειες της αρμοδιότητάς της, από την οποία ζημιώνεται άλλος. Ως ζημία του τελευταίού θεωρείται και η μείωση της πραγματικής αξίας ορισμένου περιουσιακού στοιχείου του, η οποία οφείλεται στην προκαλούμενη από την ενέργεια της εν λόγω αρχής αβεβαιότητα της κυριότητας ή άλλου περιουσιακού δικαιώματός του επί του στοιχείου αυτού, καθώς και η δικαστική δαπάνη, στην οποία θα υποβληθεί ο αιτών για την διαδικαστική άρση της αβεβαιότητας αυτής (ΑΠ 1547/2007, ΑΠ 411/2007). Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (ΑΠ 2132/2007). Περαιτέρω κατά την παρ. 3 του άρθρου 386 Π.Κ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 Ν.2721/1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Εξάλλου κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' Π.Κ. όπως το εδάφιο αυτό (στ) προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν.2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. στ' Π.Κ. προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ'επάγγελμα απαιτείται, αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του (ΑΠ 986/2007). Επανειλημμένη τέλεση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής (ΑΠ 1230/2007, ΑΠ 2104/2007). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 Π.Κ. προκύπτει ότι για τον απαρτισμό της έννοιας του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται, αντικειμενικώς: α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής η οποία είναι αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση και β) τα κατατιθέμενα πραγματικά περιστατικά να είναι ψευδή, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρους, εντελούς γνώσεως, επιγνώσεως) ότι τα κατατιθέμενα είναι ψευδή ή τη γνώση, με την ανωτέρω έννοια, των αληθινών, τα οποία σκοπίμως αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει και, αφετέρου, τη θέληση καταθέσεως ψευδών πραγματικών περιστατικών ή αποκρύψεως των αληθινών ή αρνήσεως καταθέσεως των αληθινών (ΑΠ 2126/2007).
3. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. 'Οταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου ή του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1230/2007, ΑΠ 1478/2007). Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. 'Ετσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 159/2007, ΑΠ 345/2006). Περαιτέρω για την πληρότητα της αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος είναι επιτρεπτή η συμπληρωματική ή και η εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία, ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη, συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 1230/2007, ΑΠ 1364/2006). Τέλος η κατά τα ανωτέρω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι. Όταν όμως ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο ή το Συμβούλιο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφαση ή στο βούλευμα ιδιαίτερη αιτιολόγηση, αφού η αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς διαλαμβάνεται στην κύρια αιτιολογία του βουλεύματος για την παραπεμπτική του κρίση (ΑΠ 2132/2007, ΑΠ 1570/2007). 4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, που το εξέδωσε, έκρινε, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα "από τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, καθώς και αυτά που επικαλείται και προσκομίζει ο εκκαλών-αναιρεσείων, τις απολογίες των κατηγορουμένων", προέκυψαν τα εξής:
Ο εκκαλών κατηγορούμενος, X1, κάτοικος ..., περί τα τέλη της δεκαετίας του 1990, όταν στην περιοχή του ορεινού όγκου των ... και πλησίον των ήδη λειτουργούντων τουριστικών χιονοδρομικών κέντρων (...) είχε αρχίσει εντεινόμενη συνεχώς η τουριστική και οικονομική ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής, λόγω της αυξημένης παρουσίας τουριστών χειμερινού κυρίως τουρισμού, με συνέπεια την παράλληλη αύξηση και της οικιστικής ανάπτυξης, λόγω της ζήτησης τουριστικών καταλυμάτων για την καλύτερη εξυπηρέτηση των εποχούντων τουριστών, εκμεταλλευόμενος το γεγονός της αύξησης των αξιών των ακινήτων στην περιοχή του ...,, της οποίας είναι γνώστης, καθόσον κατάγεται από αυτή και έχει διατελέσει και Πρόεδρος της ομώνυμης Κοινότητας επί δύο (2) τετραετίες, καθώς και μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου και η οποία (περιοχή ...) βρίσκεται πλησίον του ορεινού όγκου της ... στο Νομό ..., ήλθε σε επαφή με τρίτους επενδυτές, οι οποίοι εκδήλωναν ενδιαφέρον να προβούν σε αγορές τεμαχίων γης στο ... προς σκοπό περαιτέρω επενδυτικής-τουριστικής αξιοποίησης τους, εμφανιζόμενος προς αυτούς είτε ως ιδιοκτήτης γεωτεμαχίων, είτε παράλληλα ως εκπροσωπών "ομάδες" ιδιοκτητών γεωτεμαχίων από το ..., που ενδιαφέρονταν να πωλήσουν και να μεταβιβάσουν κατά κυριότητα τις ιδιοκτησίες τους. Στο πλαίσιο αυτό των ενεργειών του ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος επιπλέον και το γεγονός ότι, α) οι περισσότεροι από τους εγκαλούντες δεν ασκούσαν, για υποκειμενικούς ο καθένας λόγους, κατά τον παρελθόντα χρόνο, συνεχή εποπτεία και ενδελεχή έλεγχο επί των κειμένων στην περιοχή του ... ιδιοκτησιών τους (αγροτεμαχίων) και β) στην ευρύτερη ορεινή περιοχή των ... δεν υπάρχουν από το παρελθόν τίτλοι ιδιοκτησιών των ακινήτων και οι περισσότεροι ερείδουν το δικαίωμα κυριότητας επί των ακινήτων τους σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης, με την υπερεικοσαετή άσκηση νομής (άρθρο 1045 ΑΚ), εμφάνιζε από κοινού με τους συγκατηγορουμένους, αλλά και κατά μόνας, τμήματα αγροτικής γης στην ευρύτερη κτηματική περιοχή του ... ως ανήκοντα είτε στην κυριότητα του είτε στην κυριότητα των συγκατηγορουμένων του, των οποίων άλλοτε ενεργούσε ως ειδικός πληρεξούσιος στις συμβολαιογραφικές μεταβιβάσεις προς τρίτους επενδυτές και άλλοτε ως μάρτυρας, βεβαιώνοντας ενόρκως την υποτιθέμενη κυριότητα των συγκατηγορουμένων του επί των αγρών αυτών, παρόλο που τόσο ο ίδιος όσο και οι συγκατηγορούμενοί του γνώριζαν ότι το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς των μεταβιβαζόμενων αγρών δεν ήταν αυτό που εμφανίζονταν στα σχετικά συμβόλαια αγοραπωλησίας και τα ειδικά συμβολαιογραφικά πληρεξούσια που συντάσσονταν και υπογράφονταν για το σκοπό αυτό, έχοντας ως σκοπό να αποκομίσει αυτός και οι συγκατηγορούμενοί του παράνομο περιουσιακό όφελος από τις μεταβιβάσεις γης, βλάπτοντας τους πραγματικούς κυρίους των ακινήτων και τους αγοραστές με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών. Συγκεκριμένα, ενεργώντας από κοινού με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του, πλην του 5ου εξ αυτών X5), αλλά και μόνος του, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε και αποπειράθηκε να βλάψει ξένη περιουσία με την επιχείρηση πράξης, που συνιστούσε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, πείθοντας άλλον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, στην πράξη του δε αυτή προέβη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ειδικότερα, 1) στα ... στις ..., μετά από συναπόφαση και ενεργώντας από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του X2, σύζυγο του, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στη συμβολαιογράφο Γρεβενών Ανθή Βαγενά ότι η παραπάνω συγκατηγορούμενή του είναι αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος ενός αγρού στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., έκτασης 35.140,00 τ.μ. και με τον τρόπο αυτό την έπεισε να προβεί στη σύνταξη του με αριθμό 6763/13-12-2002 συμβολαίου δωρεάς, δυνάμει του οποίου αυτός με, την ιδιότητα του ως δωρεοδόχος, φερόταν ότι απέκτησε κατά κυριότητα το εν λόγω. ακίνητο, ενώ η αλήθεια είναι ότι η X2 δεν ήταν κυρία ολόκληρου του ακινήτου, αλλά μόνο τμήματος αυτού, αφού τμήμα έκτασης 4.800,00 τ.μ. ανήκε στην κυριότητα του εγκαλούντος Ψ1 κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου, στον οποίο είχε περιέλθει από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1988 πατέρα του, την οποία αυτός αποδέχθηκε με τη με αριθμό .../... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Γρεβενών Αθανάσιου Γάγαλη, νομίμως μεταγραμμένης στα οικεία βιβλία μεταγραφών του ακινήτου. Στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην απόκτηση εκ μέρους του τίτλου κυριότητας και κατ' επέκταση στην πραγματική αξία του τμήματος του δωρηθέντος ακινήτου, επί του οποίου η δωρήτρια δεν είχε κυριότητα, ύψους 1.200.000 δραχμών ή 3.521,64 ευρώ, βλάπτοντας ισόποσα τον εγκαλούντα - πραγματικό κύριο του ακινήτου κατά το ανωτέρω ποσοστό. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά επιβεβαιώνει με την ένορκη κατάθεση του ενώπιον του Ανακριτή Γρεβενών και του Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης ο εγκαλών, Ψ1, γεωπόνος, κάτοικος ..., ο οποίος με σαφήνεια καταθέτει ότι ο 1ος κατηγορούμενος και η 2η κατηγορούμενη, σύζυγος του, γνώριζαν τα όρια των ιδιοκτησιών στην περιοχή του ανωτέρω ακινήτου και παρά το γεγονός αυτό, εν γνώσει τους εμφανίζουν στο ανωτέρω συμβόλαιο δωρεάς το δωρηθέν ακίνητο να συνορεύει με ιδιοκτησία κληρονόμων Α, αποσιωπώντας με τον τρόπο αυτό την ύπαρξη ιδιοκτησίας του εγκαλούντος και των συνιδιοκτητών του, Α1, Α2, Α3 και Α4, αφού η 2η κατηγορούμενη εμφανίζεται στο ανωτέρω συμβόλαιο δωρεάς και στο σχετικό τοπογραφικό ως κύριος έκτασης 35.140,00 τ.μ., ενώ στην πραγματικότητα ο αγρός της κυριότητας της στην περιοχή δεν υπερβαίνει τα τρία (3) στρέμματα. Με τον τρόπο αυτό οι 1ος και 2η των κατηγορουμένων ενσωματώνουν στην ιδιοκτησία τους ολόκληρη την ιδιοκτησία του ανωτέρω εγκαλούντος και των συνιδιοκτητών του. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι στο εν λόγω συμβόλαιο δωρεάς η 2η κατηγορούμενη επικαλείται κτήση κυριότητας του αγρού των 35.140,00 τ.μ. με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), με άτυπη δωρεά το έτος 1960 από τη μητέρα της, ενώ ο ανωτέρω εγκαλών με προγενέστερη κατά πολύ (1996) του συμβολαίου της δωρεάς αποδοχή κληρονομιάς με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή του στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τόμος 629 και με αριθμό 13 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γρεβενών). Ο δε δικαιοπάροχος του εγκαλούντος, όπως αναφέρεται στην αποδοχή κληρονομιάς, είχε αποκτήσει την κυριότητα του αγρού του αυτού από αγορά με το με αριθμό .../... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του άλλοτε Συμβολαιογράφου Γρεβενών Αθανασίου Σούλη, μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών του ανωτέρω υποθηκοφυλακείου, στον τόμο 11 και με αριθμό 118, στοιχείο που ενισχύει έτι περαιτέρω τους ισχυρισμούς του εγκαλούντος. Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα όρια του ακινήτου του εγκαλούντος, όπως αυτά περιγράφονται στον ανωτέρω τίτλο κτήσης του δικαιοπαρόχου του αλλά και του δικού του, τόσο πριν όσο και μετά τη διόρθωση ως προς το εμβαδόν του τίτλου, με το με αριθμό .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Γρεβενών Αικατερίνης Χαλατσόγλου (μεταγράφηκε στον τόμο ... και με αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γρεβενών), δεν αναφέρουν ως όριο τυχόν ιδιοκτησία της 2ης κατηγορούμενης στο σημείο του επιδίκου. Σε αντίθετη κρίση του Συμβουλίου σχετικά με τα παραπάνω δε μπορεί να οδηγήσει από μόνη της η με αριθμό .../... ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Γρεβενών Μενέλαου Παπαϊωάννου του Α6, κατοίκου ..., συγγενούς του εγκαλούντος Ψ1, που προσκομίζει ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος (ενόρκως βεβαιών) καταθέτει ότι ο αγρός του εγκαλούντος βρίσκεται σε άλλο σημείο στην περιοχή, με άλλα όρια και δεν έχει έκταση 4.800,00 τ.μ. αλλά 3 στρέμματα, πλην, όμως, δε δίνει πειστική εξήγηση γιατί στο παλαιό συμβόλαιο του έτους 1946 του δικαιοπαρόχου του εγκαλούντος αναφέρονται τα όρια που αναφέρει και ο εγκαλών, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο εγκαλών διευκρινίζει ότι τα τρία (3) στρέμματα του αγρού του είναι τα παλαιά στρέμματα, τα οποία αντιστοιχούν σε 4.800,00 περίπου σήμερα, στοιχείο που ενισχύεται και από το παλαιό συμβόλαιο του δικαιοπαρόχου του που αναφέρει τον αγρό του εγκαλούντος ως εκτάσεως (3) (παλαιών) στρεμμάτων το έτος 1946. Σημειωτέον ότι ύστερα από την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής από τον παθόντα Ψ1, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 58/2007 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Γρεβενών με την οποία ο ανωτέρω αναγνωρίστηκε κύριος της επίμαχης έκτασης. 2) Στα ... στις 12-3-2003, μετά από συναπόφαση και ενεργώντας από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Χ3, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στη συμβολαιογράφο Γρεβενών Ανθή Βαγενά ότι ο παραπάνω συγκατηγορούμενός του είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγρού στη Θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., έκτασης 14.664,68 τ.μ. και με τον τρόπο αυτό την έπεισε να προβεί στη σύνταξη του με αριθμό .../... συμβολαίου αγοραπωλησίας, δυνάμει του οποίου αυτός με την ιδιότητα του ως πληρεξούσιος και για λογαριασμό του συγκατηγορουμένου του, πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στον εαυτό του με αυτοσύμβαση το εν λόγω ακίνητο, αντί αναγραφόμενου τιμήματος 2.740,00 ΕΥΡΩ, παριστάνοντας επιπλέον εν γνώσει του ψευδώς ότι για την αγοραπωλησία κατέβαλε στο συγκατηγορούμενό του πωλητή το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα, ενώ η αλήθεια είναι ότι αφενός μεν ο πωλητής δεν ήταν κύριος ολόκληρου του παραπάνω ακινήτου, αλλά μόνο τμήματος αυτού, αφού τμήμα έκτασης 6.300,00 τ.μ. ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα του εγκαλούντος Ψ2, στον οποίο είχε περιέλθει από άτυπη δωρεά προς αυτόν του πατέρα του το έτος 1975 και με συνεχή νομή αυτού με διάνοια κυρίου μέχρι την ημερομηνία της πώλησης, αφετέρου δε ότι η αγοραπωλησία ήταν εικονική και ουδέποτε αυτός κατέβαλε τίμημα. Στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην απόκτηση εκ του τίτλου κυριότητας και κατ' επέκταση στην πραγματική αξία του τμήματος του πωληθέντος ακινήτου, επί του οποίου ο πωλητής δεν είχε κυριότητα, ύψους 12.000.000 δραχμών ή 35.216,43 ευρώ, βλάπτοντας ισόποσα τον ανωτέρω εγκαλούντα - πραγματικό κύριο του ακινήτου. 3) Στα ... στις 21-3-2003 παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στους Β1 και Β2 ότι είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του ανωτέρω (υπό στοιχ. Α') αγρού στη Θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., έκτασης 14.664,68 τ.μ. και με τον τρόπο τους έπεισε να προβούν στην αγορά του εν λόγω ακινήτου για την οποία (αγορά) συντάχθηκε το με αριθμό .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Γρεβενών Ανθής Βαγενά, ενώ η αλήθεια είναι, όπως προαναφέρθηκε, ότι ο δικαιοπάροχός του δεν ήταν κύριος ολόκληρου του παραπάνω ακινήτου, αλλά μόνο τμήματος αυτού, αφού τμήμα έκτασης 6.300,00 τ.μ. ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα του εγκαλούντος Ψ2, στον οποίο είχε περιέλθει, κατά τα ανωτέρω από άτυπη δωρεά προς αυτόν του πατέρα του το έτος 1975 και με συνεχή νομή αυτού με διάνοια κυρίου μέχρι την ημερομηνία της πώλησης και συνεπώς, ουδέποτε μεταβιβάσθηκε νόμιμα σε αυτόν η κυριότητα του όλου ακινήτου. Στην πράξη του ο 1ος κατηγορούμενος προέβη με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στο μέρος του τιμήματος που εισέπραξε για την αγοραπωλησία και αντιστοιχούσε στο τμήμα του πωληθέντος ακινήτου, επί του οποίου αυτός δεν είχε κυριότητα, πραγματικού ύψους 12.000.000 δραχμών ή 35.216,43 ΕΥΡΩ, βλάπτοντας ισόποσα τόσο τον εγκαλούντα, πραγματικό κύριο του ακινήτου, όσο και τους εν λόγω αγοραστές. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από την ένορκη κατάθεση ενώπιον του Ανακριτή Γρεβενών του εγκαλούντος Ψ2 και ενισχύονται, α) από τη με αριθμό .../... ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Γρεβενών των, Γ1, Γ2, γεννημένων στο ..., κατοίκων ... και Γ3, κατοίκου ..., Προέδρου του Τοπικού Συμβουλίου ..., οι οποίοι, είναι γνώστες της περιοχής και του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των αγρών του ... και ιδιοκτήτες όμορων με του ανωτέρω εγκαλούντα αγρών στην εν λόγω θέση και οι οποίοι αναφέρουν λεπτομερώς διακατοχικές πράξεις του εδώ εγκαλούντος, του δικαιοπαρόχου πατρός του, Ψ, ήδη από τη δεκαετία το 1950 επί του αγρού των 6.300,00 τ.μ. στην περιοχή ... και β) από τη με αριθμό .../... δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Γρεβενών Μενέλαου Παπαϊωάννου του Δ , κατοίκου ..., καταγόμενου από το ..., όπου και γεννήθηκε, ο οποίος με την ανωτέρω δήλωση του ανακαλεί τη με αριθμό .../... ένορκη βεβαίωση του ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου, ισχυριζόμενος ότι από παραδρομή βεβαίωσε ότι ο κατηγορούμενος Χ3 είχε ιδιοκτησία στην περιοχή ... εκτάσεως 15 στρεμμάτων περίπου. Μάλιστα, ο εγκαλών, Ψ2, αναφέρει ότι ο 1ος κατηγορούμενος του προσέφερε χρηματικό ποσό για να μην προχωρήσει σε υποβολή μηνύσεως σχετική με την υπόθεση εναντίον του. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι ισχυρισμοί του εγκαλούντος ενισχύονται και από το γεγονός ότι στις προσκομιζόμενες από αυτόν φωτογραφίες του επιδίκου, ανάμεσα στην ιδιοκτησία του και σ' αυτή του Χ1 εμφανίζεται φυσική αλλαγή στην κλίση του εδάφους (διάραχο) που υποδηλώνει όριο μεταξύ των δύο αγρών. Σημειωτέον ότι, ναι μεν ύστερα από αγωγή του παθόντος Ψ2, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 119/2005 απορριπτική απόφαση του Ειρηνοδικείου Γρεβενών, πλην όμως κατ' αυτής ασκήθηκε έφεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, το οποίο με την υπ' αριθ. 7/2007 απόφαση του, δέχτηκε την έφεση και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, που μέχρι σήμερα δεν έχει ολοκληρωθεί. 4) Στα ... στις 26-5-2003, μετά από συναπόφαση και ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Χ4 και Χ5, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στη συμβολαιογράφο Γρεβενών Ανθή Βαγενά ότι ο πρώτος από τους συγκατηγορουμένους του Χ4 είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγρού στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., έκτασης 13.600,25 τ.μ. και με τον τρόπο αυτό την έπεισε να προβεί στη σύνταξη του με αριθμό .../... συμβολαίου αγοραπωλησίας, δυνάμει του οποίου ο παραπάνω συγκατηγορούμενός του, εκπροσωπούμενος με ειδικό πληρεξούσιο από τη Χ5, πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα σε αυτόν το εν λόγω ακίνητο, αντί αναγραφόμενου τιμήματος 7.700,00 ΕΥΡΩ, παριστάνοντας επιπλέον εν γνώσει του ψευδώς ότι για την αγοραπωλησία κατέβαλε στο συγκατηγορούμενό του πωλητή το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα, ενώ η αλήθεια είναι ότι αφενός μεν ο πωλητής δεν ήταν κύριος ολόκληρου του παραπάνω ακινήτου, αλλά μόνο τμήματος αυτού, αφού, α) τμήμα έκτασης 3.000,00 τ.μ. περίπου ανήκε στην κυριότητα του εγκαλούντος Ψ3, στον οποίο είχε περιέλθει κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1976 πατρός του και με συνεχή νομή αυτού με διάνοια κυρίου μέχρι την ημερομηνία της πώλησης και β) τμήμα έκτασης 1.970,00 τ.μ. ανήκε στην κυριότητα του εγκαλούντος Ψ4, στον οποίο είχε περιέλθει από άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα του το έτος 1975 και με συνεχή νομή αυτού με διάνοια κυρίου μέχρι την ημερομηνία της πώλησης, αφετέρου δε ότι η αγοραπωλησία ήταν εικονική και ουδέποτε αυτός κατέβαλε τίμημα. Στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην απόκτηση εκ μέρους του τίτλου κυριότητας και κατ' επέκταση στην πραγματική αξία των τμημάτων του πωληθέντος ακινήτου, επί των οποίων ο πωλητής δεν είχε κυριότητα, ύψους 4.411,50 και 11.562,737 ΕΥΡΩ, αντίστοιχα, βλάπτοντας ισόποσα τους εγκαλούντες, πραγματικούς κυρίους του ακινήτου. 5) Στα ... στις 27-6-2003 παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον Ψ5 ότι είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του ανωτέρω αγρού στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., έκτασης 13.600,25 τ.μ. και με τον τρόπο αυτό τον έπεισε να προβεί στην αγορά του εν λόγω ακινήτου, αντί αναγραφόμενου τιμήματος 7.750,00 ΕΥΡΩ, για την οποία (αγορά) συντάχθηκε το με αριθμό .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Γρεβενών Ανθής Βαγενά, ενώ η αλήθεια είναι, όπως προαναφέρθηκε (βλ. στοιχ. Α'), ότι ο δικαιοπάροχος του δεν ήταν κύριος ολόκληρου του παραπάνω ακινήτου, αλλά τμήματος αυτού, αφού α) τμήμα έκτασης 3.000,00 τ.μ. περίπου ανήκε κυριότητα του εγκαλούντος Ψ3, στον οποίο είχε περιέλθει κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1976 πατέρα του και με συνεχή νομή αυτού με διάνοια κυρίου μέχρι την ημερομηνία της πώλησης και β) τμήμα έκτασης 1.970,00 τ.μ. ανήκε στην κυριότητα του έτερου εγκαλούντος Ψ4, στον οποίο είχε περιέλθει από άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα του το έτος 1975 και με συνεχή νομή αυτού με διάνοια κυρίου μέχρι την ημερομηνία της πώλησης, και συνεπώς, ουδέποτε μεταβιβάσθηκε νόμιμα σε αυτόν η κυριότητα του όλου ακινήτου. Στην πράξη του αυτή ο 1ος κατηγορούμενος προέβη με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στο μέρος του τιμήματος, που εισέπραξε για την αγοραπωλησία και αντιστοιχούσε στα τμήματα του πωληθέντος ακινήτου, επί των οποίων αυτός δεν είχε κυριότητα, πραγματικού ύψους 4.411,50 ΕΥΡΩ και 11.562,737 ΕΥΡΩ, αντίστοιχα, βλάπτοντας ισόποσα τόσο τους εγκαλούντες - πραγματικούς κυρίους του ακινήτου, όπως προαναφέρθηκε όσο και τον αγοραστή. 6) Στα Γρεβενά, στις 1-8-2003, ο 1ος κατηγορούμενος παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον Ψ6 ότι είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγρού στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., έκτασης 5.170,00 τ.μ. και με τον τρόπο αυτό τον έπεισε να προβεί στην αγορά του εν λόγω ακινήτου, αντί αναγραφόμενου τιμήματος 3.100,00 ΕΥΡΩ, για την οποία (αγορά) συντάχθηκε το με αριθμό .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Γρεβενών Ανθής Βαγενά, ενώ η αλήθεια είναι ότι ο δικαιοπάροχος του δεν ήταν κύριος ολόκληρου του παραπάνω ακινήτου, αλλά μόνο τμήματος αυτού, αφού τμήμα έκτασης 3.817,00 τ.μ. ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα του εγκαλούντος Ψ4, στον οποίο είχε περιέλθει από άτυπη παραχώρηση προς αυτόν του πατέρα του το έτος 1975 και με συνεχή νομή αυτού με διάνοια κυρίου μέχρι την ημερομηνία της πώλησης και συνεπώς, ουδέποτε μεταβιβάσθηκε νόμιμα σε αυτόν η κυριότητα του όλου ακινήτου. Στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στο μέρος του τιμήματος που εισέπραξε για την αγοραπωλησία και αντιστοιχούσε στο τμήμα του πωληθέντος ακινήτου, επί του οποίου αυτός δεν είχε κυριότητα, πραγματικού ύψους 7.634.005,2 δραχμών ή 22.403,537 ΕΥΡΩ, βλάπτοντας ισόποσα τόσο τον ανωτέρω εγκαλούντα πραγματικό κύριο, όσο και τον αγοραστή. Όλα τα παραπάνω επιβεβαιώνουν με τις ένορκες καταθέσεις τους τόσο κατά τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση όσο και ενώπιον του Ανακριτή Γρεβενών, α) οι εγκαλούντες Ψ3 και Ψ4. Μάλιστα ο πρώτος καταθέτει ότι επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο Χ4 στην οικία του στο ..., ο οποίος, παρουσία της συζύγου του Ψ3 και του ίδιου του Ψ4, παραδέχθηκε ότι ο αγρός του στην ανωτέρω θέση δεν ήταν τόσο μεγάλης έκτασης ώστε να φθάνει στην επαρχιακή οδό ..., όπως εμφανίζεται στο ανωτέρω συμβόλαιο μεταβίβασης προς τον 1° κατηγορούμενο, β) η Ψ7, σύζυγος του πρώτου εγκαλούντος, η οποία επιβεβαιώνει τα παραπάνω και καταθέτει επίσης ότι ο 1ος κατηγορούμενος επιδίωξε συμβιβασμό με το σύζυγο της και γ) ο Γ3, Πρόεδρος του Τοπικού Συμβουλίου ... (βλ. και ανωτ.), ο οποίος αναφέρει ότι ο 1ος κατηγορούμενος τελεί εν γνώσει ότι τα ακίνητα που μεταβιβάζει δεν του ανήκουν κατά κυριότητα και ενεργεί με τον τρόπο αυτό για να αποκομίσει οικονομικά οφέλη (χρηματικά ποσά από τις φερόμενες ως πωλήσεις), ενώ αναφέρει επίσης ότι πολλά από τα ακίνητα τρίτων στο ... εμφανίζονταν από τον 1° κατηγορούμενο προς πώληση σε εφημερίδες της ... . Ειδικότερα, ως προς το ακίνητο του εγκαλούντος Ψ4, ο εν λόγω μάρτυρας καταθέτει ότι ο 1ος κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι ο αδελφός του Ψ4,
Ψ8, του πώλησε 5 στρέμματα και συμπεριέλαβε στη μεταβιβαζόμενη έκταση και την ιδιοκτησία του Ψ7 εν γνώσει του. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι στην από 30.05.2005 ένορκη κατάθεση του ενώπιον του Πταισματοδίκη Βέροιας, ο εν λόγω αδελφός του Ψ4, Ψ8, αναφέρει με έκπληξη, ερωτηθείς σχετικά, ότι στο συμβόλαιο με το οποίο αυτός φέρεται να πώλησε την ιδιοκτησία του, εκπροσωπούμεvoς από τον 1° κατηγορούμενο με ειδικό πληρεξούσιο, το οποίο μέχρι τότε δεν είχε αναγνώσει, δεν περιγράφεται το δικό του ακίνητο αλλά διαφορετικό (μεγαλύτερο). Ο εν λόγω μάρτυρας επιβεβαιώνει επιπλέον την ύπαρξη όμορου με το δικό του ακινήτου του αδελφού του, Ψ4, στοιχείο που αβάσιμα αρνείται ο 1ος κατηγορούμενος, αναφέρει δε κλείνοντας την κατάθεσή του, ότι ο 1ος κατηγορούμενος του είχε ζητήσει πληρεξούσιο για να μεταβιβάσει τον αγρό του, τονίζοντας του ότι ήθελε να αγοράσει και τα όμορα για να τα μεταβιβάσει σε μία εταιρεία. Τέλος, ενισχυτικό επίσης της κατηγορίας ως προς το ακίνητο του εγκαλούντος Ψ4, είναι και το γεγονός ότι στο από Μαΐου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του διπλ. πολ. μηχανικού Ε, που επισυνάπτεται στο με αριθμό .../... συμβόλαιο, με το οποίο ο Χ4, εκπροσωπούμενος από τη Χ5, φέρεται να μεταβιβάζει τον αγρό των 13.600,25 τ.μ. στον 1° κατηγορούμενο, τα όρια του μεταβιβαζόμενου ακινήτου υποδεικνύει ο ίδιος ο 1ος κατηγορούμενος (φερόμενος αγοραστής), παρόλο που κατά το σύνηθες στην υπόδειξη αυτή προβαίνει ο εκάστοτε πωλητής, αρχικός κύριος. Σημειωτέον ότι το Ειρηνοδικείο Γρεβενών με τις υπ' αριθ. 14 και 16/2005 αποφάσεις του, αναγνώρισε ως κύριο της επίμαχης έκτασης τον εγκαλούντα Ψ4. Κατά των ως άνω αποφάσεων ασκήθηκαν εφέσεις και από τον κατηγορούμενο, επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. 43 και 44/2006 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, διατάξασες πραγματογνωμοσύνη σχετικά με τη ταυτότητα του επίμαχου ακινήτου, χωρίς μέχρι σήμερα να έχουν εκδοθεί τελεσίδικες αποφάσεις επ' αυτών. 7} Στα ... στις 11-12-2003, ο 1ος κατηγορούμενος, μετά από συναπόφαση και ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του, Χ6, Χ7, Χ8 και Χ9, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στη συμβολαιογράφο Γρεβενών Ανθή Βαγενά ότι οι παραπάνω συγκατηγορούμενοί του είναι αποκλειστικοί συγκύριοι ενός αγρού στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., έκτασης 19.460,00 τ.μ., και με τον τρόπο αυτό την έπεισε να προβεί στη σύνταξη του με αριθμό .../... συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου, δυνάμει του οποίου αυτός, με την ιδιότητα του ως πληρεξούσιος και για λογαριασμό των συγκατηγορουμένων του, πώλησε και μεταβίβασε την κυριότητα ολόκληρου του παραπάνω ακινήτου κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία στους ΣΤ και Ζ, ενώ η αλήθεια ήταν ότι οι συγκατηγορούμενοί του δεν ήταν συγκύριοι ολόκληρου του ακινήτου, αλλά μόνο τμήματος αυτού, αφού τμήμα έκτασης 4.000,00 τ.μ. ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα του εγκαλούντος Ψ9, στον οποίο είχε περιέλθει από άτυπη δωρεά προς αυτόν του πατέρα του το έτος 1949 και με συνεχή νομή αυτού με διάνοια κυρίου μέχρι την ημερομηνία της πώλησης. Στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να προσπορίσει στους συγκατηγορουμένους του παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην απόκτηση εκ μέρους τους τίτλου κυριότητας και κατ' επέκταση στην πραγματική αξία του τμήματος του πωληθέντος ακινήτου, επί του οποίου οι πωλητές δεν είχαν κυριότητα, ύψους 12.000,00 ευρώ, βλάπτοντας ισόποσα τόσο τον εγκαλούντα - πραγματικό κύριο όσο και τους αγοραστές. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από τις σαφείς και λεπτομερείς ένορκες καταθέσεις, α) του εγκαλούντος Ψ9, τόσο ενώπιον του Ανακριτή Γρεβενών όσο και κατά τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση, β) του συγγενούς του και κυρίου όμορου ακινήτου με αυτό του εγκαλούντος, Η, κατοίκου Γρεβενών και γ) τη με αριθμό .../... ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Γρεβενών Θεολογίας Παθανασίου, που προσκομίζει ο ανωτέρω εγκαλών, στην οποία οι ενόρκως βεβαιούντες, Θ, κάτοικος ... και Η, κάτοικος ..., περιγράφουν με σαφήνεια και λεπτομερώς, από ιδία αντίληψη, τη θέση, τα όρια και την έκταση της επίδικης ιδιοκτησίας του εγκαλούντος Ψ9, τον τρόπο με τον οποίο την απέκτησε από τον πατέρα του και τις συνεχείς πράξεις νομής του επ' αυτής. Ενισχυτικό, επίσης, της κατηγορίας και της παραβατικής συμπεριφοράς του 1ου κατηγορουμένου είναι και το γεγονός ότι στο από 16.12.2001 τοπογραφικό διάγραμμα του διπλ. πολ. μηχανικού Ε, που επισυνάπτεται στο ανωτέρω, με αριθμό .../... συμβόλαιο, τα όρια του μεταβιβαζόμενου ακινήτου υποδεικνύει ο ίδιος ο 1ος κατηγορούμενος (ειδικός πληρεξούσιος των πωλητών) και όχι οι ίδιοι οι πωλητές, ως οι άμεσα ενδιαφερόμενοι για τη δικαιοπραξία της πώλησης. 8) Στα ... στις 27-6-2002 και στις 31-10-2003, ο 1ος κατηγορούμενος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το ποινικό αδίκημα της απάτης, δηλαδή να βλάψει ξένη περιουσία με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, επιχείρησε πράξη που περιείχε αρχή εκτέλεσης αυτού, πλην όμως δεν την ολοκλήρωσε όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια. Ειδικότερα, α) κατά τη δικάσιμο της 27-6-2002 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γρεβενών, αμυνόμενος στην από 4-6-2002 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής των Ψ10 και Χ1 εναντίον του, ισχυρίσθηκε ψευδώς ότι το επίδικο ακίνητο βρισκόταν στη νομή του, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του προσήγαγε το μάρτυρα Α4 και έκανε επίκληση της μαρτυρίας του στο σημείωμα του, ο οποίος κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ότι το επίδικο βρισκόταν στη νομή του, ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, ήταν ότι το επίδικο ακίνητο (αγρός 3.085,00 τ.μ. στην περιοχή ...) βρισκόταν στη νομή των αιτούντων αντιδίκων του, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με την αξία του επίδικου ακινήτου, δηλαδή 2.000,00 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας των αντιδίκων του. Πλην όμως, δεν ολοκλήρωσε την πράξη του, όχι από δική του βούληση αλλά από εξωτερικά εμπόδια, καθώς το Δικαστήριο δεν πείσθηκε και απέρριψε τους ψευδείς ισχυρισμούς του, εκδίδοντας τη με αριθμό 141/2002 οριστική απόφαση, που δικαίωσε τους αντιδίκους του, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την με αριθμό 9/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών και β) κατά τη δικάσιμο της 31-10-2003 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γρεβενών, αμυνόμενος στην από 9-7-2003 εμπράγματη αγωγή των ίδιων παραπάνω προσώπων εναντίον του, ισχυρίσθηκε ψευδώς ότι η κοπή ενός δένδρου έλαβε χώρα σε έναν άλλο αγρό των εναγόντων και όχι στον επίδικο, στη νομή του οποίου βρισκόταν ο ίδιος, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του προσκόμισε τις με αριθμούς ... και .../... ένορκες βεβαιώσεις, ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, ήταν ότι η κοπή του δέντρου έλαβε χώρα στον επίδικο αγρό, στη νομή του οποίου βρίσκονταν οι αντίδικοι του, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με την αξία του επίδικου ακινήτου, δηλαδή 2.000,00 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας των αντιδίκων του, πλην, όμως, δεν ολοκλήρωσε την πράξη του, όχι από δική του βούληση αλλά από εξωτερικά εμπόδια, καθώς το Δικαστήριο δεν πείσθηκε και απέρριψε τους ψευδείς ισχυρισμούς του, εκδίδοντας τη με αριθμό 13/2004 οριστική απόφαση, που δικαίωσε τους αντιδίκους του και κατέστη τελεσίδικη με την με αριθμό 109/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από τις ένορκες καταθέσεις στον Ανακριτή Γρεβενών, αλλά και κατά την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση, των εγκαλούντων Ψ10 και Χ1, καθώς και από το με αριθμό πρωτ. .../ΔΑΣ-11237/09.01.2003 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών ..., στο οποίο αναφέρεται ότι στον αγρό του Ψ10 το έτος 1969 παραχωρήθηκε άδεια ξύλευσης-υλοτομίας, ενώ ενισχύονται και από το σκεπτικό των ανωτέρω αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων, που δέχθηκαν συνεχή άσκηση νομής των εγκαλούντων και όχι του 1ου κατηγορούμενου. Με όλες τις παραπάνω εξακολουθητικές πράξεις του ο 1ος κατηγορούμενος σκόπευε να αποκομίσει περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000,00 ΕΥΡΩ, αφού η συνολική αξία των επίμαχων ακινήτων ανερχόταν στο ποσό των 144.306,49 ΕΥΡΩ (3.521,64€ + 35.216,43€ + 4.411,50€ + 11.562,737€ + 12.000,00€ + 35.216,43€ + 4.411,50€ + 11.562,737€ + 22.403,537€ + 2.000,00€ + 2.000,00€), με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των εγκαλούντων και των αγοραστών, είχε δε σκοπό, όπως προκύπτει από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης του, να πορισθεί σταθερό εισόδημα και είχε σταθερή ροπή προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. 9] Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο 1ος κατηγορούμενος, στα ... στις 20 Νοεμβρίου 2003 (20.11.2003), εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Ειδικότερα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του συμβολαιογράφου Γρεβενών Μενέλαου Παπαϊωάννου κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ότι ο Κ1 ήταν μέχρι το έτος 1996 κύριος, κάτοχος και ιδιοκτήτης, μεταξύ άλλων, και ενός αγρού 16 περίπου στρεμμάτων στη θέση ... στην κτηματική περιοχή ... του Δήμου ..., που συνορεύει γύρωθεν, με ιδιοκτησία Λ, ιδιοκτησία κληρονόμων Κ και Μ, με πρανές και πέραν αυτού με επαρχιακή οδό ... και ιδιοκτησία κληρονόμων Ν (στην κατεύθυνση Κοινότητας ...) και με ιδιοκτησίες Χ και Ψ, τον οποίο μεταβίβασε το 1997 στα παιδιά του, ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, ήταν ότι η κυριότητα τμήματος του προαναφερόμενου αγρού, έκτασης 4.960,70 τ.μ., είχε περιέλθει κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον Ξ δυνάμει του με αριθμό .../... συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Τιρνάβου Λάρισας Παρθένας Παπαδοπούλου, ενώ η ψιλή κυριότητα του υπόλοιπου ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου είχε περιέλθει από κοινού και κατά ίσα μερίδια στους α) Ψ14 και β) Ξ2, και η επικαρπία στην Ψ13, με το με αριθμό .../... συμβόλαιο γονικής παροχής της ίδιας συμβολαιογράφου Τιρνάβου Λάρισας, Παρθένας Παπαδοπούλου. Προς βεβαίωση της παραπάνω μαρτυρίας του συνετάγη, μετά από την εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων, η με αριθμό .../... ένορκη βεβαίωση του παραπάνω συμβολαιογράφου. Τα ανωτέρω, ως προς την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας του εκκαλούντος - κατηγορούμενου, επιβεβαιώνουν με τις σαφείς ένορκες καταθέσεις τους ενώπιον του Ανακριτή Γρεβενών οι εγκαλούντες Ψ12 και Ψ13, οι οποίοι καταθέτουν, επίσης, ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει των προαναφερόμενων ψευδών περιστατικών ως προς τον επίδικο αγρό των 4.960,70 τ.μ., πρόθεση του δε ήταν να συνδράμει τους 7°, 8°, 9°, 10η και 11° των κατηγορουμένων στην τέλεση του αδικήματος της απάτης ενώπιον Δικαστηρίου, που διέπραξαν αυτοί σε βάρος των ανωτέρω εγκαλούντων, με σκοπό να κερδίσουν χρήματα ζημιώνοντας τους εγκαλούντες, καθόσον το τελευταίο διάστημα η αξία της γης στην περιοχή λόγω της τουριστικής ανάπτυξης είναι υψηλή. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι οι ανωτέρω εγκαλούντες επικαλούνται κτήση συγκυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και συγκεκριμένα, με συνεχή και ανεπίληπτη σύννομη σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, από το έτος 1950 ο Ψ14 και από το έτος 1961 η Ψ13, μέχρι και το έτος 2002 οπότε και μεταβίβασαν το ιδανικό τους μερίδιο στα τέκνα τους λόγω γονικής παροχής, με τα με ανωτέρω, με αριθμούς .../... και .../..., αντίστοιχα, συμβόλαια γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Τυρνάβου Λάρισας Παρθένας Παπαδοπούλου, τα οποία μεταγράφηκαν στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ... και με αριθμούς ... και ... αντίστοιχα. Το ανωτέρω ιδανικό μερίδιο στη νομή του επιδίκου είχαν αποκτήσει με άτυπη μεταβίβαση, από τον πατέρα του Ψ12, ο πρώτος (Ψ14) και ομοίως από τον πατέρα της Ψ12 η Ψ13. Ειδικότερα, οι ανωτέρω άμεσοι δικαιοπάροχοι τους ασκούσαν επί του επιδίκου από κοινού φυσική εξουσίαση διάνοια συγκυρίου και συγκεκριμένα, το καλλιεργούσαν από κοινού, συνέλεγαν τους καρπούς του και το επόπτευαν από τυχόν διεκδικήσεις τρίτων, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν στη σύννομη του από κανέναν. Ο μάρτυρας αποδείξεως τους, Π, ο οποίος εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Γρεβενών κατά την εκδίκασης σχετικής αγωγής τους κατά των 7ου έως και 11ου των εδώ κατηγορουμένων (βλ. ειδ. τα ταυτάριθμα με τη με αριθμό 98/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Γρεβενών προσκομιζόμενα πρακτικά), επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς τους αναφορικά με τη συννομή του επιδίκου από τους άμεσους δικαιοπαρόχους τους, ενώ καταθέτει ότι το επίδικο καλλιεργούνταν από τους "Ψ12-14" μέχρι και το έτος 1949 με πατάτες, ενώ μετά το έτος 1949 συνέχισαν να το επιβλέπουν. Επίσης καταθέτει ότι το επίδικο ακίνητο συνορεύει από τη μία του πλευρά με τη δική του ιδιοκτησία στην ίδια περιοχή και από την άλλη πλευρά με την ιδιοκτησία Ψ3, ενώ αναφέρει ότι δε γνωρίζει να υπάρχει ιδιοκτησία της οικογένειας Κ στην ίδια περιοχή. Τα παραπάνω ενισχύουν έτι περαιτέρω την αποδιδόμενη στον εκκαλούντα κατηγορία της ψευδορκίας μάρτυρος, ενώ δεν αναιρούνται από τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς των συγκατηγορουμένων του, που διαλαμβάνονται στις απολογίες τους και στο κοινό απολογητικό υπόμνημα που κατέθεσαν στον Ανακριτή Γρεβενών, καθόσον, α) και αυτοί επικαλούνται κτήση κυριότητας του επιδίκου από το δικαιοπάροχο τους, Κ, ως τμήματος του αγρού των 15.467,00 τ.μ., ομοίως με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι ο Κ αναμίχθηκε ενεργά στην κληρονομιαία περιουσία του πατρός του, Κ1, που απεβίωσε το έτος 1929 και έκτοτε άρχισε να ασκεί με καλή πίστη πράξεις νομής στο επίδικο που αρμόζουν στο κύριο, καλλιεργώντας επ' αυτού δημητριακά και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα μέχρι το έτος 1953, οπότε άρχισε να το εκμεταλλεύεται κτηνοτροφικά, ποτίζοντας και ξεκουράζοντας σ' αυτό τα αμνοερίφια που διατηρούσε, μετά δε το έτος 1965, οπότε και άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας με την όραση του, μέχρι και το έτος 1997 που το μεταβίβασε με το προαναφερόμενο συμβόλαιο γονικής παροχής ισομερώς κατ' ιδανικά μέρη στα ανωτέρω τέκνα του, το εκμίσθωνε σε τρίτους κτηνοτρόφους.
Συνεπώς, το γεγονός ότι το συμβόλαιο γονικής παροχής του φερόμενου ως δικαιοπαρόχου των κατηγορουμένων (έτος 1997) προηγείται χρονικά των συμβολαίων των εγκαλούντων προς τα τέκνα τους (2002) δεν αναιρεί την κατηγορία, καθόσον καταρτίσθηκε σε πρόσφατο χρόνο, β) η μάρτυρας των κατηγορουμένων στο ανωτέρω πολιτικό δικαστήριο, Κ2, σύζυγος του Χ10 (7ος κατηγορούμενος) και μητέρα του Κ1 (11ος κατηγορούμενος), επιβεβαιώνει μεν από την πλευράς της με την ένορκη κατάθεσή της (βλ. πρακτικά ανωτέρω απόφασης) τους ανωτέρω ισχυρισμούς των τελευταίων σχετικά με την κυριότητα του επιδίκου και τις πράξεις νομής επ' αυτού του δικαιοπαρόχου τους Κ, πεθερού της, η μαρτυρία της όμως αυτή στερείται αξιοπιστίας, λαμβανομένης υπόψη της συγγένειας της με τους κατηγορούμενους, αλλά και του ότι δεν αναφέρει συγκεκριμένα πρόσωπα κτηνοτρόφων που στο παρελθόν μίσθωναν από τον πεθερό της το επίδικο, μέχρι και τη μεταβίβαση του με γονική παροχή το έτος 1997 στα ανωτέρω τέκνα του, ενώ το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι αναφέρουν μίσθωση του αγρού μετά το έτος 1999 δεν ενισχύει τους ισχυρισμούς τους, λόγω της χρονικής εγγύτητας με την έναρξη της αντιδικίας τους με τους εγκαλούντες. Επίσης, η ανωτέρω μάρτυρας, ενώ καταθέτει ότι περί το έτος 1982 ο Κ1 αναζήτησε αγοραστές για τον όλο αγρό, οι οποίοι (ενδιαφερόμενοι αγοραστές), όμως, προσέφεραν μικρό τίμημα και γι' αυτό δεν επιτεύχθηκε τελικά συμφωνία, δεν αναφέρει συγκεκριμένα ονόματα υποψηφίων αγοραστών και γ) το με αριθμό .../... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Γρεβενών Αθανασίου Σιούλη και αφορά αγοραπωλησία αγρού μεταξύ τρίτων στην ίδια περιοχή, το οποίο εμφανίζει ως νότιο όριο του μεταβιβαζόμενου αγρού τον Κ, καθώς και οι από 02.11.1981 και 10.01.1982 ιδιωτικές επιστολές του Ρ προς τον τελευταίο, που προσκομίζουν οι κατηγορούμενοι, δε μπορούν να άγουν σε ασφαλή κρίση, καθόσον δεν αναφέρουν τα ακριβή όρια του αγρού του Κ στην ίδια περιοχή με το επίδικο. Επίσης, η κατηγορία δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, α) οι κατηγορούμενοι εκμίσθωναν τον αγρό των 15.467,00 τ.μ. σε τρίτους καλλιεργητές κατά τα έτη 1999-2001 ούτε και από το ότι οι καλλιέργειες στο συγκεκριμένο αγρό του μισθωτή τους Σ ελέγχθηκαν κατά το έτος 2000 από την αρμόδια επιτροπή ελέγχου γεωργικής εκμετάλλευσης (βλ. σχετικά έγγραφα που προσκομίζουν οι 7ος έως και 11ος των κατηγορουμένων)* β) δήλωναν στο έντυπο Ε9 των φορολογικών τους δηλώσεων το συγκεκριμένο αγρό (βλ. σχετικό έγγραφο που αφορά το Κ4), γ) αξίωσαν με την από 02.12.2002 αγωγή τους κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Γρεβενών, που άσκησαν ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Κοζάνης, αποζημίωση για ζημίες που υπέστησαν στην ιδιοκτησία τους από τη διαπλάτυνση της επαρχιακής οδού που διέρχεται από το σημείο, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 365/2003 απόφαση που απέρριψε την αγωγή, καθόσον όλα τα ανωτέρω αναφέρονται ομοίως σε πρόσφατο χρόνο και δεν προσπορίζουν κυριότητα. Σε αντίθετη δε κρίση του Συμβουλίου δε μπορούν να οδηγήσουν οι ένορκες βεβαιώσεις και οι υπεύθυνες δηλώσεις τρίτων, καθώς και τα πιστοποιητικά κυριότητας της Κοινότητας ..., που προσκομίζουν οι 7ος έως και 11ος των κατηγορουμένων, εκ των οποίων τα τελευταία θα πρέπει να σημειωθεί ότι συνιστούν βεβαιώσεις τρίτων που έχουν εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο, αφού δεν αφορούν την προσωπική ή οικογενειακή κατάσταση (βλ. σχετ. ΑΠ 1408/2001 ΕλλΔνη 43.1646 και Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, άρθρο 438, αριθμ. 24). Τέλος, ενισχυτικό της κατηγορίας σε βάρος των 1ου, 7ου έως και 11ου των κατηγορουμένων, είναι και το γεγονός ότι με τις από 18.01.2006 ένορκες καταθέσεις τους ενώπιον του Ανακριτή Γρεβενών οι Κ3 και Τ, καταγόμενοι από το ..., αναφέρουν ότι ο 1ος κατηγορούμενος κατέθεσε ψευδώς ως μάρτυρας ότι τα ακίνητα (αγροί) στην περιοχή του ... των Τ και του αδελφού του Τ1, εκτάσεως 5 και 6 στρεμμάτων, αντίστοιχα, ανήκαν στα αδέλφια Κ1, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να συντάξουν συμβόλαια με τα οποία αποκτούσαν την κυριότητα των ακινήτων αυτών. Μάλιστα, ο Κ3 καταθέτει ότι ο 1ος κατηγορούμενος σκοπό είχε να πουλήσει σε ενδιαφερόμενο αγοραστή από τη ... ενιαία έκταση 100 στρεμμάτων για τη δημιουργία αθλητικού κέντρου στην περιοχή και για το λόγο αυτό προέβαινε σε αγοραπωλησίες διαφόρων ακινήτων που ανήκαν σε τρίτους ώστε να καλύψει την έκταση που τον ενδιέφερε να πουλήσει. Αναφέρει επίσης ότι είχε συνεργάτες τα παιδιά του Κ. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι, ως προς όλες τις κατηγορίες που αποδίδονται στον εκκαλούντα κατηγορούμενο, ενισχυτικό στοιχείο αποτελεί και το γεγονός ότι στις ορεινές περιοχές των ..., όπως είναι και το ..., αλλά και στην υπόλοιπη ορεινή ηπειρωτική Ελλάδα, δεν είναι σύνηθες το φαινόμενο της ύπαρξης από το παρελθόν ενιαίων αγροτεμαχίων μεγάλης έκτασης (15-16 στρέμματα όπως εν προκειμένω ισχυρίζονται οι ανωτέρω κατηγορούμενοι), καθόσον αυτό δεν ήταν εφικτό λόγω κυρίως της μορφολογίας του εδάφους (συνεχής εναλλαγή της γεωμορφολογίας, λόφοι, ρέματα, βουνά, μικροί ποταμοί ανάμεσα σε ορεινούς όγκους κλπ) και των ελλιπών τεχνικών μέσων, σε αντίθεση με τις πεδινές περιοχές της υπόλοιπης χώρας, όπου η επίπεδη και σε ενιαία μορφή διαμόρφωση του εδάφους ευνόησε την ανάπτυξη μεγάλων ενιαίων ιδιοκτησιών γης (πχ τσιφλίκια θεσσαλικού κάμπου), ακόμη και σε εποχές που δεν υπήρχαν ανάλογα τεχνικά μέσα με τα σημερινά. Ο εκκαλών με το απολογητικό του υπόμνημα και την απολογία του ισχυρίζεται ότι η αντιδικία προκλήθηκε από τους εγκαλούντες από προσωπικούς λόγους αντιζηλίας και φθόνου προς αυτόν, λόγω της καλής οικονομικής κατάστασης του και της θέσης του. Η εξήγηση αυτή, ενόψει των ανωτέρω περιστατικών και της συνολικής αντιδικίας που προκλήθηκε, δεν κρίνεται πειστική, καθόσον δεν είναι λογικό τόσο μεγάλος αριθμός διαφορετικών ατόμων να συνασπίζονται εναντίον ενός μόνο από λόγους προσωπικής αντιπάθειας και φθόνου. Τέλος, το γεγονός ότι με τη με αριθμό πρωτ. 51/ΔΑΣ-8381/11.09.2002 Πράξη Χαρακτηρισμού του Διευθυντή Δασών Ν. Γρεβενών, μετά από αίτηση του Υ, κατοίκου ..., υποψήφιου αγοραστή ευρύτερης έκτασης στην περιοχή του ... (βλ. ειδ. την ένορκη κατάθεση του εγκαλούντος Ψ1) με τη μεσολάβηση του 1ου κατηγορούμενου, χαρακτηρίσθηκε τμήμα γης, συνολικής εκτάσεως 95.697,75 τ.μ., ως γεωργική έκταση (θέσεις .. ή ... και ...), που στο συνημμένο σ' αυτή τοπογραφικό διάγραμμα περιλαμβάνει τις φερόμενες ως ιδιοκτησίες μεταξύ άλλων και των κατηγορουμένων, δε συνιστά ενισχυτικό των ισχυρισμών τους στοιχείο, καθόσον οι πράξεις χαρακτηρισμού δεν προσπορίζουν κυριότητα, η συγκεκριμένη, δε, εκδόθηκε με αίτηση του ανωτέρω υποψηφίου αγοραστή, ο οποίος τελικά, μετά την αντίδραση των εγκαλούντων, υπαναχώρησε από την αγορά της έκτασης. Εξάλλου, ματαίωση της πώλησης αυτής στο Υ συνομολογεί και ο εκκαλών στο απολογητικό του υπόμνημα προς τον Ανακριτή Γρεβενών, χωρίς όμως να δίνει επαρκείς εξηγήσεις για ποιο λόγο τελικά αυτή (ματαίωση) επήλθε. Τέλος, σε αντίθετη κρίση αναφορικά με τις προπεριγραφόμενες πράξεις που αποδίδονται στον εκκαλούντα, δε μπορούν να οδηγήσουν οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεώς του ενώπιον του ανακριτή Γρεβενών, καθόσον αυτές είναι γενικόλογες, με αναφορές κυρίως στο χαρακτήρα του και τον πρότερο βίο του. Ακόμη ο ισχυρισμός του εκκαλούντα ότι η αξία των επίμαχων ακινήτων δεν ανέρχεται στο ποσό που ισχυρίζονται οι εγκαλούντες αλλά είναι σαφώς μικρότερο, μη υπερβαίνον το ποσό των 15.000€, προβάλλεται αορίστως και δεν αποδεικνύεται από κανένα από τα προσκομιζόμενα από τον ίδιο στοιχεία και ειδικότερα από τα προσκομιζόμενα συμβόλαια αγοραπωλησιών, τα οποία αναφέρουν ως τίμημα το ποσό της αντικειμενικής αξίας των εν λόγω ακινήτων, ενώ είναι παγκοίνως γνωστό και αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας (ΚΠολΔ 336 § 4) ότι οι εμπορικές αξίες των ακινήτων είναι πολλαπλάσιες των αντικειμενικών. Ενισχυτικό της απόψεως αυτής αποτελεί το γεγονός ότι στο υπ' αριθ. .../... συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Γρεβενών Ανθής Βαγενά, συνομολογείται ποινική ρήτρα ανερχόμενη στο ποσό των 70.000€, ενώ το τίμημα της εν λόγω αγοραπωλησίας ορίζεται στο ποσό των 3.270€. Ακόμη, σχετικά με τους ισχυρισμούς των παθόντων Ψ6, Ψ5, Ψ14 και Ψ15, ότι δεν υπήρξαν θύματα της απατηλής συμπεριφοράς του εκκαλούντος, θα πρέπει να θεωρηθούν ως μη ανταποκρινόμενοι στην πραγματικότητα, δεδομένου ότι τυχόν καταδίκη του εκκαλούντος για τις αποδιδόμενες σε βάρος του κατηγορίες, είναι προφανές ότι θα επηρεάσει δραματικά το κύρος και την ισχύ των συμβολαίων αγοράς που αυτοί συνήψαν με τον εκκαλούντα, θα αποτελέσει δε πρόκριμα στην υφιστάμενη αστική δικαστική διένεξη μεταξύ του εκκαλούντος και των πραγματικών κυρίων των επίμαχων ακινήτων.
5. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία το Συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των αξιοποίνων πράξεων της απάτης κατ'εξακολούθηση, τετελεσμένης και σε απόπειρα, από δράστη που διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, η δε συνολική ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 15.000 δραχμών και της ψευδορκίας μάρτυρα.
Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ. στ', 26, 27, 42 παρ. 1, 94, 98, 224 παρ. 1, 2 και 386 παρ. 1 και 3 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντα: α) η εξ ολοκλήρου αναφορά του προσβαλλομένου βουλεύματος στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δεν αποτελεί ελλιπή αιτιολογία, σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν, αφού η εισαγγελική αυτή πρόταση, περιέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση πλήρη και απολύτως εμπεριστατωμένη αιτιολογία. β) Το Συμβούλιο μνημονεύει στο προσβαλλόμενο βούλευμά του κατά κατηγορίες (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες) όλα τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στην παραπεμπτική για τον αναιρεσείοντα κρίση του και δεν ήταν απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας του, να αναφέρει ποιά παραδοχή προκύπτει από το καθένα χωριστά, ούτε ήταν αναγκαία η αξιολόγηση και αναφορά κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθώς και η συσχέτιση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Επομένως το Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη του μόνο τις καταθέσεις των μηνυτών, ούτε έδωσε σ'αυτές μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, γ) όλοι οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο αναιρεσείων με το απολογητικό του υπόμνημα, καθώς και με την έκθεση εφέσεώς του δεν ήταν αυτοτελείς, κατά την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια, αλλά απλοί υπερασπιστικοί και αρνητικοί της κατηγορίας και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση το Συμβούλιο να απαντήσει σ'αυτούς και μάλιστα αιτιολογημένα. Πάντως το Συμβούλιο Εφετών απέκρουσε με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες όλους τους ανωτέρω αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα. δ) Πλήρως αιτιολογείται η κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος της απάτης από τον κατηγορούμενο, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, το εν λόγω έγκλημα τελέσθηκε κατ'εξακολούθηση, παραδοχή, η οποία από μόνη της οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υφίσταται επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής και επομένως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, καθώς και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Ανεξάρτητα όμως από αυτά, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, η συνολική ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, γεγονός που από μόνο του προσδίδει στην πράξη του αναιρεσείοντα κακουργηματικό χαρακτήρα. ε) Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, που προβάλλονται στα πλαίσια των παραπάνω λόγων αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, με τις οποίες επιχειρείται η αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου.
6. Κατά το άρθρο 60 ΚΠΔ το ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα ζητήματα αστικής φύσεως που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης. Η ποινική δίωξη αναστέλλεται όταν, σύμφωνα με το νόμο, χρειάζεται να προηγηθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου. Εξ άλλου κατά το άρθρο 61 του ίδιου Κώδικα, όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο ή το συμβούλιο έχει την εξουσία να εξετάσει παρεμπιπτόντως κάθε ζήτημα που έχει σχέση με την ποινική δίκη, ακόμη και όταν υπάγεται στα πολιτικά δικαστήρια, αρκεί μόνο να μην είναι από εκείνα, για τα οποία ο νόμος, προκειμένου να χωρήσει η ποινική δίωξη, απαιτεί υποχρεωτικά να έχει αποφανθεί προηγουμένως το πολιτικό δικαστήριο. Τούτο ισχύει μόνο για ζητήματα που αναφέρονται στα άρθρα 329, 339 παρ. 3 και 355 ΠΚ. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να ανασταλεί η ποινική δίωξη και αν δεν διαταχθεί αναστολή, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1γ' ΚΠΔ (ΑΠ 483/2006, ΑΠ 2174/2004). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων τόσο με το απολογητικό υπόμνημά του όσο και με το δικόγραφο της εφέσεως ζήτησε την αναστολή της εναντίον του ποινικής διαδικασίας μέχρι εκδόσεως αμετακλήτων αποφάσεων των αρμοδίων πολιτικών δικαστηρίων, στα οποία εκκρεμούν δίκες μεταξύ αυτού και των εγκαλούντων Ψ4, Ψ1, Ψ12 και Ψ2. Οι ανωτέρω όμως πολιτικές δίκες δεν αφορούν ζητήματα που αναφέρονται στα άρθρα 329, 339 παρ. 3 και 355 ΠΚ. Πάντως το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε εκ του πράγματος το αίτημα αυτό του αναιρεσείοντα, αφού, σύμφωνα με τις αιτιολογημένες παραδοχές του, από τις υπάρχουσες αποδείξεις προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής, ικανές για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Όλα δε αυτά ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το εν λόγω αίτημα του αναιρεσείοντα υποβλήθηκε αορίστως, αφού δεν γίνεται αναφορά και επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που να προσδιορίζουν το περιεχόμενο και την μορφή των οικείων αγωγών, τα στοιχεία των εναγόντων και των εναγομένων σε κάθε υπόθεση, καθώς και τα συγκεκριμένα πολιτικά δικαστήρια, ενώπιον των οποίων εκκρεμούν οι υποθέσεις αυτές (ΑΠ 1851/2007).
7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 ΚΠΔ αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετακλήτως ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν έχει δοθεί σ'αυτήν διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που συνεπάγεται την κήρυξη της νέας ποινικής διώξεως κατά του αυτού κατηγορουμένου ως απαράδεκτης, πρέπει να συντρέχουν, α) αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα, που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μία αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου (κατηγορουμένου) και γ) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτήν. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η παραβίαση του δεδικασμένου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. γ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υφίσταται όταν ο αμετακλήτως καταδικασθείς ή αθωωθείς παραπέμπεται να δικασθεί για την ίδια ακριβώς πράξη και όχι για άλλη συρρέουσα. Κατά συνέπεια δεν παραβιάζεται το δεδικασμένο όταν το Δικαστήριο (ή το Συμβούλιο) εκτιμά ελευθέρως και περιστατικά αμετακλήτως κριθέντα με προηγούμενη απόφαση ή βούλευμα, εφόσον αυτά δεν ταυτίζονται κατ'αντικείμενο προς την κρινόμενη πράξη, που είναι αυτοτελής και συρρέει πραγματικά με την ήδη κριθείσα (ΑΠ 1411/2007). Περαιτέρω η Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που απορρίπτει, σύμφωνα με το άρθρο 47 ΚΠΔ, την έγκληση ως νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη, δεν αποτελεί αθωωτική απόφαση ή απαλλακτικό βούλευμα, κατά την ανωτέρω έννοια, ώστε από την ύπαρξη αυτής να δημιουργείται δεδικασμένο. Η εν λόγω απορριπτική της εγκλήσεως Διάταξη παράγει μόνο προσωρινό δεδικασμένο και για τον λόγο αυτό ο Εισαγγελέας που την εξέδωσε δεν εμποδίζεται να επανέλθει, αν προκύψουν νέα στοιχεία, ικανά για να τον οδηγήσουν σε αντίθετη κρίση.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον συναφή λόγο αναιρέσεως παραπονείται ότι, αναφορικά με την μερικότερη πράξη της απόπειρας απάτης σε βάρος των εγκαλούντων Ψ10 και Χ1, το προσβαλλόμενο βούλευμα παραβίασε το δεδικασμένο, διότι οι εγκαλούντες αυτοί υπέβαλαν εναντίον του την υπ'αριθ. ΒΜ 1082/2004 έγκλησή τους, η οποία απορρίφθηκε με την ήδη αμετάκλητη υπ'αριθ. 27/2004 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Γρεβενών. Σύμφωνα όμως με τα όσα προαναφέρθηκαν, από την απορριπτική αυτή Διάταξη δεν δημιουργείται δεδικασμένο, αφού αυτή (Διάταξη) δεν αποτελεί απόφαση ή βούλευμα. Ανεξάρτητα όμως από αυτά, από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της εν λόγω Διατάξεως, προκύπτει ότι με αυτήν απορρίφθηκε η ανωτέρω έγκληση των εγκαλούντων Ψ10 και Χ1 για την αξιόποινη πράξη της αυτοδικίας και όχι για την αληθώς συρρέουσα πράξη της απόπειρας απάτης, για την οποία πραγματεύεται το προσβαλλόμενο βούλευμα. Επομένως ο συναφής αυτός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
8. Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ το τέλος της κυρίας ανακρίσεως κηρύσσεται από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών. Για τον σκοπό αυτό τα έγγραφα διαβιβάζονται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον Εισαγγελέα, ο οποίος, αν κρίνει ότι δεν χρειάζεται να τα επιστρέψει στον ανακριτή για να συμπληρωθεί η ανάκριση, υποβάλλει το συντομότερο πρόταση στο Συμβούλιο για να παύσει οριστικά ή προσωρινά η δίωξη ή για να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο ή για να μην απαγγελθεί κατηγορία εναντίον του. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 314 του ίδιου ΚΠΔ αν η υπόθεση παραπεμφθεί στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, τα έγγραφα αποστέλλονται στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο δημόσιο κατήγορο ή στον Πταισματοδίκη και με την φροντίδα του επιδίδεται το βούλευμα στους διαδίκους. Αν το βούλευμα γίνει αμετάκλητο ο κατηγορούμενος καλείται στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 321. Όμως ούτε από τις διατάξεις αυτές, ούτε από κάποια άλλη διάταξη προβλέπεται και μάλιστα με ποινή ακυρότητας (απόλυτης ή σχετικής) υποχρέωση του ανακριτή ή του Δικαστικού Συμβουλίου να καταρτίζουν πίνακα των εγγράφων της δικογραφίας, στον οποίο να αναγράφονται αναλυτικά και ονομαστικά τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και εκείνα που έχει προσκομίσει και καταθέσει ο κατηγορούμενος. 'Αλλωστε με την μη αναφορά των εγγράφων αυτών δεν παραβιάζεται κανένα δικαίωμα από τα διαλαμβανόμενα στη διάταξη των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 ΚΠΔ, και κυρίως τα αναφερόμενα στην εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπισή του, καθώς και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο συναφής λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
9. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 245, 308 παρ. 1, 309 παρ. 1 εδ. δ', 312, 316 παρ. 2, 318 και 319 ΚΠΔ προκύπτει ότι η ανάγκη ή μη συμπληρώσεως της ανακρίσεως (ή προανακρίσεως) και η διάταξη περαιτέρω ανακρίσεως ή προανακρίσεως, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου, η οποία δεν υπόκειται κατά τούτο στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Σε περίπτωση όμως απορρίψεως αιτήματος, που έχει υποβληθεί από τον Εισαγγελέα ή τους διαδίκους, για τη διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως ή προανακρίσεως, προκειμένου να διεξαχθούν συγκεκριμένες ανακριτικές ενέργειες σε σχέση με συγκεκριμένο ζήτημα της κατηγορίας, όπως εξέταση μαρτύρων ή προσκόμιση εγγράφων, το Συμβούλιο οφείλει να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση ειδικώς και εμπεριστατωμένως. Η αιτιολογία πάντως αυτή για την απόρριψη, έστω και σιωπηρώς, του αιτήματος που υποβάλλει ο κατηγορούμενος για περαιτέρω ανάκριση ή προανάκριση, θεωρείται ότι υπάρχει στην περίπτωση που το Συμβούλιο αποφαίνεται οριστικά επί της ουσίας και αιτιολογείται η ύπαρξη σοβαρών και επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που με πληρότητα, παραθέτει και εκτιμά το Συμβούλιο (ΑΠ 1230/2007). Κατ'ακολουθίαν, ο συναφής λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας απέρριψε σιωπηρώς και αναιτιολογήτως το αίτημα του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου για διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως, προκειμένου να επισυναφθούν, ληφθούν υπόψη και αξιολογηθούν αντίγραφα του εντύπου Ε9 των φορολογικών δηλώσεων των εγκαλούντων, οικονομικού έτους 1997, καθώς και να κληθούν και να καταθέσουν οι μάρτυρες Ψ1, Φ και Ω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Συμβούλιο με την εκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων που παραθέτει, πλήρως αιτιολογεί την κρίση του για την συνδρομή σοβαρών και επαρκών ενδείξεων ενοχής του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου και την παραπομπή αυτού στο ακροατήριο για τις πράξεις που του αποδίδονται και ως εκ τούτου είναι αιτιολογημένη η σιωπηρή απόρριψη του ως άνω αιτήματος.
Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, που να δικαιολογεί την αναίρεση του προσβαλλομένου βουλεύματος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Π ρ ο τ ε ί ν ω:
Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθ. 1/14-1-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ...κατά του υπ'αριθ. 2/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας. Και
Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 7 Απριλίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, με αριθμό 1/24-1-2008, αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου Γρεβενών, κατά του υπ' αριθμό 2/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Δυτικής Μακεδονίας, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεσή του, κατά του υπ' αριθμό 15/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Γρεβενών, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για τα Κακουργήματα) Δυτικής Μακεδονίας, για να δικαστεί ως υπαίτιος α) της πράξης της κακουργηματικής απάτης, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το περιουσιακό όφελος και αντίστοιχα η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, και β) της ψευδορκίας μάρτυρα (386 παρ.1,3 και 224 του ΠΚ.), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ασχέτως αν το όφελος αυτό πραγματοποιήθηκε ή όχι, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας [ζημία], η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της. Κατά δε το άρθρο 386 παρ. 3 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε αρχικώς με την παρ. 11 του άρθρου 11 του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια με την παρ. 4 του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999, η απάτη λαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, τιμωρούμενη με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, όταν τελείται κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών και, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο αρθρ. 5 του Ν. 2943/2001, των 15.000 Ευρώ. Κατά δε το άρθρο 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Κατά δε την παρ. 2 του άρθρου 98 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με την υποπαρ.1.1 της παρ.1 του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην περίπτωση της απάτης κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 98 του ΠΚ, που προστέθηκε με την υποπαράγραφο 1.1 της παρ.1 του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999, για το άθροισμα του ποσού και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από το Ν. 2721/1999, αφού ο νέος αυτός νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι, στην παλαιότερη, πριν από την έναρξη ισχύος του Νόμου αυτού, ρύθμιση, δεν προβλεπόταν καθόλου προσδιορισμός ποσού. Το έγκλημα αυτό είναι δεκτικό απόπειρας, για την ύπαρξη της οποίας απαιτείται, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 Π.Κ., όπως ο δράστης επιχειρήσει πράξη, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης αυτού, δηλαδή προβεί σε ενέργεια η οποία αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και οδηγεί κατ' ευθεία στην πραγμάτωσή του ή τελεί προς αυτή σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται σαν τμήμα αυτής, στην οποία αμέσως οδηγεί, αν δεν ήθελε ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ.2 του Π.Κ προκύπτει ότι για τον στοιχειοθέτηση της εννοίας του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται αντικειμενικώς, α) ο μάρτυρας να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση και β) τα κατατιθέμενα πραγματικά περιστατικά να είναι ψευδή, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας( πλήρους-εντελούς γνώσης- επίγνωσης), ότι τα κατατιθέμενα είναι ψευδή ή τη γνώση με την ανωτέρω έννοια, των αληθινών, τα οποία σκοπίμως αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει και αφετέρου, τη θέληση καταθέσεως ψευδών πραγματικών περιστατικών ή αποκρύψεως των αληθινών ή αρνήσεως καταθέσεως των αληθινών. Τέλος, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι κατ' επιλογή μερικά εξ αυτών. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, και, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά: Ο εκκαλών κατηγορούμενος, Χ1, κάτοικος ..., περί τα τέλη της δεκαετίας του 1990, όταν στην περιοχή του ορεινού όγκου των ... και πλησίον των ήδη λειτουργούντων τουριστικών χιονοδρομικών κέντρων (...) είχε αρχίσει εντεινόμενη συνεχώς η τουριστική και οικονομική ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής, λόγω της αυξημένης παρουσίας τουριστών χειμερινού κυρίως τουρισμού, με συνέπεια την παράλληλη αύξηση και της οικιστικής ανάπτυξης, λόγω της ζήτησης τουριστικών καταλυμάτων για την καλύτερη εξυπηρέτηση των εποχούντων τουριστών, εκμεταλλευόμενος το γεγονός της αύξησης των αξιών των ακινήτων στην περιοχή του ..., της οποίας είναι γνώστης, καθόσον κατάγεται από αυτή και έχει διατελέσει και Πρόεδρος της ομώνυμης Κοινότητας επί δύο (2) τετραετίες, καθώς και μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου και η οποία (περιοχή ...) βρίσκεται πλησίον του ορεινού όγκου της ... στο Νομό ..., ήλθε σε επαφή με τρίτους επενδυτές, οι οποίοι εκδήλωναν ενδιαφέρον να προβούν σε αγορές τεμαχίων γης στο ... προς σκοπό περαιτέρω επενδυτικής-τουριστικής αξιοποίησης τους, εμφανιζόμενος προς αυτούς είτε ως ιδιοκτήτης γεωτεμαχίων, είτε παράλληλα ως εκπροσωπών "ομάδες" ιδιοκτητών γεωτεμαχίων από το ..., που ενδιαφέρονταν να πωλήσουν και να μεταβιβάσουν κατά κυριότητα τις ιδιοκτησίες τους. Στο πλαίσιο αυτό των ενεργειών του ο κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος επιπλέον και το γεγονός ότι, α) οι περισσότεροι από τους εγκαλούντες δεν ασκούσαν, για υποκειμενικούς ο καθένας λόγους, κατά τον παρελθόντα χρόνο, συνεχή εποπτεία και ενδελεχή έλεγχο επί των κειμένων στην περιοχή του ... ιδιοκτησιών τους (αγροτεμαχίων) και β) στην ευρύτερη ορεινή περιοχή των ... δεν υπάρχουν από το παρελθόν τίτλοι ιδιοκτησιών των ακινήτων και οι περισσότεροι ερείδουν το δικαίωμα κυριότητας επί των ακινήτων τους σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης, με την υπερεικοσαετή άσκηση νομής (άρθρο 1045 ΑΚ), εμφάνιζε από κοινού με τους συγκατηγορουμένους, αλλά και κατά μόνας, τμήματα αγροτικής γης στην ευρύτερη κτηματική περιοχή του ... ως ανήκοντα είτε στην κυριότητα του είτε στην κυριότητα των συγκατηγορουμένων του, των οποίων άλλοτε ενεργούσε ως ειδικός πληρεξούσιος στις συμβολαιογραφικές μεταβιβάσεις προς τρίτους επενδυτές και άλλοτε ως μάρτυρας, βεβαιώνοντας ενόρκως την υποτιθέμενη κυριότητα των συγκατηγορουμένων του επί των αγρών αυτών, παρόλο που τόσο ο ίδιος όσο και οι συγκατηγορούμενοί του γνώριζαν ότι το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς των μεταβιβαζόμενων αγρών δεν ήταν αυτό που εμφανίζονταν στα σχετικά συμβόλαια αγοραπωλησίας και τα ειδικά συμβολαιογραφικά πληρεξούσια που συντάσσονταν και υπογράφονταν για το σκοπό αυτό, έχοντας ως σκοπό να αποκομίσει αυτός και οι συγκατηγορούμενοί του παράνομο περιουσιακό όφελος από τις μεταβιβάσεις γης, βλάπτοντας τους πραγματικούς κυρίους των ακινήτων και τους αγοραστές με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών. Συγκεκριμένα, ενεργώντας από κοινού με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του, πλην του 5ου εξ αυτών, αλλά και μόνος του, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε και αποπειράθηκε να βλάψει ξένη περιουσία με την επιχείρηση πράξης, που συνιστούσε τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, πείθοντας άλλον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, στην πράξη του δε αυτή προέβη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Ειδικότερα, 1) στα ... στις 13-12-2002, μετά από συναπόφαση και ενεργώντας από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του Χ2, σύζυγο του, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στη συμβολαιογράφο Γρεβενών Ανθή Βαγενά ότι η παραπάνω συγκατηγορούμενή του είναι αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος ενός αγρού στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., έκτασης 35.140,00 τ.μ. και με τον τρόπο αυτό την έπεισε να προβεί στη σύνταξη του με αριθμό 6763/13-12-2002 συμβολαίου δωρεάς, δυνάμει του οποίου αυτός με, την ιδιότητα του ως δωρεοδόχος, φερόταν ότι απέκτησε κατά κυριότητα το εν λόγω. ακίνητο, ενώ η αλήθεια είναι ότι η Χ2 δεν ήταν κυρία ολόκληρου του ακινήτου, αλλά μόνο τμήματος αυτού, αφού τμήμα έκτασης 4.800,00 τ.μ. ανήκε στην κυριότητα του εγκαλούντος Ψ1 κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου, στον οποίο είχε περιέλθει από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1988 πατέρα του, την οποία αυτός αποδέχθηκε με τη με αριθμό .../... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Γρεβενών Αθανάσιου Γάγαλη, νομίμως μεταγραμμένης στα οικεία βιβλία μεταγραφών του ακινήτου. Στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην απόκτηση εκ μέρους του τίτλου κυριότητας και κατ' επέκταση στην πραγματική αξία του τμήματος του δωρηθέντος ακινήτου, επί του οποίου η δωρήτρια δεν είχε κυριότητα, ύψους 1.200.000 δραχμών ή 3.521,64 ευρώ, βλάπτοντας ισόποσα τον εγκαλούντα - πραγματικό κύριο του ακινήτου κατά το ανωτέρω ποσοστό. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά επιβεβαιώνει με την ένορκη κατάθεση του ενώπιον του Ανακριτή Γρεβενών και του Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης ο εγκαλών, Ψ1, γεωπόνος, κάτοικος ..., ο οποίος με σαφήνεια καταθέτει ότι ο 1ος κατηγορούμενος και η 2η κατηγορούμενη, σύζυγος του, γνώριζαν τα όρια των ιδιοκτησιών στην περιοχή του ανωτέρω ακινήτου και παρά το γεγονός αυτό, εν γνώσει τους εμφανίζουν στο ανωτέρω συμβόλαιο δωρεάς το δωρηθέν ακίνητο να συνορεύει με ιδιοκτησία κληρονόμων Α, αποσιωπώντας με τον τρόπο αυτό την ύπαρξη ιδιοκτησίας του εγκαλούντος και των συνιδιοκτητών του, Α1, Α2, Α3, Α4 και Α5, αφού η 2η κατηγορούμενη εμφανίζεται στο ανωτέρω συμβόλαιο δωρεάς και στο σχετικό τοπογραφικό ως κύριος έκτασης 35.140,00 τ.μ., ενώ στην πραγματικότητα ο αγρός της κυριότητας της στην περιοχή δεν υπερβαίνει τα τρία (3) στρέμματα. Με τον τρόπο αυτό οι 1ος και 2η των κατηγορουμένων ενσωματώνουν στην ιδιοκτησία τους ολόκληρη την ιδιοκτησία του ανωτέρω εγκαλούντος και των συνιδιοκτητών του. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι στο εν λόγω συμβόλαιο δωρεάς η 2η κατηγορούμενη επικαλείται κτήση κυριότητας του αγρού των 35.140,00 τ.μ. με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), με άτυπη δωρεά το έτος 1960 από τη μητέρα της, ενώ ο ανωτέρω εγκαλών με προγενέστερη κατά πολύ (1996) του συμβολαίου της δωρεάς αποδοχή κληρονομιάς με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή του στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τόμος ... και με αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γρεβενών). Ο δε δικαιοπάροχος του εγκαλούντος, όπως αναφέρεται στην αποδοχή κληρονομιάς, είχε αποκτήσει την κυριότητα του αγρού του αυτού από αγορά με το με αριθμό ... /... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του άλλοτε Συμβολαιογράφου Γρεβενών Αθανασίου Σούλη, μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών του ανωτέρω υποθηκοφυλακείου, στον τόμο ... και με αριθμό ..., στοιχείο που ενισχύει έτι περαιτέρω τους ισχυρισμούς του εγκαλούντος. Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα όρια του ακινήτου του εγκαλούντος, όπως αυτά περιγράφονται στον ανωτέρω τίτλο κτήσης του δικαιοπαρόχου του αλλά και του δικού του, τόσο πριν όσο και μετά τη διόρθωση ως προς το εμβαδόν του τίτλου, με το με αριθμό .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Γρεβενών Αικατερίνης Χαλατσόγλου (μεταγράφηκε στον τόμο ... και με αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γρεβενών), δεν αναφέρουν ως όριο τυχόν ιδιοκτησία της 2ης κατηγορούμενης στο σημείο του επιδίκου. Σε αντίθετη κρίση του Συμβουλίου σχετικά με τα παραπάνω δε μπορεί να οδηγήσει από μόνη της η με αριθμό .../... ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Γρεβενών Μενέλαου Παπαϊωάννου του Α6, κατοίκου ..., συγγενούς του εγκαλούντος Ψ1, που προσκομίζει ο 1ος κατηγορούμενος, ο οποίος (ενόρκως βεβαιών) καταθέτει ότι ο αγρός του εγκαλούντος βρίσκεται σε άλλο σημείο στην περιοχή, με άλλα όρια και δεν έχει έκταση 4.800,00 τ.μ. αλλά 3 στρέμματα, πλην, όμως, δε δίνει πειστική εξήγηση γιατί στο παλαιό συμβόλαιο του έτους 1946 του δικαιοπαρόχου του εγκαλούντος αναφέρονται τα όρια που αναφέρει και ο εγκαλών, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο εγκαλών διευκρινίζει ότι τα τρία (3) στρέμματα του αγρού του είναι τα παλαιά στρέμματα, τα οποία αντιστοιχούν σε 4.800,00 περίπου σήμερα, στοιχείο που ενισχύεται και από το παλαιό συμβόλαιο του δικαιοπαρόχου του που αναφέρει τον αγρό του εγκαλούντος ως εκτάσεως (3) (παλαιών) στρεμμάτων το έτος 1946. Σημειωτέον ότι ύστερα από την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής από τον παθόντα Ψ1, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 58/2007 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Γρεβενών με την οποία ο ανωτέρω αναγνωρίστηκε κύριος της επίμαχης έκτασης. 2) Στα ... στις 12-3-2003, μετά από συναπόφαση και ενεργώντας από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Χ3, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στη συμβολαιογράφο Γρεβενών Ανθή Βαγενά ότι ο παραπάνω συγκατηγορούμενός του είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγρού στη Θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., έκτασης 14.664,68 τ.μ. και με τον τρόπο αυτό την έπεισε να προβεί στη σύνταξη του με αριθμό .../... συμβολαίου αγοραπωλησίας, δυνάμει του οποίου αυτός με την ιδιότητα του ως πληρεξούσιος και για λογαριασμό του συγκατηγορουμένου του, πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στον εαυτό του με αυτοσύμβαση το εν λόγω ακίνητο, αντί αναγραφόμενου τιμήματος 2.740,00 ΕΥΡΩ, παριστάνοντας επιπλέον εν γνώσει του ψευδώς ότι για την αγοραπωλησία κατέβαλε στο συγκατηγορούμενό του πωλητή το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα, ενώ η αλήθεια είναι ότι αφενός μεν ο πωλητής δεν ήταν κύριος ολόκληρου του παραπάνω ακινήτου, αλλά μόνο τμήματος αυτού, αφού τμήμα έκτασης 6.300,00 τ.μ. ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα του εγκαλούντος Ψ2, στον οποίο είχε περιέλθει από άτυπη δωρεά προς αυτόν του πατέρα του το έτος 1975 και με συνεχή νομή αυτού με διάνοια κυρίου μέχρι την ημερομηνία της πώλησης, αφετέρου δε ότι η αγοραπωλησία ήταν εικονική και ουδέποτε αυτός κατέβαλε τίμημα. Στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην απόκτηση εκ του τίτλου κυριότητας και κατ' επέκταση στην πραγματική αξία του τμήματος του πωληθέντος ακινήτου, επί του οποίου ο πωλητής δεν είχε κυριότητα, ύψους 12.000.000 δραχμών ή 35.216,43 ευρώ, βλάπτοντας ισόποσα τον ανωτέρω εγκαλούντα - πραγματικό κύριο του ακινήτου. 3) Στα ... στις 21-3-2003 παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στους Β1 και Β2 ότι είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του ανωτέρω (υπό στοιχ. Α') αγρού στη Θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., έκτασης 14.664,68 τ.μ. και με τον τρόπο τους έπεισε να προβούν στην αγορά του εν λόγω ακινήτου για την οποία (αγορά) συντάχθηκε το με αριθμό .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Γρεβενών Ανθής Βαγενά, ενώ η αλήθεια είναι, όπως προαναφέρθηκε, ότι ο δικαιοπάροχός του δεν ήταν κύριος ολόκληρου του παραπάνω ακινήτου, αλλά μόνο τμήματος αυτού, αφού τμήμα έκτασης 6.300,00 τ.μ. ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα του εγκαλούντος Ψ2, στον οποίο είχε περιέλθει, κατά τα ανωτέρω από άτυπη δωρεά προς αυτόν του πατέρα του το έτος 1975 και με συνεχή νομή αυτού με διάνοια κυρίου μέχρι την ημερομηνία της πώλησης και συνεπώς, ουδέποτε μεταβιβάσθηκε νόμιμα σε αυτόν η κυριότητα του όλου ακινήτου. Στην πράξη του ο 1ος κατηγορούμενος προέβη με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στο μέρος του τιμήματος που εισέπραξε για την αγοραπωλησία και αντιστοιχούσε στο τμήμα του πωληθέντος ακινήτου, επί του οποίου αυτός δεν είχε κυριότητα, πραγματικού ύψους 12.000.000 δραχμών ή 35.216,43 ΕΥΡΩ, βλάπτοντας ισόποσα τόσο τον εγκαλούντα, πραγματικό κύριο του ακινήτου, όσο και τους εν λόγω αγοραστές. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από την ένορκη κατάθεση ενώπιον του Ανακριτή Γρεβενών του εγκαλούντος Ψ2 και ενισχύονται, α) από τη με αριθμό .../...ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Γρεβενών των, Γ1 , Γ2 , γεννημένων στο .... κατοίκων ... και Γ3, κατοίκου ..., Προέδρου του Τοπικού Συμβουλίου ..., οι οποίοι, είναι γνώστες της περιοχής και του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των αγρών του ...και ιδιοκτήτες όμορων με του ανωτέρω εγκαλούντα αγρών στην εν λόγω θέση και οι οποίοι αναφέρουν λεπτομερώς διακατοχικές πράξεις του εδώ εγκαλούντος, του δικαιοπαρόχου πατρός του, Ψ, ήδη από τη δεκαετία το 1950 επί του αγρού των 6.300,00 τ.μ. στην περιοχή ... και β) από τη με αριθμό .../... δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Γρεβενών Μενέλαου Παπαϊωάννου του Δ1, κατοίκου Γρεβενών, καταγόμενου από το Πολυνέρι, όπου και γεννήθηκε, ο οποίος με την ανωτέρω δήλωση του ανακαλεί τη με αριθμό .../... ένορκη βεβαίωση του ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου, ισχυριζόμενος ότι από παραδρομή βεβαίωσε ότι ο κατηγορούμενος Χ3 είχε ιδιοκτησία στην περιοχή ... εκτάσεως 15 στρεμμάτων περίπου. Μάλιστα, ο εγκαλών, Ψ2, αναφέρει ότι ο 1ος κατηγορούμενος του προσέφερε χρηματικό ποσό για να μην προχωρήσει σε υποβολή μηνύσεως σχετική με την υπόθεση εναντίον του. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι ισχυρισμοί του εγκαλούντος ενισχύονται και από το γεγονός ότι στις προσκομιζόμενες από αυτόν φωτογραφίες του επιδίκου, ανάμεσα στην ιδιοκτησία του και σ' αυτή του Χ3 εμφανίζεται φυσική αλλαγή στην κλίση του εδάφους (διάραχο) που υποδηλώνει όριο μεταξύ των δύο αγρών. Σημειωτέον ότι, ναι μεν ύστερα από αγωγή του παθόντος Ψ2, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 119/2005 απορριπτική απόφαση του Ειρηνοδικείου Γρεβενών, πλην όμως κατ' αυτής ασκήθηκε έφεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, το οποίο με την υπ' αριθ. 7/2007 απόφαση του, δέχτηκε την έφεση και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, που μέχρι σήμερα δεν έχει ολοκληρωθεί. 4) Στα ... στις 26-5-2003, μετά από συναπόφαση και ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Χ4 και Χ5, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στη συμβολαιογράφο Γρεβενών Ανθή Βαγενά ότι ο πρώτος από τους συγκατηγορουμένους του Χ4 είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγρού στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., έκτασης 13.600,25 τ.μ. και με τον τρόπο αυτό την έπεισε να προβεί στη σύνταξη του με αριθμό .../... συμβολαίου αγοραπωλησίας, δυνάμει του οποίου ο παραπάνω συγκατηγορούμενός του, εκπροσωπούμενος με ειδικό πληρεξούσιο από τη Χ5, πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα σε αυτόν το εν λόγω ακίνητο, αντί αναγραφόμενου τιμήματος 7.700,00 ΕΥΡΩ, παριστάνοντας επιπλέον εν γνώσει του ψευδώς ότι για την αγοραπωλησία κατέβαλε στο συγκατηγορούμενό του πωλητή το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα, ενώ η αλήθεια είναι ότι αφενός μεν ο πωλητής δεν ήταν κύριος ολόκληρου του παραπάνω ακινήτου, αλλά μόνο τμήματος αυτού, αφού, α) τμήμα έκτασης 3.000,00 τ.μ. περίπου ανήκε στην κυριότητα του εγκαλούντος Ψ3, στον οποίο είχε περιέλθει κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1976 πατρός του και με συνεχή νομή αυτού με διάνοια κυρίου μέχρι την ημερομηνία της πώλησης και β) τμήμα έκτασης 1.970,00 τ.μ. ανήκε στην κυριότητα του εγκαλούντος Ψ4, στον οποίο είχε περιέλθει από άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα του το έτος 1975 και με συνεχή νομή αυτού με διάνοια κυρίου μέχρι την ημερομηνία της πώλησης, αφετέρου δε ότι η αγοραπωλησία ήταν εικονική και ουδέποτε αυτός κατέβαλε τίμημα. Στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην απόκτηση εκ μέρους του τίτλου κυριότητας και κατ' επέκταση στην πραγματική αξία των τμημάτων του πωληθέντος ακινήτου, επί των οποίων ο πωλητής δεν είχε κυριότητα, ύψους 4.411,50 και 11.562,737 ΕΥΡΩ, αντίστοιχα, βλάπτοντας ισόποσα τους εγκαλούντες, πραγματικούς κυρίους του ακινήτου. 5) Στα ... στις 27-6-2003 παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον Ψ5 ότι είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του ανωτέρω αγρού στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., έκτασης 13.600,25 τ.μ. και με τον τρόπο αυτό τον έπεισε να προβεί στην αγορά του εν λόγω ακινήτου, αντί αναγραφόμενου τιμήματος 7.750,00 ΕΥΡΩ, για την οποία (αγορά) συντάχθηκε το με αριθμό .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Γρεβενών Ανθής Βαγενά, ενώ η αλήθεια είναι, όπως προαναφέρθηκε (βλ. στοιχ. Α'), ότι ο δικαιοπάροχος του δεν ήταν κύριος ολόκληρου του παραπάνω ακινήτου, αλλά τμήματος αυτού, αφού α) τμήμα έκτασης 3.000,00 τ.μ. περίπου ανήκε κυριότητα του εγκαλούντος Ψ3, στον οποίο είχε περιέλθει κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1976 πατέρα του και με συνεχή νομή αυτού με διάνοια κυρίου μέχρι την ημερομηνία της πώλησης και β) τμήμα έκτασης 1.970,00 τ.μ. ανήκε στην κυριότητα του έτερου εγκαλούντος Ψ4, στον οποίο είχε περιέλθει από άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα του το έτος 1975 και με συνεχή νομή αυτού με διάνοια κυρίου μέχρι την ημερομηνία της πώλησης, και συνεπώς, ουδέποτε μεταβιβάσθηκε νόμιμα σε αυτόν η κυριότητα του όλου ακινήτου. Στην πράξη του αυτή ο 1ος κατηγορούμενος προέβη με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στο μέρος του τιμήματος, που εισέπραξε για την αγοραπωλησία και αντιστοιχούσε στα τμήματα του πωληθέντος ακινήτου, επί των οποίων αυτός δεν είχε κυριότητα, πραγματικού ύψους 4.411,50 ΕΥΡΩ και 11.562,737 ΕΥΡΩ, αντίστοιχα, βλάπτοντας ισόποσα τόσο τους εγκαλούντες - πραγματικούς κυρίους του ακινήτου, όπως προαναφέρθηκε όσο και τον αγοραστή. 6) Στα ... στις 1-8-2003, ο 1ος κατηγορούμενος παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον Ψ6 ότι είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός αγρού στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., έκτασης 5.170,00 τ.μ. και με τον τρόπο αυτό τον έπεισε να προβεί στην αγορά του εν λόγω ακινήτου, αντί αναγραφόμενου τιμήματος 3.100,00 ΕΥΡΩ, για την οποία (αγορά) συντάχθηκε το με αριθμό .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Γρεβενών Ανθής Βαγενά, ενώ η αλήθεια είναι ότι ο δικαιοπάροχος του δεν ήταν κύριος ολόκληρου του παραπάνω ακινήτου, αλλά μόνο τμήματος αυτού, αφού τμήμα έκτασης 3.817,00 τ.μ. ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα του εγκαλούντος Ψ4, στον οποίο είχε περιέλθει από άτυπη παραχώρηση προς αυτόν του πατέρα του το έτος 1975 και με συνεχή νομή αυτού με διάνοια κυρίου μέχρι την ημερομηνία της πώλησης και συνεπώς, ουδέποτε μεταβιβάσθηκε νόμιμα σε αυτόν η κυριότητα του όλου ακινήτου. Στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στο μέρος του τιμήματος που εισέπραξε για την αγοραπωλησία και αντιστοιχούσε στο τμήμα του πωληθέντος ακινήτου, επί του οποίου αυτός δεν είχε κυριότητα, πραγματικού ύψους 7.634.005,2 δραχμών ή 22.403,537 ΕΥΡΩ, βλάπτοντας ισόποσα τόσο τον ανωτέρω εγκαλούντα πραγματικό κύριο, όσο και τον αγοραστή. Όλα τα παραπάνω επιβεβαιώνουν με τις ένορκες καταθέσεις τους τόσο κατά τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση όσο και ενώπιον του Ανακριτή Γρεβενών, α) οι εγκαλούντες Ψ3 και Ψ4. Μάλιστα ο πρώτος καταθέτει ότι επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο Χ4 στην οικία του στο ..., ο οποίος, παρουσία της συζύγου του Ψ3 και του ίδιου του Ψ4, παραδέχθηκε ότι ο αγρός του στην ανωτέρω θέση δεν ήταν τόσο μεγάλης έκτασης ώστε να φθάνει στην επαρχιακή οδό ..., όπως εμφανίζεται στο ανωτέρω συμβόλαιο μεταβίβασης προς τον 1° κατηγορούμενο, β) η Ψ7, σύζυγος του πρώτου εγκαλούντος, η οποία επιβεβαιώνει τα παραπάνω και καταθέτει επίσης ότι ο 1ος κατηγορούμενος επιδίωξε συμβιβασμό με το σύζυγο της και γ) ο Γ3, Πρόεδρος του Τοπικού Συμβουλίου ... (βλ. και ανωτ.), ο οποίος αναφέρει ότι ο 1ος κατηγορούμενος τελεί εν γνώσει ότι τα ακίνητα που μεταβιβάζει δεν του ανήκουν κατά κυριότητα και ενεργεί με τον τρόπο αυτό για να αποκομίσει οικονομικά οφέλη (χρηματικά ποσά από τις φερόμενες ως πωλήσεις), ενώ αναφέρει επίσης ότι πολλά από τα ακίνητα τρίτων στο ... εμφανίζονταν από τον 1° κατηγορούμενο προς πώληση σε εφημερίδες της ... . Ειδικότερα, ως προς το ακίνητο του εγκαλούντος Ψ4, ο εν λόγω μάρτυρας καταθέτει ότι ο 1ος κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι ο αδελφός του Ψ4, Ψ8, του πώλησε 5 στρέμματα και συμπεριέλαβε στη μεταβιβαζόμενη έκταση και την ιδιοκτησία του Ψ4 εν γνώσει του. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι στην από 30.05.2005 ένορκη κατάθεση του ενώπιον του Πταισματοδίκη Βέροιας, ο εν λόγω αδελφός του Ψ4, Ψ8, αναφέρει με έκπληξη, ερωτηθείς σχετικά, ότι στο συμβόλαιο με το οποίο αυτός φέρεται να πώλησε την ιδιοκτησία του, εκπροσωπούμεvoς από τον 1° κατηγορούμενο με ειδικό πληρεξούσιο, το οποίο μέχρι τότε δεν είχε αναγνώσει, δεν περιγράφεται το δικό του ακίνητο αλλά διαφορετικό (μεγαλύτερο). Ο εν λόγω μάρτυρας επιβεβαιώνει επιπλέον την ύπαρξη όμορου με το δικό του ακινήτου του αδελφού του, Ψ4, στοιχείο που αβάσιμα αρνείται ο 1ος κατηγορούμενος, αναφέρει δε κλείνοντας την κατάθεσή του, ότι ο 1ος κατηγορούμενος του είχε ζητήσει πληρεξούσιο για να μεταβιβάσει τον αγρό του, τονίζοντας του ότι ήθελε να αγοράσει και τα όμορα για να τα μεταβιβάσει σε μία εταιρεία. Τέλος, ενισχυτικό επίσης της κατηγορίας ως προς το ακίνητο του εγκαλούντος Ψ3, είναι και το γεγονός ότι στο από Μαΐου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του διπλ. πολ. μηχανικού Ε, που επισυνάπτεται στο με αριθμό .../... συμβόλαιο, με το οποίο ο Χ4, εκπροσωπούμενος από τη Χ5, φέρεται να μεταβιβάζει τον αγρό των 13.600,25 τ.μ. στον 1° κατηγορούμενο, τα όρια του μεταβιβαζόμενου ακινήτου υποδεικνύει ο ίδιος ο 1ος κατηγορούμενος (φερόμενος αγοραστής), παρόλο που κατά το σύνηθες στην υπόδειξη αυτή προβαίνει ο εκάστοτε πωλητής, αρχικός κύριος. Σημειωτέον ότι το Ειρηνοδικείο Γρεβενών με τις υπ' αριθ. 14 και 16/2005 αποφάσεις του, αναγνώρισε ως κύριο της επίμαχης έκτασης τον εγκαλούντα Ψ4. Κατά των ως άνω αποφάσεων ασκήθηκαν εφέσεις και από τον κατηγορούμενο, επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. 43 και 44/2006 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, διατάξασες πραγματογνωμοσύνη σχετικά με τη ταυτότητα του επίμαχου ακινήτου, χωρίς μέχρι σήμερα να έχουν εκδοθεί τελεσίδικες αποφάσεις επ' αυτών. 7} Στα ... στις 11-12-2003, ο 1ος κατηγορούμενος, μετά από συναπόφαση και ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του, Χ6, Χ7, Χ8 και Χ9, παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στη συμβολαιογράφο Γρεβενών Ανθή Βαγενά ότι οι παραπάνω συγκατηγορούμενοί του είναι αποκλειστικοί συγκύριοι ενός αγρού στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ..., έκτασης 19.460,00 τ.μ., και με τον τρόπο αυτό την έπεισε να προβεί στη σύνταξη του με αριθμό .../... συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου, δυνάμει του οποίου αυτός, με την ιδιότητα του ως πληρεξούσιος και για λογαριασμό των συγκατηγορουμένων του, πώλησε και μεταβίβασε την κυριότητα ολόκληρου του παραπάνω ακινήτου κοινά, αδιαίρετα και κατ' ισομοιρία στους ΣΤ και Ζ, ενώ η αλήθεια ήταν ότι οι συγκατηγορούμενοί του δεν ήταν συγκύριοι ολόκληρου του ακινήτου, αλλά μόνο τμήματος αυτού, αφού τμήμα έκτασης 4.000,00 τ.μ. ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα του εγκαλούντος Ψ9, στον οποίο είχε περιέλθει από άτυπη δωρεά προς αυτόν του πατέρα του το έτος 1949 και με συνεχή νομή αυτού με διάνοια κυρίου μέχρι την ημερομηνία της πώλησης. Στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να προσπορίσει στους συγκατηγορουμένους του παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην απόκτηση εκ μέρους τους τίτλου κυριότητας και κατ' επέκταση στην πραγματική αξία του τμήματος του πωληθέντος ακινήτου, επί του οποίου οι πωλητές δεν είχαν κυριότητα, ύψους 12.000,00 ευρώ, βλάπτοντας ισόποσα τόσο τον εγκαλούντα - πραγματικό κύριο όσο και τους αγοραστές. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από τις σαφείς και λεπτομερείς ένορκες καταθέσεις, α) του εγκαλούντος Ψ9, τόσο ενώπιον του Ανακριτή Γρεβενών όσο και κατά τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση, β) του συγγενούς του και κυρίου όμορου ακινήτου με αυτό του εγκαλούντος, Η, κατοίκου ... και γ) τη με αριθμό .../... ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Γρεβενών Θεολογίας Παθανασίου, που προσκομίζει ο ανωτέρω εγκαλών, στην οποία οι ενόρκως βεβαιούντες, Θ, κάτοικος ... και Η, κάτοικος ..., περιγράφουν με σαφήνεια και λεπτομερώς, από ιδία αντίληψη, τη θέση, τα όρια και την έκταση της επίδικης ιδιοκτησίας του εγκαλούντος Ψ10, τον τρόπο με τον οποίο την απέκτησε από τον πατέρα του και τις συνεχείς πράξεις νομής του επ' αυτής. Ενισχυτικό, επίσης, της κατηγορίας και της παραβατικής συμπεριφοράς του 1ου κατηγορουμένου είναι και το γεγονός ότι στο από 16.12.2001 τοπογραφικό διάγραμμα του διπλ. πολ. μηχανικού Ε, που επισυνάπτεται στο ανωτέρω, με αριθμό .../... συμβόλαιο, τα όρια του μεταβιβαζόμενου ακινήτου υποδεικνύει ο ίδιος ο 1ος κατηγορούμενος (ειδικός πληρεξούσιος των πωλητών) και όχι οι ίδιοι οι πωλητές, ως οι άμεσα ενδιαφερόμενοι για τη δικαιοπραξία της πώλησης. 8) Στα ... στις 27-6-2002 και στις 31-10-2003, ο 1ος κατηγορούμενος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το ποινικό αδίκημα της απάτης, δηλαδή να βλάψει ξένη περιουσία με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, επιχείρησε πράξη που περιείχε αρχή εκτέλεσης αυτού, πλην όμως δεν την ολοκλήρωσε όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια. Ειδικότερα, α) κατά τη δικάσιμο της 27-6-2002 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γρεβενών, αμυνόμενος στην από 4-6-2002 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής των Ψ10 και Χ1 εναντίον του, ισχυρίσθηκε ψευδώς ότι το επίδικο ακίνητο βρισκόταν στη νομή του, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του προσήγαγε το μάρτυρα Α4 και έκανε επίκληση της μαρτυρίας του στο σημείωμα του, ο οποίος κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ότι το επίδικο βρισκόταν στη νομή του, ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, ήταν ότι το επίδικο ακίνητο (αγρός 3.085,00 τ.μ. στην περιοχή ...) βρισκόταν στη νομή των αιτούντων αντιδίκων του, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με την αξία του επίδικου ακινήτου, δηλαδή 2.000,00 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας των αντιδίκων του. Πλην όμως, δεν ολοκλήρωσε την πράξη του, όχι από δική του βούληση αλλά από εξωτερικά εμπόδια, καθώς το Δικαστήριο δεν πείσθηκε και απέρριψε τους ψευδείς ισχυρισμούς του, εκδίδοντας τη με αριθμό 141/2002 οριστική απόφαση, που δικαίωσε τους αντιδίκους του, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την με αριθμό 9/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών και β) κατά τη δικάσιμο της 31-10-2003 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Γρεβενών, αμυνόμενος στην από 9-7-2003 εμπράγματη αγωγή των ίδιων παραπάνω προσώπων εναντίον του, ισχυρίσθηκε ψευδώς ότι η κοπή ενός δένδρου έλαβε χώρα σε έναν άλλο αγρό των εναγόντων και όχι στον επίδικο, στη νομή του οποίου βρισκόταν ο ίδιος, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του προσκόμισε τις με αριθμούς ... και .../... ένορκες βεβαιώσεις, ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, ήταν ότι η κοπή του δέντρου έλαβε χώρα στον επίδικο αγρό, στη νομή του οποίου βρίσκονταν οι αντίδικοι του, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με την αξία του επίδικου ακινήτου, δηλαδή 2.000,00 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας των αντιδίκων του, πλην, όμως, δεν ολοκλήρωσε την πράξη του, όχι από δική του βούληση αλλά από εξωτερικά εμπόδια, καθώς το Δικαστήριο δεν πείσθηκε και απέρριψε τους ψευδείς ισχυρισμούς του, εκδίδοντας τη με αριθμό 13/2004 οριστική απόφαση, που δικαίωσε τους αντιδίκους του και κατέστη τελεσίδικη με την με αριθμό 109/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών. Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από τις ένορκες καταθέσεις στον Ανακριτή Γρεβενών, αλλά και κατά την προηγηθείσα προκαταρκτική εξέταση, των εγκαλούντων Ψ10 και Χ1, καθώς και από το με αριθμό πρωτ. .../ΔΑΣ-11237/09.01.2003 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών ..., στο οποίο αναφέρεται ότι στον αγρό του Ψ10 το έτος 1969 παραχωρήθηκε άδεια ξύλευσης-υλοτομίας, ενώ ενισχύονται και από το σκεπτικό των ανωτέρω αποφάσεων των πολιτικών δικαστηρίων, που δέχθηκαν συνεχή άσκηση νομής των εγκαλούντων και όχι του 1ου κατηγορούμενου. Με όλες τις παραπάνω εξακολουθητικές πράξεις του ο 1ος κατηγορούμενος σκόπευε να αποκομίσει περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000,00 ΕΥΡΩ, αφού η συνολική αξία των επίμαχων ακινήτων ανερχόταν στο ποσό των 144.306,49 ΕΥΡΩ (3.521,64€ + 35.216,43€ + 4.411,50€ + 11.562,737€ + 12.000,00€ + 35.216,43€ + 4.411,50€ + 11.562,737€ + 22.403,537€ + 2.000,00€ + 2.000,00€), με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των εγκαλούντων και των αγοραστών, είχε δε σκοπό, όπως προκύπτει από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης του, να πορισθεί σταθερό εισόδημα και είχε σταθερή ροπή προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του. 9] Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο 1ος κατηγορούμενος, στα ... στις 20 Νοεμβρίου 2003 (20.11.2003), εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Ειδικότερα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του συμβολαιογράφου Γρεβενών Μενέλαου Παπαϊωάννου κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ότι ο Κ1 ήταν μέχρι το έτος 1996 κύριος, κάτοχος και ιδιοκτήτης, μεταξύ άλλων, και ενός αγρού 16 περίπου στρεμμάτων στη θέση ... στην κτηματική περιοχή ... του Δήμου ..., που συνορεύει γύρωθεν, με ιδιοκτησία Λ, ιδιοκτησία κληρονόμων Κ και Μ, με πρανές και πέραν αυτού με επαρχιακή οδό ... και ιδιοκτησία κληρονόμων Ν (στην κατεύθυνση Κοινότητας ...) και με ιδιοκτησίες Χ και Ψ τον οποίο μεταβίβασε το 1997 στα παιδιά του, ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, ήταν ότι η κυριότητα τμήματος του προαναφερόμενου αγρού, έκτασης 4.960,70 τ.μ., είχε περιέλθει κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον Ψ12 δυνάμει του με αριθμό .../... συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Τιρνάβου Λάρισας Παρθένας Παπαδοπούλου, ενώ η ψιλή κυριότητα του υπόλοιπου ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου είχε περιέλθει από κοινού και κατά ίσα μερίδια στους α) Ψ14 και β) Ξ2 και η επικαρπία στην Ψ13, με το με αριθμό .../... συμβόλαιο γονικής παροχής της ίδιας συμβολαιογράφου Τιρνάβου Λάρισας, Παρθένας Παπαδοπούλου. Προς βεβαίωση της παραπάνω μαρτυρίας του συνετάγη, μετά από την εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων, η με αριθμό .../... ένορκη βεβαίωση του παραπάνω συμβολαιογράφου. Τα ανωτέρω, ως προς την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας του εκκαλούντος - κατηγορούμενου, επιβεβαιώνουν με τις σαφείς ένορκες καταθέσεις τους ενώπιον του Ανακριτή Γρεβενών οι εγκαλούντες Ψ12 και Ψ13, οι οποίοι καταθέτουν, επίσης, ότι ο ανωτέρω κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει των προαναφερόμενων ψευδών περιστατικών ως προς τον επίδικο αγρό των 4.960,70 τ.μ., πρόθεση του δε ήταν να συνδράμει τους 7°, 8°, 9°, 10η και 11° των κατηγορουμένων στην τέλεση του αδικήματος της απάτης ενώπιον Δικαστηρίου, που διέπραξαν αυτοί σε βάρος των ανωτέρω εγκαλούντων, με σκοπό να κερδίσουν χρήματα ζημιώνοντας τους εγκαλούντες, καθόσον το τελευταίο διάστημα η αξία της γης στην περιοχή λόγω της τουριστικής ανάπτυξης είναι υψηλή. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι οι ανωτέρω εγκαλούντες επικαλούνται κτήση συγκυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και συγκεκριμένα, με συνεχή και ανεπίληπτη σύννομη σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, από το έτος 1950 ο Ψ14 και από το έτος 1961 η Ψ13, μέχρι και το έτος 2002 οπότε και μεταβίβασαν το ιδανικό τους μερίδιο στα τέκνα τους λόγω γονικής παροχής, με τα με ανωτέρω, με αριθμούς .../... και .../..., αντίστοιχα, συμβόλαια γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Τυρνάβου Λάρισας Παρθένας Παπαδοπούλου, τα οποία μεταγράφηκαν στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γρεβενών, στον τόμο ... και με αριθμούς ... και ..., αντίστοιχα. Το ανωτέρω ιδανικό μερίδιο στη νομή του επιδίκου είχαν αποκτήσει με άτυπη μεταβίβαση, από τον πατέρα του Ψ12 ο πρώτος (Ψ14) και ομοίως από τον πατέρα της Ψ14 η Ψ13. Ειδικότερα, οι ανωτέρω άμεσοι δικαιοπάροχοι τους ασκούσαν επί του επιδίκου από κοινού φυσική εξουσίαση διάνοια συγκυρίου και συγκεκριμένα, το καλλιεργούσαν από κοινού, συνέλεγαν τους καρπούς του και το επόπτευαν από τυχόν διεκδικήσεις τρίτων, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν στη σύννομη του από κανέναν. Ο μάρτυρας αποδείξεως τους, Π, ο οποίος εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Γρεβενών κατά την εκδίκασης σχετικής αγωγής τους κατά των 7ου έως και 11ου των εδώ κατηγορουμένων (βλ. ειδ. τα ταυτάριθμα με τη με αριθμό 98/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Γρεβενών προσκομιζόμενα πρακτικά), επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς τους αναφορικά με τη συννομή του επιδίκου από τους άμεσους δικαιοπαρόχους τους, ενώ καταθέτει ότι το επίδικο καλλιεργούνταν από τους "Ψ12-14" μέχρι και το έτος 1949 με πατάτες, ενώ μετά το έτος 1949 συνέχισαν να το επιβλέπουν. Επίσης καταθέτει ότι το επίδικο ακίνητο συνορεύει από τη μία του πλευρά με τη δική του ιδιοκτησία στην ίδια περιοχή και από την άλλη πλευρά με την ιδιοκτησία Ψ3, ενώ αναφέρει ότι δε γνωρίζει να υπάρχει ιδιοκτησία της οικογένειας Κ στην ίδια περιοχή. Τα παραπάνω ενισχύουν έτι περαιτέρω την αποδιδόμενη στον εκκαλούντα κατηγορία της ψευδορκίας μάρτυρος, ενώ δεν αναιρούνται από τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς των συγκατηγορουμένων του, που διαλαμβάνονται στις απολογίες τους και στο κοινό απολογητικό υπόμνημα που κατέθεσαν στον Ανακριτή Γρεβενών, καθόσον, α) και αυτοί επικαλούνται κτήση κυριότητας του επιδίκου από το δικαιοπάροχο τους, Κ1, ως τμήματος του αγρού των 15.467,00 τ.μ., ομοίως με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι ο Κ1 αναμίχθηκε ενεργά στην κληρονομιαία περιουσία του πατρός του Κ, που απεβίωσε το έτος 1929 και έκτοτε άρχισε να ασκεί με καλή πίστη πράξεις νομής στο επίδικο που αρμόζουν στο κύριο, καλλιεργώντας επ' αυτού δημητριακά και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα μέχρι το έτος 1953, οπότε άρχισε να το εκμεταλλεύεται κτηνοτροφικά, ποτίζοντας και ξεκουράζοντας σ' αυτό τα αμνοερίφια που διατηρούσε, μετά δε το έτος 1965, οπότε και άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας με την όραση του, μέχρι και το έτος 1997 που το μεταβίβασε με το προαναφερόμενο συμβόλαιο γονικής παροχής ισομερώς κατ' ιδανικά μέρη στα ανωτέρω τέκνα του, το εκμίσθωνε σε τρίτους κτηνοτρόφους.
Συνεπώς, το γεγονός ότι το συμβόλαιο γονικής παροχής του φερόμενου ως δικαιοπαρόχου των κατηγορουμένων (έτος 1997) προηγείται χρονικά των συμβολαίων των εγκαλούντων προς τα τέκνα τους (2002) δεν αναιρεί την κατηγορία, καθόσον καταρτίσθηκε σε πρόσφατο χρόνο, β) η μάρτυρας των κατηγορουμένων στο ανωτέρω πολιτικό δικαστήριο, Κ2, σύζυγος του Χ10 (7ος κατηγορούμενος) και μητέρα του Κ1 (11ος κατηγορούμενος), επιβεβαιώνει μεν από την πλευράς της με την ένορκη κατάθεσή της (βλ. πρακτικά ανωτέρω απόφασης) τους ανωτέρω ισχυρισμούς των τελευταίων σχετικά με την κυριότητα του επιδίκου και τις πράξεις νομής επ' αυτού του δικαιοπαρόχου τους Κ1, πεθερού της, η μαρτυρία της όμως αυτή στερείται αξιοπιστίας, λαμβανομένης υπόψη της συγγένειας της με τους κατηγορούμενους, αλλά και του ότι δεν αναφέρει συγκεκριμένα πρόσωπα κτηνοτρόφων που στο παρελθόν μίσθωναν από τον πεθερό της το επίδικο, μέχρι και τη μεταβίβαση του με γονική παροχή το έτος 1997 στα ανωτέρω τέκνα του, ενώ το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι αναφέρουν μίσθωση του αγρού μετά το έτος 1999 δεν ενισχύει τους ισχυρισμούς τους, λόγω της χρονικής εγγύτητας με την έναρξη της αντιδικίας τους με τους εγκαλούντες. Επίσης, η ανωτέρω μάρτυρας, ενώ καταθέτει ότι περί το έτος 1982 ο Κ1 αναζήτησε αγοραστές για τον όλο αγρό, οι οποίοι (ενδιαφερόμενοι αγοραστές), όμως, προσέφεραν μικρό τίμημα και γι' αυτό δεν επιτεύχθηκε τελικά συμφωνία, δεν αναφέρει συγκεκριμένα ονόματα υποψηφίων αγοραστών και γ) το με αριθμό .../... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Γρεβενών Αθανασίου Σιούλη και αφορά αγοραπωλησία αγρού μεταξύ τρίτων στην ίδια περιοχή, το οποίο εμφανίζει ως νότιο όριο του μεταβιβαζόμενου αγρού τον Κ1, καθώς και οι από 02.11.1981 και 10.01.1982 ιδιωτικές επιστολές του Ρ προς τον τελευταίο, που προσκομίζουν οι κατηγορούμενοι, δε μπορούν να άγουν σε ασφαλή κρίση, καθόσον δεν αναφέρουν τα ακριβή όρια του αγρού του Κ1 στην ίδια περιοχή με το επίδικο. Επίσης, η κατηγορία δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, α) οι κατηγορούμενοι εκμίσθωναν τον αγρό των 15.467,00 τ.μ. σε τρίτους καλλιεργητές κατά τα έτη 1999-2001 ούτε και από το ότι οι καλλιέργειες στο συγκεκριμένο αγρό του μισθωτή τους Σ ελέγχθηκαν κατά το έτος 2000 από την αρμόδια επιτροπή ελέγχου γεωργικής εκμετάλλευσης (βλ. σχετικά έγγραφα που προσκομίζουν οι 7ος έως και 11ος των κατηγορουμένων)* β) δήλωναν στο έντυπο Ε9 των φορολογικών τους δηλώσεων το συγκεκριμένο αγρό (βλ. σχετικό έγγραφο που αφορά το Κ4), γ) αξίωσαν με την από 02.12.2002 αγωγή τους κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Γρεβενών, που άσκησαν ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Κοζάνης, αποζημίωση για ζημίες που υπέστησαν στην ιδιοκτησία τους από τη διαπλάτυνση της επαρχιακής οδού που διέρχεται από το σημείο, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 365/2003 απόφαση που απέρριψε την αγωγή, καθόσον όλα τα ανωτέρω αναφέρονται ομοίως σε πρόσφατο χρόνο και δεν προσπορίζουν κυριότητα. Σε αντίθετη δε κρίση του Συμβουλίου δε μπορούν να οδηγήσουν οι ένορκες βεβαιώσεις και οι υπεύθυνες δηλώσεις τρίτων, καθώς και τα πιστοποιητικά κυριότητας της Κοινότητας ..., που προσκομίζουν οι 7ος έως και 11ος των κατηγορουμένων, εκ των οποίων τα τελευταία θα πρέπει να σημειωθεί ότι συνιστούν βεβαιώσεις τρίτων που έχουν εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο, αφού δεν αφορούν την προσωπική ή οικογενειακή κατάσταση (βλ. σχετ. ΑΠ 1408/2001 ΕλλΔνη 43.1646 και Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, άρθρο 438, αριθμ. 24). Τέλος, ενισχυτικό της κατηγορίας σε βάρος των 1ου, 7ου έως και 11ου των κατηγορουμένων, είναι και το γεγονός ότι με τις από 18.01.2006 ένορκες καταθέσεις τους ενώπιον του Ανακριτή Γρεβενών οι Κ3 και Τ, καταγόμενοι από το ..., αναφέρουν ότι ο 1ος κατηγορούμενος κατέθεσε ψευδώς ως μάρτυρας ότι τα ακίνητα (αγροί) στην περιοχή του ... των Τ και του αδελφού του Τ1, εκτάσεως 5 και 6 στρεμμάτων, αντίστοιχα, ανήκαν στα αδέλφια Κ, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να συντάξουν συμβόλαια με τα οποία αποκτούσαν την κυριότητα των ακινήτων αυτών. Μάλιστα, ο Κ3 καταθέτει ότι ο 1ος κατηγορούμενος σκοπό είχε να πουλήσει σε ενδιαφερόμενο αγοραστή από τη ... ενιαία έκταση 100 στρεμμάτων για τη δημιουργία αθλητικού κέντρου στην περιοχή και για το λόγο αυτό προέβαινε σε αγοραπωλησίες διαφόρων ακινήτων που ανήκαν σε τρίτους ώστε να καλύψει την έκταση που τον ενδιέφερε να πουλήσει. Αναφέρει επίσης ότι είχε συνεργάτες τα παιδιά του Κ1. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι, ως προς όλες τις κατηγορίες που αποδίδονται στον εκκαλούντα κατηγορούμενο, ενισχυτικό στοιχείο αποτελεί και το γεγονός ότι στις ορεινές περιοχές των ... όπως είναι και το ..., αλλά και στην υπόλοιπη ορεινή ηπειρωτική Ελλάδα, δεν είναι σύνηθες το φαινόμενο της ύπαρξης από το παρελθόν ενιαίων αγροτεμαχίων μεγάλης έκτασης (15-16 στρέμματα όπως εν προκειμένω ισχυρίζονται οι ανωτέρω κατηγορούμενοι), καθόσον αυτό δεν ήταν εφικτό λόγω κυρίως της μορφολογίας του εδάφους (συνεχής εναλλαγή της γεωμορφολογίας, λόφοι, ρέματα, βουνά, μικροί ποταμοί ανάμεσα σε ορεινούς όγκους κλπ) και των ελλιπών τεχνικών μέσων, σε αντίθεση με τις πεδινές περιοχές της υπόλοιπης χώρας, όπου η επίπεδη και σε ενιαία μορφή διαμόρφωση του εδάφους ευνόησε την ανάπτυξη μεγάλων ενιαίων ιδιοκτησιών γης (πχ τσιφλίκια θεσσαλικού κάμπου), ακόμη και σε εποχές που δεν υπήρχαν ανάλογα τεχνικά μέσα με τα σημερινά. Ο εκκαλών με το απολογητικό του υπόμνημα και την απολογία του ισχυρίζεται ότι η αντιδικία προκλήθηκε από τους εγκαλούντες από προσωπικούς λόγους αντιζηλίας και φθόνου προς αυτόν, λόγω της καλής οικονομικής κατάστασης του και της θέσης του. Η εξήγηση αυτή, ενόψει των ανωτέρω περιστατικών και της συνολικής αντιδικίας που προκλήθηκε, δεν κρίνεται πειστική, καθόσον δεν είναι λογικό τόσο μεγάλος αριθμός διαφορετικών ατόμων να συνασπίζονται εναντίον ενός μόνο από λόγους προσωπικής αντιπάθειας και φθόνου. Τέλος, το γεγονός ότι με τη με αριθμό πρωτ. .../ΔΑΣ-8381/11.09.2002 Πράξη Χαρακτηρισμού του Διευθυντή Δασών Ν. Γρεβενών, μετά από αίτηση του Υ, κατοίκου ..., υποψήφιου αγοραστή ευρύτερης έκτασης στην περιοχή του ... (βλ. ειδ. την ένορκη κατάθεση του εγκαλούντος Ψ1) με τη μεσολάβηση του 1ου κατηγορούμενου, χαρακτηρίσθηκε τμήμα γης, συνολικής εκτάσεως 95.697,75 τ.μ., ως γεωργική έκταση (θέσεις ... ή ... και ...), που στο συνημμένο σ' αυτή τοπογραφικό διάγραμμα περιλαμβάνει τις φερόμενες ως ιδιοκτησίες μεταξύ άλλων και των κατηγορουμένων, δε συνιστά ενισχυτικό των ισχυρισμών τους στοιχείο, καθόσον οι πράξεις χαρακτηρισμού δεν προσπορίζουν κυριότητα, η συγκεκριμένη, δε, εκδόθηκε με αίτηση του ανωτέρω υποψηφίου αγοραστή, ο οποίος τελικά, μετά την αντίδραση των εγκαλούντων, υπαναχώρησε από την αγορά της έκτασης. Εξάλλου, ματαίωση της πώλησης αυτής στο Υ συνομολογεί και ο εκκαλών στο απολογητικό του υπόμνημα προς τον Ανακριτή Γρεβενών, χωρίς όμως να δίνει επαρκείς εξηγήσεις για ποιο λόγο τελικά αυτή (ματαίωση) επήλθε. Τέλος, σε αντίθετη κρίση αναφορικά με τις προπεριγραφόμενες πράξεις που αποδίδονται στον εκκαλούντα, δε μπορούν να οδηγήσουν οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεώς του ενώπιον του ανακριτή Γρεβενών, καθόσον αυτές είναι γενικόλογες, με αναφορές κυρίως στο χαρακτήρα του και τον πρότερο βίο του. Ακόμη ο ισχυρισμός του εκκαλούντα ότι η αξία των επίμαχων ακινήτων δεν ανέρχεται στο ποσό που ισχυρίζονται οι εγκαλούντες αλλά είναι σαφώς μικρότερο, μη υπερβαίνον το ποσό των 15.000€, προβάλλεται αορίστως και δεν αποδεικνύεται από κανένα από τα προσκομιζόμενα από τον ίδιο στοιχεία και ειδικότερα από τα προσκομιζόμενα συμβόλαια αγοραπωλησιών, τα οποία αναφέρουν ως τίμημα το ποσό της αντικειμενικής αξίας των εν λόγω ακινήτων, ενώ είναι παγκοίνως γνωστό και αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας (ΚΠολΔ 336 § 4) ότι οι εμπορικές αξίες των ακινήτων είναι πολλαπλάσιες των αντικειμενικών. Ενισχυτικό της απόψεως αυτής αποτελεί το γεγονός ότι στο υπ' αριθ. .../... συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Γρεβενών Ανθής Βαγενά, συνομολογείται ποινική ρήτρα ανερχόμενη στο ποσό των 70.000€, ενώ το τίμημα της εν λόγω αγοραπωλησίας ορίζεται στο ποσό των 3.270€. Ακόμη, σχετικά με τους ισχυρισμούς των παθόντων Ψ6, Ψ5, Ψ14 και Ψ15, ότι δεν υπήρξαν θύματα της απατηλής συμπεριφοράς του εκκαλούντος, θα πρέπει να θεωρηθούν ως μη ανταποκρινόμενοι στην πραγματικότητα, δεδομένου ότι τυχόν καταδίκη του εκκαλούντος για τις αποδιδόμενες σε βάρος του κατηγορίες, είναι προφανές ότι θα επηρεάσει δραματικά το κύρος και την ισχύ των συμβολαίων αγοράς που αυτοί συνήψαν με τον εκκαλούντα, θα αποτελέσει δε πρόκριμα στην υφιστάμενη αστική δικαστική διένεξη μεταξύ του εκκαλούντος και των πραγματικών κυρίων των επίμαχων ακινήτων. Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα, έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος- κατηγορούμενου και απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή του, που άσκησε κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για κακουργήματα) Δυτικής Μακεδονίας, προκειμένου να δικαστεί, ως υπαίτιος α) απάτης τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, σε βαθμό κακουργήματος, από την οποία το συνολικό όφελος που επιδίωξε και αντίστοιχα η συνολική περιουσιακή ζημία που προξένησε, υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ και β) της ψευδορκίας μάρτυρα. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, επίσης δε τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98, 224 παρ.2, 386 παρ.1 και 3α του ΠΚ, όπως η παρ.3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, τις οποίες σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις.
Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (άρθρο 484 παρ.1 περ. β και δ του Κ.Π.Δ), είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Ειδικότερα, εκτίθεται στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με πληρότητα και σαφήνεια, και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, ότι το Συμβούλιο Εφετών, εκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω, και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντα: α) η εξ ολοκλήρου αναφορά του προσβαλλομένου βουλεύματος στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δεν αποτελεί ελλιπή αιτιολογία, σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν, αφού η εισαγγελική αυτή πρόταση, περιέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση πλήρη και απολύτως εμπεριστατωμένη αιτιολογία. β) Το Συμβούλιο μνημονεύει στο προσβαλλόμενο βούλευμά του κατά κατηγορίες (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες) όλα τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στην παραπεμπτική για τον αναιρεσείοντα κρίση του και δεν ήταν απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας του, να αναφέρει ποιά παραδοχή προκύπτει από το καθένα χωριστά, ούτε ήταν αναγκαία η αξιολόγηση και αναφορά κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, καθώς και η συσχέτιση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Επομένως το Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη του μόνο τις καταθέσεις των μηνυτών, ούτε έδωσε σ'αυτές μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, γ) όλοι οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο αναιρεσείων με το απολογητικό του υπόμνημα, καθώς και με την έκθεση εφέσεώς του δεν ήταν αυτοτελείς, κατά την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια, αλλά απλοί υπερασπιστικοί και αρνητικοί της κατηγορίας και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση το Συμβούλιο να απαντήσει σ'αυτούς και μάλιστα αιτιολογημένα. Πάντως το Συμβούλιο Εφετών απέκρουσε με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες όλους τους ανωτέρω αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα. δ) Πλήρως αιτιολογείται η κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος της απάτης από τον κατηγορούμενο, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, το εν λόγω έγκλημα τελέσθηκε κατ'εξακολούθηση, παραδοχή, η οποία από μόνη της οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υφίσταται επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής και επομένως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, καθώς και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Ανεξάρτητα όμως από αυτά, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, η συνολική ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, γεγονός που από μόνο του προσδίδει στην πράξη του αναιρεσείοντα κακουργηματικό χαρακτήρα. ε) Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, που προβάλλονται στα πλαίσια των παραπάνω λόγων αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, με τις οποίες επιχειρείται η αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 60 ΚΠΔ, το ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα ζητήματα αστικής φύσεως που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της δίκης. Η ποινική δίωξη αναστέλλεται όταν, σύμφωνα με το νόμο, χρειάζεται να προηγηθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 61 του ίδιου Κώδικα, όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο ή το συμβούλιο έχει την εξουσία να εξετάσει παρεμπιπτόντως κάθε ζήτημα που έχει σχέση με την ποινική δίκη, ακόμη και όταν υπάγεται στα πολιτικά δικαστήρια, αρκεί μόνο να μην είναι από εκείνα, για τα οποία ο νόμος, προκειμένου να χωρήσει η ποινική δίωξη, απαιτεί υποχρεωτικά να έχει αποφανθεί προηγουμένως το πολιτικό δικαστήριο. Τούτο ισχύει μόνο για ζητήματα που αναφέρονται στα άρθρα 329, 339 παρ. 3 και 355 ΠΚ. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να ανασταλεί η ποινική δίωξη και αν δεν διαταχθεί αναστολή, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1γ' ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων τόσο με το απολογητικό υπόμνημά του όσο και με το δικόγραφο της εφέσεως ζήτησε την αναστολή της εναντίον του ποινικής διαδικασίας μέχρι εκδόσεως αμετακλήτων αποφάσεων των αρμοδίων πολιτικών δικαστηρίων, στα οποία εκκρεμούν δίκες μεταξύ αυτού και των εγκαλούντων Ψ4, Ψ1, Ψ12 και Ψ2. Οι ανωτέρω όμως πολιτικές δίκες δεν αφορούν ζητήματα που αναφέρονται στα άρθρα 329, 339 παρ. 3 και 355 ΠΚ. Πάντως το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε εκ του πράγματος το αίτημα αυτό του αναιρεσείοντα, αφού, σύμφωνα με τις αιτιολογημένες παραδοχές του, από τις υπάρχουσες αποδείξεις προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής, ικανές για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Όλα δε αυτά ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το εν λόγω αίτημα του αναιρεσείοντα ......................................
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 ΚΠΔ αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετακλήτως ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν έχει δοθεί σ'αυτήν διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που συνεπάγεται την κήρυξη της νέας ποινικής διώξεως κατά του αυτού κατηγορουμένου ως απαράδεκτης, πρέπει να συντρέχουν, α) αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα, που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μία αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου (κατηγορουμένου) και γ) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτήν. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η παραβίαση του δεδικασμένου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. γ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υφίσταται όταν ο αμετακλήτως καταδικασθείς ή αθωωθείς παραπέμπεται να δικασθεί για την ίδια ακριβώς πράξη και όχι για άλλη συρρέουσα. Κατά συνέπεια δεν παραβιάζεται το δεδικασμένο όταν το Δικαστήριο (ή το Συμβούλιο) εκτιμά ελευθέρως και περιστατικά αμετακλήτως κριθέντα με προηγούμενη απόφαση ή βούλευμα, εφόσον αυτά δεν ταυτίζονται κατ'αντικείμενο προς την κρινόμενη πράξη, που είναι αυτοτελής και συρρέει πραγματικά με την ήδη κριθείσα (ΑΠ 1411/2007). Περαιτέρω η Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών που απορρίπτει, σύμφωνα με το άρθρο 47 ΚΠΔ, την έγκληση ως νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη, δεν αποτελεί αθωωτική απόφαση ή απαλλακτικό βούλευμα, κατά την ανωτέρω έννοια, ώστε από την ύπαρξη αυτής να δημιουργείται δεδικασμένο. Η εν λόγω απορριπτική της εγκλήσεως Διάταξη παράγει μόνο προσωρινό δεδικασμένο και για τον λόγο αυτό ο Εισαγγελέας που την εξέδωσε δεν εμποδίζεται να επανέλθει, αν προκύψουν νέα στοιχεία, ικανά για να τον οδηγήσουν σε αντίθετη κρίση.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον συναφή λόγο αναιρέσεως παραπονείται ότι, αναφορικά με την μερικότερη πράξη της απόπειρας απάτης σε βάρος των εγκαλούντων Ψ10 και Χ1, το προσβαλλόμενο βούλευμα παραβίασε το δεδικασμένο, διότι οι εγκαλούντες αυτοί υπέβαλαν εναντίον του την υπ'αριθ. ΒΜ 1082/2004 έγκλησή τους, η οποία απορρίφθηκε με την ήδη αμετάκλητη υπ'αριθ. 27/2004 Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Γρεβενών. Σύμφωνα όμως με τα όσα προαναφέρθηκαν, από την απορριπτική αυτή Διάταξη δεν δημιουργείται δεδικασμένο, αφού αυτή (Διάταξη) δεν αποτελεί απόφαση ή βούλευμα. Ανεξάρτητα, όμως, από αυτά, από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της εν λόγω Διατάξεως, προκύπτει ότι με αυτήν απορρίφθηκε η ανωτέρω έγκληση των εγκαλούντων Ψ10 και Χ1 για την αξιόποινη πράξη της αυτοδικίας και όχι για την αληθώς συρρέουσα πράξη της απόπειρας απάτης, για την οποία πραγματεύεται το προσβαλλόμενο βούλευμα. Επομένως ο συναφής αυτός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ το τέλος της κυρίας ανακρίσεως κηρύσσεται από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών. Για τον σκοπό αυτό τα έγγραφα διαβιβάζονται αμέσως μετά την τελευταία ανακριτική πράξη στον Εισαγγελέα, ο οποίος, αν κρίνει ότι δεν χρειάζεται να τα επιστρέψει στον ανακριτή για να συμπληρωθεί η ανάκριση, υποβάλλει το συντομότερο πρόταση στο Συμβούλιο για να παύσει οριστικά ή προσωρινά η δίωξη ή για να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο ή για να μην απαγγελθεί κατηγορία εναντίον του. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 314 του ίδιου ΚΠΔ αν η υπόθεση παραπεμφθεί στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, τα έγγραφα αποστέλλονται στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο δημόσιο κατήγορο ή στον Πταισματοδίκη και με την φροντίδα του επιδίδεται το βούλευμα στους διαδίκους. Αν το βούλευμα γίνει αμετάκλητο ο κατηγορούμενος καλείται στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 321. Όμως, ούτε από τις διατάξεις αυτές, ούτε από κάποια άλλη διάταξη προβλέπεται και μάλιστα με ποινή ακυρότητας (απόλυτης ή σχετικής) υποχρέωση του ανακριτή ή του Δικαστικού Συμβουλίου να καταρτίζουν πίνακα των εγγράφων της δικογραφίας, στον οποίο να αναγράφονται αναλυτικά και ονομαστικά τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και εκείνα που έχει προσκομίσει και καταθέσει ο κατηγορούμενος. 'Αλλωστε, με την μη αναφορά των εγγράφων αυτών, δεν παραβιάζεται κανένα δικαίωμα από τα διαλαμβανόμενα στη διάταξη των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 ΚΠΔ, και κυρίως τα αναφερόμενα στην εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπισή του, καθώς και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο συναφής λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 245, 308 παρ. 1, 309 παρ. 1 εδ. δ', 312, 316 παρ. 2, 318 και 319 ΚΠΔ προκύπτει ότι η ανάγκη ή μη συμπληρώσεως της ανακρίσεως (ή προανακρίσεως) και η διάταξη περαιτέρω ανακρίσεως ή προανακρίσεως, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου, η οποία δεν υπόκειται κατά τούτο στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Σε περίπτωση όμως απορρίψεως αιτήματος, που έχει υποβληθεί από τον Εισαγγελέα ή τους διαδίκους, για τη διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως ή προανακρίσεως, προκειμένου να διεξαχθούν συγκεκριμένες ανακριτικές ενέργειες σε σχέση με συγκεκριμένο ζήτημα της κατηγορίας, όπως εξέταση μαρτύρων ή προσκόμιση εγγράφων, το Συμβούλιο οφείλει να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση ειδικώς και εμπεριστατωμένως. Η αιτιολογία πάντως αυτή για την απόρριψη, έστω και σιωπηρώς, του αιτήματος που υποβάλλει ο κατηγορούμενος για περαιτέρω ανάκριση ή προανάκριση, θεωρείται ότι υπάρχει στην περίπτωση που το Συμβούλιο αποφαίνεται οριστικά επί της ουσίας και αιτιολογείται η ύπαρξη σοβαρών και επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που με πληρότητα, παραθέτει και εκτιμά το Συμβούλιο. Κατ'ακολουθίαν, ο συναφής λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση ότι το Συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, απέρριψε σιωπηρώς και αναιτιολογήτως το αίτημα του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου για διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως, προκειμένου να επισυναφθούν, ληφθούν υπόψη και αξιολογηθούν αντίγραφα του εντύπου Ε9 των φορολογικών δηλώσεων των εγκαλούντων, οικονομικού έτους 1997, καθώς και να κληθούν και να καταθέσουν οι μάρτυρες Ψ1, Φ και Ω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Συμβούλιο με την εκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων που παραθέτει, πλήρως αιτιολογεί την κρίση του για την συνδρομή σοβαρών και επαρκών ενδείξεων ενοχής του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου και την παραπομπή αυτού στο ακροατήριο για τις πράξεις που του αποδίδονται και ως εκ τούτου είναι αιτιολογημένη η σιωπηρή απόρριψη του ως άνω αιτήματος.
Μετά από αυτά, και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, που να δικαιολογεί την αναίρεση του προσβαλλομένου βουλεύματος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 1/24-1-2008 αίτηση του Χ1, κατοίκου ... για αναίρεση του υπ' αριθμό 2/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, και
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ( 220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1616/2008 - σελ. 212
|
Απάτη τετελεσμένη και σε απόπειρα, κατ’ εξακολούθηση, από δράστη που διαπράττει κατ’ επάγγελμα και συνήθεια. Ψευδορκία. Αναίρεση βουλεύματος με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογία. Απορρίπτει αιτιάσεις: α΄) για επιλεκτική χρήση των αποδεικτικών μέσων, β΄) ότι το Συμβούλιο έκανε καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, γ΄) αιτιολογείται πλήρως η επιβαρυντική περίσταση του κατ’ επάγγελμα και συνήθεια, δ΄) δεν συντρέχει λόγος αναστολής κατ’ άρθρο 60 του ΚΠΔ, ούτε εφαρμογής του άρθρου 57 του ίδιου Κώδικα, ούτε και διενέργειας περαιτέρω ανακρίσεως. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Εισαγγελική Πρόταση.
| 0
|
Αριθμός 1617/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 57/01.04.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασιλείου Λυκούδη και Νικολάου Ζαΐρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Χ1 και 2) Χ2, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1669/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Νοεμβρίου 2007 αίτησή τους, αντίστοιχα, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1993/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 112/27.02.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 §§ 1 και 4, 138 §2β, 485 §1 Κ.Π.Δ., την υπ' αρ. 281/26-11-07 και 282/26-11-07 (ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών) αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ2 2) Χ1 κατά του υπ' αρ. 1669/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αρ. 236/2007 βούλευμά του παρέπεμψε τους κατηγορούμενους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών όπως δικασθούν ως υπαίτιοι των πράξεων της αρπαγής από κοινού κατά συρροή, υπεξαγωγής εγγράφων κατά συρροή από κοινού, παράνομης κατοχής όπλων και πυρομαχικών από κοινού και επιπλέον ο 1ος για προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας (αρ. 1, 14, 26 §1α, 27 §1, 45, 94 §1, 222, 322β, 337 §1 Π.Κ. και αρ. 1 §1δ, 2δ, 7 §1 και 89 Ν.2168/93).
Μετά από εφέσεις που άσκησαν οι κατηγορούμενοι κατά του άνω βουλεύματος, εκδόθηκε το ως άνω 1669/07 προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απερρίφθησαν κατ' ουσίαν οι κριθείσες εφέσεις τους και επεκυρώθη το εκκληθέν. Το άνω βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών επεδόθη δια θυροκολλήσεως εις τους κατηγορουμένους την 15-11-2007 (βλ. αποδεικτικά δικ. Επιμ. Β.Λεοναρδοπούλου) ενώ είχε προεπιδοθεί με θυροκόλληση στην πληρεξουσία δικηγόρο τους την 5-11-2007 (βλ. σχ. αποδεικτικά δικ. Επιμ. Σ.Μουζακίτη), οι δε αναιρέσεις ασκήθηκαν την 26η-11-07 ημέρα Δευτέρα και ως εκ τούτου είναι εμπρόθεσμες και νομότυπες (αρ. 473 §1, 474 §1 Κ.Π.Δ.) και παραδεκτές αφού η πρώτη πράξη που τους αποδίδεται (αρπαγή κατά συρροή από κοινού) είναι κακούργημα (αρ. 482 §1α Κ.Π.Δ.) και παραδεκτώς συμπροσβάλλονται και οι λοιπές πράξεις, επίσης περιέχεται συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως (αρ. 474 §2 Κ.Π.Δ.).
Προσβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επειδή γίνεται αναφορά του συμβουλίου στην εισαγγελική πρόταση, η εισήγηση περιέχει στοιχεία που δεν προέκυψαν από την ανάκριση, είναι άκυρη η κατάθεση της φερομένης ως παθούσας στο Α.Τ. διότι κατέθεσε χωρίς σύμπραξη διερμηνέα, η εισαγγελική πρόταση θεωρεί τον ισχυρισμό του αβάσιμο και ότι δεν τεκμηριώνεται σε κανένα στοιχείο της δικογραφίας. Όλα όσα έγιναν σε βάρος τους αποτελούν μεθοδεύσεις συγκεκριμένου αστυνομικού. II) Στο παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει η από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου προσώπου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, χωρίς ν' απαιτείται ν' αναφέρεται το περιεχόμενο κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προκύπτει απ' αυτό και να προσδιορίζονται οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (Α.Π. 1303/2002 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΓ/496, Α.Π. 1425/2002 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΓ/510). Η αιτιολογία επιτρεπτώς γίνεται με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, καλύπτει δε η αναφορά αυτή και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή (Α.Π. 861/2004 Π.Χρ. ΝΕ/2005 σελ. 408).
III) Κατά την διάταξη του άρθρου 322 Π.Κ.: "Όποιος με απάτη ή βία, ή με την απειλή βίας συλλαμβάνει, απάγει ή παράνομα κατακρατεί κάποιον έτσι ώστε να αποστερεί το συλλαμβανόμενο από την προστασία της πολιτείας και ιδίως όποιος περιάγει κάποιον σε ομηρία ή σε άλλη παρόμοια κατάσταση στερήσεως της ελευθερίας τιμωρείται με κάθειρξη. Αν η πράξη έγινε με σκοπό να εξαναγκαστεί ο παθών ή κάποιος άλλος σε πράξη παράλειψης ή ανοχής για την οποία δεν υπάρχει υποχρέωσή του, τιμωρείται: α) με ισόβια κάθειρξη αν ο εξαναγκασμός στρέφεται εναντίον των σωμάτων ή των προσώπων του αρ. 157 §1 β) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών σε κάθε άλλη περίπτωση." Η διάταξη αυτή έχει ως σκοπό την προστασία του ατόμου από την αυθαίρετη στέρηση της ελευθερίας και την αδυναμία παροχής βοήθειας εκ μέρους των οργάνων της πολιτείας και κυρίως των αστυνομικών αρχών, στις οποίες έχει ανατεθεί η διαφύλαξη και προστασία των πολιτών, χάριν της απρόσκοπτης λειτουργίας των κοινωνικών θεσμών και επίτευξη των σκοπών της πολιτείας (Α.Π. 112/98 Π.Χρ. ΜΗ/764).
Για την αντικειμενική υπόσταση απαιτείται εναλλακτικά η άσκηση απάτης, ή βίας, ή απειλή βίας. Απάτη νοείται η συμπεριφορά του δράστη που συγκροτείται από ψευδείς παραστάσεις και υποσχέσεις, παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών (Α.Π. 112/98) ώστε να επιτύχει η σύλληψη, απαγωγή ή παράνομη κατακράτηση του παθόντος, αρκεί δε και η εκμετάλλευση της ήδη υπάρχουσας πλάνης του θέματος. Σωματική βία είναι συνήθως η άμεση άσκηση φυσικής δυνάμεως προς άρση μιας πραγματικής ή τεκμαιρομένης αντιστάσεως.
Η βία εδώ νοείται τόσο ως vis absoluta όσο και ως vis compulsiva. Στην πρώτη περίπτωση νοείται ο άμεσος καταναγκασμός μιας συμπεριφοράς, όπου καθίσταται εντελώς αδύνατος είτε ο σχηματισμός της βουλήσεως είτε η πραγματοποίηση της υπάρχουσας βουλήσεως με τον παραμερισμό των εξωτερικών της προϋποθέσεων, στην δεύτερη περίπτωση νοείται ο εξαναγκασμός όχι με τον εξωτερικό αποκλεισμό εναλλακτικών δυνητικών συμπεριφορών, αλλά με την επιβολή στο θύμα ορισμένης συμπεριφοράς μέσω απειλουμένου παρόντος κακού. Σωματική βία θεωρείται ότι είναι και το κλείδωμα σε κάποιο χώρο. Απειλή είναι μία ρητή ή σιωπηρή παράσταση ενός κακού, του οποίου η επέλευση εξαρτάται από το αν ο απειλούμενος δεν θα υποκύψει στην θέληση του απειλούντος, θα πρέπει η πραγματοποίηση του απειλούμενου κακού να εμφανίζεται ότι υπόκειται στην εξουσία του απειλούντος. Δεν έχει δε σημασία αν ο απειλών έχει πραγματική πρόθεση πραγματοποιήσεως του απειλουμένου κακού, αρκεί η απειλή αντικειμενικά να φαίνεται σοβαρή, δηλ. τουλάχιστον να είναι ικανή να προκαλέσει έστω και αμφιβολίες στον απειλούμενο για την πραγματοποίησή της.
Ενώ απαγωγή νοείται η απομάκρυνση του προσώπου, παρά την θέλησή του από τον συνήθη τόπο διαμονής του ή την επαγγελματική του εγκατάσταση και η θέση του υπό την εξουσία του παρακρατούντος, και κατακράτηση ή παρεμπόδιση κάποιου να απομακρυνθεί αυτοβούλως από το σημείο όπου κρατείται.
Αποστέρηση από την προστασία της Πολιτείας είναι η περιαγωγή κάποιου σε κατάσταση, συνεπεία της οποίας επέρχεται στέρηση της ελευθερίας με την έννοια της ακούσιας υποταγής στην φυσική εξουσία άλλου. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος αρκεί δε και ενδεχόμενος και πρέπει να καταλαμβάνει τόσο την σύλληψη, όσο και την αποστέρηση του συλληφθέντος από την προστασία της Πολιτείας (Τούσση - Γεωργίου Ερμ. Π.Κ. υπ' αρ. 322 παρ. 8,9). Η βασική μορφή του εγκλήματος της αρπαγής στοιχειοθετείται όταν ο δράστης απάγει, ή συλλαμβάνει ή κατακρατεί κάποιον υπό τέτοιες συνθήκες ώστε το παθητικό υποκείμενο να στερείται της προστασίας της Πολιτείας ή όταν περιάγει κάποιον σε ομηρία ή άλλη παρόμοια (με την ομηρία) στέρηση της ελευθερίας του και η μία εκ των διακεκριμένων μορφών (στοιχ. β) στοιχειοθετείται αν έγινε με σκοπό να εξαναγκασθεί ο παθών ή κάποιος άλλος σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για την οποία δεν υπάρχει υποχρέωσή του.
Κατά το άρ. 222 Π.Κ. "όποιος με σκοπό να βλάψει άλλον, αποκρύπτει, βλάπτει ή καταστρέφει έγγραφο του οποίου δεν είναι κύριος ή δεν είναι αποκλειστικά κύριος ή που άλλος έχει δικαίωμα κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, να ζητήσει την παράδοση ή την επίδειξή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι α) έγγραφο του οποίου ο δράστης δεν είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος (Α.Π. 527/2000 Π.Χρ. Ν/982) ή που κάποιος άλλος έχει το δικαίωμα κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου να ζητήσει την παράδοση ή την επίδειξη. Το έγγραφο νοείται κατ' αρχήν κατά το αρ. 13γ, η κυριότητα ή αποκλειστική κυριότητα επί του εγγράφου κρίνεται κατά τις διατάξεις του Α.Κ. β) υποκείμενο του εγκλήματος μπορεί να είναι ιδιώτης ή και υπάλληλος, για τα έγγραφα που δεν ήσαν εμπιστευμένα ή προσιτά λόγω της υπηρεσίας του γ) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή δ) υποκειμενικώς απαιτείται δόλος άμεσος (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση) που ενέχει τη γνώση ότι ο δράστης δεν είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου και τη θέληση αποκρύψεως κ.λ.π. τούτου."Κατά την διάταξη του αρ. 337 §1 Π.Κ. "όποιος με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή." Η διάταξη αυτή τιμωρεί τις ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις, δηλ. πράξεις που δεν φθάνουν στο σημείο της τελέσεως ασελγούς πράξεως οπότε θα πρόκειται περί αποπλανήσεως ή βιασμού (Α.Π. 397/97 Ν.Β. 1998/95) και απαιτείται βάναυση προσβολή της αξιοπρέπειας άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής του. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, αρκεί και ενδεχόμενος, που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση να προσβάλλει βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο πεδίο της γενετήσιας ζωής με ασελγείς χειρονομίες ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις.
Κατά την διάταξη του αρ. 7 §§1 και 8α Ν.2168/93 σε συνδ. με αρ. 1 αυτού η παράνομη κατοχή όπλων και πυρομαχικών τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 200.000 δρχ.
Τέλος κατά την διάταξη του αρ. 45 Π.Κ. "Αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης." Με τον όρο από κοινού νοείται ο κοινός δόλος (υποκειμενικό στοιχείο) δηλ. ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συναυτουργοί πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος (Α.Π. 474/2001 Π.Χρ. ΝΒ/53, 692/2000 Π.Χρ. ΝΑ/47). Η σύμπραξη μπορεί να συνίσταται, είτε εις το ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, είτε εις το ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές (Α.Π. 141/2005 Π.Δ/σύνη 2005/641, Α.Π. 1693/2001 Π.Δ/σύνη 2002/322).
IV) Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή αναφορά (Α.Π. 1687/2002 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΓ/698, Συμβ. Α.Π. 336/2002 Π.Χρ. ΝΒ/978) στην ενσωματωθείσα σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, αφού προσδιορίζει κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που συγκεντρώθηκαν από τη κυρία ανάκριση και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, εδέχθη κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, ότι προέκυψαν τα εξής:
Οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, το ζεύγος Χ2 καιΧ1, δημοσίευσαν στην εφημερίδα ".....", την αγγελία με το εξής κείμενο "Οικιακή βοηθός, ζητείται ως εσωτερική ή εξωτερική, με δυνατότητα ταξιδιών στο Λονδίνο, εργασία 4-5 χρόνια, τηλ. ....". Την αγγελία αυτή είδε η 20χρονη αλλοδαπή Γ1 , υπήκοος Μολδαβίας, η οποία χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις είχε εισέλθει και παρέμενε στην Ελλάδα, φιλοξενούμενη για ένα χρονικό διάστημα σε συγγενικά της πρόσωπα στην ....., αναζητώντας εργασία. Τότε η αλλοδαπή αυτή επικοινώνησε με τον ανωτέρω αριθμό τηλεφώνου, που ανήκει στους κατηγορουμένους και στις 28-1-2006, ημέρα Σάββατο, το μεσημέρι, επισκέφθηκε την κατοικία αυτών, συνοδευόμενη από τη θεία της, Γ2 , επίσης Μολδαβή, και το σύζυγο αυτής, Γ3. Εκεί μετά από σχετική συζήτηση συμφωνήθηκε να εργάζεται η αλλοδαπή Γ1 στην οικία των κατηγορουμένων, ως εσωτερική οικιακή βοηθός, με αμοιβή 500 ευρώ το μήνα. Τη Δευτέρα, 30-1-2006, έφθασαν στην οικία των κατηγορουμένων, άλλες δύο αλλοδαπές, η Δ1 από τη Σρι Λάνκα, 29 ετών, και μια άλλη από τη Γεωργία, με μικρό όνομα Δ2, αγνώστων λοιπών στοιχείων ταυτότητας, επίσης χωρίς άδεια παραμονής στην Ελλάδα, προς αναζήτηση εργασίας, και συμφώνησαν να εργαστούν και αυτές, ως εσωτερικές οικιακές βοηθοί. Σε αυτές τις τρεις αλλοδαπές κοπέλες οι κατηγορούμενοι διέθεσαν ως χώρο διαμονής τους τον υπόγειο χώρο της ισόγειας οικίας τους, όπου υπήρχαν, κουζίνα, μπάνιο και δύο κρεβατοκάμαρες, η μια με διπλό κρεβάτι και η άλλη με μονό, όπου όπως διαπιστώθηκε, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής η επικοινωνία με κινητό τηλέφωνο, λόγω αδύνατου ή ανύπαρκτου σήματος. Αυτός ο υπόγειος χώρος με εσωτερική σκάλα επικοινωνούσε με το σαλόνι της κατοικίας των κατηγορουμένων, της οποίας ο προαύλειος χώρος ήταν περιφραγμένος με ψηλά κάγκελα και συρματόπλεγμα και διέθετε εξώπορτα με διπλές κλειδαριές. Μεταξύ δε αυτής της εξώπορτας και του ανωτέρω κτιρίου μεσολαβούσε και δεύτερη πόρτα που και αυτή κλείδωνε, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η έξοδος από το σπίτι αυτό των ανωτέρω τριών αλλοδαπών, χωρίς την άδεια των κατηγορουμένων. Το βράδυ της 30-1-2006, ο πρώτος κατηγορούμενος, φορώντας μόνο το εσώρουχο του, ζήτησε από την Δ2, την κοπέλα από τη Γεωργία, να του κάνει μασάζ, ενώ οι άλλες δυο κοπέλες παρακολουθούσαν, και ο κατηγορούμενος, απευθυνόμενος στη Γ1 της είπε "κοίτα να μάθεις και σύ." Την επόμενη μέρα το βράδυ, ο κατηγορούμενος, φορώντας πάλι μόνο το εσώρουχο του, ζήτησε από τη Γ1 να του κάνει μασάζ στο στήθος και στην συνέχεια της έλεγε ότι επιθυμεί να του κάνει μασάζ πιο κάτω, εννοώντας την περιοχή των γεννητικών οργάνων, και τη ρωτούσε αν αυτή και οι άλλες δύο κοπέλες, έχουν κάνει ποτέ σεξ, ή αν είναι λεσβίες, προσβάλλοντας έτσι την αξιοπρέπεια της στο πεδίο της γενετήσιας ζωής. Η δε δεύτερη κατηγορουμένη, σύζυγος του πρώτου και κατά πολύ νεώτερη του, επίσης Μολδαβή, παρακολουθούσε την κατάσταση αυτή, έχοντας παροτρύνει την Γ1 να κάνουν ότι τους λέει ο σύζυγος της. Η Γ1, ανησυχώντας από τη συμπεριφορά αυτή των κατηγορουμένων, τους εξέφρασε την επιθυμία της να φύγει από το σπίτι τους. Οι κατηγορούμενοι όμως αρνήθηκαν να ικανοποιήσουν την επιθυμία της και μάλιστα ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ2, της είπε ότι αν επιμένει θα καλέσει την αστυνομία, για να τη στείλει πίσω στη χώρα της, αφού αυτή βρίσκεται παράνομα στην Ελλάδα, ότι θα την πάει να δουλέψει σε μπαρ, όπου θα κάνει στριπτίζ, ότι θα τη στείλει στην Αγγλία να δουλέψει, χωρίς να προσδιορίζει το είδος της εργασίας και έτσι δεν της επέτρεψε να φύγει. Με τον ίδιο τρόπο άσκησης ψυχολογικής βίας οι κατηγορούμενοι αντιμετώπισαν και την επιθυμία φυγής και των ανωτέρω δύο άλλων αλλοδαπών γυναικών. Σε αυτή την παράνομη συμπεριφορά των κατηγορουμένων οι ως άνω τρεις αλλοδαπές κοπέλες, αφού συνειδητοποίησαν ότι βρισκόντουσαν σε κατάσταση ομηρίας έχοντας αποκοπεί από τον "έξω κόσμο", αναζητούσαν τρόπο επικοινωνίας με δικούς τους ανθρώπους. Έτσι η Γ1, σε κάποια στιγμή, χωρίς να γίνει αντιληπτή από τους κατηγορουμένους, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τους συγγενείς της στην ...., λέγοντας τους ότι "βλέπει περίεργα τα πράγματα" και ότι θέλει να φύγει από το σπίτι αυτό. Ο θείος της, Γ3, ανησυχώντας για την ασφάλειά της, επικοινώνησε αμέσως με τον πρώτο κατηγορούμενο, λέγοντας του ότι θα πάει να πάρει την ανηψιά του, Γ1, διότι δήθεν βρήκαν άλλη δουλειά γι' αυτή, στην ..... Τότε ο πρώτος κατηγορούμενος αρνήθηκε και, στην επιμονή του Γ3 να φύγει η ανωτέρω ανηψιά του, είπε σ' αυτόν ότι αν δεν παραμείνει η κοπέλα στο σπίτι του, τότε θα καλέσει αυτός την αστυνομία να τη συλλάβει και να την απελάσει. Επίσης και η άλλη αλλοδαπή κοπέλα από την Σρι Λάνκα, η Δ1, ανησυχώντας κι αυτή από τη συμπεριφορά των κατηγορουμένων, εργοδοτών της, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τη μητέρα της και της είπε, ότι επιθυμεί να φύγει από την οικία των κατηγορουμένων, διότι δεν την θέλουν για οικιακές εργασίες αλλά για άλλα πράγματα. Αυτή μάλιστα το πρωί της 1-2-2006, χωρίς να την αντιληφθούν οι κατηγορούμενοι, βρήκε την ευκαιρία και εγκατέλειψε την ανωτέρω οικία αυτών. Ακολούθως, το μεσημέρι της ίδιας μέρας, με τον ίδιο τρόπο, εγκατέλειψαν την οικία αυτή και η κοπέλα από την Γεωργία και η Γ1. Όλες δε οι κοπέλες έφυγαν, εσπευσμένα, χωρίς να λάβουν την αμοιβή για την εργασία τους, ενώ οι κατηγορούμενοι, δεν μπορούσαν πλέον να τις εμποδίσουν με πρόσθετα μέτρα, φοβούμενοι καταγγελία σε βάρος τους, αφού είχαν ήδη ενημερωθεί οι συγγενείς τους.
Μετά την ανωτέρω αρνητική στάση του πρώτου κατηγορουμένου ο Γ3, ανησυχώντας όλο και περισσότερο, για την ασφάλεια της ανηψιάς του, Γ1, ζήτησε από το φίλο του, Ζ1, οδηγό TAXI, να πάει στην οικία των κατηγορουμένων και να την αναζητήσει, διότι κάτι ύποπτο συμβαίνει. Αυτός, αφού έφθασε έξω από την οικία τους, την 1-2-2006 το μεσημέρι, διαπίστωσε ότι ήταν αδύνατη η πρόσβαση σ' αυτή, διότι υπήρχε υψηλή περίφραξη με κλειδωμένες πόρτες και κουδούνι δεν υπήρχε. Το γεγονός αυτό ο ανωτέρω ταξιτζής το γνωστοποίησε τηλεφωνικά στον Γ3, ο οποίος του είπε ότι θα ειδοποιήσει την αστυνομία.
Στο μεταξύ χρονικό διάστημα, ο αστυνομικός του Τμήματος Ασφαλείας Αγίας Παρασκευής Αττικής, Β1, μετά από σχετική εντολή της Υπηρεσίας του, το μεσημέρι της 1ης -2-2006, πήγε στην ανωτέρω κατοικία των κατηγορουμένων, με την παρουσία άλλων συναδέλφων του, δικαστικού λειτουργού και κλειδαρά, διότι υπήρχε η πληροφορία ότι αυτοί, κατακρατούν χωρίς τη θέλησή της νεαρή αλλοδαπή γυναίκα. Την ώρα δε εκείνη έφευγε από το σπίτι αυτό η Γ1, της οποίας εξακριβώθηκαν τα στοιχεία ταυτότητας αυτής και στη συνέχεια οδηγήθηκε στο ανωτέρω Τμήμα Ασφαλείας για τις περαιτέρω νόμιμες ενέργειες. Παράλληλα έγινε προσπάθεια για να εισέλθουν οι ανωτέρω αστυνομικοί στην οικία αυτή των κατηγορουμένων, της οποίας ο προαύλειος χώρος ήταν περιφραγμένος με ψηλά κάγκελα και συρματόπλεγμα. Στην αυλή οι αστυνομικοί είδαν τον πρώτο κατηγορούμενο, και τον κάλεσαν να τους ανοίξει, γνωστοποιώντας την ιδιότητα τους. Αυτός όμως, απαντώντας "δεν είμαι ο Χ2", προσπάθησε να τους παραπλανήσει και απομακρύνθηκε προχωρώντας προς το εσωτερικό της οικίας του. Τότε με την νόμιμη διαδικασία και με τη συνδρομή κλειδαρά άνοιξε η εξώπορτα, η οποία ήταν κλειδωμένη με διπλές κλειδαριές και πάνω της υπήρχε η πινακίδα "ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΚΥΛΟΣ", ενώ στην πραγματικότητα δεν υπήρχε σκύλος. Οι αστυνομικοί, ακολουθώντας ένα στενό διάδρομο του αύλειου χώρου, συνάντησαν δεύτερη πόρτα, κλειδωμένη επίσης από μέσα, με αποτέλεσμα να χρειαστεί και πάλι η συνδρομή του κλειδαρά για να την ανοίξουν. Στη συνέχεια αυτοί προχώρησαν προς το λυόμενο κτίριο, αποτελούμενο από κουζίνα και καθιστικό, στο οποίο δεν βρισκόταν κανείς. Στο κτίριο αυτό διαπιστώθηκε ότι υπήρχε πόρτα που οδηγούσε σε ακάλυπτο χώρο, διαμορφωμένο σε κήπο, και ακολούθως άλλη πόρτα, που οδηγούσε στους κύριους χώρους της οικίας. Οι κατηγορούμενοι δεν ανταποκρίθηκαν σε επανειλημμένες κλήσεις των αστυνομικών να τους ανοίξουν, και μόνο αφού άρχισε η προσπάθεια του κλειδαρά να ανοίξει την πόρτα, εμφανίσθηκαν αυτοί στην είσοδο. Η οικία αυτή αποτελείτο από μια κρεβατοκάμαρα, καθιστικό και σαλόνι, ενώ στο χώρο του σαλονιού, υπήρχε καθρέπτης που κάλυπτε κρυφή έξοδο προς την πυλωτή της οικοδομής. Επίσης μια σκάλα οδηγούσε στον ανωτέρω αναφερόμενο υπόγειο χώρο, όπου διέμεναν οι αλλοδαπές κοπέλες. Στην έρευνα δε, που ακολούθησε, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, ατζέντα και εκατοντάδες σημειώματα με ονόματα και τηλέφωνα αλλοδαπών γυναικών, τρία διαβατήρια αλλοδαπών γυναικών και ειδικότερα, τα υπ' αριθμ: α) ...... διαβατήριο Μολδαβίας, της Η1, με ισχύ έως την 22-5-2006, β)...... διαβατήριο Μολδαβίας, της Η2 με ισχύ έως την 18-1-2005 και γ) ..... διαβατήριο Βουλγαρίας, της Η3, με ισχύ έως την 3-10-2006 και άδεια διαμονής μέχρι 30-10-2006. Επίσης στην κατοχή των κατηγορουμένων, χωρίς την άδεια της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ένα πιστόλι κρότου, με στοιχεία ...., μαζί με γεμιστήρα επτά φυσιγγίων κρότου και επιπλέον άλλα 23 φυσίγγια κρότου, και ένα πτυσσόμενο στιλέτο, συνολικού μήκους 31 εκατοστών. Μέσα δε στο χρηματοκιβώτιο, που άνοιξε μετά από επίμονη άρνηση των κατηγορουμένων, βρέθηκαν τα χρηματικά ποσά των 35.000 λιρών Αγγλίας και 10.000 δολαρίων και σε συρταριέρα του σαλονιού το ποσό των 11.000 λιρών Αγγλίας, τα οποία όμως δεν κατασχέθηκαν, αφού υπήρχαν τα δελτία δήλωσης εισαγομένων μετρητών από την Αγγλία του Τμήματος Ασφαλείας Αερολιμένα Αθηνών, με ημερομηνία την 20-7-2004.
Οι κατηγορούμενοι με την απολογία τους και τις κρινόμενες εφέσεις αρνούνται την κατηγορία, ισχυριζόμενοι ότι τις ανωτέρω τρεις αλλοδαπές δεν τις είχαν περιορισμένες στο σπίτι τους και ότι αυτές μπορούσαν να φύγουν οποτεδήποτε ήθελαν. Επικαλούνται δε την από 22-2-2006 κατάθεση της εκ των αλλοδαπών γυναικών, Δ1, η οποία κατέθεσε ότι έφυγε από το σπίτι των κατηγορουμένων, μετά από τρεις ημέρες, γιατί δεν χρειαζόταν άλλο, ότι μπορούσε να φύγει όποτε επιθυμούσε και ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ζήτησε από την Γ1, να του κάνει θεραπευτικό μασάζ. Όμως η κατάθεση αυτή δεν μπορεί να κριθεί αξιόπιστη, και θα μπορούσε να αποδοθεί μόνο στο φόβο της μάρτυρος, διότι δεν εξηγεί το γιατί αυτή, αν και είχε ανάγκη από εργασία προσληφθείσα σύμφωνα με την ανωτέρω αγγελία για εργασία 4-5 ετών, εγκατέλειψε μόνη της σε διάστημα τριών ημερών την εργασία αυτή. Αν οι συνθήκες εργασίας ήσαν καλές και ουδέν πρόβλημα είχε ανακύψει δεν θα εγκατέλειπε με τον τρόπο αυτό την ως άνω εργασία της. Ενώ η άλλη αλλοδαπή κοπέλα από την Γεωργία δεν εμφανίστηκε να καταθέσει, φοβούμενη τη σύλληψή της, αφού κι αυτή βρίσκεται παράνομα στη χώρα. Επίσης οι κατηγορούμενοι για να αποδείξουν τον ανωτέρω ισχυρισμό τους προσκόμισαν τις από 19-5-2006 ένορκες βεβαιώσεις του Αρχιμανδρίτη Ε1 και της Ε2, σύμφωνα με τις οποίες, αυτοί φέρονται να συνάντησαν την ημέρα του Πάσχα στο σπίτι των κατηγορουμένων την αλλοδαπή κοπέλα από τη Γεωργία, η οποία πήγε για να τους ευχηθεί και τότε τους είπε ότι οι κατηγορίες σε βάρος των κατηγορουμένων ήταν ψευδείς και ότι η ίδια δεν κατέθεσε, φοβούμενη τη σύλληψη και απέλασή της. Όμως αυτές οι ένορκες βεβαιώσεις δεν κρίνονται αξιόπιστες, διότι δόθηκαν σε μη προβλεπόμενο στην ποινική διαδικασία αρμόδιο όργανο και είναι άγνωστες οι συνθήκες υπό τις οποίες αυτές δόθηκαν. Όσον δε αφορά την κατάθεση της αλλοδαπής Γ1, που τεκμηριώνει την ανωτέρω κατηγορία, οι κατηγορούμενοι την χαρακτηρίζουν ως ψευδή και άκυρη γιατί δήθεν η αλλοδαπή αυτή δεν γνώριζε την Ελληνική γλώσσα και κατέθεσε χωρίς την παρουσία διερμηνέα. Όμως και αυτός ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων είναι αβάσιμος και δεν τεκμηριώνεται σε κανένα στοιχείο της δικογραφίας. Τέλος κρίνεται ως μη πειστική η εξήγηση των κατηγορουμένων, σχετικά, με "την ιδιαίτερα ισχυρή περίφραξη", που την αποδίδουν στην συχνή απουσία τους στο εξωτερικό και στην ληστεία που είχαν δεχθεί προ ετών. Οι ισχυρισμοί αυτοί των κατηγορουμένων δεν τεκμηριώνονται σε κάποιο βάσιμο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας και δεν μπορούν νααντικρούσουν τις σε βάρος τους κατηγορίες, καθόσον δεν εξηγείται λογικά, για ποιο λόγο, ενώ οι τρεις αλλοδαπές γυναίκες, χωρίς άδεια παραμονής, και έχοντας ανάγκη την εργασία της οικιακής βοηθού, που οι κατηγορούμενοι προσέφεραν με την αγγελία τους, για διάστημα 4-5 χρόνων, εγκατέλειψαν εσπευσμένα την εργασία αυτή και το παρεχόμενο κατάλυμα σε διάστημα 5 ημερών η πρώτη και 3 ημερών οι άλλες δύο.
Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων πραγματικών περιστατικών και σκέψεων, κατά την κρίση μας, ορθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών έκρινε ότι συντρέχουν αποχρώσες ενδείξεις ότι οι κατηγορούμενοι αυτοί τέλεσαν τις πράξεις που κατηγορούνται και παραπέμποντας αυτούς στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών με το εκκαλούμενο βούλευμά του ορθώς εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία και ορθώς ερμήνευσε τις προπαρατεθείσες ποινικές διατάξεις. Επομένως οι κρινόμενες εφέσεις των ανωτέρω κατηγορουμένων πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα.
V) Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που εδέχθη και ακολούθως απέρριψε, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος 236/2007 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προανάκριση και κυρία ανάκριση και συγκροτούν τις αντικειμενικές και υποκειμενικές υποστάσεις των εγκλημάτων (45, 94 §1, 222, 322β, 327 §1 Π.Κ. και 1 §1δ και 2δ, 7 §§1 και 8α Ν.2168/93) για τα οποία παραπέμπονται (ο 1ος ως μόνος αυτουργός στην παρ. αρ. 337 §1 και αμφότεροι ως συναυτουργοί στις λοιπές πράξεις), τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε, εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
VI) Ειδικότερα:
Με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωθείσα εισαγγελική πρόταση (Α.Π. 1687/2002 σε Συμβ. Π.Χρ. ΝΓ/698, Συμβ. Α.Π. 336/2002 Π.Χρ. ΝΒ/978) κρισιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει κατ' είδος (Συμβ. Α.Π. 107/98 Π.Χρ. 1998/757) με ειδικές και εκτενείς σκέψεις ως προς τα πραγματικά περιστατικά, ιστορεί αναλυτικά τον τρόπο με τον οποίο προσείλκυαν τα θύματά τους, πως τα κατακρατούσαν παράνομα, πως ο θείος της Γ1 Γ3ερεύνησε και ενημέρωσε την αστυνομία, το απροσπέλαστο της οικίας των κατηγορουμένων, τον τρόπο διεισδύσεως σ' αυτήν των αστυνομικών και τις διαπιστώσεις αυτών. Πιο συγκεκριμένα:
Αφού δημοσίευσαν στην εφημερίδα ".....", αγγελία για προσφορά εργασίας δήθεν οικιακής βοηθού, στην οικία τους, με κείμενο "Οικιακή βοηθός, ζητείται ως εσωτερική ή εξωτερική, με δυνατότητα ταξιδιών στο Λονδίνο, εργασία 4-5 χρόνια, τηλ. .....", στην οποία ανταποκρίθηκαν οι ευρισκόμενες παράνομα στη χώρα, αλλοδαπές γυναίκες α) Γ1, από τη Μολδαβία, 20 ετών, β) Δ2, αγνώστων λοιπών στοιχείων, από τη Γεωργία και γ) Δ1, από τη Σρι Λάνκα, 29 ετών, που αναζητούσαν εργασία, και αφού συμφωνήθηκε η έναντι αμοιβής εργασία αυτών, ως εσωτερικών οικιακών βοηθών, στην οικία των κατηγορουμένων, την 28-1-2006 για την πρώτη και την 30-1-2006 για τις δεύτερη και τρίτη, οι κατηγορούμενοι διέθεσαν σ' αυτές ως χώρο διαμονής, το υπόγειο της οικίας τους, όπου ήταν ιδιαίτερα δυσχερής η επικοινωνία με κινητά τηλέφωνα, λόγω αδύνατου ή ανύπαρκτου σήματος και εμπόδιζαν σ' αυτές την έξοδο από την οικία, η οποία ήταν περιγραφόμενη με υπερυψωμένη και ιδιαίτερα ενισχυμένη περίφραξη και κλειδαριές, που καθιστούσαν την έξοδο απ' αυτή ανέφικτη. Επίσης, κατακρατώντας αυτές παράνομα, απέτρεπαν την απομάκρυνση τους από την οικία, ασκώντας σ' αυτές ψυχολογική βία με τα λόγια, "ότι αν θέλουν να φύγουν, θα καλέσουν την αστυνομία να τις απελάσει, θα τις εξαναγκάσουν να εργασθούν σε καταστήματα με άντρες, με σκοπό την πορνεία και θα τις στείλουν στην Αγγλία για εργασία".
Με την πράξη τους δε αυτή, σκόπευαν να τις εξαναγκάσουν σε διενέργεια ασελγών πράξεων, όπως μασάζ στο στήθος και στην περιοχή των γεννητικών οργάνων του πρώτου κατηγορουμένου, γεγονότα που αν γνώριζαν οι ανωτέρω αλλοδαπές γυναίκες, δεν θα είχαν αποδεχθεί την προσφερόμενη σ' αυτές εργασία, δήθεν της οικιακής βοηθού.
Β) απέκρυψαν στην οικία τους, με σκοπό να βλάψουν τους κατόχους αυτών, τα διαβατήρια με αριθμό α) ....διαβατήριο Μολδαβίας, της Η1, με ισχύ έως την 22-5-2006, β)..... διαβατήριο Μολδαβίας, της Η2, με ισχύ έως την 18-1-2005 και γ) ....... διαβατήριο Βουλγαρίας της Η3, με ισχύ έως την 3-10-2006 και άδεια διαμονής μέχρι 30-10-2006.
Γ) Κατείχαν παράνομα στην οικία τους, ένα πιστόλι κρότου μετά γεμιστήρος, και επτά φυσιγγίων κρότου και 23 επιπλέον φυσίγγια κρότου, και ένα πτυσσόμενο στιλέτο, συνολικού μήκους 31 εκατοστών, χωρίς άδεια κατοχής από την αρχή.
Δ) Ο πρώτος κατηγορούμενος, προσέβαλε βάναυσα την αξιοπρέπεια άλλου στο περίοδο της γενετήσιας ζωής και ειδικότερα, στην ως άνω οικία του, όπου κατακρατούσε παράνομα τις αλλοδαπές γυναίκες α) Γ1, β) Δ2, αγνώστων λοιπών στοιχείων και γ) Δ1, έκανε προτάσεις σ' αυτές να προβούν σε διενέργεια ασελγών πράξεων, όπως μασάζ στο στήθος του και στην περιοχή των γεννητικών οργάνων.
Τέλος εις το προσβαλλόμενο γίνεται με τις ειδικότερες αναφορές αντίκρουση των ισχυρισμών των κατηγορουμένων, συνεπώς οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως θα πρέπει να απορριφθούν και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Να απορριφθούν οι υπ' αρ. 281/26-11-07 και 282/26-11-07 αιτήσεις αναιρέσεως των 1) Χ2, και 2)Χ1 κατά του υπ' αρ. 1669/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων
Αθήνα 8-2-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως του Χ2 και Χ1, με αριθμό 281/26-11-2007 και 282/26-11-2007, κατά του υπ' αριθμό 1669/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσία, οι εφέσεις τους, κατά του υπ' αριθμό 236/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τους παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν για τις αξιόποινες πράξεις: α) της αρπαγής από κοινού και κατά συρροή, β) υπεξαγωγής εγγράφων κατά συρροή και από κοινού, γ) παράνομης κατοχής όπλων και πυρομαχικών από κοινού, επί πλέον ο πρώτος και για προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, (άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ. 1 περ. α, και 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ.). Γι' αυτό, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητά τους, συνεκδικαζόμενες, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους.
Εξ' άλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του συμβουλίου (ή του δικαστηρίου) της ουσίας, ενώ, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή, η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος υφίσταται, στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε (ευθεία παραβίαση) και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, και με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό, εισαγγελική πρόταση, και, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που συγκεντρώθηκαν, από την προανάκριση και την κύρια ανάκριση και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις όλων των μαρτύρων, και όλων των επικαλουμένων και προσκομιζομένων, σε συνδυασμό προς τις απολογίες και τα υπομνήματα των κατηγορουμένων, προέκυψαν τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι, Χ2 και Χ1, δημοσίευσαν στην εφημερίδα ".....", την αγγελία με το εξής κείμενο "Οικιακή βοηθός, ζητείται ως εσωτερική ή εξωτερική, με δυνατότητα ταξιδιών στο Λονδίνο, εργασία 4-5 χρόνια, τηλ. ....". Την αγγελία αυτή, είδε η 20χρονη αλλοδαπή Γ1, υπήκοος Μολδαβίας, η οποία χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, είχε εισέλθει και παρέμενε στην Ελλάδα, φιλοξενούμενη για ένα χρονικό διάστημα σε συγγενικά της πρόσωπα στην ...., αναζητώντας εργασία. Τότε, η αλλοδαπή αυτή επικοινώνησε με τον ανωτέρω αριθμό τηλεφώνου, που ανήκει στους κατηγορουμένους και στις 28-1-2006, ημέρα Σάββατο, το μεσημέρι, επισκέφθηκε την κατοικία αυτών, συνοδευόμενη από τη θεία της, Γ2, επίσης Μολδαβή, και το σύζυγο αυτής, Γ3. Εκεί, μετά από σχετική συζήτηση συμφωνήθηκε να εργάζεται η αλλοδαπή Γ1 στην οικία των κατηγορουμένων, ως εσωτερική οικιακή βοηθός, με αμοιβή 500 ευρώ το μήνα. Τη Δευτέρα, 30-1-2006, έφθασαν στην οικία των κατηγορουμένων, άλλες δύο αλλοδαπές, η Δ1 από τη Σρι Λάνκα, 29 ετών, και μια άλλη από τη Γεωργία, με μικρό όνομα Δ2, αγνώστων λοιπών στοιχείων ταυτότητας, επίσης χωρίς άδεια παραμονής στην Ελλάδα, προς αναζήτηση εργασίας, και συμφώνησαν να εργαστούν και αυτές, ως εσωτερικές οικιακές βοηθοί. Σε αυτές, τις τρεις αλλοδαπές κοπέλες οι κατηγορούμενοι διέθεσαν ως χώρο διαμονής τους τον υπόγειο χώρο της ισόγειας οικίας τους, όπου υπήρχαν, κουζίνα, μπάνιο και δύο κρεβατοκάμαρες, η μια με διπλό κρεβάτι και η άλλη με μονό, όπου όπως διαπιστώθηκε, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής η επικοινωνία με κινητό τηλέφωνο, λόγω αδύνατου ή ανύπαρκτου σήματος. Αυτός ο υπόγειος χώρος με εσωτερική σκάλα, επικοινωνούσε με το σαλόνι της κατοικίας των κατηγορουμένων, της οποίας ο προαύλειος χώρος ήταν περιφραγμένος με ψηλά κάγκελα και συρματόπλεγμα και διέθετε εξώπορτα με διπλές κλειδαριές. Μεταξύ δε αυτής της εξώπορτας και του ανωτέρω κτιρίου, μεσολαβούσε και δεύτερη πόρτα που και αυτή κλείδωνε, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η έξοδος από το σπίτι αυτό των ανωτέρω τριών αλλοδαπών, χωρίς την άδεια των κατηγορουμένων. Το βράδυ της 30-1-2006, ο πρώτος κατηγορούμενος, φορώντας μόνο το εσώρουχο του, ζήτησε από την Δ2, την κοπέλα από τη Γεωργία, να του κάνει μασάζ, ενώ οι άλλες δυο κοπέλες παρακολουθούσαν, και ο κατηγορούμενος, απευθυνόμενος στη Γ1 της είπε "κοίτα να μάθεις και συ." Την επόμενη μέρα το βράδυ, ο κατηγορούμενος, φορώντας πάλι μόνο το εσώρουχο του, ζήτησε από τη Γ1 να του κάνει μασάζ στο στήθος και στην συνέχεια της έλεγε ότι επιθυμεί να του κάνει μασάζ πιο κάτω, εννοώντας την περιοχή των γεννητικών οργάνων, και την ρωτούσε αν αυτή και οι άλλες δύο κοπέλες, έχουν κάνει ποτέ σεξ, ή αν είναι λεσβίες, προσβάλλοντας έτσι την αξιοπρέπεια της στο πεδίο της γενετήσιας ζωής. Η δε δεύτερη κατηγορουμένη, σύζυγος του πρώτου και κατά πολύ νεώτερη του, επίσης Μολδαβή, παρακολουθούσε την κατάσταση αυτή, έχοντας παροτρύνει την Γ1 να κάνουν, ότι τους λέει ο σύζυγος της. Η Γ1, ανησυχώντας από τη συμπεριφορά αυτή των κατηγορουμένων, τους εξέφρασε την επιθυμία της να φύγει από το σπίτι τους. Οι κατηγορούμενοι, όμως, αρνήθηκαν να ικανοποιήσουν την επιθυμία της και μάλιστα ο πρώτος κατηγορούμενος, Χ2, της είπε ότι αν επιμένει θα καλέσει την αστυνομία, για να τη στείλει πίσω στη χώρα της, αφού αυτή βρίσκεται παράνομα στην Ελλάδα, ότι θα την πάει να δουλέψει σε μπαρ, όπου θα κάνει στριπτίζ, ότι θα τη στείλει στην Αγγλία να δουλέψει, χωρίς να προσδιορίζει το είδος της εργασίας και έτσι δεν της επέτρεψε να φύγει. Με τον ίδιο τρόπο άσκησης ψυχολογικής βίας, οι κατηγορούμενοι αντιμετώπισαν και την επιθυμία φυγής και των ανωτέρω δύο άλλων αλλοδαπών γυναικών. Σε αυτή την παράνομη συμπεριφορά των κατηγορουμένων οι ως άνω τρεις αλλοδαπές κοπέλες, αφού συνειδητοποίησαν ότι βρισκόντουσαν σε κατάσταση ομηρίας έχοντας αποκοπεί από τον "έξω κόσμο", αναζητούσαν τρόπο επικοινωνίας με δικούς τους ανθρώπους. Έτσι. η Γ1, σε κάποια στιγμή, χωρίς να γίνει αντιληπτή από τους κατηγορουμένους, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τους συγγενείς της στην ..., λέγοντας τους ότι "βλέπει περίεργα τα πράγματα" και ότι θέλει να φύγει από το σπίτι αυτό. Ο θείος της, Γ3, ανησυχώντας για την ασφάλεια της, επικοινώνησε αμέσως με τον πρώτο κατηγορούμενο, λέγοντας του ότι θα πάει να πάρει την ανηψιά του, Γ1, διότι δήθεν βρήκαν άλλη δουλειά γι' αυτή, στην ..... Τότε, ο πρώτος κατηγορούμενος αρνήθηκε και, στην επιμονή του Γ3 να φύγει η ανωτέρω ανηψιά του, είπε σ' αυτόν ότι αν δεν παραμείνει η κοπέλα στο σπίτι του, τότε θα καλέσει αυτός την αστυνομία να τη συλλάβει και να την απελάσει. Επίσης και η άλλη αλλοδαπή κοπέλα από την Σρι Λάνκα, η Δ1 ανησυχώντας κι αυτή από τη συμπεριφορά των κατηγορουμένων, εργοδοτών της, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τη μητέρα της και της είπε, ότι επιθυμεί να φύγει από την οικία των κατηγορουμένων, διότι δεν την θέλουν για οικιακές εργασίες αλλά για άλλα πράγματα. Αυτή μάλιστα το πρωί της 1-2-2006, χωρίς να την αντιληφθούν οι κατηγορούμενοι, βρήκε την ευκαιρία και εγκατέλειψε την ανωτέρω οικία αυτών. Ακολούθως, το μεσημέρι της ίδιας μέρας, με τον ίδιο τρόπο, εγκατέλειψαν την οικία αυτή και η κοπέλα από την Γεωργία και η Γ1. Όλες δε οι κοπέλες έφυγαν, εσπευσμένα, χωρίς να λάβουν την αμοιβή για την εργασία τους, ενώ οι κατηγορούμενοι, δεν μπορούσαν πλέον να τις εμποδίσουν με πρόσθετα μέτρα, φοβούμενοι καταγγελία σε βάρος τους, αφού είχαν ήδη ενημερωθεί οι συγγενείς τους.
Μετά την ανωτέρω αρνητική στάση του πρώτου κατηγορουμένου, ο Γ3 , ανησυχώντας όλο και περισσότερο, για την ασφάλεια της ανηψιάς του, Γ1, ζήτησε από το φίλο του, Ζ1, οδηγό ΤΑΧΙ, να πάει στην οικία των κατηγορουμένων και να την αναζητήσει, διότι κάτι ύποπτο συμβαίνει. Αυτός, αφού έφθασε έξω από την οικία τους, την 1-2-2006 το μεσημέρι, διαπίστωσε ότι ήταν αδύνατη η πρόσβαση σ' αυτή, διότι υπήρχε υψηλή περίφραξη με κλειδωμένες πόρτες και κουδούνι δεν υπήρχε. Το γεγονός αυτό ο ανωτέρω ταξιτζής το γνωστοποίησε τηλεφωνικά στον Γ3, ο οποίος του είπε ότι θα ειδοποιήσει την αστυνομία. Στο μεταξύ χρονικό διάστημα, ο αστυνομικός του Τμήματος Ασφαλείας Αγίας Παρασκευής Αττικής, Β1, μετά από σχετική εντολή της Υπηρεσίας του, το μεσημέρι της 1ης-2-2006, πήγε στην ανωτέρω κατοικία των κατηγορουμένων, με την παρουσία άλλων συναδέλφων του, δικαστικού λειτουργού και κλειδαρά, διότι υπήρχε η πληροφορία ότι αυτοί, κατακρατούν χωρίς τη θέληση της νεαρή αλλοδαπή γυναίκα. Την ώρα δε εκείνη έφευγε από το σπίτι αυτό η Γ1, της οποίας εξακριβώθηκαν τα στοιχεία ταυτότητας αυτής και στη συνέχεια οδηγήθηκε στο ανωτέρω Τμήμα Ασφαλείας για τις περαιτέρω νόμιμες ενέργειες. Παράλληλα έγινε προσπάθεια για να εισέλθουν οι ανωτέρω αστυνομικοί στην οικία αυτή των κατηγορουμένων, της οποίας ο προαύλειος χώρος ήταν περιφραγμένος με ψηλά κάγκελα και συρματόπλεγμα. Στην αυλή οι αστυνομικοί είδαν τον πρώτο κατηγορούμενο, και τον κάλεσαν να τους ανοίξει, γνωστοποιώντας την ιδιότητα τους. Αυτός όμως, απαντώντας "δεν είμαι ο Χ2", προσπάθησε να τους παραπλανήσει και απομακρύνθηκε προχωρώντας προς το εσωτερικό της οικίας του. Τότε, με την νόμιμη διαδικασία και με τη συνδρομή κλειδαρά άνοιξε η εξώπορτα, η οποία ήταν κλειδωμένη με διπλές κλειδαριές και πάνω της υπήρχε η πινακίδα "ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΚΥΛΟΣ", ενώ στην πραγματικότητα δεν υπήρχε σκύλος. Οι αστυνομικοί, ακολουθώντας ένα στενό διάδρομο του αύλειου χώρου, συνάντησαν δεύτερη πόρτα, κλειδωμένη επίσης από μέσα, με αποτέλεσμα να χρειαστεί και πάλι η συνδρομή του κλειδαρά για να την ανοίξουν. Στη συνέχεια αυτοί προχώρησαν προς το λυόμενο κτίριο, αποτελούμενο από κουζίνα και καθιστικό, στο οποίο δεν βρισκόταν κανείς. Στο κτίριο αυτό διαπιστώθηκε ότι υπήρχε πόρτα που οδηγούσε σε ακάλυπτο χώρο, διαμορφωμένο σε κήπο, και ακολούθως άλλη πόρτα, που οδηγούσε στους κύριους χώρους της οικίας. Οι κατηγορούμενοι δεν ανταποκρίθηκαν σε επανειλημμένες κλήσεις των αστυνομικών να τους ανοίξουν, και μόνο αφού, άρχισε η προσπάθεια του κλειδαρά να ανοίξει την πόρτα, εμφανίσθηκαν αυτοί στην είσοδο. Η οικία αυτή αποτελείτο από μια κρεβατοκάμαρα, καθιστικό και σαλόνι, ενώ στο χώρο του σαλονιού, υπήρχε καθρέπτης που κάλυπτε κρυφή έξοδο προς την πυλωτή της οικοδομής. Επίσης, μια σκάλα οδηγούσε στον ανωτέρω αναφερόμενο υπόγειο χώρο, όπου διέμεναν οι αλλοδαπές κοπέλες. Στην έρευνα δε, που ακολούθησε, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, ατζέντα και εκατοντάδες σημειώματα με ονόματα και τηλέφωνα αλλοδαπών γυναικών, τρία διαβατήρια αλλοδαπών γυναικών και ειδικότερα, τα υπ' αριθμ: α) .... διαβατήριο Μολδαβίας, της Η1, με ισχύ έως την 22-5-2006, β).... διαβατήριο Μολδαβίας, της Η2 με ισχύ έως την 18-1-2005 και γ) ..... διαβατήριο Βουλγαρίας, της Η3, με ισχύ έως την 3-10-2006 και άδεια διαμονής μέχρι 30-10-2006. Επίσης στην κατοχή των κατηγορουμένων, χωρίς την άδεια της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ένα πιστόλι κρότου, με στοιχεία ....., μαζί με γεμιστήρα επτά φυσιγγίων κρότου και επιπλέον άλλα 23 φυσίγγια κρότου, και ένα πτυσσόμενο στιλέτο, συνολικού μήκους 31 εκατοστών. Μέσα δε στο χρηματοκιβώτιο, που άνοιξε μετά από επίμονη άρνηση των κατηγορουμένων, βρέθηκαν τα χρηματικά ποσά των 35.000 λιρών Αγγλίας και 10.000 δολαρίων και σε συρταριέρα του σαλονιού το ποσό των 11.000 λιρών Αγγλίας, τα οποία όμως δεν κατασχέθηκαν, αφού υπήρχαν τα δελτία δήλωσης εισαγομένων μετρητών από την Αγγλία του Τμήματος Ασφαλείας Αερολιμένα Αθηνών, με ημερομηνία την 20-7-2004.
Οι κατηγορούμενοι με την απολογία τους και τις κρινόμενες εφέσεις αρνούνται την κατηγορία, ισχυριζόμενοι ότι τις ανωτέρω τρεις αλλοδαπές δεν τις είχαν περιορισμένες στο σπίτι τους και ότι αυτές μπορούσαν να φύγουν οποτεδήποτε ήθελαν. Επικαλούνται δε την από 22-2-2006 κατάθεση της εκ των αλλοδαπών γυναικών, Δ1, η οποία κατέθεσε ότι έφυγε από το σπίτι των κατηγορουμένων, μετά από τρεις ημέρες, γιατί δεν χρειαζόταν άλλο, ότι μπορούσε να φύγει όποτε επιθυμούσε και ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ζήτησε από την Γ1, να του κάνει θεραπευτικό μασάζ. Όμως η κατάθεση αυτή δεν μπορεί να κριθεί αξιόπιστη, και θα μπορούσε να αποδοθεί μόνο στο φόβο της μάρτυρος, διότι δεν εξηγεί το γιατί αυτή, αν και είχε ανάγκη από εργασία προσληφθείσα σύμφωνα με την ανωτέρω αγγελία για εργασία 4-5 ετών, εγκατέλειψε μόνη της σε διάστημα τριών ημερών την εργασία αυτή. Αν οι συνθήκες εργασίας ήσαν καλές και ουδέν πρόβλημα είχε ανακύψει δεν θα εγκατέλειπε με τον τρόπο αυτό την ως άνω εργασία της. Ενώ η άλλη αλλοδαπή κοπέλα από την Γεωργία δεν εμφανίστηκε να καταθέσει, φοβούμενη τη σύλληψη της, αφού κι αυτή βρίσκεται παράνομα στη χώρα. Επίσης οι κατηγορούμενοι για να αποδείξουν τον ανωτέρω ισχυρισμό τους προσκόμισαν τις από 19-5-2006 ένορκες βεβαιώσεις του Αρχιμανδρίτη Ε1 και της Ε2, σύμφωνα με τις οποίες, αυτοί φέρονται να συνάντησαν την ημέρα του Πάσχα στο σπίτι των κατηγορουμένων την αλλοδαπή κοπέλα από τη Γεωργία, η οποία πήγε για να τους ευχηθεί και τότε τους είπε ότι οι κατηγορίες σε βάρος των κατηγορουμένων ήταν ψευδείς και ότι η ίδια δεν κατέθεσε, φοβούμενη τη σύλληψη και απέλαση της. Όμως, αυτές οι ένορκες βεβαιώσεις δεν κρίνονται αξιόπιστες, διότι δόθηκαν σε μη προβλεπόμενο στην ποινική διαδικασία αρμόδιο όργανο και είναι άγνωστες οι συνθήκες υπό τις οποίες αυτές δόθηκαν. Όσον δε αφορά την κατάθεση της αλλοδαπής Γ1, που τεκμηριώνει την ανωτέρω κατηγορία, οι κατηγορούμενοι την χαρακτηρίζουν ως ψευδή και άκυρη γιατί δήθεν η αλλοδαπή αυτή δεν γνώριζε την Ελληνική γλώσσα και κατέθεσε χωρίς την παρουσία διερμηνέα. Όμως και αυτός ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων είναι αβάσιμος και δεν τεκμηριώνεται σε κανένα στοιχείο της δικογραφίας. Τέλος κρίνεται ως μη πειστική η εξήγηση των κατηγορουμένων, σχετικά, με "την ιδιαίτερα ισχυρή περίφραξη", που την αποδίδουν στην συχνή απουσία τους στο εξωτερικό και στην ληστεία που είχαν δεχθεί προ ετών. Οι ισχυρισμοί αυτοί των κατηγορουμένων δεν τεκμηριώνονται σε κάποιο βάσιμο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας και δεν μπορούν να αντικρούσουν τις σε βάρος τους κατηγορίες, καθόσον δεν εξηγείται λογικά, για ποιο λόγο, ενώ οι τρεις αλλοδαπές γυναίκες, χωρίς άδεια παραμονής, και έχοντας ανάγκη την εργασία της οικιακής βοηθού, που οι κατηγορούμενοι προσέφεραν με την αγγελία τους, για διάστημα 4-5 χρόνων, εγκατέλειψαν εσπευσμένα την εργασία αυτή και το παρεχόμενο κατάλυμα σε διάστημα 5 ημερών η πρώτη και 3 ημερών οι άλλες δύο.
Κατόπιν των ανωτέρω, εκτεθέντων πραγματικών περιστατικών και σκέψεων, κατά την κρίση μας, ορθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών έκρινε ότι συντρέχουν αποχρώσες ενδείξεις ότι οι κατηγορούμενοι αυτοί τέλεσαν τις πράξεις που κατηγορούνται και παραπέμποντας αυτούς στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών με το εκκαλούμενο βούλευμα του ορθώς εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία και ορθώς ερμήνευσε τις προπαρατεθείσες ποινικές διατάξεις. Επομένως οι κρινόμενες εφέσεις των ανωτέρω κατηγορουμένων πρέπει να απορριφθούν ως κατ1 ουσίαν αβάσιμες και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα". Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα, έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων και απέρριψε κατ' ουσία τις εφέσεις τους, που άσκησαν κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκαν, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, στο ακροατήριο του Τριμελούς (για κακουργήματα) Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν για τις αξιόποινες πράξεις: α) της αρπαγής, από κοινού, και κατά συρροή, β) υπεξαγωγής εγγράφων κατά συρροή και από κοινού, γ) παράνομης κατοχής όπλων και πυρομαχικών από κοινού, επί πλέον δε ο πρώτος και για προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία αυτοί παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο, επίσης δε τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 94 παρ.1, 222, 322 εδ. β, και 337 του Π.Κ, και 1δ, 2δ, ε και 7 παρ.1, του ν. 2168/1993, τις οποίες σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις.
Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (άρθρο 484 παρ.1 περ. β και δ του Κ.Π.Δ), είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Ειδικότερα, εκτίθεται στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με πληρότητα και σαφήνεια, ότι το Συμβούλιο εκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και αναφέρει λεπτομερώς και αναλυτικά με ποιο τρόπο οι αναιρεσείοντες, από κοινού, κατόπιν προσωπικής αναζήτησής τους, προσείλκυαν τα υποψήφια θύματά τους. Συγκεκριμένα, με το πρόσχημα της πρόσληψης οικιακής βοηθού, για την εξυπηρέτηση των οικιακών τους αναγκών, δημοσίευσαν σχετική αγγελία, στην εφημερίδα "......", παράλληλα με τη δυνατότητα πραγματοποιήσεως ταξιδιών στο Λονδίνο. Στη σχετική πρόσκληση των αναιρεσειόντων, ανταποκρίθηκαν οι παθούσες, η πρώτη των οποίων προσλήφθηκε την 28-1-2006 και οι λοιπές την 30-1-2006, τις οποίες εγκατέστησε σε χώρους της περιφραγμένης οικίας τους, όπου οποιαδήποτε επικοινωνία τους, με τους εξωτερικούς χώρους, ήταν από δυσχερής έως ανέφικτη, αποκλείοντας, έτσι, όχι μόνο την ελεύθερη επικοινωνία τους, με τον εξωτερικό κόσμο, αλλά και τις κατακρατούσαν παράνομα και απέτρεπαν την απομάκρυνσή τους, ασκώντας παράλληλα σ'αυτές ψυχολογική βία και συγκεκριμένα, ότι θα αποκαλύψουν στην αστυνομία, το γεγονός, ότι στερούνται νομιμοποιητικών εγγράφων, σε περίπτωση που αρνηθούν να προσφέρουν άλλου είδους υπηρεσίες, από αυτές για τις οποίες προσλήφθηκαν, με την παροχή σαρκικών ηδονών σε αόριστο αριθμό προσώπων, σε διάφορα κέντρα, ακόμη και του εξωτερικού. Επιπρόσθετα, αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία, ο πρώτος των αναιρεσειόντων, σκόπευε να τις εξαναγκάσει, σε διενέργεια ασελγών πράξεων. Ακόμη αιτιολογείται η παραδοχή, κατά την οποία, οι αναιρεσείοντες, απέκρυψαν με πρόθεση, στην οικία τους 4 τα διαβατήρια, αποστερώντας από τους κατόχους τους, τη δυνατότητα να κάνουν χρήση αυτών, για την επάνοδό τους στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, όπως επίσης, αιτιολογείται, ότι κατείχαν στο σπίτι τους, χωρίς την άδεια της οικείας αστυνομικής αρχής, ένα πιστόλι κρότου με γεμιστήρα με 7 φυσίγγια και 23 ακόμη φυσίγγια, καθώς και ένα πτυσσόμενο στιλέτο, συνολικού μήκους 31 εκατοστών. Τέλος, αιτιολογείται η παραδοχή, κατά την οποία ο πρώτος των αναιρεσειόντων, προσέβαλε βάναυσα την αξιοπρέπεια των ως άνω γυναικών-οικιακών βοηθών, με τις προτάσεις του, προς αυτές να προβούν στη διενέργεια ασελγών πράξεων, όπως μασάζ στο στήθος και στην περιοχή των γεννητικών του οργάνων.
Ενόψει αυτών, αμφότεροι οι λόγοι των αιτήσεων αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 94 παρ.1, 222, 322 εδ. β, και 337 του Π.Κ, και 1δ, 2δ, ε και 7 παρ.1, του ν. 2168/1993, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθώς και οι αιτήσεις τους, στο σύνολό τους. Απορριπτομένων των αιτήσεών τους, πρέπει οι αναιρεσείοντες να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα, τα οποία θα επιβληθούν χωριστά για τον καθένα(άρθρα 476παρ.1 και 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις, με αριθμούς 281 και 282 από 26-11-2007, αιτήσεις των Χ2 και Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθμό 1669/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση παραπεμπτικού βουλεύματος για αρπαγή από κοινού και κατά συρροή, υπεξαγωγή εγγράφων κατά συρροή, παράνομη κατοχή όπλου και πυρομαχικών και προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει αναιρέσεις.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Οπλοκατοχή, Αρπαγή, Υπεξαγωγή εγγράφων.
| 2
|
Αριθμός 1618/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2309/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ... .
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2003/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, με αριθμό 166/8-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω κατ' αρθρ 485 &1 ΚΠΔ την με αριθμ. 285/26-11-2007 αίτηση της Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του με αριθμ. 2309/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία η με αριθμ. 363 /2007 έφεση της κατά του με αριθμ. 1769/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που την παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για υπεξαίρεση αντικειμένου εμπιστευμένου στην υπαίτιο λόγω της ιδιότητας της σαν εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας και με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από πληρεξούσιο της κατηγορουμένης που είχε προς τούτο ειδική εντολή η οποία προσαρτάται στην αίτηση αναίρεσης και στρέφεται κατά βουλεύματος που την παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένους λόγους, της απόλυτης ακυρότητας και υπέρβασης εξουσίας και, έλλειψης ειδικής αιτιολογίας (άρθρ. 484 & 1 α, δ και στ , ΚΠΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται όπως αναφέρεται στην αίτηση ότι. Το προσβαλλόμενο βούλευμα α. δεν περιέχει την επιβαλλόμενη αιτιολογία διότι ουδαμού αναφέρει ότι το φερόμενο σαν υπεξαιρεθέν ποσό των 16.347 ευρώ ευρισκόταν στην κατοχή της όπως και πουθενά δεν αναφέρει τον χρόνο που περιήλθαν τα επί μέρους ποσά στην κατοχή της όπως και ότι υφίσταται ουσιώδης αντίφαση μεταξύ του ποσού που αναφέρεται στην εξώδικη πρόσκληση του εγκαλούντα ότι το οφειλόμενο ποσό από μη καταβληθέντα ασφάλιστρα είναι 14.978.46 ευρώ ενώ το φερόμενο σαν υπεξαιρεθέν ποσό ανέρχεται σε 16.347 ευρώ χωρίς να προκύπτει πόθεν προέρχεται το επί πλέον με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος του βουλεύματος ως προς το ποσό που υπεξαιρέθηκε. Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 & 1 ΠΚ όπως ισχύει ''τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο. 'Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών'' παράνομη ιδιοποίηση ξένου ολικά ή μερικά κινητού πράγματος που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστη καθ' οιονδήποτε τρόπο . Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με τον δράστη κυριότητα όπως αυτή διαπλάσσεται από τον Αστικό Κώδικα) Τέτοια περίπτωση είναι και τα χρήματα τα οποία περιέρχονται στον δράστη με την εντολή της είσπραξης τους και της απόδοσης τους στον εντολέα αλλά αυτός τα ιδιοποιείται (ΑΠ 277/2007, ΑΠ 394/2003, ΑΠ 1015/200, μεταξύ δε αυτών τους οποίους συνδέει σχέση εντολής και ενεργούν σαν εντολοδόχοι και διαχειριστές ξένης περιουσίας είναι και οι ασφαλιστικοί πράκτορες (ΑΠ 1426/2004, ΑΠ 1426/2004, ΑΠ 492/2003). Κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, έλλειψη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει , όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου όπως επίσης και οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε όπως και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και εκ πλαγίου παράβαση υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στην διάταξη που εφαρμόσθηκε ή όταν αυτά εκτίθενται αντιφατικά ή υπάρχει αντίφαση αιτιολογικού και διατακτικού, ώστε δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει ότι κατά της κατηγορουμένης ασκήθηκε ποινική δίωξη για κακουργηματική υπεξαίρεση πράξη η οποία συνίσταται στο ότι η αναιρεσείουσα συνήψε με τον εγκαλούντα σύμβαση συνεργασίας σύμφωνα με την οποία η αναιρεσείουσα είχε δικαίωμα να ενεργεί σαν ασφαλιστική σύμβουλός ασφαλιστικές συμβάσεις στο όνομα της εταιρείας της οποίας ήταν ασφαλιστικός πράκτορας ο εγκαλών αλλά με απόδοση των ασφαλιστικών εισπράξεων σ' αυτόν. Με βάση την συμφωνία αυτή η αναιρεσείουσα ανεύρισκε πελάτες και κατάρτιζε ασφαλιστικά συμβόλαια για διάφορους κινδύνους και απέδιδε τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα στον εγκαλούντα αφού παρακρατούσε την προμήθεια της. Από τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2001 η αναιρεσείουσα έπαυσε να αποδίδει στον αναιρεσείοντα τα αντίστοιχα ποσά των εισπραττομένων ασφαλιστικών συμβολαίων. Την 12-2-2003 ο εγκαλών επέδωσε στην αναιρεσείουσα εξώδικη πρόσκληση να του αποδώσει τα από αυτήν εισπραχθέντα ασφάλιστρα από διάφορες ασφαλιστικές συμβάσεις που είχε καταρτίσει με διάφορους ασφαλιζόμενους , προσδιορίζοντας το ποσό που παρακρατούσε στο ύψος των 14.978,46 ευρώ. Η αναιρεσείουσα δεν απάντησε στην εξώδικη πρόσκληση επιδεικνύουσα έτσι και με τον τρόπο αυτόν την θέληση της του να ιδιοποιηθεί το ποσό αυτό το οποίο το προσβαλλόμενο βούλευμα το προσδιορίζει στο ύψος των 16.347 χωρίς ν' αναφέρεται πόθεν προέρχεται το ποσό αυτό. Η αναιρεσείουσα παραπονείται για το ότι το παραπεμπτικό βούλευμα δεν κάνει καθόλου λόγο και δεν αναφέρει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το ποσό αυτό και επίσης το ότι ενώ στην εξώδικη πρόσκληση ο εγκαλών αναφέρει ότι το υπεξαιρεθέν ποσό ανέρχεται στο ύψος των 14.978,46 ευρώ στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται σαν υπεξαιρεθέν ποσό το ποσό των 16.347 ευρώ. Από την επισκόπηση του προσβαλλόμενου βουλεύματος πράγματι προκύπτει ότι σ' αυτό δεν γίνεται καμιά αναφορά σε ασφαλιστικά συμβόλαια εν αντιθέσει με το πρωτόδικο βούλευμα στο όποιο γίνεται λεπτομερής αναφορά της γενεσιουργού αιτίας του ποσού των 14. 978 ευρώ χωρίς όμως στο προσβαλλόμενο βούλευμα να γίνεται αναφορά η παραπομπή στις σκέψεις του πρωτόδικου βουλεύματος ώστε με τον τρόπο αυτό οι σκέψεις του πρωτόδικου βουλεύματος να θεωρούνταν ως σκέψεις και του προσβαλλόμενου βουλεύματος ώστε να καλυπτόταν με την αναφορά αυτή η έλλειψη αυτή του δευτεροβάθμιου βουλεύματος όπως επίσης προκύπτει ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται ότι στην εξώδικη δήλωση του εγκαλούντα αναφέρεται το ποσό που υπεξαίρεσε η αναιρεσείουσα είναι το ποσό των 14.978 ευρώ στην συνέχεια αναφέρει ότι το ποσό το οποίο υπεξαιρέθηκε από αυτήν ανέρχεται στο ύψος των 16. 347 ευρώ χωρίς να παρατίθεται τίποτε για την διαφορά αυτή. Υπό τα περιστατικά αυτά το μεν υφίσταται ελλιπής αιτιολογία σχετικά με το ποσό της υπεξαίρεσης αφού δεν αναφέρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα περιστατικά σχετικά με την αιτιολόγηση του ποσού του οποίο φέρεται σαν υπεξαιρεθέν από την αναιρεσείουσα το δε υφίσταται αντιφατικότητα σχετικά με το υπεξαιρεθέν ποσό αφού άλλου αναφέρεται ότι το ποσό αυτό ανέρχεται σε 14.978 ευρώ και αλλού σε 16.347 ευρώ. Επομένως οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος είναι βάσιμες και για τον λόγο αυτό το προσβαλλόμενο βούλευμα πρέπει ν' αναιρεθεί. Διά ταύτα Προτείνω Α. Να γίνει δεκτή η με αριθμ. 285/26-11-2007 αίτηση της Χ, κατοίκου ... για αναίρεση του με αριθμ. 2309/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία η με αριθμ. 363 /2007 έφεση της κατά του με αριθμ. 1769/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που την παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας εμπιστευμένου στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας της σαν εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας και με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και ν' αναιρεθεί το με αριθμ.2309/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Β. Να παραπεμφθεί στο αυτό Συμβούλιο για επανάκριση το οποίο πρέπει να συντεθεί με διαφορετικούς από αυτούς που συμμετείχαν στην σύνθεση του δικαστές. Αθήνα την 6 - 2 -2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το άρθρο 375 παράγρ. 1 εδ. α' και 2 εδάφ. α' του ΠΚ, όπως η παρ. 2 αυτού αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/96, συνάγεται ότι το έγκλημα της υπεξαιρέσεως πραγματούται, αντικειμενικώς μεν, με την από το δράστη παράνομη, ήτοι χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο, ιδιοποίηση ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος, που περιήλθε και βρίσκεται με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή αυτού, υποκειμενικώς δε, με τη γνώση, ότι το πράγμα είναι ξένο, δηλαδή δεν ανήκει στην κυριότητα του δράστη κατά την έννοια του Αστικού Κωδικα και τη θέληση αυτού να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Ενδεχόμενος δόλος αρκεί. Η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα (παράγραφος 2), όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο προβλεπόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Διαχειριστής τέτοιας περιουσίας είναι εκείνος που ενεργεί, όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία μπορεί να έλκει είτε από το νόμο, είτε από σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται να προέρχεται και από τη δημιουργία απλώς μιας πραγματικής καταστάσεως. Με την έννοια αυτή, αν η πράξη τελέστηκε από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσης, η εντολή εμπεριέχεται στη διαχείριση. Ο εντολοδόχος μπορεί να είναι και διαχειριστής, αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Η διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 α ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον παραπάνω νόμο, είναι επιεικέστερη από την αρχική, αφού η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως προϋποθέτει πάντοτε, ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει μια από τις ειδικά και περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις, ενώ στην προηγούμενη διάταξη η απαρίθμηση των περιπτώσεων αυτών ήταν ενδεικτική. Επί υπεξαιρέσεως που τελέσθηκε από δράστη εντολοδόχο, η διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 ΠΚ, πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/96, ήταν ευμενέστερη της νέας, γιατί αξίωνε επί πλέον το στοιχείο της καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης. Επί υπεξαιρέσεως ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου είναι αναγκαίος, όταν αυτό χαρακτηρίζεται ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου, ως μεγάλης ή μικρής αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το οποίο έχει βάση τις συνθήκες της αγοράς κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, από τις οποίες διαμορφώνεται κάθε φορά η αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν αυτή είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής. Κακουργηματική υπεξαίρεση διαπράττει και ο ασφαλιστικός πράκτορας, ο οποίος κατακρατεί και ιδιοποιείται τα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ασφάλιστρα, τα οποία εισπράττει για λογαριασμό ασφαλιστικής εταιρείας με την οποία έχει καταρτίσει, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1569/85 και του Π.Δ. 298/1986, σύμβαση πρακτορείας, δυνάμει της οποίας ανέλαβε, έναντι προμηθείας να μεσολαβεί στην σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ τρίτων και τη εταιρείας και να εισπράττει για λογαριασμό αυτής τα ασφάλιστρα, διότι, με βάση την προαναφερθείσα σύμβαση και τις διατάξεις των άρθρων 90 επ. του Εμπ. Νόμου, 713 επ. Α.Κ και 3 Εισ. Ν.Α.Κ., ο ασφαλιστικός πράκτορας καθίσταται εντολοδόχος της ασφαλιστικής εταιρείας και διαχειριστής της περιουσίας της, καθόσον ενεργεί πράξεις διαχειρίσεως, ήτοι νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης. Βέβαια, στο άρθρο 3 παρ.1 του Π.Δ. 298/1986, που ρυθμίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ασφαλιστικών πρακτόρων και παραγωγών ασφαλίσεων, ορίζεται ότι τα ασφάλιστρα που εισπράττει ο πράκτορας θεωρούνται παρακαταθήκη και ευθύνεται ως θεματοφύλακας. Όμως η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό πράκτορα με την ασφαλιστική επιχείρηση, φέρει το χαρακτήρα μικτής σύμβασης, η δε σύμβαση παρακαταθήκης έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, αφού η υποχρέωση για φύλαξη και απόδοση των ασφαλίστρων είναι αναγκαία συνέπεια της κύριας (πρακτορικής) σύμβασης. Κατά συνέπεια, για την ποινική αξιολόγηση της συμπεριφοράς του ασφαλιστικού πράκτορα κρίσιμη είναι η ιδιότητα όχι του θεματοφύλακα, αλλά του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας, την οποία έχει αποκτήσει βάσει της κύριας πρακτοριακής σύμβασης και στην οποία έχουν εφαρμογή, αφού και ο ασφαλιστικός πράκτορας αποτελεί μορφή εμπορικού αντιπροσώπου, οι διατάξεις των άρθρων 90 επ. του Εμπ. Νόμου και 713 επ. Α.Κ. Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα, όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη αποχρωσών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα που διώχθηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που προέκυψαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που προβλέπει και τιμωρεί το έγκλημα, για το οποίο έγινε η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 Β' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή του όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο βούλευμα εμφιλοχωρούν, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των προκυψάντων πραγματικών περιστατικών, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, παρά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα εξής: "......Ο εγκαλών Ψ, διατηρεί πρακτορείο ασφαλιστικών εταιρειών στην Τρίπολη Αρκαδίας. Βάσει της από 25-4-1996 σύμβασης πρακτόρευσης την οποία είχε συνάψει αυτός με την εταιρία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α. CΕΝΕRΑL UΝΙΟΝ" στον Πειραιά, η οποία εταιρία ασκεί νόμιμα στην Ελλάδα ασφαλιστικές εργασίες στους κλάδους Πυρός και συμπληρωματικών κινδύνων, Αυτοκινήτων, Μεταφορών, Προσωπικών Ατυχημάτων, Αστικής Ευθύνης, και έχει την έδρα της στον Πειραιά (οδός Πραξιτέλους αριθμ. 131), διορίστηκε (ο εγκαλών) ασφαλιστικός πράκτορας και ανατέθηκε σ' αυτόν, που αποδέχτηκε το διορισμό με τους όρους της ανωτέρω σύμβασης, η διαμεσολάβηση για σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων στην Ελληνική Επικράτεια. Ο εγκαλών, με την ιδιότητα του ασφαλιστικού πράκτορα και επί τη βάσει των όρων της ως άνω αναφερόμενης σύμβασης, είχε υποχρέωση να φροντίζει για την είσπραξη των ασφαλίστρων, τα δε εισπραττόμενα ασφάλιστρα θεωρούνταν παρακαταθήκη και ο πράκτορας ευθυνόταν ως θεματοφύλακας. Ο πράκτορας στο πρώτο δεκαήμερο κάθε τριμήνου είχε υποχρέωση να αποδίδει στην ασφαλιστική επιχείρηση, αναλυτικό κατά συμβόλαιο λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων και της εν γένει διαχείρισης του προηγούμενου διμήνου και να της καταβάλει κάθε πλεόνασμα. Ο πράκτορας, σύμφωνα με τον όρο 13 της παραπάνω σύμβασης, μπορούσε να υπογράφει συμβάσεις με ασφαλιστικούς συμβούλους με σκοπό τη διαμεσολάβηση αυτών για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων. Σύμφωνα δε με τον όρο 10 της ίδιας σύμβασης, μέχρι τέλους Ιανουαρίου κάθε χρόνου, ο πράκτορας υποχρεούταν να υποβάλει στην εταιρία αναλυτική κατάσταση των μη εισπραχθέντων ασφαλίστρων για το προηγούμενο έτος και να κοινοποιήσει αντίγραφο αυτής στην αρμόδια ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΡΑΚΤΟΡΩΝ. Κατά μήνα Ιούνιο του έτους 2000, ο εγκαλών συνήψε με την κατηγορουμένη Χ, στην Αθήνα, σύμβαση συνεργασίας, επί τη βάσει του ως άνω αναφερομένου όρου 13 της δικής του σύμβασης με την παραπάνω ασφαλιστική εταιρία, σύμφωνα με την οποία η κατηγορουμένη είχε το δικαίωμα ως ασφαλιστική σύμβουλος να ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας, και να ανευρίσκει και να ασφαλίζει πελάτες, είτε ατομικά ενεργούσα, είτε και μέσω συνεργατών της, σε κάθε περίπτωση όμως, μόνον μέσω του ασφαλιστικού πρακτορείου του εγκαλούντος και του δικού του κωδικού(ο εγκαλών είχε κωδικό συνεργασίας 762). Επί τη βάσει της συνεργασίας αυτής, η οποία άρχισε σύμφωνα με τα προλεχθέντα κατά μήνα Ιούνιο του έτους 2000, η κατηγορουμένη ανεύρισκε πελάτες, παραλάμβανε τις αιτήσεις τους και τους ασφάλιζε μέσω του ασφαλιστικού πρακτορείου του εγκαλούντος, στον οποίο και απέδιδε τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα, αφού παρακρατούσε από αυτά την συμφωνηθείσα αμοιβή της, η οποία είχε συμφωνηθεί σε ποσοστό ανάλογο με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και η οποία αποτελούσε μέρος της προμήθειας του εγκαλούντος από την ασφαλιστική εταιρία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", υπό την πλήρη γνώση της οποίας, καθώς επίσης συναίνεση και αποδοχή τελούσε η όλη αυτή διαδικασία. Η κατηγορουμένη, επομένως, ενεργούσε ως εντολοδόχος, διαχειρίστρια και θεματοφύλακας, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Τα ασφαλιστήρια συμβόλαια τα οποία καταρτίστηκαν με τη διαμεσολάβηση της κατηγορουμένης, περιλαμβάνονται στην περιεχόμενη στην δικογραφία κατάσταση, την οποία προσκόμισε και επικαλείται ο εγκαλών. Η συνεργασία του εγκαλούντος και της κατηγορουμένης εξελίχθηκε ομαλά μέχρι το μήνα Ιανουάριο του έτους 2001. Από τον μήνα αυτόν και εντεύθεν η κατηγορουμένη άρχισε να μην αποδίδει το σύνολο των ασφαλίστρων που εισέπραττε και απέδιδε μέρος μόνον αυτών, η τελευταία δε από μέρους της απόδοση ασφαλίστρων, έλαβε χώρα στις 14-11-2001, οπότε και κατέβαλε για τελευταία φορά μέρος από τα ασφάλιστρα που είχε εισπράξει, ποσού 200.000 δρχ.(βλ. σχετ. την .../14-11-2001 απόδειξη εισπράξεως). Έκτοτε έπαυσε να καταβάλει τα ασφάλιστρα και ο εγκαλών στις 12-2-2003 της κοινοποίησε εξώδικο με το οποίο την καλούσε όπως εντός πέντε ημερών από τη λήψη του εξωδίκου, καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 14.978,46 ευρώ, το οποίο αφορούσε εισπραχθέντα από την κατηγορουμένη ασφάλιστρα, τα οποία δεν είχε αποδώσει. Η κατηγορουμένη-εκκαλούσα δεν απάντησε στο εξώδικο αυτό. Η επίδοση του εξωδίκου έγινε στη διεύθυνση ... όπου ασκούσε τότε η κατηγορουμένη την επαγγελματική της δραστηριότητα. Ενόψει των περιστατικών και δεδομένων αυτών κατά της κατηγορουμένης προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για την αξιόποινο πράξη για την οποία διώκεται. Ο ισχυρισμός στην απολογία της περί του ότι έπρεπε να αποδώσει στον εγκαλούντα ασφάλιστρα συνολικού ποσού 2.500, ευρώ, τα οποία και απέδωσε σ' αυτόν το καλοκαίρι του έτους 2003, παρόντος του συνεργάτη της Διονυσίου Δουρούμη, ελέγχεται ως αβάσιμος, εφόσον αυτή δεν προσκομίζει έγγραφη εξοφλητική απόδειξη, από την οποία να προκύπτει η τοιαύτη καταβολή, και στην οποία βεβαίως θα έπρεπε να αναγράφεται από μέρους του εγκαλούντος ότι αυτός εξοφλήθηκε ολοσχερώς. Εξάλλου ο προταθείς από την κατηγορουμένη μάρτυς Α καταθέτει ό, τι έχει ακούσει από την κατηγορουμένη και ότι ενώπιον του δεν έλαβε χώρα ποτέ καμία καταβολή χρηματικού ποσού από αυτήν στον εγκαλούντα. Αντιθέτως επί τη βάσει των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η κατηγορουμένη δεν απάντησε ποτέ στην εξώδικο όχληση-πρόσκληση του εγκαλούντος και επομένως, στις 12-2-2003 που της επιδόθηκε το εξώδικο αυτό, εκδήλωσε με οριστικότητα σκοπό παρανόμου ιδιοποιήσεως των εισπραχθέντων υπ' αυτής ασφαλίστρων, το συνολικό ποσό των οποίων υπερβαίνει εκείνο του εξωδίκου και ανέρχεται σε 16.347 ευρώ, δεδομένου ότι αφορά και ασφάλιστρα τα οποία εισέπραξε αυτή επί τη βάσει ασφαλιστηρίων συμβολαίων τα οποία καταρτίσθηκαν και με άλλες ασφαλιστικές εταιρίες ("Άλφα Ασφαλιστική", "Φοίνικας") που πρακτόρευε επίσης ο εγκαλών. Η δε παράνομη ιδιοποίηση έλαβε χώρα στην ως άνω αναφερομένη διεύθυνση (...) όπου, σύμφωνα με τα προλεχθέντα, η κατηγορουμένη ασκούσε τότε την επαγγελματική της δραστηριότητα, και το αντικείμενο της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, εφόσον ληφθεί υπ' όψιν ο χρόνος κατά τον οποίο έλαβε χώρα (2003) η παράνομη αυτή ιδιοποίηση και του προσώπου του παθόντος (εγκαλούντος), ο οποίος προέβαινε κυρίως σε ασφαλίσεις αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και εισέπραττε από κάθε ασφαλιστήριο συμβόλαιο προμήθεια ανερχομένη σε ολίγα ευρώ, (βλ. σχετ. προσκομιζόμενες από τον εγκαλούντα μηχανογραφικές καταστάσεις), υποχρεώθηκε δε εξ αιτίας της συμπεριφοράς της εκκαλούσας να καταβάλλει εξ ιδίων στις εταιρίες που πρακτόρευε, κυρίως δε στην εταιρία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α. GENERAL UΝΙΟΝ", το συνολικό ποσό που υπεξαίρεσε η ανωτέρω, το οποίο συγκρινόμενο με το συνολικό ποσό των προμηθειών είναι ιδιαίτερα μεγάλο....". Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο, προκειμένου να δικασθεί, για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση σε βάρος του εγκαλούντος Ψ, για την οποία διώχτηκε και κατόπιν τούτων απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε το εκκληθέν 1769/2007 πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα.
ΙΙΙ. Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης αντικειμένου εμπιστευμένου στην υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς της σαν εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας και με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, (κακουργηματική υπεξαίρεση), για την οποία παραπέμφθηκε η αναιρεσείουσα, καθώς και εκείνα που προσδίδουν σ' αυτήν κακουργηματικό χαρακτήρα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα ανωτέρω περιστατικά και θεμελιώνουν την ύπαρξη αποχρωσών ενδείξεων ενοχής της κατηγορουμένης για το έγκλημα που διώχθηκε καθώς επίσης και τις σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή αυτών των περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1§9 του Ν. 2408/1996 και το άρθρο 14 παρ.3β του ν. 2721/1999, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
ΙV. Η κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα προβάλλει μόνο τις αιτιάσεις ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι α) δεν αναφέρει ότι το φερόμενο ως υπεξαιρεθέν ποσό των 16.347 ευρώ βρισκόταν πράγματι στην κατοχή της, β) δεν αναφέρει τον χρόνο κατά τον οποίο περιήλθε στην κατοχή της αναιρεσείουσας "κατ' εκάστη φορά όποιο ποσό"και γ) δεν αιτιολογεί πως ενώ, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, το φερόμενο, με βάση το εξώδικο που της κοινοποίησε ο εγκαλών, το οφειλόμενο ποσό ήταν 14.978,46 ευρώ, με την μη απάντηση της σε αυτό φέρεται ότι εκδήλωσε σκοπό παράνομης ιδιοποιήσεως για ποσό 16.347 ευρώ.
Συνεπώς, όπως η αναιρεσείουσα αιτιάται, "δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί αν πραγματικά κατά τον χρόνο φερομένης ως παράνομης ιδιοποίησης του ξένου πράγματος τούτο ευρισκόταν ήδη στην κατοχή μου, το δε αυτό (βούλευμα) στερείται νόμιμης βάσης αφού δεν είναι δυνατός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 375 ΠΚ". Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Κατά τις σαφείς παραδοχές του προσβαλλόμενο βουλεύματος το ποσό των 16.347 ευρώ, για το οποίο κρίθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι το υπεξαίρεσε η αναιρεσείουσα, βρισκόταν στην κατοχή της κατά το χρόνο που εκδήλωσε την πρόθεση να το ιδιοποιηθεί, αφού το είχε ήδη εισπράξει από τους ασφαλισμένους. Ο χρόνος κατά τον οποίο το κάθε επί μέρους ποσό περιήλθε στην κατοχή της με την γενόμενη από τον κάθε ασφαλισμένο είπραξή του, δεν είναι κρίσιμος, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της υπεξαιρέσεως, ούτε επιδρά στο χρόνο παραγραφής της πράξεως. Αρκεί το ότι, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, περιήλθε στην κατοχή της, υπό τις αναφερόμενες στο σκεπτικό συνθήκες, και ότι εκδήλωσε την πρόθεσή της να το ιδιοποιηθεί παρανόμως την ημερομηνία που ρητώς αναφέρει, δηλαδή στις 12/2/2003. Άλλωστε το σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος επιτρεπτώς συμπληρώνει το διατακτικό του πρωτόδικου βουλεύματος, αφού, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού παραπέμπεται να δικαστεί η αναιρεσείουσα και στο διατακτικό αυτό εκτίθενται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το πιο πάνω ποσό (ημερομηνίες είσπραξης των επί μέρους ασφαλίστρων, αριθμοί ασφαλιστηρίων συμβολαίων, όνομα ασφαλισμένων κλπ). Εξάλλου, ουδεμία αντίφαση δημιουργείται από το ότι, ενώ στο σκεπτικό του βουλεύματος αναφέρεται ότι στην εξώδικη πρόσκληση ο εγκαλών αναφέρει ότι το υπεξαιρεθέν ποσό ανέρχεται στο ύψος των 14.978, 46 ευρώ, στο προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρεται ως υπεξαιρεθέν το ποσό των 16.347 ευρώ, αφού, όπως ρητώς αιτιολογείται στο σκεπτικό του, "το συνολικό ποσό των οποίων υπερβαίνει εκείνο του εξωδίκου και ανέρχεται σε 16.347 ευρώ, δεδομένου ότι αφορά και ασφάλιστρα τα οποία εισέπραξε αυτή επί τη βάσει ασφαλιστηρίων συμβολαίων τα οποία καταρτίσθηκαν και με άλλες ασφαλιστικές εταιρίες ("Άλφα Ασφαλιστική", "Φοίνικας"), που πρακτόρευε επίσης ο εγκαλών".
V. Επομένως, οι από το άρθρο 484 §1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583§1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 385/26-11-2007 αίτηση της Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του 2309/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αίτηση για αναίρεση βουλεύματος που παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για υπεξαίρεση αντικειμένου εμπιστευμένου στην υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς της σαν εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας και με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Στοιχεία αδικήματος. Κακουργηματική υπεξαίρεση διαπράττει και ο ασφαλιστικός πράκτορας. Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, και εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής νόμου. Το σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος επιτρεπτώς συμπληρώνει το διατακτικό του πρωτόδικου βουλεύματος, αφού, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού παραπέμπεται να δικαστεί ο κατηγορούμενος. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 1625/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη και Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1447/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1552/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, με αριθμό 467/26-11-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 §§ 1 και 4, 138 §2β, 485 §1 Κ.Π.Δ. την υπ' αρ. 180/7-9-2007 (ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέως Εφετείου Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως του Χ1 ασκηθείσα (κατόπιν της από 6-9-2007 εξουσιοδοτήσεως) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ασλάνη, κατά του υπ' αρ. 1447/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αρ. 3458/2006 βούλευμά του παρέπεμψε τον κατηγορούμενο Χ1 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών όπως δικασθεί για υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση που συνολικά υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ (αρ. 98, 375 §1β Π.Κ.). Μετά από έφεση που άσκησε κατά του άνω βουλεύματος ο κατηγορούμενος, εξεδόθη το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα, με το οποίο απερρίφθη κατ' ουσίαν η κριθείσα έφεσή του και επεκυρώθη το εκκληθέν. Το άνω βούλευμα επεδόθη εις τον ίδιο τον κατηγορούμενο την 3-9-2007 (ενώ εις τον αντίκλητό του με θυροκόλληση την 7-8-2007). Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη (αρ. 473 §1, 474 §1 Κ.Π.Δ.) αφού ασκήθηκε δια πληρεξουσίου δικηγόρου ενώπιον της αρμοδίας γραμματέως του Εφετείου Αθηνών την 7-9-2007 και περιέχει (αρ.474 §2 Κ.Π.Δ.) συγκεκριμένο λόγο ήτοι, ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι: ενώ ο πραγματογνώμων έλαβε εντολή περί διενέργειας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης για το διάστημα από 1-1-2000 έως 31-10-2000 ανέτρεψε στα προηγούμενα έτη συνεργασίας του με την εγκαλούσα για να καταλήξει στο έλλειμμα των 73.723.780 δρχ. Δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι το άνω έλλειμμα προέκυψε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 31-10-2000 ενώ η έκθεση του πραγματογνώμονα αναφέρει τα προηγούμενα έτη 1996-2000, για τα προηγούμενα όμως έτη προσήγαγε παραστατικά καταβολής χρηματικών ποσών που δεν αναφέρονται ούτε περιέχονται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Απέρριψε το προσβαλλόμενο βούλευμα τους ισχυρισμούς του και δεν αναφέρεται στα προσαχθέντα από αυτόν παραστατικά σύμφωνα με τα οποία ποσό 21.400.000 δρχ. κατετέθη στην EUROBANK και ΕΤΕ το 2000 (βλ. σελ. 23 πραγματογνωμοσύνης), ποσό που απέκρυψε η εγκαλούσα στην κατάθεσή της ενώπιον της ανακρίτριας. Στην σελ. 29 της εκθέσεως αναφέρεται ότι έλαβε ως προμήθεια το ποσό των 19.404.004 δρχ., στην ίδια έκθεση αναφέρεται ότι η παραγωγή του κατά το έτος 2000 ήταν 80.023.225 δρχ., εάν λοιπόν προστεθούν τα 38.869.617 που κατέθεσε το 2000 στο ανωτέρω ποσό των 21.400.000 δρχ. και στο ποσό των 19.404.004 δρχ. που αποτελούσε την προμήθειά του το έλλειμμα ανέρχεται σε 349.704 δρχ. Το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αναφέρεται καν στον άνω ισχυρισμό του ούτε στα προσαγόμενα και επικαλούμενα παραστατικά (τα οποία περιέχονται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης στην οποία στηρίχθηκε το βούλευμα) χωρίς ειδική αιτιολογία. Τέλος, με την υπ' αρ. 5324/2004 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απερρίφθη σχετική αγωγή της εγκαλούσας για υπεξαίρεση του ποσού των 73.723.380 δρχ. στην απόφαση δε αυτή αναφέρεται πως η εγκαλούσα επαναλαμβάνει δύο φορές το περιεχόμενο της αγωγής, τους πίνακες και δεν διευκρινίζεται για ποιο λόγο ζητούνται δύο φορές τα οφειλόμενα. Επίσης με την αίτηση αναιρέσεως υπέβαλε συγχρόνως αίτημα αυτοπροσώπου εμφανίσεως ενώπιον του Συμβουλίου προκειμένου να ακουσθεί.
ΙΙ) Στο παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει η από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου προσώπου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, χωρίς ν' απαιτείται ν' αναφέρεται το περιεχόμενο κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προκύπτει απ' αυτό και να προσδιορίζονται οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (Α.Π. 1303/2002 σε Συμβ. Π. Χρ. Ν.Γ./496, Α.Π. 1425/2002 σε Συμβ. Π.Χρ. Ν.Γ./510). Η αιτιολογία επιτρεπτώς γίνεται με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, καλύπτει δε η αναφορά αυτή και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή (Α.Π. 861/2004 Π.Χρ. Ν.Ε./2005 σελ. 408).
ΙΙΙ) Κατά το άρθρο 375 §1 Π.Κ. όπως ισχύει μετά το άρ. 14 §3α' του Ν. 2721/1999: όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσόν των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δρχ. ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που είναι κινητό πράγμα να είναι ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλο και όχι στον δράστη (Α.Π. 728/2000 Π.Χρ. ΝΑ/64, Α.Π. 1786/97 Π.Χρ. ΜΗ/967). β) η κατοχή του πράγματος αυτού κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως να είχε περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στον δράστη (Α.Π. 1011/2000 Π.Χρ. ΝΑ/244). γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα (από νόμο ή δικαιοπραξία) που να παρέχει στον δράστη δικαιολογητική αιτία της ιδιοποιήσεως (Α.Π. 134/98 Π.Χρ. ΜΗ/772, Α.Π. 1466/97 Π.Χρ. ΜΗ/595, Τούση - Γεωργίου Ερμ. Π.Κ. έκδοση Γ υπ' αρ. 375 σελ.1013-1014). δ) η συνολική αξία να υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (73.000 Ευρώ). ε) υποκειμενικώς απαιτείται δολία προαίρεση του δράστη που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώσει χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο το πράγμα στην δική του περιουσία (Α.Π. 686/2004 Π.Χρ. ΝΕ/2005). Αρκεί και ενδεχόμενος δόλος (Τούση - Γεωργίου Ερμ. Π.Κ. υπ' αρ. 375 σελ. 1016, Γάφου Ειδ. Ποινικό Τεύχος ΣΤ σελ. 59-70). IV) Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, (η οποία καλύπτει και το στοιχείο μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή Α.Π. 861/2004 Π.Χρ. ΝΕ/408) αφού προσδιορίζει κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα που συγκεντρώθηκαν από την κυρία ανάκριση και ειδικότερα την έγκληση, την χωρίς όρκο κατάθεση της πολ. ενάγουσας, τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, από όλα τα έγγραφα που έχουν επισυναφθεί στην δικογραφία, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν κατά την κρίση του Συμβουλίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα Ψ1 ασκεί το επάγγελμα του ασφαλιστικού πράκτορα και διατηρεί πρακτορείο επί της Λεωφ. ...... Συγκεκριμένα, μεσολαβεί μεταξύ των πελατών της και ασφαλιστικών εταιρειών, με τις οποίες συνεργάζεται, για την σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων. Ειδικότερα, παραλαμβάνει την πρόταση κατάρτισης σύμβασης ασφάλισης από τον ενδιαφερόμενο πελάτη της, τον οποίο και ενημερώνει για τους όρους της υπό κατάρτιση σύμβασης, την προωθεί στην ασφαλιστική εταιρεία και στην συνέχεια παραλαμβάνει από την τελευταία το εκδιδόμενο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο ακολούθως παραδίδει στον ασφαλιζόμενο, αφού προηγουμένως εισπράξει για λογαριασμό της δικαιούχου ασφαλιστικής εταιρείας και παραδώσει σ' αυτήν τα αναλογούντα ασφάλιστρα, από τα οποία παρακρατεί το συνομολογηθέν ποσό της προμήθειάς της. Από τον Μάιο του έτους 1996, η ως άνω εγκαλούσα συνεργάστηκε με τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Χ1, ασφαλιστικό σύμβουλο (υποπράκτορα), ο οποίος διέθετε δικό του πελατολόγιο, ως προς τους ειδικότερους δε όρους της συνεργασίας τους συμφωνήθηκε προφορικά και ίσχυε αναλογικά ό,τι περίπου είχε συμφωνηθεί και ίσχυε μεταξύ της εγκαλούσας και των συνεργαζομένων με αυτή ασφαλιστικών εταιρειών. Δηλαδή, ο κατηγορούμενος προετοίμαζε και παραλάμβανε την πρόταση κατάρτισης σύμβασης ασφάλισης από τον ενδιαφερόμενο πελάτη του και την παρέδιδε έτοιμη στην εγκαλούσα. Η τελευταία την προωθούσε στην αντισυμβαλλόμενη ασφαλιστική εταιρεία και στην συνέχεια παρελάμβανε απ' αυτήν το εκδιδόμενο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο παρέδιδε στον κατηγορούμενο. Αυτός με την σειρά του το παρέδιδε στον ασφαλιζόμενο πελάτη του και εισέπραττε απ' αυτόν τα αναλογούντα ασφάλιστρα, τα οποία όφειλε να αποδίδει στην εγκαλούσα, αφού προηγουμένως αφαιρούσε την νόμιμη προμήθειά του, προκειμένου και αυτή με την σειρά της να τα αποδώσει στην δικαιούχο ασφαλιστική εταιρεία. Η νόμιμη προμήθεια του κατηγορουμένου, που είχε συμφωνηθεί, μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας, ανερχόταν στο 13% επί των καθαρών ασφαλίστρων για τον κλάδο αστικής ευθύνης αυτοκινήτων, στο 25% επί των καθαρών ασφαλίστρων για τον κλάδο περιουσίας και στο 20% επί των καθαρών ασφαλίστρων για τον κλάδο αστικής ευθύνης αυτοκινήτων, στο 25% επί των καθαρών ασφαλίστρων για τον κλάδο γενικής αστικής ευθύνης. Η ως άνω συνεργασία μεταξύ της εγκαλούσας και του κατηγορουμένου συνεχίστηκε χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα μέχρι τον Ιούλιο του έτους 1999, οπότε ο τελευταίος άρχισε να παρουσιάζει αδικαιολόγητες καθυστερήσεις στην απόδοση ασφαλίστρων, το γεγονός δε αυτό είχε ως αποτέλεσμα την οριστική διακοπή της μεταξύ τους συνεργασίας, η οποία έλαβε χώρα περί το τέλος του έτους 2000. Επακολούθησε σχετικός έλεγχος, από τον οποίο προέκυψε ότι ενώ ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως και 31-10-2000, είχε εισπράξει σταδιακά από πελάτες του για την ως άνω αιτία ασφάλιστρα, τα οποία, μετά την αφαίρεση της νόμιμης προμήθειάς του, ανήρχοντο συνολικά στο ποσό των 73.723.780 δραχμών (216.357 Ευρώ), στην συνέχεια δεν τα απέδωσε, όπως όφειλε, στην εγκαλούσα Ψ1, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της, προκειμένου αυτή με την σειρά της να τα αποδώσει στην τελική δικαιούχο ασφαλιστική εταιρεία UNIVERSAL ALLGEMEINE VERSICHRUNG A.G., η οποία αντιπροσωπεύεται στην Ελλάδα από την εταιρεία INTERASCO Α.Ε., αλλά τα παρεκράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντάς τα στην περιουσία του, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της ως άνω εγκαλούσας, η οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει εξ ιδίων το εν λόγω χρηματικό ποσό στην παραπάνω δικαιούχο ασφαλιστική εταιρεία. Ο κατηγορούμενος με την απολογία του δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά την διαμεσολάβησή του στην κατάρτιση των περισσοτέρων ασφαλιστικών συμβάσεων, επί των οποίων υπολογίστηκε το υπ' αυτού εισπραχθέν και μη αποδοθέν ποσό ασφαλίστρων, πλην όμως υποστήριξε ότι δεν οφείλει κανένα ποσό στην εγκαλούσα, δεδομένου ότι το φερόμενο ως υπεξαιρεθέν ποσό ασφαλίστρων προέκυψε από επιπλέον χρεώσεις συμβολαίων, από διπλοεγγραφές καθώς και από συνυπολογισμό ακυρωθέντων ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι έχει καταβάλει για την ανωτέρω αιτία χρηματικά ποσά με την κατάθεσή τους σε τραπεζικούς λογαριασμούς της εγκαλούσας, τα οποία η τελευταία απέκρυψε. Προς διερεύνηση όμως των ως άνω ισχυρισμών του εκκαλούντα παραγγέλθηκε συμπληρωματική κυρία ανάκριση και διενεργήθηκε λογιστική πραγματογνωμοσύνη από τον ......., ο οποίος διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 143/2004 Διάταξη της Ανακρίτριας του 2ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών. Ο εν λόγω πραγματογνώμονας, με την από ..... έκθεσή του, αποφάνθηκε ότι το συνολικό ποσό των ασφαλίστρων το οποίο εισέπραξε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 31-10-2000 ο κατηγορούμενος, και το οποίο όφειλε, μετά την αφαίρεση της νόμιμης προμήθειάς του, να αποδώσει στην εγκαλούσα και δεν το απέδωσε, ανέρχεται σε δραχμές 73.723.780, καταρρίπτοντας ένα προς ένα τους ως άνω προβληθέντες ισχυρισμούς του εν λόγω κατηγορουμένου. Τα ως άνω προκύψαντα από την κυρία ανάκριση πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν πράγματι εις βάρος του εκκαλούντα - κατηγορουμένου Χ1 την αποδιδόμενη σ' αυτόν κακουργηματική πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που συνολικά υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ (άρθρ. 1, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98, 375 παρ. 1β' Π.Κ., όπως η παρ. 1 του άρθρου 375 συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999). Επομένως το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, που με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 3458/2006 βούλευμά του παρέπεμψε τον ως άνω εκκαλούντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί για την πιο πάνω πράξη δεν έσφαλλε αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνακόλουθα η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα. V) Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που εδέχθη και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος (3458/2006) του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του αρ. 375 §1 Κ.Π.Δ., την οποία ορθώς ερμήνευσε, εφήρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν ανάγκη να διαληφθούν επιπλέον στοιχεία. Ειδικότερα: Γίνεται αναφορά στην επαγγελματική δραστηριότητα της εγκαλούσας ως ασφαλιστικού πράκτορα συγκεκριμένα σε τι συνίστατο η εργασία της, τον τρόπο και τους όρους καταρτίσεως των ασφαλιστικών συμβάσεων, της παραδόσεως των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, την είσπραξη για λογαριασμό της δικαιούχου ασφαλιστικής εταιρείας και παράδοση σ' αυτήν των αναλογούντων ασφαλίστρων από τα οποία παρεκράτει το συνομολογηθέν ποσοστό προμήθειάς της. Αναφέρεται στην συνεργασία της από το 1996 με τον κατηγορούμενο ασφαλιστικό σύμβουλο (υποπράκτορα) ο οποίος διέθετε δικό του πελατολόγιο, τους ειδικότερους όρους συνεργασίας τους οι οποίοι ήταν ανάλογοι με ότι περίπου αυτή είχε συμφωνήσει με τις συνεργαζόμενες ασφαλιστικές εταιρείες. Πώς εκείνος παρελάμβανε και κατήρτιζε τις προτάσεις καταρτίσεως συμβάσεων ασφαλίσεως και τις παρέδιδε έτοιμες στην εγκαλούσα, η οποία τις προωθούσε στην ασφαλιστική εταιρεία και στην συνέχεια παρελάμβανε απ' αυτήν το εκδιδόμενο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και το παρέδιδε στον ασφαλιζόμενο, εισέπραττε τα ασφάλιστρα που όφειλε να αποδίδει στην εγκαλούσα, αφού παρακρατούσε την νόμιμη προμήθειά του. Επίσης προσδιορίζονται τα ποσοστά προμήθειας κατά κλάδο. Δηλαδή είναι σαφές πως τα ασφάλιστρα που εισέπραττε ο αναιρεσείων έπρεπε να αποδοθούν στην αντίστοιχη ασφαλιστική εταιρεία ως τελικό δικαιούχο και δεν είχε κανένα δικαίωμα, πέραν της συμφωνηθείσας προμήθειας, να τα κατακρατεί. Αναφέρει το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι από τον Ιούλιο του 1999 ο κατηγορούμενος άρχισε να παρουσιάζει αδικαιολόγητες καθυστερήσεις στην απόδοση των ασφαλίστρων και από 1-1-2000 έως 31-10-2000 ενώ είχε εισπράξει σταδιακά το ποσό των 73.723.780 δρχ. (216.357 Ευρώ) δεν το απέδωσε στην εγκαλούσα για να το παραδώσει στην δικαιούχο ασφαλιστική εταιρεία "UNIVERSAL ALLGEMEINE VERSICHRUNG A.C." που εκπροσωπείται στην Ελλάδα από την INTERASCO Α.Ε., αλλά τα κατεκράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Το βούλευμα απαντά επί των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών του κατηγορουμένου, αντικρούωντας αυτούς με επίκληση του πορίσματος λογιστικής πραγματογνωμοσύνης η οποία πραγματοποιήθηκε προς διερεύνηση των ισχυρισμών του κατά την διενεργηθείσα περαιτέρω κυρία ανάκριση. Από το πόρισμα αυτό προέκυψε η παράνομη ιδιοποίηση του άνω ποσού κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 31-10-2000. Οι λόγοι τους οποίους επικαλείται ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση (ως συνοπτικώς αναφέρονται στην παράγραφο Ι της παρούσας), αφ' ενός συνιστούν άρνηση της κατηγορίας και, αφ' ετέρου, αφορούν την επί της ουσίας των πραγματικών περιστατικών αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Ούτε συνιστά αντίφαση η αναφορά εις το βούλευμα πως άρχισε να παρουσιάζει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην απόδοση των ασφαλίστρων από τον Ιούλιο 1999, αφού το Συμβούλιο Εφετών στο προσβαλλόμενο βούλευμα προσδιορίζει ότι τα υπεξαιρεθέντα ποσά αφορούσαν εισπραχθέντα ασφάλιστρα του έτους 2000, και συνεπώς ορθώς το ανωτέρω Συμβούλιο απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου και επεκύρωσε το εκκληθέν βούλευμα. Κατ' ακολουθία αυτών θα πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα. Όμως θα πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Υμετέρου Συμβουλίου προς παροχή διευκρινήσεων. V)
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω 1) Να απορριφθεί η υπ' αρ. 180/7-9-2007 αίτηση αναιρέσεως (ασκηθείσα ενώπιον του Γραμματέα Ποινικού Τμήματος Εφετείου Αθηνών) του Χ1, ασκηθείσα δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γ. Ασλάνη, κατά του υπ' αρ. 1447/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να γίνει δεκτό το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Υμετέρου Συμβουλίου προς παροχή διευκρινίσεων. 3) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος.
Αθήνα 15-10-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση του 1447/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος με το οποίο ο τελευταίος παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για υπεξαίρεση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση που συνολικά υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Με το δικόγραφο της εν λόγω αιτήσεως, ο αναιρεσείων υποβάλλει αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισής του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, προς παροχή διευκρινίσεων. Το αίτημα αυτό είναι μεν νόμιμο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 485 παρ. 1 και 309 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ, πρέπει, όμως, να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμο, διότι ο αναιρεσείων στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τις πλημμέλειες που αποδίδει με τον προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως στο πληττόμενο βούλευμα και αναπτύσσει επαρκώς τα κρίσιμα ζητήματα της δικαζόμενης υπόθεσης, έτσι ώστε, δεν ανακύπτει ανάγκη οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρινήσεως.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 375 παρ. 1, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999 "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης απαιτείται αντικειμενικώς, α)το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β)να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένοι με την έννοια, ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από το δράστη, γ)η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στο δράστη, δ)παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, ε)η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης να υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, η 73.000 ευρώ, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη θέληση ή αποδοχή του δράστη να ενσωματώσει το ξένο ολικά ή μερικά κινητό πράγμα στην περιουσία του, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, με την οποία αποκαλύπτεται η πρόθεσή του αυτή. Περαιτέρω, σε περίπτωση υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, που τελέσθηκε μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 2721/1999 (3-6-1999) που τροποποίησε το άρθρο 98 ΠΚ, για τον κακουργηματικό χαρακτήρα της πράξης λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία όλως των επί μέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο συνολικό αποτέλεσμα. Εξάλλου, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει την έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν διαλαμβάνονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κύρια ή προανάκριση) και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους το συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της κρίσεώς του όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Δεν ιδρύει όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου της ουσία. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αφού η τελευταία αποτελεί αναπόσπαστο Τμήμα του ίδιου βουλεύματος, εφόσον αυτή περιέχει τις ανωτέρω διαλαμβανόμενες αναγκαίες αναφορές. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα αυτό εισαγγελική πρόταση, έκρινε, ότι το πρωτοβάθμιο συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος. Δέχθηκε, ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από την εκτίμηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ήτοι χωρίς όρκο εξέταση της πολιτικώς ενάγουσας, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, εγγράφων της δικογραφίας και απολογίας κατηγορουμένου προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εγκαλούσα Ψ1 ασκεί το επάγγελμα του ασφαλιστικού πράκτορα και διατηρεί πρακτορείο επί της Λεωφ,. ...... Συγκεκριμένα, μεσολαβεί μεταξύ των πελατών της και ασφαλιστικών εταιρειών, με τις οποίες συνεργάζεται, για την σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων. Ειδικότερα, παραλαμβάνει την πρόταση κατάρτισης σύμβασης ασφάλισης από τον ενδιαφερόμενο πελάτη της, τον οποίο και ενημερώνει για τους όρκους της υπό κατάρτιση σύμβασης, την προωθεί στην ασφαλιστική εταιρεία και στην συνέχεια, παραλαμβάνει από την τελευταία το εκδιδόμενο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο ακολούθως παραδίδει στον ασφαλισμένο, αφού προηγουμένως εισπράξει για λογαριασμό της δικαιούχου ασφαλιστικής εταιρείας και παραδώσει σ' αυτήν τα αναλογούντα ασφάλιστρα, από τα οποία παρακρατεί το συνομολογηθέν ποσό της προμήθειάς της.
Από τον Μάιο του έτους 1996, η ως άνω εγκαλούσα συνεργάστηκε με τον εκκαλούντα κατηγορούμενο Χ1, ασφαλιστικό σύμβουλο (υποπράκτορα), ο οποίος διέθετε δικό του πελατολόγιο, ως προς τους ειδικότερους δε όρους της συνεργασίας τους συμφωνήθηκε προφορικά και ίσχυε αναλογικά ό,τι περίπου είχε συμφωνηθεί και ίσχυε μεταξύ της εγκαλούσας και των συνεργαζομένων με αυτή ασφαλιστικών εταιρειών. Δηλαδή, ο κατηγορούμενος προετοίμαζε και παραλάμβανε την πρόταση κατάρτισης σύμβασης ασφάλισης από τον ενδιαφερόμενο πελάτη του και την παρέδιδε έτοιμη στην εγκαλούσα. Η τελευταία την προωθούσε στην αντισυμβαλλόμενη ασφαλιστική εταιρεία και στην συνέχεια παρελάμβανε απ' αυτήν το εκδιδόμενο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο παρέδιδε στον κατηγορούμενο. Αυτός με την σειρά του το παρέδιδε στον ασφαλιζόμενο πελάτη του και εισέπραττε απ' αυτόν τα αναλογούντα ασφάλιστρα, τα οποία όφειλε να αποδίδει στην εγκαλούσα, αφού προηγουμένως αφαιρούσε την νόμιμη προμήθειά του, προκειμένου και αυτή με την σειρά της να τα αποδώσει στην δικαιούχο ασφαλιστική εταιρεία. Η νόμιμη προμήθεια του κατηγορουμένου, που είχε συμφωνηθεί, μεταξύ αυτού και της εγκαλούσας, ανερχόταν στο 13% επί των καθαρών ασφαλίστρων για τον κλάδο αστικής ευθύνης αυτοκινήτων, στο 25% επί των καθαρών ασφαλίστρων για τον κλάδο περιουσίας και στο 20% επί των καθαρών ασφαλίστρων για τον κλάδο αστικής ευθύνης αυτοκινήτων, στο 25% επί των καθαρών ασφαλίστρων για τον κλάδο γενικής αστικής ευθύνης.
Η ως άνω συνεργασία μεταξύ της εγκαλούσας και του κατηγορουμένου συνεχίστηκε χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα μέχρι τον Ιούλιο του έτους 1999, οπότε ο τελευταίος άρχισε να παρουσιάζει αδικαιολόγητες καθυστερήσεις στην απόδοση ασφαλίστρων, το γεγονός δε αυτό είχε ως αποτέλεσμα την οριστική διακοπή της μεταξύ τους συνεργασίας, η οποία έλαβε χώρα περί το τέλος του έτους 2000. Επακολούθησε σχετικός έλεγχος, από τον οποίο προέκυψε ότι, ενώ ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως και 31-10-2000, είχε εισπράξει σταδιακά από πελάτες του για την ως άνω αιτία ασφάλιστρα, τα οποία, μετά την αφαίρεση της νόμιμης προμήθειάς του, ανήρχοντο συνολικά στο ποσό των 73.723.780 δραχμών (216.357 Ευρώ), στην συνέχεια, δεν τα απέδωσε, όπως όφειλε, στην εγκαλούσα Ψ1, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της, προκειμένου αυτή με την σειρά της να τα αποδώσει στην τελική δικαιούχο ασφαλιστική εταιρεία UNIVERSAL ALLGEMEINE VERSICHRUNG A.G., η οποία αντιπροσωπεύεται στην Ελλάδα από την εταιρεία INTERASCO Α.Ε., αλλά τα παρεκράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντάς τα στην περιουσία του, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία της ως άνω εγκαλούσας, η οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει εξ ιδίων το εν λόγω χρηματικό ποσό στην παραπάνω δικαιούχο ασφαλιστική εταιρεία. Ο κατηγορούμενος με την απολογία του δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά την διαμεσολάβησή του στην κατάρτιση των περισσοτέρων ασφαλιστικών συμβάσεων, επί των οποίων υπολογίστηκε το υπ' αυτού εισπραχθέν και μη αποδοθέν ποσό ασφαλίστρων, πλην όμως υποστήριξε ότι δεν οφείλει κανένα ποσό στην εγκαλούσα, δεδομένου ότι το φερόμενο ως υπεξαιρεθέν ποσό ασφαλίστρων προέκυψε από επιπλέον χρεώσεις συμβολαίων, από διπλοεγγραφές καθώς και από συνυπολογισμό ακυρωθέντων ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι έχει καταβάλει για την ανωτέρω αιτία χρηματικά ποσά με την κατάθεσή τους σε τραπεζικούς λογαριασμούς της εγκαλούσας, τα οποία η τελευταία απέκρυψε.
Προς διερεύνηση όμως των ως άνω ισχυρισμών του εκκαλούντα παραγγέλθηκε συμπληρωματική κυρία ανάκριση και διενεργήθηκε λογιστική πραγματογνωμοσύνη από τον ....., ο οποίος διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 143/2004 Διάταξη της Ανακρίτριας του 2ου Τακτικού Τμήματος Αθηνών. Ο εν λόγω πραγματογνώμονας, με την από ...... έκθεσή του, αποφάνθηκε ότι το συνολικό ποσό των ασφαλίστρων το οποίο εισέπραξε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 31-10-2000 ο κατηγορούμενος, και το οποίο όφειλε, μετά την αφαίρεση της νόμιμης προμήθειάς του, να αποδώσει στην εγκαλούσα και δεν το απέδωσε, ανέρχεται σε δραχμές 73.723.780, καταρρίπτοντας ένα προς ένα τους ως άνω προβληθέντες ισχυρισμούς του εν λόγω κατηγορουμένου.
Τα ως άνω προκύψαντα από την κυρία ανάκριση πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν πράγματι εις βάρος του εκκαλούντα - κατηγορουμένου Χ1 την αποδιδόμενη σ' αυτόν κακουργηματική πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που συνολικά υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ (άρθρ. 1, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98, 375 παρ. 1β' Π.Κ., όπως η παρ. 1 του άρθρου 375 συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999). Επομένως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, που με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 3458/2006 βούλευμά του παρέπεμψε τον ως άνω εκκαλούντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστεί για την πιο πάνω πράξη δεν έσφαλλε, αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνακόλουθα, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που εδέχθη και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος υπ' αριθμ. 3458/2006 βουλεύματος Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 παρ. 1 και 2 ΠΚ, όπως η τελευταία παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ,. 1 του Ν. 2721/1999, 375 §1 εδ. γ' ΠΚ, όπως το τελευταίο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3 του Ν. 2721/1999, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια προσδιορίζεται ο τρόπος περιελεύσεως των υπεξαιρεθέντων ασφαλίστρων στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και ο χρόνος κατά τον οποίο περιήλθαν τα ασφάλιστρα στην κατοχή του,. Περαιτέρω, περιγράφεται η εκδήλωση βουλήσεως ιδιοποιήσεως των ασφαλίστρων της εγκαλούσας με την παραδοχή του Συμβουλίου ότι ο αναιρεσείων, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 31-10-2000 εισέπραξε σταδιακά (αφού πρακτόρευσε) το ανερχόμενο σε 73.729,780 δραχμών ή 216.357 ευρώ συνολικό ποσό καθαρών ασφαλίστρων, το οποίο όφειλε να αποδώσει στην εγκαλούσα, αρνήθηκε να το πράξει παρά τις έντονες οχλήσεις αυτής, εκδηλώνοντας έτσι έμπρακτα την πρόθεσή του και το σκοπό του να το ιδιοποιηθεί παράνομα. Ακόμη, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και απαντά επί των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, αντικρούοντας αυτούς με επίκληση του πορίσματος λογιστικής πραγματογνωμοσύνης η οποία πραγματοποιήθηκε προς διερεύνηση των ισχυρισμών του κατά την διενεργηθείσα περαιτέρω κυρία ανάκριση. Από το πόρισμα αυτό προέκυψε κατά τις παραδοχές του βουλεύματος η παράνομη ιδιοποίηση του άνω ποσού κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 31-10-2000. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Ποιν.Δ προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται, με την επίκληση, κατ' επίφαση ελλείψεως της επιβαλλόμενης ως άνω αιτιολογίας, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθούν. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση στην κρινόμενη αίτηση, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 1447/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απορρίπτεται ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο το αίτημα του αναιρεσείοντος περί αυτοπρόσωπης εμφάνισής του ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, αφού στην αίτηση αναιρέσεώς του εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι πλημμέλειες που αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα και αναπτύσσονται επαρκώς τα κρίσιμα ζητήματα της δικαζόμενης υπόθεσης, έτσι ώστε δεν ανακύπτει ανάγκη οποιασδήποτε περαιτέρω διευκρινίσεως. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή του αναιρεσείοντος για κακουργηματική υπεξαίρεση κατ’ εξακολούθηση με αντικείμενο του οποίου η συνολική αξία υπερβαίνει τα 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 1615/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ορισθέντα με την 57/1.4.2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 6 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 802/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30.5.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1110/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 142/24.3.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ'αριθμ. 123/30-5-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του από τη δικηγόρο Αθηνών Ευτυχία Σαρακατσάνη, δυνάμει της από 29-5-2007 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης δήλωσης και στρέφεται κατά του αριθμ. 802/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το αριθμ. 1703/2006 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό περιουσιακό όφελος και ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, μετά χρήσεως. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εξεδόθη το αριθμ. 802/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στις 21-5-2007, όπως αυτό προκύπτει από το από 21-5-2007 αποδεικτικό επιδόσεως του Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών Γεωργίου Αλεξόπουλου, η δε αίτηση ασκήθηκε στις 30-5-2007 ενώπιον της Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών Αικατερίνης Σωφρόνη, συνετάγη δε από εκείνη η υπ'αριθμ. 123/30-5-2007 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα και η απόλυτη ακυρότητα.
Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας απαιτείται πλέον, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 216 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2α του Ν. 2721/99, όχι μόνο σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκοπός αυτού να βλάψει άλλον αλλά και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ).
Επίσης η πλαστογραφία έχει κακουργηματικό χαρακτήρα κατά την παράγ. 3β του άρθρου 386 ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 2β του Ν. 2721/99 αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (5.000.000 δρχ.). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 13 εδ. στ του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/96, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ του ΠΚ προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ'επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.
Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Όπως προκύπτει δε από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται, ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών, που το εξέδωσε, με δικές του σκέψεις, αλλά και με αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος και συγκεκριμένα από τις νόμιμα ληφθείσες καταθέσεις των μαρτύρων, την απολογία του κατηγορουμένου σε συνδυασμό και με τα έγγραφα υπομνήματά του προς τον Ανακριτή και προς το Συμβούλιο αυτό και όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.
To έτος 1982 ο ήδη εκκαλών κατηγορούμενος Χ καθώς και οι μηνυτές Ψ1 και Ψ2 έγιναν μέτοχοι ο καθένας κατά το 1/3 της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμος, Τεχνική Εταιρία Γενικών Κατασκευών ΑΕΓΕΚ" η οποία εδρεύει στο Χολαργό Αττικής (Λεωφόρος Μεσογείων αριθμός 304), επιχείρηση η οποία μέχρι τότε ανήκε στον εκ των μηνυτών Ψ1 το μετοχικό κεφάλαιο της ως άνω εταιρίας ήταν διηρημένο σε "κοινές" μετά ψήφου και σε "προνομιούχες" άνευ ψήφου μετοχές, οι τιμές διάθεσης των οποίων είχαν οριστεί σε 1800 και 1300 δρχ., αντιστοίχως, στην αύξηση του μετοχικού αυτού κεφαλαίου του έτους 1995 με την από 30.6.1995 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετοχών της. Κατά το χρονικό διάστημα από του έτους 1982 έως και του έτους 1997 αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω εταιρίας διετέλεσε ο κατηγορούμενος Χ. Ο τελευταίος κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1997 πώλησε προς τους ως άνω μηνυτές το υπόλοιπο μέχρι τότε πακέτο κοινών μετοχών του στην ανωτέρω εταιρία και δη πώλησε σ' αυτούς 500.000 μετοχές του στην εταιρία αυτή στη λογιστική τους αξία, διατήρησε δε ταυτοχρόνως το δικαίωμα επαναγοράς τους. Ο κατηγορούμενος δεν άσκησε το δικαίωμα επαναγοράς των μετοχών που είχε ως ανωτέρω πωλήσει στους μηνυτές, το Μάρτιο δε του έτους 1999 ζήτησε και έλαβε από τους μηνυτές συμπληρωματικό τίμημα για την αξία των πωληθεισών αυτών μετοχών. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος πρόβαλε κατά των κατηγορουμένων και άλλες οικονομικές αξιώσεις του όσον αφορούσε τόσο από την πώληση των ανωτέρω πωληθεισών μετοχών όσο και τη μεταβίβαση 275.870 προνομιούχων μετοχών καθώς και 50.000 κοινών μετοχών του, της ως άνω εταιρίας, μετοχών, οι οποίες ανήκαν σε πακέτο μετοχών το οποίο τελούσε υπό κοινή διαχείριση των μετόχων (κατηγορουμένου και μηνυτών), ισχυριζόταν δε ότι η ως άνω μεταβίβαση είχε γίνει αντισυμβατικά. Σχετικώς με τις ως άνω αξιώσεις του ο κατηγορούμενος, έκτοτε άρχισε να υποβάλει αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον των αρμοδίων Αστικών Δικαστηρίων καθώς επίσης, υπέβαλε και μηνύσεις κατά των ανωτέρω ήδη μηνυτών του. Προς διευθέτηση των διαφορών τους που ανέκυψαν ως ανωτέρω οι διάδικοι ήλθαν σε μεταξύ τους διαπραγματεύσεις, προκειμένου να μην παρουσιάζει δυσμενή εικόνα στην αγορά η εταιρία αυτή, η οποία ήταν ήδη εισηγμένη στο χρηματιστήριο. Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων αυτών, στις 31.8.1999 με τα υπό την αυτή ημερομηνία ιδιωτικά έγγραφα συμφωνητικά που κατήρτισαν μεταξύ τους οι μηνυτές μεν δέχθηκαν να καταβάλουν στον κατηγορούμενο το ποσό των 400.000.000 δραχμών, ως αντάλλαγμα όλων των μέχρι τότε μεταξύ τους συναλλαγών σε πλήρη δε ικανοποίηση οποιασδήποτε τυχόν αξιώσεως που θεωρούσε ο κατηγορούμενος ότι είχε, ο τελευταίος δε αναγνώρισε ότι δεν είχε οποιαδήποτε άλλη κατά των μηνυτών απαίτηση προς δε ανέλαβε αυτός την υποχρέωση να μη προβεί σε πράξη, δικαστική ή εξώδικη ενέργεια, δήλωση ή αμφισβήτηση προς οποιονδήποτε από τους μηνυτές ή τρίτο ή προς την εταιρία, αντίθετη προς τα όσα είχαν έτσι συμφωνήσει, για την περίπτωση δε εξάλλου παράβασης της υποχρέωσης του αυτής, συμφωνήθηκε ότι οι μηνυτές είχαν το δικαίωμα να αξιώσουν απ' αυτόν την επιστροφή του προαναφερθέντος ποσού των 400.000.000 δραχμών, ως θετική ζημία, πέραν της τυχόν απαιτήσεως τους για προκληθείσα σ' αυτούς ηθική βλάβη καθώς και την καταβολή ποινικής ρήτρας 100.000.000 δραχμών για κάθε παράβαση εκ μέρους του κατηγορουμένου και μέχρι του ποσού των 600.000.000 δραχμών συνολικά επί πλέον της αποζημιώσεως. Προς εξασφάλιση των απαιτήσεων των ως άνω μηνυτών για την εκτέλεση των αμέσως ανωτέρω συμφωνηθέντων ο κατηγορούμενος εξέδωσε και παρέδωσε σ' αυτούς έξη τραπεζικές επιταγές ποσού εκάστης 100.000.000 δραχμών με λευκή, όμως, ημερομηνία έκδοσης τους, σύμφωνα με τον όρο 7 του ως άνω συμφωνητικού, ενώ με τον όρο 8 του ίδιου συμφωνητικού συμφωνήθηκε επί πλέον εγγυοδοσία εκ μέρους του κατηγορουμένου 135.000 μετοχών του στην εταιρία "ΚΡΟΝΟΣ Α.Ε." με τη μορφή σύστασης επ' αυτών "ατύπου" ενεχύρου υπέρ των ήδη μηνυτών, συμφωνήθηκε δε τέλος η κατάπτωση της εγγυοδοσίας αυτής υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις που περιγράφονταν στον όρο 7 του αυτού συμφωνητικού, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος ήταν υποχρεωμένος να παραδώσει τις ως άνω μετοχές - "εγγυοδοσία" στα χέρια του εκ των μηνυτών, Ψ2. Πράγματι, την ίδια ημέρα (31.8.1999) οι μηνυτές εκτελώντας τα όσα είχαν συμφωνήσει με τον κατηγορούμενο του κατέβαλαν παραδίδοντας του σε επιταγές το ποσό των 400.000.000 δραχμών και δη του παρέδωσαν δύο επιταγές σε διαταγή του τις με αριθμ. ..... και ..... επιταγές εκδόσεως τους πληρωτέες στην ALPHA Τράπεζα Πίστεως, ποσού εκάστης 200.000.000 δρχ. Περαιτέρω αυθημερόν (31.8.1999) ο εκ των μηνυτών Ψ2 στο ίδιο πλαίσιο διευθέτησης των μεταξύ των διαδίκων διαφορών συμφώνησε με τον κατηγορούμενο με ιδιαίτερο από 31.8.1999 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό και κατέβαλε στον τελευταίο, ως δάνειο το ποσό των 200.000.000 δρχ. παραδίδοντας του τη με αριθμό ..... ισόποση τραπεζική επιταγή εκδόσεως του και σε διαταγή του κατηγορουμένου, πληρωτέα στην ALPHA Τράπεζα Πίστεως, την οποία (επιταγή) εισέπραξε, βεβαίως ο κατηγορούμενος με εμφάνιση της στην ως άνω πληρώτρια τράπεζα. Την επομένη της κατάρτισης των ανωτέρω συμφωνιών, σύμφωνα με τον όρο 8 του ως άνω μεταξύ των διαδίκων από 31.8.1999 εγγράφου ιδιωτικού συμφωνητικού, ο κατηγορούμενος παρέδωσε ως εγγυοδοσία και προς σύσταση ατύπου ενεχύρου σε πρωτότυπα: α) το με αύξοντα αριθμό 9 με ημερομηνία 19.9.1998 προσωρινό τίτλο ονομαστικών μετοχών του στην αεροπορική εταιρία "ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ (CRONUS AIRLINES)" που φερόταν να ενσωματώνει 100.000 ονομαστικές μετοχές του στην αμέσως ανωτέρω εταιρία με αύξοντες αριθμούς μετοχών από 400.001 έως 500.000, συνολικής ονομαστικής αξίας 100.000.000 δραχμών (1000 δρχ. η ονομαστική αξία κάθε μετοχής Χ 100.000 μετοχές) και β) το με αύξοντα αριθμό 10 με ημερομηνία 19.9.1998 προσωρινό τίτλο ονομαστικών μετοχών της αυτής αεροπορικής εταιρίας "ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ (CRONUS AIRLINES)" που φερόταν να ενσωματώνει 100.000 ονομαστικές μετοχές του στην αμέσως ανωτέρω εταιρία με αύξοντα αριθμό μετοχών από 500.001 έως 600.000 με συνολική ονομαστική αξία 100.000.000 δραχμών (100.000 μετοχές Χ 1000 δρχ. η ονομαστική αξία κάθε μετοχής ίσον, 100.000.000 δρχ.). Όπως προκύπτει από τους ευρισκόμενους στη δικογραφία τίτλους αυτούς αυτοί (τίτλοι) φέρονταν να έχουν υπογραφεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της ανωτέρω αεροπορικής εταιρίας καθώς και τον αδελφό του Α, ως αντιπρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της αυτής αεροπορικής εταιρίας. Και ναι μεν η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία περί εγγυοδοσίας και συστάσεως (ατύπου) ενεχύρου αφορούσε 135.000 μετοχές της εν λόγω αεροπορικής εταιρίας, ενώ οι αντίστοιχοι προσωρινοί τίτλοι που είχε παραδώσει σ' αυτούς ενσωμάτωναν περισσότερες μετοχές (συνολικά και οι δύο 200.000 μετοχές), παρά ταύτα δήλωσε προς τους μηνυτές ότι αυτούς τους τίτλους μετοχών είχε, υποσχέθηκε δε ότι στη συνέχεια αυτός θα διαχώριζε τον ένα από τους δύο τίτλους σε 65.000 και 35.000 μετοχές και θα κρατούσε ο ίδιος τις 65.000 μετοχές. Παρά τα ανωτέρω συμφωνηθέντα από 31.8.1999 μεταξύ των διαδίκων ο κατηγορούμενος εξακολούθησε να προβάλλει και άλλες αξιώσεις κατά των ήδη μηνυτών για το λόγο δε αυτό οι τελευταίοι προκειμένου να προβούν σε ικανοποίηση των αξιώσεων τους, έχοντας δε στα χέρια τους, τους ως άνω προσωρινούς τίτλους μετοχών ενημερώθηκαν ότι η εταιρία:. ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ είχε εν τω μεταξύ απορροφηθεί από την Αεροπορία Αιγαίου (AEGEAN AIRLINES) και έστειλαν στην τελευταία τις από 21.4.2003 και από 31.10.2003 εξώδικες οχλήσεις δηλώσεις τους με τις οποίες ζητούσαν από αυτούς (AEGEAN AIRLINES) να τους γνωστοποιήσει την τύχη των τίτλων που του είχε παραδώσει ο κατηγορούμενος μετά τη γενόμενη απορρόφηση της ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ από αυτήν (AEGEAN AIRLINES), η τελευταία δε με την από 10.6.2003 προς αυτούς επιστολή της τους ενημέρωσε ότι α) ο πρωτότυπος τίτλος με αύξοντα αριθμό 9 που ενσωμάτωνε 100.000 ονομαστικές μετοχές με αύξοντα αριθμό 400.001-500.000 της ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ είχε παραδοθεί σ' αυτήν από τον κατηγορούμενο προκειμένου να αντικατασταθεί με νέο προσωρινό τίτλο της "ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ ΑΙΓΑΙΟΥ Α.Ε." τελικώς δε ο τίτλος αυτός ακυρώθηκε με την από 27.5.2002 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου και β) ότι ο πρωτότυπος τίτλος με αύξοντα αριθμό 10 που ενσωμάτωνε άλλες 100.000 ονομαστικές μετοχές με αύξοντα αριθμό 500.001 έως 600.000 της αυτής εταιρίας "ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ", επίσης ακυρώθηκε με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου στις 31.7.2001, αντικαταστάθηκε δε με 5 προσωρινούς τίτλους με αύξοντα αριθμούς 10α , 10β', 10γ' 10δ' και 10ε', τίτλους, οι οποίοι στη συνέχεια της παραδόθηκαν, για να αντικατασταθούν με νέους προσωρινούς τίτλους της και ότι οι τίτλοι αυτοί στη συνέχεια ομοίως ακυρώθηκαν με την από 27.5.2002 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου. Έτσι οι μηνυτές ευρισκόμενοι προ του δυσεξήγητου περιστατικού να υπάρχουν δηλαδή -παρατύπως- και άλλα πρωτότυπα των παραπάνω τίτλων πέραν των τίτλων που, αυτός με βάση την προαναφερθείσα μεταξύ αυτών και του κατηγορουμένου σύμβαση με την από 20.6.2003 εξώδικη δήλωση, πρόσκληση, προς τον αδελφό του κατηγορουμένου και Αντιπρόεδρο της CRONUS AIRLINES ζήτησαν από αυτόν, να τους ενημερώσει αν πράγματι αυτός είχε υπογράψει με την ιδιότητα του Αντιπροέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ τους ανωτέρω προσωρινούς τίτλους με αριθμό 9 και 10 που οι ίδιοι κατείχαν εις χείρας τους και τους είχε παραδώσει ως άνω ο κατηγορούμενος, ταυτόχρονα δε με την αμέσως ανωτέρω εξώδικη δήλωση τους απέστειλαν και συγκοινοποίησαν σ' αυτόν και φωτοαντίγραφα των ως άνω με αριθμούς 9 και 10 προσωρινών τίτλων. Ο Α απάντησε στην ως άνω εξώδικη πρόσκληση ότι δεν είχε ο ίδιος καμία ουσιαστική ανάμειξη στις μεταξύ των μηνυτών και του κατηγορουμένου αδελφού του σχέσεις γι' αυτό και οι μηνυτές κατέφυγαν στον Ειδικό Δικ. γραφολόγο Β για τη γνησιότητα η μη των φερομένων υπογράφών στους κατεχόμενους από τους μηνυτές ως άνω προσωρινούς τίτλους ως υπογραφών Α, ο δε ανωτέρω δικ. γραφολόγος εξετάζοντας τις υπογραφές αυτές κατέληξε κατόπιν σύγκρισης των τελευταίων (υπογραφών) με άλλες γνήσιες υπογραφές του Α ότι οι φερόμενες ως υπογραφές του Α στους κατεχόμενους από τους μηνυτές προσωρινούς τίτλους μετοχών δεν ήσαν γνήσιες υπογραφές του Α. Εξάλλου και ο τελευταίος Α στην ενώπιον του τακτικού Ανακριτή από 6.10.2005 ένορκη κατάθεση του αρνήθηκε ότι οι υπογραφές αυτές δηλ. επί των ευρισκομένων εις χείρας των μηνυτών ως άνω τίτλων υπογραφές ήσαν δικές του. Το ζήτημα της ανωτέρω υπέρ των μηνυτών εγγυοδοσίας των ανωτέρω προσωρινών τίτλων προέκυψε κατά την ημερομηνία σύναψης του από 31.8.1999 ιδιωτικού εγγράφου συμφωνητικού στον όρο 8 του οποίου οι τίτλοι αυτοί δεν περιγράφονται με ακρίβεια και λεπτομέρειες στη συνέχεια παραδόθηκαν δε αυτοί στους μηνυτές στις 1.9.1999. Την εκ μέρους του κατηγορουμένου παράδοση σ' αυτούς των ως άνω τίτλων στις 1.9.1999 (και όχι δηλ. στις 31.8.1999 όπως περιέγραψαν στη μήνυση τους) παραδέχονται και οι ίδιοι οι μηνυτές με τις από 21.4.2003 και από 31.10.2003 εξώδικες προσκλήσεις τους που είχαν αποστείλει κατά τα προαναφερόμενα στην απορροφήσασα την ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ εταιρεία AEGEAN AIRLINES και στις από 10.2.2005 έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προς απόκρουση της σε βάρος τους από 17.11.2003 αγωγής του κατηγορουμένου η αλλαγή δε του χρόνου παράδοσης των ως άνω τίτλων δεν συνιστά καμία ακυρότητα, για ανεπίτρεπτη μεταβολή της σε βάρος του Χ κατηγορίας αφού και θέμα άλλωστε, παραγραφής της αξιόποινης πράξης της, κατά τα ανωτέρω πλαστογραφίας, κατά το νόμο δεν υφίσταται. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται με την απολογία και τα έγγραφα υπομνήματα του ότι αυτός είχε παραδώσει τους ως άνω προσωρινούς τίτλους προς τους μηνυτές του με μόνη τη δική του υπογραφή (ως Προέδρου του Δ.Σ. της ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ) όχι το έτος 1999 (1.9.1999) αλλά προηγουμένως το έτος 1998 όταν αυτός αναζητούσε επενδυτές για τη χρηματοδότηση της ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ και συζητούσε με αυτούς (μηνυτές) την πιθανότητα να συνεργασθεί μαζί της και για να τους ενημερώσει για τη μετοχική του συμμετοχή στην ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ. Ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός είναι μη πειστικός αφού σε τέτοια περίπτωση θα ήταν αρκετό να παραδώσει σ' αυτούς κάποια βεβαίωση της εταιρείας "ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ της οποίας άλλωστε αυτός ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. της και ο αδελφός του Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της και δεν θα αντιμετώπιζε για τη χορήγηση της βεβαίωσης αυτής, επομένως καμία δυσχέρεια ή και να επιδείξει απλώς σ' αυτούς (μηνυτές) τα αντίγραφα των τίτλων και να μην τους τα παραδώσει και δεν ήταν απαραίτητο καθόλου, να παραδώσει σ' αυτούς τους ανυπόγραφους, όπως ισχυρίζεται, τίτλους μετοχών.
Από τα παραπάνω περιστατικά προκύπτει ότι στις 1.9.1999 ο κατηγορούμενος παρέδωσε τους ως άνω προσωρινούς τίτλους, στους μηνυτές του υπογεγραμμένους μεν απ' αυτόν ως Πρόεδρο του Δ.Σ. της ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ και στη θέση του Αντιπροέδρου του Δ.Σ. ο ίδιος έθεσε άνευ δικαιώματος και κατ' απομίμηση της γνήσιας υπογραφής του αδελφού του Α την υπογραφή του τελευταίου ως αντιπροέδρου του Δ.Σ. της ίδιας εταιρείας τούτο δε συνάγεται και εκ του ότι μόνον αυτός (κατηγορούμενος) είχε εν προκειμένω συμφέρον να παραπλανήσει τους μηνυτές περί της γνησιότητας των ως άνω τίτλων προκειμένου να φανεί ως αληθές το γεγονός ότι συμμορφωνόταν προς τον όρο 8 του από 31.8.1999 εγγράφου ιδιωτικού συμφωνητικού δίνοντας στους μηνυτές την ως άνω εγγυοδοσία με προφανές όφελος 135.000.000 δρχ. και αντίστοιχη ζημία των μηνυτών.
Έτσι από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ότι ο κατηγορούμενος την 1-9-1999, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατάρτισε τους προαναφερόμενους πλαστούς προσωρινούς τίτλους μετοχών, θέτοντας κατ' απομίμηση, εν αγνοία του και χωρίς τη συναίνεση του, την υπογραφή του αδελφού του Α, κάτωθι του κειμένου τους, στη θέση της υπογραφής του Αντιπροέδρου του Δ.Σ. της "ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ" και ακολούθως, τους χρησιμοποίησε, παραδίδοντας τους αυθημερόν στους μηνυτές ως εγγυοδοσία και προς σύσταση επ' αυτών ενεχύρου, προκειμένου να τους παραπλανήσει σχετικά με γεγονός που μπορεί να είχε έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα, σχετικά με το ότι οι τίτλοι αυτοί-είχαν εγκύρως εκδοθεί και ότι έτσι, ως νόμιμοι μπορούσαν να εξασφαλίσουν τις εναντίον του απαιτήσεις τους από το από 31-8-1999 συμφωνητικό. Με την πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος επεδίωκε να αποκομίσει περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας αντίστοιχα τους μηνυτές, καθόσον, επεδίωκε να ματαιώσει την, μέσω των εν λόγω τίτλων, ικανοποίηση των εναντίον του απαιτήσεων τους, που προέκυπταν από το από 31-8-1999 μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό. Το συνολικό δε περιουσιακό όφελος που επεδίωκε να αποκομίσει και η αντίστοιχη ζημία των μηνυτών υπερβαίνουν το ποσό των 73,000 ευρώ και συγκεκριμένα, ανέρχονται τουλάχιστον σε 135.000.000 δραχμές ή 396.184,89 ευρώ, όση .δηλαδή ήταν και η ονομαστική αξία των που συμφωνήθηκε να παραδοθούν στους μηνυτές ως εγγυοδοσία και σύσταση ενεχύρου για την εξασφάλιση ισόποσων απαιτήσεων τους, από την εκ μέρους του κατηγορουμένου επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής και την υποδομή που αυτός έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος σταθερή ροπή του προς διάπραξη του εγκλήματος της πλαστογραφίας ως στοιχείο της προσωπικότητας του.
Τα ίδια, επομένως, αφού δέχθηκε και το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο (Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών) το οποίο με το εκκαλούμενο βούλευμα έκρινε ομοίως δεχόμενο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις τέλεσης εκ μέρους του κατηγορουμένου της ως άνω σε βαθμό κακουργήματος προβλεπόμενης και τιμωρούμενης από το νόμο πλαστογραφίας για την οποία αυτός κατηγορείται, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και είναι δε ουσιαστικά αβάσιμος ο αντίθετος λόγος της έφεσης του κατηγορουμένου. Πρέπει επομένως, όπως διαλαμβάνεται στην εισαγγελική πρόταση, στους ορθούς και νόμιμους λόγους της οποίας και το Συμβούλιο προς αποφυγή περαιτέρω άσκοπων επαναλήψεων τους συμπληρωματικά αναφέρεται, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η κρινόμενη έφεση και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα.
Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου υπ'αριθμ. 1703/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αναφορικά με την πράξη της πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό περιουσιακό όφελος και ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ μετά χρήσεως, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Περαιτέρω, όπως ρητώς αναφέρεται στο αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών για να μορφώσει την παραπεμπτική για τον αναιρεσείοντα κρίση του επί της συγκεκριμένης υποθέσεως, έλαβε υπόψη "τις νόμιμα ληφθείσες καταθέσεις των μαρτύρων, την απολογία του κατηγορουμένου σε συνδυασμό και με τα έγγραφα υπομνήματά του προς τον Ανακριτή και προς το Συμβούλιο αυτό και όλα τα έγγραφα της δικογραφίας". Άρα δίχως αμφιβολία έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο κατηγορούμενος με τα υπομνήματά του, μεταξύ των οποίων και με το από 28-9-2006 υπόμνημά του προς το Συμβούλιο Εφετών, δια του Εισαγγελέα Εφετών και δεν συνάγεται το αντίθετο, ούτε από τη μη ιδιαίτερη μνεία αυτών ή τη μη αναφορά του περιεχομένου των, ούτε από το ότι το Συμβούλιο δεν κατέληξε σε απαλλακτική κρίση για τον αναιρεσείοντα.
Συνεπώς οι εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ και β ΚΠΔ λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 216 ΠΚ είναι αβάσιμοι.
Αβάσιμος επίσης είναι ο λόγος της αίτησης αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα επειδή δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα και συγκεκριμένα αυτές των άρθρων 43 παρ. 1 και 31 παρ. 2 ΚΠοινΔ, όπως τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 4 και 2 Ν. 3160/2003, αντίστοιχα και το τελευταίο και με το άρθρο 5 του Ν. 3346/2005, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, καίτοι ενεργήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών προκαταρκτική εξέταση, ύστερα από την από 17-12-2003 έγκληση των Ψ1 και Ψ2 κατ'αυτού, ο ίδιος δεν κλήθηκε για παροχή εξηγήσεων με αποτέλεσμα να μη περατωθεί νόμιμα η προκαταρκτική εξέταση και να είναι άκυρη η ασκηθείσα, στη συνέχεια, κατ'αυτού ποινική δίωξη με την από 21-6-2004 παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών προς τον Ανακριτή του 19ου Τακτ.Τμ. Αθηνών για διενέργεια κυρίας ανακρίσεως, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, αλλά και από το προσβαλλόμενο βούλευμα, η εντεταλμένη για τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης Πταισματοδίκης Αθηνών με την από 10-3-2004 κλήση της προς τον εγκαλούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κάλεσε αυτόν προκειμένου να παράσχει εξηγήσεις στην αναγραφόμενη στην έγκληση διεύθυνση κατοικίας του και δη στην οδό ..., η οποία εφόσον δεν είχε διενεργηθεί προανάκριση, θεωρείται ως τόπος κατοικίας του (ΑΠ 193/2006, ΑΠ 1010/2006), πλην όμως, όπως προκύπτει από την από 10-4-2001 βεβαίωση του αστυφύλακα του ΑΤ Ηλιουπόλεως ..., στην οδό ... δεν υπήρχε ο αριθμός 19, δεν μπορούσε δε να κληθεί κατ'άλλο τρόπο, και δη κατ'άρθρο 273 παρ. 1 γ εδ. τελευταίο ΚΠΔ, που εφαρμόζεται αναλόγως και επί προκαταρκτικής εξέτασης, διότι δεν υπήρχε δήλωση διεύθυνσης κατοικίας από τον ίδιο, αλλά ούτε και απουσίαζε εκ του τόπου κατοικίας του (άρθρο 156 ΚΠΔ) αφού η διεύθυνση κατοικίας ήταν ελλιπής, αλλά και πέραν αυτών, ναι μεν σύμφωνα με το τελευταίο εδ. της παραγράφου 2 του άρθρου 31 ΚΠΔ πρέπει να κλητεύεται πράγματι ο ύποπτος, όμως η διάταξη αυτή δεν καθιερώνει και ρητή υποχρέωση κλητεύσεως του υπόπτου υπό την έννοια ότι αν δεν κληθεί και δη νόμιμα ότι δεν περατώνεται νόμιμα η προκαταρκτική εξέταση ώστε να δημιουργείται ακυρότητα αυτής και της εν συνεχεία ασκηθείσας ποινικής δίωξης, αφού θα ακολουθήσει προανάκριση ή κυρία ανάκριση όπου και θα γίνει κλήση για απολογία οπωσδήποτε - άρθρα 245 παρ. 1 και 270 παρ.1 ΚΠοινΔ (Κονταξής Κ.Ποιν.Δ υπό άρθρο 31).
Επομένως το Συμβούλιο Εφετών, που με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, απέρριψε τον σχετικό, περί απολύτου ακυρότητας, λόγο εφέσεως ορθά έκρινε.
Αβάσιμη επίσης είναι η αιτίαση ότι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα από το ότι το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε τον λόγο εφέσεώς του, περί απολύτου ακυρότητας της ασκηθείσας σε βάρος του ποινικής δίωξης, χωρίς να υποβληθεί γραπτή πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών για το λόγο αυτό εφέσεως, διότι όπως συνάγεται από τα άρθρα 32 παρ. 1, 138 και 171 παρ. 2 περ. β ΚΠοινΔ, η υποχρέωση να ακουστεί ο Εισαγγελέας πριν από κάθε απόφαση ή βούλευμα ποινικού δικαστηρίου, δεν επιβάλλει και την αναλυτική ανάπτυξη των απόψεών του σε κάθε ειδικότερο θέμα της ερευνώμενης υποθέσεως, αρκεί τούτο να καλύπτεται με την τελική πρότασή του επί της υποθέσεως αυτής (ΑΠ 867/2001, ΑΠ 1527/2000) και στην συγκεκριμένη υπόθεση η πρόταση του Εισαγγελέα για απόρριψη της ασκηθείσας έφεσης, ως ουσιαστικώς αβασίμου περιλαμβάνει και την απόρριψη του λόγου εφέσεως, περί απολύτου ακυρότητας της ασκηθείσας σε βάρος του αναιρεσείοντος ποινικής δίωξης.
Τέλος, αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα γιατί τόσο το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών όσο και το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του καθόρισαν χρόνο τέλεσης της πράξης διαφορετικό από αυτό που απήγγειλε ο Ανακριτής, δηλαδή από 31-8-1999 σε 1-9-1999, καθόσον δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας ο διαφορετικός καθορισμός χρόνου τέλεσης της πράξης, όταν τούτο δεν επηρεάζει την ταυτότητα αυτής ούτε αποκλείει την υπάρχουσα παραγραφή (ΑΠ 243/2006) προϋποθέσεις οι οποίες δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση.
Συνεπώς, οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α-β και δ ΚΠοινΔ είναι αβάσιμοι και, πρέπει, να απορριφθούν, συνακολούθως δε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 123/30-5-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., κατά του αριθμ. 802/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Αθήνα 27 Δεκεμβρίου 2007 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθμό 123/30-5-2007 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμό 802/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεσή του, κατά του υπ' αριθμό 1703/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για τα Κακουργήματα) Αθηνών, για να δικαστεί ως υπαίτιος της πράξης της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το περιουσιακό όφελος και αντίστοιχα η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ (216 παρ.1, 2 του ΠΚ.), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
Από το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών, που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας, που προβλέπεται στο εδάφιο α της παρ.3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7 περ. α του Ν. 2408/1996 και διαμορφώθηκε εκ νέου με το άρθρο 14 παρ. 2β του Ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, η πιο πάνω πράξη της πλαστογραφίας προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, εφόσον ο υπαίτιος των πιο πάνω πράξεων, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία που καθορίστηκε με άρθρο 5 του Ν. 2943/2001, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Ο τρίτος, με βλάβη του οποίου επιδιώκεται το περιουσιακό όφελος, όσο και ο άλλος, τον οποίο σκόπευε να βλάψει ο δράστης (που μπορεί να είναι πρόσωπο φυσικό ή νομικό ή το Δημόσιο), καθώς, και η βλάβη του τρίτου, πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας τους, να μνημονεύονται ειδικώς στο παραπεμπτικό βούλευμα ή την καταδικαστική απόφαση, ή να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία σαφώς να συνάγεται τούτο. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελούμενου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία, από μόνη της, αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 25.000.000 δραχμές. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας, δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο, του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Εξ' άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 περ. στ' του Π.Κ. "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος". Από τις εν λόγω διατάξεις, σε συνδυασμό προς αυτή του άρθρου 216 του Π.Κ., προκύπτει ότι για την "κατ' επάγγελμα" τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν είτε επανειλημμένη τέλεση της πράξεως , χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, είτε πρώτη φορά τέλεση της πράξεως , όχι όμως ευκαιριακά, αλλά με διαμορφωμένη οργανωτική υποδομή για επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον, υποκειμενικά δε απαιτείται σκοπός του υπαιτίου να ποριστεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση πράξεων πλαστογραφίας.
Τέλος, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι, κατ' επιλογή, μερικά εξ αυτών. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, και, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή μεταφορά: " Το έτος 1982 ο ήδη εκκαλών κατηγορούμενος Χ, καθώς και οι μηνυτές Ψ1 και Ψ2 έγιναν μέτοχοι ο καθένας τους κατά το 1/3 της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Τεχνική Εταιρεία Γενικών Κατασκευών ΑΕΓΕΚ", η οποία εδρεύει στο Χολαργό Αττικής (Λεωφόρος Μεσογείων αριθμός 304), επιχείρηση η οποία μέχρι τότε ανήκε στον εκ των μηνυτών Ψ1 το μετοχικό κεφάλαιο της ως άνω εταιρίας ήταν διηρημένο σε "κοινές" μετά ψήφου και σε "προνομιούχες" άνευ ψήφου μετοχές, οι τιμές διάθεσης των οποίων είχαν οριστεί σε 1800 και 1300 δρχ., αντιστοίχως, στην αύξηση του μετοχικού αυτού κεφαλαίου του έτους 1995 με την από 30.6.1995 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετοχών της. Κατά το χρονικό διάστημα από του έτους 1982 έως και του έτους 1997 αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω εταιρίας διετέλεσε ο κατηγορούμενος Χ. Ο τελευταίος κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1997 πώλησε προς τους ως άνω μηνυτές το υπόλοιπο μέχρι τότε πακέτο κοινών μετοχών του στην ανωτέρω εταιρία και δη πώλησε σ' αυτούς 500.000 μετοχές του στην εταιρία αυτή στη λογιστική τους αξία, διατήρησε δε ταυτοχρόνως το δικαίωμα επαναγοράς τους. Ο κατηγορούμενος δεν άσκησε το δικαίωμα επαναγοράς των μετοχών που είχε ως ανωτέρω πωλήσει στους μηνυτές, το Μάρτιο δε του έτους 1999 ζήτησε και έλαβε από τους μηνυτές συμπληρωματικό τίμημα για την αξία των πωληθεισών αυτών μετοχών. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος πρόβαλε κατά των κατηγορουμένων και άλλες οικονομικές αξιώσεις του όσον αφορούσε τόσο από την πώληση των ανωτέρω πωληθεισών μετοχών όσο και τη μεταβίβαση 275.870 προνομιούχων μετοχών καθώς και 50.000 κοινών μετοχών του, της ως άνω εταιρίας, μετοχών, οι οποίες ανήκαν σε πακέτο μετοχών το οποίο τελούσε υπό κοινή διαχείριση των μετόχων (κατηγορουμένου και μηνυτών), ισχυριζόταν δε ότι η ως άνω μεταβίβαση είχε γίνει αντισυμβατικά. Σχετικώς με τις ως άνω αξιώσεις του ο κατηγορούμενος, έκτοτε άρχισε να υποβάλει αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον των αρμοδίων Αστικών Δικαστηρίων καθώς επίσης, υπέβαλε και μηνύσεις κατά των ανωτέρω ήδη μηνυτών του. Προς διευθέτηση των διαφορών τους που ανέκυψαν ως ανωτέρω οι διάδικοι ήλθαν σε μεταξύ τους διαπραγματεύσεις, προκειμένου να μην παρουσιάζει δυσμενή εικόνα στην αγορά η εταιρία αυτή, η οποία ήταν ήδη εισηγμένη στο χρηματιστήριο. Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων αυτών, στις 31.8.1999 με τα υπό την αυτή ημερομηνία ιδιωτικά έγγραφα συμφωνητικά που κατήρτισαν μεταξύ τους οι μηνυτές μεν δέχθηκαν να καταβάλουν στον κατηγορούμενο το ποσό των 400.000.000 δραχμών, ως αντάλλαγμα όλων των μέχρι τότε μεταξύ τους συναλλαγών σε πλήρη δε ικανοποίηση οποιασδήποτε τυχόν αξιώσεως που θεωρούσε ο κατηγορούμενος ότι είχε, ο τελευταίος δε αναγνώρισε ότι δεν είχε οποιαδήποτε άλλη κατά των μηνυτών απαίτηση προς δε ανέλαβε αυτός την υποχρέωση να μη προβεί σε πράξη, δικαστική ή εξώδικη ενέργεια, δήλωση ή αμφισβήτηση προς οποιονδήποτε από τους μηνυτές ή τρίτο ή προς την εταιρία, αντίθετη προς τα όσα είχαν έτσι συμφωνήσει, για την περίπτωση δε εξάλλου παράβασης της υποχρέωσης του αυτής, συμφωνήθηκε ότι οι μηνυτές είχαν το δικαίωμα να αξιώσουν απ' αυτόν την επιστροφή του προαναφερθέντος ποσού των 400.000.000 δραχμών, ως θετική ζημία, πέραν της τυχόν απαιτήσεως τους για προκληθείσα σ' αυτούς ηθική βλάβη καθώς και την καταβολή ποινικής ρήτρας 100.000.000 δραχμών για κάθε παράβαση εκ μέρους του κατηγορουμένου και μέχρι του ποσού των 600.000.000 δραχμών συνολικά επί πλέον της αποζημιώσεως. Προς εξασφάλιση των απαιτήσεων των ως άνω μηνυτών για την εκτέλεση των αμέσως ανωτέρω συμφωνηθέντων ο κατηγορούμενος εξέδωσε και παρέδωσε σ' αυτούς έξη τραπεζικές επιταγές ποσού εκάστης 100.000.000 δραχμών με λευκή, όμως, ημερομηνία έκδοσης τους, σύμφωνα με τον όρο 7 του ως άνω συμφωνητικού, ενώ με τον όρο 8 του ίδιου συμφωνητικού συμφωνήθηκε επί πλέον εγγυοδοσία εκ μέρους του κατηγορουμένου 135.000 μετοχών του στην εταιρία "ΚΡΟΝΟΣ Α.Ε." με τη μορφή σύστασης επ' αυτών "ατύπου" ενεχύρου υπέρ των ήδη μηνυτών, συμφωνήθηκε δε τέλος η κατάπτωση της εγγυοδοσίας αυτής υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις που περιγράφονταν στον όρο 7 του αυτού συμφωνητικού, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος ήταν υποχρεωμένος να παραδώσει τις ως άνω μετοχές - "εγγυοδοσία" στα χέρια του εκ των μηνυτών, Ψ2. Πράγματι, την ίδια ημέρα (31.8.1999) οι μηνυτές εκτελώντας τα όσα είχαν συμφωνήσει με τον κατηγορούμενο του κατέβαλαν παραδίδοντας του σε επιταγές το ποσό των 400.000.000 δραχμών και δη του παρέδωσαν δύο επιταγές σε διαταγή του τις με αριθμ. ..... και ..... επιταγές εκδόσεως τους πληρωτέες στην ALPHA Τράπεζα Πίστεως, ποσού εκάστης 200.000.000 δρχ. Περαιτέρω αυθημερόν (31.8.1999) ο εκ των μηνυτών Ψ2 στο ίδιο πλαίσιο διευθέτησης των μεταξύ των διαδίκων διαφορών συμφώνησε με τον κατηγορούμενο με ιδιαίτερο από 31.8.1999 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό και κατέβαλε στον τελευταίο, ως δάνειο το ποσό των 200.000.000 δρχ. παραδίδοντας του τη με αριθμό ..... ισόποση τραπεζική επιταγή εκδόσεως του και σε διαταγή του κατηγορουμένου, πληρωτέα στην ALPHA Τράπεζα Πίστεως, την οποία (επιταγή) εισέπραξε, βεβαίως ο κατηγορούμενος με εμφάνιση της στην ως άνω πληρώτρια τράπεζα. Την επομένη της κατάρτισης των ανωτέρω συμφωνιών, σύμφωνα με τον όρο 8 του ως άνω μεταξύ των διαδίκων από 31.8.1999 εγγράφου ιδιωτικού συμφωνητικού, ο κατηγορούμενος παρέδωσε ως εγγυοδοσία και προς σύσταση ατύπου ενεχύρου σε πρωτότυπα: α) το με αύξοντα αριθμό 9 με ημερομηνία 19.9.1998 προσωρινό τίτλο ονομαστικών μετοχών του στην αεροπορική εταιρία "ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ (CRONUS AIRLINES)" που φερόταν να ενσωματώνει 100.000 ονομαστικές μετοχές του στην αμέσως ανωτέρω εταιρία με αύξοντες αριθμούς μετοχών από 400.001 έως 500.000, συνολικής ονομαστικής αξίας 100.000.000 δραχμών (1000 δρχ. η ονομαστική αξία κάθε μετοχής Χ 100.000 μετοχές) και β) το με αύξοντα αριθμό 10 με ημερομηνία 19.9.1998 προσωρινό τίτλο ονομαστικών μετοχών της αυτής αεροπορικής εταιρίας "ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ (CRONUS AIRLINES)" που φερόταν να ενσωματώνει 100.000 ονομαστικές μετοχές του στην αμέσως ανωτέρω εταιρία με αύξοντα αριθμό μετοχών από 500.001 έως 600.000 με συνολική ονομαστική αξία 100.000.000 δραχμών (100.000 μετοχές Χ 1000 δρχ. η ονομαστική αξία κάθε μετοχής ίσον, 100.000.000 δρχ.). Όπως προκύπτει από τους ευρισκόμενους στη δικογραφία τίτλους αυτούς αυτοί (τίτλοι) φέρονταν να έχουν υπογραφεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της ανωτέρω αεροπορικής εταιρίας καθώς και τον αδελφό του Α, ως αντιπρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της αυτής αεροπορικής εταιρίας. Και ναι μεν η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία περί εγγυοδοσίας και συστάσεως (ατύπου) ενεχύρου αφορούσε 135.000 μετοχές της εν λόγω αεροπορικής εταιρίας, ενώ οι αντίστοιχοι προσωρινοί τίτλοι που είχε παραδώσει σ' αυτούς ενσωμάτωναν περισσότερες μετοχές (συνολικά και οι δύο 200.000 μετοχές), παρά ταύτα δήλωσε προς τους μηνυτές ότι αυτούς τους τίτλους μετοχών είχε, υποσχέθηκε δε ότι στη συνέχεια αυτός θα διαχώριζε τον ένα από τους δύο τίτλους σε 65.000 και 35.000 μετοχές και θα κρατούσε ο ίδιος τις 65.000 μετοχές. Παρά τα ανωτέρω συμφωνηθέντα από 31.8.1999 μεταξύ των διαδίκων ο κατηγορούμενος εξακολούθησε να προβάλλει και άλλες αξιώσεις κατά των ήδη μηνυτών για το λόγο δε αυτό οι τελευταίοι προκειμένου να προβούν σε ικανοποίηση των αξιώσεων τους, έχοντας δε στα χέρια τους, τους ως άνω προσωρινούς τίτλους μετοχών ενημερώθηκαν ότι η εταιρία:. ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ είχε εν τω μεταξύ απορροφηθεί από την Αεροπορία Αιγαίου (AEGEAN AIRLINES) και έστειλαν στην τελευταία τις από 21.4.2003 και από 31.10.2003 εξώδικες οχλήσεις δηλώσεις τους με τις οποίες ζητούσαν από αυτούς (AEGEAN AIRLINES) να τους γνωστοποιήσει την τύχη των τίτλων που του είχε παραδώσει ο κατηγορούμενος μετά τη γενόμενη απορρόφηση της ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ από αυτήν (AEGEAN AIRLINES), η τελευταία δε με την από 10.6.2003 προς αυτούς επιστολή της τους ενημέρωσε ότι α) ο πρωτότυπος τίτλος με αύξοντα αριθμό 9 που ενσωμάτωνε 100.000 ονομαστικές μετοχές με αύξοντα αριθμό 400.001-500.000 της ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ είχε παραδοθεί σ' αυτήν από τον κατηγορούμενο προκειμένου να αντικατασταθεί με νέο προσωρινό τίτλο της "ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ ΑΙΓΑΙΟΥ Α.Ε." τελικώς δε ο τίτλος αυτός ακυρώθηκε με την από 27.5.2002 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου και β) ότι ο πρωτότυπος τίτλος με αύξοντα αριθμό 10 που ενσωμάτωνε άλλες 100.000 ονομαστικές μετοχές με αύξοντα αριθμό 500.001 έως 600.000 της αυτής εταιρίας "ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ", επίσης ακυρώθηκε με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου στις 31.7.2001, αντικαταστάθηκε δε με 5 προσωρινούς τίτλους με αύξοντα αριθμούς 10α , 10β', 10γ' 10δ' και 10ε', τίτλους, οι οποίοι στη συνέχεια της παραδόθηκαν, για να αντικατασταθούν με νέους προσωρινούς τίτλους της και ότι οι τίτλοι αυτοί στη συνέχεια ομοίως ακυρώθηκαν με την από 27.5.2002 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου. Έτσι οι μηνυτές ευρισκόμενοι προ του δυσεξήγητου περιστατικού να υπάρχουν δηλαδή -παρατύπως- και άλλα πρωτότυπα των παραπάνω τίτλων πέραν των τίτλων που, αυτός με βάση την προαναφερθείσα μεταξύ αυτών και του κατηγορουμένου σύμβαση με την από 20.6.2003 εξώδικη δήλωση, πρόσκληση, προς τον αδελφό του κατηγορουμένου και Αντιπρόεδρο της CRONUS AIRLINES ζήτησαν από αυτόν, να τους ενημερώσει αν πράγματι αυτός είχε υπογράψει με την ιδιότητα του Αντιπροέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ τους ανωτέρω προσωρινούς τίτλους με αριθμό 9 και 10 που οι ίδιοι κατείχαν εις χείρας τους και τους είχε παραδώσει ως άνω ο κατηγορούμενος, ταυτόχρονα δε με την αμέσως ανωτέρω εξώδικη δήλωση τους απέστειλαν και συγκοινοποίησαν σ' αυτόν και φωτοαντίγραφα των ως άνω με αριθμούς 9 και 10 προσωρινών τίτλων. Ο Α απάντησε στην ως άνω εξώδικη πρόσκληση ότι δεν είχε ο ίδιος καμία ουσιαστική ανάμειξη στις μεταξύ των μηνυτών και του κατηγορουμένου αδελφού του σχέσεις γι' αυτό και οι μηνυτές κατέφυγαν στον Ειδικό Δικ. γραφολόγο Βγια τη γνησιότητα η μη των φερομένων υπογράφών στους κατεχόμενους από τους μηνυτές ως άνω προσωρινούς τίτλους ως υπογραφών Α, ο δε ανωτέρω δικ. γραφολόγος εξετάζοντας τις υπογραφές αυτές κατέληξε κατόπιν σύγκρισης των τελευταίων (υπογραφών) με άλλες γνήσιες υπογραφές του Α ότι οι φερόμενες ως υπογραφές του Α στους κατεχόμενους από τους μηνυτές προσωρινούς τίτλους μετοχών δεν ήσαν γνήσιες υπογραφές του Α. Εξάλλου και ο τελευταίος Α στην ενώπιον του τακτικού Ανακριτή από 6.10.2005 ένορκη κατάθεση του αρνήθηκε ότι οι υπογραφές αυτές δηλ. επί των ευρισκομένων εις χείρας των μηνυτών ως άνω τίτλων υπογραφές ήσαν δικές του. Το ζήτημα της ανωτέρω υπέρ των μηνυτών εγγυοδοσίας των ανωτέρω προσωρινών τίτλων προέκυψε κατά την ημερομηνία σύναψης του από 31.8.1999 ιδιωτικού εγγράφου συμφωνητικού στον όρο 8 του οποίου οι τίτλοι αυτοί δεν περιγράφονται με ακρίβεια και λεπτομέρειες στη συνέχεια παραδόθηκαν δε αυτοί στους μηνυτές στις 1.9.1999. Την εκ μέρους του κατηγορουμένου παράδοση σ' αυτούς των ως άνω τίτλων στις 1.9.1999 (και όχι δηλ. στις 31.8.1999 όπως περιέγραψαν στη μήνυση τους) παραδέχονται και οι ίδιοι οι μηνυτές με τις από 21.4.2003 και από 31.10.2003 εξώδικες προσκλήσεις τους που είχαν αποστείλει κατά τα προαναφερόμενα στην απορροφήσασα την ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ εταιρεία AEGEAN AIRLINES και στις από 10.2.2005 έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προς απόκρουση της σε βάρος τους από 17.11.2003 αγωγής του κατηγορουμένου η αλλαγή δε του χρόνου παράδοσης των ως άνω τίτλων δεν συνιστά καμία ακυρότητα, για ανεπίτρεπτη μεταβολή της σε βάρος του Χ κατηγορίας αφού και θέμα άλλωστε, παραγραφής της αξιόποινης πράξης της, κατά τα ανωτέρω πλαστογραφίας, κατά το νόμο δεν υφίσταται. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται με την απολογία και τα έγγραφα υπομνήματα του ότι αυτός είχε παραδώσει τους ως άνω προσωρινούς τίτλους προς τους μηνυτές του με μόνη τη δική του υπογραφή (ως Προέδρου του Δ.Σ. της ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ) όχι το έτος 1999 (1.9.1999) αλλά προηγουμένως το έτος 1998 όταν αυτός αναζητούσε επενδυτές για τη χρηματοδότηση της ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ και συζητούσε με αυτούς (μηνυτές) την πιθανότητα να συνεργασθεί μαζί της και για να τους ενημερώσει για τη μετοχική του συμμετοχή στην ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ. Ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός είναι μη πειστικός αφού σε τέτοια περίπτωση θα ήταν αρκετό να παραδώσει σ' αυτούς κάποια βεβαίωση της εταιρείας "ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ της οποίας άλλωστε αυτός ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. της και ο αδελφός του Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της και δεν θα αντιμετώπιζε για τη χορήγηση της βεβαίωσης αυτής, επομένως καμία δυσχέρεια ή και να επιδείξει απλώς σ' αυτούς (μηνυτές) τα αντίγραφα των τίτλων και να μην τους τα παραδώσει και δεν ήταν απαραίτητο καθόλου, να παραδώσει σ' αυτούς τους ανυπόγραφους, όπως ισχυρίζεται, τίτλους μετοχών.
Από τα παραπάνω περιστατικά προκύπτει ότι στις 1.9.1999 ο κατηγορούμενος παρέδωσε τους ως άνω προσωρινούς τίτλους, στους μηνυτές του υπογεγραμμένους μεν απ' αυτόν ως Πρόεδρο του Δ.Σ. της ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ και στη θέση του Αντιπροέδρου του Δ.Σ. ο ίδιος έθεσε άνευ δικαιώματος και κατ' απομίμηση της γνήσιας υπογραφής του αδελφού του Α την υπογραφή του τελευταίου ως αντιπροέδρου του Δ.Σ. της ίδιας εταιρείας τούτο δε συνάγεται και εκ του ότι μόνον αυτός (κατηγορούμενος) είχε εν προκειμένω συμφέρον να παραπλανήσει τους μηνυτές περί της γνησιότητας των ως άνω τίτλων προκειμένου να φανεί ως αληθές το γεγονός ότι συμμορφωνόταν προς τον όρο 8 του από 31.8.1999 εγγράφου ιδιωτικού συμφωνητικού δίνοντας στους μηνυτές την ως άνω εγγυοδοσία με προφανές όφελος 135.000.000 δρχ. και αντίστοιχη ζημία των μηνυτών.
Έτσι από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ότι ο κατηγορούμενος την 1-9-1999, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατάρτισε τους προαναφερόμενους πλαστούς προσωρινούς τίτλους μετοχών, θέτοντας κατ' απομίμηση, εν αγνοία του και χωρίς τη συναίνεση του, την υπογραφή του αδελφού του Α, κάτωθι του κειμένου τους, στη θέση της υπογραφής του Αντιπροέδρου του Δ.Σ. της "ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ" και ακολούθως, τους χρησιμοποίησε, παραδίδοντας τους αυθημερόν στους μηνυτές ως εγγυοδοσία και προς σύσταση επ' αυτών ενεχύρου, προκειμένου να τους παραπλανήσει σχετικά με γεγονός που μπορεί να είχε έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα, σχετικά με το ότι οι τίτλοι αυτοί-είχαν εγκύρως εκδοθεί και ότι έτσι, ως νόμιμοι μπορούσαν να εξασφαλίσουν τις εναντίον του απαιτήσεις τους από το από 31-8-1999 συμφωνητικό. Με την πράξη του αυτή ο κατηγορούμενος επεδίωκε να αποκομίσει περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας αντίστοιχα τους μηνυτές, καθόσον, επεδίωκε να ματαιώσει την, μέσω των εν λόγω τίτλων, ικανοποίηση των εναντίον του απαιτήσεων τους, που προέκυπταν από το από 31-8-1999 μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό. Το συνολικό δε περιουσιακό όφελος που επεδίωκε να αποκομίσει και η αντίστοιχη ζημία των μηνυτών υπερβαίνουν το ποσό των 73,000 ευρώ και συγκεκριμένα, ανέρχονται τουλάχιστον σε 135.000.000 δραχμές ή 396.184,89 ευρώ, όση .δηλαδή ήταν και η ονομαστική αξία των που συμφωνήθηκε να παραδοθούν στους μηνυτές ως εγγυοδοσία και σύσταση ενεχύρου για την εξασφάλιση ισόποσων απαιτήσεων τους, από την εκ μέρους του κατηγορουμένου επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής και την υποδομή που αυτός έχει διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος σταθερή ροπή του προς διάπραξη του εγκλήματος της πλαστογραφίας ως στοιχείο της προσωπικότητας του.
Τα ίδια, επομένως, αφού δέχθηκε και το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο (Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών) το οποίο με το εκκαλούμενο βούλευμα έκρινε ομοίως δεχόμενο ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις τέλεσης εκ μέρους του κατηγορουμένου της ως άνω σε βαθμό κακουργήματος προβλεπόμενης και τιμωρούμενης από το νόμο πλαστογραφίας για την οποία αυτός κατηγορείται, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και είναι δε ουσιαστικά αβάσιμος ο αντίθετος λόγος της έφεσης του κατηγορουμένου. Πρέπει επομένως, όπως διαλαμβάνεται στην εισαγγελική πρόταση, στους ορθούς και νόμιμους λόγους της οποίας και το Συμβούλιο προς αποφυγή περαιτέρω άσκοπων επαναλήψεων τους συμπληρωματικά αναφέρεται, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η κρινόμενη έφεση και να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα".
Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα, έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος- κατηγορούμενου και απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή του, που άσκησε κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για Κακουργήματα) Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί, ως υπαίτιος πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος που επιδίωξε και αντίστοιχα η συνολική περιουσιακή ζημία που προξένησε, υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, επίσης δε τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 στ, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98, 216 παρ.1 και 3α του ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, τις οποίες σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις.
Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας,( άρθρο 484 παρ.1 περ. β και δ του Κ.Π.Δ), είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Ειδικότερα, εκτίθεται στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, με δικές του σκέψεις, αλλά και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με πληρότητα και σαφήνεια, και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, ότι το Συμβούλιο Εφετών, εκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και αναφέρει λεπτομερώς και αναλυτικά, τα περιστατικά που προέκυψαν. Συγκεκριμένα, αιτιολογούνται οι παραδοχές του βουλεύματος, σύμφωνα με τις οποίες, ο αναιρεσείων, την 1-9-1999, κατάρτισε και παρέδωσε στη συνέχεια στους εγκαλούντες, τους επίμαχους προσωρινούς τίτλους ονομαστικών μετοχών, με αριθμούς 9 και 10 από 19-9-1998, που έφεραν εκτός από την υπογραφή του ιδίου, λόγω της ιδιότητάς του, ως Προέδρου και Διευθύνοντα Συμβούλου της εταιρείας ΚΡΟΝΟΣ ΑΕΑΤΕ, αλλά έθεσε επ' αυτών, και την υπογραφή του Α, που είχε την ιδιότητα του Αντιπροέδρου στην ως άνω εταιρεία, χωρίς, όμως, την προηγούμενη έγκριση ή συναίνεση αυτού (Α), αν και υπήρχε μεταξύ τους στενή συγγενική σχέση (αδελφοί). Επίσης, αιτιολογείται η παραδοχή, ότι ο αναιρεσείων απέβλεπε, με τις ως άνω ενέργειές του, και την αξιόποινη συμπεριφορά του, να παραπλανήσει τους εγκαλούντες, για τη γνησιότητα και την πιστότητα των τίτλων που αυτός τους παρέδωσε, λόγω εγγυοδοσίας και προς σύσταση ενεχύρου, προκειμένου να εξασφαλιστούν οι απαιτήσεις τους, που αυτοί διατηρούσαν εναντίον του, σύμφωνα με το περιεχόμενο του, από 31-8-1999, ιδιωτικού συμφωνητικού, που είχε υπογραφεί μεταξύ όλων των διαδίκων. Ακόμη, αιτιολογείται, ότι με τις πράξεις του αυτές, ο αναιρεσείων, όχι μόνο επιδίωκε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακή ωφέλεια, αλλά και να ζημιώσει τους εγκαλούντες, με την από μέρους του ματαίωση της ικανοποιήσεως των αξιώσεών τους, που απέρρεαν από το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό. Επιπρόσθετα, αιτιολογείται ότι οι εγκαλούντες ζημιώθηκαν το ισόποσο των 396.184,89 ευρώ, ποσό, που αντιπροσώπευε την αξία των ενσωματωμένων στους πλαστούς τίτλους ονομαστικών μετοχών, όπως, επίσης, αιτιολογείται, ότι στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις, δεδομένου ότι επανειλημμένα τέλεσε την πράξη αυτή, και έχοντας διαμορφώσει προς τούτο, την κατάλληλη υποδομή και αντίστοιχα επιδείξει σταθερή ροπή, για τη διάπραξη του εγκλήματος αυτού της πλαστογραφίας, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του.
Ενόψει αυτών, αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, δεύτερος και τρίτος, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η, επί της ουσίας, αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ.1, 138 παρ.2, 171 παρ.1 εδ. β', 306 και 308 παρ.1 του ΚΠΔ, η υποχρέωση να ακουστεί ο Εισαγγελέας πριν από κάθε απόφαση ή βούλευμα ποινικού δικαστηρίου, δεν επιβάλλει και την αναλυτική ανάπτυξη των απόψεων αυτού, σε κάθε ειδικότερο θέμα της ερευνώμενης υπόθεσης, το οποίο καλύπτεται με την τελική πρότασή του, επί της υποθέσεως αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι με το προτεινόμενο αποτέλεσμα αντιμετωπίζεται, έστω και έμμεσα ή σιωπηρά, το συγκεκριμένο ζήτημα που παραλείφθηκε στην αιτιολογία της προτάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, για απόλυτη ακυρότητα, η οποία συνίσταται α) στο ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης,(171 παρ.1 περ.1β του Κ.Π.Δ), β) ότι το Συμβούλιο Εφετών, απέρριψε το σχετικό λόγο της εφέσεώς του, χωρίς να έχει υποβληθεί προηγουμένως, σχετική πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, και γ) γιατί το Συμβούλιο Εφετών, ανεπιτρέπτως μετέβαλε το χρόνο τελέσεως του αδικήματος. Οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες για τους παρακάτω λόγους: Όσον αφορά τις υπό στοιχεία (α) και (β) αιτιάσεις του, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας Εφετών, με την πρότασή που υπέβαλε στο Συμβούλιο Εφετών, πρότεινε την απόρριψη, κατ' ουσία. της εφέσεώς του, και στην οποία(πρόταση), περιλαμβάνεται, έμμεσα μεν αλλά κατά τρόπο σαφή, και η σχετική πρόταση για την απόρριψη του λόγου της εφέσεώς του. Περαιτέρω, η αιτίασή του περί μη κλητεύσεώς του, ως υπόπτου, για παροχή εξηγήσεων, στα πλαίσια της προκαταρτικής εξετάσεως, που διενεργούσε ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών, μετά την υποβολή εναντίον του, της από 17-12-2003 εγκλήσεως, του Ψ1 και Ψ2, και έτσι, να μην έχει περατωθεί νόμιμα η προκαταρτική εξέταση, και εξ' αυτού, να είναι άκυρη, τόσο η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε εναντίον του, όσο και η παραγγελία του Εισαγγελέα για τη διενέργεια σε βάρος του κυρίας ανάκρισης, είναι αβάσιμη, γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, σύμφωνα με την από 10-3-2004 κλήση της Πταισματοδίκη Αθηνών, κλήθηκε ενώπιον αυτής, προκειμένου να παράσχει τις εξηγήσεις του, στα πλαίσια της διενεργούμενης προκαταρτικής εξέτασης, στην αναγραφόμενη στην έγκληση διεύθυνση κατοικίας του, στην οδό ..., η οποία, (διεύθυνση), στην περίπτωση που δεν έχει διενεργηθεί προανάκριση, όπως και στην προκείμενη περίπτωση, θεωρείται και ο τόπος της κατοικίας του, ανεξάρτητα του ότι κατά τη σχετική βεβαίωση του αστυφύλακα του Α.Τ Ηλιούπολης, δεν υφίστατο ο αριθμός 19 στην οδό ... και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να κληθεί αυτός με άλλο τρόπο.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος,(άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. β και δ του Κ.Π.Δ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, είναι αβάσιμη και η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα, από το γεγονός, ότι το Συμβούλιο Εφετών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, που εξέδωσε, μετέβαλε το χρόνο τέλεσης του αδικήματος, από 31-8-1999 σε 1-9-1999, γεγονός το οποίο, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας, όταν ο διαφορετικός καθορισμός του χρόνου τέλεσης της πράξης, δεν επηρεάζει την ταυτότητα του εγκλήματος, ούτε αποκλείει την υπάρχουσα παραγραφής, προϋποθέσεις που δεν συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση. (ΑΠ 243/2006). Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα(άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 123/30-5-2007 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμό 802/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ( 220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Πλαστογραφία κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και συνήθεια από δράστη που διαπράττει πλαστογραφίες, με περιουσιακό όφελος και ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Αναίρεση του παραπεμπτικού βουλεύματος με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επάρκεια αιτιολογίας. Δεν επιφέρει ακυρότητα το γεγονός ότι στην Εισαγγελική πρόταση προς το Συμβούλιο, δεν περιέχεται ειδικότερη πρότασή του, για το λόγο εφέσεως, που απορρίφθηκε, ούτε γιατί στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξέτασης, που διενεργήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, ο κατηγορούμενος κλήθηκε στη διεύθυνση που αναφέρεται στην έγκληση, ανεξάρτητα του ότι ο αριθμός ήταν ανύπαρκτος κατά την αστυνομική βεβαίωση. Δεν επέρχεται ακυρότητα με τον καθορισμό του χρόνου τέλεσης από το Συμβούλιο Εφετών, άλλου από εκείνο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο του Ανακριτή, εφόσον δεν μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της πράξεως και δεν επηρεάζεται ο χρόνος παραγραφής. Απορρίπτει.
|
Ακυρότητα απόλυτη
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία.
| 0
|
Αριθμός 1613/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 57/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), Βασίλειο Λυκούδη και Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 19/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Με συγκατηγορουμένη την Χ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 325/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, με αριθμό 179/11-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την υπ'αριθμ. 3/2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 19/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και εκθέτω τα εξής:
1) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ'ουσία η υπ'αριθμ. 9/5-2-2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμ. 242/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, με το οποίο παραπέμπεται, μαζί με τη συγκατηγορουμένη του Χ2, στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης στην περιφέρεια του Εφετείου Κρήτης για να δικασθεί για την πράξη της ηθικής αυτουργίας από κοινού με την ως άνω συγκατηγορουμένη του σε ανθρωποκτονία από πρόθεση (αρ. 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 46 παρ. 1, 49 παρ. 2 και 299 παρ. 1 ΠΚ). Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από τον δικηγόρο Ηρακλείου Βενιζέλο Κάββαλο για λογαριασμό του κατηγορουμένου, δυνάμει του επισυναπτόμενου υπ'αριθμ. 1278/29-1-2008 ειδικού πληρεξουσίου της Συμβ/φου Ηρακλείου Χαρίκλειας Σφακιανάκη, νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως, εφόσον το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον ίδιο τον κατηγορούμενο στις 28-1-2008 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την επομένη, δηλαδή στις 29-1-2007. Περιέχει δε ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (αρ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ), ενώ το βούλευμα αυτό υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπεται ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος στο ακροατήριο για κακούργημα (αρ. 462, 463, 473 παρ. 1, 474 παρ. 1 και 482 παρ. 1α, 2 ΚΠΔ). Επομένως, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί κατ'ουσίαν. 2) Η έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον κατ'άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανακριτική διαδικασία και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής και την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφαρμόστηκε. 3) Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 ΠΚ: "1.όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη. 2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση καταστροφής της ζωής άλλου ανθρώπου (ΑΠ 1999/2006 Ποίν. Χρον. ΝΖ' 402, ΑΠ 362/2006 Ποιν. Χρον. ΝΣΓ 890, ΑΠ 1880/2005 Ποιν. Χρον. ΝΣΓ 517, 245/2005 Ποιν. Λογ. 2005 290, ΑΠ 1057/2004 Ποιν. Χρον. ΝΕ' 509, ΑΠ 2447/2003 Ποιν. Λογ. 2003 2599, ΑΠ 795/2003 Ποιν. Λογ. 2003 788, ΑΠ 870/2002 Ποιν. Λογ. 2002 1003). Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 299 ΠΚ προκύπτει ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής. Ως βρασμός ψυχικής ορμής νοείται η ψυχική υπερδιέγερση που προκαλείται από την αιφνίδια υπερένταση κάποιου συναισθήματος ή πάθους, η οποία, χωρίς να φθάνει μέχρι τη διατάραξη της συνειδήσεως, ώστε να αποκλείει ή να μειώνει την ικανότητα προς καταλογισμό, αποκλείει τη δυνατότητα στο δράστη να σταθμίσει τα αίτια που τον ωθούν στην τέλεση του εγκλήματος και εκείνα που τον απωθούν από αυτή( ΑΠ 1269/2006 Ποιν. Χρον. ΝΖ' 508, ΑΠ 1239/2005 Ποιν Χρον ΝΣΤ 490, ΑΠ 425/2005 Ποιν. Λογ. 2005 417, ΑΠ 861/2004 Ποιν. Χρον. ΝΕ' 408, ΑΠ 2292/2003 Ποιν. Λογ. 2003 2466, ΑΠ 343/2000 Ποιν Χρον. Ν' 897, ΑΠ 1105/1998 Ποιν. Χρον. ΜΘ' 601). Εξ άλλου, από τη διάταξη του όρθρου 46 παρ.1 περ.α' ΠΚ, με την οποία ορίζεται ότι: "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε" συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας πρέπει να συντρέχουν: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη. Η πρόκληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλου ανταλλάγματος, πειθώ, απειλή κλπ β) διάπραξη από τον άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για τη διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. (ΑΠ 601/2006 Ποιν. Χρον. ΝΖ 60, ΑΠ 20/2006 Ποιν. Χρον. ΝΣΤ 638, ΑΠ 1270/2003 Ποιν. Λογ. 2003, 1437, ΑΠ 1135/2001 Ποιν. Χρον. MB1 361, ΑΠ 899/1999 Ποιν. Χρον. Ν' 421, ΑΠ 859/1998 Ποιν Χρον. ΜΘ' 458). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 Π Κ, αν δύο ή περισσότεροι από κοινού τέλεσαν αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι συναυτουργία είναι η άμεση και αυτοπρόσωπη ταυτόχρονη ή διαδοχική σύμπραξη δύο ή περισσοτέρων στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, που διαπράττεται με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν ή πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεση της, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεση της και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση του άλλου. Επομένως, απαραίτητος όρος για την κατά συναυτουργία τέλεση του εγκλήματος είναι η γνώση του συναυτουργού της προθέσεως του άλλου να τελέσει την αυτή πράξη και η θέληση του να συμπράξει με αυτόν (κοινός δόλος), η δε σύμπραξη μπορεί να περιορισθεί και στην ενέργεια μερικότερων πράξεων κατά την εκτέλεση του εγκλήματος, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι επιμέρους ενέργειες καθενός των συναυτουργών για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του (Ολ. ΑΠ 50/1990 Ποιν. Χρον. Μ' 949, ΑΠ 817/2005 Ποιν. Χρον. ΝΣΤ 32, ΑΠ 2497/2003 Ποιν. Λογ. 2003 2649, ΑΠ 1497/2000 Ποιν. Χρον. ΝΑ' 549, ΑΠ1314/1993 Ποιν. Χρον. ΜΓ1137, Εφ. Αθ. 10/1999 Παν. Δ/νη 2000,1070). Τέλος, κατά το όρθρο 49§2 ΠΚ: "Οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις που επιτείνουν, μειώνουν ή αποκλείουν την ποινή λαμβάνονται υπόψη μόνο για εκείνον το συμμέτοχο στον οποίο υπάρχουν". Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 48 και 299 ΠΚ συνάγεται ότι η ύπαρξη ή μη προμελετημένου δόλου ή αλλιώς η ψυχική ηρεμία ή ο βρασμός ψυχικής ορμής, λαμβάνονται υπ' όψη μόνον για εκείνον από τους συμμέτοχους στον οποίο υπάρχουν. Ενδέχεται δηλαδή ο μεν αυτουργός της ανθρωποκτονίας να δρα με απρομελέτητο δόλο ο δε ηθικός αυτουργός αυτής να δρα με προμελετημένο ή και το αντίστροφο (ΑΠ 540/2006 Ποιν. Χρον. ΝΣΤ 933, ΑΠ 1001/1991 Ποιν. Χρον. MB' 11, Συμεωνίδου-Καστανίδου Εγκλήματα κατά της ζωής 2001 σελ. 390, Ν. Ανδρουλάκη Ποιν. Δικ. 1974 σελ. 51). 4) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 19/2008 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, που το εξέδωσε, με καθολική παραδεκτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται κατ'είδος σ'αυτή (πρόταση) προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 4-11-2003 από ώρα 15.30 έως 17.00, στη θέση ... Ηρακλείου, άγνωστος δράστης σκότωσε με πρόθεση τον Α, κτηνοτρόφο, γεννηθέντα το έτος ... στο ..., κάτοικο στη ζωή ομοίως, πυροβολώντας τον με κυνηγετικό όπλο στη θωρακική και κοιλιακή χώρα από πολύ μικρή απόσταση. Από τα ευρήματα των ιατροδικαστών που διενήργησαν την νεκροψία-νεκροτομή και των αστυνομικών αρχών, προέκυψε ότι ο θανών, μόλις εξήλθε από την θύρα του υπόστεγου του ποιμνιοστασίου του μεταφέρων ένα σάκο ζωοτροφών, εβλήθη από απόσταση 90 έως 150 εκατοστών. Οι βολές είχαν κατεύθυνση εκ των άνω πρόσω και δεξιά προς τα κάτω πίσω και αριστερά και από αυτές ο θανών υπέστη δύο "τυφλά" τραύματα, το πρώτο στη δεξιά υποκλείδια χώρα και το δεύτερο στα όρια της στερνικής χώρας και επιγαστρίου, με συνέπεια να επέλθει αμέσως ο θάνατος του συνεπεία των επιγενόμενων πολλαπλών κακώσεων σπλάχνων θώρακος και αγγείων της κοιλιακής χώρας. Από την θέση του πτώματος που ουδόλως καταδείκνυε αμυντική στάση, την έλλειψη ενδείξεων προηγούμενης πάλης και τα λοιπά ευρήματα, τεκμαίρεται ότι ο θανών αιφνιδιάστηκε από τον άγνωστο δράστη, ο οποίος είχε προαποφασίσει την πράξη του, μετέβη προς τούτο στον χώρο του ποιμνιοστασίου και εκτέλεσε αυτήν ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Τον κρίσιμο χρόνο στην περιοχή ... Καστελλίου, που απέχει ένα χιλιόμετρο περίπου από τον τόπο του εγκλήματος, ευρίσκοντο η εξετασθείσα μάρτυς Β και ο σύζυγος της Γ, οι οποίοι άκουσαν δύο πυροβολισμούς και υπολόγισαν ότι προέρχονταν από την πλευρά του υπόστεγου του θανόντος. Ακολούθως, μετά την παρέλευση δεκαλέπτου, ως άνω μάρτυς είδε έναν άνδρα άγνωστο σε αυτήν ηλικίας 30 ετών περίπου να έχει στον ώμο του κρεμασμένο ένα κυνηγετικό όπλο και να κατευθύνεται προς τη μάνδρα των προβάτων της, αλλά μόλις την είδε έκανε επί τόπου στροφή και τρέχοντας εξαφανίσθηκε μέσα στα ελαιόδενδρα. Τον άνδρα αυτόν (πιθανό δράστη της ανθρωποκτονίας) δεν τον αναγνώρισε η Β. Ο εκκαλών και η συγκατηγορουμένη του αρνούνται την αποδιδόμενη σ αυτούς πράξη, πλην όμως από τα προεκτεθέντα αποδεικτικά στοιχειά της δικογραφίας προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής τους. Ειδικότερα, οπό την έρευνα που διενεργήθηκε στο πλαίσιο της προανακρίσεως και της κυρίας ανακρίσεως δεν προέκυψε ότι ο θανών είχε σοβαρές ή άλλες διαφορές με τρίτους ή παράνομες δραστηριότητες ή άλλες δοσοληψίες, οι οποίες θα δικαιολογούσαν την σε βάρος του θανατηφόρο επίθεση. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από τα αποτελέσματα της άρσεως του τραπεζικού απορρήτου των λογαριασμών που διατηρούσε στις τράπεζες, στους οποίους δεν φαίνονται καταχωρημένες αδικαιολόγητες εγγραφές. Εξ άλλου, ο τόπος τελέσεως και οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκε το ως άνω έγκλημα, αποκλείουν τη ληστεία ως κίνητρο αυτού, τούτο δε επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο θανών βρέθηκε να έχει στα θυλάκια του το ποσό των 556,00 , ευρώ και το κινητό του τηλέφωνο. Αντίθετα προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ότι οι κατηγορούμενοι, τον συγκεκριμένο χρόνο, είχαν ισχυρό κίνητρο να θανατωθεί ο θανών Α. Ειδικότερα, η πρώτη κατηγορούμενη Χ2, μητέρα τεσσάρων θυγατέρων, εκ των οποίων οι δύο ανήλικες και ο κατά μία δεκαετία νεώτερος της εκκαλών Χ1, έγγαμος σε διάσταση και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού, το θέρος του έτους 2003 μετέτρεψαν την μεταξύ τους πνευματική συγγένεια ("κουμπαριά") -ο θανών σύζυγος της πρώτης είχε βαφτίσει την αδελφή του δευτέρου- και τις εξ αυτής οικογενειακές τους σχέσεις, σε ερωτικό δεσμό. Σημειώνεται ότι οι κατηγορούμενοι αρχικά αρνήθηκαν την μεταξύ τους ερωτική σχέση, την οποία στη συνέχεια αναγκάστηκαν να αποδεχθούν, αφού ήταν δεδομένη η αποκάλυψή της από την άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών επικοινωνιών τους. Η ένταση της σχέσεως αυτής των κατηγορουμένων διαφαίνεται από τα αποτελέσματα της άρσεως του τηλεφωνικού απορρήτου, τις καταθέσεις των μαρτύρων και όσα οι ίδιοι συνομολογούν. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι μόνο σε μία ημέρα (29-10-2003) έχουν καταγραφεί άνω των 65 τηλεφωνικών επικοινωνιών τους (τηλεφωνημάτων και μηνυμάτων). Επισημαίνεται δε ότι οι ισχυρισμοί των ανωτέρω κατηγορουμένων, ότι επρόκειτο για "ευκαιριακή" ερωτική σχέση που διεκόπη με τον θάνατο του συζύγου της πρώτης, ανατρέπονται από την σαφή κατάθεση της θυγατέρας της Δ, η οποία κατέθεσε ότι η σχέση της μητέρας της με τον εκκαλούντα διατηρήθηκε και ότι αυτοί "..... εξακολουθούν να είναι μαζί....." (βλ. από 26-5-2004 κατάθεση της ανωτέρω μάρτυρος;. Το προηγούμενο του θανάτου του Α χρονικό διάστημα οι κατηγορούμενοι είχαν σχεδιάσει να απομακρυνθεί από την συζυγική της οικία η πρώτη, να διαμένει αρχικά μόνη με την μικρή της θυγατέρα Ε προκειμένου να αποφύγουν τα σχόλια και τις αντιδράσεις λόγω της προμνησθείσας πνευματικής της συγγένειας με τον εκκαλούντα και ακολούθως να συμβιώσει με αυτόν. Εμπόδιο στην ερωτική σχέση των κατηγορουμένων και στον ως άνω σχεδιασμό τους ήταν ο θανών, ο οποίος είχε λάβει γνώση της σχέσεως τους και αντιδρούσε πεισματικά και έντονα, με επακόλουθο τη δημιουργία σοβαρών αντεγκλήσεων μεταξύ αυτού και της συζύγου του, που κατέλήξαν σε οξύ επεισόδιο χειροδικίας του θανόντος σε 0άρος της πρώτης κατηγορουμένης, δύο μέρες πριν την θανάτωση του. Εξ άλλου, στην δραματική επιδείνωση των σχέσεων των δυο συζύγων το ίδιο ως άνω τελευταίο διάστημα, συνέτεινε και η ανακοίνωση από την κατηγορουμένη στον θανόντα της αποφάσεως της να φύγει από την οικία τους. Τα γεγονότα αυτά, το έντονο ερωτικό πάθος των κατηγορουμένων και το μίσος της πρώτης για τον σύζυγό της, οδήγησαν τους δυο κατηγορουμένους το χρονικό διάστημα από 25-10-2003 έως 4-11-2003, να λάβουν την απόφαση να απαλλαγούν από παρουσία του ανωτέρω, ο οποίος αντιδρούσε έντονα στο ενδεχόμενο διαζυγίου κάθε φορά που η πρώτη κατηγορούμενη του έκανε σχετική νύξη. Έτσι, ευρισκόμενοι σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά την λήψη της ως άνω αποφάσεως και κατά την υλοποίηση της, από κοινού ενεργούντες, με παραινέσεις που έδωσαν με πειθώ και φορτικότητα και με μη διακριβωθέν οικονομικό αντάλλαγμα σε άγνωστο δράστη, τον έπεισαν και διέπραξε την σε βάρος του Α ανθρωποκτονία, υπό τις συνθήκες πoυ ήδη εκτέθηκαν. Σημαντικό στοιχείο της συμμετοχής (ως ηθικών αυτουργών) των κατηγορουμένων στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας αποτελεί το γεγονός ότι κατά τον χρόνο που διαπράχθηκε το έγκλημα και δη περί ώρα 16.00 έως 16.30 της 4-11-2003, η πρώτη κατηγορουμένη μετέβη στον τόπο τελέσεως του. ήτοι στο ποιμνιοστάσιο του συζύγου της, με το ένα από τα δύο αυτοκίνητα του και συγκεκριμένα το παλαιό αυτοκίνητο που συνήθως χρησιμοποιούσε αυτή. Το κρίσιμο αυτό γεγονός αρνείται η τελευταία, όμως ο μάρτυρας Ζ στην από 12-2-2004 κατάθεση του ανέφερε ότι την 4-11-2003 και περί ώρα 16:00 έως 16:15 είδε ένα αυτοκίνητο όμοιο ακριβώς με το παλιό αυτοκίνητο του Α, να περνά έξω από τη μάνδρα του οδηγούμενο από γυναίκα, χωρίς να είναι βέβαιος ποια ήταν, με κατεύθυνση από ... προς ..., δηλαδή από το δρόμο που οδηγεί στο ποιμνιοστάσιο του θανόντος. Το μοναδικό ωστόσο όμοιο με το προαναφερθέν αυτοκίνητο της περιοχής με αριθμό κυκλοφορίας ..., ιδιοκτησίας του Η δεν μετακινήθηκε την εν λόγω ημέρα από τον κλειστό χώρο όπου φυλάσσεται, ενώ η σύζυγος του το οδηγεί πολύ σπάνιο και πάντα έχοντας ως συνοδηγό τον ίδιο (βλ. από 10-3-2004 κατάθεση του Η), ενώ από το με αρ. πρωτ. .../58087/5-1/24-3-2004 έγγραφο του Α.Τ. Καστελλίου συνάγεται ότι δεν υπάρχει άλλο όμοιο αυτοκίνητο με το παλαιό αυτοκίνητο του θανόντος στην εν λόγω περιφέρεια που να οδηγείται από γυναίκα. Το ανωτέρω γεγονός ο μάρτυρας Ζ το επιβεβαίωσε και στους αδελφούς του θύματος Θ και Ι (βλ. ανακριτικές καταθέσεις αυτών). Εξ άλλου, ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι κατά τον ως άνω χρόνο ήταν στην οικία της αποδυναμώνεται από 9-2-2004 ένορκη κατάθεση της θυγατέρας της Δ, η οποία κατέθεσε ότι σε συζήτηση που είχε με την αδερφή της Κ για την ημέρα του φόνου, η τελευταία της είπε ότι ετοιμάστηκε κατά τις τέσσερις να πάει φροντιστήριο και πριν φύγει φώναξε στη μητέρα της χωρίς όμως να πάρει απάντηση και έπειτα έγραψε σημείωμα το οποίο άφησε στο σπίτι (προφανώς για ενημέρωση της μητέρας της), ότι θα πήγαινε φροντιστήριο. Η ίδια κατηγορούμενη, όπως συνομολογεί, μετέβη με την ανήλικη (γεννηθείσα την 16-11-1993) θυγατέρα της Ε με το με αρ. κυκλοφορίας ... παλαιό αυτοκίνητο του συζύγου της στον τόπο τελέσεως του εγκλήματος, λίγο χρόνο μετά την διάπραξη αυτού. Η επικαλούμενη από την ανωτέρω ως αιτία της μεταβάσεως της στον ως άνω τόπο, ότι δηλαδή ανησύχησε για την κατάσταση της υγείας του συζύγου της, καθ' όσον το πρωί είχε εξεταστεί στο τοπικό Κέντρο Υγείας και τις απογευματινές ώρες δεν απαντούσε στις επανειλημμένες κλήσεις της στο κινητό του τηλέφωνο, δεν είναι πειστική, εν όψει όσων εκτέθηκαν για τις σχέσεις της με τον σύζυγό της το τελευταίο χρονικό διάστημα, αλλά και της φύσεως της ασθένειας (ιγμορίτιδα) που είχε διαγνωστεί για τον σύζυγο της. Εξ άλλου, ο βοσκός Λ, τον οποίο απασχολούσε ο θανών, στην από 30-6-2004 ανακριτική κατάθεσή του ανέφερε ότι η κατηγορούμενη επικοινώνησε μαζί του και αφού τον ρώτησε που βρισκόταν ο ίδιος, δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει πού βρισκόταν ο σύζυγός της. παρά έκλεισε, βιαστικά το τηλέφωνο. Επισημαίνεται ότι, ενώ η κατηγορούμενη είχε λάβει γνώση της θανατώσεως του συζύγου της με πυροβόλο όπλο, δεν ειδοποίησε τις αρμόδιες αρχές, αλλά μετέβη στην οικία της Β, η οποία, όπως προαναφέρθηκε είχε αντιληφθεί την κίνηση άγνωστου άνδρα, πιθανόν του δράστη, λίγο χρόνο μετά την ρίψη των δύο πυροβολισμών. Σύμφωνα με όσα υποστήριξε ο αδελφός του θύματος Θ, η μετάβαση της κατηγορουμένης στην ανωτέρω οικία έγινε επειδή η κατηγορουμένη είχε πληροφορηθεί από τον δράστη ότι τον είχε δει η Β και θέλησε να μάθει αν τον είχε αναγνωρίσει. Σημειώνεται επίσης ότι η ανωτέρω κατηγορουμένη αρχικά άφηνε να εννοηθεί ότι ο θάνατος του συζύγου της οφείλετο σε πιθανή αυτοκτονία του, λόγω της κακής ψυχολογικής του καταστάσεως συνεπεία της καταστάσεως στην οποία είχαν περιέλθει οι σχέσεις τους. Από οικείους του θανόντος και της κατηγορουμένης παρατηρήθηκε ότι αυτή δεν έδειξε καθόλου να λυπάται για την απώλεια του συζύγου της, ενώ την πρώτη βραδιά μετά τη δολοφονία συμπεριφερόταν νευρικά κι ακατανόητα με σπασμωδικές αντιδράσεις, χτυπούσε πόρτες, ενώ έσπασε ακόμη και το τζάμι της μπαλκονόπορτας της οικίας της. Επιπλέον είχε απομονωθεί και συζητούσε συνεχώς στο υπνοδωμάτιο της με τον ξάδερφο της Μ, τον εκκαλούντα-δεύτερο κατηγορούμενο, τον Ν και τη μητέρα της, η οποία μάλιστα κάποια στιγμή της είπε επί λέξει "πήγαινε μωρή όξω να κλαις και να τραβάς τα μαλλιά σου, γιατί θα σε θεωρήσουνε ύποπτη". Η ίδια δικαιολόγησε τις κατ'ιδίαν συζητήσεις της με τα παραπάνω πρόσωπα λέγοντας ότι ήταν ανάγκη να συζητηθούν ορισμένα ζητήματα λόγω της ερωτικής της σχέσης με το δεύτερο κατηγορούμενο, χωρίς να δικαιολογήσει επαρκώς για ποιο λόγο δεν έπρεπε να ακούσει κανείς άλλος τι έλεγαν. Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών αυτών η σύζυγος του Ν εμπόδιζε την είσοδο στο δωμάτιο των λοιπών παρευρισκομένων στην οικία, ακόμη και των ίδιων των τέκνων του θανόντος. Σημειώνεται τέλος ότι, όταν η κατηγορούμενη επέστρεψε στην οικία της το πρώτον, με τη συνοδεία αστυνομικού και της ζητήθηκε να παραδώσει το κινητό της τηλέφωνο της για να χρησιμοποιηθεί ως πειστήριο στο πλαίσιο της προανακρίσεως, εμφανίσθηκε απρόθυμη να το παραδώσει, ισχυριζόμενη ότι δε θυμόταν που το είχε βάλει ή ότι έχει χαλάσει. Τη στάση της αυτή επιβεβαίωσε η ίδια ως άνω θυγατέρα της Δ, η οποία επιπλέον κατέθεσε ότι, σύμφωνα με όσα της είπε ο σύζυγος της Ξ, η μητέρα της όσο την περίμενε ο αστυνομικός που τη συνόδευε, πέταξε την κάρτα SIM του τηλεφώνου της στην τουαλέτα, ενώ όταν επέστρεψε αργά το βράδυ από την αστυνομία ήταν τρομαγμένη μήπως συλλαμβανόταν ο εκκαλών-δεύτερος κατηγορούμενος (βλ. από 26-^2004 κατάθεση της ανωτέρω μάρτυρος). Τα ανωτέρω συμβάντα κατά τον κρίσιμο χρόνο του θανάτο του Α και μετά από αυτόν, αναφέροντάι μεν κατ' αρχήν στην πρώτη κατηγορουμένη, η οποία δεν άσκησε έφεση κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος και δήλωσε ότι παραιτείται από το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων κατ' αυτού (σχετ. η από 25-7-2007 έκθεση του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ηρακλείου), εκτέθηκαν όμως για να καταδειχθούν τα αίτια του εγκλήματος, ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι είχαν λόγους να διαπραχθεί τούτο και ότι η χρονική σύμπτωση της θανατώσεως του Α με την κορύφωση της ερωτικής σχέσεως των κατηγορουμένων και την αντίστοιχη επιδείνωση της σχέσεως της πρώτης με τον θανόντα, δεν ήταν τυχαία. Πέραν δε των ήδη εκτεθέντων, οι σε βάρος και του δευτέρου κατηγορουμένου (εκκαλούντος) σοβαρές ενδείξεις ενοχής υποστηρίζονται και από τα ακόλουθα δεδομένα: Η ένταση του ερωτικού πάθους των κατηγορουμένων, η απόφαση τους να συμβιώσουν στο μέλλον και η μεταξύ τους επικοινωνία δεκάδες φορές κάθε ημέρα, ενισχύουν την άποψη ότι η κορυφαίας σημασίας και για τους ίδιους απόφαση θανατώσεως του Α δεν μπορεί να είχε ληφθεί μόνο από την πρώτη κατηγορουμένη, εν αγνοία του εκκαλούντος, αλλά είχε συζητηθεί μεταξύ τους και είχε ληφθεί από κοινού. Εξ άλλου το κρίσιμο χρονικό διάστημα που διαπράχθηκε το έγκλημα υπήρχε συνεχής τηλεφωνική επικοινωνία δια των κινητών τους τηλεφώνων μεταξύ των ^κατηγορουμένων. Ειδικότερα, από τα στοιχεία που προέκυψαν μετά την άρση του απορρήτου των τηλεφωνημάτων, συνάγεται ότι η πρώτη τηλεφώνησε στον εκκαλούντα την 14.44.39 ώρα της 4-11-2003 και ακολούθως ο τελευταίος, από το ... όπου βρισκόταν και μέσω του σταθμού βάσεως ... (...) της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας COSMOTE, πραγματοποίησε τέσσερις κλήσεις από το "κινητό του τηλέφωνο στο κινητό της πρώτης κατηγορουμένης κατά τις ώρες 14:45:10. 14:58:42. 15:08:54 και 15:34:31 με τρεις ολιγόλεπτες διακοπές και συνομίλησε μαζί της σχεδόν μιάμιση ώρα συνολικά. Το γεγονός αυτό συνδυαζόμενο με την πρώτη μετάβαση της κατηγορουμένης στον τόπο του εγκλήματος (την οποία αυτή αρνείται), ενισχύει την κρίση ότι το περιεχόμενο των συγκεκριμένων τηλεφωνημάτων είχε σχέση με την υλοποίηση του σχεδιασμού τους για την θανάτωση του Α. Ο δε ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι για τον θάνατο του ανωτέρω ενημερώθηκε το πρώτο από τον Μ περί ώρα 18.30-18.45 της 4-11-2003, είναι αβάσίμος, αφού σε κάθε περίπτωση ήταν λογικό να ενημερωθεί και μάλιστα από τους πρώτους, από την συγκατηγορουμένη του ενόψει της προαναφερθείσας σχέσεως τους. Υπό τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και δεδομένα προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής και του εκκαλούντος για την πράξη που του αποδίδεται, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 5, 14, 16-19, 26§1, 27, 45, 46§1α, 51. 52, 59, 63: 79 και 299§1 ΠΚ. Ειδικότερα προέκυψε αποχρώντως ότι ο εκκαλών ενεργών από κοινού με την συγκατηγορουμένη του, με τα μέσα που εκτέθηκαν, ήτοι με παραινέσεις που έδωσαν με πειθώ και φορτικότητα και με την υπόσχεση και παροχή οικονομικού ανταλλάγματος, έπεισαν τον άγνωστο φυσικό αυτουργό και διέπραξε την πράξη της ανθρωποκτονίας με πρόθεση. Ο βάσιμος ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι κατά τον χρόνο που διαπράχθηκε η ανθρωποκτονία ευρίσκετο στο ..., δεν αναιρεί την συμμετοχή του στην αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται, καθ' όσον η πράξη αυτή (ηθική αυτουργία) λογικά προηγήθηκε χρονικά της ανθρωποκτονίας, προσέτι δε δεν αποτελεί στοιχείο της η παρουσία του ηθικού αυτουργού στον τόπο τελέσεως του εγκλήματος. Τέλος, η κρίση ότι και οι ηθικοί αυτουργοί της ανθρωποκτονίας ευρίσκοντο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά την λήψη και την εκτέλεση της αποφάσεως χ τους να διαπράξουν την πράξη της ηθικής αυτουργίας που τους αποδίδεται, στηρίζεται στο γεγονός ότι η λήψη και εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως δεν έγιναν αιφνίδια ενόψει συγκεκριμένου γεγονότος που θα μπορούσε να τους αποκλείσει τη δυνατότητα να σταθμίσουν τα αίτια που ωθούσαν στην τέλεση του εγκλήματος και εκείνα που τους απωθούσαν από αυτή, αλλά αντίθετα έγιναν μετά από στάθμιση των ως άνω αιτίων και των αποτελεσμάτων της πράξεώς τους, ήταν δε προϊόν λογικής διεργασίας και συζητήσεων μεταξύ τους και με τον άγνωστο φυσικό αυτουργό που ασφαλώς διήρκεσαν ικανό χρόνο. Κατ' ακολουθία όσων εκτέθηκαν, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, το οποίο, με το προσβαλλόμενο με αριθμό 242/2007 βούλευμα του, αποφάνθηκε με τις ίδιες παραδοχές και κατ' εφαρμογή των άρθρων 309§1ε και 313 ΚΠΔ την παραπομπή του εκκαλούντος στο ακροατήριο αρμοδίου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου (άρθρα 96 και 97 Συντάγματος και 1, 8§1α, 109 περ. α', 119§1 και 122 ΚΠΔ), δεν έσφαλε αλλά προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε ορθή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν. Κατά συνέπεια η έφεση του εκκαλούντος που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία. Περαιτέρω, εν όψει των διατάξεων των άρθρων 145§§1,2, 317§2 και 318 ΚΠΔ, πρέπει να συμπληρωθεί-διορθωθεί το ανωτέρω παραπεμπτικό βούλευμα, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας, στο μεν σκεπτικό του ως προς τα άρθρα που προβλέπουν και τιμωρούν την αξιόποινη πράξη, στο δε διατακτικό ως προς τον ειδικότερο προσδιορισμό του χρόνου τελέσεως της πράξεως και του προμελετημένου δόλου των κατηγορουμένων, ενώ κατ' άρθρο 319§3 ίδιου κώδικα, το εν λόγω βούλευμα πρέπει να επικυρωθεί κατά τα λοιπά. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583§1 ΚΠΔ (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 55 Ν3160/2003), πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, το οποίο και επικύρωσε, αφού προηγουμένως συμπλήρωσε-διόρθωσε το διατακτικό του, διέλαβε την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που εκτέθηκε στη νόμιμη σκέψη της παρούσας, εφόσον εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση (και την αυτεπάγγελτη προανάκριση) και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη σ'αυτόν ως άνω αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας από κοινού (με την συγκατηγορουμένη του) σε ανθρωποκτονία από πρόθεση, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 46 παρ. 1α, 49 παρ. 2 και 299 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος είναι αβάσιμος και η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 3/2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ... κατά του υπ'αριθμ. 19/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα.
Αθήνα 31 Μαρτίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθμό 3 από 7 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση αναιρέσεως, του Χ1, κατά του υπ' αριθμό 19/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσία, η έφεσή του, κατά του υπ' αριθμό 242/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, που τον παρέπεμψε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Εφετείου της περιφερείας Κρήτης, προκειμένου να δικαστεί, με τη μη διάδικο στην παρούσα δίκη, Χ2, για την πράξη της ηθικής αυτουργίας από κοινού, σε ανθρωποκτονία από πρόθεση, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και, κατά βουλεύματος, που υπόκειται σε αναίρεση, (άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 περ. α, και 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ), γι' αυτό πρέπει να γίνει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητά της.
Κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 299 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης . Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου. Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του αυτού άρθρου 299 του ΠΚ, προκύπτει ότι, για τη ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά τη έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη, είτε κατά την απόφαση, είτε κατά την εκτέλεση της πράξης. Ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης. Για την ύπαρξη του στοιχείου της ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που κινούν την πράξη ή απωθούν από αυτήν.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού"νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνη του άλλου, προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως, μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές.
Εξ' άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 περ. α του ίδιου Κώδικα, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας, η οποία έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση και παραγωγή στον άλλον της απόφασης για τη διάπραξη ορισμένου εγκλήματος που μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με προτροπές και παρακλήσεις, που έγιναν με πίεση, πειθώ ή φορτικότητα, υποκειμενικώς δε δόλος που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξης.
Τέλος, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι, κατ' επιλογή, μερικά εξ αυτών. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, και, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή μεταφορά: "Την 4-11-2003 από ώρα 15.30 έως 17.00, στη θέση ... Ηρακλείου, άγνωστος δράστης σκότωσε με πρόθεση τον Α, κτηνοτρόφο, γεννηθέντα το έτος ... στο ..., κάτοικο στη ζωή ομοίως, πυροβολώντας τον με κυνηγετικό όπλο στη θωρακική και κοιλιακή χώρα από πολύ μικρή απόσταση. Από τα ευρήματα των ιατροδικαστών που διενήργησαν την νεκροψία-νεκροτομή και των αστυνομικών αρχών, προέκυψε ότι ο θανών, μόλις εξήλθε από την θύρα του υπόστεγου του ποιμνιοστασίου του μεταφέρων ένα σάκο ζωοτροφών, εβλήθη από απόσταση 90 έως 150 εκατοστών. Οι βολές είχαν κατεύθυνση εκ των άνω πρόσω και δεξιά προς τα κάτω πίσω και αριστερά και από αυτές ο θανών υπέστη δύο "τυφλά"τραύματα, το πρώτο στη δεξιά υποκλείδια χώρα και το δεύτερο στα όρια της στερνικής χώρας και επιγαστρίου, με συνέπεια να επέλθει αμέσως ο θάνατος του συνεπεία των επιγενόμενων πολλαπλών κακώσεων σπλάχνων θώρακος και αγγείων της κοιλιακής χώρας. Από την θέση του πτώματος που ουδόλως καταδείκνυε αμυντική στάση, την έλλειψη ενδείξεων προηγούμενης πάλης και τα λοιπά ευρήματα, τεκμαίρεται ότι ο θανών αιφνιδιάστηκε από τον άγνωστο δράστη, ο οποίος είχε προαποφασίσει την πράξη του, μετέβη προς τούτο στον χώρο του ποιμνιοστασίου και εκτέλεσε αυτήν ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Τον κρίσιμο χρόνο στην περιοχή ..., που απέχει ένα χιλιόμετρο περίπου από τον τόπο του εγκλήματος, ευρίσκοντο η εξετασθείσα μάρτυς Β και ο σύζυγος της Γ, οι οποίοι άκουσαν δύο πυροβολισμούς και υπολόγισαν ότι προέρχονταν από την πλευρά του υπόστεγου του θανόντος. Ακολούθως, μετά την παρέλευση δεκαλέπτου, ως άνω μάρτυς είδε έναν άνδρα άγνωστο σε αυτήν ηλικίας 30 ετών περίπου να έχει στον ώμο του κρεμασμένο ένα κυνηγετικό όπλο και να κατευθύνεται προς τη μάνδρα των προβάτων της, αλλά μόλις την είδε έκανε επί τόπου στροφή και τρέχοντας εξαφανίσθηκε μέσα στα ελαιόδενδρα. Τον άνδρα αυτόν (πιθανό δράστη της ανθρωποκτονίας) δεν τον αναγνώρισε η Β. Ο εκκαλών και η συγκατηγορουμένη του αρνούνται την αποδιδόμενη σ αυτούς πράξη, πλην όμως από τα προεκτεθέντα αποδεικτικά στοιχειά της δικογραφίας προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής τους. Ειδικότερα, οπό την έρευνα που διενεργήθηκε στο πλαίσιο της προανακρίσεως και της κυρίας ανακρίσεως δεν προέκυψε ότι ο θανών είχε σοβαρές ή άλλες διαφορές με τρίτους ή παράνομες δραστηριότητες ή άλλες δοσοληψίες, οι οποίες θα δικαιολογούσαν την σε βάρος του θανατηφόρο επίθεση. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από τα αποτελέσματα της άρσεως του τραπεζικού απορρήτου των λογαριασμών που διατηρούσε στις τράπεζες, στους οποίους δεν φαίνονται καταχωρημένες αδικαιολόγητες εγγραφές. Εξ άλλου, ο τόπος τελέσεως και οι συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκε το ως άνω έγκλημα, αποκλείουν τη ληστεία ως κίνητρο αυτού, τούτο δε επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο θανών βρέθηκε να έχει στα θυλάκια του το ποσό των 556, 00, ευρώ και το κινητό του τηλέφωνο. Αντίθετα προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ότι οι κατηγορούμενοι, τον συγκεκριμένο χρόνο, είχαν ισχυρό κίνητρο να θανατωθεί ο θανών Α. Ειδικότερα, η πρώτη κατηγορούμενη Χ2, μητέρα τεσσάρων θυγατέρων, εκ των οποίων οι δύο ανήλικες και ο κατά μία δεκαετία νεώτερος της εκκαλών Χ1, έγγαμος σε διάσταση και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού, το θέρος του έτους 2003 μετέτρεψαν την μεταξύ τους πνευματική συγγένεια ("κουμπαριά") -ο θανών σύζυγος της πρώτης είχε βαφτίσει την αδελφή του δευτέρου- και τις εξ αυτής οικογενειακές τους σχέσεις, σε ερωτικό δεσμό. Σημειώνεται ότι οι κατηγορούμενοι αρχικά αρνήθηκαν την μεταξύ τους ερωτική σχέση, την οποία στη συνέχεια αναγκάστηκαν να αποδεχθούν, αφού ήταν δεδομένη η αποκάλυψη της από την άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών επικοινωνιών τους. Η ένταση της σχέσεως αυτής των κατηγορουμένων διαφαίνεται από τα αποτελέσματα της άρσεως του τηλεφωνικού απορρήτου, τις καταθέσεις των μαρτύρων και όσα οι ίδιοι συνομολογούν. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι μόνο σε μία ημέρα (29-10-2003) έχουν καταγραφεί άνω των 65 τηλεφωνικών επικοινωνιών τους (τηλεφωνημάτων και μηνυμάτων). Επισημαίνεται δε ότι οι ισχυρισμοί των ανωτέρω κατηγορουμένων, ότι επρόκειτο για "ευκαιριακή"ερωτική σχέση που διεκόπη με τον θάνατο του συζύγου της πρώτης, ανατρέπονται από την σαφή κατάθεση της θυγατέρας της Δ, η οποία κατέθεσε ότι η σχέση της μητέρας της με τον εκκαλούντα διατηρήθηκε και ότι αυτοί "εξακολουθούν να είναι μαζί"(βλ. από 26-5-2004 κατάθεση της ανωτέρω μάρτυρος;. Το προηγούμενο του θανάτου του Α χρονικό διάστημα οι κατηγορούμενοι είχαν σχεδιάσει να απομακρυνθεί από την συζυγική της οικία η πρώτη, να διαμένει αρχικά μόνη με την μικρή της θυγατέρα Ε προκειμένου να αποφύγουν τα σχόλια και τις αντιδράσεις λόγω της προμνησθείσας πνευματικής της συγγένειας με τον εκκαλούντα και ακολούθως να συμβιώσει με αυτόν. Εμπόδιο στην ερωτική σχέση των κατηγορουμένων και στον ως άνω σχεδιασμό τους ήταν ο θανών, ο οποίος είχε λάβει γνώση της σχέσεως τους και αντιδρούσε πεισματικά και έντονα, με επακόλουθο τη δημιουργία σοβαρών αντεγκλήσεων μεταξύ αυτού και της συζύγου του, που κατέληξαν σε οξύ επεισόδιο χειροδικίας του θανόντος σε βάρος της πρώτης κατηγορουμένης, δύο μέρες πριν την θανάτωση του. Εξ άλλου, στην δραματική επιδείνωση των σχέσεων των δυο συζύγων το ίδιο ως άνω τελευταίο διάστημα, συνέτεινε και η ανακοίνωση από την κατηγορουμένη στον θανόντα της αποφάσεως της να φύγει από την οικία τους. Τα γεγονότα αυτά, το έντονο ερωτικό πάθος των κατηγορουμένων και το μίσος της πρώτης για τον σύζυγο της, οδήγησαν τους δυο κατηγορουμένους το χρονικό διάστημα από 25-10-2003 έως 4-11-2003, να λάβουν την απόφαση να απαλλαγούν από παρουσία του ανωτέρω, ο οποίος αντιδρούσε έντονα στο ενδεχόμενο διαζυγίου κάθε φορά που η πρώτη κατηγορούμενη του έκανε σχετική νύξη. Έτσι, ευρισκόμενοι σε ήρεμη ψυχική κατάσταση κατά την λήψη της ως άνω αποφάσεως και κατά την υλοποίηση της, από κοινού ενεργούντες, με παραινέσεις που έδωσαν με πειθώ και φορτικότητα και με μη διακριβωθέν οικονομικό αντάλλαγμα σε άγνωστο δράστη, τον έπεισαν και διέπραξε την σε βάρος του Α ανθρωποκτονία, υπό τις συνθήκες που ήδη εκτέθηκαν. Σημαντικό στοιχείο της συμμετοχής (ως ηθικών αυτουργών) των κατηγορουμένων στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας αποτελεί το γεγονός ότι κατά τον χρόνο που διαπράχθηκε το έγκλημα και δη περί ώρα 16.00 έως 16.30 της 4-11-2003, η πρώτη κατηγορουμένη μετέβη στον τόπο τελέσεως του. ήτοι στο ποιμνιοστάσιο του συζύγου της, με το ένα από τα δύο αυτοκίνητα του και συγκεκριμένα το παλαιό αυτοκίνητο που συνήθως χρησιμοποιούσε αυτή. Το κρίσιμο αυτό γεγονός αρνείται η τελευταία, όμως ο μάρτυρας Ζ στην από 12-2-2004 κατάθεση του ανέφερε ότι την 4-11-2003 και περί ώρα 16:00 έως 16:15 είδε ένα αυτοκίνητο όμοιο ακριβώς με το παλιό αυτοκίνητο του Α, να περνά έξω από τη μάνδρα του οδηγούμενο από γυναίκα, χωρίς να είναι βέβαιος ποια ήταν, με κατεύθυνση από ... προς ..., δηλαδή από το δρόμο που οδηγεί στο ποιμνιοστάσιο του θανόντος. Το μοναδικό ωστόσο όμοιο με το προαναφερθέν αυτοκίνητο της περιοχής με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιοκτησίας του Η δεν μετακινήθηκε την εν λόγω ημέρα από τον κλειστό χώρο όπου φυλάσσεται, ενώ η σύζυγος του το οδηγεί πολύ σπάνιο και πάντα έχοντας ως συνοδηγό τον ίδιο (βλ. από 10-3-2004 κατάθεση του Η), ενώ από το με αρ. πρωτ. .../58087/5-1/24-3-2004 έγγραφο του Α.Τ. Καστελλίου συνάγεται ότι δεν υπάρχει άλλο όμοιο αυτοκίνητο με το παλαιό αυτοκίνητο του θανόντος στην εν λόγω περιφέρεια που να οδηγείται από γυναίκα. Το ανωτέρω γεγονός ο μάρτυρας Ζ το επιβεβαίωσε και στους αδελφούς του θύματος Θ και Ι (βλ. ανακριτικές καταθέσεις αυτών). Εξ άλλου, ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι κατά τον ως άνω χρόνο ήταν στην οικία της αποδυναμώνεται από 9-2-2004 ένορκη κατάθεση της θυγατέρας της Δ, η οποία κατέθεσε ότι σε συζήτηση που είχε με την αδερφή της Κ για την ημέρα του φόνου, η τελευταία της είπε ότι ετοιμάστηκε κατά τις τέσσερις να πάει φροντιστήριο και πριν φύγει φώναξε στη μητέρα της χωρίς όμως να πάρει απάντηση και έπειτα έγραψε σημείωμα το οποίο άφησε στο σπίτι (προφανώς για ενημέρωση της μητέρας της), ότι θα πήγαινε φροντιστήριο. Η ίδια κατηγορούμενη, όπως συνομολογεί, μετέβη με την ανήλικη (γεννηθείσα την 16-11-1993) θυγατέρα της Ε με το με αρ. κυκλοφορίας ... παλαιό αυτοκίνητο του συζύγου της στον τόπο τελέσεως του εγκλήματος, λίγο χρόνο μετά την διάπραξη αυτού. Η επικαλούμενη από την ανωτέρω ως αιτία της μεταβάσεως της στον ως άνω τόπο, ότι δηλαδή ανησύχησε για την κατάσταση της υγείας του συζύγου της, καθ' όσον το πρωί είχε εξεταστεί στο τοπικό Κέντρο Υγείας και τις απογευματινές ώρες δεν απαντούσε στις επανειλημμένες κλήσεις της στο κινητό του τηλέφωνο, δεν είναι πειστική, εν όψει όσων εκτέθηκαν για τις σχέσεις της με τον σύζυγό της το τελευταίο χρονικό διάστημα, αλλά και της φύσεως της ασθένειας (ιγμορίτιδα) που είχε διαγνωστεί για τον σύζυγο της. Εξ άλλου, ο βοσκός Λ, τον οποίο απασχολούσε ο θανών, στην από 30-6-2004 ανακριτική κατάθεσή του ανέφερε ότι η κατηγορούμενη επικοινώνησε μαζί του και αφού τον ρώτησε που βρισκόταν ο ίδιος, δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει πού βρισκόταν ο σύζυγος της. παρά έκλεισε, βιαστικά το τηλέφωνο. Επισημαίνεται ότι, ενώ η κατηγορούμενη είχε λάβει γνώση της θανατώσεως του συζύγου της με πυροβόλο όπλο, δεν ειδοποίησε τις αρμόδιες αρχές, αλλά μετέβη στην οικία της Β, η οποία, όπως προαναφέρθηκε είχε αντιληφθεί την κίνηση άγνωστου άνδρα, πιθανόν του δράστη, λίγο χρόνο μετά την ρίψη των δύο πυροβολισμών. Σύμφωνα με όσα υποστήριξε ο αδελφός του θύματος Θ, η μετάβαση της κατηγορουμένης στην ανωτέρω οικία έγινε επειδή η κατηγορουμένη είχε πληροφορηθεί από τον δράστη ότι τον είχε δει η Β και θέλησε να μάθει αν τον είχε αναγνωρίσει. Σημειώνεται επίσης ότι η ανωτέρω κατηγορουμένη αρχικά άφηνε να εννοηθεί ότι ο θάνατος του συζύγου της οφείλετο σε πιθανή αυτοκτονία του, λόγω της κακής ψυχολογικής του καταστάσεως συνεπεία της καταστάσεως στην οποία είχαν περιέλθει οι σχέσεις τους. Από οικείους του θανόντος και της κατηγορουμένης παρατηρήθηκε ότι αυτή δεν έδειξε καθόλου να λυπάται για την απώλεια του συζύγου της, ενώ την πρώτη βραδιά μετά τη δολοφονία συμπεριφερόταν νευρικά κι ακατανόητα με σπασμωδικές αντιδράσεις, χτυπούσε πόρτες, ενώ έσπασε ακόμη και το τζάμι της μπαλκονόπορτας της οικίας της. Επιπλέον είχε απομονωθεί και συζητούσε συνεχώς στο υπνοδωμάτιο της με τον ξάδερφο της Μ, τον εκκαλούντα-δεύτερο κατηγορούμενο, τον Ν και τη μητέρα της, η οποία μάλιστα κάποια στιγμή της είπε επί λέξει "πήγαινε μωρή όξω να κλαις και να τραβάς τα μαλλιά σου, γιατί θα σε θεωρήσουνε ύποπτη". Η ίδια δικαιολόγησε τις κατ' ιδίαν συζητήσεις της με τα παραπάνω πρόσωπα λέγοντας ότι ήταν ανάγκη να συζητηθούν ορισμένα ζητήματα λόγω της ερωτικής της σχέσης με το δεύτερο κατηγορούμενο, χωρίς να δικαιολογήσει επαρκώς για ποιο λόγο δεν έπρεπε να ακούσει κανείς άλλος τι έλεγαν. Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών αυτών η σύζυγος του Ν εμπόδιζε την είσοδο στο δωμάτιο των λοιπών παρευρισκομένων στην οικία, ακόμη και των ίδιων των τέκνων του θανόντος. Σημειώνεται τέλος ότι, όταν η κατηγορούμενη επέστρεψε στην οικία της το πρώτον, με τη συνοδεία αστυνομικού και της ζητήθηκε να παραδώσει το κινητό της τηλέφωνο της για να χρησιμοποιηθεί ως πειστήριο στο πλαίσιο της προανακρίσεως, εμφανίσθηκε απρόθυμη να το παραδώσει, ισχυριζόμενη ότι δε θυμόταν που το είχε βάλει ή ότι έχει χαλάσει. Τη στάση της αυτή επιβεβαίωσε η ίδια ως άνω θυγατέρα της Δ, η οποία επιπλέον κατέθεσε ότι, σύμφωνα με όσα της είπε ο σύζυγος της Ξ, η μητέρα της όσο την περίμενε ο αστυνομικός που τη συνόδευε, πέταξε την κάρτα SIM του τηλεφώνου της στην τουαλέτα, ενώ όταν επέστρεψε αργά το βράδυ από την αστυνομία ήταν τρομαγμένη μήπως συλλαμβανόταν ο εκκαλών-δεύτερος κατηγορούμενος (βλ. από 26-2004 κατάθεση της ανωτέρω μάρτυρος). Τα ανωτέρω συμβάντα κατά τον κρίσιμο χρόνο του θανάτο του Α και μετά από αυτόν, αναφέρονται μεν κατ"αρχήν στην πρώτη κατηγορουμένη, η οποία δεν άσκησε έφεση κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος και δήλωσε ότι παραιτείται από το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων κατ' αυτού (σχετ. η από 25-7-2007 έκθεση του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ηρακλείου), εκτέθηκαν όμως για να καταδειχθούν τα αίτια του εγκλήματος, ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι είχαν λόγους να διαπραχθεί τούτο και ότι η χρονική σύμπτωση της θανατώσεως του Α με την κορύφωση της ερωτικής σχέσεως των κατηγορουμένων και την αντίστοιχη επιδείνωση της σχέσεως της πρώτης με τον θανόντα, δεν ήταν τυχαία. Πέραν δε των ήδη εκτεθέντων, οι σε βάρος και του δευτέρου κατηγορουμένου (εκκαλούντος) σοβαρές ενδείξεις ενοχής υποστηρίζονται και από τα ακόλουθα δεδομένα: Η ένταση του ερωτικού πάθους των κατηγορουμένων, η απόφαση τους να συμβιώσουν στο μέλλον και η μεταξύ τους επικοινωνία δεκάδες φορές κάθε ημέρα, ενισχύουν την άποψη ότι η κορυφαίας σημασίας και για τους ίδιους απόφαση θανατώσεως του Α δεν μπορεί να είχε ληφθεί μόνο από την πρώτη κατηγορουμένη, εν αγνοία του εκκαλούντος, αλλά είχε συζητηθεί μεταξύ τους και είχε ληφθεί από κοινού. Εξ άλλου το κρίσιμο χρονικό διάστημα που διαπράχθηκε το έγκλημα υπήρχε συνεχής τηλεφωνική επικοινωνία δια των κινητών τους τηλεφώνων μεταξύ των κατηγορουμένων. Ειδικότερα, από τα στοιχεία που προέκυψαν μετά την άρση του απορρήτου των τηλεφωνημάτων, συνάγεται ότι η πρώτη τηλεφώνησε στον εκκαλούντα την 14.44.39 ώρα της 4-11-2003 και ακολούθως ο τελευταίος, από το ... όπου βρισκόταν και μέσω του σταθμού βάσεως ... (...) της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας COSΜΟΤΕ, πραγματοποίησε τέσσερις κλήσεις από το "κινητό του τηλέφωνο στο κινητό της πρώτης κατηγορουμένης κατά τις ώρες 14:45:10. 14:58:42. 15:08:54 και 15:34:31 με τρεις ολιγόλεπτες διακοπές και συνομίλησε μαζί της σχεδόν μιάμιση ώρα συνολικά. Το γεγονός αυτό συνδυαζόμενο με την πρώτη μετάβαση της κατηγορουμένης στον τόπο του εγκλήματος (την οποία αυτή αρνείται), ενισχύει την κρίση ότι το περιεχόμενο των συγκεκριμένων τηλεφωνημάτων είχε σχέση με την υλοποίηση του σχεδιασμού τους για την θανάτωση του Α. Ο δε ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι για τον θάνατο του ανωτέρω ενημερώθηκε το πρώτο από τον Μ περί ώρα 18.30-18.45 της 4-11-2003, είναι αβάσιμος, αφού σε κάθε περίπτωση ήταν λογικό να ενημερωθεί και μάλιστα από τους πρώτους, από την συγκατηγορουμενη του ενόψει της προαναφερθείσας σχέσεως τους. Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα, έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσείοντος- κατηγορούμενου και απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή του, που άσκησε κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφερείας του Εφετείου Κρήτης, προκειμένου να δικαστεί, ως υπαίτιος της ηθικής αυτουργίας, από κοινού, σε ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, για το οποίο αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφερείας του Εφετείου Κρήτης, επίσης δε, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 46 και 299 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις.
Συνεπώς, η αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (άρθρο 484 παρ.1 δ του Κ.Π.Δ), είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Ειδικότερα, εκτίθεται στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με πληρότητα και σαφήνεια, και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, ότι το Συμβούλιο Εφετών, εκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, και δεν είναι αναγκαία η αναφορά για κάθε περιστατικό που δέχεται, του αποδεικτικού μέσου από το οποίο προκύπτει, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους και με πληρότητα αναφέρεται στο βούλευμα, ότι ο αναιρεσείων προκάλεσε στον άγνωστο δράστη, την απόφαση να τελέσει την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, με συνεχείς παραινέσεις και προτροπές, που έγιναν με πειθώ και φορτικότητα, χωρίς να είναι αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση η συνδρομή και άλλων στοιχείων για τη θεμελίωση της ηθικής αυτουργίας.
Ειδικότερα, αιτιολογείται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, α) ότι ο αναιρεσείων, έγγαμος και πατέρας ενός ανηλίκου τέκνου, που τελούσε σε διάσταση με τη σύζυγό του, είχε συνάψει σχέση πνευματικής συγγένειας με τον θανατωθέντα. Παρόλα αυτά, ο αναιρεσείων, είχε συνάψει με την κατά δέκα έτη μεγαλύτερή από αυτόν, σύζυγο του θανατωθέντος Α, και συγκατηγορούμενή του, εξωσυζυγική σχέση, η οποία είχε καταστεί πλέον εμφανής όχι μόνο, στη μικρή κοινωνία που διαβιούσαν, αλλά και στον ίδιο το σύζυγό της, ακόμη δε και στην ανήλικη θυγατέρα τους. Εξαιτίας δε αυτής της σχέσης, είχαν διαταραχθεί σε σοβαρό βαθμό οι σχέσεις του ζεύγους. Η σχέση τους αυτή, αποτέλεσε και το ισχυρότερο κίνητρο, για την αφαίρεση της ζωής του Α, που, παρά την αρχική άρνησή τους, παραδέχθηκαν στη συνέχεια τη σχέση τους αυτή, β) προς ενίσχυση δε της συμμετοχικής του δράσης, αιτιολογείται κατά το προσβαλλόμενο βούλευμα, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, που συγκεντρώθηκε, η παραδοχή, κατά την οποία, μετά την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου, καταγράφηκε η ανταλλαγή μεταξύ τους 65 τηλεφωνημάτων και μηνυμάτων, από τα κινητά τους τηλέφωνα, γ) αιτιολογείται, επίσης, η παραδοχή κατά την οποία, την προηγούμενη ημέρα της θανατώσεώς του, είχε συμφωνηθεί μεταξύ του αναιρεσείοντος και της συγκατηγορούμενής του, η απομάκρυνση της τελευταίας από τη συζυγική οικία και η κοινή συμβίωσή τους σε άλλο χώρο, η οποία έτσι ή αλλιώς είχε διαταραχθεί, λόγω της εξωσυζυγικής σχέσεώς της, δ) ακόμη, αιτιολογείται η παραδοχή, κατά την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και της ερωμένης του, στο χρονικό διάστημα μεταξύ 25-10-2003 και 4-11-2003, η θανάτωση του συζύγου της τελευταίας, ενόψει του ότι ο σύζυγός της, αντιδρούσε έντονα στη λύση του γάμου τους με διαζύγιο, όπως επίσης αιτιολογείται η από μέρους του αναιρεσείοντος, με πειθώ, παραινέσεις και φορτικότητα, πρόκληση της απόφασης στον άγνωστο δράστη, να αφαιρέσει τη ζωή του Α, η παρουσία του οποίου αναμφισβήτητα, αποτελούσε το μοναδικό εμπόδιο, στην ανάπτυξη και διατήρηση της ερωτική τους σχέση. Δεν στερείται, επίσης, σημασίας, τουναντίον ενισχύεται η κρίση του συμβουλίου Εφετών, και από το γεγονός, που δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, σύμφωνα με το οποίο, μεταξύ της ώρας 14.44 της 4-11-2003 (ημέρα θανατώσεως του Α και 15.34 της ίδιας ημέρας πραγματοποιήθηκαν 4 τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, μεταξύ του αναιρεσείοντος και της συζύγου του Α, συνολικής διάρκειας πλέον της μιας ώρας, γεγονός, το οποίο καταδηλοί, ότι συνέχονται τα περιστατικά αυτά, με την υλοποίηση του κοινού τους σχεδίου, αυτού δηλαδή της θανατώσεώς του, όπως επίσης, αιτιολογείται η μετάβαση της συγκατηγορούμενής του, στο ποιμνιοστάσιο του συζύγου της κατά την κρίσιμη ημέρα και ώρα, πράγμα που έγινε αντιληπτό. Τέλος, αιτιολογείται η παραδοχή, κατά την οποία ο αναιρεσείων τελούσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, αφού είχε προηγουμένως σταθμίσει και υπολογίσει τα αίτια που τον ώθησαν και τα οποία δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός, που αυτός επικαλείται, ότι κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος αυτού, ο ίδιος βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση, από τον τόπο του εγκλήματος. Ενόψει αυτών, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθώς και η αίτησή στο σύνολό της. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η, επί της ουσίας, αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476παρ.1 και 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, με αριθμό 3/7-2-2008, αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμό 19/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης και
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία από πρόθεση. Στοιχεία του αδικήματος. Αναίρεση του βουλεύματος που παραπέμπει τον κατηγορούμενο για ηθική αυτουργία με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος. Επάρκεια αιτιολογίας. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Ηθική αυτουργία, Ανθρωποκτονία από πρόθεση.
| 0
|
Αριθμός 1611/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ορισθέντα με τη με αριθμό 57/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σαραντινού), Βασίλειο Λυκούδη και Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, περί αναιρέσεως του με αριθμό 1775/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Οκτωβρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1937/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 175/10.4.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ, την υπ'αριθμ. 234/29-10-2007 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 1775/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: 1. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αριθμ. 2331/2005 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ1, καθώς και τους μη ασκήσαντες αναίρεση Χ2 και Χ3, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι: α) Η αναιρεσείουσα Χ1, της πράξεως της πλαστογραφίας με την μορφή της νοθεύσεως, με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους δια βλάβης τρίτου, από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα, το δε συνολικό επιδιωχθέν όφελος υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ, β) ο Χ2, της ηθικής αυτουργίας στην εν λόγω πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας και γ) Η Χ3, της άμεσης συνέργειας στην ανωτέρω πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας. Κατά του παραπάνω βουλεύματος άσκησαν εφέσεις η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, καθώς και η Χ3. Οι εφέσεις αυτές απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες με το υπ'αριθμ. 1775/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του εν λόγω εφετειακού βουλεύματος στρέφεται πλέον η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη Χ1 με την κρινόμενη αίτησή της, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα κατηγορουμένη με θυροκόλληση την 10-10-2007, επειδή συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 155 Κ.Π.Δ. Στη συνέχεια επιδόθηκε την 19-10-2007 και στον διορισθέντα αντίκλητό της δικηγόρο Αθηνών Ανδρέα Μαρκόπουλο, η δε αίτηση ασκήθηκε την 29-10-2007, ημέρα Δευτέρα, ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον η υπ'αριθμ. 234/29-10-2007 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και περαιτέρω να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ. όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και, περαιτέρω, σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, αδιαφόρου όντος αν ο σκοπός επιτεύχθηκε (ΑΠ 1230/2007, ΑΠ 649/2007). Ειδικά νόθευση του εγγράφου αποτελεί η αλλοίωση της έννοιάς του με μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή αντικατάσταση λέξεων, αριθμών ή άλλων στοιχείων του. Υπό την μορφή αυτή της νοθεύσεως η πλαστογραφία διαπράττεται και από τον ίδιο τον εκδότη του γνήσιου εγγράφου, όταν αυτός μεταβάλει το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα, σε χρόνο κατά τον οποίο το έγγραφο έλαβε, σύμφωνα με τον προορισμό του, θέση σε κάποια έννομη σχέση ή άλλος απέκτησε δικαίωμα στη διατήρηση του αρχικού του κειμένου, υπό την προϋπόθεση όμως πάντοτε ότι η νόθευση του εγγράφου έγινε με σκοπό την παραπλάνηση άλλου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες (ΑΠ 156/2007, ΑΠ 722/1996). Η πλαστογραφία, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου 216 Π.Κ., όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7 α' Ν.2408/1996 και, στη συνέχεια, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2 Ν.2721/1999, προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, εάν, ως άμεσο αποτέλεσμα της πράξεώς του, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτο ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ ή διαπράττει πλαστογραφίες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ, έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τελικώς ο σκοπός του οφέλους ή της βλάβης του τρίτου. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ' Π.Κ., που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 Ν.2408/1996, κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και στην περίπτωση διαπράξεως του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, δεν είναι δε απαραίτητο να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη. Επίσης κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος (ΑΠ 970/2007, ΑΠ 937/2007, ΑΠ 1074/2006). 3. To παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη και τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 544/2005, ΑΠ 114/2004). β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. 'Ετσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006, ΑΠ 345/2006). Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή η συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 1071/2005, ΑΠ 1364/2006). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτην διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 1074/2006). 4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε με δικές του αποκλειστικά σκέψεις, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος (έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων, απολογίες και απολογητικά υπομνήματα των κατηγορουμένων), προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η μηνύτρια εταιρεία με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΙ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΙ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ -ΗΣΑΠ ΑΕ" Δημόσια Επιχείρηση Κοινής Ωφέλειας, εκμεταλλεύεται τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο Πειραιά-Αθήνα-Κηφισιά και ορισμένες λεωφορειακές γραμμές (πράσινα λεωφορεία). Για την εκτέλεση των έργων της μηνύτριας που συνδέονται με το έδαφος, εφαρμόζεται ο Ν. 1418/1984 και τα προς εφαρμογή αυτού Προεδρικά Διατάγματα, διότι η μηνύτρια υπάγεται στα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ.1 του Ν. 2190/1994. Για τη διενέργεια των διαγωνισμών ανάδειξης μειοδότη και για την ανάθεση σ' αυτόν της εκτέλεσης των διενεργουμένων κάθε χρόνο από τη μηνύτρια δημοσίων έργων, η Διοίκηση της διορίζει στην αρχή κάθε έτους Τριμελή Επιτροπή από υπαλλήλους της. Για το έτος 1999 ο Διευθύνων Σύμβουλος της μηνύτριας εταιρείας με την υπ' αριθμ. .... απόφαση του συγκρότησε την Επιτροπή Διενέργειας του Διαγωνισμού και την Επιτροπή Εισήγησης για Ανάθεση, στους, υπαλλήλους της: 1) Γ1, 2) Γ2 και 3) Χ3 (εκκαλούσα-κατηγορουμένη). Στις 14.7.1999 η μηνύτρια διενήργησε με την ως άνω Τριμελή Επιτροπή τον διαγωνισμό με αριθμό 870/1999, προϋπολογισμού 37.000.000 δραχμών, για την ανάδειξη αναδόχου για το έργο "Επέκταση των λάκκων στο χώρο της νέας συντήρησης στον Πειραιά". Στο διαγωνισμό αυτό αναδείχθηκε μειοδότης ο κατηγορούμενος, Χ2 (μη ασκήσας έφεση), εργολήπτης δημοσίων έργων και σύζυγος της εκκαλούσας-κατηγορουμένης Χ1 εναντίον του οποίου όμως υποβλήθηκε ένσταση από τον συμμετέχοντα στο διαγωνισμό, Γ3, ο οποίος με την από 27.7.1999 ένσταση του, κατήγγειλε, μεταξύ άλλων ότι "υπάρχουν τόσο στο τιμολόγιο προσφοράς του (αναδειχθέντος μειοδότη), όσο και στον προϋπολογισμό δύο διορθώσεις και συγκεκριμένα στο άρθρο 12 η τιμή από 35.248 δρχ. έχει σβηστεί το τριάντα και έγινε 25.248 δρχ. και στο άρθρο 16 η τιμή από 27.446 δρχ. έγινε 24.446 δρχ." Η ένσταση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν από την Επιτροπή και το έργο ανατέθηκε σε άλλον εργολάβο ο οποίος αναδείχθηκε μειοδότης, ακυρώνοντας την προσφορά του κατηγορουμένου, Χ2. Στις 25.8.1999 διενεργήθηκε από την ίδια Επιτροπή ο διαγωνισμός με αριθμό ..... για την ανάδειξη αναδόχου για το έργο "ΑΤΤΙΚΗ - Χώρος παραμονής ηλεκτροδηγών" προϋπολογισμού 90.000.000 δραχμών. Στο διαγωνισμό αυτό συμμετείχαν 38 εργολάβοι (άτομα ή εταιρείες), μεταξύ των οποίων και η Κοινοπραξία "............", στην οποία μετείχε ο κατηγορούμενος Χ2. Επειδή όμως είχε προηγηθεί και αποδειχθεί βάσιμη η πιο πάνω ένσταση, ο Διευθύνων Σύμβουλος της μηνύτριας εταιρείας έδωσε εντολή στον Προϊστάμενο του Τμήματος Προμηθειών, Δ1 να ελέγξει την προσφορά της ως άνω Κοινοπραξίας. Πράγματι, την επόμενη ημέρα της διενέργειας του διαγωνισμού, δηλαδή στις 26.8.1999 και περί ώρα 07.00 ο Δ1 διαπίστωσε ότι στην προσφορά αυτή υπήρχαν κενά στο κείμενο της και ασυμφωνίες αριθμητικώς και ολογράφως σε διάφορα σημεία και φωτοτύπησε αυτή για να μπορεί να εντοπιστεί τυχόν επέμβαση στο πρωτότυπο. Την 1.9.1999, έγινε επανέλεγχος της εν λόγω προσφοράς στο πρωτότυπο και στη φωτοτυπία που είχε εξαχθεί, όπου και διαπιστώθηκε ότι είχαν γίνει διορθώσεις σε τριάντα (30) περίπου σημεία της προσφοράς αυτής που αναλυτικά αναφέρονται στο κατηγορητήριο και ότι κάποιος από την Υπηρεσία είχε δώσει τη δυνατότητα στον συντάξαντα την προσφορά να την διορθώσει. Σύμφωνα δε με τις καταθέσεις των μαρτύρων που δόθηκαν στα πλαίσια της διεξαχθείσας έρευνας, τις προαναφερόμενες διορθώσεις -επεμβάσεις έκανε η εκκαλούσα - κατηγορουμένη, Χ1. Ζήτημα όμως ανέκυψε ως προς τον εντοπισμό του προσώπου (συνεργού), που, από πλευράς της μηνύτριας εταιρείας, βοήθησε στη διόρθωση της πιο πάνω προσφοράς, αφού προηγουμένως αποκλείστηκαν από τον κύκλο των υπόπτων οι υπάλληλοι οι οποίοι εκείνο το χρονικό διάστημα είχαν κανονική άδεια και απουσίαζαν από την Υπηρεσία, καθώς και ο υπάλληλος Γ4, ο οποίος συνεργάστηκε με τον ελεγκτή, Δ1 κατά την έρευνα αυτή και ήταν εκείνος που είχε συμπράξει στη φωτοτύπηση του πρωτοτύπου της προσφοράς. Σύμφωνα δε με τον ελεγκτή, Δ1, το πρόσωπο που συνεργάστηκε με την εκκαλούσα-κατηγορουμένη, Χ1 η οποία σημειωτέον ομολόγησε ότι με το δικό της γραφικό χαρακτήρα είχαν γραφεί η προσφορά και οι διορθώσεις (βλ. από 17.10.1999 και 20.10.2000 ανακριτικές καταθέσεις αυτού) πρέπει να γνώριζε καλά τη διαδικασία ανάληψης των δημοσίων έργων και πρέπει να ήταν, είτε κάποιος από την Τριμελή Επιτροπή Διενέργειας του Διαγωνισμού, είτε κάποιος υπάλληλος από τα γραφεία του 4ου ορόφου που είναι η Υπηρεσία Προμηθειών και η Διεύθυνση Γραμμής -Έργων. Για την περαιτέρω δε διαλεύκανση της υπόθεσης αυτής με την υπ' αριθμ. ...... απόφαση του Δ.Σ. της μηνύτριας εταιρείας συγκροτήθηκε Ειδική Επιτροπή η οποία, πλην των άλλων ενεργειών της, ανέθεσε στον ειδικό γραφολόγο Κ1, την εξέταση των κρίσιμων εγγράφων, προκειμένου να αποφανθεί αν έγιναν επεμβάσεις στην εν λόγω προσφορά και σε καταφατική περίπτωση, από ποιόν έγιναν αυτές. Ο πιο πάνω γραφολόγος πιστοποίησε αναλυτικά τις επίμαχες προσθήκες - αλλοιώσεις - αποσβέσεις στην προσφορά της Κοινοπραξίας "........" εξειδίκευσε δε αυτές στα από 7.9.1999 και 13.9.1999 ενημερωτικά σημειώματα του προς τη μηνύτρια εταιρεία, καθώς και στο συμπέρασμα της από ..... έκθεσης γραφολογικής γνωμοδότησης αυτού. Σύμφωνα με τα παραπάνω έγγραφα οι αλλοιώσεις επεμβάσεις συνίστανται στα εξής: α) Σε δύο σελίδες του προϋπολογισμού της προσφοράς και στις στήλες "τιμή μονάδος", "μερική", "ολική" και "ηλεκτρολογικά" οι αρχικές συμπληρώσεις στο πρωτότυπο της προσφοράς, συγκρινόμενες με τις αντίστοιχες συμπληρώσεις στη φωτοτυπία της, διαπιστώνεται ότι έχουν υποστεί αλλοιώσεις με δώδεκα (12) προσθήκες νέων αριθμών, επτά (7) αλλοιώσεις και μία (1) απόσβεση υπαρχόντων αριθμών και β) Σε επτά σελίδες του τιμολογίου της προσφοράς έχουν γίνει αλλοιώσεις αρχικών ενδείξεων με προσθήκες στα τιμολόγια με αριθμό 19, 24, 31, 40, 41, 42, 48, 49, 51 και 52, ενώ είχε γίνει και αλλοίωση του αριθμού του ποσού στο άρθρο 1 των ηλεκτρομαγνητικών" όπως ειδικότερα αναφέρεται και στο κατηγορητήριο. Επίσης, σύμφωνα με το συμπέρασμα της ως άνω γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης η χάραξη των εν λόγω προσθηκών -αλλοιώσεων έχει γίνει από το ίδιο πρόσωπο που έγραψε τις αρχικές συμπληρώσεις στη προσφορά αυτή, ενώ οι χειρόγραφες συμπληρώσεις της με αριθμό 34 προσφοράς της Κοινοπραξίας "......" έχουν χαραχθεί από το ίδιο πρόσωπο, το οποίο έγραψε και τις χειρόγραφες συμπληρώσεις στις προσφορές τριών ακόμη εταιρειών που υπέβαλαν προσφορές στη διακήρυξη ... ήτοι: 1) της προσφοράς με αριθμό 29 της εταιρείας "ΓΕΝΕΣΙΣ Α.Ε." 2) της προσφοράς με αριθμό 37 της Κοινοπραξίας "......." και 3) της προσφοράς με αριθμό 38 της Κοινοπραξίας "........". Οι χειρόγραφες συμπληρώσεις στις παραπάνω προσφορές (με αριθμούς, 34, 29, 37, 38) έχουν χαραχθεί με στυλογράφο σφαιριδίου ειδικής μελάνης η οποία έχει τη δυνατότητα απόσβεσης με χρήση κοινού σβηστήρα. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι τη νόθευση της επίμαχης προσφοράς της Κοινοπραξίας "..........'' πραγματοποίησε η εκκαλούσα- κατηγορουμένη Χ1, με σκοπό το περιουσιακό όφελος του συγκατηγορουμένου και συζύγου της Χ2 (να αναδειχθεί μειοδότης) με αντίστοιχη ζημία της μηνύτριας εταιρείας. Βεβαίως, η προαναφερθείσα Επιτροπή που διενήργησε για λογαριασμό της μηνύτριας εταιρείας την έρευνα για την υπόθεση αυτή, στο από .... πόρισμα της, δεν κατόρθωσε να εντοπίσει ποιος ή ποιοι υπάλληλοι της, συνεργάστηκαν με την εκκαλούσα - κατηγορουμένη Χ1 (αυτουργό) προκειμένου να γίνουν οι αλλοιώσεις αυτές (νόθευση της προσφοράς). 'Ομως, από το υλικό που συγκέντρωσε η πιο πάνω Επιτροπή προκύπτουν τα εξής αξιολογητέα προς την κατεύθυνση αυτή στοιχεία: Ενώ στις 30 και 31 Αυγούστου 1999 η εκκαλούσα -κατηγορουμένη, Χ3, άνοιξε την ντουλάπα όπου φυλάσσονταν οι προσφορές, προκειμένου να τις επεξεργαστεί, ερωτηθείσα τηλεφωνικά την επόμενη ημέρα (1.9.1999) λόγω της απουσίας της από την Υπηρεσία από τον ελεγκτή, Δ1 περί του "αν κοίταξαν τις προσφορές", απάντησε αρνητικά. Μετά την ως άνω αρνητική απάντηση, ο αυτός ελεγκτής, όταν πήγε να ανοίξει την ντουλάπα όπου φυλάσσονταν οι προσφορές, παρατήρησε ότι αυτή (ντουλάπα) ήταν σε άλλη θέση τοποθετημένη και το σπουδαιότερο διαπίστωσε ότι στο γραφείο της εκκαλούσας- κατηγορουμένης, Χ3, υπήρχαν κάποιες από τις προσφορές, πράγμα που αποδεικνύει ότι η εν λόγω υπάλληλος είχε επεξεργαστεί, αν όχι όλες, μερικές από τις προσφορές αυτές, γεγονός που απέκρυψε από τον ως άνω ελεγκτή (βλ. σελίδα 3 πρακτικού Επιτροπής της υπ' αριθμ. .... απόφασης). Επίσης, η ως άνω εκκαλούσα - κατηγορουμένη εξετάστηκε από την Επιτροπή σχετικά με το θέμα αυτό και σε σχετική ερώτηση μέλους της Επιτροπής περί του "αν έκανε έλεγχο των προσφορών όταν τις παρέλαβε" απάντησε ότι έκανε έλεγχο μαζί με τον Πρόεδρο της Επιτροπής Γ1 και ότι εντόπισαν κατά τον έλεγχο κάποια κενά στην προσφορά του Χ2 (βλ. σελίδες 19 και 20 του ως άνω πρακτικού). 'Ομως ο Γ1, σε αντίθεση με τα παραπάνω και ουσιαστικά διαψεύδοντας αυτά, εξεταζόμενος από την αυτή ως άνω Επιτροπή, κατέθεσε ότι ο ίδιος ουδέποτε έκανε έλεγχο των προσφορών, αλλά ότι "Το μεσημέρι της Παρασκευής, 27.8.1999, η Χ3 μου είπε ότι ρίχνοντας μία πρώτη ματιά στις προσφορές, βρήκε μερικές διορθώσεις, σβησίματα κλπ, τα οποία θα τα ερευνήσει η Επιτροπή του Διαγωνισμού αργότερα και μάλιστα ότι σε κάποια από τις προσφορές δεν είχε γραφεί ολογράφως το ποσό..." (βλ. σελίδα 15 του αυτού ως άνω πρακτικού). Πέραν των ως άνω αναφερομένων αντιφάσεων, πρέπει εδώ να σημειωθεί ως κρίσιμο στοιχείο το γεγονός ότι η εκκαλούσα -κατηγορουμένη Χ3, ενώ ήταν σε κανονική άδεια από 26.7.1999 μέχρι 8.8.1999, διέκοψε την άδεια της στις 29 και 30 Ιουλίου 1999, προκειμένου να λάβει μέρος στην Επιτροπή Διενέργειας Διαγωνισμού, αν και υπήρχε αναπληρωματικό μέλος της και δη ο Γ5, Τμηματάρχης Α' της ΗΣΑΠ Α.Ε. (βλ. σελίδες 9 και 20 του πρακτικού της ως άνω Επιτροπής), γεγονός που σαφώς εκφεύγει της τηρούμενης στις περιπτώσεις αυτές υπηρεσιακής πρακτικής. Άλλωστε, νόμιμη άδεια τακτικού μέλους της Επιτροπής Διαγωνισμού, σημαίνει νόμιμο λόγο απουσίας αυτού από την Υπηρεσία του και κατ' επέκταση νόμιμο λόγο αναπλήρωσης αυτού στα καθήκοντα του ως μέλους της Επιτροπής από τον αναπληρωτή του, ο οποίος για το λόγο αυτό ορίζεται από την αρχή μαζί με τα τακτικά μέλη της Επιτροπής. Το γεγονός αυτό (διακοπή άδειας της εκκαλούσας κατηγορουμένης Χ3), αποτέλεσε αντικείμενο ιδιαίτερης απασχόλησης και της Επιτροπής της υπ' αριθμ. ... απόφασης της μηνύτριας ΗΣΑΠ ΑΕ, γεγονός το οποίο δεν θα συνέβαινε, όπως είναι φυσικό, αν η συγκεκριμένη ενέργεια αυτής, εκινείτο μέσα στα συνήθη πλαίσια της τηρούμενης υπηρεσιακής πρακτικής (βλ. σελίδες 9 και 20 του ως άνω πρακτικού). Ο ισχυρισμός της τελευταίας ότι διέκοψε την άδεια της διότι δεν ήταν εκτός Αθηνών και επιπλέον ότι έλειπε και ο Πρόεδρος της Επιτροπής,Γ1, δεν κρίνεται πειστική, λαμβανομένου υπόψη ότι σύμφωνα με τον Πρόεδρο της Επιτροπής η εκκαλούσα-κατηγορουμένη, Χ3 ήταν "η κατ' εξοχήν αρμόδια υπάλληλος" ως προς τη διαπιστωθείσα αλλοίωση της προσφοράς, έπαιρνε δε το κλειδί της ντουλάπας των προσφορών "με πολύ μεγαλύτερη άνεση" από οποιονδήποτε τρίτον (βλ. σελίδα 19 του ως άνω πρακτικού). Τούτο παραδέχθηκε και η ίδια η Χ3, η οποία, εξεταζόμενη ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής, κατέθεσε ότι, αφού παραλαμβάνονταν οι προσφορές των συμμετεχόντων στο διαγωνισμό, συνήθως την επεξεργασία τους την έκανε η ίδια, με την ιδιότητα της υπαλλήλου της Υπηρεσίας Προμηθειών και του μέλους της Επιτροπής Αξιολόγησης (βλ. σελίδες 22 και 23 του ως άνω πρακτικού). Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο εν λόγω διαγωνισμός, συνεπεία της κατά τα άνω νόθευσης της προσφοράς της Κοινοπραξίας ".......", ακυρώθηκε με απόφαση του Δ.Σ. της μηνύτριας εταιρείας και επαναλήφθηκε στη συνέχεια, αφού αποκλείστηκε η πιο πάνω Κοινοπραξία, τελικά δε το συγκεκριμένο έργο ολοκληρώθηκε την Άνοιξη του 2000 από άλλον μειοδότη. 'Οπως δε καταθέτουν οι μάρτυρες Ζ1 και Ζ2, από τους οποίους, ο μεν πρώτος είναι νόμιμος εκπρόσωπος της μηνύτριας εταιρείας από το έτος 2002, ο δε δεύτερος υπάλληλος αυτής και πολιτικός μηχανικός, στις από 31.3.2004 καταθέσεις τους, λόγω των ως άνω αλλοιώσεων η προσφορά της Κοινοπραξίας "......." περιείχε έκπτωση 40% επί του προϋπολογισμού του έργου, ύψους 90.000.000 δρχ. (90.000.000 Χ 40%= 36.000.000 δρχ.), δηλαδή σύμφωνα με την προσφορά (αλλοιωμένη) της ως άνω Κοινοπραξίας, η δαπάνη της μηνύτριας εταιρείας για την εκτέλεση του έργου ήταν ύψους (90.000.000 - 36.000.000) 54.000.000 δρχ. και ότι η ως άνω νόθευση είχε ως άμεση και απότοκη συνέπεια την επανάληψη του διαγωνισμού και την εκτέλεση του έργου από άλλον μειοδότη, ο οποίο είχε υποβάλλει προσφορά με έκπτωση 31% επί του ίδιου προϋπολογισμού μελέτης (90.000.000 Χ 31% =27.900.000 δρχ.), σύμφωνα με την οποία η δαπάνη εκτέλεσης του συγκεκριμένου έργου για τη μηνύτρια ανήλθε στο ποσό των (90.000.000 - 27.900.000) 62.100.000 δρχ. Με την επανάληψη δηλαδή του διαγωνισμού λόγω της ως άνω νόθευσης, η μηνύτρια εταιρεία ζημιώθηκε το ποσό των (62.100.000-54.000.000) 8.100.000 δρχ. ήτοι ποσοστό 9% (διαφορά μεταξύ των δύο εκπτώσεων) επί του προϋπολογισμού του έργου. Τα ανωτέρω προκύπτουν ευθέως και από το με ημερομηνία .... έγγραφο του Προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας της μηνύτριας εταιρείας προς τον 1° Ειδικό Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αθηνών στα πλαίσια της διενεργηθείσας περαιτέρω κυρίας ανάκρισης, σύμφωνα με το οποίο, δεν προχώρησε και δεν ολοκληρώθηκε η σχετική διαγωνιστική διαδικασία, μεταξύ των υπολοίπων προσφορών, ούτε εφαρμόστηκε ο μαθηματικός τύπος "λόγω της ανακάλυψης της αλλοίωσης της προσφοράς της Κοινοπραξίας ".......". Κατά συνέπεια, είναι πρόδηλη η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πλαστογραφίας (νόθευσης) της επίμαχης προσφοράς αφενός και της ακύρωσης - επανάληψης του διαγωνισμού αφετέρου. Με δεδομένο δε το ανωτέρω ζημιογόνο για τη μηνύτρια εταιρεία αποτέλεσμα της επαναληπτικής, μετά την ακύρωση, διαγωνιστικής διαδικασίας, είναι συνακόλουθα πρόδηλη και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της νόθευσης της προσφοράς της συγκεκριμένης Κοινοπραξίας και της ζημίας που επήλθε στην περιουσία της μηνύτριας εταιρείας, ύψους 8.100.000 δρχ., (ή 23.771,93 €) τουλάχιστον, αφού όπως προαναφέρθηκε, η δαπάνη για το έργο του ακυρωθέντος διαγωνισμού βάσει των δεδομένων που ίσχυαν κατά το χρόνο διεξαγωγής του ήταν 54.000.000 δραχμές, ενώ η δαπάνη εκτέλεσης του ίδιου ακριβώς έργου του επαναληφθέντος διαγωνισμού ήταν 62.1000.000 δρχ. Το τελευταίο προκύπτει, υπό την έννοια της πραγματικής μειοδοτικής δυνατότητας πέραν της προσφοράς της Κοινοπραξίας που προέκυψε με τη διωκόμενη υπόθεση και με τα ποσοστά εκπτώσεων επί του προϋπολογισμού του έργου που θα παρείχαν οι εταιρείες των αμέσως επομένων της Κοινοπραξίας προσφορών και δη οι εταιρείες "......." και ".....". Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το προαναφερόμενο από .... έγγραφο της μηνύτριας προς τον 1° Ειδικό Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αθηνών, τα ποσοστά εκπτώσεων, υπολογιζόμενα βάσει μαθηματικών υπολογισμών, ανέρχονται σε 0,43 61617 ("......") 0,435439 ("........") ΚΑΙ ΣΕ 0,4361624 (Κοινοπραξία "......"). Συνακόλουθα με βάση το ποσοστό αυτό έκπτωσης επί του προϋπολογισμού του συγκεκριμένου έργου της πιο πάνω Κοινοπραξίας πριν από την αναφερομένη νόθευση της προσφοράς της, η δαπάνη κατασκευής ανερχόταν σε 50.745.384 δρχ. (90.000.000 Χ 0,4361624=39.254.616 η έκπτωση), ενώ η δαπάνη κατασκευής βάσει των εκπτώσεων που θα παρείχαν οι επόμενες της Κοινοπραξίας εταιρείες, είναι 50.745.447 και 50.810.490 δρχ. με αναδόχους αντίστοιχα την "....." και "......". (90.000.000 Χ 0,435439=3.918.510 δρχ η έκπτωση για την ".......". Και 90.000.000 Χ 0,4361617=39.254.553 δρχ. για την "......"). Η διαφορά δηλαδή δαπάνης μεταξύ των ακυρωθέντος και επαναληπτικού διαγωνισμού με βάση το ποσοστό έκπτωσης της Κοινοπραξίας πριν από τη νόθευση ήταν 11.354.616 (62.100.000-50.745.384) δρχ., ενώ με βάση το ποσοστό έκπτωσης που θα παρείχαν οι δύο επόμενες της Κοινοπραξίας εταιρείες που προαναφέρθηκαν, ήταν 11.354.553 και 11.289.510 δρχ. αντίστοιχα (62.100.000 - 50.745.447 = 11.354.553 για την "....." και 62.100.000- 50.810.490=11.289.510 για την "....."). Η διαφορά της δαπάνης ύψους 8.100.000 δρχ. μεταξύ των δύο διαγωνισμών υπολογίζεται με βάση το ποσοστό έκπτωσης 40% επί του προϋπολογισμού του έργου που εμφανίζει η επίμαχη προσφορά της Κοινοπραξίας "......" συνεπεία της κατά τα άνω νόθευσης σε κάθε όμως περίπτωση συνιστά το ελάχιστο ποσό της διαφοράς αυτής και αντίστοιχα την ελάχιστη ζημία της μηνύτριας εταιρείας. Τη χρηματική αυτή διαφορά στη δαπάνη κατασκευής του συγκεκριμένου έργου υποχρεώθηκε να καταβάλει η μηνύτρια εταιρεία σε βάρος της περιουσίας της και συνιστά (η διαφορά αυτή) τη ζημία, η οποία επήλθε πράγματι από την κατά τα άνω πλαστογραφία (νόθευση) με τη συνοδεύουσα αυτή συμμετοχική δράση της ηθικής αυτουργίας του κατηγορουμένου Χ2 (μη ασκήσαντος έφεση) και της άμεσης συνέργειας σ' αυτήν της εκκαλούσας κατηγορουμένης Χ3, σε βάρος της περιουσίας της μηνυτρίας συνεπεία της ακύρωσης και επανάληψης του διαγωνισμού και αντίστοιχα το επιδιωχθέν από τους κατηγορουμένους περιουσιακό όφελος. Περαιτέρω, καθόσον αφορά τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης των πράξεων, προέκυψε ότι οι εκκαλούσες κατηγορούμενες ενήργησαν όχι ευκαιριακά, αλλά βάσει οργανωμένου σχεδίου, με σκοπό πορισμού παρανόμου εισοδήματος, για την επίτευξη του οποίου είχαν δημιουργήσει την κατάλληλη και αναγκαία υποδομή (ήτοι ανάπτυξη συνεργασίας και διασύνδεσης μεταξύ τους και μάλιστα μετά την κατάθεση της προσφοράς, παράδοση της προσφοράς στην αυτουργό προκειμένου να την αλλοιώσει (νοθεύσει) και να παραπλανηθούν έτσι ως προς τη γνησιότητα της τα όργανα της μηνύτριας εταιρείας, χρησιμοποίηση ειδικού στυλογράφου με σφαιρίδιο και ειδική μελάνη (erasable ink) για τις αλλοιώσεις, η οποία (ειδική μελάνη) είχε τη δυνατότητα απόσβεσης με απλό σβηστήρα). Κατόπιν όλων των ανωτέρω εκτεθέντων πραγματικών περιστατικών και σκέψεων, προκύπτουν και κατά την κρίση του Συμβουλίου τούτου, επαρκείς ενδείξεις ενοχής των εκκαλουσών κατηγορουμένων ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος τους για τις ως άνω διωκόμενες πράξεις της πλαστογραφίας (νόθευσης) κατ' επάγγελμα με σκοπόμενο περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, όσον αφορά την εκκαλούσα κατηγορουμένη Χ1 και της άμεσης συνέργειας στην κακουργηματική αυτή πλαστογραφία όσον αφορά την εκκαλούσα κατηγορουμένη Χ3, η οποία ομοίως ενεργούσε κατ' επάγγελμα, πράξεις που φέρονται ότι τελέστηκαν απ' αυτές στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 26.8.1999 μέχρι 31.8.1999. Επομένως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το εκκαλούμενο βούλευμα του παρέπεμψε τις εκκαλούσες κατηγορούμενες στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (άρθρα 309 παρ.1ε, 313, 111 παρ.1, 119 παρ.1, 122 ΚΠΔ) για να δικαστούν για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, ορθά εκτίμησε και αξιολόγησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα προκύπτοντα από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, πραγματικά περιστατικά. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτια της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθ. 2331/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέα, τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ', 14, 26, 27 και 216 παρ. 1 και 3 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας αυτής δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην αίτηση επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας: α) Στο προσβαλλόμενο βούλευμα διαλαμβάνονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την ύπαρξη σοβαρών και επαρκών ενδείξεων ενοχής της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης για την πράξη, για την οποία κρίθηκε παραπεμπτέα, β) Είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι το σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου, αλλά και του σκεπτικού του πρωτοδίκου υπ' αριθ. 2331/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Πράγματι, όπως προκύπτει από την ανάγνωση του προσβαλλομένου βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, έκανε δικές του σκέψεις για να στηρίξει την παραπεμπτική κρίση του. Το γεγονός ότι ορισμένα σημεία του αιτιολογικού είναι ταυτόσημα με το σκεπτικό και το διατακτικό του πρωτοδίκου βουλεύματος δεν καθιστά την αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος ανεπαρκή, αφού το σκεπτικό, αλλά και το διατακτικό του πρωτοδίκου βουλεύματος είναι στην προκειμένη περίπτωση εκτεταμένο και λεπτομερές (ΑΠ 380/2006, ΑΠ 286/2006), εκτίθενται δηλαδή σ'αυτό αναλυτικά και με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, γ) Από την αναφορά στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, για να καταλήξει στην παραπεμπτική κρίση του, έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων και "τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν και είναι συνημμένα στη δικογραφία" (βλ. πρώτη σελίδα του 16ου φύλλου του προσβαλλομένου βουλεύματος), προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα που αναφέρονται στην έφεση του αναιρεσείοντα, αλλά και αυτά που μνημονεύονται στο απολογητικό του υπόμνημα και δ) Αναφορικά, τέλος, με τη συνδρομή στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ'επάγγελμα τελέσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας, το Συμβούλιο Εφετών με σαφή και πλήρη αιτιολογία στήριξε τη σχετική κρίση του, παραθέτοντας συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ενήργησε όχι ευκαιριακά, αλλά, βάσει οργανωμένου σχεδίου, με σκοπό πορισμού παρανόμου εισοδήματος, για την επίτευξη του οποίου είχε δημιουργήσει την κατάλληλη και αναγκαία υποδομή, τα περιστατικά δε αυτά, σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος, είναι η ανάπτυξη συνεργασίας και διασυνδέσεως με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους της και μάλιστα μετά την κατάθεση της προσφοράς, η παράδοση της προσφοράς στην αναιρεσείουσα, προκειμένου να την αλλοιώσει (νοθεύσει) και να παραπλανηθούν έτσι, ως προς την γνησιότητά της, τα όργανα της μηνύτριας εταιρείας, καθώς και η χρησιμοποίηση ειδικού στυλογράφου με σφαιρίδιο και ειδική μελάνη δια τις αλλοιώσεις, η οποία (ειδική μελάνη) είχε τη δυνατότητα αποσβέσεως με απλό σβηστήρα. Αξίζει τέλος να σημειωθούν και τα εξής: Σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος η κατάρτιση της ένδικης προσφοράς έγινε από την ίδια την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, η οποία στη συνέχεια προέβη και στη νόθευσή της. Το γεγονός όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η ένδικη συμπεριφορά της δεν είναι αξιόποινη. Πράγματι η προσφορά αυτή, μετά την κατάρτισή της από την αναιρεσείουσα, χρησιμοποιήθηκε κατά τον διενεργηθέντα ως άνω μειοδοτικό διαγωνισμό και προσκομίσθηκε στην οικεία επιτροπή διενέργειας του εν λόγω διαγωνισμού. Επομένως όταν εκ των υστέρων έλαβε χώρα η νόθευσή της από την αναιρεσείουσα, η προσφορά αυτή έχει ήδη λάβει, σύμφωνα με τον προορισμό της, θέση στην δημιουργηθείσα με τον διαγωνισμό έννομη σχέση, ενώ άλλοι (οι λοιποί συμμετέχοντας στον διαγωνισμό, αλλά και η μηνύτρια εταιρεία) απέκτησαν δικαίωμα στη διατήρηση του αρχικού κειμένου της προσφοράς. Για τον λόγο αυτό η αναιρεσείουσα, μολονότι ήταν η συντάκτρια της προσφοράς, έχασε πλέον το δικαίωμα να μεταβάλει το περιεχόμενό της και συνεπώς με την επακολουθήσασα νόθευσή της κατέστη ενεργητικό υποκείμενο του ανωτέρω εγκλήματος. 5. Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, που να δικαιολογεί την αναίρεση του προσβαλλομένου βουλεύματος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθμ. 234/29-10-2007 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 1775/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Β) Να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 7 Ιανουαρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθμό 234 από 29 Οκτωβρίου 2007 αίτηση αναιρέσεως, της Χ1, κατά του υπ' αριθμό 1775/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσία, οι εφέσεις, τόσο της ήδη αναιρεσείουσας, όσο και των μη διαδίκων την παρούσα δίκη, Χ2 και Χ3, κατά του υπ' αριθμό 2331/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τους παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν, η μεν αναιρεσείουσα, για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας, με σκοπό το παράνομο περιουσιακό όφελος και με ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ, ο Χ2 για την πράξη της ηθικής αυτουργίας, στην πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας, και η Χ3, για την πράξη της άμεσης συνέργειας στην πράξη της πρώτης. Η αναίρεση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, ( άρθρα 463, 473 παρ.1, 474,482 παρ.1 περ. α, και 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ), γι' αυτό πρέπει να γίνει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητά της. Από το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 216. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας, που προβλέπεται στο εδάφιο α της παρ.3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 7 περ. α του Ν. 2408/1996 και διαμορφώθηκε εκ νέου με το άρθρο 14 παρ. 2β του Ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, η πιο πάνω πράξη της πλαστογραφίας προσλαμβάνει τη μορφή κακουργήματος, εφόσον ο υπαίτιος των πιο πάνω πράξεων, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία που καθορίστηκε με άρθρο 5 του Ν. 2943/2001, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός επιτεύχθηκε ή όχι. Ο τρίτος, με βλάβη του οποίου επιδιώκεται το περιουσιακό όφελος, όσο και ο άλλος, τον οποίο σκόπευε να βλάψει ο δράστης (που μπορεί να είναι πρόσωπο φυσικό ή νομικό ή το Δημόσιο), καθώς, και η βλάβη του τρίτου, πρέπει, για την πληρότητα της αιτιολογίας τους, να μνημονεύονται ειδικώς στο παραπεμπτικό βούλευμα ή την καταδικαστική απόφαση, ή να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία σαφώς να συνάγεται τούτο. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελούμενου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία, από μόνη της, αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα 25.000.000 δραχμές. Ζημιούμενος αμέσως από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο, του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Εξ' άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 περ. στ' του Π.Κ. "κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος". Από τις εν λόγω διατάξεις, σε συνδυασμό προς αυτή του άρθρου 216 του Π.Κ., προκύπτει ότι για την "κατ' επάγγελμα" τέλεση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν είτε επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, είτε πρώτη φορά τέλεση της πράξεως, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά με διαμορφωμένη οργανωτική υποδομή για επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον, υποκειμενικά δε απαιτείται σκοπός του υπαιτίου να ποριστεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση πράξεων πλαστογραφίας. Τέλος, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι, κατ' επιλογή, μερικά εξ αυτών. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, και, μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή μεταφορά: Η μηνύτρια εταιρεία με την επωνυμία " ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΙ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΙ ΑΘΗΝΩΝ-ΠΕΙΡΑΙΩΣ- ΗΣΑΠ ΑΕ", Δημόσια Επιχείρηση Κοινής Ωφέλειας, εκμεταλλεύεται τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο Πειραιά-Αθήνα-Κηφισιά και ορισμένες λεωφορειακές γραμμές(πράσινα λεωφορεία). Για την εκτέλεση των έργων της μηνύτριας που συνδέονταιμε το έδαφος, εφαρμόζεται ο Ν.1418/1984 και τα προς εφαρμογή αυτού Προεδρικά Διατάγματα, διότι η μηνύτρια υπάγεται στα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ.1 του Ν.2190/1994. Για τη διενέργεια των διαγωνισμών ανάδειξης μειοδότη και για την ανάθεση σ' αυτόν της εκτέλεσης των διενεργουμένων κάθε χρόνο από τη μηνύτρια δημοσίων έργων, η Διοίκηση της διορίζει στην αρχή κάθε έτους Τριμελή Επιτροπή από υπαλλήλους της. Για το έτος 1999 ο Διευθύνων Σύμβουλος της μηνύτριας εταιρείας με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του συγκρότησε την Επιτροπή Διενέργειας του Διαγωνισμού και την Επιτροπή Εισήγησης για Ανάθεση, στους υπαλλήλους της:1) Γ1, 2) Γ2 και 3)Χ3 (εκκαλούσα-κατηγορουμένη). Στις14.7.1999 η μηνύτρια διενήργησε με την ως άνω ΤριμελήΕπιτροπή τον διαγωνισμό με αριθμό ....,προϋπολογισμού 37.000.000 δραχμών, για την ανάδειξηαναδόχου για το έργο "Επέκταση των λάκκων στο χώροτης νέας συντήρησης στον Πειραιά". Στο διαγωνισμόαυτό
αναδείχθηκε μειοδότης ο κατηγορούμενος, Χ2 (μη ασκήσας έφεση), εργολήπτης δημοσίων έργων και σύζυγος της εκκαλούσας-κατηγορουμένης Χ1, εναντίον του οποίου όμως υποβλήθηκε ένσταση από τον συμμετέχοντα στο διαγωνισμό, Γ3, ο οποίος με την από 27.7.1999 ένσταση του, κατήγγειλε, μεταξύ άλλων ότι "υπάρχουν τόσο στο τιμολόγιο προσφοράς του (αναδειχθέντος μειοδότη), όσο και στον προϋπολογισμό δύο διορθώσεις και συγκεκριμένα στο άρθρο 12 η τιμή από 35.248 δρχ. έχει σβηστεί το τριάντα και έγινε 25.248 δρχ. και στο άρθρο 16 η τιμή από 27.446 δρχ. έγινε 24.446 δρχ." Η ένσταση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν από την Επιτροπή και το έργο ανατέθηκε σε άλλον εργολάβο ο οποίος αναδείχθηκε μειοδότης, ακυρώνοντας την προσφορά του κατηγορουμένου, Χ2. Στις 25.8.1999 διενεργήθηκε από την ίδια Επιτροπή ο διαγωνισμός με αριθμό ... για την ανάδειξη αναδόχου για το έργο "ΑΤΤΙΚΗ - Χώρος παραμονής ηλεκτροδηγών" προϋπολογισμού 90.000.000 δραχμών. Στο διαγωνισμό αυτό συμμετείχαν 38 εργολάβοι (άτομα ή εταιρείες), μεταξύ των οποίων και η Κοινοπραξία "......", στην οποία μετείχε ο κατηγορούμενος Χ2. Επειδή όμως είχε προηγηθεί και αποδειχθεί βάσιμη η πιο πάνω ένσταση, ο Διευθύνων Σύμβουλος της μηνύτριας εταιρείας έδωσε εντολή στον Προϊστάμενο του Τμήματος Προμηθειών, Δ1 να ελέγξει την προσφορά της ως άνω Κοινοπραξίας. Πράγματι, την επόμενη ημέρα της διενέργειας του διαγωνισμού, δηλαδή στις 26.8.1999 και περί ώρα 07.00 ο Δ1 διαπίστωσε ότι στην προσφορά αυτή υπήρχαν κενά στο κείμενο της και ασυμφωνίες αριθμητικώς και ολογράφως σε διάφορα σημεία και φωτοτύπησε αυτή για να μπορεί να εντοπιστεί τυχόν επέμβαση στο πρωτότυπο. Την 1.9.1999, έγινε επανέλεγχος της εν λόγω προσφοράς στο πρωτότυπο και στη φωτοτυπία που είχε εξαχθεί, όπου και διαπιστώθηκε ότι είχαν γίνει διορθώσεις σε τριάντα (30) περίπου σημεία της προσφοράς αυτής που αναλυτικά αναφέρονται στο κατηγορητήριο και ότι κάποιος από την Υπηρεσία είχε δώσει τη δυνατότητα στον συντάξαντα την προσφορά να την διορθώσει. Σύμφωνα δε με τις καταθέσεις των μαρτύρων που δόθηκαν στα πλαίσια της διεξαχθείσας έρευνας, τις προαναφερόμενες διορθώσεις - επεμβάσεις έκανε η εκκαλούσα - κατηγορουμένη, Χ1. Ζήτημα όμως ανέκυψε ως προς τον εντοπισμό του προσώπου (συνεργού), που, από πλευράς της μηνύτριας εταιρείας, βοήθησε στη διόρθωση της πιο πάνω προσφοράς, αφού προηγουμένως αποκλείστηκαν από τον κύκλο των υπόπτων οι υπάλληλοι οι οποίοι εκείνο το χρονικό διάστημα είχαν κανονική άδεια και απουσίαζαν από την Υπηρεσία, καθώς και ο υπάλληλος Γ4, ο οποίος συνεργάστηκε με τον ελεγκτή, Δ1 κατά την έρευνα αυτή και ήταν εκείνος που είχε συμπράξει στη φωτοτύπηση του πρωτοτύπου της προσφοράς. Σύμφωνα δε με τον ελεγκτή, Δ1, το πρόσωπο που συνεργάστηκε με την εκκαλούσα-κατηγορουμένη, Χ1 η οποία σημειωτέον ομολόγησε ότι με το δικό της γραφικό χαρακτήρα είχαν γραφεί η προσφορά και οι διορθώσεις (βλ. από 17.10.1999 και 20.10.2000 ανακριτικές καταθέσεις αυτού) πρέπει να γνώριζε καλά τη διαδικασία ανάληψης των δημοσίων έργων και πρέπει να ήταν, είτε κάποιος από την Τριμελή Επιτροπή Διενέργειας του Διαγωνισμού, είτε κάποιος υπάλληλος από τα γραφεία του 4ου ορόφου που είναι η Υπηρεσία Προμηθειών και η Διεύθυνση Γραμμής -Έργων. Για την περαιτέρω δε διαλεύκανση της υπόθεσης αυτής με την υπ' αριθμ. ..... απόφαση του Δ.Σ. της μηνύτριας εταιρείας συγκροτήθηκε Ειδική Επιτροπή η οποία, πλην των άλλων ενεργειών της, ανέθεσε στον ειδικό γραφολόγο Κ1, την εξέταση των κρίσιμων εγγράφων, προκειμένου να αποφανθεί αν έγιναν επεμβάσεις στην εν λόγω προσφορά και σε καταφατική περίπτωση, από ποιόν έγιναν αυτές. Ο πιο πάνω γραφολόγος πιστοποίησε αναλυτικά τις επίμαχες προσθήκες - αλλοιώσεις - αποσβέσεις στην προσφορά της Κοινοπραξίας "......." εξειδίκευσε δε αυτές στα από 7.9.1999 και 13.9.1999 ενημερωτικά σημειώματα του προς τη μηνύτρια εταιρεία, καθώς και στο συμπέρασμα της από ..... έκθεσης γραφολογικής γνωμοδότησης αυτού. Σύμφωνα με τα παραπάνω έγγραφα οι αλλοιώσεις επεμβάσεις συνίστανται στα εξής: α) Σε δύο σελίδες του προϋπολογισμού της προσφοράς και στις στήλες "τιμή μονάδος", "μερική", "ολική" και "ηλεκτρολογικά" οι αρχικές συμπληρώσεις στο πρωτότυπο της προσφοράς, συγκρινόμενες με τις αντίστοιχες συμπληρώσεις στη φωτοτυπία της, διαπιστώνεται ότι έχουν υποστεί αλλοιώσεις με δώδεκα (12) προσθήκες νέων αριθμών, επτά (7) αλλοιώσεις και μία (1) απόσβεση υπαρχόντων αριθμών και β) Σε επτά σελίδες του τιμολογίου της προσφοράς έχουν γίνει αλλοιώσεις αρχικών ενδείξεων με προσθήκες στα τιμολόγια με αριθμό 19, 24, 31, 40, 41, 42, 48, 49, 51 και 52, ενώ είχε γίνει και αλλοίωση του αριθμού του ποσού στο άρθρο 1 των ηλεκτρομαγνητικών" όπως ειδικότερα αναφέρεται και στο κατηγορητήριο. Επίσης, σύμφωνα με το συμπέρασμα της ως άνω γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης η χάραξη των εν λόγω προσθηκών -αλλοιώσεων έχει γίνει από το ίδιο πρόσωπο που έγραψε τις αρχικές συμπληρώσεις στη προσφορά αυτή, ενώ οι χειρόγραφες συμπληρώσεις της με αριθμό 34 προσφοράς της Κοινοπραξίας "......." έχουν χαραχθεί από το ίδιο πρόσωπο, το οποίο έγραψε και τις χειρόγραφες συμπληρώσεις στις προσφορές τριών ακόμη εταιρειών που υπέβαλαν προσφορές στη διακήρυξη ... ήτοι: 1) της προσφοράς με αριθμό 29 της εταιρείας "ΓΕΝΕΣΙΣ Α.Ε." 2) της προσφοράς με αριθμό 37 της Κοινοπραξίας "......" και 3) της προσφοράς με αριθμό 38 της Κοινοπραξίας "......". Οι χειρόγραφες συμπληρώσεις στις παραπάνω προσφορές (με αριθμούς, 34, 29, 37, 38) έχουν χαραχθεί με στυλογράφο σφαιριδίου ειδικής μελάνης η οποία έχει τη δυνατότητα απόσβεσης με χρήση κοινού σβηστήρα. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι τη νόθευση της επίμαχης προσφοράς της Κοινοπραξίας "....." πραγματοποίησε η εκκαλούσα- κατηγορουμένη Χ1, με σκοπό το περιουσιακό όφελος του συγκατηγορουμένου και συζύγου της Χ2 (να αναδειχθεί μειοδότης) με αντίστοιχη ζημία της μηνύτριας εταιρείας. Βεβαίως, η προαναφερθείσα Επιτροπή που διενήργησε για λογαριασμό της μηνύτριας εταιρείας την έρευνα για την υπόθεση αυτή, στο από ..... πόρισμα της, δεν κατόρθωσε να εντοπίσει ποιος ή ποιοι υπάλληλοι της, συνεργάστηκαν με την εκκαλούσα - κατηγορουμένη Χ1 (αυτουργό) προκειμένου να γίνουν οι αλλοιώσεις αυτές (νόθευση της προσφοράς). Όμως, από το υλικό που συγκέντρωσε η πιο πάνω Επιτροπή προκύπτουν τα εξής αξιολογητέα προς την κατεύθυνση αυτή στοιχεία: Ενώ στις 30 και 31 Αυγούστου 1999 η εκκαλούσα -κατηγορουμένη, Χ3, άνοιξε την ντουλάπα όπου φυλάσσονταν οι προσφορές, προκειμένου να τις επεξεργαστεί, ερωτηθείσα τηλεφωνικά την επόμενη ημέρα (1.9.1999) λόγω της απουσίας της από την Υπηρεσία από τον ελεγκτή, Δ1 περί του "αν κοίταξαν τις προσφορές",απάντησε αρνητικά. Μετά την ως άνω αρνητικήαπάντηση, ο αυτός ελεγκτής, όταν πήγε να ανοίξει τηνντουλάπα όπου φυλάσσονταν οι προσφορές, παρατήρησεότι αυτή (ντουλάπα) ήταν σε άλλη θέση τοποθετημένη καιτο σπουδαιότερο διαπίστωσε ότι στο γραφείο τηςεκκαλούσας- κατηγορουμένης, Χ3,υπήρχαν κάποιες από τις προσφορές, πράγμα πουαποδεικνύει ότι η εν λόγω υπάλληλος είχε επεξεργαστεί,αν όχι όλες, μερικές από τις προσφορές αυτές, γεγονόςπου απέκρυψε από τον ως άνω ελεγκτή (βλ. σελίδα 3πρακτικού Επιτροπής της υπ' αριθμ. 201/2.9.1999απόφασης). Επίσης, η ως άνω εκκαλούσακατηγορουμένη εξετάστηκε από την Επιτροπή σχετικά μετο θέμα αυτό και σε σχετική ερώτηση μέλους τηςΕπιτροπής περί του "αν έκανε έλεγχο των προσφορώνόταν τις παρέλαβε" απάντησε ότι έκανε έλεγχο μαζί μετον Πρόεδρο της Επιτροπής Γ1 και ότιεντόπισαν κατά τον έλεγχο
κάποια κενά στην προσφορά του Χ2 (βλ. σελίδες 19 και 20 του ως άνω πρακτικού). Όμως ο Γ1, σε αντίθεση με τα παραπάνω και ουσιαστικά διαψεύδοντας αυτά, εξεταζόμενος από την αυτή ως άνω Επιτροπή, κατέθεσε ότι ο ίδιος ουδέποτε έκανε έλεγχο των προσφορών, αλλά ότι "Το μεσημέρι της Παρασκευής, 27.8.1999, η Χ3 μου είπε ότι ρίχνοντας μία πρώτη ματιά στις προσφορές, βρήκε μερικές διορθώσεις, σβησίματα κλπ, τα οποία θα τα ερευνήσει η Επιτροπή του Διαγωνισμού αργότερα και μάλιστα ότι σε κάποια από τις προσφορές δεν είχε γραφεί ολογράφως το ποσό..." (βλ. σελίδα 15 του αυτού ως άνω πρακτικού). Πέραν των ως άνω αναφερομένων αντιφάσεων, πρέπει εδώ να σημειωθεί ως κρίσιμο στοιχείο το γεγονός ότι η εκκαλούσα -κατηγορουμένη Χ3, ενώ ήταν σε κανονική άδεια από 26.7.1999 μέχρι 8.8.1999, διέκοψε την άδεια της στις 29 και 30 Ιουλίου 1999, προκειμένου να λάβει μέρος στην Επιτροπή Διενέργειας Διαγωνισμού, αν και υπήρχε αναπληρωματικό μέλος της και δη ο Γ5, Τμηματάρχης Α' της ΗΣΑΠ Α.Ε. (βλ. σελίδες 9 και 20 του πρακτικού της ως άνω Επιτροπής), γεγονός που σαφώς εκφεύγει της τηρούμενης στις περιπτώσεις αυτές υπηρεσιακής πρακτικής. Άλλωστε, νόμιμη άδεια τακτικού μέλους της Επιτροπής Διαγωνισμού, σημαίνει νόμιμο λόγο απουσίας αυτού από την Υπηρεσία του και κατ' επέκταση νόμιμο λόγο αναπλήρωσης αυτού στα καθήκοντα του ως μέλους της Επιτροπής από τον αναπληρωτή του, ο οποίος για το λόγο αυτό ορίζεται από την αρχή μαζί με τα τακτικά μέλη της Επιτροπής. Το γεγονός αυτό (διακοπή άδειας της εκκαλούσας κατηγορουμένης Χ3), αποτέλεσε αντικείμενο ιδιαίτερης απασχόλησης και της Επιτροπής της υπ' αριθμ. ..... απόφασης της μηνύτριας ΗΣΑΠ ΑΕ, γεγονός το οποίο δεν θα συνέβαινε, όπως είναι φυσικό, αν η συγκεκριμένη ενέργεια αυτής, εκινείτο μέσα στα συνήθη πλαίσια της τηρούμενης υπηρεσιακής πρακτικής (βλ. σελίδες 9 και 20 του ως άνω πρακτικού). Ο ισχυρισμός της τελευταίας ότι διέκοψε την άδεια της διότι δεν ήταν εκτός Αθηνών και επιπλέον ότι έλειπε και ο Πρόεδρος της Επιτροπής, Γ1, δεν κρίνεται πειστική, λαμβανομένου υπόψη ότι σύμφωνα με τον Πρόεδρο της Επιτροπής η εκκαλούσα-κατηγορουμένη, Χ3 ήταν "η κατ' εξοχήν αρμόδια υπάλληλος" ως προς τηδιαπιστωθείσα αλλοίωση της προσφοράς, έπαιρνε δε τοκλειδί της ντουλάπας των προσφορών "με πολύμεγαλύτερη άνεση" από οποιονδήποτε τρίτον (βλ. σελίδα19 του ως άνω πρακτικού). Τούτο παραδέχθηκε και η ίδιαη Χ3, η οποία, εξεταζόμενη ενώπιον τηςαρμόδιας
Επιτροπής,
κατέθεσε
ότι, αφού παραλαμβάνο-νταν οι προσφορές των συμμετεχόντων στο διαγωνισμό, συνήθως την επεξεργασία τους την έκανε η ίδια, με την ιδιότητα της υπαλλήλου της Υπηρεσίας Προμηθειών και του μέλους της Επιτροπής Αξιολόγησης (βλ. σελίδες 22 και 23 του ως άνω πρακτικού). Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο εν λόγω διαγωνισμός, συνεπεία της κατά τα άνω νόθευσης της προσφοράς της Κοινοπραξίας "......", ακυρώθηκε με απόφαση του Δ.Σ. της μηνύτριας εταιρείας και επαναλήφθηκε στη συνέχεια, αφού αποκλείστηκε η πιο πάνω Κοινοπραξία, τελικά δε το συγκεκριμένο έργο ολοκληρώθηκε την Άνοιξη του 2000 από άλλον μειοδότη. Όπως δε καταθέτουν οι μάρτυρες Ζ1 και Ζ2, από τους οποίους, ο μεν πρώτος είναι νόμιμος εκπρόσωπος της μηνύτριας εταιρείας από το έτος 2002, ο δε δεύτερος υπάλληλος αυτής και πολιτικός μηχανικός, στις από 31.3.2004 καταθέσεις τους, λόγω των ως άνω αλλοιώσεων η προσφορά της Κοινοπραξίας "......" περιείχε έκπτωση 40% επί του προϋπολογισμού του έργου, ύψους 90.000.000 δρχ. (90.000.000 Χ 40%= 36.000.000 δρχ.), δηλαδή σύμφωνα με την προσφορά (αλλοιωμένη) της ως άνω Κοινοπραξίας, η δαπάνη της μηνύτριας εταιρείας για την εκτέλεση του έργου ήταν ύψους (90.000.000 -36.000.000) 54.000.000 δρχ. και ότι η ως άνω νόθευση είχε ως άμεση και απότοκη συνέπεια την επανάληψη του διαγωνισμού και την εκτέλεση του έργου από άλλον μειοδότη, ο οποίο είχε υποβάλλει προσφορά με έκπτωση 31% επί του ίδιου προϋπολογισμού μελέτης (90.000.000 Χ 31% =27.900.000 δρχ.), σύμφωνα με την οποία η δαπάνη εκτέλεσης του συγκεκριμένου έργου για τη μηνύτρια ανήλθε στο ποσό των (90.000.000 27.900.000) 62.100.000 δρχ. Με την επανάληψη δηλαδή του διαγωνισμού λόγω της ως άνω νόθευσης, η μηνύτρια εταιρεία ζημιώθηκε το ποσό των (62.100.000-54.000.000) 8.100.000 δρχ. ήτοι ποσοστό 9% (διαφορά μεταξύ των δύο εκπτώσεων) επί του προϋπολογισμού του έργου. Τα ανωτέρω προκύπτουν ευθέως και από το με ημερομηνία ..... έγγραφο του Προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας της μηνύτριας εταιρείας προς τον 1° Ειδικό Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αθηνών στα πλαίσια της διενεργηθείσας περαιτέρω κυρίας ανάκρισης, σύμφωνα με το οποίο, δεν προχώρησε και δεν ολοκληρώθηκε η σχετική διαγωνιστική διαδικασία, μεταξύ των υπολοίπων προσφορών, ούτε εφαρμόστηκε ο μαθηματικός τύπος "λόγω της ανακάλυψης της αλλοίωσης της προσφοράς της Κοινοπραξίας " ......". Κατά συνέπεια, είναι πρόδηλη η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πλαστογραφίας (νόθευσης) της επίμαχης προσφοράς αφενός και της ακύρωσης - επανάληψης του διαγωνισμού αφετέρου. Με δεδομένο δε το ανωτέρω ζημιογόνο για τη μηνύτρια εταιρεία αποτέλεσμα της επαναληπτικής, μετά την ακύρωση, διαγωνιστικής διαδικασίας, είναι συνακόλουθα πρόδηλη και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της νόθευσης της προσφοράς της συγκεκριμένης Κοινοπραξίας και της ζημίας που επήλθε στην περιουσία της μηνύτριας εταιρείας, ύψους 8.100.000 δρχ., (ή 23.771,93 €) τουλάχιστον, αφού όπως προαναφέρθηκε, η δαπάνη για το έργο του ακυρωθέντος διαγωνισμού βάσει των δεδομένων που ίσχυαν κατά το χρόνο διεξαγωγής του ήταν 54.000.000 δραχμές, ενώ η δαπάνη εκτέλεσης του ίδιου ακριβώς έργου του επαναληφθέντος διαγωνισμού ήταν 62.1000.000 δρχ. Το τελευταίο προκύπτει, υπό την έννοια της πραγματικής μειοδοτικής δυνατότητας πέραν της προσφοράς της Κοινοπραξίας που προέκυψε με τη διωκόμενη υπόθεση και με τα ποσοστά εκπτώσεων επί του προϋπολογισμού του έργου που θα παρείχαν οι εταιρείες των αμέσως επομένων της Κοινοπραξίας προσφορών και δη οι εταιρείες "....." και ".....". Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το προαναφερόμενο από 27.7.2006 έγγραφο της μηνύτριας προς τον 1° Ειδικό Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αθηνών, τα ποσοστά εκπτώσεων, υπολογιζόμενα βάσει μαθηματικών υπολογισμών, ανέρχονται σε 0,43 61617 ("......") 0,435439 (".......") ΚΑΙ ΣΕ 0,4361624 (Κοινοπραξία "....."). Συνακόλουθα με βάση το ποσοστό αυτό έκπτωσης επί του προϋπολογισμού του συγκεκριμένου έργου της πιο πάνω Κοινοπραξίας πριν από την αναφερομένη νόθευση της προσφοράς της, η δαπάνη κατασκευής ανερχόταν σε 50.745.384 δρχ. (90.000.000 Χ 0,4361624 = 39.254.616 η έκπτωση), ενώ η δαπάνη κατασκευής βάσει των εκπτώσεων που θα παρείχαν οι επόμενες της Κοινοπραξίας εταιρείες, είναι 50.745.447 και 50.810.490δρχ. με αναδόχους αντίστοιχα την "....." και "......." (90.000.000 Χ 0,435439 = 3.918.510 δρχ. η έκπτωση για την "....."
και
90.000.000 Χ 0,4361617 = 39.254.553 δρχ. για την "....."). Η διαφορά δηλαδή δαπάνης μεταξύ τωνακυρωθέντος και επαναληπτικού διαγωνισμού με βάση τοποσοστό έκπτωσης της Κοινοπραξίας πριν από τηνόθευση ήταν 11.354.616 (62.100.000-50.745.384) δρχ.,ενώ με βάση το ποσοστό έκπτωσης που θα παρείχαν οιδύο επόμενες της Κοινοπραξίας εταιρείες πουπροαναφέρθηκαν, ήταν 11.354.553 και 11.289.510 δρχ.
αντίστοιχα (62.100.000 - 50.745.447 = 11.354.553 γιατην "....." και 62.100.000-50.810.490=11.289.510 για την "......"). Η διαφορά της δαπάνης ύψους 8.100.000 δρχ. μεταξύ των δύο διαγωνισμών υπολογίζεται με βάση το ποσοστό έκπτωσης 40% επί του προϋπολογισμού του έργου που εμφανίζει η επίμαχη προσφορά της Κοινοπραξίας "....." συνεπεία της κατά τα άνω νόθευσης σε κάθε όμως περίπτωση συνιστά το ελάχιστο ποσό της διαφοράς αυτής και αντίστοιχα την ελάχιστη ζημία της μηνύτριας εταιρείας. Τη χρηματική αυτή διαφορά στη δαπάνη κατασκευής του συγκεκριμένου έργου υποχρεώθηκε να καταβάλει η μηνύτρια εταιρεία σε βάρος της περιουσίας της και συνιστά (η διαφορά αυτή) τη ζημία, η οποία επήλθε πράγματι από την κατά τα άνωπλαστογραφία (νόθευση) με τη συνοδεύουσα αυτήσυμμετοχική δράση
της ηθικής αυτουργίας του κατηγορουμένου Χ2 (μη ασκήσαντος έφεση) και της άμεσης · συνέργειας σ' αυτήν της εκκαλούσας κατηγορουμένης Χ3, σε βάρος της περιουσίας της μηνυτρίας συνεπεία της ακύρωσης και επανάληψης του διαγωνισμού και αντίστοιχα το επιδιωχθέν από τους κατηγορουμένους περιουσιακό όφελος. Περαιτέρω, καθόσον αφορά τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης των πράξεων, προέκυψε ότι οι εκκαλούσες κατηγορούμενες ενήργησαν όχι ευκαιριακά, αλλά βάσει οργανωμένου σχεδίου, με σκοπό πορισμού παρανόμου εισοδήματος, για την επίτευξη του οποίου είχαν δημιουργήσει την κατάλληλη και αναγκαία υποδομή (ήτοι ανάπτυξη συνεργασίας και διασύνδεσης μεταξύ τους και μάλιστα μετά την κατάθεση της προσφοράς, παράδοση της προσφοράς στην αυτουργό προκειμένου να την αλλοιώσει (νοθεύσει) και να παραπλανηθούν έτσι ως προς τη γνησιότητα της τα όργανα της μηνυτρίας εταιρείας, χρησιμοποίηση ειδικού στυλογράφου με σφαιρίδιο και ειδική μελάνη (erasable iηκ) για τις αλλοιώσεις, η οποία (ειδική μελάνη) είχε τη δυνατότητα απόσβεσης με απλό σβηστήρα). Κατόπιν όλων των ανωτέρω εκτεθέντων πραγματικών περιστατικών και σκέψεων, προκύπτουν και κατά την κρίση του Συμβουλίου τούτου, επαρκείς ενδείξεις ενοχής των εκκαλουσών κατηγορουμένων ικανές να στηρίξουν δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία σε βάρος τους για τις ως άνω διωκόμενες πράξεις της πλαστογραφίας (νόθευσης) κατ' επάγγελμα με σκοπούμενο περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, όσον αφορά την εκκαλούσα κατηγορουμένη Χ1 και της άμεσης συνέργειας στην κακουργηματική αυτή πλαστογραφία όσον αφορά την εκκαλούσα κατηγορουμένη Χ3, η οποία ομοίως ενεργούσε κατ' επάγγελμα, πράξεις που φέρονται ότι τελέστηκαν απ' αυτές στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 26.8.1999 μέχρι 31.8.1999. Επομένως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το εκκαλούμενο βούλευμα του παρέπεμψε τις εκκαλούσες κατηγορούμενες στο ακροατήριο του αρμοδίου καθ' ύλη και κατά τόπο Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (άρθρα 309 παρ.1ε, 313, 111 παρ.1, 119 παρ.1, 122 ΚΠΔ) για να δικαστούν για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, ορθά εκτίμησε και αξιολόγησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα προκύπτοντα από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, πραγματικά περιστατικά".
Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα, έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος της αναιρεσείουσας- κατηγορούμενης και απέρριψε κατ' ουσία την έφεσή της, που άσκησε κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για κακουργήματα) Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί, ως υπαίτια πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, από την οποία το συνολικό όφελος που επιδίωξε και αντίστοιχα η συνολική περιουσιακή ζημία που προξένησε, υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία αυτή παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, επίσης δε τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98, 216 παρ.1 και 3α του ΠΚ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, τις οποίες σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις.
Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (άρθρο 484 παρ.1 περ. β και δ του Κ.Π.Δ), είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Ειδικότερα, εκτίθεται στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με πληρότητα και σαφήνεια, και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, ότι το Συμβούλιο Εφετών, εκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και αναφέρει λεπτομερώς και αναλυτικά με ποιο τρόπο η αναιρεσείουσα, ενήργησε όχι ευκαιριακά, αλλά βάσει οργανωμένου σχεδίου, αποβλέποντας να προσπορίσει στον εαυτό της ή σε τρίτο, παράνομο περιουσιακό όφελος. Προς τούτο, είχε δημιουργήσει την κατάλληλη υποδομή, τόσο με την ανάπτυξη συνεργασίας και διασύνδεσης με τους συγκατηγορούμενούς της, όσο και, με την εκ νέου από μέρους της, υποβολή της ήδη κατατεθείσας προσφοράς, αφού πέτυχε να αναλάβει αυτή, κατά μη σύννομο τρόπο και να τη νοθεύσει, αλλοιώνοντας, με κατάλληλα μέσα, που η ίδια χρησιμοποίησε, τα αναφερόμενα λεπτομερώς στο προσβαλλόμενο βούλευμα αριθμητικά στοιχεία. Αιτιολογείται, επίσης, ο δόλος της αναιρεσείουσας, η οποία, με την αξιόποινη συμπεριφορά της, σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό της, αλλά και στην κοινοπραξία ".......", παράνομο περιουσιακό όφελος, προς βλάβη τρίτων, αφού με την αλλοίωση των αναφερομένων αριθμητικών δεδομένων, στην προσφορά που η ίδια είχε συντάξει, και είχε καταθέσει στην αρμόδια επιτροπή, προφανώς θα αναδεικνυόταν η ως άνω κοινοπραξία, ως μειοδότης του διαγωνισμού, για την εκτέλεση του έργου, που είχε εξαγγείλει η μηνύτρια εταιρεία με την επωνυμία " ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΙ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΙ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ- ΗΣΑΠ ΑΕ.". Ενόψει αυτών, αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθώς και η αίτησή στο σύνολό της. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με τις οποίες, με την επίκληση, κατ' επίφαση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η, επί της ουσίας, αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, στα δικαστικά έξοδα(άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 234/29-10-2007 αίτηση της Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθμό 1775/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Αναίρεση κατά βουλεύματος που παραπέμπει την κατηγορουμένη για κακουργηματική πλαστογραφία, με τη μορφή της νόθευσης. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Παραδεκτή η καθολική αναφορά του Συμβουλίου Εφετών στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση. Απορρίπτει την αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Εισαγγελική Πρόταση.
| 2
|
Αριθμός 1610/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεώργιο Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αλεπάκο, για αναίρεση της με αριθμό 3599/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιανουαρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 192/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρο 473 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δικ. "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης". Κατ' άρθρο 340 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δικ., όπως ισχύει μετά τον Ν.3346/17.5.2006, στα πλημμελήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίον διορίζει με έγγραφη δήλωσή του, κατά τη διατύπωση του άρθρου 42 παρ. 2 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δικ., στην περίπτωση δε αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Περαιτέρω κατά το άρθρο 476 παρ. 1 και 2 Κ.Ποιν.Δικ. το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και όταν ησκήθη εκπροθέσμως. Κατά της αποφάσεως, η οποία απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη επιτρέπεται μόνο αίτηση αναιρέσεως για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται εις το άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δικ., μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Η απόφαση με την οποίαν το ένδικο μέσο της εφέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτο, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς του, έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δικ., απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δικ. λόγος αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή ο χρόνος δημοσιεύσεως της αποφάσεως, εάν απηγγέλθη παρόντος του κατηγορουμένου εκκαλούντος ή απόντος τούτου αλλ' εκπροσωπουμένου δια πληρεξουσίου, θεωρουμένου, εντεύθεν, παρόντος, ο χρόνος επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλομένης με την έφεση αποφάσεως (εάν απηγγέλθη απόντος τούτου, ο χρόνος ασκήσεως της εφέσεως, καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση (Ολ.Α.Π. 6/1994, 4/1995). Προς δε στην σχετική αιτιολογία πρέπει να αναφέρονται και οι αποδείξεις, οι οποίες εθεμελίωσαν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία εστηρίχθη η απορριπτική του Δικαστηρίου κρίση της εφέσεως ως απαραδέκτου, καθ' ό εκπροθέσμως ασκηθείσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη απόφασή του υπ' αριθμ. 3599/2006, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της, την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. "2046/13.10.2005" αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, με την οποίαν ούτος παρών δια πληρεξουσίου, κατεδικάσθη για χρήση πλαστού εγγράφου και ψευδή υπεύθυνη δήλώση, σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι τριών (23) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Από την παραδεκτή επισκόπηση υπό του Δικαστηρίου τούτου των κρισίμων εγγράφων, η άνω, κατά της οποίας η έφεση, απόφαση εδημοσιεύθη την 14.10.2005, η δε έφεση ησκήθη την 10.11.2005, ήτοι εκπροθέσμως, προκειμένου δε ο (παρών τότε δια πληρεξουσίου) κατηγορούμενος να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της εφέσεώς του επεκαλέσθη επί λέξει ότι "αυτό οφείλεται σε δικαιολογημένη πλάνη του περί την έννοια των άρθρων 340 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δικ., όπως ισχύει, και συγκεκριμένα στην πεπλανημένη αντίληψη που του δημιουργήθηκε από την υπόδειξη - συμβουλή του δικηγόρου του, για την ακριβή έναρξη της προθεσμίας άσκησης της έφεσης και σύμφωνα με την οποία η έναρξη της σχετικής προθεσμίας τρέχει από την πραγματική επίδοση της απόφασης σ' αυτόν....δεδομένου ότι στην διεξαχθείσα δίκη δεν ήτο πράγματι παρών, αλλά πλασματικώς (κατά τον νόμο) εκπροσωπηθείς από πληρεξούσιο δικηγόρο, η δε πλάνη του αυτή διήρκεσε μέχρι 7.11.2005". Στην αναιρεσιβαλλομένη η απόφαση, υπ' αριθμ. 3599/2006 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος κατηγορουμένου, παρόντος στην δίκη, αναφέρονται στα μεν πρακτικά τα ακόλουθα: "Ο συνήγορος του κατηγ/νου, αφού πήρε το λόγο από τον Προεδρεύοντα, δήλωσε ότι κλήτευσε μάρτυρα απόδειξης, του οποίου το όνομα εκφώνησε ο Προεδρεύων και βρέθηκε παρών.
Κατόπιν προσήλθε ο μάρτυρας απόδειξης ο οποίος ρωτήθηκε από τον Πρόεδρο για την ταυτότητα του, απάντησε ότι ονομάζεται Γ1, γνωρίζει απλά τον κατηγορούμενο και δεν είναι συγγενής του. Επομένως, αφού ορκίστηκε στο Ιερό Ευαγγέλιο κατά το άρθρο 218 Κ.Π.Δ., εξετάστηκε και κατέθεσε ότι: Εγώ παρέσυρα τον κατηγ/νο. Πίστευα πως θα πρέπει να του επιδοθεί η απόφαση και μετά να ασκήσει έφεση. Μόλις πληροφορήθηκα την κρατούσα άποψη στο θέμα αυτό, αμέσως ασκήθηκε έφεση. Ήταν δικό μου λάθος.
Στη συνέχεια ο Προεδρεύων ανέγνωσε δημόσια τα εξής έγγραφα: 1)Την υπ' αριθμ.219 και από 10.11.2006 έφεση του κατηγορουμένου κατά της υπ' αριθμ. 2046/2005 απόφασης Τριμελούς Πλημ/κείου Σερρών, 2)Αντίγραφο της εκκαλουμένης παραπάνω απόφασης", στο σκεπτικό δε αυτής ως αιτιολογία σχετικώς τα εξής: "Το Δικαστήριο, αφού συσκέφθηκε μυστικά στην έδρα του, με παρούσα τη Γραμματέα, κατάρτισε και ο Προεδρεύων δημοσίευσε αμέσως την απόφαση του, με αριθμό 3599/2006 οποία είναι η εξής : Επειδή κατά. το άρθρο 476 παρ.1 Κ. Ποιν. Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκηθεί εκπρόθεσμα το Δικαστήριο, με πρόταση του Εισαγγελέα, το κηρύσσει απαράδεκτο, διατάζει να εκτελεστεί η προσβαλλόμενη απόφαση και καταδικάζει εκείνον που το άσκησε να πληρώσει τα έξοδα της δίκης. Στην κρινόμενη περίπτωση, ο δικηγόρος Σερρών Γ1 ισχυρίζεται ότι πίστευε δικαιολογημένα ότι μπορούσε ο κατηγορούμενος πελάτης του ν' ασκήσει έφεση μεταγενέστερα, σύμφωνα με παλαιότερη άποψη της νομολογίας (βλ,Ζησιάδη Ποιν. Δικονομία, τόμος 3ος, έκδ. 1977, σελ. 111, με παραπομπές σε Π.Πετροχείλου "Έναρξις της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως κατ' αποφάσεως εκδοθείσης κατά κατηγορουμένου παρισταμένου δια συνηγόρου" Ποιν.Χρον. 1954, 528 και ΑΠ 35/1972 Ποιν.Χρον. 1972, 356) και ο κατηγορούμενος στηρίχθηκε, όπως λέει, στην άποψη αυτή του δικηγόρου του, Ωστόσο την κρινόμενη έφεση άσκησε άλλος δικηγόρος, ο δικηγόρος Σερρών Παναγιώτης Σουλτανίδης (ο οποίος δεν εμφανίζεται νυν), άρα δεν έχει σημασία η θέση και η πεποίθηση του άνω δικηγόρου (Γ1) για την ορθότητα των ενεργειών του κατηγορουμένου, αυτός δε (ήδη εκκαλών) δεν επικαλείται ανωτέρα βία ή άγνοια στο πρόσωπο του ασκήσαντος την έφεση δικηγόρου (Π.Σουλτανίδη), ούτε αποδεικνύονται σχετικά περιστατικά, ούτε εξ άλλου εν πάση περιπτώσει δικαιολογείται άγνοια του νόμου, όπως αναφέρει ο εκκαλών στο δικόγραφο της εφέσεως, ούτε αποδεικνύεται οιαδήποτε σχετική πλάνη...". Η αιτιολογία όμως αυτή δεν είναι αυτή που απαιτείται κατά τα προαναφερθέντα, διότι δεν αναφέρονται στο σκεπτικό αυτό της άνω αποφάσεως ούτε, έστω (και) κατ' είδος, τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε το ανωτέρω Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε και στα οποία στήριξε την κρίση του για την απόρριψη της εφέσεως ως εκπροθέσμου, ούτε ο χρόνος δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης, (πρωτοδίκου), αποφάσεως, ούτε ο χρόνος ασκήσεως της εφέσεως κατ' αυτής, στοιχεία που δεν αναφέρονται ούτε στο διατακτικό της υπ' αριθμ. 3599/2006 αποφάσεως. Η μνεία σ'αυτό του αριθμού της εφέσεως, 219/10.11.2005, και του αριθμού της πρωτοδίκου αποφάσεως 2046/13.10.2005 δεν συνιστούν συμπλήρωση της ελλιπούς αιτιολογίας της αποφάσεως αυτής, δεδομένου μάλιστα του ότι το μεν εις τα ανωτέρω πρακτικά αυτής αναφέρεται ότι ανεγνώσθη "η υπ' αριθμ. 219 και από 10.11.2006 έφεση του κατηγορουμένου κατά της υπ' αριθμ. 2046/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών", το δε ότι η ημεροχρονολογία 13.10.2005 δεν αντιστοιχεί σε αυτήν της δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης ως άνω υπ' αριθμ. 2046 αποφάσεως, η οποία είναι η 14.10.2005, αλλά σ' αυτήν της ενάρξεως της εκδικάσεως της υποθέσεως, όπως ακριβώς εξ αυτής της αποφάσεως προκύπτει. Περαιτέρω, η προσβαλλομένη απόφαση δεν αιτιολογεί πώς και διατί απορρίπτει τον επικαλούμενο υπό του τότε εκκαλούντος ισχυρισμόν περί πλάνης του περί την έναρξη της προθεσμίας εφέσεως κατά της αποφάσεως που τον κατεδίκασε παρόντα, που συνιστά ανωτέρα βία, διότι τον συμβούλευσε εσφαλμένως ο δικηγόρος του Γ1 και διατί "η θέση και η πεποίθηση του τελευταίου αυτού δεν έχει σημασία" όπως αναφέρει, χωρίς να αρκεί βέβαια ως αιτιολογία, ότι την έφεση την ήσκησε έτερος δικηγόρος, ο Παναγ. Σουλτανίδης, ο οποίος ως πληρεξούσιος του εκκαλούντος, άλλωστε, και επεκαλέσθη τον άνω λόγον του εκπροθέσμου.
Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δικ. μόνος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον προβάλλεται η άνω πλημμέλεια της προσβαλλομένης δι'αυτής 3599/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης η έλλειψη της αιτιολογίας, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να γίνει δεκτή η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3399/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστές από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Προθεσμία εφέσεως κατ’ άρθρο 473 § 1 ΚΠΔ. Άρθρο 340 § 2 ΚΠΔ - Πότε θεωρείται παρών ο δια πληρεξουσίου εκπροσωπούμενος κατηγορούμενος. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, μπορεί να ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως (άρθρο 476 § 2) για τους λόγους του άθρ. 510 ΚΠΔ υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Τοιούτος είναι και ο λόγος για ελλιπή αιτιολογία. Τι πρέπει να διαλαμβάνει η απόφαση, η οποία απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη. Η αναφορά στα πρακτικά των απαιτούμενων εγγράφων δεν είναι επαρκής αιτιολογία, εάν δεν αποτελούν και παραδοχή της αποφάσεως. Αναιρεί. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 2
|
Αριθμός 1608/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Νικόλαο Ζαΐρη (ο οποίος ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γιώτσα, περί αναιρέσεως της 65628/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 467/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση γίνεται, ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α' προσώπων, προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η ως άνω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Τέλος, κατά τις διατάξεις, του αρ. 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής απόφασης επιτρέπεται αναίρεση (άρθρο 476 παρ. 2 ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της έφεσης ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επιδόσεως της προσβαλλομένης απόφασης και εκείνον της άσκησης του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (Ολομ. ΑΠ 6/1994 και 4/1995). Αν όμως με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, όπως και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επίδοσης, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως ιδρύεται ο κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 65628/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε με αυτή ως εκπρόθεσμη η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 82612/2002 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και χρηματική ποινή 21000 ευρώ για παράβαση του νόμου περί επιταγών (άρθρο 79 ν. 5960/1933). Με την έφεση της, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη επικαλέσθηκε και προέβαλε, κατ' εκτίμηση, ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης απόφασης που της επιδόθηκε ως άγνωστης διαμονής, και ότι κακώς της κοινοποιήθηκε η απόφαση ως άγνωστης διαμονής, ενώ είχε γνωστή στις αρχές διαμονή στην ... . Ως αιτιολογία για την απόρριψη της έφεσης αυτής το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση (βλ. ΑΠ 745/1006 ΝΟΜΟΣ). Η επίδοση προς το πρόσωπο του οποίου η διαμονή δεν είναι γνωστή, γίνεται προς αυτό ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερόμενων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α' προσώπων, προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η ως άνω προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 161 παρ. 1 του ίδιου παραπάνω κώδικα, για την επίδοση που ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 155-158, εκείνος που την ενεργεί οφείλει να συντάξει αποδεικτικό στον τόπο όπου αυτή γίνεται. Στο αποδεικτικό, με ποινή ακυρότητας της επίδοσης, σημειώνεται ο τόπος, το έτος, ο μήνας, η ημέρα και το ονοματεπώνυμο του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο, υπογράφεται δε το αποδεικτικό από το πρόσωπο αυτό και εκείνον που ενεργεί την επίδοση.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο, καθώς και από τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από το από 13-1-2005 αποδεικτικό επίδοσης σε κατηγορούμενο με άγνωστη διαμονή του αστυφύλακα Α, η εκκαλούσα-κατηγορουμένη, κατά την επίδοση σ' αυτήν της εκκαλουμένης 82612/2002 ερήμην της εκδοθείσας απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αναζητήθηκε κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία, στην επί της οδού ..., τελευταία γνωστή, από την από 24-2-00 μήνυση του Ψ εναντίον της, κατοικία της και δεν βρέθηκε, όπως βεβαιώνει ο ενεργήσας την επίδοση ότι διαπίστωσε μετά από σχετική έρευνα, ούτε αυτή (κατηγορουμένη), ούτε κάποιος από τους αναφερόμενους στο άρθρο 156 παρ. 1 ΚΠΔ συγγενείς της (δηλαδή σύζυγος ή γονέας ή αδελφός της ή άλλος εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συγγενής της έως και τον τρίτο βαθμό), γι' αυτό και η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης έγινε, ενόψει και του ότι η διαμονή της ήταν άγνωστη στην αρμόδια για την επίδοση αρχή, στην από το Δήμαρχο του Δήμου της τελευταίας πιο πάνω κατοικίας της κατηγορουμένης (...) ορισμένη για το σκοπό αυτό δημοτική υπάλληλο Β, η οποία, όπως προκύπτει από τη σχετική κάτω από το αποδεικτικό επίδοσης, από ... βεβαίωση της, προέβη στην τοιχοκόλληση της εκκαλουμένης απόφασης το δημοσιότερο μέρος του πιο πάνω Δήμου και έστειλε τη σχετική βεβαίωση στην αρχή που παράγγειλε την επίδοση, δηλαδή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών. Σημειώνεται ότι στην ίδια παραπάνω διεύθυνση είχε αναζητηθεί, χωρίς αποτέλεσμα, η εκκαλούσα στις ... και στη συνέχεια στις ... προκειμένου να της επιδοθούν το κλητήριο θέσπισμα και η κλήση αντίστοιχα για να εμφανιστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τα οποία (κλητήριο θέσπισμα και κλήση) επιδόθηκαν σ' αυτήν ως άγνωστης διαμονής (βλ. τα από ... και ... σχετικά αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών Γ). Ισχυρίζεται η εκκαλούσα ότι κακώς της κοινοποιήθηκε η εκκαλουμένη απόφαση ως άγνωστης διαμονής, καθόσον κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης, την ..., είχε γνωστή στις αρχές διαμονή, επί της οδού ..., όπου κατοικούσε μόνιμα με την οικογένεια της από το έτος 2001. Από κανένα όμως στοιχείο δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα του ανωτέρω ισχυρισμού της εκκαλούσας, ότι δηλαδή αυτή κατά τον ως άνω χρόνο διέμενε πράγματι στην ανωτέρω διεύθυνση και ότι η διεύθυνση αυτή (ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί τούτο ως αληθές) είχε γνωστοποιηθεί και με ποιο τρόπο στην εισαγγελική αρχή που παράγγειλε την επίδοση, μη αρκούσας προς τούτο μόνης της κατάθεσης της εξετασθείσας στο ακροατήριο μαρτυρά της, η οποία όλως αορίστως ανέφερε ότι στην εν λόγω διεύθυνση γίνονταν "διάφορες επιδόσεις", χωρίς όμως τούτο να προκύπτει και από άλλα στοιχεία (δηλ. από επιδοθείσες στην παραπάνω διεύθυνση προς αυτήν κλήσεις, αποφάσεις κλπ). Προσκομίζει η εκκαλούσα, προς απόδειξη του άνω ισχυρισμού της, τα αναφερόμενα πιο πάνω και αναγνωσθέντα έγγραφα και δη λογαριασμό πιστωτικής κάρτας ..., κινήσεις λογαριασμών δανείων ... και Τραπέζης ..., σύμβαση δανείου με την ίδια Τράπεζα, μηχανογραφικό δελτίο για εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, λογαριασμούς ΟΤΕ και ..., αποδείξεις ΕΛΠΑ, πληρωμής τελών κυκλοφορίας και καταβολής χρηματικού ποσού για εξόφληση αυτοκινήτου, αίτηση απογραφής προς το ΙΚΑ, εκκαθαριστικό σημείωμα της ΔΟΥ ..., από τα οποία άλλα έχουν αποσταλεί στο γιο της Δ στην παραπάνω διεύθυνση (...) και σε άλλα (αποδείξεις, αιτήσεις κλπ) αναφέρεται ως τόπος διαμονής του τελευταίου η ίδια αυτή διεύθυνση, καθώς και βεβαίωση απόδοσης ΑΦΜ η οποία αφορά τον έτερο γιο της Ε με την ίδια ως άνω διεύθυνση. Από το γεγονός όμως ότι οι προαναφερόμενο, γιοι της εκκαλούσας πιθανόν να διέμεναν κατά τον κρίσιμο χρόνο στην εν λόγω διεύθυνση δεν μπορεί βέβαια να συναχθεί και το συμπέρασμα ότι και η ίδια διέμενε εκεί και μάλιστα ότι τούτο ήταν γνωστό στην Αρχή που παράγγειλε την επίδοση. Κάτι τέτοιο επίσης δεν προκύπτει ούτε από το προσκομιζόμενο 641/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο, κατόπιν σχετικής αιτήσεως της, αντικαταστάθηκε επιβληθείσα σ' αυτήν (και κρατούμενη από ...) προσωρινή κράτηση με περιοριστικούς όρους, καθόσον σε τούτο δεν αναφέρεται ότι η εκκαλούσα κατοικούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο (επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης) στην αμέσως παραπάνω διεύθυνση, αλλά ότι αυτή διέμενε εκεί κατά το χρόνο υποβολής της έγκλησης και άσκησης σε βάρος της ποινικής δίωξης για κακουργηματική απάτη (παραπεμφθείσα να δικαστεί γι' αυτή με το 6121/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών), δηλαδή σε χρόνο κατά πολύ προγενέστερο της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, ενώ, σημειωτέον, στο ίδιο παραπάνω βούλευμα (641/2006) αναφέρεται ότι αυτή και ο σύζυγος της κατά το παρελθόν εγκατέλειψαν τη χώρα και μετέβησαν στο εξωτερικό λόγω των ποινικών διώξεων που είχαν ασκηθεί σε βάρος τους. Επίσης στην (προσκομιζόμενη) από ... κλήση με την οποία καλείται η εκκαλούσα να εμφανιστεί για να δικαστεί για την ανωτέρω πράξη στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών αναφέρεται μεν αυτή ως κάτοικος ..., όμως η κρίση για το άγνωστο ή μη της διαμονής της δεν αφορά τον ως άνω χρόνο αλλά τον Ιανουάριο του 2005. Εξάλλου, ούτε και από τις προσκομιζόμενες από την εκκαλούσα .../... και .../... εκθέσεις αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων της εκκαλούσας δεν προκύπτει η βασιμότητα του ανωτέρω ισχυρισμού της, καθόσον αφενός μεν αυτές αφορούν το έτος 2000, αφετέρου δε σε καμία απ' αυτές δεν αναφέρεται ως διεύθυνση της ή οδός ..., αλλά στη μεν πρώτη η ... στη δε δεύτερη η οδός ..., γεγονός το οποίο ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα η διαμονή της εκκαλούσας ήταν άγνωστη και δη στην Αρχή που παράγγειλε την επίδοση (Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών)." Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, σε σχέση με την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα, ως εκκαλούσα, αμφισβήτηση της διεύθυνσης της κατοικίας της, στην οποία αναζητήθηκε ως τελευταία γνωστή στις αρχές διαμονή, καθώς και της ιδιότητας αυτής ως άγνωστης διαμονής, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατική και ασαφή αιτιολογία. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα αναζητήθηκε στην διεύθυνση της κατοικίας που ο μηνυτής Ψ ανέφερε στην από ... μήνυσή του, και στην οποία δεν βρέθηκε γι'αυτό και η επίδοση της απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου έγινε στη διεύθυνση αυτή ως άγνωστης διαμονής, στη συνέχεια δέχεται ότι η αναιρεσείουσα κατοικούσε στη ..., στην οποία και γινόταν από την εισαγγελική αρχή κλήσεις για άλλες ποινικές υποθέσεις της. Δέχεται δηλαδή ότι η αναιρεσείουσα, είχε πέρα από την διεύθυνση της κατοικίας της που αναφερόταν στην μήνυση, στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε, και άλλη γνωστή στην αρχή που έκανε την επίδοση της απόφασης κατοικία, αφού και στην κατοικία της αυτή γινόταν διάφορες επιδόσεις, χωρίς όμως να αιτιολογεί ειδικώς γιατί δεν αναζητήθηκε και στη γνωστή στις αρχές οικογενειακή της κατοικία. Το δε γεγονός ότι η εκκαλούσα - αναιρεσείουσα δεν δήλωσε ως κατοικία, σύμφωνα με το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, και την οικογενειακή της κατοικία στη ..., δεν σημαίνει ότι όλες οι επιδόσεις έπρεπε να γίνονται στην κατοικία στην οδό ..., αφού δεν υπάρχει παραδοχή στην απόφαση ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση είχε δηλωθεί στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 273 ΚΠΔ και ότι κατά συνέπεια εκεί έπρεπε να γίνονται οι επιδόσεις. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση περί της καθισταμένης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Το δικαστήριο αυτό αφού κρίνει επί του παραδεκτού της εφέσεως θα ελέγξει και αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παύσεως οριστικώς της ποινικής διώξεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 65628/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο παραπάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1608/2008 - σελ. 2
|
Έννοια προσώπου αγνώστου διαμονής. Πότε υπάρχει αιτιολογία στην απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως εκπρόθεσμο. Αναιρείται λόγω ελλείψεως αιτιολογίας η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμη. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1606/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αθανάσιο Κουτρομάνο (ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 200/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.
Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 10 Ιουλίου 2007, προσθέτους λόγους που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1369/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 39/30-1-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 9-7-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ κατά του υπ'αριθμ. 200/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής:
Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος, απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμ. 234/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς (Κακουργημάτων), διά να δικασθή διά α) αρπαγή κατά συρροή, β) απόπειρα εκβιάσεως εις βαθμό κακουργήματος κατά συρροή και γ) σκοπουμένη βαρεία σωματική βλάβη. Προβάλλει δε αυτός, ως λόγον αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας.
Επειδή, ως προκύπτει εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρ. 139 ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος υπάρχει όταν στο βούλευμα δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση σχετικώς με την αποδιδομένη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής, διά την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (ΑΠ 572/2005). Διά την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά εκάστου αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί η κατ'είδος αναφορά αυτών. Πρέπει όμως να προκύπτη ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπ'όψη και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά (ΑΠ 685/2004, εις ΠΧ/ΝΕ'/233). Ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη και δεν συνεξετιμήθησαν τα λοιπά (ΑΠ 1239/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/490). Η αιτιολογία αυτή επιτρεπτώς γίνεται με αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, καλύπτει δε η αναφορά αυτή και το στοιχείο της μνείας των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή (ΑΠ 861/2004 εις ΠΧ/ΝΕ'/408). Εξ άλλου, κατά το άρθρ. 485 παρ. 2 ΚΠΔ, πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση βουλευμάτων πέρα από όσους περιλαμβάνονται στη σχετική έκθεση δεν μπορούν να προταθούν από εκείνον που ασκεί την αναίρεση. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρ. 6 παρ. 1 ΠΚ, οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι εφαρμόζονται και για πράξη που χαρακτηρίζεται από αυτούς ως κακούργημα ή πλημμέλημα και που τελέστηκε στην αλλοδαπή από ημεδαπό, αν η πράξη αυτή είναι αξιόποινη και κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέστηκε, κατά δε το άρθρ. 9 παρ. 1 περ. β' ΠΚ, η ποινική δίωξη για πράξη που τελέστηκε στην αλλοδαπή αποκλείεται αν, σύμφωνα με τον αλλοδαπό νόμο, η πράξη έχει παραγραφή.
Κατά την σαφή δε έννοια της διατάξεως αυτής, διά τον αποκλεισμό της ποινικής διώξεως, στην ανωτέρω περίπτωση, η παραγραφή πρέπει να έχη συντελεσθή κατά τον χρόνο της ασκήσεως της ποινικής διώξεως υπό του ημεδαπού εισαγγελέως. Τέλος, κατά το άρθρ. 322 περ. β' ΠΚ, το έγκλημα της αρπαγής τιμωρείται διά καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, κατά το άρθρ. 385 παρ. 1 περ. α' εν συνδ. προς άρθρ. 380 παρ. 1, 2 ΠΚ, το έγκλημα της εκβιάσεως, τελούμενο με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής ή σώματος, τιμωρείται διά καθείρξως ή ισοβίου καθείρξεως, και κατά το άρθρ. 310 ΠΚ, το έγκλημα της σκοπουμένης βαρείας σωματικής βλάβης τιμωρείται διά καθείρξεως μέχρι δέκα ετών. Δηλαδή τα εν λόγω εγκλήματα είναι κακουργήματα (άρθρ. 18 ΠΚ).
Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το εκδόν αυτό Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με ολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τα αναφερόμενα στην εισαγγελική πρόταση αποδεικτικά μέσα, κατ'είδος προσδιοριζόμενα, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Ο Α, γερμανός υπήκοος, συγγενής εξ αγχιστείας με τον κατηγορούμενο-εκκαλούντα είχε φιλικές σχέσεις στη ... με τους παθόντες Β και τη σύζυγό του, ... καταγωγής Γ, στους οποίους ο Α γνώρισε κι ανέπτυξαν φιλικές σχέσεις, τους Δ και Ε. Περί τα τέλη έτους 2001, ο Ε που διατηρούσε επιχείρηση εμπορίας ηλεκτρικών ειδών στη ... έπεισε τους παθόντες να του δανείσουν χρηματικό ποσό 20.000 μάρκων ..., με την υπόσχεση ότι θα επιστρέψει τα χρήματα μέχρι τον Φεβρουάριο 2002. Η υπόσχεση δεν υλοποιήθηκε και τα χρήματα δεν επεστράφησαν και γι'αυτό οι παθόντες κατέφυγαν στα δικαστήρια κι εξέδωσαν διαταγή πληρωμής σε βάρος του άνω οφειλέτη κι επιδίωκαν αναγκαστική εκτέλεση. Για ν'αποτραπεί αυτός ο κίνδυνος ο Ε με συνεργούς τους Δ, τον άνω αναφερόμενο Α, τον κατηγορούμενο Χ και τους ΣΤ και Ζ, φίλους του Α, οργάνωσαν εγκληματικό σχέδιο απαγωγής, παράνομης κατακράτησης, εκβιασμού-σωματικών βλαβών σε βάρος των παθόντων. 'Ετσι στις 21-5-2002, με παραπλανητικό τρόπο τους παρέσυραν σε αποθήκη ερημικής τοποθεσίας της πόλης ... για να τους παραδώσουν δήθεν μέρος του οφειλόμενου χρηματικού ποσού. Εκεί τους συνέλαβαν, τους στέρησαν την ελευθερία κινήσεων με σκοπό να τους αναγκάσουν να υπογράψουν έγγραφη δήλωση περί μη οφειλής του ποσού των 20.000 D.M. κι επί πλέον να τους παραδώσουν χωρίς να έχουν τέτοια υποχρέωση ποσό 30.000 D.M. Γι'αυτό απείλησαν τον Β ότι θα τον μεταφέρουν βίαια στην ... και τη σύζυγό του στην ..., ότι θα τους χορηγήσουν ναρκωτικές ουσίες παρά τη θέλησή τους, έπληξαν τον Β με γροθιές στο πρόσωπο, με λακτίσματα στο σώμα του και με χρήση σουβλιού, προκαλώντας σ'αυτόν βαριές σωματικές βλάβες στο δεξί χέρι και στη δεξιά κνήμη του, αλλά τελικά δεν πέτυχαν να περατώσουν την πράξη του εκβιασμού που επιδίωξαν, γιατί ο παθών βρήκε τρόπο να ελευθερωθεί, να ειδοποιήσει την αστυνομία και στη συνέχεια να ελευθερωθεί και η σύζυγός του. Οι δράστες πλην του Χ, ο οποίος κατάφερε να διαφύγει στην ..., καταδικάστηκαν με απόφαση του Ποινικού Γερμανικού Δικαστηρίου - ο Ζ αθωώθηκε - κι επιβλήθηκαν σ'αυτούς ποινές στερητικές της ελευθερίας, δεδομένου ότι κρίθηκαν ένοχοι των αξιόποινων κατά τους νόμους της Γερμανίας πράξεων "από κοινού εκβιαστικής αρπαγής με κατ'ιδέαν συρροή απόπειρας ληστρικής εκβίασης" κι επί πλέον ο Α "κατ'ιδέαν συρροής με βιασμό και επικίνδυνη σωματική βλάβη".
Ο κατηγορούμενος-εκκαλών αρνείται τις κατηγορίες, ισχυρίζεται ότι ήταν παρών στον τόπο τέλεσης των άνω αξιόποινων πράξεων, αλλά δεν αντιλήφθηκε την τέλεσή τους, γιατί ευρισκόταν εκτός της αποθήκης και αργότερα μαζί με τους Ζ και Δ ταξίδεψαν προς το αεροδρόμιο προκειμένου ν'αναχωρήσει για την προγραμματισμένη επάνοδό του στην ..., πλην όμως είναι σαφείς οι καταθέσεις των δύο παθόντων που τον αναφέρουν ως συμμέτοχο στις σε βάρος τους τελεσθείσες αξιόποινες πράξεις.
Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις εις βάρος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, διά να δικασθή διά τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση αυτού και επεκύρωσε το ως άνω παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς.
Με τις παραδοχές και σκέψεις αυτές το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη υπό του άρθρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και του άρθρ. 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει, ως άνω, σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα εκ της ανακρίσεως πραγματικά περιστατικά εν σχέσει προς τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, προς παραπομπή τούτου στο ακροατήριο.
Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα προσδιορίζονται κατ'είδος τα ληφθέντα υπ'όψη αποδεικτικά στοιχεία, η δε επισήμανση των καταθέσεων των δύο παθόντων, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και, επομένως, η περί ελλείψεως αιτιολογίας αιτίαση είναι αβάσιμη, ενώ, κατά το μέρος με το οποίο δι'αυτής πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων και περί πραγμάτων κρίση του συμβουλίου, είναι απαράδεκτη.
Εξ άλλου, οι από 10/11-7-2007 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, εκτός του κειμένου της από 9-7-2007 εκθέσεως αναιρέσεως ευρισκόμενοι, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού αυτοί, κατά τα προεκτεθέντα, δεν μπορούν να προταθούν από τον αναιρεσείοντα. Πάντως, ο ισχυρισμός περί παραγραφής των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, ως πλημμελημάτων κατά τον Γερμανικό Ποινικό Κώδικα, λόγω παρελεύσεως πενταετίας από της τελέσεώς των, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, ως προκύπτει εκ της επισκοπήσεως των στοιχείων της δικογραφίας, η ποινική δίωξη δι'αυτές ησκήθη προ της παραγραφής των κατά τον ανωτέρω αλλοδαπό νόμο. Αλλ'υπό τα δεδομένα αυτά, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, και να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω-------------------------
Να απορριφθή η από 9 Ιουλίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, ως και οι από 10/11-7-2007 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, κατά του υπ'αριθμ. 200/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 29 Οκτωβρίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κυρία ή προανάκριση) για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν ιδρύει όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με ολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αναφερόμενα σ' αυτό αποδεικτικά μέσα, προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά? "Ο Α, γερμανός υπήκοος, συγγενής εξ αγχιστείας με τον κατηγορούμενο-εκκαλούντα είχε φιλικές σχέσεις στη ... με τους παθόντες Β και τη σύζυγό του, ... καταγωγής Γ, στους οποίους ο Α γνώρισε κι ανέπτυξαν φιλικές σχέσεις, τους Δ και Ε. Περί τα τέλη έτους 2001, ο Ε, που διατηρούσε επιχείρηση εμπορίας ηλεκτρικών ειδών στη ..., έπεισε τους παθόντες να του δανείσουν χρηματικό ποσό 20.000 μάρκων ..., με την υπόσχεση ότι θα επιστρέψει τα χρήματα μέχρι το Φεβρουάριο 2002. Η υπόσχεση δεν υλοποιήθηκε και τα χρήματα δεν επεστράφησαν και γι' αυτό οι παθόντες κατέφυγαν στα δικαστήρια κι εξέδωσαν διαταγή πληρωμής σε βάρος του άνω οφειλέτη κι επιδίωκαν αναγκαστική εκτέλεση. Για ν' αποτραπεί αυτός ο κίνδυνος ο Ε, με συνεργούς τους Δ, τον άνω αναφερόμενο Α τον κατηγορούμενο Χ και τους ΣΤ' και Ζ, φίλους του Α, οργάνωσαν εγκληματικό σχέδιο απαγωγής, παράνομης κατακράτησης, εκβιασμού-σωματικών βλαβών σε βάρος των παθόντων. Έτσι στις 21-5-2002, με παραπλανητικό τρόπο τους παρέσυραν σε αποθήκη ερημικής τοποθεσίας της πόλης ... για να τους παραδώσουν δήθεν μέρος του οφειλόμενου χρηματικού ποσού. Εκεί τους συνέλαβαν, τους στέρησαν την ελευθερία κινήσεων, με σκοπό να τους αναγκάσουν να υπογράψουν έγγραφη δήλωση περί μη οφειλής του ποσού των 20.000 D.Μ. κι επί πλέον να τους παραδώσουν, χωρίς να έχουν τέτοια υποχρέωση, ποσό 30.000 D.Μ. Γι' αυτό απείλησαν το Β ότι θα τον μεταφέρουν βίαια στην ... και τη σύζυγό του στην ..., ότι θα τους χορηγήσουν ναρκωτικές ουσίες, παρά τη θέληση τους, έπληξαν το Β με γροθιές στο πρόσωπο, με λακτίσματα στο σώμα του και με χρήση σουβλιού, προκαλώντας σ' αυτόν βαριές σωματικές βλάβες στο δεξί χέρι και στη δεξιά κνήμη του, αλλά τελικά δεν πέτυχαν να περατώσουν την πράξη του εκβιασμού που επιδίωξαν, γιατί ο παθών βρήκε τρόπο να ελευθερωθεί, να ειδοποιήσει την αστυνομία και στη συνέχεια να ελευθερωθεί και η σύζυγος του. Οι δράστες, πλην του Χ, ο οποίος κατάφερε να διαφύγει στην ..., καταδικάστηκαν με απόφαση του Ποινικού Γερμανικού Δικαστηρίου - ο Ζ αθωώθηκε - κι επιβλήθηκαν σ' αυτούς ποινές στερητικές της ελευθερίας, δεδομένου ότι κρίθηκαν ένοχοι των αξιόποινων κατά τους νόμους της Γερμανίας πράξεων "από κοινού εκβιαστικής αρπαγής, με κατ' ιδέαν συρροή απόπειρας ληστρικής εκβίασης", κι επί πλέον ο Α "κατ' ιδέαν συρροής με βιασμό και επικίνδυνη σωματική βλάβη".
Ο κατηγορούμενος-εκκαλών αρνείται τις κατηγορίες, ισχυρίζεται ότι ήταν παρών στον τόπο τέλεσης των άνω αξιόποινων πράξεων, αλλά δεν αντιλήφθηκε την τέλεσή τους, γιατί ευρισκόταν εκτός της αποθήκης, και αργότερα μαζί με τους Ζ και Δ ταξίδεψαν προς το αεροδρόμιο, προκειμένου ν' αναχωρήσει για την προγραμματισμένη επάνοδό του στην ..., πλην όμως είναι σαφείς οι καταθέσεις των δύο παθόντων που τον αναφέρουν ως συμμέτοχο στις σε βάρος τους τελεσθείσες αξιόποινες πράξεις".
Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη από τα αρθρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει, ως άνω, σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αποδιδόμενων στον αναιρεσείοντα αξιοποίνων πράξεων? α) αρπαγή κατά συρροή, β) απόπειρα εκβιάσεως σε βαθμό κακουργήματος κατά συρροή και γ) σκοπούμενη βαρεία σωματική βλάβη, για τα οποία αυτός κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1-3, 322 περ. β, 385 παρ. 1 περ. α' του ΠΚ και άρθρα 226, 234, 239 και 253 του Γερμανικού ΠΚ. Ειδικότερα, στο προσβαλλόμενο βούλευμα προσδιορίζονται κατ' είδος τα ληφθέντα υπ' όψη αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου, περί ελλείψεως αιτιολογίας, με την επιλεκτική αναφορά στο δικόγραφο της αναιρέσεως μόνο μέρους του αιτιολογικού και συγκεκριμένα της τελευταίας παραγράφου αυτού, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με αυτόν, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου είναι απαράδεκτος και, ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τα άρθρο 485 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, όπως ισχύει μετά τη νομοθετική μεταρρύθμιση του Ν. Δ/τος 1160/1972, "πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση βουλευμάτων πέραν από όσους περιλαμβάνονται στη σχετική έκθεση δεν μπορούν να προταθούν από εκείνον που ασκεί την αναίρεση". Για το λόγο αυτό οι από 10-7-2007 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι βρίσκονται εκτός του κειμένου της από 9-7-2007 εκθέσεως αναιρέσεως, που κατατέθηκαν στις 11-7-2007, απαραδέκτως προβάλλονται και πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθούν.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-7-2007 αίτηση του Χ, ως και τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, που κατατέθηκαν στις 11-7-2007, κατά του υπ' αριθμ. 200/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1606/2008 σελ. 212
|
Επάρκεια αιτιολογίας παραπεμπτικού βουλεύματος. Απαράδεκτοι οι πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση βουλεύματος πέραν από όσους περιλαμβάνονται στην αίτηση αναιρέσεως (άρθρ. 585 παρ. 4 του Κ.Π.Δ.). Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πρόσθετοι λόγοι.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1605/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Αλέξανδρο Νικάκη (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Θεοδώρα Γκοϊνη, Ανδρέα Τσόλια (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αδάμ Παπαδαμάκη, περί αναιρέσεως της 8799/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1595/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ.1 και 2 του ΚΠοινΔ, όπως η δεύτερη παράγραφος αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή μόνο αίτηση αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 του ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων λόγων είναι και αυτός της έλλειψης αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι οι λόγοι αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσης για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης τούτου, για να έχει την, απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση απόφασης και εκείνον της άσκησης της έφεσης, όπως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός εάν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα αιτήματα αυτά (ΟλΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικώς με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως αγνώστου διαμονής" χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών -κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικώς με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανώτερης βίας) δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό του εκπροθέσμου της άσκησης της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος ο εκκαλών - κατηγορούμενος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και την αστυνομική αρχή. Τόπος δε κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, αυτός που έχει δηλώσει στην αρμόδια εισαγγελική αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 8799/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ενώ οι αναιρεσείουσες εκπροσωπήθηκαν στη δίκη εκείνη από συνήγορο, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς τους, οι υπ' αριθμ. 1596, 1597 και 1598/25-5-2007 εφέσεις τους κατά της υπ' αριθμ. 853/2004 ερήμην απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καθεμιά απ' αυτές είχαν καταδικασθεί, για παράβαση του Α.Ν.86/1967 σε συνολική ποινή φυλακίσεως 26 μηνών και σε συνολική χρηματική ποινή 6.000 ευρώ. Στις ανωτέρω εφέσεις, οι οποίες παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, κατά την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων αναιρέσεως, δεν εκτίθενται λόγοι ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή τους, ούτε ακυρότητα της επιδόσεως στις εκκαλούσες της εκκαλούμενης αποφάσεως. Αυτό που σχετικώς διαλαμβάνεται, ότι, δηλαδή, οι εκκαλούσες "ουδέποτε έλαβαν γνώση"δεν εμπίπτει στην έννοια της ανώτερης βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, ούτε συνιστά ή ενέχει επίκληση λόγου ακυρότητας των επιδόσεων της εκκαλούμενης αποφάσεως στις εκκαλούσες. Ειδικότερα, και στις τρεις εκθέσεις εφέσεως αναφέρονται, κατά πιστή μεταφορά τα εξής? "Ασκώ την παρούσα έφεση, προκειμένου να εξαφανισθεί η υπ' αριθμ. 853/9-1-2004 καταδικαστική εις βάρος μου απόφαση, για το λόγο ότι ουδέποτε έλαβα γνώση, διότι δεν μου επιδόθηκε ούτε το κλητήριο θέσπισμα, ώστε να παραστώ στη δικάσιμο για την εκδίκαση της υπόθεσής μου, ούτε φυσικά η απόφαση. Και οι δύο επιδόσεις έγιναν ως κατοίκου άγνωστης διαμονής στο ..., και όχι σε μένα την ίδια παρότι είμαι κάτοικος γνωστής διαμονής" .
Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι "οι εκκαλούσες- κατηγορούμενες καταδικάσθηκαν με την υπ' αριθμ. 853/9-1-2004 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία επιδόθηκε σ' αυτές ως αγνώστου διαμονής στο ... και παρελήφθη από το δημοτικό υπάλληλο που ήταν επιφορτισμένος για τις επιδόσεις ... (βλ. τις από ... εκθέσεις επιδόσεως του αρχιφύλακα ...). Η επίδοση ως αγνώστου διαμονής έγινε, αφού διαπιστώθηκε ότι ήταν άγνωστες στην ... και βεβαιώθηκε αυτό. Βέβαια η μεν Χ3 παρουσιάζει ένα εκκαθαριστικό οικονομικού έτους 2003, που φαίνεται ότι είχε διεύθυνση ..., και η Χ1 περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ, όπου φαίνεται ότι διαμένει στη ..., πλην όμως δεν γνωστοποίησαν τις αλλαγές διεύθυνσης και νόμιμα κλήθηκαν ως αγνώστου διαμονής. Οι κατηγορούμενες δεν ήταν παρούσες στο πρωτόδικο δικαστήριο, παρ' ότι κλήθηκαν ως κάτοικοι ...-αγνώστου διαμονής και την κλήση παρέλαβε ο δημοτικός υπάλληλος ..., όπως αναφέρεται στα σχετικά από ... αποδεικτικά επιδόσεως(βλ. σχ. έγγραφα). Επομένως ο άνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από όλα αυτά πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η έφεση, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της".
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι οι ένδικες εφέσεις ασκήθηκαν στις 25-5-2007. Χαρακτηριστικά διαλαμβάνεται στο διατακτικό ότι "απορρίπτει ως απαράδεκτες τις υπ' αριθμ. 1596,1597 και 1958/25-5-2007 εφέσεις, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως αυτών, κατά της υπ' αριθμ. 853/9-1-2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης".
Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής των εφέσεων, ως εκπροθέσμων και απαραδέκτων, αποφάσεως, είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, δηλαδή, η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως στις εκκαλούσες (15-11-2004), τα τρία σχετικά αποδεικτικά επιδόσεως και η χρονολογία ασκήσεως των εφέσεων (25-5-2007), η οποία κείται πέραν της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεώς των. Εφόσον δε οι εκκαλούσες δεν πρόβαλαν με τις ως άνω εφέσεις τους, κατά τα ανωτέρω, ούτε λόγους ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, ούτε ακυρότητα των επιδόσεων της εκκαλούμενης αποφάσεως, δεν υποχρεούτο το Τριμελές Εφετείο να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφασή του άλλη, πλέον της ανωτέρω, ικανής για τη στήριξη του διατακτικού της, αιτιολογία. Ειδικότερα, εφόσον οι εκκαλούσες δεν προέβαλαν με τις ως άνω εφέσεις τους ότι είχαν καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως τη διεύθυνση που αναφέρουν στις εφέσεις τους, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησαν γνωστή τη διεύθυνσή τους αυτή, νομίμως αυτές αναζητήθηκαν (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση που αναφέρεται στη μήνυση, εκ περισσού δε εξετάστηκε για το θέμα αυτό μάρτυρας στο ακροατήριο και ανεγνώσθησαν τα αναφερόμενα με αριθμούς 1-10 έγγραφα. Επομένως ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-9-2007 αίτηση των 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8799/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για την κάθε μία απ' αυτές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαϊου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1605/2008 σελ. 22
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια. Η απόφαση που απόρριψε την έφεση ως απαράδεκτη είναι αιτιολογημένη, αφού διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης απόφασης και εκείνον της άσκησης της έφεσης, Οι εκκαλούσες δεν προέβαλαν με τις εφέσεις τους ότι είχαν καταστήσει γνωστή την αλλαγή της διευθύνσεως που αναφέρεται στην μήνυση στην εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση. Συνεπώς νομίμως αυτές αναζητήθηκαν σ’ αυτή. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1604/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποιν.Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, θεοδώρα Γκοΐνη, Ιωάννη Παπουτσή (ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Παγου), Ιωάννη Σίδερη (ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (λόγω κωλύματος του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 155-15/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Χαλκίδας. Με κατηγορούμενο τον Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μαλεβίτη και πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, ως ασκούντες αμφότεροι την μέριμνα της ανήλικης κόρης τους Ψ3, που στο ακροατήριο παρέστησαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Μαρούπα.
Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Χαλκίδας με την υπ' αριθμ. 155-156/2007 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, που συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίας Στεφανοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 353/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή και τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 148 έως 153, 474 παρ. 2, 476 παρ. 2 και 509 παρ. 1α του ΚΠοινΔ, προκύπτει, ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σε αυτή λόγοι από τους περιοριστικώς διαλαμβανόμενους στο άρθρο 510 του ίδιου Κώδικα, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, γιατί, διαφορετικά, η αίτηση τυγχάνει απαράδεκτη. Από την ως άνω αξίωση του νόμου, δεν εξαιρείται ο προβλεπόμενος στο παραπάνω άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ. Ενόψει τούτων, για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει, α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία της, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της απόφασης, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επιπλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της απόφασης (Ολ. ΑΠ 19/2001 και ΟλΑΠ 9/2005). Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (Ν.Δ.53/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης υπάρχει είτε όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν εκθέτει καθόλου ή εκθέτει ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και αποκλείουν τη συνδρομή όλων ή μερικών από τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους του εγκλήματος που του αποδίδεται, είτε όταν δεν αιτιολογεί καθόλου ή με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το σχετικό από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, λόγο της κρινόμενης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, διότι "από το σκεπτικό της 155,156/2007 απόφασης του Μ.Ο.Δ. Χαλκίδας προκύπτει ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να αντιμετωπίσει το περιεχόμενο της καταθέσεως της ανήλικης παθούσας που περιγράφει με τρόπο σαφή και λεπτομερή τις ασελγείς πράξεις, που τέλεσε σε βάρος της ο κατηγορούμενος, αναφέρει ως αιτιολογία ότι "οι καταγγελίες... δεν αντέχουν στη λογική...". Η παραδοχή όμως αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει αιτιολογία αθωωτικής αποφάσεως, αφού το δικαστήριο είχε υποχρέωση να αντιπαραθέσει στους ισχυρισμούς της παθούσας το περιεχόμενο άλλων αποδεικτικών μέσων και όχι τον παραπάνω γενικό αφορισμό". Έτσι, όμως, όπως έχει διατυπωθεί ο λόγος αυτός, με επιλεκτική αναφορά μιας μόνο φράσεως από το σκεπτικό δύο σελίδων, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις αυτές της αιτιολογίας και σε ποιες παραδοχές εμφανίζονται συγκεκριμένες πραγματικές πλημμέλειες , είναι αόριστος και πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ειδικότερα, δεν εκτίθενται στη συνταχθείσα έκθεση με σαφήνεια και πληρότητα οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία κηρύχτηκε ο κατηγορούμενος ομόφωνα αθώος αποπλάνησης παιδιού νεότερου των δέκα ετών κατ' εξακολούθηση, και επιπλέον τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, από την ακροαματική διαδικασία, ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και των υποκειμενικών όρων της πιο πάνω αξιόποινης πράξης, παρά μόνο ο γενικός και αόριστος ψόγος ότι το Δικαστήριο είχε υποχρέωση να αντιπαραθέσει στους ισχυρισμούς της παθούσας το περιεχόμενο άλλων αποδεικτικών μέσων, τα οποία επίσης δεν προσδιορίζει. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η υπ' αριθμ. 12/25-2-2008 αίτηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της 155,156/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Χαλκίδας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 12/25-2-2008 αίτηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της με αριθμ. 155,156/2007 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Χαλκίδας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1604/2008 - σελ.28
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως διότι εκτίθενται ελλιπώς οι παραδοχές και οι πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης.
|
Εισαγγελέας Αρείου Πάγου
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.
| 2
|
Αριθμός 1602/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο- Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο (που ορίσθηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρβούνη, περί αναιρέσεως της 69/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαβρύτων.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαβρύτων, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1720/2007.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, ως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 του Ν 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμά στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού ανάλογα με το είδος του οφειλομένου φόρου και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17,18, 19 και 21 παρ.2 του Ν.2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι προκειμένου περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνον στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των υπ' αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσης φορολογικής του παράβασης, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης. Η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή σε περίπτωση άσκησής της απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, η οποία, ως εισάγουσα ευμενέστερη για τον δράστη των εγκλημάτων αυτών ρύθμιση, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 24 του ν. 2523/1997, και επί εκείνων που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του, δεν απαιτείται, προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και, συνεπώς, για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης αλλά ούτε, σε περιπτώσεις άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Για τους ίδιους λόγους, στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσια οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18 και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου). Στα ανωτέρω, τέλος, δεν επέφερε μεταβολή η διάταξη του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004 , με την οποία αντικαταστάθηκε η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 25 Ν.1882/1990. 2.Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καλαβρύτων που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε τον κατηγορούμενος ένοχο για τις αναφερόμενες στο διατακτικό της αποφάσεώς του μερικότερες πράξεις του εγκλήματος του άρθρου 25 του Ν.1882/1990 και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών την οποία μετέτρεψε. Στην άνω καταδικαστική κρίση του οδηγήθηκε το δικαστήριο αφού στο σκεπτικό του, με πληρότητα αιτιολογίας απέρριψε τον περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως ισχυρισμό του κατηγορουμένου, δεχθέν ότι επί του εγκλήματος του άρθρου 25 του Ν.1882/1990, ως τροποποιηθέν ισχύει, δεν εφαρμόζεται η παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσια οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, ούτε και ότι για την άσκηση ποινικής διώξεως επί του εγκλήματος του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 πρέπει να προηγηθεί τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της τυχόν ασκηθείσης προσφυγής. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο και έκρινε παραδεκτώς ασκηθείσα την ποινική δίωξη, χώρησε δε στην ουσιαστική έρευνα της κατηγορίας, δεν υπερέβη την εξουσία του. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι έπρεπε να εφαρμοσθεί η παρ.4 του άρθρου 21 Ν.2523/1997, αφού το δικαστήριο δέχεται και τον καταδικάζει, μεταξύ άλλων, και για μη απόδοση Φ.Π.Α είναι αβάσιμη και απορριπτέα γιατί ερείδεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού το δικαστήριο δεν τον δίκασε για παράβαση της διατάξεως του άρθρου 18 του Ν.2523/1997 η οποία αναφέρεται στο αυτοτελές αδίκημα της απόδοσης Φ.Π.Α, αλλά για την μη καταβολή βεβαιωθέντων χρεών, μεταξύ των οποίων και χρέη από βεβαιωθέντα Φ.Π.Α, η καταβολή των οποίων είχε ορισθεί να γίνει σε δόσεις.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠΔ με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για υπέρβαση εξουσίας και ο δεύτερος, κατ' ορθή εκτίμηση, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, καθώς και η αίτηση (να απορριφθεί στο σύνολό της) καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Π.Δ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 69/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καλαβρύτων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1602/2008 - σελ. 2
|
Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο. Για την άσκηση ποινικής δίωξης δεν απαιτείται η προηγούμενη τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της τυχόν ασκηθείσης προσφυγής, ούτε πρέπει η μηνυτήρια αναφορά για την άνω πράξη να συνοδεύεται από τα αναφερόμενα στην παρ. 4 του άρθρου 21 Ν. 2523/1997 έγγραφα. Τα παραπάνω απαιτούνται μόνο επί των παραβάσεων των άρθρων 17, 18 και 19 Ν. 2523/1997. Απόρριψη αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας και εσφαλμένη ερμηνεία - εφαρμογή του νόμου.
|
Φοροδιαφυγή
|
Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας.
| 0
|
Αριθμός 1600/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο- Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Κούρτοβικ, περί αναιρέσεως της 300/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Χ2, 2) Χ3 και 3) Χ4. Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22.1.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 346/2008.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, άλλως, εάν κριθεί παραδεκτή, να απορριφθεί ως αβάσιμη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά το άρθρο 465 παρ. 1 ΚΠΔ, ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως, είτε δια αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 1. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, που παρέχεται σ' εκείνον που καταδικάσθηκε μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από το συνήγορο που είχε παραστεί στη συζήτηση. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, πλην άλλων περιπτώσεων, από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα να το ασκήσει ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 300/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, κατ' έφεση, σε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα τριών (13) ετών και τριών (3) μηνών. Τη συγκεκριμένη αναίρεση άσκησε εμπρόθεσμα, με δήλωση απευθυνόμενη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για λογαριασμό του παραπάνω καταδικασθέντος, η δικηγόρος Αθηνών Αγγελική Λιτζέρη, χωρίς όμως να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου του παραστάντος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη καταδικαστική σε βάρος του παραπάνω απόφαση. Τούτο δε προκύπτει σαφώς από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται, ότι ο αναιρεσείων κατά την εκδίκαση της εφέσεώς του την 29-11-2007, ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, εκπροσωπήθηκε από τον αυτεπαγγέλτως διορισθένατα δικηγόρο Γεώργιο Φρατζεσκάκη. Επομένως η δικηγόρος Αγγελική Λιντζέρη η οποία άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως για λογαριασμό του αναιρεσείοντος δεν ήταν συνήγορός του, κατά την εκδίκαση και έκδοση της προσβαλλομένης καταδικαστικής αποφάσεως. Περαιτέρω, η παραπάνω δικηγόρος άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως για λογαριασμό του προαναφερομένου χωρίς σχετική εντολή αυτού, αφού προκύπτει ότι κατά την άσκηση της συγκεκριμένης αιτήσεως αναιρέσεως δεν προσαρτήθηκε σ' αυτή, όπως απαιτείται από το νόμο, το σχετικό ειδικό πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο αυτού ή το κατά το άρθρο 42 παρ.2 Κ.Π.Δ έγγραφο εξουσιοδότησης, αλλ' ούτε από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η ως άνω δικηγόρος διορίσθηκε ως συνήγορος του αναιρεσείοντος κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2 και 6 παρ.1 του Ν.3226/2004. περί δικαστικής συνδρομής για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
Συνεπώς, πρέπει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 465, 476 παρ. 1 ΚΠΔ να απορριφθεί ως απαράδεκτη, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Συνακολούθως και το αίτημα που υποβάλλεται από την δικηγόρο Αθηνών Ιωάννα Κούρτοβικ, η οποία με την υπ' αριθμ. 81/2008 διάταξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου διορίσθηκε συνήγορος του αναιρεσείοντος μόνο προκειμένου να τον εκπροσωπήσει κατά τη σημερινή δικάσιμο, με το οποίο ζητείται η αναβολή συζητήσεως της υποθέσεως προκειμένου να προπαρασκευασθεί προσηκόντως για την υπεράσπιση της υποθέσεως, πρέπει, να απορριφθεί διότι αυτονόητο είναι ότι η εξέταση του αιτήματος αναβολής προϋποθέτει παραδεκτώς ασκούμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα για αναβολή συζητήσεως της υποθέσεως.
Απορρίπτει την από 22 Ιανουαρίου 2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 300/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1600/2008 - σελ. 22
|
Απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως που ασκείται κατά καταδικαστικής αποφάσεως από συνήγορο που δεν παρέστη στο δικαστήριο, και για τον οποίο, ασκούντα για λογαριασμό του καταδικασθέντος την αίτηση αναιρέσεως, δεν επισυνάπτεται σ΄ αυτήν πληρεξούσιο έγγραφο ή εξουσιοδότηση. Λόγω του απαραδέκτου της αιτήσεως για την άνω αιτία, το υποβαλλόμενο κατά τη συζήτηση αίτημα αναβολής απορρίπτεται διότι προϋπόθεση για την έρευνα και την παραδοχή του είναι η άσκηση παραδεκτής αναίρεσης. Απορρίπτει αίτημα για αναβολή συζητήσεως της υποθέσεως. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αναβολής αίτημα.
| 0
|
Αριθμός 1598/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μαρίνο Μπιλιώνη, για αναίρεση της με αριθμό 436/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2096/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 33 παρ.1 του ν.1975/1991, τιμωρούνται με τις οριζόμενες ποινές, τα αναφερόμενα στην παράγραφο αυτή πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και οι οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου, οι οποίοι μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς, που σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ... καθώς και αυτοί οι οποίοι τους εξασφαλίζουν κατάλυμα για απόκρυψη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ.1 του ίδιου νόμου, κάθε αλλοδαπός, δύναται να εισέλθει στο ελληνικό έδαφος, όταν κατέχει κανονικό και ισχύον διαβατήριο, ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο, αναγνωριζόμενο από διεθνείς συμβάσεις και φέρει, εφόσον απαιτείται, έγκυρη και ισχύουσα θεώρηση εισόδου (VISA). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ.2 του ως άνω νόμου, που προβλέπει την ποινική ευθύνη και των αλλοδαπών, οι οποίοι εισέρχονται στο ελληνικό έδαφος χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, προκύπτει ότι θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα, υπαλλακτικώς μικτό, τελούμενο με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους τρόπους, άρα και από τα πρόσωπα τα οποία αποκρύπτουν αλλοδαπούς, που δεν έχουν το δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της χώρας, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, (δηλαδή χωρίς διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο), γνωρίζοντας βεβαίως την αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών. Τα στοιχεία αυτά της γνώσεως της παράνομης εισόδου των αλλοδαπών στο ελληνικό έδαφος, πρέπει να αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση για την πληρότητα της αιτιολογίας.
ΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι κατ' αρχή αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη γνώση και τη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή . Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του Κ.Π.Δ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλ-λόμενη υπ' αριθμό 436/2007 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, για την πράξη της παράνομης απόκρυψης εννέα αλλοδαπών γυναικών κατά συρροή, σε ποινή φυλάκισης για κάθε πράξη ενός (1) έτους και συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών την όποια το δικαστήριο ανέστειλε. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, διαλαμβάνονται τα εξής: "....Από τις ένορκες καταθέσεις των µαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθµιας δίκης και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούµενος παρότι γνώριζε πως οι εννέα (9) αλλοδαπές, Βουλγαρικής υπηκοότητας, που απασχολούσε ως σερβιτόρες στο κατάστηµα-Βar ιδιοκτησίας του, µε τον διακριτικό τίτλο "...",που διατηρούσε στην ..., δεν είχαν δικαίωµα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, ως στερούµενες των απαραίτητων ταξιδιωτικών εγγράφων, εξασφάλιζε στις 6-2-2001 σε αυτές κατάλυµα για απόκρυψη. Ειδικότερα προσέφερε στις παραπάνω αλλοδαπές κατάλυµα σε οικία στην ..., αγνώστου διευθύνσεως, εξασφαλίζοντας κατά τον τρόπο αυτό την απόκρυψή τους. Εποµένως ο κατηγορούµενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως και πρωτοδίκως. ..." Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της παράνομης απόκρυψης λαθρομεταναστών στο εσωτερικό της Ελλάδας, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14, 26, 27, 94 του ΠΚ και 33 παρ. 1α του ν. 1975/99, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ίδιες σκέψεις και δεν αποτελεί τυπικά αντιγραφή του διατακτικού, το οποίο σε κάθε περίπτωση διαλαμβάνει τα κατά νόμο αναγκαία πραγματικά περιστατικά για την αντικειμενική θεμελίωση της πράξεως, ενώ για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν επιβάλλεται να εκτίθεται τι ακριβώς προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο ούτε να γίνεται αξιολογική σύγκριση και συσχετισμός αυτών. Περαιτέρω, διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την παράνομη είσοδο των λαθρομεταναστών στην χώρα, αφού στις εκ του πράγματος παραδοχές, ότι δηλαδή απέκρυπτε αυτές σε άγνωστο κατάλυμα, εμπεριέχεται το στοιχείο της γνώσης της παρανόμου εισόδου. Η αιτίαση, τέλος, ότι οι αλλοδαπές γυναίκες διέμεναν σε ξενοδοχεία και σε οικίες φιλικών προσώπων και συνεπώς δεν τις απέκρυπτε ο κατηγορούμενος, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα διότι βάλλει κατά της ανέλεγκτης περί τα πράγματα κρίσης του δικαστηρίου. Συνεπώς οι λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 436/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1598/2008 - σελ.2
|
Αιτιολογημένη καταδίκη για απόκρυψη λαθρομεταναστών. Στην απόκρυψη εμπεριέχεται το στοιχείο της γνώσης της παράνομης εισόδου.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Λαθρομεταναστών μεταφορά.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1603/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Βιολέτα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαϊου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιατράκο, περί αναιρέσεως της 223/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 127/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., ''όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών'', και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., ''από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν''. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει, ότι, για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Οταν όμως η αμέλεια συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ αμελείας που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της απόφασης και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 223/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, καταδικάσθηκαν ο αναιρεσείων πολιτικός μηχανικός και ο συγκατηγορούμενός του Χ2 εργολάβος κατηγορούμενοι σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών ο καθένας, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, διαλαμβάνεται ότι, "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται παραπάνω λεπτομερώς και την απολογία του δευτέρου κατηγορουμένου σε συνδυασμό με την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδεικνύονται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Οι κατηγορούμενοι, τυγχάνοντες εργολάβος ο πρώτος και επιβλέπων μηχανικός ο δεύτερος, της υπό ανέγερση οικοδομής με υπόγειο που βρίσκεται στην περιοχή ..., όφειλαν σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθ. 1 και 37§1 του ΠΔ 1073/1981 και τις διατάξεις των άρθρων 2§1 12§1 σε συνδ. με Παράρτημα II και 8§2α σε συνδ. με Παράρτημα ΙΥ-Μέρος Β, τμήμα II αρθ. 5§5·1 5·2 του ΠΔ 305/1996 που εκδόθηκε προς συμμόρφωση προς την Οδηγία 92/57/ΕΟΚ να τοποθετήσουν στερεά κιγκλιδώματα με επαρκές ύψος που θα διέθεταν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο ή άλλο ισοδύναμο μέσο, είτε άλλους μηχανισμούς συλλογικής προστασίας, όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας, προς πρόληψη πτώσεως κάποιου εργάτη από την ως άνω οικοδομή. Εντούτοις όμως αυτοί δεν φρόντισαν να τοποθετήσουν κάποιο από τα παραπάνω προστατευτικά. Έτσι όταν στις 30-1-2001 ο Α, που εργαζόταν ως οικοδόμος στο εργοτάξιο της παραπάνω οικοδομής και εκτελούσε εργασίες καλουπώματος στην ταράτσα του Α' ορόφου, σε ύψος 7 μέτρων από το έδαφος, έχασε την ισορροπία του, κατέπεσε στο έδαφος, με αποτέλεσμα να υποστεί πολλαπλές κακώσεις, από τις οποίες ως μόνη ενεργό αιτία να επέλθει ο θάνατος του. Επομένως, το ατύχημα που συνέβη στον ως άνω εργαζόμενο οφείλεται σε αμέλεια των κατηγορουμένων. Πρέπει δε να αναφερθεί ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 και 7 του ν. 1386/1983 και ι και 37 του ΠΔ1073/1981 συνάγεται ότι: ι) ο πολιτικός μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου έχει νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον εργολάβο για τη λήψη των ενδεικνυόμενων μέτρων ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος και την ασφαλή κατασκευή και διατήρηση των χώρων και των δαπέδων εργασίας και 2) ο εργολάβος που ανέλαβε την εκτέλεση του οικοδομικού έργου έχει επίσης νομική υποχρέωση να λαμβάνει τα ενδεικνυόμενα μέτρα ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος, ασχέτως αν του δόθηκαν ή μη σχετικές οδηγίες από τον επιβλέποντα μηχανικό (ΑΠ 65/2003 ΠοινΛογ 2003/106, ΝΟΜΟΣ). Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας (άρ.84§2δ ΠΚ).". Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αυτό δε γιατί, α) δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά, τα θεμελιωτικά της υποστάσεως (αντικειμενικής και υποκειμενικής) του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Συγκεκριμένα δεν διαχωρίζεται και δεν εξειδικεύεται η νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος, ως επιβλέποντος μηχανικού, και η διαπιστωθείσα παράλειψη της υποχρεώσεως αυτής αναφορικά προς το επελθόν αποτέλεσμα, δεδομένου ότι οι υποχρεώσεις του αναιρεσείοντος ως πολιτικού μηχανικού - επιβλέποντος δεν ταυτίζονται με εκείνη του εργολάβου εκτελούμενου οικοδομικού έργου και ειδικότερα δεν εκτίθεται από πού προκύπτει η υποχρέωση του αναιρεσείοντος, ως επιβλέποντος την εκτέλεση του έργου πολιτικού μηχανικού, να τοποθετήσει ο ίδιος στερεά κιγκλιδώματα με επαρκές ύψος που θα διέθεταν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο ή άλλο ισοδύναμο μέσο, είτε άλλους μηχανισμούς συλλογικής προστασίας, όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας, προς πρόληψη πτώσεως κάποιου εργάτη από την ως οικοδομή και από την παράλειψη της υποχρεώσεως αυτής έγινε υπαίτιος του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος και β) είναι αντιφατική και τούτο διότι ενώ δέχεται ότι η νομική υποχρέωση του πολιτικού μηχανικού που επιβλέπει την κατασκευή του οικοδομικού έργου σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν.1396/83, τον οποίο από παραδρομή αναφέρει ως 1386/1983, συνίσταται στο να δίνει οδηγίες στον εργολάβο για τη λήψη των ενδεικνυομένων μέτρων ασφαλείας προς πρόληψη του ατυχήματος και την ασφαλή κατασκευή και διατήρηση των χώρων και των δαπέδων εργασίας εν ταυτώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων πολιτικός μηχανικός δεν φρόντισε ο ίδιος να τοποθετήσει κάποιο από τα αναφερόμενα ανωτέρω προστατευτικά. Επομένως ο συναφής, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
ΙΙΙ. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του Κ.Π.Δ., για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 223/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1603/2008 σελ. 22
|
Έλλειψη αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για ανθρωποκτονία εξ αμελείας διότι δεν προσδιορίζεται από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς ενέργεια και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτού. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ανθρωποκτονία από αμέλεια.
| 1
|
Αριθμός 1607/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως. Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο (που ορίσθηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου X, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Παπανικολάου, περί αναιρέσεως της 976/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 451/2008.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 167 § 1 του ΠΚ, όποιος μεταχειρίζεται βία ή απειλή βίας για να εξαναγκάσει κάποια αρχή ή υπάλληλο να ενεργήσουν πράξη, που ανάγεται στα καθήκοντά τους ή να παραλείψουν νόμιμη πράξη, καθώς και όποιος βιαιοπραγεί κατά υπαλλήλου ή προσώπου που έχει προσληφθεί ή άλλου υπαλλήλου που είχε προστρέξει για να τον υποστηρίξει, ενώ διαρκεί η νόμιμη ενέργειά του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Κατά δε την παρ.2 του ιδίου άρθρου, αν οι πράξεις που προβλέπει η προηγούμενη παράγραφος έγιναν, εκτός άλλων, από πρόσωπο που οπλοφορεί, καθώς και αν το πρόσωπο κατά του οποίου στράφηκε η πράξη διέτρεξε σοβαρό προσωπικό κίνδυνο, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της αντίστασης, στην περίπτωση που η ενέργεια του δράστη τείνει στην παράλειψη νόμιμης πράξης της αρχής ή του υπαλλήλου, απαιτείται η πράξη, σε παράλειψη της οποίας τείνει ο εξαναγκασμός, να είναι νόμιμη, δηλαδή να βρίσκεται μέσα στον κύκλο της αρμοδιότητας της αρχής ή του υπαλλήλου και να συντρέχουν οι ουσιώδεις τύποι που τάσσονται γι' αυτή. Προσαπαιτείται η χρήση βίας ή απειλής βίας ή βιαιοπραγία κατά του υπαλλήλου. Στην έννοια της βίας περιλαμβάνεται, τόσο η σωματική όσο και η ψυχολογική, αλλά και κάθε είδους ενέργεια, που μπορεί να διεγείρει στον υπάλληλο φόβο και να τον παρεμποδίσει στην εκτέλεση της υπηρεσιακής πράξης. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 13 στοιχ. α του αυτού Κώδικα, υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, είναι δε υπάλληλοι κατά την ανωτέρω έννοια και τα αστυνομικά όργανα.
ΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ειδική δε και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Στην τελευταία αυτή περίπτωση υπάγεται και η παραδοχή από το δικαστήριο μιας ή περισσοτέρων από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 84 ΠΚ ελαφρυντικές περιστάσεις, εφόσον ορισμένως και παραδεκτώς προβάλλονται. Τέλος, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την υπ' αριθ. 976/2007 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "....Από τις ένορκες επ' ακροατηρίου καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, τα πρακτικά της εκκαλουμένης αποφάσεως και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, καθώς και από την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος με προς τούτο θέληση και γνωρίζοντας ότι έτσι διαπράττει τις αξιόποινες αυτές πράξεις, στο ... στις ..., με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα. 1) Κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο οι αστυνομικοί υπάλληλοι A, Β και Γ, έχοντας συλλάβει τον κατηγορούμενο επεχείρησαν να τον προσαγάγουν στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου, επειδή διέπραξε αυτόφωρο αδίκημα στο Δικαστικό Μέγαρο Ναυπλίου. Κατά την στιγμή που τον οδηγούσαν στο γραφείο του Εισαγγελέως ο κατηγορούμενος επεχείρησε να διαφύγει τρέχοντας. Όταν δε οι ίδιοι αυτοί αστυνομικοί επεχείρησαν να ματαιώσουν την διαφυγή του αυτή και προσπάθησαν να τον ξανασυλλάβουν, αυτός μεταχειρίστηκε βία και απειλή βίας για να εξαναγκάσει τους αστυνομικούς αυτούς να παραλείψουν την νόμιμη αυτή ενέργειά τους, που ανάγεται στα καθήκοντά τους. Συγκεκριμένως επετέθη εναντίον τους, τους έσπρωξε βιαίως, τους απείλησε δια των λέξεων "ρε θα σε εξαφανίσω" και επιπλέον δάγκωσε στο δεξιό αυτί τον εκ των ανωτέρω αστυνομικών Γ, σκοπεύοντας έτσι και θέλοντας να τους εξαναγκάσει να παραλείψουν την παραπάνω νόμιμη ενέργειά τους δηλ. την προσαγωγή του από αυτούς στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ναυπλίου. Και 2) Προξένησε σε δημόσιο υπάλληλο κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, απλή σωματική βλάβη και συγκεκριμένα στον αστυνομικό Γ, ο οποίος ευρίσκετο σε διατεταγμένη υπηρεσία για την σύλληψη του ως άνω κατηγορουμένου, προκειμένου αυτός να οδηγηθεί στον Εισαγγελέα για τέλεση αξιόποινης πράξης, ειδικότερα δε δάγκωσε αυτόν στο δεξιό ους, και του προξένησε δύο θλαστικά τραύματα οπισθίας επιφάνειας ωτός. Σημειωτέον, όπως από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος δάγκωσε τον ως άνω αστυνομικό στο αυτί ενώ ακόμη δεν είχαν επιτύχει οι αστυνομικοί να τον ακινητοποιήσουν και να του περάσουν χειροπέδες στα χέρια. Ότι υπό τις ανωτέρω συνθήκες και περιστάσεις τέλεσε τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις ο εν λόγω κατηγορούμενος, αποδεικνύεται από την επ' ακροατηρίου αναγνωσθείσα από 3-11-2000 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού του ΓΝΝ Ναυπλίου Δ, σε συνδυασμό με τις σαφείς περί τούτων καταθέσεις των επ' ακροατηρίου εξετασθέντων μαρτύρων και εχόντων ιδίαν και άμεση αντίληψη αυτών Γ και Β, οι οποίες δεν αναιρούνται από άλλο αποδεικτικό μέσο και ιδία από την επίσης επ' ακροατηρίου του δικαστηρίου τούτου κατάθεση του μάρτυρος Ε, ενόψει του ότι ο τελευταίος δεν έχει άμεση και ιδίαν αντίληψη από την αρχή των διαδραματισθέντων γεγονότων, αλλά από την στιγμή που οι ως άνω αστυνομικοί υπάλληλοι επιχειρούσαν να ματαιώσουν την διαφυγή του κατηγορουμένου με την προς τούτο ακινητοποίησή του και θέση σ' αυτών χειροπεδών. Ισχυρίζεται βεβαίως ο κατηγορούμενος, ότι δάγκωσε στο αυτί και τραυμάτισε τον ανωτέρω αστυνομικό και μηνυτή Γ, αμυνόμενος κατ' αυτού όταν ο τελευταίος, κατά την διάρκεια λογομαχίας του (κατηγορουμένου) με τους αστυνομικούς Β και A με αφορμή ότι αυτοί δεν συνέλαβαν, όπως τους ζήτησε, τον εξυβρίσαντα αυτόν Κων/νο Πίτσιο, του πέρασε χειροπέδη στο χέρι και άρχισε να του τραβά με μεγάλη δύναμη κινδυνεύοντας να του το σπάσει. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός είναι απορριπτέος γιατί αφ' ενός μεν δεν αποδεικνύεται από κανένα των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, αντιθέτως αποδεικνύεται, όπως προεξετέθη, ότι η ενέργεια του μηνυτή να περάσει χειροπέδη στον κατηγορούμενο ήταν επιβεβλημένη και αποσκοπούσε στην ακινητοποίηση του για να μην διαφύγει, αφ' ετέρου δεν συνιστά κατ' ουδένα τρόπο άμυνα, αφού δεν υπήρχε άδικη κατ' αυτού επίθεση του μηνυτή, αλλά δράση αυτού εντός των νομίμων και εκ των καθηκόντων του ορίων. Ισχυρίζεται ακόμη ο κατηγορούμενος ότι κατά τον χρόνο τελέσεως των αξιοποίνων αυτών πράξεών του έπασχε από νοσηρή διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών και διατάραξη της συνειδήσεώς του και επομένως δεν μπορούν να του καταλογισθούν αυτές άλλως πρέπει να κριθεί ως ελαττωμένης ικανότητος καταλογισμού. Όμως και ο ισχυρισμός του αυτός είναι ουσία αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί όπως αποδεικνύεται από τις υπ' αυτού προσκομισθείσες και επ' ακροατηρίου αναγνωσθείσες υπ' αριθ. πρωτ. .../..., .../..., .../..., .../... και .../..., πέντε (5) Ιατρικές βεβαιώσεις του Διευθυντή της Α' Ψυχιατρικής Κλινικής του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Τρίπολης, ΣΤ, αυτός κατά τον επίδικο χρόνο έπασχε από καταθλιπτική συνδρομή (μείζονα κατάθλιψη), χωρίς εξ αυτών ή εξ οιουδήποτε άλλου αποδεικτικού μέσου να προκύπτει ότι η πάθησή του αυτή τον καθιστούσε ανίκανο να αντιληφθεί το άδικο των πράξεών του αυτών ή να ενεργήσει συμφώνως πρός την αντίληψή του για το άδικο αυτό, ή τον καθιστούσε ελαττωμένης .ικανότητος προς καταλογισμό κατά την έννοια του άρθρου 36 ΠΚ. Τέλος ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος ότι πρέπει να αναγνωρισθεί ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις της ΠΚ 84 παρ. 2α, 2β, 2γ και 2ε. Όμως και ο ισχυρισμός του αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος γιατί δεν συνοδεύεται από την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται για την στήριξη εκάστης των επικαλουμένων αυτών ελαφρυντικών περιστάσεων (ΑΠ 1655/2003 ΠΧρ. ΝΔ. 608). ...". Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους και δέκα πέντε (15) ημερών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε,διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων της αντίστασης και της απλής σωματικής βλάβης κατά δημοσίου υπαλλήλου, οι αποδείξεις, που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 167 παρ.1, 308 παρ.1α και 315 παρ.2 του Π.Κ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της αποφάσεως το νόμιμο της ενεργείας των αστυνομικών υπαλλήλων, συνισταμένης στη σύλληψη του κατηγορουμένου για τη διάπραξη αυτοφώρου εγκλήματος, και δεν είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται ειδικώς το αδίκημα που εκείνος διέπραξε. Περαιτέρω, με την παραδοχή ότι η ενέργεια του αστυνομικού υπαλλήλου να ακινητοποιήσει τον κατηγορούμενο και να τον δεσμεύσει με χειροπέδες, δεν συνιστά άδικη επίθεση κατ' αυτού ώστε να δικαιολογείται η από τον τελευταίο πρόκληση σωματικής βλάβης, το δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του επαρκή αιτιολογία για την απόρριψη του περί αμύνης αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Τέλος και αναφορικά με το αίτημα της αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεως, κατά τα προκύπτοντα εκ των πρακτικών, ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε τα επόμενα, κατά λέξη "... να μου αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α,β,γ και ε, αφού έζησα ως τον χρόνο που φέρεται ότι τελέσθηκαν οι πράξεις έντιμη ατομική, οικογενειακή και γενικά κοινωνική ζωή, στην πράξη μου ωθήθηκα από ανάρμοστη συμπεριφορά του μηνυτή μου, στην πράξη μου ωθήθηκα από όχι ταπεινά αίτια και μάλιστα καθ ον χρόνον διατελούσα υπό την επίδραση της πιο πάνω σοβαρής απειλής, σοβαρής βλάβης της υγείας μου, παρασυρόμενος από οργή και βίαιη θλίψη που μου προκάλεσε η άδικη εναντίον μου επίθεση του μηνυτή μου κ.λ.π.. ". Έτσι, όμως, όπως προβλήθηκε ο ισχυρισμός αυτός με απλή επανάληψη των όρων της διατάξεως του άρθρου 84 παρ.2 Π.Κ και χωρίς την παράθεση, παντάπασι, πραγματικών περιστατικών, που να θεμελιώνουν τη συνδρομή των επικαλουμένων ελαφρυντικών περιστάσεων, είναι παντελώς αόριστος και αβασίμως κατά τούτο ο κατηγορούμενος αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση η οποία ομοίως έκρινε.
Συνεπώς, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως με την οποία αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του Κ.Π.Δ) και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση του X για αναίρεση της υπ' αριθμ. 976/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1607/2008 - σελ. 2
|
Έννοια και στοιχεία του εγκλήματος του άρθρου 67 Π.Κ. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και αιτιολογημένη καταδίκη για αντίσταση κατά της Αρχής και απλή σωματική βλάβη κατά αστυνομικού υπαλλήλου. Αιτιολογημένη απόρριψη του περί αμύνης ισχυρισμού. Αόριστη προβολή ισχυρισμού για ελαφρυντικές περιστάσεις. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αντίσταση κατά της αρχής, Σωματική βλάβη απλή, Άμυνα.
| 0
|
Αριθμός 1609/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1 και Χ2, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Σφυρή, για αναίρεση της με αριθμό 215/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2006 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 876/2006.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 2 δ. β' και γ', 96 παρ. 2, 462, 465 παρ. 1, 2 εδ. α' και 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δικ. προκύπτουν, εκτός άλλων, και τα εξής: α) ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου, που έχει σχετική προς τούτο εντολή, η οποία να έχει δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση, με βεβαιωμένη την γνησιότητα της υπογραφής του εντολέως, από οποιανδήποτε δημόσια, δημοτική, κοινοτική αρχή ή δικηγόρο, β) το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του να προσαρτάται στην σχετική έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου, γ) το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως που παρέχεται σ' εκείνον που κατεδικάσθη μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από τον συνήγορο που είχε παραστεί στη συζήτηση, στην περίπτωση, όμως αυτή στη σχετική έκθεση ή δήλωση περί ασκήσεως του ενδίκου μέσου πρέπει να αναφέρεται η ιδιότης του αυτή και δ) εάν ο αντιπρόσωπος ενήργησε χωρίς εντολή ή χωρίς να τηρήσει τις άνω διατυπώσεις, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Επίσης κατά την διάταξη του τελευταίου ως άνω άρθρου 476 παρ. 1 το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο και όταν ησκήθη εκπροθέσμως, κατά δε την παρ. 2 αυτού κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση (όπως η παρ. αυτή αντικατεστάθη υπό του άρθρου 38 Ν.3160/2003). Περαιτέρω, κατ' άρθρο μεν 473 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δικ. "όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από την δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης", κατ' άρθρο δε 340 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δικ. και όπως ίσχυε προ του Ν.3346/17.5.2006 στα πλημμελήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο με έγγραφη δήλωση αυτού, στην περίπτωση δε αυτή θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί γι' αυτόν όλες τις διαδικαστικές πράξεις. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την δια της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 215/23.2.2006 απόφασή του, απέρριψε τις υπ' αριθμ. 171/5.7.2005 και 180/4.8.2005 εφέσεις της αναιρειούσης, ως απαράδεκτες, κατά της υπ' αριθμ. 1556/5.7.2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, με την οποίαν αυτή, παρούσα δια πληρεξουσίου, κατεδικάσθη για απάτη επί δικαστηρίου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και χρήση πλαστού (νοθευμένου) εγγράφου, εις συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, μετατραπείσαν? ειδικότερα με την άνω αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η μεν πρώτη έφεση (171/5.7.2005) απερρίφθη, διότι ο ασκήσας αυτή συνήγορος δεν είχε ειδική προς άσκηση αυτής πληρεξουσιότητα, η δε ετέρα διότι ησκήθη εκπροθέσμως. Από τις εφέσεις και τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, για το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι την πρώτη έφεση ήσκησεν ο δικηγόρος Τρικάλων Θεμιστοκλής Σφύρης "ενεργών δυνάμει του υπ' αριθμ. .... πληρεξουσίου της ..... Δ.ΓΔ' Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στη Ν.Υόρκη". Όμως εξ αυτού του πληρεξουσίου συνταγέντος την 7.9.2004 προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα εξουσιοδότησε τον εν λόγω δικηγόρον να παραστεί (ομού ή κεχωρισμένως, μετά του ετέρου εις το άνω πληρεξούσιο αναφερομένου), κατά την δικάσιμο της 5.10.2004 ή σε κάθε άλλη μετ' αναβολήν, οία είναι και η της 5.7.2005 και "να την εκπροσωπήσουν ως κατηγορουμένη ασκούντες όλα τα προσήκοντα σε αυτήν, ως εντολέα, δικαιώματα", όχι όμως και να ασκήσει έφεση κατά της εκδοθησομένης αποφάσεως, οία η υπ' αριθμ. 1556/5.7.2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων. Ούτω και η έφεση αυτή (171/5.7.2005), χωρίς την τήρηση της άνω διατυπώσεως, ήτο απαράδεκτος και εντεύθεν απορριπτέα. Όσον αφορά την ετέρα έφεση, ήσκησεν ο αυτός ως άνω δικηγόρος Θεμιστοκλής Σφύρης "ενεργών δυνάμει του υπ' αριθμ. ..... πληρεξουσίου του ..... Δ ΛΓ Υ Ε' Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στη Ν.Υόρκη". Όμως αυτή την ήσκησε την 4.8.2005 εκπροθέσμως, μετά την πάροδο, ήτοι, της δεκαημέρου προθεσμίας από την δημοσίευση κατά την 5.7.2005 της υπ' αριθμ. 1556 αποφάσεως ως άνω, χωρίς μάλιστα να εκθέτει λόγους ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος, που να δικαιολογούν το εκπρόθεσμο, όπως εκ της εφέσεως αυτής προκύπτει, προθεσμία η οποία εφαρμόζεται ενταύθα, εφ' όσον η κατηγορουμένη - εκκαλούσα ήτο παρούσα κατά την δημοσίευση της τελευταίας αυτής αποφάσεως. Δι' ό και η έφεση αυτή, 180/4.8.2005, εκπρόθεσμος ούσα, ήτο απαράδεκτος και απορριπτέα. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' Κ.Ποιν.Δικ., οι οποίοι είναι εις την ουσίαν ένας, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένην απόφαση υπερέβη την εξουσία του με την απόρριψη των εφέσεων της αναιρεσειούσης, διότι το μεν υπ' αριθμ. ..... πληρεξούσιο αρκεί και ισχύει και για την άσκηση εφέσεως, το δε ότι η αναιρεσείουσα διαμένει εις την αλλοδαπή και η προθεσμία είναι τριάντα ημερών (χωρίς εις αυτήν να υπολογίζεται ο μήνας Αύγουστος), είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δικ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 12/24.3.2006 αίτηση της Χ1 και Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 215/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Άσκηση εφέσεως δια πληρεξουσίου. Πρέπει να παρέχεται ειδική πληρεξουσιότητα προς άσκηση εφέσεως κατά της συγκεκριμένης αποφάσεως. Κατ’ άρθρον 476 § 1 ΚΠΔ, εάν το ένδικο μέσο ασκείται χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που απαιτούνται ή εάν ησκήθη εκπροθέσμως, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Άρθ. 476 §2 κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Εφόσον ο δικαιούμενος είναι παρών δια πληρεξουσίου θεωρείται παρών και η προθεσμία προς άσκηση εφέσεως είναι δέκα ημέρες αρχομένη από της δημοσιεύσεως, έστω και αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Προθεσμία, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 1
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1612/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ορισθέντα με την υπ'αριθμό 57/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 118/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Με συγκατηγορούμενους τους 1) Χ2 και 2. Χ3. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου, που εδρεύει στην Πάτμο και εκπροσωπείται νόμιμα.
Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και o αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 277/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 192/15-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Το συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με το υπ'αριθμ. 118/2007 βούλευμά του αφού δέχθηκε εν μέρει την υπ'αριθμ. 3/3-2-2003 έφεση του Χ1 (και έπαυσε οριστικά την ποινική κατ'αυτού δίωξη για υπεξαίρεση κατεξακολούθηση και αποφάνθηκε να μην γίνει κατ'αυτού για αντίστοιχες πράξεις) απέρριψε αυτή ως αβάσιμη στην ουσία της εν μέρει και επικύρωσε εν μέρει το υπ'αριθμ. 137/2002 βούλευμα του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κω, με το οποίο είχε παραπεμφθεί και ο ανωτέρω στο Τριμελές Εφετείο (για κακουργήματα) Δωδεκανήσου για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που περιήλθαν στην κατοχή του ως εντολοδόχου και επαναδιατύπωσε την κατηγορία? Ειδικώτερα, το προσβαλλόμενο βούλευμα, μετά από εκτίμηση όλων των αναφερομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, εξαιρέσει αυτών που δεν τα θεωρεί, και ορθά, νόμιμα αποδεικτικά μέσα (βλ. σελίδες 462-3 αυτού), δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων Χ1, ιερομόναχος, διετέλεσε από τον Ιανουάριο 1990 έως το 1998 με απόφαση της αδελφότητας της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και Ευαγγελιστή, της νήσου Πάτμου, που είναι (η αδελφότητα) το κυρίαρχο όργανο της άνω μονής, ο αρμόδιος για την οριοθέτηση των ακινήτων αυτής στην πρακτική δε, αρχικά και με την αποδοχή του ηγουμενοσυμβουλίου και των μελών της αδελφότητας, και τελικά δε και με απόφαση της 20-8-93 της αδελφότητας, αυτός είχε αναλάβει αποκλειστικά και την όλη διαδικασία πώλησης ακινήτων αυτής, προβαίνοντας απ'ευθείας σε συμφωνίες με τους υποψήφιους αγοραστές, τόσο για την επιλογή τους προς πώληση ακινήτου, όσο και για το ύψος του τιμήματος, όπως επίσης οι καταβολές του τιμήματος των πωλήσεων των ακινήτων αυτής γινόταν προς αυτόν, ο οποίος εμφανιζόταν ως εκπρόσωπος της μονής σ'αυτές (πωλήσεις), χορηγώντας μάλιστα σχετικές αποδείξεις είτε επίσημες της Μονής ή απλές, και ώφειλε να παραδίδει το τίμημα στον ταμία της Μονής, αφού εισέπραττε για λογαριασμόν αυτής, αυτός αν και εισέπραξε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα με την άνω ιδιότητά του από πωλήσεις ακινήτων της άνω Μονής δεν τα κατέθεσε στον άνω ταμία είτε εξ ολοκλήρου είτε εν μέρει, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, κατά κατάχρηση της άνω ιδιότητάς του και δη είτε καταθέτοντας αυτό σε προσωπικό λογαριασμό του είτε σε κοινό με άλλους λογαριασμό είτε ενσωματώνοντας αυτό στην περιουσία του εν γνώσει τούτων, το δε τίμημα από κάθε πώληση είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αναφέροντας (το προσβαλλόμενο βούλευμα) συγκεκριμένα στοιχεία για κάθε μερικώτερη πράξη. Συγκεκριμένα δέχθηκε ότι:
"Στην Πάτμο ο δεύτερος των κατηγορουμένων Χ1, κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του 1993 έως και το έτος 1998, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση και κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης με την οποία τον περιέβαλλε η "ΙΕΡΑ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗ" Πάτμου, ως Ηγουμενοσύμβουλο στον οποίο κατά το παραπάνω διάστημα είχε αποκλειστικά ανατεθεί κατ'εντολήν και για λογαριασμό της, η διενέργεια της διαδικασίας εκποιήσεως των ακινήτων αυτής, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα κινητά πράγματα, ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που περιήλθαν στην κατοχή του ως εντολοδόχου. Ειδικότερα, με την ιδιότητα του μέλους του Ηγουμενοσυμβουλίου της Ι Μονής, στο οποίο κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα με πάγια και διαρκή εντολή των τούτο αρμοδίων οργάνων της, (Αδελφότητα και Ηγουμενοσυμβούλιο) αλλά και του ήδη αποβιώσαντος Καθηγουμένου αυτής Επίσκοπου Τραλλέων Χ2, είχε αποκλειστικά ανατεθεί διαπραγμάτευση και όλη γενικά η διαδικασία πώλησης ακινήτων ιδιοκτησίας της , εισέπραξε για λογαριασμό της το τίμημα των πωλήσεων των ακινήτων της που τυπικά και άτυπα διενεργήθηκαν κατά το παραπάνω διάστημα της θητείας του, το οποίο στη συνέχεια δεν απέδωσε, όπως όφειλε, στην ως άνω εντολέα του Ι. Μονή, αλλά ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντας στην περιουσία του το αναγραφόμενο σε κάθε συμβόλαιο ποσόν αυτής, το οποίο αποτελεί ξεχωριστά για κάθε περίπτωση αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Πιο συγκεκριμένα:
1) Στην Πάτμο στις 9-6-1993, και κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 6.030.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τους αντισυμβαλλομένους της εντολέως του Ι. Μονής αγοραστές α) ..., β) ..., γ) ..., δ) ... και ε) ... για την σ' αυτούς, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.020 τ.μν που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
2) Στην Πάτμο στις 9-6-1993, και κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 4.023.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τους αντισυμβαλλομένους της εντολέως του Ι.Μονής αγοραστές α) ... και β) ..., για την σ' αυτούς, μεταβίβαση, ενός κυριότητας της, έκτασης 4.022,92 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής 'του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
3) Στην Πάτμο στις 7-7-1995 και κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 4.010.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Ι. Μονής αγοραστή ..., για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.022,92 τ.μ που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
4) Στην Πάτμο το διάστημα από 9-6 έως 18-10-1994 κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 2.019.000.δραχμών, που με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής, αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 2.019 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά, κατά τον χρόνο της καταβολής του και την, κατά το χρόνο αυτό, υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
5) Στην Πάτμο στις 18-6-1993 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αμαλίας Πουλιέζου τίμημα , ύψους 2.010.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από την αντισυμβαλλομένη της εντολέως του Μονής αγοράστρια ..., για την σ'αυτήν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 500 τ.μ.. που βρίσκεται στη θέση ... νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση: τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
6) Στην Πάτμο στις 18-6-1993 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αμαλίας Πουλιέζου τίμημα, ύψους 2.010.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ..., για την σ' αυτήν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 500 τ.μ.. που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
7) Στην Πάτμο στις 30-3-1993 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 1.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ..., για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 1.000 τ.μ.. που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
8) Στην Πάτμο στις 2-7-1993 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 2.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ..., για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 530 τ.μ. . που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
9) Στην Πάτμο στις 4-4-1996 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 4.100.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τους αντισυμβαλλόμενους της εντολέως του Μονής αγοραστές ... και ... για την σ' αυτούς μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.100 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
10) Στην Πάτμο στις 13/9/1996 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 2.424.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα εντολοδόχου εισέπραξε από τους αντισυμβαλλόμενους της εντολέως του Μονής αγοραστές, ... και ... για την σ' αυτούς μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.010 τμ. που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
11) Στην Πάτμο στις 14-9-1994 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσόν των 2.500.000 δρχ που αντιστοιχεί στα 5/6 του αναγραφόμενου στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λέρου Φροσύνης Τζανουδάκη τιμήματος , ύψους 3.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από την αντισυμβαλλόμενη της εντολέως του Μονής αγοράστρια ... για την σ' αυτήν, μεταβίβαση, του ανήκοντος στην εντολέα του Μονή ποσοστού των 5/6 εξ αδιαιρέτου της κυριότητας ακινήτου έκτασης 4.640 τ.μ που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Λέρου της περιφέρειας του Δήμου Λέρου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
12) Στην Πάτμο στις 24-7-1995 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσόν των 1.375.000 δρχ που αντιστοιχεί στα 5/6 του αναγραφόμενου στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λέρου Φροσύνης Τζανουδάκη τιμήματος , ύψους 1.650.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τους αντισυμβαλλόμενους της εντολέως του Μονής αγοραστές ... και ... για την σ' αυτούς, μεταβίβαση, του ανήκοντος στην εντολέα του Μονή ποσοστού των 5/6 εξ αδιαιρέτου της κυριότητας ακινήτου [οριζόντια ιδιοκτησία], έκτασης 2.045 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Λέρου της περιφέρειας του Δήμου Λέρου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
13) Στην Πάτμο στις 8-12-1995 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσόν των 1.000.000 δρχ που αντιστοιχεί στα 5/6 του αναγραφόμενου στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λέρου Φροσύνης Τζανουδάκη τιμήματος, ύψους 1.200.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τους αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, του ανήκοντος στην εντολέα του Μονή ποσοστού των 5/6 εξ αδιαιρέτου της κυριότητας ακινήτου [τμήμα οικοπέδου-οριζόντια ιδιοκτησία] έκτασης 2.045 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Λέρου της περιφέρειας του Δήμου Λέρου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
14) Στην Πάτμο στις 3-9-1998 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσόν των 5.000.000 δρχ που αντιστοιχεί στα 5/6 του αναγραφόμενου στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λέρου Φροσύνης Τζανουδάκη τιμήματος, ύψους 6.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, του ανήκοντος στην εντολέα του Μονή ποσοστού των 5/6 εξ αδιαιρέτου της κυριότητας ακινήτου έκτασης 1.950 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Λέρου της περιφέρειας του Δήμου Λέρου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
15) Στην Πάτμο στις 21-7-1994 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αμαλίας Πουλιέζου τίμημα, ύψους 1.487.500 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 530 τ.μ.,.. που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
16)Στην Πάτμο στις 8-6-1994 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 4.035.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4035 τ.μ.,. που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
17) Στην Πάτμο στις 3-7-1995 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 4.059.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του αγοραστή ... για την σ' αυτόν, βάση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4059 τ.μ.,., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
18) Στην Πάτμο στις 15-11-1994 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 1.450.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 2783,39 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
19) Στην Πάτμο στις 30-9-1994 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερη( εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 4.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από την αντισυμβαλλόμενη της εντολέως του Μονής αγοράστρια ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.063,80 τ.μ.,. που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
20) Στην Πάτμο στις 2-11-1994 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 4.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από την αντισυμβαλλόμενη της εντολέως του Μονής αγοράστρια, ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.020 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
21) Στην Πάτμο στις 7-7-1995 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 1.500.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ..., για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 2.003 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
22) Στην Πάτμο στις 11-4-1995 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 4.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.100 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
23) Στην Πάτμο στις 4-8-1995 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 3.610.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 5.197 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
24) Στην Πάτμο στις 16-8-1995 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα 2.176.000 δραχμές που αποτελεί μέρος του αναγραφόμενου στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τιμήματος συνολικού ύψους 6.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τους αντισυμβαλλόμενους της εντολέως του Μονής αγοραστές ... και ... για την σ' αυτούς , μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 6.002 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το παραπάνω ποσό των δραχμών, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
25) Στην Πάτμο στις 8-11-1995 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 2.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 2.010,78 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
26) Στην Πάτμο στις 5-12-1996 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα 3.023000 δραχμές που αποτελεί μέρος του αναγραφόμενου στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τιμήματος συνολικού ύψους 5.523.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν , μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.120 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το παραπάνω ποσό των 3.023.000 δραχμών, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, ί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
27) Στην Πάτμο στις 14-12-1996 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα 1.100.000 που αποτελεί μέρος του αναγραφόμενου στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τιμήματος, ύψους 1.500.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 1023,17 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ...της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
28) Στην Πάτμο στις 14-3-1996 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 4.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοράστρια ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.014 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
29) Στην Πάτμο στις 18-4-1996 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 2.188.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ'αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητάς της, έκτασης 4.007,62 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2.
30) Στην Πάτμο στις 3-5-1996 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 1.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ..., για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 552 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
31) Στην Πάτμο στις 9-7-1996 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 1.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενη της εντολέως του Μονής αγοράστρια ... για την σ' αυτήν , μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 2.004 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
32) Στην Πάτμο στις 29-11-1996 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνας Βασιλείου τίμημα , ύψους 4.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τους αντισυμβαλλόμενους της εντολέως του Μονής αγοραστές ... και ... για την σ' αυτούς, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 12.944,15 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
33) Στην Πάτμο στις 31-1-1997 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα 2.000.000δραχμές που αποτελεί μέρος του αναγραφόμενου στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση συνολικού τιμήματος ύψους 4.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.042 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το παραπάνω ποσό των 2.000.000 δραχμών , με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
34) Στην Πάτμο στις 17-12-1997 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα 1.950.000 δραχμές που αποτελεί-μέρος του αναγραφόμενου στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση συνολικού τιμή! ύψους 4.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως της Μονής του αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.005 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το παραπάνω ποσό των 1.900.000 δραχμών , με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
35) Στην Πάτμο στις 7-2-1997 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 3.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοράστρια ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.419,28 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
36) Στην Πάτμο στις 5-3-1998 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 4.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.010 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
37) Στην Πάτμο στις 6-5-1993 και κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λέρου Φροσύνης Τζανουδάκη: τίμημα , ύψους 2.100.200 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τους αντισυμβαλλομένους της εντολέως του Ι. Μονής αγοραστές ..., ..., ... και ... για την σ' αυτούς, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 2.100 τ.μ που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την, κατά τον ίδιο, χρόνο υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
38) Στην Πάτμο στις 14-12-1993 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσόν των 1.956.000 δραχμές από το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 4.012.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.012,29 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά τον ίδιο χρόνο υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
39) Στην Πάτμο στις αρχές του έτους 1995 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 4.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 530τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου, της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την, κατά τον ίδιο χρόνο, αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
40) Στην Πάτμο στις 12-5-1995, και κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 4.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τους αντισυμβαλλομένους της εντολέως του Ι. Μονής αγοραστές ... και ... για την σ' αυτούς, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.008 τ.μ, . που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου, της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την υφισταμένη κατά τον ίδιο χρόνο αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
41) Στην Πάτμο στις 19-10-1995, και κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 4.023.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τους αντισυμβαλλομένους της εντολέως του Ι. Μονής αγοραστές ... και ... για την σ' αυτούς, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.022,90 τ.μ που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την, κατά το ίδιο χρόνο,υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
42) Στην Πάτμο στις 18-1-1996 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 1.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από την αντισυμβαλλόμενη της εντολέως του Μονής αγοράστρια ... για την σ' αυτήν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 2.005 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την, κατά το ίδιο χρόνο, υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
43) Στην Πάτμο στις 23-9-1996 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα , ύψους 2.400.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 3.000 τ.μ., που βρίσκεται στη νήσο ... της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την, κατά το ίδιο χρόνο, υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό" της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
44) Στην Πάτμο στις 30-12-1997 , και κατά κατάχρηση εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Καρδάση τίμημα , ύψους 4.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τους αντισυμβαλλομένους της εντολέως του Ι. Μονής αγοραστές ... και ... για την σ' αυτούς, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.005 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την, κατά τον ίδιο χρόνο, υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
45) Στην Πάτμο εντός Μαΐου 1997, και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης με την οποία τον περιέβαλλε η Ι. Μονή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου αυτής, ιδιοποιήθηκε παράνομα 1.000.000 δραχμές από το τίμημα που, για λογαριασμό της εισέπραξε ως αντάλλαγμα για την προς τον ... πώληση ακινήτου ιδιοκτησίας της εκτάσεως 2010 τ.μ. στη θέση ... της νήσου Πάτμου, την οποία η ως άνω εντολέας του, μέσω αυτού, άτυπα, συνήψε. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικώς αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
46) Στην Πάτμο στις 8-10-1996, και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης με την οποία τον περιέβαλλε η Ι. Μονή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου αυτής ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 1.500.000 δραχμών που εισέπραξε για λογαριασμό της ως αντάλλαγμα για την προς τον ... πώληση ακινήτου ιδιοκτησίας της εκτάσεως 2010 τ.μ. στη θέση ... της νήσου Πάτμου, την οποία η ως άνω εντολέας του, μέσω αυτού, άτυπα, συνήψε. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικώς αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
47) Στην Πάτμο στις 13-9-1996, και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης με την οποία τον περιέβαλλε η Ι. Μονή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου αυτής ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό 6.000.000 δραχμών που εισέπραξε για λογαριασμό της ως αντάλλαγμα , για την προς τον ... πώληση ακινήτου ιδιοκτησίας της , εκτάσεως 2.009 τ.μ. στη θέση ... της νήσου Πάτμου, την οποία η ως άνω εντολέας του, μέσω αυτού, άτυπα, συνήψε. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικώς αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
48) Στην Πάτμο στις 6-9-1996, και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης με την οποία τον περιέβαλλε η Ι. Μονή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου αυτής ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό 8.000.000 δραχμών, που εισέπραξε για λογαριασμό της ως αντάλλαγμα για την προς τον ... πώληση ακινήτου ιδιοκτησίας της , εκτάσεως 2.080 τ.μ. στη θέση ... της νήσου Πάτμου, την οποία η ως άνω εντολέας του μέσω αυτού, άτυπα, συνήψε. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικώς αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
49) Στην Πάτμο στις 23-11-1995, και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης με την οποία τον περιέβαλλε η Ι. Μονή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου αυτής, ιδιοποιήθηκε παράνομα 1.000.000 δραχμές από το τίμημα που, για λογαριασμό της εισέπραξε ως αντάλλαγμα για την προς την ... πώληση ακινήτου ιδιοκτησίας της, εκτάσεως 3.348,16 τ.μ στη θέση ... της νήσου Πάτμου, την οποία η ως άνω εντολέας του, μέσω αυτού, άτυπα, συνήψε. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικώς αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό της έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ."και "
Απορρίπτει το αίτημα του εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη ενώπιον του συμβουλίου αυτού εμφάνιση" με την αιτιολογία (βλ. σελίδα 583 του προσβαλλομένου βουλεύματος) ότι "α) στην απολογία του και στο ενώπιον του Ανακριτή Κω συνημμένο με αυτή απολογητικό του υπόμνημα και β) στο ενώπιον του Συμβουλίου αυτού (= Εφετών Δωδεκανήσου) με αριθμό καταθέσεως .../16-3-2007 πολυσέλιδο απολογητικό του υπόμνημα, στο οποίο επαναλαμβάνει, όσα ήδη εξέθεσε, επικαλούμενος πλήθος εγγράφων τα οποία επισυνάπτει σ'αυτά, αναλύει διεξοδικά και με πληρότητα τις απόψεις του για την συγκεκριμένη κατηγορία, εξειδικεύοντας μάλιστα τα προς υπεράσπισή του επιχειρήματα σε κάθε επί μέρους εξακολουθητική πράξη και ως εκ τούτου δεν υφίσταται πλέον έδαφος για περαιτέρω διευκρινίσεις (ΑΠ 960/2006...)-" Το άνω βούλευμα επιδόθηκε στον παραπάνω στις 17-1-2008 στον ίδιο (βλ. το από 17-1-2008 αποδεικτικό του αστυφύλακα ...) και κατ'αυτού άσκησε ο ίδιος στις 24-1-2008 ενώπιον του γραμματέα βουλευμάτων του Εφετείου Δωδεκανήσου την υπ'αριθμ. 1/2008 αναίρεση προβάλλων ως λόγους αναίρεσης:
α) Υπέρβαση εξουσίας διότι δεν έχει υποβληθεί νόμιμα έγκληση αφού ο φερόμενος ηγούμενος Α, κατά κόσμο ..., δεν εκπροσωπεί την Ιερά Μονή, έτσι και οι επόμενες δικαστικές ενέργειες που στηρίζονται σ'αυτή δεν είναι νόμιμες, όπως η δήλωση πολιτικής αγωγής που στηρίζεται στον φερόμενο εκπρόσωπο Β και Γ.
β) Απόλυτη ακυρότητα - 171 παρ. 1 περ. δ ΚΠΔδιότι αναιτιολόγητα απέρριψε την αίτησή του για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο συμβούλιο (Εφετών) την οποία υπέβαλε με το από 10-3-2007 απολογητικό του υπόμνημα.
γ) απόλυτη ακυρότητα διότι στην 17/2005 διάταξη του ανακριτή Κω (διάταξη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης - συμπληρωματικής και διορισμού πραγματογνωμόνων) δεν αναφέρεται το όνομα του κατηγορουμένου Δ δεν κοινοποιείται προς αυτόν και το όνομα αυτού δεν υπάρχει στον έλεγχο και την ποινική δίωξη για την κατηγορία.
δ) έλλειψη αιτιολογίας και δη ως προς έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε με την ανωτέρω 17/2005 διάταξη του ανακριτή Κω.
ε) εσφαλμένη εφαρμογή-ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης και δη του άρθρου 375 παρ. 2 ΠΚ διότι όλες οι μερικώτερες πράξεις έλαβαν χώραν προ τις 3-6-99 και έτσι λαμβάνεται υπόψη κάθε μία ξεχωριστά και κάθε μία από αυτές έχει υποπέσει σε παραγραφή αφού δεν έχει εφαρμογή ο ν. 2721/3-6-99. Όπως επίσης δεν έχει εφαρμογή εδώ το άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ, όταν δηλ. το συνολικό ποσό υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, αφού όλες οι μερικώτερες πράξεις έλαβαν χώραν προ της ισχύος του ν. 2721/99 ο οποίος καθόρισε την άνω συνολική λήψη το πρώτο.
Ενόψει τούτων η υπό κρίση αναίρεση είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί στην ουσία της - 462, 463, 465, 473, 474, 482, 484 ΚΠΔ, 18, 19, 375 ΠΚ-
ΙΙ) Επειδή εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ'αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει (βλ. ΑΠ 1371/2006, ΑΠ 259/2006, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2/2000 ολ, ΑΠ 3/98 ολ κ.α.), ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν το συμβούλιο υπάγει στην έννοια του νόμου, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, τα οποία όμως υπάγονται σε άλλη διάταξη νόμου (βλ. ΑΠ 9/2001 ολ, ΑΠ 1371/2006, ΑΠ 259/2006, ΑΠ 2/2000 ολ. κ.α.).
Επειδή ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 484 περ. στ' ΚΠΔ περί υπερβάσεως εξουσίας και δη όταν το συμβούλιο "παρέπεμψε σε δίκη τον κατηγορούμενο για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε νόμιμα η απαιτούμενη για την ποινική δίωξη έγκληση" προϋποθέτει ότι το έγκλημα διώκεται μόνο με έγκληση, πράγμα το οποίο ρητά ορίζει ο νόμος (36 ΚΠΔ, 117 ΠΚ).
'Ετσι και οι διατάξεις των άρθρων 117-120 ΠΚ (βλ. ΑΠ 286/85 ΝοΒ 1986 σελ. 444, Μπουρόπουλο Ερμ. ΠΚ τομ. Α σελ. 306, Ζησιάδη, Ποινικό Δίκαιο ΓενΜ τομ. Β 483), 42 ΚΠΔ (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. ΚΠΔ τομ. Α σελ. 70).
Επειδή μεταξύ των περιοριστικώς μνημονευομένων στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ λόγων αναιρέσεως κατά βουλευμάτων δεν περιλαμβάνεται η μη νόμιμη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά την προδικασία της ποινικής δίκης (βλ. ΑΠ 1661/89, ΑΠ 488/2002, ΑΠ 826/98, ΑΠ 920/84 κ.α.).
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 ΚΠΔ, που εφαρμόζεται και ενώπιον του συμβουλίου εφετών κατά το άρθρο 318 ΚΠΔ, "το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του...... για να δώσουν κάθε διευκρίνιση...... τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα.....", ήτοι όταν κριθεί ότι ο αιτών διάδικος έχει ήδη αναπτύξει λεπτομερώς-επαρκώς τις απόψεις του με την απολογία, με υπόμνημα, με την έφεση κλπ. (βλ. ΑΠ 628/2006, ΑΠ 658/2006, ΑΠ 540/2006, ΑΠ 2182/2004, ΑΠ 292/2003 κ.α, περιπτωσιολογία βλ. στον ΚΠοινΔ Α. Κονταξή (2006) σελ. 1996 επ., 2943 επ.).
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 ΠΚ - όπως είχε προ της αντικαταστάσεώς της με το άρθρο 1 παρ. 9 ν. 2408/96-"Αν η πράξη (της υπεξαίρεσης) ενέχει κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ιδίως όταν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ..... της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών".... Η αρίθμηση των άνω περιπτώσεων είναι σαφώς ενδεικτική - "ιδίως" (βλ. και ΑΠ 120/87, ΑΠ 1240/89, ΑΠ 548/89). 'Ετσι περιλαμβάνεται και αυτή του εντολοδόχου (βλ. ΑΠ 581/74, ΑΠ 770/75, ΑΠ 109/76 κ.α.) αφού αυτός έχει την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας (βλ. ΑΠ 107/89, ΑΠ 1624/95, ΑΠ 2375/97, ΑΠ 183/2002, ΑΠ 1598/2000, ΑΠ 98/2002). Όταν η πράξη φέρεται ότι τελέστηκε από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσης, η εντολή εμπεριέχεται στη διαχείριση βλ. ΑΠ 292/2003. Για την εφαρμογή της άνω διάταξης απαιτείτο μόνον η άνω ιδιότητα δηλαδή του διαχειριστή ξένης περιουσίας (βλ. και ΑΠ 2374/2002, ΑΠ 1743/2002 κ.α.) και ο δράστης ιδιοποιήθηκε το ξένο κινητό πράγμα που του εμπιστεύθηκαν λόγω της ιδιότητάς του αυτής, χωρίς να έχει στην περίπτωση αυτή έννομη σημασία η χρηματική αξία του ιδιοποιουμένου ξένου κινητού πράγματος για τον χαρακτηρισμό της πράξης ως κακουργήματος.
Στη συνέχεια με το άρθρο 1 παρ. 9 ν. 2408/96 η παρ. 2 του άρθρου 375 ΠΚ αντικαταστάθηκε ως εξής:
"Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών"..
'Ετσι με τη νέα διατύπωση αφενός μεν προστέθηκε ότι το αντικείμενο της υπεξαίρεσης στις αναφερόμενες περιπτώσεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας αφετέρου οι αναφερόμενες περιπτώσεις ορίζονται πλέον περιοριστικά. Επομένως στα άνω σημεία είναι επιεικέστερη σε σχέση με την παλαιά διατύπωση.
-βλ. ΑΠ 1050/2005, ΑΠ 178/2002, ΑΠ 183/2003, ΑΠ 733/2001, ΑΠ 318/2002, ΑΠ 1627/2003 κ.α.-Σε περίπτωση δε κατεξακολούθηση τέλεσης απαιτείται όπως εκάστη μερικώτερη πράξη είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (βλ. ΑΠ 64/2007, ΑΠ 765/2000, ΑΠ 298/2003, ΑΠ 974/2001, ΑΠ 292/2003, ΑΠ 666/2000, ΑΠ 1403/2004 , ΑΠ 1579/2002 κ.α.), δεδομένης της αυτοτέλειας εκάστης.
Το πότε το αντικείμενο εκάστης μερικώτερης πράξης είναι "ιδιαίτερα μεγάλης αξίας" είναι ζήτημα πραγματικό, που κρίνεται με βάση τις συνθήκες της αγοράς που διαμορφώνουν κάθε φορά την αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την απλή συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται στη συνέχεια η σχετική κρίση βλ. ΑΠ 1516/2001, ΑΠ 1642/2002, ΑΠ 1685/98 πρβλ ΑΠ 1301/98, ΑΠ 29/98, λαμβανομένης υπόψη και της οικονομικής κατάστασης του υπαιτίου και του παθόντα και του τόπου τέλεσης, ΑΠ 1011/2000, ΑΠ 1474/97- και δη κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης - βλ. ΑΠ 728/2000, ΑΠ 793/2004, ΑΠ 1468/2007 - αφού ο νόμος δεν ορίζει εδώ ορισμένο ποσό.
Και γενικά περί του πότε το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κρίνει ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας (βλ. ΑΠ 958/2003, ΑΠ 111/2003, ΑΠ 60/2001, ΑΠ 1419/2000 ΑΠ 1809-2001 κ.α.
Επειδή, στη συνέχεια, με το άρθρο 14 παρ. 3 α, β του ν. 2721/99, ΦΕΚ 112/3-6-99, προστέθηκε εδάφιο στην παρ. 1 και στην παρ. 2 του άρθρου 375 ΠΚ που είχε - αντιστοιχία - ως εξής: "Αν η συνολική αξία (του αντικειμένου της υπεξαίρεσης) υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (= 73.000 Ευρώ), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών" - "Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγουμένου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα 25.000.000 δραχμές (= 73.000 ευρώ), τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση".
Με τις άνω διατάξεις καθιερώνεται και δη με την πρώτη το πρώτον ότι εάν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης έχει συνολική αξία άνω των 25 εκ δραχμών αυτή λαμβάνει τον χαρακτήρα κακουργήματος χωρίς άλλο, με τη δεύτερη δε ότι, στις αναφερόμενες στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 περιοριστικά περιπτώσεις, εάν το αντικείμενο, το συνολικό, της πράξης υπερβαίνει το ποσό των 25 εκ. δραχμών φέρει χαρακτήρα επιβαρυντικής περίπτωσης, πράγμα που σημαίνει ότι δεν απαιτείται το αντικείμενο της πράξης αυτής να έχει την αναφερόμενη αξία. Και στα δύο ανωτέρω εδάφια καθιερώνεται το πρώτο η συνολική αξία.
Επομένως τα ανωτέρω εδάφια για πράξεις που έγιναν μέχρις ενάρξεως ισχύος του νόμου αυτού ήτοι μέχρις 3-6-99, ο άνω νόμος δεν έχει εφαρμογή αφού είναι δυσμενέστερος αλλά εξακολουθεί να ισχύει ο προγενέστερος νόμος, ήτοι ο ν. 2408/96 (2 παρ. 1 ΠΚ) που είναι επιεικέστερος - βλ. και ΑΠ 1275/2006.
Ενόψει συνεπώς των ανωτέρω είναι ερευνητέον εάν η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος υπάγεται ή όχι στο άρθρο 375 παρ. 2 εδ. α - σε συνδυασμό με την παρ. 1 εδ. α ιδίου άρθρου - ΠΚ.
Επειδή κατά την έννοια της άνω διατάξεως διαχειριστής ξένης περιουσίας είναι αυτός που ενεργεί διαχείριση, δηλαδή αυτός που προβαίνει σε νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέως, την οποία δύναται να έλκει είτε εκ του νόμου είτε εκ συμβάσεως, χωρίς να αποκλείεται αυτή να προέρχεται και από τη δημιουργία απλώς μιας πραγματικής καταστάσεως - ΑΠ 1468/2007 πρβλ. ΑΠ 1211/80, ΑΠ 1302/95, ΑΠ 46/98, ΑΠ 648/96, ΑΠ 170/97 κ.α. Είναι αδιάφορο αν η σχετική σχέση είναι έγκυρη ή όχι (πρβλ ΑΠ 374/78, ΑΠ 734/78), αφού αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι το πράγμα περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου ένεκα αυτής.
Ο εντολοδόχος δύναται να είναι και διαχειριστής εάν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής ΑΠ 1468/2007, ΑΠ 964/2007, ΑΠ 114/2004, ΑΠ 1579/2002, ΑΠ 2114/2005, ΑΠ 974/2001, ΑΠ 1320/2005, ΑΠ 1296/2003 κ.α-
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν αποκτά κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, γι'αυτό σε περίπτωση μη αποδόσεως στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής διαπράττει το έγκλημα της υπεξαίρεσης.
ΑΠ 964/2007, ΑΠ 115/2004, ΑΠ 1426/2004, ΑΠ 1425/2002, ΑΠ 2170/2003, ΑΠ 353/2004, ΑΠ 372/2003, ΑΠ 1555/94, ΑΠ 1310/96, ΑΠ 46/98 κ.α.- και γενικά ξένα είναι και τα χρήματα που εισέπραξε κάποιος για λογαριασμό άλλου βλ. ΑΠ 544/2003, ΑΠ 720/2003, ΑΠ 318/2002, ΑΠ 733/2001, ΑΠ 308/2001 κ.α.
Δεν αποκτά κυριότητα των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές είτε με κατάθεση σε προσωπικό λογαριασμό σε τράπεζα -ΑΠ 100/2004, ΑΠ 1426/2004, ΑΠ 891/2004, ΑΠ 1516/2001, ΑΠ 115/2004 κ.α.-
Ενόψει των ανωτέρω η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος όντως υπάγεται στο άρθρο 375 παρ. 2 εδ. α ΠΚ -όπως τούτο ίσχυε πριν και μετά την αντικατάστασή του από το ν. 2408/96, ο δε νόμος 2721/99 δεν ωφελεί αυτόν - αφού πρόκειται για εντολοδόχο-διαχειριστή και με κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης και κάθε μερικώτερη πράξη είναι κατά την ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Ο αναιρεσείων δεν παραπέμπεται για συνολικό όφελος αλλά για κάθε μερικώτερη πράξη. 'Ετσι δεν τίθεται θέμα εφαρμογής εδώ του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ.
Επομένως ο σχετικός (τελευταίος) λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος και απαράδεκτος.
Επειδή το έγκλημα της υπεξαίρεσης, πλην των ρητώς αναφερομένων εξαιρέσεων (βλ. άρθρα 378, 377 ΠΚ), περί ων δεν πρόκειται εδώ, διώκεται αυτεπαγγέλτως.
Επομένως ο (πρώτος) σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Επίσης είναι αβάσιμος και ο (δεύτερος) σχετικός λόγος αναίρεσης περί αναιτιολογήτου απορρίψεως της αιτήσεως αυτοπροσώπου εμφανίσεως - όπως ελέχθη. Για τους αυτούς λόγους πρέπει να απορριφθεί και η σχετική αίτηση του αναιρεσείοντος (που περιέχεται στην αίτηση αναίρεσης) για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο συμβούλιο του Αρείου Πάγου.
Τέλος είναι απαράδεκτοι και οι (τρίτος, τέταρτος) σχετικοί λόγοι περί ελλείψεως αιτιολογίας για τη μη γνωστοποίηση της διάταξης του ανακριτή για συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη σε μη κατηγορούμενο και δη σε άλλον από τον αναιρεσείοντα και για το ότι η άνω διάταξη δεν είναι αιτιολογημένη, όχι μόνον διότι ο τρίτος αναφέρεται σε άλλον και όχι στον αναιρεσείοντα αλλά και διότι αμφότεροι αφορούν την προδικασία και δεν περιλαμβάνονται στους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος.
Το προσβαλλόμενο βούλευμα όντως περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρβλ την αναιρετική ΑΠ 64/2007.
Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση.
Για την ολοκλήρωση του θέματος πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν τίθεται εδώ ζήτημα εφαρμογής άλλου νόμου παρά μόνον του Ελληνικού, αφού δεν πρόκειται για καθαρώς θρησκευτικό ζήτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ-------------------
Π ρ ο τ ε ί ν ω όπως απορριφθεί η υπ'αριθμ. 1/2008 αναίρεσης του Χ1, κατά του υπ'αριθμ. 118/2007 βουλεύματος Εφετών Δωδεκανήσου, και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος αυτού.
Αθήνα 31 Μαρτίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου, όπως εκτιμάται, προς διασάφηση των λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικώς αβάσιμο, αφού με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τις πλημμέλειες που αποδίδει στο προσβαλλόμενο βούλευμα και οι απόψεις του και οι ισχυρισμοί του αναπτύσσονται εκτεταμένα σε αυτήν. Εξάλλου η διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., αναφερομένη στην συζήτηση αναιρέσεως κατά βουλεύματος και ορίζουσα την, κατ'αυτήν δυναμένη να εφαρμοσθεί αναλόγως, διάταξη και του άρθρου 309 παρ. 2 Κ.Π.Δ., προϋποθέτει αναγκαίως περίπτωση συνδρομής των όρων του άρθρου 309 παρ. 2 και στην αναιρετική διαδικασία. Η εφαρμογή της διατάξεως αυτής, κατά την ενώπιον του Αρείου Πάγου συζήτηση, επί αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλεύματος, η αίτηση περί αυτοπρόσωπης εμφανίσεως διαδίκου υποβάλλεται εκ μέρους του αιτουμένου την αναίρεση του βουλεύματος διαδίκου για την παροχή διευκρινίσεων που αφορούν μόνον στους προβαλλόμενους υπό τούτου λόγους αναιρέσεως και όχι την ουσία της υποθέσεως.
Συνεπώς, κατά τα λοιπά το πιο πάνω αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση αυτού, για παροχή διευκρινήσεων και διασαφήσεων "επί παντός θέματος της υπό κρίση υποθέσεως" και προκειμένου να παρουσιάσει "και άλλους ισχυρισμούς (όψιμους) και έγγραφα", ανεξαρτήτως της αοριστίας αυτού, αφού δεν εξειδικεύονται τα προς διευκρίνηση θέματα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά το μέρος που τα θέματα αυτά αφορούν την ουσία της υποθέσεως, αλλά και κατά το μέρος που διώκεται η αυτοπρόσωπη εμφάνιση αυτού για την υποβολή νέων ισχυρισμών και αποδείξεων.
ΙΙ.Η κρινόμενη 1/24-1-2008 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ... κατά του 118/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, με το οποίο, αφού δέχθηκε εν μέρει την 3/3-2-2003 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος (και έπαυσε οριστικά την ποινική κατ'αυτού δίωξη για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση και αποφάνθηκε να μην γίνει κατ'αυτού για τις αναφερόμενες σε αυτό πράξεις), απέρριψε αυτή κατά τα λοιπά, ως αβάσιμη στην ουσία της και επικύρωσε κατά το μέρος αυτό το 137/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κω, με το οποίο είχε παραπεμφθεί και ο ανωτέρω στο Τριμελές Εφετείο (για κακουργήματα) Δωδεκανήσου για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που περιήλθαν στην κατοχή του ως εντολοδόχου και επαναδιατύπωσε την κατηγορία, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
ΙΙΙ. Υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ.στ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει και όταν το δικαστικό συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία την οποία εκ του νόμου δεν έχει, ή παρέπεμψε σε δίκη τον κατηγορούμενο για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε νόμιμα η απαιτούμενη για την ποινική δίωξη έγκληση ή αίτηση (αρ. 41 και 50). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως, προβάλει την αιτίαση, ότι το Συμβούλιο Εφετών τον παρέπεμψε σε δίκη για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε νόμιμα η απαιτουμένη για την ποινική δίωξη έγκληση, καθόσον, για τους λεπτομερώς διαλαμβανόμενους στην αίτησή του λόγους, στην Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου Πάτμου, η οποία φέρεται ως παθούσα, δεν υπάρχει νόμιμη διοίκηση που να την εκπροσωπεί, ώστε να υποβληθεί νομότυπη έγκληση αυτής. Η αιτίαση αυτή στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι για την κακουργηματική υπεξαίρεση, για την οποία παραπέμφθηκε σε δίκη ο αναιρεσείων, απαιτείται έγκληση.
Συνεπώς, ο πρώτος από το άρθρο 484 παρ. 1 εδάφιο στ του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Επίσης η αιτίαση ότι, για την πιο πάνω αιτία, δεν είναι νόμιμη η δήλωση πολιτικής αγωγής από τους φερόμενους εκπροσώπους της Ι. Μονής, Β και Γ, δεν συνιστά λόγο αναίρεσης, μεταξύ των περιοριστικώς μνημονευομένων στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ λόγων αναιρέσεως κατά βουλευμάτων, αφού στους λόγους αυτούς δεν περιλαμβάνεται η μη νόμιμη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά την προδικασία της ποινικής δίκης.
ΙV. Ο αναιρεσείων, με τον 2ο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως, προβάλλει την αιτίαση, ότι το αίτημα αυτού για αυτοπρόσωπη ενώπιον αυτού εμφάνιση απορρίφθηκε, και εκ τούτου επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ του ΚΠΔ, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 484 παρ. 1 περ. α ΚΠΔ. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες . Κατά τα άρθρα 309 παρ. 2 και 318 εδ. α του Κ.Π.Δ., το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσουν κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο το συμβούλιο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μόνο, αν το συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του, ή, αν αρνηθεί αναιτιολόγητα την εμφάνιση αυτή, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 εδάφ. δ' του Κ.Π.Δ., που ιδρύει λόγο αναίρεσης του βουλεύματος, κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι είναι περιττή η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ενώπιόν του και έτσι απέρριψε την με το από 10-3-2007 απολογητικό του υπόμνημα σχετική αίτησή του. Την κρίση του δε αυτή στήριξε σε δικές του σκέψεις και συγκεκριμένα, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε, ότι "θα πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του δευτέρου εκκαλούντος (δηλαδή του αναιρεσείοντος) για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Συμβούλιο διότι: α) στην απολογία του και στο ενώπιον του Ανακριτή Κω συνημμένο με αυτή απολογητικό υπόμνημα και β) στο ενώπιον του συμβουλίου αυτού με αριθμό καταθέσεως .../16.03.2007 πολυσέλιδο απολογητικό του υπόμνημα, στο οποίο επαναλαμβάνει όσα ήδη και στα προηγούμενα απολογητικά του υπομνήματα εξέθεσε ..... αναλύει διεξοδικά και με πληρότητα τις απόψεις του για τη συγκεκριμένη κατηγορία, εξειδικεύοντας μάλιστα επιχειρήματα σε κάθε επί μέρους εξακολουθητική πράξη και ως εκ τούτου δεν υφίσταται πλέον έδαφος για περαιτέρω διευκρινήσεις". Η με την ανωτέρω αιτιολογία απόρριψη της αιτήσεως εμφανίσεως του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών είναι πλήρης, αφού για ορισμένους αναφερομένους στο βούλευμα λόγους απέρριψε την αίτηση αυτή. Επομένως, το Συμβούλιο Εφετών δεν αρνήθηκε αναιτιολόγητα την αυτοπρόσωπη ενώπιόν του εμφάνιση του αναιρεσείοντος και ο από το άρθρο 484 παρ.1 περ. α και δ του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα (171 παρ. 1 εδάφ. δ' ΚΠΔ) και έλλειψη αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
V. Στον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αναφέρει ότι κατά του μοναχού Δ διενεργήθηκε κυρία ανάκριση για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευτεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του, ως εντολοδόχου του παθόντος και ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, ότι με την 63/1999 διάταξη του Ανακριτή Κω διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και ο διορισμός πραγματογνωμόνων και για τα αναφερόμενα στην αίτηση ζητήματα, που αφορούσαν τον πιο πάνω μοναχό (τρόπος πληρωμής του κλπ), ενώ με την 65/1999 διάταξη του Ανακριτή Κω διατάχθηκε η άρση του απορρήτου και η απαγόρευση κίνησης λογαριασμών και ανοίγματος θυρίδων όλων των τραπεζών που εδρεύουν στην Ελλάδα, πλην άλλων και εκείνων των λογαριασμών και θυρίδων του Δ, πλην όμως, με την 17/2005 διάταξη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης- συμπληρωματικής και διορισμού πραγματογνωμόνων του Ανακριτή Κω "το όνομα του εν λόγω δεν συμπεριλαμβάνεται, και η εν λόγω διάταξη δεν κοινοποιείται προς τούτον, και από της πράξεως αυτής όλως περιέργως και χωρίς να αιτιολογείται ή να εκδίδεται δια τούτον απαλλακτικό βούλευμα ή που να παύει προς αυτόν την ποινική δίωξη (παντελής έλλειψη αιτιολογίας) είτε από το Συμβούλιο Πλημ/κών είτε το των Εφετών, το εν λόγω πρόσωπο εξαφανίζεται από τον έλεγχο και την ποινική δίωξη για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευτεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του, ως εντολοδόχου του παθόντος και ως διαχειριστή ξένης περιουσίας....." και ότι τούτο "αποτελεί συνάμα και λόγο αναιρέσεως σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 δ. περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας" , που απαιτείται κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του ΚΠΔ, κατά το οποία αποφάσεις και τα βουλεύματα, καθώς και οι διατάξεις του ανακριτή και του εισαγγελέα, πρέπει να αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Ο πιο πάνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, διότι οι αναφερόμενες σε αυτόν αιτιάσεις, δεν αφορούν τον αναιρεσείοντα, αλλά άλλο πρόσωπο , το οποίο μάλιστα δεν ήταν διάδικος στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα. VI. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο 118/2007 βούλευμα "πάσχει, κατά παράβαση του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ως προς την έκθεση πραγματογνωμοσύνης (συμπληρωματική), η οποία διατάχθηκε σύμφωνα με την υπ. αριθμ. 17/2005 διάταξη του Ανακριτή Πλημμελειοδικών Κω και επί της οποίας στηρίχθηκε το υπ' αριθμ. 62/2006 απαλλακτικό βούλευμα του αυτού Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου", διότι, επί των τραπεζικών λογαριασμών που αναφέρει, λήφθηκαν υπ' όψη, από τους πραγματογνώμονες, μόνον οι καταθέσεις και όχι οι αναλήψεις, και δεν ζητήθηκε από τις εισαγγελικές και ανακριτικές αρχές η διευκρίνιση των αναλήψεων εκ μέρους του και πού διετέθησαν, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά δικαιολογούνται πλήρως, κατά τα αναφερόμενα στην αίτησή του. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον οι διαλαμβανόμενες στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης τυχόν εσφαλμένες ενέργειες των πραγματογνωμόνων ή τα τυχόν τυχόν εσφαλμένα συμπεράσματα αυτών, δεν συνιστούν λόγο αναιρέσεως των βουλευμάτων από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 του ΚΠΔ, όπως επίσης δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης κατά παραπεμπτικού βουλεύματος η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Και τούτο ανεξάρτητα από το ότι, κατά τα εκτιθέμενα στον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, στην πραγματογνωμοσύνη αυτή στηρίχθηκε όχι το προσβαλλόμενο βούλευμα, αλλά "το υπ' αριθμ. 62/2006 απαλλακτικό βούλευμα του αυτού Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου". VΙ. Από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 375 ΠΚ, όπως η δεύτερη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται: α) Το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. β) Η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη. γ) Παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, η οποία συντρέχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη. δ) Συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης από τις αναφερόμενες περιοριστικά πλέον στη δεύτερη παράγραφο του πιο πάνω άρθρου, όπως είναι και εκείνη κατά την οποία το ιδιοποιούμενο πράγμα έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου. Και ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης, κατά το χρόνο της τέλεσής της, να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Έτσι, χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 719 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα ό,τιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές. Γιαυτό, σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης. Το πότε το αντικείμενο είναι "ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αποτελεί ζήτημα κρινόμενο με βάση τις συνθήκες της αγοράς και ανέλεγκτα. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ως διαχειριστής ξένης περιουσίας νοείται αυτός που ενεργεί διαχείριση, δηλαδή όχι απλώς υλικές αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα και δυνατότητα αναπτύξεως πρωτοβουλίας, ως και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού, αρυόμενος όλα αυτά είτε από τον νόμο είτε από σύμβαση.
Η διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 α ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον παραπάνω νόμο, είναι επιεικέστερη από την αρχική, αφού η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως προϋποθέσει πάντοτε, ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει μια από τις ειδικά και περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις, ενώ στην προηγούμενη διάταξη η απαρίθμηση των περιπτώσεων αυτών ήταν ενδεικτική. Επί υπεξαιρέσεως που τελέσθηκε από δράστη εντολοδόχο, η διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 ΠΚ, πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/96, ήταν ευμενέστερη της νέας, μόνο ως προς το ότι αξίωνε επί πλέον το στοιχείο της καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης. Επί υπεξαιρέσεως ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου είναι αναγκαίος, όταν αυτό χαρακτηρίζεται ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου, ως μεγάλης ή μικρής αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το οποίο έχει βάση τις συνθήκες της αγοράς κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, από τις οποίες διαμορφώνεται κάθε φορά η αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν αυτή είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής. Με το άρθρο 14 παρ. 3α και 3β του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3-6-1999, διατηρήθηκαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 375 παράγραφοι 1 και 2 του ΠΚ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, αλλά, επιπλέον, στη μεν παράγραφο 1 προστέθηκε εδάφιο τελευταίο, σύμφωνα με το οποίο έγινε κακουργηματική η υπεξαίρεση αντικειμένου συνολικής αξίας μεγαλύτερης από το ποσό των 73.000 ευρώ (25.000.000 δρχ.), χωρίς άλλο όρο, τιμωρούμενη με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, στη δε παράγραφο 2 προστέθηκε επίσης εδάφιο τελευταίο, σύμφωνα με το οποίο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση, για το προβλεπόμενο από την παράγραφο αυτήν κακούργημα, αν το συνολικό αντικείμενο της κακουργηματικής αυτής πράξης υπερβαίνει το ίδιο προαναφερόμενο ποσό. Σε περίπτωση υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος, αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη και για τον ποινικό χαρακτηρισμό της πράξης, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επιμέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (άρθρο 98 παρ. 2 του ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/99). Στην περίπτωση όμως που οι μερικότερες πράξεις τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν. 2721/99 η κρίση για την αξία του αντικειμένου τους χωρεί με βάση το αντικείμενο καθεμιάς μερικότερης πράξεως, ενόψει του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, καθόσον η νέα ρύθμιση του άρθρου 98, η οποία είναι δυσμενέστερη.
Περαιτέρω, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 στοιχ. δ του ΚΠΔ, υπάρχει όταν στο βούλευμα του συμβουλίου εφετών δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές (αποχρώσες) ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο .Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου Λόγος για να αναιρεθεί το βούλευμα, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ, είναι και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με το προσβαλλόμενο 118/2007 βούλευμα, και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι : ο αναιρεσείων Χ1, ιερομόναχος, διετέλεσε από τον Ιανουάριο 1990 έως το 1998 με απόφαση της αδελφότητας της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και Ευαγγελιστή, της νήσου Πάτμου, που είναι (η αδελφότητα) το κυρίαρχο όργανο της άνω μονής, ο αρμόδιος για την οριοθέτηση των ακινήτων αυτής και στη συνέχεια, αρχικά μεν ατύπως και με την αποδοχή του ηγουμενοσυμβουλίου και των μελών της αδελφότητας, και τελικά με την από 20-8-93 απόφαση της αδελφότητας, αυτός είχε αναλάβει αποκλειστικά και την όλη διαδικασία πώλησης ακινήτων αυτής, προβαίνοντας απ'ευθείας σε συμφωνίες με τους υποψήφιους αγοραστές, τόσο για την επιλογή τους προς πώληση ακινήτου, όσο και για το ύψος του τιμήματος, όπως επίσης οι καταβολές του τιμήματος των πωλήσεων των ακινήτων αυτής γινόταν προς αυτόν, ο οποίος εμφανιζόταν ως εκπρόσωπος της μονής σ'αυτές (πωλήσεις), χορηγώντας μάλιστα σχετικές αποδείξεις είτε επίσημες της Μονής ή απλές, και όφειλε να παραδίδει το τίμημα στον ταμία της Μονής, αφού εισέπραττε για λογαριασμόν αυτής, αυτός, αν και εισέπραξε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα με την άνω ιδιότητά του από πωλήσεις ακινήτων της άνω Μονής δεν τα κατέθεσε στον ταμία είτε εξ ολοκλήρου είτε εν μέρει, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, κατά κατάχρηση της άνω ιδιότητάς του και δη είτε καταθέτοντας αυτά σε προσωπικό λογαριασμό του, είτε σε κοινό με άλλους λογαριασμό είτε ενσωματώνοντας αυτά στην περιουσία του εν γνώσει τούτων, το δε τίμημα από κάθε πώληση είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αναφέροντας (το προσβαλλόμενο βούλευμα) συγκεκριμένα στοιχεία για κάθε μερικότερη πράξη. Συγκεκριμένα δέχθηκε ότι:
"Στην Πάτμο ο δεύτερος των κατηγορουμένων Χ1, κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο του 1993 έως και το έτος 1998, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση και κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης με την οποία τον περιέβαλλε η "ΙΕΡΑ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗ" Πάτμου, ως Ηγουμενοσύμβουλο στον οποίο κατά το παραπάνω διάστημα είχε αποκλειστικά ανατεθεί κατ'εντολήν και για λογαριασμό της, η διενέργεια της διαδικασίας εκποιήσεως των ακινήτων αυτής, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα κινητά πράγματα, ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που περιήλθαν στην κατοχή του ως εντολοδόχου. Ειδικότερα, με την ιδιότητα του μέλους του Ηγουμενοσυμβουλίου της Ι. Μονής, στο οποίο κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα με πάγια και διαρκή εντολή των προς τούτο αρμοδίων οργάνων της (Αδελφότητα και Ηγουμενοσυμβούλιο), αλλά και του ήδη αποβιώσαντος Καθηγουμένου αυτής Επίσκοπου Τραλλέων Χ2, είχε αποκλειστικά ανατεθεί διαπραγμάτευση και όλη γενικά η διαδικασία πώλησης ακινήτων ιδιοκτησίας της, εισέπραξε για λογαριασμό της το τίμημα των πωλήσεων των ακινήτων της που τυπικά και άτυπα διενεργήθηκαν κατά το παραπάνω διάστημα της θητείας του, το οποίο στη συνέχεια δεν απέδωσε, όπως όφειλε, στην ως άνω εντολέα του Ι. Μονή, αλλά ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντας στην περιουσία του το αναγραφόμενο σε κάθε συμβόλαιο ποσόν αυτής, το οποίο αποτελεί ξεχωριστά για κάθε περίπτωση αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Πιο συγκεκριμένα:
1) Στην Πάτμο στις 9-6-1993, και κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 6.030.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τους αντισυμβαλλομένους της εντολέως του Ι. Μονής αγοραστές α) ..., β) ..., γ) ..., δ) ... και ε) ... για την σ' αυτούς, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.020 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
2) Στην Πάτμο στις 9-6-1993, και κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 4.023.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τους αντισυμβαλλομένους της εντολέως του Ι.Μονής αγοραστές α) ... και β) ..., για την σ' αυτούς, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητάς της, έκτασης 4.022,92 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
3) Στην Πάτμο στις 7-7-1995 και κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 4.010.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Ι. Μονής αγοραστή ..., για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.022,92 τ.μ που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
4) Στην Πάτμο το διάστημα από 9-6 έως 18-10-1994 κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 2.019.000.δραχμών, που με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής, αγοραστή ..., για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 2.019 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά, κατά τον χρόνο της καταβολής του και την, κατά το χρόνο αυτό, υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
5) Στην Πάτμο στις 18-6-1993 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αμαλίας Πουλιέζου τίμημα, ύψους 2.010.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από την αντισυμβαλλομένη της εντολέως του Μονής αγοράστρια ..., για την σ'αυτήν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 500 τ.μ.. που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση: τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
6) Στην Πάτμο στις 18-6-1993 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αμαλίας Πουλιέζου τίμημα, ύψους 2.010.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ..., για την σ' αυτήν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 500 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
7) Στην Πάτμο στις 30-3-1993 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 1.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ..., για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 1.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
8) Στην Πάτμο στις 2-7-1993 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 2.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ..., για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 530 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
9) Στην Πάτμο στις 4-4-1996 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../...συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 4.100.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τους αντισυμβαλλόμενους της εντολέως του Μονής αγοραστές ... και ... για την σ' αυτούς μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.100 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
10) Στην Πάτμο στις 13/9/1996 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 2.424.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα εντολοδόχου εισέπραξε από τους αντισυμβαλλόμενους της εντολέως του Μονής αγοραστές, ... και ... για την σ' αυτούς μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.010 τμ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
11) Στην Πάτμο στις 14-9-1994 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσόν των 2.500.000 δρχ που αντιστοιχεί στα 5/6 του αναγραφόμενου στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λέρου Φροσύνης Τζανουδάκη τιμήματος, ύψους 3.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από την αντισυμβαλλόμενη της εντολέως του Μονής αγοράστρια ..., για την σ' αυτήν, μεταβίβαση, του ανήκοντος στην εντολέα του Μονή ποσοστού των 5/6 εξ αδιαιρέτου της κυριότητας ακινήτου έκτασης 4.640 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Λέρου της περιφέρειας του Δήμου Λέρου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
12) Στην Πάτμο στις 24-7-1995 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσόν των 1.375.000 δρχ που αντιστοιχεί στα 5/6 του αναγραφόμενου στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λέρου Φροσύνης Τζανουδάκη τιμήματος, ύψους 1.650.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τους αντισυμβαλλόμενους της εντολέως του Μονής αγοραστές ... και ... για την σ' αυτούς, μεταβίβαση, του ανήκοντος στην εντολέα του Μονή ποσοστού των 5/6 εξ αδιαιρέτου της κυριότητας ακινήτου [οριζόντια ιδιοκτησία], έκτασης 2.045 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Λέρου της περιφέρειας του Δήμου Λέρου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
13) Στην Πάτμο στις 8-12-1995 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσόν των 1.000.000 δρχ που αντιστοιχεί στα 5/6 του αναγραφόμενου στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λέρου Φροσύνης Τζανουδάκη τιμήματος, ύψους 1.200.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τους αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, του ανήκοντος στην εντολέα του Μονή ποσοστού των 5/6 εξ αδιαιρέτου της κυριότητας ακινήτου [τμήμα οικοπέδου-οριζόντια ιδιοκτησία] έκτασης 2.045 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Λέρου της περιφέρειας του Δήμου Λέρου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
14) Στην Πάτμο στις 3-9-1998 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσόν των 5.000.000 δρχ που αντιστοιχεί στα 5/6 του αναγραφόμενου στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λέρου Φροσύνης Τζανουδάκη τιμήματος, ύψους 6.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, του ανήκοντος στην εντολέα του Μονή ποσοστού των 5/6 εξ αδιαιρέτου της κυριότητας ακινήτου έκτασης 1.950 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Λέρου της περιφέρειας του Δήμου Λέρου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
15) Στην Πάτμο στις 21-7-1994 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αμαλίας Πουλιέζου τίμημα, ύψους 1.487.500 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 530 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
16)Στην Πάτμο στις 8-6-1994 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 4.035.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ..., για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4035 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
17) Στην Πάτμο στις 3-7-1995 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 4.059.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του αγοραστή ... για την σ' αυτόν, βάση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4059 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
18) Στην Πάτμο στις 15-11-1994 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 1.450.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 2783,39 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
19) Στην Πάτμο στις 30-9-1994 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερη (εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 4.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από την αντισυμβαλλόμενη της εντολέως του Μονής αγοράστρια ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.063,80 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
20) Στην Πάτμο στις 2-11-1994 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 4.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από την αντισυμβαλλόμενη της εντολέως του Μονής αγοράστρια, ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.020 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
21) Στην Πάτμο στις 7-7-1995 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 1.500.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ..., για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 2.003 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
22) Στην Πάτμο στις 11-4-1995 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 4.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.100 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
23) Στην Πάτμο στις 4-8-1995 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 3.610.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 5.197 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
24) Στην Πάτμο στις 16-8-1995 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα 2.176.000 δραχμές που αποτελεί μέρος του αναγραφόμενου στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τιμήματος συνολικού ύψους 6.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τους αντισυμβαλλόμενους της εντολέως του Μονής αγοραστές ... και ... για την σ' αυτούς, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 6.002 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το παραπάνω ποσό των δραχμών, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
25) Στην Πάτμο στις 8-11-1995 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 2.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 2.010,78 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
26) Στην Πάτμο στις 5-12-1996 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα 3.023000 δραχμές που αποτελεί μέρος του αναγραφόμενου στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τιμήματος συνολικού ύψους 5.523.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.120 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το παραπάνω ποσό των 3.023.000 δραχμών, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
27) Στην Πάτμο στις 14-12-1996 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα 1.100.000 που αποτελεί μέρος του αναγραφόμενου στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τιμήματος, ύψους 1.500.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 1023,17 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
28) Στην Πάτμο στις 14-3-1996 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 4.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοράστρια ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.014 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
29) Στην Πάτμο στις 18-4-1996 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 2.188.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ'αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητάς της, έκτασης 4.007,62 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2.
30) Στην Πάτμο στις 3-5-1996 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 1.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ..., για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 552 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
31) Στην Πάτμο στις 9-7-1996 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 1.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενη της εντολέως του Μονής αγοράστρια ... για την σ' αυτήν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 2.004 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
32) Στην Πάτμο στις 29-11-1996 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνας Βασιλείου τίμημα, ύψους 4.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τους αντισυμβαλλόμενους της εντολέως του Μονής αγοραστές ... και ... για την σ' αυτούς, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 12.944,15 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
33) Στην Πάτμο στις 31-1-1997 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα 2.000.000 δραχμές που αποτελεί μέρος του αναγραφόμενου στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση συνολικού τιμήματος ύψους 4.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.042 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το παραπάνω ποσό των 2.000.000 δραχμών, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
34) Στην Πάτμο στις 17-12-1997 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα 1.950.000 δραχμές που αποτελεί-μέρος του αναγραφόμενου στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση συνολικού τιμήματος ύψους 4.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως της Μονής του αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.005 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το παραπάνω ποσό των 1.900.000 δραχμών, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
35) Στην Πάτμο στις 7-2-1997 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 3.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοράστρια ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.419,28 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
36) Στην Πάτμο στις 5-3-1998 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 4.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.010 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
37) Στην Πάτμο στις 6-5-1993 και κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λέρου Φροσύνης Τζανουδάκη: τίμημα, ύψους 2.100.200 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τους αντισυμβαλλομένους της εντολέως του Ι. Μονής αγοραστές ..., ..., ... και ... για την σ' αυτούς, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 2.100 τ.μ που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την, κατά τον ίδιο, χρόνο υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
38) Στην Πάτμο στις 14-12-1993 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσόν των 1.956.000 δραχμές από το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 4.012.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.012,29 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά τον ίδιο χρόνο υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
39) Στην Πάτμο στις αρχές του έτους 1995 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 4.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 530τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου, της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την, κατά τον ίδιο χρόνο, αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
40) Στην Πάτμο στις 12-5-1995, και κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 4.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τους αντισυμβαλλομένους της εντολέως του Ι. Μονής αγοραστές ... και ... για την σ' αυτούς, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.008 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου, της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την υφισταμένη κατά τον ίδιο χρόνο αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
41) Στην Πάτμο στις 19-10-1995, και κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 4.023.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τους αντισυμβαλλομένους της εντολέως του Ι. Μονής αγοραστές ... και ... για την σ' αυτούς, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.022,90 τ.μ που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την, κατά το ίδιο χρόνο, υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
42) Στην Πάτμο στις 18-1-1996 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 1.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από την αντισυμβαλλόμενη της εντολέως του Μονής αγοράστρια ... για την σ' αυτήν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 2.005 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την, κατά το ίδιο χρόνο, υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
43) Στην Πάτμο στις 23-9-1996 και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο με αρ. .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση τίμημα, ύψους 2.400.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τον αντισυμβαλλόμενο της εντολέως του Μονής αγοραστή ... για την σ' αυτόν, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 3.000 τ.μ., που βρίσκεται στη νήσο ... της περιφέρειας του Δήμου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την, κατά το ίδιο χρόνο, υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
44) Στην Πάτμο στις 30-12-1997 , και κατά κατάχρηση εμπιστοσύνης ιδιοποιήθηκε παράνομα το αναγραφόμενο στο .../... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πάτμου Καρδάση τίμημα, ύψους 4.000.000 δραχμών, που, με την ιδιότητα του εντολοδόχου εισέπραξε από τους αντισυμβαλλομένους της εντολέως του Ι. Μονής αγοραστές ... και ... για την σ' αυτούς, μεταβίβαση, ενός ακινήτου κυριότητας της, έκτασης 4.005 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση ... της νήσου Πάτμου. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την, κατά τον ίδιο χρόνο, υφισταμένη αντικειμενικά αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
45) Στην Πάτμο εντός Μαΐου 1997, και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης με την οποία τον περιέβαλλε η Ι. Μονή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου αυτής, ιδιοποιήθηκε παράνομα 1.000.000 δραχμές από το τίμημα που, για λογαριασμό της εισέπραξε ως αντάλλαγμα για την προς τον ... πώληση ακινήτου ιδιοκτησίας της εκτάσεως 2010 τ.μ. στη θέση ... της νήσου Πάτμου, την οποία η ως άνω εντολέας του, μέσω αυτού, άτυπα, συνήψε. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικώς αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
46) Στην Πάτμο στις 8-10-1996, και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης με την οποία τον περιέβαλλε η Ι. Μονή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου αυτής ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 1.500.000 δραχμών που εισέπραξε για λογαριασμό της ως αντάλλαγμα για την προς τον ... πώληση ακινήτου ιδιοκτησίας της εκτάσεως 2010 τ.μ. στη θέση ... της νήσου Πάτμου, την οποία η ως άνω εντολέας του, μέσω αυτού, άτυπα, συνήψε. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικώς αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
47) Στην Πάτμο στις 13-9-1996, και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης με την οποία τον περιέβαλλε η Ι. Μονή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου αυτής ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό 6.000.000 δραχμών που εισέπραξε για λογαριασμό της ως αντάλλαγμα , για την προς τον ... πώληση ακινήτου ιδιοκτησίας της, εκτάσεως 2.009 τ.μ. στη θέση ... της νήσου Πάτμου, την οποία η ως άνω εντολέας του, μέσω αυτού, άτυπα, συνήψε. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικώς αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
48) Στην Πάτμο στις 6-9-1996, και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης με την οποία τον περιέβαλλε η Ι. Μονή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου αυτής ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό 8.000.000 δραχμών, που εισέπραξε για λογαριασμό της ως αντάλλαγμα για την προς τον ... πώληση ακινήτου ιδιοκτησίας της , εκτάσεως 2.080 τ.μ. στη θέση ... της νήσου Πάτμου, την οποία η ως άνω εντολέας του μέσω αυτού, άτυπα, συνήψε. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικώς αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
49) Στην Πάτμο στις 23-11-1995, και κατά κατάχρηση της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης με την οποία τον περιέβαλλε η Ι. Μονή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου αυτής, ιδιοποιήθηκε παράνομα 1.000.000 δραχμές από το τίμημα που, για λογαριασμό της εισέπραξε ως αντάλλαγμα για την προς την ... πώληση ακινήτου ιδιοκτησίας της, εκτάσεως 3.348,16 τ.μ στη θέση ... της νήσου Πάτμου, την οποία η ως άνω εντολέας του, μέσω αυτού, άτυπα, συνήψε. Το ποσό αυτό, με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά κατά τον χρόνο της καταβολής του και την κατά το χρόνο αυτό υφισταμένη αντικειμενικώς αγοραστική του αξία, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ.
VII. Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, προκειμένου να δικαστεί για το κακούργημα της υπεξαιρέσεως, κατ' εξακολούθηση (98, 375 παρ.1, 2 ΠΚ). . Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα πιο πάνω αξιόποινη πράξη και από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των αξιόποινων αυτών πράξεων, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του στο ακροατήριο , καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο.
VIII. Ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Συμβούλιο Εφετών εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 ΠΚ διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα τον παραπέμπει ενώπιον του ακροατηρίου με τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 2 περί κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, ενώ πρόκειται περί πλημμελημάτων (375 παρ. 1), καθόσον όλες οι πιο πάνω μερικότερες πράξεις έλαβαν χώρα πριν από τις 3-6-99 και έτσι λαμβάνεται υπόψη κάθε μία ξεχωριστά.
Συνεπώς, οι πράξεις αυτές, όπως υποστηρίζει, έχουν υποπέσει σε παραγραφή, αφού δεν έχει εφαρμογή ο μεταγενέστερος δυσμενέστερος ν. 2721/3-6-99., όπως επίσης δεν έχει εφαρμογή και το άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ, για τον χαρακτηρισμό της πράξεως της υπεξαίρεσης ως κακουργηματικής. Ειδικότερα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι, για την πλήρωση της υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, απαιτείται μεν η συνολική αξία τον υπεξαιρεθέντων να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών ή 73.000 ευρώ ( άρ. 375 παρ. 2 εδ. β,του ΠΚ, όπως ισχύει μετά τον ν. 2721/1999 ) , πλην όμως για την εφαρμογή της επιβαρυντικής αυτής περιπτώσεως, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την εφαρμογή του νόμου 2721/1999, δεν αρκεί το άθροισμα, αλλά πρέπει μία τουλάχιστον από τις μερικότερες πράξεις να έχει αντικείμενο μεγαλύτερο από 25.000.000 δρχ. Επιπλέον, δε, επί υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, για την κρίση περί της αξίας του πράγματος, αλλά και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους υπεξαιρέσεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό, κατά το άρθρο 98 παρ. 2 Π.Κ. όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. 1.1 του Ν. 2721/1999), προϋποθέσεις οι οποίες, όπως ισχυρίζεται, δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, για τον χαρακτηρισμο των πιο πάνω πράξεων, ως κακουργηματικών. Η επίκληση των διατάξεως αυτών από τον αναιρεσείοντα, προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού το Συμβούλιο δεν παρέπεμψε τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα για την προβλεπόμενη από τη πιο πάνω διάταξη του άρ. 375 παρ.2β του ΠΚ κακουργηματική υπεξαίρεση (υπεξαίρεση αντικειμένου αξίας άνω των 25 εκατ. δραχμών), αλλά για την προβλεπόμενη από τη διάταξη της παρ.2α του άρ. 375 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν και μετά την αντικατάστασή του από το ν. 2408/96, δηλαδή ως εντολοδόχο-διαχειριστή και με κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης και κάθε μερικότερη πράξη ήταν, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ο αναιρεσείων, εξάλλου, δεν παραπέμπεται για συνολικό όφελος, αλλά για κάθε μερικότερη πράξη και, επομένως, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής εδώ του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ. Επομένως, ο σχετικός πέμπτος (τελευταίος) από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για εσφαλμένη εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, οι προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα, στον ίδιο λόγο αναίρεσης, αιτιάσεις, ως προς την κρίση του Συμβουλίου ότι η κάθε επί μέρους πράξη αφορούσε υπεξαίρεση "ιδιαίτερη μεγάλης αξίας", ότι, όπως προκύπτει από την παράθεση όλων των μερικότερων πράξεων για τις οποίες κατηγορείται και των οποίων τα συμβόλαια υπέγραψαν διάφορα πρόσωπα, "την ευθύνη επί των εν λόγω συμβολαίων, άμα δε και της ολοκληρωτικής εξόφλησης των συμβολαίων την έφεραν οι εκάστοτε ηγούμενοι και οι ταμίες" και όχι αυτός, ο οποίος ήταν το πρόσωπο εκείνο το οποίο είχε επιφορτισθεί να "δείχνει τα κτήματα προς πώληση στους αγοραστές και να επιμελείται μαζί με τον Πολιτικό Μηχανικό για τα τοπογραφικά σχεδιαγράμματα και ότι αδίκως ενέπλεξαν το όνομά του ως υπεύθυνου διαχειρίσεως, ενώ η αλήθεια είναι για το χρονικό διάστημα από το έτος 1986-1998 είχε διοριστεί από την Αδελφότητα ως εκτελών αποφάσεις αυτής κλπ, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Συμβουλίου Εφετών. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( 583 παρ.1 ΚΠ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα του Χ1, κατοίκου ..., για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου και
Απορρίπτει την 1/24-1-2008 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του πιο πάνω αναιρεσείοντος Χ1 για αναίρεση του 118/2007 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ ..
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Βούλευμα που παραπέμπει για κακουργηματική υπεξαίρεση (διαχειριστής ξένης περιουσίας, ιδιαίτερα σημαντικό ποσό). Στοιχεία αδικήματος. Αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση 308 ΚΠΔ. Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνεία ή εφαρμογής νόμου. Λόγοι αναίρεσης που αφορούν άλλο πρόσωπο που δεν είναι ο αναιρεσείων. Λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας πραγματογνωμοσύνης. Απορρίπτει αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση. Απορρίπτει αναίρεση.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1614/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ορισθέντα με την υπ' αριθ. 57/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), Βασίλειο Λυκούδη και Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαϊου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 194/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ1. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ", που εδρεύει στις Αχαρνές Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Β) αναιρεσείων - κατηγορούμενος: Χ1. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 11 Μαρτίου 2008 και 3 Μαρτίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 452/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πρίαμου Λεκκού, με αριθμό 212/18.4.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων μετά της σχετικής δικογραφίας, α) την από 11-3-2008 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, κατά του παραπεμπτικού μέρους του υπ' αριθμ. 194/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, και β) την από 3-3-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του ανωτέρω υπ' αριθμ. 194/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα εξής:
Α) Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ανωτέρω βούλευμα του, εκδοθέν κατόπιν εφέσεως της πολιτικώς εναγούσης ανωνύμου εταιρίας "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ" κατά του υπ' αριθμ. 2772/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παρέπεμψε τον κατηγορούμενο Χ1 στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, διά να δικασθή δι' υπεξαίρεση, φερομένη ως τελεσθείσα στην Αθήνα, την 25-10-2004. Ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου προσέβαλε, διά της υπό κρίση αιτήσεως του, το ως άνω παραπεμπτικό μέρος του εν λόγω βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και προβάλλει, ως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την έλλειψη νομίμου βάσεως, προσδιορίζων επαρκώς τις σχετικές αναιρετικές αιτιάσεις.
Επειδή, κατά το άρθρ. 375 §1ΠΚ,όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα πού περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους . Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσόν των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών(73.000ευρώ), ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Εξάλλου, διά την πληρότητα της υπό του άρθρ. 93 του Συντάγματος και του άρθρου 139 του ΚΠΔ αξιουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρ. 484§1 περ.δ'ΚΠΔ λόγω αναιρέσεως κατά βουλεύματος, απαιτείται να εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά πού προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα πού θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθή, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου εκ του λόγου ότι στο πόρισμα του βουλεύματος, πού περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως(ΑΠ 1167/2006,114/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει από το προσβαλλόμενο ανωτέρω βούλευμα, το εκδόν αυτό Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση(ΑΠ 66/2007), δέχεται, αφ'ενός μεν, ότι στην Αθήνα, την 25-10-2004, ο κατηγορούμενος Χ1 παρανόμως ιδιοποιήθηκε εμπορεύματα της ανωνύμου εταιρείας "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ", τα οποία είχαν απαξιωθή κατά τον χρόνο πού εζητήθη η επιστροφή των (25-10-2004) και ότι ο αρνηθείς την απόδοση αυτών ανωτέρω κατηγορούμενος (Χ1) "πρέπει να θεωρηθεί ως υπαίτιος του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, υπό την απλή μορφή της", κατ' αρθρ. 375§1 εδάφ.ά ΠΚ, δηλαδή χωρίς κακουργηματικό χαρακτήρα, αφ' ετέρου δε, ότι η αξία των υπεξαιρεθέντων ανέρχεται συνολικώς στο ποσό των 2.472.780,58 ευρώ. Όμως, με τις παραδοχές αυτές, υπάρχει αντίφαση ως προς την αξία των υπεξαιρεθέντων πραγμάτων, η οποία επιδρά στην βαρύτητα του ανωτέρω εγκλήματος και στον χαρακτηρισμό αυτού ως πλημμελήματος ή κακουργήματος, με συνέπεια να στερείται το προσβαλλόμενο βούλευμα της ως άνω απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και νομίμου βάσεως, αφού η ως άνω απόφαση καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του αρθρ.375§1εδάφ.α'ΠΚ. Επομένως, είναι βάσιμοι οι εκ του άρθρ.484§1περ.β',δ'ΚΠΔ προβαλλόμενοι, διά της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, λόγοι αναιρέσεως.
Β) Κατά το άρθρ. 476§1ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνη σχετικώς, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος πού έχει προσβληθή και την καταδίκη στα έξοδα του ασκήσαντος αυτό. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 482§1 ΚΠΔ, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήση την αναίρεση του βουλεύματος όταν α) τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα και β) παύει προσωρινώς την ποινική δίωξη εναντίον του.
Στην προκειμένη περίπτωση, διά της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, προσβάλλεται από αυτόν το ανωτέρω υπ αριθμ. 194/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, διά να δικασθή δι'ύπεξαίρεση εις βαθμό πλημμελήματος (άρθρ. 375§1 εδαφ.α'ΠΚ). Όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, το ως άνω προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον κατηγορούμενο. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 είναι απαράδεκτη.
Γ) Κατ' ακολουθία πρέπει, αφ'ενός μεν να αναιρεθή, κατά το ως άνω παραπεμπτικό μέρος του, το υπό του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθή η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστές, αφ' ετέρου δε να αποριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 και να καταδικασθή ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς-προτείνω
Να αναιρεθή το υπ' αριθμ. 194/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατά το παραπεμπτικό μέρος του.
Να παραπεμφθή η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς νέα κρίση, στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστές.
Να απορριφθή η από 3-3-2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ' αριθμ. 194/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Να καταδικασθή ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 28 Μαρτίου 2008Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου ΠάγουΔημήτριος-Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν. 2408/1996 "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Ο εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητο του για να προσέλθει στο συμβούλιο και να θέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Την ειδοποίηση ενεργεί ο γραμματέας της εισαγγελίας με οιοδήποτε μέσο (και προφορικώς ή τηλεφωνικώς) και επισημειώνει την ενέργεια του αυτή στο φάκελο της δικογραφίας". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία το ένδικο μέσο που ασκήθηκε κατά βουλεύματος ή αποφάσεως είναι απαράδεκτο, ο εισαγγελέας εισάγει την υπόθεση στο συμβούλιο ή στο δικαστήριο (ως συμβούλιο) με πρόταση του, για να είναι δε παραδεκτή η εισαγωγή του ένδικου μέσου στο συμβούλιο ή στο δικαστήριο (ως συμβούλιο), οφείλει προηγουμένως ο εισαγγελέας να έχει ειδοποιήσει τον διάδικο που το άσκησε ή τον αντίκλητο του για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του σ' αυτό είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο συμβούλιο, αλλιώς είναι απαράδεκτη η εισαγωγή της στο συμβούλιο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ' αριθμό 2772/2007 βούλευμα, που εξέδωσε, έκρινε, ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων 1) Χ1, 2) ..... και 3) ......, για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, από κοινού, αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανώτερης των 73.000 ευρώ. Κατά του βουλεύματος αυτού, η πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ", άσκησε την, από 5-10-2007, έφεση της με αριθμό 553/5-10-2007. Επί της εφέσεως της αυτής, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο δέχθηκε κατά ένα μέρος και κατ' ουσία, την έφεση της πολιτικώς ενάγουσας, ως προς τον κατηγορούμενο Χ1, και παρέπεμψε αυτόν(Χ1), στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, για να δικασθεί ως υπαίτιος υπεξαίρεσης σε πλημμεληματική μορφή, και, επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, κατά τις λοιπές διατάξεις του. Κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με αριθμό 194/2008, ο αναιρεσείων, άσκησε, την με αριθμό 46 από 3-3-2008, αναίρεση με την οποία πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, και ειδικότερα για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β και δ του Κ.Π.Δ.).
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με το υπ' αριθμό πρωτ. 212/18-4-2008 έγγραφο του, προς το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), εισήγαγε α) την από 3-3-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ' αριθμό 194/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, με πρόταση του να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του, ως απαράδεκτη και β) την από 11-3-2008 αίτηση του (Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου), με πρόταση του να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Από κανένα όμως στοιχείο της δικογραφίας, δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ή ο αντίκλητος του ειδοποιήθηκε για να προσέλθει στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ως Συμβούλιο) και μάλιστα είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες πριν την εισαγωγή της σ' αυτό, για να εκθέσει τις απόψεις του. Επομένως, η εισαγωγή της υπόθεσης στο Δικαστήριο (ως Συμβούλιο), κατά το μέρος που αφορά την αίτηση αναιρέσεως του Χ1, πρέπει, για το λόγο αυτό, να κηρυχθεί απαράδεκτη. Μετά από αυτά, πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να κριθεί ενιαία η υπόθεση αυτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την εισαγωγή στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ως Συμβούλιο) της υπ' αριθμό 46 και από 3 Μαρτίου 2008 αιτήσεως του Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθ. 194/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και Αναβάλλει τη συζήτηση επί της από 11-3-2008 αιτήσεως, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση του υπ' αριθμό 194/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαϊου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Απαράδεκτη η αναίρεση κατά βουλεύματος που παραπέμπει τον κατηγορούμενο για πλημμέλημα. Απαράδεκτη η συζήτηση λόγω μη ειδοποιήσεως του αναιρεσείοντος ή του αντικλήτου του. Αναβάλλεται η συζήτηση επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να κριθεί ενιαία η υπόθεση.
|
Αναβολή συζήτησης
|
Αναβολή συζήτησης.
| 0
|
Αριθμός 1597/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου χ1 και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Θεσσαλονίκης, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 908-909/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον ...... .Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28.10.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2029/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τ ο ν Α ν τ ε ι σ α γ γ ε λ έ α Που αναφέρθηκε στην από 21.5.2008 έκθεση παραιτήσεως του αναιρεσείοντος και πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 465 παρ. 2, 474 παρ. 1 και 475 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ένδικο μέσο που έχει ασκήσει, άρα και από την αναίρεσή του, αρκεί να έχει τούτο ασκηθεί παραδεκτά. Η παραίτηση δηλώνεται σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. 1, δηλαδή και στον διευθυντή των Φυλακών όπου κρατείται ο δικαιούμενος και αν έγινε νόμιμα, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ).
Στη προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την 908-909/2007 απόφασή του καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή καθείρξεως δέκα ετών και χρηματική ποινή 5000 ευρώ για αγορά, κατοχή και πώληση της ιδίας ποσότητας ναρκωτικών ουσιών. Κατά της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα αναίρεση, με την από 28 Οκτωβρίου 2007 δήλωσή του που επιδόθηκε στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 29η Οκτωβρίου 2007. Στις 21.5.2008 ενώπιον του ......., Διευθυντού των Αγροτικών Φυλακών Κασσάνδρας, εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων και δήλωσε ότι παραιτείται από την παραπάνω αίτηση αναίρεσης και συντάχθηκε η 16/21.5.2008 έκθεση παραιτήσεως από ένδικο μέσο.
ΙΙΙ. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα και αφού πρόκειται για νόμιμη παραίτηση από ένδικο μέσο που είχε ασκηθεί παραδεκτά, η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα [άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ, σε συνδ. με άρθ. 5 παρ. 4 του ν. 2943/01].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-10-2007 αίτηση του χ1 για αναίρεση της 908-909/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Ερήμην. Απορρίπτει ως απαράδεκτη λόγω παραιτήσεως από το ένδικο μέσο της αναιρέσεως.
|
Παραίτηση
|
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Παραίτηση.
| 0
|
Ε.Σ
Αριθμός 1594/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Αναστάσιο Λιανό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2120/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1998/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού, με αριθμό 200/18-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 16-11-2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ' αριθμ. 2120/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής: Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος, ως και εκείνη της συγκατηγορουμένης του Χ2, κατά του υπ' αριθμ. 57/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, αναδιετυπώθη το παραπεμπτικό διατακτικό του τελευταίου και παραπέμπονται οι εν λόγω κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθούν δι' υπεξαίρεση αντικειμένου συνολικής αξίας υπερβαινούσης το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ), από κοινού. Προβάλλει δε ο αναιρεσείων, ως λόγους αναιρέσεως, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 484§1 στοιχ. β', δ' ΚΠΔ). Επειδή, κατά το άρθρ. 375§1 ΠΚ, ως συνεπληρ. δι' άρθρ. 14§3α Ν. 2721/1999, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι διά την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται η συνδρομή των ακολούθων στοιχείων : α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, τέτοιο δε θεωρείται αυτό που ευρίσκεται σε ξένη, εν σχέσει προς τον δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο, β) να περιήλθε αυτό με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη και να ήταν κατά το χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου δικαιώματος που παρέχεται στον δράστη από τον νόμο και δ) δολία προαίρεση του δράστη, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να ενσωματώση στην δική του περιουσία το ξένο κινητό πράγμα που ευρίσκεται στην κατοχή του, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο (ΑΠ 384/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/901). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: Η μηνύτρια εταιρία "SPACEPHONE ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ" είναι δυνάμει συμβάσεως με την COSMOTE ΑΕ κύρια εμπορική αντιπρόσωπος αυτής, ενεργώντας με δική της επιχειρηματική οργάνωση και για λογαριασμό της COSMOTE ΑΕ, ως μεσολαβήτρια, σύναψη συμβάσεων παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών της COSMOTE ΑΕ, με συνδρομητές έναντι προμήθειας. Η εταιρία αυτή στις 5-6-2000 συνήψε με την εταιρία "Γ.Θ. ΙΝΤΕΡΝΑΣΙΟΝΑΛ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΕΛΛΑΣ ΑΕ", εκπροσωπούμενη από τη δεύτερη κατηγορουμένη Χ2, σύμβαση παρεπόμενης εμπορικής αντιπροσωπείας, με την οποία της ανέθεσε τη για λογαριασμό της COSMOTE, προώθηση της εμπορικής δραστηριότητάς της και μεσολάβηση για τη σύναψη αιτήσεων-συμβάσεων συνδρομής, έναντι προμήθειας. Προς το σκοπό αυτό η SPACEPHONE ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύει τη "Γ.Θ. ΙΝΤΕΡΝΑΣΙΟΝΑΛ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΕΛΛΑΣ ΑΕ" (παρεπόμενος αντιπρόσωπος) με επαρκές απόθεμα καρτών SIM, αιτήσεων-συμβάσεων συνδρομής και πληροφοριακού ή διαφημιστικού υλικού. Ειδικά για τις κάρτες SIM συμφωνήθηκε ότι ο παρεπόμενος αντιπρόσωπος θα χρεώνεται με την αξία των καρτών που του διαθέτει η SPACEPHONE και στη συνέχεια η SPACEPHONE θα χρεώνεται με την αξία των αντίστοιχων καρτών που έχουν ενεργοποιηθεί κατά τη διαδικασία που θα ορίζει με εγκυκλίους η COSMOTE-SPACEPHONE. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής η SPACEPHONE προμήθευσε την "ΙΝΤΕΡΝΑΣΙΟΝΑΛ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΕΛΛΑΣ ΑΕ" κατά το χρονικό διάστημα από 20-10-2000 έως 22-12-2000 με τηλεπικοινωνιακό υλικό, (κάρτες ανανέωσης χρόνου ομιλίας, COSMOKARTES) συνολικής αξίας 111.515.774 δραχμών, όπως το υλικό αυτό περιγράφεται στα εκδοθέντα για λογιστικούς και φορολογικούς λόγους και αναφερόμενα στην κατηγορία τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής, στα οποία αναγράφεται ο όρος της παρακράτησης της κυριότητος των εμπορευμάτων μέχρις εξοφλήσεως του μνημονευομένου τιμήματος - αξίας τους. Ο όρος αυτός, ο οποίος είναι έντυπος, δεν ασκεί εν προκειμένω καμμία έννομη επιρροή, διότι οι παραπάνω κάρτες παραδίδονταν στην παρεπόμενη αντιπρόσωπο όχι σε εκτέλεση συμβάσεως πωλήσεως, αλλά για να τις κρατήσει στις αποθήκες της υπό τη μορφή παρακαταθήκης, προκειμένου εν συνεχεία αυτή να τις διαθέσει σε υποψήφιους συνδρομητές της COSMOTE AE, σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης παρεπόμενης εμπορικής αντιπροσωπείας, έναντι της συμφωνηθείσης αμοιβής (προμήθειας), άλλως να τις επιστρέψει στη μηνύτρια. Οι εκκαλούντες, οι οποίοι κατά τη σύναψη της ως άνω συμβάσεως, ασκούσαν από κοινού τη διοίκηση και διαχείριση της κατά τα άνω αντισυμβαλλομένης, ως παρεπομένης αντιπροσώπου εταιρείας, όπως τούτο προκύπτει από τα απολογητικά υπομνήματά τους ενώπιον της Ανακρίτριας, παρέλαβαν δε για λογαριασμό της ίδιας εταιρείας και με τις ίδιες ιδιότητες το τηλεπικοινωνιακό υλικό, για το οποίο εκδόθηκαν τα προαναφερόμενα τιμολόγια - δελτία αποστολής (κάρτες ανανέωσης χρόνου ομιλίας, COSMOKARTES), δεν απέδωσαν στην μηνύτρια εταιρεία μέχρι και 30-4-2001, την αξία των καρτών αυτών με παράδοση και αντίστοιχη ενεργοποίησή τους σε τελικούς συνδρομητές της COSMOTE, ούτε επέστρεψαν σ' αυτή (μηνύτρια) τις ως άνω κάρτες κατά την ίδια ημερομηνία (30-4-2001), κατά την οποία η τελευταία εζήτησε την επιστροφή τους, αλλά τις παρακράτησαν και τις ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Τα όσα αντίθετα οι ίδιοι ισχυρίζονται με τις εφέσεις τους και με τα υπομνήματά τους ενώπιον του Συμβουλίου αυτού, δηλαδή για έλλειψη δόλου υπεξαιρέσεως των επίδικων καρτών ή του τιμήματός τους δεν ευσταθούν, ενώ είναι άνευ εννόμου επιρροής οι ισχυρισμοί, με τους οποίους προβάλλουν αστικές αξιώσεις κατά της μηνύτριας εταιρείας από τη μεταξύ τους σύμβαση, καθώς και αυτοί που στηρίζονται στις διατάξεις της πωλήσεως κινητού πράγματος με παρακράτηση της κυριότητος αυτού από τον πωλητή, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η εταιρεία τους δεν συνδέεται με την μηνύτρια με σύμβαση πωλήσεως. Από τα παραπάνω προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ότι οι εκκαλούντες, ενεργούντες από κοινού και με κοινή πρόθεση ιδιοποιήθηκαν παράνομα το ως άνω τηλεπικοινωνιακό υλικό, το οποίο περιήλθε στην κατοχή τους υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά τους και το οποίο δεν απέδωσαν στην μηνύτρια εταιρεία, η οποία ζήτησε την απόδοσή του στις 30-4-2001, ούτε απέδωσαν σ' αυτή (μηνύτρια) την αξία του με παράδοση και ενεργοποίηση των σχετικών καρτών σε τελικούς συνδρομητές της COSMOTE, κατά τα προβλεπόμενα στη μεταξύ τους σύμβαση. Μετά από αυτά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αφού συνεπλήρωσε και προσδιώρισε σαφέστερα την ως άνω αξιόποινη πράξη, αναδιετύπωσε το παραπεμπτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και εκείνη της συγκατηγορουμένης του και παρέπεμψε αυτούς στο ακροατήριο του ανωτέρω δικαστηρίου διά να δικασθούν διά την πράξη αυτή. Με αυτά που εδέχθη το ανωτέρω συμβούλιο εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375§1 ΠΚ και έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Συγχρόνως, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την εν λόγω ουσιαστική ποινική διάταξη και δεν παρεβίασε αυτή, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Οι δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενες υπό του αναιρεσείοντος αιτιάσεις είναι αβάσιμες, ενώ καθ' ο μέρος πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του συμβουλίου, οι σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες. Περαιτέρω, διά την πληρότητα της αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος δεν ήτο απαραίτητη η αναφορά των επικαλουμένων από τον αναιρεσείοντα επί πλέον στοιχείων. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρέσεων στα δικαστικά έξοδα. Τέλος το αίτημα του αναιρεσείοντος, περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, πρέπει να απορριφθή κατ'ουσίαν, διότι οι περιλαμβανόμενες στο αναιρετήριο αιτιάσεις δεν έχουν ανάγκη προφορικών διευκρινίσεων.
Για τους λόγους αυτούς - Προτείνω Να απορριφθή η από 16-11-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ' αριθμ. 2120/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να απορριφθή το αίτημα του αναιρεσείοντος, περί αυτοπροσώπου εμφανίσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου. Και Να καταδικασθή ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 27 Φεβρουαρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 309 παρ.2 ΚΠοινΔ που εφαρμόζεται και στον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 485 του ίδιου Κώδικα, το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, διατάσσει υποχρεωτικά την ενώπιον αυτού εμφάνιση του αιτούντος για να παράσχει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Στην προκείμενη περίπτωση, το αίτημα του αναιρεσείοντος διατυπούμενο κατά λέξη στην από 16-11-2007 αίτηση αναιρέσεως "..ζητώ να εμφανιστώ προσωπικά και να ακουστώ από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, προκειμένου να μου δοθεί η δυνατότητα να αποσαφηνίσω και δια ζώσης και στα πλαίσια των λόγων αναίρεσης μία σειρά από ζητήματα που έχουν να κάνουν τόσο με τη λειτουργία της σύμβασης μεταξύ της μηνύτριας εταιρείας και της "Γ.Θ. ΙΝΤΕΡΝΑΣΙΟΝΑΛ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", όσο και με τη μη τέλεση του αποδιδομένου εγκλήματος ....'' πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί με το δικόγραφο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων διεξοδικά προβάλλει και αναλύει τους λόγους αναιρέσεως του βουλεύματος, ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρίνιση αυτών .
Με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 2120/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις του αναιρεσείοντος και της συγκατηγορουμένης του, Χ2, κατά του πρωτοδίκου υπ' αριθμ. 57/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν αυτοί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθούν για υπεξαίρεση από κοινού αντικειμένου συνολικής αξίας υπερβαινούσης το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ) (άρθρ. 1, 14. στ', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 51, 52, , και 375 παρ. 1 εδ. α και γ Π.Κ.) πράξη που φέρεται από αυτούς τελεσθείσα στην Αθήνα την 30-4-2001 . Για τους λόγους που εκτίθενται στην εισαγγελική πρόταση, στους οποίους ως ορθούς, νομίμους και βασίμους και το Συμβούλιο αυτό αναφέρεται εξ ολοκλήρου για την αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, αφού οι περιεχόμενοι σ' αυτή λόγοι από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' και δ' ΚΠΔ και συγκεκριμένα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων, 45, και 375 παρ.1 εδαφ.α και γ Π.Κ. είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και αναφέρονται διεξοδικώς στην εισαγγελική πρόταση διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα ως άνω αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, κατά συναυτουργία, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις, για την παραπομπή του κατηγορουμένου -αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς επίσης και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45, και 375 παρ.1 εδαφ.α και γ Π.Κ., τις οποίες εφάρμοσε σωστά, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που υπό την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου Εφετών είναι απαράδεκτες, εφόσον ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 484 ΚΠΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών. Επομένως, μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-11-2007 αίτηση του Χ1για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου. Και
Απορρίπτει την υπ' αριθμ.263/16-11-2007 αίτηση του ανωτέρω Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 2120/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών . Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στα διακόσια είκοσι (220) ευρώ .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις % Ιουνίου 2008 Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1594/2008 - σελ.28
|
Αιτιολογία βουλεύματος για κακουργηματική υπεξαίρεση από κοινού. Απορρίπτει αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Υπεξαίρεση.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1593/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοϊνη, Ιωάννη Παπουτσή (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ιωάννη Σιδέρη (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαϊου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 2061/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 55/25-10-2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1797/2007.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139, σε συνδ. προς 533, 536 και 537 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η δικαστική απόφαση, η οποία απορρίπτει αίτηση αποζημιώσεως υπό του Δημοσίου προσωρινώς κρατηθέντος ή φυλακισθέντος και αθωωθέντος έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων, που δικαιολογούν την απόρριψη της αιτήσεως αποζημιώσεως, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, σε σχέση προς τα αποδεικτικά μέσα , δεν είναι μεν ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, ή να αξιολογούνται καθ' έκαστο ή να συσχετίζονται ειδικώς ή να συγκρίνονται προς άλληλα ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, απαιτείται όμως η γενικώς και κατά το είδος τους αναφορά και η εκτίμηση όλων των υπαρχόντων αποδεικτικών μέσων. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 2061/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι ουδεμία γίνεται μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, προς σχηματισμό της δικαστικής του κρίσεως, αν και ανεγνώσθησαν τα αναφερόμενα στα πρακτικά είκοσι οκτώ (28) έγγραφα.
Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της άνω απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται, από την αιτία αυτή ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'του ΚΠοινΔ αναιρετικός λόγος, περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας. Κατ' ακολουθία, πρέπει η προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που την δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2061/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαϊου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1593/2008 σελ. 22
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια ως προς τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν αναφέρονται ούτε κατ΄ είδος. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα.
| 0
|
ΑΡΙΘΜΟΣ 1592/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοϊνη, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 105/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Νικόλαο Ζαϊρη (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 105/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιουνίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, περί αναιρέσεως της 299/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Εδεσσας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χατζόπουλο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Εδεσσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 786/2008.
Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί στο σύνολό της η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 1 και 498 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ένδικου μέσου της έφεσης πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικά, προκειμένου για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ. 3 ΚΠοινΔ, η άσκηση αυτής πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα έφεσης κατά της αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ένδικου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση. Όταν η έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης δεν έχει την πιο πάνω αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη την κρίνει παραδεκτή και, εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης, καταλήγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 9/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 299/2008 προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, το Δικαστήριο τούτο δέχθηκε τυπικά την από 21-2-2005 έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης κατά της 453/2005 αθωωτικής του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας και στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, τον κήρυξε, ένοχο για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, με τριετή αναστολή.
Στην παραπάνω έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, την οποία επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, αναφέρεται ότι "ο κατηγορούμενος Χ κηρύχθηκε αθώος για το αποδιδόμενο σ' αυτόν αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης (άρθρ. 229 § 1 ΠΚ) κατ' εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, ενώ έπρεπε το Δικαστήριο, εάν αξιολογούσε ορθά τα αποδεικτικά στοιχεία, να τον κηρύξει ένοχο και να του επιβάλει την ανάλογη ποινή. Ειδικότερα, από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα έγγραφα της δικογραφίας αποδείχθηκε σε βαθμό δικανικής πεποιθήσεως, ότι ο κατηγορούμενος Χ, στην ... στις 13-6-2000, συνειδητά καταμήνυσε ψευδώς τον νυν πολιτικώς ενάγοντα Ψ, καταγγέλλοντάς τον ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Έδεσσας, με την από 13-6-2000 αναφορά του (μήνυση), ότι δήθεν διέπραξε παράνομη κατακράτηση της υπερήλικης θείας του Α, την οποία (δήθεν) κατακράτησε παράνομα στο διαμέρισμά του, στη ...,, από 3-3-2000 μέχρι 13-6-2000. Το ψευδές της επίδικης μηνυτήριας αναφοράς του Χ έχει αποδειχτεί περίτρανα, αφού, ύστερα από προανάκριση, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το υπ' αριθμ. 17/2003 βούλευμά του, απήλλαξε τον Ψ για τη (δήθεν) παράνομη κατακράτηση της θείας του, ύστερα από απαλλακτική πρόταση, με την αιτιολογία ότι δεν υπάρχουν καθόλου ενδείξεις ενοχής του. Εάν, λοιπόν, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο ελάμβανε υπόψη του, όπως κατά νόμο είχε υποχρέωση, το περιεχόμενο του προαναφερθέντος βουλεύματος και συνεκτιμούσε ορθά και το λοιπό εμμάρτυρο και έγγραφο αποδεικτικό υλικό, έπρεπε να κρίνει ότι αποδείχτηκε η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος του άρθρου 229 § 1 ΠΚ αναφορικά με τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου Χκαι έπρεπε να τον κηρύξει ένοχο". Έχοντας το πιο πάνω περιεχόμενο η έφεση του ανωτέρω Εισαγγελέα, που ανάγεται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, διαλαμβάνει την κατά τα προεκτεθέντα και εκ του νόμου απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθεται σε αυτή, πλήρως και σαφώς η συγκεκριμένη πλημμέλεια της αθωωτικής απόφασης περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, το εκδόσαν την πληττόμενη απόφαση προαναφερόμενο Δικαστήριο, που δέχθηκε, ως τυπικά δεκτή, την έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και προχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης, δεν υπερέβη την εξουσία του. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως απορρίφτηκε ως αβάσιμος με την υπ' αριθμ. 64/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, προηγούμενη για την αυτή ως άνω πράξη καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα απόφαση με αριθμό 466/2006 του ως άνω δικαστηρίου. Επομένως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, λόγος αναιρέσεως της υπερβάσεως εξουσίας. Κατά το άρθρο 229 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρεται γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και να έγινε απ' αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος. Τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Έδεσσας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σ' αυτή, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: "Ο Ψ (πολιτικός ενάγων) με την από 9-2-2000 αίτησή του ζήτησε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Έδεσσας να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες, προκειμένου να τεθεί η θεία του, (αδελφή του πατέρα του), Α, ηλικίας 88 ετών περίπου, η οποία ήταν άγαμη και χωρίς τέκνα, σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, επικαλούμενος ότι η τελευταία λόγω ψυχικής διαταραχής (γεροντική παρανοϊκού τύπου ψύχωση με ήπια ανοϊκά στοιχεία) και άλλων προβλημάτων υγείας, (υπέρταση, καρδιακή ανεπάρκεια, απώλεια όρασης δεξιού οφθαλμού και μειωμένη όραση αριστερού οφθαλμού), αδυνατούσε να επιμεληθεί του εαυτού της και της περιουσίας της. Επίσης, ζήτησε να διοριστεί ο ίδιος Ψ) δικαστικός συμπαραστάτης αυτής και ως μέλη του εποπτικού συμβουλίου τα αναφερόμενα στην παραπάνω αίτηση πρόσωπα. Με βάση την αίτηση αυτή, η αρμόδια Αντεισαγγελέας Πλημμελειοδικών Έδεσσας υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας αίτηση, με την οποία ζητούσε την υποβολή της Α σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης και το διορισμό του Ψ, ως δικαστικού συμπαραστάτη αυτής. Η ως άνω αίτηση της Αντεισαγγελέως συζητήθηκε, με απούσα τη Α, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, στις 16-3-2000. Κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης ο κατηγορούμενος άσκησε την από 15-3-2000 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της Α, διώκοντας την απόρριψη της αίτησης της Αντεισαγγελέα Πλημμελειοδικών Έδεσσας, για το λόγο ότι η Α δεν έχρηζε δικαστικής συμπαράστασης, επικουρικά δε, για την περίπτωση που γινόταν δεκτή η αίτηση, το διορισμό του ίδιου ως δικαστικού συμπαραστάτη και των προσώπων που αναφερόταν στο δικόγραφο της πρόσθετης παρέμβασης, ως μελών του εποπτικού συμβουλίου. Ειδικότερα, στην παραπάνω πρόσθετη παρέμβασή του ο κατηγορούμενος ισχυριζόταν ότι η καθ' ης η αίτηση, Α, δεν είχε ανάγκη υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση, καθόσον ήταν υγιής σωματικά και πνευματικά και ότι ο Ψ δεν συνδεόταν με συγγενική σχέση ούτε και έτρεφε αισθήματα αγάπης γι' αυτήν, αλλά ωθήθηκε στην υποβολή της αίτησης από ωφελιμιστικά κίνητρα, που είχαν στόχο την περιουσία της, ενώ αντίθετα, ο ίδιος είχε αναπτύξει μαζί της σχέση μητέρας - γιου και είχε αναλάβει να τη γηροκομήσει και σε ένδειξη ευγνωμοσύνης η Α του είχε δωρίσει το ποσό των 35.000.000 δρχ., καθιστώντας αυτόν συνδικαιούχο του σχετικού τραπεζικού λογαριασμού της και ως εκ τούτου υφίστατο κίνδυνος απώλειας του ποσού αυτού σε περίπτωση κήρυξης της Α σε δικαστική συμπαράσταση. Επίσης, στο ίδιο ως άνω δικόγραφο ο κατηγορούμενος ισχυριζόταν ότι ο Ψ είχε απομακρύνει τη Α από την οικία της, που βρισκόταν στο ... και την κρατούσε, παρά τη θέληση της, στην οικία του στη ..., προκειμένου αυτή να μην έχει επαφή με τον ίδιο (κατηγορούμενο), καθώς και ότι η Α είχε αρνητικά αισθήματα γι' αυτόν (πολιτικώς ενάγοντα) και την οικογένεια του. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 139/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης από τον πραγματογνώμονα ιατρό, Δ, νευρολόγο - ψυχίατρο, προκειμένου να διαπιστωθεί η κατάσταση της ψυχικής και διανοητικής υγείας της Α. Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής ο ως άνω πραγματογνώμονας εξέτασε την Ακαι συνέταξε την από 15-5-2000 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, με την οποία αποφάνθηκε ότι η ανωτέρω δεν εμφανίζει κλινικά σημεία παρανοϊκής ψυχώσεως, είναι ικανή να ενεργεί αυτοπροσώπως για δικαιοπραξίες, διαθέτει δυνατότητα επικοινωνίας με το περιβάλλον και δεν έχει ανάγκη επιμελητού. Επίσης, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι "Βρίσκεται υπό το κράτος αρνητικών συναισθημάτων οργής εναντίον των συγγενικών της προσώπων, με τα οποία τώρα συγκατοικεί, επειδή δεν της επιτρέπουν να επιστρέψει στην οικία της στο ..., την οποία εντόνως νοσταλγεί. Υπό το κράτος αυτής της οργής εκτρέπεται ενίοτε σε ασυναρτησίες, που αφορούν τα πρόσωπα και το χώρο και οι οποίες δεν συνιστούν αληθείς παρανοϊκές ιδέες". "Το συναίσθημα είναι καταθλιπτικό και οργίλο λόγω της αποστερήσεως του οικείου της χώρου". Την 29-2-2000 ο Ψ επισκέφθηκε τη θεία του, Α, στην οικία της στο ... και τη μετέφερε στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Έδεσσας, επειδή η κατάσταση της υγείας της είχε επιδεινωθεί. Στο ως άνω νοσοκομείο εισήλθε και νοσηλεύτηκε από 29-2-2000 έως 3-3-2000, με διάγνωση καρδιακή ανεπάρκεια, λοίμωξη αναπνευστικού. Κατά την έξοδό της από το νοσοκομείο οι γιατροί συνέστησαν τη φροντίδα της Ασε οικογενειακό περιβάλλον και για το λόγο αυτό ο ανεψιός της, Ψ, μετέφερε αυτήν στην οικία του, που βρίσκεται στη ... προκειμένου να τη φροντίζει ο ίδιος και η οικογένεια του. Ο κατηγορούμενος, μη γνωρίζοντας την παραπάνω εξέλιξη, αναζήτησε τη Α στην οικία της στο ... και έμαθε ότι η τελευταία είχε διακομισθεί από τον ανεψιό της, Ψ, στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Έδεσσας, όπου, όπως συνομολόγησε ο ίδιος απολογούμενος στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και κατέθεσε και η σύζυγος του, μάρτυρας, Μ, την επισκέφθηκε δύο φορές. Την 3-3-2000 όταν πήγε και πάλι στο νοσοκομείο ο κατηγορούμενος έμαθε από το νοσηλευτικό προσωπικό ότι ο Ψ είχε μεταφέρει τη θεία του, Α, στην οικία του στη ..., με συνέπεια έκτοτε να διακόψει κάθε επαφή μαζί της, μέχρι το θάνατο της, που έλαβε χώρα την 29-2-2001. Ακολούθως, την 23-6-2000 ο κατηγορούμενος υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Έδεσσας, την από 13-6-2000 αναφορά του, στην οποία, αφού ανέφερε το ιστορικό της διαδικασίας υποβολής της Α σε δικαστική συμπαράσταση και παρέθετε το πόρισμα του διορισθέντος με την με αριθμ. 139/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας πραγματογνώμονα, Δ, αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της Α, εξέθετε ότι η πραγματογνωμοσύνη αυτή επιβεβαιώνει τα όσα ο ίδιος ανέφερε στο από 15-3-2000 δικόγραφο της πρόσθετης παρέμβασης, που κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας και συγκεκριμένα επιβεβαιώνει ότι ο Ψ απομάκρυνε τη Α, παρά τη θέλησή της από το σπίτι της και τη μετέφερε στο διαμέρισμά του στη ..., όπου την κρατεί παράνομα από την 3η Μαρτίου του έτους 2000 συνεχώς έως σήμερα (23-6-2000), προκειμένου να μην έρχεται σε επαφή με τον ίδιο, ο οποίος τη φρόντιζε και την περιποιούνταν από εξαετίας και με την οποία τον συνέδεαν στενοί συναισθηματικοί δεσμοί. Ακολούθως εξέθετε ότι "η παραπάνω συμπεριφορά του Ψ είναι κακουργηματική, εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 322 ΠΚ περί "αρπαγής", αδίκημα που τελέσθηκε στην Έδεσσα, από όπου ο Ψ την απήγε εξαπατώντας την ή με την απειλή βίας και τη μετέφερε στο διαμέρισμά του στη ..., όπου από 3/3/2000 την κατακρατεί παράνομα για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι σήμερα". Με βάση την προαναφερθείσα αναφορά του κατηγορουμένου ασκήθηκε σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, Ψ, ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της παράνομης κατακράτησης, κατ' αρθρ. 325 περ.β' ΠΚ, που φερόταν ότι είχε τελέσει σε βάρος της θείας του Α, κατά το χρονικό διάστημα από 3 Μαρτίου έως 13 Ιουνίου του έτους 2000 και διενεργήθηκε σχετική προανάκριση, μετά την περάτωση της οποίας ο Ψ απαλλάχθηκε με το με αριθμ. 17/2003, ήδη αμετάκλητο, βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με το οποίο το ως άνω δικαστικό συμβούλιο αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία σε βάρος του για την παραπάνω αξιόποινη πράξη. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι είναι ψευδές ότι ο πολιτικώς ενάγων, Ψ, απομάκρυνε τη Α, παρά τη θέλησή της, από το σπίτι της στο ... και τη μετέφερε στο διαμέρισμά του στη ... είτε εξαπατώντας την είτε με την απειλή βίας, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο Ψ μετέφερε τη θεία του Α) αρχικά στο Γενικό Νοσοκομείο Έδεσσας, λόγω των προβλημάτων υγείας, που αυτή αντιμετώπιζε και στη συνέχεια στην οικία του στη ... κατόπιν σύστασης των γιατρών, προκειμένου να βελτιωθεί η υγεία της τελευταίας. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν επιβεβαιώθηκε η χρήση απατηλών μέσων ή μέσων βίας από τον πολιτικώς ενάγοντα. Επίσης, ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το περιεχόμενο της από 13-6-2000 αναφοράς που υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Έδεσσας, σε σχέση με την καταγγελλόμενη από τον ίδιο αρπαγή της Α εκ μέρους του πολιτικώς ενάγοντος ήταν ψευδές, καθόσον γνώριζε ότι ο πολιτικώς ενάγων είχε μεταφέρει την ανωτέρω θεία του στο Γενικό Νοσοκομείο Έδεσσας, λόγω των προβλημάτων υγείας που αυτή αντιμετώπιζε, ενώ και ο ίδιος ο κατηγορούμενος είχε επισκεφτεί αυτήν δύο φορές κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στο εν λόγω νοσοκομείο και ως εκ τούτου είχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει την κατάσταση της υγείας της και να συνομιλήσει μαζί της. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε από το νοσηλευτικό προσωπικό του ως άνω νοσοκομείου το γεγονός της μεταφοράς της Α στην οικία του πολιτικώς ενάγοντος στη ... χωρίς, όμως, να προκύπτει κάποια πληροφόρησή του αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες μεταφέρθηκε αυτή στην οικία του πολιτικώς ενάγοντος και ειδικότερα, αν ο τελευταίος πήρε αυτήν από το νοσοκομείο, παρά τη θέληση της, εξαπατώντας την ή υπό την απειλή βίας, αφού, πέραν του ότι αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την αλήθεια και ο ισχυρισμός αυτός δεν βρίσκει έρεισμα σε κανένα αποδεικτικό μέσο, ούτε και ο κατηγορούμενος απολογούμενος ήταν σε θέση να εξηγήσει πως οδηγήθηκε στο συμπέρασμα αυτό. Σημειώνεται μάλιστα ότι λόγω της επιβαρυμένης κατάστασης της υγείας της Α μόνη ενδεδειγμένη ενέργεια ήταν να περιθάλψει αυτήν στην οικία του ο πολιτικώς ενάγων, όπως άλλωστε συνέστησαν και οι γιατροί και όχι να την αφήσει αβοήθητη στην οικία της. Περαιτέρω, είναι ψευδές ότι ο Ψ κατακρατούσε παράνομα τη Α στην οικία του στη ... από 3-3-2000 έως 23-6-2000, καθόσον η τελευταία παρέμεινε στην οικία του με τη θέληση της (βλ. το με αριθμ. 17/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης). Εξάλλου, ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι είναι ψευδές ότι ο Ψ κατακρατούσε παράνομα τη θεία του στην οικία του κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, καθόσον θεμελίωσε τον ισχυρισμό του αυτό, όπως ο ίδιος κατέθεσε απολογούμενος, στα αναφερόμενα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Δ σχετικά με τα συναισθήματα οργής που είχε η Α για τα συγγενικά της πρόσωπα με τα οποία συγκατοικούσε στη ... τα οποία δεν της επέτρεπαν να επιστρέψει στην οικία της στο ... . Μόνη όμως η έκφραση συναισθημάτων οργής από τη Α, ως αναφέρεται στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, δεν αρκεί για να δικαιολογήσει σκέψεις για παράνομη κατακράτηση αυτής από τον ανεψιό της, αφού, όπως και ο ίδιος ο πραγματογνώμονας στην έκθεση του αναφέρει το συναίσθημα της Α ήταν καταθλιπτικό και οργίλο, λόγω της αποστέρησης του οικείου της χώρου. Σημειώνεται ότι τα περί παράνομης κατακράτησης της Αανέφερε ο κατηγορούμενος και πριν τη σύνταξη της ως άνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, στην πρόσθετη παρέμβασή του. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος με πρόθεση προέβη στην υποβολή της ανωτέρω ψευδούς αναφοράς του προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Έδεσσας, ενώ γνώριζε ότι το περιεχόμενο αυτής ήταν ψευδές, με σκοπό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του πολιτικώς ενάγοντος, όπως και έγινε, ώστε να προασπίσει τα οικονομικά συμφέροντα που εξαρτούσε από την περιουσία της Α και ειδικότερα να διασφαλίσει την επικαλούμενη προς αυτόν δωρεά του ποσού των 35.000.000 δρχ. εκ μέρους της Ακαι την εγκατάστασή του ως κληρονόμου αυτής. Επομένως, ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος".
Με βάση αυτές τις παροδοχές κήρυξε αυτόν ένοχο, του ότι: "στην ... στις 13-6-2000, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς, ήτοι με την από 13-6-2000 αναφορά που υπέβαλε ενώπιον του κ. Εισαγγελέα Έδεσσας κατά του μηνυτή Ψ, καταμήνυσε αυτόν για το αδίκημα της παράνομης κατακράτησης της υπερήλικης θείας του Α. Ειδικότερα το περιεχόμενο της παραπάνω αναφοράς, έχει ως εξής: Ο Ψ, κάτοικος ..., με την από 9-2-2000 αίτησή του προς τον κ. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Έδεσσας ζήτησε, όπως προβεί αυτός στις απαραίτητες ενέργειες, προκειμένου η θεία του, (αδερφή του πατέρα του Ε), Α, η οποία είναι ηλικίας 88 ετών και άγαμη, χωρίς γονείς και τέκνα, να υποβληθεί σε δικαστική συμπαράσταση, επειδή δήθεν συνεπεία ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής και δη γεροντικής παρανοϊκού τύπου ψυχώσεως, με ήπια ανοϊκά στοιχεία, αδυνατεί εντελώς να επιμεληθεί μόνη της τις υποθέσεις της. Περαιτέρω ζήτησε να διοριστεί ο ίδιος ως δικαστικός συμπαραστάτης της. Συνεπεία της εν λόγω αιτήσεως η κ. Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Έδεσσας, ως μόνη κατά νόμο αρμόδια, με την υπ' αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 93/25-2-2000 αίτησή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, ζήτησε να τεθεί η ανωτέρω Α σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, την 16-3-2000, παρενέβη προσθέτως υπέρ της Α, δια του από 15-3-2000 δικογράφου μου: "πρόσθετη παρέμβαση - προτάσεις" και ζήτησα την απόρριψη της αιτήσεως για το λόγο ότι η Α δεν είχε ανάγκη να τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση. Επί της ανωτέρω αίτησης της κ. Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Έδεσσας εκδόθηκε η με αριθμό 139/2000 (αριθμ. κατάθ. 93/2000) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, η οποία διέταξε τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και διόρισε πραγματογνώμονα το Νευρολόγο - Ψυχίατρο Δ. Στις 16-5-2000 ο πραγματογνώμων Δ κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Έδεσσας, σε εκτέλεση της με αρ. 139/2000 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, την από 15-5-2000 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, με την οποία αποφαίνεται ότι η Α "δεν εμφανίζει κλινικά σημεία παρανοϊκής ψυχώσεως, είναι ικανή να ενεργεί αυτοπροσώπως δικαιοπραξίες, διαθέτει δυνατότητα επικοινωνίας με το περιβάλλον και δεν έχει ανάγκη επιμελητή". Στην ίδια έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης ο Δ αναφέρει ότι η Α βρίσκεται υπό το κράτος αρνητικών συναισθημάτων οργής έναντι των συγγενικών της προσώπων, με τα οποία τώρα συγκατοικεί, επειδή δεν της επιτρέπουν να επιστρέψει στην οικία της στο ..., την οποία εντόνως νοσταλγεί, επιβεβαιώνοντας κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό τα όσα στο από 15-3-2000 δικόγραφο μου "πρόσθετη παρέμβαση - προτάσεις" στο Μον. Πρωτ. Έδεσσας ισχυρίσθηκα, ότι δηλαδή ο Ψ, απομάκρυνε τη Α, παρά τη θέλησή της από το σπίτι της και τη μετέφερε στο διαμέρισμα του στη ... όπου την κρατάει παράνομα από την 3η Μαρτίου του έτους 2000 μέχρι σήμερα, προκειμένου να μην έρχεται σε επαφή μαζί μου, ο οποίος τη φροντίζω και την περιποιούμαι από εξαετίας και με την οποία μας συνδέουν στενοί συναισθηματικοί δεσμοί. Η παραπάνω συμπεριφορά του Ψ είναι κακουργηματική, εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 322 Π.Κ. περί "αρπαγής", αδίκημα που τελέστηκε στην ..., από όπου ο Α την απήγαγε, εξαπατώντας την ή με την απειλή βίας και τη μετέφερε στο διαμέρισμά του στη ..., όπου από 3-3-2000 την κατακρατεί παράνομα για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι σήμερα". Όμως το περιεχόμενο της προεκτεθείσας αναφοράς δεν ήταν αληθινό και αυτός το γνώριζε, η αλήθεια δε είναι ότι η Α παρέμεινε στην οικία του Ψ με τη θέλησή της".
Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ψευδούς καταμηνύσεως, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 26παρ.1α, 27 παρ. 1 και 229 παρ. 1 ΠΚ που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, με τις παραπάνω παραδοχές εξειδικεύεται η καταμηνυθείσα πράξη, αιτιολογείται δε πλήρως το ψευδές του περιεχομένου της από 13-6-2000 αναφοράς του αναιρεσείοντος και της γνώσεως περί αυτού, καθώς και του σκοπού του να προκαλέσει την ποινική δίωξη του πολιτικώς ενάγοντος, με την αναφορά "για να προασπίσει τα οικονομικά συμφέροντα που εξαρτούσε από την περιουσία της Β και ειδικότερα να διασφαλίσει την επικαλουμενη προς αυτόν δωρεά του ποσού των 35.000.000 δρχ. εκ μέρους της Γ και την εγκατάστασή του ως κληρονόμου αυτής". Δεν δημιουργείται ασάφεια από το ότι δόθηκε ορθός νομικός χαρακτηρισμός και κηρύχτηκε ένοχος ο κατηγορούμενος ψευδούς καταμηνύσεως σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος για πράξη παρανόμου κατακρατήσεως και όχι αρπαγής. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι της αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και ότι αυτή στερείται νομίμου βάσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.- Από το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 329, 331, 333, 369 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο εγγράφου για τη στήριξη της κρίσης του σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου ή για την επιβλητέα σ' αυτόν ποινή χωρίς να αναγνωσθεί κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, προκειμένου να ασκήσει αυτός το δικαίωμα που του παρέχεται από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, να κάμει παρατηρήσεις και δηλώσεις αναφορικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, αποτελεί παραβίαση του δικαιώματός του αυτού, η οποία συνεπάγεται την αναίρεση της καταδικαστικής απόφασης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση ο προβαλλόμενος λόγος για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσης του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, την υπ' αριθμ. 139/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, χωρίς όμως να την αναγνώσει στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η ανωτέρω απόφαση μνημονεύεται διηγηματικά και μόνο, καθόσον σε εκτέλεση αυτής διεξήχθη η ιατρική πραγματογνωμοσύνη από τον πραγματογνώμονα ιατρό Δ, η οποία (πραγματογνωμοσύνη) αναγνώστηκε στο ακροατήριο και ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεπώς δεν στερήθηκε ο αναιρεσείων του από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ απορρέοντος δικαιώματός του.
Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠοινΔ και 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-4-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 299/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στα έξοδα του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1592/2008 σελ. 22
|
Ψευδής καταμήνυση. Δεν υπερέβη την εξουσία του το Δικαστήριο που δέχτηκε ως τυπικά δεκτή την έφεση του Εισαγγελέα, στην οποία εκτίθεται πλήρως και σαφώς η συγκεκριμένη πλημμέλεια της αθωωτικής απόφασης περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ. Διηγηματικά αναφέρεται η απόφαση που διέταξε πραγματογνωμοσύνη, η οποία (πραγματογνωμοσύνη) αναγνώστηκε και συνεπώς ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε του από το άρθρο 358 ΚΠΔ απορρέοντος δικαιώματός του.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Ψευδής καταμήνυση.
| 0
|
Αριθμός 1591/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Αναστάσιο Λιανό-Εισηγήτη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 44/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Το Συμβούλιο Εφετών Κέρκυρας, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 135/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, με αριθμό 191/15-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ1 αριθμ. 2/4-10-2007 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου Χ κατά του υπ1 αριθμ. 44/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. To Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Κερκύρας, με το υπ' αριθμ. 121/2005 βούλευμα του, παρέπεμψε τον κατηγορούμενο Χ, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Κερκύρας, για να δικαστεί για το κακούργημα της υπεξαίρεσης, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου (άρθρο 375 παρ. 2-1 Π.Κ., όπως η παρ. 2 αντ. δι' άρθρου 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996). Μετά από έφεση που άσκησε κατά του βουλεύματος αυτού ο κατηγορούμενος, εκδόθηκε το 51/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η κριθείσα έφεση και επικυρώθηκε το εκκληθέν. Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκε αναίρεση από τον κατηγορούμενο ,που έγινε δεκτή με την 130/2007 απόφαση του Δικαστηρίου σας (βλ. ΑΠ 130/2007). Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής η υπόθεση εισήχθει εκ νέου στο ίδιο Συμβούλιο, που με το 44/2007 βούλευμα απέρριψε ξανά κατ' ουσίαν την έφεση και διόρθωσε το πρωτόδικο βούλευμα ως προς τον χρόνο τέλεσης της πράξης. Το νέο αυτό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών επιδόθηκε με θυροκόλληση στον κατηγορούμενο στις 17-7-2007 και στον αντίκλητό του στις 31-12-2007 (βλ. σχετικά αποδεικτικά). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη (άρθρα: 473 παρ. 1, 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ), αφού ασκήθηκε αυτοπροσώπως από τον κατηγορούμενο , ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Εφετείου Κέρκυρας, στις 4-10-2007 και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης, ήτοι α) της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1δ ΚΠΔ), β) της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα (άρθρο 484 παρ. 1 β ΚΠΔ) και γ) απόλυτης ακυρότητας (άρθρ. 484 § 1 α' Κ.Π.Δ.).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 309 § 2 Κ.Π.Δ., που εφαρμόζεται και στον 'Αρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 485 Κ.Π.Δ., το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, διατάσσει υποχρεωτικά την ενώπιον αυτού εμφάνιση του αιτούντος για να παράσχει κάθε διευκρίνιση. Τότε είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για την εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Στην προκειμένη περίπτωση το αίτημα του αναιρεσείοντος για την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας, διατυπώνεται στο από 12-2-2008 υπόμνημα, που απευθύνεται προς σας. Το αίτημα διατυπώνεται κατά λέξη ως εξής: "...Επαναλαμβάνω το αίτημα μου να κληθώ και εμφανισθώ αυτοπροσώπως, όπως ο νόμος ορίζει ενώπιον υμών, ίνα διευκρινίσω κάθε τι, που αφορά την κατηγορίαν και τους λόγους της αναιρέσεώς μου....". Το αίτημα αυτό εκτός της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται έστω και συνοπτικά τα ζητήματα για τα οποία προτίθεται να παράσχει ο αιτών διευκρινήσεις, προεχόντως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί ο αναιρεσείων, τόσο με το δικόγραφο της αιτήσεως αναίρεσης, όσο και το παραπάνω υπόμνημα, προβάλλει διεξοδικά και αναλύει τους λόγους αναιρέσεως του βουλεύματος, ώστε η παρουσία του στο Συμβούλιο σας, να μη προσφέρει, κάτι ουσιαστικό σε σχέση με την δικονομική πορεία της υπόθεσης και την αξιολόγηση των λόγων αναίρεσης (βλ. ΑΠ 494/2007, ΑΠ 159/2007, ΑΠ 859/2004).
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 309 παρ.2 ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 318 εδ.α του Ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών, αν υποβληθεί προς αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, υποχρεούται να διατάξει την εμφάνιση αυτού ενώπιον του για παροχή οποιασδήποτε διευκρίνισης σε σχέση με την υπόθεση, μπορεί δε να απορρίψει την αίτηση αυτή αν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Η σιωπηρή ή αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος αυτού οδηγεί στην απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος για παράβαση του άρθρου 309 παρ.2 σε συνδυασμό με 171 παρ. 1δ του ΚΠοινΔ και ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. α του Κ.Ποιν.Δ. To γεγονός, όμως, ότι στο κείμενο του βουλεύματος παρατίθεται πρώτα η αιτιολογία για την ουσία της κατηγορίας και ύστερα η αιτιολογία για την απόρριψη του παραπάνω αιτήματος δεν ασκεί επιρροή και δεν θεμελιώνει αναιρετικό λόγο από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 484 K.Ποιν.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον 2ο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στο προσβαλλόμενο βούλευμα τη πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της απόλυτης ακυρότητας, ως προς την απόρριψη του αιτήματός του περί αυτοπρόσωπου εμφανίσεώς των ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Όμως, όπως προκύπτει από τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, το αίτημα του αναιρεσείοντα απορρίφθηκε με την εξής αιτιολογία: Στην προκειμένη περίπτωση με την από 16.4.2007 αίτηση του ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ ζήτησε να εμφανιστεί ενώπιον του Συμβουλίου αυτοπροσώπως για να παράσχει τις αναγκαίες διευκρινίσεις επί της υποθέσεως. Όμως, ο κατηγορούμενος στην απολογία του, τα απολογητικά υπομνήματα αλλά και τα άλλα υπομνήματα που έχει υποβάλει, στα δικόγραφα της εφέσεως και της αιτήσεως αναιρέσεως, με πληρότητα, σαφήνεια και αναλυτικά αναπτύσσει την υπεράσπιση του και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του στο Συμβούλιο. Άλλωστε τούτο αναφέρει και ο ίδιος στην ανωτέρω αίτηση του, αναγράφοντας ότι "έχω διεξοδικώς αναλύσει και αντιπαραθέσει στα υπομνήματα του καταλυτικά στοιχεία που αποδεικνύουν την αθωότητα μου".
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αυτού. Από τις παραδοχές αυτές συνάγεται ότι το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων με την απολογία του τα απολογητικά του υπομνήματα και την έκθεση εφέσεως και την προηγούμενη αίτηση αναίρεσης έχει αναπτύξει διεξοδικώς και με πληρότητα τους ισχυρισμούς του επί της υποθέσεως, ώστε να μη συντρέχει λόγος να τους επαναλάβει και προφορικώς ενώπιον του Συμβουλίου.
Συνεπώς, το πιο πάνω αίτημα του αναιρεσείοντος, απορρίφθηκε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και οι συναφείς από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ.1 περ. δ και α λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας και απολύτου ακυρότητος είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Περαιτέρω δε το γεγονός ότι στο κείμενο του βουλεύματος παρατίθεται πρώτα η αιτιολογία για την ουσία της κατηγορίας και ύστερα η αιτιολογία για την απόρριψη του παραπάνω αιτήματος και, αντίστοιχα, στο διατακτικό διατυπώνεται πρώτα η διάταξη για την κατ' ουσία απόρριψη της εφέσεως και ακολουθεί η διάταξη δια την απόρριψη του πιο πάνω αιτήματος, δεν ασκεί επιρροή και δεν θεμελιώνει οποιοδήποτε αναιρετικό λόγο από τους περιοριστικός αναφερόμενους στο άρθρο 484 ΚΠοινΔ. Η έρευνα της βασιμότητας του αιτήματος αυτοπρόσωπου εμφανίσεως προηγείται, κατά λογική αναγκαιότητα της έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητα της κατηγορίας, και η μη τήρηση της σειράς αυτής, ουδόλως δύναται να συναχθεί εκ του γεγονότος ότι έγινε αντίθετη παράθεση στο κείμενο του βουλεύματος (βλ. ΑΠ 159/2007).
ΙV.- Κατά την έννοια του άρθρου 375 παρ.1 ΠΚ για τη συγκρότηση του εγκλήματος' της υπεξαίρεσης απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. Η ιδιοποίηση θεωρείται παράνομη, όταν γίνεται, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται, χωρίς δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το νόμο και με δόλια προαίρεση να το κάνει δικό του. Το έγκλημα της υπεξαίρεσης προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα αν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (τελ. εδάφιο της παρ.1 άρθρου 375 ΠΚ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.3α ν.2721/1999). Ακόμη η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, αν το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει στο πρόσωπο του δράστη κάποια από τις περιοριστικά αναφερόμενες ιδιότητες, μεταξύ των οποίων είναι και αυτές του εντολοδόχου και του διαχειριστή ξένης περιουσίας (άρθρο 375 παρ.2 όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.9 του ν.2408/1996). Η ιδιότητα του εντολοδόχου υπάρχει όταν μεταξύ του παθόντος και του δράστη υφίσταται σύμβαση εντολής, όπως αυτή διαπλάσσεται από το αστικό δίκαιο (άρθρα 713 επ. ΑΚ). Περαιτέρω κατά το άρθρο 17 ΠΚ ως χρόνος τελέσεως της πράξεως, από του οποίου άρχεται η προθεσμία παραγραφής κατά το άρθρο 112 του ιδίου Κώδικα, θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει όντος αδιάφορου του χρόνου κατά τον οποίον επήλθε το αποτέλεσμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο χρονικός προσδιορισμός της εκδηλώσεως της ενέργειας του υπαιτίου, της συνεχόμενης μετά του εγκληματικού αποτελέσματος, ο οποίος αποτελεί πραγματικό περιστατικό, απόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δυναμένου να καθορίσει χρόνο τελέσεως της πράξεως διάφορο του αναφερομένου στο κατηγορητήριο ή στο παραπεμπτικό βούλευμα. Επί εφέσεως κατά βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών, κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, δύναται να καθορίσει χρόνο τελέσεως της πράξεως διάφορο του αναφερομένου στην απαγγελθείσα κατηγορία ή στο βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών, χωρίς αυτός ο ακριβέστερος προσδιορισμός να αποτελεί μεταβολή της κατηγορίας, η οποία συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περ. β' ΚΠΔ, εκτός αν ο διάφορος αυτός προσδιορισμός του χρόνου τελέσεως ασκεί επιρροή στην ταυτότητα της πράξεως ή στην επελθούσα ήδη παραγραφή του αξιοποίνου αυτής ( ΑΠ 1773/2006 ΑΠ 764/2005,ΑΠ 2071/2004 ). Και τέλος επί υπεξαιρέσεως ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου είναι αναγκαίος, όταν αυτό χαρακτηρίζεται ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου, ως μεγάλης η μικρής αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το οποίο έχει βάση τις συνθήκες της αγοράς κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, από τις οποίες διαμορφώνεται κάθε φορά η αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν αυτή είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής ( ΑΠ 98/2007 ). Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, oι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατ' άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. V. Στη προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας, με δικές του σκέψεις, αλλά και παραπομπή στην ενσωματωμένη στο βούλευμα σύμφωνα εισαγγελική πρόταση δέχθηκε ότι από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα, την απολογία του κατηγορουμένου και τα υπομνήματα αυτού, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο μηνυτής Ψ, ο οποίος δραστηριοποιούνταν στην Κέρκυρα σε τουριστικές επιχειρήσεις, γνωρίστηκε τo έτος 2000 με τον κατηγορούμενο Χ, ο οποίος ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΞΕΛΙΞΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΗΨΕΩΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΝΤΟΛΩΝ". Μετά τη γνωριμία τους συνεχίστηκαν οι επαφές, οι σχέσεις τους έγιναν στενότερες και με την πάροδο του χρόνου ο κατηγορούμενος απέκτησε την εμπιστοσύνη του μηνυτή. Έτσι, μετά από συνεχείς συζητήσεις τους σχετικά με επενδύσεις χρημάτων στο χρηματιστήριο, τον Ιούνιο του έτους 2001 ο κατηγορούμενος πρότεινε στο μηνυτή να επενδύσει στο χρηματιστήριο σημαντικό χρηματικό ποσό μέσω της εταιρείας του "ΕΞΕΛΙΞΗ Α.Ε.Λ.Δ.Ε.", της οποίας αντικείμενο ήταν η λήψη και διαβίβαση εντολών αγοράς και πώλησης κινητών αξιών. Για να τον πείσει προς τούτο του δήλωσε ότι είχε πληροφορίες για μεγάλη άνοδο συγκεκριμένων μετοχών και ότι προσωπικά ο ίδιος θα ασχολείται με το χαρτοφυλάκιο του και θα τον συμβούλευε για τις κινήσεις που έπρεπε να κάνει. Μαυτό τον τρόπο τον έπεισε να αποφασίσει επένδυση ποσού 15 εκατομμυρίων δραχμών. Εκτός αυτού τον έπεισε ότι έπρεπε να συνάψει σχετική σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την ανώνυμη εταιρεία "SOLIDUS SECURITIES Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.", με την οποία συνεργαζόταν η ανωτέρω εταιρεία του και να μεταφέρει το χαρτοφυλάκιο που διατηρούσε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." με 2588 μετοχές της "...", 870 μετοχές της "..." και 56 μετοχές της "..." στην ανωτέρω συνεργαζόμενη με την εταιρεία του χρηματιστηριακή εταιρεία. Την 4 Ιουλίου 2001 ο μηνυτής υπέγραψε τα από την ημερομηνία αυτή έγγραφα που απαιτούνταν για την κατάρτιση της συμβάσεως επενδύσεως με την εταιρεία " SOLIDUS SECURITIES Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ." καθώς και την από την ίδια ημερομηνία "σύμβαση παροχής υπηρεσιών διαμεσολάβησης" με την εταιρεία "ΕΞΕΛΙΞΗ Α.Ε.Λ.Δ.Ε." και σχετική "Υπεύθυνη Δήλωση και Εξουσιοδότηση" για την για λογαριασμό του διαβίβαση των εντολών αγοράς και πώλησης κινητών αξιών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών προς τη χρηματιστηριακή εταιρεία "SOLIDUS SECURITIES Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.". Την ίδια ημέρα παρέδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των 15 εκατομμυρίων δραχμών με την εντολή την άμεση επένδυση του σε μετοχές που κατά τις πληροφορίες του θα είχαν μεγάλη απόδοση. Το ποσό αυτό παραδόθηκε σε μετρητά χρήματα και δεν κατατέθηκε σε χρηματιστηριακό λογαριασμό του μηνυτή καθόσον μόλις τότε άρχιζαν οι διαδικασίες ανοίγματος κωδικού για το μηνυτή στη χρηματιστηριακή εταιρεία "SOLIDUS SECURITIES Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.", ο δε κατηγορούμενος είχε πείσει το μηνυτή για την καταβολή του ώστε να επισπευτούν οι διαδικασίες, να επενδυθεί έγκαιρα και να εκμεταλλευθούν την ευκαιρία της μεγάλης απόδοσης. Ως προς το ζήτημα παραδόσεως του χρηματικού ποσού των 15 εκατομμυρίων δραχμών σαφής είναι η κατάθεση του μάρτυρα Μ. Ο τελευταίος καταθέτει ότι στις αρχές Ιουλίου 2001 συνόδευσε το μηνυτή στο γραφείο του κατηγορούμενου και ο πρώτος παρέδωσε στο δεύτερο 15 εκατομμύρια δραχμές που μετέφερε σε μια τσάντα. Σε άλλη περικοπή της καταθέσεως του προσδιορίζει την ημέρα παραδόσεως των χρημάτων ότι είναι εκείνη της υπογραφής από το μηνυτή των συμβάσεων. Αυτή η κατάθεση του μάρτυρα δεν έρχεται σε αντίθεση με όσα ο μηνυτής αναγράφει στη μήνυση του, δοθέντος ότι και σαυτή αναφέρεται ότι υπογράφηκαν οι συμβάσεις και καταβλήθηκαν τα χρήματα, ούτε προς την κατάθεση αυτού (μηνυτή) κατά την κύρια ανάκριση, καθόσον και στην τελευταία αναφέρεται ότι τα χρήματα καταβλήθηκαν στις αρχές (1 Ιουλίου 2001. Το κατατιθέμενο από το μηνυτή ότι λίγες ημέρες πριν υπογράψει τη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών έδωσε τα χρήματα στον κατηγορούμενο, μολονότι διαφέρει από το περιεχόμενο της μηνύσεως και της καταθέσεως του μάρτυρα, δεν αρκεί να καταστήσει αναξιόπιστο το μάρτυρα και να αναιρέσει το γεγονός της καταβολής των χρημάτων με κρίση ότι μηνυτής και μάρτυρας ψεύδονται, ιδιαίτερα εν όψει της επιδράσεως του χρονικού διαστήματος που διέδραμε, αλλά και του ότι για το ζήτημα της ολοκληρώσεως της υπογραφής των συμβάσεων και της απαιτούμενης θεωρήσεως του γνησίου της υπογραφής αυτών αναγκάστηκε ο μηνυτής να μεταβεί στα γραφεία της εταιρείας "ΕΞΕΛΙΞΗ Α.Ε.Λ.Δ.Ε." δύο φορές, την πρώτη την 4.7.2001 και τη δεύτερη την 9.7.2001, λόγω παραλείψεως θεωρήσεως του γνησίου της υπογραφής σε όλα τα έγγραφα. Έτσι, όμως ευχερώς είναι δυνατόν να μην αποδοθούν επακριβώς οι ημερομηνίες ή να προσδιοριστούν με σαφήνεια χρονικά τα γεγονότα. Μετά το άνοιγμα του κωδικού του μηνυτή στη χρηματιστηριακή εταιρεία "SOLIDUS SECURITIES Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ." και ύστερα από προτροπή του κατηγορουμένου, ο μηνυτής κατέθεσε στο χρηματιστηριακό του λογαριασμό την 12.7.2001 ποσό 3000000 δραχμών και την 20.7.2001 ποσό 3500000 δραχμών, για να επενδυθεί σε αγορά μετοχών. Περί τα μέσα του έτους 2002, ο μηνυτής διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε επενδύσει το χρηματικό ποσό των 15 εκατομμυρίων δραχμών που κατά τ'ανωτέρω του είχε παραδώσει με σχετική εντολή και είχε περιέλθει μαυτό τον τρόπο στην κατοχή του. Ο κατηγορούμενος αρνείται ότι του είχε δώσει ο μηνυτής το ποσό αυτό. Όμως, εκτός των όσων προαναφέρθηκαν, ο μηνυτής και ο μάρτυρας Μ καταθέτουν για τις ψευδείς και παραπλανητικές αναφορές του κατηγορουμένου ότι η επένδυση του ανωτέρω χρηματικού ποσού είχε ήδη αποδώσει μεγάλο κέρδος. Επίσης ο ανωτέρω μάρτυρας καταθέτει ότι μετά την αποκάλυψη ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε επενδύσει το ποσό αυτό και τις αντιδράσεις του μηνυτή, ο κατηγορούμενος, παρόντος και αυτού, υποσχέθηκε στο μηνυτή ότι θα λάμβανε δάνειο από την τράπεζα και θα του επέστρεφε τα χρήματα. Τα ανωτέρω, δεν μπορούν να αντικρούσουν οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, οι οποίοι καταθέτουν ότι ουδέποτε καταβλήθηκαν τα χρήματα αυτά, ενόψει του ότι ο μάρτυρας Μ παρίστατο κατά την παράδοση τους, ενώ προκύπτουν και από άλλους μάρτυρες οι επισκέψεις του μηνυτή στα γραφεία της εταιρείας "ΕΞΕΛΙΞΗ Α.Ε.Λ.Δ.Ε.". Το χρηματικό ποσό που είχε δώσει ο μηνυτής στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Κατ' ακολουθία, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις που να στηρίζουν κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται σαυτόν. Τα ίδια αφού δέχθηκε και το εκκαλούμενο βούλευμα και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο να δικαστεί για την πράξη αυτή στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις. Το εκκαλούμενο υπ' αριθ. 121/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κερκύρας αναφέρει ως χρόνο τελέσεως του εγκλήματος της υπεξαίρεσης το μήνα Ιούνιο του έτους 2001 και σε χρόνο που δεν διαπιστώθηκε επακριβώς, που είναι και ο χρόνος κατά τον οποίο, σύμφωνα με την κατηγορία που του απάγγειλε ο ανακριτής, ο , κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε το χρηματικό ποσό. Όμως, όπως προαναφέρθηκε από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι τα χρήματα δόθηκαν στον κατηγορούμενο την 4 Ιουλίου του έτους 2001 και ασφαλώς εντός των επόμενων ημερών που ο κατηγορούμενος έπρεπε να επενδύσει για λογαριασμό του μηνυτή το ποσό, αλλά δεν επένδυσε τούτο και το ιδιοποιήθηκε, τελέστηκε η υπεξαίρεση.
Συνεπώς, αναγκαία καθίσταται η μεταβολή της κατηγορίας για την οποία παραπέμπετε να δικαστεί ο κατηγορούμενος ως προς το χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξης, από το εσφαλμένο "το μήνα Ιούνιο του έτους 2001 και σε μη περαιτέρω επακριβώς κατά την ανάκριση διαπιστωθέντα χρόνο" στο ορθό "το μήνα Ιούλιο του έτους 2001 και σε μη περαιτέρω επακριβώς κατά την ανάκριση διαπιστωθέντα χρόνο, μετά τις 4-7-2001", η οποία μεταβολή είναι επιτρεπτή, καθόσον δεν επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας από το διαφορετικό χρονικό προσδιορισμό της κατηγορίας, εφόσον, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν επιδρά επί της παραγραφής και δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της πράξης. Ως προς το στοιχείο τούτο του χρόνου τελέσεως της πράξης πρέπει να διορθωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα στο σκεπτικό και διατακτικό του και να συμπληρωθεί ως προς την αιτιολογία του για το στοιχείο αυτό, διόρθωση που επιτρεπτά γίνεται από το δευτεροβάθμιο συμβούλιο, εφόσον έχει ασκηθεί η κρινόμενη έφεση και η υπόθεση εκκρεμεί στο Συμβούλιο τούτο. Επομένως, η έφεση πρέπει να απορριφθεί, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα με τη διόρθωση και συμπλήρωση που αναφέρονται ανωτέρω και να καταδικαστεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα, όπως άλλωστε προτείνει και ο Εισαγγελέας Εφετών Κερκύρας στην άνω πρόταση του στην οποία κατά τα λοιπά, ως νόμιμη και σύμφωνη με το αποδεικτικό υλικό το Συμβούλιο αναφέρεται. VI. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερομένου εγκλήματος για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του για την αξιόποινη αυτή πράξη που προβλέπεται και τηρείται από τις διατάξεις του και 375 παρ.1, 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, είχε δε το δικαίωμα να μεταβάλλει τον χρόνο τέλεσης κατά τον παραπάνω τρόπο, αφού το γεγονός αυτό δεν ασκεί επιρροή ούτε στην ταυτότητα της πράξης ,ούτε στην παραγραφή. Ειδικότερα σε σχέση με τις προβαλλόμενες αιτιάσεις, αναφέρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα τα πραγματικά περιστατικά καθώς και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Συμβούλιο Εφετών συνήγαγε αυτά και στήριξε την κρίση του ότι ο αναιρεσείων ενήργησε ως εντολοδόχος του παθόντος, και ότι με την ιδιότητά του αυτή ιδιοποιήθηκε παρανόμως το ανωτέρω αναφερόμενο χρηματικό ποσό που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ β και δ ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί αναξιοπιστίας του εγκαλούντος και του παραπάνω μάρτυρα κατηγορίας και της διαφορετικής ουσιαστικής εκτίμησης, σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, υπό περιστάσεις που δεν συνιστούν δεδικασμένο, άλλων δικαστικών σχηματισμών, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και τις ουσιαστικές παραδοχές του Συμβουλίου Εφετών, δεν θεμελιώνουν λόγο αναίρεσης από τους αναφερόμενους περιοριστικώς στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ και είναι απαράδεκτες. Απαράδεκτος επίσης ως λόγος αναίρεσης είναι ο ισχυρισμός ότι στο πρόσωπο μέλους της συνθέσεως του Συμβουλίου Εφετών ,που εξέδωσε το παραπάνω βούλευμα ,συνέτρεχε λόγος εξαίρεσης ,δεδομένου ότι περιστατικό αυτό και αληθές υποτιθέμενο δεν θεμελιώνει κάποιον από τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 484 ΚΠΔ, αφού ο κατηγορούμενος αναιρεσείων δεν άσκησε το δικαίωμα να ζητήσει την εξαίρεση. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Ι.- Να απορριφθεί η από 12-2-2008 αίτηση του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Συμβούλιό σας.
ΙΙ. Να απορριφθεί η με αριθμό 2/4-10-2007 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο Χ, κατά του 44/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κερκύρας και
ΙΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον εγκαλούντα. Αθήνα 3 Μαρτίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 309 παρ.2 Κ.Π.Δ που εφαρμόζεται και στον Αρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 485 ΚΠΔ, το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, διατάσσει υποχρεωτικά την ενώπιον αυτού εμφάνιση του αιτούντος για να παράσχει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Στην προκείμενη περίπτωση, το αίτημα του αναιρεσείοντος, διατυπούμενο κατά λέξη στο από 12-2-2008 υπόμνημά του ".. Επαναλαμβάνω το αίτημά μου να κληθώ και εμφανισθώ αυτοπροσώπως, όπως ο νόμος ορίζει ενώπιον υμών, ίνα διευκρινίσω κάθε τι, που αφορά την κατηγορία και τους λόγους της αναιρέσεώς μου ... "παρεκτός της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται έστω και συνοπτικά τα ζητήματα για τα οποία προτίθεται να παράσχει διευκρινήσεις, προεχόντως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί με το δικόγραφο της αναιρέσεως και το υπόμνημα ο αναιρεσείων διεξοδικά προβάλλει και αναλύει τους λόγους αναιρέσεως του βουλεύματος, ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρίνιση αυτών. 2. Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 του Π.Κ. "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν δε πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι, ολικά η μερικά, ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητά του ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη του ή χωρίς να υφίσταται άλλο νόμιμο δικαίωμα του δράστη, δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης από τις αναφερόμενες περιοριστικά στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 375 του Π.Κ., μεταξύ των οποίων και εκείνης που ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στο δράστη λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, και ε) το πράγμα κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία. Ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου, ως μεγάλης ή μικρής αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το οποίο έχει βάση τις συνθήκες της αγοράς κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, από τις οποίες διαμορφώνεται κάθε φορά η αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν αυτή είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιανδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της βούλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Από τη διάταξη δε του άρθρου 719 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής και γι'αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 του Π.Κ. Περαιτέρω κατά το άρθρο 17 ΠΚ ως χρόνος τελέσεως της πράξεως, από του οποίου άρχεται η προθεσμία παραγραφής κατά το άρθρο 112 του ιδίου Κώδικα, θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει όντος αδιαφόρου του χρόνου κατά τον οποίον επήλθε το αποτέλεσμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο χρονικός προσδιορισμός της εκδηλώσεως της ενέργειας του υπαιτίου, της συνεχόμενης μετά του εγκληματικού αποτελέσματος, ο οποίος αποτελεί πραγματικό περιστατικό, απόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δυναμένου να καθορίσει χρόνο τελέσεως της πράξεως διάφορο του αναφερομένου στο κατηγορητήριο ή στο παραπεμπτικό βούλευμα. Επί εφέσεως κατά βουλεύματος, το συμβούλιο εφετών, κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, δύναται να καθορίσει χρόνο τελέσεως της πράξεως διάφορο του αναφερομένου στην απαγγελθείσα κατηγορία ή στο βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών, χωρίς αυτός ο ακριβέστερος προσδιορισμός να αποτελεί μεταβολή της κατηγορίας, η οποία συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περ. β' ΚΠΔ, εκτός αν ο διάφορος αυτός προσδιορισμός του χρόνου τελέσεως ασκεί επιρροή στην ταυτότητα της πράξεως ή στην επελθούσα ήδη παραγραφή του αξιοποίνου αυτής .Εξάλλου η απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα απ' αυτά ούτε και να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα για το σχηματισμό της δικαστικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. Η ειδική αυτή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που είναι εκείνοι που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην απόσβεση του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής υπό την προϋπόθεση ότι προβάλλονται κατά τρόπο παραδεκτό και ορισμένο με όλα δηλαδή τα κατά νόμο αναγκαία για τη θεμελίωσή τους στοιχεία. Διαφορετικά δεν δημιουργείται υποχρέωση του Συμβουλίου να απαντήσει σε αυτούς, ούτε και να αιτιολογήσει την απόρριψή τους. Εξάλλου, η έλλειψη αξιολόγησης των αποδείξεων και η εσφαλμένη εκτίμηση αυτών δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά βουλευμάτων από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 του ΚΠΔ, αφού περί αυτών κρίνει κυριαρχικά το δικαστικό συμβούλιο, κάθε δε αιτίαση, διαλαμβανόμενη σε αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος, σχετική με την από το τελευταίο εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτη, διότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του βουλεύματος, όχι δε και την ουσιαστική, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, κρίση αυτού. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, λόγος για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.
3. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Κερκύρας, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του με δικές τους σκέψεις και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση δέχθηκε ανελέγκτως ότι "από το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα, την απολογία του κατηγορουμένου και τα υπομνήματα αυτού προκύπτουν τα ακόλουθα : "Ο μηνυτής Ψ, ο οποίος δραστηριοποιούνταν στην Κέρκυρα σε τουριστικές επιχειρήσεις, γνωρίστηκε
το έτος 2000 με τον κατηγορούμενο Χ, ο οποίος ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. και
Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με
την επωνυμία "ΕΞΕΛΙΞΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΗΨΕΩΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΝΤΟΛΩΝ". Μετά τη γνωριμία τους συνεχίστηκαν οι επαφές, οι σχέσεις τους έγιναν στενότερες και με την πάροδο του χρόνου ο κατηγορούμενος απέκτησε την εμπιστοσύνη του μηνυτή. Έτσι, μετά από συνεχείς συζητήσεις τους σχετικά με επενδύσεις χρημάτων στο χρηματιστήριο, τον Ιούνιο του έτους 2001 ο κατηγορούμενος πρότεινε στο μηνυτή να επενδύσει στο χρηματιστήριο σημαντικό χρηματικό ποσό μέσω της εταιρείας του "ΕΞΕΛΙΞΗ Α.Ε.Λ.Δ.Ε.", της οποίας αντικείμενο ήταν η λήψη και διαβίβαση εντολών αγοράς και πώλησης κινητών αξιών. Για να τον πείσει προς τούτο του δήλωσε ότι είχε πληροφορίες για μεγάλη άνοδο συγκεκριμένων μετοχών και ότι προσωπικά ο ίδιος θα ασχολείται με το χαρτοφυλάκιο του και θα τον συμβούλευε για τις κινήσεις που έπρεπε να κάνει. Μαυτό τον τρόπο τον έπεισε να αποφασίσει επένδυση ποσού 15 εκατομμυρίων δραχμών. Εκτός αυτού τον έπεισε ότι έπρεπε να συνάψει σχετική σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την ανώνυμη εταιρεία "SOLIDUS SECURITIES Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.", με την οποία συνεργαζόταν η ανωτέρω εταιρεία του και να μεταφέρει το χαρτοφυλάκιο που διατηρούσε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..."με 2588 μετοχές της "...", 870 μετοχές της "..." και 56 μετοχές της "..." στην ανωτέρω συνεργαζόμενη με την εταιρεία του χρηματιστηριακή εταιρεία. Την 4 Ιουλίου 2001 ο μηνυτήςυπέγραψε τα από την ημερομηνία αυτή έγγραφα πουαπαιτούνταν για την κατάρτιση της συμβάσεωςεπενδύσεως με την εταιρεία "SOLIDUS SECURITIESΑ.Χ.Ε.Π.Ε.Υ."καθώς και την από την ίδια ημερομηνία"σύμβαση παροχής υπηρεσιών διαμεσολάβησης"με τηνεταιρεία "ΕΞΕΛΙΞΗ Α.Ε.Λ.Δ.Ε." και σχετική "ΥπεύθυνηΔήλωση και Εξουσιοδότηση"για την για λογαριασμό τουδιαβίβαση των εντολών αγοράς και πώλησης κινητώναξιών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνώνπρος τη χρηματιστηριακή εταιρεία "SOLIDUS SECURITIES Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.". Την ίδια ημέρα παρέδωσεστον κατηγορούμενο το ποσό των 15 εκατομμυρίωνδραχμών με την εντολή την άμεση επένδυση του σεμετοχές που κατά τις πληροφορίες του θα είχαν μεγάληαπόδοση. Το ποσό αυτό παραδόθηκε σε μετρητάχρήματα και δεν κατατέθηκε σε χρηματιστηριακόλογαριασμό του μηνυτή καθόσον μόλις τότε άρχιζαν οιδιαδικασίες ανοίγματος κωδικού για το μηνυτή στηχρηματιστηριακή εταιρεία "SOLIDUS SECURITIES Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.", ο δε κατηγορούμενος είχε πείσει το μηνυτή για την καταβολή του ώστε να επισπευτούν οιδιαδικασίες, να επενδυθεί έγκαιρα και να εκμεταλλευθούντην ευκαιρία της μεγάλης απόδοσης. Ως προς το ζήτημαπαραδόσεως του
χρηματικού ποσού των 15 εκατομμυρίων δραχμών σαφής είναι η κατάθεση του μάρτυρα Μ. Ο τελευταίος καταθέτει ότι στις αρχές Ιουλίου 2001 συνόδευσε το μηνυτή στο γραφείο του κατηγορούμενου και ο πρώτος παρέδωσε στο δεύτερο 15 εκατομμύρια δραχμές που μετέφερε σε μια τσάντα. Σε άλλη περικοπή της καταθέσεως του προσδιορίζει την ημέρα παραδόσεως των χρημάτων ότι είναι εκείνη της υπογραφής από το μηνυτή των συμβάσεων. Αυτή η κατάθεση του μάρτυρα δεν έρχεται σε αντίθεση με όσα ο μηνυτής αναγράφει στη μήνυση του, δοθέντος ότι και σαυτή αναφέρεται ότι υπογράφηκαν οι συμβάσεις και καταβλήθηκαν τα χρήματα, ούτε προς την κατάθεση αυτού (μηνυτή) κατά την κύρια ανάκριση, καθόσον και στην τελευταία αναφέρεται ότι τα χρήματα καταβλήθηκαν στις αρχές (1 Ιουλίου 2001. Το κατατιθέμενο από το μηνυτή ότι λίγες ημέρες πριν υπογράψει τη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών έδωσε τα χρήματα στον κατηγορούμενο, μολονότι διαφέρει από το περιεχόμενο της μηνύσεως και της καταθέσεως του μάρτυρα, δεν αρκεί να καταστήσει αναξιόπιστο το μάρτυρα και να αναιρέσει το γεγονός της καταβολής των χρημάτων με κρίση ότι μηνυτής και μάρτυρας ψεύδονται, ιδιαίτερα εν όψει της επιδράσεως του χρονικού διαστήματος που διέδραμε, αλλά και του ότι για το ζήτημα της ολοκληρώσεως της υπογραφής των συμβάσεων και της απαιτούμενης θεωρήσεως του γνησίου της υπογραφής αυτών αναγκάστηκε ο μηνυτής να μεταβεί στα γραφεία της εταιρείας "ΕΞΕΛΙΞΗ Α.Ε.Λ.Δ.Ε."δύο φορές, την πρώτη την 4.7.2001 και τη δεύτερη την 9.7.2001, λόγω παραλείψεως θεωρήσεως του γνησίου της υπογραφής σε όλα τα έγγραφα. Έτσι, όμως ευχερώς είναι δυνατόν να μην αποδοθούν επακριβώς οι ημερομηνίες ή να προσδιοριστούν με σαφήνεια χρονικά τα γεγονότα. Μετά το άνοιγμα του κωδικού του μηνυτή στη χρηματιστηριακή εταιρεία "SOLIDUS SECURITIES Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ."και ύστερα από προτροπή του κατηγορουμένου, ο μηνυτής κατέθεσε στο χρηματιστηριακό του λογαριασμό την 12.7.2001 ποσό 3000000 δραχμών και την 20.7.2001 ποσό 3500000 δραχμών, για να επενδυθεί σε αγορά μετοχών. Περί τα μέσα του έτους 2002, ο μηνυτής διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε επενδύσει το χρηματικό ποσό των 15 εκατομμυρίων δραχμών που κατά τανωτέρω του είχε παραδώσει με σχετική εντολή και είχε περιέλθει μαυτό τον τρόπο στην κατοχή του. Ο κατηγορούμενος αρνείται ότι του είχε δώσει ο μηνυτής το ποσό αυτό. Όμως, εκτός των όσων προαναφέρθηκαν, ο μηνυτής και ο μάρτυρας Μ καταθέτουν για τις ψευδείς και παραπλανητικές αναφορές του κατηγορουμένου ότι η επένδυση του ανωτέρω χρηματικού ποσού είχε ήδη αποδώσει μεγάλο κέρδος. Επίσης ο ανωτέρω μάρτυρας καταθέτει ότι μετά την αποκάλυψη ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε επενδύσει το ποσό αυτό και τις αντιδράσεις του μηνυτή, ο κατηγορούμενος, παρόντος και αυτού, υποσχέθηκε στο μηνυτή ότι θα λάμβανε δάνειο από την τράπεζα και θα του επέστρεφε τα χρήματα. Τα ανωτέρω, δεν μπορούν να αντικρούσουν οι καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως, οι οποίοι καταθέτουν ότι ουδέποτε καταβλήθηκαν τα χρήματα αυτά, ενόψει του ότι ο μάρτυρας Μ παρίστατο κατά την παράδοση τους, ενώ προκύπτουν και από άλλους μάρτυρες οι επισκέψεις του μηνυτή στα γραφεία της εταιρείας "ΕΞΕΛΙΞΗ Α.Ε.Λ.Δ.Ε.". Το χρηματικό ποσό που είχε δώσει ο μηνυτής στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Κατ' ακολουθία, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις που να στηρίζουν κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται σαυτόν. Τα ίδια αφού δέχθηκε και το εκκαλούμενο βούλευμα και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο να δικαστεί για την πράξη αυτή στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις. Το εκκαλούμενο υπ' αριθ. 121/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κερκύρας αναφέρει ως χρόνο τελέσεως του εγκλήματος της υπεξαίρεσης το μήνα Ιούνιο του έτους 2001 και σε χρόνο που δεν διαπιστώθηκε επακριβώς, που είναι και ο χρόνος κατά τον οποίο, σύμφωνα με την κατηγορία που του απάγγειλε ο ανακριτής, ο, κατηγορούμενος ιδιοποιήθηκε το χρηματικό ποσό. Όμως, όπως προαναφέρθηκε από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι τα χρήματα δόθηκαν στον κατηγορούμενο την 4 Ιουλίου του έτους 2001 και ασφαλώς εντός των επόμενων ημερών που ο κατηγορούμενος έπρεπε να επενδύσει για λογαριασμό του μηνυτή το ποσό, αλλά δεν επένδυσε τούτο και το ιδιοποιήθηκε, τελέστηκε η υπεξαίρεση.
Συνεπώς, αναγκαία καθίσταται η μεταβολή της κατηγορίας για την οποία παραπέμπετε να δικαστεί ο κατηγορούμενος ως προς το χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξης, από το εσφαλμένο "το μήνα Ιούνιο του έτους 2001 και σε μη περαιτέρω επακριβώς κατά την ανάκριση διαπιστωθέντα χρόνο"στο ορθό "το μήνα Ιούλιο του έτους 2001 και σε μη περαιτέρω επακριβώς κατά την ανάκριση διαπιστωθέντα χρόνο, μετά τις 4-7-2001", η οποία μεταβολή είναι επιτρεπτή, καθόσον δεν επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας από το διαφορετικό χρονικό προσδιορισμό της κατηγορίας, εφόσον, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν επιδρά επί της παραγραφής και δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της πράξης. Ως προς το στοιχείο τούτο του χρόνου τελέσεως της πράξης πρέπει να διορθωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα στο σκεπτικό και διατακτικό του και να συμπληρωθεί ως προς την αιτιολογία του για το στοιχείο αυτό, διόρθωση που επιτρεπτά γίνεται από το δευτεροβάθμιο συμβούλιο, εφόσον έχει ασκηθεί η κρινόμενη έφεση και η υπόθεση εκκρεμεί στο Συμβούλιο τούτο. Επομένως, η έφεση πρέπει να απορριφθεί, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα με τη διόρθωση και συμπλήρωση που αναφέρονται ανωτέρω και να καταδικαστεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα, όπως άλλωστε προτείνει και ο Εισαγγελέας Εφετών Κερκύρας στην άνω πρόταση του στην οποία κατά τα λοιπά, ως νόμιμη και σύμφωνη με το αποδεικτικό υλικό το Συμβούλιο αναφέρεται". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της υπό του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ, προβλεπομένης αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου, για την οποία υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι τη διέπραξε ο κατηγορούμενος και έτσι απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την έφεσή του κατά του 121/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κερκύρας, που έκρινε ομοίως και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο για να δικασθεί για την παραπάνω πράξη . Με τις παραδοχές του αυτές, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση που διενεργήθηκε και από τα οποία συνήγαγε τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της παραπάνω αξιόποινης πράξης, που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, την οποία ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο . Συγκεκριμένα αναφέρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα τα περιστατικά που προσδίδουν στην αξιόποινη πράξη κακουργηματικό χαρακτήρα (την ιδιότητα του κατηγορουμένου ως εντολοδόχου, στον οποίο ο μηνυτής είχε εμπιστευθεί το παραπάνω, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, χρηματικό ποσό), μνημονεύει δε τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε αυτά, και παραθέτει τις σκέψεις και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Επί πλέον το Συμβούλιο είχε το δικαίωμα να μεταβάλλει τον χρόνο τέλεσης κατά τον παραπάνω τρόπο, αφού το γεγονός αυτό δεν ασκεί επιρροή ούτε στην ταυτότητα της πράξης, ούτε στην παραγραφή . Κατά συνέπεια είναι αβάσιμοι οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β και δ του Κ.Ποιν.Δ λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας νόμου, οι δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, εφόσον ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερομένους στη διάταξη του άρθρου 484 Κ.Ποιν.Δ., η εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Απαράδεκτος επίσης ως λόγος αναίρεσης είναι ο ισχυρισμός ότι στο πρόσωπο μέλους της συνθέσεως του Συμβουλίου Εφετών που εξέδωσε το παραπάνω βούλευμα συνέτρεχε λόγος εξαίρεσης, δεδομένου ότι το περιστατικό αυτό και αληθές υποτιθέμενο δεν θεμελιώνει κάποιον από τους λόγους του άρθρου 484 ΚΠΔ, αφού ο κατηγορούμενος -αναιρεσείων δεν άσκησε το δικαίωμα να ζητήσει την εξαίρεση . Από τις διατάξεις των άρθρων 309 παρ. 2 και 318 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι μόνο αν το συμβούλιο εφετών δεν απαντήσει καθόλου επί της αιτήσεως του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιόν του προς παροχή διασαφήσεων ή αν αρνηθεί αναιτιολόγητα την εμφάνιση αυτή, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ του ΚΠοινΔ και ιδρύονται λόγοι αναίρεσης του βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. α και δ του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση το συμβούλιο εφετών έκρινε ότι δεν είναι αναγκαία η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ενώπιόν του προς παροχή διασαφήσεων και έτσι απέρριψε την σχετική αίτησή του για εμφάνιση. Την κρίση του αυτή στήριξε με δική του σκέψη στην επαρκή αιτιολογία ότι "...... ο κατηγορούμενος στην απολογία του, τα απολογητικά υπομνήματα αλλά και τα άλλα υπομνήματα που έχει υποβάλει, στα δικόγραφα της εφέσεως και της αιτήσεως αναιρέσεως, με πληρότητα, σαφήνεια και αναλυτικά αναπτύσσει την υπεράσπισή του και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο...". Έτσι δεν υπάρχει θέμα έλλειψης της προσήκουσας αιτιολογίας, ούτε θέμα απόλυτης ακυρότητας και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
4. Μετά ταύτα πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και ο αναιρεσείων να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-2-2008 αίτηση του Χ, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου. Και
Απορρίπτει την υπ' αριθμ 2/4-10-2007 αίτηση του Χ, για αναίρεση του υπ'αριθμ. 44/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κέρκυρας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1591/2008 - σελ.28
|
Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή αναιρεσείοντος για κακουργηματική υπεξαίρεση. Απορρίπτει αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση. Απορρίπτει.
|
Αιτιολογίας επάρκεια
|
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.
| 0
|
Αριθμός 1590/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Νικόλαο Ζαΐρη (που ορίσθηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με τη με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γιώτσα, για αναίρεση της με αριθμό 65.629/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 466/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ.2 και 156 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το επίδικο έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του και στην περίπτωση αυτή η επίδοση γίνεται, ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ.1 εδ. α' προσώπων, προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η ως άνω προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων. Τέλος, κατά τις διατάξεις, του αρ.476 παρ.1 ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής απόφασης επιτρέπεται αναίρεση (άρθρο 476 παρ. 2 ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της έφεσης ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επιδόσεως της προσβαλλομένης απόφασης και εκείνον της άσκησης του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση (Ολομ. ΑΠ 6/1994 και 4/1995). Αν όμως με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, όπως και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επίδοσης, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως ιδρύεται ο κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 65629/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε με αυτή ως εκπρόθεσμη η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 82611/2002 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και χρηματική ποινή 21.000 ευρώ για παράβαση του νόμου περί επιταγών (άρθρο 79 ν. 5960/1933). Με την έφεση της, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη επικαλέσθηκε και προέβαλε, κατ' εκτίμηση, ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης απόφασης που της επιδόθηκε ως άγνωστης διαμονής, και ότι κακώς της κοινοποιήθηκε η απόφαση ως άγνωστης διαμονής, ενώ είχε γνωστή στις αρχές διαμονή στην .... Αττικής, οδός ... αρ. .... Ως αιτιολογία για την απόρριψη της έφεσης αυτής το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του τα ακόλουθα: "Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ.1 και 2 του ίδιου κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη, για τη δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανιστεί κατ' αυτή, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση (βλ. ΑΠ 745/1006 ΝΟΜΟΣ). Η επίδοση προς το πρόσωπο του οποίου η διαμονή δεν είναι γνωστή, γίνεται προς αυτό ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερόμενων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ.1 εδ.α' προσώπων, προς το δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο που όρισε ο δήμαρχος της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η ως άνω προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 161 παρ.1 του ίδιου παραπάνω κώδικα, για την επίδοση που ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 155-158, εκείνος που την ενεργεί οφείλει να συντάξει αποδεικτικό στον τόπο όπου αυτή γίνεται. Στο αποδεικτικό, με ποινή ακυρότητας της επίδοσης, σημειώνεται ο τόπος, το έτος, ο μήνας, η ημέρα και το ονοματεπώνυμο του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο, υπογράφεται δε το αποδεικτικό από το πρόσωπο αυτό και εκείνον που ενεργεί την επίδοση.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο, καθώς και από τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από το από .... αποδεικτικό επίδοσης σε κατηγορούμενο με άγνωστη διαμονή του αστυφύλακα ...., η εκκαλούσα - κατηγορουμένη, κατά την επίδοση σ' αυτήν της εκκαλουμένης 82.611/2002 ερήμην της εκδοθείσας απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αναζητήθηκε κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία, στην επί της οδού .. αριθμ. ... τελευταία γνωστή, από την από 24-2-00 μήνυση της ..... εναντίον της, κατοικία της και δεν βρέθηκε, όπως βεβαιώνει ο ενεργήσας την επίδοση ότι διαπίστωσε μετά από σχετική έρευνα, ούτε αυτή (κατηγορουμένη), ούτε κάποιος από τους αναφερόμενους στο άρθρο 156 παρ.1 ΚΠΔ συγγενείς της (δηλαδή σύζυγος ή γονέας ή αδελφός της ή άλλος εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συγγενής της έως και τον τρίτο βαθμό), γι' αυτό και η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης έγινε, ενόψει και του ότι η διαμονή της ήταν άγνωστη στην αρμόδια για την επίδοση αρχή, στην από το Δήμαρχο του Δήμου της τελευταίας πιο πάνω κατοικίας της κατηγορουμένης (.....) ορισμένη για το σκοπό αυτό δημοτική υπάλληλο ......, η οποία, όπως προκύπτει από τη σχετική κάτω από το αποδεικτικό επίδοσης, από ... βεβαίωση της, προέβη στην τοιχοκόλληση της εκκαλουμένης απόφασης το δημοσιότερο μέρος του πιο πάνω Δήμου και έστειλε τη σχετική βεβαίωση στην αρχή που παράγγειλε την επίδοση, δηλαδή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών. Σημειώνεται ότι στην ίδια παραπάνω διεύθυνση είχε αναζητηθεί, χωρίς αποτέλεσμα, η εκκαλούσα στις 3-5-2001 και στη συνέχεια στις 13-5-2002 προκειμένου να της επιδοθούν το κλητήριο θέσπισμα και η κλήση αντίστοιχα για να εμφανιστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τα οποία (κλητήριο θέσπισμα και κλήση) επιδόθηκαν σ' αυτήν ως άγνωστης διαμονής (βλ. τα από .... και .... σχετικά αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ......).Ισχυρίζεται η εκκαλούσα ότι κακώς της κοινοποιήθηκε η εκκαλουμένη απόφαση ως άγνωστης διαμονής, καθόσον κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης, την 13-1-2005, είχε γνωστή στις αρχές διαμονή, επί της οδού ... αριθ. .. στην .... Αττικής, όπου κατοικούσε μόνιμα με την οικογένεια της από το έτος 2001. Από κανένα όμως στοιχείο δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα του ανωτέρω ισχυρισμού της εκκαλούσας, ότι δηλαδή αυτή κατά τον ως άνω χρόνο διέμενε πράγματι στην ανωτέρω διεύθυνση και ότι η διεύθυνση αυτή (ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί τούτο ως αληθές) είχε γνωστοποιηθεί και με ποιο τρόπο στην εισαγγελική αρχή που παράγγειλε την επίδοση, μη αρκούσας προς τούτο μόνης της κατάθεσης της εξετασθείσας στο ακροατήριο μαρτυρά της, η οποία όλως αορίστως ανέφερε ότι στην εν λόγω διεύθυνση γίνονταν "διάφορες επιδόσεις", χωρίς όμως τούτο να προκύπτει και από άλλα στοιχεία (δηλ. από επιδοθείσες στην παραπάνω διεύθυνση προς αυτήν κλήσεις, αποφάσεις κλπ). Προσκομίζει η εκκαλούσα, προς απόδειξη του άνω ισχυρισμού της, τα αναφερόμενα πιο πάνω και αναγνωσθέντα έγγραφα και δη λογαριασμό πιστωτικής κάρτας Citibank, κινήσεις λογαριασμών δανείων Εurobank και Τραπέζης Πειραιώς, σύμβαση δανείου με την ίδια Τράπεζα, μηχανογραφικό δελτίο για εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, λογαριασμούς ΟΤΕ και Vodafone, αποδείξεις ΕΛΠΑ, πληρωμής τελών κυκλοφορίας και καταβολής χρηματικού ποσού για εξόφληση αυτοκινήτου, αίτηση απογραφής προς το ΙΚΑ, εκκαθαριστικό σημείωμα της ΔΟΥ Αγ.Παρασκευής, από τα οποία άλλα έχουν αποσταλεί στο γιό της ... στην παραπάνω διεύθυνση (.....) και σε άλλα (αποδείξεις, αιτήσεις κλπ) αναφέρεται ως τόπος διαμονής του τελευταίου η ίδια αυτή διεύθυνση, καθώς και βεβαίωση απόδοσης ΑΦΜ η οποία αφορά τον έτερο γιο της .... με την ίδια ως άνω διεύθυνση. Από το γεγονός όμως ότι οι προαναφερόμενοι γιοί της εκκαλούσας πιθανόν να διέμεναν κατά τον κρίσιμο χρόνο στην εν λόγω διεύθυνση δεν μπορεί βέβαια να συναχθεί και το συμπέρασμα ότι και η ίδια διέμενε εκεί και μάλιστα ότι τούτο ήταν γνωστό στην Αρχή που παράγγειλε την επίδοση. Κάτι τέτοιο επίσης δεν προκύπτει ούτε από το προσκομιζόμενο 641/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο, κατόπιν σχετικής αιτήσεως της, αντικαταστάθηκε επιβληθείσα σ' αυτήν (και κρατούμενη από 19-9-2005) προσωρινή κράτηση με περιοριστικούς όρους, καθόσον σε τούτο δεν αναφέρεται ότι η εκκαλούσα κατοικούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο (επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης) στην αμέσως παραπάνω διεύθυνση, αλλά ότι αυτή διέμενε εκεί κατά το χρόνο υποβολής της έγκλησης και άσκησης σε βάρος της ποινικής δίωξης για κακουργηματική απάτη (παραπεμφθείσα να δικαστεί γι' αυτή με το 6121/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμλειοδικών Αθηνών), δηλαδή σε χρόνο κατά πολύ προγενέστερο της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, ενώ, σημειωτέον, στο ίδιο παραπάνω βούλευμα (641/2006) αναφέρεται ότι αυτή και ο σύζυγος της κατά το παρελθόν εγκατέλειψαν τη χώρα και μετέβησαν στο εξωτερικό λόγω των ποινικών διώξεων που είχαν ασκηθεί σε βάρος τους. Επίσης στην (προσκομιζόμενη) από 27-4-07 κλήση με την οποία καλείται η εκκαλούσα να εμφανιστεί για να δικαστεί για την ανωτέρω πράξη στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών αναφέρεται μεν αυτή ως κάτοικος ...., οδός ...., όμως η κρίση για το άγνωστο ή μη της διαμονής της δεν αφορά τον ως άνω χρόνο αλλά τον Ιανουάριο του 2005. Εξάλλου, ούτε και από τις προσκομιζόμενες από την εκκαλούσα .... και .... εκθέσεις αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων της εκκαλούσας δεν προκύπτει η βασιμότητα του ανωτέρω ισχυρισμού της, καθόσον αφενός μεν αυτές αφορούν το έτος 2000, αφετέρου δε σε καμία απ' αυτές δεν αναφέρεται ως διεύθυνση της ή οδός ....., αλλά στη μεν πρώτη η ......, στη δε δεύτερη η οδός .... στο ...., γεγονός το οποίο ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα η διαμονή της εκκαλούσας ήταν άγνωστη και δη στην Αρχή που παράγγειλε την επίδοση (Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών)." Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, σε σχέση με την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα, ως εκκαλούσα, αμφισβήτηση της διεύθυνσης της κατοικίας της, στην οποία αναζητήθηκε ως τελευταία γνωστή στις αρχές διαμονή, καθώς και της ιδιότητας αυτής ως άγνωστης διαμονής, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατική και ασαφή αιτιολογία. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα αναζητήθηκε στην διεύθυνση της κατοικίας που ο μηνυτής Ψ1 ανέφερε στην από 24-2-2000 μήνυσή του, και στην οποία δεν βρέθηκε γιαυτό και η επίδοση της απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου έγινε στη διεύθυνση αυτή ως άγνωστης διαμονής, στη συνέχεια δέχεται ότι η αναιρεσείουσα κατοικούσε στη .... Αττικής στην οδό ... αρ. .., στην οποία και γινόταν από την ίδια εισαγγελική αρχή κλήσεις για άλλες ποινικές υποθέσεις της. Δέχεται δηλαδή ότι η αναιρεσείουσα, είχε πέρα από την διεύθυνση της κατοικίας της που αναφερόταν στην μήνυση, στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε, και άλλη γνωστή στην αρχή που έκανε την επίδοση της απόφασης κατοικία, αφού και στην κατοικία της αυτή γινόταν διάφορες επιδόσεις, χωρίς όμως να αιτιολογεί ειδικώς γιατί δεν αναζητήθηκε και στη γνωστή στις αρχές οικογενειακή της κατοικία. Το δε γεγονός ότι η εκκαλούσα - αναιρεσείουσα δεν δήλωσε ως κατοικία, σύμφωνα με το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, και την οικογενειακή της κατοικία στη ..... οδός ..., δεν σημαίνει ότι οι επιδόσεις έπρεπε να γίνονται στην κατοικία στην οδό ....., αφού δεν υπάρχει παραδοχή στην απόφαση ότι η τελευταία αυτή διεύθυνση είχε δηλωθεί στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 273 ΚΠΔ και ότι κατά συνέπεια εκεί έπρεπε να γίνονται οι επιδόσεις. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση περιττής καθισταμένης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). Το δικαστήριο αυτό αφού κρίνει επί του παραδεκτού της εφέσεως θα ελέγξει και αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παύσεως οριστικώς της ποινικής διώξεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 65.629/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο παραπάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έννοια προσώπου αγνώστου διαμονής. Πότε υπάρχει αιτιολογία στην απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως εκπρόθεσμο. Αναιρείται λόγω ελλείψεως αιτιολογίας η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμη. Παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο.
| 0
|
Αριθμός 1589/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Νικόλαο Ζαΐρη (που ορίσθηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με τη με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ........ , που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χειρδάρη, για αναίρεση της με αριθμό 1722/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ......., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νικολακόπουλο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1785/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' του Π.Κ., ''όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών'' και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, ''από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν''. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ.. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 28 Π.Κ., η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη, κατά την οποίαν προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστευε όμως ότι θα το απέφευγε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ αμελείας που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της απόφασης και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. II. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλ-λόμενη υπ' αριθμό 1722/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό, για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, διαλαμβάνεται ότι, " Επειδή, από τη χωρίς όρκο κατάθεση του μάρτυρος της πολιτικής αγωγής τις καταθέσεις των μαρτύρων της υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη .Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην Αθήνα, στις 24-1-2004, ως ιδιοκτήτης της επί της οδού .... στα .... - Αττικής οικοδομής, η οποία είχε καταστεί από την παλαιότητα επικίνδυνη από στατική και δομική άποψη, σύμφωνα με τα διδάγματα της τεχνικής της επιστήμης και ο κίνδυνος κατάρρευσής της ήταν ορατός, παρότι γνώριζε ότι το κτίσμα είναι ετοιμόρροπο και επικίνδυνο να καταρρεύσει και εκ του νόμου όφειλε να άρει την επικινδυνότητά του, ο κατηγορούμενος χωρίς να προβλέψει το παράνομο αποτέλεσμα της παράλειψής του, δεν το συντήρησε, ούτε το επισκεύασε, ούτε το κατεδάφισε ώστε να άρει τον κίνδυνο πτώσης του, με αποτέλεσμα τμήμα του να καταρρεύσει και να προκαλέσει τον τραυματισμό του μηνυτή, ο οποίος υπέστη θλαστικά τραύματα του τριχωτού της κεφαλής και της αριστεράς χειρός, καθώς και κάταγμα του Θ12 σπονδύλου .Ο κατηγορούμενος από αμέλειά του δεν επέβλεπε την ύπαρξη του πλεκτού πλέγματος, που πράγματι είχε τοποθετήσει, ενώ μπορούσε να τοποθετήσει μέχρι και την καταδάφιση σταθερό εμπόδιο, ο δε κίνδυνος της κατάρρευσής της ήταν ορατός και το εγνώριζε και δεν ήρε την επικίνδυνοτητά της για τους πεζούς .
Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως για την οποία κατηγορείται ".
ΙΙΙ. Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αυτό δε γιατί, α) ενώ δέχεται ότι πρόκειται για έγκλημα που τελέσθηκε δια παραλείψεως και ότι η αμέλεια του αναιρεσείοντος, δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, δεν αναφέρεται στη συνδρομή ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης αυτού (αναιρεσείοντος), ούτε προσδιορίζει την προέλευση της υποχρέωσης αυτής, αν δηλαδή πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος και β) δεν αναφέρεται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό εάν ο αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα, ενόψει των προσωπικών ιδιοτήτων, των γνώσεων και ικανοτήτων του, λόγω του επαγγέλματός του να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1Δ ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ.1722/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως .
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο στις 13 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
|
Έλλειψη αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως για σωματική βλάβη εξ αμελείας διότι δεν προσδιορίζεται από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση των αναιρεσειόντων προς ενέργεια και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτού. Αναιρεί και παραπέμπει.
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια
|
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια.
| 1
|
Subsets and Splits
No community queries yet
The top public SQL queries from the community will appear here once available.